Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Η ΗΛΙΑΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ


 

Ο Ήλιος λατρεύτηκε από όλους σχεδόν τους αρχαίους λαούς ως το κυριότερο και το πιο ουσιαστικό φυσικό πρότυπο της φυσιολατρείας. Συνήθως συνοδευόταν από την λατρεία της Σελήνης και απεικονίζεται με ανθρώπινη μορφή ως άνδρας, του οποίου γυναίκα ή αδελφή είναι η Σελήνη. 

Τα ονόματα των ΘεώνΣουρύα, Βράχμα, Βάαλ, Ώρος, Απόλλων, Ωρομάσδης, Ζωροάστρης, Ρα, Κετσαλκοάτλ[1], Ουϊτσιλοπόχτλι, Μίθρας, Οντίν και Βόταν συνδέονται άμεσα με αυτόν ή έμμεσα με την ιδιότητα του φωτός. Στην αρχαία Ελλάδα ηλιακός θεός είναι ο Ήλιος, γιος των Τιτάνων Υπερίονα και Θείας και είναι προγενέστερος του Ολυμπιακού Δωδεκάθεου. Η νεότερη εκδοχή του είναι, όπως αναφέρεται από τον Ευριπίδη ο Απόλλων, που για αυτό ονομάζεται Φοίβος, ενώ η αδελφή του η Άρτεμις, είναι θεά της Σελήνης.

Ο Κολοσσός της Ρόδου
έργο του Γερ. Γερολυμάτου
Ο Ήλιος λατρευόταν με ναούς ιδιαίτερα στην Κόρινθο, στο Άργος, στην Ήλιδα και αλλού, ενώ κυρίως στην Ρόδο όπου του είχαν αφιερώσει γιγάντιο άγαλμα –τον Κολοσσό- θεωρείτο αρχηγός της ροδιακής φυλής. Οι Άραβες Ναβαταίοι, όπως αναφέρει ο Στράβων, τιμούσαν ως μόνο θεό τον Ήλιο. Στη θρησκεία των νοτίων Αράβων ο Ήλιος (Σαμς) απεικονιζόταν με τη μορφή θεάς. Στην Βαβυλωνία ο Σαμάς ήταν Θεός του Ηλίου (ο σουμεριακός θεός Οντού, που στην Ν. Μεσοποταμία είναι ο Ενλίλ).  

Από τους σημίτες του Ακκάδ ονομάζεται / Μπέλ= (Κύριος),  ελληνικά /Βήλος[2]. Τον Ήλιο τιμούσαν οι αρχαίοι Έλληνες την ανατολή δια προσευχής, ενώ οι Ρωμαίοι και οι Γερμανοί του αφιέρωναν μεγαλοπρεπείς γιορτές για την επανεμφάνισή του κατά τις χειμερινές του τροπές. Στην αρχαία Ρώμη λατρευόταν ιδιαίτερα, κυρίως επί της αυτοκρατορίας του Μάρκου Αυρήλιου που ήταν αρχιερέας του και για αυτό ονομάστηκε Ηλιογάβαλος. Το 219 μ.Χ., του έκτισε ναό και κήρυξε όλους τους άλλους θεούς υπηρέτες του. Κατάλοιπα της ειδωλολατρικής λατρείας του Ήλιου παρατηρούνται και στον χριστιανικό κόσμο όπου με τις τροπές του Ήλιου σχετίζονται τα τελούμενα στη γιορτή του Αϊ-Γιάννη του Κλύδωνα στις 24 Ιουνίου, όπως και μερικά που τελούνται κατά το Δωδεκαήμερο, ανάμεσα στα Χριστούγεννα και τα Φώτα.

Ινδική θεότητα του Ήλιου
Ο Ήλιος στην Ινδία ήταν ο Βράχμα[3] που σημαίνει «Θείος Λόγος» και με ειδική έννοια «δύναμη μαγείας». Ακόμη στο πρόσωπο του Βισνού ενσαρκώνεται η παλιά ηλιακή θεότητα των Βεδών ανανεουμένη δια των διάφορων ενσαρκώσεων στο πρόσωπο τουΠαρασουράμα, του Ράμα, του Κρίσνα και τουΒούδα ακόμη.(σ. 722, τ. 6ος). 

Μια ακόμη προσωποποίηση της θερμαντικής και φωτιστικής δύναμης του Ήλιου βρίσκουμε και στον Ίντρα, αδελφό του Άγνι «θείος σπινθήρ». Ο Ίντρα όρχειται επί χρυσού άρματος που σύρεται από κίτρινα άλογα. Κρατάει τόξο και κεραυνό. Παρόμοια αντίληψη υπάρχει και στην αρχαιοελληνική εικόνα του άρματος του Ήλιου. Συναφής πρέπει να είναι και στην χριστιανική εικονογραφία η παράσταση του Προφήτη Ηλία[4], που επιβαίνει επί άρματος για να ανέβει στον ουρανό. Στη γερμανική μυθολογία ο θεός Βόταν[5]εικονίζεται επίσης ως υπεράνθρωπος, έχει ένα μόνο οφθαλμό (τον Ήλιο) και επιβαίνει  σε ίππο με οκτώ πόδια. Από τον Βόταν απεχωρίσθη αργότερα η ιδιότητα του ηλίου που απεδόθη σε ιδιαίτερο θεό τον Βάλδρ (φωτεινό) ή Φολ, ενώ ετιμώντο ακόμα ως θεές του Ήλιου οι Σούννα και Οστάρα. Στον αιγυπτιακό μύθο της Δημιουργίας ο ήλιος είναι επίσης ο οφθαλμός του θεού Χεπερά.

 Στην Αίγυπτο η πιο τέλεια εικόνα του Θεού ήταν ο Ήλιος με τις τρεις του ιδιότητες, το σχήμα, το φως και τη θερμότητα, ενώ σύμβολο της ηλιακής λατρείας ήταν ο οβελίσκος. Η ψυχή του Ήλιου ονομαζόταν Άμων ή Άμων -Ρα. Ο Ρα βασίλευσε στην Ηλιούπολη. Αυτός ήταν ο Πατέρας της ζωής και οι άλλες θεότητες ήταν μόνο τα διαφορετικά μέρη του σώματός του.

Ο θεός του Ήλου Κετσαλκοάτλ
Οι Ίνκας του Περού, πατριά της φυλής Κίτσουα, ανάγουν την αρχή τους στον Μάνκο Καπάκ, γιο του Ήλιου και της Σελήνης, ενώ επίσημη θρησκεία τους ήταν η ηλιολατρεία. Οι Ίνκας ταρίχευαν τους νεκρούς και λάτρευαν τον αυτοκράτορά τους ως γιο του Ήλιου όπως και οι Αιγύπτιοι τον Φαραώ. 

Οι Μάγια επίσης λάτρευαν τον Ήλιο, την Σελήνη και την βροχή και όπως οι Αζτέκοι τους πρόσφεραν ανθρωποθυσίες ή ανθρώπινα μέλη στους πυραμιδοειδείς τους ναούς. Οι νεκροί εκαίοντο και η πίστη στη μαγεία ήταν κυρίαρχο στοιχείο των τελετουργιών. Το Τεοτιουακάν (=Οίκος Θεού) ήταν πόλη με πυραμίδες του ήλιου και της σελήνης. Για τους Ιάπωνες ο Αυτοκράτωρ είναι επίσης γιος του Ήλιου και η χώρα τους είναι η «Χώρα του ανατέλλοντος Ηλίου».

Ο Σκανδιναβικός θεός Οντιν
Είναι πολύ πιθανόν ότι τοStonehenge, το μεγαλιθικό μνημείο της νεολιθικής εποχής και της εποχής του Χαλκού στην Μ. Βρετανία, ήταν ιερό του ήλιου, απ΄όπου οι ιερείς ή οι γιατροί μπορούσαν να κάνουν τις παρατηρήσεις τους. Ήταν ένα μαγικό παρατηρητήριο απ΄όπου ήταν σε θέση να καθορίσουν την ανατολή του ηλίου, όταν δεν ήταν ορατός, να καθορίσουν τις εποχές, να πουν πως τώρα είναι καιρός για φύτεμα, τώρα θα γίνουν θυσίες στο θεό-Ήλιο για να αναπτυχθούν οι καλλιέργειες κ.λ.π. Η Ηλιολατρεία έδωσε τις αιτίες για την ώθηση και τη συστηματική ανάπτυξη των γνώσεων της αστρονομίας. 

Στην Βαβυλώνα οι επτά αστρικοί θεοί[6], αντιστοιχούσαν σε κάποιον πλανήτη του ηλιακού συστήματος και μαζί με την Τριάδα (Ανού, Ενλίλ και Έα), έπαιζαν σπουδαίο ρόλο στη θρησκεία της Βαβυλώνας. Γενικά ο Ήλιος κατά την νεολιθική εποχή ήταν προσωποποιημένος από τους υπέρτατους θεούς των θρησκειών, που ήταν πατέρες θεών και ανθρώπων και αποτέλεσε μαζί με τη μεγάλη Θεά-Μητέρα το κατ΄εξοχήν σύμβολο του πολυθεϊσμού, που ενσάρκωνε όλες τις ιδιότητες της υπέρτατης δύναμης σε αυτό το μεταβατικό στάδιο προς τον μονοθεϊσμό. Η λατρεία του ήλιου που σχεδόν πάντα προσωποποιεί το αρσενικό στοιχείο, αποτέλεσε επίσης μια ένδειξη της μετάβασης από το παλαιότερο μητριαρχικό σύστημα προς την πατριαρχική εξουσία που χαρακτηρίζει ολόκληρη την Εποχή του Χαλκού.


Ο αιγυπτιακός Θεός Ρα
 







[1] Ένας από τους κυριότερους θεούς της αρχαίας μυθολογίας του Μεξικού και των Αζτέκων του έθνους Ναουτλέκας. Είναι κυρίαρχος του αέρα, της σοφίας και διδάσκαλος των τεχνών. Το όνομά του σημαίνει: Φίδι καλλυπτόμενο υπό πράσινων πτερών. Ο Ουϊτσιλοπόχτλι είναι ο εθνικός θεός του Ήλιου για τους Αζτέκους. Προς τιμή τους πραγματοποιούντο ακόμη και ανθρωποθυσίες.
[2] Αρχηγός, γενάρχης και εθνικός θεός των Σημιτών (Βελ, Βήλ –Ζευς Βήλος), Βάαλ για τους Φοίνικες και τους Χαναναίους. Μπέλ-Βήλος βαβυλωνιακός θεός του Ήλιου που έχει ποικίλλες εμφανίσεις στην εγγύς Ανατολή.
[3] Ο Βράχμας είναι σύμβολο του ηλίου. Εικονίζεται να κάθεται πάνω σε κύκνο, έχει τέσσερα πρόσωπα και τέσσερα χέρια. Σύζυγός του είναι η Θεά της Σοφίας Σαρασβάτη.
[4] Η παράδοση που θέλει να κτίζονται οι ναοί οι αφιερωμένοι στο όνομα του εν λόγω προφήτη, στις κορυφές βουνών, είναι βέβαιο πως σχετίζεται με τον Ήλιο, καθώς εκεί πέφτουν κάθε ανατολή οι πρώτες ακτίνες του.
[5] Στη γερμανική μυθολογία υπέρτατος θεός ήταν ο Βόταν (Wodan), όπως και στην συγγενική σκανδιναβική ήταν ο Οντίν.  Λατρευόταν ως πατέρας των θεών, του ουρανού, του αέρα και του Ήλιου.
[6] Ο Μαρδούκ (Δίας), ο Νινούρτα θεός του ευνοϊκού πολέμου (Ποσειδώνας), ο Σαμάς (Ήλιος), η Σιν (Σελήνη), η Ιστάρ (Αφροδίτη), ο Ναργκάλ (Άρης), ο Ναμπού (Ερμής). Επιβίωση της λατρείας των βαβυλωνιακών αστρικών θεών είναι η σημερινή εβδομάδα των επτά ημερών. Σε μερικές δυτικές ευρωπαϊκές γλώσσες οι ονομασίες των ημερών της εβδομάδας και σήμερα ακόμη αντανακλούν τα ονόματα αυτών των θεοτήτων. (Sunday, Lunedi, Venerdi).

Κόκκινα τα ούρα; Ωχ... ~ Τί προδίδει το χρώμα των ούρων για την υγεία μας;

Το διάγραμμα που σχεδίασαν οι επιστήμονες από το ιατρικό κέντρο «Cleveland Clinic» των Η.Π.Α, δείχνει όλες τις πιθανές αποχρώσεις που μπορεί να έχουν τα ούρα μας, αναφέρει ποιες κινούνται σε φυσιολογικό πλαίσιο και ποιες όχι, ενώ δίπλα σε καθεμία αναγράφεται το πρόβλημα υγείας που πιθανότατα να υπάρχει.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, τα άχρωμα ούρα φανερώνουν ότι...

πίνουμε μεγάλη ποσότητα νερού, το έντονο κίτρινο χρώμα, σαν αυτό του μελιού, υποδεικνύει ότι υπάρχει άμεση ανάγκη για νερό, ενώ το καφέ χρώμα προδίδει σοβαρή αφυδάτωση ή διαταραχές στην ηπατική λειτουργία.

Πιο σοβαρά προβλήματα υγείας μαρτυρά το ροζ/κόκκινο χρώμα. Αν δεν έχει γίνει πρόσφατα κατανάλωση τροφών, όπως τα παντζάρια ή τα μύρτιλλα, υποδηλώνει την ύπαρξη αίματος στα ούρα, σύμπτωμα που συνήθως οφείλεται σε καρκίνο στην ουροδόχο κύστη, σε ασθένειες των νεφρών, σε προβλήματα προστάτη ή λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος. Το πλέον φυσιολογικό χρώμα για τα ούρα είναι το διαυγές κίτρινο χρώμα. Σε σπάνιες περιπτώσεις τα ούρα μπορεί να έχουν πράσινη ή μπλε απόχρωση. Αυτό μπορεί να προκληθεί από τροφές που έχουν την ιδιότητα να «βάφουν» ή από τη χρήση ορισμένων φαρμάκων (π.χ. καθαρτικά, φάρμακα χημειοθεραπείας).

Στο διάγραμμα υπάρχει ξεχωριστή ένδειξη για τα ούρα στην επιφάνεια των οποίων σχηματίζεται μόνιμα αφρός. Σύμφωνα με το διάγραμμα αυτό υποδεικνύει υπερβολική πρωτεΐνη στη διατροφή ή προβλήματα στους νεφρούς.

Οι επιστήμονες πιστεύουν πολύ στη χρήση αυτού του νέου διαγράμματος. Δεδομένου ότι το χρώμα των ούρων μπορεί να αποκαλύψει πολλά για το τι συμβαίνει στον οργανισμό μας, συμβουλεύουν να λαμβάνουμε υπόψη τις ενδείξεις του.

Η συνωμοσία του Σατανά


Είναι η προσωποποίηση του Κακού, πηγή βασανιστηρίων, καταστροφής και θανάτου. Είναι ο Κυβερνήτης της Κολάσεως. Πλέον ηγείται μιας στρατιάς από δαίμονες που έχουν σκοπό την Εκδίκηση...
- Ήταν ο Διάβολος ένα Σεραφείμ - φτερωτό ερπετό;
- Ποιοί ήταν οι Παρατηρητές που περιγράφει το βιβλιο του Ενώχ;
- Ήταν ο Προμηθέας στην ελληνική μυθολογία, ο αντίστοιχος "Εωσφόρος" των χριστιανών;
- Ρε μπας κι ο Σατανάς ήταν "αγγελούδι" και μας το κρύβουν ;)

Αριστοτέλης: Παράγοντες που ευνοούν μια αληθινή φιλία


Εξετάζοντας τη φιλία στα ευρύτερα πλαίσια της κοινωνικής ζωής, ο Αριστοτέλης προχωρά στις ακόλουθες παρατηρήσεις:

[1166a] Ο τρόπος με τον οποίο φανερώνεται η αγάπη στους φίλους μας και τα γνωρίσματα με τα οποία ορίζεται η έννοια της φιλίας, προήλθαν, όπως φαίνεται, από τη συμπεριφορά απέναντι στον ίδιο τον εαυτό μας.
Οι άνθρωποι νομίζουν σα φίλο τους εκείνον που επιθυμεί και κάμνει για χάρη τους το αγαθό, ή εκείνον που ποθεί την ύπαρξη και τη ζωή για τον φίλο του, συναίσθημα που κυριεύει τη μητέρα για τα παιδιά της και τους φίλους σε περίπτωση που, εξαιτίας προστριβών, δεν μπορούν να ζουν μαζί.
Άλλοι θεωρούν σα φίλο αυτόν που συζεί μαζί τους και έχει τις ίδιες ορέξεις ή συμμερίζεται τις ίδιες οδύνες και ηδονές πράγμα που συμβαίνει πάλι προπαντός στις μητέρες για τα παιδιά τους.
Σύμφωνα, λοιπόν, με τα διάφορα αυτά γνωρίσματα, ορίζουν τη φιλία. Όλα αυτά υπάρχουν στον ενάρετο άνθρωπο σχετικά με τον εαυτό του και σε ίση μοίρα και στους άλλους ανθρώπους, εφόσον πιστεύουν ότι είναι ενάρετοι.
Γιατί φαίνεται ότι η αρετή κι ο ενάρετος άνθρωπος είναι το μέτρο κάθε πράγματος, όπως είπαμε. Αυτός ο τελευταίος βρίσκεται σε αρμονική σχέση με τον εαυτό του και επιθυμεί με όλη τη δύναμη της ψυχής του, κάθε φορά τα ίδια πράγματα.
Γι' αυτό, λοιπόν, ποθεί το αγαθό και ό,τι του φαίνεται τέτοιο και το εκτελεί (γιατί γνώρισμα του αγαθού ανθρώπου είναι να πραγματοποιεί το αγαθό) και για χάρη του εαυτού του, για χάρη δηλ. του διανοητικού μέρους της ψυχής, που, όπως φαίνεται, αποτελεί κάθε άνθρωπο. Εκτός απ' αυτό θέλει να ζει, να διατηρεί τον εαυτό του στη ζωή και μάλιστα να διατηρεί εκείνο, με το οποίο σκέπτεται, επειδή για τον ενάρετο άνθρωπο η ύπαρξη είναι αγαθό.
Κι ο καθένας ποθεί το αγαθό για τον εαυτό του και δε θέλει να μεταβάλλεται σε τρόπο, ώστε ν' απολαμβάνει με τη νέα του μορφή όλα τα αγαθά. Γιατί κι ο θεός κατέχει το αγαθό, αλλά, το κατέχει ήδη, γιατί είναι τώρα, όπως ήταν πάντοτε.
Ώστε κάθε άνθρωπος φαίνεται ότι είναι εκείνο που μέσα του γεννά τη διανόηση· επίσης ο ενάρετος επιθυμεί να ζει με τον εαυτό του, γιατί βρίσκει στην κατάσταση αυτή απόλαυση. Οι αναμνήσεις των περασμένων τού είναι ευχάριστες και οι ελπίδες για το μέλλον, καλές, και είναι ακόμα οι τέτοιες ελπίδες γλυκές.
Ο νους του είναι γεμάτος από αντικείμενα για μελέτη και παρατήρηση, και λυπάται και χαίρεται μαζί με τον εαυτό του. Το λυπηρό και το ευχάριστο είναι γι' αυτόν πάντοτε το ίδιο και όχι άλλη φορά άλλο, επειδή, κατά κάποιο τρόπο, δεν έχει λόγο να μετανιώνει για τις πράξεις του.
Αφού, λοιπόν, τέτοια είναι τα συναισθήματα που διαθέτουν τον ενάρετο απέναντι του εαυτού του, και ότι διάκειται προς τους φίλους του όπως ακριβώς στον ίδιο τον εαυτό του (γιατί ο φίλος μας είναι ο άλλος εαυτός μας), φαίνεται ότι η φιλία έχει τέτοια χαρακτηριστικά γνωρίσματα και ότι φίλοι είναι εκείνοι που έχουν αυτά τα γνωρίσματα. Το ζήτημα αν είναι δυνατό να υπάρξει φιλία με τον ίδιο τον εαυτό μας, ας το αφήσουμε για την ώρα χωρίς να το εξετάσουμε.
Φαίνεται ότι υπάρχει φιλία, τουλάχιστον εκεί που βρίσκονται συνδυασμένα δύο ή περισσότερα από τα στοιχεία εκείνα τα οποία αναφέραμε, [1166b] κι ότι η υπερβολική φιλία μοιάζει με την αγάπη που νιώθουμε για τον ίδιο τον εαυτό μας.
Τα γνωρίσματα που είπαμε φαίνεται ότι υπάρχουν και στους πολλούς κι αν ακόμη είναι φαύλοι. Άραγε παρουσιάζουν μερικά απ' αυτά σύμφωνα με το μέτρο που τους αρέσει να πιστεύουν ότι υπάρχει στον εαυτό τους και μήπως φαντάζεται ότι είναι ενάρετος; Το ότι κανένας φαύλος ή κακοποιός δεν κατέχει τέτοια γνωρίσματα, ούτε φαίνεται να κατέχει, είναι αυτονόητο.
Αλλά αυτό ισχύει σχεδόν για όλους γενικά τους ανήθικους ανθρώπους, έχει δηλ. διχασθεί ο ίδιος ο εαυτός τους, και η πλεονεξία τους στρέφεται σε αντικείμενα διαφορετικά εκείνων, που θα επεδίωκε η έπειτα από σκέψη βούλησή τους, όπως συμβαίνει και στους ακρατείς. Αυτοί προτιμούν, αντί εκείνων που φαίνονται σ' αυτούς αγαθά, τα ευχάριστα που είναι σ' αυτούς βλαβερά.
Άλλοι, από δειλία ή τεμπελιά, απέχουν από το να εκτελούν ό,τι νομίζουν άριστο. Κι άλλοι πάλι, που διέπραξαν πολλά και φοβερά εγκλήματα, είναι μισητοί για την κακία τους, αποφεύγουν τη ζωή και θέτουν τέρμα σ' αυτήν αυτοκτονώντας.
Οι κακοί αναζητούν τους ανθρώπους με τους οποίους μπορούν να συζούν, αλλά κυρίως αποφεύγουν τον εαυτό τους, γιατί φέρνουν πίσω στη μνήμη πολλά και φοβερά πράγματα. Κλεισμένοι στον εαυτό τους δεν αντικρίζουν παρά ένα όμοιο μέλλον, ενώ όταν συναναστρέφονται με άλλους ανθρώπους τα ξεχνούν όλα. Επειδή δεν υπάρχει τίποτε σ' αυτούς που να είναι αξιαγάπητο, δεν είναι φίλοι ούτε και με τον εαυτό τους.
Τέτοιοι άνθρωποι δεν αισθάνονται ούτε χαρά ούτε λύπη για τον ίδιο τον εαυτό τους, γιατί η ψυχή τους επαναστατεί, και το ένα μέρος της πάσχει από την κακία τους, εξαιτίας των στερήσεών τους, και το άλλο χαίρεται, και το ένα τραβά την ψυχή προς τα εδώ, το άλλο προς τα εκεί, σα να την κομμάτιαζαν. Αφού, λοιπόν, δεν είναι δυνατό να νιώθουν συγχρόνως ηδονή κι οδύνη, η οδύνη διαδέχεται σ' αυτούς την ηδονή μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, ώστε θα επιθυμούσαν να μην την είχαν ποτέ δοκιμάσει. Γιατί οι φαύλοι είναι διαρκώς μετανιωμένοι.
Ώστε φαίνεται πως ο φαύλος δεν είναι διατεθειμένος φιλικά ούτε απέναντι του εαυτού του, γιατί δεν έχει τίποτε αξιαγάπητο. Επομένως, επειδή μια τέτοια κατάσταση είναι πάρα πολύ άθλια, έχουμε υποχρέωση ν' αποφεύγουμε με όλη μας τη δύναμη την κακία και να προσπαθούμε να είμαστε ενάρετοι. Μ' αυτόν τον τρόπο θα είμαστε φίλοι του εαυτού μας και θα γινόμαστε και φίλοι των συνανθρώπων μας.
(30) Η εύνοια μοιάζει με την φιλία, αλλά δεν είναι φιλία. Εύνοια μπορεί να νιώθει κανένας και για άγνωστα πρόσωπα χωρίς να το ξέρουν. Γι αυτό έχουμε μιλήσει και προηγουμένως. Όμως η εύνοια δεν είναι ούτε αγάπη γιατί δεν φέρνει μαζί της ούτε την ένταση ούτε την ορμή της ψυχής, χαρακτηριστικά γνωρίσματα συνυφασμένα με την αγάπη.
Η αγάπη προϋποθέτει την σύναψη των συνηθισμένων σχέσεων, ενώ η εύνοια μπορεί να γεννηθεί ξαφνικά, όπως συμβαίνει με τους αθλητές, [1167a] στους οποίους χαρίζουμε την εύνοιά μας κι επιθυμούμε γι' αυτούς το έπαθλο, χωρίς όμως να συμπράττουμε μ' αυτούς, επειδή, όπως είπαμε, η εύνοια είναι γέννημα της στιγμής, και η αγάπη που υπεισέρχεται σ' αυτήν είναι επιφανειακή.
Επομένως, φαίνεται ότι η εύνοια είναι η αρχή της φιλίας, όπως η αρχή του έρωτα είναι η ηδονή από την θέαση ενός προσώπου, γιατί κανείς δεν ερωτεύεται, πριν σαγηνευθεί από την μορφή αυτού του προσώπου. Πάντως αυτός που έλκεται από την ομορφιά δεν είναι ακόμη σε θέση ν' αγαπά, αλλά πρέπει να ποθεί αυτόν που λείπει και να επιθυμεί την παρουσία του.
Επίσης είναι αδύνατο να δημιουργηθεί φιλία, αν δεν προηγηθεί εύνοια, αλλά η εύνοια δεν είναι ακόμη φιλία, γιατί εκείνος που διάκειται ευνοϊκά επιθυμεί μονάχα το αγαθό, αλλά δεν προσφέρει για την επίτευξή του την βοήθειά του, ούτε καταβάλλει σχετική προσπάθεια.
Γι' αυτό μπορεί να ονομάσει κάποιος την εύνοια αδρανή φιλία, η οποία με το πέρασμα του χρόνου φτάνει ως το σημείο συνάψεως οικογενειακών σχέσεων και γίνεται πραγματική φιλία, όχι για χάρη ιδιοτελούς συμφέροντος και απόλαυσης, γιατί ούτε και η εύνοια γεννιέται απ' αυτά.
Αυτός, λοιπόν, που ευεργετήθηκε, χαρίζοντας την εύνοιά του για τις ευεργεσίες που του δόθηκαν, ενεργεί σύμφωνα με το δίκαιο. Κι η εύνοια εκείνου που επιθυμεί την ευημερία των συνανθρώπων του με την ελπίδα να ωφεληθεί απ' αυτήν, δεν μοιάζει να απευθύνεται στους άλλους, αλλά στον ίδιο τον εαυτό του, καθώς ακριβώς δεν είναι ούτε φίλος εκείνος που περιποιείται τον φίλο του για χάρη κάποιου συμφέροντος.
Συμπερασματικά, η εύνοια γεννιέται από κάποιαν αρετή και χρηστότητα, όταν δηλ. εμφανισθεί κάποιος άνθρωπος καλός, ανδρείος ή κάτι τέτοιο, όπως συμβαίνει και με τους αθλητές, όπως είπαμε.
Η ομόνοια φαίνεται ότι είναι κι αυτή ένα είδος φιλίας και γι' αυτό δεν πρέπει να την συγχέουμε με την ομογνωμοσύνη (όμοια γνώμη), γιατί ομογνωμοσύνη μπορεί να υπάρχει κι εκεί που οι άνθρωποι δεν γνωρίζονται μεταξύ τους.
Επίσης δεν ονομάζει κανένας ομονοούντες εκείνους που έχουν την ίδια γνώμη για ένα ζήτημα, π.χ. για τα ουράνια φαινόμενα (γιατί η τέτοια συμφωνία γνώμης δεν προϋποθέτει την ύπαρξη φιλικών δεσμών), αλλά λέει, ότι οι πόλεις ομονοούν, όταν επικρατούν οι ίδιες γνώμες σχετικά με τα κοινά συμφέροντα, όταν παίρνονται οι ίδιες αποφάσεις και πραγματοποιούνται όσα αποφασίστηκαν από κοινού.
Ομόνοια, λοιπόν, υπάρχει, όταν πρόκειται για ζητήματα πάνω στο πεδίο της δράσης, και μάλιστα για ζητήματα, που είναι σπουδαία ή αποβλέπουν στο συμφέρον των δυο μερών ή όλων των πολιτών. Σύμφωνα μ' αυτά, υπάρχει, λ.χ. ομόνοια σε μια πόλη, όταν αποφασίσουν όλοι μαζί, οι αρχές να είναι αιρετές, ή όταν όλοι οι ολίτες πάρουν την απόφαση ν' αναθέσουν την διακυβέρνηση της πόλης τους στον Πιττακό αν κι ο ίδιος συμφωνούσε μ' αυτό.
Αλλά αν ο καθένας θέλει να βρίσκεται επικεφαλής της πολιτείας, τότε, όπως γίνεται στις Φοίνισσες γεννιούνται έριδες. Γιατί είναι αδύνατο να υπάρξει ομόνοια, μονάχα όταν τα δύο μέρη επιδιώκουν το ίδιο πράγμα, αλλά όταν επιθυμούν να το δουν πραγματοποιημένο σ' ένα και το αυτό πρόσωπο: όταν λ.χ. [1167b] ο λαός και οι ξεχωριστοί πολίτες θέλουν ν' ανατεθεί η κυβέρνηση στους «άριστους» γιατί τότε γίνεται πραγματικότητα εκείνο που όλοι επιθυμούν.
Η ομόνοια φαίνεται ότι είναι φιλία ανάμεσα στους πολίτες, όπως ακριβώς και ονομάζεται, γιατί αυτή ασχολείται με τα συμφέροντα και τις αξιώσεις της ζωής. Μια τέτοια ομόνοια συναντούμε στους ενάρετους, γιατί αυτοί ομονοούν και με τον ίδιο τον εαυτό τους και με τους συνανθρώπους των, για το λόγο ότι μένουν, κατά κάποιον τρόπο, πάντοτε οι ίδιοι. Γιατί οι θελήσεις τέτοιων ανθρώπων είναι σταθερές, και δεν κυμαίνονται εδώ κι εκεί, όπως τα ύδατα του Ευρίπου.
Εκείνο που επιδιώκουν είναι το δίκαιο και το συμφέρον, και την πραγματοποίηση αυτών την ποθούν από κοινού. Οι φαύλοι δεν ομονοούν ή ομονοούν λίγο χρονικό διάστημα, όπως δεν είναι δυνατό να είναι και φίλοι, γιατί όσον αφορά όλα εκείνα που μπορούν να τους παράσχουν ωφέλεια είναι πλεονέχτες, αλλά όταν πρόκειται να καταβάλλουν κουραστικές προσπάθειες ή να αναλάβουν δημόσιες λειτουργίες, δεν κάμνουν τίποτε.
Επειδή ο καθένας απ' αυτούς επιδιώκει αποκλειστικά το προσωπικό του συμφέρον, ελέγχει τους συμπολίτες του και τους εμποδίζει ν' αποκτούν εκείνο που τους ανήκει.
Άλλωστε, επειδή δεν εξυπηρετούν τα κοινά συμφέροντα η πολιτεία καταστρέφεται. Εξαιτίας των προκαλούνται έριδες μεταξύ των πολιτών, γιατί οι φαύλοι ασκούν βία, οι μεν εναντίον των δε, και αρνούνται να εκτελέσουν δίκαιες πράξεις.
Φαίνεται πως οι ευεργέτες αγαπούν εκείνους που ευεργέτησαν περισσότερο από όσο εκείνοι που ευεργετήθησαν τους ευεργέτες των, και στο σημείο αυτό υπεισέρχεται κάποιος παραλογισμός που αξίζει να τον εξετάσουμε. Οι περισσότεροι έχουν τη γνώμη ότι αυτό οφείλεται στο ότι οι πρώτοι είναι δανειστές και οι δεύτεροι οφειλέτες.
Όπως λοιπόν στα δάνεια οι χρεοφειλέτες επιθυμούν να μην υπάρχει κανένας στον οποίο να χρωστούν, οι δανειστές φροντίζουν για την ευημερία των οφειλετών, έτσι κι οι ευεργέτες επιθυμούν να ζήσουν οι ευεργετηθέντες με την ελπίδα ότι αυτοί κάποτε θ' ανταποδώσουν την ευεργεσία. Αντίθετα οι ευεργετούμενοι δεν φροντίζουν ν' ανταποδώσουν την χάρη.
Ο Επίχαρμος ίσως να έλεγε ότι τίποτε στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει που να μην ανταποκρίνεται στην ανθρώπινη φύση, αφού οι περισσότεροι ξεχνούν εύκολα τις ευεργεσίες και προτιμούν να ευεργετούνται παρά να ευεργετούν.
Κι όμως η αιτία αυτού είναι φυσικότερη και όχι όμοια με την αποδιδόμενη στον δανειστή σχετικά με τον οφειλέτη. Γιατί εκείνο που αισθάνεται για τον οφειλέτη ο δανειστής δεν είναι αγάπη, αλλά η επιθυμία να διατηρείται ζωντανός ο οφειλέτης για να μπορέσει να του επιστρέψει το χρέος.
Αντίθετα ο ευεργέτης διάκειται απέναντι στον ευεργετούμενο με φιλία και αγάπη, κι όταν αυτός ακόμη δεν είναι χρήσιμος ούτε πρόκειται να γίνει τέτοιος στο μέλλον. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και σχετικά με τους καλλιτέχνες. Κάθε καλλιτέχνης αγαπά το έργο του περισσότερο απ' όσο θα τον αγαπούσε το έργο του, αν μπορούσε ν' αποκτήσει ψυχή.
[1168a] Ίσως το ίδιο να ισχύει πάρα πολύ και στους ποιητές, γιατί αυτοί υπεραγαπούν τα ποιήματά τους, σα να ήταν παιδιά τους. Κάτι τέτοιο είναι, όπως φαίνεται, και το συναίσθημα του ευεργέτη.
Αυτός που ευεργετήθηκε, είναι συγχρόνως έργο του ευεργέτη, κι αυτός αγαπά περισσότερο το έργο του απ' όσο το έργο αγαπά τον δημιουργό του. Η αιτία αυτού συνίσταται στο ότι το «είναι» συμβαίνει να είναι πολυπόθητο και αξιαγάπητο, και υπάρχουμε εφόσον ενεργούμε, εφόσον δηλ. ζούμε και δρούμε.
Ο δημιουργός είναι, ένεκα της δράσης του, για να εκφρασθούμε έτσι, το ίδιο το έργο του, και αγαπά το έργο του περισσότερο απ' όσο θα τον αγαπούσε το έργο του, επειδή αγαπά και την ζωή του. Αυτό είναι φυσικό, επειδή, ό,τι υφίσταται δυνάμει, αποκαλύπτεται εν ενεργεία.
Συγχρόνως ο ευεργέτης βρίσκει καλό ό,τι επιτρέπει σ' αυτόν να ενεργεί μ' αυτόν τον τρόπο και του δίνει την ευκαιρία σ' ό,τι βρίσκει απόλαυση. Αντίθετα ο ευεργετούμενος δεν βρίσκει σ' εκείνον που τον ευεργέτησε τίποτε καλό, αλλά μονάχα κάποιο συμφέρον πράγμα που του προξενεί λιγότερη ευχαρίστηση και συμπάθεια.
Απολαυστική είναι η ενέργεια του παρόντος, η ελπίδα του μέλλοντος κι' η ανάμνηση του παρελθόντος. Όμως γλυκύτατη, και σε ίση μοίρα αξιαγάπητη, είναι η πραγματικότητα.
Το έργο, επομένως, του δημιουργού διαιωνίζεται (γιατί το αγαθό ζει πολλά χρόνια), ενώ το χρήσιμο εκείνου που ευεργετήθηκε περνά γρήγορα. Η ανάμνηση των ηθικών πράξεων είναι γλυκιά, ενώ των χρήσιμων δεν είναι ή είναι λιγότερο τέτοια.
Κι όσον αφορά την προσδοκία, φαίνεται ότι συμβαίνει το αντίθετο. Επίσης το αγαπάν μοιάζει με το ενεργείν, ενώ το αγαπάσθαι με το πάσχειν, και γι' αυτό εκείνους που υπερέχουν στη δραστηριότητα ακολουθεί η φιλία και τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα.
Τέλος ο καθένας αγαπά περισσότερο ό,τι απόχτησε με κόπο. Τα χρήματα, π.χ. που κέρδισε αυτός ο ίδιος, του είναι πιο αγαπητά από εκείνα που κληρονόμησε. Και φαίνεται ότι το να ευεργετείται κάποιος είναι κάτι που δεν απαιτεί κόπο, ενώ το να ευεργετεί είναι κοπιώδες.
Γι' αυτό κι οι μητέρες, αγαπούν τα παιδιά τους περισσότερο από τους πατέρες: επειδή οι πόνοι για τη γέννησή τους είναι μεγαλύτεροι κι επειδή έχουν συνείδηση ότι είναι δικά τους. Φαίνεται λοιπόν, ότι αυτό το συναίσθημα συγγενεύει και με τους ευεργέτες.

Απίστευτες εικόνες που ξεγελούν τα μάτια!

Ο Erik Johansson είναι ένας Σουηδός φωτογράφος που έχει την ικανότητα να ξεγελά τα… μάτια των θεατών με τις εικόνες του. Δρόμοι που ανοίγουν στα δύο, θαλασσογραφίες που πλημμυρίζουν και άλλα ενδιαφέροντα θέματα όπου το απίστευτο γίνεται πιστευτό και το απίθανο πιθανό! Ο Erik αναπτύσσει πρώτα μια ιδέα στο κεφάλι του και στη συνέχεια προσπαθεί να την κάνει πράξη σε μια εικόνα, αποζητώντας κάθε φορά το πιο παράδοξο θέμα, αυτό που θα σου πάρει τα μυαλά.
1. Αναμένοντας το χειμώνα
perierga.gr - Απίστευτες εικόνες ξεγελούν τα μάτια!
2. Ηλεκτρική κιθάρα
perierga.gr - Απίστευτες εικόνες ξεγελούν τα μάτια!
3. Κόψε & Δίπλωσε
perierga.gr - Απίστευτες εικόνες ξεγελούν τα μάτια!
4. Άφησέ τους ελεύθερους
perierga.gr - Απίστευτες εικόνες ξεγελούν τα μάτια!
5. Διασχίζοντας το έδαφος
perierga.gr - Απίστευτες εικόνες ξεγελούν τα μάτια!
6. Τα χέρια σπάνε, το βάζο όχι
perierga.gr - Απίστευτες εικόνες ξεγελούν τα μάτια!
7. Fish Island
perierga.gr - Απίστευτες εικόνες ξεγελούν τα μάτια!
8. Χιονοπάπλωμα
perierga.gr - Απίστευτες εικόνες ξεγελούν τα μάτια!
9. Μπουνιά στο πρόσωπο
perierga.gr - Απίστευτες εικόνες ξεγελούν τα μάτια!
10. Μεσημεριανό διάλειμμα
perierga.gr - Απίστευτες εικόνες ξεγελούν τα μάτια!
11. Πάρε το δικό σου δρόμο
perierga.gr - Απίστευτες εικόνες ξεγελούν τα μάτια!
12. Κάθετη στροφή και ο Αυτοδημιούργητος
perierga.gr - Απίστευτες εικόνες ξεγελούν τα μάτια!
13. Μεγάλη μπουγάδα
perierga.gr - Απίστευτες εικόνες ξεγελούν τα μάτια!
14. Σιδέρωμα και Υπερρεαλιστικός πίνακας
perierga.gr - Απίστευτες εικόνες ξεγελούν τα μάτια!
15. Πολυκαιρισμένη εκτύπωση
perierga.gr - Απίστευτες εικόνες ξεγελούν τα μάτια!

Ο ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΔΕΙΣΙΔΑΙΜΩΝ ΠΛΑΤΩΝ

Εάν με ελληνικό τρόπο επιθυμούμε να διαλεγόμαστε, ας μη συγχωρούνται εύκολα τα κηρυγματικής φύσεως ολισθήματα. Διότι ο ελληνικός τρόπος απεχθάνεται το κήρυγμα. Το κήρυγμα είναι το ναρκωτικό του χριστιανού. Η μαγική ράβδος των ποιμένων του χριστιανικού κοπαδιού. Γιατί πρόκειται περί κοπαδιού; Περί μάνδρας; Μα το λένε οι ίδιοι. Ο τάδε  Αρχιμανδρίτης.

Ας αναλογισθούμε αυτό και μόνο: στον χριστιανικό κόσμο, εδώ και δυό χιλιετίες, σε εκατομμύρια επί εκατομμυρίων κηρύγματα που έχουν γίνει, δεν έχει πέσει ούτε μιά ερώτηση! Μάλιστα, ούτε μιά. Βούβα. Τα πρόβατα ξεστομίζουν που και που κανένα μπεε… Ο φιμωμένος άνθρωπος δεν μπορεί να λέγεται Έλληνας. Αυτό είναι ύβρις.
Η ερώτηση κι ο διάλογος, λόγο της μακροχρόνιας βουβαμάρας, φαίνεται ότι πάσχει σοβαρά, ακόμη και σε χώρους όπου υποστηρίζονται ελληνικές θέσεις. Τα θέματα μπορεί να είναι ελληνικού ενδιαφέροντος, αλλά η νοοτροπία γέρνει προς τη μεριά του κηρύγματος.
Η τάδε ομάδα οργανώνει ομιλία με θέμα τα ελληνικά μυστήρια. Καλείται κάποιος ερευνητής του θέματος και αρχίζει το κήρυγμα. Σπανίως θα γίνει κάποια ερώτηση κι εκείνη στο τέλος. Όταν έχουν αποκάμει όλοι από την κηρυγματική μονοτονία. Πριν είχαν πει στον ομιλητή: κύτταξε, μη τους κουράσεις και πολύ. Πάνω-κάτω καμμιά ωρίτσα να κρατήσει η ομιλία σου.
Υπάρχει και τρισχειρότερη συμπεριφορά έναντι του διαλόγου. Ότι ακριβώς αντίθετο από την διαδικασία του αρχαίου συμποσίου. Ένα καθημερινό φαινόμενο του νεοελληνικού βίου. Κάθε φορά που συμποσιάζονται άτομα με κοινά ενδιαφέροντα, αφού φάνε καλά και πολύ, μόλις αρχίζουν να ζαλίζονται από το ποτό, τότε ανοίγουν τα σοβαρότερα ζητήματα. Στην αρχή που ήσαν νηφάλιοι συζητούσαν για το χρηματιστήριο, τα φροντιστήρια των παιδιών τους και ένα σωρό άλλα τόσο σοβαρά θέματα.
Ας ανοίξουμε όμως το θέμα μας. Εάν κάποιος υποστηρίζει ότι υπάρχει ελληνική άποψη περί θεών, θα τον παρακαλούσα να μας την φανερώσει, διότι αγνοώ την ύπαρξη τέτοιου δεδομένου. Είμαι βεβαίως πρόθυμος να αποδεχτώ κάτι τέτοιο όταν μου παρουσιαστούν τα σχετικά ντοκουμέντα.
Υπάρχει όμως κάτι το βέβαιο στο θέμα αυτό: ότι υφίστανται ελληνικές αντιλήψεις περί θεών και μάλιστα αρκετές.
Υποψιάζομαι επί πλέον ότι η «ελληνική άποψη» παραπέμπει σε νοοτροπία μονοθεϊστικής φύσης, παρά το πλήθος των θεοτήτων. Υποστηρίζω μάλιστα ότι ο πολυθεϊκή αντίληψη είναι θέμα περισσότερο ποιοτικώς εξελισσόμενης φύσης παρά στατικώς ποσοτικής.
Οι Έλληνες τροποποιούσαν κατά καιρούς – φυσικά πρόκειται για χρονικά διαστήματα αιώνων και χιλιετιών – τις αντιλήψεις τους περί των θεών και περί του θείου, με παράλληλη τροποποίηση και του μοντέλου του είδους του ανθρώπου που ήθελαν να διαμορφώσουν, διότι γνώριζαν ότι θεοί και άνθρωποι ήσαν συμπαίκτες. Αυτός είναι ο λόγος που ήσαν οι μόνοι που διέθεταν σπουδαία ιστορία και σπουδαίους πολιτισμούς, σε αντίθεση με τους λοιπούς λαούς, οι οποίοι διέθεταν μεν ο καθένας τον σπουδαίο πολιτισμό του, τουλάχιστον αρκετοί απ’ αυτούς, αλλά δεν διέθεταν σπουδαία ιστορία.
Δεν πρόκειται εδώ για μία αξιολογική κρίση λαών. Πρόκειται απλώς για μιά διαπίστωση ιστορικής φύσης. Δηλαδή ο Ινδός άνθρωπος, όπως και οι θεοί του, είναι ο ίδιος μέσα στους αιώνες. Υπάρχει αναμφίβολα ο σπουδαίος Ινδικός πολιτισμός. Δεν υπάρχει όμως Ινδική ιστορία. Τουλάχιστον σπουδαία Ινδική ιστορία. Σας παρακαλώ μη συγχύζεστε και προσέξτε.
Γιατί όταν η οικουμένη των ανθρώπων αποφάσισε να διοργανώσει αθλητικούς αγώνες, στους οποίους λαμβάνουν μέρος αθλητές και αθλήτριες απ’ όλον τον κόσμο, τους ονόμασε Ολυμπιακούς; Λέτε να ήταν τυχαία η εκλογή αυτού του ονόματος. Γιατί όλοι οι λαοί του κόσμου έρχονται στην Ολυμπία για να πάρουν την Ολυμπιακή φλόγα από το ιερό χώρο του Διός;
Δεν υπάρχει και το άγιο φως των χριστιανών που ανάβει «μόνο του ως εκ θαύματος» στην Ιερουσαλήμ; Γιατί αυτό το φως δεν το παίρνουν όλοι οι άνθρωποι του κόσμου παρά μόνον οι χριστιανοί; Γιατί δεν παίρνουν το φως του Χριστού και παίρνουν το φως του Ήλιου; Μήπως επειδή το φως το Ελληνικό το ανάβουν φανερά από τον Ήλιο με κάτοπτρο, ενώ το φως του Χριστού το ανάβουν με απατεωνιά μέσα στο σκότος μιας τρύπας; Μέσα σ’ ένα τάφο;
Γιατί οι γιατροί όλου του κόσμου ορκίζονται δια του όρκου του Ιπποκράτη; Κι αυτό είναι τυχαίο; Γιατί όλες οι επιστήμες και οι τέχνες σ’ όλη την ανθρωπότητα φέρουν ελληνικά ονόματα; Πώς λέγεται η ιστορία παγκοσμίως; Histori. Μάλιστα προφέροντας και την δασεία, διότι αυτό το Η δηλώνει την δασεία, την οποία η χώρα της Ελλάδος τώρα έκρινε περιττή και την απέβαλε από την γραφή της! Πώς λέγεται η αστυνομία παγκοσμίως; Police. Δηλαδή δεν είναι η λέξη πόλις;
Ότι λοιπόν ισχύει για τον Ινδούς και τον πολιτισμό τους, ισχύει και για τους Αιγυπτίους, του Ρωμαίους, τους Ίνκας και τους Πέρσες. Δεν ισχύει επ’ ουδενί όμως για τους Έλληνες.
Διαφορετικοί οι Έλληνες των εποχών της επικής, της λυρικής και της τραγικής ποίησης.
Οι ποιητές, οι οποίοι ουδέποτε εξέλειπαν από τους Έλληνες, εκφράζουν με τον αληθέστερο τρόπο το πνεύμα κάθε εποχής, παράλληλα δε και τον αντίστοιχο τύπο ανθρώπου που υπηρετούν αλλά και που διαμορφώνουν.
Επίσης στις μεταβολές αυτές συμμετέχουν και οι θεοί τους αναγκαστικά, αφού τυγχάνουν από την φύση τους συμπαίκτες των ανθρώπων. Διότι οι θεοί αυτοί δεν είναι θεοί από κάποιον άλλον κόσμό. Δεν είναι θεοί του κόσμου. Eίναι ο ίδιος ο κόσμος. Ο κόσμος ο φυσικός κι ο κόσμος ο ανθρώπινος. Πώς λοιπόν οι μεταβολές να μην εγγίζουν και τις δυο πλευρές.
Ο ποιητής της επικής εποχής εξυμνεί κατορθώματα θεών και ανθρώπων. Στην Ιλιάδα πολεμούν στο ίδιο πεδίο θεοί μεταξύ ανθρώπων. Πληγώνονται θεοί από ανθρώπους! Ο ποιητής δεν ασχολείται ούτε στιγμή με τον εαυτό του και τα παθήματά του. Ο ήρωας είναι το επίκεντρο.
Κατά την λυρική περίοδο το ενδιαφέρον στρέφεται σιγά-σιγά στο προσωπικό πεδίο. Στα πάθη του απλού θνητού ανθρώπου. Στον έρωτα. Ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου λαμβάνει την πρωτοκαθεδρία του ενδιαφέροντος. Ο ποιητής περιγράφει τις προσωπικές του περιπέτειες. Η αλλαγή λαμβάνει μερικές φορές ακραίες διαστάσεις.
Επί επικής εποχής ο ρίψασπης (φυγοπόλεμος) ήταν το βδέλυγμα της κοινωνίας. Να όμως που στην λυρική εποχή ο Αρχίλοχος διατείνεται, μέσα από τραγούδι του, ότι δεν δίνει δεκάρα για το γεγονός που στη μάχη του έπεσε η ασπίδα του και την πήρε ένας Πέρσης. Ας την χαίρεται ο Πέρσης, μας τραγουδά. Καλύτερη υπόσχεται να φτιάξει τώρα αυτός.
Βεβαίως δεν υπάρχουν απόλυτες διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των διαφόρων εποχών. Ο άνθρωπος της εποχής της τραγικής ποιήσεως, φέρει πάνω του σημάδια εμφανή και από τις δύο προηγούμενες εποχές. Όμως είναι άνθρωπος διαφορετικός από του δυο προηγούμενους. Είναι ο άνθρωπος που θέλει να καλλιεργήσει συνειδητούς πολίτες. Ο άνθρωπος της δημοκρατίας. Αυτός που ερευνά τα πρωταρχικά ανθρώπινα ζητήματα. Την ζωή και τον θάνατο. Την θρησκεία. Τα ήθη του πολιτισμού που προηγήθηκε και τα ήθη που νομίζει ότι πρέπει να αναβαθμιστούν. Τον άνθρωπο αυτόν περιγράφει ο Θουκυδίδης, μέσω του επιτάφιου λόγου του Περικλή.
Στο τέλος της δεύτερης εποχής και στην αρχή της τρίτης λαμβάνει χώρα, για πρώτη φορά παγκοσμίως, η εμφάνιση, στο προσκήνιο της ιστορίας, των επιστημών. Κοσμοϊστορικό γεγονός ανυπολογίστου αξίας. Επίτευγμα του νέου τύπου Έλληνος ανθρώπου. Ο άνθρωπος της επιστημονικής έρευνας. Ένα τεράστιο άλμα της ανθρωπινότητας του ανθρώπου.
Ο επιστήμων άνθρωπος διακηρύττει ότι ο ήλιος δεν είναι θεός αλλά μιά πύρινη σφαίρα. Ότι αυτόν τον κόσμο κανείς θεός ή άνθρωπος δεν τον δημιούργησε, αλλά είναι φωτιά που ανάβει και σβήνει με μέτρο. Ότι η επιληψία, που λέγονταν θεία νόσος, δεν έχει καμμιά σχέση με θεούς, αλλά με τα νεύρα του εγκεφάλου.
Η δεισιδαιμονία δεν μπορεί πλέον να κατέχει τον θρόνο της αμαχητί. Αρχίζει να αισθάνεται τους τριγμούς στα θεμέλιά της. Οι θεοί των Ελλήνων, θεοί φυσικοί και φυσιολογικοί παίρνουν σιγά-σιγά τον ανήφορο για μόνιμη εγκατάσταση στο λαμπρό φως των κορυφών του Ολύμπου. Το έργο τους ευοδώθηκε. Τώρα όλο και λιγότερη ανάγκη θα τους έχει ο λαός τους. Τώρα οι άνθρωποί τους άρχισαν να εισέρχονται στα θεϊκά μονοπάτια. Στους κήπους με τους καρπούς της γνώσης.
Οι θεοί των Ελλήνων δεν θέλουν λαό δούλων όπως ο Γιαχβέ, που τιμώρησε τους ανθρώπους του όταν έφαγαν τον καρπό από το δένδρο της γνώσης. Τι ντροπή για έναν θεό να απαιτεί τη άγνοια. Οι θεοί των Ελλήνων οδηγούσαν τους ανθρώπους τους στην γνώση, στον εξανθρωπισμό. Και να τώρα που το κατόρθωσαν.
Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει πολύς δρόμος μπροστά για να περάσουν οι πολλοί το σκαλοπάτι που οδηγεί στο πλέριο φωτισμό. Έγινε όμως η αρχή. Αυτό είναι που μετρά. Θα χρειαστεί ακόμα ατέλειωτος αγώνας. Η δεισιδαιμονία δεν παραδίνει εύκολα τα όπλα. Δεν θα αποβιώσει ποτέ. Μόνο που με τον χρόνο θα μαραζώνει. Και πάλι θα ανασυντάσσεται. Αλλά κάθε νέος πόλεμος κατά της θα επιφέρει καλύτερες και μακροβιώτερες επιτυχίες.
Λέγαμε λοιπόν ότι δεν υφίσταται ελληνική άποψη περί του θείου και περί θεών, αλλά απόψεις, οι οποίες μπορεί να διέθεταν πολλά κοινά σημεία επαφής, αλλά δεν ταυτίζονταν απόλυτα. Κι επειδή δεν υπήρχαν σαφείς διαχωριστικές γραμμές μεταξύ θεολογικών και φιλοσοφικών ζητημάτων μπορούμε να πούμε ότι μιλάμε για θεολογικοφιλοσοφικές απόψεις.
Από εποχή σε εποχή έχουμε διαφοροποιήσεις στις απόψεις που εξετάζουμε. Ακόμη και μέσα στην ίδια εποχή υφίσταται ποικιλία απόψεων. Επί πλέον και μέσα στην ίδια πόλη υπήρχαν διαφορετικές αντιλήψεις επί των ζητημάτων αυτών, παρ’ όλη την γενική αποδοχή του πολιούχου θεού και κάποιων λοιπών πανελληνίων.
Μάλιστα, οι ορφικοί είχαν μιά άποψη για τους θεούς, για την κοσμογονία, για θεϊκές ιεραρχήσεις. Υπήρχαν όμως και οι Πυθαγόριοι, με κοινές αλλά και με διαφορετικές θέσεις και δόγματα. Να και ο Ηράκλειτος με θέσεις ριζοσπαστικές. Και μετά από δυο-τρείς αιώνες ο Σωκράτης που υπονοούσε κάποιες διαφορετικές. Άραγε τον φαρμάκωσαν διότι εισήγαγε καινά δαιμόνια; Ή μήπως διότι εισήγαγε κενά δαιμόνια; Ή μήπως διότι τα καινά δαιμόνιά του δεν ήσαν σπουδαία;
Δηλητηριώδη ερωτήματα: Το δηλητήριο που του έδωσαν ποιοί το παρασκεύασαν; Οι θεοί; Οι άνθρωποι; Αμφότεροι; Ή μήπως η Ελληνική φύση;
Στο σημείο αυτό υπενθυμίζουμε, έστω και περιττώς, ότι το θέμα μας είναι οι απόψεις των προπατόρων μας περί των θεών και των μέγιστων φιλοσοφικών ζητημάτων. Αυτών που σχετίζονται με ερωτήματα της τάξεως περί αθανασίας της ψυχής, της σχέσεως ανθρώπων και θεών και της ορθής συμπεριφοράς του ενάρετου ανθρώπου. Έστω του προορισμού του ανθρώπου πάνω στη γη. Του σκοπού της ύπαρξής του.
Η φιλοσοφική περιπέτεια, όπως δείχνει η ιστορία, τελειώνει, όσο αφορά στην δημιουργική της πλευρά, με τον Επίκουρο. Από τον τελευταίο αυτόν δημιουργικό φιλόσοφο και μετά η ιστορία της ελληνικής φιλοσοφίας διαθέτει μόνον αναμασήματα, του παρελθόντος φιλοσοφικού της κόσμου. Νεοπλατωνικοί, Νεοπυθαγόριοι και οποιοιδήποτε άλλοι, οι οποίοι, για να δηλώσουν την ταυτότητά τους, έπρεπε να προσθέσουν ένα νεο- μπροστά από την υπόσχεσή τους.
Το βέβαιο είναι ότι δεν ακούστηκε ποτέ δήλωση ταυτότητας του τύπου Νεοεπικούριοι. Υποψιαζόμαστε ότι αυτό είναι δεδομένο τεράστιας και καθοριστικής σημασίας για την κατανόηση της πορείας και εξέλιξης της ελληνικής φιλοσοφίας. Θα αποπειραθούμε να υποστηρίξουμε την υποψία αυτή με επιχειρήματα, το κατά δύναμιν.
Δεν θα ήταν ίσως υπερβολικό, νομίζουμε, να παραδεχτούμε ότι η τελευταία σκηνή του ελληνικού φιλοσοφικού δράματος παίχτηκε μεταξύ του «Πλάτωνος» και του «Επίκουρου». Εάν γνωρίζει κανείς και άλλες πράξεις του έργου αυτού, οι οποίες να μη σχετίζονται μ’ αυτούς τους δύο φιλοσόφους, θα τον παρακαλούσαμε θερμώς να μας τις υποδείξει.
Εμείς τώρα ευθαρσώς θα δηλώσουμε την άποψή μας: ότι από την μιά μεριά ο Πλάτωνας αποπειράθηκε να ανασυντάξει την διαχρονική, ανατολικογενή κυρίως, αλλά και εντόπια δεισιδαιμονία και από την άλλη ότι ο Επίκουρος επιχείρησε να δώσει σάρκα και οστά, παρ’ όλες τις δυσκολίες του εγχειρήματός του, στην ελληνική άποψη του «ευ ζείν». Στον ελληνικό τρόπο του σκέπτεσθαι και πορεύεσθαι. Στην προοπτική του ελληνικού πεπρωμένου. Θα καταθέσουμε τα επιχειρήματά μας.
Πριν όμως μια παρένθεση με δύο σκέλη. Πρώτο: Τι να εννοούσε άραγε ο αλλοδαπός Έλληνας φιλόσοφος Νίτσε όταν έλεγε ότι «Εάν αυτός ο θεός των χριστιανών παρουσιαστεί μπροστά μας, μ’ όλο του το μεγαλείο, τότε θα έχουμε έναν ακόμη λόγο να μη τον πιστέψουμε»; Εμείς το αντιληφθήκαμε ως ένα συγκεκριμένο γούστο του ανθρώπου αυτού, για το τι λογής θεό επιθυμεί να υποθέτει. Το πολύ-πολύ να ριφθεί εις το «πυρ το εξώτερον» και μαζί μ’ αυτόν και η ελεύθερη επιλογή του. Εσείς πώς το εννοείτε;
Δεύτερο σκέλος: οι αρχαίοι ημών πρόγονοι είπαν: «συν Αθηνά και χείρα κίνει». Μάλιστα. Τι εννοεί τώρα ο εντόπιος Έλληνας φιλόσοφος Γιώργος Μανιάτης όταν λέει «συν χείρα και Αθηνά κίνει»; Ότι ναι μεν άνθρωπε είσαι συμπαίκτης του θεού αλλά πρόσεξε, το πάνω χέρι το έχεις εσύ. Ότι ο θεός έχει περισσότερο ανάγκη την φροντίδα των ανθρώπων απ’ ότι οι άνθρωποι την φροντίδα του θεού.
Λέγαμε λοιπόν για τον Πλάτωνα και τον Επίκουρο. Ότι ο Πλάτων ανασύνταξε την δεισιδαιμονία. Ας το δούμε μέσα από τα έργα του. Εξ άλλου από πού αλλού θα μπορούσαμε.
Οι αναφορές στα έργα του θα ακολουθήσουν, το κατά δύναμιν, την χρονολογική πορεία της συγγραφής τους. Θα έχουν δε κυρίως σχέση με τις διδαχές που αλίευσαν οι Πατέρες του κυρίαρχου θρησκευτικού δόγματος, του χριστιανισμού από τις ιδέες και τις απόψεις του. Οι ανθέλληνες αυτοί πατέρες ενώ φρόντισαν να κατακάψουν όλα τα έργα των Ελλήνων της αρχαιότητας (π.χ. ενώ από τα ογδόντα έργα του Επίκουρου, του ευεργέτη αυτού της ανθρωπότητας, δεν απόμεινε τίποτε, φρόντισαν να διασώσουν όχι μόνον όλα τα έργα του Πλάτωνα, αλλά ακόμα κι όλες τις επιστολές του).
- Πρωταγόρας (353 c), κατηγορεί ως κακά τις επιθυμίες του φαγητού του κρασιού και των σαρκικών ηδονών.
- Λάχης, τελευταία φράση «εάν θεός εθέλη», η γνωστή χριστιανική πιπίλα «θεού θέλοντος» ή «πρώτα ο θεός», η οποία απαντάται δεκάδες φορές σ’ όλα τα έργα του.
Χαρακτηρίζει το σώμα τάφο της ψυχής στα εξής έργα του:
Γοργίας (493 α), Πρωταγόρας (313 α), Κρατύλος (400 c), Φαίδων (64 c, 66-67 β, 80 α, 82 c), Πολιτεία (403 d), Φαίδρος (250 c), Νόμοι Ε΄ (728 e).
Καταδικάζει την χορική ποίηση την αφιερωμένη στον Διόνυσο,Γοργίας (502 d):
«Δεν φρονώ ότι το να ραπίζεται κανείς εις το πρόσωπο αδίκως είναι τι αίσχιστον πάντων, ούτε το να ακρωτηριάζεται εις το σώμα ή εις το βαλάντιον αλλ’ αισχρότερον και βλαβερώτερον είναι το να ραπίζει τις εμέ..» Γοργίας (508 d). Από το χωρίο αυτό πηγάζουν οι εξής χριστιανικές αρετές: πρώτη, «όποιος σε ραπίσει στο ένα μάγουλο, στρέψε προς αυτόν και το άλλο», δεύτερη, ο αυτοευνουχισμός κατά τα πρώτα χριστιανικά χρόνια είχε λάβει τόσο μεγάλες διαστάσεις ώστε να αναγκάσει τους πατέρες της εκκλησίας να τον αφορίσουν με απόφαση οικουμενικής συνόδου (για τυχόν αμφισβητούντες είμαστε πρόθυμοι να τους παράσχουμε τα σχετικά ντοκουμέντα), τρίτη αρετή, το ξάφρισμα των βαλαντίων των πιστών με χίλιους δυο τρόπους, είναι γνωστό σ’ όλους ότι αποτελεί τρομερή επίδοση των κληρικών της χριστιανικής πίστης.
Γοργίας (512 e), εδώ διαβάζουμε τα εξής απίστευτα: «…ούτε να επιδεικνύει αγάπη προς την ζωή του, αλλ΄ αφήνων την περί τούτου φροντίδα εις τον θεόν και πιστεύων εις όσα λέγουν οι γυναίκες, ότι ουδείς απέφυγε το πεπρωμένο του, ας σκεφτεί τα μετέπειτα..». Μέσα σε δυο αράδες ζυμωμένα ή περιφρόνηση προς την ζωή, η δεισιδαιμονία, η μοιρολατρεία, ο κατινισμός και ο φόβος για τις μεταθανάτιες τιμωρίες. Θαυμαστό «Ελληνικό» ήθος και θαυμάσιες «Ελληνικές» αρετές! Η τέλεια σφραγίδα του υπαρκτού χριστιανισμού.
Περί κολάσεως, Γοργίας (525 α).
Εγκώμιον Θερσίτη, Γοργίας (525 e), κακοηθέστατου, αμετροεπή, φωνασκού, προπετούς και δειλού Αιτωλού που πολέμησε στην Τροία στο πλευρό των Ελλήνων.
Ύμνοι στην θεοφοβία, Απολογία Σωκράτους (23 α-b).
Ύμνοι στην θεοκαταληψία, Απολογία Σωκράτους (29 d – 30c).
Βάζει τον Σωκράτη να επιχειρεί να αποδείξει ότι είναι θεόσταλτος, Απολογία
Σωκράτους (30- 31 c), στο δε 33 c «Εις εμέ δε ο έλεγχος αυτός όπως εγώ λέγω, έχει ανατεθεί υπό του θεού να τον διενεργώ και δια χρησμών και ονείρων και κατά πάντα τρόπον…» και μια αράδα πιο κάτω «Αυτά ω άνδρες Αθηναίοι και αληθινά είναι και εύκολα μπορούν να αποδειχθούν»!!!
Φαίδων. Αξίζει τον κόπο να διαβάσει κανείς όλο αυτό το έργο, το οποίο αποτελεί το βαρύ πυροβολικό των «ατράνταχτων αποδείξεων» περί αθανασίας της ψυχής. Ο χριστιανισμός δεν χρειάστηκε να προσθέσει ούτε κεραία σ’ αυτό το θέμα. Χαρακτηριστικό απόσπασμα θεοφοβίας το 62-63 b.
Είναι σχεδόν ακατόρθωτο να περιγράψει κανείς τον δεισιδαιμονικό αυτόν τυφώνα που λέγεται «Φαίδων». Ένα συνονθύλευμα ασύστολων ψευδών, παραλογισμών, αρρωστημένων φαντασιώσεων, πιστευμάτων, φοβιών, ελπίδων, αλχημικών ακροβατισμών, μεταθανάτιων κολαστηρίων και παραδείσων. Μια αποκρουστική αίσθηση της επίδοσης του σοφού όταν συμπεριφέρεται ως δαιμονόληπτη γριούλα! Το συμφωνικό έργο «Ανελληνική πεμπτουσία» τραγουδισμένο από τον ίδιο τον συνθέτη του.
Πολιτεία (389 α), εάν απορείτε για την απέχθεια των πατέρων της χριστιανικής θρησκείας προς το γέλιο (μέχρι και βιβλία έγραψαν οι αθεόφοβοι κατά του γέλωτος!), εδώ θα ανακαλύψετε έναν πρόδρομο της απάνθρωπης αυτής νοοτροπίας. Δεν διστάζει μάλιστα να προσβάλλει τον Όμηρο επειδή αυτός έγραψε: «και γέλιο ακράτητο έπιασε όλους τους αθανάτους σαν είδανε τον Ήφαιστο να κουτσολαχανιάζει«. Έχουμε σοβαρή υποψία ότι ένα μεγάλο μέρος από την αφόρητη κακοσμία των στομάτων των πατέρων της εκκλησίας οφείλεται στην αποχή τους από το γέλιο.
Τα προπατορικά αμαρτήματα και η θεραπεία τους, Φαίδρος (244 e).
Τάγματα αγγέλων, Φαίδρος (247 α).
Ανάσταση νεκρών, Πολιτικός (271 b).
«Όποια σχέση υπάρχει μεταξύ γέννησης και ουσίας, όντος η αυτή υπάρχει μεταξύ πίστεως και αληθείας», Τίμαιος (271 c). Αυτά όταν η Ελληνική νοοτροπία πρότεινε τα «μη λησμονείς να απιστείς» και «πίστεψες; χάθηκες».
Η θεία πρόνοια, Τίμαιος (30 c).
«Αλλά και όλοι μας ονομάζουμε σαν επαίσχυντα κατώτερον εαυτού εκείνον που κυριαρχείται πιο πολύ από τις ηδονές παρά από τις λύπες»!
Ας αρκεστούμε σ’ αυτά τα ελάχιστα. Για περισσότερα προτείνουμε στους ενδιαφερόμενους να αποφύγουν ενημερώσεις περί Πλατωνισμού μέσω τρίτων και να προστρέξουν απ’ ευθείας στα έργα του ίδιου.
Εάν ο δάσκαλος αυτός υπολόγισε ότι η τιμωρούμενη ψυχή ενδιαιτούσε 30.000 έτη στην 27η σφαίρα του σύμπαντος και κατόπιν 9.000 έτη στον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ 91ου και 92ου ουρανού, εισερχόμενη στο σώμα ενός γαϊδάρου, προ παντός εάν ετύγχανε και ψυχή γυναικός (έτσι ακριβώς τα περιγράφει στα έργα του), οι μαθητές του υπολόγισαν ακόμη και τις θερμοκρασίες των σφαιρών και των ουρανών αυτών.
Ατυχώς και αδικαιολόγητα καθίσαμε, οι περισσότεροι, σαν κότες κάτω από το καβαλίκεμα του στείρου και φανφαρώνου αυτού δήθεν Έλληνα φιλοσόφου. Να κυττάζουμε τον κόσμο μέσα από το φλιτζάνι της αρσενικής αυτής καφετζούς. Ένα φλιτζάνι με το μεγαλύτερο διαμέτρημα παγκοσμίως. Ας δούμε τώρα τον Επίκουρο.
«Η σοφία δεν έχει προχωρήσει ούτε ένα βήμα μετά τον Επίκουρο, και συχνά βρίσκεται χιλιάδες βήματα πίσω του», Νίτσε.
Η γνώμη μας είναι ότι αρκεί να αναφέρουμε την τετραφάρμακό του για να έχουμε μιά πλήρη σχεδόν εικόνα της φιλοσοφίας του ανθρώπου αυτού, τον οποίον οι μαθητές του ονόμασαν ευεργέτη.
. Δεν μας απειλεί καμμιά θεϊκή δύναμη
. Δεν υπάρχει μετά θάνατο ζωή
. Εύκολα αποκτιέται ό,τι πραγματικά χρειαζόμαστε
. Ό,τι μας κάνει να υποφέρουμε εύκολα μπορούμε να το υπομείνουμε.
(Το καλύτερο βιβλίο που έχει γραφεί, κατά την γνώμη μας, για τον Επίκουρο είναι το «Επίκουρος» του Γ. Αβραμίδη, εκδ. «Θύραθεν», τηλ. 2310-241917 / 244609).
Προτείνοντας το προαναφερθέν βιβλίο θ’ αρκεστούμε σ’ ένα απόσπασμα από το «Περί Φύσεως των Όντων» (Ι. 62-79) του Λουκρήτιου: «Χάμω σερνόταν μπροστά στα μάτια όλων, ατιμασμένη η ανθρώπινη ζωή, πλακωμένη από το βάρος της θρησκείας που απ’ τα ουράνια πρόβαλλε την τρομερή της όψη και απειλούσε τους θνητούς. Τότε, πρώτος ένας Έλληνας τόλμησε να υψώσει τα μάτια του τα θνητά κατά πάνω της και να της αντισταθεί. Αυτόν δεν τον σταμάτησαν οι κεραυνοί μήτε το απειλητικό μουρμουρητό τ’ ουρανού μήτε τα παραμύθια των θεών. Ίσα-ίσα, που δυνάμωσαν το θάρρος της ψυχής του και τη θέληση να αποτινάξει πρώτος αυτός, τις κλειδωνιές που σφράγιζαν τα μυστικά της φύσης. Κι η ζωντανή ορμή του νου θριάμβευσε και διάβηκε τους φλογισμένους φράχτες τ’ ουρανού, και περπάτησε το απέραντο Σύμπαν με λογισμό και πνεύμα. Και μας ξανάρθε νικητής για να μας πει τι μπορεί να γενεί και τι όχι, και πώς ορίζεται, με νόμους ακλόνητος, η δύναμη στο κάθε τι. Έτσι με τη σειρά της, ποδοπατημένη συντρίβεται η θρησκεία, κι εμάς η νίκη της του μας υψώνει στα ουράνια».
Από τα δύο πρώτα φάρμακα της τετραφαρμάκου του διαπιστώνουμε ότι ο φιλόσοφος αυτός προσπάθησε ν’ απαλλάξει τον κόσμο κυρίως από τον φόβο των θεών και από τον φόβο του θανάτου. Τα δυό βασικά αλλά και μοναδικά θεμέλια της κάθε θρησκείας. Ν’ απαλλάξει τον κόσμο από την πανούκλα της δεισιδαιμονίας. Και μόνον γι’ αυτόν τον λόγο δικαιούται τον τίτλο του ευεργέτη της ανθρωπότητας.
Δεν επιχείρησε την απαλλαγή αυτή με εξορκισμούς ή με μαγγανείες ή με ίδρυση μιάς νέας θρησκείας, ανάμεσα στις άλλες. Η θεία αρετή του ήταν η επιστήμη. Η μελέτη και γνώση της φύσης των πραγμάτων. Η γνώση της υλικής φύσης. Να πως το διατυπώνει ο ίδιος:
Κύριαι Δόξαι
(11): «Αν δεν μας παίδευαν οι ανησυχίες μας για τα ουράνια φαινόμενα και για τον θάνατο, κι οι υποψίες μήπως έχουν κάποια σχέση μ’ εμάς, κι αν δεν μας παίδευε η αδυναμία μας να κατανοήσουμε τα όρια του πόνου και της επιθυμίας, τότε δεν θα είχαμε ανάγκη από τη μελέτη της φύσης».
(12): «Δεν μπορεί να απαλλαγεί κανείς από τους φόβους για τα πιο σημαντικά πράγματα, αν δεν γνωρίζει ποιά είναι η φύση του σύμπαντος και δίνει βάση στους μύθους που λέγονται γι’ αυτό. Συνεπώς, δεν μπορεί κανείς να απολαμβάνει ακέραιες τις ηδονές της ζωής, χωρίς τη φυσική επιστήμη».
(13): «Δεν ωφελεί σε τίποτα, να φροντίζει κανείς για τη ασφάλειά του φυλάγοντας τον εαυτό του από τους ανθρώπους, κι από την άλλη να του είναι επίφοβα τα ουράνια ή όσα βρίσκονται κάτω από την γη και γενικά στο άπειρο».
Ο σκοπός της φιλοσοφίας: Επιστολή προς Μενοικέα (122-123) «πρέπει λοιπόν να φιλοσοφεί και ο γέρος και ο νέος: ο ένας ώστε καθώς γερνά, να νιώθει νέος μες στα αγαθά που του η χάρη των περασμένων, ενώ ο άλλος, αν και νέος, να είναι συνάμα και ώριμος, αφού δεν θα ’χει αγωνία για το αύριο. Χρειάζεται λοιπόν, να στοχαζόμαστε τα όσα φέρνουν την ευδαιμονία, αφού όταν την έχουμε, έχουμε τα πάντα, κι όταν την στερούμαστε κάνουμε τα πάντα για να την αποκτήσουμε».
Για την φύση της ψυχής ο Επίκουρος είναι κατηγορηματικός: γεννιέται και πεθαίνει μαζί με το σώμα. Δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς αυτό. Για τον θάνατο συνεπώς δεν φοβάται, «διότι όσο υπάρχουμε εμείς, ο θάνατος είναι απών, κι όταν ο θάνατος είναι παρών, δεν υπάρχουμε εμείς».
Οι θεοί δεν ασχολούνται με ανθρώπινες υποθέσεις. Είναι μακάριοι και αθάνατοι. Συνεπώς είναι βλακεία να τους φοβάται κανείς.
Ο χριστιανισμός των λεγόμενων Πατέρων της Εκκλησία, θεμελιώθηκε πάνω στα Πλατωνικά δεισιδαιμονικά θεμέλια. Τα στοιχεία που παραθέσαμε νομίζουμε ότι είναι ικανά για να στηρίξουν την αλήθεια αυτή. Ήταν λοιπόν επόμενο οι πατέρες αυτοί να επιτεθούν κατά της επικούρειας φιλοσοφίας. Αρκετά στοιχεία για την επίθεση αυτή αναφέρονται στο προαναφερθέν βιβλίο.
Ο χριστιανισμός λοιπόν παίρνοντας την σκυτάλη από τα χέρια των Νεοπλατωνικών συνεχίζει την επίθεσή του κατά του Ευεργέτη Επίκουρου. Οι μαθητές του δασκάλου τώρα όμως είναι πιο δυνατοί και πιο αποφασισμένοι να παλέψουν την δεισιδαιμονία. Τους συναντά κανείς παντού. Οι σύμμαχοί τους οι επιστήμες τρανεύουν μέρα με τη μέρα, απ’ άκρου εις άκρον της υφηλίου. Τα οχυρά της δεισιδαιμονίας γκρεμίζονται το ένα πίσω από το άλλο. Το γνωρίζουνε ότι θ΄ αντέξει για πολύ ακόμα. Αυτό δεν τους πτοεί. Απολαμβάνουν την ευδαιμονία του αγώνα τους. Δεν τους στενοχωρεί εάν οι περισσότεροι τους αντιλαμβάνονται. Ο δάσκαλός τους, τους δήλωσε γι’ αυτό το θέμα: «Ποτέ δεν επιθύμησα να γίνω αρεστός στους πολλούς. Αφ’ ενός, δεν κάθησα να μάθω τι αρέσει στους πολλούς, κι αφ’ ετέρου, τα όσα ήξερα εγώ βρίσκονταν μακριά από την δική τους αντίληψη».
Τέλος, επιθυμώντας τον διάλογο θέτουμε κάποια βασικά ερωτήματα: ποιά είναι η γνώμη σας γι’ αυτό που λέει ο Νίτσε, ότι «η σοφία δεν έχει προχωρήσει ούτε ένα βήμα μετά τον Επίκουρο, και συχνά βρίσκεται χιλιάδες βήματα πίσω του»; Πώς αντιλαμβάνεστε την διαφορά μεταξύ Πλάτωνος (θεωρούμε τους Στωικούς και Σκεπτικούς ανάλογης πάστας παρά τις διαφορές τους μ’ αυτόν) και Επίκουρου;
Ας ξεκουνηθούμε επί τέλους από τον άμβωνά μας χάριν του δημιουργικού διαλόγου. Αυτής της κατ’ εξοχήν υποχρέωσης των ασκούμενων στην ελληνική νοοτροπία.

Η Ιστορία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και η θρησκεία των δικαιωμάτων του ανθρώπου

Ενα εκπαιδευτικό φίλμ που παρουσιάζει με συντομία τους σημαντικούς σταθμούς στην ιστορία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ιδιαίτερα κατάλληλο για μαθητές και φοιτητές.




ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ;
Ενώ μερικά λεξικά τα ορίζουν ως «προνόμιο», όταν ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μιλάμε για κάτι πιο θεμελιώδες.
Όλοι οι άνθρωποι έχουν ορισµένα θεμελιώδη δικαιώµατα — απλά και µόνο επειδή είναι ανθρώπινα όντα. Αυτά, τα λεγόμενα «Ανθρώπινα Δικαιώματα» δεν είναι απλά προνόμια, που μπορούν να αφαιρεθούν εξαιτίας της ιδιοτροπίας κάποιου άλλου.
Είναι «δικαιώµατα» γιατί είναι πράγµατα που σου επιτρέπουν να είσαι, να κάνεις και να έχεις. Αυτά τα δικαιώµατα υπάρχουν για να σε προστατέψουν από ανθρώπους που ίσως να θέλουν να σου κάνουν κακό ή να σε πληγώσουν. Υπάρχουν επίσης για να µας βοηθήσουν να ζούµε σε µια ατµόσφαιρα φιλικότητας µεταξύ µας και να ζήσουµε ειρηνικά.
ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
Αρχικά, οι άνθρωποι είχαν δικαιώµατα απλώς και µόνο επειδή αποτελούσαν µέλη µιας οµάδας, όπως η οικογένεια.
Έπειτα το 539 π.Χ., ο Κύρος ο Μέγας, αφού κατέκτησε τη Βαβυλώνα, εντελώς αναπάντεχα ελευθέρωσε όλους τους σκλάβους, έτσι ώστε να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Ακόµα, διακήρυξε ότι οι άνθρωποι έχουν το δικαίωµα να επιλέξουν τη δική τους θρησκεία.
Ο Κύλινδρος του Κύρου, µια πήλινη πινακίδα που περιέχει αυτές τις εξαγγελίες, θεωρείται η πρώτη διακήρυξη ανθρωπίνων δικαιωµάτων στην ιστορία.
Η ιδέα των ανθρωπίνων δικαιωµάτων γρήγορα εξαπλώθηκε στην Ινδία, στην Ελλάδα και τελικά, στη Ρώµη. Οι πιο σηµαντικές εξελίξεις από τότε περιέλαβαν:
1215: Τη Μάγκνα Κάρτα — η οποία καθιέρωσε νέα δικαιώµατα και κατέστησε το βασιλιά υποτελή στο νόµο.
1628: Η Αίτηση για Δικαιοσύνη — κείμενο το οποίο προέβαλε τα δικαιώµατα και τις ελευθερίες του λαού.
1776: Η Διακήρυξη Ανεξαρτησίας των Ηνωµένων Πολιτειών — η οποία διακήρυξε το δικαίωµα στη ζωή, στην ελευθερία και στην επιδίωξη της ευτυχίας.
1789: Η Διακήρυξη των Δικαιωµάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη, — έγγραφο της Γαλλίας που καθιέρωσε το ότι όλοι οι πολίτες είναι ίσοι ενώπιον του νόµου.
1948: Η Οικουµενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωµάτων — το πρώτο καταστατικό που δηλώνει επίσηµα τα τριάντα δικαιώµατα που έχει κάθε ανθρώπινο ον.
Πηγή: http://gr.youthforhumanrights.org
Οι εκπαιδευτικοί μπορούν να ζητήσουν Δωρεάν όλο το εκπαιδευτικό υλικό με εξαιρετικά σχέδια μαθημάτων για τη χρήση του υλικού αυτού στη διδασκαλία τους.

**********************************************************************************

Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Απόσπασμα από το βιβλίο: «Η ιδεολογία των δικαιωμάτων ΤΟΥ ανθρώπου και το δικαίωμα ΤΩΝ ανθρώπων» των ΑΛΑΙΝ  ΝΤΕ ΜΠΕΝΟΥΑ και ΓΚΙΓΙΩΜ ΦΕΫ.

Κατά την διάρκεια μιας συνεδριάσεως της επιτροπής που επιφορτίστηκε να διατυπώσει την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που επικυρώθηκε το 1948, κάποιος που απορούσε και θαύμαζε για το ότι τόσοι εκπρόσωποι διαφορετικών ιδεολογιών μπορούσαν να συμφωνήσουν για την έννοια των «δικαιωμάτων του ανθρώπου», έλαβε την απάντηση ενός άλλου συνέδρου, ότι υπήρχε πράγματι μια συμφωνία αλλά υπό τον όρο κανένας να μη ρωτήσει «γιατί πράγμα»! (Αναφέρεται στην ιταλική έκδοση «Idiritti del’ uomo» – τα δικαιώματα του ανθρώπου – εκδ. Μιλάνου, 1960 σελ. 12).
Πράγματι, επιφανειακά είναι ωραίο πράγμα να διακηρύσσεται ότι «όλοι οι άνθρωποι έχουν δικαιώματα», ή ακόμη ότι «όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι ως προς την αξιοπρέπειά τους». Αλλά τι σημαίνουν αυτές οι λέξεις; Αναφορικά σε τι έχουν δικαιώματα οι άνθρωποι; Για ποιόν άνθρωπο γίνεται λόγος; Τι είναι η «ίση αξιοπρέπεια»; Αυτά είναι τα ερωτήματα στα οποία πρέπει να δώσουμε απάντηση.
Η ιδεολογία των δικαιωμάτων του ανθρώπου στηρίζεται σε τέσσερα άρθρα πίστεως:
1. Την δοξασία της ενότητας του ανθρώπινου είδους, δια της ηθικής σημασίας της ενότητας αυτής.
2. Την δοξασία της υπάρξεως ενός «ανθρώπινου προσώπου», ανεξάρτητα από τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά κάθε ατόμου.
3. Την δοξασία μιας «ανθρώπινης φύσεως», που καθιστά την βάση ενός «φυσικού δικαιώματος».
4. Την δοξασία της πρωτοκαθεδρίας του ατόμου έναντι των οργανικών και ιστορικών κοινοτήτων που αποτελούν τις πνευματικές καλλιέργειες (κουλτούρες) των λαών και των εθνών.
Η πρώτη από τις δοξασίες αυτές συνίσταται στο να θεωρεί κανείς αυταπόδεικτο ότι «κάθε άνθρωπος είναι μέλος ενός μοναδικού και οικουμενικά κυρίαρχου ζωικού είδους – του Homo Sapiens – όχι μόνον ατομικά, αλλά και ότι αυτό το βιολογικό γεγονός συμπεριλαμβάνει και ηθικές υπευθυνότητες» (Έντμουντ Ληήτς, «Η ενότητα του ανθρώπου και άλλα δοκίμια»). Η ενότητα του ανθρώπινου είδους τίθεται εδώ με την μορφή ισοδυναμίας.
Σύμφωνα με την έννοια αυτή, η ανθρωπότητα (θα πρέπει να) είναι αρκετά «ομοιογενής», ώστε κάθε άτομο να μπορεί να θεωρείται ουσιαστικά ισοδύναμο μ’ ένα άλλο. Έτσι, οι διαφορές που παρατηρούνται μεταξύ των ανθρώπων θα έπρεπε να θεωρούνται επιφανειακές, δευτερεύουσες, ή μεταβατικές.
Η ιδέα αυτή σαν «εμφανής», είναι σχετικά νέα. Και δικαίως ο Μισέλ Φουκώ σημειώνει ότι «ο άνθρωπος είναι μια εφεύρεση, της οποίας η αρχαιολογία της σκέψεώς μας αποδεικνύει εύκολα την αρχαία ημερομηνία της». («Οι λέξεις και τα πράγματα», εκδ. Γκαλιμάρ, 1966). Αλλά η διακήρυξη αυτή έχει μακρά προηγούμενη ιστορία.
«Η ιδέα του ανθρώπου είναι βιβλική», γράφει η Μπλαντίν Μπάρρετ Κρήγκελ.
Πράγματι, η Βίβλος είναι η πρώτη που, από την έναρξη του χρόνου, φέρνει στο προσκήνιο έναν μοναδικό άνθρωπο (ή μια μοναδική ανθρωπότητα) δημιούργημα ενός Θεού, επίσης μοναδικού.
Σύμφωνα με την Ζολύ Άϊζενμπερκ και τον Αρμάν Αμπεκασί «ο Εβραίος, αναλογιζόμενος τις πρώτες στιγμές της ανθρωπότητας, θέτει αυθόρμητα ένα μόνο πρόγονο στην καταγωγή της. Γιατί; Διότι στο επίπεδο των δικών του πνευματικών αξιών, θέλει να υπογραμμίσει με δύναμη την ισότητα των ανθρώπων και έτσι την ανάγει στην ενότητα της καταγωγής. (…) Ενότητα του ανθρώπου, αλλά επίσης ενότητα του ανθρώπινου είδους.
Οι ραβίνοι μας, λένε: Να γιατί ο Θεός δημιούργησε την ανθρωπότητα από έναν μοναδικό άνθρωπο. Για να μη μπορεί κανείς να πει ότι ο δικός του πρόγονος προϋπήρχε του άλλου. Και προσθέτουν: Όλοι οι άνθρωποι είναι όσοι, σαν δημιουργήματα ενός και του ίδιου θεού, ενός Θεού μοναδικού. (…) Αν ο Θεός δημιούργησε έναν, μοναδικό άνθρωπο, είναι για να μη μπορεί κανείς να σκεφτεί ότι μπορεί να υπάρχουν πολλοί θεοί. Άρα, η μοναδικότητα του ανθρώπου, μαρτυρεί για την μοναδικότητα του θεού».
Η θρησκεία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, θεμελιωμένη στον μονοανθρωπσμό εμφανίζεται λοιπόν εξ αρχής δεμένη, αφ’ ενός μεν με τον ισοπεδωτισμό, αφ’ ετέρου δε με τον μονοθεϊσμό. Η βιβλική σκέψη είναι μονοανθρωπιστική και μονογεννηστική, γιατί ακριβώς είναι μονοθεϊστική. Είναι η έμμονη ιδέα του «Ιδίου Πράγματος», η βασιλεία του «Μόνος» (Σ.Μ.: Ελληνικά στο κείμενο). Όλοι οι άνθρωποι είναι ίδιοι μπροστά στον Γιαχβέ.
Για μας, οι διακηρύξεις αυτές δεν αντέχουν σε εξετάσεις. Για την Αρχαία Ευρώπη, η αφηρημένη έννοια «άνθρωπος» δεν υπάρχει. Υπάρχουν «οι» άνθρωποι: είναι Έλληνες, Ρωμαίοι, βάρβαροι, πατρίκιοι, δούλοι κ.ο.κ. Τον 18ο αιώνα, ο Έντμουντ Μπέρκ, κάνοντας κριτική των ιδεών του 1789 ξαναβρίσκει την κοσμοθεώρηση αυτή.
Την ίδια περίπου εποχή, ο Ζοζέφ ντε Μαίτρ γράφει: «Δεν υπάρχει η έννοια-άνθρωπος στον κόσμο. Έχω δει στην ζωή μου Γάλλους, Ιταλούς, Ρώσους κ.ο.κ. Μάλιστα, χάρις στον Μοντεσκιέ, ξέρω ότι μπορεί να είναι κανείς Πέρσης. Αλλά τον «άνθρωπο», δηλώνω ότι ποτέ δεν τον συνάντησα στην ζωή μου».
Μπορεί κανείς βέβαια να μιλήσει για «άνθρωπο» υπό μεταφορική έννοια. Αλλά πρόκειται για άνεση της γλώσσας, που, σε τελική ανάλυση, βασίζεται πάντα στην αντίληψη μερικών τύπων ανθρώπων.
Μπορούμε να μιλήσουμε για τα δικαιώματα των ανθρώπων, για τις ελευθερίες των Ρώσων, των Αφγανών, των Πολωνών, όπως επίσης και των λαών που είναι υποδουλωμένοι στον επεκτατισμό του αμερικανισμού. Ξέρουμε περί τίνος πρόκειται. Αλλά για τα αφηρημένα δικαιώματα ενός «καθαυτού ανθρώπου», δεν ξέρουμε τίποτα και δεν μπορούμε να ξέρουμε τίποτα. Ο «οικουμενικός» άνθρωπος δεν υπάρχει.
Υπάρχει όμως, αντίθετα μια ζωολογική ενότητα του ανθρώπινου είδους. Με την ακριβή έννοιά της, η «ανθρωπότητα» είναι το ανθρώπινο είδος. Αλλά πρόκειται για καθαρά βιολογική έννοια. Και δεν πιστεύουμε ότι ο άνθρωπος μπορεί να καθοριστεί ουσιαστικά μέσω των βιολογικών χαρακτηριστικών του. Θεωρούμε, αντίθετα ότι αυτό που είναι το ειδικό στον άνθρωπο, αυτό που θεμελιώνει και συνιστά τον άνθρωπο – ως – άνθρωπο, ανήκει στον τομέα της πνευματικής καλλιέργειας και της ιστορίας.
Ο άνθρωπος δεν είναι μόνο ζώον. Δεν καθορίζεται μόνο από το γεγονός ότι ανήκει στο είδος. Μάλιστα, απ’ όλα τα ζώα, είναι ο μόνος που δεν είναι ενεργούμενο της συμμετοχής του στο είδος. Ο άνθρωπος είναι ον μορφώσεως (κουλτούρας). Και στο μορφωτικό επίπεδο, δεν υπάρχει κοινό παράδειγμα στην ανθρωπότητα. Από ιστορικής απόψεως, οι πνευματικές καλλιέργειες αποκρυσταλλώνονται πάντα στον πληθυντικό.
Το να μιλήσει κανείς από μορφωτικής απόψεως για «ανθρωπότητα» σημαίνει την επαναφορά της μορφώσεως στη φύση, την σμίκρυνση της Ιστορίας σε Βιολογία. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι οπαδοί της ιδεολογίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου είναι αυτοί που πέφτουν στην «βιολογική σμίκρυνση» του ανθρώπου, εισάγοντας μια ηθική επιταγή σ’ ένα γεγονός που ανήκει στον τομέα της ζωολογίας.
Άλλωστε, η έννοια του «είδους», είναι κι αυτή μεταβατική: η διαδικασία της επιλεκτικής προσαρμογής της φύσεως δημιουργεί μια πολυμορφία, η οποία, με τον χρόνο, είναι ίσως δυνατόν να καταλήξει σε νέα είδη. Κυρίως όμως μπορεί κανείς να αναρωτηθεί αν η έννοια αυτή, όταν αναφέρεται στον άνθρωπο, είναι καταλληλότερη.
Όπως γράφει ο Ζακ Ρυφιέ, κατά το μέτρο που, η «πολιτιστική κληρονομικότητα» παίρνει την σκυτάλη από την γενετική κληρονομικότητα, μπορούμε να πιστέψουμε ότι η διαφοροποίηση, που στα άλλα είδη, γίνεται μόνο στο βιολογικό επίπεδο, στον άνθρωπο εξελίσσεται μέσα στις πνευματικές καλλιέργειές του.
Το είδος «Homo Sapiens», υπογραμμίζει ο Έντμουντ Λήητς, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί «ένα», παρά μόνον αν οι διασταυρώσεις του γίνονταν χωρίς κανένα πολιτιστικο-μορφωτικό εξαναγκασμό. Και τέτοια περίπτωση δεν υπάρχει: «Υπό την επιρροή των πολιτιστικών-μορφωτικών τους απαγορεύσεων, όλοι οι άνθρωποι και παντού στον κόσμο, συμπεριφέρονται ωσάν να ήσαν μέλη πολλών και διαφορετικών ειδών».
Η δεύτερη δοξασία στην οποία στηρίζεται η ιδεολογία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, η δοξασία της υπάρξεως ενός «ανθρώπινου προσώπου», σημαίνει την διακήρυξη υπάρξεως μιας αναλλοίωτης ουσίας του ατόμου, ανεξαρτήτως από όλα τα ειδικά χαρακτηριστικά του.
«Η γενική ιδιότητα του ανθρώπου, που συμπεριλαμβάνει όλες τις άλλες και συνιστά την ενότητά του, είναι η ιδιότητα του προσώπου του», γράφει ο Ανρί Άρενς. Η «ιδιότητα» αυτή (πρέπει να) βασίζεται σ’ ένα «απόλυτο και θεϊκό» στοιχείο, που εκδηλώνεται στην λογική. «Η λογική, προσθέτει ο Άρενς, ανυψώνοντας τον άνθρωπο υπεράνω της στενής ατομικότητάς του, ανοίγει στην ευφυΐα του τον κόσμο των αρχών, των νόμων, των αιωνίων ιδεών του καλού και του κακού».
Και η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ισχυρίζεται ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν το «χάρισμα της λογικής» (άρθρο 1). Η ίδια ιδέα είχε υποστηριχθεί και από τον Θωμά τον Ακινάτο (Σ.Μ.: θεολόγος του Μεσαίωνα που προσπάθησε να αποδείξει «λογικά» το καθολικό δόγμα του χριστιανισμού).
Στην πραγματικότητα, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν έχουν απολύτως καμμιά έννοια. Κατ’ αρχήν, το πρόσωπο είναι αδιαίρετο από αυτό από το οποίο αποτελείται, δηλαδή από τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά τού καθενός. Δεν μπορεί λοιπόν να γίνει αντιληπτό, παρά διαφοροποιημένο, μέσα από μια δεδομένη μορφή του.
Εξ’ άλλου, το πρόσωπο δεν πρέπει να συγχέεται με το άτομο. Όλα τα άτομα δεν μπορούν να είναι ισοδύναμα «προσωποποιημένα». Τέλος, τίποτα δεν μας επιτρέπει να ισχυριστούμε ότι η λογική είναι ισοδύναμα διανεμημένη σε όλους τους ανθρώπους. Ο «κόσμος των αρχών» (που αναφέρει ο Άρενς) δεν μπορεί να υπάρχει παρά υποκειμενικά (ανάλογα με τον κάθε άνθρωπο). Δεν υπάρχουν «αιώνιες ιδέες», ούτε και «καλό» ή «αληθινό», αυτά καθαυτά.
«Το να είναι κανείς ένα πρόσωπο, γράφει ο Ιούλιος ΄Έβολα, δεν είναι μια ομοιόμορφη ιδιότητα, ούτε ομοιόμορφα διανεμημένη. Δεν είναι ισοδύναμο αξίωμα σε όλους, ούτε απορρέει αυτομάτως από το γεγονός ότι το άτομο ανήκει στο βιολογικό ανθρώπινο είδος. Το «αξίωμα του ανθρώπινου προσώπου», με όλα όσα συμπεριλαμβάνει, γύρω από το οποίο οι υπερασπιστές του φυσικού δικαίου και οι φιλελεύθεροι κάνουν τόσο θόρυβο, πρέπει να αναγνωρίζεται εκεί που υπάρχει πραγματικά και όχι στον πρώτο τυχόντα.
Και εκεί όπου πραγματικά υπάρχει, το αξίωμα αυτό δεν πρέπει να θεωρείται ισοδύναμο σε όλες τις περιπτώσεις. Περιλαμβάνει πολλούς βαθμούς, και δίκαιο είναι να απονέμεται σε καθέναν από τους βαθμούς αυτούς ένα διαφορετικό δικαίωμα, μια διαφορετική ελευθερία (…). Έξω απ’ αυτό το πλαίσιο, ο σεβασμός του ανθρώπινου προσώπου υπό την γενική έννοια, δεν είναι παρά δεισιδαιμονία».
Η δοξασία υπάρξεως ενός «φυσικού δικαιώματος» απορρέει λογικά από τον ισχυρισμό υπάρξεως μιας αφηρημένης έννοιας «ανθρώπινου προσώπου». Είναι η ιδέα ότι υπάρχει ένα δικαίωμα «μέσα στον άνθρωπο, ενσωματωμένο στη φύση του, που απορρέει από την θεϊκή αρχή, η οποία εκδηλώνεται με την λογική του» (Ανρί Άρενς).
Έτσι, βλέπουμε ότι η ιδεολογία των δικαιωμάτων του ανθρώπου είναι μια ιδεολογία «φυσικισμού» («νατουραλιστική»). Από τον Θωμά τον Ακινάτο και το έργο του «Summa Theologica» («Θεολογική Σύνοψη») έως τον Κλωντ Λεβύ-Στράους («Φυσικό δικαίωμα και Ιστορία») η ιδεολογία αυτή προϋποθέτει ότι υπάρχει, ή είναι δυνατόν να κάνουμε να υπάρχει μια «φυσική κατάσταση» του ανθρώπου και ότι η κοινωνία έχει σαν σκοπό είτε να την επαναφέρει (ο Ρουσσώ π.χ.), είτε να την δημιουργήσει (ο Λοκ).
Η δοξασία αυτή πραγματοποιεί την ένωση μεταξύ του κλασσικού ιουδαιοχριστιανισμού, ο οποίος πιστεύει στην «φυσική τάξη» και του σύγχρονου ορθολογισμού (ρασιοναλισμού), ο οποίος επιχειρηματολογεί για δήθεν «αντικειμενικές» πραγματικότητες και για δήθεν «οικουμενικούς» νόμους.
Όλες αυτές οι έννοιες «φυσικής τάξεως», «φυσικού δικαιώματος», ανθρώπινης φύσεως» κ.ο.κ. είναι, αυτές καθαυτές, πολύ αμφιλεγόμενες, κατά το μέτρο που μπορεί να παραχωρήσει κανείς σε πολύ αντιφατικές παραστάσεις για την «φύση» αυτή.
Η «φυσική κατάσταση» του ανθρώπου δεν είναι η ίδια για τον Καλλικλή, ή για τον Χομπς, ή για τον Ρουσσώ! Είναι κατάσταση «πολέμου» ή «ειρήνης»; Είναι κατάσταση «δικαιοσύνης» ή «αδικίας»; Αυτά είναι ερωτήματα που έθεσε ο Πούφεντορφ στην πολεμική του κατά του Χομπς. Δεν είναι του παρόντος να δοθούν εδώ απαντήσεις. Θα περιορισθούμε στο να υπενθυμίσουμε ότι, για μας, ο άνθρωπος δεν έχει άλλη «φύση» από την πνευματική καλλιέργεια, μέσω της οποίας δημιουργεί τον εαυτό του. Μόνος, υπό την αφηρημένη έννοια, έξω από κάθε ευκαιρία μορφοποιήσεώς του, ο άνθρωπος δεν είναι ούτε «καλός», ούτε «κακός». Δεν είναι απολύτως τίποτα.
Ο άνθρωπος δεν υπάρχει σαν «άνθρωπος», παρά μορφοποιημένος από τους θεσμούς και τις ιστορικές του δομές. Ο Γκάμσι, μολονότι ακόμη αιχμάλωτος των μαρξιστικών σχηματοποιήσεων, είναι πιο πραγματιστής από τους συνηθισμένους υπερασπιστές της ιδεολογίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, όταν γράφει ότι «δεν υπάρχει ανθρώπινη φύση αφηρημένη, σταθερή και αμετακίνητη» γιατί «η ανθρώπινη φύση είναι το σύνολο των ιστορικά καθορισμένων κοινωνικών σχέσεων».
Δεν υπάρχει «φυσικός» άνθρωπος. Για μας, η κοινωνία, πρέπει να δημιουργήσει περισσότερο το «ανθρώπινο πρόσωπο», παρά να το αναγνωρίσει σαν κάτι που υπάρχει ήδη.
Τέλος, το δόγμα του ατομικισμού απορρέει κι αυτό από τον «μονοανθρωπισμό». Αν υπάρχει μια έννοια «ανθρώπου αυτού καθαυτού», τότε, οι συλλογικές συγγένειες που χαρακτηρίζουν τους ανθρώπους μεταξύ τους, μετρούν πολύ λίγο. «Η μονοθεϊστική νοοτροπία και η ανθρωπιστική της εκδήλωση προωθούν, κατά κάποιο τρόπο, τον ατομικισμό», γράφουν η Ζολύ Άϊζενμπεργκ και ο Αρμάν Αμπεκασσι.
Πράγματι, στο όνομα ενός «ανθρώπινου προσώπου» οικουμενικού τύπου, είναι πάντα δυνατόν να θεωρήσει κανείς τον εαυτό του αποσυνδεδεμένο από κάθε υποχρέωση προς μια ορισμένη κοινότητα. Τότε, το απόλυτο της «ανθρωπότητας» ενώνεται με το απόλυτο του «ατόμου», όπως ακριβώς ο αντικειμενισμός της θεωρίας του «φυσικού δικαιώματος» ενώνεται με τον πιο αχαλίνωτο υποκειμενισμό του ατομικισμού: απόδειξη κι αυτή ότι οι άκρες υπερβολές ενώνονται. Η διάσταση που αρνούνται είναι η ενδιάμεση διάσταση: αυτή που αγκυροβολεί τον άνθρωπο μέσα σε μια πνευματική μορφοποίηση, σ’ ένα λαό, σ’ ένα έθνος.
Αλλά οι ενδιάμεσες κοινότητες έχουν επίσης δικαιώματα, όπως έχουν και καθήκοντα. Ο λαός έχει δικαιώματα. Το έθνος έχει δικαιώματα. Η κοινωνία, το κράτος, έχουν δικαιώματα. Αντίστροφα, το άτομο έχει κι αυτό δικαιώματα κατά το μέτρο που ανήκει σε μια ιστορική, εθνική, ή πολιτιστική σφαίρα, δικαιώματα που είναι αδιαίρετα από τις αξίες και τα ειδικά χαρακτηριστικά τής δεδομένης αυτής σφαίρας. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, σε μια οργανική κοινωνία, δεν υπάρχει πλέον αντίθεση μεταξύ των ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων, όπως δεν υπάρχει και «αντίθεση» μεταξύ του ιδίου ατόμου και του λαού στον οποίον ανήκει….
Βάζοντας τα δικαιώματα του αφηρημένου «ατομικού ανθρώπου» πάνω από τις συγκεκριμένες κοινοτικές συγγένειες, η ιδεολογία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ενώνεται με την τάση του φιλελευθερισμού να σβήνει το παρελθόν και να αποκληρώνει το μέλλον, στο όνομα ενός «αιωνίου παρόντος».
«Τέτοιου είδους φιλελευθερισμός, παρατηρεί ο Ραϋμόν Ρουιγιέ, είχε πολύ πιο καταστρεπτικά αποτελέσματα από τις θεωρίες και των χειρότερων επαναστατών, των χειρότερων αναρχικών (…). Οι απαιτήσεις των «δικαιωμάτων του ανθρώπου» είναι κατά βάθος απαίτηση του δικαιώματος να μην ενδιαφέρεται κανείς για την διάρκεια και την επιβίωση του λαού στον οποίον ανήκει, να μην ενδιαφέρεται για την βαθύτερη διάστασή του και να ζει στην ‘ελευθερία’ του παρόντος».
Εκλαϊκευμένη μεταφορά των νόμων του Μωϋσέως και του Νώε, η ιδεολογία των δικαιωμάτων του ανθρώπου δεν μπορεί να έχει άλλο αποτέλεσμα (και πιθανότατα άλλο σκοπό) παρά την σμίκρυνση και την ομοιομορφοποίηση του ανθρώπου.
Γράφει π.χ. η Γκιλαίν Ρενέ-Κασσέν (Σ.Μ.: Εβραία): «το ενοποιητικό λειτούργημα του Δεκαλόγου ως προς τον λαό του Μωϋσέως, είναι αυτό που πρέπει ν’ αναλάβει η Οικουμενική Διακήρυξη (των δικαιωμάτων του ανθρώπου) ως προς την ανθρωπότητα ολόκληρη»! Πρόκειται δηλαδή για την πρόθεση να επικληθούν τα δικαιώματα του ανθρώπου αυτού καθαυτού, εναντίον των συγκεκριμένων δικαιωμάτων των συγκεκριμένων ανθρώπων, μέσα στις συγκεκριμένες κοινότητές τους.
Ο άνθρωπος που υπερασπίζεται τα δικαιώματα του ανθρώπου είναι άνθρωπος χωρίς πατρίδα, χωρίς ρίζες, χωρίς κοινωνία, χωρίς άγκυρες. Είναι άνθρωπος που θέλει να καταστρέψει τις έννοιες αυτές. Και είναι άνθρωπος που θα ήθελε να είναι και οι άλλοι σαν κι αυτόν. Θα ήθελε πολύ να τους δει να εγκαταλείπουν τις δικές τους κληρονομιές και να γίνουν υπνοβάτες όπως αυτός.