Τρίτη 23 Ιουλίου 2013

ΨΥΧΗ – ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΨΥΧΗΣ – Ο ΛΥΤΡΩΤΗΣ ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ


Ανάγνωσμα ψυχωφελέστατον και φαρμακευτικόν δια την σωτηρίαν της ψυχής. Κατά των ψυχοβγαλτικών θεωριών περί της αθανασίας της και αποτελεσματικόν κατά του φόβου περί των ανυπάρκτων περιπετειών της μετά θάνατον, παρασκευασθέν αποκλειστικώς από θεραπευτικά βότανα της φύσεως και ουδέν ίχνος υλικού παρά φύσιν περιέχον. Εις περίπτωσιν οπού λαμβάνεται συστηματικώς και τακτικά επιφέρει την οριστικήν απαλλαγήν από τον φόβο των ανύπαρκτων Θεών, μηδενός εξαιρουμένου. Μάλιστα τυγχάνει ευεργετικόν ακόμη και για όσους επιμένουν να πιστεύουν σε θεούς και δαίμονες.
(Παρασκευή: Φαρμακολόγιον Θύραθεν Παιδείας).
Σε παιδαγωγικό σεμινάριο για εκπαιδευτικούς, στο μάθημα της ψυχολογίας, ένας από τους εκπαιδευόμενους εκπαιδευτικούς ρώτησε τον ψυχολόγο καθηγητή του μαθήματος, να του ορίσει τι είναι κατ’ αυτόν η ψυχή.Ο καθηγητής παραδέχτηκε αμέσως ότι δεν ήταν σε θέση ν’ απαντήσει στο ερώτημα αυτό! Τότε ο μαθητής τον ρώτησε πώς θα γίνει να μιλάει, μια ολόκληρη βδομάδα – τόσο πρόβλεπε το πρόγραμμα – για ένα πράγμα που δεν ήξερε καν τι, έστω και περίπου, είναι;!Ο άνθρωπος έλαβε πτυχίο ψυχολογίας και δεν ήταν σε θέση να αρθρώσει δυο λέξεις περί του τι είναι ψυχή. Έστω να πει δυο λόγια για την γενεαλογία της. Πότε εμφανίστηκε η ιδέα αυτή μέσα στα μυαλά των ανθρώπων και πώς διακυμάνθηκε ο ορισμός της μέσα στην ιστορία των πολιτισμών.

Όμως για να πούμε και του στραβού το δίκιο, πράγματι ,είναι πολύ δύσκολο να περιγράψει κανείς ένα πράγμα που δεν υπάρχει, ή τουλάχιστον δεν υφίσταται δίχως το σώμα. Ένα πράγμα που το ξέκοψαν οι άνθρωποι από το σώματος τους, για να του δώσουν αυθύπαρκτη υπόσταση. Ένα πράγμα που ενώ είναι απόρροια της λειτουργίας του σώματος αυτοί το κάνανε αρχή του.
Ο Νίτσε μίλησε πρώτος στα ίσα για το ανθρώπινο αυτό παραστράτημα, στο «Λυκόφως των ειδώλων»:
«Η άλλη ιδιομορφία των φιλοσόφων δεν είναι λιγότερο επικίνδυνη: Συνίσταται στο να παίρνουν το τελευταίο για πρώτο. Βάζουν αυτό που έρχεται στο τέλος – δυστυχώς! γιατί δε θα ’πρεπε να έρχεται καθόλου! – στη θέση των ‘υψηλότερων εννοιών’, δηλαδή τις πιο γενικές, τις πιο κενές έννοιες, τους τελευταίους αχνούς της εξατμισμένης πραγματικότητας, στην αρχή σαν αρχή…
Είναι και πάλι μια έκφραση του τρόπου που έχουν να εκφράζουν το σεβασμό τους: το ανώτερο δεν επιτρέπεται να βγαίνει από το κατώτερο, δεν επιτρέπεται μάλιστα να βγαίνει καθόλου… Ηθικό δίδαγμα: όλα όσα βρίσκονται στην ανώτατη βαθμίδα πρέπει να είναι ‘η αιτία του εαυτού τους’. Η προέλευση από κάτι άλλο μετράει σαν αντίρρηση, σαν αμφισβήτηση της αξίας.
Έτσι απέκτησαν την πομπωδέστερη από τις έννοιές τους, τον «Θεό»… Η τελευταία, διαφανέστερη, κενότερη από τις έννοιες τοποθετείται πρώτη, σαν αιτία του εαυτού της, σαν το πιο πραγματικό ον… Να πάρει στα σοβαρά η ανθρωπότητα τις αρρωστημένες φαντασίες νοσηρών ανθρώπινων αραχνών! Και πόσο ακριβά πλήρωσε που το έκανε!…»
[Προσωπικά θεωρώ την παρατήρηση αυτή του Νίτσε ως μοναδική και την σπουδαιότερη όλων των εποχών, για την εξήγηση όλων των ανωμαλιών που προέκυψαν μέσα στις ανθρώπινες σκέψεις. Το αναποδογύρισμα της διαδικασίας της εξέλιξης – ότι δηλαδή το κατώτερο προέρχεται από το ανώτερο κι όχι το ανώτερο από το κατώτερο (βασική αρχή των Φυσικών Φιλοσόφων) – πρώτος την διαμόρφωσε σε φιλοσοφικό σύστημα ο Πλάτων, επιφέροντας την μεγαλύτερη καταστροφή (εκ του στρέφω) που προέκυψε ποτέ μέσα στην οικουμένη των ανθρώπων, στα θέματα της φιλοσοφίας και η οποία από τότε και μέχρι σήμερα ταλανίζει την ανθρωπότητα, αλλά ποιός ξέρει και μέχρι πότε. Το τελικό κτύπημα για την ολοκληρωτική είσοδο της φιλοσοφίας στην οδό της απωλείας το επέφεραν οι Πατέρες της ιουδαιοχριστιανικής θρησκείας οι οποίοι βασίστηκαν εντελώς στην εξέλιξη των θεωριών του Πλάτωνα, κυρίως των Νεοπλατωνικών αλλά και των υπολοίπων, οι οποίες στην ουσία δεν ήταν τίποτε περισσότερο παρά αιρέσεις του Πλατωνισμού]Τα ζώα έχουν ψυχή;Ο πρώτος λέει όχι, δεν έχουν. Ο δεύτερος όμως πιστεύει πως έχουν, με τη διαφορά, ισχυρίζεται, ότι οι ψυχές των ζώων δεν είναι αθάνατες.
Ο άνθρωπος ξεκίνησε την πορεία του ως ζώο; Το μεγαλύτερο (99,99%) χρονικό διάστημα, της πορείας του σ’ αυτή τη γη, το έζησε ως ζώο; Μα έτσι λέει η επιστήμη της ανθρωπολογίας, από τα αδιάσειστα ευρήματα που διαθέτει.
Τότε λοιπόν που ήταν ζώο είχε ψυχή; Ο πρώτος πρέπει να παραδεχτεί πως δεν είχε. Ο δεύτερος ότι είχε, αλλά ότι δεν ήταν αθάνατη.
Τώρα ο πρώτος πρέπει να μας απαντήσει στο ερώτημα: πότε απέκτησε ψυχή το ανθρώπινο είδος. Επίσης αν αυτό συνέβη άπαξ δια παντός ανά την υφήλιο, ή αν συνέβη κατά φυλή – κατά χρόνο και τόπο – και σε ποιες εποχές για την κάθε μια.
Ο δεύτερος πρέπει να μας απαντήσει στο ερώτημα: πότε άρχισε η ψυχή του ανθρώπου, την οποία διέθετε εξ αρχής, να καθίσταται αθάνατη, ή αλλιώς πότε το ζώο άνθρωπος, έγινε σκέτος άνθρωπος. Κι αν έγινε άνθρωπος, τι απέγινε το ζώο που κουβαλούσε μέσα του μέχρι τότε.
Επίσης και για στον πρώτο και για στον δεύτερο, είναι δίκαιο να τεθεί το ερώτημα: η διαφοροποίηση αυτή πόσο χρονικό διάστημα κράτησε; Δηλαδή το ανθρώπινο είδος πέρασε μια περίοδο που η ψυχή που διέθετε, ήταν λιγότερο ψυχική απ’ ότι σε μια μεταγενέστερη εποχή; Κοντολογίς η ψυχικότητα της ψυχής υπόκειται σε εξελικτική πορεία;
Ξεχάσαμε όμως και τον τρίτο, που αντιπροσωπεύει το σύνολο σχεδόν της ανθρωπότητας. Αυτός δεν χολόσκασε ούτε και πρόκειται να πρήξει το συκώτι του με τέτοιου είδους χαζομάρες, όπως τα ερωτήματα που τέθηκαν μέχρι στιγμής. Εξάλλου δεν του χρειάζεται καθόλου ν’ απαντήσει. Γι’ αυτόν ο θεός έκανε το σώμα του ανθρώπου από χώμα και μετά του φύσηξε, από το στόμα, την ψυχή και έτσι τώρα δεν έχουμε καμμιά απορία για το πώς έγινε το πράγμα. Όλα τα επί πλέον που σκέφτεται και ψάχνει ο άνθρωπος είναι εκ του πονηρού. Αυτού του Διαβόλου που δουλειά του είναι να τυραννά τον άνθρωπο με σκέψεις αμαρτωλές.
Ο Σατανάς έχει κι αυτός ψυχή. Αλλά η ψυχή του είναι μαύρη. Άλλη κατηγορία ψυχής κι αυτή! Αν βάλει κανείς και την ψυχή του θεού, που αναφέρεται σε μερικά χωρία της Παλαιάς Διαθήκης, τότε φαίνεται ότι ο μπαχτσές των ψυχών διαθέτει αρκετή ποικιλία.
Τα ερωτήματα, λοιπόν, περί ψυχής, μπορούν να συνοψιστούν στα εξής βασικά:
- Υπάρχει ψυχή και αν υπάρχει τι πράγμα είναι.
- Αν υπάρχει, είναι αθάνατη ή όχι.
- Εάν είναι αθάνατη, ποια είναι η μοίρα της μετά τον θάνατο του σώματος (ο οποίος είναι βέβαιος) στο οποίο ανήκε. Κρίνεται δηλαδή και πώς μετά θάνατον (κόλαση-παράδεισος).
Επίσης προκύπτουν κι άλλα ερωτήματα, γι’ άλλους πρωταρχικής σημασίας και γι’ άλλους δευτερευούσης:
. Εάν η ψυχή προϋπάρχει του σώματος ή δημιουργείται μετά τη σύλληψη. Στη δεύτερη περίπτωση, σε ποια χρονική στιγμή δημιουργείται, από τι ή ποιόν.
. Εάν ο αριθμός των ψυχών δημιουργήθηκε από τον θεό, πριν αμνημονεύτων χρόνων, και αν ούτως έχει το πράγμα, ο αριθμός αυτός εάν παραμένει σταθερός ή όχι.
. Εάν η ψυχή μεταπηδά σ’ άλλο σώμα όταν το σώμα που την φέρει πεθάνει.
Πλην όλων αυτών των αποριών όμως και των ερωτημάτων, η ανθρώπινη ιδέα περί ψυχής, έφτασε στα ύψη της βεβαιότητας , θρονιάστηκε εκεί για τα καλά και βασιλεύει απτόητη μέχρι τη σήμερον. Εάν κανείς ενδιαφέρεται να γνωρίσει το μήκος και το πλάτος της σιγουριάς αυτής δεν έχει παρά να προσφύγει στον μέγα αυτής αρχιερέα, που δεν είναι άλλος από τον μέγα Πλάτωνα. Είναι αδύνατο να ειπώθηκαν στον κόσμο αυτόν κάποιες λεπτομέρειες περί ψυχής, οι οποίες να απουσιάζουν από τα βιβλία του ιδεόπληκτου αυτού «φιλοσόφου». Επίσης το μόνο αποτελεσματικό φάρμακο κατά της ανεδαφικής αυτής βεβαιότητας λέγεται Επίκουρος.
Δεν είναι πρόθεσή μας να αναφέρουμε τον τεράστιο όγκο των λεγομένων από τον Πλάτωνα που αφορούν στην ψυχή. Νομίζω ότι είναι αρκετό να αναφερθεί εδώ η άποψή του ότι η ψυχή κάπου ανδρός, που δεν φρόντισε να ζήσει ενάρετο βίο, ώστε να επιτύχει την επανένωσή της με τον δημιουργό θεό της, τιμωρείται με την είσοδό της σε γυναικείο σώμα! Κι αν δεν βάλει μυαλό κι εκεί μέσα, τότε τιμωρείται εισερχόμενη σε σώμα γαϊδάρου!!! Από τέτοια και χειρότερα μωρολογήματα βρίθουν όλα τα έργα του Πλάτωνα. Εάν θέλετε όλ’ αυτά να τα βρείτε σε ένα, αυτό λέγεται «Φαίδων».
Εάν ο δάσκαλος αυτός υπολόγισε ότι η τιμωρούμενη ψυχή ενδιαιτούσε 30.000 έτη στην 27η σφαίρα του σύμπαντος και κατόπιν 9.000 έτη στον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ 91ου και 92ου ουρανού, εισερχόμενη μετά στο σώμα ενός γαϊδάρου, οι μαθητές του (Νεοπλατωνικοί), υπολόγισαν ακόμη και τις θερμοκρασίες των σφαιρών και των ουρανών αυτών.
Μετά απ’ αυτούς, τη σκυτάλη της ψυχομπουρδολογίας την παρέλαβαν οι πατέρες της χριστιανικής εκκλησίας οι οποίοι αναγκάστηκαν να προσθέσουν, μέσα στην μπαγιάτικη αυτή Πλατωνική σούπα και τα δικά τους θεολογικο-ψυχολογικά μπαχαρικά.
Τέλος, τους τελευταίους τρεις αιώνες, κάποιοι Ευρωπαίοι, ιδεοληπτικοί φιλόσοφοι, επιχείρησαν να ξεσκονίσουν το σκοροφαγωμένο αυτό λείψανο της ψυχο-Λογίας και να το ντύσουν με καινούργια ρούχα, υφασμένα όμως κι αυτά στο ίδιο παλιό στημόνι των προπατόρων τους, με τα φανταχτερά και πολύχρωμα υφάδια του ψευδο-ορθολογισμού τους.
Κανείς δε από τους τελευταίους φιλόσοφους δεν είχε αυτιά ν’ ακούσει τον Νίτσε που βροντοφώναζε: «Η σοφία δεν έχει προχωρήσει ούτε ένα βήμα μετά τον Επίκουρο, και συχνά βρίσκεται χιλιάδες βήματα πίσω του».
Για την φύση της ψυχής ο Επίκουρος είναι κατηγορηματικός: γεννιέται και πεθαίνει μαζί με το σώμα. Δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς αυτό. Για τον θάνατο συνεπώς δεν φοβάται, «διότι όσο υπάρχουμε εμείς, ο θάνατος είναι απών, κι όταν ο θάνατος είναι παρών, δεν υπάρχουμε εμείς».
Ας πάρουμε τώρα την ιστορία από την αρχή. Αφήνουμε, προς στιγμήν, τα ανιμιστικά στάδια όπου τα πάντα «διέθεταν ψυχή», και ξεκινάμε από τον Όμηρο. Αναγκαστική έτσι κι αλλιώς αρχή για κάθε ανθρώπινο ζήτημα, όταν εξετάζεται από ιστορική σκοπιά.
Για την Ομηρική αντίληψη τα ψυχικά φαινόμενα οφείλονται στον θυμό, που εντοπίζεται στην καρδιά (ήτορ) ή τας φρένας, δηλαδή το διάφραγμα, ο οποίος αφανίζεται συγχρόνως με τον θάνατο του ανθρώπου. Παράλληλα με τον θυμό υπάρχει και η ψυχή, που είναι η πνευματική υπόσταση του ανθρώπου, η οποία είναι κάποια λεπτή ύλη, δίχως να εντοπίζεται σε κάποιο όργανο, και η οποία εξέρχεται κατά την στιγμή του θανάτου από το στόμα, ως τελευταία πνοή ή από κάποια πληγή μαζί με το εκρέον αίμα. Η ψυχή αυτή πηγαίνει στον Άδη όπου διατηρεί τη μορφή του πεθαμένου του οποίου είναι το είδωλον.
Όταν ο Οδυσσέας κατέβηκε στον Άδη, ζωντανός ων, καθώς συνάντησε τον Αχιλλέα και τον ρώτησε πώς τα περνά εκεί κάτω, αυτός του απάντησε ότι θα προτιμούσε να είναι ο τελευταίος στον απάνω κόσμο παρά πρώτος στον κάτω. Το σαράκι του παραδείσου και της κόλασης δεν είχε ακόμα εισχωρήσει μέσα στον ανθρώπινο νου. Η αθανασία της ψυχής επρόκειτο να τερατογεννηθεί αργότερα. Δεν υπήρχε ακόμα πανούργο ιερατείο για να την κυοφορήσει.
Οι Ορφικοί έσυραν πρώτοι τον χορό της πρωτακαθεδρίας της ψυχής έναντι του σώματος. Έναν χορό που καλά κρατεί ακόμα μέχρι τη σήμερον και ποιος ξέρει μέχρι πότε. Δίδασκαν ότι η ψυχή είναι ουσία ανώτερη, ότι διαμένει προσωρινά μόνο μέσα στο σώμα σαν σε φυλακή κι ότι για να ελευθερωθεί απ’ αυτό… και….
Η αλήθεια λέγεται πάντοτε με λίγα και απλά λόγια. Το ψεύδος είναι σαν την βασίλισσα της κυψέλης που όσο ζει γεννά συνεχώς και αδιαλείπτως. Κι αυτή η βασίλισσα του ψεύδους της πρωτοκαθεδρίας και της αθανασίας της ψυχής φαίνεται ότι είναι αθάνατη.
Την σκυτάλη των Ορφικών παρέλαβαν οι Πυθαγόριοι, οι οποίοι πρόσθεσαν με τη σειρά τους τα δικά τους ψυχολογικά καρυκεύματα κι έτσι η τεράστια αυτή ψυχο-Λογική σούπα κατέληξε καλοανακατεμένη και καλοψημένη, από την υψηλή θερμοκρασία του ψυχολογικού πυρετού, στα χέρια του καλλιτέχνη φιλόλογου Πλάτωνα.
Ο Πλάτων αφού καθάρισε καλά με την κουτάλα, τους αφρούς που πάντοτε δημιουργούνται στην επιφάνεια της κατσαρόλας, την ξανα-ανακάτεψε, πρόσθεσε μέσα της όλη την ποιητική του δεινότητα και την παρέθεσε ως αιώνιο γεύμα στην ανθρωπότητα. Από τότε και μέχρι σήμερα ένα σωρό επόμενοι ψυχολογο-μάγηρες φροντίζουν, με θαυμαστή επιμέλεια, να τροφοδοτούν την κατσαρόλα αυτή με τ’ απαραίτητα υλικά, ώστε να μένει πάντοτε πλήρης.
Πρώτος και καλύτερος αρχιμάγειρας ο Αριστοτέλης: «ζώον εκ ψυχής και σώματος», «βέλτιον ψυχή σώματος», «η ψυχή του σώματος άρχει δεσποτικήν αρχήν». Τα ίδια που έλεγε κι ο Πλάτων: «όταν παρή τω σώματι αίτιον εστι του ζην».
Όλες οι θεωρίες και απόψεις περί ψυχής μπορούν να καταταγούν σε δυο μεγάλες κατηγορίες: τον δυϊσμό, και το ενισμό.
Κατά τον δυϊσμό σώμα και ψυχή είναι ουσίες διαφορετικές μεταξύ τους, ενώ κατά τον ενισμό (υλίζοντα, ιδανίζοντα και ταυτίζοντα, θα δούμε στη συνέχεια την κάθε περίπτωση), η ψυχή και το σώμα προέρχονται από μια ουσία.
ΔΥΪΣΜΟΣ
Ο δυϊσμός είναι πολύ παλιά περί ψυχής θεωρία. Εκφράστηκε υποτυπωδώς από λαούς στα πανάρχαια χρόνια και διαμορφώθηκε σε φιλοσοφικό δόγμα από την ελληνική φιλοσοφία. Πρώτος δυϊστής ήταν ο Εμπεδοκλής, ο οποίος δίδασκε την μετεμψύχωση. Μετά απ’ αυτόν δυΐζουν ο Πυθαγόρας, ο Αναξαγόρας, ο Σωκράτης και ο Πλάτων, οι οποίοι πρώτοι μίλησαν και περί της αθανασίας της ψυχής. Από τους νεώτερους, οπαδοί της θεωρίας αυτής είναι ο Καρτέσιος, ο Lotze και πολλοί άλλοι.
ΥΛΙΣΜΟΣ
Από τη μεριά του ενισμού κάποιοι υποστήριζαν ότι όλα τα ψυχικά φαινόμενα είναι ενέργειες της ύλης. Ότι είναι προϊόντα της λειτουργίας του σώματος και δη του εγκεφάλου. Αυτή η θεωρία ονομάστηκε ενίζων ή μηχανικός υλισμός. Αξιολογώτεροι θασιώτες της θεωρίας αυτής είναι ο La Mettrie, o Holbach, o Vogt, o Moleschott, o Feuerbach, o Buchner, o Haeckel κ.α. Κατ’ αυτούς τα ψυχικά φαινόμενα είναι προϊόντα της ύλης, η δε συνείδηση επιγέννημα ή επιφαινόμενο της υλικής ενέργειας. Την ιδέα της ψυχής την έπλασε ο άνθρωπος από τα όνειρα και άλλα παραπλήσια φαινόμενα.
Κάποιοι άλλοι, με πρώτο τον Δημόκριτο, ανέπτυξαν μια διαφορετική θεωρία που ονομάστηκε δυίζων ή ατομικός υλισμός. Κατ’ αυτούς η ψυχή αποτελείται από ιδιαίτερα υλικά άτομα. Την θεωρία αυτή ακολούθησαν οι επικούρειοι, ο Στράτων ο Λαμψακηνός και άλλοι.
ΙΔΑΝΙΣΜΟΣ
Άκρως αντίθετος προς τον υλισμό είναι ο ιδανισμός. Αυτή η στάση ως μόνο απολύτως βέβαιο γεγονός αποδέχεται το πνεύμα, τον δε εξωτερικό κόσμο ως απλό γέννημα της συνείδησης. Μόνο ένα Νεοπλατωνικός θα μπορούσε να πιάσει ολάκερο τον κόσμο και να τον γυρίσει εντελώς ανάποδα. Αυτός δεν ήταν παρά ο αρχιερέας και ιδρυτής του Νεοπλατωνισμού ο Πλωτίνος. Αυτός λοιπόν εισήγαγε την λεγόμενη δυναμική πανθεΐα, κατά την οποία εκ του πρώτου όντος, του θεού, γεννιέται ο νους και απ’ αυτόν η ψυχή (πρώτη η του κόσμου και έπειτα η των ανθρώπων) και τέλος η ύλη. Την γραμμή αυτή ακολούθησαν οι Malebranche, Έγελος, Schopenhauer, Boutroyx, Bergson.
ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ
Από την ελληνική φιλοσοφία επίσης έχει την αφετηρία και η θεωρία της ταυτότητας, κατά την οποία ψυχή και σώμα είναι διττές ιδιότητες μιας ουσίας ή διττές απόψεις μιας και της αυτής ενέργειας. Τις πρώτες ρίζες της τις βρίσκουμε στην υλοζωία και παμψυχία. Ο Ξενοφάνης ύστερα έθεσε την επιστημονική βάση δια της ενίζουσας διδασκαλίας του, και κατόπιν η στωϊκή φιλοσοφία. Ο J. Bruno διατύπωσε φιλοσοφικότερα τη διδασκαλία αυτή, κι ακόμα περισσότερο την ανέπτυξε ο Σπινόζα, ορμώμενος από την στωϊκή φιλοσοφία.
Κατά τον Σπινόζα, μία ουσία υπάρχει στον κόσμο: θεός και φύση μαζί είναι ένα πράγμα, της οποίας φύσης δύο ιδιότητες γίνονται γνώριμοι (από τις πολλές που έχει), η έκταση και η νόηση. Γίνονται δε γνωστές οι ιδιότητες αυτές με διάφορους τρόπους, δηλαδή μορφές, τις οποίες λαμβάνουν τα επί μέρους όντα που γεννώνται και παρέρχονται μέσα στον κόσμο, τα δε φυσικά και ψυχικά φαινόμενα, τα οποία αποτελούν δύο σειρές και διαφέρουν μεταξύ τους, είναι συνεζευγμένα και αντίστοιχα.
Επιστημονικότερη βάση επιχείρησε να υποβάλει στην θεωρία του Σπινόζα πρώτος ο Fechner, κατά τον οποίον τα φυσιολογικά και τα ψυχικά γεγονότα (είναι άξιο προσοχής ότι τα ψυχικά φαινόμενα δεν θεωρούνται φυσιολογικά) είναι δύο απόψεις μιας και της αυτής ενέργειας, βαδίζουν δε παράλληλα και είναι δυνατόν μέχρις ενός σημείου να διατυπωθεί και μαθηματικώς η σχέση τους.
Προς την άποψη της σχολής της θεωρίας της ταυτότητας συμφώνησαν και πολλοί άλλοι, όπως οι Spencer, Paulsen, Ebbinghaus, Hoffding, και ο Wundt, του οποίου τα περί ψυχοφυσικής παραλληλίας διδάγματα θεωρήθηκαν ως η αρτιωτάτη διατύπωση της νέας αυτής θεωρίας.
Ο Wundt, κρατώντας απόσταση τόσο από τον δυϊσμό, όσο κι από τον υλισμό και τον ιδανισμό, διδάσκει ότι υπάρχει κάποια παραλληλία ψυχικών και φυσικών γεγονότων, κατά την οποία τα γνωστικά φαινόμενα και τα συναισθήματα και βουλήματα παρακολουθούνται πάντοτε από αντίστοιχα φυσικά φαινόμενα.
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ
1) Της προϋπάρξεως. Κατά την γνώμη αυτή, την οποία δέχονται οι Πλάτων, Φίλων, Ωριγένης, Νεμέσιος, Συνέσιος, Προυδέντιος και μερικοί άλλοι από τους νεώτερους, ο θεός δημιούργησε κάποτε όλες τις ψυχές. Όταν γεννιέται λοιπόν ένας άνθρωπος, στέλνει ο θεός μια ψυχή από τον ουρανό, η οποία ενώνεται με το γεννώμενο σώμα.
Ο Ωριγένης, συνδέοντας την διδασκαλία αυτή προς την θεία δικαιοσύνη, δίδασκε ότι οι ψυχές, για να τιμωρηθούν για τις αμαρτίες που διέπραξαν στο παρελθόν, εγκλείονται σαν σε φυλακή μέσα στα γεννώμενα σώματα και με την δέσμευση αυτή, αφού καθαριστούν, επανέρχονται στην προηγούμενη κατάστασή τους, αυτήν την προ της αμαρτίας.
Ας μη φανταστεί κανείς ότι όλες αυτές τις φαντασιοκοπίες τις σκαρφίστηκε ο Ωριγένης από μόνος του. Πρόκειται για καθαρά αναμασήματα Πλατωνικών «ανακαλύψεων». Πράγματι είναι εντυπωσιακή η απέχθεια, όλων αυτών των ιδεόπληκτων, προς το ανθρώπινο σώμα. Η διαστροφή αυτή πρωτοεμφανίστηκε στους ορφικούς, καλλιεργήθηκε συστηματικά από τον «σπηλαιόβιο» Πλάτωνα και τέλος έστησε το σκοταδιστικό της βασίλειό μέσα στους κόλπους του χριστιανικού ιερατείου, με εντυπωσιακούς καρπούς από τα δένδρα του καλογερισμού.
Τα πόσα του έχουνε σύρει, οι πατέρες και οι καλόγεροι του άμοιρου του σώματος, δεν αρκούν ούτε εκατό τόμοι για να γραφούν. Έχει κανείς την εντύπωση ότι όλοι αυτοί μετέφεραν τον εγκέφαλό τους μέσα στο παχύ τους έντερο! Γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε, είναι γνωστό ότι οι περισσότεροι απ’ αυτούς ξέπεσαν στην αρσενοκοιτία. Μήπως είναι τυχαίο ότι μέσα στα τελευταία πέντε χρόνια ο πρόεδρος του συλλόγου των κληρικών, δήλωσε ότι γέμισε η εκκλησία με επισκόπους ομοφυλόφιλους.
2) Της δημιουργίας. Κατά την γνώμη αυτή, την οποία δέχονται οι Αριστοτέλης, Αμβρόσιος, Λακτάντιος, Ιερώνυμος, πολλοί σχολαστικοί θεολόγοι, ο Καλβίνος, ο Βέζας και πολλοί των νεωτέρων, ο θεός δημιουργεί την ψυχή κατά την τεσσαρακοστή ημέρα από την σύλληψη, η οποία ενώ ήταν καθαρή καθίσταται αμαρτωλή, λόγω της ένωσής της με το σώμα.
Ότι και ν’ αλλάξει με τα υπόλοιπα, οι βολές κατά του σώματος παραμένουν αδιαπραγμάτευτες. Αυτό το οποίο είναι το πιο σίγουρο απ’ όλα, το σώμα, τους φαντάζει σταθερά σαν ένα βρόμικο και απεχθές τομάρι! Δεν είναι τυχαίο που τα κατ’ εξοχήν βρομοκούναβα της ιστορίας είναι οι καλόγεροι. Θα μπορούσαμε εύκολα να συμφωνήσουμε ότι υπάρχει παραλληλία μεταξύ ψυχικής και σωματικής βρομιάς. Γι’ αυτό μια προτεραιότητα του χριστιανισμού ήταν το κλείσιμο των δημόσιων λουτρών που είχαν παντού οι Ρωμαίοι και οι Έλληνες. Μάλιστα υπήρξαν και περιπτώσεις καλογήρων που εκτός που δεν είχαν πλυθεί ποτέ τους, από πάνω πασαλείβονταν και με ακαθαρσίες! Αυτοί οι βρομόχοιροι αποκαλούσαν τους Έλληνες «χειρότερους κι από τα γουρούνια που κυλιούνται μέσα στις ακαθαρσίες τους» (Ι. Χρυσόστομος)!
3) Της μεταδόσεως. Κατά την γνώμη αυτή, την οποία δέχονται οι Τερτυλλιανός, Αθανάσιος, Γρηγόριος ο Νύσσης, Λούθηρος, οι λουθηριανοί δογματικοί και πολλοί νεώτεροι θεολόγοι, οι γονείς μεταδίδουν στα τέκνα τους και το σώμα και την ψυχή. Ο Λούθηρος δέχεται ότι οι ψυχές όλων των ανθρώπων υπήρχαν εν σπέρματι μέσα στην ψυχή του Αδάμ κι έτσι κατά την γέννηση μεταδίδονται μαζί με την ουσία του σώματος.
Κατά τους Γρηγόριο Νύσσης, Αθανάσιο και άλλους, στην ψυχή υπάρχει κάποια γεννητική δύναμη, που προέρχεται από την ευλογία του θεού: «Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε».
Υπάρχει όμως πέρα απ’ όλ’ αυτά και η επιστήμη της ψυχιατρικής. Ο επιστήμων ψυχίατρος δεν έχει, ούτε κατά το ελάχιστον, την δυνατότητα να καταναλώνεται σε φαντασιοκοπίες και σε αερολογίες όπως όλοι αυτοί οι φιλόσοφοι και θεολόγοι. Αυτός πρέπει να θεραπεύσει τον ασθενή του. Αυτός είναι εκτεθειμένος διαρκώς απέναντι στο αποτέλεσμα της θεραπεία που εφαρμόζει. Η θεραπεία ή έστω η βελτίωση της κατάστασης του ασθενούς του, τον κυνηγάει σαν εφιάλτης μέρα και νύχτα. Σε ποιο στάδιο εξέλιξης όμως βρίσκεται σήμερα η ψυχιατρική επιστήμη; Προς ποια κατεύθυνση έχει προσανατολιστεί μετά από τόση εμπειρία που συσσώρευσε μέσα στις τελευταίες δυο χιλιετίες;
Η πρώτη κατεύθυνση ασφαλώς ήταν η θρησκευτική, η οποία ζει και βασιλεύει ακόμα και σήμερα. Ο άνθρωπος απευθύνεται στο έλεος του θεού. Αυτός έκανε και κάνει τις ψυχές, αυτός μπορεί και να τις διορθώσει. Από τις μαγικές τελετουργικές θεραπείες φτάσαμε στα χριστιανικά ευχέλαια, τα παπαδοδιαβάσματα και τους εξορκισμούς. Ακόμα και σήμερα η χριστιανική πίστη, χωρίς ίχνος ντροπής, ισχυρίζεται ότι οι ψυχικές ασθένειες οφείλονται στον διάολο, ο οποίος εισέρχεται εντός του ανθρώπου. Γι’ αυτό αποκαλεί τον βαριά ψυχικά άρρωστο δαιμονισμένο!
Τι κι αν ο Ιπποκράτης προσπάθησε να νουθετήσει τους ανθρώπους, φωνάζοντας ότι οι ψυχικές ασθένειες, όπως η επιληψία, δεν προέρχονται από θεούς ή δαίμονες, αλλά από σωματικά προβλήματα, όπως κάποιες βλάβες του νευρικού συστήματος. Τι κι αν η ανθρωπότητα αναγνώρισε το μεγαλείο και την επιστημοσύνη του ανδρός αυτού, ώστε οι γιατροί όλου του κόσμου να ορκίζονται στον όρκο του. Τι κι αν οι Γιαπωνέζοι στέλνουν κάποιους γιατρούς τους να ορκίζονται στην Κω, προς ένδειξη ιδιαίτερου σεβασμού προς το πρόσωπό του. Σε πείσμα όλων αυτών πολλοί ακόμα, Έλληνες χριστιανοί, προστρέχουν στα τάματα των αγίων, για να γιατρέψουν τους ψυχικώς άρρωστους ανθρώπους τους. Η δεισιδαιμονία παραμένει ακόμα αθάνατη.
Είναι γνωστό ότι η ψυχαναλυτική θεραπεία, ξόφλησε για τα καλά. Ο τάφος της βρίσκεται κάπου στην Αμερική. Εκεί στις Η.Π.Α. Βλέπετε η «θρησκεία» αυτή δεν διέθετε αρχιερείς του ύψους της πανουργίας του χριστιανισμού, οι οποίοι να μπορούσαν να την διατηρήσουν για πολύ στη ζωή. Ξεψύχησε η κακομοίρα απέναντι στην ανελέητη πραγματικότητα της αποτυχίας των θεραπευτικών της υποσχέσεων. Και τώρα η ψυχοθεραπεία αναγκάστηκε να στραφεί στο ένα και βεβαιότατο υπαρκτό αντικείμενο. Στο σώμα και τις λειτουργίες του. Στα φάρμακα δηλαδή.
Το σώμα είναι ένας οργανισμός που λειτουργεί και ρυθμίζεται από την έκρυση και ισορροπία πάμπολλων χημικών ουσιών. Παράλληλα η κυκλοφορία και η ρύθμιση των ηλεκτρικών μικρορευμάτων που ρέουν δια μέσου των νευρώνων καθορίζουν την σωματική και ψυχική υγεία του. Όταν τα συστήματα αυτά, τα οποία αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, διαταραχτούν, για κάποιους λόγους, οι οποίοι μπορεί να υφίστανται εκ γενετής ή να είναι επίκτητοι, τότε εκδηλώνονται τα ψυχολογικά προβλήματα.
Ο άνθρωπος αδυνατεί να δεχθεί ότι είναι ζώον. Ότι είναι ζώο με πιο εξελιγμένες εγκεφαλικές λειτουργίες από τα υπόλοιπα αδέλφια και ξαδέλφια του. Του γέμισαν την κεφάλα του με ανοησίες του είδους ότι όλος ο κόσμος έγινε για χάρη του. Ότι όλα τα πράγματα και τα ζώα τα έκανε ο θεός για να μπούνε στην υπηρεσία του. Κι αντί να αισθάνεται την υποχρέωση να φροντίζει για τους «κατωτέρους» του, αυτός πασχίζει να τους αφανίσει. Μαζί με τα πλάσματα της φύσης, κοντεύει ν’ αφανίσει ακόμα και την ίδια, το κτήνος. Αυτός ο χριστιανοϊουδαίος της Βίβλου. Διότι από κει του μπήκαν στο μυαλό όλες αυτές οι ύβρεις. Ο παλιός κόσμος σέβονταν την φύση και τα ζωντανά της.
Λέει, τα ζώα δεν έχουν ψυχή. Γιατί παρακαλώ; Τότε πώς έχουν συναισθήματα. Μήπως δεν χαίρονται, μήπως δεν λυπούνται, δεν θυσιάζονται για τα παιδιά και την ομάδα τους, ή μήπως δεν διαθέτουν εξυπνάδα και σοφία; Ή μήπως πολλά από τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά και δυνατότητες δεν τα διαθέτουν σε μεγαλύτερο βαθμό από τους ανθρώπους. Από την άλλη μεριά διατυμπανίζουν την εξυπνάδα που διαθέτει το σκυλάκι ή η γάτα τους.
Αν λοιπόν επαρμένε άνθρωπε έχεις ψυχή, τότε ψυχή έχει και το ζώο. Ο Αριστοτέλης συζητούσε το αν οι δούλοι διαθέτουν ψυχή! Κάποιοι πατέρες της εκκλησίας, αν οι γυναίκες διαθέτουν ψυχή! κι αυτό το τελευταίο σε οικουμενική σύνοδο παρακαλώ! Αυτά τα ανθρώπινα υποκείμενα. Αυτοί οι υπέρμαχοι της ύπαρξης της ψυχής. Αλήθεια τι είδους ψυχή διέθεταν αυτοί οι ψυχο-λόγιοι;
Το μεγαλύτερο και αποδοτικότερο χρυσωρυχείο που ανακαλύφτηκε, μέχρι στιγμής στον κόσμο λέγεται «σωτηρία της ψυχής». Μάλλον δεν πρόκειται ν’ ανακαλυφθεί κάτι ανάλογο στο εξής. Διότι τι αξίζει η ψυχή εάν δεν σωθεί! Μήπως καλύτερα δεν θα ήταν να μην υπήρχε καθόλου, άνευ της σωτηρίας της.
Ιδού η μεγαλύτερη θανατηφόρα χολέρα που επέπεσε στην ανθρωπότητα: «Σε τι θα σε ωφελήσει αν κερδίσεις τον κόσμο όλο αλλά χάσεις την ψυχή σου;» Η οχιά που εκτόξευσε το δηλητήριο αυτό μας είναι γνώριμη. Είναι η συμφωνική ορχήστρα των αρχιερέων του χριστιανικού ιερατείου. Οι Σειρήνες που χαϊδεύουν τ’ αυτιά του φοβισμένου δεισιδαιμονικού ανθρώπινου κτήνους. Όταν το τεμπελόσκυλο το ιερατείο υπερβαίνει τον εαυτό του σε εφευρηματικότητα. Είναι λάθος να πιστεύει κανείς ότι η πανουργία δεν είναι κόρη της ραθυμίας.
Την γενεαλογία του χριστιανικού ιερατείου και την νοοτροπία του την περιγράφουμε σε δυο εργασίες που βρίσκονται στην ιστοσελίδα μας. Η πρώτη έχει τίτλο «Η ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΙΕΡΑΤΕΙΟΥ» και η δεύτερη «ΠΩΣ ΟΙ ΑΘΕΟΦΟΒΟΙ ΚΑΤΑΔΥΝΑΣΤΕΥΟΥΝ ΤΟΥΣ ΘΕΟΦΟΒΟΥΜΕΝΟΥΣ», που βρίσκονται στην κατηγορία «Θρησκευτικά».
Ο Νίτσε στο βιβλίο του «Ο ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΣ» δεν άφησε κανένα άβατο του χριστιανισμού που να μη το διάβηκε. Κανένα παραπέτασμα ναού που να τον εμπόδισε να εισέλθει μέσα στα σκοτεινά ιερά της θρησκείας. Κανένα τέμπλο που να μη το διαπέρασε με το βλέμμα του. Κι όλ’ αυτά για να φανερώσει στην ανθρωπότητα το εμπόριο της σωτηρίας της ψυχής. Την ψυχολογία του εμπορίου αυτού. Την καλλιέργεια και την εκμετάλλευση των ανθρώπινων φοβιών και της δεισιδαιμονικής ανακατωσούρας.
Αλήθεια, θα υπήρχε ακόμα θρησκεία αν οι άνθρωποι έπαυαν να πιστεύουν στην αθανασία της ψυχής; Μήπως η μοναδική υπόσχεση της θρησκείας δεν είναι η σωτηρία της ψυχής; Δεν είναι η απαλλαγή από την κόλαση; Το ιερατείο ένα πράγμα το πανικοβάλλει: η απιστία στην αθανασία της ψυχής (Επίκουρος). Με την ιδέα της αθανασίας, τους τρέφουν οι ζωντανοί αλλά και οι αποθαμένοι. Διότι παρ’ όλο που ο θεός τους είναι αδέκαστος κριτής, όπως οι ίδιοι ισχυρίζονται, αυτοί, με τα μνημόσυνα και τα τρισάγια, δεν σταματούν να υποδεικνύουν στον αδέκαστο αυτόν κριτή, να μεταβάλλει την γνώμη του και να μεταφέρει τον καταδικασθέντα αμαρτωλό από την κόλαση στον παράδεισο, «εν τόπω χλοερώ ένθα απέδρα πάσα λύπη και στεναγμός».
Ποιος όμως δρόμος οδηγεί τον άνθρωπο στην απιστία; Στον εξανεμισμό, μεταξύ των άλλων, της ιδέας της αθανασίας της ψυχής. Ασφαλώς η γνώση. Ασφαλώς η επιστήμη (της φύσεως). Ο θεός μισεί θανάσιμα την επιστήμη. Το ιερατείου απεχθάνεται την επιστήμη. Είναι ο διάβολός της. Αν ξεγυμνώσει κανείς τον χριστιανικό Σατανά, τον διάβολο, τότε θα δει ολόγυμνη την ομορφιά της επιστήμης. Την ομορφιά της ζωής. Την χαρά και την απόλαυση της ζωής (Επίκουρος). Να τι μας λέει ο Νίτσε για το θέμα αυτό, στον «Αντίχριστό» του:
«Πρέπει κανείς να διαβάσει τον Λουκρήτιο για να καταλάβει με τι ακριβώς έκανε πόλεμο ο Επίκουρος. Όχι με τον παγανισμό αλλά με τον ‘Χριστιανισμό’, δηλαδή τη διαφθορά των ψυχών μέσω της ιδέας της ενοχής, της τιμωρίας και της αθανασίας. Στάθηκε αντίθετος προς τις υποχθόνιες αιρέσεις, προς ολόκληρη την πρώτη αυτή μορφή του Χριστιανισμού – το να αρνηθεί κανείς τις εκείνες τις μέρες την αθανασία ήταν μια πραγματική λύτρωση. Και ο Επίκουρος θα είχε κερδίσει. Κάθε διάνοια που μετρούσε στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν επικούρειος».
Να γιατί είπε ο Νίτσε το περίφημο «η σοφία δεν έχει προχωρήσει ούτε ένα βήμα μετά τον Επίκουρο, και συχνά βρίσκεται χιλιάδες βήματα πίσω του».
Λέγαμε για τον θεό, το ιερατείο και την επιστήμη. Ας δώσουμε τον λόγο ξανά στον οδοστρωτήρα, τον εξειδικευμένο για το γκρέμισμα των ειδώλων, τον Νίτσε. Και πάλι από τον Αντίχριστό του:
«Έχει πραγματικά κατανοηθεί η περίφημη ιστορία που βρίσκεται στην αρχή της Βίβλου – η ιστορία για το θανάσιμο τρόμο του θεού μπροστά στην επιστήμη; … Δεν έχει κατανοηθεί. Το βιβλίο αυτό του ιερατείου αρχίζει, όπως αρμόζει άλλωστε, με τη μεγάλη εσωτερική δυσκολία κάθε ιερέα: ο ιερέας δεν έχει παρά ένα μεγάλο κίνδυνο, κατά συνέπεια και ο ‘Θεός’ δεν έχει παρά ένα μεγάλο κίνδυνο.
Ο παλιός θεός, κάθε ‘πνεύμα’, κάθε αρχιερέας, καθετί το τέλειο, περιφέρεται στον κήπο του: όμως νιώθει πλήξη. Μπροστά στην πλήξη και οι θεοί οι ίδιοι μάταια παλεύουν. Τι κάνει; εφευρίσκει τον άνθρωπο – ο άνθρωπος είναι διασκεδαστικός… Να όμως που και ο άνθρωπος αρχίζει να νιώθει πλήξη. Η συμπάθεια του θεού για το μόνο πρόβλημα που μπορεί να βρεθεί σε κάθε Παράδεισο δε γνωρίζει όρια: σπεύδει αμέσως να δημιουργήσει άλλα ζώα. πρώτη γκάφα του θεού: ο άνθρωπος δεν τα βρήκε διασκεδαστικά τα ζώα – κυριάρχησε πάνω τους, ‘δε θέλησε καν να είναι ο ίδιος ζώο’. Έτσι ο θεός δημιούργησε τη γυναίκα. Και τότε πράγματι μπήκε τέλος στην πλήξη – και σε κάτι άλλο επίσης!
Η γυναίκα ήταν η δεύτερη γκάφα του θεού. ‘Η γυναίκα είναι στην ουσία της ερπετό, Εύα’ – ο κάθε ιερέας το γνωρίζει αυτό. ‘Καθετί κακό έρχεται στον κόσμο από τη γυναίκα’ – κι αυτό επίσης το ξέρει ο κάθε ιερέας. ‘Κατά συνέπεια, και η επιστήμη επίσης έρχεται στον κόσμο μέσω αυτής’… Μόνο μέσω της γυναίκας έμαθε ο άντρας να γεύεται το δένδρο της γνώσης. Τι είχε συμβεί; Ένας θανάσιμος τρόμος έζωσε τον παλιό θεό. Ο άντρας ο ίδιος είχε γίνει η μεγαλύτερη γκάφα του θεού. Ο θεός έβρισκε πλέον στον άνθρωπο έναν ανταγωνιστή, η επιστήμη τον έκανε ίσο με τον θεό – όλα τελειώνουν για τους ιερείς και τους θεούς απ’ τη στιγμή που ο άνθρωπος αποκτά επιστημονική σκέψη!
Ηθικό δίδαγμα: η επιστήμη είναι το απαγορευμένο καθεαυτό – αυτή και μόνο είναι το απαγορευμένο. Η επιστήμη είναι η πρώτη αμαρτία, το σπέρμα όλων των αμαρτιών, η προπατορική αμαρτία. Αυτό και μόνο συνιστά την ηθική. ‘Ου γνωρίσεις’ – τα υπόλοιπα έπονται. Ο θανάσιμος τρόμος που κατέλαβε τον θεό δεν τον εμπόδισε να φερθεί με πανουργία. Πώς μπορούσε κανείς να υπερασπίσει τον εαυτό του ενάντια στην επιστήμη; Για καιρό αυτό ήταν το κύριο πρόβλημά του. Απάντηση: Έξω ο άνθρωπος απ’ τον Παράδεισο! Η ευτυχία και ο ελεύθερος χρόνος αφήνουν χώρο για τη σκέψη – και όλες οι σκέψεις είναι άσχημες σκέψεις… ο άνθρωπος δεν θα σκέφτεται.
Και ο ‘καθεαυτό ιερέας’ επινοεί τη δυστυχία, τον θάνατο, τον κίνδυνο της εγκυμοσύνης, κάθε είδους δυστυχία, τα γηρατειά, τις δοκιμασίες και πάνω απ’ όλα τις αρρώστιες – σαν τίποτα άλλο παρά μέσα στον πόλεμό του ενάντια στην επιστήμη! Η δυστυχία δεν επιτρέπει στον άνθρωπο να σκέφτεται. … Κι όμως! Ω της φρίκης! Το κτίριο της γνώσης ορθώνεται στους ουρανούς, απειλεί να φτάσει το θείο – τι πρέπει να γίνει!
Ο παλιός θεός εφευρίσκει τον πόλεμο, χωρίζει τους ανθρώπους, τους κάνει να καταστρέφουν ο ένας τον άλλο (οι ιερείς είχαν πάντα ανάγκη τον πόλεμο…) Πόλεμος… ανάμεσα σ’ άλλα, φέρνει και μεγάλη αναταραχή στην επιστήμη! Απίστευτο! Η γνώση, η χειραφέτηση από τον ιερατικό ζυγό δυναμώνει παρά τους πολέμους.
Και πάλι ο παλιός θεός φτάνει σε μια τελευταία απόφαση: ‘Ο άνθρωπος απέκτησε επιστημονική σκέψη – δεν μπορεί να γίνει τίποτα, θα χρειαστεί να τον πνίξουμε!’…
Έγινα κατανοητός; Οι αρχές της Βίβλου περιέχουν ολόκληρη την ψυχολογία των ιερέων. Ο ιερέας γνωρίζει ένα και μόνο μεγάλο κίνδυνο: τον κίνδυνο της επιστήμης – τη σωστή σύλληψη του αιτίου και αποτελέσματος. Η επιστήμη όμως ανθεί γενικά όταν οι συνθήκες είναι ευνοϊκές – θα πρέπει να διαθέτει κανείς χρόνο και πνεύμα για να ‘γνωρίσει’… ‘Κατά συνέπεια ο άνθρωπος πρέπει να γίνει δυστυχισμένος’ – αυτό υπήρξε πάντα η λογική των ιερέων.
Ήδη θα μαντέψατε τι ήταν εκείνο που ήρθε στον κόσμο στη συνέχεια, επακόλουθο αυτής της λογικής – η ‘αμαρτία’… Η ιδέα της ενοχής και της τιμωρίας, ολόκληρη η ‘ηθική παγκόσμια τάξη’ εφευρέθηκε για να σταθεί αντίθετη προς την επιστήμη – αντίθετη προς την χειραφέτηση του ανθρώπου από τον ιερέα… Ο άνθρωπος δεν πρέπει να κοιτά τριγύρω του, θα πρέπει να κοιτάζει μέσα του. Δεν πρέπει να κοιτά με σύνεση και προσοχή τα πράγματα ώστε να μαθαίνει απ’ αυτά, δε θα πρέπει να κοιτά καθόλου: θα υποφέρει… Και θα υποφέρει με τέτοιο τρόπο ώστε να χρειάζεται πάντα τον ιερέα.
Ας κάνουμε πέρα τους γιατρούς! Εκείνο που χρειάζεται είναι ένας Σωτήρας. Οι ιδέες της ενοχής και της τιμωρίας, όπως επίσης το δόγμα της ‘χάρητος’, της ‘λύτρωσης’, της ‘άφεσης των αμαρτιών’ – όλα τους ολοκληρωτικά ψέματα, χωρίς κανένα ψυχολογικό αντίκρισμα – εφευρέθηκαν για να καταστρέψουν την αίσθηση της αιτιότητας στον άνθρωπο: είναι επιθέσεις ενάντια στις ιδέες του αιτίου και του αποτελέσματος! Και όχι επιθέσεις με τη γροθιά, με το μαχαίρι, με τίμιο μίσος κι αγάπη! Αλλά επιθέσεις με τα πιο άναντρα, τα πιο πανούργα και κατώτερα ένστικτα! Επιθέσεις ιερέων! Επιθέσεις παρασίτων! Βρυκολάκιασμα ωχρών καταχθόνιων βδελλών!…
Όταν οι φυσικές συνέπειες μιας πράξης δε θεωρούνται ‘πλέον φυσικές’ αλλά θεωρούνται ότι προέρχονται από τα ιδεατά φαντάσματα των προλήψεων, τον ‘θεό’, τα ‘πνεύματα’, τις ‘ψυχές’, όταν θεωρούνται απλά και μόνο ‘ηθικές’ συνέπειες, σαν ανταμοιβή, τιμωρία, οιωνός, μέσο διαπαιδαγώγησης, τότε έχει καταστραφεί η προϋπόθεση της γνώσης – τότε διαπράττει κανείς το μέγιστο έγκλημα που μπορεί να γίνει ενάντια στην ανθρωπότητα. Η αμαρτία, για να πούμε ξανά, αυτή η par excellence μορφή αυτο-βιασμού της ανθρωπότητας, εφευρέθηκε για να γίνει η επιστήμη, ο πολιτισμός, η κάθε είδους ανθρώπινη ανάταση κι ευγένεια αδύνατη. Ο ιερέας είναι που κυριαρχεί με το εύρημα της αμαρτίας…
Κανείς δεν είναι ελεύθερος να γίνει ή να μη γίνει χριστιανός: δεν ‘προσηλυτίζεται’ κανείς στο Χριστιανισμό – πρέπει να είναι κανείς αρκετά άρρωστος γι΄ αυτόν… Εμείς οι άλλοι, εμείς που έχουμε το θάρρος για υγεία αλλά και για περιφρόνηση, τι περιφρόνηση τρέφουμε για μια θρησκεία που παρανοεί το σώμα! Που δε θέλει να ξεφορτωθεί τις ανόητες προλήψεις περί ψυχής! Που κάνει αρετή τη λειψή τροφή! Που πολεμά την υγεία σαν να ήταν εχθρός, διάβολος, πειρασμός! Που έπεισε τον εαυτό της πως μια ‘τέλεια ψυχή’ μπορεί να περιφέρεται σε σώμα ήδη μισοπεθαμένο και που για να το καταφέρει αυτό χρειάστηκε να επινοήσει μια νέα αντίληψη για το ‘τέλειο’, μια κατάσταση αρρωστημένη κι ωχρή που αρμόζει σε φανατικούς ηλίθιους, τη λεγόμενη ‘αγιότητα’- η αγιότητα η ίδια μεταμορφώνεται σ’ ένα απλό σύμπτωμα – σύνδρομο του εξαθλιωμένου, αποχαυνωμένου, αθεράπευτα διεφθαρμένου σώματος!»
Ο Επίκουρος – ο οποίος όπως αναφέραμε θεωρεί ότι η ψυχή αποτελείται από ιδιαίτερα υλικά άτομα – σε επιστολή του προς Ηρόδοτο, μεταξύ άλλων, λέει για την ψυχή:
«Επιπλέον, είναι ανάγκη να έχουμε κατά νου ότι ως ‘ασώματος’, στην καθομιλουμένη, εννοούμε κάτι που είναι αυθύπαρκτο. Όμως δεν μπορούμε να διανοηθούμε τίποτε αυθύπαρκτα ασώματο εξόν από το κενό. Μα το κενό δεν μπορεί ούτε να κάνει ούτε να πάθει τίποτα. Απλώς και μόνο επιτρέπει στα σώματα να κινούνται εντός του. Συνεπώς, όσοι λένε πως η ψυχή είναι ασώματη, απλώς ματαιοπονούν. Αν ήταν έτσι, δεν θα μπορούσε η ψυχή ούτε να ενεργήσει ούτε να πάθει. Όμως το βλέπουμε ολοκάθαρα ότι η ψυχή έχει και τις δυο ιδιότητες…
Λέω πρώτον πως ο νους – που συχνά τον λέμε ‘λογικό’ – όπου έχει την έδρα της η φρόνηση κι η διακυβέρνηση της ζωής, είναι μέρος του ανθρώπινου σώματος, όχι λιγότερο απ’ ότι το χέρι και το πόδι και τα μάτια, που είναι μέρη ολάκερου του έμβιου όντος…
… Ο ίδιος συλλογισμός μας δείχνει πως η φύση του νου και της ψυχής είναι σωματική. Τη βλέπουμε να δίνει ώθηση στα μέλη, να βγάζει το σώμα από τον ύπνο και ν’ αλλάζει την όψη μας, και να διευθύνει και να στρέφει ολόκληρο τον άνθρωπο – και το βλέπουμε πως τίποτα απ’ αυτά δεν μπορεί να γίνει χωρίς επαφή. Και χωρίς υλικό σώμα δεν υπάρχει επαφή. Δεν πρέπει να τ’ ομολογήσουμε, λοιπόν, πως η σύσταση του νου και της ψυχής είναι σωματική;
Εξάλλου, το νιώθουμε πως ο νους γεννιέται αναπτύσσεται και γερνάει μαζί με το σώμα. Όπως τα νήπια παραπατάνε με το αδύναμο και τρυφερό τους σώμα, έτσι κι η σκέψη τους είναι ασθενική. Μετά, σαν δυναμώσει το κορμί τους ωριμάζοντας, μεγαλώνει κι η δύναμη του νου. Κι αργότερα, που το σώμα χτυπιέται από τη δύναμη του χρόνου και χαλαρώνουν οι δυνάμεις και παραλύουν τα μέλη, παραπαίει το πνεύμα, όλα είναι λειψά και χάνονται στη στιγμή. Συνεπώς διαλύεται η φύση της ψυχής σαν καπνός στα ψηλά ρεύματα του ανέμου, αφού τη βλέπουμε να γεννιέται δεμένη με το σώμα, να μεγαλώνει μαζί του και, όπως έδειξα, να εξαντλείται μαζί του τσακισμένη από τα χρόνια».
Νομίζουμε ότι η τελευταία αυτή παρατήρηση του Επίκουρου είναι ικανή για να αποδείξει ότι η ψυχή είναι εκδήλωση και αποτέλεσμα της λειτουργίας και της εξέλιξης του σώματος. Βεβαίως ικανή μόνο για ένα μυαλό που είναι απαλλαγμένο από την πανούκλα της δεισιδαιμονίας, όπως ήταν το δικό του. Συνεχίζουμε με τον Επίκουρο:
«Χώρια που, αν η φύση της ψυχής είναι αθάνατη και μπορεί να αισθάνεται απ’ τη στιγμή που θα χωριστεί από το σώμα μας, θα πρέπει τότε να την φανταστούμε προικισμένη με πέντε αισθήσεις. Με κανέναν άλλο τρόπο δεν μπορούμε να φανταστούμε ψυχές να περιφέρονται κάτω στον Αχέροντα. Γι’ αυτό και οι ζωγράφοι κι οι παλιοί συγγραφείς μας τις παρουσίασαν έτσι τις ψυχές, εξοπλισμένες με αισθήσεις. Όμως ψυχή χωρισμένη από το σώμα, ούτε μάτια μπορεί να έχει ούτε μύτη ούτε χέρι, μήτε γλώσσα μήτε αυτιά. Δεν μπορούν λοιπόν από μόνες τους οι ψυχές να έχουν αισθήσεις ούτε να υπάρχουν.
… λέει (ο Εμπεδοκλής) πως μετά από κάθε θάνατο οι ψυχές μεταβαίνουν από σώμα σε σώμα, και ότι αυτό συμβαίνει επ’ άπειρον, λες και δεν θα μπορούσε κανείς να του πει: ‘Εμπεδοκλή, αν μπορούσαν οι ψυχές να επιβιώνουν ασώματες, χωρίς να [...] τις χώνει μέσα σ’ ένα ζωντανό πλάσμα και για το λόγο αυτό να τις μεταβάλλεις, τι τη θέλεις τη μετάβαση από το ένα σώμα στο άλλο; Ώσπου να μεταβούν αυτές και να περάσουν μες στη φύση κάποιου άλλου ζωντανού όντος, έχουν να πάθουν φοβερή ταραχή. Αν πάλι δεν μπορούν οι ψυχές με τίποτα να επιβιώσουν δίχως ένα σώμα, τότε τι παιδεύεσαι και τις παιδεύεις κι αυτές ακόμα περισσότερο, τραβολογώντας και κουβαλώντας τες από το ένα ζώο στο άλλο;»
ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ
Από τα αρχαιολογικά ευρήματα, ανά την υφήλιο, είναι πασίδηλο ότι κατά την προϊστορική εποχή, αλλά ακόμη και μέχρι σήμερα σε πρωτόγονες ημιάγριες φυλές, ήταν δεδομένη η πίστη στην διαβίωση των ψυχών των αποθανόντων. Όχι μόνο τρόφιμα αλλά και αντικείμενα εξυπηρέτησης των σωματικών αναγκών και περιποιήσεων του ανθρωπίνου σώματος βρέθηκαν, στα πιο διαφορετικά μέρη της γης, μέσα σε τάφους, δίπλα στους σκελετούς.
Μέσα στην γενική αυτή αντίληψη διαφαίνονται και αρκετές ιδιαιτερότητες. Σε κάποιους πολιτισμούς, όπως στον Αιγυπτιακό, πιστεύονταν ότι η αθανασία μάλλον διαρκούσε σε συνάρτηση με την παράλληλη ύπαρξη του λειψάνου, ώστε να εξηγείται η φροντίδα της ταρίχευσης. Στην Ινδία αναφέρονται περιπτώσεις όπου η σύζυγος θάβονταν ζωντανή μαζί με τον νεκρό άνδρα της. Η απίστευτη περίπτωση του Κινέζου αυτοκράτορα που θάφτηκε στην Ξιάν της Κίνας ανάμεσα σε χιλιάδες πήλινους ιππείς φυσικού μεγέθους, καταδεικνύει το μέγεθος της υπερβολής στην πίστη της αθανασίας. Η ταφή αλόγων και σκύλων μαζί με τους κυρίους τους ήταν κάτι συνηθισμένο σε κάθε πλάτος και μήκος της υφηλίου.
Στην χώρα μας ακόμα και σήμερα η πίστη στην περιπλάνηση της ψυχής του πεθαμένου, επί σαράντα μέρες μετά τον θάνατό του, στα μέρη όπου έζησε παραμένει ζωντανή. Σ’ άλλα μέρη πιστεύεται ότι η ψυχή μετά θάνατον διατρίβει μέσα σε δάση, σε δέντρα, σε πέτρες, σε σώματα ζώων, προπάντων φιδιών ή ότι πετάει ελεύθερα πάνω από τα μέρη στα οποία έζησε.
Ποια είναι όμως τα ελατήρια της πίστης στην αθανασία της ψυχής; Είναι η ισχυρή ορμή προς αυτοσυντηρησία, σε συνδυασμό με τον ανθρώπινο εγωισμό. Ο φυσικός πόθος προς ανταπόδοση και η άρση των επί γης αντινομιών. Η ζωηρή επιθυμία όπως σε κάποιον άλλο κόσμο μπορεί κανείς να αναπληρώσει αυτά που του έλειψαν αλλά και για να εξαγνιστεί από τα πλημμελήματα για τα οποία δεν κατόρθωσε ή δεν πρόφτασε να εξιλεώσει. Η γνώμη ότι ο πανάγαθος και ελεήμων θεός δεν είναι δυνατόν να κράτησε την αιωνιότητα μόνο για τον εαυτό του και να την στέρησε από τα παιδιά του. Όπως θα δούμε σε λίγο, τα ίδια αυτά ελατήρια, οι επιθυμίες αυτές, θεωρήθηκαν, επί πλέον και σαν αποδεικτικά στοιχεία για την αθανασία της ψυχής.
Η μεγάλη ιδέα που έχει ο άνθρωπος για τον εαυτό του! ότι είναι τόσο σπουδαίος, ότι όλα έγιναν για χάρη του: η φύση τα ζώα κι όλη η γη. Κι όλ’ αυτά μόνο για τόσο λίγο! Δηλαδή ο τόσο σπουδαίος αυτός άνθρωπος, που στον βίο του έδερνε την γυναίκα του, άφηνε νηστικά τα παιδιά του και μπεκρόπινε μερόνυχτα, αυτό το θαύμα της φύσεως να πεθάνει, και να μη μείνει τίποτα άλλο παρ’ εκτός το κουφάρι του! Δεν είναι δυνατόν να συμβεί αυτό. Μια τόσο μεγάλη αδικία!
Έπειτα, τα τόσα και τόσα μνημόσυνα και τρισάγια που θα ρίξουν πάνω από τον τάφο του, οι άγιοι παπάδες, αυτοί οι άνθρωποι του θεού, είναι δυνατόν να πάνε στο βρόντο! Όλα αυτά τα τρισάγια ,στα οποία οι ιερείς ικετεύουν τον θεό τους, για την σωτηρία της ψυχής του, είναι δυνατόν να πάνε στο βρόντο! Είναι δυνατόν όλοι αυτοί οι άνθρωποι να πλανώνται τόσο πολύ! Να είναι τόσο ανόητοι!
Είναι όμως και η περίπτωση του ενάρετου. Αυτού που δεν παρέλειψε κανένα από τα καθήκοντά του έναντι των επιταγών του Θεού του. Πώς είναι δυνατόν ένας τόσο ενάρετος και πνευματικός βίος να περάσει απαρατήρητος από τον Πανώπτη Θεό! Πώς να αδικήσει ο δίκαιος αυτός Θεός τον πιστό δούλο του με έναν αιώνιο θάνατο! Αυτό αποκλείεται!
Να όμως που για λίγο ακούστηκε και μια φωνή από την αντίπερα όχθη:
«Απορρίψτε από πάνω σας την πίστη στην αθανασία και θα δείτε τον υπερήφανο κύριο της δημιουργίας να μεταβάλλεται σε σωρίσκο αζωτούχου κόπρου κατάλληλου προς λίπανση των αγρών! Ο άνθρωπος ένα θηλαστικό της δημιουργίας, κατά τι μάλιστα υποδεέστερο των συγγενών του, καθ’ ότι επιπροσθέτως αυτός πρέπει να μάθει να πάσχει χωρίς παρηγοριά, να θρηνεί χωρίς συμπαράσταση, και, αν τυχόν δεν γνώρισε ευτυχείς ημέρες, ν’ απελπίζεται και να πεθαίνει χωρίς ελπίδα». J. Hyrtl , επάγγελμα, ανατόμος. Α, ανατόμος; Αγνοήστε τον, λέει ο θεολόγος. Τι περιμένεις ν’ ακούσεις από έναν άνθρωπο που ασχολείται με το καταραμένο και αμαρτωλό σώμα. Αυτή την φυλακή του σώματος.
ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ
Αν θέλετε να παρακολουθήσετε επτά διαφορετικούς χορούς της ίδιας ζαλισμένης μύγας, η οποία γυρίζει αδιάκοπα περί τον εαυτό της, τότε συνεχίστε την ανάγνωση του παρόντος. Πρόκειται για κυκλικούς συλλογισμούς ή καλύτερα για ταυτολογικούς ορισμούς.
1) Η μεταφυσική (οντολογική). Ο θάνατος είναι η διάλυση του όντος εις τα απλά του στοιχεία. Η ανθρώπινη ψυχή όμως είναι άϋλη, απλή και αδιάλυτη και επομένως αθάνατη.
Εδώ, φαίνεται ότι η εντιμότητα του αποδεικνύοντος, κατά την στιγμή της διατύπωσης υπ’ αυτού της αποδείξεως, προσβληθείσα μάλλον υπό διαρροίας, δεν πρόλαβε να πάει να κάνει τα κακά της και τα έκανε πάνω της. Διότι εάν κανείς ρωτήσει, γιατί η ψυχή είναι άϋλη, προφανώς θα λάβει την απάντηση: η ψυχή είναι άϋλη επειδή είναι άϋλη! Το φίδι έχαψε την ουρά του και τώρα η ουρά βρίσκεται μέσα στο κεφάλι του. Το τελευταίο βρίσκεται πλέον στον ίδιο τόπο με το πρώτο.
2) Η τελολογική. Οι άπειρες τάσεις του ανθρώπινου πνεύματος ουδέποτε εκπληρώνονται τελείως στον επίγειο βίο. Γι’ αυτό οφείλουμε να δεχτούμε ζωή πέραν του τάφου, κατά την οποία θα καθίσταται δυνατή η εκπλήρωση και επίτευξη των τάσεων αυτών.
Απέναντι στην απόδειξη αυτή πρέπει να κάνουμε πάσο. Και να γιατί. Ας πάρουμε την περίπτωση του Ισπανού ιεροεξεταστή Τουρκοεμάδα, ο οποίος εις το όνομα της αγίας τριάδος έριξε ζωντανούς στην πυρά 18.000 αιρετικούς. Και ποιος σας είπε εσάς ότι ο άνθρωπος εκπλήρωσε τελείως το έργο του στον επίγειο βίο του; Μπορεί ο άνθρωπος αυτός, αν δεν πέθαινε, να ήθελε να κατακάψει άλλους τόσους. Δηλαδή αν δεν οφείλουμε να δεχτούμε ζωή πέραν του τάφου, κατά την οποία θα καθίσταται δυνατή η εκπλήρωση και επίτευξη των τάσεων αυτών, πώς ο άνθρωπος αυτός του θεού θα εκπληρώσει αυτή την τάση του πνεύματός του, η οποία είναι να καίει ζωντανούς ανθρώπους, επειδή δεν γουστάρανε να συμμορφωθούν με τις επιταγές των αντιπροσώπων, επί γης, του θεού των Εβραίων Γιαχβέ;
Και να μείνει ανεκπλήρωτη η τάση του Χίτλερ, για την τελική εξόντωση των Εβραίων, από το πρόσωπο της γης, που ο καημένος, για λίγο δεν κατάφερε να την ολοκληρώσει!
Τι να πει κανείς και για το δράμα της ανεκπλήρωτης τάσης του Γέροντος Παϊσίου που ο κακομοίρης πενήντα χρόνια εκλιπαρούσε τον θεό να του κολλήσει καρκίνο κι έφυγε απ’ τη ζωή από εγκεφαλικό.
3) Η θεολογική. Η σοφία, η αγαθότητα και η δικαιοσύνη του Θεού, ο οποίος δημιούργησε τον άνθρωπο, τον προίκισε με τόσα προτερήματα και του ρίζωσε βαθιά την επιθυμία για εξακολούθηση της ζωής, απαιτούν την αθανασία. Άλλωστε ο σκοπός του Θεού, που είχε όταν δημιούργησε προσωπικά όντα, δίχως την αθανασία δεν θα πραγματοποιούνταν πλήρως.
Εδώ ο πιθηκάνθρωπος σαλτάρησε και χώθηκε μέσα στο μυαλό του θεού, για να μιλήσει για λογαριασμό του αφεντικού του. Η ελεεινή του απαίτηση για αθανασία γκρέμισε κάθε σεβασμό απέναντι στον τέλειο δημιουργό του σύμπαντος. Άλλωστε η απόδειξη αυτή διατείνεται ότι ο θεός τον προίκισε με τόσα προτερήματα. Μάλλον εννοεί ακόμα και με κάποια θεϊκά.
4) Η ηθική. Στον κόσμο αυτόν ούτε η αρετή μερικές φορές ανταμείβεται τελείως ούτε η κακία ενίοτε τιμωρείται τελείως. Αντιθέτως πολλές φορές η αρετή καταδιώκεται και η κακία θριαμβεύει. Η αντινομία αυτή αντίκειται προς την θεία δικαιοσύνη και προς το δικό μας συναίσθημα της δικαιοσύνης το οποίο απαιτεί την αποκατάσταση της ηθικής τάξης δια της τέλειας αμοιβής του αγαθού και της τέλειας τιμωρίας του κακού. Αφού η ανταπόδοση αυτή δεν γίνεται στην παρούσα ζωή, είναι ανάγκη να υπάρχει πέραν του τάφου ζωή, στην οποία δια τη τιμωρίας του κακού και της αμοιβής του αγαθού θα αποκατασταθεί η ηθική τάξη.
Δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία ότι η απόδειξη αυτή προέρχεται από ανθρώπους που είχαν την αίσθηση ότι όλος ο κόσμος μάλλον γύριζε γύρω από τον ηλίθιο εαυτό τους. Επειδή το ζήτημα αυτό πράγματι απασχόλησε βασανιστικά τον άνθρωπο, ιδίως κατά το παρελθόν, κι επειδή νομίζουμε ότι την καλύτερη ανάλυσή του την πραγματεύτηκε ο Νίτσε στο βιβλίο του «Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΣΤΗΝ ΤΡΑΓΙΚΗ ΕΠΟΧΗ», προτείνουμε στον αναγνώστη να επισκεφτεί, στην ιστοσελίδα μας, το άρθρο « Ο ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ ΥΠΟ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥ ΝΙΤΣΕ», που βρίσκεται στην κατηγορία «αρχαιοελληνικά». Εκεί εξηγείται ότι οι έννοιες του καλού και του κακού, της δικαιοσύνης και της αδικίας είναι αποκυήματα του κοντόφθαλμου βλέμματος του στενόμυαλου ανθρώπου. Κι ας μη βιαστεί κανείς να βγάλει συμπεράσματα πριν μελετήσει την άποψη αυτή του Ηράκλειτου.
5) Η ιστορική. Σ’ όλους τους λαούς από αρχαιοτάτων χρόνων βρίσκουμε την ιδέα της αθανασίας, την οποία μεγάλα πνεύματα υποστήριξαν. Αυτό αποδεικνύει ότι η ιδέα αυτή εδράζεται στη φύση του ανθρώπου.
Σύμφωνα λοιπόν μ’ αυτήν την ατράνταχτη απόδειξη – την οποία δηλώνουμε μετά παρρησίας και ευθαρσώς, ότι την αποδεχόμαστε πλήρως και αναντιρρήτως – ο ήλιος μέχρι την εποχή του Γαλιλαίου γύριζε γύρω από την γη.
Πώς είπατε; Ότι αυτό είναι ψέμα; Μα πώς; Μέχρι τότε δεν πίστευαν όλοι οι άνθρωποι ότι ο ήλιος γύριζε γύρω από την γη; Εσείς δεν ισχυριστήκατε προηγουμένως, κι εμείς το παραδεχτήκαμε, ότι ό,τι πιστεύουν όλοι οι άνθρωποι, δεν είναι δυνατόν παρά να είναι αλήθεια;
Επομένως μετά τον Γαλιλαίο, σταμάτησε πλέον ο ήλιος να περιστρέφεται γύρω από την γη και από κείνη τη στιγμή άρχισε, η μέχρι τότε ακίνητη γη να περιστρέφεται γύρω από τον ακίνητο ήλιο, ο οποίος σταμάτησε πλέον την κίνησή του.
Και θεός φυλάξει μη τύχει και καρφωθεί και καμμιά αλλόκοτη ιδέα στα μυαλά όλων των ανθρώπων και βρούμε κανένα ανεπανόρθωτο μπελά. Γιατί αν το πιστέψουν όλοι τότε δεν γίνεται να μη συμβεί. Φανταστείτε, ας πούμε, να πιστέψουν όλοι οι άνθρωποι τον κηφήνα τον καλόγερο Μάξιμο, που λέει ότι το 2012 θα γίνει η συντέλεια του κόσμου. Από κει που είναι βέβαιο ότι δεν πρόκειται να γίνει, λόγω της πίστης όλων αναγκαστικά θα πραγματοποιηθεί.
6) Η αστρονομική. Τα ουράνια σώματα, των οποίων ο σκοπός είναι άγνωστος, χρησιμεύουν προς ενοίκηση των ψυχών των επί της γης αποθνησκόντων.
Και μετά υπάρχουν σοβαροί, κατά τα άλλα, άνθρωποι που αμφιβάλλουν ακόμα ότι ο άνθρωπος προέρχεται από τον πίθηκο! Φανταστείτε τώρα να τους απευθύνουμε κι εμείς κατάμουτρα την υποψία μας ότι δεν αποκλείουμε την περίπτωση ο πίθηκος να προέρχεται από τον άνθρωπο!
7) Η αναλογική. Όπως στη φύση δεν υπάρχει πλήρης εκμηδένιση, αλλά από τον θάνατο προέρχεται νέα ζωή, έτσι συμβαίνει και με τον άνθρωπο. Αναφέρονται μάλιστα τα παραδείγματα του μεταξοσκώληκα, της χειμερίας νάρκης και του φοίνικα.
Κατ’ αρχάς ο φοίνικας είναι ανύπαρκτο είδος. Έπειτα κατά την χειμερία νάρκη τίποτε δεν πεθαίνει αλλά απλώς υπολειτουργεί. Τέλος ο μεταξοσκώληκας μεταλλάσσεται από κάμπια σε πεταλούδα και σ’ αυτή την περίπτωση δεν υφίσταται κανένας θάνατος.
Οι θεολόγοι δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια κάστα αυταπασχολούμενων ψευταράδων. Αναγνωρίζουν το φάντασμα μιας ιδέας κι αρχίζουν μετά την πλήρη ανάλυσή του. Το κάνουν φύλλο και φτερό. Έτσι έφτασαν να ερίζουν και για το εξής κεφαλαιώδες ζήτημα: η αθανασία είναι κατά χάριν ή είναι φυσική; Την πρώτη άποψη υποστήριξαν οι Ιουστίνος, Τατιανός, Θεόφιλος Αντιοχείας και Ειρηναίος. Τη δεύτερη οι Τερτυλλιανός και Ωριγένης.
Μέγα θέμα προέκυψε λόγω της διχογνωμίας αυτής μεταξύ του μητροπολίτη Κρήτης Νεόφυτου Πατελάρου και του επισκόπου Ιεράπετρας Αθανασίου Καραβέλα, στο δεύτερο ήμισυ του 17ου αιώνα. Αφού λοιπόν αυτοί ρώτησαν τον διερμηνέα της Πύλης Παναγιώτη Νικόσιο κι αυτός είπε τη γνώμη του και… στο τέλος το θέμα παρέμεινε μετέωρο μέχρι και τη σήμερον.
ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΣΩΜΑΤΟΣ – ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΝΕΚΡΩΝ
Οι Έλληνες ουδέποτε πίστεψαν σε ανάσταση νεκρών. Είναι γνωστό ότι οι Αθηναίοι χλεύασαν τον Παύλο όταν αυτός τους ανάφερε «ανάσταση εκ νεκρών», μιλώντας στον Άρειο Πάγο (Πράξεων Αποστόλων ιζ΄ , 31). Λαοί που πίστευαν στην ανάσταση των νεκρών ήταν οι Κέλτες οι αρχαίοι Πρώσσοι, οι Αιγύπτιοι και οι Ιουδαίοι. Επίσης την ιδέα αυτή συναντάμε, αρκετά αναπτυγμένη στον Παρσισμό.
Εκεί όμως που έγινε βασικό δόγμα είναι ο χριστιανισμός. Τίποτα δεν άφησε η θρησκεία αυτή από την σαβούρα του παρελθόντος που να μη τη υιοθετήσει και να μη την αναζωογονήσει. Ακόμα και σήμερα, δίχως ίχνος ντροπής, οι θεολόγοι, οι ιεροκήρυκες και το παπαδαριό, κατηχούν τους πιστούς με την ιδέα αυτή. Στους Ιεχωβάδες (Χιλιαστές) το δόγμα αυτό είναι το άλφα και το ωμέγα της πίστεώς τους.
Την ανάσταση της σαρκός ρητώς διδάσκει η αγία Γραφή. Ο αναστάς Χριστός είναι «η απαρχή των κεκοιμημένων» (Α΄Κορινθ. 15, 20), «ο πρωτότοκος των νεκρών» (Κολ. 1, 18), η εγγύηση της ημετέρας αναστάσεως (Ρωμ. 8, 11).
Κατά την ημέρα εκείνη τα μεν σώματα των απ’ αιώνος κεκοιμημένων θα αναστηθούν, των δε ζώντων θα αλλαχτούν, δηλαδή θα μεταβληθούν επί το αϋλότερον (Α΄Κορινθ. 15, 51 – Α΄ Θεσ. 4, 13).
Η πίστη στην ανάσταση του Χριστού συνεπάγεται την πίστη στην ανάσταση των νεκρών («ει γαρ πιστεύομεν ότι Ιησούς απέθανε και ανέστη, ούτω και ο Θεός τους κοιμηθέντας δια του Ιησού άξει συν αυτώ» Α΄ Θεσ. 4. 14).
Οι απολογητές του χριστιανικού αυτού δόγματος ζητούσαν να καταδείξουν την αλήθεια του, όχι μόνο από τα γραφικά χωρία αλλά και δια λογικών επιχειρημάτων! Τα κυριότερα απ’ αυτά είναι:
α) Ο άνθρωπος αποτελείται από σώμα και ψυχή και γι’ αυτό δεν γίνεται να νοηθεί στη μέλλουσα ζωή άνευ σώματος, οπότε θα έπαυε να είναι άνθρωπος.
β) Το σώμα σε συνεργασία με την ψυχή για την επιτέλεση του καλού ή του κακού, δίκαιο είναι να συμμεριστεί με αυτή την αμοιβή ή την τιμωρία.
γ) Άνευ της αναστάσεως των σωμάτων το απολυτρωτικό έργο του Χριστού θα ήταν ατελές και η νίκη κατά του θανάτου όχι πλήρης.
Εδώ τώρα έρχονται τα πάνω κάτω! Από κει που του σέρνανε του σώματος τα χίλια μύρια κατηγορητήρια – από τον ίδιο τον Χριστό, τους Αποστόλους, τους Πατέρες και προπαντός τους καλογήρους – τώρα, στα καλά καθούμενα, το σώμα καθίσταται ισάξιο και ισότιμο με την ψυχή! Μάλλον η στραβοτιμονιά αυτή έγινε χάριν της κολάσεως. Διότι αφού έπρεπε να γίνει ανάσταση των σωμάτων των αμαρτωλών – για να βράζουν μέσα στα καζάνια της κολάσεως, γιατί πώς να βράζεις τις άϋλες ψυχές οι οποίες δεν έχουν αισθήσεις – φαίνεται πως η μπάλα πήρε και τους αγαθούς.
Η αντίφαση αυτή φαίνεται ότι ενόχλησε κάποιους (αιρετικούς χριστιανούς), οι οποίοι ξεχώρισαν τη θέση τους ορμώμενοι από την αρχή ότι η ύλη ουδεμία θέση έχει στην κατάσταση της τελειότητας και ότι η εκ νέου συνένωση της ψυχής με το σώμα θα επέφερε γι’ αυτήν νέους κινδύνους.
Μάταια ο μέγας εκκλησιαστικός δάσκαλος Ωριγένης όρθωσε το ανάστημα του απέναντι στην ανοησία αυτή της αναστάσεως των σωμάτων. Άρχισε λοιπόν να υπενθυμίζει στους πιστούς τα παλιά δόγματα. Ότι το υλικό δεν είναι αιώνιο αλλά απλό επεισόδιο στην πνευματική εξέλιξη, το οποίο αφού προήλθε από το μηδέν θα επανέλθει στο μηδέν. Ότι τα σώματα δημιουργήθηκαν από τον Θεό για να εγκλειστούν μέσα σ’ αυτά, προς τιμωρία και κάθαρση, τα εκπεσόντα πνεύματα και τα τοιαύτα. Και, παρ’ όλο που τον ακολούθησαν κι άλλοι, ο κόπος του απέβη εντελώς άκαρπος. Από τον χριστιανικό κόσμο, μόνο κάποιοι αυστηροί προτεστάντες θεολόγοι απέμειναν να υποστηρίζουν πλέον την άποψη του Ωριγένη.
Απ’ όλα τα παραπάνω βγαίνει αβασάνιστα το συμπέρασμα ότι τα ζητήματα της ψυχής και της αθανασίας της, όπως και της ανάστασης των νεκρών δεν άπτονται στο παραμικρό της επιστήμης. Είναι ξεκάθαρα θέματα μεταφυσικά και ιδεοληπτικά.
Θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει βέβαια το ποιόν των ανθρώπων που τα ασπάζονται ή όχι. Στην χώρα της Ελλάδος τα νεκροτομία των ιατρικών σχολών της είναι άδεια. Ο «πολιτισμένος» νεο-Έλλην φαίνεται ότι, από τον πολύ πολιτισμό του, προτιμά να παραδίδει το σώμα του στα σκουλήκια παρά στην επιστήμη. Βλέπετε πως η επιλογή της δεισιδαιμονικής στάσης αφαιρεί από την επιστήμη κάποια απαραίτητα εργαλεία για την ορθή επιτέλεση του έργου της.
Πράγματι υφίσταται πρόβλημα με την επιδεξιότητα των νεαρών γιατρών και χειρουργών επειδή η εξάσκησή τους πάνω σε πτώματα είναι ελλιπής. Οι δοξασίες των ανθρώπων μιας κοινωνίας καθορίζουν, μηδέ μιας εξαιρουμένης, το πεπρωμένο της. Ελάχιστοι όμως είναι σε θέση ν’ αντιληφθούν ότι το είδος και η ποιότητα των θρησκευτικών και γενικά των μεταφυσικών προτιμήσεων παίζουν καθοριστικό ρόλο στο πεπρωμένο αυτό.
Τα περισσότερα στοιχεία του πονήματος αυτού σταχυολογήθηκαν από την «ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ».

Η «Εξαήμερος» τού «Μεγάλου» Βασιλείου: Πως έγινε, κατά την Γένεση και κατά τον «Πατέρα» τής Εκκλησίας, η δημιουργία τού κόσμου - Μια σύντομη μελέτη τού περιεχομένου και στοχασμός στην θεοπνευστία του

 
Πρόλογος
Η σύγχρονη κριτική στην “Αγία Γραφή” και στον χριστιανισμό, που γίνεται σε μεγάλο αριθμό ιστοσελίδων στο Internet, έχει εμφανίσει μία μερίδα αντιδρούντων απολογητών, που δεν απαντούν ποτέ επί της ουσίας των ερωτημάτων και των ασαφειών που είναι χιλιάδες, αλλά διατείνονται ότι η ερμηνεία των “γραφών” γίνεται μόνο μέσα από τους λεγόμενους ως “Πατέρες της Εκκλησίας”, οι οποίοι με την χάρη του “Αγίου Πνεύματος”, μπόρεσαν να κάνουν καταληπτές τις “αλήθειες” αυτές στο χριστεπώνυμο πλήθος.

Θα δούμε παρακάτω μέσω ενός βιβλίου που αποδίδεται στον “Μεγάλο” Βασίλειο, τον σημαντικότερο ίσως “Πατέρα της Εκκλησίας” και Άγιό της, (του οποίου το χέρι φυλάσσεται σε ειδική ασημένια θήκη στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών), την Εξαήμερο, την ανάλυσή του δηλαδή στην αρχή της Γένεσης και το κατά πόσον εμφορείται από το “Άγιο Πνεύμα” ή κατά πόσο το “Άγιο Πνεύμα” και η “Αγία Γραφή” κάνουν λάθος δηλαδή είναι προϊόν θεϊκής δράσης ή όχι.

Εισαγωγή
Εξαήμερος, σύμφωνα με τους χριστιανούς είναι η δημιουργία του κόσμου σε έξη ημέρες, όπως γράφεται στο “ιερό” βιβλίο, την Αγ. Γραφή και συγκεκριμένα στην Γένεση (Π.Δ).

Ο “Μ”. Βασίλειος (330-379 κ.ε.) έκανε εννέα ομιλίες αναλύοντας την Γένεση 1.1-1.25, και αναφέρθηκε ελάχιστα στην δημιουργία του ανθρώπου (1.26-27). Χρησιμοποιήθηκε η απόδοση και η παραγραφοποίηση του Στερ. Ν. Σάκκου από τις Πατερικές Εκδόσεις “Γρηγόριος ο Παλαμάς”, Θεσ/νίκη 1973. Τα αυτούσια κείμενα της απόδοσης, μεταγράφηκαν στο μονοτονικό για λόγους ταχύτητας. Το αρχαίο κείμενο είναι ως έχει. Τα σχόλια στις παρενθέσεις είναι του συγγραφέα. Τα κόκκινα γράμματα είναι εδάφια που χρησιμοποιούν οι απολογητές αποκομμένα για να δείξουν ότι η Εξέλιξη είναι μέσα στους λόγους του Αγίου, και θα αναλυθούν πιο διεξοδικά...

Α' - Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν
Από την αρχή ο “Μ”. Βασίλειος αναφέρει ότι το βιβλίο αυτό (Γένεση) το έγραψε ο Μωυσής (1.3) (Για τον οποίον οι Εβραίοι ραβίνοι ισχυρίζονται ότι έζησε 1391–1271 π.κ.ε δηλαδή για να έχουμε μία τάξη μεγέθους πριν τον τρωικό πόλεμο). Ο Μωυσής κατά τον Μ. Βασίλειο και φυσικά όπως αναφέρει η Π.Δ., είναι ο μοναδικός άνθρωπος που είδε τον Θεό τον ίδιο, τόσο καλά, αφού συνομίλησε μαζί του. Είναι λοιπόν κατά τον συγγραφέα, αξιόπιστος εγγυητής για την αλήθεια του κειμένου, ότι προέρχεται κατ' ευθείαν από την θεϊκή βούληση (1.5 & 6.2) με σκοπό να σωθούν οι διδασκόμενοι.

Ακολούθως (6) καταφέρεται κατά των Ελλήνων διανοητών, όσων τουλάχιστον εξέφεραν κάποια θεωρία περί της δημιουργίας του κόσμου, κοροϊδεύοντας τους ότι ο καθένας τους ανατρέπει τον προηγούμενο, αγνόησαν την ύπαρξη του Θεού και δεν παραδέχθηκαν ότι πίσω από την γέννηση του παντός, υπάρχει μία σκεπτόμενη Αιτία. (εδώ τουλάχιστον ο μεταφραστής προσθέτει σε υποσημείωση ότι ο Αναξαγόρας κατά τον Διογένη “πρῶτος τῇ ὕλῃ νοῦν ἐπέστησε”).

Συνεχίζει κάνοντας μία περιληπτική ανάλυση των διαφόρων θεωριών των επιστημόνων. Για παράδειγμα στην ατομική θεωρία των Λεύκιππου – Δημόκριτου, αναφέρει “ιστόν αράχνης υφαίνουν αυτοί που γράφουν αυτά, αυτοί που θέλουν ως θεμέλια του ουρανού και της γης και της θαλάσσης τόσον λεπτά και σχεδόν ανύπαρκτα αρχικά σωματίδια, δεν ήξεραν να πουν Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην και δια τούτο η εντός αυτών κατοικούσα αθεΐα τους εξυπάτησε να πιστεύουν ότι τα σύμπαντα είναι ακυβέρνητα και αδιοίκητα, και πηγαίνουν όπως τύχη....τι ωραίο πράγμα η τάξις. Έβαλε πρώτα αρχήν δια να μην νομίζουν μερικοί ότι ο κόσμος είναι άναρχος”. Η αρχή φυσικά έγινε από τον Θεό και εδώ (σε αντίθεση με την πατερική διδασκαλία περί ψυχής που έχει αρχή αλλά όχι τέλος) μας λέει: ότι έχει αρχή έχει και τέλος, σε αντιδιαστολή όπως ισχυρίζεται με τις επιστήμες (!) που αναρωτιέται σε τι τέλος καταλήγουν (13), προχωρώντας πάρα κάτω με την μάταιη προσπάθεια των επιστημόνων να ανακαλύψουν την αλήθεια. Ακολούθως κατακρίνει τις επιστήμες ως άχρηστες γιατί δεν μπορούν να ανακαλύψουν, το ότι η παρούσα ζωή είναι αντίστοιχη της μέλλουσας, αφήνοντάς μας σε απορία γιατί, σήμερα στο νεοελληνικό κράτος θεωρείται προστάτης των γραμμάτων (14-16).

Πριν από το “εποίησεν” κατά τον Μ.Βασίλειο, υπήρχε μια προϋπάρχουσα κατάστασης αρμόζουσα σε υπερκόσμιες δυνάμεις (18). Με την ποίηση - δημιουργία ξεκινάει και η ροή του χρόνου, που έχει σχέση με την ύπαρξη των ορατών και αισθητών (21) και φυσικά πηγαίνοντας ανάποδα στον χρόνο, μπορούμε να βρούμε το πότε ξεκίνησαν όλα. Κλείνει το θέμα της αρχής λέγοντας “Ελέχθη λοιπόν το εν αρχή εποίησε, δια να διδαχθώμεν, ότι ο κόσμος εδημιουργήθη χωρίς παρέλευσιν χρόνου, αμέσως μόλις εξεφράζετο η βούλησις του Θεού” και προσθέτει “ακαριαίως εις ελάχιστον διάστημα”.

Στην συνέχεια αντιδιαστέλλει το “ἐποίησεν” από το “ἐνήργησεν” και το “ὑπέστησεν” για να τεκμηριώσει ότι ο Θεός προϋπήρχε του κόσμου (26-7). Ο ουρανός και η γη είναι τα άκρα του σύμπαντος και η γη έρχεται δεύτερη στην κατασκευή της. Φυσικά μαζί με τα άκρα έκανε και τα στοιχεία της φωτιάς, του νερού και τον αέρα, μολονότι δεν αναφέρονται στην Π.Δ (28). Αυτό το δείχνει το γεγονός ότι το νερό υπάρχει μέσα στην γη (στα πηγάδια) και αέρας επίσης, αφού βγαίνει από την γη όταν είναι νοτισμένη και την ζεσταίνει ο ήλιος (29).

Δεν χρειάζεται να αναρωτηθούμε σύμφωνα με τον Βασίλειο στο τι υπάρχει κάτω από την Γη, και που αυτή στηρίζεται, αλλά να λέμε ότι τα πέρατα της Γης στηρίζονται στα χέρια του Θεού (37). Σαν πιο λογική όμως θέση που φαίνεται να κλείνει ο “Μ”. Βασίλειος είναι, ότι αφού είναι στο κέντρο του κόσμου και αμετακίνητη, δεν πίπτει πουθενά, γιατί βρίσκετε στην φυσική της θέση (40) Συνεχίζει όμως για να εξασφαλίσει την πιθανότητα λάθους, στο μέλλον, στο θέμα αυτό και λέγει “Τούτων δ᾿ ἄν σοι δοκῇ τι πιθανὸν εἶναι τῶν εἰρημένων, ἐπὶ τὴν οὕτω ταῦτα διαταξαμένην τοῦ Θεοῦ σοφίαν μετάθες τὸ θαῦμα. Οὐ γὰρ ἐλαττοῦται ἡ ἐπὶ τοῖς μεγίστοις ἔκπληξις, ἐπειδὰν ὁ τρόπος καθ᾿ ὃν γίνεταί τι τῶν παραδόξων ἐξευρεθῇ· εἰ δὲ μή, ἀλλὰ τό γε ἁπλοῦν τῆς πίστεως ἰσχυρότερον ἔστω τῶν λογικῶν ἀποδείξεων”. Δηλαδή "Αλλ' αν κανένα απ' αυτά που είπα σου φαίνεται ότι είναι άξιον πίστεως, μετέφερε τον θαυμασμό σου εις την σοφίαν του Θεού που τα ετακτοποίησεν όλα έτσι. Διότι δεν ελαττώνεται η έκπληξις δια τα καταπληκτικότατα πράγματα, όταν ευρεθεί ο τρόπος με τον οποίον γίνονται όλα ένα - ένα τα παράδοξα. Αλλά και αν δεν ευρεθή, οπωσδήποτε η απλότης της πίστεως ας είναι περισσότερον πειστική από τας λογικά αποδείξεις”. Είναι προφανές ότι το συγκεκριμένο εδάφιο που προβάλλουν οι χριστιανοί σαν ένδειξη ότι ήξερε για την εξέλιξη της επιστήμης, αναφέρεται εδώ γιατί δεν ήξερε ποια θεωρία από αυτές των επιστημόνων να διαλέξει στα σίγουρα, παρόλο που έκλεινε ήδη σε μία.

Για το θέμα του ουρανού ο “Μ”. Βασίλειος, αφού αναφέρει κάποιες επιστημονικές θεωρίες λέει “ας αφήσωμεν εκείνους να καταρρίπτουν ο ένας τον άλλον, ας εγκαταλείψωμεν τον περί ουσίας λόγον, και πειθόμενοι εις τον Μωυσήν, ότι εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην...” (45).

Β' - Περί τοῦ “ἀόρατος ἦν ἡ γῆ καὶ ἀκατασκεύαστος”
Από την αρχή της δεύτερης ομιλίας (3) ο Βασίλειος ξεκαθαρίζει ότι η τέλεια κατασκευή της Γης είναι ο πλούτος που υπάρχει πάνω σε αυτή, δηλαδή άνθη, δένδρα, χρώματα και αρώματα. Επειδή τίποτα δεν υπήρχαν από αυτά τότε, αναφέρεται ως ακατασκεύαστος. Το ίδιο συμβαίνει και με τον ουρανό, δεν είχε λάβει ακόμα την διακόσμησή του, αφού δεν τον φώτιζε η Σελήνη, ο Ήλιος, και ο χορός των άστρων (4).

Η Γη αναφέρεται ως “ἀόρατος” για δύο λόγους. Δεν υπήρχε άνθρωπος για να την δει (!), και ήταν όλη κάτω από την επιφάνεια των νερών (5). Ο ομιλητής καταφέρετε στην συνέχεια κατά αυτών που θεωρούν ότι στο σημείο αυτό η γραφή μιλάει για την ύλη (6-11). “Ο Θεός εποίησεν τον ουρανόν και την γην όχι το ήμισυ του κάθενός, αλλά όλον τον ουρανόν και όλην την γην, ύλην και μορφήν δια μιάς. Διότι ο Θεός δεν είναι εφευρέτης σχημάτων αλλά δημιουργός αυτής της ιδίας της φύσεως των όντων” (12).

Ακολουθεί ένα χωρίο που χρησιμοποιούν οι απολογητές για να μας πουν ότι ο ομιλητής προτρέπει στην επιστημονική έρευνα. Όταν είπε “Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν”, απεσιώπησε πολλά, τό ύδωρ, τον αέρα, το πυρ και όσα είναι φανερόν ότι έγιναν μαζί με όλον τον κόσμο ως συστατικά του, τα περέλειψε όμως η διήγησις γυμνάζοντας τον νουν μας εις ευστροφίας, διότι από τας ολίγας αφορμάς που του δίδει τον προκαλεί να συλλαμβάνη επί πλέον και τα υπόλοιπα. Επειδή λοιπόν δια το ύδωρ δεν ελέχθη ότι το εποίησεν ο Θεός, ελέχθη όμως ότι “ἡ γῆ ἦν ἀόρατος” , σκέψου εσύ μόνος σου με ποίον παραπέτασμα εκαλύπτετο και δεν εφαίνετο. Ασφαλώς πυρ δεν ήτο δυνατόν να την καλύπτη· διότι το πυρ είναι φωτιστικόν και διαφανές, επιτρέπον να φαίνωνται όσα καλύπτει, και δεν συσκοτίζει. Ούτε βέβαια και ο αήρ ... διότι ο αήρ εκ φύσεώς του είναι αραιός και διαφανής· ....Αυτό που υπολείπεται λοιπόν είνε να εννοήσωμεν, ότι το ύδωρ εσκέπαζε την επιφάνειαν της γης...” (13-4) (Νομίζω ότι τι εννοεί ως έρευναν ο Μ.Β. είναι προφανές και δεν έχει καμμία θέση με την επιστήμη για την οποία καταφέρετε σε όλο το υπόλοιπο κείμενο).

Παρακάτω ο Βασίλειος με αφορμή το “σκότος ἐπάνω τῆς ἀβύσσου”, λέει ότι το “σκότος” είναι σκοτάδι και τίποτα παραπάνω, βάλλοντας κατά των γνωστικών και άλλων αιρετικών που μιλούσαν για το ίδιο το κακό (16). Στην συνέχεια που είναι τεκμηρίωση των προηγουμένων, αναφέρει “Δεν είναι βέβαια ευσεβές ούτε και το να ειπή κανείς ότι το κακόν εδημιουργήθη από τον Θεόν, διότι κανένα από τα αντίθετα πράγματα δεν παράγεται από το αντίθετόν του. Ούτε η ζωή γεννά θάνατον, ούτε το σκότος είνε πηγή του φωτός, ούτε η νόσος δημιουργέι υγείαν”. Το κακό είναι μία διάθεση ψυχική αντίθετη της αρετής που εμφανίζεται στους ράθυμους όταν εκπίπτουν από το καλό (21)(εδώ τίθεται η ερώτηση: ο “Σατανάς” τι ήταν διάθεση).

Στην συνέχεια ο Βασίλειος εξηγεί ότι πριν την κατασκευή του κόσμου ο Θεός και οι άγγελοι δεν μπορούσαν να είναι στο σκοτάδι αλλά στο φως (24-5). Με την κατασκευή του ουρανού όμως, το πρώτο αυτό φως αυτό σκιάσθηκε, αφού ο ουρανός διέκοψε το εξωτερικό φως (θυμηθείτε αυτό το φως για αργότερα). Το σκότος λοιπόν δεν προϋπήρχε αλλά είναι μεταγενέστερο και προήλθε από την σκιά του θόλου του ουρανού όταν κατασκευάστηκε (!) (26-7). Το χωρίον “Πνεύμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος” αναφέρεται στον διάχυτο αέρα, οπότε ή ο Θεός έκανε γην ύδωρ και αέρα ή και κλείνει περισσότερο σε αυτό, εννοεί το Άγιον Πνεύμα, που ζωογονούσε την φύση των υδάτων, όπως τα πουλιά κλωσούν τα αυγά τους, προετοιμάζοντας την φύση του νερού να βγάλει ζωή (28-30). “Και εἶπεν ὁ Θεός· Γενηθήτω φῶς” (αυτό είναι το δεύτερο φως) και είπε ότι το φως είναι καλό όχι γιατί φαίνεται ωραίο στους οφθαλμούς αλλά γιατί προέβλεψε ο Θεός την ωφέλεια που θα είχε στο μέλλον . “Και διεχώρησεν ο Θεός ἀνὰ μέσον τοῦ φωτός καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σκότους” δηλαδή “έκανε την φύση των ασυμβίβαστον και άκρως αντίθετον” (37-8).

“Και ἐκάλεσεν “Θεὸς τὸ φῶς ἡμέραν, καὶ τὸ σκότος ἐκάλεσε νύκτα” και το αιτιολογεί ως εξής: “τώρα βέβαια μετά την δημιουργία του ηλίου, ημέρα είνε η ατμόσφαιρα η φωτισμένη από τον ήλιο που λάμπει εις το επάνω από την γην ημισφαίριον, νυξ δε είνε μια σκιά της γης που δημιουργείται όταν αποκρύπτεται ο ήλιος. Τότε όμως η ημέρα εγίνετο και η νυξ ήρχετο εις αντικατάστασίν της, όχι από την ηλιακήν κίνησιν, αλλά καθώς το πρωτόγονον εκείνο φως διεχύνετο και πάλιν συνεστέλλετο, συμφώνως προς το πρόγραμμα που ώρισεν ο Θεός” (38). “Καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα μία”. Το “μία” ειπώθηκε αντί του πρώτη για να βάλει ένα σαφές περίγραμμα στο ημερονύκτιο για να θεωρείται ότι εικοσιτέσσερεις ώρες είναι μία μέρα. Ο εγκυρότερος λόγος για τον Βασίλειο όμως προέρχεται από τα απόκρυφα βιβλία ότι ο Θεός που κατασκεύασε την φύση του χρόνου, έβαλε μέτρα και μονάδες μετρήσεως, τα διαστήματα των ημερών και μετρώντας αυτόν με την βδομάδα, διατάσσει να ανακυκλούται συνεχώς η εβδομάς εις τον εαυτόν της. Αριθμώντας έτσι την κίνηση του χρόνου (42).

“Την δε εβδομάδα πάλιν την συμπληρώνει η ημέρα “μια”, καθώς ανακυκλούται εις τον εαυτόν της επτά φοράς· αυτό δε το σχήμα είνε κυκλικόν, δηλαδή αρχίζει από τον εαυτό του και καταλήγει εις τον εαυτόν του. Αυτό είνε και του αιώνος το γνώρισμα, να επιστρέφει στον εαυτόν του και πουθενά να μη τελειώνει. Δια τούτο την κεφαλήν του χρόνου την ωνόμασεν όχι πρώτην ημέρα αλλά “μίαν”. Έτσι από το όνομά της θα φαίνεται η συγγένειά της προς τον αιώνα. Διότι ευστόχως και επιτυχώς ωνομάσθη “μία” αυτή που εκφράζει τον χαρακτήρα του πραγματικού που είνε μοναδικόν και δεν έχει το όμοιόν του. Αν δε η Γραφή μας αναφέρη πολλούς αιώνας, λέγωντας εις πολλά χωρία “αιώνα αιώνος” και “αιώνας αιώνων”, και εκεί ακόμη δεν λέγει ποτέ αριθμητικώς “πρώτος” και “δεύτερος” και “τρίτος” αιών. Ώστε αυτό μας φανερώνει μάλλον διαφοράς καταστάσεων και ποικίλων πραγμάτων, και όχι περιγράμματα και άκρα και διαδοχικάς σειράς αιώνων. Διότι λέγει· “Ημέρα Κυρίου μεγάλη και επιφανής” (Ιωλ 2.11)· και πάλιν “Ἵνα τί ὑμῖν ζητεῖν τὴν ἡμέραν τοῦ Κυρίου; Καὶ αὕτη ἐστὶ σκότος καὶ οὐ φῶς" (Αμ 5.18). Εννοείται σκότος δια τους αξίους του σκότους. Διότι άλλως είναι γνωστόν ότι η ημέρα εκείνη είναι ανέσπερος και αναντικατάστατος από άλλην και ατελείωτος δια τούτο ο ψαλμωδός την ωνόμασεν “ογδόην” (ψαλ 6.1 & 11.1), αφού ευρίσκεται έξω από τον εβδοματικόν αυτόν χρόνον. Ώστε και αν ειπής “ημέραν” και αν ειπής “αιώνα”, την αυτήν έννοιαν εκφράζεις. Και αν λοιπόν λεχθή η κατάστασις εκείνη “ημέρα”, είναι “μία” και όχι πολλαί· και αν ονομασθή “αιών”, είναι ένας μοναδικός και όχι πολλοί. Θέλοντας λοιπόν να ελκύση τον νουν προς την μέλλουσαν ζωήν, ωνόμασε “μίαν” την εικόνα του αιώνος, την απαρχήν των ημερών, την συνομήλικον του φωτός, την αγίαν κυριακήν, αυτήν που ετιμήθη με την ανάστασιν του Κυρίου” (43-44).
(πιστεύετε τώρα ότι το “ αν ειπής “ημέραν” και αν ειπής “αιώνα”, την αυτήν έννοιαν εκφράζεις” το είπε ο Βασίλειος για να δηλώσει ότι οι έξη ημέρες της δημιουργίας μπορεί να ήταν αιώνας ή ότι άλλο;).

Γ' - Περί τοῦ στερεώματος
“Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· Γενηθήτω στερέωμα ἐν μέσῳ τοῦ ὕδατος, καὶ ἔστω διαχωρίζον ἀνὰ μέσον τοῦ ὕδατος καὶ ὕδατος”.

Ο Θεός μέσω της Γραφής μας δίνει Ιστορία “δια να δείξει ότι ηθέλησεν όχι μόνο να γίνει η κτίσις, αλλά και να εμφανισθή εις αυτήν την γέννησιν δια μέσου κάποιου συνεργάτου (6)...”δια τούτο μας προωθεί εις το να εννοήσωμεν τον μονογενή με κάποιαν μέθοδον και τάξιν(!)(7). Επιτίθεται πάλι στους Έλληνες φιλοσόφους στο πως θεωρεί ο κάθε ένας τον ουρανό (10), Καταλήγει λέγοντας “εγώ δε λέγω ότι, εφ'όσον δια τον δεύτερον ουρανόν παραδίδεται και όνομα άλλο και χρησιμότης ιδιαιτέρα, αυτός είναι άλλος ουρανός διάφορος του εξ αρχής δημιουργούμενου, και ότι είναι από στερεωτέραν ουσίαν και ότι παίζει έναν εξαιρετικό ρόλο μέσα στο σύμπαν”. Προσπαθώντας να δώσει την έννοια του “στερεού”, αναφέρει ως σίγουρη φυσικά, την ατυχή γνώση για τις βροντές, ότι προέρχονται από τον αιχμαλωτισμένο άνεμο μέσα στα σύννεφα (18). Μιλάει λοιπόν για έναν νέο ουρανό που διαχώρισε τα νερά σε πάνω και κάτω. Για να απαντήσει σε αυτούς που του λένε πως συγκρατούνται τα νερά στον ουρανό που φαίνεται σφαιρικός, απαντάει ότι δεν σημαίνει ότι και η απέξω πλευρά είναι σφαιρική, όπως βλέπουμε εμείς ένα θολωτό σπήλαιο ή κτίσμα που απέξω είναι ίσο ή τετράγωνο (16).

Χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο χωρίο για να μας πει ότι το “γενηθήτω” είναι η φωνή της Αιτίας που κάνει την αρχή, ενώ το “ἐποίησεν” είναι η μαρτυρία της Δύναμης που εκτελεί και δημιουργεί δηλαδή η αντιδιαστολή Πατρός και Υιού (22). Συνεχίζει τονίζοντας πόσο πολύ ήταν το νερό για να αναφέρεται και σαν άβυσσος. Τα ύδατα ήσαν μία συνεχής πλημμύρα χωρίς άκρο και στάθμη. Από παντού κυμάτιζαν πάνω στην γη και αιωρούνταν πάνω από αυτήν (23). Καταλαβαίνει προφανώς το παράλογο του πράγματος και επιμένει (αφού η Γραφή ούτως ομίλησε) ότι “με όποιαν λογικήν παίρνουν την γην που είναι βαρυτέρα από το ύδωρ και την κρεμούν από το μέσον των εσχάτων (οι άσχετοι φιλόσοφοι προφανώς), με την ίδια περίπου λογικήν θα παραδεχθούν οπωσδήποτε, ότι και το άπειρον εκείνο ύδωρ μένει ασάλευτον γύρω από την γην (24). Για να δικαιολογήσει τις τεράστιες αυτές ποσότητες νερού, ισχυρίζεται ότι ο Θεός προέβλεψε την συνεχή εξάχνωση του ύδατος από την ζέστη του Ηλίου και φυσικά ξέροντας το πότε θα έρθει το τέλος του κόσμου προμήθευσε την Κτίση με αντίστοιχες ποσότητες τόσο στην Γη όσο και γύρω και έξω από τον ουρανό (25-27). Ακολούθως απαριθμεί όλους τους ποταμούς και τις λίμνες και φυσικά τον μεγάλο Ωκεανό που βρίσκεται γύρω από την Ευρασία, Αιθιοπία και Ινδία (ο τότε γνωστός κόσμος). Δίνει μερικές ακόμα πληροφορίες για το Στερέωμα Δεν εννοεί την ουσία που είναι χειροπιαστή και στερεά που έχει βάρος και αντίσταση, “αλλά το ωνόμασε στερέωμα εξ αιτίας της φύσεως των υπεράνω αυτού πραγμάτων που είναι λεπτή και αραιά και δεν υποπίπτει σε καμμίαν αίσθησιν· το ωνόμασε στερέωμα εν συγκρίσει προς τα λεπτότατα και δια των αισθήσεων ακατάληπτα”. (31).

“Καὶ ἐκάλεσεν ὁ Θεός το στερέωμα οὐρανόν” με την έννοια ότι η ονομασία αυτή ανήκει σε άλλο κτίσμα, για λόγους απομίμησης όμως την παίρνει και αυτό (38). Θεωρεί επίσης ότι τα ύδατα της βροχής είναι από τα ύδατα αυτά που διατάχθηκαν να κατέχουν τον υπεράνω του στερεώματος χώρο, ώστε να αναπληρώνουν αυτά που καίγονται από τον Ήλιο στη Γη (40). Ξανατονίζει την μωρία των θύραθεν φιλοσόφων (41-2) και τονίζει προς τους εκκλησιαστικούς που θεωρούν την Αγ. Γραφή αλληγορική, ότι αυτά “ὠς ὀνειροτάτων συγκρίσεις καὶ γραώδεις μύθους ἀποπεμψάμενοι”. Πρέπει να εννοήσουν το ύδωρ ως νερό και ότι ο διαχωρισμός έγινε για τους λόγους που προανέφερε (43-7).

Δ' - Περί συναγωγῆς ὑδάτων
Στην αρχή της ομιλίας ο Βασίλειος, προφανώς με αφορμή κάποιες σχετικές εκδηλώσεις της πόλης, καταφέρεται κατά της μουσικής, του θεάτρου και των πάσης φύσεως θεαμάτων (1-2).

“Καὶ εἷπεν ὁ Θεὸς· Συναχθήτω τὸ ὕδωρ τὸ ὑποκάτω τοῦ οὐρανοῦ εἰς συναγωγήν μίαν, καὶ ὀφθήτω ἡ ξηρά. Καὶ ἐγένετο οὕτω, καὶ συνήχθη τὸ ὕδωρ τὸ ὑποκάτω τοῦ οὐρανοῦ εἰς τὰς συναγωγὰς αὐτῶν, καὶ ὤφθη ἡ ξηρά. καὶ ἐκάλεσεν ὁ Θεός τὴν ξηράν γῆν, καὶ τὰ συστήματα τῶν ὑδάτων ἐκάλεσε θαλάσσας”. Ξέρουμε λέγει ο Βασίλειος ότι το νερό όταν βρίσκεται σε ένα μικρό καθορισμένο χώρο ισορροπεί, αν βρει όμως κατηφόρα ρέει προς τα εκεί και φθάνει όσο πιο κάτω μπορεί να πάει. Την ιδιότητα αυτή το νερό την απέκτησε με την διαταγή του Κυρίου (!) “Συναχθήτω τὸ ὕδωρ...εἰς συναγωγήν μίαν” (9). Αυτή η διαταγή του Θεού είναι και αυτή που βγάζει με δύναμη από τη γη τα νερά στις πηγές (10). Το νερό της θάλασσας το συγκρατεί η άμμος και αυτή είναι που εμποδίζει την Ερυθρά θάλασσα να μπει μέσα στην Αίγυπτο που είναι χαμηλότερη όπως λέει (12). Ακολούθως προσπαθεί να δικαιολογήσει πως το “συναγωγήν μίαν” δεν περιλαμβάνει όλες τις άλλες συναγωγές (λίμνες). Ισχυρίζεται λοιπόν ότι αφού την συναγωγή αυτή την ονόμασε θάλασσα δεν αναφέρεται σε λίμνες, όσο για τις θάλασσες της Κασπίας, Υρκανίας, και η Ερυθρά όλες λέει επικοινωνούν μεταξύ τους με οπές (16-19). Για να μην νομίσουμε ότι η ξηρότητα της ξηράς οφείλεται στον Ήλιο με το “ὀφθήτω ἡ ξηρά” δημιούργησε την ξηρότητα πριν την δημιουργία του Ήλιου (22). Χρησιμοποιεί στοιχεία από τον Αριστοτέλη περί της ιδιότητας των στοιχείων (χωρίς να τον αναφέρει φυσικά), για να εξηγήσει γιατί ο Θεός ονόμασε την ξηράν γην και όχι την γην ξηράν, εφόσον το ξηρό είναι συστατικό της ουσίας της Γης (23-30). Στο 32 μας λέει ότι η θάλασσα επικοινωνεί με φλέβες και υπονόμους με υπόγεια σπήλαια και πιέζεται από τον άνεμο για να βγει πάλι στην επιφάνεια της Γης στις πηγές και να ξαναρεύσει στην θάλασσα (32-3).

Ε' - Περί βλαστήσεως γῆς
“Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· Βλαστησάτω ἡ γῆ βοτάνην χόρτου, σπεῖρον σπέρμα κατὰ γένος, καὶ ξύλον κάρπιμον ποιοῦν καρπόν κατὰ γένος, οὗ τὸ σπέρμα αὐτοῦ ἐν αὐτῷ”.

Τώρα κατά τον Βασίλειο δίνεται το πρόσταγμα στην γη για να βλαστήσει. Επειδή κάποιοι υποστηρίζουν ότι ο Ήλιος είναι ο αίτιος όσων φύονται στην γη και προσκυνούν τον Ήλιο, ο Θεός πρώτα δίνει την εντολή να βλαστήσει και μετά δημιουργεί τον Ήλιο (!). Ο ομιλητής μεταβάλει το χωρίον μάλιστα για να βγάλει το νόημα που θέλει και με τον τρόπο αυτό, πρώτα έρχεται η βλάστηση, ακολουθεί η μορφή της χλόης έπειτα το χόρτο και στο τέλος το σπέρμα (6). Ακολούθως αναφέρει ότι όλα τα φυτά ακόμα και τα επιβλαβή για τον άνθρωπο είναι καλά για άλλα ζώα (20-2) αναφέροντας και διάφορες δοξασίες τις εποχής σαν πραγματικές όπως ότι το αίμα του ταύρου είναι δηλητήριο για τον άνθρωπο και άλλα σχετικά. Η ήρα (τα ζιζάνια) που φυτρώνουν μαζί με το στάρι είναι για να συμβολίζουν αυτούς που αλλοιώνουν την διδασκαλία του Κυρίου (25). Τονίζει επίσης την αμεσότητα της δημιουργίας. Αμέσως η γη γέμισε με πράσινο, με πανύψηλα δένδρα όπως οι κέδροι, τα έλατα και τα κυπαρίσσια, “όλα εις μίαν ακαριαίαν στιγμήν χρόνου” (29, 32, 51) Για την μη ύπαρξη σπερμάτων σε όλα τα φυτά, αναφέρει ότι όσα πολλαπλασιάζονται με άλλες μεθόδους όπως με παραφυάδες, αυτές παίζουν τον ρόλο του σπέρματος (31). Συνεχίζει με την χρησιμότητα των φυτών για τον άνθρωπο, το πως άλλα χρησιμοποιούνται για τροφή, για στέγαση, για ναυπηγία, για καύση (38) ή σε γιατροσόφια (52), καθώς και μεθόδους που βρήκε ο άνθρωπος (που ο Θεός φυσικά είχε προκαθορίσει) για την βελτίωση τους, όπως πως με σφήνα πεύκου κάνουν την ξινή ροδιά γλυκιά και άλλα σχετικά θέματα που δείχνουν την σοφία του Θεού που έκανε όλα αυτά για τον άνθρωπο και του δίνουν την αφορμή για διδακτικές κατηχήσεις.

ΣΤ΄- Περί γενέσεως φωστήρων
Ξεκινάει την έκτη ομιλία με αναφορά πάλι στον Μωυσή και την ωραιότητα του σύμπαντος. Κάνει αναφορά στο προπατορικό αμάρτημα και λέει στους ακροατές του ότι μπορεί να είναι κατώτεροι στην δύναμη από τα άλογα ζώα, αλλά είναι διορισμένοι (από τον Θεό φυσικά) ώς άρχοντες των αλόγων και των αψύχων (όλου του υπόλοιπου κόσμου δηλαδή) (5). Αφού βλέπουμε τόση ομορφιά στα πρόσκαιρα, καλεί τους ακροατές του να σκεφτούν την ομορφιά των αιωνίων.

“Καὶ εἶπεν ὁ Θεὸς· Γεννηθήτωσαν φωστῆρες ἐν τῷ στερεώματι τοῦ οὐρανοῦ εἰς φαῦσιν ἐπί τῆς γῆς, ὥστε διαχωρίζειν ἀνὰ μέσον τῆς ἡμέρας καὶ ἀνὰ μέσον τῆς νυκτὸς”.

Στο σημείο αυτό επαναλαμβάνει ότι η δημιουργία του Ήλιου την τέταρτη ημέρα έγινε για να μην τον θεοποιήσουν αυτοί που ξέχασαν τον αληθινό θεό (!) , αφού ο Ήλιος δεν έχει σχέση με αυτά (8). Φυσικά ο Ήλιος περιφέρεται πέριξ του κόσμου όπως αναφέρει. Στην απορία πως έγινε πρώτα το φως και μετά ο Ήλιος (σημειώστε το τρίτο φως), ο Βασίλειος λέει ότι πρώτα δημιουργήθηκε η φύσις του φωτός και μετά το ηλιακό σώμα που είναι όχημα του πρωταρχικού εκείνου φωτός (Το αρχικό αρχικό φως προφανώς το ξέχασε). Με την ίδια λογική, ισχυρίστηκε, που άλλο είναι το πυρ, και άλλο ο λύχνος (9-11). Για να τονίσει περισσότερο την διαφορά λέει ότι όπως αναφέρεται σε ένα απόκρυφο βιβλίο όταν θα γίνει η τελική Κρίση θα χωρισθεί πάλι στα δύο η φύση του πυρός, το μεν φως θα είναι για να το απολαμβάνουν οι δίκαιοι, η δε οδυνηρή καύση θα δοθεί στους κολασμένους (14).

Αρνείται κατηγορηματικά ότι το φως της Σελήνης είναι επίκτητο, αυτό, ισχυρίζεται, το δείχνει το γεγονός ότι όταν πλησιάζει τον Ήλιο ελαττώνεται ενώ όταν απομακρύνεται δυναμώνει (16) (προφανώς το ελαττώνει ο Θεός γιατί δεν χρειάζεται πλέον). Δουλειά των φωστήρων είναι να χωρίζουν την ημέρα από την νύκτα. Για την Σελήνη λέει ότι όταν είναι πανσέληνος είναι αρχηγός της νύκτας, δεν έχει σημασία που έχει και άλλες φάσεις (19). Τονίζει την χρησιμότητά τους για την ζωή και την πρόβλεψη του καιρού και θυμίζει ότι όταν γίνει η τελική κρίση “Ο ήλιος μεταστραφήσεται εις αίμα και η σελήνη ου δώσει το φέγγος αυτής” (23). Ακολούθως τα βάζει με τους αστρολόγους τους Xαλδαίους και τους ωροσκόπους και ότι η πρόβλεψη τους είναι απάτη (24-38). Μιλάει για την αλληλουχία των εποχών, τα διάφορα φαινόμενα σκιάς και το ημερολόγιο (39-46).

“Καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τοὺς δύο φωστῆρας τοὺς μεγάλους”.

Στο σημείο αυτό ο Μ.Β. ισχυρίζεται ότι το “μεγάλους” αναφέρεται όχι ότι είναι μεγαλύτεροι από τους άλλους, αλλά επειδή έχουν τέτοιες διαστάσεις ώστε να φωτίζουν τον ουρανό, την γη και την θάλασσα (48). Η αλλαγή των φάσεων της Σελήνης γίνεται για να μην μεγαλοφρονούν οι άνθρωποι επειδή τίποτα το ανθρώπινο δεν είναι μόνιμο (55). Νομίζει επίσης ότι οι μεταβολές της Σελήνης συντελούν πολύ στην ανάπτυξη φυτών και ζώων (57). Ακολούθως αναφέρει τις επιπτώσεις της Σελήνης στα σφάγια και στην ψύχα των δένδρων, καθώς επίσης στον καιρό, στην άμπωτη και την παλίρροια. Ειδικά για τις τελευταίες αναφέρει ότι οφείλεται στην εισπνοή και εκπνοή της Σελήνης που έτσι τραβάει ή απωθεί τα κύματα (59).

Ζ' - Περί ἑρπετῶν
“Καὶ εἶπεν ὁ Θεὸς· Ἐξαγαγέτω τὰ ὕδατα ἑρπετὰ ψυχῶν ζωσῶν κατὰ γένος καὶ πετεινὰ πετάμενα κατὰ τὸ στερέωμα τοῦ οὐρανοῦ κατὰ γένος” (Γεν 1.20-21).

Από την αρχή της ομιλίας ο “Μ”. Βασίλειος τονίζει την αμεσότητα της δημιουργίας των πτηνών και ψαριών, "Ήλθε πρόσταγμα, και αμέσως οι ποταμοί εγέμισαν ζωήν και αι λίμναι έγιναν γόνιμοι". (2). Αυτό ξανατονίζεται πάρα κάτω “Όλα δε μαζί μικρά και μεγάλα τα εδημιούργησε το πρώτον εκείνο πρόσταγμα και η ανέκφραστος δύναμις” (10).

Απαριθμεί τα είδη των ζώων, πτηνών, ψαριών και εντόμων αντιγράφοντας κυρίως τις απόψεις του Αιλιανού (φυσικά χωρίς να το λέγει). Αναφέρονται και εδώ οι σχετικές ανακρίβειες που ήταν πιστευτές την εποχή, όπως ότι τα μικρά του δελφινού και της φώκιας όταν φοβηθούν ξαναμπαίνουν στην κοιλιά της μάνας τους (9), κάποια ψάρια τρέφονται με βούρκον (12), οι φάλαινες είναι μεγαλύτερες και από βουνά (31), ένα μικρότατο ψαράκι η εχενηίς, σταματάει και το μεγαλύτερο πλοίο (32) και άλλα σχετικά.

Φυσικά η δραστηριότητα και οι προτιμήσεις κάποιων ζώων καθώς και οι πιστευόμενες ανακρίβειες, βοηθούν τον Βασίλειο στην κατήχηση των ανθρώπων, παραβάλλοντας έτσι την δράση των ζώων με αντίστοιχη των ανθρώπων και τι θα πρέπει να αποφεύγεται (13-17, 20, 22, 28-29).

Επίσης αναφέρεται στον μεγάλο Ωκεανό πέραν του οποίου κατηγορηματικά ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει άλλη ήπειρος (20).

Η΄- Περὶ πτηνῶν καὶ ἐνύδρων
“Καὶ εἶπεν ὁ Θεὸς· Ἐξαγαγέτω ἡ γῆ ψυχήν ζῶσαν κατὰ γένος, τετράποδα καἰ ἑρπετά καἰ θηρία κατὰ γένος. Καὶ ἐγένετο οὕτως”.

Αναφερόμενος στον στολισμό της γης με τα ζώα, αντιδιαστέλλει την έκφραση “ἑρπετὰ ψυχῶν ζωσῶν” με το “Ἐξαγαγέτω ἡ γῆ ψυχήν ζῶσαν” και ισχυρίζεται ότι αναφέρεται έτσι στην Αγ. Γραφή, γιατί τα υδρόβια έχουν ατελέστερη ζωή επειδή ζουν μέσα στο πυκνόρρευστο νερό, προσθέτει πάρα κάτω ότι τα υδρόβια όχι μόνο είναι άφωνα και δεν εξημερώνονται ή εκπαιδεύονται αλλά ισχυρίζεται επιπλέον ότι είναι αδύνατον να έχουν οποιαδήποτε συμμετοχή στην ζωή των ανθρώπων (3-5).

Η κατήχηση με αφορμή την δράση των ζώων είναι και εδώ σημαντική (6, 17-20, 23-24, 25, 27, 28, 34, 41 ).

Για να ξεκαθαρίσει την διαφορά ανθρώπων και κτηνών και να αρνηθεί την μετενσάρκωση, τονίζει την αναφορά της Αγ. Γραφής “παντὸς ζῴου ἡ ψυχὴ τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐστιν” (Λευ. 17.11) το δε αίμα λέει όταν συμπυκνωθεί γίνεται σάρκα, η δε σάρκα διαλύεται στην γη, έτσι η ψυχή των ζώων είναι κάτι γήινο, (προφανώς σε αντιδιαστολή με την ανθρώπινη που είναι ουράνια) (7-8).

Επανέρχεται ο Βασίλειος στα πτηνά και έντομα (10), τα οποία δεν αναλύθηκαν στην προηγούμενη ομιλία και αναφέρει ότι κοινό των πτηνών και των ψαριών είναι η πλεύση, η διαφορά είναι ότι τα πτηνά έχουν πόδια.

Στο 17-20 έχουμε τον πολιτικό στοχασμό του Μ. Βασιλείου που δεν νομίζω ότι μας εκπλήσσει. Αν και ανέλυσε διάφορα είδη πτηνών όπως αυτά που πετούν σε αγέλη με αρχηγό και αυτά που είναι σε αγέλη αλλά αυτόνομα, θεώρησε καλύτερο παράδειγμα για το πως θέλει την ανθρώπινη κοινωνία αυτή των μελισσών. “αι μέλισσαι”, λέει, “έχουν κοινήν κατοικίαν, κοινήν πτήσιν, και όλαι μίαν εργασίαν και το σπουδαιότερον ότι εκτελούν τα έργα των υπό την ηγεσίαν κάποιου βασιλέως... Και ο βασιλεύς αυτών δεν προέρχεται από εκλογάς, διότι πολλάκις η ακρισία του λαού ανεβάζει στην εξουσία ν τον χειρότερον που υπάρχει. Ούτε λαμβάνει την εξουσίαν με κλήρονּ διότι η συντηχία των κλήρων είναι κάτι που δεν κατευθύνεται από το λογικόν (από τον Θεό ίσως;), και πολλάκις παραδίδουν την εξουσίαν εις τον τελευταίον όλων. Ούτε κάθεται στον βασιλικόν θρόνον επειδή είναι υιός βασιλέως, διότι και αυτοί ως επί το πλείστον γίνονται αμόρφωτοι και ανίδεοι...αλλά έχει...πρωτείον από φυσικού του, εφόσον διαφέρει στο μέγεθος και εις το σχήμα και εις τον πράον χαρακτήρα...”(17-8).

Η πρόνοια του Θεού για τα ζώα είναι πασιφανής κατά τον Μ.Β. όπως από το παράδειγμα της αλκυόνος που θέλει επτά ημέρες για να κλωσήσει τα αυγά της και ο γενναιόδωρος Θεός τις έδωσε άλλες επτά για να τα αναθρέψει, για τον λόγο αυτό λέει ο Βασίλειος: οι μέρες αυτές του χειμώνα ονομάζονται αλκυονίδες. Και συνεχίζει λέγοντας στους ακροατές του “Και ποιόν από τα παράδοξα δεν έγινε δια σε, που είσαι κατ' εικόνα του Θεού, όταν και δι' ένα πουλί τόσον μικρόν συγκρατείται η μεγάλη και φοβερά θάλασσα, και λαμβάνη διαταγήν να γαληνεύη εις το μέσον του χειμώνος” (26-7).

Φυσικά την θέση τους έχουν και εδώ οι ανακρίβειες. Ο αετός γεννάει δύο μικρά και το ένα το σκοτώνει (28). Οι γύπες γεννούν αυγά γόνιμα, χωρίς συνουσία και γι' αυτό είναι μακροβιότατοι, και συνεχίζει με το συμπέρασμα “αν ποτέ ιδής μερικούς που ειρωνεύονται το μυστήριον της πίστεώς μας και να λέγουν ότι είναι αδύνατον και αφύσικον να γεννήση παρθένος, και η παρθενία της να φυλαχθεί ανέγγιχτος, να σκεφθής ότι αυτός που ηυδόκησε να σώση τους πιστεύοντας με την μωρίαν του κυρήγματος, προληπτικώς εδημιούργησεν απείρους φυσικάς αποδείξεις που ενισχύουν την πίστιν εις τα παράδοξα” (31).

Άλλη μία μεταφορά κάνει με τις κάμπιες και τους σύρας (μεταξοσκώληκες) και την μεταμόρφωσή τους από κάμπια σε χρυσαλλίδα και στο ολοκληρωμένο έντομο ή πεταλούδα. Λέει λοιπόν ο Βασίλειος σχετικά με την αλλοίωση της Αναστάσεως που είπε ο Παύλος “Να ενθυμήσθε πως μεταβάλλεται το ζώον αυτό και να λαμβάνετε σαφή ιδέαν της αναστάσεως, και να μην απιστήτε εις την αλλαγήν που μετα βεβαιότητας υπόσχεται εις όλους ο Παύλος” (41).

Θ' - Περί χερσαίων
Στην τελευταία του ομιλία ο Βασίλειος ξεκινάει μιλώντας κατά των αλληγοριστών χριστιανών που όπως λέει ο μεταφραστής θεωρούν το ύδωρ όχι ύδωρ, αλλά όπως τους καπνίσει (“πρὸς τὸ ἑαυτοῖς δοκοῦν ἑρμηνεύουσι”), και τους παραλληλίζει με του ονειροκρίτες. Επιμένει στην κατά λέξιν ερμηνεία της Γραφής, το χόρτο σημαίνει χόρτο και τα αναφερόμενα σε αυτήν τα δέχεται όπως ακριβώς λέγονται (2, 4). Επαναλαμβάνει στην συνέχεια κάποιες θεωρίες για το σχήμα της Γης και τονίζει ότι επειδή δεν έχουν καμία αξία, η Γραφή τα αποσιώπησε ως άχρηστα για μας (4).

“Ἐξαγέτω ἡ γῆ ψυχήν ζῶσαν κτηνῶν καὶ θηρίων καὶ ἑρπετῶν” (Γεν. 1.24).

Τονίζει την σημασία που έχει ο λόγος του Θεού όπως διατρέχει την φύση και πως ενεργεί έως να ολοκληρωθεί η διακόσμηση, και όπως η σφαίρα κυλά μέχρι να βρει σημείο να σταματήσει, έτσι και η φύσις των όντων έλαβε την αρχική κίνηση από ένα πρόσταγμα, διατηρώντας όμοιες και απαράλλαχτες τις αλλεπάλληλες γενιές των ειδών, έως το τέλος. Και το εξειδικεύει (κάνοντας τελείως άκυρη την Εξέλιξη) “Διάδοχον του ίππου κάνει το ίππον, του λέοντος τον λέοντα, του αετού τον αετόν...συντηρώντας αυτό απαράλλακτον εις τας επερχόμενας του γενεάς” (5-6). Συνεχίζει με μια αρχαία παρανόηση ότι ακόμα και σήμερα η γη βγάζει ζωντανά ζώα όπως τζιτζίκια, μικρά πτηνά, ποντίκια, βατράχους , αρουραίους και χέλια (6-7). Επίσης μας λέει ότι το κάθε είδους ζώο έχει συνολικά μία ψυχή, όπως τα άλλογα, διότι ένα είναι αυτό που τα χαρακτηρίζει η αλογία, και κάθε ζώο διακρίνεται απ τα διαφορετικά του γνωρίσματα (9). Συνεχίζει φυσικά τις παρανοήσεις όπως ότι η (φυτοφάγος) χελώνη τρώει οχιές (11),

Μιλάει επίσης για την αντίδραση των ζώων στον καιρό και τις εποχές και πόσο χρήσιμη μας είναι, για να κατανοήσουμε την σοφία του τεχνίτου και δικαιολογεί κατά κάποιον τρόπο την αγραματωσιά λέγοντας “Δεν μας είνε ικανοποιητική δικαιολογία το ότι δεν δειδάχθημεν με γράμματα αυτά που μας ωφελούν, αφού με τον αδίδακτον νόμον της φύσεως αντιλαμβανόμεθα το ωφέλιμον... Καμμιά φαρμακευτική τέχνη και καμμιά βοτανική εμπειρία δεν επενόησε την διδασκαλίαν των οφελίμων εις τα άλογα ζώα, αλλά το κάθε ζώο εκ φύσεως ευρίσκει μόνον του την σωτηρίαν του” (15) Χρησιμοποιεί αυτό για να δείξει ότι με την φυσική κλίση της ψυχής του άνθρωπος μπορεί να κάνει το καλό και παραλληλίζει πάλι δραστηριότητες ζώων που πρέπει να μιμηθεί ο άνθρωπος (16-19). Τι παραπάνω ρωτάει κάνουν αυτοί που κάθονται σοβαροί στα διαγράμματα (μαθηματικοί και γεωμέτρες) και εις την άτοπον απαγωγή βρίσκουν την αλήθεια (20). Κατηγορεί στην συνέχεια αυτούς που συντρώγουν με τους βλασφημούντες τον Θεόν και συνεχίζει την αναφορά του στα ζώα, λέγοντας ότι δείγμα τις πρόνοιας του θεού, είναι ότι αυτά που τρώγονται πολύ από τον άνθρωπο πολλαπλασιάζονται περισσότερο και φέρνει σαν θετικό παράδειγμα τον λαγό και αρνητικό το λιοντάρι που γεννά μόνο ένα παιδί γιατί αυτό βγαίνοντας με τα νύχια του κατασπαράσσει την μήτρα της μητέρας του (!), κάτι αντίστοιχο αναφέρει για τις οχιές όλα αυτά μέσα στην πρόνοια του Πατρός (22). Στους ελέφαντες ο ομιλητής λέει ότι ζουν πάνω από τριακόσια χρόνια (27), ότι φοβούνται τα ποντίκια (29) (παρανοώντας τον Αιλιανό), και προσθέτει (κάτι που δεν θα χαροποιήσει τους φιλόζωους), “Ο Θεός μας το έκανε υπόδουλον, ώστε και όταν το εκπαιδεύωμεν να μαθαίνει και όταν το κτυπούμεν να υπομένη, και μας διδάσκει έτσι ο Θεός σαφώς ότι τα πάντα υπέταξεν ημίν, διότι ήμεθα πλασμένοι κατ' είκόνα του δημιουργού” (28).

“Καὶ εἶπεν ὁ Θεὸς· Ποιήσωμεν ἄνθρωπον”. (Γεν 1.26).

Ο πληθυντικός δίνει ακόμα ένα έναυσμα να μιλήσει εδώ ο ομιλητής για τον Χριστό, ότι αυτός υπονοείται, κατηγορώντας τους Ιουδαίους που τον αρνούνται αλλά και αυτούς που τον θεωρούν κατώτερο από τον Πατέρα (34-40). Στο σημείο αυτό τελειώνει την ομιλία υποσχόμενος για κάποια μελλοντική συνέχεια που δεν ήρθε ποτέ.

Σχόλια στο κείμενο και συμπεράσματα
Είναι προφανές ότι ο Άγιος και εμφορούμενος από το Άγιο Πνεύμα, διδάσκαλος της Εκκλησίας "Μέγας" Βασίλειος και “προστάτης” των γραμμάτων του σύγχρονου ελληνικού κράτους, αν και μορφωμένος έχει κάνει σωρεία λαθών. Οι γνώσεις του δεν ξεπερνούν σε τίποτα μέσες γνώμες της εποχής του και μάλιστα και σε αυτές έχει κάνει λάθη ακόμα και στην αντιγραφή. Η επίκληση του στην αγραμματοσύνη (Θ.15), θα έπρεπε να μας προβληματίζει, με ποια κριτήρια και από ποιους ορίστηκε σαν προστάτης των γραμμάτων.
Σημαντικό στοιχείο που αξίζει να τονιστεί είναι ότι αρνείται κατηγορηματικά την αλληγορική σημασία των γραφών, ασχέτως αν χρησιμοποιεί πολλές περιπτώσεις τις αφηγήσεις σαν παραδείγματα για την δράση του ανθρώπου.

Επειδή θεωρεί αλάνθαστη την Γραφή, επινοεί λογικές για να την στηρίξει. Έτσι εξηγεί ότι τον Ήλιο τον έκανε στο τέλος για να μην τον λατρεύουμε. Για να δικαιολογήσει το “συναγωγήν μίαν” ανοίγει τρύπες σε όλες τις θάλασσες για να επικοινωνούν κλπ κλπ. Είναι προφανές ότι πιστεύει στην αυθεντία των κειμένων και στην καλή μαρτυρία του Μωυσή και φυσικά αυτό ήταν και το πλέον αδύνατο σημείο του. Έτσι μας εξηγεί ότι πρώτα έγινε το φως και μετά ο Ήλιος γιατί το φως είναι η ουσία ενώ ο Ήλιος ο φορέας. Φαίνεται ξεκάθαρα ότι προσπαθώντας να δικαιολογηθούν οι γραφές πάντα βρίσκεται κάτι λογικοφανές. Βέβαια σε ένα σημείο ο άγιος το παράκανε, επειδή δεν μπορούσε να αγνοήσει την Γραφή και τα αναφερόμενα στο “δεύτερο στερέωμα”, εφηύρε δική του απίθανη θεωρία για τον χωρισμό της τεράστιας ποσότητας υδάτων “πάνω και κάτω”, και καλεί τους φιλοσόφους να την δεκτούν αναγκαστικά αφού έτσι το λέει το ιερό βιβλίο.

Σημαντικό στοιχείο στον λόγο του “Μ”. Βασιλείου κοινό όμως στους χριστιανούς εκείνης της εποχής είναι η άρνηση της επιστήμης, θεωρώντας τον επιστημονικό προβληματισμό άθεο και αλληλοκατηγορούμενο. Οι επιστημονικές θεωρίες δεν έχουν καμία αξία για τον Άγιο, αυτό που έχει σημασία είναι η πίστη στο θεό που έκανε τόσα θαυμαστά πράγματα για εμάς.

Επίσης πρέπει να τονιστεί η αμεσότητα της Δημιουργίας κατά τον Βασίλειο, που δείχνει μάλιστα με εικόνες να μεγαλώνει η χλόη και να φθάνει αμέσως στο ύψος του ο έλατος ή ο κέδρος. Πολλοί απολογητές χρησιμοποιούν την έκφραση που λέει για την αρίθμηση της πρώτης ημέρας “λέμε ημέρα μία, εβδομάδα μία κλπ λέμε και αιώνας ένας, χωρίς να έχει σημασία”, θέλουν με αυτό να αναιρέσουν όλο το υπόλοιπο του κείμενο, που εκπέμπει αυτή την ταχύτητα της δημιουργίας σε κάθε σχεδόν ομιλία και να μας πείσουν ότι αναφερόταν σε αιώνες στην δημιουργία όπως μας έδειξαν η γεωλογία και η αστροφυσική.

Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να απαριθμήσουμε όλα αυτά που η Επιστήμη ανέτρεψε τόσο από την Αγ. Γραφή όσο και από τον Βασίλειο ότι δεν ισχύουν. Η θεωρία των Λεύκιππου και Δημόκριτου που ο Βασίλειος διακωμώδησε ήταν σωστή, οι χρόνοι του σύμπαντος είναι τεράστιοι και δεν μετριούνται ούτε σε αιώνες ούτε σε χιλιετίες και φυσικά όχι “ακαριαίως, εις ελάχιστον διάστημα” όπως διατείνεται ο “Μ”. Βασίλειος. Το μέγεθος του σύμπαντος είναι όχι απλά τεράστιο αλλά ασύλληπτο για το μυαλό μας. Η δημιουργία του σύμπαντος για χατήρι και μόνο του ανθρώπου από τον θεό, δεν πείθει πλέον κανένα σκεπτόμενο. Ο Ήλιος μένει ακίνητος (αν μπορούμε να το πούμε έτσι) και η Γη κινείται γύρω από αυτόν, η Γη δημιουργήθηκε μετά τον Ήλιο και μάλιστα από τον Ήλιο. Είναι στην ουσία παιδί του Ήλιου. Οι τεράστιες ποσότητες νερού που αναφέρει ο Βασίλειος δεν μαρτυρούνται πουθενά. Η βλάστηση και τα ζώα τέλος, αναπτύχθηκαν μέσα από τις διαδικασίες της Εξέλιξης.

Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι η Γραφή τα είπε πάρα πολύ απλοϊκά τα πράγματα, για να τα καταλάβουν οι τότε άνθρωποι. Ίσως αλλά γιατί να τα πει με λάθος σειρά εφόσον υποτίθεται ότι είναι θεϊκή;

Είναι προφανές ότι αυτά που λέει η Αγία Γραφή, ότι δηλαδή έμαθε ο Μωυσής από τον Θεό, και κατέγραψε και σχολιάζει ο άγιος της Εκκλησίας, δεν ήσαν αληθινά ούτε τότε, ούτε τώρα. Το ερώτημα είναι: αν έκανε λάθος σε αυτά, πως μπορεί κάποιος να θεωρεί ότι στα άλλα ήταν σωστός και ο “Άγιος” και οπωσδήποτε η Γραφή;

Επιστήμη - “Μ”. Βασίλειος – Αγ. Γραφή
Είναι γνωστό σε όλους ότι η κοσμολογία της Αγίας Γραφής, καθώς και οι αναλύσεις των Πατέρων της Εκκλησίας, καθόρισαν την σκέψη από τον τέταρτο αιώνα και μετά, μέχρι την Αναγέννηση. Από τον 4ο αι. η επιστημονική έρευνα σταδιακά πάγωσε (εξελίχθηκε σε ένα βαθμό στους Άραβες), οι θεοκρατικές αντιλήψεις κυριάρχησαν και έπρεπε να περάσουν χίλια χρόνια για να αρχίσει πάλι το ανθρώπινο πνεύμα να ψάχνεται. Ο “Μ”. Βασίλειος με τις αντιλήψεις του, καθόρισε την πορεία αυτή και είναι απορίας άξιο, πως θεωρείται προστάτης των γραμμάτων σε ένα σύγχρονο κράτος, που θέλει να λέγεται ελληνικό.

Η εξέλιξη της επιστήμης από την Αναγέννηση και μετά, ανέτρεπε μία μία όλες αυτές τις θεωρήσεις, ωθώντας σταδιακά αλλά σταθερά αυτές και τον φορέα τους τις γραφές, στην περιοχή του μύθου.

Η χριστιανική διανόηση αμυνόμενη χωρίστηκε στα δύο, για να μην πω καλύτερα παίζει όπως πάντα σε πολλά ταμπλό.

Από την μία δέχεται θεωρητικώς και απροθύμως την επιστήμη, λέγοντας ότι τα μηνύματα της Γραφής είναι αλληγορικά συμβολικά και όχι ιστορικά ή επιστημονικά (σε αντίθεση φυσικά με αυτά που έλεγε ο Πατέρας και Άγιος της Εκκλησίας "Μέγας" Βασίλειος, αφού θεωρούσε ότι με την αλληγορία μπορείς να λες ότι θες). Διαχωρίζουν πλήρως (λες και μπορούν) την φιλοσοφία από την θεολογία, ισχυριζόμενοι ότι δεν μπορεί να υπάρχει σχέση των δύο αυτών χώρων. Μάλιστα ψάχνουν να βρουν απομονωμένες φράσεις των Πατέρων, όπως και από το παρόν κείμενο την Εξαήμερο, για να πουν ότι ο Βασίλειος μίλησε για την Εξέλιξη, άρα δεν αντιβαίνει στην επιστήμη κλπ κλπ. Τα σημεία αυτά τα τονισμένα κόκκινα στο κείμενο, τα παρουσίασα επαρκώς και όχι αποκομμένα, οπότε ο αναγνώστης μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματα που αξίζουν στην συνέπεια του κειμένου και του συγγραφέα.

Από την άλλη υπάρχουν οι ακραίοι -όλο και λιγότεροι, που λένε ότι η πραγματική επιστήμη δεν έχει σχέση με την Εξέλιξη ή τις άθεες συνιστώσες της Γεωλογίας και Παλαιοντολογίας (περί της ηλικίας της Γης), ότι η επιστήμη συμφωνεί απόλυτα με την Αγ. Γραφή και ότι υπάρχουν εσκεμμένα λάθη τα οποία προωθούνται από λίγους άθεους επιστήμονες, με απώτερους αντιχριστιανικούς σκοπούς, να ακυρώσουν την αλήθεια των έγκυρων ιερών κειμένων, μέσα από την Νέα Τάξη.

Φυσικά οι περισσότεροι είναι αυτοί που κινούνται και στα δύο στρατόπεδα. Όσο γίνονται πιστευτοί με την παραλογία, το παίζουν φίλοι με την επιστήμη και με την ακρίβεια της Γραφής και ότι μεταξύ τους δεν διαφωνούν. Αν διαπιστώσουν ότι δεν προχωράει η θέση τους, το ρίχνουν στην πνευματικότητα της Γραφής, στα θολά μηνύματα του Ευαγγελίου και ότι τελικά όλα τα άλλα, δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία για τον πραγματικό χριστιανό.

Εξέλιξη
Στο θέμα της Εξέλιξης θα σταθούμε λίγο. Είδαμε ότι ο Βασίλειος δεν ξεφεύγει από την λογική της Αγ. Γραφής. Ο Θεός έφτιαξε τον κόσμο σε έξη ημέρες και την έβδομη ξεκουράστηκε. Έκτοτε ο κόσμος βδομάδα τη βδομάδα είναι σε μια συγκεκριμένη καθορισμένη επαναλαμβανόμενη τροχιά μέχρι το τέλος που είναι η Κρίση. Ότι χρειαζόταν ο άνθρωπος -αφού για τον άνθρωπο έγιναν όλα- υπήρξαν εξαρχής, τα δημιούργησε ο Θεός για να είμαστε όπως διατείνεται η Γραφή και ο "Μ". Βασίλειος, κυρίαρχοι τους. Αυτό να το προσέξουν ιδιαίτερα οι φιλόζωοι και οι οικολόγοι. Η αντιοικολογική εξέλιξη του σύγχρονου πολιτισμού, οφείλει πολλά στην χριστιανική αυτή αντίληψη του κόσμου.

Ένα άλλο σημείο ξεκάθαρης αντιδιαστολής του Μ. Βασιλείου με την Εξέλιξη είναι η γνώμη που έχει για την ψυχή των ζώων. Είναι ισχυρίζεται κοινή για το κάθε είδος και γήινη, σε αντίθεση με του ανθρώπου, που κατά την γνώμη του είναι ουράνια και θεϊκή, αποκλείοντας έτσι κάθε εξελικτική λογική.

Η γεωλογία, η εξέλιξη των ειδών, η βιολογία, και μερικές ακόμα επιστήμες, μας βεβαιώνουν σήμερα με σωρεία αποδείξεων, ότι ο κόσμος μας αλλάζει συνεχώς από τότε που δημιουργήθηκε η γη, και ότι δεν έχει καμία σχέση, με το στατικό κόσμο που μας παρουσιάζει ο Βασίλειος. Οι ήπειροι μετακινούνται συνεχώς η Γη μεταμορφώνεται αέναα. Η ζωή από τις απλούστερες μορφές εξελίσσεται σε πολυπλοκότερες, δημιουργώντας νέα είδη, που με τη σειρά τους θα εξελιχτούν σε νέα, ή θα εξαφανιστούν, αφού δεν μπορούν να προσαρμοστούν, στο περιβάλλον τους που αλλάζει συνεχώς. Σήμερα από όλη αυτή τη προσπάθεια για επιβίωση της ζωής, παρατηρούμε στη φύση μόλις το 2% των ειδών που έχουν ζήσει στον πλανήτη στο παρελθόν, τα υπόλοιπα έχουν εξαφανιστεί. Η αστροφυσική από την άλλη μας δείχνει την βιαιότητα που υπάρχει στο σύμπαν, με τις κοσμικές καταστροφές που αυτό περιλαμβάνει. Ο στατικός, τέλειος, κόσμος των ιερών βιβλίων και του Βασιλείου, είναι άπλα ένας ακόμα, μύθος.

Επίλογος
Είδαμε σε μια σύντομη ανάλυση το έργο του Αγίου της Εκκλησίας το οποίο είναι επιεικώς αφελές. Ένα ερώτημα είναι αν ο ίδιος ήταν αφελής η τόσο πιστός που δεν είχε και πολύ σημασία πως θα δικαιολογήσει την πίστη του. Τις παρανοήσεις, τις λάθος θεωρίες και τα αυθέρετα συμπεράσματα του έργου του, τα δέχονται ελάχιστοι μορφωμένοι χριστιανοί, τονίζοντας όμως, (και εδώ είναι η έσχατη γραμμή άμυνας των απολογητών), ότι μπορεί ως επιστήμονας να μην ήταν καλός, αλλά ως θεολόγος ήταν άριστος. Μα το ερώτημα είναι μόνος του θεολογούσε ή κοσμολογούσε, ή με βάση την θεόπνευστη Αγία Γραφή και το Άγιο Πνεύμα; Αν για τα κοσμολογικά θέματα έκανε λάθη και δικές του εσφαλμένες και αυθαίρετες θεωρήσεις, γιατί στα θεολογικά ήταν σωστός. Από την άλλη η βάση του και η βάση του χριστιανισμού δεν είναι αυτό το κείμενο που κάνει ακριβώς τα ίδια λάθη, η Αγία Γραφή; Αν λέει ανακρίβειες σε θέματα κατασκευής και διάταξης του κόσμου, γιατί θεωρείται θεόπνευστο στα υπόλοιπα; Ως πότε ένα θεόπνευστο κείμενο που υποτίθεται έδωσε ο ίδιος ο Θεός, θα θεωρείται επιλεκτικά θεόπνευστο. Το τελικό ερώτημα είναι: ο χριστιανισμός που επικράτησε στην βάση αυτής της θεοπνευστίας, και επικαλείται συνέχεια αυτή τη θεοπνευστία, μήπως κορόιδεψε και κοροϊδεύει οικτρά τον κόσμο;