Δευτέρα 7 Μαρτίου 2022

Γιατί πετάμε χαρταετό την Καθαρά Δευτέρα

 Ένα από τα πιο γνωστά έθιμα της Καθαράς Δευτέρας, το οποίο περνά από γενιά σε γενιά είναι αυτό του πετάγματος του χαρταετού. Λίγοι όμως γνωρίζουμε γιατί πραγματικά πετάμε αετό αυτή τη μέρα και πώς ξεκίνησε το έθιμο.

Ο χαρταετός που πετάμε την Καθαρά Δευτέρα, δεν είναι απλώς ένα ακόμα παιχνίδι, που ίπταται στον αέρα εδώ και χιλιάδες χρόνια. Σύμφωνα με αρχαίες θεωρίες το πέταγμα υποδηλώνει την ανάταση, την κάθαρση της ψυχής μετά το διονυσιακό ξεφάντωμα της Αποκριάς.

Ως χριστιανική θεώρηση το πέταγμα του αετού συμβολίζει το ανθρώπινο πνεύμα που είναι πλασμένο για να πετά στα ουράνια και με αυτόν τον τρόπο είναι σα να ερχόμαστε πιο κοντά στον Θεό.

Πατρίδα του είναι η μακρινή Ανατολή. Η ιστορία του χαρταετού έχει βαθιές ρίζες στην αρχαία Κίνα ξεπερνώντας τα 2.400 χρόνια ζωής. Αρχικά, βέβαια, υλικό κατασκευής των χαρταετών δεν υπήρξε το χαρτί, αλλά το ξύλο. Οι λαοί της Ανατολής χρησιμοποιούσαν τους χαρταετούς σε μαγικές τελετές, θρησκευτικές εκδηλώσεις και σε τελετουργίες για τον εξορκισμό του κακού. Πίστευαν ότι όσο ψηλότερα ανεβεί ο αετός τόσο πιο τυχεροί θα είναι.

Ο αυτοκράτορας της Κίνας Γουέν Χσουν έκανε πειράματα πτήσεων με αετούς φτιαγμένους από μπαμπού, χρησιμοποιώντας για επιβάτες τους κρατούμενούς του. Οι τυχεροί που επιζούσαν κέρδιζαν την ελευθερία τους.

Μια από τις πιο εντυπωσιακές γιορτές με χαρταετούς που ‘‘χορεύουν’’ στους αιθέρες πραγματοποιείται εδώ και χιλιάδες χρόνια στη Βόρεια Ινδία, για την υποδοχή της άνοιξης, με εντυπωσιακές τελετές που έχουν τις ρίζες τους στην ινδουιστική μυθολογία. Για τον ίδιο λόγο, στη Λαχώρη του Πακιστάν κάθε Φεβρουάριο γίνονται πανηγυρικές εκδηλώσεις, που επανα- φέρουν στη μνήμη παγανιστικές συνήθειες του παρελθόντος.

Και στην αρχαιότητα

Αλλά και στην Ελληνική αρχαιότητα, ο χαρταετός δεν ήταν άγνωστος. Αναφέρεται ότι ο αρχιμηχανικός Αρχύτας του Τάραντα -4ος αι. π. Χ.- χρησιμοποίησε στην αεροδυναμική του τον αετό, ενώ υπάρχει και ελληνικό αγγείο της κλασικής εποχής με παράσταση κόρης, η οποία κρατά στα χέρια της μια μικρή λευκή σαΐτα (είδος αετού) με το νήμα της, έτοιμη να την πετάξει.

Πιθανότατα βέβαια, τα πειράματα ή τα παιχνίδια των Αρχαίων Ελλήνων με τους “αετούς” θα πρέπει να γίνονταν με πανί τουλάχιστον ως το Μεσαίωνα, καθώς η χώρα μας δεν διέθετε σε αφθονία το χαρτί.

Πολύ αργότερα ο Μάρκο Πόλο γυρίζοντας από τα ταξίδια του, φέρνει το χαρταετό στην Ευρώπη του Μεσαίωνα, όπου τον περιγράφει και για τις επικίνδυνες επανδρωμένες πτήσεις του.

Τα νεότερα χρόνια, πολλές λεπτομέρειες για την παρουσία του χαρταετού στη Γηραιά Ήπειρο έχουμε το 1450 στη Γερμανία και το 1606 στην Ισπανία. Στη δεύτερη περίπτωση, ένας κληρικός αναφέρει στο ημερολόγιό του ότι χρησιμοποιούσαν τον χαρταετό σαν παιχνίδι χαράς την ημέρα του Πάσχα.

Ακολουθούν οι χρόνοι της επιστημονικής χρησιμοποίησης των χαρταετών (ή και υφασματαετών) ώσπου το 1752 στην Αμερική ο Βενιαμίν Φραγκλίνος εκτέλεσε το διάσημο πείραμά του, διαπιστώνοντας με τεχνητό αετό τον ηλεκτρισμό της ατμόσφαιρας και του κεραυνού, οπότε και κατασκεύασε το αλεξικέραυνο. Το 1880 ο Αυστραλός Hargrave σχεδίασε έναν τεράστιο αετό για μετεωρολογικές παρατηρήσεις.

Υπάρχει προφορική παράδοση που αγγίζει τα όρια του μύθου, ότι τη μεγάλη γέφυρα του Νιαγάρα την άρχισαν, ρίχνοντας απέναντι με χαρταετό το πρώτο σχοινί.

Ο Χαρταετός έφθασε στην Ελλάδα πρώτα από τα λιμάνια Ανατολής (Σμύρνη-Χίο-Κωνσταντινούπολη), τα λιμάνια της Επτανήσου, της Σύρας, των Πατρών και ακολούθησαν τα αστικά κέντρα, όπου μπορούσε κανείς να αγοράσει σπάγκο και χρωματιστό χαρτί. Η κατασκευή ενός χαρταετού σήμερα είναι σχετικά εύκολη υπόθεση καθώς υπάρχουν όλα τα τεχνικά μέσα.

Οι 21 ιδιότητες του νέου ανθρώπου

Ο Νέος Άνθρωπος

Η λειτουργία της νέας κοινωνίας είναι να ενθαρρύνει την εμφάνιση του νέου ανθρώπου, ενός ατόμου που η χαρακτηροδομή του θα έχει τις ακόλουθες ιδιότητες:
  1. Προθυμία να εγκαταλείψει όλες τις μορφές του έχει για να υπάρξει ολοκληρωτικά.
  2. Ασφάλεια, αίσθηση ταυτότητας κι εμπιστοσύνη που βασίζονται στην πίστη αυτού που είναι, στην ανάγκη του για σχέσεις, για ενδιαφέρον, αγάπη, αλληλεγγύη με το γύρω κόσμο, στη θέση της επιθυμίας να έχει, να κατέχει, να ελέγχει τον κόσμο κι έτσι να γίνεται σκλάβος των αποκτημάτων του.
  3. Παραδοχή του γεγονότος ότι κανένας και τίποτα έξω από τον εαυτό του δε μπορεί να δώσει νόημα στη ζωή. Μόνο αυτή η ριζοσπαστική ανεξαρτησία και απόρριψη των υλικών πραγμάτων μπορεί ν’ αποτελέσει την προϋπόθεση για μια ολοκληρωμένη δραστηριότητα αφιερωμένη στη φροντίδα και στην κοινοκτημοσύνη με τους άλλους ανθρώπους.
  4. Ολοκληρωμένη παρουσία όπου κι αν βρίσκεται κανείς.
  5. Χαρά που πηγάζει από το συναίσθημα που δοκιμάζει κανείς, όταν δίνει και μοιράζεται και όχι όταν αποθηκεύει κι εκμεταλλεύεται.
  6. Αγάπη και σεβασμός για τη ζωή σ’ όλες της τις εκδηλώσεις, που να στηρίζεται στη γνώση ότι τα πράγματα και η εξουσία είναι νεκρά, ενώ η ζωή και καθετί που συντελεί στην ανάπτυξή της είναι ιερά.
  7. Προσπάθεια να ελαττωθεί η απληστία, το μίσος και οι αυταπάτες όσο γίνεται περισσότερο.
  8. Μια ζωή χωρίς τη λατρεία ειδώλων και χωρίς ψευδαισθήσεις, γιατί θα έχει φτάσει πια κανείς σ’ ένα επίπεδο όπου δε θα υπάρχουν ψευδαισθήσεις.
  9. Ανάπτυξη της ικανότητας που έχει ο καθένας γι’ αγάπη, μαζί με την ικανότητα για κριτική, πέρα από συναισθηματισμούς σκέψη.
  10. Απόρριψη του ναρκισσισμού και αποδοχή των τραγικών περιορισμών που ενυπάρχουν στην ανθρώπινη φύση.
  11. Η ολοκληρωμένη ανάπτυξη του καθενός και των συνανθρώπων του να γίνει σκοπός ζωής.
  12. Γνώση ότι για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος χρειάζεται πειθαρχία και σεβασμός στην πραγματικότητα.
  13. Επίγνωση, ότι η ανάπτυξη τότε μόνο είναι υγιής όταν γίνεται μέσα στην ίδια τη δομή, κι επίγνωση ακόμα της διαφοράς ανάμεσα στη δομή σαν χαρακτηριστικού της ζωής και την «τάξη» σαν χαρακτηριστικού της μη ζωής, του θανάτου.
  14. Ανάπτυξη της φαντασίας όχι σαν φυγής από ανυπόφορες καταστάσεις αλλά σαν προσμονής πραγματικών πιθανοτήτων, σαν μέσου για να ξεπεραστούν αυτές οι ανυπόφορες καταστάσεις.
  15. Όχι εξαπάτηση των άλλων, αλλά ούτε και εξαπάτηση από τους άλλους. Μπορεί κανείς ν’ αποκαλείται αθώος, αλλά όχι και αφελής.
  16. Αυτογνωσία όχι μόνο του εαυτού που γνωρίζουμε, αλλά και του εαυτού που δε γνωρίζουμε — ακόμα κι αν έχουμε ασαφή γνώση αυτού που δεν ξέρουμε.
  17. Αίσθηση της ενότητάς μας με όλη τη ζωή, εγκατάλειψη του στόχου της κατάκτησης, υποταγής, εκμετάλλευσης, βιασμού, καταστροφής της φύσης και προσπάθεια κατανόησης και συνεργασίας μαζί της.
  18. Ελευθερία που δεν είναι αυθαιρεσία αλλά δυνατότητα να γίνουμε ο εαυτός μας όχι σαν συνονθύλευμα από άπληστες επιθυμίες, αλλά σαν μια ευαίσθητα ισορροπημένη δομή που αντιμετωπίζει κάθε στιγμή την προοπτική της ανάπτυξης ή της κατάρρευσης, της ζωής ή του θανάτου.
  19. Επίγνωση ότι η κακία και η καταστροφικότατα είναι αναπόφευκτο αποτέλεσμα της αποτυχίας γι’ ανάπτυξη.
  20. Γνώση ότι μόνο λίγοι κατάφεραν να φτάσουν την τελειότητα σ’ όλες αυτές τις ιδιότητες. Δεν είχαν όμως τη φιλοσοφία να «φτάσουν το στόχο», γιατί ήξεραν ότι μια τέτοια φιλοδοξία είναι απλώς μια άλλη μορφή της απληστίας και της κατοχής.
  21. Ευτυχία μέσα στη διαδικασία μιας ολοένα αυξανόμενης ζωντάνιας, όποιο κι αν είναι το απώτερο σημείο που η μοίρα μας επιτρέπει να φτάσουμε. Το να ζει κανείς με όσο μεγαλύτερη πληρότητα μπορεί, είναι τόσο ικανοποιητικό, που τελικά έχει μικρή σημασία το αν μπορούμε να καταφέρουμε όλα αυτά που θέλουμε.

Εσύ νηστεύεις ακόμα;

Πόση θλίψη κάθε φορά που ακούω ότι ένα άτομο νηστεύει; Μα νηστεία; 3η χιλιετία Κ.Ε.; Γιατί μπορεί αυτός/η να μου λέει απλά ''νηστεύω'' αλλά εγώ ακούω ''πιστεύω ότι πέρα από κάθε λογική, υπάρχει ένας δημιουργός του Σύμπαντος.

Και αυτός ο δημιουργός που έχει φτιάξει τους Γαλαξίες και τους Πλανήτες και τη βαρύτητα ενδιαφέρεται για το αν θα φάω λάδι ή κρέας για 50 συγκεκριμένες μέρες κάθε χρόνο και φυσικά εγώ υποτάσσομαι στη θέληση του την οποία και έμαθα από κάτι μαυροφορεμένους συλλέκτες χρυσού, συμπλεγματικούς, φοβέμπορους.

Αλήθεια τώρα. Η νηστεία δε βγάζει κανένα μα κανένα νόημα αν κάτσει κανείς και τη σκεφτεί σοβαρά πάνω από 30 sec.

Φυσικά ακόμα μεγαλύτερη γελοιότητα είναι αυτό που κάνουν οι πολλοί, που τρώνε τα πάντα κανονικά και απλά σταματάνε τη τελευταία βδομάδα ή τις τελευταίες 2-3 μέρες.

Άκου φίλε να σου πω εγώ που το ορθόδοξο δόγμα το 'χω ξεφυλλίσει. Άμα βγάλεις τις 45 από τις 50 μέρες συνομιλώντας με τον σουβλατζή της γειτονιάς σου και νηστέψεις τις 5 τελευταίες δε το σώζεις ούτε με πακέτο βοήθειας. Και το να με κοιτάς με μισό μάτι ''μεγάλη'' Παρασκευή που τσακίζω τα πίτουρα γιατί δεν επιτρέπω σε κανένα φανταστικό φίλο να μου καθορίζει το menu το μόνο που σε κάνει είναι ακόμα περισσότερο υποκριτή.

Όπως όλοι ξέρουμε η ζωή είναι αρκετά δύσκολη από μόνη της. Ας μη τη κάνουμε ακόμα δυσκολότερη προσθέτοντας ηλίθιους κανόνες που δε βγάζουν κανένα νόημα.

Και ναι αγαπητέ φίλε που δυσανασχετείς και νομίζεις ότι προσβάλλω τα ιερά και τα όσια, ακόμα κι αν προσπεράσω όλα τα άλλα, ένας κανόνας που λέει ότι η ελιά επιτρέπεται και το ελαιόλαδο όχι, είναι ηλίθιος. Αντικειμενικά.

ΔΕΣ:

Περί νηστείας ο λόγος!

Προφητειών το ανάγνωσμα

Σε καιρούς ταραχής, σύγχυσης και αγωνίας, οι προφητείες είναι μια διαφυγή. Η Ελλάδα, μητέρα του Μαντείου των Δελφών και της Πυθίας, πολλαπλασίασε το απόθεμά της σε προφητικό λόγο αφότου εκχριστιανίστηκε. Αν ο εβραϊσμός έχει να παρουσιάσει πέντε Μεγάλους Προφήτες (Ησαΐας, Ιερεμίας, Ιεζεκιήλ, Δανιήλ, Ηλίας) και δώδεκα Μικρούς, που τα ονόματά τους δυσκολευόμασταν να τα απομνημονεύσουμε μια φορά κι έναν καιρό στο σχολείο, η ελληνοορθοδοξία (sic) καυχάται για πληθυσμούς προφητών.

Εκεί πάντως που πιστεύαμε ότι ο κορυφαίος είναι ο Κοσμάς ο Αιτωλός, τα πρωτεία τα απέσπασε ο όσιος Παΐσιος. Όχι μόνον επειδή είναι ο αγαπημένος των ΜΜΕ, τηλεοπτικών (έγινε και σίριαλ πια) και εντύπων (η εφημερίδα «Ελεύθερη 'Ωρα» λειτουργεί καθημερινά σαν Γραφείο Τύπου του Παΐσιου), αλλά και επειδή έλεγε ό,τι ακριβώς θέλει ν’ ακούει ο εθνικιστής Ελλην. Δηλαδή (κατά Παΐσιον και κατά τους παϊσιόφρονες, που βρίσκονται παντού, στην κορυφή της Εκκλησίας, στο χριστεπώνυμο πλήρωμα, στην εκπαίδευση), ο σωστός 'Ελλην, ο γνήσιος.

Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία παραβίασε τόσο βάναυσα όσα νομίζαμε ότι ισχύουν, ως προς την εθνική κυριαρχία και την κρατική ανεξαρτησία, ώστε πολλοί Ευρωπαίοι ακροδεξιοί αναγκάστηκαν να αναδιπλωθούν προσωρινά και να χαλιναγωγήσουν τον φιλοπουτινισμό τους. Παράδειγμα, γαλλικό, η Μαρίν Λεπέν και ο Ερίκ Ζεμούρ. Αντίθετα, οι δικοί μας ακροδεξιοί, αδιάφοροι για την τραγωδία των Ουκρανών, αναφωνούν ότι επιτέλους «εγέρθη ο Μαρμαρωμένος Βασιληάς» (το «Μακελειό») και βλέπουν τον Πούτιν, τον «νέο Βατάτζη», να «ορκίζεται στην Αγία Σοφία με στρατιωτική στολή» (η «Ωρα»).

Τι Αγαθάγγελος, τι Πατροκοσμάς, τι άγιος Ιωνάς της Οδησσού και άγιος Λαυρέντιος του Τσέρνιγκωφ. 'Ολοι προφητεύουν ότι το «ξανθό γένος» στρατεύεται υπέρ ημών. Και πάνω απ’ όλους ο Παΐσιος. Αντιγράφω μια προφητεία του από άρθρο με τίτλο «Αποκάλυψη: Πότε θα επέμβει το ξανθό γένος και θα εκπληρωθούν οι προφητείες», δημοσιευμένο στις 16.10.2015: «Θυμήθηκα τότε», λέει ο νέος όσιος, «ότι ο Αγιος Μεθόδιος Πατάρων είχε πει σε μια προφητεία του “και κρατήσει Επτάλοφον, οι Ρώσοι, το ξανθό γένος, και φυτευθήσονται εν αυτή λάχανα”, δηλαδή το ξανθό γένος, οι Ρώσοι θα κρατήσουν την Πόλη, όσο κρατούν τα λάχανα (δηλαδή 5-6 μήνες)». Δεν δημοσιεύτηκαν σε κάνα λαχανόφυλλο αυτά. Στο «Εκκλησία online» τα βρήκα. Τι θα γίνει μετά το εξάμηνο; 'Οσοι δεν έχουν ράψει ακόμα βυζαντινή στολή δούλου, ας σπεύσουν.

Διαλύει τελικά ο Λόγος την πλάνη;

Ο Λόγος επιβάλλεται στην πλάνη, αυτό είναι προφανές. Το απέδειξε η πνευματική ιστορία της ανθρωπότητας, το απέδειξε η αναγέννηση των Ιώνων φιλοσόφων και η Αναγέννηση στην Ευρώπη τον 15ο αιώνα, το πρόβλημα είναι πως δεν την διαλύει αυτόματα. Τέτοιες συνειδησιακές αλλαγές στον άνθρωπο δεν γίνονται από την μια μέρα στην άλλη, θέλουν βάθος χρόνου και μάλιστα σε επίπεδο κοινωνίας αρκετές γενιές.

Ο άνθρωπος είναι έλλογο ον και θέλει δεν θέλει το λογικό του, ο νους του, δουλεύει σε κάποιον βαθμό, άσχετα αν οι θρησκείες προσπαθούν στον τομέα αυτό να τον αποκοιμήσουν, να τον διαστρεβλώσουν. Αυτό το βλέπουμε ήδη από κάποιους που έχουν αλλάξει άποψη, πολύ ή λίγο.

Όταν όμως τα στοιχεία είναι συντριπτικά κατά της άποψής σου, κάτι πρέπει να κάνεις.

Τί γίνεται συνήθως και η διαδικασία αλλαγής αργεί και αυτό γίνεται τόσο σε προσωπικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο θρησκείας; Το φαινόμενο της γνωστικής ασυμφωνίας ή η ψυχολογία της αυταπάτης είναι αυτό που δρα και αντιστέκεται στον Λόγο. Εν ολίγοις όταν πιστεύεις ακράδαντα μια θεώρηση ή μία ιδεοληψία, ακόμα και να σου έρθουν ατράνταχτα επιχειρήματα ότι η θεώρησή σου είναι λάθος, δεν το δέχεσαι και αν δεν μπορείς τα στοιχεία να τα ανατρέψεις κάτι που φυσικά το προσπαθείς αρχικά, διαμορφώνεις την θεώρησή σου με τέτοιο τρόπο, ώστε να φαίνεται πως συμβαδίζει τελικά με τα στοιχεία και δεν είναι λάθος όπως νομίζουν οι άλλοι. Εδώ το βασικό μέσο είναι η νέα Ερμηνεία των παλαιών ιδεοληψιών.

Αυτό συμβαίνει συνέχεια όσο η Επιστήμη βγάζει στοιχεία που δείχνουν χονδρά λάθη στην Αγία Γραφή. Αυτό συμβαίνει τώρα για παράδειγμα, στην θεώρηση της Εκκλησίας και της Ορθοδοξίας ειδικά, με το θέμα της “Εξέλιξης των ειδών”. Ήδη έχουν εμφανιστεί αρκετοί ταγοί τους και στο μέλλον θα είναι περισσότεροι, που ξεχνάνε τον πόλεμο που έκαναν στην επιστήμη για το θέμα αυτό και λένε ότι η “ιστορία” τους είναι συμβατή με την Εξέλιξη. Για παράδειγμα ο Αδάμ λένε, δεν ήταν ο πρώτος άνθρωπος, διαστρεβλώνοντας ακόμα και τις γραφές τους (καλά αυτό δεν ήταν πρόβλημα, το γνωρίζαμε), αλλά ο πρώτος που απέκτησε την βοήθεια του Αγίου Πνεύματος! Μάλιστα χρησιμοποιούν μια νέα ερμηνεία, γιατί στα Εβραϊκά “αδάμ”, εκτός από “χωμάτινος” σημαίνει επιπλέον και “άνδρας” ή και “άνθρωπος” για να πουν ότι μιλάει για το ανθρώπινο είδος γενικά, ξεχνώντας την συνέχεια της Γενέσεως και την συγκεκριμένη ιστορία του συγκεκριμένου Αδάμ και των συγκεκριμένων επίσης απόγονων του.

Ένα κλασικό παράδειγμα γνωστικής ασυμφωνίας είναι η περίπτωση του αρχέγονου Χριστιανισμού (Οι αποτυχημένες προφητείες του Ιησού των Ευαγγελίων), αλλά ακόμα πιο ξεκάθαρη των χιλιαστών. Έχουν βγάλει δεκάδες προφητείες για την 2α Παρουσία και την καταστροφή του κόσμου και οι ημερομηνίες έχουν παρέλθει, αλλά η ίδιοι δεν χάνουν την πίστη τους αφού βρίσκουν απίθανες δικαιολογίες ή οποίες προφανώς πείθουν τους ίδιους και τα πρόβατα. Μια ξεκάθαρη τέτοια περίπτωση φέτος μάλιστα ήταν ο γνωστός παλαιότερα “μαϊντανός” τηλεοπτικών παραθύρων Μάξιμος που μέσα από λογικοφανείς από τις Γραφές μετρήσεις, περίμενε την 2α Παρουσία εφέτος το Πάσχα (4ος/2018). Στην δικαιολογία του φυσικά δεν παραδέχτηκε κανένα λάθος, αλλά πως το συμβάν ανεβλήθη άνωθεν από τον φιλεύσπλαχνο Θεό, για να…μας δοθεί μια ακόμα ευκαιρία και φυσικά για να…μετανοήσουμε!

Άλλο παράδειγμα είναι, κάποιοι που βλέποντας τα προβλήματα με τις ασυμφωνίες των ιερών κειμένων τους, επιλέγουν από αυτά οτιδήποτε θεωρούν σωστό και τα άλλα αυθαίρετα τα διαγράφουν, σαν να μην τους αφορούν, κάποιοι μάλιστα φθάνουν στο να καταγγέλλουν προσμίξεις ψεύδους σε ό,τι δεν τους βολεύει.

Το βασικό πρόβλημα του πιστού

Το να αλλάξεις ξαφνικά κοσμοθεωρία δεν είναι εύκολο και φυσικά δεν μιλάω για αυτούς που ζουν και τρέφονται από την Εκκλησία (δηλαδή τελικά από εμάς), αλλά για τους υπόλοιπους. Αυτό μάλλον πρέπει να γίνει κατανοητό από όλους μας. Όταν αποδομείται λογικά ό,τι έχει κτίσει μέσα του ο άλλος, το πρώτο πράγμα που θα κάνει είναι να έρθει σε αντίδραση, γιατί είναι προφανές πως όλη του η ύπαρξη επηρεάζεται από αυτό. Ειδικά όσοι ανήκουν σε ολιγομελείς σέκτες, αλλά ακόμα και σε πολυπληθείς, ή και κανονικοί ορθόδοξοι, που όλη τους η οικογένεια, όλος ο περίγυρος και όλο το περιβάλλον είναι το συγκεκριμένο θεϊστικό, η όποια πιθανή αλλαγή του θα τον θέσει εκτός όλου του περίγυρου του. Στην ουσία πρέπει να αλλάξει όλη η ζωή του και αυτό δεν είναι εύκολο, θέλει γερά κότσια.

Άλλο ένα θέμα είναι η Παράδοση. Η Παράδοση έχει πολύ αργή εξέλιξη αν δεν επιβληθεί δια της βίας (όπως επιβλήθηκε κατά κανόνα ο Χριστιανισμός ή το Ισλάμ) και δημιουργεί νοητικά δεσμά με τα μέλη κάθε κοινωνίας. Η διάσπαση ή υπέρβαση τέτοιων δεσμών είναι δύσκολη, γιατί οι δεσμοί αυτοί είναι ένα χαρακτηριστικό στοιχείο της ταυτότητας του κάθε ενός μέλους στην κάθε κοινωνία με κοινές παραδόσεις και η λογική κριτική της αντιμετωπίζει αυτόματα εχθρική στάση και ο φορέας τέτοιας κριτικής χαρακτηρίζεται άμεσα ”αντεθνικός” ή “εχθρός της κοινωνίας”.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι το κολλημένο μυαλό βρίσκει δυνατές και λογικοφανείς μεθόδους και έντονα ψυχολογικά ερείσματα για να αντιδράσει στον Λόγο και αυτό έχει και τα θετικά του και τα αρνητικά του.

Το αρνητικό είναι πως η πλειοψηφία των φανατικά πιστών (ένα 10-30% της κοινωνίας μας) θα παραμείνουν απόλυτα πιστοί μέχρι να πεθάνουν και η ελπίδα “για αυτούς” θα έρθει από την επόμενη τους γενιά που θα τους διαδεχθεί που ελπίζουμε να έχει περισσότερο νου και διευρυμένη γνώση. Εδώ κολλάει και η λύσσα της Εκκλησίας και των θρησκευτικών οργανώσεων για να ελέγχουν τα σχολεία, τα βιβλία, το πρόγραμμα σπουδών των μαθητών και την αντίδρασή τους σε ότι λέμε επίσης κατά του νηπιοβαπτισμού.

Το θετικό ίσως είναι πως η θρησκεία συνολικά μεταλλάσσεται και κάπως εξελίσσεται. Είναι φυσικά υποκριτικό για αυτήν, αλλά δεν είναι η πρώτη φορά. Από τότε που εμφανίστηκε η θρησκεία πάντα εξελίσσεται με έντονο χαμαιλεοντισμό και ευτυχώς δεν έχει σχέση σε κοινωνικό τουλάχιστον επίπεδο, με το πως ήταν πριν από 100, ακόμα περισσότερο πριν 1.000 χρόνια στον Μεσαίωνα, ακόμα περισσότερο με τον τέταρτο αιώνα που εφευρέθηκε η ιδεοληψία για την Αγία Τριάδα και καμιά σχέση φυσικά με το πως ξεκίνησε τον πρώτο και δεύτερο αιώνα. Φυσικά όπως και να εξελιχθεί δεν θα παύει να στηρίζεται σε πήλινα πόδια, δηλαδή τις δεδομένες αντιφατικές και παραχαραγμένες γραφές της και την συγκεκριμένη ιστορία της και πάντα θα οδηγεί την κοινωνία που ελέγχει στην Συντήρηση.

Ας επανέλθουμε όμως στον απλό χριστιανό και στο σημαντικότερο πρόβλημα για να αποδεχθεί την αλήθεια. Το βασικό πρόβλημα δεν είναι τόσο θέμα έλλειψης λογικής αλλά ψυχολογικό. Υπάρχει τόσο έντονη η πίστη, ή διάθεση για πίστη σε μια ελπίδα, σε κάτι που μπορεί ίσως να τον βοηθήσει όπως νομίζει στις δυσκολίες, που κάνει την λογική του να περιορίζεται στο συγκεκριμένο θέμα.

Η κατανόηση της αλήθειας είναι δύσκολη, γιατί η ίδια η αλήθεια είναι σκληρή και ενίοτε “απάνθρωπη” για τον άνθρωπο. Ο θάνατος πάντα καραδοκεί και είναι απόλυτα σίγουρο ότι θα έρθει. Το ίδιο και η φθίση των γηρατειών, το ίδιο και οι ασθένειες αλλά και τα προβλήματα στις ανθρώπινες σχέσεις που συχνά δείχνουν τα δυσκολότερα από όλα. Η τύχη (καλή η κακή) επίσης παίζει και αυτή έναν σπουδαίο ρόλο. Όλα αυτά δείχνουν ένα βάρος ανέλεγκτο και δυσθεώρητο που αντιμετωπίζουν όλοι. Γιατί η ζωή μας η ίδια είναι τραγική -τραγικότατη- και η αντιμετώπιση της τραγικότητας της αυτής, δεν είναι εύκολη, αν δεν στηρίζεσαι σε κάτι που θεωρείς εσύ απόλυτα σταθερό και σωστό και που πιστεύεις ότι μπορεί να σε βοηθήσει. Η θρησκεία δίνει εύκολες απαντήσεις σε όλα αυτά τα προβλήματα και έτσι ο πιστός έχει την αίσθηση μιας σιγουριάς, που ενισχύεται από την περιρρέουσα κοινωνία που πριμοδοτεί και επιτείνει την ασφάλεια στον άνθρωπο μέσα στο πλαίσιο αυτό, που συχνά είναι και ένα “ασφαλές” πλαίσιο Παράδοσης.

Να σημειώσω εδώ, πως παρόμοια κατηγορία και σε αντίστοιχα στηρίγματα είναι οι άνθρωποι που είναι κολλημένοι πολιτικά με κάποιο κόμμα ή πολιτική ιδεολογία. Μια ιδεολογία εδράζεται συνήθως στην ελπίδα των ανθρώπων για μια καλύτερη (ίσως και τέλεια) πολιτική λύση ή κοινωνία ή μέλλον. Η ανατροπή μιας τέτοιας ιδεολογίας δεν είναι εύκολη, γιατί ο φανατικός της, έχει κτίσει όλη την ζωή του και το συναισθηματικό του αποκούμπι σε αυτή και κάθε λογική αντίκρουση χτυπάει σε τοίχο. Πάρτε τα σταθερά ποσοστά γύρω στα οποία κινούνται διαχρονικά τα ιδεοληπτικά κόμματα (σχεδόν όλα είναι, αλλά πάρτε τα πιο ακραία), για να δείτε πόσο πολύ η έντονη ιδεοληψία επηρεάζει την ελληνική κοινωνία. Για τον λόγο αυτό και τα ακραία και ριζοσπαστικά κόμματα ή τις αντίστοιχες θέσεις, θα πρέπει να τα βλέπουμε σαν θρησκείες.

Ας επανέλθουμε πάλι στους πιστούς των θρησκειών. Ο πιστός για να αποδεχτεί την αλήθεια, θα πρέπει οπωσδήποτε να έχει ένα επαρκές νοητικό και μία διάκριση που να μπορεί να κατανοεί τί είναι πραγματικά αλήθεια και τί ψέμα, με βάση τα στοιχεία που υπάρχουν, αλλά δεν φθάνει μόνο αυτό, πρέπει αρχικά να θέλει να μάθει την αλήθεια αλλά και κάπου να στηριχθεί ψυχικά και συναισθηματικά, γιατί έτσι έχει συνηθίσει και η αλλαγή σε κάτι νέο και χωρίς ορατό ή φανταστικό στήριγμα, είναι δύσκολη. Συνήθως οι πλέον κινητικοί πιστοί είναι και αυτοί που ψάχνουν και θέλουν να μάθουν γιατί είναι οι μόνοι που πραγματικά αναζητούν την αλήθεια και οι δομές και προτάσεις των θρησκειών δεν τους ικανοποιούν και ψάχνουν κάτι πειστικότερο αλλάζοντάς τες. Άλλη μια κατηγορία ανθρώπων που επιτρέπουν στο λογικό τους να δουλέψει, είναι σε αυτούς που έχει αποδειχθεί ξεκάθαρα στην πράξη, η αδυναμία της θρησκείας να λύσει συγκεκριμένα προβλήματα με ελπίδες και πίστη, δηλαδή αυτούς που το γνωστό “βίωμα”, απέτυχε ξεκάθαρα, παρά τις θολές θεωρήσεις για αυτό.

Δυστυχώς για εμάς τους επικριτές των θρησκειών, δεν υπάρχει κάποιο εύκολο και πιασάρικο στον κόσμο αποκούμπι για να προβάλουμε στους άλλους, πέρα αυτό που έχουμε και εμείς, δηλαδή την ίδια την γνώση, την λογική, την επιστήμη και την πίστη στην εξέλιξη και πρόοδο (κάτι που έχει δουλέψει στην ανθρωπότητα αποδεδειγμένα όπως είδαμε τουλάχιστον δύο φορές) με την ελπίδα για το θετικό μέλλον της κοινωνίας μας αν ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο και δεν παρασυρθεί από την βολή της αδράνειας και των εύκολων/έτοιμων και ανέξοδων απαντήσεων. Αυτό, είναι μεγάλη εσωτερική ευθύνη που δεν μπορεί να αναλάβει ο κάθε ένας. Το μεγάλο πλήθος έχει ακόμα την ανάγκη από έναν συγκεκριμένο ηγέτη ή και αφηρημένο επουράνιο πατερούλη -δεν έχει σημασία που αυτός είναι φανταστικός- για να μπορεί να ακουμπάει σε αυτόν, να τον κρατάει ήσυχο και ασφαλή, να αισθάνεται ότι έχει ένα σταθερό και εξασφαλισμένο μέλλον, έστω και μετά τον θάνατο όπως νομίζει. Αυτό φυσικά είναι ανωριμότητα και μόνο έτσι μπορούμε να το βλέπουμε και να το κατανοούμε. Όσοι μεγάλωσαν παιδιά, ξέρουν ότι το “απογαλάκτισμα” των παιδιών από τον πατερούλη και την μανούλα, θέλει, αρχικά ενδιαφέρον, πολύ χρόνο, γνώση, συνειδητότητα, συγκεκριμένη σταθερή θέση και υπομονή.

Η μόνη λοιπόν δυνατότητα επούλωσης ενός τέτοιου τραύματος χωρίς την φανταστική αυτή βοήθεια ενός υπερβατικού και ιδεατού “μπαμπά”, είναι η παιδεία, η διαρκής έρευνα, η γνώση, η διάκριση, η φιλοσοφία, και το κυριότερο η συνειδητή ανάληψη των ευθυνών μας και του εαυτού μας και δυστυχώς, όλα αυτά είναι επίπονα, δύσκολα και δυστυχώς, όπως αποδεικνύεται στην πράξη, δεν είναι για πολλούς.

Οι περισσότεροι θέλουν εύκολες απαντήσεις που να χαϊδεύουν τα αυτιά και το συναίσθημα, ακόμα και αν υποπτεύονται ψέμα. Το έχει δείξει αυτό ο τρόπος που ο μέσος Έλληνας ψηφίζει. Θέλουν την ευθύνη να την αναλάβει ένας μακρινός θεός, ένας ενδιάμεσος έστω μεσσίας ή αντιπρόσωπος. Δεν θέλει να μπλέκεται στα δύσκολα και σ` αυτά που απαιτούν κόπο και αποδείχθηκε πως ο νοητικός κόπος που απαιτεί πνευματική συμμετοχή ή ιδιαίτερη ασχολία, είναι και ο πλέον απεχθής. Οι περισσότεροι είναι συντηρητικοί και λατρεύουν την Παράδοση ακόμα και αν στην πράξη δεν την ακολουθούν. Προτιμούν ην ασφάλεια της συνήθειας και τις εύκολες τετριμμένες απαντήσεις από τις δύσκολες ερωτήσεις, οι οποίες είναι και αυτές που θα βάλουν το μυαλό τους να δουλέψει και να ασχοληθούν ενεργά με την ενημέρωσή τους, με την γνώση της αλήθειας.

Συνέπειες

Κάποιος μπορεί να πει ότι δεν είναι κακό κάποιος να θέλει να παραμένει ανώριμος. Η σκληρή αλήθεια είναι διαφορετική. Τα προβλήματα από μια στρεβλή πίστη είναι τόσο προσωπικά όσο και κοινωνικά και εδώ θα τα παρουσιάσω εν συντομία, μολονότι δεν αναφέρονται όλα σε όλους, αλλά είναι δυστυχώς γνωστά. Αυτά, αν και δεν είναι απόλυτα και δεν αναφέρονται όλα σε όλους τους πιστούς, είναι όμως ο κανόνας και δυστυχώς επηρεάζουν εκτός από τον πιστό και την οικογένεια και κυρίως τα παιδιά του.

Ένα πρόβλημα είναι η οπισθοδρομικότητα και η αδυναμία παρακολούθησης και κατανόησης της κοινωνίας. Ένα παράδειγμα είναι τα παιδιά που μεγαλώνουν σε ένα υπερβολικά θρήσκο περιβάλλον και ή καταλήγουν στα μοναστήρια, αντιμετωπίζοντας τους “δαίμονες” της εφηβείας που δεν είχαν με τραγικό αποτέλεσμα, ή έχουν μεγάλη δυσκολία να αναπτύξουν σωστή σχέση και ένα καλό γάμο.

Έχει κακή σχέση με την Επιστήμη και κάθε τι νεοτερικό. Δεν είναι τυχαίο που την μεγαλύτερη άγνοια και δυσανεξία με την επιστήμη την έχουν οι φανατικά θρήσκοι.

Αδυναμία αυτογνωσίας. Όταν η ζωή του ανθρώπου εξαρτάται από τις διαθέσεις ή επιταγές ενός παντοδύναμου όντος, δεν λύνει τα προβλήματα του με τον εαυτό του. Η λύση όπως φαντάζεται είναι η κατατρόπωση των “δαιμόνων” και η καταστολή των συναισθημάτων.

Το ποίμνιο και οι ταγοί τους, θέλοντας διακαώς να επέλθουν οι έσχατες ημέρες, η ''δικαιοσύνη'' του θεού (εκδίκηση) και η καταστροφή του κόσμου, τα παράγουν τα αποδέχονται τα επικαλούνται και τα αναπαράγουν -επιεικώς άκριτα- μια που είναι: 1) αφελείς ή ηλίθιοι, 2) ψυχοπαθείς ή δεισιδαίμονες, 3) απατεώνες, χωρίς να αποκλείεται να είναι και τα δύο ή και τα τρία μαζί!

ΔΕΣ

Η διαχρονική απάτη των «προφητειών» ως εργαλείο για την χειραγώγηση του θρησκευόμενου όχλου

Στον κόσμο της χριστιανικής «προφητείας»

Οι αποτυχημένες προφητείες του Ιησού των Ευαγγελίων

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της

7. Η τέχνη του 4ου αιώνα π.Χ.: Η όψιμη κλασική περίοδος

7.1. Ο 4ος αιώνας, εποχή πολιτικών ανακατατάξεων και διάχυσης του ελληνικού πολιτισμού


Ο 4ος αιώνας π.Χ. είναι μια περίοδος σημαντικών αλλαγών, όχι μόνο για την αρχαία Ελλάδα αλλά γενικά για τον αρχαίο κόσμο. Ο ανταγωνισμός και οι συνεχείς πόλεμοι ανάμεσα στις ισχυρότερες ελληνικές πόλεις οδήγησαν σε πολιτικό αδιέξοδο, το οποίο ο Ξενοφών παρουσιάζει με γλαφυρό τρόπο περιγράφοντας τις συνέπειες της μάχης της Μαντινείας το 362 π.Χ. Από την άλλη πλευρά όμως, η ανάπτυξη του εμπορίου και παράλληλα ενός αποτελεσματικού πιστωτικού συστήματος οδήγησε στη δημιουργία, ιδιαίτερα στην Αθήνα, μιας δυναμικής και εύρωστης οικονομικά τάξης εμπόρων και βιοτεχνών. Ο νέος ιδιωτικός πλούτος έδωσε δουλειά και στους καλλιτέχνες, αφού χρησιμοποιήθηκε, ανάμεσα στα άλλα, για την κατασκευή έργων που πρόβαλλαν τις εύπορες οικογένειες, όπως είναι τα πολυτελή αναθήματα στα ιερά, τα ταφικά και τα χορηγικά μνημεία. Αλλά και τα μεγάλα πανελλήνια ιερά, είτε παλαιά (της Ολυμπίας και των Δελφών) είτε νέα (του Ασκληπιού στην Επίδαυρο), κατόρθωσαν να χρηματοδοτήσουν με εισφορές σημαντικά οικοδομικά έργα.

Στο δεύτερο μισό του 4ου αιώνα η δραστήρια και τολμηρή πολιτική του βασιλιά της Μακεδονίας Φιλίππου Β' οδήγησε στη γρήγορη άνοδο της δύναμης και της επιρροής του στην Ελλάδα, που επισφραγίστηκε με τη νίκη του εναντίον των Αθηναίων και των Θηβαίων στη Χαιρώνεια το 338 π.Χ. Αλλά το σημαντικότερο γεγονός του αιώνα, εκείνο που έγινε σταθμός στην παγκόσμια ιστορία, ήταν η εκστρατεία του γιου του Φιλίππου Αλεξάνδρου εναντίον του βασιλιά της Περσίας Δαρείου Γ'. Η παράτολμη αλλά απρόσμενα επιτυχημένη αυτή πολεμική επιχείρηση έφερε τον Μακεδόνα βασιλιά και τον στρατό του, μετά από αλλεπάλληλες νίκες, ως την Ινδία και οδήγησε στη δημιουργία ενός αχανούς βασιλείου. Μετά τον πρόωρο θάνατο του Αλεξάνδρου το 323 π.Χ. το κράτος του μοιράστηκε στους κυριότερους στρατηγούς του, τους «διαδόχους». Με τον τρόπο αυτό η ελληνική πολιτική κυριαρχία απλώθηκε στη Συρία, την Αίγυπτο, την Περσία, τη Μεσοποταμία και την Ινδία. Με την παράλληλη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού και την ανάμειξη πολιτιστικών στοιχείων που ακολούθησε, ξεκίνησε μια νέα εποχή, που επικράτησε να ονομάζεται Ελληνιστική. Έτσι, το έτος 323 π.Χ. οριοθετεί τη μετάβαση σε μια νέα περίοδο. Βέβαια, οι αλλαγές έγιναν βαθμιαία και για τον λόγο αυτό θεωρούμε ως όριο της κλασικής εποχής στην τέχνη και τον πολιτισμό το τελευταίο τέταρτο του 4ου αιώνα π.Χ. Στο κεφάλαιο αυτό θα εξετάσουμε, με τη βοήθεια συγκεκριμένων παραδειγμάτων, τις αλλαγές που συντελέστηκαν κατά τη διάρκεια του αιώνα.

Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι: ΙI. ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΩΚΡΑΤΙΚΟΥΣ ΣΤΗΝ ΥΣΤΕΡΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

15.6. Ένας δάσκαλος για διαφορετικούς μαθητές


Ένας δάσκαλος με τον ήπιο χαρακτήρα και το πνευματικό βάθος του Πλωτίνου κατόρθωσε να συγκεντρώσει πολλούς στα ανοικτά μαθήματά του. Το ακροατήριό του περιλάμβανε δύο κατηγορίες μαθητών, ανδρών και γυναικών κάθε ηλικίας. Ήταν οι «ακροατές» που πήγαιναν να τον ακούσουν περιστασιακά, για να εξοικειωθούν κάπως με τη φιλοσοφία: συγκλητικοί, πολιτικοί, δημόσιοι υπάλληλοι και άλλοι. Ήταν πολλοί, αλλά χωρίς προσωπική αναζήτηση για κάτι περισσότερο.

Οι άλλοι μαθητές, που ήταν λιγότεροι και μετρημένοι, ήταν οι «εταίροι», οι «γνώριμοι», πιστοί στον φίλο δάσκαλό τους για πολλά χρόνια. Αφοσιωμένοι στη φιλοσοφία, όχι όμως απορροφημένοι από αυτήν - όπως συνέβαινε σε άλλες σχολές: ασκούσαν τη φιλοσοφία αλλά και το επάγγελμά τους. Ανάμεσά τους δυο τρεις συγκλητικοί, δυο τρεις γιατροί, τέσσερις γυναίκες, όλοι τους από διάφορα μέρη της αυτοκρατορίας. Εκτός από τους «επαγγελματίες» φιλοσόφους Αμέλιο και Πορφύριο, ήταν άνθρωποι με έντονη δραστηριότητα στον επαγγελματικό χώρο τους ή στον δημόσιο βίο.

Για αυτούς, τους «ζηλωτές» της φιλοσοφίας, ο Πλωτίνος στάθηκε το πρότυπό τους τόσο στον διανοητικό όσο και στον καθημερινό βίο. Έτσι ο συγκλητικός Ρογατιανός ένιωσε τέτοια αποστροφή προς τον τρόπο ζωής του, ώστε απαρνήθηκε τα υπάρχοντά του, έδιωξε τους υπηρέτες του και αφιερώθηκε στην άσκηση. Και ο Πλωτίνος, με τη σειρά του, τον πρόβαλλε συχνά ως καλό παράδειγμα σε όσους ασκούσαν τη φιλοσοφία.

Ποιος θα μπορούσε να γίνει φιλόσοφος; Εκ πρώτης όψεως ο καθένας. Όμως τελικά το φιλοσοφεῖν δεν είναι έργο του καθενός. Είναι προνόμιο όσων έχουν καθαρή φρόνηση, σεμνότητα ήθους και παρρησία (Εννεάδες 1.3.3.8-10), αρετές που αποκτά κανείς με την άσκηση. Μοιάζει, βέβαια, με κύκλο: φιλοσοφείς εφόσον έχεις αυτά τα προσόντα, αλλά θα τα έχεις μόνο εφόσον φιλοσοφείς.

Γι᾽ αυτό και ο Πλωτίνος δεν αναζητούσε μαθητές, ούτε επιχειρούσε να πείσει ότι τα όσα διδάσκει είναι αλήθεια. Απευθυνόταν μόνο προς όσους έψαχναν στη φιλοσοφία το ίδιο που έψαχνε κι αυτός. Όπως έγραφε αργότερα ο Πορφύριος (Περί αποχής των εμψύχων 1.27.1), ο φιλόσοφος απευθύνεται σε ανθρώπους «που έχουν ορίσει στη ζωή τους αρχές διαφορετικές από εκείνες που διέπουν τους άλλους τρόπους ζωής». Ανεξάρτητα από την ασχολία τους, φιλόσοφοι είναι όσοι άνθρωποι σκέφτηκαν τα ερωτήματα: «Ποιος είμαι; Από πού έρχομαι; Πού πρέπει να πάω

Κυριακή 6 Μαρτίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ἰλιάς (16.692-16.750)

Ἔνθα τίνα πρῶτον, τίνα δ᾽ ὕστατον ἐξενάριξας,
Πατρόκλεις, ὅτε δή σε θεοὶ θάνατόνδε κάλεσσαν;
Ἄδρηστον μὲν πρῶτα καὶ Αὐτόνοον καὶ Ἔχεκλον
695 καὶ Πέριμον Μεγάδην καὶ Ἐπίστορα καὶ Μελάνιππον,
αὐτὰρ ἔπειτ᾽ Ἔλασον καὶ Μούλιον ἠδὲ Πυλάρτην·
τοὺς ἕλεν· οἱ δ᾽ ἄλλοι φύγαδε μνώοντο ἕκαστος.
Ἔνθα κεν ὑψίπυλον Τροίην ἕλον υἷες Ἀχαιῶν
Πατρόκλου ὑπὸ χερσί· περιπρὸ γὰρ ἔγχεϊ θῦεν·
700 εἰ μὴ Ἀπόλλων Φοῖβος ἐϋδμήτου ἐπὶ πύργου
ἔστη, τῷ ὀλοὰ φρονέων, Τρώεσσι δ᾽ ἀρήγων.
τρὶς μὲν ἐπ᾽ ἀγκῶνος βῆ τείχεος ὑψηλοῖο
Πάτροκλος, τρὶς δ᾽ αὐτὸν ἀπεστυφέλιξεν Ἀπόλλων,
χείρεσσ᾽ ἀθανάτῃσι φαεινὴν ἀσπίδα νύσσων.
705 ἀλλ᾽ ὅτε δὴ τὸ τέταρτον ἐπέσσυτο δαίμονι ἶσος,
δεινὰ δ᾽ ὁμοκλήσας ἔπεα πτερόεντα προσηύδα·
«χάζεο, διογενὲς Πατρόκλεες· οὔ νύ τοι αἶσα
σῷ ὑπὸ δουρὶ πόλιν πέρθαι Τρώων ἀγερώχων,
οὐδ᾽ ὑπ᾽ Ἀχιλλῆος, ὅς περ σέο πολλὸν ἀμείνων.»
710 Ὣς φάτο, Πάτροκλος δ᾽ ἀνεχάζετο πολλὸν ὀπίσσω,
μῆνιν ἀλευάμενος ἑκατηβόλου Ἀπόλλωνος.
Ἕκτωρ δ᾽ ἐν Σκαιῇσι πύλῃς ἔχε μώνυχας ἵππους·
δίζε γὰρ ἠὲ μάχοιτο κατὰ κλόνον αὖτις ἐλάσσας,
ἦ λαοὺς ἐς τεῖχος ὁμοκλήσειεν ἀλῆναι.
715 ταῦτ᾽ ἄρα οἱ φρονέοντι παρίστατο Φοῖβος Ἀπόλλων,
ἀνέρι εἰσάμενος αἰζηῷ τε κρατερῷ τε,
Ἀσίῳ, ὃς μήτρως ἦν Ἕκτορος ἱπποδάμοιο,
αὐτοκασίγνητος Ἑκάβης, υἱὸς δὲ Δύμαντος,
ὃς Φρυγίῃ ναίεσκε ῥοῇς ἔπι Σαγγαρίοιο·
720 τῷ μιν ἐεισάμενος προσέφη Διὸς υἱὸς Ἀπόλλων·
«Ἕκτορ, τίπτε μάχης ἀποπαύεαι; οὐδέ τί σε χρή.
αἴθ᾽ ὅσον ἥσσων εἰμί, τόσον σέο φέρτερος εἴην·
τῶ κε τάχα στυγερῶς πολέμου ἀπερωήσειας.
ἀλλ᾽ ἄγε, Πατρόκλῳ ἔφεπε κρατερώνυχας ἵππους,
725 αἴ κέν πώς μιν ἕλῃς, δώῃ δέ τοι εὖχος Ἀπόλλων.»
Ὣς εἰπὼν ὁ μὲν αὖτις ἔβη θεὸς ἂμ πόνον ἀνδρῶν,
Κεβριόνῃ δ᾽ ἐκέλευσε δαΐφρονι φαίδιμος Ἕκτωρ
ἵππους ἐς πόλεμον πεπληγέμεν. αὐτὰρ Ἀπόλλων
δύσεθ᾽ ὅμιλον ἰών, ἐν δὲ κλόνον Ἀργείοισιν
730 ἧκε κακόν, Τρωσὶν δὲ καὶ Ἕκτορι κῦδος ὄπαζεν.
Ἕκτωρ δ᾽ ἄλλους μὲν Δαναοὺς ἔα οὐδ᾽ ἐνάριζεν·
αὐτὰρ ὁ Πατρόκλῳ ἔφεπε κρατερώνυχας ἵππους.
Πάτροκλος δ᾽ ἑτέρωθεν ἀφ᾽ ἵππων ἆλτο χαμᾶζε
σκαιῇ ἔγχος ἔχων· ἑτέρηφι δὲ λάζετο πέτρον
735 μάρμαρον ὀκριόεντα, τόν οἱ περὶ χεὶρ ἐκάλυψεν,
ἧκε δ᾽ ἐρεισάμενος, οὐδὲ δὴν χάζετο φωτός,
οὐδ᾽ ἁλίωσε βέλος, βάλε δ᾽ Ἕκτορος ἡνιοχῆα,
Κεβριόνην, νόθον υἱὸν ἀγακλῆος Πριάμοιο,
ἵππων ἡνί᾽ ἔχοντα, μετώπιον ὀξέϊ λᾶϊ.
740 ἀμφοτέρας δ᾽ ὀφρῦς σύνελεν λίθος, οὐδέ οἱ ἔσχεν
ὀστέον, ὀφθαλμοὶ δὲ χαμαὶ πέσον ἐν κονίῃσιν
αὐτοῦ πρόσθε ποδῶν· ὁ δ᾽ ἄρ᾽ ἀρνευτῆρι ἐοικὼς
κάππεσ᾽ ἀπ᾽ εὐεργέος δίφρου, λίπε δ᾽ ὀστέα θυμός.
τὸν δ᾽ ἐπικερτομέων προσέφης, Πατρόκλεες ἱππεῦ·
745 «ὢ πόποι, ἦ μάλ᾽ ἐλαφρὸς ἀνήρ, ὡς ῥεῖα κυβιστᾷ.
εἰ δή που καὶ πόντῳ ἐν ἰχθυόεντι γένοιτο,
πολλοὺς ἂν κορέσειεν ἀνὴρ ὅδε τήθεα διφῶν,
νηὸς ἀποθρῴσκων, εἰ καὶ δυσπέμφελος εἴη,
ὡς νῦν ἐν πεδίῳ ἐξ ἵππων ῥεῖα κυβιστᾷ.
750 ἦ ῥα καὶ ἐν Τρώεσσι κυβιστητῆρες ἔασιν.»

***
Ποιον πρώτον και ποιον ύστερον εγύμνωσες στην μάχην,
Πάτροκλε, οπόταν οι θεοί σ᾽ εκάλεσαν στον Άδην;
Έπεσε πρώτα ο Άδρηστος· ο Αυτόνοος κατόπιν,
695 ο Επίστωρ, ο Μελάνιππος, ο Πέριμος Μεγάδης,
ο Έχεκλος, ο Έλασος, ο Μούλιος και ο Πυλάρτης,
κι οι άλλοι εδειλοψύχησαν κι εφύγαν όλοι εμπρός του.
Θα ᾽παιρναν τότ᾽ οι Αχαιοί την υψηλήν Τρωάδα,
τόσο τριγύρω εμάνιζεν η λόγχη του Πατρόκλου,
700 στον πύργον αν δεν έστεκεν ο Φοίβος, που των Τρώων
υπέρμαχος, τον όλεθρον εκείνου εμελετούσε.
Και τρεις εσκάλωσε φορές ο Πάτροκλος στο τείχος
και τρεις τον εξετίναξεν ο Φοίβος με τα χέρια
τ᾽ αθάνατα κτυπώντας του την φωτεινήν ασπίδα.
705 Αλλ᾽ ότε ως δαίμων τέταρτην φοράν εχύθη ο ήρως,
φοβερήν του ᾽βαλε κραυγήν ο Απόλλων και του είπε:
«Πάτροκλε διογέννητε, δεν έχει ορίσ᾽ η μοίρα
των αποτόλμων Τρώων συ την πόλιν να πορθήσεις,
ούδ᾽ ο Αχιλλεύς, εις την ανδρειά περίσσ᾽ ανώτερός σου».
710 Είπε, κι ευθύς ο Πάτροκλος μακράν εσύρθη οπίσω
για να αποφύγει την ορμήν του μακροβόλου Φοίβου.
Κι έμεν᾽ ο Έκτωρ στες Σκαιές με τα γοργά πουλάρια·
κι ερεύνα ο νους του αν θα στραφεί στην ταραχήν της μάχης
ή θα φωνάξει στον λαόν ν᾽ αποκλισθεί στο τείχος.
715 Και τούτο ενώ στοχάζονταν ήλθεν εμπρός του ο Φοίβος·
άνδρας εφάνη στην μορφήν καλός και ρωμαλέος,
ο Άσιος, οπού θείον του τον είχε απ᾽ την Εκάβην,
κι ήταν υιός του Δύμαντος, που πέρα εις της Φρυγίας
τα μέρ᾽ ήταν εγκάτοικος κει που ο Σαγγάριος ρέει.
720 Εκείνου επήρε την μορφήν και του ᾽πε τότε ο Φοίβος:
«Έκτωρ από τον πόλεμον τι απέχεις; Δεν σου πρέπει.
Άμποτε αντί κατώτερος να ᾽μουν ανώτερός σου,
ελεεινήν ανάπαυσιν θα είχες απ᾽ την μάχην.
Αλλ᾽ έλα, κίνα τ᾽ άλογα στον Πάτροκλον επάνω
725 ίσως τον πάρ᾽ η λόγχη σου και ο Φοίβος σε δοξάσει».
Είπε κι εστράφηκε ο θεός στον θόρυβον της μάχης,
και τον ανδρείον πρόσταξεν ο Έκτωρ Κεβριόνην
ευθύς κατά τον πόλεμον τους ίππους να ραβδίσει.
Κι έβαλε τάραχον κακόν ο Φοίβος στους Αργείους,
730 των Τρώων και του Έκτορος την νίκην να χαρίσει.
Και ο Έκτωρ δεν εφρόντιζε τους άλλους να φονεύει
αλλά τους ίππους έσπρωχνε στον Πάτροκλον επάνω.
Και από τ᾽ αμάξι ο Πάτροκλος επήδησε κρατώντας
την λόγχην με τ᾽ αριστερό, κι εφούκτωσε με τ᾽ άλλο
735 χοντρό λιθάρι δοντερό και αντιστυλωμένος
το ᾽ριξε και τον Έκτορα εκτύπησε απ᾽ ολίγο.
Αλλ᾽ όμως τον ηνίοχον τον Κεβριόνην ήβρε,
που ήταν νοθογέννητος του δοξαστού Πριάμου,
ενώ κρατούσε τα λουριά, μες στο μεσόφρυδό του.
740 Και ο τραχύς λίθος σύντριψε τα φρύδια, και όλο εσπάσθη
το κόκαλο, και καταγής επέσαν οι οφθαλμοί του
αυτού εμπρός στα πόδια του· και απ᾽ τον λαμπρόν του θρόνον
έπεσε κάτω ως βουτηχτής κι εβγήκεν η ψυχή του.
Και τότε τον ανάπαιξες, ω Πάτροκλε ιππομάχε.
745 «Ω, κοίτα! πόσο είν᾽ ελαφρός που εύκολα βουτάει!
μες στο ιχθυοφόρο πέλαγος αν τύχαινεν εκείνος,
και μέσα στ᾽ άγρια κύματα θα επήδ᾽ από την πλώρην
να ψάξει στρείδια και πολλούς μ᾽ εκείνα να χορτάσει·
τόσο εύκολ᾽ απ᾽ την άμαξα στο σιάδι αυτός βουτάει·
750 είναι κι οι Τρώες βουτηχταί ᾽πιδέξιοι, καθώς βλέπω».

Η Ρώμη και ο κόσμος της: 6. Αίνιγμα: Τι θα συμβεί αν γράψουμε ΡΩΜΗ ανάποδα;

6.3. Ο άνθρωπος που έπαιζε με τη φωτιά


Γεννήθηκε το 43 π.Χ. στην ιταλική επαρχία και ήρθε στη Ρώμη σε πολύ νεαρή ηλικία. Παρά τις επίμονες προειδοποιήσεις του πατέρα του ότι ο Όμηρος δεν έβγαλε ούτε μισό ευρώ από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, ο Οβίδιος προτιμούσε να γράφει ποιήματα παρά να ακολουθήσει την πολιτική σταδιοδρομία για την οποία τον προόριζαν.

Όταν το 31 π.Χ. ο Οκταβιανός έλυσε τους λογαριασμούς του με τον Αντώνιο στο Άκτιο και έγινε το μοναδικό αφεντικό της Ρώμης, ο Οβίδιος ήταν μόλις 12 χρόνων, πράγμα που σημαίνει ότι, αντίθετα με τον Βιργίλιο ή τον Οράτιο, δεν αισθάνθηκε ποτέ τη φρίκη των εμφυλίων πολέμων - και αυτό ήταν καθοριστικό για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα του. Νέος, ωραίος και άνετος κυκλοφορούσε στους κοσμικούς και πνευματικούς κύκλους της πρωτεύουσας απολαμβάνοντας τα αγαθά της ειρήνης και της ευημερίας - αλλά και τις ευκαιρίες της μεγάλης πόλης. «Συγχαίρω τον εαυτό μου που ζω στη σύγχρονη εποχή· δεν με ενδιαφέρουν τα παλιά,» έλεγε και ξανάλεγε. Γνώρισε όλους σχεδόν τους μεγάλους ποιητές της εποχής του Αυγούστου και είχε αποστηθίσει τα ποιήματα τους - κυρίως τα ερωτικά. Έτσι, άρχισε να εκδίδει ερωτικές συλλογές και ο ίδιος. Γνώρισε τεράστια επιτυχία. Οι συλλογές του η μία μετά την άλλη γίνονταν «μπεστ σέλερ» και ήταν περιζήτητος στα λογοτεχνικά σαλόνια.

Πώς να ζητήσεις από έναν «πλέι μπόι» σαν τον Οβίδιο ποίηση με εθνικό περιεχόμενο; Και τι είδους εθνική ποίηση μπορούσε να περιμένει κανείς από έναν ποιητή ο οποίος, σε κάποιο ποίημα όπου υποτίθεται ότι καταγγέλλει την πρακτική των εκτρώσεων, γράφει: «Γιατί να κάνεις έκτρωση, κυρία μου; Σκέψου λιγάκι τι θα γινόταν αν όλες οι Ρωμαίες έκαναν αυτό που κάνεις εσύ: ο μέγας Αύγουστος θα είχε μείνει έμβρυο - και μάλιστα κακοποιημένο.» Αν έχεις τέτοιους «υμνητές», τι να την κάνεις την αντιπολίτευση.

Η επιτυχία των πρώτων ερωτικών ποιημάτων (που είναι γραμμένα στο λεγόμενο «ελεγειακό δίστιχο») έκανε τον Οβίδιο διάσημο - και απρόσεκτο. Έτσι, κάπου προς το τέλος της προχριστιανικής χιλιετίας (ίσως το 2 π.Χ.), είχε την έμπνευση να γράψει όχι απλώς ελεγείες όπου μιλούσε για τον έρωτα αλλά ένα μεγάλο ποίημα όπου έδινε ερωτικές συμβουλές στους νέους και τις νέες της Ρώμης - την περίφημη Ερωτική Τέχνη. Είναι αλήθεια ότι ο αυτοκράτορας δεν αντέδρασε αμέσως· αλλά, όπως φάνηκε αργότερα, δεν ξέχασε κιόλας, και όταν βρήκε μια καλή αφορμή (κανείς δεν μας λέει καθαρά τι είδους αφορμή, και ο ίδιος ο Οβίδιος «μασάει τα λόγια του») πήρε τη μοιραία για τον ποιητή απόφαση. Το 8 μ.Χ. διέταξε την απαγόρευση της κυκλοφορίας του ποιήματος, έκαψε όλα τα αντίτυπα που βρίσκονταν στις δημόσιες βιβλιοθήκες και έστειλε τον ίδιο τον Οβίδιο στην εξορία, στη δυτική ακτή της Μαύρης Θάλασσας, ανάμεσα στους βάρβαρους Γέτες, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η Κονστάντζα της Ρουμανίας.

Αυτή είναι μια από τις πιο γνωστές περιπτώσεις λογοκρισίας στον αρχαίο κόσμο. Ανάλογα περιστατικά με λογοκρισίες, απαγόρευση κυκλοφορίας και κάψιμο βιβλίων γνωρίζουμε, βέβαια, και από τα κατοπινά χρόνια. Στον Μεσαίωνα εκτός από το βιβλίο μπορούσαν να ρίξουν στην πυρά και τον ίδιο τον συγγραφέα. Ο Αύγουστος δεν έκαψε τον Οβίδιο· απλώς τον καταδίκασε να αργοπεθαίνει για εννιά ολόκληρα χρόνια.

Διαλογισμός

Διαλογισμός είναι (η Έμφυτη ή Εγγενής σε κάθε ύπαρξη) ΑΜΕΣΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ (χωρίς διαδικασία), Ανοιχτή, Χωρίς κέντρο ή περιφέρεια, και χωρίς περιεχόμενο ή αντικείμενο, - πέρα από την εμπειρική ύπαρξη, πέρα από τη σκέψη... Ο Διαλογισμός δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω της διαδικασίας της σκέψης, δεν μπορεί να συλληφθεί μέσω της διαδικασίας της σκέψης και δεν μπορεί να περιγραφεί με έννοιες-λέξεις… μόνο αρνητικά περιγράφεται στο επίπεδο της σκέψης.

Δεν υπάρχει Φως να κατακτήσουμε… Υπάρχει μόνο σκοτάδι που πρέπει να διώξουμε…

Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ Είναι η Ίδια η Πραγματικότητα, Όλος ο Χώρος Εμπειρίας, Εδώ, Τώρα: Αιώνια, Ελεύθερη, Συμπεριλαμβάνει τα Πάντα Μέσα της. Ο περιορισμός της ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ, η εξέλιξη, η πτώση κι η λύτρωση είναι μόνο αντιληπτικά γεγονότα: όχι πραγματικά, αλλά φαινομενικά. Αυτό που περιορίζει την ΑΝΤΙΛΗΨΗ είναι όχι η Ίδια η Φύση της ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ αλλά οι υποκειμενικές περιοριστικές λειτουργίες της ύπαρξης, (που δημιουργούν φαινομενικά διαφορετικά πεδία εμπειρίας), η απορρόφηση στην διαδικασία (που γίνεται αντιληπτή σαν γέννηση σε διαφορετικά πεδία εμπειρίας), η «λησμονιά» στο περιορισμένο ιδιαίτερο περιεχόμενο της εμπειρίας (που εκλαμβάνεται σαν η μοναδική πραγματικότητα).

Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ Διατηρεί Πάντα τη Αντικειμενική Φύση της κι Εν Δυνάμει Εμπεριέχει Όλες τις Δυνατότητες. Η Απελευθέρωση από τις υποκειμενικές περιοριστικές λειτουργίες της ύπαρξης Διευρύνει την ΑΝΤΙΛΗΨΗ Αποκαλύπτοντας την Αληθινή Αντικειμενική Φύση της. Η Ανάδυση της ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ στην Αληθινή Φύση της, πέρα από όλα τα όρια, πέρα από όλες τις υποκειμενικές περιοριστικές λειτουργίες είναι η Πραγματική Απελευθέρωση, η Ίδια η Πραγματικότητα, κι είναι μόνο αντιληπτικό γεγονός, όχι πραγματικό αλλά φαινομενικό.

Η Απελευθέρωση της ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ σημαίνει ταυτόχρονα την Διεύρυνση της ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ πέρα από τα όρια. Η Διεύρυνση της ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ σημαίνει να βλέπουμε από μια Ευρύτερη Οπτική που συμπεριλαμβάνει την προηγούμενη περιορισμένη οπτική (και χώρο εμπειρίας). Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΜΕΝΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ Αντιλαμβάνεται Όλο το Χώρο Εμπειρίας (όλα τα πεδία, ύπαρξης, εμπειρίας), δεν εμποδίζεται από τίποτα, πουθενά. Αυτό που έχει σημασία είναι από πού βλέπουμε, όχι το τι βλέπουμε (το αντιληπτικό γεγονός καθορίζεται από την θέση όρασης, κι όχι το περιεχόμενο, που είναι εξαρτημένο)

Διαλογισμός είναι η Ίδια η ΑΝΤΙΛΗΨΗ όταν λειτουργεί απρόσκοπτα: Τότε Αποκαλύπτεται ότι η ΑΝΤΙΛΗΨΗ είναι η Πραγματικότητα. Διαλογισμός είναι η ΑΜΕΣΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ στην οποία δεν μπαίνουν όρια, ούτε γίνονται παρεμβάσεις. Διαλογισμός είναι η Υπέρβαση των διαδικασιών της υποκειμενικής περιοριστικής λειτουργίας, η απρόσκοπτη Λειτουργία της ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ. Δεν είναι διαδικασία, δεν γίνεται, δεν πραγματοποιείται, δεν επιφέρει αποτελέσματα… Απλά με την Υπέρβαση των διαδικασιών η ΑΝΤΙΛΗΨΗ Είναι η Ίδια η Πραγματικότητα, Αιώνια, Ανεμπόδιστη, Φυσικά Κενή, που τα Συμπεριλαμβάνει Όλα.

Η Συνείδηση Είναι Εξ’ Αρχής και για Πάντα Ελεύθερη, Αιώνια κι Υπερβατική. Αυτό που μας εμποδίζει να το Βιώσουμε είναι όλη αυτή η επιφανειακή ταραχή, του εγώ, της σκέψης, της αίσθησης, των εξωτερικών καταστάσεων. Απορροφημένοι σε όλη αυτή την εξωτερική κίνηση, ταυτισμένοι με όλη αυτή τη δραστηριότητα δεν Αντιλαμβανόμαστε το Βάθος της Ύπαρξής μας, αλλά μονάχα την εξωτερική δράση της.

Εμμένοντας στο εξωτερικό, στη σκέψη, στη μνήμη, στις γνώσεις, στο πολιτισμό, στη ζωή, σε ό,τι έχουμε συσσωρεύσει (σαν άνθρωποι) χιλιετηρίδες τώρα, προσπαθούμε να οργανώσουμε το χάος της ζωής… Αλλά το χάος δεν οργανώνεται, γιατί απλά είναι χαώδης ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε, όχι η ζωή.

Πρέπει να επανέλθουμε στον Εαυτό μας, γιατί από Εδώ ξεκινούν όλα: Να μάθουμε εξ’ αρχής να βλέπουμε σωστά: Μόνο τότε μπορούμε να κατανοήσουμε και μόνο τότε θα επιφέρουμε τάξη στον εαυτό μας και στη ζωή. Κι αυτή η Αληθινή Κατανόηση είναι ο μόνος ενοποιός παράγοντας που μπορεί να ενώσει τους ανθρώπους για να φέρουν τάξη στη ζωή, αρετή στη δράση και να οργανώσουν μια καλύτερη κοινωνία.

Η Ίδια η Φύση της Αντίληψης είναι Απλή Αντίληψη, Προσοχή, Απλή Προσοχή Χωρίς Παρεμβάσεις και Χωρίς Παρεκτροπές. Πρέπει ν’ αφήσουμε τη Αντίληψη να Λειτουργεί Αυθόρμητα και να Αυτορυθμίζεται σύμφωνα με τη Φύση της που είναι Καθαρή Ήρεμη Ενατένιση κι Αντιλαμβάνεται «αυτό που είναι». Αν αναδυθεί σκέψη, απλά παρατηρούμε χωρίς να την ακολουθούμε. Αν αναδυθούν αισθήσεις απλά τις αφήνουμε να λειτουργούν χωρίς να σκλαβωνόμαστε σ’ αυτές. Όταν η Προσοχή Καρποφορήσει Κατανοούμε ότι σαν Συνείδηση είμαστε Κάτι ξεχωριστό από αυτό που συμβαίνει. Είμαστε Αυτό που Βλέπει αυτό που συμβαίνει, δεν είμαστε αυτό που συμβαίνει…

Η Αντίληψη Παραμένοντας Σταθερή, πέρα από τη φαινομενική αλλαγή του περιεχομένου της, πέρα από τα φαινόμενα, Βιώνει τη Πραγματικότητα, ζει τη Κατάσταση της Ενότητας, όπου δεν υπάρχουν διακρίσεις (φώτιση-μη φώτιση, πραγματικότητα-κόσμος, λύτρωση-πτώση… όλα αυτά είναι φαινόμενα)…

Σε Αυτή τη Κατάσταση της Ήρεμης Ενατένισης η Αντίληψη Βρίσκεται, Βιώνει και Αντιλαμβάνεται την Πραγματική Αιώνια κι Υπερβατική Φύση της.

Η Αντίληψη Είναι στην πραγματικότητα Δυνατότητα Αντίληψης κι όχι κάποιο «περιεχόμενο»: Είναι Άδειος Χώρος Επίγνωσης που μπορεί να συλλάβει οτιδήποτε εισέρχεται στη περιοχή του… Από την Φύση της η Αντίληψη (απλά, σαν Δύναμη Αντίληψης μόνο) Είναι Ελεύθερη, δεν ταυτίζεται με κανένα περιεχόμενο…. Ο ταυτισμός με το περιεχόμενο είναι μια εσφαλμένη προοπτική αντίληψης, στην οποία παρασυρόμαστε λόγω άγνοιας ή λόγω επιλογών… είναι μια δυνατότητα, όχι η απόλυτη πραγματικότητα…

Για να Βιώσουμε τη Καθαρή Αντίληψη, την Αγνή Κατάσταση της Αντίληψης, την Φυσική Αντίληψη, δεν χρειάζεται να έχουμε κάτι σαν περιεχόμενο της αντίληψης, δεν χρειάζεται να σκεφτούμε, να νοιώσουμε, να αισθανθούμε κάτι: Έχουμε Όλοι Έμφυτη τη Δυνατότητα της Αντίληψης και μπορούμε να έχουμε Εμπειρία της Καθαρής Αντίληψης απλά αδειάζοντας όλο το περιεχόμενο που μας φορτώνει η σκέψη, η διάθεση, οι αισθήσεις… (εννοούμε να εξαλείψουμε την εξάρτησή μας από αυτό, όχι να εξαλείψουμε το ίδιο το φυσικό φαινόμενο της σκέψης, της διάθεσης, της αίσθησης)…

Μιλάμε συγκεκριμένα για την Αποδέσμευση από το περιεχόμενο της Αντίληψης, για μια συνειδητοποίηση, για μια αλλαγή στο τρόπο που βλέπουμε, για μια δική μας εσωτερική μετατόπιση, που δεν έχει να κάνει με το φυσικό γεγονός αυτό καθ’ εαυτό. Η Αντίληψη μπορεί να Είναι Ήρεμη, Ελεύθερη, ανεξάρτητα αν υπάρχει περιεχόμενο ή όχι… απλά δεν δεσμεύεται στο περιεχόμενό της… Κι αυτό γιατί απλά η Ίδια η Αντίληψη Είναι Επαρκής για τον Εαυτό της, Βιώνει την Παρουσία, είτε υπάρχει περιεχόμενο, είτε όχι. Η Κατάσταση της Ελευθερίας είναι μη-εξάρτηση, όχι απουσία επίγνωσης, υπαρξιακό σκοτάδι, ή οτιδήποτε άλλο φαντάζονται οι άνθρωποι.

Η Αντίληψη Είναι Ελεύθερη και Έξω από το φαινόμενο (στην Αληθινή Φύση της, στην Πραγματική Κατάστασή της, στον Ύστατο Χαρακτήρα της). Η «σύνδεση» της Αντίληψης με περιοριστικές λειτουργίες, σε διάφορα πεδία, (σκέψη, ψυχική κατάσταση, αισθήσεις) περιορίζει την Αντίληψη μέσα στις συγκεκριμένες λειτουργίες και συχνά την ταυτίζει με την εμπειρία που αποκομίζει από αυτές τις λειτουργίες. Άθελα ταυτιζόμαστε με το περιεχόμενο, γινόμαστε ό,τι σκεφτόμαστε, ό,τι νοιώθουμε, ό,τι αισθανόμαστε…

Η εμπειρία που έχει η περιορισμένη αντίληψη από την ύπαρξη δεν είναι Ολόκληρη η Πραγματικότητα, Όλη η Αλήθεια. Είναι αληθινή στο γεγονός ότι, αυτή η εμπειρία, είναι παρούσα στην επίγνωσή μας, αλλά είναι μόνο ένα μέρος της Φύσης μας, της Ύπαρξής μας, της ζωής μας…

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Ἀποκριάτικη νυχτιά (1892)

Ἐὰν δὲν ἦτο ἐπιμελὴς σπουδαστὴς ὁ Σπύρος ὁ Βεργουδής, καὶ δὲν εἶχε τυχὸν πῶς νὰ περνᾷ τὰς ὥρας του, κατὰ τὰς πολυημέρους διακοπὰς τῶν ἑορτῶν καὶ τῆς Ἀπόκρεω, ἠδύνατο νὰ εὕρῃ δουλειὰ καθήμενος εἰς τὸ παράθυρον καὶ θεώμενος καὶ ἀκούων τὰ τελούμενα. Δὲν ἦτο δρόμος, ἦτο αὐλή, παμπάλαιος, εὐρεῖα, ἀκανόνιστος, μὲ τοὺς τοίχους ὑψηλοὺς ἀλλ᾽ ἀνίσου ὕψους, περιβάλλουσα μίαν τῶν παλαιοτέρων οἰκιῶν παρὰ τὴν ἀνέρπουσαν ἐσχατιὰν τῆς ἀρχαίας πόλεως, πρὸς τὴν Ἀκρόπολιν, ὑψηλά, παρὰ τὸ Ἁγιοταφίτικον. Αἱ τρεῖς ἐνοικάρισσαι τοῦ ἰσογείου, ἡ κυρα-Κατίγκω ἡ Χρίσταινα, μετὰ τῆς ἀγάμου ἀδελφῆς της Φρόσως, καὶ ἡ γρια-Βαγγελὴ ἡ Λεμονού, μετὰ τῆς κόρης της τῆς Γεώργαινας, καὶ ἡ Σταματούλα ἡ Γεμενίτσα μετὰ τῆς ψυχοκόρης της τῆς Μαρούσας, ἐμάλωναν διὰ κάθε τι, συχνότατα, σχεδὸν τρὶς τῆς ἑβδομάδος. Συνήθως, ἡ κατέχουσα τὸ μεσαῖον οἴκημα, ἡ Λεμονού, πότε ἐκ τῆς παραμικρᾶς ἀφορμῆς, πότε ἄνευ ἀφορμῆς ὡρισμένης, τὰ ἔβαζε σήμερον μὲ τὴν μίαν, αὔριον μὲ τὴν ἄλλην τῶν δύο γειτονισσῶν της. Καὶ τὰς μὲν ἑορτάς, ἀντὶ νὰ εὑρίσκωσιν ὕλην ὅπως κακολογῶσιν ἄλλας ἔξω τῆς αὐλῆς διερχομένας ἢ ἡσύχως εἰς τὰς οἰκίας των καθημένας γυναῖκας, προχειρότερον εὕρισκον νὰ τὰ χαλοῦν μεταξύ των. Ἐὰν τυχὸν ἡ μία τῶν τριῶν, ἡ ἀδελφὴ τῆς μιᾶς ἢ ἡ κόρη τῆς ἄλλης ἐστολίζετο, ἡ ἄλλη ἔμενε πεισματωδῶς μὲ τὰ καθημερινά της, διὰ νὰ ἔχῃ ἀφορμὴν νὰ κακολογῇ τὴν στολισμένην, ὅτι «δὲν ξέρει νὰ φορέσῃ τὸ φουστάνι της», κ᾽ ἔλεγε: «Κοίταξέ τηνε! μοῦ στολίστηκε σὰ νύφη· τὸ χάλι της, δὲν τὸ βλέπει!» Τὰς δὲ καθημερινάς, ἄλλοτε αἱ δύο, ἄλλοτε καὶ αἱ τρεῖς, εἶχαν μπουγάδα, καὶ ὅλον τὸ πλυσταρεῖον, καὶ ὅλος ὁ χῶρος τῆς αὐλῆς, δὲν τὰς ἤρκει διὰ ν᾽ ἁπλώσωσι τὰ μοσχοπλυμένα των. Συχνὰ ἡ γρια-Βαγγελὴ ἡ Λεμονού, ἀφοῦ ὠνείδιζε τὴν ἐκ δεξιῶν καὶ τὴν ἐξ ἀριστερῶν πάροικόν της, ὡς ἀπρόκοφτην, ὡς ἄπραχτην, ὡς ἀπασσάλωτην, αὐτὴ πρώτη θέτουσα τὸ «πρόσφωλο», αἴφνης εἰρήνευεν, ἐμειδία, κ᾽ ἔλεγεν ὅτι αὐτὴ ἔχει δουλειὰ νὰ κάμῃ, ὅτι «δὲν χαλνᾷ τὴ ζαχαρένια της», καὶ ὅτι δὲν τὰς συνερίζεται ν᾽ ἀπαντᾷ εἰς τὰς μομφάς των. Ἄλλοτε πάλιν ἡ Σταματούλα ἡ Γεμενίτσα ἔπαιρνε λόγια ἀπὸ τὴν μίαν κ᾽ ἔβαζε μαναφούκια εἰς τὴν ἄλλην, καὶ εἶτα ἐν ἀνέσει ἐνετρύφα εἰς τὸν καυγάν, ἱσταμένη παράμερα. Ἐμάλωναν διὰ κάθε πρᾶγμα, διὰ μίαν σκάφην ἀναποδογυρισμένην ὀλίγον λοξὰ εἰς τὸ πλυσταρεῖον, δι᾽ ὀλίγες σταλαματιὲς θερμοῦ χυθείσας κατὰ γῆς, δι᾽ ὀλίγας δράκας στάκτης περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον ριφθείσας εἰς τὴν κόφαν. Μιᾷ τῶν ἡμερῶν, ἡ γραῖα Βαγγελὴ ἐθύμωσεν ἐναντίον τῆς Κατίγκως τῆς Χρίσταινας, διότι αὕτη ἐκαυχήθη ὅτι πληρώνεται πρὸς εἴκοσι λεπτὰ τὰ ὑποκάμισα τῆς κόλλας, καὶ τὴν ὠνόμασε «τριγυρισμένην» καὶ «πομπιωμένην», ἄλλοτε πάλιν ἡ Κατίγκω ἐσήκωσε χεῖρα ἐναντίον τῆς Μαρούσας, τῆς ψυχοκόρης τῆς Σταματούλας, καλέσασα αὐτήν, δεκατετραετῆ μόλις, «μωρὴ μπασταρδού!» διότι τὴν εἶδε νίπτουσαν τὰς χεῖρας πλησίον εἰς τὴν κόφαν τῆς μπουγάδας μὲ τὰ ροῦχα. Μὲ αὐτὰ ἐπερνοῦσαν τὰς ἡμέρας των εἰς τὴν εὐρεῖαν αὐλὴν τῆς παμπαλαίου οἰκίας αἱ τρεῖς αὗται πτωχαὶ γυναῖκες.

Τὴν ἑσπέραν πάλιν, ὁ Σπύρος ὁ Βεργουδὴς θὰ εὕρισκε δουλειάν, ἂν ἤθελε, μὲ σβηστὴν τὴν λάμπαν, νὰ μένῃ εἰς τὸ ἀνώγεων δωμάτιόν του καὶ νὰ ἵσταται ὄπισθεν τοῦ ἀνατολικοῦ παραθύρου, κατασκοπεύων τοὺς εἰσερχομένους, ἢ νὰ κολλᾷ τὸ οὖς εἰς τὴν κλειδότρυπαν, ἀκροώμενος λόγους καὶ κρότους καὶ ψιθυρισμούς. Αὕτη ἦτο ἡ κυρία εἴσοδος τῆς οἰκίας, δι᾽ ἧς εἰσήρχετο καὶ αὐτὸς εἰς τὸ πενιχρὸν δωμάτιόν του, εἴσοδος ἐπίσημος, διὰ τῆς ὁποίας ἔμβαιναν ὅλοι οἱ συγγενεῖς, φίλοι καὶ γνώριμοι τῆς οἰκίας, κατὰ ἑκατοντάδας ἀριθμούμενοι. Καὶ ἂν ἤθελε νὰ μεταβῇ πρὸς στιγμὴν εἰς τὸ ἄλλο παράθυρον τοῦ δωματίου του, πρὸς μεσημβρίαν βλέπον, ἀπ᾽ ἐκεῖ θ᾽ ἀντίκρυζε τὴν ἄλλην, τὴν μικρὰν εἴσοδον, συνεχομένην μὲ τὸ μαγειρεῖον, ὅπου διημέρευε συνήθως ἡ κυρία Ζαχαρού, ἡ μήτηρ τῆς οἰκογενείας, καπνίζουσα ἀνέτως τὰ τσιγαρέτα της. Ἦτο οἰκία ὅπου ἠδύνατό τις νὰ παίξῃ ἐν ἀνέσει τὸ κρυφτάκι, καὶ ἄλλας παιδιάς. Δύο ἄνθρωποι, ὁ πρῶτος κυνηγούμενος ὑπὸ τοῦ δευτέρου, ἢ ἀδιακρίτως κυνηγοῦντες ἀλλήλους, χωρὶς νὰ φαίνεται τίς ὁ διώκων καὶ τίς ὁ φεύγων, ἠδύναντο νὰ εἰσέρχωνται καὶ νὰ ἐξέρχωνται ἀλλεπαλλήλως διὰ τῶν δύο θυρῶν, ἐπὶ ἡμέρας καὶ νύκτας, χωρὶς ὁ εἷς νὰ φθάσῃ ποτὲ ἢ ν᾽ ἀντικρύσῃ τὸν ἕτερον.

Καὶ ἂν ἐπέστρεφε πάλιν πρὸς τὸ παράθυρον τὸ ἀνατολικόν, ἢ πρὸς τὴν μικράν του θύραν, καὶ ἐπεσκόπει τὴν κυρίαν εἴσοδον, ἐκεῖ ἤκουεν, ἅμα ἐνύκτωνε, κάθε πέντε κάθε δέκα λεπτά, νὰ κρούεται ἡ θύρα. Καὶ ἤχει ἐσωτερικῶς ἐλαφρὸν βῆμα καὶ θροῦς ἐσθῆτος, καὶ ἤνοιγεν ἡ θύρα, καὶ εἰσήρχοντο οἱ ἐπισκέπται, καὶ τότε ἤκουε καλησπέρες καὶ χαιρετισμοὺς καὶ προσρήσεις, κ᾽ ἐνίοτε φιλήματα… μεταξὺ γυναικῶν, οἷα συνηθίζουσι φορτικῶς ν᾽ ἀνταλλάσσωσιν αἱ ἀπόγονοι τῆς Εὔας, κατὰ τὰ ἐξιππασμένα καὶ φραγκοποτισμένα ἤθη μας. Σπεύδω νὰ εἴπω, πρὸς καθησύχασιν τοῦ ἀναγνώστου, ὅτι τὰ ἤθη τῆς οἰκογενείας, περὶ ἧς ὁ λόγος, ἀνειμένα κατὰ τὸ φαινόμενον, πράγματι ἦσαν αὐστηρά. Ἀλλ᾽ ἡ οἰκία ἔπλεεν εἰς τὸ μεταίχμιον τὸ ἀόριστον καὶ ἀβέβαιον, εἰς τὸ λυκόφως ἐκεῖνο, μεταξὺ παραδόσεως καὶ νεωτερισμοῦ, ὅπερ ὡς λυκόφως δὲν δύναται νὰ διαρκέσῃ, ἀλλ᾽ ἀναγκαίως θὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὸν ζόφον καὶ θὰ γίνῃ νύξ. Ἦσαν ὁμολογουμένως ἄνθρωποι αἰσθηματίαι, φιλόφρονες, ἀνοικτόκαρδοι. Γνωρίμους εἶχαν τὸ ἥμισυ τῆς πόλεως καὶ ἂν ἡμέρα παρήρχετο χωρὶς ν᾽ αὐξήσωσι κατὰ μίαν τοὐλάχιστον τὰς γνωριμίας των, αἱ δύο κόραι θὰ ἐθεώρουν ὡς χαμένην τὴν ἡμέραν ἐκείνην.

Ἔπειτα, ἦσαν αἱ ἡμέραι τῆς Ἀπόκρεω, καὶ ὁ κόσμος ἔξω διεσκέδαζε. Μόλις ἐνύκτωνε, καὶ ὁ νέος, ὁ μονάζων ἐν τῷ δωματίῳ του, ἤκουε φωνάς, ᾄσματα, κιθαρισμούς, ἔξω τῆς αὐλῆς. Καὶ ἂν ἐπ᾽ ὀλίγα λεπτὰ ἔμενεν ἔρημος εἰσερχομένων ἐπισκεπτῶν ὁ μικρὸς πρόδομος, καὶ ὁ ἄγριος νέος ἐτόλμα νὰ ἐξέλθῃ ἕως τὸν ἐξώστην μὲ τὴν παλαιὰν λιθίνην κλίμακα, τὸν ζευγνύοντα τὴν οἰκίαν μὲ τὸν τοῖχον τῆς αὐλῆς, καὶ προέκυπτε τὴν κεφαλὴν διὰ τῆς αὐλείου θυρίδος, τῆς φραγμένης μὲ σίδηρα, ὡς θυρίδος εἱρκτῆς, διὰ νὰ κοιτάξῃ εἰς τὴν ὁδόν, θὰ ἔβλεπε, κατὰ ζεύγη, κατὰ τετρακτύας, κατὰ ἑξάδας, ἱσταμένους τοὺς κιθαρῳδοὺς τῆς νυκτὸς κάτωθεν τῆς θυρίδος, ἐπὶ τοῦ ὄχθου τῆς ἀνωφεροῦς ὁδοῦ, ἐξαγγέλλοντας «ἐν χορδαῖς καὶ ὀργάνῳ» τὰ αἰώνια παράπονά των κατὰ τῆς σκληρότητος τῶν δύο νεανίδων. Διότι ὅλοι οἱ νέοι τῆς γειτονιᾶς, καὶ ὄχι ὀλίγοι ἀπὸ ἄλλας συνοικίας ἦσαν ἐρωτευμένοι μὲ τὰς δύο ἀδελφάς. Τούτων τινὲς ἠγάπων μᾶλλον τὴν Μέλπω, ἄλλοι μᾶλλον τὴν Κούλαν· οἱ δὲ πλεῖστοι τὰς ἠγάπων καὶ τὰς δύο. Πολλοὶ αὐτῶν ἦσαν ἐκ τῶν γνωρίμων τῆς οἰκίας, ἀλλ᾽ ἐὰν ἦσαν πρὸς καιρόν, ἐκ μικρᾶς παρεξηγήσεως, εἰς δυσμένειαν, ἢ ἐάν, ἐκ τοῦ πλήθους τῶν ἐπισκεπτῶν, δὲν ὑπῆρχε δι᾽ αὐτοὺς χῶρος ἐν τῇ συναναστροφῇ μιᾶς ἑσπέρας, ἔπαιρναν τὴν κιθάραν των, τὰ μανδολίνα των, τὲς φυσαρμόνικές των, καὶ μὲ τοὺς φθόγγους τῆς μουσικῆς ἐζήτουν ν᾽ ἀποκοιμίσωσι τὸν πόνον τῆς καρδίας.

Τὴν ἡμέραν ἐκείνην, μεσοβδόμαδα τῆς Τυρινῆς, εἶχον αὐξήσει, ὡς πάντοτε, κατὰ μονάδας τινάς, αἱ γνωριμίαι τῆς οἰκίας. Μεταξὺ ἄλλων εἶχεν ἔλθει ἀνθυπασπιστὴς νεαρός, ξανθός, μὲ ἀγκιστροειδῆ μύστακα, ὃν εἶχεν εἰσαγάγει εἷς τῶν τριτεξαδέλφων τῆς οἰκογενείας. Δυστυχῶς αἱ δύο νεαραὶ κόραι ἔλειπαν. Εἶχον ἐξέλθει συνοδευόμεναι ὑπὸ δύο ἀνεψιαδῶν τῆς μητρός των διὰ νὰ κάμωσιν ὀψώνια εἰς τὴν ὁδὸν Ἑρμοῦ. Εἰς τὴν οἰκίαν εὑρίσκετο μόνη ἡ γραῖα, ἥτις ἐκάπνιζε τὸ τσιγαρέτον της εἰς τὸ μαγειρεῖον, ἡ ὑπηρέτρια, ἥτις ἐσκούπιζε τὰς δύο κλίμακας, καὶ τὸ μέρος τῆς αὐλῆς, τὸ ἔξω τῆς δικαιοδοσίας τῶν τριῶν πλυντριῶν, καὶ ὁ κὺρ Ζαχαρίας, ὁ οἰκοδεσπότης, ἰδιότροπος γέρων, ζῶν ἀπὸ τὰ ὀλίγα εἰσοδήματα τῶν δύο οἰκιῶν καὶ τῶν τριῶν μαγαζιῶν του, τὸν ὁποῖον, ἂν ἤκουέ τις, αἰωνίως μεμψιμοιροῦντα, φωνάζοντα, ἐπιπλήττοντα, θὰ ἔλεγε, «Νά αὐστηρὸς πατέρας!» Καὶ ὅμως, τὰ τῆς οἰκίας ἐκυβέρνων ἡ γραῖα καὶ αἱ δύο κόραι, ὅλαι δ᾽ αἱ φωναὶ τοῦ γέροντος ἦσαν μόνον ἦχος καὶ πάταγος διὰ ν᾽ ἀκούεται. Οἱ τέσσαρες νέοι δὲν ἐμαζεύοντο ποτὲ εἰς τὴν οἰκίαν. Ὁ τριτότοκος εἶχε νυμφευθῆ ἤδη, δεκαοκταέτης, ἄνευ τῆς ἀδείας τῶν γονέων του, ὁ δὲ ὑστερότοκος εἶχε σχέσεις μὲ μίαν οἰκογένειαν, ὅπου διημέρευε, προτιμῶν νὰ φοιτᾷ ἐκεῖ μᾶλλον παρὰ εἰς τὴν β´ τοῦ γυμνασίου· ὁ πρωτότοκος ἦτο ὑπάλληλος μιᾶς τῶν Τραπεζῶν, τρεφόμενος ἀπὸ τὴν οἰκίαν καὶ δαπανῶν ἀλλοῦ τοὺς μισθούς του, ὁ δευτερότοκος ἦτο λοχίας τοῦ πεζικοῦ. Ὡς καὶ ὁ κουμπάρος, ὁ μόνος, ὅστις εἶχεν ἐγκαθιδρυθῆ εἰς τὴν οἰκίαν, ὡς εἰς οἰκίαν του, ἐπὶ τῇ προφάσει ὅτι δὲν εἶχεν οἰκογένειαν ἰδικήν του, ἐνῷ εἶχε τρία νόθα τέκνα ἔκ τινος ἀπατηθείσης πτωχῆς, ὁ ἀσυνείδητος, δὲν εὑρέθη παρών, ἦτο εἰς τὰς ἐργασίας του, κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐπισκέψεως τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ. Μὲ πολλήν του δυσαρέσκειαν, ὁ κὺρ Ζαχαρίας, ἠναγκάσθη νὰ δεχθῇ αὐτὸς τὴν ἐπίσκεψιν τοῦ τριτεξαδέλφου, τοῦ ὁδηγοῦντος τὸν νεαρὸν στρατιωτικόν. Ὁ ξανθὸς σπαθοφόρος εἶχεν ἰδεῖ εἰς ἐμπορικὸν τὰς δύο ἀδελφάς, ὅπου εἷς τῶν φίλων του τοῦ τὰς ἔδειξε, λέγων περὶ αὐτῶν πολλοὺς ἀμφιβόλους ἐπαίνους. Αἱ δύο νεάνιδες τοῦ ἤρεσαν. Εἶτα πάλιν τὰς ἐπανεῖδεν εἰς τὸν περίπατον, ὅτε ὁ μετ᾽ αὐτοῦ συμπεριπατῶν τὰς ἐχαιρέτισεν, ἐξηγήσας αὐτῷ ὅτι ἦσαν ἐξαδέλφαι του. Ὁ ἀνθυπασπιστὴς τοῦ εἶπεν: «Ἔμαθα ὅτι εἶναι πολὺ κοινωνικές, ὅτι ἔχουν ἀνοικτὸ σπίτι». «Θέλεις νὰ σὲ συστήσω; τοῦ εἶπεν ὁ ἐξάδελφος, ὄρεξη νά ᾽χῃς· θὰ εὐχαριστηθοῦν πολύ, γιατὶ ἔχουν κι αὐτὲς ἕναν ἀδελφὸν λοχίαν». Καὶ τὴν ἐπαύριον τὸν ὡδήγησεν εἰς τὴν οἰκίαν.

Ὁ ἀνθυπασπιστής, περιμένων νὰ ἴδῃ ἐνώπιόν του τὰς δύο ἀνθηρὰς μορφὰς καὶ εὑρεθεὶς αἴφνης ἐνώπιον τῆς σκυθρωπῆς ὄψεως καὶ τῆς λευκῆς γενειάδος τοῦ κὺρ Ζαχαρία, περιῆλθεν εἰς ἀμηχανίαν καὶ δὲν ἤξευρε πῶς ν᾽ ἀρχίσῃ τὴν ὁμιλίαν. Ἐν τούτοις ὁ γέρων, ὀφείλων κάτι νὰ εἴπῃ, ἔδειξε διὰ τοῦ παραθύρου τὴν εὐρεῖαν ἔκτασιν μέρους τῆς πόλεως καὶ τοῦ ἐλαιῶνος, λέγων:

―Ἔχουμε ἀπὸ δῶ κύριε ἀνθυπασπιστά, ὡραίαν θεάν.

― Μάλιστα, εἶπεν ὁ ἀνθυπασπιστής, καὶ μέσα του ἐμορμύρισεν: «ἔχετε, μάλιστα, δύο θεάς».

Εἶτα ἐπ᾽ ὀλίγα λεπτά, ὅλοι ἐσιώπησαν.

―Ἔμαθα ὅτι ἔχετε κ᾽ ἕνα υἱὸν εἰς τὸν στρατόν, εἶπεν ὁ ἀνθυπασπιστής.

― Ναί, εἶπεν ὁ κὺρ Ζαχαρίας, ὅστις ἠπόρησε πῶς δὲν ἐσυλλογίσθη νὰ τὸ ἀναφέρῃ πρῶτος. Αὐτὸς δὲν ἠθέλησε νὰ πάῃ κατὰ τὸ ἔνθιμον, καὶ ἅμα ἔληξεν ἡ θητεία του, ἔμεινεν εἰς τὸν στρατόν. Νὰ περιμένῃ τώρα προβιβασμόν! ἂν ἔχῃ τύχη, ὅπως τὸν ἐκατήντησαν τὸν στρατὸν μὲ τὰ κόμματά τους! Αὐτοὶ οἱ πολιτικοί, αὐτοὶ οἱ βουλεπταί, ἐκατάστρεψαν τὸ ἔθνος, ἀνάθεμά τους! Κάψιμο θέλουν ὅλοι τους! Ἐγὼ γίνομαι μπόγιας εἰς αὐτουνούς. Ἐγνώρισα ἐγώ, στὰ χρόνια μου, λοχίους καὶ δεκαενεῖς, ὁποὺ εἶναι, ἕως αὐτῆς τῆς ἡμερός, συνταγματαρχαῖοι καὶ ταγματαρχαῖοι! Πόσο ἐμετάγνοιωσα ποὺ δὲν ἐπῆγα στὸ στρατό, στὰ χρόνια τοῦ Ὄθωνος! Θὰ ἤμουν τώρα συνταγματάρχης!

― Καὶ βλέπω ὅτι ἔχεις τοὐλάχιστον ἓν προσόν, θεῖε, εἶπεν ὁ τριτεξάδελφος αἰνιττόμενος τὰς μεταμφιέσεις τῶν λέξεων τοῦ γέροντος.

―Ὅλοι αὐτὸ λέγουν, κύριε, εἶπε μειδιῶν ὁ ἀνθυπασπιστής. Βέβαια, ὅλοι οἱ ἑξηντάρηδες θὰ ἦσαν, ἀπὸ τότε, συνταγματάρχαι, καὶ ὅλοι οἱ ἑβδομηντάρηδες θὰ ἦσαν ἀντιστράτηγοι. Μόνον, ποιὸς θὰ ἐδούλευε γιὰ νὰ πληρώνῃ φόρους, διὰ νὰ βγαίνουν τόσοι μισθοί… Βέβαια, ὁ στρατός, ἐξηκολούθησεν ὁ ἀνθυπασπιστής, εἶχε, καὶ ἔχει ἀκόμη τὰ καλά του, δὲν σᾶς λέγω. Μόνον τὰ καλά του αὐτά, προσέθηκε φιλοσοφικῶς, εἶναι ὅσα φαίνονται κακά, κ᾽ ἐκεῖνα ἴσα-ἴσα τὰ ὁποῖα ὁ Ρωμιὸς δύσκολα συνηθίζει, καὶ δι᾽ αὐτὸ βλέπουμε ὅλους νὰ φεύγουν τὸν στρατόν, καὶ νὰ νομίζουν ὡς ἡμέραν ἑορτῆς τὴν ἡμέραν ποὺ θὰ πάρουν τὴν ἄφεσίν των. Καὶ διὰ τοῦτο τόσον ὀλίγοι εἶναι οἱ ἔχοντες τὴν ὑπομονὴν καὶ τὴν θέλησιν ν᾽ ἀκολουθήσουν τὸ στρατιωτικὸν στάδιον.

― Καὶ ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ καλά, ἠμποροῦμεν νὰ σᾶς ἐρωτήσωμεν; εἶπεν ὁ κὺρ Ζαχαρίας.

― Αὐτὰ τὰ καλὰ εἶναι ἡ τακτικὴ ζωή, ἡ πειθαρχία, ἡ σκληραγωγία, τὰ γυμνάσια, αἱ ἀγγαρεῖαι, ἡ στρατιωτικὴ τραχύτης ἐν γένει, ἡ σκαιότης… ἀπὸ καμμιὰ φορὰ πέφτει καὶ κανένας φοῦσκος… οἱ ἄγραφοι κανονισμοί, οἱ ὁποῖοι ἰσχύουν περισσότερον ἀπὸ τοὺς γραπτούς.

― Καὶ οἱ ἄγραφτοι κανονισμοὶ ποῖοι εἶναι; ἠρώτησεν ὁ οἰκοδεσπότης.

― Ἄγραφοι κανονισμοὶ εἶναι, ὅταν, παραδείγματος χάριν, συλλάβουν κανένα λιποτάκτην… νὰ τὸν σπάζουν στὸ ξύλο…

― Ἄ! ἔτσι; εἶπεν ὁ κὺρ Ζαχαρίας… ἀγκαλὰ καὶ τὸ μέσον μοῦ φαίνεσται βάρβαρον, δὲν εἶμαι ὅμως καὶ πολὺ ἐνάντιος. «Τὸ ξύλο βγῆκε ἀπ᾽ τὴν Παράδεισο.»

Καὶ λέγων ἐστέναξεν, ἐνθυμηθεὶς ἴσως τοὺς τέσσαρας υἱούς του.

―Ἔπειτα εἶναι, ἐξηκολούθησεν ὁ ἀνθυπασπιστής, καὶ ἄλλα βασανιστήρια… Τὰ ἑλληνικὰ ζωύφια, τὸ νοσοκομεῖον, ἡ βελόνα*, τὸ μάρμαρο*… Τὸ πειθαρχεῖον, οἱ ὀχτάρες, οἱ δεκαπεντάρες, οἱ μηναρέδες…

― Οἱ μηναρέδες!… ὄχι νὰ μὴν εἶναι χοτζάδες! εἶπεν ὁ οἰκοδεσπότης.

― Οἱ μηναρέδες, ναί… σᾶς φαίνεται παράξενο, κὺρ Ζαχαρία;

― Θεῖε, εἶπε γελῶν ὁ τριτεξάδελφος, μηναρὲ εἰς τὸν στρατὸν ὀνομάζουν τὴν μηνιαίαν φυλάκισιν.

― Ἄ! ἔκαμεν ὁ κὺρ Ζαχαρίας. Τότε ἐνδιαφέρει.

Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἠκούσθησαν βήματα εἰς τὸν πρόδομον. Ἦσαν αἱ δύο νέαι, ἐπιστρέψασαι ἀπὸ τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ, συνοδευόμεναι ὑπὸ τῶν δύο ἀνεψιαδῶν. Εἰσῆλθον ἐλαφραί, χαρίεσσαι, μετ᾽ ἰδιορρύθμου κομψότητος ἐνδεδυμέναι, μὲ ἀλλοκότους τὸ σχῆμα πίλους καὶ μὲ κόκκινα πτερά, ἡ Μελπομένη καστανή, κοντούλα, εὐτραφής, χλωμή, αἰσθηματική, ρωμαντική, ἡ Κυριακούλα, στακτερόξανθος, ὑψηλή, λιγνή, ἰσχνή, μὲ ζωηροτάτους ἡδυπαθεῖς ὀφθαλμούς, οἵτινες ἦσαν ἀπροσδιορίστου χρώματος κ᾽ ἐφαίνοντο διηγούμενοι μυρίας ἱστορίας. Πονηρά, ἄστατος, εἴρων, γοητεύουσα μὲ τὸν τρόπον καὶ ἀπογοητεύουσα μὲ τὸν λόγον, θωπεύουσα μὲ τὸ βλέμμα καὶ σχίζουσα μὲ τὴν γλῶσσαν, εἶχε πολλὰς δωδεκάδας ἐργολάβων, εἰς ὅλους ἔδιδεν ἐλπίδας, καὶ ὅλους τοὺς ἐπερίπαιζε. Τοιαύτη ἦτο ἡ χαϊδεμένη Κούλα.

Ἔγινεν ἡ παρουσίασις. Ὁ ἀνθυπασπιστὴς ἐμαγεύθη ἀπὸ τὰς δύο νεάνιδας καὶ δὲν ἤξευρε ποίαν νὰ πρωτοαγαπήσῃ. Ἀπῆλθεν μετὰ ἡμίσειαν ὥραν, αἰχμαλωτισμένος, λαβὼν πρόσκλησιν νὰ ἔλθῃ μίαν τῶν νυκτῶν τούτων τῆς τελευταίας ἑβδομάδος τῆς Ἀπόκρεω, ὅτε κατὰ πᾶσαν ἑσπέραν ἐγίνετο συναναστροφὴ καὶ χορός.

Τὴν τελευταίαν ἑσπέραν τῆς Τυρινῆς τοῦ ἔτους 188… ἐχόρευσαν τόσον εἰς τοῦ κὺρ Ζαχαρία, ὥστε ἦτο φόβος μὴ πέσῃ τὸ σαθρὸν σκωληκόβρωτον πάτωμα τῆς παμπαλαίου οἰκίας ἐπὶ τῶν κεφαλῶν τῆς κυρα-Κατίγκως τῆς Χρίσταινας, τῆς γραίας Βαγγελῆς τῆς Λεμονοῦς καὶ τῆς Σταματούλας τῆς Γεμενίτσας, τὸ μόνον μέσον δι᾽ οὗ αἱ τρεῖς αὗται θὰ ἔπαυον διὰ πάντοτε τοὺς καθημερινοὺς καυγάδες των.

Ἡ ἀνατολικὴ θύρα τῆς οἰκίας δὲν ἐπρόφθανε ν᾽ ἀνοίγῃ καὶ νὰ κλείῃ. Εἰσήρχοντο κατὰ ζεύγη, κατὰ ὁμάδας, ἄνδρες, γυναῖκες, μετημφιεσμένοι καὶ ἄλλοι, προσωπίδες καὶ πρόσωπα. Ἔτριζεν ἡ θύρα μὲ τοὺς στροφεῖς, ἐστέναζε τὸ πάτωμα, ἀντήχει ὁ διάδρομος, ἐβόμβει ἡ αἴθουσα ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν προσκεκλημένων. Αἱ δύο νεάνιδες δὲν ἐπρολάμβανον νὰ τρέχωσιν ἀνὰ πᾶν δεύτερον ἢ τρίτον λεπτὸν εἰς τὴν θύραν, προϋπαντῶσαι τοὺς ἐρχομένους, ἢ προπέμπουσαι τοὺς τυχὸν ἀπερχομένους, νὰ ἐπιστρέφωσιν εἰς τὴν αἴθουσαν, περιποιούμεναι τοὺς μένοντας, νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰ δωμάτια, ἀνταλλάσσουσαι ὁμιλίας μὲ τοὺς οἰκειοτέρους. Καὶ ὁ χορὸς ἔπαυε καὶ ἀνενεοῦτο κάθε δέκα λεπτά. Ἡ Κούλα ἐχόρευεν ὡς νὰ εἶχε πτερὰ εἰς τοὺς πόδας, ἐκλέγουσα αὐτὴ διὰ νεύματος τοὺς συγχορευτάς της, ἐπιτρέπουσα ὡς βασίλισσα νὰ τὴν παρακαλέσωσι νὰ χορεύσῃ. Ἡ Μέλπω ἐδέχετο πᾶσαν πρόσκλησιν, συμπονετική, μὴ θέλουσα ν᾽ ἀπορρίψῃ κανενὸς τὴν παράκλησιν. Καὶ ἡ αὐλὴ καὶ ἡ κλῖμαξ ἐφεγγοβόλει, καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ παράθυρα ἐξήρχοντο ἦχοι μουσικῆς, ὡς νὰ ἦτο ἡ οἰκία ὅλη γιγαντιαῖον κύμβαλον ἐναρμονίως ἠχοῦν ἐκεῖ εἰς τὸ ἀνασηκωμένον κράσπεδον τῆς παλαιᾶς πόλεως. Καὶ ὅταν ἐπὶ μίαν στιγμὴν ἔπαυον τυχὸν οἱ τόνοι τῆς μουσικῆς, τότε, ἔξωθεν τῆς αὐλῆς ἠκούετο μελαγχολικὴ καντάδα τῶν κιθαρῳδῶν τῆς γειτονιᾶς, ὅσοι, διά τινα ἀφορμήν, δὲν ἦσαν δεκτοὶ ν᾽ ἀνέλθωσιν εἰς τὴν πολυθόρυβον καὶ φιλόκοσμον οἰκίαν. Τότε ἡ Κούλα ὕψωνεν ἀορίστως τὸ ὑγρὸν ὄμμα εἰς τὸ κενόν, ἐνῷ ἡ Μέλπω ἠκούετο ψιθυρίζουσα μὲ τοὺς ὀδόντας της: «Οἱ καημένοι!»

Ἐρρέμβαζεν ἐξηπλωμένος ἐπὶ τῆς κλίνης του, ὁ Σπύρος ὁ Βεργουδής, πτωχὸς σπουδαστής, πρωτοετὴς τῆς φιλοσοφικῆς σχολῆς, ὅστις καὶ ἂν ἤθελε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν κόσμον δὲν εἶχε τὰ μέσα.

Εἶναι ἀληθὲς ὅτι αἱ δύο κόραι τὸν εἶχον προσκαλέσει νὰ μετάσχῃ τῆς ἑσπερινῆς διασκεδάσεως, ἀλλὰ πῶς νὰ ὑπάγῃ αὐτός, δειλός, ἄπειρος τοῦ κόσμου, κακοφορεμένος, ἐν μέσῳ τόσων ἀγνώστων; Ἔπειτα πρὸς τὴν μίαν αὐτῶν, τὴν Κούλαν, ἔτρεφεν ἁβρὸν αἴσθημα ἐρωτικόν, καὶ ἦτο ζηλιάρης· δὲν θὰ ἠνείχετο νὰ τὴν βλέπῃ νὰ χορεύῃ μὲ τόσους καὶ τόσους… καὶ αὐτὸς νὰ μὴν ἠξεύρῃ εὐρωπαϊκὸν χορόν! Εἶχε δειπνήσει τὴν ἑβδόμην ὥραν κ᾽ ἐπειδὴ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ἐνωρὶς τὰ καφενεῖα ἔκλεισαν, ᾐσθάνετο δὲ καὶ ἐλαφρὸν πόνον εἰς τοὺς ὀδόντας, ἀπεσύρθη ἀπὸ τῆς ὀγδόης εἰς τὸ δωμάτιόν του μὲ τὸ παράπονον ἐκεῖνο, οἷον ὁ ξένος ἔχει μέσα του εἰς τοιαύτας ἡμέρας. Ἀλλ᾽ ἅμα ἔφθασεν εἰς τὸ δωμάτιον, ἡ λύπη του διεσκεδάσθη, καὶ τώρα, ἐξηπλωμένος ἐπὶ τῆς κλίνης του ἐρρέμβαζε κ᾽ ἐπαρηγορεῖτο, σκεπτόμενος ὅτι αὐτὸς ἦτο ἀναμφιβόλως ὁ εὐδαιμονέστερος, διότι χωρὶς νὰ παρευρίσκεται εἰς καμμίαν διασκέδασιν, μετεῖχε τριῶν ἢ τεσσάρων συγχρόνως. Ἤκουε τὸν ἀπερίγραπτον θόρυβον τῆς οἰκίας, ὅστις μόνος του ἤξιζε διὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἑορτάς, κ᾽ ἐχόρευε μετὰ τῆς κλίνης του ἀκουσίως νανουριζόμενος ἀπὸ τὰ ᾄσματα, τὴν μουσικὴν καὶ τὰς ὀρχήσεις. Εἶτα κατὰ τὸ διάλειμμα τοῦ χοροῦ, ἤκουσε τὸ μελαγχολικὸν ᾆσμα καὶ τὴν κιθάραν εἰς τὴν ὁδόν, καὶ λησμονήσας ἑαυτόν, ἠρώτα μέσα του: «Δὲν ἔχουν τάχα ποῦ ν᾽ ἀποκρέψουν, οἱ δυστυχισμένοι;» Εἶτα πάλιν ἐσκέφθη: «Ἀναμφιβόλως θὰ ἔχουν ποῦ ν᾽ ἀποκρέψουν, ἀλλὰ προτιμοῦν νὰ βλέπουν τὰ φωτισμένα παράθυρα». Ἔπειτα ἤκουε καὶ ᾆσμα καὶ χορὸν ἐντόπιον εἰς δύο γειτονικὰς οἰκίας. Ἰδού, ὅλων αὐτῶν τῶν διασκεδάσεων μετεῖχε, χωρὶς νὰ εἶναι παρών. Ἔλεγε δὲ καθ᾽ ἑαυτόν: «Χωρὶς ἄλλο διὰ νὰ ἐκτιμήσῃ τις μουσικὴν καὶ χορόν, πρέπει νὰ εἶναι ἀκροατὴς μακρόθεν. Ἀπὸ σιμά, ὁ γινόμενος θόρυβος ἐκκωφαίνει τὰ ὦτα καὶ ἐκπτοεῖ τὴν κρίσιν». Αἴφνης ᾐσθάνθη παραδόξως εἰς τοὺς ἀλγοῦντας ὀδόντας του κάτι ὡς αἱμωδίασιν, καὶ ἐνθυμηθεὶς τὸν μῦθον ἐψιθύρισεν: «Ὄμφακές εἰσι».

Ἀλλ᾽ ἰδοὺ ἀκούει κάτω ἀπὸ τοὺς πόδας του καὶ ἄλλον θόρυβον καὶ ἄλλην διασκέδασιν. Ἐχόρευαν τὸν συρτὸν ἢ τὸν καλαματιανόν, κ᾽ ἐτραγουδοῦσαν τὸ «Μαῦρο γεμενὶ*» καὶ τὸ «Μύλο τῆς θειᾶς μου τῆς Κοντύλως».

Ὑπὸ τοὺς πόδας του ἀκριβῶς, κατῴκει εἰς τὸ ἰσόγειον ἡ Σταματούλα ἡ Γεμενίτσα μετὰ τῆς ψυχοκόρης της, τῆς Μαρουσῶς. Φαίνεται ὅτι τὴν ἑσπέραν ἐκείνην εἶχαν κάμει ἀγάπην καὶ αἱ τρεῖς, μὲ τὴν Λεμονοὺ καὶ μὲ τὴν Χρίσταιναν, μετὰ τῆς Φρόσως καὶ τῆς Γεώργαινας καὶ τοῦ συζύγου της, καὶ εἶχαν ἀποφασίσει «ν᾽ ἀποκρέψουν» ὁμοῦ. Τώρα δέ, ἀφοῦ ἔφαγαν, εἶχαν στήσει καὶ αὐταὶ τὸν χορόν, εἷς ἀνὴρ καὶ πέντε γυναῖκες, μὲ τρία μικρὰ παιδία. Ἐνωρὶς ἀκόμη, ὅταν ὁ Σπύρος εἶχεν ἔλθει ἀπὸ τὸ μαγειρεῖον, ὅπου ἔφαγε, μόλις ἀνέβη εἰς τὸ δωμάτιόν του, καὶ ἤναψε τὴν λάμπαν, ἀκούει ἐλαφρὸν κτύπον εἰς τὴν θύραν του. Ὁ πρόδομος ἦτο ἀκόμη γαλήνιος, διότι δὲν εἶχαν ἀρχίσει νὰ ἐπέρχωνται τὰ κύματα τῶν προσκεκλημένων. Ὁ Σπύρος ἐνόμισεν ὅτι θὰ ἦτο ἡ κυρία Ζαχαρού, καὶ ὅτι θὰ ἦλθε διὰ νὰ ἐπαναλάβῃ πρὸς αὐτὸν τὴν πρόσκλησιν, ἣν τοῦ εἶχαν κάμει ἤδη αἱ κόραι της. Ἔσπευσε ν᾽ ἀνοίξῃ. Ἠπατᾶτο, δὲν ἦτο ἡ γραῖα. Ἦτο ἡ Μαρούσα, ἡ ψυχοκόρη τῆς Σταματούλας, δεκατεσσάρων ἐτῶν κορασίς, μελαγχροινή, νόστιμη, μὲ μαῦρα ὄμματα, μὲ λευκὸν μανδήλιον περὶ τὴν κεφαλήν, τὴν ὁποίαν πρὸ δύο ἐτῶν, ὅταν ἦτο μαθητὴς τοῦ γυμνασίου καὶ κατῴκει εἰς γειτονικὸν δωμάτιον, ἐνθυμεῖτο μικρὰν ἄσχημην παιδίσκην, μαύρην, ζαρωμένην, ἀληθὲς «γυφτοκόνισμα», καὶ ἥτις τώρα εἶχε «ξετρίψει» κ᾽ ἐγίνετο ὡραία. Ἦτο δευτέρα ἢ τρίτη φορὰ καθ᾽ ἣν ἡ μικρὰ ἀνέβαινεν εἰς τὸ δωμάτιόν του. Εἶχεν ἔλθει ἄλλας δύο φορὰς διὰ νὰ λάβῃ τὰ πρὸς πλύσιν ἐνδύματά του, ἢ διὰ νὰ τὰ φέρῃ πλυμένα διὰ τῶν χειρῶν τῆς θετῆς μητρός της. Καὶ τὴν φορὰν ταύτην, ὁ Σπύρος ἐνόμισεν ὅτι ἦλθε νὰ τοῦ ζητήσῃ ροῦχα, καὶ ἦτο ἕτοιμος νὰ τὴν ἐρωτήσῃ: «Θὰ πλύνῃ αὔριο ἡ μάννα σου, Καθαρὴ Δευτέρα;» Ἀλλ᾽ ἡ κορασίς, προλαβοῦσα, τοῦ λέγει:

― Κύριε Σπύρο, εἶπ᾽ ἡ μητέρα μου, δὲν κοπιάζεις κάτω, ν᾽ ἀποκρέψουμε, ἂν ἀγαπᾷς;…

Ὁ Σπύρος δὲν ἐπερίμενε τὴν πρόσκλησιν ταύτην, καὶ χωρὶς νὰ σκεφθῇ ἀπήντησεν.

― Εὐχαριστῶ, κορίτσι μου, ἔφαγα ἐγώ, ἀπόκρεψα, νὰ μοῦ τὴν χαιρετᾷς.

Ἡ παιδίσκη ἐπανέλαβε:

― Κι ἂν ἔφαγες εἶπ᾽ ἡ μητέρα μου, νὰ κοπιάσῃς ὕστερα, ποὺ θὰ χορέψουμε…

― Μπράβο! ἔχω εὐχαρίστησιν, εἶπε μειδιῶν ὁ νέος· ποιοὶ καὶ ποιοὶ θὰ εἶσθε;

― Θά ᾽μαστε ἡ μητέρα μου κ᾽ ἐγὼ κ᾽ ἡ κυρα-Χρίσταινα κ᾽ ἡ Φρόσω κ᾽ ἡ κυρα-Βαγγελὴ κ᾽ ἡ κυρα-Γιώργαινα μὲ τὸν κὺρ Γιώργη, κι ὁ Νῖκος κι ὁ Τάσος κι ὁ Ἀντωνάκης τῆς κυρα-Γιώργαινας.

― Κάτι πολλοί! εἶπε μετὰ θαυμασμοῦ ὁ Σπύρος. Καὶ τὰ ἔχετε καλὰ τώρα μὲ τὴν κυρα-Χρίσταινα καὶ μὲ τὴν κυρα-Βαγγελή;

― Δὲν ἔχουμε τίποτα…

― Τόσο καλύτερα… Χαιρέτα μου τὴ μητέρα σου, θὰ εἶχα μεγάλη εὐχαρίστηση… μὰ ἔχω πονόδοντο καὶ θὰ κοιμηθῶ νωρίς.

Ἤθελε νὰ εἴπῃ ναί, καὶ ἔλεγεν ὄχι. Δὲν τοῦ ἐφαίνετο ἀξιοπρεπὲς νὰ ὑπάγῃ «ν᾽ ἀποκρέψῃ» μὲ τὴν πλύστραν του, ἄλλως δὲ θὰ τὸν ἔτυπτεν ἡ συνείδησις, διότι ὁ μετὰ τόσων γυναικῶν, ὧν τινες ἦσαν νέαι, συγχρωτισμὸς δὲν θὰ ἦτο ἀκίνδυνος δι᾽ αὐτόν, καὶ ἡ πρόθεσίς του, ἂν ἐδέχετο τὴν πρόσκλησιν, ἀδύνατον νὰ ἦτο ἀθῴα. Μᾶλλον θὰ ἐπροτίμα νὰ φιλήσῃ ἐκεῖ εἰς τὰ κρυφὰ τὴν μικρὰν κορασίδα, τὴν ὁποίαν ἀπερισκέπτως ἔστελλε πρὸς αὐτὸν ἡ ψυχομάννα της, ἀλλὰ δὲν ἦτο τολμηρός, οὔτε ἀπολύτως διεφθαρμένος.

Ἀπέπεμψε τὴν παιδίσκην ἀλώβητον, καὶ αὐτὸς ἐξηπλώθη φιλοσοφικῶς ἐπὶ τῆς σκληρᾶς μαθητικῆς στρωμνῆς του. Εὐχαριστήθη, διότι ἐνίκησε τὸν πειρασμόν, ἦτο ἥσυχος τώρα, σχεδὸν εὐτυχής. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι τὰ τρία ἐμπόλεμα μέρη τοῦ ἰσογείου εἶχαν εἰρηνεύσει, καὶ συνῆλθον ὁμοῦ νὰ ἑορτάσωσι τὴν τελευταίαν νύκτα τῆς Τυρινῆς. Καλὰ ποὺ τὸ ἐπῆραν πονηρά, ἐσκέπτετο ὁ Σπύρος, κ᾽ ἐξέλεξαν ὡς τόπον τῆς διασκεδάσεώς των τὸ οἴκημα τῆς Σταματούλας, ἀκριβῶς ὑπὸ τὸ δωμάτιον τὸ ἰδικόν του, διότι ἂν κατέρρεεν αἴφνης τὸ πάτωμα τοῦ ἀνωγείου ὑπὸ τὸ βάρος τῶν χορευτῶν, ἐκεῖ ἦτο ἐλπὶς νὰ γλυτώσουν, ἐκτὸς ἂν ἔπιπταν καὶ οἱ τοῖχοι, καὶ τότε ψυχὴ δὲν θὰ ἐσώζετο. «Τί ὡραῖα, τί ἀφελῆ ἔθιμα ἔχει ὁ ἑλληνικὸς λαός, διενοεῖτο ὁ Σπύρος. Ἰδοὺ ὅτι τρεῖς οἱονεὶ οἰκογένειαι, ἐνῷ ὅλον τὸν χρόνον ἦσαν εἰς διάστασιν, ἀπεφάσιζαν τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς Ἀπόκρεω νὰ φιλιωθῶσι, διὰ νὰ ἑορτάσωσιν ὁμοῦ τὴν νύκτα τῆς τυροφαγίας. Διὰ τοὺς μὲν (τί τὰ θέλετε;) ὁ βίος αὐτὸς εἶναι διηνεκὴς Ἀπόκρεως, διὰ τοὺς δὲ εἶναι μακρὰ καὶ θλιβερὰ σαρακοστή. Εὐτυχῶς λαμβάνει πέρας! Ὡς ὄασις ἐν τῇ ἐρήμῳ ἂς εἶναι τοὐλάχιστον διὰ τοὺς δευτέρους ἡ νὺξ αὕτη τῆς Ἀπόκρεω!» Καὶ αὐτὸς ὁδοιπόρος ἦτο εἰς τὴν ματαιότητα αὐτὴν τοῦ κόσμου. Καὶ δι᾽ αὐτὸν ἡ ζωὴ ἦτο ἀνήφορος ἀτελείωτος, καὶ ὁδὸς τραχεῖα καὶ μακρὰ τεσσαρακοστή. Πότε θὰ ἔφθανεν εἰς τὸ τέρμα; Ἴσως νὰ ἐδειματοῦτο ἀπὸ μορμολύκεια τῆς φαντασίας του, ἀλλ᾽ ἐμαντεύετο δυσοίωνα περὶ τοῦ μέλλοντός του· τὸ μόνον καλὸν ἦτο ὅτι ἐφιλοσόφει ἐκ προκαταβολῆς διὰ πᾶν τὸ ἀποβησόμενον ὡς πρὸς αὐτόν.

Ἐκ τῶν ρεμβασμῶν του τὸν ἀπέσπασε τραχεῖα φωνὴ γέροντος, ἀναμειχθεῖσα εἰς τὸν χορὸν τὸν ὑποκάτω τῶν ποδῶν του, εἰς τὸ οἴκημα τῆς Σταματούλας.

Ἡ φωνὴ βραχνὴ καὶ μετὰ ἰδιαζούσης προφορᾶς ἔψαλλε:

Πῶς τὸ τρίβουν τὸ πιπέρι,
τοῦ διαβόλου οἱ καλογέροι
!

Τὴν φωνὴν ταύτην ἀνεγνώρισε πάραυτα ὁ Σπύρος. Ἦτο τοῦ μπάρμπ᾽ Ἀντώνη, τοῦ συζύγου τῆς γραίας Βαγγελῆς, τὸν ὁποῖον αὕτη εἶχε πρὸ πολλοῦ διωγμένον. «Ἄ! ἦρθε λοιπὸν ὁ μπάρμπ᾽ Ἀντώνης πίσω;» ἐσκέφθη ὁ νεαρὸς σπουδαστής. Ἐνθυμεῖτο ὅτι, πρό τινων μηνῶν, ὅταν ὁ γέρων ἦτον ἄρρωστος, ἡ γρια-Βαγγελὴ παραπονουμένη περὶ αὐτοῦ ἔλεγε:

― Τί-σου-κάμῃ δά, κι αὐτὸς ὁ καμέναρος! Ἔχει καὶ τὸ σύναχό του… ἔχασε καὶ τὶς παποῦτσες του… θέλει καὶ τὸν τσίγαρο!…

Ἀλλ᾽ ὅταν ἀνέρρωσεν ὀλίγον, καὶ δὲν ἤθελε νὰ δουλεύῃ, ἡ γραῖα τοῦ ἔδωκε τὰ δικά της τὰ πασουμάκια νὰ φορέσῃ, καὶ τὸν ἀπέπεμψε λέγουσα: «Ἂς πᾷ νά ᾽βρῃ τσωμὶ νὰ φᾷ!» Ἀλλ᾽ ἰδοὺ ὅτι ὁ γέρων, ἀφοῦ ἐκυλίσθη ἐπὶ τόσους μῆνας τίς οἶδε ποῦ ἐργαζόμενος διὰ νὰ ζῇ, ἐνθυμήθη κατὰ τὴν Ἀπόκρεων νὰ ἔλθῃ πρὸς τὴν γραῖάν του ὅπως κάμῃ ἀγάπην μετ᾽ αὐτῆς… ἴσως μάλιστα νὰ τῆς ἔφερε καὶ ὀλίγα κερμάτια.

Τὸ ἀποκριάτικον δίστιχον τοῦ μπάρμπ᾽ Ἀντώνη, τὸ ἐπανέλαβεν εὐθὺς ὕστερον δροσερὰ γλυκεῖα φωνὴ νεάνιδος, τὴν ὁποίαν ὁ Σπύρος ἀνεγνώρισεν ἐπίσης. Ἦτο ἡ φωνὴ τῆς Φρόσως, τῆς ἀδελφῆς τῆς κυρα-Χρίσταινας. Τὴν εἶχεν ἐρωτευθῆ πρό τινος χρόνου τὴν χλωμὴν λεπτοφυῆ κόρην, τὴν πτωχὴν κ᾽ ἐργατικήν, τὴν εἶχε ἐρωτευθῆ ὡς ἠρωτεύετο σήμερον τὴν Κούλαν, μὲ πλατωνικὸν ἔρωτα. Τόσον ὀλίγον μάλιστα τὴν ἐπλησίασεν, ὥστε κατ᾽ ἀρχὰς ἠγνόει καὶ τ᾽ ὄνομά της. Ἤκουεν εἰς τὸ ἀκρινὸν διαχώρισμα τοῦ ἰσογείου δύο ὀνόματα γυναικῶν. Φρόσω καὶ Κατίναν, Κατίναν καὶ Φρόσω. Αὐτὸς Φρόσω ἐνόμιζε τὴν κυρα-Χρίσταιναν καὶ Κατίναν ἐνόμιζε τὴν ἀδελφήν της. «Ἐπῆρε τὴ Φρόσω γιὰ Κατίγκω», ὡς ἔλεγεν ἀργότερα ὁ ἴδιος. Καὶ εἰς τοὺς στίχους τοὺς ὁποίους ἔγραψε δι᾽ αὐτὴν (διότι ἔγραφε, φεῦ! καὶ στίχους, τοὺς ὁποίους εὐτυχῶς δὲν ἐδημοσίευε) τὴν ὠνόμαζε, καλῇ τῇ πίστει, Κατίναν.

Εἰπέ μου, τί τοὺς ἔκαμες Κατίνα ρημασμένη!
Πῶς κάθε ὄμμα βάσκανον ἐσένα μόνον βλέπει,
καὶ κάθε γλῶσσα διὰ σὲ λαλεῖ φαρμακωμένη;
Ἄ! ὄχι τοῦτο διὰ σέ, Κατίνα μου, δὲν πρέπει…
Ἂν ὑπανδρεύθης, ἔκαμες κακόν; Θεὸς φυλάξῃ!
Ὁμοίως ὑπανδρεύονται ὅλοι οἱ φτωχοί, Κατίνα,
κ᾽ οἱ μαῦρες σου γειτόνισσες, ἡ τύχη σὰν ἀλλάξῃ,
ποὺ λέγουν τόσα διὰ σέ, κ᾽ ἐβόιξ᾽ ἡ Ἀθήνα
.
. . .
Τὴν σὺμφορὰ ποὺ πέρασες καὶ τὴν ζωὴν ποὺ ζοῦσες
τὴν μέτρησες μὲ βάσανα, τὴν πλήρωσες μὲ μίση
σκυμμένη πάντα πρὸς τὴν γῆν, ὡς νὰ παρακαλοῦσες
τὴν Μοῖραν νὰ σὲ σπλαχνισθῇ καὶ νὰ σὲ βοηθήσῃ
.
. . .
Στὸν δρόμον χθὲς τῆς μάμμης σου μ᾽ ἐντάμωσεν ἡ φίλη,
μία καλὴ νοικοκυρά, κ᾽ ἐτάνυσε τὸ στόμα,
καὶ διὰ σέν᾽ ἀγλύκαντα καὶ διαστρεμμένα ὡμίλει.
Χαῖρε, Κατίνα! κ᾽ οἱ γριὲς σ᾽ ἐζήλεψαν ἀκόμα…


Εἰς τὸ τρίτον τετράστιχον ὑπῃνίσσετο τὸ ἐπάγγελμα τῆς κόρης, βοηθούσης εἰς τὴν πλύσιν τὴν ἀδελφήν της. Εἰς τὸ τελευταῖον ἀπόσπασμα ἡ γραῖα, περὶ ἧς γίνεται λόγος, ἦτο ἴσως αὐτὴ ἡ Βαγγελὴ ἡ Λεμονού. Σημειωτέον ὅτι ἡ κόρη δὲν εἶχεν ὑπανδρευθῆ, ἀλλ᾽ εἶχεν ἀρραβωνισθῆ πρό τινος χρόνου μικροκάπηλόν τινα, ὅστις πληροφορηθεὶς ὅτι δὲν εἶχε μετρητά, τὴν παρῄτησεν, ἀφοῦ δωρεὰν τὴν ἐξέθεσεν εἰς τὰς κακολογίας τῶν φιλοψόγων γυναίων. Ἀλλ᾽ ὁ Σπύρος, ὅστις ἐθεώρησε κατ᾽ ἀρχὰς τὸν γάμον βέβαιον κ᾽ ἔγραφεν εἰς τοὺς στίχους του ὅτι ἡ κόρη «ὑπανδρεύθη», ἐλυπήθη διὰ τὴν διάλυσιν τοῦ συνοικεσίου ὅσον ἐθλίβη κατ᾽ ἀρχὰς διὰ τὸν ἀρραβῶνα, διότι, ἐν τῷ μεταξύ, ἔπαυσε πλέον νὰ τὴν ἀγαπᾷ, καὶ ἠρωτεύθη ἀντ᾽ αὐτῆς τὴν Κούλαν, ἥτις ἄδηλον ἂν ἠγάπα τινά, ἀλλ᾽ αὐτὸν βεβαίως ὄχι… Καὶ ὅμως, τὴν νύκτα ταύτην, ἡ φωνὴ τῆς νεάνιδος, μὲ ὅλον τὸ σατυρικὸν τοῦ ᾄσματος, τὸν συνεκίνησε… Καὶ ἔπλαττε κατὰ φαντασίαν ὁλόκληρον εἰδύλλιον οὐδέποτε μελλούσης νὰ πραγματοποιηθῇ συμβιώσεως μετὰ τῆς νεαρᾶς πλυντρίας, ἥτις δὲν ἐφαίνετο ἄμοιρος αἰσθημάτων τρυφερῶν.

Ἐκ τῆς ὀπτασίας ταύτης τὸν ἐξήγειραν ἀποτόμως ἄγριαι φωναί, ἀκουσθεῖσαι ἐν μέσῳ βόμβου ψιθυρισμῶν, καὶ διακοπέντος αἴφνης τοῦ ᾄσματος καὶ τοῦ χοροῦ, ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ κὺρ Ζαχαρία. Ἤκουσεν εὐκρινῶς δύο λέξεις, αἵτινες μὲ ἀγανάκτησιν καὶ μὲ πάθος βροντοφωνηθεῖσαι, ἐπεκράτησαν ὅλου τοῦ θορύβου, καὶ ἐγέννησαν μακρὰν σιωπήν· τὰς λέξεις: «ἀνάγωγε» καὶ «ἀφιλότιμε».

Ἔτεινε τὸ οὖς. Ἀλλὰ δὲν ἤκουε πλέον τίποτε. Μετά τινα δευτερόλεπτα μόνον ἤκουσεν ἐσπευσμένα βήματα δύο ἢ τριῶν ἀνθρώπων, κατερχομένων τὴν κλίμακα τὴν μεσημβρινήν, τῆς μικρᾶς εἰσόδου. Ἀνεπήδησε διὰ μιᾶς καὶ ἔτρεξεν εἰς τὸ παράθυρον. Ἀλλ᾽ οἱ κατελθόντες τὴν κλίμακα εἶχαν κάμψει τὴν γωνίαν τοῦ νοτίου τοίχου καὶ μετ᾽ ὀλίγας στιγμὰς ἤκουσε μόνον τὸν κρότον τῆς ἀνοιχθείσης καὶ κλεισθείσης αὐλείας θύρας, δι᾽ ἧς ἐξῆλθον οἱ φεύγοντες.

Ἐντὸς τῆς αἰθούσης ἤκουε μόνον ὁμιλίας, ἐξ ὧν οὐδεμίαν λέξιν διέκρινεν. Ἐπανῆλθεν εἰς τὴν κλίνην του καὶ ἐξηπλώθη. Τί νὰ συνέβη ἆρά γε; Δὲν ἦτο καὶ πολὺ περίεργος, καὶ δὲν τὸν ἔμελεν. Ἐν τούτοις ἔκαμε ποικίλας εἰκασίας περὶ τῆς αἰτίας τοῦ γενομένου θορύβου, καὶ μὲ τὰς εἰκασίας ἀπεκοιμήθη, διότι ἀρκετὰ εἶχε βαυκαλισθῆ ἤδη ἀπὸ τὰ ᾄσματα καὶ τοὺς χορούς. Οὔτε ἡ μήτηρ του δὲν τὸν εἶχε ναναρίσει ποτὲ τόσον ἡδυπαθῶς, ὅτε ἦτο παιδίον, ὅσον τὸν ἐνανάρισαν τὴν ἑσπέραν ἐκείνην αἱ κραυγαὶ καὶ αἱ διαχύσεις ὅλης τῆς γειτονιᾶς.

Μόνον μετὰ πολλὰς ἡμέρας συνέβη νὰ μάθῃ ἀπὸ τὴν Σταματούλαν, τὴν πλύστραν του, ἥτις τὰ ἤξευρεν ὅλα, ὅτι «ἐκεῖνος ὁ ἀξιωματικός, ὁ ξανθομούστακος, εἶχε θυμώσει, στὸ χορὸ ἀπάνου, μὲ ἕναν ποὺ φοροῦσε προσωπίδα… ποὺ εἶχε πειράξει μιὰ κόρη… ξαδέρφη τῶν κοριτσιῶν, καλέ!… ἀνιψιὰ τῆς κυρα-Ζαχαροῦς… ποὺ εἶχε ᾽ρθεῖ στὸν μπάλο μαζὶ μὲ τ᾽ ἀδέρφι της… καὶ μ᾽ ἕναν ἄλλον κύριον, ποὺ λὲν πὼς θὰ τὴν πάρῃ… Παντρεύουνται ὁ κόσμος, νὰ σοῦ πῶ, δὲν εἶναι σὰν ἐμᾶς… Πῶς θὰ γεννοβολήσουν, νὰ πληθύν᾽ ἡ πλάση;»

Σημειωτέον ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν Σταματούλαν, ἦτο μυστήριον διατί εἶχε χωρίσει τὸν ἄνδρα της. Ἀλλ᾽ αὐτὴ ἠγάπα πάντοτε νὰ ἰσχυρίζεται ὅτι ποτὲ δὲν εἶχεν ὑπανδρευθῆ. Ἦτο τριανταπέντε ἐτῶν, ὑψηλή, ἰσχνή, ὀστεώδης. Ἀλλὰ δὲν ὡμολόγει ποτὲ ὅτι ἦτο παραπάνω ἀπὸ εἰκοσιπέντε ἐτῶν. Ἡ Σταματούλα ἐξηκολούθησε:

«Κ᾽ ἕνας ἄλλος, ποὺ δὲ θέλησε νὰ βγάλῃ τὴν προσωπίδα του, τὴν εἶχε πειράξει, φαίνεται, στὸ χορὸ ἀπάνου… καὶ τότες ὁ ἀξιωματικός, ὁ ξανθομούστακος, ἐξεσπάθωσε, καὶ ἤθελε νὰ τόνε κόψῃ, καὶ τὸν εἶπε ἀφιλότιμο… κ᾽ ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἤθελε νὰ βγάλῃ τὴν προσωπίδα, τὰ πῆρε πλυμένα κι ἄπλυτα… καὶ τό ᾽στριψε μαζὶ μὲ ἄλλους δύο φίλους του, ποὺ εἶχαν ἔρθει μαζί… μὰ ἡ διαγωγὴ τοῦ ἀξιωματικοῦ τοῦ ξανθομούστακου ἔκαμε μιὰ ἐντύπωση… κ᾽ ἔδωκε εἰς ὅλους νάμι… κ᾽ οἱ δυὸ οἱ κόρες τῆς σπιτονοικοκυρᾶς τὸν ἀγαπήσανε… κ᾽ ἐκεῖνος δὲν ξέρει ποιὰ νὰ πάρῃ ποιὰ ν᾽ ἀφήσῃ… Μὰ νὰ σοῦ πῶ, ὣς τὴ Λαμπρὴ θαρρῶ πὼς θὰ ἔχουμε γάμους τῆς Κούλας μὲ τὸν ἀξιωματικὸ τὸν ξανθομούστακο… Παντρεύουνται ὁ κόσμος, νὰ σοῦ πῶ!…»

Τὴν αὐτὴν ἑσπέραν, καθ᾽ ἣν ἡ Σταματούλα διηγεῖτο ταῦτα εἰς τὸν Σπύρον, ὁ νέος ὠνειρεύθη ὅτι τοῦ ἔπεσεν εἷς τῶν ὀδόντων του, ἐκεῖνος ὅστις πρὸ πολλοῦ τοῦ ἐπόνει. Καὶ ἕως τὸ Πάσχα, ὅτε ἐτελοῦντο οἱ γάμοι τῆς Κούλας μετὰ τοῦ νεαροῦ ἀξιωματικοῦ, ἔπαυσαν ὁριστικῶς νὰ τοῦ πονοῦν οἱ ὀδόντες.

Ηρόδοτος: Η Ιστορία ως θέαμα και ως όργανο πολιτικού προσανατολισμού

Ὁ Ἡρόδοτος ἀπό τήν Ἁλικαρνασσό ἐκθέτει ἐδῶ τίς ἔρευνές του, γιά νά μήν ξεθωριάσει μέ τά χρόνια ὅ,τι ἔγινε ἀπό τους ἀνθρώπους, μήτε ἔργα μεγάλα καί θαυμαστά, πραγματοποιημένα ἄλλα ἀπό τους Ἕλληνες καί ἄλλα ἀπό τους βαρβάρους, νά σβήσουν ἄδοξα· Ἰδιαίτερα γίνεται λόγος γιά τήν αἰτία πού αὐτοί πολέμησαν μεταξύ τους.[1]

Η Αίγυπτος είναι η πιο παράξενη χώρα του κόσμου, γιατί οι Αιγύπτιοι έχουν βαλθεί -επίτηδες θαρρείς - να κάνουν όλα τα πράγματα ανάποδα απ’ ό,τι τα κάνουν οι υπόλοιποι άνθρωποι.

«Στην Αίγυπτο οι γυναίκες πηγαίνουν στην αγορά και ασχολούνται με το εμπόριο, ενώ οι άνδρες μένουν στο σπίτι και υφαίνουν. Υφαίνουν με το υφάδι προς τα κάτω, αντίθετα οι άλλοι λαοί το τοποθετούν προς τα πάνω. Τα φορτώματα οι άνδρες τα σηκώνουν επάνω στο κεφάλι τους, ενώ οι γυναίκες τα βάζουν στους ώμους τους. Οι γυναίκες ουρούν όρθιες και οι άνδρες καθιστοί. Για να αφοδεύσουν μπαίνουν μέσα στο σπίτι τους, αν και για να φάνε βγαίνουν έξω στους δρόμους... Οι άλλοι λαοί, εκτός από όσους το έμαθαν από τους Αιγύπτιους, αφήνουν τα γεννητικά τους όργανα όπως τα έκανε η φύση, ενώ οι Αιγύπτιοι κάνουν περιτομή... Οι 'Έλληνες γράφουν τα γράμματά τους και τους αριθμούς, όταν κάνουν λογαριασμό, από τα αριστερά προς τα δεξιά, ενώ οι Αιγύπτιοι από τα δεξιά προς τα αριστερά».[2]

Αλλά εκτός από τις παραξενιές αυτές (παρέθεσα μόνο μερικές παραπάνω), ο Ηρόδοτος καταγράφει, σχετικά με τους Αιγύπτιους και την Αίγυπτο, και άλλα πολλά θαυμαστά πράγματα, από τα οποία ξεχωρίζω το «πείραμα» που μηχανεύτηκε ο βασιλιάς της Αιγύπτου Ψαμμήτιχος για να εξακριβώσει ποιοι από τους ανθρώπους είχαν δημιουργηθεί πρώτοι:

«Πήρε στην τύχη δύο νεογέννητα παιδιά, τα έδωσε σ' έναν βοσκό για να τα μεγαλώσει ανάμεσα στα κοπάδια του και τον διέταξε κανείς να μην πει μπροστά στα παιδιά ούτε λέξη. Έπρεπε ο βοσκός να τα βάλει σε μια καλύβα ερημική και να τους πηγαίνει πότε πότε κατσίκες ώστε να έχουν αρκετό γάλα, και να τα φροντίζει για όλα τ’ άλλα. Ο Ψαμμήτιχος τα έκανε αυτά και έδωσε τέτοιες διαταγές, επειδή ήθελε να ακούσει τι γλώσσα θα μιλήσουν πρώτη τα παιδιά, όταν θα έπαυαν να βγάζουν φωνές χωρίς νόημα. Αυτό και έγινε. Όταν πέρασαν δύο χρόνια κι ο βοσκός τα φρόντιζε όπως είχε διαταγή, άνοιξε μια μέρα την πόρτα της καλύβας και τα παιδιά προχώρησαν προς αυτόν με τα χεράκια τους τεντωμένα και φώναξαν ‘βεκός ’. Την πρώτη φορά που το άκουσε ο βοσκός δεν έδωσε σημασία, μα καθώς πήγαινε συχνά και τα φρόντιζε και του έλεγαν συνεχώς την ίδια λέξη, το μήνυσε τους κυρίου του και αυτός διέταξε να του φέρει τα παιδιά. Όταν ο Ψαμμήτιχος τα άκουσε ο ίδιος, ζήτησε να μάθει σε ποια γλώσσα υπήρχε η λέξη ‘βεκός ’ και ανακάλυψε ότι οι Φρύγες λένε έτσι το ψωμί. Κατ’ αυτόν τον τρόπο υποχώρησαν οι Αιγύπτιοι που σκέφτηκαν το ζήτημα και παραδέχτηκαν ότι οι Φρύγες ήταν αρχαιότεροι τους».[3]

Και φυσικά, αξιοσημείωτα πράγματα συναντά κανείς σε όλη την έκταση των Ιστοριών. Αναφέρω εδώ την εκνευριστική ηλιθιότητα του Κανδαύλη, που πήγαινε γυρεύοντας και που μόλις ο αναγνώστης πληροφορείται την οικτρά τύχη του, συμπεραίνει αυθόρμητα: καλά να πάθει. Υπογραμμίζω ακόμα και την μωρία του Ξέρξη, που διέταξε, ούτε λίγο ούτε πολύ, να μαστιγώσουν τή θάλασσα, ρίχνοντας μάλιστα μέσα της και χειροπέδες, για να την τιμωρήσει επειδή είχε καταστρέψει, τρικυμίζοντας, τη γέφυρα που είχε φτιάξει στον Ελλήσποντο. Θυμάμαι επίσης όχι μόνο την αλαζονεία του Κροίσου αλλά και τη σύνεση του Κύρου. Γιατί ο Κροίσος, που στην εποχή της παντοδυναμίας του πίστευε ότι είναι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου, θυμήθηκε, μια στιγμή πριν πεθάνει επάνω στην πυρά, τα σοφά λόγια που του είχε πει ο Σόλων, ότι, δηλαδή, δεν πρέπει να καλοτυχίζουμε κανέναν άνθρωπο, πριν μάθουμε τον τρόπο με τον οποίο πέθανε - λόγια που είχε περιφρονήσει τότε. Ο Κύρος, αντίθετα, παραδειγματίστηκε από τη σχετική ιστορία και χάρισε τη ζωή στον Κροίσο, αναλογιζόμενος ότι και ο ίδιος θα μπορούσε να βρεθεί κάποτε σε παρόμοια θέση. Αν και πάνω απ’ όλα βρίσκονται οι πόλεμοι των Ελλήνων με τους Πέρσες, που είναι το κεντρικό θέμα αλλά και το άλλοθι της απίστευτης αυτής ανθρώπινης φαντασμαγορίας, από την οποία δεν ξέρει κανείς τι να πρωτοσταχυολογήσει όπως, υποθέτω, και ο ίδιος ο Ηρόδοτος δεν ήξερε, όταν έγραφε την ιστορία του, τι να πρωτοϊστορήσει.

Κι αλήθεια, η φλυαρία του ιστορικού γίγνεσθαι είναι ακατάσχετη. Η στερεότυπη και μονότονη αναπαραγωγή τόσων και τόσων ανθρώπινων, κοινωνικών, πνευματικών, ιστορικών και πολιτισμικών κύκλων προσφέρει ωστόσο μία απίστευτη ποσότητα γεγονότων, καταστάσεων, συμβάντων και περιστατικών που αν ήθελε κανείς να τα γράψει ή έστω να τα καταμετρήσει, δεν θα έχανε μόνο τον χρόνο του αλλά και τον νου του. Αν και κάποια από τα γεγονότα αυτά σκάζουν μύτη πάνω από την επιφάνεια που αποτελεί ο μέσος όρος. Ο Ηρόδοτος ξεχωρίζει παραδειγματικές βιογραφίες και λαογραφίες, αυτοτελείς short stories παρμένες από τα έργα, τις ημέρες, τις περιπέτειες και τους πολέμους των ανθρώπων και των λαών, πεποιθήσεις, θρησκευτικές δοξασίες, συνήθειες, ανέκδοτα και κατορθώματα, που είναι όλα τους τόσο αξιοθαύμαστα και αξιοπερίεργα, τόσο παράδοξα ή τόσο αξιοκατάκριτα, τόσο μεγαλειώδη ή τόσο καταγέλαστα, ώστε παρακινούν, από μόνα τους θα έλεγε κανείς, τον ιστορικό να τα ιστορήσει.

Ας αρχίσουμε όμως από το γεγονός ότι ο Ηρόδοτος ταξιδεύει σ’ έναν γνωστό κόσμο που μοιάζει να είναι απέραντος, παρότι τελειώνει στις μυθικές Ηράκλειες Στήλες, γιατί παραμένει στο σύνολό του σχεδόν άγνωστος. Οι χώρες, οι λαοί, οι πολιτισμοί, οι επιμέρους ιστορίες και βιογραφίες που βγαίνουν από τις αφηγήσεις του όπως οι λαγοί από τα μανίκια των ταχυδακτυλουργών, προέρχονται από τις αναρίθμητες στοές ενός ανεξερεύνητου Λαβύρινθου, όπου έχει κανείς την εντύπωση ότι μπορεί να περιπλανιέται ή να προοδεύει επ’ άπειρον. Αν και εδώ υπάρχει ένας αδιαμφισβήτητος και γι’ αυτό και κοινόχρηστος μίτος, που σου επιτρέπει να κινείσαι με ασφάλεια. Όλες οι ιστορίες, όσο μεγάλες ή μικρές κι αν είναι, υποτάσσονται στη μοίρα που ορίζει τη ροή όλων των γεγονότων. Αυτά που συμβαίνουν, συμβαίνουν, γιατί ήταν μοιραίο να συμβούν.

Αυτή ήταν μία ακλόνητη πεποίθηση, που την προσέφερε στον αρχαίο κόσμο η ανακύκληση των τεσσάρων εποχών του έτους καθώς και ο φυσικός κύκλος της ζωής: γέννηση, νεότητα, ωριμότητα, γηρατειά, θάνατος. Αν όμως η ανακύκληση είναι απαράβατη στη φύση, για ποιον λόγο να ισχύει και στις ιστορίες των λαών, των χωρών και των πόλεων; Γιατί, όταν τα παραπάνω συλλογικά υποκείμενα ακμάζουν, αποκτούν υπέρμετρη δύναμη. Και ό,τι υπερβαίνει το μέτρο θίγει την τάξη του κόσμου προκαλώντας την νέμεσιν των θεών και έτσι και την καταστροφή του. Το ενδιαφέρον μάλιστα εδώ είναι ότι όργανο της νεμέσεως είναι τα ίδια τα χαρακτηριστικά ελαττώματα των ανθρώπων: η φιλοδοξία, η αλαζονεία και η μωρία που παίρνοντας αέρα από την υπέρμετρη δύναμη, υπαγορεύουν στους ηγέτες των λαών και τους πολίτες των πόλεων μεγαλεπήβολες, άφρονες και εντέλει αυτοκαταστροφικές επιχειρήσεις, κατακτητικές ως επί το πλείστον. Ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι όμως ότι η έννοια του πεπρωμένου δεν αντιφάσκει διόλου προς την ανθρώπινη ελευθερία. Απλώς και μόνον κάθε φορά που η εν λόγω ελευθερία απειλεί την προδιαγεγραμμένη ροή των γεγονότων, επεμβαίνουν οι θεοί και εξαλείφουν τον σχετικό κίνδυνο επιστρατεύοντας τα μεγάλα μέσα.

Τυπική όσο και εκπληκτική εν προκειμένω είναι η αμφιταλάντευση του Ξέρξη ανάμεσα στον πόλεμο εναντίον των ελληνικών πόλεων και την ειρήνη, όπως ιστορείται αυ­τή στο έβδομο βιβλίο (7.11, 2-18) του Ηρόδοτου, που έχει περιληπτικά ως εξής: Ο Ξέρξης ωθούμενος από την ορμητικότητα της νεότητας και τη φιλοδοξία, αποφασίζει να υποτάξει τους Έλληνες. Ευθύς αμέσως συγκαλεί πολεμικό συμβούλιο, ανακοινώνει την απόφασή του και διατάζει τους συμβούλους του να προχωρήσουν στη συγκρότηση πανστρατιάς. Ταυτόχρονα όμως ζητά και τη γνώμη των παρισταμένων για την απόφασή του. Εξ αυτών ο Μαρδόνιος υπερθεματίζει. Οι Έλληνες πρέπει να υποταγούν εξάπαντος, γιατί, αν και ελάχιστοι, έχουν το θράσος να δημιουργούν προβλήματα στην κοσμοκράτειρα Περσία υποδαυλίζοντας συνέχεια εξεγέρσεις στις υπό περσική κατοχή ελληνικές αποικίες της Ιωνίας. Ο συνετός Αρτάβανος όμως, που ήταν και θείος του Ξέρξη, υποστηρίζει ότι θα ήταν αφροσύνη να επιχειρήσει κανείς μια τόσο ριψοκίνδυνη επίθεση εναντίον αυτών που θεωρούνται από όλους ως οι καλύτεροι πολεμιστές στη στεριά και τη θάλασσα. Πόσο μάλλον όταν μόνοι τους οι Αθηναίοι είχαν νικήσει στον Μαραθώνα τον στρατό, που είχε στείλει για να υποτάξει τους Έλληνες ο πατέρας του Ξέρξη, ο Δαρείος, υπό την ηγεσία του Δάτη και του Αρταφέρνη. Ακούγοντας τον Αρτάβανο ο Ξέρξης γίνεται έξαλλος και του φέρεται με σκαι- ότητα. Αργότερα όμως ανακτά την ψυχραιμία του και τότε τα συνετά λόγια του θείου του πιάνουν τόπο. Σκέπτεται ότι δεν υπάρχει κανένας σοβαρός λόγος να ξεκινήσει έναν τέτοιο πόλεμο και διατάζει τη ματαίωσή του, θέτοντας έτσι στον αέρα την προδιαγεγραμμένη ροή των γεγονότων. Μόνο που στις δύο επόμενες νύχτες βλέπει στον ύπνο του το ίδιο όνειρο: Ένας ψηλός και όμορφος νέος τον ψέγει για την υπαναχώρησή του και τον παροτρύνει να επιτεθεί, απειλώντας τον μάλιστα ότι, αν προτιμήσει την ειρήνη, θα υποστεί την έσχατη ταπείνωση. Θορυβημένος ο Ξέρξης διηγείται τα καθέκαστα στον Αρτάβανο, τον οποίο και πειθαναγκάζει να φορέσει τη βασιλική στολή, να καθίσει στο θρόνο και να κοιμηθεί στο βασιλικό κρεβάτι τη νύχτα για να δουν κι οι δυο τι θα γίνει. Πράγματι ο Αρτάβανος τα κάνει όλα αυτά, βλέπει στον ύπνο του τον ίδιο ψηλό και ωραίο νέο να του λέει τα ίδια πράγματα. Έτσι μεταστρέφεται υπέρ του πολέμου, αφού πείστηκε ότι πρόκειται για θέλημα των θεών. Οπότε τίποτα δεν μπορεί να εμποδίσει πλέον τον μολαταύτα ελεύθερο Ξέρξη να προελάσει προς τη θλιβερή του μοίρα.

Με άλλα λόγια η προδιαγραφή δεν μειώνει καθόλου τη σημασία της ανθρώπινης απόφασης και το βάρος της ανθρώπινης ευθύνης. Όπως παρατηρεί ο A. Lesky, πρόκειται για: ένα κομμάτι γνήσιας αρχαϊκότητας και μπορούμε να παρακολουθήσουμε την αντίληψη αυτή ως πίσω στον Όμηρο, ότι όλα όσα συμβαίνουν παίρνουν την ώθηση και την κατεύθυνσή τους τόσο από την ανθρώπινη όσο και από την θεϊκή περιοχή, χωρίς να μπορούν να καθοριστούν ορθολογικά τα επιμέρους συνθετικά,[4] Όσο αρχαϊκή κι αν φαίνεται η παραπάνω ιστορία, μια πιο μοντέρνα ή και μεταμοντέρνα αντίληψη για τις έννοιες της μοίρας, του πεπρωμένου και της προδιαγραφής θα μπορούσε να δε­χθεί - προκειμένου για τους κύκλους που διέπουν τους λαούς, τις πόλεις, τις δυναστείες, τα έθνη και τις αυτοκρατορίες - ότι η ανθρώπινη ελευθερία μπορεί μεν να επισπεύσει ή να παρατείνει τα στάδια του σχετικού κύκλου - γέννηση, ακμή, παρακμή - όχι όμως και να ματαιώσει την ανακύκληση, σταματώντας έναν συγκεκριμένο κύκλο σε κατάσταση διαρκούς ωριμότητας και ακμής ή, ακόμα περισσότερο, εγκαθιδρύοντας επί της γης αιώνια ειρήνη.

Ώστε το πεπρωμένο είναι η συνθήκη που διέπει τον πεπερασμένο αλλά και λαβυρινθώδη κόσμο. Αν και η γενική αυτή συνθήκη εξατομικεύεται στην πληθώρα των επιτόπιων και των επί μέρους ανακυκλήσεων. Όπως κάθε άνθρωπος υπόκειται στον κύκλο της βιογραφίας του, έτσι και κάθε χώρα είναι παγιδευμένη στον δικό της ιδιαίτερο χρο­νικό κύκλο, γεγονός που καθιστά τον κόσμο και εντέλει τον χώρο μία αναπεπταμένη χρονικότητα. Το να πηγαίνεις σε μία καινούρια χώρα σημαίνει να εισέρχεσαι και να τα­ξιδεύεις στον χρόνο της. Από την άποψη αυτή η γεωγραφία είναι μία οριζοντιωμένη ιστορία, οπότε και κάθε περιήγηση μετατρέπεται αυτομάτως σε ιστοριογραφία. Γιατί, όπως τα βουνά που ορθώνουν το ανάστημά τους στη διάσταση του ύψους, έτσι και η ιστορία είναι γηγενής. Εκπηγάζει και υψώνεται σαν πίδακας στη διάσταση του χρόνου. Σαν πίδακας που απαρτίζεται, όπως και οι υδάτινοι πίδακες, από μόρια, από σταγόνες και σταγονίδια, όλων των μεγεθών: λαούς, κοινωνίες, φυλές, οικογένειες, ανθρώπους, δηλαδή από τα φυσικά και από τα συλλογικά υποκείμενα, όπως θα λέγαμε σήμερα. Οι σταγόνες αυτές ανέρχονται ενόσω διατηρούν την ορμή της εκπήγασης, εκπληρώνοντας έτσι τον προορισμό τους. Κάποια στιγμή όμως η φόρα τους εξαντλείται και τότε, αφού μείνουν για μια στιγμή μετέωρες στην κορυφή, διαγράφουν τη γνωστή καμπύλη της παρακμής και της πτώσης, ώσπου κάποια στιγμή επιστρέφουν στη μητέρα Γη.

Ενώ οι κορυφαίες καμπύλες όλων αυτών των τροχιών φτιάχνουν τη γνωστή ομπρέλα του πίδακα: τον θόλο της Ιστορίας, που στεγάζει, όπως είναι επόμενο, όχι μόνο το παρόν (όλα όσα συμβαίνουν αυτή τη στιγμή και στο κάθε τώρα) αλλά και όλο το παρελθόν και όλο το μέλλον. Οπότε, για να συμπληρώσουμε την αναλογία, πρέπει να προσθέσουμε τα ιστορικά γεγονότα -τουτέστιν τις φυσαλίδες, τις φουσκάλες και τον αφρό-που προκαλούνται από τον συνωστισμό, την τριβή, τον αναπόφευκτο ανταγωνισμό, τις συμπλοκές των υποκειμένων και εντέλει από τον πόλεμο, ο οποίος μάλιστα δίνει στο σιντριβάνι της Ιστορίας, που αναβλύζει διαρκώς, το σχήμα και τη μορφή ενός αναβράζοντος αγωνίσματος, η μικρογραφία του οποίου επρόκειτο ύστερα από μερικούς αιώνες να παρασταθεί στο Κολοσσαίο.

Από κει και πέρα η ιστορική γνώση είναι κι αυτή ένα αφρίζον σταγονίδιο. Μία φουσκάλα που φουσκώνει όμως όλο και πιο πολύ προσπαθώντας να καλύψει εκ των ένδον τον θόλο των γεγονότων. Ο ιστορικός σχηματίζει πληρέστερη εικόνα, γιατί περιηγούμενος κοιτάζει τον πίδακα από πολλές οπτικές γωνίες. Για την ακρίβεια τον εξετάζει με τα μάτια της δικής του ιστορίας, την οποία και κουβαλάει φυσικά μαζί του όπου κι αν πηγαίνει, φωτίζει σαν με κλεφτοφάναρο τις αλλοδαπές ιστορίες, δημιουργώντας έτσι προγεφυρώματα και αποικίες γνώσης, όπως ακριβώς οι άποικοι που εμβολίαζαν τις ξένες χώρες με την ιστορία των μητροπόλεών τους, ιδρύοντας αποικίες. Ενώ στη συνέχεια ο ιστοριογράφος -περιηγητής συγκροτεί πανοραμική εικόνα, συνδέοντας όλες αυτές τις αποικίες που ίδρυσε σε δίκτυο. Το ιστορικό έργο δηλαδή είναι ένας πανοραμικός θόλος γνώσης, που φουσκώνει ολοένα προσπαθώντας επί ματαίω να καλύψει εκ των ένδον τον θόλο της Ιστορίας. Στην προσπάθειά του αυτή μιμείται την Ιστορία, όπως ακριβώς το πέπλο μιμείται το σχήμα του αγάλματος που σκεπάζει. Είναι μάλλον ένας γαιοιστορικός χάρτης που αντιγράφει τη μορφολογία της Ιστορίας, όπως οι γεωφυσικοί χάρτες αντιγράφουν τη μορφολογία του εδάφους.

Τελικά η ιστοριογραφία συγκροτείται κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν της Ιστορίας (του πραγματικού Κολοσσαίου) ως ένα δευτερογενές πεδίο ανταγωνισμού. Είναι ένα είδος Κολοσσαίου της ατομικής και της συλλογικής μνήμης, μέσα στο οποίο συμπλέκονται σαν μονομάχοι, σαν λιοντάρια και σαν χριστιανοί ταυτόχρονα τα αναρίθμητα ιστορικά γεγονότα που παράγει αδιάκοπα η Ιστορία, επιδιώκοντας να κερδίσουν την εύνοια του ιστορικού που θα τα σώσει από τον θάνατο, από τη λήθη, ιστορώντας τα.

Καθώς τα γεγονότα συνωστίζονται και διαγκωνίζονται, αλύπητα θαρρείς, μπροστά στα μάτια του ιστορικού, προσφέρουν το πιο μεγάλο, το πιο συναρπαστικό θέαμα και αγώνισμα, που θα μπορούσε να παρακολουθήσει κανείς. Ο ιστορικός όμως δεν είναι μονάχα θεατής του αγωνίσματος αυτού. Είναι ταυτόχρονα ο διαιτητής του, ο αυτοκράτορας που αποφασίζει στρέφοντας τον αντίχειρά του προς τα πάνω ή προς τα κάτω και ο ελλανοδίκης που στεφανώνει τους νικητές. Αφού, όπως τονίζει ο Ηρόδοτος στο προ­οίμιό του εκθέτοντας τον σκοπό και τη μέθοδο της έρευνας του, ακόμα κι αυτά τα μεγάλα και θαυμαστά κατορθώματα των Ελλήνων και των Περσών κι ακόμα πιο πολύ η αιτία για την οποία πολέμησαν μεταξύ τους, κινδυνεύουν να παρέλθουν άδοξα «ακλεά γένηται», αν δεν τα (α- πο)μνημονεύσει η ιστορική έρευνα. Γιατί οι άνθρωποι έρχονται και παρέρχονται. Τα ίχνη που αφήνουν κατά το πέ­ρασμά τους, τα διαγράφει από τη συλλογική μνήμη ο χρόνος, «τω χρόνω εξίτηλα γένηται», όπως διαγράφει το κύμα και τις πατημασιές που γράφουμε στην άμμο.

Έχουμε λοιπόν ένα θέαμα κι ένα αγώνισμα, όπου τα μεγάλα και τα θωμαστά αποτελούν κριτήριο και ρυθμιστικές έννοιες. Κι ενώ το μεγαλειώδες δηλώνει μία τάξη μεγέθους, το θαυμάσιο αναφέρεται στα ποιοτικά γνωρίσματα ενός γεγονότος, στην ιδιορρυθμία του, στην εκνευριστική ηλιθιότητα ή στην αξιοσέβαστη σοφία που το προκάλεσε, στο αν είναι παραδειγματικό ή έστω αντιπροσωπευτικό και, γενικά, σε κάποιο έντονο και ισχυρό διακριτικό γνώρισμα που του δίνει ταυτότητα ή στην ικανότητά του να συμπυκνώνει σε ελάχιστο χώρο πάρα πολλά. Κατά κάποιο τρόπο το θαυμάσιο είναι ένα είδος μεγαλείου, που μπορούν να αξιωθούν ακόμα και το πιο μικρά γεγονότα. Σε κάθε περίπτωση όμως μιλάμε για αισθητικές κατηγορίες. Η ιστορική έρευνα του Ηρόδοτου είναι μία καλλιτεχνική δραστηριότητα, που προσανατολίζεται επί τούτου προς κάθε τι το συναρπαστικό και που οργανώνεται δραματικά για να προκαλέσει τη συμμετοχή και τη συμπάθεια των ακροατών, αφού η εποπτεία των «μεγάλων τε και θωμαστών έργων» που παρουσιάζει, κινητοποιεί κυρίως την περιέργεια, το δέος και το θαυμασμό τους.
----------------------
[1] Ἡροδότου Ἁλικαρνησσέως ἱστορίης ἀπόδεξις ἥδε, ὡς μήτε τά γενόμενα ἐξ ἀνθρώπων τῷ χρόνῳ ἐξίτηλα γένηται, μήτε ἔργα. μεγάλα τε καί θωμαστά, τά μέν Ἕλλησι, τά δέ βαρβάροισι ἀποδεχθέντα, ἀκλεᾶ γένηται, τά τε ἄλλα καί δι’ ἥν αἰτίην ἐπολέμησαν ἀλλήλοισι. Ἡροδότου Ἱστορίαι. 

[2] Ηροδότου Ίστορίαι, Β' (Ευτέρπη)

[3] έ.α., σελ. 190.

[4] A. Lesky, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας (Σε παρένθετα αρχαία ή μεταφρασμένα αποσπάσματα ακολουθήθηκε η τρέχουσα ορθογραφία).