Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2013

Είναι ο εγκέφαλός μας... μάντης;


Αν καταφέρνουμε να επιβιώνουμε είναι γιατί ξέρουμε τι να... περιμένουμε! Αυτό προκύπτει από τις τελευταίες νευρολογικές μελέτες που δείχνουν ότι, πολύ περισσότερο από το να αντιδρούμε στα ερεθίσματα που δεχόμαστε,προσπαθούμε κάθε στιγμή να προβλέψουμε το μέλλον. Ίσως μάλιστα αυτή η ικανότητα του ανθρώπινου εγκεφάλου επέτρεψε στο είδος μας να κυριαρχήσει...

Γυρίζετε στο σπίτι σας όπως κάθε μέρα από τη δουλειά, στρίβετε μηχανικά στη γωνία, φθάνετε στην είσοδο και ξαφνικά βλέπετε ότι η καγκελόπορτα δεν είναι πια πράσινη αλλά άσπρη. «Α, βάψανε τα κάγκελα!» σκέφτεστε και συνεχίζετε τον δρόμο σας αμέριμνοι. Η αλλαγή του χρώματος στην εξώπορτα σάς προκάλεσε μια μικρή έκπληξη, αλλά σε καμία περίπτωση ανησυχία. Την ώρα εκείνη όμως, χωρίς εσείς να το καταλαβαίνετε, μέσα στο κεφάλι σας σήμανε συναγερμός.
Στον εγκέφαλο δεν αρέσουν οι εκπλήξεις. Αντιθέτως, όπως όλα δείχνουν, ο «υπολογιστής» του οργανισμού μας κάνει τα πάντα για να τις αποφύγει. Νέες έρευνες υποστηρίζουν ότι ίσως τελικά η βασική λειτουργία του δεν είναι τόσο το να ανταποκρίνεται στα εξωτερικά ερεθίσματα όσο το να προβλέπει αυτά που πρόκειται να συναντήσει στο μέλλον.
Όσο οι προβλέψεις του είναι σωστές όλα βαίνουν καλώς και μπορεί να λειτουργεί, κατά κάποιον τρόπο, στον «αυτόματο πιλότο» εξοικονομώντας ενέργεια και βαδίζοντας με ασφάλεια. Όταν όμως οι «μαντικές» του ικανότητες αποδεικνύονται εσφαλμένες τίθεται σε εγρήγορση. Και δικαίως. Τα λάθη του είδους δεν βοηθούν στην επιβίωση.
Ζούμε προβλέποντας
Το ότι ο εγκέφαλός μας κάνει προβλέψεις φαίνεται ίσως προφανές. Το «αισθανόμαστε» σε δεκάδες στιγμές της καθημερινότητάς μας. Στη νευροεπιστήμη όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Παραδοσιακά ο εγκέφαλος αντιμετωπιζόταν από τους ειδικούς ως «δέκτης» πληροφοριών, ο οποίος έχει ως κύριο ρόλο να αντιδρά στα ερεθίσματα που λαμβάνει από το περιβάλλον και όχι να προσπαθεί να τα προλάβει.
«Η ιδέα ότι ο βασικός σκοπός του εγκεφάλου είναι να προβλέπει τα εξωτερικά ερεθίσματα,να προβλέπει το περιβάλλον,δεν είναι διαδεδομένη στη νευροεπιστήμη» λέει μιλώντας στο «Βήμα» ο Λαρς Μούκλι, επιστήμονας του εγκεφάλου, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης.
Αυτό, όπως εξηγεί, οφείλεται σε έναν βαθμό και στις ερευνητικές μεθόδους των επιστημών που μελετούν τον εγκέφαλο, οι οποίες βασίζονται συνήθως σε πειράματα στο εργαστήριο, σε ένα ελεγχόμενο περιβάλλον, όπου οι ειδικοί προκαλούν διάφορες αλλαγές και μετά παρακολουθούν τις αντιδράσεις.
«Το 95% των πειραμάτων γίνονται έτσι» τονίζει. «Εμείς επιχειρούμε μια διαφορετική προσέγγιση, σχεδιάζοντας πειράματα ώστε να αποδείξουμε ότι η ιστορία και το γενικό πλαίσιο κάνουν τη διαφορά και ότι ο εγκέφαλος ασχολείται τελικά μετο να κάνει προβλέψεις».
Τα μυστικά του οπτικού φλοιού
Εγκέφαλος, Μεταφυσική, νευροεπιστήμη, νοημοσύνη, νευροφυσιολογία, μέλλον, πρόβλεψη
Ο εγκέφαλος δεν προβλέπει το απρόβλεπτο. Αριστερά, η φαινόμενη κίνηση (ΦΚ) προκαλεί δραστηριότητα στον πρωτογενή οπτικό φλοιό (V1), απεικονιζόμενη με τη διακεκομμένη γραμμή. Δεξιά, στο επάνω διάγραμμα, το πρόσθετο ερέθισμα του πειράματος παρουσιάζεται συντονισμένα με τη φαινόμενη κίνηση και άρα σύμφωνα με τις προβλέψεις του εγκεφάλου, ενώ στο κάτω διάγραμμα το εκτός κίνησης ερέθισμα είναι απρόβλεπτο και προκαλεί αύξηση της εγκεφαλικής δραστηριότητας, η οποία απεικονίζεται στη λεπτομέρεια κάτω αριστερά.
Ο εγκέφαλος δεν προβλέπει το απρόβλεπτο. Αριστερά, η φαινόμενη κίνηση (ΦΚ) προκαλεί δραστηριότητα στον πρωτογενή οπτικό φλοιό (V1), απεικονιζόμενη με τη διακεκομμένη γραμμή. Δεξιά, στο επάνω διάγραμμα, το πρόσθετο ερέθισμα του πειράματος παρουσιάζεται συντονισμένα με τη φαινόμενη κίνηση και άρα σύμφωνα με τις προβλέψεις του εγκεφάλου, ενώ στο κάτω διάγραμμα το εκτός κίνησης ερέθισμα είναι απρόβλεπτο και προκαλεί αύξηση της εγκεφαλικής δραστηριότητας, η οποία απεικονίζεται στη λεπτομέρεια κάτω αριστερά.
Αυτό ακριβώς αποδεικνύεται στην έρευνα που δημοσίευσε πρόσφατα μαζί με την Αριεν Αλινκ του Ινστιτούτου Μαξ Πλανκ της Γερμανίας στο επιστημονικό έντυπο «Journal of Νeuroscience», εντοπίζοντας νέες, «προγνωστικές» λειτουργίες στον πρωτογενή οπτικό φλοιό (V1), μια περιοχή του εγκεφάλου που ως πριν από μερικά χρόνια εθεωρείτο από τις πιο γνωστές στους επιστήμονες.
Η παραδοσιακή άποψη ήταν ότι ο V1, ο οποίος δέχεται τις πληροφορίες μέσω των ματιών και του οπτικού νεύρου, σχετίζεται κυρίως με την επεξεργασία των οπτικών σημάτων χωρίς να έχει συμμετοχή σε «ανώτερες» λειτουργίες όπως η μνήμη ή οι νοητικές απεικονίσεις και ο συμβολισμός. Η έλευση της λειτουργικής μαγνητικής τομογραφίας (fΜRΙ) άρχισε όμως να ανατρέπει τα δεδομένα αποκαλύπτοντας ότι ο οπτικός φλοιός δεν περιορίζεται μόνο στις απλές οπτικές λειτουργίες, αλλά έχει επίσης σημαντικά υψηλότερα καθήκοντα.
«Ο πρωτογενής οπτικός φλοιός σχετίζεται με τη μνήμη αλλά και με την οπτική χωρική προσοχή. Ακόμη και όταν δεν υπάρχει οπτικό ερέθισμα,αλλά κάποιος περιμένει κάτι να μπει στο οπτικό του πεδίο,η δραστηριότητα σε αυτή την περιοχή του φλοιού αυξάνεται υπερβολικά» εξηγεί ο ερευνητής. «Έχουμε πολλές ενδείξεις ότι η κύρια ασχολία του εγκεφάλου είναι το να “μιλάει” στον εαυτό του,οι διάφορες περιοχές του συνομιλούν διαρκώς μεταξύ τους και έχουν ανώτερες γνωσιακές λειτουργίες».
Ο οπτικός φλοιός εκτός από το να «βλέπει» παράλληλα «ακούει» πολλές πληροφορίες, τις οποίες επεξεργάζονται άλλες περιοχές του εγκεφάλου και φθάνουν ως αυτόν με τρόπο ο οποίος ακόμη παραμένει άγνωστος.
«Στην έρευνα που δημοσιεύσαμε πρόσφατα» λέει ο κ. Μούκλι «δείχνουμε μόνο μια πλευρά αυτών των λειτουργιών, την εμπλοκή του οπτικού φλοιού στη συνεχή διατύπωση προβλέψεων. Άλλες μελέτες μας όμως, οι οποίες ακόμη δεν έχουν ολοκληρωθεί,δείχνουν ότι ο V1 σχετίζεται και με πολλά άλλα πράγματα,όπως για παράδειγμα με τις ψευδαισθήσεις».
Το πείραμα της οφθαλμαπάτης
Για να ελέγξουν την προβλεπτική ικανότητα του πρωτογενούς οπτικού φλοιού οι ερευνητές σχεδίασαν πειράματα που βασίζονται στην οφθαλμαπάτη της φαινόμενης κίνησης. «Έχουμε δύο φωτεινές κουκίδες που αναβοσβήνουν, σε απόσταση η μία από την άλλη» εξηγεί ο κ. Μούκλι «και όταν αυτό γίνεται εναλλάξ φαίνεται σαν να πρόκειται μόνο για μία κουκίδα η οποία κινείται επάνω κάτω». Επειδή ο V1 επεξεργάζεται κάθε σημείο του χώρου σε διαφορετική θέση, οι ερευνητές έχουν στην ουσία μπροστά τους έναν «χάρτη» του φλοιού στον οποίο μπορούν να δουν ποιες θέσεις ενεργοποιούνται κάθε φορά ανάλογα με το οπτικό σήμα που φθάνει στον εγκέφαλο.
Δύο κουκκίδες που δεν αναβοσβήνουν με τρόπο που να δίνει την εντύπωση της κίνησης εμφανίζονται σε αυτό τον χάρτη σε απόσταση η μια από την άλλη. «Όταν όμως έχουμε την οφθαλμαπάτη της φαινόμενης κίνησης» λέει ο ερευνητής «βλέπουμε κάτι εκπληκτικό στον φλοιό,μια μικρή ενεργοποίηση του διαστήματος ανάμεσα στις δύο κουκκίδες. Δεν υπάρχει πραγματική κίνηση, όμως η οφθαλμαπάτη πυροδοτεί μια δραστηριότητα στο ενδιάμεσο διάστημα».
Ο κ. Μούκλι και οι συνεργάτες του ανακάλυψαν πρώτοι αυτή την ενδιάμεση δραστηριότητα πριν από μερικά χρόνια και θέλησαν να δουν ποιος μπορεί να είναι ο σκοπός της. «Η θεωρία μου» λέει «ήταν ότι προβλέπει ότι υπάρχει ένα ερέθισμα που κινείται επάνω κάτω». Για να τη διερευνήσουν εισήγαγαν ένα πραγματικό ερέθισμα, μία ακόμη κουκκίδα, στη μέση της απόστασης. Ανάλογα με το αν η κουκκίδα αναβόσβηνε συντονισμένα με την πρόβλεψη ή όχι, η επεξεργασία του ερεθίσματος θα έπρεπε να είναι διαφορετική. Και αυτό ακριβώς συνέβη.
«Όταν η οφθαλμαπάτη ταίριαζε στην πρόβλεψη, η δραστηριότητα που πυροδοτούσε ήταν μικρότερη.Όταν δεν ταίριαζε,η ενεργοποίηση ήταν μεγαλύτερη. Αυτό ήταν και το βασικό εύρημά μας, ότι αυτή η οπτική περιοχή, ο V1, μπορεί επίσης να μας πει αν ένα ερέθισμα ταιριάζει ή δεν ταιριάζει στις περιβάλλουσες πληροφορίες» .
Όταν οι προβλέψεις του αποδεικνύονται σωστές, ο εγκέφαλος παραμένει «ήρεμος», κάτι το οποίο του επιτρέπει να εξοικονομεί ενέργεια. Όταν τα πράγματα δεν συμφωνούν με τα αναμενόμενα, οι νευρώνες δραστηριοποιούνται. Οι ειδικοί δεν γνωρίζουν ακόμη ποια είναι η σημασία αυτής της δραστηριότητας.
«Θα μπορούσε να σημαίνει δύο πράγματα» λέει ο κ. Μούκλι. «Ίσως είναι ένα “σήμα σφάλματος”,η πρόβλεψη παραβιάστηκε και οι πρωτογενείςπεριοχές στέλνουν σήμα στις άλλες λέγοντας “κάτι δεν πάει καλά και εμείς δεν το προβλέψαμε”.Μπορεί όμως και να συμβαίνει το άλλο, ίσως όταν η πρόβλεψη επαληθεύεταιη επεξεργασία της να είναι πολύ αποτελεσματική και πολύ γρήγορη και να μην προκαλεί έντονη δραστηριότητα» .
Θυμόμαστε το μέλλον...
Πώς λειτουργεί αυτό στην πράξη; Οι καλές προβλέψεις, όπως τονίζει ο κ. Μούκλι, μπορούν να γίνουν μόνο μέσω της εμπειρίας- κατά κάποιον τρόπο είναι σαν να «θυμόμαστε το μέλλον». Ο βασικός μηχανισμός που εμπλέκεται σε αυτή τη διαδικασία είναι το λεγόμενο «αυτόματο» ή «προεπιλεγμένο δίκτυο» του εγκεφάλου, το οποίο σχετίζεται με τη μνήμη, με την ανάσυρση των αναμνήσεων και με την ικανότητά μας να «ταξιδεύουμε» νοερά στο παρελθόν και στο μέλλον.
«Οι περιοχές αυτές» εξηγεί «κωδικοποιούν πληροφορίες ώστε να μπορεί κάποιος να ανιχνεύσει μια ανάμνηση αλλά ταυτόχρονα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ανάσυρση πληροφοριών για μελλοντική χρήση.Είναι μια αρετή που έχουμε εμείς οι άνθρωποι, μπορούμε να ταξιδέψουμε στον χρόνο μέσα από τις αναμνήσεις μας».
Φανταστείτε ότι ξαφνικά αναρωτιέστε αν προτού φύγετε από το σπίτι κλείσατε την καφετιέρα. Μπορείτε να γυρίσετε πίσω, στην ανάμνηση όλων όσων κάνατε το πρωί, να περιπλανηθείτε στους χώρους του σπιτιού, να πάτε νοερά στην κουζίνα. Και μετά μπορείτε να μεταφερθείτε αμέσως στο μέλλον και να σκεφθείτε, «προβλέποντας» τη σκηνή:
«Μόλις γυρίσω θα πρέπει να πάω στην κουζίνα να δω αν τελικά έκλεισα την καφετιέρα» . Για αυτό το «ταξίδι» πίσω και μπροστά στον χρόνο χρησιμοποιούνται ακριβώς οι ίδιες περιοχές του εγκεφάλου.
«Οι προβλέψεις αυτές» επισημαίνει ο κ. Μούκλι «αναφέρονται μόνο σε ένα συγκεκριμένο σκηνικό και σε μια συγκεκριμένη κατάσταση. Την πόρτα του γραφείου μου,για παράδειγμα,την ξέρω πολύ καλά και την “προβλέπω” μόνο όταν βρίσκομαι στο πανεπιστήμιο. 
Όταν πηγαίνω στο σπίτι,προβλέπω μια άλλη πόρτα.Αν όμως η πόρτα του σπιτιού μου άνοιγε ξαφνικά με τον ήχο της πόρτας του γραφείου μου ήτις πόρτας του αυτοκινήτου μου,το γεγονός θα μου προξενούσε απόλυτη έκπληξη, γιατί δεν θα συμφωνούσε με την πρόβλεψή μου γι΄ αυτό που περιμένω να συμβεί».
Τσεκάρουμε συνέχεια
Ο εγκέφαλος προβλέπει διαρκώς από πριν αυτό που πρόκειται να επακολουθήσει και «τσεκάρει» τις προβλέψεις του ακόμη και όταν εμείς δεν το συνειδητοποιούμε. «Μπορεί να μιλάω στο κινητό μου κανονίζοντας τι θα κάνω το βράδυ» εξηγεί ο ερευνητής και συνεχίζει: «Αν η πόρτα του σπιτιού κάνει τον ήχο της πόρτας του αυτοκινήτου θα σταματήσω να μιλάω.Αυτό σημαίνει ότι ο εγκέφαλός μου υποσυνείδητα ελέγχει διαρκώς αν οι πληροφορίες ταιριάζουν στις προσδοκίες του. Η διαρκής αναπροσαρμογή αυτού του τεράστιου όγκου πληροφοριών είναι η βασική ασχολία ενός μεγάλου τμήματος του εγκεφάλου».
Οι ερευνητές δεν γνωρίζουν ακόμη επακριβώς ποιες πληροφορίες συλλέγονται και αποθηκεύονται για αυτή τη χρήση. Οι μελέτες που έχουν γίνει ως τώρα όμως δείχνουν ότι ο εγκέφαλος δεν ασχολείται ιδιαίτερα με τις λεπτομέρειες. Μια γενική εικόνα φαίνεται να αρκεί για να του δώσει τις ενδείξεις που χρειάζεται.
«Ο εγκέφαλος έχει εξαιρετική ικανότητα να εξάγει ουσιώδεις πληροφορίες πάρα πολύ γρήγορα, απορρίπτοντας πάρα πολλά πράγματα που δεν είναι βασικά για την κατανόηση μιας κατάστασης. Από πειράματα που έχουν γίνει συμπεραίνουμε ότι οι πληροφορίες που κρατάει σχηματίζουν μια εξαιρετικά συνοπτική περιγραφή της κάθε κατάστασης».
Σε τι διαφέρουμε από τα ζώα
Ποια είναι η χρησιμότητα όλων αυτών; Φυσικά η επιβίωση. Ο αποκλεισμός των απρόβλεπτων διευκολύνει την προσαρμογή και μειώνει τους κινδύνους. Ο κ. Μούκλι θεωρεί ότι η εγκεφαλική προβλεπτική ικανότητα δεν περιορίζεται μόνο στους ανθρώπους αλλά, σε μικρότερο βαθμό, υπάρχει και στα ζώα, ακόμη και στους απλούστερους οργανισμούς:
«Πειράματα έχουν δείξει ότι οι ποντικοί έχουν κάποια ικανότητα να ταξιδεύουν νοερά στον χρόνο. Υπάρχουν ενδείξεις ότι τα ζώα μπορούν σε ένα βαθμό να κάνουν αυτό το νοητικό “μπρος πίσω”.Για μερικά λεπτά στους ποντικούς και, δεν ξέρω,υποπτεύομαι για μερικές ώρες στις γάτες και ίσως για μερικές ημέρες στους πιθήκους».
Η διαφορά στον άνθρωπο είναι το χρονικό εύρος που μπορεί να καλύψει με αυτά τα νοητικά ταξίδια. «Όταν μπορεί κάποιος να ταξιδεύει νοερά στον χρόνο και να προβλέπει όχι μόνο για μερικά δευτερόλεπτα ή λεπτά αλλά για μήνες και για ένα χρόνο, τότε μπορεί να γίνει γεωργός γιατί ξέρει ότι αν κάνει κάτι συγκεκριμένο στο χωράφι του εφέτος του χρόνου θα έχει κάτι να φάει.
Όταν προβλέπει για αρκετά χρόνια μπορεί να κάνει οικονομίες για νααγοράσει κάποτε ένα σπίτι.Αυτά τα τόσο μεγάλα χρονικά πλαίσια πρόβλεψης και σχεδιασμού ίσως είναι μια από τις αιτίες για τις οποίες έχουμε τόσο μεγάλο εγκέφαλο.Ισως αυτό που μας καθιστά ικανούς να κάνουμε κάτι καλύτερο και περισσότερο από τα άλλα ζώα είναι ο χρόνος για τον οποίο μπορούμε να προβλέψουμε» .
Οι έρευνες που διεξάγουν τώρα ο κ. Μούκλι και οι συνεργάτες του επεκτείνονται σε πιο πολύπλοκα ερεθίσματα, όπως τα βιβλία και οι κινηματογραφικές ταινίες. «Ήδη βλέπουμε ότι ο οπτικός φλοιός προβλέπει τι θα γίνει μετά στην ταινία» λέει. Το επόμενο βήμα θα είναι να μελετήσουν τι συμβαίνει στον εγκέφαλο ανθρώπων στους οποίους η προγνωστική ικανότητα δεν λειτουργεί σωστά, όπως τα άτομα που πάσχουν από Αλτσχάιμερ ή σχιζοφρένεια, με απώτερο στόχο τη συμβολή στην ανακάλυψη πιο αποτελεσματικών θεραπειών.
H ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΗ «ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ»
Η θεωρία της προγνωστικής κωδικοποίησης- το ότι δηλαδή ο κύριος ρόλος του εγκεφάλου δεν είναι να αντιδρά στα εξωτερικά ερεθίσματα αλλά να προβλέπει τα μελλοντικά- δεν είναι καινούργια.
Η ιδέα του «Μπεϊζιανού εγκεφάλου»,η οποία υποστηρίζει ότι το νευρικό σύστημα όταν συναντά καταστάσεις αβεβαιότητας εξάγει πληροφορίες με έναν τρόπο παρόμοιο με αυτόν της Μπεϊζιανής Στατιστικής,έχει τις ρίζες της στον 19ο αιώνα.Τελευταία όμως,χάρη σε νέες έρευνες,έχει βρει μεγαλύτερο έρεισμα.
Η πιο σημαντική πρόταση του είδους είναι γνωστή ως «αρχή της ελεύθερης ενέργειας» και διατυπώθηκε πριν από δύο χρόνια από τονΚαρλ Φρίστον , νευροεπιστήμονα του University College του Λονδίνου.Χαιρετίστηκε από ορισμένους ως η πιο «δυνατή» θεωρία που έχει προταθεί ως σήμερα στη γνωσιακή νευροεπιστήμη- μια «θεωρία των πάντων» για τον εγκέφαλο.Χρησιμοποιώντας «σταθερούς» μαθηματικούς τύπους- και όχι εμπειρικά εργαστηριακά πειράματα που μπορούν να ανατραπούν- ο κ.Φρίστον έδειξε πώς τα πρότυπα του εξωτερικού κόσμου που κωδικοποιεί ο εγκέφαλός μας «ενημερώνονται» διαρκώς με νέες πληροφορίες με στόχο την ελαχιστοποίηση της «ελεύθερης ενέργειας»,δηλαδή των διαφορών τους από αυτό που πραγματικά συμβαίνει «έξω» από το μυαλό μας.
ΠΡΟΓΝΩΣΗ, ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ
Μία ενδιαφέρουσα άποψη για την προγνωστική λειτουργία του εγκεφάλου προέρχεται από έναν εκπρόσωπο του κόσμου των ηλεκτρονικών υπολογιστών.Ο Τζεφ Χόκινς, εφευρέτης των υπολογιστών παλάμης Ρalm Ρilot και Treo,θεωρεί τη μελέτη του ανθρώπινου εγκεφάλου τόσο σημαντική για την υπολογιστική ώστε επέστρεψε στα θρανία για να σπουδάσει νευροεπιστήμη και ίδρυσε το Κέντρο Θεωρητικής Νευροεπιστήμης Ρέντγουντ.
Πιστεύει ότι η μόνη οδός για την ανάπτυξη μιας πραγματικά «έξυπνης» τεχνητής νοημοσύνης είναι η σφαιρική κατανόηση των εγκεφαλικών λειτουργιών, και ιδιαίτερα της προγνωστικής κωδικοποίησης και της ανάδρασης του φλοιού.Υποστηρίζει ότι ο φλοιός έχει ένα υψηλό πρόγραμμα το οποίο επεξεργάζεται τα δεδομένα και ένα ανώτερο αντίστροφο πρόγραμμα το οποίο προβλέπει τις επερχόμενες πληροφορίες.
Αν κατορθώσουμε να τα αντιγράψουμε,λέει, θα μπορέσουμε να φτιάξουμε υπολογιστές ικανούς να κάνουν προβλέψεις και να αντιδρούν πιο σωστά στις διάφορες καταστάσεις.

Ιωάννης Καποδίστριας… παράδειγμα προς μίμηση


Από την Ελλάδα λείπει πανθομολογούμενα μία ηγετική φυσιογνωμία, η οποία θα οργανώσεις τις πραγματικές πολιτικές, οικονομικές και πολιτιστικές δυνάμεις του τόπου σε μια πραγματικά νέα πορεία ανάκαμψης του Ελληνισμού εντός και εκτός συνόρων.

Ανιδιοτέλεια, κύρος, ικανότητα ελιγμών και πυγμή είναι χαρακτηριστικά, τα οποία οφείλει να διαθέτει ο ηγέτης ενός κράτος. Όλα αυτά τα συναντούσε κανείς στην προσωπικότητα του Ιωάννη Καποδίστρια. Από τα φοιτητικά του χρόνια τον ενδιέφερε «η ανακούφιση του ανθρώπινου πόνου», μιας και εκτός από φιλοσοφία και νομική σπούδασε και ιατρική.
Οι πολιτικές του δυνατότητες φάνηκαν τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων. Χαρακτηριστική είναι η ανάμειξή του, ως μέλος της ρωσικής αντιπροσωπείας στο συνέδριο της Βιέννης, στην διασφάλιση της ουδετερότητας και της ανεξαρτησίας της Ελβετίας. Μάλιστα πρόσφατα έγιναν τα αποκαλυπτήρια της προτομής του μεγάλου Έλληνα πολιτικού στην Λοζάννη.
Ευγνωμοσύνη διατηρούν στο πρόσωπο του Καποδίστρια και οι Γάλλοι, αφού με την εξαιρετική πολιτική του επάρκεια κατάφερε να αποτρέψει την διάλυση της Γαλλίας από τις Μεγάλες Δυνάμεις, μετά την οριστική ήττα του Ναπολέοντα, κρατώντας υπαρκτές τις ισορροπίες στην Ευρώπη.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας στόχευε στην αναγέννηση του έθνους, διαμέσου της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Πόνταρε πολλά στο ιστορικό βάθος της υποδουλωμένης τότε Ελλάδας και έβαλε μπρος την πολιτιστική διπλωματία. Έδινε τεράστιο βάρος στην προστασία των αρχαιοτήτων και στην εκπαίδευση των παιδιών, τομείς που δυστυχώς σήμερα ασθενούν.
Μαζί με τον Μητροπολίτη Ιγνάτιο ίδρυσε την Εταιρεία των Φιλομούσων στην Βιέννη με την υποστήριξη του Τσάρου Αλέξανδρου και του Αυστριακού καγκελάριου Μέττερνιχ, την οποία είχε κερδίσει έξυπνα η διπλωματική ικανότητα του Καποδίστρια που δεν ξεχνούσε ποτέ τους Έλληνες, όπου κι αν βρισκόταν.
Η εταιρεία θα διενεργούσε εράνους προς συγκέντρωση χρημάτων για τις σπουδές όλων των Ελλήνων σε ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Βαθύτερη αιτία ύπαρξης της Εταιρείας, όμως, ήταν η ενημέρωση της ευρωπαϊκής διπλωματίας και της κοινής γνώμης για το Ελληνικό Ζήτημα. Κάτι παρόμοιο πρέπει να δρομολογηθεί και σήμερα.
Εργάστηκε για τον αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας, διαβεβαιώνοντας τα συντηρητικά πολιτικά συμφέροντα της εποχής ότι αίτημά του δεν ήταν οι συνταγματικές ελευθερίες, αλλά η αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού. Βασικός κανόνας του αγώνα του υπέρ της ελευθερίας των Ελλήνων ήταν η άκρα μυστικότητα, κάτι που λείπει σήμερα.
Μετά την απελευθέρωση απέφυγε να αναμειχθεί στις εσωτερικές έριδες. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την διπλωματική του παιδεία αποτελούσε σοβαρό εχέγγυο στις διαπραγματεύσεις με τις Μεγάλες Δυνάμεις. Έτσι το 1827 ορίστηκε κυβερνήτης της Ελλάδας.
Προχώρησε στην δραστήρια αναδιοργάνωση της Πολιτείας. Οργάνωσε μυστικά στρατό, ο οποίος έδιωξε και τους τελευταίους Οθωμανούς από την Στερεά Ελλάδα. Πάταξε την πειρατεία και την ληστεία και ανέπτυξε την ναυτιλία, την δύναμη του Ελληνισμού.
Όμως στην Ελλάδα, το δηλητήριο εκείνο, που κρατάει από αρχαιοτάτων χρόνων και πιστοποιεί την σχέση των σημερινών Ελλήνων με τους Αρχαίους και στα καλά και στα κακά, χύθηκε και στην περίπτωση του μεγάλου ηγέτη. Η φαναριώτικη λογική, η οποία επικρατεί μέχρις και τις ημέρες μας, παρενέβαλλε εμπόδια σε κάθε αναμορφωτική προσπάθεια του Καποδίστρια.
Έτσι φτάσαμε στην δολοφονία μίας από τις μεγαλύτερες ηγετικές φυσιογνωμίες του Ελληνισμού 27 Σεπτεμβρίου 1831. Διέθεσε όλη του την περιουσία στους αγώνες για την ελευθερία και ανάπτυξη της Ελλάδας, κρατώντας για τον εαυτό του τα άκρως απαραίτητα.
Η στάση ζωής του απέδειξε ότι πραγματικός ηγέτης δεν είναι μόνο ο καλός διπλωμάτης. Χωρίς συμπόνια για το σύνολο, πίστη, πρακτικό πατριωτισμό και παραδειγματική ζωή ο πολιτικός ηγέτης καταλήγει -ακόμα κι αν έχει καλές προθέσεις- «όργανο» συμφερόντων που «γλυκοκοιτάζουν» την πατρίδα μας.

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2013

Οι αποτυχημένες προφητείες του Ιησού των Ευαγγελίων

Εισαγωγή
Η θρησκεία που αναφέρεται συχνά σαν θρησκεία της “αγάπης”, κατάφερε να επιβληθεί στον δυτικό κόσμο χρησιμοποιώντας την εξουσία της αυτοκρατορικής Ρώμης. Στην ουσία της, είναι μια αίρεση της εβραϊκής θρησκείας που στηρίζεται σε μυθολογικά στοιχεία που αναφέρονται μόνο στα δικά της κείμενα τα καλούμενα Ευαγγέλια, τα οποία είναι μια περιορισμένη επιλογή των ταγών της του 4ου αι. από ένα μεγάλο σύνολο αντίστοιχων μυθολογικών μεσσιανικών κειμένων από την Εκκλησία, που παρά την δήλωση του θεού τους, σταδιακά έμπλεξαν τον θεό τους με τον Καίσαρα μέχρι που τον καπέλωσαν τελείως. Φυσικά σε αυτά τα κείμενα πρέπει να προστεθεί και η ίδια η Παλαιά Διαθήκη, δηλαδή το μυθολογικό κείμενο που είναι ιερό βιβλίο των Εβραίων, αλλά και μια ιδιαίτερη και δική τους ερμηνεία προφητικών υποτίθεται κειμένων της Παλαιάς Διαθήκης, ερμηνεία που τονίζουν συνέχεια στα κείμενά τους με τον δικό τους τρόπο.

Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει καμιά ξεκάθαρη ιστορική ή επιστημονική απόδειξη ότι κάτι από όσα αναφέρονται εκεί είναι πραγματικό ή ιστορικό ή περιέχει ίχνος αλήθειας, πέρα από κοινότυπες προτροπές γενικής φύσεως και ελάχιστα ονόματα γνωστών ανθρώπων της εποχής όπως ο Πιλάτος ή ο Βαπτιστής.

Τα Ευαγγέλια φαίνεται να γράφτηκαν στο διάστημα από το τέλος του 1ου με μέσα του 2ου αι. Δηλαδή είναι δύο με τρεις γενιές τουλάχιστον μεταγενέστερα της εποχής που θέλουν να ιστορήσουν. Υπάρχουν πολλές θεωρίες που μιλούν για νεότερη γραφή τους, κυρίως από χριστιανούς θεολόγους, αλλά η τάση είναι ότι γράφτηκαν σχεδόν όλα μετά το 70 κ.ε. και φυσικά την διασπορά των Εβραίων.

Οι συγγραφείς είναι άγνωστοι και σίγουρα δεν είναι οι φερόμενοι. Το πλέον σημαντικό όμως είναι η εύρεση του Σιναϊτικού Κώδικα (γράφτηκε μεταξύ 325-360 κ.ε.) ο οποίος περιλαμβάνει 10% λιγότερο κείμενο από τα γνωστά ευαγγέλια άλλων κωδίκων που φαίνονται λίγο μεταγενέστερα. Αυτό δείχνει για κάποιον που έχει μια στοιχειώδη επαφή με την γραφή της Παλαιάς Διαθήκης, ότι οι νεοφώτιστοι χριστιανοί, ανεξαρτήτως πως και γιατί έγινε το σχίσμα τους, ακολουθούν την λογική του παλαιού εβραϊκού ιερατείου, δηλαδή, την συνεχή μεταβολή και παραλλαγή παλαιότερων κειμένων, προσθέτοντας ότι νομίζουν σταδιακά από αντιγραφή σε αντιγραφή ώστε είναι δύσκολο να βρεθεί το αρχικό κείμενο και ταυτόχρονα φαίνεται ένα αρχαίο κείμενο να αντανακλά νεώτερες ιδεολογίες και να αναφέρει ευφάνταστες προφητείες που όταν αυτές έχουν γραφτεί ήδη φαίνεται να έχουν επαληθευτεί. Οι μεταγενέστεροι όμως αφελείς αναγνώστες, αυτό δεν το γνωρίζουν και έτσι θαυμάζουν την “επαληθευμένη” δύναμη του Γιαχβέ τους.

Αυτό που έχει σημασία για το παρόν κείμενο, είναι να θυμόμαστε ότι τα κείμενα αυτά γράφτηκαν μετά από την καταστροφή του Ναού από τους Ρωμαίους το 70 κ.ε. και ότι μιλάνε για μια εποχή και μια περιοχή, που έβριθε από εκκολαπτόμενους μεσσίες, οι οποίοι υποτίθεται θα ελευθέρωναν τους Εβραίους με τον άλφα ή βήτα τρόπο από την ρωμαϊκή εξουσία, όπως φαντάζονταν ότι τους ελευθέρωσαν οι Μακκαβαίοι από την ελληνοσελευκική επικράτηση.

Θα θεωρήσουμε πάντως για την παρούσα παρουσίαση, ότι αυτά γράφηκαν από τους φερόμενους ως Αποστόλους αν και δεν έχει και πολύ σημασία. Το ερώτημα είναι αν ο Ιησούς, όπως τον παρουσιάζουν, είχε προφητικές επιτυχίες ή όχι...

Οι αδερφοί Ζεβεδαίοι και το προφητευμένο τέλος τους

Καὶ προσκαλεσάμενος τοὺς δώδεκα μαθητὰς αὐτοῦ ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν πνευμάτων ἀκαθάρτων ὥστε ἐκβάλλειν αὐτὰ καὶ θεραπεύειν πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν. Τῶν δὲ δώδεκα ἀποστόλων τὰ ὀνόματά ἐστιν ταῦτα· πρῶτος Σίμων ὁ λεγόμενος Πέτρος καὶ Ἀνδρέας ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ, καὶ Ἰάκωβος ὁ τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννης ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ...

[Και αφού προσκάλεσε τους δώδεκα μαθητές του, τους έδωσε εξουσία ενάντια σε ακάθαρτα πνεύματα, ώστε να τα βγάζουν, και να θεραπεύουν κάθε νόσο και κάθε ασθένεια. Και τα ονόματα των δώδεκα αποστόλων είναι τούτα· πρώτος, ο Σίμωνας, που λέγεται Πέτρος και ο αδελφός του, ο Ανδρέας· ο Ιάκωβος του Ζεβεδαίου και ο αδελφός του, ο Ιωάννης...]

(Κατά Ματθαίον, 10: 1-2)

ἐλθὼν δὲ εἰς τὴν οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν εἰσελθεῖν οὐδένα εἰ μὴ Πέτρον καὶ Ἰωάννην καὶ Ἰάκωβον καὶ τὸν πατέρα τῆς παιδὸς καὶ τὴν μητέρα.

[Και όταν μπήκε μέσα στο σπίτι, δεν άφησε κανέναν να μπει μέσα, παρά μονάχα τον Πέτρο και τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, και τον πατέρα τής κόρης και τη μητέρα.]

(Κατά Λουκάν, 8: 51)

καὶ οὐκ ἀφῆκεν αὐτῷ οὐδένα συνακολουθῆσαι εἰ μὴ Πέτρον καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν Ἰακώβου.

[Και δεν άφησε κανέναν να τον ακολουθήσει, παρά μονάχα τον Πέτρο και τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, τον αδελφό τού Ιακώβου. ]

(Κατά Μάρκον, 5: 37)

Ἐγένετο δὲ μετὰ τοὺς λόγους τούτους ὡσεὶ ἡμέραι ὀκτὼ καὶ παραλαβὼν τὸν Πέτρον καὶ Ἰωάννην καὶ Ἰάκωβον ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος προσεύξασθαι.

[Και μετά τα λόγια αυτά, πέρασαν περίπου οκτώ ημέρες, και παίρνοντας μαζί του τον Πέτρο και τον Ιωάννη και τον Ιάκωβο, ανέβηκε στο βουνό για να προσευχηθεί.]

(Κατά Λουκάν, 9: 28)

Καὶ μεθ' ἡμέρας ἓξ παραλαμβάνει ὁ Ἰησοῦς τὸν Πέτρον καὶ τὸν Ἰάκωβον καὶ τὸν Ἰωάννην καὶ ἀναφέρει αὐτοὺς εἰς ὄρος ὑψηλὸν κατ' ἰδίαν μόνους· καὶ μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν.

[Και ύστερα από έξι ημέρες, παίρνει τον Πέτρο και τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, και τους ανεβάζει, σε ένα ψηλό βουνό, μόνους, κατ' ιδίαν· και μεταμορφώθηκε μπροστά τους.]

(Κατά Μάρκον, 9: 2)

ἰδόντες δὲ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης εἶπον· Κύριε, θέλεις εἴπωμεν πῦρ καταβῆναι ἀπὸ οὐρανοῦ καὶ ἀναλῶσαι αὐτούς, ὡς καὶ Ἠλίας ἐποίησε; στραφεὶς δὲ ἐπετίμησεν αὐτοῖς καὶ εἶπεν· Οὐκ οἴδατε ποίου πνεύματός ἐστε ὑμεῖς· ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε ψυχὰς ἀνθρώπων ἀπολέσαι, ἀλλὰ σῶσαι. καὶ ἐπορεύθησαν εἰς ἑτέραν κώμην.

[Και οι μαθητές του, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, βλέποντας είπαν: «Κύριε, θέλεις να πούμε να κατέβει φωτιά από τον ουρανό, και να τους αφανίσει, όπως έκανε και ο Ηλίας;». Και αφού στράφηκε, τους επέπληξε, και είπε: «Δεν ξέρετε τίνος πνεύματος είστε εσείς· επειδή, ο Υιός τού ανθρώπου δεν ήρθε για να απολέσει ψυχές ανθρώπων, αλλά για να σώσει». Και πήγαν σε μια άλλη κωμόπολη.]

(Κατά Λουκάν, 9: 54-56)

Όλα αυτά για να δούμε ότι οι δύο αδερφοί μαζί με τον Πέτρο είχαν μια ιδιαίτερη σχέση με τον Ιησού· ήταν δηλαδή σχεδόν πάντα μαζί του και προφανώς ιδιαίτερα έμπιστοι, αφού κάνουν και καινοφανείς προτάσεις. Ας δούμε τι προέβλεψε ή προφήτεψε για αυτούς ο Ιησούς:

῏Ησαν δὲ ἐν τῇ ὁδῷ ἀναβαίνοντες εἰς ῾Ιεροσόλυμα· καὶ ἦν προάγων αὐτοὺς ὁ ᾿Ιησοῦς, καὶ ἐθαμβοῦντο, καὶ ἀκολουθοῦντες ἐφοβοῦντο. καὶ παραλαβὼν πάλιν τοὺς δώδεκα ἤρξατο αὐτοῖς λέγειν τὰ μέλλοντα αὐτῷ συμβαίνειν, ὅτι Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι, καὶ κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ καὶ παραδώσουσιν αὐτὸν τοῖς ἔθνεσι, καὶ ἐμπαίξουσιν αὐτῷ καὶ μαστιγώσουσιν αὐτὸν καὶ ἐμπτύσουσιν αὐτῷ καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτὸν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται. Καὶ προσπορεύονται αὐτῷ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης υἱοὶ Ζεβεδαίου λέγοντες· Διδάσκαλε, θέλομεν ἵνα ὃ ἐὰν αἰτήσωμεν ποιήσῃς ἡμῖν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Τί θέλετε ποιῆσαί με ὑμῖν; οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Δὸς ἡμῖν ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῇ δόξῃ σου. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθῆναι; οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Δυνάμεθα. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Τὸ μὲν ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω πίεσθε, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθήσεσθε· τὸ δὲ καθίσαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ εὐωνύμων οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ' οἷς ἡτοίμασται. καὶ ἀκούσαντες οἱ δέκα ἤρξαντο ἀγανακτεῖν περὶ Ἰακώβου καὶ Ἰωάννου.

[Και ήσαν στον δρόμο ανεβαίνοντας στα Ιεροσόλυμα· και ο Ιησούς προπορευόταν απ' αυτούς, και θαύμαζαν, και ακολουθώντας φοβόνταν. Και παίρνοντας πάλι τούς δώδεκα, άρχισε να τους λέει τα όσα επρόκειτο να του συμβούν· ότι, «δέστε, ανεβαίνουμε στα Ιεροσόλυμα, και ο Υιός τού ανθρώπου θα παραδοθεί στους αρχιερείς και στους γραμματείς, και θα τον καταδικάσουν σε θάνατο, και θα τον παραδώσουν στα έθνη· και θα τον εμπαίξουν, και θα τον μαστιγώσουν, και θα φτύσουν επάνω του, και θα τον θανατώσουν· και την τρίτη ημέρα θα αναστηθεί». Τότε, έρχονται σ' αυτόν ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, οι γιοι τού Ζεβεδαίου, λέγοντας: «Δάσκαλε, θέλουμε να κάνεις σ' εμάς ό,τι σου ζητήσουμε». Και εκείνος τούς είπε: «Τί θέλετε να κάνω σε σας;». Και εκείνοι τού είπαν: «Δώσε σ' εμάς να καθήσουμε ο ένας από τα δεξιά σου, και ο άλλος από τα αριστερά σου μέσα στη δόξα σου». Και ο Ιησούς είπε σ' αυτούς: «Δεν ξέρετε τι ζητάτε· μπορείτε να πιείτε το ποτήρι, που εγώ πίνω, και να βαπτιστείτε το βάπτισμα, που εγώ βαπτίζομαι;». Και εκείνοι είπαν σ' αυτόν: «Μπορούμε». Και ο Ιησούς είπε σ' αυτούς: «Το ποτήρι μεν, που εγώ πίνω, θα το πιείτε· και το βάπτισμα, που εγώ βαπτίζομαι, θα βαπτιστείτε· το να καθήσετε, όμως, από τα δεξιά μου και τα αριστερά μου, δεν είναι σε μένα να το δώσω, αλλά σε όσους είναι ετοιμασμένο». Και ακούγοντας οι δέκα, άρχισαν να αγανακτούν για τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη.]

(Κατά Μάρκον, 10: 32-41)

Τότε προσῆλθεν αὐτῷ ἡ μήτηρ τῶν υἱῶν Ζεβεδαίου μετὰ τῶν υἱῶν αὐτῆς προσκυνοῦσα καὶ αἰτοῦσά τι ἀπ’ αὐτοῦ. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ, Τί θέλεις; λέγει αὐτῷ, Εἰπὲ ἵνα καθίσωσιν οὗτοι οἱ δύο υἱοί μου εἷς ἐκ δεξιῶν σου καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων σου ἐν τῇ βασιλείᾳ σου. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν, Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε· δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ μέλλω πίνειν; λέγουσιν αὐτῷ, Δυνάμεθα. λέγει αὐτοῖς, Τὸ μὲν ποτήριόν μου πίεσθε, τὸ δὲ καθίσαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ εὐωνύμων οὐκ ἔστιν ἐμὸν τοῦτο δοῦναι, ἀλλ’ οἷς ἡτοίμασται ὑπὸ τοῦ πατρός μου. Καὶ ἀκούσαντες οἱ δέκα ἠγανάκτησαν περὶ τῶν δύο ἀδελφῶν.

[Τότε, ήρθε κοντά του η μητέρα των γιων τού Ζεβεδαίου μαζί με τους γιους της, προσκυνώντας, και ζητώντας απ' αυτόν κάτι. Και εκείνος τής είπε: «Τί θέλεις;». Του λέει: «Πες να καθήσουν αυτοί οι δύο γιοι μου, ένας από τα δεξιά σου, και ένας από τα αριστερά σου, στη βασιλεία σου». Και απαντώντας ο Ιησούς, είπε: «Δεν ξέρετε τι ζητάτε· μπορείτε να πιείτε το ποτήρι, που εγώ πρόκειται να πιω;». Του λένε: «Μπορούμε». Και τους λέει: «Το μεν ποτήρι μου θα πιείτε· το να καθήσετε, όμως, από τα δεξιά μου και από τα αριστερά μου, δεν είναι δικό μου να δώσω, παρά σε όσους είναι ετοιμασμένο από τον πατέρα μου». Και όταν το άκουσαν οι δέκα, αγανάκτησαν ενάντια στους δύο αδελφούς.]

(Κατά Ματθαίον, 20: 20-24)

Είναι προφανές ότι πέρα από την με χριστιανική αγάπη αντίδραση των υπολοίπων (δεν τους κατηγορούμε, απλά δεν είχε γίνει ακόμα η “επιφοίτηση”, όχι ότι όταν έγινε άλλαξε και πολλά στις συμπεριφορές τους αλλά αυτό είναι άλλο θέμα ) καθώς και τις αντιφάσεις, στην μία περίπτωση το ζητάει η μητέρα τους στην άλλη οι ίδιοι, ο Ιησούς αναφέρεται σε μαρτυρικό θάνατο των δύο αδερφών με τον οποίον θα κερδίσουν και την αιτηθείσα θέση κοντά του. Πράγματι, για τον ένα έχουμε το ακόλουθο χωρίο από τις Πράξεις:

Κατ' ἐκεῖνον δὲ τὸν καιρὸν ἐπέβαλεν Ἡρῴδης ὁ βασιλεὺς τὰς χεῖρας κακῶσαί τινας τῶν ἀπὸ τῆς ἐκκλησίας. ἀνεῖλε δὲ Ἰάκωβον τὸν ἀδελφὸν Ἰωάννου μαχαίρᾳ.

[Και κατά τον καιρό εκείνο, ο βασιλιάς Ηρώδης επιχείρησε να κακοποιήσει μερικούς από την εκκλησία. Φόνευσε δε με μάχαιρα τον Ιάκωβο, τον αδελφό τού Ιωάννη.]

(Πράξεις, 12: 1-2)

Βέβαια, το “ἀνεῖλε δὲ Ἰάκωβον...μαχαίρᾳ”, δεν είναι ακριβώς μαρτυρικός θάνατος που προέβλεψε ένας θεός που υποτίθεται ήξερε τι έλεγε ακριβώς, αλλά σύντομη θανάτωση χωρίς «πικρό ποτήριο». Αλλά ας δούμε τι έγινε με τον Ιωάννη.

Η orthodoxwiki.org, για το τέλος του έτερου αδελφού του Ευαγγελιστή Ιωάννη αναφέρει:

Μετά την φυγή του από τα Ιεροσόλυμα κήρυξε κυρίως στη Μικρά Ασία και κοιμήθηκε εν ειρήνη σε μεγάλη ηλικία, πιθανώς στην πόλη της Εφέσου.

Είναι προφανές ότι ο Ιησούς των Ευαγγελίων έκανε ένα μικρό λάθος για τον ένα, ενώ για τον άλλο του ξέφυγε τελείως.
40% επιτυχία.

Μήπως ο Ιησούς πίστευε ότι όλοι οι μαθητές του θα θανατωθούν:

Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα μὴ σκανδαλισθῆτε. ἀποσυναγώγους ποιήσουσιν ὑμᾶς· ἀλλ' ἔρχεται ὥρα ἵνα πᾶς ὁ ἀποκτείνας ὑμᾶς δόξῃ λατρείαν προσφέρειν τῷ Θεῷ.

[Αυτά σας τα είπα, για να μη σκανδαλιστείτε. Θα σας κάνουν αποσυνάγωγους· μάλιστα, έρχεται ώρα, κατά την οποία καθένας που θα σας θανατώσει θα νομίσει ότι προσφέρει λατρεία στον Θεό.]

(Κατά Ιωάννην, 16: 1-2)

Παρόντες όλοι οι μαθητές και ο Ιούδας όπως φαίνεται στο κεφ. 13. Είναι ο περίφημος Μυστικός Δείπνος. Φυσικά το συγκεκριμένο δεν μετράει σαν προφητεία γιατί δεν είναι.

Η συντέλεια του κόσμου ή η καταστροφή της Ιερουσαλήμ;
Θεϊκό αίνιγμα...

ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἥξει ταῦτα πάντα ἐπὶ τὴν γενεὰν ταύτην. Ἰερουσαλὴμ Ἰερουσαλήμ, ἡ ἀποκτείνουσα τοὺς προφήτας καὶ λιθοβολοῦσα τοὺς ἀπεσταλμένους πρὸς αὐτήν, ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυναγαγεῖν τὰ τέκνα σου, ὃν τρόπον ὄρνις ἐπισυνάγει τὰ νοσσία αὐτῆς ὑπὸ τὰς πτέρυγας, καὶ οὐκ ἠθελήσατε. ἰδοὺ ἀφίεται ὑμῖν ὁ οἶκος ὑμῶν ἔρημος. λέγω γὰρ ὑμῖν, οὐ μή με ἴδητε ἀπ’ ἄρτι ἕως ἂν εἴπητε, Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι κυρίου.

[Σας διαβεβαιώνω: Όλα αυτά θά 'ρθουν επάνω σ' αυτή τη γενεά. Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ, εσύ που φονεύεις τούς προφήτες, κι εσύ που λιθοβολείς τούς απεσταλμένους σε σένα, πόσες φορές θέλησα να συγκεντρώσω τα παιδιά σου, με τον ίδιο τρόπο που η κότα συγκεντρώνει τα μικρά της κάτω από τις φτερούγες της, αλλά δεν θελήσατε; Δείτε, ο οίκος σας αφήνεται σε σας έρημος. Επειδή, σας λέω: Στο εξής, δεν θα με δείτε, μέχρις ότου πείτε: Ευλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα του Κυρίου.]

(Κατά Ματθαίον, 23: 36-39)

Και συνεχίζει στο επόμενο κεφάλαιο:

Καὶ ἐξελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ ἐπορεύετο, καὶ προσῆλθον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπιδεῖξαι αὐτῷ τὰς οἰκοδομὰς τοῦ ἱεροῦ· ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς, Οὐ βλέπετε ταῦτα πάντα; ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ μὴ ἀφεθῇ ὧδε λίθος ἐπὶ λίθον ὃς οὐ καταλυθήσεται. Καθημένου δὲ αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ Ὄρους τῶν Ἐλαιῶν προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ κατ’ ἰδίαν λέγοντες, Εἰπὲ ἡμῖν πότε ταῦτα ἔσται, καὶ τί τὸ σημεῖον τῆς σῆς παρουσίας καὶ συντελείας τοῦ αἰῶνος. καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς, Βλέπετε μή τις ὑμᾶς πλανήσῃ· πολλοὶ γὰρ ἐλεύσονται ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου λέγοντες, Ἐγώ εἰμι ὁ Χριστός, καὶ πολλοὺς πλανήσουσιν.
[...]
οὕτως καὶ ὑμεῖς, ὅταν ἴδητε ταῦτα πάντα, γινώσκετε ὅτι ἐγγύς ἐστιν ἐπὶ θύραις. ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐ μὴ παρέλθῃ ἡ γενεὰ αὕτη ἕως ἂν πάντα ταῦτα γένηται. ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσεται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσιν. Περὶ δὲ τῆς ἡμέρας ἐκείνης καὶ ὥρας οὐδεὶς οἶδεν, οὐδὲ οἱ ἄγγελοι τῶν οὐρανῶν οὐδὲ ὁ υἱός, εἰ μὴ ὁ πατὴρ μόνος.

[Και όταν ο Ιησούς βγήκε έξω, αναχωρούσε από το ιερό· και ήρθαν κοντά του οι μαθητές του για να του επιδείξουν τις οικοδομές τού ιερού. Και ο Ιησούς είπε σ' αυτούς: «Δεν βλέπετε όλα αυτά; Σας διαβεβαιώνω, δεν θα αφεθεί εδώ πέτρα επάνω σε πέτρα, που δεν θα καταγκρεμιστεί». Και ενώ καθόταν επάνω στο Όρος των Ελαιών, ήρθαν κοντά του, κατ' ιδίαν, οι μαθητές, λέγοντας: «Πες μας, πότε θα γίνουν αυτά; Και ποιό θα είναι το σημείο τής παρουσίας σου, και της συντέλειας του αιώνα;». Και απαντώντας ο Ιησούς, τους είπε: «Βλέπετε μήπως κάποιος σάς πλανήσει· επειδή, θά 'ρθουν πολλοί στο όνομά μου, λέγοντας: “Εγώ είμαι ο Χριστός”· και θα πλανήσουν πολλούς».
(...)
«Έτσι κι εσείς, όταν δείτε όλα αυτά, να ξέρετε ότι είναι κοντά, επί θύραις. Σας διαβεβαιώνω, δεν θα παρέλθει αυτή η γενεά, μέχρις ότου γίνουν όλα αυτά. Ο ουρανός και η γη θα παρέλθουν, τα λόγια μου όμως δεν θα παρέλθουν. Για την ημέρα εκείνη, όμως, και την ώρα, δεν γνωρίζει κανένας, ούτε οι άγγελοι των ουρανών, παρά ο πατέρας μου, μόνο».]


(Κατά Ματθαίον, 24: 1-5 & 33-36)

Στο «Κατά Μάρκον», διαβάζουμε:

Καὶ ἐκπορευομένου αὐτοῦ ἐκ τοῦ ἱεροῦ λέγει αὐτῷ εἷς τῶν μαθητῶν αὐτοῦ· Διδάσκαλε, ἴδε ποταποὶ λίθοι καὶ ποταπαὶ οἰκοδομαί. καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτῷ· Βλέπεις ταύτας τὰς μεγάλας οἰκοδομάς; οὐ μὴ ἀφεθῇ ὧδε λίθος ἐπὶ λίθον ὃς οὐ μὴ καταλυθῇ. Καὶ καθημένου αὐτοῦ εἰς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν κατέναντι τοῦ ἱεροῦ, ἐπηρώτων αὐτὸν κατ' ἰδίαν Πέτρος καὶ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης καὶ Ἀνδρέας· Εἰπὲ ἡμῖν πότε ταῦτα ἔσται, καὶ τί τὸ σημεῖον ὅταν μέλλῃ πάντα ταῦτα συντελεῖσθαι; ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀποκριθεὶς ἤρξατο λέγειν αὐτοῖς· Βλέπετε μή τις ὑμᾶς πλανήσῃ.
[...]
Ὅταν δὲ ἴδητε τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως τὸ ρηθὲν ὑπὸ Δανιὴλ τοῦ προφήτου ἑστὼς ὅπου οὐ δεῖ -ὁ ἀναγινώσκων νοείτω- τότε οἱ ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ φευγέτωσαν εἰς τὰ ὄρη.
[...]
ἔσονται γὰρ αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι θλῖψις, οἵα οὐ γέγονε τοιαύτη ἀπ' ἀρχῆς κτίσεως ἧς ἔκτισεν ὁ Θεὸς ἕως τοῦ νῦν καὶ οὐ μὴ γένηται. καὶ εἰ μὴ ἐκολόβωσε Κύριος τὰς ἡμέρας οὐκ ἂν ἐσώθη πᾶσα σάρξ· ἀλλὰ διὰ τοὺς ἐκλεκτοὺς οὓς ἐξελέξατο ἐκολόβωσε τὰς ἡμέρας.
[...]
Ἀλλ' ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις, μετὰ τὴν θλῖψιν ἐκείνην ὁ ἥλιος σκοτισθήσεται, καὶ ἡ σελήνη οὐ δώσει τὸ φέγγος αὐτῆς, καὶ οἱ ἀστέρες ἔσονται ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πίπτοντες, καὶ αἱ δυνάμεις αἱ ἐν τοῖς οὐρανοῖς σαλευθήσονται. καὶ τότε ὄψονται τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν νεφέλαις μετὰ δυνάμεως πολλῆς καὶ δόξης. καὶ τότε ἀποστελεῖ τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ καὶ ἐπισυνάξει τοὺς ἐκλεκτοὺς αὐτοῦ ἐκ τῶν τεσσάρων ἀνέμων, ἀπ' ἄκρου τῆς γῆς ἕως τοῦ οὐρανοῦ.
[...]
οὕτω καὶ ὑμεῖς, ὅταν ἴδητε ταῦτα γινόμενα, γινώσκετε ὅτι ἐγγύς ἐστιν ἐπὶ θύραις. ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐ μὴ παρέλθῃ ἡ γενεὰ αὕτη μέχρις οὗ πάντα ταῦτα γένηται. ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ ἐμοὶ λόγοι οὐ μὴ παρελεύσονται. Περὶ δὲ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἢ τῆς ὥρας οὐδεὶς οἶδεν, οὐδὲ οἱ ἄγγελοι ἐν οὐρανῷ οὐδὲ ὁ υἱός, εἰ μὴ ὁ πατήρ. Βλέπετε, ἀγρυπνεῖτε καὶ προσεύχεσθε· οὐκ οἴδατε γὰρ πότε ὁ καιρός ἐστιν.
[...]
γρηγορεῖτε.

[Και ενώ έβγαινε από το ιερό, ένας από τους μαθητές του λέει σ' αυτόν: «Δάσκαλε, δες, τι λογής πέτρες και τι λογής οικοδομήματα!». Και ο Ιησούς, απαντώντας, είπε σ' αυτόν: «Βλέπεις όλα αυτά τα μεγάλα οικοδομήματα; Δεν θα μείνει πέτρα επάνω σε πέτρα, που δεν θα καταγκρεμιστεί». Και ενώ καθόταν στο Όρος των Ελαιών, απέναντι από το ιερό, τον ρωτούσαν κατ' ιδίαν ο Πέτρος και ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης και ο Ανδρέας: «Πες μας, πότε θα γίνουν αυτά, και τι θα είναι το σημείο, όταν όλα αυτά πρόκειται να συντελεστούν;». Και ο Ιησούς απαντώντας σ' αυτούς, άρχισε να λέει: «Προσέχετε μήπως κάποιος σάς πλανήσει».
(...)
«Και όταν δείτε το βδέλυγμα της ερήμωσης, αυτό που ειπώθηκε από τον προφήτη Δανιήλ, να στέκεται όπου δεν πρέπει -αυτός που διαβάζει, ας καταλαβαίνει-, τότε, εκείνοι που είναι στην Ιουδαία, ας φεύγουν στα βουνά».
(...)
«Επειδή, εκείνες οι ημέρες θα είναι τέτοια θλίψη, που δεν έχει γίνει από την αρχή τής κτίσης, την οποία ο Θεός έκτισε, μέχρι αυτή την ώρα, ούτε πρόκειται να γίνει. Και αν ο Κύριος δεν συντόμευε τις ημέρες εκείνες, δεν θα σωζόταν καμιά σάρκα· αλλά, χάρη των εκλεκτών, τους οποίους έκλεξε, συντόμευσε τις ημέρες».
(...)
«Αλλά, κατά τις ημέρες εκείνες, μετά τη θλίψη εκείνη, ο ήλιος θα σκοτεινιάσει, και το φεγγάρι δεν θα δώσει το φως του, και τα αστέρια τού ουρανού θα πέφτουν, και οι δυνάμεις, που είναι στους ουρανούς, θα σαλευθούν. Και τότε θα δουν τον Υιό τού ανθρώπου να έρχεται μέσα σε σύννεφα, με πολλή δύναμη και δόξα. Και τότε θα στείλει τούς αγγέλους του, και θα συνάξει τούς εκλεκτούς του από τους τέσσερις ανέμους, από το ένα άκρο τής γης μέχρι το άλλο άκρο τού ουρανού».
(...)
«Έτσι κι εσείς, όταν δείτε να γίνονται αυτά, ξέρετε ότι είναι κοντά, στις θύρες. Σας διαβεβαιώνω ότι, δεν θα παρέλθει αυτή η γενεά, μέχρις ότου γίνουν όλα αυτά. Ο ουρανός και η γη θα παρέλθουν, τα λόγια μου, όμως, δεν πρόκειται να παρέλθουν. Όσο για την ημέρα εκείνη και την ώρα δεν γνωρίζει κανένας ούτε οι άγγελοι, που είναι στον ουρανό, ούτε ο Υιός, παρά μονάχα ο Πατέρας. Προσέχετε, αγρυπνείτε, και προσεύχεστε· για τον λόγο ότι, δεν ξέρετε πότε είναι ο καιρός».
(...)
«Να είστε σε εγρήγορση».]


(Κατά Μάρκον, 13: 1-5, 14, 19-20, 24-27, 29-33, 36)

Επίσης στο «Κατά Λουκάν»:

Καί τινων λεγόντων περὶ τοῦ ἱεροῦ ὅτι λίθοις καλοῖς καὶ ἀναθήμασι κεκόσμηται, εἶπε· Ταῦτα ἃ θεωρεῖτε, ἐλεύσονται ἡμέραι ἐν αἷς οὐκ ἀφεθήσεται λίθος ἐπὶ λίθῳ ὃς οὐ καταλυθήσεται. ἐπηρώτησαν δὲ αὐτὸν λέγοντες· Διδάσκαλε, πότε οὖν ταῦτα ἔσται, καὶ τί τὸ σημεῖον ὅταν μέλλῃ ταῦτα γίνεσθαι; ὁ δὲ εἶπε· Βλέπετε μὴ πλανηθῆτε· πολλοὶ γὰρ ἐλεύσονται ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου λέγοντες ὅτι ἐγώ εἰμι καί ὁ καιρὸς ἤγγικε. μὴ οὖν πορευθῆτε ὀπίσω αὐτῶν.
[...]
ὅταν δὲ ἴδητε κυκλουμένην ὑπὸ στρατοπέδων τὴν Ἱερουσαλήμ, τότε γνῶτε ὅτι ἤγγικεν ἡ ἐρήμωσις αὐτῆς. τότε οἱ ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ φευγέτωσαν εἰς τὰ ὄρη.
[...]
ὅτι ἡμέραι ἐκδικήσεως αὗταί εἰσι τοῦ πληρωθῆναι πάντα τὰ γεγραμμένα.
[...]
καὶ πεσοῦνται στόματι μαχαίρας, καὶ αἰχμαλωτισθήσονται εἰς πάντα τὰ ἔθνη, καὶ Ἱερουσαλὴμ ἔσται πατουμένη ὑπὸ ἐθνῶν ἄχρι οὗ πληρωθῶσι καιροὶ ἐθνῶν.
[...]
ἀρχομένων δὲ τούτων γίνεσθαι ἀνακύψατε καὶ ἐπάρατε τὰς κεφαλὰς ὑμῶν, διότι ἐγγίζει ἡ ἀπολύτρωσις ὑμῶν.
[...]
οὕτω καὶ ὑμεῖς, ὅταν ἴδητε ταῦτα γινόμενα, γινώσκετε ὅτι ἐγγύς ἐστιν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐ μὴ παρέλθῃ ἡ γενεὰ αὕτη ἕως ἂν πάντα γένηται. ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι.

[Και ενώ μερικοί έλεγαν για το ιερό, ότι είναι στολισμένο με ωραίες πέτρες και αφιερώματα, είπε: «Αυτά που βλέπετε, θά 'ρθουν ημέρες, κατά τις οποίες δεν θα μείνει πέτρα επάνω σε πέτρα, η οποία δεν θα γκρεμιστεί». Και τον ρώτησαν, λέγοντας: «Δάσκαλε, πότε, λοιπόν, θα γίνουν αυτά; Και ποιο είναι το σημείο, όταν αυτά πρόκειται να γίνουν;». Και εκείνος είπε: «Βλέπετε, μη πλανηθείτε· επειδή, πολλοί θά 'ρθουν στο όνομά μου, λέγοντας, ότι: “Εγώ είμαι· και ο καιρός πλησίασε”. Μη πάτε, λοιπόν, πίσω απ' αυτούς».
(...)
«Και όταν δείτε την Ιερουσαλήμ περικυκλωμένη από στρατόπεδα, τότε γνωρίστε ότι πλησίασε η ερήμωσή της».
(...)
«Επειδή, αυτές είναι ημέρες εκδίκησης, για να εκπληρωθούν όλα τα γραμμένα».
(...)
«Και θα πέσουν με στόμα μάχαιρας, και θα φερθούν αιχμάλωτοι, σε όλα τα έθνη· και η Ιερουσαλήμ θα είναι πατούμενη από τα έθνη, μέχρις ότου εκπληρωθούν οι καιροί των εθνών».
(...)
«Κι όταν αυτά αρχίσουν να γίνονται, ανασηκωθείτε και σηκώστε ψηλά τα κεφάλια σας· επειδή, πλησιάζει η απολύτρωσή σας».
(...)
«Έτσι κι εσείς, όταν δείτε τούτα να γίνονται, να ξέρετε ότι η βασιλεία τού Θεού είναι κοντά. Σας διαβεβαιώνω ότι, δεν θα παρέλθει αυτή η γενεά μέχρις ότου όλα αυτά γίνουν. Ο ουρανός και η γη θα παρέλθουν, τα λόγια μου όμως δεν θα παρέλθουν».]


(Κατά Λουκάν, 21: 5-8, 20, 22, 24, 28, 31-33)




(Έβαλα και το [21: 22] γιατί έχει ενδιαφέρον από το στόμα ενός υποτίθεται θεού της “απόλυτης αγάπης” να ακούς για προμελετημένη εκδίκηση).

Για κάποιον λογικό άνθρωπο που καταλαβαίνει Ελληνικά καθώς και την ροή των κειμένων, τα πράγματα είναι ξεκάθαρα ότι μιλάει ευθαρσώς για την προφητευμένη από τον ίδιο Δευτέρα Παρουσία και την επιστροφή του «με δόξα» στην γη, κάτι που θα γίνει αφού συμβεί μια σειρά καταστροφών, σεισμών και καταλυθεί η Ιερουσαλήμ από τα έθνη, κάτι που ήδη είχε συμβεί την εποχή εκείνη. Το σημαντικό είναι το “οὐ μὴ παρέλθῃ ἡ γενεὰ αὕτη ἕως ἂν πάντα γένηται”, που δείχνει κάτι που θα γίνει το πολύ σε 40 χρόνια.

Εδώ οι χριστιανοί θέλουν να κάνουν την πάπια αλλά δεν μπορούν, κάτι πρέπει να πουν σαν δικαιολογία και λένε ότι τους κατέβει:

1. Κάποιοι λένε ότι δεν αναφέρεται στην “συντέλεια” ή την “Δευτέρα Παρουσία”, αλλά στην καταστροφή του ναού του Σολόμωντα που έγινε το 70 κ.ε, αφού λέει ότι δεν θα μείνει λιθάρι πάνω σε λιθάρι “οὐκ ἀφεθήσεται λίθος ἐπὶ λίθῳ ὃς οὐ καταλυθήσεται”, αγνοώντας επιδεικτικά το υπόλοιπο κείμενο. Βέβαια οι παρακάτω εικόνες δείχνουν ότι αυτό δεν συνέβη και βλέπουμε κανονικό τοίχο, με λίθο επί λίθου και από όσο ξέρω δεν είναι ξαναφτιαγμένο αλλά όπως ακριβώς διατηρήθηκε.

Από ότι φαίνεται όμως και εδώ έπεσε έξω ο εκκολαπτόμενος θεός τους, γιατί έχουμε ένα ολόκληρο πλήρες κομμάτι μεγάλου τοίχου από τον ναό, που σημαίνει ότι δεν επιβεβαιώθηκε το “οὐκ ἀφεθήσεται λίθος ἐπὶ λίθῳ ὃς οὐ καταλυθήσεται”. Είναι το γνωστό Τείχος των Δακρύων, απομεινάρι του 2ου ναού που προφανώς υπήρχε την εποχή εκείνη ενσωματωμένος στον 3ο, όπως ίσως φαίνεται και από το διαφορετικό μέγεθος πέτρας κάτω και πάνω.

Όποιος διαβάσει το κείμενο ξανά, θα δει ότι αυτά που αναφέρει δεν έχουν να κάνουν με την καταστροφή της Ιερουσαλήμ. Γιατί ό ίδιος λέει “οὐ μὴ παρέλθῃ ἡ γενεὰ αὕτη ἕως ἂν πάντα γένηται”. Και το συνάδει με το αμέσως προηγούμενο “ἐγγύς ἐστιν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ”, ή με το “καὶ τότε ἀποστελεῖ τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ καὶ ἐπισυνάξει τοὺς ἐκλεκτοὺς αὐτοῦ ἐκ τῶν τεσσάρων ἀνέμων, ἀπ' ἄκρου τῆς γῆς ἕως τοῦ οὐρανοῦ”, και φυσικά όλα τα άλλα που αναφέρει νωρίτερα όλο το κείμενο και είναι πολλά.

2. Οι πιο ακραίοι απολογητές έχουν όμως νέες θεωρίες, η μία από αυτές είναι μια θολή ερμηνεία στο τι σημαίνει η λέξη “γενιά” λες και μπορούν να τραβάνε τον όρο “γενιά” από 30 έως μερικές χιλιάδες χρόνια για να τους καλύψει στην προφητεία τους.

3. Άλλοι πανέξυπνοι λένε ότι ο Ιησούς μπλέκει τις δύο προφητείες (ποιός; ο...θεός τους;) και μιλάει ταυτόχρονα και για τις δύο. Φαιδρό και λυπηρό για πιστούς να αναφέρονται έτσι στον θεό τους την στιγμή μάλιστα που από όλους τους άλλους απαιτούν σεβασμό για αυτόν. Φαιδρό ένας προφήτης να μην λέει μια προφητεία ξεκάθαρα αλλά να μπλέκει δύο προφητείες την στιγμή μάλιστα που ξέρουμε ότι η μία όταν γράφονται αυτά έχει ήδη γίνει, άρα θολώνοντας το κείμενο κανένας δεν θα κατηγορήσει τον προφήτη ή τον συγγραφέα για ασύστολες βλακείες. Φαιδρό για έναν θεό, υποτίθεται γιό του ξεκάθαρου Ιεχωβά, που όταν μιλούσε ήταν απόλυτα καταληπτός, είτε διέτασσε δολοφονίες είτε έδινε εντολές στον λαό του με τόση ξεκάθαρη λεπτομέρεια ως και που και πως θα αποπατεί, αυτός ο γιός, να είναι τόσο θολός και μυστηριώδης που να μπλέκει τα λεγόμενά του ενώ ταυτόχρονα να προκαλεί γέλωτα με το «ό έχων ώτα ακούειν ακουέτο».

4. Φυσικά ακούσαμε και αυτό: Κάποιος απολογητής είπε ότι ο Ιησούς, ο πιστευόμενος ως θεός και γιός του θεού Γιαχβέ, είπε συνειδητά ψέματα, γιατί...δεν μπορούσε να πει την αλήθεια, τόσο στο θέμα της γενεάς όσο και στο αμίμητο “Περὶ δὲ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἢ τῆς ὥρας οὐδεὶς οἶδεν, οὐδὲ οἱ ἄγγελοι ἐν οὐρανῷ οὐδὲ ὁ υἱός, εἰ μὴ ὁ πατήρ”. Δηλαδή στο υπέροχο σημείο που εδώ έχουμε και το αποστολικό πλήγμα της εφεύρεσης του ομοούσιου περί της Αγίας Τριάδας από την Εκκλησία τον 4ου αι., που ο ίδιος ο Ιησούς το αρνείται (το ομοούσιον) αφού δεν ξέρει όπως λέει όσα και ο πατέρας του. Έτσι ο πανέξυπνος στην διαστρέβλωση χριστιανός είναι σίγουρος ότι η πίστη του είναι αληθινή, αφού τα γραπτά του θεού του μπορεί να τα ερμηνεύει όπως ακριβώς του βγαίνουν καλύτερα, αλλά το χειρότερο, να θέλει να επιβάλει και την στρεβλή του ερμηνεία σαν σωστή. Είπε λοιπόν συνειδητά ψέματα ο θεός του, γιατί δεν μπορούσε να πει την αλήθεια. Άραγε άλλη λύση δεν είχε ο υποτιθέμενος θεός να μην πει την αλήθεια αλλά να μην διαψευσθεί όπως ας πούμε “ναι ξέρω την ημέρα και την ώρα αλλά δεν πρόκειται να σας την πω”. Προφανώς για την λογική κάποιων χριστιανών αυτό θα ήταν αδύνατο. Και παρ' όλα αυτά, αυτά τα κείμενα θεωρούνται θεόπνευστα και περιγράφουν αλήθειες όπως διατείνονται οι χριστιανοί. Βέβαια από τότε έχουν περάσει τουλάχιστον 60 γενιές.
Επιτυχία της προφητείας 0%.

Αν και οι κακόμοιροι απολογητές δεν το δέχονται γιατί όπως είδαμε έχουν μια καλή δικαιολογία για την κάθε περίπτωση. Τόσο καλή που ο θεϊκός “μπερδεμένος” για εμάς λόγος ήταν τόσο καθαρός στους επίσης θεόπνευστους και πλημυρισμένους με άγιο πνεύμα ευαγγελιστές του, που θα δούμε παρακάτω τι κατάλαβαν και αυτοί από τα “σοφά” αυτά λόγια.

Ας δούμε τώρα ένα άλλο συμβάν στον «Κατά Μάρκον»:

Καὶ προσκαλεσάμενος τὸν ὄχλον σὺν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ εἶπεν αὐτοῖς· Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι. ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ' ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν. τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ; ὃς γὰρ ἐὰν ἐπαισχυνθῇ με καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῷ, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτὸν ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων τῶν ἁγίων.

[Και αφού προσκάλεσε το πλήθος μαζί με τους μαθητές του, τους είπε: «Όποιος θέλει νά 'ρθει πίσω από μένα, ας απαρνηθεί τον εαυτό του, και ας σηκώσει τον σταυρό του, και ας με ακολουθεί. Επειδή, όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του, θα τη χάσει· και όποιος χάσει τη ζωή του εξαιτίας μου και εξαιτίας τού ευαγγελίου, αυτός θα τη σώσει. Επειδή, τι θα ωφελήσει τον άνθρωπο, αν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο, ζημιωθεί όμως την ψυχή του; Ή, τι θα δώσει ο άνθρωπος σε ανταλλαγή τής ψυχής του; Δεδομένου ότι, όποιος ντραπεί για μένα και για τα λόγια μου σ' αυτή τη γενεά, τη μοιχαλίδα και αμαρτωλή, και ο Υιός τού ανθρώπου θα ντραπεί γι' αυτόν, όταν έρθει στη δόξα τού Πατέρα του μαζί με τους αγγέλους».]

(Κατά Μάρκον, 8: 34-38)

Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἰσί τινες ὧδε τῶν ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει.

[Και τους έλεγε: «Σας διαβεβαιώνω ότι, είναι μερικοί απ' αυτούς που στέκονται εδώ, οι οποίοι δεν θα γευτούν θάνατο, μέχρις ότου δουν τη βασιλεία τού Θεού να έρχεται με δύναμη».]

(Κατά Μάρκον, 9: 1)

Δεν είναι άραγε προφανές ότι αναφέρεται στο ίδιο θέμα; Kι όμως οι πανέξυπνοι χριστιανοί απολογητές λένε ότι αυτή η προφητεία δεν έχει σχέση με την άλλη, αλλά επαληθεύθηκε σε...6 (αριθμητικώς: έξη) ημέρες όπως λέει και η συνέχεια του κειμένου:

Καὶ μεθ' ἡμέρας ἓξ παραλαμβάνει ὁ Ἰησοῦς τὸν Πέτρον καὶ τὸν Ἰάκωβον καὶ τὸν Ἰωάννην καὶ ἀναφέρει αὐτοὺς εἰς ὄρος ὑψηλὸν κατ' ἰδίαν μόνους· καὶ μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν, καὶ τὰ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο στίλβοντα, λευκὰ λίαν ὡς χιών, οἷα γναφεὺς ἐπὶ τῆς γῆς οὐ δύναται οὕτω λευκᾶναι. καὶ ὤφθη αὐτοῖς Ἠλίας σὺν Μωϋσεῖ, καὶ ἦσαν συλλαλοῦντες τῷ Ἰησοῦ.

[Και ύστερα από έξι ημέρες, παίρνει τον Πέτρο και τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, και τους ανεβάζει, σε ένα ψηλό βουνό, μόνους, κατ' ιδίαν· και μεταμορφώθηκε μπροστά τους. Και τα ιμάτιά του έγιναν αστραφτερά, λευκά σε υπερβολικό βαθμό, σαν χιόνι, που λευκαντής επάνω στη γη δεν μπορεί να λευκάνει. Και φάνηκε σ' αυτούς ο Ηλίας μαζί με τον Μωυσή· και συνομιλούσαν με τον Ιησού.]

(Κατά Μάρκον, 9: 2-4)

Βέβαια είναι πολύ βαρύ το “Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἰσί τινες ὧδε τῶν ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει” για να θεωρήσει κανείς λογικό οτι ο θεός κάνει προφητεία με τόσο βαρύγδουπα λόγια για κάτι που θα δουν 2 μαθητές του σε...6 μέρες. Διότι το “ου μη γεύσωνται θανάτου” θα ήταν μάλλον ειρωνικό και θα έδειχνε ότι ο Ιησούς έπαιζε ηλίθια ή γελοία παιδικά παιχνιδάκια με τους μαθητές του.

Ας δούμε το ίδιο συμβάν στο «Κατά Λουκάν»:

Ἔλεγε δὲ πρὸς πάντας· Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἔρχεσθαι, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καθ' ἡμέραν, καὶ ἀκολουθείτω μοι. ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ' ἂν ἀπολέσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ, οὗτος σώσει αὐτήν. τί γὰρ ὠφελεῖται ἄνθρωπος κερδήσας τὸν κόσμον ὅλον, ἑαυτὸν δὲ ἀπολέσας ἢ ζημιωθείς; ὃς γὰρ ἐὰν ἐπαισχυνθῇ με καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους, τοῦτον ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ τοῦ πατρὸς καὶ τῶν ἁγίων ἀγγέλων. λέγω δὲ ὑμῖν ἀληθῶς, εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἳ οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. Ἐγένετο δὲ μετὰ τοὺς λόγους τούτους ὡσεὶ ἡμέραι ὀκτὼ καὶ παραλαβὼν τὸν Πέτρον καὶ Ἰωάννην καὶ Ἰάκωβον ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος προσεύξασθαι.

[Και έλεγε σε όλους: «Αν κάποιος θέλει νά' ρθει πίσω μου, ας απαρνηθεί τον εαυτό του, και ας σηκώσει τον σταυρό του, καθημερινά, και ας με ακολουθεί. Επειδή, όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του, θα τη χάσει· και όποιος χάσει τη ζωή του εξαιτίας μου, αυτός θα τη σώσει. Επειδή, τι ωφελείται ο άνθρωπος αν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο, χάσει όμως τον εαυτό του ή ζημιωθεί; Επειδή, όποιος ντραπεί για μένα και τα λόγια μου, γι' αυτόν ο Υιός τού ανθρώπου θα ντραπεί, όταν έρθει μέσα στη δόξα του και του Πατέρα του και των αγίων αγγέλων. Μάλιστα, σας διαβεβαιώνω: Υπάρχουν μερικοί απ' αυτούς που στέκονται εδώ, οι οποίοι δεν θα γευτούν θάνατο, μέχρις ότου δουν τη βασιλεία τού Θεού». Και μετά τα λόγια αυτά, πέρασαν περίπου οκτώ ημέρες, και παίρνοντας μαζί του τον Πέτρο, και τον Ιωάννη και τον Ιάκωβο, ανέβηκε στο βουνό για να προσευχηθεί.]

(Κατά Λουκάν, 9: 23-28)

Εδώ έχουμε μια αύξηση των ημερών κατά δύο, βλέπετε ο Λουκάς το έμαθε από τρίτους και έτσι η “προφητεία” του επαληθεύτηκε σε...8 (αριθμητικώς: οκτώ) μέρες.

Ας δούμε όμως τι φαίνεται να πίστευαν σχετικά οι ίδιοι οι πρώτοι χριστιανοί, και μάλιστα οι “πλημυρισμένοι από άγιο πνεύμα” απόστολοι Πέτρος και Παύλος...

ὑμεῖς γὰρ μιμηταὶ ἐγενήθητε, ἀδελφοί, τῶν ἐκκλησιῶν τοῦ Θεοῦ τῶν οὐσῶν ἐν τῇ ᾿Ιουδαίᾳ ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ, ὅτι τὰ αὐτὰ ἐπάθετε καὶ ὑμεῖς ὑπὸ τῶν ἰδίων συμφυλετῶν καθὼς καὶ αὐτοὶ ὑπὸ τῶν ᾿Ιουδαίων, τῶν καὶ τὸν Κύριον ἀποκτεινάντων Ἰησοῦν καὶ τοὺς ἰδίους προφήτας, καὶ ἡμᾶς ἐκδιωξάντων, καὶ Θεῷ μὴ ἀρεσκόντων, καὶ πᾶσιν ἀνθρώποις ἐναντίων, κωλυόντων ἡμᾶς τοῖς ἔθνεσι λαλῆσαι ἵνα σωθῶσιν, εἰς τὸ ἀναπληρῶσαι αὐτῶν τὰς ἁμαρτίας πάντοτε. ἔφθασε δὲ ἐπ' αὐτοὺς ἡ ὀργὴ εἰς τέλος.῾Ημεῖς δέ, ἀδελφοί, ἀπορφανισθέντες ἀφ' ὑμῶν πρὸς καιρὸν ὥρας, προσώπῳ οὐ καρδίᾳ, περισσοτέρως ἐσπουδάσαμεν τὸ πρόσωπον ὑμῶν ἰδεῖν ἐν πολλῇ ἐπιθυμίᾳ. διὸ ἠθελήσαμεν ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς, ἐγὼ μὲν Παῦλος καὶ ἅπαξ καὶ δίς, καὶ ἐνέκοψεν ἡμᾶς ὁ σατανᾶς. τίς γὰρ ἡμῶν ἐλπὶς ἢ χαρὰ ἢ στέφανος καυχήσεως ἢ οὐχὶ καὶ ὑμεῖς ἔμπροσθεν τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ αὐτοῦ παρουσίᾳ; ὑμεῖς γάρ ἐστε ἡ δόξα ἡμῶν καὶ ἡ χαρά.

[Επειδή, εσείς, αδελφοί, γίνατε μιμητές των εκκλησιών τού Θεού, που είναι στην Ιουδαία, εν Χριστώ Ιησού, δεδομένου ότι, κι εσείς πάθατε τα ίδια από τους δικούς σας ομοεθνείς, όπως κι αυτοί από τους Ιουδαίους· οι οποίοι και τον Κύριο Ιησού θανάτωσαν και τους δικούς τους προφήτες, κι εμάς έθεσαν υπό διωγμό, και στον Θεό δεν αρέσουν, και σε όλους τούς ανθρώπους είναι ενάντιοι· οι οποίοι μάς εμποδίζουν να μιλήσουμε προς τα έθνη για να σωθούν, για να αναπληρώσουν τις δικές τους αμαρτίες πάντοτε· έφτασε, όμως, επάνω τους η οργή σε τέλειο βαθμό. Εμείς, όμως, αδελφοί, αφού μείναμε για λίγο καιρό ορφανοί από σας, όσον αφορά την προσωπική μας παρουσία, όχι με την καρδιά, φροντίσαμε περισσότερο με πολλή επιθυμία να δούμε το πρόσωπό σας. Γι' αυτό, θελήσαμε νά 'ρθουμε σε σας και μια και δυο φορές, αλλά μας εμπόδισε ο Σατανάς. Επειδή, ποια είναι η ελπίδα μας ή η χαρά ή το στεφάνι τής καύχησης, αν όχι κι εσείς μπροστά στον Κύριό μας Ιησού Χριστό κατά την παρουσία του; Δεδομένου ότι, εσείς είστε η δόξα μας και η χαρά.]

(Προς Θεσσαλονικείς Α', 2: 14-20)

16 ὅτι αὐτὸς ὁ Κύριος ἐν κελεύσματι, ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου καὶ ἐν σάλπιγγι Θεοῦ καταβήσεται ἀπ' οὐρανοῦ, καὶ οἱ νεκροὶ ἐν Χριστῷ ἀναστήσονται πρῶτον, ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ἅμα σὺν αὐτοῖς ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καὶ οὕτω πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα. Ὥστε παρακαλεῖτε ἀλλήλους ἐν τοῖς λόγοις τούτοις.

[Δεδομένου ότι, ο ίδιος ο Κύριος θα κατέβει από τον ουρανό με πρόσταγμα, με φωνή αρχαγγέλου, και με σάλπιγγα Θεού, κι αυτοί που πέθαναν εν Χριστώ θα αναστηθούν πρώτα· έπειτα, εμείς που ζούμε, όσοι απομένουμε, θα αρπαχτούμε μαζί τους, ταυτόχρονα, με σύννεφα σε συνάντηση του Κυρίου στον αέρα· και έτσι, θα είμαστε πάντοτε μαζί με τον Κύριο. Λοιπόν, παρηγορείτε ο ένας τον άλλον μ' αυτά τα λόγια.]

(Προς Θεσσαλονικείς Α', 4: 16-18)

Χριστοῦ οὖν παθόντος ὑπὲρ ἡμῶν σαρκὶ καὶ ὑμεῖς τὴν αὐτὴν ἔννοιαν ὁπλίσασθε, ὅτι ὁ παθὼν ἐν σαρκὶ πέπαυται ἁμαρτίας, εἰς τὸ μηκέτι ἀνθρώπων ἐπιθυμίαις, ἀλλὰ θελήματι Θεοῦ τὸν ἐπίλοιπον ἐν σαρκὶ βιῶσαι χρόνον. ἀρκετὸς γὰρ ὑμῖν ὁ παρεληλυθὼς χρόνος τοῦ βίου τὸ θέλημα τῶν ἐθνῶν κατεργάσασθαι, πεπορευμένους ἐν ἀσελγείαις, ἐπιθυμίαις, οἰνοφλυγίαις, κώμοις, πότοις καὶ ἀθεμίτοις εἰδωλολατρίαις. ἐν ᾧ ξενίζονται μὴ συντρεχόντων ὑμῶν εἰς τὴν αὐτὴν τῆς ἀσωτίας ἀνάχυσιν, βλασφημοῦντες· οἳ ἀποδώσουσιν λόγον τῷ ἑτοίμως ἔχοντι κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς. εἰς τοῦτο γὰρ καὶ νεκροῖς εὐηγγελίσθη, ἵνα κριθῶσι μὲν κατὰ ἀνθρώπους σαρκὶ, ζῶσι δὲ κατὰ Θεὸν πνεύματι. Πάντων δὲ τὸ τέλος ἤγγικε· σωφρονήσατε οὖν καὶ νήψατε εἰς τὰς προσευχάς.

[Επειδή, λοιπόν, ο Χριστός έπαθε κατά σάρκα για χάρη μας, οπλιστείτε κι εσείς το ίδιο φρόνημα· δεδομένου ότι, αυτός που έπαθε κατά σάρκα, έπαυσε από την αμαρτία· για να ζήσετε τον υπόλοιπο χρόνο μέσα στη σάρκα, όχι πλέον στις επιθυμίες των ανθρώπων, αλλά στο θέλημα του Θεού. Επειδή, αρκετός είναι σε μας ο περασμένος καιρός τού βίου, όταν πράξαμε το θέλημα των εθνών, καθώς περπατήσαμε σε ασέλγειες, επιθυμίες, οινοποσίες, γλεντοκόπια, συμπόσια και αθέμιτες ειδωλολατρείες· και γι' αυτό παραξενεύονται, που εσείς δεν συντρέχετε μαζί τους στο ίδιο ξεχείλισμα της ασωτίας, και σας βλασφημούν· οι οποίοι θα αποδώσουν λόγο σ' εκείνον που είναι έτοιμος να κρίνει, ζωντανούς και νεκρούς. Επειδή, γι' αυτό κηρύχθηκε το ευαγγέλιο και προς τους νεκρούς, για να κριθούν μεν σύμφωνα με τους ανθρώπους κατά τη σάρκα, να ζουν όμως σύμφωνα με τον Θεό κατά το πνεύμα. Όλων δε το τέλος πλησίασε· ζήστε, λοιπόν, με σωφροσύνη, και αγρυπνείτε στις προσευχές. ]

(Επιστολή Πέτρου Α', 4: 1-7)

Βλέπουμε ότι σωστά κατανόησαν τα κηρύγματα οι “θεόπνευστοι” όπως και εμείς και περίμεναν από στιγμή σε στιγμή την Δευτέρα παρουσία. Ο Παύλος μάλιστα είναι σίγουρος ότι θα ήταν ζωντανός όταν αυτή συμβεί, και φυσικά υπάρχουν και άλλες ενδείξεις ότι στην πρώτη Εκκλησία αναμενόταν η Δευτέρα παρουσία από στιγμή σε στιγμή και εκεί μπορεί να αποδοθεί ο υπερβολικός ζήλος των πρώτων μαρτύρων να πεθάνουν πρόθυμα για κάτι που ούτως ή άλλως δεν θα αργούσε όπως πίστευαν. Άρα η απόδοση του χρησμού 0%.

Η ανάσταση μετά τρεις ημέρες

Τότε ἀπεκρίθησαν αὐτῷ τινες τῶν γραμματέων καὶ Φαρισαίων λέγοντες, Διδάσκαλε, θέλομεν ἀπὸ σοῦ σημεῖον ἰδεῖν. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς, Γενεὰ πονηρὰ καὶ μοιχαλὶς σημεῖον ἐπιζητεῖ, καὶ σημεῖον οὐ δοθήσεται αὐτῇ εἰ μὴ τὸ σημεῖον Ἰωνᾶ τοῦ προφήτου. ὥσπερ γὰρ ἦν Ἰωνᾶς ἐν τῇ κοιλίᾳ τοῦ κήτους τρεῖς ἡμέρας καὶ τρεῖς νύκτας, οὕτως ἔσται ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ καρδίᾳ τῆς γῆς τρεῖς ἡμέρας καὶ τρεῖς νύκτας. ἄνδρες Νινευῖται ἀναστήσονται ἐν τῇ κρίσει μετὰ τῆς γενεᾶς ταύτης καὶ κατακρινοῦσιν αὐτήν· ὅτι μετενόησαν εἰς τὸ κήρυγμα Ἰωνᾶ, καὶ ἰδοὺ πλεῖον Ἰωνᾶ ὧδε. βασίλισσα νότου ἐγερθήσεται ἐν τῇ κρίσει μετὰ τῆς γενεᾶς ταύτης καὶ κατακρινεῖ αὐτήν· ὅτι ἦλθεν ἐκ τῶν περάτων τῆς γῆς ἀκοῦσαι τὴν σοφίαν Σολομῶνος, καὶ ἰδοὺ πλεῖον Σολομῶνος ὧδε.

[Τότε, μερικοί από τους γραμματείς και τους Φαρισαίους απάντησαν, λέγοντας: «Δάσκαλε, θέλουμε να δούμε από σένα ένα σημείο». Και εκείνος, απαντώντας, τους είπε: «Πονηρή και μοιχαλίδα γενεά ζητάει σημείο· αλλά, σημείο δεν θα της δοθεί, παρά μονάχα το σημείο τού προφήτη Ιωνά. Επειδή, όπως ο Ιωνάς ήταν στην κοιλιά τού κήτους τρεις ημέρες και τρεις νύχτες, έτσι θα είναι και ο Υιός τού ανθρώπου στην καρδιά τής γης τρεις ημέρες και τρεις νύχτες. Άνδρες Νινευίτες θα αναστηθούν στην κρίση μαζί μ' αυτή τη γενεά, και θα την κατακρίνουν· επειδή, μετανόησαν στο κήρυγμα του Ιωνά· και δέστε, εδώ είναι κάτι περισσότερο από τον Ιωνά. Η βασίλισσα του Νότου θα σηκωθεί κατά την κρίση μαζί μ' αυτή τη γενεά, και θα την κατακρίνει· επειδή, ήρθε από τα πέρατα της γης για να ακούσει τη σοφία τού Σολομώντα· και δείτε, εδώ είναι κάτι περισσότερο από τον Σολομώντα».]

(Κατά Ματθαίον, 12: 38-42)

Γενεὰ πονηρὰ καὶ μοιχαλὶς σημεῖον ἐπιζητεῖ, καὶ σημεῖον οὐ δοθήσεται αὐτῇ εἰ μὴ τὸ σημεῖον Ἰωνᾶ. καὶ καταλιπὼν αὐτοὺς ἀπῆλθεν.

[Γενεά πονηρή και μοιχαλίδα ζητάει σημείο· όμως, σημείο δεν θα δοθεί σ' αυτήν, παρά μονάχα το σημείο τού προφήτη Ιωνά. Και αφήνοντάς τους αναχώρησε. ]

(Κατά Ματθαίον, 16: 4)

Ἀναστρεφομένων δὲ αὐτῶν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Μέλλει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθήσεται. καὶ ἐλυπήθησαν σφόδρα.

[Και ενώ διέμεναν στη Γαλιλαία, ο Ιησούς είπε σ' αυτούς: «Ο Υιός του ανθρώπου πρόκειται να παραδοθεί σε χέρια ανθρώπων· και θα τον θανατώσουν, και την τρίτη ημέρα θα αναστηθεί». Και λυπήθηκαν υπερβολικά.]

(Κατά Ματθαίον, 17: 22-23)

ἐδίδασκε γὰρ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ὅτι Ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ ἀποκτανθεὶς τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται. οἱ δὲ ἠγνόουν τὸ ῥῆμα, καὶ ἐφοβοῦντο αὐτὸν ἐπερωτῆσαι.

[Επειδή, δίδασκε τους μαθητές του, και τους έλεγε ότι ο Υιός τού ανθρώπου παραδίνεται σε χέρια ανθρώπων, και θα τον θανατώσουν· και αφού θανατωθεί, την τρίτη ημέρα θα αναστηθεί. Εκείνοι, όμως, δεν καταλάβαιναν τον λόγο, και φοβόνταν να τον ρωτήσουν.]

(Κατά Μάρκον, 9: 31-32)

Τῶν δὲ ὄχλων ἐπαθροιζομένων ἤρξατο λέγειν· Ἡ γενεὰ αὕτη γενεὰ πονηρά ἐστι· σημεῖον ζητεῖ, καὶ σημεῖον οὐ δοθήσεται αὐτῇ εἰ μὴ τὸ σημεῖον Ἰωνᾶ τοῦ προφήτου. καθὼς γὰρ ἐγένετο Ἰωνᾶς σημεῖον τοῖς Νινευῒταις, οὕτως ἔσται καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου τῇ γενεᾷ ταύτῃ σημεῖον.

[Και ενώ τα πλήθη συγκεντρώνονταν, άρχισε να λέει: «Αυτή η γενεά είναι πονηρή· σημείο ζητάει· και σημείο δεν θα της δοθεί, εκτός από το σημείο τού προφήτη Ιωνά. Επειδή, καθώς ο Ιωνάς έγινε σημείο στους Νινευίτες, έτσι θα είναι και ο Υιός τού ανθρώπου σ' αυτή τη γενεά».]

(Κατά Λουκάν, 11: 29-30)

Βλέπουμε εδώ το πόσο σημαντικά είναι τα θαύματα για τους Εβραίους, μια συνήθεια που φυσικά κληρονόμησαν και οι χριστιανοί. Ζητούν συνεχώς «σημεία και τέρατα» και όπως λένε οι ίδιοι οι ευαγγελιστές, ο θεός τους ο Ιησούς έκανε σημεία και τέρατα και ένα από αυτά προφανώς το σπουδαιότερο είναι αυτή η περίφημη “ανάστασή” του. Το εντυπωσιακό αν διαβάσει κανείς τα Ευαγγέλια είναι ότι κατέβηκε όπως ισχυρίζονται ο ίδιος θεός στην Γη, έκανε του κόσμου τα θαύματα, τον είδαν χιλιάδες πιστοί ή μη που πίστεψαν, και εντάξει δεν τον έγραψε η ιστορία, αλλά και αυτοί που υποτίθεται είδαν όλα τα θαύματα, ένας λαός μάλιστα που απαιτεί θαύματα γιατί τελικά δεν πίστεψε; Μα γιατί όπως και στην Παλαιά Διαθήκη τα σημεία και τέρατα γραφόντουσαν εκ των υστέρων για να πείσουν από εκεί και πέρα τους εβραίους έτσι φαίνεται έγινε και με τα Ευαγγέλια.

Επειδή λοιπόν στο ασυνάρτητο και φανταστικό μυθολογικό κείμενο του Ιωνά (που σκοπό έχει να “προφητέψει” την καταστροφή της Νινευή), περιλαμβάνει και ένα παλιό ναυτικό παραμύθι. Σε αυτό αναφέρεται ότι ο ήρωας έμεινε μέσα στο ψάρι που τον κατάπιε τρεις ημέρες και τρεις νύκτες και όταν άρχισε να τραγουδά αυτό τον ξέρασε άθικτο. Είναι λοιπόν προφανές ότι έτσι και ο Ιησούς πρέπει να παραμείνει νεκρός, αφού θανατωθεί τρεις ημέρες και τρεις νύκτες και μετά να αναστηθεί.

Για να καταλάβουμε τι σημαίνει μια τέτοια προφητεία αν φυσικά δεν είναι ένα απλό επικοινωνιακό τέχνασμα ενός αρχαίου σοφιστή ή σύγχρονου πολιτικού που λέει υπερβολές για να συγκινήσει τους πελάτες του, σημαίνει ότι αν ο Ιησούς πέθαινε την Πέμπτη το βράδυ στον σταυρό, έπρεπε να αναστηθεί Κυριακή βράδυ την ίδια ώρα. Μόνο που ο μέσος όρος των Ευαγγελίων είναι 1,5 μέρα δηλ. Σάββατο πρωί η μέρα του εβραϊκού Πάσχα και πιθανόν και νωρίτερα.
Επιτυχία < 50% (φυσικά με το δεδομένο ότι έγινε η ανάσταση, κάτι που ένας λογικός και εχέφρων άνθρωπος δεν μπορεί να δεχθεί).

Εδώ αξίζει να ξατατονίσω το πόσο βολικό ως προϋπόθεση για το “θαύμα” της πολυδιαφημισμένης ήδη από τον ίδιο τον Ιησού “ανάστασης”, είναι το γεγονός ότι σταυρώθηκε εσπευσμένα παραμονή του Πάσχα, με αποτέλεσμα να έπρεπε την επομένη να κατέβει από τον σταυρό για να μην υπάρχει τιμωρημένος την μεγαλύτερη γιορτή των Εβραίων, φυσικά και άλλη μια σύμπτωση ότι μόλις σταυρώθηκε «πέθανε» σε ελάχιστες ώρες και δεν χρειάστηκε να του σπάσουν τα μέλη όπως των άλλων κακούργων που φυσικά δεν είχαν πεθάνει, προσθέτοντας επί πλέον τους νέους συμβολισμούς για το φανταστικό νέο γεγονός που κολλάει στο παλιό της εξόδου και το νοηματοδοτεί σε νέα πορεία.

Για φαντασθείτε πόσες συμπτώσεις έπεσαν ώστε να μην μείνει ο Ιησούς στον σταυρό εσαεί μέχρι να σαπίσει όπως οι άλλοι σταυρωμένοι κακούργοι τις άλλες 364 μέρες του χρόνου, επειδή ήταν παραμονή του Πάσχα δηλαδή την μοναδική μέρα που θα τον κατέβαζαν και φυσικά να πεθάνει ιδιαίτερα γρήγορα στον σταυρό, ώστε να μην χρειαστεί να σπάσουν τα κόκαλά του, ώστε να ταφεί ολόκληρος κανονικά. Το σενάριο αν δεν είχε αυτές τις συμπτώσεις θα ήταν αδύνατο να γίνει πιστευτό γιατί θα έπρεπε να γίνει ενώπιον όλων (ένας αληθινός θεός δεν θα έκανε σωρεία συμπτώσεων για να του βγει το θαύμα με έναν τρόπο λογικοφανή αλλά σπάνιο, που στηρίζεται σε απίθανες συμπτώσεις). Πάνε λοιπόν την επομένη μια, ή δύο ή περισσότερες γυναίκες (ανάλογα πιο Eυαγγέλιο διαβάζετε) και βλέπουν το τάφο άδειο και μαθαίνουν από έναν-δύο...”αγγέλους” (πάλι ανάλογα από πιο Eυαγγέλιο διαβάζετε) ότι ο Xριστός ανέστη. Μάλιστα μετά την υποτιθέμενη ανάσταση ελάχιστοι φαίνεται να τον είδαν, άσε που ήταν και σε μια περίεργη μορφή κάτι μεταξύ ύλης και μη ύλης.

Το φανταστικότερο θαύμα λοιπόν που πιστεύουν οι χριστιανοί ότι έγινε ποτέ, η ανάσταση του ίδιου του θεού τους, δεν το είδε κανείς, το άκουσε από κάποιες γυναίκες που ούτε αυτές το είδαν, αλλά το άκουσαν από έναν...άγγελο και κάποιοι ελάχιστοι μαθητές του τον είδαν υποτίθεται έκτοτε και μίλησαν μαζί του όπως αναγράφουν και τα μυθολογικά κείμενα που λένε Ευαγγέλια, και μόνο αυτά.

Βέβαια για όποιον ανασκαλέψει τις ιστορικές πηγές, θα διαπιστώσει ότι υπάρχουν βάσιμες υποψίες ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος-θεός, τουλάχιστον ως άνθρωπος, δεν υπήρξε ποτέ, αφού δεν βρέθηκε μέχρι τώρα καμιά αξιόπιστη πηγή σύγχρονη της εποχής του να δίνει ξεκάθαρες πληροφορίες για αυτόν ή την τόσο δημοφιλή δράση του, τα δε Eυαγγέλια που κάποιοι τα θεωρούν επαρκή απόδειξη, βρίθουν λαθών τόσο στον γεωγραφικό όσο και ιστορικό τομέα, και υπάρχουν όπως είδαμε και βάσιμες υποψίες συνεχούς παραχάραξης από την πρώτη στιγμή που γράφτηκε κάτι για το θέμα αυτό. Είναι μάλλον φαιδρό μετά από όλα αυτά να θεωρείται ότι στον πνευματικό τομέα λέει κάτι χρήσιμο στην ανθρωπότητα.

Τι ήταν τελικά όλη αυτή η ιστορία; Μια αναφορά στην ζωή ενός άσημου μεσσία από τους χιλιάδες της εποχής που του φορτώθηκαν πράγματα και θαύματα για να στηθεί ένα νέο σκηνικό; Ένα καλοστημένο θεατρικό τρυκ για να δημιουργηθεί η νέα αίρεση; Μήπως ήταν συγκερασμός δράσης πολλών μεσσιών σε ένα μυθικό πρόσωπο; Μήπως ήταν συμβολική αναπαράσταση μιας εσσαϊκής σέχτας που κάποιοι θέλησαν να την περάσουν σαν αλήθεια; Η ιστορική επιστήμη κάποια στιγμή θα βρει κάποια άκρη. Μέχρι τότε ας έλθει πάλι ο ορθολογισμός στην ζωή μας και ας απαρνηθούμε μεσαιωνικές και βυζαντινογενείς παράλογες λογικές που κατέστρεψαν την ανθρωπότητα και την ελεύθερη ανθρώπινη έκφραση.

Επίλογος
Το σύνολο απόδοσης του Ιησού λοιπόν από τα ίδια τα εκκλησιαστικά κείμενα, είναι ο μέσος όρος, που βγαίνει κάτω από 30%, πολύ κακή βαθμολογία για υποτιθέμενο θεό. Φυσικά σε όλα αυτά πρέπει να προστεθεί και το “ὑμεῖς κατὰ τὴν σάρκα κρίνετε· ἐγὼ οὐ κρίνω οὐδένα. καὶ ἐὰν κρίνω δὲ ἐγώ, ἡ κρίσις ἡ ἐμὴ ἀληθής ἐστιν, ὅτι μόνος οὐκ εἰμί, ἀλλ' ἐγὼ καὶ ὁ πέμψας με πατήρ” (Κατά Ιωάννην, 8: 15-16), που δείχνει ότι ο Ιησούς πίστευε, ή έτσι ισχυριζόταν, ότι η κρίση του, την οποία δεν την χρησιμοποιούσε, αλλά όταν το έκανε, ήταν αληθινή, επειδή τον έστειλε ο πατέρας του ο γνωστός εβραίος θεός Γιαχβέ.

Αυτό μας δείχνει την ποιότητα των ανθρώπων που γέννησαν η διαμόρφωσαν αυτή την σκιώδη φιγούρα ως ενός υποτιθέμενου θεού, που φαίνεται ήδη ως κακός προφήτης, καθώς και όσων συνειδητά αποδέχονται αυτή την παράνοια σαν οδηγό τους στην πνευματική τους ή την πραγματική τους ζωή. Μια σωστή ρήση όμως που φέρεται να είπε, ότι το “δένδρο φαίνεται από τους καρπούς του” είναι απόλυτα σωστή και έχει εφαρμογή στην Εκκλησία που στήθηκε στο όνομά του, οι καρποί του χριστιανισμού είναι διαχρονικά κακοί, άρα και όλο το οικοδόμημα λάθος.

Η ΧΑΡΑ – Ο ΧΟΡΟΣ – Ο ΧΑΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΧΕΡΙ. Η ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ ΩΣ ΠΑΙΓΝΙΟ

Το άρθρο που θα προσπαθήσω να φωτίσω, απ’ όλες τις πλευρές του, αποτελεί μια από τις είκοσι ρίζες της ελληνικής γλώσσας, τουλάχιστον σύμφωνα με την άποψη του ανωτέρου ετυμολογικού λεξικού

Ισχυρίζομαι ευθέως ότι θέτει για πρώτη φορά το ζήτημα της ετυμολογίας της ελληνικής γλώσσας στην ορθή του βάση. Αυτό σημαίνει επίσης πως θεωρώ ότι όλοι οι προηγούμενοι ετυμολόγοι βάδισαν σε λαθεμένα ετυμολογικά μονοπάτια. Δηλώνω ότι αναλαμβάνω αβασάνιστα το οποιοδήποτε κόστος συνεπάγεται αυτή μου η έπαρση. Αισθάνομαι πλήρως την αδυναμία να υποστηρίξω την επίγνωσή μου αυτή. Σε κάθε περίπτωση αντίρρησης, το μόνο που μπορώ να πράξω είναι να παραπέμψω τον διαφωνούντα σ’ αυτό καθ’ εαυτό το έργο.
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ
Ο πρωτόγονος άνθρωπος, αλλά και ο σημερινός όταν χαίρεται γελάει. Χα-χα-νίζει. Έτσι το λένε μέχρι και τώρα. Φαίνεται όμως η αντίδρασή του αυτή να είναι αυθόρμητη και ανακλαστική. Ότι δηλαδή δεν αποτελεί προϊόν παιδείας και μάθησης. Απόδειξη ικανή αποτελεί η συμπεριφορά των βρεφών, τα οποία χαχανίζουν όταν χαίρονται πριν ακόμα αρχίσουν να μιλάνε. Εξ αυτού αναγνωρίζω ως ρίζα τον ήχο χα (χα-χα-χα…, χα-χα-νίζω).
Το βασικό ρήμα της ιστορίας της χαράς είναι το χαίρω (χαίρομαι).
Χα + είρω (= λέω) > χαείρω > χαίρω. Στον μέλλοντα του ρήματος χαίρω, το ρήμα είρω «ξεβρακώνεται» εντελώς: χα-ρήσομαι (ει-ρήσομαι). Στον παρακείμενο και πάλι: κεχα-ρηκα (ει-ρηκα).
Έχουμε και το παιχνίδι των ουρανισκόφωνων (κ-γ-χ). Οι «ψημένες» φωνητικές χορδές των ανδρών εκφέρουν ευκολότερα το κ αντί του χ. Κα-χά-ζω αντί χα-χά-ζω λέγεται το γελάν επ’ ανδρών. Τα λεξικά γράφουν, καχάζω = γελώ ηχηρής, επ’ ανδρών. Και επειδή το χ, αλλά και το ξαδελφάκι του το γ, θέλουν κι αυτά να λάβουν μέρος στην χαρά, το καχάζειν ακούγεται κάπως ως κχε-κχε… κχι-κχι… και κγχα-κγχα.. (όλα τα ξαδελφάκια ομού), το είπανε καγχάζω.
Από το ρήμα αυτό λοιπόν χαίρω γεννώνται τα χαρά, χαίρε χαιρετάω, χαριεντίζομαι, χαιρετούρα, Χαράλαμπος (λάμπω), χαροκοπώ, χαροπός (οψ), χαρωπός (ωψ), αλλά και οι Αχαρνείς!
Και οι Αχαρνείς! Για στάσου βρε αδελφέ. Μήπως το παρατραβάς το πράμμα; Δηλαδή μόνον αυτοί χαίρονταν τότε, ανάμεσα σ’ όλους τους άλλους Έλληνες;
Έψαξα λοιπόν την ιστορία τους, όπως έπραξα και σε κάθε περίπτωση, για να βρω τι το ιδιαίτερο διέθεταν αυτοί έναντι των άλλων Ελλήνων. Όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς μου είπαν τα ίδια κι απαράλλακτα. Ήσαν λέει φιλοπόλεμοι. Χάρμη λέγανε οι Έλληνες την χαρά του πολέμου!
Τι να κάνουμε τώρα εμείς; Ας παραδεχτούμε, βγάζοντας τον σκασμό μας, ότι οι αρχαίοι ημών πρόγονοι είχαν κι αυτό το κουσούρι, συν τ’ άλλα, να χαίρονται όταν πολεμούν! Λέτε να χαίρονταν για την απαλλαγή από την σκλαβιά, υπολογίζοντας στην πολεμική τους δύναμη, την εξ ασκήσεως αποκτημένη;;; Ποιος ξέρει; Μπορεί να προέρχονταν κι απ’ αυτό.
Επομένως μπορεί το α του Α-χαρνείς, να είναι επιτατικό, και δηλαδή να τους λέγανε Α-χαρμ-είς (μ>ν).
Με την ίδια λογική, που λέτε, ετυμολόγησα κι όλες τις άλλες λέξεις που παράγονται από το χαίρω, όπως χελιδών, χράω, χρέος, χρηστός, χρεμετίζω χαλάω, χάλαζα, χατέω, χαλκός, χαίνω, λαχαίνω χάος χεία, κηρός κλπ. Αν σας ενδιαφέρουν μπορείτε να τις επισκεφτείτε στο λεξικό, ανά πάσα ώρα και στιγμή. Σας περιμένουν καρτερικά, αραδιασμένες η κάθε μια στην ομάδα της, κι όχι σκόρπιες, εδώ κι εκεί, αλφαβητικά.
Στο εξής, τα στοιχεία θα παρατεθούν όπως ακριβώς καταγράφονται μέσα στο λεξικό. Ο λόγος της μεταβολής αυτής είναι ένας και μοναδικός: η μασημένη τροφή κάνει κακό στα «δόντια» του μυαλού. Ή άλλως πως: μπορεί να μάθει κανείς μόνον όσα γνωρίζει.
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΧΕΙΡΟΣ –ΤΟ ΧΕΡΙ
χειρ, χέρα, χέρι [εκ του χαίρ-ω, α>ε. Το αίσθημα της χαράς δια των χειρών κυρίως εκφράζεται, απανταχού στην υφήλιο αλλά και στα πιθηκοειδή: χειροκροτήματα, ανατάσεις χειρών, χειραψίες, αλληλοκτυπήματα παλαμών, αγκαλιάσματα και παντός είδους χειρονομίες, χειρονόμος (νέμω) = ορχηστής. Χαιρετίζουμε πάντως κυρίως δια των χειρών]- το χέρι είτε ως κλεισμένη είτε ως ανοικτή και αναπεπταμένη παλάμη, επί εχθρικής σημασίας, λαμβάνω κάτι στα χέρια = αναλαμβάνω, επιχειρώ, επί παντός εργαλείου ομοίου προς χέρι.
Όλα τα παράγωγα στο λεξικό.
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ
χορός [χαρά, χειρ, χέρα (ε>ο), δια των χειρών εκφράζεται και αρθρώνεται ο χορός κυρίως, χορεύει δε κάποιος δια των χειρών και καθισμένος].
ΚΙ Ο ΧΑΡΟΣ;
Χάρων [βλ. αιρέω, χειρ > χερ- > χαρ- (ε>α), βλ. χειρόω]- ο Χάρος, ως όνομα του λέοντος, ο πορθμός της Στυγός, θάνατος. Χάρος, Χάροντας, Χαρώνειος, Χαρωνίται, Χάρυβδις (άπτω, πτ>βδ, επτά – έβδομος), Χαρυβδίζω, Χαρυβδηδόν, Χάρυβδη.
Χειρόω = καταβάλλω, υποράσσω, νικώ (την ζωή).
ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΡΙΖΑ ΧΑ-
Ρίζα χα-
χαίρω [αόρ. ε-χά-ρησα, πρκμ. κε-χά-ρηκα, μέλλ. χα-ρήσομαι, χα-ρά, χά-ρις. Η ρίζα φαίνεται χα- + είρω ( = λέγω) > χαείρω > χαίρω, μέλλ. χαρήσομαι (του είρω, ει-ρήσομαι), πρκμ. κεχά-ρηκα (εί-ρηκα). Από τον ήχο του γέλιου χαχα..νίζω, χα-μογελώ. Η ακουστική διαπλοκή των ουρανισκόφωνων (κ, γ, χ) στο γέλιο των είναι χαρακτηριστική. Ακούγεται ως κακα… ιδίως από ώριμους άνδρες (κα-χάζω = γελώ ηχηρής, επ’ ανδρών). Επί το πλείστον ακούγεται ως κχεκχε…, κχικχι…, κχακχα… ή καγχκαγχ… (καγχάζω)]- είμαι, πλήρης χαράς, κατέχομαι από χαρά, ευφραίνομαι, είμαι ευχαριστημένος, ήδομαι. χαίρε, χαίρετε, χαιρετώ, χαιρετίζω, χαιρέτισμα, χαίραθλος (άθλος), χαιρεκακία, χαιρεκακέω, επιχαιρεκακέω, επιχαιρεκακία, χαιρέκακος, επιχαιρέκακος, χαιρηδόν, Χαιρημόνιος,χαιρησιφονέω (φονεύω), χαιροσύνη, Χαιρεθιανά, χαιρετάω, χαιρέτημα, χαιρέτισμα, χαιρετισμός, χαιρετιστήριος, αποχαιρετισμός, χαιρετούρα, χαίρομαι, Χαιρώνεια, α (δασ.) [εκ του χαχα…, το χ σε δασεία]- προς έκφραση γέλιου.
χαρά [χαίρω], χαράγγελος, Χαρά, χαρίεις, χαρι-, χαριεντής, χαριεντίζομαι, χαριέντισμα, χαριεντισμός, χαριεντότης, χαριέντως, χαρίζομαι, χαριεργός, χαρίνος, χάρις, χάριν, χαρίσιος, χάρισμα, χαρισμός, χαριστείον, χαριστέον, χαριστήριος, χαρίστια, χαριστικός, χαριστίων, χάριτερ, χαρητήσια, χαριτία, χαριτο-, χαριτομένος, χαριτόεις, χαριτόω, χαριτώνω, χαριτώνυμος (όνομα), χαρτώπης (ωψ), χάρμα, χάρμη, χαρμονή, χαρμονικός, χαρμοσύνη, χαρμόσυνος, χαρμο-, χαρο-, χαροπός (οψ), ευχαριστώ, ευχαρίστισις, ευχαριστιμένος, χαροπότης, χάροψ, χάρων, Χάρων, Χαρώνιος, Χαρονίται, χαρωπός (ωψ), χάρωψ, χαρτός, Χαράλαμπος (λάμπω), χάρη, Χάρια, Χαρίλαος (λαός), Χάριτες, Χάρμα, Χαρμίδης, Χαροπό, χαρούδια, χαρούμενος, χαροκόπι (κόπτω), χαροκοπείο, χαροκοπιά, χαροκόπος, χαροκοπίστρα, Χαροκόπος, χαροκοπώ, χαροκοπάω.
Αχαρνείς [α (επιτατ.) + χάρμη ( = η χαρά του πολέμου, μ>ν), ήσαν φιλοπόλεμοι], Αχαρναί, Αχαρνές.
χελιδών [χαρά, χαρί-εις + άδω (α>ε, ρ>λ), χαρακτηριστικό το κελάϊδισμά της ωσάν εκ χαράς προερχόμενο]- το χελιδόνι. χελιδόνι, χελιδόνειος, χελιδόνεος, χελιδονίας, χελιδονιδεύς, χελιδονίζω, χελιδονίσματα, χελιδόνιον, χελιδόνιος, χελιδονίς, χελιδόνισμα.
χράω [χάρις = εύνοια, ευμένεια (αρ>ρα)]- χορηγώ ό,τι είναι αναγκαίο, δίνω χρησμό, διακηρύττω, λέγω, προμηνύω ή οδηγώ δια χρησμού, μεσ., συμβουλεύομαι θεό ή μαντείο, ερωτώ θεό ή μαντείο, επί των ζητούντων κάτι από τον μεγάλο βασιλέα, παρέχω κάτι, εφοδιάζω κάποιον με κάτι. χράομαι, χρώμαι (συνηρ.)- αποθετικό, εκ της σημασίας του συμβουλεύομαι μαντείο ή κάνω χρήση αυτού, προκύπτει η κοινή σημασία του μεταχειρίζομαι, θέτω σε ενέργεια κάποια δύναμη της ψυχής μου, κάποιο αίσθημα ή πάθος, κατάσταση ψυχής και τα όμοια, εξασκώ, δοκιμάζω, υποφέρω, χρέομαι (α>ε), κέχρημαι- πρκμ. με σημασία ενεστωτ. = έχω χρεία τινός, επιθυμώ, ως επιτεταμένος ενεστωτ., έχω σε χρήση, έχω, κατέχω, χρέω- δίνω χρησμό, χρη (α>η)- δίνω χρησμό, ενίοτε, είναι δυνατόν ή πιθανόν, η μοίρα, το πεπρωμένο, ανάγκη, χραισμέω, κίχρημι (αναδιπλ.), κιχράω.
χρέος, χρείος, χρέως, χρήος [χράω, χρέομαι]- οφειλή, αναγκαία εργασία, υπόθεση, δουλειά, σχεδόν όπως το χρήμα, κατά χρέος = καθώς είναι πρέπον, καλό, καθήκον, σκοπός, έργο. χρεαγωγός, χρεάρπαξ (αρπάζω), χρεία, χρείη, χρηία, χρειάζομαι, χρειαζόμενα, χρειαζούμενα, χρειασίδι, χρειγιά, χρειακός, χρείμενος, χρειοκόλαξ, χρειόω, χρειώ, χρεώ, χρειώδης, χρειωδώς, χρεο-, χρεω-, χρεωστέω, χρεωστώ, χρεώνω, χρέωσις, χρεώστης, χρεωστικός, χρεοστάσιον (ίστημι), χρήζω, χρήσδω, χρηίσκομαι, χρηίζω, χρήμη, χρημοσύνη, αχρείαστος, αχρειεύω, αχρείος, άχρειος, αχρειο-, αχρειώνομαι, αχρείωσις, εξαχρείωσις, αχρειότης, αχρήιος, χρήμα, χρηματίας, χρηματίζω, χρηματικός, χρημάτισις, χρηματισμός, χρηματιστήριον, χρηματιστής, χρηματιστικός, χρηματίτης, χρηματο-, χρήσις, χρησείδιον, χρησιμεύω, χρήσιμος, χρησιμότης, χρησι-, χρησιμο-, αχρησία, αχρησίμευτος.
χρηστός [ρημ. επίθ. του χράομαι]- χρήσιμος, ωφέλιμος, καλός, υγιεινός, αποτελεσματικός, αγαθός, ικανός, ανδρείος, γενναίος, τίμιος, αξιόπιστος, ευπατρίδης, επί θεών, αγαθός, εύνους, ευμενής, ελεήμων, οικτίρμων, ενίοτε επί κακής σημασίας όπως το ευήθης, ανόητος, μωρός, επί ανδρός, ισχυρός στο σώμα, ικανός προς συνουσία. χρηστώς, χρηστέον, χρηστεύομαι, χρήστης, χρηστήρ, χρηστηριάζω, χρηστήριον, χρηστήριος, χρηστηριώδης, χρηστικός, χρηστο-, χρήστωρ, άχρηστος, αχρηστεύω, άχρηστα, αχρήστευσις, αχρηστία, αχρήστωσις, χρησμός, χρησμο-, χρησμωδέω (άδω), χρησμωδία, χρησμωδικός, χρησμοσύνη, χρησμωδός, κρήγυος (χ>κ + άγω, α>υ)- ωφέλιμος, αγαθός, καλός.
χρεμετίζω [εκ του χρε-ία = ανάγκη, έλλειψη, φυσική ανάγκη, διότι ο ίππος χρεμετίζει όταν αντιληφθεί θηλυκό του είδους του, εξ ου και οι σχετικές έννοιες επ’ ανδρών (λάγνος, ασελγής) ή όταν αντιλαμβάνεται την παρουσία του ιδιοκτήτη του, ο οποίος θα του ικανοποιήσει την ανάγκη της διατροφής και του ποτίσματος. Ο ήχος του χρεμετίσματος δεν φαίνεται να συνάδει με τον ήχο χρε-, ώστε να πρόκειται περί ονοματοποιίας, όπως γνωμοδοτούν οι γραμματικοί]- επί ίππων χλιμιντρώ, μεταφ., επί λάγνων και ασελγών ανδρών. χρεμέτισμα, χρεμετισμός, χρεμετιστικός, χρεμίζω, χλιμιντρίζω (ρ>λ, ε>ι), χλιμιντρώ, χλιμίντρισμα.
χρέμπτομαι [ονοματοποιία]- βήχω για να εκβάλλω φλέγμα. χρέμμα, χρέμψις, αποχρέμπτομαι, απόχρεμψις, αποχρεμπτικό, χαρμπόλα (ρε>αρ), χαρμπολιάρης.
καχάζω, καγχάζω, καγχλάζω, καγχαλάω [βλ. χαίρω]- γελώ ηχηρώς (επ’ ανδρών). χαχανίζω, καχανίζω, καχασμός, κιχλισμός (επί γυναικών), καγχαλίζομαι, κάγχαλος, κάγχασις, καγχαστής, καγχάς, καγχασμός.
χαλάω, χαλαίνω [χαίρω, χαρά (ρ>λ), η χαρά και το γέλιο χαλαρώνουν κάθε προηγηθείσα ένταση είτε σωματική είτε ψυχοπνευματική]- χαλαρώνω, ξετεντώνω, λύω, απολύω, παραβλέπω, αφήνω, υποχωρώ, συγχωρώ, καταβιβάζω, διαλύω. χαλαρώνω, χαλαρός, χαλαρά, χαλαρότης, χαλάρωσις, χάλασις, χάλασμα, χαλασμάτιον, χαλασμός, χαλαστήρια, χαλαστής, χαλώ, χαλνώ, χαλνάω, χαλαστικός, χαλαστόν, Χαλαστραίος, Χαλάστρα, χαλάβρα, χαλαβρώνω, χάρβαλο, χαλάλι, χαλαλίζω, Χάλαρα, Χαλάνδρι, Χαλανδρίτσα, χαλαράδα, χαλαρωτικός, χαλασμένος, χαλαστής, χαλάστρα, χάλαρο, χαλία, χάλια, αγχαλάω (ανά, ν>γ), χάλι, χλαρός (χαλαρός), χλάδω (άδω)- χαίρομαι μεγαλοφώνως, ψοφέω, κέχλαδα (αναδιπλ.), κέχλαδον.
χάλαζα [χαλ-άω + αΐσσω, άσσω (σσ>ζ)]- το χαλάζι. χαλάζι, χαλαζαίος, χαλαζάω, χαλαζεπής (έπος), χαλαζηδόν, χαλαζήεις, χαλαζιάζω, χαλάζιον, χαλάζιος, χαλαζο-, χαλαζόομαι, χαλάζωμα, χαλάζωσις, χαλαζιώδης, χαλαζίας, χαλάζιο, Χαλαζόνι, χαλαζόπληκτος, χαλαζόπτωσις.
χατέω [χα-ρά + δέω ( = ζητώ, δ>τ)]- ποθώ, επιθυμώ θερμώς, θέλω κάτι, χρειάζομαι. χατίζω, χατεύω, χάτις, χατίρι, χητίζω (α>η), χητεία, χήτος, χήτις, χητοσύνη.
χαλεπός [χαίρω, χα-ρά + λείπω (ει>ι), δηλαδή ο αφαιρών την χαρά]- λυπηρός, δύσκολος, βαρύς, φοβερός, ισχυρός, οργίλος, τραχύς, ιδιότροπος. χαλεπώς, χαλεπαίνω, χαλεπήρης, χαλεπότης, χαλεπτύς, χαλέπτω.
καχλάζω [κέχλαδα (βλ. χλάδω) > κεχλάδ-ιω > καχλάζω (ε>α, δι>ζ)]- κατά τον Ησύχ., ιδίως περί του κύματος όταν φερόμενο επί τους κάχληκας (βότσαλα) ψοφεί και ηχεί, επί των κυμάτων, παταγώ, ψοφώ, επί του βράζοντος ύδατος, επί μεγάλης ευγλωττίας. κάχλασμα, καχλασμός, κάχληξ, κοχλάζω(α>ο), κόχλαξ, κοχλακώδης, κόχλασμα, κάχηκες, καχληκοσωροί, κοχλάδι, κοχλίδι, κοχλακίζω, κοχλακώ, κοχλασμός, χοχλίδι (κ>χ), χοχλάδι.
χάλιξ [βλ.καχλάζω, χλάζω > χλα- > χαλ-]- χαλίκι, λιθαράκι. χαλίκωμα, χαλικώδης, χαλίκι, Χαλίκι, χαλικολόγος (συλ-λέγω), χαλικώνω, χαλίκωσις, χαλικωτός, χαλικο-, χαλικώ.
χάλυψ [χαλεπός > χαλοπός > χάλυψ (ο>υ), απαιτεί επίπονη (χαλεπή) κατεργασία για να εξαχθεί από το μετάλλευμα]- ατσάλι, σκληρυμένος σίδηρος. χάλυβας (χάλυβος, γεν. του χάλυψ, π>β), χαλυβδικός, χαλυβικός, χαλυβηίς, χαλύβδινος, χαλυβδώνω, χαλύβδωσις, χαλύβωσις, χαλυβο-, χαλυβουργείο (έργον), χαλυβουργία.
χαλκός [χαλεπός > χαλπός > χαλκός (π>κ), βλ. χάλυψ (για τους ίδιους λόγους)]- το μέταλλο χρώματος ερυθρού. χαλκ-, χαλκεία, χαλκείον, χάλκειος, χαλκήιος, χαλκεο-, χάλκεος, χάλκευμα, χαλκεύς, χαλκευτήριον, χαλκευτικός, χαλκευτός, χαλκεών, χαλκή, χαλκηδόνιον, χαλκηδών, χαλκήεις, χαλκήιον, χαλκήλατος (ελαύνω), χαλκήρης (άρω), χαλκίαν, χαλκιδεύς, Χαλκιδική, Χαλκιδιακός, Χαλκιδίζω, Χαλκιδαϊκός, Χαλκιδικιώτης, Χαλκιδιώτης, Χαλκηδών, χάλκινος, χαλκίδιον, χαλκιδίτις, χαλκίζω, χαλκίναος (ναός), χαλκίνδα, χαλκίον, χαλκισμός, χαλκι-, χαλκο-, χαλκόπτης (έψω), χαλκωρυχείον (ορύσσω), χαλκουργείον (έργον), χαλκόω, χαλκούς, χαλκώνητος (ωνέομαι), χάλκωμα, χαλκώματα, χάλκευσις, Χάλκη, Χαλκιάδες, χαλκιάς, Χαλκιάς.
χαίνω [στον Όμηρο μόνο στον αόρ. χανών και πρκμ. κε-χηνώς. Ο ήχος του χασμουρητού (χασμώμαι, χασμουριέμαι), ακούγεται ξεκάθαρα ως ένα μακρό χχααα… Σε καμμιά δε άλλη περίπτωση δεν ανοίγει ο άνθρωπος το στόμα του (χαίνω, χάσκω) περισσότερο απ’ ότι στο χασμουρητό. Επί πλέον η κατ’ εξοχήν έκφραση της χα-ράς είναι το γέλιο (χασκο-γελώ), το οποίο δι’ ανοικτού στόματος εκφράζεται. Ούτως ή άλλως η ρίζα είναι χα-]- ιδίως σημαίνει ανοίγω το στόμα πολύ, χάσκω εκ κοπώσεως ή εξ ανίας ή εξ ελλείψεως προσοχής, σπανιότερα, ομιλώ με χάσκον στόμα. χανών, χάσκω, χασκάζω, χάσκαξ, χάσκας, χασκογελώ, χασκογελάω, χάσμα, χασμάομαι, χασμώμαι, χασματίας, χασματικός, χασμέομαι, χασμάομαι, χάσμη, χάσμημα, χάσμησις, χασμός, χασμωδέω (ωδή), χασμώδης, χασμωδία, χασμωδιώδης, χασμάδα, χασμάτια, χασματίας, χασμούρημα, χασμουρητό, χασμουριάρης, χασμουριέμαι.
χανδόν [έ-χαν-ον, αόρ, του χαίνω και χάσκω]- με ανοικτό στόμα, απλήστως, αθρόως. χανδός, χανδοπότης, χανδάνω (όπως το χωρώ, μεταφ., είμαι δεκτικός, δηλαδή ανοικτός, είμαι ικανός), χαντάκι, Χάνδαξ, Χάνδακας, χαντάκωμα, χαντακώνω, χάδην, χάδαν, χάννη (νδ>νν), χάννος, χάνος, χανύω, χανύσσω, αχανής, χάνδρα, χάντρα (φέρει διαμπερή οπή).
χήν, χάν, χήνα [κέ-χηνα, πρκμ. του χαίνω και χάσκω, εκ του χάσκοντος ράμφους της όταν φωνασκεί], χηνάριον, χήνειος, χήνεος, χηνέλωψ (ωψ), χηναλώπης, χηνέρως, χήνημα, χηνιδεύς, χηνιδής, χηνίζω, χηνίον, χήνιος, χηνίσκος, χηνο-, χηνύστρα, χηνυστεύω, χηνυστράομαι, χηνώδης, χηνώ.
λαχαίνω [λα (επιτατ.) + χαίνω]- ορύσσω, σκάπτω, κατά Ησύχ. «λαχαίνειν … αφ’ ου και το λάχανον, το μεγάλως χαίνων» ή από το σκάψιμο (λαχαίνω) περί αυτών προς ανάπτυξη. λάχανον, λαχανάριον, λαχανεία, λαχάνευμα, λαχανεύομαι, λαχανεύς, λαχανηρός, λαχανήτης, λαχανίτης, λαχανιά, λαχανίδιον, λαχανίζομαι, λαχανικός, λαχάνιον, λαχανισμός, λαχανο-, λαχανώδης.
χάος [χαίνω, χα-νών]- η πρώτη του κόσμου κατάσταση, τον περί ημάς χώρο, την έκταση του αέρος, την ατμόσφαιρα, την υποχθόνια άβυσσο, το άπειρο σκότος, κάθε μεγάλο και αχανές χάσμα. χαόω, χαώδης, χάνω, χάνομαι, χαμένος, χαμός, χάσιμο, χάση, χασομέρι (ημέρα), χασομεράω, χασομέρης, χασομερώ, χασούρα, χασοφεγγαριά, χασο-.
χαύνος [χαίνω, χάος > χαόος > χαύνος (ο>υ)]- κυρίως χάσκων και εξ αυτού επί της συστάσεως πορώδης, σπογγώδης, χαλαρός, μεταφ. ανούσιος, κενός, μάταιος. χαύναξ, χαυνιάζω, χαυνο-, χαυνότης, χαυνόω, χαύνωμα, χαύνωσις, χαυνωτικός, χαυνών, αχαμνός, αχαμνά, αχαμνάδα, αχάμνια, αχάμνισμα, αχαμναίνω, αχαμνεύω, αχαμνίζω, αχαμνούλης, αχαμνο-.
χεία, χείη [χαί-νω, α>ε]- οπή, μάλιστα φιδιών, φωλιά. οχέα (ο, ευφων., ει>ι), οχέη, χηραμός (ει>η), χηραμίς, χηράμβη, χηραμοδύτης (δύω), χήραψ, χηραμόθεν, χηραμύς, χηραμών, χηλαμός, χήμη, χηβάδα, αχηβάδα (βάδος), χήμωσις.
κηρός [χηρ-αμός = οπή, φέρει οπές (κηρήθρα), χ>κ]- κερί. κηρί, κηρίνη, κήρινθος, κήρινος, κηρίον, κηριόομαι, κηριο-, κηρίτις, κηριώδης, κηρίωμα, κηρίων, κηρο-, κηρόομαι, κηράνθεμον, κηραχάτης (αχάτης), κηραψία (άπτω, άψις), κηρέλαιον, κηρόχρως (χρους), κηρήθρα (αθρόως, α>η), κηρηθροστάτης (ίστημι), κηρικός, Κήρινθος, κηρίτης, κηροπήγιον (πήγνυμι), κερί (η>ε), κερένιος, κερύθρα, Κερί, κέρινος, κερίτης.
γαστήρ [χάσκω (χ>γ), βλ. χανδάνω (μέλλ. χείσ-ομαι, ει>α) = χωρώ, είμαι δεκτικός (δέχεται τις τροφές)]- κοιλιά, το υπογάστριο, το στομάχι ως επιζητόν τροφή, η μήτρα. γαστερόχειρ (χειρ), γαστρόχειρ, γάστρα, γαστραία, γαστρίδιον, γαστρίζω, γαστρι-, γαστρίον, γάστρις, γαστρισμός, γαστρο-, γαστροειδής, γαστρώδης, γαστροιίς, γάστρων, γαστέρα, γαστερό, γαστρερό, γαστρα-, γαστρ-, γαστρικισμός, γαστρικός, γαστρίνη, γκαστρώνω, γκάστρι, γκαστριά, γκάστρωμα, γκαστρωμένος, γλάστρα (γ>γλ), Γλάστρα.
κάπτω [χάσκω > χάκω > χάπω (κ>π) > κάπτω (χ>κ) > χάφτω (π>φ)]- χάφτω, καταπίνω. κάπη- φάτνη, καπάνη, καπαίος, καπανικός, κάμμα (πμ>μμ), κάψις, κάμμαρος, κηφήν (α>η, π>φ, τρώει εντός της κυψέλης μη εργαζόμενος), κηφήνας, κηφήνιον, κηφηνώδης, κηφηναρειό, κηφηναριό, κηφηνο-, κήφος, χάφτω, χάφτας, χάφτης, χάφτισσα, χάβω (π>β), χαψιά, χαψί, χαμψί, κάπηλος (κάπη + ήλ-θον)- ιδίως έμπορος ζωοτροφών, μικρέμπορος, λιανοπωλητής, μεταπράτης, εξαπατών, δόλιος, καπηλείον, καπηλεία, καπήλευμα, καπηλευτής, καπηλευτικός, καπηλικός, καπηλεύω, καπηλίς, καπηλικός, καπηλοδύτης (δύω), καπηλοτριβέω (τριβέω), καπητόν, καπαλίζω, καπαλευτής, καπηλειό, καπουλειό, κύπειρον (α>υ, η>ει)- φυτό χρησιμεύον ως τροφή ίππων, κυπειρίζω, κυπειρίς, κύπειρος, κύπαιρος, κεπφόω (α>ε + φημί, ρίζα φα-, α>ο)- εξαπατώ, κεπφώδης, κέπφος, κέπφωσις.
κίβδηλος [κάπ-ηλος, κεπ-φόω (ε>ι, π>β) + δήλος]- νοθευμένος, νόθος, αχρείος, χαμερπής, απατηλός. κιβδήλευμα, κιβδηλία, κίβδης, κιβδηλεία, κιβδηλεύω, κιβδηλιάω.
χείλος [χάσκω, χεί-α + ροή (ρ>λ), γεν. χεί-λε-ος (ρέ-ω), δηλαδή αυτό από το οποίο ρέουν προς τα έξω, τα εκ του στόματος (χεία) εξερχόμενα (κυρίως λόγια, «άλλα λένε τα χείλη σου…»). Εκτός και αν το –λός έχει σχέση με το λέγω (λό-γος)]- το χείλι, μεταφ. επί πραγμάτων, η άκρη, το ράμφος πτηνών, το χείλος κρατήρα, επί ποταμών, λιμνών. χειλο-, χειλόω, χείλωμα, χειλαράς, χειλάς, χείλι, χειλεο-, αχείλι, χειλικός, χειλίνος, χειλίτις, χειλούσα, χείλωνας.
χελύνη [χείλος, ει>ε, ο>υ]- χείλος. χελύνιον, χελυνοίδης (οίδημα), χέλλος (λν>λλ), χελλών, χελλύσσομαι, χελών, χελύσσομαι, χελύσσω, χελύτις, χελύσκιον, έγχελυς (εν, ιχθύς με μακρύ ράμφος), εγχέλειον, εγχέλης, εγχελυών, εγχελυωπός (οψ), χέλι.
χηλή [χείλος, ει>η, εκ του δισχιδούς των χειλέων]- η οπλή του ίππου, επί βοών, τα νύχια του καρκίνου, επί των νυχιών των πτηνών, όνομα πολλών δισχιδών εργαλείων, ραγάδα, σκάσιμο φτερνών. δίχηλος (δις), τρίχαλος (τρις), διχάλα, χηλόω, χήλωμα, χήλαργος (αργός =ταχύς), χηλοειδής, χηληφόρος, χηλόποδα, χηλίον, χήλωμα, χηλευτής- ράφτης (ράβει δύο άκρα μεταξύ τους), χήλευμα, χήλευσις, χηλευτός, χηλεύω, χηλώτιον, χηλός, χήλινος, χηλάξ.
τράχηλος [κάρα + χηλόω (κεχήλωμαι πόδας = δένω τα πόδια μαζί) > κάρ-χηλος > κράχηλος (αρ>ρα) > τράχηλος (κ>τ), δηλαδή ο συνδέων την κεφαλή με το σώμα (βλ. χηλευτής)]- ο λαιμός, το μεσαίο μέρος του ιστού. τραχηλάγχω (άγχω), τραχήλια, τραχηλιάζω, τραχηλιάω, τραχηλιαίος, τραχηλιαστής, τραχηλίζω, τραχήλιον, τραχηλισμός, τραχηλιστήρ, τραχιλιώδης, σκληροτράχηλος, τραχηλιώτης, τραχηλάς, τραχηλοκοπία (κόπτω), τραχηλόσιμος (σιμός), τραχηλοειδής, τραχηλώδης, τραχήλης, τραχήλιον, τραχηλιά, τραχηλίζω, τραχηλικός, τραχηλίτις, τραχηλο-.
Ρίζα χα- > γα-
γάνυμαι [βλ. χαίρω (χ>γ), ρίζα χα- > γα- > γάομαι > γάνομαι > γάνυμαι (ο>υ)]- χαίρομαι για κάτι, αγάλλομαι, λαμπρύνομαι, φαιδρύνομαι. γανύσκομαι, γανάεις, γανάω, γάνος, γανόω, γάνυσμα, γανώδης, γάνωμα, γάνωσις, γανωτός, γανώνω, γανωματάς, γανωματής, γανωτής, γανωτζής, γάνα, Γαναδιό, γανάρα, γανιά, γανίλα, Γάνος, Γανόχωρα, Γανυμήδης (μέδω), αγανός (α, στερητ.), αγανεύω, αγάνιδα, ευαγής (ευ + γάνος > ευγανής > ευαγνής (γα>αγ) > ευαγής)- λαμπρός, επιφανής, ευάγητος.
αγάλλω [α (επιτατ.) + γάνος > αγάλ-νω (ν>λ) > αγάλλω (λν>λλ)]- μεγαλύνω, τιμώ, παθ., καυχώμαι, ευφραίνομαι, χαίρομαι, τέρπομαι για κάτι. αγαλλίαμα, αγαλλιάομαι, αγαλλίασις, αγαλλιασμός, αγαλλιάω, αγαλλιάομαι, αγαλλιάζομαι, άγαλμα, αγαλματίας, αγαλμάτιον, αγαλματίτης, αγαλματο-, αγαλματόω, αγαλμο-, αγαλματώνω, αγλαός, αγλαΐα, αγλαΐζω, αγλάϊσις, Αγλαΐα, αγλάϊσμα, αγλαϊσμός, αγλαϊστός, αγλαο-, αγλαυρός, Άγλαυρος, γληνός, γλάδω (άδω).
γαίω [γά-νος = έπαρση (α>αι)]- γαυριάω, επαίρομαι. γαυρόω (γάνος > γανορόω, ροή > γαορόω > γαυρόω, ο>υ), γαυριάω, γαύρηξ, γαυρίαμα, γαύρος, γαυρότης, γαύρωμα, αγαυός (α, επιτατ.), γάβρος (γαύρος = άφθονος, υ>β).
γελάω [γάν-ος = χαρά, γαν- > γάλ- (ν>λ) > γελ- (α>ε) > γελάω]- γελώ. γελώ, καταγελώ, περιγελώ, περιγέλαστος, περιγελώμαι, γελανής, γελανόω, γελασείω, γελάσιμος, γελασίνος, γέλασις, γελάσκω, γέλασμα, γελαστής, γελαστικός, γελαστός, γελαστύς, γελόω, γελοιάζω, γελοιασμός, γελοιαστής, γελοιάω, γέλοιος, γελοίος, γελοιότης, γέλιο, γελοιώδης, γελοιωδώς, γέλως, γελωτο-, γέλωτας, γελώων (οι>ω).
χλευάζω [γελοιάζω > γλεοιάζω (ελ>λε) > χλευάζω (γ>χ, οι>υ)]- περιγελώ, εμπαίζω. χλεύαξ, χλευασία, χλεύασμα, χλευασμός, χλευαστής, χλευαστικός, χλεύη, χλεύμενος.
γλεντώ [γελάω > γελάτω > γλάτω > γλεντώ (α>ε)]- διασκεδάζω. γλέντι, γλεντζές, γλεντοκοπώ (κόπτω), γλεντοκόπι, γλεντοκόπημα.
αγάομαι, άγαμαι [α (επιτατ.) + γάν-ος, γαν-άω, δηλαδή αγάνομαι > αγάομαι, ώστε να εξηγούνται τα αγά(ν)ασθε, αγά(ν)ασθαι, ηγά(ν)ασθε, αγάσσομαι (νσ>σσ)]- θαυμάζω (εκ της λαμπρότητάς του κάποιον), εκπλήττομαι, τιμώ, χαίρομαι, ήδομαι, επί κακής σημασίας (εκ φθόνου ή ζηλοτυπίας, εκτός και αν το αρχικό α στις περιπτώσεις αυτές έχει σημασία αρνητική), φθονώ κάποιον, οργίζομαι, είμαι ζηλότυπος. αγαίομαι, αγαίος, αγαλίζομαι, αγαλλιάζω, αγάλιος, αγάζομαι, αγιστής, άγος, άγιος, αγής, εναγής, αγείτης, άγη- θαυμασμός, έκπληξη, φόβος, φρίκη, θάμβος, φθόνος, κακία, μίσος, αγητός, αγατός, αγαστός.
αγαθός [αγάσσομαι, μέλλ. του άγαμαι, σσ>θ]- θαυμαστός, εξαίρετος, καλός, ήπιος, ευγενής, ανδρείος. αγαθώς, αγαθ-, αγαθίζομαι, αγαθικός, αγαθο-, αγαθότης, αγαθόω, αγαθύνω, αγάθωμα, αγαθοσύνη, αγασός (θ>σ), αγαθά, Αγάθεια, αγαθεύω, Αγάθη, αγαθιάρης, αγαθόν, Αγαθόπολις, αγαθούλης, Αγάθων.
γηθέω [γά-νυμαι (α>η) + θέω]- χαίρομαι, αγάλλομαι, χαίρομαι κάνοντας κάτι. γήθος, γηθοσύνη, γηθαλέος, γηθόσυνος, γήθω, γάσσα (θ>σσ).
γαλήνη [γάνος > γανήνη > γαλήνη (ν>λ), φαίνεται σαν γανωμένη, εξ ου λέγεται και είδος αργυρόχρωμου μολυβδούχου γης (ασημόχρωμα)]- ηρεμία θαλάσσης, ανέμων. γαληναία, γαληναίη, γαληναίος, γαλήνεια, γαλάνεια, γαληνής, γαληνός, γαληνιάζω, γαληνιάω, γαληνίζω, γαληνισμός, γαληνότης, Γάλλος (γάλ-νος, λν>λλ)- ποταμός της Φρυγίας και εξ αυτού ιερέας της Κυβέλης (ευνούχος), αγαληνός (α, επιτατ.), αγάλι, αγάλια, γάλι, γάλια, αγαλιάζω, αγαλινά, γαλινά, αγαλιανός, γλάρα, γλαριάζω, γλαρός, γλάρωμα, γλαρώνω.
Ρίζα χα- > χερ-
χειρ, χέρα, χέρι [εκ του χαίρ-ω, α>ε. Το αίσθημα της χαράς δια των χειρών κυρίως εκφράζεται, απανταχού στην υφήλιο αλλά και στα πιθηκοειδή: χειροκροτήματα, ανατάσεις χειρών, χειραψίες, αλληλοκτυπήματα παλαμών, αγκαλιάσματα και παντός είδους χειρονομίες, χειρονόμος (νέμω) = ορχηστής. Χαιρετίζουμε πάντως κυρίως δια των χειρών]- το χέρι είτε ως κλεισμένη είτε ως ανοικτή και αναπεπταμένη παλάμη, επί εχθρικής σημασίας, λαμβάνω κάτι στα χέρια = αναλαμβάνω, επιχειρώ, επί παντός εργαλείου ομοίου προς χέρι. επιχειρώ, επιχείρησις, επίχειρα, επιχείρημα, επιχειρηματίας, επιχειρηματικός, επιχειρηματικότης, επίχειρο, διαχείρησις, διαχειρηστής, διαχειρίζομαι, διαχειρηστικά, διαχειριστικός, πρόχειρος, προχειρότης, προχειρο-, προχειρίζω, πρόχειρο, προχείρισις, προχειρόομαι, προχειροτονέω, χειροτονώ, χειροτονία (ανάταση χειρός, τείνω), χειροτονητής, χειρότονος, χειροτονητός, χειροτονητώς, χειρο-, εγχειρίζω (εν), εγχειρέω, εγχείρημα, εγχειρηματικός, εγχείρησις, εγχειρητής, εγχειρητικός, εγχειρία, εγχειρίδιος, εγχείριον, εγχειριστής, εγχειρο-, εγχειρίδιον, εκεχειρία (ε, ευφων. + κεχείρωμαι, πρκμ. του χειρόομαι = ημερώνω)- διακοπή εχθροπραξιών, ανακωχή, άνεση, αργία, ανάπαυλα, χείρωμα, χειρ-, χειράς, χειραψία (άπτω, άψις), χειριάω, χειρίς, χειρίζω, χείρισμα, χειρισμός, χειριστεύω, χειράγρα (άγρά), χειράφετος (αφήνω), χειρίδιον, χείριξις, υποχείριος, χειρουργέω (έργον), χειρουργία, χειρουργός, Χείρων (ήταν χειρουργός, επιδέξιος), χειρώναξ (άγω, άξω), χειρωνάκτης, χειρωνακτικός, χειρωναξία, Χειρώνιος, Χειρωνίς, χεριάρης (άρω), χερέα, χεριά, χερνής, χερνήτης, χερνήτωρ, χερνιβείον (νίβω), χέρνιβον, χέρνιμμα (βμ>μμ), χερνίπτομαι, χέρνιπτον, χέρνιψ, χερο-, χερύδιον.
χειρόω [βλ. χειρ (επί εχθρικής σημασίας)]- φέρω στην εξουσία μου, κατανικώ, κυριεύω, υποτάσσω, νικώ, καταβάλλω. χειρούμαι, χείρων, χειρείων, χειρότερος, χειρίστως, χείριστος, χειριστότερος (αντί χειρότερος), χερήων.
καρπός [χειρ +άπτω, άψις > χεραπτός > χαρπτός (ε>α) > καρπός (χ>κ)]- ο αρμός του πήχεως με το χέρι. καρπωτός, καρπίζω ( = απελευθερώνω δούλο).
χαλεύω [χειρ, ει>α, ρ>λ]- ψάχνω, ζητώ, αναζητώ. χαλευτής, χαλεύτρα.
χαστούκι [χειρ + τύπτω > χερτύπι > χαρτούπι (ε>α, υ>ου) > χαστούκι (ρ>σ, π>κ)], χαστουκιά, χαστουκίζω.
χράω [χειρόω > χρόω > χράω (ο>α)]- επιπίπτω, επιτίθεμαι, ενσκήπτω μετά βλάβης, έχω διάθεση να πράξω. επιχράω.
δυσχερής [δυσ- + χέρι]- αυτός που δύσκολα μπορεί να πιάσει με τα χέρια του κάποιος, δυσκολοκυβέρνητος, ενοχλητικός, λυπηρός, δύσκολος, εχθρικό. δυσχεραίνω, δυσχέρεια, δυσχείρωμα, δυσχέρανσις.
χραίνω [χειρ > χεραίνω > χραίνω]- εγγίζω ελαφρώς, αλείφω, χρίω, μιαίνω. χρίω (αι>ι), χρίμα, χρίσμα, χρίπτω (άπτω), χρίμπτω, χρισιάζω, χρίσιμος, χρίσις, χριστέον, χριστός, Χριστιανός, χρίζω, κρέμα (χ>κ), χρώννυμι (αι>ω), χροΐζω, συγχροΐζω, σύγχροος, συγχρώζω, συγχρωματίζομαι, συγχρώζομαι, συγχρώτα, σύγχρωτα, συγχρωτίζομαι, χρώζω, χρωΐζω, χροιέω (αι>οι), χρωματίζω, χρώσις, χρωστήρ, χρως, χρόα, χροιά, χρώμα, χρωματεύω, χρωματικός, χρωμάτινος, χρωμάτιον, χρωματισμός, χρωματο-, χρωματίζω, χρωστήρ, χρωτίδιον, χρωτίζω, χροτική, άχραντος (α, στερητ.), αχράαντος.
ωχρός, ώχρος [ω (επιφώνημα άλγους, έκπληξης, φόβου) + χρως, χρόα]- μάλιστα το ωχρό χρώμα εκ φόβου, χλωμός, λευκοκίτρινος, ασπροπράσινος, πρασινοκίτρινος. ώχρα, ωχραίνω, ωχράω, ωχριάω, ώχρωμα, ωχρότης, ωχρο-, ωχραντικός, ωχρία, ωχρίας, ωχρίασις, ωχροειδής.
χλόος, χλούς (συνηρ.) [ω-χρός, ρ>λ]- χρώμα πρασινοκίτρινο ή υποπράσινο, χλωρίαση, ωχρότητα. χλόη, χλοάζω, χλοαίνομαι, χλοανθώ, χλοανός, χλοάω, χλοερός, χλοερο-, χλοερώπις (οψ), χλοη-, χλοιόομαι, χλοο-, χλοώδης, χλωρός, χλωράζω, χλωραίνομαι, χλωράς, χλώρασμα, χλωρότης, χλωράω, χλωραύχην (αυχήν), χλωρεύς, χλωρηίς, χλωρίασις, χλωριάω, χλωρίζω, χλωρίς, χλωρίτις, χλωρίων, χλωροειδής, χλωράδα, χλωρο-, χλώρωμα, χλωρίδα, χλοΐζω, χλόισμα, χλομός, χλομάδα, χλομιάζω, χλόμιασμα, χλουρασία, χλώριον, χλωρίασις, χλωρίνη, χλωρικός, χλωριούχος (έχω), χλούνης (κλέφτης ευναζόμενος στην χλόη, επίθετο αγριόχοιρου), χλούνειος, χλουνάζω, χλουνός (χρυσός, έχει χρώμα κίτρινο), φλωρίον (χλωρός, χ>φ, χρυσό νόμισμα), φλώρος, φλώρι, φλουρί.
χρυσός [ω-χρός, ο>υ, βλ. χλουνός]- χρυσάφι, μάλαμα. χρυσίον, χρουσίον (υ>ου), χρουσούς, χρυσούς, χρυσ-, χρυσάορος (άορ), χρυσάωρ, χρυσάφιον (υποκορ.), χρυσάφι, χρύσαφος, χρύσιος, χρυσήεις, Χρύσης, Χρυσηίς, χρυσήλατος (ελαύνω), χρυσήνιος (ηνία), χρυσήρης (άρω), χρυσιαίος, χρυσιασμός, χρυσίδιον, χρυσιδάριον, χρυσίζω, χρύσινος, χρυσιο-, Χρύσιππος (ίππος), χρυσίς, χρυσίτης, χρυσο-, χρυσών, χρυσωνέω (ωνέομαι), χρυσώνητος, χρυσώπις (ωψ), χρυσώψ, χρυσωπός, χρυσωρυχίον, (ορύσσω), χρυσωρύχος, χρυσοχόος (χέω),χρυσώνω, Χρυσόστομος, χρύσωσις, χρυσωτής, χρυσωτός, Κροίσος (χ>κ, υ>οι, βασιλιάς της Λυδίας, γνωστός για τους αμύθητους θησαυρούς του).
χόλος [χλόος, λο>ολ, εκ του χρώματος (υποπράσινο)]- χολή, μεταφ., πικρή διάθεση προς κάποιον, οργή, οργή με μίσος, άγριος θυμός, πικρία. χολή, χολαγωγός, χολάω, χιλαίνω, χολαίος, χόλαπτος (άπτω), χολέρα, χολεριάω, χολερικός, χολερώδης, χολέω, χολόομαι, χοληγός (άγω), χοληδόχος, χολημεσία (εμώ), χολημετέω, χολικός, χόλιον, χόλιος, χολο-, χολόεις, χολοι-, χολώομαι, χολωτός, χώομαι (χ-ολ-ώομαι), χολωμένος, μελαγχολικός (μέλας, μέλαν, ν>γ), μελαγχολάω, μελαγχολία, μελαγχολικά, μελαγχολώ.
χολάς [χλόος, χόλος, εκ του χρώματός τους και εκ του χρώματος των κοπράνων που περιέχουν (υποπράσινο)]- έντερο. χόλιξ, χολίκιον, χολλάς, χορδή (λ>ρ + άδω)- έντερο, χορδή λύρας ή κιθάρας, αλλαντικό, λουκάνικο, όπως το χόρδευμα. χορδάριο, χορδαψός (άψις, άπτω), χόρδευμα, χορδεύω, χορδο-, χορδοτόνος (τείνω), χορδότονον, κόρδα (χ>κ), κουρδίζω, κουρντίζω, κόρδωμα, κορδώνω, κορδωτός, κουρντιστήρι.
αιρέω (δασ.) [χείρ > χειρέω > ειρέω (το χ σε δασεία) > αιρέω (ε>α), βλ. καίριος]- λαμβάνω με το χέρι, δράττομαι, αρπάζω, λαμβάνω κάτι στα χέρια (είναι άξιον απορίας το ότι οι γραμματικοί δεν πρόσεξαν την ολοφάνερη και κραυγαλέα σχέση μεταξύ των χειρ και αιρέω), λαμβάνω κάποιον από το χέρι, κυριεύω (βλ. χειρόω), εξουσιάζω, υπερισχύω, φονεύω, συλλαμβάνω, πιάνω, αιχμαλωτίζω, εξαπατώ, παγιδεύω και επί καλής σημασίας, πείθω, ελκύω προς το μέρος μου, καθόλου, κερδίζω, αποκτώ, τυγχάνω κάποιον, αποδεικνύω κάποιον ένοχο, καταδικάζω κάποιον με δίκη. αίρεσις- κατάληψις, εκλογή (πιθανόν το πάλαι ποτέ να γίνονταν δείχνοντας τον υποψήφιο δια της χειρός), σχέδιο, σκοπός, τρόπος του σκέπτεσθαι, φιλοσοφική αρχή, αίρεση, σχολή, πρόταση, αιρεσιάρχης, αιρέσιμος, αιρεσιομάχος, αιρεσιώτης, αιρετός, αιρετίζω, αιρετικίζω, αιρετικός, αιρέτις, αιρετισμός, αιρετιστής, αιρετέος, αιρησιτείχης (τείχος), αυθαίρετος (αυτός), αυθαιρετώ, αυθαιρεσία, συναιρέω, συναίρεσις, συναιρετικός, συνηρημένος (αι>η).
καθαιρέω [κατά + αιρέω], καθαίρεσις, καθαιρέτης, καθαιρετός, εξαιρέω, εξαιρώ, εξαιρέσιμος, εξαιρετέος, εξαίρεσις, εξαιρετός, εξαίρετος, εξαιρετικός, εξαίρημα, εξαιρετικώς, εξαιρετικά, αφαιρώ (από), αφαίρεσις, αφαιρέω, αφαιρέτης, αφαιρετέος, αφαιρέτις, αφαιρετός, αφαίρετος, αναφαίρετος, αφαίρεμα, αφαιρεματικός, αφαιρεμένος, αφηρημένος (αι>η), αφηρημάδα, αφηρημένα, αφαιρούμαι, μεθαίρω (μετά), προαιρέω, προαίρεσις, προαιρετικός, αναιρώ, αναίρεμα, αναίρεσις, αναιρέτης, αναιρετικός, αναιρετήριος, αναιρέτις, αναιρεταίον, αναίρετος (αν, αρνητ.).
έλμινς (δασ.) [ελ-ώ (μέλλ. του αιρέω) + μίνθος ( = κόπρος), γεν. έλ-μινθος]- σκουλήκι των εντέρων ή σπόγγων (έχει μεγάλο μήκος). ελμινθιάω, ελμίνθιον, ελμινθοβότανον, εμιγγοβότανο, έλμις, λεβίθα (ελ>λε, μ>β), λεβίθρα, λεβιθόχορτο, έλωρ (ελώ), ελώριον, ελώριος.
καίριος [στον Όμηρο πάντοτε επί τόπου, ο στον προσήκοντα τόπο και ειδικώς επί μελών του σώματος τα οποία είναι επικίνδυνα, εάν χτυπηθούν να πεθάνει ο πληχθείς (ο καιρός ουδέποτε στον Όμηρο). Εκ του αιρέω (το οποίο εκ του χειρ, χ>κ) ή εκ του εξαιρέω ( = καταστρέφω, αφανίζω) > εξαίριος > ξαίριος > καίριος. Από τον Ηρόδοτο και εξής και επί χρόνου, έγκαιρος, κατάλληλος, το κύριο μέρος πράγματος, διαρκών επί κάποιον χρόνο], καιρίως- θανατηφόρος, θανασίμως, στον προσήκοντα καιρό, αρμοδίως, καιρός, καιρικός, καίριμος, καιριολεκτέω, καιριότης, καιρο-, επίκαιρος, επίκαιρα, έγκαιρος(εν).
σίνομαι [ελώ, μέλλ. του αιρέω ( = καταστρέφω, φονεύω, αρπάζω) σελώ (η δασεία σε σ) > σέλομαι > σίνομαι (ε>ι, λ>ν)]- βλάπτω, ζημιώνω, καταστρέφω, αρπάζω. σινάμωρος (μόρος;), σιναμωρέω, σιναμώρευμα, σιναμωρία, σινάπι (άπτω, βλάπτει τα ζώα όταν το τρώνε ώριμο), σίναπυ, σίνηπι, σίνηπυς, σίναπι, σινηπέλαιον, σιναπίζω, σινάπινος, σινάπιον, σινάπισμα, σιναπισμός, σιναπιστέον, σινάπυξ, σιναπίδι, σιναρός, σινάς, σίνδις, σίνδρων, σινέομαι, σίνις, επισινής, επισίνιος, επισίνομαι, σινόδους (οδούς = δόντι), σινόδων, σινότης, σινόω, σίντης, Σίντιες, σίντωρ, σίνων, Σίνδος, Σιντική, σινωτικός, Σίμων (ν>μ), σιμωνία, ασινής (α, αρνητ.), ασινότης, σιληπορδέω (ν>λ, σινάμωρος = αισχρός), σιληπορδία, τσιλημπουρδώ, τσιληπορδώ, τσιλημπούρδημα, τσιλημπούρδισμα.
σίλφη [σίν-ομαι, ν>λ, βλ. σιληπ-ορδέω > σίλπη > σίλφη (π>φ)]- βρομούσα, σκόρος, βιβλιοφάγο σκουλήκι. σίλφιον, σιλφιόεις, σιλφιόω, σιλφιωτός, σίλλυβος (λφ>λλ), σίλυβον.
σιφλόω [σίν-ομαι (ν>λ) + φά-ος (α>ο) > σιλφόω > σιφλόω (λφ>φλ)]- τυφλώνω, ακρωτηριάζω, αφανίζω, σακατεύω, κολοβώνω, βλάπτω. σιφλός- χωλός, μύωπας, πηρός, σακάτης, κενός, κοίλος, κούφιος, άπληστος, πλεονέκτης, πειναλέος, τσιφούτης, τσιφούτης(τ>τσ), σιφνός(λ>ν), σίλφος, σίλφωμα, σιφνεύς, σιφνύω, Σίφνιος (κατ’ Ήσύχ. ακάθαρτος), Σίφνος, σιφνιάζω, σίπαλος (φ>π)- μύωπας, κοντόφθαλμος, σχεδόν τυφλός, τσίμπλα (σ>τσ, π>μπ), τσίμπλης, τσιμπλής, τσιμπλιάρης, τσιμπλιάζω, τσίμπλιασμα, τσιμπλιάρικος.
αλίσκομαι (δασ.) [έλεσκε (αόρ. β΄ του αιρέω), ε>α, ε>ι]- παθ. του αιρέω, λαμβάνομαι, νικιέμαι, συλλαμβάνομαι, καταλαμβάνομαι, επί καλής σημασίας, κερδίζομαι, αποκτούμαι, κατορθώνομαι, ως δικανικός όρος, καταδικάζομαι. άλωσις, αλώσιμος, άλιος, άλιον, αλιόω, ευάλωτος, ευαλούστερος, ανάλωτος (αν στερητ.), αναλόω, αναλώνω, ανάλωμα, ανήλωμα, ανάλωσις, αναλώσιμος, αναλωτής, καταναλίσκω, κατανάλωσις, καταναλωτικός, καταναλωτής, καταναλώνω.
Χάρων [βλ. αιρέω, χειρ > χερ- > χαρ- (ε>α), βλ. χειρόω]- ο Χάρος, ως όνομα του λέοντος, ο πορθμός της Στυγός, θάνατος. Χάρος, Χάροντας, Χαρώνειος, Χαρωνίται, Χάρυβδις (άπτω, πτ>βδ, επτά – έβδομος), Χαρυβδίζω, Χαρυβδηδόν, Χάρυβδη.
χαλινός [αλίσκομαι (εκ του αιρέω, βλ. Χάρων)]- χαλινάρι. χαλινάρι, χαλιναγωγέω, χαλινόω, χαλιναγωγώ, χαλινώνω, χαλίνωσις, χαλινωτήρια.
αρπάζω (δασ.) [ αιρέω (αι>α) + πάσις (σι>ζ), βλ. πάομαι], αρπακτί (άγω, άξω), αρπάγδην, αρπακτά, άρπαξ, αρπαγεύς, αρπάγη, αρπαγμένος, αρπάγιον, άρπαγμα, αρπαγμός, αρπαγή, αρπακτήρ, αρπάκτειρα, αρπαλέος, αρπαλίζω, άρπασμα, αρπεδών, αρπεδόνη, αρπεδονίζω, άρπη, Άρπυιαι (α>υ + ί-ημι), αρπυίας, άρπυς.
ληϊστός [αλίσκομαι > λαΐσκομαι (αλ>λα) > λαϊσκός > λαϊστός (κ>τ) > ληϊστός (α>η)]- ληστευθείς, αποκτημένος από λεία. ληίς, λαΐς, λαία, ληίζομαι, λήζομαι, ληίζω, ληιάνειρα (ανήρ), ληίδιος, ληιάς, ληίει, ληισμαδία, ληισμός, ληιστήρ, ληστήρ, ληιστής, ληστής, ληστός, ληιστύς, ληστεία, ληστεύω, ληστήριον, ληστρικός, ληστικός, λήσταρχος, Λαΐς, Λαΐδα, Λάϊος, λεία, λεηλατεύω (ελαύνω), λεηλάτησις, λεηλασία.
Ελένη (δασ.) [ελώ, μέλλ. του αιρέω]- η καταστρεπτική, ως κύριο όνομα. έλανδρος (ανήρ), ελέναυς (ναύς), Ελένια, Ελενοφόντης (φονεύω), ελέπολις, ελένη, ελάνη (αναλίσκεται), ελένιον, ελετός.
οφείλω [αφείλον (αόρ. του αφαιρέω), α>ο, δηλαδή ότι πρόκειται να μου αφαιρεθεί το χρέος]- χρεωστώ, είμαι υποχρεωμένος να δώσω, υπόκειμαι. αφέλλω, οφειλέσιον, οφειλέω, οφειλή, οφείλημα, οφειλόντως, οφειλομένως, οφειλέτης, όφλημα, όφλησις, οφλητής, οφλισκάνω, οφλός, εξοφλώ, εξόφλησις, εξοφλητήριον, ξοφλάω, ξοφλώ, ξοφλημένος.
χορός [χαρά, χειρ, χέρα (ε>ο), δια των χειρών εκφράζεται και αρθρώνεται ο χορός κυρίως, χορεύει δε κάποιος δια των χειρών και καθισμένος], χοραύλης (αυλός), χοραγός (άγω), χοραγείον, χορηγός, χορηγείον, χορηγέτης, χορηγέω, χορήγημα, χορηγώ, χορηγητήρ, χορηγία, χορηγικός, χορήγιον, χορηγίς, χορεία, χορειάρχης, χορείον, χορείος, χόρευμα, χόρευσις, χορευτής, χορευτικός, χορεύτρια, χορεύω, χορήτις, χορίτις, χορίαμβος (ίαμβος), χοριαμβικός, χορικός, χόριος, χορο-, χοροι-.