Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2024

Τα λάθη στην επικοινωνία των ερωτικών συντρόφων

Edwin-Georgi-Tutt%2527Art%2540-4
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η υγιής επικοινωνία θεωρείται θεμέλιος λίθος μίας καλής συντροφικής σχέσης.

Καλή επικοινωνία σημαίνει ότι μπορούμε να εκφράσουμε στον σύντροφό μας αυτό που θέλουμε και αντίστοιχα καταλαβαίνουμε αυτό που ο σύντροφός μας θέλει να μας πει. Η επικοινωνία δυσχεραίνεται συχνά από πλήθος παραγόντων που έχουν να κάνουν με την ιδιοσυγκρασία του κάθε συντρόφου, με τις επιρροές που έχει δεχθεί από το οικογενειακό του περιβάλλον αλλά και με περιορισμούς που πιθανόν να υφίστανται στο παρόν από συγκυριακούς λόγους.

Η καταστροφική κριτική

Η κριτική, ως μέσο κοινοποίησης της δυσαρέσκειάς μας ή προτροπή για αλλαγή του άλλου, σπάνια πετυχαίνει το στόχο της.
Η διαρκής έκθεση ενός ατόμου στα επικριτικά σχόλια του συντρόφου του, καλλιεργεί σταδιακά αρνητικά συναισθήματα και οδηγεί σε αποξένωση. Άλλες φορές πάλι, το άτομο που υφίσταται συνεχώς κριτική, αρχίζει και αμφιβάλλει για τον εαυτό του και τις ικανότητές του και χάνει σταδιακά την αυτοπεποίθησή του.
Αλλά και ο ίδιος ο «κριτής» αρχίζει να βλέπει τον σύντροφό του μειονεκτικά καθώς έχει δώσει υπερβολική σημασία σε όψεις της συμπεριφοράς του που θεωρεί αρνητικές. Συχνά είναι πιο εποικοδομητικό να αναγνωρίζουμε στον άλλον τα θετικά στοιχεία που έχει από το να αναμασούμε επίμονα κάποια αρνητικά.
Χρειάζεται επίσης να αποφασίσουμε αν μια κριτική είναι χρήσιμη, πριν την κοινοποιήσουμε. Πολλές φορές κριτικάρουμε ασήμαντα πράγματα στον άλλον αλλά το φθοροποιό στοιχείο στη σχέση παραμένει. Επίσης αντί να επικρίνουμε μια συμπεριφορά στον άλλον που δεν μας αρέσει είναι προτιμότερο να μιλήσουμε για το πώς εμείς νιώθουμε για αυτήν ή ακόμα καλύτερα να τοποθετηθούμε μέσα από μια θετική οπτική. Έτσι αντί να πούμε «Είσαι ακατάστατος, ποτέ δεν βάζεις τα ρούχα τους στη θέση τους» θα μπορούσαμε να πούμε «Με βοηθάς πολύ όταν τακτοποιείς τα ρούχα σου, γιατί έχω πολύ λιγότερα πράγματα να συμμαζέψω»

Η απαίτηση

Το να απαιτούμε από τον άλλον ακόμα και τα αυτονόητα συχνά τον φέρνει σε μία θέση άρνησης. Αρνείται να ικανοποιήσει την ανάγκη μας, όχι πάντα γιατί διαφωνεί με αυτήν, αλλά γιατί διαφωνεί με τον τρόπο με τον οποίο την διεκδικούμε.
Η απαίτηση, ως μέσο επικοινωνίας, κοινοποιεί κάτι αναφορικά με την κατανομή εξουσίας στη σχέση. Αυτός που απαιτεί, αξιώνει για τον εαυτό του ένα ποσοστό εξουσίας. Αν του ικανοποιηθεί η απαίτηση από τον σύντροφό του, η εξουσία αυτή είναι σαν να επικυρώνεται έμμεσα. Χάνεται όμως η ισορροπία μέσα στην σχέση με αυτόν τον τρόπο και συχνά δημιουργούνται διενέξεις και προστριβές.

Το διάβασμα της σκέψης του άλλου

Πολλές φορές κάνουμε το λάθος να υποθέτουμε τι σκέφτεται ή τι πιστεύει ο άλλος για μία κατάσταση. Η υπόθεσή μας, η οποία στην ουσία είναι η προσωπική μας ερμηνεία για μία κατάσταση, μπορεί να έχει άκρως αρνητικό περιεχόμενο, πυροδοτώντας αντίστοιχα επικίνδυνα για μια υγιή επικοινωνία συναισθήματα.
Η σύντροφος που πλένει τα πιάτα ενώ ο σύζυγός της κάθεται στον καναπέ, διαβάζοντας την αγαπημένη του εφημερίδα, μπορεί να σκέφτεται «Μόνο για την βόλεψή του ενδιαφέρεται, ούτε του περνά από το μυαλό να με βοηθήσει».
Αυτή η πεποίθηση συνήθως εδραιώνεται στην σύζυγο όταν, είτε δεν μπαίνει στη διαδικασία να την επαληθεύσει ζητώντας τη βοήθεια που χρειάζεται, είτε την ζητάει με αρνητικό τρόπο, οπότε και δεν την παίρνει. Πολλές φορές χρεώνουμε στον άλλο αρνητικά χαρακτηριστικά απλώς και μόνο εμείς δεν έχουμε μάθει να διεκδικούμε με υγιή τρόπο τα θέλω μας.

Ο θυμός

Ο θυμός, η αγανάκτηση και ο εκνευρισμός μπορεί να εξοκείλουν μία κατά τα άλλα καλή προσπάθεια επικοινωνίας με τον άλλον. Όταν αφήνουμε τέτοια συναισθήματα να κατευθύνουν τα λόγια μας, συνήθως το αποτέλεσμα είναι καταστροφικό. Ο θυμός μπορεί να φουντώσει από τον δικό μας εσωτερικό διάλογο, αναφορικά με μία κατάσταση, από ερμηνείες που εμείς αναπαράγουμε και πιστεύουμε αλλά και από ακραίες ερμηνείες σχετικά μέτριων καταστάσεων όπως για παράδειγμα «Προτιμάει να βγει με τους φίλους του σήμερα, δεν μ’ αγαπάει καθόλου!»
Αν είστε θυμωμένος με τον σύντροφο σας, δώστε χρόνο στον εαυτό σας να ηρεμήσετε πριν μιλήσετε. Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι η συζήτηση μπορεί να αναβληθεί για ώρες ή και για την επόμενη μέρα. Προσπαθήστε να μιλήσετε για τον εαυτό σας, για τα δικά σας συναισθήματα και τις δικές σας σκέψεις αντί να παρασυρθείτε σε ένα κατηγορητήριο εναντίον του άλλου.

Υποχωρώ αντί να διεκδικήσω

Αρκετοί άνθρωποι θεωρούν ότι το να ικανοποιούν τις ανάγκες του συντρόφου τους αδιαμαρτύρητα μπορεί να τους εξασφαλίσει μια καλή σχέση. Η διαρκής υποχώρηση όμως συχνά έχει τη βάση της στη δυσκολία που έχουν τα άτομα αυτά να εκφράσουν τις ανάγκες τους ή να διεκδικήσουν τα θέλω τους. Μπορεί να έμαθαν να λειτουργούν έτσι από παιδιά ακόμα και να αναπαράγουν αυτό το μοτίβο στην ενήλικη ζωή. Το σίγουρο είναι ότι σταδιακά αδυνατούν να ταυτοποιήσουν τις ανάγκες και τα θέλω τους και τελικά ζουν τη ζωή του συντρόφου τους. Αν και φαίνεται βολική κατάσταση, καθώς το ένα μέλος είναι πάντα πρόθυμο να υποχωρήσει, τελικά μπορεί να οδηγήσει τη σχέση σε μαρασμό. Όταν δεν μπορούμε να μιλήσουμε για τον εαυτό μας, για αυτά που θέλουμε, σκεφτόμαστε, προσδοκούμε, στην ουσία δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε μια διαπροσωπική επικοινωνία. Και όπως αναφέρθηκε στην αρχή η καλή επικοινωνία είναι η βάση μιας υγιούς σχέσης.

Η υγιής επικοινωνία απαιτεί να ακούμε αυτά που ο σύντροφός μας έχει να μας πει. Αυτό σημαίνει ότι ίσως χρειαστεί να σωπάσουμε για λίγο τη δική μας εσωτερική φωνή προκειμένου να ακούσουμε τον άλλον και να προσπαθήσουμε με διευκρινιστικές ερωτήσεις και διάλογο να τον καταλάβουμε. Το να τον καταλάβουμε δεν σημαίνει απαραίτητα πως θα συμφωνήσουμε αλλά χρειάζεται να κατανοήσουμε τη δική του οπτική στα πράγματα. Ο σεβασμός των ορίων του άλλου είναι επίσης ζωτικής σημασίας καθώς δίνει στον σύντροφό μας το μήνυμα ότι τον έχουμε ακούσει και κατανοήσει. Έτσι δεν επιμένουμε σε έναν διάλογο όταν ο άλλος είναι πολύ αναστατωμένος για να τον υποστηρίξει.

Οι δύο ερμηνευτικοί δρόμοι της γνώσης

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονοσ Στο τέλος, η εσωτερική φτώχεια προκαλεί και την εξωτερικήΔεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι υπάρχουν στη φύση μηχανές συγκρίσιμες με τις τελειότερες κατασκευές του ανθρώπου. Δεν μπορούμε, εκτός αν αρνηθούμε την ύπαρξη του ίδιου του φυσικού κόσμου, αν δεχτούμε πως ζούμε σε μια ψευδαίσθηση (γιατί υπάρχουν και αυτού του είδους οι θεωρίες).

Ας τολμήσουμε λοιπόν το επόμενο βήμα, να ρωτήσουμε: Από τι είναι κατασκευασμένες οι μηχανές αυτές; Πώς λειτουργούν; Πώς και πότε κατασκευάστηκαν; Και για ποιον σκοπό;

Υπάρχουν δύο θεωρήσεις μέσα από τις οποίες μπορούμε να αναζητήσουμε απαντήσεις. Μας είναι γνωστές.

Η μία δέχεται ότι ο άνθρωπος είναι προϊόν και μέρος του φυσικού κόσμου, ότι η γνώση του αποκτάται με τα μέσα που του παρέχει ο φυσικός κόσμος, ό,τι γνωρίζει και ό,τι μπορεί ποτέ να μάθει είναι και θα είναι μέρος του φυσικού κόσμου.

Η άλλη δέχεται ότι όλα περνούν μέσα από μια οντότητα που εξουσιάζει τον φυσικό κόσμο.

Θα ονομάσω την πρώτη «φυσική» θεώρηση και τη δεύτερη «μεταφυσική». Βρίσκω τους όρους αυτούς πιο απλούς και πιο άμεσους, λιγότερο παρεξηγήσιμους από τους όρους επιστημονική, εμπειρική ή θετική –που χρησιμοποιούνται συχνά για την πρώτη θεώρηση– και υπερφυσική, υπερβατική, πνευματική ή δογματική – που χρησιμοποιούνται για τη δεύτερη. Στο άρθρο αυτό, θα χειριστώ τις δύο αυτές θεωρήσεις διαζευκτικά: δεν μπορεί να είναι και οι δύο σωστές, δεν είναι συμβατές η μία με την άλλη, δεν υπάρχουν ενδιάμεσες καταστάσεις.

Η θέση αυτή ίσως φανεί αυθαίρετη και ακραία, ή ακόμα –πράγμα πιο σοβαρό– λανθασμένη. Και όμως θα επιμείνω στο ότι υπάρχουν μόνο αυτές οι δύο θεωρήσεις για τον εξής λόγο: από τη στιγμή που θα δεχτούμε πως οι δύο θεωρήσεις δεν είναι ανεξάρτητες και αυτοδύναμες, αλλά συμπληρωματικές, συμβιβάσιμες ή αλληλεξαρτημένες, από τη στιγμή αυτή θα έχουμε υποτάξει τη φυσική θεώρηση στη μεταφυσική, θα την έχουμε κάνει μέρος της. Γιατί το αντίθετο, η υποταγή του μεταφυσικού στο φυσικό –ακόμα και η ισότητά τους– αποκλείεται από τον ίδιο τον ορισμό της μεταφυσικής θεώρησης.

Δεν μπορείς να παντρεύεις τον Θεό με την ύλη και να απαιτείς συζυγική ισότητα. Αυτό σημαίνει πως η διατήρηση της άποψης ότι οι δύο θεωρήσεις είναι ανεξάρτητες και διαζευκτικές είναι απαραίτητη αν δεν θέλουμε να εγκαταλείψουμε τον σκοπό μας, που είναι να δούμε πόσο μακριά μπορεί να μας πάει η φυσική θεώρηση του κόσμου χωρίς την προσφυγή σε μεταφυσικές ερμηνείες.

Έχοντας κάνει αυτή τη διαπίστωση, ας ξαναγυρίσουμε στα ερωτήματα που θέσαμε και ας δούμε πρώτα πώς θα μπορούσαν να απαντηθούν μέσα από τη φυσική θεώρηση. Το «από τι είναι κατασκευασμένες οι μηχανές» δηλώνει πως ψάχνουμε για ηλεκτρόνια και πρωτόνια, για άτομα και μόρια, ότι αναζητούμε μια «υλιστική» ερμηνεία.

Το «πώς λειτουργούν» δηλώνει πως ψάχνουμε για φυσικοχημικές διεργασίες, για μηχανισμούς που απορρέουν από τις ιδιότητες της ύλης, ότι αναζητούμε μια «μηχανιστική» ερμηνεία.

Το «πώς και πότε κατασκευάστηκαν» δηλώνει ότι ψάχνουμε για μια διαδικασία που έγινε ή που άρχισε στο παρελθόν και συνεχίζεται στις μέρες μας, ότι αναζητούμε μια «ιστορική» ερμηνεία.

Ας σταθούμε εδώ πριν προχωρήσουμε στο τέταρτο ερώτημα, το «για ποιο σκοπό». Αφού η ύλη δεν μπορεί να νοηθεί έξω από τον χώρο και τον χρόνο, η υλιστική, η μηχανιστική και η ιστορική ερμηνεία του φυσικού κόσμου είναι έννοιες σύμφυτες, ένα και το αυτό, η διάκρισή τους υπάρχει μόνο στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Η φυσική ερμηνεία του κόσμου (και φυσικά εννοούμε του φυσικού κόσμου, αφού αυτός είναι ο μόνος κόσμος που κατά τον ορισμό μας υπόκειται στη φυσική θεώρηση), αλλιώς γνωστή ως φυσιοκρατία, δεν μπορεί παρά να είναι υλι­στική- μηχανιστική-ιστορική. Αυτό, κατά τη θέση μας, πρέπει να ισχύει από τα ηλεκτρόνια μέχρι τους γαλαξίες, από το γονίδια μέχρι τα οικοσυστήματα, από τις κοκορομαχίες μέχρι τους παγκόσμιους πολέμους, από τις κοινωνίες των μελισσών μέχρι τις κοινωνίες των εθνών – και ίσως των άστρων.

Πώς απαντά η φυσική ερμηνεία στο τέταρτο ερώτημα; Για ποιον σκοπό είναι κατασκευασμένη η νυχτερίδα να στέλνει, να δέχεται και να αναλύει υπερήχους; Η απάντηση «για να πιάνει έντομα» σίγουρα δεν πρόκειται να μας ικανοποιήσει, αφού στη συνέχεια θα μπορούσαμε να ρωτήσουμε «γιατί είναι η νυχτερίδα κατασκευασμένη για να πιάνει έντομα;». Μπαίνουμε έτσι σε μια αλυσίδα ερωτημάτων. Ένας κρίκος της, που θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν τέρμα, είναι η απάντηση «ο σκοπός πίσω από τη μηχανή που ονομάζουμε νυχτερίδα είναι να δώσει άλλες νυχτερίδες, να αναπαραχθεί».

Πρόκειται για τέρμα στην αλυσίδα των ερωτημάτων μας ή για στάση; Πολλοί θα έλεγαν στάση, αφού στη συνέχεια θα μπορούσαμε να ρωτήσουμε «ποιος είναι ο σκοπός της αναπαραγωγής;». Για τη βιολογία η ερώτηση αυτή είναι ό,τι είναι για τη φυσική η ερώτηση «ποιος είναι ο σκοπός της βαρύτητας;». Είναι φανερό ότι τέτοιες ερωτήσεις, που αναζητούν σκοπό στις πιο βασικές ιδιότητες του φυσικού κόσμου, οδηγούν στην απλή και πιο ειλικρινή ερώτηση «γιατί υπάρχει ο φυσικός κόσμος;», που είναι εξίσου απλά και ειλικρινά μια μεταφυσική ερώτηση.

Ερωτήσεις του τύπου «για ποιον σκοπό» είναι γνωστές ως τελεολογικές (τέλος = σκοπός). Το παραπάνω σκεπτικό μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως οι τελεολογικές ερωτήσεις οδηγούν απευθείας στη μεταφυσική θεώρηση του κόσμου και, επομένως, δεν έχουν θέση στη φυσική ερμηνεία του.

Η μόνη μη μεταφυσική απάντηση σε μια τελεολογική ερώτηση μπορεί να βγει μέσα από μια άλλη ερώτηση: «Γιατί έχουμε την τάση να κάνουμε τελεολογικές ερωτήσεις;». Γιατί στο παράδειγμα της νυχτερίδας δεν αρκεστήκαμε στις τρεις πρώτες ερωτήσεις; (από τι είναι κατασκευασμένη η μηχανή; πώς λειτουργεί; πού, πότε και πώς φτιάχτηκε;).

Η σύντομη απάντηση στο γιατί θέτουμε τελεολογικές ερωτήσεις, η απάντηση της φυσικής θεώρησης του κόσμου, είναι «από συνήθεια», μια συνήθεια που την οφείλουμε στη γενετική και την πολιτισμική μας κληρονομιά. Προς το τέλος του βιβλίου θα έχουμε όλη την πληροφόρηση που θα μας επιτρέψει να αναγνωρίσουμε αυτή τη συνήθεια σαν μια έμφυτη πλάνη. Όμως, προς το παρόν, η απάντηση μας φαίνεται απλοϊκή και αυθαίρετη, για μερικούς ίσως εξοργιστικά απλοϊκή και αυθαίρετη. Ακούω κιόλας το παράπονο ότι σπατάλησα μερικές λέξεις για να παρουσιάσω τη νυχτερίδα σαν μηχανή και τώρα σας καλώ να δεχτείτε ότι η μηχανή αυτή δεν έχει σκοπό.

Ξέρεις εσύ (ακούω την ερώτηση) καμιά μηχανή που δεν έχει φτιαχτεί για κάποιο σκοπό; Είναι μια ερώτηση που δίκαια απαιτεί μια απάντηση. Και η απάντηση αυτή, η απάντηση που θα επιχειρήσει να δώσει το βιβλίο, δεν μπορεί παρά να έχει τα στοιχεία της φυσικής θεώρησης, να είναι μια υλιστική-μηχανιστική-ιστορική ερμηνεία. Αλλιώς δεν θα είναι τίποτε παραπάνω από μια υπεκφυγή, μια αναγνώριση πως μπροστά στην αδυναμία μας να δώσουμε απάντηση στις έσχατες ερωτήσεις, τις βαφτίζουμε άτοπες και ανεδαφικές. Θα είναι, τέλος, μια ομολογία πως η φυσική θεώρηση είναι από μόνη της ανεπαρκής.

Και τότε θα είναι δικαιωμένοι όσοι θα προτιμούσαν να κλείσει εδώ το θέμα, ψιθυρίζοντας συγκαταβατικά πως καλά κάνει η φυσική θεώρηση και ξανοίγεται στις άγνωστες θάλασσες της αναζήτησης, αλλά ας κρατά πάντα μαζί της την πυξίδα του τελεολογικού προσανατολισμού για να μπορέσει τελικά να επιστρέψει στο λιμάνι και να δεθεί στέρεα στο μουράγιο της μεταφυσικής θεώρησης.

Τελέσιλλα, η γυναίκα που νίκησε τους Σπαρτιάτες

Γεννήθηκε στο Άργος το 520-515 π.Χ. και καταγόταν από επιφανή οικογένεια, αλλά ήταν λεπτοκαμωμένη και φιλάσθενη. Με την ποίηση ασχολήθηκε ύστερα από υπόδειξη του μαντείου των Δελφών («τας Μούσας θεραπεύειν»), όταν θέλησε να το συμβουλευτεί για την υγεία της. Στη συνέχεια αφοσιώθηκε με πάθος στην ποίηση και με το ποιητικό της ταλέντο κατόρθωσε και νόημα να δώσει στη ζωή της και να αναδειχθεί σε πνευματική προσωπικότητα.....

Εντούτοις, η Αργεία ποιήτρια έμεινε περισσότερο γνωστή από την ηρωική άμυνα που αντέταξε κατά του Σπαρτιάτη Κλεομένη το 494 π.Χ. Μετά την καταστροφή που υπέστη ο στρατός των Αργείων στο ιερό άλσος της Σηπείας μεταξύ Ναυπλίου και Τίρυνθας, όπου ο Κλεομένης με δόλο και ύστερα με εμπρησμό προκάλεσε το θάνατο 8.000 Αργείων μαχητών, την άμυνα της πόλης οργάνωσε η κοντόσωμη και μαχητική Τελέσιλλα. Όπλισε γυναίκες, γέρους και παιδιά με όπλα και κάθε λογής αντικείμενα και τους παρέταξε στις επάλξεις.

Στην κρίσιμη στιγμή για την πατρίδα της, η ποιήτρια Τελέσιλλα δημηγόρησε με θερμά λόγια πατριωτισμού στις γυναίκες της πόλης, καλώντας αυτές να πολεμήσουν και να θυσιαστούν για την ελευθερία των παιδιών τους και της πόλης τους. Ο λόγος της είχε θαυμαστό αποτέλεσμα. Όλες οι γυναίκες της πόλης φόρεσαν πανοπλίες και έζωσαν τα τείχη της πόλης σαν στεφάνι, έτοιμες να την υπερασπιστούν έναντι των οπλιτών του Κλεομένη. Ο Παυσανίας αναφέρει πως ο Κλεομένης αντικρύζοντας τις γυναίκες του Άργους, θεώρησε (ορθά) πως η εύκολη νίκη που θα ερχόταν δεν θα πρόσθετε δάφνες δόξας αλλά θα ατίμαζε τα Σπαρτιατικά όπλακαι και έτσι υποχώρησε.
 
Ο Πλούταρχος από την άλλη υποστηρίζει ότι έγινε κανονικά μάχη, όπου οι Σπαρτιάτες ηττήθηκαν και υποχώρησαν, κάτι που είναι εντελώς απίθανο. Όπως και να έχει η Τελέσιλλα και οι γυναίκες του Άργους έσωσαν την πόλη τους από σίγουρη καταστροφή επιδεικνύοντας θάρρος και ευψυχία σε μια εποχή που η θέση της γυναίκας ήταν υποτιμημένη και πάντως εντελώς ασύμβατη με τον πόλεμο.
Εις ανάμνησιν της θαυμαστής σωτηρίας της πόλης τους, οι Αργίτες καθιέρωσαν τη γιορτή των “Υβριστικών”. Στην γιορτή αυτή, οι γυναίκες του Άργους ντύνονταν με ανδρικά χιτώνια και χλαμύδες, ενώ οι άνδρες με γυναικεία πέπλα και ενδύματα.

Οι Αργείτισσες τότε, λόγω της λειψανδρίας, πoλιτoγράφησαν περιοίκους και τους παντρεύτηκαν· αλλά με νόμο καθιέρωσαν να βάζουν προσθετά γένια, όταν πλάγιαζαν μαζί τους, για να τους θυμίζουν την ταπεινή τους καταγωγή.
 
Οι Αργείοι σε ένδειξη ευγνωμοσύνης ανήγειραν προς τιμή της Τελέσιλλας μεγάλη στήλη στην οποία παριστάνονταν αυτή όρθια έχοντας στα πόδια της βιβλία και κρατώντας στα χέρια κράνος που παρατηρούσε έτοιμη να το φορέσει στο κεφάλι της.
 
Η στήλη αυτή ήταν τοποθετημένη πάνω από το θέατρο του Άργους και μπροστά από το ιερό άγαλμα της θεάς Αφροδίτης. Η στήλη αυτή σώζονταν μέχρι το 170 μ.Χ. που την είδε ο Παυσανίας…

Ο Παυσανίας αναφέρει ( ΙΙ, 20, 8 ) ότι στο ιερό της Αφροδίτης, νότια του θεάτρου, είχε δει στήλη με ανάγλυφη παράσταση της Τελέσιλλας, η οποία ετοιμαζόταν να φορέσει το κράνος της, ενώ στα πόδια της ήταν σκορπισμένα τα βιβλία της. Για την Τελέσιλλα έχουν γράψει πολλοί αρχαίοι συγγραφείς μέχρι και τον 2ο μ.Χ. αιώνα και στη συνέχεια έχουν δημοσιευτεί αρκετές μελέτες. Οι πληροφορίες από τις αρχαίες πηγές είναι ίδιες και μόνο στις λεπτομέρειες διαφέρουν.

Εντύπωση μας προξενεί το γεγονός ότι ο Ηρόδοτος, ο οποίος είναι σχεδόν σύγχρονος των γεγονότων και αναφέρεται διεξοδικά στην επίθεση του Κλεομένη και στον αποδεκατισμό των Αργείων (VI 76-85) δεν τη μνημονεύει καν. Το ίδιο κι ο μεταγενέστερος Αριστοτέλης, ο οποίος αναφέρεται στην πολιτογράφηση των περιοίκων στα «πολιτικά» του (1303 α, β). Η «ποιητική» του Αριστοτέλη δυστυχώς δε μας παρέχει καμία πληροφορία, γιατί ο πρώτος τόμος, που σώθηκε, αναφέρεται μόνο στο έπος και στην τραγωδία. Άλλοι συγγραφείς, αλλά πολύ μεταγενέστεροι, όπως ο Παυσανίας, ο Πλούταρχος, ο Πολύαινος, της πλέκουν το εγκώμιο, τονίζοντας την ηρωική της αντίσταση κατά των Σπαρτιατών.

Επισημαίνουμε, όμως, ότι ο Κλεομένης τότε δεν είχε πρόθεση να καταλάβει το Άργος, αλλά μόνο να το εξασθενήσει και να το ταπεινώσει, ώστε να μην αποτελεί πια υπολογίσιμη δύναμη στην Πελοπόννησο, πράγμα που είχε επιτύχει ήδη με την εξόντωση του ανδρικού πληθυσμού.

Δεν μπόρεσε τότε να προβλέψει ότι το Άργος σύντομα θα παρουσίαζε και πάλι μεγάλη ακμή και ότι η Σπάρτη θα είχε τα ίδια και χειρότερα προβλήματα.

Εξάλλου, ο Κλεομένης ήθελε ν’ αποφύγει τυχόν απώλειες από τον αμυνόμενο άμαχο πληθυσμό, που ήταν αποφασισμένος, ιδιαίτερα λόγω της λειψανδρίας που αντιμετώπιζε ανέκαθεν η πατρίδα του, και θεώρησε φρόνιμο να μην επιτεθεί στην πόλη.
 
Η Τελέσιλλα πάντως έγινε θρύλος και μυθοποιήθηκε στη συνείδηση του Αργειακού λαού.

Η ΕΠΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΓΟΡΤΥΝΑΣ

Γενικά επικρατεί η γνώμη ότι το Δίκαιο αναπτύχθηκε στην Ρώμη. Οι νεώτερες έρευνες και προπάντων η ανακάλυψη της περίφημης Επιγραφής της Γόρτυνας αποδεικνύουν ότι η προσφορά των Ελλήνων στον τομέα του Δικαίου υπήρξε υψίστης σημασίας και σπουδαιότητας. Ας μη λησμονούμε ότι από τους Έλληνες ετέθησαν οι φιλοσοφικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίζεται η ορθή γνώση του Δικαίου.

Οι ερευνητές της αρχαίας Ιστορίας και της Νομικής έχουν ασχοληθεί περισσότερο με τις νομοθετικές διατάξεις της Σπάρτης και της Αθήνας βάση των διασωθεισών επιγραφών και από ιστορικές πηγές όπως τα συγγράμματα του Πλάτωνος. Γνωστοί οι νομοθέτες Λυκούργος, Ζάλευκος, Δράκων, Σόλων και Κλεισθένης.

Η Επιγραφή της Γόρτυνας μας έδωσε πλήρη στοιχεία για τις νομοθετικές διατάξεις αστικού, οικογενειακού, κληρονομικού δικαίου και πολιτικής δικονομίας. Ο Πλάτων στους «Νόμους» μιλάει με θαυμασμό για το πολίτευμα και την ευνομία της Γόρτυνας. Οι νόμοι της Γόρτυνας έφθασαν σ’ εμάς χαραγμένοι βουστροφηδόν σε δωρική διάλεκτο, πάνω σε μεγάλες πλάκες πωρόλιθου.

Η Επιγραφή ανάγεται στον 6ο π.Χ. αιώνα κι αποτελείται από δώδεκα στήλες (δέλτους) ύψους 1,75 μ. και πλάτους περίπου 0,67 – 0,69 μ. Συνολικά σώζονται 625 στίχοι. Η Επιγραφή στην αρχική της μορφή πρέπει να περιείχε 630-640 στίχους. Η ανάγνωση γίνεται από τα δεξιά προς τα αριστερά και συνεχίζεται στην επόμενη σειρά από τα αριστερά προς τα δεξιά και ούτω καθ’ εξής, δηλαδή κατά τον τρόπο που στρέφονται οι βόες κατά το όργωμα του χωραφιού (βους + στροφή).

Αρχικά βρέθηκαν τμήματα της Επιγραφής από Γάλους περιηγητές το 1857. Το 1884 ανακαλύφθηκε το υπόλοιπο τμήμα της Επιγραφής που είχε χρησιμοποιηθεί σ’ έναν υδρόμυλο ως οικοδομικό υλικό.

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Η Γόρτυς βρίσκεται στην εύφορη πεδιάδα της Μεσαράς ανάμεσα στους Αγίους Δέκα και την Μητρόπολη. Απέχει 45,5 χλμ. από το Ηράκλειο.

Η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως νεολιθικά και Μινωϊκά λείψανα. Η Γόρτυς κατοικείται από το 7000 π.Χ. Σύμφωνα με την μυθική παράδοση ο Ζεύς μεταμορφωμένος σε ταύρο απήγαγε την Ευρώπη από τον Φοινίκη και την έφερε στην Γόρτυνα. Κάτω από έναν αειθαλή πλάτανο από την ιερή ένωσή τους, γεννήθηκε ο γενάρχης, νομοθέτης των Μινωϊτών, ο Μίνως και οι κριτές του Κάτω Κόσμου, ο Ραδάμανθυς και ο Σαρπηδών. Ο Ιερός Πλάτανος σώζεται μέσα στον Αρχαιολογικό χώρο της Γόρτυνας. Βέβηλα χέρια έχουν κόψει τον πλάτανο, όμως από τις ρίζες του ο καινούργιος πλάτανος θάλλει για να μας θυμίζει την παρουσία του πατέρα όλων των θεών και ανθρώπων.

Οι Μυκηναίοι ονόμασαν την πόλη Ελλωτίς και Λάρισα προς τιμή κάποιας θεότητας. Αργότερα ήλθαν οι Αχαιοί από την Πελοποννησιακή Γόρτυνα, και σ’ αυτό το γεγονός οφείλεται η ονομασία της. Στην Γόρτυνα αναφέρονται ο Όμηρος, ο Στράβων κι ο Θεόφραστος.

Η Γόρτυς υπήρξε από τις ισχυρότερες πόλεις της Δωρικής Κρήτης. Κατά την κλασσική περίοδο η πόλη αναπτύχθηκε πολύ.

Στην αρχαιότητα η Γόρτυνα είχε δύο λιμάνια στη νότια ακτή, τη Λεβήνα και τα Μάταλα, που τα κυρίευσε μαζί με τη Φαιστό τον 3ο αι. π.Χ. Οι Γορτύνιοι διατήρησαν εχθρικές σχέσεις με την Κνωσό. Αργότερα ανέπτυξαν φιλικές σχέσεις με τους Πτολεμαίους της Αιγύπτου και τελικά βοήθησαν τους Ρωμαίους να καταλάβουν την Κρήτη και γι’ αυτό η πόλη τους δεν καταστράφηκε από τον Ρωμαίο Κόιντο Μέτελλο το 68 π.Χ., όπως οι περισσότερες κρητικές πόλεις που αντιστάθηκαν. Η Γόρτυνα γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση στη Ρωμαϊκή περίοδο κι έγινε πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής επαρχίας της Κρήτης και της Κυρηναϊκής (Λιβύη), με πληθυσμό πάνω από 200.000.

Κατά την Ρωμαϊκή κυριαρχία η πόλη απέκτησε σπουδαία κτίρια όπως το Πραιτόριο, έδρα του Ρωμαίου επαρχιακού διοικητή, που χτίστηκε τον 2ο αι. μ.Χ., και ανοικοδομήθηκε 200 χρόνια αργότερα, η Ρωμαϊκή αγορά και το Ωδείο, που χτίστηκε το 1ο αι. μ.Χ., στη θέση παλαιοτέρου οικοδομήματος. Στη βόρεια πλευρά του ωδείου βρίσκονται εντοιχισμένοι οι περίφημοι Νόμοι της Γόρτυνας, που σήμερα προστατεύονται από πλινθόκτιστη κατασκευή.

Στα δυτικά του πραιτορίου υπάρχει ο ναός του Πυθίου Απόλλωνος, χτισμένος αρχικά τον 7ο αι. π.Χ., με πολλές αναδιαμορφώσεις. Σώζονται επίσης το θέατρο, το αμφιθέατρο, δημόσια κρήνη, στάδιο, θέρμες, ο ναός του Ασκληπιού κι ο ναός των Αιγυπτίων θεών ,Ίσιδας και Σάραπη.

Οι λίθοι επί των οποίων έχει χαραχθεί η Επιγραφή αρχικά βρίσκονταν σε κυκλικό μέρος (Πρυτανείο) της Αγοράς ή στον ναό του Πυθίου Απόλλωνος για να είναι προσιτό σε όλους. Κατά την Ρωμαϊκή περίοδο το πρυτανείο αχρηστεύθηκε κι οι λίθοι χρησιμοποιήθηκαν ως οικοδομικό υλικό για την κατασκευή του Ωδείου. Όμως οι Ρωμαίοι είχαν αντιληφθεί την αξία της Επιγραφής κι έτσι φρόντισαν να μπουν οι λίθοι κατά την σωστή σειρά. Οι Ρωμαίοι είχαν αντιγράψει τα ελληνικά πρότυπα όπως ο Δωδεκάδελτος Νόμος της Ρώμης του 5ου αι. π.Χ. Οι νομοθετικές ρυθμίσεις της επιγραφής ίσχυαν και κατά την Ρωμαϊκή περίοδο. Οι Ρωμαίοι τις περιοχές που κατακτούσαν επέτρεπαν στους κατοίκους να εφαρμόζουν τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου.

Κατά την Βυζαντινή περίοδο στην Γόρτυνα κατασκευάστηκε (6ος-7ος αι. μ.Χ) μεγαλοπρεπής ναός του Αγίου Τίτου, μαθητή του Παύλου, ο οποίος ήταν ο πρώτος επίσκοπος της Κρήτης κι η Γόρτυνα η μητρόπολη όλης της Κρήτης. Διατήρησε την αίγλη της στη διάρκεια της πρώτης Βυζαντινής Περιόδου, μέχρι που καταστράφηκε από τους Σαρακηνούς το 824 μ.Χ.

ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Με την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής γραφής Β ήρθαν στο φως οι πρώτες ρίζες του Ελληνικού Δικαίου. Ο όρος «Θέμις» απαντάται στα κείμενα της Γραμμικής Β. (Οuki te mi = ουχί θέμις = δεν επιτρέπεται). Η λέξη «θέμις» σημαίνει τον κανόνα συμπεριφοράς που απέκτησε ισχύ κατ’ έθος και όχι εξ αποφάσεως. Ο πληθυντικός «θέμιστες» εσήμαινε αρχικά τις αποφάσεις των θεών, καθώς και τις δικαστικές αποφάσεις.

Οι αρχαίοι επίστευαν στην θεϊκή προέλευση των νόμων. «Νόμος απάντων βασιλεύς θνητών τε και αθανάτων». Ο ίδιος ο Ζεύς υπαγόρευσε στον Μίνωα την νομοθεσία του. Ο δε Λυκούργος εμπνεύστηκε από τον Απόλλωνα τους νόμους του. Η ιδέα της δικαιοσύνης είχε θεοποιηθεί. Η Θέμις, κόρη του Ουρανού και της Γης συμβόλιζε την ηθική τάξη και το δίκαιον. Τέκνο της Θέμιδος ήταν η Δίκη. Η δε Νέμεσις ήταν τέκνο του Νυκτός και του Ωκεανού και απέδιδε σε καθένα την μερίδα που δικαιούται.

Στην αρχή οι νόμοι ήταν άγραφοι, όπως και τα έθιμα, δηλαδή υπήρχαν κανόνες ηθικής και κοινωνικής συμπεριφοράς. Θεματοφύλακες κι ερμηνευτές των νόμων ήταν το ιερατείο και οι άρχοντες. Το φιλελεύθερο και εξερευνητικό πνεύμα των Ελλήνων απελευθέρωσε το Δίκαιο από τα δεσμά της θρησκείας. Η έδρα της δικαιοσύνης μεταφέρθηκε από τους ναούς στην Εκκλησία του δήμου. Αργότερα οι νόμοι άρχισαν να γράφονται. Οι γραπτοί νόμοι απετέλεσαν τροχοπέδη στις αυθαιρεσίες του ιερατείου και των αρχόντων. Ο 7ος αιώνας χαρακτηρίζεται ως περίοδος των μεγάλων νομοθετών.

ΤΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΤΗΣ ΓΟΡΤΥΝΑΣ

Στην αρχαία Κρήτη η γνώση των νόμων ήταν υποχρεωτική. Οι άγραφοι νόμοι επέτρεπαν στους κυβερνήτες να ερμηνεύσουν τους νόμους κατά το δοκούν με συνέπεια την καταπίεση των πολιτών. Αυτός ο λόγος οδήγησε στην συγγραφή των νόμων της Γόρτυνας ούτως ώστε οι πολίτες να γνωρίζουν τους νόμους και να προστατεύουν αποτελεσματικά.

Για να γίνουν ευκολότερα κατανοητοί οι νόμοι (κώδικες) της Επιγραφής πρέπει ν’ αναφέρουμε ότι το πολίτευμα της Γόρτυνας ήταν ολιγαρχικό. Οι ανώτεροι άρχοντες ονομάζονταν «κόσμοι», ήσαν δέκα κι είχαν ετήσια θητεία. Ο θεσμός αυτός θυμίζει τον Σπαρτιατικό. Οι κόσμοι κυβερνούσαν την Γόρτυνα, ήσαν αρχηγοί στρατού, είχαν θρησκευτικά και δικαστικά καθήκοντα. Μετά το τέλος της θητείας τους οι κόσμοι έπρεπε να λογοδοτήσουν για τη διαχείρισή τους κι αν κρίνονταν άξιοι γίνονταν δεκτοί στο τιμητικό σώμα της Βουλής.

Οι κάτοικοι της πόλεως διαιρούνταν σε 3 τάξεις. Υπήρχε κατ’ αρχήν η τάξη των ελεύθερων πολιτών αποτελούμενοι από Δωριείς αποίκους κι εγχώριους ευγενείς. Μετά υπήρχε η τάξη των απεταίρων δηλ. αυτών που δεν ανήκαν στις τάξεις των πολιτών. Σ’ αυτή την τάξη ανήκαν κι οι «περίοικοι». Τέλος υπήρχαν οι δούλοι που αιχμαλωτίστηκαν στους πολέμους. Οι δούλοι διακρίνονται σε δούλους του δημοσίου (μινώτες) κάτι σαν τους σημερινούς δημόσιους υπάλληλους και σε δούλους των ιδιωτών. Ανάλογη διάκριση υπήρχε και στην Σπάρτη. Στην Σπάρτη όμως οι είλωτες (δούλοι) καταπιέζονταν με συνέπεια να εξεγείρονται πολλές φορές ενώ στην Γόρτυνα καταπίεση δεν υπήρχε και ούτε εξεγέρσεις δούλων. Η Επιγραφή της Γόρτυνας περιέχει διατάξεις και για δούλους.


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΓΡΑΦΗΣ

Η Επιγραφή της Γόρτυνας δεν αποτελεί κώδικα από την σύγχρονη νομοτεχνική έννοια αλλά η καταγραφή κανόνων για οδηγίες προς τους δικαστές και την καταπολέμηση της άγνοιας του Δικαίου. Θα μπορούσαμε να παρομοιάσουμε την Επιγραφή με την σύγχρονη Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ως μέσον δημοσιεύσεως των κανόνων του Δικαίου.

Στην κορυφή της πρώτης δελτίου της Επιγραφής είχε χαραχθεί η λέξη θεοί ως επίκληση στους θεούς, πιθανώς πρόκειται για την αντίληψη των αρχαίων στην θεϊκή προέλευση των νόμων ή για μια επίκληση της θείας ευλογίας στο νομοθετικό έργο. Πάντως κατά τις τότε αντιλήψεις οι θεοί προστάτευαν το σύνολο των πολιτών και όχι μόνο τους ηγεμόνες. Η αναφορά του θείου είναι μια ελληνική παράδοση η οποία συνεχίστηκε κατά τα βυζαντινά χρόνια και στη σύγχρονη εποχή. Στα ελληνικά συνταγματικά κείμενα γίνεται προοίμιο επίκληση της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος. Ορισμένοι εκσυγχρονιστές θέλουν να καταργήσουν αυτό το έθιμο χιλιετιών, προσβάλλοντας την θρησκευτική συνείδηση του Ελληνικού λαού.

Στην Επιγραφή υπάρχουν ρυθμίσεις για τον γάμο και διαζύγιο που θυμίζουν τους σύγχρονους θεσμούς, όπως η συμφωνία των συζύγων για διαζύγιο (συναινετικό διαζύγιο, άρθρο 1441 του Αστικού Κώδικα). Υπήρχε η διατροφή και η αποζημίωση όπως και σήμερα. Οι περιουσιακές σχέσεις μεταξύ των συζύγων είναι παραπλήσιες του ισχύοντος Αστικού Κώδικα άρθρο 1397. Ο γάμος δεν επηρεάζει τα δικαιώματα των συζύγων επί της περιουσίας τους.

Η προνοητικότητα που είχαν για τις χήρες αποτελεί δείγμα του πόσο προχωρημένη ήταν τότε η κοινωνία. Την δωρεά που θα κάνει ο σύζυγος στην γυναίκα του μπορεί αυτή να την λάβει μόνο αφού πεθάνει ο σύζυγος, άρα πρόκειται για δωρεά αιτία θανάτου. Όλα τα κληρονομικά θέματα ρυθμίζονταν για την συνοχή και αλληλεγγύη μεταξύ των μελών της γορτυνιακής κοινωνίας.

Όλα τα αρχαιοελληνικά συστήματα κληρονομικού δικαίου είχαν σκοπό την διατήρηση και ενίσχυση της οικογένειας με βάση την οικογενειακή περιουσία. Ο θεσμός της διαθήκης ήταν άγνωστη σ’ όλα τα δωρικά συστήματα Δικαίου. Στο Αττικό Δίκαιο ο θεσμός της διαθήκης καθιερώθηκε από τον Σόλωνα. Στον Κώδικα της Γόρτυνας βρίσκουμε την αρχή του κοινού ελληνικού κληρονομικού δικαίου. Οι «κατιόντες» προτιμούνται από τους συγγενείς «εκ πλαγίου». Στο Δίκαιο της Γόρτυνας για την εξ αδιαθέτου διαδοχή προβλεπόταν διαδοχή κατά γενεές με προτεραιότητα οι συγγενείς από την πλευρά του πατέρα.

Στην Επιγραφή υπάρχουν χρηματικές ποινές που αφορούν σε διάφορα αδικήματα και θυμίζουν το σύγχρονο Αστικό Δίκαιο άρθρο 59 και 932 του Αστικού Κώδικα, χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη. Το πρόστιμο καταβάλλεται στο θύμα και όχι στην πολιτεία. Κατ’ αρχήν απαγορευόταν η αυτοδικία και η παράνομη κατακράτηση προσώπων, περιουσιακών στοιχείων και δούλων. Αξίζει να παρατηρήσει κάποιος ότι για την αυτοδικία η πολιτεία απαγορεύει στον δράστη ν’ αναλάβει μόνος του την τιμωρία. Αυτό αποτελεί δείγμα ευνομούμενης πολιτείας και η πρώτη μορφή της αντιλήψεως ότι η δίωξη του εγκλήματος ανήκει στην πολιτεία, αντίληψη που εκφράζεται στο σύγχρονο Ποινικό Δίκαιο.

Στην Επιγραφή της Γόρτυνας προβλέπονταν επίσης ποινές για τον βιασμό, δείγμα του ότι και τότε υπήρχαν οι αρχές περί απολύτου σεβασμού της γενετήσιας ελευθερίας του ατόμου, βλέπε σύγχρονο Ποινικό Κώδικα άρθρο 336 – 353. Ο νόμος επίσης τιμωρούσε όσους προσέβαλλαν δούλους. Στην Γόρτυνα οι δούλοι ήταν λιγότερο «δούλοι» από τους δούλους των άλλων πόλεων. Αξιοσημείωτο είναι ότι υπήρχαν και διατάξεις που τιμωρούσαν την μοιχεία.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Εν συγκρίσει με άλλες νομοθεσίες όπως του Δράκοντος ή του Σόλωνος, των οποίων αποσπάσματα βρέθηκαν σε επιγραφές, η Επιγραφή της Γόρτυνας είναι πλήρης και αποτελεί τον πρώτο χρονολογικά κωδικοποιημένο νόμο της Ευρώπης και της Ελλάδας σηματοδοτώντας το τέλος της πρωτόγονης νομοθεσίας και την αρχή της σύγχρονης.

Επιπλέον η Επιγραφή της Γόρτυνας αποτελεί τον πρώτο κώδικα δικαιωμάτων του ανθρώπου. Σε πολλές περιπτώσεις οι ρυθμίσεις οικογενειακών σχέσεων και κληρονομικών θεμάτων διέπουν ακόμη και σήμερα τους αντίστοιχους κλάδους του ισχύοντος δικαίου. Η ύπαρξη ενός τέτοιου κειμένου αποτελεί μία από τις σπουδαιότερες αποδείξεις για την πρόοδο που είχε σημειώσει το ελληνικό πνεύμα εκείνη την εποχή.

Μύθος και θρησκεία στην αρχαία Ελλάδα


Πέρα από το δέος και το θάμβος που προκαλεί το θείον, η Ελληνική θρησκεία εμφανίζεται ως μία ευρύτατη συμβολική κατασκευή, σύνθετη αλλά με συνοχή, που επιτρέπει στη σκέψη, όπως και στο συναίσθημα, να εκδηλώνεται σε όλα τα επίπεδά της, περιλαμβανομένης της λατρείας.

Ο μύθος παίζει κι αυτός τον ρόλο του σ' αυτό το σύνολο, όπως και οι τελετουργικές πρακτικές και οι μορφές με τις οποίες εικονίζεται το θείον. Μύθος, τελετουργία, εικαστική αναπαράσταση, αυτοί είναι οι τρεις τρόποι - λόγος, δράση, εικόνα - μέσω των οποίων δηλώνεται η θρησκευτική εμπειρία των Ελλήνων.

Κάθε Πάνθεον, όπως το Ελληνικό Πάνθεον, προϋποθέτει ένα πλήθος θεοτήτων, κάθε θεότητα έχει το δικό της ρόλο, το δικό της πεδίο, τους ιδιαίτερους τρόπους δράσης της, τη δική της μορφή εξουσίας. Οι θεότητες αυτές, οι οποίες στις μεταξύ τους σχέσεις συγκροτούν μια ιεραρχημένη κοινωνία Θεών, όπου οι ιδιότητες και τα προνόμια αποτελούν αντικείμενο μιας αρκετά αυστηρής κατανομής, αναγκαστικά περιορίζουν η μία την άλλη, ενώ ταυτόχρονα αλληλοσυμπληρώνονται.

Το θείον στον Πολυθεϊσμό δεν συνεπάγεται τη μοναδικότητα, αλλά ούτε την και την παντοδυναμία, την παντογνωσία, την αιωνιότητα ή το απόλυτο. Το πλήθος αυτό των Θεών βρίσκεται εντός του κόσμου, αποτελεί μέρος του. Οι Θεοί δεν δημιούργησαν τον κόσμο με μια πράξη η οποία, στην περίπτωση του ενός και μοναδικού θεού, δηλώνει την απόλυτη υπερβατικότητά του ως προς ένα έργο του οποίου η ύπαρξη εκπορεύεται ολοκληρωτικά από αυτόν. Οι Θεοί γεννιούνται από τον κόσμο. Το γένος εκείνων στους οποίους οι Έλληνες αφιερώνουν μια λατρεία, τη λατρεία των Ολύμπιων Θεών, εμφανίζεται ταυτόχρονα με το σύμπαν. Καθώς διαφοροποιείται και ταξινομείται, παίρνει την τελειωμένη μορφή του οργανωμένου κόσμου.

Υπάρχει, επομένως, μέρος του θείου στον κόσμο, όπως υπάρχει μέρος του κοσμικού στις θεότητες. Με τον τρόπο αυτό η λατρεία δεν θα μπορούσε να αναφέρεται σε ένα ον ριζικά υπερκόσμιο, του οποίου ο τρόπος ύπαρξης δεν θα είχε τίποτα κοινό με οτιδήποτε ανήκει στη φυσική τάξη, στο φυσικό σύμπαν, στην ανθρώπινη ζωή, στην κοινωνική ύπαρξη. Αντίθετα, η (πολυθεϊστική) λατρεία μπορεί να απευθύνεται σε κάποια άστρα, όπως η Σελήνη, ή στην Αυγή, στο φως του Ήλιου, στη Νύχτα, σε μια πηγή, σε ένα ποτάμι, σε ένα δένδρο, στην κορφή ενός βουνού, όπως και σε ένα συναίσθημα, ένα πάθος (Αιδώς, Έρως), σε μια ηθική ή νομική έννοια (Δίκη, Ευνομία). Όχι ότι πρόκειται κάθε φορά για θεότητες στην κυριολεξία, αλλά όλες, στον χώρο που τους ανήκει, δηλώνουν το θείον με τον ίδιο τρόπο που παριστάνει την θεότητα το λατρευτικό είδωλο.

Με την παρουσία του σε έναν κόσμο πλήρη Θεών, ο Έλληνας άνθρωπος δεν διακρίνει ως δύο αντίθετους χώρους το φυσικό και το υπερφυσικό. Και τα δύο παραμένουν άρρηκτα συνδεδεμένα. Μπροστά σε κάποια φαινόμενα του κόσμου βιώνει το ίδιο αίσθημα ιερότητας που δοκιμάζει στη συναλλαγή του με τους Θεούς, κατά τις τελετές που τον φέρνουν σε επαφή μαζί τους.

Δεν πρόκειται για μια θρησκεία της φύσης, οι Θεοί των Ελλήνων δεν αποτελούσαν προσωποποιήσεις φυσικών δυνάμεων ή φαινομένων. Είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Ο κεραυνός, η καταιγίδα, οι υψηλές κορυφές δεν είναι ο Δίας, αλλά του Διός. Του Διός που είναι πέραν αυτών, εφόσον τα περικλείει όλα στους κόλπους μιας Δύναμης που αγγίζει πραγματικότητες, όχι πλέον φυσικές, αλλά ψυχολογικές, ηθικές ή θεσμικές. Αυτό που κάνει μια Δύναμη θεότητα είναι το γεγονός ότι συγκεντρώνει υπό την εξουσία της μια πληθώρα «εκδηλώσεων», εντελώς διακριτών για μας, τις οποίες όμως ο Έλληνας οικειοποιείται διότι βλέπει σε αυτές την έκφραση μιας και μόνης εξουσίας που ασκείται στα πιο διαφορετικά πεδία. Αν ο κεραυνός ή υψηλές κορυφές είναι του Διός, αυτό συμβαίνει διότι ο Θεός εκδηλώνεται στο σύνολο του σύμπαντος κόσμου με όλα εκείνα τα στοιχεία που φέρουν την σφραγίδα μιας εμφανούς ανωτερότητας, μιας υπεροχής. Ο Δίας δεν είναι φυσική δύναμη. Είναι άρχων κυρίαρχος, κάτοχος εξουσίας με όλες τις μορφές που αυτή μπορεί να λάβει.

Ο πολυθεϊσμός των Ελλήνων δεν στηρίζεται σε κάποια «θεϊκή αποκάλυψη».

Η προσκόλληση στη θρησκευτική παράδοση στηρίζεται στη χρήση (στα προγονικά ανθρώπινα έθιμα, τους νόμους). Όπως η γλώσσα, ο τρόπος ζωής, τα έθιμα του φαγητού και της ένδυσης, η στάση και η συμπεριφορά των ανθρώπων στις ιδιωτικές και δημόσιες συναναστροφές τους, έτσι κι η λατρεία δεν έχει ανάγκη άλλη αιτιολόγηση από την ύπαρξή της. Από την στιγμή που οι άνθρωποι την ασκούν, είναι ήδη αιτιολογημένη. Εκφράζει τον τρόπο με τον οποίο οι Έλληνες κατάφεραν εξαρχής να οργανώσουν τη σχέση τους με το θείον. Το να αποκλίνουν από αυτό θα σήμαινε αυτομάτως ότι παύουν ξαφνικά να είναι ο εαυτός τους.

Ανάμεσα στο θρησκευτικό από τη μία και το κοινωνικο-ιδιωτικό και πολιτικό από την άλλη, δεν υπάρχει, επομένως, αντίθεση ή ξεκάθαρη τομή, όπως επίσης δεν υπάρχει ανάμεσα σε υπερφυσικό και φυσικό, θεϊκό και κοσμικό. Η Ελληνική θρησκεία δεν συνιστά ένα τμήμα ξεχωριστό, κλεισμένο στα όριά του, το οποίο θα ερχόταν να επιβληθεί πάνω στην οικογενειακή, επαγγελματική, πολιτική ζωή ή πάνω στον ελεύθερο χρόνο των ανθρώπων, δίχως να συγχέεται με αυτά. Αν έχουμε το δικαίωμα να μιλάμε, όσον αφορά την αρχαϊκή και κλασσική Ελλάδα, για «θρησκεία της πόλεως», είναι διότι σε αυτήν το θρησκευτικό περιλαμβάνεται μέσα στο κοινωνικό και, αντίστοιχα, το κοινωνικό, σε όλα τα επίπεδα και στην ποικιλία των εκφάνσεών του, διαποτίζεται από το θρησκευτικό.

Από τα παραπάνω προκύπτουν δύο συνέπειες. Σε αυτόν τον τύπο θρησκείας το άτομο ως άτομο δεν κατέχει κεντρική θέση. Δεν μετέχει στη λατρεία ως πρόσωπο, ως ένα ιδιαίτερο ον υπεύθυνο για τη σωτηρία της ψυχής του. Αναλαμβάνει τον ρόλο που του αναθέτει η κοινωνική του υπόσταση, άρχων, πολίτης, μέλος της φατρίας, γυναίκα ηλικιωμένη, νεαρό άτομο (αγόρι ή κορίτσι) στα διάφορα στάδια της ένταξής του στην ωριμότητα. Θρησκεία που καθιερώνει μια συλλογική τάξη και η οποία ενσωματώνει σε αυτήν, στη θέση που τους αρμόζει, τα διάφορα συστατικά της στοιχεία. Θρησκεία όμως που αφήνει εκτός πεδίου της την μέριμνα για τον καθένα ξεχωριστά ως πρόσωπο, την πιθανή αθανασία του, την μοίρα του πέραν του θανάτου.

Ακόμα και στα μυστήρια, όπως για παράδειγμα στα Ελευσίνια μυστήρια, όπου οι μυημένοι λαμβάνουν από κοινού την υπόσχεση για μια καλύτερη τύχη στον Άδη, δεν ασχολούνται με την ψυχή, δεν υπάρχει τίποτα που να φανερώνει έναν προβληματισμό γύρω από τη φύση της ψυχής ή μια σειρά πνευματικών ασκήσεων για τον εξαγνισμό της.

O πιστός δεν συνάπτει, επομένως, μια προσωπική σχέση με την θεότητα. Ένας Θεός υπερβατικός, ακριβώς επειδή βρίσκεται εκτός του κόσμου τούτου, μακριά από την επίγεια ζωή, μπορεί να βρει στα βάθη της ψυχής κάθε πιστού, αν η ψυχή του έχει κατάλληλα προετοιμαστεί από την θρησκεία, έναν χώρο πρόσφορο για επαφή και επικοινωνία. Οι Θεοί των Ελλήνων δεν είναι πρόσωπα αλλά Δυνάμεις. Η λατρεία τούς αποδίδει τιμές επειδή ακριβώς κατέχουν μια θέση υπεροχής.

Αν και ανήκουν στον ίδιο κόσμο με τους θνητούς, αν κι έχουν κατά κάποιον τρόπο κοινή την καταγωγή τους, αποτελούν ένα γένος που, απαλλαγμένο από όλα τα αρνητικά χαρακτηριστικά που συνοδεύουν τα θνητά όντα -αδυναμία, μόχθους, πάθη, αρρώστιες, θάνατο-, δεν ενσαρκώνει το απόλυτο ούτε το αιώνιο, αλλά το σύνολο των αξιών που αποτελούν τα αγαθά της ύπαρξής μας πάνω σ' αυτήν την γη, την ομορφιά, τη δύναμη, την αιώνια νεότητα, μια ζωή γεμάτη δόξα και λαμπρότητα.

Το να λέει κανείς ότι η σφαίρα του πολιτικού είναι διαποτισμένη από το θρησκευτικό στοιχείο, ισοδυναμεί με το να αναγνωρίζει ταυτόχρονα ότι και η σφαίρα του θρησκευτικού είναι συνδεδεμένη με το πολιτικό στοιχείο. Κάθε αξίωμα έχει έναν χαρακτήρα ιερό, αλλά και κάθε ιερατικό αξίωμα προέρχεται από την κοσμική εξουσία. Αν οι Θεοί είναι Θεοί της πόλεως, εντούτοις είναι η συνέλευση του λαού που έχει τον πρώτο λόγο στη διοίκηση των Ιερών, των υποθέσεων δηλαδή που αφορούν τους Θεούς, όπως και τη διοίκηση των ανθρώπων. Αυτή είναι που καθορίζει το θρησκευτικό ημερολόγιο, που εκδίδει νόμους οι οποίοι ρυθμίζουν τα Ιερά, που αποφασίζει για την διοργάνωση των εορτών, για τη διοίκηση των Ναών, για την προσφορά των Θυσιών, για την ένταξη νέων Θεών, καθώς και για τις τιμές που πρέπει να τους αποδοθούν.

Ακόμα και κατά τον 6ο και 5ο αιώνα π.χ., όταν η επίσημη λατρεία κυριαρχεί στο σύνολο της θρησκευτικής ζωής των πόλεων, δεν απουσιάζουν από κοντά της, στις παρυφές της, τάσεις λίγο ως πολύ περιθωριακές με προσανατολισμό διαφορετικό. Η ίδια η θρησκεία της πόλεως, αν και υπαγορεύει τις θρησκευτικές συμπεριφορές, δεν μπορεί να διασφαλίσει πλήρως την κυριαρχία της παρά παραχωρώντας, μέσα στους κόλπους της, έναν χώρο στις μυστηριακές λατρείες και ενσωματώνοντας, για να συμπεριλάβει και αυτήν, μια θρησκευτική εμπειρία όπως είναι η διονυσιακή λατρεία, της οποίας το πνεύμα είναι τελείως αντίθετο από το δικό της.

Το σπήλαιο που οδηγεί στον Κάτω Κόσμο

Ο αρχαιοελληνικός μύθος για τον Κάτω Κόσμο του Άδη προέρχεται πιθανότατα από ένα σπήλαιο που βρίσκεται στον κόλπο του Διρού, στη Μάνη. 

Πρόκειται για το σπήλαιο «Αλεπότρυπα», το οποίο οι αρχαιολόγοι εξερευνούν τις τελευταίες δεκαετίες, φέρνοντας στο φως σημαντικά ευρήματα, ορισμένα από τα οποία χρονολογούνται μάλιστα 9.000 χρόνια πριν, δηλαδή λίγο μετά την παλαιολιθική εποχή.

Επιπλέον, όπως ανακάλυψαν οι αρχαιολόγοι, το σπήλαιο χρησιμοποιούνταν σαν νεκροταφείο όπου λάμβαναν χώρα νεκρικές τελετές. Η διαπίστωση αυτή, οδήγησε τους επιστήμονες στο συμπέρασμα ότι πιθανότατα ενέπνευσε τους μύθους για τον κόσμο του Άδη.

Στο σπήλαιο, που ανακαλύφθηκε κατά λάθος τη δεκαετία του ’50, ζούσαν εκατοντάδες άνθρωποι μέχρι αυτό να καταρρεύσει πριν από 5.000 χρόνια. Έτσι, καθίσταται ένας από τους αρχαιότερους προϊστορικούς οικισμούς της Ευρώπης.

Ο Γιώργος Παπαθανασόπουλος, προκρίνει τη θεωρία ότι οι άνθρωποι της Νεολιθικής εποχής πίστευαν ότι εκεί ήταν η είσοδος για τον κάτω κόσμο. Σύμφωνα με τον ίδιο, τα κεραμικά δεν προέρχονται από την περιοχή της σπηλιάς αλλά ήρθαν από αλλού.

«Οι ταφές και οι τελετουργίες έδιναν στο σπήλαιο μια αίσθηση του κάτω κόσμου. Είναι σαν τον Άδη, μαζί με το ποτάμι της Στυγός», σημειώνει ο Μάικλ Γκάλατι, συνεργάτης του Γιώργου Παπαθανασόπουλου. «Η “Αλεπότρυπα” υπήρχε πριν την Εποχή του Χαλκού, έτσι μπορούσαμε -κατά ένα τρόπο- να δούμε την αυγή της εποχής που οδήγησε στην εποχή των ηρώων της Ελλάδας», σημειώνει.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ακόμη, το γεγονός ότι οι ανασκαφές δεν έχουν ολοκληρωθεί. «Θα μπορούσαμε κάλλιστα να έχουμε ανθρώπους του Νεάντερταλ εκεί κάτω. Απλά, δεν έχουμε σκάψει αρκετά βαθιά ώστε να μάθουμε» λέει ο Μάικλ Γκάλατι.

Μάλιστα, η παραπάνω θεωρία ενισχύεται από την ύπαρξη τεχνουργημάτων Νεάντερταλ που υπάρχουν σε σπηλιές στο διπλανό κόλπο. «Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι δεν θα υπάρχουν τέτοιες ενδείξεις και στην Αλεπότρυπα», τονίζει.

Όταν η ιστορία γράφεται από τους νικητές

Ο Λέων ο Διάκονος ήταν Βυζαντινός ιστορικός και χρονογράφος. Γεννήθηκε γύρω στα 950 μ.χ, κοντά στη Φιλαδέλφεια της Μικράς Ασίας και μορφώθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έγινε διάκονος στο αυτοκρατορικό παλάτι.

Όσο βρισκόταν στην Κωνσταντινούπόλη, έγραψε ιστορία για τους αυτοκράτορες Ρωμανό Β΄, Νικηφόρο Β΄, Ιωάννη Τσιμισκή και τα πρώτα χρόνια του Βασίλειου Β΄. Συχνά υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων που κατέγραψε.Το συγγραφικό στυλ του Λέοντα έχει χαρακτηριστεί «κλασικό» καθώς χρησιμοποίησε γλώσσα παρόμοια με αυτή του Ομήρου και άλλων παλαιών Ελλήνων συγγραφέων.

Το πρώτο που μου έκανε εντύπωση - αν και γνωστό -, είναι ότι οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες και πολίτες αναφέρονται ήδη τον 10ο μ.Χ. αιώνα, αποκλειστικά και μόνο ως «Ρωμαίοι» (εξού και το πολύ πρόσφατο Ρωμιός), ενώ στις ελάχιστες φορές που αναφέρεται ο όρος «Έλλην» παραπέμπει στο παλαιότερο «παγανιστικό» θρήσκευμα τους, την ειδωλολατρεία δηλαδή, που είναι συνώνυμο των Βαρβάρων.

Αν και ο Λέων απέχει αρκετούς αιώνες από την ειδωλολατρική αρχαιότητα, ας δούμε πως τεκμηριώνει ο ίδιος το φαινόμενο του σεισμού, αλλά και τα επιχειρήματα του σε σχέση με την πλάνη των ειδωλολατρών αρχαίων Ελλήνων για τα αίτια των σεισμών (για πιο λόγο είχε ανάγκη να το κάνει αυτό άραγε αναρωτιέμαι, εφόσον ο «παγανισμός» είχε ήδη από αιώνες παύσει να υφίσταται)...

Αναφέρει λοιπόν:

«Την ίδια χρονιά (965 μ.Χ.) μόλις το θερινό ηλιοστάσιο στρεφόταν πρός το φθινόπωρο, ο Θεός έκαμε σεισμό μέγα, που ισοπέδωσε πόλεις και χτίσματα....

Οι Μαθηματικοί υποστηρίζουν με τις υποθέσεις τους ότι αίτια μίας παρόμοιας μεγάλης δόνησης και κίνησης είναι οι αναθυμιάσεις που βρίσκονται εγκλωβισμένες στα έγκατα της γής και έχουν συμπειστεί σε ορμή καταιγιστική. Επειδή όμως δεν μπορεί να διαφύγει δια μιας η ένταση τους, εξαιτίας της στενότητας των τοιχωμάτων, για τούτο και συνεχώς πυκνώνουν και περιστρέφονται και διασείουν με την σφοδρότητα των κινήσεων τους τις περιββάλουσες κοιλότητες, κλονίζοντας οτιδήποτε βρίσκεται πάνω και γύρω τους, μέχρις ότου διαπεράσουν τα τειχώματα που μέχρι τότε τις εμπόδιζαν να εξέλθουν πρός τα έξω.

Αυτά όμως παραμυθολογεί η φαντασιοκοπία των (αρχαίων) Ελλήνων (τω θρήσκευμα) που εξηγεί τα πάντα σύμφωνα με τις δικές της αντιλήψεις. Εγώ όμως, ενστερνιζόμενος τον Θεοπνευστο Δαβίδ (!) θα έλεγα ότι μία τόσο μεγάλη δόνηση αποτελεί επιφάνεια πρός εμάς του Θεού, που κρατάει το μάτι άγρυπνο πάνω από τα ανθρώπινα πράγματα, - όσα διαπράτονται κατά πράβασιν των Θείων εντολών – μήπως έτσι οι θνητοί φοβηθούν και απόσχουν από φαύλα έργα τελώντας πράξεις αξιέπαινες..!!!»

Αφορμής δωθείσης λοιπόν, ας εξετάσουμε τι πίστευαν στην Αρχαία Ελλάδα. Στην αρχαία Ελλάδα λοιπόν, οι πολλοί ο «λαουτζίκος» δηλαδή, πίστευε πως τον σεισμό τον προκαλούσε ο Θεός ο Ποσειδώνας.

Στην αρχαία Ελλάδα όμως ταυτόχρονα αναπτύχθηκε ο ορθολογισμός, η Φιλοσοφία και η επιστήμη. Κατ’ αυτό τον τρόπο η αναζήτηση της αλήθειας γύρω από το πρόσωπο και τη φύση του Θεού ήταν ότι σημαντικότερο για τον αρχαίο Έλληνα Φιλόσοφο σε αντιδιαστολή με το μεταγενέστερο «πίστευε και μη ερεύνα».

Ο Πλούταρχος για παράδειγμα στα «Ηθικά - περί δεισιδαιμονίας» και «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», υποστήριζε ότι η μελέτη και η έρευνα γύρω από την θεία φύση είναι σημαντικότερη ακόμα και από την ανάληψη ιερατικών καθηκόντων.

Αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Ο άνθρωπος, που ενώ δεν γνωρίζει την ουσία του Θεού είναι θρήσκος τότε θα καταλήξει στην δεισιδαιμονία...

Για τούτο η αναζήτηση της αλήθειας, και μάλιστα αυτή που αναφέρεται στους θεούς, είναι έντονη ορμή προς τη θεότητα. Η σχετική μάθηση και η έρευνα είναι όμοια κατά κάποιο τρόπο με ανάληψη ιερών καθηκόντων και έργο ιερότερο από κάθε θρησκευτική αποχή, από κάθε υπηρεσία στους ναούς…

Είναι φοβερό το σκοτάδι της δεισιδαιμονίας και όταν καταλάβει τον άνθρωπο ενσπείρει σ' αυτόν λογισμούς σύγχυσης και τύφλωσης και μάλιστα σε πράγματα που είναι απαραίτητοι οι συλλογισμοί....

Η Αθεΐα ευνοεί το μη αγαθόν, ενώ η δεισιδαιμονία εκλαμβάνει το καλό ως κακό. Στον δεισιδαίμονα και το πιο αμελητέο κακό να συμβεί, κάθεται και οικοδομεί επάνω στην λύπη, επιπλέον πάθη τα οποία είναι και σκληρότερα, από τα οποία δεν είναι εύκολη η απαλλαγή. Δεν κατηγορεί τον εαυτό του για την άγνοια, αλλά τον θεό γι' αυτά που του συμβαίνουν, ενώ θα έπρεπε σε κάθε αναποδιά να προσπαθήσει να επανορθώσει αντί να πει την ήταν θέλημα θεού».

O Επίκουρος αναφέρει για την προέλευση των φυσικών φαινομένων

Επίκουρος, Επιστολές προς προς Πυθοκλή και Ηρόδοτο, 76 κ. εξ:

«Να θυμάσαι ότι η μελέτη των ουράνιων φαινομένων δεν έχει άλλο σκοπό… από την αταραξία και τη βέβαιη πίστη... Ηλιοστάσια, εκλείψεις, ανατολές και δύσεις κ.ο.κ. συμβαίνουν «χωρίς την αρωγή ή τη διαταγή» των θεών, και η τακτικότητα των φαινομένων στον ουρανό οφείλεται στη διευθέτηση των ατόμων και όχι στον θεό…

H λίγωση της σελήνης και ξανά το γέμισμά της μπορεί να προκαλείται από την περιστροφή της ή, επίσης, από τους σχηματισμούς του αέρα ή, πάλι, από την παρεμβολή άλλων σωμάτων, ή με κάποιον άλλο από τους τρόπους με τους οποίους τα επίγεια φαινόμενα μας κατευθύνουν να εξηγήσουμε ένα τέτοιο γεγονός, υπό την προϋπόθεση ότι δεν εγκλωβίζεται κανείς στη μέθοδο της μίας και μοναδικής εξήγησης ώστε να απορρίπτει αδικαιολόγητα τις άλλες χωρίς πρώτα να έχει εξετάσει τι μπορεί -και τι δεν μπορεί- να ερευνήσει ο άνθρωπος.» Ο Πορφύριος στα έργα του Κατά Χριστιανών και περί αγαλμάτων αναφέρει πως όποιος σέβεται τους θεούς δεν τους ταυτίζει με το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένα τα αγάλματά τους. Πιο συγκεκριμένα αναφέρει:

«Θα απευθύνω τον λόγο μου σε όσους είναι θεμιτό, κλείστε τις θύρες στους βέβυλους, δεχόμενος αυτά τα νοήματα σοφίας του Θεολόγου (αναφέρεται στον Ορφέα), αναφέρομαι σε όσους υποδούλωσαν τον Θεό και τις δυνάμεις του Θεού, με σύμφυτες προς την αίσθηση εικόνες αποτυπώνοντας τα αόρατα σε ορατά δημιουργήματα, τα οποία σαν ένα είδος ανοικτών βιβλίων περιγράφουν τις βασικές γνώσεις για τους θεούς σε όσους γνωρίζουν να τα διαβάζουν. Δεν είναι να απορεί κανείς που οι αμαθέστατοι των ανθρώπων θεωρούν τα αγάλματα ξύλα και πέτρες, αφού και τα γράμματα έτσι τα θεωρούν οι ανόητοι, βλέποντας τις ενεπίγραφες στήλες σαν απλές πέτρες, τις πινακίδες σαν ξύλα και τα βιβλία σαν υφασμένο πάπυρο..

Ότι οι πρόγονοι των Ελλήνων δημιούργησαν τους ναούς και τα αγάλματα που τους διακοσμούν για την διαρκή υπενθύμιση των. Με αυτόν τον τρόπο επέτρεπαν στους παρεβρισκομένους να ανάγονται στην έννοια του θεού και να ζητούν από αυτούς ό,τι έχουν ανάγκη μέσω προσευχής και ικεσίας...

Οι άνθρωποι αποτύπωσαν τους θεούς με ανθρώπινη μορφή γιατί το θείο είναι λογικό και τους απέδωσαν ωραιότητα γιατί το κάλλος σε εκείνους είναι άφθαρτο...

Επειδή το θείον είναι φωτοειδές και διαχέεται διαρκώς μέσα στο αιθέριο πυρ, και είναι αφανές στην αίσθηση εκείνων που έχουν στραμμένες τις φροντίδες τους αποκλειστικά στα πράγματα της θνητής ζωής, οι αγαλματοποιοί χρησιμοποίησαν αφ' ενός μεν την διαυγή ύλη, όπως το κρύσταλλο ή τον πάριο λίθο ή το ελεφαντόδοντο για να αναχθούν στην διανόηση του πυρός και στην ιδιότητα του αμόλυντου που αυτός έχει, διότι ο χρυσός δεν μολύνεται.

Άλλοι πάλι, θέλοντας να δηλώσουν το αφανές της ουσίας του Θεού, χρησιμοποίησαν μέλανα λίθο. Αποτύπωσαν τους Θεούς με ανθρώπινη μορφή διότι το Θείον είναι λογικό και τους απέδωσαν ωραιότητα διότι το κάλλος σε κείνους είναι άφθαρτο. Χρησιμοποίησαν δε διάφορες μορφές και ηλικίες, καθέδρες, στάσεις και αμφιέσεις, άλλους Θεούς τους παρουσίασαν αρσενικούς και άλλους θηλυκούς , άλλους παρθένους και εφήβους, άλλους εγγάμους, προκειμένου να παραστήσουν τις μεταξύ τους διαφορές. Έτσι κάθε τι το λευκό το απέδωσαν στους Ουράνιους Θεούς.

Τη Σφαίρα και όλα τα σφαιρικά πράγματα τα απέδωσαν ιδίως στον Κόσμο, στον Ήλιο και τη Σελήνη, κι εκεί όπου υπάρχει τύχη και ελπίδα. Τον Κύκλο και όλα τα κυκλικά πράγματα τα απέδωσαν στον Χρόνο και τις ουράνιες κινήσεις, στις ζώνες και στους κύκλους που εμπεριέχει ο ουρανός, ενώ τα τμήματα του Κύκλου τα απέδωσαν στους μετασχηματισμούς της Σελήνης. Τις πυραμίδες και τους οβελίσκους τις αφιέρωσαν στην ουσία του πυρός και, γι' αυτό, κατ' εξοχήν στους Ολύμπιους Θεούς. Στον Ήλιο αφιέρωσαν τον Κώνο, στη Γη τον Κύλινδρο, για την σπορά και την γέννηση καθιέρωσαν τον Φαλλό και για το γυναικείο αιδοίο το τριγωνικό σχήμα...

Αν θέλαμε να διακρίνουμε αδρομερώς την ανθρωπότητα, θα μπορούσαμε με βεβαιότητα να πούμε ότι διαιρείται σε τρεις κατηγορίες: Σε αυτούς που φτιάχνουν αγάλματα, σε αυτούς που τα καταστρέφουν και στο επαμφοτερίζον πλήθος. Με άλλα λόγια: στους Δημιουργούς, τους Καταστροφείς και τους Αδιάφορους. Το επαμφοτερίζον πλήθος είναι που κάνει τη ζυγαριά να γέρνει πότε από τη μια και πότε προς την άλλη κατεύθυνση. Δημιουργικότητα και καταστροφικότητα φαίνεται πως έχουν κοινή ενεργειακή βάση, αλλά εντελώς διαφορετική πορεία. Η πρώτη είναι δρόμος, ενώ η δεύτερη σύνδρομο. Συχνά η ανικανότητα προς δημιουργία «δημιουργεί» ικανότητα προς καταστροφή.»

Ο Δίων Χρυσόστομος στο Περί Βασιλείας εξηγεί επίσης για ποιό λόγω η τέχνη της αγαλματοποιητικής επέλεξε την ανθρώπινη μορφή:

Τον νου και την φρόνηση αυτή καθαυτή δεν είναι ικανός να απεικονίσει κανένας, ούτε αγαλματοποιός, ούτε ζωγράφος διότι τέτοιες δυνάμεις είναι αόρατες και παντελώς άγνωστες σε όλους. Έτσι, καταφεύγουμε στο ανθρώπινο σώμα στο οποίο οτιδήποτε αποδίδουμε δεν υπονοείται απλώς, αλλά και αναγνωρίζεται. Και επειδή το θεωρούμε ως σκεύος φρονήσεως και λόγου το συνδέουμε με τον θεό, λόγω ελλείψεως και απουσίας άλλου παραδείγματος αυτών, επιζητώντας να δείξουμε με το φανερό και απεικονιζόμενο το αφανές και το ανεικονικό, χρησιμοποιώντας το ανθρώπινο σώμα σαν σύμβολο δυνάμεων.»

Ως επίλογο θα χρησιμοποιήσω τα λόγια του τελευταίου «παγανιστή» αυτοκράτορα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Ιουλιανού του ''αποστάτη'' 4ο μ.χ.

«Όταν αντικρίζουμε τα αγάλματα των θεών, ας μην τα βλέπουμε σαν σκέτες πέτρες ή ξύλα, αλλά ούτε να θεωρούμε πως είναι οι ίδιοι οι θεοί. Βέβαια, και τις εικόνες των βασιλιάδων δεν τις λέμε ξύλο και πέτρα και χαλκό αλλά ούτε και βασιλιάδες -εικόνες των βασιλέων τις λέμε. Όποιος λοιπόν αγαπά τον βασιλιά, βλέπει με ευχαρίστηση την εικόνα του, όπως και όποιος αγαπά το παιδί του βλέπει μ' ευχαρίστηση την εικόνα του παιδιού και όποιος αγαπά τον πατέρα του, την εικόνα του πατέρα· όποιος λοιπόν αγαπάει τους θεούς, αντικρίζει με ευχαρίστηση τα αγάλματα και τις εικόνες των θεών, νιώθοντας την ίδια στιγμή σεβασμό και ρίγος καθώς τον βλέπουν, αόρατοι, οι θεοί.

Αν τώρα κάποιος νομίζει πως αυτά τα αγάλματα δεν μπορούν να καταστραφούν επειδή κάποτε ονομάστηκαν εικόνες των θεών, θα τον θεωρήσω τελείως άμυαλο· γιατί θα 'πρεπε τότε να μην είχαν φτιαχτεί από ανθρώπινα χέρια. Είναι άλλωστε δυνατόν, ένας άθλιος και αμαθής άνθρωπος να καταστρέψει το έργο ενός καλού και σοφού· όμως τα ζωντανά αγάλματα που έφτιαξαν οι θεοί από την αόρατη ουσία τους, εκείνες δηλαδή οι θεότητες (τα Ουράνια σώματα) που περιφέρονται κυκλικά στον ουρανό, μένουν στον αιώνα τον άπαντα. Ας μην χάνει λοιπόν κανείς την πίστη του στους θεούς, επειδή βλέπει και ακούει ότι κάποιοι φέρθηκαν υβριστικά προς τα αγάλματα και τους ναούς...

Να μη σας ξεγελάει λοιπόν κανείς με τα λόγια ούτε να σας κλονίζει την πίστη στην πρόνοια. Κι εκείνοι που σας χλευάζουν γι' αυτά, δηλαδή οι Ιουδαίοι προφήτες, τι έχουν να πούνε για τον ναό τους που τρεις φορές γκρεμίστηκε κι ακόμα δεν έχει ανεγερθεί; Δεν το 'πα αυτό χλευαστικά, εγώ που πρώτος ύστερα από τόσα χρόνια σκέφτηκα να τον ανοικοδομήσω προς τιμήν του θεού που λατρευόταν σ' αυτόν· χρησιμοποίησα το παράδειγμα θέλοντας να δείξω ότι κανένα ανθρώπινο έργο δεν είναι άφθαρτο και ότι οι προφήτες που έγραφαν τέτοια πράγματα παραληρούσαν, συντροφιά με ξεκουτιασμένες γριούλες».

Ο δε Σαλλούστιος σύμβουλος και προσωπικός φίλος του Ιουλιανού ιστορικός (θεωρείται για τους Ρωμαίους ότι και ο Θουκυδίδης για τους Έλληνες) και πολιτικός, στο έργο του περί Θεών και κόσμου εξηγεί γιατί τιμούσαν τους Θεούς αφού δεν είχαν ανάγκη τίποτα.

«Εδώ λύνεται το θέμα σχετικά με τις θυσίες και τις άλλες τιμές που αποδίδονται στους Θεούς. Το ίδιο το Θείο δεν έχει καμία ανάγκη και οι τιμές προσφέρονται για δική μας ωφέλεια. Η πρόνοια των Θεών φθάνει παντού και χρειάζεται μόνο κάποια ικανότητα για την υποδοχή της. Κάθε ικανότητα επιτυγχάνεται από τη μίμηση και την ομοιότητα. Για αυτό τον λόγο οι ναοί κτίσθηκαν προς μίμηση του ουρανού, οι βωμοί μιμούνται τη γη, τα αγάλματα τη ζωή (για αυτό πλάσθηκαν σαν ζωντανά όντα), οι ευχές το νοερό, τα μυστηριακά γράμματα (χαρακτήρες) τις άρρητες ουράνιες δυνάμεις, τα βότανα και οι λίθοι την ύλη, και τα θυσιαζόμενα ζώα την άλογη ζωή μέσα μας . Από όλα αυτά οι Θεοί δεν κερδίζουν τίποτα. Τί κέρδος να έχουν οι Θεοί; Εμείς κερδίζουμε την επικοινωνία μαζί τους».

Η αποκωδικοποίηση της αναγέννησης των Ελλήνων

Στα αποσπάσματα που ακολουθούν, ο Πίνδαρος και ο Απολλόδωρος αποκωδικοποιούν την αναγέννηση της Ελληνικής φυλής, μετά την κάθαρση που προκλήθηκε από τον μεγάλο κατακλυσμό. Ο Δευκαλίων αφού ταξίδεψε εννέα ολόκληρα μερόνυχτα μέσα εις την θάλασσα, προσέκρουσε εις τον Παρνασσόν.

Έκει, αφού σταμάτησαν οι βροχές, βγαίνοντας έξω θυσιάζει εις τον Φίξιον Δία. Ο Ζεύς έστειλε τον Ερμή σ’ αυτόν και τον παρακίνησε να διαλέξει ότι θέλει. Αυτός διάλεξε να δημιουργηθούν σ’ αυτόν τον τόπο άνθρωποι. Και αφού διέταξε ο Ζεύς να σηκώσει λίθους και να τους ρίξει πάνω από το κεφάλι του, αυτούς που έρριπτε ο Δευκαλίων γίνονταν άνδρες και αυτούς που έρριπτε η Πύρρα γίνονταν γυναίκες. Απ’ όπου ονομάστηκαν μεταφορικά και λαοί από το Λάος που σημαίνει λίθος (Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, 1, 48, 10).

Το ίδιο γεγονός μας εξιστορεί και ο Πίνδαρος: Φέρνεις εις την πόλιν την γλώσσα
της Πρωτογένειας, δία να κατέβουν η Πύρρα και ο Δευκαλίων εις τον Παρνασσόν, όπου με την βούλησιν τον υψηλοβρόντου Διός έκτισαν πρώτα ιερόν, και χωρίς λίθους έκτισαν λίθινον γόνον από το ίδιο έθνος· και οι γόνοι ονομάστηκαν λαοί (Πίνδαρος, Ολυμπία, 9, 42).

Ο Ζεύς και ο Ερμής δημιουργούν στην κορυφή του Παρνασσού τους πρώτους ανθρώπους, προσφέροντας και πάλι τον δικό τους γόνο. Η Πύρρα και ο Δευκαλίων διασώζονται διότι ήταν αμόλυντοι και καθαροί. Όταν το σκάφος τους προσάραξε στην κορυφή του Παρνασσού, ο Ζεύς τους πρόσταξε να ρίξουν λίθους, χτίζοντας λίθινους γόνους από το δικό τους έθνος.

Το όνομα Δευκαλίων φανερώνει τον κάλλιστο άνδρα του Διός, ενώ το όνομα Πύρρα, φανερώνει το πύρινο ηλιακό σπέρμα, τον νέο γόνο που θα φιλοξενήσει στα σπλάχνα της η πρώτη γυναίκα δια να επέλθουν τα νέα ελληνικά φύλλα.

Ο Απολλόδωρος συνεχίζει την αφήγησή του, εξιστορώντας την καταγωγή των ελληνικών φύλων και καταρρίπτοντας τις σιωνιστικές θεωρίες περί καταγωγής των Ελλήνων από την ανύπαρκτη ινδοευρωπαϊκή φυλή. περί καθόδου των Δωριέων κ.λ.π

Το πρώτο παιδί που έρχεται στο φως από τα σπλάχνα της Πυρράς, μετά την γονιδιακή παρέμβαση του ιδίου του Διός. είναι ο ‘Έλλην. Από τον Δευκαλίωνα και την Πύρρα γεννιούνται παιδιά, πρώτον εκ των οποίων ήταν ο Έλλην, δια τον οποίον λένε ότι γεννήθηκε από τον Δία, δεύτερος ο Αμφικτύων ο οποίος βασίλευσε μαζί με τον Κραναό εις την Αττική και είχε κόρη την Πρωτογένεια.

Απ’ αυτήν και τον Δία γεννήθηκε ο Αέθλιος. Από τον Έλληνα και την νύμφη Ορσηίδα γεννήθηκε ο Δούρος, ο Ξούθος και ο Αίολος. Αυτός λοιπόν ο Έλλην, από τον εαυτόν του ονόμασε Έλληνες αυτούς που ονομάζονται γραικοί και εις τα παιδιά του διαμοίρασε την χωράν και ο Ξούθος παίρνοντας την Πελοπόννησο, από την Κρέουσα την κόρη τον Ερεχθέα, γέννησε τον Αχαιό και τον Ίωνα, από τους οποίους ονομάζονται οι Αχαιοί και οι Ίωνες, ο Δώρος δε παίρνοντας την χωράν πέραν από την Πελοπόννησο, από τον εαυτόν τον ονόμασε τους κατοίκους Δωριείς, ο δε Αίολος βασιλεύοντας εις τους τόπους γύρω από την Θεσσαλία, τους κατοίκους ονόμασε Αιολείς. (Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, 1, 49, 1)

Αυτή είναι η γενεαλογία της ελληνικής φυλής, αυτή είναι η αγαθογονία που συντελείται στην κορυφή του Παρνασσού αμέσως μετά τον μεγάλο κατακλυσμό. Είναι η περίοδος που εμφανίζονται στο προσκήνιο της ιστορίας, οι Αιολείς, οι Δωριείς, οι Ίωνες. οι Αχαιοί, οι Θεσσαλοί, οι Μακεδόνες και οι Κρήτες.

Εγγονός του Λώρου, του υιού του Δευκαλίωνος, είναι ο Αστερίας ο οποίος βασίλευσε στην Κρήτη. Σύμφωνα με τον μύθο, ο Ζεύς υπό μορφή πάλλευκου ταύρου, απήγαγε την Ευρώπη και μεταφέροντας την στην πλάτη του έφθασε στην Κρήτη. Εκεί την κατέστησε μητέρα του Μίνωος, του Ραδαμάνθεως και του Σαρπηδόνος και κατόπιν την νύμφευσε με τον βασιλέα της νήσου Αστέρια, που ήταν τρισέγγονος του Δευκαλίωνος. Ο υιός που γεννήθηκε από τον Μίνωα ονομάστηκε και πάλι Δευκαλίων. Η λέξη Μίνωα, με αφομοίωση του (α) εις (ε), μετατρέπεται σε Μι- νώε. Η λέξη νώε προέρχεται από το νωί, που είναι ποιητικός τύπος του νω, και κατά την αττική-ιωνική διάλεκτο σημαίνει, εμείς οι δύο. Νώι δέ χαζώμεσθα, Διός δ’ άλεώμεθα μηνιν. Και εμείς οι δύο (ο Αρης και η Αθηνά) να φύγουμε, του Διός η οργή μην μας πλακώσει. (Ιλιάς, 5, 34)

ΜΙΝΩΑΣ: Υιός του Δία και της Ευρώπης. Αδελφός του Ραδαμάνθυ και του Σαρπηδόνα. Διαδέχτηκε τον βασιλιά της Κρήτης τον Αστερίωνα. Απέκτησε μεγάλη φήμη σαν σοφός βασιλιάς, δίκαιος και για την επιβολή των νόμων που παρελάμβανε (κάθε 9 χρόνια στο βουνό Ίδη) από τον ίδιο τον Δία.

ΕΡΙΧΘΟΝΙΟΣ: Γεννήθηκε από το σπέρμα του Ήφαιστου που έπεσε πάνω στον μηρό της Αθηνάς η οποία το σκούπισε με τα μαλλιά της και μετά το το έριξε στην γη, από την οποία σε κανονικό χρονικό διάστημα βγήκε ο Εριχθόνιος.

ΜΑΚΕΔΝΟΣ: (γενάρχης των Μακεδόνων. Μακεδνός= ευμήκης, ψηλός, μακρής) Υιός του Διός και της Αιθρίας, κόρης του Δευκαλίωνος.

ΕΛΛΗΝΑΣ: Υιός του Δευκαλίωνα και της Πύρρας. Είχε τρεις υιούς, τον Αίολο, τον Δώρο και τον Ξούθο.

ΚΕΚΡΟΠΑΣ: Υιός της Γαίας. Ο πρώτος αυτόχθων βασιλιάς της Αττικής, ήρωας και πρόγονος των Αθηναίων.

ΩΓΥΓΟΣ (ή ΩΓΥΓΗΣ): Ο πρώτος βασιλιάς και πατέρας της ανθρωπότητας. Στα χρόνια του έγινε ο πρώτος μεγάλος κατακλυσμός που φέρει το όνομά του.

ΠΕΛΑΣΓΟΣ: (Ο γενάρχης των Πελασγών, του αρχαιότερου λαού της Ελλάδας) Κατά μία παράδοση είναι υιός του Δία και της Νιόβης, πρώτος βασιλιάς της Αρκαδίας, κατά μία άλλη είναι βασιλιάς του Αργους και κατά την τρίτη υιός του Ποσειδώνα, αδελφός του Αχαιού και του Φθίου. Ο Πελασγός κατά τον Αρκαδικό μύθο που αναφέρει ο Απολλώνιος ο Ρόδιος “ανεδύθη από την γη” και έγινε γενάρχης των ανθρώπων “πριν από την εμφάνιση της Σελήνης”. Γι’ αυτό οι Αρκάδες εθεωρούντο “Προσέληνοι” ή Προσεληναίοι*

ΑΙΓΥΠΤΟΣ: Υιός του Βήλου και της Αγχινόης. Δίδυμος αδελφός του Δαναού και ενώ ο αδελφός του πήρε στο μερίδιό του την Λιβύη, αυτός πήρε την Αίγυπτο.
--------------------------------
*Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, βάσει των αστρονομικών δεδομένων που αναφέρει ο Νόνος (Α 176-197, Β654-659), η Σελήνη έγινε δορυφόρος της γης το 26.147 π.Χ..

Ο έρωτας στον Πλάτωνα

H φιλοσοφική σύλληψη του έρωτα ξεκινά από τον Πλάτωνα και συνεχίζεται σε όλη τη μακραίωνη πλατωνική παράδοση μέχρι τον Πλωτίνο. O Πλάτων θα αφιερώσει δύο από τους ωραιότερους διαλόγους του στον έρωτα - το Συμπόσιο και τον Φαίδρο -, ενώ το μοτίβο του φιλοσοφικού έρωτα διατρέχει το έργο του από τον πρώιμο Χαρμίδη, όπου η αρετή της σωφροσύνης εισάγεται ως το αντίθετο της ερωτικής άκρατης ορμής, μέχρι την ύστερη 7η Επιστολή. O Πλάτων ενσωματώνει τον έρωτα στη φιλοσοφία του, αξιοποιώντας και μετασχηματίζοντας, όπως συνηθίζει, ποικίλες προϋπάρχουσες μυθολογικές και ποιητικές εικόνες του έρωτα. Ταυτοχρόνως, η πλατωνική αντίληψη του έρωτα είναι ένα διεισδυτικό σχόλιο στην τρέχουσα ερωτική πρακτική της εποχής του. Τη θεματική αυτή μπορεί να την παρακολουθήσει ο αναγνώστης στους λόγους των συνδαιτυμόνων τού Σωκράτη στο Συμπόσιο, με απαραίτητο βοήθημα τη μνημειώδη έκδοση του Συκουτρή.1

Αυτές οι πλευρές του πλατωνικού έρωτα δεν θα με απασχολήσουν στο σύντομο κείμενο που ακολουθεί. Κρατώ απλώς μια απαραίτητη σημασιολογική διευκρίνιση. O «έρωτας» στα αρχαία ελληνικά διατηρεί πάντοτε ως πρωτεύουσα σημασία του τη σεξουαλική έλξη. Δεν περιγράφει μια κατάσταση ή ένα συναίσθημα, αλλά μια ορμή κίνησης προς ένα αντικείμενο επιθυμίας. Και είναι μια ορμή που δεν προϋποθέτει αμοιβαιότητα: οι ρόλοι του εραστή και του ερωμένου προσώπου παραμένουν σαφώς διακριτοί.

Θα μπορούσε να διερωτηθεί κανείς αν πριν από τον Πλάτωνα υπήρξε κάποια φιλοσοφική αξιοποίηση του έρωτα. O Αριστοτέλης θέτει ευθέως το ίδιο ερώτημα, όταν στα Μετά τα φυσικά αναζητά προδρόμους του δικού του ποιητικού αιτίου, της δύναμης δηλαδή που κινεί τα πράγματα:

Θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι ο πρώτος που αναζήτησε μια τέτοιου είδους αιτία ήταν ο Ησίοδος, ή και κάποιος άλλος που έθεσε ως αρχή ανάμεσα στα όντα τον έρωτα ή την επιθυμία, όπως για παράδειγμα ο Παρμενίδης. Γιατί λέει ο Παρμενίδης περιγράφοντας τη δημιουργία του σύμπαντος: «πρώτον απ' όλους τους θεούς συνέλαβε τον Έρωτα»,2 και ο Ησίοδος: «πρώτα απ' όλα τα πράγματα το Χάος γεννήθηκε, κι έπειτα η ευρύστερνη Γη και ο Έρωτας, που ξεχωρίζει ανάμεσα στους αθανάτους»,3 σαν να πρέπει να υπάρχει ανάμεσα στα όντα κάποια αιτία που θα κινεί και θα συναρμόζει τα πράγματα.4

Ο Αριστοτέλης θα συσχετίσει τον έρωτα του Ησίοδου και του Παρμενίδη με τη «φιλότητα» του Εμπεδοκλή (που δεν ισοδυναμεί με τον έρωτα, αλλά είναι πάντως μια δύναμη ένωσης των ομοειδών), δίνοντας με τον συνήθη περιεκτικό του τρόπο τη λειτουργία που θα μπορούσε να έχει ο έρωτας στην προσωκρατική σκέψη: ο έρωτας είναι η προσωποποίηση της δύναμης ή της αιτίας κίνησης των όντων στο σύμπαν.

Στη φιλοσοφία του Πλάτωνα τη λειτουργία αυτή θα την αναλάβει η ψυχή. Η κοσμική ψυχή διευθύνει και κινεί τα πάντα στο σύμπαν, όπως η ανθρώπινη ψυχή ελέγχει και κινητοποιεί τον ανθρώπινο οργανισμό. Στον έρωτα ο Πλάτων θα αναθέσει έναν διαφορετικό και πρωτόγνωρο ρόλο: ο έρωτας, η πιο ισχυρή και πολύπλοκη ανθρώπινη επιθυμία, λειτουργεί ως ανέλπιστος εσωτερικός σύμμαχος μας στο δρόμο προς την αληθινή φιλοσοφία. Η ερωτική έλξη ξεκινά ως άλογο πάθος, έχει όμως τη δυνατότητα να μετασχηματιστεί σε ένα είδος θεϊκής μανίας, που ωθεί τον άνθρωπο προς την ένωση με τις Ιδέες. Για τον Πλάτωνα, ο έρωτας έχει κάτι το φιλοσοφικό, γιατί όπως ο φιλόσοφος (ο «φιλῶν τήν σοφίαν») βρίσκεται ανάμεσα στη σοφία και την άγνοια, έτσι και ο έρωτας, που είναι εξ ορισμού ανικανοποίητος, είναι ένας δαίμων που παλινδρομεί ανάμεσα στην έλλειψη και την πλήρωση, την ασχήμια και την ωραιότητα, τη θνητότητα και την αθανασία.

Στο Συμπόσιο, τον ωραιότερο του ίσως διάλογο, ο Πλάτων παρουσιάζει τη συνομιλία έξι φίλων (του Φαίδρου, του Παυσανία, του Ερυξίμαχου, του Αγάθωνα, του Αριστοφάνη και του Σωκράτη), ιστορικών και διάσημων προσώπων του 5ου αιώνα π.Χ., ο καθένας από τους οποίους αναλαμβάνει να δώσει ένα εγκώμιο του έρωτα. Οι διαδοχικοί λόγοι οδηγούνται σε κορύφωση, όταν τελευταίος μιλά ο Σωκράτης και μας μεταφέρει όσα έμαθε για τον έρωτα από μια μυστηριώδη γυναίκα, την ιέρεια Διοτίμα. Για τον Σωκράτη ο έρωτας είναι δαίμων, γιος του Πόρου, του θεού της επίνοιας και της ευρετικότητας, και της ζητιάνας Πενίας. Από τους δύο γονείς του αντλεί την αντιφατική του φύση: είναι φτωχός, άσχημος και σκληρός, «ανυπόδητος και άστεγος»1 είναι όμως ταυτοχρόνως γενναίος, ενεργητικός, εφευρετικός, γητευτής, πολυμήχανος, κυνηγός του ωραίου, αιωνίως ανικανο-ποίητος.5 H ενδιάμεση φύση του ορίζει και τη σχέση του με τη γνώση και τη σοφία: ο έρωτας «βρίσκεται ανάμεσα στη σοφία και στην αμάθεια». Οι θεοί, οι απόλυτοι γνώστες, δεν φιλοσοφούν, γιατί κατέχουν τη γνώση. Ούτε όμως και οι ανόητοι φιλοσοφούν, αφού δεν συνειδητοποιούν την άγνοιά τους.

Φιλο-σοφούν, δηλαδή έλκονται από τη σοφία, μόνο αυτοί που αντιλαμβάνονται την αξία και την ωραιότητα της σοφίας, χωρίς να την κατέχουν. Ο έρωτας λοιπόν ως κυνηγός του ωραίου ρέπει προς τη σοφία, «είναι ο ίδιος φιλόσοφος».6

Αντικείμενο του έρωτα είναι το ωραίο, και μάλιστα ο «τόκος» - η δημιουργία - μέσα στην ωραιότητα. Στόχος του η κατάκτηση της αθανασίας: αθανασία σωματική, που επιτυγχάνεται με τη σεξουαλική αναπαραγωγή, κυρίως όμως αθανασία πνευματική, μέσω των έργων της ψυχής που διεκδικούν ένα μερίδιο στην αιωνιότητα.

Ο Πλάτων σκιαγραφεί μια κλίμακα ερωτικής ανάβασης που διαδοχικά καλύπτει την έλξη προς ένα ωραίο σώμα, την έλξη προς όλα τα ωραία σώματα, την έλξη προς τις ωραίες ψυχές, την έλξη προς τις ωραίες δημιουργίες και μαθήσεις, για να καταλήξει στην αποκάλυψη ότι το πραγματικό κίνητρο του έρωτα είναι η ταύτισή του με το ιδεατό Ωραίο, με την Ιδέα της ωραιότητας.

Όποιος λοιπόν διαπαιδαγωγηθεί στην ερωτική τέχνη και μάθει να βλέπει σωστά τη μια μετά την άλλη τις διάφορες μορφές του ωραίου, όταν φθάσει στο τέρμα της ερωτικής μυσταγωγίας, θα αντικρύσει ξαφνικά ένα κάλλος αξιοθαύμαστο - εκείνο ακριβώς το κάλλος χάριν του οποίου καταβλήθηκαν όλες οι προηγούμενες προσπάθειες. Αυτό το Ωραίο είναι κάτι αυθύπαρκτο, ενιαίο στη μορφή, αιώνιο· όλα τα άλλα ωραία πράγματα μετέχουν σ' αυτό με τέτοιον τρόπο, ώστε ενώ εκείνα γεννιούνται και πεθαίνουν, αυτό ούτε αυξάνεται ούτε μειώνεται ούτε υφίσταται την παραμικρή αλλαγή. Όταν λοιπόν χάρη στο «ορθώς παιδεραστείν» ανεβεί από τα φαινόμενα αυτού του κόσμου και αρχίσει να βλέπει το ίδιο το Ωραίο, έχει σχεδόν φθάσει στο τέλος. Γιατί αυτή είναι η σωστή ερωτική οδός που πρέπει να πάρει κανείς μόνος του ή να οδηγηθεί από άλλον.7

Αν ωστόσο το Συμπόσιο είναι ένα αριστούργημα, δεν το οφείλει μόνο στη βαρυσήμαντη διήγηση της Διοτίμας. Το σπουδαιότερο λογοτεχνικό του εύρημα είναι η ξαφνική είσοδος του Αλκιβιάδη στη σκηνή, και το εγκώμιο του Σωκράτη που αυτός εκφωνεί. Ο μεθυσμένος Αλκιβιάδης, ήδη διάσημος την εποχή του Συμποσίου, εξιστορεί τη δική του νεανική ερωτική ιστορία με τον Σωκράτη. Η ίδια η διήγηση είναι τολμηρή και απολαυστική. Το πιο ωραίο όμως στοιχείο της είναι η ταύτιση του Σωκράτη με τον έρωτα - με τον έρωτα-φιλόσοφο, που μόλις είχε περιγράψει ο ίδιος ο Σωκράτης στο λόγο του. Ο Σωκράτης του Αλκιβιάδη είναι η επίγεια προσωποποίηση και του έρωτα και της φιλοσοφίας. Είναι κι αυτός άσχημος, σκληρός, φτωχός, ανυπόδητος, γοητευτικός και ανικανοποίητος· είναι κυρίως «άτοπος», όπως ο φιλοσοφικός έρωτας.

«Είναι εκπληκτικό, αλλά αυτός ο άνθρωπος δεν μοιάζει με κανέναν, ούτε από τους παλαιότερους ούτε από τους τωρινούς. Όσο κι αν ψάξεις δεν θα βρεις κανέναν σαν κι αυτόν· τόσο "άτοπος" είναι και ο ίδιος και οι λόγοι του».8 Περιφρονεί το χρήμα, τις τιμές και τα ακριβά ρούχα και προτιμά να κυκλοφορεί ξυπόλητος· έχει απίστευτη αντοχή στις κακουχίες, στο ξενύχτι και στο πιοτό· δεν χάνει ποτέ την αυτοκυριαρχία του. Είναι «υβριστής», του αρέσει να ειρωνεύεται τους συνομιλητές του, δίνει την εντύπωση ότι παίζει συνομιλώντας, μιλά για σοβαρά θέματα χρησιμοποιώντας παράδοξα παραδείγματα από την καθημερινή ζωή, «κάτι για γάιδαρους σαμαρωμένους και για χαλκωματάδες και πετσωτήδες και βυρσοδέψες». Και όμως στο τέλος οι συνομιλητές του αντιλαμβάνονται ότι «οι δικές του συζητήσεις είναι οι μόνες που έχουν πραγματικό νόημα»,9 οι λόγοι του μαγεύουν, «αιχμαλωτίζουν και εκστασιάζουν τους ανθρώπους», έχουν τη δύναμη να τους κάνουν να «αντιλαμβάνονται ότι δεν αξίζει να ζουν όπως ζουν».10

Ο λόγος του Αλκιβιάδη στο Συμπόσιο είναι και ένα αφηγηματικό τέχνασμα, που προσφέρει τη δυνατότητα στον Πλάτωνα να μιλήσει για πρώτη φορά εκτενώς για τον πρωταγωνιστή των διαλόγων του. Αντιλαμβανόμαστε έτσι πώς ο ερωτικός Σωκράτης του Συμποσίου, ο παθιασμένος κυνηγός των ωραίων εφήβων, ο γνώστης της ερωτικής τέχνης, είναι ο ίδιος άνθρωπος με τον εκλεπτυσμένο διαλεκτικό του Πρωταγόρα, τον πολιτικό στοχαστή του Γοργία, τον γαλήνιο μπροστά στο θάνατο φιλόσοφο του Φαίδωνα. Η εικόνα αυτή δεν θα αλλάξει ουσιαστικά στον μεταγενέστερο Φαίδρο. Θα συμπληρωθεί ωστόσο με ορισμένα νέα στοιχεία.

Η ανθρώπινη ψυχή συλλαμβάνεται πλέον ως σύνθετη ολότητα. Αποτελείται από τρία διαφορετικά μέρη (το «λογιστικό», το «θυμοειδές» και το «επιθυμητικό»), η ισορροπία των οποίων δεν είναι δεδομένη. Οπότε αντιστοίχως και η ερωτική έλξη γίνεται πολυσύνθετη και αντιφατική. Το επιθυμητικό μέρος της ψυχής ρέπει προς τη σαρκική επαφή με το αντικείμενο του έρωτα, ενώ το λογιστικό προς την πνευματική. Ο Πλάτων δείχνει για πρώτη φορά να αντιλαμβάνεται την πιθανότητα της «ακρασίας», δηλαδή της εσωτερικής σύγκρουσης του ευγενούς σκοπού και της αδυναμίας της σάρκας. Ο φιλοσοφικός έρωτας συστήνεται ως αποκλειστικά πνευματική έλξη και επαφή, ανάμεσα σε ανθρώπους διαφορετικής ηλικίας, ωριμότητας και σο­φίας - υποψιάζομαι ότι από τον Φαίδρο προέκυψε η τρέχουσα αντίληψη περί πλατωνικού έρωτα.

Η προνομιακή σχέση του έρωτα προς το Ωραίο, που εκδηλώνεται με την έλξη προς κάθε ωραία αισθητή μορφή ή πραγμάτωση, ανοίγει μια επίγεια προοπτική προς τις Ιδέες. Ο Πλάτων παραδέχεται ότι στον κόσμο που ζούμε «είναι δυσθεώρητες η δικαιοσύνη και η σωφροσύνη και όσα άλλα είναι πολύτιμα για τις ψυχές». Από τις πλατωνικές Ιδέες «μόνο το Ωραίο είχε τη μοίρα να είναι κάτι κατάφωτο και αξιαγάπητο»,11 και σ' αυτό μπορεί να μας οδηγήσει η θεϊκή μανία του έρωτα.

Στον Φαίδρο όμως ο Πλάτων μάς δίνει και την πληρέστερη στους διαλόγους του εικόνα για το πώς αντιλαμβάνεται τη φύση της αληθινής φιλοσοφίας.

Η φιλοσοφία ορίζεται ως «μάθημα», ως διαδικασία διδαχής, που προϋποθέτει έναν «ειδότα» και έναν «μανθάνοντα». Ο φιλοσοφικός λόγος είναι ο λόγος του δασκάλου και όχι εν γένει ο λόγος του γνώστη. Και είναι ένας λόγος με συγκεκριμένη απεύθυνση: στοχεύει στη διαμόρφωση του «ήθους» του μαθητή, στην καλλιέργεια της ψυχής του. Η φιλοσοφία καλλιεργείται με τη «σπορά έμψυχων και γόνιμων» λόγων, που έχουν τη δυνατότητα «να υπερασπίσουν τον εαυτό τους» και να «βοηθήσουν τον εισηγητή τους»,12 με τη διά ζώσης δηλαδή εκφορά εύπλαστων επιχειρημάτων και θεωριών, που μπορούν μέσω του διαλόγου να ελεγχθούν, να επαναδιατυπωθούν και να μετασχηματιστούν γεννώντας νέα επιχειρήματα και νέες θεωρίες. Η φιλοσοφία καλλιεργείται λοιπόν με τη ζωντανή ανταλλαγή των λόγων.

­ Η σπορά και η γονιμοποίηση των λόγων γίνεται μόνο στο κατάλληλο εύφορο έδαφος, στην «προσήκουσα ψυχή» του «μανθάνοντος»ι εκεί γονιμοποιούνται οι λόγοι του δασκάλου, εκεί αποδεικνύονται αθάνατοι, εκεί παράγεται η ανθρώπινη ευδαιμονία.13 Η αναζήτηση της κατάλληλης ψυχής αποτελεί ουσιαστικό μέρος της δράσης του φιλοσόφου, αφού η φιλοσοφία είναι «ψυχαγωγία», αγωγή δηλαδή της ψυχής. Η ανεύρεσή της και η επίγνωση της πραγματικής της φύσης επηρεάζει τη μορφή των εκφερομένων φιλοσοφικών επιχειρημάτων και θεωριών. Έδρα επομένως του φιλοσοφείν είναι η ανθρώπινη ψυχή.

Καταλαβαίνουμε τώρα γιατί ο έρωτας αποτελεί την προσφιλή μεταφορά του Πλάτωνα για την κατάδειξη της φύσης της φιλοσοφίας. Αν η φιλοσοφία είναι ζωντανή διαδικασία μάθησης, που προϋποθέτει δύο ανισότιμους πόλους, το δάσκαλο και το μαθητή, τότε η ερωτική συνομιλία είναι η ανθρώπινη δραστηριότητα που πλησιάζει περισσότερο σ' αυτό το ιδεώδες. Σαν τον εραστή που προσπαθεί αενάως να κατακτήσει το αντικείμενο του έρωτά του χωρίς να το καταφέρνει ποτέ πλήρως, ο φιλόσοφος είναι αιωνίως διψασμένος για την αληθινή γνώση, και, όπως ο Σωκράτης, αναζητεί τις κατάλληλες νεανικές ψυχές που θα του προσφέρουν γόνιμο έδαφος για τη σπορά των λόγων του.

Ο Πλάτων αναδεικνύει το ρόλο του εραστή-δασκάλου και όχι του ερωμένου-μαθητή, ίσως γιατί το κίνητρο του δεύτερου είναι πιο εμφανές. Ο ερώμενος και ο μαθητής προσδοκούν ίσως από την επαφή κάποια οφέλη. Το κίνητρο όμως του εραστή και του φιλοσόφου είναι πιο δυσδιάκριτο. Η ερωτική κατάκτηση και η φιλοσοφική μύηση δεν αποτελούν αυτοσκοπό για τον Πλάτωνα. Ο πλατωνικός εραστής στοχεύει μέσω της ερωτικής κατάκτησης στην πνευματική δημιουργία (στον «τόκον ἐν τῷ καλῷ»), που θα του εξασφαλίσει συμμετοχή στην αθανασία. Ο πλατωνικός φιλόσοφος, από την άλλη πλευρά, έχει αντιληφθεί ότι η φιλοσοφία δεν είναι μοναχική ενασχόληση, αλλά δημιουργικός διάλογος με νεαρά και προικισμένα άτομα. Στη δική τους ψυχή θα γραφεί ο φιλοσοφικός λόγος, εκεί θα βλαστήσουν οι νέες ιδέες, που ίσως οδηγήσουν κάποια στιγμή στην αποκάλυψη της αληθινής γνώσης των όντων.14 Η μέριμνα αυτή βρίσκεται πίσω από την απόφαση του Πλάτωνα να ιδρύσει την Ακαδημία, ένα θεσμό σταθερής συνύπαρξης δασκάλων και μαθητών, παλαιών και νέων στη φιλοσοφία. Το κυρίαρχο στοιχείο της Ακαδημίας είναι ο κοινός τρόπος ζωής των μελών της, η κοινή αναζήτηση, ο δημιουργικός διάλογος, μέσα από τον οποίο η νέα γενιά των μαθητών βρίσκει το δρόμο της. Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά τον Πλάτωνα, μολονότι το ερωτικό στοιχείο δεν προβάλλεται πλέον με την ίδια ένταση, η φιλοσοφική μύηση στον αρχαίο κόσμο γίνεται πάντοτε δίπλα σε έναν δάσκαλο ή στο εσωτερικό μιας φιλοσοφικής σχολής.
----------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1 Πλάτωνος, Συμπόσιον, κείμενον, μετάφρασις και ερμηνεία υπό Ιωάννου Συκου­τρή, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1934.

2 Παρμενίδης, αποσπ. 13.

3 Ελεύθερη απόδοση των στίχων 116-20 της Θεογονίας. Είναι πάντως ενδιαφέρον ότι η σύνδεση των ονομάτων του Ησίοδου και του Παρμενίδη με την πρωτοκαθεδρία και την παλαιότητα του έρωτα επιχειρείται πρώτη φορά από τον Πλάτωνα στο λόγο του Φαίδρου στο Συμπόσιο (178ab).

4 Μετά τα φυσικά Α 984b23-31.

5 Πλάτ., Συμπόσιον 142c-e.

6 Πλάτ., Συμπόσιον 204b.

7 Πλάτ., Συμπόσιον 210e-211b.

8 Πλάτ., Συμπόσιον 221 cd.

9 Πλάτ., Συμπόσιον 221e-222a.

10 Πλάτ., Συμπόσιον 215d-216a.

11 Πλάτ., Φαίδρος 250de.

12 Πλάτ., Φαίδρος 276a,e.

13 Πλάτ., Φαίδρος 277a.

14 Στην 7η Επιστολή ο Πλάτων, ως πραγματικό δρόμο της φιλοσοφίας, θα σκιαγραφήσει μια πορεία ζωής, επίπονη, καθημερινή και μακρόχρονη, μια πορεία με οδηγό έναν γνώστη, μια κοινή αναζήτηση, που μπορεί να οδηγήσει τελικά στον ξαφνικό φωτισμό της ψυχής του ανθρώπου (341d, 344b).

Είναι ο Εμμανουήλ του Ησαΐα, προφητεία για την υποτιθέμενη παρθενογένεση του Ιησού;

Σε μια τέτοια περίπτωση εγκυμονούσης "παρθένας", που ξέφυγε τον θάνατο και την πυρά της κατάκρισης, αναφέρεται ο Ησαΐας και όπως θα δούμε η περίπτωσή της μας ενδιαφέρει άμεσα.

Την εποχή λοιπόν που βασιλιάς στην Ιερουσαλήμ ήταν ο Άχαζ, συνέβη κάτι αναπάντεχα προδοτικό. Το βόριο εβραϊκό έθνος του Ισραήλ, με πρωτεύουσα την Σαμάρεια, συμμάχησε με τους Ασσύριους, με προφανή σκοπό την κοινή υποδούλωση του νότιου εβραϊκού έθνους των Ιουδαίων και της πρωτεύουσάς τους Ιερουσαλήμ! Ο αδελφοκτόνος πόλεμος και η συντριβή της Ιερουσαλήμ φαινόταν πως ήταν πλέον ζήτημα χρόνου.

Ο βασιλιάς της Ιερουσαλήμ κάλεσε τον προφήτη Ησαΐα (που τότε ήταν κάτι σαν υπουργός άμυνας) να τον συμβουλευθεί. Οι μυστικές πληροφορίες που είχε ο προφήτης και τα όπλα μαζικού θανάτου που διέθετε καθιστούσαν την γνώμη του πραγματικά θεϊκή.

Ο Ησαΐας απάντησε καθησυχαστικά στον βασιλιά: «να μένεις ήσυχος. Μη φοβηθείς, μηδέ μικροψυχήσεις, από τον άγριο θυμό της Σαμάρειας και της Συρίας... Τούτο (η συμμαχία Σαμάρειας και Συρίας) δεν θα σταθεί ουδέ θέλει γίνει» Ησαΐας 7.4-7. Όμως, αμέσως μετά την διαβεβαίωση αυτή και μέσα στην συζήτηση περί του ενδεχόμενου πολέμου... ο Ησαΐας πιέζει τον βασιλιά να ζητήσει απ’ τον θεό, κάποιο σημείο (θαύμα) που να επιβεβαιώνει αυτή την καλή προφητεία του!

Ο βασιλιάς Άχαζ τα ‘χασε, όχι μόνο δεν καταλάβαινε που το πάει ο προφήτης, αλλά εντελώς φυσιολογικά, απάντησε ότι δεν θα τολμούσε ποτέ του να ζητήσει θαύμα επιβεβαίωσης στην καλή αυτή προφητεία! Και τότε, χωρίς καν να του το ζητήσει ο βασιλιάς, ολοφάνερα για δικούς του λόγους, ο Ησαΐας κάνει μια προφητεία: «ακούστε τώρα όλοι εσείς απ’ τον οίκο του Δαυίδ... ο Κύριος θα σας δώσει σημείον, (αν και κανένας δεν το ζήτησε) ιδού η παρθένος (προφανώς τους δείχνει κάποια κοπέλα) θέλει συλλάβει και γεννήσει υιόν και θέλει καλέσει το όνομα αυτού Εμμανουήλ, μέλι θα τρώει και ανθόγαλο, και πριν το παιδί (αυτό) μάθει να απορρίπτει το κακό και να εκλέγει το αγαθό (εκπληκτικές αοριστίες που μπορούν να εφαρμοστούν από την βρεφική ηλικία μέχρι και την εφηβεία του παιδιού!) η γη την οποίαν εσύ τρέμεις θα εγκαταλειφθεί από τους δυο βασιλείς». Ησαΐας 7.13-16.

Οι εξελίξεις του αναμενόμενου πολέμου μπορούσαν ακόμα να περιμένουν! Ο Ησαΐας πρόβλεψε την διάλυση της συμμαχίας μεταξύ Σαμάρειας και Συρίας, κάτι που θα μπορούσε να αποπειραθεί οποιοσδήποτε είχε απλώς περισσότερες πληροφορίες. Όμως, όσα είπε στην συνέχεια ο Ησαΐας για ένα παιδί, που θα γεννηθεί από παρθένο, ακούγονται εντελώς περιττά!

Ποιά ανάγκη υπήρχε να δώσει ο θεός πρόσθετες εγγυήσεις για την καλή έκβαση των εξελίξεων, καθιστώντας (θαυματουργικά) έγκυο μια άσχετη παρθένο, θέτοντάς την σε κίνδυνο λιθοβολισμού; Και επειδή γνωρίζουμε, ότι σαφώς κανένας θεός δεν σχετίστηκε ποτέ με οποιουσδήποτε προφήτες, αντιμετωπίζοντας κατάματα την ουσία, πρέπει να ρωτήσουμε... τί ανάγκασε τον προφήτη να εμπλέξει στις πολιτικο-στρατιωτικές συζητήσεις και πιθανές εξελίξεις της περιοχής του, την παρθενογένεση κάποιου παιδιού, δίνοντας επιπλέον διαβεβαιώσεις που κανένας δεν του ζήτησε;

Η εξήγηση είναι εξαιρετικά απλή! Ο προφήτης γνώριζε ότι μια αφιερωμένη στον ναό ανύπαντρη προφήτης, θα γεννούσε εξώγαμο παιδί! Εξ αιτίας της εξωσυζυγικής της εγκυμοσύνης, η κατάστασή της ήταν τραγική! Κάτι έπρεπε λοιπόν να γίνει και μάλιστα επειγόντως, για να αποφευχθεί ο υποχρεωτικός θάνατός της! Μόνο μια ανάλογη προφητική κίνηση, που θα έδινε άλλη θεϊκότερη διάσταση στο γεγονός της άνομης σύλληψης αυτού του παιδιού, θα μπορούσε να σώσει την κακόμοιρη νεαρή έγκυο και το παιδί της από τον λιθοβολισμό ή την καύση της στην πυρά που της επέβαλε ο απάνθρωπος μωυσιακός ή μωσαϊκό νόμος!

Η αναγόρευση της φυσιολογικής αλλά εξωσυζυγικής και εξ αυτού παράνομης εγκυμοσύνης της νεαρής, σε θεόσταλτη παρθενο-σύλληψη και η μετατροπή της σε θεοσημία, ήταν ο μόνος τρόπος διαφυγής και διάσωσης από τον βίαια θάνατό της! Εξ αφορμής λοιπόν κάποιων άσχετων και μελλοντικών στρατιωτικών εξελίξεων στην περιοχή, ο Ησαΐας πιθανότατα για προσωπικούς του λόγους, (ενδεχομένως να ήταν ο ίδιος πατέρας του Εμμανουήλ) είχε την ευφυή πρωτοβουλία, να δώσει στην περίπτωση διαστάσεις θαύματος και παρθενο-σύλληψις, αποτρέποντας τον προβλεπόμενο θάνατο της μητέρας του Εμμανουήλ στην πυρά!

Η χωρίς την σύμπραξη ανδρός, θεόδοτη εγκυμοσύνη, ήταν η μοναδική θεολογική δικαιολογία, που μπορούσε να βρει ο προφήτης για να σώσει το παιδί και την αγαπημένη του άγαμη (παρθένα) προφήτισσα! Άλλωστε, σε κάτι ανάλογο κατέφευγε ολόκληρη η αρχαιότητα σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Οι αγιοσπορές λοιπόν και οι "παρθενογενέσεις", είχαν εφευρεθεί από πολύ παλιά και είχαν το μερίδιό τους ανάμεσα στα τόσα θαύματα των προφητών, που ουσιαστικά δεν άφηναν τίποτε που να μην το μετατρέπουν σε θαύμα, αρκεί να υπήρχε λόγος γι’ αυτό!

Ότι πρόκειται για συγκεκριμένο παιδί, παράνομης σχέσης και όχι για αόριστη προφητεία, το βλέπουμε λίγα εδάφια παρακάτω! Το παιδί εκείνο (δέκα μόλις εδάφια μετά την αναγγελία της γέννησής του) γεννήθηκε πράγματι και ο προφήτης μαζί με άλλους ιερείς και «πιστούς μάρτυρες» παρευρέθησαν στην ονοματοδοσία του "παρθενο-γεννημένου" αυτού παιδιού: «και προσήλθον προς την προφήτισσα ήτις συνέλαβε και γέννησε τον υιόν (τον Εμμανουήλ δηλαδή). Και είπε ο Κύριος, κάλεσον το όνομα αυτού: Εμμανουήλ (που κατά το Μασοριτικό κείμενο[1] σημαίνει) Ταχέως σκύλευσον οξέως προνόμευσον, διότι πριν το παιδί (αυτό) καταφέρει να πει πατέρα και μητέρα, (που σημαίνει ότι το παιδί απέκτησε τελικά και ανάδοχο πατέρα) τα πλούτη της Σαμάρειας θα διαρπαγούν από τον βασιλιά της Ασσυρίας». (Ο΄) Ησαΐας 8.3-4.

Δεν γνωρίζουμε αν ο Ησαΐας ήταν ο ίδιος ο πατέρας αυτού του παιδιού. Το σίγουρο είναι, ότι ο Ησαΐας έσωσε μια νεαρή αφιερωμένη (προφήτισσα) που είχε την ατυχία (ή την τύχη) να την επισκεφθεί "ουρανόσταλτο σπέρμα" και να μείνει έγκυος άγαμη, δηλαδή έξω απ’ τους κανόνες του Μωυσή! Ο Ησαΐας γνώριζε πως απ’ την στιγμή που η εγκυμοσύνη της θα γινόταν φανερή, η ζωή της κινδύνευε να τελειώσει με λιθοβολισμό ή επειδή ήταν προφήτισσα, στην πυρά του εξαγνισμού, όπως απαιτούσε ο κατά τα αλλά θεόπνευστος νομοθέτης Μωυσής!

Το περίεργο είναι, ότι αυτήν ακριβώς την περίπτωση της ολοφάνερα κίβδηλης παρθενο-γένεσης, στην εποχή του Ησαΐα, που κανένας δεν θα έπρεπε να μπορεί να δώσει άλλη απ’ την παραπάνω ερμηνεία, (γιατί το συγκεκριμένο παιδί γεννήθηκε την εποχή εκείνη) επικαλούνται ως την πλέον εντυπωσιακή προφητεία, για την μοναδική όπως λένε, παρθενο-γένεση του θεοποιημένου Ιησού! Μάλιστα, δεν διστάζουν να συνδέσουν τον Ιησού, με το παιδί του οποίου το όνομα (όπως οι ίδιοι λένε) σημαίνει "αισχρό πόλεμο" και όχι αγάπες και λουλούδια, δηλαδή: «Γρήγορα σκύλευσε[2], ταχύτατα λαφυραγώγησε»!

Τελικά κανένας δεν μας εξήγησε, γιατί αφού ο ίδιος ο άγγελος ζήτησε το όνομά του να είναι Εμμανουήλ, (Ματθ.1.23) τελικώς το παιδί της Μαρίας ονομάσθηκε Ιησούς;! Το όνομα Ιησούς είναι εντελώς διαφορετικό από το όνομα Εμμανουήλ και το τι σημαίνει μας το ξεκαθαρίζει ο άριστος γνώστης της Ιουδαϊκής γλώσσας (και πιθανότατα Ιουδαίος) Ευσέβιος: «το όνομα του Ιησού μεταληφθέν (μεταφραζόμενο) στα ελληνικά σημαίνει σωτήριον θεού. Επειδή Ισουά στα εβραϊκά σωτηρία σημαίνει. Ιησούς δε από τους ίδιους (τους Εβραίους) Ιωσουέ ονομάζεται. Ιω-σουέ δε εστίν Ιαώ σωτηρία» Ευσέβιος «ευαγγελικής αποδείξεως 4.17.23.3-9.

Το πραγματικό όνομα του Ιησού λοιπόν είναι: Ιωσουέ ή Ιω-σουέ ή Ιαώ-σουε ή Γιάχ-σουε ή Γιαχσού[3] (ή Jeh-sus) ή «Γιαχβέ-σωτήρ».
------------------------------------
[1] Στην ίδια θέση το μασσοριτικό κείμενο γράφει: «Μαχέρ-σαλάλ-χάσ-βάζ»! που σύμφωνα με την ίδια την βιβλική εξήγηση σημαίνει: «Γρήγορα σκύλευσε, ταχύτατα λαφυραγώγησε»! Η συνοπτική εγκυκλοπαίδεια του Halley (σελ.376) το αποδίδει: «Η φθορά σπεύδει η λεία επισπεύδεται»! Αν η προφητεία του Ησαΐα εφαρμόζεται στον Ιησού, τότε στον ίδιο πρέπει να εφαρμοστεί και το κρυφό πολεμικό νόημα-μήνυμα του ονόματος Εμμανουήλ.. που τελικά μόνο... «μεθ’ ημών ο θεός» δεν φαίνεται να σημαίνει!

[2] «Σκυλεύω: απογυμνώνω φονευθέντα εχθρό» Λεξικό Σταματάκου.

[3] Το όνομα Ιησούς ή Jesus ή ορθότερα Je(h)sus εβραϊστί yeshua ή jeshua έχει πρόθεμα το όνομα του θεού πατρός Ιεχωβά ή το τετράγραμμο yhwh ή jhvh. Ανάμεσα στα τέσσερα αυτά σύμφωνα Γ-Χ-Β-Χ τοποθετούσαν με άγνωστο τρόπο εκφοράς, τα φωνήεντα Α-Ω-Α-Ι από τον επίθετο Α-(δ)-ω(ν)α-ι.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Εισήλθε ή δεν εισήλθε;

Όλοι γνωρίζουμε ότι κάθε Πάπας μόλις ανεβαίνει στο θρόνο του, υφίσταται μια θαυματουργή πνευματική αναβάθμιση. Πώς γίνεται ακριβώς, θα σας γελάσω... Με θεία επιφοίτηση, με ταχύρυθμο ουράνιο φροντιστήριο ή με θεογονιδιακή μετάλλαξη; Πάντως το αποτέλεσμα είναι ένα: Από κει και πέρα το μυαλό του κάθε Ποντίφηκα τρέχει με χίλια! Και, φυσικά, δεν κάνει ποτέ του λάθος!

Το δήλωσε ο Πάπας λοιπόν, άρα δεν χωρά καμιά αμφιβολία. ο παρθενικός υμένας της Μαριάμ έμεινε αλώβητος! Ήταν η μόνη γυναίκα στην ιστορία του ανθρώπινου γένους, για την οποία υπάρχει επίσημο και αναμφισβήτητο πιστοποιητικό ότι έμεινε πάναγνη παρόλο που τεκνοποίησε! Δηλαδή ακόμα κι αν δεχτούμε την άμωμη σύλληψη, ούτε η γέννα κατάφερε να διασπάσει τον παρθενικό υμένα της. Τώρα, πώς κατάφερε να βγει ο Χριστός, αυτό είναι μια βλάσφημη απορία.Είχαν δίκιο λοιπόν οι άγιοι Πατέρες που κατακεραύνωναν κατόπιν κάθε απλή γυναικούλα, ακόμα και τη μάνα τους την ίδια, ως ακάθαρτη και αμαρτωλή, επειδή δεν κατάφερε κι αυτή να γεννήσει διατηρώντας τον παρθενικό της υμένα άθικτο.

Γιατί όμως στην εποχή μας εξακολουθούμε να μιλάμε για τον παρθενικό υμένα μιας Εβραιοπούλας που έζησε, αν έζησε πραγματικά, δυο χιλιάδες χρόνια πριν;Κάποτε στην Αλεξάνδρεια του 3ου αιώνα π.Χ. μαζεύτηκαν καμια εβδομηνταριά Εβραίοι με λειψές γνώσεις Ελληνικής και βάλθηκαν να μεταφράσουν την Εβραϊκή μυθολογία και θεολογία στα Ελληνικά. Ήταν το μεράκι του Πτολεμαίου Β΄ που ήθελε λέει στη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας να υπάρχουν όλα τα βιβλία του κόσμου. Έφτασαν λοιπόν και στο κεφάλαιο του Ησαΐα (7-14) όπου υπάρχει η προφητεία ότι μια "νεαρή γυναίκα" θα συλλάβει αγόρι και αυτό το αγόρι θα...θα... κ.λπ.

Η εβραϊκή λέξη "αλμά" που σημαίνει "νεαρή γυναίκα" αποδόθηκε στη μετάφραση με την ελληνική λέξη “παρθένος”. Εκείνη την εποχή οι λέξεις δεν απείχαν και πολύ σημασιολογικά. Πράγματι στην αρχαία Ελλάδα παρθένος λεγόταν η νεαρή ανύπαντρη γυναίκα ανεξάρτητα από την κατάσταση του... παρθενικού της υμένα. Παρθενογένεση σήμαινε απλά ότι η μητέρα δεν ήταν παντρεμένη. Αργότερα η παρθένος πήρε, σχεδόν αποκλειστικά, την έννοια της γυναίκας που δεν είχε σαρκική επαφή με άντρα.Ήρθαν κατόπιν τα Ευαγγέλια. Τα Ευαγγέλια που φτιάχτηκαν να υπηρετήσουν τους στόχους μιας "νέας θρησκείας", ακολουθώντας, υποτίθεται, τα έργα και τις ημέρες κάποιου θαυματοποιού της εποχής.Απώτερος στόχος όμως, τα όσα ιστορούν να δεθούν με την Εβραϊκή γενεαλογία και θεολογία, έτσι που η Παλαιά Διαθήκη να γίνει αναπόσπαστο τμήμα του νέου δόγματος και ο Εβραϊσμός να μπεί απ' το παράθυρο στη συνείδηση των λαών. Υπηρετώντας παράλληλα τις δεσποτικές εξουσίες. Φυσική συνέπεια ήταν οι άπειρες αντιφάσεις, ανακολουθίες, άτεχνες συρραφές, διορθώσεις εκ των υστέρων κ.λπ. Έτσι ο κατασκευαστής του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου θεώρησε απαραίτητο να κολλήσει τη γέννηση του θαυματοποιού με την προφητεία του Ησαΐα. "Αλμά" έλεγε ο Ησαΐας, "παρθένος" μετάφρασαν οι εβδομήντα, παρθένα έβαλε κι αυτός.Όταν ο ιουδαιοχριστιανισμός έγινε εξουσία και ξεκίνησε τον λυσσαλέο του αγώνα κατά του Πολιτισμού, ιδιαίτερα του Ελληνικού, μαζί με την καταστροφή αμαρτωλών βιβλίων, έργων τέχνης, μνημείων κ.λπ, φρόντισε να χτυπήσει και την ουσία της Ελληνικής κοσμοθέασης που ήταν η χαρά της ζωής. Έτσι άρχισε η συστηματική εκστρατεία ενάντια στη διασκέδαση, το γέλιο και τον έρωτα. Ο Ι. Χρυσόστομος έγραψε ολόκληρη διατριβή για να πείσει ότι ο Χριστός δεν γέλασε ποτέ!

Κύριος στόχος όμως έγινε ο Έρωτας που από μέγιστος Θεός-Σύμβολο της δημιουργίας και βασικός συντελεστής για μια ισορροπημένη προσωπικότητα, κατηγορήθηκε ως πηγή πάσης αμαρτίας. Και η γυναίκα κατ' επέκταση ως... σκεύος αμαρτωλής ηδονής!

Έτσι οι πρώτοι "Πατέρες της Εκκλησίας", οι... μεγάλες αυτές "διαταραγμένες προσωπικότητες" κομπλεξικών και μισανθρώπων, που σήμερα τιμούνται ως... προστάτες της Ελληνικής Παιδείας, δημιούργησαν μια άρρωστη λατρεία της παρθενίας. Με πρόσχημα πάντα την αναφορά του Ματθαίου θεοποίησαν την παρθένα όχι με την έννοια της ανύπαντρης κοπέλας αλλά με την έννοια του άθικτου παρθενικού υμένα! Με ακραίες επιθέσεις κατά του έρωτα, παράνομου ή νόμιμου, και κατάρες κατά των γυναικών, οι οποίες, όλες χωρίς καμιά εξαίρεση, ήταν αμαρτωλές, όργανα του Σατανά! Τις συνέκριναν φυσικά με τη μία, τη μοναδική, τη γυναίκα που κατάφερε να γεννήσει χωρίς σεξουαλική επαφή! Για να φτάσουμε στη διεστραμμένη και παρανοϊκή άποψη, που έγινε κανόνας από τους Άγιους Πατέρες, ότι η κάθε γυναίκα που ακολουθούσε τη φύση της ήταν υπόλογη διότι δεν κατάφερε να διατηρήσει δια θαύματος την παρθενιά της!

Ποτέ η γυναίκα σε όλη την ιστορία της δεν έπεσε τόσο χαμηλά

ΔΕΣ:
Περιφρονημένη, καθυβριζόμενη, διασυρόμενη από τους Ιεράρχες, χωρίς καμιά οντότητα, χωρίς κανένα δικαίωμα, ακόμα και χωρίς ψυχή! Ναι, χωρίς ψυχή! Η μισογυνική υστερία έφτασε και ως αυτό το σημείο. Με επίσημες αποφάσεις οι πρώτες Σύνοδοι απεφάνθησαν ότι η γυναίκα δεν έχει ψυχή! Μόνο τον 6ο αιώνα καινούργια απόφαση, της επέστρεψε την... ψυχή, διατηρώντας όμως όλους τους χαρακτηρισμούς περί ρυπαρού και αμαρτωλού όντος.

Και η αρρωστημένη λατρεία της παρθενίας αγκάλιασε φυσικά και τους ίδιους τους Άγιους Πατέρες που αποστρέφονταν μετά βδελυγμίας κάθε σκέψη επαφής με το ρυπαρό φύλο, προτρέποντας και τους πιστούς να κάνουν το ίδιο. Η παράνοια αυτή ήταν ένας από τους λόγους που οδήγησαν στην άνθηση της ομοφυλοφιλίας στους ιερατικούς κύκλους με την επισημοποίηση των "αδελφικών" ζευγών και τη σύνταξη ακόμα και ειδικής "γαμήλιας" τελετής!

Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Μέγας Βασίλειος, ο Αυγουστίνος κ.α. ήταν από τους φανατικούς κήρυκες της αντιερωτικής καμπάνιας, ενώ ένας άλλος πατέρας, ο Ωριγένης, αποφάσισε να αυτοευνουχιστεί για να σιγουρευτεί ότι δεν θα υποκύψει στον πειρασμό!Αλλά η ζωή φυσικά δεν μπορεί να εγκλωβιστεί στους κανόνες κάποιων διεστραμμένων εγκεφάλων. Το πρωταρχικό στοιχείο της, ο Ερωτας, επανήλθε στη φυσιολογική του θέση όταν σάπισε το θεοκρατικό Βυζάντιο και η Αναγέννηση ξαναβρήκε τις ζωοδότρες πνοές του Ελληνικού πολιτισμού.

Τα Ευαγγέλια μπήκαν κάτω από τον έλεγχο της έρευνας. Εντοπίστηκαν οι αντιφάσεις, οι αφέλειες και τα ψεύδη τους. Αμφισβητήθηκαν όχι μόνο τα θαύματα και η "διά του κρίνου σύλληψη" αλλά και η ίδια η ύπαρξη του Γιεσούα σαν ιστορικού προσώπου. Άλλοι πάλι μελετώντας τα, "απέδειξαν" ότι η μητέρα του Γιεσούα, Μαρία, είχε και άλλα παιδιά, ενώ κάποιοι έδωσαν τη χαριστική βολή στο μισογυνισμό του Χριστιανισμού, ανακαλύπτοντας ότι ο Γιεσούα είχε σχέσεις με γυναίκες και μάλιστα είχε παντρευτεί, στον εν Κανά γάμο, τη Μαγδαληνή!

Επιστημονική έρευνα και παραφιλολογία τράβηξαν το δρόμο τους, η πρώτη γκρεμίζοντας τους χοντροκομένους μύθους και η δεύτερη δημιουργώντας καινούργιους με "Αγια Δισκοπότηρα" και απογόνους του Γιεσούα!

Ο Χριστιανισμός όμως, ως Δούρειος Ίππος του Εβραϊσμού, μετά από αιώνων διωγμούς, απειλές και γενοκτονίες, είχε καταφέρει να ριζώσει για τα καλά στο πίσω μέρος των εγκεφάλων εκατομμυρίων πιστών. Είχε γίνει πια "παράδοση" και καμιά λογική δεν τον κουνούσε.

Μια παράδοση που είναι πανίσχυρη και σήμερα. Σε τέτοιο βαθμό ώστε ο "νέος μας" αρχιεπίσκοπος σε λόγο του στη Μητρόπολη, ενώπιον σύμπασας της πολιτικής ηγεσίας, να πετά την πιο χοντρή ανθελληνική κοτσάνα και κανείς να μην τολμά να τον βάλει στη θέση του. Να λέει, ότι ο πολιτισμός άρχισε στην Ελλάδα με την... έλευση του χριστιανισμού και αυτόν τον πολιτισμό πρέπει να αναδεικνύουν διανοούμενοι και καλλιτέχνες, και να τον ακούν όλοι σαν μαθητούδια με ευλάβεια.

Παρ' όλα αυτά η πανίσχυρη πάντα Εκκλησία αναγκάζεται κατά καιρούς να επαναδιατυπώνει τα παράλογα δόγματά της, αδιαφορώντας για τη σύγκρουσή τους με την κοινή λογική. Είτε επιβεβαιώνοντας τη θαυματουργή δύναμη της εικόνας του "Αξιον Εστί", είτε πιστοποιώντας τη... θεϊκή παρέμβαση στο άναμμα του... Αγίου Φωτός, είτε υπερασπιζόμενη με το Αλάθητο του Πάπα την παρθενία της Μαριάμ!

Επανερχόμαστε λοιπόν στο μέγα θέμα περί παρθενίας! Το οποίο, για την περίπτωση που εξετάζουμε, συνοψίζεται στο ερώτημα: Εισήλθε ή δεν εισήλθε φυσιολογικά ο "άγγελος με το κρίνο" στην Μαριάμ;

Γιατί αν εισήλθε, τότε η παρθενία πάει περίπατο. Εκτός αν, μετά την "εισαγωγή", επενέβη θεϊκό χέρι και την αποκατέστησε με μια θαυματουργή παρθενορραφή! Ας δούμε λοιπόν τι λένε τα "ιερά ευαγγέλια" ότι συνέβη εκείνο το πρωινό που η Μαριάμ δέχτηκε μια βίζιτα: "...απεστάλη ο άγγελος Γαβριήλ... προς παρθένον μεμνηστευμένη ανδρί, τώ όνομα Ιωσήφ, εξ οίκου Δαυίδ, και το όνομα της παρθένου Μαριάμ, και εισελθών ο άγγελος προς αυτήν είπε, "χαίρε κεχαριτωμένη"... η δε ιδούσα διεταράχθη επί τω λόγω αυτού, και διελογίζετο, ποταπός είη ο ασπασμός ούτος, και είπεν ο άγγελος αυτή "Μή φοβού Μαριάμ...και ιδού συλλήψη εν γαστρί και τέξη υιόν, και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν..." (Λουκάς κεφ. Α, στίχ. 26-35)

Το παραπάνω εδάφιο είναι πραγματικό περιβόλι από το οποίο ο προσεχτικός κηπουρός μπορεί να δρέψει ζουμερούς και σκανδαλιστικούς καρπούς. Αλλά και να γελάσει με τις κωμικές προσπάθειες των σημερινών μεταφραστών να καλύψουν τα αυτονόητα.Κεντρική επί της ουσίας είναι η φράση "εισελθών ο άγγελος προς αυτήν". Εισέρχομαι σημαίνει μπαίνω μέσα. Θα 'λεγε κανείς ότι ο άγγελος μπήκε μέσα στο σπίτι της Μαριάμ. Όμως το αντικείμενο περιέργως είναι η ίδια η Μαριάμ, όπως φαίνεται ξεκάθαρα από το "προς αυτήν"...

Ας δούμε λοιπόν από άλλα βιβλικά κείμενα τί ακριβώς σημαίνει αυτή η έκφραση: "είπε δε Σάρα προς Αβραάμ "Ιδού συνέκλεισε με Κύριος του μη τίκτειν, είσελθε ούν προς την παιδίσκην μου, ίνα τεκνοποιήσωμεν εξ αυτής..." O δε Αβραάμ, άλλο που δεν ήθελε, δέχτηκε την... ανήθικη πρόταση της γυναίκας του και: "...εισήλθε προς Αγαρ, και συνέλαβε, και είδεν ότι εν γαστρί έχει..." (Γένεσις ιστ' 2)Σόι όμως πάει το βασίλειο γιατί το ίδιο έκανε και η Ραχήλ με τη δούλη της Βαλλάν: "και έδωκεν αυτώ Βαλλάν, την παιδίσκην αυτής αυτώ γυναίκα, και εισήλθε προς αυτήν Ιακώβ" (Γένεσις λ,4)Αλλά και ο Δαυίδ όταν του γυάλισε κάποια γυναίκα που λουζόταν, έστειλε αγγέλους να του τη φέρουν και στη συνέχεια: "...έλαβε αυτήν και εισήλθε προς αυτήν, και εκοιμήθη μετ'αυτής, και εν γαστρί έλαβεν η γυνή..." (Σαμουήλ Β' ια 2-21)

Πανομοιότυπη λοιπόν η έκφραση σε όλες τις περιπτώσεις με την ίδια πάντοτε έννοια. "Εισέρχομαι" προς μία γυναίκα σημαίνει πέρα από κάθε αμφιβολία "Συνευρίσκομαι" με αυτήν.

Θέλετε τώρα να γελάσετε; Ακούστε πώς μεταφράζει το εδάφιο στο κατά Λουκάν ο σοφώτατος κύριος Π. Ν. Τρεμπέλας υποτιμώντας τη νοημοσύνη μας: "και αφού εμβήκεν ο άγγελος εις το δωμάτιον της, της είπε..." Ανασκολόπιση του κειμένου με την Μαριάμ να γίνεται δωμάτιο!

Ας πάμε όμως παρακάτω, στην επόμενη φράση που επιβεβαιώνει πανηγυρικά το είδος της "εισαγωγής". "...και διελογίζετο αύτη, ποταπός είη ο ασπασμός ούτος... Δεν χρειάζονται καν γνώσεις των αρχαίων Ελληνικών. Η παλιά καθαρεύουσα του Γυμνάσιου είναι αρκετή για να καταλάβουμε ότι η Μαριάμ ταράχτηκε από το αισχρό, χυδαίο φίλημα που δέχτηκε από τον "άγγελο". Τι άλλο μπορεί να σημαίνει ο "ποταπός ασπασμός";

Θαυμάστε τώρα τον κ. Π. Ν. Τρεμπέλα και την... κεραμίδα που μας πετάει κατακέφαλα για να σφραγίσει το μικρό παράθυρο αλήθειας του ευαγγέλιου. "... και εσκέπτετο μέσα της, ποίαν σημασίαν και ποίον σκοπόν να είχε ο χαιρετισμός ούτος."Το αισχρό φίλημα, που όλοι ξέρουμε ότι για να είναι αισχρό συνοδεύεται και από "ξεδιάντροπες" πράξεις, έγινε απλός και αθώος χαιρετισμός! Κατόπιν τούτου ο κ. Τρεμπέλας πήγε ήσυχος για ύπνο βαθύ, ύπνο του... δικαίου ανδρός που εξετέλεσε το χρέος του απέναντι σ' αυτούς που ευνούχισαν πολιτιστικά το λαό μας και τον αποκοίμησαν με ψέματα και παραμύθια.Ο δε Πάπας βγήκε το 1987 να μας επιβεβαιώσει με το... αλάθητο του ότι είμαστε ηλίθιοι...

Εγώ να προσθέσω μόνο ότι, όποια ιστορία αυτής της θρησκείας κι αν πιάσεις, είναι επινοημένη και συναρμολογημένη... Για τον απλούστατο λόγο ότι δεν βγήκε μέσα από τις παραδόσεις κάποιου λαού, αλλά κατασκευάστηκε με κομμάτια από άλλες θρησκείες για να ικανοποιεί -σκέφτηκαν- τους πάντες και να αξιοποιείται εύκολα από την εξουσία! (Οι εικόνες δείχνουν τη διαχρονική αξιοποίηση φτερωτών ανδρών ή γυναικών για τη μεταφορά μηνυμάτων από τους θεούς στους πιστούς, από τους Βαβυλώνιους και τους Ασσύριους, μέχρι τους Ιουδαίους και τους Χριστιανούς)

Ένα σημαντικό ερώτημα:
Ήταν η Μαριάμ, φυσική ή παρένθετη μητέρα του Ιησού;

1) Αν ήταν φυσική μητέρα του Ιησού τότε τα γονίδιά του (DNA) ήταν 50% ανθρώπινα και 50% μόνο Θεϊκά, άρα έχουμε ΗΜΙΘΕΟ.
2) Αν ήταν παρένθετη μητέρα του Ιησού τότε τα γονίδιά του (DNA) ήταν 100% Θεϊκά τότε έχουμε μόνο Θεό και όχι Άνθρωπο.

Πάντως όποια απάντηση και να επιλέξουμε ερχόμαστε σε αντίθεση με το επίσημο Δόγμα και πέφτουμε σε Αίρεση!

ΓΙΑΤΙ η ΠΑΡΘΕΝΟΣ Μαρία ΔΕΝ ήταν ΠΑΡΘΕΝΟΣ

Ο ισχυρισμός ότι η μητέρα του Ιησού, η Παναγία, δέχτηκε την διείσδυση κάποιου άντρα προκειμένου να συλλάβει τον Υιό της, είναι ένα μεγάλο πλήγμα για έναν πιστό. Όταν τόσους αιώνες μαθαίνουμε πως η Παρθένος Μαρία δεν αγγίχτηκε από κανέναν άντρα, ούτε καν από τον Θεό, αποτελεί προσβολή, σίγουρα.

Ναι, σαφώς είναι βλασφημία να ειπωθεί κάτι τέτοιο, αλλά μόνο για εκείνον που είναι πιστός χωρίς να ξέρει για ποιο λόγο είναι πιστός και σε τι πιστεύει (όταν δεν διαβάζει τα ιερά και θεόπνευστα βιβλία και μένει μόνο στην προφορική διδασκαλία). Αν ο «πιστός» είχε, λοιπόν, την υπομονή και το θάρρος να διαβάσει ολόκληρη την Βίβλο –και όχι από κάποια μετάφραση– θα μπορούσε να έχει καλύτερη άποψη για όλα αυτά που είναι γραμμένα εκεί μέσα, σε αντίθεση με όλα εκείνα που μάθαινε τόσα χρόνια από το σχολείο, την οικογένεια, την Εκκλησία, την κοινωνία κλπ.

Δεν μένει, τώρα, παρά να στηρίξουμε τον ισχυρισμό μας.

Πρώτα, λοιπόν, θα δούμε πως περιγράφεται η σεξουαλική πράξη στην Αγία Γραφή (με κείμενα που προέρχονται από το επίσημο site της Εκκλησίας) και, μάλιστα, με την συνοδεία εγκεκριμένης, από την ίδια την Εκκλησία, μετάφραση στην δημοτική, από τις εκδόσεις Ελληνική Βιβλική Εταιρία του 1997:

Στους πρωτόπλαστους:

Αδάμ δὲ ἔγνω Εὔαν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ συλλαβοῦσα ἔτεκε τὸν Κάϊν
Ο Αδάμ συνευρέθηκε με την Εύα, την γυναίκα του, κι εκείνη έμεινε έγκυος και γέννησε τον Κάιν (Γένεσις Δ΄ 1)

Καὶ ἔγνω Κάϊν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ συλλαβοῦσα ἔτεκε τὸν ᾿Ενώχ.
Ο Κάιν συνευρέθηκε με την γυναίκα του, κι εκείνη έμεινε έγκυος και γέννησε τον Ενώχ (Γένεσις Δ΄ 17)

Εγνω δὲ ᾿Αδὰμ Εὔαν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ συλλαβοῦσα ἔτεκεν υἱόν
Ο Αδάμ συνευρέθηκε πάλι με την γυναίκα του, κι εκείνη γέννησε γιο (Γένεσις Δ΄ 25)

Όταν στην γη ζούσαν γίγαντες:

οἱ δὲ γίγαντες ἦσαν ἐπὶ τῆς γῆς ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις· καὶ μετ᾿ ἐκεῖνο, ὡς ἂν εἰσεπορεύοντο οἱ υἱοὶ τοῦ Θεοῦ πρὸς τὰς θυγατέρας τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἐγεννῶσαν ἑαυτοῖς·
Εκείνο τον καιρό και αργότερα, ζούσαν στην γη οι γίγαντες, απόγονοι των γιων του Θεού από την ένωσή τους με τις κόρες των ανθρώπων (Γένεσις Στ΄ 4)

Ανάμεσα στους ανθρώπους:

καὶ εἰσῆλθε πρὸς ῎Αγαρ, καὶ συνέλαβε.
Ο Άβραμ, λοιπόν, συνευρέθηκε με την Άγαρ κι εκείνη έμεινε έγκυος (Γένεσις ΙΣτ΄ 4)

Στις αιμομικτικές στιγμές:

εἶπε δὲ ἡ πρεσβυτέρα πρὸς τὴν νεωτέραν· ὁ πατὴρ ἡμῶν πρεσβύτερος, καὶ οὐδείς ἐστιν ἐπὶ τῆς γῆς, ὃς εἰσελεύσεται πρὸς ἡμᾶς, ὡς καθήκει πάσῃ τῇ γῇ· 32 δεῦρο καὶ ποτίσωμεν τὸν πατέρα ἡμῶν οἶνον καὶ κοιμηθῶμεν μετ᾿ αὐτοῦ καὶ ἐξαναστήσωμεν ἐκ τοῦ πατρὸς ἡμῶν σπέρμα.
Μια μέρα, η μεγαλύτερη κόρη είπε στην μικρότερη: «Ο πατέρας μας γέρασε και δεν υπάρχει στην περιοχή άντρας να συνευρεθεί μαζί μας, όπως γίνεται σε όλο τον κόσμο. Έλα να μεθύσουμε τον πατέρα μας με κρασί και να πλαγιάσουμε μαζί του για να αφήσουμε απογόνους από αυτόν». (Οι επίμαχες περιγραφές «εισέρχομαι προς κάποιον» βρίσκονται σε συνεχή έκταση στο Γένεσις ΙΘ΄ 30-38)

ἡ δὲ παρθένος ἦν καλὴ τῇ ὄψει σφόδρα· παρθένος ἦν, ἀνὴρ οὐκ ἔγνω αὐτήν.
Η κόρη (η Ρεβέκκα) ήταν πολύ όμορφη στην εμφάνιση και παρθένα.
Κανένας άντρα δεν την είχε αγγίξει. (Γένεσις ΚΔ΄ 16)

εἶπε δὲ ᾿Ιακὼβ τῷ Λάβαν· δός μοι τὴν γυναῖκά μου, πεπλήρωνται γὰρ αἱ ἡμέραι, ὅπως εἰσέλθω πρὸς αὐτήν.
Μετά είπε στον Λάβαν (ο Ιακώβ): «Ο χρόνος της δουλείας μου συμπληρώθηκε. Δώσε μου την γυναίκα μου να μείνω μαζί της» (Γένεσις ΚΘ΄ 21) Διαβάζοντας ολόκληρο το κείμενο (Γένεσις ΚΘ΄ 16-32), όπως θα διαπιστώσουμε και στο απόσπασμα που παραθέτουμε στην συνέχεια (Γένεσις ΚΘ΄ 30), το «εισέλθω προς αυτήν» στην ουσία θα έπρεπε να μεταφραστεί ως «για να πλαγιάσω μαζί της» διότι αυτή ήταν η συμφωνία μεταξύ Ιακώβ και Λάβαν.

καὶ λαβὼν Λείαν τὴν θυγατέρα αὐτοῦ εἰσήγαγε πρὸς ᾿Ιακὼβ καὶ εἰσῆλθε πρὸς αὐτὴν ᾿Ιακώβ
Πήρε την κόρη του (ο Λάβαν) την Λεία και την έφερε στον Ιακώβ, κι εκείνος πλάγιασε μαζί της (Γένεσις ΚΘ΄ 23)

καὶ εἰσῆλθε πρὸς Ραχήλ
Ο Ιακώβ πλάγιασε και με την Ραχήλ (Γένεσις ΚΘ΄ 30) 

καὶ ἔδωκεν αὐτῷ Βαλλὰν τὴν παιδίσκην αὐτῆς αὐτῷ γυναῖκα· καὶ εἰσῆλθε πρὸς αὐτὴν ᾿Ιακώβ καὶ συνέλαβε Βαλλὰ ἡ παιδίσκη Ραχὴλ καὶ ἔτεκε τῷ ᾿Ιακὼβ υἱόν.
Του έδωσε, λοιπόν, την δούλη της Βαλλά για γυναίκα και ο Ιακώβ κοιμήθηκε μαζί της. Η Βαλλά έμεινε έγκυος και του γέννησε γιο (Γένεσις Λ΄ 4-5)

Εἶδε δὲ Λεία ὅτι ἔστη τοῦ τίκτειν, καὶ ἔλαβε Ζελφὰν τὴν παιδίσκην αὐτῆς καὶ ἔδωκεν αὐτὴν τῷ ᾿Ιακὼβ γυναῖκα καὶ εἰσῆλθε πρὸς αὐτὴν καὶ συνέλαβε Ζελφὰ ἡ παιδίσκη Λείας καὶ ἔτεκε τῷ ᾿Ιακὼβ υἱόν.
Η Λεία, βλέποντας ότι έπαψε να γεννάει, πήρε την δούλη της Ζελφά και την έδωσε στον Ιακώβ για γυναίκα (ο οποίος εισήλθε προς αυτήν κι εκείνη) η Ζελφά γέννησε στον Ιακώβ γιο (Γένεσις Λ΄ 9-10)

πρὸς ἐμὲ εἰσελεύσῃ σήμερον· μεμίσθωμαι γάρ σε ἀντὶ τῶν μανδραγορῶν τοῦ υἱοῦ μου. καὶ ἐκοιμήθη μετ᾿ αὐτῆς τὴν νύκτα ἐκείνην.
«Σε μένα θα έρθεις (να εισέλθεις, λέει η Λεία στον Ιακώβ), γιατί σε πλήρωσα με αντίτιμο τα μήλα του μανδραγόρα του γιού μου». Ο Ιακώβ κοιμήθηκε μ’ αυτήν εκείνη την νύχτα. (Γένεσις Λ΄ 16)

Θεωρώ ότι ως εδώ, όλα αυτά τα παραδείγματα, είναι αρκετά.
Το «σεξ», η «ερωτική πράξη», η «συνουσία», η «διείσδυση», το «πλαγιάζω με κάποια ή κάποιον», το «κοιμάμαι με κάποια ή κάποιον», το «κοκό», το «πήδημα», ή όπως αλλιώς κι αν το ονομάζει ο καθένας μας, βρίσκεται παντού και με τον ίδιο πάντα τρόπο γραμμένο στην Παλαιά Διαθήκη: με τα ρήματα «γνωρίζω» και «εισέρχομαι προς κάποιον ή κάποιον».

Και σημαίνει πάντα το ίδιο: την ερωτική πράξη.
Για ποιο λόγο να διαφέρει η περιγραφή στην Καινή Διαθήκη;

καὶ εἰσελθὼν ὁ ἄγγελος πρὸς αὐτὴν (την Μαριάμ) εἶπε· Χαῖρε,
κεχαριτωμένη· ὁ Κύριος μετὰ σοῦ· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν. ἡ δὲ ἰδοῦσα διεταράχθη ἐπὶ τῷ λόγῳ αὐτοῦ, καὶ διελογίζετο ποταπὸς εἴη ὁ ἀσπασμὸς οὗτος. καὶ εἶπεν ὁ ἄγγελος αὐτῇ· Μὴ φοβοῦ, Μαριάμ· εὗρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ. καὶ ἰδοὺ συλλήψῃ ἐν γαστρὶ καὶ τέξῃ υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν. (Κατά Λουκάν Α΄ 28-31)

Στην συνέχεια η Μαριάμ ρωτά τον άγγελο «Πώς θα μου συμβεί αυτό, αφού εγώ δεν έχω συζυγικές σχέσεις με κανέναν άντρα (Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω;)».
 
Αναρωτήθηκε η Μαριάμ, διότι αν και ήταν αθώο κορίτσι, είχε αντιληφθεί ότι τα παιδιά γεννιούνται μετά από κάτι που λέγετε «ερωτική πράξη» και γίνεται με μία γυναίκα και έναν άντρα. Που να φανταστεί ότι την ίδια ερωτική πράξη θα την έκανε με έναν «άγγελο» και απεσταλμένο του Θεού!

Ωστόσο, η ουσία δεν βρίσκεται στο τι φαντάστηκε ούτε στο τι ήξερε, περί ερωτικών πράξεων, η Μαριάμ, ούτε στο αν συνέναισε ή στο αν ξεγελάστηκε.

Η ουσία έγκειται στο ότι ο άγγελος «εισήλθε προ αυτήν», δηλαδή, διείσδυσε μέσα της και, μάλιστα, ύστερα από κάποιον χαιρετισμό που της φάνηκε ποταπός (εξευτελιστικός) και την τάραξε…

Και, άρα, πολύ απλά:
η Παναγία συνεβρέθηκε με κάποιον που ο Λουκάς κατονομάζει ως τον «άγγελο Γαβριήλ».
 
Κάπως έτσι με προγενέστερη επίσκεψη γεννήθηκαν και τα πρώτα αδέλφια του Ιησού:
...και ο Κύριος επισκέφθηκε την Άννα και συνέλαβε, και γέννησε τρεις γιους και δυο θυγατέρες. (Σαμουήλ Α', 2:21)

------------------------------

Ο 80χρονος Ιωσήφ, δεν μπορούσε να έχει νόμιμη γυναίκα του μια 14χρονη έγκυο παιδούλα!

Ο Επιφάνιος δεν απαντά καθόλου στο επίμαχο ερώτημα:
Πως μπορούσε o 80χρονος Ιωσήφ, να έχει νόμιμη γυναίκα του την Μαρία μια εκτός γάμου έγκυο παιδούλα;


7. 8 Ἤκουσα γὰρ παρά τινος ὥς τινες τολμῶσι περὶ ταύτης λέγειν
ὅτι μετὰ τὸ γεγεννηκέναι τὸν σωτῆρα συνήφθη ἀνδρί. καὶ οὐ θαυ-
μάζω. ἀεὶ γὰρ ἡ ἄγνοια τῶν μὴ τὰ ἀκριβῆ ἐγνωκότων τῶν θείων
γραφῶν μηδὲ ἱστορίαις προσεγγισάντων, ἀφ' ἑτέρων εἰς ἕτερα τρέπει
καὶ περισπᾷ τὸν ἀπ' ἰδίου νοὸς βουλόμενόν τι περὶ τῆς ἀληθείας
ἰχνηλατεῖν. πρῶτον γὰρ ὅτε ἡ παρθένος παρεδίδοτο τῷ Ἰωσήφ,
κλήρων εἰς τοῦτο ἀναγκασάντων αὐτὴν ἥκειν, οὐ παρεδόθη αὐτῷ

εἰς συνάφειαν, εἰ δεῖ τὰ ἀληθῆ λέγειν, ἐπειδὴ χῆρος ἦν. ἀλλὰ διὰ τὸν
νόμον μὲν ἀνὴρ κέκληται τῆς αὐτῆς, κατὰ δὲ τὴν ἀκολουθίαν ἐκ τῆς
τῶν Ἰουδαίων παραδόσεως δείκνυται ὡς οὐχ ἕνεκεν τοῦ ζευχθῆναι
αὐτῷ παρεδίδοτο αὐτῷ ἡ παρθένος, ἀλλ' ὅπως διαφυλαχθείη εἰς
μαρτύριον τῶν ἐσομένων ὅτι οὐ νόθος ἡ τῆς ἐνσάρκου παρουσίας οἰ-
κονομία ἐπεδήμησεν, ἀλλὰ μεμαρτυρημένη ἐν ἀληθείᾳ, ἐκτὸς μὲν
σπέρματος ἀνδρός, ἐν πνεύματι ἁγίῳ οἰκονομηθεῖσα ἐν ἀληθείᾳ.
πῶς γὰρ ἠδύνατο ὁ τοσοῦτος γέρων παρθένον ἕξειν γυναῖκα, ὢν ἀπὸ
πρώτης γυναικὸς χῆρος τοσαῦτα ἔτη;

οὗτος μὲν γὰρ ὁ Ἰωσὴφ ἀδελφὸς γίνεται τοῦ Κλωπᾶ,
ἦν δὲ υἱὸς τοῦ Ἰακώβ, ἐπίκλην δὲ Πάνθηρ καλουμένου·
ἀμφότεροι οὗτοι ἀπὸ τοῦ Πάνθηρος ἐπίκλην γεννῶνται.
ἔσχε δὲ οὗτος ὁ Ἰωσὴφ τὴν μὲν πρώτην αὐτοῦ γυναῖκα ἐκ τῆς φυλῆς Ἰούδα,
καὶ κυΐσκει αὐτῷ αὕτη παῖδας τὸν ἀριθμὸν ἕξ, τέσσαρας μὲν ἄρρενας,
θηλείας δὲ δύο, καθάπερ τὸ εὐαγγέλιον τὸ κατὰ Μάρκον καὶ κατὰ
Ἰωάννην ἐσαφήνισαν.
ἔσχε μὲν οὖν πρωτότοκον τὸν Ἰάκωβον τὸν
ἐπικληθέντα Ὠβλίαν, ἑρμηνευόμενον τεῖχος, καὶ δίκαιον ἐπικληθέντα,
Ναζιραῖον δὲ ὄντα, ὅπερ ἑρμηνεύεται ἅγιος. καὶ πρῶτος οὗτος εἴληφε
τὴν καθέδραν τῆς ἐπισκοπῆς, ᾧ πεπίστευκε κύριος τὸν θρόνον αὐτοῦ
ἐπὶ τῆς γῆς πρώτῳ· ὃς καὶ ἐκαλεῖτο ὁ ἀδελφὸς τοῦ κυρίου, καθάπερ
καὶ ὁ ἀπόστολος συνᾴδει τούτοις, ὧδέ που λέγων «ἕτερον δὲ τῶν ἀπο-
στόλων οὐκ εἶδον, εἰ μὴ Ἰάκωβον τὸν ἀδελφὸν τοῦ κυρίου» καὶ τὰ
ἑξῆς. ἀδελφὸς δὲ τοῦ κυρίου οὗτος καλεῖται διὰ τὸ ὁμότροφον, οὐχὶ
κατὰ φύσιν, ἀλλὰ κατὰ χάριν.

Μαρία μὲν γὰρ ὁρμασθεῖσα τῷ Ἰωσὴφ
ἐδόκει γυνὴ εἶναι τοῦ ἀνδρός, μὴ ἔχουσα πρὸς αὐτὸν σωμάτων συνά-
φειαν. ἐκ ταύτης δὲ τῆς ὑποθέσεως ἡ γειτνίασις ἀγχιστείας τῶν υἱῶν
Ἰωσὴφ πρὸς τὸν σωτῆρα ἐν ἀδελφῶν τάξει κέκληται, μᾶλλον δὲ καὶ
ἐλογίσθη· ὡς γὰρ καὶ αὐτὸς ὁ Ἰωσὴφ μὴ σχὼν κοινωνίαν πρὸς τὴν
γέννησιν τὴν κατὰ σάρκα τοῦ σωτῆρος ἐν τάξει πατρὸς λογίζεται κατ'
οἰκομονίαν, καθὼς λέγει Λουκᾶς ὁ εὐαγγελιστὴς περὶ αὐτοῦ τοῦ σω-
τῆρος ὅτι «ὢν υἱός, ὡς ἐνομίζετο, Ἰωσήφ», ὡς καὶ αὐτὴ ἡ Μαριὰμ
ἔφη πρὸς αὐτὸν ἐν τῷ κατὰ Λουκᾶν εὐαγγελίῳ «ἰδού, ἐγὼ καὶ ὁ
πατήρ σου ἐζητοῦμέν σε ὀδυνώμενοι». τίς οὖν ἂν εἴποι τὸν Ἰωσὴφ
πατέρα τοῦ κυρίου, ὃς οὐδὲν πρὸς αὐτὸν εἶχεν αἴτιον, μάλιστα τῆς
ἐνσάρκου παρουσίας ἐκτὸς σπέρματος ἀνδρὸς ὑπαρχούσης; ἀλλὰ διὰ
τῆς οἰκονομίας τοῦτον εἴληφε τὸν κλῆρον τὰ πράγματα.

8. 8 Τίκτει μὲν τοῦτον τὸν Ἰάκωβον ἐγγύς που περὶ ἔτη γεγονὼς
τεσσαράκοντα, πλείω ἐλάσσω. μετ' αὐτὸν δὲ γίνεται παῖς Ἰωσῆ
καλούμενος. εἶτα μετ' αὐτὸν Συμεών, ἔπειτα Ἰούδας, καὶ δύο θυγατέρες.
μετὰ ἔτη πολλὰ λαμβάνει τὴν Μαρίαν χῆρος, κατάγων ἡλικίαν περί
που ὀγδοήκοντα ἐτῶν καὶ πρόσω ὁ ἀνήρ. καὶ μετὰ ταῦτα λαμβάνει τὴν
Μαρίαν, ὡς καὶ ἐν τῷ εὐαγγελίῳ λέγει· «μνηστευθείσης» γάρ φησι «τῆς
Μαρίας», καὶ οὐκ εἶπε γαμηθείσης. καὶ πάλιν ἄλλοτε «οὐκ ᾔδει αὐτήν»·
θαυμάσαι δὲ ἔστιν ἐπὶ πᾶσιν οἷς † αἱ προφάσεις θηρῶνται αἱ πονηραί,
καὶ ὧν οὐκ ἔστι χρεία ἐρευνᾶν τὰς αἰτίας καὶ ζητεῖν τὰ μὴ ζητούμενα,

Epiphanius Scr. Eccl., Panarion (= Adversus haereses) (2021: 002)
“Epiphanius, Bände 1–3: Ancoratus und Panarion”, Ed. Holl, K.
Leipzig: Hinrichs, 1:1915; 2:1922; 3:1933; Die griechischen christlichen Schriftsteller 25, 31, 37.
Volume 3, page 458, line 6

Άλλο ένα κείμενο για το ίδιο θέμα
του Raibeart Cailean

Αφού είδαμε ότι ο Ιησούς γεννήθηκε 4 χρόνια μετά το θάνατο του Ηρώδη (πράγμα που δεν τον εμπόδισε να σφάξει τα νήπια, όντας πεθαμένος), ας αφήσουμε τις ανοησίες των απολογητών και ας πάμε πάλι στις ασυναρτησίες της Καινής Διαθήκης...

Όπως ισχυρίζονται οι ευαγγελιστές, η Μαρία συνέλαβε τον Ιησού χωρίς φυσική επαφή. Το θαυμάσιο γεγονός αναγγέλεται από τον άγγελο υπηρεσίας στους γονείς και συγκεκριμένα:

Μόνο στον Ιωσήφ (Ματθ. 1:20)
Μόνο στη Μαρία (Λουκ. 1:30-31)

Ενώ λοιπόν ο Ματθαίος μας πληροφορεί πως ο άγγελος παρουσιάστηκε στον Ιωσήφ, ο Λουκάς μας ενημερώνει πως αυτός παρουσιάστηκε στη Μαρία. Φυσικά δεν μπορεί πάλι να είναι και τα δύο σωστά, οπότε ένας απ’ αυτούς τους δύο κάνει λάθος. Οι χριστιανοί συχνά, προσπαθώντας να γεφυρώσουν τις αντιφάσεις, προβαίνουν σε σύνθεση των ευαγγελίων: «Ο άγγελος παρουσιάστηκε και στους δύο» λένε. «Απλά ο Λουκάς μας περιγράφει την επίσκεψή του στη Μαρία ενώ ο Ματθαίος την επίσκεψή του στον Ιωσήφ». Βέβαια, από το ευαγγέλιο του κάθε ευαγγελιστή δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Ο καθένας είναι σαφής ως προς αυτό που περιγράφει. Αν ο Ματθαίος πίστευε ή/και γνώριζε πως ο άγγελος παρουσιάστηκε και στη Μαρία, γιατί δεν το αναφέρει; Γνωρίζει πως μερικά χρόνια αργότερα θα το αναφέρει ο Λουκάς ή κάνει οικονομία στο μελάνι;

Μπορεί οι αυθαίρετες ερμηνείες και οι δικαιολογίες των απολογητών να μην έχουν ούτε θεολογική ούτε καν λογική βάση, αλλά ομολογουμένως είναι αρκούντως διασκεδαστικές.

Στο θέμα της αναγγελίας της σύλληψης του Ιησού, οι ευαγγελιστές, εκτός από το πρόσωπο στο οποίο παρουσιάζεται ο άγγελος, διαφωνούν και ως προς το χρόνο που παρουσιάζεται. Συγκεκριμένα, ο Ματθαίος υποστηρίζει πως ο άγγελος παρουσιάστηκε στον Ιωσήφ μετά τη σύλληψη ενώ ο Λουκάς λέει πως αυτός παρουσιάστηκε στη Μαρία πριν τη σύλληψη.

Απορίας άξιο είναι από πού αντλούν τις πληροφορίες τους και οι δύο ευαγγελιστές, από τη στιγμή που δεν είναι αυτόπτες μάρτυρες των γεγονότων και ειδικά στο ευαγγέλιο του Ματθαίου. Αν υποθέσουμε πως το ευαγγέλιο είναι όντως του Ματθαίου, ο οποίος γνώρισε τον Ιησού στα τριάντα του, πώς γνωρίζει τι είχε ονειρευτεί ο πατέρας του Ιησού τριάντα χρόνια πριν; Μήπως ο Ματθαίος γράφει πάλι τις συνηθισμένες του φαντασιώσεις;

Το θέμα όμως της αναγγελίας από τον άγγελο στη Μαρία ότι θα συλλάβει τον Ιησού έχει ένα σημείο που αξίζει την προσοχή μας: Λέει ο Λουκάς:
«Και εισελθών ο άγγελος προς αυτήν, είπε...» (Λουκ. 1:28)

Το σημείο που μας προβληματίζει είναι εκείνο το «εισελθών προς αυτήν», που βάζει φαρδιά-πλατιά ο Λουκάς. Δεν πρόκειται για δηλωτικό μιας αθώας επίσκεψης. Στην «Αγία Γραφή», όπου χρησιμοποιείται ο συγκεκριμένος όρος, δηλώνει τη γενετήσια πατροπαράδοτη πράξη με την οποία συλλαμβάνουν οι γυναίκες. Την ίδια έκφραση, πάντα με το ίδιο νόημα, τη συναντάμε σε πολλά σημεία της Βίβλου:

«Είπεν δε Ιακώβ τω Λάβαν: άποδος την γυναίκα μου πεπλήρωνται γαρ αι ημέραι μου, όπως εισέλθω προς αυτήν» (Γέν. 29:21)
«Λαβών Λάβαν Λείαν τη θυγατέρα αυτού εισήγαγεν αυτήν προς Ιακώβ και εισήλθεν προς αυτήν ο Ιακώβ» (Γεν. 29:23)
«Εισήλθεν δε προς αυτήν Ιακώβ. Και συνέλαβε Βάλλα η παιδίσκη Ραχήλ και έτεκεν τω Ιακώβ υιον» (Γεν. 30:4-5)
«Εισήλθεν δε προς αυτήν Ιακώβ και συνέλαβε Ζέλφα η παιδίσκη Λεία και έτεκεν τω Ιακώβ υιόν» (Γεν. 30:10)
«....είπεν δε Σάρα προς Άβραμ “Ιδού συνέκλινέ με Κύριος του μη τίκτειν” είσελθε ουν προς την παιδίσκην μου , ίνα τεκνοποιήσωμεν εξ αυτής , υπήκουσε δε Άβραμ της φωνής Σάρας...Και εισήλθε προς Άγαρ και συνέλαβε , και είδεν ότι εν γαστρί έχει» (Γεν. 16:2)
και πολλά άλλα εδάφια, ων ουκ έστι αριθμός, όλα με το ίδιο νόημα.

Το νόημα της φράσης «εισελθών προς αυτήν» είναι φανερό και δεν επιδέχεται αμφισβήτησης ή παρερμηνείας. Αν συνδυάσουμε τη φράση αυτή με τη γενική συμπεριφορά του αγγέλου προς τη Μαρία (η οποία θεωρεί τον ασπασμό του αγγέλου «ποταπό» - ποιός ξέρει πώς έγινε) αλλά και με τη στάση του Λουκά που σε κανένα σημείο του ευαγγελίου του δεν κάνει λόγο για «παρθένο Μαρία» μετά την επίσκεψη του αγγέλου αλλά μιλάει μόνο για Μαρία, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα πως ενδεχομένως ο Λουκάς να περιγράφει τη φυσιολογική σύλληψη του Ιησού με τη βοήθεια κάποιου απεσταλμένου του θεού – πιθανώς κάποιου μέλους του ιερατείου - με το όνομα Γαβριήλ ο οποίος «εισήλθεν προς αυτήν» προκειμένου να συλλάβει η Μαρία.

Η Μαρία γνωρίζει ότι θα αντιμετωπίσει πρόβλημα με την εγκυμοσύνη της, από τη στιγμή που δεν προέρχεται από το σύζυγό της, γεγονός που (σύμφωνα με τους άσχετους ευαγγελιστές) θα την οδηγούσε κατ’ ευθείαν στο λιθοβολισμό ή (σύμφωνα με το νόμο των Εβραίων) στο στραγγαλισμό. Μας το επιβεβαιώνει ο Ματθαίος που αναφέρει σχετικά πως:

«πριν έλθουν σε επαφή (ο Ιωσήφ και η Μαρία) βρέθηκε με μωρό από το “Άγιο Πνεύμα”» (Ματθ. 1:18)
Η θεωρία της παρθενογένεσης του Ιησού εφευρέθηκε από τους πρώτους χριστιανούς αντιγράφοντας τους ρωμαϊκούς και παγανιστικούς μύθους (η γέννηση ενός γιου του θεού από παρθένο είναι ρωμαϊκή πρόληψη), για να αλλάξει την άποψη που ήταν ευρέως διαδεδομένη τα πρωτοχριστιανικά χρόνια πως η Μαρία ήταν η μοιχαλίδα σύζυγος ενός ξυλουργού. Η άποψη αυτή αποτυπώνεται καθαρά στο έργο του νεοπλατωνικού φιλόσοφου Κέλσου «Λόγος αληθής ή κατά χριστιανών» (το οποίο εξαφάνισαν οι χριστιανοί, όπως και πολλά άλλα).

Έπειτα, είναι και η στάση της Μαρίας. Ενώ της λέει ο άγγελος (αφού εισήλθε προς αυτήν) πως θα συλλάβει με πνεύμα άγιο, δεν ενημερώνει τον Ιωσήφ. Ο Ιωσήφ διαπιστώνει μόνος του, μετά από μήνες, όταν άρχισαν να φαίνονται τα συμπτώματα της εγκυμοσύνης, πως η Μαρία είναι έγκυος. Η Μαρία δεν του έχει πει τίποτε κι αυτόν τον ζώνουν τα φίδια, καθώς αναρωτιέται πώς έμεινε αυτή έγκυος πριν αυτός την ακουμπήσει (Ματθ. 1:18). Παρ’ όλο που ο άγγελος ήταν σαφής, η Μαρία φαίνεται να ντρέπεται για την εγκυμοσύνη της κι αποφεύγει να το πει στον Ιωσήφ, ο οποίος τελικά το μαθαίνει από κάποιον τρίτο (άλλον άγγελο). Φαίνεται πως και την εποχή εκείνη, ο σύζυγος το μάθαινε τελευταίος.

Γιατί όμως να ντρέπεται η Μαρία να ομολογήσει την κατάστασή της στον σύζυγό της, από τη στιγμή που ο ίδιος ο άγγελος τη βεβαίωσε ότι είχε επιλεγεί από τον ίδιο το Γιαχωβά να γεννήσει το παιδί του; Δεν θα έπρεπε όλο χαρά να αναγγείλει το ευχάριστο γεγονός στον άντρα της; Κι όμως, ο Ιωσήφ δεν μαθαίνει τίποτε από τη Μαρία. Αυτό φαίνεται από το γεγονός πως ο Ιωσήφ δεν είχε ιδέα για το «Πνεύμα Αγίου» που κατέστησε έγκυο τη Μαρία, και αναγκάζεται ο άγγελος να του τα εξηγήσει στον ύπνο του (Ματθ. 1:20). Για να καταλάβει όμως ο Ιωσήφ ότι η Μαρία ήταν έγκυος, σημαίνει πως είχε περάσει τουλάχιστον ένα χρονικό διάστημα πέντε-έξι μηνών, οπότε άρχισε να φαίνεται η εγκυμοσύνη. Έξι μήνες και η Μαρία δεν του έχει πει τίποτε απολύτως. Παράξενη πραγματικά συμπεριφορά από κάποιαν που υποτίθεται ότι την έχει διαλέξει ο θεός.

Εφόσον όμως η όλη ιστορία της σύλληψης του Ιησού βασίζεται σε όνειρα και σε αγγέλους, γιατί να δώσει κανείς περισσότερη σημασία και πιστοποιητικά αξιοπιστίας σ’ αυτήν απ’ ό,τι θα έδινε σε μια παρόμοια ιστορία που οδηγούσε στην ίδια ακριβώς κατάσταση στην οποία βρέθηκαν οι μητέρες άλλων θεών προγενέστερων του Ιησού; Γιατί για παράδειγμα η μητέρα του Μίθρα δεν μπορούσε να γεννήσει ένα θεό χωρίς σεξουαλική πράξη και μπορούσε να το κάνει η Μαρία (που στο κάτω-κάτω έχουμε και την ύποπτη «είσοδο προς αυτήν» του αγγέλου);

Δεν θα πρέπει φυσικά να ξεχνάμε το βασικό ερώτημα που προκύπτει από την παράθεση των δύο γενεαλογιών από τους ευαγγελιστές όσο και από την παράθεση από τους ίδιους της «θαυματουργής» σύλληψης του Ιησού. Εφ’ όσον και οι δύο αναγνωρίζουν ευθέως πως ο Ιησούς κατάγεται απ’ ευθείας από το θεό και γνωρίζουν τα εβραϊκά έθιμα και νόμους περί καταγωγής, γιατί ιδρώνουν (και ιδρώνουν πολύ) να μας πείσουν πως ο πατέρας του, ο Ιωσήφ, κατάγεται απ’ ευθείας από το Δαβίδ και πως ο Ιησούς έχει τις απαραίτητες προϋποθέσεις να είναι ο Μεσσίας; Εδώ είναι θεός ο ίδιος, ανώτατος απ’ όλους τους Μεσσίες μαζί. Δεν γνωρίζουν πως ο Ιησούς με τον Ιωσήφ δεν έχουν καμία σχέση; Δεν γνωρίζουν πως μόνον ο φυσικός γιος του Ιωσήφ θα μπορούσε να κληρονομήσει τη βασιλική καταγωγή του πατέρα του; Μήπως τελικά οι ευαγγελιστές πιστεύουν πως ο Ιησούς είναι ο φυσικός γιος του Ιωσήφ και πως συνελήφθη με απολύτως φυσικό τρόπο και όλα αυτά που αναφέρονται σε «αγγέλους» που εισέρχονται προς τη Μαρία, σε «αγγέλους» που εμφανίζονται στον ύπνο του Ιωσήφ και σε συλλήψεις χωρίς επαφή είναι μεταγενέστερες προσθήκες;

Η ιδέα της μεταγενέστερης πρόσθεσης της ιδέας της παρθενογένεσης του Ιησού υποστηρίζεται και από το υπόλοιπο του ευαγγελίου. Ενώ τα πρώτα κεφάλαια του Λουκά και του Ματθαίου υποστηρίζουν πως τόσο ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, όσο και η μητέρα του Ελισάβετ αλλά και η Μαρία αναγνωρίζουν την μεσσιανικότητα του Ιησού, παρακάτω, στο κεφάλαιο 11:2-3 του Ματθαίου και στο 7:19-20 του Λουκά βλέπουμε πώς ο Ιωάννης είχε τις αμφιβολίες του σχετικά με τη θεϊκότητα του Ιησού. Ακόμη κι ο Ιωάννης στο ευαγγέλιό του μας πληροφορεί πως ούτε τα αδέλφια του δεν πίστευαν σ’ αυτόν:
«ουδέ γαρ οι αδελφοί αυτού επίστευον εις αυτόν» (Ιωάν. 7:5)

Είναι δυνατόν να πιστέψει κανείς πως η μητέρα του Ιησού θα άφηνε τα υπόλοιπα παιδιά της στην άγνοια σχετικά με την θεϊκή καταγωγή του αδελφού τους; Είναι δυνατόν να πιστέψει κανείς πως η Μαρία θα ξεχνούσε όλα εκείνα τα θαυμαστά που είχαν γίνει σχετικά με τη σύλληψη του Ιησού και θα συντασσόταν με το πλήθος που κρατούσαν τον Ιησού γιατί θεωρούσε ότι ήταν «εκτός ελέγχου»;
Πολλοί μελετητές, ακόμη και χριστιανοί θεολόγοι θεωρούν πως τα πρώτα κεφάλαια του Λουκά προστέθηκαν εκεί πολύ μετά τη συγγραφή του ευαγγελίου του, όπως για παράδειγμα ο Arthur Wright, θεολόγος και ιερέας, που θεωρεί πως το πρώτο, το δεύτερο και το μισό από το τρίτο κεφάλαιο του ευαγγελίου του Λουκά δεν υπήρχαν στο αρχικό κείμενο και αποτελούν μεταγενέστερες προσθήκες (A. Wright, “Some New Testament problems”, 2008, σελ. 14).

ΔΕΣ

Ο Ευαγγελισμός τής Θεοτόκου - Όταν η Μαρία μύρισε τον κρίνο...


Παρθενοσύλληψη ή πορνεία; Ένας άλυτος θεολογικός γρίφος στα ευαγγέλια