Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2017

Ο Μεγάλος Θεός Καρνάβαλος

Ο Μεγάλος Θεός Καρνάβαλος«Ο Διόνυσος είναι Θεός του γλεντιού, βασιλεύει στα συμπόσια ανάμεσα σε λουλουδένια στέφανα, ζωηρεύοντας τους χαρούμενους χορούς στον ήχο της φλογέρας. Γέλια τρελά προκαλεί και διώχνει τις μαύρες έγνοιες. Και στο τραπέζι των Θεών, το νέκταρ του αυξάνει τη μακαριότητά τους κι αντλούν οι θνητοί από τη γελαστή του κύλικα τον ύπνο και ξεχνούν τα βάσανά τους». Ευρυπίδης

«Όμοιοι με τους Κορύβαντες, που χορεύουν μόνο σαν έξαλλοι είναι. Οι λυρικοί ποιητές δε βρίσκουν στη νηφαλιότητά τους ωραίους τους στίχους. Μέσα στην ψυχή τους πρέπει να μπουν η αρμονία και το μέτρο και να τη μεθύσουν. Οι Βάκχες, μονάχα μέσα στην παράκρουσή τους, από τα ποτάμια αντλούν το γάλα και το μέλι. Τελειώνει η δύναμή τους σαν και το παραλήρημά τους τελειώσει» Πλάτωνας

Ο Αριστοφάνης λέει στον Θεό της Ζωής, της Θείας Ποίησης και Μουσικής «Διόνυσε κισσοστεφανωμένε, τις χορωδίες μας διεύθυνε. Σ’ εσένα απευθύνονται οι ύμνοι κι οι χοροί μας, ω Εύιε, ω Βρόμιε, ω της Σεμέλης γιε, ω συ Διόνυσε που σου αρέσει ν’ ανακατεύεσαι στις χορωδίες των Νυμφών τις τρισχαριτωμένες επάνω στα βουνά και που χορεύοντας δε σταματάς να τραγουδάς τον ιερό σου ύμνο «Εύιος, Εύιος». Και γύρω σου αντιλαλεί του Κιθαιρώνα η ηχώ κι αναριγούν τα βουνά με τις φυλλωσιές τις μαύρες και τους πηχτούς τους ίσκιους, αναριγούν κι οι βράχοι μέσα στο δάσος»

Η Καρναβαλική Εύθυμη Μαγική Ελεύθερη Ζωή

Το Καρναβάλι είναι μια Ιερή μαγικοθρησκευτική γιορτή που εξυμνεί τη χαρά της ζωής, την αναγέννηση και την ανανέωση του ανθρώπου, της φύσης και ολόκληρης της Δημιουργίας. Οι άνθρωποι μεταμορφώνονται, υπερβαίνουν τα στενά όρια της ύπαρξης, χάνουν το γνώριμο εαυτό τους και ταυτίζονται με την ζωντανή ζωή, κατά τη διάρκεια μιας γιορτής που ανατρέπει την κατεστημένη εικόνα του κόσμου και τις κοινωνικές συμβάσεις. Αποτελεί έναν «ύμνο» στην Ελευθερία που εκφράζεται χωρίς περιορισμούς μετουσιώνοντας και αναγεννώντας τα πάντα.

Με άλλα λόγια, τα δρώμενα του Καρναβαλιού μας προσφέρουν την ευκαιρία για μια πηγαία έκφραση των βαθύτερων περιεχομένων του εαυτού μας, αλλά και την εμπειρία μιας άμεσης αυθεντικής επαφής με τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας μέσα στην οποία ζούμε, υπερβαίνοντας έτσι κάθε χωριστική τεχνητή κοινωνική διάκριση. Είναι μια γιορτή που ικανοποιεί την ανάγκη μας να βρεθούμε όλοι μαζί, να διασκεδάσουμε, να γιορτάσουμε, πέρα από το μονότονο ρυθμό της καθημερινότητας. Η ψυχική ευφορία και το πολύτιμο θεραπευτικό γέλιο απελευθερώνονται τότε και ενισχύονται μέσα από τη γενικότερη διονυσιακή ατμόσφαιρα της γιορτής.

Η λέξη «καρναβάλι» προέρχεται από τη λατινική έκφραση: carne vale, που σημαίνει «κρέας αντίο» Η Encyclopaedia Britannica κάτω από τον τίτλο «Καρναβάλι» αναφέρει: «Η προέλευση της λέξης είναι αβέβαιη, παρ’ ότι πιθανόν να προέρχεται από το Μεσαιωνικό Λατινικό carnem levare ή carnelevarium, που σημαίνει να παίρνεις ή να αφαιρείς κρέας.

Σύμφωνα με το «Standard Dictionary of Folklore, Mythology and Legend» των Funk και Wagnalls: «Το καρναβάλι προέρχεται από τη φράση: «carrus navalis» που σημαίνει: κάρο της θάλασσας, ένα τροχοφόρο όχημα με μορφή πλοίου το οποίο χρησιμοποιούσαν στις πομπές του Διόνυσου και από το οποίο έψαλλαν όλα τα είδη των σατυρικών τραγουδιών». Η λέξη επίσης σχετίζεται με τα Κάρνεια και τον Θεό Κάρνειο Απόλλωνα, αλλά τα Κάρνεια γιορτάζονταν τον Αύγουστο – Σεπτέμβριο και δεν είχαν τα έθιμα των μασκαράδων, ανάμνηση νεκρών κτλ. Επίσης σχετίζεται με τον χοροπηδηχτό χορό των Σατύρων που είναι μεταμφιεσμένοι ως τράγοι. Έτσι το καρναβάλι μπορεί να σημαίνει βαλλισμός των κάρνων. Κάρνος κατά τον λεξικογράφο Ησύχιο είναι κάρνος· φθείρ. βόσκημα, πρόβατον. Έτσι οι τράγοι που είναι τα βοσκήματα, βαλλίζουν δηλ. χοροπηδάνε. Ίσως αυτή η ετυμολογία είναι πιο σωστή από τις άλλες και να συμβαδίζει και με τα αρχαία έθιμα.

Όσα στοιχεία ενσωμάτωσε το καρναβάλι τις αρχαίες γιορτές, τα διαιωνίζει μέχρι σήμερα. Δεν νοείται παρέλαση καρναβαλιού δίχως άρματα. Με πρώτο και καλύτερο αυτό του Βασιλιά Καρνάβαλου. Στην Ελλάδα, την Ιταλία, την Ισπανία και την Γαλλία, το Καρναβάλι έχει για πρωταγωνιστή του, μια κωμική μορφή η οποία έπειτα από μια σύντομη σταδιοδρομία γεμάτη δόξα και παραλυσία, καίεται δημόσια. Αυτός ο περίεργος τύπος, ο Ευρωπαίος Καρνάβαλος δεν είναι άλλος από τον διάδοχο του αρχαίου Βασιλιά των οργίων, των Σατουρναλίων.

Το Καρναβάλι είναι μια περίοδος ευθυμίας και χαρούμενης ελευθερίας, όπου οι κανόνες του κόσμιου βίου [ειδικά του θρησκευτικού δογματισμού] αναστέλλονται προσωρινά και βασιλεύει η λησμονιά της καθημερινότητας. Τα ταμπού και οι απαγορεύσεις παραμερίζονται και όλες οι εκτροπές επιτρέπονται. Εκδηλώσεις, γλέντια και πλουσιοπάροχα συμπόσια, όπου κυριαρχούν η έξαρση του αισθησιασμού, η μέθη, η αθυροστομία, οι ξέφρενοι χοροί, οι μεταμφιέσεις και οι πομπές προσωπιδοφόρων, συνθέτουν την όλη εικόνα. «Αγριάνθρωποι» που φορούν δέρματα ζώων, φυλλώματα δέντρων, άχυρα και κουδούνια και κρατούν ρόπαλα ή μαγκούρες, άνθρωποι ντυμένοι αρκούδες και άλλα ζώα αναστατώνουν τα πάντα.

Αποτελούσε την κορύφωση των μιμητικών πράξεων που σκοπό είχαν να καλοπιάσουν τη γη και να την πείσουν να προσφέρει πλούσια τα ελέη της την εποχή του θερισμού και της συγκομιδής.

Προκαλούν με πειράγματα τους περαστικούς, παράγουν εκκωφαντικούς θορύβους, πετούν αντικείμενα, μπαίνουν μέσα στα σπίτια και ξεφαντώνουν. Ποικίλα είναι τα έθιμα και τα τελετουργικά δρώμενα του Καρναβαλιού, μεταξύ των οποίων καθαρμοί, απομάκρυνση των δαιμόνων, άναμμα και σβήσιμο των φώτων ή της πυράς, αγώνες μεταξύ αντίπαλων ομάδων, στέψη και καθαίρεση ενός πλασματικού βασιλιά, κάψιμο ή ενταφιασμός ενός ανδρεικέλου, αναπαραστάσεις της γενετήσιας πράξης, του θανάτου και της νεκρανάστασης, παρωδίες του γάμου και της κηδείας.

Όμως, τα καρναβαλικά δρώμενα διακρίνονται γενικότερα από την τάση τους να αντιστρέφουν επίμονα και συστηματικά την τάξη του κόσμου και τις ιεραρχικές δομές της κοινωνίας. Ολόκληρος ο κόσμος ξεπροβάλει μέσα από ένα καθολικό αναποδογύρισμα, οι άνθρωποι βγάζουν τα ρούχα και τα ξαναφορούν ανάποδα, οι άντρες ντύνονται γυναίκες και οι γυναίκες άντρες. Καθετί «ανώτερο» υποβιβάζεται, τη στιγμή που οτιδήποτε «κατώτερο» αναβιβάζεται και εξυμνείται.

Ο ζητιάνος ενθρονίζεται βασιλιάς και ο καντηλανάφτης παπάς, ο τρελός ανακηρύσσεται σοφός, ο διάβολος δοξολογείται, η θεία λειτουργία τρέπεται σε βωμολοχία. Σύμβολα, θεσμοί, τίτλοι και αξιώματα, ιερά και όσια διακωμωδούνται και εκθρονίζονται, ενώ στη θέση τους ενθρονίζεται η τρέλα και το αλλόκοτο. Κάθε υψηλή ιδέα γελοιοποιείται και στη θέση της δοξάζεται μεταξύ άλλων η ανδρική και γυναικεία «φύση».

Όλα αυτά και ακόμα περισσότερα συνθέτουν ένα οργιώδες ανατρεπτικό κλίμα, μέσα από το οποίο αναδύεται το αρχέτυπο του «τρελού», που ξεσκεπάζει με τις κουβέντες του κάθε ψέμα ή υποκρισία και ανακοινώνει δημόσια δυσάρεστες αλήθειες, που συγκαλύπτονται στην καθημερινή μας ζωή. Και επειδή στο καρναβάλι όλοι γίνονται «τρελοί», τούτο σημαίνει πως ακόμα και ο λαός κατορθώνει τότε να πει στην εξουσία, χάρη στην ασυλία της γιορτής, τη δική του αλήθεια· να κρίνει και να επικρίνει, να ελέγξει τους δυνατούς, όσο ψηλά κι αν βρίσκονται, να επισημάνει τα στραβά, να καταγγείλει το άδικο, να σατιρίσει την εξουσία, διορθώνοντας ή βελτιώνοντας την κοινωνία.

Το Καρναβάλι στην Αρχαιότητα

Όταν, λοιπόν, λέμε Καρναβάλι εννοούμε κάθε εκδήλωση μεταμφιέσεων, που έχει ως κεντρικό θέμα τον περιοδικό εορτασμό της ανακύκλωσης των εποχών και της αναγέννησης του κόσμου, με το τέλος του παλιού, την αρχή του καινούργιου και την ανατροπή όλων των πραγμάτων. Τα δρώμενα του Καρναβαλιού τελούνται όχι μόνο κατά την περίοδο των Αποκριών του χριστιανικού κόσμου, αλλά και κατά το Δωδεκαήμερο ή ακόμα και σε άλλες περιόδους του έτους. Αυτά τα έθιμα είναι πολύ παλιά και η σύνδεσή τους με το χριστιανικό εορτολόγιο αιώνες μεταγενέστερη.

Γιορτές Καρναβαλιού διαπιστώνονται ήδη από το 2000 π.κ.ε. στην Ασία, και συγκεκριμένα στη Μεσοποταμία και τη Βαβυλώνα, όπου υπήρχε το έθιμο οι υπηρέτες να ντύνονται αφέντες και οι δούλες κυράδες. Ανάλογα έθιμα υπήρχαν στην Ινδία, κατά την ανοιξιάτικη γιορτή της αγάπης, Ηοli, όταν οι νέοι υποδύονταν τους γέρους προεστούς, οι υπηρέτες τους αφέντες και οι γυναίκες τον αυταρχικό σύζυγό τους. Σε γιορτές της αρχαίας Κίνας, οι άντρες πάλευαν με τις γυναίκες, για την αρπαγή των ρούχων ο ένας του άλλου. Καρναβαλικά δρώμενα περιλαμβάνονταν και στα πανάρχαια Σάκαινα των Βαβυλωνίων, στο Πουρίμ των Ιουδαίων και στο Κουρμπάνι των Μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης, αλλά και σε ακόμα περισσότερες γιορτές.

Οι βαθύτερες όμως ρίζες των καρναβαλικών εθίμων βρίσκονται στα αρχαία μαγικοθρησκευτικά δρώμενα των ποιμενοαγροτικών κοινωνιών, στα οποία συναντάμε τη φωτιά, ως μέσο καθαρμού και αποτροπής του κακού, τη μεταμφίεση (μάσκα, κεφαλοκάλυμμα, κοστούμι), το εικονικό όργωμα, τη σπορά, την πάλη, το θάνατο και την ανάσταση, το χορό και τη μουσική.

Οι φυλές των Οτεντότων της Νότιας και των Μπαντού της Ανατολικής Αφρικής δεν γνώριζαν το Καρναβάλι αλλά την κατάλληλη εποχή τελούσαν λατρευτικές γιορτές που μπορούσαν και άγιο να σκανδαλίσουν. Στη στροφή του ΙΘ’ προς τον εικοστό αιώνα, ο αιδεσιμότατος H. Rowley βρέθηκε σε μια τέτοια τελετή των Μπαντού κι έγραψε ότι επρόκειτο για «αληθινά βακχικά όργια»: «Είναι αδύνατο να παρευρεθεί κάποιος (λέει) και να μην αισθανθεί ντροπή. Όχι μόνο επιτρέπεται στον επισκέπτη η πλήρης σεξουαλική ελευθερία αλλά συχνά του επιβάλλεται υποχρεωτική συμμετοχή. Η πορνεία είναι ελεύθερη και η μοιχεία κανέναν δεν ενοχλεί. Το μόνο που απαγορεύεται στους άνδρες, είναι να κάνουν σεξ με τις νόμιμες γυναίκες τους».

Ανάλογες γιορτές στην Αγγλία συνδέονται με την Πρωτομαγιά. Στον μεσαίωνα ήταν παντού διάσημες στην «γιορτή των Τρελών». Στην αρχαία Ρώμη, συνέπιπταν με τα Σατουρνάλια. Στην Ελλάδα, με τις γιορτές της Διονυσιακής λατρείας. Στις πλαγιές του Κιθαιρώνα, γιόρταζαν τα Τριετηρικά, κάθε τρία χρόνια. Μόνο γυναίκες συμμετείχαν: Νύχτα, στο φως των πυρσών, φορώντας προβιές ελαφιών, με ξέπλεκα μαλλιά, στεφανωμένες με κισσούς και κρατώντας ιερούς θύρσους (ραβδιά τυλιγμένα με φύλλα κισσού) το έριχναν σε ξέφρενο χορό κι αχαλίνωτο τρέξιμο, καλώντας τον Διόνυσο με ουρλιαχτά. [αναζήτησε το άρθρο: Μαινάδα η Ενθεη Τρελή Γυναίκα]

Το Καρναβάλι ως Διονυσιακή Λατρεία

Ανάλογα δρώμενα υπήρχαν και στον αρχαίο Ελληνικό κόσμο και συγκεκριμένα στα Διονύσια, τα Ανθεστήρια, τα Λήναια, τα Θεσμοφόρια, τα Κρόνια, τα Θεσσαλικά Πελώρια, τις γιορτές του Ερμή στην Κρήτη και διάφορες άλλες μικρότερες, με έντονο πάντα το Διονυσιακό στοιχείο, όπου οι άνθρωποι διατηρούσαν μια πίστη σε μαγικές γονιμικές πράξεις.

Σύμφωνα με τον πανάρχαιο μύθο, ο Διόνυσος ή Βάκχος λατρευόταν φανατικά στον Ορχομενό της Βοιωτίας αλλά οι κόρες του μυθικού βασιλιά Μινύα (Λευκίππη, Αλικιθόη και Αρσίππη) περιφρονούσαν τις τελετές. Ο Θεός θύμωσε με την ασέβειά τους και τις τρέλανε. Γεμάτες μανία, ρίχτηκαν στον Ίππασο, τον γιο της Λευκίππης, τον κατασπάραξαν κι έπειτα φύγανε στα βουνά. Από τότε, οι γυναίκες απόγονοι του Μινύα ονομάζονταν «ολείαι», ολέθριες.

Και υποχρεώνονταν σε βαρύ τίμημα: Στο βουνό της Γρανίτσας, το αρχαίο Λαφύστιο, οι κάτοικοι του Ορχομενού, επί τέσσερις συνεχείς νύχτες, τελούσαν τα Αγριώνια, προς τιμήν του Αγριώνιου Διονύσου. Τις τρεις πρώτες νύχτες, γυναίκες του Ορχομενού, με παρθένες του οίκου του Μινύα ανάμεσά τους, περιφέρονταν εκστασιασμένες στο βουνό ψάχνοντας να βρουν τον Διόνυσο, καλώντας τον να παρουσιαστεί. Αποκαμωμένες, την τέταρτη νύχτα ετοίμαζαν συμπόσιο και το έριχναν στο φαγοπότι.

Τη γιορτή παρακολουθούσαν υποχρεωτικά οι άνδρες της οικογένειας του μυθικού Μινύα, ντυμένοι με κουρέλια, βρόμικοι και τελείως αμέτοχοι στα δρώμενα. Πάνω στην έξαψη, εμφανιζόταν ο ιερέας του Διονύσου, μεταμφιεσμένος σε δαίμονα εχθρό του Θεού και με γυμνό ξίφος έστρωνε τις γυναίκες στο κυνήγι, χωρίς οι άνδρες να έχουν το δικαίωμα να επέμβουν. Οι γυναίκες έφευγαν πανικόβλητες αλλά ο ιερέας κυνηγούσε κυρίως τις παρθένες από την οικογένεια του Μινύα. Όποια προλάβαινε πρώτη, την σκότωνε θυσιάζοντάς την στον Βάκχο.

Αργότερα, όταν πια δεν υπήρχαν απόγονοι του Μινύα, ο ιερέας θυσίαζε την όποια παρθένα έπιανε πρώτη. Μετά, το έθιμο ατόνησε. Στους ιστορικούς χρόνους, η σφαγή της παρθένας είχε αντικατασταθεί από συμβολική θυσία. Μια μόνο φορά, πολύ αργότερα, στα χρόνια του Πλουτάρχου (Β’ μ.κ.ε. αι.), ο ιερέας Ζωίλος θέλησε να τηρήσει το έθιμο κι έσφαξε μια παρθένα. Αποτέλεσμα ήταν οι Ρωμαίοι κατακτητές να απαγορεύσουν τις τελετές, ο Ορχομενός να πληρώσει βαρύ πρόστιμο και η οικογένεια του Ζωίλου να αποκλειστεί από το ιερατικό επάγγελμα.

Ήταν τα χρόνια του αυτοκράτορα Αδριανού, που προσπαθούσε να εξαλείψει το φαινόμενο των ανθρωποθυσιών από τη ρωμαϊκή λατρεία, καθώς ανάλογα κρούσματα δεν έλειπαν ούτε στην ίδια τη Ρώμη. Η ανθρωποθυσία είχε βαθιές ακόμα ρίζες, καθώς ερχόταν από τους εβραίους (θυσία του Αβραάμ), τους Αιγυπτίους και τους Φοίνικες, που θυσίαζαν στον Μολώχ.

Διόνυσος Ζαγρέας και Ορφέας, με περίπου κοινή μοίρα, αποτέλεσαν τον μοχλό της πίστης των ορφικών που τελούσαν τα ορφικά μυστήρια, ανοιχτά μόνο στους μυημένους. Ο Ορφισμός λατρευόταν με όργια και αναπτύχθηκε με κέντρο λατρείας τον Διόνυσο Ζαγρέα, τον Θεό που δίνει ψυχή στα πάντα. Ο άνθρωπος που εκπλήρωνε τις επιταγές της ορφικής διδασκαλίας, μπορούσε να ελπίζει στη λυτρωτική χάρη του Διονύσου και να απαλλαγεί από τη μεταθανάτια κόλαση του Άδη. Αλλιώς, η ψυχή του κινδύνευε να υποστεί τα μύρια όσα, ώσπου να φθάσει στον καθαρμό.

Ξεκινώντας από τη Θράκη, ο Ορφισμός εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ελλάδα και γύρω στον Στ’ π.κ.ε. αιώνα, είχε καταντήσει αληθινή μάστιγα, καθώς διάφοροι απατεώνες οι «ορφεοτελεστές» περιφέρονταν από τόπο σε τόπο και έναντι αμοιβής, αναλάμβαναν να απαλλάξουν από τις αμαρτίες τους, όχι μόνο τους ζωντανούς αλλά και τους πεθαμένους. Στην πραγματικότητα, ήταν οι εφευρέτες της επιχείρησης που μετά από 2000 χρόνια, ο πάπας Λέων Ι’ (1513 – 1521) ξεκίνησε με τα συγχωροχάρτια, προκαλώντας το σχίσμα της δυτικής Εκκλησίας σε καθολικούς και διαμαρτυρόμενους που συνεχίζεται μέχρι σήμερα στις χριστιανικές κυρίως εκκλησίες. Κάτι ανάλογο έγινε και στην αρχαία Αθήνα του Στ’ π.κ.ε. αιώνα. Ήταν γύρω στα 535 π.κ.ε. όταν ο τύραννος Πεισίστρατος, άνθρωπος ξύπνιος και βαθιά μορφωμένος, καθιέρωσε τα Μεγάλα Διονύσια. Η λαμπρότητα του θεάματος αντιμέτωπη με τη θρησκοληψία και τη δεισιδαιμονία.

Οι γιορτές προς τιμήν του Θεού Διονύσου ήταν ξεχωριστές και περιλάμβαναν εύθυμες λατρευτικές πομπές, στις οποίες συμμετείχαν άνδρες και γυναίκες χορευτές, τραγουδιστές, προσωπιδοφόροι, μεταμφιεσμένοι σε σατύρους και κενταύρους, ενώ αργότερα στις γιορτές της κλασικής εποχής συμμετείχαν ιδιαίτερες φαλλικές μορφές, πέρα από τους μασκοφορεμένους χορευτές. Η μεταμφίεση, και ιδιαίτερα η μάσκα είναι χαρακτηριστικό των εορτών του Διονύσου, που ενίοτε αποκαλείται Θεός – προσωπείο, καθώς το προσωπείο αποτελούσε την λατρευτική εικόνα του. Η μάσκα συμβόλιζε επίσης τη νέα μορφή του αναγεννημένου ανθρώπου, ενώ υπήρξε και σύμβολο μετουσίωσης, αλλά και επικοινωνίας με τους αόρατους κόσμους. Σύμφωνα μάλιστα με τον Γ. Φ. Όττο ο μασκοφόρος βιώνει την ιερή τρέλα, το πνεύμα του μαινόμενου Θεού, που εμποτίζει το προσωπείο του.

Για παράδειγμα, σε τελετουργίες του Διονύσου στη Θράκη, που θεωρείται η πλέον πιθανή πατρίδα του, υπήρχαν «ταυρόφθογγοι μίμοι» που μούγκριζαν προς τον Θεό, ενώ οι γυναίκες που τον λάτρευαν ως Διόνυσο Λαφύστιο έφεραν οι ίδιες κέρατα, μιμούμενες τον Θεό, γιατί τον φαντάζονταν ως ταυροκέφαλο. Αργότερα, μέσα από τις γιορτές του Διονύσου, γεννήθηκε το Ιερό Θέατρο, που σε πολλές παραστάσεις, όπως εκείνες του Αριστοφάνη, ο χορός μεταμφιεζόταν σε όρνιθες, νεφέλες, βατράχους, σφήκες κ.λ.π.

Ο Διόνυσος παρουσιάζεται πάντοτε ανάμεσα σε μια θορυβώδικη ακολουθία, όπου οι Μαινάδες αποτελούν το θηλυκό στοιχείο και οι Σάτυροι, οι Σειληνοί και ο Πάνας το αρσενικό. Οι Μαινάδες, που ονομάζονταν επίσης και Βάκχες, ήταν Νύμφες. Οι Νύμφες είχαν αναθρέψει τον Διόνυσο στο βουνό Νύσα. Έγιναν οι πιστές ακόλουθες και συντρόφισσες του θεού του αμπελιού και τις βλέπουμε να καταγίνονται πρόθυμα με τον τρύγο, μαζί με τους Σειληνούς συχνά. Εμψυχωμένες από τον Διόνυσο, από το πνεύμα του θεού, ρίχνονταν αναμαλλιασμένες σε τρελές ορμητικές και ακανόνιστες διαδρομές, σαν με πηδήματα ελαφίνας, που προσπαθεί να ξεφύγει από την καταδίωξη του κυνηγού. Βγάζουν δυνατές κραυγές, χτυπώντας κρόταλα σαν μανιασμένες.

Ο Πλάτωνας ισχυρίζεται ότι ο άνθρωπος μπορεί να αποδώσει τα μέγιστα των δυνατοτήτων του, μόνο μέσω Μανίας σε δόση θεϊκά ρυθμισμένη: «νῦν δὲ τὰ μέγιστα τῶν ἀγαθῶν ἡμῖν γίγνεται διὰ μανίας θείᾳ μέντοι δόσει διδομένης». Δικαιολογεί δε τη φαινομενική αυτή παραδοξολογία του με το ότι η Μανία είναι «Θείο δώρο» και αναφέρει 4 τύπους Μανίας: α) την προφητική (που εμπνέεται από τον Απόλλωνα), β) τη θρησκευτική (από τον Διόνυσο), γ) την ποιητική (από τις Μούσες) και δ) την ερωτική (από την Αφροδίτη και τον Έρωτα): «Τῆς δὲ θείας (μανίας) τέτταρα μέρη διελόμενοι μαντικὴν μὲν ἐπίπνοιαν Ἀπόλλωνος θέντες, Διονύσου δὲ τελεστικὴν, Μουσῶν δ’ αὖ ποιητικὴν, τετάρτην δὲ Ἀφροδίτης καὶ Ἔρωτος, ἐρωτικὴν μανίαν».



Η Θεία Διονυσιακή Μανία είναι ομαδική και μεταδοτική

«Θιασεύεται ψυχάν, ἐν ὄρεσι βακχεύων ὁσίοις καθαρμοῖσιν» (Βάκχες, 75). Οι δυο τεχνικές του Διονύσου είναι το κρασί κι ο χορός` σκοπός του δε η «κάθαρσις» με την ψυχολογική σημασία. Η μανία του χορού κι η ομαδική υστερία οδηγεί κατευθείαν στην κάθαρσιν, δηλαδή: στην απελευθέρωση του ανθρώπου. Ο Θεός Διόνυσος είναι ο Ελευθέριος, ο Λύσιος Θεός, δηλαδή ο Απελευθερωτής Θεός, που κάνει τον άνθρωπο να πάψει να είναι ο εαυτός του και να απολυτρωθεί. Του δείχνει τον δρόμο της Ελευθερίας.

Ο οργιαστικός απελευθερωτικός χαρακτήρας της λατρείας του Διονύσου είναι ολοφάνερος. Η ύπαρξή του για τους ανθρώπους του είναι μια αδιάκοπη συνέχεια από θορυβώδικα γλέντια, που κατέληγαν σε όργια, όπου προπάντων έπαιρναν μέρος οι γυναίκες. Από όπου πέρναγε ο Διόνυσος, συνέβαιναν θαυμαστά φαινόμενα. Πηγές κρασιού και νερού στο έδαφος κι από τα βράχια ανάβλυζαν κι από τα ποτάμια κυλούσε μέλι και γάλα. Κι ήταν τα κορφοβούνια αγαπημένος του τόπος διαμονής, όπου τελούνταν οι γιορτές του, κατά προτίμηση τη νύχτα. Όμως ο ρόλος του Διονύσου δεν περιορίζεται στο να διώχνει θλίψεις και καημούς από τους ανθρώπους και να τους κάνει να ξεχνούν τις καθημερινές έγνοιες με τα χαρούμενα μεθύσια.

Ο Διόνυσος τιμωρούσε τους εχθρούς της λατρείας του, μεταδίδοντάς τους την ίδια φρενίτιδα που έπιανε τις Μαινάδες και σπρώχνοντάς τους σε πράξεις αλλόφρονες κι εξωφρενικές. Μάλιστα η μανία των Μαινάδων δεν γνώριζε όρια. Ξεσκίζανε ζώα και έτρωγαν ωμές τις σάρκες τους. Δεν γλίτωναν μήτε οι άνθρωποι από τη φονική τους παράκρουση όπως στον μύθο του Ορφέα που τον κατασπάραξαν οι Βάκχες, οι μαινόμενες.

Ο Διόνυσος ήταν και ο ευεργέτης της ανθρωπότητας. Τρέλαινε όσους ήταν αντίθετοι στη λατρεία του και δεν ήθελαν να συμμετάσχουν σ’ αυτή, από την άλλη όμως μεριά εξασφάλιζε την ησυχία και τη γαλήνη των δικών του με τον πλούτο που χαρίζει η γεωργία. Του απέδιδαν την εφεύρεση του αρότρου, όπου πρώτος αυτός έζεψε βόδια. Ο Διόνυσος, συνέβαλε στην ανάπτυξη του πολιτισμού -υποβοηθώντας την ύπαρξη αρμονικών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων- και την καλή διοργάνωση πόλεων, όπου παρουσιάζεται ως υπερασπιστής των αδυνάτων ενάντια σε όσους τους καταπιέζουν. Από τη λατρεία του Διονύσου γεννήθηκε το ελληνικό θέατρο, πράγμα που μας επιτρέπει να θεωρήσουμε το γιο του Διός και της Σεμέλης Θεό της ποίησης και της μουσικής.

Ανθεστήρια

Η κλασική αθηναϊκή γιορτή προς τιμήν του Θεού Διόνυσου ήταν τα Ανθεστήρια, τριήμερη και γεμάτη γλέντια και κρασί, καθώς τότε άνοιγαν τους πίθους με το γιοματάρι. Τα Ανθεστήρια ήταν πομπή, με άνθη, τραγούδια, μουσικούς και σκώμματα (σατιρικοί αστεϊσμοί, από το ρήμα σκώπτω = κοροϊδεύω, χλευάζω, σατιρίζω) που έλεγαν ντυμένοι ως σάτυροι -ακόλουθοι του Διονύσου, κρατώντας θύρσους κοσμημένους με κισσό (σύμβολο γονιμότητας)- και φορώντας προσωπίδες οι συμποσιαστές.

Δηλαδή, οι κωμαστές (κωμάζω = γυρίζω με άλλους στους δρόμους, λέγοντας τραγούδια και πειράγματα και κώμος = νυχτερινή έξοδος – πομπή συμποσιαστών στους δρόμους, με προσωπίδες, λαμπάδες, μουσικά όργανα και σατιρικά τραγούδια. Εξ ου και κωμωδία. Ο κορυφαίος, σε άρμα, όπως κάθε κωμαστής «τρεκλίζει ο κισσοστέφανος, χορεύει ο θυρσοφόρος» έλεγε ο Α. Σικελιανός – με τα πειράγματά του έσουρνε σε άλλους «τα εξ αμάξης»

Τέλειωνε με την τελετή της χύτρας που περιφερόταν μουτζουρωμένη, γεμάτη σπόρους για προσφορά στον Διόνυσο, ενώ την ημέρα αυτή έζωναν τους ναούς με μια κορδέλα, απαγορεύοντας την είσοδο σ’ αυτούς. Οι εκδηλώσεις έκλειναν με θυσία σε δεκατέσσερις βωμούς, για τους επτά Τιτάνες και τις επτά Τιτανίδες, που είχαν κομματιάσει τον Διόνυσο όταν ήταν μωρό. Την ίδια ημέρα, οι ψυχές των νεκρών ξαναγύριζαν στον Άδη και οι νοικοκυραίοι ξόρκιζαν αυτές που αρνιόνταν να φύγουν φωνάζοντας: «Έξω από το σπίτι, ψυχές! Τα Ανθεστήρια τέλειωσαν».

Το Καρναβάλι στην Αιώνια Πόλη

Γιορτές καρναβαλικού περιεχομένου υπήρξαν και στους Ρωμαίους, όπως τα Βακχανάλια, τα Σατουρνάλια, τα Λιμπεράλια, τα Λουπερκάλια, τα Φεράλια [ή Φε-(β)ρουάλια], τα Παρεντάλια· στο Βυζάντιο ήταν οι Καλένδες (ή Καλάνδες) και στη μεσαιωνική Δύση η Γιορτή των Τρελών, ένα παραεκκλησιαστικό Καρναβάλι, που τελούνταν κατά τη διάρκεια του Δωδεκαήμερου. Στη Γιορτή των Τρελών κατώτεροι κληρικοί, διάκοι και παπαδοπαίδια, εξέλεγαν τον ψευδοκαρδινάλιο ή τον πάπα των τρελών και τον χειροτονούσαν μέσα στην εκκλησία.

Εκεί χόρευαν μασκαρεμένοι, έψελναν φάλτσα αθυρόστομες παρωδίες εκκλησιαστικών ύμνων, έπιναν, έτρωγαν και έπαιζαν ζάρια. Μετά έβγαιναν στους δρόμους, χοροπηδούσαν διαβολεμένα, έριχναν μαγαρισιές στον κόσμο, και πήγαιναν στις ταβέρνες, συνεχίζοντας το πιόμα και τα ανόσια τραγούδια. Η παντοδύναμη Εκκλησία ήξερε πως εάν δεν έδινε στον καταπιεσμένο, φοβισμένο λαό έστω και μα ημέρα για να εκτονωθεί, δεν θα συνέχιζε να «πουλά τον Χριστό με το ζύγι», καταπώς έλεγε κι ο Καζαντζάκης, κρατώντας τον υποταγμένο υπό την απειλή της Κόλασης.

Παρόμοιες καταστάσεις συνέβαιναν στις Καλένδες, τις πλέον επίσημες και λαμπρές εορτές των βυζαντινών χρόνων με μεταμφιέσεις, στις οποίες αν και συμμετείχαν κληρικοί, κρίνονταν μη αποδεκτές και απαγορευμένες από την Εκκλησία. Στις Καλένδες οι βυζαντινοί έψελναν χορεύοντας, μεταμφιεσμένοι σε ζώα, τράγους, καμήλες, ελάφια, πιστεύοντας ότι έτσι θα εξασφάλιζαν ευθυμία για όλο το έτος. Τέτοια έθιμα υπήρξαν και σε νεότερους χρόνους, μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα, ακόμα και στην Ελλάδα.

Τα έθιμα του Καρναβαλιού πέρασαν με τον καιρό από την ύπαιθρο στις αναπτυσσόμενες πόλεις, όπου τα περιεχόμενά τους διαμορφώθηκαν ανάλογα και απέκτησαν καινούργια σημασία, αντανακλώντας νέους κοινωνικούς συσχετισμούς. Η μαγική αγροτική τελετουργία μετατράπηκε βαθμιαία σε πάνδημο αστικό θέαμα και ψυχαγωγία, με το λαό θεατή και πρωταγωνιστή. Στους νεώτερους χρόνους τα σύγχρονα Καρναβάλια έλαμψαν στις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως Ιταλία, Γερμανία, Γαλλία, Ισπανία και Πορτογαλία, με τις γιορτές και τις πομπές των μασκοφόρων.


Στην Ιταλία τα Καρναβάλια απέκτησαν μεγάλη φήμη

Η Φλωρεντία του 15ου-16ου αιώνα γιόρταζε με τραγούδια, που είχαν αρχικά μυθολογικό περιεχόμενο, αλλά στη συνέχεια έγιναν επίκαιρα, αποκτώντας μεγαλύτερη απήχηση στο λαό. Την εποχή του ρομαντισμού είχε γίνει ξακουστό και το Καρναβάλι της Ρώμης· μια εικόνα του μας δίνει ο Γκαίτε, όταν μιλάει για ποικιλία κοστουμιών, που παρίσταναν φασουλήδες, δικηγόρους, ζητιάνους και γυναίκες του λαού, με κομφετί, εκκεντρικές κομμώσεις, αλλά και αλλόκοτα δρώμενα, όπως εκείνο της τελευταίας βραδιάς, που περιφέρονταν με κεριά τα οποία προσπαθούσαν μεταξύ τους να σβήσουν. Εκείνο όμως που ξεχώριζε πάντοτε για τη μεγαλοπρέπειά του ήταν το Καρναβάλι της Βενετίας, με εντυπωσιακές μάσκες και μεταμφιέσεις, πυροτεχνήματα, ακροβατικές επιδείξεις, παρελάσεις και ψευτομάχες.

Στη Γαλλία, από το 15ο αιώνα υπήρχαν οι «χοροί των μεταμφιεσμένων», γνωστοί ως μπαλ-μασκέ, ενώ κατά το 16ο αιώνα ήταν στη δόξα τους τα «momons», οχλαγωγίες από μασκαράδες και μουσικούς, που εισέβαλλαν απρόσκλητοι στα σπίτια και έπαιρναν μέρος στους χορούς και τις διασκεδάσεις· το 18ο αιώνα καθιερώθηκαν και τα μπαλ-μασκέ της Όπερας του Παρισιού. Στη Βόρεια Γαλλία χαρακτηριστικές ήταν οι παρελάσεις γιγάντων, στο Νότια Γαλλία οι πομπές των ζώων, στην Κεντρική Γαλλία οι «κερατάδες» του Σωγκζιλάνζ, και στα ανατολικά της χώρας οι «χοντροί» του Σαιν-Κλωντ.

Οι αποικισμοί και οι μεταναστεύσεις των λαών συνέβαλαν τα μέγιστα στην ανάμιξη των καρναβαλικών παραδόσεων που προέρχονταν από διαφορετικούς πολιτισμούς και στη διαμόρφωση της σύγχρονη μορφής τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Αμερική, με την ανάμιξη ευρωπαϊκών, αφρικανικών, ασιατικών και αυτοχθόνων εθίμων, που είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μεγάλων καρναβαλικών εορτών, όπως στο Σαλβαντόρ ντα Μπαΐα και στο Ρίο ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας, στη Λουϊζιάνα και στη Νέα Ορλεάνη της Κεντρικής Αμερικής, στα νησιά Τρινιντάντ και Τομπάγκο της Καραϊβικής· αυτά τα δύο νησιά αποτελούν μάλιστα ένα όμορφο παράδειγμα του πώς το Καρναβάλι μπορεί να ενώσει τον κόσμο, αφού σε αυτό το μικρό έθνος οι πεποιθήσεις και οι παραδόσεις πολλών πολιτισμών ενώνονται κάθε χρόνο, ξεχνώντας τις διαφορές τους και γιορτάζοντας το θαύμα της ζωής!

Τα δρώμενα του Καρναβαλιού δανείστηκαν πολλά στοιχεία από τις αρχαίες αφρικανικές παραδόσεις, όπως παρελάσεις μεταμφιεσμένων μασκοφόρων με ρυθμούς τυμπάνων, μεγάλες μαριονέτες, ραβδούχους μαχητές και ξυλοπόδαρους χορευτές. Στα έθιμα αυτά συχνά συμπεριλάμβαναν κυκλικές πορείες γύρω από το χωριό, για να προκαλέσουν καλή τύχη, θεραπεία και εξευμενισμό των αποθανόντων συγγενών, αλλά και φυσικά αντικείμενα (οστά, φτερά, χόρτα, χάντρες, κοχύλια, ύφασμα) για να δημιουργούν μάσκες, καπέλα και φορεσιές με πνευματικές δυνάμεις και ιδιότητες. Η μάσκα αποτελούσε ιερό αντικείμενο σε νεκρικές τελετές, ενώ τα φτερά συμβόλιζαν τη δυνατότητά μας ως άνθρωποι να ανυψωθούμε πάνω από τα προβλήματα, τους πόνους και την ασθένεια της καθημερινότητας, αναγεννημένοι σε ένα νέο κόσμο. Σήμερα, τα φτερά χρησιμοποιούνται με πολλούς τρόπους στη δημιουργία αποκριάτικων στολών.


Η Αποκριά

Μια σημαντικότατη γιορτή καρναβαλικού χαρακτήρα, που τελείται σε ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο πριν από την περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής είναι η γιορτή της Αποκριάς (ή των Αποκριών ή Αποκρεών), μια περίοδος διασκέδασης κι ανεμελιάς, που σημάνει το οργιαστικό ξέσπασμα της ζωής και την εκδίωξη του θανάτου, τον ερχομό της άνοιξης και το τέλος του χειμώνα, την ευφορία της γης και τη γονιμότητα -φυσική και πνευματική- όλων των υπάρξεων. Η γιορτή αυτή είναι ένα χαρούμενο καλωσόρισμα στο Πνεύμα της Θεότητας που κατακλύζει τα πάντα, και μεταβάλει το θάνατο σε ζωή, τη θλίψη σε χαρά, συμπαρασύροντας τους ανθρώπους και τη φύση σε μια θεία ιερή μέθη, γεμάτη από την αγάπη για τη ζωή και το χτίσιμο ιδανικών.

Η Αποκριά σε οποιοδήποτε μέρος γιορταζόταν, περιλάμβανε μεταμφιέσεις και αποκτούσε πάνδημο χαρακτήρα. Οι ρωμαιοκαθολικοί την καθιέρωσαν πριν από εκατοντάδες χρόνια στην Ιταλία. Ήταν μια ξέφρενη εορτή αμφίεσης, που την ονόμαζαν Carnevale, από το λατινικό carnem levare ή carnis levamen, που σημαίνει «αποχή από το κρέας», εφόσον τη γιορτή ακολουθούσε η Σαρακοστή, όπου δεν επιτρεπόταν η βρώση κρέατος. Οι κυριότερες εκδηλώσεις της Αποκριάς των καθολικών συνηθίζονται πλέον κατά τις τρεις τελευταίες μέρες της κρεοφαγίας, δηλαδή Κυριακή, Δευτέρα και Τρίτη (γνωστή στα γαλλικά ως Mardi Gras, Αμαρτωλή Τρίτη). Η επόμενη μέρα, η Καθαρή Τετάρτη (Mercredi des Cendres = Τετάρτη των Τεφρών) είναι η αρχή της νηστείας της Σαρακοστής (Careme), αντίστοιχη της δικής μας Καθαρής Δευτέρας.

Οι Αποκριές στην Ελλάδα

Οι Αποκριές στην Ελλάδα, που αποκαλούνται από το λαό και «Μεγάλες Αποκριές» στην Κύπρο «Μεγάλες Σήκωσες» διαρκούν τρεις εβδομάδες και ξεκινούν την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου μαζί με το Τριώδιο -το βιβλίο των εκκλησιαστικών ύμνων, που ψάλλονται στην εκκλησία από την εν λόγω Κυριακή μέχρι το Μεγάλο Σάββατο. Οι επόμενες τρεις Κυριακές των Αποκριών είναι η Κυριακή του Ασώτου, της Απόκρεω και της Τυρινής. Η Κυριακή της Τυρινής σημάνει τη λήξη αυτή της περιόδου και την έναρξη της μεγάλης Σαρακοστής, από την Καθαρά Δευτέρα. Η πρώτη εβδομάδα ονομάζεται Προφωνή, Προφανή, Προφωνέσιμη ή Προφωνήσιμη, επειδή προφωνείται (ανακοινώνεται) η έναρξη των Αποκριών, επίσης Συγκόκαλη ή Απόλυτη, επειδή δεν εφαρμόζεται η νηστεία της Τετάρτης και της Παρασκευής, καθώς και Αμολυτή, Αποβολή ή Απόλυτη, γιατί τότε απολύονται οι ψυχές των αποθαμένων και βγαίνουν στον Επάνω Κόσμο· επιπλέον, αποκαλείται Λόκρια, Αρνοβδομάδα, Αρτσι Βούρτσι ή Αρτσι Μπούρτσι.

Η δεύτερη εβδομάδα λέγεται Κρεατινή, γιατί θεωρείται η περίοδος της κρεοφαγίας που σταματάει την Κυριακή της Απόκρεω, τελευταία ημέρα που οι χριστιανοί επιτρέπεται να φάνε κρέας. Η τρίτη και τελευταία εβδομάδα, που ξεκινάει μετά την Κυριακή της Απόκρεω, ονομάζεται της Τυρινής ή Τυροφάγου, γιατί περιλαμβάνει βρώση τυροκομικών.

Ιδιαίτερη θέση στην Κρεατινή εβδομάδα κατέχει η Τσικνοπέμπτη (ή Τσικνοπέφτη) και το Ψυχοσάββατο (ή Σάββατο των Ψυχών). Την Τσικνοπέμπτη η τσίκνα είναι διάχυτη παντού, καθώς οι άνθρωποι γιορτάζουν ψήνοντας κρέατα έξω από το σπίτι, κάτι που έκαναν και οι αρχαίοι Έλληνες, επειδή πίστευαν ότι οι νεκροί πετούσαν γύρω από τις φωτιές και γευμάτιζαν από τον καπνό και την τσίκνα. Ανάλογα, το Ψυχοσάββατο είναι αφιερωμένο στη λατρεία των νεκρών με προσφορά γευμάτων πάνω στους τάφους. Αυτά τα δύο έθιμα προέρχονται από τα Ανθεστήρια, που περιλάμβαναν προσφορές σπονδών και τροφίμων στους νεκρούς, για τους οποίους πίστευαν ότι τριγυρνούσαν εκείνες τις μέρες ανάμεσα στους ζωντανούς.

Αποκριάτικα Εθιμα στην Ελλάδα

Η Ανακύκλωση της Ζωής

Τα παλαιότερα χρόνια στον τόπο μας οι μέρες της Αποκριάς προσλάμβαναν ένα ιδιαίτερο λαϊκό χρώμα. Στο πλαίσιο του παραδοσιακού πανηγυρισμού οι άντρες μεταμφιέζονταν σε γυναίκες και αντίθετα, γινόταν η περιφορά του καρνάβαλου, του γαϊτανακιού και της καμήλας, με ομίλους χορευτών να γυρνάνε τις συνοικίες σκορπίζοντας το κέφι. Αναβίωναν διάφορες προλήψεις, μαντείες και δεισιδαιμονίες, ψάλλονταν εύθυμα και άσεμνα τραγούδια, γίνονταν εικονικές δίκες και επικρατούσε ένα γενικό ξεφάντωμα, μια γενική ευωχία.

Αναβαν φωτιές, που ονόμαζαν «Φανούς», «Κλαδαριές», «Μπουμπούνες», «Καψαλιές», «Χαλαούζιες» ή «Καλολόγους»· γύρω τους έστηναν χορούς και τις πηδούσαν με ευχές για υγεία και καλή τύχη, αντλώντας τη δύναμη που η φωτιά πίστευαν ότι έκρυβε. Στις μεταμφιέσεις χαρακτηριστικές μορφές ήταν ο γέρος, η νύφη και ο γαμπρός, ο αράπης και η αραπίνα, ο γιατρός και ο βοηθός του, ο παπάς και ο σατανάς, η καμήλα, η αρκούδα κ.λ.π. Αλλοτε πάλι έδιναν υπαίθριες παραστάσεις, κωμικού περιεχομένου, ενώ διαδεδομένα ήταν και τα κοινά συμπόσια.

Γέννηση, ανάπτυξη, γάμος, θάνατος και αναγέννηση του ήρωα, είναι ένα δράμα που παίζεται ακατάπαυστα. Είναι η ανακύκλωση της ζωής, στην οποία συμμετέχει ολόκληρη η κοινότητα, στην αγορά του χωριού ή της πόλης. Μέσα από τις μάσκες, τα ανδρείκελα, τις μεταμφιέσεις οι άνθρωποι «γίνονταν ένα σώμα» και βίωναν την αναγεννητική διαδικασία. Γιόρταζαν πάνω από όλα τον ερχομό του νέου -του νέου χρόνου, της νέας άνοιξης, της νέας ζωής- το καινούργιο που εμφανίζεται στον κόσμο.

Αυτά τα αποκριάτικα έθιμα διατηρούνται ακόμα και σήμερα σε πολλά μέρη της Ελλάδας, όπως στο Σοχό Λαγκαδά στη Θεσσαλονίκη, με πανηγυρισμούς, με αγερμούς και τραγούδι, από μεταμφιεσμένους με προβιές τράγου, ψηλά καλύμματα στο κεφάλι από πολύχρωμες κορδέλες, γουρουνοτσάρουχα στα πόδια και μάσκες με πούλιες και μακριά μουστάκια· κρατώντας ξύλινο γιαταγάνι ή αγκλίτσα, ταγάρι με ούζο, κρασί και πορτοκάλια, περπατούν ρυθμικά, πηδούν και σείονται, κουδουνίζουν και τραγουδούν, κερνούν τους ανθρώπους, πότε στα μαγαζιά και τις ταβέρνες, πότε στους δρόμους.

Στη Θράκη, κατά το παλιό αποκριάτικο δρώμενο του «Καλόγερου», η καμπουρίτσα Μπάμπω γεννάει ένα εφταμηνίτικο μωρό που μεγαλώνει στο άψε-σβήσε. Το καλάθι δεν το χωράει, τρώει και πίνει τον περίδρομο, ανδρώνεται, γυρεύει γυναίκα, παντρεύεται, έρχεται στα χέρια με τον κουμπάρο του, σκοτώνεται, μοιρολογιέται και κηδεύεται. Ξαφνικά όμως ανασταίνεται θαυματουργά και οργώνει τη γη μαζί με το μετανιωμένο του φονιά. Ο θάνατος και η ανάσταση του γαμπρού μας παραπέμπουν στο θάνατο του Διόνυσου το χειμώνα και στην ανάστασή του την άνοιξη, ενώ το καλάθι της γριάς το Λίκνο του, που χρησίμευε ως κόσκινο και κούνια (Λικνίτης ήταν γνωστή επωνυμία του Διόνυσου).

Στην ίδια περιοχή τη Δευτέρα της Τυρινής εβδομάδας τελείται ο «Μπέης» ή «Κιοπέκ Μπέης», ευετηριακό δρώμενο, με αγερμούς, ευχές σε κάθε σπίτι για «καλοχρονιά με πολύ στάρι και πολύ κριθάρι», εικονικό όργωμα, εικονική σπορά και αγώνες -πήδημα, ρίξιμο πέτρας, τρέξιμο, πάλη- χορούς και τραγούδια. Στη Νάουσα «Μπούλες» και «Γενίτσαροι» με παραδοσιακές στολές και προσωπίδες, χορεύουν σε ομάδες, με ήχους ζουρνάδων και νταουλιών, σε ανάμνηση των αρματολών της τουρκοκρατίας, που κυκλοφορούσαν μεταμφιεσμένοι τις Αποκριές για να κρύβονται.

Στα χωριά του Παγγαίου, κατά το πανάρχαιο διονυσιακό έθιμο της Ντερβένας, που ανάγεται στην πυρολατρεία των αρχαίων χρόνων, οι άνθρωποι πηδούν πάνω από μεγάλες φωτιές (ντερβένες), που έχουν διπλό σκοπό· αφενός ζεσταίνουν τις καρδιές, αφετέρου εξαγνίζουν τους ανθρώπους, απαλλάσσοντάς τους από τα παλιά ακάθαρτα στοιχεία, σε μια φυσική και πνευματική αναγέννηση, με τον ερχομό της άνοιξης και της Ανάστασης του Πάσχα. Εξάλλου, η φωτιά είχε ανέκαθεν εξαγνιστικό χαρακτήρα και προκαλεί την κάθαρση, την αναγέννηση.

Στη Σκύρο έχουμε τους τραγόμορφους Γέρους και τις Κορέλες, σε ένα ερωτικό παιχνίδι, με μεταμφιεσμένους που σηκώνουν πάνω τους πολλά κουδούνια, συχνά τριάντα, πενήντα ή και περισσότερα, προκαλώντας πανδαισία ήχων. Στη Ζάκυνθο γίνονται θεατρικές παραστάσεις, οι λεγόμενες «Ομιλίες», αλλά και απαγγελίες αυτοσχέδιων σατιρικών στίχων με έντονη αθυροστομία. Στο Δαφνί της Σπάρτης οι άνδρες μεταμφιέζονται σε νύφη και γαμπρό, και επικρατούν αυτοσχέδιοι διάλογοι, χοροί γύρω από εθιμικές φωτιές, τραγούδια, κέφι, τολμηρά πειράγματα και κρασί.

Ο «Πεθαμένος στη Γκούβα», ένα Δρώμενο των Σαρακατσάνων της Ηπείρου με έντονο το στοιχείο της μαγείας, άρχιζε με το ηλιοβασίλεμα της τελευταίας Κυριακής της Αποκριάς και τελείωνε τα χαράματα της Καθαρής Δευτέρας. Ένας θίασος ανδρών υποδυόταν το γαμπρό, τη νύφη, τα πεθερικά, τους γέρους, το γύφτο και άλλα πρόσωπα. Οι γέροι φορούσαν μάσκες και κάπες από προβιές ζώων, κουδούνια στη μέση, ενώ κρατούσαν μεγάλα ραβδιά, με τα οποία χτυπούσαν τη γη. Ένας τσοπάνης ξάπλωνε πεθαμένος μέσα σε μια γκούβα (γούβα ή λάκκος) και ο θίασος τον μοιρολογούσε, ενώ στο τέλος χόρευαν, με πρωτοχορευτή τον πεθαμένο και αναστημένο τσοπάνη.

Η λήξη των Αποκριών σηματοδοτείται από την πομπή και το κάψιμο του καρνάβαλου. Είναι σημάδι ότι η γεύση της Ελευθερίας, της ανεμελιάς και της ουσίας της Ζωής τελείωσε και ο σκλάβος-άνθρωπος πρέπει να επιστρέψει στην φυλακή της καθημερινότητας του αναλαμβάνοντας και πάλι τον ρόλο του πεπρωμένου του. Μέχρι τον επόμενο χρόνο … αν είναι ζωντανός!

Ακολουθεί η Καθαρά Δευτέρα

Εκείνη τη μέρα στην Αγία Αννα της Εύβοιας οι γυναίκες τραγουδούν τα «γαμοτράγουδα», μαζί με τολμηρά αστεία, πειράγματα και λόγια χωρίς «ηθικούς φραγμούς», με θέμα το φαλλό και το αιδοίο, των οποίων οι μετέχοντες φέρουν ομοιώματα· ένα δρώμενο που ανάγεται στα Μικρά ή Κατ’ Αγρούς Διονύσια, και στα Μεγάλα Διονύσια, που ήταν χαρούμενες ελεύθερες γιορτές με πομπή φαλλού, τον οποίο συνόδευαν με χορωδίες, τραγούδια και προσφορές, ακόμα και οι δούλοι. Ο φαλλός ήταν σύμβολο του Διονύσου ως Θεού της γονιμότητας, και κάθε τέτοια μαζική πομπή αποσκοπούσε στο να προκαλέσει την ευφορία των αγρών και των κήπων, αλλά και τη γονιμότητα των σπιτικών.

Η χρησιμοποίηση, λοιπόν, σεξουαλικών και ερωτικών συμβόλων, που συνδυάζεται συχνά με τις παραδοσιακές λαϊκές εκδηλώσεις αυτής της περιόδου, δεν δηλώνει μόνο την σεξουαλική πράξη. Συμβολίζει ευρύτερα την πηγή, τη μήτρα της ζωής, τη ρίζα της ανανέωσης, την πηγή της ανάστασης. Αποτελούν ένδειξη της εκδήλωσης των γονιμοποιών δυνάμεων της ζωής και τη διαδικασία γέννησης ενός νέου «σώματος», με την ευρύτερή του έννοια, είτε πρόκειται για το ανθρώπινο σώμα, είτε για το σώμα της κοινωνίας ή ακόμα και ολόκληρης της φύσης και της Δημιουργίας.

Επιπλέον, το έθιμο του εικονικού γάμου, που περιλαμβάνεται στα καρναβαλικά έθιμα, ανάγεται στην αρχαιότητα και ήταν λατρευτικό στοιχείο των διονυσιακών τελετών· η «Ιερογαμία» του Θεού Διονύσου με τη σύζυγο του βασιλιά της πόλης, στο «Βουκολείον» Ιερό, αποτελούσε μέρος των αθηναϊκών Ανθεστηρίων και αποτελούσε μια μαγική πράξη επίκλησης της γονιμικής δύναμης για την καρποφορία, αλλά και την εξασφάλιση της καλής χρονιάς στην ευρύτερή της έννοια, που θα πρόσφεραν οι Θεοί. Όμως, πέρα από αυτά ο γάμος συμβολίζει την ενότητα και την υπέρβαση των χωριστικών τάσεων του ανθρώπου και της κοινωνίας. Και κάθε Καρναβάλι γιορτάζει την κρυμμένη ενότητα του παλιού και του καινούργιου, του γήρατος και της νεότητας, της άνοιξης και του χειμώνα, της ζωής και του θανάτου, είναι μια γιορτή που ανατρέπει, αλλά και συνταιριάζει.

Μες στην Τρελή Αποκριά

Όλα αυτά μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι Αποκριές και γενικότερα τα καρναβαλικά δρώμενα, συνδέονται με αναγεννητικές, εξευμενιστικές δυνάμεις, που επιφέρουν λύτρωση και απελευθερώνουν τον άνθρωπο, την κοινωνία, τη φύση από τα δεσμά του φόβου και του θανάτου, που συγκρατούν τον κόσμο σε συγκεκριμένους χωροχρονικούς περιορισμούς, κάτω από την επιρροή οποιασδήποτε μορφής εξουσίας και κατεστημένου. Επιπλέον, οι γιορτές αυτές συμφιλίωναν ανέκαθεν τον άνθρωπο με το στοιχείο του θανάτου και του έδιναν τη δυνατότητα να λειτουργεί ελεύθερα σε σχέση με αυτό το ζήτημα, συμμετέχοντας στην διαδικασία του αέναου αναγεννητικού κύκλου των εποχών και της δημιουργίας.

Στις μέρες μας ο κόσμος βιώνει βαριά «την ανάσα του θανάτου και του νεκρού να περιπλανιούνται γύρω του», βιώνει έναν χειμώνα, μια σκοτεινή νύχτα της ψυχής. Όμως ο κύκλος του θανάτου και της ζωής είναι αέναος και σπειροειδής [αναζήτησε το σχετικό άρθρο] και οδηγεί την ανθρωπότητα μέσα από δυσκολίες και εμπόδια, μέσα από δοκιμασίες, μάχες και ανατροπές σε μια αναγέννηση, σε μια ανανέωση. Η μέθη και η χαρά της Ζωής, η ορμή του Φωτός και η Ιερή Μανία φέρνει ανάταση, και μαζί με την αναγέννηση του Θεού, αναγεννιέται κι ο άνθρωπος.

Ο άνθρωπός, η ζωή, ολόκληρος ο κόσμος μεταμορφώνεται, αλλάζει διαρκώς προσωπεία και μεταμφιέσεις παροδικές. Πίσω όμως από αυτές τις εφήμερες όψεις κρύβεται το αιώνιο, το άφθαρτο, το πνευματικό φως, ο τελικός θρίαμβός της ζωής, και οι άνθρωποι, μέσα από τις πανάρχαιες τελετές που φτάνουν σε εμάς ως Αποκριές, συμμετείχαν ανέκαθεν και ενίσχυαν την έλευση του καινούργιου. Ήταν μια σύμπραξη με τη Θεότητα, ένα κάλεσμα για το δυναμικό, πανηγυρικό ερχομό της, στη μορφή του Αρχαίου Διονύσου, στη μορφή του θυσιασμένου Θεού-Λυτρωτή.

Σήμερα, σε μια σύγχρονη εποχή οι άνθρωποι καλούμαστε να ανατρέψουμε μέσα στην ίδια μας τη συνείδηση την εικόνα που έχουμε χτίσει για τον κόσμο και τον εαυτό μας, δίνοντας τη δυνατότητα σε κάτι καινούργιο να λάμψει. Η Άνοιξη και ο Χειμώνας, η Ζωή και ο Θάνατος ουσίαστικάβρίσκονται μέσα μας. Ο κύκλος των εποχών δεν είναι ξεχωριστός από εμάς. Ο ρόλος του ανθρώπου είναι να συμμετέχει ενεργά στην εκδήλωση των δημιουργικών δυνάμεων της Ζωντανής Ζωής, ωθώντας σε ανανέωση κι εξέλιξη, σε κίνηση και αλλαγή. Αυτό ακριβώς γινόταν και παλιότερα, μέσα από τις Ιερές Τελετές και τα Μυστήρια, ενώ στις μέρες μας, σε μια εποχή που όλα ανατρέπονται, παρέχεται η ευκαιρία για μια εκ νέου Ιερή Μανία του ανθρώπου, του δημιουργικού, ανώτερου, πνευματικού ανθρώπου, που θα εξευμενίσει τον Θάνατο και θα φέρει Ελευθερία από την Ζωή.

Φέτος μην κάψετε τον Μεγάλο Θεό Καρνάβαλο κρατήστε τον ζωντανό μέσα σας κι ακολουθήστε τα κελεύσματα του για Ελευθερία και Ιερή Μανία. Κάντε τον υπόδειγμα της ζωής σας, αλλά ΚΡΥΦΑ μην το μοιραστείτε με κανέναν βέβηλο και ιερόσυλο. Εξάλλου, το Διονυσιακό στοιχείο είναι βαθιά ριζωμένο στην ψυχή των Ελλήνων, συνυφασμένο με την Δύναμη και την Ανεξαρτησία, το γλέντι και την χαρά, την δημιουργικότητα και την ανάταση, πάνω από τις καθημερινές ψευδείς κι ασήμαντες δυσκολίες· το πνεύμα του Θεού Διονύσου είναι ζωντανό ανάμεσα μας, έτοιμο να μας ξεσηκώσει, μέσα στη Θεία Ιερή Μέθη και Μανία Του. Αυτήν την Ιερή Μανία την ακολουθούν μονάχα οι Δυνατοί!

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ - Πανηγυρικός (11-14)

[11] Καίτοι τινὲς ἐπιτιμῶσι τῶν λόγων τοῖς ὑπὲρ τοὺς ἰδιώτας ἔχουσι καὶ λίαν ἀπηκριβωμένοις, καὶ τοσοῦτον διημαρτήκασιν ὥστε τοὺς πρὸς ὑπερβολὴν πεποιημένους πρὸς τοὺς ἀγῶνας τοὺς περὶ τῶν ἰδίων συμβολαίων σκοποῦσιν, ὥσπερ ὁμοίως δέον ἀμφοτέρους ἔχειν, ἀλλ᾽ οὐ τοὺς μὲν ἀφελῶς, τοὺς δ᾽ ἐπιδεικτικῶς, ἢ σφᾶς μὲν διορῶντας τὰς μετριότητας, τὸν δ᾽ ἀκριβῶς ἐπιστάμενον λέγειν ἁπλῶς οὐκ ἂν δυνάμενον εἰπεῖν.

[12] οὗτοι μὲν οὖν οὐ λελήθασιν ὅτι τούτους ἐπαινοῦσιν ὧν ἐγγὺς αὐτοὶ τυγχάνουσιν ὄντες· ἐμοὶ δ᾽ οὐδὲν πρὸς τοὺς τοιούτους, ἀλλὰ πρὸς ἐκείνους ἐστὶ τοὺς οὐδὲν ἀποδεξομένους τῶν εἰκῇ λεγομένων, ἀλλὰ δυσχερανοῦντας καὶ ζητήσοντας ἰδεῖν τι τοιοῦτον ἐν τοῖς ἐμοῖς οἷον παρὰ τοῖς ἄλλοις οὐχ εὑρήσουσιν. πρὸς οὓς ἔτι μικρὸν ὑπὲρ ἐμαυτοῦ θρασυνάμενος ἤδη περὶ τοῦ πράγματος ποιήσομαι τοὺς λόγους.

[13] τοὺς μὲν γὰρ ἄλλους ἐν τοῖς προοιμίοις ὁρῶ καταπραΰνοντας τοὺς ἀκροατὰς καὶ προφασιζομένους ὑπὲρ τῶν μελλόντων ῥηθήσεσθαι καὶ λέγοντας, τοὺς μὲν ὡς ἐξ ὑπογυίου γέγονεν αὐτοῖς ἡ παρασκευή, τοὺς δ᾽ ὡς χαλεπόν ἐστιν ἴσους τοὺς λόγους τῷ μεγέθει τῶν ἔργων ἐξευρεῖν.  

[14] ἐγὼ δ᾽ ἢν μὴ καὶ τοῦ πράγματος ἀξίως εἴπω καὶ τῆς δόξης τῆς ἐμαυτοῦ καὶ τοῦ χρόνου, μὴ μόνον τοῦ περὶ τὸν λόγον ἡμῖν διατριφθέντος, ἀλλὰ καὶ σύμπαντος οὗ βεβίωκα, παρακελεύομαι μηδεμίαν μοι συγγνώμην ἔχειν, ἀλλὰ καταγελᾶν καὶ καταφρονεῖν· οὐδὲν γὰρ ὅ τι τῶν τοιούτων οὐκ ἄξιός εἰμι πάσχειν, εἴπερ μηδὲν διαφέρων οὕτω μεγάλας ποιοῦμαι τὰς ὑποσχέσεις.

***
Βεβαιότητα του συγγραφέα πως θα εκθέσει το θέμα καλύτερα από τους προκατόχους του.
[11] Και όμως βρίσκονται άνθρωποι να κατακρίνουν τους λόγους που ξεπερνούν το πνευματικό επίπεδο του πλήθους και είναι δουλεμένοι με τέχνη και επιμέλεια. Και έχουν πέσει τόσο έξω, ώστε συγκρίνουν τους επιδεικτικούς λόγους, που έγιναν με τέχνη και αξιώσεις, με τα διάφορα δικαστικά έγγραφα, που αναφέρονται σε ιδιωτικές συμβάσεις, σαν να ήταν υποχρεωτικό να μοιάζουν τα δυο είδη. Ούτε περνάει από το μυαλό τους πως τούτα εδώ, τα έγγραφα, είναι γραμμένα απλά και απέριττα, ενώ οι λόγοι οι επιδεικτικοί, γραμμένοι με επιμέλεια και σχήματα ρητορικά, αποβλέπουν στην εντύπωση που θα δημιουργήσουν. Ή μήπως τάχα αυτοί μπορούν και διακρίνουν την απλή έκφραση, ενώ εκείνος που ξέρει να μιλάει με όλους τους κανόνες της ρητορικής δε θα μπορούσε να τα πει και απλά;

[12] Δεν τους διαφεύγει βέβαια ότι επαινούν όσους τυχαίνει να έχουν κάποια ψυχική συγγένεια μαζί τους. Εγώ δεν έχω τίποτα να πω σ᾽ αυτούς· απευθύνομαι σ᾽ εκείνους που δε θα δεχτούν τίποτα από όσα λέγονται στην τύχη, αλλά θα δυσανασχετήσουν και θα ζητήσουν να βρουν στα λόγια μου ό,τι δεν πρόκειται να βρουν στους άλλους. Σ᾽ αυτούς λοιπόν τους εκλεκτούς δυο λόγια ακόμα θα τολμήσω για τη δικιά μου θέση να τους πω και αμέσως ύστερα θα μπω στο θέμα μου.

[13] Βλέπω τους άλλους ρήτορες στα προοίμιά τους να προσπαθούν να διαθέσουν ευνοϊκά το ακροατήριό τους, να βρίσκουν προφάσεις για όσα πρόκειται να πουν και να ισχυρίζονται άλλοι πως τάχα η προετοιμασία για το λόγο τους στάθηκε πρόχειρη και βιαστική και άλλοι πως είναι δύσκολο να βρουν τα λόγια που θα αποδώσουν ακριβώς το μέγεθος των γεγονότων.

[14] Εγώ, αν δε μιλήσω με τρόπο που να ταιριάζει απόλυτα στη σημασία των γεγονότων και στην υπόληψή μου και στο χρόνο που δαπάνησα, όχι μονάχα για τη σύνταξη του λόγου, αλλά και σε όλη τη ζωή μου μέχρι τώρα, παρακαλώ όχι μονάχα να μην έχετε καμιά επιείκεια, αλλά να με περιφρονήσετε, να με περιγελάσετε όλοι! Ό,τι και να πεις θα αξίζει να το πάθω, αφού τόσο μεγάλα λόγια λέω χωρίς να διαφέρω διόλου από τους άλλους.

Ο Έλληνας έγινε πλάστης ανθρώπων

Σχετική εικόναΟ Έλληνας είναι φιλόσοφος ανάμεσα στους λαούς. Η θεωρία της ελληνικής φιλοσοφίας είναι από μιας αρχής δεμένη με την καλλιτεχνική δημιουργία και την ποίηση.

Περιλαμβάνει όχι μόνο το ορθολογικό στοιχείο, που σ’ αυτό πρώτα πηγαίνει ο νους μας, αλλά, όπως μας διδάσκει η ετυμολογία της λέξης, και το στοιχείο της θέασης, που συλλαμβάνει το αντικειμενικό πάντοτε ως σύνολο στην «ιδέα» του, δηλαδή στην ειδωμένη του μορφή.

Μολονότι έχουμε πλήρη επίγνωση των κινδύνων που συνεπάγεται μια τέτοια γενίκευση και ερμηνεία «του προτέρου δια του υστέρου», δεν μπορούμε να αποφύγουμε τη διαπίστωση ότι η Πλατωνική Ιδέα (που είναι ένα εντελώς μοναδικό, αποκλειστικά ελληνικό νοητικό σχήμα) μας προσφέρει ένα κλειδί για τη δημιουργικότητα του ελληνικού πνεύματος και σε άλλους τομείς· ειδικότερα, (η συσχέτιση έγινε ήδη στην αρχαιότητα) η πλατωνική ιδέα ως έκφραση και κυρίαρχη τάση της ελληνικής τέχνης να δημιουργεί μορφές.

Η παρατήρηση όμως ισχύει εξίσου και για τις τέχνες του λόγου, όσο και για την ουσία του μορφοποιημένου ελληνικού πνεύματος γενικά.

Ακόμη και η κοσμοθεωρία των παλιών φυσικών φιλοσόφων εκφράζει μια τέτοια άποψη σε αντίθεση με τη λογιστική και πειραματική φυσική της σημερινής εποχής· δεν είναι δηλαδή απλό άθροισμα επιμέρους παρατηρήσεων και μεθοδική αφαίρεση, αλλά κάτι πολύ βαθύτερο: ερμηνεία των λεπτομερειών με τη βοήθεια της συνολικής εικόνας, που δίνει στην καθεμιά από αυτές τη θέση και το νόημά της ως μέρους ενός συνόλου.

Με βάση αυτή την ίδια τάση για δημιουργία ιδεών πρέπει να αντιδιαστείλουμε τα μαθηματικά και τη μουσική των Ελλήνων από τα μαθηματικά και τη μουσική παλαιότερων λαών, όσο τουλάχιστον μπορούμε να ξέρουμε.

Και η ξεχωριστή θέση του ελληνισμού μέσα στην ιστορία της ανθρώπινης παιδείας στηρίζεται πάνω στα ίδια ειδικά χαρακτηριστικά της εσωτερικής του οργάνωσης: από το ένα μέρος στην κυρίαρχη πλαστική τάση του (που από αυτήν οδηγημένος ο Έλληνας αντιμετωπίζει όχι μόνο το καλλιτεχνικό του έργο, αλλά και τα βιολογικά του προβλήματα)· από το άλλο πάλι στο φιλοσοφικό του δαιμόνιο (που συλλαμβάνει το καθολικό σε ό,τι αφορά τους κρυμμένους στο βάθος της ανθρώπινης φύσης νόμους, και τους κανόνες της ατομικής ψυχαγωγίας και της κοινωνικής οργάνωσης οι οποίοι πηγάζουν από εκείνους).

Γιατί ακριβώς το καθολικό, ο Λόγος, επέχει για την ουσία του πνεύματος την ίδια θέση που επέχει ο νόμος για την πόλη: είναι κοινός για όλους σύμφωνα με τη διεισδυτική ενόραση του Ηράκλειτου.

Η απόλυτη γνώση των αρχών της φύσης, που κυβερνούν την ανθρώπινη ζωή, και των εγγενών νόμων, σύμφωνα με τους οποίους λειτουργούν οι σωματικές και πνευματικές δυνάμεις του ανθρώπου, πρέπει να απέκτησε όλο της το νόημα από τη στιγμή που οι Έλληνες αντιμετώπισαν το πρόβλημα της παιδείας.

Η ένταξη όλων αυτών των γνώσεων με τη δημιουργική τους δύναμη στην υπηρεσία της παιδείας και η διάπλαση αληθινών ανθρώπων, με τον ίδιο τρόπο που ένας αγγειοπλάστης δίνει μορφή στον πηλό κι ένας γλύπτης στο λίθο, να μια τολμηρή και δημιουργική ιδέα, που μπορούσε να ωριμάσει μόνο στον νου αυτού του καλλιτέχνη και στοχαστή λαού.

Το υψηλότερο έργο τέχνης που έθεσε σκοπό του να δημιουργήσει ο Έλληνας, ήταν ο ζωντανός άνθρωπος.

Γιατί πρώτος αυτός διαισθάνθηκε ότι και η παιδεία πρέπει να είναι μια διαδικασία συνειδητής οικοδόμησης: χαλεπὸν χερσίν τε καὶ ποσὶ καὶ νόωι τετράγωνον ἄνευ ψόγου τετυγμένον, έτσι περιγράφει ένας Έλληνας ποιητής της εποχής του Μαραθώνα και της Σαλαμίνας την ουσία της αληθινής ανδρικής αρετής, που είναι τόσο δύσκολο, λέει, να την κατακτήσεις.

Τότε μόνον ανταποκρίνεται η λέξη μόρφωση στο αληθινό της περιεχόμενο, όταν την καταλάβουμε με το νόημα που παίρνει για πρώτη φορά στον Πλάτωνα: ως «πλαστική» έκφραση της παιδαγωγικής πράξης.

Η γερμανική λέξη Bildung φανερώνει εντελώς παραστατικά την ουσία της παιδείας στην ελληνική – στην πλατωνική της εκδοχή· κλείνει μέσα της την αναφορά στην καλλιτεχνική δημιουργία μορφών, στην πλαστικότητα δηλαδή, όπως επίσης και στην πρότυπη εικόνα που βρίσκεται στον νου του παιδαγωγού – στην «ιδέα», στον «τύπο».

Οπουδήποτε η ίδια σκέψη ξανακάνει την εμφάνιση της αργότερα, πρόκειται για ελληνική κληρονομιά και μάλιστα εμφανίζεται εκεί πάντα, όπου το ανθρώπινο πνεύμα αναπολεί την αληθινή ουσία της αγωγής ως προγύμνασης για συγκεκριμένους εξωτερικούς σκοπούς.

Το γεγονός ωστόσο ότι οι Έλληνες διαισθάνθηκαν πόσο μεγάλο και βαρύ είναι το έργο τούτο, και του δόθηκαν ολόψυχα και υποδειγματικά, είναι μια ανεξάρτητη πραγματικότητα, που δεν εξηγείται ούτε με τη βοήθεια της καλλιτεχνικής ματιάς ούτε από την «θεωρητική» ιδιοσυγκρασία τους.

Από τότε κιόλας που έχουμε τα πρώτα ίχνη των Ελλήνων, βρίσκουμε τον άνθρωπο να στέκει στο κέντρο της σκέψης τους:

Οι ανθρωπομορφικοί θεοί· η απόλυτη κυριαρχία του προβλήματος της απεικόνισης του ανθρώπου, που τη συναντούμε στην ελληνική πλαστική και ιδίως στην αγγειογραφία· η συνακόλουθη μετατόπιση της φιλοσοφίας από το πρόβλημα του κόσμου στον προβληματισμό του ανθρώπου, που κορυφώνεται με τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη· η ποίηση, της οποίας το ανεξάντλητο θέμα, (από τον Όμηρο και διαμέσου των αιώνων) παραμένει ο άνθρωπος με όλο το μοιραίο βάρος της λέξης· τέλος, η ελληνική πόλη, που την ουσία της συλλαμβάνει μόνο όποιος την καταλαβαίνει ως παιδαγωγό του ανθρώπου και της συνολικής του ζωής· όλα αυτά είναι ανταύγειες της ίδια φλόγας.

Είναι εκφράσεις μιας ανθρωποκεντρικής αίσθησης της ζωής, που δεν αναλύεται άλλο ή που δεν ερμηνεύεται, αλλά διαπερνά κάθε δημιούργημα του ελληνικού πνεύματος. Έτσι ο Έλληνας έγινε, ανάμεσα στους λαούς, πλάστης ανθρώπων.

Η ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΥΨΗΛΑΝΤΗ (24 / 02 / 1821)

Η ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ 24 / 02 / 1821

ΜΑΧΟΥ ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ

'Η ώρα ήλθεν, ω Άνδρες Έλληνες! Πρό πολλού οι λαοί της Ευρώπης, πολεμούντες υπέρ των ιδίων Δικαιωμάτων και ελευθερίας αυτών, μας επροσκάλουν εις μίμησιν, αυτοί, καίτοι οπωσούν ελεύθεροι, επροσπάθησαν όλαις δυνάμεσι να αυξήσωσι την ελευθερίαν, και δι’ αυτής πάσαν αυτών την Ευδαιμονίαν.

Οι αδελφοί μας και φίλοι είναι πανταχού έτοιμοι, οι Σέρβοι, οι Σουλιώται, και όλη η Ηπειρος, οπλοφορούντες μας περιμένωσιν· ας ενωθώμεν λοιπόν με Ενθουσιασμόν! η Πατρίς μάς προσκαλεί!

Η Ευρώπη, προσηλώνουσα τους οφθαλμούς της εις ημάς, απορεί διά την ακινησίαν μας, ας αντηχήσωσι λοιπόν όλα τα Όρη τής Ελλάδος από τον Ήχον τής πολεμικής μας Σάλπιγγος, και αι κοιλάδες από την τρομεράν κλαγγήν των Αρμάτων μας. Η Ευρώπη θέλει θαυμάση τας ανδραγαθίας μας, οι δε τύραννοι ημών τρέμοντες και ωχροί θέλουσι φύγει απ’ έμπροσθέν μας.

Οι φωτισμένοι λαοί της Ευρώπης ενασχολούνται εις την αποκατάστασιν της ιδίας ευδαιμονίας· και πλήρεις ευγνωμοσύνης διά τας προς αυτούς των Προπατόρων μας ευεργεσίας, επιθυμούσι την ελευθερίαν της Ελλάδος.


Ημείς, φαινόμενοι άξιοι της προπατορικής αρετής και του παρόντος αιώνος, είμεθα Εύελπεις, να επιτύχωμεν την υπεράσπισιν αυτών και βοήθειαν· πολλοί εκ τούτων φιλελεύθεροι θέλουσιν έλθη, διά να συναγωνισθώσι με ημάς. Κινηθήτε, ω φίλοι, και θέλετε ιδή μίαν Κραταιάν δύναμιν να υπερασπισθή τα δίκαιά μας! Θέλετε ιδή και εξ αυτών των εχθρών μας πολλούς, οίτινες, παρακινούμενοι από την δικαίαν μας αιτίαν, να στρέψωσι τα Νώτα προς τον εχθρόν και να ενωθώσι με ημάς· ας παρρησιασθώσι με ειλικρινές φρόνημα, η Πατρίς θέλει τους εγκολπωθή! Ποίος λοιπόν εμποδίζει τους ανδρικούς σας Βραχίονας; ο άνανδρος εχθρός μας είναι ασθενής και αδύνατος. Οι στρατηγοί μας έμπειροι και όλοι οι ομογενείς γέμουσιν ενθουσιασμού! ενωθήτε λοιπόν, ω ανδρείοι και μεγαλόψυχοι Έλληνες! ας σχηματισθώσι φάλαγκες εθνικαί, ας εμφανισθώσι Πατριωτικαί λεγεώνες, και θέλετε ιδή τους παλαιούς εκείνους Κολοσσούς του δεσποτισμού να πέσωσιν εξ ιδίων, απέναντι των θριαμβευτικών μας Σημαίων! Εις την φωνήν της Σάλπιγκός μας όλα τα παράλια του Ιωνίου και Αιγέου πελάγους θέλουσιν αντηχήση· τα Ελληνικά πλοία, τα οποία εν καιρώ ειρήνης ήξεραν να εμπορεύωνται, και να πολεμώσι, θέλουσι σπείρη εις όλους τους λιμένας του τυράννου με το πυρ και την μάχαιραν, την φρίκην και τον θάνατον...


Ποία ελληνική ψυχή θέλει αδιαφορήση εις την πρόσκλησιν της Πατρίδος; Εις την Ρώμην ένας του Καίσαρος φίλος σείων την αιματομένην χλαμύδα του τυράννου εγείρει τον λαόν. Tι θέλετε κάμη Σεις ω Έλληνες, προς τους οποίους η Πατρίς γυμνή δεικνύει μεν τας πληγάς της και με διακεκομμένην φωνήν επικαλείται την βοήθειαν των τέκνων της; Η θεία πρόνοια, ω φίλοι Συμπατριώται, ευσπλαγχνισθείσα πλέον τας δυστυχίας μας ηυδόκησεν ούτω τα πράγματα, ώστε με μικρόν κόπον θέλομεν απολαύση με την ελευθερίαν πάσαν ευδαιμονίαν. Αν λοιπόν από αξιόμεμπον αβελτηρίαν αδιαφορήσωμεν, ο τύραννος γενόμενος αγριώτερος θέλει πολλαπλασιάση τα δεινά μας, και θέλομεν καταντήση διά παντός το δυστυχέστερον πάντων των εθνών.




Στρέψατε τους οφθαλμούς σας, ω Συμπατριώται, και ίδετε την ελεεινήν μας κατάστασιν! ίδετε εδώ τους Ναούς καταπατημένους! εκεί τα τέκνα μας αρπαζόμενα διά χρήσιν αναιδεστάτην της αναιδούς φιληδονίας των βαρβάρων τυράννων μας! τους οίκους μας γεγυμνωμένους, τον αγρούς μας λεηλατισμένους και ημάς αυτούς ελεεινά ανδράποδα!

Είναι καιρός να αποτινάξωμεν τον αφόρητον τούτον Ζυγόν, να ελευθερώσωμεν την Πατρίδα, να κρημνίσωμεν από τα νέφη την ημισέληνον να υψώσωμεν το σημείον, δι’ ου πάντοτε νικώμεν! λέγω τον Σταυρόν, και ούτω να εκδικήσωμεν την Πατρίδα, και την Ορθόδοξον ημών Πίστιν από την ασεβή των ασεβών Καταφρόνησιν.

Μεταξύ ημών ευγενέστερος είναι, όστις ανδρειοτέρως υπερασπισθή τα δίκαια της Πατρίδος, και ωφελιμοτέρως την δουλεύση. Το έθνος συναθροιζόμενον θέλει εκλέξη τους Δημογέροντάς του, και εις την ύψιστον ταύτην Βουλήν θέλουσιν υπείκει όλαι μας αι πράξεις...

Ας κινηθώμεν λοιπόν μέ εν κοινόν φρόνιμα, oι πλούσιοι ας καταβάλωσιν μέρος της ιδίας περιουσίας, oι ιερoί ποιμένες ας εμψυχώσωσι τον λαόν με το ίδιόν των παράδειγμα, και oι πεπαιδευμένοι ας συμβουλεύσωσιν τα ωφέλιμα. Oι δε εν ξέναις αυλαίς υπουργούντες στρατιωτικοί και πολιτικοί ομογενείς, αποδίδοντες τας ευχαριστίας εις ην έκαστος υπουργεί δύναμιν, ας ορμήσωσιν όλοι εις το ανοιγόμενον ήδη μέγα και λαμπρόν στάδιον, και ας συνεισφέρωσιν εις την πατρίδα τον χρεωστούμενον φόρον, και ως γενναίoι ας ενοπλισθώμεν όλοι άνευ αναβολής καιρού με το ακαταμάχητον όπλον της ανδρείας και υπόσχομαι εντός ολίγου την νίκην και μετ' αυτήν παν αγαθόν. Πoίoι μισθωτοί και χαύνοι δούλοι τολμούν να αντιπαραταχθώσιν απέναντι λαού, πολεμούντος υπέρ της ιδίας ανεξαρτησίας; Μάρτυρες oι Ηρωικοί αγώνες των προπατόρων μας· Μάρτυς η lσπανία, ήτις πρώτη και μόνη κατετρόπωσε τας αηττήτους φάλαγκας ενός τυράννου.

Με την Ένωσιν, ω Συμπολίται, με το προς την ιεράν Θρησκείαν Σέβας, με την προς τους Νόμους και τους Στρατηγούς υποταγήν, με την ευτολμίαν και σταθηρότητα, η νίκη μας είναι βεβαία και αναπόφευκτος, αυτή θέλει στεφανώση μέ δάφνας αειθαλείς τους Ηρωικούς αγώνας μας, αυτή με χαρακτήρας ανεξαλείπτους θέλει χαράξη τα ονόματα ημών εις τον ναόν της αθανασίας, διά το παράδειγμα των επερχομένων γενεών. Η Πατρίς θέλει ανταμείψη τα ευπειθή και γνήσιά της τέκνα με τα βραβεία της δόξης και τιμής· τα δε απειθή και κωφεύοντα εις την τωρινήν της πρόσκλησιν, θέλει αποκηρύξη ως νόθα και Ασιανά σπέρματα, και θέλει παραδώση τα ονόματά των, ως άλλων προδότων, εις τον αναθεματισμόν και κατάραν των μεταγενεστέρων.

Ας καλέσωμεν λοιπόν εκ νέου, ω Ανδρείοι και μεγαλόψυχοι Έλληνες, την ελευθερίαν εις την κλασικήν γην της Ελλάδος! Ας συγκροτήσωμεν μάχην μεταξύ του Μαραθώνος και των Θερμοπυλών! Ας πολεμήσωμεν εις τους τάφους των Πατέρων μας, οι οποίοι, διά να μάς αφήσωσιν ελευθέρους, επολέμησαν και απέθανον εκεί! Το αίμα των τυράννων είναι δεκτόν εις την σκιάν τον Επαμεινώνδου Θηβαίου, και του Αθηναίου Θρασυβούλου, οίτινες κατετρόπωσαν τους τριάκοντα τυράννους, εις εκείνας του Αρμοδίου και Αριστογείτωνος, οι οποίοι συνέτριψαν τον Πεισιστρατικόν ζυγόν, εις εκείνην του Τιμολέοντος, όστις απεκατέστησε την ελευθερίαν εις την Κόρινθον και τας Συρακούσας, μάλιστα εις εκείνας τον Μιλτιάδου και Θεμιστοκλέους, του Λεωνίδου και των τριακοσίων, οίτινες κατέκοψαν τοσάκις τους αναριθμήτους στρατούς των βαρβάρων Περσών, των οποίων τους βαρβαροτέρους και ανανδροτέρους απογόνους πρόκειται εις ημάς σήμερον, με πολλά μικρόν κόπον, να εξαφανίσωμεν εξ ολοκλήρου.

Εις τα όπλα λοιπόν φίλοι η Πατρίς Μάς Προσκαλεί!

Αλέξανδρος Υψηλάντης

Την 24ην Φεβρεαρίου 1821 Εις το γενικόν στρατόπεδον του Ιασίου''



(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)

Προσωπική ευθύνη

Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θέλουν πραγματικά ελευθερία, επειδή η ελευθερία προϋποθέτει ανάληψη ευθύνης, και οι περισσότεροι άνθρωποι τρέμουν την ανάληψη ευθύνης. -Sigmud Freud

Για νά χαράξωμε πορεία στήν παρούσα πλανητική προοπτική, πρέπει νά βαδίσωμε ώς έθνος τον δρόμο τής προσωπικής ευθύνης.

Κατά πόσον μπορεί νά συμβάλη ή παράδοση τής έλευθερίας, κατά πόσον δηλαδή σήμερα υφίσταται παρ’ ήμΐν όργανικώς δυνατότης έξατομισμοΰ χωρίς τήν προϋπόθεσι μιας δεοντοκρατουμένης συνειδήσεως, είναι ζήτημα πού έκ των πραγμάτων τίθεται καί παραμένει άνοικτό. Οί κοινωνίες τής Δύσεως έχουν προ πολλου άρχίσει νά κινούνται προς αύτή τήν κατεύθυνση μέ τούς δικούς των όρους. Ή ήθική έπανάστασι στήν Ευρώπη καί κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες τής ’Αμερικής εκεί τείνει, μέ κεκτημένο βέβαια σταθερό τό υποκείμενο των Νέων Χρόνων.

Προκαταβολικώς διευκρινίζω πώς ή έν λόγω προσωπική ευθύνη δέν συμπίπτει μέ τον άτομισμό πού τυραννεϊ τό έθνος μας άπό τά άρχαϊα χρόνια. Ό γνωστός μας άτομισμός είναι έγωισμός στούς κόλπους καί τό πνεύμα τής όμάδος, χωρίς άτομικότητα, έπίγνωση δηλαδή ότι συγκροτείς άντί μονάδος άτομο καί ότι ζής για νά αύτονομήσης περαιτέρω εις βάρος τού όποιου κοινωνικού ρόλου τήν άτομική σου ύπόστασι, νά φιλοτεχνήσης μία προσωπικότητα έσωτερικότητος. Ό άτομισμός χωρίς άτομικότητα περιλαμβάνει ό,τι πρέπει νά ξεπερασθή μέ τήν έξατομίκευση καί όχι ό,τι τήν χαρακτηρίζει: τήν ένότητα μέ τον έαυτό μας ώς αύτοσυνείδηση. Εις έπίρρωσιν υπενθυμίζω τό ομηρικό αίτημα τής τιμής ώς δημοσίας άναγνωρίσεως, τής άναρρήσεως στήν κορυφή τής άξιολογικής ιεραρχίας άνεξαρτήτως υλικών ώφελημάτων. Στο σύστημα τών ήρωικών άξιών ή τιμή τού κατορθώματος βαραίνει υπέρ παν άλλο ελλείψει εσωτερικής πληρότητος.

H φιλολογική έπιστήμη τό έχει δείξει ολοκάθαρα μελετώντας τήν έπική σημασία της αίδοΰς. Για τον ομηρικό άνθρωπο αιδώς ήταν ή κοινωνική ύπόληψι ως ισχυρότατο ήθικό κίνητρο (τό «τί θά πή ό κόσμος» των μεγαλυτέρων, πού σφράγιζε, προ ολίγων μόλις δεκαετιών, τήν παιδική ήλικία καί τήν προσωπικότητά μας), ξένο προς οιανδήποτε έννοια ηθικής ευθύνης, άφοΰ ή άποτυχία του ήρωος ώφείλετο πάντοτε σέ κάποια συγκυρία καί όχι σέ έσωτερικήν άδυναμία. Ή αιδώς γίνεται άνυπόφορη διότι ό ψόγος πού τήν προκαλεί κάνει τον ηρώα νά μήν εχη πρόσωπο να άντικρόση τούς άλλους, ένφ άντιθέτως ό έπαινος του δίνει μαζί μέ τό κλέος καί πρόσωπο. Ή αιδώς ύφαίνεται μέ άδικαιολόγητη άποτυχία τού ομηρικού άνθρώπου νά πλησιάση τό ιδρυμένο πρότυπο συμπεριφοράς, πού άλλοι κατορθώνουν νά πλησιάσουν, καί συνοδεύεται πάντοτε άπό αίσθημα ή γεγονός κοινωνικής έγκαταλείψεως. Ζητούμενο είναι νά φθάση τήν αρετήν, άσχέτως χρησιμοποιηθησομένων μέσων, τού «πατώ έπί πτωμάτων» μή εξαιρουμένου. Ή επιτυχία δέν άποδεικνύει μόνο τήν ικανότητα τού ήρωος άλλά καί τήν εύνοια τού θεού, τής μοίρας κ,λπ. Έξ ου καί ή ένοχή γιά τον άνθρωπο αυτόν είναι ξένη προς τήν εσωτερική πίεσι τής ήθικής ευθύνης· οφείλεται σέ παραβίαση ορίων καί ή άποτυχία έκ τής παραβιάσεως συνδέεται μέ τήν άττην, ενα λάθος μοιραίο χωρίς ιδιαίτερη εύθύνη τού ήρωος, μία πορεία άνεπίγνωστη προς τήν αύτοκαταστροφή.

Ή προσωπική ευθύνη προϋποθέτει ψυχολογική συνθήκη μέ άναφορά έσωτερικευμένα πρότυπα, τά όποια ό άνθρωπος τής όμάδος παρ’ ολο τον εγωισμό τής άναδείξεως δέν διαθέτει. Έάν μάς ένδιαφέρη ό κοινωνικός έκσυγχρονισμός, έχει σημασία νά διακρίνωμε τό φιλότιμο ώς συμπεριφορά έξωθεν καθοριζόμενη, άπό τό φιλότιμο ώς αίσθημα τιμής, πού υποχρεώνει σέ ώρισμένη στάσι-τήν αιδώ ώς έξωτερικήν ήθική, άπό τήν αιδώ ώς αίσθημα ήθικής ευθύνης. Στήν πρώτη περίπτωση άναζητούμε ήθη κοινωνικής έπιβεβαιώσεως· στήν δεύτερη περίπτωσι” εντοπίζομε ήθη έλεγκτικά τών παρορμήσεων. Στήν πρώτη περίπτωσι πρόκειται για έθιμικήν ήθική- στήν δεύτερη γιά ήθική του πρακτικού λόγου. Ό όρος «ήθική» θά παραμείνη ούτως ή άλλως αναλλοίωτος, ενώ τό βιωματικό του περιεχόμενο θ’ άλλάζη ούσιωδώς κατά περίπτωσιν. ’Εννοείται, ή μειωμένη συνείδησι του προβλήματος γίνεται αιτία μονίμου συγχύσεως, παράγων φθοράς υπό συνθήκες κοινωνικής μεταβολής, έμπόδιο σέ κάθε προσπάθεια συνδυασμού έκσυγχρονιστικής προοπτικής καί έθνικής ίδιοπροσωπίας. Ή ομάδα μάς κρατάει παιδιά παρά τις χιλιετίες τής ιστορίας μας. Θά ένηλικιωθοΰμε όταν γίνωμε άτομα χωρίς νά χάσωμε τό φιλότιμο. Τό φιλότιμο είναι κοινωνικός έγακσμός, ανάγκη νά μήν υστερούμε άπό τό συλλογικό μας πρότυπο. ‘Όταν τό πρότυπο γίνη έσωτερικό, όταν θά θέλωμε νά συμφωνούμε μέ τό ένδόμυχό μας πρότυπο, τότε θά μεγαλώσουμε.

Ή σύγχυσι των έννοιών κατατρέχει τήν ‘Ελλάδα ώς αρνητική πλευρά τής ιστορικής συνοχής των χιλιετιών, ενώ ή συγκεχυμένη των διαφόρων κόσμων συγκατοίκησι έμποδίζει τό σκίρτημα τής έξατομικεύσεως νά γίνη προοπτική πολιτισμού.

Μή βαυκαλιζώμαστε μέ ψευδαισθήσεις: Δέν υπάρχει νεοελληνική πρόταση στον σύγχρονο κόσμο- υπάρχει μόνο νεοελληνική άφασία σέ συντρίμμια λαμπρότατα, οπού τό παρόν μας δέν βρίσκει τρόπο νά όρθοποδήση. Ή πρόταση χρειάζεται προηγουμένως είς τά καθ’ ήμάς μία «Κριτική τού καθαρού Λόγου», άλλά τέτοιο έργο ούτε κατ’ οναρ δέν φαίνεται — μόλις καί μετά βίας αποκτήσαμε τήν μετάφρασί του. ’Ακόμη αγνοούμε στενοκέφαλα τον αρχαιοελληνικό καί τον νεώτερο δυτικό πολιτισμό- πώς μιλούμε γιά «πρόταση», όταν δέν είμαστε είς θέσιν νά έπιχειρήσωμε σύνθεση; Θά βασισθοΰμε στις άγροτοποιμενικές μας παραδόσεις ή θά έλπίζωμε σέ ιστορική παρθενογένεση; Έν τοιαύτη περιπτώσει γιατί απολαμβάνομε παράφορα τά υλικά επιτεύγματα τής Δύσεως καί λεηλατούμε άσυστόλως τά πνευματικά της δημιουργήματα; ‘Ελληνική πρόταση πήγε νά άρθρωθή, πνίγηκε όμως κατά τήν έκφώνησι τούς τελευταίους βυζαντινούς αιώνες καί μόνο ράκη συναντούμε σήμερα, καν ρακοσυλλογή.

Γιά νά είμαστε τίμιοι: ’Εάν θέλωμε νά άρθρώσουμε λόγο, πρέπει νά ταπεινωθούμε, ν’ άρχίσωμε άπό γενναία αύτοκριτική- νά πάψωμε νά εύλογούμε αύτοκαταστροφικά τήν «μοναδικότητά» μας, κινούμενοι κατά βάθος προς τα εμπρός ή προς τα πίσω από συμπλέγματα ανασφάλειας και επαρχιωτικής κατωτερότητος.

Εκεί εξ άλλου, οφείλεται η αδιέξοδη εμμονή μας σε διλήμματα πολωτικού απομονωτισμού και σε επιλογές αναπηρίας, ακόμη και όταν τα πράγματα είναι δυνατόν να παραμείνουν ως έχουν και να παίζουν το ρόλο τους.

«Ν' αγαπάς την ευθύνη να λες εγώ, εγώ μονάχος μου θα σώσω τον κόσμο. Αν χαθεί, εγώ θα φταίω...» -Νίκος Καζαντζάκης

Συναίσθημα και πράξη στη διαδικασία της αγάπης

joyofloveΑγάπη είναι η ψυχική κλίση και συγγένεια, την οποία αισθανόμαστε για κάθε άλλον. Είναι συναίσθημα που χαρακτηρίζεται από φιλική διάθεση, αγαθές προθέσεις, ανιδιοτελές και έντονο ενδιαφέρον.

Να κάνουμε σχέση σημαίνει να αγαπάμε και να μοιραζόμαστε. Προτού όμως μοιραστούμε πρέπει να έχουμε, και για να μπορέσουμε να αγαπήσουμε, πρέπει να είμαστε γεμάτοι αγάπη.

Δύο λουλούδια μπορούν να σχετιστούν. Είναι ανοιχτά. Μπορούν να στείλουν το άρωμά τους το ένα στο άλλο. Μπορούν να χορέψουν μέσα στον ίδιο ήλιο και μέσα στον ίδιο άνεμο. Μπορούν να κάνουν διάλογο, μπορούν να ψιθυρίσουν. Αυτό όμως δεν είναι εφικτό με δύο σπόρους. Οι σπόροι είναι εντελώς κλειστοί, χωρίς κανένα παράθυρο. Πώς μπορούν να σχετιστούν; Ο άνθρωπος γεννιέται σαν σπόρος. Πιθανόν να γίνει λουλούδι, πιθανόν να μη γίνει. Όλα εξαρτώνται από τον καθένα τι θα κάνει με τον εαυτό του.

Η αγάπη είναι ζωή
και η ευτυχία της ζωής
είναι η αφθαρσία της αγάπης
Κρισναμούρτι

Οι πιο πολλοί άνθρωποι βλέπουμε την αγάπη, πρωταρχικά σαν πρόβλημα του πώς ν’ αγαπηθούμε, και όχι του πώς ν’ αγαπήσουμε, πώς δηλαδή ν’ αναπτύξουμε την ικανότητά μας γι’ αγάπη. Μια δεύτερη υπόθεση είναι, ότι η αγάπη αποτελεί πρόβλημα αντικειμένου κι όχι πρόβλημα ψυχικής ικανότητας. Η τρίτη πλάνη, βρίσκεται στη σύγχυση ανάμεσα στην αρχική εμπειρία του ερωτικού συναισθήματος και την διάρκειά του.

Το πρώτο βήμα είναι να γίνει σαφές, ότι η αγάπη είναι μια τέχνη, ακριβώς, όπως μια τέχνη είναι και η ίδια η ζωή.

Έχει επίσης σημασία να ξέρουμε για ποιο είδος συνένωσης μιλάμε όταν αναφέρουμε τη λέξη αγάπη. Είναι πανάρχαια και πανανθρώπινη η ύπαρξη δύο ειδών αγάπης: Αγάπη ως ανάγκη και Αγάπη ως δώρο.

Υπάρχουν δύο τρόποι να ζήσουμε. Ο ένας είναι να εξαρτόμαστε και ο άλλος να αγαπάμε. Η συμβιωτική ένωση έχει το βιολογικό της πρότυπο στη σχέση μεταξύ εγκύου μητέρας και εμβρύου. Είναι δύο και ωστόσο ένα.

Η παθητική μορφή της συμβιωτικής ένωσης είναι η υποταγή ή ο μαζοχισμός. Η ενεργητική μορφή της συμβιωτικής ένωσης είναι η κυριαρχία ή ο σαδισμός.

Στην αγάπη οι δύο γινόμαστε ένας κι ωστόσο παραμένουμε δύο.

Η αγάπη συναρτάται με την ελευθερία και επιτρέπει την ελευθερία. Όταν αγαπάμε, δεν επεμβαίνουμε στην ιδιωτική ζωή του άλλου. Με το να επιθυμούμε ή να ελπίζουμε στην αγά¬πη του, του στερούμε την ελευθερία, γιατί του καθορίζουμε τι να κάνει. Η αληθινή αγά¬πη προϋποθέτει το πέρασμα από τη μοναξιά στη μοναχικότητα. Αρχίζει όταν είμαστε ικανοί να μείνουμε μόνοι μας και να νιώθουμε ευτυχισμένοι με τον εαυτό μας.

Η αγάπη είναι δράση. Είναι δόσιμο και όχι παθητικό αίσθημα. Η προσφορά είναι από μόνη της μια εξαίσια χαρά. Στην πράξη της προσφοράς κάτι νέο γεννιέται, και τα δύο πρόσωπα νιώθουν ευγνωμοσύνη για τη ζωή που γεννήθηκε και για τους δυο. Πέρα από το στοιχείο της προσφοράς, ο ενεργητικός χαρακτήρας της αγάπης γίνεται φανερός από το ότι πάντα περιέχει ορισμένα βασικά στοιχεία, που είναι κοινά σε όλες τις μορφές αγάπης. Αυτά τα στοιχεία είναι : φροντίδα, ευθύνη, σεβασμός και γνώση. Επιπλέον εάν επιθυμούμε να γίνουμε τεχνίτες στην αγάπη, πρέπει ν’ αρχίσουμε να ασκούμαστε στην πειθαρχία, συγκέντρωση, υπομονή, ευαισθησία με τον εαυτό μας, πίστη και θάρρος σ’ όλες τις φάσεις της ζωής μας. Η πίστη στους άλλους έχει το αποκορύφωμά της στην πίστη στην ανθρωπότητα.

Η αγάπη δεν είναι μόνο ένα δυνατό συναίσθημα Είναι μια απόφαση, μια υπόσχεση. Δεν είναι σταθμός ανάπαυσης, αλλά σημείο εκκίνησης για την ωριμότητα, για τη συνεργασία. Αρμονία ή σύγκρουση, χαρά ή στενοχώρια, είναι δευτερεύον σε σχέση με το πρώτιστο γεγονός ότι δύο άνθρωποι νιώθουμε ο ένας τον άλλο, μέσα από την ουσία της ύπαρξής μας. Η αγάπη είναι μια προσωπική εμπειρία, που μπορούμε να δοκιμάσουμε μόνο μέσω του εαυτού μας και για τον εαυτό μας. Δεν είναι εγκεφαλική απασχόληση, δεν είναι μόνο ικανοποίηση του σώματος. Η αγάπη είναι μια στάση, ένας προσανατολισμός του χαρακτήρα που καθορίζει τη σχέση μας με τον κόσμο ως σύνολο και όχι με ένα «αντικείμενο» αγάπης.

Όταν αγαπάμε έναν άνθρωπο, σιγά-σιγά, η περιφέρεια του ανθρώπου εξαφανίζεται, η μορφή του ανθρώπου εξαφανίζεται. Ερχόμαστε σε όλο και μεγαλύτερη επαφή με το άμορφο, με το εσωτερικό. Τότε το σύμπαν, μας ανοίγεται. Τότε εκείνο το πρόσωπο δεν ήταν παρά μια πόρτα, ένα άνοιγμα για το παγκόσμιο.

Όταν υπάρχει αγάπη, είναι προσωπική και απρόσωπη, με ή χωρίς αντικείμενο. Είναι όπως το άρωμα ενός λουλουδιού. Μπορούμε να το μυρίσουμε όλοι, αυτό που έχει σημασία είναι το άρωμα και όχι σε ποιόν ανήκει.

Το πώς θα εκφραστεί η αγάπη και πώς θα εξελιχθεί είναι θέμα Ιδιοπροσωπίας, είναι θέμα του καθενός μας.

Η υποβάθμιση της Επικούρειας Φιλοσοφίας από τον Επίκτητο

Αποτέλεσμα εικόνας για Επικουρος vs ΕπίκτητοΠρόσφατα ασχολήθηκα με εκείνο το κομμάτι της φιλοσοφίας του Επίκτητου, που ναι μεν εκφράζει την Επικούρεια Φιλοσοφία, την χρησιμοποιεί δε άσχημα για την ανάδειξη του Στωικισμού.

Όμως ελάχιστα πράγματα κατάλαβα. Διότι οι αξιόλογοι, χωρίς άλλο, ερμηνευτές, δεν έχουν εισέλθει στα ενδότερα της Επικούρειας φιλοσοφίας. Έτσι διαπίστωσα, μετά από κόπο, ότι αυτά τα κείμενα προσπαθούν να υποβαθμίσουν την Επικούρεια φιλοσοφία.

Ένα μικρό κείμενο του Επίκτητου θα σας πείσει:
Μας λέει και ο Επίκουρος ότι είμαστε από την φύση μας κοινωνικοί. Αλλά έτσι και βάλεις μέσα σε στεγανά αυτό το αγαθό, δεν μπορεί να πει τίποτε άλλο. Διότι πάλι επιμένει λέγοντάς μας , ότι όταν κάτι είναι αποκομμένο απ’ την ουσία του αγαθού, δεν το εκτιμάς το αγαθό αυτό και δεν το ενστερνίζεσαι. Και καλώς επιμένει.

Πως λοιπόν τα λες αυτά, ω Επίκουρε…;

Και υποψιαζόμαστε για ποιους λόγους τα λες αυτά. Άραγε δεν είμαστε στοργικοί προς τα παιδιά μας; Γιατί αποτρέπεις τον σοφό να μην ανατρέφει τα παιδιά του; φοβάσαι μήπως εξ αιτίας των παιδιών πέσει σε στεναχώριες;

Εξ αιτίας του άγχους που τρέφει μέσα του μπορεί να πέσει σε στεναχώριες; Τι τον νοιάζει αν ένα μικρό άγχος μέσα του θρηνεί;

Αλλά ξέρει καλά, ότι έτσι και υπάρχει ένα παιδί, δεν είναι δυνατό σ’ εμάς να μην το αγαπάμε και να μη το φροντίζουμε.

Αλλά όμως αν και τα γνωρίζει καλά αυτά, τολμά να λέει, ότι να μην ανατρέφουμε τα παιδιά. Αλλά το πρόβατο δεν εγκαταλείπει το παιδί του, ούτε ο λύκος. Ο άνθρωπος όμως το εγκαταλείπει;

Τι θέλεις δηλαδή; Να είμαστε ανόητοι σαν τα πρόβατα; Που ούτε και εκείνα το εγκαταλείπουν. Απάνθρωποι να είμαστε και θηριώδεις σαν τους λύκους; Ούτε και εκείνοι το εγκαταλείπουν.

Ποιος θα πειθόταν από εσένα Επίκουρε βλέποντας το παιδί του πεσμένο στην γη να κλαίει; Εγώ νομίζω ότι και αν ακόμη μάντευαν, η μάνα σου και ο πατέρας σου, ότι θα σκόπευες να λες αυτά, ακόμα και τότε δεν θα σε εγκατέλειπαν.

Ακόμα λέει, ότι δεν ασχολείται με τα πολιτικά ο σώφρονας. Ξέρει καλά τι πρέπει να κάνει αυτός που ασχολείται με τα πολιτικά: Και στο φινάλε, αν πρόκειται να περιφέρεται στον όχλο αυτός που ασχολείται με τα πολιτικά όπως ανάμεσα στις μύγες, αυτό Επίκουρε εσένα τι σε πειράζει;
  
Βλέπουμε στο παραπάνω κείμενο πως κατηγορεί τον Κήπο. Έναν Κήπο γεμάτο από ελεύθερους ανθρώπους. Όπου δεν κατάλαβε, σκοπίμως; για ποιον λόγο ο Επίκουρος τον δημιούργησε.

Επίσης κατηγορεί την παραίνεση του Επίκουρου προς τον σοφό που λέει ότι: «Ούτε γάμο θα κάνει ούτε παιδιά θα αποκτήσει ο σοφός. Σε ειδικές μόνο περιπτώσεις της ζωής του θα κάνει γάμο, αν και μερικοί θα τον αποφύγουν». Και όπου αυτό, είναι απλά μία συμβουλή προς τον σοφό και όχι στον οποιονδήποτε άνθρωπο. Διότι αν θελήσει να παντρευτεί ο σοφός, τότε τα βάσανα θα είναι δικά του.

Ακόμα διαστρεβλώνει το «Λάθε Βιώσας». Το «Λάθε Βιώσας» που είναι η πλέον επίκαιρη δόξα της εποχής μας. Όπου μας προτρέπει να μένουμε μακριά από τους πολιτικούς και την πολιτική. Και μας τονίζει να ζούμε στην αφάνεια και στην αποχή. Και όπου εξάγω εγώ, ως προσωπικό συμπέρασμα το να μην ψηφίζουμε ώστε να μην εκλέγουμε όλους αυτούς τους άθλιους πολιτικούς. Διότι «Δημοκρατικόν μεν, το κληρωτάς είναι τας αρχάς, το δε αιρετάς, ολιγαρχικόν»

Όμως πριν προχωρήσουμε, ας δούμε ποιος ήταν ο Επίκτητος και τι πρόσθεσε στην Στωική φιλοσοφία και γιατί αγαπήθηκε από τους Νεοπλατωνικούς και τους Χριστιανούς.

Ο Επίκτητος λοιπόν γεννήθηκε στην Ιεράπολη της Φρυγίας, μία από τις αρχαίες εμπορικές πόλεις της Μικράς Ασίας, το 55 μετά την βίαιη αναχρονολόγησή μας και πέθανε στην Νικόπολη το 125.

Υπήρξε παιδί δούλων. Και ως δούλο τον πήραν από την Ιεράπολη και τον πήγαν στην Ρώμη όπου τον πουλήσανε σε κάποιον δημόσιο υπάλληλο εκτελεστικό γραμματέα του Νέρωνα, τον Επαφρόδιτο.

Πέραν του ότι ο Επίκτητος ήταν ασθενικός και ντροπαλός, ο Επαφρόδιτος τον κακομεταχειριζόταν και τον έκανε ανάπηρο.

Σε μία αναφορά του Κέλσου που την βρίσκουμε στο περίφημο βιβλίο του κατά του Ιησού Χριστού: τον «Αληθή Λόγο» μας μιλάει για την δουλικότητα, για την υπομονή και για την καρτερία του Επίκτητου που διακρίνουμε σε όλο το φιλοσοφικό έργο του. Μας αναφέρει λοιπόν ο Κέλσος ένα γεγονός, που μπορεί να απέχει από την αλήθεια, ότι: όταν κάποτε ο Επαφρόδιτος έστριψε το πόδι του Επίκτητου, ο ίδιος του παρατήρησε χαμογελώντας πως «θα το σπάσεις». Και όταν τελικά το έσπασε το πόδι του ο Επαφρόδιτος, απάντησε ο Επίκτητος ήρεμα: «Δεν σου το είπα;».

Εκείνη την περίοδο, που ήταν δούλος του Επαφρόδιτου, ο Επίκτητος παρακολουθούσε μαθήματα φιλοσοφίας από τον διάσημο για την εποχή εκείνη, Στωικό φιλόσοφο Μουσόνιο Γάιο Ρούφο.

Στην συνέχεια ο Επίκτητος έγινε απελεύθερος. Τότε άρχισε να διδάσκει στην Ρώμη, Στωική φιλοσοφία. Είχε δε γίνει στην Ρώμη, πασίγνωστος Δάσκαλος αυτής της Φιλοσοφίας.

Το 94 μετά την βίαιη αναχρονολόγησή μας, ο Αυτοκράτορας Δομιτιανός αισθάνθηκε ότι απειλείται από την επιρροή που είχαν στον λαό οι φιλόσοφοι. Οπότε εκδίδει διάταγμα και τους εξορίζει όλους.

Ο Επίκτητος τότε κατέφυγε στην Νικόπολη της Ηπείρου και ίδρυσε εκεί Φιλοσοφική Σχολή.

Πιστός μαθητής του, ήταν ο συγγραφέας της «Αλεξάνδρου Ανάβασης», ο Αρριανός, που του διέσωσε τα λόγια του κρατώντας σημειώσεις. Θαυμαστής του, υπήρξε ο Αυτοκράτορας της Ρώμης και φιλόσοφος, Μάρκος Αυρήλιος. Ο Μάρκος Αυρήλιος έγραψε στην Ελληνική γλώσσα, κατά την διάρκεια των εκστρατειών του, ένα έργο με τίτλο «Τα εις Εαυτόν». Αυτό το έργο, μέχρι σήμερα θεωρείται ως έργο σπουδαίο για μια διακυβέρνηση, με γνώμονα το καθήκον και την εξυπηρέτηση του συνόλου. Και όπου σε αυτό το έργο, οι Στωικές αυτές ρίζες (καθήκον, πρέπει, χρέος κ.τ.λ.) βρίσκονται στα ηθικά διδάγματα του Επίκτητου.

Πριν περάσουμε στην φιλοσοφία του ας ακούσουμε ένα ακόμα απόσπασμα από το 10ο κεφάλαιο της διατριβής με τίτλο, «Ενάντια στους Επικούρειους και Ακαδημαϊκούς». Για να δείτε την χλεύη του αλλά και την παιδιάστικη πολεμική του ενάντια στην Επικούρεια Φιλοσοφία.

 -Ω Άνθρωπε, ώ Επίκουρε, γιατί φροντίζεις για μας, γιατί ξαγρυπνάς; Τι φανάρι κρατάς; Γιατί εξεγείρεσαι; Γιατί γράφεις τέτοια βιβλία; Μήπως κάποιος εξαπατηθεί επειδή φροντίζει τους θεούς ή μήπως κανείς καταλάβει ότι το αγαθό δεν είναι μόνο η ηδονή; Αν τα πιστεύεις αυτά, τότε όρμα και μετά κοιμήσου και κάνε ό,τι και τα σκουλήκια. Αφού κρίνεις ότι είσαι άξιος γι’ αυτά. Τρώγε και πίνε και συνουσίαζε και αφόδευε και ροχάλιζε. Τι σε νοιάζει αν οι υπόλοιποι τα αντιλαμβάνονται όλα αυτά, με υγιή τρόπο ή με μη υγιή; Ό,τι είναι για εσένα, είναι και για εμάς. Σε νοιάζει για τα πρόβατα, επειδή τα κουρεύουμε, τα αρμέγουμε και μετά τα σφάζουμε; Δεν θα ευχόσουν άραγε, να μπορούσαν οι άνθρωποι, καταγοητευμένοι και ευχαριστημένοι από τους Στωικούς να νύσταζαν και έπειτα να προσέφεραν τους εαυτούς τους σε εσένα και τους ομοίους σου για να τους κουρέψεις και να τους αρμέξεις; Προς τους συνεπικούρειους έπρεπε να τα λες αυτά και όχι να κρύβεσαι. Πολύ περισσότερο εκείνους πρέπει να μεταπείσεις ότι από την φύση μας είμαστε κοινωνικοί και ότι η εγκράτεια είναι αγαθό. Για ποιους πρέπει να διαφυλάξεις αυτήν την κοινωνία και για ποιους δεν πρέπει; Για ποιους δεν πρέπει να την διατηρήσεις; Για τους αντιδραστικούς και τους παραβάτες; Και ποιοι είναι πιο παραβάτες από εσάς που λέτε όλα αυτά;

Ως πρωταγωνιστής της φιλοσοφίας του Επίκτητου είναι ο άνθρωπος και η εκπαιδευτική αγωγή του.

Η εκπαιδευτική αγωγή του ανθρώπου, για τον Στωικό αυτόν φιλόσοφο, είναι το μέσο όπου μπορεί να κατοχυρώσει ο άνθρωπος την ελευθερία του. Μέσω της εξάσκησης της φιλοσοφίας, ο άνθρωπος μπορεί να διακρίνει τα πράγματα που βρίσκονται υπό την εξουσία του, από εκείνα που δεν βρίσκονται υπό την εξουσία του. Το σώμα μας, για παράδειγμα, τα παιδιά μας, το περιβάλλον μας, είναι πράγματα που δεν βρίσκονται υπό την εξουσία μας (ουκ εφ' ημίν). Όμως τα διανοήματά μας, αυτά καθ’ εαυτά, βρίσκονται υπό την εξουσία μας. Δηλαδή οι σκέψεις μας και οι κρίσεις μας είναι κτήμα μας (εφ' ημίν). Αυτά οριοθετούν την εσωτερική ελευθερία μας. Η διαφύλαξη της οποίας είναι, για τον Επίκτητο, το υπέρτατο αγαθό.

Για τον Επίκτητο, η ευτυχισμένη ζωή και η ζωή με αρετές είναι συνώνυμες. Η ευτυχία και η προσωπική ολοκλήρωση είναι οι φυσικές συνέπειες του να ζεις με αρετές και να κάνεις το σωστό. Τα ερωτήματα όμως που γεννιόνται σε εμάς είναι: Άραγε ποιο είναι το σωστό; Και τι είναι ευτυχία;

Διότι ως γνωστόν οι αρετές για την φιλοσοφία μας είναι το μέσον για την Ηδονή. Την Ηδονή που φέρνει την καλοπέραση. Την ευδαιμονία. Και όχι αυτό το ασταθές συναίσθημα, την ευτυχία. Το να είσαι ενάρετος, μπορεί να είσαι περιοδικά ευτυχισμένος, αλλά δεν καλοπερνάς, δεν ζεις με ευδαιμονία. Το αντίθετο συμβαίνει, επειδή αποφεύγεις τα ωραία και τα όμορφα χάριν της αρετής. Διότι η ζωή δεν είναι ωραία με τα πρέπει, με τα αναγκαία, αλλά με τα περιττά, με τα θέλω.

Ο Επίκτητος πίστευε, ότι ο κύριος σκοπός της φιλοσοφίας είναι να βοηθήσει τους κοινούς ανθρώπους να ανταπεξέλθουν αποτελεσματικά τις προκλήσεις της καθημερινής ζωής. Και να αντιμετωπίσουν με καρτερία τις αναπόφευκτες σοβαρές στεναχώριες, τις απογοητεύσεις και τις λύπες της ζωής.

Η συνταγή του Επίκτητου για την καλή ζωή επικεντρωνόταν σε τρία θέματα: να γίνεις κύριος των επιθυμιών σου, να εκτελείς τα καθήκοντα σου, να μάθεις να σκέπτεσαι καθαρά και για τον εαυτό σου και για τις σχέσεις σου με την ευρύτερη ανθρώπινη κοινωνία. Μα όμως για να σκέφτεσαι, δεν πρέπει να παραγνωρίζεις τους αγγελιοφόρους της σκέψης σου. Τις αισθήσεις και τα αισθήματα. Διότι χωρίς αυτά δεν μπορείς να σκεφτείς. Το λοιπόν, όλα αυτά τα κριτήρια της αλήθειας που μας έθεσε ο Επίκουρος, αποτελούν ψιλά γράμματα για τον Επίκτητο. Και δεν νομίζω πως τα είχε κατανοήσει.

Έτσι εγώ, σαν Επικούρειος, έχω να πω τα εξής: Ότι αν το σώμα μας δεν βρίσκεται υπό την εξουσία μας και αν δεν το ορίζουμε εμείς, τότε αυτό είναι έρμαιο του κάθε αφέντη, είτε θεού είτε ανθρώπου. Οπότε μπορεί να το χρησιμοποιεί όπως ο αφέντης ορίζει. Ή μπορεί ο κάθε άνθρωπος να το απαξιώνει. Και το παράδειγμα, σχετικά με το σπάσιμο του ποδιού του Επίκτητου από τον Επαφρόδιτο, που μας αποκαλύπτει ο Κέλσος, είναι χαρακτηριστικό της δουλικότητας του χαρακτήρα του Επίκτητου. Και αυτήν την δουλικότητα την μετέτρεψε σε ιδεολογία. Την μετέτρεψε σε φιλοσοφία. Όντως το καθήκον είναι μία από τις αναφορές της Στωικής φιλοσοφίας. Ο Επίκτητος όμως συμπληρώνει αυτή την φιλοσοφία με την δουλικότητα. Για παράδειγμα, η απαξίωση του σώματος ενός μοναχού, μας δείχνει στην κυριολεξία το καθήκον απέναντι στον θεό. Μας δείχνει και την δουλικότητα του ανθρώπου εκείνου, απέναντι στις φανταστικές επιταγές ενός φανταστικού πλάσματος που του λέει να περιορίσει στο ελάχιστο τις σαρκικές του επιθυμίες για να κερδίσει μία αβέβαιη αιωνιότητα.

Με λίγα λόγια, μας αναφέρει ο Επίκτητος, ότι μπορεί να μην ορίζω το σώμα μου, μπορεί να μην το εξουσιάζω, μπορεί ο αφέντης να το βασανίζει ή να το χρησιμοποιεί όπως αυτός θέλει, όμως με την εκπαίδευσή μου, με το μυαλό μου, που είναι δικό μου, είμαι ανεξάρτητος και ελεύθερος.

 Όμως τι ελευθερία ή τι ανεξαρτησία μπορεί να έχει ένα μυαλό όταν θα πρέπει επιτελέσει ένα καθήκον; Αλλά πέρα απ’ αυτό, μας δείχνει και μία μεταφυσική σύνδεση του μυαλού παύλα πνεύματος με την σάρκα. Δεν θεωρεί ότι το μυαλό είναι μία ανώτερη μορφή της ύλης. Το διαχωρίζει από το σώμα, λες και το μυαλό μας είναι ουρανοκατέβατο.
 
Αυτή λοιπόν η δουλικότητα, ο περιορισμός των επιθυμιών και το καθήκον, είναι τα κύρια στοιχεία της Στωικής φιλοσοφίας του Επίκτητου. Και γι’ αυτά, εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από την χριστιανική εκκλησία. Και γι’ αυτά, εκτιμάται και αναδεικνύεται σήμερα από τους θεολόγους και από τους προσηλυτιστές.
  
Όπως καταλαβαίνετε, εμπόδιο σ’ αυτήν την «φιλοσοφία της δουλείας», ήταν η ελεύθερη και ηδονιστική Επικούρεια φιλοσοφία. Έτσι, άσκησε ο Επίκτητος δριμεία πολεμική ενάντια στην φιλοσοφία μας. Γι’ αυτό, ακούστε δύο αποσπάσματα από το 7ο κεφάλαιο της διατριβής με τίτλο: Ενάντια προς τον Επικούρειο Διορθωτή των ελευθέρων πόλεων. Εδώ συνομιλεί με έναν Ρωμαίο Επικούρειο θέλοντας να υποτιμήσει την Επικούρεια Φιλοσοφία.

(Στωικός φιλόσοφος) -Αλλά εσένα σου φαίνεται σωστό να σκεφτόμαστε πως θα κρυφτούμε, πως θα είμαστε ασφαλείς και κανείς δεν θα μας πάρει χαμπάρι; Γιατί την κλοπή ούτε ο Επίκουρος την θεωρεί κάτι κακό, αλλά ότι η αδικία γεννιέται μέσα στο μυαλό σου. Αλλά δεν γίνεται να λάβεις διαβεβαιώσεις ότι θα ζεις απαρατήρητος αν κλέψεις; Γι’ αυτό λέει ο Επίκουρος: «Μην κλέβετε».

(Ρωμαίος Επικούρειος) -Αλλά «εγώ σου λέω, ότι αν γίνει διακριτικά και με αυτοσυγκράτηση, θα μείνουμε απαρατήρητοι». Έπειτα και φίλους στην Ρώμη έχουμε ισχυρούς και φιλίες με δικαστικούς. Και οι Έλληνες είναι παθητικοί και αδρανείς: Κανείς δεν θα τολμήσει να ξεσηκωθεί εξ αιτίας αυτής της κλοπής.

(Στωικός φιλόσοφος) -Τότε ποιο είναι το αγαθό; Άμυαλο είναι αυτό που λες και ηλίθιο. Αλλά ούτε και αν μου πεις ότι απέχει από το αγαθό θα σε πιστέψω. Γιατί είναι αδύνατον για κάτι που φαίνεται ψεύτικο να συμφωνήσεις και να αρνηθείς το αληθινό, όπως είναι αδύνατον να απομακρυνθείς απ’ αυτό που φαίνεται αληθινό.

Εδώ βλέπουμε πως ο Επίκτητος κατηγορεί την 34η Δόξα του Επίκουρου που λέει: «Η αδικία, από μόνη της, δεν είναι κακή. Αλλά γίνεται κακή, από τον τρόμο που προκαλεί στον άνθρωπο που την διαπράττει, ότι δεν μπορεί να αποφύγει αυτούς που είναι αρμόδιοι για την τιμωρία τέτοιων πράξεων».

Και σας ερωτώ: Αν δεν υπήρχε περίπτωση να σας συλλάβουν, τότε δεν θα κλέβατε ή δεν θα σκοτώνατε; Αλήθεια, αυτές και άλλες ωμότητες δεν διενεργούνται σ’ έναν πόλεμο ή δεν γίνεται πλιάτσικο σε ένα π.χ. μπλακ αουτ; Εκεί γιατί τις κάνουμε και δεν τις κάνουμε στην κανονική μας κοινωνία; Μα γιατί εκεί δεν υπάρχει περίπτωση να μας συλλάβουν. Άρα στην φιλοσοφία μας και στην φύση, καλό και κακό δεν υπάρχει. Διότι όπως μας λέει ο Επίκουρος «Η δικαιοσύνη δεν υπάρχει ως κάτι αυθύπαρκτο, αλλά αποτελεί κάποια συνθήκη, σύμφωνα με την οποίαν στις αμοιβαίες επαφές των ανθρώπων, όπου και όποτε αυτές λαμβάνουν χώρα, κανένας δεν θα βλάπτει τον άλλον και κανένας δεν θα βλάπτεται».

Και συνεχίζει ο Επίκτητος το υβρεολόγιο:
 
-Αν υπάρχει έστω και μία πιθανότητα να διερευνήσουμε την φιλοσοφία αυτή και να μας οδηγήσει σ’ όλα αυτά που λες, τι περιμένεις να γίνει;

Στα ανάγλυφα ποιο είναι το καλύτερο, το ασήμι ή η τέχνη;

Η ουσία του χεριού είναι η σάρκα. Προπορεύονται όμως τα έργα του χεριού.

 Έτσι και τα πρέποντα είναι τριπλά. Και δεν αφορά το ΕΙΝΑΙ, αλλά ως προς το ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ. Έτσι και ο άνθρωπος δεν πρέπει να τιμά την ύλη και τα σώματα αλλά αυτά που προπορεύονται.

Και ποια είναι αυτά;

Η πολιτική. Ο γάμος. Η τεκνοποιία. Ο σεβασμός στον θεό. Η φροντίδα στους γονείς. Η έλλειψη επιθυμιών. Η υποχωρητικότητα. Η διεκδίκηση. Και ο καθένας οφείλει να μένει πιστός σε αυτά, όπως είναι σύμφωνο με την φύση μας. Γιατί πως αλλιώς γεννηθήκαμε; Ελεύθεροι, γενναίοι και ευσεβείς.

Γιατί ποιο άλλο ζώο κοκκινίζει και ποιο ξεχωρίζει το αισχρό; Με αυτά υπόταξε την ηδονή και κάνε την βοηθό και υπηρέτη για να γίνεις πρόθυμος και να συγκρατείσαι στα έργα που είναι σύμφωνα με τη φύση.

Για εμάς, είναι λάθος ο συλλογισμός ότι π.χ. αυτό το ποτήρι πρώτα το σκεφτήκαμε, μετά το σχεδιάσαμε και έπειτα το κατασκευάσαμε. Πρωτ’ απ’ όλα ο άνθρωπος ήθελε να πιει νερό. Το ποτήρι αυτό έγινε κατόπιν της εξελικτικής διαδικασίας της ανάγκης του να πιει ο άνθρωπος πιο εύκολα νερό. Έτσι για εμάς, προηγείται το ΕΙΝΑΙ, Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ και όχι τα ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ και αυτά που προπορεύονται του είναι. Γιατί απλούστατα, τα ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ, είναι ανθρώπινες επινοήσεις.

Καταλαβαίνουμε λοιπόν από αυτούς τους διαλόγους, αλλά και από τις εξομολογήσεις του Αυγουστίνου που σας είχα πει απ’ αυτό το βήμα πέρσι, πως όσο εισέρχονταν οι άνθρωποι στον μεσαίωνα τόσο πιο εχθρικοί γινόντουσαν στην Επικούρεια Φιλοσοφία.

Και σήμερα τα πράγματα είναι παρόμοια και χειρότερα. Διότι μέσω της μαζικής ψυχολογίας του φασισμού οι άνθρωποι είναι εθισμένοι στο να βλέπουν ή να ακούν πλάσματα της φαντασίας τους ή να έχουν διάφορες ιδεοληψίες, χωρίς να θέλουν ή να μπορούν να εστιάσουν στο λογικό. Και είναι χειρότερα τα πράγματα, διότι υπάρχει ο μαζικός φανατισμός μέχρι θανάτου.

Όμως όλα αυτά και άλλα που είπε ο Επίκουρος και οι Φίλοι του, τα είπε για σένα! Για την μοναδική και ανεπανάληπτη προσωπικότητά σου. Τα είπε για να απολαμβάνεις ολοκληρωμένες και ακέραιες τις Ηδονές. Διότι οι Ηδονές είναι συγκεκριμένες, είναι υλικές και δεν έχουν ουδεμία σχέση, με την Στωική ιδέα της επιδίωξης της ευτυχίας, που μερικοί σκοπίμως σας παρουσιάζουν, είτε εδώ μέσα είτε αλλαχού. Άλλωστε την ευτυχία, την επιδιώκουν όλες οι θρησκευτικές αιρέσεις και όλα τα πολιτικά συστήματα.

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ - Πανηγυρικός (1-10)

Η Αθήνα και η ένωση των Ελλήνων

Ο Ισοκράτης δημοσίευσε τον Πανηγυρικό του ύστερα από μακρόχρονη -δεκαετή, όπως αναφέρουν αρχαίες πηγές- επεξεργασία, το 380 π.Χ.. Αν και ο λόγος δεν εκφωνήθηκε μάλλον ποτέ, απευθύνεται, όπως δηλώνει άλλωστε και ο τίτλος, σε Έλληνες συγκεντρωμένους από όλες τις πόλεις για να γιορτάσουν κάποια πανελλήνια εορτή (ως τόπο ίσως θα πρέπει να φανταστούμε την Ολυμπία, όπου είχαν εκφωνήσει παρόμοιους λόγους ο Γοργίας και ο Λυσίας). Ο λόγος απαρτίζεται από δύο μέρη: ένα επιδεικτικό, το οποίο συνίσταται στον έπαινο της Αθήνας, και ένα συμβουλευτικό (§ 133 κ.ε.), όπου οι Έλληνες καλούνται να ομονοήσουν και να ξεκινήσουν πόλεμο εναντίον των βαρβάρων, στον οποίο θα ηγούνται από κοινού οι Σπαρτιάτες και οι Αθηναίοι. Το επιδεικτικό μέρος υπηρετεί το συμβουλευτικό, αφού με τις αναφορές στην προσφορά της Αθήνας κατά το παρελθόν επιδιώκεται να δικαιολογηθεί η επί ίσοις όροις συμμετοχή της στην ηγεσία του προτεινόμενου πολέμου, σε μια περίοδο κατά την οποία οι Σπαρτιάτες ήταν κυρίαρχη δύναμη στην Ελλάδα. Οι πανελλήνιες ιδέες που εκφράζονται σ᾽ αυτόν τον λόγο ανακλούν την διάδοση παρόμοιων ιδεών μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου αλλά και το κλίμα που επικρατούσε στην Ελλάδα μετά την οδυνηρή για τους Έλληνες Ανταλκίδειο ειρήνη (386 π.Χ.). Ανεξάρτητα από το περιεχόμενό του, ο Πανηγυρικός αποτελεί και σημαντικό μνημείο λογοτεχνικού ύφους: οι μακρές αλλά συμμετρικά δομημένες περίοδοι (περιοδικό ύφος), η ρυθμική επεξεργασία και η αποφυγή της χασμωδίας δίνουν για πρώτη φορά στον πεζό λόγο τη χάρη που διέθετε μέχρι εκείνη την εποχή μόνο η ποίηση.
--------------------
[1] Πολλάκις ἐθαύμασα τῶν τὰς πανηγύρεις συναγαγόντων καὶ τοὺς γυμνικοὺς ἀγῶνας καταστησάντων, ὅτι τὰς μὲν τῶν σωμάτων εὐτυχίας οὕτω μεγάλων δωρεῶν ἠξίωσαν, τοῖς δ᾽ ὑπὲρ τῶν κοινῶν ἰδίᾳ πονήσασι καὶ τὰς αὑτῶν ψυχὰς οὕτω παρασκευάσασιν ὥστε καὶ τοὺς ἄλλους ὠφελεῖν δύνασθαι, τούτοις δ᾽ οὐδεμίαν τιμὴν ἀπένειμαν,

[2] ὧν εἰκὸς ἦν αὐτοὺς μᾶλλον ποιήσασθαι πρόνοιαν· τῶν μὲν γὰρ ἀθλητῶν δὶς τοσαύτην ῥώμην λαβόντων οὐδὲν ἂν πλέον γένοιτο τοῖς ἄλλοις, ἑνὸς δ᾽ ἀνδρὸς εὖ φρονήσαντος ἅπαντες ἂν ἀπολαύσειαν οἱ βουλόμενοι κοινωνεῖν τῆς ἐκείνου διανοίας.

[3] οὐ μὴν ἐπὶ τούτοις ἀθυμήσας εἱλόμην ῥᾳθυμεῖν, ἀλλ᾽ ἱκανὸν νομίσας ἆθλον ἔσεσθαί μοι τὴν δόξαν τὴν ἀπ᾽ αὐτοῦ τοῦ λόγου γενησομένην ἥκω συμβουλεύσων περί τε τοῦ πολέμου τοῦ πρὸς τοὺς βαρβάρους καὶ τῆς ὁμονοίας τῆς πρὸς ἡμᾶς αὐτούς, οὐκ ἀγνοῶν ὅτι πολλοὶ τῶν προσποιησαμένων εἶναι σοφιστῶν ἐπὶ τοῦτον τὸν λόγον ὥρμησαν,

[4] ἀλλ᾽ ἅμα μὲν ἐλπίζων τοσοῦτον διοίσειν ὥστε τοῖς ἄλλοις μηδὲν πώποτε δοκεῖν εἰρῆσθαι περὶ αὐτῶν, ἅμα δὲ προκρίνας τούτους καλλίστους εἶναι τῶν λόγων, οἵτινες περὶ μεγίστων τυγχάνουσιν ὄντες καὶ τούς τε λέγοντας μάλιστ᾽ ἐπιδεικνύουσι καὶ τοὺς ἀκούοντας πλεῖστ᾽ ὠφελοῦσιν· ὧν εἶς οὗτός ἐστιν.

[5] ἔπειτ᾽ οὐδ᾽ οἱ καιροί πω παρεληλύθασιν ὥστ᾽ ἤδη μάτην εἶναι τὸ μεμνῆσθαι περὶ τούτων. τότε γὰρ χρὴ παύεσθαι λέγοντας, ὅταν ἢ τὰ πράγματα λάβῃ τέλος καὶ μηκέτι δέῃ βουλεύεσθαι περὶ αὐτῶν, ἢ τὸν λόγον ἴδῃ τις ἔχοντα πέρας ὥστε μηδεμίαν λελεῖφθαι τοῖς ἄλλοις ὑπερβολήν.

[6] ἕως δ᾽ ἂν τὰ μὲν ὁμοίως ὥσπερ πρότερον φέρηται, τὰ δ᾽ εἰρημένα φαύλως ἔχοντα τυγχάνῃ, πῶς οὐ χρὴ σκοπεῖν καὶ φιλοσοφεῖν τοῦτον τὸν λόγον, ὃς ἢν κατορθωθῇ, καὶ τοῦ πολέμου τοῦ πρὸς ἀλλήλους καὶ τῆς ταραχῆς τῆς παρούσης καὶ τῶν μεγίστων κακῶν ἡμᾶς ἀπαλλάξει;

[7] πρὸς δὲ τούτοις εἰ μὲν μηδαμῶς ἄλλως οἷόν τ᾽ ἦν δηλοῦν τὰς αὐτὰς πράξεις ἀλλ᾽ ἢ διὰ μιᾶς ἰδέας, εἶχεν ἄν τις ὑπολαβεῖν ὡς περίεργόν ἐστι τὸν αὐτὸν τρόπον ἐκείνοις λέγοντα πάλιν ἐνοχλεῖν τοῖς ἀκούουσιν·

[8] ἐπειδὴ δ᾽ οἱ λόγοι τοιαύτην ἔχουσι τὴν φύσιν ὥσθ᾽ οἷόν τ᾽ εἶναι περὶ τῶν αὐτῶν πολλαχῶς ἐξηγήσασθαι καὶ τά τε μεγάλα ταπεινὰ ποιῆσαι καὶ τοῖς μικροῖς μέγεθος περιθεῖναι, καὶ τά τε παλαιὰ καινῶς διελθεῖν καὶ περὶ τῶν νεωστὶ γεγενημένων ἀρχαίως εἰπεῖν, οὐκέτι φευκτέον ταῦτ᾽ ἐστὶ περὶ ὧν ἕτεροι πρότερον εἰρήκασιν, ἀλλ᾽ ἄμεινον ἐκείνων εἰπεῖν πειρατέον.

[9] αἱ μὲν γὰρ πράξεις αἱ προγεγενημέναι κοιναὶ πᾶσιν ἡμῖν κατελείφθησαν, τὸ δ᾽ ἐν καιρῷ ταύταις καταχρήσασθαι καὶ τὰ προσήκοντα περὶ ἑκάστης ἐνθυμηθῆναι καὶ τοῖς ὀνόμασιν εὖ διαθέσθαι τῶν εὖ φρονούντων ἴδιόν ἐστιν.

[10] ἡγοῦμαι δ᾽ οὕτως ἂν μεγίστην ἐπίδοσιν λαμβάνειν καὶ τὰς ἄλλας τέχνας καὶ τὴν περὶ τοὺς λόγους φιλοσοφίαν, εἴ τις θαυμάζοι καὶ τιμῴη μὴ τοὺς πρώτους τῶν ἔργων ἀρχομένους, ἀλλὰ τοὺς ἄρισθ᾽ ἕκαστον αὐτῶν ἐξεργαζομένους, μηδὲ τοὺς περὶ τούτων ζητοῦντας λέγειν, περὶ ὧν μηδεὶς πρότερον εἴρηκεν, ἀλλὰ τοὺς οὕτως ἐπισταμένους εἰπεῖν ὡς οὐδεὶς ἂν ἄλλος δύναιτο.

***
ΠΡΟΟΙΜΙΟ.Το θέμα και ο χειρισμός του.
[1] Πολλές φορές απόρησα με αυτούς που καθιέρωσαν τις θρησκευτικές γιορτές και οργάνωσαν τους αθλητικούς αγώνες: Έκριναν άξιες για τόσο μεγάλα έπαθλα τις ικανότητες του σώματος, ενώ αυτούς που κοπίασαν προσωπικά για το κοινό καλό και καλλιέργησαν έτσι τον ψυχικό τους κόσμο ώστε να είναι σε θέση να ωφελήσει και τους άλλους, σ᾽ αυτούς δεν έδωσαν καμιά τιμητική διάκριση.

[2] Και όμως το σωστό θα ήταν γι᾽ αυτούς κυρίως να νοιαστούν· γιατί δυο φορές τόση δύναμη και αν αποχτήσουν οι αθλητές, οι άλλοι δε θα είχαν να κερδίσουν τίποτα παραπάνω· αντίθετα, και ένας μονάχα άνθρωπος αν σκεφτεί σωστά, όλοι θα ήταν δυνατό να ωφεληθούν, όσοι θα ήθελαν να γευτούν τη γνώση εκείνου.

[3] Όμως δεν απογοητεύτηκα από αυτό ώστε να αδρανήσω. Έκρινα ικανό έπαθλο τη φήμη που θα μου φέρει αυτός ο λόγος και ήρθα να δώσω γνώμη και για τον πόλεμο με τους βαρβάρους και για την ανάγκη να μονοιάσουμε μεταξύ μας, και ας ξέρω καλά ότι πολλοί από όσους κάνουν τους σοφιστές έχουν κιόλας ασχοληθεί με αυτό το θέμα.

[4] Έχω, βλέπετε, την ελπίδα πως θα ξεχωρίσω τόσο από κείνους, ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση πως τίποτα σχετικό δεν είπανε ποτέ. Ύστερα θεωρώ άριστους τους λόγους που αναφέρονται στα πιο σοβαρά θέματα. Αυτοί προβάλλουν την αξία του ρήτορα και όσους τους ακούν τους ωφελούν πολύ. Τέτοιος είναι και ο λόγος που θα πω.

[5] Άλλωστε ούτε και οι συνθήκες έχουν αλλάξει έτσι που να είναι ανώφελο πια να γίνει λόγος για τα ζητήματα αυτά. Οι λόγοι πρέπει να σταματούν μονάχα όταν τα πράγματα λάβουν κάποιο τέλος και δεν ωφελεί πια η συζήτηση γι᾽ αυτά ή όταν διαπιστωθεί πως κάποιος λόγος έφτασε πια σε τέλεια μορφή, ώστε να μην αφήνει περιθώρια στους άλλους να προχωρήσουν παραπάνω.

[6] Όσο όμως τα πράγματα στην Ελλάδα ακολουθούν τον ίδιο δρόμο όπως πριν και όσα ειπώθηκαν ώς τώρα τυχαίνει να είναι άχρηστα, πώς να μη στρέψουμε τη σκέψη και το στοχασμό μας στο λόγο αυτόν, που, αν τυχόν πετύχει το σκοπό του, σίγουρα θα μας απαλλάξει και από τον εμφύλιο πόλεμο και από τη σημερινή αναταραχή και από τις πιο μεγάλες συμφορές;

[7] Άλλωστε, αν σε καμιά περίπτωση δε θα ήταν δυνατό να δηλωθούν τα ίδια πράγματα διαφορετικά παρά με έναν τρόπο, θα μπορούσε ίσως κανείς να σκεφτεί πως είναι περιττό να ενοχλεί τον κόσμο χρησιμοποιώντας τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα με άλλους.

[8] Όμως η φύση των λόγων είναι τέτοια, ώστε τα ίδια πράγματα με πολλούς τρόπους να μπορείς να τα αναπτύξεις, και τα σπουδαία σαν ασήμαντα να τα παρουσιάσεις και τα μικρά να μεγαλοποιήσεις και ακόμα τα παλιά με σύγχρονο πνεύμα να προβάλεις και τα καινούρια γεγονότα με τον παλιό δοκιμασμένο τρόπο να εκθέσεις. Γι᾽ αυτό ακριβώς δεν πρέπει να αποφεύγεις τα θέματα που οι προηγούμενοι από σένα αντιμετώπισαν, αλλά να προσπαθείς να τα αναπτύξεις με τρόπο πιο σωστό από κείνους.

[9] Τα περασμένα γεγονότα βέβαια είναι κοινή κληρονομιά για όλους μας. Δουλειά τώρα των προικισμένων με μυαλό είναι να κάμουν σωστή εκμετάλλευση αυτών και, στην κατάλληλη στιγμή, να αναφέρουν μονάχα ό,τι χρειάζεται για το καθένα από αυτά και να τα διατυπώσουν με τρόπο άψογο.

[10] Νομίζω μάλιστα πως τότε μονάχα θα μπορούσαν να προκόψουν και οι άλλες τέχνες και η ρητορική επιστήμη, όταν θαυμάζουμε και εκτιμούμε όχι τόσο αυτούς που είχαν την πρωτοβουλία να αρχίσουν ένα έργο, όσο εκείνους που το έφεραν σε πέρας με τον πιο τέλειο τρόπο· ούτε και αυτούς που θέλουν να μιλούν για θέματα που κανένας άλλος προηγούμενα δεν έπιασε, αλλά όσους γνωρίζουν να τα λεν με τρόπο που κανένας άλλος δε θα το μπορούσε.