Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2014

Τύποι σαγηνευτών

TheOtherMan_-AnnieLeibovitz_VogueUS_1013_02>Η Σειρήνα: Συχνά, ένας άνδρας καταπιέζεται κρυφά από τον ρόλο που πρέπει να παίξει – με το να πρέπει πάντα να είναι υπεύθυνος, να έχει τον έλεγχο και να είναι ορθολογιστής. Η Σειρήνα είναι η υπέρτατη ανδρική φαντασίωση επειδή προσφέρει μια απόλυτη απελευθέρωση από τους περιορισμούς της ζωής του. Κατά την παρουσία της, που είναι πάντα έντονη και σεξουαλικά φορτισμένη, το αρσενικό αισθάνεται να έχει μεταφερθεί σε έναν κόσμο καθαρής ευχαρίστησης. Σε έναν κόσμο όπου οι γυναίκες είναι συχνά υπερβολικά συνεσταλμένες για προβάλουν μια τέτοια εικόνα, μάθετε να αποκτάτε τον έλεγχο της λίμπιντο των ανδρών, ενσαρκώνοντας την φαντασίωση τους.

> Ο Ακόλαστος: Μια γυναίκα ποτέ δεν νιώθει απόλυτα ότι την ποθούν και την εκτιμούν αρκετά. Θέλει προσοχή, αλλά τις περισσότερες φορές οι άνδρες αποσπώνται και δεν ανταποκρίνονται. Ο Ακόλαστος αντιπροσωπεύει μια σημαντική γυναικεία φαντασίωση – όταν επιθυμεί μια γυναίκα, όσο λίγο και αν κρατήσει αυτή η στιγμή, θα φτάσει μέχρι την άκρη του κόσμου γι’ αυτήν. Μπορεί να είναι άπιστος, άτιμος και ανήθικος, αλλά όλα αυτά το μόνο που κάνουν είναι να προσδεθούν στη γοητεία του. Διεγείρετε τις καταπιεσμένες επιθυμίες μιας γυναίκας εφαρμόζοντας το μείγμα κινδύνου και απόλαυσης που χαρακτηρίζει τον Ακόλαστο.

> Ο Ιδανικός Εραστής: Οι περισσότεροι άνθρωποι κάνουν κάποια όνειρα στα νιάτα τους που γκρεμίζονται ή φθείρονται με τα χρόνια. Ανακαλύπτουν ότι είναι απογοητευμένοι από τους ανθρώπους, τα γεγονότα, την πραγματικότητα, που δεν μπορούν να εναρμονιστούν με τα νεανικά ιδανικά τους. Οι Ιδανικοί Εραστές ακμάζουν χάρη στα γκρεμισμένα όνειρα των ανθρώπων, που γίνονται ισόβιες φαντασιώσεις. Λαχταράτε ρομάντζο; Περιπέτεια; Ανώτερη πνευματική επικοινωνία; Ο ιδανικός Εραστής αντανακλά τη φαντασίωση σας. Είναι καλλιτέχνης στο να δημιουργεί την ψευδαίσθηση που απαιτείτε. Σε έναν κόσμο χυδαιότητας, από τον οποίο λείπει η μαγεία, όποιος ακολουθήσει τον δρόμο του Ιδανικού Εραστή θα αποκτήσει απεριόριστη δύναμη σαγήνης.

> Ο Δανδής: Οι περισσότεροι νιώθουμε παγιδευμένοι μέσα στους περιορισμένους ρόλους που ο κόσμος περιμένει να παίξουμε. Ελκυόμαστε άμεσα από αυτούς που είναι περισσότερο ρευστοί από εμάς – αυτούς που δημιουργούν την δική τους προσωπικότητα. Οι Δανδήδες μας διεγείρουν επειδή δεν μπορούν να κατηγοριοποιηθούν και υπαινίσσονται μια ελευθερία την οποία θέλουμε και εμείς. Παίζουν με τον ανδρισμό και την θηλυκότητα΄ διαπλάθουν την ίδια την σωματική τους εικόνα, που είναι πάντα εκπληκτική. Χρησιμοποιήστε την δύναμη του Δανδή για να δημιουργήσετε μια διφορούμενη, θελκτική παρουσία που αναμοχλεύει καταπιεσμένες επιθυμίες

> Ο Ανεπιτήδευτος: Η παιδική ηλικία είναι ο χρυσός παράδεισος που πάντα, συνειδητά ή ασυνείδητα, προσπαθούμε να επαναδημιουργήσουμε. Ο Ανεπιτήδευτος ενσαρκώνει τις επιθυμητές ιδιότητες τις παιδικής ηλικίας – αυθορμητισμό, ειλικρίνεια, έλλειψη επιτήδευσης. Κοντά στους Ανεπιτήδευτους αισθανόμαστε άνετα, μας παρασύρει το παιχνιδιάρικο πνεύμα τους, μεταφερόμαστε στην χρυσή εποχή. Υιοθετήστε την πόζα του Ανεπιτήδευτου για να εξουδετερώσετε την φυσική αμυντική στάση των ανθρώπων και να τους μεταδώσετε την απόλαυση να είναι ανίσχυροι.

> Ο Κοκέτης: Η ικανότητα να καθυστερεί κανείς την ικανοποίηση είναι η υπέρτατη τέχνη της σαγήνης – ενώ περιμένει, το θύμα βρίσκεται υποδουλωμένο. Οι Κοκέτηδες είναι οι μεγάλοι κυρίαρχοι του παιχνιδιού, ενορχηστρώνοντας μια παλινδρόμηση ανάμεσα στην ελπίδα και την σύγχυση. Χρησιμοποιούν ως δόλωμα την υπόσχεση της ανταμοιβής – την ελπίδα της σωματικής απόλαυσης, της ευτυχίας, της φήμης μέσω συσχετισμού, της δύναμης – που όλα όμως αποδεικνύονται απατηλά ωστόσο, αυτό καταφέρνει να κάνει τους στόχους τους να τους κυνηγούν περισσότερο. Μιμηθείτε την εναλλαγή της θερμής και ψυχρότητας του Κοκέτη και θα κρατήσετε τους σαγηνευμένους στα πόδια σας.

> Ο Γόης: Η γοητεία είναι σαγήνη χωρίς σεξ. Οι Γόηδες είναι τέλειοι χειραγωγοί των άλλων, καλύπτοντας την εξυπνάδα τους με το να δημιουργούν μια διάθεση απόλαυσης και άνεσης. Η μέθοδος τους είναι απλή: απομακρύνουν την προσοχή από τον εαυτό τους και την εστιάζουν στον στόχο τους. Κατανοούν το πνεύμα σας, νιώθουν το πόνο σας, προσαρμόζονται στις διαθέσεις σας. Κοντά σε έναν Γόη νιώθετε καλύτερα με τον εαυτό σας. Μάθετε να μαγεύεται, όπως ο Γόης, στοχεύοντας στις πρωταρχικές αδυναμίες των ανθρώπων: τη ματαιοδοξία και την αυτοεκτίμηση.

> Ο Χαρισματικός: Το χάρισμα είναι μια παρουσία που μας συναρπάζει. Πηγάζει από μια εσωτερική ποιότητα – την αυτοπεποίθηση, την σεξουαλική ενέργεια, την αίσθηση του σκοπού, την ικανοποίηση – που οι περισσότεροι άνθρωποι δεν την διαθέτουν και την επιθυμούν. Αυτή η ποιότητα ακτινοβολεί προς τα έξω, διαποτίζοντας τις κινήσεις των Χαρισματικών, κάνοντας τους να φαίνονται εξωπραγματικοί και ανώτεροι. Μαθαίνουν να τονίζουν το χάρισμα τους με ένα διαπεραστικό βλέμμα, έναν παράφορο λόγο, έναν αέρα μυστηρίου. Μάθετε να δημιουργείτε την ψευδαίσθηση του Χαρισματικού ακτινοβολώντας ένταση, ενώ παραμένετε αποστασιοποιημένοι.

> Ο Σταρ: Η καθημερινή ζωή είναι σκληρή, και οι περισσότεροι συνεχώς αναζητούμε τρόπους απόδρασης μέσα από φαντασιώσεις και όνειρα. Οι Σταρ τρέφονται από αυτήν την αδυναμία΄ ξεχωρίζοντας από τους άλλους μέσω ενός διακριτικού και ελκυστικού στυλ, μας κάνουν να θέλουμε να τους παρακολουθούμε. Ταυτόχρονα, είναι ασαφής και αιθέριοι, κρατώντας τις αποστάσεις τους και αφήνοντάς μας να φανταστούμε περισσότερα από όσα υπάρχουν. Η ονειρική ποιότητα τους λειτουργεί στο ασυνείδητο μας. Μάθετε πώς να γίνεται αντικείμενο γοητείας προβάλλοντας τη λαμπερή αλλά και απατηλή παρουσία του Σταρ.

> Ο Αντι-Σαγηνευτής: Οι Σαγηνευτές σας έλκουν χάρη στην εστιασμένη, εξατομικευμένη προσοχή που σας δείχνουν. Οι Αντι-Σαγηνευτές είναι το αντίθετο: ανασφαλείς, απορροφημένοι με τον εαυτό τους και ανίκανοι να κατανοήσουν την ψυχολογία ενός άλλου προσώπου, κυριολεκτικά απωθούν. Οι Αντι-Σαγηνευτές δεν έχουν αυτοσυνειδησία και ποτέ δεν συνειδητοποιούν πότε γίνονται ενοχλητικοί, επιβλητικοί ή φλύαροι. Ξεριζώστε τις ιδιότητες του Αντι-Σαγηνευτή μέσα σας και αναγνωρίστε τις στους άλλους – δεν υπάρχει ευχαρίστηση ή όφελος όταν σχετίζεστε με τους Αντι-Σαγηνευτές.

Ρητορική η Τέχνη της Πειθούς

rhetoric (1)
<Εικόνα  Η πειθώ και ο Έρως αριστερά και η Αφροδίτη και ο Αντέρως αντίκρυ. Τοιχογραφία Πομπηίας, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Νάπολης.

Εκφραζόμαστε, ενημερωνόμαστε, πληροφορούμε, γνωριζόμαστε, ερωτευόμαστε και καυγαδίζουμε μέσω του λόγου, είτε γραπτού, είτε προφορικού. Μολονότι οι ανάγκες της καθημερινής διπλωματίας ενίοτε μας εφιστούν την προσοχή στην επιλογή των λέξεων και του τόνου μας, αν δεν είμαστε πολιτικοί, δικηγόροι, δημοσιογράφοι ή λογοτέχνες, τότε σπανίως κοντοστεκόμαστε να αναλογιστούμε τη χρήση του λόγου, ειδικά του προφορικού.

Εν αρχή ην ο λόγος, ξεκινά η ιστορία της Γένεσης, και ο λόγος, με όλες του τις φιλοσοφικές, θεολογικές, κι εντελώς καθημερινές του προεκτάσεις, έχει την αναμφισβήτητη δύναμη να μορφοποιεί τον κόσμο και την πραγματικότητά μας κάθε λεπτό και στιγμή. Κατακλυζόμαστε καθημερινά από δείγματα γραπτού και προφορικού λόγου που στόχο έχουν να μας πείσουν και πείθοντάς μας, να διαπλάσουν την πραγματικότητά μας και να διαμορφώσουν τις απόψεις μας, από τα προϊόντα που θα αγοράσουμε μέχρι τις πολιτικές και κοινωνικές μας πεποιθήσεις. Πιστεύουμε ότι μόνοι μας διαμορφώνουμε τις απόψεις μας, όμως αλήθεια, πόσο σίγουροι είμαστε γι’αυτό;

Για να τις διαμορφώσουμε μόνοι μας πρέπει να έχουμε την απόλυτη διάκριση και συνείδηση του τι ακούμε κάθε λεπτό και στιγμή, τον βαθμό στον οποίο μας επηρεάζει ο εξωτερικός λόγος συναισθηματικά και νοητικά, και να διαπλάθουμε την συνείδηση και τις θέσεις μας μετά από βαθύ συλλογισμό. Ακόμη και το παρόν κείμενο που διαβάζετε έχει γραφτεί με σκοπό να σας πείσει, να διαμορφώσει την άποψή σας επάνω στο θέμα που πραγματεύεται. Αν η γραμματική,στην οποία αναφέρθηκα στην προηγούμενη στήλη, είναι η τέχνη της ποιητικής, τότε η ρητορική είναι η τέχνη της προφορικής έκφρασης και της πειθούς, κάτι που οι περισσότεροι θεωρούμε κάτι το εντελώς δεδομένο.

Σύμφωνα με τον Αισχύλο, απ’όλους τους θεούς, μόνο η Πειθώ, κόρη της Αφροδίτης, είναι ικανή να μεταπείσει τον ίδιο τον Θάνατο. Πέρα από τις μαγευτικές μυθολογικές αναφορές, διερωτάται κανείς ποιά μπορεί να είναι η χρησιμότητα της ρητορικής τέχνης της πειθούς για τον καθημερινό άνθρωπο; Για ποιό λόγο οι φιλόσοφοι της αρχαιότητας τη θεώρησαν τόσο σπουδαία που αφιέρωσαν ολόκληρες αράδες σε αυτήν, και γιατί αποτελούσε ένα από τα τρία πρώτα μαθήματα της κλασσικής παιδείας;

Αν αναλογιστούμε τον βαθμό στον οποίο τα ΜΜΕ και τα ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας έχουν εισχωρήσει στη ζωή μας, και αντιληφθούμε την σύγχρονη ενσάρκωση της ρητορικής, μάλλον θα συνειδητοποιήσουμε ότι η ρητορική όχι μόνο δεν είναι μια ξεπερασμένη τέχνη, αλλά ότι την έχουμε ανάγκη περισσότερο από ποτέ. Όχι για να γίνουμε κι εμείς περίτρανοι ρήτορες, αλλά για να γνωρίζουμε τα μυστικά της ώστε να ανταπεξέλθουμε στη λεπτοφυέστατη σαγήνη της.

Ο Πλάτωνας τόνισε τους κινδύνους της κατάχρησης της ρητορικής, καταλήγοντας ότι στα χέρια ενός φιλόσοφου, η ρητορική είναι η μαιά της ψυχής, και τονίζοντας ότι η ισχύς της απαιτεί πολύ λεπτή και στοχαστική αντιμετώπιση.

Η δε “αδελφή” της ρητορικής είναι φυσικά ο γραπτός λόγος, τον οποίο ο Πλάτων θεωρεί μεν “έμψυχο και ζωντανό,” αλλά επίσης τονίζει ότι χρήζει μεγάλης προσοχής. (Πλάτων, Φαίδρος 276-7).

Πέρα από τα ΜΜΕ, κυρίως, αλλά όχι μόνο η νέα γενιά, επικοινωνεί περισσότερο από ποτέ άλλοτε, με μια κουτσουρεμένη εκδοχή της γλώσσας. Με ένα δωρεάν ιστολόγιο (blog) γινόμαστε όλοι δημοσιογράφοι, ειδήμονες, δημαγωγοί, ηθοπλάστες. Κατά μία έννοια είναι εξαιρετικά δημοκρατική διαδικασία αφού, υποτίθεται ότι απελευθερώνεται ο χώρος της ενημέρωσης και επιβραβεύεται η ποιότητα με αναγνωσιμότητα, ακόμη και χωρίς κάποιος να έχει ακολουθήσει τις συνήθεις οδούς ανέλιξης στους χώρους των ΜΜΕ ή της δημοσιότητας.

Δημιουργείται πολυφωνία και ταχύτατη ανταλλαγή απόψεων με πλήρη – υποτίθεται – ελευθερία. Ωστόσο, ποιοτικά αξίζει μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό από το συνονθύλευμα πληροφοριών που κραυγάζει καθημερινά για την προσοχή μας, και είναι πολύ δύσκολο να διακρίνουμε μεταξύ έγκυρου και λανθασμένου, ή ηθελημένα ψευδών ειδήσεων. Πως, αλήθεια, ξεχωρίζουμε ένα ποιοτικό άρθρο από κάποιο άλλο που ίσως να έχει μόνο στόχο την αυτοπροβολή ή την ηθελημένη επιρροή της κοινής γνώμης; Πως διακρίνουμε την ποιότητα ακόμη κι όταν διαφωνούμε με κάποια άποψη;

Με ποιό γνώμωνα κρίνουμε; Δυστυχώς οι αντιδράσεις συνήθως φτάνουν στα άκρα: συνήθως ή εμπιστευόμαστε συγκεκριμένες πηγές που θεωρούμε έγκυρες – πολλές φορές με αμφίβολα κριτήρια – είτε απορρίπτουμε και αμφισβητούμε τα πάντα, ακόμη και τις πραγματικά έγκυρες πηγές.

Υπό τις παρούσες συγκυρίες, σε έναν τόπο με παραπαίουσα παιδεία και κακοφωνία απόψεων, το αποτέλεσμα είναι μια Βαβέλ στην οποία όλοι υποστηρίζουν τη θέση τους, αλλά ελάχιστοι διαθέτουν την ικανότητα κρίσης, διάκρισης, και ορθής επιχειρηματολογίας. Μοιραία η κοινή γνώμη, και κατά συνέπεια η πραγματικότητα, διαμορφώνεται από τις πιο ισχυρές φωνές – οι οποίες δεν είναι υποχρεωτικά οι πιο ορθές.

Κατά τον Αριστοτέλη ο σωστός λόγος έπρεπε πάντοτε να χαρακτηρίζεται από τρία στοιχεία, τα οποία έπρεπε να είναι επαρκώς ανεπτυγμένα και ισορροπημένα. Το πρώτο στοιχείο είναι ο λόγος, ή αλλιώς η επιχειρηματολογία. Για να το κρίνουμε, απαιτείται η λογική, το τρίτο “μάθημα” της βασικής τριάδας της κλασσικής παιδείας, για την οποία θα πούμε περισσότερα την επόμενη φορά.

Το δεύτερο στοιχείο είναι το πάθος, δηλαδή ο βαθμός στον οποίο ο λόγος επιδρά συναισθηματικά στον ακροατή/αναγνώστη. Συχνά στις μέρες μας έχουμε περίσσευμα πάθους εις βάρος του τρίτου στοιχείου, του ήθους, που αναφέρεται τόσο στην κατάρτιση και το γνωσιακό υπόβαθρο του ομιλητή/συντάκτη, όσο και στον απώτερο σκοπό του.

Όταν, σε μια δημοκρατική διαδικασία όπως την απελευθέρωση της επικοινωνίας στο διαδίκτυο, λείπουν ή βρίσκονται σε ανισορροπία τα στοιχεία αυτά, τότε μπορεί να πετυχαίνει τον σκοπό του το κείμενο, αλλά αποτυγχάνει πλήρως η δημοκρατική διαδικασία. Το αποτέλεσμα είναι μεν η διαμόρφωση απόψεων, αλλά μπορεί κάλλιστα να παίρνει τη μορφή προπαγάνδας, δημαγωγίας, παραπληροφόρησης, ή μαζικής αποχαύνωσης.

Μόνο όταν ένα αναγνωστικό κοινό ή ακροατήριο κρίνει συνειδητά βάσει του λόγου, του πάθους, και του ήθους, θα μπορέσει να διακρίνει την ορθότητα ενός λόγου/κειμένου, εφόσον βεβαίως τα παραπάνω στέκονται στις βάσεις τους: με διευρημένο πλαίσιο αναφοράς και ανεπτυγμένη λογική κρίση. Με την ίδια βάση σας προσκαλώ να εξετάσετε και το παρόν κείμενο και να αναλογιστείτε κατά πόσο πετυχαίνει, ή αποτυγχάνει, στον σκοπό του.

***
Στην ελληνική μυθολογία η Πειθώ ήταν η θεά που προσωποποιούσε την πειθώ, τη μεγάλη και πολύπλευρη δύναμη του ανθρώπινου λόγου. Η Πειθώ ωστόσο εμφανίζεται αρχικώς ως θεότητα όχι του λόγου, αλλά της ερωτικής δράσεως, δηλαδή του έρωτα και του γάμου. Αναφέρεται, κάπως συγκεχυμένα, ως κόρη της Αφροδίτης και του Ερμή. Η Πειθώ λατρευόταν άλλοτε ως αυτόνομη θεότητα και άλλοτε ως βοηθός άλλων θεοτήτων, όπως της Αφροδίτης, του Πόθου, του Ιμέρου, των Ωρών και των Χαρίτων.

Σπανιότερα το κύριο όνομα «Πειθώ» απαντάται ως επίθετο και θρησκευτική επίκληση της θεάς Αφροδίτης και της θεάς Αρτέμιδος. Στην περίπτωση του αρχαιοελληνικού γάμου, η σχέση της Πειθούς ήταν βαθύτερη, επειδή ο γαμβρός έπρεπε να διαπραγματευθεί με τον πατέρα της υποψήφιας νύφης (και να τον πείσει) ως προς τα οικονομικά του προκειμένου να την παντρευτεί. Οι πιο επιθυμητές γυναίκες προσέλκυαν πολλούς υποψήφιους μνηστήρες και ο πειστικός λόγος καθόριζε συχνά τον βαθμό επιτυχίας τους (πρβλ. και την ομοιότητα των λέξεων «πειθώ» και «πόθος»)

Η αντίστοιχη της Πειθούς στη ρωμαϊκή μυθολογία ήταν η Σουαδέλα. Εξάλλου, με το όνομα Πειθώ απαντάται και μία από τις Ωκεανίδες (η Θεογονία αναφέρει ακόμα και τη θεά ως κόρη του Ωκεανού και της Τηθύος)

Ο αστεροειδής 118 Πειθώ (118 Peitho), που ανακαλύφθηκε το 1872, πήρε το όνομά του από τις μυθικές αυτές μορφές.

Τρομαγμένες Καρυάτιδες

Μιλούν τα αγάλματα; Εκείνη η αέναη, νεκρική σιωπή που ανέκαθεν υπήρχε μέσα σε τούτο τον τάφο, έσπασε. Το πηχτό, παγωμένο χώμα που είχε γίνει ένα με τα μάτια και τα στήθη μας, άρχισε ξάφνου να πέφτει παραδίπλα από τα μάγουλά μας. Φάνηκαν τα πρόσωπά μας, τα λεπτομερώς ενδεδυμένα σώματα, μέχρι και των ποδιών αποκαλυφθήκανε τα δάχτυλά μας. Το μόνιμο σκότος, που ολοένα έπεφτε τριγύρω, έκανε να γίνει φως και χρώμα για πρώτη φορά, μετά από τόσο, ποιος ξέρει, καιρό.

Ποιος ξέρει άραγε για πόσο βρισκόμαστε σε αυτήν την ίδια στάση και κατάσταση, είναι λες και δεν ξυπνήσαμε ποτέ μας, είναι λες και κοιμηθήκαμε σε ύπνο βαθύ, αιώνιο, από την ίδια ώρα που μας έβαλαν εδώ, για να στηρίζουμε με τις κεφαλές μας το βάρος των νεκρών. Και το ακόμα πιο περίεργο είναι ότι κάπως έτσι κι εμείς ξεμείναμε ανάμεσα σε νεκρούς και ζωντανούς, αφού ουδέποτε υπήρξαμε ούτε το ένα ούτε το άλλο, ουδέποτε ζήσαμε ακριβώς μα ούτε και ξέρουμε πότε θα πεθάνουμε με ακρίβεια.

Είναι λες και τα κορμιά μας δεν κουνήθηκαν ποτέ τους, τα χέρια μας ποτέ δεν απλώθηκαν ως πέρα, τα βλέφαρά μας μείνανε για πάντα έτσι, ακίνητα και καταπλακωμένα, θαρρείς ότι εξ αρχής μαρμάρωσε η ύπαρξή μας όλη και ότι υπάρχουμε διαρκώς έτσι, εγκλωβισμένες μέσα σε μια διαρκή αγκύλωση που ξεκίνησε στο τότε και φτάνει μέχρι το ποτέ. Ακόμα κι έτσι όμως, ακόμα κι αν μας σκέπασε απ’ άκρη σ’ άκρη η απέραντη γη αμέτρητους αιώνες, ήδη διακρίνονται πάνω μας σημάδια φθοράς, μέτωπα ραγισμένα, χείλη κομμένα στα δυο, ίσως προσπαθήσαμε κάποτε να μετακινηθούμε πάλι, αλλά δεν τα καταφέραμε και μείναμε για πάντα να στέκουμε έτσι, ανθρώπινα αγάλματα ή, ποιος ξέρει, άνθρωποι αγαλματένιοι.

Σαν όλους αυτούς δηλαδή που διέκοψαν αυτή την αδιάκοπή μας νάρκη και στέκονται μπροστά μας τώρα. Μορφές γνώριμες αλλά εξελιγμένες, που μας κοιτούν και μας περιεργάζονται με μια στάση σαστισμένη, έχοντας τα στόματα ανοιχτά και τα μαλλιά αλαφιασμένα. Αγγίζουν αργά και με προσοχή μεγάλη τα ψυχρά μας δέρματα και είναι λες και μια ηδονή εισβάλλει στην ψυχή τους κάθε φορά που με ιδρώτα θωπεύουν κάθε ελάχιστο σημείο από τους λαιμούς και τα φορέματά μας.

Δάκρυα τρέχουν από τα μάτια τους, την ώρα που εμείς, οι κόρες μιας άλλης εποχής, αντανακλούμε μέσα στις κόρες των ματιών τους. Τους βλέπεις να υποκλίνονται και να μας αγκαλιάζουν, στα γόνατά μας πέφτοντας, λες και μας βλέπουν ως κάτι το υπεράνθρωπο, το θεϊκό, λες και ζητάνε έλεος από εμάς όλοι αυτοί οι άνθρωποι, γυναίκες, άνδρες και παιδιά, καθώς σέρνονται, φιλώντας μας μέχρι και στα πόδια, δεν ξέρεις πώς να εξηγήσεις αυτή την υπερβολική τους την αντίδραση, κάνουν λες και έχουν αμαρτήσει, λες κι έχουν κάνει κακό μεγάλο, ζητώντας να τους δώσουμε άφεση αμαρτιών.

Κι είναι κι αυτός ο τρόπος που γραπώνονται από επάνω μας, δύσμοιροι κι απελπισμένοι όλοι αυτοί, θαρρείς πως ψάχνουν να βρουν στους μαρμαρένιους μας χιτώνες λίγη ελπίδα, μια αφορμή για να χαρούν και να ζητωκραυγάσουν. Κι αυτός όλος ο σαματάς δυναμώνει ολοένα, καθώς όλο και περισσότεροι έρχονται από όλους αυτούς τους  ταλαίπωρους ανθρώπους. Φέρνουνε μαζί τους και μερικά παράξενα αντικείμενα, σε σχήματα τετράγωνα, που βγάζουν λάμψεις ουράνιες και που μας τυφλώνουν ασταμάτητα, ω, πράγματα και πλάσματα αναστατωμένα!

Ακόμα και η γλώσσα που βγαίνει απ’ το στόμα τους είναι συγχυσμένη, οι περισσότερες από τις λέξεις που χρησιμοποιούνε είναι σχεδόν ανολοκλήρωτες, μισές, μοιάζουνε δηλαδή με τη γλώσσα τη δικιά μας αλλά δεν είναι κι ακριβώς η γλώσσα η ίδια, κάποιες στιγμές ίσως καταφέρουν και πουν κάτι που να το καταλαβαίνουμε κι εμείς αλλά και τότε ακόμη οι λέξεις τους ηχούν λες και έχουν βάλει δέκα γλώσσες διαφορετικές σε μία. Τις περισσότερες φορές φωνάζουν, ωρύονται σαν τέρατα απόκοσμα, βγάζοντας άναρθρες κραυγές, κάνουν λες και δεν ακούνε μεταξύ τους τα όσα θέλουνε να πούνε.

Φοράνε φορέματα αλλόκοτα, ασφυκτικά, έχοντας δέσει κόμπους στους λαιμούς τους, που προσπαθούνε συνεχώς να τους λύσουν, μήπως και πέσουνε στη λήθη και πνιγούνε. Κάνουνε βήματα χωρίς ρυθμό και προορισμό, όλο πάνε και όλο έρχονται και ξαναβρίσκονται εκεί που ήταν προτού να ξεκινήσουν. Άλλοι κραυγάζουν αναμεταξύ τους και άλλοι αρπάζονται και ρίχνουν ο ένας τον άλλο στο έδαφος, όπως στην ένδοξη την πάλη.

Κι είναι και κάποιοι άλλοι που έρχονται και στέκονται δίπλα μας, κρατώντας κοντάρια και σπαθιά και πανοπλίες και στέκονται ημίγυμνοι με διάφορα σχέδια ζωγραφιστά πάνω στα σώματά τους, δείχνοντας διαρκώς τους γυμνασμένους μύες τους προς τους υπόλοιπους, που μένουν να κοιτούν έτσι, αμίλητοι και φοβισμένοι. Ύστερα, φέρνουν κοντά μας ανθρώπους που δεν είναι το δέρμα τους έτσι λευκό σαν το δικό μας και τους ποδοπατούν μπροστά μας, τους φτύνουν και τους σέρνουνε, κάποιο σφάλμα ασυγχώρητο θα κάνανε αυτοί για να τους τιμωρούνε. Τελικά, με όλους αυτούς εδώ ίσως και να μοιάζουμε, ίσως όμως τελικά και να μη μοιάζουμε καθόλου.

Κι όπως όλοι τους σπρώχνονται τριγύρω, περνούν με φόρα και σκυφτοί από πάνω μας, έτσι χαμηλού αναστήματος καθώς είναι, και προσπαθούνε να μπούνε ολόκληροι μέσα στον τάφο, σκάβουν με τα χέρια και τα νύχια τους τα ίδια, μέχρι να φτάσουν όσο βαθύτερα μπορούνε, κυλιούνται μέσα στα σκαμμένα χώματα, λες και κάνουν αγώνα για το ποιός θα φτάσει πρώτος στα έγκατα που οδηγούν στον κάτω κόσμο. Και πετάνε λάσπη και κραυγές μαζί, λέγοντας ονόματα όπως «Μέγας Αλέξανδρος», «Νέαρχος», «Ολυμπιάδα», «Θεσσαλονίκη», «Ελλάδα», «Μακεδονία».

Αυτήν την τελευταία πάντα τη φωνάζουν με θυμό και χτυπώντας τα στήθη τους με δύναμη και δεν αφήνουν κανέναν άλλο να τη χρησιμοποιήσει, να τη βάλει στο δικό του στόμα, ποιος ξέρει, ίσως αυτή η «Μακεδονία» να είναι κάποια μορφή ιερή, κάποια Θεά των σύγχρονων καιρών που θέλουν να τη σέβονται και να της δείχνουν αυτό το σεβασμό με πράξεις, για να αποφύγουν τη φοβερή και τρομερή οργή της.

Κι ύστερα, κάνουν ταυτόχρονα όλοι μαζί πιο πέρα, αφήνοντας χώρο για να περάσουν άλλοι, άνθρωποι ηγέτες, που ιππεύουν δαφνοστεφανωμένοι επάνω σε άλογα που δεν έχουν μήτε πόδια μήτε ουρές, αλλά μέταλλα μόνο και μάτια που φεγγοβολούνε φώτα πολύχρωμα.

Ένας από αυτούς πλησιάζει προς το μέρος μας, γελώντας με όλη τη δύναμή του, κάνοντας σχήματα με τα χέρια του στα πόδια μας, γελώντας ακόμα πιο δυνατά κι ακόμα πιο δυνατά, μετρώντας το ύψος και το πλάτος μας, ακόμα και τη μέση μας βάλθηκε να μετρήσει γύρω-γύρω, κουνώντας την κεφαλή του γύρω-γύρω. Και ζητωκραυγάζει φτύνοντας, την ώρα που τον φτύνουν ζητωκραυγάζοντας τα πλήθη.

Κι όσο περνάνε οι ημέρες, τα πλήθη αυτά πληθαίνουν κι άλλο κι οι κραυγές γίνονται σχεδόν εκκωφαντικές, μαζί με γέλια κι οδυρμούς μαζί, μια τραγωδία αρχαία θυμίζει όλο αυτό το σκηνικό μπροστά μας, αναμένοντας δίχως άλλο την κάθαρση, μήπως κι επέλθει γαλήνη κι ανακούφιση και κατευναστούν τα ανθρώπινα τα πάθη. Και όπως όλο σκάβουν και σκάβουν και παίρνουν το χώμα από πάνω μας, εξακολουθούμε να αναρωτιόμαστε μήπως τελικά τούτη η κατάσταση που βλέπουμε είναι η συνέχεια τού τάφου.

Μήπως φανερώθηκε μπροστά μας στ’ αλήθεια ο Άδης με όλα αυτά τα πλάσματα, που θαρρείς ότι ίσως και να μας μοιάζουν αλλά δείχνουν να είναι και τόσο διαφορετικά, πρέπει όντως να πέρασε καιρός αμέτρητος από τότε που μας σκέπασε το απέραντο χώμα, αιώνες θα περάσανε, δεν είναι τούτη η γη η ίδια πια, δεν είναι ίδιες οι λέξεις, αλλάξανε τα αναστήματα, οι εκφράσεις των ανθρώπων, αυτά όλα που φοράνε, δεν είναι ίδιος ο τρόπος που κοιτάνε, τα μάτια και τα σώματα δεν έχουν ίδια σχήματα, δεν έχουνε οι άνθρωποι ετούτοι εδώ ελπίδα.

Τη μια σέρνονται στα πόδια μας και μας φιλάνε, την άλλη μάς φτύνουν και με το σχήμα από τα πόδια μας γελάνε, διαρκώς φωνάζουνε και κλαίνε την ίδια ώρα που γελάνε, ίσως τελικά να ήταν καλύτερα στην προηγούμενη κατάστασή μας, τότε δηλαδή που βλέπαμε μονάχα όνειρα άπειρα, ίσως να ήταν καλύτερα να μέναμε μακριά από όλες αυτές τις ασταμάτητες κι ακατανόητες φωνές που ποτέ τους δεν κοπάζουν.

Αρθριτισμός

Ο αρθριτισμός είναι μια παθολογική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από προβλήματα στο μυοσκελετικό μας σύστημα και εκδηλώνεται με άλγος, δυσκινησία, δυσκαμψία, οίδημα μιας ή περισσότερων αρθρώσεων ή και μυών του σώματός μας. Η εμφάνιση των συμπτωμάτων είναι οξεία ή χρόνια.

Ο αρθριτισμός διακρίνεται σε διάφορες κατηγορίες, από την απλή οστεοαρθρίτιδα ως τις πιο βαρείες καταστάσεις όπως οι ρευματοειδείς αρθρίτιδες. Βασική αιτία της εμφάνισης των αρθρίτιδων είναι ο μεταβολισμός των τροφών στον οργανισμό μας. Το σώμα μας για να λειτουργήσει, να κινηθεί και να αισθανθεί, έχει ανάγκη της τροφής που είναι η βασική πηγή ενέργειας του.

Η τροφή υφίσταται μία αλυσίδα αντιδράσεων στο έντερο και μεταβολίζεται στο ήπαρ, προκειμένου να δώσει τα απαιτούμενα χρήσιμα υλικά στον οργανισμό μας. Αυτή η διαδικασία αποκαλείται αναβολισμός. Ακολουθεί ο καταβολισμός συστατικών της τροφής και στοιχείων του οργανισμού μας που χρησιμοποιήθηκαν και η αποβολή τους μέσω των απεκκριτικών συστημάτων του σώματος μας (ουροποιητικό σύστημα, έντερα, πνεύμονες, δέρμα).

Όταν το ισοζύγιο της μεταβολικής διεργασίας είναι αρνητικό (δηλαδή, όταν δεν αποβάλλονται όλα τα προϊόντα του καταβολισμού), τότε αυτά συσσωρεύονται στο σώμα μας προκαλώντας τοξίνωση του και εκφυλισμό των ιστών μας.

Μια ενεργητική διεργασία αποβολής των συσσωρευμένων τοξινών είναι η αρθριτική κρίση με την οποία ο οργανισμός μας προσπαθεί να αποβάλλει τις τοξίνες του, με την μορφή κρυστάλλων ουρικού οξέως ή ασβεστίου ή ποικίλου περιεχομένου κολλοειδών εξιδρωμάτων. Αυτό επιτυγχάνεται κυρίως μέσω της αιματικής οδού. Χαρακτηριστικό της αρθρίτιδας είναι η διάταση των αγγείων της πάσχουσας περιοχής.

Η επιλογή των περιοχών που εκδηλώνεται η αρθριτική φλεγμονή συνδέεται και με την διαδικασία καθαρισμού κεντρικών οργάνων του σώματος μας, όπως π.χ. του ήπατος, του παγκρέατος, κ.α.

Μερικές ζώνες του σώματός μας  συνδέονται «χαρακτηριστικά» μ΄ αυτά τα όργανα, π.χ. η  βάση του αυχένα  καθώς και οι κροταφογναθικές αρθρώσεις, συνδέονται άμεσα με την λειτουργία του ήπατος. Η εμφάνιση της πάρεσης του προσωπικού νεύρου (ψύξη ) προαναγγέλλει σε πρώιμη ηλικία την εμφάνιση διαβήτη ή άλλης σοβαρής ηπατικής βλάβης σε όψιμη ηλικία

Στην οξεία φάση της αρθρίτιδας, επιβάλλεται η πλήρης ακινητοποίηση της περιοχής, η επίθεση επιθεμάτων με ζεστό λάδι, η απόλυτη νηστεία και η λήψη χλιαρού νερού με μέλι σε μεγάλες ποσότητες 2 ή 3 λίτρα την ημέρα. Ταυτόχρονα, κάνουμε υποκλυσμούς  με χλιαρό νερό λάδι  και τριμμένο πράσινο σαπούνι. Στην περιοχή που φλεγμαίνει βάζουμε βεντούζες, οι οποίες απομυζούν τοξικά προϊόντα από το βάθος των ιστών. Παλιά χρησιμοποιούσαν βδέλλες, οι οποίες  αφενός απομυζούσαν το πλεονάζων αίμα και αφετέρου εισήγαγαν στην κυκλοφορία ένα ένζυμο την ιρουξόλη που έχει αντιφλεγμονώδεις και αντιπηκτικές ιδιότητες.

Τα αντιφλεγμονώδη φάρμακα χημικής προέλευσης, όχι μόνον δεν θεραπεύουν αλλά μπορεί να είναι επικίνδυνα γιατί καταργούν τον πόνο, που είναι προειδοποιητικός  για την κατάσταση μάχης που συντελείται στο σώμα και, συνεπώς, δεν επιτρέπει να γίνει αντιληπτή η αδυναμία της άρθρωσης για την εκτέλεση έργου. Έτσι χρησιμοποιούμε το σώμα μας χωρίς να παίρνουμε μέτρα προφύλαξης και μπορούμε να προκαλέσουμε την καταστροφή της περιοχής με ρήξη των συνδέσμων, βαριές δισκοπάθειες κ.λ.π.

Τα φάρμακα αυτά μπορεί να προκαλέσουν σοβαρές παθολογικές καταστάσεις, όπως:

- ουρική αρθρίτιδα (από διουρητικά, κυτταροστατικά, ασπιρίνη),

- λύκο (από προκαϊναμίδη, μεθυλντόπα, ισονιαζίδη),

- βαριά μυοπάθεια (από κορτιζόνη, πενικιλαμίνη, ταξολ, κολχικίνη),

- οστεονέκρωση (από κορτιζόνη, ακτινοβολία, εγχείρηση της κεφαλής του μηριαίου),

- νεκρωτική αγγειίτιδα (από ισχυρά αντιφλεγμονώδη φάρμακα).

Η αρθριτική κρίση, ουσιαστικά, δεν είναι νόσος αλλά η τελευταία φάση μιας θεραπευτικής προσπάθειας του οργανισμού μας. Και σ’ αυτή την προσπάθεια θα πρέπει να αντιμετωπιστεί όχι με κατασταλτική αλλά με κατάλληλη θεραπευτική αγωγή.

Στην εποχή μας, η εμφάνιση της αρθρίτιδας γίνεται σε όλο και μικρότερες ηλικίες και όλο και πιο έντονο βαθμό. Σ’ αυτό συμβάλλει η κακή ποιότητα του φαγητού που συντίθεται από βιομηχανικά επεξεργασμένα τρόφιμα, για τις καύσεις των οποίων, ο οργανισμός μας δεν διαθέτει κατάλληλα ένζυμα.

Επιπροσθέτως, τα τρόφιμα αυτά δεν περιέχουν χρήσιμα ιχνοστοιχεία μετάλλων που είναι απαραίτητα για την καλή λειτουργία των οστών μας, όπως, για παράδειγμα, το θείο, που βρίσκεται σε πολλές ενώσεις στον οργανισμό μας

Χατσεψούτ: Η ισχυρότερη γυναίκα της αρχαιότητας -Ενθρονίστηκε «βασιλιάς» της Αιγύπτου και ντυνόταν σαν άνδρας

Η Χατσεψούτ, η γυναίκα που έγινε «βασιλιάς» της Αιγύπτου θεωρείται η ισχυρότερη γυναίκα της αρχαιότητας.
Ήταν στην Αίγυπτο του 15ου αιώνα π.Χ., εκεί όπου οι γυναίκες δεν θεωρούνταν τίποτα παραπάνω από σεξουαλικοί σύντροφοι και «μηχανές» αναπαραγωγής, αλλά η Χατσεψούτ έγραψε τη δική της σελίδα στην ιστορία, ανεβαίνοντας στο θρόνο του πιο πλούσιου και ισχυρού κράτους της εποχής.

Δεν ξεκίνησαν όλα ιδανικά. Όταν γέννησε το παιδί του ετεροθαλούς αδελφού της, του βασιλιά, ήταν κορίτσι και όχι το αγόρι που όλοι ήλπιζαν.
Αλλά αυτό ουσιαστικά έβαλε τα θεμέλια για να ανέβει η ίδια στην εξουσία. Ο σύζυγός της πέθανε μετά από τρία χρόνια στο θρόνο, ενώ εκείνη ήταν πολύ μικρή, περίπου 16 ετών, όπως γράφει η καθηγήτρια Αιγυπτιακής τέχνης και αρχιτεκτονικής, Κάρα Κούνεϊ, στο TIME. Εκείνη τη στιγμή, ο επόμενος στη διαδοχή ήταν ένα βρέφος, γιος μίας εκ των άλλων γυναικών του βασιλιά.
Η Χατσεψούτ μπορούσε να καλύψει το κενό. Καταγόταν από βασιλιάδες, ήταν μορφωμένη και εκτός από σύζυγος του βασιλιά, ήταν και μία από τις πιο ισχυρές ιέρειες της Αιγύπτου. Η ίδια μερίμνησε για τη μόρφωση του μικρού βασιλιά, τη μύησή του στις τελετές και τη στρατιωτική του εκπαίδευση. Αλλά από τη στιγμή που ήταν τόσο νεαρός, εκείνη ανέλαβε τα ηνία.
Ήταν εκείνη που έδινε εντελώς για εμπορικές επιχειρήσεις, που συζητούσε οικονομικά θέματα και έδινε εντολές για να καταπνιγούν οι εξεγέρσεις στην Κέρμα (το σημερινό Σουδάν). Επέβλεπε προσωπικά τη λεία από τον πόλεμο, σύμφωνα με επιγραφή σε τάφο.
Αποφάσισε όμως ότι ήθελε περισσότερα. Όταν ο νεαρός βασιλιάς Τούθμωσι Γ' ήταν 8-9 ετών, εκείνη ενθρονίστηκε βασιλιάς δίπλα του, με την υποστήριξη των πρώτων οικογενειών της Αιγύπτου. Έγινε βασιλιάς, γιατί στην αρχαία Αίγυπτο δεν υπήρχε λέξη για τη γυναίκα ηγέτιδα.
Όταν ο Τούθμωσι Γ' πλησίαζε τα 16, έκανε κάτι ακόμη για να διατηρήσει την εξουσία. Άρχισε να ντύνεται σαν άνδρας σε τελετές. Έκρυβε το στήθος της, φορούσε ανδρικά ρούχα, έβαζε μούσι.
Είχε ήδη μεγαλώσει αρκετά, κάτι που σήμαινε ότι δεν θα μπορούσε να ελπίζει ότι θα μπορούσε να γεννήσει ένα δικό της διάδοχο και ήταν βέβαιη ότι ο άνθρωπος με τον οποίο μοιραζόταν το θρόνο, σύντομα θα καθόταν μόνος του σε αυτόν. Έπρεπε λοιπόν να παραμείνει πάνω από εκείνον.
Ουσιαστικά όμως βοήθησε τον Τούθμωσι Γ', κρατώντας την στο πλευρό της. Εκείνος τη συνόδευε σε εκστρατείες, κάτι που απέδωσε. Έγινε ο σπουδαιότερος πολεμιστής βασιλιάς που είδε ποτέ η Αίγυπτος.
Ο ίδιος ίσως δεν το έβλεπε έτσι. Για αυτό, 25 χρόνια μετά από το θάνατό της, ο Τούθμωσι έδωσε εντολή να καταστραφούν τα αγάλματά της και οι επιγραφές σε τάφους που αφορούσαν τα χρόνια της κυριαρχίας της. Ήθελε να δει το γιο του στο θρόνο και να αποκλείσει το ενδεχόμενο να τον καταλάβει ξανά μία γυναίκα.
Από το 15ο αιώνα π.Χ. πολλά έχουν αλλάξει για το «ασθενές» φύλο. Η προσπάθεια των γυναικών να αναρριχηθούν στην εξουσία όμως μοιάζει σχεδόν όσο δύσκολη ήταν και τότε.

O δυσκολότερος μαθηματικός γρίφος στην Ιστορία - Μπορείτε να τον λύσετε;

Κάθε φορά που ένας μαθηματικός ολοκληρώνει μια απόδειξη, βρίσκεται μπροστά με μια ολοκαίνουργια εμπειρία. Ανοίγει μια πόρτα κλειδωμένη ως τώρα, εισέρχεται στο ανεξερεύνητο δωμάτιο που μόλις ανακάλυψε και μέσα σε αυτό... απολαμβάνει το νέκταρ της επιτυχίας του.

Η ευχαρίστηση της ανακάλυψης, η εξερεύνηση ενός χώρου «ξένου» και αγνώστου μέσα στα μαθηματικά μονοπάτια, είναι ίσως ο,τι καλύτερο μπορεί να προσφέρει η μαθηματική επιστήμη.
Η «απλή» εικασία που μετατράπηκε στο... δυσκολότερο πρόβλημα στην ιστορία των μαθηματικών.

Ένα πρόβλημα μπορεί να φαίνεται απλό, μπορεί να δίνει την εντύπωση πως η λύση του δεν θα αργήσει να έρθει. Στον κόσμο των μαθηματικών όμως βασιλεύει η αβεβαιότητα.
Τα περίεργα σύμβολα και οι τεράστιες παραστάσεις δεν εγγυούνται την δυσκολία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το τελευταίο θεώρημα του Φερμά, μια μικρή και λιτή εικασία που διατυπώνεται σε μόλις μία γραμμή.
«Αν ένας ακέραιος n είναι μεγαλύτερος του 2, τότε η εξίσωση xn+yn=zn, όπου x, y, και z θετικοί ακέραιοι δεν έχει λύση.» Πως μπόρεσε μια τόσο μικρή πρόταση να... εγκλωβίσει την σκέψη των μαθηματικών για παραπάνω από τρεις αιώνες; Η θεωρία που κρύβεται πίσω από αυτόν τον μικρό «γρίφο» ήταν ικανή να το μετατρέψει σε... μύθο.
Για χάρη αυτής της εικασίας γράφτηκαν οι περισσότερες λανθασμένες αποδείξεις, δημιουργώντας έτσι μια θέση στο βιβλίο Γκίνες για το «δυσκολότερο πρόβλημα στην ιστορία των μαθηματικών».

Ο προχειρογραμμένος γρίφος του Φερμά και ο... μυστηριώδης ισχυρισμός του
Ο Φερμά ήταν ένας σπουδαίος και ταλαντούχος μαθηματικός του 17ου αιώνα, ο οποίος δημιούργησε και απέδειξε μια μεγάλη σειρά θεωρημάτων. Οσες από τις προτάσεις του έμειναν αναπόδεικτες μετά τον θάνατο του, δεν άργησαν να επιβεβαιωθούν από άλλους μαθηματικούς.
Ο Γάλλος επιστήμονας όμως είχε φροντίσει να συμπεριλάβει ένα πραγματικά ξεχωριστό πρόβλημα στο έργο του. Το τελευταίο θεώρημα του, το γνωστότερο από όλα τα άλλα, ήταν κάτι το μοναδικό. Η δυσκολία του σε συνδυασμό με την λιτότητα του αντικατόπτριζαν πλήρως την φύση των μαθηματικών, ενώ η απόδειξη του αποτέλεσε τον διακαή πόθο κάθε μαθηματικού για τους επόμενους τρεις αιώνες.
Το πρόβλημα που δυσκόλεψε όσο κανένα άλλο την μαθηματική κοινότητα προήλθε από μια απλή σημείωση του Γάλλου μαθηματικού στο βιβλίο Αριθμητικά του Διόφαντου. Το τελευταίο θεώρημα του Φερμά ήταν ουσιαστικά μια άλυτη εικασία γραμμένη πρόχειρα πάνω στις σελίδες ενός βιβλίου.
Μάλιστα στο περιθώριο του ίδιου βιβλίου υπήρχε και μια ξεκάθαρη δήλωση του... μυστήριου μαθηματικού, ο οποίος ισχυριζόταν πως είχε μια πολύ κομψή απόδειξη για το θεώρημα του, μόνο που είναι... πολύ μεγάλη για αν χωρέσει σε τόσο λίγο χώρο.

Η κρυφή δυσκολία του προβλήματος και οι ατελείωτες ανεπιτυχείς προσπάθειες
Η εικασία του Φερμά και ο ισχυρισμός του πως η λύση του προβλήματος υπάρχει, πυροδότησε το ενδιαφέρον σύσσωμης της μαθηματικής κοινότητας. Η διατύπωση του θεωρήματος μπορούσε να γίνει αντιληπτή από τον καθένα.
Ο Γάλλος μαθηματικός ισχυριζόταν πως «είναι αδύνατο να χωρίσεις μια δύναμη μεγαλύτερη της δεύτερης, σε δύο ίδιες δυνάμεις». Αν στο τύπο αντικαθιστούμε το «n» με τον αριθμό 2, οδηγούμαστε στις πυθαγόρειες τριάδες. Υπάρχουν άπειροι ακέραιοι αριθμοί οι οποίοι υψωμένοι στο τετράγωνο ικανοποιούν την εξίσωση του Φερμά. Ενα απλό παράδειγμα είναι το 32 +42 = 52. Οταν όμως ο εκθέτης ήταν μεγαλύτερος του δύο, τότε η διαδικασία δυσκόλευε αρκετά.
Η επίλυση της εικασίας ήταν μια αργή διαδικασία, αποτελούμενη από πολλά βήματα σε βάθος χρόνου. Ανάμεσα στο πλήθος των λανθασμένων αποδείξεων που δημοσίευαν επίδοξοι μαθηματικοί της εποχής, υπήρχαν και προσπάθειες που προσέγγισαν αρκετά την λύση του προβλήματος.
Μαθηματικοί όπως η Σοφί Ζερμαίν και Ερνστ Κούμερ έκαναν πολύ αξιόλογες προσπάθειες και εν μέρει κατάφεραν να αποδείξουν το θεώρημα του Γάλλου μαθηματικού. Κάθε πρόταση στα μαθηματικά όμως απαιτεί απόλυτη αυστηρότητα. Οι δύο μαθηματικοί, αν και είχαν κάνει καλή προσέγγιση του θέματος, δεν κατάφεραν να το λύσουν εξ ολοκλήρου.

Η συμβολή των μαθηματικών του 20ου αιώνα - Η... φανταστική ιδέα που οδήγησε στην λύση του θεωρήματος
Είχαν περάσει σχεδόν τρεις αιώνες από την διατύπωση του θεωρήματος χωρίς να βρεθεί μια αυστηρή λύση του. Παράλληλα είχαν δημιουργηθεί ολοκαίνουριοι κλάδοι των μαθηματικών όπως η Μιγαδική Ανάλυση, ενώ τομείς όπως η Αλγεβρική Τοπολογία είχαν εξελιχθεί σημαντικά. Ποιος θα περίμενε όμως ότι η λύση ενός προβλήματος που προέρχεται από την εποχή του... μπαρόκ θα βρισκόταν ανάμεσα στα εξελιγμένα πλέον μαθηματικά;
Το 1984, ένας μαθηματικός με αρκετό θάρρος και φαντασία, σκέφτηκε να συνδέσει το θεώρημα του Φερμά με αυτό των modular forms. Ο Ζέραρντ Φρέι ήταν ο πρώτος που επιχείρησε να επιλύσει την εικασία του Φερμά χρησιμοποιώντας σύγχρονες μεθόδους, φαινομενικά άσχετες με αυτήν.
Περίπου δέκα χρόνια μετά, ο Αντριου Γουάιλς συνεχίζοντας την ιδέα του Φρέι, κατάφερε να φτάσει στην πρώτη ολοκληρωμένη απόδειξη του μαθηματικού μύθου. Ελλειπτικές καμπύλες, μιγαδικά ημιεπίπεδα, θεωρία αριθμών και στοιχεία από πολλούς άλλους μαθηματικούς κλάδους εμπεριέχονταν σε μια απόδειξη δυσανάλογα μεγάλη με την εικασία.
Η απόδειξη του Γουάιλς που δημοσιεύτηκε το 1993, ανάμεσα στον τεράστιο αριθμό σελίδων της είχε μερικές ανακρίβειες. Η προσπάθεια του Βρετανού μαθηματικού δεν έγινε δεκτή από την μαθηματική κοινότητα, το γεγονός αυτό όμως δεν τον πτόησε.
Σε συνεργασία με έναν παλιό του φοιτητή, τον Ρίτσαρντ Τέιλορ, ο Γουάιλς κατάφερε να διορθώσει τα λάθη της γιγαντιαίας απόδειξης του και να... γευτεί το νέκταρ της απόλυτης μαθηματικής ικανοποίησης. Το 1995 ο μύθος του τελευταίου θεωρήματος του Φερμά είχε λάβει τέλος, ενώ ένας νέος μύθος γεννιόταν γύρω από το πρόσωπο του Αγγλου μαθηματικού που έγινε αμέσως πασίγνωστος.

Η μαγική αίσθηση της ανακάλυψης και... το νέκταρ της μαθηματικής επιτυχίας
Προσπαθώντας να περιγράψει την «περιπέτεια» του κατά τη διάρκεια της επίλυσης του θεωρήματος του Φερμά, ο Γουάιλς κατάφερε να αποδώσει πλήρως την μαγεία της μαθηματικής έρευνας.
«Ίσως, ο καλύτερος τρόπος για να περιγράψω την εμπειρία μου στα μαθηματικά είναι να την παρομοιάσω με την εμπειρία του να εισέρχεσαι σε ένα σκοτεινό μέγαρο. Εισέρχεσαι στο πρώτο σκοτεινό, απολύτως σκοτεινό, δωμάτιο. Σκοντάφτεις δεξιά, αριστερά και πέφτεις επάνω στα έπιπλα. Σιγά σιγά μαθαίνεις που βρίσκεται κάθε έπιπλο.
Και τελικά, μετά από περίπου έξι μήνες, βρίσκεις το διακόπτη και ανάβεις το φως. Ξαφνικά, λοιπόν, τα πάντα φωτίζονται και βλέπεις πλέον που βρισκόσουν. Κατόπιν εισέρχεσαι στο επόμενο σκοτεινό δωμάτιο.»

Το τελευταίο θεώρημα του Φερμά, το δυσκολότερο πρόβλημα στην ιστορία των μαθηματικών, από το 1995 και μετά είναι πλέον αποδεδειγμένο.
Ο μύθος γύρω από την εικασία του Γάλλου μαθηματικού ωστόσο θα είναι για πάντα ζωντανός, ικανός να δημιουργεί επιπλέον ανησυχίες στους νεοφώτιστους μαθηματικούς. Προβλήματα σαν κι αυτό μένουν στην ιστορία όχι μόνο για την δυσκολία τους, αλλά και για την ικανότητα τους να «μαγεύουν» τους νέους μαθηματικούς, οδηγώντας τους στην δική τους πορεία προς το... νέκταρ της μαθηματικής τους επιτυχίας.

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2014

Γαμήλια έθιμα της αρχαιότητας και η θέση της γυναίκας στο γάμο

 Η δήλωση του Αίαντα, στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή, ότι «η ζωή ενός άνδρα αξίζει πολύ περισσότερο από τη ζωή χιλίων γυναικών», αλλά και αυτή του νομοθέτη Σόλωνα ότι «χαλεπόν φορτίον η γυνή» δίνουν ένα πρώτο στίγ­μα για το ποια ήταν γενικά η θέση της γυναίκας στην αρχαιότητα. Ο προσδιορισμός επιπλέον του ρόλου της ως του ατόμου που «προετοιμάζεται για να γίνει καλή νοικοκυρά και μητέρα, να δίνει εργασίες στους δούλους, να νοικοκυ­ρεύει το έχει της» (Σοφοκλής, Αίας) προϊδεάζει και για την έγγαμη ζωή της σε μια κοινωνία που για πολλούς άνδρες θεωρείται «το γαμείν έσχατον του δυστυχείν», πλην όμως αναγκαίο κακό, καθώς «να πεις το γάμο πως δε θες και τις φροντίδες της γυναίκας κι έτσι δεν κάμεις παντρειά, και φτάσεις τα γεράματα χωρίς κανέναν να ‘χεις για να σε γηροκομά, τότε το βίο σου βέβαια δε θα στερηθείς, μα σαν πεθάνεις, μακρινοί θα σου το μοιραστούνε» (Ησίοδος, Θεογονία 585 κ.ε.).
Ο γάμος στην αρχαία Ελλάδα

Η κόρη στην Αθήνα είναι από τη γέννησή της περιορισμένη στο χώρο της οικίας, όπου διδάσκεται τις δου­λειές του νοικοκυριού, τραγούδι και χορό (για τη συμμετοχή της σε θρησκευτικές εορτές) και σπάνια ελάχιστα γράμματα κατ’ οίκον, αφού η παρουσία της στο σχολείο είναι αδιανόη­τη για το εκπαιδευτικό σύστημα της πόλης της. Εδώ πραγ­ματικά εντυπωσιάζει τους σύγχρονους μελετητές και σκαν­δαλίζει τους αρχαίους το γεγονός ότι η πάντοτε αυστηρή Σπάρτη επιτρέπει στα κορίτσια της να «παρατάνε τα σπίτια τους και με ξέσκεπα τα μηριά τους και με τα πέπλα ανεμίζο­ντας γυμνάζονται στα στάδια και τις παλαίστρες μαζί με τα αγόρια» (Ευριπίδης, Ανδρομά­χη 597-598).

Τα λακωνικά έθιμα επιτάσσουν ισότιμη και ισόκυρη αγωγή των κοριτσιών και των αγοριών, όπως διαπιστώ­νεται και από τις ρήσεις τουνομοθέτη Λυκούργου, ο οποίος «όρισε τα κορίτσια να γυμνάζο­νται εξίσου με τα αγόρια και [...] όπως τους άνδρες διέταξε και τις γυναίκες να συναγωνί­ζονται μεταξύ τους στο δρόμο και την αντοχή γιατί, όταν και οι δυο είναι δυνατοί, πίστευε ότι και τα παιδιά θα γίνονται δυ­νατότερα» (Ξενοφών, Λακεδαι­μονίων Πολιτεία 1.4).

Και τα δυο εκπαιδευτικά συστήματα όμως αποσκοπούν στο ίδιο απο­τέλεσμα: να αναθρέψουν μια καλή νοικοκυρά, σύζυγο και μητέρα, στην πρώτη περίπτωση, ή, στην άλλη, να γαλουχήσουν γυναίκες με υψηλό αίσθημα ευθύνης και συνείδησης, οι οποίες θα χρηματίσουν αφοσιωμένες σύζυγοι και μητέρες με την ανάλογη φυσική ρώμη, ώστε να γεννήσουν γερά παι­διά, ικανά να ταχθούν στην υπηρεσία της Σπάρτης.

Η περιορισμένη στο στενό πλαίσιο του γυναικωνίτη Αθη­ναία κοπέλα[1] δεν έχει ευκαιρίες να συναναστρέφεται νέους, τουλάχιστον μέχρι τα τέλη του 5ου αιώνα, οπότε οι ειδικές συνθήκες του Πελοποννησιακού πολέμου επιτρέπουν προσω­ρινές αλλαγές στα ήθη.[2] Ο κανόνας θέλει τον «κύριο» της κό­ρης -ήτοι τον πατέρα, αδελφό ή άλλο αρσενικό νόμιμο κηδε­μόνα- να επιλέγει τον μέλλοντα σύζυγό της.

Η περίπτωση που αναφέρει ο Ηρόδοτος (6.122) ενός πατέρα που «στις τρεις κό­ρες του φέρθηκε κατά τον εξής τρόπο: όταν ήταν της παντρειάς, τους έδωσε μια προίκα τρανταχτή και άφησε καθεμιά τους να διαλέξει από όλους τους Αθηναίους όποιον ήθελε για άντρα της και την πάντρεψε με αυτόν που διάλεξε» συνιστά εξαίρε­ση από τις ελάχιστες.

Αντίθετα στη Λακεδαίμονα πρωτεύοντα ρόλο συνήθως παίζει η θέληση και των δυο νυμφευόμενων, ενώ ο ρόλος του πατέρα της νύφης υποβιβάζεται αισθητά. Η κατάλληλη ηλικία για γάμο είναι για τις κόρες της Αττικής από την εφηβεία -γύρω στα 12- και μέχρι τα 16, ηλικία που συνι­στά ο Ησίοδος (Έργα και Ημέραι 696-698), ενώ για τους άν­δρες τα 24 με 30. Τον 4ο αιώνα, ο Πλάτωνας (Νόμοι 785b) και ο Αριστοτέλης (Πολιτικά 1335a) ανεβάζουν κάπως το όριο (16­-20 για τη γυναίκα και 30-35 για τον άνδρα ο μεν, και 18 και 37 ο δε), αλλά και πάλι η διαφορά ανάμεσα στο ζευγάρι παραμέ­νει αρκετά μεγάλη. Στη Σπάρτη η διαφορά είναι μικρότερη, εφόσον οι ισχύουσες νομικές διατάξεις θέ­λουν να παντρεύονται οι γυναίκες 19-20 ετών και οι άνδρες 20-30 (ήτοι στη σωματική τους ακμή).

Τα προσόντα μιας υποψή­φιας Αθηναίας νύφης συνοψίζο­νται από τον Ισχόμαχο (Ξενο­φών, Οικονομικός 7.11):
«τι μπο­ρούσε να ξέρει καλά, Σωκράτη, όταν την παντρεύτηκα; Δεν ήταν ακόμα καλά καλά δεκαπέντε χρο­νών όταν ήλθε στο σπίτι μου μέχρι τότε ζούσε κάτω από αυστηρή επίβλεψη. Έπρεπε να βλέπει όσο γινόταν λιγότερο, να ακούει όσο γινόταν λιγότερο και να κάνει όσο γινόταν λιγότερες ερωτήσεις».
Εντούτοις, βασική προϋπόθεση για το νόμιμο γάμο -και κυρίως για την απόκτηση γνήσιων Αθηναί­ων γόνων- ήταν να είναι και οι δυο Αθηναίοι, δεδομένου ότι υπάρχει νόμος που ορίζει ότι «αν κάποιος δώσει σε γάμο σε έναν Αθηναίο μια ξένη γυναίκα, παρουσιάζοντάς την για κόρη του, αυτός χάνει όλα τα δικαιώματα του πολίτη, και η περιου­σία του θα δημευθεί υπέρ του κράτους και το ένα τρίτο της θα δοθεί σε αυτόν που κατήγγειλε την πράξη».

Στο σημείο αυτό η Κρήτη και η Σπάρτη δείχνουν μεγαλύτερη ανεκτικότη­τα, αφού τόσο οι νόμοι της Γόρτυνας όσο και αυτοί του Λυκούργου επιτρέπουν τη σύναψη γάμου ανάμεσα σε διαφορετικές κατηγορίες ανθρώπων, ενώ γίνονται ειδικές ρυθμί­σεις σχετικά με τα αποκτηθέντα τέκνα.

Ένας τυπικός αθηναϊκός γάμος ξεκινά με την «εγγύη», η οποία ταυτίζεται εν μέρει με τον σύγχρονο αρραβώνα. Ο παρακάτω διάλογος της κωμωδίας του Μενάνδρου (Περικειρομένη 435-439) συνοψίζει τον ορισμό της «εγγύησης» ως μιας προ­φορικής συμφωνίας με­ταξύ του «κυρίου» της κό­ρης και του μνηστήρα -ή του πατέρα του όταν ήταν ανήλικος-, όπου προσφέρονται η κοπέλα για την «ανα­παραγωγή» και η ανάλογη «προιξ»:[3]

ΠΑΤΑΙΚΟΣ: Σου δίνω αυτή την κοπέλα για να σου γεννήσει νόμιμα παιδιά.
ΠΟΛΕΜΩΝ: Την παίρνω.
ΠΑΤΑΙΚΟΣ: Σου δίνω και μια προίκα τρία τάλαντα.
ΠΟΛΕΜΩΝ: Τα δέχομαι και αυτά με ευχαρίστηση.

Η γαμήλια άμαξα με τη νύφη, το γαμπρό κα τον πάροχο (μελανόμορφο αττικό αγγείο του ζωγράφου Άμαση, 550 π.χ.)

Προκειμένου να δοθεί ο απαιτούμενος επίσημος χαρα­κτήρας, η δικαιοπραξία αυτή λαμβάνει χώρα κοντά στον οικογενειακό βωμό και ενώπιον μαρτύρων. Με την πράξη αυτή μεταβιβάζονται τα δικαιώματα του πατέρα στο γαμπρό, στου οποίου τη νομική κυριότητα περνά η νέα γυναίκα («έκδοσις») και η περιουσία της («προιξ»).

Η προίκα συνίστα­ται από χρήματα, ιματισμό, πολύτιμα αντικείμενα, δούλους, σπίτια ή γη και κυμαίνεται από 1.000-2.000 δραχμές για τους μικρομεσαίους έως 18.000 (=3 τάλαντα) για τους πλουσί­ους. Φυσικά δεν απουσιάζουν οι εκκεντρικές εξαιρέσεις, όπως αυτή του Αλκιβιάδη (Πλούταρχος, Αλκιβιάδης 8), ο οποίος λαμβάνει κατά την «εγγύη» 120.000 δραχμές (20 τάλαντα), αλλά και οι περιπτώσεις φτωχών ή ορφανών ατθί­δων όπου το κράτος ή οι στενοί συγγενείς οφείλουν να συμ­βάλουν για τη συγκέντρωση μιας ελάχιστης προίκας. Εντού­τοις, παρόλο που το χρηματικό ποσό δίδεται προς διαχείρι­ση στο σύζυγο, σε περίπτωση διαζυγίου ή θανάτου της γυναίκας επιστρέφεται στον αρχικό κάτοχο, ήτοι την οικογέ­νεια της νύφης.

Ο θεσμός αυτός της «εγγύησης» δεν υφί­σταται στη Σπάρτη, ενώ αντίθετα ισχύει ειδική νομοθεσία που απαγορεύει την προίκα με την αιτιολογία «για να μη μεί­νει καμία ανύπαντρη λόγω της φτώχειας της και για να μην παντρεύονται οι άλλες για τα πλούτη τους, αλλά ο καθένας να κάνει την εκλογή του αποβλέποντας στα ήθη και την αρετή της κόρης» (Πλούταρχος, Λακωνικά αποφθέγματα Λυκούργου 228a).Ύστερα από ένα εύλογο χρονικό διάστημα -συνήθως σύ­ντομο- ακολουθεί ο καθαυτό γάμος.

Αν και δεν είναι δε­σμευτικό, όπως μαρτυρεί ο Αριστοτέλης (Πολιτικά 1335a), καταλληλότερη εποχή για την τέλεση του μυστηρίου στην Αττική θεωρείται ο χειμώνας και συγκεκριμέ­να ο ιερός μήνας της θεάς του γάμου Ήρας, ο Γαμηλίων (έβδομος μή­νας του αττικού ημερολο­γίου, που αντιστοιχεί στο σημερινό Γενάρη), ενώ ο Ευριπίδης (Ιφιγένεια εν Αυλίδι 717) το συγκεκριμενο­ποιεί και σε μέρα με πανσέ­ληνο.

Το τελετουργικό του γά­μου συντελείται σε τρεις φά­σεις, τα «προαύλια» (ή «προτέλεια», ή «προγάμια», ή «απαρχαί»), τον «κυρίως γάμο» και τα «επαύλια» (ή «μεταύλια» ή «απαύλια»), πληρο­φορία που διασώζει ο Πολυδεύκης (Ονομαστικόν Γ’ 39: «η δε προ του γάμου θυσία προτέλεια και προαύλια ούτω δ’ αν καλοίτο και τα προ του γάμου δώρα [...] Προ­αύλια δε η προ του γάμου ημέρα και απαύλια η μετ’ αυτήν»).

Την προηγουμένη του γάμου τελούνται λοιπόν τα «προ­αύλια», τα οποία ξεκινούν με θυσίες. Πρώτα, η κόρη οδηγεί­ται από τους γονείς της στην Ακρόπολη για να θυσιάσει στην Πολιάδα (Σουίδα: προτέλεια), μετά προσφέρονται θυσίες στον οικογενειακό βωμό και των δυο οίκων στους γαμήλιους θεούς (Δίας Τέλειος, Ήρα Τελεία, Άρτεμη, Απόλλων, Πειθώ), στις  Νύμφες, τις Μούσες και τις Μοίρες (Πολυδεύκης, Ονομαστικόν Γ’ 38). Η ατθίδα αφιερώνει στην Άρτεμη (ή στην Αθηνά) ένα βόστρυχο από τα μαλλιά της και τα παιχνίδια που αγαπούσε ως παιδί (π.χ. ταμπούρλο, τόπι, κούκλες, κύμβαλο κτλ.).

Εν συνεχεία, λαμβάνει χώρα η τελετή της «απολούσεως» ή του εξαγνισμού, με νερό που μεταφέρεται από την Καλλιρόη ή Εννεάκρουνο (Θουκυδίδης, 2.15) στη λουτροφόρο από την επιστήθια φίλη της κόρης, η οποία συνοδεύεται από κορίτσια και γυναίκες που κρατούν κεριά και από τον πιο στενό άρρενα συγγενή νεαρής ηλικίας που προπορεύεται όλων παίζοντας αυλό. Την ημέρα του γάμου τα σπίτια και των δυο οικογενειών διακοσμούνται υπό τους ήχους του αυλού (Πλούταρχος, Ερωτικός 755a) με κλαδιά ελιάς και δάφνης.

Παράλληλα, στο γυναικωνίτη η νύφη, με τη βοήθεια της «νυμφοκόμου» και τις οδηγίες της «νυμφεύτριας» (της παρανύμφου που συνοδεύ­ει τη νύφη και κρατά πρωταγωνιστικό ρόλο στην όλη διορ­γάνωση), στολίζεται βγάζοντας τη «ζώνη» της ανύπαντρης, φορώντας το νυφιάτικο πέπλο με το οποίο καλύπτει το πρό­σωπό της, όπως απαιτεί η παράδοση και βάζοντας στα μαλ­λιά στεφάνια λουλουδιών και διάδημα. Στην οικία προσέρχε­ται ο καλλωπισμένος, ντυμένος στα λευκά και στεφανωμέ­νος με άνθη γαμπρός, συνοδευόμενος από τον «πάροχο» (ο στενότερος φίλος του με ρόλο τιμητικής συνοδείας).


Προετοιμασία της νύφης πριν το γάμο, 4ος αιώνας. Μουσείο Ερμιτάζ, Αγία Πετρούπολη.

Η γα­μήλια τελετή ξεκινά με θυσίες στην οικογενειακή εστία. Κατ’ αρχήν θυσιάζει ο πατέρας της νύφης, που επίσημα παραδί­νει την κοπέλα και της δηλώνει ότι δεν ανήκει πλέον στην οικογένειά της, αλλά σε αυτή του συζύγου της, και συνεπώς από τούδε και στο εξής θα προσφέρει θυσίες στους προγό­νους του δικού του οίκου. Εν συνεχεία θυσιάζουν στους γαμήλιους θεούς οι μελλόνυμφοι, οι οποίοι ορκίζονται ότι «επ’ αρότω παίδων άγομαι γαμετήν» (παντρεύομαι για να αποκτή­σω απογόνους). Τέλος, ο γαμπρός πλησιάζει τη νύφη και θέ­τει «χειρ επί καρπώ» επικυρώνοντας τη σύναψη του γάμου.

Έπεται η «γαμική θοίνη» (ή «γαμοδαισία», ή «ειλαπίνη»), ήτοι ένα πλούσιο γαμήλιο γεύμα, το οποίο όμως λαμβάνει χώρα στην οικία της νύφης και όχι του γαμπρού, όπως ήταν το έθιμο στα ομηρικά χρόνια (Οδύσσεια 431), στο οποίο συμμε­τέχουν φίλοι του ζευγαριού και συγγενείς, για τον αριθμό των οποίων ορίζεται (Πλάτων, Νόμοι 775a) ότι δεν πρέπει να ξεπερνούν τους 10 (5 φίλοι, 5 συγγενείς) από κάθε πλευρά. Το γαμήλιο συμπόσιο συνιστά τη μοναδική περίπτωση όπου γυναίκες και άνδρες συντρώγουν υπό τους ήχους μουσικής  στον ίδιο χώρο καθισμένοι όμως χωριστά, η νύφη περιτριγυ­ρισμένη από φίλους, συγγενείς και τη «νυμφεύτρια» και ο γαμπρός από τον «πάροχο» και τους οικείους του αντίστοι­χα, και με τον περιορισμό ότι οι μεν πρώτες κάθονται σε κα­θίσματα («κλισμούς» και «δίφρους»), οι δε άλλοι ανακλίνονται όπως το συνηθίζουν.

Το μενού περιλαμβάνει πλούσια φαγητά, κρασί και γλυκά, όπως ο «γαμήλιος πλακούντας» (αλεύρι, νερό, μέλι, σουσάμι), βασικό έδεσμα και σύμβολο αφθονίας και γονιμότητας. Το έθιμο επιβάλλει και την πα­ρουσία ενός στεφανωμένου με φύλλα ακάνθου και καρπούς βελανιδιάς αγοριού αμφιθαλούς (που ζουν ακόμα και οι δυο του γονείς), το οποίο μοιράζει στους καλεσμένους ψωμί μέ­σα σε ένα «λίκνο» προφέροντας σιγανά «έφυγον κακόν, εύρον άμεινον», φράση που παραπέμπει σε μυστηριακές θρη­σκείες.

Το δείπνο κλείνει ψάλλοντας τον «υμεναίο» προς τι­μήν του ομώνυμου θεού του γάμου (Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί 1.9 a-b). Καθώς έχει αρχίσει να νυχτώνει, ακούγονται οι ήχοι αυλού στη θύρα της οικίας και η νύφη κρατώντας κόσκι­νο ή φρύγετρο ή τηγάνι (σύμβολα οικοκυρικών γνώσεων) επιβιβάζεται στη γαμήλια άμαξα, που τη σέρνουν άλογα, μουλάρια ή βόδια, ανάμεσα στο σύζυγό της και τον πάροχο. Σχηματίζεταιμια πομπή, της οποίας ηγούνται αυλητές και τρεις κόρες που φέρουν κόσκινο, «ηλακάτη» και «άτρακτο» (σύμβολα της νοικοκυροσύνης της κόρης), ακολουθεί η άμα­ξα και πίσω η μητέρα της νύφης, κρατώντας πυρσό αναμμέ­νο από την εστία της οικίας, και οι φίλοι και συγγενείς που έχουν αναμμένες λαμπάδες και τραγουδούν τον «υμεναίο» συνοδευόμενοι από κιθάρες και αυλό.

Η γαμήλια πομπή -που οι ρίζες της εντοπίζονται στην ομηρική εποχή (Ιλιάδα Σ 490-496)- διασχίζει τους δρόμους της Αθήνας, προκαλώ­ντας ενθουσιασμό σε συγκεντρωμένα πλήθη, που ζητωκραυ­γάζουν, τραγουδούν και εύχονται στο ζευγάρι ραίνοντάς το με «καταχύσματα» (διάφορους καρπούς, όπως π.χ. φου­ντούκια, ξερά σύκα, σταφίδες, χουρμάδες), και κατευθύνεται στην οικία του γαμπρού, που είναι ανακαινισμένη και διακοσμημένη με κλαδιά ελιάς και δάφνης. Στη στολισμένη με γιρ­λάντες λουλουδιών πύλη εμφανίζεται ένα παιδάκι και προ­σφέρει φρούτα ψάλλοντας έναν ύμνο (που διαβεβαίωνε τη νύφη ότι «πιο θαυμαστή θα είναι η καινούργια ζωή από την παλιά»).

Εικ. 1. Γαμήλια πομπή. Μελανόμορφος αμφορέας του Εξηκία, περ. 540 π.χ.

Εικ. 1. Ο αττικός μελανόμορφος αμφορέας της Αρχαϊκής εποχής αποδίδεται στον Εξηκία, ο οποίος τον διακόσμησε με σκηνή γαμήλιας πομπής. Το νεαρό ζευγάρι εικονίζεται πάνω σε άρμα, που σέρνουν τέσσερα άλογα, από τα οποία το ένα είναι λευκό. Μπροστά τους διακρίνεται η μορφή ενός αγοριού, που προηγείται της πομπής. Το ζευγάρι υποδέχεται μια γυναίκα (πιθανόν θεά), ενώ στο βάθος διακρίνεται μια ανδρική νεανική μορφή (ίσως ο Απόλλωνας) να παίζει κιθάρα. Τον ώμο του αγγείου κοσμούν μορφές οπλιτών και ιππέων, που μάχονται μεταξύ τους. Τη διακόσμηση συμπληρώνουν φυτικά και γραμμικά μοτίβα. (Πηγή: Η Ελληνική Τέχνη στα Μουσεία του Κόσμου, Μητροπολιτικό Μουσείο, Νέα Υόρκη, τόμος 9, Βιβλιοθήκη τέχνης, )

Τη νεόφερτη υποδέχονται ο πατέρας του γαμπρού στεφανωμένος με μυρτιά και η μητέρα του κρατώντας λα­μπάδα, οι οποίοι τη ραίνουν με «καταχύσματα» και της προ­σφέρουν σύκο ή κυδώνι γλυκό ή χουρμά (σύμβολο της ήρε­μης ευτυχίας που την περιμένει). Η νύφη ετοιμάζεται να εισέλθει στο νέο σπίτι της, αλλά οι συγγενείς της προσποι­ούνται ότι θέλουν να την προστατέψουν από το σύζυγο, ο οποίος οφείλει να την αρπάξει και να την περάσει από το κα­τώφλι χωρίς να αγγίξουν τα πόδια της κάτω, κάτι που θα ήταν κακός οιωνός. Η νύφη προσφέρει σπονδές στην εστία της νέας της οικογένειας. Στη συνέχεια το ζευγάρι εισέρχε­ται στον νυφικό θάλαμο, τη θύρα του οποίου φυλάνε οι φίλοι του γαμπρού («θυρωροί»), ενώ όλοι ψάλλουν επιθαλάμια άσματα και θορυβούν για να διώξουν τα κακά πνεύματα.

Την επομένη του γάμου ο πατέρας της νύφης και οι συγ­γενείς σχηματίζουν πομπή, της οποίας ηγείται κρατώντας λαμπάδα παιδί ντυμένο στα λευκά, έπεται κανηφόρος και μετά οι υπόλοιποι που φέρουν, υπό τους ήχους του αυλού, τα «επαύλια» δώρα (Αριστοφάνης, Ειρήνη 1206) και την προί­κα. Τη μεθεπόμενη ημέρα είναι η σειρά του γαμπρού και των οικείων του να αποδώσουν στη νύφη τα «ανακαλυπτήρια» (ή «οπτήρια» ή «προσφθεγκτήρια») δώρα, που απαιτούν από τη νύφη να βγάλει το πέπλο μπροστά σε όλο τον κόσμο πλέον («ανακάλυψη»), και παραθέτουν τη «γαμηλία», ήτοι γεύμα στα μέλη της φρατρίας τους και θυσία στους θεούς για την εισαγωγή της νέας συζύγου στη φρατρία. Τέλος, μια εβδομάδα μετά εορτάζεται ο «αντίγαμος», όπου οι νιόπαντροι επι­σκέπτονται την οικία της οικογένειας της νύφης, λαμβάνουν μέρος σε εορταστικό συμπόσιο και αναχωρούν λαμβάνοντας γλυκά και άλλα δώρα.


Εικ. 2. Επαύλια. Ερυθρόμορφος γαμικός λέβητας του Ζωγράφου του Μαρσύα, πηλός, 360-355 π.χ. Μουσείο Ερμιτάζ, Αγία Πετρούπολη.

Εικ. 2. Θέμα της παράστασης είναι τα Επαύλια, γιορτή που τελούνταν την επομένη του γάμου. Στο μέσο της σύνθεσης εικονίζεται καθιστή η νύφη, η οποία πλαισιώνεται από δυο μικρούς φτερωτούς Έρωτες, ενώ κρατά έναν ακόμη σαν βρέφος στην αγκαλιά της. Προς τη νύφη κατευθύνονται άλλες γυναικείες μορφές με ποικιλία ενδυμάτων που κρατούν δώρα. ενώ μπροστά της ένα μικρό κορίτσι της προσφέρει αγγείο (δεξιά). Το ίδιο θέμα συνεχίζεται και στην πίσω όψη του αγγείου. Οι φίλες της νύφης φέρουν ακριβά δώρα, πυξίδες, δίφρο (κάθισμα), ίσως ένα μαρμάρινο ανάγλυφο, ταινία, κιβώτιο καλυμμένο με ύφασμα και γαμικό λέβητα. Η σεβάσμια μορφή με τον ποδήρη χιτώνα και το ιμάτιο στην κεφαλή ταυτίζεται με τη μητέρα της νύφης που επιβλέπει τη γιορτή. Ανάμεσα στις μορφές πετούν μικροί φτερωτοί Έρωτες, ενώ ένας ακόμη πατά πάνω σ’ ένα από τα δώρα των γυναικών (μικρή εικόνα κάτω). Όλοι οι Έρωτες, τα γυμνά μέρη του σώματος της νύφης και άλλες λεπτομέρειες καλύπτονται με λευκό χρώμα. Το αγγείο θεωρείται ένα από τα καλύτερα δείγματα του ρυθμού Κερτς και αποδίδεται στον Ζωγράφο του Μαρσύα, έναν από τους κορυφαίους αγγειο­γράφους του αθηναϊκού Κεραμεικού κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. (Πηγή: Η Ελληνική Τέχνη στα Μουσεία του Κόσμου, Ερμιτάζ, Αγία Πετρούπολη, τόμος 12, Βιβλιοθήκη τέχνης, )

Η λακωνική λιτότητα επεκτείνεται και στην τελετή του γάμου, όπως εύλογα συνοψίζεται στο απόσπασμα από τους Βίους του Πλούταρχου (Λυκούργος 15.5-9): «Παντρεύονταν στη Σπάρτη αρπάζοντας την κοπέλα, που ήθελαν να παντρευτούν. Την παράδιναν μετά σε μια γυναίκα, τη νυμφεύτρια, που της έκοβε σύρριζα τα μαλλιά της, την έντυνε με αντρικά ρούχα, της έβαζε αντρικά παπούτσια και της έστρω­νε να ξαπλώσει σε μια στοίβα καλάμια. Την άφηνε μετά μόνη της χωρίς φως. Ο γαμπρός έτρωγε πρώτα, όπως πάντα, μαζί με τους φίλους του στα κοινά συσσίτια των Σπαρτιατών και μετά ερχόταν εκεί όπου ήταν η κοπέλα, της έλυνε τη ζώνη, την έπαιρνε στα χέρια του και την έφερνε στο κρεβάτι. Πέρ­ναγε μαζί της λίγη ώρα και μετά πήγαινε να κοιμηθεί εκεί που κοιμόντουσαν και οι σύντροφοί του».

Η μετάβαση της Αθηναίας από την κατάσταση της ελεύθε­ρης σε αυτή της συζύγου δεν της παρέχει περισσότερες ελευθερίες. Όπως της έχει εξηγήσει ο άνδρας της το πρωί της επομένης του γάμου, ενώ την ξεναγούσε στο νέο της νοικοκυριό, «ο θεός έχει φτιάσει το σώμα και την ψυχή του άνδρα έτσι, ώστε να μπορεί να αντέχει καλύτερα στο κρύο, στη ζέστη στις οδοιπορίες και τις εκστρατείες, γι’ αυτό και του ανέθεσε τις εξωτερικές εργασίες. Της γυναίκας όμως, της οποίας το σώμα ο θεός το έφτιασε λιγότερο δυνατό γι’ αυτά τα πράγματα, φαίνεται να της έχει φορτώσει τις δου­λειές μέσα στο σπίτι» (Ξενοφών, Οικονομικός 7.23-25).

Με βάση το συλλογισμό αυτό αιτιολογείται η εντολή του Ισχόμαχου στη νιόπαντρη σύζυγο του: «πρέπει λοιπόν εσύ να μένεις στο σπίτι και όσους υπηρέτες έχουν δουλειά έξω από το σπίτι αυτούς να τους στέλνεις στη δουλειά τους όλους μαζί, και όσους έχουν δουλειά μέσα, αυτούς εσύ η ίδια να τους επιστατείς» (στο ίδιο). Η θέση της επομένως είναι και πάλι στα στενά όρια του οίκου της -με την εξαίρεση των φτωχών γυναικών που οφείλουν να εργάζονται εκτός σπιτιού-, και σπάνια έχει τη δυνατότητα να βγαίνει έξω, συνοδευόμενη πάντα, για να κάνει κάποια ψώνια ή να συμμετάσχει σε εορ­τές (όπως, για παράδειγμα, στα Θεσμοφόρια, που είχαν κα­θιερωθεί ειδικά για τις παντρεμένες).


Γιατί παντρεύονταν οι άνθρωποι στην αρχαιότητα

Έχοντας περιγράψει την τελετή του γάμου, δόκιμο θα ήταν να απαντηθεί το γιατί παντρεύονταν οι άνθρωποι στην αρχαιότητα. Η σύναψη συμμαχιών ή συνασπισμών ισχυρών οικογενειών, που παραπέμπει σε ηρωικές εποχές και στις πρακτικές των τυράννων (Ηρόδοτος, 6.126-130, και Θουκυ­δίδης, 1.26), θα μπορούσε να θεωρηθεί μια αιτία. Εντούτοις ο προφανής λόγος στην αθηναϊκή κοινωνία είναι η διαιώνιση του είδους, με την οποία ο άνδρας θα εξασφαλίσει φροντίδα στα γηρατειά του, παραδοσιακή κήδευση, αλλά και συνέχιση της οικογενειακής λατρείας μετά το θάνατο. Η νομοθεσία επάνω στο θέμα της αγαμίας πρεσβεύει ότι ο άγαμος άνδρας μετά τα 35 πληρώ­νει ετήσιο πρόστιμο (Πλάτων, Νόμοι 721d) και δεν δύναται να εκλεγεί άρ­χοντας, στρατηγός ή να κατέχει υψη­λό αξίωμα.

Στη Σπάρτη, τα μέτρα είναι πολύ πιο αυστηρά, καθώς η αγαμία θεωρείται αποτυχία στην εκπλήρωση του καθήκοντος προς το κράτος, που απαιτεί τη γέννηση υγιών τέκνων. Έτσι, θεσπίζεται «γραφή αγαμίου», «γραφή οψιγαμίου» και «γραφή κακογαμίου» (Πολυδεύκης, Ονομαστικόν Γ’ 48), ενώ νόμος του Λυκούργου (Πλούταρχος, Λυ­κούργος 15) απαγορεύει στους άγαμους Λα­κεδαιμόνιους να συμμετέχουν σε γυμνικούς αγώνες, τους επιβάλλει τιμωρίες (π.χ. να περιφέ­ρονται γυμνοί το χειμώνα στην αγορά ψάλλο­ντας προσβλητικά για τους ίδιους άσματα ή να σύρονται από τις Σπαρτιάτισσες γύρω από το βωμό, να ραπίζονται και να χλευάζονται, στο ίδιο, και Αθηναίος, Δειπνοσοφισταί 13.555c-d) και τους στερεί το δικαίωμα των τιμών και περιποιήσεων από τους νεότερους.

Ένας τελευταίος, κάπως ιδιάζων λόγος για τη σύναψη γάμου είναι η εξασφάλιση της οικογενειακής περιουσίας και λατρεί­ας και σχετίζεται με το θεσμό της επίκληρου κόρης, όπου η γυναίκα χωρίς αρσενικά αδέλφια οφείλει μετά το θά­νατο του πατέρα της να παντρευτεί τονπλησιέστερο άγαμο άρρενα συγ­γενή του πατέρα της, ακόμα και αν είναι ήδη παντρεμένη οπότε και λύε­ται ο πρώτος γάμος της (εκτός εάν ο πατέρας έχει φροντίσει να υιοθετήσει τον γαμπρό του με διαθήκη).

Ολοφάνερα, η ενδογαμία και η επικείμενη αιμομι­ξία δεν απαγορεύονται ούτε στην Αθήνα ούτε στη Σπάρτη, όπου για παράδειγμα οι βασιλείς Λεωνίδας και Αναξανδρίδας παντρεύονται τις ανιψιές τους για τη διατήρηση της βασιλικής εξουσίας στο στενό πλαίσιο του οίκου (Ηρόδοτος 5.39 και 7.239).
Στη Σπάρτη όμως δεν ισχύει ο περιορισμός της μονογαμίας, αφού επιτρέπεται στη γυναίκα να έχει πολ­λούς συζύγους, αλλά και εραστές, κάποιες φορές μάλιστα υπό την παρότρυνση του ίδιου του συζύγου, όπως μαρτυρεί ο Πλούταρχος (Λυκούργος 15.11-15: «ο Λυκούργος θέλησε επίσης να καταδιώξει τη ζήλια [...] επέ­τρεψε στον ηλικιωμένο σύζυγο μιας νέας γυναίκας να της φέρνει έναν νέον άντρα από καλό σόι για να έχει γιο με καλό αίμα, που θα τον θεω­ρούσε σαν δικό του γιο. Επέτρεψε επίσης σε έναν άντρα αξίας, αν θαύ­μαζε μια γυναίκα γόνιμη και συνετή, παντρεμένη με άλλον, να του τη ζητήσει, για να σπείρει μέσα της σε ένα γόνιμο χωράφι και να αποκτή­σει από αυτήν καλά παιδιά, γεννη­μένα από καλό αίμα και ανήκοντα σε καλή γενιά»). Στη δε Θράκη η πολυγαμία επιβάλλεται, αφού Θραξ με λιγότερες από 5 συζύγους θεωρείται άθλιος, ανάξιος τιμής (Μένανδρος).

Στο εύλογο ερώτημα αν υπάρχει αγά­πη στο γάμο, προκύπτει εύκολα η απάντηση, δεδομένου ότι υπό τις συνθήκες που συνά­πτονταν οι γάμοι (όπως περιγράφηκαν παραπά­νω) δεν δινόταν κατ’ αρχήν η δυνατότητα να αποτελέσει ο «έρως» αιτία του γάμου. Επιπλέον, η θέση της συζύγου τουλάχιστον στην Αθήνα σκιαγραφείται εύγλωττα από τον Δημοσθένη (Κατά Νέαιρας 59.118-122) «τις εταίρες τις έχουμε για την ηδονή, τις παλλακίδες για τις καθημερινές φροντίδες, τις συζύγους για να μας κάνουν παιδιά νόμιμα και για να έχουμε και έναν πιστό φύλακα για το σπίτι».

Συ­νεπώς, το γεγονός ότι η Αθηναία βιώνει μια κατάσταση «εγκλεισμού» και «υπο­χρέωσης» εκτέλεσης καθηκόντων νοι­κοκυράς και μητέρας, ενώ ο Αθηναίος κινείται άνετα εκτός οικίας, έχοντας τη δυνατότητα να ικανοποιήσει τις σαρκι­κές αλλά και συναισθηματικές του ανά­γκες με τις εταίρες και τις παλλακίδες, δεν ευνοεί φυσικά την ανάπτυξη μιας ουσιαστικής αισθηματικής και πνευμα­τικής επικοινωνίας ανάμεσα στο αντρόγυνο στην πορεία της κοινής τους ζωής. Ο Νικήρατος, για τον οποίο ο Σωκράτης αναφέρει ότι «αισθάνεται πραγματικό έρωτα για τη γυναίκα του, όπως κι αυτή για αυτόν» (Ξενοφών, Συμπόσιο 8.3), αλλά και λογοτεχνικές αναφορές του τύπου του έρωτα Αντιγόνης – Αίμονα στη σοφόκλεια τραγωδία, συνιστούν προφανώς εξαιρέσεις.

Η περίπτωση λύσης ενός γάμου στην αρχαία Αθήνα (κα­θώς οι πληροφορίες για άλλες πόλεις είναι σχεδόν ανύπαρ­κτες) σπανίζει, κυρίως γιατί τίθεται θέμα επιστροφής ή όχι της «προίκας». Βέβαια σε περίπτωση που διαπιστωθεί στει­ρότητα της γυναίκας ή μοιχεία, ο σύζυγος μπορεί να πάρει διαζύγιο δηλώνοντάς το μπροστά σε μάρτυρες και στέλνο­ντας πίσω τη σύζυγο («έκπεμψις», «αποπομπή») μαζί με την προίκα της, δεδομένου ότι δεν εκπληρώνεται σωστά ο σκο­πός του γάμου – ήτοι η τεκνοποιία γνήσιων απογόνων-, ενώ δικαιούται στην τελευταία περίπτωση να αυτοδικήσει και έναντι του μοιχού ατιμώρητος από το νόμο (Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία 57.3).

Στην αντίθετη περίπτωση, η απιστία του συζύγου δεν συνιστά λόγο διαζυγίου, καθώς η σεξουα­λική ελευθερία του άνδρα νομιμοποιείται από τα ήθη, αν και προς τα τέλη του 4ου αιώνα παρατηρείται μια στροφή προς το συντηρητισμό και σε μια ηθική που αναμένει ότι ο άνδρας μετά το γάμο του σιγά σιγά περιορίζει τις εξωσυζυγικές περι­πέτειες. Εντούτοις η κακοποίηση της γυναίκας, εφόσον στοι­χειοθετείται με αδιάσειστες αποδείξεις, δίνει στην Αθηναία τη δυνατότητα να ζητήσει διαζύγιο («απόλειψις») μέσα από μια πιο σύνθετη διαδικασία, που απαιτεί την κατάθεση του αιτήματος της στον επώνυμο άρχοντα, ο οποίος αν το κρίνει σκόπιμο θα ενεργήσει ως προστάτης και εκπρόσωπός της, δεδομένης της δικαιοπρακτικής της ανικανότητας. Τέλος, τη λύση του γάμου, συχνά για οικονομικούς λόγους μπορούσε να επιδιώξει και να επιτύχει ο πατέρας της νύφης («αφαίρεσις»).

Μελετώντας παράλληλα με τα όσα αναφέρθηκαν και τις γαμήλιες πρακτικές του Βυζαντίου αλλά και της σύγχρονης Ελλάδας, εύκολα διαπιστώνεται ότι αρκετά στοιχεία της αρ­χαιότητας επιβίωσαν μέσα στο χρόνο με μικρές ή και καθό­λου αλλαγές.

Εκείνο που σίγουρα έχει αλλάξει, εξαιτίας των οικονομικοκοινωνικών συνθηκών και των ιδεολογικών ζυμώ­σεων που προσδιορίζουν τις ιστορικές συνθήκες της εκά­στοτε εποχής, είναι η θέση της γυναίκας πριν και μετά το γάμο. Ο ρόλος της αναβαθμίστηκε εμφανώς σε σύγκριση με αυτόν που αποδίδει στην αρχαία Αθηναία η καθηγήτρια E. Cantarella, ενός «παθητικού και κατώτερου οργάνου, που βοηθούσε απλώς την πόλη να αναπαράγεται και να συνεχίζει τη ζωή της ως “λέσχη ανδρών”», άποψη βέβαια που στις μέ­ρες μας αμφισβητείται για το κατά πόσο ίσχυε καθολικά στην αρχαία Ελλάδα, αλλά και στην ίδια την Αθήνα.
 -----------------------
Υποσημειώσεις
[1] Άποψη με την οποία διαφωνεί ο καθηγητής Δημάκης υποστηρίζοντας, δικαίως με βάση τα ανασκαφικά δεδομένα της Αττικής, ότι οι μικροί οικίσκοι της Αθήνας αδυνατούσαν να φιλοξενούν γυναικωνίτη (όπου θα εγκλείονταν οι γυναίκες), ο οποίος βρίσκει θέση μόνο στα μέγαρα και τις βίλες που συνι­στούσαν εξαιρέσεις. Π. Δημάκης, «Οι Ατθίδες του Ε’ και του Δ’ π.Χ. αιώνα», Αρχαιολογία 21 (1986), σ. 19-22.
[2] Για παράδειγμα, ο Πλάτωνας προκειμένου να γνωριστούν οι νέοι πριν από το γάμο προτείνει στους μεν Νόμους (6.771e-772a) να οργανώνονται δια­σκεδάσεις στις οποίες, με κάποιες εύλογες δικαιολογίες και εντός των ορίων της σώφρονος αιδούς, θα παρουσιάζονται γυμνοί, στη δε Πολιτεία (5.458d) να ζουν μαζί και να αναμειγνύονται και στις γυμναστικές ασκήσεις.
[3] Ο καθηγητής Δημάκης διαφωνεί, καθώς θεωρεί ότι με την απόδοση της προίκας οι γυναίκες ευνοούνταν, καθώς παραλάμβαναν προκαταβολικά το μερίδιό τους από την πατρική περιουσία ενώ οι γιοι περίμεναν το θάνατο του πατέρα. Δημάκης, ό.π.

Η Λογικότητα στην Ελληνική Εθνική Θρησκεία

Εκείνο που ξεχωρίζει το προχριστιανικό Ελληνικό Έθνος από τα υπόλοιπα που επέρασαν κάποια στιγμή επάνω από τα χώματα αυτού του πλανήτη, δεν είναι η γενναιότης (αφού και άλλα Έθνη επέδειξαν αυτήν, σε ίσο βαθμό με τους προγόνους μας) ή η ελευθεροπρέπεια (αφού επίσης ολόκληρη η προχριστιανική Ευρωπαϊκή Παράδοση μετέφερε πάντοτε την τελευταία ως το κατεξοχήν χαρακτηριστικό της).
Εκείνο που ξεχωρίζει το προχριστιανικό Ελληνικό Έθνος από τα υπόλοιπα της Ευρωπαϊκής Ομοεθνίας, είναι η λογική σύλληψη και διατύπωση του Κόσμου, η οποία, με τη σειρά της, οδήγησε στη σύνθεση εκείνου του θαυμαστού οικοδομήματος που οι σύγχρονοι, πεπαιδευμένοι τουλάχιστον, άνθρωποι γνωρίζουμε υπό τον όρο «Ελληνικό Θαύμα».
Αυτή η λογική σύλληψη και διατύπωση, υπήρξε το αποκλειστικό προϊόν του Ελληνικού Νοός, του περιβάλλοντος που τον εξέθρευσε και των δυνάμεων που τον ενεψύχωσαν, και δεν εισήχθη από πουθενά, διότι, όπως πολύ ορθώς ετόνισε γύρω στα 1920 ο Τζων Μπουρνέ, «ο υλικός πολιτισμός και οι τέχνες μπορούν να περάσουν εύκολα από ένα έθνος στο άλλο, χωρίς τα έθνη αυτά να έχουν μία κοινή γλώσσα, όπως και ωρισμένες ιδέες, θρησκευτικές, απλές, μπορούν να μεταδοθούν καλύτερα με το τυπικό παρά μέσω οποιουδήποτε άλλου δρόμου.
»Αντιθέτως, η Φιλοσοφία δεν μπορούσε να εκφρασθεί διαφορετικά παρά μόνο μέσα από μίαν εξαιρετικά καλλιεργημένη στις αφαιρέσες γλώσσα, και να μεταδοθεί από μορφωμένους ανθρώπους, είτε με το μέσο των βιβλίων, είτε με την προφορική διδασκαλία».
Αυτή η πνευματική διαύγεια και λογικότητα, η οποία διαπερνά, όπως είναι φυσικό, όλες τις σφαίρες της προχριστιανικής Ελληνικής ζωής, προέρχεται από την ιδιαιτέρως, όπως προείπαμε, εκτραφείσα και εμψυχωθείσα Κοσμοθέαση των Ελλήνων, η οποία, εστιάζοντας στην απεριόριστη δυνατότητα του παρατηρείν, του αναλύειν και του συμπεραίνειν, επέτυχε να μετατρέψει σε ανωτέρα Θρησκεία και απόλυτο Φιλοσοφία, την διαδεδομένη σε όλα τα άλλα Έθνη της προχριστιανικής Ευρώπης υγιά αλλά απλή λατρεία της Φύσεως, των στοιχείων και των νόμων αυτής.
Αυτό που αποκαλούμε «Ελληνική Εθνική Θρησκεία», εκδηλούται ιστορικώς με τέσσαρες διαφορετικούς τρόπους.
Ο πρώτος είναι ο κοσμογονικός τρόπος, κατά τον οποίο ο νούς ξεδιπλώνεται μέσα από το μάτι και την παρατήρηση, κατανοεί τον φυσικό Κόσμο, επιχειρεί την σύνοψη αφηγήσεων για το πώς εδημουργήθη ο Κόσμος και ζητά την επικοινωνία με τα υπόλοιπα ομοούσιά του τμήματα που κατοικούν μέσα στον τελευταίο. Μέσα στο υπερτέλειο σχήμα του Κόσμου, αυτής της μόνης αληθούς και αντικειμενικής πραγματικότητος, το ον το αιώνιο και ατελεύτητο που αναδύει τις περιοδικές του μορφές ΑΦ’ΕΑΥΤΟΥ, ως οργανικό σύνολο, άπειρο, διατεταγμένο και κεκοσμημένο (εξ ού και η ιδία η λέξη «Κόσμος»), τα ανθρώπινα όντα εννοούνται ως ενταγμένα πλήρως και οργανικώς, υφιστάμενα και αυτά τους νόμους που υφίστανται τα υπόλοιπα άπειρα τμήματα του Κόσμου, δεν είναι ωστόσο απλά οργανικά τμήματα αυτού του «παντός», αλλά και ταυτοχρόνως ένας μικρόκοσμος και απεικόνισή του. Οι Έλλήνες, αντικρίζουν, πολύ ορθώς, τον Κόσμο ως μίαν έγκυρο και διαρκή Θεοφάνεια.
Η ιδία η φύση και όψη του, αποτελούν το «θαυμαστό» (και παραπέμπουν στην τέχνη του «θαυμάζειν» που, πολύ ορθώς, κατά τον Σωκράτη εγέννησε εν συνεχεία την Φιλοσοφία) και αποτελεί απολύτως ΛΟΓΙΚΟ γεγονός μία οποιαδήποτε συμπυκνωμένη προβολή στοιχείου ή στοιχείων («επιφάνεια») αυτού ακριβώς του Κόσμου. Το «θαύμα», όπως αυτό εννοείται από τους μονοθεϊστές, δηλαδή ως εκτροπή των φυσικών νόμων, δεν υφίσταται. Το «θαύμα» είναι ο ίδιος ο Κόσμος και ό,τι συμβαίνει μέσα σε αυτόν, ακόμη και μία «επιφάνεια» Θεού ή ένας μαντικός χρησμός, παραμένουν κατά φύσιν, δηλαδή απολύτως σύμφωνα προς τα ισχύοντα εντός του Κόσμου και, κυρίως (όπως απέδειξαν το «κατά φύσιν» οι στωϊκοί) πέρα για πέρα ΛΟΓΙΚΑ.
Ο δεύτερος είναι ο φιλοσοφικός τρόπος, κατά τον οποίο ο νούς τολμά την αναζήτηση της «Αληθείας του Κόσμου» ή των λεγομένων «Πρώτων Αιτίων» και, εν συνεχεία, του ανθρωπίνου προορισμού (του λεγομένου «Τέλους»), ορίζοντας ταυτοχρόνως με σαφήνεια αυτή την Επιστήμη (όχι με την βλακωδώς περιοριστική σύγχρονη έννοια, αλλά με την εκ του ρήματος «επίσταμαι» ετυμολόγηση, ήτοι εκ του «γνωρίζω επακριβώς το είναι ή έχειν των πραγμάτων») ως «αληθή Επιστήμη περί τα καλά πρώτα και θεία και ακήρατα (άφθαρτα)» (κατά τον Πυθαγόρα), «αγάπη ή επιδίωξη της Σοφίας», «επιστήμη της Αληθείας» (κατά τον Αριστοτέλη), «τέχνη της προσεγγίσεως των αφθάρτων και αναλλοιώτων» (κατά τον Πλάτωνα), «επιστήμη της σχέσεως των θείων πραγμάτων και των ανθρωπίνων υποθέσεων» (κατά την Στοά) ή «επιστήμη που μας καθιστά καθαρούς και τελείους με συντόμους και σαφείς κανόνες» (κατά τον Ιεροκλέα).
Ο τρίτος είναι ο πολιτειακός τρόπος, κατά τον οποίο ο πολίτης, το ενεργό και οργανικό δηλαδή τμήμα της «πόλεως», ή της φυλής ή της φράτρας παλαιότερα, δομεί την οργανικότητα στην οποία συμμετέχει, μέσα από την ευσέβεια και την υπακοή στα προγονικά θέσμια και τους νόμους της Πολιτείας, τα οποία θεωρεί δώρα των Αθανάτων Θεών προς το γένος των θνητών. Η μεγαλειώδης και καταφάσκουσα την ανθρωπίνη και λοιπή ζωή λατρεία των Θεών, η απόδοση τιμής μέσα από πομπή, όρχηση, μουσική, αγώνες, ευχαριστήριο προσφορά και θυσιόδειπνο, στους Ολυμπίους προστάτες και οδηγητές των Ελληνικών πόλεων, στους νομίμως «αναγνωρισθέντες» υπό της βουληφόρου Συνελεύσεως Θεούς, ξεκινά από τον Οίκο, από το πρώτο δηλαδή πολιτικό κύτταρο, και διευρύνεται έτσι ώστε να αγκαλιάζει ολόκληρο το πολιτικό σώμα. Η λατρεία είναι κοινωνική και πολιτειακή, άρα αυθεντική και έγκυρη, οι ιερείς εκλέγονται εις ενιαύσιο θητεία και εκπροσωπούν απλώς την κοινότητα απέναντι στους Μάκαρες Θεούς, σε μία ακριβώς αντίθετη διαδρομή από εκείνη των σημερινών επαγγελματιών «παπάδων» του Μονοθεϊσμού, οι οποίοι πάσχουν από την αμετροέπεια του να ισχυρίζονται ότι, αντιστρόφως, εκπροσωπούν τάχα τον.. Θεό (!!) απέναντι στην κοινωνία των ανθρώπων.
Και, τέλος, ο τέταρτος τρόπος εκδηλώσεως της Εθνικής μας Θρησκείας είναι ο μυστηριακός, και εδώ με την αυθεντική σημασία του όρου που απέχει έτη φωτός από την σύγχρονο παραποίησή του. Η αρχή των «Μυστηρίων» χάνεται στα απώτατα βάθη της αρχαιότητος, πολύ πέραν των ασαφών εποχών του μύθου, με ιδρυτές των ανά τόπους λατρευτικών θεσμών, κάποιους εξαιρετικώς προικισμένους από τους Θεούς ανθρώπους. Από τα πάμπολλα «Μυστήρια» των προγόνων μας, σήμερα είναι γνωστά μόνον εκείνα που κατεγράφησαν στην Εθνική μας Γραμματεία κατά τους ιστορικούς χρόνους: Μινωϊκά, Καβείρια, Λυκομηδικά, Ελευσίνια, Ορφικά, Ανδανιακά, κ.ά. Δεν θα σταθώ στην παρουσίαση λεπτομερειών γύρω από αυτά, καθώς τις θεωρώ αυτές λίγο πολύ γνωστές για τον μέσο αρχαιογνώστη της εποχής μας. Εκείνο στο οποίο θα σταθώ στην ομιλία αυτή, είναι η φύση της μυστηριακής λατρείας, κοντολογίς των «Μυστηρίων», και αυτό διότι πρέπει να γίνεται πάντοτε σαφές και να επισημαίνεται όλως ιδιαιτέρως, το ότι η «κεχωρισμένη» από την Πολιτειακή λατρεία αντίστοιχη Μυστηριακή, έχει μόνες αιτίες αυτής της ιδιαιτερότητός της
τη δυνατότητα για κληρονομική μεταβίβαση της ιερατείας μέσα στο γένος του ιδρυτού,
και
τη διαφύλαξη του αναλλοιώτου των ιεροπραξιών έξω από τις δικαιοδοσίες του εντεταλμένου δημοσίου άρχοντος ή έξω από τις αποφάσεις του βουληφόρου σώματος των πόλεων ή, αργότερα, των συμπολιτειών.
Για να επιτευχθούν αυτά τα δύο, οι μυστηριακοί θεσμοί υποχρεούνται, όπως είναι λογικό, να κρατηθούν έξω από τη δημόσια σφαίρα και να δεχθούν μόνον τους θρησκευτές εκείνους οι οποίοι οικειοθελώς προσέρχονται στα «Ιερά των Μυστηρίων».
Εις σαφή ομοιότητα πάντως με την όμαιμο και αδελφή τους Φιλοσοφική Προσπάθεια, τα άγια «Μυστήρια» των Εθνικών Ελλήνων, ήλθαν να κάνουν απτή και μεταβιβάσιμη την Αλήθεια. Την σύνθετη και πολύπλοκη Αλήθεια, την κατανόηση της «πρώτης αιτίας του καθετί αληθινού» όπως την ώρισε ο φωτισμένος Μάρκος Αυρήλιος, ή της γνώσεως του αιτιακού πλέγματος που ελέγχει τα κοσμικά γεγονότα. Την, ως λέξη σύνθετη, εκ του στερητικού α και του «λανθάνω» (μένω κρυμμένος), Αλήθεια, που οι καπηλευτές της δεν εφάνησαν ικανοί, έστω και κατά μίμησιν των εθνικών φιλοσόφων, να ορίσουν όταν ερωτήθησαν τι ακριβώς είναι αυτό στο όνομα του οποίου δρουν υπερφρόνως και διαταρακτικώς. Και εδώ ίσως είναι η πρέπουσα στιγμή, για να θυμίσουμε ότι αυτός ο άγιος θεσμός της πατρογονικής μας Θρησκείας, αντιμετώπισε την εντονωτέρα των επιθέσεων από το καταστροφικό πνεύμα της Σεσημασμένης Ανατολής. Πολύ πριν οι λεγόμενοι «Πατέρες» συντάξουν πάνω στον πάπυρο με λέξεις τα ζηλόφθονα ρεκάσματά τους κατά της αγίας Μυστηριακής μας Παραδόσεως, τη μεγάλη και μαζική επίθεση είχε εξαπολύσει η παραφροσύνη, ασυνταξία και μικρότητα του ανατολίτικου ψυχισμού.
Η «σκοτόεσσα» ιδέα περί των ανωτέρων Κόσμων και περί του επέκεινα του βίου των θνητών, την οποία κάποτε κατήγγειλε με εξαιρετική ένταση ο Ακραγαντίνος φιλόσοφος Εμπεδοκλής, επελαύνει στους πρώτους αιώνες της Βαρβαρικής Εποχής, με όχημά της τη διαστροφή της μανιώδους αναζητήσεως του υποτιθεμένου «λυτρωτικού» (από τι; ερωτούμε..) στοιχείου. Το εξωπραγματικό, το απίθανο και το εξωφυσικό ξηλώνουν ό,τι, χρόνο με χρόνο, είχε συνθέσει με κόπο και τόννους φαιάς ουσίας ο ανθρώπινος νους, επί πολλές χιλιετίες (το να κυλά κανείς προς τα κάτω είναι άλλωστε πολύ εύκολη διαδικασία και γίνεται αυτομάτως και δίχως πολλές απώλειες ενεργείας).
Για να αντιμετωπισθεί η λαίλαπα του παραλογισμού της Ανατολής, με τα βέβηλα ψευτομυστήρια των ευνούχων Φρυγών «Γάλλων», των απατεώνων τύπου Αλεξάνδρου Αβωνοτικού, ή των αγυρτών ψυχοτρομοκρατών που εκαπηλεύοντο το όνομα των «Ορφικών», οι Νεοπλατωνικοί κάνουν το στρατηγικό σφάλμα να χωθούν στον βάλτο του μυστικισμού και της δαιμονολογίας, οι δε επίσημες αρχές προσπαθούν απελπισμένα να αντιτάξουν «εθνικούς» θαυματοποιούς στον ναζαρηνό θαυματοποιό ραββίνο που διαφήμιζαν οι οπαδοί του Σαούλ – Σαύλου (ο γνωστός σε όλους μας «Βίος Απολλωνίου Τυανέως» του Φιλοστράτου, είναι ένα ενδεικτικό παράδειγμα αυτής της απελπισμένης πρακτικής).
Η Ελληνική Εθνική Θρησκεία λοιπόν, και στις προαναφερθείσες τέσσαρες βασικές της εκδηλώσεις (κοσμογονική, φιλοσοφική, πολιτειακή και μυστηριακή) διετήρησε εκείνη την χαρακτηριστική της λογικότητα με έναν θαυμαστό τρόπο, έως τουλάχιστον τις αποφράδες εποχές που η δεισιδαιμονία, ο μυστικισμός, η σωτηρολογία, η σημιτικής προελεύσεως αντίληψη των Θεών ως «πρόσωπα», η θεοφοβία (η τελευταία, ως συνέπεια της αντιμετωπίσεως ενός ακαταλήπτου «επέκεινα» Θεού) και τα υπόλοιπα αρρωστημένα προϊόντα της Ανατολής, επέτυχαν τη μαζική διείσδυσή τους στην ευρωπαϊκή ήπειρο (και εντός ολίγου την επικράτησή τους).
Από τις προαναφερθείσες πάντως τέσσαρες εκδηλώσεις της Εθνικής μας Θρησκείας, η μυστηριακή εκείνη είναι που χρήζει της εν-τονωτέρας υπερασπίσεως κατά των γνωστών επιθέσεων των τελευταίων δύο χιλιετιών, οι οποίες αποσκοπούν με κάθε μέσον στην απαξίωση και δυσφήμιση του Ελληνικού (και όχι μόνον..) Εθνισμού. Αυτό που πρέπει συνεπώς να καταδεικνύεται διαρκώς, με την κάθε δυνατή ένταση και πυκνότητα, είναι το ότι η λεγομένη «μυστηριακή» πλευρά της Εθνικής Θρησκείας των πραγματικών Ελλήνων δεν υπήρξε ποτέ ανάλογη με τις παραπλανητικώς ομώνυμές της πλευρές των βαρβαρικών και αντιδημοκρατικών Θρησκειών της Ανατολής, αλλά υψηλή και λογική φιλοσοφική Πράξις, εκπληρούσα στο έπακρον τον ορισμό που απετόλμησε, αν και εμμέσως, ο Πλάτων, ορίζοντας τα «Μυστήρια» ως «ορθή Φιλοσοφία» (μέσω του ορισμού των ιδρυτών τους ως ανθρώπων που δεν ήσαν τυχαίοι αλλά προικισμένες προσωπικότητες που εφιλοσόφησαν ορθώς, οι «ορθώς πεφιλοσοφηκότες»).
Εδώ και 16 περίπου αιώνες, τα αυθεντικά και πανάγια «Μυστήρια» της λαμπρής αρχαιότητος, έχουν εξαφανισθεί από προσώπου γής, και, όπως διείδε ο τελευταίος Ευμολπίδης Ιεροφάντης Νεστόριος, η πνευματική νύκτα εβασίλευσε έκτοτε, επί πολλούς αιώνες, επάνω σε μία δυστυχισμένη ανθρωπότητα.
Όπως όμως οι άθλιοι απαξιωτές της λογικής ετόλμησαν να σφετερισθούν τον όρο «Φιλοσοφία», όπως οι άθλιοι θεοκράτες ετόλμησαν να ανεβάζουν σε επίπεδο Θεού τα φανταστικά πρόσωπα που κρύβονται πίσω από τις δεισιδαιμονίες τους, έτσι και δεν υπήρξε κανείς ενδοιασμός να γίνει αντικείμενο σφετερισμού, με τον χειρότερο μάλιστα τρόπο, και ο ιερός προγονικός όρος «Μυστήρια» για να περιγραφούν είτε οι βέβηλες παρωδίες ιεροπραξιών από αποκρυφιστές και λοιπούς εσωτεριστές, ή οι άγριες ψυχοϋποδουλωτικές και ατιμωτικές υποχρεώσεις, βλέπε «εξομολόγηση», των πιστών του κρατούντος Μονοθεϊσμού.
Θέλει να ελπίζει ο ομιλητής, ότι ετόνισε στον πρέποντα βαθμό την κυριαρχία του στοιχείου της λογικότητος στην Εθνική, δηλαδή προχριστιανική, Παράδοσή μας και, ιδιαιτέρως, την κυριαρχία αυτού του στοιχείου στο θρησκευτικο υποσύνολό της, όπως άλλωστε και τους τελευταίους αιώνες το ίδιο στοιχείο κυριαρχεί στο Ευρωπαϊκό Πνεύμα που ανέσυρε, έστω και ελάχιστα, τον άνθρωπο επάνω από τον φρικτό βούρκο του χριστιανικού Μεσαίωνος. Εδώ μάλιστα, ίσως θα ήταν πρέπον να ενθυμηθούμε τα λόγια του καθηγητού Κωνσταντίνου Μερεντίτου στην έξοχη, εν έτει 1974, εργασία του «Η Θρησκεία των Αρχαίων Ελλήνων. Η Εικών του Θείου εν τώ Κατόπτρω του Αρχαίου Ελληνικού Πνεύματος»:
«..εν τήι περιοχήι της λατρείας των αρχαίων Ελλήνων, αποκαλύπτεται ημίν μία των μεγίστων θρησκευτικών ιδεών της ανθρωπό-τητος, η θρησκευτική ιδέα του Ευρωπαϊκού Πνεύματος.. Η ιδέα αύτη είναι πολύ διάφορος των θρησκευτικών ιδεών άλλων πολιτισμών και δη και εκείνων, οίτινες εν τήι περιοχήι της θρησκειολογίας και της φιλοσοφίας της θρησκείας παρέχουσιν ημίν συνήθως το υπόδειγμα της οφειλομένης θρησκευτικής αγωγής και μορφώσεως.. Προς τοίς άλλοις έργοις των Ελλήνων, ίσταται προ της ανθρωπότητος και η θρησκεία αυτών, ως τι μέγα, υπερφυές και άφθιτον έργον».
Τα φερέφωνα και σχολεία του συστήματος, ωστόσο, ουδέποτε επεσήμαναν στους Νεοέλληνες παρόμοια πράγματα (και γιατί να το έπρατταν άλλωστε, αφού τέτοιου είδους πληροφορίες αντιστρατεύονται τα γνωστά και μη εξαιρετέα συμφέροντά του). Αντιθέτως, με την πρώτη ευκαιρία που θα τους δοθεί, φωνάζουν μονότονα, μπαμπέσικα και καταθλιπτικά (στοιχεία άλλωστε που κατεξοχήν χαρακτηρίζουν τόσο το σύστημα όσο και τα φερέφωνά του) για να πείσουν τους αδαείς και τους ανιστορήτους για τα ακριβώς αντίθετα. Και επειδή ουδείς μη αδαής και μη ανιστόρητος μπορεί ποτέ να «πεισθεί» υπ’αυτών, φροντίζουν να αυξάνουν με όσο πιο ταχείς ρυθμούς τις στρατιές των αδαών και ανιστορήτων. Ο καθείς εφ’ ώ ετάχθη, που λέμε. Υπάρχουν τριών μόνο ειδών πράγματα και καταστάσεις σε αυτόν τον υφήλιο κόσμο των θνητών, στον οποίο όλοι μας ζούμε. Τα απελευθερωτικά, τα ουδέτερα και τα υποδουλωτικά.
Αυτό που εκπροσώπησε επί πολλούς αιώνες και εξακολουθεί να εκπροσωπεί η Εθνική Ελληνική Παράδοση, είναι η Αρετή και η Τόλμη που, όπως ετόνισε ο πραγματικός μας εθνικός ποιητής Ανδρέας Κάλβος, απαιτούνται για την Ελευθερία. Κάποιοι φιλόσοφοί μας άλλωστε, τις απεκάλεσαν «μοναδικές» και «ύψιστες» τέχνες, όπως άλλωστε και τη λογικότητα που διαποτίζει την Φιλοσοφία και Θρησκεία μας, χάρις στην οποία αποκτούν ενότητα οι ιδέες και οι πράξεις μας, καθώς οδηγούμαστε κατ’ουσίαν από αυτές να διάγουμε τον βίο συμφώνως προς την Φύση. Δηλαδή, συμφώνως προς την θέληση των Θεών και συμφώνως προς το αιώνιο και άπειρο Πυροειδές Πνεύμα, τον Ορθό Λόγο που διαποτίζει τα πάντα.

Η κλιματική αλλαγή ευθύνεται για την αύξηση των επιδημιών

Η κλιματική αλλαγή έχει άμεση επίδραση στην υγεία μας. Εκτός από τις αυξανόμενες απειλές από καταιγίδες, πλημμύρες, ξηρασίες και κύματα καύσωνα, οι ερευνητές παρατήρησαν και αύξηση των επιδημιών.

Ειδικότερα, οι νέες ασθένειες που εμφανίζονται και προκαλούνται από μολυσματικούς παράγοντες (ιούς, βακτήρια, παράσιτα) τα οποία είτε ήταν άγνωστα μέχρι σήμερα είτε αλλάζουν, αφού η κλιματική αλλαγή ευθύνεται για αλλαγές στον φορέα, στην παθογένεια, ή στο στέλεχος

Αυτές ονομάζονται «αναδυόμενες» ή «επανεμφανιζόμενες» μολυσματικές ασθένειες, όπως η λεϊσμανίαση, ο πυρετός του Δυτικού Νείλου και ευθύνονται για το 1/3 των θανάτων σε όλο τον κόσμο ενώ «θερίζουν» τις αναπτυσσόμενες χώρες.

Πίσω από αυτή την αυξημένη εξάπλωσης των παθογόνων και των ξενιστών τους (φορείς, δεξαμενές, κλπ) κρύβονται διάφορες παράμετροι. Η κλιματική αλλαγή μεταβάλλει τις συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας στο φυσικό περιβάλλον, και επομένως, αλλοιώνει τη δυναμική μετάδοσης για τους λοιμώδεις παράγοντες. Επίσης, επηρεάζει το εύρος, την αφθονία, τη συμπεριφορά, τους βιολογικούς κύκλους και τα χαρακτηριστικά των μικροβίων ή άλλων παρόμοιων ξενιστών, αλλάζοντας ισορροπίες ανάμεσα σε παθογόνα, φορείς, και δεξαμενές.

Δείτε τη τρισδιάστατη απεικόνιση ενός ανεμοστρόβιλου

Μια ομάδα μετεωρολόγων χρησιμοποίησε ατμοσφαιρικά δεδομένα από τον ανεμοστρόβιλο που έπληξε την κεντρική Οκλαχόμα στις 24 Μαΐου του 2011 για να φτιάξει την τρισδιάστατη απεικόνιση του φυσικού φαινομένου. 
 
Οι άνεμοι "έτρεχαν" μα ταχύτητα μεγαλύτερη των 200 μιλίων ανά ώρα και ο ανεμοστρόβιλος διένυσε μια απόσταση 63 μιλίων, περνώντας από τις πόλεις Calumet, El Reno, Piedmont και Guthrie. 
 

 
Το βίντεο αποτελεί μια τρανή απόδειξη για τις απίστευτες δυνατότητες των υπολογιστών που διατίθενται στους επιστήμονες και επιτρέπουν να παρατηρούμε τους μηχανισμούς ενός ανεμοστρόβιλου. 
 
Από τον ανεμοστρόβιλο 9 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους και 200 περίπου τραυματίστηκαν.

Τα σημάδια των διατροφικών διαταραχών

Οι διατροφικές διαταραχές είναι πολύπλοκες διαταραχές που χαρακτηρίζονται από υπερβολική ενασχόληση με το βάρος και την εξωτερική εικόνα, σε βαθμό, που οδηγεί σε βλαβερές συμπεριφορές ελέγχου του βάρους.

Κατηγορίες διατροφικών διαταραχών

Νευρική ανορεξία
Η νευρική ανορεξία είναι μια κατάσταση κατά την οποία το άτομο προσπαθεί να επιτύχει ένα χαμηλό σωματικό βάρος ως αποτέλεσμα της προκατάληψης που έχει για το σωματικό βάρος και του φόβου για το πάχος. Η διαταραχή εμφανίζεται συχνότερα σε νεαρά κορίτσια στην εφηβεία και σπανιότερα στους άνδρες.

Στους ενήλικες η διάγνωση τίθεται όταν ο Δείκτης Μάζας Σώματος 1 είναι μικρότερος του 17,5 ενώ για μικρότερες ηλικίες όταν το βάρος είναι τουλάχιστον 15% πιο χαμηλό σε σχέση με το αναμενόμενο.

Η απώλεια βάρους επιτυγχάνεται:
Είτε μέσω της δίαιτας (ανορεξία περιοριστικού τύπου) όπου το άτομο αποφεύγει ή περιορίζει την κατανάλωση τροφής
Είτε με αυτοπροκαλούμενο έμετο (ανορεξία εκκαθαριστικού/υπερφαγικού τύπου), υπεργυμναστική, ανορθόδοξη χρήση καθαρτικών, διουρητικών ή κλυσμάτων, ύστερα από αντικειμενικά ή υποκειμενικά υπερφαγικά επεισόδια .

Ως αποτέλεσμα όλων των παραπάνω, και ιδίως όταν η διαταραχή χρονίσει, εμφανίζονται συμπτώματα καχεξίας, όπως οστεοπόρωση (εξ αιτίας της οποίας μπορεί να υπάρχουν κατάγματα των οστών), γαστρεντερικά συμπτώματα (δυσκοιλιότητα, φουσκώματα), προβλήματα σκέψης - συγκέντρωσης, συνεχής αίσθηση κρύου, lanugo (χνούδι στο σώμα ως αντίδραση του οργανισμού προκειμένου να προστατευτεί από το κρύο), αναιμία, καρδιακή αρρυθμία, υπόταση, διατάραξη της λειτουργίας του ήπατος και των νεφρών, απώλεια έμμηνου ρύσης και κακή ποιότητα ύπνου.

Σημάδια αναγνώρισης του ατόμου που πάσχει από ανορεξία (DSM-IV):
Σημαντική απώλεια βάρους (15-20% του αναμενόμενου ή ΔΜΣ&lt;17 1)
Έντονος φόβος να είναι στο φυσιολογικό σωματικό βάρος
Επιμονή στην απώλεια βάρους
Στις γυναίκες απώλεια έμμηνου ρήσης
Καθυστερημένη σεξουαλική ωρίμανση
Κατάθλιψη και κοινωνική απομόνωση
Τελετουργική στάση προς το φαγητό
Υπερβολική γυμναστική
Άρνηση που ξεσπά σε επιθετικότητα
Οικογενειακά προβλήματα
30-50 % των ασθενών αναπτύσσουν βουλιμικές συμπεριφορές
Κρύβει το σώμα του κάτω από φαρδιά ρούχα
Κάνει χρήση καθαρτικών, χαπιών αδυνατίσματος, υπερβολικής άσκησης
Πηγαίνει στην τουαλέτα αμέσως μετά από ένα γεύμα
Κρύβει τρόφιμα, τρώει μόνο του ή κρυφά, χρησιμοποιεί δικαιολογίες για να αποφεύγει το φαγητό
Έχει εμμονή με τις ζυγαριές.

Νευρική Βουλιμία
Η νευρική́ βουλιμία είναι μια κατάσταση που εμφανίζεται συχνά σε γυναίκες στα τελευταία χρόνια της εφηβείας και χαρακτηρίζεται από συχνά επεισόδια υπερφαγίας (υποκειμενικά ή αντικειμενικά) που συνοδεύονται:
Είτε από αντισταθμιστικές μεθόδους όπως πρόκληση έμετου, λήψη καθαρτικών ή διουρητικών (βουλιμία εκκαθαριστικού/υπερφαγικού τύπου).
Είτε από αυστηρές δίαιτες, νηστεία και υπεργυμναστική (βουλιμία περιοριστικού τύπου)
Είτε σπανιότερα από συνδυασμό και των δύο ανωτέρω προκειμένου να αποφευχθεί η πρόσληψη βάρους.

Χαρακτηριστικό της διαταραχής είναι ότι το άτομο είναι είτε φυσιολογικού βάρους (ΔΜΣ 18,5–25) είτε υπέρβαρος (ΔΜΣ 25-30). Επιπλέον, τα επεισόδια της υπερφαγίας και η αντισταθμιστική συμπεριφορά εμφανίζονται τουλάχιστον 2 φορές την εβδομάδα για 3 μήνες. Η βουλιμία συνήθως παραμένει κρυφή́ λόγω των συναισθημάτων ντροπής σχετικά με της υπερφαγικές και εκκαθαριστικές συμπεριφορές. Όπως στην ανορεξία, η βουλιμία τείνει να εμφανίζεται στα πλαίσια προσπαθειών απώλειας βάρους.

Σημάδια αναγνώρισης του ατόμου που πάσχει από βουλιμία:
Εξαφάνιση στο μπάνιο μετά από ένα γεύμα, όπου το άτομο κλείνειται για αρκετή ώρα και ακούγεται τρεχούμενο νερό ή το ράδιο να παίζει δυνατά
Παράξενα ξυπνήματα το βράδυ, ξαγρύπνημα και επίσκεψη στη κουζίνα, αφού όλοι έχουν πάει στο κρεβάτι. Το άτομο μπορεί να πηγαίνει αναπάντεχες βόλτες με τα πόδια ή με το αυτοκίνητο τη νύχτα. Ο βουλιμικός προσπαθεί να ξεφορτωθεί τους ανθρώπους ή να τους στείλει για ύπνο, ώστε να μπορεί να κάνει το επεισόδιο υπερφαγίας
Εξαφάνιση μεγάλων ποσοτήτων φαγητού ή υπερφαγία χωρίς συγκεκριμένες ενδείξεις αύξησης βάρους
Τυλιγμένα υπολείμματα φαγητών κρυμμένα κάτω από́ μαξιλάρια ή κάτω από́ κρεβάτια
Ανεξήγητη ευερεθιστότητα και αλλαγές διάθεσης
Υπερβολική γυμναστική
Κάνει χρήση διουρητικών, καθαρτικών, χαπιών αδυνατίσματος
Έχει εμμονή με τις ζυγαριές.

Αδηφαγική διαταραχή
Η αδηφαγική διαταραχή (Binge eating disorder – BED), χαρακτηρίζεται από υπερφαγικά επεισόδια (αντικειμενικά ή υποκειμενικά) τα οποία όμως δεν ακολουθούνται από εκκαθαριστικές ή αντισταθμιστικές μεθόδους.

Κριτήρια διάγνωσης του ατόμου που πάσχει από αδηφαγική διαταραχή (DSM-IV)

Η διάγνωση της αδηφαγικής διαταραχής απαιτεί την παρουσία τουλάχιστον 3 από τα παρακάτω κριτήρια:
Συχνά επεισόδια υπερφαγίας όπου το άτομο καταναλώνει αντικειμενικά μεγάλη ποσότητα τροφής
Τα υπερφαγικά επεισόδια συνοδεύονται από αίσθημα απώλειας ελέγχου
Τα υπερφαγικά επεισόδια χαρακτηρίζονται από τουλάχιστον 3 από τα παρακάτω:Αυξημένο άγχος σε σχέση με τη διατροφή
Το άτομο τρώει πιο γρήγορα από το συνηθισμένο
Το άτομο τρώει μέχρι να νοιώσει δυσφορία
Το άτομο τρώει χωρίς να πεινάει
Το άτομο τρώει μόνο του ή κρυφά
Το άτομο νοιώθει άγχος ή ενοχές μετά το υπερφαγικό επεισόδιο
Το άτομο νοιώθει σαν να το σπρώχνει μια ξένη δύναμη στο να φάει

Τα υπερφαγικά επεισόδια συμβαίνουν τουλάχιστον 2 φορές την εβδομάδα και για τουλάχιστον 3 μήνες
Δεν χρησιμοποιούνται εκκαθαριστικές μέθοδοι ή υπερβολικές μέθοδοι απώλειας βάρους, όπως η ασιτία.

Άτυπες μορφές διατροφικών διαταραχών
Πολλοί άνθρωποι υποφέρουν από διατροφικές διαταραχές οι οποίες μοιάζουν πολύ με ανορεξία και βουλιμία, αλλά δεν πληρούν ακριβώς τα διαγνωστικά κριτήρια. Οι σωματικές και συναισθηματικές επιπτώσεις αυτών των διαταραχών μπορεί να έχουν εξίσου σοβαρές επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής. Στις άτυπες μορφές διατροφικών διαταραχών ανήκουν:
Το σύνδρομο νυχτερινής υπερφαγίας (Night Eating Disorder – NES) το οποίο παρατηρείται συχνότερα σε υπέρβαρα άτομα όπου, οι περισσότερες από τις μισές συνολικά θερμίδες της ημέρας καταναλώνονται κατά τις βραδινές ώρες. Άλλα χαρακτηριστικά της διαταραχής περιλαμβάνουν υπερφαγία με προτίμηση σε φαγητά πλούσια σε λιπαρά και ζάχαρη, αϋπνία, ανησυχία, χαμηλή διάθεση τη νύχτα και πρωινή ανορεξία.
Η νευρική ορθορεξία, η εμμονή δηλαδή με την κατανάλωση μόνο τροφών που το άτομο θεωρεί υγιεινές, που επίσης μπορεί να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα.