Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (18.226-18.289)

Τὴν δ᾽ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα·
«μῆτερ ἐμή, τὸ μὲν οὔ σε νεμεσσῶμαι κεχολῶσθαι·
αὐτὰρ ἐγὼ θυμῷ νοέω καὶ οἶδα ἕκαστα,
ἐσθλά τε καὶ τὰ χέρεια· πάρος δ᾽ ἔτι νήπιος ἦα.
230 ἀλλά τοι οὐ δύναμαι πεπνυμένα πάντα νοῆσαι·
ἐκ γάρ με πλήσσουσι παρήμενοι ἄλλοθεν ἄλλος
οἵδε κακὰ φρονέοντες, ἐμοὶ δ᾽ οὐκ εἰσὶν ἀρωγοί.
οὐ μέν τοι ξείνου γε καὶ Ἴρου μῶλος ἐτύχθη
μνηστήρων ἰότητι, βίῃ δ᾽ ὅ γε φέρτερος ἦεν.
235 αἲ γάρ, Ζεῦ τε πάτερ καὶ Ἀθηναίη καὶ Ἄπολλον,
οὕτω νῦν μνηστῆρες ἐν ἡμετέροισι δόμοισι
νεύοιεν κεφαλὰς δεδμημένοι, οἱ μὲν ἐν αὐλῇ,
οἱ δ᾽ ἔντοσθε δόμοιο, λελῦτο δὲ γυῖα ἑκάστου,
ὡς νῦν Ἶρος κεῖνος ἐπ᾽ αὐλείῃσι θύρῃσιν
240 ἧσται νευστάζων κεφαλῇ, μεθύοντι ἐοικώς,
οὐδ᾽ ὀρθὸς στῆναι δύναται ποσὶν οὐδὲ νέεσθαι
οἴκαδ᾽, ὅπῃ οἱ νόστος, ἐπεὶ φίλα γυῖα λέλυνται.»
Ὣς οἱ μὲν τοιαῦτα πρὸς ἀλλήλους ἀγόρευον·
Εὐρύμαχος δ᾽ ἔπεσσι προσηύδα Πηνελόπειαν·
245 «κούρη Ἰκαρίοιο, περίφρον Πηνελόπεια,
εἰ πάντες σε ἴδοιεν ἀν᾽ Ἴασον Ἄργος Ἀχαιοί,
πλέονές κε μνηστῆρες ἐν ὑμετέροισι δόμοισιν
ἠῶθεν δαινύατ᾽, ἐπεὶ περίεσσι γυναικῶν
εἶδός τε μέγεθός τε ἰδὲ φρένας ἔνδον ἐΐσας.»
250 Τὸν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα περίφρων Πηνελόπεια·
«Εὐρύμαχ᾽, ἦ τοι ἐμὴν ἀρετὴν εἶδός τε δέμας τε
ὤλεσαν ἀθάνατοι, ὅτε Ἴλιον εἰσανέβαινον
Ἀργεῖοι, μετὰ τοῖσι δ᾽ ἐμὸς πόσις ᾖεν Ὀδυσσεύς.
εἰ κεῖνός γ᾽ ἐλθὼν τὸν ἐμὸν βίον ἀμφιπολεύοι,
255 μεῖζόν κε κλέος εἴη ἐμὸν καὶ κάλλιον οὕτως.
νῦν δ᾽ ἄχομαι· τόσα γάρ μοι ἐπέσσευεν κακὰ δαίμων.
ἦ μὲν δὴ ὅτε τ᾽ ᾖε λιπὼν κάτα πατρίδα γαῖαν,
δεξιτερὴν ἐπὶ καρπῷ ἑλὼν ἐμὲ χεῖρα προσηύδα·
“ὦ γύναι, οὐ γὰρ ὀΐω ἐϋκνήμιδας Ἀχαιοὺς
260 ἐκ Τροίης εὖ πάντας ἀπήμονας ἀπονέεσθαι·
καὶ γὰρ Τρῶάς φασι μαχητὰς ἔμμεναι ἄνδρας,
ἠμὲν ἀκοντιστὰς ἠδὲ ῥυτῆρας ὀϊστῶν
ἵππων τ᾽ ὠκυπόδων ἐπιβήτορας, οἵ κε τάχιστα
ἔκριναν μέγα νεῖκος ὁμοιΐου πτολέμοιο.
265 τῷ οὐκ οἶδ᾽ ἤ κέν μ᾽ ἀνέσει θεός, ἦ κεν ἁλώω
αὐτοῦ ἐνὶ Τροίῃ· σοὶ δ᾽ ἐνθάδε πάντα μελόντων.
μεμνῆσθαι πατρὸς καὶ μητέρος ἐν μεγάροισιν
ὡς νῦν, ἢ ἔτι μᾶλλον ἐμεῦ ἀπονόσφιν ἐόντος·
αὐτὰρ ἐπὴν δὴ παῖδα γενειήσαντα ἴδηαι,
270 γήμασθ᾽ ᾧ κ᾽ ἐθέλῃσθα, τεὸν κατὰ δῶμα λιποῦσα.”
κεῖνος τὼς ἀγόρευε· τὰ δὴ νῦν πάντα τελεῖται.
νὺξ δ᾽ ἔσται ὅτε δὴ στυγερὸς γάμος ἀντιβολήσει
οὐλομένης ἐμέθεν, τῆς τε Ζεὺς ὄλβον ἀπηύρα.
ἀλλὰ τόδ᾽ αἰνὸν ἄχος κραδίην καὶ θυμὸν ἱκάνει·
275 μνηστήρων οὐχ ἥδε δίκη τὸ πάροιθε τέτυκτο,
οἵ τ᾽ ἀγαθήν τε γυναῖκα καὶ ἀφνειοῖο θύγατρα
μνηστεύειν ἐθέλωσι καὶ ἀλλήλοις ἐρίσωσιν·
αὐτοὶ τοί γ᾽ ἀπάγουσι βόας καὶ ἴφια μῆλα,
κούρης δαῖτα φίλοισι, καὶ ἀγλαὰ δῶρα διδοῦσιν·
280 ἀλλ᾽ οὐκ ἀλλότριον βίοτον νήποινον ἔδουσιν.»
Ὣς φάτο, γήθησεν δὲ πολύτλας δῖος Ὀδυσσεύς,
οὕνεκα τῶν μὲν δῶρα παρέλκετο, θέλγε δὲ θυμὸν
μειλιχίοις ἐπέεσσι, νόος δέ οἱ ἄλλα μενοίνα.
Τὴν δ᾽ αὖτ᾽ Ἀντίνοος προσέφη, Εὐπείθεος υἱός·
285 «κούρη Ἰκαρίοιο, περίφρον Πηνελόπεια,
δῶρα μὲν ὅς κ᾽ ἐθέλῃσιν Ἀχαιῶν ἐνθάδ᾽ ἐνεῖκαι,
δέξασθ᾽· οὐ γὰρ καλὸν ἀνήνασθαι δόσιν ἐστίν·
ἡμεῖς δ᾽ οὔτ᾽ ἐπὶ ἔργα πάρος γ᾽ ἴμεν οὔτε πῃ ἄλλῃ,
πρίν γέ σε τῷ γήμασθαι Ἀχαιῶν ὅς τις ἄριστος.»

***
Της αντιμίλησε ο Τηλέμαχος με φρόνηση και προσοχή:
«Μητέρα, δεν αγαναχτώ που θύμωσες μαζί μου.
Όμως κι εγώ το καθετί το μελετώ, ξέρω να ξεχωρίζω
και το καλό και το χειρότερο, δεν είμαι πια
παιδάκι ανέμελο.
230 Μόνο που δεν μπορώ τα πάντα φρόνιμα να τα ζυγίζω·
τους έχω πλάι μου και με παραζαλίζουν, ένας μετά τον άλλον, όλοι,
αυτοί οι κακόβουλοι, ενώ μου λείπουν κάποιοι που θα με συντρέξουν.
Πάντως η πάλη δεν κατέληξε, ανάμεσα στον ξένο και στον Ίρο,
όπως την είχαν οι μνηστήρες φανταστεί· βγήκε πιο δυνατός ο ξένος.
Πατέρα Δία, Αθηνά κι Απόλλων, μακάρι κι οι μνηστήρες έτσι
να γείρουν δαμασμένοι το κεφάλι τους στο σπιτικό μας —
ποιος έξω στην αυλή, ποιος μέσα εδώ στην αίθουσα,
να τους λυθούν όλων τα γόνατα.
Καθώς αυτός ο Ίρος, που τώρα κρέμασε την κεφαλή του
240 στον τοίχο της αυλόθυρας, σαν μεθυσμένος· πια δεν μπορεί
στα πόδια να σταθεί, να πάει ξανά στο στέκι που κουρνιάζει —
όλα τα μέλη του παρέλυσαν.»
Έτσι συνομιλούσαν μάνα και γιος, και τότε ο Ευρύμαχος
πήρε τον λόγο και προσφώνησε την Πηνελόπη:
«Του Ικαρίου κόρη, ω Πηνελόπη φρόνιμη, αν ήταν να σε δουν
όσοι Αχαιοί μακριά στο ιάσιο Άργος κατοικούν,
πολλοί μνηστήρες θα περίσσευαν σε τούτο το παλάτι,
αύριο κιόλας, τρώγοντας μαζί μας.
Γιατί είσαι η ανώτερη, καμιά γυναίκα δεν σε φτάνει
στην ομορφιά, στο ανάστημα, στη ζυγισμένη και βαθιά σου στόχαση.»
250 Του αντιμίλησε με τη στοχαστική της φρόνηση η Πηνελόπη:
«Ευρύμαχε, τη χάρη μου, τα κάλλη μου και την κορμοστασιά μου
όλα οι αθάνατοι θεοί τα χάλασαν τη μέρα εκείνη που ξεκίνησαν οι Αργείοι
για την Τροία — μαζί κι ο άντρας ο δικός μου, ο Οδυσσέας.
Αν πίσω γύριζε κι έπαιρνε πάλι τη ζωή μου
στα δικά του χέρια, τότε κι η δόξα μου θ᾽ άπλωνε κι άλλο τα φτερά της,
και το καλό θα ᾽φερνε το καλύτερο.
Μα τώρα πνίγομαι στον πόνο, με βούλιαξε ένας θεός στη συμφορά.
Θυμάμαι ακόμη τη στιγμή του χωρισμού, όταν εκείνος άφηνε
τα πατρικά του χώματα· έσφιξε τότε το δεξί μου χέρι στον καρπό
και πρόφερε τα λόγια αυτά:
“Γυναίκα δεν φαντάζομαι οι Αχαιοί, ωραία τώρα οπλισμένοι,
260 πως όλοι θα γυρίσουν από την Τροία άβλαβοι.
Είναι οι Τρώες φημισμένοι μαχητές κι ανδρείοι,
στο δόρυ επιδέξιοι, εύστοχοι στο δοξάρι, καλοί αναβάτες
σ᾽ άρματα με ωκύποδα άλογα — αυτά που κρίνουν,
από τη μια στιγμή στην άλλη, την τύχη του φριχτού πολέμου.
Όσο για μένα, πού να ξέρω αν θα με φέρει πίσω του θεού το θέλημα
ή αν νεκρός θα πέσω πέρα στην Τροία.
Σ᾽ εσένα πέφτει τώρα η φροντίδα όλη· έχε τον νου σου
στον πατέρα και στη μάνα μου μέσα σε τούτο το παλάτι,
όπως και τώρα, και πιο πολύ, αφού θα βρίσκομαι στα ξένα.
Όταν ωστόσο δεις στα μάγουλα του γιου σου να φυτρώνει
γένι, τότε μπορείς να παντρευτείς ξανά, μ᾽ όποιον εσύ θελήσεις,
270 αλλάζοντας όμως και σπίτι.”
Έτσι μου μίλησε σταράτα, και να που τώρα όλα συντελούνται·
βλέπω τη νύχτα να ᾽ρχεται, να πέφτει πάνω μου δεύτερος γάμος, μισητός,
σ᾽ εμένα την επάρατη, που της αφαίρεσε κάθε χαρά ο Δίας.
Αλλά μια θλίψη άλλη πλακώνει τώρα την ψυχή και την καρδιά μου·
το άδικο τούτο φέρσιμο των μνηστήρων, κάτι που δεν υπήρχε πριν.
Όσοι γυρεύουν γυναίκα ενάρετη να πάρουν, πλούσια θυγατέρα,
και μεταξύ τους συνερίζονται, φέρνουν αυτοί δικά τους βόδια,
δικά τους πρόβατα παχιά, προσφέρουν γεύμα
στους δικούς της νύφης, δίνουν στην κόρη δώρα ωραία.
Όχι, εκείνοι δεν ρημάζουν, και μάλιστα ατιμώρητοι,
280 ξένα αγαθά και πλούτη.»
Έτσι του μίλησε, κι ένιωσε μέσα του χαρά
βασανισμένος ο Οδυσσέας και θείος, βλέποντας πώς
τους ψάρευε τα δώρα, πώς με μειλίχια λόγια τους επλάνευε,
κι ας μελετούσε άλλα ο νους της.
Ευθύς ο Αντίνοος, γιος του Ευπείθη, πήρε τον λόγο και της είπε:
«Του Ικαρίου κόρη, ω Πηνελόπη φρόνιμη, αν κάποιος Αχαιός
επιθυμεί το δώρο του να φέρει, να το δεχτείς εσύ —
δεν είναι ωραίο ν᾽ αρνηθείς το χάρισμα.
Αλλά κι εμείς δεν πάμε για δουλειές, δεν φεύγουμε
από δω, προτού κάποιον ανάμεσά μας διαλέξεις για γαμπρό,
όποιος θα σου φανεί καλύτερος.»

Μάρκος Αυρήλιος: Είναι παράλογο και αδύνατο να περιμένεις από τους άλλους να μη σφάλλουν

«Από νωρίς το πρωί να λες στον εαυτό σου: σήμερα θα συναντηθώ με τον πολυπράγμονα, με τον αχάριστο, με τον αλαζόνα, τον δολερό, τον φθονερό, τον ακοινώνητο. Τους συμβαίνουν αυτά επειδή αγνοούν το αγαθό και το κακό.

Εγώ, όμως, στοχάστηκα τη φύση του καλού, κι είδα την ομορφιά του και τη φύση του κακού, κι είδα την ασχήμια του και τη φύση του ανθρώπου που σφάλλει, κι είδα ότι είναι συγγενής μου, όχι από το ίδιο αίμα ή σπέρμα αλλά από τον ίδιο Νου, και ότι έχει τη θέση του μέσα στο θείο έργο.

Δεν μπορεί να με βλάψει κανείς από τους παραπάνω, γιατί κανείς τους δεν μπορεί να με εμπλέξει στην αισχρότητα.

Επίσης δεν μπορώ να οργίζομαι μ’ ένα συγγενικό μου πρόσωπο ούτε να το μισώ.

Γεννηθήκαμε για να συνεργαζόμαστε μεταξύ μας, όπως τα πόδια, τα χέρια τα βλέφαρα, όπως η πάνω και η κάτω σειρά των δοντιών.

Το να κάνουμε αντίπραξη ο ένας στον άλλον είναι παρά φύσιν.

Και η αγανάκτηση και η αποστροφή αποτελούν αντίπραξη» Μάρκος Αυρήλιος, Τα εις εαυτόν, 2.1

Η ζωή είναι γεμάτη προκλήσεις. Ανέκαθεν ήταν.

Για τους Στωικούς, η ευτυχία που αναζητούμε όλοι πηγάζει από την εσωτερική ηρεμία, αταραξία, απέναντι σε ό,τι μας αποσπά από αυτό που θέλουμε να είμαστε.

Δεν είναι λίγες οι φορές που οι προσδοκίες και οι εκτιμήσεις μας για τα γεγονότα και τους άλλους ποδηγετούν τη ζωή μας.

Ο Στωικισμός έχει δοκιμαστεί σε βάθος αιώνων, καταλήγοντας η δημοφιλέστερη σύγχρονη φιλοσοφία του βίου, ένας οδηγός ζωής.

Ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους του, ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος, απέδειξε ότι ο άνθρωπος μπορεί να τιθασεύσει τον εαυτό του, αντί να προσπαθεί να αλλάξει τους άλλους.

Εν τέλει, ακόμη κι αν δεν αλλάξουμε τον κόσμο και τους άλλους, μπορούμε πάντα να αλλάξουμε τον εαυτό μας.

Η αλλαγή ξεκινάει από εμάς, τώρα: «Πόσο εναργές γίνεται ότι καμία άλλη περίσταση της ζωής δεν είναι τόσο κατάλληλη για να φιλοσοφήσεις, όσο αυτή στην οποία βρίσκεσαι τώρα». 11.7

Στο ημερολόγιό του «τα Εις εαυτόν» ο Μάρκος Αυρήλιος μας προσφέρει εννέα δώρα από τις Μούσες και ένα δέκατο από τον «Μουσηγέτη» Απόλλωνα.

Τα δώρα των Μουσών είναι κατ’ αρχάς καθημερινές υπενθυμίσεις στον ίδιο του τον εαυτό, καθώς ουδέποτε τα κείμενά του προορίζονταν για δημοσίευση, με σκοπό να τον κάνουν πιο «ανθρώπινο», προφυλάσσοντάς τον από τον θυμό. «Ο θυμός δεν είναι ανδρεία» σε αντίθεση με την πραότητα και την ηρεμία. Είναι όμως στον έλεγχό μας.

Ο Μάρκος Αυρήλιος καταγράφει, ώστε να μείνει δυνατός (11.18):

1. Έχουμε γεννηθεί ο ένας για χάρη του άλλου.

2. Φέρε στον νου σου πώς ζουν οι άνθρωποι συνολικά για να καταλάβεις τα κίνητρά τους.

3. Αναλογίσου ότι όταν οι άλλοι σφάλλουν δρουν εν αγνοία ή αθέλητα.

4. Ακόμη και εσύ μπορεί να σφάλλεις.

5. Πολλές φορές μπορεί να μη γνωρίζεις γιατί οι άλλοι δρουν έτσι.

6. Όταν αγανακτείς ή θλίβεσαι να σκέφτεσαι ότι όλοι θα πεθάνουμε.

7. Αυτό που με ενοχλεί δεν είναι οι πράξεις των άλλων, αλλά οι δικές μου κρίσεις για αυτές.

8. Η οργή που νιώθουμε για ένα γεγονός είναι χειρότερη από το ίδιο το γεγονός.

9. Η καλοσύνη είναι το αντίδοτο στον θυμό.

10. Είναι παράλογο και αδύνατο να περιμένεις από τους άλλους να μη σφάλλουν.

Ο Μάρκος Αυρήλιος υπενθυμίζει τους κανόνες της ζωής στον εαυτό του με έναν σκοπό: «Θεώρησέ τους δώρα που σου έχουν χαρίσει οι Μούσες και άρχισε επιτέλους να είσαι άνθρωπος για όσο ζήσεις».

Στο χέρι μας είναι να ανοίξουμε και εμείς τα δώρα των Μουσών. Το κόστος θα είναι μικρό, αλλά το κέρδος τεράστιο.

ΣΕΝΕΚΑΣ: Δεν υπήρχε καμιά ελπίδα να ανακτήσει την ελευθερία της

Θα μπορούσες μήπως να βρεις κάποια πόλη σε περισσότερο άθλια κατάσταση από την πόλη των Αθηνών, όταν την είχαν κατακερματίσει οι τριάντα τύραννοι; Είχαν εκτελέσει δεκατρείς χιλιάδες πολίτες, τους αρίστους, και δεν επρόκειτο βέβαια γι’ αυτόν το λόγο να σταματήσουν, αλλά η ίδια η ωμότητά τους έτρεφε τη φλόγα αναπαραγωγής της. Στην πόλη όπου υπήρχε ο Άρειος Πάγος, ένα δικαστήριο θεοσεβέστατο, μία σύγκλητος και μία λαϊκή συνέλευση παρόμοια με τη σύγκλητο, εκεί μαζευόταν κάθε μέρα μια θλιβερή σύναξη δημίων, και το δύστυχο το βουλευτήριο είχε καταντήσει ασφυκτικά στενό από την πληθώρα των τυράννων!

Θα μπορούσε ποτέ αυτή η πόλη να βρει τη γαλήνη της, τη στιγμή που υπήρχαν σ’ αυτήν τόσοι τύραννοι όσοι και δορυφόροι; Δεν υπήρχε καμιά ελπίδα να ανακτήσει την ελευθερία της, ούτε και υπήρχε έδαφος για να της προσφέρει κανείς οποιαδήποτε βοήθεια μπροστά σε μια πανίσχυρη δύναμη καθαρμάτων.

Γιατί πως θα μπορούσαν να εμφανιστούν τόσοι Αρμόδιοι στη δύστυχη πολιτεία; Ο Σωκράτης όμως βρισκόταν τότε ανάμεσά τους και παρηγορούσε τους ταγούς της πόλης, που πενθούσαν, εμψύχωνε αυτούς που είχαν απελπιστεί για την τύχη του κράτους, κατηγορούσε τους πλούσιους, που έτρεμαν για τα αγαθά τους, προβάλλοντας μια όψιμη μεταμέλεια για την ολέθρια απληστία τους, ενώ σ’ αυτούς που θα ήθελαν να τον μιμηθούν πρόσφερε το μεγάλο του παράδειγμα, καθώς βάδιζε, ελεύθερος αυτός, ανάμεσα σε τριάντα τυράννους.

Και όμως, αυτόν τον άνθρωπο η Αθηνά δολοφόνησε στη φυλακή του, και έτσι η ίδια η ελευθερία δεν μπόρεσε να ανεχθεί να είναι ελεύθερος ο άνθρωπος που ακλόνητος είχε χλευάσει έναν ολόκληρο όμιλο τυράννων.

Από το γεγονός αυτό θα μπορούσες να διδαχθείς δύο πράγματα, και ότι ο σοφός έχει τη δυνατότητα, όταν η πολιτεία του σπαράσσεται από τη δυστυχία, να παρουσιάσει τη δύναμη της ψυχής του, αλλά και ότι η ιταμότητα, ο φθόνος και αναρίθμητες άλλες απαίσιες κακίες βασιλεύουν όταν η πολιτεία του είναι ακμαία και ευημερεί. Γι’ αυτό και εμείς είτε θα εντείνουμε είτε θα περιστείλουμε τις προσπάθειές μας, ανάλογα με το πώς έρχονται τα πράγματα και εφόσον βέβαια η τύχη μάς το επιτρέπει, σε κάθε όμως περίπτωση θα εξακολουθήσουμε να είμαστε δραστήριοι και δεν πρόκειται ποτέ να μας αλυσοδέσει, ούτε και να μας παραλύσει ο φόβος.

Έτσι, λοιπόν, τότε μόνο θα είναι κάποιος πραγματικός άντρας, όταν, τη στιγμή που οι κίνδυνοι τον απειλούν από κάθε μεριά και τα όπλα και οι αλυσίδες μαίνονται γύρω του, δεν συνθλίβει την αρετή του, ούτε και προσπαθεί να την αποκρύψει` γιατί δεν εξυπακούεται ότι, για να σωθεί κάποιος, θα πρέπει να ταφεί.

Γι’ αυτό και νομίζω ότι σωστά έλεγε ο Κούριος Δεντάτος πως θα προτιμούσε να πέθαινε παρά να ζει σαν νεκρός` δεν υπάρχει, αλήθεια, χειρότερο πράγμα από το να πάψεις να συγκαταλέγεσαι στους ζωντανούς πριν ακόμα πεθάνεις.

ΣΕΝΕΚΑΣ, Περί της πνευματικής γαλήνης

Κάπως έτσι συμπεριφέρονται μεταξύ τους οι άνθρωπο

Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τον φόβο για να εξημερώσουν τους άλλους, και ο φόβος μας αυξάνεται όταν βιώνουμε την αδικία. Το αίσθημα της αδικίας είναι σαν ένα μαχαίρι που ανοίγει πληγές στο συναισθηματικό μας σώμα. Το συναισθηματικό δηλητήριο δημιουργείται από την αντίδρασή μας σε αυτό που θεωρούμε άδικο. Κάποιες πληγές επουλώνονται, άλλες ωστόσο μολύνονται με όλο και περισσότερο δηλητήριο. Μόλις γεμίσουμε με συναισθηματικό δηλητήριο, έχουμε ανάγκη να απαλλαγούμε από αυτό και εξασκούμαστε στο να το απελευθερώνουμε στέλνοντάς το σε κάποιον άλλο. Πώς το πετυχαίνουμε αυτό; Τραβώντας τους την προσοχή.

Ας πάρουμε το παράδειγμα ενός συνηθισμένου ζευγαριού.

Για έναν οποιονδήποτε λόγο, η γυναίκα είναι θυμωμένη. Έχει συναισθηματικό δηλητήριο από κάποια αδικία που έκανε ο άντρας της. Ο άντρας της δεν είναι σπίτι, αλλά εκείνη θυμάται την αδικία και το δηλητήριο συσσωρεύεται μέσα της. Όταν εκείνος γυρίζει, το πρώτο πράγμα που θέλει να κάνει είναι να του τραβήξει την προσοχή, γιατί μόλις το κάνει, όλο το δηλητήριο θα πάει στον άντρα της και η ίδια θα ανακουφιστεί. Με το που θα του πει πόσο κακός, πόσο χαζός ή πόσο άδικος είναι, το δηλητήριο που έχει μέσα της μεταδίδεται σε εκείνον.

Μιλάει συνεχώς, μέχρι να του τραβήξει την προσοχή. Εκείνος, τελικά, αντιδρά και θυμώνει, και τότε η γυναίκα αισθάνεται καλύτερα. Όμως, τώρα έχει εκείνος το δηλητήριο μέσα του και πρέπει να την εκδικηθεί. Πρέπει να της τραβήξει την προσοχή και να το απελευθερώσει, κι όχι μόνο όσο του μετέδωσε, αλλά το δικό της συν το δικό του. Αν προσέξετε αυτή την αλληλεπίδραση, θα δείτε ότι αγγίζει ο ένας τις πληγές του άλλου και παίζουν συναισθηματικό πιγκ πογκ με το δηλητήριο. Έτσι, αυτό συνεχίζει να αυξάνεται, μέχρι που μια μέρα ένας από τους δύο θα ξεσπάσει. Κάπως έτσι συμπεριφέρονται μεταξύ τους οι άνθρωποι.

Τραβώντας την προσοχή, η ενέργεια μεταδίδεται από το ένα άτομο στο άλλο. Η προσοχή είναι μια πανίσχυρη λειτουργία του ανθρώπινου νου. Όλοι πασχίζουμε να τραβήξουμε την προσοχή των άλλων. Όταν τα καταφέρνουμε, δημιουργούμε κανάλια επικοινωνίας. Το όνειρο μεταδίδεται, η δύναμη μεταδίδεται, αλλά το ίδιο συμβαίνει και με το συναισθηματικό δηλητήριο.

Συνήθως, απελευθερώνουμε το δηλητήριο στο άτομο που θεωρούμε υπεύθυνο για την αδικία, αλλά αν το άτομο αυτό είναι τόσο ισχυρό που δεν μπορούμε να του το μεταφέρουμε, δεν μας νοιάζει σε ποιον θα το στείλουμε, αρκεί να το ξεφορτωθούμε. Έτσι, το στέλνουμε στα παιδιά, που δεν έχουν αναπτύξει άμυνες εναντίον μας, και με αυτόν τον τρόπο δημιουργούνται οι σχέσεις κακοποίησης. Οι ισχυροί κακοποιούν τους λιγότερο ισχυρούς, επειδή θέλουν να απελευθερώσουν το συναισθηματικό τους δηλητήριο. Είναι μια ανάγκη που έχουμε, και πολλές φορές δεν θέλουμε δικαιοσύνη παρά μόνο να απελευθερώσουμε το δηλητήριό μας για να ηρεμήσουμε. Γι’ αυτό οι άνθρωποι αποζητούν συνεχώς τη δύναμη, επειδή όσο δυνατότεροι είναι, τόσο ευκολότερο είναι να απελευθερώσουν το δηλητήριό τους σε όσους δεν μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους.

Φυσικά, μιλάμε για τις σχέσεις στην κόλαση αυτής της ζωής, για την ψυχική ασθένεια που υπάρχει σε αυτόν τον πλανήτη. Δεν φταίει κάποιος για αυτή, δεν είναι καλή ή κακή, δίκαιη ή άδικη- είναι η φυσιολογική παθολογία της ασθένειας. Κανείς δεν φταίει για την παθολογική του συμπεριφορά. Όπως οι άνθρωποι του φανταστικού πλανήτη δεν έφταιγαν για τη δερματική τους ασθένεια, ούτε εσείς φταίτε που οι πληγές σας είναι μολυσμένες με συναισθηματικό δηλητήριο. Όταν έχετε κάποια σωματική ασθένεια ή έναν τραυματισμό, δεν κατηγορείτε τον εαυτό σας ούτε αισθάνεστε ένοχοι. Τότε, γιατί να αισθάνεστε άσχημα ή να νιώθετε ενοχές επειδή νοσεί το συναισθηματικό σας σώμα;

Το σημαντικό είναι να έχετε επίγνωση του προβλήματος. Όταν έχουμε επίγνωση, έχουμε την ευκαιρία να θεραπεύσουμε το συναισθηματικό μας σώμα και τον συναισθηματικό μας νου, και να σταματήσουμε να υποφέρουμε. Χωρίς αυτή την επίγνωση δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, παρά μόνο να συνεχίσουμε να υποφέρουμε από την αλληλεπίδρασή μας με τους άλλους, αλλά και με τον εαυτό μας, γιατί αγγίζουμε και μόνοι μας τις πληγές μας, για να αυτοτιμωρηθούμε.

Από δική σας δειλία και αμυαλιά σας χτυπούν οι φουρτούνες

Όταν ο Πεισίστρατος πήρε τη δύναμη στα χέρια του, ο Σόλωνας, μη μπορώντας πια να πείσει τον λαό, πήγε και άφησε τα όπλα του μπροστά στο οίκημα του στρατηγού λέγοντας “Πατρίδα μου, σε βοήθησα με λόγια και με έργα” – και αμέσως απέπλευσε για την Αίγυπτο και την Κύπρο, από όπου και επισκέφθηκε τον Κροίσο.

Τότε ήταν που ο Κροίσος τον ρώτησε: “Ποιον θεωρείς ευτυχισμένο;”, και εκείνος του απάντησε: “Τον Τέλλο τον Αθηναίο, τον Κλεόβη και τον Βίτωνα”, και όσα άλλα πασίγνωστα λένε οι παλιές ιστορίες.

Κάποιοι λένε ότι ο Κροίσος κάθισε ολοστόλιστος στον θρόνο του και τον ρώτησε αν είδε ποτέ στη ζωή του ωραιότερο θέαμα, και εκείνος απάντησε: “Ναι, πετεινούς, φασιανούς και παγώνια· γιατί αυτά έχουν όλα τους τα λαμπερά στολίδια από τη φύση, χίλιες φορές πιο όμορφα”.

Φεύγοντας από εκεί πήγε στην Κιλικία, όπου και ίδρυσε μια πόλη που της έδωσε το όνομα Σόλοι – απ’ το δικό του όνομα. Εκεί εγκατέστησε και κάτι λίγους Αθηναίους, που σιγά σιγά, καθώς περνούσε ο καιρός, αλλοιώθηκε η γλώσσα τους – γι’ αυτούς ήταν που πλάστηκε η λέξη σολοικίζω[1].
Οι κάτοικοι αυτής της πόλης λέγονται Σολείς, ενώ οι κάτοικοι των Σόλων της Κύπρου λέγονται Σόλιοι.
Και όταν έμαθε ότι ο Πεισίστρατος ήταν ήδη τύραννος, έγραψε στους Αθηναίους τα εξής:
Από δική σας δειλία και αμυαλιά σας χτυπούν οι φουρτούνες·
όχι μομφές στους θεούς· δεν είναι φταίχτες· εσείς οι ίδιοι αρματώσατε τούτους εδώ και τρανέψατε τόσο· έτσι, απ’ αυτά, στην πικρή πέσατε τώρα σκλαβιά· ίδια αλεπού πονηρά περπατάει ο καθένας σας χώρια, μα όλοι σαν πάτε μαζί, τότε σας πιάνει αμυαλιά· οι γαλιφιές σας πλανεύουν, και δίνετε πίστη στα λόγια, όμως καμιά προσοχή στα έργα δεν δίνετ’ εσείς.
Αυτά έγραψε ο Σόλωνας. Ο Πεισίστρατος, από την άλλη, έστειλε στον Σόλωνα, που βρισκόταν μακριά από την πατρίδα του, την ακόλουθη επιστολή:

Ο Πεισίστρατος στον Σόλωνα

Δεν είμαι ο μόνος Έλληνας που επιδίωξε την τυραννίδα, αλλά η τυραννίδα δεν είναι κάτι που δεν μου ταιριάζει: είμαι από τη γενιά των Κοδριδών. Στην πραγματικότητα ξαναπήρα τα προνόμια που οι Αθηναίοι είχαν ορκιστεί ότι θα δώσουν στον Κόδρο και στους απογόνους του, και ύστερα τους τα αφαίρεσαν. Κατά τα άλλα δεν κάνω κανένα κακό ούτε στους θεούς ούτε στους ανθρώπους, αλλά αφήνω τους Αθηναίους να ζουν ως πολίτες σύμφωνα με τους νόμους που εσύ θέσπισες γι’ αυτούς. Ζουν μάλιστα καλύτερα παρά αν ζούσαν σε δημοκρατία. Σε κανέναν δεν επιτρέπω να συμπεριφέρεται υβριστικά· και εγώ ο τύραννος δεν διεκδικώ για τον εαυτό μου τιμές και προνόμια περισσότερα από αυτά που είχαν καθοριστεί και για τους παλαιότερους βασιλείς. Ο κάθε Αθηναίος ξεχωρίζει από ό,τι παράγει το ένα δέκατο, όχι για μένα, αλλά για τη δημιουργία ενός αποθέματος, από το οποίο θα είναι δυνατό να αντιμετωπίζονται τα έξοδα για τις δημόσιες θυσίες και για τις άλλες τυχόν κοινές εκδηλώσεις, καθώς και για την περίπτωση που θα βρεθούμε σε πόλεμο.
Εγώ πάντως δεν σε κατηγορώ που αποκάλυψες τα σχέδιά μου, και ο λόγος είναι ότι τις αποκαλύψεις σου τις έκανες πιο πολύ από αγάπη για την πόλη παρά από έχθρα για μένα, και, ακόμη, γιατί αγνοούσες τι είδους διακυβέρνηση επρόκειτο να εγκαθιδρύσω εγώ στην πόλη. Γιατί, αν το ήξερες, θα έδειχνες ίσως ανοχή απέναντί μου καθώς ανελάμβανα την εξουσία, και ούτε θα έφευγες από την πατρίδα.
Γύρισε λοιπόν πίσω στην πατρίδα, δείχνοντάς μου εμπιστοσύνη όταν λέω – ας είναι και δίχως όρκο – ότι ο Σόλωνας δεν πρόκειται να πάθει κανένα κακό από τον Πεισίστρατο. Γιατί – να το ξέρεις – ούτε και κανένας άλλος από τους εχθρούς μου έπαθε οποιοδήποτε κακό. Και αν το βρεις σωστό να είσαι ένας από τους φίλους μου, θα έχεις την πρώτη θέση ανάμεσα στους φίλους μου· γιατί δεν διακρίνω μέσα σου κανένα δόλο και καμιά κακοπιστία· αν, πάλι, θέλεις να ζήσεις αλλιώς στην Αθήνα, θα έχεις την άδειά μου. Μη στερηθείς την πατρίδα σου εξαιτίας μου.
Αυτά έγραψε στο γράμμα του ο Πεισίστρατος.

Ο Σόλωνας στον Πεισίστρατο

Είμαι απόλυτα βέβαιος ότι δεν πρόκειται να πάθω κανένα κακό από σένα. Γιατί και πριν γίνεις τύραννος ήμουν φίλος σου, και τώρα δεν είμαι εχθρός σου περισσότερο από οποιονδήποτε Αθηναίο που δεν του αρέσει το τυραννικό πολίτευμα.
Ο καθένας ας αποφασίσει για λογαριασμό του, σύμφωνα με την κρίση του, αν είναι καλύτερο γι’ αυτόν να κυβερνιέται από έναν μόνο άνθρωπο ή να ζει σε τόπο που έχει δημοκρατία.
Εν πάση περιπτώσει παραδέχομαι ότι εσύ είσαι από όλους τους τυράννους ο καλύτερος.
Όσο για την επιστροφή μου στην Αθήνα, δεν βλέπω ότι θα ήταν σωστό για μένα: φοβούμαι μήπως με κατηγορήσει κανείς ότι, ενώ θέσπισα ίσα πολιτικά δικαιώματα για όλους τους Αθηναίους, και ενώ, μπορώντας να ήμουν εγώ τύραννος, δεν το θεώρησα σωστό, τώρα επιστρέφω και επιδοκιμάζω αυτά που κάνεις εσύ.
---------------------
1. Μιλώ ή γράφω λανθασμένα

Η μεγαλύτερη πρόκληση για την Ανθρωπότητα: Η επιβίωση της Γης

Δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξουµε ότι τα δύο τελευταία χρόνια συνέβη το σηµαντικότερο γεγονός του 21ου αιώνα έως σήµερα, που ξεπέρασε ακόµα και τη µεγάλη οικονοµική ύφεση του 2008. 

Η επιστήµη θριάµβευσε, αλλά, όπως συµβαίνει σε όλα τα µεγάλα επιστηµονικά επιτεύγµατα, υπήρξε παραπληροφόρηση και πολλές επακόλουθες αποτυχίες στην πορεία. Θεωρώ πως, ως επί το πλείστον, το ευρύ κοινό απέκτησε µεγαλύτερη κατανόηση και εκτίµηση για τον κεντρικό ρόλο της επιστήµης για την ανάπτυξη και, ειδικότερα, για την επιβίωση του ανθρώπινου πολιτισµού όπως τον γνωρίζουµε. Και δεν διαθέτουµε “ούτε λεπτό για χάσιµο”.

Η νέα και σηµαντικότερη πρόκληση στο κατώφλι της ανθρωπότητας είναι εκείνη της Κλιµατικής Αλλαγής του πλανήτη. Παρά το γεγονός πως η αναγνώριση του ανθρωπογενούς παράγοντα στη δηµιουργία και εξέλιξη του φαινοµένου πραγµατοποιήθηκε στα µέσα της δεκαετίας του 1970, τα επιστηµονικά δεδοµένα ήταν ανεπαρκή, οι επικριτές ήταν πολλοί και οι οικονοµικές και κοινωνικές επιπτώσεις για τις απαραίτητες διορθωτικές ενέργειες, στον βαθµό που εκείνες θα µπορούσαν να εκτιµηθούν, ήταν πολύ οδυνηρές για να τις αναλογιστούµε. Ακολούθησαν, έτσι, τέσσερις δεκαετίες όπου το ζήτηµα έλαβε διαστάσεις πολιτικής εκµετάλλευσης, κάτι που ισχύει ακόµα και σήµερα, π.χ. η “κινεζική απάτη” (και άλλα παρόµοια επίθετα) σε κάθε γωνιά της Γης. 

Η δηµοσίευση της έκθεσης της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιµατική Αλλαγή του ΟΗΕ στις 6 Αυγούστου (https://www.ipcc.ch/report/sixth-assessment-report-working-group-i/), µε τίτλο “Climate Change 2021: The Physical Science Basis”, βάζει ένα τέλος στις αµφιβολίες για την ορθότητα της επιστηµονικής βάσης. Επιπλέον, ποικίλα κατακλυσµιαία γεγονότα, από καταστροφικές πληµµύρες έως ανεξέλεγκτες πυρκαγιές και υψηλές θερµοκρασίες-ρεκόρ σε κάθε γωνιά της Γης, θα πρέπει να πείσουν όσους/-ες διατηρούν ακόµη αµφιβολίες ότι η παγκόσµια θέρµανση ή “Κλιµατική Κατάρρευση” (όρος που εισήχθη από τον Yuval Harari) είναι µια πραγµατικότητα, είναι εδώ για να µείνει, και µπορεί µόνο να γίνει χειρότερη.

Οφείλουµε, συνεπώς, να αναρωτηθούµε: Πώς θα αντιδράσει η ανθρωπότητα σε αυτή την υπαρξιακή απειλή για την επιβίωσή της ως είδος; Οι προτάσεις για λύσεις αφθονούν. Από το θάψιµο του διοξειδίου του άνθρακος (CO2) στο έδαφος, τη χρήση κατόπτρων για την ανάκλαση της ηλιακής ακτινοβολίας στο Διάστηµα, την τροφοδότηση της ατµόσφαιρας µε σωµατίδια για τη δηµιουργία ανακλαστικών νεφών κ.λπ.

Επί της ουσίας, όλες οι προτεινόµενες λύσεις περιλαµβάνουν υψηλού επιπέδου, αλλά και υψηλού ρίσκου τεχνολογίες, καθιστώντας δύσκολη την πρόγνωση τόσο των βραχυπρόθεσµων όσο και των µακροπρόθεσµων συνεπειών τους. Αυτό το άρθρο δεν αποσκοπεί στην αξιολόγηση µέρους ή του συνόλου των προτεινόµενων λύσεων, παρά µόνο σε µία εξ αυτών: Την υπόθεση ότι, στο διηνεκές, η ανθρωπότητα θα µπορεί να µεταναστεύσει σε έναν άλλο πλανήτη, και συγκεκριµένα τον πλανήτη Άρη, ή ακόµα και σε έναν εξωπλανήτη κάποιου “κοντινού” πλανητικού συστήµατος που να προσοµοιάζει τα χαρακτηριστικά του γήινου συστήµατός µας.

Η Αµερικανική Υπηρεσία Διαστήµατος (NASA), όπως και άλλες υπηρεσίες ανά την υφήλιο, διενεργούν µελέτες για εξερευνητικές αποστολές µε ανθρώπινα πληρώµατα στον πλανήτη Άρη. Μια τέτοια αποστολή θα µπορούσε να γίνει εφικτή ύστερα από το έτος 2030. Είναι απαραίτητο, ωστόσο, να γίνει κατανοητή η διάκριση µεταξύ εξερεύνησης και µετανάστευσης ή µακροπρόθεσµων σχεδίων εποικισµού. Η πρώτη περίπτωση αφορά αποστολές µε ανθρώπινα πληρώµατα που θα πατήσουν στον πλανήτη και θα εξερευνήσουν το άµεσο περιβάλλον και το υπέδαφος, θα εξετάσουν τις δυνατότητες χρήσης υδάτινων και ορυκτών πόρων για την επιβίωση και για πυραυλικά καύσιµα, αντίστοιχα, τη δυνατότητα καλλιέργειας φυτών για παραγωγή τροφίµων κ.ά.

Αντίθετα, ο εποικισµός δεν αφορά µόνο την επιβίωση του ανθρώπου σε ένα περιβάλλον γεµάτο προκλήσεις, αλλά τη δηµιουργία των προϋποθέσεων για την εγκαθίδρυση ενός µακροπρόθεσµου οικοτόπου που θα επιτρέψει την επανάληψη ενός modus vivendi/operandi, στο οποίο το ανθρώπινο είδος έχει συνηθίσει στον πλανήτη µας: βιώσιµη ατµόσφαιρα, παραγωγή τροφής, εξόρυξη ορυκτών για τη δηµιουργία παραγωγικής βάσης, µέσα για την προστασία µας από τα στοιχεία της φύσης, συµπεριλαµβανοµένου του “διαστηµικού καιρού” που συνιστά ένα “κλίµα” σηµαντικά διαφορετικό κ.ά. Εν συντοµία, εποικισµός αναφέρεται στη δηµιουργία υποδοµών που θα µοιάζουν µε εκείνες που έχει δηµιουργήσει η ανθρωπότητα στον πλανήτη µας.

Πόσο εφικτή είναι, όµως, η µετανάστευση και επιβίωση µερικών δισεκατοµµυρίων ανθρώπων από τη Γη στον Άρη, αν µάλιστα αναλογιστούµε λίγες από τις προκλήσεις που απαριθµήθηκαν παραπάνω; Η σύντοµη απάντηση είναι πως κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό, τουλάχιστον όχι για µερικές χιλιάδες χρόνια ακόµα.

Ας εξετάσουµε µερικά µόνο από αυτά τα ζητήµατα, µε βάση τα επιστηµονικά δεδοµένα για τον Άρη: η ατµόσφαιρα αποτελείται κυρίως από διοξείδιο του άνθρακα, ενώ η ατµοσφαιρική πίεση είναι µόλις το 0,6% της αντίστοιχης πίεσης στη Γη. Συνεπώς, τόσο η αναπνοή όσο και η βάδιση στην επιφάνεια του πλανήτη χωρίς τη χρήση εξειδικευµένης διαστηµικής ένδυσης θα ήταν αδύνατο να συµβούν. Επιπλέον, ο Άρης έχει απολέσει το µαγνητικό του πεδίο πριν από µερικά δισεκατοµµύρια χρόνια, κάτι που συνεπάγεται πως οι γαλαξιακές κοσµικές ακτίνες (ακτινοβολία υψηλής ενέργειας που προέρχεται έξω από το ηλιακό µας σύστηµα) “βοµβαρδίζουν” ανεµπόδιστες την επιφάνειά του µε ρυθµό 1.000 φορές µεγαλύτερο από τα επίπεδα της ακτινοβολίας που δέχεται η γήινη επιφάνεια.

Ακόµα, οι περιστασιακές, αλλά έντονες, ηλιακές εκρήξεις παράγουν υψηλής ενέργειας ακτινοβολία, ικανή να οδηγήσει τον άνθρωπο στον θάνατο µέσα σε διάστηµα µόλις λίγων ωρών από την έκθεση στο διαστηµικό περιβάλλον. Το περιβάλλον της Γης µάς προστατεύει από αυτά τα φαινόµενα: το ισχυρό της µαγνητικό πεδίο εκτρέπει το µεγαλύτερο µέρος αυτής της ακτινοβολίας, ενώ η πυκνή της ατµόσφαιρα ουσιαστικά καθιστά ακίνδυνες ακόµα και τις ακτινοβολίες υψηλής ενέργειας. Συµπερασµατικά, ανθρώπινος βιότοπος στον πλανήτη Άρη θα πρέπει να εγκατασταθεί περίπου ένα µέτρο κάτω από το έδαφος, µε τους ανθρώπους να διατηρούν περιορισµένη, βραχυπρόθεσµη πρόσβαση σε δραστηριότητες στην επιφάνεια.

Αν και στο παρόν άρθρο δεν αναλύθηκε το ζήτηµα της “απλής” µεταφοράς µερικών δισεκατοµµυρίων ανθρώπων σε αυτόν τον κοντινό προορισµό, τον Άρη, πρέπει να επισηµανθεί ότι η τυπική διάρκεια ενός τέτοιου ταξιδιού, µε ανθρώπινο φορτίο ή χωρίς, είναι της τάξης των οκτώ µηνών. Ακόµα και µε προηγµένα πυραυλικά συστήµατα προώθησης, π.χ. πυρηνικούς κινητήρες, εάν και εφόσον αυτά γίνουν διαθέσιµα, η εκτιµώµενη διάρκεια του ταξιδιού δεν θα είναι µικρότερη από έναν µήνα. Και ένα ταξίδι στο πλησιέστερο εξωπλανητικό σύστηµα, π.χ. στον Άλφα του Κενταύρου, ακόµα και µε την ταχύτητα του φωτός (300.000 χλµ. το δευτερόλεπτο), θα διαρκούσε 4,4 χρόνια.

Για σύγκριση, µπορούµε να αναλογιστούµε πως το ταχύτερο ροµποτικό σκάφος, το “Voyager 1”, που βρίσκεται σήµερα εκτός του ηλιακού περιβάλλοντος σε µια απόσταση περίπου 22 δισεκατοµµυρίων χιλιοµέτρων από τη Γη και ταξιδεύει µε ταχύτητα 17 χιλιοµέτρων το δευτερόλεπτο, ή διαφορετικά είναι 17.647 φορές πιο αργό από το φως, θα χρειαζόταν περίπου 77.000 χρόνια για να φτάσει στον Άλφα του Κενταύρου, αν το “Voyager” κινούνταν προς αυτή την κατεύθυνση (κάτι που δεν συµβαίνει).

Επιστρέφοντας στην αρχική τοποθέτηση, η µεγαλύτερη πρόκληση για την ανθρωπότητα σήµερα, αλλά και για τις επόµενες δεκαετίες, είναι η υπερθέρµανση του πλανήτη, µε πρώτο στόχο τη δραστική ελάττωση του διοξειδίου του άνθρακος και της µεθάνης.

Πιθανά αντίµετρα δεν είναι προφανή και δεν λαµβάνονται σοβαρά υπόψη από το σύνολο του πολιτικού και επιχειρηµατικού φάσµατος, αν και υπάρχουν ελάχιστες πλέον αµφιβολίες στον δηµόσιο διάλογο πως το ζήτηµα οφείλει να αντιµετωπιστεί άµεσα. Η ιδέα της “απόδρασής” µας σε έναν άλλο πλανήτη δεν συνιστά απλώς µια ψευδαίσθηση για τα σηµερινά δεδοµένα, αλλά πιθανό να παραµείνει έτσι και για αρκετούς αιώνες ακόµα. Η ανθρωπότητα δεν έχει στη διάθεσή της µία “Κιβωτό του Νώε”.

Η µόνη λύση είναι να σώσουµε το διαστηµόπλοιο πάνω στο οποίο είµαστε συνταξιδιώτες: τον πλανήτη µας, τη Γη, τη “Γαλάζια Κουκκίδα, το µόνο σπίτι που γνωρίζουµε”, όπως έλεγε κι ο εκλιπών συνεργάτης µου στις αποστολές Voyager, Carl Sagan.

Το μακροχρόνιο άγχος βάζει σε δοκιμασία τα εσωτερικά μας χαρίσματα

Αρχίζουμε να νιώθουμε άγχος, μόλις θεωρήσουμε ότι απειλείται η ύπαρξή μας. Αμέσως μπαίνουν στο χορό και τα συναισθήματα του θυμού ή του φόβου ή και των δύο μαζί. Σχεδόν αμέσως ενεργοποιείται μια αλυσιδωτή αντίδραση νευροχημικών αντιδράσεων, που απλώνεται σε ολόκληρο το σώμα μας για να το προετοιμάσει για μάχη ή φυγή.

Το άγχος δεν είναι πάντοτε βλαβερό για τον οργανισμό μας. Οι ειδικοί στον τομέα της αντιμετώπισής του συμφωνούν ότι υπάρχει ωφέλιμο και βλαβερό άγχος. Το ωφέλιμο άγχος είναι εκείνο που σε υποκινεί να πετύχεις ένα στόχο ή σε παρακινεί να κάνεις κάτι. Το βλαβερό, που ονομάζεται και καταπόνηση, σε σπρώχνει πέρα από τα όρια εκείνα μέσα στα οποία νιώθεις καλά. Το συναίσθημα της καταπόνησης μπορεί να είναι οξύ και σύντομο ή λιγότερο οξύ και μακροχρόνιο. Το οξύ άγχος είναι έντονο, αλλά σύντομο. Είναι, για παράδειγμα, το άγχος που νιώθεις όταν ο τροχονόμος σου δίνει κλήση για υπερβολική ταχύτητα ή όταν ανακαλύπτεις ότι έχεις αφήσει τα κλειδιά σου μέσα στο κλειδωμένο αυτοκίνητο. Σε τέτοιου είδους περιπτώσεις, η “απειλή” περνάει πολύ γρήγορα και η ζωή σου επιστρέφει στον κανονικό της ρυθμό. 

Το χρόνιο άγχος έχει μεγάλη διάρκεια, μπορεί να κρατάει μήνες ή χρόνια, και το αισθάνεσαι όταν, για παράδειγμα, έχεις συζυγικά ή οικονομικά προβλήματα, όταν κάποιος υπονομεύει την καριέρα σου ή όταν ο εργοδότης σου είναι καταπιεστικός. Οι περισσότεροι επιστήμονες που ασχολούνται με το θέμα συμφωνούν ότι οι χρόνιες καταστάσεις άγχους σχετίζονται με τις χρόνιες ασθένειες. Το σώμα μπορεί να παραμείνει σε επιφυλακή ακολουθώντας το ρυθμό του άγχους μόνο για περιορισμένο χρονικό διάστημα, γιατί κάποια στιγμή τα διάφορα όργανα αρχίζουν να παρουσιάζουν σημάδια δυσλειτουργίας. Το μακροχρόνιο άγχος βάζει σε δοκιμασία τα εσωτερικά μας χαρίσματα, όπως είναι το χιούμορ, η δημιουργικότητα, η πίστη, η υπομονή, το θάρρος, η συμπόνια, η ικανότητα να συγχωρούμε και η δύναμη της θέλησης.

Τη στιγμή που αρχίζει να μας κυριεύει το άγχος, ένα πλήθος συναισθημάτων μας κατακλύζει: ανυπομονησία, στενοχώρια, ανησυχία, απογοήτευση και πολλά άλλα. Ο θυμός εμφανίζεται με τη μορφή της ενοχής, της προκατάληψης, του φθόνου, της ζήλιας, της επιθετικότητας και της οργής. Ο φόβος έχει τόσο μεγάλη δύναμη, ώστε μπορεί να ακινητοποιήσει όλες τις σκέψεις και τις πράξεις μας και είναι στενά δεμένος με την κατάθλιψη.

Διαφέρει ο θυμός από το φόβο; Κάποιοι επιμένουν πως δεν υπάρχει διαφορά. Ισχυρίζονται ότι ο θυμός είναι απλώς μια έκφραση του φόβου. Παρ’ όλο που αυτή η θεωρία μπορεί να έχει κάποια δόση αλήθειας, ωστόσο, όσον αφορά στην αντιμετώπιση του άγχους, υπάρχουν σαφείς διαχωριστικές γραμμές ανάμεσά τους. Η μάχη και η φυγή δεν είναι ταυτόσημες. Ίσως θα ήταν καλύτερα να πούμε ότι ο θυμός και ο φόβος είναι οι δύο όψεις του νομίσματος του άγχους.

Όπως η αγάπη και η χαρά, έτσι και ο θυμός και ο φόβος είναι βασικά στοιχεία της ανθρώπινης ύπαρξης. Τα δύο τελευταία έχουν τη δική τους θέση στο εκκρεμές των ανθρώπινων συναισθημάτων και συχνά δημιουργούν άφθονη αρνητικότητα, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να βιώσουμε αρκετά τα θετικά συναισθήματα. Τότε επέρχεται ανισορροπία στη συναισθηματική μας ευεξία. Η τάση προς τις αρνητικές σκέψεις δεν παρατηρείται μόνο στη νέα γενιά. Είναι ευρύτατα εξαπλωμένη σε όλες τις ομάδες των ανθρώπων, ανεξάρτητα από την ηλικία, το επάγγελμα ή το ύψος των εισοδημάτων τους. Στο χώρο της ψυχολογίας, αυτή η τάση είναι γνωστή ως “συνειδητότητα θύματος”.

Ζαρατούστρα: Προσταγή δύναμης

“Μόνος φεύγω τώρα, μαθητές μου! Κι εσείς φύγετε τώρα και να είστε μόνοι. Έτσι θέλω να γίνει. Φύγετε μακριά από μένα και φυλαχτείτε από τον Ζαρατούστρα! Κι ακόμα καλύτερα: ντραπείτε γι' αυτόν! Ίσως σας εξαπάτησε. Ο άνθρωπος της γνώσης πρέπει όχι μόνο να αγαπά τους εχθρούς του, πρέπει και να μισεί τους φίλους του. Ντροπιάζει κανείς τον δάσκαλό του όταν μένει για πάντα μόνο μαθητής . . .” (Νίτσε “Τάδε έφη Ζαρατούστρα”).

Ο Ζαρατούστρα σε μια αποστροφή προς τους μαθητές του χαράζει τα όρια και τους όρους της σχέσης του δασκάλου με τους μαθητές του. Θεωρεί πως η μοναξιά συνιστά το αναγκαίο στοιχείο για την αυτογνωσία και την ανύψωση – τελείωση του ανθρώπου.

“Ολόκληρος ο Ζαρατούστρα είναι ένας διθύραμβος στη Μοναξιά ή, αν έχω γίνει κατανοητός, στην καθαροσύνη . . .”.

Ίσως αυτή η επιθυμία του Ζαρατούστρα για μοναξιά,

“Ιδού έρχεται ώρα . . . ίνα σκορπισθήτε έκαστος εις τα ίδια και εμέ μόνον αφήτε”).

Όσο κι αν ο Νίτσε διακήρυξε το Θάνατο του Θεού, δεν παύει ωστόσο να επηρεάζεται από κάποιες πτυχές της διδασκαλίας του Ναζωραίου. Φαίνεται πως οι μεγάλοι δάσκαλοι και οι “λυτρωτές” του κόσμου καταφεύγουν στη μοναξιά, γιατί μόνον έτσι μπορούν να νιώσουν τη μοναδικότητά τους μακριά από την πεζότητα και τη ρηχότητα του πλήθους και των μαθητών τους που στο δάσκαλό τους αναζητούν το πρότυπο για να θεμελιώσουν την πίστη τους.

Γι αυτό ο Ζαρατούστρα εντοπίζοντας τη βασική αιτία που ωθεί τους ανθρώπους και ιδιαίτερα τους νέους στην αναζήτηση – μίμηση προτύπου, τους απομακρύνει. Γνωρίζει πολύ καλά πως η ανάγκη δόμησης προσωπικής ταυτότητας σε συνδυασμό με την αίσθηση μιας εσωτερικής κενότητας – αδυναμίας, συνιστά την κατεξοχήν αιτία προσκόλλησης σε ένα πρόσωπο – πρότυπο. Συμπληρωματικά προς αυτό ο χαμηλός δείκτης αυτοεκτίμησης και η ανάγκη κοινωνικής αποδοχής συνυφαίνουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο επωάζεται η άκριτη μίμηση των προτύπων.

“Ψάχνεις οπαδούς; – ψάξε μηδενικά!”.

Πιστός σε αυτή του τη θέση ο Ζαρατούστρα (Νίτσε) διώχνει από κοντά του τους μαθητές του. Δεν θέλει, δηλαδή, να γίνει αντικείμενο άγονης μίμησης και μιας αδιέξοδης λατρείας. Κι αυτό γιατί πιστεύει πως η άγονη ταύτιση και η προσήλωση στο πρόσωπο – πρότυπο αλλοτριώνει το υποκείμενο, εξοστρακίζει την αυθεντικότητά του, αλλοιώνει τα συναισθήματά του και απενεργοποιεί κάθε μηχανισμό δόμησης μια αυτεξούσιας και ελεύθερης προσωπικότητας. Η μίμηση – προσωπολατρία δημιουργεί πνευματικά ανδράποδα και εξαρτημένες συμπεριφορές. Παθητικοποιεί, ποδηγετεί και διαβρώνει κάθε στοιχείο διαφορετικότητας.

Συνάμα η άγονη μίμηση κτίζει “πιστούς” και όχι σκεπτόμενους δημιουργούς. Θρυμματίζει την ατομικότητα και ευνοεί τον άγονο ομοιομορφισμό που χαρακτηρίζει άτομα δειλά που αναζητούν την ασφάλειά τους στην αγέλη και στην υπακοή στο πρόσωπο – δύναμη. “Η δύναμη της αγέλης είναι ο λύκος”.

“Είστε οι πιστοί μου, αλλά πόση σημασία έχουν γενικά οι πιστοί! Δεν είχατε αναζητήσει ακόμα τον εαυτό σας . . . ”.

Ιδού, λοιπόν, η αιτία της εθελοδουλείας και της απότοκης ηθικής εξαχρείωσης – χειραγώγησης του ανθρώπου. Η απουσία θέλησης, η έλλειψη δύναμης, ο φόβος της ευθύνης και η άρνηση του εαυτού μας.

Η υπέρβαση όλων αυτών των αρνητικών συναισθημάτων μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τη θέλησή μας να είμαστε ο εαυτός μας:

“Το να μη θέλεις να είσαι κάτι άλλο από αυτό που είσαι, ούτε στο μέλλον ούτε στο παρελθόν ούτε στον αιώνα τον άπαντα . . . Όχι απλώς να υπομένεις το αναγκαίο . . . αλλά να το αγαπάς” (Νίτσε).

Η ανακάλυψη του εαυτού μας και η εμπιστοσύνη στη δύναμή μας αποτελεί την αναγκαία συνθήκη όχι μόνο για την αυτοπραγμάτωσή μας αλλά και για γόνιμη και δημιουργική σχέση με τους συνανθρώπους, τους ηγέτες και τους δασκάλους μας. Γιατί μόνον έτσι θα βοηθήσουμε τον εαυτό μας και θα μπορούμε να διακρίνουμε την αιτία από το αποτέλεσμα.

“Τώρα σας καλώ να με εγκαταλείψετε και να βρείτε τον εαυτό σας και μόνον όταν όλοι σας θα με έχετε απαρνηθεί, θα επιστρέψω σ΄ εσάς . . .” (Ζαρατούστρα)

Αλήθεια, πόση δύναμη χρειάζεται ο μαθητής να απαρνηθεί το δάσκαλό του και ο πιστός το σωτήρα του; Πόσο αναγκαίο κρίνεται και για το άτομο – μαθητή και για το δάσκαλο – πρότυπο;

Η απαίτηση του Ζαρατούστρα για αποκαθήλωσή του εδράζεται στη θέση του πως η αποκόλληση του μαθητή από το δάσκαλο – πρότυπό του συνιστά μία αναγκαία διαδικασία για την ωρίμανση και τη βίωση της δύναμής του:

“κάθε δάσκαλος δεν έχει πάνω από έναν μαθητή, κι αυτός ο μαθητής γίνεται άπιστος στο δάσκαλό του, αφού είναι προορισμένος να γίνει κι ο ίδιος δάσκαλος”.

Η πρώτη “απάρνηση” συμβολίζει την ανθρώπινη δειλία – αδυναμία, ενώ η δεύτερη (μαθητή Ζαρατούστρα) μία φυσική αναγκαιότητα. Κάθε άρνηση, λοιπόν, του δασκάλου – αυθεντία προετοιμάζει το δρόμο για την αυτογνωσία και την εσωτερική ελευθερία. Γιατί όσο ο μαθητής – άνθρωπος είναι προσκολλημένος στο δάσκαλο – ηγέτη πρότυπό του τόσο απομακρύνεται από τη δυνατότητα να γνωρίσει τα όριά του και να σμιλεύσει τη δύναμή του για δημιουργία.

Το “Γνώθι σαυτόν” και το “εδιζησάμην εμεωυτόν” (Ηράκλειτος) συναντά την προσταγή του Ζαρατούστρα “να βρείτε τον εαυτό σας”. κι αυτό θα επιτευχθεί όχι για λόγους εγωκεντρισμού ή μιας αδιέξοδης οίησης, αλλά για να καταστεί δυνατή η γνώση των ικανοτήτων μας και η χάραξη μιας άλλης προοπτικής για τον κόσμο. Διαφορετικά θα δικαιωθεί η θέση πως:

“αν δεν γνωρίζεις τον εαυτό σου, θα ακολουθήσεις το δρόμο του κοπαδιού”.

Στην τυφλή υπακοή και στην άγονη συμμόρφωση στις παραδοσιακές αξίες (ηθικές . . .) ο Νίτσε αντιτείνει τον Υπεράνθρωπο, το σύμβολο της δύναμης που καταφάσκει τη ζωή και οδεύει σε απάτητους δρόμους για την πραγμάτωση των δυνατοτήτων που πολλές φορές δεν τις γνωρίζουμε. Ο Υπεράνθρωπος συνθέτει το “Είναι” με το “Γίγνεσθαι”, το Διονυσιακό πνεύμα με το Απολλώνειο. Η σύνθεση του πραγματικού με το μεταφυσικό. Η δικαίωση του Ηράκλειτου για την αφανή “παλύντροπο αρμονία” του κόσμου.

Αν οι εξουσίες της κάθε εποχής (πολιτικοί, αυθεντίες . . .) ερμηνεύουν ως αλήθεια ό,τι τους κάνει δυνατούς, τότε και εμείς πρέπει να αντιτάξουμε τη δική μας δύναμη που θα ανατρέψει την υποκρισία και τα ψεύδη των αιώνων.

“Διότι, όταν η αλήθεια έρθει σε σύγκρουση με τα ψεύδη των χιλιετιών, θα προκληθούν δονήσεις, έξαρση σεισμών, μετατόπιση των βουνών και των κοιλάδων, που όμοιές της δεν έχουμε φανταστεί ποτέ” (Νίτσε)

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΑΙ

ΘΟΥΚ 5.112.1–5.114.2

Η απόφαση των Μηλίων και η αντίδραση των Αθηναίων

Η επίκληση του δικαίου του ισχυρού αποτέλεσε τον κύριο άξονα της επιχειρηματολογίας των αθηναίων απεσταλμένων στη Μήλο (βλ. και ΘΟΥΚ 5.84.1–5.86.1). Ο κυνισμός και οι απειλές τους, όμως, δεν κατόρθωσαν να κάμψουν την αποφασιστικότητα των Μηλίων για ουδετερότητα.


[5.112.1] Καὶ οἱ μὲν Ἀθηναῖοι μετεχώρησαν ἐκ τῶν λόγων· οἱ δὲ
Μήλιοι κατὰ σφᾶς αὐτοὺς γενόμενοι, ὡς ἔδοξεν αὐτοῖς
παραπλήσια καὶ ἀντέλεγον, ἀπεκρίναντο τάδε. [5.112.2] «οὔτε ἄλλα
δοκεῖ ἡμῖν ἢ ἅπερ καὶ τὸ πρῶτον, ὦ Ἀθηναῖοι, οὔτ’ ἐν
ὀλίγῳ χρόνῳ πόλεως ἑπτακόσια ἔτη ἤδη οἰκουμένης τὴν
ἐλευθερίαν ἀφαιρησόμεθα, ἀλλὰ τῇ τε μέχρι τοῦδε σῳζούσῃ
τύχῃ ἐκ τοῦ θείου αὐτὴν καὶ τῇ ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων καὶ
Λακεδαιμονίων τιμωρίᾳ πιστεύοντες πειρασόμεθα σῴζεσθαι.
[5.112.3] προκαλούμεθα δὲ ὑμᾶς φίλοι μὲν εἶναι, πολέμιοι δὲ μηδε-
τέροις, καὶ ἐκ τῆς γῆς ἡμῶν ἀναχωρῆσαι σπονδὰς ποιησα-
μένους αἵτινες δοκοῦσιν ἐπιτήδειοι εἶναι ἀμφοτέροις.»

[5.113.1] Οἱ μὲν δὴ Μήλιοι τοσαῦτα ἀπεκρίναντο· οἱ δὲ Ἀθηναῖοι
διαλυόμενοι ἤδη ἐκ τῶν λόγων ἔφασαν «ἀλλ’ οὖν μόνοι γε
ἀπὸ τούτων τῶν βουλευμάτων, ὡς ἡμῖν δοκεῖτε, τὰ μὲν
μέλλοντα τῶν ὁρωμένων σαφέστερα κρίνετε, τὰ δὲ ἀφανῆ
τῷ βούλεσθαι ὡς γιγνόμενα ἤδη θεᾶσθε, καὶ Λακεδαιμονίοις
καὶ τύχῃ καὶ ἐλπίσι πλεῖστον δὴ παραβεβλημένοι καὶ
πιστεύσαντες πλεῖστον καὶ σφαλήσεσθε.»

[5.114.1] Καὶ οἱ μὲν Ἀθηναίων πρέσβεις ἀνεχώρησαν ἐς τὸ στρά-
τευμα· οἱ δὲ στρατηγοὶ αὐτῶν, ὡς οὐδὲν ὑπήκουον οἱ Μήλιοι,
πρὸς πόλεμον εὐθὺς ἐτρέποντο καὶ διελόμενοι κατὰ πόλεις περι-
ετείχισαν κύκλῳ τοὺς Μηλίους. [5.114.2] καὶ ὕστερον φυλακὴν σφῶν
τε αὐτῶν καὶ τῶν ξυμμάχων καταλιπόντες οἱ Ἀθηναῖοι καὶ
κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν ἀνεχώρησαν τῷ πλέονι τοῦ στρα-
τοῦ. οἱ δὲ λειπόμενοι παραμένοντες ἐπολιόρκουν τὸ χωρίον.

***
[5.112.1] Οι Αθηναίοι αποσύρθηκαν τότε από τις διαπραγματεύσεις· οι Μήλιοι συνεδριάζοντας μεταξύ τους βρήκαν πως είχαν περίπου την ίδια γνώμη μ' αυτά που είχαν πει στη συνδιάσκεψη, κι αποκρίθηκαν τα εξής: [5.112.2] «Ούτε άλλη απόφαση παίρνομε από κείνη που σχηματίσαμε από μιας αρχής, ω Αθηναίοι, ούτε πρόκειται μέσα σε λίγην ώρα να στερήσομε την ελευθερία της από μια πολιτεία που υπάρχει από εφτακόσια χρόνια, αλλά εμπιστευόμαστε στη μοίρα που με τη βοήθεια των θεών τη διαφύλαξε ως τα τώρα, και στην ενίσχυση από μέρους των ανθρώπων· και μ' αυτή την πίστη θα δοκιμάσομε να διασωθούμε. [5.112.3] Σας προτείνουμε λοιπόν να είμαστε φίλοι και των δυο και εχτροί, προς κανένα από τους δυο, και να φύγετε από τον τόπο μας αφού κάνομε συνθήκη που να φανεί συφερτική και για τους δυο μας».

[5.113.1] Οι Μήλιοι λοιπόν τόσα μόνο αποκρίθηκαν: οι Αθηναίοι πάλι φεύγοντας πια από τη συνδιάσκεψη είπαν: «Αλλά μόνοι εσείς, Μήλιοι, καθώς φαίνεται απ' αυτές τις διαπραγματεύσεις, θεωρείτε εκείνα που πρόκειται να γίνουν πιο φανερά απ' όσα βλέπετε μπροστά στα μάτια σας, κ' εκείνα που δε φαίνονται, επειδή τα ποθείτε, τα παίρνετε σα να γίνονται στην πραγματικότητα, και αποθέτοντας όλες σας τις ελπίδες στους Λακεδαιμονίους και τη μοίρα και τις αβάσιμες προοπτικές, θ' αποτύχετε για τούτο και μάλιστα ολοκληρωτικά».

[5.114.1] Οι πρέσβεις λοιπόν των Αθηναίων γύρισαν πίσω στο στρατόπεδό τους· και οι στρατηγοί τους, αφού καθόλου δεν είχαν ενδώσει οι Μήλιοι, άρχισαν ευθύς να προετοιμάζουν τον πόλεμο· κι αφού χώρισαν τον κύκλο σε τομείς για την κάθε πολιτεία έχτισαν τείχος γύρω στην πολιτεία των Μηλίων. [5.114.2] Κι αφού τελείωσαν κι άφησαν φρουρά από δικούς τους στρατιώτες και των συμμάχων τους στη στεριά κι από καράβια στη θάλασσα, έφυγαν με το μεγαλύτερο μέρος της στρατιωτικής τους δύναμης. Κι όσοι έμειναν πολιορκούσαν το μέρος.

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (18.151-18.225)

Ὣς φάτο, καὶ σπείσας ἔπιεν μελιηδέα οἶνον,
ἂψ δ᾽ ἐν χερσὶν ἔθηκε δέπας κοσμήτορι λαῶν.
αὐτὰρ ὁ βῆ κατὰ δῶμα φίλον τετιημένος ἦτορ,
νευστάζων κεφαλῇ· δὴ γὰρ κακὸν ὄσσετο θυμῷ.
155 ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ὣς φύγε κῆρα· πέδησε δὲ καὶ τὸν Ἀθήνη
Τηλεμάχου ὑπὸ χερσὶ καὶ ἔγχεϊ ἶφι δαμῆναι.
ἂψ δ᾽ αὖτις κατ᾽ ἄρ᾽ ἕζετ᾽ ἐπὶ θρόνου ἔνθεν ἀνέστη.
Τῇ δ᾽ ἄρ᾽ ἐπὶ φρεσὶ θῆκε θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη,
κούρῃ Ἰκαρίοιο, περίφρονι Πηνελοπείῃ,
160 μνηστήρεσσι φανῆναι, ὅπως πετάσειε μάλιστα
θυμὸν μνηστήρων ἰδὲ τιμήεσσα γένοιτο
μᾶλλον πρὸς πόσιός τε καὶ υἱέος ἢ πάρος ἦεν.
ἀχρεῖον δ᾽ ἐγέλασσεν ἔπος τ᾽ ἔφατ᾽ ἔκ τ᾽ ὀνόμαζεν·
«Εὐρυνόμη, θυμός μοι ἐέλδεται, οὔ τι πάρος γε,
165 μνηστήρεσσι φανῆναι, ἀπεχθομένοισί περ ἔμπης·
παιδὶ δέ κεν εἴποιμι ἔπος, τό κε κέρδιον εἴη,
μὴ πάντα μνηστῆρσιν ὑπερφιάλοισιν ὁμιλεῖν,
οἵ τ᾽ εὖ μὲν βάζουσι, κακῶς δ᾽ ὄπιθεν φρονέουσι.»
Τὴν δ᾽ αὖτ᾽ Εὐρυνόμη ταμίη πρὸς μῦθον ἔειπε·
170 «ναὶ δὴ ταῦτά γε πάντα, τέκος, κατὰ μοῖραν ἔειπες.
ἀλλ᾽ ἴθι καὶ σῷ παιδὶ ἔπος φάο μηδ᾽ ἐπίκευθε,
χρῶτ᾽ ἀπονιψαμένη καὶ ἐπιχρίσασα παρειάς·
μηδ᾽ οὕτω δακρύοισι πεφυρμένη ἀμφὶ πρόσωπα
ἔρχευ, ἐπεὶ κάκιον πενθήμεναι ἄκριτον αἰεί.
175 ἤδη μὲν γάρ τοι παῖς τηλίκος, ὃν σὺ μάλιστα
ἠρῶ ἀθανάτοισι γενειήσαντα ἰδέσθαι.»
Τὴν δ᾽ αὖτε προσέειπε περίφρων Πηνελόπεια·
«Εὐρυνόμη, μὴ ταῦτα παραύδα, κηδομένη περ,
χρῶτ᾽ ἀπονίπτεσθαι καὶ ἐπιχρίεσθαι ἀλοιφῇ·
180 ἀγλαΐην γὰρ ἐμοί γε θεοί, τοὶ Ὄλυμπον ἔχουσιν,
ὤλεσαν, ἐξ οὗ κεῖνος ἔβη κοίλῃς ἐνὶ νηυσίν.
ἀλλά μοι Αὐτονόην τε καὶ Ἱπποδάμειαν ἄνωχθι
ἐλθέμεν, ὄφρα κέ μοι παρστήετον ἐν μεγάροισιν·
οἴη δ᾽ οὐκ εἴσειμι μετ᾽ ἀνέρας· αἰδέομαι γάρ.»
185 Ὣς ἄρ᾽ ἔφη, γρηῢς δὲ διὲκ μεγάροιο βεβήκει
ἀγγελέουσα γυναιξὶ καὶ ὀτρυνέουσα νέεσθαι.
Ἔνθ᾽ αὖτ᾽ ἄλλ᾽ ἐνόησε θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη·
κούρῃ Ἰκαρίοιο κατὰ γλυκὺν ὕπνον ἔχευεν,
εὗδε δ᾽ ἀνακλινθεῖσα, λύθεν δέ οἱ ἅψεα πάντα
190 αὐτοῦ ἐνὶ κλιντῆρι· τέως δ᾽ ἄρα δῖα θεάων
ἄμβροτα δῶρα δίδου, ἵνα μιν θησαίατ᾽ Ἀχαιοί.
κάλλεϊ μέν οἱ πρῶτα προσώπατα καλὰ κάθηρεν
ἀμβροσίῳ, οἵῳ περ ἐϋστέφανος Κυθέρεια
χρίεται, εὖτ᾽ ἂν ἴῃ Χαρίτων χορὸν ἱμερόεντα·
195 καί μιν μακροτέρην καὶ πάσσονα θῆκεν ἰδέσθαι,
λευκοτέρην δ᾽ ἄρα μιν θῆκε πριστοῦ ἐλέφαντος.
ἡ μὲν ἄρ᾽ ὣς ἕρξασ᾽ ἀπεβήσετο δῖα θεάων,
ἦλθον δ᾽ ἀμφίπολοι λευκώλενοι ἐκ μεγάροιο
φθόγγῳ ἐπερχόμεναι· τὴν δὲ γλυκὺς ὕπνος ἀνῆκε,
200 καί ῥ᾽ ἀπομόρξατο χερσὶ παρειὰς φώνησέν τε·
«ἦ με μάλ᾽ αἰνοπαθῆ μαλακὸν περὶ κῶμ᾽ ἐκάλυψεν.
αἴθε μοι ὣς μαλακὸν θάνατον πόροι Ἄρτεμις ἁγνὴ
αὐτίκα νῦν, ἵνα μηκέτ᾽ ὀδυρομένη κατὰ θυμὸν
αἰῶνα φθινύθω, πόσιος ποθέουσα φίλοιο
205 παντοίην ἀρετήν, ἐπεὶ ἔξοχος ἦεν Ἀχαιῶν.»
Ὣς φαμένη κατέβαιν᾽ ὑπερώϊα σιγαλόεντα,
οὐκ οἴη, ἅμα τῇ γε καὶ ἀμφίπολοι δύ᾽ ἕποντο.
ἡ δ᾽ ὅτε δὴ μνηστῆρας ἀφίκετο δῖα γυναικῶν,
στῆ ῥα παρὰ σταθμὸν τέγεος πύκα ποιητοῖο
210 ἄντα παρειάων σχομένη λιπαρὰ κρήδεμνα·
ἀμφίπολος δ᾽ ἄρα οἱ κεδνὴ ἑκάτερθε παρέστη.
τῶν δ᾽ αὐτοῦ λύτο γούνατ᾽, ἔρῳ δ᾽ ἄρα θυμὸν ἔθελχθεν,
πάντες δ᾽ ἠρήσαντο παραὶ λεχέεσσι κλιθῆναι.
ἡ δ᾽ αὖ Τηλέμαχον προσεφώνεεν, ὃν φίλον υἱόν·
215 «Τηλέμαχ᾽, οὐκέτι τοι φρένες ἔμπεδοι οὐδὲ νόημα·
παῖς ἔτ᾽ ἐὼν καὶ μᾶλλον ἐνὶ φρεσὶ κέρδε᾽ ἐνώμας·
νῦν δ᾽ ὅτε δὴ μέγας ἐσσὶ καὶ ἥβης μέτρον ἱκάνεις,
καί κέν τις φαίη γόνον ἔμμεναι ὀλβίου ἀνδρός,
ἐς μέγεθος καὶ κάλλος ὁρώμενος, ἀλλότριος φώς.
220 οὐκέτι τοι φρένες εἰσὶν ἐναίσιμοι οὐδὲ νόημα,
οἷον δὴ τόδε ἔργον ἐνὶ μεγάροισιν ἐτύχθη,
ὃς τὸν ξεῖνον ἔασας ἀεικισθήμεναι οὕτως.
πῶς νῦν, εἴ τι ξεῖνος ἐν ἡμετέροισι δόμοισιν
ἥμενος ὧδε πάθοι ῥυστακτύος ἐξ ἀλεγεινῆς;
225 σοί κ᾽ αἶσχος λώβη τε μετ᾽ ἀνθρώποισι πέλοιτο.»

***
Τελειώνοντας, στάλαξε πρώτα στους θεούς σπονδή, ήπιε μετά κρασί κι ο ίδιος,
γλυκό σαν μέλι, κι ύστερα γύρισε την άδεια κούπα και την έβαλε
στα χέρια του ευγενικού Αμφινόμου. Εκείνος πήρε να βαδίζει
μελαγχολικός στην αίθουσα, με το κεφάλι του σκυμμένο —
έβλεπε κιόλας μέσα του το τι κακό τον περιμένει.
Παρ᾽ όλα ταύτα από τη μοίρα του δεν γλίτωσε, τον έμπλεξε κι αυτόν
η Αθηνά, στα δίχτυα της· τον δάμασε ο Τηλέμαχος με το κοντάρι
και τα δυνατά του χέρια — προσώρας πήγε πάλι και θρονιάστηκε εκεί
απ᾽ όπου λίγο πριν ανασηκώθηκε.
Στο μεταξύ η θεά, τα μάτια λάμποντας, η Αθηνά,
έβαλε μιαν ιδέα στον νου της Πηνελόπης, φρόνιμης θυγατέρας
160 του Ικαρίου· να κάνει την εμφάνισή της στους μνηστήρες,
τον πόθο τους ν᾽ ανάψει, συνάμα ν᾽ αναδείξει
την τιμή της, πιο φανερά παρ᾽ ό,τι πριν, στο ταίρι και στον γιο της.
Μ᾽ ένα χαμόγελο λοιπόν λειψό, στην οικονόμο μίλησε:
«Με πήρε ο πόθος, Ευρυνόμη, πρώτη φορά στα τόσα χρόνια,
να κάνω την εμφάνισή μου στους μνηστήρες, κι ας τους σιχαίνεται
η ψυχή μου. Έχω και κάτι στον γιο μου να συστήσω, κέρδος του
αν μ᾽ ακούσει· όλη την ώρα να μη σέρνεται με τους μνηστήρες.
Μπορεί μπροστά του οι αλαζόνες κάποτε να μιλούν καλά,
πίσω του όμως μελετούν μονάχα το κακό.»
Ανταποκρίθηκε η οικονόμος Ευρυνόμη λέγοντας:
170 «Κόρη μου, τα λόγια σου ακούγονται όλα σωστά, με μέτρο·
εμπρός λοιπόν ελεύθερα στον γιο σου μίλησε και μην κρατείς
κρυφή τη σκέψη σου. Πρωτύτερα όμως ρίξε στο σώμα σου λίγο νερό,
καλλώπισε τα μάγουλά σου, μη βγαίνεις συνεχώς δακρύβρεχτη
και μαραμένη — άσχημο και το πένθος που σταμάτημα δεν έχει.
Το βλέπεις πως μεγάλωσε κι ο γιος σου, χνούδισε πια το γένι του,
όπως το ευχόσουνα κι εσύ στους αθανάτους.»
Φρόνιμη πάλι η Πηνελόπη τής απάντησε:
«Όχι, Ευρυνόμη, άσε τα λόγια τα γλυκά, κι ας με φροντίζεις τόσο·
μου λες να λούσω το κορμί μου, να καλλωπιστώ,
180 μα τη δική μου ομορφιά οι ολύμπιοι θεοί τη χάλασαν,
αφότου εκείνος σε καράβι κοίλο ανέβηκε και πάει.
Μιαν άλλη χάρη όμως σου ζητώ· την Αυτονόη, την Ιπποδάμεια
φώναξε, πλάι μου να σταθούν, κάτω στην αίθουσα.
Μόνη δεν γίνεται να βγω μπροστά σε τόσους άνδρες·
νιώθω ντροπή.»
Έτσι της μίλησε, κι αμέσως η γερόντισσα κατέβηκε
απ᾽ την κάμαρη, επήγε να φωνάξει τις γυναίκες, για να τους πει να ᾽ρθουν.
Στο μεταξύ άλλα στοχάστηκε η θεά, τα μάτια λάμποντας, η Αθηνά·
ύπνο γλυκό χύνει στα μάτια της θυγατέρας του Ικαρίου,
κι έγειρε εκείνη, αποκοιμήθηκε, εκεί στο ανάκλιντρο
190 όλα τα μέλη της χαλάρωσαν.
Τότε η αθάνατη θεά πήρε να τη στολίζει με θεσπέσια δώρα,
για να τη δουν οι Αχαιοί και να απομείνουν έκθαμβοι.
Πρώτα εξωράισε το ωραίο πρόσωπο, με θείο μύρο
το καθάρισε, ίδιο μ᾽ αυτό που η καλλιστέφανη Κυθέρεια
μυρώνεται, κάθε φορά που με τις Χάριτες θέλει να πάρει μέρος
στον ερωτιάρικο χορό·
τέλος, την έκανε να φαίνεται ψηλότερη και πιο στητή,
λευκότερη από γυαλισμένο φίλντισι.
Το έργο της τελειώνοντας, πήρε ξανά η αθάνατη θεά
τον δρόμο της· οπότε πρόφτασαν οι δυο λευκώλενες γυναίκες,
κι απ᾽ τις φωνές τους φεύγει ο ύπνος ο γλυκός,
η Πηνελόπη ξύπνησε, έτριβε με τα χέρια της μάτια και μάγουλα,
200 κι έπειτα μίλησε:
«Τι λήθαργος κι αυτός και πόσο μαλακός, με κάλυψε τη δύστυχη!
Μακάρι τέτοιο θάνατο, τόσο απαλό, εδώ και τώρα, να μου χάριζε
αγνή θεά η Άρτεμη.
Να πάψω πια να μαραζώνω μια ζωή, θρηνώντας τον αγαπημένο μου,
τις τόσες αρετές που τον ξεχώριζαν από τους άλλους Αχαιούς.»
Μίλησε, κι ύστερα πήρε να κατεβαίνει από το φωτεινό υπερώο —
δεν ήταν μόνη, τη συνόδευαν οι δυο θεραπαινίδες.
Όταν πλησίασε προς τους μνηστήρες η θεία γυναίκα,
210 πήγε κι ακούμπησε στη μεσιανή κολόνα της στερεής στέγης,
με το λαμπρό μαγνάδι της μπροστά στις παρειές της —
δεξιά κι αριστερά πάντα οι πιστές θεραπαινίδες.
Μόλις την είδαν οι μνηστήρες, τους κόπηκαν τα γόνατα,
τους συνεπήρε ο έρωτας, καθένας τους ευχήθηκε
μαζί της να πέσει στο κρεβάτι.
Όμως εκείνη στράφηκε στον γιο της, μίλησε στον Τηλέμαχο:
«Τηλέμαχε, λέω πως σάλεψαν τα φρένα σου, πήρε αέρα ο νους σου.
Ήσουνα κάποτε παιδί, μα το μυαλό σου έπαιρνε
πολλές στροφές. Τώρα που πια μεγάλωσες κι έγινες
τέτοιο παλληκάρι — ακόμη κι ένας ξένος, την ομορφιά σου
βλέποντας και το παράστημά σου, θα ομολογούσε πως είσαι γόνος
αρχοντικού γονιού. Μα τώρα γνώμη και γνώση σου
220 δεν περπατούν στον ίσο δρόμο.
Κοίτα τι έγινε μέσα σε τούτο το παλάτι· άφησες
έναν ξένο να του φερθούνε πρόστυχα.
Και τι νομίζεις θα συνέβαινε, αν, φιλοξενούμενος στο σπίτι μας,
πάθαινε κάτι ο ξένος, σε πάλη αισχρή που αυτοί τον έσυραν;
Αίσχος κι ατίμωση για σένα, του κόσμου η καταφρόνεση.»

Διαφωτισμός: Μύθοι και αλήθειες για τα Φώτα

Το ρεύμα του Διαφωτισμού υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα στη Δύση και είχε ανυπολόγιστες συνέπειες για την πορεία της ανθρωπότητας συνολικά. Παρόλα αυτά, δεν παύει να είναι συνδεδεμένο με ορισμένες παρανοήσεις που συχνά παρεμποδίζουν την ορθή κατανόησή του.

Η αρχική πρόσληψη

Είναι παραπλανητική η εντύπωση πολλών ότι οι Διαφωτιστές πολέμησαν γενικά τη «θρησκεία». Πιο σωστό θα ήταν να πούμε ότι αυτό έπραξε μια συγκεκριμένη μερίδα τους, γνωστή ευρύτερα ως «ριζοσπαστικός Διαφωτισμός». Σε γενικές γραμμές, η προσέγγιση των περισσοτέρων Διαφωτιστών του 18ου αιώνα στο ζήτημα της θρησκείας συνδέεται με την αναζήτηση της «φυσικής θρησκείας», κατά τον 17ο αιώνα, με τη θεμελιακή διάκριση ανάμεσα σε φύση και αποκάλυψη να αποτελεί τον βασικό κοινό τους πυρήνα. Σε αυτό το πλαίσιο, η φυσική θρησκεία θεωρήθηκε ως η πρωταρχική και οικουμενική μορφή θρησκευτικότητας των ανθρώπινων όντων, προγενέστερη και σημαντικότερη από τις επιμέρους «αποκεκαλυμμένες» θρησκείες, οι οποίες συνήθως αξιολογούνταν από τους Διαφωτιστές υπό το κριτήριο της συμβατότητας ή της ασυμβατότητας με εκείνη.

Παράλληλα (και ίσως σε άμεση σχέση με αυτό), οι Διαφωτιστές διατύπωσαν τους συλλογισμούς τους περί θρησκευτικής ανεκτικότητας, ένα ζήτημα μεγάλης σημασίας μετά την έκρηξη βίας που είχε προκληθεί ύστερα από την προτεσταντική Μεταρρύθμιση και την άρση του Διατάγματος της Νάντης. Είναι βέβαια γεγονός πως οι Διαφωτιστές επιτέθηκαν στον δογματισμό, τη μισαλλοδοξία και την έλλειψη ανεκτικότητας του συγκαιρινού τους κλήρου, ωστόσο το ενδιαφέρον τους δεν ήταν αποκλειστικά για πολεμικούς σκοπούς. Αντίθετα, συνεισέφεραν καίρια στην κατανόηση των θρησκευτικών δογμάτων καθώς και στην αναζήτηση τρόπων που να επιτρέπουν τη διατήρησή τους δίχως την απειλή των ατομικών ελευθεριών και της κοινωνικής ειρήνης.

Ο τρίτος πυλώνας της πραγμάτευσης της θρησκείας από τους Διαφωτιστές, μαζί με τη φυσική θρησκεία και την ανεκτικότητα, ήταν το κάλεσμα για καλυτέρευση της επίγειας ζωής μας. Κύρια ιδιότητα του Διαφωτισμού ήταν η επιδίωξή του να επικεντρωθεί όχι στον άλλο κόσμο αλλά σε αυτόν εδώ, αφοσιωμένος στην έμπρακτη βελτίωση της ανθρώπινης κατάστασης, ανεξάρτητα από το όποιο επέκεινα:

Αυτή, θεωρώ, ήταν η ουσία της συνεισφοράς του Διαφωτισμού στη δυτική σκέψη: η πολιτική οικονομία ως η προοπτική για την ανθρώπινη βελτίωση, σε αυτόν τον κόσμο και όχι στον επόμενο, στο παρόν και όχι στο παρελθόν. Η βελτίωση αυτή γινόταν αντιληπτή μέσα σε μια ιστορική προοπτική, την προοπτική “της προόδου της κοινωνίας”. Ήταν μια προοπτική που είχε επίγνωση των ορίων της: καμία εκδοχή της πολιτικής οικονομίας του Διαφωτισμού δεν υποσχόταν ατελείωτη ανάπτυξη, ούτε εγγυόταν την ισότητα στην πρόσβαση στον πλούτο και το κύρος. Το ουτοπικό τεχνολογικό όραμα του Μαρξ (Karl Marx) με όλους τους ανθρώπους να απολαμβάνουν ακριβώς τις ίδιες ανέσεις, ουδεμία σχέση είχε με τις θεωρίες των ιστορικών ή πολιτικών οικονομολόγων του Διαφωτισμού..

Το κίνημα, σημειώνει, επωφελήθηκε εν τη γενέσει του από ορισμένες νέες μορφές κοινωνικότητας: τέτοια παραδείγματα αποτελούν το καφενείο, η μασονική στοά και το κοσμικό σαλόνι. Η σημασία τους όμως συχνά παρατονίζεται. Καθοριστικότερος υπήρξε ο εκδοτικός οργασμός της τυπογραφίας κατά τον 18ο αιώνα, με πλήθος βιβλίων, όλο και συχνότερα μη θρησκευτικής θεματολογίας, να τυπώνονται και να φέρουν στους συγγραφείς τους αναγνώριση. Η αύξηση του εγγράμματου κοινού υπήρξε επίσης καθοριστικής σημασίας παράγοντας για τη διάδοση των νέων ιδεών. Κύριο μέλημα των Διαφωτιστών, ήταν η συγκρότηση μιας καλλιεργημένης κοινής γνώμης με διάθεση κριτικής αξιολόγησης της εκάστοτε κρατικής εξουσίας.

Παρουσιάζοντας τις σύγχρονες έρευνες που θέλουν έναν Διαφωτισμό που να φθάνει ως την Ινδία και την Κίνα, διασταυρωνόμενος με τους εκεί παραδοσιακούς πολιτισμούς. Ο Διαφωτισμός ήταν ένα ευρωπαϊκό φαινόμενο. Το σημαντικότερο ερώτημα των ιστορικών: πώς τελικά σχετίζεται ο Διαφωτισμός με τη Γαλλική Επανάσταση του 1789; Δεν μπορεί να αμφιβάλλει κανείς ότι υπάρχει σύνδεση ανάμεσά τους. Αυτό συμβαίνει τόσο σε επίπεδο προσώπων, αφού διάσημοι φιλόσοφοι όπως ο Κοντορσέ, ο Παγκάνο, η Γουόλστονκραφτ, η Πιμέντελ, συμμετείχαν προσωπικά στην επανάσταση, αλλά και σε επίπεδο ιδεών, μιας και το σημαντικότερο έργο υπέρ του εν λόγω κινήματος, το Τι είναι η Τρίτη τάξη του αβά Σιεγές, ήταν γραμμένο ως διάλογος ανάμεσα στους φιλοσόφους Ρουσώ και Μοντεσκιέ, απηχώντας δικές τους ιδέες. Ωστόσο, και εδώ βρίσκεται το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, αρνούνται την ευρέως διαδεδομένη άποψη σύμφωνα με την οποία η επανάσταση υπήρξε καρπός των ιδεών του Διαφωτισμού.

Ενώ οι φιλόσοφοι του Διαφωτισμού στρέφονταν προς μια ενημερωμένη κοινή γνώμη για να ασκήσουν έμμεση, περιοριστική πίεση στην κυβέρνηση, οι επαναστάτες προσανατολίζονταν στην ανατροπή του παλιού καθεστώτος μέσα από την άμεση δράση. Η επανάσταση, με άλλα λόγια, ήταν η εκδίκηση των πολιτικών διεργασιών επί της απρόσωπης, βαθμιαίας διαδικασίας της αλλαγής που οραματιζόταν η θεωρία του Διαφωτισμού περί “προόδου της κοινωνίας”.

Άλλωστε, ελάχιστοι από τους (συνήθως νεαρούς) ηγέτες της επανάστασης είχαν προλάβει να διακριθούν πολιτικά και πνευματικά πριν το έτος 1789. Ναι, είναι αλήθεια ότι οι πραγματείες των φιλοσόφων συνέβαλαν κάπως στον επαναστατικό ξεσηκωμό των μαζών, είναι όμως εξίσου αλήθεια ότι επίσης καίρια υπήρξε και η συμβολή διαφόρων ημιπορνογραφικών νουβελών και των εξαγριωμένων δημοσιογραφικών άρθρων που εξέθεταν τα παρακμιακά ήθη της γαλλικής αριστοκρατίας. Πάντως, οι σύγχρονοι εκείνων των γεγονότων συχνά ταύτιζαν τον Διαφωτισμό με την επανάσταση, ιδιαίτερα όταν ήθελαν να τα καταδικάσουν, θεωρώντας τη δεύτερη ως αποτέλεσμα συνωμοσίας των εκπροσώπων του πρώτου. Τέτοιες απόψεις συνέχισαν να διαδίδονται και ενισχύθηκαν μετά το 1814.

Στον 19ο αιώνα, ακριβώς εξαιτίας της επανάστασης, το πολιτικό πλαίσιο είχε αλλάξει σημαντικά, με τους κύριους προβληματισμούς να αφορούν πλέον τη δημοκρατία (τα θεμέλια, την έκταση και τις δυνατότητες εκπροσώπησης της λαϊκής κυριαρχίας κ.λπ.). Όσο για τη βασική πεποίθηση των Διαφωτιστών ότι η κακή διακυβέρνηση θα μπορούσε να διαπαιδαγωγηθεί ή τιθασευτεί μέσω μιας επαρκώς ενημερωμένης κοινής γνώμης, είχε πια εξανεμιστεί. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, η αμφισβήτηση της κληρονομιάς του Διαφωτισμού, μέχρι και σήμερα, λαμβάνει χώρα ως σύγκρουση ανάμεσα σε δύο μεγάλες ομάδες: από τη μια μεριά βρίσκονται οι (συνήθως ιστορικοί) «νεωτερικοί», οι οποίοι υπερασπίζονται τις αξίες του και τον ταυτίζουν με τη Νεωτερικότητα, ενώ από την άλλη οι (συνήθως φιλοσοφούντες) «μετανεωτερικοί», που επίσης τον ταυτίζουν με τη Νεωτερικότητα, αλλά θεωρούν τις αξίες του παρωχημένες και κατά κάποιον τρόπο υπεύθυνες για μερικά μεγάλα δεινά της ανθρωπότητας.

Από τους σημαντικότερους φιλοσοφικούς επικριτές του Διαφωτισμού, μεταπολεμικά, ήταν οι νεομαρξιστές Μαξ Χορκχάιμερ και Τέοντορ Αντόρνο, που τον κατηγόρησαν για «εργαλειακή ορθολογικότητα» και μετατροπή της φύσης σε αντικείμενο, και ο ιστορικός των ιδεών Αϊζάια Μπερλίν, που του αντιπαρέταξε τον ρομαντισμό με τον βολονταρισμό του. Σε αυτούς θα μπορούσε να προστεθεί και ο Γερμανός ιστορικός Ράινχαρτ Κοζέλεκ, ο οποίος επικεντρώθηκε στην «ανεπαρκή» απάντηση του Διαφωτισμού έναντι της απόλυτης μοναρχίας, αλλά και στην αποδυνάμωση του θεσμού του κράτους, εκ μέρους του.

Στις δεκαετίες 1970 και 1980, η κριτική οξύνθηκε: ο Γάλλος μεταμοντέρνος Μισέλ Φουκώ, που επιχείρησε να ανιχνεύσει μέσα στον Διαφωτισμό κρυμμένες «απολυταρχικές» τάσεις, ο Σκώτος στοχαστής Άλασνταιρ Μακιντάιρ, που εντόπισε σε αυτόν το κεντρικό «σφάλμα» της θεμελίωσης αξιών χωρίς ερείσματα, το οποίο θεωρεί ότι τελικά οδήγησε την ηθική φιλοσοφία της Δύσης στο αδιέξοδό της, ενώ ο φιλόσοφος Ρίτσαρντ Ρόρτι επιχείρησε τη θεμελίωση μιας φιλοσοφίας απορρίπτοντας την (κυρίως καντιανή) βεβαιότητα για την ύπαρξη μιας οικουμενικής και ορθολογικής «φόρμουλας» για την αλήθεια και την ηθική.

Το γενικά γνωστότερο έργο υπεράσπισης του Διαφωτισμού, υπήρξε η περίφημη Φιλοσοφία του Διαφωτισμού, από τον Γερμανοεβραίο φιλόσοφο Ερσντ Κασσίρερ, ο οποίος λίγο αργότερα έφυγε από τη Γερμανία, λόγω της εδραίωσης του Χίτλερ και του ναζισμού, εναντίον των οποίων προσπάθησε βασικά να προειδοποιήσει με το έργο του εκείνο. Η απουσία μιας συστηματικά φιλοσοφικής υπεράσπισης του Διαφωτισμού, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ώθησε τους ιστορικούς να λάβουν οι ίδιοι τη σκυτάλη, βλέποντας ενδεχομένως εκεί ένα καλύτερο ιστορικό παρελθόν της Ευρώπης, οπωσδήποτε προτιμότερο από τα γεγονότα που οι ίδιοι είχαν βιώσει.

Συγκεκριμένα, στις δεκαετίες 1950 και 1960, πολλοί από αυτούς ασπάζονταν κάποια θεωρία εκσυγχρονισμού (στη μαρξιστική ή στη βεμπεριανή εκδοχή), με τον Διαφωτισμό να αντιπροσωπεύει για αυτούς προ παντός τη θρησκευτική εκκοσμίκευση και την οικονομική ανάπτυξη. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Διαφωτισμός ταυτιζόταν με τις νεωτερικές αξίες, πράγμα που ενισχύθηκε περαιτέρω μετά το 1989, λόγω της αμφισβήτησης της μαρξιστικής μεθοδολογίας, μετά την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων, καθώς και λόγω της εμφάνισης πολιτικοποιημένων μορφών της θρησκείας και μεταμοντέρνων ιδεών σχετικισμού. Η διαπάλη ανάμεσα σε φιλοσόφους και ιστορικούς συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, αν και αμφότερες οι πλευρές κατά κανόνα ταυτίζουν τον Διαφωτισμό με τις νεωτερικές αξίες.

Συντροφιά με το Τραύμα

Γεγονότα που συμβαίνουν είτε σε παιδική ηλικία είτε σε ενήλικη, μας τραυματίζουν ψυχικά και μας συνοδεύουν στην πορεία της ζωής. Εμείς οι ίδιοι περιφέρουμε τα τραύματά μας, σαν Αγιοβασίληδες με δώρα, ελπίζοντας πως ένα διαφορετικό περιβάλλον ή μία νέα ανθρώπινη σχέση θα μας γιατρεύσει από αυτά.

Στην πραγματικότητα όμως έχουμε συντροφιά το τραύμα και δεν επιθυμούμε την επούλωσή του. Οι άνθρωποι μαθαίνουν να ζουν πλάι-πλάι με αυτό που τους πλήγωσε και αρνούνται να το αποχωριστούν.

Τι είναι τραύμα

Το ψυχικό τραύμα αφορά μία κατάσταση υπερβολικών διεγέρσεων, οι οποίες ξεπερνούν την ικανότητα του ατόμου να τις ελέγξει και να τις επεξεργαστεί ψυχικά.

Η τραυματική εμπειρία φαίνεται ότι διαθέτει μια εσωτερική δυναμική, ικανή να επιδρά ακόμη και μετά από πολλά χρόνια.

Η ψυχαναλυτική έρευνα έχει συνδέσει το ιστορικό σοβαρών ψυχικών τραυματισμών στην παιδική ηλικία, ως ένα σημαντικό παράγοντα στην εμφάνιση πολλών ψυχοπαθολογικών διαταραχών, όπως οι σοβαρές διαταραχές προσωπικότητας (οριακή, ναρκισσιστική, αντικοινωνική), οι ψυχώσεις, κ.α.

Καταναγκασμός του τραύματος

Με τον όρο καταναγκασμό του τραύματος νοείται η διαδικασία επανάληψης του τραύματος αναζητώντας την αναδημιουργία της τραυματικής κατάστασης.

Το άτομο αγνοεί ότι επαναλαμβάνει την τραυματική κατάσταση, δεν αντιλαμβάνεται ότι αυτήν την κατάσταση την έχει βιώσει στο παρελθόν αλλά και για ποιον λόγο την επαναλαμβάνει.

Είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι μετά από ένα τραύμα ή γενικότερα μετά από μια τραυματική κατάσταση το άτομο επαναλαμβάνει την τραυματική ψυχική εμπειρία χωρίς να γνωρίζει ότι την επαναλαμβάνει.

Αισθάνεται ότι οι πράξεις του, αφορούν γεγονότα και ζητήματα του εδώ και τώρα.

«Ο ασθενής επαναλαμβάνει όχι στη μνήμη του αλλά στη συμπεριφορά του, χωρίς να γνωρίζει αυτό που επαναλαμβάνει.» (Freud, S 1914)

Το άτομο επιλέγει ασυνείδητα να επαναλάβει παρελθοντικές, επώδυνες σχέσεις, που δεν μπόρεσε να ερμηνεύσει και να βρει τρόπο να δικαιολογήσει.

Θεωρεί ότι μέσα από κάθε νέα τέτοιου είδους σχέση θα μπορέσει να βρει απαντήσεις ή τρόπους αντιμετώπισης. Και καταλήγει να βρίσκεται σε ένα αδιέξοδο όπου αναρωτιέται για ποιο λόγο ελκύει πάντα τους ίδιους ανθρώπους ή τις ίδιες καταστάσεις.

Παραδείγματα

Ένα παιδί που μεγάλωσε σε ένα απορριπτικό και αδιάφορο περιβάλλον είναι πιθανό να επιλέξει και στην ενήλικη ζωή άτομα που δε θα του δίνουν ιδιαίτερη σημασία και θα αδιαφορούν, στην προσπάθειά του να εξηγήσει γιατί δέχθηκε τέτοιου είδους συμπεριφορές από το περιβάλλον του και τι θα μπορούσε το ίδιο να κάνει ώστε να αλλάξει την κατάσταση.

Μια γυναίκα που μεγάλωσε με μια συναισθηματικά αδιάφορη μητέρα («νεκρή μητέρα» κατά Green), είναι πιθανό να συναντά την αδιαφορία και την εγκατάλειψη των συντρόφων της.

Ένας άνδρας που δεχόταν την διαρκή υποτίμηση του ναρκισσιστή πατέρα του, μπορεί να συναντά τον εξευτελισμό και την απαξίωση των «αφεντικών» του. Με παρόμοιο και αντίστοιχο ασυνείδητο τρόπο μπορεί και ένας «ενήλικας-θύτης» να διαιωνίζει την δική του ιστορία κακοποίησης (που βίωσε ως παιδί) μέσα όμως από την αμυντική του ταύτιση με τον «κυρίαρχο», δηλαδή μέσω του αμυντικού μηχανισμού της «ταύτισης με τον επιτιθέμενο» (Klein Melanie).

Με απλά λόγια, θα λέγαμε ότι στην περίπτωση αυτή το θύμα αμύνεται μέσα από την ασυνείδητη ταύτιση με τον θύτη του. Έτσι, ο φόβος του μειώνεται μέσα από την υιοθέτηση του ρόλου του «δυνατού», εκείνου που μπορεί να επιβάλλεται ή να επιβιώνει. Το ψυχικό τραύμα αντί να πενθείται και να γιατρεύεται, επαναλαμβάνεται και διαιωνίζεται.

Εργοδότες που εκμεταλλεύονται και εκφοβίζουν τους υπαλλήλους τους, καθηγητές που κόβουν τα φτερά των φοιτητών τους, ερωτοχτυπημένοι που εξιδανικεύουν τους συντρόφους τους, άνθρωποι δημιουργικοί που αναζητούν την επιβράβευση και την αποδοχή σε σαδιστικούς άρχοντες….

Θύτες και θύματα μοιάζουν να παρασύρονται, αργά ή γρήγορα, σε μια παθολογική σχέση φόβου, ελέγχου και εξάρτησης που έχει έναν και μοναδικό ασυνείδητο στόχο: την από κοινού διαμαρτυρία μέσω της επανάληψης του Τραυματικού. Όταν η σιωπή σπάσει μέσω του συνειδητού και τολμηρού πλέον λόγου και όταν οι ασυνείδητες (μα οδυνηρές) εκδραματίσεις νοηματοδοτηθούν, τότε ενδέχεται και ο καταναγκασμός της επανάληψης μέσω της κακοποίησης να γνωρίσει ένα τέλος.

Σταδιακά, η πορεία του τραύματος χάνει την πυξίδα της μέσα στο χρόνο, την πραγματικότητα και την λογική ζητώντας (ωστόσο) γιατρειά και στέλνοντας κάθε τόσο μηνύματα στο σώμα μας, σε συμβολικά όνειρα μας, στις ερωτικές μας σχέσεις, σε συμπτώματα (π.χ. κρίσεις πανικού), σε αρρώστιες, στις εξαρτήσεις μας.»

Γιατί συμβαίνει;

Η γνωστή άποψη του Φρόιντ, ότι κάτι που συνιστά δυσφορία για ένα μέρος του ψυχικού οργάνου μπορεί παράλληλα να είναι απόλαυση για κάποιο άλλο, είναι η βάση πάνω στην οποία εισάγεται η έννοια του καταναγκασμού της επανάληψης (Freud, 1920).

Οι Μπάραντζερ και συνεργάτες (Baranger, M. et al, 1988) χαρακτηρίζουν τον καταναγκασμό της επανάληψης ως τη συνεχή επανάληψη της τραυματικής κατάστασης, σε μία παράδοξη απόπειρα ελέγχου του άγχους. Έτσι, το υποκείμενο παράγει ένα χαμηλότερης έντασης άγχος, ανεκτό για τον ψυχισμό, κυρίως γιατί πρόκειται για άγχος που παράγεται υπό τον έλεγχο του Εγώ.

Διαγενεακό Τραύμα

Παρατηρείται μία δυναμική στο τραυματικό συμβάν, που μπορεί να διαπεράσει το φράγμα του χρόνου. Τα αποτελέσματα του τραύματος μεταδίδονται από τη μία στην επόμενη γενιά, μέσω ασυνείδητων μηχανισμών (π.χ. ασυνείδητων ταυτίσεων), οδηγώντας έτσι τα άτομα που εμπλέκονται σε ένα φαύλο κύκλο μη επίλυσης του τραύματος.

Η μεταβίβαση του τραύματος από γενεά σε γενεά, μπορεί να πραγματοποιηθεί σε προσωπικό ή και σε συλλογικό επίπεδο.

Η συλλογική μεταβίβαση του τραύματος μελετήθηκε για πρώτη φορά στους απογόνους των επιζώντων του Ολοκαυτώματος και παραδείγματα έχουμε από τον Εμφύλιο Πόλεμο (1945 -1949), λέξεις και φράσεις του οποίου χρησιμοποιούνται σήμερα στην πολιτική ζωή της χώρας.

Σύμφωνα, δε με τους Γάλλους ψυχαναλυτές Abraham και Torrok (1984), το ψυχικό τραύμα μπορεί να μεταδοθεί απευθείας από το ασυνείδητο της μητέρας σε αυτό του παιδιού, χωρίς να προηγείται κανένα είδος λεκτικής επικοινωνίας.

Επίλογος

Στόχος είναι να δοκιμάσουμε να βιώσουμε σήμερα εκ νέου τα τραύματα του χθες, με έναν άλλο τρόπο.

Να ξαναδιαβάσουμε τη ζωή μας μέσα από μια διαφορετική ματιά. Να μην αφήσουμε όλα αυτά να κινούνται σαν θυμωμένα παράπονα που υπογραμμίζουν αυτό που συνεχώς δεν κατανοούμε: την Αγάπη των άλλων, που δεν μας φτάνει.

Τι με φοβίζει στην αρνητική κριτική;

Είναι αρκετές οι φορές, αν όχι κάθε φορά, που πίσω από την τέλεση μίας πράξης μας, υπάρχουν αμέτρητες σκέψεις που μας βασανίζουν. Σκέψεις αρνητικές , στην πλειονότητα τους, όπως η γνώμη των άλλων, αν θα συμφωνήσουν, απορρίψουν την πράξη ή τα λόγια μας, τι θα σκεφτούν κλπ.

Σε μία κοινωνία που αλληλεπιδρούμε ο ένας με τον άλλο, είναι πολύ λογικό να υπάρχει μεγαλύτερη έκθεση. Η κριτική μπορεί να είναι είτε θετική, είτε αρνητική, ωστόσο αυτή που σίγουρα μας επηρεάζει περισσότερο είναι η αρνητική, καθώς οι περισσότεροι άνθρωποι ενδιαφερόμαστε για τη γνώμη των άλλων, να είμαστε αρεστοί στους άλλους.

Η ανάγκη μας να ικανοποιούμε τους άλλους, κάποιες φορές και πριν από την ικανοποίηση του ίδιου μας του εαυτού, καθοδηγεί τις επιλογές μας και την ποιότητα των σχέσεων και της ζωής μας.

Κάθε φορά που μας ασκείται μία αρνητική κριτική, γεννιούνται διάφορες σκέψεις στο μυαλό μας. Η ερμηνεία που θα δώσουμε στην εκάστοτε κριτική, είναι αυτή που θα δημιουργήσει την αντίδρασή μας και θα προκαλέσει τα αντίστοιχα συναισθήματα.

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Ο Φόβος της κριτικής και η ανάγκη ικανοποίησης των αναγκών και των επιθυμιών των άλλων, έχει ως βαθύτερη πεποίθηση, πως οι άλλοι δε θα με αποδεχτούν αν δεν είμαι αυτό που θέλουν. Αυτό το στοιχείο, πολλές φορές μαρτυρά την έλλειψη αυτοεκτίμησης ( «Δεν είμαι αρκετά καλός», «Δε θα με αποδεχτεί κανείς», «Δεν αξίζω»).

Η χαμηλή αυτοεκτίμηση αναπτύσσεται από τα πρώτα χρόνια της ζωής του ατόμου.

Σε αυτήν παίζουν σημαντικό ρόλο οι σημαντικοί άλλοι (η οικογένεια, οι φίλοι, το σχολείο κλπ). Αν αισθάνομαι πως είμαι αρεστός , αν αισθάνομαι την πλήρη αποδοχή, τότε με αποδέχομαι και νιώθω εμπιστοσύνη και ως προς τις επιλογές μου.

Αν όμως δεν έχω την αποδοχή τους, δε νιώθω πως είμαι αρεστός σε εκείνους, δεν έχω την αγάπη τους, τότε νιώθω πως δεν αξίζω, η αυτοεκτίμηση μου μειώνεται , αλλάζω αυτό που θέλω πραγματικά να είμαι, γίνομαι κάποιος άλλος για να είμαι αρεστός. Προδίδω τις επιθυμίες μου, τα θέλω μου, τις αξίες μου, αρκεί να με θέλουν οι άλλοι, και να μη λένε τίποτα αρνητικό για εμένα.

Η σκέψη για την γνώμη των άλλων, «τι θα πει ο κόσμος», πολλές φορές αναπτύσσεται από τα πρώτα χρόνια ζωής του ατόμου, και είναι απόρροια σκέψεων και πράξεων των παιδικών και εφηβικών μας χρόνων.

Είναι οι φράσεις που λέει η μαμά, ο μπαμπάς, η γιαγιά, η δασκάλα, είναι η φωνή που μας έλεγε « τι θα πει ο κόσμος». Και που την κουβαλάμε και αργότερα, γιατί φοβόμαστε να την αποχωριστούμε και να ζήσουμε χωρίς αυτή. Γιατί μας είναι άγνωστος αυτός ο εαυτός, που δεν υπακούει στη φωνή. Και αυτό μας φοβίζει, ακόμη και αν δεν λειτουργεί καλά σε μας, αυτή η φωνή.
 
Αρνητική κριτική και κοινωνική φοβία: τι έδειξαν σχετικές έρευνες

Ο Φόβος της αρνητικής κριτικής έχει συσχετιστεί και με την ανάπτυξη κοινωνικής φοβίας. Έρευνες δείχνουν πως ο φόβος της αρνητικής κριτικής αλλά και της αξιολόγησης συνδέεται με ανάπτυξη κοινωνικής φοβίας (SAD).

Σε μελέτη των Birk et al (2019) , 56 συμμετέχοντες, 35 με SAD και 21 υγιείς μάρτυρες, συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια για την αξιολόγηση των διαστάσεων του κοινωνικού άγχους, συμπεριλαμβανομένων των FNE και FPE, καθώς και των συμπτωμάτων του άγχους και της κατάθλιψης.

Οι συμμετέχοντες ολοκλήρωσαν επίσης μια εργασία κοινωνικής αξιολόγησης, η οποία περιλάμβανε θέαση ανθρώπων που εκφέρουν κριτική και επαίνους.

Αν και οι αναλύσεις ολόκληρου του εγκεφάλου δεν αποκάλυψαν σημαντικές συσχετίσεις μεταξύ των αυτό-αναφερόμενων κατασκευών και των νευρικών αποκρίσεων στην κοινωνική αξιολόγηση, οι αναλύσεις περιοχής ενδιαφέροντος για το δείγμα στο σύνολό τους αποκάλυψαν ότι τόσο το FNE όσο και τα συμπτώματα κοινωνικού άγχους συσχετίστηκαν με μεγαλύτερες νευρικές αποκρίσεις τόσο στην κριτική όσο και στον έπαινο.

Περιοχές του εγκεφάλου που επεξεργάζονται τα συναισθήματα, συμπεριλαμβανομένης της αμυγδαλής και της πρόσθιας νησίδας φάνηκε να έχουν σημαντικές διαφορές. Δεν υπήρχαν σημαντικές συσχετίσεις μεταξύ FPE ή καταθλιπτικών συμπτωμάτων και νευρικών απαντήσεων στην κριτική ή τον έπαινο για το δείγμα στο σύνολό του.

Σε άλλη έρευνα του Baron (1988), όπου 83 προπτυχιακοί φοιτητές έλαβαν είτε θετική κριτική, είτε αρνητική για τις εργασίες τους.

Όσοι έλαβαν αρνητική κριτική ανέφεραν μεγαλύτερο θυμό και ένταση και έδειξαν ότι θα ήταν πιο πιθανό να χειριστούν μελλοντικές διαφωνίες μέσω αντίστασης ή αποφυγής και λιγότερο πιθανό να χειριστούν διαφωνίες μέσω συνεργασίας ή συμβιβασμού.

Σε δεύτερη έρευνα του ίδιου ερευνητή, 106 προπτυχιακοί φοιτητές που έλαβαν αρνητική κριτική για την εργασία τους σε μια αρχική εργασία έθεσαν χαμηλότερους στόχους και ανέφεραν χαμηλότερη αυτό-αποτελεσματικότητα σε επόμενες εργασίες από ό,τι τα άτομα που έλαβαν θετική κριτική ή καμία κριτική .

Στη τρίτη έρευνα του ίδιου ερευνητή, 108 υπάλληλοι μιας μεγάλης εταιρείας επεξεργασίας τροφίμων αξιολόγησαν τη σημασία 14 πιθανών αιτιών σύγκρουσης στον οργανισμό τους. Η κακή χρήση της κριτικής έγινε αντιληπτή ως πιο σημαντική αιτία σύγκρουσης και έλαβε υψηλότερες βαθμολογίες από ό,τι ο ανταγωνισμός ή οι διαφωνίες στην εργασία.

Πώς μπορώ να διαχειριστώ αυτές τις σκέψεις και να προχωρήσω;

1) Αναγνωρίζω την φωνή που με καθοδηγεί και με πιέζει

2) Βρίσκω τις δικές μου πραγματικές επιθυμίες και ανάγκες

3) Επιλέγω τα άτομα που θέλω δίπλα μου. Δε χρειάζεται να αρέσω και να μου αρέσουν όλοι

4) Αφήνω πίσω μου περιστατικά που με πλήγωσαν. Τα σκέφτομαι, τα επεξεργάζομαι, εξελίσσομαι μέσα από την κριτική και προχωράω

5) Αποδέχομαι τον εαυτό μου. Του φέρομαι όμορφα και τον ακούω. Ακούω τις ανάγκες του και τις επιθυμίες

6) Δεν πειράζει να μην αρέσω σε όλους. Επιλέγω τα άτομα που ταιριάζουν με τα πιστεύω μου, με εξελίσσουν, με αποδέχονται για αυτό που είμαι

7) Αγαπάω τον εαυτό μου!

Η κριτική, θετική ή αρνητική, καλοπροαίρετη ή μη, είναι κομμάτι της κοινωνίας μας. Καθημερινά δεχόμαστε κριτική για τις πράξεις, τις επιλογές μας, την προσωπικότητα μας. Το πιο σημαντικό κομμάτι είναι πως εμείς διαχειριζόμαστε την κάθε κριτική και πως την χρησιμοποιούμε για την δική μας εξέλιξη, ως άτομα και προσωπικότητες.

Δύσκολοι καιροί για Επιστήμη

Είναι δύσκολο να είσαι επιστήμονας στις μέρες μας. Βρίσκεις κάθε λογής εμπόδια. Θα συναντήσεις πολιτικούς που διαστρέφουν τις τεκμηριωμένες απόψεις της Επιστήμης σου, για να τις ταιριάξουν στους, συχνά ιδιοτελείς, σκοπούς τους. Θα συναντήσεις τσαρλατάνους που θα διατείνονται ότι κατέχουν, από επιφοίτηση, αυτά που εσύ επί δεκαετίες μοχθείς να γνωρίσεις.

Θα βρεις στον δρόμο σου θεωρίες συνωμοσίας, που, με απίστευτη ευκολία, δημιουργούν βραχυκυκλώματα ψευτοεξηγήσεων σε φαινόμενα που η Επιστήμη συστηματικά και καρτερικά πασχίζει να διαφωτίσει.

Ακόμα και Πρόεδροι Υπερδυνάμεων, με ένα τους τιτίβισμα, θα επιχειρήσουν να μηδενίσουν τις επιστημονικά τεκμηριωμένες μελέτες, σχετικά με την κλιματική αλλαγή ή την δημιουργία της ζωής.

Και, φυσικά, θα συναντήσεις αγριάνθρωπους φονταμενταλιστές ,ανθεκτικούς σε κάθε είδος ορθολογικής εξήγησης, αλλά και συναδέλφους επιστήμονες επιρρεπείς στον χρηματισμό και στις μελέτες με προκαθορισμένα αποτελέσματα.

Η εξ’ ορισμού προσπάθεια της Επιστήμης να είναι κατά το δυνατόν αντικειμενική και διυποκειμενικά ελέγξιμη, την καθιστά άσπονδο εχθρό όσων θέλουν να παραπλανούν, να ασκούν προπαγάνδα και να χειραγωγούν τους συμπολίτες τους. Και οι ανθρώπινες αδυναμίες, ακόμα και των λαμπρότερων επιστημόνων, καθιστούν ευκολότερη αυτήν την ανίερη προσπάθεια. Ασχέτως, όμως, των προσωπικών μας αδυναμιών, η Επιστήμη καθ’ εαυτή αρνείται να συμπράξει με την τάδε ή δείνα Ιδεολογία και είναι ηθικά ουδέτερη. Τα συμπεράσματά της όμως και οι εφαρμογές της μπορούν να χρησιμοποιηθούν προς όφελος κάποιου σκοπού.

Η Επιστήμη έχει σαφώς διαμορφωμένη άποψη σε θέματα όπως τα εμβόλια, οι ψεκασμοί, οι θεραπείες των νεοπλασιών, αλλά και σε εξωφρενικές, πλην διαδεδομένες, πλάνες, όπως το σχήμα του Πλανήτη μας ή η Αστρολογία.

Η Επιστήμη γνωρίζει καλά τα θέματα των ακτινοβολιών των κινητών τηλεφώνων και των φούρνων μικροκυμάτων. Και η διάδοση των επίσημων επιστημονικών απόψεων θα μπορούσε να απελευθερώσει πολλούς συμπολίτες μας από τα δεσμά ανορθολογικών και μεταφυσικών δοξασιών.

Καθόλου δεν είμαι βέβαιος ότι όλοι οι ταγοί της κοινωνίας μας επιθυμούν αυτή την απελευθέρωση των πολιτών από τον ανορθολογισμό και την βαθύτατα συντηρητική εξάρτηση από ξόρκια, ματζούνια, ξεματιάσματα και θεωρίες συνωμοσίας.

Με αυτή την έννοια, η διδασκαλία, η διάδοση και η υιοθέτηση της Επιστήμης στην καθημερινότητα του πολίτη, στους σημερινούς καιρούς σύγχυσης, αποτελεί μία επαναστατική πράξη. Και είναι καθήκον των επιστημονικών σωματείων να στέκονται στο ύψος των περιστάσεων, χωρίς ωφελιμιστικές υποχωρήσεις σε τσαρλατάνους και Ιδεολογίες.

Όσο η Επιστήμη εμπλέκεται με τις Ιδεολογικές εξαρτήσεις, τόσο χάνει το κύρος της και μετατρέπεται σε υπηρέτρια προαποφασισμένων απόψεων. Και αυτό το τελευταίο είναι έγκλημα καθοσιώσεως για έναν επιστήμονα, του οποίου η έρευνα δεν πρέπει να στηρίζει προειλημμένες αποφάσεις.

Η κατά τη γνώμη μου βασίλισσα των επιστημών, η Φυσική, οφείλει να διδάσκεται συστηματικά, πολλές ώρες και με πλήρη κρατική βοήθεια, από τις μικρές ηλικίες. Διότι η Φυσική μπορεί να συμβάλλει στη δημιουργία πολιτών που θα έχουν ανοσία στον ανορθολογισμό και την «μαγική» σκέψη.

Οι Επιστήμες Υγείας, τέλος, όταν διδάσκονται με συστηματικό τρόπο, μας προστατεύουν από τις μυριάδες πλάνες και τους τσαρλατάνους που τόσο ευδοκιμούν στις ταραγμένες εποχές μας.

Είμαστε σίγουροι ότι όλοι θέλουν κάτι τέτοιο;

Η θέση του θύματος είναι δική μου

Στα διαπροσωπικά παίγνια των ανθρώπων, η θέση του θύματος είναι καταρχήν περιζήτητη. Καθένας σπρώχνει, τραβάει, κάνει κόλπα, βάζει στους άλλους ή στον εαυτό του τρικλοποδιές, κινεί γνωστούς και βάζει μέσον, εξαντλεί πόρους και μυαλό, κατά κανόνα ασυναίσθητα, ασυνείδητα, ώστε να βρεθεί εκείνος στη θέση του θύματος – όποτε προβλέπεται, και συχνά προβλέπεται.

Ο πρώτος λόγος που κάνει τη θέση του θύματος έτσι περιζήτητη είναι ενδοψυχικός. Είμαι στη θέση του θύματος σημαίνει πέρα απ' τ' άλλα δύο πράγματα: Την πρωτοβουλία τού τι συμβαίνει δεν την έχω εγώ, αλλά ο άλλος. Και, αν κάποιος χρωστάει στον άλλον, αυτός δεν είμαι εγώ. Είναι, σαν να λέμε, μια θέση ανεύθυνου παίκτη, που προσδοκά να βγει κερδισμένος και όποτε νικά και όποτε χάνει την παρτίδα: Όποτε γίνεται αυτό που λέει πως θέλει, επειδή έγινε. Κι όποτε δεν γίνεται, επειδή ο άλλος, που 'ναι ο φταίχτης, του οφείλει αποζημίωση και επανόρθωση.

Μ' αυτό το ψυχικό στρατήγημα, μ' αυτό το ασυνείδητο κόλπο, όποιος αισθάνεται ότι κατέχει τη θέση του θύματος επιδιώκει ή και κατακτά δύο ενδοψυχικά έπαθλα: Από τη μια, αισθάνεται απαλλαγμένος από την ευθύνη και την υποχρέωση ν' αντιμετωπίσει, να επεξεργαστεί και να πάρει θέση απέναντι σε διάφορα ηθικά και πρακτικά διλήμματα, με όλον τον κόπο και τις επιπτώσεις που ίσως εξυπονοούν οι επιλογές του. Κι από την άλλη – βαθύτερος λόγος – επειδή έτσι αποφεύγει να έρθει αντιμέτωπος με την αλήθεια της ψυχής του. Αποφεύγει ν' αντικρύσει μηχανισμούς, επιθυμίες, φαντασιώσεις και συγκρούσεις που έχουν σαν θέατρο επιχειρήσεων τη δική του ψυχή.

Θα μου πείτε, και καλά, γιατί ένας συνήθης, κοινός άνθρωπος να κάνει τόσον κόπο προκειμένου ν' αποφύγει να δει καθαρά την αλήθεια της ψυχής του;

Θα σας πω κι εγώ: Επειδή κάθε άνθρωπος, κι ο πιο κοινός και ο πιο συνήθης, έχει ασυνείδητο. Έχει απωθημένα, δηλαδή ψυχικές παραστάσεις και ροπές πανίσχυρες, αλλά ανεπίτρεπτες, απορριπτόμενες από το Εγώ του (από την επίσημη ιδέα του για το ποιος είναι). Έχει φαντασιώσεις και επιθυμίες (αυτοί είναι οι οδηγητές της ασυνείδητης ψυχικής ζωής). Οι οποίες, αν βρεθούν στο προσκήνιο και πάρουν τα ηνία και της συνειδητής ψυχικής ζωής, ενδεχομένως θ' αποσταθεροποιήσουν εικόνες για τον εαυτό του κατασκευασμένες με πολύ καιρό και κόπο, με μεγάλες θυσίες και έξοδα.

Η συμφιλίωση ανάμεσα στα δύο αυτά πεδία της ψυχής (συνειδητό και ασυνείδητο ή, από την άλλη σκοπιά, Εγώ και Αυτό=αμυντικός και ενορμητικός πόλος της ψυχής) είναι καρπός μακράς πορείας στη ζωή – πορείας εξωτερικής και εσωτερικής. Ενώ η σύγκρουση και η διαμάχη ανάμεσά τους είναι η φυσική κατάσταση της ψυχής – με όλες τις επιπτώσεις που έχει μία τέτοια κατάσταση, όπως η προαναφερθείσα αυθόρμητη τάση αποφυγής της εσωτερικής αλήθειας.

Γι' αυτούς τους κύριους ενδοψυχικούς λόγους, είναι αυθόρμητη ροπή του ανθρώπου, σε κάθε σχέση που έχει απαιτήσεις (και οι περισσότερες έχουν) και, οπωσδήποτε, σε κάθε στιγμή που γεννιέται μία σημαντική ένταση στη σχέση, να επιδιώκει ασυναίσθητα να καταλάβει τη θέση του θύματος, του αδικημένου, του ριγμένου...Έχει όμως ή εικάζεται ότι έχει και πρόσθετα πλεονεκτήματα η θέση του θύματος. Έχει μια δύναμη, μια ισχύ που δεν είναι διόλου αμελητέες, ιδίως όταν το παιχνίδι της ανθρώπινης σχέσης εκτραπεί ή εκφυλιστεί σε παιχνίδι εξουσίας – στο γνωστό "τίνος θα περάσει".

Εκεί η κατάσταση είναι προφανής: Αφού για να συνεχίσει η σχέση, το παιχνίδι, απαιτείται να υπάρχουν και τα δύο μέλη, και οι δύο παίκτες, τότε τι είναι πιο ξεκούραστο, ισχυρότερο και, εγωιστικά ιδωμένο, πιο επωφελές; Να τραβάς και να σπρώχνεις και να κοπιάζεις εσύ ή και εσύ – ή να χτυπιέται ο άλλος για να σε κρατήσει, για να σ' ευχαριστήσει, κινητοποιήσει και τα όμοια; Όποιος πει ότι ποτέ δεν έχει δει τέτοια παιχνίδια, ας κοιταχτεί λιγάκι στον καθρέπτη. Κι όποιος πάλι πει ότι, σε τεταμένες καταστάσεις και περίπλοκες ασκήσεις δεν βλέπει ποια είναι η αυθόρμητη (εγωιστική, πλην τόσο ανθρώπινη) τάση της ψυχής μάλλον έχει χάσει επεισόδια.

Για να το πούμε πολύ απλά: Τη μεγαλύτερη ισχύ και απολαβή την έχει, σε τέτοιες τεταμένες και μπερδεμένες καταστάσεις, εκείνος που βρίσκεται στη θέση του τραβάτε με κι ας κλαίω – ή όπως το διατύπωσε μία άλλη ασθενής μου, εκείνος που, για να κάνει αυτό που θέλει και τον συμφέρει, καταφέρνει και βάζει τους άλλους να τον παρακαλάνε: "Έλα, Μαρία", "Μα έλα, βρε Γιάννη", και τα όμοια.

Τα όσα είπαμε μέχρι τώρα δείχνουν και κάτι ακόμη: Η ανθρώπινη σχέση είναι παιχνίδι για δύο (τουλάχιστον). Κι όποτε προκύπτει, σε μία συνηθισμένη ιστορία, θέση θύματος, τότε καλό είναι να τραβήξει κανείς (το θύμα, το έτερο μέλος της σχέσης, οι θεατές...) λιγάκι την κουρτίνα και να δει τι παίζεται στ' αλήθεια στο συγκεκριμένο σενάριο θυματοποίησης.

Κι εκεί συχνότατα θα δούμε, στο παρασκήνιο, ότι σε συνήθεις ανθρώπινες ιστορίες που παράγουν θέση θύματος, κατά κανόνα και τουλάχιστον κατά ένα μέρος, το θύμα είναι πλάσμα διπλής όψεως. Θα δούμε ότι το ίδιο το θύμα τροφοδοτεί το παιχνίδι που παράγει θέση θύματος με πολλούς τρόπους. Υπάρχουν μάλιστα δύο κύριες και πολύ συνηθισμένες εκδοχές παιχνιδιών, όπου το θύμα συμβάλλει καθοριστικά στην τύχη του:

- Στην πρώτη εκδοχή ανευρίσκουμε το συναινούν θύμα. Δηλαδή, έναν άνθρωπο που με τη στάση του και με τις πράξεις του, με όσα έμπρακτα υποστηρίζει και αρνείται, τροφοδοτεί και διαιωνίζει το συγκεκριμένο παιχνίδι – κατά κανόνα συνοδεύοντας τη στάση του με διάφορες εκλογικεύσεις.

- Στη δεύτερη εκδοχή αυτό που συναντάς είναι ο θύτης-θύμα. Έχει δύο παραλλαγές: Στην πρώτη παραλλαγή συναντάμε το σύνδρομο του Σαμψών, σαν να λέμε. Δηλαδή, έναν άνθρωπο ο οποίος, αφού δεν γίνεται το δικό του (καλό ή κακό με κάποια κριτήρια, άσχετο), άρα είναι "το θύμα", προτιμά να καταστρέψει τα πάντα – δηλαδή μετατρέπεται σε "θύτη".

Αυτό το σύνδρομο το συναντάμε με αυξημένη συχνότητα στις άψυχες σχέσεις, όπου δυο άνθρωποι σαπίζουν μαζί επειδή κανείς δεν έχει το κουράγιο να θάψει μια νεκρή σχέση, καθώς και σε βίαιους χωρισμούς, με τη λογική "δεν θα σε χαίρομαι εγώ, δεν θα σε χαίρεται κανείς".

Στο "σύνδρομο του Σαμψών" ο θύτης-θύμα έχει πάντοτε κάποια επίγνωση του τι κάνει – απλώς, του είναι αδύνατο να το αποφύγει ή να στερηθεί την απόλαυση του κακού που προκαλεί.

Στη δεύτερη παραλλαγή, αντίθετα, ένας άνθρωπος καταρχήν ανεπιγνώτως προκαλεί κακό στους άλλους και στον εαυτό του με τον εξής τρόπο: Κάνει ό,τι μπορεί ώστε να βρεθεί στη θέση του θύματος των περιστάσεων, των άλλων ανθρώπων, των μηχανισμών, του συστήματος – κατά κανόνα, αρχίζοντας αυτός ο ίδιος εχθροπραξίες, που η έκβασή τους είναι προδιαγεγραμμένη και τα σπασμένα θα τα πληρώσει κι ο ίδιος.

Παιδιά με βίαιες ή παραβατικές συμπεριφορές, χρήστες ουσιών, στην οδό της σχολικής αποτυχίας...είναι οι πιο τυπικές όσο και τραγικές μορφές αυτής της παραλλαγής του υποδείγματος "θύμα-θύτης" που θα το χαρακτηρίζαμε σύνδρομο του δύσκολου δρόμου: Αρνούνται, πονούν, ενοχοποιούν, παγιδεύουν και πληγώνουν τους άλλους μέσα από τη δική τους θυματοποίηση, χωρίς επίγνωση του πόσο θα κοστίσει σ' αυτά τα ίδια μια τέτοια πορεία. Στους μεγαλύτερους, αλκοολισμός, τοξικομανίες και παραβατικότητες, καθώς και ανοιχτές ή συγκεκαλυμμένες απόπειρες αυτοκτονίας είναι το αντίστοιχο αυτό- και ετεροκαταστροφικό σχήμα "θύτης-θύμα".

Τα λογικά πορίσματα που προκύπτουν από όλα τα παραπάνω, μπορούν να διατυπωθούν ως εξής: Έχε επίγνωση της θέσης σου μέσα στην σχέση. Μη δικάζεις, μην καταδικάζεις. Κατανόησε τον άλλον, το παιχνίδι και τον εαυτό σου μέσα σ' αυτό. Και, το σπουδαιότερο: Αντί να κλαις τη μοίρα σου, κοίτα να δεις τι περνά από το χέρι σου.

Αντί να ψευτοζείς με τις απολαβές του θύματος, δηλαδή, κοίτα τι είναι αυτό που μπορείς να κάνεις για να πάνε τα πράγματα προς ένα σημείο που θα βρίσκεται πιο κοντά στην αληθινή σου ζωή. Η συμμόρφωση με τις προδιαγραφές της θέσης θύματος, όποιες κι αν είναι οι συναισθηματικές ή πρακτικές απολαβές της, έχει πάντοτε ανθρώπινο κόστος. Που μπορεί να πάρει ακόμη και οριακές, υπαρξιακές διαστάσεις – όπως δείχνει η ακόλουθη κουβέντα ενός ώριμου πλέον άνδρα (επιτυχημένου, επιπρόσθετα) στο πλαίσιο της ψυχανάλυσής του:

"Στη ζωή μου πάντοτε προσπαθούσα να προσαρμοστώ στην εικόνα που είχαν οι άλλοι για μένα, ώστε να γίνω αποδεκτός. Έτσι όμως ήμουν χαμένος από χέρι. Αν δεν τα κατάφερνα, θα είχα αποτύχει. Κι αν πάλι τα κατάφερνα, θα είχα χάσει τον εαυτό μου. Ήμουν, σαν να λέμε, κυριολεκτικά σφαγμένος από χέρι".

Είμαι εγώ

Είμαι εγώ.

Σ’ όλο τον κόσμο δεν υπάρχει κανένας άλλος ακριβώς σαν κι εμένα.

Υπάρχουν άνθρωποι, που μου μοιάζουν σε μερικά σημεία, αλλά κανένας δεν είναι ολότελα όμοιος με εμένα. Επομένως ό,τι προέρχεται από εμένα είναι απόλυτα δικό μου γιατί εγώ μόνος μου το διάλεξα.

Μου ανήκει ό,τι έχω: το σώμα μου και όλα όσα κάνει, το μυαλό μου με τις ιδέες του και τις σκέψεις του, τα μάτια μου και οι εικόνες όσων βλέπουν, τα συναισθήματά μου, όποια κι αν είναι αυτά: θυμός, χαρά, αποκάρδιωση, αγάπη, απογοήτευση, ενθουσιασμός, το στόμα μου και τα λόγια που ξεστομίζω: ευγενικά, γλυκά ή σκληρά, σωστά ή λαθεμένα. Η φωνή μου δυνατή ή σιγανή και όλες μου οι πράξεις, άσχετα αν κατευθύνονται προς εμένα ή προς τους άλλους.

Δικές μου είναι όλες μου οι φαντασιώσεις, τα όνειρά μου, οι ελπίδες μου, οι φόβοι μου.

Δικοί μου οι θρίαμβοι και οι επιτυχίες μου και όλες μου οι αποτυχίες και τα λάθη μου.

Γιατί σε μένα ανήκει όλος ο εαυτός μου, μπορώ να γνωριστώ βαθιά, στενά μαζί του. Έτσι μπορώ να τον αγαπάω και να ‘μαι φίλος μαζί του, με όλες τις πλευρές. Μπορώ λοιπόν να βάλω όλον τον εαυτό μου να δουλέψει για το συμφέρον μου. Μερικές πλευρές του εαυτού μου με βάζουν σε απορία, το ξέρω και άλλες μου είναι τελείως άγνωστες. Όσο όμως διατηρώ φιλικές σχέσεις μαζί του και τον αγαπάω, μπορώ με θάρρος και ελπίδα να αναζητώ λύσεις για τα αινίγματα και τρόπους για να ανακαλύψω πιο πολλά πράγματα για μένα.

Όπως κι αν μοιάζω κι αν φαίνομαι, ό,τι λέω και κάνω, ό,τι σκέφτομαι κι αισθάνομαι σε οποιαδήποτε στιγμή, όλα αυτά είμαι εγώ. Κι αυτό είναι κάτι αυθεντικό και δείχνει πού βρισκόμουν εκείνη τη στιγμή.

Όταν αργότερα εξετάσω πώς έμοιαζα και πώς φαινόμουν, τι έκανα και τι είπα, τι σκέφτηκα και πώς αισθάνθηκα, κάποια σημεία μπορεί να είναι ακατάλληλα. Μπορώ να τα πετάξω τα ακατάλληλα και να κρατήσω όσα αποδείχθηκαν κατάλληλα και να εφεύρω κάτι καινούριο για να αντικαταστήσω ό,τι πέταξα.

Βλέπω, ακούω, αισθάνομαι, σκέπτομαι, λέγω και πράττω. Έχω τα εργαλεία που χρειάζομαι για να επιζήσω, να ‘μαι κοντά με τους άλλους, να ‘μαι παραγωγικός, να καταλαβαίνω και να βάζω σε τάξη μες το νου μου το πλήθος των ανθρώπων και των πραγμάτων έξω από εμένα.

Είμαι κύριος του εαυτού μου και, επομένως, μπορώ να τον οργανώσω.

Είμαι εγώ και είμαι πολύ εντάξει.

Μην περιμένετε να γίνουν θαύματα, κάντε τα

Στην εποχή μας κυριαρχεί το άγχος, το στρες, οι κάθε είδους ανασφάλειες μαζί με τους γρήγορους ρυθμούς της καθημερινότητας. Είμαστε αναγκασμένοι να τρέχουμε για να ανταποκριθούμε στις υποχρεώσεις μας και να προλάβουμε τη ζωή…

Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό να μπορούμε να χαλαρώνουμε σωστά, να σκεφτόμαστε θετικά και να ελέγχουμε τις σκέψεις μας, ώστε να πετυχαίνουμε τους στόχους μας και να ζούμε ευτυχισμένοι και σε αρμονία με τους συνανθρώπους μας και τη φύση.

Όλα λοιπόν ξεκινάνε από τον τρόπο που σκεφτόμαστε…

“Το σύμπαν είναι νους. Όλα είναι νοητικά.”
(Κυμβάλειο, πρώτη Αρχή “της Νοητικότητας”)

Κατανοώντας αυτή την Αρχή, μπορούμε να υψωθούμε από κατώτερες βαθμίδες σε ανώτερες, καλλιεργώντας βαθμιαία μια ουσιαστική Αυτοκυριαρχία.

Η Αγάπη έχει την έδρα της στο Νοητικό Λόγο.

Αυτή του δίνει την Πρώτη Πληροφορία- την πληροφορία της Ενότητας και Αλληλεξάρτησης των Πάντων στο Νοητικό Επίπεδο.

Αν κάτι το θέλουμε πολύ και το σκεφτόμαστε συνέχεια,είναι σίγουρο ότι μπορούμε να το κατακτήσουμε…

Πάνω σ’ αυτό βασίζεται και η δύναμη του νου πάνω στην ύλη. Πρώτα σκεφτόμαστε αυτό που θέλουμε να κάνουμε και μετά εργαζόμαστε γι’ αυτό, όπως το παράδειγμα του αγγειοπλάστη που πρώτα σκέφτεται αυτό που θα πλάσει και μετά πιάνει τον πηλό και του δίνει μορφή.

Για την ύλη έχουμε αρκετά στοιχεία από τους επιστήμονες, οπότε τώρα θα δούμε τι είναι ο νους σύμφωνα με τη φιλοσοφία:

Ο άνθρωπος, έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες, χωρίζεται σε “τέσσερις σφαίρες”, τη σφαίρα της ύλης, τη σφαίρα της ψυχής, τη σφαίρα του νου και τη σφαίρα του πνεύματος. Η Σφαίρα του Νου είναι η περιοχή από την οποία πηγάζουν οι ανώτερες ιδέες και τα αρχέτυπα. Είναι το όργανο της αφηρημένης σκέψης.

Για τον Πλάτωνα, στο νου κατοικεί το θεϊκό μέρος του ανθρώπου.

Ο φυσικός κόσμος είναι μια αντανάκλαση του νοητού κόσμου. Ο νους είναι συσχετισμένος με το στοιχείο της Φωτιάς. Όπως η φωτιά κατακαίει τα πάντα και από μια μικρή φλόγα μπορείς να ανάψεις πολλές φωτιές, έτσι και μια ιδέα (ο νους) κατακαίει τον άνθρωπο και μπορεί να μεταδοθεί χωρίς να χάσει την αρχική της δύναμη.

Ο νους αποτελείται από δυο μέρη:

Το ένα είναι το κατώτερο, που έρχεται σε επαφή με την ύλη. Είναι ο Νους των Επιθυμιών, ο νους των ενστίκτων, που ο άνθρωπος αποφασίζει σύμφωνα με το ατομικό του συμφέρον. Είναι ο νους του “ή” που διαχωρίζει τα πράγματα.

Το άλλο μέρος είναι ο Ανώτερος Νους, που έρχεται σε επαφή με το πνεύμα, το μέρος εκείνο που αντιλαμβάνεται τις ανώτερες ιδέες και αξίες, η αλτρουιστική σκέψη, ο άνθρωπος του “και”.
Η πηγή της εσωτερικής δύναμης του ανθρώπου, αυτός που χαρακτηρίζει το φιλόσοφο τον ιδεαλιστή, τον οραματιστή.

Όπως το φυσικό μας σώμα χρειάζεται φροντίδα, καθαριότητα, τάξη, εξάσκηση και τροφή, έτσι και το νοητικό έχει ανάγκη από τα ίδια για να είναι υγιές.

Επίσης χρειάζεται έλεγχος του νου. Ελέγχω το νου σημαίνει τον δυναμώνω και τον χρησιμοποιώ σαν πολύτιμο εργαλείο, αφού τέτοιο είναι, για τον άνθρωπο. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να μην μας παρασέρνουν τα πάθη, να τελειώνουμε τις εργασίες που έχουμε αναλάβει, να εμβαθύνουμε σ’ αυτά που μαθαίνουμε, να μην κριτικάρουμε τους άλλους αλλά τον εαυτό μας, να προχωράμε πάντα μπροστά, να είμαστε δεκτικοί. Όπως το σίδερο με το μαγνήτη, έτσι και ο νους, ανάλογα το τι σκέφτεται, έλκει και τα ανάλογα συναισθήματα και σκέψεις.

Είναι πολύ σημαντικό να παρατηρούμε κάθε στιγμή τις σκέψεις μας και να προσπαθούμε να αντικαταστήσουμε τις αρνητικές με θετικές. Είναι πολύ σημαντικό να αναλάβουμε την ευθύνη και να μπούμε σε δράση, γιατί αξίζει πραγματικά τον κόπο!

Πρέπει να έχουμε συνέχεια στο μυαλό μας
“ό,τι μπορείς να κάνεις αύριο, κάνε το σήμερα,
ό,τι μπορείς να κάνεις σήμερα κάνε το τώρα!”

Πάντοτε η επιτυχία ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την ευτυχία.

Ο άνθρωπος αναζητούσε και αναζητάει τρόπους που θα τον κάνουν να πετύχει στη ζωή, έτσι ώστε να είναι ευτυχισμένος. Αν η επιτυχία μας είναι εφήμερη τότε πρέπει να την αναζητήσουμε αλλού. Μόνο ό,τι έχει σχέση με το πνευματικό έχει δύναμη και διάρκεια, η ύλη έχει πάντα μια ημερομηνία λήξης.

Να πετύχουμε στη ζωή σημαίνει να γνωρίσουμε τον Εαυτό μας, τις δυνάμεις και αδυναμίες μας, να αντιληφθούμε τις δυσκολίες της ζωής σαν δοκιμασίες, να βελτιώνουμε καθημερινά όσα κάνουμε, να μετατρέψουμε τις αποτυχίες σε νέες ευκαιρίες και να καταλάβουμε ότι τίποτα δεν είναι τυχαίο.

Ο καθένας λοιπόν, είναι πιλότος και οδηγός της δικής του μοίρας.

Η ευτυχία κατακτιέται, δεν χαρίζεται. Οι ευκαιρίες περνάνε κάθε μέρα από μπροστά μας και πρέπει να μάθουμε να αρπάζουμε αυτές τις ευκαιρίες πριν να είναι αργά. Χρειάζεται να είμαστε άνθρωποι της δράσης και όχι της θεωρίας.

Η ευτυχία δεν είναι κάτι ξένο και έξω από εμάς, η ευτυχία είναι μέσα μας, μέσα στον πραγματικό μας Εαυτό. Εμείς αρκεί να θέλουμε να την ανακαλύψουμε ξανά. Όταν αγαπάμε χωρίς αντάλλαγμα, όταν χαμογελάμε μπροστά στις δυσκολίες, όταν είμαστε ευτυχισμένοι με τα απλά και όταν ριχνόμαστε στην περιπέτεια της ζωής, τότε έχουμε ανακαλύψει κάτι από αυτήν την Εσωτερική Ευτυχία.

Η θετική σκέψη δεν βοηθά μόνο στο να είμαστε αποτελεσματικοί και χαρούμενοι, αλλά βοηθά και στο να είμαστε υγιείς. Οι επιστήμονες λένε ότι όλες οι αρρώστιες έχουν νοητική ρίζα και ότι όλα ξεκινάνε από πάνω προς τα κάτω.

Η καλύτερη θεραπεία είναι να χτυπήσουμε την αρρώστια στη ρίζα, δηλαδή στις αρνητικές σκέψεις, στα ανεξέλεγκτα πάθη, στις ανασφάλειες, στις ζήλιες.

Για να αναπτύξουμε τη θετική σκέψη πρέπει να μάθουμε να προσπαθούμε στη ζωή και να μην το βάζουμε κάτω, να μαθαίνουμε από κάθε τι, να ενεργοποιούμε τη βούλησή μας και να βρίσκουμε έξυπνες λύσεις στα προβλήματά μας.

Τελικά είμαστε αυτό που σκεφτόμαστε.

Αν δεν μας αρέσει αυτό που είμαστε, αν δεν είμαστε ικανοποιημένοι με τον εαυτό μας, τότε πρέπει να αλλάξουμε τον τρόπο που σκεφτόμαστε.

Μην περιμένετε να γίνουν θαύματα, κάντε τα!