Παρασκευή 24 Αυγούστου 2018

Πειθαρχημένο παιδί δε σημαίνει φιμωμένο παιδί

Η πειθαρχία αποτελεί επίκτητη ιδιότητα σε έναν άνθρωπο, διδασκόμενη κιόλας απ’ την περίοδο της παιδικής ηλικίας, αφορά τη διαμόρφωση της συμπεριφοράς με την εφαρμογή διάφορων τεχνικών. Ορίζεται ως η υπακοή σε κανόνες κι αρχές αλλά και σε εκείνα τα όρια που το παιδί (κι ο μετέπειτα ενήλικας) ακολουθεί με τη θέλησή του. Επέρχεται μέσω της μάθησης κι όχι μέσω της επιβολής. Είναι μια διαδικασία που στηρίζεται στην εμπιστοσύνη και την αγάπη, τόσο απ’ την πλευρά του παιδιού, κυρίως όμως απ’ την πλευρά των γονιών.

Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που βλέπουμε παιδιά στα πάρκα, δημόσιες υπηρεσίες, μαγαζιά ακόμα και στο δρόμο να υιοθετούν τη συμπεριφορά του «μολυβένιου στρατιώτη». Παιδιά αμίλητα, ακούνητα και καμιά φορά αγέλαστα. Μην τυχόν παρεκτραπούν και στενοχωρήσουν το γονιό με κάποια τάχα ανάρμοστη συμπεριφορά. Κι ακριβώς απέναντι απ’ αυτά, υπάρχουν παιδιά που έχουν μάθει να ακούν μονάχα «ναι», φέρονται εγωιστικά, κακότροπα, απαιτούν να βρίσκονται διαρκώς στο επίκεντρο και να κάνουν ό,τι θέλουν τη στιγμή που το θέλουν, γιατί «παιδιά είναι, μωρέ».

Αρκετά μπερδεμένο θέμα τα όρια, τα σωστά και τα λάθη, για κάποιον που προσπαθεί να εξερευνήσει τον κόσμο, που βλέπει μέρα με τη μέρα το σώμα του να αλλάζει, τον εαυτό του να κάνει πράγματα που δεν έκανε πριν και να σκέφτεται περισσότερο περίπλοκα και συνδυαστικά. Και στις δυο περιπτώσεις οι αστοχίες βρίσκονται στη σχέση που έχει αναπτυχθεί ανάμεσα σε γονείς και παιδί.

Ένα πρώτο και συχνό λάθος που γίνεται απ’ την πλευρά των ενηλίκων είναι η φάση του «είπα-ξείπα». Τόσο όταν θέλουν να επιβραβεύσουν όσο και να τιμωρήσουν το παιδί για μια πράξη του. Όσον αφορά την επιβράβευση, αυτό συμβαίνει όταν τάζουν στο παιδί ένα γλυκό ή ένα παιχνίδι και δεν του το παίρνουν ή σχετικά με την τιμωρία η επαναλαμβανόμενη «απειλή», η επαναλαμβανόμενη φράση «θα τιμωρηθείς», χωρίς ποτέ να έρχεται αυτή η τιμωρία.

Χρειάζεται συνέπεια και ξεκάθαρες συζητήσεις για το λόγο που συμβαίνει το καθετί, ώστε να μπορεί το παιδί να κατανοήσει τι αντίκρισμα έχουν οι πράξεις του. Η πειθαρχεία χτίζεται με επιμονή, υπομονή κι αντιμετώπιση του παιδιού ως εν δυνάμει ενήλικα. Μπορεί να κατανοήσει τα πάντα, αρκεί η ερμηνεία μας να βρίσκεται στο πλαίσιο της αντίληψής του.

Τα πολλά «όχι» κι οι πολλές αρνήσεις όχι μόνο δεν πειθαρχούν, αλλά ψαλιδίζουν την προσωπικότητα του παιδιού και μειώνουν τη φόρα της πνευματικής του εξέλιξης. Φυσικά και δεν παροτρύνουμε τα διαρκή «ναι». Τα «όχι» όμως που θα ειπωθούν οφείλουν να ακολουθούνται από μια αιτιολογία και μια εναλλακτική πρόταση. Γνωρίζει πως δεν επιτρέπεται να φωνάζει και να τρέχει σε κλειστούς χώρους, γιατί θα ενοχλήσει τους υπόλοιπους γύρω του, μπορεί να κάνει υπομονή για την ώρα της παιδικής χαράς.

Χρειάζεται σεβασμός στις ανάγκες του κι ενίσχυση στην έκφραση των συναισθημάτων του. Δεν είναι κακό να κλαίει, αρκεί να γνωρίζει το γιατί και να αναγνωρίζει το συμβάν που το οδήγησε σε αυτή τη συναισθηματική κατάσταση. Οι γονείς οφείλουν να δείξουν τους σωστούς τρόπους έκφρασης αυτών. Για παράδειγμα, όταν νιώθει θυμό μπορεί να πηγαίνει στο δωμάτιό του, στον προσωπικό του χώρο, να ηρεμεί. Όχι να πετάει πράγματα, να κλοτσάει και να σέρνεται στα πατώματα.

Σεβασμός χρειάζεται κι απ’ τις δυο πλευρές. Δεν μπορείς να διδάξεις σεβασμό, αν εσύ δεν τον προβάλλεις και δεν τον επιδεικνύεις. Τον σεβασμό εξάλλου τον κατακτάς, δεν τον επιβάλλεις. Κι αν τον επιβάλλεις οι πιθανότητες να έχεις τα αποτελέσματα που θες είναι ελάχιστες.

Τα παιδιά χρειάζονται χρόνο. Να συζητήσεις μαζί τους, να κουβεντιάσεις για τις «επιτρεπτές συμπεριφορές» και για συμπεριφορές που καλό θα ήταν να αποφεύγονται, να εξηγήσεις το «γιατί». Να ενισχύεις την προσωπικότητά τους και να αιτιολογείς, όσες φορές κι αν χρειαστεί για να κατανοήσουν.

Δεν είναι απάντηση το «γιατί έτσι θέλω» ή «γιατί το λέω εγώ». Επιχειρηματολογία και παραδείγματα χρειάζονται. Η πειθαρχία θα επέλθει αβίαστα μέσω της μίμησης και του παραδειγματισμού. Δεν πειθαρχείς ένα παιδί λέγοντάς του να καθίσει σε μια καρέκλα και να μην κάνει τίποτα. Έτσι το παραλύεις, δεν το πειθαρχείς!

Ο μαύρος κύκνος: Η δύναμη της διαφορετικότητας μέσα από ένα παραμύθι

Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε μια οικογένεια από κύκνους που ζούσε σε μία λίμνη στο Altstätten την Ελβετίας. Η οικογένεια αποτελούταν ολόκληρη από κατάλευκους κύκνους, αλλά και ένα μικρόσωμο κύκνο που ήταν ο Βενιαμίν της παρέας και ήταν μαύρο. Τα υπόλοιπα το απέφευγαν και δεν έπαιζαν μαζί του. Το φοβόταν γιατί ήταν διαφορετικό.

Τα υπόλοιπα καμάρωναν για το κατάλευκο χρώμα που συναγωνιζόταν αυτό του φρέσκου χιονιού που έπεφτε τον χειμώνα στα γύρω βουνά. Οι γονείς ήταν περήφανοι που τα τρία «μικρά» τους ήταν τόσο όμορφα, αλλά δεν καμάρωναν το ίδιο για το στερνοπούλι που ήταν κατάμαυρο σαν κάρβουνο. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν πως είχε βγει τόσο διαφορετικό. Όταν τα υπόλοιπα έπαιζαν, εκείνο μόνο του χρησιμοποιούσε σαν καθρέφτη την επιφάνεια της λίμνης και πόζαρε ώστε να καταλάβει γιατί ήταν τόσο διαφορετικό.

Κάποια μέρα, η λίμνη στέρεψε από ψάρια και η οικογένεια βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση. Οι γονείς δεν μπορούσαν καν να θρέψουν τα παιδιά τους. Πολύ σύντομα, η λίμνη στέρεψε και από νερό και έτσι, δεν υπήρχαν ούτε άλλοι μικροοργανισμοί για φαγητό.

Το φαινόμενο προσέλκυσε χιλιάδες επιστήμονες, αλλά και επισκέπτες από ολόκληρο τον κόσμο οι οποίοι έρχονταν να εξετάσουν το φαινόμενο της λίμνης. Αυτό που τους είχε εντυπωσιάσει ήταν οι πόζες που έπαιρνε ο νεαρός μαύρος κύκνος, με αποτέλεσμα να το φωτογραφίζουν όλοι και οι εικόνες να κάνουν το γύρω του κόσμου.

Σύντομα, όλοι έρχονταν να δουν τον σπάνιο νεαρό μαύρο κύκνο, που ήξερε να ποζάρει στην κάμερα. Φυσικό ήταν να φέρνουν μαζί τους ψάρια και άλλα τρόφιμα για τον μικρό πρίγκιπα, ο οποίος ήταν καλόκαρδος και τα μοιραζόταν με τα αδέλφια αλλά και τους γονείς του.

Έτσι έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!

Έτσι συμβαίνει και σε επίπεδο κοινωνίας. Αν εξετάσεις με λεπτομέρεια τους επιτυχημένους ανθρώπους, θα διαπιστώσεις ότι οι περισσότεροι έχουν κάτι το περίεργο. Κάτι για το οποίο πολλοί τους κοροϊδεύουν ή τους υποτιμούν. Ο δυσμορφικός Σωκράτης, ο καχεκτικός Γκάντι, ο μικρόσωμος Αλέξανδρος, ο Στήβεν Χόκινγκ, ο κακός μαθητής Steve Jobs, είναι μόνο μερικά από τα παραδείγματα που μπορεί να αναφέρει κάποιος.

Σήμερα που η χώρα, αλλά και ο πλανήτης δοκιμάζεται από τις ατυχείς συνταγές των ίδιων, οι σώφρονες αναζητούν την διαφορετικότητα ως μια πιθανή διέξοδο σε νέους πνευματικούς αλλά και υλικούς δρόμους.

Γιατί η μοίρα που έχει δοθεί στον καθένα συναρμόζεται και συναρμόζει

Αποτέλεσμα εικόνας για Γιατί η μοίρα που έχει δοθεί στον καθένα συναρμόζεται και συναρμόζειΝα προσπαθείς ν’ αποφεύγεις το άσκοπο και το μάταιο στον ειρμό των παραστάσεων που γεννά ο νους, και πολύ περισσότερο την κακοήθεια και την περιέργεια. Να συνηθίσεις να συλλογιέσαι εκείνα μόνο, για τα οποία αν κάποιος σε ρωτούσε, «Τι σκέφτεσαι τώρα;», εσύ θ’ απαντούσες αμέσως και με ειλικρίνεια, «Το και το» – έτσι που να φανερώνεται ευθύς ότι οι σκέψεις σου όλες ήταν απλές και καλοπροαίρετες, σκέψεις που χαρακτηρίζουν ένα κοινωνικό ον που αδιαφορεί για τις ηδονικές και για όλο το φάσμα των απολαυστικών παραστάσεων, τον ανταγωνισμό, το φθόνο και την καχυποψία, και καθετί άλλο που θα σ’ έκανε να κοκκινίσεις από ντροπή αν το περιέγραφες.

Γιατί ένας τέτοιος άνθρωπος, αποφασισμένος εδώ και τώρα να καταλέγεται μεταξύ των άριστων, είναι κάτι σαν ιερέας και βοηθός των θεών καθώς χρησιμοποιεί τη δύναμη εντός του που τον καθιστά αγνό από ηδονές, άτρωτο από κάθε πόνο, ανέγγιχτο από κάθε ύβριν, ανεπηρέαστο από κάθε μοχθηρία, αθλητή του μέγιστου αγωνίσματος: να μη νικηθεί από κανένα πάθος, να ‘ναι κατάβαθα διαποτισμένος από τη δικαιοσύνη, να ασπάζεται ολόψυχα ό, τι συμβαίνει και ό, τι του είναι γραμμένο, και να μη βάζει με το νου του συχνά και δίχως να τον υποχρεώνει το κοινωνικό συμφέρον, τι λέει ο άλλος και τι κάνει και τι σκέφτεται. Γιατί καταγίνεται μόνο με ό, τι αφορά στα δικά του καθήκοντα, και από το σύνολο των πραγμάτων συλλογιέται όσα είναι συνυφασμένα με τον ίδιο` και στην πρώτη περίπτωση η προσφορά του είναι άξια, ενώ για τα δεύτερα πιστεύει ότι είναι καλά. Γιατί η μοίρα που έχει δοθεί στον καθένα συναρμόζεται και συναρμόζει.

ΜΑΡΚΟΣ ΑΥΡΗΛΙΟΣ, ΤΑ ΕΙΣ ΕΑΥΤΟΝ

Η θλίψη είναι αμαρτία και η χαρά αρετή

Αντίθετα με την υπόθεση του Φρόιντ σχετικά με το “ένστικτο του θανάτου”, συμφωνώ με την υπόθεση που κάνουν πολλοί βιολόγοι και φιλόσοφοι ότι είναι μια έμφυτη ιδιότητα κάθε ζωντανής ύλης να ζει, να διατηρεί την ύπαρξή της. Όπως το εξέφρασε ο Σπινόζα: “Οτιδήποτε αυθύπαρκτο πασχίζει να διατηρήσει τη δική του ύπαρξη” (Ηθική, ΙΙΙ, Προτ. VI). Αποκάλεσε αυτή την προσπάθεια την ουσία του εν λόγω πράγματος (Στο ίδιο, Προτ. VII).

Παρατηρούμε αυτή την τάση για ζωή σε κάθε ζωντανή ύλη γύρω μας· στο γρασίδι που διαπερνά την πέτρα για να βρει φως και να ζήσει· στο ζώο που θα πολεμήσει μέχρι τέλους για να ξεφύγει από τον θάνατο· στον άνθρωπο που θα κάνει σχεδόν τα πάντα για την αυτοσυντήρησή του.

Η τάση της αυτοσυντήρησης και η πάλη κατά του θανάτου αποτελούν την πιο στοιχειώδη μορφή του βιόφιλου προσανατολισμού και είναι κοινή σε κάθε ζωντανή ύλη. Στον βαθμό που είναι μια τάση συντήρησης της ζωής και πάλης κατά του θανάτου, αντιπροσωπεύει μόνο μία πτυχή της παρόρμησης προς τη ζωή. Η άλλη πτυχή είναι πιο θετική: η ζωντανή ύλη έχει την τάση να αφομοιώνει και να ενώνεται· την τάση να συγχωνεύεται με διαφορετικές και αντίθετες οντότητες και να αναπτύσσεται με δομημένο τρόπο. Η ενοποίηση και η αφομοιωτική ανάπτυξη αποτελούν χαρακτηριστικά όλων των διεργασιών της ζωής, όχι μόνο αναφορικά με τα κύτταρα αλλά και με τα συναισθήματα και τη σκέψη.

Η πιο στοιχειώδης έκφραση αυτής της τάσης είναι η συνένωση μεταξύ κυττάρων και οργανισμών, από τη μη σεξουαλική κυτταρική συνένωση μέχρι τη σεξουαλική ένωση στα ζώα και στον άνθρωπο. Στον άνθρωπο η σεξουαλική ένωση βασίζεται στην έλξη μεταξύ του αρσενικού και του θηλυκού πόλου. Το δίπολο αρσενικό-θηλυκό αποτελεί τον πυρήνα αυτής της ανάγκης συνένωσης, από την οποία εξαρτάται η ζωή του ανθρώπινου είδους. Φαίνεται ότι γι’ αυτόν τον λόγο η φύση έχει προσφέρει στον άνθρωπο την πιο έντονη ηδονή στη συνένωση των δύο πόλων. Κανονικά, το βιολογικό αποτέλεσμα αυτής της συνένωσης είναι η δημιουργία ενός νέου όντος. Ο κύκλος της ζωής αποτελείται από την ένωση, τη γέννηση και την ανάπτυξη· όπως ο κύκλος του θανάτου αποτελείται από τη διακοπή της ανάπτυξης, την αποσύνθεση, την παρακμή.

Εντούτοις, ακόμη και το σεξουαλικό ένστικτο, παρότι βιολογικά υπηρετεί τη ζωή, δεν είναι απαραίτητο ότι ψυχολογικά αποτελεί έκφραση βιοφιλίας. Φαίνεται να μην υπάρχει σχεδόν κανένα έντονο συναίσθημα που το σεξουαλικό ένστικτο να μην μπορεί να το έλξει και να αναμειχθεί μαζί του. Η ματαιοδοξία, η επιθυμία για πλούτη ή για περιπέτεια, ακόμη και η έλξη του θανάτου μπορούν κατά κάποιο τρόπο να θέσουν το σεξουαλικό ένστικτο υπό τις υπηρεσίες τους. Γιατί συμβαίνει αυτό αποτελεί θέμα προς διερεύνηση. Θα ήταν δελεαστικό να σκεφτεί κανείς ότι ήταν μια πονηριά της φύσης να κάνει το σεξουαλικό ένστικτο τόσο εύπλαστο, ώστε να μπορεί να κινητοποιηθεί από οποιοδήποτε είδος έντονης επιθυμίας, ακόμη και από εκείνες που βρίσκονται σε αντίθεση με τη ζωή. Αλλά, ανεξάρτητα από τον λόγο, το γεγονός της πρόσμειξης της σεξουαλικής επιθυμίας και της καταστροφικότητας είναι σχεδόν αδιαμφισβήτητο. (Ο Φρόιντ αναφέρθηκε σε αυτή την πρόσμειξη, ιδιαίτερα στη συζήτηση του συγκερασμού του ενστίκτου του θανάτου με το ένστικτο της ζωής, όπως εμφανίζεται στον σαδισμό και τον μαζοχισμό.) Ο σαδισμός, ο μαζοχισμός, η νεκροφαγία και η κοπροφαγία είναι διαστροφές όχι επειδή παρεκκλίνουν από τα τα αποδεκτά πρότυπα σεξουαλικής συμπεριφοράς, αλλά ακριβώς επειδή σημαίνουν τη μια στοιχειώδη διαστροφή: την πρόσμειξη ζωής και θανάτου.

Την πλήρη εκδίπλωση της βιοφιλίας τη συναντάμε στον δημιουργικό προσανατολισμό. Το άτομο που αγαπάει ολοκληρωτικά τη ζωή έλκεται από τη διαδικασία της ζωής και της ανάπτυξης σε όλες τις σφαίρες. Προτιμά να φτιάχνει αντί να συντηρεί. Έχει τη δυνατότητα να θαυμάζει και προτιμά να βλέπει κάτι καινούριο από την ασφάλεια του να βρίσκει επιβεβαίωση στο παλιό. Η προσέγγισή του στη ζωή είναι λειτουργική και όχι μηχανική. Βλέπει το σύνολο και όχι μόνο τα μέρη, τις δομές αντί για τα αθροίσματα. Επιθυμεί να διαπλάσει και να επηρεάσει μέσω της αγάπης, της λογικής και του παραδείγματός του· όχι δια της βίας, τεμαχίζοντας πράγματα ή μέσω του γραφειοκρατικού τρόπου διοίκησης των ανθρώπων σαν να ήταν πράγματα. Απολαμβάνει τη ζωή και όλες τις εκδηλώσεις της και όχι μόνο τις συγκινήσεις.

Η βιοφιλική ηθική έχει τη δική της αρχή περί Καλού και Κακού. Καλό είναι ό,τι υπηρετεί τη ζωή- Κακό είναι ό,τι υπηρετεί τον θάνατο. Το Καλό είναι σεβασμός για τη ζωή- ό,τι ενισχύει τη ζωή, την ανάπτυξη, την εξέλιξη. Κακό είναι ό,τι πνίγει τη ζωή, την περιορίζει, την κόβει κομμάτια. Η χαρά είναι αρετή και η θλίψη αμαρτία. Έτσι, από την οπτική της βιοφιλικής ηθικής η Βίβλος, αναφέρει ως βασικό αμάρτημα των Εβραίων: “γιατί δεν υπηρέτησες τον Κύριο τον Θεό σου με ευφροσύνη και χαρά στην καρδιά για όλα τα αναρίθμητα αγαθά που σου έδωκε” (Δευτερονόμιο 28:47). Η συνείδηση του βιόφιλου ατόμου είναι τέτοια που αναγκάζει τον εαυτό του να αποφεύγει το κακό και να κάνει το καλό. Δεν πρόκειται για το υπερεγώ που περιγράφει ο Φρόιντ, το οποίο είναι ένας αυστηρός επιτηρητής που χρησιμοποιεί τον σαδισμό κατά του εαυτού του για χάρη της αρετής. Η βιόφιλη συνείδηση παρακινείται από την έλξη της για τη ζωή και τη χαρά.

Η ηθική προσπάθεια συνίσταται στην ενίσχυση της πλευράς του εαυτού του που αγαπά τη ζωή. Γι’ αυτόν τον λόγο ο βιόφιλος δεν εμμένει στη μεταμέλεια και στις τύψεις, τα οποία αποτελούν εντέλει μόνο διαφορετικές πτυχές αυτοαπέχθειας και θλίψης. Στρέφεται γρήγορα προς τη ζωή και προσπαθεί να κάνει καλό. Η Ηθική του Σπινόζα αποτελεί σαφές παράδειγμα βιοφιλικής ηθικής. “Η ηδονή αφ’εαυτή δεν είναι κακή, αλλά καλή- αντιθέτως, ο πόνος αφ’ εαυτός είναι κακός”. (Ηθική, ΙV, Προτ. XLI.) Και στο ίδιο πνεύμα: ” Ένας ελεύθερος άνθρωπος στοχάζεται τον θάνατο λιγότερο από οτιδήποτε άλλο- και η σοφία του αποτελεί διαλογισμό όχι του θανάτου αλλά της ζωής”. (Στο ίδιο, Προτ. LXVIII.)

Η αγάπη για τη ζωή αποτελεί το υπόβαθρο διάφορων εκφάνσεων της ουμανιστικής φιλοσοφίας. Σε διαφορετικές νοητικές μορφές αυτές οι φιλοσοφίες διακατέχονται από το ίδιο πνεύμα με εκείνο του Σπινόζα· εκφράζουν την αρχή ότι ο λογικός άνθρωπος αγαπά τη ζωή, ότι η θλίψη είναι αμαρτία και η χαρά αρετή, ότι ο στόχος του ανθρώπου στη ζωή είναι να έλκεται από ό,τι είναι ζωντανό και να διαχωρίζει τον εαυτό του από ό,τι είναι νεκρό και μηχανικό.

Μια φορά έφτασε στη ζούγκλα µια κουκουβάγια και εξήγησε σε όλα τα ζώα τις συνήθειες των ανθρώπων

Μια φορά έφτασε στη ζούγκλα µια κουκουβάγια που είχε ζήσει αιχµάλωτη και εξήγησε σε όλα τα ζώα τις συνήθειες των ανθρώπων. Έλεγε, για παράδειγµα, ότι στις πόλεις οι άνθρωποι ταξινοµούσαν τους καλλιτέχνες µε βάση τη δεξιοτεχνία τους, µε στόχο να ξεχωρίσουν τους καλύτερους σε κάθε τοµέα – ζωγραφική, σχέδιο, γλυπτική, τραγούδι … Η ιδέα να υιοθετήσουν τις ανθρώπινες συνήθειες κέρδισε τα ζώα και ίσως γι’ αυτό οργάνωσαν αµέσως ένα διαγωνισµό τραγουδιού. Δήλωσαν αµέσως συµµετοχή όλοι οι παρόντες, από το καναρίνι ως το ρινόκερο. Με την καθοδήγηση της κουκουβάγιας που είχε εκπαιδευτεί στην πόλη, αποφάσισαν ότι ο διαγωνισµός θα γινόταν µε γενική µυστική ψηφοφορία όλων των διαγωνιζομένων. Δηλαδή, η κριτική επιτροπή θα ήταν οι ίδιοι οι διαγωνιζόµενοι. Έτσι κι έγινε. Όλα τα ζώα, συµπεριλαµβανοµένου και του ανθρώπου, ανέβηκαν στο βάθρο και τραγούδησαν κερδίζοντας ένα µικρό ή µεγάλο χειροκρότηµα του κοινού. Μετά, έγραψαν την προτίµησή τους σ’ ένα χαρτάκι και το έριξαν, διπλωµένο, σε µια µεγάλη κάλπη που τη φύλαγε η κουκουβάγια. Όταν ήρθε η στιγµή της καταµέτρησης, η κουκουβάγια ανέβηκε στην πρόχειρη σκηνή και, µε τη βοήθεια δύο ηλικιωµένων πιθήκων, άνοιξε την κάλπη για να βγει το αποτέλεσµα εκείνης της «αδιάβλητης εκλογικής διαδικασίας», της «γενικής και µυστικής ψηφοφορίας- που ήταν «υπόδειγµα δηµοκρατίας», όπως είχε ακούσει να λένε οι πολιτικοί στις πόλεις. Ένας από τους δύο γέροντες τράβηξε το πρώτο ψηφοδέλτιο και η κουκουβάγια, µπρος στη γενική συγκίνηση, φώναξε: «Η πρώτη ψήφος, αδέρφια, είναι για τον φίλο µας το … γάιδαρο!»

Έπεσε σιωπή και ακολούθησαν µερικά διστακτικά χειροκροτήµατα. «Δεύτερη ψήφος: Ο γάιδαρος!» Γενική σαστιµάρα. «Τρίτη: Ο γάιδαρος!» Οι παρόντες άρχισαν να κοιτάζουν ο ένας τον άλλον,έκπληκτοι στην αρχή, µε βλέµµα επιτιµητικό ύστερα και τέλος, όταν συνέχισαν να βγαίνουν ψήφοι υπέρ του γαϊδάρου, όλο και πιο ντροπιασµένοι. Αισθάνονταν ένοχοι για την ψήφο τους. Όλοι ήξεραν ότι δεν υπήρχε χειρότερη φωνή από το απαίσιο γκάρισµά του κι ωστόσο, η µία µετά την άλλη, οι ψήφοι τον εξέλεγαν καλύτερο τραγουδιστή. Κι έτσι, τελικά, µόλις τελείωσε η καταµέτρηση, βγήκε η απόφαση ύστερα από «ελεύθερη απόφαση της αδέκαστης επιτροπής κριτών» ότι ο γάιδαρος µε το παράτονο και ενοχλητικό γκάρισµα ήταν ο νικητής. Και ανακηρύχτηκε ως «η καλύτερη φωνή της ζούγκλας και των περιχώρων.» Η κουκουβάγια εξήγησε µετά τι είχε συµβεί. Κάθε διαγωνιζόµενος, θεωρώντας τον εαυτό του αδιαµφισβήτητο νικητή, είχε δώσει την ψήφο του στον χειρότερο του διαγωνισµού, που δεν θα αποτελούσε απειλή για τη νίκη του. Η εκλογή ήταν σχεδόν οµόφωνη. Μόνο δύο ψήφοι δεν ήταν για το γάιδαρο. Η µία ήταν η δική του. Επειδή πίστευε ότι δεν είχε τίποτα να χάσει, ψήφισε µε ειλικρίνεια τη γαλιάντρα. Η άλλη, ήταν του ανθρώπου ο οποίος, φυσικά, είχε ψηφίσει τον εαυτό του … «Βλέπεις λοιπόν, Ντεµιάν. Αυτό σηµαίνει µιζέρια στην κοινωνία µας. Όταν νιώθουµε τόσο σπουδαίοι και δεν αφήνουµε χώρο για τους άλλους, όταν πιστεύουµε ότι αξίζουµε πολλά και δεν µπορούµε να δούµε πέρα από τη µύτη µας, όταν φανταζόµαστε πως είµαστε υπέροχοι και δεν δεχόµαστε σε καµία περίπτωση να µείνει απραγµατοποίητη η επιθυµία µας, τότε πολύ συχνά, η µαταιοδοξία, η µικροψυχία, η ηλιθιότητα και η ποταπότητα µας κάνουν µίζερους. Όχι εγωιστές, Ντεµιαν, αλλά µίζερους. Μί-ζε-ρους!

Δεν υπήρχε καμιά ιδιομορφία στις απαρχές του σύμπαντος, στην Μεγάλη Έκρηξη

Σχεδόν όλοι έχουν ακούσει την ιστορία του Big Bang. Αλλά αν ζητήσετε από κάποιον να ολοκληρώσει την ακόλουθη φράση: «Στην αρχή, υπήρχε …» θα πάρετε πολλές διαφορετικές απαντήσεις. Μία από τις πιο συνηθισμένες είναι η «ιδιομορφία», που αναφέρεται σε μια στιγμή όπου όλη η ύλη και η ενέργεια στο Σύμπαν συγκεντρώνονταν σε ένα μόνο σημείο. Οι θερμοκρασίες, οι πυκνότητες και οι ενέργειες του Σύμπαντος θα ήταν αυθαίρετα, άπειρα μεγάλες και θα μπορούσαν να συμπίπτουν με τη γέννηση του ίδιου του χρόνου και του χώρου.
 
Το καυτό Big Bang προηγήθηκε από την κατάσταση του κοσμικού πληθωρισμού, αλλά η ιδέα ότι από όλα αυτά πρέπει να προηγηθεί μια ιδιομορφία είναι θλιβερά ξεπερασμένη.

Αλλά αυτή η εικόνα δεν είναι μόνο λάθος, είναι σχεδόν 40 χρόνια μακριά από την ημερομηνία που δεν τη δεχόμαστε! Είμαστε απόλυτα βέβαιοι ότι δεν υπήρχε ιδιομορφία που να συνδέεται με το καυτό Big Bang, και ίσως να μην είχε καν γεννηθεί ο χώρος και ο χρόνος καθόλου. Ακολουθεί αυτό που γνωρίζουμε και πώς το γνωρίζουμε.  

Η έρευνα GOODS-North, που παρουσιάζεται εδώ, περιέχει μερικούς από τους πιο μακρινούς γαλαξίες που παρατηρήθηκαν ποτέ, πολλοί από τους οποίους είναι ήδη πολύ μακριά από εμάς. Καθώς βλέπουμε σε όλο και μεγαλύτερες αποστάσεις, διαπιστώνουμε ότι οι πιο μακρινοί γαλαξίες φαίνεται να υποχωρούν από εμάς ολοένα και πιο γρήγορα, εξαιτίας της επέκτασης του Σύμπαντος.
 
Όταν βλέπουμε στο Σύμπαν σήμερα, βλέπουμε ότι είναι γεμάτος γαλαξίες προς όλες τις κατευθύνσεις σε μια μεγάλη ποικιλία αποστάσεων. Κατά μέσο όρο, διαπιστώνουμε επίσης ότι όσο πιο μακρινός είναι ο γαλαξίας, τόσο πιο γρήγορα φαίνεται να απομακρύνεται από εμάς. Αυτό δεν οφείλεται στις πραγματικές κινήσεις των μεμονωμένων γαλαξιών μέσω του χώρου. οφείλεται στο γεγονός ότι ο ιστός του ίδιου του χώρου επεκτείνεται.
 
Αυτή ήταν μια πρόβλεψη που ξεκίνησε για πρώτη φορά από τη Γενική Σχετικότητα το 1922 από τον Αλέξανδρο Φρήντμαν και επιβεβαιώθηκε πλήρως από το έργο του Edwin Hubble και άλλων στη δεκαετία του 1920. Σημαίνει ότι με το πέρασμα του χρόνου η ύλη μέσα σε αυτό εξαπλώνεται και γίνεται λιγότερο πυκνή, καθώς ο όγκος του Σύμπαντος αυξάνεται. Σημαίνει επίσης ότι, αν κοιτάξουμε στο παρελθόν, το Σύμπαν ήταν πιο πυκνό, θερμότερο και πιο ομοιόμορφο.

Εάν κοιτάξουμε πίσω στον χρόνο, φτάνουμε σε ολοένα θερμότερες και πυκνότερες καταστάσεις. Αυτό μήπως κορυφώνεται σε μια ιδιομορφία, όπου οι ίδιοι οι νόμοι της φυσικής καταρρέουν; 
 
Εάν επρόκειτο να πάτε ολοένα και πιο πίσω στον χρόνο, θα αρχίσετε να παρατηρείτε μερικές σημαντικές αλλαγές στο Σύμπαν. Συγκεκριμένα:
  • έρχεστε σε μια εποχή όπου η βαρύτητα δεν είχε αρκετό χρόνο για να τραβήξει την ύλη σε αρκετά μεγάλα σμήνη για να έχει αστέρια και γαλαξίες,
  • έρχεστε σε ένα μέρος όπου το Σύμπαν ήταν τόσο καυτό που δεν μπορούσε να σχηματιστούν ουδέτερα άτομα,
  • και στη συνέχεια, εκεί όπου ακόμη και οι πυρήνες των ατόμων ήταν διαχωρισμένοι,
  • όπου θα σχηματίζονταν ζευγάρια ύλης-αντιύλης αυθόρμητα,
  • και όπου μεμονωμένα πρωτόνια και νετρόνια θα διαχωρίζονται σε κουάρκ και γλουόνια.
     
Μια ιδιομορφία είναι εκεί όπου η συμβατική φυσική σπάει, συμπεριλαμβανομένης και της αρχής του Σύμπαντος. Ωστόσο, υπάρχουν συνέπειες για την επίτευξη αυθαίρετα καυτών, πυκνών καταστάσεων στο Σύμπαν και πολλές από αυτές δεν καταφέρνουν να διατηρηθούν για να παρατηρηθούν.
 
Κάθε βήμα αντιπροσωπεύει το Σύμπαν όταν ήταν νεώτερο, μικρότερο, πυκνότερο και θερμότερο. Τελικά, αν συνεχίσετε να προχωράτε προς τα πίσω, θα δείτε αυτές τις πυκνότητες και θερμοκρασίες να φτάνουν σε άπειρες τιμές, καθώς όλο η ύλη και η ενέργεια στο Σύμπαν περιείχε ένα μόνο σημείο: μια ιδιομορφία. Το καυτό Big Bang, όπως είχε αρχικά σχεδιαστεί, δεν ήταν απλώς μία καυτή, πυκνή, αναπτυσσόμενη κατάσταση, αλλά αντιπροσώπευε μια στιγμή όπου οι νόμοι της φυσικής καταρρέουν. Ήταν η γέννηση του χώρου και του χρόνου: ένας τρόπος να αποκτήσουμε αυθόρμητα ολόκληρο το Σύμπαν. Ήταν η τελική πράξη της δημιουργίας: η ιδιομορφία που συνδέεται με το Big Bang. 

Τα αστέρια και οι γαλαξίες που βλέπουμε σήμερα δεν υπήρχαν πάντοτε, και όσο πιο πίσω πηγαίνουμε, τόσο πιο κοντά είναι η φανερή ιδιομορφία που αποκτά το Σύμπαν, αλλά υπάρχει ένα όριο σε αυτή την προέκταση.
 
Ωστόσο, εάν αυτό ήταν σωστό και το Σύμπαν είχε επιτύχει αυθαίρετα υψηλές θερμοκρασίες στο παρελθόν, θα υπήρχαν αρκετές σαφείς υπογραφές αυτού που θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε σήμερα. Θα υπήρχαν διακυμάνσεις της θερμοκρασίας στην απομένουσα λάμψη της Μεγάλης Έκρηξης (μικροκυματική ακτινοβολία) που θα είχαν εξαιρετικά μεγάλα πλάτη. Οι διακυμάνσεις που βλέπουμε θα περιορίζονται από την ταχύτητα του φωτός. θα εμφανίζονταν μόνο σε κλίμακες του κοσμικού ορίζοντα και μικρότερες. Θα υπήρχαν απομεινάρια, κοσμικές δομές υψηλής ενέργειας από προηγούμενες εποχές, όπως τα μαγνητικά μονόπολα.
 
Και όμως, οι διακυμάνσεις της θερμοκρασίας είναι μόνο 1-μέρος-προς-30.000, χιλιάδες φορές μικρότερες από τις προβλέψεις ενός Big Bang με ιδιομορφία. Οι διακυμάνσεις του υπερ-ορίζοντα είναι πραγματικές, επιβεβαιωμένες έντονα από το διαστημικό παρατηρητήριο WMAP καθώς και τον Planck. Και οι περιορισμοί για τα μαγνητικά μονόπολα και τα άλλα εξαιρετικά υψηλής ενέργειας λείψανα είναι εξαιρετικά σφιχτοί. Αυτές οι υπογραφές που λείπουν έχουν τεράστιες συνέπειες: το Σύμπαν δεν έφθασε ποτέ σε αυτές τις αυθαίρετα μεγάλες θερμοκρασίες.
 
Οι διακυμάνσεις στο Κοσμικό Υπόβαθρο των Μικροκυμάτων (CMB) είναι τόσο μικρού μεγέθους και ενός τέτοιου ιδιαίτερου μοτίβου που δείχνουν έντονα ότι το Σύμπαν ξεκίνησε με την ίδια θερμοκρασία παντού και είχε μόνο μικρές διακυμάνσεις 1-μέρος προς 30.000, πράγμα που είναι ασυμβίβαστο με το αυθαίρετα καυτό Big Bang.
 
Αντ ‘αυτού, θα πρέπει να υπήρξε ένα απότομο όριο. Δεν μπορούμε να πάμε αυθαίρετα μακριά, σε μια καυτή και πυκνή κατάσταση που φτάνει σε οποιεσδήποτε τεράστιες ενέργειες μπορούμε να ονειρευόμαστε. Υπάρχει ένα όριο στο πόσο μπορούμε να πάμε και να περιγράψουμε έγκυρα το σύμπαν μας. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, θεωρήθηκε ότι πριν το σύμπαν μας ήταν καυτό, πυκνό, διαστελλόμενο, ψυχόμενο και γεμάτο από ύλη και ακτινοβολία, “φούσκωνε” με την διαδικασία του πληθωρισμού. Μια φάση κοσμικού πληθωρισμού θα σήμαινε ότι το Σύμπαν :
  • θα ήταν γεμάτο με ενέργεια που είναι εγγενής στον ίδιο το χώρο,
  • που να του προκαλεί μια γρήγορη, εκθετική διαστολή,
  • που να εκτείνεται έτσι ώστε το Σύμπαν να γίνει επίπεδο,
  • να έχει τα ίδια χαρακτηριστικά παντού,
  • με κβαντικές διακυμάνσεις μικρού πλάτους,
  • που να τεντώνεται σε όλες τις κλίμακες.
και έπειτα ο πληθωρισμός τελειώνει.

Ο πληθωρισμός προκαλεί εκθετική διαστολή του χώρου, γεγονός που μπορεί πολύ γρήγορα να οδηγήσει σε μια οποιαδήποτε προϋπάρχουσα καμπύλη ή με μία μη ομαλή εμφάνιση να γίνει επίπεδη. Αν το Σύμπαν είναι καμπύλο, έχει ακτίνα καμπυλότητας που είναι τουλάχιστον εκατοντάδες φορές μεγαλύτερη από ό, τι μπορούμε να παρατηρήσουμε.
 
Όταν αυτό συμβεί, μετατρέπει εκείνη την ενέργεια, η οποία ήταν προηγουμένως εγγενής στο ίδιο το διάστημα, σε ύλη και ακτινοβολία, η οποία οδηγεί στο καυτό Big Bang. Αλλά δεν οδηγεί σε ένα αυθαίρετο καυτό Big Bang, αλλά μάλλον σε μια μέγιστη θερμοκρασία που είναι κατά πολύ εκατοντάδες φορές μικρότερη από την κλίμακα με την οποία θα μπορούσε να προκύψει μια ιδιομορφία. Με άλλα λόγια, οδηγεί σε ένα καυτό Big Bang που προκύπτει από μια πληθωριστική κατάσταση, όχι μια ιδιαιτερότητα-ιδιομορφία
 
Οι πληροφορίες που υπάρχουν στο παρατηρούμενο Σύμπαν μας, που μπορούμε να έχουμε πρόσβαση και να μετρήσουμε, αντιστοιχούν μόνο στην τελική εποχή ~ 10^-33 δευτερόλεπτα του πληθωρισμού, και ό, τι ήρθε μετά. Αν θέλετε να θέσετε το ερώτημα για το πόσο διάρκεσε ο πληθωρισμός, απλώς δεν έχουμε ιδέα. Θα ήταν τουλάχιστον λίγο περισσότερο από  10 –33 δευτερόλεπτα, αλλά αν διήρκεσε λίγο περισσότερο, πολύ περισσότερο, ή για αόριστο χρονικό διάστημα δεν είναι μόνο άγνωστο, αλλά μη κατορθωτό να το γνωρίζουμε.
 
Η κοσμική ιστορία ολόκληρου του γνωστού Σύμπαντος δείχνει που οφείλουμε την προέλευση όλης της ύλης μέσα σε αυτήν και όλο το φως, τελικά, μέχρι το τέλος του πληθωρισμού και την αρχή του καυτού Big Bang. Από τότε, είχαμε 13,8 δισεκατομμύρια χρόνια κοσμικής εξέλιξης, μια εικόνα επιβεβαιωμένη από πολλαπλές πηγές.
 
Τι συνέβη λοιπόν για να ξεκινήσει ο πληθωρισμός; Υπάρχει τεράστια έρευνα και εικασίες γι ‘αυτό, αλλά κανείς δεν ξέρει. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να μπορούμε να επισημάνουμε. δεν μπορούμε να κάνουμε παρατηρήσεις. δεν μπορούμε να εκτελέσουμε πειράματα. Μερικοί άνθρωποι (λανθασμένα) λένε κάτι παρόμοιο με την ακόλουθη ιστορία:
Λοιπόν, είχαμε μια ιδιομορφία Big Bang που ήταν αιτία να δημιουργηθεί το καυτό, πυκνό, επεκτεινόμενο Σύμπαν πριν μάθουμε κάτι για τον πληθωρισμό και ο πληθωρισμός αντιπροσωπεύει μόνο ένα ενδιάμεσο βήμα. Ως εκ τούτου, αυτό γίνεται με την εξής σειρά: ιδιομορφία (μοναδικότητα), πληθωρισμός, και στη συνέχεια το καυτό Big Bang.
Υπάρχουν ακόμη και κάποια πολύ διάσημα γραφικά που φτιάχτηκαν από κορυφαίους κοσμολόγους που απεικονίζουν αυτήν την εικόνα. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αυτή η εικόνα είναι σωστή.
 
Σημειώστε ότι η υπόθεση ότι υπάρχει μια ιδιαιτερότητα πριν από τον πληθωρισμό δεν είναι απαραίτητα έγκυρη.
 
Στην πραγματικότητα, υπάρχουν πολύ καλοί λόγοι να πιστεύουμε ότι αυτό δεν είναι σωστό!
 
Ένα πράγμα που μπορούμε να καταδείξουμε μαθηματικά, στην πραγματικότητα, είναι ότι είναι αδύνατο μια πληθωριστική κατάσταση να προκύψει από μια ιδιομορφία. Εδώ είναι το γιατί: ο χώρος επεκτείνεται με εκθετικό ρυθμό κατά τη διάρκεια του πληθωρισμού. Σκεφτείτε πώς ένα εκθετικό συμβάν δουλεύει: μετά από ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, το Σύμπαν διπλασιάζεται σε μέγεθος. Περιμένετε δύο φορές, και αυτό διπλασιάζεται δύο φορές, καθιστώντας το τετραπλάσιο. Περιμένετε τρεις φορές, διπλασιάζεται τρεις φορές, καθιστώντας το 8 φορές μεγαλύτερο. Και αν περιμένετε 10 ή 100 φορές, αυτοί οι διπλασιασμοί καθιστούν το Σύμπαν 2^10 ή 2^100 φορές μεγαλύτερο.
 
Αυτό σημαίνει ότι αν πάμε πίσω στο χρόνο με το ίδιο ποσό ή δύο φορές ή τρεις φορές ή 10 ή 100 φορές, το Σύμπαν θα ήταν μικρότερο, αλλά ποτέ δεν θα φθάσει το μέγεθος 0. Αντίστοιχα, θα ήταν μισό, ένα τέταρτο, ένα όγδοο, 2^ -10 , ή 2^ -100 φορές το αρχικό του μέγεθος. Αλλά δεν έχει σημασία πόσο μακριά μπορείτε να πάτε πίσω, ποτέ δεν επιτυγχάνετε ιδιομορφία.
 
Σε ένα πληθωριστικό σενάριο, δεν φτάνουμε ποτέ σε μια ιδιομορφία, όπου ο χώρος να πηγαίνει σε μια μοναδική κατάσταση. Αντίθετα, μπορεί μόνο να γίνει αυθαίρετα μικρό στο παρελθόν, ενώ ο χρόνος συνεχίζει να πηγαίνει προς τα πίσω για πάντα. Η κατάσταση χωρίς όρια κατά Hawking-Hartle προκαλεί τη μακροζωία αυτής της κατάστασης, όπως και το θεώρημα Borde-Guth-Vilenkin, αλλά κανένας δεν είναι σίγουρος.
 
Υπάρχει ένα θεώρημα, διάσημο μεταξύ των κοσμολόγων, που δείχνει ότι μια πληθωριστική κατάσταση είναι χρονικά κατά το παρελθόν ατελής. Αυτό σημαίνει σαφώς ότι αν έχετε σωματίδια που υπάρχουν σε ένα πληθωριστικό Σύμπαν, θα συναντηθούν τελικά αν πάτε πίσω στο χρόνο. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι πρέπει να υπήρχε μια ιδιομορφία, αλλά ότι ο πληθωρισμός δεν περιγράφει όλα όσα συνέβησαν στην ιστορία του Σύμπαντος, όπως η γέννησή του. Γνωρίζουμε επίσης, για παράδειγμα, ότι ο πληθωρισμός δεν μπορεί να προκύψει από μια μοναδική κατάσταση, επειδή μια πληθωριστική περιοχή πρέπει πάντα να ξεκινά από ένα πεπερασμένο μέγεθος.
 
Διακυμάνσεις στον ίδιο τον χωροχρόνο στην κβαντική κλίμακα τεντώνονται κατά μήκος του Σύμπαντος κατά τον πληθωρισμό, προκαλώντας ατέλειες τόσο στα κύματα πυκνότητας όσο και στα βαρυτικά κύματα. Το εάν ο πληθωρισμός προέκυψε από ενδεχόμενη ιδιομορφία ή όχι είναι άγνωστο.
 
Κάθε φορά που βλέπετε ένα διάγραμμα, ένα άρθρο ή μια ιστορία που μιλάει για την «ιδιομορφία της Μεγάλης Έκρηξης» ή κάποιο είδος ιδιομορφίας / Μεγάλης Έκρηξης που υπάρχει πριν από τον πληθωρισμό, να γνωρίζετε ότι έχετε να αντιμετωπίσετε μια ξεπερασμένη μέθοδο σκέψης. Η ιδέα μιας ιδιομορφίας της Μεγάλης Έκρηξης βγήκε από το παράθυρο μόλις συνειδητοποιήσαμε ότι είχαμε μια διαφορετική κατάσταση – αυτή του κοσμικού πληθωρισμού – που προηγήθηκε και καθόρισε την πρόωρη, καυτή και πυκνή κατάσταση του Big Bang. Μπορεί να υπήρχε μια ιδιομορφία στην αρχή του χώρου και του χρόνου, με τον πληθωρισμό να προκύπτει μετά από αυτό, αλλά δεν υπάρχει καμία εγγύηση. Στην επιστήμη, υπάρχουν τα πράγματα που μπορούμε να δοκιμάσουμε, να μετρήσουμε, να προβλέψουμε και να επιβεβαιώσουμε ή να διαψεύσουμε, όπως μία πληθωριστική κατάσταση που δημιουργεί ένα καυτό Big Bang. Οτιδήποτε άλλο, δεν είναι τίποτα περισσότερο από σπέκουλα.

Εφικτό το ταξίδι πίσω στο χρόνο

Μια ομάδα κβαντικών φυσικών του πανεπιστημίου ΜΙΤ των ΗΠΑ θεωρούν ότι είναι δυνατή η δημιουργία μιας χρονομηχανής, η οποία θα επιτρέπει το ταξίδι στο παρελθόν και συνεπώς την πρόκληση αλλαγών σε αυτό, χωρίς καν να δημιουργούνται παράδοξα στο παρόν και το μέλλον.

Οι κβαντομηχανικοί έχουν καταφέρει μέχρι σήμερα – αξιοποιώντας το μυστηριώδες φαινόμενο του «κβαντικού εναγκαλισμού» (που ξένιζε ακόμα και τον Αϊνστάιν)- να τηλεμεταφέρουν κβαντικές καταστάσεις από το ένα μέρος στο άλλο, σε απόσταση χιλιομέτρων.

Τώρα ο καθηγητής Σιθ Λόιντ και οι συνεργάτες στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης (ΜΙΤ), σύμφωνα με τη βρετανική «Τέλεγκραφ», φιλοδοξούν να πάνε ακόμα παραπέρα, αξιοποιώντας ένα άλλο κβαντικό φαινόμενο, την «μετα-επιλογή», προκειμένου να ταξιδέψουν ανάποδα στον χρόνο.

Όπως δήλωσε ο Λόιντ στο περιοδικό “Technology Review” (Τεχνολογική Επιθεώρηση), «είναι δυνατό για τα σωματίδια (και, θεωρητικά, για τους ανθρώπους) να ταξιδέψουν στο τούνελ του χρόνου, από το μέλλον προς το παρελθόν». Οι ερευνητές του ΜΙΤ θεωρούν ότι αν συνδυαστούν τα φαινόμενα του «κβαντικού εναγκαλισμού» και της «κβαντικής μετα-επιλογής», είναι η εφικτή η τηλεμεταφορά στο παρελθόν.

Αντίθετα με άλλες θεωρίες τηλεμεταφοράς στον χρόνο, η συγκεκριμένη κβαντική θεωρία αποφεύγει διλήμματα και παράδοξα που προκύπτουν από ένα τέτοιο ταξίδι στον χρόνο (του τύπου «αν φρόντισα ο μπαμπάς και η μαμά μου να μη συναντηθούν ποτέ στο παρελθόν, τότε εγώ πώς υπάρχω σήμερα;» ή «αν σκότωσα τον παππού μου όταν τον συνάντησα στο παρελθόν, τότε πώς εγώ γεννήθηκα και πώς γίνεται μετά να ταξίδεψα στο παρελθόν κοκ;»).

Επιπλέον, αντίθετα με άλλες θεωρίες «επιστροφής στο μέλλον», η κβαντική χρονομηχανή δεν προϋποθέτει την κάμψη του χωροχρόνου (κάτι που υποτίθεται ότι κάνουν οι μαύρες τρύπες, όμως ένα ταξίδι μέσω αυτών φαντάζει ιδιαίτερα απίθανο από πρακτική άποψη…).

Φυσικά και το κβαντικό ταξίδι στο παρελθόν δεν φαντάζει προς το παρόν πιο κοντά στην πραγματικότητα, καθώς δεν είναι παρά μια αμφιλεγόμενη θεωρία και πολλοί φυσικοί δεν πιστεύουν ότι μπορεί ποτέ να υλοποιηθεί. Πάντως η ομάδα του ΜΙΤ την παρουσίασε με τίτλο «Η κβαντομηχανική του ταξιδιού στον χρόνο μέσω μετα-επιλεγμένης τηλεμεταφοράς» στο arxiv.org – Quantum Physics.

Αρχαία Ελληνική Ιστοριογραφία: Βιογραφία και αυτοβιογραφία

α) Βιογραφία

Μολονότι το λογοτεχνικό είδος της βιογραφίας ως περιγραφή του βίου ενός συγκεκριμένου ατόμου συγκροτείται την εποχή του Περιπάτου και γνωρίζει την πρώτη περίοδο της ακμής της στην ελληνιστική εποχή, οι απαρχές της μπορούν να ανιχνευθούν στην αρχαϊκή και κλασική εποχή. Το ανεκδοτολογικό ενδιαφέρον για διάσημες προσωπικότητες υπάρχει ήδη στον Αγώνα Ομήρου και Ησιόδουή στις βιογραφικές πληροφορίες που παραδίδονται για τον Αίσωπο, τους Επτά Σοφούς ή τον Αρχίλοχο. Ο Σκύλακας ο Καρυανδεύς (δεύτερο μισό του 6ου αι. π.Χ.) γράφει Τὰ κατὰ Ἡρακλείδην τὸν Μυλασσῶν βασιλέα, ο Ξάνθος ο Λυδός (τέλος 6ου[;] - 5ος αι. π.Χ.) Τὰ περὶ Ἐμπεδοκλέους, ο Ηρόδοτος περιγράφει την καταγωγή, τη ζωή και τον θάνατο Περσών βασιλέων όπως ο Κύρος και Καμβύσης, ενώ ο Στησίμβροτος από τη Θάσο (περ. 470-425 π.Χ.· FGrHist 107 F 1-11 = 1002 F 1-11) με το έργο του Περί Θεμιστοκλέους, Θουκυδίδου και Περικλέους (συντάσσεται κατά πάσα πιθανότητα στην πρώτη δεκαετία του Πελοποννησιακού Πολέμου, δίνει ιδιαίτερο βάρος στην παιδεία και τον χαρακτήρα των Αθηναίων πολιτικών και έχει τόσο πολιτική όσο και ηθική στοχοθεσία) θεωρείται από πολλούς ο πρώτος ευρετής της βιογραφίας.
 
Τα βασικά χαρακτηριστικά του είδους αποκτά η βιογραφία, όπως έχει δείξει ο F. Leo, στο πλαίσιο του Περιπάτου. Ο Leo διακρίνει δύο είδη βιογραφιών, χαρακτηριστικούς εκπροσώπους των οποίων θεωρεί τον Πλούταρχο και τον Σουητώνιο: το περιπατητικό είδος βιογραφιών που πραγματευόταν κυρίως τους βίους πολιτικών και στρατιωτικών προσωπικοτήτων, σε σεσοφισμένη αφηγηματική μορφή και με χρονολογική σειρά των εξιστορούμενων γεγονότων και το οποίο βασιζόταν στην αριστοτελική έννοια του ήθους, και το αλεξανδρινό είδος, το οποίο αναγόταν και αυτό στην αριστοτελική μέθοδο της συλλογής υλικού, διακρινόταν για το απλό ύφος του, τη διάρθρωσή του σε πραγματολογικές κατηγορίες και αφορούσε βιογραφίες λογοτεχνών και φιλοσόφων. Η θεωρία του Leo έχει επικριθεί στη νεότερη έρευνα (βλ. τη μελέτη του W. Steidle), κυρίως διότι οι διαφορές περιπατητικής και αλεξανδρινής βιογραφίας δεν είναι τόσο μεγάλες ούτε η εξέλιξη των δύο αυτών τύπων βιογραφίας τόσο σαφής και ευθύγραμμη όσο υποστήριζε ο Leo.
 
Θεμελιωτής της περιπατητικής βιογραφίας θεωρείται ο θεωρητικός της μουσικής Αριστόξενος ο Ταραντίνος, μαθητής του Αριστοτέλη και σύγχρονος του Θεόφραστου· μεταξύ των έργων του συγκαταλέγονται βίοι του Πυθαγόρειου φιλοσόφου και μαθηματικού Αρχύτα, του ίδιου του Πυθαγόρα, του Σωκράτη και του Πλάτωνα. Ο σύγχρονος του Αριστόξενου Δικαίαρχος από τη Μεσσήνη (και αυτός μαθητής του Αριστοτέλη) συνέγραψε το έργο Βίος Ελλάδος σε 3 βιβλία, την πρώτη ιστορία του πολιτισμού, αλλά και βιογραφίες του Πυθαγόρα και του Πλάτωνα και συγγράμματα για τον Όμηρο και τον Αλκαίο. Ο κατά την παράδοση επίσης μαθητής του Αριστοτέλη Φαινίας από την Ερεσό (της Λέσβου· ακμή: 336-332 π.Χ.) υπήρξε εξίσου πολυγράφος θεραπεύοντας ιδιαίτερα και αυτός το είδος της βιογραφίας και της λογοτεχνικής ιστορίας (Περί των εν Σικελία τυράννων, Περί των Σωκρατικών, Περί ποιητών), όπως και ο λίγο νεότερος Χαμαιλέων από την Ηράκλεια του Πόντου (Περί Ησιόδου, Περί Αλκμάνος, Περί Σαπφούς, Περί Στησιχόρου, Περί Πινδάρου, Περί Σιμωνίδου, Περί Αισχύλου κλπ.).
 
Θεμελιωτής της αλεξανδρινής βιογραφίας θεωρείται ο μαθητής του Καλλίμαχου, Έρμιππος από τη Σμύρνη. Οι Βίοι του διασήμων προσωπικοτήτων διαιρούνταν σε κατηγορίες (Περί νομοθετών, Περί των Επτά σοφών, Περί των από φιλοσοφίας εις τυραννίδας και δυναστείας μεθεστηκότων) και επιμέρους βιογραφίες (Περί Ιππώνακτος, Περί Εμπεδοκλέους του Ακραγαντίνου, Περί Αναξαγόρου του Καλζομενίου, Περί Πλάτωνος, Περί Ευριπίδου, Περί Αισχίνους του ρήτορος, Περί Θουκυδίδου κλπ.). Η επίδρασή του υπήρξε μεγάλη στους μεταγενέστερους βιογράφους (Πλούταρχος, Διογένης Λαέρτιος). Ο σύγχρονός του, Σάτυρος ο Καλλατιανός, υπήρξε ο πιο γνωστός βιογράφος της ελληνιστικής εποχής· οι Βίοι του περιλάμβαναν βιογραφίες φιλοσόφων (π.χ. των Επτά Σοφών, του Πλάτωνα, του Σωκράτη κλπ.), ποιητών (του Σοφοκλή, του Ευριπίδη), πολιτικών (του Αλκιβιάδη, του Φιλίππου Β') και ρητόρων (του Δημοσθένη). Η δημοσίευση το 1906 αποσπασμάτων του βίου του Ευριπίδη που περιλαμβάνονταν στον πάπυρο της Οξυρύγχου 1176 δημιούργησε αρνητική εικόνα για την αξιοπιστία του Σάτυρου, διότι απέδειξε έλλειψη κριτικού πνεύματος και απουσία παραπομπών σε πηγές και κατέφευγε συχνά ακόμη και στην επινόηση φανταστικών στοιχείων. Εντύπωση προκαλεί και η διαλογική μορφή της βιογραφίας, η οποία έρχεται σε αντίθεση με το πρότυπο της αλεξανδρινής βιογραφίας, όπως αυτό ορίστηκε από τον F. Leo. Σημαντικός βιογράφος επίσης υπήρξε και ο Αντίγονος από την Κάρυστο, σύγχρονος του Έρμιππου και του Σάτυρου, που συνέγραψε Βίους φιλοσόφων (του 4ου και 3ου αι. π.Χ. εστίαζε το ενδιαφέρον του κυρίως στον χαρακτήρα και όχι στη διασκαλία των βιογραφουμένων.

β) Αυτοβιογραφία

Η αυτοβιογραφία είναι μάλλον σπάνια στην αρχαία ελληνική γραμματεία, και μόνο στην ελληνιστική εποχή εμφανίζεται σε ικανό αριθμό το είδος των λεγόμενων υπομνημάτων («απομνημονευμάτων») πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών. Οι Επιδημίαι του Ίωνα από τη Χίο (FGrHist 392·δεύτερο μισό 5ου αι. π.Χ.) θεωρούνται τα πρώτα «Απομνημονεύματα» της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ενώ έντονο αυτοβιογραφικό χαρακτήρα έχουν η Ανάβασις του Ξενοφώντα, η Έβδομη Επιστολή του Πλάτωνα, καθώς και λόγοι ρητόρων του 4ου αιώνα με απολογητικό περιεχόμενο (π.χ. Ισοκράτη, Περί αντιδόσεως, Δημοσθένη, Περί στεφάνου). Τη σειρά των Υπομνημάτων εγκαινιάζει ο Αθηναίος πολιτικός Δημήτριος ο Φαληρεύς (FGrHist 228) με το έργο του Περί της δεκαετίας, στο οποίο πραγματευόταν τη δεκαετή περίοδο της εξουσίας του στην Αθήνα. Άλλοι γνωστοί πολιτικοί που συνέταξαν Υπομνήματα υπήρξαν ο βασιλιάς της Ηπείρου Πύρρος, ο Άρατος από τη Σικυώνα (σε 30 βιβλία, μια από τις πηγές του Πολύβιου και του Πλούταρχου), ο Κικέρωνας (Υπόμνημα περί της υπατείας κλπ. Ωστόσο, τα Υπομνήματα ως είδος διακρίνονταν για τη μεγάλη ποικιλία περιεχομένου και ύφους ανάλογα με τους στόχους του συγγραφέα τους.

Πέμπτη 23 Αυγούστου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Ἱκέτιδες (524-573)

ΣΤΑΣΙΜΟΝ ΠΡΩΤΟΝ


ΧΟ. ἄναξ ἀνάκτων, μακάρων [στρ. α]
525 μακάρτατε καὶ τελέων
τελειότατον κράτος, ὄλβιε Ζεῦ,
πιθοῦ τε καὶ γενέσθω.
ἄλευσον ἀνδρῶν ὕβριν εὖ στυγήσας·
λίμνᾳ δ᾽ ἔμβαλε πορφυροειδεῖ
530 τὰν μελανόζυγ᾽ ἄταν.

τὸ πρὸς γυναικῶν ‹δ᾽› ἐπιδὼν [ἀντ. α]
παλαίφατον ἁμέτερον
γένος φιλίας προγόνου γυναικὸς
νέωσον εὔφρον᾽ αἶνον·
535 γενοῦ πολυμνήστωρ, ἔφαπτορ Ἰοῦς.
Δῖαί τοι γένος εὐχόμεθ᾽ εἶναι
γᾶς ἀπὸ τᾶσδ᾽ ἔνοικοι.

παλαιὸν δ᾽ εἰς ἴχνος μετέσταν, [στρ. β]
ματέρος ἀνθονόμους ἐπωπάς,
540 λειμῶνα βούχιλον, ἔνθεν Ἰὼ
οἴστρῳ ἐρεσσομένα
φεύγει ἁμαρτίνοος,
πολλὰ βροτῶν διαμειβομένα
φῦλα, διχῇ δ᾽ ἀντίπορον
545 γαῖαν ἐν αἴσᾳ διατέμνοντα πόρον
κυματίαν ὁρίζει·

ἰάπτει δ᾽ Ἀσίδος δι᾽ αἴας [ἀντ. β]
μηλοβότου Φρυγίας διαμπάξ·
περᾷ δὲ Τεύθραντος ἄστυ Μυσὸν
550 Λύδιά τ᾽ ἂγ γύαλα,
καὶ δι᾽ ὀρῶν Κιλίκων
Παμφύλων τε διορνυμένα
† τὰν ποταμοὺς [δ᾽] ἀενάους
καὶ βαθύπλουτον χθόνα καὶ τὰν Ἀφροδί-
τας πολύπυρον αἶαν·

555 † ἱκνεῖται δ᾽ εἰσικνουμένου βέλει [στρ. γ]
βουκόλου πτερόεντος
Δῖον πάμβοτον ἄλσος,
λειμῶνα χιονόβοσκον ὅντ᾽ ἐπέρχεται
560 Τυφῶ μένος
ὕδωρ τε Νείλου νόσοις ἄθικτον,
μαινομένα πόνοις ἀτί-
μοις ὀδύναις τε κεντροδα-
λήτισι θυιὰς Ἥρας.

565 βροτοὶ δ᾽, οἳ γᾶς τότ᾽ ἦσαν ἔννομοι, [ἀντ. γ.]
χλωρῷ δείματι θυμὸν
πάλλοντ᾽ ὄψιν ἀήθη,
βοτὸν ἐσορῶντες δυσχερὲς μειξόμβροτον,
τὰν μὲν βοός,
570 τὰν δ᾽ αὖ γυναικός· τέρας δ᾽ ἐθάμβουν.
καὶ τότε δὴ τίς ἦν ὁ θέλ-
ξας πολύπλαγκτον ἀθλίαν
οἰστροδόνητον Ἰώ;

***
ΠΡΩΤΟ ΣΤΑΣΙΜΟ

ΧΟΡΟΣ
Βασιλέα των βασιλέων,
μακαρίων μακαριώτατε
και μες σ᾽ όλες πανυπέρτατη εξουσία,
κλίνε προς τη δέησή μας, όλβιε Δία·
μάκρυν᾽ από τη γενιά σου
των αντρών την άθεη βία
και σημάδι της ολόδικης οργής σου,
530 τη μαυρόπλωρη Κατάρα
καταπόντισε στα βάθη της αβύσσου.

Επίβλεψέ μας τις αδύνατες γυναίκες,
που η αρχαία κοσμολόγητη γενιά μας
έχει πρόγονο γυναίκ᾽ αγαπητή σου·
της Ιώς το χεροχάιδεμα θυμήσου
και κάμε ο λόγος ν᾽ αναζήσει
της άμετρής σου αγαθοσύνης και μαζί μας,
που καυχιόμαστε από σένα
κι απ᾽ αυτήν εδώ τη χώρα
πως κρατά η καταγωγή μας.

Και νά τώρα στα παλιά ξαναφερμένη
της μητέρας μου τα χνάρια,
βοσκοτόπια της τ᾽ ανθόσπαρτα
και βαθύχορτα λιβάδια,
που απ᾽ εδώθ᾽ έναν καιρό οιστροκεντημένη
540 φεύγ᾽ η Ιώ φρενοπαρμένη
χώρες πίσω της αφήνοντας κι ανθρώπους
κι αφού σκίζει το Στενό το φουσκοκύματο,
όπως το ᾽θελεν η μοίρα, βάζει σύνορο
στους αντίπορους τους τόπους.

Κι έτσι χύνεται στις χώρες της Ασίας,
στη Φρυγία την προβατόθροφη διαβαίνει
κι απ᾽ του Τεύθραντα την πόλη της Μυσίας
550 στις κοιλάδες της Λυδίας κατεβαίνει
και περνώντας των Κιλίκων
και Παμφύλων τα βουνά,
και ποτάμια με τ᾽ αστείρευτα νερά
και τη γη τη πλουτοφόρα
ξακουστή της Αφροδίτης
με άφθονα σιτάρια χώρα,

Φτάνει πάντ᾽ απ᾽ το σουβλί τριβελισμένη
του φτερωτού βοϊδολάτη
στην αγία την παντοθρόφα την κοιλάδα,
στο χιονοβόσκητο λιβάδι,
560 που το δέρνει του Τυφώνα η άγρια αψάδα,
και στου Νείλου τα νερά,
οπού αρρώστια δεν τα πιάνει,
τρελαμένη απ᾽ την άθλιά της συμφορά
σα Μαινάδα από της Ήρας
τα φαρμακόχριστα κεντριά.

Κι όσοι τότε αυτά τα μέρη κατοικούσαν,
χλωμός φόβος είχε κόψει
το αίμα τους μες την καρδιά τους, που θωρούσαν
την ασυνήθιστη την όψη
το ξορκισμένο το ζωντίμι τ᾽ ανθρωπόσμιχτο,
μισό γυναίκα, μισό βόδι,
570 και στο τέρας στέκαν μπρος αλαλιασμένοι.
— Μα ποιός τότε ήταν που γήτεψε
την τρισάθλια πολυπλάνητην Ιώ
την οιστροδαιμονισμένη;

Συγκριτική επισκόπηση του έργου του Ηρόδοτου και του Θουκυδίδη

Γενικά στοιχεία
 
1) Ιωνική φυσική φιλοσοφία, ορθολογισμός, εκκοσμίκευση, ανθρωπολογική περιέργεια για την ετερότητα και ενδιαφέρον για την αποτύπωση γεωγραφικών χαρτών (Αναξίμανδρος) αποτελούν τη βάση για την ανάπτυξη της ιστοριογραφίας.
2) «Δεν αποτελεί σύμπτωση το γεγονός ότι ιστορία και δημοκρατία γεννήθηκαν ταυτόχρονα» (Stahl, 1987 και Meier, 1995, όπως παρατίθενται, ό.π., 25).
3) Ο ιστορικός είναι το φιλέρευνο υποκείμενο που αναζητεί την αλήθεια χωρίς όμως να μπορεί να αποκοπεί πλήρως από τη μυθική παράδοση• είναι επίσης αυτός που διαμορφώνει σφαιρική άποψη και εκφράζει την προσωπική του γνώμη (δόξα), και όχι το υποκείμενο της λυρικής ποίησης που πάσχει ή καταγράφει τα βιώματά του.
4) Η ιστοριογραφία έχει ως σημείο εκκίνησης τα έργα του Εκαταίου Γενεαλογίαι (γενεαλογική / μυθογραφική προσέγγιση του παρελθόντος) και Περίοδος Γης (πρώτη εθνογραφική προσέγγιση).
5) Όπως δείχνει το έργο του Ηρόδοτου η εξελικτική πορεία της ιστοριογραφίας κλιμακώνεται από τη φάση της περιγραφικής – εθνογραφικής – γενεαλογικής προοπτικής (στα πρώτα έξι βιβλία των Ιστοριών) προς τη συγγραφή μονογραφιών, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την πραγμάτευση της εκστρατείας του Ξέρξη εναντίον της Ελλάδας (στο τελευταίο τρίτο των Ιστοριών).
6) Οι πρώτοι «ιστορικοί»: Εκαταίος ο Μιλήσιος (τέλη του 6ου – αρχές του 5ου αιώνα π.Χ.), Ακουσίλαος ο Αργείος, Φερεκύδης ο Αθηναίος, Ξάνθος ο Λυδός, Δημοκλής από τα Φύγελα, Ίων ο Χίος, Ελλάνικος ο Λέσβιος, Χάρων ο Λαμψακηνός, Αντίοχος ο Συρακούσιος, Δαμάστης από το Σίγειο, Διονύσιος ο Μιλήσιος.
       
            Α’. Ηρόδοτος
 
Γεννήθηκε το 484 π.Χ. Εξορίστηκε από την Αλικαρνασσό και έζησε για κάποιο χρονικό διάστημα στη Σάμο επειδή συμμετείχε στην αποτυχημένη απόπειρα ανατροπής του φιλοπέρση τυράννου Λύγδαμη. Επέστρεψε στην πατρίδα του μετά την πτώση του τυράννου, πριν από το 454 π.Χ. Μεταξύ 454 π.Χ. και 445 π.Χ. ταξιδεύει στην Αφρική και την Ασία (Βαβυλώνα), στη Μέση Ανατολή (Τύρος), στον Εύξεινο Πόντο, στη Θράκη και τη Μακεδονία, όπως και στα νησιά Θάσο και Σαμοθράκη, όπου μυήθηκε στα μυστήρια των Καβείρων. Από το 445 π.Χ. εγκαθίσταται στην Αθήνα όπου δίνει διαλέξεις. Οι Ιστορίες του δημοσιεύτηκαν μεταξύ 430 και 424 π.Χ..
 
Σε αυτές αποτυπώνεται η μετάβαση από την αρχαϊκή εποχή στον «διαφωτισμό» του δεύτερου μισού του 5ου πΧ αιώνα. Συγκεκριμένα, συνυφαίνεται «η υποκειμενική βούληση για την αναζήτηση της αλήθειας» με τη «μυθοπλαστική τάση», όπως επίσης η ιδέα της ελευθερίας της βούλησης με την ακλόνητη πίστη στο αλάθητο των χρησμών και στα όνειρα ως θεϊκά σημάδια. Πιθανότερος τόπος θανάτου και ταφής του, οι Θούριοι, αποικία που ίδρυσε η Αθήνα στον κόλπο του Τάραντα το 444/443 π.Χ.
                  
Στο Προοίμιο των Ιστοριών του ο Ηρόδοτος γράφει: «Ο Ηρόδοτος από την Αλικαρνασσό εκθέτει εδώ τις έρευνές του, για να μην ξεθωριάσει με τα χρόνια ό,τι έγινε από τους ανθρώπους [=μήτε τω χρόνω εξίτηλα γένηται], μήτε έργα μεγάλα και θαυμαστά, πραγματοποιημένα άλλα από τους Έλληνες και άλλα από τους βαρβάρους, να σβήσουν άδοξα [=μήτε ακλεά γένηται]. Ιδιαίτερα γίνεται λόγος για την αιτία που αυτοί πολέμησαν μεταξύ τους».
 
            Ο Ηρόδοτος επιχειρεί να συγγράψει την παγκόσμια πολιτισμική και πολιτικο-στρατιωτική ιστορία της εποχής του, επιτομή της οποίας είναι η σύγκρουση Ελλήνων και βαρβάρων που ξεκινά με την Ιωνική επανάσταση. Η επιτομή όμως αυτή αποτελεί μόνο τον πέμπτο και τελευταίο αφηγηματικό κύκλο του έργου του, ενώ προηγούνται αυτοί που αφορούν τον Λυδό βασιλέα Κροίσο, καθώς και τους τέσσερις Πέρσες βασιλείς, τον Κύρο, τον Καμβύση, τον Δαρείο και τον Ξέρξη.
 
            Η ερμηνευτική προοπτική του Ηροδότου δεν είναι ελληνοκεντρική ούτε στο έργο του απαξιώνονται οι Ασιάτες και οι Αφρικανοί, η πολιτισμική ιδιαιτερότητα των οποίων αντιμετωπίζεται αντιστικτικά σε σχέση με αυτή των Ελλήνων. Απεναντίας, διακρίνεται ανάγλυφα στο έργο του μια ιστορικιστική – σχετικιστική διάσταση, η οποία, ωστόσο, δεν είναι ισχυρότερη από ό,τι ο ίδιος θεωρεί πανανθρώπινο και επομένως κοινά δεσμευτικό ηθικό κανόνα (καταγγέλλει λόγου χάρη το έθιμο της ιερής πορνείας στο ναό της Αφροδίτης στην Βαβυλώνα).
 
Πάντως, σύμφωνα με τον Αλικαρνασσέα ιστορικό, ο ελληνικός, ο περσικός και ο αιγυπτιακός κόσμος συγκροτούν από κοινού το ανώτατο επίπεδο της πολιτισμικής εξέλιξης της ανθρωπότητας, ενώ σε κατώτερες βαθμίδες της πολιτισμικής / εξελικτικής ιεραρχίας τοποθετούνται οι νομαδικές συσσωματώσεις (Σκύθες, Μασσαγέτες, Άραβες) και τα πρωτόγονα φύλα (Ινδοί).
 
            Οι εθνογραφικές ενότητες του έργου αρθρώνονται σε τέσσερις άξονες: το φυσικό και γεωγραφικό περιβάλλον, αξιοπερίεργα στοιχεία, ήθη/έθιμα και ιστορία. Βασικές αρχές της αφηγηματικής τεχνικής του Ηροδότου είναι η προφορικότητα του λόγου (κυριαρχεί άλλωστε το ρήμα «λέγω») και η παρατακτική διάρθρωση αφηγήσεων οι οποίες δεν συνυφαίνονται μεταξύ τους.
 
Η γραμμική αφήγηση των γεγονότων διακόπτεται από αφηγηματικές αναλήψεις (σύνδεση με το απώτατο ή το απώτατο παρελθόν) και παρεκβάσεις (πρόσκαιρη διακοπή της κύριας αφήγησης). Ο Ηρόδοτος χρησιμοποιεί μια μικτή αφηγηματική μορφή που περιλαμβάνει α) μίμηση, β) απλή διήγηση και γ) εσωτερική εστίαση, δηλαδή «η διείσδυση στον συναισθηματικό κόσμο και στις σκέψεις των δρώντων προσώπων».
 
Συχνά επίσης υλοποιεί μια επική στρατηγική αγωνίας, η οποία συντίθεται από α) επιβραδύνσεις του αφηγηματικού ρυθμού, διακοπές στην εξέλιξη της πλοκής ή πρόσκαιρες μεταστροφές της πλοκής, β) σκόπιμες παραπλανήσεις του ακροατή / αναγνώστη ή τεχνάσματα δημιουργίας αμηχανίας ή προσδοκιών που δεν θα επιβεβαιωθούν (πχ. νίκη των Περσών επί των Ελλήνων λόγω της ισχύος και του αριθμού τους) και γ) εκφράσεις δραματικής ειρωνείας, η οποία προκύπτει «από την αντίθεση ανάμεσα στη γνώση των αποδεκτών του έργου και την άγνοια των πρωταγωνιστών της ιστορίας».
 
            Ο Ηρόδοτος λειτουργεί άλλοτε ως μεταφορέας απόψεων και διαβιβαστής λόγων άλλων και άλλοτε ως ίστωρ, δηλαδή ως ερευνητής, κριτικός των πηγών, αμέτοχος θεατής των γεγονότων και αξιολογητής προσώπων και καταστάσεων (παρατηρήσεις σε πρώτο πρόσωπο). Σε σύγκριση με τον ομηρικό αφηγητή που είναι παντογνώστης και πανταχού παρών, ο ηροδότειος αφηγητής είναι μόνο εν μέρει, καθώς εκφράζει συχνά αμφιβολίες και εξηγεί τη μεροληπτικότητα και την αποσπασματικότητα των πληροφοριών που έχει στη διάθεσή του.
 
            Ο Ηρόδοτος υπήρξε ο πρώτος ιστοριογράφος που κατανόησε την αξία της αυτοψίας (=όψεως) στην καταγραφή των ιστορικών γεγονότων. Η αναζήτηση της «αιτίης» για την πολιτισμική διαφορά και την εχθρότητα μεταξύ Περσών και Ελλήνων τον οδηγεί στην αυτοψία, δηλαδή σε ταξίδια με σκοπό τη συλλογή εθνολογικών στοιχείων και γεωγραφικών παρατηρήσεων, ενώ παράλληλα τον οδηγεί και στην «ιστορίη» (έρευνα), δηλαδή στην αναζήτηση αξιόπιστων πληροφοριών από άλλους με κριτήριο την αληθοφάνεια και το εικός (εικοτολογία).
 
            Δεν είναι γνωστή η έκταση της χρησιμοποίησης γραπτών πηγών από τον Ηρόδοτο, πάντως ο ίδιος παραπέμπει ρητά μόνο στον Εκαταίο. Ο Ηρόδοτος πολλές φορές (συνολικά 125) παραθέτει αντιθετικές ή αποκλίνουσες εκδοχές και συχνά αφήνει τον αναγνώστη να αποφασίσει για την εγκυρότερη, σαν να μη έχει ο ίδιος ο ιστοριογράφος τα μέσα και τη δυνατότητα να κρίνει. Πρόκειται για μια αγνωστικιστική και αμήχανη  επιλογή που απουσιάζει παντελώς από το έργο του Θουκυδίδη, αν και στην Ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου συναντάμε δύο άλλες παραπλήσιες αφηγηματικές τεχνικές με εντελώς διαφορετική ωστόσο λειτουργία: πρώτον, την επικέντρωση του ιστοριογραφικού φακού σε διαφορετικές οπτικές γωνίες πρόσληψης του ίδιου γεγονότος, στοιχείο που δημιουργεί στον αναγνώστη μια συνθήκη ολόπλευρης θέασης και συμμετοχής στα διαδραματιζόμενα• και δεύτερον, την αφηγηματική αντίστιξη διαφόρων γεγονότων και αντιθετικών σκοπεύσεων των ίδιων των ιστορικών πρωταγωνιστών, που ο ιστορικός αντιμετωπίζει με ανεκτικότητα και ειρωνεία, δεδομένου ότι είναι περιοριστικές, μερικευτικές και καλούνται να επενδύσουν διακηρυγμένα, υπόρρητα ή λανθάνοντα συμφέροντα. Μόνο ο ίδιος ο ιστορικός και μάλιστα πάντοτε εκ των υστέρων (δηλαδή μετά την ολοκλήρωση της δράσης), αφού προηγουμένως με σχολαστική συστηματικότητα έχει αναδείξει τις αιτιώδεις συνάφειες και τις λογικές ακολουθίες που συναρθρώνουν τα γεγονότα σε μια ενιαία και συνεκτική αφηγηματική πλοκή, μπορεί να γνωρίσει την ιστορική αλήθεια, καθώς και την έκβαση της αντιπαράθεσης των ανταγωνιστικών συμφερόντων των εχθρικών πόλεων-κρατών ή των αντίπαλων ιδεολογικοπολιτικών παρατάξεων.
 
            Στο έργο του Ηροδότου ενσαρκώνεται μια φιλοσοφία της Ιστορίας που έχει δύο άξονες: πρώτον, το Πεπρωμένο, από το οποίο ούτε καν οι ίδιοι οι θεοί δεν μπορούν να ξεφύγουν, και δεύτερον, το θείο, το οποίο κατευθύνει τα ιστορικά γεγονότα, φθονεί τους ανθρώπους που «υπερέχουν», εκδικείται (τίσις) και τιμωρεί την ανθρώπινη υπέρβαση της εγκόσμιας τάξης και του μέτρου, εξισορροπεί τις αδικίες (το θείον παν εόν φθονερό ντε και ταταχώδες / φιλέει γαρ ο θεός τα υπερέχοντα πάντα κολούειν / ου γαρ εά φρονέειν μέγα ο θεός άλλον ή εωυτόν). Παραδόξως όμως, στο κοσμολογικό αυτό σύστημα ο άνθρωπος δεν είναι άθυρμα τυφλών δυνάμεων ή πιόνι του Πεπρωμένου και των θεών. Αντίθετα, είναι προικισμένος με την ελευθερία της βούλησης και γι’ αυτό μπορεί να έχει την ευθύνη των πράξεων και των επιλογών του. Βασική πίστη του Ηροδότου είναι η κυκλική εξέλιξη της Ιστορίας.
       
            B’. Θουκυδίδης
 
Συνδεόταν συγγενικά με τον σπουδαιότερο πολιτικό αντίπαλο του Περικλή, τον Κίμωνα. Εξαιτίας της στρατιωτικής του αποτυχίας ως στρατηγού τον χειμώνα του 424/423 πΧ. στην Αμφίπολη, όπου οι αθηναϊκές δυνάμεις αιφνιδιάστηκαν από τις σπαρτιατικές με αρχηγό τον Βρασίδα, καταδικάστηκε σε 20ετή εξορία από την Αθήνα. Δεν γνωρίζουμε τους τόπους που τον φιλοξένησαν στη διάρκεια της μακρόχρονης και μάλλον άδικης εξορίας του (αφού πρωταρχικός υπεύθυνος ήταν ο συν-στρατηγός του Ευκλής, καθώς ο ίδιος βρισκόταν στην Θάσο). Πάντως επέστρεψε στη γενέθλια πόλη μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, στις αρχές του έτους 403 πΧ. Το έργο του μεγάλου Αθηναίου ιστορικού, που γράφτηκε στη διάρκεια της εξορίας του (έκτοτε θεωρούνταν προϋπόθεση αντικειμενικότητας το να είναι «άπολις» ο ιστορικός) ή κατ’ άλλους μελετητές μετά το 404 πΧ, παρέμεινε ημιτελές, δεδομένου ότι παρά τη διακηρυγμένη πρόθεση του Θουκυδίδη, η εξιστόρηση δεν φτάνει έως την κατάλυση της αθηναϊκής αρχής το 404 πΧ, αλλά περατώνεται το 411 π.Χ. Φαίνεται ότι ο Θουκυδίδης είχε αρχίσει να συλλέγει τεκμηριωτικό υλικό [με αυτοψία, όπως στην περίπτωση του λοιμού (2ο βιβλίο) ή της μάχης της Αμφίπολης (4ο βιβλίο) ή και με προφορικές πηγές αξιόπιστων μαρτύρων] ήδη από την έναρξη του πολέμου κατανοώντας την ιδιάζουσα σημασία του, αλλά και δηλώνοντας την πρόθεσή του να προχωρήσει εκ των υστέρων στην συγγραφή της ιστορίας του.
 
            Μια από τις πιο καίριες διαφορές που εντοπίζουμε όταν συγκρίνουμε το ιστοριογραφικό έργο του Ηρόδοτου με αυτό του Θουκυδίδη είναι ότι στην περίπτωση του δεύτερου η αυστηρή χρονογραφική διάταξη των γεγονότων και των αφηγηματικών ενοτήτων δεν διακόπτεται σχεδόν ποτέ από «παρεκβάσεις γεωγραφικού, τοπογραφικού ή εθνογραφικού περιεχομένου» ή «από καταλόγους». Αντίθετα, ένα στοιχείο όπου συγκλίνουν και οι δυο ιστορικοί είναι η χρήση των αναλήψεων (χαρακτηριστικές στην περίπτωση του Θουκυδίδη η «Αρχαιολογία» και η «Πεντηκονταετία»), οι οποίες προσδίδουν χρονικό βάθος στην ιστορική αφήγηση.
 
            Αν και ο Θουκυδίδης σπεύδει ευθύς εξ αρχής να δηλώσει την ταυτότητα, τα κίνητρά του και τα μεθοδολογικά του εργαλεία (πάντως και εδώ στο τρίτο ενικό πρόσωπο), σε ολόκληρο το έργο του δεσπόζει η τριτοπρόσωπη αφήγηση. Πρόκειται για καινοτόμο στρατηγική επιλογή που δηλώνει ακριβώς τη ρητορική σύμβαση, η οποία οφείλει να επενδύει την ορθολογική εξέταση των τεκμηριωτικών στοιχείων, την ιστορική αμεροληψία και αντικειμενικότητα του ιστορικού ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι το επίπεδο της ιστορικής πραγματολογίας και της ιστορικής ανακατασκευής συμπίπτουν και ταυτίζονται. Είναι γνωστό ότι η καινοτομία του Θουκυδίδη, εχθρού κάθε μεταφυσικής θεώρησης της Ιστορίας, αποτέλεσε ειδοποιό γνώρισμα για την επιστημονική ιστοριογραφία από την εποχή της ακαδημαϊκής θεσμοποίησής της στις αρχές του 19ου αιώνα έως τις μέρες μας.
 
             Στο έργο του Θουκυδίδη δίνει τον τόνο μια παραδειγματική μορφή ιστορικής συνείδησης, η οποία θεμελιώνεται σε δυο παράγοντες: πρώτον, στην πεποίθηση για το αναλλοίωτο της ανθρώπινης φύσης και τη διιστορική παθογένειά της (φιλαυτία, επιδίωξη του συμφέροντος, σκληρότητα, αλαζονεία, πρόσκτηση δύναμης), καθώς και για την ύπαρξη παρόμοιων αντιδράσεων - συμπεριφοράς σε αντίστοιχες καταστάσεις στην πορεία του χρόνου• και δεύτερον –στοιχείο που απορρέει από το πρώτο-, στη λειτουργία της ιστορικής γνώσης ως μηχανισμού πρόληψης επερχόμενων δεινών.
 
            Στην Ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου περιλαμβάνονται 41 δημηγορίες (συμβουλευτικές, δικανικές, πανηγυρικές), οι οποίες, σύμφωνα με τους ερευνητές, «δεν αποτελούν πιστή καταγραφή των πραγματικών», ενώ, ταυτόχρονα, γίνεται παραδεκτό ότι «ο βαθμός της πλασματικότητάς τους είναι κάθε φορά διαφορετικός».

Οι άνθρωποι αλλάζουν αν πονέσουν ή αγαπηθούν πολύ

Υπάρχουν πολλά αξιώματα. Κάποια εκ πείρας αυταπόδεικτα, κάποια άλλα πιο φθαρτά. Τα πρώτα σε θυμώνουν, γιατί είναι η φύση τους αυταρχική κι απαιτούν να τα δεχτείς, χωρίς πολλά πάρε-δώσε. Τ’ άλλα, ευτυχώς, τα στήνεις στον τοίχο και τα σημαδεύεις με την επιμονή σου.

Από εκείνο το «ό,τι δε σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό» μέχρι το χρόνο που τα πάντα θεραπεύει, φτάνουμε εκεί που λένε, πως οι άνθρωποι δεν αλλάζουν.

Αλήθεια είναι. Οι άνθρωποι αλλάζουν μονάχα δύσκολα και ποτέ αναίμακτα. Αλλάζουνε προς το καλό και συχνότερα προς το κακό. Αλλάζουνε με μια σφαλιάρα της ζωής ή μ’ ένα χάδι γιατρειάς. Κι αλλάζουνε στα σίγουρα, εκείνοι που αγαπήθηκαν ή πόνεσαν πολύ.

Ο πόνος είναι δάσκαλος, αξίωμα κι αυτό, που σου μαθαίνει μια αλλιώτικη αλφαβήτα. Από το «α» της αγάπης, σε πάει στο «π» της προδοσίας, με μια ειρωνική στάση στο «ε» της εμπιστοσύνης, έτσι, για να δεις τι είχες κι έχασες.

Πόνος που σε ρημάζει και που αν τον ζήσεις μια φορά, τρέμεις ίσως για πάντα. Φοβάσαι μήπως κάνει και σ’ επισκεφτεί ξανά, είναι χλωμό, λες, ν’ αντέξεις δεύτερη φορά την παρέα του. Εκεί, σ’ αυτό το πάντρεμα του πόνου με το φόβο, γεννιέται η αλλαγή σου. Σε ποιον να παραδοθείς και ποιον να πιστέψεις, έχοντάς τον να καραδοκεί για ένα ακόμη μεγαλύτερο χτύπημα;

Αμύνεσαι, λοιπόν, με μια επίθεση στον ίδιο σου τον εαυτό. Του αλλάζεις κάθε τρωτό σημείο, του ακονίζεις τις σκουριασμένες άμυνες, του φοράς και μια πανοπλία για τ’ άτιμα τα βέλη του έρωτα, κι έτοιμος. Ένας άλλος εαυτός, εκπαιδευμένος να μην πονάει και να μη νιώθει, φυσικά.

Είναι διπολικός, όμως, ο πόνος. Απ’ τη μια μπορεί να σε τσακίσει, απ’ την άλλη να σε λυτρώσει. Όταν πονέσεις για κάποιον που άφησες άδικα να φύγει ανεπιστρεπτί απ’ τη ζωή σου, και πάλι αλλάζεις. Πληρώνοντας το τίμημα, αν μη τι άλλο μετανιώνεις κι επαναπροσδιορίζεις. Και πάλι θα περάσεις δια πυρός και σιδήρου, με τη διαφορά ότι μέσα απ’ τα λάθη σου, εσύ θα φύγεις αγκαζέ με το σωστό.

Τη συγκλονιστική, όμως, αλλαγή, εκείνη την όμορφη, που τη βλέπεις ν’ ανθίζει τους ανθρώπους και να εξημερώνει τ’ αγρίμια, μόνο η αγάπη μπορεί να τη φέρει. Μόνο η υπερβολική αγάπη μπορεί να γιατρέψει και τις βαθύτερες πληγές, με τρόπο τέτοιο, που να μη φαίνεται μετά ούτε σημάδι.

Οι αγάπες του κιλού θα προσπαθήσουν να κολλήσουν τα σπασμένα σου, όπως-όπως, οι λίγες και πραγματικές, θα τα λιώσουν στη θέρμη τους και θα τα δημιουργήσουν απ’ την αρχή. Θα καταφέρουν με τον καιρό να σ’ εξημερώσουν και πάλι, να σε γλυκάνουν και να σ’ αναστήσουν. Ποτέ δε θα σ’ αφήσουν όπως σε βρήκαν, όπως κι οι προηγούμενες, δε θα σε βρουν ποτέ όπως σ’ άφησαν.

Πάντα θα υπάρχουν κι ανεπίδεκτοι, στην αγάπη, αλλά και στον πόνο. Άνθρωποι που ούτε γιατρεύτηκαν, αλλά ούτε και μετάνιωσαν ποτέ πραγματικά. Όση στοργή κι αν πήραν, όσο πόνο κι αν ένιωσαν. Ναι, οι άνθρωποι αυτοί, πιθανό να μην μπορούν ν’ αλλάξουν ποτέ. Κι αν ακόμα αλλάξουν, εσύ δε θα ‘σαι εκεί για να το δεις.

Η κατάσταση ευτυχίας δεν είναι εύκολα διαχειρίσιμη

Οι ευχές για χαρά και ευτυχία είναι από τις πιο συνηθισμένες που δεχόμαστε ή κάνουμε σε γιορτές, επετείους ή σε στιγμές της ζωής μας που βιώνουμε αρνητικά συναισθήματα και στενόχωρες καταστάσεις. Φράσεις όπως «πόσο θα 'θελα να ήμουν ευτυχισμένος», «δεν αντέχω άλλο τη στενοχώρια μου», «η δυστυχία είναι ανυπόφορη» είναι φράσεις οικείες, γνωστές που είτε τις έχουμε ξεστομίσει είτε τις έχουμε ακούσει και τις αφουγκραζόμαστε καθημερινά από τον περίγυρό μας.

Η ευτυχία βιώνεται δυσκολότερα από τη δυστυχία

Είναι, όμως, η κατάσταση ευτυχίας μια κατάσταση εύκολα διαχειρίσιμη; Μήπως κάποιες φορές η στεναχώρια, η δυστυχία και το παράπονο γύρω από αυτά είναι περισσότερο οικεία για την πλειοψηφία των ανθρώπων; Μήπως είναι περισσότερο επιτρεπτό να «γκρινιάζεις» για τη δυστυχία σου, παρά να αγωνίζεσαι να χτίσεις τη χαρά σου κι έπειτα να απολαμβάνεις τους καρπούς της; πόσο μάλλον να την απολαύσεις μέχρι το μεδούλι της, χωρίς να φοβάσαι ότι μετά θα πρέπει να «πληρώσεις το τίμημα στο σύμπαν» γι' αυτό.

Η ενοχοποίηση της χαράς είναι αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού

Η ενοχοποίηση της χαράς είναι τόσο βαθιά ριζωμένη μέσα μας, σχεδόν χαραγμένη στα κύτταρα μας που πολλές φορές χρειάζεται αγώνας, για να απελευθερωθούμε από αυτήν. Πολλοί άνθρωποι αντέχουν περισσότερο τη δυστυχία τους, παρά την ευτυχία τους. Γι' αυτό και, όταν βρίσκονται σε κατάσταση χαράς, ευτυχίας κατακλύζονται από έντονο ανεξήγητο άγχος ή ακόμη και φόβο ότι μετά από το «καλό» θα ακολουθήσει κάτι πολύ «κακό» που θα κλέψει τη χαρά τους. Η ενοχή για τη χαρά που βιώνουμε δημιουργεί όλα αυτά τα έντονα συναισθήματα που δεν είναι πάντα εύκολα διαχειρίσιμα, με αποτέλεσμα είτε να σαμποτάρουμε τη χαρά μας και να προκαλούμε αυτό που φοβόμαστε (αυτοεκπληρούμενη προφητεία) είτε να την «ψαλιδίζουμε», για να τη φέρουμε στα μέτρα μας.

Όταν δεν αντέχω τη χαρά μου, γιατί πιστεύω ότι δεν την αξίζω ή γιατί με βάζει σε καταστάσεις που δεν είναι οικείες σε μένα και συνεπώς δεν έχω μάθει να λειτουργώ μέσα σε αυτές, τότε δεν μπορώ και να τη βιώσω χωρίς τύψεις, φόβο ή πιθανόν και γενικευμένο άγχος.
Όπως λέει και ένας στίχος του Νίκου Βελιώτη και του Γιάννη Αγγελάκα: "προσευχήθηκα ν'αντέχουμε τις πιο βαθιές χαρές μας"

Η βίωση της χαράς απαιτεί αντοχές

Ο δρόμος προς την ευτυχία, έτσι όπως την ορίζει ο καθένας/ καθεμιά μας, δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα και δεν μπορούμε να τον διαβούμε με ευκολία. Και αυτό, όχι γιατί η ευτυχία είναι δυσεύρετη, αλλά γιατί, ακόμη και όταν καταφέρουμε να τη χτίσουμε και να τη δημιουργήσουμε, έχει ένα ειδικό βάρος. Ένα βάρος που συνδέεται με την αυταξία μας, με το αν αξίζουμε να βιώσουμε τέτοια συναισθήματα, καθώς και με διαδικασίες αποχαιρετισμού προσώπων, σχέσεων, αλληλεπιδράσεων, συναισθημάτων και καταστάσεων που, αν και οικεία, δεν ανήκουν πια σε αυτό που ονομάζεται «προσωπική μας ευτυχία».

Η βαθιά χαρά θέλει γερό στομάχι για να την αντέξουμε, χρόνο για να τη γνωρίσουμε και να νιώσουμε οικειότητα με τα συναισθήματα που μας προκαλεί και αντίσταση στις ενοχές που τη συνοδεύουν. Τότε, ίσως μπορέσουμε, όχι μόνο να την αντέξουμε, αλλά κυρίως να τη ζήσουμε και να την απολαύσουμε χωρίς φόβο, αλλά με πάθος!

Ο Επίκουρος στον Αλμπέρ Καμύ

Ο Αλμπέρ Καμύ (1913-1960) υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους φιλόσοφους και συγγραφείς του προηγούμενου αιώνα. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Αλγέρι και σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα πάνω στην ακμή της δημιουργίας του. Ο Ζαν Πωλ Σαρτρ είχε πει στον επικήδειο που εκφώνησε ότι, ήταν ο πυρήνας που γύρω του περιστρέφονται με ταχύτητα τα ηλεκτρόνια του κόσμου, της ζωής και του πνεύματος.
 
Βέβαια εγώ σαν Επικούρειος μπορεί να διαφωνώ σε πολλά σημεία με το έργο του. Ή και με όλο, ακόμα το έργο του. Ίσως να απορρίψω την διακήρυξή του, για την συμφιλίωση με την μοίρα. Ή ακόμα να διαφωνώ με τους ακρογωνιαίους λίθους της φιλοσοφίας του, που είναι «ο κόσμος και ο πόνος» , «η γη και η έρημος» μέσα σ’ ένα σύμπαν που κείτεται σε συντρίμμια « με κατεδαφισμένα όλα τα ηθικά, ιδεολογικά και μεταφυσικά του στηρίγματα». Επίσης είναι δυνατόν να διαφωνήσω, διότι όλα αυτά είναι ανθρώπινες επινοήσεις και ξεφεύγουν, από αυτό που είπε ο Επίκουρος και το οποίο μας το διασώζει ο Φιλόδημος,
«ότι είναι αγοραίες και φορτικές εκείνες οι ιδέες για την ζωή, που δεν συμβάλουν στην ευδαίμονα ζωή».
Και διαφωνώ με το συνολικό έργο του Καμύ, διότι στόχος μας δεν είναι να απελευθερωθούμε από τις προκαταλήψεις αλλά να χρησιμοποιήσουμε αυτήν την ελευθερία, με φρόνηση και φιλία ώστε να φτιάξουμε μία ευτυχισμένη και καλύτερη κοινωνία.
 
Ας μην ξεχνάμε ότι σ’ όλα του τα έργα που εμφανίστηκαν πριν το 1948 ο Καμύ διακηρύσσει την συμφιλίωση, όπως ειπώθηκε, με την μοίρα. Και σαν παλιός Μαρξιστής διατήρησε σε πολλά σημεία την προδιαγεγραμμένη ιστορία και την ειμαρμένη και καθόλου το τυχαίο και την ανθρώπινη βούληση. Εδώ θα πρέπει να σημειώσω ότι πριν γίνει υπαρξιστής και επαναστάτης υπήρξε μέλος του Κ.Κ. Γαλλίας. Έτσι η φιλοσοφική σκέψη του Καμύ δέχεται το παράλογο της μοίρας του ανθρώπου, που ζει μέσα σ’ ένα αλόγιστο σύμπαν. Όσο και αν αναπτύξει το πνεύμα του είναι ανήμπορος μπροστά σ’ αυτήν την μοίρα και το μόνο που του απομένει είναι η προσήλωση σε κάποιο ιδανικό ικανό να διαφυλάξει μέσα στον κόσμο τις υψηλότερες ηθικές και πνευματικές αξίες. Προφανώς η μοίρα του Καμύ είναι ο Θάνατος, όμως ποιες είναι αυτές οι υψηλότερες ηθικές και πνευματικές αξίες; Για εμένα ως αξία είναι το δικαίωμα στην Ηδονή το οποίο αποσιωπά με επιμέλεια ο Καμύ.  
 
Στο βιβλίο του ο επαναστατημένος άνθρωπος (1951) ολοκληρώνεται ο Καμύ ως προσωπικότητα και ως άτομο. Θα πρέπει δε να το διαβάσει ο κάθε εχέφρων αναγνώστης και δη ο κάθε ελεύθερος άνθρωπος. Το βιβλίο αυτό μας ενδιαφέρει και εμάς τους Επικούρειους, εκτός των άλλων, διότι μέσα σ’ αυτό κριτικάρει τον Επίκουρο.
 
Όμως πριν προχωρήσουμε στην ουσία της κριτικής του, για να δούμε ποιος είναι ο επαναστατημένος άνθρωπος του Καμύ; Είναι απ’ ότι μας λέει
«ένας άνθρωπος που λέει όχι! Αρνιέται αλλά δεν παραιτείται». «Είναι ακόμα και αυτός που λέει ναι από την πρώτη του κίνηση. Και το περιεχόμενο του όχι, είναι ότι «μέχρι εδώ και μην παρέκει» Και ο σκλάβος άνθρωπος που θα το πει αυτό στον αφέντη του, σημαίνει συνειδητοποίηση που προχωρεί, στην αντιμετώπιση του, σαν «ίσο προς ίσο». Τέλος αποδέχεται ο άνθρωπος την τελική πτώση (τον θάνατο) αν υποχρεωθεί να στερηθεί αυτό το αποκλειστικό δικαίωμα που θα το ονομάσει π.χ. ελευθερία».
Μας λέει όμως ότι η «πραγματική ελευθερία δεν παρουσίασε άνοδο ανάλογη με την συνείδηση που έχει αποκτήσει ο άνθρωπος γι’ αυτήν» και μας αναφέρει πως «η εξέγερση αποτελεί έργο του ενημερωμένου ανθρώπου που έχει συνείδηση των δικαιωμάτων του»
 
Θεωρεί δε ως «ιερό και απαραβίαστο», «τις κοινωνίες εκείνες που δεν υπάρχει αντικειμενικός προβληματισμός αφού οι απαντήσεις έχουν δοθεί μια για πάντα». (Θεοκρατία). Άρα «επαναστατημένος άνθρωπος είναι αυτός που βρίσκεται πριν ή μετά το «ιερό και απαραβίαστο» και αγωνίζεται για την επιβολή μιας ανθρώπινης τάξης που όλες οι απαντήσεις να είναι ανθρώπινες, δηλαδή λογικά διατυπωμένες». «Μπορούμε όμως μακριά από αυτό το ιερό και απαραβίαστο και τις απόλυτες αξίες του, να βρούμε τους κανόνες μιας συμπεριφοράς; Αυτή είναι η ερώτηση που θέτει η εξέγερση».
 
Χωρίζει τέλος την εξέγερση, στο βιβλίο του, στην μεταφυσική εξέγερση και στην ιστορική.
 
Βέβαια ορθώς ενημερωμένος διατυπώνει ότι «η ιστορία της εξέγερσης στον δυτικό κόσμο είναι αξεχώριστη απ’ την ιστορία του Χριστιανισμού». Δηλαδή η ιστορική εξέγερση ήταν ενάντια στην Θεοκρατία του μοναδικού Θεού και κατ’ επέκταση των μοναρχών. Η οποία υποκατεστάθη από τις ίδιες δομές και από τους νέους ανθρώπινους Θεούς όπως π.χ. ο Λένιν ή Στάλιν.
 
Μας αναφέρει επίσης ότι «η μεταφυσική εξέγερση είναι το κίνημα με το οποίο ένας άνθρωπος εξεγείρεται ενάντια στην κατάσταση του και σ’ ολόκληρη την δημιουργία. Είναι μεταφυσική γιατί αμφισβητεί τους σκοπούς του ανθρώπου και της δημιουργίας».
 
Ποιοι όμως είναι οι σκοποί του ανθρώπου; Μα εκείνοι! και όχι μόνο, που πάρα κάτω θα σας προβληματίσουν. Αλλά αλήθεια! Αναρωτιέμαι! γιατί να βάζουμε σκοπούς; Και αν η δημιουργία είναι έτσι φτιαγμένη, τότε δεν είναι άδική; Για τον γράφοντα υπάρχουνε οι εξής καταστάσεις στο σόφισμα που ακολουθεί και στο οποίο θα μπορούσε να προσαρμοστεί η οποιαδήποτε παραλλαγή. Ή υπάρχει Θεός που σημαίνει πως υπάρχει και σκοπός, οπότε οποιονδήποτε σκοπό και να θέσουμε, είτε ως ανθρωπότητα είτε σαν άτομα, ένας θα είναι ο σκοπός, αυτός του Θεού. Και ο σκοπός αυτός, στα χρόνια του Χριστιανισμού, είναι η κατάκτηση του Παραδείσου.
 
Αν όμως υποθέσουμε ότι ο Θεός αφήνει τον άνθρωπό να επιλέγει σκοπούς, τότε δεν χρειάζεται ο Θεός. Γιατί τον υποκαθιστά ο άνθρωπος και κατασκευάζει αυτός τον δικό του παράδεισο. Αν όμως ο Θεός δοκιμάζει τον άνθρωπό ώστε να κατακτήσει ξανά τον χαμένο παράδεισο, τότε κάποια στιγμή θα πρέπει, να αρνηθεί ο άνθρωπος να γίνει πειραματόζωο.
 
Επίσης αν δεν υπάρχει Θεός και είμαστε όλοι τυχαίοι σαν αυτόν τον κόσμο, με μια τυχαία προσωπικότητα, τότε ματαιοπονούμε στον να βάζουμε σκοπούς. Γιατί να βάλω τον οποιοδήποτε σκοπό αφού γνωρίζω ότι μια μέρα θα πεθάνω και όλα θα χαθούν.
 
Ο Μαρξ παρ’ ότι αρνήθηκε την έννοια Θεός εντούτοις πιστεύει στον σκοπό και στην αιτιοκρατία. Μας λέει ότι ο άνθρωπος δεν είναι τυχαίος αλλά προϊόν ενός φυσικού προτσές.
 
Ο Επίκουρος δέχτηκε την ύπαρξη των Θεών, αλλά, οι Θεοί, ούτε το Σύμπαν έφτιαξαν, ούτε τον άνθρωπο, ούτε επεμβαίνουν στα φαινόμενα της φύσης και στα ανθρώπινα. Ο άνθρωπος δε, είναι τυχαίος και προϊόν της φυσικής επιλογής.
 
Έτσι σ’ όλες τις περιπτώσεις είναι μάταιο να θέτουμε σκοπούς διότι από την εμπειρία μας οι παράδεισοι είναι μέσα στο μυαλό μας.
 
Το παράλογο όμως σ’ αυτήν την υπόθεση είναι μία εγγενής κατάστασή. Ένα χαρακτηριστικό το οποίο αν το αρνηθούμε, θα οδηγηθούμε στο μοιραίο, στην αυτοκτονία. Και η κατάσταση αυτή έγκειται στο ότι δεν μπορεί να ζήσει κανείς άνθρωπος χωρίς να βάζει σκοπούς. Αν δεν βάλει ο άνθρωπος έστω έναν, οι πολλούς, από τον μικρότερο και ευτελή σκοπό, μέχρι τον μεγαλύτερο, τον ποιοτικότερο. Αν δεν βάλει σκοπό, προοπτική, τότε αυτοκτονεί.
 
Εδώ έχουμε μία Επικούρεια θεώρηση πάνω στην ανθρώπινη θέληση. Στο ότι η ανθρώπινη θέληση επιλέγει σκοπούς. Και εμείς ως Επικούρειοι, φρονώ, πως επιλέγουμε τους ποιοτικότερους. Ως Επικούρειοι επιλέγουμε το κίνητρο της φύσης που είναι η Ηδονή.
 
Τώρα το φιλοσοφικό ερώτημα το οποίον γεννάτε είναι γιατί να υπάρχει αυτή η θέληση; Αυτή η εγγενής τάση; Εικάζω πως, είτε είναι ένας εξωραϊσμός του ενστίκτου της επιβίωσης, ή είτε είναι η σκέψη ενός εξελιγμένου ανώτερου εγκεφάλου.
 
Όσον αφορά την δημιουργία, ναι είναι όντως λάθος. Στηρίζεται πάνω στον αιματηρό ανταγωνισμό. Εδώ βρίσκει το σωστό περιεχόμενο το «πόλεμος πατήρ πάντων» του Ηράκλειτου. Διότι όσο και αρμονική και αν βλέπουμε την φύση, εν τούτοις αυτή η αρμονία στηρίζεται στο έγκλημα.
 
Ο άνθρωπος! αν και φύση και αυτός, με την θέληση του μπορεί να υπερβεί την φύση με βάσει τον εξελιγμένο ανώτερο εγκέφαλό του. Και αυτό το βλέπουμε πιο ξεκάθαρα σήμερα με τις επιστημονικές καινοτομίες, με τις τεχνολογικές εφαρμογές, με τις ιατρικές κατακτήσεις κ.α. Μπορεί ακόμα να μην νίκησε τον θάνατο, αλλά η παρακαταθήκη και η εμπειρία, του δίνουν μία γεύση αθανασίας. Όμως εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι υπάρχει και η διαστρεβλωμένη υπέρβαση της φύσης. Είναι αυτή η ρυπαρή διαστρέβλωση, που βιώνουμε καθημερινά.
 
Άρα λοιπόν αυτή η μεταφυσική εξέγερση στην οποία αναφέρεται ο Καμύ μπορεί άραγε να έχει συντελεστεί και να έχει στεφθεί από επιτυχία; Η απάντηση είναι Ναι.
 
Όμως μας λέει ο Καμύ «αφού η ποινή του θανάτου καθορίζει γενικά την ανθρώπινη φύση, ο επαναστάτης ν’ αναγνωρίσει και την δύναμη που τον κάνει να ζει μ’ αυτόν τον όρο». «Ο μεταφυσικός επαναστάτης, συνεχίζει, δεν είναι οπωσδήποτε άθεος, αλλά είναι αναγκαστικά βλάσφημος». Επίσης κάνει πολύ σωστά τον παραλληλισμό του Θεού και του Αφέντη γιατί και στα δύο ο άνθρωπος είναι δούλος. «Όμως και ο δούλος και ο αφέντης βρίσκονται πραγματικά στην ίδια θέση, η εφήμερη κυριαρχία του ενός είναι το ίδιο σχετική όσο η υποταγή στον άλλον». «Γι’ αυτό ο επαναστατημένος εξεγείρεται ενάντια στον αφέντη με αποτέλεσμα την εξέγερση ενάντια στον Θεό, θέλει να μιλήσει σαν ίσος προς ίσο μ’ αυτόν»
 
Και ερχόμαστε στο άκομψο κατά την άποψη μου κεφάλαιο τα παιδιά του Κάιν όπου μέσα σ’ αυτό κριτικάρει τόσον τον Προμηθέα όσον και τον Επίκουρο.
 
Ναι όντως μας αναφέρει πως η μεταφυσική εξέγερση υπόβοσκε στις πρώτες θεογονίες. Μας λέει επίσης ότι ήταν και προϊόν της Ελληνικής φιλοσοφίας (Ο Προμηθέας).
 
Όμως εδώ θα ήθελα θα παρατηρήσω κάτι. Τόσοι Έλληνες φιλόσοφοι λέτε να μην είχανε σκεφτεί την εξέγερση ή την επανάσταση; Απλά δεν υπήρχε η ανάγκη για κάτι τέτοιο, διότι διαβίωναν μέσα στην φύση, στρεφόμενοι με μέτρο ενάντια στην ίδια τους την κακή φύση. Μπορεί οι κοινωνίες να μην ήταν τόσο αρμονικές, αλλά ήταν πιο αρμονικές από την κάθε σημερινή. Έτσι για να επιδιώξουν μια αρμονικότερη κοινωνία θα έπρεπε οι άνθρωποι να αλλάξουν προς το καλύτερο, τον εαυτό τους. Ή αν θέλετε, να τον υπερβούν.
 
Αλήθεια, ποιοι και γιατί συντελέσαν στην προετοιμασία, κατά την διάρκεια του διαφωτισμού, των επαναστάσεων ή των διαστροφικών, όπως μας αναφέρει, εξεγέρσεων; Επαναστάσεων και εξεγέρσεων που συντελέσθηκαν από τον 19ο έως τον 20ο αιώνα; Και όλο αυτό το αίμα που χύθηκε; Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που χάθηκαν; Γιατί άραγε δεν είμαστε ευχαριστημένοι; Και γιατί πέφτουμε από μία δικτατορία στην άλλη; Ναι οι νεότεροι φιλόσοφοί ήταν αυτοί που τις σκέφτηκαν. Αλλά μήπως οι φιλόσοφοι είτε εκούσια είτε ακούσια επηρεάστηκαν από τον Χριστιανισμό και θέλανε να επικρατήσει ο δικός τους μεσσιανισμός; Μήπως θέλανε να γκρεμίσουν αυτήν την αντιδραστική θρησκεία και με μία τάση δήθεν προοδευτισμού να εγκαθιδρύσουν την δικιά τους θρησκεία;
Ναι! και αυτά μας λέει ο Καμύ στον επαναστατημένο άνθρωπο.
 
Όμως ας κοιτάξουμε λίγο το παρελθόν. Και σας φέρνω για παράδειγμα τον Λεωνίδα και τους 300. Ναι γι’ αυτούς η ολοκλήρωση τους ήταν να πεθάνουν για την πατρίδα. Και δεν ζήτησαν να αγιοποιηθούν και ούτε κανείς μπορούσε να τους αγιοποιήσει, γιατί θα αποτελούσε ύβρη για τα Ελληνικά δεδομένα. Θα αποτελούσε ύβρη, την στιγμή που επικρατούσε το μέτρο. Το μέτρο που μας αναφέρει και ο Καμύ. Ανάλογη ενέργεια ήταν και του Σωκράτη. Και ο Σωκράτης θα μπορούσε να είχε γίνει ιδρυτής μιας Θρησκείας, ή ενός πολιτικού κινήματος της εποχής.
 
Αυτό που κάνει ο Κάϊν κατά τον Καμύ, είναι μεν εξέγερση ενάντια στον Θεό, αλλά είναι και ό ίδιος ο υπέρ εγωιστής άνθρωπος. Επίσης η ενέργειά του θέλει να μας δείξει, την εναντίωση στον Θεό ή στο αφεντικό. Όσο θα είσαι αφεντικό ή Θεός εγώ θα σε παραβαίνω. Το έγκλημα όμως του Κάιν παραβαίνει το μέτρο και αυτό είναι ίδιον της ανατολίτικης κοσμοθεωρίας, ή της θρησκείας της ερήμου με ηγέτη τον Ιησού.
 
Τον Ιησού όμως τον πλασάρανε και σαν θεάνθρωπο και σαν σωτήρα, γι’ αυτό πήρε τις διαστάσεις που κακώς πήρε. Στηριζόμενος σ’ αυτόν μας μίλησε για δύο επίπλαστα και ασταθή συναισθήματα, όπως την ελπίδα και την αγάπη.
 
Αλλά ας επανέλθουμε στην δικιά μας θεογονία με την μεταφυσική επανάσταση του Προμηθέα όπως την αναφέρει ο Καμύ και η οποία δεν παρέβη το μέτρο. Με βάση τον Αισχύλο που «τον βάζει να φωνάζει το μίσος του ενάντια σ’ όλους του θεούς και βυθίζοντάς τον σε μια φουρτουνιασμένη θάλασσα μοιραίας απελπισίας. Τον προσφέρει στις αστραπές και τους κεραυνούς να τον αποτελειώσουν και αναφωνεί ο Προμηθέας. Αχ βλέπετε τι αδικία υπομένω»;
 
Πόσοι και πόσοι, είτε ανάπηροι, είτε φτωχοί, είτε ζώντας στο περιθώριο της κοινωνίας, είτε άτομα με οποιοδήποτε κουσούρι δεν το έχουν πει αυτό;
 
Καταλήγει δε ο Καμύ ότι στο τελευταίο μέρος της τριλογίας του Αισχύλου ο Προμηθέας πυρφόρος «αναγγέλλεται η βασιλεία του συγχωρεμένου επαναστάτη». «Ναι, λέει, οι Έλληνες δεν νοθεύουν τίποτα. Στα πιο ακραία τολμήματα τους έμεναν πιστοί στο μέτρο που το είχαν θεοποιήσει» και ως εκ τούτου «Η εξέγερση του Προμηθέα, μας αναφέρει, δεν στρέφεται ενάντια σ’ όλη την δημιουργία αλλά ενάντια στον Δία και στους άλλους Θεούς και που οι ημέρες τους είναι μετρημένες».
 
Προσθέτει πως «πρόκειται για μια ιδιωτική υπόθεση, μια αμφισβήτηση για το καλό και όχι για μια πάλη του καλού και του κακού στον κόσμο. Και αυτό οφείλεται στην φύση στην οποία ένοιωθαν να μετέχουν (οι Έλληνες). Αν εξεγερθούν ενάντια στην φύση είναι μία εξέγερση ενάντια στον εαυτό τους. Είναι σαν να χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο». Είναι το έγκλημα του Κάιν ενάντια στον αδελφό του.
 
Και σ’ αυτό ακριβώς το σημείο έγκειται και μία ακόμα από τις θεμελιώδεις διαφορές του Ελληνισμού από τον Χριστιανισμό. Ότι δηλαδή, όπως τουλάχιστον πρεσβεύει ο Χριστιανισμός, ο άνθρωπος είναι ανώτερος από την φύση. Το αυξάνεσθε και πληθήνατε και κατακυριεύσατε την Γη δίδει όντως ποικίλες ερμηνείες ιδιαίτερα στον μολυσμένο και άμετρο κόσμο μας.
 
Διότι απ’ ότι μας αναφέρει και συμφωνώ και εγώ , «ότι δεν υπήρχαν οι άνθρωποι από την μια και οι Θεοί από την άλλη (στους Έλληνες). Η ιδέα της αθωότητας σε αντίθεση με την ενοχή, η πάλη του κακού και του καλού ήταν στους Έλληνες άγνωστα. Μέσα στο σύμπαν τους υπάρχουν περισσότερο σφάλματα παρά εγκλήματα. Το μόνο έγκλημα που υπάρχει είναι το ξεπέρασμα του μέτρου. Στον Χριστιανικό κόσμο δεν υπάρχουν σφάλματα αλλά εγκλήματα και το φοβερότερο απ’ αυτό, είναι το μέτρο. Οι Έλληνες δεν θεώρησαν ποτέ την σκέψη , και αυτό υποβιβάζει τον Χριστιανικό μας κόσμο, ένα αποκομμένο από τον κόσμο χώρο». Γι’ αυτό όπως αναφέραμε, η ιστορία της εξέγερσης στον δυτικό κόσμο δεν ξεχωρίζει από την ιστορία του Χριστιανισμού.
 
Και ερχόμαστε στο προκείμενο. Δηλαδή στον Επίκουρο του Καμύ.
«Η φοβερή θλίψη, λέει, του Επίκουρου βγάζει ένα νέο ήχο. Γεννιέται αναμφίβολα από το άγχος του θανάτου. Μπορούμε να εξασφαλιστούμε ενάντια σ’ όλων των λογιών τα πράγματα αλλά όσο για τον θάνατο μένουμε όλοι σαν τους κατοίκους μιας κυριευμένης ακρόπολης.»
 
«Ο Λουκρήτιος αναφέρει πως η ουσία αυτού του ευρύχωρου κόσμου είναι μόνο ο θάνατος, η καταστροφή. Γιατί λοιπόν να αναβάλει κανείς την απόλαυση για αργότερα»;
 
«Έτσι ο Επίκουρος μας λέει ότι ξοδεύουμε την ζωή μας και πεθαίνουμε με πόνο. Πρέπει λοιπόν να απολαμβάνουμε». «Αλλά σχολιάζει ο Καμύ τι παράξενη απόλαυση; Έρχεται με το να εθελοτυφλούμε μπροστά στα τείχη της ακρόπολης, με το να εξασφαλίζουμε νερό και ψωμί μέσα στην σιωπηλή σκιά». Και παρά κάτω αναφέρει τον προβληματισμό του Επίκουρου «μήπως ο θάνατος είναι το μηδέν; και απαντάει ο Επίκουρος στον εαυτό του. Όχι γιατί όλα είναι ύλη σ’ αυτόν τον κόσμο και ο θάνατος σημαίνει επιστροφή στο στοιχείο». Και μας προσθέτει ο Καμύ «πως η παράξενη ηδονή που μας μιλάει ο Επίκουρος είναι κυρίως η απουσία του πόνου. Είναι, μας αναφέρει, η ευτυχία της πέτρας».
 
Εδώ θα μου επιτραπεί να διαφωνήσω με τον Καμύ: διότι η πέτρα δεν σκέπτεται, δεν δρα, δεν ερωτεύεται, δεν τρώει, δεν ζει τις χαρές της ζωής γιατί απλούστατα δεν έχει ζωή. Ζωή που εξύμνησε ο Επίκουρος όσο κανένας άλλος φιλόσοφος.
 
Το να ζεις σαν Θεός ανάμεσα στους ανθρώπους είναι μία υπέρβαση. Είναι μία υπέρβαση της φύσης. Είναι ενάντια στην φύση του ανθρώπου. Είναι η εξαίρεση που μπορεί να γίνει ο κανόνας. Δηλαδή είναι η αντιμετώπιση των παθών του ανθρώπου. Τα πάθη και την υπέρβασή τους: και αυτό δεν μπορεί να τα έχει αντικειμενικά μία πέτρα.
 
Μας λέει παρακάτω ότι σκοτώνει ο Επίκουρος την ευαισθησία. Και διασαφηνίζει, μια σειρά πιο κάτω, ότι εννοεί την Ελπίδα. Και προσθέτει πως αυτό που λέει ο Έλληνας φιλόσοφος για τους Θεούς δεν είναι τίποτε άλλο από το «ότι όλη η δυστυχία των ανθρώπων έρχεται από την ελπίδα που τους βγάζει από την σιωπή της ακρόπολης και τους στήνει στις επάλξεις να προσμένουν την σωτηρία».
 
Ναι σωστά τα λέει ο Επίκουρος όσο και να τα κριτικάρει ο Καμύ. Προφανώς η ακρόπολη είναι ο κήπος του Επίκουρου. Ένας δημιουργικός κήπος με ζωντανές υπάρξεις όπου σκέφτονται τα άτομα, φιλοσοφούν, δρουν και δεν υπάρχει σιωπή. Και όσον αφορά την ελπίδα αυτή ήταν ξένη όχι μόνο για τους Επικούρειους αλλά και για τους περισσότερους από τους Έλληνες. Διότι οι Έλληνες θεωρούσαν τον πάνω κόσμο ότι ήταν καλύτερος σε σχέση με τον κάτω κόσμο. Την ελπίδα αυτό το ασταθές συναίσθημα ,όπως ειπώθηκε, μας το έφερε ο Χριστιανισμός . Η διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι ο Λεωνίδας και οι 300, για παράδειγμα, ενώ γνώριζαν ότι θα πεθάνουν έφτασαν στην ολοκλήρωση τους πεθαίνοντας για ένα ιδανικό χωρίς να περιμένουν τίποτα από τους Θεούς. Ή το ότι θα οδηγηθούν σε μία ουτοπική περιοχή. Αυτή είναι και η ολοκλήρωση του ατόμου. Και αυτός θα πρέπει να είναι και ο σκοπός του. Ένας υπερβατικός σκοπός. Δηλαδή να δώσει μία ανώτερη προοπτική στο υπαρξιακό του πρόβλημα, στην μοναξιά του. Ενώ οι χριστιανοί δίνουν την ζωή τους προσμένοντας ότι θα πάνε σ’ ένα αβέβαιο παράδεισο. Σ’ έναν παράδεισο που κανείς δεν έχει δει και κανείς δεν έχει περιγράψει. Σ’ έναν παράδεισο που έγινε από τον Θεό χωρίς να ρωτηθεί το άτομο αν του αρέσει.
 
Το λεχθέν του Επίκουρου δηλαδή το να ζεις σαν θεός ανάμεσα στους ανθρώπους το έχει πάρει όχι τόσο κομψά ο Καμύ. Λέει πως «δεν αρνιέται του Θεούς ο Επίκουρος. αλλά τους απομακρύνει τόσο έντονα και οριστικά που η ψυχή δεν έχει άλλη διέξοδο παρά να κλειστεί πάλι στα τείχη. Οι Θεοί δεν έχουν καθόλου έννοιες ούτε προκαλούν τέτοιες σε κανέναν». Αλλά μας αναφέρει πως «Θεοί χωρίς ανταμοιβές και τιμωρίες είναι κουφοί θεοί». Και έπειτα προσθέτει ότι προσπαθεί ο Επίκουρος «να υψώσει τείχη γύρω από τον άνθρωπο, να ξανακλείσει τις πύλες της ακρόπολης και να πνίξει ανελέητα την ακαταμάχητη κραυγή της ανθρώπινης ελπίδας».
 
Αχ αλήθεια δεν είναι ανοησία να ζεις μια ζωή με απαγορεύσεις, πόνο και στέρηση για να μην χάσεις την κλήση ενός δικτάτορα Θεού που θέλει να σ’ έχει του χεριού του; Να σ’ έχει υποχείριο τόσον στην παρούσα όσο και στην υποτιθέμενη άλλη ζωή; Ας είμαστε ρεαλιστές και ας μην γεμίζουμε το μυαλό μας με φρούδες και ανόητες ελπίδες. Ναι σωστά τα λέει ο Επίκουρος, που αναφέρει κριτικάροντας τα λόγια του ο Καμύ. «Ξεγέλασα τις παγίδες σου ω μοίρα, έκλεισα όλους τους δρόμους απ’ όπου μπορούσες να με φτάσεις. Δεν θ’ αφεθούμε να νικηθούμε ούτε από εσένα ούτε από καμιά κακιά δύναμη. Και όταν η ώρα της αναπόφευκτης αναχώρησης θα σημάνει, η περιφρόνησή μας για κείνους που αγκιστρώνονται μάταια στην ύπαρξη θα ξεσπάσει στο ωραίο τραγούδι. Ω πόσο άξια ζήσαμε».
 
Τόσον ο Επίκουρος όσο και ο Λουκρήτιος μας λέει ο Καμύ αναγκάζονται να παραδεχτούν ότι
«τα άτομα δεν ενώνονται μόνα τους σ’ ομάδες και αντί να παραδεχτεί την ύπαρξη ενός ανώτερου νόμου στο πεπρωμένο που θέλει να αρνιέται, δέχεται μια τυχαία κίνηση που σύμφωνα μ’ αυτήν τα άτομα συναντιόνται και χωρίζουν. Δηλαδή αποσπάει τον άνθρωπο από το πεπρωμένο και τον αφήνει στην τύχη».
Μα η μη ύπαρξη του πεπρωμένου είναι το μεγαλείο μας και όσον αφορά την τύχη ταυτίζεται με την μοίρα που ελέχθει ανωτέρω.
 
Ωστόσο δεν νομίζω πως στο θέμα τύχης έχει δίκιο ο Καμύ. Νομίζω πως ο Επίκουρος δεν αφήνει τον άνθρωπο στην τύχη. Η άρνηση του πεπρωμένου, της ειμαρμένης και την τελεολογίας, εκ μέρους του, που εκφράζεται με την τυχαία κίνηση των ατόμων, θέλει να αναδείξει την βουλητική, όπως ειπώθηκε, ικανότητα του Ανθρώπου.
 
Και ο Λουκρήτιος, συνεχίζει ο Καμύ, ένεκα του μίσους του για το πεπρωμένο και τον θάνατο λέει ότι τα μόρια, για να δώσουν την ύπαρξη, ενώνονται από σύμπτωση και όπου από σύμπτωση η ύπαρξη διαλύεται σε άτομα. Η τυφλή ακρόπολη τότε γίνεται ένα περιχαρακωμένο στρατόπεδο. Moenia Mundi, τα τείχη του κόσμου. Σ’ αυτό το σημείο βγάλτε μόνοι σας τα συμπεράσματα σας.
 
Μας αναφέρει παρά κάτω πως «η μεγάλη υπόθεση δεν είναι η αποσιώπηση της ελπίδας αλλά ο ασκητισμός του Επίκουρου που δονείται και κορυφώνεται συχνά με κατάρες». «Το έλεος για τον Λουκρήτιο, προσθέτει, είναι να μπορεί να κοιτάζει τα πάντα μ’ ένα πνεύμα που δεν ταράζεται με τίποτα».
 
Εδώ θα πρέπει να σημειώσω, ότι κάπως αδικεί τον Επίκουρο ο Καμύ. Τόσον η ιδεολογία του όσο και η πρακτική του δεν ήταν ασκητική. Και το λάθε βιώσας δεν έχει καμιά σχέση με την ασκητική, αλλά με τα πολιτικά πράγματα της εποχής. Της κάθε εποχής που δεν επικρατεί η άμεση Δημοκρατία.
 
Και το έλεος που αναφέρθηκε είναι ένα συναίσθημα, του ανώτερου προς τον κατώτερο, γι’ αυτό ο Λουκρήτιος μπορεί να το βλέπει μ’ αυτό το πνεύμα. Όμως άλλο το έλεος και άλλο η βοήθεια και η στοργή, που πρακτικά αποδεικνύεται με την ανατροφή εκ μέρους του Επίκουρου των παιδιών του Μητρόδωρου.
 
«Το ίδιο πνεύμα μας λέει ο Καμύ τρέμει από την αδικία που γίνεται στον άνθρωπο εκ μέρους του Θεού. Ο Λουκρήτιος στο θαυμάσιο ποίημα του αναφέρεται στο πρώτο έγκλημα της θρησκείας που ήταν η Ιφιγένεια και η δολοφονία της αθωότητάς της». Όπως το κάνει και ο υπογράφων στο βιβλίο του, τα «Πάντα εν Σοφία Εποίησας; «Και ο Επίκουρος με έναν μαχητικό συλλογισμό λέει, γιατί το κακό θα πρέπει να τιμωρείται, αφού τώρα βλέπουμε ότι το καλό δεν αμείβεται»; Και συμπληρώνει ο Καμύ ότι:
«ο άνθρωπος του Λουκρήτιου αρνιέται τους ανάξιους και εγκληματίες Θεούς για να πάρει ο ίδιος την θέση τους. Βγαίνει από το οχυρωμένο στρατόπεδο και αρχίζει τις πρώτες επιθέσεις ενάντια στην θεότητα και στ’ όνομα του ανθρώπινου πόνου».
Είναι το ίδιο που κάνω και εγώ. Αν ήμουν Θεός θα έφτιαχνα τον κόσμο καλύτερο, η μην τολμήσεις να στήσεις δικαστήριο γιατί θα σε δικάσω εγώ ω Θεέ. Ναι τα πάντα όχι εν σοφία, αλλά εν ανοησία εποίησας.
 
«Στον Λουκρήτιο το έγκλημα του ανθρώπου είναι απάντηση στο Θείο έγκλημα». «Και δεν είναι τυχαίο που το ποίημα του Λουκρήτιου, μας αναφέρει ο Καμύ, τελειώνει με μια θαυμαστή εικόνα βωμών των Θεών γεμάτο από πτώματα που κατηγορούν τους θεούς για τον λοιμό των Αθηνών».
 
Και πάλι αδικεί τον Λουκρήτιο ο Καμύ. Διότι εντάξει ο Θεός ή οι Θεοί κάνουν εγκλήματα που όλοι μας τα γνωρίζουμε, αν φυσικά επεμβαίνουνε στα ανθρώπινα. Όμως είμαι σίγουρος τώρα πια, όπως ήταν και ο Επίκουρος, πως δεν παρεμβαίνουν. Όμως από την άλλη, θα πρέπει και ο άνθρωπος να ακολουθήσει την ίδια τακτική; Εκτός αν έγκλημα θεωρείτε η κριτική, της υποτιθέμενης παρέμβασης των Θεών. Των Θεών εκείνων που εμπιστεύονται οι πολλοί. Διότι όπως είπε ο Επίκουρος σε μία δόξα του.
 
Ασεβής δεν είναι εκείνος που δεν δέχεται τους θεούς των πολλών, αλλά εκείνος που προσδίδει στους Θεούς ιδιότητες σύμφωνα με τις γνώμες των πολλών.