Παρασκευή 25 Ιουνίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Ἠλέκτρα (23-76)

ΟΡΕΣΤΗΣ
ὦ φίλτατ᾽ ἀνδρῶν προσπόλων, ὥς μοι σαφῆ
σημεῖα φαίνεις ἐσθλὸς εἰς ἡμᾶς γεγώς.
25 ὥσπερ γὰρ ἵππος εὐγενής, κἂν ᾖ γέρων,
ἐν τοῖσι δεινοῖς θυμὸν οὐκ ἀπώλεσεν,
ἀλλ᾽ ὀρθὸν οὖς ἵστησιν, ὡσαύτως δὲ σὺ
ἡμᾶς τ᾽ ὀτρύνεις καὐτὸς ἐν πρώτοις ἕπῃ.
τοιγὰρ τὰ μὲν δόξαντα δηλώσω, σὺ δὲ
30 ὀξεῖαν ἀκοὴν τοῖς ἐμοῖς λόγοις διδούς,
εἰ μή τι καιροῦ τυγχάνω, μεθάρμοσον.
ἐγὼ γὰρ ἡνίχ᾽ ἱκόμην τὸ Πυθικὸν
μαντεῖον, ὡς μάθοιμ᾽ ὅτῳ τρόπῳ πατρὸς
δίκας ἀροίμην τῶν φονευσάντων πάρα,
35 χρῇ μοι τοιαῦθ᾽ ὁ Φοῖβος ὧν πεύσῃ τάχα·
ἄσκευον αὐτὸν ἀσπίδων τε καὶ στρατοῦ
δόλοισι κλέψαι χειρὸς ἐνδίκους σφαγάς.
ὅτ᾽ οὖν τοιόνδε χρησμὸν εἰσηκούσαμεν,
σὺ μὲν μολών, ὅταν σε καιρὸς εἰσάγῃ,
40 δόμων ἔσω τῶνδ᾽, ἴσθι πᾶν τὸ δρώμενον,
ὅπως ἂν εἰδὼς ἡμὶν ἀγγείλῃς σαφῆ.
οὐ γάρ σε μὴ γήρᾳ τε καὶ χρόνῳ μακρῷ
γνῶσ᾽, οὐδ᾽ ὑποπτεύσουσιν ὧδ᾽ ἠνθισμένον.
λόγῳ δὲ χρῶ τοιῷδ᾽, ὅτι ξένος μὲν εἶ
45 Φωκεὺς παρ᾽ ἀνδρὸς Φανοτέως ἥκων· ὃ γὰρ
μέγιστος αὐτοῖς τυγχάνει δορυξένων.
ἄγγελλε δ᾽ ὅρκον προστιθεὶς ὁθούνεκα
τέθνηκ᾽ Ὀρέστης ἐξ ἀναγκαίας τύχης,
ἄθλοισι Πυθικοῖσιν ἐκ τροχηλάτων
50 δίφρων κυλισθείς· ὧδ᾽ ὁ μῦθος ἑστάτω.
ἡμεῖς δὲ πατρὸς τύμβον, ὡς ἐφίετο,
λοιβαῖσι πρῶτον καὶ καρατόμοις χλιδαῖς
στέψαντες, εἶτ᾽ ἄψορρον ἥξομεν πάλιν,
τύπωμα χαλκόπλευρον ἠρμένοι χεροῖν,
55 ὃ καὶ σὺ θάμνοις οἶσθά που κεκρυμμένον,
ὅπως λόγῳ κλέπτοντες ἡδεῖαν φάτιν
φέρωμεν αὐτοῖς, τοὐμὸν ὡς ἔρρει δέμας
φλογιστὸν ἤδη καὶ κατηνθρακωμένον.
τί γάρ με λυπεῖ τοῦθ᾽, ὅταν λόγῳ θανὼν
60 ἔργοισι σωθῶ κἀξενέγκωμαι κλέος;
δοκῶ μέν, οὐδὲν ῥῆμα σὺν κέρδει κακόν.
ἤδη γὰρ εἶδον πολλάκις καὶ τοὺς σοφοὺς
λόγῳ μάτην θνῄσκοντας· εἶθ᾽, ὅταν δόμους
ἔλθωσιν αὖθις, ἐκτετίμηνται πλέον·
65 ὣς κἄμ᾽ ἐπαυχῶ τῆσδε τῆς φήμης ἄπο
δεδορκότ᾽ ἐχθροῖς ἄστρον ὣς λάμψειν ἔτι.
ἀλλ᾽, ὦ πατρῴα γῆ θεοί τ᾽ ἐγχώριοι,
δέξασθέ μ᾽ εὐτυχοῦντα ταῖσδε ταῖς ὁδοῖς,
σύ τ᾽, ὦ πατρῷον δῶμα· σοῦ γὰρ ἔρχομαι
70 δίκῃ καθαρτὴς πρὸς θεῶν ὡρμημένος·
καὶ μή μ᾽ ἄτιμον τῆσδ᾽ ἀποστείλητε γῆς,
ἀλλ᾽ ἀρχέπλουτον καὶ καταστάτην δόμων.
εἴρηκα μέν νυν ταῦτα· σοὶ δ᾽ ἤδη, γέρον,
τὸ σὸν μελέσθω βάντι φρουρῆσαι χρέος.
75 νὼ δ᾽ ἔξιμεν· καιρὸς γάρ, ὅσπερ ἀνδράσιν
μέγιστος ἔργου παντός ἐστ᾽ ἐπιστάτης.

***
ΟΡΕΣΤΗΣ
Ω εσύ πιο αγαπημένε μέσα σ᾽ όλους
τους ανθρώπους μας, πόσα δε μου δίνεις
της πίστης σου ολοφάνερα σημάδια!
γιατί σαν άτι από γενιά, που ακόμα
και γέρικο δε χάνει την ορμή του
στον κίνδυνο, μα ορθό το αυτί του στήνει,
έτσι και συ και μας εμπρός μάς σπρώχνεις
κι ο ίδιος μαζί μας έρχεσαι απ᾽ τους πρώτους.
Τώρα λοιπόν εγώ θα σου εξηγήσω
το σχέδιο που αποφάσισα και δώσε
30 όλη σου εσύ την προσοχή, που αν έβρεις
πως κάπου σφάλλω στο σωστό, με σιάζεις.
Εγώ όταν έφτασα στο Πυθικό
μαντείο, να ρωτήσω με ποιό τρόπο
θα ᾽παιρνα εκδίκηση από τους φονιάδες
του πατέρα μου, μου έδωκεν ο Φοίβος
αυτόν που ευθύς θ᾽ ακούσεις το χρησμό:
«Μόνος σου εσύ, χωρίς στρατό κι ασπίδες,
με δόλο να κλέψεις το δίκαιο φόνο.»
Αφού λοιπόν έχομε τέτοια πάρει
προσταγή του Θεού, κοίτα εσύ νά μπεις,
μόλις θα βρεις βολή, μες στο παλάτι
40 και να μάθεις τί γίνετ᾽ εκεί μέσα,
για να ᾽χομε σωστές πληροφορίες·
έτσι όπως είσαι γέρος ασπρομάλλης
κι από τόσα πια χρόνια, κανείς φόβος
να σε γνωρίσουν, ή υποψία να πάρουν.
Τους λες λοιπόν πως είσαι τάχα ξένος
απ᾽ τη Φωκίδα κι έρχεσαι σταλμένος
από το Φανοτέα, που τους είναι
ο πιο μεγάλος σύμμαχος και φίλος,
να τους φέρεις την είδηση, και μ᾽ όρκο
το βεβαιώνεις μάλιστα, πως πάει
από χαμό ανεπάντεχο ο Ορέστης
στους πυθικούς αγώνες, κυλισμένος
50 στη γης απ᾽ το άρμα του το τροχοφόρο.
Αυτά έχεις συ να πεις· όσο για μας,
αφού, όπως πρόσταξε ο Θεός, χοές
στου πατέρα μου χύσομε τον τάφο
και με κομμένες απ᾽ την κεφαλή μου
πλεξίδες τον στολίσομε, έτσι πίσω
θενα γυρίσομε ξανά, κρατώντας
το χάλκωμα, που όπως και συ γνωρίζεις,
το ᾽χω μες σε χαμόκλαδα κρυμμένο·
κι έτσι είδησην ευχάριστη με λόγια
θα πάρουνε πλαστά, πως το κορμί μου
το ᾽φαγε η φλόγα πια κι έγινε στάχτη·
τί θα με βλάψει αν ψέματα πεθάνω,
60 ενώ στ᾽ αλήθεια ζωντανός θενά ᾽μαι
και θενα δοξαστώ; Θαρρώ δεν είναι
κανείς λόγος κακός, σα φέρνει κέρδος.
Είδα τόσες φορές να βγαίνει ως τώρα
για τους σοφούς ψεύτικος έτσι λόγος
πως πέθαναν, μα όταν ξανά γυρίσουν
στα σπίτια των, τιμή και πιότερη έχουν·
έτσι κι εγώ απ᾽ το ψέμα αυτό είμαι βέβαιος
πως ολοζώντανος μπροστά στα μάτια
των εχθρών μας σαν άστρο θενα λάμψω.
Μα ω πατρική μου γη και θεοί της χώρας,
καλοδεχτείτε με σ᾽ αυτούς τους δρόμους,
και σεις, παλάτια πατρικά, που σας
να καθαρίσω έχω έρθει σταλμένος
70 απ᾽ τους θεούς με θέλημα της Δίκης·
μη μ᾽ αποδιώξετε άτιμο απ᾽ τη χώρα,
μα κάμετε να εξουσιάσω πάλι
το βιο μας κι αναστήσω τη γενιά μας.
Αυτά να πώ είχα· λοιπόν, γέροντά μου,
σύρ᾽ εσύ τώρα να γνοιαστείς το μέρος
πὄχεις να κάμεις· και μεις πάμ᾽ οι δυο μας,
κι είναι ο κατάλληλος καιρός, που εις κάθε
δουλειά ᾽ναι ο πιο μεγάλος κυβερνήτης.

Αρχαία Ελληνική Γραμματολογία: 4. Αλεξανδρινή ή Ελληνιστική εποχή (323-31 π.Χ.)

4.5. Πεζογραφία


Αυτό που έλειψε στην αλεξανδρινή ποίηση, η απλή και αβίαστη χρήση της καθημερινής γλώσσας, κυριαρχεί στην πεζογραφία, που δεν απευθύνεται στους λίγους και μυημένους αλλά σε ένα ευρύτερο μορφωμένο κοινό.

4.5.Α. Ρητορεία και ρητορική

Σε περίοδο όπου τα δημοκρατικά πολιτεύματα έχουν παραχωρήσει τη θέση τους στη βασιλική απολυταρχία, ούτε θα το περιμέναμε ούτε ήταν δυνατό η ρητορεία να ανθίσει.

Τελευταίος στη σειρά των ρητόρων του 4ου αιώνα, ο Δείναρχος από την Κόρινθο (περ. 360-290 π.Χ.) μαθήτεψε στον περιπατητικό Θεόφραστο και συνδέθηκε με τον Δημήτριο τον Φαληρέα. Τα περισσότερα χρόνια του τα έζησε στην Αθήνα, ως λογογράφος. Μας σώθηκαν τρεις λόγοι του, όπου η ακαλαίσθητη γλώσσα, η αδέξια κατανομή της ύλης και το τσουχτερό υβρεολόγιο μαρτυρούν ότι πια ο καιρός της μεγάλης ρητορικής έχει περάσει και ότι μάταια ο Δείναρχος, ο κρίθινος Δημοσθένης όπως τον ονόμασαν, πάσχιζε να μιμηθεί τα κλασικά πρότυπα.

Διαφορετική κατεύθυνση ακολούθησαν ορισμένοι ρήτορες στη Μικρασία. Πρώτος ο Ηγησίας από τη Μαγνησία (3ος π.Χ. αι.) εγκαινίασε νέο ρητορικό ύφος, όπου κυριαρχούσαν οι σύντομες ρυθμικές ενότητες, οι εξεζητημένες εκφράσεις και τα αλλεπάλληλα γοργίεια σχήματα. Απομονωμένη και καταδικασμένη από τη φιλολογική κριτική, αυτή η ασιανή, όπως ονομάστηκε, ρητορεία επέζησε ως τα ρωμαϊκά χρόνια, στο περιθώριο, χωρίς να προσφέρει τίποτα το πραγματικά αξιόλογο, ώσπου η αττικιστική αντίδραση την εξαφάνισε.

Έχοντας χάσει το σημαντικότερό της σύμμαχο, την ελευθερία του λόγου, και αποκλεισμένη από τον φυσικό της χώρο, την πολιτική, η ρητορεία φυσικό ήταν να μαραζώσει· δεν έγινε όμως το ίδιο με τη ρητορική, που ως θεωρία και τέχνη της καλλιέπειας όχι μόνο κράτησε τη θέση της στην ανώτερη εκπαίδευση,[1] αλλά και ενίσχυσε την επιρροή της σε χώρους όπως η φιλοσοφία και η ιστοριογραφία.
--------------------
1. Φημισμένη ήταν η ρητορική σχολή στη Ρόδο, όπου τον 1ο π.Χ. αιώνα παρακολούθησαν μαθήματα ο Κικέρωνας και ο Ιούλιος Καίσαρ.

Κάποτε θα φύγω

Τι είναι αυτό που σε καθηλώνει σε ένα τόπο, σε μια σχέση, σε μια κατάσταση; Είναι φόβος για το άγνωστο; Για το μετά; Eίναι η καρδιά σου που είναι κολλημένη σε αυτά που ξέρεις, εκτιμάς και τιμάς; Είναι που δε σου αρέσουν οι αλλαγές; Μήπως είναι ότι ακόμα δεν έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για κάτι τέτοιο; Υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να φύγουν, να απαλλαχτούν, να πάνε μακριά από όλα και όλους και όμως μένουν πάλι πίσω, μένουν πάντα εδώ.

Κάποτε άφησαν τους δούλους ελεύθερους και εκείνοι ξαναγύρισαν. Είναι η σιγουριά που θέλουμε να έχουμε ζώντας σε γνωστά πλαίσια; Ή ακολουθούμε πιστά εκείνο που λέμε «μοίρα». Κάποτε έλεγες, «θα φύγω» μα έγινες δέντρο, έβγαλες ρίζες που σε κρατούν γερά δεμένο εδώ, τα δε κλαδιά σου θέριεψαν, ξεπέρασαν τις στέγες των σπιτιών και είναι τα μόνα που βλέπουν μακριά. Ατενίζουν το απέραντο γαλάζιο του ουρανού και το μπλε βαθύ της θάλασσας.

Όλοι οι άνθρωποι θέλουν κάποια στιγμή να φύγουν από κάπου, να αλλάξουν τοπία, παραστάσεις, να αλλάξουν επάγγελμα, σπίτι, συνήθειες, ακόμα και τους ανθρώπους που έχουν δίπλα τους.

Κάποιοι, όμως, σε όλη τη διάρκεια της ζωή τους θέλουν να φύγουν και λένε συνέχεια: κάποτε θα φύγω... και ονειρεύονται τη φυγή... ποτέ δεν το κάνουν, απλά το λένε ίσως για να το πιστέψουν και οι ίδιοι, ίσως για να νιώσουν καλύτερα.

Βαρέθηκαν να ζουν νεκροί, στης απονιάς τον τόπο
Θέλουν να ανοίξουν τα φτερά, να βρουν καινούριο στόχο
Η μιζέρια τους κυριεύει, κάθε μέρα πιο πολύ
Και η θλίψη τους ποτίζει δηλητήριο την ψυχή
Η ζωή τους περιμένει κάπου αλλού, σε άλλο τόπο
Και χαρά θα βρουν εκεί σίγουρα με κάποιο τρόπο.


Και όμως πάλι εδώ, για πάντα εδώ.. Κάποτε θα φύγω λένε... και φωτίζει το πρόσωπό τους. Κάποτε θα φύγω λένε... για να πάρουν δύναμη για να βγάλουν πέρα με τις δύσκολες καταστάσεις που περνάνε... Ναι έτσι είναι... κάποτε θα φύγουν... τότε όμως θα είναι η μοναδική φορά που θα θέλουν να μείνουν...

Πέρα από αυτό που νομίζουμε, από αυτό που ζητάμε απελπισμένα, από αυτό που λέμε ότι θέλουμε, υπάρχει και μια άλλη αλήθεια: τις περισσότερες φορές ζούμε ακριβώς αυτό που θέλουμε να ζήσουμε. Η μεμψιμοιρία, χαρακτηριστικό γνώρισμα της ανθρώπινης φύσης, μας διακατέχει! Μοιρολογούμε λοιπόν για τη ζωή μας, θέλουμε να ξεφύγουμε από καταστάσεις – και όμως, πώς να ξεφύγουμε από τα θέλω μας, από τον ίδιο τον εαυτό μας; Γιατί πραγματικά δεν υπάρχει «δε μπορώ», αλλά δε θέλω. Αναβάλουμε κάτι για το οποίο δεν είμαστε σίγουροι. Έτσι και εδώ, γιατί όποιος θέλει δε λέει «κάποτε», αλλά τώρα! Και δεν το λέει απλά και μόνο, αλλά το πράττει κιόλας.

Αν θέλεις πραγματικά να φύγεις, μη λες «κάποτε θα φύγω», άνοιξε τα φτερά και πέτα εκεί που θες. Τώρα δεν είσαι δέντρο πια, τώρα δε βλέπουν μόνο τα κλαδιά σου τη θάλασσα και τον ουρανό αλλά ΕΣΥ! τώρα δεν έχεις ρίζες παρά μόνο φτερά, τώρα πετάς ελεύθερα και μακριά από όλα και όλους. Επιθύμησε το αυτό που λες ανύπαρχτο. Η χειρότερη μορφή δουλείας είναι εκείνη στον ίδιο μας τον εαυτό. Στα πραγματικά μας «θέλω», που εμείς οι ίδιοι δεν τα πραγματοποιούμε και τα καταπιέζουμε στα βάθη της ψυχής μας. Είμαστε αλυσοδεμένοι σε αυτό που λέμε ότι λέμε ότι δε μπορούμε να ξεφύγουμε, σε αυτό που λέμε ανύπαρχτο.

Μη λες, λοιπόν, κάποτε θα φύγω... και πας να το ονειρευτείς... μόνο φύγε! Φύγε τώρα! Δώσε στο όνειρο σου σάρκα και οστά. Ζήσε το όνειρο.

Βήμα - βήμα

Ας προχωρήσουμε βήμα βήμα σε όλο αυτό και σας παρακαλώ, παρακολουθείστε το με λίγη υπομονή.

Λοιπόν: Κάποια στιγμή αποκτώ επίγνωση ότι η σκέψη μου είναι αποτέλεσμα διαμόρφωσης, και η άμεση αντίδρασή μου είναι ότι πρέπει να απελευθερωθώ από τη διαμόρφωση και λέω:

«Πώς θα ελευθερωθώ; Ποια είναι η μέθοδος, το σύστημα, η διαδικασία που πρέπει ν’ ακολουθήσω για να ελευθερωθώ;»

Αλλά αν ακολουθήσω τις πρακτικές κάποιας μεθόδου, θα γίνω σκλάβος αυτής της μεθόδου, που έτσι θα φέρει κι αυτή άλλη μία διαμόρφωση.

Έχοντας επίγνωση ότι είμαι διαμορφωμένος ή φθονερός ή άπληστος, θέλω να να ξέρω πώς θα απαλλαγώ.

Για παράδειγμα: Το ερώτημα, «πώς θα απαλλαγώ από την απληστία», είναι μια άλλη μορφή απληστίας — δεν είναι;

Μπορεί να κάνω καθημερινά κάποια πρακτική απαλλαγής από την απληστία, αλλά το κίνητρο, η επιθυμία να ελευθερωθώ από την απληστία, είναι και πάλι απληστία.

Έτσι, το «πώς», δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα, μπορεί μόνο να το κάνει πιο πολύπλοκο. Αλλά, όπως θα δείτε αμέσως από μόνοι σας, το ερώτημα «πώς» μπορεί να απαντηθεί εντελώς.

Εάν έχω πλήρη επίγνωση ότι είμαι άπληστος, αυτή ακριβώς η επίγνωση δεν απελευθερώνει το νου από την απληστία;

Εάν ξέρω ότι το φίδι που βλέπω μπροστά μου είναι δηλητηριώδες, αυτό φτάνει: δεν το πλησιάζω αυτό το φίδι.

Αλλά δεν βλέπουμε ότι η απληστία είναι κάτι δηλητηριώδες και για μας και για τους άλλους.

Μας αρέσει η ευχάριστη αίσθηση που μας δίνει, μας αρέσει η αίσθηση βολέματος που μας δίνει το να είμαστε διαμορφωμένοι.

Γιατί, αν προσπαθούσαμε να ελευθερώσουμε το νου από τη διαμόρφωσή του, ίσως να γινόμαστε αντικοινωνικά άτομα, πιθανόν να χάναμε τη δουλειά μας, μπορεί να εναντιωνόμαστε σε όλη την παράδοση αιώνων της κοινωνίας κι αυτό να μας στοίχιζε με διάφορους τρόπους, κι έτσι παίρνουμε ασυνείδητα μια αυτόματη προειδοποίηση από μέσα μας, και τότε είναι που ο νους ρωτάει:

«Πώς θα απαλλαγώ από τη διαμόρφωση»;

Έτσι, το «πώς», είναι απλώς αναβολή της συνειδητοποίησης εκείνου που είναι γεγονός. Έγινε αυτό το σημείο ξεκάθαρο;

Οπότε, εκείνο που έχει σημασία, είναι γιατί ο νους αναζητάει κάποια μέθοδο.

Θα ανακαλύψτε ότι υπάρχουν αμέτρητες μέθοδοι που λένε:

«Κάνε ετούτο κι εκείνο κάθε μέρα και θα φτάσεις εκεί που θέλεις».

Αλλά ακολουθώντας κάποια μέθοδο έχεις δημιουργήσει μία συνήθεια και είσαι σκλάβος σ’ αυτή τη συνήθεια, δεν είσαι ελεύθερος.

Ενώ, αν δεις ότι είσαι διαμορφωμένος – διαμορφωμένος από ό,τι είναι γνωστό και κοινά αποδεκτό – και νοιώσεις φόβο για το άγνωστο όπου θα βρεθείς απορρίπτοντας τη διαμόρφωση, αν έχεις πλήρη επίγνωση όλου αυτού του γεγονότος, τότε θα ανακαλύψεις ότι αυτή ακριβώς η επίγνωση δουλεύει μέσα σου και άμεσα σου φέρνει μία ελευθερία που δεν έχεις προσπαθήσει ηθελημένα να πετύχεις.

Όταν έχεις επίγνωση της διαμόρφωσης σου –πραγματικά όχι θεωρητικά- τότε κάθε προσπάθεια παύει, ενώ κάθε προσπάθεια να γίνεις κάτι άλλο από αυτό που είσαι, είναι η αρχή κάποιας άλλης διαμόρφωσης.

Εκείνο, λοιπόν, που είναι σημαντικό είναι να κατανοηθεί το πρόβλημα κι όχι να βρεθεί μια απάντηση στο πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι ότι, όντας ο ανθρώπινος νους αποτέλεσμα αιώνων διαμόρφωσης και των χρόνων μιας ζωής, κινείται και υπάρχει στην περιοχή του «γνωστού».

Αυτό είναι το αληθινό γεγονός, εκείνο που συμβαίνει στην καθημερινή μας ζωή. Όλες μας οι σκέψεις, όλες μας οι μνήμες, όλες μας οι εμπειρίες, όλα μας τα οράματα, οι εμπειρίες μας, οι εσωτερικές μας φωνές, οι εμπνεύσεις μας, είναι στην ουσία γέννημα του γνωστού.

Τώρα: Μπορεί ο νους να έχει επίγνωση της ίδιας του της διαμόρφωσης και να μην προσπαθεί να την πολεμήσει;

Όταν ο νους έχει επίγνωση ότι είναι διαμορφωμένος και δεν το πολεμάει, μόνο τότε είναι ελεύθερος να δώσει όλη του την προσοχή σ’ αυτή τη διαμόρφωση.

Η δυσκολία είναι να έχει κανείς επίγνωση της διαμόρφωσής του χωρίς να διασπάται η προσοχή του από την προσπάθεια να κάνει κάτι γι’ αυτήν.

Αλλά εάν ο νους έχει συνεχώς επίγνωση του γνωστού – δηλαδή, των προκαταλήψεων, των συμπερασμάτων, των «πιστεύω», των επιθυμιών, των απατηλών σκέψεων της καθημερινότητας – αν έχει επίγνωση χωρίς να προσπαθεί να ελευθερωθεί απ’ όλο αυτό, τότε η ίδια αυτή η επίγνωση φέρνει τη δική της ελευθερία.

Τότε, ίσως είναι δυνατόν να μείνει ο νους πραγματικά ακίνητος, όχι ακίνητος μόνο σε κάποιο επιφανειακό επίπεδο της συνείδησης και από κάτω τρομερά ταραγμένος.

Μπορεί να υπάρξει απόλυτη ακινησία του νου μόνον όταν ο νους κατανοήσει όλο το πρόβλημα της διαμόρφωσης, πώς έχει διαμορφωθεί, που σημαίνει να παρατηρεί κάθε τόσο όλη την κίνηση της σκέψης· να έχει επίγνωση των συμπερασμάτων που βγάζει, αυτών που πιστεύει, των φόβων του. Τότε, ίσως, υπάρξει απόλυτη ακινησία του νου μέσα στην οποία μπορεί να γεννηθεί κάτι πέρα από το νου.

Όταν δεν έχουμε ανάγκη τους ρόλους μας, αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας

Είμαστε ο εαυτός μας, είμαστε όμως και οι ρόλοι μας.

Ρόλοι που μας υπαγορεύουν πως να σκεφτούμε, πως να αισθανθούμε, πως να συμπεριφερθούμε.

Κοιτάμε τον εαυτό μας σύμφωνα με αυτούς τους ρόλους. Αξιοποιούμε τη δημιουργικότητά μας με αυτή τη ματιά. Προσεγγίζουμε τους ανθρώπους με αυτούς.

Προσπαθούμε εν αγνοία μας να δικαιώσουμε τους ρόλους μας με τρόπους που υπονομεύουν την αλήθειά μας.

Αν ως παιδί είχες το ρόλο του γονιού για τους γονείς ή τα αδέλφια σου, σαν γονιός προσεγγίζεις τους άλλους.

Το να αφεθείς σε σχέσεις ισότιμης δέσμευσης, να εκφράσεις την ευαλωτότητά σου σε σχέσεις όπου υπάρχει συναισθηματική και έμπρακτη ανταπόκριση, σε κάνει να νιώθεις έξω από τα νερά σου.

Κάθε φορά που νιώθεις την επιθυμία να εκφράσεις τις ανάγκες σου στους ανθρώπους με τους οποίους συνδέεσαι ώστε να έρθετε πιο κοντά συναισθηματικά, να δεσμευτείτε πιο ουσιαστικά, αυτή η επιθυμία ταυτόχρονα σε φοβίζει.

Χάνεις το ρόλο σου, τον τρόπο που έμαθες να σχετίζεσαι.

Χάνοντας όμως το ρόλο σου έρχεσαι σε επαφή με την ευαλωτότητά σου, με τις αδυναμίες σου.

Η παντοδυναμία του ρόλου αποχωρεί και αποκαλύπτεται ένας απογυμνωμένος εαυτός. Ένας εαυτός με ανάγκες, με ατέλειες, με φόβους.

Όλα αυτά όμως πως να τα μοιραστείς όταν έχεις συνηθίσει αλλιώς;

Όταν έχεις συνηθίσει να εκτιμάσαι με αυτόν τον τρόπο;

Αυτός ο τρόπος σκέψης έγινε άμυνα και προστασία σου.

Τώρα πρέπει να ανακαλύψεις νέους τρόπους να συνδέεσαι, να μοιράζεσαι.

Πρέπει να δώσεις προτεραιότητα σε ό,τι χρειάζεσαι αληθινά σύμφωνα με αυτό που είσαι και όχι σύμφωνα με αυτό που ήταν ο ρόλος σου.

Όταν τολμάς και κάνεις την υπέρβασή σου, ανακαλύπτεις ένα καινούργιο κόσμο μέσα σου, έναν κόσμο που δεν είναι τόσο φαντασμαγορικός όσο τον δημιουργούσες στη φαντασία σου, αλλά ένας κόσμος λιτός.

Ένας κόσμος που έμαθες να τον κρίνεις αρνητικά αλλά τώρα ανακαλύπτεις τον πλούτο στην απλότητά του.

Συνειδητοποιώντας ότι την αξία τη δίνει η αλήθειά σου, η μοναδικότητά σου, αυτό το διαφορετικό που προσφέρεις σαν ύπαρξη, εκτιμάς αυτό που είσαι.

Δεν σε ενδιαφέρουν οι ρόλοι σου, δεν σε ενδιαφέρει κάτι άλλο από αυτό που είσαι.

Ανοίγεσαι στα συναισθήματά σου και ανακαλύπτεις πόσο ωραίο είναι να συνδέεσαι όπως είσαι.

Δεν κάνεις τα πάντα για τους άλλους αλλά απλά επικοινωνείς αυτό που είσαι και χαίρεσαι για την ανταπόκριση που βλέπεις.

Οι ατέλειές και οι αδυναμίες σου γίνονται αποδεκτές από σένα γιατί δεν εξαρτιέσαι από μια παντοδύναμη εικόνα για τη δύναμη, για την τελειότητα, για την γαλήνη, για την εκτίμηση, αλλά τα βρίσκεις όλα αυτά στην ηρεμία αυτού που είσαι.

Κάθε φορά που συνειδητοποιείς ότι δεν χρειάζεται να κάνεις τα πάντα, αλλά λίγα και ουσιαστικά, ανακαλύπτεις πόσο υπέροχα πράγματα μπορείς να κάνεις μόνη -ος σου.

Πόσο ελεύθερη -ος νιώθεις να ασχοληθείς με τη δημιουργικότητά σου, με ό,τι αγαπάς.

Πόσο μοναδική -ος νιώθεις όταν δίνεις την ενέργειά σου στις επιθυμίες σου.

Όταν δεν είσαι ο ρόλος σου, έχεις ανάγκη τον εαυτό σου.

Έρχεσαι σε επαφή με τις αληθινές σου ανάγκες και τις ικανοποιείς. Δεν φοβάσαι τις επιθυμίες σου, αλλά χαίρεσαι με αυτές. Σε αποδέχεσαι, σε σέβεσαι, σε εκτιμάς.

Όταν δεν έχεις ανάγκη τους ρόλους σου, δεν παίρνεις ένα ρόλο δίπλα στους άλλους προσπαθώντας να δικαιολογήσεις τους ρόλους σου αλλά σέβεσαι τις ανάγκες σου για αμοιβαιότητα και ψυχική σύνδεση και τις εκφράζεις με ειλικρίνεια.

Μοιράζεσαι με τους ανθρώπους σου, εκφράζεις τις ανάγκες σου με ειλικρίνεια.

Λες ξεκάθαρα τι θέλεις, τι χρειάζεσαι για να είστε μαζί με τρόπο που σε ικανοποιεί, κάτι που σε κάνει να νιώθεις γαλήνη μέσα σου.

Συνειδητοποιείς με εκτίμηση προς τον εαυτό σου αν αυτό που μοιράζονται μαζί σου είναι αυτό που αληθινά θέλεις για να νιώθεις καλά με τον αληθινό σου εαυτό και όχι με τους ρόλους σου.

Δεν απαιτείς, επικοινωνείς και μοιράζεσαι.

Δεν εμμένεις σε ό,τι σε κάνει να συντηρείς το ρόλο του γονιού που ανέχεται, δικαιολογεί και κάνει συμβιβασμούς, κάτι που υπονομεύει την αυτοεκτίμησή σου, αλλά επιμένεις σε ό,τι οι επιθυμίες σας για δέσμευση και συναισθηματική σύνδεση είναι κοινές.

Σέβεσαι την ανταπόκριση, εκτιμάς την αφοσίωση, τιμάς την αγάπη.

Όταν δεν είσαι ο ρόλος σου νιώθεις γενναιόδωρος με τον εαυτό σου, με τη ζωή, με τους ανθρώπους.

Δεν φοβάσαι να είσαι ο εαυτός σου.

Νιώθεις ελεύθερη -ος να δεσμευτείς με τις επιθυμίες σου και να δώσεις την ενέργειά σου εκεί.

Σέβεσαι και αγαπάς τον εαυτό σου, γνωρίζοντας πως μόνο αν σε εκτιμάς μπορείς να εκτιμήσεις αληθινά ό,τι αγαπάς όπως και τους άλλους ανθρώπους.

Νιώθεις ευγνωμοσύνη για ό,τι έχεις στη ζωή σου.


Δίνεις προτεραιότητα στις ανάγκες και επιθυμίες σου συνειδητοποιώντας πως ένας ευχαριστημένος άνθρωπος ζει, χαίρεται, μοιράζεται, αγαπά.

Σκληρή συμπόνια

Στις πιο κλασικές θεωρίες της συμπόνιας, όπως σε πολλές βουδιστικές παραδόσεις, περιλαμβάνεται η έννοια της σκληρής συμπόνιας – κατά την οποία κάποιος παρεμβαίνει και, με έναν καλό τρόπο, καθοδηγεί το άτομο σε μια διαφορετική μορφή συμπεριφοράς.

Η ιδέα αυτή φαίνεται τόσο αντίθετη στον τρόπο με τον οποίο πολλοί άνθρωποι σήμερα σκέφτονται τη συμπόνια. Μεταξύ άλλων, ένας τρόπος ζωής με επίκεντρο τη συμπόνια είναι αυτός που μοιράζεται σε παστέλ χαρωπές, χρωματιστές αναρτήσεις στο Insta και περιλαμβάνει διαλογισμό και αποδράσεις στη φύση. Όμως, το να προσφέρουμε σε κάποιον άλλο ένα ειλικρινές κομμάτι του μυαλού μας δεν είναι καθόλου έτσι.

Ίσως ήρθε η ώρα να ζωγραφίσουμε μια νέα εικόνα της συμπόνιας. Όταν πρόκειται για τη μείωση του πόνου στον κόσμο, μια ασυμβίβαστη προσέγγιση της συμπόνιας συχνά ξεπερνά μια προσέγγιση σε παστέλ χρώματα – και είναι μια προσέγγιση που μπορείτε να δοκιμάσετε όταν αποτυγχάνουν άλλες προσπάθειες να αντιμετωπίσετε δύσκολους ανθρώπους.

«Ο Δαλάι Λάμα είχε πάντα αυτή την άποψη για το γενικό καλό», αναφέρει σε ομιλία του ο ψυχολόγος Dacher Keltner . «Το να είμαστε σκληροί κάποιες στιγμές επιφέρει μεγαλύτερη ευημερία ή καλοσύνη για πολλούς ανθρώπου;».

Η σκληρή συμπόνια κερδίζει έδαφος επειδή η ρόδινη εκδοχή αποδεικνύεται τόσο άνιση στον αγώνα με την παρούσα στιγμή, κατά την οποία οι άνθρωποι αποτύχαμε να ανταποκριθούμε στις προκλήσεις που έθεσε η πανδημία, η εκτεταμένη ανισότητα και η κλιματική αλλαγή.

Φυσικά, θα υπάρχει πάντα μια “μαλακή” πλευρά της συμπόνιας. Είναι πάντα ζωτικής σημασίας να μάθουμε πώς να είμαστε ένας ήρεμος αποδέκτης ή να παρηγορούμε θλιμμένα αγαπημένα πρόσωπα. Αλλά η ζεστή και «χνουδωτή» συμπόνια δεν μπορεί εύκολα να επηρεάσει συγγενείς που ξεστομίζουν συνωμοσίες, να σταματήσει στενούς φίλους από το να εκφράζουν ακραίες απόψεις στο διαδίκτυο ή να αντιμετωπίζει ηγέτες που διατυμπανίζουν την ισότητα ενώ συγκεντρώνουν τους καρπούς των προνομίων τους.

Στη βουδιστική στοχαστική παράδοση, ο στόχος της αληθινής συμπόνιας είναι να βρεθούν τρόποι να μειωθεί ο πόνος για όλους. Σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο, το να γνέφουμε θετικά μπροστά στη μισαλλοδοξία, τον εκφοβισμό ή τα ψέματα κάποιου για χάρη της διατήρησης αυτής της σχέσης είναι το αντίθετο της συμπόνιας. Παρεμποδίζει την οικοδόμηση της ειρήνης σε κοινωνικό επίπεδο, ακόμη κι αν επιφανειακά μπορεί να φαίνεται σαν μια μη βίαιη πράξη.

Αν είστε γονείς, πιθανόν να εφαρμόζετε καθημερινά σκληρή συμπόνια σε μικρή κλίμακα, ασκώντας βέτο στα σνακ πριν από το δείπνο ή επιβάλλοντας το διάβασμα πριν τα παιδιά βγουν έξω. Η σκληρή συμπόνια μεγαλύτερης κλίμακας πηγάζει από μια παρόμοια πηγή: την προθυμία να υπομείνετε – ή και να προκαλέσετε – κάποια δυσφορία στη στιγμή για να προωθήσετε τη μακροπρόθεσμη ευημερία.

Ο Δαλάι Λάμα έχει μιλήσει για τη σημασία αυτού του είδους σκληρής αγάπης. Σημαίνει ότι αν η θεία σας κάνει ένα ρατσιστικό σχόλιο ή ο συνάδελφός σας στη δουλειά προσβάλλει έναν άλλο συνάδελφό σας, η σκληρή συμπόνια περιλαμβάνει το να μιλήσετε – χωρίς κακία, αλλά με πεποίθηση – αν ο στόχος σας είναι να μειώσετε τον πόνο για όλους.

«Αποσυρόμενοι από τη συζήτηση, δεν αναγκάζετε το άλλο άτομο να έρθει αντιμέτωπο με ένα διαφορετικό σύνολο αξιών», λέει ο ψυχολόγος Zeno Franco του Medical College of Wisconsin. Δείχνοντας σκληρή συμπόνια, υιοθετούμε ένα συγκεκριμένο είδος υπολογισμού κινδύνου – οφέλους. Αποδεχόμαστε τη δυσφορία που συνεπάγεται αυτό με την ελπίδα ότι το άλλο άτομο θα εξετάσει έναν διαφορετικό τρόπο εμπλοκής, ο οποίος θα μεταφερθεί στις αλληλεπιδράσεις του με τους άλλους, και ίσως ακόμη και στις αλληλεπιδράσεις του με τους οικείους του. Με λίγα λόγια, προσπαθούμε να καταφέρουμε μια αλλαγή.

Τα μεταναστευτικά πουλιά «βλέπουν» το μαγνητικό πεδίο της Γης για να ταξιδέψουν

Το μυστήριο για το πώς τα πουλιά μεταναστεύουν, ταξιδεύοντας σε μεγάλες αποστάσεις τόσο πάνω από ξηρά όσο και από θάλασσα βρίσκεται ένα βήμα πιο κοντά στη λύση του, όπως φαίνεται από νέα στοιχεία. Μελετώντας τους κοκκινολαίμηδες, οι επιστήμονες βρήκαν νέα δεδομένα για το πώς τα πουλιά αντιλαμβάνονται το μαγνητικό πεδίο της Γης.

Ακριβώς όπως εμείς μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε μια μαγνητική πυξίδα για να βρούμε προς τα πού είναι ο βορράς ή ο νότος, έτσι και τα πουλιά πιστεύεται ότι διαθέτουν μια ενσωματωμένη «ζωντανή πυξίδα» που τα καθοδηγεί.

Μια χημική ουσία στα μάτια, η οποία είναι ευαίσθητη στον μαγνητισμό θα μπορούσε να αποτελέσει την απόδειξη αυτής της θεωρίας, σύμφωνα με μια νέα μελέτη. Ο Peter Hore, καθηγητής χημείας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, δήλωσε ότι είναι πιθανό τα πουλιά να «βλέπουν» το μαγνητικό πεδίο της Γης, αν και δεν το γνωρίζουμε ακόμα αυτό με βεβαιότητα.

«Νομίζουμε ότι ενδέχεται να έχουμε εντοπίσει το μόριο που επιτρέπει στα μικρά ωδικά πουλιά να ανιχνεύουν την κατεύθυνση του μαγνητικού πεδίου της Γης, κάτι που αναμφίβολα μπορούν να κάνουν, και να χρησιμοποιούν αυτές τις πληροφορίες για να τα βοηθήσουν να πλοηγηθούν όταν μεταναστεύουν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά».

Εδώ και δεκαετίες, οι επιστήμονες ερευνούν τον τρόπο με τον οποίο ζώα όπως τα πουλιά, οι θαλάσσιες χελώνες, τα ψάρια και τα έντομα αντιλαμβάνονται το μαγνητικό πεδίο της Γης και το χρησιμοποιούν για να βρίσκουν το δρόμο τους. Αποτελεί αναμφίβολα μια εντυπωσιακή ικανότητα για εμάς τους ανθρώπους.

Ο ευρωπαϊκός κοκκινολαίμης είναι το επίκεντρο των μελετών για την ενσωματωμένη «ζωντανή πυξίδα» που χρησιμοποιούν τα πουλιά για να προσανατολίζονται χρησιμοποιώντας το μαγνητικό πεδίο της Γης. Συγκεκριμένα, μελετάται ένα μόριο στον αμφιβληστροειδή χιτώνα του ματιού, γνωστό ως κρυπτόχρωμα.

Η ομάδα του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης μελέτησε μια απομονωμένη μορφή του μορίου στο εργαστήριο για να δει αν θα μπορούσε να λειτουργεί ως μαγνητικός αισθητήρας. Διαπίστωσαν ότι είχε την ικανότητα να σχηματίζει ζεύγη «ριζών» που έχουν υψηλή μαγνητική ευαισθησία. Μια ρίζα είναι ένα άτομο ή μόριο που είναι ιδιαίτερα δραστικό χημικά.

Ο καθηγητής Hore δήλωσε ότι ο μηχανισμός που ερεύνησαν περιλαμβάνει μαγνητικά ευαίσθητες χημικές αντιδράσεις που ξεκινούν από το φως μέσα στα μάτια των πτηνών – συγκεκριμένα στον αμφιβληστροειδή τους. «Φαίνεται πιθανό – δεν είμαστε όμως βέβαιοι προς το παρόν – ότι αυτές οι εξαιρετικά εξειδικευμένες χημικές αντιδράσεις θα μπορούσαν να δώσουν στο πτηνό πληροφορίες σχετικά με την κατεύθυνση του μαγνητικού πεδίου της Γης και με αυτόν τον τρόπο να αποτελέσουν μια μαγνητική πυξίδα», εξήγησε ο ίδιος.

Πιστεύεται ότι το φως που προσπίπτει στον αμφιβληστροειδή των ματιών των πουλιών προκαλεί κίνηση ηλεκτρονίων μέσα στο μόριο του κρυπτοχρώματος, προκαλώντας στη συνέχεια την παραγωγή ενός ζεύγους βραχύβιων ριζών υψηλής ενέργειας, οι οποίες δρουν σαν μικροσκοπικοί μαγνήτες.

Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι πρέπει να γίνει περισσότερη και κυρίως προσεκτική δουλειά για να είναι σίγουροι για τον σωστό μηχανισμό και το σωστό μόριο. Αλλά τους ενθαρρύνει το γεγονός ότι το μόριο είναι πιο ευαίσθητο στο μαγνήτη στους κοκκινολαίμηδες από ό,τι σε πτηνά όπως οι κότες, που δεν μεταναστεύουν.

Όταν αποδέχεστε τις ατέλειές σας, κανένας δεν μπορεί να τις χρησιμοποιήσει εναντίον σας

Όλοι έχουν ατέλειες. Κανένας σε αυτόν τον πλανήτη δεν είναι απολύτως τέλειος.

Το να μπορούμε να βλέπουμε τις ατέλειές μας και να τις αποδεχόμαστε όχι μόνο θα μας βοηθήσει να σεβόμαστε τους άλλους αλλά και θα εμποδίσει τους άλλους από το να χρησιμοποιήσουν τις ατέλειές μας εναντίον μας.

Πολλοί περνάμε τη μισή μας ζωή προσπαθώντας να κρύψουμε τις ατέλειές μας με ρούχα ή μακιγιάζ.

Περιγράφουμε τις ατέλειες αυτές ως «ενοχλητικές». Στην πραγματικότητα μπορούν να κάνουν την αυτοεκτίμησή μας να κατρακυλήσει. Ωστόσο, δεν είναι τίποτα παραπάνω από πτυχές αυτού που είμαστε και πρέπει να τις αποδεχτούμε όσο το δυνατόν νωρίτερα.

Το να έχουμε λίγα κιλά παραπάνω, γαμψή μύτη, πολύ μικρό ή πολύ μεγάλο στήθος ή τάσεις φαλάκρας δεν είναι πραγματική ατέλεια.

Αντί αυτού, πραγματική ατέλεια είναι η έλλειψη κατανόησης και σεβασμού, η κριτική, ο εγωισμός ή η επιθετικότητα. Αυτά είναι που πρέπει όλοι να προσπαθούμε να αλλάξουμε στον εαυτό μας.

Σας προσκαλούμε να σκεφτείτε πάνω σε αυτό.

Οι ατέλειές σου και οι ατέλειές μου είναι οι αρετές μας

Συχνά λέγεται ότι είμαστε μια κοινωνία ορθολογιστών λογίων αλλά συναισθηματικά αναλφάβητων.

Μπορεί να ακούγεται δραματικό, όμως στην πραγματικότητα στην καθημερινή μας ζωή αναγνωρίζουμε ότι υπάρχει λιγοστή ενσυναίσθηση, αμοιβαιότητα ή αναγνώριση των άλλων ως ατόμων που έχουν επίσης ανάγκες και φόβους.

Δεν διδάσκεται ακόμα επαρκώς στα σχολεία το μάθημα της «Συναισθηματικής Νοημοσύνης» .

Αντί η προσέγγιση αυτή να αντιμετωπίζεται ως μια πολυδιάστατη πτυχή που μπορεί να υποστηρίξει όλα τα μαθήματα, με τους διδάσκοντες να αποτελούν τα καλύτερα πρότυπα, συνεχίζει να διδάσκεται ξεχωριστά, μερικές φορές την εβδομάδα ή καθόλου.

Έτσι συνεχίζουμε να μεγαλώνουμε ανασφαλή παιδιά με χαμηλή αυτοεκτίμηση και εφήβους που βλέπουν τόσες πολλές ατέλειες στον εαυτό τους που τις μετατρέπουν σε μαύρες τρύπες, τις οποίες οι άλλοι αντιλαμβάνονται και χρησιμοποιούν εναντίον τους.

Πρόκειται για κάτι περίπλοκο και δύσκολο και πρέπει να ξέρουμε πώς να το αντιμετωπίσουμε.

Η ανατομία της αυτοεκτίμησης

Όταν έχω χαμηλή αυτοεκτίμηση, ελπίζω ότι οι άλλοι, με τα λόγια και τις πράξεις τους, θα μου δώσουν αυτό που μου λείπει: αυτοπεποίθηση και ασφάλεια. Ελπίζω επίσης ότι θα μου κάνουν κομπλιμέντα και θα μου πουν ότι δεν είμαι τόσο άσχημος/η όσο νομίζω ή ότι θα μου πουν πως είμαι καλύτερος άνθρωποι από ό,τι πιστεύω.
  • Πρέπει να καταλάβουμε ότι οι άλλοι δεν θα πρέπει ούτε να μας δίνουν ούτε να μας παίρνουν κάτι. Ο υπόλοιπος κόσμος δεν θα πρέπει να καλύπτει τα κενά μας ή να καθησυχάζει τους φόβους μας.
  • Δεν πρέπει να προβάλλουμε τις ανάγκες μας στους άλλους. Αντί αυτού θα πρέπει να μπορούμε να διαμορφώνουμε τις δικές μας πεποιθήσεις και να αντιμετωπίζουμε με λογικό τρόπο αυτά που ονομάζουμε ατέλειες.
  • Αν πιστεύω ότι οι φακίδες στο πρόσωπό μου είναι ατέλειες ή ότι η ελαφρώς γαμψή μύτη μου είναι απαίσια, οι άλλοι θα το συνειδητοποιήσουν αυτό και κάποια στιγμή μπορεί να το χρησιμοποιήσουν εναντίον μου.
  • Δεδομένων των παραπάνω, είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι η πραγματική «ατέλεια» σε αυτές τις περιπτώσεις είναι η χαμηλή μας αυτοεκτίμηση. Εξαιτίας αυτής πιστεύουμε ότι πρέπει να είμαστε ντροπαλοί και να χαμηλώνουμε το βλέμμα μας λόγω ορισμένων χαρακτηριστικών μας.
Οι άλλοι άνθρωποι δεν θα μας επιτεθούν λόγω των σωματικών χαρακτηριστικών μας που θεωρούμε αρνητικά. Αντί αυτού, θα επιτεθούν στον ευάλωτο χαρακτήρα μας. Επομένως είναι ζωτικό να αυξήσουμε την αυτοεκτίμησή μας και να αντιμετωπίσουμε τις ατέλειές μας ως αρετές.
Ατέλειες: αρετές που μας κάνουν ξεχωριστούς

Θα επαναλάβουμε αυτό που αναφέραμε παραπάνω: η πραγματική ατέλεια που έχουμε βρίσκεται στην καρδιά μας, όταν αυτή είναι ικανή να επιτίθεται, να ταπεινώνει ή να πληγώνει τους άλλους.

Η σωματική μας εμφάνιση, ο τρόπος σκέψης μας, τα συναισθήματά μας ή ο τρόπος ζωής μας δεν θα είναι ποτέ ατέλειες ή κάτι μεμπτό εφόσον σεβόμαστε τον εαυτό μας.
  • Το πρόβλημα είναι ότι αφιερώνουμε υπερβολικά μεγάλο μέρος της ζωής μας ανησυχώντας για την εξωτερική μας εμφάνιση αντί για τον εσωτερικό μας κόσμο.
  • Εγκρίνουμε τη σωματική μας εμφάνιση με βάση τις τάσεις της μόδας ή αυτό που οι άλλοι θεωρούν «ωραίο». Αν δεν ταιριάζουμε στο καλούπι, τότε αποκλείουμε τον εαυτό μας. Ωστόσο, κάτι τέτοιο είναι λάθος.
  • Θα συνειδητοποιήσουμε πόσο πολύτιμοι είμαστε μόνο όταν αποδεχτούμε τον εαυτό μας.
  • Εκείνοι που μπορούν να βλέπουν ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό της εμφάνισής τους που διαφέρει ως αρετή είναι οι πιο ευτυχισμένοι άνθρωποι, επειδή θεωρούνται αυθεντικοί.
Το να είστε πολύ ψηλοί ή πολύ κοντοί, το να έχετε μια ελιά στο μάγουλο, το να έχετε γεννηθεί με σγουρά και τρομερά ατίθασα μαλλιά ή το να έχετε μικρό ή πολύ μεγάλο στήθος δεν αποτελεί μέρος της προσωπικής αξίας σας.

Η ομορφιά των ανθρώπων βρίσκεται στην ποικιλία, στην αυθεντικότητά τους. Αν όλοι φιλοδοξούμε να είμαστε το ίδιο, τότε αμαυρώνουμε την ουσία και την ομορφιά μας. Δεν αξίζει.

Δεν υπάρχουν άνθρωποι με ατέλειες, όμως υπάρχουν μυαλά με κενά. Προσεγγίστε διαφορετικά τη ζωή σας και αρχίστε να υποστηρίζετε την αυτοεκτίμησή σας, τον τρόπο ζωής σας, τη μοναδική και ιδιαίτερη ομορφιά σας.

JEAN-PAUL SARTRE: Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑ Η ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ

Όταν λέμε (οι υπαρξιστές) “δεν είσαι τίποτ’ άλλο παρά η ζωή σου” αυτό δεν σημαίνει πως ο καλλιτέχνης θα κριθεί αποκλειστικά και μόνο με βάση τα έργα τέχνης που θα έχει κάνει, χίλιοι άλλοι παράγοντες συμβάλλουν το ίδιο για να τον κατατάξουν. Αυτό που θέλουμε να πούμε είναι πως ο άνθρωπος δεν είναι άλλο από μια σειρά εγχειρημάτων, πως είναι το άθροισμα, η οργάνωση, το σύνολο των σχέσεων που συνθέτουν αυτά τα εγχειρήματα.

Ο υπαρξιστής, όταν περιγράφει έναν δειλό, λέει πως ο δειλός αυτός είναι υπεύθυνος για τη δειλία του. Δεν είναι έτσι γιατί τάχα έχει δειλή καρδιά ή δειλούς πνεύμονες ή δειλό εγκέφαλο- δεν είναι έτσι εξαιτίας μιας δειλής φυσιολογικής σύστασης, αλλά γιατί φτιάχτηκε έτσι, δειλός, με τις πράξεις του.

Δεν υπάρχει, λοιπόν, δειλή ιδιοσυγκρασία υπάρχουν άνθρωποι με νευρική ιδιοσυγκρασία, με “φτωχό αίμα” που λέει ο κόσμος κι υπάρχουν άνθρωποι με πλούσια ιδιοσυγκρασία. Ο άνθρωπος, όμως που συμβαίνει να έχει “φτωχό αίμα” δεν είναι αυτόματα δειλός, γιατί αυτό που συνιστά τη δειλία του είναι η πράξη παραίτησης ή υποταγής που κάνει. Μια ιδιοσυγκρασία δεν είναι πράξη- ο δειλός γίνεται δειλός απ’ τις πράξεις που κάνει. Αυτό που θέλουν οι άνθρωποι είναι να γεννιέται κανείς δειλός ή ήρωας.

Και στο βάθος, οι άνθρωποι αυτό επιθυμούν να σκέφτονται: αν γεννιόμαστε δειλοί, μπορούμε να είμαστε απόλυτα ήσυχοι, αφού έτσι είναι, τίποτα δεν μπορούμε ν’ αλλάξουμε, θα είμαστε δειλοί σ’ όλη μας τη ζωή, ό,τι και να κάνουμε αν, πάλι, συμβεί να γεννηθούμε ήρωες, θα είμαστε το ίδιο ήσυχοι, θα είμαστε ήρωες όλη μας τη ζωή, θα πίνουμε σαν ήρωες, θα τρώμε σαν ήρωες.

Ο υπαρξιστής, όμως, λέει πως ο δειλός δεν γεννιέται αλλά γίνεται δειλός, πως ο ήρωας δεν γεννιέται αλλά γίνεται ήρωας- υπάρχει πάντα μια δυνατότητα για τον δειλό, να πάψει να είναι δειλός και για τον ήρωα, να πάψει να είναι ήρωας. Αυτό που έχει σημασία είναι η ολοκληρωτική στράτευση- μια ιδιαίτερη περίπτωση, μια ιδιαίτερη ενέργεια δεν σε δεσμεύουν ολοκληρωτικά. Έτσι, απαντήσαμε -πιστεύω-σε ορισμένες μομφές που απευθύνονται στον υπαρξισμό. Όπως βλέπετε, δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν φιλοσοφία του εφησυχασμού, αφού προσδιορίζει τον άνθρωπο με βάση τη δράση- ούτε και σαν μια απαισιόδοξη περιγραφή του ανθρώπου μπορεί να θεωρηθεί: δεν υπάρχει πιο αισιόδοξη κοσμοθεωρία, αφού το πεπρωμένο του ανθρώπου το τοποθετεί στα ίδια του τα χέρια, τέλος. Ο υπαρξισμός δεν είναι μια απόπειρα αποθάρρυνσης του ανθρώπου, αφού του λέει πως δεν υπάρχει ελπίδα παρά μόνο στη δράση του και πως το μόνο πράγμα που επιτρέπει στον άνθρωπο να ζει είναι η πράξη.

ΣΑΡΤΡ, Ο ΥΠΑΡΞΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ

ΞΕΝΟΦΩΝ: Γιατί βλέπω πολλούς ανθρώπους, οι οποίοι μ’ όλο που διαθέτουν πάρα πολλά χρήματα, θεωρούν τον εαυτό τους τόσο φτωχό

ΞΕΝΟΦΩΝ, Συμπόσιον ΙΙΙ 8

Τί γάρ σύ, εἶπεν [ὁ Καλλίας], ἐπί τίνι μέγα φρονεῖς, ὦ Ἀντίσθενες; Ἐπί πλούτω, ἔφη.Ὁ μέν δή Ἑρμογένης ἀνήρετο εἰ πολύ εἴη αὐτῶ ἀργύριον. Ὁ δέ ἀπώμοσε μηδέ ὀβολόν. Ἀλλά γῆν πολλήν κέκτησαι; Ἴσως ἄν, ἔφη, Αὐτολύκῳ τούτῳ ἱκανή γένοιτο ἐγκονίσασθαι.

Και συ λοιπόν, Αντισθένη, είπε ο Καλλίας, για ποιο πράγμα καυχιέσαι; “Για τον πλούτο μου”, είπε αυτός. Τότε ο Ερμογένης τον ρώτησε αν είχε πολλά χρήματα, κι εκείνος πήρε όρκο πως δεν είχε ούτε δεκάρα. “Μήπως έχεις πολύ καλλιεργήσιμη γη;” “Όση θα ήταν αρκετή για να κυλιστεί [πριν από την πάλη] τούτος εδώ ο Αυτόλυκος”, είπε ο Αντισθένης.

ΞΕΝΟΦΩΝ, Συμπόσιο IV 34 – 44.

Έλα λοιπόν, είπε ο Σωκράτης, λέγε μας πάλι πώς συμβαίνει, Αντισθένη, ενώ έχεις τόσο μικρή περιουσία, να καυχιέσαι για πλούτο.

“Διότι είμαι της γνώμης, φίλοι, ότι τον πλούτο και την φτώχεια οι άνθρωποι δεν τα έχουν στο σπίτι αλλά στην ψυχή τους. Γιατί βλέπω πολλούς ανθρώπους, οι οποίοι μ’ όλο που διαθέτουν πάρα πολλά χρήματα, θεωρούν τον εαυτό τους τόσο φτωχό, ώστε καταβάλλουν κάθε προσπάθεια και διακινδυνεύουν τα πάντα προκειμένου να αποκτήσουν περισσότερα· και ξέρω και αδέλφια που αν και κληρονόμησαν ίσα μερίδια ωστόσο ο ένας από αυτούς έχει όσα του χρειάζονται για να ζει και επιπλέον κάποιο περίσσευμα, ενώ ο άλλος στερείται τα πάντα.

Ακούω επίσης για κάποιους τυράννους πως έχουν τέτοια δίψα για λεφτά, ώστε κάνουν πράγματα πολύ χειρότερα κι από τους πιο απένταρους. Γιατί, φυσικά, είναι η ανέχεια που κάνει άλλους να κλέβουν, άλλους να γίνονται διαρρήκτες, άλλους να γίνονται σωματέμποροι· ενώ υπάρχουν κι ορισμένοι τύραννοι που καταστρέφουν ολόκληρες οικογένειες, σκοτώνουν αμέτρητους ανθρώπους, συχνά μάλιστα υποδουλώνουν κι ολόκληρες πολιτείες για τα λεφτά. Αυτούς εγώ τους οικτείρω, και πάρα πολύ, για την πολύ βαριά τους αρρώστια. Μου δίνουν την εντύπωση πως έχουν πάθει ότι κι ένας άνθρωπος με μεγάλη περιουσία, ο οποίος αν και τρώει πολύ, δεν χορταίνει ποτέ.

Όσο για μένα έχω τόσα που κι εγώ ο ίδιος με δυσκολία τα βρίσκω· ωστόσο υπάρχουν αρκετά για να τρώγω ώστε να μην πεινάω και να πίνω ώστε να μην διψώ και να είμαι ντυμένος ώστε όταν είμαι έξω να μην τρέμω από το κρύο περισσότερο απ’ ότι τούτος εδώ ο πάμπλουτος Καλλίας.

Κι όταν βρεθώ στο σπίτι, οι τοίχοι μού φαίνονται σαν πολύ ζεστά ρούχα, τα ταβάνια σαν πολύ χοντρά πανωφόρια, κι η κρεβατόστρωσή μου είναι τόσο επαρκής που δυσκολεύομαι να σηκωθώ από το κρεβάτι. Αν καμιά φορά το σώμα μου νιώσει την ανάγκη να πλαγιάσει με γυναίκα, αρκούμαι σε τέτοιον βαθμό σε ό,τι υπάρχει μπροστά μου, ώστε σ’ όποιες πηγαίνω με γλυκοφιλούν, γιατί κανένας άλλος δεν θέλει να τις πλησιάσει.

Κι όλα αυτά μου φαίνονται έτσι γλυκά, που κάνοντάς τα δεν θα μπορούσα να ευχηθώ να δοκιμάσω μεγαλύτερη χαρά αλλά μάλλον μικρότερη· τόσο πολύ έχω την εντύπωση πως ορισμένα από αυτά είναι πιο ευχάριστα κι απ’ ό,τι θα με συνέφερε. Αλλά πιο σημαντικό κτήμα μέσα στα πλούτη μου θεωρώ τούτο: ότι αν μου αφαιρούσε κάποιος κι αυτά που έχω τώρα, δεν βλέπω να είναι καμιά δουλειά τόσο εξευτελιστική που να μην μου εξασφαλίζει αρκετή τροφή.

Γιατί όποτε νιώσω την ανάγκη να απολαύσω κάτι, δεν παίρνω από την αγορά ακριβά πράγματα – έρχονται, βλέπεις, πανάκριβα – αλλά τα βγάζω μέσα από την ψυχή μου. Κι υπάρχει πολύ μεγάλη διαφορά ως προς την ηδονή, όταν αγγίζω κάτι, αφού πρώτα περιμένω να νιώσω την ανάγκη γι’αυτό, απ’ ότι όταν δοκιμάζω κάποιο ακριβό πράγμα, έτσι επειδή έτυχε – όπως τώρα δα που πίνω αυτό το θασίτικο κρασί χωρίς να αισθάνομαι δίψα.

Αλήθεια όμως, είναι φυσικό, όσοι έχουν προσανατολιστεί περισσότερο στη λιτότητα παρά στα πολλά λεφτά, να είναι πιο δίκαιοι άνθρωποι. Γιατί όσοι πιστεύουν ότι αυτά που οι ίδιοι έχουν είναι με το παραπάνω αρκετά, ελάχιστα ορέγονται όσα έχουν οι άλλοι.

Κι αξίζει ακόμη να καταλάβει κανείς ότι ένας τέτοιος πλούτος κάνει τους ανθρώπους γενναιόδωρους. Γιατί και τούτος εδώ ο Σωκράτης, στον οποίο οφείλω αυτό τον πλούτο, μου πρόσφερε μια βοήθεια όχι περιορισμένη και με μέτρο, αλλά ό,τι μπορούσα να το κρατήσω μου το έδινε· κι εγώ τώρα δεν φθονώ κανέναν, αλλά τον θησαυρό που έχω στην ψυχή μου τον δείχνω σ’ όλους τους φίλους και τον προσφέρω σ’ όποιον τον θέλει.

Και το πιο περίκομψο κτήμα μου: το βλέπετε πως πάντα έχω ελεύθερο χρόνο, ώστε και να βλέπω όσα αξίζουν να τα βλέπει κανείς, και να ακούω όσα αξίζουν να τα ακούει και – πράγμα που εγώ το θεωρώ πολύτιμο – να περνώ απερίσπαστος την ημέρα μου μαζί με τον Σωκράτη.

Κι αυτός πάλι δεν θαυμάζει όσους έχουν πολύ χρυσάφι, αλλά συναναστρέφεται αυτούς που του είναι αρεστοί”.

Αυτά είπε ο Αντισθένης.

ERICH FROMM: Αυτοί που έχουν το κουράγιο, προχωρούν

Είναι μεγάλος πειρασμός να μην προχωρούμε, να μένουμε εκεί που βρισκόμαστε, να πισωδρομούμε, με άλλα λόγια να βασιζόμαστε σ’ αυτά που έχουμε, γιατί ότι έχουμε το γνωρίζουμε. Μπορούμε να στηριχτούμε σ’ αυτό, να αισθανθούμε ασφαλείς μέσα του. Φοβόμαστε, κι έτσι αποφεύγουμε να κάνουμε ένα βήμα προς το άγνωστο, το αβέβαιο. Γιατί πραγματικά, αν το βήμα μπορεί να μη μας φανεί ριψοκίνδυνο αφού το κάνουμε, πριν το κάνουμε οι προοπτικές μας φαίνονται πολύ ριψοκίνδυνες, και κατά συνέπεια τρομακτικές. Μόνο το παλιό, το δοκιμασμένο δίνει την αίσθηση της ασφάλειας· ή έτσι τουλάχιστον φαίνεται. Κάθε καινούργιο βήμα έχει μέσα του τον κίνδυνο της αποτυχίας, και αυτός είναι ένας από τους λόγους που οι άνθρωποι φοβούνται τόσο πολύ την ελευθερία.

Βέβαια, σε κάθε στάδιο της ζωής μας το παλιό και το συνηθισμένο είναι διαφορετικά. Όταν είμαστε βρέφη, έχουμε μόνο το σώμα μας και το στήθος της μητέρας μας (αρχικά μη διαφοροποιημένα). Έπειτα αρχίζουμε να προσανατολιζόμαστε προς τον κόσμο, ξεκινώντας τη διαδικασία που χρειάζεται για να βρούμε μια θέση και για τον εαυτό μας μέσα σ’ αυτόν. Αρχίζουμε να θέλουμε να έχουμε πράγματα· έχουμε τη μητέρα μας, τον πατέρα, τ’ αδέρφια, τα παιχνίδια. Αργότερα, αποκτάμε γνώσεις, δουλειά, κοινωνική θέση, σύζυγο, παιδιά, και τότε έχουμε ένα είδος μετα-ζωής, όταν πια αποκτάμε ένα τάφο, μια ασφάλεια ζωής και κάνουμε τη «διαθήκη» μας.

Παρόλη όμως την ασφάλεια του έχειν, οι άνθρωποι συνήθως θαυμάζουν εκείνους που ανοίγουν καινούργια μονοπάτια, που έχουν το κουράγιο να προχωρούν. Στη μυθολογία, αυτός ο τρόπος ύπαρξης αντιπροσωπεύεται συμβολικά από τον ήρωα. Ήρωες είναι εκείνοι που έχουν το θάρρος ν’ αφήσουν ό,τι έχουν – τη γη τους, την οικογένειά τους, την περιουσία τους – και να φύγουν, όχι χωρίς φόβο αλλά και χωρίς να υποκύπτουν στο φόβο τους. Στη βουδιστική παράδοση, ο Βούδας είναι ο ήρωας που αφήνει όλη του την περιουσία, όλη τη σιγουριά που υπάρχει στην ινδουιστική θεολογία – τη θέση του, την οικογένειά του – και προχωράει σε μια ζωή πέρα από δεσμεύσεις. Η δράση του όμως βγαίνει μέσα από την πληρότητα που του δίνει η αγάπη του για όλα τα ανθρώπινα πλάσματα. Οι Έλληνες έχουν κοσμικούς ήρωες, που σκοπός τους είναι η ικανοποίηση της αλαζονείας τους, η κυριαρχία. Παρόλα αυτά, όμοια με τους πνευματικούς ήρωες, ο Ηρακλής και ο Οδυσσέας προχωρούν χωρίς να δειλιάζουν μπροστά στους κινδύνους που τους περιμένουν. Οι ήρωες των παραμυθιών λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο: φεύγουν, τραβάνε μπροστά και υπομένουν την ανασφάλεια.

Θαυμάζουμε αυτούς τους ήρωες, γιατί βαθιά μέσα μας αισθανόμαστε ότι θα θέλαμε να είμαστε σαν κι αυτούς – αν βέβαια μπορούσαμε. Αλλά με το φόβο που έχουμε, πιστεύουμε ότι δε μπορούμε να γίνουμε έτσι, μόνο οι ήρωες μπορούν. Οι ήρωες γίνονται είδωλα. Προβάλλουμε σ’ αυτούς τη δική μας ικανότητα κίνησης, και μετά μένουμε εκεί που ήμασταν – «γιατί δεν είμαστε ήρωες».

Όλη αυτή η ανάλυση ίσως φαίνεται να υπονοεί ότι το να είσαι ήρωας είναι επιθυμητό, είναι όμως ταυτόχρονα ανόητο και ενάντια στο συμφέρον σου. Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα. Τα άτομα τα επιφυλακτικά, τα κτητικά άτομα απολαμβάνουν την ασφάλεια, αλλά στην πραγματικότητα είναι πολύ ανασφαλή. Εξαρτιόνται από αυτά που έχουν: χρήματα, κύρος, το εγώ τους – δηλαδή από πράγματα που είναι έξω απ’ αυτούς. Τι θα γίνουν όμως αν χάσουν ό,τι έχουν; Γιατί, πραγματικά, οτιδήποτε κι αν έχει κανείς μπορεί να χαθεί. Είναι πιθανό ότι η περιουσία μπορεί να χαθεί – και μαζί της τόσο η θέση όσο και οι φίλοι – και σε κάθε στιγμή ο καθένας μπορεί, και αργά ή γρήγορα θα υποχρεωθεί, να χάσει τη ζωή του.

Αν είμαι ό,τι έχω κι αν ό,τι έχω χαθεί, τότε ποιος είμαι; Τίποτ’ άλλο, από μια νικημένη, άδεια, αξιολύπητη μαρτυρία ενός λαθεμένου τρόπου ζωής. Επειδή μπορεί να χάσω ό,τι έχω, είμαι αναγκαστικά συνεχώς ανήσυχος ότι θα χάσω αυτά που έχω. Φοβάμαι τους κλέφτες, τις οικονομικές αλλαγές, τις επαναστάσεις, τις αρρώστιες, το θάνατο· φοβάμαι ακόμα την αγάπη, την ελευθερία, την ανάπτυξη, την αλλαγή, το άγνωστο. Έτσι είμαι συνέχεια ανήσυχος, υποφέροντας από χρόνια υποχονδρία, που δε συνεπάγεται μόνο την απώλεια της υγείας μου αλλά και οποιουδήποτε άλλου αποκτήματός μου. Γίνομαι άνθρωπος αμυντικός, σκληρός, καχύποπτος, μοναχικός, που παρασύρομαι από την ανάγκη να έχω όλο και περισσότερα για να νιώθω μεγαλύτερη ασφάλεια. Ο Ίψεν έχει δώσει μια ωραία περιγραφή αυτού του εγωκεντρικού ανθρώπου στον Πέερ Γκύντ. Ο ήρωας είναι γεμάτος μόνο από τον εαυτό του. Μέσα στον απέραντο εγωισμό του πιστεύει ότι αυτός είναι ο εαυτός του, γιατί αυτός είναι ένα «σύμπλεγμα από επιθυμίες». Στο τέλος της ζωής του αναγνωρίζει ότι, επειδή όλη του η ύπαρξη ήταν χτισμένη πάνω στην ιδιοκτησία του, δεν κατάφερε ποτέ να είναι ο εαυτός του. Ένιωθε ότι ήταν ένα κρεμμύδι χωρίς ψίχα, ένας μισοτελειωμένος άνθρωπος που ποτέ δεν υπήρξε ο εαυτός του.

Η αγωνία και η ανασφάλεια που προκαλείται από τον κίνδυνο να χάσει κανείς ό,τι έχει, δεν υπάρχει στους ανθρώπους που προσπαθούν να είναι. Αν είμαι αυτός που είμαι και όχι αυτό που έχω, τότε κανένας δε μπορεί να μου στερήσει ή να με απειλήσει για την ασφάλεια και την αίσθηση της ταυτότητάς μου. Το κέντρο μου είναι μέσα μου, η δυνατότητά μου να υπάρχω και να εκφράζω τις βασικές μου δυνάμεις είναι κομμάτι της δομής του χαρακτήρα μου και εξαρτάται από εμένα. Αυτό βέβαια αληθεύει σε φυσιολογικές συνθήκες ζωής, όχι σε περιπτώσεις αρρώστιας, αναπηρίας, βασανισμού ή άλλες συνθήκες ισχυρών εξωτερικών περιορισμών.

Ενώ το έχειν βασίζεται σε κάποιο πράγμα που φθείρεται με τη χρήση, το είναι αναπτύσσεται με την εξάσκηση. (Η «φλεγόμενη βάτος» που δεν καίγεται είναι ο βιβλικός συμβολισμός γι’ αυτό το παράδοξο). Οι δυνάμεις της λογικής, της αγάπης, της καλλιτεχνικής και πνευματικής δημιουργίας, όλες οι βασικές δυνάμεις αναπτύσσονται μέσα από τη διαδικασία της έκφρασής τους. Ό,τι ξοδεύεται δεν πάει χαμένο, αντίθετα ό,τι φυλάγεται είναι χαμένο. Όταν προσπαθώ να είμαι, η μόνη απειλή για την ασφάλειά μου βρίσκεται μέσα μου: στην έλλειψη πίστης στη ζωή και στις δημιουργικές μου ικανότητες, στις τάσεις πισωδρόμησης, στην εσωτερική μαλθακότητα και στην προθυμία ν’ αφήσω τους άλλους ν’ αναλάβουν τη ζωή μου. Αλλά αυτοί οι κίνδυνοι εξαφανίζονται, δεν είναι συστατικά του είναι, ενώ ο κίνδυνος της απώλειας είναι έμφυτος στο έχειν.

ΕΡΙΧ ΦΡΟΜ, Να έχεις ή να Είσαι;

B. MANDEVILLE: Η χρησιμότητα των διεφθαρμένων και των τεράτων

Είναι βέβαιο ότι όσο λιγότερες είναι οι επιθυμίες κάποιου τόσο λιγότερο ορέγεται πράγματα και τόσο πιο καλά τα ‘χει με τον εαυτό του. Όσο πιο ενεργός είναι εξυπηρετώντας τις δικές του ανάγκες τόσο λιγότερο χρειάζεται να τον υπηρετούν, κι όσο πιο αγαπητός είναι τόσο λιγότερο οχληρός θα είναι σε μία οικογένεια. Όσο περισσότερο αγαπά την ειρηνική ζωή και την ομόνοια τόσο πιο ελεήμων είναι προς τον πλησίον του, κι όσο περισσότερο διακρίνεται από αληθινή αρετή, στον ίδιο βαθμό αναμφίβολα είναι αποδεκτός από τον Θεό και τους ανθρώπους.

Αλλά ας είμαστε αντικειμενικοί, σε τι ωφελούν όλα τούτα, πώς μπορούν να συμβάλουν στον πλούτο, τη δόξα και το μεγαλείο των εθνών; Είναι ο φιλήδονος αυλικός του οποίου η χλιδή δεν έχει όρια, είναι ο ακόλαστος που επινοεί νέες μόδες κάθε βδομάδα, είναι η υπεροπτική δούκισσα που με την ακολουθία, τις δεξιώσεις και την όλη συμπεριφορά της προσπαθεί να παραστήσει την πριγκίπισσα, είναι ο ανήθικος άσωτος κι ο σπάταλος κληρονόμος αυτοί που πετάνε τα χρήματά τους δίχως μυαλό και κρίση, που αγοράζουν ό,τι βλέπουνε μπροστά τους για να το καταστρέψουν ή να το δώσουν την επομένη, είναι ο άπληστος και δόλιος ουτιδανός που έφτιαξε την περιουσία του εξαπατώντας χήρες κι ορφανά αυτός που κληροδοτεί τα χρήματά του σε άσωτους να τα δαπανούν.

Ιδού ποιοι αποτελούν την κατάλληλη λεία και τροφή για έναν Λεβιάθαν στην πλήρη του άνθηση. Με άλλα λόγια, η ολέθρια κατάσταση των ανθρώπινων υποθέσεων είναι τέτοια που μας κάνει να έχουμε ανάγκη τους διεφθαρμένους και τα τέρατα για να επιτελούν τις διάφορες εργασίες τις οποίες η ανθρώπινη δεξιότητα είναι ικανή να επινοήσει προκειμένου να προμηθεύσει ένα μέσο έντιμης επιβίωσης στις πλατιές μάζες των φτωχών εργαζομένων που είναι απαραίτητοι για τη σύσταση μιας μεγάλης κοινωνίας. Θα ήταν τρελό να φανταστεί κανείς ότι τα μεγάλα και πλούσια έθνη μπορούν να υφίστανται και να είναι συγχρόνως ισχυρά και πολιτισμένα με διαφορετικό τρόπο.

BERNARD MANDEVILLE, Περί της φύσης της κοινωνίας

Ο περιορισμός της εγκεφαλικής κυτταρικής δραστηριότητας ενδέχεται να αυξάνει το προσδόκιμο ζωής

H νευρική δραστηριότητα του εγκεφάλου – που επί σειράν ετών θεωρείται ότι εμπλέκεται σε πλήθος διαταραχών από την άνοια έως την επιληψία – παίζει ρόλο στη διαδικασία της γήρανσης και στο προσδόκιμο ζωής, σύμφωνα με νέα έρευνα, που διεξήχθη από το Ινστιτούτο «Blavatnik» της Ιατρικής Σχολής του Χάρβαρντ.

Η μελέτη, που δημοσιεύτηκε την Τετάρτη στην επιστημονική επιθεώρηση «Nature», βασίστηκε σε ευρήματα από ανθρώπινους εγκεφάλους, ποντίκια και σκουλήκια και έδειξε ότι η υπερβολική δραστηριότητα του εγκεφάλου περιορίζει το προσδόκιμο ζωής ενώ αντίθετα η καταστολή της υπερδραστηριότητας, το επεκτείνει.

Αν και προηγούμενες έρευνες είχαν ήδη διαπιστώσει ότι μέρη του νευρικού συστήματος επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο γερνούν τα ζώα, η συγκεκριμένη μελέτη είναι η πρώτη που εξέτασε το πώς η εγκεφαλική δραστηριότητα επηρεάζει την αύξηση ή τη μείωση του προσδόκιμου ζωής.

Ο Μπρους Γιάνκνερ από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ μαζί με συνεργάτες του επιχείρησαν να μελετήσουν πώς η γονιδιακή έκφραση στον εγκέφαλο επηρεάζει το προσδόκιμο ζωής των ανθρώπων. Αυτοί μελέτησαν τον εγκεφαλικό ιστό χιλιάδων υγιών ανθρώπων που πέθαναν σε ηλικίες από 60 έως 100 έτη. Όταν συνέκριναν δείγματα από εκείνους που πέθαναν πρίν από την ηλικία των 80 ετών με εκείνους που ήταν τουλάχιστον 85 ετών όταν πέθαναν, οι ερευνητές παρατήρησαν ότι αυτοί που έζησαν περισσότερο είχαν σημαντικά λιγότερα γονίδια που συνδέονται με εγκεφαλική διέγερση.

Προκειμένου να διερευνήσουν αν πράγματι αυτός είναι ένας παράγοντας που παίζει ρόλο στο προσδόκιμο ζωής, ο Γιάνκνερ και οι συνεργάτες του χρησιμοποίησαν σε σκουλήκια φάρμακα που καταστέλλουν την εγκεφαλική δραστηριότητα. Όσο πιο πολύ κατέστειλαν την νευρική δραστηριότητα, τόσο περισσότερο ζούσαν τα σκουλήκια κατά μέσο όρο. Το ίδιο συνέβη και με τα σκουλήκια που είχαν εκ φύσεως γονίδια που καταστέλλουν την εγκεφαλική υπερδραστηριότητα.

Ο Γιάνκνερ εξήγησε πως η συσχέτιση είναι αμφίδρομη και δήλωσε: «Η μείωση της νευρικής δραστηριότητας στα σκουλήκια αυξάνει το προσδόκιμο ζωής ενώ η αύξησή της το μειώνει».

Το επίπεδο της νευρικής δραστηριότητας στα θηλαστικά εκτιμήθηκε με τη μέτρηση μιας πρωτεΐνης γνωστής ώς REST. Τα ποντίκια που δεν είχαν αυτό το γονίδιο παρουσίαζαν σημαντικά αυξημένη εγκεφαλική δραστηριότητα συγκριτικά με εκείνα που το είχαν.

Η συγκεκριμένη πρωτεΐνη έχει φανεί πως έχει προστατευτική επίδραση για την άνοια και άλλες διαταραχές. Σε αυτή τη μελέτη, ο Γιάνκνερ και οι συνεργάτες του διαπίστωσαν ότι τα επίπεδα της πρωτεΐνης REST στους πυρήνες των εγκεφαλικών κυττάρων των ανθρώπων που έζησαν μέχρι την ηλικία των 100 ήταν σημαντικά υψηλότερα από τα αντίστοιχα αυτών που πέθαιναν νέοι.

«Αρχικά φαινόταν παράδοξο ότι η καταστολή της νευρικής δραστηριότητας επεκτείνει τη διάρκεια ζωής χωρίς επιβλαβείς παρενέργειες», λέει ο ίδιος.

Οι ερευνητές υποπτεύονται ότι το όφελος προέρχεται από την καταστολή της υπερβολικής εγκεφαλικής δραστηριότητας η οποία σε τόσο υψηλά επίπεδα μπορεί να αποδειχθεί επιβλαβής. Παρόλα αυτά, κατά τον Γιάνκνερ είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι κάτι τόσο βραχύβιο όσο η δραστηριότητα του νευρικού κυκλώματος θα μπορούσε να έχει τόσο μεγάλες επιπτώσεις στη ζωή κάποιου.

Είναι αισιόδοξο ότι οι θεραπείες που έχουν σχεδιαστεί για τη μείωση της υπερβολικής δραστηριότητας νευρικών κυκλωμάτων θα μπορούσαν να λειτουργήσουν. Σύμφωνα με τα ευρήματα αυτά, πιθανότατα δραστηριότητες όπως ο διαλογισμός μπορούν επίσης να συμβάλουν στην επίτευξη της μακροζωίας.

Karl Jaspers: Προϋποθέσεις για μια φιλοσοφική κατανόηση του Nietzsche (1)

Φαίνεται εύκολο σε πολλούς να διαβάζουν τον Nietzsche˙ όπου κι αν ανοίξει κανείς τα έργα του, μπορεί χωρίς καμιάν άλλη προϋπόθεση να τον καταλάβη˙ σχεδόν σε κάθε σελίδα προξενεί το ενδιαφέρον˙ oι κρίσεις του μαγεύουν, η γλώσσα του μας μεθάει˙ και το προχειρότερο διάβασμα ικανοποιεί. Κι όμως γεννιούνται ανωμαλίες, όταν, με την πρόθεση ν’ αντλήση κανείς τέτοιες εντυπώσεις, ζητήσει να προχωρήσει πολύ στο διάβασμα˙ o ενθουσιασμός για τον άμεσα μεταδιδόμενο Nietzsche μεταστρέφεται σε μιαν αντιπάθεια προς μια φαινομενικά ασύνδετη πολλαπλότητα˙ καταντάει ανυπόφορο να διαβάζει κανείς πάντα και κάτι διαφορετικό. Έτσι όμως ούτε η αληθινή κατανόηση επιτυγχάνεται, ούτε τις σωστές δυσκολίες αντιμετωπίζει κανείς.

Στην παρανόηση του Nietzsche οδήγησε το ότι η ιδέα του υπερανθρώπου έδωσε αφορμή σε μια ψευτοφιλολογική λατρεία της μεγαλοφυΐας. Έτσι δεν μπορούσε ποτέ ν’ ανακαλυφθή η αληθινή ουσία του Nietzsche.

Κάθε σημαντικός φιλόσοφος απαιτεί μια μελέτη, που να του ταιριάζει και που αυτή μόνη, σαν μια πράξη ιδιότυπη και προσδιορισμένη στην ιδιοτυπία της απ’ αυτόν μονάχα, συνιστά την ουσία της αληθινής κατανοήσεως. Όσα γράφονται για ένα φιλόσοφο έχουν ως μόνο σκοπό να διευκολύνουν αυτήν την πράξη˙ πρέπει να οδηγούν τον αναγνώστη—μακριά από κάθε επιπόλαια επαφή, μακριά από κάθε αυθαίρετο ξεχώρισμα φράσεων, που θάταν μια παρανόηση, μακριά από την παθητική απόλαυση στο άκουσμα λέξεων ωραίων—σε μιαν αληθινή εμβάθυνση. Χρειάζονται συγγράμματα για να βοηθήσουν τον αναγνώστη του Nietzsche στην ορθή ανάγνωση.

Το έργο

Η μορφή του έργου.

Πραγματείες, ένα πλήθος αποσπασμάτων, επιστολές και ποιήματα —άλλα απ’ αυτά σε αρτιωμένες λογοτεχνικές μορφές κι άλλα ως ένα κολοσσιαίο κατάλοιπο, που στοιβάχθηκε μέσα σε δυο δεκαετίες—, αυτή είναι η μορφή, υπό την οποία μας είναι προσιτή του Nietzsche η σκέψη.

Η σκέψη του δεν είναι ούτε αφοριστική, όπως η σκέψη των φημισμένων αφοριστικών ομιλητών, που στη χορεία τους ο ίδιος ο Nietzsche κάποτε, για λίγο πάντως, θέλησε ν’ ανήκει, ούτε όμως και συστηματική στο είδος των φιλοσοφικών συστημάτων, που σχεδιάζονται και εκτελούνται ως συστήματα.

Από τους αφοριστικούς τύπους τον ξεχωρίζει το ότι υπάρχει ως όλον: ως μια φιλοσοφική ζωή, που επικοινωνεί μαζί μας με σκέψεις και που είναι προικισμένη με την δραστήρια αφοσίωση σε μιαν αποστολή˙ τον ξεχωρίζει λοιπόν το ότι οι σκέψεις του, σαν παραγωγικές δυνάμεις, έχουν οι ίδιες ζωή.

Από τους συστηματικούς τύπους τον ξεχωρίζει το ότι δεν κατόρθωσε να οικοδομήσει ένα λογικό σύνολο σκέψεων: τα συστηματικά σχέδια των έργων του εμφανίζονται είτε σαν μια βάση για την κατάταξη των σκέψεών του, μια βάση, που θάταν πάντα δυνατό να είναι κι αλλιώτικη, είτε σαν ένα αποκρυστάλλωμα σκοπών, που είναι βαλμένοι να υπηρετήσουν μια μεμονωμένη ερευνητική αρχή ή και μια βλέψη προς κάποια επίδραση εξωτερική.

Ο Nietzsche δεν αισθάνεται την ανάγκη ν’ αποκτήσει συνείδηση των μεθόδων του και της ποικιλίας αυτών των μεθόδων ως του φορέως της σκέψεώς του˙ του λείπει η μεθοδική συνείδηση. Έτσι δεν κατορθώνει ν’ αποκτήσει ένα κέντρο αποκρυσταλλώσεως, όπως είναι εκείνα, γύρω από τα οποία χαράζει τους κύκλους του το όλον σαν μια διανοητικά δουλεμένη συνείδηση ζωής και βουλήσεως.

Με μια παρομοίωση μπορούμε να δείξουμε πώς μοιάζει το έργο του Nietzsche: θάλεγε κανείς πως κάποιο στρώμα λατομείου έχει ανατιναχθή. Οι λίθοι έχουν ήδη λίγο ή πολύ λαξευθή, υποδηλούν το όλον, για την κατασκευή του οποίου λαξεύθηκαν, φαίνεται μάλιστα σα ν’ απαρτίζουν κι όλας το όλον, κι όμως η οικοδομή δεν έχει ακόμα στηθή. Το ότι το έργο βρίσκεται ακόμα χάμω σαν άμορφος σωρός, αυτό δεν εμποδίζει εκείνον, που έφθασε να συλλάβει την οικοδομική δυνατότητα αυτού του άμορφου σωρού, να επικοινωνήσει με το πνεύμα του έργου˙ στα μάτια του συναρμολογούνται σε κάποιο σύνολο τα σκόρπια αυτά κομμάτια. Δεν συναρμολογούνται όμως με το ίδιο νόημα: άλλα κομμάτια βρίσκονται μπροστά μας σε αναρίθμητες επαναλήψεις, που δείχνουν μόνο ελάχιστες μεταξύ τους διαφορές, άλλα πάλι προβάλλουν σαν μοναδικές πολύτιμες μορφές, που φαίνονται προορισμένες να χρησιμεύσουν κάπου για ακρογωνιαίος λίθος ή για τόξο ενός θόλου.

Και δεν γίνονται όλα αυτά νοητά παρά μόνον όταν οδηγηθή κανείς στην προσεκτική παραβολή τους προς την ιδέα του οικοδομικού όλου. Αλλά κι αυτή πάλι δεν είναι κάτι το ενιαίο: φαίνεται πως διάφορες οικοδομικές δυνατότητες διασταυρώνονται μεταξύ τους˙ συχνά αμφιβάλλει κανείς, αν ένα κομμάτι είναι στη μορφή του λαθεμμένο ή αν υπακούει σε μιαν άλλη αρχιτεκτονική αρχή.

Ο σκοπός είναι ν’ αναζητήσει κανείς ανάμεσα στα σκόρπια κομμάτια την «κεκρυμμένη» οικοδομή, έστω κι αν δεν πρόκειται να αποκαλυφθή στα μάτια κανενός, κι όταν ακόμα τελειωθή, σαν μια ενιαία και μονοσήμαντη οικοδομή. Στην αναζήτηση αυτή θα επιτύχουμε μονον, αν πούμε, ότι είμαστε εμείς οι ταγμένοι ν’ ανεγείρουμε την οικοδομή, που για τον Nietzsche, όταν δοκίμασε να την στήσει, έμεινε σε σκόρπια συντρίμμια. Δεν πρέπει προ παντός να μας παρασύρει ο αναρίθμητος σωρός τους, δεν πρέπει να μας θαμπώσει η λάμψη του ασύλληπτου υλικού μεμονωμένων κομματιών κι ακολουθώντας την ιδιαίτερη μας κλίση και τη σύμπτωση να ξεχωρίσουμε ό,τι μας αρέσει ή ότι είναι πιο πρόχειρο˙ πρέπει να καταλάβουμε τον Nietzsche μέσω του ίδιου του Nietzsche ως όλου και μάλιστα έτσι ώστε κάθε του λέξη να την παίρνουμε στα σοβαρά, χωρίς όμως πάλι να αφήνουμε ορισμένες λέξεις, απομονώνοντάς τες, να στενέψουν το βλέμμα μας. Πάντως θάταν παραβιασμός του Nietzsche, αν ζητούσαμε να υποβάλουμε μέσα του ένα όλον ανάλογο με μιαν αναστήλωση αρχαιολογική. Η κρυμμένη οικοδομή θ’ αποκαλυφθή μόνον, αν κοντά στην πείρα των συστηματικών δυνατοτήτων αποκτήσουμε και την πείρα του σωριάσματος. Μόνον έτσι θα νοιώσει κανείς τη μεγάλη ώθηση, που έδωσε ο Nietzsche σ’ εμάς τους επιγενόμενους, μιαν ώθηση, που μας έδωσε ακριβώς, μη δείχνοντάς μας καμιά στέγη για να προστατευθούμε, αλλά ξυπνώντας μέσα μας την ανάγκη να πορευθούμε απλώς, δηλαδή να λάβουμε μέρος στην ανάταση του ανθρώπινου, που αυτός κατέστησε δυνατή. Κανένας δεν θα ιδή στον Nietzsche το Μοναδικό, που συνιστά την ύπαρξή του, αν δεν το ζήσει, αν δεν το «πράξει» ο ίδιος.

ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (2.11.1-2.11.10)

[2.11.1] Ἐν τούτῳ δὲ αἱ ἀπὸ τοῦ δεξιοῦ κέρως τάξεις, τετραμμένους ἤδη τοὺς κατὰ σφᾶς τῶν Περσῶν ὁρῶντες, ἐπὶ τοὺς ξένους τε τοὺς μισθοφόρους τοὺς Δαρείου καὶ τὸ πονούμενον σφῶν ἐπικάμψαντες ἀπό τε τοῦ ποταμοῦ ἀπώσαντο αὐτούς, καὶ κατὰ τὸ παρερρωγὸς τοῦ Περσικοῦ στρατεύματος ὑπερφαλαγγήσαντες ἐς τὰ πλάγια ἐμβεβληκότες ἤδη ἔκοπτον τοὺς ξένους· [2.11.2] καὶ οἱ ἱππεῖς δὲ οἱ τῶν Περσῶν κατὰ τοὺς Θεσσαλοὺς τεταγμένοι οὐκ ἔμειναν ἐντὸς τοῦ ποταμοῦ ἐν αὐτῷ τῷ ἔργῳ, ἀλλ᾽ ἐπιδιαβάντες εὐρώστως ἐνέβαλον ἐς τὰς ἴλας τῶν Θετταλῶν. καὶ ταύτῃ ξυνέστη ἱππομαχία καρτερά, οὐδὲ πρόσθεν ἐνέκλιναν οἱ Πέρσαι πρὶν Δαρεῖόν τε πεφευγότα ᾔσθοντο καὶ πρὶν ἀπορραγῆναι σφῶν τοὺς μισθοφόρους συγκοπέντας ὑπὸ τῆς φάλαγγος. [2.11.3] τότε δὲ ἤδη λαμπρά τε καὶ ἐκ πάντων ἡ φυγὴ ἐγίγνετο· καὶ οἵ τε τῶν Περσῶν ἵπποι ἐν τῇ ἀναχωρήσει ἐκακοπάθουν βαρέως ὡπλισμένους τοὺς ἀμβάτας σφῶν φέροντες, καὶ αὐτοὶ οἱ ἱππεῖς κατὰ στενὰς ὁδοὺς πλήθει τε πολλοὶ καὶ πεφοβημένως ξὺν ἀταξίᾳ ἀποχωροῦντες οὐ μεῖον ἀπ᾽ ἀλλήλων καταπατούμενοι ἢ πρὸς τῶν διωκόντων πολεμίων ἐβλάπτοντο. καὶ οἱ Θεσσαλοὶ εὐρώστως αὐτοῖς ἐπέκειντο, ὥστε οὐ μείων ἢ τῶν πεζῶν φόνος ἐν τῇ φυγῇ τῶν ἱππέων ἐγίγνετο.
[2.11.4] Δαρεῖος δέ, ὡς αὐτῷ τὸ πρῶτον ὑπ᾽ Ἀλεξάνδρου ἐφοβήθη τὸ κέρας τὸ εὐώνυμον καὶ ταύτῃ ἀπορρηγνύμενον κατεῖδε τοῦ ἄλλου στρατοπέδου, εὐθὺς ὡς εἶχεν ἐπὶ τοῦ ἅρματος ξὺν τοῖς πρώτοις ἔφευγε. [2.11.5] καὶ ἔστε μὲν ὁμαλοῖς χωρίοις ἐν τῇ φυγῇ ἐπετύγχανεν, ἐπὶ τοῦ ἅρματος διεσώζετο, ὡς δὲ φάραγξί τε καὶ ἄλλαις δυσχωρίαις ἐνέκυρσε, τὸ μὲν ἅρμα ἀπολείπει αὐτοῦ καὶ τὴν ἀσπίδα καὶ τὸν κάνδυν ἐκδύς· ὁ δὲ καὶ τὸ τόξον ἀπολείπει ἐπὶ τοῦ ἅρματος· αὐτὸς δὲ ἵππου ἐπιβὰς ἔφευγε· καὶ ἡ νὺξ οὐ διὰ μακροῦ ἐπιγενομένη ἀφείλετο αὐτὸν τὸ πρὸς Ἀλεξάνδρου ἁλῶναι. [2.11.6] Ἀλέξανδρος γὰρ ἔστε μὲν φάος ἦν ἀνὰ κράτος ἐδίωκεν, ὡς δὲ συνεσκόταζέ τε ἤδη καὶ τὰ πρὸ ποδῶν ἀφανῆ ἦν, εἰς τὸ ἔμπαλιν ἀπετρέπετο ὡς ἐπὶ τὸ στρατόπεδον· τὸ μέντοι ἅρμα τοῦ Δαρείου ἔλαβε καὶ τὴν ἀσπίδα ἐπ᾽ αὐτῷ καὶ τὸν κάνδυν καὶ τὸ τόξον. [2.11.7] καὶ γὰρ καὶ ἡ δίωξις βραδυτέρα αὐτῷ ἐγεγόνει, ὅτι ἐν τῇ πρώτῃ παραρρήξει τῆς φάλαγγος ἐπιστρέψας καὶ αὐτὸς οὐ πρόσθεν ἐς τὸ διώκειν ἐτράπετο πρὶν τούς τε μισθοφόρους τοὺς ξένους καὶ τὸ τῶν Περσῶν ἱππικὸν ἀπὸ τοῦ ποταμοῦ ἀπωσθέντας κατεῖδε.
[2.11.8] Τῶν δὲ Περσῶν ἀπέθανον Ἀρσάμης μὲν καὶ Ῥεομίθρης καὶ Ἀτιζύης τῶν ἐπὶ Γρανίκῳ ἡγησαμένων τοῦ ἱππικοῦ· ἀποθνήσκει δὲ καὶ Σαυάκης ὁ Αἰγύπτου σατράπης καὶ Βουβάκης τῶν ἐντίμων Περσῶν· τὸ δὲ ἄλλο πλῆθος εἰς δέκα μάλιστα μυριάδας καὶ ἐν τούτοις ἱππεῖς ὑπὲρ τοὺς μυρίους, ὥστε λέγει Πτολεμαῖος ὁ Λάγου ξυνεπισπόμενος τότε Ἀλεξάνδρῳ τοὺς μετὰ σφῶν διώκοντας Δαρεῖον, ὡς ἐπὶ φάραγγί τινι ἐν τῇ διώξει ἐγένοντο, ἐπὶ τῶν νεκρῶν διαβῆναι τὴν φάραγγα. [2.11.9] τό τε στρατόπεδον τὸ Δαρείου εὐθὺς ἐξ ἐφόδου ἑάλω καὶ ἡ μήτηρ καὶ ἡ γυνή, αὐτὴ δὲ καὶ ἀδελφὴ Δαρείου, καὶ υἱὸς Δαρείου νήπιος· καὶ θυγατέρες δύο ἑάλωσαν καὶ ἄλλαι ἀμφ᾽ αὐτὰς Περσῶν τῶν ὁμοτίμων γυναῖκες οὐ πολλαί. οἱ γὰρ ἄλλοι Πέρσαι τὰς γυναῖκας σφῶν ξὺν τῇ ἄλλῃ κατασκευῇ ἐς Δαμασκὸν ἔτυχον ἐσταλκότες· [2.11.10] ἐπεὶ καὶ Δαρεῖος τῶν τε χρημάτων τὰ πολλὰ καὶ ὅσα ἄλλα μεγάλῳ βασιλεῖ ἐς πολυτελῆ δίαιταν καὶ στρατευομένῳ ὅμως συνέπεται πεπόμφει ἐς Δαμασκόν, ὥστε ἐν τῷ στρατεύματι οὐ πλείονα ἢ τρισχίλια τάλαντα ἑάλω. ἀλλὰ καὶ τὰ ἐν Δαμασκῷ χρήματα ὀλίγον ὕστερον ἑάλω ὑπὸ Παρμενίωνος ἐπ᾽ αὐτὸ τοῦτο σταλέντος. τοῦτο τὸ τέλος τῇ μάχῃ ἐκείνῃ ἐγένετο ἐπὶ ἄρχοντος Ἀθηναίοις Νικοκράτους μηνὸς Μαιμακτηριῶνος.

***
[2.11.1] Στο μεταξύ τα μακεδονικά τάγματα της δεξιάς πτέρυγας, όταν αντιλήφθηκαν ότι είχαν τραπεί σε φυγή οι Πέρσες που ήταν απέναντί τους, στράφηκαν αμέσως προς τους Έλληνες μισθοφόρους του Δαρείου και προς τους δικούς τους που πιέζονταν, απώθησαν τον εχθρό από τον ποταμό και, αφού περικύκλωσαν τον περσικό στρατό στο μέρος όπου είχε διασπασθεί, εισόρμησαν από τα πλάγια και άρχισαν να κατακόπτουν τους μισθοφόρους. [2.11.2] Κατά την ώρα της συμπλοκής αυτής οι Πέρσες ιππείς που είχαν παραταχθεί απέναντι στους Θεσσαλούς δεν παρέμειναν άπρακτοι μέσα στο ποτάμι, αλλά, αφού πέρασαν στην απέναντι όχθη, προσέβαλαν με γενναιότητα τις ίλες του θεσσαλικού ιππικού. Στο σημείο αυτό έγινε άγρια ιππομαχία, γιατί οι Πέρσες ιππείς δεν υποχώρησαν παρά μόνο όταν αντιλήφθηκαν ότι ο Δαρείος είχε τραπεί σε φυγή και ότι οι Έλληνες μισθοφόροι είχαν αποκοπεί από αυτούς και είχαν κατασφαγεί από τη μακεδονική φάλαγγα. [2.11.3] Τότε πια η φυγή των Περσών έγινε φανερή και γενικεύτηκε. Κατά την αποχώρηση υπέφεραν και τα άλογα των Περσών, που κουβαλούσαν τους βαριά οπλισμένους ιππείς, και οι ίδιοι οι ιππείς, που, αποχωρώντας με αταξία μέσα από στενούς δρόμους πολλοί μαζί και πανικόβλητοι, έπαθαν καταστροφή τόσο επειδή καταπατήθηκαν μεταξύ τους όσο και από τους εχθρούς που τους καταδίωκαν. Συγχρόνως επιχειρούσαν εναντίον τους σφοδρές επιθέσεις οι Θεσσαλοί, ώστε κατά τη φυγή τους σκοτώθηκαν τόσοι ιππείς όσοι και πεζοί.
[2.11.4] Ο Δαρείος, μόλις ο Αλέξανδρος προκάλεσε πανικό στην αριστερή του πτέρυγα και παρατήρησε ότι αυτή είχε αποκοπεί από το υπόλοιπο στράτευμα, ανέβηκε, όπως ακριβώς ήταν, στο άρμα του και τράπηκε σε φυγή μαζί με τους πρώτους. [2.11.5] Όσο συναντούσε κατά τη φυγή του τόπους ομαλούς, προσπαθούσε να σωθεί με το άρμα του· όταν όμως συνάντησε φαράγγια και άλλα δύσβατα μέρη, άφησε εκεί το άρμα και έβγαλε την ασπίδα και το πανωφόρι του· εγκατέλειψε μάλιστα επάνω στο άρμα και το τόξο του και προσπάθησε να διαφύγει έφιππος. Η νύχτα που έπεσε σε λίγη ώρα εμπόδισε τον Αλέξανδρο να τον συλλάβει. [2.11.6] Γιατί ο Αλέξανδρος όσο ακόμη έφεγγε, τον καταδίωκε με όλη του τη δύναμη, αλλά όταν σκοτείνιασε και δεν έβλεπε πια, ούτε ό,τι ήταν μπροστά του, γύρισε πίσω στο στρατόπεδο· κυρίεψε όμως το άρμα του Δαρείου και μαζί με αυτό την ασπίδα του, το πανωφόρι και το τόξο του. [2.11.7] Καθυστέρησε πράγματι να αρχίσει την καταδίωξη, επειδή επέστρεψε και ο ίδιος πίσω, όταν έγινε η πρώτη διάσπαση της φάλαγγας, και δεν ξανάρχισε την καταδίωξη παρά μόνο όταν βεβαιώθηκε ότι οι ξένοι μισθοφόροι και το περσικό ιππικό είχαν εκδιωχθεί από τον ποταμό.
[2.11.8] Από τους Πέρσες σκοτώθηκαν ο Αρσάμης, ο Ρεομίθρης και ο Ατιζύης, που ήταν αρχηγοί του ιππικού στη μάχη του Γρανικού. Σκοτώθηκαν επίσης ο Σαυάκης, ο σατράπης της Αιγύπτου, και ο Βουβάκης, που ήταν ένας από τους ευγενείς Πέρσες· από το υπόλοιπο πλήθος των Περσών έπεσαν περίπου εκατό χιλιάδες, ανάμεσα στους οποίους ήταν πάνω από δέκα χιλιάδες ιππείς· ώστε, όπως αναφέρει ο Πτολεμαίος, ο γιος του Λάγου, ο οποίος συνόδευε τότε τον Αλέξανδρο, όταν οι Μακεδόνες, που καταδίωκαν μαζί τους τον Δαρείο, έφθασαν κυνηγώντας τον σε ένα φαράγγι, το πέρασαν πατώντας επάνω στα πτώματα των σκοτωμένων. [2.11.9] Με έφοδο κυριεύθηκε αμέσως το στρατόπεδο του Δαρείου και αιχμαλωτίστηκαν η μητέρα και η γυναίκα του Δαρείου, που ήταν συγχρόνως και αδελφή του, καθώς και ο γιος του, που ήταν νήπιο· αιχμαλωτίστηκαν επίσης και δύο θυγατέρες του, καθώς και λίγες άλλες γυναίκες των ευγενών Περσών, που ανήκαν στην ακολουθία τους. Και αυτό γιατί οι υπόλοιποι Πέρσες έτυχε να έχουν στείλει τις γυναίκες τους μαζί με τις αποσκευές τους στη Δαμασκό. [2.11.10] Επειδή και ο Δαρείος είχε στείλει στη Δαμασκό το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων του, καθώς και όσα άλλα πράγματα ακολουθούν τον Μεγάλο Βασιλέα ακόμα και στην εκστρατεία, ως απαραίτητα για την πολυτελή ζωή του, κυριεύτηκαν στο στρατόπεδο όχι περισσότερα από τρεις χιλιάδες τάλαντα. Και η περιουσία όμως αυτή στη Δαμασκό κυριεύθηκε λίγο αργότερα από τον Παρμενίωνα που είχε σταλεί εκεί για τον ίδιο σκοπό. Έτσι τελείωσε η μάχη αυτή που έγινε όταν επώνυμος άρχων στην Αθήνα ήταν ο Νικοκράτης, κατά τον μήνα Μαιμακτηριώνα.

Πέμπτη 24 Ιουνίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Ἠλέκτρα (1-22)

ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
Ὦ τοῦ στρατηγήσαντος ἐν Τροίᾳ ποτὲ
Ἀγαμέμνονος παῖ, νῦν ἐκεῖν᾽ ἔξεστί σοι
παρόντι λεύσσειν, ὧν πρόθυμος ἦσθ᾽ ἀεί.
τὸ γὰρ παλαιὸν Ἄργος οὑπόθεις τόδε,
5 τῆς οἰστροπλῆγος ἄλσος Ἰνάχου κόρης·
αὕτη δ᾽, Ὀρέστα, τοῦ λυκοκτόνου θεοῦ
ἀγορὰ Λύκειος· οὑξ ἀριστερᾶς δ᾽ ὅδε
Ἥρας ὁ κλεινὸς ναός· οἷ δ᾽ ἱκάνομεν,
φάσκειν Μυκήνας τὰς πολυχρύσους ὁρᾶν,
10 πολύφθορόν τε δῶμα Πελοπιδῶν τόδε,
ὅθεν σε πατρὸς ἐκ φόνων ἐγώ ποτε
πρὸς σῆς ὁμαίμου καὶ κασιγνήτης λαβὼν
ἤνεγκα κἀξέσωσα κἀξεθρεψάμην
τοσόνδ᾽ ἐς ἥβης, πατρὶ τιμωρὸν φόνου.
15 νῦν οὖν, Ὀρέστα καὶ σὺ φίλτατε ξένων
Πυλάδη, τί χρὴ δρᾶν ἐν τάχει βουλευτέον·
ὡς ἡμὶν ἤδη λαμπρὸν ἡλίου σέλας
ἑῷα κινεῖ φθέγματ᾽ ὀρνίθων σαφῆ
μέλαινά τ᾽ ἄστρων ἐκλέλοιπεν εὐφρόνη.
20 πρὶν οὖν τιν᾽ ἀνδρῶν ἐξοδοιπορεῖν στέγης,
ξυνάπτετον λόγοισιν· ὡς ἐνταῦθ᾽ ἐμὲν
ἵν᾽ οὐκέτ᾽ ὀκνεῖν καιρός, ἀλλ᾽ ἔργων ἀκμή.

***
ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
Ω εκείνου που εστρατήγησε στην Τροία,
του Αγαμέμνονα γιε, τώρα όλα εκείνα
που ελαχταρούσες πάντα, εμπρός σου βλέπεις·
νά το Άργος το παλιό, που όλο ποθούσες,
το άλσος της δύστυχης κόρης του Ινάχου,
κι αυτή ᾽ναι του Θεού τού λυκοκτόνου,
Ορέστη, η αγορά· κι αριστερά μας
νά ο ξακουστός ναός της Ήρας· νά την
που φτάσαμε η πολύχρυση η Μυκήνα,
10 κι αυτό — το αιματοράντιστο παλάτι
των Ατρειδών· απ᾽ όπου, όταν εσφάζαν
τον πατέρα σου μέσα, εγώ σε πήρα
από της αυταδέρφης σου τα χέρια
και σ᾽ έσωσα και σ᾽ έθρεψα μεγάλο,
για να γενείς μια μέρα εκδικητής του.
Τώρα λοιπόν, Ορέστη, και συ απ᾽ όλους
πιο ακριβέ μας, Πυλάδη, πρέπει αμέσως
το τί έχομε να κάμομε να δούμε·
γιατί έσβησαν της μαύρης νύχτας τ᾽ άστρα
και το λαμπρό το φως ξυπνάει του ήλιου
των πουλιών —άκου— τ᾽ αυγινά τραγούδια·
20πρι λοιπόν βγει κανείς απ᾽ το παλάτι,
πάρετε απόφαση, γιατί όπου στέκει
το πράμα, δε σηκώνει αργοπορίες,
μα ο καιρός σπρώχνει στη δουλειά να μπούμε.

Αρχαία Ελληνική Γραμματολογία: 4. Αλεξανδρινή ή Ελληνιστική εποχή (323-31 π.Χ.)

4.4.Γ. Λυρική ποίηση

Ο λυρισμός ξανανθίζει στα ελληνιστικά χρόνια, όπου δίπλα στα γνωστά μας είδη ακμάζουν τρία ακόμα: το επύλλιο, το ειδύλλιο, που τώρα πρωτοεμφανίζεται, και ο παραμελημένος λογοτεχνικός μίμος, ο μιμίαμβος. Χαρακτηριστικό ότι οι ποιητές καλλιέργησαν καθένας περισσότερα από ένα ποιητικά, και όχι μόνο ποιητικά, είδη. Κοινή σε όλους η αγάπη για το κατεξοχήν αλεξανδρινό λυρικό είδος, το επίγραμμα.

Τα αλεξανδρινά επιγράμματα είναι ποικίλα: θρηνητικά, αναθηματικά, ερωτικά, πολεμικά, σατιρικά, συμποτικά[1] κλπ. - και μας έχουν σωθεί πολλά, γιατί γρήγορα βρέθηκαν ποιητές και λόγιοι να τα συγκεντρώσουν σε ανθολογίες, που η καθεμιά τους αντίγραφε και επαύξανε τις προηγούμενες.[2] Ένα βυζαντινό χειρόγραφο του 10ου αιώνα μάς διασώζει την Ἑλληνική ἀνθολογία, όπως την ονομάζουμε, που περιέχει πάνω από 4000 δίστιχα, τετράστιχα ή και κάπως μεγαλύτερα επιγράμματα, τα περισσότερα αλεξανδρινά.

Από την Ελληνική ανθολογία μάς είναι γνωστοί πλήθος αξιόλογοι επιγραμματοποιοί, που γεωγραφικά καλύπτουν όλο τον ελληνικό χώρο και χρονολογικά ολόκληρη την Ελληνιστική εποχή. Ενδεικτικά μόνο σημειώνουμε τον Λεωνίδα από τον Τάραντα, τον Φάλαικο από τη Φωκίδα, τον Ποσείδιππο από την Πέλλα, τον Ηράκλειτο από την Αλικαρνασσό, τον Διοσκουρίδη από την Αλεξάνδρεια - και δύο ποιήτριες: την Ανύτη από την Τεγέα, που έγραψε επιτάφια επιγράμματα για το τριζόνι της και για τον πετεινό της, και τη Νόσση από την Κάτω Ιταλία, που σε ένα της επίγραμμα στέλνει χαιρετισμό στη Σαπφώ.

Ονομαστός για τα ερωτικά και συμποτικά του επιγράμματα ήταν ο Ασκληπιάδης από τη Σάμο (4ος/3ος π.Χ. αι.). Στα σαράντα πάνω κάτω έργα του που μας σώθηκαν απαντά συχνά ο μικρός τοξότης Έρωτας, γνωστός και από τις απεικονίσεις της εποχής. Δικό του είναι και το χαριτωμένο παρακλαυσίθυρο επίγραμμα (Ελληνική ανθολογία 5.188):

Μεγάλη νύχτα, χαλασμός, η πούλια πάει να δύσει,
κι εγώ μπροστά στην πόρτα της έρχομαι και μουσκεύω
.

Ελάχιστα μόνο αποσπάσματα και δύο επιγράμματα σώθηκαν από το πλούσιο έργο του Φιλίτα, φιλόλογου και ποιητή από την Κω, που έζησε και δίδαξε στο γύρισμα του 4ου προς τον 3ο π.Χ. αιώνα· όμως η φήμη και η επίδρασή του, αν κρίνουμε από τις μαρτυρίες των διαδόχων του ποιητών, Ελλήνων και Ρωμαίων, ήταν μεγάλη. Τα ποιήματά του ήταν ποικίλα, άλλα ευτράπελα (Παίγνια), άλλα ερωτικά, άλλα αφηγηματικά, όπως η Δήμητρα σε ελεγειακούς και ο Ἑρμῆς σε εξάμετρους στίχους (το τελευταίο με θέμα τον κρυφό έρωτα της Πολυμήλης, κόρης του Αιόλου, με τον Οδυσσέα). Ως φιλόλογος ο Φιλίτας ασχολήθηκε με τον Όμηρο και ακόμα μάζεψε σπάνιες και διαλεκτικές λέξεις, κατάλληλες να αξιοποιηθούν στη λόγια ποίηση της εποχής του. Μαθητές του ήταν ο Πτολεμαίος Β', ο Ζηνόδοτος, ο Θεόκριτος, και ο Ερμησιάνακτας.

Ακολουθώντας τον δρόμο που είχαν ανοίξει ο Μίμνερμος και ο Αντίμαχος, ο Ερμησιάνακτας από την Κολοφώνα σύνθεσε ερωτικές ελεγείες, αφηγηματικές, και τους έδωσε το όνομα της αγαπημένης του Λεόντιον.[3] Μας σώθηκε ένα μεγάλο απόσπασμα από το τρίτο βιβλίο, όπου παρουσιάζοντας τους έρωτες των προκατόχων του ποιητών έγραψε, κοντά σε άλλα παράδοξα, πως ο Όμηρος είχε αγαπήσει την Πηνελόπη, και πως γι᾽ αυτό και μόνο ύμνησε ένα νησί μικρό σαν την Ιθάκη.

ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ (περ. 305-240 π.Χ.)

Μέγα βιβλίον μέγα κακόν.[4]

Ο διασημότερος ποιητής της Αλεξανδρινής εποχής γεννήθηκε στην Κυρήνη, αλλά νέος μετακόμισε στην Αλεξάνδρεια, όπου για ένα διάστημα δούλεψε ως γραμματοδιδάσκαλος. Αργότερα εργάστηκε στη Βιβλιοθήκη, χωρίς ποτέ να οριστεί προϊστάμενός της, ίσως γιατί οι πρωτοποριακές ιδέες του για την ποιητική τέχνη προκαλούσαν διαφωνίες.

Προεξοφλώντας τις τάσεις της εποχής του, ο Καλλίμαχος θέλησε όχι τόσο να ανατρέψει όσο να ανανεώσει την ποιητική παράδοση. «Το εχθρεύομαι το ποίημα το κυκλικό», έγραψε σε ένα του επίγραμμα (28), εννοώντας τα μακρόπνοα έπη που σαν τα ομηρικά εξακολουθούσαν με παχιά λόγια να υμνούν τις δόξες των ηρώων και συνέχισε: «δεν μ᾽ ευχαριστεί ο δρόμος που τον περπατούν πολλοί πάνω και κάτω» Ιδανικό του ήταν, όπως του είχε τάχα συστήσει ο Απόλλωνας (Αίτια 1.25-34), να αναζητά «δρόμους απάτητους, στενούς», να συνθέτει έργα ὀλιγόστιχα, πρωτότυπα, κομψά, διακριτικά - σαν «τον ήχο του τζίτζικα», όχι σαν «το θόρυβο του γαϊδάρου». Τέτοιες προκλητικές ιδέες και εκφράσεις φυσικό ήταν να προκαλέσουν αντιδράσεις από άλλους ποιητές, που τον κατηγόρησαν ότι δεν ήταν άξιος να γράψει μεγάλα έργα· και εκείνος συνέχισε την πολεμική ονομάζοντάς τους «Τελχίνες» (κακόβουλους δαίμονες) και «άσχετους, που δεν τους αγάπησαν οι Μούσες» (Αίτια 1.1-2).

Ο Καλλίμαχος έγραψε πολλά. Ως φιλόλογος κατάρτισε τους Πίνακες τῶν ἐν πάσῃ παιδείᾳ διαλαμψάντων καὶ ὧν συνέγραψαν, τεράστιο έργο σε 120 βιβλία, μια πρώτη γραμματολογία που παρουσίαζε καταταγμένους κατά λογοτεχνικά είδη όλους τους προγενέστερους συγγραφείς, με τη βιογραφία και τους τίτλους των έργων τους.

Τα ποικίλα του επιστημονικά ενδιαφέροντα και το συλλεκτικό του πάθος μαρτυρούν πολλά ακόμα, χαμένα σήμερα, έργα του σε πεζό: διατριβές όπως οι Περὶ ἀνέμων, Περὶ νυμφῶν, Περὶ ὀρνίθων, Περὶ τῶν ἐν τῇ οἰκουμένῃ ποταμῶν, Περὶ ἀγώνων, και ακόμα έργα όπως το Βαρβαρικὰ νόμιμα, για τα έθιμα των ξένων λαών, και η Θαυμάτων τῶν εἰς ἅπασαν τὴν γῆν κατὰ τόπους συναγωγή, όπου είχε συγκεντρώσει όλα του κόσμου τα «παράδοξα»· παράδειγμα: «λέει ο Τίμαιος ότι από τα ποτάμια της Ιταλίας ο Κράθης ξανθίζει τις τρίχες» (απόσπ. 46 Pf.).

Τεράστια ήταν και η ποιητική του παραγωγή: ιαμβικά ποικίλα ποιήματα, ελεγείες, επύλλια, επίνικοι κλπ., και ένα δυσφημιστικό - καταραστικό για κάποιον εχθρό του, ο Ἶβις (αιγυπτιακό πουλί ρυπαροφάγον).

Σημαντικότερο έργο του θεωρούνται τα Αἴτια, μια σειρά από σύντομες αφηγηματικές ελεγείες, όπου ο ποιητής ρωτούσε τάχα τις Μούσες, και εκείνες του απαντούσαν εκθέτοντας τις αιτίες που προκάλεσαν ορισμένες ονομασίες, γιορτές, έθιμα, φαινόμενα κλπ.· παράδειγμα ο Πλόκαμος της Βερενίκης, που αιτιολογεί τον ομώνυμο αστερισμό.[5] Ονομαστό ήταν και το επύλλιο Ἑκάλη, όπου ο Θησέας, στον δρόμο του να εξοντώσει τον ταύρο του Μαραθώνα, νύχτα με κοσμοχαλασιά κατάφυγε στο φτωχικό μιας γριάς, της Εκάλης, που τον καλοσκάμνισε. Στον γυρισμό τη βρήκε νεκρή και την ετίμησε, δίνοντας το όνομα της σε ένα δήμο[6] και καθιερώνοντας ως αττική γιορτή τα Ἑκαλήσια (ἱερά). Έτσι, στο ηρωικό θέμα εισάγεται ως κεντρικό πρόσωπο μια γριούλα, περιγράφονται σκηνές λιτής φιλοξενίας με ψωμί κι ελιές - και αιτιολογούνται το όνομα ενός δήμου και μια γιορτή.

Τα παραπάνω έργα έχουν όλα χαθεί. Σώθηκαν όμως πολλά, μικρά ή μεγαλύτερα, αποσπάσματα, άλλα από την έμμεση παράδοση, άλλα από παπύρους, και κάποιες περιλήψεις, που μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε μιαν αρκετά ξεκάθαρη εικόνα για τη μορφή και το περιεχόμενό τους.

Ολόκληροι μας σώθηκαν μόνο έξι Ὕμνοι σε διάφορους θεούς, που σε πολλά θυμίζουν τους Ομηρικούς ύμνους, σε πολλά όχι, καθώς ο Καλλίμαχος θέλησε και μπόρεσε να παραλλάξει το υμνητικό είδος επιλέγοντας μύθους μαρτυρημένους αλλά σπάνιους,[7] ποικίλλοντας τη λογιότητα με το χιούμορ και τη διήγηση με τη θεατρική παρουσίαση, παρεμβάλλοντας στοιχεία πολεμικής για τους αντιπάλους του και κολακείας για τους Πτολεμαίους. Στα χέρια μας έφτασαν και 58 μαστορικά επιγράμματα - ελάχιστα μπροστά στα πολλά που είχε συνθέσει.

Η υψηλή ποιητική γλώσσα του Καλλίμαχου είναι στη βάση της ομηρική· φανερή όμως είναι πάλι η προσπάθεια να αλλοιωθούν το ύφος και η γλώσσα του έπους τόσο ώστε ο αναγνώστης ή ακροατής να έχει την αίσθηση ότι γνωρίζει κάτι καινούργιο. Ο Καλλίμαχος κάνει παραχωρήσεις στη δωρική διάλεκτο, χρησιμοποιεί με απροσδόκητο τρόπο τις τυπικές ομηρικές εκφράσεις, προτιμά τις σπάνιες λέξεις και τους ασυνήθιστους γραμματικούς τύπους, ακόμα και όταν δεν απαντούν στον Όμηρο, προσθέτει νέους αυστηρούς κανόνες στη μετρική - δε χάνει ευκαιρία να επιδείξει τη βαθιά του γνώση της λογοτεχνικής παράδοσης και τη δεξιότητά του να τη μετασχηματίζει.

Τυπικά και ουσιαστικά αλεξανδρινός, ο Καλλίμαχος αποτελεί λαμπρό παράδειγμα συγγραφέα όπου η λογιότητα συνυπάρχει και συνεργάζεται με την ποιητική έμπνευση και μαστοριά. Όσο ζούσε το ακροατήριό του περιοριζόταν στους λίγους και εκλεκτούς· όμως αυτό δεν εμπόδισε η επίδρασή του τόσο στους Έλληνες όσο και στους λατίνους ποιητές που ακολούθησαν να είναι τεράστια.

Αν εξαιρέσουμε τη Νέα κωμωδία, που αναπτύχτηκε στην Αθήνα και γρήγορα εξαντλήθηκε, η θεατρική παραγωγή της Αλεξανδρινής εποχής δεν είχε υψηλές αισθητικές απαιτήσεις, αλλά περιορίστηκε σε απλούστερες λαϊκές μορφές, που τους δώσαμε το γενικό όνομα μίμοι. Αυτή η απουσία του έντεχνου θεάτρου έδωσε, όπως φαίνεται, στη λυρική ποίηση την ευκαιρία να υιοθετήσει και να εκμεταλλευτεί θεατρικά στοιχεία όπως η τοποθέτηση της δράσης σε συγκεκριμένο σκηνικό, ο ζωηρός διάλογος, η μιμητική απαγγελία κ.ά. - στοιχεία που τα συναντούμε σε όλους λίγο πολύ τους αλεξανδρινούς ποιητές.

Ιδιαίτερα έντονα είναι τα θεατρικά στοιχεία στο έργο του Θεόκριτου και του Ηρώνδα, που καλλιέργησαν ένα παραμελημένο, παραθεατρικό ας το πούμε, είδος, τον λογοτεχνικό μίμο. Ο λογοτεχνικός μίμος πρωτοεμφανίστηκε τον 5ο π.Χ. αιώνα στη Σικελία, όπου ανθούσε η λαϊκή φάρσα, και δεν πρέπει να θεωρηθεί σύμπτωση, όταν το ίδιο είδος βλέπουμε να αναβιώνει σε εποχή όπου πάλι κυριαρχούσε το λαϊκό κωμικό θέατρο.

Σικελική προέλευση φαίνεται να έχει και ένα ακόμα λαϊκό στοιχείο που προβάλλεται εξευγενισμένο στην αλεξανδρινή ποίηση: ο βουκολιασμός, τα τραγούδια των βοσκών,[8] που ακούγονταν στις αγροτικές γιορτές της Σικελίας, ανεξάρτητα ή και στο πλαίσιο αυτοσχέδιων ή εθιμικών διαγωνισμών. Σε αυτά υποθέτουμε πως πρωταγωνιστούσε συχνά ο μυθικός βοσκός, ο Δάφνης, με τους συντρόφους του και τις ερωτικές τους ιστορίες.

Μέσα στη γενικότερη νοσταλγία για την απλή ζωή που χαρακτήριζε την αστική και πολυτάραχη αλεξανδρινή κοινωνία, ένας σημαντικός ποιητής, ο Θεόκριτος, που είχε ο ίδιος γεννηθεί και μεγαλώσει στη Σικελία, μετουσίωσε σε υψηλή ποίηση τις συναναστροφές των απλών ανθρώπων και τα τραγούδια τους, εγκαινιάζοντας νέο λογοτεχνικό είδος, τη βουκολική ποίηση.

ΘΕΟΚΡΙΤΟΣ (4ος/3ος π.Χ. αι.)

Γεννήθηκε από απλή οικογένεια στις Συρακούσες και νωρίς επιδόθηκε στην ποίηση. Απογοητευμένος γιατί ο ισχυρός τύραννος των Συρακουσών, ο Ιέρων, δε θέλησε να τον υποστηρίξει, ξενιτεύτηκε και έζησε πότε στην αυλή του Πτολεμαίου στην Αλεξάνδρεια, όπου σχετίστηκε με τον Καλλίμαχο, πότε στην Κω, νησί με έντονη πνευματική κίνηση, που τα χρόνια εκείνα ανήκε στην επικράτεια των Πτολεμαίων.

Ακολουθώντας τη γραμμή του Καλλίμαχου, ο Θεόκριτος έγραψε σχετικά μικρά σε έκταση, ανεξάρτητα ποιήματα με ποικίλο περιεχόμενο. Αργότερα οι σχολιαστές έδωσαν στο καθένα έναν τίτλο, και όλα μαζί τα ονόμασαν ειδύλλια.[9]

Ξεχωριστή θέση κατέχουν τα βουκολικά ειδύλλια, με πρωταγωνιστές βοσκούς και βοσκοπούλες: τα Θαλύσια, όπου οδεύοντας για μιαν αγροτική γιορτή ο Θεόκριτος, με το ψευδώνυμο Συμμιχίδας, και ένας γιδοβοσκός, ο Λυκίδας, που ίσως και αυτός να αντιπροσωπεύει κάποιον ποιητή, συνερίζονται στο τραγούδι· ο Θύρσις, όπου ένας βουκόλος τραγουδά σε ένα γιδοβοσκό τον άτυχο έρωτα και τον θάνατο του Δάφνη· ο Κῶμος, ιδιότυπο παρακλαυσίθυρο, όπου ένας γιδοβοσκός πολιορκεί την αγαπημένη του βοσκοπούλα, που μένει κλεισμένη στη σπηλιά της κ.ά. Συγγενικό είναι και το Θερισταί, όπου ένας ράθυμος δουλευτής τραγουδά τον έρωτά του για τη χαρίεσσαν Βομβύκα, ενώ ένας άλλος, εργατικός, προτιμά το παραδοσιακό τραγούδι των θεριστάδων.

Σε αστικό περιβάλλον κινούνται ειδύλλια όπως το Συρακόσιαι ἢ ἀδωνιάζουσαι, όπου δυο κυράδες από τις Συρακούσες σεργιανούν στην Αλεξάνδρεια την ημέρα της γιορτής του Άδωνη θαυμάζοντας την πολυκοσμία και την πολυτέλεια της γιορτής, και το Φαρμακεύτριαι, όπου νύχτα στο σπίτι της η Σιμαίθα κάνει μάγια για να ξαναφέρει κοντά της τον αγαπημένο της Δέλφη, και εξιστορεί τον έρωτά τους στη Σελήνη.

Αρκετά ειδύλλια έχουν μυθολογικό θέμα: ο Κύκλωψ παρουσιάζει τις μάταιες προσπάθειες του ερωτευμένου Πολύφημου να κατακτήσει τη Νηρηίδα Γαλάτεια·[10] ο Ὕλας εξιστορεί πώς χάθηκε, αρπαγμένος από τις Νύμφες, ο αγαπημένος του Ηρακλή· ο Ἡρακλίσκος πώς, μωρό ακόμα, ο ήρωας έπνιξε τα δύο φίδια που είχε στείλει η Ήρα να τον σκοτώσουν κ.ά. Εδώ ανήκουν και οι Διόσκουροι, αφηγηματικός ύμνος στους ομώνυμους θεούς, και ο Ἑλένης ἐπιθαλάμιος, νυφιάτικο τραγούδι για το γάμο της ηρωίδας με τον Μενέλαο.

Αυλικά μπορούν να χαρακτηριστούν τα ειδύλλια Ἱέρων ἢ Χάριτες και το Ἐγκώμιον εἰς Πτολεμαῖον τον Β', τον Φιλάδελφο, που ο ποιητής βρήκε και αλλού ευκαιρίες να τον μνημονεύσει επαινετικά.

Στα γνήσια έργα του Θεόκριτου ανήκουν ακόμα η Ἀλακάτα, έπαινος για τη σύζυγο ενός φίλου που ο ποιητής θέλησε να της χαρίσει μια φιλντισένια ρόκα (ἠλακάτη) κατασκευασμένη στις Συρακούσες, είκοσι τέσσερα επιγράμματα, ένα τεχνοπαίγνιο, η Σῦριγξ, ποίημα όπου κάθε στίχος είναι συντομότερος από τον προηγούμενο έτσι ώστε καταγραμμένο να μοιάζει με την καλαμένια σύριγγα των βοσκών, και μερικά ακόμα ποιητικά έργα, τα περισσότερα ερωτικά.

Με τη θεματική ποικιλία τους και τη λαμπρή τεχνική τους τα ειδύλλια του Θεόκριτου αντιπροσωπεύουν την αλεξανδρινή ποίηση στις καλύτερες στιγμές της. Ο Θεόκριτος συνδυάζει τον λογοτεχνικό μίμο με τα λαϊκά τραγούδια, τον διάλογο με την αφήγηση, τη μυθολογία με τον ρεαλισμό και την ηθογραφία. Αντίθετα όμως απ᾽ ό,τι θα περιμέναμε, η γλώσσα των ειδυλλίων απέχει πολύ από την καθημερινή ομιλία. Στα θέματα της γλωσσικής και μετρικής μορφής ο Θεόκριτος ακολούθησε τη γενικότερη λόγια τάση της εποχής: έγραψε έργα στη δωρική αλλά και στην ιωνική και στην αιολική διάλεκτο, και χειρίστηκε με άνεση τον επικό δακτυλικό εξάμετρο στίχο. Μπορεί οι βοσκοί του να φορούν προβιές και να μυρίζουν πυτιά, αλλά αυτό δεν τους εμποδίζει να συνθέτουν περίτεχνα τραγούδια σε λόγιο ποιητικό ιδίωμα, να γνωρίζουν τα κλασικά έργα και να ασκούν εύστοχη λογοτεχνική κριτική.

Με όλα αυτά, και αν ακόμα τα ειδύλλια δεν προορίζονταν για απλή ανάγνωση αλλά και για να παρουσιαστούν απαγγελτικά, πάλι στο ακροατήριο δε θα βρίσκονταν παρά οι ελάχιστοι που μπορούσαν να καταλάβουν τις ποικίλες διαλέκτους, να εκτιμήσουν τη μετρική μαστοριά και να αποκρυπτογραφήσουν τους λόγιους υπαινιγμούς του κειμένου.

Μαζί με τα γνήσια έργα του Θεόκριτου τα χειρόγραφα παραδίδουν και άλλα βουκολικά έργα μεταγενέστερων ποιητών που ακολούθησαν τα χνάρια του γράφοντας ειδύλλια, βουκολικά σαν το Ὀαριστύς («Κουβεντούλα»), όπου ένας βοσκός ξελογιάζει μια βοσκοπούλα, μυθολογικά σαν το Ἡρακλῆς λεοντοφόνος και το Ἐπιθαλάμιος Ἀχιλλέως καὶ Δηιδαμείας κ.ά. - ανάμεσά τους και τα λίγα έργα που ανήκουν σε γνωστούς μας βουκολικούς ποιητές, τον Μόσχο και τον Βίωνα.

Συρακούσιος σαν τον Θεόκριτο ήταν και ο Μόσχος, που έζησε στα μέσα του 2ου π.Χ. αιώνα. Από τα έργα του μας σώθηκαν λίγα βουκολικά αποσπάσματα και το σύντομο ειδύλλιο Ἔρως δραπέτης, όπου μικρό παιδί ο Έρωτας έχει εξαφανιστεί, και η μητέρα του, η Αφροδίτη, τον παρουσιάζει ως επικίνδυνο και ορίζει αμοιβή για όποιον τον εντοπίσει ένα φιλί της, και όχι μόνο. Πιο γνωστό είναι το επύλλιο Εὐρώπη, όπου ο Μόσχος περιγράφει με πολλή χάρη την αρπαγή της θυγατέρας του βασιλιά της Φοινίκης από τον Δία και το γαμήλιο ταξίδι τους στην Κρήτη.

Ο Βίων (2ος/1ος π.Χ. αι.) γεννήθηκε στη Σμύρνη αλλά προτίμησε να ζήσει στη Σικελία. Τα βουκολικά του ειδύλλια έχουν, εκτός από λιγοστά αποσπάσματα, χαθεί· σώζεται όμως και του αποδίδεται ο Ἀδώνιδος ἐπιτάφιος, όπου με φλογερό πάθος η Αφροδίτη, πλαισιωμένη από τον Χορό των Ερώτων, μοιρολογά τον αγαπημένο της Άδωνη και γύρω της συμπάσχει η φύση. Μαζί του σώζεται και ένας Ἐπιτάφιος Βίωνος, όπου ένας μαθητής του ποιητή θρηνεί, με πολύ παρόμοιο τρόπο, τον «όμορφο τραγουδιστή, τον Δώριο Ορφέα».

ΗΡΩΝΔΑΣ (3ος π.Χ. αι.)

Επί αιώνας μένοντες κρυμμένοι
εντός του σκότους Αιγυπτίας γης
μέσω τοιαύτης απελπιστικής σιγής
έπληττον οι μιμίαμβοι οι χαριτωμένοι
.

Οι στίχοι είναι του Κ. Καβάφη και αφορούν τους Μιμιάμβους του Ηρώνδα, που θα ήταν για πάντα χαμένοι, αν το 1889 δεν είχε ανασκαφεί στην Αίγυπτο ένας πάπυρος που τους περιέχει. Πρόκειται για οκτώ πολύστιχους λογοτεχνικούς μίμους που

οι ευτράπελοί των τόνοι
μας επανέφεραν τας ευθυμίας
Eλληνικών οδών και αγορών
κι εμβαίνομεν μαζί των εις τον ζωηρόν
βίον μιας περιέργου κοινωνίας
.

Πραγματικά, σε αντίθεση με τα ειδύλλια του Θεόκριτου, που τα περισσότερα αφορούν την ύπαιθρο, οι μίμοι του Ηρώνδα προσφέρουν μια ζωντανή εικόνα της αστικής ζωής σε κοινές και συνηθισμένες την εποχή εκείνη καταστάσεις: η μεσίτρα που προσπαθεί να κάμψει την αρετή μιας παντρεμένης, ο πορνοβοσκός που κατηγορεί στο δικαστήριο έναν κακότροπο πελάτη, η μάνα που φέρνει με το ζόρι τον ατίθασο γιο της στον δάσκαλο να τον τσακίσει στο ξύλο, οι γυναίκες που θυσιάζουν πετεινό στον ναό του Ασκληπιού, οι φιλενάδες που συζητούν τα μυστικά τους, ο υποδηματοποιός που παρουσιάζει την πραμάτεια του στις πελάτισσες - όλοι συμπεριφέρονται με απόλυτη φυσικότητα: κατηγορούν τους δούλους και τις δούλες τους, παραπονιούνται, θυμώνουν, λοιδωρούν ή κολακεύουν, υπόσχονται ή απειλούν, και πάνω απ᾽ όλα φλυαρούν ακατάσχετα.

Για τον συγγραφέα δεν ξέρουμε ουσιαστικό τίποτα πέρα από το ότι έζησε στα χρόνια του Πτολεμαίου Γ' του Ευεργέτη και γνώριζε καλά την Κω. Λόγιος ήταν οπωσδήποτε, καθώς στους μίμους του διάλεξε να χρησιμοποιήσει τον ιδιότυπο ιαμβικό στίχο και την ιωνική διάλεκτο του Ιππώνακτα. Έτσι, γελιούνται πάλι όσοι περίμεναν να δούμε επιτέλους τους απλούς ανθρώπους να μιλούν την Κοινή, γλώσσα της αγοράς: «η ιωνική διάλεκτος που ανακαλεί τον αρχαϊκό Ιππώνακτα του 6ου π.Χ. αιώνα φαίνεται να διαψεύδει τον "ταπεινό" ρεαλισμό των χαρακτήρων και των δραματικών καταστάσεων».

Ιδιότυπο ποιητικό είδος που καλλιεργήθηκε στα πρώιμα αλεξανδρινά χρόνια αποτελούν τα τεχνοπαίγνια, ποιήματα προορισμένα, όταν καταγραφούν, να παίρνουν το σχήμα ενός αντικειμένου. Εκτός από τη Σύριγγα του Θεόκριτου, μας σώζονται ο Πέλεκυς, οι Πτέρυγες και το Ὠιόν («Αβγό») του Σιμμία από τη Ρόδο, και ο Βωμός του Δωσιάδα. Με την πολύπλοκη μετρική τους και με το αινιγματικό, σχεδόν ακατάληπτο για μας, περιεχόμενό τους, τα τεχνοπαίγνια αποτελούν οριακά δείγματα της λόγιας, εξεζητημένης και επιδεικτικής αλεξανδρινής ποίησης, που πια στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι φανερό ότι δεν απευθυνόταν σε ακροατές αλλά μόνο σε επαρκείς αναγνώστες.

Λυρικοί ποιητές στα αλεξανδρινά χρόνια υπήρξαν ακόμα πολλοί, αλλά τα έργα τους, εκτός από λιγοστά αποσπάσματα, έχουν χαθεί:

Ο Σωτάδης από τη Μαρώνεια της Θράκης (3ος π.Χ. αι.) έγραψε τολμηρούς στίχους κακίζοντας διάφορους μεγαλουσιάνους, και βέβαια τιμωρήθηκε σκληρά όταν κατηγόρησε και τον Πτολεμαίο Β' τον Φιλάδελφο γιατί είχε παντρευτεί την αδελφή του Αρσινόη.

Ο Φοίνικας από την Κολοφώνα της Μικρασίας (3ος π.Χ. αι.) έγραψε ιάμβους. Από τα έργα του σώθηκε μόνο μια παραλλαγή του τραγουδιού των Κορωνιστών, που μιαν ορισμένη μέρα τριγύριζαν για καλοσημαδιά τα σπίτια κρατώντας ομοίωμα κουρούνας, τραγουδούσαν και μάζευαν δώρα.

Ο Ευφορίων από τη Χαλκίδα (3ος π.Χ. αι.) σπούδασε στην Αθήνα φιλοσοφία και για ένα διάστημα εργάστηκε ως προϊστάμενος της βιβλιοθήκης στην Αντιόχεια. Οι τίτλοι και τα ελάχιστα αποσπάσματα που σώθηκαν από τα έργα του δείχνουν ότι ακολούθησε τον Καλλίμαχο γράφοντας επύλλια με μυθολογικό και αιτιολογικό περιεχόμενο - δυσνόητα, φορτωμένα νεολογισμούς, σπάνιες λέξεις και σκοτεινούς υπαινιγμούς.

Ο Παρθένιος από τη Νίκαια της Μικρασίας (1ος π.Χ. αι.) έζησε στην Ιταλία, όπου με επιτυχία διάδωσε τους αλεξανδρινούς ποιητικούς τρόπους. Τα δικά του ποιητικά έργα έχουν χαθεί· σώθηκαν όμως τα Ἐρωτικὰ παθήματα, όπου ο Παρθένιος είχε καταγράψει σε πεζό διάφορες μυθολογικές διηγήσεις για να τις χρησιμοποιήσει ο ρωμαίος φίλος του ποιητής Κορνήλιος Γάλλος ως υλικό για τις ελεγείες του.

Από τα ελληνιστικά χρόνια μάς σώθηκαν και αρκετοί ύμνοι σε θεούς, όχι λογοτεχνικοί, όπως οι λεγόμενοι Ομηρικοί και οι ύμνοι του Καλλιμάχου, αλλά λατρευτικοί, προορισμένοι να τραγουδηθούν στις τελετουργίες. Οι ανασκαφές στην Επίδαυρο αποκάλυψαν χαραγμένο στην πέτρα έναν ύμνο στον Ασκληπιό, έργο του Ίσυλλου, που έζησε στο γύρισμα από τον 4ο στον 3ο π.Χ. αιώνα· παρόμοια, οι ανασκαφές στους Δελφούς αποκάλυψαν έναν ύμνο στον Πύθιο Απόλλωνα, έργο του Αριστόνοου, χρονολογημένο γύρω στο 222 π.Χ., και δύο ακόμα Παιάνες από τον 2ο π.Χ. αιώνα. Οι τελευταίοι είναι ιδιαίτερα σημαντικοί, καθώς στην επιγραφή που τους διασώζει διακρίνονται και τα καθοριστικά για τη μελωδία τους μουσικά σημεία.
------------------------
1. Στα αλεξανδρινά συμπόσια τα επιγράμματα είχαν αντικαταστήσει τα σκόλια.

2. Σημαντική ήταν η ανθολογία που δημοσίευσε, με τον τίτλο Στέφανος («Στεφάνι»), ο Μελέαγρος από τα Γάδαρα της Συρίας (2ος/1ος π.Χ. αι.). Επιγραμματοποιός και ο ίδιος, ο Μελέαγρος μνημονεύει στο ελεγειακό προοίμιο σαράντα επτά ονόματα ποιητών, συνδέοντας τον καθένα με ένα λουλούδι, δέντρο ή καρπό: την Ανύτη με τα κρίνα, τον Καλλίμαχο με τη μυρτιά, τον Λεωνίδα με τα τσαμπιά του κισσού, κλπ. (Ελληνική Ανθολογία 4.1).

3. Στην αρχαιότητα οι εταίρες έπαιρναν συχνά ως ψευδώνυμο το (ουδέτερο) υποκοριστικό ενός ζώου: Λεόντιον (Λιονταράκι), Κωνώπιον (Κουνουπάκι) κλπ.

4. (Ο Καλλίμαχος) τὸ μέγα βιβλίον ἴσον ἔλεγεν εἶναι τῷ μεγάλῳ κακῷ (απόσπ. 465 Pf.).

5. Βερενίκη ονομαζόταν η σύζυγος του Πτολεμαίου Γ' του Ευεργέτη. Όταν εκείνος έφυγε να πολεμήσει στη Συρία, η Βερενίκη αφιέρωσε στον ναό μια μπούκλα της (πλόκαμον), που όμως εξαφανίστηκε. Τότε οι αστρολόγοι της αυλής βεβαίωσαν πως το αφιέρωμα καταστερίστηκε, δηλαδή πως οι θεοί πήραν την μπούκλα και την τοποθέτησαν στον ουρανό ως αστερισμό. Η Βερενίκη και ο άντρας της θεοποιήθηκαν ήδη πριν από τον θάνατό τους.

6. Σήμερα η Εκάλη δεν αποτελεί δήμο, αλλά ανεξάρτητη κοινότητα.

7. Είναι γνωστός ο ισχυρισμός του ότι ἀμάρτυρον οὐδὲν ἀείδω (απόσπ. 612 Pf.).

8. Όχι μόνο των βουκόλων αλλά όλων των βοσκών, που οι μουσικές τους επιδόσεις μνημονεύονται ήδη στην Ιλιάδα, όπου ακολουθούν τα κοπάδια τερπόμενοι σύριγξι, «διασκεδάζοντας με τις φλογέρες τους» (Σ 526).

9. Ως όρος το εἰδύλλιον είναι υποκοριστικό του εἶδος (τύπος, μορφή), όπως και το ἐπύλλιον είναι υποκοριστικό του ἔπος. Σήμερα ονομάζουμε ειδύλλια τις ερωτικές σχέσεις, και χαρακτηρίζουμε ειδυλλιακό (τοπίο, ατμόσφαιρα, περιβάλλον κλπ.) κάθε τι που ξεχωρίζει για τη φυσική ομορφιά και την απλότητά του.

10. Για μυθολογικό παιχνίδι πρόκειται, όταν σε ένα βουκολικό ειδύλλιο, όχι του Θεόκριτου, δύο Βουκολιασταί παρουσιάζουν στα τραγούδια τους τη Γαλάτεια να προκαλεί ερωτικά τον Πολύφημο, και αυτός να κάνει τον δύσκολο.