Ο έρωτας βασίζεται στην ισότητα, στην ελευθερία, στον θαυμασμό και στον σεβασμό.
Αν τα θεμέλια του είναι χτισμένα στην υποταγή και στην απώλεια της ακεραιότητας του ενός από τους δυο, τότε είναι μαζοχιστική εξάρτηση, όπως κι αν εκλογικεύεται ή παρουσιάζεται η σχέση.
Μέσα από τις σχέσεις συμβιβασμού, βρίσκουμε μια εύθραυστη ασφάλεια. Επιλέγουμε να θυσιάσουμε τον εαυτό μας και την ατομικότητα μας για να μην είμαστε μόνοι.
Χαρίζουμε απλόχερα την ελευθερία μας για να περιοριστούμε σε κάλπικα δεσμά σταθερότητας.
Η σταθερότητα όμως ως έννοια αποτελεί από μόνη της μια πλάνη. Τίποτα δεν είναι σταθερό και τίποτα δεν κρατάει για πάντα.
Τα πάντα μεταβάλλονται, κάθε στιγμή, μέσα στους κύκλους του χρόνου.
Την ασφάλεια την συναντάμε μέσα από την παρουσία μας στο τώρα, μέσα από το γνώθι σαυτόν, μέσα από την αυθόρμητη έκφραση, χτίζοντας έτσι αληθινές σχέσεις, πρώτα με τον εαυτό μας κι έπειτα με άλλους.
Υπάρχουν πολλοί κίνδυνοι στον έρωτα, καθώς είναι πολλές οι μάσκες της αγάπης.
Ο σαδισμός, ο οποίος εμφανίζεται συχνά με το πρόσωπο του έρωτα, προκειμένου να κυριαρχήσει κάποιος πάνω σε κάποιον άλλον. Έτσι ώστε να μπορεί να ισχυριστεί, κυρίως στον εαυτού του, πως ενεργεί καθ´αυτόν τον τρόπο υπό το πρόσχημα της αγάπης. Εξυπηρετεί ως μια λύση στο πρόβλημα της παροδικότητας, πλάθοντας την ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας, με το ξεπέρασμα των όριων της ανθρώπινης ύπαρξης. Προσπαθώντας να πιαστούμε από το απατηλό αίσθημα της απόλυτης ισχύς, ως επανάσταση στην πραγματικότητα της τόσο εύθραυστης υπόστασης μας.
Η ευαρέσκεια, ο ουσιαστικός παράγοντας της επιθυμίας και της αναζήτησης του έρωτα, είναι η απόλαυση των συναισθημάτων που μας κάνουν να νιώθουμε όμορφα και αρεστοί. Ο ένας βλέπει στον άλλον εκείνο το πρόσωπο που μπορεί να καλύπτει τις συναισθηματικές και σωματικές του ανάγκες. Δεν είναι όμως αγάπη όταν το πρόσωπο που έχουμε δίπλα μας αποτελεί ένα μέσο ως προς την ικανοποίηση των αναγκών μας.
Η πραγματική αγάπη δεν έγκειται στο τι θα πάρω, αλλά στο τι θα δώσω.
Ακόμα και στην προσφορά όμως υποβόσκει ικανοποίηση, αν προσφέρουμε κάτι σε κάποιον, όπως τον χρόνο μας, αν επενδύσουμε με οποιονδήποτε τρόπο πάνω του, γίνεται κατά κάποιον τρόπο κομμάτι μας. Αναπτύσσεται αγάπη διότι βλέπουμε, με την πάροδο του χρόνου, στον άνθρωπο που έχουμε δίπλα μας, ένα μέρος του εαυτού μας.
Η αληθινή αγάπη είναι να προσφέρεις, δίχως να προσμένεις αντάλλαγμα.
Η αληθινή αγάπη είναι να σέβεσαι την ατομικότητα και τα όρια του άλλου.
Η αληθινή αγάπη είναι ένα από τα πιο σημαντικά συστατικά της ευτυχίας.
Όχι γιατί κάποιος απλά μας κάνει να νιώθουμε καλά με τον εαυτό μας.
Όχι γιατί βλέπουμε την αντανάκλαση μας σε αυτόν.
Όχι γιατί μπορούμε να κυριαρχήσουμε πάνω του.
Όχι η αγάπη με την μορφή κατοχής κάποιου άλλου, αλλά η αγάπη ως μέσο ένωσης.
Όταν δεν υπάρχει ένωση, τότε ο έρωτας, το σεξ, αποκτούν ψυχαναγκαστικό χαρακτήρα και καταλήγουν να αναλώνονται όπως ένα τσιγάρο, ένα ποτό, ένα ναρκωτικό, τα οποία δεν προσφέρουν καμία ιδιαίτερη γεύση εν τέλει, αλλά μας ωθούν ολοένα και πιο μακρυά από τον εμάς τους ίδιους.
Να τολμάμε να βλέπουμε καθαρά ποιοι είμαστε και να αλλάζουμε ότι χρίζει βελτίωσης, για να μπορούμε να χτίζουμε σχέσεις πραγματικής αγάπης.. Ώστε να μην προδίδουμε την ψυχή μας, αλλά και να μην πληγώνουμε άλλους..
Η ανθρώπινη καρδιά δεν είναι φτιαγμένη για ερωτικούς αιφνιδιασμούς, όσο και αν το θεωρούμε φυσιολογικό να σπάει, να μαζεύουμε τα κομμάτια της, να τα κολλάμε κι από την αρχή ξανά..
Η ιδεώδης κατάσταση της καρδιάς μας είναι η συναισθηματική σταθερότητα.
Εκεί ανθίζει η αγάπη.
Προς τα εκεί να θέσουμε στόχο να πορευτούμε. Εκεί να βρεθούμε. Εκεί να υπάρχουμε!
Για ένα ταξίδι, με κατάλληλο συνοδοιπόρο. Δυο ψυχές μαζί, που θα μπορούν να υψωθούν πάνω από την σκόνη της καθημερινότητας. Μια σχέση που θα μας οδηγήσει, μέσα από την απελευθέρωση, πιο κοντά στον εαυτό μας.. στην αυτοπραγμάτωση!
Η αγάπη και ο έρωτας είναι παιδιά της ελευθερίας.
Ελευθερία.. «παρά τό ἐλεύθειν ὅπου ἐρᾶ τίς». Να πράττουμε εν γένει σύμφωνα με ό,τι μας γεννά έρωτα στην ψυχή. Να πηγαίνουμε εκεί που αγαπάμε…
Erich Fromm, Ο φόβος μπροστά στην ελευθερία
Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2023
Οι δυσκολίες κάθε είδους απειλούν πάντοτε την ευθεία ανάπτυξη ενός χαρακτήρα
Τα γνωρίσματα του χαρακτήρα που θα αναπτύξει ένα παιδί θα αντιστοιχούν στην κατεύθυνση που ακολούθησε η ψυχική του ανάπτυξη.
Αυτή η κατεύθυνση μπορεί να είναι μια ευθεία γραμμή ή να χαρακτηρίζεται από στροφές.
Στην πρώτη περίπτωση, το παιδί μοχθεί για την επίτευξη του στόχου του με άμεσο τρόπο και αναπτύσσει έναν χαρακτήρα επιθετικό και θαρραλέο.
Μπορούμε να πούμε ότι οι απαρχές της ανάπτυξης του χαρακτήρα έχουν πάντα κάτι από αυτό το επιθετικό και διεκδικητικό στοιχείο.
Αυτή η γραμμή όμως, εύκολα μπορεί να καμφθεί από τις δυσκολίες της ζωής.
Οι δυσκολίες κάθε είδους απειλούν πάντοτε την ευθεία ανάπτυξη ενός χαρακτήρα…
Μπορούμε να ξεχωρίσουμε τους ανθρώπους: από το πώς αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες.
Οι αισιόδοξοι είναι εκείνοι οι άνθρωποι των οποίων η ανάπτυξη του χαρακτήρα, γενικά, έχει εξελιχθεί σε ευθεία γραμμή, αντιμετωπίζουν κάθε δυσκολία με θάρρος και δεν την παίρνουν πολύ στα σοβαρά.
Διατηρούν την εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και υιοθετούν σχετικά εύκολα μια ευμενή στάση απέναντι στη ζωή.
Δεν απαιτούν πολλά, επειδή αξιολογούν σωστά τον εαυτό τους και δεν αισθάνονται αδικημένοι.
Συνεπώς, είναι σε θέση να αντέξουν τις δυσκολίες της ζωής, πολύ πιο εύκολα από εκείνους που βρίσκουν πάντα κάποια αφορμή ώστε να θεωρούν τους εαυτούς τους αδύναμους και ανεπαρκείς.
Σε πιο δύσκολες καταστάσεις, οι αισιόδοξοι παραμένουν ήρεμοι, με την πεποίθηση ότι τα λάθη μπορούν πάντα να διορθωθούν...
Τα πράγματα είναι διαφορετικά με τον τύπο του απαισιόδοξου.
Αυτοί παρουσιάζουν τα πιο σοβαρά προβλήματα διαπαιδαγώγησης.
Είναι εκείνα τα άτομα που απέκτησαν ένα αίσθημα κατωτερότητας εξαιτίας των προβλημάτων και των εντυπώσεων της παιδικής τους ηλικίας, τα άτομα που αντιμετώπισαν ποικίλες δυσκολίες και απέκτησαν έτσι την αίσθηση ότι η ζωή δεν είναι εύκολη.
Θα βλέπουν πάντα τη σκοτεινή πλευρά της ζωής, λόγω της απαισιόδοξης κοσμοθεωρίας τους, η οποία καλλιεργήθηκε από τον λάθος τρόπο με τον οποίο τους μεταχειρίστηκαν κατά την παιδική τους ηλικία.
Άλφρεντ Άντλερ, Η θεωρία του χαρακτήρα.
Αυτή η κατεύθυνση μπορεί να είναι μια ευθεία γραμμή ή να χαρακτηρίζεται από στροφές.
Στην πρώτη περίπτωση, το παιδί μοχθεί για την επίτευξη του στόχου του με άμεσο τρόπο και αναπτύσσει έναν χαρακτήρα επιθετικό και θαρραλέο.
Μπορούμε να πούμε ότι οι απαρχές της ανάπτυξης του χαρακτήρα έχουν πάντα κάτι από αυτό το επιθετικό και διεκδικητικό στοιχείο.
Αυτή η γραμμή όμως, εύκολα μπορεί να καμφθεί από τις δυσκολίες της ζωής.
Οι δυσκολίες κάθε είδους απειλούν πάντοτε την ευθεία ανάπτυξη ενός χαρακτήρα…
Μπορούμε να ξεχωρίσουμε τους ανθρώπους: από το πώς αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες.
Οι αισιόδοξοι είναι εκείνοι οι άνθρωποι των οποίων η ανάπτυξη του χαρακτήρα, γενικά, έχει εξελιχθεί σε ευθεία γραμμή, αντιμετωπίζουν κάθε δυσκολία με θάρρος και δεν την παίρνουν πολύ στα σοβαρά.
Διατηρούν την εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και υιοθετούν σχετικά εύκολα μια ευμενή στάση απέναντι στη ζωή.
Δεν απαιτούν πολλά, επειδή αξιολογούν σωστά τον εαυτό τους και δεν αισθάνονται αδικημένοι.
Συνεπώς, είναι σε θέση να αντέξουν τις δυσκολίες της ζωής, πολύ πιο εύκολα από εκείνους που βρίσκουν πάντα κάποια αφορμή ώστε να θεωρούν τους εαυτούς τους αδύναμους και ανεπαρκείς.
Σε πιο δύσκολες καταστάσεις, οι αισιόδοξοι παραμένουν ήρεμοι, με την πεποίθηση ότι τα λάθη μπορούν πάντα να διορθωθούν...
Τα πράγματα είναι διαφορετικά με τον τύπο του απαισιόδοξου.
Αυτοί παρουσιάζουν τα πιο σοβαρά προβλήματα διαπαιδαγώγησης.
Είναι εκείνα τα άτομα που απέκτησαν ένα αίσθημα κατωτερότητας εξαιτίας των προβλημάτων και των εντυπώσεων της παιδικής τους ηλικίας, τα άτομα που αντιμετώπισαν ποικίλες δυσκολίες και απέκτησαν έτσι την αίσθηση ότι η ζωή δεν είναι εύκολη.
Θα βλέπουν πάντα τη σκοτεινή πλευρά της ζωής, λόγω της απαισιόδοξης κοσμοθεωρίας τους, η οποία καλλιεργήθηκε από τον λάθος τρόπο με τον οποίο τους μεταχειρίστηκαν κατά την παιδική τους ηλικία.
Άλφρεντ Άντλερ, Η θεωρία του χαρακτήρα.
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Ἀποκριάτικη νυχτιά (1892)
Διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
Ἐὰν δὲν ἦτο ἐπιμελὴς σπουδαστὴς ὁ Σπύρος ὁ Βεργουδής, καὶ δὲν εἶχε τυχὸν πῶς νὰ περνᾷ τὰς ὥρας του, κατὰ τὰς πολυημέρους διακοπὰς τῶν ἑορτῶν καὶ τῆς Ἀπόκρεω, ἠδύνατο νὰ εὕρῃ δουλειὰ καθήμενος εἰς τὸ παράθυρον καὶ θεώμενος καὶ ἀκούων τὰ τελούμενα. Δὲν ἦτο δρόμος, ἦτο αὐλή, παμπάλαιος, εὐρεῖα, ἀκανόνιστος, μὲ τοὺς τοίχους ὑψηλοὺς ἀλλ᾽ ἀνίσου ὕψους, περιβάλλουσα μίαν τῶν παλαιοτέρων οἰκιῶν παρὰ τὴν ἀνέρπουσαν ἐσχατιὰν τῆς ἀρχαίας πόλεως, πρὸς τὴν Ἀκρόπολιν, ὑψηλά, παρὰ τὸ Ἁγιοταφίτικον. Αἱ τρεῖς ἐνοικάρισσαι τοῦ ἰσογείου, ἡ κυρα-Κατίγκω ἡ Χρίσταινα, μετὰ τῆς ἀγάμου ἀδελφῆς της Φρόσως, καὶ ἡ γρια-Βαγγελὴ ἡ Λεμονού, μετὰ τῆς κόρης της τῆς Γεώργαινας, καὶ ἡ Σταματούλα ἡ Γεμενίτσα μετὰ τῆς ψυχοκόρης της τῆς Μαρούσας, ἐμάλωναν διὰ κάθε τι, συχνότατα, σχεδὸν τρὶς τῆς ἑβδομάδος. Συνήθως, ἡ κατέχουσα τὸ μεσαῖον οἴκημα, ἡ Λεμονού, πότε ἐκ τῆς παραμικρᾶς ἀφορμῆς, πότε ἄνευ ἀφορμῆς ὡρισμένης, τὰ ἔβαζε σήμερον μὲ τὴν μίαν, αὔριον μὲ τὴν ἄλλην τῶν δύο γειτονισσῶν της. Καὶ τὰς μὲν ἑορτάς, ἀντὶ νὰ εὑρίσκωσιν ὕλην ὅπως κακολογῶσιν ἄλλας ἔξω τῆς αὐλῆς διερχομένας ἢ ἡσύχως εἰς τὰς οἰκίας των καθημένας γυναῖκας, προχειρότερον εὕρισκον νὰ τὰ χαλοῦν μεταξύ των. Ἐὰν τυχὸν ἡ μία τῶν τριῶν, ἡ ἀδελφὴ τῆς μιᾶς ἢ ἡ κόρη τῆς ἄλλης ἐστολίζετο, ἡ ἄλλη ἔμενε πεισματωδῶς μὲ τὰ καθημερινά της, διὰ νὰ ἔχῃ ἀφορμὴν νὰ κακολογῇ τὴν στολισμένην, ὅτι «δὲν ξέρει νὰ φορέσῃ τὸ φουστάνι της», κ᾽ ἔλεγε: «Κοίταξέ τηνε! μοῦ στολίστηκε σὰ νύφη· τὸ χάλι της, δὲν τὸ βλέπει!» Τὰς δὲ καθημερινάς, ἄλλοτε αἱ δύο, ἄλλοτε καὶ αἱ τρεῖς, εἶχαν μπουγάδα, καὶ ὅλον τὸ πλυσταρεῖον, καὶ ὅλος ὁ χῶρος τῆς αὐλῆς, δὲν τὰς ἤρκει διὰ ν᾽ ἁπλώσωσι τὰ μοσχοπλυμένα των. Συχνὰ ἡ γρια-Βαγγελὴ ἡ Λεμονού, ἀφοῦ ὠνείδιζε τὴν ἐκ δεξιῶν καὶ τὴν ἐξ ἀριστερῶν πάροικόν της, ὡς ἀπρόκοφτην, ὡς ἄπραχτην, ὡς ἀπασσάλωτην, αὐτὴ πρώτη θέτουσα τὸ «πρόσφωλο», αἴφνης εἰρήνευεν, ἐμειδία, κ᾽ ἔλεγεν ὅτι αὐτὴ ἔχει δουλειὰ νὰ κάμῃ, ὅτι «δὲν χαλνᾷ τὴ ζαχαρένια της», καὶ ὅτι δὲν τὰς συνερίζεται ν᾽ ἀπαντᾷ εἰς τὰς μομφάς των. Ἄλλοτε πάλιν ἡ Σταματούλα ἡ Γεμενίτσα ἔπαιρνε λόγια ἀπὸ τὴν μίαν κ᾽ ἔβαζε μαναφούκια εἰς τὴν ἄλλην, καὶ εἶτα ἐν ἀνέσει ἐνετρύφα εἰς τὸν καυγάν, ἱσταμένη παράμερα. Ἐμάλωναν διὰ κάθε πρᾶγμα, διὰ μίαν σκάφην ἀναποδογυρισμένην ὀλίγον λοξὰ εἰς τὸ πλυσταρεῖον, δι᾽ ὀλίγες σταλαματιὲς θερμοῦ χυθείσας κατὰ γῆς, δι᾽ ὀλίγας δράκας στάκτης περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον ριφθείσας εἰς τὴν κόφαν. Μιᾷ τῶν ἡμερῶν, ἡ γραῖα Βαγγελὴ ἐθύμωσεν ἐναντίον τῆς Κατίγκως τῆς Χρίσταινας, διότι αὕτη ἐκαυχήθη ὅτι πληρώνεται πρὸς εἴκοσι λεπτὰ τὰ ὑποκάμισα τῆς κόλλας, καὶ τὴν ὠνόμασε «τριγυρισμένην» καὶ «πομπιωμένην», ἄλλοτε πάλιν ἡ Κατίγκω ἐσήκωσε χεῖρα ἐναντίον τῆς Μαρούσας, τῆς ψυχοκόρης τῆς Σταματούλας, καλέσασα αὐτήν, δεκατετραετῆ μόλις, «μωρὴ μπασταρδού!» διότι τὴν εἶδε νίπτουσαν τὰς χεῖρας πλησίον εἰς τὴν κόφαν τῆς μπουγάδας μὲ τὰ ροῦχα. Μὲ αὐτὰ ἐπερνοῦσαν τὰς ἡμέρας των εἰς τὴν εὐρεῖαν αὐλὴν τῆς παμπαλαίου οἰκίας αἱ τρεῖς αὗται πτωχαὶ γυναῖκες.
Τὴν ἑσπέραν πάλιν, ὁ Σπύρος ὁ Βεργουδὴς θὰ εὕρισκε δουλειάν, ἂν ἤθελε, μὲ σβηστὴν τὴν λάμπαν, νὰ μένῃ εἰς τὸ ἀνώγεων δωμάτιόν του καὶ νὰ ἵσταται ὄπισθεν τοῦ ἀνατολικοῦ παραθύρου, κατασκοπεύων τοὺς εἰσερχομένους, ἢ νὰ κολλᾷ τὸ οὖς εἰς τὴν κλειδότρυπαν, ἀκροώμενος λόγους καὶ κρότους καὶ ψιθυρισμούς. Αὕτη ἦτο ἡ κυρία εἴσοδος τῆς οἰκίας, δι᾽ ἧς εἰσήρχετο καὶ αὐτὸς εἰς τὸ πενιχρὸν δωμάτιόν του, εἴσοδος ἐπίσημος, διὰ τῆς ὁποίας ἔμβαιναν ὅλοι οἱ συγγενεῖς, φίλοι καὶ γνώριμοι τῆς οἰκίας, κατὰ ἑκατοντάδας ἀριθμούμενοι. Καὶ ἂν ἤθελε νὰ μεταβῇ πρὸς στιγμὴν εἰς τὸ ἄλλο παράθυρον τοῦ δωματίου του, πρὸς μεσημβρίαν βλέπον, ἀπ᾽ ἐκεῖ θ᾽ ἀντίκρυζε τὴν ἄλλην, τὴν μικρὰν εἴσοδον, συνεχομένην μὲ τὸ μαγειρεῖον, ὅπου διημέρευε συνήθως ἡ κυρία Ζαχαρού, ἡ μήτηρ τῆς οἰκογενείας, καπνίζουσα ἀνέτως τὰ τσιγαρέτα της. Ἦτο οἰκία ὅπου ἠδύνατό τις νὰ παίξῃ ἐν ἀνέσει τὸ κρυφτάκι, καὶ ἄλλας παιδιάς. Δύο ἄνθρωποι, ὁ πρῶτος κυνηγούμενος ὑπὸ τοῦ δευτέρου, ἢ ἀδιακρίτως κυνηγοῦντες ἀλλήλους, χωρὶς νὰ φαίνεται τίς ὁ διώκων καὶ τίς ὁ φεύγων, ἠδύναντο νὰ εἰσέρχωνται καὶ νὰ ἐξέρχωνται ἀλλεπαλλήλως διὰ τῶν δύο θυρῶν, ἐπὶ ἡμέρας καὶ νύκτας, χωρὶς ὁ εἷς νὰ φθάσῃ ποτὲ ἢ ν᾽ ἀντικρύσῃ τὸν ἕτερον.
Καὶ ἂν ἐπέστρεφε πάλιν πρὸς τὸ παράθυρον τὸ ἀνατολικόν, ἢ πρὸς τὴν μικράν του θύραν, καὶ ἐπεσκόπει τὴν κυρίαν εἴσοδον, ἐκεῖ ἤκουεν, ἅμα ἐνύκτωνε, κάθε πέντε κάθε δέκα λεπτά, νὰ κρούεται ἡ θύρα. Καὶ ἤχει ἐσωτερικῶς ἐλαφρὸν βῆμα καὶ θροῦς ἐσθῆτος, καὶ ἤνοιγεν ἡ θύρα, καὶ εἰσήρχοντο οἱ ἐπισκέπται, καὶ τότε ἤκουε καλησπέρες καὶ χαιρετισμοὺς καὶ προσρήσεις, κ᾽ ἐνίοτε φιλήματα… μεταξὺ γυναικῶν, οἷα συνηθίζουσι φορτικῶς ν᾽ ἀνταλλάσσωσιν αἱ ἀπόγονοι τῆς Εὔας, κατὰ τὰ ἐξιππασμένα καὶ φραγκοποτισμένα ἤθη μας. Σπεύδω νὰ εἴπω, πρὸς καθησύχασιν τοῦ ἀναγνώστου, ὅτι τὰ ἤθη τῆς οἰκογενείας, περὶ ἧς ὁ λόγος, ἀνειμένα κατὰ τὸ φαινόμενον, πράγματι ἦσαν αὐστηρά. Ἀλλ᾽ ἡ οἰκία ἔπλεεν εἰς τὸ μεταίχμιον τὸ ἀόριστον καὶ ἀβέβαιον, εἰς τὸ λυκόφως ἐκεῖνο, μεταξὺ παραδόσεως καὶ νεωτερισμοῦ, ὅπερ ὡς λυκόφως δὲν δύναται νὰ διαρκέσῃ, ἀλλ᾽ ἀναγκαίως θὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὸν ζόφον καὶ θὰ γίνῃ νύξ. Ἦσαν ὁμολογουμένως ἄνθρωποι αἰσθηματίαι, φιλόφρονες, ἀνοικτόκαρδοι. Γνωρίμους εἶχαν τὸ ἥμισυ τῆς πόλεως καὶ ἂν ἡμέρα παρήρχετο χωρὶς ν᾽ αὐξήσωσι κατὰ μίαν τοὐλάχιστον τὰς γνωριμίας των, αἱ δύο κόραι θὰ ἐθεώρουν ὡς χαμένην τὴν ἡμέραν ἐκείνην.
Ἔπειτα, ἦσαν αἱ ἡμέραι τῆς Ἀπόκρεω, καὶ ὁ κόσμος ἔξω διεσκέδαζε. Μόλις ἐνύκτωνε, καὶ ὁ νέος, ὁ μονάζων ἐν τῷ δωματίῳ του, ἤκουε φωνάς, ᾄσματα, κιθαρισμούς, ἔξω τῆς αὐλῆς. Καὶ ἂν ἐπ᾽ ὀλίγα λεπτὰ ἔμενεν ἔρημος εἰσερχομένων ἐπισκεπτῶν ὁ μικρὸς πρόδομος, καὶ ὁ ἄγριος νέος ἐτόλμα νὰ ἐξέλθῃ ἕως τὸν ἐξώστην μὲ τὴν παλαιὰν λιθίνην κλίμακα, τὸν ζευγνύοντα τὴν οἰκίαν μὲ τὸν τοῖχον τῆς αὐλῆς, καὶ προέκυπτε τὴν κεφαλὴν διὰ τῆς αὐλείου θυρίδος, τῆς φραγμένης μὲ σίδηρα, ὡς θυρίδος εἱρκτῆς, διὰ νὰ κοιτάξῃ εἰς τὴν ὁδόν, θὰ ἔβλεπε, κατὰ ζεύγη, κατὰ τετρακτύας, κατὰ ἑξάδας, ἱσταμένους τοὺς κιθαρῳδοὺς τῆς νυκτὸς κάτωθεν τῆς θυρίδος, ἐπὶ τοῦ ὄχθου τῆς ἀνωφεροῦς ὁδοῦ, ἐξαγγέλλοντας «ἐν χορδαῖς καὶ ὀργάνῳ» τὰ αἰώνια παράπονά των κατὰ τῆς σκληρότητος τῶν δύο νεανίδων. Διότι ὅλοι οἱ νέοι τῆς γειτονιᾶς, καὶ ὄχι ὀλίγοι ἀπὸ ἄλλας συνοικίας ἦσαν ἐρωτευμένοι μὲ τὰς δύο ἀδελφάς. Τούτων τινὲς ἠγάπων μᾶλλον τὴν Μέλπω, ἄλλοι μᾶλλον τὴν Κούλαν· οἱ δὲ πλεῖστοι τὰς ἠγάπων καὶ τὰς δύο. Πολλοὶ αὐτῶν ἦσαν ἐκ τῶν γνωρίμων τῆς οἰκίας, ἀλλ᾽ ἐὰν ἦσαν πρὸς καιρόν, ἐκ μικρᾶς παρεξηγήσεως, εἰς δυσμένειαν, ἢ ἐάν, ἐκ τοῦ πλήθους τῶν ἐπισκεπτῶν, δὲν ὑπῆρχε δι᾽ αὐτοὺς χῶρος ἐν τῇ συναναστροφῇ μιᾶς ἑσπέρας, ἔπαιρναν τὴν κιθάραν των, τὰ μανδολίνα των, τὲς φυσαρμόνικές των, καὶ μὲ τοὺς φθόγγους τῆς μουσικῆς ἐζήτουν ν᾽ ἀποκοιμίσωσι τὸν πόνον τῆς καρδίας.
Τὴν ἡμέραν ἐκείνην, μεσοβδόμαδα τῆς Τυρινῆς, εἶχον αὐξήσει, ὡς πάντοτε, κατὰ μονάδας τινάς, αἱ γνωριμίαι τῆς οἰκίας. Μεταξὺ ἄλλων εἶχεν ἔλθει ἀνθυπασπιστὴς νεαρός, ξανθός, μὲ ἀγκιστροειδῆ μύστακα, ὃν εἶχεν εἰσαγάγει εἷς τῶν τριτεξαδέλφων τῆς οἰκογενείας. Δυστυχῶς αἱ δύο νεαραὶ κόραι ἔλειπαν. Εἶχον ἐξέλθει συνοδευόμεναι ὑπὸ δύο ἀνεψιαδῶν τῆς μητρός των διὰ νὰ κάμωσιν ὀψώνια εἰς τὴν ὁδὸν Ἑρμοῦ. Εἰς τὴν οἰκίαν εὑρίσκετο μόνη ἡ γραῖα, ἥτις ἐκάπνιζε τὸ τσιγαρέτον της εἰς τὸ μαγειρεῖον, ἡ ὑπηρέτρια, ἥτις ἐσκούπιζε τὰς δύο κλίμακας, καὶ τὸ μέρος τῆς αὐλῆς, τὸ ἔξω τῆς δικαιοδοσίας τῶν τριῶν πλυντριῶν, καὶ ὁ κὺρ Ζαχαρίας, ὁ οἰκοδεσπότης, ἰδιότροπος γέρων, ζῶν ἀπὸ τὰ ὀλίγα εἰσοδήματα τῶν δύο οἰκιῶν καὶ τῶν τριῶν μαγαζιῶν του, τὸν ὁποῖον, ἂν ἤκουέ τις, αἰωνίως μεμψιμοιροῦντα, φωνάζοντα, ἐπιπλήττοντα, θὰ ἔλεγε, «Νά αὐστηρὸς πατέρας!» Καὶ ὅμως, τὰ τῆς οἰκίας ἐκυβέρνων ἡ γραῖα καὶ αἱ δύο κόραι, ὅλαι δ᾽ αἱ φωναὶ τοῦ γέροντος ἦσαν μόνον ἦχος καὶ πάταγος διὰ ν᾽ ἀκούεται. Οἱ τέσσαρες νέοι δὲν ἐμαζεύοντο ποτὲ εἰς τὴν οἰκίαν. Ὁ τριτότοκος εἶχε νυμφευθῆ ἤδη, δεκαοκταέτης, ἄνευ τῆς ἀδείας τῶν γονέων του, ὁ δὲ ὑστερότοκος εἶχε σχέσεις μὲ μίαν οἰκογένειαν, ὅπου διημέρευε, προτιμῶν νὰ φοιτᾷ ἐκεῖ μᾶλλον παρὰ εἰς τὴν β´ τοῦ γυμνασίου· ὁ πρωτότοκος ἦτο ὑπάλληλος μιᾶς τῶν Τραπεζῶν, τρεφόμενος ἀπὸ τὴν οἰκίαν καὶ δαπανῶν ἀλλοῦ τοὺς μισθούς του, ὁ δευτερότοκος ἦτο λοχίας τοῦ πεζικοῦ. Ὡς καὶ ὁ κουμπάρος, ὁ μόνος, ὅστις εἶχεν ἐγκαθιδρυθῆ εἰς τὴν οἰκίαν, ὡς εἰς οἰκίαν του, ἐπὶ τῇ προφάσει ὅτι δὲν εἶχεν οἰκογένειαν ἰδικήν του, ἐνῷ εἶχε τρία νόθα τέκνα ἔκ τινος ἀπατηθείσης πτωχῆς, ὁ ἀσυνείδητος, δὲν εὑρέθη παρών, ἦτο εἰς τὰς ἐργασίας του, κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐπισκέψεως τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ. Μὲ πολλήν του δυσαρέσκειαν, ὁ κὺρ Ζαχαρίας, ἠναγκάσθη νὰ δεχθῇ αὐτὸς τὴν ἐπίσκεψιν τοῦ τριτεξαδέλφου, τοῦ ὁδηγοῦντος τὸν νεαρὸν στρατιωτικόν. Ὁ ξανθὸς σπαθοφόρος εἶχεν ἰδεῖ εἰς ἐμπορικὸν τὰς δύο ἀδελφάς, ὅπου εἷς τῶν φίλων του τοῦ τὰς ἔδειξε, λέγων περὶ αὐτῶν πολλοὺς ἀμφιβόλους ἐπαίνους. Αἱ δύο νεάνιδες τοῦ ἤρεσαν. Εἶτα πάλιν τὰς ἐπανεῖδεν εἰς τὸν περίπατον, ὅτε ὁ μετ᾽ αὐτοῦ συμπεριπατῶν τὰς ἐχαιρέτισεν, ἐξηγήσας αὐτῷ ὅτι ἦσαν ἐξαδέλφαι του. Ὁ ἀνθυπασπιστὴς τοῦ εἶπεν: «Ἔμαθα ὅτι εἶναι πολὺ κοινωνικές, ὅτι ἔχουν ἀνοικτὸ σπίτι». «Θέλεις νὰ σὲ συστήσω; τοῦ εἶπεν ὁ ἐξάδελφος, ὄρεξη νά ᾽χῃς· θὰ εὐχαριστηθοῦν πολύ, γιατὶ ἔχουν κι αὐτὲς ἕναν ἀδελφὸν λοχίαν». Καὶ τὴν ἐπαύριον τὸν ὡδήγησεν εἰς τὴν οἰκίαν.
Ὁ ἀνθυπασπιστής, περιμένων νὰ ἴδῃ ἐνώπιόν του τὰς δύο ἀνθηρὰς μορφὰς καὶ εὑρεθεὶς αἴφνης ἐνώπιον τῆς σκυθρωπῆς ὄψεως καὶ τῆς λευκῆς γενειάδος τοῦ κὺρ Ζαχαρία, περιῆλθεν εἰς ἀμηχανίαν καὶ δὲν ἤξευρε πῶς ν᾽ ἀρχίσῃ τὴν ὁμιλίαν. Ἐν τούτοις ὁ γέρων, ὀφείλων κάτι νὰ εἴπῃ, ἔδειξε διὰ τοῦ παραθύρου τὴν εὐρεῖαν ἔκτασιν μέρους τῆς πόλεως καὶ τοῦ ἐλαιῶνος, λέγων:
―Ἔχουμε ἀπὸ δῶ κύριε ἀνθυπασπιστά, ὡραίαν θεάν.
― Μάλιστα, εἶπεν ὁ ἀνθυπασπιστής, καὶ μέσα του ἐμορμύρισεν: «ἔχετε, μάλιστα, δύο θεάς».
Εἶτα ἐπ᾽ ὀλίγα λεπτά, ὅλοι ἐσιώπησαν.
―Ἔμαθα ὅτι ἔχετε κ᾽ ἕνα υἱὸν εἰς τὸν στρατόν, εἶπεν ὁ ἀνθυπασπιστής.
― Ναί, εἶπεν ὁ κὺρ Ζαχαρίας, ὅστις ἠπόρησε πῶς δὲν ἐσυλλογίσθη νὰ τὸ ἀναφέρῃ πρῶτος. Αὐτὸς δὲν ἠθέλησε νὰ πάῃ κατὰ τὸ ἔνθιμον, καὶ ἅμα ἔληξεν ἡ θητεία του, ἔμεινεν εἰς τὸν στρατόν. Νὰ περιμένῃ τώρα προβιβασμόν! ἂν ἔχῃ τύχη, ὅπως τὸν ἐκατήντησαν τὸν στρατὸν μὲ τὰ κόμματά τους! Αὐτοὶ οἱ πολιτικοί, αὐτοὶ οἱ βουλεπταί, ἐκατάστρεψαν τὸ ἔθνος, ἀνάθεμά τους! Κάψιμο θέλουν ὅλοι τους! Ἐγὼ γίνομαι μπόγιας εἰς αὐτουνούς. Ἐγνώρισα ἐγώ, στὰ χρόνια μου, λοχίους καὶ δεκαενεῖς, ὁποὺ εἶναι, ἕως αὐτῆς τῆς ἡμερός, συνταγματαρχαῖοι καὶ ταγματαρχαῖοι! Πόσο ἐμετάγνοιωσα ποὺ δὲν ἐπῆγα στὸ στρατό, στὰ χρόνια τοῦ Ὄθωνος! Θὰ ἤμουν τώρα συνταγματάρχης!
― Καὶ βλέπω ὅτι ἔχεις τοὐλάχιστον ἓν προσόν, θεῖε, εἶπεν ὁ τριτεξάδελφος αἰνιττόμενος τὰς μεταμφιέσεις τῶν λέξεων τοῦ γέροντος.
―Ὅλοι αὐτὸ λέγουν, κύριε, εἶπε μειδιῶν ὁ ἀνθυπασπιστής. Βέβαια, ὅλοι οἱ ἑξηντάρηδες θὰ ἦσαν, ἀπὸ τότε, συνταγματάρχαι, καὶ ὅλοι οἱ ἑβδομηντάρηδες θὰ ἦσαν ἀντιστράτηγοι. Μόνον, ποιὸς θὰ ἐδούλευε γιὰ νὰ πληρώνῃ φόρους, διὰ νὰ βγαίνουν τόσοι μισθοί… Βέβαια, ὁ στρατός, ἐξηκολούθησεν ὁ ἀνθυπασπιστής, εἶχε, καὶ ἔχει ἀκόμη τὰ καλά του, δὲν σᾶς λέγω. Μόνον τὰ καλά του αὐτά, προσέθηκε φιλοσοφικῶς, εἶναι ὅσα φαίνονται κακά, κ᾽ ἐκεῖνα ἴσα-ἴσα τὰ ὁποῖα ὁ Ρωμιὸς δύσκολα συνηθίζει, καὶ δι᾽ αὐτὸ βλέπουμε ὅλους νὰ φεύγουν τὸν στρατόν, καὶ νὰ νομίζουν ὡς ἡμέραν ἑορτῆς τὴν ἡμέραν ποὺ θὰ πάρουν τὴν ἄφεσίν των. Καὶ διὰ τοῦτο τόσον ὀλίγοι εἶναι οἱ ἔχοντες τὴν ὑπομονὴν καὶ τὴν θέλησιν ν᾽ ἀκολουθήσουν τὸ στρατιωτικὸν στάδιον.
― Καὶ ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ καλά, ἠμποροῦμεν νὰ σᾶς ἐρωτήσωμεν; εἶπεν ὁ κὺρ Ζαχαρίας.
― Αὐτὰ τὰ καλὰ εἶναι ἡ τακτικὴ ζωή, ἡ πειθαρχία, ἡ σκληραγωγία, τὰ γυμνάσια, αἱ ἀγγαρεῖαι, ἡ στρατιωτικὴ τραχύτης ἐν γένει, ἡ σκαιότης… ἀπὸ καμμιὰ φορὰ πέφτει καὶ κανένας φοῦσκος… οἱ ἄγραφοι κανονισμοί, οἱ ὁποῖοι ἰσχύουν περισσότερον ἀπὸ τοὺς γραπτούς.
― Καὶ οἱ ἄγραφτοι κανονισμοὶ ποῖοι εἶναι; ἠρώτησεν ὁ οἰκοδεσπότης.
― Ἄγραφοι κανονισμοὶ εἶναι, ὅταν, παραδείγματος χάριν, συλλάβουν κανένα λιποτάκτην… νὰ τὸν σπάζουν στὸ ξύλο…
― Ἄ! ἔτσι; εἶπεν ὁ κὺρ Ζαχαρίας… ἀγκαλὰ καὶ τὸ μέσον μοῦ φαίνεσται βάρβαρον, δὲν εἶμαι ὅμως καὶ πολὺ ἐνάντιος. «Τὸ ξύλο βγῆκε ἀπ᾽ τὴν Παράδεισο.»
Καὶ λέγων ἐστέναξεν, ἐνθυμηθεὶς ἴσως τοὺς τέσσαρας υἱούς του.
―Ἔπειτα εἶναι, ἐξηκολούθησεν ὁ ἀνθυπασπιστής, καὶ ἄλλα βασανιστήρια… Τὰ ἑλληνικὰ ζωύφια, τὸ νοσοκομεῖον, ἡ βελόνα, τὸ μάρμαρο… Τὸ πειθαρχεῖον, οἱ ὀχτάρες, οἱ δεκαπεντάρες, οἱ μηναρέδες…
― Οἱ μηναρέδες!… ὄχι νὰ μὴν εἶναι χοτζάδες! εἶπεν ὁ οἰκοδεσπότης.
― Οἱ μηναρέδες, ναί… σᾶς φαίνεται παράξενο, κὺρ Ζαχαρία;
― Θεῖε, εἶπε γελῶν ὁ τριτεξάδελφος, μηναρὲ εἰς τὸν στρατὸν ὀνομάζουν τὴν μηνιαίαν φυλάκισιν.
― Ἄ! ἔκαμεν ὁ κὺρ Ζαχαρίας. Τότε ἐνδιαφέρει.
Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἠκούσθησαν βήματα εἰς τὸν πρόδομον. Ἦσαν αἱ δύο νέαι, ἐπιστρέψασαι ἀπὸ τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ, συνοδευόμεναι ὑπὸ τῶν δύο ἀνεψιαδῶν. Εἰσῆλθον ἐλαφραί, χαρίεσσαι, μετ᾽ ἰδιορρύθμου κομψότητος ἐνδεδυμέναι, μὲ ἀλλοκότους τὸ σχῆμα πίλους καὶ μὲ κόκκινα πτερά, ἡ Μελπομένη καστανή, κοντούλα, εὐτραφής, χλωμή, αἰσθηματική, ρωμαντική, ἡ Κυριακούλα, στακτερόξανθος, ὑψηλή, λιγνή, ἰσχνή, μὲ ζωηροτάτους ἡδυπαθεῖς ὀφθαλμούς, οἵτινες ἦσαν ἀπροσδιορίστου χρώματος κ᾽ ἐφαίνοντο διηγούμενοι μυρίας ἱστορίας. Πονηρά, ἄστατος, εἴρων, γοητεύουσα μὲ τὸν τρόπον καὶ ἀπογοητεύουσα μὲ τὸν λόγον, θωπεύουσα μὲ τὸ βλέμμα καὶ σχίζουσα μὲ τὴν γλῶσσαν, εἶχε πολλὰς δωδεκάδας ἐργολάβων, εἰς ὅλους ἔδιδεν ἐλπίδας, καὶ ὅλους τοὺς ἐπερίπαιζε. Τοιαύτη ἦτο ἡ χαϊδεμένη Κούλα.
Ἔγινεν ἡ παρουσίασις. Ὁ ἀνθυπασπιστὴς ἐμαγεύθη ἀπὸ τὰς δύο νεάνιδας καὶ δὲν ἤξευρε ποίαν νὰ πρωτοαγαπήσῃ. Ἀπῆλθεν μετὰ ἡμίσειαν ὥραν, αἰχμαλωτισμένος, λαβὼν πρόσκλησιν νὰ ἔλθῃ μίαν τῶν νυκτῶν τούτων τῆς τελευταίας ἑβδομάδος τῆς Ἀπόκρεω, ὅτε κατὰ πᾶσαν ἑσπέραν ἐγίνετο συναναστροφὴ καὶ χορός.
Τὴν τελευταίαν ἑσπέραν τῆς Τυρινῆς τοῦ ἔτους 1882 ἐχόρευσαν τόσον εἰς τοῦ κὺρ Ζαχαρία, ὥστε ἦτο φόβος μὴ πέσῃ τὸ σαθρὸν σκωληκόβρωτον πάτωμα τῆς παμπαλαίου οἰκίας ἐπὶ τῶν κεφαλῶν τῆς κυρα-Κατίγκως τῆς Χρίσταινας, τῆς γραίας Βαγγελῆς τῆς Λεμονοῦς καὶ τῆς Σταματούλας τῆς Γεμενίτσας, τὸ μόνον μέσον δι᾽ οὗ αἱ τρεῖς αὗται θὰ ἔπαυον διὰ πάντοτε τοὺς καθημερινοὺς καυγάδες των.
Ἡ ἀνατολικὴ θύρα τῆς οἰκίας δὲν ἐπρόφθανε ν᾽ ἀνοίγῃ καὶ νὰ κλείῃ. Εἰσήρχοντο κατὰ ζεύγη, κατὰ ὁμάδας, ἄνδρες, γυναῖκες, μετημφιεσμένοι καὶ ἄλλοι, προσωπίδες καὶ πρόσωπα. Ἔτριζεν ἡ θύρα μὲ τοὺς στροφεῖς, ἐστέναζε τὸ πάτωμα, ἀντήχει ὁ διάδρομος, ἐβόμβει ἡ αἴθουσα ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν προσκεκλημένων. Αἱ δύο νεάνιδες δὲν ἐπρολάμβανον νὰ τρέχωσιν ἀνὰ πᾶν δεύτερον ἢ τρίτον λεπτὸν εἰς τὴν θύραν, προϋπαντῶσαι τοὺς ἐρχομένους, ἢ προπέμπουσαι τοὺς τυχὸν ἀπερχομένους, νὰ ἐπιστρέφωσιν εἰς τὴν αἴθουσαν, περιποιούμεναι τοὺς μένοντας, νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰ δωμάτια, ἀνταλλάσσουσαι ὁμιλίας μὲ τοὺς οἰκειοτέρους. Καὶ ὁ χορὸς ἔπαυε καὶ ἀνενεοῦτο κάθε δέκα λεπτά. Ἡ Κούλα ἐχόρευεν ὡς νὰ εἶχε πτερὰ εἰς τοὺς πόδας, ἐκλέγουσα αὐτὴ διὰ νεύματος τοὺς συγχορευτάς της, ἐπιτρέπουσα ὡς βασίλισσα νὰ τὴν παρακαλέσωσι νὰ χορεύσῃ. Ἡ Μέλπω ἐδέχετο πᾶσαν πρόσκλησιν, συμπονετική, μὴ θέλουσα ν᾽ ἀπορρίψῃ κανενὸς τὴν παράκλησιν. Καὶ ἡ αὐλὴ καὶ ἡ κλῖμαξ ἐφεγγοβόλει, καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ παράθυρα ἐξήρχοντο ἦχοι μουσικῆς, ὡς νὰ ἦτο ἡ οἰκία ὅλη γιγαντιαῖον κύμβαλον ἐναρμονίως ἠχοῦν ἐκεῖ εἰς τὸ ἀνασηκωμένον κράσπεδον τῆς παλαιᾶς πόλεως. Καὶ ὅταν ἐπὶ μίαν στιγμὴν ἔπαυον τυχὸν οἱ τόνοι τῆς μουσικῆς, τότε, ἔξωθεν τῆς αὐλῆς ἠκούετο μελαγχολικὴ καντάδα τῶν κιθαρῳδῶν τῆς γειτονιᾶς, ὅσοι, διά τινα ἀφορμήν, δὲν ἦσαν δεκτοὶ ν᾽ ἀνέλθωσιν εἰς τὴν πολυθόρυβον καὶ φιλόκοσμον οἰκίαν. Τότε ἡ Κούλα ὕψωνεν ἀορίστως τὸ ὑγρὸν ὄμμα εἰς τὸ κενόν, ἐνῷ ἡ Μέλπω ἠκούετο ψιθυρίζουσα μὲ τοὺς ὀδόντας της: «Οἱ καημένοι!»
Ἐρρέμβαζεν ἐξηπλωμένος ἐπὶ τῆς κλίνης του, ὁ Σπύρος ὁ Βεργουδής, πτωχὸς σπουδαστής, πρωτοετὴς τῆς φιλοσοφικῆς σχολῆς, ὅστις καὶ ἂν ἤθελε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν κόσμον δὲν εἶχε τὰ μέσα.
Εἶναι ἀληθὲς ὅτι αἱ δύο κόραι τὸν εἶχον προσκαλέσει νὰ μετάσχῃ τῆς ἑσπερινῆς διασκεδάσεως, ἀλλὰ πῶς νὰ ὑπάγῃ αὐτός, δειλός, ἄπειρος τοῦ κόσμου, κακοφορεμένος, ἐν μέσῳ τόσων ἀγνώστων; Ἔπειτα πρὸς τὴν μίαν αὐτῶν, τὴν Κούλαν, ἔτρεφεν ἁβρὸν αἴσθημα ἐρωτικόν, καὶ ἦτο ζηλιάρης· δὲν θὰ ἠνείχετο νὰ τὴν βλέπῃ νὰ χορεύῃ μὲ τόσους καὶ τόσους… καὶ αὐτὸς νὰ μὴν ἠξεύρῃ εὐρωπαϊκὸν χορόν! Εἶχε δειπνήσει τὴν ἑβδόμην ὥραν κ᾽ ἐπειδὴ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ἐνωρὶς τὰ καφενεῖα ἔκλεισαν, ᾐσθάνετο δὲ καὶ ἐλαφρὸν πόνον εἰς τοὺς ὀδόντας, ἀπεσύρθη ἀπὸ τῆς ὀγδόης εἰς τὸ δωμάτιόν του μὲ τὸ παράπονον ἐκεῖνο, οἷον ὁ ξένος ἔχει μέσα του εἰς τοιαύτας ἡμέρας. Ἀλλ᾽ ἅμα ἔφθασεν εἰς τὸ δωμάτιον, ἡ λύπη του διεσκεδάσθη, καὶ τώρα, ἐξηπλωμένος ἐπὶ τῆς κλίνης του ἐρρέμβαζε κ᾽ ἐπαρηγορεῖτο, σκεπτόμενος ὅτι αὐτὸς ἦτο ἀναμφιβόλως ὁ εὐδαιμονέστερος, διότι χωρὶς νὰ παρευρίσκεται εἰς καμμίαν διασκέδασιν, μετεῖχε τριῶν ἢ τεσσάρων συγχρόνως. Ἤκουε τὸν ἀπερίγραπτον θόρυβον τῆς οἰκίας, ὅστις μόνος του ἤξιζε διὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἑορτάς, κ᾽ ἐχόρευε μετὰ τῆς κλίνης του ἀκουσίως νανουριζόμενος ἀπὸ τὰ ᾄσματα, τὴν μουσικὴν καὶ τὰς ὀρχήσεις. Εἶτα κατὰ τὸ διάλειμμα τοῦ χοροῦ, ἤκουσε τὸ μελαγχολικὸν ᾆσμα καὶ τὴν κιθάραν εἰς τὴν ὁδόν, καὶ λησμονήσας ἑαυτόν, ἠρώτα μέσα του: «Δὲν ἔχουν τάχα ποῦ ν᾽ ἀποκρέψουν, οἱ δυστυχισμένοι;» Εἶτα πάλιν ἐσκέφθη: «Ἀναμφιβόλως θὰ ἔχουν ποῦ ν᾽ ἀποκρέψουν, ἀλλὰ προτιμοῦν νὰ βλέπουν τὰ φωτισμένα παράθυρα». Ἔπειτα ἤκουε καὶ ᾆσμα καὶ χορὸν ἐντόπιον εἰς δύο γειτονικὰς οἰκίας. Ἰδού, ὅλων αὐτῶν τῶν διασκεδάσεων μετεῖχε, χωρὶς νὰ εἶναι παρών. Ἔλεγε δὲ καθ᾽ ἑαυτόν: «Χωρὶς ἄλλο διὰ νὰ ἐκτιμήσῃ τις μουσικὴν καὶ χορόν, πρέπει νὰ εἶναι ἀκροατὴς μακρόθεν. Ἀπὸ σιμά, ὁ γινόμενος θόρυβος ἐκκωφαίνει τὰ ὦτα καὶ ἐκπτοεῖ τὴν κρίσιν». Αἴφνης ᾐσθάνθη παραδόξως εἰς τοὺς ἀλγοῦντας ὀδόντας του κάτι ὡς αἱμωδίασιν, καὶ ἐνθυμηθεὶς τὸν μῦθον ἐψιθύρισεν: «Ὄμφακές εἰσι».
Ἀλλ᾽ ἰδοὺ ἀκούει κάτω ἀπὸ τοὺς πόδας του καὶ ἄλλον θόρυβον καὶ ἄλλην διασκέδασιν. Ἐχόρευαν τὸν συρτὸν ἢ τὸν καλαματιανόν, κ᾽ ἐτραγουδοῦσαν τὸ «Μαῦρο γεμενὶ» καὶ τὸ «Μύλο τῆς θειᾶς μου τῆς Κοντύλως».
Ὑπὸ τοὺς πόδας του ἀκριβῶς, κατῴκει εἰς τὸ ἰσόγειον ἡ Σταματούλα ἡ Γεμενίτσα μετὰ τῆς ψυχοκόρης της, τῆς Μαρουσῶς. Φαίνεται ὅτι τὴν ἑσπέραν ἐκείνην εἶχαν κάμει ἀγάπην καὶ αἱ τρεῖς, μὲ τὴν Λεμονοὺ καὶ μὲ τὴν Χρίσταιναν, μετὰ τῆς Φρόσως καὶ τῆς Γεώργαινας καὶ τοῦ συζύγου της, καὶ εἶχαν ἀποφασίσει «ν᾽ ἀποκρέψουν» ὁμοῦ. Τώρα δέ, ἀφοῦ ἔφαγαν, εἶχαν στήσει καὶ αὐταὶ τὸν χορόν, εἷς ἀνὴρ καὶ πέντε γυναῖκες, μὲ τρία μικρὰ παιδία. Ἐνωρὶς ἀκόμη, ὅταν ὁ Σπύρος εἶχεν ἔλθει ἀπὸ τὸ μαγειρεῖον, ὅπου ἔφαγε, μόλις ἀνέβη εἰς τὸ δωμάτιόν του, καὶ ἤναψε τὴν λάμπαν, ἀκούει ἐλαφρὸν κτύπον εἰς τὴν θύραν του. Ὁ πρόδομος ἦτο ἀκόμη γαλήνιος, διότι δὲν εἶχαν ἀρχίσει νὰ ἐπέρχωνται τὰ κύματα τῶν προσκεκλημένων. Ὁ Σπύρος ἐνόμισεν ὅτι θὰ ἦτο ἡ κυρία Ζαχαρού, καὶ ὅτι θὰ ἦλθε διὰ νὰ ἐπαναλάβῃ πρὸς αὐτὸν τὴν πρόσκλησιν, ἣν τοῦ εἶχαν κάμει ἤδη αἱ κόραι της. Ἔσπευσε ν᾽ ἀνοίξῃ. Ἠπατᾶτο, δὲν ἦτο ἡ γραῖα. Ἦτο ἡ Μαρούσα, ἡ ψυχοκόρη τῆς Σταματούλας, δεκατεσσάρων ἐτῶν κορασίς, μελαγχροινή, νόστιμη, μὲ μαῦρα ὄμματα, μὲ λευκὸν μανδήλιον περὶ τὴν κεφαλήν, τὴν ὁποίαν πρὸ δύο ἐτῶν, ὅταν ἦτο μαθητὴς τοῦ γυμνασίου καὶ κατῴκει εἰς γειτονικὸν δωμάτιον, ἐνθυμεῖτο μικρὰν ἄσχημην παιδίσκην, μαύρην, ζαρωμένην, ἀληθὲς «γυφτοκόνισμα», καὶ ἥτις τώρα εἶχε «ξετρίψει» κ᾽ ἐγίνετο ὡραία. Ἦτο δευτέρα ἢ τρίτη φορὰ καθ᾽ ἣν ἡ μικρὰ ἀνέβαινεν εἰς τὸ δωμάτιόν του. Εἶχεν ἔλθει ἄλλας δύο φορὰς διὰ νὰ λάβῃ τὰ πρὸς πλύσιν ἐνδύματά του, ἢ διὰ νὰ τὰ φέρῃ πλυμένα διὰ τῶν χειρῶν τῆς θετῆς μητρός της. Καὶ τὴν φορὰν ταύτην, ὁ Σπύρος ἐνόμισεν ὅτι ἦλθε νὰ τοῦ ζητήσῃ ροῦχα, καὶ ἦτο ἕτοιμος νὰ τὴν ἐρωτήσῃ: «Θὰ πλύνῃ αὔριο ἡ μάννα σου, Καθαρὴ Δευτέρα;» Ἀλλ᾽ ἡ κορασίς, προλαβοῦσα, τοῦ λέγει:
― Κύριε Σπύρο, εἶπ᾽ ἡ μητέρα μου, δὲν κοπιάζεις κάτω, ν᾽ ἀποκρέψουμε, ἂν ἀγαπᾷς;…
Ὁ Σπύρος δὲν ἐπερίμενε τὴν πρόσκλησιν ταύτην, καὶ χωρὶς νὰ σκεφθῇ ἀπήντησεν.
― Εὐχαριστῶ, κορίτσι μου, ἔφαγα ἐγώ, ἀπόκρεψα, νὰ μοῦ τὴν χαιρετᾷς.
Ἡ παιδίσκη ἐπανέλαβε:
― Κι ἂν ἔφαγες εἶπ᾽ ἡ μητέρα μου, νὰ κοπιάσῃς ὕστερα, ποὺ θὰ χορέψουμε…
― Μπράβο! ἔχω εὐχαρίστησιν, εἶπε μειδιῶν ὁ νέος· ποιοὶ καὶ ποιοὶ θὰ εἶσθε;
― Θά ᾽μαστε ἡ μητέρα μου κ᾽ ἐγὼ κ᾽ ἡ κυρα-Χρίσταινα κ᾽ ἡ Φρόσω κ᾽ ἡ κυρα-Βαγγελὴ κ᾽ ἡ κυρα-Γιώργαινα μὲ τὸν κὺρ Γιώργη, κι ὁ Νῖκος κι ὁ Τάσος κι ὁ Ἀντωνάκης τῆς κυρα-Γιώργαινας.
― Κάτι πολλοί! εἶπε μετὰ θαυμασμοῦ ὁ Σπύρος. Καὶ τὰ ἔχετε καλὰ τώρα μὲ τὴν κυρα-Χρίσταινα καὶ μὲ τὴν κυρα-Βαγγελή;
― Δὲν ἔχουμε τίποτα…
― Τόσο καλύτερα… Χαιρέτα μου τὴ μητέρα σου, θὰ εἶχα μεγάλη εὐχαρίστηση… μὰ ἔχω πονόδοντο καὶ θὰ κοιμηθῶ νωρίς.
Ἤθελε νὰ εἴπῃ ναί, καὶ ἔλεγεν ὄχι. Δὲν τοῦ ἐφαίνετο ἀξιοπρεπὲς νὰ ὑπάγῃ «ν᾽ ἀποκρέψῃ» μὲ τὴν πλύστραν του, ἄλλως δὲ θὰ τὸν ἔτυπτεν ἡ συνείδησις, διότι ὁ μετὰ τόσων γυναικῶν, ὧν τινες ἦσαν νέαι, συγχρωτισμὸς δὲν θὰ ἦτο ἀκίνδυνος δι᾽ αὐτόν, καὶ ἡ πρόθεσίς του, ἂν ἐδέχετο τὴν πρόσκλησιν, ἀδύνατον νὰ ἦτο ἀθῴα. Μᾶλλον θὰ ἐπροτίμα νὰ φιλήσῃ ἐκεῖ εἰς τὰ κρυφὰ τὴν μικρὰν κορασίδα, τὴν ὁποίαν ἀπερισκέπτως ἔστελλε πρὸς αὐτὸν ἡ ψυχομάννα της, ἀλλὰ δὲν ἦτο τολμηρός, οὔτε ἀπολύτως διεφθαρμένος.
Ἀπέπεμψε τὴν παιδίσκην ἀλώβητον, καὶ αὐτὸς ἐξηπλώθη φιλοσοφικῶς ἐπὶ τῆς σκληρᾶς μαθητικῆς στρωμνῆς του. Εὐχαριστήθη, διότι ἐνίκησε τὸν πειρασμόν, ἦτο ἥσυχος τώρα, σχεδὸν εὐτυχής. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι τὰ τρία ἐμπόλεμα μέρη τοῦ ἰσογείου εἶχαν εἰρηνεύσει, καὶ συνῆλθον ὁμοῦ νὰ ἑορτάσωσι τὴν τελευταίαν νύκτα τῆς Τυρινῆς. Καλὰ ποὺ τὸ ἐπῆραν πονηρά, ἐσκέπτετο ὁ Σπύρος, κ᾽ ἐξέλεξαν ὡς τόπον τῆς διασκεδάσεώς των τὸ οἴκημα τῆς Σταματούλας, ἀκριβῶς ὑπὸ τὸ δωμάτιον τὸ ἰδικόν του, διότι ἂν κατέρρεεν αἴφνης τὸ πάτωμα τοῦ ἀνωγείου ὑπὸ τὸ βάρος τῶν χορευτῶν, ἐκεῖ ἦτο ἐλπὶς νὰ γλυτώσουν, ἐκτὸς ἂν ἔπιπταν καὶ οἱ τοῖχοι, καὶ τότε ψυχὴ δὲν θὰ ἐσώζετο. «Τί ὡραῖα, τί ἀφελῆ ἔθιμα ἔχει ὁ ἑλληνικὸς λαός, διενοεῖτο ὁ Σπύρος. Ἰδοὺ ὅτι τρεῖς οἱονεὶ οἰκογένειαι, ἐνῷ ὅλον τὸν χρόνον ἦσαν εἰς διάστασιν, ἀπεφάσιζαν τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς Ἀπόκρεω νὰ φιλιωθῶσι, διὰ νὰ ἑορτάσωσιν ὁμοῦ τὴν νύκτα τῆς τυροφαγίας. Διὰ τοὺς μὲν (τί τὰ θέλετε;) ὁ βίος αὐτὸς εἶναι διηνεκὴς Ἀπόκρεως, διὰ τοὺς δὲ εἶναι μακρὰ καὶ θλιβερὰ σαρακοστή. Εὐτυχῶς λαμβάνει πέρας! Ὡς ὄασις ἐν τῇ ἐρήμῳ ἂς εἶναι τοὐλάχιστον διὰ τοὺς δευτέρους ἡ νὺξ αὕτη τῆς Ἀπόκρεω!» Καὶ αὐτὸς ὁδοιπόρος ἦτο εἰς τὴν ματαιότητα αὐτὴν τοῦ κόσμου. Καὶ δι᾽ αὐτὸν ἡ ζωὴ ἦτο ἀνήφορος ἀτελείωτος, καὶ ὁδὸς τραχεῖα καὶ μακρὰ τεσσαρακοστή. Πότε θὰ ἔφθανεν εἰς τὸ τέρμα; Ἴσως νὰ ἐδειματοῦτο ἀπὸ μορμολύκεια τῆς φαντασίας του, ἀλλ᾽ ἐμαντεύετο δυσοίωνα περὶ τοῦ μέλλοντός του· τὸ μόνον καλὸν ἦτο ὅτι ἐφιλοσόφει ἐκ προκαταβολῆς διὰ πᾶν τὸ ἀποβησόμενον ὡς πρὸς αὐτόν.
Ἐκ τῶν ρεμβασμῶν του τὸν ἀπέσπασε τραχεῖα φωνὴ γέροντος, ἀναμειχθεῖσα εἰς τὸν χορὸν τὸν ὑποκάτω τῶν ποδῶν του, εἰς τὸ οἴκημα τῆς Σταματούλας.
Ἡ φωνὴ βραχνὴ καὶ μετὰ ἰδιαζούσης προφορᾶς ἔψαλλε:
Πῶς τὸ τρίβουν τὸ πιπέρι,
τοῦ διαβόλου οἱ καλογέροι!
Τὴν φωνὴν ταύτην ἀνεγνώρισε πάραυτα ὁ Σπύρος. Ἦτο τοῦ μπάρμπ᾽ Ἀντώνη, τοῦ συζύγου τῆς γραίας Βαγγελῆς, τὸν ὁποῖον αὕτη εἶχε πρὸ πολλοῦ διωγμένον. «Ἄ! ἦρθε λοιπὸν ὁ μπάρμπ᾽ Ἀντώνης πίσω;» ἐσκέφθη ὁ νεαρὸς σπουδαστής. Ἐνθυμεῖτο ὅτι, πρό τινων μηνῶν, ὅταν ὁ γέρων ἦτον ἄρρωστος, ἡ γρια-Βαγγελὴ παραπονουμένη περὶ αὐτοῦ ἔλεγε:
― Τί-σου-κάμῃ δά, κι αὐτὸς ὁ καμέναρος! Ἔχει καὶ τὸ σύναχό του… ἔχασε καὶ τὶς παποῦτσες του… θέλει καὶ τὸν τσίγαρο!…
Ἀλλ᾽ ὅταν ἀνέρρωσεν ὀλίγον, καὶ δὲν ἤθελε νὰ δουλεύῃ, ἡ γραῖα τοῦ ἔδωκε τὰ δικά της τὰ πασουμάκια νὰ φορέσῃ, καὶ τὸν ἀπέπεμψε λέγουσα: «Ἂς πᾷ νά ᾽βρῃ τσωμὶ νὰ φᾷ!» Ἀλλ᾽ ἰδοὺ ὅτι ὁ γέρων, ἀφοῦ ἐκυλίσθη ἐπὶ τόσους μῆνας τίς οἶδε ποῦ ἐργαζόμενος διὰ νὰ ζῇ, ἐνθυμήθη κατὰ τὴν Ἀπόκρεων νὰ ἔλθῃ πρὸς τὴν γραῖάν του ὅπως κάμῃ ἀγάπην μετ᾽ αὐτῆς… ἴσως μάλιστα νὰ τῆς ἔφερε καὶ ὀλίγα κερμάτια.
Τὸ ἀποκριάτικον δίστιχον τοῦ μπάρμπ᾽ Ἀντώνη, τὸ ἐπανέλαβεν εὐθὺς ὕστερον δροσερὰ γλυκεῖα φωνὴ νεάνιδος, τὴν ὁποίαν ὁ Σπύρος ἀνεγνώρισεν ἐπίσης. Ἦτο ἡ φωνὴ τῆς Φρόσως, τῆς ἀδελφῆς τῆς κυρα-Χρίσταινας. Τὴν εἶχεν ἐρωτευθῆ πρό τινος χρόνου τὴν χλωμὴν λεπτοφυῆ κόρην, τὴν πτωχὴν κ᾽ ἐργατικήν, τὴν εἶχε ἐρωτευθῆ ὡς ἠρωτεύετο σήμερον τὴν Κούλαν, μὲ πλατωνικὸν ἔρωτα. Τόσον ὀλίγον μάλιστα τὴν ἐπλησίασεν, ὥστε κατ᾽ ἀρχὰς ἠγνόει καὶ τ᾽ ὄνομά της. Ἤκουεν εἰς τὸ ἀκρινὸν διαχώρισμα τοῦ ἰσογείου δύο ὀνόματα γυναικῶν. Φρόσω καὶ Κατίναν, Κατίναν καὶ Φρόσω. Αὐτὸς Φρόσω ἐνόμιζε τὴν κυρα-Χρίσταιναν καὶ Κατίναν ἐνόμιζε τὴν ἀδελφήν της. «Ἐπῆρε τὴ Φρόσω γιὰ Κατίγκω», ὡς ἔλεγεν ἀργότερα ὁ ἴδιος. Καὶ εἰς τοὺς στίχους τοὺς ὁποίους ἔγραψε δι᾽ αὐτὴν (διότι ἔγραφε, φεῦ! καὶ στίχους, τοὺς ὁποίους εὐτυχῶς δὲν ἐδημοσίευε) τὴν ὠνόμαζε, καλῇ τῇ πίστει, Κατίναν.
Εἰπέ μου, τί τοὺς ἔκαμες Κατίνα ρημασμένη!
Πῶς κάθε ὄμμα βάσκανον ἐσένα μόνον βλέπει,
καὶ κάθε γλῶσσα διὰ σὲ λαλεῖ φαρμακωμένη;
Ἄ! ὄχι τοῦτο διὰ σέ, Κατίνα μου, δὲν πρέπει…
Ἂν ὑπανδρεύθης, ἔκαμες κακόν; Θεὸς φυλάξῃ!
Ὁμοίως ὑπανδρεύονται ὅλοι οἱ φτωχοί, Κατίνα,
κ᾽ οἱ μαῦρες σου γειτόνισσες, ἡ τύχη σὰν ἀλλάξῃ,
ποὺ λέγουν τόσα διὰ σέ, κ᾽ ἐβόιξ᾽ ἡ Ἀθήνα.
Τὴν σὺμφορὰ ποὺ πέρασες καὶ τὴν ζωὴν ποὺ ζοῦσες
τὴν μέτρησες μὲ βάσανα, τὴν πλήρωσες μὲ μίση
σκυμμένη πάντα πρὸς τὴν γῆν, ὡς νὰ παρακαλοῦσες
τὴν Μοῖραν νὰ σὲ σπλαχνισθῇ καὶ νὰ σὲ βοηθήσῃ.
Στὸν δρόμον χθὲς τῆς μάμμης σου μ᾽ ἐντάμωσεν ἡ φίλη,
μία καλὴ νοικοκυρά, κ᾽ ἐτάνυσε τὸ στόμα,
καὶ διὰ σέν᾽ ἀγλύκαντα καὶ διαστρεμμένα ὡμίλει.
Χαῖρε, Κατίνα! κ᾽ οἱ γριὲς σ᾽ ἐζήλεψαν ἀκόμα…
Εἰς τὸ τρίτον τετράστιχον ὑπῃνίσσετο τὸ ἐπάγγελμα τῆς κόρης, βοηθούσης εἰς τὴν πλύσιν τὴν ἀδελφήν της. Εἰς τὸ τελευταῖον ἀπόσπασμα ἡ γραῖα, περὶ ἧς γίνεται λόγος, ἦτο ἴσως αὐτὴ ἡ Βαγγελὴ ἡ Λεμονού. Σημειωτέον ὅτι ἡ κόρη δὲν εἶχεν ὑπανδρευθῆ, ἀλλ᾽ εἶχεν ἀρραβωνισθῆ πρό τινος χρόνου μικροκάπηλόν τινα, ὅστις πληροφορηθεὶς ὅτι δὲν εἶχε μετρητά, τὴν παρῄτησεν, ἀφοῦ δωρεὰν τὴν ἐξέθεσεν εἰς τὰς κακολογίας τῶν φιλοψόγων γυναίων. Ἀλλ᾽ ὁ Σπύρος, ὅστις ἐθεώρησε κατ᾽ ἀρχὰς τὸν γάμον βέβαιον κ᾽ ἔγραφεν εἰς τοὺς στίχους του ὅτι ἡ κόρη «ὑπανδρεύθη», ἐλυπήθη διὰ τὴν διάλυσιν τοῦ συνοικεσίου ὅσον ἐθλίβη κατ᾽ ἀρχὰς διὰ τὸν ἀρραβῶνα, διότι, ἐν τῷ μεταξύ, ἔπαυσε πλέον νὰ τὴν ἀγαπᾷ, καὶ ἠρωτεύθη ἀντ᾽ αὐτῆς τὴν Κούλαν, ἥτις ἄδηλον ἂν ἠγάπα τινά, ἀλλ᾽ αὐτὸν βεβαίως ὄχι… Καὶ ὅμως, τὴν νύκτα ταύτην, ἡ φωνὴ τῆς νεάνιδος, μὲ ὅλον τὸ σατυρικὸν τοῦ ᾄσματος, τὸν συνεκίνησε… Καὶ ἔπλαττε κατὰ φαντασίαν ὁλόκληρον εἰδύλλιον οὐδέποτε μελλούσης νὰ πραγματοποιηθῇ συμβιώσεως μετὰ τῆς νεαρᾶς πλυντρίας, ἥτις δὲν ἐφαίνετο ἄμοιρος αἰσθημάτων τρυφερῶν.
Ἐκ τῆς ὀπτασίας ταύτης τὸν ἐξήγειραν ἀποτόμως ἄγριαι φωναί, ἀκουσθεῖσαι ἐν μέσῳ βόμβου ψιθυρισμῶν, καὶ διακοπέντος αἴφνης τοῦ ᾄσματος καὶ τοῦ χοροῦ, ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ κὺρ Ζαχαρία. Ἤκουσεν εὐκρινῶς δύο λέξεις, αἵτινες μὲ ἀγανάκτησιν καὶ μὲ πάθος βροντοφωνηθεῖσαι, ἐπεκράτησαν ὅλου τοῦ θορύβου, καὶ ἐγέννησαν μακρὰν σιωπήν· τὰς λέξεις: «ἀνάγωγε» καὶ «ἀφιλότιμε».
Ἔτεινε τὸ οὖς. Ἀλλὰ δὲν ἤκουε πλέον τίποτε. Μετά τινα δευτερόλεπτα μόνον ἤκουσεν ἐσπευσμένα βήματα δύο ἢ τριῶν ἀνθρώπων, κατερχομένων τὴν κλίμακα τὴν μεσημβρινήν, τῆς μικρᾶς εἰσόδου. Ἀνεπήδησε διὰ μιᾶς καὶ ἔτρεξεν εἰς τὸ παράθυρον. Ἀλλ᾽ οἱ κατελθόντες τὴν κλίμακα εἶχαν κάμψει τὴν γωνίαν τοῦ νοτίου τοίχου καὶ μετ᾽ ὀλίγας στιγμὰς ἤκουσε μόνον τὸν κρότον τῆς ἀνοιχθείσης καὶ κλεισθείσης αὐλείας θύρας, δι᾽ ἧς ἐξῆλθον οἱ φεύγοντες.
Ἐντὸς τῆς αἰθούσης ἤκουε μόνον ὁμιλίας, ἐξ ὧν οὐδεμίαν λέξιν διέκρινεν. Ἐπανῆλθεν εἰς τὴν κλίνην του καὶ ἐξηπλώθη. Τί νὰ συνέβη ἆρά γε; Δὲν ἦτο καὶ πολὺ περίεργος, καὶ δὲν τὸν ἔμελεν. Ἐν τούτοις ἔκαμε ποικίλας εἰκασίας περὶ τῆς αἰτίας τοῦ γενομένου θορύβου, καὶ μὲ τὰς εἰκασίας ἀπεκοιμήθη, διότι ἀρκετὰ εἶχε βαυκαλισθῆ ἤδη ἀπὸ τὰ ᾄσματα καὶ τοὺς χορούς. Οὔτε ἡ μήτηρ του δὲν τὸν εἶχε ναναρίσει ποτὲ τόσον ἡδυπαθῶς, ὅτε ἦτο παιδίον, ὅσον τὸν ἐνανάρισαν τὴν ἑσπέραν ἐκείνην αἱ κραυγαὶ καὶ αἱ διαχύσεις ὅλης τῆς γειτονιᾶς.
Μόνον μετὰ πολλὰς ἡμέρας συνέβη νὰ μάθῃ ἀπὸ τὴν Σταματούλαν, τὴν πλύστραν του, ἥτις τὰ ἤξευρεν ὅλα, ὅτι «ἐκεῖνος ὁ ἀξιωματικός, ὁ ξανθομούστακος, εἶχε θυμώσει, στὸ χορὸ ἀπάνου, μὲ ἕναν ποὺ φοροῦσε προσωπίδα… ποὺ εἶχε πειράξει μιὰ κόρη… ξαδέρφη τῶν κοριτσιῶν, καλέ!… ἀνιψιὰ τῆς κυρα-Ζαχαροῦς… ποὺ εἶχε ᾽ρθεῖ στὸν μπάλο μαζὶ μὲ τ᾽ ἀδέρφι της… καὶ μ᾽ ἕναν ἄλλον κύριον, ποὺ λὲν πὼς θὰ τὴν πάρῃ… Παντρεύουνται ὁ κόσμος, νὰ σοῦ πῶ, δὲν εἶναι σὰν ἐμᾶς… Πῶς θὰ γεννοβολήσουν, νὰ πληθύν᾽ ἡ πλάση;»
Σημειωτέον ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν Σταματούλαν, ἦτο μυστήριον διατί εἶχε χωρίσει τὸν ἄνδρα της. Ἀλλ᾽ αὐτὴ ἠγάπα πάντοτε νὰ ἰσχυρίζεται ὅτι ποτὲ δὲν εἶχεν ὑπανδρευθῆ. Ἦτο τριανταπέντε ἐτῶν, ὑψηλή, ἰσχνή, ὀστεώδης. Ἀλλὰ δὲν ὡμολόγει ποτὲ ὅτι ἦτο παραπάνω ἀπὸ εἰκοσιπέντε ἐτῶν. Ἡ Σταματούλα ἐξηκολούθησε:
«Κ᾽ ἕνας ἄλλος, ποὺ δὲ θέλησε νὰ βγάλῃ τὴν προσωπίδα του, τὴν εἶχε πειράξει, φαίνεται, στὸ χορὸ ἀπάνου… καὶ τότες ὁ ἀξιωματικός, ὁ ξανθομούστακος, ἐξεσπάθωσε, καὶ ἤθελε νὰ τόνε κόψῃ, καὶ τὸν εἶπε ἀφιλότιμο… κ᾽ ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἤθελε νὰ βγάλῃ τὴν προσωπίδα, τὰ πῆρε πλυμένα κι ἄπλυτα… καὶ τό ᾽στριψε μαζὶ μὲ ἄλλους δύο φίλους του, ποὺ εἶχαν ἔρθει μαζί… μὰ ἡ διαγωγὴ τοῦ ἀξιωματικοῦ τοῦ ξανθομούστακου ἔκαμε μιὰ ἐντύπωση… κ᾽ ἔδωκε εἰς ὅλους νάμι… κ᾽ οἱ δυὸ οἱ κόρες τῆς σπιτονοικοκυρᾶς τὸν ἀγαπήσανε… κ᾽ ἐκεῖνος δὲν ξέρει ποιὰ νὰ πάρῃ ποιὰ ν᾽ ἀφήσῃ… Μὰ νὰ σοῦ πῶ, ὣς τὴ Λαμπρὴ θαρρῶ πὼς θὰ ἔχουμε γάμους τῆς Κούλας μὲ τὸν ἀξιωματικὸ τὸν ξανθομούστακο… Παντρεύουνται ὁ κόσμος, νὰ σοῦ πῶ!…»
Τὴν αὐτὴν ἑσπέραν, καθ᾽ ἣν ἡ Σταματούλα διηγεῖτο ταῦτα εἰς τὸν Σπύρον, ὁ νέος ὠνειρεύθη ὅτι τοῦ ἔπεσεν εἷς τῶν ὀδόντων του, ἐκεῖνος ὅστις πρὸ πολλοῦ τοῦ ἐπόνει. Καὶ ἕως τὸ Πάσχα, ὅτε ἐτελοῦντο οἱ γάμοι τῆς Κούλας μετὰ τοῦ νεαροῦ ἀξιωματικοῦ, ἔπαυσαν ὁριστικῶς νὰ τοῦ πονοῦν οἱ ὀδόντες.
Ἐὰν δὲν ἦτο ἐπιμελὴς σπουδαστὴς ὁ Σπύρος ὁ Βεργουδής, καὶ δὲν εἶχε τυχὸν πῶς νὰ περνᾷ τὰς ὥρας του, κατὰ τὰς πολυημέρους διακοπὰς τῶν ἑορτῶν καὶ τῆς Ἀπόκρεω, ἠδύνατο νὰ εὕρῃ δουλειὰ καθήμενος εἰς τὸ παράθυρον καὶ θεώμενος καὶ ἀκούων τὰ τελούμενα. Δὲν ἦτο δρόμος, ἦτο αὐλή, παμπάλαιος, εὐρεῖα, ἀκανόνιστος, μὲ τοὺς τοίχους ὑψηλοὺς ἀλλ᾽ ἀνίσου ὕψους, περιβάλλουσα μίαν τῶν παλαιοτέρων οἰκιῶν παρὰ τὴν ἀνέρπουσαν ἐσχατιὰν τῆς ἀρχαίας πόλεως, πρὸς τὴν Ἀκρόπολιν, ὑψηλά, παρὰ τὸ Ἁγιοταφίτικον. Αἱ τρεῖς ἐνοικάρισσαι τοῦ ἰσογείου, ἡ κυρα-Κατίγκω ἡ Χρίσταινα, μετὰ τῆς ἀγάμου ἀδελφῆς της Φρόσως, καὶ ἡ γρια-Βαγγελὴ ἡ Λεμονού, μετὰ τῆς κόρης της τῆς Γεώργαινας, καὶ ἡ Σταματούλα ἡ Γεμενίτσα μετὰ τῆς ψυχοκόρης της τῆς Μαρούσας, ἐμάλωναν διὰ κάθε τι, συχνότατα, σχεδὸν τρὶς τῆς ἑβδομάδος. Συνήθως, ἡ κατέχουσα τὸ μεσαῖον οἴκημα, ἡ Λεμονού, πότε ἐκ τῆς παραμικρᾶς ἀφορμῆς, πότε ἄνευ ἀφορμῆς ὡρισμένης, τὰ ἔβαζε σήμερον μὲ τὴν μίαν, αὔριον μὲ τὴν ἄλλην τῶν δύο γειτονισσῶν της. Καὶ τὰς μὲν ἑορτάς, ἀντὶ νὰ εὑρίσκωσιν ὕλην ὅπως κακολογῶσιν ἄλλας ἔξω τῆς αὐλῆς διερχομένας ἢ ἡσύχως εἰς τὰς οἰκίας των καθημένας γυναῖκας, προχειρότερον εὕρισκον νὰ τὰ χαλοῦν μεταξύ των. Ἐὰν τυχὸν ἡ μία τῶν τριῶν, ἡ ἀδελφὴ τῆς μιᾶς ἢ ἡ κόρη τῆς ἄλλης ἐστολίζετο, ἡ ἄλλη ἔμενε πεισματωδῶς μὲ τὰ καθημερινά της, διὰ νὰ ἔχῃ ἀφορμὴν νὰ κακολογῇ τὴν στολισμένην, ὅτι «δὲν ξέρει νὰ φορέσῃ τὸ φουστάνι της», κ᾽ ἔλεγε: «Κοίταξέ τηνε! μοῦ στολίστηκε σὰ νύφη· τὸ χάλι της, δὲν τὸ βλέπει!» Τὰς δὲ καθημερινάς, ἄλλοτε αἱ δύο, ἄλλοτε καὶ αἱ τρεῖς, εἶχαν μπουγάδα, καὶ ὅλον τὸ πλυσταρεῖον, καὶ ὅλος ὁ χῶρος τῆς αὐλῆς, δὲν τὰς ἤρκει διὰ ν᾽ ἁπλώσωσι τὰ μοσχοπλυμένα των. Συχνὰ ἡ γρια-Βαγγελὴ ἡ Λεμονού, ἀφοῦ ὠνείδιζε τὴν ἐκ δεξιῶν καὶ τὴν ἐξ ἀριστερῶν πάροικόν της, ὡς ἀπρόκοφτην, ὡς ἄπραχτην, ὡς ἀπασσάλωτην, αὐτὴ πρώτη θέτουσα τὸ «πρόσφωλο», αἴφνης εἰρήνευεν, ἐμειδία, κ᾽ ἔλεγεν ὅτι αὐτὴ ἔχει δουλειὰ νὰ κάμῃ, ὅτι «δὲν χαλνᾷ τὴ ζαχαρένια της», καὶ ὅτι δὲν τὰς συνερίζεται ν᾽ ἀπαντᾷ εἰς τὰς μομφάς των. Ἄλλοτε πάλιν ἡ Σταματούλα ἡ Γεμενίτσα ἔπαιρνε λόγια ἀπὸ τὴν μίαν κ᾽ ἔβαζε μαναφούκια εἰς τὴν ἄλλην, καὶ εἶτα ἐν ἀνέσει ἐνετρύφα εἰς τὸν καυγάν, ἱσταμένη παράμερα. Ἐμάλωναν διὰ κάθε πρᾶγμα, διὰ μίαν σκάφην ἀναποδογυρισμένην ὀλίγον λοξὰ εἰς τὸ πλυσταρεῖον, δι᾽ ὀλίγες σταλαματιὲς θερμοῦ χυθείσας κατὰ γῆς, δι᾽ ὀλίγας δράκας στάκτης περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον ριφθείσας εἰς τὴν κόφαν. Μιᾷ τῶν ἡμερῶν, ἡ γραῖα Βαγγελὴ ἐθύμωσεν ἐναντίον τῆς Κατίγκως τῆς Χρίσταινας, διότι αὕτη ἐκαυχήθη ὅτι πληρώνεται πρὸς εἴκοσι λεπτὰ τὰ ὑποκάμισα τῆς κόλλας, καὶ τὴν ὠνόμασε «τριγυρισμένην» καὶ «πομπιωμένην», ἄλλοτε πάλιν ἡ Κατίγκω ἐσήκωσε χεῖρα ἐναντίον τῆς Μαρούσας, τῆς ψυχοκόρης τῆς Σταματούλας, καλέσασα αὐτήν, δεκατετραετῆ μόλις, «μωρὴ μπασταρδού!» διότι τὴν εἶδε νίπτουσαν τὰς χεῖρας πλησίον εἰς τὴν κόφαν τῆς μπουγάδας μὲ τὰ ροῦχα. Μὲ αὐτὰ ἐπερνοῦσαν τὰς ἡμέρας των εἰς τὴν εὐρεῖαν αὐλὴν τῆς παμπαλαίου οἰκίας αἱ τρεῖς αὗται πτωχαὶ γυναῖκες.
Τὴν ἑσπέραν πάλιν, ὁ Σπύρος ὁ Βεργουδὴς θὰ εὕρισκε δουλειάν, ἂν ἤθελε, μὲ σβηστὴν τὴν λάμπαν, νὰ μένῃ εἰς τὸ ἀνώγεων δωμάτιόν του καὶ νὰ ἵσταται ὄπισθεν τοῦ ἀνατολικοῦ παραθύρου, κατασκοπεύων τοὺς εἰσερχομένους, ἢ νὰ κολλᾷ τὸ οὖς εἰς τὴν κλειδότρυπαν, ἀκροώμενος λόγους καὶ κρότους καὶ ψιθυρισμούς. Αὕτη ἦτο ἡ κυρία εἴσοδος τῆς οἰκίας, δι᾽ ἧς εἰσήρχετο καὶ αὐτὸς εἰς τὸ πενιχρὸν δωμάτιόν του, εἴσοδος ἐπίσημος, διὰ τῆς ὁποίας ἔμβαιναν ὅλοι οἱ συγγενεῖς, φίλοι καὶ γνώριμοι τῆς οἰκίας, κατὰ ἑκατοντάδας ἀριθμούμενοι. Καὶ ἂν ἤθελε νὰ μεταβῇ πρὸς στιγμὴν εἰς τὸ ἄλλο παράθυρον τοῦ δωματίου του, πρὸς μεσημβρίαν βλέπον, ἀπ᾽ ἐκεῖ θ᾽ ἀντίκρυζε τὴν ἄλλην, τὴν μικρὰν εἴσοδον, συνεχομένην μὲ τὸ μαγειρεῖον, ὅπου διημέρευε συνήθως ἡ κυρία Ζαχαρού, ἡ μήτηρ τῆς οἰκογενείας, καπνίζουσα ἀνέτως τὰ τσιγαρέτα της. Ἦτο οἰκία ὅπου ἠδύνατό τις νὰ παίξῃ ἐν ἀνέσει τὸ κρυφτάκι, καὶ ἄλλας παιδιάς. Δύο ἄνθρωποι, ὁ πρῶτος κυνηγούμενος ὑπὸ τοῦ δευτέρου, ἢ ἀδιακρίτως κυνηγοῦντες ἀλλήλους, χωρὶς νὰ φαίνεται τίς ὁ διώκων καὶ τίς ὁ φεύγων, ἠδύναντο νὰ εἰσέρχωνται καὶ νὰ ἐξέρχωνται ἀλλεπαλλήλως διὰ τῶν δύο θυρῶν, ἐπὶ ἡμέρας καὶ νύκτας, χωρὶς ὁ εἷς νὰ φθάσῃ ποτὲ ἢ ν᾽ ἀντικρύσῃ τὸν ἕτερον.
Καὶ ἂν ἐπέστρεφε πάλιν πρὸς τὸ παράθυρον τὸ ἀνατολικόν, ἢ πρὸς τὴν μικράν του θύραν, καὶ ἐπεσκόπει τὴν κυρίαν εἴσοδον, ἐκεῖ ἤκουεν, ἅμα ἐνύκτωνε, κάθε πέντε κάθε δέκα λεπτά, νὰ κρούεται ἡ θύρα. Καὶ ἤχει ἐσωτερικῶς ἐλαφρὸν βῆμα καὶ θροῦς ἐσθῆτος, καὶ ἤνοιγεν ἡ θύρα, καὶ εἰσήρχοντο οἱ ἐπισκέπται, καὶ τότε ἤκουε καλησπέρες καὶ χαιρετισμοὺς καὶ προσρήσεις, κ᾽ ἐνίοτε φιλήματα… μεταξὺ γυναικῶν, οἷα συνηθίζουσι φορτικῶς ν᾽ ἀνταλλάσσωσιν αἱ ἀπόγονοι τῆς Εὔας, κατὰ τὰ ἐξιππασμένα καὶ φραγκοποτισμένα ἤθη μας. Σπεύδω νὰ εἴπω, πρὸς καθησύχασιν τοῦ ἀναγνώστου, ὅτι τὰ ἤθη τῆς οἰκογενείας, περὶ ἧς ὁ λόγος, ἀνειμένα κατὰ τὸ φαινόμενον, πράγματι ἦσαν αὐστηρά. Ἀλλ᾽ ἡ οἰκία ἔπλεεν εἰς τὸ μεταίχμιον τὸ ἀόριστον καὶ ἀβέβαιον, εἰς τὸ λυκόφως ἐκεῖνο, μεταξὺ παραδόσεως καὶ νεωτερισμοῦ, ὅπερ ὡς λυκόφως δὲν δύναται νὰ διαρκέσῃ, ἀλλ᾽ ἀναγκαίως θὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὸν ζόφον καὶ θὰ γίνῃ νύξ. Ἦσαν ὁμολογουμένως ἄνθρωποι αἰσθηματίαι, φιλόφρονες, ἀνοικτόκαρδοι. Γνωρίμους εἶχαν τὸ ἥμισυ τῆς πόλεως καὶ ἂν ἡμέρα παρήρχετο χωρὶς ν᾽ αὐξήσωσι κατὰ μίαν τοὐλάχιστον τὰς γνωριμίας των, αἱ δύο κόραι θὰ ἐθεώρουν ὡς χαμένην τὴν ἡμέραν ἐκείνην.
Ἔπειτα, ἦσαν αἱ ἡμέραι τῆς Ἀπόκρεω, καὶ ὁ κόσμος ἔξω διεσκέδαζε. Μόλις ἐνύκτωνε, καὶ ὁ νέος, ὁ μονάζων ἐν τῷ δωματίῳ του, ἤκουε φωνάς, ᾄσματα, κιθαρισμούς, ἔξω τῆς αὐλῆς. Καὶ ἂν ἐπ᾽ ὀλίγα λεπτὰ ἔμενεν ἔρημος εἰσερχομένων ἐπισκεπτῶν ὁ μικρὸς πρόδομος, καὶ ὁ ἄγριος νέος ἐτόλμα νὰ ἐξέλθῃ ἕως τὸν ἐξώστην μὲ τὴν παλαιὰν λιθίνην κλίμακα, τὸν ζευγνύοντα τὴν οἰκίαν μὲ τὸν τοῖχον τῆς αὐλῆς, καὶ προέκυπτε τὴν κεφαλὴν διὰ τῆς αὐλείου θυρίδος, τῆς φραγμένης μὲ σίδηρα, ὡς θυρίδος εἱρκτῆς, διὰ νὰ κοιτάξῃ εἰς τὴν ὁδόν, θὰ ἔβλεπε, κατὰ ζεύγη, κατὰ τετρακτύας, κατὰ ἑξάδας, ἱσταμένους τοὺς κιθαρῳδοὺς τῆς νυκτὸς κάτωθεν τῆς θυρίδος, ἐπὶ τοῦ ὄχθου τῆς ἀνωφεροῦς ὁδοῦ, ἐξαγγέλλοντας «ἐν χορδαῖς καὶ ὀργάνῳ» τὰ αἰώνια παράπονά των κατὰ τῆς σκληρότητος τῶν δύο νεανίδων. Διότι ὅλοι οἱ νέοι τῆς γειτονιᾶς, καὶ ὄχι ὀλίγοι ἀπὸ ἄλλας συνοικίας ἦσαν ἐρωτευμένοι μὲ τὰς δύο ἀδελφάς. Τούτων τινὲς ἠγάπων μᾶλλον τὴν Μέλπω, ἄλλοι μᾶλλον τὴν Κούλαν· οἱ δὲ πλεῖστοι τὰς ἠγάπων καὶ τὰς δύο. Πολλοὶ αὐτῶν ἦσαν ἐκ τῶν γνωρίμων τῆς οἰκίας, ἀλλ᾽ ἐὰν ἦσαν πρὸς καιρόν, ἐκ μικρᾶς παρεξηγήσεως, εἰς δυσμένειαν, ἢ ἐάν, ἐκ τοῦ πλήθους τῶν ἐπισκεπτῶν, δὲν ὑπῆρχε δι᾽ αὐτοὺς χῶρος ἐν τῇ συναναστροφῇ μιᾶς ἑσπέρας, ἔπαιρναν τὴν κιθάραν των, τὰ μανδολίνα των, τὲς φυσαρμόνικές των, καὶ μὲ τοὺς φθόγγους τῆς μουσικῆς ἐζήτουν ν᾽ ἀποκοιμίσωσι τὸν πόνον τῆς καρδίας.
Τὴν ἡμέραν ἐκείνην, μεσοβδόμαδα τῆς Τυρινῆς, εἶχον αὐξήσει, ὡς πάντοτε, κατὰ μονάδας τινάς, αἱ γνωριμίαι τῆς οἰκίας. Μεταξὺ ἄλλων εἶχεν ἔλθει ἀνθυπασπιστὴς νεαρός, ξανθός, μὲ ἀγκιστροειδῆ μύστακα, ὃν εἶχεν εἰσαγάγει εἷς τῶν τριτεξαδέλφων τῆς οἰκογενείας. Δυστυχῶς αἱ δύο νεαραὶ κόραι ἔλειπαν. Εἶχον ἐξέλθει συνοδευόμεναι ὑπὸ δύο ἀνεψιαδῶν τῆς μητρός των διὰ νὰ κάμωσιν ὀψώνια εἰς τὴν ὁδὸν Ἑρμοῦ. Εἰς τὴν οἰκίαν εὑρίσκετο μόνη ἡ γραῖα, ἥτις ἐκάπνιζε τὸ τσιγαρέτον της εἰς τὸ μαγειρεῖον, ἡ ὑπηρέτρια, ἥτις ἐσκούπιζε τὰς δύο κλίμακας, καὶ τὸ μέρος τῆς αὐλῆς, τὸ ἔξω τῆς δικαιοδοσίας τῶν τριῶν πλυντριῶν, καὶ ὁ κὺρ Ζαχαρίας, ὁ οἰκοδεσπότης, ἰδιότροπος γέρων, ζῶν ἀπὸ τὰ ὀλίγα εἰσοδήματα τῶν δύο οἰκιῶν καὶ τῶν τριῶν μαγαζιῶν του, τὸν ὁποῖον, ἂν ἤκουέ τις, αἰωνίως μεμψιμοιροῦντα, φωνάζοντα, ἐπιπλήττοντα, θὰ ἔλεγε, «Νά αὐστηρὸς πατέρας!» Καὶ ὅμως, τὰ τῆς οἰκίας ἐκυβέρνων ἡ γραῖα καὶ αἱ δύο κόραι, ὅλαι δ᾽ αἱ φωναὶ τοῦ γέροντος ἦσαν μόνον ἦχος καὶ πάταγος διὰ ν᾽ ἀκούεται. Οἱ τέσσαρες νέοι δὲν ἐμαζεύοντο ποτὲ εἰς τὴν οἰκίαν. Ὁ τριτότοκος εἶχε νυμφευθῆ ἤδη, δεκαοκταέτης, ἄνευ τῆς ἀδείας τῶν γονέων του, ὁ δὲ ὑστερότοκος εἶχε σχέσεις μὲ μίαν οἰκογένειαν, ὅπου διημέρευε, προτιμῶν νὰ φοιτᾷ ἐκεῖ μᾶλλον παρὰ εἰς τὴν β´ τοῦ γυμνασίου· ὁ πρωτότοκος ἦτο ὑπάλληλος μιᾶς τῶν Τραπεζῶν, τρεφόμενος ἀπὸ τὴν οἰκίαν καὶ δαπανῶν ἀλλοῦ τοὺς μισθούς του, ὁ δευτερότοκος ἦτο λοχίας τοῦ πεζικοῦ. Ὡς καὶ ὁ κουμπάρος, ὁ μόνος, ὅστις εἶχεν ἐγκαθιδρυθῆ εἰς τὴν οἰκίαν, ὡς εἰς οἰκίαν του, ἐπὶ τῇ προφάσει ὅτι δὲν εἶχεν οἰκογένειαν ἰδικήν του, ἐνῷ εἶχε τρία νόθα τέκνα ἔκ τινος ἀπατηθείσης πτωχῆς, ὁ ἀσυνείδητος, δὲν εὑρέθη παρών, ἦτο εἰς τὰς ἐργασίας του, κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐπισκέψεως τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ. Μὲ πολλήν του δυσαρέσκειαν, ὁ κὺρ Ζαχαρίας, ἠναγκάσθη νὰ δεχθῇ αὐτὸς τὴν ἐπίσκεψιν τοῦ τριτεξαδέλφου, τοῦ ὁδηγοῦντος τὸν νεαρὸν στρατιωτικόν. Ὁ ξανθὸς σπαθοφόρος εἶχεν ἰδεῖ εἰς ἐμπορικὸν τὰς δύο ἀδελφάς, ὅπου εἷς τῶν φίλων του τοῦ τὰς ἔδειξε, λέγων περὶ αὐτῶν πολλοὺς ἀμφιβόλους ἐπαίνους. Αἱ δύο νεάνιδες τοῦ ἤρεσαν. Εἶτα πάλιν τὰς ἐπανεῖδεν εἰς τὸν περίπατον, ὅτε ὁ μετ᾽ αὐτοῦ συμπεριπατῶν τὰς ἐχαιρέτισεν, ἐξηγήσας αὐτῷ ὅτι ἦσαν ἐξαδέλφαι του. Ὁ ἀνθυπασπιστὴς τοῦ εἶπεν: «Ἔμαθα ὅτι εἶναι πολὺ κοινωνικές, ὅτι ἔχουν ἀνοικτὸ σπίτι». «Θέλεις νὰ σὲ συστήσω; τοῦ εἶπεν ὁ ἐξάδελφος, ὄρεξη νά ᾽χῃς· θὰ εὐχαριστηθοῦν πολύ, γιατὶ ἔχουν κι αὐτὲς ἕναν ἀδελφὸν λοχίαν». Καὶ τὴν ἐπαύριον τὸν ὡδήγησεν εἰς τὴν οἰκίαν.
Ὁ ἀνθυπασπιστής, περιμένων νὰ ἴδῃ ἐνώπιόν του τὰς δύο ἀνθηρὰς μορφὰς καὶ εὑρεθεὶς αἴφνης ἐνώπιον τῆς σκυθρωπῆς ὄψεως καὶ τῆς λευκῆς γενειάδος τοῦ κὺρ Ζαχαρία, περιῆλθεν εἰς ἀμηχανίαν καὶ δὲν ἤξευρε πῶς ν᾽ ἀρχίσῃ τὴν ὁμιλίαν. Ἐν τούτοις ὁ γέρων, ὀφείλων κάτι νὰ εἴπῃ, ἔδειξε διὰ τοῦ παραθύρου τὴν εὐρεῖαν ἔκτασιν μέρους τῆς πόλεως καὶ τοῦ ἐλαιῶνος, λέγων:
―Ἔχουμε ἀπὸ δῶ κύριε ἀνθυπασπιστά, ὡραίαν θεάν.
― Μάλιστα, εἶπεν ὁ ἀνθυπασπιστής, καὶ μέσα του ἐμορμύρισεν: «ἔχετε, μάλιστα, δύο θεάς».
Εἶτα ἐπ᾽ ὀλίγα λεπτά, ὅλοι ἐσιώπησαν.
―Ἔμαθα ὅτι ἔχετε κ᾽ ἕνα υἱὸν εἰς τὸν στρατόν, εἶπεν ὁ ἀνθυπασπιστής.
― Ναί, εἶπεν ὁ κὺρ Ζαχαρίας, ὅστις ἠπόρησε πῶς δὲν ἐσυλλογίσθη νὰ τὸ ἀναφέρῃ πρῶτος. Αὐτὸς δὲν ἠθέλησε νὰ πάῃ κατὰ τὸ ἔνθιμον, καὶ ἅμα ἔληξεν ἡ θητεία του, ἔμεινεν εἰς τὸν στρατόν. Νὰ περιμένῃ τώρα προβιβασμόν! ἂν ἔχῃ τύχη, ὅπως τὸν ἐκατήντησαν τὸν στρατὸν μὲ τὰ κόμματά τους! Αὐτοὶ οἱ πολιτικοί, αὐτοὶ οἱ βουλεπταί, ἐκατάστρεψαν τὸ ἔθνος, ἀνάθεμά τους! Κάψιμο θέλουν ὅλοι τους! Ἐγὼ γίνομαι μπόγιας εἰς αὐτουνούς. Ἐγνώρισα ἐγώ, στὰ χρόνια μου, λοχίους καὶ δεκαενεῖς, ὁποὺ εἶναι, ἕως αὐτῆς τῆς ἡμερός, συνταγματαρχαῖοι καὶ ταγματαρχαῖοι! Πόσο ἐμετάγνοιωσα ποὺ δὲν ἐπῆγα στὸ στρατό, στὰ χρόνια τοῦ Ὄθωνος! Θὰ ἤμουν τώρα συνταγματάρχης!
― Καὶ βλέπω ὅτι ἔχεις τοὐλάχιστον ἓν προσόν, θεῖε, εἶπεν ὁ τριτεξάδελφος αἰνιττόμενος τὰς μεταμφιέσεις τῶν λέξεων τοῦ γέροντος.
―Ὅλοι αὐτὸ λέγουν, κύριε, εἶπε μειδιῶν ὁ ἀνθυπασπιστής. Βέβαια, ὅλοι οἱ ἑξηντάρηδες θὰ ἦσαν, ἀπὸ τότε, συνταγματάρχαι, καὶ ὅλοι οἱ ἑβδομηντάρηδες θὰ ἦσαν ἀντιστράτηγοι. Μόνον, ποιὸς θὰ ἐδούλευε γιὰ νὰ πληρώνῃ φόρους, διὰ νὰ βγαίνουν τόσοι μισθοί… Βέβαια, ὁ στρατός, ἐξηκολούθησεν ὁ ἀνθυπασπιστής, εἶχε, καὶ ἔχει ἀκόμη τὰ καλά του, δὲν σᾶς λέγω. Μόνον τὰ καλά του αὐτά, προσέθηκε φιλοσοφικῶς, εἶναι ὅσα φαίνονται κακά, κ᾽ ἐκεῖνα ἴσα-ἴσα τὰ ὁποῖα ὁ Ρωμιὸς δύσκολα συνηθίζει, καὶ δι᾽ αὐτὸ βλέπουμε ὅλους νὰ φεύγουν τὸν στρατόν, καὶ νὰ νομίζουν ὡς ἡμέραν ἑορτῆς τὴν ἡμέραν ποὺ θὰ πάρουν τὴν ἄφεσίν των. Καὶ διὰ τοῦτο τόσον ὀλίγοι εἶναι οἱ ἔχοντες τὴν ὑπομονὴν καὶ τὴν θέλησιν ν᾽ ἀκολουθήσουν τὸ στρατιωτικὸν στάδιον.
― Καὶ ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ καλά, ἠμποροῦμεν νὰ σᾶς ἐρωτήσωμεν; εἶπεν ὁ κὺρ Ζαχαρίας.
― Αὐτὰ τὰ καλὰ εἶναι ἡ τακτικὴ ζωή, ἡ πειθαρχία, ἡ σκληραγωγία, τὰ γυμνάσια, αἱ ἀγγαρεῖαι, ἡ στρατιωτικὴ τραχύτης ἐν γένει, ἡ σκαιότης… ἀπὸ καμμιὰ φορὰ πέφτει καὶ κανένας φοῦσκος… οἱ ἄγραφοι κανονισμοί, οἱ ὁποῖοι ἰσχύουν περισσότερον ἀπὸ τοὺς γραπτούς.
― Καὶ οἱ ἄγραφτοι κανονισμοὶ ποῖοι εἶναι; ἠρώτησεν ὁ οἰκοδεσπότης.
― Ἄγραφοι κανονισμοὶ εἶναι, ὅταν, παραδείγματος χάριν, συλλάβουν κανένα λιποτάκτην… νὰ τὸν σπάζουν στὸ ξύλο…
― Ἄ! ἔτσι; εἶπεν ὁ κὺρ Ζαχαρίας… ἀγκαλὰ καὶ τὸ μέσον μοῦ φαίνεσται βάρβαρον, δὲν εἶμαι ὅμως καὶ πολὺ ἐνάντιος. «Τὸ ξύλο βγῆκε ἀπ᾽ τὴν Παράδεισο.»
Καὶ λέγων ἐστέναξεν, ἐνθυμηθεὶς ἴσως τοὺς τέσσαρας υἱούς του.
―Ἔπειτα εἶναι, ἐξηκολούθησεν ὁ ἀνθυπασπιστής, καὶ ἄλλα βασανιστήρια… Τὰ ἑλληνικὰ ζωύφια, τὸ νοσοκομεῖον, ἡ βελόνα, τὸ μάρμαρο… Τὸ πειθαρχεῖον, οἱ ὀχτάρες, οἱ δεκαπεντάρες, οἱ μηναρέδες…
― Οἱ μηναρέδες!… ὄχι νὰ μὴν εἶναι χοτζάδες! εἶπεν ὁ οἰκοδεσπότης.
― Οἱ μηναρέδες, ναί… σᾶς φαίνεται παράξενο, κὺρ Ζαχαρία;
― Θεῖε, εἶπε γελῶν ὁ τριτεξάδελφος, μηναρὲ εἰς τὸν στρατὸν ὀνομάζουν τὴν μηνιαίαν φυλάκισιν.
― Ἄ! ἔκαμεν ὁ κὺρ Ζαχαρίας. Τότε ἐνδιαφέρει.
Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἠκούσθησαν βήματα εἰς τὸν πρόδομον. Ἦσαν αἱ δύο νέαι, ἐπιστρέψασαι ἀπὸ τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ, συνοδευόμεναι ὑπὸ τῶν δύο ἀνεψιαδῶν. Εἰσῆλθον ἐλαφραί, χαρίεσσαι, μετ᾽ ἰδιορρύθμου κομψότητος ἐνδεδυμέναι, μὲ ἀλλοκότους τὸ σχῆμα πίλους καὶ μὲ κόκκινα πτερά, ἡ Μελπομένη καστανή, κοντούλα, εὐτραφής, χλωμή, αἰσθηματική, ρωμαντική, ἡ Κυριακούλα, στακτερόξανθος, ὑψηλή, λιγνή, ἰσχνή, μὲ ζωηροτάτους ἡδυπαθεῖς ὀφθαλμούς, οἵτινες ἦσαν ἀπροσδιορίστου χρώματος κ᾽ ἐφαίνοντο διηγούμενοι μυρίας ἱστορίας. Πονηρά, ἄστατος, εἴρων, γοητεύουσα μὲ τὸν τρόπον καὶ ἀπογοητεύουσα μὲ τὸν λόγον, θωπεύουσα μὲ τὸ βλέμμα καὶ σχίζουσα μὲ τὴν γλῶσσαν, εἶχε πολλὰς δωδεκάδας ἐργολάβων, εἰς ὅλους ἔδιδεν ἐλπίδας, καὶ ὅλους τοὺς ἐπερίπαιζε. Τοιαύτη ἦτο ἡ χαϊδεμένη Κούλα.
Ἔγινεν ἡ παρουσίασις. Ὁ ἀνθυπασπιστὴς ἐμαγεύθη ἀπὸ τὰς δύο νεάνιδας καὶ δὲν ἤξευρε ποίαν νὰ πρωτοαγαπήσῃ. Ἀπῆλθεν μετὰ ἡμίσειαν ὥραν, αἰχμαλωτισμένος, λαβὼν πρόσκλησιν νὰ ἔλθῃ μίαν τῶν νυκτῶν τούτων τῆς τελευταίας ἑβδομάδος τῆς Ἀπόκρεω, ὅτε κατὰ πᾶσαν ἑσπέραν ἐγίνετο συναναστροφὴ καὶ χορός.
Τὴν τελευταίαν ἑσπέραν τῆς Τυρινῆς τοῦ ἔτους 1882 ἐχόρευσαν τόσον εἰς τοῦ κὺρ Ζαχαρία, ὥστε ἦτο φόβος μὴ πέσῃ τὸ σαθρὸν σκωληκόβρωτον πάτωμα τῆς παμπαλαίου οἰκίας ἐπὶ τῶν κεφαλῶν τῆς κυρα-Κατίγκως τῆς Χρίσταινας, τῆς γραίας Βαγγελῆς τῆς Λεμονοῦς καὶ τῆς Σταματούλας τῆς Γεμενίτσας, τὸ μόνον μέσον δι᾽ οὗ αἱ τρεῖς αὗται θὰ ἔπαυον διὰ πάντοτε τοὺς καθημερινοὺς καυγάδες των.
Ἡ ἀνατολικὴ θύρα τῆς οἰκίας δὲν ἐπρόφθανε ν᾽ ἀνοίγῃ καὶ νὰ κλείῃ. Εἰσήρχοντο κατὰ ζεύγη, κατὰ ὁμάδας, ἄνδρες, γυναῖκες, μετημφιεσμένοι καὶ ἄλλοι, προσωπίδες καὶ πρόσωπα. Ἔτριζεν ἡ θύρα μὲ τοὺς στροφεῖς, ἐστέναζε τὸ πάτωμα, ἀντήχει ὁ διάδρομος, ἐβόμβει ἡ αἴθουσα ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν προσκεκλημένων. Αἱ δύο νεάνιδες δὲν ἐπρολάμβανον νὰ τρέχωσιν ἀνὰ πᾶν δεύτερον ἢ τρίτον λεπτὸν εἰς τὴν θύραν, προϋπαντῶσαι τοὺς ἐρχομένους, ἢ προπέμπουσαι τοὺς τυχὸν ἀπερχομένους, νὰ ἐπιστρέφωσιν εἰς τὴν αἴθουσαν, περιποιούμεναι τοὺς μένοντας, νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰ δωμάτια, ἀνταλλάσσουσαι ὁμιλίας μὲ τοὺς οἰκειοτέρους. Καὶ ὁ χορὸς ἔπαυε καὶ ἀνενεοῦτο κάθε δέκα λεπτά. Ἡ Κούλα ἐχόρευεν ὡς νὰ εἶχε πτερὰ εἰς τοὺς πόδας, ἐκλέγουσα αὐτὴ διὰ νεύματος τοὺς συγχορευτάς της, ἐπιτρέπουσα ὡς βασίλισσα νὰ τὴν παρακαλέσωσι νὰ χορεύσῃ. Ἡ Μέλπω ἐδέχετο πᾶσαν πρόσκλησιν, συμπονετική, μὴ θέλουσα ν᾽ ἀπορρίψῃ κανενὸς τὴν παράκλησιν. Καὶ ἡ αὐλὴ καὶ ἡ κλῖμαξ ἐφεγγοβόλει, καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ παράθυρα ἐξήρχοντο ἦχοι μουσικῆς, ὡς νὰ ἦτο ἡ οἰκία ὅλη γιγαντιαῖον κύμβαλον ἐναρμονίως ἠχοῦν ἐκεῖ εἰς τὸ ἀνασηκωμένον κράσπεδον τῆς παλαιᾶς πόλεως. Καὶ ὅταν ἐπὶ μίαν στιγμὴν ἔπαυον τυχὸν οἱ τόνοι τῆς μουσικῆς, τότε, ἔξωθεν τῆς αὐλῆς ἠκούετο μελαγχολικὴ καντάδα τῶν κιθαρῳδῶν τῆς γειτονιᾶς, ὅσοι, διά τινα ἀφορμήν, δὲν ἦσαν δεκτοὶ ν᾽ ἀνέλθωσιν εἰς τὴν πολυθόρυβον καὶ φιλόκοσμον οἰκίαν. Τότε ἡ Κούλα ὕψωνεν ἀορίστως τὸ ὑγρὸν ὄμμα εἰς τὸ κενόν, ἐνῷ ἡ Μέλπω ἠκούετο ψιθυρίζουσα μὲ τοὺς ὀδόντας της: «Οἱ καημένοι!»
Ἐρρέμβαζεν ἐξηπλωμένος ἐπὶ τῆς κλίνης του, ὁ Σπύρος ὁ Βεργουδής, πτωχὸς σπουδαστής, πρωτοετὴς τῆς φιλοσοφικῆς σχολῆς, ὅστις καὶ ἂν ἤθελε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν κόσμον δὲν εἶχε τὰ μέσα.
Εἶναι ἀληθὲς ὅτι αἱ δύο κόραι τὸν εἶχον προσκαλέσει νὰ μετάσχῃ τῆς ἑσπερινῆς διασκεδάσεως, ἀλλὰ πῶς νὰ ὑπάγῃ αὐτός, δειλός, ἄπειρος τοῦ κόσμου, κακοφορεμένος, ἐν μέσῳ τόσων ἀγνώστων; Ἔπειτα πρὸς τὴν μίαν αὐτῶν, τὴν Κούλαν, ἔτρεφεν ἁβρὸν αἴσθημα ἐρωτικόν, καὶ ἦτο ζηλιάρης· δὲν θὰ ἠνείχετο νὰ τὴν βλέπῃ νὰ χορεύῃ μὲ τόσους καὶ τόσους… καὶ αὐτὸς νὰ μὴν ἠξεύρῃ εὐρωπαϊκὸν χορόν! Εἶχε δειπνήσει τὴν ἑβδόμην ὥραν κ᾽ ἐπειδὴ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ἐνωρὶς τὰ καφενεῖα ἔκλεισαν, ᾐσθάνετο δὲ καὶ ἐλαφρὸν πόνον εἰς τοὺς ὀδόντας, ἀπεσύρθη ἀπὸ τῆς ὀγδόης εἰς τὸ δωμάτιόν του μὲ τὸ παράπονον ἐκεῖνο, οἷον ὁ ξένος ἔχει μέσα του εἰς τοιαύτας ἡμέρας. Ἀλλ᾽ ἅμα ἔφθασεν εἰς τὸ δωμάτιον, ἡ λύπη του διεσκεδάσθη, καὶ τώρα, ἐξηπλωμένος ἐπὶ τῆς κλίνης του ἐρρέμβαζε κ᾽ ἐπαρηγορεῖτο, σκεπτόμενος ὅτι αὐτὸς ἦτο ἀναμφιβόλως ὁ εὐδαιμονέστερος, διότι χωρὶς νὰ παρευρίσκεται εἰς καμμίαν διασκέδασιν, μετεῖχε τριῶν ἢ τεσσάρων συγχρόνως. Ἤκουε τὸν ἀπερίγραπτον θόρυβον τῆς οἰκίας, ὅστις μόνος του ἤξιζε διὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἑορτάς, κ᾽ ἐχόρευε μετὰ τῆς κλίνης του ἀκουσίως νανουριζόμενος ἀπὸ τὰ ᾄσματα, τὴν μουσικὴν καὶ τὰς ὀρχήσεις. Εἶτα κατὰ τὸ διάλειμμα τοῦ χοροῦ, ἤκουσε τὸ μελαγχολικὸν ᾆσμα καὶ τὴν κιθάραν εἰς τὴν ὁδόν, καὶ λησμονήσας ἑαυτόν, ἠρώτα μέσα του: «Δὲν ἔχουν τάχα ποῦ ν᾽ ἀποκρέψουν, οἱ δυστυχισμένοι;» Εἶτα πάλιν ἐσκέφθη: «Ἀναμφιβόλως θὰ ἔχουν ποῦ ν᾽ ἀποκρέψουν, ἀλλὰ προτιμοῦν νὰ βλέπουν τὰ φωτισμένα παράθυρα». Ἔπειτα ἤκουε καὶ ᾆσμα καὶ χορὸν ἐντόπιον εἰς δύο γειτονικὰς οἰκίας. Ἰδού, ὅλων αὐτῶν τῶν διασκεδάσεων μετεῖχε, χωρὶς νὰ εἶναι παρών. Ἔλεγε δὲ καθ᾽ ἑαυτόν: «Χωρὶς ἄλλο διὰ νὰ ἐκτιμήσῃ τις μουσικὴν καὶ χορόν, πρέπει νὰ εἶναι ἀκροατὴς μακρόθεν. Ἀπὸ σιμά, ὁ γινόμενος θόρυβος ἐκκωφαίνει τὰ ὦτα καὶ ἐκπτοεῖ τὴν κρίσιν». Αἴφνης ᾐσθάνθη παραδόξως εἰς τοὺς ἀλγοῦντας ὀδόντας του κάτι ὡς αἱμωδίασιν, καὶ ἐνθυμηθεὶς τὸν μῦθον ἐψιθύρισεν: «Ὄμφακές εἰσι».
Ἀλλ᾽ ἰδοὺ ἀκούει κάτω ἀπὸ τοὺς πόδας του καὶ ἄλλον θόρυβον καὶ ἄλλην διασκέδασιν. Ἐχόρευαν τὸν συρτὸν ἢ τὸν καλαματιανόν, κ᾽ ἐτραγουδοῦσαν τὸ «Μαῦρο γεμενὶ» καὶ τὸ «Μύλο τῆς θειᾶς μου τῆς Κοντύλως».
Ὑπὸ τοὺς πόδας του ἀκριβῶς, κατῴκει εἰς τὸ ἰσόγειον ἡ Σταματούλα ἡ Γεμενίτσα μετὰ τῆς ψυχοκόρης της, τῆς Μαρουσῶς. Φαίνεται ὅτι τὴν ἑσπέραν ἐκείνην εἶχαν κάμει ἀγάπην καὶ αἱ τρεῖς, μὲ τὴν Λεμονοὺ καὶ μὲ τὴν Χρίσταιναν, μετὰ τῆς Φρόσως καὶ τῆς Γεώργαινας καὶ τοῦ συζύγου της, καὶ εἶχαν ἀποφασίσει «ν᾽ ἀποκρέψουν» ὁμοῦ. Τώρα δέ, ἀφοῦ ἔφαγαν, εἶχαν στήσει καὶ αὐταὶ τὸν χορόν, εἷς ἀνὴρ καὶ πέντε γυναῖκες, μὲ τρία μικρὰ παιδία. Ἐνωρὶς ἀκόμη, ὅταν ὁ Σπύρος εἶχεν ἔλθει ἀπὸ τὸ μαγειρεῖον, ὅπου ἔφαγε, μόλις ἀνέβη εἰς τὸ δωμάτιόν του, καὶ ἤναψε τὴν λάμπαν, ἀκούει ἐλαφρὸν κτύπον εἰς τὴν θύραν του. Ὁ πρόδομος ἦτο ἀκόμη γαλήνιος, διότι δὲν εἶχαν ἀρχίσει νὰ ἐπέρχωνται τὰ κύματα τῶν προσκεκλημένων. Ὁ Σπύρος ἐνόμισεν ὅτι θὰ ἦτο ἡ κυρία Ζαχαρού, καὶ ὅτι θὰ ἦλθε διὰ νὰ ἐπαναλάβῃ πρὸς αὐτὸν τὴν πρόσκλησιν, ἣν τοῦ εἶχαν κάμει ἤδη αἱ κόραι της. Ἔσπευσε ν᾽ ἀνοίξῃ. Ἠπατᾶτο, δὲν ἦτο ἡ γραῖα. Ἦτο ἡ Μαρούσα, ἡ ψυχοκόρη τῆς Σταματούλας, δεκατεσσάρων ἐτῶν κορασίς, μελαγχροινή, νόστιμη, μὲ μαῦρα ὄμματα, μὲ λευκὸν μανδήλιον περὶ τὴν κεφαλήν, τὴν ὁποίαν πρὸ δύο ἐτῶν, ὅταν ἦτο μαθητὴς τοῦ γυμνασίου καὶ κατῴκει εἰς γειτονικὸν δωμάτιον, ἐνθυμεῖτο μικρὰν ἄσχημην παιδίσκην, μαύρην, ζαρωμένην, ἀληθὲς «γυφτοκόνισμα», καὶ ἥτις τώρα εἶχε «ξετρίψει» κ᾽ ἐγίνετο ὡραία. Ἦτο δευτέρα ἢ τρίτη φορὰ καθ᾽ ἣν ἡ μικρὰ ἀνέβαινεν εἰς τὸ δωμάτιόν του. Εἶχεν ἔλθει ἄλλας δύο φορὰς διὰ νὰ λάβῃ τὰ πρὸς πλύσιν ἐνδύματά του, ἢ διὰ νὰ τὰ φέρῃ πλυμένα διὰ τῶν χειρῶν τῆς θετῆς μητρός της. Καὶ τὴν φορὰν ταύτην, ὁ Σπύρος ἐνόμισεν ὅτι ἦλθε νὰ τοῦ ζητήσῃ ροῦχα, καὶ ἦτο ἕτοιμος νὰ τὴν ἐρωτήσῃ: «Θὰ πλύνῃ αὔριο ἡ μάννα σου, Καθαρὴ Δευτέρα;» Ἀλλ᾽ ἡ κορασίς, προλαβοῦσα, τοῦ λέγει:
― Κύριε Σπύρο, εἶπ᾽ ἡ μητέρα μου, δὲν κοπιάζεις κάτω, ν᾽ ἀποκρέψουμε, ἂν ἀγαπᾷς;…
Ὁ Σπύρος δὲν ἐπερίμενε τὴν πρόσκλησιν ταύτην, καὶ χωρὶς νὰ σκεφθῇ ἀπήντησεν.
― Εὐχαριστῶ, κορίτσι μου, ἔφαγα ἐγώ, ἀπόκρεψα, νὰ μοῦ τὴν χαιρετᾷς.
Ἡ παιδίσκη ἐπανέλαβε:
― Κι ἂν ἔφαγες εἶπ᾽ ἡ μητέρα μου, νὰ κοπιάσῃς ὕστερα, ποὺ θὰ χορέψουμε…
― Μπράβο! ἔχω εὐχαρίστησιν, εἶπε μειδιῶν ὁ νέος· ποιοὶ καὶ ποιοὶ θὰ εἶσθε;
― Θά ᾽μαστε ἡ μητέρα μου κ᾽ ἐγὼ κ᾽ ἡ κυρα-Χρίσταινα κ᾽ ἡ Φρόσω κ᾽ ἡ κυρα-Βαγγελὴ κ᾽ ἡ κυρα-Γιώργαινα μὲ τὸν κὺρ Γιώργη, κι ὁ Νῖκος κι ὁ Τάσος κι ὁ Ἀντωνάκης τῆς κυρα-Γιώργαινας.
― Κάτι πολλοί! εἶπε μετὰ θαυμασμοῦ ὁ Σπύρος. Καὶ τὰ ἔχετε καλὰ τώρα μὲ τὴν κυρα-Χρίσταινα καὶ μὲ τὴν κυρα-Βαγγελή;
― Δὲν ἔχουμε τίποτα…
― Τόσο καλύτερα… Χαιρέτα μου τὴ μητέρα σου, θὰ εἶχα μεγάλη εὐχαρίστηση… μὰ ἔχω πονόδοντο καὶ θὰ κοιμηθῶ νωρίς.
Ἤθελε νὰ εἴπῃ ναί, καὶ ἔλεγεν ὄχι. Δὲν τοῦ ἐφαίνετο ἀξιοπρεπὲς νὰ ὑπάγῃ «ν᾽ ἀποκρέψῃ» μὲ τὴν πλύστραν του, ἄλλως δὲ θὰ τὸν ἔτυπτεν ἡ συνείδησις, διότι ὁ μετὰ τόσων γυναικῶν, ὧν τινες ἦσαν νέαι, συγχρωτισμὸς δὲν θὰ ἦτο ἀκίνδυνος δι᾽ αὐτόν, καὶ ἡ πρόθεσίς του, ἂν ἐδέχετο τὴν πρόσκλησιν, ἀδύνατον νὰ ἦτο ἀθῴα. Μᾶλλον θὰ ἐπροτίμα νὰ φιλήσῃ ἐκεῖ εἰς τὰ κρυφὰ τὴν μικρὰν κορασίδα, τὴν ὁποίαν ἀπερισκέπτως ἔστελλε πρὸς αὐτὸν ἡ ψυχομάννα της, ἀλλὰ δὲν ἦτο τολμηρός, οὔτε ἀπολύτως διεφθαρμένος.
Ἀπέπεμψε τὴν παιδίσκην ἀλώβητον, καὶ αὐτὸς ἐξηπλώθη φιλοσοφικῶς ἐπὶ τῆς σκληρᾶς μαθητικῆς στρωμνῆς του. Εὐχαριστήθη, διότι ἐνίκησε τὸν πειρασμόν, ἦτο ἥσυχος τώρα, σχεδὸν εὐτυχής. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι τὰ τρία ἐμπόλεμα μέρη τοῦ ἰσογείου εἶχαν εἰρηνεύσει, καὶ συνῆλθον ὁμοῦ νὰ ἑορτάσωσι τὴν τελευταίαν νύκτα τῆς Τυρινῆς. Καλὰ ποὺ τὸ ἐπῆραν πονηρά, ἐσκέπτετο ὁ Σπύρος, κ᾽ ἐξέλεξαν ὡς τόπον τῆς διασκεδάσεώς των τὸ οἴκημα τῆς Σταματούλας, ἀκριβῶς ὑπὸ τὸ δωμάτιον τὸ ἰδικόν του, διότι ἂν κατέρρεεν αἴφνης τὸ πάτωμα τοῦ ἀνωγείου ὑπὸ τὸ βάρος τῶν χορευτῶν, ἐκεῖ ἦτο ἐλπὶς νὰ γλυτώσουν, ἐκτὸς ἂν ἔπιπταν καὶ οἱ τοῖχοι, καὶ τότε ψυχὴ δὲν θὰ ἐσώζετο. «Τί ὡραῖα, τί ἀφελῆ ἔθιμα ἔχει ὁ ἑλληνικὸς λαός, διενοεῖτο ὁ Σπύρος. Ἰδοὺ ὅτι τρεῖς οἱονεὶ οἰκογένειαι, ἐνῷ ὅλον τὸν χρόνον ἦσαν εἰς διάστασιν, ἀπεφάσιζαν τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς Ἀπόκρεω νὰ φιλιωθῶσι, διὰ νὰ ἑορτάσωσιν ὁμοῦ τὴν νύκτα τῆς τυροφαγίας. Διὰ τοὺς μὲν (τί τὰ θέλετε;) ὁ βίος αὐτὸς εἶναι διηνεκὴς Ἀπόκρεως, διὰ τοὺς δὲ εἶναι μακρὰ καὶ θλιβερὰ σαρακοστή. Εὐτυχῶς λαμβάνει πέρας! Ὡς ὄασις ἐν τῇ ἐρήμῳ ἂς εἶναι τοὐλάχιστον διὰ τοὺς δευτέρους ἡ νὺξ αὕτη τῆς Ἀπόκρεω!» Καὶ αὐτὸς ὁδοιπόρος ἦτο εἰς τὴν ματαιότητα αὐτὴν τοῦ κόσμου. Καὶ δι᾽ αὐτὸν ἡ ζωὴ ἦτο ἀνήφορος ἀτελείωτος, καὶ ὁδὸς τραχεῖα καὶ μακρὰ τεσσαρακοστή. Πότε θὰ ἔφθανεν εἰς τὸ τέρμα; Ἴσως νὰ ἐδειματοῦτο ἀπὸ μορμολύκεια τῆς φαντασίας του, ἀλλ᾽ ἐμαντεύετο δυσοίωνα περὶ τοῦ μέλλοντός του· τὸ μόνον καλὸν ἦτο ὅτι ἐφιλοσόφει ἐκ προκαταβολῆς διὰ πᾶν τὸ ἀποβησόμενον ὡς πρὸς αὐτόν.
Ἐκ τῶν ρεμβασμῶν του τὸν ἀπέσπασε τραχεῖα φωνὴ γέροντος, ἀναμειχθεῖσα εἰς τὸν χορὸν τὸν ὑποκάτω τῶν ποδῶν του, εἰς τὸ οἴκημα τῆς Σταματούλας.
Ἡ φωνὴ βραχνὴ καὶ μετὰ ἰδιαζούσης προφορᾶς ἔψαλλε:
Πῶς τὸ τρίβουν τὸ πιπέρι,
τοῦ διαβόλου οἱ καλογέροι!
Τὴν φωνὴν ταύτην ἀνεγνώρισε πάραυτα ὁ Σπύρος. Ἦτο τοῦ μπάρμπ᾽ Ἀντώνη, τοῦ συζύγου τῆς γραίας Βαγγελῆς, τὸν ὁποῖον αὕτη εἶχε πρὸ πολλοῦ διωγμένον. «Ἄ! ἦρθε λοιπὸν ὁ μπάρμπ᾽ Ἀντώνης πίσω;» ἐσκέφθη ὁ νεαρὸς σπουδαστής. Ἐνθυμεῖτο ὅτι, πρό τινων μηνῶν, ὅταν ὁ γέρων ἦτον ἄρρωστος, ἡ γρια-Βαγγελὴ παραπονουμένη περὶ αὐτοῦ ἔλεγε:
― Τί-σου-κάμῃ δά, κι αὐτὸς ὁ καμέναρος! Ἔχει καὶ τὸ σύναχό του… ἔχασε καὶ τὶς παποῦτσες του… θέλει καὶ τὸν τσίγαρο!…
Ἀλλ᾽ ὅταν ἀνέρρωσεν ὀλίγον, καὶ δὲν ἤθελε νὰ δουλεύῃ, ἡ γραῖα τοῦ ἔδωκε τὰ δικά της τὰ πασουμάκια νὰ φορέσῃ, καὶ τὸν ἀπέπεμψε λέγουσα: «Ἂς πᾷ νά ᾽βρῃ τσωμὶ νὰ φᾷ!» Ἀλλ᾽ ἰδοὺ ὅτι ὁ γέρων, ἀφοῦ ἐκυλίσθη ἐπὶ τόσους μῆνας τίς οἶδε ποῦ ἐργαζόμενος διὰ νὰ ζῇ, ἐνθυμήθη κατὰ τὴν Ἀπόκρεων νὰ ἔλθῃ πρὸς τὴν γραῖάν του ὅπως κάμῃ ἀγάπην μετ᾽ αὐτῆς… ἴσως μάλιστα νὰ τῆς ἔφερε καὶ ὀλίγα κερμάτια.
Τὸ ἀποκριάτικον δίστιχον τοῦ μπάρμπ᾽ Ἀντώνη, τὸ ἐπανέλαβεν εὐθὺς ὕστερον δροσερὰ γλυκεῖα φωνὴ νεάνιδος, τὴν ὁποίαν ὁ Σπύρος ἀνεγνώρισεν ἐπίσης. Ἦτο ἡ φωνὴ τῆς Φρόσως, τῆς ἀδελφῆς τῆς κυρα-Χρίσταινας. Τὴν εἶχεν ἐρωτευθῆ πρό τινος χρόνου τὴν χλωμὴν λεπτοφυῆ κόρην, τὴν πτωχὴν κ᾽ ἐργατικήν, τὴν εἶχε ἐρωτευθῆ ὡς ἠρωτεύετο σήμερον τὴν Κούλαν, μὲ πλατωνικὸν ἔρωτα. Τόσον ὀλίγον μάλιστα τὴν ἐπλησίασεν, ὥστε κατ᾽ ἀρχὰς ἠγνόει καὶ τ᾽ ὄνομά της. Ἤκουεν εἰς τὸ ἀκρινὸν διαχώρισμα τοῦ ἰσογείου δύο ὀνόματα γυναικῶν. Φρόσω καὶ Κατίναν, Κατίναν καὶ Φρόσω. Αὐτὸς Φρόσω ἐνόμιζε τὴν κυρα-Χρίσταιναν καὶ Κατίναν ἐνόμιζε τὴν ἀδελφήν της. «Ἐπῆρε τὴ Φρόσω γιὰ Κατίγκω», ὡς ἔλεγεν ἀργότερα ὁ ἴδιος. Καὶ εἰς τοὺς στίχους τοὺς ὁποίους ἔγραψε δι᾽ αὐτὴν (διότι ἔγραφε, φεῦ! καὶ στίχους, τοὺς ὁποίους εὐτυχῶς δὲν ἐδημοσίευε) τὴν ὠνόμαζε, καλῇ τῇ πίστει, Κατίναν.
Εἰπέ μου, τί τοὺς ἔκαμες Κατίνα ρημασμένη!
Πῶς κάθε ὄμμα βάσκανον ἐσένα μόνον βλέπει,
καὶ κάθε γλῶσσα διὰ σὲ λαλεῖ φαρμακωμένη;
Ἄ! ὄχι τοῦτο διὰ σέ, Κατίνα μου, δὲν πρέπει…
Ἂν ὑπανδρεύθης, ἔκαμες κακόν; Θεὸς φυλάξῃ!
Ὁμοίως ὑπανδρεύονται ὅλοι οἱ φτωχοί, Κατίνα,
κ᾽ οἱ μαῦρες σου γειτόνισσες, ἡ τύχη σὰν ἀλλάξῃ,
ποὺ λέγουν τόσα διὰ σέ, κ᾽ ἐβόιξ᾽ ἡ Ἀθήνα.
Τὴν σὺμφορὰ ποὺ πέρασες καὶ τὴν ζωὴν ποὺ ζοῦσες
τὴν μέτρησες μὲ βάσανα, τὴν πλήρωσες μὲ μίση
σκυμμένη πάντα πρὸς τὴν γῆν, ὡς νὰ παρακαλοῦσες
τὴν Μοῖραν νὰ σὲ σπλαχνισθῇ καὶ νὰ σὲ βοηθήσῃ.
Στὸν δρόμον χθὲς τῆς μάμμης σου μ᾽ ἐντάμωσεν ἡ φίλη,
μία καλὴ νοικοκυρά, κ᾽ ἐτάνυσε τὸ στόμα,
καὶ διὰ σέν᾽ ἀγλύκαντα καὶ διαστρεμμένα ὡμίλει.
Χαῖρε, Κατίνα! κ᾽ οἱ γριὲς σ᾽ ἐζήλεψαν ἀκόμα…
Εἰς τὸ τρίτον τετράστιχον ὑπῃνίσσετο τὸ ἐπάγγελμα τῆς κόρης, βοηθούσης εἰς τὴν πλύσιν τὴν ἀδελφήν της. Εἰς τὸ τελευταῖον ἀπόσπασμα ἡ γραῖα, περὶ ἧς γίνεται λόγος, ἦτο ἴσως αὐτὴ ἡ Βαγγελὴ ἡ Λεμονού. Σημειωτέον ὅτι ἡ κόρη δὲν εἶχεν ὑπανδρευθῆ, ἀλλ᾽ εἶχεν ἀρραβωνισθῆ πρό τινος χρόνου μικροκάπηλόν τινα, ὅστις πληροφορηθεὶς ὅτι δὲν εἶχε μετρητά, τὴν παρῄτησεν, ἀφοῦ δωρεὰν τὴν ἐξέθεσεν εἰς τὰς κακολογίας τῶν φιλοψόγων γυναίων. Ἀλλ᾽ ὁ Σπύρος, ὅστις ἐθεώρησε κατ᾽ ἀρχὰς τὸν γάμον βέβαιον κ᾽ ἔγραφεν εἰς τοὺς στίχους του ὅτι ἡ κόρη «ὑπανδρεύθη», ἐλυπήθη διὰ τὴν διάλυσιν τοῦ συνοικεσίου ὅσον ἐθλίβη κατ᾽ ἀρχὰς διὰ τὸν ἀρραβῶνα, διότι, ἐν τῷ μεταξύ, ἔπαυσε πλέον νὰ τὴν ἀγαπᾷ, καὶ ἠρωτεύθη ἀντ᾽ αὐτῆς τὴν Κούλαν, ἥτις ἄδηλον ἂν ἠγάπα τινά, ἀλλ᾽ αὐτὸν βεβαίως ὄχι… Καὶ ὅμως, τὴν νύκτα ταύτην, ἡ φωνὴ τῆς νεάνιδος, μὲ ὅλον τὸ σατυρικὸν τοῦ ᾄσματος, τὸν συνεκίνησε… Καὶ ἔπλαττε κατὰ φαντασίαν ὁλόκληρον εἰδύλλιον οὐδέποτε μελλούσης νὰ πραγματοποιηθῇ συμβιώσεως μετὰ τῆς νεαρᾶς πλυντρίας, ἥτις δὲν ἐφαίνετο ἄμοιρος αἰσθημάτων τρυφερῶν.
Ἐκ τῆς ὀπτασίας ταύτης τὸν ἐξήγειραν ἀποτόμως ἄγριαι φωναί, ἀκουσθεῖσαι ἐν μέσῳ βόμβου ψιθυρισμῶν, καὶ διακοπέντος αἴφνης τοῦ ᾄσματος καὶ τοῦ χοροῦ, ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ κὺρ Ζαχαρία. Ἤκουσεν εὐκρινῶς δύο λέξεις, αἵτινες μὲ ἀγανάκτησιν καὶ μὲ πάθος βροντοφωνηθεῖσαι, ἐπεκράτησαν ὅλου τοῦ θορύβου, καὶ ἐγέννησαν μακρὰν σιωπήν· τὰς λέξεις: «ἀνάγωγε» καὶ «ἀφιλότιμε».
Ἔτεινε τὸ οὖς. Ἀλλὰ δὲν ἤκουε πλέον τίποτε. Μετά τινα δευτερόλεπτα μόνον ἤκουσεν ἐσπευσμένα βήματα δύο ἢ τριῶν ἀνθρώπων, κατερχομένων τὴν κλίμακα τὴν μεσημβρινήν, τῆς μικρᾶς εἰσόδου. Ἀνεπήδησε διὰ μιᾶς καὶ ἔτρεξεν εἰς τὸ παράθυρον. Ἀλλ᾽ οἱ κατελθόντες τὴν κλίμακα εἶχαν κάμψει τὴν γωνίαν τοῦ νοτίου τοίχου καὶ μετ᾽ ὀλίγας στιγμὰς ἤκουσε μόνον τὸν κρότον τῆς ἀνοιχθείσης καὶ κλεισθείσης αὐλείας θύρας, δι᾽ ἧς ἐξῆλθον οἱ φεύγοντες.
Ἐντὸς τῆς αἰθούσης ἤκουε μόνον ὁμιλίας, ἐξ ὧν οὐδεμίαν λέξιν διέκρινεν. Ἐπανῆλθεν εἰς τὴν κλίνην του καὶ ἐξηπλώθη. Τί νὰ συνέβη ἆρά γε; Δὲν ἦτο καὶ πολὺ περίεργος, καὶ δὲν τὸν ἔμελεν. Ἐν τούτοις ἔκαμε ποικίλας εἰκασίας περὶ τῆς αἰτίας τοῦ γενομένου θορύβου, καὶ μὲ τὰς εἰκασίας ἀπεκοιμήθη, διότι ἀρκετὰ εἶχε βαυκαλισθῆ ἤδη ἀπὸ τὰ ᾄσματα καὶ τοὺς χορούς. Οὔτε ἡ μήτηρ του δὲν τὸν εἶχε ναναρίσει ποτὲ τόσον ἡδυπαθῶς, ὅτε ἦτο παιδίον, ὅσον τὸν ἐνανάρισαν τὴν ἑσπέραν ἐκείνην αἱ κραυγαὶ καὶ αἱ διαχύσεις ὅλης τῆς γειτονιᾶς.
Μόνον μετὰ πολλὰς ἡμέρας συνέβη νὰ μάθῃ ἀπὸ τὴν Σταματούλαν, τὴν πλύστραν του, ἥτις τὰ ἤξευρεν ὅλα, ὅτι «ἐκεῖνος ὁ ἀξιωματικός, ὁ ξανθομούστακος, εἶχε θυμώσει, στὸ χορὸ ἀπάνου, μὲ ἕναν ποὺ φοροῦσε προσωπίδα… ποὺ εἶχε πειράξει μιὰ κόρη… ξαδέρφη τῶν κοριτσιῶν, καλέ!… ἀνιψιὰ τῆς κυρα-Ζαχαροῦς… ποὺ εἶχε ᾽ρθεῖ στὸν μπάλο μαζὶ μὲ τ᾽ ἀδέρφι της… καὶ μ᾽ ἕναν ἄλλον κύριον, ποὺ λὲν πὼς θὰ τὴν πάρῃ… Παντρεύουνται ὁ κόσμος, νὰ σοῦ πῶ, δὲν εἶναι σὰν ἐμᾶς… Πῶς θὰ γεννοβολήσουν, νὰ πληθύν᾽ ἡ πλάση;»
Σημειωτέον ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν Σταματούλαν, ἦτο μυστήριον διατί εἶχε χωρίσει τὸν ἄνδρα της. Ἀλλ᾽ αὐτὴ ἠγάπα πάντοτε νὰ ἰσχυρίζεται ὅτι ποτὲ δὲν εἶχεν ὑπανδρευθῆ. Ἦτο τριανταπέντε ἐτῶν, ὑψηλή, ἰσχνή, ὀστεώδης. Ἀλλὰ δὲν ὡμολόγει ποτὲ ὅτι ἦτο παραπάνω ἀπὸ εἰκοσιπέντε ἐτῶν. Ἡ Σταματούλα ἐξηκολούθησε:
«Κ᾽ ἕνας ἄλλος, ποὺ δὲ θέλησε νὰ βγάλῃ τὴν προσωπίδα του, τὴν εἶχε πειράξει, φαίνεται, στὸ χορὸ ἀπάνου… καὶ τότες ὁ ἀξιωματικός, ὁ ξανθομούστακος, ἐξεσπάθωσε, καὶ ἤθελε νὰ τόνε κόψῃ, καὶ τὸν εἶπε ἀφιλότιμο… κ᾽ ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἤθελε νὰ βγάλῃ τὴν προσωπίδα, τὰ πῆρε πλυμένα κι ἄπλυτα… καὶ τό ᾽στριψε μαζὶ μὲ ἄλλους δύο φίλους του, ποὺ εἶχαν ἔρθει μαζί… μὰ ἡ διαγωγὴ τοῦ ἀξιωματικοῦ τοῦ ξανθομούστακου ἔκαμε μιὰ ἐντύπωση… κ᾽ ἔδωκε εἰς ὅλους νάμι… κ᾽ οἱ δυὸ οἱ κόρες τῆς σπιτονοικοκυρᾶς τὸν ἀγαπήσανε… κ᾽ ἐκεῖνος δὲν ξέρει ποιὰ νὰ πάρῃ ποιὰ ν᾽ ἀφήσῃ… Μὰ νὰ σοῦ πῶ, ὣς τὴ Λαμπρὴ θαρρῶ πὼς θὰ ἔχουμε γάμους τῆς Κούλας μὲ τὸν ἀξιωματικὸ τὸν ξανθομούστακο… Παντρεύουνται ὁ κόσμος, νὰ σοῦ πῶ!…»
Τὴν αὐτὴν ἑσπέραν, καθ᾽ ἣν ἡ Σταματούλα διηγεῖτο ταῦτα εἰς τὸν Σπύρον, ὁ νέος ὠνειρεύθη ὅτι τοῦ ἔπεσεν εἷς τῶν ὀδόντων του, ἐκεῖνος ὅστις πρὸ πολλοῦ τοῦ ἐπόνει. Καὶ ἕως τὸ Πάσχα, ὅτε ἐτελοῦντο οἱ γάμοι τῆς Κούλας μετὰ τοῦ νεαροῦ ἀξιωματικοῦ, ἔπαυσαν ὁριστικῶς νὰ τοῦ πονοῦν οἱ ὀδόντες.
Γιατί κάποιοι δεν κοιτούν τους ανθρώπους στα μάτια;
Όταν επικοινωνούμε με κάποιον, αυτό που πραγματικά λέμε, είναι εξίσου σημαντικό με αυτό που κάνουμε με τα χέρια, τις εκφράσεις του προσώπου και τις κινήσεις μας. Στην πραγματικότητα, λέγεται ότι οι χειρονομίες αποτελούν έως και το 65% της επικοινωνιακής διαδικασίας. Παρόλα αυτά, σίγουρα έχετε συναντήσει ανθρώπους που δεν κοιτούν τους άλλους στα μάτια όταν μιλούν. Γιατί συμβαίνει αυτό; Θα προσπαθήσουμε να το διαλευκάνουμε με βάση επιστημονικές εξηγήσεις που παρουσιάστηκαν.
Η αποφυγή της οπτικής επαφής κατά την επικοινωνία μπορεί να έχει πολλαπλές αιτίες. Φυσικά, είναι σημαντικό να αποφύγετε υπεργενικεύσεις και υποθέσεις, όπως να υποθέσετε ότι το άτομο είναι ερωτευμένο μαζί σας ή νιώθει τύψεις για κάτι που έκανε. Εάν αυτό είναι συχνό φαινόμενο, είναι πιθανό κάποια υποκείμενη πάθηση να προκαλεί σε κάποιο άτομο να μην μπορεί να έχει οπτική επαφή.
Λόγοι για τους οποίους οι άνθρωποι δεν κοιτούν τους άλλους στα μάτια όταν μιλούν
Πριν σας παρουσιάσουμε τους λόγους για τους οποίους μερικοί άνθρωποι δεν κοιτούν τους άλλους στα μάτια όταν μιλούν, πρέπει να σας προειδοποιήσουμε για κάτι: Δεν θα υπάρχει πάντα μια κατάσταση που να εξηγεί αυτή τη συνήθεια.
Στην πραγματικότητα, υπάρχουν μερικοί άνθρωποι που απλά δεν κάνουν οπτική επαφή από προτίμηση ή ακόμα και επειδή αυτό διακόπτει τη διαδικασία της επικοινωνίας.
Από αυτή την άποψη, ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στο Cognition το 2016 επισημαίνει ότι η οπτική επαφή μπορεί να διακόψει ορισμένες γνωστικές διαδικασίες κατά τη διάρκεια της συνομιλίας. Μερικοί άνθρωποι μπορεί να έχουν πιο ευαίσθητο αυτόν τον μηχανισμό, επομένως θα προτιμούν να κοιτάζουν το πάτωμα, τα χέρια τους ή στο κενό για να συγκεντρωθούν σε αυτά που λένε και σε αυτά που ακούν.
Εκτός από αυτό, υπάρχουν και άλλες συνθήκες που εξηγούν γιατί οι άνθρωποι δεν κοιτούν τους άλλους στα μάτια.
Σε αυτό το άρθρο, συγκεντρώσαμε 5 από τους πιο σημαντικούς λόγους και θα εξηγήσουμε τι κρύβεται πίσω από αυτούς.
1. Κοινωνική αγχώδης διαταραχή
Είναι δυνατό να αναγνωρίσετε ένα άτομο με κοινωνική φοβία μιλώντας μαζί του. Πολύ χαρακτηριστικό είναι και αυτό που κάνουν με το βλέμμα τους.
Η κοινωνική αγχώδης διαταραχή, γνωστή και ως κοινωνικό άγχος, περιγράφεται ως ο παράλογος φόβος που αισθάνεται κάποιος για τον κόσμο.
Από την άλλη πλευρά, μια κοινωνική φοβία αναφέρεται στον παράλογο φόβο που εμφανίζεται σε κάποιον σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο. Υπό αυτή την έννοια, το να μιλάς δημόσια, να μοιράζεσαι χώρο με πολλούς ανθρώπους και να αντιμετωπίζεις αγνώστους, για παράδειγμα, μπορεί να γίνει μια αφόρητη κατάσταση εάν κάποιος έχει κοινωνική φοβία.
Σύμφωνα με ερευνητές, έως και το 6,5% του πληθυσμού πάσχει από κοινωνική φοβία, επομένως είναι μια πολύ κοινή διαταραχή. Ξεπερνά τη συστολή, καθώς εκδηλώνεται χρόνια. Ολόκληρη η ζωή του πληγέντος ατόμου συχνά ανατρέπεται, με αποτέλεσμα η εργασία, οι φιλίες, οι σπουδές και ο ελεύθερος χρόνος του να τίθενται συχνά σε κίνδυνο.
Ωστόσο, αυτή η διαταραχή αναπτύσσεται διαφορετικά σε διαφορετικούς ανθρώπους, αν και η αποφυγή της οπτικής επαφής είναι ένα από τα κλασικά συμπτώματα.
Ας ρίξουμε μια ματιά σε άλλα σημάδια κοινωνικής φοβίας:
2. Να μην κοιτάμε τους ανθρώπους στα μάτια: Σύνδρομο Άσπεργκερ
Αυτή είναι μια από τις καταστάσεις που συνθέτουν τη διαταραχή του φάσματος του αυτισμού. Σε γενικές γραμμές, επηρεάζει την ικανότητα κοινωνικοποίησης και επικοινωνίας με άλλους.
Μελέτες δείχνουν ότι έως και το 87% των ατόμων με αυτό το σύνδρομο αποφεύγουν την επαφή με τα μάτια. Το θεωρούν περιττό, όσο και ενοχλητικό και καταναγκαστικό. Από την άλλη πλευρά, μερικές φορές απλά δεν ξέρουν ότι πρέπει να έχουν οπτική επαφή.
Άλλες πτυχές της επικοινωνίας που επηρεάζονται από το σύνδρομο Asperger είναι οι εκφράσεις του προσώπου, η στάση του σώματος και η χρήση των χεριών για να συνοδεύουν την ομιλία. Έτσι, η επικοινωνία τους μπορεί επίσης να φαίνεται ρομποτική, τυποποιημένη, ακόμη και κωδικοποιημένη.
3. Ντροπαλότητα
Σε συνάφεια με την κοινωνική φοβία είναι η ντροπαλότητα. Δεν πάσχει όμως κάθε ντροπαλός από κοινωνική φοβία, κάτι που πρέπει να ληφθεί υπόψη εκ των προτέρων. Ωστόσο, μοιράζονται ορισμένα χαρακτηριστικά που αναπτύσσονται σε μικρότερο βαθμό. Αυτή δεν είναι μια μοναδική ή γενική στάση, αλλά εκδηλώνεται διαφορετικά σε κάθε άτομο.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ορισμένοι ειδικοί έχουν προτείνει την ακόλουθη ταξινόμηση: ντροπαλός-κοινωνικός, ντροπαλός-μη κοινωνικός, όχι πολύ ντροπαλός-κοινωνικός και όχι πολύ ντροπαλός-μη κοινωνικός. Ένα σύμπτωμα που όλοι μοιράζονται σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό είναι η απόκλιση του βλέμματός τους, ακόμη και στο σημείο να μην υπάρχει οπτική επαφή όταν μιλούν με άλλα άτομα.
Από μόνη της, η ντροπαλότητα δεν είναι διαταραχή, αν και μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις ενός ατόμου. Μπορεί επίσης να εξελιχθεί σε επεισόδια άγχους ή κατάθλιψης, γι’ αυτό συνιστάται να αναζητήσετε επαγγελματική βοήθεια για να ξεπεράσετε την ντροπαλότητα και έτσι να αποτρέψετε αυτά και άλλα επακόλουθα.
4. Να μην κοιτάμε τους ανθρώπους στα μάτια: Χαμηλή αυτοεκτίμηση
Μια ανύπαρκτη ή χαμηλή αυτό-αντίληψη μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο ένα άτομο σχετίζεται με τους άλλους. Αυτό περιλαμβάνει το απλό γεγονός της αποτροπής του βλέμματος κατά τη συνομιλία.
Μια άλλη πιθανή εξήγηση για το γιατί οι άνθρωποι δεν κοιτούν τους ανθρώπους στα μάτια είναι η χαμηλή αυτοεκτίμηση. Αυτό αναφέρεται στο σύνολο των αρνητικών αντιλήψεων, συναισθημάτων και σκέψεων για τον εαυτό του. Υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους οποίους η χαμηλή αυτοεκτίμηση εκδηλώνεται σε ένα άτομο, μερικοί από τους οποίους είναι εμφανείς στη διαδικασία της επικοινωνίας.
Για παράδειγμα, ορισμένα σημάδια περιλαμβάνουν το να μιλάς με πολύ χαμηλή φωνή, να φοβάσαι να εκφράσεις ή να υπερασπιστείς απόψεις, να αισθάνεσαι άβολα σε μεγάλες ομάδες και, φυσικά, να αποφεύγεις την οπτική επαφή. Όσοι πάσχουν από χαμηλή αυτοεκτίμηση φοβούνται να κριθούν ανά πάσα στιγμή, επομένως θα προσπαθήσουν να περάσουν απαρατήρητοι με κάθε δυνατό τρόπο.
5. Διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας
Τέλος, είναι επίσης πιθανό οι άνθρωποι που δεν κοιτούν στα μάτια τους άλλους να υποφέρουν από Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας. Πρόκειται για μια χρόνια πάθηση που έχει πολλαπλές εκδηλώσεις, οι οποίες ξεκινούν από την παιδική ηλικία και μπορούν να επεκταθούν στην ενήλικη ζωή.
Μια ποικιλία στοιχείων συνδυάζονται για να κάνουν αυτούς τους ανθρώπους να αποφεύγουν την οπτική επαφή. Για παράδειγμα, συχνά τους είναι δύσκολο να κάνουν την εργασία τους, τείνουν να αποσπώνται εύκολα, ορισμένες δραστηριότητες τους κάνουν ανήσυχους και δεν μπορούν να εκτελέσουν εντολές.
Δεν υπάρχει πάντα λόγος
Λάβετε υπόψη αυτό που αναφέραμε στην αρχή: μερικές φορές δεν υπάρχει αντικειμενικός λόγος για αυτήν τη συμπεριφορά. Μερικοί προτιμούν να εστιάζουν στις ιδέες και τις σκέψεις τους όταν μιλούν για να μην χάσουν τον ειρμό αυτού που λένε. Αυτό μπορεί να τους οδηγήσει στην παραμέληση των χειρονομιών, συμπεριλαμβανομένης της επαφής με τα μάτια ή όχι.
Και φυσικά, πολλές άλλες συνθήκες μπορούν να εξηγήσουν το γεγονός ότι οι άνθρωποι αποφεύγουν να κάνουν οπτική επαφή κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν ακόμη και παροδικές καταστάσεις, όπως η απόσπαση της προσοχής λόγω ανησυχίας, ανασφάλειας και κούρασης, που μπορούν να το εξηγήσουν αυτό.
Ευτυχώς, όλες οι παραπάνω καταστάσεις μπορούν να αντιμετωπιστούν και το άτομο μπορεί να μάθει δεξιότητες αλληλεπίδρασης και να αποδώσει καλύτερα κατά την επικοινωνία. Με αυτόν τον τρόπο, μπορούν να δημιουργηθούν κανονικές κοινωνικές σχέσεις.
Η αποφυγή της οπτικής επαφής κατά την επικοινωνία μπορεί να έχει πολλαπλές αιτίες. Φυσικά, είναι σημαντικό να αποφύγετε υπεργενικεύσεις και υποθέσεις, όπως να υποθέσετε ότι το άτομο είναι ερωτευμένο μαζί σας ή νιώθει τύψεις για κάτι που έκανε. Εάν αυτό είναι συχνό φαινόμενο, είναι πιθανό κάποια υποκείμενη πάθηση να προκαλεί σε κάποιο άτομο να μην μπορεί να έχει οπτική επαφή.
Λόγοι για τους οποίους οι άνθρωποι δεν κοιτούν τους άλλους στα μάτια όταν μιλούν
Πριν σας παρουσιάσουμε τους λόγους για τους οποίους μερικοί άνθρωποι δεν κοιτούν τους άλλους στα μάτια όταν μιλούν, πρέπει να σας προειδοποιήσουμε για κάτι: Δεν θα υπάρχει πάντα μια κατάσταση που να εξηγεί αυτή τη συνήθεια.
Στην πραγματικότητα, υπάρχουν μερικοί άνθρωποι που απλά δεν κάνουν οπτική επαφή από προτίμηση ή ακόμα και επειδή αυτό διακόπτει τη διαδικασία της επικοινωνίας.
Από αυτή την άποψη, ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στο Cognition το 2016 επισημαίνει ότι η οπτική επαφή μπορεί να διακόψει ορισμένες γνωστικές διαδικασίες κατά τη διάρκεια της συνομιλίας. Μερικοί άνθρωποι μπορεί να έχουν πιο ευαίσθητο αυτόν τον μηχανισμό, επομένως θα προτιμούν να κοιτάζουν το πάτωμα, τα χέρια τους ή στο κενό για να συγκεντρωθούν σε αυτά που λένε και σε αυτά που ακούν.
Εκτός από αυτό, υπάρχουν και άλλες συνθήκες που εξηγούν γιατί οι άνθρωποι δεν κοιτούν τους άλλους στα μάτια.
Σε αυτό το άρθρο, συγκεντρώσαμε 5 από τους πιο σημαντικούς λόγους και θα εξηγήσουμε τι κρύβεται πίσω από αυτούς.
1. Κοινωνική αγχώδης διαταραχή
Είναι δυνατό να αναγνωρίσετε ένα άτομο με κοινωνική φοβία μιλώντας μαζί του. Πολύ χαρακτηριστικό είναι και αυτό που κάνουν με το βλέμμα τους.
Η κοινωνική αγχώδης διαταραχή, γνωστή και ως κοινωνικό άγχος, περιγράφεται ως ο παράλογος φόβος που αισθάνεται κάποιος για τον κόσμο.
Από την άλλη πλευρά, μια κοινωνική φοβία αναφέρεται στον παράλογο φόβο που εμφανίζεται σε κάποιον σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο. Υπό αυτή την έννοια, το να μιλάς δημόσια, να μοιράζεσαι χώρο με πολλούς ανθρώπους και να αντιμετωπίζεις αγνώστους, για παράδειγμα, μπορεί να γίνει μια αφόρητη κατάσταση εάν κάποιος έχει κοινωνική φοβία.
Σύμφωνα με ερευνητές, έως και το 6,5% του πληθυσμού πάσχει από κοινωνική φοβία, επομένως είναι μια πολύ κοινή διαταραχή. Ξεπερνά τη συστολή, καθώς εκδηλώνεται χρόνια. Ολόκληρη η ζωή του πληγέντος ατόμου συχνά ανατρέπεται, με αποτέλεσμα η εργασία, οι φιλίες, οι σπουδές και ο ελεύθερος χρόνος του να τίθενται συχνά σε κίνδυνο.
Ωστόσο, αυτή η διαταραχή αναπτύσσεται διαφορετικά σε διαφορετικούς ανθρώπους, αν και η αποφυγή της οπτικής επαφής είναι ένα από τα κλασικά συμπτώματα.
Ας ρίξουμε μια ματιά σε άλλα σημάδια κοινωνικής φοβίας:
- Άκαμπτη στάση σώματος κατά την επικοινωνία
- Ομιλία με πολύ απαλή και χαμηλή φωνή
- Εφίδρωση, τρέμουλο και κοκκίνισμα
- Ταχυκαρδία
- Φοβισμένη στάση (ειδικά μπροστά σε αγνώστους)
- Η ανεξέλεγκτη ανάγκη αποφυγής χώρων όπου υπάρχει πολύς κόσμος
2. Να μην κοιτάμε τους ανθρώπους στα μάτια: Σύνδρομο Άσπεργκερ
Αυτή είναι μια από τις καταστάσεις που συνθέτουν τη διαταραχή του φάσματος του αυτισμού. Σε γενικές γραμμές, επηρεάζει την ικανότητα κοινωνικοποίησης και επικοινωνίας με άλλους.
Μελέτες δείχνουν ότι έως και το 87% των ατόμων με αυτό το σύνδρομο αποφεύγουν την επαφή με τα μάτια. Το θεωρούν περιττό, όσο και ενοχλητικό και καταναγκαστικό. Από την άλλη πλευρά, μερικές φορές απλά δεν ξέρουν ότι πρέπει να έχουν οπτική επαφή.
Άλλες πτυχές της επικοινωνίας που επηρεάζονται από το σύνδρομο Asperger είναι οι εκφράσεις του προσώπου, η στάση του σώματος και η χρήση των χεριών για να συνοδεύουν την ομιλία. Έτσι, η επικοινωνία τους μπορεί επίσης να φαίνεται ρομποτική, τυποποιημένη, ακόμη και κωδικοποιημένη.
3. Ντροπαλότητα
Σε συνάφεια με την κοινωνική φοβία είναι η ντροπαλότητα. Δεν πάσχει όμως κάθε ντροπαλός από κοινωνική φοβία, κάτι που πρέπει να ληφθεί υπόψη εκ των προτέρων. Ωστόσο, μοιράζονται ορισμένα χαρακτηριστικά που αναπτύσσονται σε μικρότερο βαθμό. Αυτή δεν είναι μια μοναδική ή γενική στάση, αλλά εκδηλώνεται διαφορετικά σε κάθε άτομο.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ορισμένοι ειδικοί έχουν προτείνει την ακόλουθη ταξινόμηση: ντροπαλός-κοινωνικός, ντροπαλός-μη κοινωνικός, όχι πολύ ντροπαλός-κοινωνικός και όχι πολύ ντροπαλός-μη κοινωνικός. Ένα σύμπτωμα που όλοι μοιράζονται σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό είναι η απόκλιση του βλέμματός τους, ακόμη και στο σημείο να μην υπάρχει οπτική επαφή όταν μιλούν με άλλα άτομα.
Από μόνη της, η ντροπαλότητα δεν είναι διαταραχή, αν και μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις ενός ατόμου. Μπορεί επίσης να εξελιχθεί σε επεισόδια άγχους ή κατάθλιψης, γι’ αυτό συνιστάται να αναζητήσετε επαγγελματική βοήθεια για να ξεπεράσετε την ντροπαλότητα και έτσι να αποτρέψετε αυτά και άλλα επακόλουθα.
4. Να μην κοιτάμε τους ανθρώπους στα μάτια: Χαμηλή αυτοεκτίμηση
Μια ανύπαρκτη ή χαμηλή αυτό-αντίληψη μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο ένα άτομο σχετίζεται με τους άλλους. Αυτό περιλαμβάνει το απλό γεγονός της αποτροπής του βλέμματος κατά τη συνομιλία.
Μια άλλη πιθανή εξήγηση για το γιατί οι άνθρωποι δεν κοιτούν τους ανθρώπους στα μάτια είναι η χαμηλή αυτοεκτίμηση. Αυτό αναφέρεται στο σύνολο των αρνητικών αντιλήψεων, συναισθημάτων και σκέψεων για τον εαυτό του. Υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους οποίους η χαμηλή αυτοεκτίμηση εκδηλώνεται σε ένα άτομο, μερικοί από τους οποίους είναι εμφανείς στη διαδικασία της επικοινωνίας.
Για παράδειγμα, ορισμένα σημάδια περιλαμβάνουν το να μιλάς με πολύ χαμηλή φωνή, να φοβάσαι να εκφράσεις ή να υπερασπιστείς απόψεις, να αισθάνεσαι άβολα σε μεγάλες ομάδες και, φυσικά, να αποφεύγεις την οπτική επαφή. Όσοι πάσχουν από χαμηλή αυτοεκτίμηση φοβούνται να κριθούν ανά πάσα στιγμή, επομένως θα προσπαθήσουν να περάσουν απαρατήρητοι με κάθε δυνατό τρόπο.
5. Διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας
Τέλος, είναι επίσης πιθανό οι άνθρωποι που δεν κοιτούν στα μάτια τους άλλους να υποφέρουν από Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας. Πρόκειται για μια χρόνια πάθηση που έχει πολλαπλές εκδηλώσεις, οι οποίες ξεκινούν από την παιδική ηλικία και μπορούν να επεκταθούν στην ενήλικη ζωή.
Μια ποικιλία στοιχείων συνδυάζονται για να κάνουν αυτούς τους ανθρώπους να αποφεύγουν την οπτική επαφή. Για παράδειγμα, συχνά τους είναι δύσκολο να κάνουν την εργασία τους, τείνουν να αποσπώνται εύκολα, ορισμένες δραστηριότητες τους κάνουν ανήσυχους και δεν μπορούν να εκτελέσουν εντολές.
Δεν υπάρχει πάντα λόγος
Λάβετε υπόψη αυτό που αναφέραμε στην αρχή: μερικές φορές δεν υπάρχει αντικειμενικός λόγος για αυτήν τη συμπεριφορά. Μερικοί προτιμούν να εστιάζουν στις ιδέες και τις σκέψεις τους όταν μιλούν για να μην χάσουν τον ειρμό αυτού που λένε. Αυτό μπορεί να τους οδηγήσει στην παραμέληση των χειρονομιών, συμπεριλαμβανομένης της επαφής με τα μάτια ή όχι.
Και φυσικά, πολλές άλλες συνθήκες μπορούν να εξηγήσουν το γεγονός ότι οι άνθρωποι αποφεύγουν να κάνουν οπτική επαφή κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν ακόμη και παροδικές καταστάσεις, όπως η απόσπαση της προσοχής λόγω ανησυχίας, ανασφάλειας και κούρασης, που μπορούν να το εξηγήσουν αυτό.
Ευτυχώς, όλες οι παραπάνω καταστάσεις μπορούν να αντιμετωπιστούν και το άτομο μπορεί να μάθει δεξιότητες αλληλεπίδρασης και να αποδώσει καλύτερα κατά την επικοινωνία. Με αυτόν τον τρόπο, μπορούν να δημιουργηθούν κανονικές κοινωνικές σχέσεις.
Παραγγελία . . . πίτσας, στο Μέλλον
- Γειά σας. Είναι η "Gordon Pizza" εκεί ;
- Όχι, κύριε, είναι η "Google Pizza". . .
- Οπότε, μάλλον, έχω πάρει λάθος νούμερο ;
- Όχι, κύριε, σωστά πήρατε. Η "Google Pizza" αγόρασε την "Gordon Pizza".
- Εντάξει , να σας δώσω, τότε, την παραγγελία μου . . .
- Λοιπόν, κύριε, θα θέλατε τη συνηθισμένη pizza σας ;
- Τη συνηθισμένη μου ; Καλά εσείς με ξέρετε και ξέρετε και τι μ' αρέσει ;
- Σύμφωνα, κύριε, με τον τηλεφωνητή μας, τις τελευταίες 23 φορές, έχετε παραγγείλει πίτσα, με ζαμπόν, τυρί, λουκάνικο και αφράτη ζύμη !
- Εντάξει, εντάξει, αυτή είναι που θέλω . . .
- Θα μπορούσα, να σας προτείνω, αυτή τη φορά, να προσθέσουμε και τυρί Ricotta, με aragula και λιαστή ντομάτα . . .
- Όχι, όχι,.... σιχαίνομαι τα λαχανικά . . .
- Ναι, αλλά, η χοληστερίνη σας είναι αρκετά υψηλή !
- Και πού το ξέρεις εσύ ;
- Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των αιματολογικών σας εξετάσεων, των τελευταίων 7 ετών, τα οποία προμηθευόμαστε, από το εργαστήριο που πηγαίνετε!
- Εντάξει, αλλά επιμένω στην κανονική pizza, που παίρνω. Άλλωστε, παίρνω φάρμακα για τη χοληστερίνη . . .
- Ναι, κύριε, αλλά δεν τα παίρνετε κανονικά. Τις τελευταίες 73 μέρες, πήρατε ένα κουτί, που περιείχε 32 χάπια, από διαφημιστική εκπομπή !
- Ναι, αλλά πήρα κι άλλα από το πλησιέστερο φαρμακείο που ψωνίζω !
- Αυτό, όμως, δεν φαίνεται στην κίνηση της πιστωτικής σας κάρτας !
- Ναι, γιατί πλήρωσα με μετρητά . . .
- Σωστά, αλλά, από τη φορολογική σας δήλωση, δεν προκύπτει αυτή η κίνηση τόσων μετρητών, για διάφορα φαρμακευτικά έξοδα !
- Ναι, γιατί έχω κι άλλες πηγές εσόδων, σε μετρητά . . .
- Αυτό, πάντως, δεν φαίνεται στο τελευταίο εκκαθαριστικό της Εφορίας που πήρατε, εκτός κι αν προέρχεται από αδήλωτα εισοδήματα ! ! !
- Ε ! Άϊ-σιχτίρ από δω ! Αρκετά ! Βαρέθηκα και το Google, το Facebook, το Twitter, το WhatsUp, το Internet κι όλα τα σκατά ! Θα πάω σ' ένα έρημο νησάκι, στη μέση του Ειρηνικού, να βρω την ησυχία μου, όπου δεν θα υπάρχουν ούτε κινητά τηλέφωνα, ούτε τηλεοράσεις & να μην μπορεί κανένας δορυφόρος να με κατασκοπεύει!
- Σας καταλαβαίνω απόλυτα, κύριε. Αλλά, θα πρέπει, πρώτα, να κάνετε ανανέωση του διαβατηρίου σας, που έχει πάψει να ισχύει, εδώ και 2 χρόνια, 3 μήνες, 21 μέρες, 5 ώρες, 18 λεπτά και 27,3 δεύτερα !
- Όχι, κύριε, είναι η "Google Pizza". . .
- Οπότε, μάλλον, έχω πάρει λάθος νούμερο ;
- Όχι, κύριε, σωστά πήρατε. Η "Google Pizza" αγόρασε την "Gordon Pizza".
- Εντάξει , να σας δώσω, τότε, την παραγγελία μου . . .
- Λοιπόν, κύριε, θα θέλατε τη συνηθισμένη pizza σας ;
- Τη συνηθισμένη μου ; Καλά εσείς με ξέρετε και ξέρετε και τι μ' αρέσει ;
- Σύμφωνα, κύριε, με τον τηλεφωνητή μας, τις τελευταίες 23 φορές, έχετε παραγγείλει πίτσα, με ζαμπόν, τυρί, λουκάνικο και αφράτη ζύμη !
- Εντάξει, εντάξει, αυτή είναι που θέλω . . .
- Θα μπορούσα, να σας προτείνω, αυτή τη φορά, να προσθέσουμε και τυρί Ricotta, με aragula και λιαστή ντομάτα . . .
- Όχι, όχι,.... σιχαίνομαι τα λαχανικά . . .
- Ναι, αλλά, η χοληστερίνη σας είναι αρκετά υψηλή !
- Και πού το ξέρεις εσύ ;
- Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των αιματολογικών σας εξετάσεων, των τελευταίων 7 ετών, τα οποία προμηθευόμαστε, από το εργαστήριο που πηγαίνετε!
- Εντάξει, αλλά επιμένω στην κανονική pizza, που παίρνω. Άλλωστε, παίρνω φάρμακα για τη χοληστερίνη . . .
- Ναι, κύριε, αλλά δεν τα παίρνετε κανονικά. Τις τελευταίες 73 μέρες, πήρατε ένα κουτί, που περιείχε 32 χάπια, από διαφημιστική εκπομπή !
- Ναι, αλλά πήρα κι άλλα από το πλησιέστερο φαρμακείο που ψωνίζω !
- Αυτό, όμως, δεν φαίνεται στην κίνηση της πιστωτικής σας κάρτας !
- Ναι, γιατί πλήρωσα με μετρητά . . .
- Σωστά, αλλά, από τη φορολογική σας δήλωση, δεν προκύπτει αυτή η κίνηση τόσων μετρητών, για διάφορα φαρμακευτικά έξοδα !
- Ναι, γιατί έχω κι άλλες πηγές εσόδων, σε μετρητά . . .
- Αυτό, πάντως, δεν φαίνεται στο τελευταίο εκκαθαριστικό της Εφορίας που πήρατε, εκτός κι αν προέρχεται από αδήλωτα εισοδήματα ! ! !
- Ε ! Άϊ-σιχτίρ από δω ! Αρκετά ! Βαρέθηκα και το Google, το Facebook, το Twitter, το WhatsUp, το Internet κι όλα τα σκατά ! Θα πάω σ' ένα έρημο νησάκι, στη μέση του Ειρηνικού, να βρω την ησυχία μου, όπου δεν θα υπάρχουν ούτε κινητά τηλέφωνα, ούτε τηλεοράσεις & να μην μπορεί κανένας δορυφόρος να με κατασκοπεύει!
- Σας καταλαβαίνω απόλυτα, κύριε. Αλλά, θα πρέπει, πρώτα, να κάνετε ανανέωση του διαβατηρίου σας, που έχει πάψει να ισχύει, εδώ και 2 χρόνια, 3 μήνες, 21 μέρες, 5 ώρες, 18 λεπτά και 27,3 δεύτερα !
Η Σφαγή του Άργους
Τον Αύγουστο του 1828 αποβιβάστηκαν στην Πελοπόννησο γαλλικά στρατεύματα υπό τον έμπειρο στρατηγό Nicolas-Joseph Maison. Περίπου 15 χιλιάδες άνδρες αποτελούσαν το γαλλικό εκστρατευτικό σώμα του Μωριά (Expédition de Morée), που κύριο στόχο είχε την εκδίωξη των τουρκοαιγυπτιακών στρατευμάτων από τον Μωριά και την συνδρομή στην διοίκηση του Καποδίστρια. Πίσω, όμως, από τους φανερούς και διακηρυγμένους στόχους υπέφωσκε και μια λιγότερο ορατή στόχευση των Γάλλων. Τον Απρίλιο του 1828 είχε ξεσπάσει πόλεμος ανάμεσα στην Ρωσία και την Τουρκία, γεγονός που είχε θέσει σε εγρήγορση τις άλλες δυο Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής, Αγγλία και Γαλλία. Η συνεχής πτώση του γοήτρου και των πολεμικών δυνατοτήτων του Μεγάλου ασθενούς ανησύχησαν σφόδρα τις κυβερνήσεις της Αγγλίας και της Γαλλίας που φοβήθηκαν μήπως η φιλορωσική διακυβέρνηση του Καποδίστρια επιχειρήσει κάποια συνεννόηση με την Αγία Πετρούπολη. Για τούτο και αποφάσισαν ότι θα ήταν σώφρων κίνηση να σταλεί ένα εκστρατευτικό σώμα στον Μωριά που θα εμπόδιζε οποιαδήποτε αναπάντεχη κίνηση από πλευράς Καποδίστρια. Όπως το έθεσε λίγο αργότερα ο Γάλλος διπλωμάτης δούκας De Broglie: «Η γαλλική κυβέρνησις δεν έβλεπεν άνευ μεγάλης ανησυχίας απάσας τας δυνάμεις της Ρωσίας διαχεομένας εις τας βορείους επαρχίας της Τουρκίας και την Τουρκίαν κινδυνεύουσαν δια μιας και μόνης μάχης να παραδοθή εις την Ρωσίαν. Δια τούτο διενοήθη τότε να προλάβη τον κίνδυνον καταλαμβάνουσα δια στρατού την Πελοπόννησον». Όσο η Οθωμανική αυτοκρατορία λειτουργούσε ως εμπόδιο στην κάθοδο της Ρωσίας στα θερμά ύδατα της Μεσογείου η Αγγλία και η Γαλλία εγγυούνταν την ακεραιότητα της.
Από τον Σεπτέμβριο του 1832 η κυβέρνηση είχε ανατεθεί από τις Μεγάλες Δυνάμεις στην τριανδρία Α. Ζαΐμη, Α. Μεταξά και Ι. Κωλέτη, με τον τελευταίο να είναι μάλλον ο πραγματικός ιθύνων νους της κυβέρνησης. Η εξουσία που απολάμβανε, όμως, αυτή η κυβέρνηση δεν ξεπερνούσε τα όρια των τειχών του Ναυπλίου… Εκτός των τειχών επικρατούσε πλήρης αναρχία. Τα ρουμελιώτικά άτακτα στρατεύματα, που είχαν στηρίξει τον Κωλέτη στον αγώνα του ενάντια στον αδερφό του δολοφονηθέντος Ι. Καποδίστρια, Αυγουστίνο, είχαν επιδοθεί πλέον σε ένα άνευ προηγουμένου πλιάτσικο στην Πελοπόννησο, αφού η κυβέρνηση αδυνατούσε να τους πληρώσει τους μισθούς. Μισθούς που κατ’ ουσίαν ο Κωλέτης τους είχε υποσχεθεί μόλις θα καταλάμβαναν το Ναύπλιο… Προκειμένου λοιπόν να σώσει την εξουσία του ο παμπόνηρος Ηπειρώτης, επέτρεψε στα ρουμελιώτικα στρατεύματα να πλιατσικολογήσουν ό,τι μπορούσαν από την Πελοπόννησο. Οι Πελοποννήσιοι οπλαρχηγοί, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν κάθισαν με σταυρωμένα τα χέρια. Ο Κολοκοτρώνης κατάφερε να προσεγγίσει το Ναύπλιο, όπου βρήκε θερμή υποδοχή, και συναντήθηκε με τους ναυάρχους Ρίκορντ και Χόθαμ, παρουσιάζοντάς τους με τα μελανότερα χρώματα την κατάσταση στην Πελοπόννησο. Σφόδρα επικριτικός απέναντι στην κυβέρνηση του Ναυπλίου, που αδυνατούσε να επιβάλλει στοιχειωδώς την τάξη στην επικράτεια, προσφέρθηκε ο ίδιος να δαμάσει την κατάσταση με τις δυνάμεις του. Τόνισε ότι ένας στρατός περίπου 8.000 ανδρών υπό τις διαταγές του μπορούσε να συγκεντρωθεί σε λίγες ημέρες στην πεδιάδα του Άργους και απαίτησε τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης. Ο Κολοκοτρώνης, όπως και ο Κριεζιώτης στην βόρεια Πελοπόννησο, είχαν εγκαταστήσει μια de facto προσωπική κυβέρνηση στις περιοχές που ήλεγχαν, συλλέγοντας φόρους και υποκαθιστώντας πλήρως τις κυβερνητικές λειτουργίες. Μάλιστα κατά τον Μπαρτόλντυ ο Κριεζιώτης είχε ιδρύσει στην περιοχή του μια «στρατιωτικήν τινά βιαιοκρατίαν»… Στόχος τόσο του Κολοκοτρώνη όσο και του Κωλέτη ήταν να κατέχουν όσο το δυνατόν περισσότερο μερίδιο της εξουσίας όταν θα ερχόταν ο βασιλιάς. Και όσο πλησίαζε η μέρα της άφιξης του βασιλιά, τόσο εντείνονταν η τυραννία των πενόμενων αγροτών και η λεηλάτηση των επαρχιών…
Έχοντας ζυγίσει την κατάσταση ο Κολοκοτρώνης άρχισε να συγκεντρώνει στρατεύματα στο Άργος με σκοπό να είναι έτοιμος για την υποδοχή του βασιλιά και να παρουσιαστεί ως η μόνη δύναμη που θα εγγυόταν την τάξη και την ασφάλεια. Μπροστά σε μια τέτοια πρόκληση η κυβέρνηση του Ναυπλίου δεν έμεινε με σταυρωμένα χέρια. Άλλωστε εδώ κρινόταν η ίδια της ύπαρξη… Και εδώ μπαίνουν στο πολιτικό παιχνίδι οι Γάλλοι στρατιώτες της Expédition de Morée. Ο Κωλέτης, που διατηρούσε άριστες σχέσεις με τους Γάλλους, καθόσον αυτοί εγγυούνταν την πολιτική του θέση, γρήγορα διείδε την τακτική του Κολοκοτρώνη και κάλεσε αμέσως γαλλικά στρατεύματα να καταλάβουν την πόλη του Άργους. Τα γαλλικά στρατεύματα, τα οποία αρχικά ήταν επιφορτισμένα με την επίβλεψη της εκκένωσης του Μωριά από τους Αιγύπτιους του Ιμπραήμ, τώρα καλούνταν σε ένα νέο ρόλο, αυτόν της επιβολής της εξουσίας της κυβέρνησης του Ναυπλίου. Σωστά σημειώνει ο Μπαρτόλντυ για την θέση της κυβερνητικής τριανδρίας τα εξής: «Η πανταχόθεν πολεμουμένη τριανδρία του Ναυπλίου καλώς εγνώριζεν, ότι οι οπλαρχηγοί και η Γερουσία είχον τον φιλόδοξον πόθον να αντιπροσωπεύωσι το ελληνικόν έθνος κατά την άφιξη του ηγεμόνος και να παραστώσιν ενώπιον του μέλλοντος βασιλέως ως οι κύριοι, οίτινες μετέδιδον ούτως ειπείν αυτώ την αρχήν». Κάτι τέτοιο, βέβαια, αποτελούσε ίσως τον χειρότερο εφιάλτη του Κωλέτη, αφού «γκουβέρνο» χωρίς αυτόν στην κεφαλή ήταν αδιανόητο…
Έτσι, αμέσως τέσσερεις λόχοι Γάλλων του 21ου συντάγματος με δυο πυροβόλα υπό τον ταγματάρχη Νώδ κατευθύνθηκαν προς το Άργος και εν συνεχεία ακόμη τέσσερεις λόχοι υπό τον συνταγματάρχη Στοφέλ έφθασαν στην πόλη. Μάλιστα, οι λόχοι του συνταγματάρχη Στοφέλ ερχόμενοι από την Μεσσηνία, περνώντας από την Τρίπολη φιλοξενήθηκαν από τον Κολοκοτρώνη, ο οποίος όμως σχεδίαζε να τους επιτεθεί αιφνιδιαστικά, αλλά τον συγκράτησε ο Χατζή- Χρήστος, θεωρώντας το Άργος ως καλύτερο τόπο για την αναμέτρηση… Στο Άργος είχαν ήδη λάβει θέσεις άτακτα ελληνικά στρατεύματα του Τσώκρη, του Κριεζιώτη και του Καλλέργη, ενώ από μέρα σε μέρα αναμένονταν και άλλα του Κολοκοτρώνη. Η θέα των Γάλλων εξερέθισε σφόδρα τους Έλληνες, αλλά συγκρατήθηκαν και δεν επιτέθηκαν αμέσως. Όπως παρατηρεί και ο Γ. Κρέμος: « [οι Γάλλοι] εύρον τους μεν τους Έλληνας εχθρικώς διακειμένους, αλλ’ ουδέποτ’ επίστευον ότι θα ήρχοντο εις χείρας άνευ σπουδαίας ανάγκης. Τούτου ένεκα οι Γάλλοι στρατιώται περιήρχοντο άοπλοι». Από την μεριά τους οι Έλληνες βλέποντας τους Γάλλους στρατιώτες να έρχονται με τους βαρείς σάκους εκστρατείας στους ώμους τους ταλαιπωρημένοι έλεγαν, στρίβοντας τα πλούσια μουστάκια τους: «Αχ, καημένα στρατιωτάκια, πόσοι από σας δεν θα δουν το νέο φεγγάρι»…
Η άφιξη των λόχων του Στοφέλ υπήρξε ο καταλύτης των μετέπειτα γεγονότων. Καθώς ο στρατώνας της πόλης ήταν κατειλημμένος από τους λόχους του ταγματάρχη Νώδ, ο Στοφέλ επέλεξε να κάνει κέντρο της διοίκησης το πιο γνωστό μέγαρο της πόλης, αυτό που ανήκε στον Καλλέργη. Εκεί οι Γάλλοι βρήκαν μόνο την πανέμορφη σύζυγο του Καλλέργη, Σοφία Ρέντη, καθώς και έναν Έλληνα αξιωματικό ονόματι Ιωάννη Καλισγούρο. Όταν οι Γάλλοι απαίτησαν την εκκένωση της οικίας ο Καλισγούρος αρνήθηκε και απείλησε να ανοίξει πυρ. Οι Γάλλοι εξοργισμένοι κατάφεραν να αφοπλίσουν τον Έλληνα υπολοχαγό και όταν αυτός προσέβαλε την γαλλική σημαία αποφάσισαν να τον εκτελέσουν. Η εκτέλεση του την επόμενη μέρα 15 Ιανουαρίου 1833 σήμανε την αρχή των εχθροπραξιών. Μια γαλλική περίπολος δέχτηκε την πρώτη επίθεση των περίπου 800 συγκεντρωμένων ελληνικών στρατευμάτων με απώλειες τρεις άνδρες. Αμέσως τα γαλλικά στρατεύματα βγήκαν συντεταγμένα από τον στρατώνα, παρατάχτηκαν στους δρόμους του Άργους και έβαλαν αδιακρίτως εναντίον οιουδήποτε… Τα περισσότερα παλικάρια επέλεξαν να υποχωρήσουν μπροστά στην δύναμη πυρός των Γάλλων, οι οποίοι έκαναν ευρεία χρήση των πυροβόλων προκαλώντας πανικό στους επιτιθέμενους. Μέσα σε περίπου 4 ώρες η κατάσταση είχε ξεκαθαρίσει. Οι Έλληνες είχαν περίπου 160 νεκρούς, μεταξύ των οποίων και γυναίκες και παιδιά, όπως μας πληροφορεί ο Πρόκες- Όστεν, ενώ οι Γάλλοι είχαν περίπου 40 νεκρούς και τραυματίες. Σύμφωνα με τον Γ. Κρέμο: «Ουδέποτε κατησχύνθησαν Έλληνες οπλίται τοσούτον, όσον κατά την συμπλοκή ταύτην». Ο Κριεζιώτης συνελήφθη από τους Γάλλους, ενώ ο Τσόκρης μόλις και κατάφερε να ξεφύγει, καλυπτόμενος σ’ έναν στάβλο.
Τα αποτελέσματα αυτής της σφαγής έγιναν αμέσως αισθητά. Οι τάξεις των αντικυβερνητικών γέμισαν από αγανακτισμένους που έριχναν όλο το φταίξιμο στους Γάλλους. Τα γαλλικά στρατεύματα έγιναν ακόμη πιο μισητά, ακόμη και σε υποστηρικτές της κυβέρνησης του Ναυπλίου, αφού φέρθηκαν ως δύναμη κατοχής, ανοίγοντας πυρ αδιακρίτως ακόμη και σε γυναικόπαιδα. Ο Κωλέτης θεωρήθηκε ως κύριος υπεύθυνος, ενώ ο Κολοκοτρώνης βγήκε ιδιαίτερα ευνοημένος από την τροπή των πραγμάτων. Όλοι πάντως αντιλήφθηκαν το κόστος των ξενικών επεμβάσεων στην εσωτερική κατάσταση της Ελλάδας. Τέλος στο επεισόδιο έδωσε η αναγγελία της εμφάνισης του συμμαχικού στόλου ανοιχτά του Ναβαρίνου που μετέφερε τον μελλοντικό βασιλιά. Η περίπου διετής περίοδος πλήρους αναρχίας και εμφύλιων συγκρούσεων λάμβανε τέλος μ’ έναν εξίσου τραγικό τρόπο.
Από τον Σεπτέμβριο του 1832 η κυβέρνηση είχε ανατεθεί από τις Μεγάλες Δυνάμεις στην τριανδρία Α. Ζαΐμη, Α. Μεταξά και Ι. Κωλέτη, με τον τελευταίο να είναι μάλλον ο πραγματικός ιθύνων νους της κυβέρνησης. Η εξουσία που απολάμβανε, όμως, αυτή η κυβέρνηση δεν ξεπερνούσε τα όρια των τειχών του Ναυπλίου… Εκτός των τειχών επικρατούσε πλήρης αναρχία. Τα ρουμελιώτικά άτακτα στρατεύματα, που είχαν στηρίξει τον Κωλέτη στον αγώνα του ενάντια στον αδερφό του δολοφονηθέντος Ι. Καποδίστρια, Αυγουστίνο, είχαν επιδοθεί πλέον σε ένα άνευ προηγουμένου πλιάτσικο στην Πελοπόννησο, αφού η κυβέρνηση αδυνατούσε να τους πληρώσει τους μισθούς. Μισθούς που κατ’ ουσίαν ο Κωλέτης τους είχε υποσχεθεί μόλις θα καταλάμβαναν το Ναύπλιο… Προκειμένου λοιπόν να σώσει την εξουσία του ο παμπόνηρος Ηπειρώτης, επέτρεψε στα ρουμελιώτικα στρατεύματα να πλιατσικολογήσουν ό,τι μπορούσαν από την Πελοπόννησο. Οι Πελοποννήσιοι οπλαρχηγοί, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν κάθισαν με σταυρωμένα τα χέρια. Ο Κολοκοτρώνης κατάφερε να προσεγγίσει το Ναύπλιο, όπου βρήκε θερμή υποδοχή, και συναντήθηκε με τους ναυάρχους Ρίκορντ και Χόθαμ, παρουσιάζοντάς τους με τα μελανότερα χρώματα την κατάσταση στην Πελοπόννησο. Σφόδρα επικριτικός απέναντι στην κυβέρνηση του Ναυπλίου, που αδυνατούσε να επιβάλλει στοιχειωδώς την τάξη στην επικράτεια, προσφέρθηκε ο ίδιος να δαμάσει την κατάσταση με τις δυνάμεις του. Τόνισε ότι ένας στρατός περίπου 8.000 ανδρών υπό τις διαταγές του μπορούσε να συγκεντρωθεί σε λίγες ημέρες στην πεδιάδα του Άργους και απαίτησε τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης. Ο Κολοκοτρώνης, όπως και ο Κριεζιώτης στην βόρεια Πελοπόννησο, είχαν εγκαταστήσει μια de facto προσωπική κυβέρνηση στις περιοχές που ήλεγχαν, συλλέγοντας φόρους και υποκαθιστώντας πλήρως τις κυβερνητικές λειτουργίες. Μάλιστα κατά τον Μπαρτόλντυ ο Κριεζιώτης είχε ιδρύσει στην περιοχή του μια «στρατιωτικήν τινά βιαιοκρατίαν»… Στόχος τόσο του Κολοκοτρώνη όσο και του Κωλέτη ήταν να κατέχουν όσο το δυνατόν περισσότερο μερίδιο της εξουσίας όταν θα ερχόταν ο βασιλιάς. Και όσο πλησίαζε η μέρα της άφιξης του βασιλιά, τόσο εντείνονταν η τυραννία των πενόμενων αγροτών και η λεηλάτηση των επαρχιών…
Έχοντας ζυγίσει την κατάσταση ο Κολοκοτρώνης άρχισε να συγκεντρώνει στρατεύματα στο Άργος με σκοπό να είναι έτοιμος για την υποδοχή του βασιλιά και να παρουσιαστεί ως η μόνη δύναμη που θα εγγυόταν την τάξη και την ασφάλεια. Μπροστά σε μια τέτοια πρόκληση η κυβέρνηση του Ναυπλίου δεν έμεινε με σταυρωμένα χέρια. Άλλωστε εδώ κρινόταν η ίδια της ύπαρξη… Και εδώ μπαίνουν στο πολιτικό παιχνίδι οι Γάλλοι στρατιώτες της Expédition de Morée. Ο Κωλέτης, που διατηρούσε άριστες σχέσεις με τους Γάλλους, καθόσον αυτοί εγγυούνταν την πολιτική του θέση, γρήγορα διείδε την τακτική του Κολοκοτρώνη και κάλεσε αμέσως γαλλικά στρατεύματα να καταλάβουν την πόλη του Άργους. Τα γαλλικά στρατεύματα, τα οποία αρχικά ήταν επιφορτισμένα με την επίβλεψη της εκκένωσης του Μωριά από τους Αιγύπτιους του Ιμπραήμ, τώρα καλούνταν σε ένα νέο ρόλο, αυτόν της επιβολής της εξουσίας της κυβέρνησης του Ναυπλίου. Σωστά σημειώνει ο Μπαρτόλντυ για την θέση της κυβερνητικής τριανδρίας τα εξής: «Η πανταχόθεν πολεμουμένη τριανδρία του Ναυπλίου καλώς εγνώριζεν, ότι οι οπλαρχηγοί και η Γερουσία είχον τον φιλόδοξον πόθον να αντιπροσωπεύωσι το ελληνικόν έθνος κατά την άφιξη του ηγεμόνος και να παραστώσιν ενώπιον του μέλλοντος βασιλέως ως οι κύριοι, οίτινες μετέδιδον ούτως ειπείν αυτώ την αρχήν». Κάτι τέτοιο, βέβαια, αποτελούσε ίσως τον χειρότερο εφιάλτη του Κωλέτη, αφού «γκουβέρνο» χωρίς αυτόν στην κεφαλή ήταν αδιανόητο…
Έτσι, αμέσως τέσσερεις λόχοι Γάλλων του 21ου συντάγματος με δυο πυροβόλα υπό τον ταγματάρχη Νώδ κατευθύνθηκαν προς το Άργος και εν συνεχεία ακόμη τέσσερεις λόχοι υπό τον συνταγματάρχη Στοφέλ έφθασαν στην πόλη. Μάλιστα, οι λόχοι του συνταγματάρχη Στοφέλ ερχόμενοι από την Μεσσηνία, περνώντας από την Τρίπολη φιλοξενήθηκαν από τον Κολοκοτρώνη, ο οποίος όμως σχεδίαζε να τους επιτεθεί αιφνιδιαστικά, αλλά τον συγκράτησε ο Χατζή- Χρήστος, θεωρώντας το Άργος ως καλύτερο τόπο για την αναμέτρηση… Στο Άργος είχαν ήδη λάβει θέσεις άτακτα ελληνικά στρατεύματα του Τσώκρη, του Κριεζιώτη και του Καλλέργη, ενώ από μέρα σε μέρα αναμένονταν και άλλα του Κολοκοτρώνη. Η θέα των Γάλλων εξερέθισε σφόδρα τους Έλληνες, αλλά συγκρατήθηκαν και δεν επιτέθηκαν αμέσως. Όπως παρατηρεί και ο Γ. Κρέμος: « [οι Γάλλοι] εύρον τους μεν τους Έλληνας εχθρικώς διακειμένους, αλλ’ ουδέποτ’ επίστευον ότι θα ήρχοντο εις χείρας άνευ σπουδαίας ανάγκης. Τούτου ένεκα οι Γάλλοι στρατιώται περιήρχοντο άοπλοι». Από την μεριά τους οι Έλληνες βλέποντας τους Γάλλους στρατιώτες να έρχονται με τους βαρείς σάκους εκστρατείας στους ώμους τους ταλαιπωρημένοι έλεγαν, στρίβοντας τα πλούσια μουστάκια τους: «Αχ, καημένα στρατιωτάκια, πόσοι από σας δεν θα δουν το νέο φεγγάρι»…
Η άφιξη των λόχων του Στοφέλ υπήρξε ο καταλύτης των μετέπειτα γεγονότων. Καθώς ο στρατώνας της πόλης ήταν κατειλημμένος από τους λόχους του ταγματάρχη Νώδ, ο Στοφέλ επέλεξε να κάνει κέντρο της διοίκησης το πιο γνωστό μέγαρο της πόλης, αυτό που ανήκε στον Καλλέργη. Εκεί οι Γάλλοι βρήκαν μόνο την πανέμορφη σύζυγο του Καλλέργη, Σοφία Ρέντη, καθώς και έναν Έλληνα αξιωματικό ονόματι Ιωάννη Καλισγούρο. Όταν οι Γάλλοι απαίτησαν την εκκένωση της οικίας ο Καλισγούρος αρνήθηκε και απείλησε να ανοίξει πυρ. Οι Γάλλοι εξοργισμένοι κατάφεραν να αφοπλίσουν τον Έλληνα υπολοχαγό και όταν αυτός προσέβαλε την γαλλική σημαία αποφάσισαν να τον εκτελέσουν. Η εκτέλεση του την επόμενη μέρα 15 Ιανουαρίου 1833 σήμανε την αρχή των εχθροπραξιών. Μια γαλλική περίπολος δέχτηκε την πρώτη επίθεση των περίπου 800 συγκεντρωμένων ελληνικών στρατευμάτων με απώλειες τρεις άνδρες. Αμέσως τα γαλλικά στρατεύματα βγήκαν συντεταγμένα από τον στρατώνα, παρατάχτηκαν στους δρόμους του Άργους και έβαλαν αδιακρίτως εναντίον οιουδήποτε… Τα περισσότερα παλικάρια επέλεξαν να υποχωρήσουν μπροστά στην δύναμη πυρός των Γάλλων, οι οποίοι έκαναν ευρεία χρήση των πυροβόλων προκαλώντας πανικό στους επιτιθέμενους. Μέσα σε περίπου 4 ώρες η κατάσταση είχε ξεκαθαρίσει. Οι Έλληνες είχαν περίπου 160 νεκρούς, μεταξύ των οποίων και γυναίκες και παιδιά, όπως μας πληροφορεί ο Πρόκες- Όστεν, ενώ οι Γάλλοι είχαν περίπου 40 νεκρούς και τραυματίες. Σύμφωνα με τον Γ. Κρέμο: «Ουδέποτε κατησχύνθησαν Έλληνες οπλίται τοσούτον, όσον κατά την συμπλοκή ταύτην». Ο Κριεζιώτης συνελήφθη από τους Γάλλους, ενώ ο Τσόκρης μόλις και κατάφερε να ξεφύγει, καλυπτόμενος σ’ έναν στάβλο.
Τα αποτελέσματα αυτής της σφαγής έγιναν αμέσως αισθητά. Οι τάξεις των αντικυβερνητικών γέμισαν από αγανακτισμένους που έριχναν όλο το φταίξιμο στους Γάλλους. Τα γαλλικά στρατεύματα έγιναν ακόμη πιο μισητά, ακόμη και σε υποστηρικτές της κυβέρνησης του Ναυπλίου, αφού φέρθηκαν ως δύναμη κατοχής, ανοίγοντας πυρ αδιακρίτως ακόμη και σε γυναικόπαιδα. Ο Κωλέτης θεωρήθηκε ως κύριος υπεύθυνος, ενώ ο Κολοκοτρώνης βγήκε ιδιαίτερα ευνοημένος από την τροπή των πραγμάτων. Όλοι πάντως αντιλήφθηκαν το κόστος των ξενικών επεμβάσεων στην εσωτερική κατάσταση της Ελλάδας. Τέλος στο επεισόδιο έδωσε η αναγγελία της εμφάνισης του συμμαχικού στόλου ανοιχτά του Ναβαρίνου που μετέφερε τον μελλοντικό βασιλιά. Η περίπου διετής περίοδος πλήρους αναρχίας και εμφύλιων συγκρούσεων λάμβανε τέλος μ’ έναν εξίσου τραγικό τρόπο.
Σημασία δεν έχει τι κοιτάς αλλά τι βλέπεις
Σκέψεις, σκέψεις, σκέψεις. Aμέτρητες και ανεξέλεγκτες.
Στην ηρεμία της νύχτας ιδίως πολλαπλασιάζονται με τρελούς ρυθμούς. Ποια είμαι, τι κάνω, που πάω, τι θέλω; Υπαρξιακά ερωτήματα χωρίς τέλος.
Βιώνουμε μια πραγματικότητα θλιβερή, σχεδόν σχιζοφρενική.
Οικονομική κρίση, κατάρρευση αξιών, ανεργία, φτώχια, κατάθλιψη, εγκληματικότητα, πόλεμοι, άδικοι θάνατοι αθώων ψυχών… κι όμως η ζωή συνεχίζεται. Όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας αναμφίβολα μας αγγίζουν, μας επηρεάζουν, μας εξοργίζουν, μας προβληματίζουν… κι όμως η ζωή συνεχίζεται.
Επαναλαμβάνομαι το ξέρω, όχι για να το εμπεδώσουμε, αλλά για να δώσω έμφαση στην αντιφατικότητα της.
Γιατί έτσι είναι η ζωή.
Σκληρή όμως ταυτόχρονα τόσο όμορφη. Και το σημαντικότερο…δεν κάνει στάσεις. Τρέχει και πρέπει να τρέξεις κι εσύ μαζί της αλλιώς κάθεσαι στη γωνίτσα σου και την παρατηρείς.
Ο κόσμος μας άλλωστε δεν ήταν ποτέ αγγελικά πλασμένος.
Απλώς μερικά χρόνια πριν βρισκόμασταν όλοι στο δικό μας ροζ συννεφάκι καθώς η πλασματική ευημερία που ζούσαμε μας δημιουργούσε μια ασπίδα προστασίας. Όλα διαδραματίζονταν μακριά από την πόρτα μας. Τώρα πλέον όλοι (σχεδόν) νιώθουμε πιο ευάλωτοι από ποτέ. Όλα είναι ρευστά και επισφαλή.
Αυτό που έχει σημασία λοιπόν και αυτό που κάνει τη διαφορά είναι η στάση μας απέναντι σε όσα συμβαίνουν.
Θα σε πάρει από κάτω ή θα το παλέψεις;
Ένα από τα πολλά που συνειδητοποιώ μεγαλώνοντας είναι ότι όσο πιο αδύναμοι νιώθουμε απέναντι στις καταστάσεις, με την έννοια ότι δεν έχουμε πια αυτό το σύνδρομο του μικρού θεού, τόσο πιο ουσιαστικές γίνονται οι μέρες μας. Τόσο πιο πολύ βίωμα μας γίνεται η περίφημη ρήση ”άδραξε τη μέρα” που οι 30 plus πρωτοακούσαμε στην αγαπημένη ταινία “Ο κύκλος των χαμένων ποιητών” και υιοθετήσαμε ως motto στα νεανικά μας χρόνια.
Τίποτα δεν διαρκεί για πάντα, κανείς δεν έχει υπογράψει συμβόλαιο με την αθανασία και κάθε μέρα παρά τα δεκάδες προβλήματά της είναι μια μικρή ζωή, γι’ αυτό πρέπει να νιώθουμε ευγνωμοσύνη που την απολαμβάνουμε. Η ζωή μας μοιάζει μ’ έναν Μαραθώνιο δρόμο όπου σημασία έχει η συμμετοχή κι όχι η νίκη ούτε καν ο τερματισμός. Ξέρω όλα αυτά σας ακούγονται κλισέ, αλλά είναι η αδιαμφισβήτητη αλήθεια.
Θα μου πείτε ότι κάποιες μέρες δεν έχετε όρεξη για «τρέξιμο». Δε θέλετε να σηκωθείτε από το κρεβάτι για να πάτε στη δουλειά. Πατάτε και ξαναπατάτε το snooze παρατείνοντας λίγο τη γλύκα του ύπνου τυλιγμένοι στα σκεπάσματά σας που σας προφυλάσσουν απ’ όλα τα κακά. Εκείνες τις μέρες αντιμετωπίστε τις σαν ένα δώρο μοναδικό που έχει κάτι ξεχωριστό να σας προσφέρει. Κάθε μέρα εννοείται, αλλά εκείνες τις μέρες χρειάζεστε μια παραπάνω ώθηση.
Τι είναι αυτό το κάτι;
Δεν έχετε παρά να βγείτε έξω από το καβούκι σας για να το ανακαλύψετε. ‘Όσο η μέρα ξετυλίγεται επιφυλάσσει στιγμές. ‘Ένα χαμόγελο, ένα βλέμμα, μια υποψία φλερτ, ένα τραγούδι από ένα πλανόδιο μουσικό, η αγαπημένη σου μουσική καθ’οδόν για τη δουλειά, μια κουβέντα με ένα φίλο, ένα ποτήρι κρασί το βράδυ για να χαλαρώσεις, ένα χάδι, μια αγκαλιά. Ο καθένας ό,τι έχει, καλό είναι να το εκτιμήσει.
Πράγματα απλά που όμως δίνουν νόημα στη καθημερινότητά μας.
Άλλωστε σημασία έχει πάντα ο τρόπος. Η ζωή είναι αυτή που είναι. Μπορεί κάποιοι να είναι περισσότεροι ευνοημένοι από κάποιους άλλους, αλλά το πως θα επιλέξεις να ζήσεις τη ζωή σου είναι και λίγο έως πολύ στο χέρι σου. Η οπτική από την οποία θα την αντικρίσεις. Γιατί ο τρόπος που όλοι κοιτάζουμε είναι ο ίδιος, ωστόσο αυτό που βλέπουμε είναι διαφορετικό. Ο τρόπος που βλέπουμε τα πάντα γύρω μας αντανακλά τη σκέψη και τη διάθεσή μας.
Όλοι γνωρίζουμε το κλασικό παράδειγμα με το μισογεμάτο ή μισοάδειο ποτήρι.
Να ταξιδέψουμε και λίγο στο χρόνο; Θυμάστε όταν ήμασταν μικροί που κοιτάζαμε ψηλά στον ουρανό τα σύννεφα και λέγαμε ότι μοιάζουν με διάφορα σχήματα; Mία καρδιά, ένα σκυλάκι, ένα μπαλόνι.(Εγώ το κάνω ακόμα όταν θέλω να αποφορτιστώ). Ο καθένας έβλεπε αυτό που ήθελε. Αυτό που βλέπει ο ένας μπορεί να μην το βλέπει ο άλλος γιατί η ερμηνεία που δίνουμε στα πράγματα συνδέεται με τις εμπειρίες, τα βιώματα, τις προσδοκίες και τα όνειρά μας. Επίσης κάπου διάβασα ότι η αισιοδοξία είναι ένα έμφυτο χαρακτηριστικό που αποτελεί προνόμιο μερικών τυχερών. Αυτή είναι μια εντελώς λανθασμένη αντίληψη καθώς οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι μπορούμε να μάθουμε να είμαστε αισιόδοξοι.
Κρίνοντας από τον εαυτό μου, το προσυπογράφω. Η αισιοδοξία είναι μια κατάκτηση. Θέλει κόπο και προσπάθεια. Ίσως χρειαστεί να περάσεις μέσα από συμπληγάδες, όταν όμως καταφέρεις να ισορροπήσεις το μέσα με το έξω θα νιώσεις ένα αίσθημα ελευθερίας να σε κατακλύζει.
Θα ξυπνάς το πρωί και θα νιώθεις ήρεμος είτε η μέρα είναι ηλιόλουστη είτε βροχερή, είτε είναι χειμώνας είτε καλοκαίρι, είτε είσαι μόνος σου είτε με κάποιο άνθρωπο κοντά σου. Δεν είναι εύκολο αλλά κανένας στόχος δεν είναι εύκολος.
Τίποτα που αξίζει πραγματικά στη ζωή μας δεν επιτυγχάνεται με ευκολία και αυτό είναι που καθιστά και το ταξίδι τόσο γοητευτικό.
Στην ηρεμία της νύχτας ιδίως πολλαπλασιάζονται με τρελούς ρυθμούς. Ποια είμαι, τι κάνω, που πάω, τι θέλω; Υπαρξιακά ερωτήματα χωρίς τέλος.
Βιώνουμε μια πραγματικότητα θλιβερή, σχεδόν σχιζοφρενική.
Οικονομική κρίση, κατάρρευση αξιών, ανεργία, φτώχια, κατάθλιψη, εγκληματικότητα, πόλεμοι, άδικοι θάνατοι αθώων ψυχών… κι όμως η ζωή συνεχίζεται. Όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας αναμφίβολα μας αγγίζουν, μας επηρεάζουν, μας εξοργίζουν, μας προβληματίζουν… κι όμως η ζωή συνεχίζεται.
Επαναλαμβάνομαι το ξέρω, όχι για να το εμπεδώσουμε, αλλά για να δώσω έμφαση στην αντιφατικότητα της.
Γιατί έτσι είναι η ζωή.
Σκληρή όμως ταυτόχρονα τόσο όμορφη. Και το σημαντικότερο…δεν κάνει στάσεις. Τρέχει και πρέπει να τρέξεις κι εσύ μαζί της αλλιώς κάθεσαι στη γωνίτσα σου και την παρατηρείς.
Ο κόσμος μας άλλωστε δεν ήταν ποτέ αγγελικά πλασμένος.
Απλώς μερικά χρόνια πριν βρισκόμασταν όλοι στο δικό μας ροζ συννεφάκι καθώς η πλασματική ευημερία που ζούσαμε μας δημιουργούσε μια ασπίδα προστασίας. Όλα διαδραματίζονταν μακριά από την πόρτα μας. Τώρα πλέον όλοι (σχεδόν) νιώθουμε πιο ευάλωτοι από ποτέ. Όλα είναι ρευστά και επισφαλή.
Αυτό που έχει σημασία λοιπόν και αυτό που κάνει τη διαφορά είναι η στάση μας απέναντι σε όσα συμβαίνουν.
Θα σε πάρει από κάτω ή θα το παλέψεις;
Ένα από τα πολλά που συνειδητοποιώ μεγαλώνοντας είναι ότι όσο πιο αδύναμοι νιώθουμε απέναντι στις καταστάσεις, με την έννοια ότι δεν έχουμε πια αυτό το σύνδρομο του μικρού θεού, τόσο πιο ουσιαστικές γίνονται οι μέρες μας. Τόσο πιο πολύ βίωμα μας γίνεται η περίφημη ρήση ”άδραξε τη μέρα” που οι 30 plus πρωτοακούσαμε στην αγαπημένη ταινία “Ο κύκλος των χαμένων ποιητών” και υιοθετήσαμε ως motto στα νεανικά μας χρόνια.
Τίποτα δεν διαρκεί για πάντα, κανείς δεν έχει υπογράψει συμβόλαιο με την αθανασία και κάθε μέρα παρά τα δεκάδες προβλήματά της είναι μια μικρή ζωή, γι’ αυτό πρέπει να νιώθουμε ευγνωμοσύνη που την απολαμβάνουμε. Η ζωή μας μοιάζει μ’ έναν Μαραθώνιο δρόμο όπου σημασία έχει η συμμετοχή κι όχι η νίκη ούτε καν ο τερματισμός. Ξέρω όλα αυτά σας ακούγονται κλισέ, αλλά είναι η αδιαμφισβήτητη αλήθεια.
Θα μου πείτε ότι κάποιες μέρες δεν έχετε όρεξη για «τρέξιμο». Δε θέλετε να σηκωθείτε από το κρεβάτι για να πάτε στη δουλειά. Πατάτε και ξαναπατάτε το snooze παρατείνοντας λίγο τη γλύκα του ύπνου τυλιγμένοι στα σκεπάσματά σας που σας προφυλάσσουν απ’ όλα τα κακά. Εκείνες τις μέρες αντιμετωπίστε τις σαν ένα δώρο μοναδικό που έχει κάτι ξεχωριστό να σας προσφέρει. Κάθε μέρα εννοείται, αλλά εκείνες τις μέρες χρειάζεστε μια παραπάνω ώθηση.
Τι είναι αυτό το κάτι;
Δεν έχετε παρά να βγείτε έξω από το καβούκι σας για να το ανακαλύψετε. ‘Όσο η μέρα ξετυλίγεται επιφυλάσσει στιγμές. ‘Ένα χαμόγελο, ένα βλέμμα, μια υποψία φλερτ, ένα τραγούδι από ένα πλανόδιο μουσικό, η αγαπημένη σου μουσική καθ’οδόν για τη δουλειά, μια κουβέντα με ένα φίλο, ένα ποτήρι κρασί το βράδυ για να χαλαρώσεις, ένα χάδι, μια αγκαλιά. Ο καθένας ό,τι έχει, καλό είναι να το εκτιμήσει.
Πράγματα απλά που όμως δίνουν νόημα στη καθημερινότητά μας.
Άλλωστε σημασία έχει πάντα ο τρόπος. Η ζωή είναι αυτή που είναι. Μπορεί κάποιοι να είναι περισσότεροι ευνοημένοι από κάποιους άλλους, αλλά το πως θα επιλέξεις να ζήσεις τη ζωή σου είναι και λίγο έως πολύ στο χέρι σου. Η οπτική από την οποία θα την αντικρίσεις. Γιατί ο τρόπος που όλοι κοιτάζουμε είναι ο ίδιος, ωστόσο αυτό που βλέπουμε είναι διαφορετικό. Ο τρόπος που βλέπουμε τα πάντα γύρω μας αντανακλά τη σκέψη και τη διάθεσή μας.
Όλοι γνωρίζουμε το κλασικό παράδειγμα με το μισογεμάτο ή μισοάδειο ποτήρι.
Να ταξιδέψουμε και λίγο στο χρόνο; Θυμάστε όταν ήμασταν μικροί που κοιτάζαμε ψηλά στον ουρανό τα σύννεφα και λέγαμε ότι μοιάζουν με διάφορα σχήματα; Mία καρδιά, ένα σκυλάκι, ένα μπαλόνι.(Εγώ το κάνω ακόμα όταν θέλω να αποφορτιστώ). Ο καθένας έβλεπε αυτό που ήθελε. Αυτό που βλέπει ο ένας μπορεί να μην το βλέπει ο άλλος γιατί η ερμηνεία που δίνουμε στα πράγματα συνδέεται με τις εμπειρίες, τα βιώματα, τις προσδοκίες και τα όνειρά μας. Επίσης κάπου διάβασα ότι η αισιοδοξία είναι ένα έμφυτο χαρακτηριστικό που αποτελεί προνόμιο μερικών τυχερών. Αυτή είναι μια εντελώς λανθασμένη αντίληψη καθώς οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι μπορούμε να μάθουμε να είμαστε αισιόδοξοι.
Κρίνοντας από τον εαυτό μου, το προσυπογράφω. Η αισιοδοξία είναι μια κατάκτηση. Θέλει κόπο και προσπάθεια. Ίσως χρειαστεί να περάσεις μέσα από συμπληγάδες, όταν όμως καταφέρεις να ισορροπήσεις το μέσα με το έξω θα νιώσεις ένα αίσθημα ελευθερίας να σε κατακλύζει.
Θα ξυπνάς το πρωί και θα νιώθεις ήρεμος είτε η μέρα είναι ηλιόλουστη είτε βροχερή, είτε είναι χειμώνας είτε καλοκαίρι, είτε είσαι μόνος σου είτε με κάποιο άνθρωπο κοντά σου. Δεν είναι εύκολο αλλά κανένας στόχος δεν είναι εύκολος.
Τίποτα που αξίζει πραγματικά στη ζωή μας δεν επιτυγχάνεται με ευκολία και αυτό είναι που καθιστά και το ταξίδι τόσο γοητευτικό.
Πρωταγόρας και Αντιφώντας: Η αντιπαράθεση των Σοφιστών σχετικά με τη δικαιοσύνη
Η δικαιοσύνη αποτελούσε μείζον θέμα συζήτησης στην Αθήνα κατά την περίοδο που εκτείνεται από τις Ευμενίδες (456 π.Χ.) του Αισχύλου, την τραγωδία που εξυμνεί την εγκαθίδρυση του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, έως τη δίκη και τον θάνατο του Σωκράτη (399 π.Χ.) που απαθανατίσθηκαν στην Απολογία του Πλάτωνα.[1] Ιστοριογράφοι, δραματουργοί, ρήτορες και φιλόσοφοι παρέχουν ευρύ φάσμα απόψεων και μαρτυρίες για ένα από τα κρίσιμα θέματα της εποχής. Στην πιο πρώιμη λογοτεχνία η ανθρώπινη δικαιοσύνη υπήρξε πολύ στενά συνδεδεμένη με τη θεϊκή δικαιοσύνη και δύναμη, αλλά στον πέμπτο αιώνα, στα χρόνια των δικαστηρίων και των λαϊκών συνελεύσεων, αυτό που κυρίως ελκύει το ενδιαφέρον είναι η δικαιοσύνη στην καθαρά ανθρώπινη σφαίρα. Εγείρονται ερωτήματα για την προέλευσή της, για τη σχέση της με τη φύση και την αλήθεια, για το πώς γίνεται πράξη, για τις συνθήκες που μπορούν να εγγυηθούν την εξέλιξή της και για τις δυνάμεις που παράγουν τα αντίθετά της: τον καταναγκασμό, τη βία, την αδικία.
Για να σχηματίσουμε μια γενική ιδέα του τρόπου με τον οποίο διερευνήθηκαν τα θέματα αυτά στα τέλη του πέμπτου αιώνα, αρκεί να διαβάσουμε τους λόγους που ο Πλάτωνας αποδίδει στον Γλαύκωνα και στον Αδείμαντο στην αρχή του 2ου βιβλίου της Πολιτείας. Οι λόγοι αυτοί προσφέρουν την καλύτερη εισαγωγή στο θέμα μας, επειδή συνιστούν χαρακτηριστικό παράδειγμα του πολιτισμικού υπόβαθρου στο οποίο ο Πλάτωνας αναπτύσσει το μεγαλόπνοο σχέδιό του σε αυτόν τον διάλογο. Πριν προχωρήσουμε σε λεπτομέρειες, είναι αναγκαία μια μικρή αναφορά σε ορισμένα από τα ερωτήματα που ανακύπτουν στο 1ο βιβλίο της Πολιτείας.
Στην αρχή του έργου, ο Σωκράτης δέχεται την πρόσκληση να επισκεφθεί το σπίτι του γηραιού Κέφαλου, πατέρα του ρήτορα Λυσία και του Πολέμαρχου. Ο Κέφαλος είναι αυτός ο οποίος, ενώ εκθέτει στον Σωκράτη τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα τοιν γηρατειών και του πλούτου, εισάγει το θέμα της δικαιοσύνης: κάποιος που είναι κοντά στο τέλος της ζωής του αρχίζει να παίρνει στα σοβαρά τις ιστορίες για τις τιμωρίες που επιβάλλονται στον Άδη σε εκείνους οι οποίοι διέπραξαν αδικίες (ιστορίες που αυτός στο παρελθόν αγνοούσε ή περιέπαιζε). Από όσα αναφέρει ο Κέφαλος προκύπτει ένας ορισμός της δικαιοσύνης [«να λέει κανείς την αλήθεια και να επιστρέφει όσα τυχόν πάρει» (Οὐκ ἄρα οὗτος ὅρος ἐστίν δικαιοσύνης, ἀληθῆ τε λέγειν καί ἅ ἄν λάβῃ τις ἀποδιδόναι;)] που αφήνει στον Σωκράτη αμφιβολίες αλλά που ο Πολέμαρχος υπερασπίζεται (331 c-d) αναζητώντας ερείσματα στον ποιητή Σιμωνίδη· ο Πολέμαρχος θεωρεί ότι δικαιοσύνη είναι να «αποδίδουμε στον καθένα αυτά που του οφείλουμε» [τά ὀφειλόμενα ἑκάστῳ ἀποδιδόναι]. Στην πορεία της συζήτησης που επακολουθεί, ο Σωκράτης απορρίπτει τον ορισμό αυτόν και τις επιπτώσεις του που συνοψίζονται στην αρχή «να ευεργετεί κανείς τους φίλους του και να βλάπτει τους εχθρούς του» [τούς φίλους ἄρα εὖ ποιεῖν καί τούς ἐχθρούς κακῶς]. Αυτό εξοργίζει τον Θρασύμαχο ο οποίος, αφού με δυσκολία κατορθώνει να συγκροτηθεί, διακόπτει τον διάλογο καθώς είναι ανυπόμονος να προτείνει έναν ορισμό της δικαιοσύνης που ο ίδιος θεωρεί αδιαφιλονίκητο: «η δικαιοσύνη δεν είναι τίποτε άλλο παρά το συμφέρον του ισχυρότερου» [φημί γάρ ἐγώ εἶναι τό δίκαιον οὐκ ἄλλο τι ἤ τό τοῦ κρείττονος συμφέρον].
Όταν ο Σωκράτης τον καλεί να αναπτύξει λεπτομερώς τον ορισμό του, ο Θρασύμαχος παρατηρεί ότι η δικαιοσύνη είναι ταυτόσημη σε όλες τις κοινωνίες, όπως και αν αυτές κυβερνώνται, και συμπίπτει με το συμφέρον της δύναμης που κυβερνά, ανεξάρτητα από το αν η πολιτειακή της μορφή είναι η τυραννία, η ολιγαρχία ή η δημοκρατία.[2] Οι ερευνητές έχουν επιδοθεί σε μια γενναία προσπάθεια να αναδείξουν τις ακριβείς λεπτομέρειες της θέσης του Θρασύμαχου,[3] αλλά για τον σκοπό μας αρκεί να επισημάνουμε ότι, όταν ο Σωκράτης τον πιέζει, αυτός δηλώνει (343 c-d):
ἡ μέν δικαιοσύνη καί τό δίκαιον ἀλλότριον ἀγαθόν τῷ ὄντι, τοῦ κρείττονός τε καί ἄρχοντος συμφέρον, οἰκεία δέ τοῦ πειθομένου τε καί ὑπηρετοῦντος βλάβη, ἡ δέ ἀδικία τοὐναντίον, καί ἄρχει ταῶν ὡς ἀληθῶς εὐηθικῶν τε καί δικαίων, οἱ δ’ ἀρχόμενοι ποιοῦσιν τό ἐκείνου συμφέρον κρείττονος ὄντος, καί εὐδαίμονα ἐκεῖνον ποιοῦσιν ὑπηρετοῦντες αὐτῷ, ἑαυτούς δέ οὐδ’ ὁπωστιοῦν.
[«η δικαιοσύνη και το δίκιο είναι στ’ αλήθεια αλλονών αγαθό: Είναι εκείνο που συμφέρει τον ισχυρότερο και τον εξουσιαστή, ενώ γι’ αυτόν ο οποίος συμμορφώνεται στις εντολές και υποτάσσεται είναι ζημιά, κι η αδικία το αντίθετο· και κυβερνάει ο αφέντης, μα την αλήθεια, τα κορόιδα και όσους πάνε με το δίκιο, κι αυτοί, υποταγμένοι, κάνουν ό, τι συμφέρει εκείνον, που είναι ο πιο δυνατός, κι υπηρετώντας τον τον κάνουν εκείνον ευτυχισμένο, τον εαυτό τους όμως ούτε τόσο δα».
Σύμφωνα με τον Θρασύμαχο, η δίκαιη και η συμφεροντολογική συμπεριφορά δεν συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο. Όποιος σέβεται τους νόμους και δεν βλάπτει τον γείτονά του, ο δίκαιος δηλαδή άνθρωπος, αφήνει περιθώρια σε εκείνον που συμπεριφέρεται με τον αντίθετο τρόπο και πάντοτε παίρνει πίσω λιγότερα πράγματα απ’ όσα ο άδικος άνθρωπος. Πρόκειται για έναν γενικό κανόνα, αλλά τα αποτελέσματά του γίνονται άκρως προφανή στην περίπτωση της τυραννίας. Στο πολίτευμα αυτό η βία και η δύναμη επιτρέπουν σε ένα μόνο άτομο να επιδιώκει συστηματικά το προσωπικό του συμφέρον, και αυτό μπορεί να συμβεί μόνο με τη διάπραξη της αδικίας απέναντι σε άλλα άτομα τα οποία, αν με τη σειρά τους δεν τη διαπράξουν, επιτρέπουν σε αυτόν που είναι άδικος να εκπληρώσει στο ακέραιο τα συμφέροντά του. Όχι μόνο μένουν ατιμώρητα τα αδικήματα του τυράννου, επικυρώνοντας έτσι την αρχή ότι το συμφέρον του ενός που έχει εξουσία συμπίπτει με τη δικαιοσύνη, αλλά επιπλέον επιφέρουν και μια ευρύτερη συνέπεια: του προσφέρουν, χάρη στην επιτυχία του από τη φαυλότητα των πράξεών του, τη φήμη του ευδαιμονέστερου από όλους τους ανθρώπους.[4] Κατά συνέπεια, οι άνθρωποι που επικρίνουν την αδικία προβαίνουν σε αυτήν την κίνηση τελείως απαλλαγμένοι από τον φόβο ότι αν τελέσουν άδικες πράξεις θα τις υποστούν και αυτοί με τη σειρά τους. Η δίκαιη συμπεριφορά κάποιου ανθρώπου δεν συμπίπτει με το προσωπικό του συμφέρον και, συνεπώς, δεν τον κάνει ευτυχισμένο, αλλά διασφαλίζει το συμφέρον και την ευτυχία των γειτόνων του, επειδή δεν τους εκθέτει στον κίνδυνο να υποστούν την αδικία. Αυτό ισχύει, επίσης, στις διαπροσωπικές σχέσεις και ειδικότερα στις σχέσεις μεταξύ κυβερνωμένου και κυβερνώντος, καθώς η εξουσία εγγυάται την ατιμωρησία ή καθιερώνει νόμους που εξυπηρετούν αυτούς που έχουν την εξουσία.
Στην απάντησή του προς τον Θρασύμαχο ο Σωκράτης (345a) διακηρύσσει πως δεν πιστεύει ότι η αδικία είναι πιο αποδοτική από τη δικαιοσύνη:
...οὐ πείθομαι οὐδ' οἶμαι ἀδικίαν δικαιοσύνης κερδαλεώτερον εἶναι, οὐδ' ἐάν ἔα τίς αὐτήν καί μή διακωλύῃ πράττειν ἅ βούλεται...ἔστω μέν ἄδικος, δυνάσθω δέ ἀδικεῖν ἤ τῷ λανθάνειν ἤ τῷ διαμάχεσθαι, ὅμως ἐμέ γέ ὄν πείθει ὡς ἔστι τῆς δικαιοσύνης κερδαλεώτερον. ταῦτ’ οὖν καί ἕτερος ἴσως τίς ἡμῶν πέπονθεν, οὐ μόνος ἐγώ.
[«δεν θεωρώ ότι η αδικία είναι πιο αποδοτική από τη δικαιοσύνη, ακόμη κι αν την αφήσει κανείς εντελώς ελεύθερη και δεν την εμποδίζει να κάνει ό, τι θέλει. ...Ας υποθέσουμε ότι κάποιος είναι άδικος και ότι έχει τη δύναμη να διαπράττει αδικίες είτε κρυφά είτε φανερά χρησιμοποιώντας βία, εμένα πόντιος δεν με πείθει ότι αυτό είναι πιο κερδοφόρο από τη δικαιοσύνη. Αυτά τα συμμερίζεται, ίσως, και κάποιος άλλος από μας, όχι μόνον εγώ».
Μεταξύ εκείνων που δεν θεωρούν ότι η αδικία είναι καλύτερη από τη δικαιοσύνη ασφαλώς συμπεριλαμβάνεται ο Γλαύκων, ο οποίος αμέσως διατείνεται (347e) ότι θεωρεί τη ζωή του δίκαιου ανθρώπου πιο επωφελή από τη ζωή αυτού που είναι άδικος. Αλλά ο ισχυρισμός αυτός είναι αμφίσημος και χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνηση: θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός από κάποιον ο οποίος πρεσβεύει ότι, μολονότι το επωφελές και το αγαθό δεν συμπίπτουν απόλυτα, η δικαιοσύνη, αν και δεν είναι ένα αγαθό, είναι το λιγότερο κακό, και χρήσιμο μόνο επειδή αποτρέπει μεγαλύτερα κακά. Εδώ συναντούμε μια ευρέως αποδεκτή θέση που συνιστούσε, βέβαια, το ακριβές αντίθετο των πεποιθήσεων του Σωκράτη. Ο Γλαύκων επαναλαμβάνει τη θέση του στην αρχή του επόμενου βιβλίου όταν εκφράζει την ευχή να ακούσει τον Σωκράτη να αποδεικνύει, μια και καλή, αυτό που κανένας ως τώρα δεν έχει αποδείξει, ότι η δικαιοσύνη είναι καθαυτήν ένα αγαθό για αυτόν που τη διαθέτει, ανεξάρτητα από τις συνέπειες που επιφέρει ή τα οποιαδήποτε οφέλη μπορεί να προσφέρει. Μόνο έτσι είναι δυνατό να παραμερισθεί η αμφισημία που υπόκειται στον ισχυρισμό ότι η ζωή του δίκαιου ανθρώπου έχει πιο πολλά πλεονεκτήματα απ’ ό, τι αυτή του άδικου, και να αποδειχθεί ότι το να είναι κανείς δίκαιος είναι αγαθό και συμπίπτει με το συμφέρον του. Προκύπτει, λοιπόν, η ανάγκη να εξηγηθούν οι τρέχουσες αντιλήψεις σχετικά με την προέλευση και τη φύση της δικαιοσύνης (πβ. 358a3- 4· 358c· 358e-359b) για να πεισθεί ο Σωκράτης να συζητήσει το θέμα κατά τρόπο πρόσφορο και διεξοδικό.
Όπως ήδη ανέφερα, η επιχειρηματολογία του Γλαύκωνα (358e-362c), και αυτή του Αδείμαντου που ακολουθεί (362c-367a), συνιστούν την πιο κατάλληλη εισαγωγή στο θέμα του κεφαλαίου μας. Τα δύο αδέρφια δεν αναφέρονται ονομαστικά σε κανέναν στοχαστή και ό,τι λένε αποτελεί αναμφισβήτητα επινόηση του Πλάτωνα· ωστόσο, κάθε αναγνώστης που είναι εξοικειωμένος με την αθηναϊκή ζωή του πέμπτου αιώνα και με τις συζητήσεις των Σοφιστών δεν μπορεί παρά να θεωρεί ότι ο Πλάτωνας επικαλείται οικεία επιχειρήματα, ακόμα και αν εκείνα που πράγματι προβλήθηκαν (για τα οποία διαθέτουμε ελάχιστες άμεσες αναφορές) δεν ήταν τόσο ρητά και απερίφραστα διατυπωμένα. Ο Πλάτωνας προφανώς υπαινίσσεται θεωρίες για τη δικαιοσύνη, τις οποίες ανέπτυξαν πρόσωπα που ήταν πνευματικά προικισμένα και ασκούσαν επιρροή στον πολιτισμό του καιρού τους,[5] αλλά υπαινίσσεται και την κοινή γνώμη που αντανακλάται ή καθορίζει τη συμπεριφορά των πολιτών στην καθημερινή τους ζωή- προσφέρει, συνεπώς, πληροφορίες που επιβεβαιώνουν τις ίδιες τις θεωρίες.
Οι κύριες γραμμές της θέσης του Γλαύκωνα, η οποία παρουσιάζεται ως εγκώμιο της αδικίας, έχουν ως εξής. Μιλώντας απόλυτα, ή μάλλον (για να χρησιμοποιήσουμε τη σύγχρονη γλώσσα) μιλώντας σχετικά με τη «φύση» (φύσις), το να διαπράττει κανείς την αδικία είναι κάτι καλό (ἀγαθόν), ενώ το να την υφίσταται είναι κάτι κακό (κακόν), με την έννοια ότι η πρώτη πράξη είναι επωφελής ενώ η δεύτερη επιζήμια. Ωστόσο, εφόσον τα μειονεκτήματα που έχει κανείς όταν υφίσταται την αδικία υπερτερούν έναντι των πλεονεκτημάτων που προκύπτουν όταν τη διαπράττει, εκείνοι οι οποίοι δεν είναι σε θέση να δια- πράξουν την αδικία καί αποφεύγουν να την υποστούν θεωρούν ότι είναι ωφέλιμο να συνάψουν μεταξύ τους μια συμφωνία να μη διαπράττουν την αδικία. Έτσι εξηγείται γιατί οι άνθρωποι άρχισαν να θεσπίζουν νόμους και να συνομολογούν συμφωνίες. Το όνομα της νομιμότητας και της δικαιοσύνης [νόμιμον καί δίκαιον] δόθηκε στον νόμο, ο οποίος έτσι εμφανίζεται ως συμβιβασμός μεταξύ αυτού που είναι το καλύτερο (το να διαπράττει κανείς την αδικία χωρίς να δοκιμάζει τις συνέπειες) και αυτού που είναι το χειρότερο (το να υπομένει κανείς την αδικία χωρίς καμία πιθανότητα ανταπόδοσής της). Συνάγεται, λοιπόν, το συμπέρασμα ότι όποιος κάνει πράξη τη δικαιοσύνη εξαναγκάζεται να το κάνει, για να αποφύγει ένα μεγαλύτερο κακό, και όχι οικειοθελώς όπως θα συνέβαινε στην περίπτωση που η δικαιοσύνη ήταν καθαυτήν ένα αγαθό.
Σύμφωνα με την παραπάνω ερμηνεία, το να είναι κανείς δίκαιος μπορεί ασφαλώς να θεωρηθεί επωφελές, αλλά είναι μόνο εξαιτίας της συμφωνίας που αποτρέπει το να υπομένει κανείς την αδικία από κάποιον άλλον. Υπό την έννοια αυτή, η δικαιοσύνη αναδεικνύεται σε πλεονέκτημα δεύτερης κατηγορίας. Στην πραγματικότητα, η φύση παρακινεί τους ανθρώπους να επιδιώκουν την πρόσκτηση αγαθών (πλεονεξία) για δικό τους όφελος, ενώ ο νόμος μαζί με τον εξαναγκασμό (βία) τους παροτρύνει να σέβονται την ισότητα (359c5-6). Αυτό σημαίνει ότι αμέσως μόλις οι συνθήκες φανούν ευνοϊκές, η φύση ανακτά τον πρώτο λόγο πάνω στους κανόνες που με τη βία θέσπισε ο νόμος, και ότι, όποιος μπορεί, διαπράττει την αδικία ατιμώρητα. Οι άνθρωποι, από την προσωπική και ιδιαίτερη σκοπιά τους, σκέφτονται ότι το να είναι άδικοι τους ωφελεί πολύ περισσότερο από το να είναι δίκαιοι (360d)- τόσο πολύ ώστε, αν κάποιος που μπορούσε να διαπράξει αδικία δεν το έκανε, να θεωρηθεί παράφρων (αφού ενεργεί αντίθετα προς την αληθινή του φύση και το πραγματικό του συμφέρον), ακόμα και αν τον παινεύουν υποκριτικά εκείνοι που φοβούνται ότι διέπραξε αδικία σε βάρος τους.
Αν παίρναμε ως παράδειγμα τις ζωές δύο ανδρών, από τους οποίους ο ένας είναι, πραγματικά, απολύτως δίκαιος και ο άλλος τελείως άδικος, και δίναμε στον πρώτο την εικόνα ή τη φήμη κάποιου που είναι παντελώς άδικος και στον άλλον την αντίθετη εικόνα και φήμη, η ζωή του δίκαιου ανθρώπου γενικά θα θεωρούνταν ως παράδειγμα δυστυχίας και του άδικου το αντίθετο. Η δικαιοσύνη, επομένως, ανήκει στη σφαίρα της δόξας, του «φαίνεσθαι» (του φαινομενικού) και της υποκειμενικής κρίσης, ενώ η αδικία στη σφαίρα της αλήθειας και της πραγματικότητας (ἀλήθεια, 362a). Η αδικία, το προσωπικό συμφέρον και η ευτυχία είναι, σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, άρρηκτα συνδεδεμένες έννοιες.
Η επιχειρηματολογία του Αδείμαντου, μολονότι η συλλογιστική της ταυτίζεται με αυτή του Γλαύκωνα, παρουσιάζεται ως εγκώμιο της αδικίας μολονότι προσπαθεί να δείξει ότι αυτό που μετράει είναι το πώς αυτή εμφανίζεται (365b). Ως προς την ένσταση ότι είναι δύσκολο να διαφύγει κανείς την αποκάλυψη της αδικίας που διαπράττει, μπορούν να γίνουν διάφορες έξυπνες ενέργειες: αναφορικά με τους θεσμούς που οι άνθρωποι καθιερώνουν, ο κόσμος μπορεί να καταφεύγει σε μυστικές εταιρείες και σε ρήτορες που διδάσκουν την τέχνη του να πείθονται οι ένορκοι για την αθωότητα κάποιου- αναφορικά με τους θεούς, κάποιος μπορεί να υποθέσει ότι δεν υπάρχουν καθόλου θεοί ή ότι αυτοί δεν επιδεικνύουν κανένα ενδιαφέρον για τις ανθρώπινες υποθέσεις ή ότι, αν ενδιαφέρονται, μπορούν εύκολα να εξευμενίζονται.[6]
Ο Γλαύκων, παρεμβάλλει στον λόγο του την περίφημη ιστορία για το δαχτυλίδι του Γύγη προκειμένου να ενισχύσει τη θέση του ότι η ανθρώπινη φύση ρέπει προς την αδικία. Το δαχτυλίδι αυτό επέτρεψε στον κάτοχό του, έναν απλό βοσκό, να γίνει αόρατος και έτσι να αποκτήσει δύναμη σκοτώνοντας τον βασιλιά και να γίνει ο ιδρυτής της δυναστείας του Λυδού Κροίσου (Πολιτεία, 2. 359c-360b). Όπως καλά γνωρίζουμε, ο Πλάτωνας δανείζεται μια ιστορία που ήδη αφηγήθηκε ο Ηρόδοτος (1.8-13). Στην ηροδότεια εκδοχή της ιστορίας, η γυναίκα του βασιλιά Κανδαύλη πιέζει τον Γύγη να σκοτώσει τον άνδρα της και να πάρει τη θέση του με σκοπό να τιμωρήσει τον Κανδαύλη που ανάγκασε τον Γύγη να σηκώσει τα μάτια του και να κοιτάξει την πανέμορφη βασίλισσα. Η διήγηση του Ηροδότου έχει ως σκοπό να μας εξηγήσει πώς ο Γύγης έφτασε να αποκτήσει δύναμη, αλλά είναι αξιοσημείωτο ότι ο ιστοριογράφος δεν συνδέει το γεγονός αυτό με τον φόνο του βασιλιά.[7] Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ο Γύγης αρχικά αντέδρασε στην επιθυμία του βασιλιά αλλά ύστερα από πιέσεις υπέκυψε από τον φόβο μήπως υποστεί τίποτε χειρότερο (1.9.1). Έπειτα, όταν η βασίλισσα τον έφερε σε μια κατάσταση όπου έπρεπε να επιλέξει ανάμεσα στο να σκοτώσει ή να σκοτωθεί, αυτός επέλεξε να σκοτώσει. Ο Ηρόδοτος το υπογραμμίζει αυτό με έμφαση δύο φορές (1.11.4· 12.1), αλλά επιμένει επίσης στην άποψη ότι ο Γύγης δεν είχε στην πραγματικότητα καμιά επιλογή· αυτή είναι η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ της δικής του εκδοχής και αυτής που μας εκθέτει ο Γλαύκων. Η επιλογή παρουσιάζεται επιβεβλημένη και αναπόφευκτη επειδή οι εναλλακτικές πλευρές της είναι ακραίες - ο θάνατός του ή η ζωή του. Τα κίνητρα του ηροδότειου Γύγη δεν είναι η ερωτική επιθυμία ή μια φυσική δίψα για εξουσία ή ένας υπολογισμός των μελλοντικοί ωφελημάτων του. Υπάρχουν, επομένως, περισσότερες διαφορές παρά ομοιότητες μεταξύ των δύο ιστοριών.
Για να διευκρινίσουμε τα πράγματα, ας μας επιτραπεί να υποθέσουμε ότι ο Γύγης του Ηροδότου είχε ένα δαχτυλίδι που έκανε τον κάτοχό του αόρατο. Με δεδομένη την πλοκή της ιστορίας αυτής, είναι λογικό να υποθέσουμε ότι ο Γύγης θα είχε χρησιμοποιήσει το δαχτυλίδι του για να μπορέσει να διαφύγει και έτσι να αποφύγει να παραβεί τους νόμους των ανθρώπων της εποχής του (1.10.3). Αντίθετα, ο Γύγης του Γλαύκωνα χρησιμοποιεί το δαχτυλίδι ως μέσο με το οποίο σκοτώνει μένοντας ατιμώρητος και, συνεπούς, κάνοντας πραγματικά ό, τι θέλει χωρίς να διατρέχει κανέναν κίνδυνο. Η ουσία της ιστορίας αυτής είναι ότι μας δείχνει πως κάθε άνθρωπος, λόγω του ότι είναι άνθρωπος, θα ενεργούσε παρόμοια σε ανάλογες περιστάσεις. Στο δέκατο βιβλίο της Πολιτείας (612b), βρίσκουμε ρητή επιβεβαίωση αυτού που γνωρίζει καλά κάθε αναγνώστης του Πλάτωνα: για τον πλατωνικό Σωκράτη, το δαχτυλίδι, ως σύμβολο της ατιμωρησίας, δεν έχει καμιά αξία και καμιά λειτουργία. Αν ο Σωκράτης είχε βρεθεί στη θέση του ηροδότειου Γύγη, θα είχε ανενδοίαστα επιλέξει την αυτοχειρία παρά τη διάπραξη αδικίας. Αρκεί να σκεφτούμε μόνο τις συζητήσεις του Σωκράτη με τον Πώλο και τον Καλλικλή στον Γοργία, ή στον Κρίτωνα την απόρριψη της πρότασης να σώσει τον εαυτό του από την άδικη καταδίκη παραβαίνοντας τους νόμους.
Οι βαθιές διαφορές μεταξύ των δύο ιστοριών για τον Γύγη μάς επιτρέπουν, αναφορικά με τις συζητήσεις για τη δικαιοσύνη κατά το δεύτερο μισό του πέμπτου αιώνα, να εστιάσουμε την προσοχή μας στο πρωταρχικό υπό συζήτηση θέμα-στην ιδέα περί ανθρώπινης φύσης η οποία προϋποτίθεται. Θα ήθελα να προτείνω την ερμηνεία ότι η μια τοποθέτηση, αληθής σύμφωνα με το πνεύμα της ηροδότειας αφήγησης, είναι στην ουσία η θέση του Πρωταγόρα, ενώ η εκδοχή που μας παρουσιάζει ο Γλαύκο)ν είναι στενά συνδεδεμένη με τη θέση του Αντιφώντα.
Οι θέσεις του Πρωταγόρα για τη δικαιοσύνη
Κρίνοντας από τη χρονολόγηση των σχετικών με τον Πρωταγόρα μαρτυριών και από όσα ο Πλάτωνας αναφέρει γι’ αυτόν, ίσως μπορούμε εύλογα να υποθέσουμε ότι ήταν ο πρώτος στοχαστής που ασχολήθηκε με το πρόβλημα της δικαιοσύνης αναλυτικά και έγκυρα. Είναι, ωστόσο, δύσκολο να εξακριβωθεί σε ποιου είδους έργο ή έργα και σε ποια μορφή πραγματεύθηκε το συγκεκριμένο θέμα. Αποδίδουμε στον Πρωταγόρα ένα έργο με τον τίτλο ’Αλήθεια βασιζόμενοι σε υπαινιγμό που συναντούμε στον Πλάτωνα (Θεαίτητος 161c). Σύμφωνα με μαρτυρία του Σέξτου του Εμπειρικού (Προς Μαθηματικούς 7.60), στο ίδιο έργο αποδιδόταν ο υπότιτλος Καταβάλλοντες Λόγοι, αλλά, κατά αρκετά παράδοξο τρόπο, ούτε ο τίτλος ούτε ο υπότιτλος απαντούν στον κατάλογο των έργων του Πρωταγόρα (Διογένης Λαέρτιος 9.55). Αυτό προκαλεί ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη επειδή το μόνο πράγμα που με βεβαιότητα γνωρίζουμε για το έργο αυτό είναι ότι άρχιζε με την περίφημη φράση: «ο άνθρωπος είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων, αυτών που υπάρχουν ότι υπάρχουν και αυτών που δεν υπάρχουν ότι δεν υπάρχουν» (DK80B1, μτφρ Δ.Κ.). Το έργο του Πρωταγόρα που έφερε τον τίτλο Ἀλήθεια ήταν πιθανόν ένα από τα επιχειρήματα που περιεχόταν στα δύο βιβλία των Ἀντιλογιῶν του (Διογένης Λαέρτιος 9.55), και ο υπότιτλος που ανέφερε ο Σέξτος παρέπεμπε σε αυτή τη συλλογή.
Το δύσκολο αυτό πρόβλημα έχει κάποια σημασία για το θέμα μας επειδή έχουμε την πληροφορία, σύμφωνα με τον περιπατητικό Αριστόξενο, ότι «στην ουσία, η Πολιτεία (δηλαδή, το έργο του Πλάτωνα) είχε ήδη στο σύνολο της συγγράφει στα ’Αναλογικά του Πρωταγόρα» (Διογένης Λαέρτιος 3.37)[8] [...ἥν Πολιτείαν Ἀριστόξενός φησι πᾶσαν σχεδόν ἐν τοῖς Πρωταγόρου γεγράφθαι Ἀντιλογικοῖς], Μολονότι η μαρτυρία αυτή συνιστά φανερή επιθετική αιχμή και είναι αμφίβολης ιστορικής αξιοπιστίας, αποδεικνύει τουλάχιστον ότι ο Πρωταγόρας όντως πραγματεύθηκε το πρόβλημα της δικαιοσύνης σε κάποια έκταση, ακόμα και αν δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για την ενασχόλησή του αυτή στο έργο που ο Πλάτωνας ονομάζει Ἀλήθεια.
Όσον αφορά τον Αντιφώντα, συμβαίνει να γνωρίζουμε μάλλον περισσότερα για το έργο του Αλήθεια. Το κείμενο ακόμα διαβαζόταν και αντιγραφόταν κατά τον τρίτο αιώνα μ. X. Αποτελούνταν από δύο τουλάχιστον βιβλία και οι λεξικογράφοι το παρέθεταν ως έργο του Αντιφώντα από τον Ραμνούντα.[9] Ένας αριθμός σημαντικών αποσπασμάτων που αφορούν το θέμα της δικαιοσύνης σώζεται σε παπύρους της Οξυρρύγχου.[10]
Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι τα έργα των δύο σοφιστών φέρουν κοινό τίτλο, και η σύμπτωση αυτή, σε συνδυασμό με ό, τι γνωρίζουμε από άλλες περιοχές της λογοτεχνίας της εποχής, εύλογα μας επιτρέπει να θεωρήσουμε ότι αντιπροσωπεύουν δύο ριζικά διαφορετικές αντιλήψεις σχετικά με την ανθρώπινη φύση και τον ρόλο της δικαιοσύνης, αντιλήψεις οι οποίες αναπτύχθηκαν παράλληλα στο πλαίσιο μιας δεκαετίας.
Ο Πρωταγόρας αντανακλά το πολιτικό και πολιτισμικό κλίμα των μέσων του πέμπτου αιώνα, όταν, αξιοποιώντας την κληρονομιά των Περσικών πολέμων, οι Αθηναίοι παγίωναν το δημοκρατικό καθεστώς τους.[11] Ο Αντιφώντας είναι ο πιο αξιόλογος εκπρόσωπος της άσκησης κριτικής στον νόμο (νόμος), η οποία φαίνεται ότι φτάνει στην κορύφωσή της κατά τη δεκαετία του 420, και αντανακλά τα γεγονότα του Πελοποννησιακού πολέμου, όπως τον περιέγραψε ο Θουκυδίδης στην ιστορία του.[12] Ο νόμος αμφισβητείται ακόμα πιο δραστικά μέσα από την αντιδιαστολή του προς τη φύση (φύσις). Η οπτική αυτή προϋποθέτει εξοικείωση με τις εννοιολογικές κατηγορίες της φιλοσοφίας (η αλήθεια απέναντι στα φαινόμενα) καθώς και γνώση της ανθρωπολογίας, όπως αυτή μας παραδόθηκε μέσω των πιο πρώιμων ιπποκρατικών πραγματειών και του έργου του Θουκυδίδη.
Αν αφήσουμε κατά μέρος το τμήμα της ανώνυμης πραγματείας Δισσοί Λόγοι που αφορά τη δικαιοσύνη και την αδικία, που ορισμένοι την απέδωσαν υποθετικά στον Πρωταγόρα,[13] η πιο καλή πληροφόρηση για τη θέση του στο θέμα προέρχεται από τον Πλάτωνα. Ήδη στον πλατωνικό Πρωταγόρα, ο ομώνυμος σοφιστής πραγματεύεται διεξοδικά το ζήτημα της δικαιοσύνης και στην περιοχή του μύθου και σε αυτήν της ορθολογικής προσέγγισης. Εξίσου σημαντικός είναι ο μεταγενέστερος διάλογος του Πλάτωνα Θεαίτητος. Ο δραματικός χρόνος του διαλόγου, το έτος 399, μετατοπίζει σε μεταγενέστερη χρονολόγηση τη ζωή του Πρωταγόρα· αν και δεν μετέχει ο ίδιος ενεργά στον Θεαίτητο, τον φαντάζονται να μιλάει σε ένα σημείο (166a-168c), και η φιλοσοφία του συζητείται με κάθε λεπτομέρεια. Δύο χαρακτηριστικά του διαλόγου αυτού, τα οποία συνήθως λησμονούν οι αναγνώστες, είναι σχετικά με το θέμα μας. Κατ’ αρχήν, ο Πλάτωνας χρονολογεί τον διάλογο ακριβώς πριν από τη θανατική καταδίκη που επέβαλε η αθηναϊκή δημοκρατία στον Σωκράτη. Έπειτα, ο διάλογος περιέχει μια λεγάμενη παρέκβαση (excursus), στρατηγικά τοποθετημένη στο μέσο του (172c-177b), το θέμα της οποίας (και ο Πλάτωνας υπογραμμίζει με έμφαση τη μεγάλη του σημασία) είναι η αντίθεση μεταξύ δικαιοσύνης και αδικίας.
Ξεκινώντας, όπως ταιριάζει, με τον Πρωταγόρα, επιβάλλεται να έχουμε κατά νου ότι η ερμηνεία του λόγου του Πρωταγόρα στον ομώνυμο διάλογο έχει σημαντικές επιπτώσεις στην ανάγνωσή μας του Θεαίτητον σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές, αν και όχι σύμφωνα με όλους, οι θέσεις του Πρωταγόρα στους δύο διαλόγους είναι ασυμβίβαστες.
Ο Σωκράτης καλεί τον Πρωταγόρα να αποδείξει ότι η αρετή είναι διδακτή και αυτός ξεκινά εκθέτοντας τον περίφημο μύθο του (320c-322d). Όταν ωρίμασαν οι συνθήκες για να έρθουν στη ζωή τα γένη των θνητών, οι θεοί ανέθεσαν στον Προμηθέα και στον Επιμηθέα το χρέος να τα οργανώσουν και να τους δώσουν ταιριαστές ιδιότητες (δυνάμεις). Επειδή ο Επιμηθέας έκανε άνιση κατανομή ιδιοτήτων, καταξοδεύοντάς τες στα άλογα ζώα, το γένος των ανθρώπων ήρθε στον κόσμο χωρίς κανένα μέσο αυτοσυντήρησης. Έτσι ο Προμηθέας έκλεψε από τον Ήφαιστο και την Αθηνά τη φωτιά και τις τεχνικές δεξιότητες και τα προσέφερε στον άνθρωπο. Παρά τα δώρα αυτά, οι άνθρωποι δεν ήταν σε θέση να επιβιώσουν ως γένος επειδή τα άλλα ζώα ήταν πολύ ισχυρά. Οι πρώτες προσπάθειές τους να συστήσουν κοινότητες για να επιβιώσουν αποτύγχαναν επειδή δεν διέθεταν την πολιτική τέχνη και επίσης, για τον λόγο αυτόν, την τέχνη της στρατιωτικής οργάνωσης.
Προβληματισμένος ο Δίας με την κατάσταση, έστειλε τον Ερμή στη γη με την αποστολή να διανείμει σε όλους τους ανθρώπους την αιδώ και τη δίκη, «τον αμοιβαίο σεβασμό και τη δικαιοσύνη», αυτό σημαίνει, τις βασικές αρχές της κοινωνικής ζωής. Τα στοιχεία αυτά μάλλον παρά οι τεχνικές δεξιότητες (μολονότι είναι απαραίτητες ως το ανθρώπινο μέσο για την εξασφάλιση αυτών που τα άλογα ζώα παίρνουν απευθείας από τη φύση) βασικά διαφοροποιούν τα ανθρώπινα όντα από τα άλλα δημιουργήματα, και τους δίνουν τη δυνατότητα να μην υποκύπτουν στον νόμο που επικρατεί στον κόσμο των άλογων ζώων και σύμφωνα με τον οποίο ο πιο ισχυρός είναι αυτός που επιβιώνει- ο νόμος αυτός ήταν βέβαιο ότι θα κατέστρεφε το γένος των ανθρώπων. Η διανομή της αιδούς και της δίκης συνοδευόταν από μια ρήτρα του Δία: όποιος δεν μετέχει στην αιδώ και τη δίκη να θανατώνεται ως απειλή για την κοινωνία.
Σύμφωνα, λοιπόν, με την παραπάνω ιστορία, η αιδώς και η δίκη αποτελούν ιδιότητες κοινές για κάθε φυσιολογικό ανθρώπινο ον. Δεν αντιπροσωπεύουν τη φυσική κατάσταση των ανθρώπων που ζουν απομονωμένοι, αλλά πρέπει να θεωρηθούν ως φυσικές ιδιότητες για τους ανθρώπους στον βαθμό που ο άνθρωπος αποτελεί κοινωνικό ον. Εκεί όπου υπάρχει συμβίωση, οι δύο αυτές ιδιότητες είναι παρούσες παρά την άδικη συμπεριφορά των ατόμων που πιθανώς θα προκαλούσαν σε κάποιον αμφιβολίες γι’ αυτό (Πρωταγόρας 327c-d).
Δεν είναι καθόλου συμπτωματικό το γεγονός ότι ο πυρήνας του μύθου αυτού ήδη εντοπίζεται στους περίφημους στίχους του Ησιόδου (’Έργα καί Ήμέραι 274-80):
Ὤ Πέρση, σύ δέ ταῦτα μετά φρεσί δάλλεο σῇσι,
καί νύ δίκης ἐπακουε, βίης δ’ ἐπιλήθεο πάμπαν.
Τόνδε γάρ ἀνθρώποισι νόμον διέταξε Κρονίων,
ἰχθῦσι μέν καί θηρσί καί οἰωνοῖς πετεηνοῖς
ἐσθεμεν ἀλλήλους, ἐπεί οὐ δίκη ἐστί μετ’ αὐτοῖς·
ἀνθρώποισι δ’ ἔδωκε δίκην, ἥ πολλόν ἀρίστη.
[«Και όσο για σένα, ΙΙέρση, βάλ’ τα αυτά καλά στο νου σου,/ πρόσεχε τη δικαιοσύνη και παράτησε τη βία ολότελα./ Γιατί ανάμεσα στους ανθρώπους όρισε ο γιος του Κρόνου αυτόν τον νόμο:/ από τη μια τα ψάρια και τα θεριά και τα πουλιά τα πετούμενα/ να τρώνε το ένα το άλλο, επειδή ανάμεσά τους δεν υπάρχει καμία δικαιοσύνη·/ μα στους ανθρώπους έδωσε τη δικαιοσύνη (δίκη) που είναι απ’ όλα τα αγαθά το μεγαλύτερο».
Ο μύθος του Πρωταγόρα προσαρμόζει στη δική του εποχή το θέμα του Ησιόδου. Για τον Πρωταγόρα, ο νόμος (ή μάλλον οι αφηρημένες βάσεις του, δηλαδή ο αμοιβαίος σεβασμός και η δικαιοσύνη) κάθε άλλο παρά έρχεται σε σύγκρουση με την ανθρώπινη φύση- παρέχει τις μόνες προϋποθέσεις που μπορούν να εγγυηθούν την ασφάλεια για τους ανθρώπους, αυτό σημαίνει: μια πολιτική κοινωνία. Υπό την έννοια αυτή, ο νόμος συμπίπτει με τη χρησιμότητα ή με ό, τι είναι ωφέλιμο γενικά για το ανθρώπινο γένος. Αφήνοντας τον μύθο και επιστρέφοντας στην ιστορία, ο Πρωταγόρας βρίσκει τη γενική αρχή του αρθρωμένη στους νόμους (παγιωμένους κανόνες ή νομικά ψηφίσματα) τους οποίους κάθε κοινωνία καθιερώνει για δικό της όφελος. Η δικαιοσύνη συνίσταται στον σεβασμό απέναντι σε αυτούς τους κανόνες. Χάρη σε αυτούς και στον τρόπο που ανάλογα εντυπώνονται στα μέλη μιας κοινωνίας, από την (όρο. που αυτά έρχονται στη ζωή, το ατομικό συμφέρον απορροφάται από το συλλογικό· το συμφέρον της κοινότητας εγγυάται το ατομικό συμφέρον και κατά κάποιον τρόπο διευκολύνει την πραγμάτωσή του (Πρωταγόρας 327b): το άτομο προστατεύεται και ως άτομο αλλά και ως μέλος μιας κοινωνικής ομάδας.
Η στενή σύνδεση ατόμου και ομάδας (ή, για να χρησιμοποιήσουμε τη γλώσσα του Αριστοτέλη, το γεγονός ότι ο ἄνθρωπος εἶναι ζῶον πολιτικόν) διατυπώνεται ρητά από τον Σωκράτη στην υπεράσπιση που αυτός προσφέρει στον Πρωταγόρα στον διάλογο Θεαίτητος (166a- 168c· ειδικότερα 167a-c). Αν μια ομάδα ατόμων ενώνουν τις προσωπικές τους κρίσεις σε μια κοινή κρίση της ομάδας, η τελευταία υιοθετεί την ίδια αδιαμφισβήτητη στάση που ισχύει και για τον τρόπο που το άτομο αισθάνεται κάθε πράγμα, όπως είναι η θερμοκρασία του αέρα ή η γεύση του μελιού. Αυτό που φαίνεται «δίκαιο» και «καλό» για κάθε κοινότητα ισχύει για όσο καιρό η κοινότητα αποφασίζει ότι είναι δίκαιο και καλό. Ωστόσο, το περιεχόμενο του δίκαιου και καλού διαφοροποιείται από κοινότητα σε κοινότητα, κατά τον τρόπο που, όπως συμβαίνει και με τα άτομα, οι αντιλήψεις τις οποίες παράγουν οι αισθήσεις διαφέρουν από τον έναν στον άλλον (πβ. Πρωταγόρας 334a-b). Και, όπως η αίσθηση ενός ατόμου ίσως δεν είναι πάντοτε χρήσιμη για ένα θέμα (στην περίπτωση, για παράδειγμα, της ασθένειας η δυσάρεστη εμπειρία του να αισθανθεί κανείς το μέλι πικρό ίσως τον αναγκάσει να καλέσει τον γιατρό), έτσι και ο Πρωταγόρας, χειρουργώντας τους πολίτες μιας κοινότητας (ακριβώς όπως ο γιατρός ένα ανθρώπινο σώμα) μπορεί να καθιερώσει ως δίκαιο και καλό για κάθε πόλη αυτό που είναι χρήσιμο γι’ αυτή. Δεδομένου ότι συμπίπτουν αυτό που είναι νόμιμο και αυτό που είναι δίκαιο, ο Πρωταγόρας διασφαλίζει τις προϋποθέσεις για την παιδευτική του αποστολή, την οποία ορίζει ως «τέχνη της ορθής απόφασης» (εὐβουλία, Πρωταγόρας 318e-319a) η οποία είναι ταυτόσημη με την επωφελή σκέψη. Η έννοια προϋποθέτει μια άμεση παρέμβαση για να τροποποιηθεί η πνευματική φύση του θέματος ή των θεμάτων, αλλά το άτομο ή η ομάδα παραμένουν διαμορφωτές των αποφάσεών τους (όπως ακριβώς και κάθε άτομο, υγιές ή άρρωστο, συνεχίζει να είναι το κριτήριο για τις δικές του αισθητηριακές αντιλήψεις, είτε αυτές είναι επωφελείς είτε είναι επιβλαβείς).
Υπό το φώς των παραπάνω επισημάνσεων φαίνεται ότι νομιμοποιούμαστε να συναγάγουμε δύο συμπεράσματα: Κατά πρώτο λόγο, για τον Πρωταγόρα η απόφαση της κοινότητας -ή ό, τι η κοινότητα κρίνει ότι είναι ζωτικής σημασίας- συμπίπτει με ό,τι είναι δίκαιο και, επομένως, η αδικία είναι η παραβίαση των νόμων της κοινότητας. Κατά δεύτερο λόγο, το περιεχόμενο tow αισθήσεων και της σκέψης του ατόμου προκύπτει από την ιδιότυπη σχέση που το ίδιο το άτομο έχει με τα πράγματα, και αποτελεί το κριτήριο των πραγμάτων επειδή κανένας άλλος δεν μπορεί να υποκαταστήσει την αντίληψη και την εμπειρία που έχει της πραγματικότητας· κατά παρόμοιο τρόπο, είναι αδιαμφισβήτητη η σύνδεση μεταξύ του συνόλου των νόμων (αυτού, δηλαδή, που ανταποκρίνεται στην κοινή κρίση) και της ομάδας που τους δημιουργεί. Ωστόσο, όπως η υγεία του ατόμου μπορεί να κλονισθεί και να προκαλέσει μια κατάσταση που να χρειάζεται ιατρική περίθαλψη, έτσι και το σώμα των πολιτών ενδέχεται να διαμορφώσουν ένα καταστροφικό σύστημα νόμων ή δικαιοσύνης που να χρειάζεται τη μεσολάβηση του «σοφού ανδρός», ο οποίος γνωρίζει πώς να αποκαταστήσει την ενότητα που πρόσκαιρα διαταράχθηκε ανάμεσα σε ό, τι είναι νόμιμο ή δίκαιο και σε ό,τι είναι επωφελές.
Έτσι, η συνεκτική σχέση μεταξύ της ομάδας και αυτού που είναι νόμιμο, δίκαιο και επωφελές, είναι ευθέως ανάλογη με τη σχέση που το άτομο αναπτύσσει με τα πράγματα. Η ομάδα είναι το μέτρο για αυτό που είναι δίκαιο και άδικο, και το περιεχόμενό τους διαφοροποιείται από κοινότητα σε κοινότητα με τον ίδιο τρόπο που η εμπειρία κάποιου ατόμου πιθανώς έρχεται σε σύγκρουση με την εμπειρία κάποιου άλλου.
Μπορούμε, συνεπώς, να δούμε με ποιον τρόπο στα μάτια του Πρωταγόρα ένα δημοκρατικό πολίτευμα θα μπορούσε να αντιπροσωπεύει το πολιτικό σύστημα στο οποίο, περισσότερο απ’ ό, τι συμβαίνει σε οποιοδήποτε άλλο, ταυτίζονται το συλλογικό με το ατομικό συμφέρον. Ένα τέτοιο σύστημα θέτει όλους τους πολίτες σε ένα καθεστώς «ισότητας ενώπιον του νόμου» (ισονομία).[14] Η ιδέα αυτή διατυπώνεται στον λόγο που ο Ηρόδοτος αποδίδει στον Οτάνη, όταν ο τελευταίος υπερασπίζεται τη δημοκρατία (3.80.6), και βρίσκει το πιο έκτυπο παράλληλό της στον επιτάφιο λόγο του Περικλή (Θουκυδίδης, 2.37.1-3), όπου εξυμνείται ο αθηναϊκός πολιτισμός για την ελευθερία που απολαμβάνουν οι αθηναίοι πολίτες αλλά και για τον σεβασμό που όλοι αφοσιωμένα επιδεικνύουν απέναντι στις αρχές που διέπουν τη ζωή της κοινότητας. Ο Περικλής φαίνεται να υποδηλώνει ότι η δίκη και η αιδώς, που ο Πρωταγόρας αποκαλεί «δώρα του Δία», φανερώνονται προπαντός στη συμπεριφορά των αθηναίων πολιτών, η οποία έτσι λειτουργεί ως επιβεβαίωση του γενικού κύρους του μύθου του Πρωταγόρα.
Οφείλουμε, ωστόσο, να σημειώσουμε ότι ο Σωκράτης του Πλάτωνα στον Θεαίτητο απορρίπτει το ενδεχόμενο εφαρμογής των αξιών που εμπίπτουν στο αναλογικό σχήμα μεταξύ του γιατρού και του σοφιστή, το οποίο προσέφερε στον Πρωταγόρα ως μέσο άμυνας απέναντι στους πιο αναίσχυντους επικριτές του. Ο σοφιστής, ισχυρίζεται, είναι ο εκπρόσωπος μιας πλατιά διαδεδομένης γνώμης (172 a-b), και «ακόμα και εκείνοι που δεν αποδέχονται στο ακέραιο τη συλλογιστική του Πρωταγόρα, διαμορφώνουν ωστόσο μια σχετική αντίληψη για τη σοφία», ή με άλλα λόγια υποστηρίζει ότι «αναφορικά με τη δικαιοσύνη και την αδικία, ή το σεβασμό και την ασέβεια, τίποτε από αυτά δεν υπάρχει από τη φύση ή είναι πραγματικό από μόνο του, αλλά ό, τι εμφανίζεται συλλογικά στους ανθρώπους να έχει αυτό το περιεχόμενο, είναι αληθινό τη στιγμή που εμφανίζεται και για όσον καιρό εμφανίζεται». Με λίγα λόγια, ό, τι έχει ζωτική σημασία για τη φυσική κατάσταση κάποιου ανθρώπου (όπου το να είναι υγιής είναι σύμφωνο με τη φύση και το να είναι άρρωστος αντίκειται στη φύση) δεν μπορεί να έχει αντίστοιχη εφαρμογή στο πεδίο των αξιών: από τη στιγμή που μπαίνουμε στον κόσμο του νόμου, της σύμβασης, δεν υπάρχει πια τίποτε που να εγγυάται τη σύνδεση μεταξύ δικαιοσύνης, νομιμότητας και συμφέροντος (ατομικού και συλλογικού), μια σύνδεση που ο Πρωταγόρας έχει την απατηλή εντύπωση ότι μπορεί να διασφαλίσει. Αυτό το πλατωνικό θέμα πυροδοτεί «την πιο σημαντική διδασκαλία» (στην αποκαλούμενη παρέκβαση του διαλόγου, 177c) πάνω στη διαφορά μεταξύ του δημόσιου ομιλητή και του φιλοσόφου με την αντίθεση που υπόκειται ανάμεσα στη δικαιοσύνη, όπως αυτή γίνεται πράξη στην καθημερινή ζωή, και στη δικαιοσύνη καθαυτήν (175c). Είναι προφανές ότι ο Πλάτωνας επεδίωκε να επιστήσει την προσοχή σε ό, τι ο ίδιος έβλεπε ως αναπόφευκτες συνέπειες της θεωρίας του Πρωταγόρα για τη σχετικότητα της γνώσης και της παιδευτικής του αποστολής· παρά την καλή του πρόθεση, ο Πρωταγόρας δεν θα μπορούσε να αποτρέψει την καταστροφή της κοινότητας.
Η θουκυδίδεια παρένθεση
Η ιστορία του Θουκυδίδη είναι η καλύτερη μαρτυρία για αυτήν την πορεία εκφυλισμού. Η αισιόδοξη προπαγάνδα του Περικλή στον επιτάφιο λόγο πλαισιώνεται από μια ψύχραιμη και απομυθοποιητική ανάλυση της ανθρώπινης φύσης και των κινήτρων της.[15] Παραθέτουμε εδώ επιλεκτικά ορισμένα από τα πλέον περίφημα χωρία.
Στην περιγραφή της εξάπλωσης του λοιμού στην Αθήνα, ο Θουκυδίδης σχολιάζει τον τρόπο με τον οποίο η ἀνομία προέκυψε από την αποδιοργάνωση της καθημερινής ζωής (2.53):
θεῶν δέ φόβος ἤ ἀνθρώπων νόμος οὐδείς ἀπεῖργε, τό μέν κρίναντες ἐν ὁμοιῳ καί σέβειν καί μή ἐκ τοῦ πάντας ὁρᾶν ἐν ἴσῳ ἀπολλυμένους, τῶν δέ ἁμαρτημάτων οὐδείς ἐλπίζων μέχρι τοῦ δίκην γενέσθαι βιούς ἄν τήν τιμωρίαν ἀντιδοῦναι...
[«Φόβος των θεών ή νόμος των ανθρώπων κανένας δεν τους συγκροτούσε, απ’ τη μια γιατί έκριναν, με το να βλέπουν πως όλοι χάνονταν όμοια, ότι ήταν το ίδιο να δείχνουν σεβασμό ή όχι, απ’ την άλλη, γιατί κανένας δεν περίμενε ότι θα ζούσε ώσπου να γίνει δίκη και να τιμωρηθεί για τα ανομήματά του...».
Στη χαώδη κατάσταση που προκάλεσε ο λοιμός, ήρθαν στην επιφάνεια οι απαιτήσεις και οι παρορμήσεις της ατομικής φύσης που αποκάλυψαν, έτσι, τον καθαρά συμβατικό χαρακτήρα των κοινωνικών κανόνων για τους οποίους καμάρωναν οι Αθηναίοι, σύμφωνα με τα λεγάμενα ίου Περικλή.
Ο Θουκυδίδης κάνει ανάλογες διαπιστώσεις, όταν αναλύει τις επιπτώσεις του εμφυλίου πολέμου στην Κέρκυρα (3. 82-83). Και εκεί, επίσης, η αποδιοργάνωση της καθημερινής ζωής στάθηκε αιτία να αναδυθούν οι στοιχειώδεις ανάγκες και τα αχαλίνωτα ένστικτα της αυτοσυντήρησης που ανέτρεψαν τις παραδοσιακές αξίες. «Ο πόλεμος», σημειώνει, είναι «βίαιος διδάσκαλος», ένας δάσκαλος που επιβάλλεται με τη βία και, συγκεκριμένα, διδάσκει τους ανθρώπους να αφήνουν ελεύθερη τη βία που φωλιάζει στον καθένα.
Την ίδια απαισιοδοξία για την ανθρώπινη φύση εκφράζει και ο Διόδοτος στη συζήτησή του με τον Κλέωνα για την τύχη της Μυτιλήνης. Ο Διόδοτος υποστηρίζει ότι η τιμωρία[16] και, συγκεκριμένα, η θανατική ποινή αδυνατούν να εμποδίσουν την ανθρώπινη φύση να παραβιάσει τον νόμο (3.45)[17]:
ὅμως δέ τῇ ἐλπίδι ἐπαιρόμενοι κινδυνεύουσι, καί οὐδείς πω καταγνούς ἑαυτοῦ μή περιέσεσθαι τῷ ἐπιβουλεύματι ἦλθεν ἐς τό δεινόν. πόλις τε ἀφιστάμενη τίς πω ἥσσω τῇ δοκήσει ἔχουσα τήν παρασκευήν ἤ οἴκειαν ἤ ἄλλων ξυμμαχία τούτῳ ἐπεχείρησεν; πεφύκασι τε ἅπαντες καί ἰδιᾳ καί δημοσίᾳ ἁμαρτάνειν, καί οὐκ ἔστι νόμος ὅστις ἀπείρξει τούτου, ἐπεί διεξεληλύθασι γε διά πασῶν τῶν ζημιῶν οἱ ἄνθρωποι προστιθέντες, εἴ πως ἧσσον ἀδικοῖντο ὑπό τῶν κακούργων.
[«Οι άνθρωποι όμως παρασύρονται από την ελπίδα και ριψοκινδυνεύουν, και κανείς ως τώρα δεν προχώρησε σε κάποιο επικίνδυνο εγχείρημα έχοντας καταδικάσει τον εαυτό του ότι θα αποτύχει σ’ αυτό. Και ποια πόλη θα αποφάσιζε ποτέ να αποστατήσει, αν είχε τη γνώμη πο)ς η προετοιμασία η δική της και των συμμάχων της είναι λειψή για ένα τέτοιο εγχείρημα; Από φυσικού τους όλοι, και άτομα και πολιτείες, έχουν την τάση να πέφτουν σε λάθη και δεν υπάρχει νόμος που να μπορεί να τους εμποδίσει απ’ αυτό, αφού οι άνθρωποι ως τα τώρα έχουν δοκιμάσει στη σειρά όλες τις ποινές, κάνοντάς τες συνεχώς βαρύτερες, με την ελπίδα πως έτσι θα βλάφτονταν ίσως λιγότερο από τους κακούργους».
Στη εξιστόρηση του πελοποννησιακού πολέμου από τον Θουκυδίδη, η ιδέα της ισορροπίας ανάμεσα στο ατομικό και στο συλλογικό συμφέρον (που το δημοκρατικό πολίτευμα φαινόταν ότι διασφάλιζε) γίνεται όλο και περισσότερο φανερή όπως συμβαίνει σε μια κατάσταση κρίσης. Η σύγκρουση, ωστόσο, συμφέροντος και δικαιοσύνης (όπου η δικαιοσύνη εκφράζει την αρχή της επίλυσης των διαφορών χωρίς την άσκηση βίας) αποκαλύπτεται με την πιο μεγάλη αγριότητα στην εξωτερική πολιτική της Αθήνας. Το λόγια του Κλέωνα που αναφέρονται στους νόμους και στους διανοούμενους στον διάλογο των Μυτιληναίων (3.37.3-4), και ακόμη πιο ρητά, η περίφημη διακήρυξη των Αθηναίων πρέσβεων προς τον λαό της Μήλου δέκα χρόνια αργότερα (5.89) αποκηρύσσουν την αρχή που προσυπογράφουν ο Ησίοδος και ο Πρωταγόρας και η οποία ορίζει ότι το ανθρώπινο είδος (ως διακρινόμενο από τον κόσμο των ζώων) κατέχει τη δικαιοσύνη. Αντίθετα, υποστηρίζουν ότι η δικαιοσύνη ισχύει μόνο μεταξύ ίσων (αυτό σημαίνει, μεταξύ πολιτών ή στο πλαίσιο μιας ορισμένης κοινωνικής ομάδας) και όχι εκεί όπου το ζύγι της δύναμης γέρνει άνισα, όπως στην περίπτωση της εξωτερικής πολιτικής. Στην προκειμένη περίπτωση, αυτό που ισχύει είναι ο διδακτικός μύθος του Ησιόδου για το γεράκι και το αηδόνι (’Έργα καί Ήμέραι 202): επικρατεί ο πιο ισχυρός.
Αντιφώντας
Τα αποσπάσματα από το έργο του Αντιφώντα με τον τίτλο Περί Ἀληθείας είναι τα μοναδικά λόγια ενός σοφιστή για το θέμα της δικαιοσύνης που παραδίδονται σε αδιαμεσολάβητη μορφή. Μολονότι δεν διαθέτουμε βέβαιη ένδειξη για τη χρονολόγηση της συγγραφής τους, είναι εύλογη η εικασία ότι χρονολογούνται πριν από την πρώτη παράσταση των Νεφελών τον Αριστοφάνη.[18] Με δεδομένες τις αντιδημοκρατικές θέσεις του έργο\> και τη σαφή απόρριψη που αυτό εκφράζει για τον σύγχρονό του πολιτισμό, είναι πολύ πιθανό ότι είδε το φως κατά τα τέλη της δεκαετίας του 430.
Η λέξη νόμιμον είναι η πρώτη του κειμένου η οποία μπορεί να αποκατασταθεί αρκετά πειστικά (17.1Β. 1.5).[19] Μαρτυρεί ότι ο Αντιφώντας είχε αναφέρει την ταύτιση νομιμότητας/συμβατικού κανόνα και δικαιοσύνης, και ότι ο ορισμός του για τη δικαιοσύνη, δηλαδή «να μην παραβαίνει κανείς τους νόμους/κανόνες της κοινότητας στην οποία ζει ως πολίτης» (1Β. 1.6-11), ήταν το συμπέρασμα του συλλογισμού, ο οποίος προηγούνταν και χάθηκε, και η προκείμενη του συλλογισμού που ακολουθεί.[20]
Για να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο ο Αντιφώντας κρίνει τη δικαιοσύνη είναι απαραίτητες δύο επισημάνσεις. Κατ’ αρχήν, στα σωζόμενα τμήματα του κειμένου, ο Αντιφώντας χρησιμοποιεί σταθερά τους όρους δικαιοσύνη/δίκαιον με την παραδοσιακή και τρέχουσα σημασία τους.[21] Δεν προτείνει, όπως ο Καλλικλής στον Γοργία του Πλάτωνα (483c), τον δικό του ορισμό για τη δικαιοσύνη- «φυσική» ή «αληθινή» δικαιοσύνη- την οποία αντιπαραθέτει στη δικαιοσύνη όπως αυτή γίνεται συμβατικά αντιληπτή. Έπειτα, ακόμα και αν αληθεύει ότι κατά τον ύστερο πέμπτο αιώνα η λέξη νόμιμος «αντιπροσωπεύει ως επίθετο τον νόμο με την έννοια του θεσμού ακόμα και αν περιγράφει πρόσωπα ή ενέργειες που συμμορφώνονται με τους νόμους»,[22] υπάρχουν πολλές ενδείξεις στον πάπυρο ότι ο Αντιφώντας, όταν χρησιμοποιεί τους σχετικούς όρους (νόμος/νόμιμον), εννοεί με αυτούς όχι μόνο τους γραπτούς νόμους αλλά επίσης και το σύνολο των κανόνων και των διατάξεων μιας κοινότητας, που η παραβίασή τους επισύρει είτε την ντροπή (αισχύνη) είτε την πραγματική ποινή που προβλέπει ο νόμος (ζημία). Αυτή η διεύρυνση του σημασιολογικού πεδίου του νόμου, η οποία του επιτρέπει να καταπατά τον χώρο αρμοδιότητας της «φύσης», χρησιμεύει στο να υπογραμμισθεί με έμφαση η αντιθετική σχέση που υφίσταται μεταξύ των δύο εννοιών.
Κατά τον Αντιφώντα, η δικαιοσύνη ουσιαστικά έχει επίπτωση στα συμφέροντα του ατόμου διότι πρέπει να τίθεται σε εφαρμογή λαμβάνοντας υπόψη τους νόμους και την παρουσία μαρτύρων. Αλλά στην περίπτωση της απουσίας μαρτύρων θα έπρεπε κανείς να ακολουθήσει τη φύση. Στο επόμενο βήμα του συλλογισμού του, επιμένει στο γεγονός ότι οι επιταγές της φύσης είναι αναγκαίες και όχι συμβατικές. Η παραβίασή τους αναπόφευκτα προκαλεί βλάβη, ανεξάρτητα από το αν οι άλλοι τη βλέπουν. Αυτό που ο Αντιφώντας έχει κατά νου φαίνεται να είναι οι πρωταρχικές ή βιολογικές αξιώσεις της ανθρώπινης φύσης. Δεν αρνείται το γεγονός ότι σε ορισμένες περιστάσεις το να ακολουθεί κανείς τη δικαιοσύνη θα μπορούσε να τον ωφελήσει· αυτό που θεωρεί ότι είναι «εχθρικό προς τη φύση» είναι «το κυρίως μέρος αυτού που είναι δίκαιο σύμφωνα με τους νόμους» (1Β.ΙΙ.26-27).[23] Στην πραγματικότητα, ωστόσο, η τοποθέτηση του σοφιστή αποδεικνύεται άκρως ριζοσπαστική, αν λάβουμε υπόψη μας την έμφαση που αποδίδει στην ισχυρή αντίθεση μεταξύ των νόμων και της φύσης, στον ρόλο των μαρτύρων και στη διαφορά ανάμεσα στους θεσμούς που εξαρτώνται από τη δόξα («φαινόμενο»/«γνώμη»), οι οποίοι είναι εφαρμόσιμοι μόνο όταν κάποιος συλλαμβάνεται, και στους «αναγκαίους» και «αληθινούς» θεσμούς της φύσης. Ο Αντιφώντας αποσυνδέει το ατομικό συμφέρον από την υπακοή στον νόμο καθαυτήν (1Β.1.14-23) και, σε αντίθεση με τον Πρωταγόρα, απομακρύνει από τη δικαιοσύνη το κοσμικό έρεισμά της (την αιδώ και τη δίκη που δώρισε ο Δίας στους ανθρώπους), το οποίο την καθιστά ειδοποιό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης, και εγγυάται την ταύτιση δικαιοσύνης και ωφελιμότητας. Η τοποθέτηση του σοφιστή παραπέμπει στους συλλογισμούς που έκανε ο Γλαύκων στη διήγησή του για το δαχτυλίδι του Γύγη.
Πολλές από τις επισημάνσεις του Αντιφώντα φαίνεται ότι αντανακλούν την εμπειρία της αθηναϊκής κοινωνικής ζωής· αυτό γίνεται αντιληπτό από μια τοποθέτηση που υπογραμμίζει την ανεπάρκεια που εμφανίζουν οι κανόνες της κοινωνικής ζωής της Αθήνας να ανταποκριθούν στις ανάγκες του ατόμου, και επιβεβαιώνεται από αποδείξεις ολοφάνερες για τον καθένα. Η προσφυγή στη φύση, με όρους της ζωής και του θανάτου, ως μοναδικό κριτήριο για το πλεονέκτημα ή το μειονέκτημα- ο συνδετικός κρίκος αφενός ανάμεσα στο χρήσιμο και το απολαυστικό, και αφετέρου ανάμεσα στο επιζήμιο και οδυνηρό (1 B.IV.9- 22)· η διαπίστωση ότι ο νόμος δεν μπορεί να προστατεύσει τα άτομα ακόμα και αν αυτά προσκολλώνται σε αυτόν (1B.V), ή και πολύ λιγότερο όταν αυτά ανήκουν στη μερίδα των αθώων ανθρώπων· η παραπομπή στις δικαστικές διαδικασίες και τις ρητορικές τεχνικές της πειθούς οι οποίες είναι πολύ πιο ισχυρές από την αλήθεια ή το ψεύδος (1B.VI-VII)- όλα αυτά υποδηλώνουν μια ηθική που πρώτιστα βασίζεται στον εγωισμό και την αυτοσυντήρηση και δικαιολογεί έντεχνα τον ρόλο της επισημαίνοντας τις αδυναμίες της δικαιοσύνης και του νόμου να προσφέρουν ασφάλεια στα ανθρώπινα όντα.
Το δεύτερο απόσπασμα του παπύρου περιέχει έναν πολύ εκλεπτυσμένο συλλογισμό, τον οποίο μπορούμε να αξιολογήσουμε αν υποθέσουμε ότι το ζεύγος των όρων ἀδικεῖν/ἀδικεῖσθαι («να διαπράττει ή να υφίσταται κανείς την αδικία»), είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το ζεύγος των όρων βλάπτειν/βλάπτεσθαι («να προκαλεί κανείς βλάβη ή να την υφίσταται»).[24] Ας υποθέσουμε ότι το να λέμε την αλήθεια θεωρείται πράξη δίκαιη (και επωφελής) για τις ανθρώπινες υποθέσεις· κάποιος που ενεργεί κατά τον τρόπο αυτό, δεν θα είναι δίκαιος σύμφωνα με την αντίληψη για τη δικαιοσύνη που υποδηλώνει ότι δεν έχει δια- πραχθεί κανενός είδους αδικία στις περιπτώσεις που κανένας δεν την έχει υπο- στεί. «Είναι, πράγματι, αναγκαίο κάποιος ο οποίος καταθέτει μια μαρτυρία, ακόμα και αν μαρτυρεί την αλήθεια, να διαπράττει αδικία κατά μια έννοια που αντιδιαστέλλεται προς μια άλλη, και με τη σειρά του να την υφίσταται μέχρι το σημείο που ο ίδιος να επισύρει το μίσος» (2A.1.15-22). Η αδικία/βλάβη δια- πράττεται σε βάρος και εκείνου που καταδικάστηκε βάσει της μαρτυρίας, επειδή προέρχεται από κάποιον ο οποίος από τη μεριά του δεν ζημιώθηκε καθόλου από αυτόν που καταδικάστηκε, αλλά και σε βάρος του μάρτυρα, ο οποίος θα πρέπει για το υπόλοιπο της ζωής του να είναι σε επιφυλακή για το ενδεχόμενο αντιποίνων και απειλών. Και ο Αντιφώντας συνεχίζει (2Α.ΙΙ. 17-25):
«Φαίνεται ότι οι αδικίες αυτές δεν είναι μικρής σημασίας, ούτε για αυτόν που τις υφίσταται ούτε και για εκείνον που τις διαπράττει. Διότι είναι αδύνατον αυτά τα πράγματα να είναι δίκαια, και δικαιοσύνη θα έπρεπε να θεωρείται το να μην διαπράττει κανείς καμιά αδικία αλλά και να μην υφίσταται την αδικία· ωστόσο, είναι αναγκαίο είτε ο καθένας από τους δύο να είναι δίκαιος, είτε και οι δύο να είναι άδικοι».
Στη φράση του Αντιφώντα «να μην διαπράττει κανείς καμιά αδικία, αλλά και να μην υφίσταται την αδικία» ορισμένοι ερευνητές θέλησαν να εντοπίσουν τον ιδεώδη ορισμό του σοφιστή για τη δικαιοσύνη, αλλά ο Αντιφώντας έχει κατά νου την παραδοσιακή αντίληψη για τη δικαιοσύνη, όπως αυτή γίνεται φανερή από τον πλατωνικό Γλαύκωνα (Πολιτεία 2.359a), ο οποίος σχολιάζει το γεγονός ότι οι άνθρωποι θεωρούν πως είναι χρήσιμο να συνάπτουν μια αμοιβαία συμφωνία να μη διαπράττουν ή να υφίστανται την αδικία.[25] Τίποτε δεν μπορεί να αποκλείσει πως ο Αντιφώντας σκεπτόταν ότι μια τέτοια κατάληξη θα ήταν ευπρόσδεκτη καθαυτήν, αλλά αυτό για το οποίο μπορούμε να είμαστε βέβαιοι είναι η προσπάθεια του σοφιστή να καταδείξει γιατί μια συμφωνία αυτού του τύπου έχει πολύ λίγες πιθανότητες πρακτικής εφαρμογής και ποιες θα ήταν οι πιθανές συνέπειές της. Στην αρχή του κειμένου του, η σύνδεση ανάμεσα στο «δίκαιο» και «χρήσιμο» (2Α.1.6-7) και, στο τέλος του, η αντίθεση ανάμεσα στο «επωφελές» και «επιβλαβές» (2Α.ΙΙ.30-36) δείχνουν ότι η βάση του συλλογισμού του είναι η θέση (1Β) ότι αυτό που μετράει είναι η «ωφελιμότητα». Αντιπαραθέτει τη δικαιοσύνη προς τη φύση ακριβώς επειδή η δικαιοσύνη δεν μπορεί να εγγυηθεί αυτό που είναι επωφελές και χρήσιμο για τον άνθρωπο.
Είναι ενδιαφέρον ότι ο Αντιφώντας, ενώ ξεκινά από την προκείμενη (2Α.Ι.3- 9) πως η μαρτυρική κατάθεση της αλήθειας θεωρείται δίκαιη πράξη και σε συλλογικό επίπεδο χρήσιμη στις ανθρώπινες υποθέσεις, αμέσως μετατοπίζει την οπτική του και την εστιάζει αποκλειστικά στο άτομο. Υπογραμμίζοντας τις οδυνηρές συνέπειες από τη συμπεριφορά που θεωρείται δίκαιη, αποδεικνύει ότι η ωφελιμότητα σε ατομικό επίπεδο και η ωφελιμότητα σε συλλογικό επίπεδο δεν ταυτίζονται αλλά διαρκώς συγκρούονται. Έτσι, ο σοφιστής για μια ακόμη φορά επιβεβαιώνει την απόστασή του από τη θέση του Πρωταγόρα.
Ένα σημείο που χρειάζεται περαιτέρω εξέταση είναι η λειτουργία που ο Αντιφώντας αποδίδει στον νόμο και στις συνθήκες υπό τις οποίες αξίζει τον κόπο να υπακούουν οι άνθρωποι σε συγκεκριμένους περιορισμούς (1Β. V.25 -VI. 3):
«Αν τώρα ορισμένοι που αποδέχθηκαν αυτού του είδους τις διατάξεις αποκόμισαν κάποια βοήθεια από τους νόμους, και αν εκείνοι που δεν τις αποδέχονται αλλά αντιδρούν σε αυτές ζημιώθηκαν, ο περιορισμός που είναι εγγενής στους νόμους θα ήταν επωφελής. Αλλά, όπως συμβαίνει, προκύπτει μάλλον ότι αυτοί που δεν αποδέχονται αυτού του είδους τις διατάξεις δεν αντλούν επαρκή βοήθεια από την τακτική δικαιοσύνη».
Οι νόμοι είναι καρπός συμφωνίας μεταξύ των ανθρώπων, αλλά η συμφωνία αυτή δεν φέρνει τα αποτελέσματα που προσδοκούν, μια κοινωνία δηλαδή που να μην ελέγχεται από τη βία και την εφαρμογή του δικαίου του ισχυρότερου.[26]Αυτά δεν είναι αφηρημένα και γενικά προβλήματα αλλά έχουν να κάνουν με τη βλάβη, τον πόνο και τη δυστυχία του μεμονωμένου και συγκεκριμένου ατόμου σε κάθε στιγμή της ύπαρξής του. Η ανεπάρκεια του νόμου (και κατ’ επέκταση της δικαιοσύνης που συνίσταται σε νομικές ρήτρες) προκύπτει από το γεγονός ότι οι νομικοί κανονισμοί σχεδόν ποτέ δεν ανταποκρίνονται στις θεμελιώδεις αξιώσεις της φύσης, τις οποίες καταπιέζει ο νόμος. Κατά συνέπεια, η φύση είναι το βασικό κριτήριο για την αποτίμηση της οδύνης και της ευχαρίστησης, της ωφελιμότητας και της βλάβης.
Διαβάζοντας τον Αντιφώντα από μια πλατωνική οπτική, όπου οι βάσεις των συμπερασμάτων εκφράζονται ρητά, ίσως μπορούμε να του αποδώσουμε τις προϋποθέσεις για ένα έγκυρο συμπέρασμα που απορρέει από δύο συλλογισμούς όπως οι ακόλουθοι: (1) ο νόμος είναι ανεπαρκής, για να προλάβει και να ελέγξει την επιθετικότητα και (2) από τη φύση του το άτομο επιζητά αυτό που θα του προσφέρει ευχαρίστηση και αποφεύγει αυτό που θα του προκαλέσει πόνο. Το υπονοούμενο, λοιπόν, συμπέρασμα του Αντιφώντα είναι ότι το προσωπικό συμφέρον του ατόμου και ό, τι θα προσφέρει σε αυτό ευχαρίστηση στην ουσία συνίστανται στο να αφήνει κανείς ανεξέλεγκτες όλες τις φυσικές του επιθυμίες, στο να εκμεταλλεύεται τον γείτονά του, με λίγα λόγια στο να διαπράττει αδικία. Ο Θουκυδίδης παρουσιάζει το άγνωστο πρόσωπο που ονομάζει Διόδοτο να δηλώνει ότι η καταστρατήγηση του νόμου οφείλεται σε φυσικό ένστικτο. Στην περίπτωση του Αντιφώντα, δεν εξυπακούεται ότι ο σοφιστής καλεί τον κάθε άνθρωπο, ο οποίος μπορεί να ενεργήσει κατ’ αυτόν τον τρόπο ατιμώρητα, να κλέψει έναν περαστικό και έτσι να εξασφαλίσει τα μέσα που θα ικανοποιήσουν τις ηδονικές του παρορμήσεις. Πρέπει μάλλον να θεωρήσουμε ότι καλεί τον καθένα να στοχαστεί πώς θα ζήσει τη ζωή του με την ελάχιστη δυνατή ταλαιπωρία και με μια προσεκτική εξισορρόπηση των αξιώσεων της φύσης και των αξιώσεων που επιβάλλει η κοινωνική ζωή. Η κριτική που ο Αντιφώντας ασκεί στον νόμο και στη δικαιοσύνη είναι ιδιαίτερα εμπαθής εξαιτίας του γενικού πολιτικού της τόνου, ο οποίος δείχνει, με υπαινιγμούς στη σύγχρονή του πραγματικότητα, αυτό που ο Ostwald ονόμασε «κάποιας μορφής προκατάληψη της ανώτερης τάξης απέναντι στην αθηναϊκή δημοκρατία».[27]
Από τις περιορισμένες μαρτυρίες που διαθέτουμε για το σύγγραμμα Περί ’Αλήθειας του Αντιφώντα, μπορούμε να εικάσουμε ότι τα αποσπάσματα που συζήτησα τα έθετε ο ίδιος σε ένα ευρύτερο επιστημονικό πλαίσιο, το οποίο χαρακτηριζόταν από μια σύλληψη της φύσης (και όχι μόνο της ανθρώπινης φύσης) που εμείς, κινδυνεύοντας να διαπράξουμε αναχρονισμό, θα την ονομάζαμε εκκοσμικευμένη και υλιστική.[28] Το ενδιαφέρον του Αντιφώντα για τη βιολογία (στη γενική της θεώρηση), και η πραγμάτευσή του της ανθρώπινης φύσης και του συμφέροντος του ανθρώπου, ανακαλούν όχι μόνο την ιατρική παράδοση αλλά και κάποιες πτυχές του Θουκυδίδη.[29] Το κοινό έδαφος αυτών των συγγραφέων είναι, επίσης, προφανές στη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο σοφιστής για να προσδιορίσει έννοιες της ψυχολογίας· για παράδειγμα, χρησιμοποιεί το όνομα νοῦς για να εκφράσει την έδρα των συναισθημάτων και το όνομα γνώμη το χρησιμοποιεί κατά τρόπο ώστε να σημαίνει και την απόφαση αλλά και την ικανότητα κάποιου να αποφασίζει. Αν και απέδιδε στον όρο γνώμη (DK87B2) μια κανονιστική λειτουργία, επέμενε ενδεχομένως στο γεγονός ότι αυτή ισχύει μόνο αν κάποιος λαμβάνει υπόψη του τη φύση.[30]
Για τον Πλάτωνα, η θεωρία αυτή ήταν αντιφατική επειδή απέδιδε οντολογική και αξιολογική προτεραιότητα στη φύση παρά στην ευφυΐα. Κατά τον Πλάτωνα, το λάθος αυτό ήταν το εκλεπτυσμένο αποτέλεσμα μιας άγνοιας τόσο μεγάλης, που θα μπορούσε λανθασμένα να εκληφθεί ως εξαιρετική ευφυΐα (Νόμοι 10.886b). Η βασική ατέλεια της θεωρίας ήταν ότι εξύψωνε το σώμα έναντι του πνεύματος (89 le), καθώς η αντιστροφή αυτή, σύμφωνα με την πλατωνική θεώρηση, καθιστά αδύνατη τη σωτηρία της ανθρώπινης ζωής από την αδικία και τη δυστυχία.
Είναι ελκυστική η υπόθεση ότι η οξυδερκής ανάλυση του Αντιφώντα υπήρχε στο μυαλό του Πλάτωνα όταν αυτός έγραφε συγκεκριμένα και κρίσιμης σημασίας χωρία στους διαλόγους του. Το γεγονός ότι ο Πλάτωνας ποτέ δεν αναφέρει τον Αντιφώντα ή δεν του προσφέρει την επίσημη θέση που παρέχει στις άλλες ηγετικές μορφές των σοφιστών, ήταν ενδεχομένως ένα είδος καταδίκης του σοφιστή στη λήθη, την οποία αντιλαμβάνεται κανείς μόνο αν ανασυνθέσει τον Αντιφώντα ως προσωπικότητα με βάση όλες τις διαθέσιμες μαρτυρίες.[31]
Στην περίπτωση του Πρωταγόρα, ο Πλάτωνας θα μπορούσε τουλάχιστον να συμμεριστεί τη θετική αποτίμηση της δικαιοσύνης από τον σοφιστή, καθώς και την προσπάθειά του να της αποδώσει θεμέλια καθιστώντας την κτήμα που ανήκει στα ανθρώπινα όντα στο κοινωνικό τους πλαίσιο. Θα μπορούσε ακόμα ο Πλάτωνας να συμμερισθεί την άρνηση του Πρωταγόρα να αποδεχθεί οποιαδήποτε πόλωση μεταξύ του νόμον και της φύσεως, και το έργο που ο σοφιστής έπρεπε, συνεπώς, να αναλάβει για να καταστήσει τη δικαιοσύνη οικουμενική αρχή συμβατή με τις ποικίλες τοπικές εκφάνσεις της. Η περίπτωση του Αντιφώντα ήταν τελείως διαφορετική: ένας λογογράφος, συνδεδεμένος με το ολιγαρχικό κόμμα· μια προσωπικότητα ενοχλητική από πνευματική και πολιτική άποψη· ένα πρόσωπο που δεν δέχτηκε να εισέλθει αμέσως στην αρένα της πολιτικής παρά μόνο στην τελική φάση της ζωής του· ένας άνδρας, τέλος, που αρεσκόταν να χρησιμοποιεί την ευφυΐα του χωρίς να θέτει τον εαυτό του σε προσωπικό κίνδυνο, και ο οποίος σταμάτησε απότομα να επεξεργάζεται αυτό που ο Πλάτωνας θεώρησε ότι αποτελούσε τις τελικές και αναπόφευκτες συνέπειες των προσωπικών θεωριών του σοφιστή.[32]
Ο Πλάτωνας επέλεξε να μην τοποθετήσει τον Αντιφώντα σε άμεση αντιπαράθεση με τον Σωκράτη, αλλά επιτίθεται εναντίον αυτού και των ομοίων του με έμμεσο τρόπο σε πολλούς διαλόγους του, όπου εκθέτει τους τεράστιους κινδύνους που εγκυμονεί για τον πολιτισμό και την πολιτική μια ριζοσπαστικά επικριτική στάση απέναντι στον νόμο. Ο Πρωταγόρας, μολονότι υποστήριζε τη χρησιμότητα της δικαιοσύνης και των νόμων, δεν γνώριζε πώς να τους υπερασπισθεί έναντι των αντιπάλων τους επειδή, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, η προσωπική του σκέψη ήταν το αποτέλεσμα της ρευστής οντολογίας που επικρατούσε στα χρόνια του. Η υπόθεση του Αντιφώντα για την αδυναμία του νόμου και την ανικανότητα της δικαιοσύνης να εμποδίσουν την ανθρώπινη φύση να διαπράξει αδικία προερχόταν, σκέφτηκε ο Πλάτωνας, από μια λανθασμένη «υλιστική» αντίληψη του κόσμου. Στη σκιά του Σωκράτη και σε πλήρως νέες βάσεις, ο Πλάτωνας ανέλαβε το μεγαλεπήβολο έργο να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στη φύση και στον νόμο και να αναδείξει τη δικαιοσύνη ως μέγιστο αγαθό για την ανθρώπινη ψυχή[33].
-------------------------
[1] Για μια έξοχη πραγμάτευση των σχέσεων μεταξύ της δικαιοσύνης και των απαρχών της δημοκρατίας βλ. Ostwald [121].
[2] Πολλά έχουν γραφεί ανηφορικά με την πιθανή σύνδεση της δικαιοσύνης, όπως την ορίζει ο Θρασύμαχος, και της θέσης που υιοθετεί ο Καλλικλής στον πλατωνικό Γοργία (482c- 484c). Η βασική διαφορά έγκειται στο ότι ο Καλλικλής αναφορικά με το δικαίωμα στη διακυβέρνηση βασίζει τις απόψεις του στη διάκριση ανάμεσα στη φύση (φύσις) και στη σύμβαση (νόμος), ενώ, κατά τον Θρασύμαχο, αυτό που πάνω απ’ όλα έχει σημασία είναι η κατοχή της δύναμης καθαυτήν.
[3] Για μια πρόσφατη επισκόπηση των επιχειρημάτων του Θρασύμαχου πβ. Τ. D. Chappell, «The virtues of Thrasymachus», Phronesis 38 (1993) 1-17.
[4] Πβ. Γοργίας 470d-471 d.
[5] Πβ. Πολιτεία 2. 358b-362c και Νόμους 10. 88le 1 -2.
[6] Στο σημείο αυτό εντοπίζονται ζωηρές αναλογίες με τα θέματα που αναπτύσσονται στους Νόμους 10. 885b-890a, ειδικά σε σχέση με την πραγμάτευση του αθεϊσμού στον ύστερο διάλογο· πβ. Decleva Caizzi [452].
[7] Στην διήγησή του για το πώς ο Δηιόκης «ανέλαβε την εξουσία επί των Μήδων, ο Ηρόδοτος εφιστά την προσοχή στη δίκαιη συμπεριφορά του ανδρός (1. 96. 2), χρησιμοποιώντας τον όρο δικαιοσύνη με ό,τι αυτός υπό μια απόλυτη έννοια μπορεί να σημαίνει στις πιο πρώιμες μαρτυρημένες εμφανίσεις του. Βλ. Havelock [4421 και [100] 296-305, ο οποίος θεωρεί ότι ευρετής του όρου υπήρξε ο Πρωταγόρας.
[8] Η πηγή του Διογένη του Λαέρτιου για την κατηγορία της λογοκλοπής που ο Αριστόξενος επιρρίπτει στον Πλάτωνα ήταν ο Φαβωρίνος (πβ. Διογένης Λαέρτιος 3.57), ο οποίος έδρασε στις πρώτες δεκαετίες του δεύτερου αιώνα μ. X. Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε αν υπήρχε κάποια αλήθεια στη μομφή του Αριστόξενου, αλλά ο Πλάτωνας επεδείκνυε προφανούς πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για το έργο του Πρωταγόρα.
[9] Σύγχρονοι ερευνητές, σε αντίθεση με εκείνους που γράφουν κατά την περίοδο που ο πάπυρος ανακαλύφθηκε, εμφανίζουν την τάση να ταυτίζουν τον ρήτορα Αντιφώντα με τον σοφιστή Αντιφώντα. Βλ. Narcy [457],
[10] DK87B44, απόσπασμα που επανεκδόθηκε από τους Bastianini και Decleva Caizzi [449].
[11] Η θέση αυτή δεν έχει να κάνει με το ερώτημα της προσωπικής σχέσης του Περικλή με τον Πρωταγόρα· για τις υπερβολικές, ίσως, αμφισβητήσεις που προέκυψαν ως προς αυτό, βλ. Ρ. A. Stadter, «Pericles among the intellectuals», ICS 16 (1991) 111-24.
[12] Βλ. Ostwald [121] 199-290, ο οποίος κάνει λόγο για «πολωτικές τάσεις της δεκαετίας του 420», και Ostwald [458].
[13] Οι Δισσοί Λόγοι (DK90), ένα έργο άγνωστης προέλευσης και χρονολογίας, συνήθως θεωρείται ότι αντανακλά τη σκέψη ίων σοφιστών για μια σταθμισμένη έκθεσή του βλ. το άρθρο του Bumyeat για τους Δισσούς Λόγους στον Craig [145],
[14] Πβ. Ηρόδοτος 3. 80-82, και Μ. Ostwald, «Ancient Greek ideas of law», στο Dictionary of the History of Ideas, τομ. 2 Νέα Υόρκη 1973 σσ. 673-85. Βλ. επίσης, Nomos and the Beginnings ot Athenian Democracy, Οξφόρδη 1969, καθώς και Ostwaid [121].
[15] Σημειώνουμε την κυνική διατύπωση του Κλέωνα αναφορικά με τη σχέση ανάμεσα στη δύναμη μιας κοινότητας και τη σταθερότητα των νόμων της ανεξάρτητα από την αξία τους· για τον Θουκυδίδη πβ. Farrar [96] 127-91.
[16] Ο Πρωταγόρας, αντίθετα, υπογραμμίζει με έμφαση την παιδευτική αξία της τιμωρίας (Πλάτωνα Πρωταγόρας 324a-c). Προβάλλει επίσης το επιχείρημα ότι μια κοινότητα θεωρεί τόσο μεγάλη την αναγκαιότητα της δικαιοσύνης, ώστε όποιος παραδέχεται με κάθε ειλικρίνεια ότι είναι άδικος να θεωρείται τρελός (αυτόθι, 323b-c). Σύγκρινε το χωρίο 2. 35% της Πολιτείας, όπου ο Γλαύκων ισχυρίζεται ότι ο καθένας θα θεωρούνταν τρελός αν είχε τα μέσα να διαπράξει την αδικία ατιμώρητα και αρνούνταν να τη διαπράξει.
[17] Η δημηγορία που ο Θουκυδίδης αποδίδει στον Διδότο αντανακλά τις σκέψεις του Αντιφώντα για την εσωτερική αδυναμία του νόμου ως κεκυρωμένου θεσμού απέναντι στις επιταγές της φύσεως (πβ. Moulton [456] και Decleva Caizzi [451]). Σχετικό επίσης είναι το περίφημο απόσπασμα από τον Σίσυφο του Κριτία (DK88B25) υπό την έννοια ότι οι θεοί είναι ανθρώπινες επινοήσεις που έχουν ως σκοπό να συμπληρώνουν την αδυναμία του νόμου και να παρατείνουν τον φόβο της αποκάλυψης- για το απόσπασμα του Σίσυφου βλ. σ. 323 στον παρόντα τόμο.
[18] 423 π.Χ. Βλ. Ostwald [458] 296-97.
[19] Παραθέτω το κείμενο σύμφωνα με την έκδοση των Bastianini και Decleva Caizzi [449]= CPF 1.1* Αντιφών 1.17. Στην έκδοση αυτή, για το απόσπασμα 17.1 που περιέχει τους παπύρους της Οξυρρύγχου 1364+3647, αντιστρέψαμε την προηγούμενη σειρά των αποσπασμάτων ακολουθώντας κριτήρια παλαιογραφικά και θεματικά· για το απόσπασμά μας 17. ΙΑ βλ. DK87B44 απ. Β, και για το απόσπασμα 17.1Β βλ. DK87B44 απ. Α. Το απόσπασμα 17.2 περιέχει τον πάπυρο της Οξυρρύγχου 1797.
[20] Πβ. Ξενοφώντα ’Απομνημονεύματα 4. 4. 12-18, όπου ο Σωκράτης, χρησιμοποιώντας τον σοφιστή Ιππία ως συνομιλητή του, και με βάση προκείμενες σαν και αυτές του Αντιφώντα, φτάνει στο πολύ διαφορετικό συμπέρασμα ότι η υπακοή στον νόμο είναι αναμφισβήτητα επωφελής τόσο για τις κοινότητες όσο και για τα άτομα. Πβ. Decleva Caizzi [450] 203-8.
[21] Βλ. Furley [453], ο οποίος εν μέρει στηρίζεται στον Kerferd [454].
[22] Αυτή είναι η άποψη του Ostwald [121] 133.
[23] Δεν θεωρώ ότι το εν λόγω απόσπασμα αποδίδει κάποιον γενικό χαρακτήρα χρησιμότητας στη δικαιοσύνη, μολονότι σύμφωνα με ένα χωρίο που παραθέτει ο Στοβαίος (DK87B58) ο Αντιφώντας σχολίασε την αφελή σκέψη ότι ένας ο οποίος διαπράττει αδικία σε βάρος του γείτονά του θα διαφύγει τα αντίποινα.
[24] Για την απόδοση αυτού τον κειμένου στον Αντιφώντα, βλ. Bastianini και Decleva Caizzi 1449] 214-15.
[25] Για μια επισκόπηση των απόψεων των ερευνητών σχετικά με το χωρίο, βλ. Bastianini και Decleva Caizzi [4491 221-22.
[26] Βλ. 1 Β. 1.28-30, όπου οι νόμοι ως «συμβάσεις» διακρίνονται από τα «φυσικά» πράγματα.
[27] Ostwald [458] 298.
[28] Αναφορικά με τον πιθανό υπαινιγμό του Πλάτωνα για τον Αντιφώντα στους Νόμους 10. 889a-890a, βλ. Decleva Caizzi [452], Το όνομά του απαντά μόνο στο χωρίο 236a του Μενέξενου, για το οποίο βλ. τις παρατηρήσεις μου ό. π. 293-96.
[29] Ο Αντιφώντας υπογραμμίζει την ομοιομορφία την ανθρώπινης φύσης αναφερόμενος στην αναπνοή, στο γέλιο και το κλάμα, στην ακοή και την όραση, στα χέρια και στα πόδια (1 Α.2-3). Ο Ξενοφώντας τον αντιπαραθέτει ως ηδονιστή και προασπιστή της υλικής επιτυχίας απέναντι στον Σωκράτη (’Απομνημονεύματα 1. 6).
[30] Πβ. DK87B14, όπου το υποκείμενο της φράσης γυμνωθεῖοα δέ ἀφορμῆς πολλά ἄν καί καλά κακῶς διαθεῖτο θα πρέπει να είναι η γνώμη, και όχι η φύση, όπως πρέσβευαν οι μελετητές· πβ. Decleva Caizzi [4521 304.
[31] Ο Αντιφώντας καταδικάστηκε σε θάνατο επειδή ήταν ο πραγματικός υποκινητής της ολιγαρχικής επανάστασης του 411 π. X. Ο Θουκυδίδης (8. 68) τον περιγράφει ως λαμπρό άνδρα, ο οποίος συνέταξε την καλύτερη απολογία που είχε ως τότε ακούσει ο ιστορικός (για ένα πιθανό απόσπασμα του λόγου αυτού, πβ. CPF 1.1* 17.4). Ο Αντιφώντας εκτελέστηκε, και αρνήθηκαν να τον θάψουν στη γη της Αττικής, ενώ οι απόγονοί του στερήθηκαν τα πολιτικά τους δικαιώματα.
[32] Ο ανώνυμος λογογράφος, επικριτικός απέναντι στη φιλοσοφία, ο οποίος μνημονεύεται στο τέλος του Ευθύδημον, μολονότι ταιριάζει με τον Ισοκράτη, θα μπορούσε επίσης να ταυτισθεί με τον Αντιφώντα, όπως εύστοχα παρατηρεί ο A. Ε. Taylor στο βιβλίο του με τον τίτλο Plato, the Man and his Work, Λονδίνο 1960, σσ. 100-02.
[33] Βλ. M. Ostwald, «Plato on law and nature», στην H. North (επιμ.), Interpretations of Plato, Mnemosyne Supplementum 50(1977) 41-63.
Στην περιγραφή της εξάπλωσης του λοιμού στην Αθήνα, ο Θουκυδίδης σχολιάζει τον τρόπο με τον οποίο η ἀνομία προέκυψε από την αποδιοργάνωση της καθημερινής ζωής (2.53):
θεῶν δέ φόβος ἤ ἀνθρώπων νόμος οὐδείς ἀπεῖργε, τό μέν κρίναντες ἐν ὁμοιῳ καί σέβειν καί μή ἐκ τοῦ πάντας ὁρᾶν ἐν ἴσῳ ἀπολλυμένους, τῶν δέ ἁμαρτημάτων οὐδείς ἐλπίζων μέχρι τοῦ δίκην γενέσθαι βιούς ἄν τήν τιμωρίαν ἀντιδοῦναι...
[«Φόβος των θεών ή νόμος των ανθρώπων κανένας δεν τους συγκροτούσε, απ’ τη μια γιατί έκριναν, με το να βλέπουν πως όλοι χάνονταν όμοια, ότι ήταν το ίδιο να δείχνουν σεβασμό ή όχι, απ’ την άλλη, γιατί κανένας δεν περίμενε ότι θα ζούσε ώσπου να γίνει δίκη και να τιμωρηθεί για τα ανομήματά του...».
Στη χαώδη κατάσταση που προκάλεσε ο λοιμός, ήρθαν στην επιφάνεια οι απαιτήσεις και οι παρορμήσεις της ατομικής φύσης που αποκάλυψαν, έτσι, τον καθαρά συμβατικό χαρακτήρα των κοινωνικών κανόνων για τους οποίους καμάρωναν οι Αθηναίοι, σύμφωνα με τα λεγάμενα ίου Περικλή.
Ο Θουκυδίδης κάνει ανάλογες διαπιστώσεις, όταν αναλύει τις επιπτώσεις του εμφυλίου πολέμου στην Κέρκυρα (3. 82-83). Και εκεί, επίσης, η αποδιοργάνωση της καθημερινής ζωής στάθηκε αιτία να αναδυθούν οι στοιχειώδεις ανάγκες και τα αχαλίνωτα ένστικτα της αυτοσυντήρησης που ανέτρεψαν τις παραδοσιακές αξίες. «Ο πόλεμος», σημειώνει, είναι «βίαιος διδάσκαλος», ένας δάσκαλος που επιβάλλεται με τη βία και, συγκεκριμένα, διδάσκει τους ανθρώπους να αφήνουν ελεύθερη τη βία που φωλιάζει στον καθένα.
Την ίδια απαισιοδοξία για την ανθρώπινη φύση εκφράζει και ο Διόδοτος στη συζήτησή του με τον Κλέωνα για την τύχη της Μυτιλήνης. Ο Διόδοτος υποστηρίζει ότι η τιμωρία[16] και, συγκεκριμένα, η θανατική ποινή αδυνατούν να εμποδίσουν την ανθρώπινη φύση να παραβιάσει τον νόμο (3.45)[17]:
ὅμως δέ τῇ ἐλπίδι ἐπαιρόμενοι κινδυνεύουσι, καί οὐδείς πω καταγνούς ἑαυτοῦ μή περιέσεσθαι τῷ ἐπιβουλεύματι ἦλθεν ἐς τό δεινόν. πόλις τε ἀφιστάμενη τίς πω ἥσσω τῇ δοκήσει ἔχουσα τήν παρασκευήν ἤ οἴκειαν ἤ ἄλλων ξυμμαχία τούτῳ ἐπεχείρησεν; πεφύκασι τε ἅπαντες καί ἰδιᾳ καί δημοσίᾳ ἁμαρτάνειν, καί οὐκ ἔστι νόμος ὅστις ἀπείρξει τούτου, ἐπεί διεξεληλύθασι γε διά πασῶν τῶν ζημιῶν οἱ ἄνθρωποι προστιθέντες, εἴ πως ἧσσον ἀδικοῖντο ὑπό τῶν κακούργων.
[«Οι άνθρωποι όμως παρασύρονται από την ελπίδα και ριψοκινδυνεύουν, και κανείς ως τώρα δεν προχώρησε σε κάποιο επικίνδυνο εγχείρημα έχοντας καταδικάσει τον εαυτό του ότι θα αποτύχει σ’ αυτό. Και ποια πόλη θα αποφάσιζε ποτέ να αποστατήσει, αν είχε τη γνώμη πο)ς η προετοιμασία η δική της και των συμμάχων της είναι λειψή για ένα τέτοιο εγχείρημα; Από φυσικού τους όλοι, και άτομα και πολιτείες, έχουν την τάση να πέφτουν σε λάθη και δεν υπάρχει νόμος που να μπορεί να τους εμποδίσει απ’ αυτό, αφού οι άνθρωποι ως τα τώρα έχουν δοκιμάσει στη σειρά όλες τις ποινές, κάνοντάς τες συνεχώς βαρύτερες, με την ελπίδα πως έτσι θα βλάφτονταν ίσως λιγότερο από τους κακούργους».
Στη εξιστόρηση του πελοποννησιακού πολέμου από τον Θουκυδίδη, η ιδέα της ισορροπίας ανάμεσα στο ατομικό και στο συλλογικό συμφέρον (που το δημοκρατικό πολίτευμα φαινόταν ότι διασφάλιζε) γίνεται όλο και περισσότερο φανερή όπως συμβαίνει σε μια κατάσταση κρίσης. Η σύγκρουση, ωστόσο, συμφέροντος και δικαιοσύνης (όπου η δικαιοσύνη εκφράζει την αρχή της επίλυσης των διαφορών χωρίς την άσκηση βίας) αποκαλύπτεται με την πιο μεγάλη αγριότητα στην εξωτερική πολιτική της Αθήνας. Το λόγια του Κλέωνα που αναφέρονται στους νόμους και στους διανοούμενους στον διάλογο των Μυτιληναίων (3.37.3-4), και ακόμη πιο ρητά, η περίφημη διακήρυξη των Αθηναίων πρέσβεων προς τον λαό της Μήλου δέκα χρόνια αργότερα (5.89) αποκηρύσσουν την αρχή που προσυπογράφουν ο Ησίοδος και ο Πρωταγόρας και η οποία ορίζει ότι το ανθρώπινο είδος (ως διακρινόμενο από τον κόσμο των ζώων) κατέχει τη δικαιοσύνη. Αντίθετα, υποστηρίζουν ότι η δικαιοσύνη ισχύει μόνο μεταξύ ίσων (αυτό σημαίνει, μεταξύ πολιτών ή στο πλαίσιο μιας ορισμένης κοινωνικής ομάδας) και όχι εκεί όπου το ζύγι της δύναμης γέρνει άνισα, όπως στην περίπτωση της εξωτερικής πολιτικής. Στην προκειμένη περίπτωση, αυτό που ισχύει είναι ο διδακτικός μύθος του Ησιόδου για το γεράκι και το αηδόνι (’Έργα καί Ήμέραι 202): επικρατεί ο πιο ισχυρός.
Αντιφώντας
Τα αποσπάσματα από το έργο του Αντιφώντα με τον τίτλο Περί Ἀληθείας είναι τα μοναδικά λόγια ενός σοφιστή για το θέμα της δικαιοσύνης που παραδίδονται σε αδιαμεσολάβητη μορφή. Μολονότι δεν διαθέτουμε βέβαιη ένδειξη για τη χρονολόγηση της συγγραφής τους, είναι εύλογη η εικασία ότι χρονολογούνται πριν από την πρώτη παράσταση των Νεφελών τον Αριστοφάνη.[18] Με δεδομένες τις αντιδημοκρατικές θέσεις του έργο\> και τη σαφή απόρριψη που αυτό εκφράζει για τον σύγχρονό του πολιτισμό, είναι πολύ πιθανό ότι είδε το φως κατά τα τέλη της δεκαετίας του 430.
Η λέξη νόμιμον είναι η πρώτη του κειμένου η οποία μπορεί να αποκατασταθεί αρκετά πειστικά (17.1Β. 1.5).[19] Μαρτυρεί ότι ο Αντιφώντας είχε αναφέρει την ταύτιση νομιμότητας/συμβατικού κανόνα και δικαιοσύνης, και ότι ο ορισμός του για τη δικαιοσύνη, δηλαδή «να μην παραβαίνει κανείς τους νόμους/κανόνες της κοινότητας στην οποία ζει ως πολίτης» (1Β. 1.6-11), ήταν το συμπέρασμα του συλλογισμού, ο οποίος προηγούνταν και χάθηκε, και η προκείμενη του συλλογισμού που ακολουθεί.[20]
Για να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο ο Αντιφώντας κρίνει τη δικαιοσύνη είναι απαραίτητες δύο επισημάνσεις. Κατ’ αρχήν, στα σωζόμενα τμήματα του κειμένου, ο Αντιφώντας χρησιμοποιεί σταθερά τους όρους δικαιοσύνη/δίκαιον με την παραδοσιακή και τρέχουσα σημασία τους.[21] Δεν προτείνει, όπως ο Καλλικλής στον Γοργία του Πλάτωνα (483c), τον δικό του ορισμό για τη δικαιοσύνη- «φυσική» ή «αληθινή» δικαιοσύνη- την οποία αντιπαραθέτει στη δικαιοσύνη όπως αυτή γίνεται συμβατικά αντιληπτή. Έπειτα, ακόμα και αν αληθεύει ότι κατά τον ύστερο πέμπτο αιώνα η λέξη νόμιμος «αντιπροσωπεύει ως επίθετο τον νόμο με την έννοια του θεσμού ακόμα και αν περιγράφει πρόσωπα ή ενέργειες που συμμορφώνονται με τους νόμους»,[22] υπάρχουν πολλές ενδείξεις στον πάπυρο ότι ο Αντιφώντας, όταν χρησιμοποιεί τους σχετικούς όρους (νόμος/νόμιμον), εννοεί με αυτούς όχι μόνο τους γραπτούς νόμους αλλά επίσης και το σύνολο των κανόνων και των διατάξεων μιας κοινότητας, που η παραβίασή τους επισύρει είτε την ντροπή (αισχύνη) είτε την πραγματική ποινή που προβλέπει ο νόμος (ζημία). Αυτή η διεύρυνση του σημασιολογικού πεδίου του νόμου, η οποία του επιτρέπει να καταπατά τον χώρο αρμοδιότητας της «φύσης», χρησιμεύει στο να υπογραμμισθεί με έμφαση η αντιθετική σχέση που υφίσταται μεταξύ των δύο εννοιών.
Κατά τον Αντιφώντα, η δικαιοσύνη ουσιαστικά έχει επίπτωση στα συμφέροντα του ατόμου διότι πρέπει να τίθεται σε εφαρμογή λαμβάνοντας υπόψη τους νόμους και την παρουσία μαρτύρων. Αλλά στην περίπτωση της απουσίας μαρτύρων θα έπρεπε κανείς να ακολουθήσει τη φύση. Στο επόμενο βήμα του συλλογισμού του, επιμένει στο γεγονός ότι οι επιταγές της φύσης είναι αναγκαίες και όχι συμβατικές. Η παραβίασή τους αναπόφευκτα προκαλεί βλάβη, ανεξάρτητα από το αν οι άλλοι τη βλέπουν. Αυτό που ο Αντιφώντας έχει κατά νου φαίνεται να είναι οι πρωταρχικές ή βιολογικές αξιώσεις της ανθρώπινης φύσης. Δεν αρνείται το γεγονός ότι σε ορισμένες περιστάσεις το να ακολουθεί κανείς τη δικαιοσύνη θα μπορούσε να τον ωφελήσει· αυτό που θεωρεί ότι είναι «εχθρικό προς τη φύση» είναι «το κυρίως μέρος αυτού που είναι δίκαιο σύμφωνα με τους νόμους» (1Β.ΙΙ.26-27).[23] Στην πραγματικότητα, ωστόσο, η τοποθέτηση του σοφιστή αποδεικνύεται άκρως ριζοσπαστική, αν λάβουμε υπόψη μας την έμφαση που αποδίδει στην ισχυρή αντίθεση μεταξύ των νόμων και της φύσης, στον ρόλο των μαρτύρων και στη διαφορά ανάμεσα στους θεσμούς που εξαρτώνται από τη δόξα («φαινόμενο»/«γνώμη»), οι οποίοι είναι εφαρμόσιμοι μόνο όταν κάποιος συλλαμβάνεται, και στους «αναγκαίους» και «αληθινούς» θεσμούς της φύσης. Ο Αντιφώντας αποσυνδέει το ατομικό συμφέρον από την υπακοή στον νόμο καθαυτήν (1Β.1.14-23) και, σε αντίθεση με τον Πρωταγόρα, απομακρύνει από τη δικαιοσύνη το κοσμικό έρεισμά της (την αιδώ και τη δίκη που δώρισε ο Δίας στους ανθρώπους), το οποίο την καθιστά ειδοποιό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης, και εγγυάται την ταύτιση δικαιοσύνης και ωφελιμότητας. Η τοποθέτηση του σοφιστή παραπέμπει στους συλλογισμούς που έκανε ο Γλαύκων στη διήγησή του για το δαχτυλίδι του Γύγη.
Πολλές από τις επισημάνσεις του Αντιφώντα φαίνεται ότι αντανακλούν την εμπειρία της αθηναϊκής κοινωνικής ζωής· αυτό γίνεται αντιληπτό από μια τοποθέτηση που υπογραμμίζει την ανεπάρκεια που εμφανίζουν οι κανόνες της κοινωνικής ζωής της Αθήνας να ανταποκριθούν στις ανάγκες του ατόμου, και επιβεβαιώνεται από αποδείξεις ολοφάνερες για τον καθένα. Η προσφυγή στη φύση, με όρους της ζωής και του θανάτου, ως μοναδικό κριτήριο για το πλεονέκτημα ή το μειονέκτημα- ο συνδετικός κρίκος αφενός ανάμεσα στο χρήσιμο και το απολαυστικό, και αφετέρου ανάμεσα στο επιζήμιο και οδυνηρό (1 B.IV.9- 22)· η διαπίστωση ότι ο νόμος δεν μπορεί να προστατεύσει τα άτομα ακόμα και αν αυτά προσκολλώνται σε αυτόν (1B.V), ή και πολύ λιγότερο όταν αυτά ανήκουν στη μερίδα των αθώων ανθρώπων· η παραπομπή στις δικαστικές διαδικασίες και τις ρητορικές τεχνικές της πειθούς οι οποίες είναι πολύ πιο ισχυρές από την αλήθεια ή το ψεύδος (1B.VI-VII)- όλα αυτά υποδηλώνουν μια ηθική που πρώτιστα βασίζεται στον εγωισμό και την αυτοσυντήρηση και δικαιολογεί έντεχνα τον ρόλο της επισημαίνοντας τις αδυναμίες της δικαιοσύνης και του νόμου να προσφέρουν ασφάλεια στα ανθρώπινα όντα.
Το δεύτερο απόσπασμα του παπύρου περιέχει έναν πολύ εκλεπτυσμένο συλλογισμό, τον οποίο μπορούμε να αξιολογήσουμε αν υποθέσουμε ότι το ζεύγος των όρων ἀδικεῖν/ἀδικεῖσθαι («να διαπράττει ή να υφίσταται κανείς την αδικία»), είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το ζεύγος των όρων βλάπτειν/βλάπτεσθαι («να προκαλεί κανείς βλάβη ή να την υφίσταται»).[24] Ας υποθέσουμε ότι το να λέμε την αλήθεια θεωρείται πράξη δίκαιη (και επωφελής) για τις ανθρώπινες υποθέσεις· κάποιος που ενεργεί κατά τον τρόπο αυτό, δεν θα είναι δίκαιος σύμφωνα με την αντίληψη για τη δικαιοσύνη που υποδηλώνει ότι δεν έχει δια- πραχθεί κανενός είδους αδικία στις περιπτώσεις που κανένας δεν την έχει υπο- στεί. «Είναι, πράγματι, αναγκαίο κάποιος ο οποίος καταθέτει μια μαρτυρία, ακόμα και αν μαρτυρεί την αλήθεια, να διαπράττει αδικία κατά μια έννοια που αντιδιαστέλλεται προς μια άλλη, και με τη σειρά του να την υφίσταται μέχρι το σημείο που ο ίδιος να επισύρει το μίσος» (2A.1.15-22). Η αδικία/βλάβη δια- πράττεται σε βάρος και εκείνου που καταδικάστηκε βάσει της μαρτυρίας, επειδή προέρχεται από κάποιον ο οποίος από τη μεριά του δεν ζημιώθηκε καθόλου από αυτόν που καταδικάστηκε, αλλά και σε βάρος του μάρτυρα, ο οποίος θα πρέπει για το υπόλοιπο της ζωής του να είναι σε επιφυλακή για το ενδεχόμενο αντιποίνων και απειλών. Και ο Αντιφώντας συνεχίζει (2Α.ΙΙ. 17-25):
«Φαίνεται ότι οι αδικίες αυτές δεν είναι μικρής σημασίας, ούτε για αυτόν που τις υφίσταται ούτε και για εκείνον που τις διαπράττει. Διότι είναι αδύνατον αυτά τα πράγματα να είναι δίκαια, και δικαιοσύνη θα έπρεπε να θεωρείται το να μην διαπράττει κανείς καμιά αδικία αλλά και να μην υφίσταται την αδικία· ωστόσο, είναι αναγκαίο είτε ο καθένας από τους δύο να είναι δίκαιος, είτε και οι δύο να είναι άδικοι».
Στη φράση του Αντιφώντα «να μην διαπράττει κανείς καμιά αδικία, αλλά και να μην υφίσταται την αδικία» ορισμένοι ερευνητές θέλησαν να εντοπίσουν τον ιδεώδη ορισμό του σοφιστή για τη δικαιοσύνη, αλλά ο Αντιφώντας έχει κατά νου την παραδοσιακή αντίληψη για τη δικαιοσύνη, όπως αυτή γίνεται φανερή από τον πλατωνικό Γλαύκωνα (Πολιτεία 2.359a), ο οποίος σχολιάζει το γεγονός ότι οι άνθρωποι θεωρούν πως είναι χρήσιμο να συνάπτουν μια αμοιβαία συμφωνία να μη διαπράττουν ή να υφίστανται την αδικία.[25] Τίποτε δεν μπορεί να αποκλείσει πως ο Αντιφώντας σκεπτόταν ότι μια τέτοια κατάληξη θα ήταν ευπρόσδεκτη καθαυτήν, αλλά αυτό για το οποίο μπορούμε να είμαστε βέβαιοι είναι η προσπάθεια του σοφιστή να καταδείξει γιατί μια συμφωνία αυτού του τύπου έχει πολύ λίγες πιθανότητες πρακτικής εφαρμογής και ποιες θα ήταν οι πιθανές συνέπειές της. Στην αρχή του κειμένου του, η σύνδεση ανάμεσα στο «δίκαιο» και «χρήσιμο» (2Α.1.6-7) και, στο τέλος του, η αντίθεση ανάμεσα στο «επωφελές» και «επιβλαβές» (2Α.ΙΙ.30-36) δείχνουν ότι η βάση του συλλογισμού του είναι η θέση (1Β) ότι αυτό που μετράει είναι η «ωφελιμότητα». Αντιπαραθέτει τη δικαιοσύνη προς τη φύση ακριβώς επειδή η δικαιοσύνη δεν μπορεί να εγγυηθεί αυτό που είναι επωφελές και χρήσιμο για τον άνθρωπο.
Είναι ενδιαφέρον ότι ο Αντιφώντας, ενώ ξεκινά από την προκείμενη (2Α.Ι.3- 9) πως η μαρτυρική κατάθεση της αλήθειας θεωρείται δίκαιη πράξη και σε συλλογικό επίπεδο χρήσιμη στις ανθρώπινες υποθέσεις, αμέσως μετατοπίζει την οπτική του και την εστιάζει αποκλειστικά στο άτομο. Υπογραμμίζοντας τις οδυνηρές συνέπειες από τη συμπεριφορά που θεωρείται δίκαιη, αποδεικνύει ότι η ωφελιμότητα σε ατομικό επίπεδο και η ωφελιμότητα σε συλλογικό επίπεδο δεν ταυτίζονται αλλά διαρκώς συγκρούονται. Έτσι, ο σοφιστής για μια ακόμη φορά επιβεβαιώνει την απόστασή του από τη θέση του Πρωταγόρα.
Ένα σημείο που χρειάζεται περαιτέρω εξέταση είναι η λειτουργία που ο Αντιφώντας αποδίδει στον νόμο και στις συνθήκες υπό τις οποίες αξίζει τον κόπο να υπακούουν οι άνθρωποι σε συγκεκριμένους περιορισμούς (1Β. V.25 -VI. 3):
«Αν τώρα ορισμένοι που αποδέχθηκαν αυτού του είδους τις διατάξεις αποκόμισαν κάποια βοήθεια από τους νόμους, και αν εκείνοι που δεν τις αποδέχονται αλλά αντιδρούν σε αυτές ζημιώθηκαν, ο περιορισμός που είναι εγγενής στους νόμους θα ήταν επωφελής. Αλλά, όπως συμβαίνει, προκύπτει μάλλον ότι αυτοί που δεν αποδέχονται αυτού του είδους τις διατάξεις δεν αντλούν επαρκή βοήθεια από την τακτική δικαιοσύνη».
Οι νόμοι είναι καρπός συμφωνίας μεταξύ των ανθρώπων, αλλά η συμφωνία αυτή δεν φέρνει τα αποτελέσματα που προσδοκούν, μια κοινωνία δηλαδή που να μην ελέγχεται από τη βία και την εφαρμογή του δικαίου του ισχυρότερου.[26]Αυτά δεν είναι αφηρημένα και γενικά προβλήματα αλλά έχουν να κάνουν με τη βλάβη, τον πόνο και τη δυστυχία του μεμονωμένου και συγκεκριμένου ατόμου σε κάθε στιγμή της ύπαρξής του. Η ανεπάρκεια του νόμου (και κατ’ επέκταση της δικαιοσύνης που συνίσταται σε νομικές ρήτρες) προκύπτει από το γεγονός ότι οι νομικοί κανονισμοί σχεδόν ποτέ δεν ανταποκρίνονται στις θεμελιώδεις αξιώσεις της φύσης, τις οποίες καταπιέζει ο νόμος. Κατά συνέπεια, η φύση είναι το βασικό κριτήριο για την αποτίμηση της οδύνης και της ευχαρίστησης, της ωφελιμότητας και της βλάβης.
Διαβάζοντας τον Αντιφώντα από μια πλατωνική οπτική, όπου οι βάσεις των συμπερασμάτων εκφράζονται ρητά, ίσως μπορούμε να του αποδώσουμε τις προϋποθέσεις για ένα έγκυρο συμπέρασμα που απορρέει από δύο συλλογισμούς όπως οι ακόλουθοι: (1) ο νόμος είναι ανεπαρκής, για να προλάβει και να ελέγξει την επιθετικότητα και (2) από τη φύση του το άτομο επιζητά αυτό που θα του προσφέρει ευχαρίστηση και αποφεύγει αυτό που θα του προκαλέσει πόνο. Το υπονοούμενο, λοιπόν, συμπέρασμα του Αντιφώντα είναι ότι το προσωπικό συμφέρον του ατόμου και ό, τι θα προσφέρει σε αυτό ευχαρίστηση στην ουσία συνίστανται στο να αφήνει κανείς ανεξέλεγκτες όλες τις φυσικές του επιθυμίες, στο να εκμεταλλεύεται τον γείτονά του, με λίγα λόγια στο να διαπράττει αδικία. Ο Θουκυδίδης παρουσιάζει το άγνωστο πρόσωπο που ονομάζει Διόδοτο να δηλώνει ότι η καταστρατήγηση του νόμου οφείλεται σε φυσικό ένστικτο. Στην περίπτωση του Αντιφώντα, δεν εξυπακούεται ότι ο σοφιστής καλεί τον κάθε άνθρωπο, ο οποίος μπορεί να ενεργήσει κατ’ αυτόν τον τρόπο ατιμώρητα, να κλέψει έναν περαστικό και έτσι να εξασφαλίσει τα μέσα που θα ικανοποιήσουν τις ηδονικές του παρορμήσεις. Πρέπει μάλλον να θεωρήσουμε ότι καλεί τον καθένα να στοχαστεί πώς θα ζήσει τη ζωή του με την ελάχιστη δυνατή ταλαιπωρία και με μια προσεκτική εξισορρόπηση των αξιώσεων της φύσης και των αξιώσεων που επιβάλλει η κοινωνική ζωή. Η κριτική που ο Αντιφώντας ασκεί στον νόμο και στη δικαιοσύνη είναι ιδιαίτερα εμπαθής εξαιτίας του γενικού πολιτικού της τόνου, ο οποίος δείχνει, με υπαινιγμούς στη σύγχρονή του πραγματικότητα, αυτό που ο Ostwald ονόμασε «κάποιας μορφής προκατάληψη της ανώτερης τάξης απέναντι στην αθηναϊκή δημοκρατία».[27]
Από τις περιορισμένες μαρτυρίες που διαθέτουμε για το σύγγραμμα Περί ’Αλήθειας του Αντιφώντα, μπορούμε να εικάσουμε ότι τα αποσπάσματα που συζήτησα τα έθετε ο ίδιος σε ένα ευρύτερο επιστημονικό πλαίσιο, το οποίο χαρακτηριζόταν από μια σύλληψη της φύσης (και όχι μόνο της ανθρώπινης φύσης) που εμείς, κινδυνεύοντας να διαπράξουμε αναχρονισμό, θα την ονομάζαμε εκκοσμικευμένη και υλιστική.[28] Το ενδιαφέρον του Αντιφώντα για τη βιολογία (στη γενική της θεώρηση), και η πραγμάτευσή του της ανθρώπινης φύσης και του συμφέροντος του ανθρώπου, ανακαλούν όχι μόνο την ιατρική παράδοση αλλά και κάποιες πτυχές του Θουκυδίδη.[29] Το κοινό έδαφος αυτών των συγγραφέων είναι, επίσης, προφανές στη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο σοφιστής για να προσδιορίσει έννοιες της ψυχολογίας· για παράδειγμα, χρησιμοποιεί το όνομα νοῦς για να εκφράσει την έδρα των συναισθημάτων και το όνομα γνώμη το χρησιμοποιεί κατά τρόπο ώστε να σημαίνει και την απόφαση αλλά και την ικανότητα κάποιου να αποφασίζει. Αν και απέδιδε στον όρο γνώμη (DK87B2) μια κανονιστική λειτουργία, επέμενε ενδεχομένως στο γεγονός ότι αυτή ισχύει μόνο αν κάποιος λαμβάνει υπόψη του τη φύση.[30]
Για τον Πλάτωνα, η θεωρία αυτή ήταν αντιφατική επειδή απέδιδε οντολογική και αξιολογική προτεραιότητα στη φύση παρά στην ευφυΐα. Κατά τον Πλάτωνα, το λάθος αυτό ήταν το εκλεπτυσμένο αποτέλεσμα μιας άγνοιας τόσο μεγάλης, που θα μπορούσε λανθασμένα να εκληφθεί ως εξαιρετική ευφυΐα (Νόμοι 10.886b). Η βασική ατέλεια της θεωρίας ήταν ότι εξύψωνε το σώμα έναντι του πνεύματος (89 le), καθώς η αντιστροφή αυτή, σύμφωνα με την πλατωνική θεώρηση, καθιστά αδύνατη τη σωτηρία της ανθρώπινης ζωής από την αδικία και τη δυστυχία.
Είναι ελκυστική η υπόθεση ότι η οξυδερκής ανάλυση του Αντιφώντα υπήρχε στο μυαλό του Πλάτωνα όταν αυτός έγραφε συγκεκριμένα και κρίσιμης σημασίας χωρία στους διαλόγους του. Το γεγονός ότι ο Πλάτωνας ποτέ δεν αναφέρει τον Αντιφώντα ή δεν του προσφέρει την επίσημη θέση που παρέχει στις άλλες ηγετικές μορφές των σοφιστών, ήταν ενδεχομένως ένα είδος καταδίκης του σοφιστή στη λήθη, την οποία αντιλαμβάνεται κανείς μόνο αν ανασυνθέσει τον Αντιφώντα ως προσωπικότητα με βάση όλες τις διαθέσιμες μαρτυρίες.[31]
Στην περίπτωση του Πρωταγόρα, ο Πλάτωνας θα μπορούσε τουλάχιστον να συμμεριστεί τη θετική αποτίμηση της δικαιοσύνης από τον σοφιστή, καθώς και την προσπάθειά του να της αποδώσει θεμέλια καθιστώντας την κτήμα που ανήκει στα ανθρώπινα όντα στο κοινωνικό τους πλαίσιο. Θα μπορούσε ακόμα ο Πλάτωνας να συμμερισθεί την άρνηση του Πρωταγόρα να αποδεχθεί οποιαδήποτε πόλωση μεταξύ του νόμον και της φύσεως, και το έργο που ο σοφιστής έπρεπε, συνεπώς, να αναλάβει για να καταστήσει τη δικαιοσύνη οικουμενική αρχή συμβατή με τις ποικίλες τοπικές εκφάνσεις της. Η περίπτωση του Αντιφώντα ήταν τελείως διαφορετική: ένας λογογράφος, συνδεδεμένος με το ολιγαρχικό κόμμα· μια προσωπικότητα ενοχλητική από πνευματική και πολιτική άποψη· ένα πρόσωπο που δεν δέχτηκε να εισέλθει αμέσως στην αρένα της πολιτικής παρά μόνο στην τελική φάση της ζωής του· ένας άνδρας, τέλος, που αρεσκόταν να χρησιμοποιεί την ευφυΐα του χωρίς να θέτει τον εαυτό του σε προσωπικό κίνδυνο, και ο οποίος σταμάτησε απότομα να επεξεργάζεται αυτό που ο Πλάτωνας θεώρησε ότι αποτελούσε τις τελικές και αναπόφευκτες συνέπειες των προσωπικών θεωριών του σοφιστή.[32]
Ο Πλάτωνας επέλεξε να μην τοποθετήσει τον Αντιφώντα σε άμεση αντιπαράθεση με τον Σωκράτη, αλλά επιτίθεται εναντίον αυτού και των ομοίων του με έμμεσο τρόπο σε πολλούς διαλόγους του, όπου εκθέτει τους τεράστιους κινδύνους που εγκυμονεί για τον πολιτισμό και την πολιτική μια ριζοσπαστικά επικριτική στάση απέναντι στον νόμο. Ο Πρωταγόρας, μολονότι υποστήριζε τη χρησιμότητα της δικαιοσύνης και των νόμων, δεν γνώριζε πώς να τους υπερασπισθεί έναντι των αντιπάλων τους επειδή, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, η προσωπική του σκέψη ήταν το αποτέλεσμα της ρευστής οντολογίας που επικρατούσε στα χρόνια του. Η υπόθεση του Αντιφώντα για την αδυναμία του νόμου και την ανικανότητα της δικαιοσύνης να εμποδίσουν την ανθρώπινη φύση να διαπράξει αδικία προερχόταν, σκέφτηκε ο Πλάτωνας, από μια λανθασμένη «υλιστική» αντίληψη του κόσμου. Στη σκιά του Σωκράτη και σε πλήρως νέες βάσεις, ο Πλάτωνας ανέλαβε το μεγαλεπήβολο έργο να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στη φύση και στον νόμο και να αναδείξει τη δικαιοσύνη ως μέγιστο αγαθό για την ανθρώπινη ψυχή[33].
-------------------------
[1] Για μια έξοχη πραγμάτευση των σχέσεων μεταξύ της δικαιοσύνης και των απαρχών της δημοκρατίας βλ. Ostwald [121].
[2] Πολλά έχουν γραφεί ανηφορικά με την πιθανή σύνδεση της δικαιοσύνης, όπως την ορίζει ο Θρασύμαχος, και της θέσης που υιοθετεί ο Καλλικλής στον πλατωνικό Γοργία (482c- 484c). Η βασική διαφορά έγκειται στο ότι ο Καλλικλής αναφορικά με το δικαίωμα στη διακυβέρνηση βασίζει τις απόψεις του στη διάκριση ανάμεσα στη φύση (φύσις) και στη σύμβαση (νόμος), ενώ, κατά τον Θρασύμαχο, αυτό που πάνω απ’ όλα έχει σημασία είναι η κατοχή της δύναμης καθαυτήν.
[3] Για μια πρόσφατη επισκόπηση των επιχειρημάτων του Θρασύμαχου πβ. Τ. D. Chappell, «The virtues of Thrasymachus», Phronesis 38 (1993) 1-17.
[4] Πβ. Γοργίας 470d-471 d.
[5] Πβ. Πολιτεία 2. 358b-362c και Νόμους 10. 88le 1 -2.
[6] Στο σημείο αυτό εντοπίζονται ζωηρές αναλογίες με τα θέματα που αναπτύσσονται στους Νόμους 10. 885b-890a, ειδικά σε σχέση με την πραγμάτευση του αθεϊσμού στον ύστερο διάλογο· πβ. Decleva Caizzi [452].
[7] Στην διήγησή του για το πώς ο Δηιόκης «ανέλαβε την εξουσία επί των Μήδων, ο Ηρόδοτος εφιστά την προσοχή στη δίκαιη συμπεριφορά του ανδρός (1. 96. 2), χρησιμοποιώντας τον όρο δικαιοσύνη με ό,τι αυτός υπό μια απόλυτη έννοια μπορεί να σημαίνει στις πιο πρώιμες μαρτυρημένες εμφανίσεις του. Βλ. Havelock [4421 και [100] 296-305, ο οποίος θεωρεί ότι ευρετής του όρου υπήρξε ο Πρωταγόρας.
[8] Η πηγή του Διογένη του Λαέρτιου για την κατηγορία της λογοκλοπής που ο Αριστόξενος επιρρίπτει στον Πλάτωνα ήταν ο Φαβωρίνος (πβ. Διογένης Λαέρτιος 3.57), ο οποίος έδρασε στις πρώτες δεκαετίες του δεύτερου αιώνα μ. X. Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε αν υπήρχε κάποια αλήθεια στη μομφή του Αριστόξενου, αλλά ο Πλάτωνας επεδείκνυε προφανούς πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για το έργο του Πρωταγόρα.
[9] Σύγχρονοι ερευνητές, σε αντίθεση με εκείνους που γράφουν κατά την περίοδο που ο πάπυρος ανακαλύφθηκε, εμφανίζουν την τάση να ταυτίζουν τον ρήτορα Αντιφώντα με τον σοφιστή Αντιφώντα. Βλ. Narcy [457],
[10] DK87B44, απόσπασμα που επανεκδόθηκε από τους Bastianini και Decleva Caizzi [449].
[11] Η θέση αυτή δεν έχει να κάνει με το ερώτημα της προσωπικής σχέσης του Περικλή με τον Πρωταγόρα· για τις υπερβολικές, ίσως, αμφισβητήσεις που προέκυψαν ως προς αυτό, βλ. Ρ. A. Stadter, «Pericles among the intellectuals», ICS 16 (1991) 111-24.
[12] Βλ. Ostwald [121] 199-290, ο οποίος κάνει λόγο για «πολωτικές τάσεις της δεκαετίας του 420», και Ostwald [458].
[13] Οι Δισσοί Λόγοι (DK90), ένα έργο άγνωστης προέλευσης και χρονολογίας, συνήθως θεωρείται ότι αντανακλά τη σκέψη ίων σοφιστών για μια σταθμισμένη έκθεσή του βλ. το άρθρο του Bumyeat για τους Δισσούς Λόγους στον Craig [145],
[14] Πβ. Ηρόδοτος 3. 80-82, και Μ. Ostwald, «Ancient Greek ideas of law», στο Dictionary of the History of Ideas, τομ. 2 Νέα Υόρκη 1973 σσ. 673-85. Βλ. επίσης, Nomos and the Beginnings ot Athenian Democracy, Οξφόρδη 1969, καθώς και Ostwaid [121].
[15] Σημειώνουμε την κυνική διατύπωση του Κλέωνα αναφορικά με τη σχέση ανάμεσα στη δύναμη μιας κοινότητας και τη σταθερότητα των νόμων της ανεξάρτητα από την αξία τους· για τον Θουκυδίδη πβ. Farrar [96] 127-91.
[16] Ο Πρωταγόρας, αντίθετα, υπογραμμίζει με έμφαση την παιδευτική αξία της τιμωρίας (Πλάτωνα Πρωταγόρας 324a-c). Προβάλλει επίσης το επιχείρημα ότι μια κοινότητα θεωρεί τόσο μεγάλη την αναγκαιότητα της δικαιοσύνης, ώστε όποιος παραδέχεται με κάθε ειλικρίνεια ότι είναι άδικος να θεωρείται τρελός (αυτόθι, 323b-c). Σύγκρινε το χωρίο 2. 35% της Πολιτείας, όπου ο Γλαύκων ισχυρίζεται ότι ο καθένας θα θεωρούνταν τρελός αν είχε τα μέσα να διαπράξει την αδικία ατιμώρητα και αρνούνταν να τη διαπράξει.
[17] Η δημηγορία που ο Θουκυδίδης αποδίδει στον Διδότο αντανακλά τις σκέψεις του Αντιφώντα για την εσωτερική αδυναμία του νόμου ως κεκυρωμένου θεσμού απέναντι στις επιταγές της φύσεως (πβ. Moulton [456] και Decleva Caizzi [451]). Σχετικό επίσης είναι το περίφημο απόσπασμα από τον Σίσυφο του Κριτία (DK88B25) υπό την έννοια ότι οι θεοί είναι ανθρώπινες επινοήσεις που έχουν ως σκοπό να συμπληρώνουν την αδυναμία του νόμου και να παρατείνουν τον φόβο της αποκάλυψης- για το απόσπασμα του Σίσυφου βλ. σ. 323 στον παρόντα τόμο.
[18] 423 π.Χ. Βλ. Ostwald [458] 296-97.
[19] Παραθέτω το κείμενο σύμφωνα με την έκδοση των Bastianini και Decleva Caizzi [449]= CPF 1.1* Αντιφών 1.17. Στην έκδοση αυτή, για το απόσπασμα 17.1 που περιέχει τους παπύρους της Οξυρρύγχου 1364+3647, αντιστρέψαμε την προηγούμενη σειρά των αποσπασμάτων ακολουθώντας κριτήρια παλαιογραφικά και θεματικά· για το απόσπασμά μας 17. ΙΑ βλ. DK87B44 απ. Β, και για το απόσπασμα 17.1Β βλ. DK87B44 απ. Α. Το απόσπασμα 17.2 περιέχει τον πάπυρο της Οξυρρύγχου 1797.
[20] Πβ. Ξενοφώντα ’Απομνημονεύματα 4. 4. 12-18, όπου ο Σωκράτης, χρησιμοποιώντας τον σοφιστή Ιππία ως συνομιλητή του, και με βάση προκείμενες σαν και αυτές του Αντιφώντα, φτάνει στο πολύ διαφορετικό συμπέρασμα ότι η υπακοή στον νόμο είναι αναμφισβήτητα επωφελής τόσο για τις κοινότητες όσο και για τα άτομα. Πβ. Decleva Caizzi [450] 203-8.
[21] Βλ. Furley [453], ο οποίος εν μέρει στηρίζεται στον Kerferd [454].
[22] Αυτή είναι η άποψη του Ostwald [121] 133.
[23] Δεν θεωρώ ότι το εν λόγω απόσπασμα αποδίδει κάποιον γενικό χαρακτήρα χρησιμότητας στη δικαιοσύνη, μολονότι σύμφωνα με ένα χωρίο που παραθέτει ο Στοβαίος (DK87B58) ο Αντιφώντας σχολίασε την αφελή σκέψη ότι ένας ο οποίος διαπράττει αδικία σε βάρος του γείτονά του θα διαφύγει τα αντίποινα.
[24] Για την απόδοση αυτού τον κειμένου στον Αντιφώντα, βλ. Bastianini και Decleva Caizzi 1449] 214-15.
[25] Για μια επισκόπηση των απόψεων των ερευνητών σχετικά με το χωρίο, βλ. Bastianini και Decleva Caizzi [4491 221-22.
[26] Βλ. 1 Β. 1.28-30, όπου οι νόμοι ως «συμβάσεις» διακρίνονται από τα «φυσικά» πράγματα.
[27] Ostwald [458] 298.
[28] Αναφορικά με τον πιθανό υπαινιγμό του Πλάτωνα για τον Αντιφώντα στους Νόμους 10. 889a-890a, βλ. Decleva Caizzi [452], Το όνομά του απαντά μόνο στο χωρίο 236a του Μενέξενου, για το οποίο βλ. τις παρατηρήσεις μου ό. π. 293-96.
[29] Ο Αντιφώντας υπογραμμίζει την ομοιομορφία την ανθρώπινης φύσης αναφερόμενος στην αναπνοή, στο γέλιο και το κλάμα, στην ακοή και την όραση, στα χέρια και στα πόδια (1 Α.2-3). Ο Ξενοφώντας τον αντιπαραθέτει ως ηδονιστή και προασπιστή της υλικής επιτυχίας απέναντι στον Σωκράτη (’Απομνημονεύματα 1. 6).
[30] Πβ. DK87B14, όπου το υποκείμενο της φράσης γυμνωθεῖοα δέ ἀφορμῆς πολλά ἄν καί καλά κακῶς διαθεῖτο θα πρέπει να είναι η γνώμη, και όχι η φύση, όπως πρέσβευαν οι μελετητές· πβ. Decleva Caizzi [4521 304.
[31] Ο Αντιφώντας καταδικάστηκε σε θάνατο επειδή ήταν ο πραγματικός υποκινητής της ολιγαρχικής επανάστασης του 411 π. X. Ο Θουκυδίδης (8. 68) τον περιγράφει ως λαμπρό άνδρα, ο οποίος συνέταξε την καλύτερη απολογία που είχε ως τότε ακούσει ο ιστορικός (για ένα πιθανό απόσπασμα του λόγου αυτού, πβ. CPF 1.1* 17.4). Ο Αντιφώντας εκτελέστηκε, και αρνήθηκαν να τον θάψουν στη γη της Αττικής, ενώ οι απόγονοί του στερήθηκαν τα πολιτικά τους δικαιώματα.
[32] Ο ανώνυμος λογογράφος, επικριτικός απέναντι στη φιλοσοφία, ο οποίος μνημονεύεται στο τέλος του Ευθύδημον, μολονότι ταιριάζει με τον Ισοκράτη, θα μπορούσε επίσης να ταυτισθεί με τον Αντιφώντα, όπως εύστοχα παρατηρεί ο A. Ε. Taylor στο βιβλίο του με τον τίτλο Plato, the Man and his Work, Λονδίνο 1960, σσ. 100-02.
[33] Βλ. M. Ostwald, «Plato on law and nature», στην H. North (επιμ.), Interpretations of Plato, Mnemosyne Supplementum 50(1977) 41-63.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)



