Παρασκευή 1 Ιουλίου 2016

Θεωρίες γνώσης στα κύρια ρεύματα της προχριστιανικής ελληνιστικής φιλοσοφίας

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
 
Η αναζήτηση της γνώσης ήγουν της έγκυρης αληθούς πίστης[1] υπήρξε εξαρχής το βασικό κίνητρο για την ανάπτυξη της φιλοσοφικής σκέψης. Στα ελληνιστικά χρόνια (300π.Χ- 300μ.Χ) τα τρία κυρίαρχα φιλοσοφικά ρεύματα, ο επικουρισμός, ο στωικισμός και ο σκεπτικισμός, αναπτύσσουν διαφορετικές θέσεις όσον αφορά το περιεχόμενο, τα όρια, τις προϋποθέσεις, τη μέθοδο και τα μέσα απόκτησης γνώσης.
 
Τα δύο πρώτα εξ' αυτών, ο Κήπος και η Στοά, αντιμετωπίζουν θετικά το ενδεχόμενο απόκτησης ασφαλούς γνώσης για τα πράγματα του κόσμου αυτού - και όχι μόνον - σε αντίθεση με το τρίτο, τη Σκέψη, που κινείται από την αμφιβολία ως την απόλυτη άρνηση. Σε κάθε περίπτωση καθοριστικός είναι ο ρόλος που αποδίδεται στις αισθήσεις και στο ανθρώπινο λογικό, ως κατεξοχήν γνωστικά εργαλεία. Ακόμη, οι τρεις ανωτέρω φιλοσοφικές κατευθύνσεις συγκλίνουν ως προς τη θέση τους για τη σκοπιμότητά της γνώσης, η οποία είναι πρακτική, αφού προσβλέπει στην επίτευξη της ψυχικής ηρεμίας, και εν γένει ως προς το χαρακτήρα της φιλοσοφικής τους σκέψης, που είναι ευδαιμονικός, καθώς αποσκοπεί στην ατομική ευδαιμονία των ανθρώπων.
 
Στα συμπεράσματα αυτά θα καταλήξουμε με την ολοκλήρωση της παρούσας μελέτης, αντικείμενο της οποίας είναι οι γνωστικές θεωρίες των τριών προαναφερθεισών φιλοσοφικών σχολών. Στο επίκεντρο αυτής τίθενται θέματα όπως το ενδεχόμενο απόκτησης γνώσης και τα ερείσματα της (θετικής ή αρνητικής) σχετικής θέσης, τα μέσα, τα όρια και οι προϋποθέσεις απόκτησης γνώσης, τα γνωστικά αντικείμενα, τα θεωρούμενα ως κριτήρια βεβαιότητας και βέβαια η σκοπιμότητα στην προσέγγιση της αλήθειας.
 
 
Ι. ΑΙΣΘΗΣΗ
 
Η απάντηση που δίνουν οι κυριότερες σχολές της ελληνιστικής φιλοσοφίας στο ερώτημα αν και κατά πόσο ο άνθρωπος μπορεί η δε μπορεί να γνωρίσει τον κόσμο γύρω του, σχετίζεται πρωτίστως με την αναγνώριση της αξίας των αισθήσεων, αφού τόσο εκείνοι που είναι θετικοί στην προοπτική απόκτησης γνώσης, επικούρειοι και στωικοί, όσο και οι αρνητικοί σε αυτή, σκεπτικοί, στηρίζονται πρωτίστως στην αξία της συμβολής των αισθήσεων.
 
Ο Επίκουρος στο ερώτημα σχετικά με την αφετηρία της σκέψης και της διανοητικής δυνατότητας στον άνθρωπο υποστήριξε μια μέση θέση μεταξύ της νοησιοκρατίας και της αισθησιοκρατίας. Το Κανονικό, που περιλαμβάνει τα κύρια περί γνώσεως δόγματα του επικούρειου φιλοσοφικού συστήματος, έχει ως καθοριστικούς παράγοντες τις αισθήσεις και τα πάθη. Δεδομένου ότι το σύμπαν αποτελείται, κατά την δημοκρίτεια θεωρία, από άτομα, εννοείται ότι κάθε μέρος του έχει συγκεκριμένες ιδιότητες, όπως το σχήμα, το βάρος και το μέγεθος, οι οποίες προσλαμβάνονται από τα αισθητήρια όργανα[2]. Συνεπώς, ως αίσθηση ορίζεται ακριβώς η ικανότητα των αισθητηρίων οργάνων να προσλαμβάνουν με τη μέγιστη δυνατή ενάργεια τα «είδωλα» των εξωτερικών αντικειμένων και τις ιδιότητές τους και οδηγεί στη δημιουργία δευτερογενών ιδιοτήτων και άρα ο ρόλος της είναι βασικός στην λειτουργία της μάθησης, γιατί κάθε λογική πρόταση εξαρτάται και προσδιορίζεται από τις αισθήσεις. Επομένως, οι αισθήσεις, μαζί με το πάθος, το κατεξοχήν αίσθημα κάθε ζωντανού οργανισμού[3], συνιστούν το συνδετικό κρίκο μεταξύ εξωτερικού και εσωτερικού κόσμου, ήτοι της φύσης και του ανθρώπου. Η εξωτερική πραγματικότητα οδηγεί στη δημιουργία αντίστοιχων μνημονικών παραστάσεων, ώστε ως κριτήρια της αλήθειας δε λειτουργούν μόνον οι αισθήσεις, αλλά επίσης τα συναισθήματα και οι έννοιες που δημιουργούνται[4]. Η αμεσότητα, με την οποία προσφέρουν οι αισθήσεις την πραγματικότητα μέσα από την πρόκληση ηδονής ή πόνου στον άνθρωπο[5], συνεπάγεται την επαλήθευση της δόξας και συνιστά εχέγγυο της αλήθειας. Αν ο άνθρωπος πέφτει σε πλάνη, αυτό, σύμφωνα με τη θεωρία των Επικούρειων, δεν οφείλεται στις αισθήσεις, αλλά στη λαθεμένη κρίση του[6]. Έτσι, αντίθετα με τον ορθολογισμό του Δημόκριτου, ο Επίκουρος παρουσιάζει τις αισθήσεις ως θεμελιωδώς αξιόπιστες[7].
 
Η μελέτη της λειτουργίας της αισθήσεως για τους Στωικούς συνδέεται επίσης με τη μελέτη των σωματικών μερών του σύμπαντος, εκείνων δηλαδή που έχουν αντικειμενική υπόσταση και δη τρεις διαστάσεις. Η γνώση των σωματικών προϋποθέτει τη διερεύνηση του τρόπου αντίληψης των πραγμάτων από τον ανθρώπινο νου. Σύμφωνα, δηλαδή, με τους Στωικούς ο άνθρωπος πρωτοέρχεται σε επαφή με τον κόσμο και άρα σταδιακά οδηγείται στη γνώση του, μέσω των αισθήσεων · μάλιστα η συνεισφορά των αισθήσεων στη γνωστική διαδικασία είναι τόσο σημαντική, ώστε να θεωρείται αδύνατη η απόκτηση γνώσης και κάθε νοητικής διαδικασίας άνευ της αισθητικής εμπειρίας και εν γένει των αισθήσεων.
 
Ο όρος αίσθησις χρησιμοποιούμενος από τους Στωικούς προσέλαβε διάφορες αποχρώσεις. Με την έννοια αυτή υποδηλώνονται άλλοτε τα αισθητήρια όργανα, άλλοτε η ενέργεια των αισθητηρίων οργάνων, άλλοτε η κατάληψις των εννοιών μέσω των αισθητηρίων οργάνων και άλλοτε, πάλι, το πνεύμα, το οποίο διοχετεύεται από το ήγεμονικόν στις αισθήσεις[8]. Το ήγεμονικόν μέρος της ψυχής είναι, κατά τους Στωικούς, υλοζωικού χαρακτήρα και κυρίαρχο και στις αισθήσεις και στη διάνοια[9]. Το μέρος αυτό είναι ειδικά προορισμένο και διαμορφωμένο έτσι, ώστε να είναι δεκτικό στην καταγραφή εμπειριών, εννοιών και γενικά πληροφοριών προερχόμενων από τον έξω κόσμο, είναι δηλαδή κάτι σαν χαρτί κενό, κατάλληλο για γραφή - το αριστοτελικό tabula rasa. To ήγεμονικόν είναι η έκφραση, που προλαμβάνει στα έλλογα πλάσματα το πνεύμα, η κίνηση που εκδηλώνεται άλλοτε προς τα μέσα δηλαδή προς το κέντρο και άλλοτε προς τα έξω δηλαδή προς την επιφάνεια και που προσφέρει συνοχή και ζωτικότητα στο κάθε ον. Το πνεύμα - επίσης φυσικόν ήτοι υλικό στη σύστασή του και συγκεκριμένα προϊόν της μείξης του αέρα με τη φωτιά -είναι η κίνηση δηλαδή, που εκδηλώνεται από το ήγεμονικόν με προορισμό τα αισθητήρια όργανα και έπειτα επιστρέφει πάλι στην πηγή του ακολουθώντας την αντίστροφη πορεία, από τα αισθητήρια όργανα μέσω των νευρώνων με προορισμό το νου[10]. Στην εξωτερική του κίνηση προσδίδει στα πράγματα τις ιδιότητές τους, ενώ στην εσωτερική τα καθιστά ενοποιημένα αντικείμενα[11]. Η συμβολή του πνεύματος, επομένως, είναι καθοριστική, γιατί επιτρέπει στην αίσθησι να συνιστά ενέργεια. Οι αισθήσεις είναι διακριτές από τα αντίστοιχα όργανα ως δυνάμεις, αλλά η λειτουργία τους είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την ύπαρξη και λειτουργία αυτών[12]. Οι αισθήσεις αποτελούν παραφυάδες , που απλώνονται από το ήγεμονικόν μέρος της ψυχής στα αντίστοιχα όργανα[13] μεταφέροντας τις πληροφορίες και με μια ορισμένη -αλλά όχι προδιαγεγραμμένη - διαδικασία, στο νου, ώστε εγείρουν μια δραστηριότητα[14] που τελικά οδηγεί στην συγκρότηση γνώσης[15]. Γι' αυτό και υπάρχει κάποιες φορές ταύτιση του όρου αίσθησις με την κατάληψι, γιατί για τους Στωικούς η αίσθηση και οι αισθήσεις συνιστούν βασικότατο μέσο, που ενεργοποιεί τις γνωστικές διαδικασίες και τελικά οδηγεί στη γνώση.
 
Οι σκεπτικοί, Ακαδημαϊκοί και Πυρρωνιστές , αντίθετα, στηρίζονται πάλι στις αισθήσεις, για να υποστηρίξουν όμως το ακριβώς αντίθετο, ότι δηλαδή δεν υπάρχει καμία προοπτική ασφαλούς γνώσης και η αιτία της κατάστασης αυτής είναι οι αισθήσεις. Για τους Ακαδημεικούς σκεπτικιστές η αλήθεια δε μπορεί να βασιστεί στις αισθήσεις, καθότι αυτές είναι απατηλές. Συγκεκριμένα, ο Αρκεσίλαος, εισηγητής του ακαδημαϊκού σκεπτικισμού[16], ακολουθώντας τον πλατωνικό δυισμό[17], υποστήριξε ότι οι αισθήσεις, στις οποίες έδωσαν τόσο μεγάλη σημασία τόσο οι Επικούρειοι, όσο και οι Στωικοί, δεν είναι ικανές να αποκαλύψουν την ουσία των πραγμάτων, ώστε τελικά τα αισθητήρια όργανα προσφέρουν μια στρεβλή ή πάντως απατηλή εικόνα των πραγμάτων .
 
 
II. ΓΝΩΣΗ
 
Η σημασία που αποδίδουν οι φιλόσοφοι των τριών κυριότερων φιλοσοφικών σχολών των ελληνιστικών χρόνων στην αξία των αισθήσεων συνδέεται με τη θέση τους για τη δυνατότητα απόκτησης γνώσης. Έτσι, Επικούρειοι και Στωικοί που αξιοποιούν τις αισθήσεις, αποδεικνύονται θετικοί στην προοπτική της γνώσης, ενώ αντίθετα οι σκεπτικιστές την απορρίπτουν.
 
Για τους Επικούρειους η αίσθηση είναι μόνο ένα από τα κριτήρια γνώσης, καθώς αντίστοιχο ρόλο επέχουν η πρόληψις, η υπόληψις και οι φανταστικαί επιβολαί. Ο σχηματισμός μιας μνήμης τον πολλάκις έξωθεν φανέντος οδηγεί στη συγκρότηση προλήψεων, η επανάληψη των οποίων σχηματίζει συνδυασμούς πάνω στα εσωτερικά στοιχεία και έτσι δημιουργεί υπολήψεις. Μέσα από αυτή τη διαδικασία ο άνθρωπος αποκτά ενημερωτικές θεωρήσεις της πραγματικότητας, ήτοι φανταστικάς έπιβολάς, και φτάνει τελικά στην αληθινή ουσία των όντων . Επομένως, η γνώση, σύμφωνα με τους επικούρειους εξαρτάται βασικά από την αντίληψη[18]. Έτσι, ο άνθρωπος κατά τους επικούρειους είναι σε θέση, με βάση τα δεδομένα των αισθήσεων, να γνωρίσει τον κόσμο μέσω των αισθήσεών του, που είναι θεμελιωδώς αξιόπιστες[19]. Μπορεί να γνωρίσει το σύμπαν, τον κόσμο, αποτελούμενο από άτομα και κενό[20], αλλά και οντότητες, που δεν ανήκουν στο κόσμο αυτό, όπως είναι οι ζώντες στο μετακόσμιο θεοί[21].
 
Η θεωρία των Στωικών για τη γνωστική δυνατότητα του ανθρώπου είναι επίσης θετική[22] και αυτή η θέση εδράζεται στην αντίληψη, ότι μια καθολική επιστημονική γνώση είναι δυνατή[23], λόγω του ότι πραγματικά είναι μόνο τα εμπειρικά[24] και ότι ο άνθρωπος μετέχει της πρώτης αρχής και ουσίας του κόσμου, της ανώτατης αρχής, η οποία διέπει και καθορίζει τα πάντα , του Λόγου. Αυτός δομεί και διέπει όλο τον κόσμο[25] και μπορεί να γίνει γνωστός στον άνθρωπο (οίκείωσις)[26], γιατί - αντίθετα με τα άλλα ζώα μόνο εκείνος - έχει προικιστεί με αυτόν[27] και διαθέτει έμφυτες προϋποθέσεις, τον έν ήμϊν λόγο[28]. Το ανθρώπινο λογικό, που συνιστά τμήμα του συμπαντικού λόγου , εισκρίνεται ακριβώς για να οδηγήσει στη γνώση , αναπτύσσεται σταδιακά και ολοκληρώνεται με την ενηλικίωση του ατόμου. Με τη δύναμη του λογικού, ο άνθρωπος μπορεί να αντιληφθεί τον εαυτό του ως μέρος του σύμπαντος και δη ως έναν μικρόκοσμο[29] και να ζήσει σε συμφωνία με το λόγο ήτοι τη φύση του[30].
 
Η γνωστική ικανότητα του ανθρώπου αποδίδεται από τους Στωικούς σε ορισμένες φυσικές και έμφυτες έννοιες, τις προλήψεις[31], στις οποίες συνίσταται ο κανόνας της αλήθειας[32]. Η πρόσληψη και σημασιοδότηση των όποιων έξωθεν πληροφοριών γίνεται (με συγκεκριμένους τρόπους, παραδείγματος χάριν κατά περίπτωσιν, καθ' ομοιότητα, κατ’ αναλογίαν, κατά σύνθεσιν, και ούτω καθεξής)[33]. Οι έννοιες σχηματίζονται με την ενεργό συμμετοχή του ηγεμονικού στη γνωστική διαδικασία[34], καθώς προϋποτίθεται επιμέλεια και διδασκαλία. Η τύπωσις οδηγεί στη συγκρότηση της φαντασίας, μιας επίγνωσης της αλήθειας, που έρχεται σαν φως στην ψυχή[35]. Αν υπάρξει ένας ικανός αριθμός φαντασιών, συντελείται η καταληπτική φαντασία, μια έννοια, που λειτουργεί ως κριτήριο διάγνωσης της αλήθειας[36], καθώς σχετίζεται με την ένταση και τη ζωντάνια της εικόνας, που μεταφέρουν οι αισθήσεις, διαχωρίζοντας, έτσι, τις αληθείς από τις ψευδείς . Όταν το ηγεμονικό παρέχει υπόσταση στις καταληπτικές φαντασίες, ουσιαστικά προσφέρει συγκατάθεση, μια προϋπόθεση για την εγγύηση της αλήθειας του πράγματος.
 
Έτσι, Επικούρειοι και Στωικοί υποστηρίζουν ότι με αφετηρία τις αισθήσεις και την ανάπτυξη της ανθρώπινης διάνοιας είναι δυνατή η γνώση των πάντων. Στον αντίποδά τους βρίσκονται οι σκεπτικοί, οι φιλόσοφοι, που απορρίπτουν κάθε δυνατότητας ασφαλούς γνώσης και αντιμετωπίζουν τα πάντα με διστακτικότητα[37] και διάθεση αμφισβήτησης[38]. Οι Σκεπτικοί των ελληνιστικών χρόνων διακρίνονται σε δύο κατηγορίες, τους Ακαδημαϊκούς και τους Πυρρωνιστές[39]. Οι πρώτοι ή άλλως οι "εφεκτικοί" στηρίχτηκαν στην πλατωνική αντιμετώπιση του εμπειρικού κόσμου πάνω στην οποία δομούν τη θέση τους. Σύμφωνα με αυτή δεν υπάρχουν τεκμήρια, που να θεμελιώνουν την εγκυρότητα της γνώσης και άρα, κατ' επέκταση, δεν έχει νόημα η αναζήτηση της αλήθειας. Αλλά κι οι θεωρητικοί συλλογισμοί, τους οποίους αποπειράται ο άνθρωπος, δε μπορούν να εξασφαλίσουν κάποια ασφαλή κριτήρια επαλήθευσης της δόξας, και άρα να οδηγούν σε γνώση[40]. Το αποτέλεσμα είναι να υπάρχει μια αναπόφευκτη και αδιέξοδη σύγχυση του αληθινού και του απατηλού. Έτσι, οι σκεπτικοί καταλήγουν στο ίδιο σημείο, όπου είχε αφήσει ο Σωκράτης το φιλοσοφικό στοχασμό, ότι δηλαδή η μόνη γνώση, που είναι ενδεχομένως δυνατή στον άνθρωπο, είναι η αδυναμία επιβεβαίωσης του αληθούς οποιασδήποτε γνώσης[41].
 
Η άλλη κατεύθυνση του ελληνιστικού Σκεπτικισμού[42], εκείνη του Πύρρωνος[43], ακολουθεί επίσης τη θεωρία του Σωκράτη για τη γνώση. Σε αντίθεση όμως με αυτόν οδηγείται σε έναν θεωρητικό μηδενισμό[44] υποστηρίζοντας ότι, όχι μόνο δε μπορεί να βρεθεί η αλήθεια ή να οριστεί ένα κριτήριο εγκυρότητάς της, κάτι που θα άνοιγε το δρόμο για τη γνώση, αλλά - μάλλον περισσότερο κατά το παράδειγμα των σοφιστών[45] - κάθε θέση είναι αμφισβητήσιμη και ανατρέψιμη. Συνεπώς η προβολή της ως αληθούς ή ψευδούς είναι θέμα παρουσίασής της[46]. Παράλληλα, όμως, απορρίπτουν το ενδεχόμενο να στηριχτεί μια αλήθεια στο λόγο, γιατί αυτός μπορεί να συγκροτήσει αποδείξεις με βάση προκείμενες που είναι μη - αποδείξιμες[47]. Οι σκέψεις του ανθρώπινου νου είναι αβάσιμες και η δυνατότητά του να γνωρίσει την αλήθεια μέσω αυτών ανύπαρκτη[48].
 
Η στάση των ακαδημαϊκών σκεπτικών της ελληνιστικής περιόδου απέναντι στην προοπτική απόκτησης κάποιας γνώσης φαίνεται να μετριάζεται κατά τη μέση φάση της , όταν τα ηνία της σχολής ανέλαβαν ο Αρκεσίλαος και ο Καρνεάδης . Ο Καρνεάδης φαίνεται ότι υποστήριζε πώς, αν και δεν είναι δυνατή η γνώση της αλήθειας, όμως είναι δυνατή η διατύπωση κρίσεων πιθανών ή έστω αληθοφανών[49]. Η πιθανότητα γνώσης των αντικειμένων διαθέτει κατ' αυτόν τρία επίπεδά, ήτοι κλιμακώνεται σε φαντασίαν πιθανήν, απερίσπαστον, όταν είναι συνεπής προς τις λοιπές εντυπώσεις που μοιάζουν αληθινές, ώστε να μην αναιρείται, και σε διεξωδευμένη, όταν έχουν προσεκτικά ελεγχθεί οι συνθήκες κάτω από τις οποίες σχηματίστηκε η κρίση[50]. Οι δέκα τρόποι του Αινησίδημου, από τη νέα φάση της σχολής, δεν ήταν παρά ακριβώς η επισήμανση μερικών διαφορών, που επηρεάζουν την κρίση και δυσχεραίνουν τη βέβαιη περί του περιβάλλοντος γνώση, όπως για παράδειγμα η λειτουργία των αισθητηρίων οργάνων, η συχνότητα της παρατήρησης, η θέση / απόσταση, η σχετικότητα, η διαφορά ηθών και εθίμων, και άλλες συναφείς διαφοροποιές της αντιλήψεως παράμετροι[51]. Και ακόμη, ο Σέξτος ο Εμπειρικός[52] υποστήριζε ότι κάθε άνθρωπος βρίσκεται πάντοτε σε μια κατάσταση, κατά την οποία δε μπορεί να λειτουργήσει ως αντικειμενικός παρατηρητής, ώστε όλοι είναι, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, μεροληπτικοί[53]. Επομένως, κάθε θέση είναι αμφισβητήσιμη, ενώ ελάχιστα έως μηδαμινά είναι εκείνα που μπορούν να γίνουν γνωστά με βεβαιότητα[54].
 
 
ΙΙΙ. ΕΠΙΣΤΗΜΗ
 
Στην ανώτερη γνωστική βαθμίδα βρίσκεται η επιστήμη, η απόλυτη και ασφαλής γνώση. Εννοείται ότι για όσους φιλοσόφους αντιμετωπίζουν θετικά τη δυνατότητα απόκτησης γνώσης, προβλέπεται μια συγκεκριμένη - διαφορετική ανά σχολή - οδός προς αυτή την κατεύθυνση, ενώ για όσους είναι αρνητικά διακείμενοι απορρίπτεται συλλήβδην κάθε παρόμοια περίπτωση.
 
Οι Επικούρειοι εντάσσουν, όπως προαναφέρθηκε, τις γνωσιολογικές θέσεις τους στο κανονικόν μέρος της φιλοσοφίας τους και σύμφωνα με αυτό η γνώση ξεκινάει από τις αισθήσεις και κορυφώνεται με τις φανταστικές επιβολές, ενημερωτικές δηλαδή θεωρήσεις της πραγματικότητας, που αποκαλύπτουν την αληθινή ουσία των όντων. Οι σημερινές νοούμενες ως επιστήμες, οι θετικές, όπως τα μαθηματικά και η φυσική, δε συνεισφέρουν ουσιαστικά σε αυτό, καθότι τα πρώτα δεν ανταποκρίνονται  στην  πραγματικότητα,   ενώ  η   δεύτερη   βοηθά  μόνο στην αντιμετώπιση του φόβου για το θάνατο και τη δράση των θεών[55]. Αυτό που ένας σκεπτόμενος άνθρωπος, ήτοι ένας φιλόσοφος, μπορεί και οφείλει να κάνει για να οδηγηθεί στην ανώτερη γνωστική κατάσταση είναι να αποστασιοποιείται από προλήψεις και δοξασίες και γενικώς να διατηρεί μια διαφορετική από εκείνη του απλού κόσμου αντίληψη για τα πράγματα.
 
Η επιστήμη είναι και για τους Στωικούς το ανώτερο δυνατό γνωστικό επίπεδο στο οποίο μπορεί να οδηγηθεί ο ανθρώπινος νους. Για την ακρίβεια το ανώτερο γνωστικό επίπεδο στο οποίο μπορεί να φτάσει, κατά τους στωικούς, ένας απλός νους είναι η δημιουργία καταλήψεων, που προκύπτει από τη συγκατάθεση μεταξύ δόξας και αντικειμενικής πραγματικότητας συγκροτεί καταλήψεις. Αντίθετα, η μετάβαση από την κατάληψη στην επιστήμη θεωρείται δυνατή μόνο για έναν σοφό[56], γιατί μόνο αυτός μπορεί να διατηρήσει ασφαλή μια μνήμη, να διακρίνει ποιες είναι οι αξιόπιστες εντυπώσεις[57], να επιβεβαιώσει τη γνώση και να της προσδώσει διάρκεια με το λόγο[58]. Έτσι η ψυχή οδηγείται σταδιακά στην τύπωση εννοημάτων, στη δημιουργία αναμνήσεων και εμπειριών, στην αναγνώριση ορισμένων εξ αυτών ως αντικειμενικών, στη συγκατάθεση μεταξύ δόξης και αληθούς γνώσης[59]. Επομένως, η επιστήμη, η επιστημονική γνώση[60], και σε αυτή την περίπτωση συνδέεται με την απομάκρυνση από το επίπεδο της δόξας και με την προσέγγιση της αληθινής σοφίας .
 
Οι Σκεπτικοί, όπως παρουσιάστηκε παραπάνω, υπεραμύνθηκαν της αδυναμίας απόκτησης γνώσης μέσω των αισθήσεων[61] (άκαταληψία)18 ή του λόγου και γενικότερα της αδυναμίας ασφαλούς γνώσης για οτιδήποτε, επομένως συνεπάγεται ότι τοποθετήθηκαν αρνητικά και στην προοπτική συγκρότησης επιστήμης. Αντίθετα, η δέουσα στάση ενός φιλοσόφου ενώπιον αυτού του γνωστικού αδιεξόδου (άπορία)19 είναι η αποφυγή από κάθε απόφανση (εποχή) , η άφασία , η πλήρη άρνηση χρήσης της γλώσσας ως μέσου για τη σύνθεση μιας εικόνας προκειμένου να αποδοθεί η πραγματικότητα[62] και φυσικά η παραίτηση από κάθε προσδοκία γνώσης και η ουδετερότητα (άρρεψία)[63].
 
 
ΤΟ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟ ΕΡΩΤΗΜΑ
 
Ανάμεσα στις τρεις κυριότερες φιλοσοφικές σχολές των ελληνιστικών χρόνων, τους Επικούρειους, τους Στωικούς και τους Σκεπτικούς, οι δύο πρώτες υποστηρίζουν ότι είναι δυνατό ο άνθρωπος να οδηγηθεί με μια ορισμένη - διαφορετική κάθε φορά, ανάλογα με τις ειδικότερες εκφάνσεις της γνωσιοθεωρίας τους - διαδικασία στη γνώση, την αληθή δηλαδή και ασφαλή δόξα, αρχής γενομένης των δεδομένων, που προσπορίζουν οι αισθήσεις, όπως επίσης και να συγκροτήσει επιστήμη - αν και η δυνατότητα αυτή προσφέρεται περισσότερο στο σοφό, και όχι στο μέσο νου. Αντίθετα, ο σκεπτικισμός αναπτύσσει μια δυναμική επιχειρηματολογία, που κατατείνει στην έλλειψη εχέγγυων για την αλήθεια.
 
Η επικούρεια γνωσιοθεωρία παρέχει προτεραιότητα στις αισθήσεις, τάσσεται, επομένως, υπέρ του εμπειρισμού και ειδικά της αισθησιοκρατίας, την οποία υποστήριξε μια πληθώρα νεότερων φιλοσόφων, όπως ο Condillac, που κατέληξε πως όλες οι ψυχικές λειτουργίες είναι μετασχηματισμένα αισθήματα, ενώ ο Hegel πρόβαλε τη θέση ότι η ύλη είναι το πρωταρχικό και το πνεύμα το παράγωγό της . Οι Στωικοί, πάλι, ακολουθώντας περισσότερο τον Αριστοτέλη στη θέση ότι το ηγεμονικό είναι μέρος της ψυχής κατάλληλο για γραφή, τάσσονται υπέρ του εμπειρισμού, όπως θα κάνει πολύ αργότερα και ο Λοκ, ο οποίος συμφώνησε ότι η ψυχή είναι ένα άγραφο χαρτί πάνω στο οποίο αποτυπώνονται σταδιακά οι εντυπώσεις που αποκτούνται με τις αισθήσεις[64]. Ο στωικός εμπειρισμός, βεβαια, μετριάζεται από την παραδοχή της μεταγενέστερης ανάπτυξης της λογικής, θέση, που τους φέρνει κοντά στο αντίπαλο δέος, στη νοησιοκρατία, την οποία ανέπτυξαν πιο πρόσφατα ο Descartes, ο Spinoza, ο Kant και πληθώρα άλλων φιλοσόφων .
 
Η συνεχόμενη αναβάθμιση των γνώσεων του ανθρώπου σε πληθώρα αντικειμένων και η διαρκώς προώθηση της εμβάθυνσης σε αυτά ίσως προσφέρει μια κάποια ερμηνεία για την μακροβιότητα του σκεπτικισμού και την πολυμορφία των επιχειρημάτων, που κατά καιρούς επιστρατεύτηκαν · ο Hume υποστήριζε ότι η πραγματικότητα συγκροτεί αισθητηριακές και μνημονικές εντυπώσεις, αλλά δεν αρκεί για τη θεμελίωση της όποιας πεποίθησης για την ύπαρξη κάποιων σταθερών φυσικών αντικειμένων, ώστε η προοπτική αυτή υπερβαίνει τις διανοητικές ικανότητες του ανθρώπου[65], όπως επίσης και ο Descartes επιχείρησε την ασφαλή θεμελίωση της γνώσης πάνω σε ένα συστηματικό σκεπτικισμό[66].
 
Η σχέση μεταξύ αισθήσεων και γνώσεως συνέχισε να διχάζει τους φιλοσόφους, από τους οποίους άλλοι τάχθηκαν υπέρ της "ρεαλιστικής'' θεωρίας, σύμφωνα με την οποία οι πρώτες πληροφορούν άμεσα και αντικειμενικά για τον εξωτερικό κόσμο, και άλλοι υπέρ της "αναπαραστατικής", που υποστηρίζει μια σαφή απόσταση ανάμεσα στην αντιληπτική πράξη και την εξωτερική πραγματικότητα. Τις δυο αυτές θεωρίες επιχειρεί να συγκεράσει η "οργανισμική", που προβάλλει δύο μορφές επικοινωνίες με τον έξω κόσμο, μια πρωτογενή, την αιτιώδη αποτελεσματικότητα, και μια δευτερογενή, την παραστατική αμεσότητα, οι οποίες κατόπιν συνδυάζονται κατά τη σύλληψη της πραγματικότητας σε μια μικτή αντιληπτική μορφή, τη συμβολική αναφορά. Κατά τ' άλλα και η "αιτιώδης" θεωρία διατείνεται ότι δε μπορεί να υπάρξει άμεση αντίληψη του φυσικού κόσμου, γιατί η γνώση ξεκινάει από την αισθητηριακή αναπαράσταση των αντικειμένων και οδηγεί στην κατ' αίσθηση αντίληψη, που ποικίλλει ανάλογα με τις διανοητικές δυνατότητες και δραστηριότητες του κάθε νου. Επίσης, και η θεωρία της "αντιληπτικής σχετικότητας", με τη σειρά της αναγνωρίζει ότι η γνώση προσδιορίζεται βάσει της αντιληπτικότητας, που είναι σχετική, καθώς συναρτάται με βιολογικές και περιβαλλοντικές παραμέτρους[67].
 
Η διχογνωμία σχετικά με το κατά πόσο η γνώση και η επιστήμη συγκροτούνται συναρτήσει της διαμόρφωσης δεδομένων βάσει των πληροφοριών, που προσπορίζει το εξωτερικό περιβάλλον, φέρνει σε αντιπαράθεση τους υποστηρικτές της εμφυτιοκρατίας, με κύριο εκπρόσωπο τον Fodor, και της κατασκευαστικής γνωσιολογίας, την οποία εισήγαγε ο Piaget. Ο πρώτος υποστήριξε ότι υπάρχουν γενετικά προκαθορισμένα και λειτουργικά ανεξάρτητα συστήματα εισροής, "σπόνδυλοι", που επεξεργάζονται τις πληροφορίες του εξωτερικού περιβάλλοντος, οι οποίες περνούν από ένα σύστημα αισθητηριακών μεταγωγών[68]. Ο δεύτερος, όπως και οι συμπεριφοριστές, υποστήριξε ότι δεν υπάρχουν έμφυτες δομές, αλλά βιολογικά προκαθορισμένες διεργασίες, που παρέχουν στον άνθρωπο τη δυνατότητα αποτύπωσης των δεδομένων του εξωτερικού περιβάλλοντος και άρα συγκρότησης γνώσης[69]. Μάλιστα, κατά τον ίδιο, η νοητική ανάπτυξη γίνεται κατά περιόδους, αρχής γενομένης από την αισθησιοκινητική, που διαδέχεται η προσυλλογιστική, ακολουθεί η φάση της συγκεκριμένης σκέψης και καταλήγει σε εκείνη της αφαιρετικής, διαδικασία, που φαίνεται να φτάνει σε μια επαρκή ολοκλήρωση κατά την ηλικία των 12 ετών και άνω[70] - περίπου, δηλαδή στην ίδια ηλικία, κατά την οποία οι Στωικοί υποστήριξαν ότι ο νους "εισκρίνεται'' στον άνθρωπο (!)
 
Δεδομένων αυτών των αντιπαραθέσεων και του αδιέξοδου στο οποίο οδηγούσαν, πρόβαλε πλέον επιτακτικά η αναγκαιότητα διάκρισης μεταξύ φιλοσοφικής αναζήτησης και επιστημονικής διερεύνησης. Η στροφή της επιστήμης στη μελέτη της διάνοιας και της διαδικασίας πρόσληψης της πραγματικότητας και συγκρότησης γνώσης σημειώθηκε σε διάφορες περιοχές, όπως στην ψυχολογία, γνωσιακή και αναπτυξιακή - εξελικτική, τη γνωσιακή ανθρωπολογία, τη γλωσσολογία, την τεχνητή νοημοσύνη, τη νευροεπιστήμη και ούτω καθεξής.
 
Οι γνωσιοθεωρητικοί συγκλίνουν στο ότι η γνώση συνυφαίνεται με την αληθή πίστη και δή, σύμφωνα με την θεωρία της αξιοπιστίας, ότι γνώση είναι η αληθής πίστη, που συγκροτείται βάσει μιας αξιόπιστης γνωστικής διεργασίας . Ο Dewey, κύριος εκπρόσωπος του πραγματισμού, υποστήριζε ότι μόνον οι αληθείς πίστεις συνιστούν γνώση, ή, υψηλού βαθμού γνώση είναι μια ασφαλώς θεμελιωμένη βεβαιότητα[71] και ως εκ τούτου ως μοναδικός κριτής της αλήθειας θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ο πειραματισμός σε όλα τα επίπεδα, όπως και στη φιλοσοφία. Παρόμοιες θέσεις κάνουν ένα αισιόδοξο άνοιγμα στην προοπτική συνεργασίας των δύο περιοχών του πνεύματος, της φιλοσοφικής και της επιστημονικής σκέψης και μιας συλλογικής προσπάθειας, εφόσον η απάντηση στα γνωσιοθεωρητικά ερωτήματα, που κληρονόμησαν και ανέπτυξαν με τη σειρά τους οι φιλόσοφοι των ελληνιστικών χρόνων, φαίνεται ακόμη να εκκρεμεί...
 
 
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
 
Έχοντας ολοκληρώσει τη μελέτη των γνωστικών θεωριών των τριών κυριότερων φιλοσοφικών κατευθύνσεων των προχριστιανικών ελληνιστικών χρόνων, του Κήπου, της Στοάς και της Σκέψεως, θα μπορούσαμε να διατυπώσουμε ορισμένα γενικά συμπεράσματα κυρίως όσον αφορά τα σημεία σύγκλισης και απόκλισής του σε γνωσιοθεωρητικό επίπεδο. Καταρχήν, διακρίνονται δύο διαμετρικά αντίθετες θέσεις: μια θετική στη δυνατότητα απόκτησης γνώσης και μια - στον ένα ή τον άλλο βαθμό ή με τον ένα ή τον άλλο τρόπο - αρνητική, με την πρώτη να εκπροσωπείται κυρίως από τους Επικούρειους και τους Στωικούς, και τη δεύτερη να εκφράζεται μέσω των Σκεπτικών.
 
Οι φιλόσοφοι της πρώτης κατηγορίας, πέραν της θετικής τους στάσης, παρουσιάζουν επίσης ομοιότητες στους γνωστικούς όρους, που μετέρχονται, στην παρουσίαση της γνωσιοθεωρίας τους καθώς και αναλογίες στην πορεία που υποστηρίζουν ότι οδηγεί στη γνώση · οι Επικούρειοι περιγράφουν τη διαδικασία αυτή ως μετάβαση από την αίσθησιν, στην πρόληψιν, στην νπόληψιν και στις φανταστικάς έπιβολάς, ενώ οι Στωικοί την αποδίδουν ως πέρασμα από την αίσθησιν στη φαντασία, στην καταληπτικήν φαντασία, στη συγκατάθεσιν, στην κατάληψιν και στην έπιστήμη. Φαίνεται λοιπόν ότι σε αυτή την ευρετική πορεία προς την αλήθεια θεωρείται εξίσου καθοριστικός ο ρόλος των αισθήσεων και των διανοητικών δυνατοτήτων του ανθρώπινου νου, όπως της μνήμης ή της φαντασίας. Οι φιλόσοφοι, αντίθετα, της δεύτερης κατηγορίας, διάκεινται αρνητικά, ακριβώς λόγω του ότι οι αισθήσεις και η λογική αποδεικνύονται επισφαλές εχέγγυο για την αλήθεια και ανεπαρκή μέσα για τη γνώση. Έτσι, Ακαδημαϊκοί και Πυρρωνιστές, κυμαίνονται από την επιφυλακτικότητα και την αμφιβολία, έως την πλήρη άρνηση ύπαρξης ασφαλούς και αληθούς δόξας, ήγουν γνώσης - πόσο μάλλον επιστήμης!
 
Πέρα, όμως, από αυτές τις διαφορές, υπάρχει ένα αδιαμφισβήτητο κοινό σημείο στα γνωσιοθεωρητικά συστήματα των τριών αυτών σχολών και αυτό συναρτάται με τις ιστορικές, κοινωνικοπολιτικές και ευρύτερες συνθήκες, μέσα στις οποίες αναπτύχθηκαν. Και στις τρεις, δηλαδή, περιπτώσεις ενυπάρχει μια πρακτική σκοπιμότητα, καθώς η φιλοσοφία αποσκοπεί στην απαλλαγή του ανθρώπου από φόβους και πλάνες και στην επίτευξη της ψυχικής ειρήνευσης, μιας βασικότατης προϋπόθεσης για την ευτυχισμένη ζωή. Φαίνεται, όμως, ότι, όσο το ερώτημα για τη γνώση παραμένει ανοικτό, άλλο τόσο, το όραμα της ευτυχίας διατηρείται μετέωρο
---------------------------
[1] http://www.philosophypages.eom/dy/k9htm#know

[2] Lindberg, D., Οι απαρχές της δυτικής επιστήμης, Πανεπιστημιακές εκδόσεις, ΕΜΠ, 2003, σ. 112

[3] Πολίτου, Ν.Γ., Φιλοσοφήματα, έν Αθήναις, 2004, σ. 347

[4] Zeller, Ed. & Nestle, W., Ιστορία της ελληνικής φιλοσοφίας, μτφρ. Χ. Θεοδωρίδης, εκδ. Εστία, Αθήνα, 2000, σσ. 299 – 300

[5] όπ.π., σ. 299

[6] Windelband, W. & Heimsoeth, H., Εγχειρίδιο της Ιστορίας της Φιλοσοφίας, μτφρ. Ν.Μ. Σκουτερόπουλος, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 2001, σσ. 238 – 239

[7] Lindberg, όπ.π. σ. 112

[8] Andriopoulos, D.Z., «The stoie theory of perceiving and knowing*, Φιλοσοφία, ΑκαδημίαΑθηνών, Αθήνα,1972 , σ. 305

[9] Καραμπατζάκη – Περδίκη, Ελ., «Οι στωικές περί λόγου αντιλήψεις και η επίδρασή τους σε φιλοσόφους του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού», Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση, τόμ.12, τεύχ. 36, Σεπτ. 1995, σ.192

[10]Andriopoulos, όπ. π, σ. 305

[11]Stanford Eneyeloredia of Philosophy, p. 4 (http://plato.stanford.edu/entries/stoieism)

[12] Andriopoulos, όπ. π, σ. 307

[13]Zeller & Nestle, όπ.π., σ. 279, Windelband & Heimsoeth, όπ.π., σ. 218 http://www.iep.utm.edu/s/stoiemind.htm, σ.4

[14]Windelband & Heimsoeth, όπ.π., σ. 196

[15] Πολίτου, όπ.π., σ. 338

[16] όπ.π., σσ. 131 – 133, Ράσσελ Μπ., Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας και η συνάρτησή της με τις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι της εποχής μας, τ. Α’, Η αρχαία Φιλοσοφία, Η καθολική Φιλοσοφία, Μτφρ. Αιμ. Χουρμουζίου, Εκδ. Ι.Δ. Αρδενίδης & Σια, σ. 400

[17] Πελεγρίνη, Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 1997 σ. 125

[18] Τσάτσου, Κ., Η κοινωνική φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Ι.Δ., Κολλάρου & Σιας Α.Ε., Αθήνα, 2002, σ. 293

[19] Lindberg, όπ.π., σ. 112

[20] όπ.π., σ. 112, Windelband, W. & Heimsoeth, H., όπ.π., σ. 213

[21] Clark, St.R.L, Στωικοί, Επικούρειοι και περιπλανώμενοι σοφοί, στο Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας, του Kenny, Ant., UniversityofOxford, μτφρ. Ρισσάκη, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 2005, σ. 71

[22] Πολίτου, όπ.π., σσ. 331 κ.ε.

[23] http://www.iep.utm.edu/s/stoicism.htm, σ. 1

[24] Zeller & Nestle, οπ.π., σ. 274

[25] Καραμπατζάκη – Περδίκη, όπ.π., σ. 191

[26] Andriopoulos, όπ.π., σσ. 308 – 309

[27] Καραμπατζάκη – Περδίκη, όπ.π., σ. 192

[28] Πελεγρίνη, Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας, όπ.π., σ. 117, Zeller & Nestle, όπ.π., σσ. 280, 286

[29] http://encarta.msn.com/encyclopedia, σ. 1, http://www.philosophypages.com/hy/2w.htm, σ. 1

[30] Πελεγρίνη, Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας, όπ.π., σ. 118, http://www.iep.utm.edu/s/StoicEth.htm, σ. 1

[31] Andriopoulos, όπ.π., σ. 314

[32] Tennenman, W.G., Σύνοψις της ιστορίας της φιλοσοφίας, μτφρ. Κούμας, ΚΚ., Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα, 1973,σ. 77

[33] Andriopoulos, οπ.π., σσ. 324 – 325

[34] όπ.π., σ. 305

[35] όπ.π, σσ. 311, 313

[36] Tenneman, όπ.π.,σ. 76 και Windelband & Heimsoeth, όπ.π., σ. 243

[37] Πολίτου, όπ.π., σσ. 355 κ.ε.

[38] Ράσσελ, όπ.π., σ. 398

[39] Πελεγρίνη, Φιλοσοφία και Αμφισβήτηση, όπ.π., σ. 131

[40]Zeller & Nestle, όπ.π., σ. 310

[41]Vegetti, όπ.π., σ. 279

[42] Δελλή, Ι.Γ., «Η πυρρώνειος γνωσιολογία και οι παράγοντες διαμορφώσεως αυτής», Πλάτων, Δελτίον της εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων, τόμ.19, τεύχ.57/58, εν Αθήναις, 1977, σ. 129

[43] Τσάτσου, όπ.π., σ. 300

[44] Δελλή, Ι.Γ., «Ένας σωκρατικός και πυρρώνειος ορισμός της φιλοσοφίας», Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση, τόμ.4, τεύχ.10, Ιανουάριος 1987, σ. 37 και Δελλή, «Η πυρρώνειος γνωσιολογία και οι παράγοντες διαμορφώσεως αυτής», όπ.π., σ.127

[45]Windelband & Heimsoeth, ο.π., σ. 232,

http://encarta.msn.com/encyclopedia_761574677_4/Philosophy.html, σ. 2

[46]Vegetti, όπ.π., σ. 277

[47] Δελλή, «Η πυρρώνειος γνωσιολογία και οι παράγοντες διαμορφώσεως αυτής», όπ.π., σ. 127

[48]Clark, ο.π., σ. 71

[49] Πελεγρίνη, Φιλοσοφία και Αμφισβήτηση, ο.π., σσ. 133 – 134, Ράσσελ, ο.π., σσ. 400 – 401, Windelband & Heimsoeth, όπ.π., σ. 241

[50]Tenneman, όπ.π.,σ. 81

[51]Woodruff, P., «Aporetic Pyrrhonism», Oxford Studies in Ancient Philosophy, vol.VI, ed. J. Annas, Clarendon Press, Oxford, 1988, pp. 154 – 161

[52]Zeller & Nestle, όπ.π., σ. 357 κ.ε

[53] Πελεγρίνη, Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας, όπ.π., σ. 127

[54] http://www.philosophypages.com/hy/2w.htm, σ. 2

[55]Zeller & Nestle, όπ.π., σ.298

[56]Andriopoulos, όπ.π, σ. 321

[57] Clark, ο.π., σ. 72

[58] http://www.iep.utm.edu/s/stoicmind.htm, σσ. 5 – 6

[59] http://plato.stanford.edu/entries/stoicism/, σ. 10

[60] Zeller & Nestle, ο.π., σ. 271, Vegetti, ο.π., σσ. 294 – 295

[61] Πολίτου, όπ.π., σ. 356

[62] Πελεγρίνη, Φιλοσοφία και Αμφισβήτηση, όπ.π., σσ. 136 – 137

[63] Δελλή, «Η πυρρώνειος γνωσιολογία και οι παράγοντες διαμορφώσεως αυτής», όπ.π., σ. 123

[64] Πελεγρίνη, όπ.π., σ. 272

[65] Μπαρτζελιώτη, Λ.Κ., Φιλοσοφία και επιστημονική έρευνα, Γνωσιοθεωρία, Β’έκδ. Αθήνα, 1989, σσ. 154-155, 159 και Πελεγρίνη, Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας, όπ.π., σσ. 279 – 280

[66] όπ.π., σσ. 253 – 254

[67] Μπαρτζελιώτη, όπ.π., σσ. 13 – 19

[68]Karmiloff – Smith, An., Πέρα από τη σπονδυλοπή διάνοια, Η γνωσιοεπιστήμη στην προοπτική της αναπτυξιακής ψυχολογίας, μτφρ. Γ. Μαραγκός, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα, 1998, σσ. 18 – 22

[69]Karmiloff – Smith, όπ.π., σσ. 26-28

[70] Παρασκευόπουλου, Ι.Ν., Εξελικτική ψυχολογία, Η ψυχική ζωή από τη σύλληψη ως την ενηλικίωση, τ.3, Σχολική ηλικία, Αθήνα, αχ, σ. 42

[71] Μπαρτζελιώτη, όπ.π., σ. 208

--------------------

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ  -  ΒΙΒΛΙΑ-ΑΡΘΡΑ
 
Andriopoulos, D.Z., «The stoic theory of perceiving and knowing», Φιλοσοφία, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα, 1972
Brun, J., «Ο Ζήνων εν Αθήναις και τα Πρώτα Βήματα της "Στοάς"», ΔΙΙΠΕΤΕΣ, τ. 35, Μάϊος 2000
Clark, St.R.L, Στωικοί, Επικούρειοι και περιπλανώμενοι σοφοί, στο Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας, του Kenny, Ant., University of Oxford, μτφρ. Ρισσάκη, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 2005
Δελλή, Ι.Γ., «Ένας σωκρατικός και πυρρώνειος ορισμός της φιλοσοφίας», Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση, τόμ.4, τεύχ.10, Ιανουάριος 1987
Δελλή, Ι.Γ., «Η πυρρώνειος γνωσιολογία και οι παράγοντες διαμορφώσεως αυτής», Πλάτων, Δελτίον της εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων, τόμ.19, τεύχ.57/58, εν Αθήναις,
1977
Goldman, A.I., Γνωσιοεπιστήμη, Φιλοσοφικές εφαρμογές, μτφρ. Γ. Μαραγκός, εκδ.
Οδυσσέας, 1998,
Καραμπατζάκη - Περδίκη, Ελ., «Οι στωικές περί λόγου αντιλήψεις και η επίδρασή τους σε φιλοσόφους του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού», Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση, τόμ.12, τεύχ. 36, Σεπτ. 1995
Karmiloff - Smith, An., Πέρα από τη σπονδυλωτή διάνοια, Η γνωσιοεπιστήμη στην προοπτική της αναπτυξιακής ψυχολογίας, μτφρ. Γ. Μαραγκός, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα,
1998
Lindberg, D.,  Οι απαρχές της δυτικής επιστήμης, Πανεπιστημιακές εκδόσεις ΕΜΠ,
Αθήνα, 2003
Θεωρίες γνώσης στα κύρια ρεύματα της προχριστιανικής ελληνιστικής φιλοσοφίας: Κήπος, Στοά, Σκέψις
Μπαρτζελιώτη, Λ.Κ., Φιλοσοφία και επιστημονική έρευνα, Γνωσιοθεωρία, Β'έκδ. Aθήνα, 1989
Παρασκευόπουλου, Ι.Ν., Εξελικτική ψυχολογία, Η ψυχική ζωή από τη σύλληψη ως την ενηλικίωση, τ.3, Σχολική ηλικία, Αθήνα, αχ
Πελεγρίνη, Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 1997 Πελεγρίνη, Φιλοσοφία και Αμφισβήτηση, εκδ. Ελληνικά γράμματα, Αθήνα, 1996 Πολίτου, Ν.Γ., Φιλοσοφήματα, έν Αθήναις, 2004
Ράσσελ Μπ., Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας και η συνάρτησή της με τις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι της εποχής μας, τ. Α', Η αρχαία Φιλοσοφία, Η καθολική Φιλοσοφία, Μτφρ. Αιμ. Χουρμουζίου, Εκδ. Ι.Δ. Αρδενίδης & Σια, α.χ.
Tennenman, W.G., Σύνοψις της ιστορίας της φιλοσοφίας, μτφρ. ΚΚ.Κούμας, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα, 1973
Τσάτσου, Κ., Η κοινωνική φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Ι.Δ., Κολλάρου & Σιας Α.Ε., Αθήνα, 2002
Vegetti, M., Ιστορία της Αρχαίας Φιλοσοφίας, εκδ. Τραυλός, Αθήνα, 2000, Windelband, W. & Heimsoeth, H., Εγχειρίδιο της Ιστορίας της Φιλοσοφίας, μτφρ.
Ν.Μ. Σκουτερόπουλος, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 2001
Woodruff, P., «Aporetic Pyrrhonism», Oxford Studies in Ancient Philosophy, vol.VI, ed. J. Annas, Clarendon Press, Oxford, 1988
Zeller, Ed. & Nestle, W., Ιστορία της ελληνικής φιλοσοφίας, μτφρ. Χ. Θεοδωρίδης, εκδ. Εστία, Αθήνα, 2000 

Η αναγκαιότητα της επιστήμης

Κάποιες φορές, οι ιδέες που έχουμε για κάτι είναι τόσο διαστρεβλωμένες, που η αλήθεια βρίσκεται ακριβώς μπροστά μας αλλά αδυνατούμε να τη δούμε.

Έχουμε γίνει οι περισσότεροι θεωρητικοί, μυστικιστές, φιλόσοφοι, και μας αρέσουν οι ρητορείες. Δεν θα το σχολιάσω… είναι και αυτό αποτέλεσμα της εκπαίδευσης της παγίδευσης του νου μας.

Αλλάζουμε τις έννοιες; Ίσως όχι, ίσως απλά επιστρέφουμε στις αρχικές, ξεκάθαρες, λειτουργήσιμες ιδέες που πάντα γνωρίζαμε αλλά δεν αναγνωρίσαμε.

Αυτό-επιστήμη. Υπάρχει; Όχι βέβαια και δεν παίρνεις κανένα τέτοιο πτυχίο από πουθενά. Δεν μπορείς να εξασκήσεις ένα τέτοιο επάγγελμα. Δεν σε αναγνωρίζει κανείς ως υπαρκτό πρόσωπο του συστήματος.

Όμως σε αναγνωρίζει η ζωή. Σε αναγνωρίζει ο Εαυτός σου. Ανοίγουν τα μάτια σου, φτάνει να μάθεις να την εξασκείς… Ό,τι άλλο κι αν αποφασίσουμε να κάνουμε, αυτή είναι η πρώτη και πιο αναγκαία επιστήμη που χρειάζεται να κατακτηθεί.

Αυτό που έχουμε σήμερα και έχει γίνει ευρέως αποδεκτό ως επιστήμη δεν είναι τίποτα άλλο παρά πληρωμένη απόδοση συγκεκριμένων συμφερόντων που τις περισσότερες φορές στερείται αντικειμενικής απόδειξης και δεν επιδέχεται σοβαρή αμφισβήτηση. Δεν διαφέρει από αυτό σε τίποτα, οτιδήποτε ανήκει στη σφαίρα του μυστικισμού, της θεωρητικολογίας, της ασυνείδητης ροής της ζωής.

Τι κάνει ένας πραγματικός επιστήμονας; Ερευνά αδιάκοπα, μελετά, συλλέγει πληροφορίες. Αλλά, μαθαίνουμε πολύ νωρίς να πιστεύουμε, να ΥΠΟθέτουμε, να ΑΝΤΙπαραθέτουμε, να ΥΠΟστηρίζουμε. Έτσι, χτίζουμε σιγά σιγά το πανίσχυρο ΕΓΩ μας.

Για να μην παγιδεύεσαι στις λέξεις, ο επιστήμονας θα μπορούσε να είναι και πολεμιστής. Δεν έχει ουσιαστικά διαφορά, απλά αντιλαμβάνεσαι μέσα από διαφορετικές εικόνες, βιώματα και συναισθήματα. Συχνά, θα τον βρεις ενάντια στην επικρατούσα επιστήμη του συστήματος…

Ο αληθινός επιστήμονας ενδιαφέρεται για τις εξαιρέσεις, όχι για τη θεωρία. Αν έστω και μια μικρή εξαίρεση καταργεί την αρχική του θεωρία, τότε είναι έτοιμος να απορρίψει ολόκληρη τη θεωρία του, γιατί αυτή ευσταθεί μόνο όσο αυτός δεν αντιλαμβάνεται τις εξαιρέσεις που είναι – παρόλα αυτά – πάντα έτοιμος να ψάξει.

Ο αυτό-επιστήμονας ελέγχει/δοκιμάζει τα πάντα. Γνωρίζει ότι όλες οι δοκιμές γίνονται στο εργαστήριο της ζωής, κάθε στιγμή! Εκεί βρίσκεται στραμμένη η παρατηρητικότητά του. Δεν γίνονται τα πειράματά του σε κάποιο κλειστό εργαστήριο, δεν εξαρτώνται από την συγκατάθεση οποιουδήποτε και δεν απαντά σε κανένα παρά μόνο στον Εαυτό του. Είναι αδύνατον να «λαδωθεί», να εξαγοραστεί, να υποκύψει, γιατί πάντα υπηρετεί μόνο την Αλήθεια, που γνωρίζει ότι δεν είναι δική του. Την υπηρετεί ταπεινά αλλά αληθινή σιγουριά!

Τι κάνει κάποιον αυτό-επιστήμονα όμως; Χρειάζεται να μάθει:
να παρατηρεί - να διεισδύει στην πραγματικότητα
να συλλέγει πληροφορίες (όχι απόψεις)
να είναι αντικειμενικός (όχι συμφεροντολόγος και φοβικός)
να αμφισβητεί θεωρίες (ακόμα και τις δικές του)
να είναι πρόθυμος ανά πάσα στιγμή να ξεκινά από την αρχή
να συνεχίζει να ερευνά
να επεκτείνεται στη σφαίρα του αγνώστου
να ελέγχει/δοκιμάζει τις εφευρέσεις/τα πορίσματα του
να εργάζεται ασταμάτητα, απολαμβάνοντας το κάθε βήμα της αποκαλυπτικής πορείας του
να έχει αντιληφθεί ότι η ζωή είναι μια συνεχής αποκάλυψη (όχι ασφαλής διατήρηση του πεπερασμένου)

Μπορείς να είσαι φιλόσοφος, θεωρητικός, μυστικιστής, γκουρού ή οτιδήποτε άλλο θέλεις. Όμως μόνο ο επιστήμονας είναι ταυτόχρονα και καλλιτέχνης, έχοντας συνδυάσει τα φαινομενικά αντίθετα, έχοντας καταργήσει τους κανόνες του επιτρεπτού και του γνώριμου, βιώνοντας τον έρωτα και την αλήθεια ταυτόχρονα, σε κάθε στιγμή της ζωής του και φυσικά έχοντας το θάρρος και το κουράγιο να παραμένει πάντα παιδί.

Τώρα, αν εσύ επιλέγεις να συνεχίζεις να πορεύεσαι τη ζωή σου με όσα σου έμαθαν και όσα σου είπαν ότι μπορείς ή δεν μπορείς να κάνεις, ε τότε, απλά θα γίνεις στερεότυπος, βαρετός, και σίγουρα θα γεράσεις «πριν από την ώρα σου».

Μην τους ψάχνεις όμως τους αληθινούς επιστήμονες με άσπρες ρόμπες, σε πολυτελή αυτοκίνητα ή πίσω από έδρες... δεν θα τους βρεις εκεί. Μπορείς όμως εσύ να γίνεις επιστήμονας... για να μην πω «οφείλεις», για να παραμείνεις υγιής και ζωντανός...

Ποιος εγκατέλειψε πρώτος;

μάρω βαμβ.
Ανήκουν στις πιο συνηθισμένες αφορμές, όπου καταφεύγουν οι άνθρωποι σε ψυχολόγο, εκείνες των διαζυγίων και γενικότερα των ερωτικών χωρισμών. Ιδιαίτερα όταν υπάρχει εγκατάλειψη.

Δεν είναι μονάχα ο πόνος της απώλειας από τους οξύτερους πόνους, αλλά και το γεγονός ότι με τον χωρισμό χάνονται οι μέχρι τώρα σταθερές της καθημερινότητας, το οικείο πλαίσιο που θεωρούσαν οι χωρισμένοι ότι τους ασφάλιζε, οι κοινές συνήθειες, οι γνωστοί τους καβγάδες, οι μοιρασμένες μέρες, ακόμη και οι μισητές. Προκαλείται μια μεγάλη ανισορροπία – η έξω από τη συνήθεια – που οι πρώην δυσκολεύονται τώρα να διαχειριστούν. Μερικοί δυσκολεύονται υπερβολικά. Υπάρχουν πρόσωπα που επί μια ζωή προσπαθούν – ή μάλλον δεν προσπαθούν, αυτό είναι η αιτία – αλλά δεν καταφέρνουν να προσαρμοσθούν στο τώρα και στο αύριο, παραμένοντας πενθούντες στο παρελθόν που έφυγε πια.

Μακάρι να γνώριζαν οι άνθρωποι τα γνήσια αισθήματά τους. Εκείνα δηλαδή που κρύβονται πίσω από τα αισθήματα που αποκαλούν: ραγισμένη καρδιά, προδοσία, ερημιά ή συναισθηματικό σπαραγμό. Δεν είναι πάντα ακριβώς όπως τα λένε.

Από κληροδοτημένο ρομαντισμό ή παραστάσεις συναρμολογημένες από ρομάντζα, τραγούδια και σίριαλ, έχουμε καθιερώσει κίβδηλα κριτήρια για πολλά συναισθήματά μας, ιδίως για τα ερωτικά, ιδίως για τα δραματικότερα. Συχνά αισθανόμαστε εκείνο που θεωρούμε πρέπον να αισθανόμαστε σε μια περίσταση, χωρίς όμως να το αισθανόμαστε όντως. Όταν μάλιστα κοντά μας έχουμε θεατές, μάρτυρες, εκείνο που από μας περιμένουν να εκδηλώσουμε επηρεάζει σοβαρότατα το πώς θα φερθούμε, το πώς θα αντιδράσουμε.

Αν δεν γνωρίζουμε με κάποια σαφήνεια το πρόβλημα που μας τρώει, αν δεν μπορούμε να το περιγράψουμε με τις κατάλληλες λέξεις, δεν υπάρχει μεγάλη ελπίδα να φτάσουμε σε λύση του. Διότι αν αισθάνεσαι και διατυπώνεις ξένο από την ψυχή σου πρόβλημα, η «λύση» όπου θα καταλήξεις δε σε αφορά, ενώ το αληθινό σου πρόβλημα θα συνεχίζει αγιάτρευτο και όλο και χειρότερα κακοφορμισμένο. Μοιάζει με εκείνο που λέγεται, πως, όταν θέσεις σωστά ένα ερώτημα, η απάντησή σου έχει ήδη δοθεί, τουλάχιστον κατά το ήμισυ, πως είναι η αρχή που ως γνωστόν είναι το ήμισυ του παντός και τα λοιπά.

Πάρα πολύ συχνά συγχέουμε την ανάγκη με την αγάπη, ειδικά οι πιο ανώριμες προσωπικότητες. Διότι όσο πιο ανώριμος είναι ένας άνθρωπος, τόσο περισσότερο συντηρεί ανάγκες, δεν του μένει χώρος ευρύς ώστε να αναπτύξει συναισθήματα. Άλλο το πώς βαφτίζουμε εκείνο που κουβαλάμε.

Θα πω για πολλοστή φορά, εκείνο τον ορισμό του Άρθουρ Τζάνοφ για το τι εντέλει είναι η αόριστη αγάπη. «Αγαπάμε όταν βάζουμε τις ανάγκες του αγαπημένου πάνω από τις δικές μας ανάγκες».

Με τέτοιες όμως ιδιωτικές διαγνώσεις ο κάθε πονεμένος – όπου η ανάγκη θεωρείται αγάπη και η εξάρτηση θεωρείται σχέση – δε θα λάβει θεραπεία, θα παραμένει άπραγος και βυθισμένος στην παρεξήγηση που καλλιεργεί μέσα στο ατακτοποίητο και αφώτιστο δωμάτιο της κατάθλιψης. Και δεν είναι λίγες οι φορές που η κατάθλιψη προέρχεται από λαθεμένες ή κουτές εκτιμήσεις, από εσφαλμένη αυτοεκτίμηση, από παραποιημένη αυτοκριτική. Τίποτα δε θεραπεύει ουσιαστικά τον άνθρωπο όσο η επαφή του με την πραγματικότητα.

Αν έβλεπε σθεναρά τι όντως σκέφτεται και τι όντως νιώθει, θα διαπίστωνε ότι η στενοχώρια δεν προέρχεται από απώλεια προσώπου, αλλά από απώλεια ιδιοτήτων και αντικειμένων. Και αν το πρόσωπο είναι αναντικατάστατο, οι ιδιότητες και τα αντικείμενα δεν είναι, αντικαθίστανται. Μη σαστίζει λοιπόν και μη θρηνεί ματαίως.

Το να δουλεύεις με την εσωτερική σου πραγματικότητα, το να κερδίζεις αυτογνωσία, δεν είναι μόνο ένα πνευματικό χρέος προς την ύπαρξη, αλλά και ένας μοναδικά ωφέλιμος οδηγός για το πώς να ζεις απλά και εύστοχα, χωρίς μάταιο πόνο δηλαδή.

Κάπου διάβασα ότι δυο πρόσωπα με μάσκα δεν μπορούν να φιληθούν. Με τα χρόνια εξανεμίζεσαι, καταλήγοντας φάντασμα μιας ύπαρξης που πέθανε νωρίς, ενώ η φιγούρα της έμεινε άταφη. Πρόκειται για τον πνευματικό θάνατο που δεν έχει σχέση με νεκροταφεία. Ο πνευματικά νεκρός μπορεί να περιφέρεται στην πόλη, να ζει σε πολυκατοικίες, να οδηγεί, να παντρεύεται, να γεννά κουρασμένα παιδιά, να εργάζεται σε ορισμένες εργασίες με επιτυχία, να πλουτίζει, να γιορτάζει τα γενέθλιά του αλλά όχι τον ουσιαστικό του θάνατο αφού τον αγνοεί.

Τούτη ακριβώς η ζωή, που δεν είναι «ζωή μου», είναι εκείνο που με άλλα λόγια ονομάζουμε νεύρωση. Ολική ή μερική, αναλόγως…

Λίθινα Προϊστορικά Τηλεσκόπια Χωρίς Φακούς;

Λϊθινα Προϊστορικά Τηλεσκόπια Χωρίς ΦακούςΟι Ευρωπαίοι της Λίθινης Εποχής μπορεί να κοίταζαν τα αστέρια μέσα από γιγαντιαία πέτρινα τηλεσκόπια, σύμφωνα με νέα έρευνα.

Οι αστρονόμοι εξερευνώντας τις μονολιθικές περιοχές στην Πορτογαλία, πιστεύουν ότι μια σειρά από τάφοι ηλικίας 6.000 ετών, θα μπορούσαν να έχουν χρησιμοποιηθεί από τους προϊστορικούς αστρονόμους για να πάρουν μια σαφέστερη εικόνα του νυχτερινού ουρανού.

Η ομάδα προτείνει ότι τα μακρά στενά περάσματα μέσα στους τάφους βοηθούν να επικεντρωθεί το φως των άστρων σε έναν οπίσθιο θάλαμο, ακριβώς όπως το άνοιγμα μιας φωτογραφικής μηχανής, και αυτό ενισχύει την άποψη ότι ότι οι πρώιμοι πολιτισμοί έψαχναν στους ουρανούς.

Ομάδα επιστημόνων, με επικεφαλής τον πορτογαλικής καταγωγής δρ. Φάμπιο Σίλβα του Πανεπιστημίου της Ουαλίας Trinity Saint David, έκαναν τη σχετική ανακοίνωση στο συνέδριο Βασιλικής Αστρονομικής Εταιρείας της Βρετανίας που διεξάγεται στο Νότιγχαμ.

Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι οι σκοτεινοί στενοί είσοδοι που οδηγούσαν στους υπόγειους νεολιθικούς τάφους, βοηθούσαν τους ανθρώπους εκείνης της εποχής -στο πλαίσιο κάποιου μυητικού τελετουργικού- να στρέφουν το βλέμμα τους στον ουρανό και να βλέπουν, την αυγή προς το τέλος Απριλίου ή τις αρχές Μαΐου, την εμφάνιση του λαμπρού άστρου Αλδεβαράν, του πιο φωτεινού στον αστερισμό του Ταύρου.

«Φανταστείτε ένα νεαρό αγόρι που υποχρεωνόταν να περάσει όλη τη νύχτα σε αυτό το διάδρομο του τάφου, πιθανώς τρομαγμένο μέχρι θανάτου, και το πρωί μπορούσε να δει το εν λόγω άστρο να ανατέλει, αρκετές μέρες προτού μπορέσει να το δει η υπόλοιπη φυλή του. Κάτι τέτοιο θα ήταν ένα είδους μυστική γνώση» ανέφερε ο Σίλβα.

Παρόμοιοι πανάρχαιοι τάφοι με στενές και μακριές εισόδους έχουν ανακαλυφθεί σε πολλά μέρη της Δυτικής Ευρώπης, από την Πορτογαλία έως τη Σκανδιναβία. Το ερώτημα είναι κατά πόσο πολλοί από αυτούς λειτουργούσαν και ως αστρονομικά παρατηρητήρια, χιλιάδες χρόνια πριν την εφεύρεση του τηλεσκοπίου.

Οι αρχαιοαστρονόμοι θεωρούν πολύ πιθανό ότι αυτοί οι διάδρομοι χρησιμοποιούνταν για τον πρόωρο εντοπισμό άστρων, όταν ακόμη τα αυτά ήσαν πολύ αχνά. Η βελτιωμένη όραση οφείλεται στο ότι όταν κανείς κοιτάζει προς τα έξω μέσα από ένα σκοτεινό άνοιγμα, μπορεί να δει καλύτερα κάτι στον ουρανό. Αυτό θα επέτρεπε στους ανθρώπους να διακρίνουν πρώτοι κάποια άστρα, όταν αυτά πρωτοεμφανίζονταν μέσα στο έτος, ενώ έως τότε ήσαν κάτω από τη γραμμή του ορίζοντα.

Πολλές αρχαίες κοινωνίες ρύθμιζαν διάφορες δραστηριότητές τους, από τις γεωργικές καλλιέργειες ως τις μεταναστεύσεις με τα κοπάδια τους, με βάση ορισμένα αστρονομικά συμβάντα, ιδίως την εμφάνιση συγκεκριμένων άστρων στον ουρανό όπως ο Αλδεβαράν.

Σύμφωνα με τον Σίλβα, η αστροπαρατήρηση συνδυαζόταν με την τελετή μύησης των εφήβων, οι οποίοι έπρεπε να περάσουν τη νύχτα τους έξω από ένα τάφο. Υποτίθεται πως ήταν οι πρόγονοι εκείνοι που «χάριζαν» το προνόμιο της παρατήρησης του άστρου. Η σχέση αρχαίων μνημείων και αστρονομίας είναι πολύπλοκη και φαίνεται, μεταξύ άλλων, να αφορά διάσημα μνημεία όπως το Στόουνχετζ και οι πυραμίδες.

Η ομάδα λέει ότι οι δομές αυτές μπορεί να ήταν μερικά από τα πρώτα αστρονομικά εργαλεία, που χρησιμοποιούνται για τελετουργίες – όπου οι άνθρωποι μπαίνουν στον ιερό θάλαμο όπου θάφτηκαν οι πρόγονοί τους, με μόνο το φως των άστρων να εισέρχονται στο θάλαμο.

Προσθέτουν ότι αυτά τα γιγάντια πέτρινα εργαλεία ήταν αποτελεσματικά τηλεσκόπια χωρίς φακούς και εμφανίζονται χιλιάδες χρόνια πριν εφευρέθηκαν τηλεσκόπια.

Αστροθεσίες & Καταστερισμοί

Constellations: A Guide to the Night Sky Constellation Guide URL [http://www.constellation-guide.com/constellation-names/]Οι περισσότεροι αρχαίοι πολιτισμοί, θεωρούσαν ότι τα λαμπρά σημάδια του έναστρου ουρανού δεν ήταν τυχαία διασκορπισμένα, αλλά σκιαγραφούσαν εικόνες προσώπων, ζώων ή και αντικείμενων οι οποίες προέρχονταν από την καθημερινότητά τους ή ερμηνεύονταν από τη λαϊκή τους παράδοση. Οι πρώτες προσπάθειες χαρτογράφησης των αστέρων, χρονολογούνται περί τα 6000 χρόνια πριν, όπως φανερώνουν κείμενα σφηνοειδούς γραφής και καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις. Τέτοια ήταν και τα ευρήματα στην κοιλάδα του ποταμού Ευφράτη, τα οποία καταδεικνύουν ότι οι αρχαίοι παρατηρώντας τον ουρανό και ιχνηλατώντας τα άστρα, έβλεπαν περιγράμματα οικείων σε αυτούς ζώων, όπως του λιονταριού, του ταύρου, του σκορπιού κ.α. Οι αστερισμοί όπως τους γνωρίζουμε σήμερα, είναι αδιαμφισβήτητα πολύ διαφορετικοί από αυτούς που ειδώθηκαν για πρώτη φορά και ο ουρανός μας απαρτίζεται από εικόνες διαφορετικών κοινωνιών, αρχαίων και σύγχρονων, αλλά η σημερινή του όψη, οφείλεται μακράν στις μυθογραφίες των Ελλήνων και των Ρωμαίων.
 
Οι παλαιότερες, μυθογραφικές αναφορές σε Ελληνικούς αστερισμούς, μπορούν να βρεθούν σε έργα του Ομήρου, τα οποία πιθανόν να χρονολογούνται από τον 7ο π.Χ. αιώνα. Στην Ιλιάδα, για παράδειγμα, ο Όμηρος περιγράφει την δημιουργία της ασπίδος του Αχιλλέα από τον Ήφαιστο, τον σιδηρουργό των θεών:
[Ιλιάδα, Ραψωδία Σ᾽ 478-489]
Ποίει δὲ πρώτιστα σάκος μέγα τε στιβαρόν τε
πάντοσε δαιδάλλων, περὶ δ’ ἄντυγα βάλλε φαεινὴν
τρίπλακα μαρμαρέην, ἐκ δ’ ἀργύρεον τελαμῶνα.      
πέντε δ’ ἄρ’ αὐτοῦ ἔσαν σάκεος πτύχες· αὐτὰρ ἐν αὐτῷ
ποίει δαίδαλα πολλὰ ἰδυίῃσι πραπίδεσσιν.
Ἐν μὲν γαῖαν ἔτευξ’, ἐν δ’ οὐρανόν, ἐν δὲ θάλασσαν,
ἠέλιόν τ’ ἀκάμαντα σελήνην τε πλήθουσαν,
ἐν δὲ τὰ τείρεα πάντα, τά τ’ οὐρανὸς ἐστεφάνωται,
Πληϊάδας θ’ Ὑάδας τε τό τε σθένος Ὠρίωνος
Ἄρκτόν θ’, ἣν καὶ Ἄμαξαν ἐπίκλησιν καλέουσιν,
ἥ τ’ αὐτοῦ στρέφεται καί τ’ Ὠρίωνα δοκεύει,
οἴη δ’ ἄμμορός ἐστι λοετρῶν Ὠκεανοῖο. 
Κι έπλασε πρώτα δυνατήν ασπίδα και μεγάλην
όλην με τέχνην και τριπλόν λαμπρόν τριγύρω κύκλον.
Με πέντε δίπλες έγινεν η ασπίδα και σ’ εκείνην
λογιών εικόνες έπλαθε με την σοφήν του γνώσιν.
Την γην αυτού, τον ουρανόν, την θάλασσαν μορφώνει
τον ήλιον τον ακούραστον, γεμάτο το φεγγάρι,
τ’ αστέρια οπού τον ουρανόν ολούθε στεφανώνουν,
την δύναμιν του Ωρίωνος, Υάδες, Πληιάδες,
την Αρκτον, που και Άμαξαν καλούν, και αυτού γυρίζει
πάντοτε, τον Ωρίωνα ασάλευτα τηρώντας.
Η μόνη που τ’ Ωκεανού το λούσμα δεν γνωρίζει.
Ωστόσο, τον καιρό του Ομήρου, οι περισσότεροι των αστερισμών, δεν αντιστοιχούσαν σε κάποιο συγκεκριμένο μύθο, ήρωα ή θεό, ήταν δε απλά γνωστοί ώς τα αντικείμενα ή τα ζώα που αναπαριστούσαν, όπως για παράδειγμα η Λύρα ή ο Κριός. Περί τον 5ο αιώνα π.Χ., εμφανίζονται στην πλειοψηφία τους συσχετισμένοι με μύθους, μετά από περίοδο μυθοποίησης που ολοκληρώθηκε με τους Καταστερισμούς του Ερατοσθένους. Σε εκείνο το στάδιο, η συγχώνευση αστρονομίας και μυθολογίας ήταν τόσο πλήρης, που δεν επέτρεπε διάκριση μεταξύ τους. Ο καταστερισμός ηρώων και τεράτων σε ανάμνηση των κατορθωμάτων τους, εκπορευόταν από θεϊκή εύνοια ή κατάρα, αξίζει δε να τονισθεί ότι στην πραγματικότητα επρόκειτο για αντίληψη που ξεπερνούσε την έννοια της ταύτισης: τα άστρα  θεωρούνταν συνειδητές οντότητες σε άχρονες ουράνιες διαδρομές.
 
Παρά την πληθώρα αναφορών τους σε ελληνικά και πρώιμα ρωμαϊκά κείμενα, η πλέον ενδελεχής καταγραφή τους για τα αρχαϊκά χρόνια, ανήκει στον ρωμαϊκής καταγωγής Κλαύδιο Πτολεμαίο της Αλεξανδρείας, ο οποίος ομαδοποίησε 1022 άστρα σε 48 αστερισμούς κατά την διάρκεια του 2ου αιώνα μ.Χ. Παρόλο που η Αλμαγέστη του, δεν περιελάμβανε τους αστερισμούς οι οποίοι μπορούσαν να ειδωδούν αποκλειστικά και μόνο από το νότιο ημισφαίριο, αποτέλεσε θεμελιώδη λίθο για τον κατάλογο των 88 αστερισμών που συστάθηκε επίσημα από την Διεθνή Αστρονομική Ένωση. Η επιρροή από αμφότερους τους Ελληνικούς και Ρωμαϊκούς πολιτισμούς είναι έκδηλη, με τους μύθους πίσω από κάθε αστερισμό να εδράζουν στην αρχαία Ελλάδα και τα ονόματά τους να προέρχονται από την λατινική γλώσσα.
 
Βέβαια, η μυθολογία επηρέασε την ονοματοδοσία πολλών ουράνιων αντικειμένων πέρα από τους αστερισμούς. Όλοι οι πλανήτες, για παράδειγμα, φέρουν ονόματα από την Ρωμαϊκή μυθολογία, τα οποία αντανακλούν τα χαρακτηριστικά τους: ο Ερμής που περιστρέφεται ταχύτατα γύρω από τον ήλιο, τον γοργοπόδαρο αγγελιαφόρο θεό, η Αφροδίτη με την έντονη λάμψη της, την θεά του έρωτα και της ομορφιάς, ο Άρης με το κοκκινωπό σαν αίμα χρώμα του, τον θεό του πολέμου, ο Δίας ο μεγαλύτερος πλανήτης του ηλιακού μας συστήματος, τον πλέον σπουδαίο θεό. Ακόμη και τα ονόματα των Γαλιλαίων Δορυφόρων του Δία, των τεσσάρων μεγαλύτερων οι οποίοι μπορούν να ειδωθούν ακόμη και με ένα μικρό τηλεσκόπιο, έχουν μυθική προέλευση.
 
Η ΙώΕυρώπη και Καλλιστώ ήσαν όλες τους ποθητές γυναίκες που με την βία κατέκτησε ο  Δίας, ο δε Γανυμήδης, ήταν ο αγαπημένος του οινοχόος. Φαίνεται σαν ειρωνεία στις ημέρες μας,  οι μυθικές γυναικείες υπάρξεις που διακαώς επιθυμούσε ο βασιλέας των θεών, τώρα να περιστρέφονται ατέρμονα γύρω του.
 
Τα ονόματα των αστερισμών που σχετίζονται με μυθικά πρόσωπα ως επί το πλείστον περιλαμβάνουν μέλη από τις ευρύτερες οικογένειες που εμπλέκονται με τον μύθο τους, όπως: του Περσέα (Περσέας, Ανδρομέδα, Κασσιόπεια, Κήτος, Κηφεύς, Πήγασος και Ηνίοχοςτου Ηρακλή  (Ηρακλής, Βέλος, Αετός, Λύρα, Κύκνος, Ύδρα, Κρατήρας, Κόραξ, Οφιούχος, ‘Οφις, Κένταυρος, Λύκος, Νότιος Στέφανος και Βωμόςτου Ωρίωνα (Ωρίων, Μέγας Κύων, Μικρός Κύων, Λαγωός, Μονόκερωςτην ζωδιακή οικογένεια (Κριός, Ταύρος, Δίδυμοι, Καρκίνος, Λέων, Παρθένος, Ζυγός, Σκορπιός, Τοξότης, Αιγόκερως, Υδροχόος, Ιχθείςκαι την οικογένεια της Μεγάλης Άρκτου (Μεγάλη Άρκτος, Μικρή Άρκτος, Δράκων, Κύνες Θηρευτικοί, Βοώτης, και Στέφανος Βόρειος).
Ορθομορφική προβολή ευθυγραμμισμένη κατά την αζιμουθιακή φορά, των συγχρόνων αστερισμών, χρωματικά κωδικοποιημένων ανά οικογένεια και έτος θεμελίωσής τους, με την διακεκομμένη γραμμή να υποδηλώνει την εκλειπτική. wikipedia URL [https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/d/d4/Constellations_ecliptic_equirectangular_plot.svg/800px-Constellations_ecliptic_equirectangular_plot.svg.png]
Ορθομορφική προβολή ευθυγραμμισμένη κατά την αζιμουθιακή φορά, των συγχρόνων
αστερισμών, χρωματικά κωδικοποιημένων ανά οικογένεια και έτος θεμελίωσής τους,
με την διακεκομμένη γραμμή να υποδηλώνει την εκλειπτική.

Αστερισμοί βαφτισμένοι στις ονομασίες επιστημονικών οργάνων, αποδίδονται πλειοψηφικά στον Γάλλο αστρονόμο Nicolas Louis de Lacaille το 18ο αιώνα και περιλαμβάνουν τους: Γνώμων, Διαβήτης, Τηλεσκόπιο, Μικροσκόπιο, Οκτάς και Δίκτυον. Αυτοί που φέρουν ονόματα εξωτικών ζώων θεμελιώθηκαν ως επί το πλείστον από τους Ολλανδούς πλοηγούς Pieter Dirkszoon Keyser και Frederick de Houtman τον 16ο αιώνα και περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων, αστερισμούς από την Ουρανομετρία του Johann Bayer, όπως:  Δοράς, Γερανός, Τουκάνα, Χαμαιλέων και Ιχθύς Ιπτάμενος.

Λειτουργίες – Οι πλούσιοι στην υπηρεσία όλων

Δύο πράγματα είναι αναπόφευκτα, ο θάνατος και οι φόροι. Στην Αρχαία Ελλάδα όμως, αν ήσουν ανάμεσα στους πλουσιότερους πολίτες της πόλης σου, υπήρχε κάτι ακόμα αναπόφευκτο: οι λειτουργίες (από το «λαός» και «ἔργον»).
 
Οι λειτουργίες ήταν ένας θεσμός μέσω του οποίου οι πλούσιοι πρόσφεραν ένα μέρος των χρημάτων τους προς όφελος όλης της πόλης. Κάποιες από αυτές ήταν τακτικές κι επαναλαμβάνονταν κάθε χρόνο (εγκύκλιες) και κάποιες ήταν έκτακτες. Τις εγκύκλιες λειτουργίες τις αναλάμβαναν εναλλάξ οι πλουσιότεροι πολίτες από κάθε φυλή (περιουσία άνω των 3 ταλάντων), και αυτοί εκπροσωπούσαν όλα τα μέλη της φυλής τους.  Αν τα κατάφερναν καλά, όλη η φυλή ένιωθε περήφανη, αν όχι, μοιραζόταν τη θλίψη της αποτυχίας με τον λειτουργό.
Ποιες ήταν αυτές οι λειτουργίες
Μία από τις πιο δαπανηρές λειτουργίες ήταν η Χορηγία. Ο χορηγός αναλάμβανε να χρηματοδοτήσει τις τραγωδίες και τις κωμωδίες που διαγωνίζονταν στις γιορτές. Έβρισκε τους κατάλληλους χορευτές, χοροδιδάσκαλο για τη διδασκαλία των χορικών, τους μουσικούς και κατάλληλη αίθουσα για την εκπαίδευση και τις πρόβες. Ήταν υπεύθυνος για τη διατροφή τους και παρείχε τις αμοιβές σε όλο το προσωπικό. Κάλυπτε επίσης τα έξοδα για τις ενδυμασίες, τις μάσκες και ό, τι άλλο είχε ανάγκη ο χορός. Το ποσό που ξόδευαν συνήθως οι χορηγοί ξεπερνούσε τα απαραίτητα και κυμαινόταν από 2000 έως 3000 δραχμές, την εποχή που ένα καλό σπίτι κόστιζε 1000 δρχ. κι ένας οπλίτης αμειβόταν με 360 δρχ. τον χρόνο. Ο Αριστοφάνης μας ενημερώνει πως τα μισά από αυτά (180 δρχ. τον χρόνο) ήταν αρκετά για να συντηρηθεί στοιχειωδώς μία οικογένεια τριών ατόμων.
 
Μπορεί τα έξοδα να ήταν πολλά, αλλά οι Έλληνες αγαπούσαν τη δόξα περισσότερο από τα χρήματα. Αν τα κατάφερναν να βραβευτεί στα Διονύσια το έργο που είχαν αναλάβει, τότε  ένας τρίποδας με το όνομά τους και το όνομα της φυλής τους θα στηνόταν σε περίοπτη θέση της πόλης (στην Αθήνα υπήρχε η «οδός τριπόδων»).  Αυτό αποτελούσε τεράστια τιμή για τον χορηγό, ασχέτως αν το κόστος του τρίποδα συμπεριλαμβανόταν στα έξοδα της χορηγίας. Χορηγός διετέλεσε ο Περικλής το 472 π.Κ.Χ στο έργο του Αισχύλου «Πέρσες».
 
Choragic_Monument_of_Lysicrates(Το μοναδικό μνημείο αυτού του είδους που μας έχει διασωθεί. Πρόκειται για βάση σε σχήμα ναΐσκου όπου εξέθεταν το βραβείο τους οι χορηγοί. Ανεγέρθη στην οδό τριπόδων από τον Λυσικράτη, χορηγό που κέρδισε το πρώτο βραβείο στα Μεγάλα Διονύσια το 334 π.Κ.Χ. Οι τρεις έλικες στην κορυφή του τρούλου αποτελούσαν τη βάση επάνω στην οποία ήταν τοποθετημένος ο χαμένος πια τρίποδας.)
 
Σε άλλους η πόλη ανέθετε την εκγύμναση των αθλητών που θα αγωνίζονταν σε διάφορους αγώνες, οι οποίοι ήταν σημαντικό κομμάτι των θρησκευτικών εορτών. Αποτελούσαν κοινωνικές εκδηλώσεις τεράστιας σημασίας για τους Έλληνες. Αυτός που είχε επιφορτιστεί με αυτό το καθήκον ονομαζόταν Γυμνασιάρχης και αναλάμβανε ένα Γυμνάσιο (γυμναστήριο) για ένα χρόνο. Εκτός από την διατροφή των αθλητών και την φροντίδα της υγείας του ήταν υπεύθυνος και για το προσωπικό. Ένας καλός Γυμνασιάρχης δεν δίσταζε να απομακρύνει κάποιον εργαζόμενο που ασκούσε αρνητική επιρροή στους αθλητές. Ο Γυμνασιάρχης εξόπλιζε και διακοσμούσε με δικά του έξοδα τον χώρο που θα φιλοξενούσε τους αγώνες. Αυτός επέλεγε και τους αρίστους από τους εφήβους που θα λάμβαναν μέρος στη λαμπαδηφορία των αγώνων, η προετοιμασία της οποίας ήταν επίσης λειτουργία που ονομαζόταν Λαμπαδαρχία.
 
Η Εστίασις, ήταν ένα άλλο πολύ σημαντικό μέρος κάθε δημόσιας εορτής. Τα «φυλετικά δείπνα» αποσκοπούσαν στη συντήρηση των στενών δεσμών ανάμεσα στα μέλη της κάθε φυλής και ο λειτουργός που τα αναλάμβανε λεγόταν εστιάτωρ. Έτσι ονομάζουμε μέχρι σήμερα εκείνους που διαθέτουν καταστήματα εστίασης.
 
Η Αρχιθεωρία, η οποία ήταν η επίβλεψη μίας αποστολής θεωρών (πρεσβευτών) που είχαν αναλάβει μία συγκεκριμένη θρησκευτική αποστολή. Η πιο συνηθισμένη ήταν η αποστολή στο μαντείο των Δελφών, όταν υπήρχε ανάγκη για χρησμό. Θεωρίες αποστέλλονταν και στις μεγάλες γιορτές, όπως τα Πύθια, τα Ίσθμια ή τα Δήλια, ως εκπρόσωποι των άλλων πόλεων. Οι αρχιθέωροι όφειλαν, με δικά τους βέβαια έξοδα, να είναι πάντα ευπαρουσίαστοι, να κυκλοφορούν με αξιοπρεπείς άμαξες και να διαφημίζουν με την παρουσία τους την ευμάρεια της πόλης. Γνωστοί μας αρχαίοι Αθηναίοι που είχαν αναλάβει αυτή τη λειτουργία με επιτυχία ήταν ο Νικίας στις γιορτές της Δήλου και ο Αλκιβιάδης στην Ολυμπία.
 
Η Τριηραρχία ήταν έκτακτη λειτουργία σε καιρό πολέμου και αφορούσε την επάνδρωση και συντήρηση ενός πολεμικού πλοίου. Η πολιτεία φρόντιζε για την κατασκευή του πλοίου και για τον μισθό του πληρώματος (1 δραχμή την ημέρα), ενώ ο τριήραρχος αναλάμβανε τα υπόλοιπα μαζί με την υποχρέωση να παραδώσει την τριήρη στην κατάσταση που την παρέλαβε. Όταν το πλήρωμα που του παρείχαν οι δήμοι δεν ήταν υψηλού επίπεδου, συχνά ο τριήραρχος αναζητούσε εξειδικευμένους ναυτικούς, στους οποίους πλήρωνε πολύ υψηλότερους μισθούς. Μπορούσαν όμως να συμβούν ένα σωρό απρόοπτα που ανέβαζαν τα έξοδα του τριηράρχου στα ύψη, όπως συνέβη με τον Απολλόδωρο, τις περιπέτειες του οποίου αφηγείται ο Δημοσθένης στον λόγο που έγραψε για λογαριασμό του (Πρὸς Πολυκλέα περὶ τοῦ Ἐπιτριηραρχήματος). Αυτός, όχι μόνο αναγκάστηκε να αντικαταστήσει το πλήρωμα, αλλά υπηρέτησε ως τριήραρχος πέντε μήνες παραπάνω απ’ το καθορισμένο, με ευθύνη του διαδόχου του στη λειτουργία.
 
Αν κάποιος ήθελε να απαλλαγεί από τη φασαρία της τριηραρχίας, ανέθετε την λειτουργία σε κάποιον εργολάβο μετά από μειοδοτικό διαγωνισμό και ησύχαζε. Δεν ησύχαζε όμως το δημόσιο, διότι κάποιοι εργολάβοι χρησιμοποιούσαν τις τριήρεις που είχαν αναλάβει ως πειρατικά πλοία, καταλάμβαναν πλοία του εχθρού κι ύστερα διεκδικούσαν  αποζημίωση από την πολιτεία για λογαριασμό τους.
 
Τα έξοδα της τριηραρχίας για το ένα έτος που διαρκούσε η λειτουργία κυμαινόταν από 40 έως 60 μνες (δηλ. 4.000 έως 6.000 δραχμές), που την καθιστούν την πιο δαπανηρή λειτουργία απ’ όλες! Σε περιόδους οικονομικής κρίσης, που ακόμα και οι πλούσιοι αντιμετώπιζαν προβλήματα, την τριηραρχία, όπως και άλλες λειτουργίες, αναλάμβαναν δύο πολίτες και την διεκπεραίωναν εναλλάξ κατά τη διάρκεια του έτους. Σε κάθε περίπτωση, η πολιτεία ζητούσε λογαριασμό για τον τρόπο που ξόδευε κάποιος τα χρήματά του εκτελώντας το καθήκον της τριηραρχίας. Εκείνοι που έκαναν καλή διαχείριση και είχαν έτοιμο το πλοίο τους εγκαίρως, λάμβαναν τον «στέφανο της τριηραρχίας». Οι αμελείς, που δεν είχαν έτοιμο το πλοίο στην ώρα του κινδύνευαν ακόμα και με φυλάκιση.
 
Από τις λειτουργίες εξαιρούνταν οι ορφανοί κληρονόμοι ως το δεύτερο έτος της ενηλικίωσής τους, οι εννέα άρχοντες και κάποιοι πολίτες ή και ξένοι που είχαν προσφέρει εξαιρετικές υπηρεσίες στην πόλη.
 
Γενικά, οι πλούσιοι αναλάμβαναν χωρίς παράπονο τις λειτουργίες, εκτιμώντας τις τιμές που απολάμβαναν και το κοινωνικό κύρος που αυτό τους προσέδιδε. Πολύ συχνά μάλιστα, ξόδευαν περισσότερα από τα προβλεπόμενα ώστε να ξεπεράσουν τους ανταγωνιστές τους και να εξασφαλίσουν την πρώτη θέση. Υπάρχουν και περιπτώσεις που κάποιοι αναλάμβαναν εθελοντικά κάποια λειτουργία, χωρίς να τους έχει ανατεθεί από την πόλη. Από την άλλη, δεν έλειπαν κι εκείνοι που προσπαθούσαν να την γλυτώσουν.
Ο νόμος της «αντιδόσεως»
Συνέβαινε κάποιες φορές να παραπονεθεί κάποιος πως άδικα του ανέθεσαν τη λειτουργία, διότι κάποιος συμπολίτης του είναι πλουσιότερος από αυτόν. Στην περίπτωση αυτή μπορούσε να ζητήσει από την πολιτεία να τον απαλλάξει. Αν όμως ο άλλος δεν δεχόταν πως η δική του περιουσία είναι μεγαλύτερη, ο πρώτος μπορούσε να του ζητήσει να ανταλλάξουν περιουσίες και να εκτελέσει αυτός την λειτουργία. Αν ούτε αυτό γινόταν δεκτό, τότε η υπόθεση κατέληγε στο δικαστήριο.
 
Αφού ορκίζονταν και οι δύο στο δικαστήριο πως δεν θα αποκρύψουν τίποτα απ’ όσα κινητά και ακίνητα κατέχουν, εντός τριών ημερών κατέθεταν μία λίστα με όλα τους τα περιουσιακά στοιχεία (εκτός από τυχόν μερίδια στα μεταλλεία του Λαυρίου, που είχαν εξαρχής φορολογηθεί) και οι δικαστές αποφάσιζαν ποια περιουσία ήταν μεγαλύτερη. Αν αυτός που ζήτησε την ανταλλαγή κέρδιζε την υπόθεση, ο χαμένος έπρεπε είτε να αναλάβει τη λειτουργία είτε να ανταλλάξει την περιουσία του.
 
Ο θεσμός αυτός άρχισε να παρακμάζει σταδιακά από τον Πελοποννησιακό πόλεμο και μετά, όταν τα έξοδα της πόλης έχουν γίνει τόσο μεγάλα, που οι πλούσιοι αρχίζουν και δυσανασχετούν. Ολοένα και συχνότερα εμφανίζονταν αντιρρησίες, που όχι μόνο δεν ήθελαν να αναλάβουν λειτουργία, αλλά ασκούσαν κριτική εναντίον του ίδιου του θεσμού. Τον 4ο αι. π.Κ.Χ. ο ισχυρός δεσμός του πολίτη με την πόλη άρχισε να χαλαρώνει και η κοινωνική καταξίωση μέσω της προσφοράς στην πόλη δεν ήταν τόσο επιθυμητή όσο η διατήρηση της περιουσίας για ίδιον όφελος. «Δεν μπορείς πια να βρεις έναν πλούσιο που θα γίνει τριήραρχος» γράφει το 411 π.Κ.Χ ο Αριστοφάνης. Στο τέλος του αιώνα αυτού η χορηγία και η τριηραρχία καταργήθηκαν από τον Δημήτριο Φαληρέα και κατά τη διάρκεια των ελληνιστικών χρόνων η λέξη «λειτουργία» χάνει το αρχικό της νόημα. Σημαίνει πια την εθελοντική ενίσχυση των δημοσίων εξόδων, όχι μόνο των πλουσιότερων, αλλά οποιουδήποτε, ανάλογα με τη δυνατότητά του. Έτσι, σιγά-σιγά η υποχρέωση των πλουσίων να πληρώνουν για έργα που ωφελούν την πόλη μετατρέπεται σε αυτό που ως σήμερα λέμε φιλανθρωπία.
 ------------
Πηγές:
1. Δημοσθένους, Προς Φαίνιππον περί αντιδόσεως / Κατά Μειδίου/ Περὶ της Ατελείας προς Λεπτίνην / Πρὸς Πολυκλέα περὶ του Επιτριηραρχήματος
2. Λυσίας, Υπέρ του Αδυνάτου
3. Αριστοτέλους, Αθηναίων Πολιτεία /Πολιτικά
4. Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις 10. 20
5. Αριστοφάνης Σφήκες / Βάτραχοι
6. Ισαίος, Περί του Φιλοκτήμονος κλήρου, Περί του Νικοστράτου κλήρου
7. Αισχίνης, Κατά Τιμάρχου
8. Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί

Τα λάθη

Να μην κάνεις ηλίθια λάθη στη ζωή σου
κι έπειτα να κατηγορείς κι αυτήν και το χρόνο
στολίζοντάς τους με τα χειρότερα και νιώθοντας
πως είναι προκατειλημμένοι μαζί σου,
έτσι, για ελαφρυντικό της απερισκεψίας σου.
Δεν κατάλαβες…

Εγώ ”απερισκεψία” δεν ονομάζω το να ενεργείς χωρίς να έχεις προηγουμένως σκεφτεί τις συνέπειες της ενέργειάς σου.
”Απερισκεψία” όσον αφορά τα λάθη, ονομάζω την τάση
και τον ξεπεσμό μετ΄επιλογής στα μικρά λάθη φοβούμενος τα μεγάλα.
Να κάνεις βαρβάτα λάθη, φίλτατε…

Να σ΄αφήνουν σημάδι γερό
και να ΄χουν αντοχή στο χρόνο.
Να τα κουβαλάς μαζί σου σαν αποδείξεις γι΄αυτό που είσαι τώρα
και γι΄αυτό που θα ΄σαι αύριο.
Να ΄χουν διάρκεια στα χρόνια κι επιμονή για να σε διορθώνουν κάθε φορά που θα δρας με τρόπο που θα ΄ναι έστω και λίγο ξένος
μπρος στον αληθινό σου εαυτό…

…γιατί αυτά είναι που θα σε γαλουχήσουν σαν άνθρωπο κ΄ όχι εκείνα,
τα άλλα, τα αντιπαθητικά λαθάκια που στο επόμενο λεπτό
θα τα ΄χεις ξεχάσει και θα σχεδιάζεις τα επόμενα.

Μην τα φοβάσαι τα μεγάλα λάθη-αν υπάρχουν μεγάλα και μικρά.
Δώσε χώρο σ΄αυτό το τρόπον τινά αντικειμενικό που υπάρχει εκεί έξω
να ενσωματωθεί μέσα σου, κι έπειτα κράτα αυτό που εκφράζει
και συμπληρώνει το υποκειμενικό σου, μα το υπόλοιπο μην το πετάξεις…
άσ΄το στην άκρη να βρίσκεται.

Μπορεί τα επόμενα χρόνια να γίνεις απ΄αυτούς που παύουν
να ονειρεύονται ξύπνιοι και να χρειαστείς μια μικρή δόση
“αντικειμενικής” πραγματικότητας για να ΄ρθεις στα καλά σου.
Ναι, ”αντικειμενικής”…

…γιατί την πραγματικότητα μερικές φορές
πρέπει να την παλεύεις στην έδρα της με τους δικούς της όρους.
Και πάλι καλά να λες που για όπλο σου θα ΄χεις τον ίδιο της τον εαυτό
και μια ζωή θα μάχεται με τον εαυτό της χάνοντας κάθε φορά.
Γιατί και ο λογικός και ο ρεαλιστής, που και που κρυφά παραθερίζουν
στα απέραντα και παραδεισένια τοπία του παράλογου και του ονείρου.
Εσύ όμως θα το ΄χεις για μπαλονάκι σου να πιαστείς.

Αυτό που θα σε σώνει απ΄την πραγματικότητα και θα σε βολτάρει
στους πιο κρυφούς σου πόθους γιατί το υπηρετείς μια ζωή
και ξέρει πως το σέβεσαι και γι΄αυτό σε δασκαλεύει – το Όνειρο.

Ένα Όνειρο στα θεμέλιά του έχει πάντα κάποια μεγάλα μας λάθη
-είτε κρυφά,είτε φανερά-να το κρατάν γερό κι αγκρέμιστο.
Τα μεγάλα λάθη έχουν χαρακτήρα και πρέπει να σου μοιάζουν.
Αυτά θα σε συγκρατούν για να παραμένεις ο εαυτός που αγάπησες
-κρυφοπερήφανε σφαλματόφιλε- και να ΄χεις ένα μυαλό-μαστίγιο
που θα δαμάζει κάθε ‘ναι’, ‘όχι’ και ‘πρέπει’ σου.

Γι΄αυτό λοιπόν, άσε στην άκρη την αλάνθαστη ζωή
και τα «πρέπει» που σου επιβάλλουν, άλλα έχε τα κοντά σου,
για να μαθητεύουν τα δήθεν σωστά κοντά στα Λάθη,
μήπως κι επαναστατήσει κάποτε ο άνθρωπος κι αποφασίσει να ευτυχήσει.

Τα λάθη είναι το οξυγόνο της γνώσης.
Τα μόνα σωστά που παρέχουν οξυγόνο στη γνώση,
είναι η Αγάπη και τα Όνειρα.
Μόνο σ΄αυτά επιτρέπω να είναι οδηγοί
και να με κρατούν σ΄ ένα δρόμο σωστό γεμάτο Λάθη.

Κάντε το πρώτο βήμα για την αλλαγή απαντώντας σε βασικά ερωτήματα

Η κατανόηση του βαθμού στον οποίο μπορεί να βάζετε εμπόδια στον εαυτό σας είναι μέρος του ταξιδιού προς την επούλωση από την παιδική ηλικία.

Είναι μέρος αυτού που αποκαλείται «συνειδητή επίγνωση». Οι κόρες που δεν έχουν δεχθεί αγάπη από τις μητέρες τους, συχνά δυσκολεύονται να βρουν τη συναισθηματική ισορροπία στην ενήλικη ζωή τους. Ορισμένες παραπονιούνται ότι τους διαφεύγει η αληθινή ευτυχία μέσα στην καθημερινότητα τους.

Επειδή τα μαθήματα που μάθαμε για τα συναισθήματα και τις σχέσεις εσωτερικεύονται και λειτουργούν ασυνείδητα, όταν καταφέρουμε να τα αναδείξουμε και να δούμε πώς λειτουργούν στη ζωή μας και στις επαφές μας με τους άλλους, τότε έχουμε κάνει ένα τεράστιο βήμα προς τα εμπρός.
Οπότε, παρακάτω θα βρείτε πέντε ερωτήσεις που χρειάζεται να κάνετε στον εαυτό σας όταν αισθάνεστε ότι η ευτυχία σας έχει διαφύγει για ακόμα μια φορά.

1. Μήπως αναπαράγω τα παιδικά μου χρόνια στο σήμερα;

Όλους μας έλκει το γνώριμο, που είναι ωραίο αν είχατε μια παιδική ηλικία που ήταν γεμάτη από υποστήριξη και αγάπη. Είναι λιγότερο ωραίο, αν η παιδική σας ηλικία σας έκανε να νοιώθετε μόνοι και ότι δεν ήσασταν αγαπητοί. Καθίστε και σκεφτείτε τις βασικές σχέσεις στη ζωή σας και πώς σας κάνουν να αισθάνεστε οι άνθρωποι που είναι πιο κοντά σας. Μήπως επαναλαμβάνετε το παρελθόν ή μήπως σας επικυρώνουν και σας κάνουν να αισθάνεσθε καλά για τον εαυτό σας; Μερικές φορές, υπάρχει συναισθηματική ακαταστασία στη ζωή μας, που δικαιολογεί την προσοχή μας. Αν οι πτυχές των βασικών σας σχέσεων, σας κάνουν ενεργά δυστυχισμένους, θα πρέπει να τις αντιμετωπίσετε.

2. Μήπως ο τρόπος που σχετίζομαι με τους ανθρώπους είναι ένα εμπόδιο στις σχέσεις μου;
Οι εμπειρίες της παιδικής ηλικίας, μας δημιουργούν ένα εσωτερικευμένο πρότυπο για το πώς μπορούμε να κατανοήσουμε και να αντιδράσουμε στις διαπροσωπικές σχέσεις. Αυτή είναι η βάση για τη θεωρία προσκόλλησης. Αν αυτό που αναζητάτε είναι η οικειότητα και μια πραγματική συντροφική σχέση, αλλά η δική σας συμπεριφορά και ίσως εκείνη των συντρόφων που θα επιλέξετε το καθιστά αδύνατο, θα πρέπει να αυξήσετε την κατανόηση σας, τόσο για τον εαυτό σας όσο και για τους συντρόφους που επιλέγετε.

Επιλέξτε παρακάτω τη φράση που σας ταιριάζει περισσότερο:
____ A. Είναι εύκολο για μένα να νιώσω συναισθηματικά κοντά τους άλλους. Δεν με ενοχλεί να βασίζομαι σε αυτούς και αυτοί σε μένα. Δεν ανησυχώ για το αν είμαι μόνος ή αν δεν με δέχονται οι άλλοι.
____ B. Δεν νιώθω άνετα να έρθω κοντά στους άλλους. Θέλω συναισθηματικά στενές σχέσεις, αλλά θεωρώ ότι είναι δύσκολο να εμπιστευθώ απόλυτα τους άλλους ή να εξαρτώμαι από αυτούς. Ανησυχώ ότι θα πληγωθώ αν επιτρέψω στον εαυτό μου να έρθει πάρα πολύ κοντά στους άλλους.
____ Γ θέλω να είμαι εντελώς συναισθηματικά οικείος με τους άλλους, αλλά νιώθω συχνά ότι οι άλλοι είναι απρόθυμοι να έρθουν τόσο κοντά όσο θα ήθελα. Νιώθω άβολα χωρίς στενές σχέσεις, αλλά μερικές φορές ανησυχώ ότι οι άλλοι δεν με εκτιμούν τόσο όσο εγώ αυτούς.
____ Δ Νιώθω άνετα χωρίς στενές συναισθηματικές σχέσεις. Είναι πολύ σημαντικό για μένα να αισθάνομαι ανεξάρτητος και αυτάρκης και προτιμώ να μην εξαρτώμαι από άλλους ή άλλοι να εξαρτώνται από μένα.

Αυτά είναι τα γενικά μοτίβα: η περιγραφή Α αντιστοιχεί στην ασφάλεια, η Β στον προβληματισμό, η Γ στο φόβο και η Δ στην απόρριψη.

Ρωτήστε τον εαυτό σας αν επιλέγετε να σχετιστείτε με τους κατάλληλους ανθρώπους. Αν αναζητείτε πραγματικά οικειότητα, γιατί κυνηγάτε άνδρες που φαίνονται ικανοποιημένοι με το να μην δείχνουν κανένα συναίσθημα; Τι σας ελκύει σε αυτούς; Εναλλακτικά, αν έχετε την τάση να είστε προβληματισμένοι, επιλέγετε συντρόφους που σας βρίσκουν υπερβολικά απαιτητικούς και ασταθείς; Σας έχουν πει, ξανά και ξανά, ότι γίνεστε υπερβολικοί;

Τα ερωτήματα αυτά ισχύουν τόσο για τους συντρόφους όσο και για τους φίλους. Σκεφτείτε τις επιλογές που κάνετε και πώς οι διαφορετικές επιλογές θα μπορούσαν να αυξήσουν την ευεξία σας.

3. Επεξεργάζομαι καθόλου τα συναισθήματά μου;
Μεγάλο μέρος της ευτυχίας μας εξαρτάται από το πόσο καλά -ή άσχημα-, μπορούμε να συνέλθουμε από την περιστασιακή αποτυχία ή απογοήτευση στη ζωή. Και πάλι, οι γυναίκες στις ασφαλείς σχέσεις είναι στην πραγματικότητα καλύτερα εφοδιασμένες για να συνέλθουν από τη συναισθηματική αναταραχή και είναι σίγουρες για την ικανότητά τους να θέσουν νέους στόχους για τον εαυτό τους από τις ανασφαλείς γυναίκες που τείνουν να βλέπουν τα κακά πράγματα ως «απόδειξη» των δικών τους ανεπαρκειών ή ατελειών.

Αν προβληματίζεστε για κάτι που δεν πέτυχε στη ζωή σας, παγιδευμένοι σε έναν επαναλαμβανόμενο κύκλο αρνητικών σκέψεων θα πρέπει να είστε ενεργοί στην αντιμετώπιση του. Βεβαιωθείτε ότι δεν είστε σε μια αυτοκριτική λειτουργία, αποδίδοντας τι πήγε στραβά σε κάποιο βασικό ελάττωμα στο χαρακτήρα σας: «Η σχέση απέτυχε επειδή η μητέρα μου είχε δίκιο-είμαι απωθητικός/ή» ή «Δεν πήρα τη δουλειά που ήθελα γιατί όλοι οι άλλοι είναι πιο έξυπνοι από ό, τι εγώ».

Αν το μόνο που μπορείτε να φανταστείτε είναι η χειρότερη περίπτωση όπως «δεν θα ξαναγνωρίσω ποτέ πάλι κάποιον καλό άνδρα» ή «ποτέ δεν θα βρώ μια καλή δουλειά», θα πρέπει να αντιμετωπίσετε τους φόβους αυτούς και να αναγνωρίσετε την πηγή τους.

4. Μήπως σκέφτομαι πολύ αφαιρετικά;
Μελέτες που έχουν ερευνήσει τη στοχοθέτηση και τα κίνητρα, δείχνουν ότι γινόμαστε πιο δημιουργικοί στο να λύνουμε προβλήματα, όταν σκεφτόμαστε τις ανάγκες μας αφηρημένα, όχι συγκεκριμένα. Ας πούμε ότι αισθάνεσθε μοναξιά και εύχεστε να είχατε περισσότερους φίλους. Αντί να σκεφτείτε ως στόχο να κάνετε νέους φίλους, το οποίο ακούγεται αρκετά τρομακτικό, αντίθετα κατανοήστε το ως μια ανάγκη για σύνδεση, η οποία ανοίγει την πόρτα για να σκεφτείτε δραστηριότητες που θα σας βάλουν σε ένα κοινόχρηστο περιβάλλον.

Αυτό θα μπορούσε να σας ενθαρρύνει να πάτε σε ένα πάρτυ, να κάνετε εθελοντική εργασία για ένα σκοπό στην περιοχή σας, να καλέσετε τους συναδέλφους σας για δείπνο ή οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα που θα σας βγάλει έξω και μεταξύ των ανθρώπων.

5. Μήπως ακυρώνω τα θετικά μου;
Αυτό είναι ένα από τα αγαπημένα μου κομμάτια της έρευνας και εντελώς αντιφατικό δεδομένου ότι ο καθένας πάντα σας λέει να είστε ευγνώμων για αυτά που έχετε για να αισθανθείτε πιο ευτυχισμένοι με τη ζωή σας. Οι ερευνητές βρήκαν ότι η σκέψη πως θα ήταν η ζωή μας χωρίς ένα συγκεκριμένο πρόσωπο ή χωρίς κάτι άλλο σημαντικό στη ζωή μας, ήταν αυξητικός παράγοντας τόσο της ευγνωμοσύνης όσο και της ευτυχίας.

Είναι αλήθεια ότι η έρευνα δείχνει ότι μπορούμε να ελέγξουμε μόνο περίπου το 40% του τι αποτελεί την ευτυχία. Βάζοντας όμως τον εαυτό σας στη θέση του οδηγού, είναι ένα απαραίτητο πρώτο βήμα.

Ο Hawking σχεδιάζει να χαρτογραφήσει σε 3D τις θέσεις των γαλαξιών στο σύμπαν

celestial-fireworksΣύμφωνα με τον Paul Shellard, καθηγητή κοσμολογίας στο πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ και διευθυντή του τμήματος που διαχειρίζεται τον υπερυπολογιστή Cosmos, το πρότζεκτ αυτό θα βασισθεί κατ’ αρχάς σε δεδομένα από το διαστημικό τηλεσκόπιο Planck της Ευρωπαϊκής Διαστημικής Υπηρεσίας (ESA). Το Planck αποτύπωσε την «ηχώ» της Μεγάλης Έκρηξης, δηλαδή το υπόλειμμα της ακτινοβολίας που εξέπεμπε το σύμπαν περίπου 380.000 χρόνια μετά τη δημιουργία του.
 
Με αυτό τον τρόπο θα δημιουργηθεί ο χάρτης του «νεαρού» σύμπαντος, στον οποίο στη συνέχεια θα τοποθετηθούν οι θέσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων γαλαξιών, με βάση μετρήσεις από τη μελέτη Dark Energy Survey (DES), η οποία βασίσθηκε σε ένα επίγειο τηλεσκόπιο διαμέτρου 3,9 μέτρων περίπου, το οποίο είναι εγκατεστημένο στη Χιλή.
 
«Το Planck μάς δίνει μία πολύ λεπτομερή εικόνα για την κατανομή ύλης στο πρώιμο σύμπαν και τον τρόπο που αυτή οδήγηση στη δομή του σημερινού “κόσμου”», σημειώνει ο Paul Shellard. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο χάρτης θα βελτιωθεί μετά το 2020, όταν θα εκτοξευθεί το τηλεσκόπιο Euclid (Ευκλείδης) της ESA, με σκοπό τη μελέτη της σκοτεινής ενέργειας και της σκοτεινής ύλης.
 
Εκτός από τη χαρτογράφηση του σύμπαντος, το πρότζεκτ Cosmos αναμένεται να ρίξει περισσότερο «φως» στη σκοτεινή ενέργεια, δηλαδή στην άγνωστη αιτία που επιταχύνει τη συμπαντική διαστολή. Η φύση της σκοτεινής ενέργειας παραμένει ακόμη και σήμερα αδιευκρίνιστη στους επιστήμονες, ενώ μάλιστα μόλις τον περασμένο Ιούνιο μία αμερικανική ομάδα αστροφυσικών πρόσθεσε ακόμη περισσότερο μυστήριο στον τρόπο που δρα, υποστηρίζοντας πως οι μετρήσεις της έδειξαν ότι το σύμπαν επιταχύνεται 5-9% ταχύτερα από τους έως σήμερα υπολογισμούς.

Όταν η γη είχε περισσότερους από δύο μαγνητικούς πόλους

Το μαγνητικό πεδίο που περιβάλλει τη γη αποτελεί μεγάλο προστάτη της ζωής στον πλανήτη μας – χωρίς αυτό, η ατμόσφαιρα μας θα είχε από καιρό απογυμνωθεί, από ισχυρούς ηλιακούς ανέμους.Παρά την τεράστια σημασία του μαγνητικού πεδίου τώρα είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πως κατά το παρελθόν, είχε πολλές διακυμάνσεις που άλλαξαν τη κατάσταση του, τα τελευταία δισεκατομμύρια έτη.

Γράφοντας στο περιοδικό Geophysical Research Letters, ένας από τους επιστήμονες που μελέτησε τους πόλους της γης, πιστεύει σε κάτι ριζικά διαφορετικό από ό,τι έχουμε ήδη σκεφτεί. Αντί να έχουμε μόνο βόρειο και νότιο πόλο, όπως συμβαίνει σήμερα, η μελέτη αυτή υποστηρίζει ότι η Γη μπορεί να είχε κάποτε πολλούς πόλους, χαοτικά διανεμημένους, σε όλο τον κόσμο.  Χρησιμοποιώντας μια σειρά από προσομοιώσεις σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, αναπαρήγαγε την εκροή θερμότητας από το κέντρο προς τις παρυφές του πλανήτη μας, ξεκινώντας από τη γέννησή του πριν 4,5 δισεκατομμύρια χρόνια. Ο συντάκτης της έρευνας σημειώνει ότι είναι εξαιρετικά απίθανο το μαγνητικό πεδίο μας, να ήταν σταθερό από την δημιουργία του. Αντ ‘αυτού, παρέμεινε πολύ ασθενές μέχρι το σχηματισμό του στερεού πυρήνα σιδήρου 650 εκατομμύρια χρόνια πριν και τότε ήταν που εμφανίστηκε το ισχυρό δίπολο μαγνητικό πεδίο στη σημερινή του μορφή.  «Αυτό που βρήκα ήταν ένα εκπληκτικό ποσό μεταβλητότητας,» είπε σε δήλωση του ο Peter Driscoll, ερευνητής στο Carnegie Institution που ειδικεύεται στο μαγνητικό πεδίο της Γης και συγγραφέας της μελέτης. «Αυτά τα νέα μοντέλα δεν υποστηρίζουν την υπόθεση ενός σταθερού δίπολου πεδίου, σε αντίθεση με ό,τι είχαμε πιστέψει στο παρελθόν». Το μαγνητικό πεδίο μας δημιουργείται χάρη στην κίνηση του μεταλλικού υγρού στον εξωτερικό πυρήνα. Η θερμότητα φεύγει από το εσωτερικό και τον εξωτερικό πυρήνα και κάνει το δρόμο της προς την επιφάνεια. Με τον τρόπο αυτό, τα ρεύματα μεταφοράς που έχουν δημιουργηθεί εντός του εξωτερικού πυρήνα (και κινούνται σε τεράστιες ποσότητες νικελίου και σιδήρου) είναι αυτά που κάνουν τη κίνηση που παράγει το μαγνητικό πεδίο του πλανήτη.  Η ταχύτητα και η δύναμη αυτών των ρευμάτων μεταφοράς έχουν άμεση σχέση με το πόσο ισχυρό και σταθερό είναι το μαγνητικό πεδίο της Γης. Ορισμένες μελέτες δείχνουν ότι μέχρι να σχηματιστεί ο στερεός εσωτερικός πυρήνας της Γης – μια διαδικασία γνωστή ως καταστροφή του σιδήρου – τα ρεύματα μεταφοράς της θερμότητας ήταν αναποτελεσματικά.  Όταν η καρδιά του σιδήρου πάγωσε στη θέση του, ο εξωτερικός πυρήνας είχε μείνει με λιγότερο πυκνά στοιχεία, και μπορούσε ν’ αλλάξει πολύ πιο εύκολα. Αυτό οδήγησε σε ενίσχυση του μαγνητικού πεδίου της Γης περίπου 1 δισεκατομμύρια χρόνια πριν. Προσομοιώσεις αυτής της νέας μελέτης φαίνεται να συμφωνούν με την εκτίμηση αυτή. earth_polesΣύμφωνα με αυτές τις τρισδιάστατες προσομοιώσεις που έκανε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του ο Driscoll, όλο το διάστημα στην ιστορία της Γης, είχαμε πολλούς πόλους – παρόμοιους με το Βορρά, Νότο, Ανατολή και Δύση- λαμβάνοντας υπόψη ότι μετά ο κόσμος είχε δίπολο μαγνητικό πεδίο. Η μόνη εξήγηση είναι ότι η καταστροφή του σιδήρου προκάλεσε αρχικά αυτές τις τεράστιες διακυμάνσεις στη συμπεριφορά του υγρού εξωτερικού πυρήνα, οι οποίες με τη σειρά τους προξένησαν τη «διάσπαση» των πόλων, αναγκάζοντας το μαγνητικό πεδίο να καταφύγει σε άλλες διεξόδους.  Τελικά, περίπου 650 εκατομμύρια χρόνια πριν, σύμφωνα με τη μελέτη αυτή, ο στερεός πυρήνας σιδήρου στερεοποιήθηκε κατάλληλα και ο εξωτερικός πυρήνας ηρέμησε λίγο και πάλι. Αυτό έφερε τη Γη πίσω στο δίπολο σύστημα. «Τα ευρήματα αυτά θα μπορούσαν να προσφέρουν μια εξήγηση για τις περίεργες διακυμάνσεις της κατεύθυνσης του μαγνητικού πεδλιου όπως έχουν καταγραφεί στο γεωλογικό αρχείο περίπου 600 – 700 εκατομμύρια χρόνια πριν», σημείωσε ο Driscoll.

Νέος τρόπος κατασκευής κυκλωμάτων για τους πρώτους χρήσιμους κβαντικούς υπολογιστές

quantum-operation-on-individual-atoms
Ένα βήμα πιο κοντά στους κβαντικούς υπολογιστές φαίνεται ότι οδηγούν τα αποτελέσματα έρευνας που δημοσιεύεται στο τρέχον τεύχος του περιοδικού Science. Μια ερευνητική ομάδα επινόησε και επέδειξε ένα νέο τρόπο να οργανώνεται πολύ περισσότερη κβαντική υπολογιστική ισχύς μέσα σε πολύ μικρότερο χώρο και με πολύ μεγαλύτερο έλεγχο από ότι μέχρι τώρα. Η ερευνητική πρόοδος έγινε από τον καθηγητή φυσικής στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνιας, David S. Weiss και μια ομάδα τριών φοιτητών του εργαστηρίου του.

Χρησιμοποιήθηκε μια τρισδιάστατη διάταξη ατόμων σε κβαντικές καταστάσεις που αποκαλούνται quantum bits ή qubits. «Το αποτέλεσμα των ερευνών είναι ένα από τα πολλά σημαντικά βήματα που χρειάζονται στον δρόμο για να καταφέρουμε να κάνουμε κβαντικούς υπολογιστές που θα είναι χρήσιμοι στο να κάνουν υπολογισμούς που είναι αδύνατο να γίνουν σήμερα, πράγμα που θα έχει εφαρμογές στην κρυπτογραφία για την ασφάλεια των ηλεκτρονικών δεδομένων και άλλων πεδίων εντατικών υπολογισμών», δήλωσε ο Weiss.

Η νέα τεχνική χρησιμοποιεί τόσο φως λέιζερ όσο και μικροκύματα για να ελεγχθεί με ακρίβεια η αλλαγή επιλεγμένων μεμονωμένων qubits, από μια κβαντική κατάσταση σε μια άλλη χωρίς την αλλαγή των άλλων ατόμων στην κυβική διάταξη. Η νέα τεχνική δείχνει τη δυναμική χρήση των ατόμων ως δομικά στοιχεία κυκλωμάτων σε μελλοντικούς κβαντικούς υπολογιστές. Οι επιστήμονες ανακάλυψαν ένα καινοτόμο τρόπο να διευθετήσουν και να ελέγξουν με ακρίβεια τα qubits, που είναι απαραίτητα για την πραγματοποίηση υπολογισμών σε ένα κβαντικό υπολογιστή. «Η μελέτη μας δείχνει ότι αυτή η καινοτόμα προσέγγιση είναι ένας ακριβής, σωστός και αποτελεσματικός τρόπος για να ελεγχθούν μεγάλα σύνολα qubits για κβαντικούς υπολογισμούς», λέει ο Weiss.


Κβαντικές λειτουργίες μεμονωμένων ατόμων με μοτίβα P – S – U σε τρια διαφορετικά επίπεδα στοιβαγμένα σε μια κυβική διευθέτηση

Για να οργανώσουν τα (κβαντικά) άτομα σε μια τρισδιάστατα τακτοποιημένη διάταξη για τα πειράματά τους, η ομάδα των ερευνητών κατασκεύασε ένα πλέγμα από δέσμες φωτός για να παγιδεύσει και να συγκρατήσει τα άτομα σε μια κυβική διευθέτηση πέντε στοιβαγμένων επιπέδων – όπως ένα σάντουιτς φτιαγμένο από πέντε φέτες ψωμιού – με κάθε επίπεδο να έχει χώρο για 25 ατόμων που ισαπέχουν. Η διευθέτηση διαμορφώνει έναν κύβο με μια τακτοποιημένη διάταξη ατομικών θέσεων για 125 άτομα. Οι επιστήμονες γέμισαν ορισμένες από τις δυνατές θέσεις με qubits που συνίστανται από ουδέτερα – χωρίς θετικά ή αρνητικά φορτία – άτομα κεσίου. Αντίθετα από τα bits σε έναν κλασικό υπολογιστή, που τυπικά είναι είτε 1 είτε 0, κάθε ένα από τα qubits στο πείραμα της ομάδας του Weiss έχει την (δύσκολα να τη φανταστεί κάποιος) ικανότητα να είναι σε περισσότερες από μια καταστάσεις ταυτόχρονα – ένα κεντρικό χαρακτηριστικό της κβαντομηχανικής που ονομάζεται κβαντική υπέρθεση.

Με την εφαρμογή διασταυρωνόμενων δεσμών φωτός λέιζερ για να στοχεύονται συγκεκριμένα άτομα στο πλέγμα και την εφαρμογή ενός ομοιόμορφου «λουτρού» μικροκυμάτων σε όλη τη διάταξη έγινε κατορθωτό από τους επιστήμονες να αλλάζουν τις καταστάσεις και τα ενεργειακά επίπεδα ορισμένων ατόμων, ενώ τις καταστάσεις των υπολοίπων όχι. «Έχουμε θέση τα περισσότερα qubits σε διαφορετικές, ακριβείς κβαντικές καταστάσεις υπέρθεσης ταυτόχρονα από κάθε προηγούμενο πειραματικό σύστημα», είπε ο Weiss.

Μεταξύ των στόχων που έχει η ερευνητική ομάδα του Weiss είναι να οδηγήσουν τα qubits να έχουν διεμπλεκόμενες κβαντικές κυματοσυναρτήσεις όπου η κατάσταση του ενός σωμάτιου είναι ρητά συσχετιζόμενη με την κατάσταση των υπολοίπων σωματίων που βρίσκονται γύρω του. Σύμφωνα με τον Weiss αυτή η διεμπλεκόμενη σύνδεση μεταξύ των qubits είναι βασικό στοιχείο που απαιτείται για τους κβαντικούς υπολογιστές.

Πέμπτη 30 Ιουνίου 2016

ΑΡΧΑΪΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ, ΒΑΚΧΥΛΙΔΗΣ - •Ἐπίνικος V - ‹Τῷ αὐτῷ (= Ἱέρωνι) κέλητι Ὀλύμπια› (5.41-5.80)

Πυθῶνί τ᾽ ἐν ἀγαθέᾳ· [στρ. β]
γᾷ δ᾽ ἐπισκήπτων πιφαύσκω·
οὔπω νιν ὑπὸ προτέ[ρω]ν
ἵππων ἐν ἀγῶνι κατέχρανεν κώνις
45 πρὸς τέλος ὀρνύμενον·
ῥιπᾷ γὰρ ἴσος βορέα
ὃν κυβερνήταν φυλάσσων
ἵεται νεώκροτον
νίκαν Ἱέρωνι φιλοξείνῳ τιτύσκων.
50ὄλβιος ᾧτινι θεὸς
μοῖράν τε καλῶν ἔπορεν
σύν τ᾽ ἐπιζήλῳ τύχᾳ
ἀφνεὸν βιοτὰν διάγειν· οὐ
γάρ τις ἐπιχθονίων
55πάντα γ᾽ εὐδαίμων ἔφυ.

δῦναί π]οτ᾽ ἐρειψιπύλαν [αντ. β]
ἄνδρ᾽ ἀνίκ]ατον λέγουσιν
ἔρνος Διὸς] ἀργικεραύ-
νου δώματα Φερσεφώνας τανισφύρου,
60 καρχαρώδοντα κύν᾽ ἄ-
ξοντ᾽ ἐς φάος ἐξ Ἀΐδα,
υἱὸν ἀπλάτοι᾽ Ἐχίδνας·
ἔνθα δυστάνων βροτῶν
ψυχὰς ἐδάη παρὰ Κωκυτοῦ ῥεέθροις,
65οἷά τε φύλλ᾽ ἄνεμος
Ἴδας ἀνὰ μηλοβώτους
πρῶνας ἀργηστὰς δονεῖ.
ταῖσιν δὲ μετέπρεπεν εἴδω-
λον θρασυμέμνονος ἐγ-
70χεσπάλου Πορθανίδα·

τὸν δ᾽ ὡς ἴδεν Ἀλκμή‹ν›ιος θαυμαστὸς ἥρως [επωδ. β]
τ[ε]ύχεσι λαμπώμενον,
νευρὰν ἐπέβασε λιγυκλαγγῆ κορώνας,
χαλκεώκρανον δ᾽ ἔπειτ᾽ ἔξ
75 εἵλετο ἰὸν ἀναπτύ-
ξας φαρέτρας πῶμα· τῷ δ᾽ ἐναντία
ψυχὰ προφάνη Μελεάγρου,
καί νιν εὖ εἰδὼς προσεῖπεν·
«υἱὲ Διὸς μεγάλου,
80στᾶθί τ᾽ ἐν χώρᾳ, γελανώσας τε θυμὸν
***
Τ᾽ ορκίζομαι [στρ. β]και με τα χέρια μου τη γη χτυπώντας το φωνάζω:ποτέ σε ιπποδρομία, την ώραπου το άτι αυτό στο τέρμα ορμούσε,δεν του ᾽ρθε σκόνη απ᾽ άλογαπου να το ξεπερνούσανε· με του Βοριά τη φόρακαι κρατώντας γερά τον καβαλάρηχιμά, και στο φιλόξενοτον Ιέρωνα ζητωκραυγές50φέρνει καινούριας νίκης. Ω,μακάριος κείνος ο θνητόςπου ένας θεός πολλές τιμές, να τις ζηλεύουν όλοι,του δίνει, και μαζί πολλά για τη ζωή του πλούτη.Σε όλα καλότυχος, κανείς στον κόσμο· του Ηρακλήο απόλογος το δείχνει.
Ο ανίκητος [αντ. β]του Δία του αστραπορίχτη γιος, ο καστροπολεμίτης,στης Περσεφόνης, λένε, πήγετης λιγναστράγαλης το σπίτι60κάποτε για τον Κέρβερο·να φέρει της αζύγωτης Οχιάς το σκυλοδόντηαυτόν βλαστό στο φως από τον Άδη·εκεί, κοντά στου Κωκυτούτο ρέμα, τότε αντίκρισεψυχές ταλαίπωρων θνητών,όμοιες με φύλλα που άνεμοςτα τρεμοσείνει εκεί ψηλά στις ξάστερες της Ίδηςπροβατοβόσκητες κορφές· ανάμεσα στις άλλεςτου ανδρόκαρδου Μελέαγρου ξεχώριζε η ψυχή,70γερού κονταροσείστη.
Ο Ηρακλής, ο θαυμαστός γιος της Αλκμήνης, [επωδ. β]σαν τον είδε αστραφτερόν μες στ᾽ άρματά του,τη στριγγόλαλη χορδήστο δοξάρι, εκεί στ᾽ αγκρίφι του, στεριώνει,ξεβουλώνει τη φαρέτρακαι σαΐτα χαλκομύτικη απ᾽ αυτήβγάζει αμέσως· του Μελέαγρου όμως ο ίσκιοςπήγε, στάθηκε κατάντικρυ και του είπε,γιατί γνώρισε ποιός ήταν: «Γιε του Δία,80η ψυχή σου ας γαληνέψει, κι απ᾽ αυτούμη σαλέψεις.