Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2016

Ο ΠΛΑΤΩΝ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποτέλεσμα εικόνας για Ο ΠΛΑΤΩΝ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΕίναι πλάνη να πιστεύεται ότι ο Πλάτων, υποκείμενος σε ιδεαλιστικές αντιλήψεις και κυριαρχημένος από την ηθική φιλοσοφία της αρετής και της δικαιοσύνης, αγνόησε το ρόλο της οικονομίας και περιορίσθηκε απλώς σε ορισμένες δεοντολογικές κατευθυντήριες συμβουλές[1]. Χωρίς να παραγνωρίζει ότι το οικονομικό είναι ύλη του κοινωνικού, απέδωσε ξεχωριστή σημασία στον οικονομικό παράγοντα και επεδίωξε να δώσει επιστημονικές λύσεις σε συγκεκριμένα προβλήματα. Η θεραπευτική που πρότεινε δείχνει σαφή γνώση του θέματος και των αιτίων των συμπτωμάτων της ασθένειας και του τρόπου της εξέλιξής της, όπως παρατηρεί ο Leon Robin[2].
 
Οι απόψεις του Πλάτωνα σχετικά με τον πλούτο δεν έχουν την έννοια αποδοκιμασίας του πλούτου, χωρίς από την άλλη πλευρά να ενθαρρύνουν στροφή της δραστηριότητας στην απόκτηση πλούτου και μάλιστα άνευ ηθικών δισταγμών. Στη διαβάθμιση των αγαθών ο πλούτος θεωρείται ήσσονος σημασίας αγαθό[3], η τελική αξία του οποίου εξαρτάται από τη χρήση του. Για τον Πλάτωνα ο υπέρμετρος πλούτος ή η υπέρμετρη φτώχεια, δηλαδή η οξεία αντίθεση, είναι εκείνη που πλήττει την ηθική, τη δικαιοσύνη, αλλά και γίνεται εστία κοινωνικών αναταραχών, που μπορεί να ανατρέψουν την κοινωνική ισορροπία. Στη βάση του πλατωνικού ιδεώδους είναι η σύμμετρη θέση αναγκών και πλούτου, με την έννοια ότι η ανεπάρκεια του πλούτου μπορεί να αντισταθμισθεί από τη συγκράτηση των αναγκών.

Στο Γοργία μας διδάσκει ότι χρηματιστική είναι η τέχνη της απαλλαγής από τη φτώχεια και της δημιουργίας πλούτου (Lowry). Αυτό σημαίνει απόδοση ιδιαίτερης σημασίας όχι μόνο στη διανομή, αλλά και στην παραγωγή. Το πρόβλημα της οικονομίας για τον Πλάτωνα δεν είναι η επιλογή μέσων. Το προέχον είναι η επιλογή σκοπών. Και κύριος σκοπός είναι η ανθρώπινη ευδαιμονία, η ποιότητα ζωής, που δεν επιτυγχάνονται μόνο με τον υπέρμετρο πλούτο[4].
 
Η ανάγκη της αντιμετώπισης των προβλημάτων του πλούτου και της πενίας τον οδήγησε στη σκέψη να αναζητήσει τις πρόσφορες μεταρρυθμιστικές λύσεις, αρχικά με την «Πολιτεία» και ύστερα με την ώριμη πραγματεία των «Νόμων». Αυτό τον οδηγεί και στην πρόταση θέσπισης αυστηρότατων μέτρων αγορανομίας, κατά της κερδοσκοπίας των τόκων, των ανατιμήσεων, που αποτελούσαν τη μάστιγα της εποχής. Οι προτάσεις του στον τομέα αυτό θυμίζουν ορμή προφητών του Ισραήλ.
 
Εκτιμώντας ορθά το ρόλο του οικονομικού παράγοντα έριξε ιδιαίτερο βάρος στο πληθυσμιακό πρόβλημα. Η σχέση πληθυσμού και εισοδήματος, αλλά προ παντός η σχέση πληθυσμού και εδάφους υπήρξε μια από τις κύριες ως προς το οικονομικό πρόβλημα απασχολήσεις του[5].
 
Μια άλλη απόδειξη της ιδιαίτερης σημασίας που απέδιδε στο οικονομικό πρόβλημα ο Πλάτων είναι η κατά το σύγχρονο τρόπο διάκριση της οικονομικής σε παραγωγή, διανομή, κατανάλωση.
 
Ουσιώδους σημασίας είναι εξάλλου η περί καταμερισμού της εργασίας θεωρία του, που απέκτησε ιδιαίτερη βαρύτητα στα πλαίσια της οικονομικής επιστήμης και των απόψεων του Adam Smith.
 
Οι ενδεικτικώς αναφερόμενες απόψεις του Πλάτωνα για ορισμένα οικονομικά θέματα δεν είναι οι μόνες. Στην περαιτέρω ανάπτυξη θα δοθεί η ευκαιρία να εκτεθούν ειδικότερα και αυτές οι απόψεις, που αποτελούν και συμβολή στη σύγχρονη οικονομική επιστήμη.
 
Η ενδεικτική αυτή αναφορά έγινε μόνο για να καταδειχθεί ότι δεν είναι αληθής ο ισχυρισμός ότι ο Πλάτων παραγνώριζε τη σημασία του οικονομικού προβλήματος υπό την επίδραση της ηθικής. Στο πλαίσιο της αναζητούμενης ποιότητας ζωής, ο οικονομικός παράγοντας δεν ήταν γι ’ αυτόν ήσσονος σημασίας. Το κύριο ενδιαφέρον του συνίστατο στη διατήρηση μιας τάξης, όπου ο ρυθμός της ανάπτυξης θα ήταν σταθερός, ανταποκρινόμενος σε αντίστοιχο ρυθμό ανάπτυξης του πληθυσμού, και δεν θα έβλαπτε την ποιότητα ζωής.
 
Ο Πλάτων και ο ιστορικός υλισμός
Χωρίς να είναι σοσιαλιστής, ο Πλάτων υποστήριζε εκλεκτικά κοινωνιστικές ιδέες, που αμβλύνθηκαν βέβαια στους «Νόμους», σε σύγκριση με την «Πολιτεία»… Εύλογα πάντως μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο Αθηναίος φιλόσοφος υπήρξε οπαδός ενός ιδιότυπου ιστορικού υλισμού.
 
Εν πρώτοις, ο μεγάλος φιλόσοφος της αρχαιότητας, ακολουθώντας τη γενικότερη φυσική φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων, δέχεται ότι το οικονομικό είναι ύλη του κοινωνικού, τα δε κοινωνικά φαινόμενα είναι μέρος των φυσικών φαινομένων, στη λογική των οποίων, ως εις νομοτέλεια, υπόκεινται. Στην αντίληψη αυτή δηλαδή στην επέκταση της φύσης στην κοινωνία, στήριξαν τις απόψεις τους οι κλασσικοί της οικονομίας, Smith, Ricardo, Quesnay, Malthus, αλλά και ο ίδιος ο Marx.
 
Προς τη μαρξιστική οικονομική ανάλυση πλησιάζει εξάλλου η πλατωνική άποψη ότι η εργασία αποτελεί το βασικό κόστος των προϊόντων και κύριο στοιχείο της αξίας των.
 
Τέλος και σπουδαιότερο, η ιστορική ανάλυση των κοινωνικοοικονομικών εξελίξεων και η συσχέτιση πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών φαινομένων στην ιστορική τους πορεία επιβεβαιώνουν πράγματι την εντύπωση ότι ο Πλάτων υπήρξε εκ των προδρόμων της θεωρίας του ιστορικού υλισμού ή, για να υπάρξει μεγαλύτερη προσέγγιση προς τις απόψεις του, του ιστορικού οικονομισμού. Κατ’ αυτόν ο οικονομικός παράγοντας «ως μη ώφελε», είναι ουσιώδης προσδιοριστικός παράγοντας των κοινωνικών εξελίξεων και των πολιτικών συστημάτων.
 
Εξετάζοντας την ιστορική εξέλιξη και την παραγωγή των κοινωνικοπολιτικών συστημάτων, ο συγγραφέας της «Πολιτείας» προβάλλει το ρόλο των οικονομικών συνθηκών στην πορεία της κοινωνίας και των θεσμών της. Η πάλη των πλουσίων και φτωχών, όχι βέβαια με τη μαρξική έννοια τάξεων, είναι η αιτία της εναλλαγής του θεσμικού υπεροικοδομήματος. Η φράση αυτή της διαμάχης, που ανάμεσα σ’ άλλες κατηγορίες κοινωνικών ομάδων επαναλαμβάνεται στο κομμουνιστικό μανιφέστο (πατρίκιοι και πληβείοι, κύριοι και δούλοι, πλούσιοι και φτωχοί, αστοί και προλετάριοι), φαίνεται να εκφράζει μια ουσιώδη μορφή κοινωνικής δυναμικής[6].
 
Είναι αλήθεια ότι και ο Αριστοτέλης μιλάει για «πάλη συμφερόντων», που οδηγεί στη διαδοχή στην εξουσία διαφόρων μερίδων[7]. Και ο Ισοκράτης επίσης στον «Αρχίδαμο»[8] και στο λόγο «Προς Φίλιππο»[9] περιγράφει την ανταγωνιστική αυτή βία. Την εποχή που ο Πλάτων έγραφε την «Πολιτεία», 1.500 πλούσιοι είχαν στριμωχθεί με τις ράβδους στο Άργος από το πλήθος. Ο Πλάτων γράφοντας είχε ακόμη υπόψη του τη συνωμοσία του Κυνάδοντος στη Σπάρτη[10]. Ο Πλάτων όμως φαινόταν να είχε μελετήσει συστηματικά και ρεαλιστικά τα αίτια των ανατροπών των καθεστώτων και μαζί μ ’ αυτά το ρόλο των διεφθαρμένων κυβερνήσεων. Κατ ’ αυτόν η ιδιοκτησία είναι ο κύριος παράγοντας της κοινωνικής και πολιτικής εξέλιξης, που προκαλεί και τη… σταθερή αστάθεια των καθεστώτων. Η ανάγκη διόρθωσης των διαταραχών της ισορροπίας που προκαλεί η ιδιοκτησία, κατά συνέπεια, δεν είναι μόνο θέμα ηθικού ιδεαλισμού αλλά και εμπειρικού οικονομισμού. Η διαδοχή των πολιτευμάτων: αριστοκρατία, τιμοκρατία, ολιγαρχία, δημοκρατία και τυραννία πραγματοποιείται οιονεί νομοτελειακά υπό την πίεση της επιθυμίας απόκτησης των μέσων παραγωγής και καταλήγει σε διαδοχικές εναλλαγές των κατόχων τους. Παραθέτω χαρακτηριστικά τις μεταβολές της τιμοκρατίας σε ολιγαρχία και της ολιγαρχίας σε δημοκρατία, σύμφωνα με την πλατωνική ανάλυση, από την οποία φαίνεται να βεβαιώνεται η βασική πλατωνική θέση για το ρόλο της πάλης των εχόντων και μη εχόντων:
 
Θέση η τιμοκρατία. Αρχίζει η άρνησή της με την κρυφή λατρεία του πλούτου, τα θησαυροφυλάκια και τη δίψα για την απόλαυσή τους.
 
Σύνθεση, η ολιγαρχία.
«Εἴη δέ γ ’ ἄν, ὡς ἐγώμαι, ὀλιγαρχία ἡ μετά τήν τοιαύτην πολιτεία. Λέγεις δέ, ἦ δ’ ὅς, τήν ποίαν κατάστασιν ὀλιγαρχίαν, τήν ἀπό τιμημάτων, ἥν δ’ ἐγώ, πολιτείαν, ἐν ᾖ οἱ μέν πλούσιοι ἄρχουσι, πένητι δέ οὐ μέτεστιν ἀρχῆς». Πώς γίνεται η μεταβολή προς την ολιγαρχία; «Προϊόντες εἰς τό πρόσθεν του χρηματίζεσθαι, ὅσω ἄν τοῦτο τιμιώτερον ἡγῶνται, τοσούτω ἀρετήν ἀτιμοτέραν». Φθάνουν στο σημείο ώστε οι άνθρωποι: «Ἀντί δή φιλονείκων καί φιλοτίμων ἀνδρῶν φιλοχρηματισταί καί φιλοχρήματοι τελευτῶντες ἐγίνοντο, καί τον μέν πλούσιον ἐπαινοῦσι τε καί θαυμάζουσι καί εἰς τάς ἀρχάς ἄγουσι, τόν δέ πένητα ἀτιμάζουσιν»[11]. Έτσι η φεουδαρχική οικονομία αντικαθίσταται από την «καπιταλιστική». Όλες οι απασχολήσεις καταλήγουν στην αγάπη του πλούτου και έτσι εμφυτεύεται στην κοινωνία το καπιταλιστικό πνεύμα, κύριο γνώρισμα του οποίου είναι η επιδίωξη του κέρδους, της σώρευσης κεφαλαίου για το κέρδος, για το κεφάλαιο. Στην ολιγαρχία, κατά την οποία στην εξουσία δεν παίρνει μέρος κανείς, του οποίου η περιουσία να είναι κατώτερη ορισμένου ποσού, αρχίζει η μάχη του πλουσίου και του φτωχού: «Τό μή μίαν ἀλλά δύο ἀνάγκη εἶναι τήν τοιαύτην πόλιν, ταῶν μέν πενήτων, ταῶν δέ πλουσίων, οἰκοῦντας ἐν ταῶ αὐτῶ, ἀεί ἐπιβουλεύοντας ἀλλήλοις»[12].
 
Στα ολιγαρχικά πολιτεύματα καταντά να υπάρχουν υπερβολικά πλούσιοι και υπερβολικά πτωχοί. Σχεδόν είναι όλοι πτωχοί πλην των αρχόντων. Άρνηση της ολιγαρχίας η αντίδραση των πτωχών. Σύνθεση, η δημοκρατία. Η δημοκρατία προέρχεται από την ανατροπή της ολιγαρχίας με κίνητρο την αναζήτηση του πλούτου: «Δημοκρατία δή, οἶμαι, γίγνεται, ὅταν οἱ πένητες νικήσαντες τούς μέν ἀποκτείνωσι ταῶν ἑτέρων, τούς δέ ἐκβάλωσι, τοῖς δέ λοιποῖς ἐξ ἴσου μεταδῶσι πολιτείας τε καί ἀρχῶν»[13]. Η πλατωνική αφήγηση εδώ στο 8ο κεφάλαιο της «Πολιτείας», θυμίζει τη μαρξική θεωρία της πάλης των τάξεων, της εξαθλίωσης (Verelendung), της συγκέντρωσης του κεφαλαίου και της δημιουργίας του «βιομηχανικού εφεδρικού στρατού». Κατά το Marx, το κεφάλαιο σωρεύεται, συγκεντρώνεται σε λίγα χέρια (συγκέντρωση και συγκεντροποίηση), ενώ παράλληλα στο πεδίο του καπιταλισμού αντιπαρατίθεται η σώρευση της αθλιότητας. Η πλατωνική περιγραφή είναι ανάλογη: «Παραμελοῦντες δή ἐν ταῖς ὀλιγαρχίαις καί ἐφιέντες ἀκολασταίνειν οὐκ ἀγενεῖς ἐνίοτε ἀνθρώπους πένητας ἠνάγκασαν γενέσθαι (ἐξαθλίωση). Μάλα γε. Κάθηνται δή, οἶμαι, οὗτοι ἐν τῆ πόλει κεκεντρωμένοι τε καί ἐξοπλισμένοι, οἱ μέν ὀφείλοντες χρέα, οἱ δέ ἄτιμοι γεγονότες, οἱ δέ ἀμφότερα, μισοῦντες τε καί ἐπιβουλεύοντες τοῖς κτησαμένοις τά αὐτῶν καί τοῖς ἄλλοις, νεωτε­ρισμοῦ ἐρῶντες»[14]. Ον εκμεταλλευτές αποκαλούνται από τον Πλάτωνα «κηφῆνες τῆς κοινῆς κυψέλης»[15]. Έτσι η δημοκρατία εγκαθίσταται με επανάσταση οικονομικής φύσης. Οι έχοντες περιουσία δολοφονούνται. Τα υπάρχοντά τους τα διαμοιράζονται οι φτωχοί. Κύριοι των κρατών γίνονται οι πένητες, αυτοί που έχουν το «κεντρί». Εδώ όμως ο Πλάτων βλέπει κάτι που είναι καθοριστικής σημασίας. Οι κηφήνες θα πάρουν τη μεγαλύτερη ποσότητα μελιού, αλλά θύματα θα είναι οι πλούσιοι, οι απασχολούμενοι με τα οικονομικά από ιδιοσυγκρασία, από τους οποίους θα ικανοποιηθούν οι ορέξεις των φτωχών.
 
«Η δημοκρατία εξελίσσεται σε τυραννία. Αντιδρούν οι πλούσιοι. Ο λαός επιλέγει προστάτη, που επιχειρεί νέα διανομή γαιών και κατάργηση χρεών, προάγονται οι πόλεμοι, έτσι ώστε τελικά οι πολίτες να γίνουν δούλοι»[16]. Στο καθεστώς των τυράννων θέτουν τέρμα πάλι οι οικονομικοί παράγοντες.
 
Χωρίς να αποδίδει κανείς στον Πλάτωνα τη δογματική υφή του μαρξικού ιστορικού υλισμού, είναι αδύνατο να αρνηθεί τη θεμελιώδη σημασία που ο Αθηναίος φιλόσοφος αποδίδει στους οικονομικούς παράγοντες στην πορεία της ανθρώπινης κοινωνίας. Κίνητρο η απόκτηση πλούτου, μέσων παραγωγής. Μέσον η ιδιότυπη πάλη πλουσίων και πτωχών. Αποτέλεσμα ανατροπή του εποικοδομήματος. Και πρέπει μάλιστα ξεχωριστά να τονισθεί ότι ο Πλάτων αντιμετώπισε το θέμα του επιστημονικά, καίτοι τη διαπίστωση αυτή επεδίωξαν πολύ αργότερα να οικειοποιηθούν άλλοι.
 
Όμως κοινή είναι η αντίληψη ότι ο Πλάτων υπήρξε ιδεαλιστής. Κάποτε πρέπει οι έννοιες αυτές να αποκτήσουν το αληθινό τους νόημα.
 
Αυτό εσήμαινε ότι το πνεύμα προηγείται δυναμικά και δημιουργικά της ύλης. Και προς την αρχή αυτή υπήρξε συνεπής. Μήπως όταν ο ιστορικός υλισμός δέχεται ότι η μεταβολή των παραγωγικών σχέσεων συντελείται με τη μεταβολή της τεχνικής, δεν δέχεται, έστω και αν δεν το ομολογεί, ότι το πνεύμα είναι ο δημιουργικός παράγοντας των κοινωνικών συνθηκών και μεταβολών;
 
Βεβαίως δεν υπήρξε ο Πλάτων μονομερής. Δέχεται την επίδραση και των ψυχολογικών και των κλιματικών και των γεωγραφικών παραγόντων στη διαμόρφωση της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Όμως δεν μπορεί να παραγνωρισθεί ότι μαζί με τους οικονομικούς, κινούνται κατά τον Πλάτωνα και ηθικοί και ψυχολογικοί παράγοντες.
 
Υπήρξε ουτοπιστής; Εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι προσπάθησε να μετατρέψει τις ιδέες του, όχι απλώς τα οράματα του, σε πράξη. Κανείς, όπως αυτός, δεν επιδόθηκε σ’ αυτή την προσπάθεια[17]. Τα γραφόμενα του αντανακλούν εν μέρει τις νομοθεσίες της Σπάρτης, της Κρήτης, ακόμη και τις απόψεις του Δικαίαρχου, του Φαλέα, του Ιππόδαμου κ.λπ.
 
Ο ισχυρισμός ότι ο Πλάτων δέχεται και άλλους παράγοντες, που επηρεάζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά, δεν ανατρέπει τη βασική ως άνω αρχή, δηλαδή την αρχή του οικονομισμού. Ο Marx αγνόησε τους ψυχικούς, ψυχολογικούς, ηθικούς παράγοντες. Μεταγενέστεροι όμως μαρξιστές προσπάθησαν να τον συμπληρώσουν (Reich). Έτσι η πολυμέρεια και όχι μονομέρεια του Πλάτωνα δικαιώνεται και από τους μεταγενέστερους μαρξιστές. Αυτό βέβαια σημαίνει ότι ορθώς ο Πλάτων τόνισε ότι δεν είναι μόνον οι οικονομικοί παράγοντες που καθορίζουν την ανθρώπινη πορεία. Πολύ περισσότερο σε καμιά περίπτωση δεν αποδέχθηκε τον υλισμό ως καθοριστικό παράγοντα της ανθρώπινης σκέψης και πράξης. Δεν είναι ci οικονομικοί ή οι κοινωνικοί παράγοντες πάντως που κάνουν το άτομο αυτό που είναι.
 
Ίσως να έχει δίκιο ο Leon Robin, του οποίου την ανάλυση ακολουθήσαμε πιο πάνω, όταν κάνει λόγο για το ότι ο Πλάτων υπήρξε το θύμα του λεγόμενου «φόβου των ιδεών», με την έννοια ότι η κριτική του αντανακλούσε το φόβο μπροστά στη σοφία των μεθοδικών πνευμάτων ή εκείνων που αρέσκονται να δηλητηριάζονται από ένα στενό εμπειρικό πνεύμα. Ο Guiraud π.χ. θεωρεί ότι δεν έχουν αξία τα σχέδιά του για την κοινωνική οργάνωση. Γιατί ως φιλόσοφος απλώς εβίαζε, λέγει, την ανθρώπινη φύση. «Εκθέτει τα όνειρά του και όχι τις ιδέες του»[18].
 
Ωστόσο ύστερα από 2.000 χρόνια περίπου την ανθρωπότητα απασχολούν ακριβώς τα ίδια θέματα.
 
Ο Πλάτων και η οικονομική δικαιοσύνη
Η ηθική και η οικονομική δικαιοσύνη κατά τον Πλάτωνα, στα πλαίσια πάντα της πόλης-κράτους, συνίσταντο στην αρχή της ορθής κατανομής της δύναμης στην κοινωνία, δηλαδή στην απονομή στον καθένα του οφειλόμενου suum cuique κατά το ρωμαϊκό δίκαιο. Αυτή ακριβώς η αρχή, που είχε υποστεί αλλοιώσεις, επεδιώκετο να διορθωθεί με την έξαρση του ρόλου της δικαιοσύνης. Η απόδοση δικαιοσύνης κατά την πλατωνική έννοια έχει δύο βασικές αρχές. Στο άτομο αποδιδόταν το οφειλόμενο περισσότερο για την προσφορά του στο σύνολο, στο κράτος, και λιγότερο για την ατομική του προσφορά και δημιουργία. Οπωσδήποτε και αυτή η μορφή της απόδοσης, παρά τον κυριαρχικό ρόλο του κράτους, διατήρησε τις δυνατότητες του ατόμου και επέτρεψε να αναπτυχθεί το άτομο «χαράσσοντας ορθό ισοζύγιο ανάμεσα στην εκχειλίζουσα ενεργητικότητα του ατόμου και στην ικανοποιητική ισχύ της πολιτείας», όπως τονίζει ο Jaeger[19].
 
Η δεύτερη αρχή της πλατωνικής δικαιοσύνης σε σχέση προς την οικονομία στηρίζεται, υπό την επίδραση των Πυθαγορείων, στην αναλογικότητα. Πρόκειται για τη γεωμετρική ισότητα, που λαμβάνει υπόψη τις μεταξύ των ατόμων διαφορές, σε αντίθεση με την αριθμητική ισότητα. Αυτό σημαίνει στο μεγαλύτερο περισσότερα, στη μεγαλύτερη αρετή μεγαλύτερη προσφορά. Στον καθένα ανάλογα με το μέγεθος της αρετής και της παιδείας του. Με αφορμή μάλιστα την έννοια αυτή της γεωμετρικής ισότητας ο Κ. Popper χαρακτηρίζει την πλατωνική «Πολιτεία» ως την πιο δουλεμένη μονογραφία για τη δικαιοσύνη, στην οποία όμως ο Πλάτων εκφράζει μια θεωρία που αντιστρατεύεται την ουμανιστική θεωρία της δικαιοσύνης και τούτο γιατί υπερασπίζεται το φυσικό προνόμιο, την αξιοκρατία, την αρχή ότι το άτομο πρέπει να ενισχύει τη σταθερότητα της πολιτείας και κατά συνέπεια θέλει τη δικαιοσύνη να προσφέρει υψηλές παροχές που στηρίζουν το κράτος, ανεξαρτήτως αναγκών. Συμπεραίνει έτσι ο Popper ότι ο Πλάτων γίνεται συνήγορος της κλειστής ή ολοκληρωτικής κοινωνίας και εχθρός της ανοικτής κοινωνίας, στην .οποία τα άτομα παίρνουν προσωπικές αποφάσεις[20].
 
Σε αντίθεση προς τις απόψεις του Ηροδότου, των σοφιστών και του Hobbes, η κοινωνία για τον Πλάτωνα δεν είναι αποτέλεσμα σύμβασης μεταξύ των μελών της για την αποφυγή της ανομίας και των διαρκών πολέμων, η πόλη-κράτος γεννήθηκε από τη διαφορότητα των ανθρωπίνων αναγκών, τις οποίες ένα μόνο άτομο δεν θα μπορούσε να ικανοποιήσει όλες. Θα μπορούσε, μια ειδική κατηγορία πολιτών, των οποίων η φύση θα ήταν καλύτερα προσαρμοσμένη, να ικανοποιήσει μια ειδική κατηγορία αναγκών[21]. Αυτό αποτέλεσε τη βάση του καταμερισμού της εργασίας, για τον οποίο γίνεται λόγος σε άλλο κεφάλαιο. Αυτός ο θεσμός ενώνει τα άτομα και τα κάνει ικανά να αναπτύσσουν ηθικές αρχές. Το θεσμό αυτό τροφοδοτεί η δικαιοσύνη[22]. Και φτάνομε έτσι στην επιδιωκόμενη «κοινωνία του νου», «κοινωνία του αισθήματος», της κοινότητας αισθήματος, ευχαρίστησης, πόνου και φιλίας, που αποκρούει τη διάκριση.
 
Αυτή η επιδίωξη της ενότητας, της μη διαφωνίας, της μη κατάστασης σε «πολλότητες» οδηγεί στις σύγχρονες θεωρίες περί κοινωνικής συνοχής[23].
 
Σ’ αυτή την ιεραρχικά δομημένη κοινωνία πρέπει να απονέμεται «ἑκάστω τό ἴσον»[24].
 
Ελέχθη πιο πάνω ότι η αρχή της δικαιοσύνης πρέπει να κυριαρχεί και να διαποτίζει τις διάφορες μορφές οικονομικής δραστηριότητας. Έτσι, η ανταλλαγή, όπως τονίζει στους «Νόμους»[25], πρέπει να ρυθμίζεται δίκαια μεταξύ των ανθρώπων, «δεν πρέπει δηλαδή να άπτεσαι εκείνου που μου ανήκει ή να αφαιρείς το τελευταίο πράγμα που μου ανήκει χωρίς τη συναίνεσή μου». Από την άποψη αυτή στο πρότυπο «πόλη» πρέπει να απαγορεύονται απατηλές πωλήσεις, νοθείες, παροχές πιστώσεων και να επιβάλλεται ρύθμιση ύψους κέρδους στο λιανεμπόριο. Οι παραβιάσεις συμβάσεων θα υπόκεινται σε αγωγή[26]. Για την πρόληψη της σκανδαλώδους παραγωγής χρήματος, καθένας πρέπει να προβαίνει σε εθελοντικές συμβάσεις με ίδιο κίνδυνο. Προτείνεται έπειτα σειρά μέτρων αγορανομικών σε εφαρμογή της δικαιοσύνης. Όσον αφορά τη διανομή υπηρεσιών και αγαθών, η έννοια της απαιτουμένης δικαιοσύνης προϋποθέτει όχι αριθμητική αλλά αναλογική ισότητα, που είναι η πηγή του μεγαλύτερου καλού στα άτομα και στα κράτη. Στο μεγαλύτερο περισσότερα, στον κατώτερο λιγώτερα, μεγαλύτερη τιμή στη μεγαλύτερη αρετή και λιγώτερη στη μικρότερη αρετή. Σε κάθε μια ανάλογα με το μέγεθος της αρετής και της εκπαίδευσης.
 
Αυτή βέβαια η γεωμετρική ισότητα δεν είναι ευνοϊκή στη δημοκρατία.
Όσον αφορά τον πλούτο η δικαιοσύνη δεν επιτρέπει υπέρμετρο, αλλά δεν ανέχεται και την πενία. Και τα δύο βλάπτουν την ενότητα του αισθήματος, τη λειτουργία της δικαιοσύνης και οδηγούν σε επαναστάσεις. Όχι μεγάλες ανισότητες. Ούτε υπέρμετρη φτώχεια, ούτε υπέρμετρος πλούτος. Ο Πλάτων έτσι φαίνεται να συνιστά περιορισμό της δραστηριότητας. Όχι σώρευση χρυσού και αργύρου. Η ισορροπία επιτυγχάνεται ενίοτε όχι τόσο με την αύξηση των αγαθών έναντι των αναγκών, αλλά με τον έλλογο περιορισμό των αναγκών ώστε αυτές να ισοσταθμίζονται προς τα διαθέσιμα αγαθά. Όσο λιγότερες οι ανάγκες τόσο ευρυθμότερη η κοινωνία, όπως τόνιζαν και οι Ruskin, Carlyle κ.λπ. Κατά τους «Νόμους» «πενίαν ἡγουμένης εἶναι μή τό τήν οὐσίαν ἐλάττω ποιεῖν ἀλλά τό τήν ἀπληστίαν πλείω»[27]. Το αυτό επαναλαμβάνουν οι Ιωάννης Χρυσόστομος και Μέγας Βασίλειος. Τα αδιέξοδα που συνδέονται με τη σώρευση πλούτου και την κτήση και χρήση ιδιοκτησίας θα ελαχιστοποιούντο αν υπήρχε σ’ αυτό περιορισμός και αν το λιανεμπόριο εδίδετο στους ξένους[28]. Τίθεται έτσι θέμα νομίμων περιορισμών. Εξάλλου οι δύο ακρότητες, πλούτος-πενία, οδηγούν σε μη αποτελεσματικότητα στην παραγωγή.
 
Αυτές είναι οι γενικές απόψεις στα οικονομικά θέματα, κατευθυντήρια γραμμή των οποίων είναι δεοντολογικά η πραγμάτωση της δικαιοσύνης κατά την αντίληψη του Πλάτωνα.
 
Ο Πλάτων και ο σοσιαλισμός
Περισσότερο στην «Πολιτεία» και λιγότερο στους «Νόμους», αναπτύσσονται οι καλούμενες σοσιαλιστικές απόψεις του Πλάτωνα, μολονότι πολλοί συγγραφείς υποστηρίζουν ότι οι «Νόμοι» κυριαρχούνται σαφέστερα από γνησιότερες σοσιαλιστικές ιδέες. Εκτός των Πλατωνικών απόψεων περί ιστορικού υλισμού και της θεωρίας του περί εργασίας, ως προσδιοριστικού παράγοντος του κόστους, έχει έντονα υποστηριχθεί ότι ο Αθηναίος φιλόσοφος προσεγγίζει το κομμουνιστικό ιδεώδες και με τις περί κοινοκτημοσύνης απόψεις του. Οποιεσδήποτε κι αν είναι οι πλατωνικές απόψεις ως προς το κομμουνιστικό σύστημα, είναι βέβαιο ότι τις απόψεις αυτές δεν φαίνεται να υπαγόρευσαν αμέσως ιδέες περί οικονομικής αποτελεσματικότητας, αλλά μάλλον σκέψεις αποτροπής ερίδων, διαφθοράς και εμπλοκής σε τυραννικά καθεστώτα, χωρίς βέβαια τούτο να σημαίνει ότι παράλληλα δεν επιδιωκόταν η εξασφάλιση εμμέσως της αποτελεσματικότητας της εργασίας. Ουσιώδη στοιχεία κομμουνιστικής ιδεολογίας μπορεί να θεωρηθούν ότι είναι: ο περιορισμός ορισμένων ελευθεριών για το συμφέρον του συνόλου, η αντίθεσή του στην ανισότητα της περιουσίας και η σε ορισμένη έκταση κοινοκτημοσύνη αγαθών, γυναικών και παιδιών. Δεν τάσσεται όμως το πλατωνικό σύστημα υπέρ της ισότητας. Ο Πλάτων γνωρίζει ότι η αληθινή ισότητα θα έπρεπε να είναι αναλογική, κατά την οποία δεν διατίθεται στον καθένα το ίδιο, αλλά στον καθένα το οφειλόμενο (suum cuique).
 
Το κράτος, κατά την «Πολιτεία», συγκροτείται από τρεις τάξεις που ανταποκρίνονται στα στοιχεία της ανθρώπινης ψυχής. Στο «Λογιστικό» αντιστοιχεί η τάξη των «αρχόντων» ή «φιλοσόφων», στο «θυμοειδές» η τάξη των «φυλάκων» ή «επικούρων» και στο «επιθυμητικόν» η τάξη των γεωργών και λοιπών «δημιουργών» (τεχνιτών). Η διάκριση τής κοινωνίας στις τρεις πιο πάνω τάξεις, που συγκροτούνται κατά τα φυσικά τους χαρίσματα, συνιστά πραγμάτωση της έννοιας του δικαίου[29].
 
Η πλατωνική κοινοκτημοσύνη περιορίζεται στην τάξη των φυλάκων, οι οποίοι επιβάλλεται να διαβιούν υπό συνθήκες κοινοκτημοσύνης αγαθών, γυναικών και παίδων: «’Έφαμεν γάρ πού οὔτε οἰκίας τούτοις δεῖν εἶναι, οὔτε γῆν, οὔτε τί κτῆμα, ἀλλά παρά ταῶν ἄλλων τροφήν λαμβάνοντας μισθόν τῆς φυλακῆς, κοινῇ πάντας ἀναλίσκειν, εἰ μέλλοιεν ὄντως φύλακες εἶναι»[30].
 
Στην «Πολιτεία» καταργείται η οικογένεια, η ατομική ιδιοκτησία, ενώ ωριμότερες σκέψεις επέβαλαν τη διατήρησή τους, έστω και με πολλούς περιορισμούς, στους «Νόμους». Οπωσδήποτε ο Πλάτων έχει συνείδηση του σχεδόν ουτοπικού οράματος του. «Ἐπεί γῆς γε οὐδαμῶς οἶμαι αὐτήν εἶναι. Ἀλλ’, ἦν δ’ ἐγώ, ἐν οὐρανῷ ἴσως παράδειγμα ἀνάκειται τῷ βουλομένῳ ὁρᾶν καί ὁρῶντι, ἑαυτόν κατοικίζειν»[31]. Καν στους «Νόμους»: «Ἡ μέν δή τοιαύτη πόλις, εἴτε πού θεοί ἤ παῖδες θεῶν αὐτήν οἰκοῦσι πλείους ἑνός, οὕτω διαζῶντες εὐφραινόμενοι κατοικοῦσι»[32].
  • Εξάλλου η κοινή αντίληψη ότι ο Πλάτων δεν έχει ενδιαφέρον για την τάξη των τεχνιτών είναι αβάσιμη[33]. Η πολιτεία του ολόκληρη είναι οικοδομημένη στην αντίθετη αρχή, πρόληψη της εκμετάλλευσης της κατώτερης από την ανώτερη τάξη. Όλες οι τάξεις θεωρούνται στην πολιτεία αδελφές[34]. Αυτή η «ομόνοια» και η «ξυμφωνία» είναι ο κύριος σκοπός, στον οποίο πρέπει να τείνει η πολιτική. Το ότι πιστεύει πως οι τεχνίτες δεν είναι ικανοί για πολιτική ανεξαρτησία, δεν σημαίνει αδιαφορία για την κοινωνική ή οικονομική κατάστασή τους. Απλώς επειδή οι τεχνίτες δεν είναι σε θέση να αυτοπροσδιορίζονται πολιτικά, συνιστάται ειδικά η παιδεία τους[35].
Πρέπει να γίνει δεκτό ότι κάποιο διάφορο πνεύμα διαποτίζει τους «Νόμους», όπου φαίνεται ο Πλάτων να έχει απελπισθεί για την «υψηλή» ιδέα της «Πολιτείας». Εξορίζει τις εργαζόμενες τάξεις στους μη πολίτες, όχι ιθαγενείς. Αλλά και εδώ επίσης έχει ακόμη την αγωνία ότι θα έπρεπε να έχουν το είδος της εκπαίδευσης που αρμόζει στην κατάστασή τους[36] («τόν μέλλοντα ἀγαθόν ἔσεσθαι γεωργόν ἤ οἰκονόμον» κ.λπ.), και ότι γι ’ αυτούς πρέπει να υπάρξει δικαιοσύνη[37]. Μεριμνά και για τη μη ύπαρξη επαιτείας στην πόλη[38]. Η τυχόν αδιαφορία που του καταλογίζεται γι ’ αυτές τις τάξεις δεν μπορεί να συγκριθεί με την αδιαφορία της οικονομίας του 19ου αιώνα και του σύγχρονου καπιταλισμού έναντι των μαζών ή του κοινού σε ό, τι αφορά το ενδιαφέρον για τον υλικό πλούτο.
 
Ενώ και στους «Νόμους» ο επιδιωκόμενος σκοπός είναι ο ίδιος με την «Πολιτεία», δηλαδή η εξάλειψη των αιτίων ερίδων και η αλληλεγγύη για το κοινό, στους πρώτους εγκαταλείπονται μερικές «ουτοπικές» προτάσεις για καθαρά πρακτικούς σκοπούς (π.χ. ηλικία). Η κοινοκτημοσύνη αφήνεται για υπερανθρώπους[39], καίτοι θα ήταν ευχής έργο να εφαρμοζόταν προς αποφυγή των ερίδων[40]. Θα ήταν επίσης σκόπιμη μια άλλη λύση. Η ιδιοκτησία των αγαθών να ανήκει στο κράτος, ο λαός δε να έχει τη χρήση.
 
Στους «Νόμους» προβλέπονται πολλά μέτρα προστασίας των πολιτών από αισχροκέρδειες, τοκογλυφίες, καταχρήσεις και αναζητείται η άμβλυνση των μεταξύ τους διαφορών στο ελάχιστο. Επιπλέον ενώ στην πολιτεία προβλέπεται ισότητα στην ανώτερη τάξη, στους «Νόμους» υπάρχει συγκριτική ισότητα μεταξύ των πολιτών της τάξης αυτής και σε καμιά περίπτωση πλήρης ισότητα. Οι διαφορές θα διατηρούνται[41]. Αν λάβει κανείς υπόψη του τις πιο πάνω παρατηρήσεις, μπορεί να δικαιώσει την άποψη του A. Souchon, κατά την οποία ο γνησιότερος σοσιαλισμός προβλέπεται στους «Νόμους», όπου επιδιώκεται να ελαχιστοποιηθεί η ανισότητα και η ακραία κρατική παρέμβαση – αιτήματα του σοσιαλισμού.
 
Ο Πλάτων ασφαλώς είναι πιο κοντά στο σοσιαλισμό με τους «Νόμους» παρά με την «Πολιτεία». Πέραν των σημείων που διατυπώνει ο Souchon, εκεί μπορεί να παρατηρηθεί η εφαρμογή του συστήματος ισότητας στο σύνολο των πολιτών, καίτοι με βάρος του αποκλεισμού των εργατών, την ισχυρή κατεύθυνση της κοινωνικής λειτουργίας της ιδιοκτησίας, την πρακτική άρνηση πραγματικής ιδιοκτησίας για τη ζήτηση δημοσιότητας στις επιχειρήσεις, που είναι μια από τις κύριες προτάσεις για τη ρύθμιση των «ενώσεων» σήμερα, το ενεργό ενδιαφέρον στη συντήρηση των φυσικών πόρων, το οποίο, καίτοι μη σοσιαλιστικό, κείται προς την κατεύθυνση του απαιτούμενου μεγαλύτερου σοσιαλιστικού ελέγχου. Το αυτό ισχύει και για το γεγονός ότι η διανομή των προϊόντων της βιομηχανίας έχει πρακτικά στους «Νόμους» γίνει λειτουργία του κράτους. Η ζήτηση ισότητας και ενότητας είναι επίσης κάτι ανάλογο προς τη σύγχρονη σοσιαλιστική εχθρότητα, προς τον ανταγωνισμό, που ο Ruskin αποκαλεί «ο νόμος του θανάτου»[42], ενώ ο Espinas[43] ονομάζει “le theme eternel de la chimere socialiste”.
 
Μπορεί περαιτέρω, στο πλαίσιο της άποψης αυτής, να προστεθεί ότι η περιγραφή από τον Πλάτωνα της οικονομικής διαμάχης επί των ημερών του θυμίζει την κριτική του καπιταλισμού από το σοσιαλισμό σήμερα[44].
 
Παρ’ όλα αυτά, όμως, το βασικό κίνητρο του Πλάτωνα δεν είναι ακριβώς το του σύγχρονου σοσιαλισμού. Ο σκοπός του είναι πρωτίστως ηθικός και πολιτικός και δευτερευόντως υλικός[45].
 
Αλλά το αίτημα της ισότητας έχει και εδώ και εκεί το ίδιο κίνητρο, όχι αμέσως για τη βελτίωση των συνθηκών του εργάτη, τον οποίο εζόριζε στη δουλεία, αλλά για να αποφύγει τη μισητή διχόνοια (διάσταση) και να φυλάξει την ενότητα της πολιτείας[46], επομένως είναι εμμέσως οικονομικό. Η ισότητα εξάλλου δεν έχει ανάλογη έννοια με τη σύγχρονη ισότητα του σοσιαλισμού, γιατί είναι ισότητα εντός μιας τάξης, που περιλαμβάνει την αριστοκρατική μειονότητα του κράτους και δεν θίγει τις εργαζόμενες τάξεις στο σύνολο. Τέλος, καίτοι υπάρχει ίσως αρκετό αληθινό σοσιαλιστικό στοιχείο στους «Νόμους», για να δικαιωθεί η κατάταξη του Souchon, όπως και αν επραγματοποιείτο το ιδεώδες του Πλάτωνα, τελικά απλώς θα επραγματοποιείτο παλινόρθωση του παλιού οικονομικού καθεστώτος στην Ελλάδα, βασισμένου στη γεωργία, στην οικογένεια και στην ιδιοκτησία. Ένα τέτοιο ιδεώδες οι σύγχρονοι σοσιαλιστές δεν θα επιτύχουν να αναγνωρίσουν ότι έχει πολλά κοινά με το δικό τους[47], ότι ο κρατισμός θα ήταν πιο ταιριαστός στους «Νόμους». Κατά συνέπεια στους «Νόμους» θα ταίριαζε περισσότερο ο χαρακτηρισμός: κρατισμός παρά σοσιαλισμός.
 
Ο Πλάτων και η κλασσική πολιτική οικονομία
Ειδικά, όσον αφορά την επίδραση της αρχαίας ελληνικής οικονομικής σκέψης στην κλασσική πολιτική οικονομία ενδιαφέρουσα είναι η μελέτη των John Milios και Vassilis Karasmanis με τον τίτλο «On the theoretical relevance between ancient greek philosophy and the classical political Eco­nomy, Discussion on some notions in Plato’s “Republic” and in A. Smith’s “The wealth of nations”47α.
 
Για το ίδιο θέμα έχουν διατυπώσει απόψεις πολλοί σύγχρονοι συγγραφείς αναφερόμενοι κυρίως στη θεωρία της αξίας χρήσης και ανταλλαγής και τη θεωρία του Πλάτωνα και Ξενοφάνη για τον καταμερισμό της εργασίας.
 
Ο Marx αναγνωρίζει αναλυτικές προθέσεις στον Αριστοτέλη και τον θεωρεί ως το μόνο στοχαστή πριν απ’ αυτόν, που ανέπτυξε θεωρητικά το πρόβλημα της συμμετρίας των αγαθών στη διαδικασία της ανταλλαγής. Ο συγγραφέας του «Κεφαλαίου» θεωρεί ότι η διατύπωση του Αριστοτέλη ως προς το πρόβλημα της ανταλλαγής είναι θεωρητικά συμπίπτουσα με τη θεωρία του για την αξία της εργασίας.
 
Υποστηρίζεται ότι το σύστημα σκέψης, που ίδρυσε η κλασσική πολιτική οικονομία, διαφοροποιείται από την αρχαιοελληνική σκέψη, κυρίως στον τρόπο που συλλαμβάνει την οικονομία και κατά συνέπεια την κοινωνία. Κατά την κλασσική πολιτική οικονομία, η κοινωνία αυτή βασίζεται στην οικονομία, η οποία κατέχει θεωρητική προτεραιότητα. Αυτό σημαίνει ότι η οικονομία προσδιορίζει το πολιτικό επίπεδο της κοινωνίας, δηλαδή τη μορφή της κυβέρνησης και του κράτους. Οι οικονομικές δυνάμεις στο σύστημα αυτό πρέπει να θεωρούνται ισχυρότερες από κάθε πολιτικό εμπόδιο. Αυτό όμως σημαίνει επίσης ότι η οικονομία μπορεί να μελετηθεί ανεξαρτήτως του πολιτικού και νομικού περιβάλλοντος της. Η ιδέα αυτή του Smith είναι ξένη προς την αρχαία ελληνική σκέψη. Με βάση τις σκέψεις αυτές η οικονομία μπορεί να συλληφθεί ως ανεξάρτητη θεωρητική επιστήμη.
 
Κατά την αρχαία ελληνική σκέψη, αντιθέτως,, η δομή της κοινωνίας προσδιορίζεται κυρίως από τους πολιτικούς της θεσμούς και μορφές μολονότι ο οικονομικός παράγοντας παίζει συχνά σημαντικό ρόλο στη διαίρεση των τάξεων και μολονότι δεν έλειψαν οικονομικές σκέψεις που επεξέτειναν τους νόμους της φύσης στους νόμους της κοινωνίας και οικονομίας. Βασικώς πάντως οι αρχαίοι Έλληνες δεν δέχονται τις πολιτικές δομές ως προϊόν ή εποικοδόμημα, βασιζόμενο στην οικονομία, πλην εξαιρέσεων. Για το λόγο αυτόν η κυβερνητική επιστήμη, κατά τον Πλάτωνα, είναι η μόνη επιστήμη που αναιρείται με την πόλη ως σύνολο:
 
«’Εστί τις ἐπιστήμη ἐν τῇ ἄρτι ὑφ’ ἡμῶν οἰκισθείσῃ παρά τισι τῶν πολιτῶν, ἥ οὐχ ὑπέρ τῶν ἐν τῇ πόλει τινός βουλεύεται, ἀλλ’ ὑπέρ αὐτῆς ὅλης, ὅντιν’ (ἄν) τρόπον αὐτή τε πρός αὐτήν καί πρός τάς ἄλλας πόλεις ἄριστα ὁμιλοῖ;» (Πολιτεία, 428 Δ).
 
Το αυτό ισχύει και με τους νόμους που αποβλέπουν σ’ όλους τους πολίτες. Ο Smith, εξ άλλου, υποστηρίζει ότι η προσπάθεια του ατόμου για τη βελτίωση της οικονομικής του θέσης οδηγεί στη βελτίωση της κοινωνίας. Η ευτυχία των ατόμων είναι προϋπόθεση για την ευημερία του συνόλου. Κατά τον Πλάτωνα την ευημερία του συνόλου, την αρμονία και τη σταθερότητα και ενότητα επιδιώκει ο ορθολογισμός της κυβερνώσης τάξεως, οι κυβερνώντες είναι ικανοί να ενσωματώσουν την πρόσφορη γνώση και να συλλάβουν το καλό της πόλης ως συνόλου. Στο Smith το έργο αυτό επιτυγχάνεται από την ορθολογική λειτουργία των συμφερόντων των ατόμων. Δεν αποβλέπει το έργο αυτό συνειδητά στην ενότητα. Το «αόρατο χέρι» που οδηγεί την κοινωνία δεν έχει σχέση με τη γνώση, την οποία μερικά άτομα μπορεί να έχουν σχετικά με τους νόμους της οικονομίας.
 
Κατά τον Πλάτωνα το προέχον είναι η κοινωνία, κατά τον Smith η οικονομία. Ο αρχαίος Έλλην πολίτης ήταν homo politicus, κατά την αρχαιοελληνική φιλοσοφία, ο πολίτης κατά τον Smith ήταν homo economicus.
 
Πρέπει να σημειωθεί ότι προς την πλατωνική αντίληψη για το ρόλο των ατόμων και του συνόλου πλησιάζει η χριστιανική αντίληψη. Κατά τον Ιωάννη Χρυσόστομο: «Τότε τό ἑαυτῶ συμφέρον ὁ πλησίον ζητεῖ, ὅταν τό σόν σκοπήση». Με άλλα λόγια η ευημερία των ατόμων είναι συνάρτηση της ευημερίας του συνόλου (επιστ. προς Κορινθ. Επιστ. Α΄, ομιλία δεκάτη). Θέση ακριβώς αντίστροφη προς τη θέση του Smith και όλης της κλασσικής πολιτικής οικονομίας.
 
Πλάτωνος Αρίστωνος Αθηναίου
«Πολιτεία» (380-370): Η οικονομική της ευημερίας, ως ηθική και οικονομική αρχή
Κύριο αντικείμενο της πλατωνικής «Πολιτείας» είναι η διανομή του εισοδήματος και του πλούτου, όχι βέβαια με τη σύγχρονη ανάλυση του σχηματισμού των τιμών ή του εισοδήματος της εργασίας (μισθός), της γης (έγγειος πρόσοδος) και του κεφαλαίου (τόκος). Ο Αθηναίος φιλόσοφος ενδιαφέρεται κυρίως για την αντίθεση φτώχειας και πλούτου, για τις ακρότητες στη διανομή του εισοδήματος, που θέτουν σε κίνδυνο τη σταθερότητα του κράτους[48]. Κατά τον C. Bradford-Welles ωστόσο το κεντρικό πρόβλημα της «Πολιτείας» του Πλάτωνα είναι ο πλούτος, δηλαδή η παραγωγή και όχι η διανομή. Φυσικά όχι η αντίθεση πλουσίου-φτωχού[49].
 
Με το ίδιο πνεύμα ο «Γοργίας» και οι «Νόμοι». Σε αντίθεση βέβαια προς τα γραφόμενα ότι τον Πλάτωνα απασχολεί μόνον αυτή η σταθερότητα και η αποφυγή της διχόνοιας μεταξύ των πολιτών, τον απασχολεί παράλληλα και η οικονομική ευημερία των πολιτών. Δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια το λεχθέν από τον Αριστοτέλη ότι θεωρεί την ευημερία του συνόλου διάφορη από την ευημερία των ατόμων. Διακηρύσσει αντίθετα ότι καμμιά τάξη δεν δικαιούται να περιμένει να είναι ευτυχής δαπάναις όλης της πολιτείας και ότι μακροχρονίως η ευημερία καθενός είναι συνδεδεμένη με την ευημερία όλων. Στη σχετική ανάλυσή του ενθυμίζει τη θεωρία της κοινωνικής ευημερίας (welfare economics) του Pigou, τονίζοντας ιδιαίτερα ότι κάθε πολίτης πρέπει να συνεισφέρει στην ωφέλεια του συνόλου, ώστε να πραγματοποιείται το υψηλότερο ποσοστό ευτυχίας για κάθε άτομο. Αυτή είναι η βάση της κοινοκτημοσύνης των ανωτέρων τάξεων και της προστασίας των ασθενεστέρων (τόκοι, κερδοσκοπία, τιμές, αγορανομικά μέτρα, προστασία της εργασίας). Δεν αποβλέπει στο να απολαμβάνουν οι μεν περισσότερα των δε, αλλ’ αντιθέτως να μεγιστοποιείται το εισόδημα καθενός των πολιτών και να αριστοποιείται η κατανομή του.
 
(Για τη θεωρία του Πλάτωνα για την οικονομική ανάπτυξη, καθώς επίσης και για τον καταμερισμό της εργασίας, που αναπτύσσονται στην πολιτεία, γίνεται χωριστός λόγος σε άλλο τμήμα του παρόντος).
 
Στην «Πολιτεία»[50] αναπτύσσεται η θεωρία της γένεσης και της φύσης του χρήματος, ενώ στους «Νόμους», πέραν αυτών, τίθεται και το θέμα του ελέγχου και της εσωτερικής και εξωτερικής αξίας του.
 
Η γένεση του χρήματος είναι αποτέλεσμα της ανάγκης των συναλλαγών που γίνονται επιβεβλημένες εξαιτίας του καταμερισμού της εργασίας. Το χρήμα γίνεται το μέσο ανταλλαγής, επιβαλλόμενο από ένα είδος κοινοτικής σύμβασης ή κρατικής επιταγής (Fiat). Δεν έχει δική του αξία. Το μέταλλο από το οποίο κατασκευάζεται είναι μικρής ή ανύπαρκτης αξίας, για τη λειτουργία του το χρήμα είναι απλό σύμβολο, (μη μεταλλιστική θεωρία). Επιμένοντας στη μη μεταλλιστική θεωρία του χρήματος ο Πλάτων στους «Νόμους», το τελευταίο σχετικά έργο του, συνιστά έναν τύπο πολιτικής, η οποία κατά τον Gordon[51] υπήρξε ανάθεμα στους ορθόδοξους θεωρητικούς του χρήματος του 18ου και 19ου αιώνα στην Ευρώπη. Προτείνει διαζύγιο ανάμεσα στο χρήμα του διεθνούς εμπορίου και στο κυκλοφορούν στο εσωτερικό. Το κυκλοφορούν στο εσωτερικό χρήμα πρέπει να στερείται πραγματικής υλικής αξίας. Σύμφωνα με το σχετικό χωρίο των «Νόμων»[52]:
 
«Πρός τούτοις δ’ ἔτι νόμος ἕπεται πᾶσι τούτοις, μήδ ’ ἐξεῖναι χρυσόν μηδέ ἄργυρον κεκτῆσθαι μηδένα μηδενί ἰδιώτη, νόμισμα δέ ἕνεκα ἀλλαγῆς τῆς καθ’ ἡμεραν, ἥν δημιουργοῖς τέ ἀλλάττεσθαι σχεδόν ἀναγκαῖον, καί πᾶσιν ὁπόσων χρεία τῶν τοιούτων μισθούς μισθωτοῖς, δούλοις καί ἐποίκοις ἀποτίνειν. Ὧν ἕνεκα φαμέν τό νόμισμα κτητέον αὐτοῖς μεν ἔντιμον, τοῖς δέ ἄλλοις ἀνθρώποις ἀδόκιμον κοινόν δέ ἑλληνικόν νόμισμα ἕνεκα τέ στρατειῶν καί ἀποδημιῶν εἰς τούς ἄλλους ἀνθρώπους, οἷον πρεσβειῶν ἤ καί τίνος ἀναγκαίας ἄλλης τή πόλει κηρυκείας, ἐκπέμπειν τινά ἄν δέη, τούτων χάριν ἀνάγκη ἑκάστοτε κεκτῆσθαι ταῆ πόλει νόμισμα Ἑλληνικόν. Ἰδιώτη δ’ ἄν ἄρα ποτέ ἀνάγκη τίς γίγνηται ἀποδημεῖν, παρέμενος μέν τούς ἄρχοντας ἀποδημείτω, νόμισμα δ’ ἄν πόθεν ἔχων ξενικόν οἴκαδε ἀφίκηται περιγενόμενον, ταῆ πόλει αὐτό καταβαλλέτω πρός λόγον ἀπολαμβάνων τό ἐπιχώριον».
 
Υποστηρίζεται ότι ο σκοπός του προτεινόμενου από τον Πλάτωνα μέτρου είναι μόνον η μη ύπαρξη στη διάθεση του πολίτη μεγάλων ποσο­τήτων χρήματος και η αποφυγή κερδοσκοπίας, δηλαδή η επιβολή ηθι­κών κριτηρίων και η διατήρηση της ποιότητας ζωής, έτσι ώστε να μην κινδυνεύει η κοινωνική ισορροπία. Το γεγονός όμως ότι επιβάλλεται το αποκτώμενο συνάλλαγμα να κατατίθεται στην πολιτεία σημαίνει επι­πλέον ότι ο Πλάτων δεν αγνοεί την ανάγκη του ισοζυγίου πληρωμών της πολιτείας και το ρόλο της νομισματικής κυκλοφορίας στο εσωτερικό και τις διαταραχές που μπορεί να προκαλέσουν οι διακυμάνσεις της αγοραστικής δύναμης του χρήματος.
 
Του ιδίου
«Νόμοι» (360-348) – «Επινομίς» (ατελείωτο μέχρι θανάτου του)
Από τα πιο θεμελιώδη έργα της πλατωνικής φιλοσοφίας, το οποίο έχει σαφώς όπως και η «Πολιτεία» δεοντολογικό χαρακτήρα, επαγγελλό- μενο μια νέα πολιτεία με φιλοσοφικές και ηθικές βάσεις, με υγιή νομοθε­τική ρύθμιση και συναφή προς τις πλατωνικές απόψεις οικονομική δομή και λειτουργία.
Στους «Νόμους» θίγονται πολλά οικονομικά θέματα, χωρίς βέβαια πολλά από αυτά να διαμορφώνονται σε οικονομικές θεωρίες.
 
Τέτοια θέματα είναι: Η επιστήμη των αριθμών στην οικονομική και κοινωνική πολιτική, ένα είδος σύγχρονης οικονομετρίας.
Η θεωρία περί πλούτου, του ρόλου και του αρίστου μεγέθους του.
Οι συντελεστές παραγωγής και ο ιδιαίτερος ρόλος της γεωργίας. Και μαζί με αυτό η έννοια και ο ρόλος του κεφαλαίου, η σημασία της εργασίας και της βιομηχανίας.
Το χρήμα ως μέσο διαφύλαξης αξίας και ως μέσο ανταλλαγής.
Το εμπόριο, εσωτερικό και εξωτερικό και οι περιοριστικές νομικές ρυθμίσεις του.
Ο πληθυσμός ως συντελεστής παραγωγής, αλλά και ως καταναλωτικός παράγοντας.
Απόψεις για τη διανομή του πλούτου και του εισοδήματος και την απονομή τιμών και προνομίων.
Ειδικότερα:
Στους «Νόμους» αναπτύσσεται η θεωρία του κόστους παραγωγής, όπου η εργασία εμφανίζεται ως το κύριο στοιχείο της αξίας[53].
Στους Νόμους επίσης γίνεται επισήμανση της αξίας των αριθμών και ουσιαστικά της στατιστικής και της σύγχρονης οικονομετρίας, ιδι­αίτερα όταν ο νομοθέτης επιχειρεί ρυθμίσεις εγκαταστάσεων, παροχών και εισφορών.
 
Στο V κεφάλαιο τονίζει:
 
«Δεῖ δή περί ἀριθμῶν τό γέ τοσοῦτον πάντα ἄνδρα νομοθετοῦντο νενοηκέναι, τίς ἀριθμός καί ποιός πάσαις πόλεσι χρησιμότατος ἄν εἴη. Λέγωμεν δή τόν πλείστας καί ἐφεξῆς μάλιστα διανομάς ἐν αὐτῶ κεκτημένον. Οὐ μέν δή πᾶς εἰς πάντα πάσας τομάς εἴληχεν· ὁ δέ τῶν τετταράκοντα καί πεντακισχιλίων εἰς τέ πόλεμον καί ὅσα κάτ’ εἰρήνην πρός ἅπαντα τά συμβόλαια καί κοινωνήματα, εἰσφορῶν τέ περί καί διανομῶν, οὐ πλείους μιᾶς δεουσῶν ἑξηκοντο δύναιτ’ ἄν τέμνεσθαι τομῶν, συνεχεῖς δέ ἀπό μιᾶς μέχρι τῶν δέκα»[54].
 
Και προσθέτει περαιτέρω:
 
«Πρός τέ γάρ οἰκονομίαν καί πρός πολιτείαν καί πρός τάς τέχνας πάσας ἐν οὐδεν οὕτω δύναμιν ἔχει παίδειον μάθημα μεγάλην, ὡς ἡ περί τούς ἀριθμούς διατριβή. Τό δε μέγιστον, ὅτι τόν νυστάζοντα καί ἀμαθή φύσει ἐγείρει καί εὐμαθή καί μνήμονα καί ἀγχίνουν ἀπεργάζεται, παρά τήν αὐτοῦ φύσιν ἐπιδιδόντα θεία τέχνη»[55].
 
Στους «Νόμους» αναπτύσσεται κατά κύριο λόγο το θέμα των συντε­λεστών παραγωγής. Ως κατ’ εξοχήν συντελεστής θεωρείται η γη και ο σχετιζόμενος με αυτή κλάδος παραγωγής της γεωργίας. Ενώ αρχικά η προτίμηση της γεωργίας οφειλόταν στη σταθερότητα της παραγωγής και στην ουσιαστική προσφορά στην παραγωγή αυτή νέων αγαθών, κατά το τέλος του 5ου αιώνα η προς τη γεωργία προτίμηση παίρνει μορφή ηθικο-οικονομικού φιλοσοφικού δόγματος, συνεπεία των εξελίξεων της οικονομίας, αλλά και της πίστης ότι στον κλάδο αυτό εξασφαλίζεται ηθική και υγιεινή ζωή.
 
Κατά το συγγραφέα των «Νόμων» μόνο η γεωργία δικαιούται να παράγει χρήμα: «Λέγομεν δέμήτε χρυσόν δεϊνμήτε άργυρον έν τη πόλει, μήτε αύ χρηματισμόν πολύν διά βαναυσίας καί τόκωνμηδέ βοσκημάτων αισχρών (δηλαδή πορνοβοσκών), άλλ ’ δσα γεωργία δίδωσι καί φέρει καί τούτων όπόσα μή χρηματιζόμενον άναγκάσειεν άμελεϊν, ών ενεκα πέφνκε τά χρήματα»[56]. Έχει ιδιαίτερη σημασία ότι ο Πλάτων αναπτύσσει την ανάγκη κατασκευής έγγειοβελτιωτικών έργων, προστασίας του εδάφους κ.λπ.[57]
 
Όσον αφορά το δεύτερο συντελεστή, το κεφάλαιο, ο Πλάτων νοεί τον προορισμό τούτου όχι μόνο για απόλαυση, αλλά και για παραγωγικούς σκοπούς[58]. Από τις διατυπούμενες ωστόσο απόψεις του στην «Πολιτεία»[59] φαίνεται να μην αποδίδει μεγάλη σημασία στην παραγωγική λειτουργία του χρηματικού κεφαλαίου.
 
Ο Πλάτων στους «Νόμους», όσον αφορά το συντελεστή εργασία, φαίνεται να συμμερίζεται τη γενική άποψη ότι η χειρωνακτική εργασία υποβαθμίζει τον ελεύθερο άνθρωπο:
 
«Η βαναυσία και η χειροτεχνία» φέρει όνειδος, λέγει στην «Πολιτεία»[60] γιατί το άριστο μέρος της ψυχής του ανθρώπου διατηρείται ασθενικό και δεν μπορεί να μην είναι σε θέση να εξουσιάζει τις εσωτερικές δυνάμεις του[61]. Από τα επαγγέλματα αυτά μόνο η γεωργία μπορεί να επιτραπεί[62]. Ωστόσο, όπως παρατηρεί ο Trever[63] η κατά των μηχανικών τεχνών και βάναυσων εργασιών θέση του Πλάτωνα δεν στρέφεται εναντίον των εργασιών αυτών, παρά μόνον γιατί αυτές δεν επιτρέπουν επιτυχή ενασχόληση με την πολιτική και το δημόσιο βίο, όπως ακριβώς ισχυ­ρίζεται και για τον πλούσιο[64]. Την άποψη αυτή κατ’ εξοχήν αναπτύσσει στους «Νόμους» και γι ’ αυτό στρέφεται κατά του λιανικού εμπορίου, όχι κατά της βιομηχανίας[65]. Ωστόσο ο Adam Smith[66] επαναλαμβάνει τα εκφυλιστικά αποτελέσματα των μηχανικών εργασιών, χωρίς να στρέ­φεται κατά της βιομηχανίας. Υπερβολές ως προς τις θέσεις του Πλάτωνα στο σημείο αυτό έχουν διατυπώσει ο Francotte, ο Roscher, ο Eisenhart, ο Dietzel[67].
 
Τόσο στους «Νόμους» όσο και στην «Πολιτεία», αλλά και σε διαλό­γους, όπως στο «Συμπόσιο»[68], στο «Φίληβο»[69] και στον «Πρωταγόρα»[70], πιστεύει ότι η εργασία είναι το θεμέλιο της ευημερίας, υπό την προϋπόθεση ότι οι εργαζόμενοι θα κάνουν το καθήκον τους ορθώς. Εκείνο το οποίο υποβαθμίζει την εργασία αυτή είναι ο χαρακτήρας του εργάτη, που ε­ξευγενίζει ή υποβαθμίζει την εργασία, δηλαδή οι «άνθρωποι» κατά την έκφρασή του. Η βασική προκατάληψή του κατά της εργασίας είναι ότι εκτελεί το έργο της χωρίς σκέψη. Γι ’ αυτό και προτείνει οι στοχαστές συχνά να εργάζονται και οι εργάτες συχνά να σκέπτονται. Αυτό υποβα­θμίζει την εργασία, εν αντιθέσει προς τη γεωργία όπου και νους και χέρι εκπαιδεύονται καλά[71].
 
Στους «Νόμους» γίνεται λόγος και για το ρόλο του καταμερισμού της εργασίας χωρίς να επεκτείνεται στο διεθνές πεδίο[72]. Ο καταμερισμός της εργασίας αποτελεί βασικό αντικείμενο της «Πολιτείας»[73].
 
Στους «Νόμους» επίσης ο Πλάτων, αφού εξηγεί στην «Πολιτεία»[74] τους λόγους της γένεσης του χρήματος, ως αποτέλεσμα του καταμερισμού του έργου και το αποκαλεί «σύμβολον άλλαγής», εξειδικεύει σαφέστερα τις λειτουργίες του συμβόλου τούτου. «Πρός τούτοις δ’ ἔτι νόμος ἕπεται πᾶσι τούτοις, μήδ’ ἐξεῖναι χρυσόν μηδέ ἄργυρον κεκτῆσθαι μηδένα μηδενί ἰδιώτῃ, νόμισμα δε ἕνεκα ἀλλαγῆς ταῆς καθ’ ἡμέραν, ἥν δημιουργοῖς τε ἀλλάττεσθαι σχεδόν ἀναγκαῖον, καί πᾶσιν ὁπόσων χρεία ταῶν τοιούτων μισθούς μισθωτοῖς, δούλοις, ἐποίκοις ἀποτίνειν»[75].
 
Είναι χαρακτηριστικό ότι στους «Νόμους» το νόμισμα πιο ειδικά εμφανίζεται να ενεργεί ως μέσο ανταλλαγής ή ως μέσο πληρωμής, ως μέσο μέτρησης της αξίας, απαγορεύεται δε η κατοχή συναλλάγματος με αυστηρές ποινές. «Το ξενικόν κομισθέν νόμισμα» παραδίδεται εξαργυ- ρούμενο στο κράτος και έτσι γίνεται μέσο διαφύλαξης αξίας. Έτσι ο Πλάτων καλύπτει και τις 4 λειτουργίες του χρήματος.
 
Το χρήμα αποτελεί κοινό παρονομαστή της αξίας, μετατρέποντας τα προϊόντα από ασύμμετρα και ανώμαλα σε σύμμετρα και ίσα[76].
 
Ο Πλάτων δεν θεωρεί το χρήμα αγαθόν που πωλείται, εξαγοράζεται, συνεπώς δεν αναγνωρίζει σ’ αυτό παραγωγική ικανότητα, π.χ. τόκο. Είναι αυτονόητο ότι τόσο για τον Πλάτωνα όσο και για τον Αριστοτέλη ζήτημα υποχρεωτικής καταβολής τόκων στο δανειζόμενο δεν νοείται, πράγμα το οποίο έγινε αρχή βασική της συναλλαγής στον Ευρωπαϊκό μεσαίωνα, βέβαια με βάση τη θρησκευτική απαγόρευση.
 
Κατά την αντίληψη του Πλάτωνα το χρήμα δεν χρειάζεται να έχει πραγματική αξία για εγχώρια χρήση. Ο χρυσός και ο άργυρος ήσαν αιτία εκφυλισμού[77] και θα έπρεπε να απαγορευθεί να χρησιμοποιούνται εντός της πολιτείας. Για εξωτερικές συναλλαγές μόνο είναι επιτρεπτή η χρήση τους[78].
 
Και το θέμα της ανταλλαγής αναπτύσσεται κυρίως στους «Νόμους»:
 
Ο Πλάτων διαιρεί το εμπόριο, την αλλαγή ή αγοραστική, σε αυτο- πωλική, που πωλεί τα ίδια προϊόντα, δηλαδή των αυτουργών, και σε μεταβλητική που ανταλλάσσει τα προϊόντα άλλων. Τη μεταβλητική διαιρεί σε καπηλική, δηλαδή ανταλλαγή εντός των ορίων του κράτους, που θεωρεί το μισό της ανταλλαγής, και εμπορική, που αφορά το εξωτερικό εμπόριο. Κατά την αντίληψή του το κράτος πρέπει να εξασφαλίζει ένα πλεόνασμα προϊόντων για να το ανταλλάσσει με άλλες χώρες[79].
Όσον αφορά τους δασμούς, ο Πλάτων τάσσεται υπέρ της δασμολο­γικής επιβάρυνσης των δευτερευόντων, δηλαδή πολυτελών προϊόντων[80], και εκτιμά το ρόλο των ανταλλαγών για τη μεσολαβητική υπηρεσία μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών για την ικανοποίηση των αναγκών, όπου το χρήμα[81] χρησιμεύει για την εξίσωση αξιών και έτσι για την ικανοποίηση αναγκών.
 
Επικρατεί η ιδέα ότι οι αρχαίοι Έλληνες ήσαν εναντίον του εμπο­ρίου. Εν τούτοις η εχθρότητά των ήταν εναντίον της καπηλικής, δηλαδή του λιανικού εμπορίου, όχι κατά του εξωτερικού εμπορίου. Αλλά και η εναντίωση κατά της καπηλικής δεν είναι χωρίς διακρίσεις. Κατ ’ αρχήν ο Πλάτων αντιλαμβάνεται τη σημασία του λιανικού εμπορίου[82]. Η αν­τίθεση συνίσταται στο ότι το εμπόριο αυτό παρέχει απεριόριστη δυνατό­τητα κέρδους, το οποίο είναι απαράδεκτο[83]. Και τούτο γιατί με αυτό ασχολούνταν κατώτερος λαός. Αν το εμπόριο αυτό ήταν στα χέρια των ευγενών, δεν θα υπήρχε πρόβλημα[84]. Στους «Νόμους», το λιανικό εμπόριο απαγορεύεται στους πολίτες και επιτρέπεται μόνο στους ξένους, οι οποίοι χωρίς να μπορούν να αποκομίσουν υψηλό ποσοστό κέρδους και πλούτο, μετά 20 χρόνια θα έπρεπε να απελαύνονται με όλα τα αγαθά τους[85]. Το εμπόριο αυτό πρέπει να περιορίζεται μόνο στη ζήτηση της πολιτείας και να διεξάγεται αυστηρά μέσα στα όρια της αγοράς δημόσια[86]. Κάθε συναλλαγή έπρεπε να ήταν τίμια, τα προϊόντα δεν έπρεπε να νοθεύονται (ακίβδηλα)[87]. Οι εκτελεστές του νόμου έπρεπε να καθορίζουν μια κλίμακα τιμών για να αποφεύγεται το υψηλό κέρδος[88]. Με αυτούς τους περιορι­σμούς υπετίθετο ότι θα εξυγιαίνετο το λιανικό εμπόριο ώστε να κάνει τη μικρότερη δυνατή ζημιά[89].
 
Από την πιο πάνω έκθεση συνάγεται ότι ο Πλάτων αναγνώριζε την ανάγκη του εμπορίου, αλλά, κινώντας από ηθικούς λόγους, δεοντολογικά ήθελε να περιορίσει τις υπερβολές του στην πράξη και να εξυπηρετήσει πραγματικά την ποιότητα ζωής. Δεν δέχεται το παλιό οικονομικό αξίωμα ότι σκοπός του εμπορίου είναι το κέρδος και ότι η απλή αλλαγή χεριών στα αγαθά αυξάνει τον πλούτο μιας χώρας. Το εμπόριο για το εμπόριο είναι παρεξήγηση μέσων και σκοπών και είναι αντίθετο όχι μόνο προς τα ορθά οικονομικά, αλλά και προς την ηθική. Έχομε αμελήσει, κατά τον Πλάτωνα, τη μελέτη της επίδρασης ορισμένων επαγγελμάτων στο χαρακτήρα, που δεν ερευνήθηκε ποτέ, σημείωνε ο Zimmern[90], όπως δεν μελετήθηκε και η σημασία της εκπαίδευσης, την οποία αγνοούσαν τα οικονομικά του 19ου αιώνα.
 
Κατά τον Trever[91] η περιοριστική του εμπορίου θέση του Πλάτωνα απέβλεπε στην αποφυγή καταχρηστικών επεμβάσεων από μέρους της κυβέρνησης, εξ ου και η πρόταση χωρισμού της πολιτικής από τις μεγάλες επιχειρήσεις. Ένα άλλο κίνητρο των θέσεων του Πλάτωνα ήταν η πα- ρεμπόδιση υπέρμετρου πλούτου ή υπέρμετρης φτώχειας. Η θέση αυτή ήταν προφητική για τις σύγχρονες εξελίξεις.
 
Σε σχέση προς τον πληθυσμό ο Πλάτων είναι από εκείνους που, όπως ο Malthus, έθεσαν την ισορροπία μεταξύ πληθυσμού και εισοδήματος ή πλούτου στην «Πολιτεία»[92]: «οὐχ ὑπέρ τήν οὐσίαν ποιούμενοι τούς παῖδας», αλλά στους «Νόμους»[93] προτείνει ειδικά μέτρα δημογραφικής πολιτικής, ήτοι έλεγχο των γεννήσεων, άλλως ίδρυση αποικιών[94], σε περίπτωση δε πληθυσμιακής ανεπάρκειας, πολιτογράφηση ξένων[95].
 
Τον Πλάτωνα απασχόλησε και η διανομή του εισοδήματος, όχι βέβαια με την έννοια του σχηματισμού των τιμών, των μισθών, της εγγείου προσόδου και του τόκου, αλλά κυρίως από άποψη δικαιοσύνης και ανάγκης η εργασία και το κεφάλαιο να βρίσκονται σε σύμπνοια. Παράλληλα όμως είναι αυστηρότατος στην εποπτεία των τιμών, στον περιορισμό της ελευθερίας του κληρονομείν, στην εξασφάλιση δίκαιου μισθού[96]: «μισθῶν δέ αὐτοῖς περί καί τῶν ἀναιρέσεων τῶν ἔργων, καί ἐάν τις αὐτούς ἕτερος ἤ κοινός τινα ἄλλον ἀδικῶσι, μέχρι δραχμῶν πεντήκοντα ἀστυνόμοι διαδικαζόντων».
 
Γενικά πρέπει να λεχθεί ότι ο Πλάτων προτείνει ως κυβέρνηση την αξιοκρατία, αλλά υποστηρίζει την ανάγκη ευημερίας όλων των τάξεων. Στην «Πολιτεία» ο Αδείμαντος τονίζει:
 
«… ὅπως ὅτι ἄξιοι δημιουργοί τοῦ ἑαυτῶν ἔργου ἔσονται καί τούς ἄλλους ἅπαντας ὡσαύτως, καί οὕτω ξυμπάσης ταῆς πόλεως αὐξανομένης καί καλῶς οἰκιζομένης ἐατέον ὅπως ἑκάστοις τοῖς ἔθνεσιν ἡ φύσις ἀποδίδωσι τοῦ μεταλαμβάνειν εὐδαιμονίας»[97].
 
Του ιδίου
«Ευθύδημος» (386) και «Μένων» (385): Έννοια αγαθού και αξίας
Το αντικείμενο και των δύο πλατωνικών διαλόγων είναι σχεδόν ά­σχετο με τα οικονομικά θέματα. Ο κομψός διάλογος που φέρει τον τίτλο «Ευθύδημος» ή εριστικός ή ανατρεπτικός διακωμωδεί την εριστική δε- ξιοτεχνία των σοφιστών. Ο «Μένων» ή περί αρετής πειραστικός, στον οποίο φαίνεται να εκτίθεται ένα είδος προγράμματος για τη διδασκαλία της αρετής στην Ακαδημία για την προπαρασκευή των πολιτικών ανδρών στο μέλλον, δεν ασχολείται με προβλήματα οικονομικά. Ωστόσο και στους δύο αυτούς διαλόγους αναπτύσσεται η έννοια της αξίας ή της σχετικότητας του καλουμένου αγαθού και του πλούτου. Οι εκτιθέμενες σκέψεις, ανάλογες προς αυτές του Δημοκρίτου και του Ξενοφώντος, ε­πιμένουν στην άποψη ότι ούτε το αγαθό, ούτε ο πλούτος είναι χρήσιμα, είναι δηλαδή αξία, αν η κτήση τους δεν συνοδεύεται από την ορθή χρή­ση τους:
 
«Κινδυνεύει σύμπαντα, ἅ τό πρῶτον ἐπαυεν ἀγαθά εἶναι, οὐ περί τούτου ὁ λόγος αὐτός εἶναι, ὅπως αὐτά γέ κάθ’ αὐτά πέφυκεν ἀγαθά, ἄλλ’ ὡς ἔοικεν ὧδ’ ἔχει· ἐάν μέν αὐτῶν ἡγεῖται ἀμαθία, μείζω κακά εἶναι τῶν ἐναντίων, ὅσῳ δυνατότερον ὑπηρετεῖν τῷ ἡγουμένῳ κακῷ ὄντι· ἐάν δέ φρόνησις τε καί σοφία, μείζω ἀγαθά αὐτά δέ κάθ’ αὐτά οὐδέτερα αὐτῶν οὐδενός ἄξια εἶναι»[98].
 
Και περαιτέρω:
 
«Τοῦτο γέ ἐξηλέγξαμεν, ὅτι οὐδέν πλέον, οὐδ’ εἰ ἄνευ πραγμάτων καί τοῦ ὀρύττειν τήν γῆν τό πᾶν ἡμῖν χρυσίον γένοιτο· ὥστε οὐδ’ εἰ τάς πέτρας χρυσός ἐπισταίμεθα ποιεῖν, οὐδενός ἄν ἀξία ἡ ἐπιστήμη εἴη· εἰ γάρ μή και χρῆσθαι ἐπιστησόμεθα τῷ χρυσίῳ, οὐδεν ὄφελος αὐτό ἐφάνη ὄν» 98.
 
Σε ό,τι αφορά εν τούτοις τη διδασκαλία της χρήσης ο Πλάτων δέχεται ότι τούτο μπορεί να το επιτύχει η επιστήμη, όχι όμως η «χρηματιστική», δηλαδή η «οικονομική», προφανώς γιατί της οικονομικής κατ’ αυτόν αντικείμενο είναι η διδασκαλία της κτήσης μόνο, αλλά και γιατί ως επιστήμη νοείται η φιλοσοφική καθοδήγηση προς την ευδαιμονία.
 
Ανάλογη θέση υποστηρίζεται και στο «Μένωνα»:
 
«Πλοῦτον τέ καί τά τοιαῦτα τότε μέν ἀγαθά, τότε δέ βλαβερά εἶναι, ἄρα οὔχ ὥσπερ τῇ ἄλλῃ ψυχῇ ἡ φρόνησις ἡγουμένη ὠφέλιμα τά τῆς ψυχῆς ἐποίει, ἡ δέ ἀφροσύνη βλαβερά, οὕτως αὖ καί τούτοις ἡ ψυχή ὀρθῶς μέν χρωμένη καί ἡγουμένη ὠφέλιμα αὐτά ποιεῖ, μή ὀρθῶς δέ βλαβερά;»[99]
 
Η πλατωνική άποψη για την αξία, εξαρτώμενη από την ορθή χρήση της, ακολουθήθηκε μεταγενέστερα από τον Adam Smith και τον Marx που διέκριναν την αξία χρήσης και την αξία ανταλλαγής. Γενικές θεωρίες περί αξίας έκτοτε διατυπώθηκαν πολλές, ώστε να δημιουργηθεί ειδικό πεδίο μελέτης, η αξιολογία. Για τον Πλάτωνα η έννοια συνδέεται και με τη χρήση και με την ανταλλαγή του αγαθού. Η χρήση ως υποκειμενική προσφέρει άμεση ωφέλεια στο πρόσωπο, ως αντικειμενική εκδηλώνεται στην ανταλλαγή. Σήμερα η αξία χρήσης ταυτίζεται με την ωφελιμότητα. Η σύγχυση μεταξύ ωφελιμότητας και αξίας λύθηκε στη σύγχρονη οι­κονομική θεωρία με τον περιορισμό της αξίας στην ανταλλαγή και με την ταυτόχρονη αποφυγή κάθε ιδέας ότι υπάρχουν απόλυτες και τελικά μετρήσιμες αξίες των οικονομικών αγαθών.
 
Του ιδίου(;)
«Ερυξίας»: Περί πλούτου
Ο «Ερυξίας» πρέπει να έχει γραφεί τον 3ου αιώνα (421-415) προ της σικελικής καταστροφής. Συγγραφέας δεν θεωρείται ότι είναι ο Πλάτων, αλλά κάποιο μέλος της Ακαδημίας. Πολλοί πιστεύουν ότι συγγραφέας του είναι ο Αισχίνης. Την άποψη υποστηρίζει ο Σουΐδας εξ αιτίας του διαλόγου «Τηλαυγής και Καλλίας» «περί πλούτου», όπου διαπιστώνονται αναλογίες μεταξύ των δύο έργων. Άλλοι αποδίδουν το έργο στον Αντισθένη[100].
 
Είναι ίσως υπερβολικός ο Heidel[101] όταν υποστηρίζει ότι πρόκειται για την πιο αξιόλογη συμβολή της αρχαιότητας στην επιστήμη της πο­λιτικής οικονομίας. Ο γράφων πιστεύει ότι πρόκειται για συστηματικό έργο με ορισμένες αποκλίσεις από τη σωκρατική φιλοσοφία, και απο­κλειστικό αντικείμενο ένα ειδικό θέμα, τον πλούτο.
 
Εκείνο που πρέπει κατ’ αρχήν να τονισθεί είναι ότι δεν δίδεται μεν στον Ερυξία ορισμός του πλούτου κατά τρόπο σαφή, ωστόσο ως πλούτος θεωρείται σύνολο πραγμάτων, τα οποία είτε περιέχουν αξία χρήσης είτε αξία ανταλλαγής. Προσδιορίζεται δηλαδή η έννοια του πλούτου ευρύτερα διότι εντάσσονται σ’ αυτόν και αγαθά υποκείμενα σε ζήτηση τρίτων. Το μέγαρο του πλουσίου Πολυτίωνος στους Σκύθες νομάδες καμμιά έννοια πλούτου δεν συνιστά, αφού δεν υπάρχει γι ’ αυτό ζήτηση[102]. Επιπλέον στην έννοια του πλούτου περιλαμβάνεται και το χρήμα, υπό την προϋπό­θεση ότι αναγνωρίζεται η κυκλοφορία του σε άλλες πολιτείες[103]. Τέλος, στην έννοια του πλούτου περιλαμβάνονται και τα τννευματικά αγαθά. Ιδιαιτέρως αξιολογούνται τα πνευματικά αγαθά[104], τα οποία θεωρούνται ότι έχουν υψηλότερη αξία των υλικών. Η σοφία, ως πνευματικό αγαθό, δεν είναι μόνο μέσο για την κάλυψη υλικών αγαθών, αλλά και μέσο το οποίο μπορεί να προσδώσει αξία στα υλικά αγαθά. Στην κλίμακα προ­τεραιότητας των αγαθών του πλούτου, το summum bonum είναι η σοφία. Η άποψη αυτή θυμίζει και σωκρατική φιλοσοφία, αλλά και φιλοσοφία στωικών και κυνικών. Τα διανοητικά επιτεύγματα είναι το σημαντικότε­ρο μέρος του πλούτου[105].
 
Άξιο σημείωσης είναι ακόμη ότι ο πλούτος, που χρησιμοποιείται για καταναλωτικούς σκοπούς, αντιδιαστέλλεται από το κεφάλαιο, που δαπανάται για παραγωγικούς σκοπούς[106].
 
Στο πνεύμα και των απόψεων του Πλάτωνα, του Ξενοφώντα και του Αριστοτέλη ο πλούτος καθ’ εαυτός, στο μέτρο που αναφέρεται στην αξία χρήσης, εξαρτάται από τον τρόπο άντλησης απ’ αυτόν ωφελείας, όπως εδίδασκε ο Δημόκριτος. Από την άποψη αυτή η ορθή εκπαίδευση του κατόχου, καν κατά συνέπεια η πνευματική του ικανότητα, είναι ου­σιώδης παράγοντας της αξίας χρήσης. Για το λόγο αυτόν θεωρείται επικίνδυνη η προτροπή των πατέρων στα παιδιά τους, ακόμη και εκ των «μεγίστων δοκούντων», να αποκτούν πλούτο, αν ταυτόχρονα δεν διδάσκεται και ο ορθός τρόπος της χρήσης του[107]. Υλικά αγαθά δαπανώμενα ασυνέτως μπορεί να αποβούν πηγή κακών. Καθ ’ ον τρόπον και ο υπέρμετρος πλούτος μπορεί επίσης, ως εκ της άσκοπης σπατάλης πόρων στην οποία ίσως να οδηγήσει, να προκαλεί και ηθικές και υλικές ζημίες. Χαρακτηριστικό είναι ότι στον Ερυξία οι πολιτικές συνέπειες δεν υπολογίζονται ανάμεσα στα επιχειρήματα κατά του υπέρμετρου πλούτου. Το πρόβλημα του πλούτου και των διαθεσίμων πόρων είναι κυρίως πρόβλημα επιλογής σκοπών και όχι μέσων. Αυτή είναι κατ ’ αρχήν η κεντρική σκέψη της σωκρατικής σχολής.
-----------------------
[1] Για τον Πλάτωνα βιβλιογραφία αμέσως ή εμμέσως αναφερόμενη στις οικονομικές του απόψεις:
Κ. Τσάτσου, Η κοινωνική φιλοσοφία των αρχαίων, Εστία, β’ εκδ. 1970.
Του ιδίου, «Πλάτωνος Πολιτικά», Πρακτικά Ακαδημίας, τόμ. 41, 1966.
Theodorakopoulos, Platos Dialektik des Seins, Heidelberg Abh. 13, 1927.
Κ. Λογοθέτης, Η ηθική φιλοσοφία του Πλάτωνος r.v σχέσει προς τους προδρόμους και την επί τα μετέπειτα ηθικά φιλοσοφήματα επίδρασιν αυτής, 1913.
Δημ. Καπετανάκη, «Ο Ευθύδημος ή μια φιλοσοφική πρόμνηση», Αρχ. Φιλ. και Θεωρ. Επιστ. 1938, τόμ. Θ’, σελ. 24.
Κ. Βουρβέρης, Αι ιστορικαί γνώσεις του Πλάτωνος, Α. Βαρβαρικά, Ελληνικά. Του ιδίον, Κράτος και παιδεία κατά Πλάτωνα, Αθήναι, 1939.
Κ. Γεωργούλη, Πλάτωνος Πολιτεία.
Κ. Δεσποτοπούλον, Η πολιτεία του Πλάτωνος, Αθήναι, 1955.
Του ιδίου, Η πολιτική φιλοσοφία του Πλάτωνος, Αθήνα, 1957.
Ν. Ανάγνου, «Αι οικονομικαί αντιλήψεις του Πλάτωνος», Σπουδαί, Μαρτ. – Απρ. 1966.
Γ. Χαριτάκης, Η ιστορία της οικονομικής, Αθήναι, 1940.
Α. Ελενθεροπούλου, Οικονομία και φιλοσοφία, 1931.
Costas Papadimitriou, La part du reel dans L’ Utopie de Platon, Paris, 1937.
  1. Robin, “Platon et la science sociale”, Rev. de metaph. et de morale,’21, 1913. Του ιδίου, Platon, 1935.
  2. Luccioni, La pensee politique de Xenophon.
  3. Barker, The political thought of Plato and Aristotle, 2η εκδ., New York, 1960. Brunschwig, L’ actualite des problemes platoniciens, Paris, 1937.
  4. M. Crombie, An examination of Plato’s doctrines, τόμ. 1, Plato on Man and Society, τόμ. 2, Plato on Knowldge and Reality, London, Routledge and Kegan Paul, 1963.
  5. Ε. Taylor, Plato: The Man and His Work, 2η εκδ. 1927. J. Burnet, Platonism, 1928. R.S.H. Bluck, Plato’s Life and Thought, 1949. G. C. Field, The Philosophy of Plato, 1949, επανεκδ. 1969. G.M.A. Grube, Plato’s Thought, revised 1958. H. J Kramer, Arete bei Plato und Aristoteles, 1959, Der Ursprung der Geistesmetaphysik, 1964. R.S. Brumbaugh, Plato for the Modern Age, 1962. N. Gulley, Plato’s Theory of Knowledge, 1962. W. G. Runciman, Plato’s Later Epistemology, 1962. I. M. Crombie, An Examination of Plato’s Doctrines, 1962-63. K. Gaiser, Platos Unge- schriebene Lehre, 1963. R. W. Hall, Plato and the Individual, 1963. E. A. Havelock, Preface to Plato, 1963. H. D. Rankin, Plato and the Individual, 1963. T. L. Thorsen (εκδ.), Plato: Totalitarian or Democrat?,1963. R. Bambrough (εκδ.), New Essays on Plato and Aristotle, 1965, και Plato, Popper and Politics, 1967. J. E. Raven, Plato’s Thought in the Making, 1965. G. Ryle. Plato’s Progress, 1966. M. J. O’Brien, The Socratic Paradoxes and the Greek Mind, 1967. J. B. Skemp, The Theory of Motion in Plato’s Later Dialogues, 1967. P. Shorey, The Unity of Plato’s Thought, 1968. K. M. Sayre, Plato’s Analytic Method, 1969. J. M. Robinson, Plato’s Psychology, 1970. G. Vlastos, Plato, 1971, και The Philosophy of Socrates, 1971, και Platonic Studies, 1973, και Plato’s Universe, 1975. P. M. Huby, Plato and Modern Morality, 1972. J. C. B. Gosling, Plato, 1973. J. N. Findlay, Plato: The Written and Unwritten Doctrines, 1974. A. D. Winspear, The Genesis of Plato’s Thought, 3η εκδ. 1974. R. Barrow, Plato: Utilitarianism and Education, 1975. A. W. Gouldner, Enter Plato, 1975. A. Graeser, Platos Ideenlehre, 1975. R. Barrow, Plato and Education, 1976. F. Chiereghin, Implicazioni etiche della storiografia filosofica di Platone, 1976. W. H. Werkmeister (εκδ.), Facets of Plato’s Philosophy, 1976. N. P. White, Plato in Knowledge and Reality, 1976. H. Gundert, Studia Platonika, 1977. T. H. Irwin, Plato’s Moral Theory: The Early and Middle Dialogues, 1977. H. F. North (εκδ.), Interpretations of Plato (Swarthmore Symposium), 1977. W. S. Sahakian and M. L. Sahakian, Plato, 1977. E. N. Tigerstedt, Interpreting Plato, 1977. Μελέτες για επί μέρους διαλόγους: Τ. Gwinop and F. Dickinson, Greek and Roman Authors. A Checklist of Criticism, 1973. Επιγράμματα αποδιδόμενα ανακριβώς στον Πλάτωνα: D. L. Page, Epigrammata Graecae, 1975. Περιοδικό Phronesis, από 1955).
  6. Lacourt – Gayet, Platon et Γ economie dirigee, Imprimerie Union, Paris, 1945.
  7. R. Murfy, The interpretation of Plato’s Republic, Oxford, 1971.
  8. E. Traylor, Plato, London, 1926.
Hermann, Geschichte und System der platonischen Philosophie, Heidelberg, 1839. Robert V. Poehlmann, Geschichte des antiken Kommunismus und Sozialismus, 2 τόμοι, Mtinchen, 1893-1901, 2α εκδ. υπό τον τίτλον Geschichte der sozialen Frage und des Sozialismus in der antiken Welt, 1912, 3η έκδ. υπό F. Oertel, 1925.
Karl Kautsky, “Die Vorlaufer des neueren Sozialismus”, Ιο μέρος, Ιο τμήμα, “Von Plato bis zu den Wiedertaufern”, στο Geschichte des Sozialismus in Einzeldarstellungen, εκδ. υπό Ed. Bernstein, K. Kautsky, F. Mehring και άλλων, Stuttgart, 1895. L. Vanderkindere, Le socialisme dans la Grece antique, Bruxelles, 1896. Paul Natorp,
Platos Ideenlehre, Leipzig, 1903 (υπάρχει και ελληνική μετάφραση υπό Μιχ. Τσα- μαδού, Αθήναι 1929). Gustave Glotz, Etudes sociales et juridiques sur Γ antiquite grecque, Paris, 1906. Andreas Voigt, Die sozialen Utopien, Leipzig, 1906, σελ. 24 επ. M. Mundt, Platos Leben und Werk, Jena, 1914. Ulrich Von Wilamowitz-Moellendorff, Der griechische und der platonische Staatsgedanke, Berlin, 1919. Του ιδίου, Plato, 2 τόμοι, Berlin, 3η εκδ. 1929. Edgar Salin, Plato und die griechische Utopie, Miinch- en-Leipzig 1921, ιδίως σελ. 1-163. Του ιδίου, “Der Sozialismus in Hellas”, στο Gothein’s Festgabe, 1923. Georg Adler, Geschichte des Sozialismus und Kommuni- smus von Plato bis zur Gegenwart, 2α εκδ. Leipzig, 1920, σελ. 29 επ.. K. Sternberg, Moderne Gedanken liber Staat und Erziehung bei Plato, Berlin, 1924. J. Bininger, Der Agrarstaat in Platos Gesetzen, Leipzig, 1925. B. Landheer, Der Gesellschafts -und Staatsbegriff Platos, Rotterdam, 1929. A. Deschamps, L’ idee communiste chez Platon, Paris, 1931. Kurt Hildebrandt, Der Kampf des Geistes um die Macht, Berlin, 1933. R. L. Nettleship, The theory of education in Plato’s Republic, Oxford, 1935. Βλ. και H. Freyer, Die politische Insel, Eine Geschichte der Utopien von Plato bis zur Gegenwart, Leipzig, 1936, Theo Syranyi-Unger, op. cit. σελ. 12 επ. Julius Kautz, op. cit., σελ. 117 επ.. Paul Mombert, op. cit., σελ. 26 επ. Περί των σχέσεων του Πλάτωνος προς τους πυθαγορείους, βλ. τη μελέτη του Ε. Frank, Plato und die sogenanten Pythagoreer, Halle, 1923. Επίσης:
  1. B. Welles, “The economic Background of Plato’s Communism”,
Journal of Economic History, Supplement 8 (1948).
  1. W. Winspear, The Genesis of Plato’s Thought, New York, S. A. Russell, 1956. G. Cambiano, Platone e le techniche, Torino 1971.
  2. De Fidio, «II demiurgo e il ruolo delle “technai” in Platone»
P.P. 26, 1971, σελ. 233 επ.
[2] Leon Robin, La pensee hellenique des origines a Epicure, P.U.F., 2η εκδ. 1967, σελ. 201. Είναι αναμφισβήτητο ότι ο Πλάτων κατανοούσε τη σημασία του οικονομικού παράγοντα. Όπως τονίζει ο L. Robin συγχαίρει τον εαυτό του γιατί συνέλαβε την πολιτεία κατά τρόπο ώστε να μη έχει ανάγκη να νομοθετεί παρά για εργάτες, βοσκούς, καλλιεργητές και γι’ αυτούς που ασχολούνται με τα εργαλεία τους, χωρίς να χρειάζεται να ενοχληθεί από την εμπορική ναυτιλία, το εμπόριο, τα ξενοδοχεία, τα μεταλλεία κ.λπ.
Όταν ο Πλάτων τονίζει ότι δεν πρέπει να μας απασχολεί ο πλούτος, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να στρέφομε τη δραστηριότητά μας στην απόκτηση πλούτου, αλλά να γνωρίζομε ότι είναι ήσσονος σημασίας η απόκτησή του (σελ. 207). Ο τρόπος της κτήσης και της χρήσης αποτελούσε κυρίως το αντικείμενο της κριτικής του όπως η κριτική των προφητών του Ισραήλ κατά τη χαρακτηριστική έκφραση του L. Robin. Ο υπέρμετρος πλούτος και η υπέρμετρη φτώχεια ήταν το πρόβλημα. Αναζητούσε να βρει τη λύση του προβλήματος της ιδιοκτησίας. Ως σύγχρονος οικονομολόγος απασχολήθηκε με τη σχέση εδάφους – πληθυσμού.
[3] L. Robin, op. cit., σελ. 201.
[4] Νόμοι 742, 743c, 831 c-e, XI 919.
[5] Πολιτεία 460 a-c, 461 c, Τίμαιος 190, Νόμοι 737c, 738Β, 740 BE, 784 B.
Βλέπε και Guiraud, “La population en Grece”, Revue de Paris, 15ο έτος, 1904. G. Glotz, “L’ exposition des enfants”, στο Etudes sociales et juridiques sur Γ
antiquite grecque, 1916.
[6] Πολιτεία 422 Ε, 551 D, 557 Α, Νόμοι 715 Β, 832 Α.
[7] Αριστοτέλης, Πολιτικά 1279 Β, 7.
[8] Ισοκράτης, Αρχίδαμος 28, 67.
[9] Ισοκράτης, Προς Φίλιππο 20, 52.
[10] Ξενοφώντος, Ελληνικά III, 3, 5-11.
[11] Πολιτεία, 551.
[12] Πολιτεία, 551 D.
[13] Πολιτεία, 557.
[14] Πολιτεία 555 D-E. S. Epstein. Capitalism, priinitiv and modern, Manchester University Press, 1969.
[15] Πολιτεία 217. P. Cloche. “I.a democratic atheniennc et les possedants aux Ve et IVe siecles avant .1. C.”, Revue historique 192, 1941. σκλ. I. Μ. I. Finley. Studies in land and credit in ancient Athens 500-200, New Brunswick, 1952.
Του ιδίου. “Land, debt and the man of property in classical Athens”, Political Science Quarterly, 68, 1953.
  1. K. Davies. Athenian properetied families, Oxford, 1971.
[16] Πολιτεία 556 A, C, E, 567 A.
[17] Victor Brochard. “La morale de Platon», Annec Philosophique 1905, Etudes de philosophic andenne el de philosophic moderne, σκλ 170.
[18] P. Guiraud, La propriete fonciere en Grece, jusqu’ a la conquete romaine, Paris, 1893, σελ. 587. Του ιδίον, L’ organisation de la main-d’ oeuvre industrielle dans Γ ancienne Grece, Bibliotheque de la Faculte de lettres de Paris, 1900, σελ. 47, 48. Etudes economiques sur Γ antiquite, σελ. 142.
[19] W. Jaeger, Paideia, “The idea of greek culture”, 2η εκδ., I, σελ. 99-102, 137, 149.
[20] Κ.Α. Popper, The open society and its enemies, London, 1957, 1, 80, 82, 152.
[21] Πολιτεία 369-74.
[22] Νόμοι 630-31, Πολιτεία 428, 49.
[23] Αλκιβιάδης 1, 126, Γοργίας 481.
[24] Suum cuique. J. B. Weels, “The economic background of Plato’s communism”. Journal of Economic History, sup. 8 (1948), σελ. 108.
[25] Νόμοι 736 E.
[26] Νόμοι 743, 847-50, 914-21, Πολιτεία 556.
[27] Νόμοι 736 Ε.
[28] Πολιτεία 422, 550, 562. Νόμοι 705, 741, 743, 842, 918.
[29] Λ. Στεφανίδης, Εισαγωγή εις την ιστορίαν’ της κοινωνικής οικονομικής, Αθήνα, 1948, τόμ. πρώτος, σε/.. 149.
[30] Πολιτεία V, 12, 464 β.
[31] Πολιτεία IX, 592 β.
[32] Νόμοι V 10, 739 d. Βλέπε και George Adler, Geschichte des Sozialismus und Kommunismus, 2η εκδ., Leipzig, 1920, σελ. 45.
[33] Πολιτεία 421 A.
[34] Πολιτεία 463 Β, 417 Β, 416 A, 547 C.
[35] Πολιτεία 378 Β, Ε, 377 Β.
[36] Πολιτεία 643 B-C.
[37] Νόμοι 847 Β, 921 C-D.
[38] Νόμοι 936 B-C.
[39] Νόμοι 739 D, 740 Α.
[40] Νόμοι 831 C, D, 807 Β, 713 Ε.
[41] Νόμοι 744 Β.
[42] Ruskin, Time and Tide, IX, 5-9.
[43] Espinas, Revue des etudes grecques, XXVII (1914), σελ. 246.
[44] Νόμοι 626 Ε.
[45] Νόμοι 742 D-E, 743 D-E, 729 Α.
[46] Νόμοι 744 D.
[47] Η. Francotte, L’ Industrie κ.λπ., σελ. 250.
47α Συνέδριο Δελφών, 22-26 Σεπτεμβρίου. W. R. Scott, “Greek influence on Adam Smith”, στο Etudes dediees a la memoire d’ Andre M. Andreades, Pyrsos, Athenes, 1940.
[48] Πολιτεία 552 B-D.
[49] C. Bradford Welles, “The economic background of Plato’s communism”, Journal of Economic History, 1948, σελ. 101-114. Πλάτων, Γοργίας 501 E, Νόμοι 757 B.
[50] Πολιτεία 371 Β.
[51] Barry Gordon, op. cit., σελ. 43.
[52] Νόμοι V 742.
[53] Νόμοι 921 Β.
[54] Νόμοι 738 Α.
[55] Νόμοι 747 Β.
[56] Νόμοι 743 Δ.
[57] Νόμοι 760 Ε, 761 C, 763 D.
[58] Νόμοι 742 C.
[59] Πολιτεία 552 Β.
[60] Πολιτεία 590 C.
[61] Νόμοι 842 D, 806 ΔΕ, 846 Δ, 847 Α, 743 D.
[62] Νόμοι 743 D.
[63] Trever, op. cit., σελ. 31-32.
[64] Πολιτεία 300 Ε.
[65] Νόμοι 846 D, 847 Α, 843 Δ.
[66] Adam Smith, Wealth of Nations, V, 1 pt 2, art. 2.
[67] Η. Francotte, L’Industrie dans la Grece ancienne, Brusselles, 1900, I, σελ. 246. W. Roscher, “tjber das Verhaltniss der Nationalokonomie zum klassischen altertum”. Ansichten der Volkswirtschaft, 5, 1878, σελ. 26, σημ. 2. H. Eisenhart, Geschichte der Nationalokonomie, 2η εκδ. 1891, σελ. 5. Dietzel, “Beitrage zur Geschichte des Sozialismus und Kommunismus”, Zeitschrift fur Literatur und Geschichte der Staa- tswissenschaften I, 1893, σελ. 397.
[68] Συμπόσιο 209 A.
[69] Φίληβος 566.
[70] Πρωταγόρας 321 E.
[71] Νόμοι 918 B, 919 C.
[72] Νόμοι 846 D, 847, 918 B-C.
[73] Πολιτεία, 370 A-C, 396 C, 374 B-E, 371 B-C, 395 C, 434 A-D, 420 B, 421 B, 433 A-B, D, 403-4 A, 432 A, 396 D-E, 397 E, 398 A.
[74] Πολιτεία 371 B.
[75] Νόμοι 742 Α-Β.
[76] Νόμοι 918 Β.
[77] Νόμοι 670 Β, 831 C.
[78] Νόμοι 742 Α-Β.
[79] Πολιτεία 370 Ε, 371 Α, Σοφισταί 223 C-D, Πολιτεία 370 Α-Ε, 371.
[80] Νόμοι 847 C.
[81] Νόμοι 918 B-C.
[82] Νόμοι 918 Β.
[83] Νόμοι 918 D.
[84] Νόμοι 918 Ε.
[85] Νόμοι 850 B-C.
[86] Νόμοι 840 D-E, 850 Α, 915 D.
[87] Νόμοι 916 D-E.
[88] Νόμοι 920 B-C.
[89] Νόμοι 920 C.
[90] Zimmern, op. cit., σελ. 278, σημ. 2.
[91] Trever, op. cit., σελ. 45.
[92] Πολιτεία 372 C.
[93] Νόμοι 740 D.
[94] Νόμοι 740 Ε.
[95] Νόμοι 741 Α.
[96] Γοργίας 507, Νόμοι 757 Β, 920 C, 740 Β, 847 Β.
[97] Πολιτεία IV, 421 C.
[98] Ευθύδημος 281 D-E και 288-89. Louis Gernet, “La notion mythique de la valeur en Grece”, Journal de psychologie normale et pathologique, 41 (1948), σελ. 415-61.
[99] Μένων, 88 D, Ε.
[100] Για τις αμφισβητήσεις, βλέπε μεταξύ άλλων:
  1. Ε. Eicholz, “The pseudoplatonic dialogue Eryxia”, Classical Quarterly, 29:129-49, 1935. Const. Ritter, Undersuchungen iiber Plato, Stuttgart 1888, σελ. 84-86. M. Wundt, Platos Leben und Werk, Jena, 1914. Ulrich von Wilamovitz-Moelendorff, Der griechische und der platonische Staasgedanke, Berlin, 1919. Kurt Hildebrandt, Der Kampf des Geistes um die Macht, Berlin, 1933.
[101] W. A. Heidel, Pseudo-platonica (dissertation), Chicago, 1896, σελ. 59-61. On Eryxias, μνημ. από Trever, op. cit., σελ. 133. M. Giacchero, “Ragionamenti socratici sulla ricchezza e sulla moneta nel dialogo pseudoplatonico Eryxias”, R.I.N., 75, 1973, σελ. 7 και εξής.
[102] Ερυξίας, 400 Α-Ε, 354 D.
[103] Ερυξίας, 400 Α-Ε.
[104] Ερυξίας, 393 Α, 393 D, 394 Α.
[105] Ερυξίας, 402 Ε, 393 Ε, 394 Ε.
[106] Ερυξίας, 403 Ε.
[107] Ο Πλούταρχος στο «Περί φιλοπλουτίας»: «ταῦτα γάρ ἐστί ἅ παραινοῦσι καί διδάσκουσι κέρδαινε καί φείδου καί τοσοῦτον νόμιζε τό τήν ἀξίαν εἶναι ὅσον

ΑΛΛΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΡΩΤΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΓΙΑΤΙ, ΣΤΟ ΠΩΣ…

Ένα από τα μεγαλύτερα σφάλματα που κάνουμε στην καθημερινή μας ζωή, είναι ότι όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα πρόβλημα, αφιερώνουμε χρόνο στην ερώτηση «γιατί».

Αυτό μπορεί να πάρει πολλές μορφές. Μπορεί να αναρωτιέμαι γιατί είμαι θλιμμένος, γιατί δεν έπραξα διαφορετικά ώστε να μην φτάσω στη δυσάρεστη θέση στην οποία βρίσκομαι, γιατί δεν πρόσεχα περισσότερο, γιατί δεν μπορώ να ξεφύγω.

Η αλήθεια είναι ότι οι ερωτήσεις οι οποίες περιλαμβάνουν τη λέξη «γιατί», σπάνια βοηθάνε. Οι πραγματικά βοηθητικές ερωτήσεις, περιλαμβάνουν τη λέξη «πώς». Όταν αναρωτιέμαι, ή με ρωτάνε «γιατί», ουσιαστικά ψάχνω να βρω τους λόγους. Ποιοι είναι οι λόγοι που είμαι θλιμμένος; Από πότε ξεκίνησα να είμαι θλιμμένος και ποια εξωτερικά γεγονότα ευθύνονται γι αυτό; Μπορώ να σπαταλήσω χρόνια ολόκληρα από τη ζωή μου ψάχνοντας το «γιατί», προτού διαπιστώσω ότι τελικά το μόνο που κάνω όλα αυτά τα χρόνια είναι να παραμένω θλιμμένος ενώ ταυτόχρονα αναρωτιέμαι γιατί.

Όταν η ερώτηση στηρίζεται στη λέξη «πώς», ψάχνω να βρω τους τρόπους. Αυτό το οποίο θα μας βοηθήσει να ξεπεράσουμε προβλήματα, είναι σχεδόν οι τρόποι και όχι οι λόγοι. Δεν έχει σημασία γιατί είμαι θλιμμένος. Αυτό το οποίο θα έπρεπε να με απασχολεί, είναι το «με ποιο τρόπο καταφέρνω να παραμένω θλιμμένος».

Οι Συστημικοί Θεραπευτές εξηγούν το παραπάνω με μια πολύ απλή πρόταση: «Η δομή του προβλήματος, είναι διαφορετική από τη δομή της λύσης». Ας σκεφτούμε για παράδειγμα ότι μου πέφτει ένα ποτήρι γεμάτο νερό, και σπάει στο πάτωμα. Το πρόβλημα είναι σαφές: Έχω ένα πάτωμα γεμάτο νερά και γυαλιά. Αυτό που κάνουμε όταν εντοπίζουμε αυτό το πρόβλημα στη συναισθηματική μας ζωή, όσο παράλογο και να ακούγεται, είναι ότι ξεκινάμε να αναρωτιόμαστε «γιατί».

Γιατί μου έπεσε το ποτήρι; Ήμουν απρόσεκτος; Γλυστρούσε; Ήταν στραβή η επιφάνεια στην οποία πήγα να το τοποθετήσω; Ποια συγκεκριμένα γεγονότα και πράξεις οδήγησαν στη πτώση του; Μπορώ να αναρωτιέμαι για πάντα. Το μόνο πράγμα το οποίο θα καταφέρω με βεβαιότητα είναι να μην λύσω το πρόβλημα. Τα γυαλιά και το νερό θα παραμένουν στο πάτωμα.

Προκειμένου να λυθεί το πρόβλημα, πρέπει να διαπιστώσω ότι οι λόγοι για τους οποίους έπεσε το ποτήρι, δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με το πως θα μαζέψω τα κομμάτια του. Η δομή του προβλήματος περιλαμβάνει ίσως όλα όσα περιγράψαμε παραπάνω, αλλά η δομή της λύσης του είναι εντελώς διαφορετική: Περιλαμβάνει σκούπα, φαράσι και σφουγγαρίστρα.

Ενώ τα παραπάνω είναι προφανή στο πρόβλημα με το ποτήρι, όταν είμαι θλιμμένος για κάποιο λόγο τα ξεχνάω. Αναρωτιέμαι ξανά και ξανά «γιατί είμαι θλιμμένος», ενώ αυτό που θα έπρεπε να κάνω είναι να πιάσω τη σφουγγαρίστρα: Πώς θα καταφέρω να πάψω να είμαι θλιμμένος, είναι η ερώτηση που θα έπρεπε να με απασχολεί.

Μεταφορά της ευθύνης προς τα έξω

Ας υποθέσουμε ότι έχω ένα φίλο ο οποίος διαμαρτύρεται ότι περνάει τη μέρα του θυμωμένος. Μπορώ να τον ρωτήσω: «Γιατί θυμώνεις;» Η απάντηση θα είναι σχεδόν πάντα κάτι του στυλ «Γιατί η γυναίκα μου δεν με καταλαβαίνει», «Γιατί τα παιδιά μου δεν κάνουν ησυχία», «Επειδή το αφεντικό μου με αδικεί». Μια απάντηση δηλαδή η οποία μεταφέρει την ευθύνη στους άλλους αφού αναφέρεται σε κάτι το οποίο κάνει κάποιος τρίτος.

Εάν όμως αλλάξω την ερώτηση στην εξής: «Πώς καταφέρνεις να παραμένεις θυμωμένος;» τότε η απάντηση αλλάζει. Μπορεί να είναι κάτι του στυλ «Σκέφτομαι ότι η γυναίκα μου δεν με καταλαβαίνει». Μπορεί εκ πρώτης όψεως να ακούγεται αρκετά κοντινή στην προηγούμενη απάντηση, όμως δεν είναι.

Εδώ η ευθύνη βρίσκεται μέσα στο άτομο το οποίο θυμώνει. Αμέσως έχει παραδεχθεί ότι υπάρχει κάτι εξαιρετικά συγκεκριμένο το οποίο πρέπει να σκεφτεί για να θυμώσει, και διαπιστώνει ότι ο θυμός δε προκαλείται από την πράξη κάποιου άλλου, αλλά από το ότι ο ίδιος κατευθύνει τη σκέψη του σε ένα πολύ συγκεκριμένο σημείο.

Το να καταλάβω ότι ο έλεγχος βρίσκεται μέσα σε μένα, μου επιτρέπει να αλλάξω τα πράγματα και να λύσω το πρόβλημα το οποίο με βασανίζει. Το να προσπαθώ να μεταφέρω τον έλεγχο έξω από μένα, με οδηγεί στο να προσπαθώ να αλλάξω τους άλλους προκειμένου να είμαι εγώ καλά.

Nα ενθουσιάζεσαι με τη ζωή...

Να χαίρεσαι τον έρωτα,
να έχεις εμπιστοσύνη στις δυνάμεις σου,
ν’ αντιμετωπίζεις τους φόβους σου,
να ενθουσιάζεσαι με τη ζωή,
να ζητάς βοήθεια όταν τη χρειάζεσαι,
να επιτρέπεις να σε παρηγορούν όταν πονάς,
να παίρνεις τις δικές σου αποφάσεις,
να υπερασπίζεσαι τις επιλογές σου,
να είσαι φίλη του εαυτού σου,
να μη φοβάσαι μήπως γελοιοποιηθείς,
να ξέρεις πως αξίζεις να σ’ αγαπάνε,
να μιλάς στους άλλους τρυφερά,
να μιλάς ή να σωπαίνεις ανάλογα με το τι κρίνεις για σένα σωστό,
να αποκτάς φήμη για τα επιτεύγματά σου,
ν’ αγαπάς και να φροντίζεις το κοριτσάκι που έχεις μέσα σου,
να μην εξαρτάσαι από την επιδοκιμασία των άλλων,
να μην επωμίζεσαι τις ευθύνες όλων,
να συνειδητοποιείς τα συναισθήματά σου και να πράττεις ανάλογα,
να μην κυνηγάς το χειροκρότημα αλλά τη δική σου ικανοποίηση απ’ αυτό που κάνεις,
να δίνεις γιατί θέλεις, ποτέ γιατί νομίζεις πως είναι υποχρέωσή σου
να απαιτείς να σε πληρώνουν όπως πρέπει για τη δουλειά σου,
να δέχεσαι τους περιορισμούς και την αδυναμία σου χωρίς θυμό,
να μην επιβάλλεις τα κριτήριά σου ούτε να επιτρέπεις να σου επιβάλλουν οι άλλοι τα δικά τους,
να λες το ναι μονάχα όταν το θέλεις και να λες όχι χωρίς ενοχές,
να ζεις το σήμερα και να μην έχεις μεγάλες προσδοκίες,
να ρισκάρεις περισσότερο,
να δέχεσαι την αλλαγή και ν’ αναθεωρείς τις πεποιθήσεις σου,
να προσπαθείς να γιατρέψεις τις παλιές
και τις πρόσφατες πληγές σου,
να φέρεσαι και ν’ απαιτείς να σου φέρονται με σεβασμό,
να γεμίζεις πρώτα το δικό σου ποτήρι,
 και αμέσως μετά το ποτήρι των άλλων,
να σχεδιάζεις το μέλλον αλλά να ζεις το παρόν,
να εμπιστεύεσαι τη διαίσθησή σου,
να χαίρεσαι τις διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα,
να καλλιεργείς σχέσεις υγιείς όπου ο ένας στηρίζει τον άλλον,
να κάνεις την κατανόηση και τη συγνώμη προτεραιότητές σου,
να δέχεσαι τον εαυτό σου όπως είναι,
να μην κοιτάς πίσω σου για να δεις ποιος σε ακολουθεί,
να μεγαλώνεις μαθαίνοντας από τις διαφωνίες
 και τις αποτυχίες σου,
να επιτρέπεις στον εαυτό σου να λύνεται στα γέλια μες στο δρόμο χωρίς ιδιαίτερο λόγο,
να μη θεοποιείς κανέναν, και ακόμη λιγότερο… εμένα. 

Τι απεικονίζει ο γλυπτός διάκοσμος του ναού της Αθηνάς Νίκης στην Ακρόπολη.

Το πρώτο έργο που θαυμάζει ο ξένος στο Μουσείο της Ακρόπολης είναι τμήματα της νότιας ζωφόρου της Αθηνάς Νίκης, του μικρού ναού ιωνικού ρυθμού που βλέπει ο επισκέπτης στην Ακρόπολη πάνω σε προμαχώνα στα δεξιά, όπως ανεβαίνει τα Προπύλαια.

Ο ναός αποτελούσε μέρος του οικοδομικού προγράμματος του Περικλή για την Ακρόπολη και ανεγέρθη στα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου μεταξύ 427/424 π.Χ. Όπως τα υπόλοιπα μνημεία της Ακρόπολης, υπέστη μεγάλες καταστροφές στη νεότερη εποχή. Μάλιστα, οι Οθωμανοί το κατεδάφισαν και χρησιμοποίησαν το οικοδομικό του υλικό στην κατασκευή προμαχώνα στην Ακρόπολη.

 Αυτό δεν εμπόδισε τον Έλγιν, στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν έκλεβε τα μάρμαρα του Παρθενώνα και μία Καρυάτιδα από το Ερέχθειο, να αρπάξει από τον προμαχώνα και τις μισές πλάκες της νότιας ζωφόρου του ναού της Αθηνάς Νίκης. Έτσι αυτές βρίσκονται σήμερα στο Βρετανικό Μουσείο, ενώ οι άλλες μισές πλάκες, μαζί με τα θωράκια του ναού και άλλα διακοσμητικά στοιχεία, εκτίθενται στο Μουσείο Ακρόπολης. Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, ο ναός αναστηλώθηκε με όσα κομμάτια είχαν διασωθεί.

Ο ναός είναι μικρός, ιωνικού ρυθμού, αμφιπρόστυλος, με μία σειρά από τέσσερις μονολιθικούς κίονες σε κάθε στενή πλευρά. Στη ζωφόρο του συναντάμε για πρώτη φορά στην ελληνική ναοδομία απεικόνιση αμιγώς ιστορικών θεμάτων σε αρχιτεκτονικά γλυπτά.

Μάχη μεταξύ Ελλήνων και Περσών

Ο ναός της Αθηνάς Νίκης είναι ένα από τα πιο διάσημα μνημεία της κλασικής εποχής, αλλά η νότια ζωφόρος του είναι σχετικά άγνωστη στο ευρύ κοινό. Η θεματογραφία της είναι μία μάχη μεταξύ Ελλήνων και Περσών, όπου οι πρώτοι είναι αποκλειστικά πεζοί, ενώ από τους δεύτερους κάποιοι είναι έφιπποι. Σήμερα, η συντριπτική πλειοψηφία των ειδικών θεωρούν ότι η παράσταση έχει σχέση με τη μάχη του Μαραθώνα (490 π.Χ.). Εξ’ ού και η αναφορά στη «ζωφόρο της μάχης του Μαραθώνα», όπως καταγράφηκε στην περιγραφή της επίσκεψης του Προέδρου των ΗΠΑ στο Μουσείο Ακρόπολης.

Ήταν η Μάχη των Πλαταιών;

Υπάρχουν και ελάχιστοι μελετητές που ισχυρίζονται ότι η νότια ζωφόρος της Αθηνάς Νίκης έχει ως πηγή έμπνευσης τη μάχη των Πλαταιών (479 π.Χ.) και όχι του Μαραθώνα. Το βασικό επιχείρημά τους είναι ότι στις σκηνές των συγκρούσεων στη ζωφόρο περιλαμβάνονται στοιχεία που απουσιάζουν από την αφήγηση του Ηροδότου, τη βασική φιλολογική πηγή της μάχης του Μαραθώνα, όπως για παράδειγμα η δράση του περσικού ιππικού.

Όμως, η σύνδεση της θεματογραφίας της νότιας ζωφόρου της Αθηνάς Νίκης με τη μάχη των Πλαταιών θα πρέπει να αποκλειστεί εξαιτίας των χαρακτηριστικών του ναού, καθώς ανεγέρθη στα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου, για να τιμήσει τις παλαιότερες στρατιωτικές νίκες των Αθηναίων.

Θα ήταν παράδοξο, λοιπόν, να υπήρχε στον διάκοσμό του αναφορά στη μάχη των Πλαταιών, η οποία στη συνείδηση όλων των Ελλήνων είχε καθιερωθεί πρωτίστως ως νίκη της Σπάρτης.

Έτσι, ο Ηρόδοτος (9.71) καταγράφει ότι απ’ όλους τους Έλληνες, κυρίως οι Σπαρτιάτες διακρίθηκαν στη μάχη των Πλαταιών. Το ίδιο αποδέχεται ο Σιμωνίδης ο Κείος στο επίγραμμά του για τη μάχη των Πλαταιών, όπου αναφέρει το «δωρικό δόρυ», και ο Αισχύλος (Πέρσαι, στίχος 817) όπου αναφέρεται στην καταστροφή των Περσών στη μάχη των Πλαταιών από τη «δωρική λόγχη».

Δεν είναι, επίσης, πιθανόν ότι οι Αθηναίοι μεσούντος του Πελοποννησιακού πολέμου, θα απεικόνιζαν στη ζωφόρο της Αθηνάς Νίκης κάποια φάση της μάχης των Πλαταιών, προκειμένου να τιμήσουν μια νίκη που είχαν κερδίσει υπό τις διαταγές των Σπαρτιατών, αφού ο ανώτατος διοικητής του ελληνικού στρατεύματος ήταν ο Σπαρτιάτης αντιβασιλιάς και στρατηγός, Παυσανίας.



Πάνω από το επιστύλιο ο ναός φέρει ζωφόρο, που φιλοτεχνήθηκε από τον Αγοράκριτο. Στις τρεις πλευρές της απεικονίζονται σκηνές από μάχες Ελλήνων με Πέρσες και Ελλήνων οπλιτών με άλλους οπλίτες και στην ανατολική πλευρά παρουσιάζονται οι θεοί του Ολύμπου να παρακολουθούν τις μάχες αυτές.

Αντίθετα με τις Πλαταιές, οι Αθηναίοι θεωρούσαν τη μάχη του Μαραθώνα ως την πλέον σημαντική στην ιστορία τους και η νίκη τους εκεί «τούς γέμιζε με τη μεγαλύτερη υπερηφάνια» (Παυσανίας, 1.14.5). Γνωρίζουμε, μάλιστα, ότι την παραμονή της μάχης των Πλαταιών, οι Αθηναίοι δήλωναν υπερήφανα στους Σπαρτιάτες συμμάχους τους ότι στον Μαραθώνα νίκησαν τους Πέρσες μόνοι τους (Ηρόδοτος, 9.27.5). Επίσης, σε πολλές αναφορές της αρχαίας γραμματείας, η νίκη των Αθηναίων στον Μαραθώνα καταγράφεται ως απαρχή του μεγαλείου τους και «ηθική» βάση της ηγεμονίας τους πάνω στους άλλους Έλληνες. Στο πλαίσιο αυτό, η μάχη του Μαραθώνα θα ήταν βέβαια η πλέον κατάλληλη για να μνημονευθεί στη ζωφόρο ενός ναού που τιμούσε τις στρατιωτικές τους νίκες.

Δεν λείπουν και ορισμένοι μελετητές, που ενώ αποδέχονται ότι στις σκηνές μάχης της νότιας ζωφόρου έχει απεικονιστεί η ήττα/καταστροφή του περσικού ιππικού στη μάχη του Μαραθώνα, πιστεύουν ότι αυτές δεν αντανακλούν πραγματικά συμβάντα. Οι συγκεκριμένοι μελετητές ισχυρίζονται ότι το περσικό ιππικό δεν πολέμησε στη μάχη και έτσι η απεικόνισή της (μάχης) στη ζωφόρο έγινε με ιδεαλιστικό τρόπο ώστε να εξυψωθεί ο ηρωισμός των Μαραθωνομάχων.

Το πρόβλημα με την άποψη αυτή είναι ότι ο ναός της Αθηνάς Νίκης ανεγέρθη λίγες μόλις δεκαετίες μετά τη μάχη του Μαραθώνα, όταν ζούσαν βετεράνοι της, η ανάμνηση των περιστατικών της μάχης ήταν ακόμη πολύ ζωντανή στο μυαλό των Αθηναίων και δεν είχαν αρχίσει να υπεισέρχονται στην αφήγηση της μάχης φανταστικά στοιχεία και υπερβολές. Επιπλέον, τρεις δεκαετίες πριν -το 460 π.Χ. περίπου- στην Ποικίλη Στοά, ίσως το πιο πολυσύχναστο κτίριο της Αγοράς της Αθήνας, εκτέθηκε σε δημόσια θέα μία τοιχογραφία με θέμα τη μάχη του Μαραθώνα. Επρόκειτο για ένα από τα διασημότερα έργα μεγάλης ζωγραφικής της κλασικής εποχής, που αν και είναι σήμερα χαμένο, φιλολογικές πηγές δείχνουν ότι απεικόνιζε με ρεαλισμό διάφορες φάσεις της μάχης. Φαίνεται, λοιπόν, ότι και η νότια ζωφόρος του ναού της Αθηνάς Νίκης αντιγράφει στοιχεία για τη μάχη του Μαραθώνα από την προγενέστερη διάσημη τοιχογραφία στην Ποικίλη Στοά.  

Η αιτία καταστροφής των Περσών

Η Αμερικανίδα αρχαιολόγος και ιστορικός τέχνης, Evellyn Harrison, που έχει δημοσιεύσει την πιο αναλυτική και εμπεριστατωμένη μελέτη της νότιας ζωφόρου του ναού της Αθηνάς Νίκης θεωρεί ότι η παράστασή της αποκαλύπτει τον τρόπο που διεξήχθη η μάχη του Μαραθώνα, και ιδιαίτερα πως οι Αθηναίοι εξουδετέρωσαν το περσικό ιππικό. Φαίνεται ότι στις σκηνές έχουν απαθανατιστεί με ρεαλιστικό τρόπο συγκεκριμένες παράμετροι της μάχης του Μαραθώνα.

Η Harrison θεωρεί πως η σύγκρουση που απεικονίζεται στη νότια ζωφόρο, ξεκινά από τα δεξιά, με την κατά μέτωπο επίθεση των Περσών ιππέων πάνω στους Αθηναίους πεζούς. Μάλιστα, επισημαίνει ότι σε ορισμένες σκηνές οι Πέρσες ιππείς καταδίωκαν λίγο πριν κάποιους από αυτούς τους Αθηναίους πεζούς στρατιώτες. Πιθανότατα, λοιπόν, η σύγκρουση των Περσών με τους Έλληνες ξεκινά στην παράσταση αυτή με την καταδίωξη των ανδρών του ελληνικού κέντρου από το περσικό ιππικό. Ενώ, όμως, οι ιππείς εφορμούσαν κατά των Ελλήνων, αντιμετώπισαν ένα σοβαρό πρόβλημα, εξαιτίας του οποίου όχι μόνον δεν κατάφεραν να ολοκληρώσουν την επίθεσή τους, αλλά, όπως επισημαίνει χαρακτηριστικά η Harrison, υπήρξε και η αιτία της καταστροφής τους.



Αυτό αφηγούνται οι πραγματικά εντυπωσιακές σκηνές της νότιας ζωφόρου, που εικονίζουν τους Πέρσες ιππείς να ανατρέπονται με δραματικό τρόπο από τα άλογά τους. Ένας από αυτούς πέφτει, καθώς το άτυχο ζώο έχει γονατίσει στα μπροστινά του πόδια, ενώ ένας Έλληνας πεζός επιταχύνει την πτώση του τραβώντας τον από το χέρι. Ένας άλλος Πέρσης ιππέας εκσφενδονίζεται στον αέρα από το άλογό του, ενώ το πανικόβλητο ζώο έχει σηκωθεί στα πίσω του πόδια.

Στις ιδιαίτερα δραματικές αυτές σκηνές γίνεται ξεκάθαρο ότι οι Πέρσες ιππείς βρέθηκαν εγκλωβισμένοι σε μια κατάσταση την οποία ούτε είχαν προβλέψει, ούτε βέβαια σχεδιάσει. Αντίθετα, είναι φανερό ότι βρίσκονται σε εξαιρετικά μειονεκτική θέση, αφού έχουν παγιδευτεί με κάποιον τρόπο, έχοντας όχι μόνο χάσει όλα τα πλεονεκτήματα που τούς έδινε η δύναμη και ταχύτητα του όπλου τους, αλλά και αποδεκατίζονται μαζικά από τους Έλληνες στρατιώτες.

Στο έδαφος έχουν απεικονιστεί τέσσερις νεκροί στρατιώτες, όλοι τους Πέρσες.

Σε κάποιες σκηνές της νότιας ζωφόρου διακρίνονται Πέρσες ιππείς, που κατόρθωσαν να διατηρήσουν τον έλεγχο των αλόγων τους, να προσπαθούν να επιστρέψουν πίσω στην αρχική τους γραμμή.

Σύμφωνα με την Harrison, ορισμένοι από τους έφιππους Πέρσες επιχειρούν να υποχωρήσουν προς το στρατόπεδό τους, αφού έχουν κατεύθυνση από τα αριστερά προς τα δεξιά, δηλαδή αντίθετη από την αρχική τους επίθεση. Έλληνες οπλίτες, όμως, εμποδίζουν τη διαφυγή αυτών των Περσών, βάζοντας μπροστά τα σώματά τους.

Μάλιστα, το άλογο ενός ιππέα, στην προσπάθειά του να διαφύγει, ποδοπατά έναν Πέρση που βρίσκεται πεσμένος στο έδαφος, ενώ ένας άλλος Πέρσης που είναι όρθιος δέχεται χτυπήματα από τα μπροστινά πόδια ενός άλλου αλόγου. Μέσα στον πανικό τους, οι Πέρσες ιππείς ποδοπατούν ακόμη και τους δικούς τους άνδρες, που βρίσκονται χτυπημένοι στο έδαφος ή είναι ακόμη όρθιοι και μπορούν να πολεμήσουν.


Με βάση την ανάλυση επιμέρους λεπτομερειών του έργου, η Harrison θεωρεί πως η αιτία που δεν επέτρεψε στους Πέρσες ιππείς να συνεχίσουν την εφόρμησή τους πάνω στους Έλληνες, δεν ήταν η αντίσταση που προέβαλαν οι αντίπαλοί τους, αλλά τα χαρακτηριστικά του φυσικού περιβάλλοντος. Προκειμένου να φωτίσει περαιτέρω την παράμετρο που προκάλεσε το ανυπέρβλητο αυτό πρόβλημα στους Πέρσες ιππείς, η Harrison επισημαίνει ιδιαίτερα τη στάση ενός αλόγου, που απεικονίζεται να διπλώνει τα μπροστινά του πόδια και να ρίχνει κάτω τον αναβάτη του.

Συγκρίνοντας τη στάση του σώματος του συγκεκριμένου αλόγου με εκείνη αλόγων που απεικονίζονται σε άλλα έργα τέχνης της αρχαιότητας, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το άτυχο ζώο αντέδρασε με τον τρόπο αυτό, διότι έπεσε μέσα σ’ ένα έλος, με αποτέλεσμα να χτυπήσει στα μπροστινά του πόδια.

Φαίνεται ότι το άλογο όχι απλώς χτύπησε στα μπροστινά του πόδια, μέσα σε κάποιο έλος, όπως αναφέρει η Harrison, αλλά τα έσπασε. Ο ώμος του αλόγου βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο από τους ώμους του Έλληνα οπλίτη που απεικονίζεται μπροστά του. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί μόνον εάν το άλογο αυτό είχε σπάσει τα δύο μπροστινά του πόδια.

Η Harrison εκτιμά ότι η σκηνή αυτή της νότιας ζωφόρου του ναού της Αθηνάς Νίκης ταυτίζεται με τη φάση της σύγκρουσης στο έλος, που απεικονίστηκε στην τοιχογραφία της μάχης του Μαραθώνα στην Ποικίλη Στοά, όπως σημειώνει ο αρχαίος περιηγητής Παυσανίας, 1.15.3: «τὸ δὲ ἔσω τῆς μάχης φεύγοντές εἰσιν οἱ βάρβαροι καὶ ἐς τὸ ἕλος ὠθοῦντες ἀλλήλους». Πράγματι, η επισήμανση του αρχαίου περιηγητή ότι οι Πέρσες είχαν απεικονιστεί να σπρώχνουν ο ένας τον άλλον προκειμένου να διαφύγουν από το έλος, ταιριάζει απόλυτα με τη σκηνή της νότιας ζωφόρου.

Η Harrison δεν κάνει διάκριση μεταξύ των οπλιτών και των ελαφρά οπλισμένων Αθηναίων στρατιωτών, που απεικονίζονται στις σκηνές της νότιας ζωφόρου του ναού της Αθηνάς Νίκης. Είναι, όμως, ξεκάθαρο ότι ο διαχωρισμός αυτός υφίσταται: Οι οπλίτες ξεχωρίζουν από την ασπίδα που βαστούν και την περικεφαλαία που φέρουν, ενώ οι ελαφρά οπλισμένοι στρατιώτες κρατούν μπροστά τους, για την προστασία τους, μόνο χλαμύδες, αντί για ασπίδες, ενώ δεν φέρουν περικεφαλαία, ή κάποιο άλλο εξάρτημα οπλισμού.

Στην ανάλυσή της η Harrison καταγράφει την παρουσία ενός τέτοιου Αθηναίου στρατιώτη, ο οποίος δεν φέρει ασπίδα και προσπαθεί να προστατευθεί, αλλά και να προστατεύσει έναν τραυματισμένο συμπολεμιστή του από τα περσικά βέλη, κρατώντας μπροστά του μια χλαμύδα. Η χρήση από ένα στρατιώτη μιας χλαμύδας αντί για ασπίδα για να προστατευθεί από τα εχθρικά βλήματα είναι χαρακτηριστικό των ελαφρά οπλισμένων ανδρών, όπως φαίνεται και από παραστάσεις σε αττικά αγγεία του 5ου αι. π.Χ.


Ο τραυματισμένος συμπολεμιστής του από τα περσικά βέλη, κρατώντας μπροστά του μια χλαμύδα.
Έτσι, στη βασική σκηνή της σύγκρουσης μέσα στο έλος, στη νότια ζωφόρο του ναού της Αθηνάς Νίκης, διακρίνονται οπλίτες και ελαφρά οπλισμένοι στρατιώτες να πολεμούν μαζί τους Πέρσες. Κυρίως, όμως, είναι οι ελαφρά οπλισμένοι Αθηναίοι που απαθανατίστηκαν να πολεμούν σκληρά με τους Πέρσες ιππείς που είχαν πέσει από τα άλογά τους. Η δράση μάλιστα κορυφώνεται τη στιγμή που δύο ελαφρά οπλισμένοι Αθηναίοι πιάνουν από τα μαλλιά δύο γονατιστούς Πέρσες και είναι έτοιμοι να τούς φονεύσουν. Οι Αθηναίοι οπλίτες απεικονίζονται να συγκρούονται με τους Πέρσες ιππείς που είναι ακόμη έφιπποι. Με τον τρόπο αυτόν, τούς αποδίδεται συμβολικά ακόμη μεγαλύτερη δόξα. Παράλληλα, φαίνεται πως η απεικόνιση της σύγκρουσης σώμα με σώμα έγινε με ρεαλιστικό τρόπο, αφού ένας βαριά οπλισμένος πεζός έχει μεγαλύτερες πιθανότητες να αντιμετωπίσει με επιτυχία έναν ιππέα που βρίσκεται ακόμη πάνω σ’ ένα ακινητοποιημένο άλογο και αντιστέκεται, απ’ ό,τι ένας ελαφρά οπλισμένος άνδρας.

Δύο ελαφρά οπλισμένοι Αθηναίοι πιάνουν από τα μαλλιά δύο γονατιστούς Πέρσες
και είναι έτοιμοι να τούς φονεύσουν.


Στην απεικόνιση της νότιας ζωφόρου διακρίνονται και δύο πεζοί Πέρσες στρατιώτες, οι οποίοι κρατούν ασπίδες, στοιχείο που αποκλείει την περίπτωση να ήταν ιππείς που έπεσαν από τα άλογά τους. Σ’ έναν από αυτούς επιτίθεται ένας Έλληνας οπλίτης. Αυτοί οι Πέρσες πεζοί μάλλον σηματοδοτούν την πρώτη γραμμή των πεζών στρατιωτών που απάρτιζαν το κέντρο της περσικής παράταξης.

Οι σκηνές της σύγκρουσης που απεικονίζονται στη νότια ζωφόρο του ναού της Αθηνάς Νίκης, δεν δίνουν στον σημερινό θεατή ξεκάθαρη εικόνα και μια λογική αλληλουχία για τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε η μάχη του Μαραθώνα. Εκ πρώτης όψης, στη νότια ζωφόρο του ναού της Αθηνάς Νίκης παρουσιάζεται μια σειρά μπερδεμένων συγκρούσεων, στις οποίες πολεμούν Πέρσες ως ιππείς πάνω στα άλογά τους ή ως πεζοί ενάντια σε Αθηναίους οπλίτες, αλλά και σε ελαφρά οπλισμένους στρατιώτες. Δεν ξεχωρίζουν, επίσης, με σαφήνεια οι παρατάξεις των δύο αντιπάλων, ούτε και οι ρόλοι τους, παρά μόνον περιγράφεται μια σκληρή και χαώδης σύγκρουση. Παρά ταύτα, η αναπαράσταση της μάχης του Μαραθώνα στο βιβλίο των Κ. Λαγού και Φ. Καρυανού, Μάχη του Μαραθώνα η Ανατροπή, Εκδόσεις «Μένανδρος», Αθήνα, 2015, περιλαμβάνει πολλά κοινά σημεία με την ανάλυση της Evellyn Harrison για τις σκηνές μάχης που απεικονίζονται στη νότια ζωφόρο του ναού της Αθηνάς Νίκης.

Παράλληλα, όμως, παρέχει το κλειδί για την ορθή ανάγνωσή τους, δίνοντας σε αυτές την αιτιώδη σχέση που μέχρι τώρα έλειπε. Οι σκηνές που απαθανατίζονται στη ζωφόρο του ναού, όχι μόνον είναι ρεαλιστικές, απηχώντας τα πραγματικά συμβάντα της μάχης του Μαραθώνα, αλλά ταιριάζουν απόλυτα με το χάος των σκληρών συγκρούσεων μέσα στο Μικρό Έλος: Οι Πέρσες ιππείς έπεσαν σ’ ένα έλος ενώ επιτίθονταν στους Αθηναίους και όχι καθώς υποχωρούσαν προς τα πλοία τους. Η επισήμανση αυτή από μόνη της αποτελεί μια ισχυρή ένδειξη ότι η φάση της μάχης που έγινε μέσα σ’ ένα έλος, διεξήχθη στο Μικρό Έλος και όχι στο Μεγάλο Έλος (κοντά στο Σχοινιά), που εξάλλου την εποχή της μάχης ήταν λιμνοθάλασσα.

Η πιο ρεαλιστική πρόταση για τον χώρο στον οποίο παρατάχθηκαν οι Έλληνες πριν από τη μάχη του Μαραθώνα, αφορά την έκταση που βρίσκεται μπροστά στην είσοδο της Μπρεξίζας, δηλαδή μπροστά στο Μικρό Έλος, στο χώρο της πρώην αμερικανικής βάσης στη Νέα Μάκρη. Με βάση αυτή την αναπαράσταση, η επίθεση του περσικού ιππικού στο κέντρο της ελληνικής παράταξης στο ξεκίνημα της μάχης είχε κατεύθυνση προς το Μικρό Έλος, όπου όμως το περίμενε η παγίδευση και η καταστροφή από τους Έλληνες.

Η "διάσωση" της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας από τον Αραβικό κόσμο

Πολλοί ίσως δεν γνωρίζουν πως αρκετά κείμενα της Αρχαίας Ελληνικής γραμματείας, διασώθηκαν από τους Άραβες μετά τον 7ο μ.χ αιώνα. Ηδη στο Βυζάντιο κατά τη διάρκεια της «σκοτεινής περιόδου» της Εικονομαχίας τον 7ο και 8ο αιώνα, τα αρχαία Ελληνικά έργα περί επιστήμης και φιλοσοφίας δεν αντιγράφονταν πλέον στα Ελληνικά, ενώ δεν υπήρχαν επίσης πολλές πρωτότυπες νέες φιλοσοφικές προσεγγίσεις κατά την περίοδο αυτή.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν θα ήταν υπερβολή να ειπωθεί πως η αρχαία Ελληνική επιστήμη και η φιλοσοφία διασώθηκαν σε ένα μικρό ή μεγάλο μεγάλο βαθμό, από τους Άραβες λόγω των ιστορικών συνθηκών που προέκυψαν από τις ισλαμικές κατακτήσεις του 7ου αιώνα, αλλά και της αντίστοιχης παρακμής του Βυζαντίου.

Σε αυτό το πλαίσιο, η «Αναγέννηση της Ελληνικής επιστήμης και φιλοσοφίας» η οποία συντελέστηκε αργότερα κατά την Αναγέννηση, οφείλεται εν μέρη και στις μεταφράσεις των αρχαίων Ελληνικών κειμένων που έγιναν στα Αραβικά στη Βαγδάτη λίγο μετά την ίδρυση της το 762 και διήρκεσε μέχρι και το τέλος του 10ου αιώνα. Αυτή την εποχή πλούσιοι Άραβες πλήρωναν μεγάλα ποσά για την αγορά Ελληνικών χειρογράφων που περιείχαν τις πολυπόθητες Αρχαίες Ελληνικές επιστημονικές και φιλοσοφικές πραγματείες.

Η Ελληνική γνώση πέρασε στα χέρια των Αράβων κατά τον 9ο και 10ο αιώνα οι οποίοι αφού ήρθαν σε επαφή μαζί της, την ανέπτυξαν σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα περισσότερο.

Ιδιαίτερης προσοχής από τους Άραβες έτυχαν οι μεταφράσεις του Αριστοτέλη αλλά και οι κλασικές μαθηματικές, αστρονομικές και ιατροφιλοσοφικές πραγματείες των Ευκλείδη, Αρχιμήδη, Πτολεμαίου και Γαληνού.

Πολλά επισης Αρχαία Ελληνικά κείμενα που αφορούν τις απόκρυφες επιστήμες, που δεν υπάρχουν πλέον στο πρωτότυπο, διασώζονται μόνο στα Αραβικά. δηλ. πρακτικές επιστήμες με σκοπό να ελεγχθεί η φύση, όπως Αστρολογία και αλχημεία, γεωμαντεία, μαντική και ερμηνεία ονείρων και, επίσης, λίγη πρακτική ιατρική.

Οι Άραβες της Ισπανίας από τα μέσα του 10ου αιώνα μετέφεραν τις Αραβικές μεταφράσεις όλων αυτών των έργων στη Δύση μεταφράζοντας αρχικά οι ίδιοι στα λατινικά.

Μεταφράζοντας τους Αρχαίους Έλληνες και Ρωμαίους φιλόσοφους και επιστήμονες κατανόησαν και μπόρεσαν να παράσχουν ιατρικές, θεραπευτικές και φαρμακολογικές γνώσεις. Επίσης ανέπτυξαν ναυτικές και χαρτογραφικές δεξιότητες ενώ σημαντικότερη υπήρξε η συμβολή τους στην αστρονομία. Εξαιρετικά σημαντική υπήρξε επίσης η ενασχόληση τους με τα μαθηματικά (αστρολάβος, άβακας, δεκαδικό σύστημα, άλγεβρα), την οπτική, ακόμα δε την μαγεία και την αλχημεία. Σύμφωνα με τον Lindberg η επένδυση των Αράβων στην μετάφραση δεν ήταν για να δημιουργήσουν γνώση με σκοπό να ωφελήσουν, αλλά ως αυτοσκοπός για την «ένταξή τους στον υψηλότερο πνευματικά πολιτισμό της εποχής τους

Μία σημαντική Ισλαμική συμβολή στην ανάπτυξη των επιστημών αναπτύχθηκε στον κλάδο της αστρονομίας που θεωρείτο και η πλέον ανεπτυγμένη επιστήμη την Μεσαιωνική εποχή. Ισλαμιστές αστρονόμοι προχώρησαν σε σημαντικές αστρονομικές μελέτες. «Στόχος πολλών Αράβων αστρονόμων, από το Ιράν ως την Ανδαλουσία, ήταν ο μετασχηματισμός του πτολεμαικού γεωκεντρικού συστήματος, χωρίς όμως να προχωρήσουν στο ηλιοκεντρικό» .

Στηριζόμενοι στην μελέτη της Μεγίστης Σύνταξης του Πτολεμαίου (την Αλμαγέστη κατ’ αυτούς) οι Ισλαμιστές αστρονόμοι ερεύνησαν την αστρονομία, έκριναν ότι έχριζε διορθώσεων και βελτιώσεων τις οποίες και προσπάθησαν να κάνουν τόσο με την σύνταξη πλανητικών πινάκων, μελετών (σχετικά με τις κινήσεις Ήλιου-Σελήνης, με την μετάπτωση των Ισημεριών) και μοντέλων όσο και με την ανάπτυξη οργάνων παρατήρησης.

Το σημαντικότερο όμως στοιχείο για την υλοποίηση αυτού του μετασχηματισμού πήρξε το γεγονός ότι οι Άραβες χρησιμοποίησαν παρατηρησιακά δεδομένα προκειμένου να το επιτύχουν, ακριβώς όπως και ο Κοπέρνικος (1473-1543) χρόνια αργότερα.

Η Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία επέζησε κατ’ αυτόν τον τρόπο πέντε ολόκληρους αιώνες στο Ισλάμ δίνοντας πλούσιους καρπούς Ελληνικής παιδείας στην ανθρωπότητα .

Μετά την εκδίωξη των Μουσουλμάνων από την Ισπανία και την Σικελία η Χριστιανική Ευρώπη έγινε κάτοχος των μεγάλων κέντρων Αραβικής μάθησης, με την επανάκτηση του Τολέδο το 1085 και της Σαραγόσα το 1118, αναλαμβάνοντας το έργο της μετάφρασης με την βοήθεια Αράβων και Εβραίων.

Η μετάφραση από τα Αραβικά στα Λατινικά τον 12ο και 13ο αιώνα ήταν πολύ περισσότερο εκτενής από ό, τι αυτή από τα Ελληνικά στα Αραβικά. Τα κέντρα και οι εστίες μετάφρασης ήταν αφ’ ενός γεωγραφικά και χρονολογικά διασκορπισμένα και αφ’ ετέρου ποίκιλαν περισσότερο, όπως επίσης ποίκιλε και η πρόσληψη των μεταφράσεων.

Σημαντικοί Άραβες επιστήμονες κατέχουν διακεκριμένο ρόλο στην Ευρωπαϊκή Επιστήμη όπως οι Αβικέννας (Ibn Sina, 980-1037) στην Ιατρική, ο Αβερρόης (Ibn Rushd, 1126-1198) στην φιλοσοφία και την αστρονομία, ο Al Farabi, ο Al Kvarizmi στα μαθηματικά ως δημιουργός της Άλγεβρας και πολλοί άλλοι. Ας μελετήσουμε δύο από τους σημαντικότερους Άραβες πανεπιστήμονες τον Αβερρόη και τον Αβικένα.

Ο Αβερρόης

Ο Αβερρόης, ήταν Άραβας ιατρός και φιλόσοφος γεννημένος στην περιοχή της Ισπανίας. Ο Αβερρόης έγινε ο μακράν πιο έγκυρος σχολιαστής του Αριστοτέλη, όχι μόνο για τους Άραβες αλλά και για τους Ευρωπαίους Χριστιανούς του ύστερου Μεσαίωνα, οι οποίοι έμαθαν τον Αριστοτέλη σε μεγάλο βαθμό, μέσ’ από τις Αραβικές μεταφράσεις και τα υπομνήματα του Αβερρόη.

Τα έργα του Αβερρόη, πολλά από τα οποία σώθηκαν σε Εβραϊκές ή Λατινικές μεταφράσεις, περιλαμβάνουν αστρονομικά και ιατρικά γραπτά· μικρά, μεσαία και μεγάλα σχόλια στον Αριστοτέλη· ένα υπόμνημα στην Πολιτεία του Πλάτωνα και δύο εμπνευσμένες συνηγορίες του υπέρ της φιλοσοφίας: Φασλ αλ-Μάκαλ («Αποφασιστική πραγματεία») και Ταχάφουτ αλ-ταχάφουτ («Η ασυνέπεια της ασυνέπειας»).

Η πρώτη υποστηρίζει αρκετά διπλωματικά ότι η φιλοσοφία, παρότι περιορίζεται κατ’ ανάγκη στον ειδήμονα, νομιμοποιείται μέσω της προτροπής του Κορανίου να διαλογίζεται ο άνθρωπος πάνω στο θείο σχέδιο. Σχεδιασμένη βάσει ενός δικανικού προτύπου, επιχειρεί σε πρώτο επίπεδο να δείξει πως η φιλοσοφική αλήθεια δεν αντιβαίνει στην αποκεκαλυμμένη αλήθεια της θρησκείας· σε δεύτερο όμως επίπεδο υποβάλλει την ιδέα ότι η φιλοσοφία έχει την έσχατη επιστημολογική αρμοδιότητα να επικυρώσει το δόγμα, που γίνεται έτσι τελεσίδικα αντιληπτό ως κάποιου είδους «φιλοσοφία για τους απαίδευτους» (είναι το ίδιο ουσιαστικά επιχείρημα που διατρέχει την εγελιανή Φιλοσοφία του Πνεύματος, μόλις τον δέκατο ένατο αιώνα).

Η δεύτερη συνηγορία, πολύ πιο απερίφραστη και αποκαλυπτική, απαντά μέσ’ από το ρητορικό παιχνίδι του τίτλου της στην Ασυνέπεια των φιλοσόφων του αλ-Γαζάλι, αντικρούοντας τα επιχειρήματα του τελευταίου κατά των φιλοσόφων και υπερασπίζοντας τη νατουραλιστική οπτική των αλ-Φάραμπι και Αβικέννα μαζί με τη πρόδηλη συνεπαγωγή της: την ιδέα περί αιωνιότητος του κόσμου. Από το έργο αυτό, καθώς και από τοΜεγάλο σχόλιο στον Αριστοτέλη, συνάγεται η πλήρης κοσμοεικόνα του Αβερρόη και οι ακριβείς αποκλίσεις του από τους διακεκριμένους φιλοσοφικούς του προδρόμους.

Ο Αβερρόης είναι από τα πιο γνωστά πρόσωπα στην ιστορία του Αραβικού πολιτισμού, για να μας θυμίζουν τις θρησκευτικές διαμάχες και τις αντιδράσεις που προκαλούσαν οι άνθρωποι με ερευνητικό πνεύμα, όταν τολμούσαν να εκφράσουν σκέψεις που αμφισβητούν ή υποβαθμίζουν ή ερμηνεύουν τα θρησκευτικά κείμενα ή τις όποιες απόψεις που έχουν βρει απήχηση και επαναλαμβάνονται με φανατισμό.

Ο Αβερρόης δήλωνε ότι όλα τα ιερά βιβλία όλων των θρησκειών είναι ηθικοί οδηγοί για την ανθρώπινη συμπεριφορά σε αρμονία με το Θεό και η Βίβλος του Προφήτη δεν αποτελούσε τον τέλειο οδηγό και το σύνολο της ανθρώπινης γνώσης. Αυτές οι διαφορετικές απόψεις του ήταν αρκετές για να προκαλέσουν το φθόνο των φανατικών ιεροδιδασκάλων και ιεροσπουδαστών του Κορανίου.

Διώχτηκε, φυλακίστηκε, εκτέθηκε σε δημόσιο εξευτελισμό, εξαναγκάσθηκε να αποκηρύξει δημόσια τις θεωρίες και τις επιστημονικές αντιλήψεις του, κατασχέθηκε όλη η περιουσία του και πυρπολήθηκε η βιβλιοθήκη του. Οι θρησκευτικές διαμάχες, ο θρησκευτικός φανατισμός, η θρησκευτική καταπίεση στο ανθρώπινο πνεύμα, τα εμπόδια στην έρευνα της φύσης και τα εμπόδια στην προσωπική ζωή από τις αντιδράσεις του κοινωνικού περιβάλλοντος δεν ήταν φαινόμενα που χαρακτηρίζουν μόνο τους σκοτεινούς αιώνες για τον πολιτισμό στην Ευρώπη, που τους ονομάσαμε Μεσαίωνα.

Ο Αβερρόης προσπάθησε ανεπιτυχώς να λύσει το πρόβλημα της πραγματικής κίνησης των πλανητών ακολουθώντας την μεθοδολογία του σχολιασμού των κειμένων του Αριστοτέλη αλλά και χρησιμοποιώντας παρατηρησιακά δεδομένα.

Η αποτυχία του Αβερρόη αλλά και άλλων Αράβων φιλοσόφων να προχωρήσουν να προχωρήσουν στις επιστήμες έχει να κάνει κυρίως με τις απαγορεύσεις, τους φραγμούς που έθετε η Ισλαμική θρησκεία σε οτιδήποτε δεν συμβάλει στην διάδοση της. Τα ιδρύματα ανώτατης παιδείας στο Ισλάμ, τα madras, τα οποία είναι θρησκευτικά ιδρύματα, δεν μπόρεσαν να εξελιχθούν σε αυτόνομους θεσμούς, όντας μόνιμα κηδεμονευμένοι από τις θρησκευτικές αρχές με αποτέλεσμα να μην υπάρχει επίσημο πρόγραμμα σπουδών που να προάγει τις επιστήμες.

Ο Αβικέννας

Ο Αβικέννας 980 – 1037 μ.Χ. ήταν το εκλατινισμένο όνομα του Πέρση φιλοσόφου και γιατρού Ιμπν Σίνα ή Σινά. Ήταν γιος ενός Πέρση Ισμαηλίτη και υπήρξε διανοητικά προικισμένος από πολύ μικρός. Σε ηλικία 21 ετών είχε ολοκληρώσει την εκπαίδευσή του σε όλα τα γνωστικά πεδία και ήταν ήδη φημισμένος ιατρός.

Η επιτυχής θεραπεία του Σαμανίδη ηγεμόνα Νουχ ιμ Μανσούρ τού χάρισε μια υψηλή θέση στον κρατικό μηχανισμό και το δικαίωμα χρήσης της τεράστιας βιβλιοθήκης του παλατιού. Μετά την ανατροπή των Σαμανιδών από τους Τούρκους, ο Αβικέννας άρχισε να περιπλανάται σε διάφορες πόλεις της Ανατολικής και κεντρικής Περσίας.

Εγκαταστάθηκε τελικά στο Χαμαντάν, στην Αυλή του βασιλιά Σαμς αλ Νταουλάχ, όπου άρχισε να γράφει δύο από τα σπουδαιότερα έργα του, το Βιβλίο της Ιάσεως και τον Κανόνα της Ιατρικής. Ο Κανόνας, τον οποίο μετέφρασε στα λατινικά ο Γκεράρντο ντα Κρεμόνα τον 12o αι., χρησιμοποιήθηκε ως βασικό σύγγραμμα σε όλες τις δυτικές σχολές ιατρικής για 500 χρόνια. Το 1022, μετά τον θάνατο του Σαμς αλ Νταουλάχ, ο Αβικέννας ύστερα από διάφορες περιπέτειες, κατέφυγε στο Ισπαχάν, στην Αυλή του Αλά αλ Νταουλάχ, ο οποίος τον εκτιμούσε πολύ.

Εκεί τελείωσε τα δύο μεγάλα έργα του και τις περισσότερες από τις μελέτες του, όπως και το μεγάλο φιλοσοφικό έργο του Βιβλίο κατευθύνσεων και παρατηρήσεων. Πέθανε από εξάντληση σε μια εκστρατεία στο πλευρό του Αλά αλ Νταουλάχ, παρά την πολύ γερή κράση του, η οποία τον είχε βοηθήσει να αντεπεξέρχεται στις έως τότε ταλαιπωρίες του.

Ο Αβικέννας παρά την τεράστια εγκυκλοπαιδική μόρφωσή του δεν σταμάτησε ποτέ να διευρύνει τις γνώσεις του, έγραψε περισσότερα από διακόσια έργα για διάφορα θέματα, με ιδιαίτερο όμως ζήλο αφοσιώθηκε στη μελέτη της Αριστοτελικής φιλοσοφίας. Αυτή του έδωσε τη δυνατότητα να ορίσει τις σχέσεις ανάμεσα στην ύπαρξη ενός πράγματος και στην ουσία του, καθώς και τις σχέσεις ανάμεσα στο δυνατόν και στο αναγκαίο.

Στην αυτοβιογραφία του εμφανίζεται σαν ακόρεστος μελετητής της φιλοσοφίας και άλλων Ελληνικών επιστημών, ο οποίος δεν μπορούσε να αντιληφθεί τον στόχο των Μετά τα φυσικά του Αριστοτέλη μέχρις ότου διάβασε το υπόμνημα του αλ-Φάραμπι που του έδειξε τι σημαίνει να αναζητάς τη φύση τού Είναι ως τέτοιου. Το πλούσιο έργο του, στα αραβικά και στα περσικά, ανέρχεται σε 100 περίπου βιβλία. Ο Κανόνας της ιατρικής του (ή Γαληνικός κανόνας, το ξακουστό Liber Canonis ή Cantica του λατινικού Μεσαίωνα) παρέμεινε ως τον δέκατο τέταρτο αιώνα η βίβλος της ιατρικής επιστήμης για άραβες όσο κι ευρωπαίους γιατρούς.

Το περίφημό του Βιβλίο της ιάσεως (Κίταμπ αλ-Σίφα), σε 18 τόμους, ήταν στην πραγματικότητα η πρώτη φιλοσοφική εγκυκλοπαίδεια του Μεσαίωνα. Ακολουθώντας εν μέρει την αριστοτελική κατάταξη, διαιρείται σε τέσσερις μεγάλους τομείς: Λογικά, Φυσικά (περιλαμβανομένης και της Ψυχολογίας), Μαθηματικά και Πρώτη Φιλοσοφία (Μεταφυσικά). Το πιο αξιοσημείωτο είναι πως η έκθεση των θεωρητικών επιστημών δεν καθοδηγείται από ένα αφηρημένα γνωσιολογικό αλλά από ένα πρωτίστως πρακτικό διαφέρον, που και το ίδιο δεν παρουσιάζεται ως αυτόνομα «ηθικό» αλλά του προσδίδεται ένα ορισμένο νατουραλιστικό θεμέλιο στον βαθμό που συνδέεται με το θεραπευτικό αίτημα· προεκτείνεται μάλιστα μέχρι και αυτή την πολιτική σφαίρα αφού για τον Αβικέννα, ο οποίος μοιάζει εδώ να συναντάει μια παλιά Ιπποκρατική ιδέα το κανονιστικό ιδεώδες της ιάσεως οδηγεί κατ’ ανάγκη στο ερώτημα για την υγιή ηθική και πολιτική τάξη: μέχρι την εποχή του Σπινόζα δεν ξαναείδαμε τέτοιου τύπου επιχειρηματολογία!

Το μοναδικό υπογεγραμμένο από τον Αβικέννα υπόμνημα στον Αριστοτέλη είναι στην πραγματικότητα πάνω στη ψευδεπίγραφη Αριστοτέλους θεολογία· στο βιβλίο του Ανατολική σοφία (αλ-Χίκματ αλ-Μασρικίγια), τέλος, υποβάλλει μία σειρά ερωτημάτων στον ίδιο τον Αριστοτέλη που μας επιτρέπουν να σταθμίσουμε ακριβώς τη φιλοσοφική του πρωτοτυπία. Μολονότι το αυθεντικό έργο έχει χαθεί, γνωρίζουμε το περιεχόμενό του από τις αναφορές του Αβερρόη και από κάποια σωζόμενα αποσπάσματα υπό διάφορους τίτλους.

Η σπουδαιότερη συμβολή του Αβικέννα είναι στο πεδίο της Πρώτης Φιλοσοφίας. Η ορολογία του είναι αριστοτελική αλλά η κοσμοαντίληψή του συγγενεύει περισσότερο με του Πλωτίνου.

Πρωταρχική του διάκριση είναι αυτή ανάμεσα στο δυνάμει ον και το ενεργεία ον: ή, όπως συγκεκριμένα το εκφράζει, ανάμεσα στο «ον» (μαουτζούντ), που είναι ενδεχομενικό και ανταποκρίνεται στην κατηγορία του συμβεβηκότος, και το «είναι» (ουτζούντ), που είναι αναγκαίο και ανταποκρίνεται στην κατηγορία της ουσίας.

Κάθε ον πρέπει να είναι είτε αναγκαίο είτε ενδεχομενικό, εάν όμως είναι ενδεχομενικό απαιτεί μια αιτία· δεδομένου ότι δεν είναι δυνατή μια επ’ άπειρον αναδρομή, πρέπει να υφίσταται ένα Αναγκαίο Ον, που είναι ως εκ τούτου απλό, έσχατη αιτία όλων των άλλων πραγμάτων (και του εαυτού του: causa sui). Αυτό πρέπει να γίνει δεκτό ως το Πρώτο Ον, αντίστοιχο στην έννοια του Θεού, χωρίς όμως κανένα από τα προσωπικά χαρακτηριστικά με τα οποία το προικίζουν οι μονοθεϊστικές θεολογίες.

Επιπλέον, ο κόσμος δεν έχει δημιουργηθεί στιγμιαία από αυτό αλλά απορρέει αιωνίως και αναγκαία από τη φύση του, συνεπώς και η ύλη είναι συναιώνια με τη δημιουργική αρχή: κάθε πεπερασμένο ον, λέει ο Αβικέννας, νοείται ως ενδεχομενικό μεν αφεαυτού αλλά ως αναγκαίο εν σχέσει προς τα αίτιά του.

Ακτινωτές εκπορεύσεις (τατζάλι) αυτού του αληθινού Ενός (Ουάχιντ) είναι τα πρώτα Νοητά Όντα (οι μορφές) και η Κοσμική Ψυχή, αρχή όλων των επιμέρους ψυχών, από τα ενδιάμεσα σφαιρικά όντα (ουράνια σώματα) μέχρι τους έμβιους οργανισμούς και τον ίδιο τον άνθρωπο.

Μπορούμε να μιλήσουμε για «γνώση» του Ενός με την έννοια ότι όλες οι εκπορευόμενες μορφές προϋφίστανται δυνάμει εντός του, άρα «αντιλαμβάνεται» την ουσία και τη τάξη που το ίδιο ενέχει, αυτή όμως αφορά τις καθολικές μορφές και όχι τα καθέκαστον όντα, τα οποία αναπτύσσονται κατά την κατιούσα γραμμή των αιτιακών καθορισμών τους· από την άλλη πλευρά, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για «βούληση» του Ενός αναφορικά με οιοδήποτε καθορισμένο ον, αφού αυτά αναδύονται σαν αυτόματο και αναγκαίο ξεχείλισμα της γενναιοδωρίας του.

Η ανθρώπινη ψυχή είναι αθάνατη νοερή φύση (μουτζάρραδ) η οποία στο έργο του αναστοχασμού λυτρώνεται από τα περιοριστικά δεσμό της δηλαδή, την πεπερασμένη ατομικότητα κι επιστρέφει στη νοητή ενότητα της πηγής της.

Στον Αβικέννα διαγράφεται πραγματικά με εξαιρετική ακρίβεια ένα δόγμα, το οποίο θα αποτελέσει θέμα οξύτατης διαμάχης σε ολόκληρο τον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση. Είναι η διαμάχη γύρω από την ενότητα του δρώντος νου. Η δρώσα ενέργεια, με την οποία ο άνθρωπος φτάνει στην ουσία του αντικειμένου το οποίο έχει γίνει γνωστό, δεν μπορεί να συντελεστεί από τον νου μας, αλλά από έναν μοναδικό δρώντα νου, τον θείο νου, που ενεργά σκέφτεται μέσα στον άνθρωπο και για τον άνθρωπο.

Με τον Αβικέννα η Αραβομουσουλμανική φιλοσοφία φτάνει στο απόγειο της, καθώς από εδώ και πέρα το χάσμα της με την Ισλαμική θεολογία γίνεται αγεφύρωτο.

Επίγνωση: η δική μας βαθύτερη γνώση

Αποτέλεσμα εικόνας για Επίγνωση: η δική μας βαθύτερη γνώση Πολλές φορές, όταν προσηλώνομαι σε οποιαδήποτε δραστηριότητα ή εμπειρία μου, είτε πρόκειται για σκέψη, ομιλία είτε απλά για πλοήγηση στο ίντερνετ, αναρωτιέμαι αν τη δεδομένη στιγμή έχω επίγνωση ολόκληρου του σώματος, της αναπνοής μου και κάθε σκέψης, συναισθήματος και αίσθησης των αντικειμένων που χρησιμοποιώ.

Έχω επίγνωση άλλων πραγμάτων και ανθρώπων στον περιβάλλοντα χώρο καθώς φτιάχνω τον καφέ μου; Άραγε οι άνθρωποι μπορούμε έστω και λίγο να νιώσουμε τη διαφορά ανάμεσα στην εστίαση της προσοχής στην επιφάνεια του καθρέφτη και όχι στις μορφές που προβάλλονται πάνω της; Αν καταφέρουμε να παραμείνουμε με την προσοχή μας εστιασμένη πάνω στην επιφάνεια, τότε θα ανακαλύψουμε εύκολα και γρήγορα ότι δεν επηρεαζόμαστε από τις διάφορες μορφές που αντανακλώνται σε αυτή.

Ομοίως, σκέφτομαι ότι μπορεί να αντιλαμβανόμαστε αυτό που βλέπουμε, για παράδειγμα, στην τηλεόραση ή αυτό που μας λέει κάποιος άλλος, αλλά πόση επίγνωση του σώματος μας ή άλλων αντικειμένων μέσα στο δωμάτιο εκτός από την τηλεόραση έχουμε ή του ανθρώπου που μας μιλά την ίδια στιγμή; Κάθε φορά που η προσοχή μας εστιάζεται κατά αποκλειστικότητα σε κάτι που βιώνουμε, χάνουμε την επαφή με την καθαρή επίγνωση, κι αυτό γιατί «η καθαρή επίγνωση είναι σαν τον κενό χώρο, εμπεριέχει όλα μας τα βιώματα, είναι ένα με αυτά, συνάμα όμως διακρίνεται από αυτά».

Τότε φτάνουμε αναλογιζόμενοι τη σχέση μας με το χρόνο, να νιώθουμε την ανάγκη να την αναθεωρήσουμε και να τη στηρίξουμε σε καινούργια θεμέλια, αυτά της συνειδητότητας και της καθαρής επίγνωσης. Για να επιτευχθεί αυτό, χρειάζεται να έρθουμε εγγύτερα στην ουσία της ύπαρξης και στην αλήθεια που τη διαπνέει, ότι δηλαδή «είμαστε συνειδητοί, άρα υπάρχουμε».

Η θέληση χωρίς επίγνωση δυναμιτίζει εξαιτίας του φόβου και της άγνοιας τις τάσεις του εαυτού, τις συνήθειες και την ίδια την άγνοια, καθώς υπάρχει σύγχυση και σύγκρουση στις σκέψεις και στα συναισθήματά μας . Η πνευματική και συναισθηματική διαύγεια αίρειται, όταν υπάρχει απλώς κριτική ή αρνητικότητα ή αποδοχή, αντί της παρατήρησης των σκέψεων και των συναισθημάτων.

Γι ‘ αυτό τί χρειάζεται να κάνουμε; Να δίνουμε χρόνο στους εαυτούς μας να παραμείνουν συνειδητοί, γιατί έτσι τους προσφέρουμε την ευκαιρία να ανοιχτούν σε έναν ευρύτερο χώρο επίγνωσης, που θα μας επιτρέψει να οδηγηθούμε σε ευστοχότερες αποφάσεις, προοπτικές και καινούργιες ενοράσεις σε ό, τι μπορεί να μας προβληματίζει. Να επιτύχουμε έναν θεραπευτικό μετασχηματισμό των ανθρώπινων σχέσεων, σαν να υφαίνουμε από την αρχή το πλεκτό των διαπροσωπικών μας σχέσεων με πιο γερή και ποιοτική κλωστή, με σταθερότερες ραφές.

Μέσα στο ευρύ φάσμα της καθαρής επίγνωσης εμφανίζονται και εξαφανίζονται όλοι οι κόσμοι. Υφίστανται ή όχι, επειδή υπάρχει η επίγνωση. Αυτή είναι η αλήθεια την οποία καλούμαστε κάθε στιγμή να επισφραγίσουμε και να ενδυναμώσουμε μέσα από την προσωπική μας εμπειρία...

Δεν πρόκειται, λοιπόν, για δημιούργημα κάποιας αυθεντίας, αλλά για υποχρέωσή μας που πραγματώνεται μέσα από τη συστηματική επίγνωση της εμπειρίας, αλλά και από τη βαθιά και άμεση εμπειρία της ίδιας της επίγνωσης, γεγονός που αποτελεί το απαύγασμα της αυτογνωσιακής διαδικασίας. Όταν, λοιπόν, αποκτήσουμε επίγνωση της επίγνωσης, κάτι συγκλονιστικά διαφορετικό γεννιέται μέσα μας. Η αίσθηση του εαυτού μας, αυτό δηλαδή που ονομάζουμε «εγώ», αλλάζει δραματικά από εκείνη που είχαμε σε ολόκληρη τη ζωή μας.

Σε όλο αυτό το δημιουργικό ταξίδι, σε όλη την προσπάθεια να ισορροπήσουμε την πλάστιγγα της παρόρμησης και της επίγνωσης, έχουμε ανάγκη και ανθρώπους που μας δίνουν το χώρο και να χρόνο που ο καθένας μας χρειάζεται για να αγγίξει τη συνειδητότητα. Να μη μας κρατούν κακία, να μη μας πιέζουν, να γίνονται αρωγοί και φωτεινοί σηματοδότες. Όχι ανασταλτικοί παράγοντες. Για τέτοιους λόγους μεταξύ άλλων είμαι ευγνώμων στα πρόσωπα που θα’ ρθουν ή που ήρθαν στη ζωή μου κι έφυγαν, και κυρίως σε όσα έμειναν, γιατί με το βελούδο τους εξομαλύνουν τις ακάνθινες απολήξεις μου που μπορεί να πλήξουν αυτόν μου τον απώτερο στόχο … Όλοι τους έβαλαν και θα βάλουν ένα λιθαράκι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στο οικοδόμημα της αυτο-επίγνωσής μου και γι’ αυτό θα τους είμαι παντοτινά ευγνώμων.

Το τραπέζι των εορτών ή το εορταστικό τραπέζι;

Αποτέλεσμα εικόνας για Το τραπέζι των εορτών ή το εορταστικό τραπέζι; Αλλαγή της χρονιάς! Μία περίοδος που από πολλούς θεωρείται η ομορφότερη της χρονιάς. Ίσως γιατί το κλείσιμο της κάποιους τους ανακουφίζει σαν κάτι που πέρασε ή σαν ένα νέο άνοιγμα που θα ευοδωθούν οι κόποι του παρελθόντος. Ίσως γιατί κάνοντας ανασκόπηση στη χρονιά που πέρασε κάποιος νιώθει ικανοποίηση και λαχτάρα για να προχωρήσει, και κάποιος απογοήτευση και θέλει να προσπεράσει.

Μέσα σε όλα αυτά τα ερωτήματα που προκύπτουν, η συγκέντρωση με άλλους ανθρώπους καθιστά τις απαντήσεις πιο δύσκολες. Γιατί το γιορτινό τραπέζι, πολύ συχνά, δεν είναι και τόσο γιορτινό; Αναφέρομαι φυσικά στην εορταστική διάθεση και κατά πόσο αυτή υπάρχει ή επιτρέπεται να βγει στην επιφάνεια.

Οι γιορτές παραδοσιακά είναι αφορμή για οικογενειακή συγκέντρωση. Άνθρωποι ταξιδεύουν, μετακινούνται, επισκέπτονται τις οικογένειες τους προκειμένου να βρεθούν όλοι μαζί για να περάσουν τις γιορτές. Ένα υπέροχο έθιμο που μπορεί ταυτόχρονα να δυσκολεύει πολύ.

Το πνεύμα των εορτών, όσο και αν μας επηρεάζει, δεν είναι ικανό να λύσει παρεξηγήσεις, να επουλώσει πληγές και να κάνει τις σχέσεις πιο λειτουργικές. Αντιθέτως, αυτό που συνήθως γίνεται είναι να κουκουλώνονται οι δυσκολίες προκειμένου να περάσουν οι γιορτές, κι έπειτα ξαναγυρίζουμε στη γνώριμη δυσλειτουργική σχέση.

Αλήθεια, δε μπορεί να γίνει διαφορετικά;

Η φροντίδα της όποιας σχέσης δεν αφορά την εορταστική περίοδο.

Αντίθετα χρειάζεται καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου προκειμένου όταν θα υπάρξει η αφορμή συνάντησης αυτή να γίνεται σε αγαπητικό κλίμα. Δύσκολο, μα ταυτόχρονα τόσο γοητευτικό. Σε κάθε συνάντηση, πόσο μάλλον όταν αυτή είναι οικογενειακή δηλαδή πολυπληθής, ενώνονται ξένοι κόσμοι μεταξύ τους. Είναι τόσο πολύπλοκη η κοσμοθεωρία που κουβαλά ο καθένας, που το διαφορετικό μοιάζει απειλητικό. Σαν κάποιος να προσπαθεί να υποσκάψει ή να αμφισβητήσει κάτι που ο άλλος οικοδόμησε με κόπο. Έτσι ο καθένας κλείνεται, κουμπώνεται, μην επιτρέποντας τη ροή και προσπαθώντας να κρατήσει ακέραιη τη δομή. Εύκολο αλλά φτωχό. Οι απεριόριστοι συνδυασμοί και συσχετισμοί που μπορεί να σου προσφέρει το τραπέζι των εορτών καθιστούν τον κάθε συμμετέχοντα δυνάμει πλούσιο, αφού μπορεί να κερδίσει από το διαφορετικό των άλλων πλουτίζοντας από απόψεις, σκέψεις και εμπειρίες που είναι και δεν είναι δικές του.

Το τραπέζι των γιορτών δυσκολεύει γιατί γίνεται αφορμή να βγουν στην επιφάνεια δυσκολίες που ήδη υπάρχουν και παράλληλα να αναδυθούν απεριόριστες δυνατότητες για αλλαγή. Σχέσεις.

Οικογένεια. Δύο μεγάλα κεφάλαια που συναντώνται. Στην οικογένεια ας βάλει ο καθένας ότι του ταιριάζει, πατρική οικογένεια, φίλους, σύντροφο. Στις σχέσεις όμως, ανεξαρτήτως συμμετεχόντων, χρειάζεται φροντίδα και λειτουργικότητα. Οι σχέσεις είναι για να μας προχωράνε, να κερδίζουμε κι έτσι αντιστοιχεί να τις χαιρόμαστε.

Ο καθένας μας έχει να προαποφασίσει για το πώς θα συμμετέχει ή όχι στις γιορτές. Με τι διάθεση; Με επιθυμία ή υποχρέωση; Με αγάπη ή υποχώρηση; Με συμμετοχή ή απουσία; Με συγχώρεση ή πικρία; Με πίστη ή παραίτηση; Με λαχτάρα ή απόσυρση;

Το ερώτημα παραμένει προς απάντηση. Θα είναι το τραπέζι των γιορτών ή το γιορτινό τραπέζι;

Το μεγαλύτερο σμήνος γαλαξιών στο πρώιμο σύμπαν

Μια διεθνής ομάδα αστρονόμων ανακάλυψε το μεγαλύτερο σμήνος γαλαξιών και μια άλλη το πιο μακρινό σμήνος, που έχουν ποτέ παρατηρηθεί

Το σμήνος γαλαξιών El Gordo

Τα γαλαξιακά σμήνη, που περιλαμβάνουν εκατοντάδες ή και χιλιάδες γαλαξίες, είναι οι μεγαλύτερες δομές ύλης στο σύμπαν. Η πρώτη ανακάλυψη, με επικεφαλής τον Φιλίπ Μεναντό του πανεπιστημίου Rutgers, έγινε με το τηλεσκόπιο Atakama στη Χιλή και το διαστημικό τηλεσκόπιο ακτινών-Χ Chadra της NASA.

Το σμήνος, που βρίσκεται σε απόσταση περίπου επτά δισεκατομμυρίων ετών φωτός, έχει πολλά τρισεκατομμύρια φορές μεγαλύτερη μάζα από τον ήλιο μας (συγκεκριμένα τον αριθμό 2 ακολουθούμενο από 15 μηδενικά), γι’ αυτό βαφτίστηκε El Gordo, που στα ισπανικά σημαίνει «παχουλό». Επίσης, είναι το πιο καυτό σμήνος, με θερμοκρασίες αερίων που φθάνουν τα 200 εκατομμυρίων βαθμούς Κελσίου. Επίσης, εκπέμπει τις ισχυρότερες ακτίνες-Χ από κάθε άλλο γαλαξιακό σμήνος.

Οι αστρονόμοι, που έκαναν τη σχετική ανακοίνωση στο συνέδριο της Αμερικανικής Αστρονομικής Εταιρίας στο Τέξας, σύμφωνα με το BBC, δήλωσαν ότι το σμήνος βρίσκεται σε φάση βίαιης συγχώνευσης με ένα άλλο και άρα θα μεγαλώσει ακόμα περισσότερο. Οι συγχωνεύσεις σμηνών γαλαξιών θεωρούνται τα πιο κολοσσιαία φαινόμενα στο σύμπαν, καθώς ασύλληπτα μεγάλες ποσότητες ορατής και σκοτεινής ύλης συγκρούονται μεταξύ τους με τρομακτική ταχύτητα πολλών εκατομμυρίων χιλιομέτρων την ώρα, παράγοντας τεράστιες ποσότητες ενέργειας. Η όλη διαδικασία θεωρείται ότι ελέγχεται από τη δύναμη της βαρύτητας.

Το συγκεκριμένο σμήνος, που λόγω απόστασης το βλέπουμε όταν το σύμπαν είχε περίπου τη μισή σημερινή του ηλικία, είναι σχεδόν διπλάσιο σε μέγεθος σε σχέση με άλλα σμήνη σε ανάλογες αποστάσεις στον χώρο και τον χρόνο.

Εξάλλου, μια άλλη αστρονομική ομάδα, με επικεφαλής τον Μικέλε Τρέντι του πανεπιστημίου Κέμπριτζ, χρησιμοποιώντας το διαστημικό τηλεσκόπιο Hubble, εντόπισε μια ομάδα πέντε σχετικά μικρών αλλά φωτεινών γαλαξιών που απαρτίζουν το πιο μακρινό γνωστό πρωτο-σμήνος, Το φως του έχει διανύσει περίπου 13,1 δισεκατομμύρια έτη φωτός για να φθάσει μέχρι τη Γη, δηλαδή ξεκίνησε όταν το σύμπαν ήταν μόλις 650 εκατομμυρίων ετών.

Οι σχετικές ανακοινώσεις πρόκειται να δημοσιευτούν στο περιοδικό αστροφυσικής «The Astrophysical Journal».

Αποκαλύφθηκε ο μεγαλύτερος μέχρι τώρα χάρτης της σκοτεινής ύλης

Η ‘κρυφή’ πλευρά του σύμπαντος είναι τώρα λίγο πιο φωτεινή χάρη στο μεγαλύτερο μέχρι τώρα χάρτη της σκοτεινής ύλης, την παράξενη ουσία που πιστεύεται ότι γεμίζει μεγάλο μέρος του διαστήματος (κάπου 23% του γνωστού Κόσμου), όπως τον έφτιαξαν πρόσφατα οι επιστήμονες.

Αυτός ο τεράστιος χάρτης της αόρατης σκοτεινής ύλης όπως καταγράφεται στις τέσσερις κατευθύνσεις, μέσω ενός τηλεσκοπίου στη Χαβάη. Το έγχρωμο ένθετο δείχνει τον προηγούμενο μεγαλύτερο χάρτη COSMOS της σκοτεινής ύλης και το μέγεθος της πανσελήνου (όπως φαίνεται στο τηλεσκόπιο) για να συγκρίνουμε την κλίμακα.

Η σκοτεινή ύλη δεν έχει ποτέ ανιχνευτεί άμεσα, αλλά η παρουσία της γίνεται αισθητή μέσα από τη βαρυτική έλξη της πάνω στην κανονική ύλη που αποτελεί μόνο το 4% του σύμπαντος. Οι επιστήμονες υποπτεύονται ότι η σκοτεινή ύλη αποτελείται από κάποιο εξωτικό σωματίδιο που δεν αλληλεπιδρά με τα κανονικά άτομα.

«Γνωρίζουμε πολύ λίγα για το σκοτεινό σύμπαν», είπε η συν-επικεφαλής της μελέτης, Catherine Heymans του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, στην 219η συνεδρίαση της Αμερικανικής Αστρονομικής Εταιρείας. «Δεν γνωρίζουμε ποιο είναι το σωματίδιο της σκοτεινής ύλης. Αλλά οι περισσότεροι πιστεύουν ότι η τελική κατανόηση του σκοτεινού σύμπαντος θα πρέπει να επικαλείται κάποια νέα φυσική, την υπερσυμμετρία."

Ο νέος χάρτης αποκαλύπτει την κατανομή της σκοτεινής ύλης σε μεγαλύτερο λωρίδα του χώρου από ποτέ. Καλύπτει πάνω από 1 δισεκατομμύριο έτη φωτός. Οι δε νέοι χάρτες αποτελούν την πρώτη άμεση απόδειξη της σκοτεινής ύλης σε τέτοιες μεγάλες κλίμακες.

Προκειμένου να τραβήξουν τις υποβλητικές “εικόνες” του σκοτεινού αυτού κομματιού του σύμπαντος χρησιμοποίησαν μια κάμερα ανάλυσης 340 megapixel! Την κάμερα αυτή φέρει το διαμέτρου 3,6 μέτρων γαλλο-καναδο-αμερικανικό τηλεσκόπιο Lensing Survey στο όρος Μάουνα Κέα της Χαβάης.

Οι ερευνητές χρειάστηκαν πέντε χρόνια για να φωτογραφήσουν δέκα εκατομμύρια γαλαξίες σε τέσσερις διαφορετικές περιοχές του ουρανού, σε αποστάσεις περίπου 6 δισεκατομμυρίων ετών φωτός από τη Γη. Δημιούργησαν έτσι ένα »χάρτη» περίπου 100 φορές μεγαλύτερο από τον καλύτερο ‘χάρτη’ σκοτεινής ύλης που υπήρχε μέχρι σήμερα και είχε δημιουργηθεί από το διαστημικό τηλεσκόπιο Hubble.’.

Στρεβλωμένο φως

Για να ανιχνεύσουν την αόρατη σκοτεινή ύλη, οι ερευνητές αναζήτησαν ενδείξεις της βαρυτική έλξη της πάνω στην ορατή ύλη. Μέτρησαν λοιπόν το φαινόμενο του βαρυτικού εστιασμού, που συμβαίνει όταν η βαρύτητα ενός τεράστιου σώματος κάμπτει τον χωροχρόνο, με αποτέλεσμα το φως να ταξιδέψει όχι ευθεία αλλά κατά μήκος μιας καμπύλης τροχιάς μέσα στο χώρο και έτσι η τροχιά του φωτός εμφανίζεται παραμορφωμένη όταν φτάνει στη Γη.

Οι επιστήμονες μέτρησαν το στρεβλό φως από τα 10 εκατομμύρια μακρινούς γαλαξίες σε τέσσερις διαφορετικές περιοχές του ουρανού, το οποίο προκαλείται όταν το φως των γαλαξιών αυτών πέρασε κοντά από τεράστιες συγκεντρώσεις σκοτεινής ύλης, οι οποίες λύγισαν την πορεία του.

Οι επιστήμονες ελπίζουν ότι με τη γραφική αναπαράσταση της κατανομής της σκοτεινής ύλης σε όλο το διάστημα, θα κατανοήσουμε πιο γρήγορα του τι είναι η σκοτεινή ύλη.

Αυτό που είδαν οι επιστήμονες ήταν πολύ παρόμοιο με αυτό που βλέπουμε με την προσομοίωση σε υπολογιστή με βάση τη βέλτιστη θεωρία των επιστημόνων για την σκοτεινή ύλη.. Πράγματι λοιπόν η σκοτεινή ύλη είναι συγκεντρωμένη σε μεγάλα κομμάτια και η υπόλοιπη εκτείνεται σε ίνες.

Ο αστρονόμος Rachel Mandelbaum του Πανεπιστημίου Carnegie Mellon δήλωσε ότι τα αποτελέσματα αυτά θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως πειραματικό έλεγχο της σκοτεινής ύλης, της σκοτεινής ενέργειας, ακόμη και της θεωρίας της βαρύτητας.

Ο πυρήνας του Δία διαλύεται

jupiter
Ακόμη και οι πιο σκληροί μπορεί να χάσουν την καρδιά. Νέοι υπολογισμοί δείχνουν ότι ο βραχώδης πυρήνας του Δία διαλύεται σαν ένα αντιόξινο δισκίο μέσα στο νερό. Η μελέτη αυτή θα μπορούσε να εξηγήσει επίσης γιατί ο πυρήνας του φαίνεται μικρότερος και η ατμόσφαιρα του πιο πλούσια σε βαριά στοιχεία από ότι είχε προβλεφθεί.

Οι γιγάντιοι πλανήτες όπως ο Δίας και ο Κρόνος πιστεύεται ότι έχουν αρχίσει τη ζωή τους ως στερεά και παγωμένα βραχώδη σώματα, σαν τη Γη μας. Όταν όμως απέκτησαν περίπου 10-πλάσια μάζα από της Γης, η βαρύτητα τους τράβηξε το νεφέλωμα αερίου που τους γέννησε, δίνοντάς τους μια παχιά ατμόσφαιρα που αποτελείται κυρίως από υδρογόνο.

Οι μελέτες που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια δείχνουν ότι ο στερεός πυρήνας του Δία έχει μάζα περίπου δέκα φορές μεγαλύτερη από αυτή της Γης, όταν ο πυρήνας του Κρόνου που είναι μικρότερος από τον Δια υπολογίζεται ότι έχει μάζα 15-30 φορές μεγαλύτερη από αυτή του πλανήτη μας.

Η νέα μελέτη

Ορισμένοι ερευνητές είχαν προτείνει ότι οι έντονες πιέσεις και θερμοκρασίες στην καρδιά του Δία θα μπορούσαν να αναγκάσουν τον πυρήνα του να διαλυθεί μέσα στο γύρω περιβάλλον, το οποίο είναι σε τόσο υψηλή πίεση ώστε να συμπεριφέρεται κάπως ως ένα υγρό.

"Εργαστήκαμε για να καταλάβουμε αν πραγματικά αυτό συμβαίνει. Η θεωρία μας εξηγεί έστω και μερικώς τόσο την παρουσία διαφόρων βαρέων στοιχείων στην ατμόσφαιρα του Δία όσο και την σχετικά μικρή μάζα του πυρήνα του” αναφέρει ο Hugh Wilson μέλος της ερευνητικής ομάδας.

Έτσι, η ομάδα του από το Πανεπιστήμιο Berkeley υποστηρίζει ότι ο πυρήνας του Δία λιώνει από την πρώτη στιγμή που δημιουργήθηκε πριν από 4,5 δις έτη. Κατέληξε στο συμπέρασμα της χρησιμοποιώντας εξισώσεις κβαντομηχανικής για να μελετήσουν οι ερευνητές πως διάφορα βαρέα στοιχεία, όπως το οξείδιο του μαγνησίου, συμπεριφέρονται στις συνθήκες που επικρατούν στο κέντρο ενός γίγαντα αερίου.

Ειδικότερα, το οξείδιο του μαγνησίου κάτω από πίεση 40.000.000 ατμόσφαιρες και θερμοκρασία 20.000 °C, συνθήκες που δεν μπορούν να δημιουργηθούν σε εργαστήρια στη Γη (ίσως να προσεγγιστούν μόνο οι πιέσεις αλλά όχι οι θερμοκρασίες), διαλύεται μέσα στα υγρά στοιχεία που δημιουργούνται σε αυτές τις συνθήκες.

Ο Wilson υποψιάζεται ότι το διαλυμένο πέτρωμα μπορεί να μπερδεύεται στην ατμόσφαιρα του Δία με την πάροδο του χρόνου. «Θα μπορούσε τουλάχιστον να εξηγήσει εν μέρει τόσο τον εμπλουτισμό με βαρέα στοιχεία της εξωτερικής ατμόσφαιρας, αλλά και το γεγονός ότι ο πυρήνας του μπορεί να είναι μικρότερος από το ότι προτείνουν τα θεωρητικά μοντέλα," τονίζει ο Wilson.

Ο υπολογισμός του προτείνει, επίσης, το λόγο για τον οποίο ο Κρόνος – που έχει περίπου το ένα τρίτο της μάζας του Δία – φαίνεται να έχει ένα βαρύτερο πυρήνα. Οι συνθήκες μέσα στον πλανήτη με τους δακτυλίους δεν είναι και τόσο ακραίες όσο είναι μέσα στον πυρήνα του Δία, έτσι εάν ο πυρήνας του Κρόνου διαλύεται, αυτή η διάλυση θα γίνεται πολύ πιο αργά, υποστηρίζει ο Wilson.

‘Άκαρδοι’ πλανήτες

Η διαδικασία συμβαίνει κατά πάσα πιθανότητα πολύ πιο γρήγορα σε πλανήτες με μεγαλύτερη μάζα από τον Δία, σκέφτεται η ερευνητική ομάδα. Ο Dave Stevenson του Τεχνολογικού Ινστιτούτου της Καλιφόρνιας συμφωνεί. «Η διάβρωση του πυρήνα είναι πιθανώς πιο αποτελεσματική αν η μάζα αυξάνει», πιστεύει.

"Υποψιάζομαι ότι για πολύ μεγάλους «υπερ-Δίιους» πλανήτες, δεν θα είχαμε κανένα πυρήνα», εξηγεί ο Wilson. Αν όντως αυτό συμβαίνει θα πρέπει να έχουμε αύξηση συγκέντρωσης των βαρέων στοιχείων στην ατμόσφαιρα τους, που τα μελλοντικά τηλεσκόπια θα μπορούσαν να ανιχνεύσουν, λέει.

Μήπως το γεγονός ότι η καρδιά του Δία είναι υπό διάλυση στεναχωρεί τον Wilson; Ακριβώς το αντίθετο, λέει. «Είναι ένα σημάδι ότι ο Δίας είναι ακόμη υπό διαμόρφωση – δεν έχει ακόμη σταθεροποιηθεί."

Ανάμεσα στις θεωρίες που έχουν προταθεί για να εξηγηθεί το φαινόμενο είναι εκείνη που έκαναν πέρυσι Κινέζοι επιστήμονες που υποστηρίζουν ότι έπεσε κάποτε στον Δία ένα σώμα (αστεροειδής ή ακόμη και πλανήτης) μεγαλύτερο σε μέγεθος από τη Γη με αποτέλεσμα να εξατμιστεί μεγάλος μέρος του πυρήνα του.

Φιλόλαος: Ο πυθαγόρειος φιλόσοφος, μαθηματικός, αστρονόμος και ιατρός

PhilolausΠυθαγόρειος φιλόσοφος σύγχρονος του Σωκράτη (480 – 400 π.Χ.) – ο πρώτος Πυθαγόρειος που άφησε γραπτό έργο – και που γεννήθηκε μάλλον στον Κρότωνα της νότιας Ιταλίας. Η ακμή του τοποθετείται στα τελευταία χρόνια του 5ου αιώνα. Ερμήνευσε τον κόσμο ως ένα μείγμα περάτων και απείρων, το οποίο διέπεται από αρμονία. Η ύστερη φιλοσοφία του Πλάτωνα επηρεάστηκε σημαντικά από τις θέσεις του Φιλόλαου.

Ο Φιλόλαος διδάχθηκε την περίφημη θεωρία των αριθμών του Πυθαγόρα και τόνιζε τη σημασία των αριθμητικών συνόλων. Ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τις ιδιότητες της δεκάδας, που αποτελεί άθροισμα των τεσσάρων πρώτων αριθμών. Ο Σπεύσιππος, ο διάδοχός του Πλάτωνος στην Ακαδημία, αναφέρεται ότι αναπαρήγαγε το δόγμα των τεσσάρων πρώτων αριθμών από ένα βιβλίο του Φιλολάου.

Από τα έργα του Φιλολάου, ωστόσο, μόνο αποσπάσματα έχουν διασωθεί καθώς και η άποψη ότι ο Φιλόλαος υπήρξε ο πρώτος που συστηματοποίησε τον Πυθαγορισμό. Το μοναδικό έργο του είχε τίτλο πιθανόν «Περί φύσεως».

Στα αποσπάσματα του Φιλόλαου διακρίνεται η συμφιλίωση της πυθαγόρειας φιλοσοφίας με τη φυσιοκρατική παράδοση των Προσωκρατικών.

Τόση ήταν η φήμη του έργου του Φιλόλαου που ο μέγας Πλάτων αγόρασε για 100 μνες (νομισματική μονάδα) κατά το πρώτο του σικελικό ταξίδι, ποσό υπερβολικό για την εποχή, τα τρία βιβλία του «Περί Φύσεως». Από τα έργα αυτά λέγεται πως ο Πλάτωνας εμπνεύστηκε κομμάτι της κοσμοθεωρίας του και με βάση αυτό έγραψε τον Τίμαιο. Ίσως όμως ήταν μια κακόβουλη φήμη.

Οι αρχές και ο κόσμος

Ο Διογένης Λαέρτιος αναφέρει ότι το σύγγραμμα του Φιλόλαου ξεκινούσε με τη φράση: «ἁφύσις δ᾽ἐντῷ κόσμῳ ἁρμόχθη ἐξἀπείρων τε καὶ περαιν όντων καὶ ὅλος ὁκόσμος καὶτὰ ἐν αὐτῷ πάντα». Το πέρας και το άπειρο εμφανίζονται εδώ για πρώτη φορά ως αρχές των όντων. Και εφόσον οι Πυθαγόρειοι θεωρούσαν αρχές τους αριθμούς, είναι λογικό να υποθέσουμε ότι και τα «άπειρα » και τα «περαίνοντα» του Φιλόλαου είχαν μαθηματική προέλευση – πέρατα λ.χ. θα μπορούσαν να είναι τα σχήματα ή ορισμένοι αριθμοί. Ο Φιλόλαος άλλωστε ρητώς δηλώνει ότι «όλα τα πράγματα που γνωρίζουμε έχουν αριθμό∙ γιατί χωρίς τον αριθμό είναι αδύνατο να σκεφτούμε ή να γνωρίσουμε κάτι» (αποσπ. 4). Η συναρμογή των απείρων και των περαινόντων δημιουργεί στο σύμπαν την αρμονία.

Tο νέο στοιχείο είναι η σύνδεση της κοσμικής τάξης με τους αριθμούς και την αρμονία. Υπάρχουν ενδείξεις ότι και ο Φιλόλαος ανέπτυξε κάποιου είδους κοσμογονία, όπου ως πρώτο γέννημα της ανάμειξης πέρατος και απείρου παρουσιάζεται «στο μέσον της σφαίρας η εστία» (απόσπ. 7). Είναι λογικό να συνδυάσουμε την Εστία του αποσπάσματος 7 με το Πυρ, που καταλάμβανε το κέντρο του σύμπαντος στην κοσμολογία των Πυθαγορείων.

Η αστρονομική θεωρία του Φιλόλαου

Ο Αριστοτέλης αποδίδει στους Πυθαγόρειους ένα αστρονομικό σύστημα, σύμφωνα με το οποίο η Γη, οι πλανήτες και η σφαίρα των απλανών αστέρων περιστρέφονται γύρω από το κεντρικό Πυρ. Επειδή όμως τα περιστρεφόμενα σώματα ήταν 9, θέλοντας να εισαγάγουν στον κόσμο τον αριθμό 10 (την λεγομένη «τετρακτύ») οι Πυθαγόρειοι αυτοί θεώρησαν ότι υπάρχει και μια δεύτερη Γη, η «ἀντιχθών», που περιστρέφεται και αυτή γύρω από το Πυρ. Οι ειδικοί συμφωνούν ότι εισηγητής αυτής της θεωρίας ήταν ο Φιλόλαος.



Η θεωρία ήταν βεβαίως τολμηρή, αφού απέδιδε κίνηση στη Γη, δεν μπορούσε ωστόσο να εξηγήσει ακόμη και τα πιο γνωστά πλανητικά φαινόμενα. Το πιο πιθανό είναι ότι ο Φιλόλαος δεν είχε έναν τέτοιο σκοπό, αλλά ήθελε να βρει έναν τρόπο για να προσδώσει αρμονία στον ουρανό. Με την ύπαρξη του 10, που αποτελεί το άθροισμα των πρώτων τεσσάρων αριθμών (1+2+3+4), ο κόσμος αποκτούσε αρμονική μουσική δομή: οι λόγοι 1/2, 2/3 και 3/4, που ήταν το θεμέλιο της μουσικής θεωρίας των Πυθαγορείων, ενυπήρχαν πλέον και στον ουρανό.



Παρόμοια θεώρηση του σύμπαντος προδίδει και η περίφημη πυθαγόρεια «αρμονία των σφαιρών», η ύπαρξη δηλαδή μιας ουράνιας μουσικής, που παράγουν οι πλανήτες και οι αστέρες καθώς κινούνται, μια μουσική την οποία όμως μόνο οι μυημένοι μπορούν να ακούσουν. Δεν αποκλείεται η γοητευτική αυτή θεωρία, που αποδείχθηκε ιδιαίτερα ανθεκτική στο πέρασμα του χρόνου, να αναπτύχθηκε και αυτή από τον Φιλόλαο.

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2016

ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ - Ὕμνος εἰς Λουτρὰ τῆς Παλλάδος (5.93-5.142)

Αποτέλεσμα εικόνας για favourite custom†ἁ μὲν ἀμφοτέραισι φίλον περὶ παῖδα λαβοῖσα
†μάτηρ μὲν γοερᾶν οἶτον ἀηδονίδων
95 ἆγε βαρὺ κλαίοισα, θεὰ δ᾽ ἐλέησεν ἑταίραν·
καί νιν Ἀθαναία πρὸς τόδ᾽ ἔλεξεν ἔπος·
«δῖα γύναι, μετὰ πάντα βαλεῦ πάλιν ὅσσα δι᾽ ὀργάν
εἶπας· ἐγὼ δ᾽ οὔ τοι τέκνον ἔθηκ᾽ ἀλαόν.
οὐ γὰρ Ἀθαναίᾳ γλυκερὸν πέλει ὄμματα παίδων
100ἁρπάζειν· Κρόνιοι δ᾽ ὧδε λέγοντι νόμοι·
ὅς κε τιν᾽ ἀθανάτων, ὅκα μὴ θεὸς αὐτὸς ἕληται,
ἀθρήσῃ, μισθῶ τοῦτον ἰδεῖν μεγάλω.
δῖα γύναι, τὸ μὲν οὐ παλινάγρετον αὖθι γένοιτο
ἔργον· ἐπεὶ Μοιρᾶν ὧδ᾽ ἐπένησε λίνα,
105 ἁνίκα τὸ πρᾶτόν νιν ἐγείναο· νῦν δὲ κομίζευ,
ὦ Εὐηρείδα, τέλθος ὀφειλόμενον.
πόσσα μὲν ἁ Καδμηὶς ἐς ὕστερον ἔμπυρα καυσεῖ,
πόσσα δ᾽ Ἀρισταῖος, τὸν μόνον εὐχόμενοι
παῖδα, τὸν ἁβατὰν Ἀκταίονα, τυφλὸν ἰδέσθαι.
110καὶ τῆνος μεγάλας σύνδρομος Ἀρτέμιδος
ἐσσεῖτ᾽· ἀλλ᾽ οὐκ αὐτὸν ὅ τε δρόμος αἵ τ᾽ ἐν ὄρεσσι
ῥυσεῦνται ξυναὶ τᾶμος ἑκαβολίαι,
ὁππόκα κοὐκ ἐθέλων περ ἴδῃ χαρίεντα λοετρά
δαίμονος· ἀλλ᾽ αὐταὶ τὸν πρὶν ἄνακτα κύνες
115 τουτάκι δειπνησεῦντι· τὰ δ᾽ υἱέος ὀστέα μάτηρ
λεξεῖται δρυμὼς πάντας ἐπερχομένα·
ὀλβίσταν δ᾽ ἐρέει σε καὶ εὐαίωνα γενέσθαι,
ἐξ ὀρέων ἀλαὸν παῖδ᾽ ὑποδεξαμέναν.
ὦ ἑτάρα, τῷ μή τι μινύρεο· τῷδε γὰρ ἄλλα
120τεῦ χάριν ἐξ ἐμέθεν πολλὰ μενεῦντι γέρα·
μάντιν ἐπεὶ θησῶ νιν ἀοίδιμον ἐσσομένοισιν,
ἦ μέγα τῶν ἄλλων δή τι περισσότερον.
γνωσεῖται δ᾽ ὄρνιχας, ὃς αἴσιος οἵ τε πέτονται
ἤλιθα καὶ ποίων οὐκ ἀγαθαὶ πτέρυγες.
125 πολλὰ δὲ Βοιωτοῖσι θεοπρόπα, πολλὰ δὲ Κάδμῳ
χρησεῖ, καὶ μεγάλοις ὕστερα Λαβδακίδαις.
δωσῶ καὶ μέγα βάκτρον, ὅ οἱ πόδας ἐς δέον ἀξεῖ·
δωσῶ καὶ βιότω τέρμα πολυχρόνιον,
καὶ μόνος, εὖτε θάνῃ, πεπνυμένος ἐν νεκύεσσι
130φοιτασεῖ, μεγάλῳ τίμιος Ἀγεσίλᾳ.»
ὣς φαμένα κατένευσε· τὸ δ᾽ ἐντελὲς ᾧ κ᾽ ἔπι νεύσῃ
Παλλάς, ἐπεὶ μώνᾳ Ζεὺς τόγε θυγατέρων
δῶκεν Ἀθαναίᾳ πατρώια πάντα φέρεσθαι,
λωτροχόοι, μάτηρ δ᾽ οὔτις ἔτικτε θεάν,
135 ἀλλὰ Διὸς κορυφά. κορυφὰ Διὸς οὐκ ἐπινεύει
ψεύδεα . . . . . . . . . . . . . . . . . . αι θυγάτηρ.
ἔρχετ᾽ Ἀθαναία νῦν ἀτρεκές· ἀλλὰ δέχεσθε
τὰν θεόν, ὦ κῶραι, τὦργον ὅσαις μέλεται,
σύν τ᾽ εὐαγορίᾳ σύν τ᾽ εὔγμασι σύν τ᾽ ὀλολυγαῖς.
140χαῖρε θεά, κάδευ δ᾽ Ἄργεος Ἰναχίω·
χαῖρε καὶ ἐξελάοισα, καὶ ἐς πάλιν αὖτις ἐλάσσαις
ἵππως, καὶ Δαναῶν κλᾶρον ἅπαντα σάω.

***

Αποτέλεσμα εικόνας για lawrence alma tadema paintingsΜε τα χέρια σφιχταγκάλιασε το γιο της
και γοερά σαν την αηδονομάνα95άρχισε να θρηνεί. Τη σύντροφό της η θεά λυπήθηκεκαι τότε η Αθηνά τούτα τής είπε:«Θεϊκή γυναίκα πάρε πίσω όσα στην οργή σουείπες, γιατί εγώ δεν τύφλωσα το γιο σου.Η Αθηνά δεν χαίρεται το φως το αγαπημένο των παιδιών100ν᾽ αρπάζει. Ετούτα τα ρυθμίζουν Κρόνιοι νόμοι.Όποιος θνητός θα ιδεί κάποιον αθάνατο χωρίς τη θέλησή του,θα το πληρώσει με μεγάλο τίμημα.Θεϊκή γυναίκα, ετούτο που ᾽γινε πια δεν ξεγίνεταιαφού του ήτανε μοιροκλωσμένο105από τη γέννησή του. Τώρα πάρε,του Ευήρη γιε, την άξιαν αμοιβή σου.Πόσα ζώα θα θυσιάσει ύστερα του Κάδμου η κόρηκαι πόσα ο Αρισταίος κάνοντας ευχή, τον έφηβομοναχογιό τους τον Ακταίωνα να βλέπανε ακόμα και τυφλό.110Κι εκείνος της μεγάλης Άρτεμης συγκυνηγόςθα είναι, όμως κι αυτόν ούτε οι τρεχάλεςούτε τ᾽ ακόντια που αντάμα ρίξαν στα βουνά θα τον γλιτώσουντην ώρα που άθελά του της θεάς τα ωραία λουτρά θα ιδεί.Μα τα σκυλιά του, τον πριν λίγο αφεντικό τους115θα τον δειπνήσουν. Και η μητέρα τα οστά του γιου τηςθα τρέξει να μαζέψει μπαίνοντας σε πυκνά δάση.Και τρισευτυχισμένη θα σε ειπεί και καλοζώητηπου υποδέχτηκες τυφλό το γιο σου απ᾽ τα βουνά.Φίλη μου, μην τον κλαις. Σε τούτον άλλα120πολλά προς χάρη σου καλά θα του χαρίσω.Μάντη θα τον κάνω, τον πιο φημισμένο στους ερχόμενους,που ανάμεσα στους άλλους θα ᾽ναι ο σπουδαιότερος.Και θα γνωρίζει τα πουλιά αν για καλό πετάνεκαι ποιά ανοίγουν τα φτερά για το κακό.125Πολλούς χρησμούς στους Βοιωτούς, πολλούς στον Κάδμοθα ειπεί, και στους μεγάλους Λαβδακίδες ύστερα.Θα του δώσω και μεγάλη βακτηρία να οδηγεί τα πόδια του,θα τον κάμω και πολύχρονο.Κι όταν πεθάνει μόνο αυτός μες στους νεκρούς130θα βλέπει, σεβαστός ακόμα κι από τον μεγάλον Αγεσίλα».Ως είπε αυτά κατένευσε με το κεφάλι. Τελούνται όσα θα δεχτείη Παλλάδα. Από του Δία τις θυγατέρεςμόνο σ᾽ αυτή ο πατέρας της τις χάρες του έχει δώσει,λουτράρισσες. Μητέρα τη θεά δεν την εγέννησε,135μα η κεφαλή του Δία. Και του Δία η κεφαλή δεν συγκατανεύεισε ψέματα [… εκθέτοντας τη θυγατέρα].Έρχεται τώρα η Αθηνά. Να τη δεχτείτεω κόρες τη θεά, για το Άργος όσες νοιάζεστε,με καλά λόγια και με προσευχές και με χαρές μεγάλες.140Χαίρε θεά και φύλαγε το Άργος του Ιναχίου,χαίρε κι όταν τ᾽ άλογά σου παίρνεις για να φύγεις, κι όταν ξανά τα οδηγείς στην πόλη μας,κι ακέρια φύλαγε τη γη των Δαναών.

Σοφιστές: Οι παρεξηγημένοι της κλασικής παιδείας

Εισαγωγή
 
Οι Σοφιστές, που έδρασαν στην αρχαία Ελλάδα την περίοδο ανάμεσα στους Περσικούς Πολέμους και στον Πελοποννησιακό Πόλεμο είναι δυστυχώς οι μεγάλοι παρεξηγημένοι της κλασικής παιδείας. Για χρόνια επικρατούσε η λανθασμένη, κατά την άποψη μου, εντύπωση, ότι πρόκειται για δασκάλους που δίδασκαν στους νέους την ικανότητα να κάμνουν το άσπρο-μαύρο και αντίστροφα. Άλλωστε η λέξη «σόφισμα» έμεινε στη νεοελληνική ως τέχνασμα  δηλαδή ως επιχειρηματολογία που έχει σα σκοπό την εξαπάτηση. Η πιο πάνω εντύπωση οφείλεται κυρίως στους  Πλάτωνα και Αριστοτέλη οι οποίοι διέδιδαν ότι οι Σοφιστές επιδίδονταν στη διατύπωση σοφισμάτων, μέσω των οποίων υποστήριζαν παράδοξες απόψεις, παραβιάζοντας είτε συγκαλυμμένα είτε απροκάλυπτα τους νόμους της λογικής. Ευτυχώς τα τελευταία χρόνια η εντύπωση αυτή ανατράπηκε τόσο από Έλληνες (π.χ. Βασίλειος Κύρκος) όσο και από ξένους ερευνητές (ιδιαίτερα).  
     
 2. Ποιοι ήταν οι Σοφιστές
 
 Οι Σοφιστές  ήταν δάσκαλοι της ρητορικής και της πολιτικής τέχνης, καθώς επίσης της     φιλοσοφίας, της λογικής και των επιστημών γενικότερα.  Πρόσφεραν επ’ αμοιβή τη διδασκαλία τους και στόχος τους δεν ήταν η δημιουργία νέων σοφιστών αλλά η παροχή εκείνων των γνώσεων που θα ήταν απαραίτητες στους μαθητές τους ώστε να επιτύχουν στη ζωή τους. Σύμφωνα με τους Σοφιστές οι νέοι όφειλαν να αναπτύξουν κάποιες βασικές δεξιότητες που ήταν η δυνατότητά τους να αναπτύσσουν δημόσια το λόγο και τον αντίλογο, να κρίνουν και να καταλήγουν γρήγορα σε αποφάσεις, αυτό δηλαδή που αποκαλούσαν «ευβουλία». Η ρητορική  διαδραμάτιζε το σπουδαιότερο ρόλο στα μαθήματα που  πρόσφεραν.
     
 3. Η αποκατάσταση της κακής φήμης των Σοφιστών
 
 Οι γνώσεις μας για τους Σοφιστές είναι έμμεσες και αποσπασματικές και ακόμα κάτι χειρότερο, είναι παραποιημένες από τους αντιπάλους τους. Και τούτο δεν είναι ανεξήγητο, γιατί πρόκειται για στοχαστές που έθιξαν προβλήματα συνδεμένα με την ανθρώπινη φύση και συμπεριφορά και τις κοινωνικές αντιδικίες του καιρού τους. Ο κυριότερος λόγος που οδηγεί τον  Πλάτωνα να παρουσιάζει στους διαλόγους του (π.χ. Πρωταγόρας, Γοργίας, Σοφιστής κ.ά) τις απόψεις των Σοφιστών είναι η άμεση ή έμμεση προσπάθεια του να τις ανασκευάσει. Έτσι  θεμελιώθηκε από τους αρχαίους κιόλας χρόνους μια σημαντική παραποίηση του πνευματικού κινήματος που λέγεται Σοφιστική.
 
Νεότεροι ερευνητές, απ’ ότι αναφέραμε και στην εισαγωγή μας, προσπάθησαν με βάση τις  λιγοστές πληροφορίες που σώζονται  να αποκαταστήσουν στις αληθινές διαστάσεις του το κίνημα των Σοφιστών. Οι εν λόγω ερευνητές θεωρούν τη Σοφιστική ως αποτέλεσμα της πνευματικής εξέλιξης και της δημοκρατικής ζωής στην κλασική Αθήνα. Σημειώνουν δε, ότι η Σοφιστική,   δεν αποτελεί πνευματικό δημιούργημα μια ομάδας τυχοδιωκτών εμπόρων σοφίας, όπως πιστευόταν παλαιότερα αλλά,  φυσιολογικό αποτέλεσμα της κοινωνικής, πνευματικής και πολιτικής ζωής των ελληνικών πολιτειών, όπου επικρατούσε η άμεση δημοκρατία, πολίτευμα που αναδεικνύει την ενεργό και άμεση συμμετοχή του πολίτη στα κοινά.
   
Το πολίτευμα της άμεσης δημοκρατίας που λειτούργησε στην κλασική Αθήνα ευνόησε την ανάπτυξη της πνευματικής ζωής εν γένει και επομένως και της Σοφιστικής, γιατί για την άσκηση της πολιτικής ήταν περισσότερο από απαραίτητη αφενός η ισχυρή  επιχειρηματολογία και η πειστικότητα των λόγων και αφετέρου η  ελευθερία της έκφρασης η οποία έφερνε στην επιφάνεια των καθημερινών συζητήσεων τα πραγματικά προβλήματα, τόσο των ανθρώπων όσο και της πολιτείας, προβλήματα που ως γνωστόν αποτελούσαν το κύριο αντικείμενο ενασχόλησης των Σοφιστών.
     
 4. Η Σοφιστική ως εμπειρική ανθρωποκεντρική φιλοσοφία
 
            Οι Σοφιστές αντιμετώπιζαν τα προβλήματα των ανθρώπων με την εμπειρική παρατήρηση και αποδέχονταν θέσεις οι οποίες βασίζονταν σε εμπειρικές διαπιστώσεις. Γνωρίζοντας την ανεπάρκεια των αισθήσεων, ανέπτυσσαν μεθόδους κριτικής, για να περιορίσουν ενδεχόμενα σφάλματα. Χρησιμοποιούσαν ως κύριες μεθόδους διδασκαλίας το μύθο και το λόγο. Εισήγαγαν στη φιλοσοφία τον ανθρωποκεντρισμό και τη γνωσιολογία, εκφράζοντας με αυτόν τον τρόπο τη δυνατότητα του ανθρώπου να γνωρίσει τον υλικό κόσμο μέσω της σύγκρισης, της παρατήρησης και της επαγωγής, απαλλαγμένο από την επέμβαση υπερφυσικών παραγόντων. Έδωσαν ιδιαίτερη σημασία στη μελέτη του κόσμου βάσει των αισθήσεων, δίνοντας έμφαση στη διαδικασία του «σκεπτικισμού», διαμορφώνοντας παράλληλα την άποψη ότι η γνώση, η αλήθεια και οι αξίες είναι έννοιες σχετικές.
 
Για τους σοφιστές δεν υπάρχει αντικειμενική-απόλυτη αλήθεια αλλά μόνο σχετική. Άλλωστε ο σοφιστής Πρωταγόρας ήταν που διατύπωσε την περίφημη ρήση «πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος», δηλαδή ο άνθρωπος είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων. Αυτό σήμαινε ότι ο τρόπος με τον οποίο βλέπει ο Χ άνθρωπος τα πράγματα, αποτελεί γι' αυτόν την αλήθεια, και ο τρόπος που τα βλέπει ο Ψ, επίσης αποτελεί γι’ αυτόν την αλήθεια. Δεν μπορεί ο ένας να πείσει τον άλλο ότι έχει λάθος, γιατί αν ο ένας βλέπει τα πράγματα με τον δικό του τρόπο, τότε αυτά υπάρχουν γι’ αυτόν όπως τα αντιλαμβάνεται, κι ας τα βλέπει διαφορετικά ο άλλος. Η αλήθεια σύμφωνα με τους Σοφιστές είναι έννοια καθαρά υποκειμενική και όχι αντικειμενική όπως ισχυριζόταν ο Σωκράτης μέσω φυσικά των γραπτών του Πλάτωνα.
 
 5. Η άποψη των σοφιστών για τη δουλεία
 
Πολύ χαρακτηριστική της ρηξικέλευθης σκέψης των Σοφιστών ήταν η άποψη τους για τη δουλεία. Αντικείμενο της έρευνας των σοφιστών ήταν ο άνθρωπος και τα δημιουργήματά του αφού, απ’ ότι αναφέραμε και πιο πάνω, η φιλοσοφία τους υπήρξε ανθρωποκεντρική. Εξέταζαν αν οι άνθρωποι και τα δημιουργήματα τους έγιναν εκ φύσεως (φύσει) ή αν είναι αποτέλεσμα συμβάσεων (νόμω) και συνεπώς επιδέχονται βελτίωση και διαφοροποίηση. Τους ενδιέφερε για παράδειγμα να διαπιστώσουν αν οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι ή δούλοι ή αν αυτό είναι αποτέλεσμα διεργασιών κοινωνικά προσδιορισμένων. Την ίδια περίπου χρονική περίοδο που ο μεγαλύτερος, κατά την άποψη μου, διανοητής όλων των εποχών ο Αριστοτέλης ισχυριζόταν ότι «όσων εστίν έργον η του σώματος χρήσις …ούτοι μεν είσι φύσει δούλοι», δηλαδή όσοι δεν μπορούν να προσφέρουν παρά μόνο σωματικές εργασίες   είναι δούλοι εκ φύσεως, ο σοφιστής Αλκιδάμας διακήρυττε ότι «ελευθέρους αφήκε πάντας θεός, ουδένα δούλον η φύσης πεποίηκεν», δηλαδή ελεύθερους άφησε ο θεός τους ανθρώπους και κανένας δεν είναι εκ φύσεως δούλος. Οι απόψεις που διαμόρφωσαν λοιπόν οι Σοφιστές υπήρξαν καταπέλτης ενάντια στην κρατούσα τότε  άποψη που ήταν σαφέστατα υπέρ της δουλείας.
     
 6. Η άποψη των σοφιστών για το δίκαιο και τους θεούς
 
Οι Σοφιστές άσκησαν επίσης ανελέητη κριτική στις κατεστημένες αξίες και αμφισβήτησαν τους επικρατούντες τότε θεσμούς. Υπήρξαν οι κύριοι φορείς διαμαρτυρίας και αμφισβήτησης του πνευματικού και πολιτικού κατεστημένου της εποχής τους. Οι αριστοκρατικοί θεωρούσαν την αρετή και κατ’ επέκταση και το δικαίωμα για την κατάληψη  πολιτικών αξιωμάτων δικό τους κληρονομικό προνόμιο. Οι Σοφιστές ισχυρίζονταν ότι η αρετή κατακτιέται μέσω της παιδείας, η οποία οδηγεί στην απόκτηση γνώσεων και δεξιοτήτων, επομένως και στην ικανότητα διαχείρισης της εξουσίας. Εφόσον λοιπόν η εν λόγω ικανότητα μπορεί να κατακτηθεί μέσω της παιδείας, επακόλουθο είναι αυτό να μπορεί να γίνεται από τον καθένα ανεξαρτήτως της καταγωγής του ή της κοινωνικής τάξης στην οποία ανήκει. Όταν η άρχουσα τάξη επικαλείται συχνά το δίκαιο, για  να νέμεται μόνη και ανενόχλητη την εξουσία και να κατοχυρώνει τα προνόμιά της, δημιουργείται  εύλογα η υποψία ότι ο νόμος είναι  δημιούργημα δικό της. Επομένως δεν μπορούν οι συγκεκριμένοι νόμοι να ταυτίζονται με το δίκαιο, αφού δεν αντιπροσωπεύουν  τις γνώμες και τα συμφέροντα των πολλών. Είναι δε ως προς το δίκαιο πολύ χαρακτηριστική η ρήση του σοφιστή Θρασύμαχου ότι «δίκαιον ουκ άλλον τι έστι, ή το του κρείττοντος συμφέρον», δηλαδή ότι δίκαιο δεν είναι τίποτα άλλο παρά το δίκαιο του ισχυρού, ρήση η οποία ουδόλως έχασε την αξία της με το πέρασμα των αιώνων. Άλλωστε αν εγκύψει κανείς με τη δέουσα σοβαρότητα στην παγκόσμια ιστορική εξέλιξη εύκολα θα διαπιστώσει ότι η εκάστοτε άρχουσα τάξη επέβαλλε άμεσα ή έμμεσα το δίκαιο που εξυπηρετούσε τα δικά της συμφέροντα και όχι εκείνα των πολλών. Όσον αφορά δε στους θεούς και κατ’ επέκταση και τη θρησκεία είναι χαρακτηριστικό το παρακάτω απόσπασμα του Πρωταγόρα: «Για τους θεούς, δεν μπορώ να ξέρω αν υπάρχουν ή όχι ούτε πώς είναι· γιατί πολλά με εμποδίζουν να το μάθω. μεταξύ των οποίων και το σκοτεινό του πράγματος και η συντομία της ανθρώπινης ζωής». Αυτό δεν είναι τίποτα άλλο παρά αυτό που αποκαλούμε «αθεϊσμό». Ήταν δε πράγμα πολύ ριψοκίνδυνο γι’ αυτόν που δήλωνε άθεος γιατί εισέπραττε την μήνιν, την οργή και την τιμωρία των εκάστοτε αυτοαποκαλούμενων εκπροσώπων του θεού στη γη. Ακόμη δε και σήμερα, μετά από τόσους αιώνες, δεν είναι εύκολο, ή εν πάση περιπτώσει ακίνδυνο για κάποιον να δηλώνει «άθεος», ιδιαίτερα αν αυτός ασκεί το επάγγελμα του εκπαιδευτικού.
     
 7. Επίλογος
 
Εν κατακλείδι, η Σοφιστική υπήρξε για την εποχή της ένα ισχυρό πνευματικό ανατρεπτικό κίνημα. Εξέφραζε την επιθυμία για την ανατροπή και όχι τη συντήρηση των θεσμών. Είναι γι’ αυτό  που δέχτηκαν την σφοδρή και ανελέητη επίθεση από τις τότε δυνάμεις της συντήρησης, γιατί ακριβώς η διδασκαλία τους εισήγαγε κενά δαιμόνια και τάραζε τα ήθη, τους νόμους, τη θρησκεία και τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης γενικότερα. Μόνο έτσι μπορούν να ιδωθούν και να ερμηνευτούν, κατά τη ταπεινή μου γνώμη, οι απόψεις των Σοφιστών, έτσι ώστε να κατανοηθεί και να εκτιμηθεί ευκολότερα και δικαιότερα το έργο τους και να αποκατασταθεί  η διαχρονική στρεψοδικία εις βάρος τους.