Τετάρτη 8 Απριλίου 2020

Fr. Hölderlin: η ποιητική ελευθερία της ύπαρξης (1)

Friedrich Hölderlin: 1770–1843

Ο ποιητής για δύσκολους καιρούς

§1 Προκαταρκτικά

Ποιος είναι ο Χαίλτερλιν; Ο ποιητής των δύσκολων και των χαλεπών καιρών. Όταν όλα γύρω μας πενθούν, όταν η ανθρώπινη συνθήκη όλο και πιο πολύ βυθίζεται στο χάος, όταν το Dasein (=η ύπαρξη) στέκει άρριζo μέσα στην οχλοβοή του μαζικού «πολιτισμού», όταν και αυτή η λαλούσα εστία του Φοίβου Απόλλωνα έχει για πάντα σωπάσει [=«ουκέτι Φοίβος έχει καλύβην, απέσβετο το λάλον ύδωρ »], τότε έρχονται να «σημάνουν οι καμπάνες» της ποιητικής αλήθειας του Χαίλντερλιν, γενικότερα δε των αληθινών ποιητών. Η ποίηση για τον Χαίλντερλιν, ως ποιητή-δημιουργό αλλά και ως ευαίσθητη ύπαρξη, είναι προστασία· ακριβέστερα προ-στασία: δηλαδή αυτό που ίσταται ελεύθερα και στέρεα μπροστά από το συγκεχυμένο, από το χαώδες, το σκοταδιστικό, το πρόσκαιρο. Τι είναι αυτό το ιστάμενο; Σε καμιά περίπτωση δεν είναι μια διακοσμητική «ποιητική» ιχνογραφία, μια εκδήλωση ή μια εξωτερίκευση στιγμιαίων εξάψεων της ψυχής, ούτε ένα πολιτιστικό φαινόμενο και παρόμοιες θορυβώδεις στιγμές της μαζικής κουλτούρας. Απεναντίας είναι αυτό που μας αποκαλύπτει το συγκαλυμμένο, μας διανοίγει στο μυστικό ως τον άλλο ανοικτό ορίζοντα, ως τον φωτεινό ουρανό της επίγειας ύπαρξης. Να γιατί το εν λόγω ελεύθερα ιστάμενο είναι το ίδιο το πεπρωμένο του ανθρώπου και του λαού ως η μοίρα του ποιητή που λέγει, ήτοι άδει την ιστορικότητα του Είναι μας και άδοντας τη διαφυλάττει από την καθημερινή συνήθεια και από την επιτηδειότητα –που περνάει για αθωότητα– του κακότεχνου, του αντι-αισθητικού, το οποίο εν τέλει, άμα κυριαρχεί, κατακρημνίζει το ανθρωπίνως υπάρχειν μέσα στην άβυσσο. Η ιστορικότητα του Είναι του Χαίλντερλιν ανάγει τα θεμέλιά της σε μια αρχέγονη φιλία με τον Χέγκελ και τον Σέλινγκ και συγχρόνως σε μια βαθιά οικείωση με τον ποιητικό-φιλοσοφικό λόγο της ελληνικής αρχαιότητας. Γι’ αυτό και την ποιητική του πράξη την καταλάβαινε ως εσωτερική βίωση αυτής τούτης της σκέψης ως ποίησης. Στη συνέχεια παρουσιάζεται, μεταφρασμένη και σχολιασμένη, η πρώτη ακολουθία από την ελεγεία του ποιητή: Άρτος και Οίνος.

§2 Άρτος και Οίνος

                                                 1

Τριγύρω η πολιτεία ησυχάζει· σιωπή απλώνεται στο φωτισμένο
σοκάκι,
Και οι άμαξες, με πυρσούς στολισμένες, βουίζουν και φεύγουν
μακριά.
Χορτασμένοι από της μέρας τις χαρές γυρίζουν σπίτι οι άνθρωποι
να αναπαυθούν,
Κι ένα κεφάλι γνωστικό κέρδη σταθμίζει και ζημιές
Με ευχαρίστηση πολλή στο σπίτι· άδειο στέκει από σταφύλια και λουλούδια,
Και από έργα της χειρός ησυχάζει η πολυάσχολη αγορά.
Όμως εγχόρδου μουσική πέρα από τους κήπους μακριά ηχεί· ίσως εκεί
Να παίζει κάποιος ερωτευμένος ή κάποιος άνθρωπος που είναι
μοναχός
Φίλους να αναθυμάται μακρινούς και τους καιρούς της νιότης· και
Οι πηγές
Αστείρευτες και δροσερές κελαρύζουν σε ευωδιαστή πρασιά.
Μέσα στη σιγαλιά του δειλινού αντηχούν τα χτυπήματα από τις
Καμπάνες
Και μνήμων των ωρών ο φύλακας τον αριθμό τους λέει δυνατά.
Τώρα μια αύρα επίσης έρχεται κι ανάλαφρα κινεί των δέντρων τις κορφές στο άλσος,
Ιδού! και το σκιερό απεικόνισμα της Γης μας, η Σελήνη,
Προβάλλει επίσης τώρα μυστικά· η Νύχτα έρχεται, η ενθουσιάστρια,
Γεμάτη μ’ άστρα και λίγο νοιάζεται για μας,
Λάμπει η Καταπληκτική ψηλά εκεί, η Ξένη εν μέσω των ανθρώπων,
Στα ύψη πάνω ενθρονίζεται επί των ορέων, θλιμμένη και μεγαλοπρεπής μαζί.

§3 Ένα σχόλιο

Τι μας αποκαλύπτει ο ποιητής; Αυτό που συγκαλύπτει η καθημερινή συνήθεια, αλλά και η α-ποιητική, α-νοήμων πραγματικότητα της δολερής πολιτικο-κοινωνικής περικύκλωσης. Μας αποκαλύπτει τρόπους και τόπους του ανθρωπίνως υπάρχειν, οι οποίοι, έξω από τον ποιητικό λόγο, είναι επιτηδεύματα και όχι επιτεύγματα βίου: φυλακίζουν την ύπαρξη μέσα στον υπολογισμό [= «… κέρδη σταθμίζει…», στην επανάληψη [=η επιστροφή στο σπίτι από τις καθημερινές ασχολίες …], στις κοινές παραστάσεις της αγοράς κ.λπ. Ο ποιητής όμως τους ορίζει ως χαρά και στην προοπτική αυτής της χαράς μας διανοίγει. Συγκεκριμένα άδει το απεριόριστο, το ελεύθερο –εκείθεν των καθημερινών περιορισμών εργασίας, κόπου κ.λπ.– και έτσι μας άγει στο ξέφωτο. Πώς χρωματίζει αυτό το ξέφωτο; Ως την Πολιτεία που ησυχάζει-γαληνεύει [=ο πιο αληθινός τρόπος και τόπος του υπάρχειν]. Όταν η Πολιτεία ησυχάζει, είναι δηλαδή ρυθμός, οργανωμένη κοινότητα ανθρώπων και όχι το άρρυθμο-χαώδες, όλες οι άλλες πλευρές μιας ελεύθερης ζωής είναι παρούσες: φωτισμένο σοκάκι, στολισμένες άμαξες, ανάπαυση, συγκέντρωση του ανθρώπου στον εαυτό του [=όλα τούτα: φως και ευφροσύνη], έτσι ώστε να μπορεί ο ίδιος να αναπολεί, να οραματίζεται, να εισέρχεται στη μυστική πηγή της αυθεντικότητας που του ταιριάζει. Τότε συμβαίνει, ακόμα και μέσα στο έρεβος της μαζοποιημένης επιφάνειας, να βρίσκει το βήμα του μέσα στον αντίστοιχο τόπο και τρόπο ύπαρξης: στο χρόνο και στο γίγνεσθαι που ο χρόνος σημαίνει [=«Και μνήμων …Γη»]. Τέλος, ο ποιητής μας θέτει μπρος σε έναν ακόμη πιο πολυνόητο τόπο ύπαρξης: τη Νύχτα, που εσαεί μας κατακλύζει: ως νύχτα του βίου –έρεβος εξωτερικών συνθηκών, ψυχρών και παγερών, παντός είδους– είναι εκείνο το οντολογικό στοιχείο που μας ορίζει, αλλά δεν το ορίζουμε. Ως νύχτα όμως «σπαρμένη μάγια» (Σολωμός), ως έναστρη, μεγαλόπρεπη, ενθρονισμένη στις κορυφές του ουρανού, δηλαδή έτσι όπως μας την αποκαλύπτει ο ποιητής –ως στιγμή φωτός, ονείρου, αλλά και ανοίκειας, αδιάφορης δύναμης του σκοτεινού κύκλου της ζωής– ορίζεται από τη σφριγηλότητα του ποιητικού λόγου και δεν τον ορίζει. Πώς ορίζεται; Ως μια στιγμή του χρόνου, του γίγνεσθαι, απέναντι στην άλλη στιγμή της ημέρας, όπου ο άνθρωπος ενεργεί και δύναται να ενεργεί, καταπώς μας λέει ο ποιητής, με ορίζοντα την οντολογική του μέριμνα.

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ: ΜΕΡΟΣ Β', ΜΕΡΟΣ Γ', ΜΕΡΟΣ Δ'

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ρητορική (1411b-1412a)

[XI] Ὅτι μὲν οὖν τὰ ἀστεῖα ἐκ μεταφορᾶς τε τῆς ἀνάλογον λέγεται καὶ τῷ πρὸ ὀμμάτων ποιεῖν, εἴρηται· λεκτέον δὲ τί λέγομεν πρὸ ὀμμάτων, καὶ τί ποιοῦσι γίγνεται τοῦτο. λέγω δὴ πρὸ ὀμμάτων ταῦτα ποιεῖν ὅσα ἐνεργοῦντα σημαίνει, οἷον τὸν ἀγαθὸν ἄνδρα φάναι εἶναι τετράγωνον μεταφορά, (ἄμφω γὰρ τέλεια), ἀλλ᾽ οὐ σημαίνει ἐνέργειαν· ἀλλὰ τὸ «ἀνθοῦσαν ἔχοντος τὴν ἀκμήν» ἐνέργεια, καὶ τὸ «σὲ δ᾽ ὥσπερ ἄφετον» [ἐλεύθερον] ἐνέργεια, καὶ

‹τοὐντεῦθεν οὖν› Ἕλληνες ᾄξαντες ποσίν·

 τὸ ᾄξαντες ἐνέργεια καὶ μεταφορά· ταχὺ γὰρ λέγει. καὶ ὡς κέχρηται πολλαχοῦ Ὅμηρος, τὸ τὰ ἄψυχα ἔμψυχα ποιεῖν διὰ τῆς μεταφορᾶς. ἐν πᾶσι δὲ τῷ ἐνέργειαν ποιεῖν εὐδοκιμεῖ, οἷον ἐν τοῖσδε, «αὖτις ἐπὶ δάπεδόνδε κυλίνδετο λᾶας ἀναιδής», καὶ

[1412a] «ἔπτατ᾽ ὀιστός», καὶ «ἐπιπτέσθαι μενεαίνων», καὶ «ἐν γαίῃ ἵσταντο λιλαιόμενα χροὸς ἆσαι», καὶ «αἰχμὴ δὲ στέρνοιο διέσσυτο μαιμώωσα». ἐν πᾶσι γὰρ τούτοις διὰ τὸ ἔμψυχα εἶναι ἐνεργοῦντα φαίνεται· τὸ ἀναισχυντεῖν γὰρ καὶ μαιμᾶν καὶ τὰ ἄλλα ἐνέργεια. ταῦτα δὲ προσῆψε διὰ τῆς κατ᾽ ἀναλογίαν μεταφορᾶς· ὡς γὰρ ὁ λίθος πρὸς τὸν Σίσυφον, ὁ ἀναισχυντῶν πρὸς τὸν ἀναισχυντούμενον. ποιεῖ δὲ καὶ ἐν ταῖς εὐδοκιμούσαις εἰκόσιν ἐπὶ τῶν ἀψύχων ταὐτά·

«κυρτά, φαληριόωντα· πρὸ μέν τ᾽ ἄλλ᾽, αὐτὰρ ἐπ᾽ ἄλλα»·

κινούμενα γὰρ καὶ ζῶντα ποιεῖ πάντα, ἡ δ᾽ ἐνέργεια κίνησις.

Δεῖ δὲ μεταφέρειν, καθάπερ εἴρηται πρότερον, ἀπὸ οἰκείων καὶ μὴ φανερῶν, οἷον καὶ ἐν φιλοσοφίᾳ τὸ ὅμοιον καὶ ἐν πολὺ διέχουσι θεωρεῖν εὐστόχου, ὥσπερ Ἀρχύτας ἔφη ταὐτὸν εἶναι διαιτητὴν καὶ βωμόν· ἐπ᾽ ἄμφω γὰρ τὸν ἀδικούμενον καταφεύγειν. ἢ εἴ τις φαίη ἄγκυραν καὶ κρεμάθραν τὸ αὐτὸ εἶναι· ἄμφω γὰρ ταὐτό τι, ἀλλὰ διαφέρει τῷ ἄνωθεν καὶ κάτωθεν. καὶ τὸ ἀνωμαλίσθαι τὰς πόλεις ἐν πολὺ διέχουσιν ταὐτό, ἐν ἐπιφανείᾳ καὶ δυνάμεσι τὸ ἴσον.

Ἔστιν δὲ καὶ τὰ ἀστεῖα τὰ πλεῖστα διὰ μεταφορᾶς καὶ ἐκ τοῦ προσεξαπατᾶν· μᾶλλον γὰρ γίγνεται δῆλον ὅ τι ἔμαθε παρὰ τὸ ἐναντίως ἔχειν, καὶ ἔοικεν λέγειν ἡ ψυχὴ «ὡς ἀληθῶς, ἐγὼ δὲ ἥμαρτον». καὶ τῶν ἀποφθεγμάτων δὲ τὰ ἀστεῖά ἐστιν ἐκ τοῦ μὴ ὅ φησι λέγειν, οἷον τὸ Στησιχόρου, ὅτι οἱ τέττιγες ἑαυτοῖς χαμόθεν ᾄσονται. καὶ τὰ εὖ ᾐνιγμένα διὰ τὸ αὐτὸ ἡδέα· μάθησις γάρ, καὶ λέγεται μεταφορά.

***
[11] Είπαμε λοιπόν ό,τι είχαμε να πούμε για το ότι οι ευφυείς και κομψές εκφράσεις έχουν την αρχή τους από τη μια στη χρήση της μεταφοράς που βασίζεται στην αναλογία και από την άλλη στην παρουσίαση του πράγματος ολοζώντανου μπροστά στα μάτια του ακροατή. Μας μένει τώρα να πούμε τί εννοούμε λέγοντας «παρουσίαση του πράγματος ολοζώντανου μπροστά στα μάτια του ακροατή» και τί πρέπει να κάνουμε για να συμβαίνει αυτό. Λέω λοιπόν ότι ολοζώντανο παρουσιάζουν το πράγμα μπροστά στα μάτια του ακροατή οι λέξεις (ή οι εκφράσεις) που δηλώνουν ότι το πράγμα βρίσκεται σε κατάσταση ενέργειας. Παράδειγμα: Αν ονομάσω τον ενάρετο άνθρωπο «τετράγωνο», κάνω μεταφορά (αφού και στις δύο περιπτώσεις μιλούμε για κάτι το τέλειο), η φράση όμως αυτή δεν δηλώνει καμιά ενέργεια· αντίθετα, η φράση «άνθρωπο που έχει την ακμή της ηλικίας του σε πλήρη άνθηση» δηλώνει ενέργεια, όπως δηλώνει, επίσης, ενέργεια και η φράση «εσύ όμως, ελεύθερος καθώς είσαι από κάθε δέσμευση»· έτσι και στη φράση

 Όρμησαν τότε με τα πόδια τους οι Έλληνες

το όρμησαν δηλώνει ενέργεια και είναι μεταφορά· γιατί θέλει να πει «γρήγορα». Και αυτό επίσης που κάνει συχνά ο Όμηρος, που δίνει δηλαδή ζωή στα άψυχα πράγματα μέσω της μεταφοράς: σε όλες αυτές τις περιπτώσεις τη φήμη του τη χρωστάει στο ότι εκφράζει ενέργεια, όπως επί παραδείγματι στους ακόλουθους στίχους:

 και πάλι ο βράχος ο ανελέητος κυλούσε ως κάτω κάτω·

[1412a] πέταξε το βέλος·

 λαχταρώντας (το βέλος) να πετάξει ως εκεί·
στο χώμα σταματούσαν (τα κοντάρια),...
κι ας λαχταρούσαν να χορτάσουνε με σάρκα·
όλη λαχτάρα του κονταριού η αιχμή τού τρύπησε το στέρνο:

σε όλα αυτά τα παραδείγματα τα πράγματα εμφανίζονται σε κατάσταση ενέργειας, επειδή παρουσιάζονται ως έμψυχα· πραγματικά, το να είναι «ανελέητος» ο βράχος ή να «λαχταράει» το κοντάρι (μαζί και όλα τα άλλα) είναι ενέργεια. Όλα αυτά ο ποιητής τα απέδωσε στα πράγματα χρησιμοποιώντας τη μεταφορά που βασίζεται στην αναλογία: ό,τι είναι ο βράχος για τον Σίσυφο, είναι και ο αναισχυντών γι᾽ αυτόν που υφίσταται την αναίσχυντη συμπεριφορά. Το ίδιο κάνει —ενσχέσει με τα άψυχα πράγματα— και στις πασίγνωστες και δημοφιλείς παρομοιώσεις του:

κύματα κυρτά, ασπρισμένα, άλλα μπροστά και άλλα πίσω:

όλα εδώ τα παρουσιάζει να κινούνται και να είναι ζωντανά, και η ενέργεια είναι κίνηση.

Η μεταφορά, όπως το είπαμε και πρωτύτερα, πρέπει να γίνεται από πράγματα σχετικά, που η σχέση όμως δεν είναι αμέσως φανερή στον καθένα, κάτι που και στη φιλοσοφία είναι γνώρισμα του εύστοχου μυαλού να βλέπει ομοιότητες και σε πράγματα που βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση το ένα από το άλλο· έτσι π.χ. είπε ο Αρχύτας ότι είναι το ίδιο πράγμα ο διαιτητής και ο βωμός, αφού ο αδικούμενος καταφεύγει και στον ένα και στον άλλο. Ή, επίσης, αν λέγαμε ότι η άγκυρα και το κρεμαστό τσιγκέλι είναι το ίδιο πράγμα· και τα δύο, πράγματι, είναι από κάποια άποψη ίδιο πράγμα, μόνο που το ένα πιάνει από πάνω και το άλλο από κάτω. Επίσης, όταν μιλούμε για «επανομάλυνση» των πόλεων, χρησιμοποιούμε μία και την αυτή λέξη για πολύ διαφορετικά μεταξύ τους πράγματα: η ισότητα έχει να κάνει με τη γη και με την πολιτική δύναμη.

Οι περισσότερες από τις ευφυείς και κομψές εκφράσεις γίνονται μέσω της μεταφοράς, αλλά —επιπλέον— και με κάποια εξαπάτηση του ακροατή· γίνεται, πράγματι, πιο φανερό στον ακροατή ότι απέκτησε μια καινούργια γνώση, όταν ακούει κάτι που είναι αντίθετο με αυτό που περίμενε· είναι τότε σαν να λέει μέσα του: «Πράγματι, έτσι είναι· εγώ είχα κάνει λάθος». Αλλά και από τα αποφθέγματα, ευφυή και κομψά είναι όταν δεν λέει κανείς αυτό που πραγματικά εννοεί, όπως π.χ. το απόφθεγμα του Στησίχορου, ότι τα τζιτζίκια θα λένε για τον εαυτό τους το τραγούδι τους από κάτω, από το χώμα. Για τον ίδιο λόγο είναι ευχάριστα και τα έξυπνα και καλοδιατυπωμένα αινίγματα· γιατί μεταδίδουν γνώση και είναι λόγος μεταφορικός.

Τρίτη 7 Απριλίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἑλένη (597-624)

ΑΓΓΕΛΟΣ
Μενέλαε, μαστεύων σε κιγχάνω μόλις,
πᾶσαν πλανηθεὶς τήνδε βάρβαρον χθόνα,
πεμφθεὶς ἑταίρων τῶν λελειμμένων ὕπο.
600 Ε. τί δ᾽ ἔστιν; οὔ που βαρβάρων συλᾶσθ᾽ ὕπο;
ΑΓ. θαυμάστ᾽, ἔλασσον τοὔνομ᾽ ἢ τὸ πρᾶγμ᾽ ἔχον.
ΜΕ. λέγ᾽· ὡς φέρεις τι τῆιδε τῆι σπουδῆι νέον.
ΑΓ. λέγω πόνους σε μυρίους τλῆναι μάτην.
ΜΕ. παλαιὰ θρηνεῖς πήματ᾽· ἀγγέλλεις δὲ τί;
605 Γ. βέβηκεν ἄλοχος σὴ πρὸς αἰθέρος πτυχὰς
ἀρθεῖσ᾽ ἄφαντος· οὐρανῶι δὲ κρύπτεται
λιποῦσα σεμνὸν ἄντρον οὗ σφ᾽ ἐσώιζομεν,
τοσόνδε λέξασ᾽· Ὦ ταλαίπωροι Φρύγες
πάντες τ᾽ Ἀχαιοί, δι᾽ ἔμ᾽ ἐπὶ Σκαμανδρίοις
610 κταῖσιν Ἥρας μηχαναῖς ἐθνήισκετε,
δοκοῦντες Ἑλένην οὐκ ἔχοντ᾽ ἔχειν Πάριν.
ἐγὼ δ᾽, ἐπειδὴ χρόνον ἔμειν᾽ ὅσον μ᾽ ἐχρῆν,
τὸ μόρσιμον σώσασα πατέρ᾽ ἐς οὐρανὸν
ἄπειμι· φήμας δ᾽ ἡ τάλαινα Τυνδαρὶς
615 λλως κακὰς ἤκουσεν οὐδὲν αἰτία.
ὦ χαῖρε, Λήδας θύγατερ· ἐνθάδ᾽ ἦσθ᾽ ἄρα.
ἐγὼ δέ σ᾽ ἄστρων ὡς βεβηκυῖαν μυχοὺς
ἤγγελλον εἰδὼς οὐδὲν ὡς ὑπόπτερον
δέμας φοροίης. οὐκ ἐῶ σε κερτομεῖν
620 μᾶς τόδ᾽ αὖθις, ὡς ἅδην ἐν Ἰλίωι
πόνους παρεῖχες σῶι πόσει καὶ συμμάχοις.
ΜΕ. τοῦτ᾽ ἔστ᾽ ἐκεῖνο· ξυμβεβᾶσί μοι λόγοι
οἱ τῆσδ᾽ ἀληθεῖς. ὦ ποθεινὸς ἡμέρα,
ἥ σ᾽ εἰς ἐμὰς ἔδωκεν ὠλένας λαβεῖν.

***
ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ Α’
Σε γύρευα, Μενέλαε, και σε βρίσκω,
παντού στον ξένο τόπο τριγυρνώντας·
με στείλαν οι συντρόφοι μας να ψάξω.
600ΜΕΝ. Τί τρέχει; Οι ντόπιοι μήπως σας ριχτήκαν;
ΑΓΓ. Θαύμα τρανό· τα λόγια δεν το φτάνουν.
ΜΕΝ. Λέγε· κάτι σπουδαίο, με τόση βιάση, θα ᾽χεις.
ΑΓΓ. Οι κόποι σου όλοι πήγανε χαμένοι.
ΜΕΝ. Κλαις συμφορές παλιές· ποιό το μαντάτο;
ΑΓΓ. Εχάθηκε η γυναίκα σου πετώντας
μες στον αιθέρα· ανέβηκε στα ουράνια
κι άφησε τη σπηλιά αδειανή που μέσα
την είχαμε· είπε τούτα: «Τρωαδίτες
δυστυχισμένοι κι οι Έλληνες, για μένα
πεθαίνατε στου Σκάμαντρου τις όχθες,
610ξεγελασμένοι από της Ήρας τα έργα,
νομίζοντας πως την Ελένη ο Πάρης
κρατούσε, όμως καθόλου δεν την είχε.
Αφού έμεινα όσο χρειαζόταν, τώρα,
που τελείωσα της μοίρας τα γραμμένα,
στους ουρανούς πηγαίνω, στον γονιό μου.
Κι η δύσμοιρη Ελένη που δεν φταίει
φορτώθηκε τις ντροπιασμένες φήμες».
Χαίρε της Λήδας κόρη, εδώ βρισκόσουν;
Τους έλεγα πως πήγες ψηλά στ᾽ άστρα·
φτερά δεν ήξερα πως έχεις. Όμως πάλι
δεν θα σ᾽ αφήσω να μας περιπαίξεις
620ξανά, φτάνουν τα πάθη που υποφέραν
ο άντρας σου στην Τροία κι οι σύμμαχοί του.
ΜΕΝ. Αυτά με κείνα σμίγουν· συμφωνούνε
τα λόγια· μου είπε αλήθεια. Ω! λαμπρή μέρα,
που μες στην αγκαλιά μου σ᾽ έχει φέρει!

Μακεδονία εν μύθοις φθεγγομένη: Μύθοι πολιτικοί - Αιακίδες από την Ήπειρο

Οι Αιακίδες (Αἰακίδαι) ήταν οι απόγονοι του Αιακού, ο οποίος ήταν γιος του Δία και της νύμφης Αίγινας.

Πρώτος Αιακίδης ήταν ο Πηλέας, γιος του Αιακού και της νύμφης Ενδηίδας. Αιακίδης ονομαζόταν και ο Τελαμών, αδελφός του Πηλέα, ο Αίαντας, γιος του Τελαμώνα και ήρωας του Τρωικού πολέμου.

Ο βασιλικός οίκος των Τημενιδών είχε ιδιαίτερες σχέσεις με τους Αιακίδες (Μολοσσούς) της Ηπείρου. Κατάγονταν από τον Νεοπτόλεμο, γιο του Αχιλλέα, και ονομάζονταν έτσι από το όνομα του παππού του Αχιλλέα Αιακού.

Ήταν απόγονοι του Νεοπτόλεμου, γιου του Αχιλλέως και της Δειδάμειας και απόγονου του Αιακού. Βασίλεψαν από τον 5ο αι π.Χ. μέχρι το 231 π.Χ. Σημαντικότερος των Αιακιδών ήταν ο βασιλιάς Πύρρος της Ηπείρου, που έκανε εκστρατεία κατά του ανερχόμενου Ρωμαϊκού κράτους. Επίσης σημαντική θυγατέρα των Αιακιδών ήταν η Ολυμπιάς, μητέρα του Αλέξανδρου Γ΄ του Μεγάλου. Γι' υτό και ο Αλέξανδρος θεωρείται απόγονος του Αχιλλέως. Επίσης ο Περσεύςείναι απόγονος των Αιακιδών. Τέλος ο οι κάτοικοι της Αίγινας ονομάζονταν Αιακοί και λάτρευαν τον Αιακό. Μετά τον θάνατο του Πτολεμαίου Β΄ οι Ηπειρωτικές φυλές καταλύουν την μοναρχία και ιδρύουν την δημοκρατία με το όνομα Κοινό των Ηπειρωτών.

Η Ολυμπιάδα ήταν εγγονή του Αλκέτα Α’, βασιλιά των Μολοσσών, κόρη του βασιλιά Νεπτόλεμου και ανιψιά του βασιλιά Αρρύβα/Αρύμβα που κυβερνούσε.

Οι βασιλικοί οίκοι της Μακεδονίας και της Ηπείρου έμοιαζαν πολύ –το ίδιο και οι λαοί τους– σε γλώσσα, φυλή και πολιτισμό. Μια βασίλισσα των Μολοσσών δεν ήταν ξένη για τους Μακεδόνες.

Ο γάμος της Ολυμπιάδας με τον Αργεάδη Φίλιππο εξυπηρετούσε και τα πολιτικά συμφέροντα του πατέρα της Αρρύβα που ήθελε τους Ιλλυριούς στην περιοχή τους, όπως και ο Φίλιππος, και μακριά από τις δικές τους περιοχές.

Κατάλογος βασιλιάδων της Ηπείρου της Δυναστείας των Αιακιδών


ΌνομαΠερίοδος βασιλείας
Άδμητος 469-423 π.Χ.
Θαρύπαςμέχρι το 390/85 π.Χ.
Αλκέτας Α΄περ. 385 – 370 π.Χ.
Νεοπτόλεμος Β΄370 - περ. 360/58 π.Χ.
Αρύββας370 – 343/2 π.Χ.
Αλέξανδρος Α΄343/2 – 331/30 π.Χ.
Αιακίδηςπερ. 324 – 317 π.Χ.
Αλκέτας Β΄313/2 – 306 π.Χ.
Πύρρος Α΄306 – 302 π.Χ.
και
297 – 272 π.Χ.
Νεοπτόλεμος Γ΄302 – 297/6 π.Χ.
Αλέξανδρος Β΄272 – 245/40 π.Χ.
Πύρρος Β΄245/40 – περ. 233 π.Χ.
Ολυμπιάδα της Ηπείρου (βασίλισσα)245/40 – περ. 231 π.Χ.
Πτολεμαίοςπερ. 233 – περ. 231 π.Χ.
Τέλος της Μοναρχίας
Κοινό των Ηπειρωτών

περ. από το 231 π.Χ.

Πως καταστρέφονται οι σχέσεις μας

Όταν δεν αγαπάμε τον εαυτό μας, χρειαζόμαστε υπερβολικά την επιβεβαίωση και την αναγνώριση από τους άλλους. Όταν αυτό το χρειαζόμαστε σε τόσο μεγάλο βαθμό, οι άλλοι κουράζονται.

Συγχρόνως είμαστε αρνητικοί, επειδή οι άλλοι δεν μπορούν να μας δώσουν την ποσότητα της παραδοχής με τη συχνότητα που τη χρειαζόμαστε και, πολλές φορές, με τη μορφή που τη χρειαζόμαστε, για να νιώθουμε θετικά προς αυτούς. Έτσι θεωρούμε ότι είναι εκείνοι υπεύθυνοι για τη δική μας δυστυχία, επειδή χρειαζόμαστε από αυτούς περισσότερα από όσα μπορούν να μας δώσουν.

Βέβαια σε μερικές περιπτώσεις, όσα και να μας δώσουν δε θα μας ικανοποιήσουν, γιατί είναι αδύνατο να ικανοποιήσουμε την ανάγκη μας για παραδοχή από τους άλλους. Είναι σαν το φαγητό, σαν το τσιγάρο, σαν κάθε άλλη συνήθεια, ικανοποιείται μόνο για λίγο χρονικό διάστημα. Αυτά που μας προσφέρουν καθησυχάζουν για λίγο την αμφιβολία που έχουμε μέσα μας και μετά γυρίζουμε πάλι στην αρχική μας κατάσταση που είναι η αμφιβολία για την αξία μας. Χρειαζόμαστε συνέχεια από κάποιον αυτήν την επιβεβαίωση.

Επιζητάμε, επίσης, από όλο και περισσότερους ανθρώπους επιβεβαίωση και αναγνώριση. Αν έχουμε δέκα άτομα που μας δέχονται και μας αγαπάνε, και ένα που δε μας αγαπάει και δε μας δέχεται, θα μας ενοχλεί το ενδέκατο άτομο. Δεν θα σκεφτόμαστε ότι οι δέκα αναγνωρίζουν την αξία μας. Είναι η επιβεβαίωση από το ενδέκατο που θα μας απασχολεί συνέχεια και θα κάνουμε ότι μπορούμε για να μας δεχθεί, για να εντυπωσιαστεί και να μας αναγνωρίσει, ώστε να σιγουρευτούμε ότι αξίζουμε.

Χρειαζόμαστε να μας δέχονται όλοι. Δε μας φτάνει το 50% ούτε το 80% ούτε το 90% των ανθρώπων. Θέλουμε να μας δέχονται όλοι για να νιώθουμε ότι πραγματικά αξίζουμε.

Μια τέτοια συμπεριφορά δημιουργεί ένταση στις σχέσεις μας γιατί και κουράζουμε τους άλλους και νιώθουμε παράπονο και θυμό συνέχεια προς αυτούς που δεν ικανοποιούν την ανάγκη μας για επιβεβαίωση.

Αλλά μπαίνουμε και σε ανταγωνιστικές σχέσεις, επειδή συνήθως βρίσκουμε την αξία μας συγκριτικά και έχουμε μάθει να συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τους άλλους.

Τότε χαλάνε οι σχέσεις μας με έναν άλλο τρόπο, δηλαδή όλες οι σχέσεις μας γίνονται ανταγωνιστικές. Προσπαθούμε να αποδείξουμε την αξία μας σε σύγκριση με την αξία του άλλου συγκρίνοντας διάφορες ικανότητες ή χαρακτηριστικά όπως ομορφιά, εξυπνάδα, χρήματα, οικονομική-επαγγελματική θέση, γνώσεις. Ο καθένας όλα αυτά τα αξιολογεί βάσει των δικών του κριτηρίων.

Για να αποφύγουμε την καταστροφή των σχέσεων, χρειάζεται να δημιουργήσουμε και να σταθεροποιήσουμε μια αρμονική και αγαπημένη σχέση με τον εαυτό μας. Μια Αυτοπαραδοχή.

Γιατί η ψυχολογία έχασε την ψυχή της

Οι περισσότερες λειτουργίες οι οποίες αποδίδονται στην ψυχή μπορούν να δικαιολογηθούν από τη λειτουργία του εγκεφάλου.

ΓΙΑΤΙ Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΕΧΑΣΕ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΗΣ: ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΠΡΟΕΡΧΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΓΚΕΦΑΛΟ

Πλήθος ανθρώπων την εποχή την οποία διανύουμε πιστεύει πως διαθέτει ψυχή. Ενώ οι συλλήψεις περί της έννοιας της ψυχής διαφέρουν, πολλοί θα της απέδιδαν την εξής περιγραφή: "Η αόρατη δύναμη η οποία φαίνεται πως μας ζωογονεί".

Συχνά εικάζεται πως η ψυχή επιβιώνει κατόπιν του βιολογικού θανάτου και συσχετίζεται ενδόμυχα με τις αναμνήσεις, τα πάθη και τις αξίες του ατόμου. Μερικοί ισχυρίζονται πως η ψυχή δεν έχει την ιδιότητα της μάζας, δεν καταλαμβάνει όγκο και δεν εντοπίζεται πουθενά.

Εντούτοις, οι νευροεπιστήμονες και ψυχολόγοι, βρίσκουν πως η ψυχή είναι περιττή. Απεναντίας, όλες οι λειτουργίες οι οποίες αποδίδονται σε αυτό το είδος ψυχής μπορούν να επεξηγηθούν μέσω της εγκεφαλικής δραστηριότητος.
Η ψυχολογία είναι η μελέτη της συμπεριφοράς. Με σκοπό να επιτελέσουμε το καθήκον μας ως προς την τροποποίηση της συμπεριφοράς, όπως η θεραπεία της εξάρτησης, της φοβίας, του άγχους και της κατάθλιψης, οι ψυχολόγοι δε χρειάζεται να υποθέσουν πως οι άνθρωποι έχουν ψυχές. Για τους ψυχολόγους, δεν είναι τόσο το ότι ψυχές δεν υπάρχουν, όσο ότι δεν τις χρειαζόμασθε.

Λέγεται πως η ψυχολογία απώλεσε την ψυχή της τη δεκαετία του 1930. Έως τότε, ο κλάδος είχε καταστεί μια ολοκληρωμένη επιστήμη, βασιζόμενη σε πειραματισμούς και έλεγχο, παρά σε ενδοσκόπηση.

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΨΥΧΗ;

Η διατύπωση της ιδέας της ύπαρξης της ψυχής δεν ανήκει αποκλειστικά στους θρησκευτικούς στοχαστές. Ορισμένοι εκ των πιο αξιόλογων υποστηρικτών της περί ης ο λόγος άποψης ήσαν φιλόσοφοι, όπως ο Πλάτων (424-348 προ κοινής χρονολόγησης) και ο Καρτέσιος το 17ο (μετά κοινή χρονολόγηση) αιώνα.

Ο Πλάτων είχε την πεποίθηση ότι δεν αποκτούμε επιπρόσθετες γνώσεις ή δεξιότητες κατά τη διάρκεια της ζωής μας, αλλά τις ανακαλούμε από την προ γεννήσεως μνήμη μας. Για να επιτευχθεί αυτό, συμπέρανε, πρέπει να διαθέτουμε ψυχή. Δυστυχώς για τον Πλάτωνα, αποκτούμε επιπρόσθετες γνώσεις.

Ορισμένοι πιστεύουν πως η ψυχή δεν έχει μάζα, δεν καταλαμβάνει όγκο και δεν εντοπίζεται πουθενά.

Αιώνες αργότερα, ο Καρτέσιος συνέγραψε τη διατριβή του, η οποία ετιτλοφορείτο "Πάθη της Ψυχής", στην οποία ισχυρίζεται πως υπάρχει μια διάκριση μεταξύ του νου, τον οποίο περιέγραψε ως "νοητική υπόσταση", και του σώματος, την "εκτενή υπόσταση". Γράφει:

"Επειδή επ' ουδενί δε μπορούμε να συλλάβουμε τον τρόπο με τον οποίο σκέπτεται το σώμα, έχουμε λόγο να πιστεύουμε πως κάθε είδους σκέψη η οποία ενυπάρχει σε εμάς ανήκει στην ψυχή".

Ένα εκ των πολλών επιχειρημάτων με τα οποία ο Καρτέσιος δικαιολογεί τον προαναφερθέντα ισχυρισμό ήταν πως ο εγκέφαλος, ο οποίος αποτελεί τμήμα του σώματος, είναι θνητός & διαιρετός -εννοώντας πως έχει διαφορετικά μέρη- και η ψυχή είναι αέναη και αδιαίρετη -εννοώντας πως είναι ένα αδιαχώριστο σύνολο. Επομένως, συνήγαγε το συμπέρασμα πως πρέπει να είναι μεταξύ τους διαφορετικά.

Αλλά η πρόοδος της νευροεπιστήμης κατέδειξε πως το επιχείρημα αυτό δεν ευσταθεί.

ΑΦΑΙΡΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

Τη δεκαετία του 1960, ο βραβευμένος με Nobel, Roger Sperry έδειξε πως ο νους και η συνείδησή μας είναι διαιρετά, επομένως κατέρριψε αυτή τη διάσταση της θεωρίας του Καρτεσίου. Ο Sperry μελέτησε ασθενείς των οποίων το τυλώδες σώμα -η ανατομική δομή η οποία συνδέει το δεξί με το αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου, κάτι σαν "οδικό δίκτυο"- είχε κοπεί χειρουργικά, με σκοπό να ελεγχθεί η διάδοση των επιληπτικών κρίσεων. Η επέμβαση εμπόδισε ή ελάττωσε τη μεταφορά των αντιληπτικών, αισθητηρίων, κινητηρίων και γνωσιακών πληροφοριών μεταξύ των 2 ημισφαιρίων.

Ο Sperry έδειξε πως κάθε ημισφαίριο δύναται να εκπαιδευθεί να επιτελέσει κάποιο έργο, ωστόσο η εμπειρία αυτή δεν κατέστη διαθέσιμη στο ανεκπαίδευτο ημισφαίριο. Ήτοι, κάθε ημισφαίριο μπορεί να κατεργασθεί πληροφορίες άνευ της επίγνωσης του άλλου. Επί της ουσίας, η επέμβαση είχε ως απότοκο δημιουργία διπλής συνείδησης.

Ο Roger Sperry έδειξε πως η συνείδηση είναι διαιρετή.

Επομένως, ο Καρτέσιος έσφαλλε στον ισχυρισμό του πως ο εγκέφαλος είναι διαιρετός, ενώ η ψυχή, η οποία ερμηνεύεται ως ο νους ή η συνείδηση, δεν είναι. Στην προσπάθειά του να αποδείξει την ύπαρξη ψυχής στους ανθρώπους, ο Καρτέσιος παραδόξως έθεσε επιχείρημα κατά αυτού.

Από το να προικίσουν τους αρουραίους με ψυχή, οι ψυχολόγοι αφαίρεσαν αυτές των ανθρώπων. Το 1949, ο ψυχολόγος D. O. Hebb ισχυρίστηκε πως ο νους είναι η ολοκλήρωση της εγκεφαλικής δραστηριότητας. Πολλοί νευροφιλόσοφοι κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα με τους ψυχολόγους, με την Patricia Churchland πρόσφατα να ισχυρίζεται πως δεν υφίσταται φάντασμα στη μηχανή.

Ο ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ ΤΑ ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΕΙ ΟΛΑ

Εάν η ψυχή είναι ο τόπος κατοικίας του αισθήματος και του κινήτρου, όπου η νοητική δραστηριότητα λαμβάνει χώρα, όπου οι αισθήσεις διορώνται, όπου ο συλλογισμός εντοπίζεται και οι αποφάσεις λαμβάνονται, τότε δεν υπάρχει ανάγκη να πιθανολογούμε την ύπαρξή της. Υπάρχει ένα όργανο το οποίο έχει ήδη επιφορτισθεί με αυτό το καθήκον, ο εγκέφαλος. Αυτή η αντίληψη χρονολογείται από την εποχή του ιατρού της αρχαιότητας, Ιπποκράτη (460-377 προ κοινής χρονολόγησης), ο οποίος είχε πει:

"Οι άνθρωποι οφείλουν να έχουν επίγνωση πως παρά μόνον εκ του εγκεφάλου πηγάζει η χαρά, η απόλαυση, το γέλιο, η διασκέδαση, η θλίψη, η οδύνη, η απόγνωση και ο θρήνος. Και δι' αυτού αποκτούμε σοφία και γνώση, βλέπουμε και ακούμε, και αναγνωρίζουμε τί είναι άθλιο και τι δίκαιο, τί είναι επιβλαβές και τί είναι ωφέλιμο, αλμυρό και γλυκό."

Aν ενστερνισθούμε την πεποίθηση του Πλάτωνα, η μνήμη είναι λειτουργία η οποία ανήκει αποκλειστικά στην ψυχή.

Ο εγκέφαλος είναι το όργανο το οποίο διαθέτει χάρτη του σώματός μας, του εξωτερικού περιβάλλοντος και των εμπειριών μας. Βλάβη αυτού, όπως ατυχήματα, άνοιες ή εγγενείς δυσμορφίες, έχει ως απόρροια ανάλογο πλήγμα στην προσωπικότητα.

Ας λάβουμε υπ' όψιν μια εκ των λειτουργιών τις οποίες υποτίθεται (κατά τον Πλάτωνα) έχει υπ' ευθύνης της η ψυχή: τη μνήμη. Ένα ισχυρό κτύπημα στην κεφαλή μπορεί να προβεί σε απώλεια της πρόσφατης μνήμης (έως και πολλά έτη πίσω). Εάν η ψυχή είναι μια άυλη ουσία, ξεχωριστή από το υπόλοιπο σώμα, δε θα επλήγετο από το κτύπημα. Εάν η μνήμη ήταν καταγεγραμμένη στην ψυχή, δε θα τη χάναμε.

Η δράση των νευρώνων στον εγκέφαλο είναι υπεύθυνη για τις γνωστικές και συναισθηματικές διαταραχές σε άτομα τα οποία έχουν διαγνωσθεί με αυτισμό, θα ήτο βάναυσο και ανήθικο να επιρριφθεί το φταίξιμο στις υποτιθέμενες ψυχές τους.

Ο χειρισμός του εγκεφάλου επαρκεί για να μεταβληθούν τα αισθήματα και η διάθεση. Σχετικά με αυτή τη διαδικασία, η ψυχή περιττεύει.

Η ιδιότητα των ψυχοθεραπευτικών φαρμάκων να μεταβάλλουν τη διάθεση αποτελεί άλλο ένα επιχείρημα εναντίον της ύπαρξης ψυχής. Εάν παραχθεί χημική ανισορροπία στον εγκέφαλο, όπως έλλειψη ντοπαμίνης, νοραδρεναλίνης και σεροτονίνης με τετραβεναζίνη, ίσως προκληθεί κατάθλιψη σε ορισμένους ανθρώπους.

Κατ' αντιστοιχία, πολλοί καταθλιπτικοί ασθενείς μπορούν να βοηθηθούν από τα φάρμακα τα οποία επαυξάνουν τη δράση αυτών των νευροδιαβιβαστών στον εγκέφαλο.

Ο εγκέφαλος είναι το επίκεντρο της σκέψης, η έδρα της αγάπης και της απέχθειας, εκεί όπου οι αισθήσεις ανάγονται σε αντιλήψεις, η προσωπικότητα σφυρηλατείται, όπου υπάρχουν πεποιθήσεις και αναμνήσεις, και το κέντρο λήψης αποφάσεων. Όπως είχε πει ο D. K. Johnson: "Δεν υπάρχει κάτι για να ανατεθεί στην ψυχή".

Eckhart Tolle: Όπου κι αν είσαι, να είσαι εκεί ολοκληρωτικά

Η συνηθισμένη ασυνειδησία συνδέεται πάντα, με κάποιον τρόπο, με την άρνηση του Τώρα. Το Τώρα, φυσικά, υπονοεί επίσης και το εδώ.

Μήπως αντιστέκεσαι στο εδώ και τώρα σου;

Κάποιοι άνθρωποι θα προτιμούσαν πάντα να είναι κάπου αλλού. Το «εδώ» τους δεν είναι ποτέ αρκετά καλό γι’ αυτούς.

Μέσα από την αυτοπαρατήρηση, βρες αν αυτό συμβαίνει στη ζωή σου. Όπου κι αν είσαι, να είσαι εκεί ολοκληρωτικά.

Αν βρίσκεις το εδώ και τώρα σου αφόρητο, αν το θεωρείς πηγή δυστυχίας για σένα, έχεις τρεις επιλογές: βγάλε τον εαυτό σου από την κατάσταση, άλλαξέ την ή δέξου την ολοκληρωτικά. Αν θέλεις να αναλάβεις την ευθύνη της ζωής σου, πρέπει να επιλέξεις μία από αυτές τις τρεις εναλλακτικές λύσεις, και πρέπει να επιλέξεις τώρα. Ύστερα, αποδέξου τις συνέπειες. Χωρίς δικαιολογίες. Χωρίς αρνητικότητα. Χωρίς ψυχική ρύπανση. Κράτα τον εσώτερο χώρο σου καθαρό.

Αν αναλάβεις κάποια δράση – όπως το να αλλάξεις την κατάσταση ή να φύγεις απ’ αυτήν – πέτα πρώτα την αρνητικότητα, αν είναι δυνατόν. Η δράση που πηγάζει από την επίγνωση σχετικά με το τι χρειάζεται να γίνει είναι πιο αποτελεσματική από τη δράση που πηγάζει από την αρνητικότητα.

Οποιαδήποτε δράση είναι συχνά καλύτερη από καθόλου δράση, ιδιαίτερα αν έχεις κολλήσει σε μια κατάσταση δυστυχίας για πολύ καιρό.

Αν είναι λάθος, τουλάχιστον μαθαίνεις κάτι, οπότε δεν είναι πια λάθος. Αν μείνεις κολλημένος, δε μαθαίνεις τίποτε. Είναι φόβος αυτό που σε εμποδίζει να δράσεις; Αναγνώρισε αυτόν το φόβο, παρατήρησέ τον, δώσε του την προσοχή σου, γίνε απόλυτα παρών μέσα απ’ αυτόν. Μην αφήσεις το φόβο να κυριεύσει το νου σου. Χρησιμοποίησε τη δύναμη του Τώρα. Ο φόβος δεν μπορεί να κυριαρχήσει πάνω της.

Αν δεν υπάρχει πραγματικά τίποτε που να μπορείς να κάνεις για να αλλάξεις το εδώ και το τώρα σου και δεν μπορείς να βγεις από την κατάσταση, τότε δέξου το εδώ και τώρα σου ολοκληρωτικά, εγκαταλείποντας κάθε εσωτερική αντίσταση. Ο πλαστός, δυστυχισμένος εαυτός που λατρεύει τη μιζέρια, τη μνησικακία ή την αυτολύπηση δεν μπορεί πια να επιβιώσει. Αυτό ονομάζεται παράδοση.

Η παράδοση δεν είναι αδυναμία. Περιέχει πολύ μεγάλη δύναμη. Μόνο εκείνος που είναι παραδομένος έχει πνευματική δύναμη. Μέσα από την παράδοση είσαι απαλλαγμένος εσωτερικά από την κατάσταση.

Τότε ανακαλύπτεις ότι η κατάσταση αλλάζει χωρίς καμιά προσπάθεια από τη μεριά σου. Όπως και να έχει το πράγμα, είσαι ελεύθερος.

Eckhart Tolle, Η Δύναμη του Τώρα

Το Hubble εντοπίζει τις μικρότερες γνωστές συγκεντρώσεις σκοτεινής ύλης

Χρησιμοποιώντας το διαστημικό τηλεσκόπιο Hubble  και μια νέα τεχνική παρατήρησης, οι αστρονόμοι έχουν βρει ότι η σκοτεινή ύλη σχηματίζει πολύ μικρότερες συγκεντρώσεις από ό, τι ήταν γνωστό. Αυτό το αποτέλεσμα επιβεβαιώνει μία από τις θεμελιώδεις προβλέψεις της ευρέως αποδεκτής θεωρίας της «ψυχρής σκοτεινής ύλης».
 
Αυτό το γραφικό δείχνει πώς το φως του μακρινού κβάζαρ (στο φόντο – background) στρεβλώνεται από έναν τεράστιο γαλαξία που βρίσκεται πιο κοντά μας (στο προσκήνιο) και από μικροσκοπικές συστάδες σκοτεινής ύλης κατά μήκος της φωτεινής δέσμης. Η ισχυρή βαρύτητα του γαλαξία στρεβλώνει και μεγεθύνει το φως του κβάζαρ, παράγοντας τέσσερις παραμορφωμένες εικόνες του κβάζαρ. Οι συστάδες – συγκεντρώσεις της σκοτεινής ύλης βρίσκονται κατά μήκος της οπτικής επαφής του Hubble με το κβάζαρ, καθώς και μέσα και γύρω από τον γαλαξία του προσκηνίου (foreground). Η παρουσία των σβώλων της σκοτεινής ύλης μεταβάλλει την εμφανή φωτεινότητα και τη θέση κάθε παραμορφωμένης εικόνας του κβάζαρ, στρεβλώντας και ελαφρώς κάμπτοντας το φως καθώς ταξιδεύει από το μακρινό κβάζαρ προς τη Γη, όπως αντιπροσωπεύεται από τις παραμορφωμένες γραμμές στο πιο πάνω γραφικό.
 
Όλοι οι γαλαξίες, σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, σχηματίζονται και είναι ενσωματωμένοι μέσα σε νέφη σκοτεινής ύλης. Η ίδια η σκοτεινή ύλη αποτελείται από αργά-κινούμενα ή “ψυχρά” σωματίδια που συναντώνται για να σχηματίσουν δομές που κυμαίνονται από εκατοντάδες χιλιάδες φορές τη μάζα του δικού μας Γαλαξία, έως συγκεντρώσεις όχι πιο μεγάλες από το φτερό ενός εμπορικού αεροπλάνου. (Σε αυτό το πλαίσιο, το “ψυχρό” αναφέρεται στην ταχύτητα των σωματιδίων.) 
 
Η παρατήρηση του Hubble δίνει νέες ιδέες για τη φύση της σκοτεινής ύλης και για το πώς συμπεριφέρεται. “Κάναμε μια πολύ συναρπαστική πειραματική παρατήρηση για το μοντέλο ψυχρής σκοτεινής ύλης και περνάει με άριστα”, δήλωσε ο Tommaso Treu από το Πανεπιστήμιο του Λος Άντζελες (UCLA), μέλος της παρατηρητικής ομάδας.
 
Η σκοτεινή ύλη είναι μια αόρατη μορφή ύλης που συνθέτει το μεγαλύτερο μέρος της μάζας του σύμπαντος και δημιουργεί τις “κολώνες” πάνω στην οποία κατασκευάζονται οι γαλαξίες. Αν και οι αστρονόμοι δεν μπορούν να δουν τη σκοτεινή ύλη, μπορούν να ανιχνεύσουν έμμεσα την παρουσία τους μετρώντας πως η βαρύτητά τους επηρεάζει τα αστέρια και τους γαλαξίες. Η ανίχνευση των μικρότερων σχηματισμών σκοτεινής ύλης αναζητώντας για ενσωματωμένα αστέρια μπορεί να είναι δύσκολη ή αδύνατη, επειδή περιέχει πολύ λίγα αστέρια.
 
Ενώ έχουν εντοπιστεί συγκεντρώσεις σκοτεινής ύλης γύρω από μεγάλους και μεσαίου μεγέθους γαλαξίες, μέχρι σήμερα δεν έχουν βρεθεί πολύ μικρότερες δομές σκοτεινής ύλης. Ελλείψει παρατηρητικών αποδείξεων για τέτοιες μικρές συστάδες, ορισμένοι ερευνητές έχουν αναπτύξει εναλλακτικές θεωρίες, συμπεριλαμβανομένης της “θερμής σκοτεινής ύλης”. Αυτή η ιδέα υποδηλώνει ότι τα σωματίδια της σκοτεινής ύλης κινούνται γρήγορα,  κουμπώνουν πολύ γρήγορα για να συγχωνευθούν και να σχηματίσουν μικρότερες συγκεντρώσεις. Οι νέες παρατηρήσεις δεν υποστηρίζουν αυτό το σενάριο, διαπιστώνοντας ότι η σκοτεινή ύλη είναι “πιο ψυχρή” από ότι θα έπρεπε να είναι στην εναλλακτική θεωρία θερμής σκοτεινής ύλης.
 
“Η σκοτεινή ύλη είναι ψυχρή από όσο γνωρίζαμε σε μικρότερες κλίμακες”, δήλωσε η Anna Nierenberg από το Εργαστήριο Jet Propulsion της NASA, επικεφαλής της έρευνας του Hubble. “Οι αστρονόμοι έχουν πραγματοποιήσει άλλες παρατηρησιακές δοκιμασίες των θεωριών σκοτεινής ύλης πιο πριν, αλλά η δική μας παρέχει τα ισχυρότερα στοιχεία για την παρουσία μικρών συσσωματωμάτων ψυχρής σκοτεινής ύλης. πολύ πιο ισχυρό αποτέλεσμα από ό, τι ήταν δυνατό στο παρελθόν.”
 
Το κυνήγι για συγκεντρώσεις σκοτεινής ύλης που στερούνται άστρων αποδείχθηκε μία πρόκληση. Η ερευνητική ομάδα του Hubble, ωστόσο, χρησιμοποίησε μια τεχνική στην οποία δεν χρειάστηκε να αναζητήσουν την βαρυτική επίδραση των αστεριών ως ιχνοθέτες της σκοτεινής ύλης. Η ομάδα στόχευσε οκτώ ισχυρά και μακρινά κοσμικά “φανάρια του δρόμου”, που ονομάζονται κβάζαρ (περιοχές γύρω από τις ενεργές μαύρες τρύπες που εκπέμπουν τεράστιες ποσότητες φωτός). Οι αστρονόμοι μέτρησαν πώς το φως που εκπέμπεται από το οξυγόνο και το αέριο νέον που περιστρέφεται γύρω από κάθε μαύρη τρύπα του κβάζαρ, στρεβλώνεται από τη βαρύτητα ενός μεγάλου γαλαξία που είναι στο προσκήνιο, και που λειτουργεί ως μεγεθυντικός (βαρυτικός) φακός.
 
Κάθε ένα από αυτά τα 4 στιγμιότυπα του Χαμπλ αποκαλύπτει τέσσερις παραμορφωμένες εικόνες ενός κβάζαρ στο φόντο (background) και του γαλαξία του που περιβάλλει τον κεντρικό πυρήνα ενός μεγάλου γαλαξία στο προσκήνιο (foreground). Η βαρύτητα του μεγάλου γαλαξία του προσκηνίου ενεργεί σαν μεγεθυντικός φακός, στρεβλώντας το φως του κβάζαρ σε ένα φαινόμενο που ονομάζεται βαρυτικός φακός. Τέτοιες τετραπλές εικόνες από κβάζαρ είναι σπάνιες λόγω της σχεδόν ακριβούς ευθυγράμμισης που απαιτείται ανάμεσα στον γαλαξία του προσκηνίου και το κβάζαρ του φόντου.
 
Οι αστρονόμοι χρησιμοποίησαν το φαινόμενο του βαρυτικού εστιασμού για να ανιχνεύσουν τις μικρότερες δέσμες σκοτεινής ύλης που βρέθηκαν ποτέ. Οι συστάδες-συγκεντρώσεις βρίσκονται κατά μήκος της οπτικής επαφής του τηλεσκοπίου με τα κβάζαρ, καθώς και γύρω από τους πρώτους γαλαξίες βαρυτικού εστιασμού. Η παρουσία των συγκεντρώσεων της σκοτεινής ύλης μεταβάλλει την φαινομενική φωτεινότητα και τη θέση κάθε παραμορφωμένης εικόνας κβάζαρ. Οι αστρονόμοι συνέκριναν αυτές τις μετρήσεις με προβλέψεις για τον τρόπο εμφάνισης των εικόνων κβάζαρ χωρίς την επίδραση των “σβώλων” της σκοτεινής ύλης.
 
Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν αυτές τις μετρήσεις για να υπολογίσουν τις μάζες των μικροσκοπικών συγκεντρώσεων σκοτεινής ύλης. Η ευρεία κάμερα 3 του Hubble συγκέντρωσε το εγγύς υπέρυθρο φως από κάθε κβάζαρ και το ανέλυσε στα συστατικά του χρώματα για μελέτη με φασματοσκοπία. Οι εικόνες λήφθηκαν μεταξύ 2015 και 2018. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν αυτές τις μετρήσεις για να υπολογίσουν τις μάζες των μικροσκοπικών συγκεντρώσεων σκοτεινής ύλης.
 
Οι συγκεντρώσεις σκοτεινής ύλης που ανιχνεύθηκαν από το Hubble είναι 1 / 10.000 έως 1 / 100.000 φορές η μάζα του φωτοστέφανου (άλως) του Γαλαξία. Πολλές από αυτές τις μικροσκοπικές ομάδες πιθανότατα δεν περιέχουν ούτε μικρούς γαλαξίες και συνεπώς θα ήταν αδύνατο να εντοπιστούν με την παραδοσιακή μέθοδο αναζήτησης ενσωματωμένων αστεριών.
 
Ο αριθμός των μικρών δομών που εντοπίστηκαν στη μελέτη προσφέρει περισσότερες ενδείξεις σχετικά με τη φύση της σκοτεινής ύλης. “Οι ιδιότητες των σωματιδίων της σκοτεινής ύλης επηρεάζουν το πόσες μάζες σχηματίζονται”, εξηγεί ο Nierenberg. “Αυτό σημαίνει ότι μπορείτε να μάθετε για τη σωματιδιακή φυσική της σκοτεινής ύλης μετρώντας τον αριθμό των μικρών συστάδων της σκοτεινής ύλης.”
 
Ωστόσο, ο τύπος του σωματιδίου που σχηματίζει τη σκοτεινή ύλη εξακολουθεί να είναι ένα μυστήριο. “Προς το παρόν, δεν υπάρχει άμεση απόδειξη στο εργαστήριο ότι υπάρχουν σωματίδια σκοτεινής ύλης”, δήλωσε ο Birrer. «Όταν οι κοσμολόγοι μιλάνε για τη σκοτεινή ύλη, ρωτάμε «πώς κυβερνά την εμφάνιση του σύμπαντος, και σε ποιες κλίμακες;»
 
Οι αστρονόμοι θα είναι σε θέση να διεξάγουν μελέτες παρακολούθησης της σκοτεινής ύλης χρησιμοποιώντας μελλοντικά διαστημικά τηλεσκόπια της NASA, όπως το διαστημικό τηλεσκόπιο James Webb και το Wide Field Infrared Survey Telescope (WFIRST), και τα δύο υπέρυθρα παρατηρητήρια. Το Webb θα είναι σε θέση να επιτύχει αποτελεσματικά αυτές τις μετρήσεις για όλα τα γνωστά τετραπλά βαρυτικού εστιασμού κβάζαρ. Η ευκρίνεια του WFIRST και το μεγάλο οπτικό πεδίο του θα βοηθήσουν τους αστρονόμους να κάνουν παρατηρήσεις σε ολόκληρη την περιοχή του χώρου που επηρεάζεται από το τεράστιο πεδίο βαρύτητας των μαζικών γαλαξιών και των σμηνών των γαλαξιών. Αυτό θα βοηθήσει τους ερευνητές να αποκαλύψουν πολλά περισσότερα από αυτά τα σπάνια συστήματα.

Παν. Κονδύλης: Οι πολιτικές σκιές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων

Ο λόγος περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων πέρασε στο επίκεντρο τού πολιτικού λεξιλογίου των τελευταίων δύο δεκαετιών. Ένας αισιόδοξος παρατηρητές θα μπορούσε ν’ αντλήσει από δω το συμπέρασμα ότι η πολιτική, μετά από τις πικρές εμπειρίες του αιώνα, αναλαμβάνει τώρα το έργο να διαπλάσει τον κόσμο σύμφωνα με ηθικές αρχές.
 
Πρέπει να επισημάνουμε εμφατικά ότι αυταπατάται όποιος τυχόν πιστεύει πως η ονομαστική αξία των ιδεών μπορεί να εμποδίσει την πολεμική τους χρήση. Αν ήταν έτσι, τότε δεν θα είχαν γίνει ποτέ πόλεμοι ανάμεσα σέ έθνη που όλα τους ενστερνίζονταν ειλικρινά τη θρησκεία της αγάπης.
 
Η δυνατότητα μετατροπές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σ’ ένα νέο πεδίο έντασης συνάπτεται μ’ ένα κεφαλαιώδες γεγονός, το οποίο όμως ελάχιστα γίνεται αντιληπτό, γιατί όλες οι πλευρές ταυτίζουν αυθόρμητα τους δικούς τους σκοπούς με τους σκοπούς ολόκληρης της ανθρωπότητας. Πρόκειται για το γεγονός ότι με δεδομένη τη σημερνή συγκρότηση της παγκόσμιας κοινωνίας δεν μπορεί να γίνεται λόγος για ανθρώπινα δικαιώματα stricto sensu. Εδώ δεν εννοούμε τις «παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» σε πάρα πολλές χώρες, παρά αναφερόμαστε στην ίδια την ουσία του πράγματος. Ανθρώπινα δικαιώματα, δηλ. δικαιώματα που οι άνθρωποι κατέχουν απλώς και μόνον επειδή κατέχουν την ανθρώπινη ιδιότητα, έχουν χειροπιαστή έννοια και υπόσταση μονάχα αν μπορούν να τα απολαύσουν πάνω σ’ ολόκληρη τη γη, και μάλιστα στον τόπο της ελεύθερης επιλογές τους και δίχως περιορισμούς, όλοι οι άνθρωποι, μόνο και μόνο χάρη στο γεγονός ότι είναι άνθρωποι, ανεξάρτητα από την προέλευση τους ή από άλλες προϋποθέσεις. Όσο αυτό δεν συμβαίνει, όσο δηλ. ο Κινέζος δεν έχει τα ίδια δικαιώματα στις Ηνωμένες Πολιτείες όπως ο Αμερικανός, ούτε ό Αλβανός τα ίδια δικαιώματα στην Ιταλία όπως ο Ιταλός, θα μπορούμε, αν δεν θέλουμε να διαστρεβλώσουμε την έννοια των λέξεων, να μιλάμε μονάχα για πολιτικά δικαιώματα, όχι όμως για ανθρώπινα. Αυτό που σήμερα ονομάζεται κατ’ ευφημισμόν «ανθρώπινα δικαιώματα» το παρέχει πάντοτε μια κρατικά οργανωμένη πολιτική μονάδα σε όσους διαθέτουν την αντίστοιχη υπηκοότητα, και η ισχύς του μπορεί να διασφαλισθεί με εγγυήσεις μονάχα στο εσωτερικό της εκάστοτε επικράτειας. Κανένα κράτος δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι δικαιώματα, τα όποια θεωρούνται ως ανθρώπινα δικαιώματα κατ’ εξοχήν, όπως λ.χ. το δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας ή της ελευθερίας του λόγου, μπορούν να ασκούνται έξω από τα δικά του σύνορα. Και αντίστροφα: κανένα κράτος δεν μπορεί, χωρίς να αυτοδιαλυθεί, να δώσει σε όλους ανεξαίρετα τους ανθρώπους ορισμένα δικαιώματα, τα οποία συνήθως λογίζονται ως πολιτικά δικαιώματα, όπως είναι το εκλογικό δικαίωμα ή το δικαίωμα της μόνιμης εγκατάστασης. Με άλλα λόγια: δεν είναι δυνατό να κατέχουν όλοι οι άνθρωποι ως άνθρωποι όλα τα δικαιώματα (είτε αυτά λέγονται στην τρέχουσα ορολογία ανθρώπινα είτε λέγονται πολιτικά δικαιώματα) ανεξάρτητα από το πού βρίσκονται. Δικαιώματα, τα όποια τα δίνει και τα εγγυάται το κράτος και ισχύουν υπό την επιφύλαξη της ύπαρξης ενός κυρίαρχου κράτους, θα ήταν δυνατό να χαρακτηρισθούν ως ανθρώπινα δικαιώματα μονάχα αν το κράτος αυτό αναγνώριζε την ιδιότητα του ανθρώπου αποκλειστικά στους υπηκόους του. Αλλά ακόμα κι αν το έκανε αυτό πάλι δεν θα είχε καταφέρει να αναγνωρίζονται οι δικοί του υπήκοοι σε άλλες χώρες ως απόλυτα ισότιμοι πολίτες και ως κάτοχοι οικουμενικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ανθρώπινα δικαιώματα ως ανθρώπινα δικαιώματα θα μπορούσε να δώσει μονάχα η ανθρωπότητα ως συντεταγμένο και ενιαίο πολιτικό υποκείμενο. Μονάχα το τέλος του κυρίαρχου κράτους σε όλες τις γνωστές σήμερα μορφές του θα εγκαινίαζε την εποχή των πραγματικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
 
Ο οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ορμήθηκε βέβαια από τις πλούσιες χώρες της Δύσης και πρωτοχρησιμοποιήθηκε απ’ αυτές ως πολιτικό εργαλείο, όμως βρίσκει προοδευτικά ευμενή αποδοχή και συνηγόρους στις φτωχές χώρες της Ανατολής και του Νότου, οι οποίες, όπως είναι ευνόητο, τον βλέπουν ως ευπρόσδεκτο μέσο προκειμένου να προβάλλουν τις αξιώσεις τους ως προς την κατανομή τού παγκόσμιου πλούτου και των παγκόσμιων πόρων. Βέβαια, βρίσκονται σε ένα δίλημμα, γιατί nolentes ή volentes δεν είναι σε θέση να πραγματώσουν (πλήρως) στο εσωτερικό τους τις αρχές εκείνες, από την εφαρμογή των οποίων σε διεθνές επίπεδο προσδοκούν την αισθητή βελτίωση της θέσης τους ως εθνών και κρατών. Από τη διελκυστίνδα αυτή τους βοηθεί κάποτε να βγουν η διαδεδομένη και στη Δύση αντίληψη, ότι μόνον η βελτίωση της υλικής τους θέσης θα καταστήσει δυνατή την ηθικοποίηση της εσωτερικής κοινωνικοπολιτικής τους ζωής. Πρέπει να αναμένεται ότι από ενδεχόμενες προόδους προς αυτή την κατεύθυνση θα αντλήσουν το δικαίωμα μεγαλύτερης βοήθειας από μέρους της Δύσης. Έτσι ή αλλιώς, η Δύση θα βρεθεί κάτω από ηθική και πολιτική πίεση, από την οποία δεν θα μπορέσει να απαλλαγεί εύκολα. Όποιος θέλει να εξηγήσει τη χρεοκοπία τού υπαρκτού σοσιαλισμού με τον ισχυρισμό ότι αυτός δεν μπόρεσε να πραγματώσει ούτε τις εσχατολογικές ούτε τις άμεσες (υλικές) επαγγελίες του, πρέπει και να σκεφθεί στα σοβαρά το ενδεχόμενο, ότι τα έθνη που θέλουν να ακολουθήσουν τον δρόμο της Δύσης, αλλά δεν θα μπορέσουν να το κάμουν, μέσα στην απογοήτευση τους θα στραφούν τελικά εναντίον της Δύσης και συνάμα εναντίον της οικουμενιστικής ηθικής της. Γιατί θα είναι διατεθειμένα να ερμηνεύσουν την αποτυχία τους ως προδοσία της χορτάτης και εγωιστικής Δύσης προς τις ίδιες της τις αρχές. Στις προσδοκίες που έχει ξυπνήσει η Δύση με την παγκόσμια εξαγωγή του ηθικού της οικουμενισμού λανθάνει ένα εκρηκτικό δυναμικό. Η νίκη των ιδεών της δεν ανακούφισε τη Δύση, αλλά απεναντίας τη φόρτωσε με καθήκοντα και υποθήκες, κάτω απ’ την πίεση των οποίων θα μπορούσε η ίδια να αλλάξει εκ βάθρων.
 
Η πίεση αυτή θα αυξάνεται αναγκαστικά στον βαθμό που τα οικουμενικά ανθρώπινα δικαιώματα θα ερμηνεύονται υλικά, οπότε mutatis mutandis θα επαναληφθεί ό,τι έγινε για πρώτη φορά στον 19ο αιώνα, όταν οι σοσιαλιστές απαίτησαν την υλική ερμηνεία και πραγμάτωση των τυπικών ελευθεριών και δικαιωμάτων που διακήρυξε η αστική τάξη. Η χριστιανική αντίληψη για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια αρχικά δεν συνδεόταν με την ιδέα ενός υλικού ελάχιστου επιπέδου διαβίωσης, ό,τι κι αν λένε σχετικά οι «προοδευτικοί» θεολόγοι. Σύμφωνα όμως με τη σημερινή αντίληψη, το ελάχιστο επίπεδο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και το ελάχιστο καταναλωτικό επίπεδο είναι αδιαχώριστα· όποιος πεθαίνει της πείνας είναι απλώς άνθρωπος δίχως ουσιαστικά δικαιώματα και όχι λ.χ. κάποιος στον οποίο η θεοθέλητη υλική στέρηση δίνει την ευκαιρία να απαλλαγεί εντελώς από τη μέριμνα των υλικών αγαθών. Αν τώρα τα ανθρώπινα δικαιώματα ερμηνευθούν υλικά και συνδεθούν με καταναλωτικές απαιτήσεις, τότε θα πρέπει να έρθουν σε σύγκρουση με την υφιστάμενη σέ παγκόσμιο επίπεδο σπάνη των αγαθών, δηλ. θα μεταβληθούν αναγκαστικά σε όπλα μέσα στον αγώνα κατανομής των περιορισμένων αγαθών. Όποιος ανήκει σ’ ένα πλούσιο έθνος και συνάμα υπερασπίζει τη συνεπή τήρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων θα πρέπει να μοιρασθεί τα δικά του ανθρώπινα δικαιώματα με άλλους, άγνωστους ανθρώπους, και απ’ αυτό θα γεννηθεί σίγουρα μια αντιπαράθεση, κατά την οποία θα έρθουν αντιμέτωπα τα ανθρώπινα δικαιώματα των μεν με τα ανθρώπινα δικαιώματα των δε.
 
Εν πάση περιπτώσει πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι όσο περισσότεροι άνθρωποι επικαλούνται τα ανθρώπινα δικαιώματα τόσο ευρύτερη θα γίνεται η ερμηνεία τους. Αυτό σημαίνει με άλλα λόγια ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι θα απαιτούν όλο και περισσότερα υλικά και πνευματικά αγαθά, πιστεύοντας ότι τους ανήκουν δικαιωματικά. Στο φως αυτής της ακαταμάχητης διαπίστωσης πρέπει να συμφιλιωθούμε με την προοπτική ότι στο μέλλον θα αλλάξει η λειτουργία και η έννοια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τα ανθρώπινα δικαιώματα, αν μάλιστα ερμηνεύονται υλικά, δεν μπορούν να σημαίνουν το ίδιο πράγμα ανεξάρτητα από το αν την κατοχή και την ενεργό τους άσκηση την απαιτούν ταυτόχρονα και εξ ολοκλήρου δύο, πέντε ή δέκα δισεκατομμύρια άνθρωποι. Τι θα υπαγορεύσει η «αρχή της ευθύνης» μετά τον νέο διπλασιασμό του παγκόσμιου πληθυσμού σε λίγες δεκαετίες, αυτό κανείς δεν μπορεί να το ξέρει σήμερα με βεβαιότητα. Ως προαίσθηση μελλοντικών τριβών και ως προληπτική προσπάθεια να κρατηθεί ανοιχτή κάποια βαλβίδα ασφαλείας πρέπει πάντως να ερμηνευθεί το γεγονός, ότι οι επιταγές της οικουμενικής ηθικής και ιδιαίτερα τα ανθρώπινα δικαιώματα εξακολουθούν να εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων της κρατικής κυριαρχίας. Ακόμα και κράτη που αναγνωρίζουν πλήρως τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα εγγυούνται μέσα στα όρια της επικρατείας τους επιφυλάσσουν στον εαυτό τους το δικαίωμα να τα αρνηθούν σε ξένους· ήδη οι αρχαίες δημοκρατίες προστάτευαν άγρυπνα την έντονη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στους δικούς τους πολίτες και στους ξένους. Η διακήρυξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων συνδέεται λοιπόν σήμερα -και στο μέλλον θα συνδεθεί ακόμα στενότερα- με την κάποτε απερίφραστη επιθυμία να καθίσει ο φίλτατος συνάνθρωπος στον τόπο του και να χαρεί εκεί την ανθρώπινη αξιοπρέπεια του. Μια απεριόριστη εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δηλ. μια συνεπής και νομικά διασφαλισμένη αναγωγή των ανθρώπων στην ανθρώπινη ιδιότητα τους και μόνο, χωρίς να λαμβάνεται καθόλου υπ’ όψιν η εθνικότητα και η υπηκοότητα, θα συνεπέφερε αυτόματα την κατάργηση του κυρίαρχου κράτους και όλων των φραγμών στην ελευθερία κινήσεως και εγκαταστάσεως – ένας αληθινός εφιάλτης για τους κοινοτικούς Ευρωπαίους και τούς Βορειοαμερικανούς. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι υπέρμαχοι της οικουμενικής ηθικής, οι όποιοι παρουσιάζονται εξαιρετικά εύγλωττοι όταν πρόκειται για διακηρύξεις άρχων και για πρακτικά μη δεσμευτικές θεωρητικές τριχοτομίες. ίσαμε τώρα δεν μας έχουν πει τίποτε για τις συγκεκριμένες συνέπειες μιας απαρέγκλιτης εφαρμογής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (δηλ. των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ανθρώπου και μόνο) σε πλανητικό επίπεδο.
 
Εφ’ όσον η Δύση μπορεί να εφαρμόσει τα ανθρώπινα δικαιώματα μονάχα με την επιφύλαξη της κρατικής κυριαρχίας, εμπλέκεται σε μιαν αντίφαση, η οποία, καθώς είναι ευνόητο, φαίνεται ακόμα πιο κραυγαλέα και αφόρητη σε όσους χτυπούν την πόρτα της. Η αντίφαση τούτη θα βάθαινε ακόμα περισσότερο αν η Δύση έμπαινε στον πειρασμό να επιβάλει τα ανθρώπινα δικαιώματα (διάβαζε: τα δικαιώματα που ισχύουν για τους πολίτες της Δύσης) με πολιτικές ή και στρατιωτικές επεμβάσεις σε άλλα μέρη τού κόσμου. Γιατί τέτοιες επεμβάσεις θα γίνονταν κατ’ ανάγκην επιλεκτικά (μια εκστρατεία εναντίον της Κίνας λ.χ. θα ήταν αδιανόητη) και έτσι γρήγορα θα καταντούσαν αναξιόπιστες· θα έπρεπε μάλιστα να αναμένεται ότι φανατισμένες μάζες σε χώρες όπως π.χ. το Ιράν θα πρόβαλαν το σύνθημα «Κάτω τα ανθρώπινα δικαιώματα!» ακριβώς με την ίδια έννοια που οι Ισπανοί μαχητές εναντίον τού Ναπολέοντα φώναζαν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα «Κάτω η ελευθερία!». Πέρα απ’ αυτό, μακροπρόθεσμα δεν είναι δυνατό να παραβιάζει κανείς την κρατική κυριαρχία των άλλων στο όνομα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ συνάμα περιχαρακώνει τη δική του κρατική κυριαρχία ενάντια σε ό,τι άλλοι θεωρούν ως τα δικά τους ανθρώπινα δικαιώματα. Με άλλα λόγια, η Δύση θα εξαναγκασθεί να αντισταθμίσει την επιβολή των τυπικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε άλλες χώρες με παραχωρήσεις προς την υλική ερμηνεία των ίδιων αυτών ανθρωπίνων δικαιωμάτων – και να πληρώσει για το αντιστάθμισμα τούτο. Κοντολογίς, το πρώτο καθήκον του απελευθερωτή θα είναι να θρέψει τούς απελευθερωμένους.
 
Υπάρχει ένας ακόμη βαθύτερος λόγος, για τον οποίο οι εντάσεις στο ανθρώπινο σύμπαν πιθανότατα θα αυξηθούν – και μάλιστα όχι παρά τη διάδοση των άρχων της οικουμενικής ηθικής αλλά παράλληλα μ’ αυτήν. Η ηθικά-κανονιστικά φορτισμένη λέξη «άνθρωπος» λειτουργούσε γλωσσικά ως τιμητικό επίθετο όσο την αντιπαρέθετε κανείς σε άλλα επίθετα, τα όποια φαίνονταν απλώς να υποδηλώνουν ιστορικά προσδιορισμένους, καταργήσιμους και καταργητέους διαχωρισμούς μεταξύ των ανθρώπων· στη γλώσσα του ηθικού οικουμενισμού «άνθρωπος» σήμαινε πάντοτε κάτι ευγενέστερο και υψηλότερο σε σύγκριση με λέξεις όπως Ιουδαίος και Έλλην, χριστιανός και εθνικός, λευκός ή μαύρος, κομμουνιστής ή φιλελεύθερος. Από τη στιγμή όμως που θα εκλείψουν όλες οι μερικές έννοιες, όσες έχουν κατά καιρούς αντιπαρατεθεί στην καθολική έννοια «άνθρωπος», η λέξη «άνθρωπος» δεν θα αποτελεί πια επίθετο, δηλ. δεν θα υποδηλώνει πια κάποια ανώτερη ιδιότητα, παρά θα μετατραπεί σ’ ένα ουσιαστικό που θα κατονομάζει απλώς ένα ορισμένοι ζωικό είδος. Οι άνθρωποι θα αποκαλούνται όλοι «άνθρωποι». ακριβώς όπως τα λιοντάρια λέγονται λιοντάρια και τα ποντίκια-ποντίκια χωρίς άλλον εθνικό ή ιδεολογικό διαφορισμό. Ίσως να φαίνεται παράδοξο, όμως είναι αλήθεια ότι ο άνθρωπος ξεχώρισε από όλα τα άλλα ζωικά είδη ακριβώς επειδή δεν ήταν άνθρωπος και μόνο, χωρίς κανένα άλλο κατηγόρημα. Όχι μόνο γεννήθηκε ο πολιτισμός χάρη στην υπέρβαση της γυμνές ανθρώπινης ιδιότητας και στη βαθμιαία απόκτηση ιστορικά προσδιορισμένων κατηγορημάτων, αλλά επίσης οι αντιθέσεις και οι αγώνες ανάμεσα στους ανθρώπους προσέλαβαν, χάρη ακριβώς στην παρουσία και στην επήρεια των κατηγορημάτων αυτών, συναισθηματικές και ιδεολογικές διαστάσεις που πήγαιναν πολύ παραπέρα από τον κόσμο τού ζώου. Γι’ αυτό και δεν αποκλείεται ότι η συρρίκνωση του ανθρώπου στην ανθρώπινη ιδιότητα του και μόνο θα εγκαινιάσει και θα συνοδεύσει μιαν εποχή, όπου οι άνθρωποι θα είναι αναγκασμένοι να πολεμήσουν για αγαθά απολύτως απαραίτητα για τη στοιχειώδη επιβίωση του ζωικού είδους «άνθρωπος» – στη χειρότερη περίπτωση για αέρα και νερό. Σύμφωνα με ένα γνωστό παράδοξο της ιστορικής δραστηριότητας των ανθρώπων, η επιβολή της οικουμενικής ηθικής θα γεννήσει τότε συνέπειες ολότελα διαφορετικές από τις επιθυμούμενες.
 
Ίσως περιττεύει να διευκρινίσουμε κλείνοντας ότι οι σκέψεις αυτές δεν σημαίνουν πως ο οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων φταίει για όλα τα κακά ή πως η υιοθέτηση ενός ηθικού σχετικισμού θα ήταν η κατάλληλη λύση για τις μεγάλες απορίες της πλανητικής μας ιστορίας. Τα πράγματα παίρνουν τον δρόμο τους, και ο δρόμος αυτός καθορίζεται από ιδέες -με την έννοια αυτοτελών δυνάμεων που παρεμβαίνουν από τα έξω σ’ ένα γίγνεσθαι κι είναι ικανές να το κατευθύνουν-πολύ λιγότερο απ’ όσο θέλουν να πιστεύουν (ή όσο θέλουν να κάμουν τούς άλλους να πιστέψουν) οι παραγωγοί και οι καταναλωτές ιδεών. Ωστόσο η συντελούμενη επικράτηση τού οικουμενισμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων παραμένει ενδεικτική για ουσιώδεις πολιτικές εξελίξεις – και καλύτερα να σκέφτεται κανείς πάνω στις εξελίξεις αυτές παρά να μη σκέφτεται.
 
Παναγιώτης Κονδύλης, Πλανητική Πολιτική Μετά Τον Ψυχρό Πόλεμο

David Hume: Ανθρώπινη Φύση και Ηθική

Ντέιβιντ Χιουμ: 1711–1771

Πώς κουβεντιάζεται η ηθική;

§1. Το έργο του Χιουμ που συζητάμε εδώ αποτελεί το τρίτο βιβλίο της Πραγματείας του για την ανθρώπινη φύση. Τα άλλα δυο βιβλία είναι τα εξής: Ι. Περί της Νόησης και ΙΙ. Περί των Παθών. Το βιβλίο του περί Ηθικής θεωρείται ένα από τα πιο σημαντικά έργα της ηθικής φιλοσοφίας. Το εν λόγω κείμενο δεν είναι το μοναδικό έργο του Χιουμ για την ηθική φιλοσοφία. Υπάρχει και το μετέπειτα έργο του: Έρευνα για της αρχές της ηθικής. Ωστόσο το περί Ηθικής λογίζεται, στη διεθνή βιβλιογραφία, ως πιο μεστό φιλοσοφικού περιεχομένου σε σχέση με το τελευταίο. Η φιλοσοφική του μεστότητα και συναφώς η σπουδαιότητά του έγκειται στο ότι ο Χιουμ επιχειρεί να αντλήσει βασικές σκέψεις για τα θεμέλια της ηθικής από την ανάλυση της ανθρώπινης φύσης. Έτσι χωρεί πολύ πιο πέρα από στείρες ηθικολογικές ντιρεκτίβες πολλών άλλων έργων ηθικής φιλοσοφίας και κατορθώνει να συνδυάζει ηθικές έννοιες ή εννοιολογήσεις με τα συμφραζόμενα της πράξης. Απ’ αυτή την άποψη, στο συγκεκριμένο βιβλίο δεν θεωρητικολογεί αφηρημένα και ασύστολα, αλλά φιλοσοφεί συγκεκριμένα πάνω στην αναγκαιότητα συγκρότησης μιας φιλοσοφίας, που θα έχει λόγο στο και για το εκάστοτε παρόν της ανθρώπινης φύσης. Να γιατί οι διάφορες φιλοσοφικές αντιπαραθέσεις, από τότε έως σήμερα, γύρω από ορθολογικές ή κανονιστικές θεωρίες, γύρω από ηθικά κίνητρα ή το ρόλο των αισθήσεων και των αισθημάτων, δεν μπορούν να σταθούν ανταποδοτικές χωρίς τις πολλαπλές αναφορές στο εν λόγω έργο του Χιουμ και γενικότερα στη σκέψη του.

§2. Πώς θα μπορούσε να χαρακτηριστεί με μια πρόταση η αντίληψη του Χιουμ για την ηθική; Κανονιστική αντίληψη περί ηθικής. Στο πλαίσιο αυτού του κανονιστικού χαρακτήρα της ηθικής αναπτύσσεται και η θεωρία του για την ατομική ηθική, αλλά και για την αξία των ηθικών θεσμίσεων και των συναφών πολιτικών θεσμών. Κάθε μονοδιάστατα ορθολογική αντίληψη περί ηθικής δεν έχει ιδιαίτερη αξία για τον Χιουμ, γιατί δεν διασφαλίζει ένα ακέραιο ηθικό πράττειν. Απεναντίας μια εμπειρική –και καμιά μεταφυσική– πρόσληψη της ανθρώπινης φύσης ενεργοποιεί το ενδιαφέρον του ανθρώπου να διεκδικεί μια κανονιστική θέση ή τοποθέτηση μέσα στον κόσμο των αξιών, πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να ευαισθητοποιείται όχι μόνο για τη δική του ευημερία, αλλά και για την αλτρουιστική προσέγγιση του άλλου. Απαράγραπτος όρος, ως προκύπτει, για ένα συγκεκριμένο, πρακτικό αντίκρισμα της ηθικής παραμένει η εμπειρική-γνωσιακή οριοθέτηση της ανθρώπινης φύσης. Τούτο σημαίνει για την εσωτερική διάρθρωση του υπό συζήτηση έργου του Χιουμ πως τα συστατικά στοιχεία της νόησης, των αντιλήψεων, των ιδεών ή παραστάσεων, των εντυπώσεων, των ποικίλων παθημάτων και εναισθήσεων, καθώς και η σύμπραξη ορθού λόγου και αισθήματος ή συναισθήματος αποτελούν μια ενιαία νοητή γραμμή και μόνο έτσι συνθέτουν την εσώτερη δυναμική της σχέσης: ανθρώπινη φύση και ηθική. Αυτή η προϋπόθεση της ενιαίας γραμμής του σκέπτεσθαι και του πράττειν συνιστά την ακατάλυτη αρχή –χτες και σήμερα και πάντα– για την ηθική ολοκλήρωση, τουτέστι απρόσκοπτη ευδοκίμηση ανθρώπινου ατόμου και κοινωνικο-πολιτικής κοινότητας. Μόνο μέσα από μια τέτοια οπτική νομιμοποιείται και η πολιτική πράξη της εξουσίας, της κυβέρνησης ως τέτοιας. Και τούτο ισχύει σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, καθώς οι αμοραλιστές, μειοδότες και δοσίλογοι της παρούσας ελλαδικής κυβερνοπολιτείας έχουν ποδοπατήσει κάθε έννοια ηθικού δέοντος και ορθολογικού πολιτικού πράττειν.

§3. Όπως πολύ σωστά τονίζει ο Χιουμ ανατιμά δεόντως «το συναίσθημα, τη συμπάθεια, το λόγο και την ανθρώπινη βούληση». Εδώ αναγνωρίζει μια ομοιότητα με το χριστιανικό σχήμα, σύμφωνα με το οποίο: «νοιώθω την απειρία του όλου, την απροσδιοριστία του γύρω μου κόσμου και μέσα από την εμπειρική μου πράξη, που βασίζεται στη συμπάθεια, προσπαθώ σ’ αυτόν τον κόσμο να προσδιοριστώ». Γενικεύοντας τη σημασία του συγκεκριμένου έργου για το σήμερα γράφει με ευστοχία:

«Στη σημερινή εποχή αυτό το έργο του Χιουμ -το οποίο γιατί όχι έχει και πολιτικές προεκτάσεις- είναι επίκαιρο. Επιβάλλεται ο κόσμος μας να στηριχθεί στη συμπάθεια από άκρου εις άκρον της γης. Επιβάλλεται ο κόσμος μας να ακτινοβολεί την ευχαρίστηση μέσα από την ωραία επικοινωνία των ανθρώπων μεταξύ τους και με την ευνομούμενη κοινωνία. Η σχέση του ανθρώπου με το κράτος είναι ηθική σχέση και αυτό το άνοιγμα της ηθικής που καταφέρνει ο Βρετανός φιλόσοφος είναι σπουδαίο επίτευγμα. Το κράτος που πείθει τον πολίτη είναι ηθικό, ο πολίτης που προσφέρει στο κράτος είναι ηθικός. Ο πολίτης που ευχαριστείται μέσα από την συμπάθειά του για τον άλλο είναι ηθικός, ο άλλος που επιστρέφει όλα αυτά είναι ηθικός. Τελικά η ηθική είναι η εμπειρία του ωραίου και του ευχάριστου. Αυτός ο εμπειρισμός του Βρετανού φιλοσόφου ίσως αποτελεί θεραπεία για τις αρνητικές εμπειρίες που εκπέμπει ο κόσμος μας. Ίσως μπορεί να δημιουργήσει ένα νέο μοντέλο ανθρώπου και κράτους που θα εγγυηθούν την καλύτερη πορεία της ανθρωπότητας».

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ρητορική (1410b-1411b)

[X] Ἐπεὶ δὲ διώρισται περὶ τούτων, πόθεν λέγεται τὰ ἀστεῖα καὶ τὰ εὐδοκιμοῦντα λεκτέον. ποιεῖν μὲν οὖν ἐστὶν τοῦ εὐφυοῦς ἢ τοῦ γεγυμνασμένου, δεῖξαι δὲ τῆς μεθόδου ταύτης. εἴπωμεν οὖν καὶ διαριθμησώμεθα· ἀρχὴ δ᾽ ἔστω ἡμῖν αὕτη. τὸ γὰρ μανθάνειν ῥᾳδίως ἡδὺ φύσει πᾶσιν ἐστί, τὰ δὲ ὀνόματα σημαίνει τι, ὥστε ὅσα τῶν ὀνομάτων ποιεῖ ἡμῖν μάθησιν, ἥδιστα. αἱ μὲν οὖν γλῶτται ἀγνῶτες, τὰ δὲ κύρια ἴσμεν· ἡ δὲ μεταφορὰ ποιεῖ τοῦτο μάλιστα· ὅταν γὰρ εἴπῃ τὸ γῆρας καλάμην, ἐποίησεν μάθησιν καὶ γνῶσιν διὰ τοῦ γένους· ἄμφω γὰρ ἀπηνθηκότα. ποιοῦσιν μὲν οὖν καὶ αἱ τῶν ποιητῶν εἰκόνες τὸ αὐτό· διόπερ ἂν εὖ, ἀστεῖον φαίνεται. ἔστιν γὰρ ἡ εἰκών, καθάπερ εἴρηται πρότερον, μεταφορὰ διαφέρουσα προθέσει· διὸ ἧττον ἡδύ, ὅτι μακροτέρως· καὶ οὐ λέγει ὡς τοῦτο ἐκεῖνο· οὐκοῦν οὐδὲ ζητεῖ τοῦτο ἡ ψυχή. ἀνάγκη δὴ καὶ λέξιν καὶ ἐνθυμήματα ταῦτ᾽ εἶναι ἀστεῖα ὅσα ποιεῖ ἡμῖν μάθησιν ταχεῖαν· διὸ οὔτε τὰ ἐπιπόλαια τῶν ἐνθυμημάτων εὐδοκιμεῖ (ἐπιπόλαια γὰρ λέγομεν τὰ παντὶ δῆλα, καὶ ἃ μηδὲν δεῖ ζητῆσαι), οὔτε ὅσα εἰρημένα ἀγνοοῦμεν, ἀλλ᾽ ὅσων ἢ ἅμα λεγομένων ἡ γνῶσις γίνεται, καὶ εἰ μὴ πρότερον ὑπῆρχεν, ἢ μικρὸν ὑστερίζει ἡ διάνοια· γίγνεται γὰρ οἷον μάθησις, ἐκείνων δὲ οὐδετέρου. κατὰ μὲν οὖν τὴν διάνοιαν τοῦ λεγομένου τὰ τοιαῦτα εὐδοκιμεῖ τῶν ἐνθυμημάτων, κατὰ δὲ τὴν λέξιν τῷ μὲν σχήματι, ἐὰν ἀντικειμένως λέγηται, οἷον «καὶ τὴν τοῖς ἄλλοις κοινὴν εἰρήνην νομιζόντων τοῖς αὑτῶν ἰδίοις πόλεμον»· ἀντίκειται πόλεμος εἰρήνῃ· τοῖς δ᾽ ὀνόμασιν, ἐὰν ἔχῃ μεταφοράν, καὶ ταύτην μήτ᾽ ἀλλοτρίαν, χαλεπὸν γὰρ συνιδεῖν, μήτ᾽ ἐπιπόλαιον, οὐδὲν γὰρ ποιεῖ πάσχειν. ἔτι εἰ πρὸ ὀμμάτων ποιεῖ· ὁρᾶν γὰρ δεῖ [τὰ] πραττόμενα μᾶλλον ἢ μέλλοντα. δεῖ ἄρα τούτων στοχάζεσθαι τριῶν, μεταφορᾶς ἀντιθέσεως ἐνεργείας.

[1411a] Τῶν δὲ μεταφορῶν τεττάρων οὐσῶν εὐδοκιμοῦσι μάλιστα αἱ κατ᾽ ἀναλογίαν, ὥσπερ Περικλῆς ἔφη τὴν νεότητα τὴν ἀπολομένην ἐν τῷ πολέμῳ οὕτως ἠφανίσθαι ἐκ τῆς πόλεως ὥσπερ εἴ τις τὸ ἔαρ ἐκ τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐξέλοι. καὶ Λεπτίνης περὶ Λακεδαιμονίων, οὐκ ἂν περιιδεῖν τὴν Ἑλλάδα ἑτερόφθαλμον γενομένην. καὶ Κηφισόδοτος, σπουδάζοντος Χάρητος εὐθύνας δοῦναι περὶ τὸν Ὀλυνθιακὸν πόλεμον, ἠγανάκτει, φάσκων εἰς πνῖγμα τὸν δῆμον ἄγχοντα τὰς εὐθύνας πειρᾶσθαι δοῦναι. καὶ παρακαλῶν ποτὲ τοὺς Ἀθηναίους εἰς Εὔβοιαν ἐπισιτισαμένους ἔφη δεῖν ἐξιέναι τὸ Μιλτιάδου ψήφισμα. καὶ Ἰφικράτης σπεισαμένων Ἀθηναίων πρὸς Ἐπίδαυρον καὶ τὴν παραλίαν ἠγανάκτει, φάσκων αὐτοὺς τὰ ἐφόδια τοῦ πολέμου παρῃρῆσθαι. καὶ Πειθόλαος τὴν πάραλον ῥόπαλον τοῦ δήμου, Σηστὸν δὲ τηλίαν τοῦ Πειραιέως. καὶ Περικλῆς τὴν Αἴγιναν ἀφελεῖν ἐκέλευσε, τὴν λήμην τοῦ Πειραιέως. καὶ Μοιροκλῆς οὐθὲν ἔφη πονηρότερος εἶναι, ὀνομάσας τινὰ τῶν ἐπιεικῶν· ἐκεῖνον μὲν γὰρ ἐπιτρίτων τόκων πονηρεύεσθαι, αὐτὸς δὲ ἐπιδεκάτων. καὶ τὸ Ἀναξανδρίδου ἰαμβεῖον ὑπὲρ τῶν θυγατέρων πρὸς τὸν γάμον ἐγχρονιζουσῶν «ὑπερήμεροί μοι τῶν γάμων αἱ παρθένοι». καὶ τὸ Πολυεύκτου εἰς ἀποπληκτικόν τινα Σπεύσιππον, τὸ μὴ δύνασθαι ἡσυχίαν ἄγειν ὑπὸ τῆς τύχης ἐν πεντεσυρίγγῳ νόσῳ δεδεμένον. καὶ Κηφισόδοτος τὰς τριήρεις ἐκάλει μύλωνας ποικίλους, ὁ Κύων δὲ τὰ καπηλεῖα τὰ Ἀττικὰ φιδίτια· Αἰσίων δέ, ὅτι εἰς Σικελίαν τὴν πόλιν ἐξέχεαν· τοῦτο γὰρ μεταφορὰ καὶ πρὸ ὀμμάτων. καὶ «ὥστε βοῆσαι τὴν Ἑλλάδα», καὶ τοῦτο τρόπον τινὰ μεταφορὰ καὶ πρὸ ὀμμάτων. καὶ ὥσπερ Κηφισόδοτος εὐλαβεῖσθαι ἐκέλευεν μὴ πολλὰς ποιήσωσιν τὰς συνδρομάς [ἐκκλησίας]. καὶ Ἰσοκράτης πρὸς τοὺς συντρέχοντας ἐν ταῖς πανηγύρεσιν. καὶ οἷον ἐν τῷ ἐπιταφίῳ, διότι ἄξιον ἦν ἐπὶ τῷ τάφῳ τῷ τῶν ἐν Σαλαμῖνι τελευτησάντων κείρασθαι τὴν Ἑλλάδα ὡς συγκαταθαπτομένης τῇ ἀρετῇ αὐτῶν τῆς ἐλευθερίας· εἰ μὲν γὰρ εἶπεν ὅτι ἄξιον δακρῦσαι συγκαταθαπτομένης τῆς ἀρετῆς, μεταφορὰ καὶ πρὸ ὀμμάτων, τὸ δὲ «τῇ ἀρετῇ

[1411b] τῆς ἐλευθερίας» ἀντίθεσίν τινα ἔχει. καὶ ὡς Ἰφικράτης εἶπεν «ἡ γὰρ ὁδός μοι τῶν λόγων διὰ μέσων τῶν Χάρητι πεπραγμένων ἐστίν» μεταφορὰ κατ᾽ ἀναλογίαν, καὶ τὸ διὰ μέσου πρὸ ὀμμάτων ποιεῖ. καὶ τὸ φάναι παρακαλεῖν τοὺς κινδύνους τοῖς κινδύνοις βοηθήσοντας, πρὸ ὀμμάτων μεταφορά. καὶ Λυκολέων ὑπὲρ Χαβρίου «οὐδὲ τὴν ἱκετηρίαν αἰσχυνθέντες αὐτοῦ, τὴν εἰκόνα τὴν χαλκῆν»· μεταφορὰ γὰρ ἐν τῷ παρόντι, ἀλλ᾽ οὐκ ἀεί, ἀλλὰ πρὸ ὀμμάτων· κινδυνεύοντος γὰρ αὐτοῦ ἱκετεύει ἡ εἰκών, τὸ «ἔμψυχον δὴ ἄψυχον», τὸ ὑπόμνημα τῶν τῆς πόλεως ἔργων. καὶ «πάντα τρόπον μικρὸν φρονεῖν μελετῶντες»· τὸ γὰρ μελετᾶν αὔξειν τι ἐστίν. καὶ ὅτι «τὸν νοῦν ὁ θεὸς φῶς ἀνῆψεν ἐν τῇ ψυχῇ»· ἄμφω γὰρ δηλοῖ τι. «οὐ γὰρ διαλυόμεθα τοὺς πολέμους ἀλλ᾽ ἀναβαλλόμεθα»· ἄμφω γάρ ἐστιν μέλλοντα, καὶ ἡ ἀναβολὴ καὶ ἡ τοιαύτη εἰρήνη. καὶ τὸ τὰς συνθήκας φάναι τρόπαιον εἶναι πολὺ κάλλιον τῶν ἐν τοῖς πολέμοις γινομένων· τὰ μὲν γὰρ ὑπὲρ μικρῶν καὶ μιᾶς τύχης, αὗται δ᾽ ὑπὲρ παντὸς τοῦ πολέμου· ἄμφω γὰρ νίκης σημεῖα. καὶ ὅτι αἱ πόλεις τῷ ψόγῳ τῶν ἀνθρώπων μεγάλας εὐθύνας διδόασιν· ἡ γὰρ εὔθυνα βλάβη τις δικαία ἐστίν.

***
[10] Τώρα που ξεκαθαρίσαμε αυτά τα πράγματα, είναι πια η ώρα να πούμε από πού πηγάζουν όλες αυτές οι ευφυείς, οι χαριτωμένες και ιδιαίτερα αγαπητές στον κόσμο εκφράσεις. Το να διατυπώνει λοιπόν κανείς τέτοιου είδους εκφράσεις είναι θέμα φυσικού ταλέντου και άσκησης, το να δείξει όμως περί τίνος ακριβώς πρόκειται, είναι έργο της επιστημονικής μας αυτής έρευνας. Ας μιλήσουμε λοιπόν για το θέμα αυτό απαριθμώντας τις επιμέρους περιπτώσεις τους, και ας γίνει αφετηρία για τον λόγο μας το εξής: Το να πετυχαίνουμε να κερδίζουμε γνώσεις εύκολα, είναι κάτι που, εκ φύσεως, μας ευχαριστεί όλους· οι λέξεις, πάλι, έχουν μια συγκεκριμένη η καθεμιά τους σημασία· συμπέρασμα: όσες λέξεις μάς χαρίζουν γνώση, μας είναι εξαιρετικά ευχάριστες. Οι παράξενες και ασυνήθιστες λέξεις μάς είναι κάτι το άγνωστο, ενώ τις κοινές, τις συνηθισμένες λέξεις τις γνωρίζουμε ήδη. Καταντάει λοιπόν να είναι η μεταφορά το μόνο που πετυχαίνει αυτό το πράγμα με τον καλύτερο τρόπο: όταν ο ποιητής ονομάζει τα γηρατειά «καλαμιά» μας βοηθάει να καταλάβουμε και μας μεταδίδει γνώση με τη βοήθεια της έννοιας γένους· και στις δύο, πράγματι, περιπτώσεις υπάρχει απώλεια της άνθησης. Το ίδιο, φυσικά, κάνουν και οι παρομοιώσεις των ποιητών· γι᾽ αυτό και, αν είναι πετυχημένες, δείχνουν κομψότητα και χάρη. Πραγματικά, η παρομοίωση, όπως το είπαμε και πρωτύτερα, είναι μια μεταφορά που διαφέρει από εκείνην μόνο στον τρόπο με τον οποίο γίνεται η παρουσίαση· αυτός είναι και ο λόγος που είναι λιγότερο ευχάριστη, γιατί είναι μακρότερη ως διατύπωση και δεν λέει ότι αυτό είναι εκείνο — δεν λέει, επομένως, αυτό που αναζητεί η ψυχή του ακροατή. Αναγκαστικά λοιπόν κομψότητα και χάρη έχουν οι εκφράσεις και τα ενθυμήματα που μας βοηθούν να κατανοούμε και να αποκτούμε καινούργια γνώση γρήγορα. Αυτός είναι ο λόγος που ούτε τα επιφανειακά ενθυμήματα είναι ιδιαιτέρως προσφιλή στον κόσμο (επιφανειακά λέω αυτά που το περιεχόμενό τους είναι ολοφάνερο σε όλους και δεν χρειάζονται καθόλου να γίνουν αντικείμενο διαλογισμών) ούτε εκείνα που, όταν ειπωθούν, είναι ακατάληπτα, αλλά μόνο εκείνα που ή γίνονται κατανοητά τη στιγμή που λέγονται (ακόμη και αν δεν υπήρχε πιο πριν σχετική γνώση στην ψυχή των ακροατών) ή το νόημα τους γίνεται κατανοητό με λίγη καθυστέρηση. Ο λόγος είναι ότι στις δύο τελευταίες περιπτώσεις προκύπτει, κατά κάποιο τρόπο, καινούργια γνώση, όχι όμως και στις δύο προηγούμενες περιπτώσεις: ούτε στη μία ούτε στην άλλη.

Από την άποψη λοιπόν του νοηματικού περιεχομένου της έκφρασης αυτά τα ενθυμήματα είναι τα ιδιαιτέρως προσφιλή στον κόσμο. Από την άποψη, τώρα, του ύφους πετυχημένα είναι α) από την πλευρά της μορφής όσα λέγονται αντιθετικά, π.χ. «(διαβάλλεσαι) από αυτούς που την ειρήνη, ένα κοινό για όλους τους άλλους αγαθό, τη θεωρούν εχθρό για τα προσωπικά τους συμφέροντα» (ο πόλεμος αντιτίθεται στην ειρήνη), β) από την πλευρά των λέξεων, αν περιέχουν μεταφορά, μια μεταφορά όμως που ούτε μακρινή και παράξενη να είναι (γιατί τότε είναι δύσκολο να την κατανοήσει κανείς) ούτε επιφανειακή (γιατί τότε δεν ασκεί καμιά επίδραση στον ακροατή). Επίσης αν φέρνουν το πράγμα ζωντανό μπροστά στα μάτια του ακροατή: πρέπει δηλαδή ο ακροατής να βλέπει τα πράγματα μάλλον σαν να γίνονται τώρα παρά σαν κάτι το μελλοντικό. Πρέπει λοιπόν να έχουμε συνεχώς στο νου μας αυτά τα τρία: τη μεταφορά, την αντίθεση, τη ζωντάνια.

[1411a] Από τα τέσσερα είδη μεταφοράς που υπάρχουν ιδιαιτέρως προσφιλείς στον κόσμο είναι οι μεταφορές που βασίζονται στην αναλογία, όπως όταν είπε ο Περικλής ότι η νεολαία που χάθηκε στον πόλεμο αφανίστηκε από την πόλη όπως αν αφαιρούσε κανείς από τη χρονιά την άνοιξη. Και ο Λεπτίνης, μιλώντας για τους Λακεδαιμονίους, είπε στους Αθηναίους ότι δεν μπορεί να τους επιτρέψει να αδιαφορήσουν και έτσι να δουν την Ελλάδα να μένει με το ένα μόνο από τα δυο της μάτια. Και ο Κηφισόδοτος, αγανακτισμένος που ο Χάρης βιαζόταν να λογοδοτήσει ενσχέσει με τον Ολυνθιακό πόλεμο, είπε γι᾽ αυτόν ότι έψαχνε να βρει τρόπο να λογοδοτήσει σφίγγοντας μέχρι πνιξίματος τον λαιμό του λαού. Σε έναν προτρεπτικό του, επίσης, λόγο προς τους Αθηναίους τούς είπε να εκστρατεύσουν στην Εύβοια παίρνοντας μαζί τους ως εφόδια το ψήφισμα του Μιλτιάδη. Και ο Ιφικράτης, αγανακτισμένος που οι Αθηναίοι έκαναν ειρήνη με την Επίδαυρο και με την παραλιακή περιοχή, τους είπε ότι οι ίδιοι στέρησαν τον εαυτό τους από τα απαραίτητα για τον πόλεμο εφόδια. Έτσι και ο Πειθόλαος ονόμαζε την Πάραλο «ρόπαλο του λαού» και τη Σηστό «σκάφη ζυμώματος του Πειραιά». Έτσι και ο Περικλής ζήτησε επιτακτικά από τους Αθηναίους να βγάλουν από τη μέση την Αίγινα, την «τσίμπλα του Πειραιά». Και ο Μοιροκλής είπε πως δεν είναι καθόλου χειρότερος από τον... (και είπε το όνομα ενός «αξιοσέβαστου» πολίτη) γιατί εκείνος ήταν παλιάνθρωπος 33,33%, ενώ ο ίδιος μόνο 10%. Έτσι και ο ιαμβικός στίχος του Αναξανδρίδη για τις κόρες του που αργούσαν να παντρευτούν:

Μου έμειναν εκπρόθεσμες στον γάμο τους οι κόρες.

Και αυτό, επίσης, που είπε ο Πολύευκτος για κάποιον παράλυτο Σπεύσιππο, πως «δεν μπορούσε να μένει ήσυχος, κι ας τον κρατούσε δεμένο η τύχη με πεντασύριγγη αρρώστια». Και ο Κηφισόδοτος ονόμαζε τις τριήρεις πολύχρωμους μύλους, ενώ (ο Διογένης) ο Κυνικός ονόμαζε τις ταβέρνες «φιδίτια της Αθήνας». Ο Αισίωνας, πάλι, είπε ότι οι Αθηναίοι άδειασαν την πόλη τους στη Σικελία (μεταφορά και, μαζί, παρουσίαση του πράγματος ολοζώντανου μπροστά στα μάτια του ακροατή)· όπως και η φράση του «ώστε να φωνάξει δυνατά όλη η Ελλάδα»: και αυτό είναι, κατά κάποιον τρόπο, μεταφορά και, μαζί, παρουσίαση του πράγματος ολοζώντανου μπροστά στα μάτια του ακροατή. Έτσι, επίσης, ο Κηφισόδοτος ζητούσε από τους πολίτες να προσέξουν να μη τρέχουν τόσο συχνά σε συγκεντρώσεις οχλαγωγίας. Το ίδιο και ο Ισοκράτης, μιλώντας γι᾽ αυτούς που τρέχουν ομαδικά στις γιορταστικές συγκεντρώσεις. Έτσι και στον επιτάφιο λόγο, ότι «το σωστό θα ήταν, πάνω στον τάφο αυτών που σκοτώθηκαν στη Σαλαμίνα, η Ελλάδα, σε ένδειξη πένθους, να κόψει τα μαλλιά της, αφού εκεί μαζί με την παλικαριά εκείνων θαβόταν και η ελευθερία της»: αν είχε πει πως «το σωστό θα ήταν η Ελλάδα να κλάψει που μαζί μ᾽ εκείνους θαβόταν και η παλικαριά τους», θα είχαμε μεταφορά και παρουσίαση του πράγματος ολοζώντανου μπροστά στα μάτια του ακροατή· στην έκφραση όμως «μαζί με την παλικαριά τους

[1411b] και η ελευθερία της» περιέχεται ένα είδος αντίθεσης. Επίσης, όταν ο Ιφικράτης είπε «ο δρόμος των λόγων μου περνάει μέσα από τις πράξεις του Χάρητος», αυτό είναι μια μεταφορά βασισμένη στην αναλογία, και αυτό το «μέσα από» είναι κάτι που παρουσιάζει το πράγμα ολοζώντανο μπροστά στα μάτια του ακροατή. Το να λέμε επίσης «να καλούμε τους κινδύνους να μας σώσουν από τους κινδύνους» είναι μια μεταφορά που παρουσιάζει το πράγμα ολοζώντανο μπροστά στα μάτια. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η φράση που είπε ο Λυκολέων για να υπερασπιστεί τον Χαβρία: «δεν σεβαστήκατε ούτε τη θερμή παράκληση — αλήθεια, τί άλλο είναι εκείνο εκεί το μπρούντζινο άγαλμα;» Φυσικά, ήταν μια μεταφορά για τη συγκεκριμένη περίσταση, μια μεταφορά δηλαδή που δεν βρίσκει εφαρμογή πάντοτε (που παρουσιάζει, πάντως, το πράγμα ολοζώντανο μπροστά στα μάτια): το άγαλμα παρουσιάζεται να παίζει τον ρόλο του ικέτη μόνο κατά τη στιγμή που αυτός βρισκόταν σε κίνδυνο· το άψυχο επομένως ως έμψυχο, η υπενθύμιση των έργων της πόλης. Μεταφορική είναι, επίσης, η έκφραση: «ασκώντας με κάθε τρόπο τον εαυτό τους στο να έχουν ταπεινό φρόνημα»· γιατί «ασκούμαι σε κάτι» θα πει «προσπαθώ κάτι να το αυξήσω». Το ίδιο και η έκφραση: «Ο θεός άναψε τον νου σαν ένα φως μες στην ψυχή»· γιατί και τα δύο αυτά κάνουν κατιτί να είναι ορατό και φανερό. Επίσης: «Γιατί εμείς δεν δίνουμε ένα τέλος στους πολέμους, αλλά τους αναβάλλουμε»· γιατί και τα δύο αυτά, η αναβολή και αυτού του είδους η ειρήνη, έχουν την έννοια της μετάθεσης στο μέλλον. Το ίδιο και το να πεις ότι «οι συμφωνίες για ειρήνη είναι ένα τρόπαιο πολύ πιο όμορφο από αυτά που κερδίζονται στον πόλεμο· γιατί αυτά εγείρονται για μικρά κέρδη και για ό,τι προκύπτει από μία εύνοια της τύχης, ενώ εκείνες σχετίζονται με το τέλος ενός ολόκληρου πολέμου»: και τα δύο δηλώνουν νίκη. Τέλος, επίσης, το να πεις ότι «οι πόλεις λογοδοτούν σε μεγάλο βαθμό στον ψόγο των ανθρώπων»· γιατί η λογοδοσία είναι ένα είδος τιμωρίας, που επιβάλλεται δίκαια.

Δευτέρα 6 Απριλίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἑλένη (553-596)

ΜΕ. οὐ κλῶπές ἐσμεν οὐδ᾽ ὑπηρέται κακῶν.
ΕΛ. καὶ μὴν στολήν γ᾽ ἄμορφον ἀμφὶ σῶμ᾽ ἔχεις.
555 ΜΕ. στῆσον, φόβον μεθεῖσα, λαιψηρὸν πόδα.
ΕΛ. ἵστημ᾽, ἐπεί γε τοῦδ᾽ ἐφάπτομαι τάφου.
ΜΕ. τίς εἶ; τίν᾽ ὄψιν σήν, γύναι, προσδέρκομαι;
ΕΛ. σὺ δ᾽ εἶ τίς; αὑτὸς γὰρ σὲ κἄμ᾽ ἔχει λόγος.
ΜΕ. οὐπώποτ᾽ εἶδον προσφερέστερον δέμας.
560 ΕΛ. ὦ θεοί· θεὸς γὰρ καὶ τὸ γιγνώσκειν φίλους.
ΜΕ. Ἑλληνὶς εἶ τις ἢ ᾽πιχωρία γυνή;›
ΕΛ. Ἑλληνίς· ἀλλὰ καὶ τὸ σὸν θέλω μαθεῖν.
ΜΕ. Ἑλένηι σ᾽ ὁμοίαν δὴ μάλιστ᾽ εἶδον, γύναι.
ΕΛ. ἐγὼ δὲ Μενέλεώι γε σ᾽· οὐδ᾽ ἔχω τί φῶ.
565 ΜΕ. ἔγνως ἄρ᾽ ὀρθῶς ἄνδρα δυστυχέστατον.
ΕΛ. ὦ χρόνιος ἐλθὼν σῆς δάμαρτος ἐς χέρας.
ΜΕ. ποίας δάμαρτος; μὴ θίγηις ἐμῶν πέπλων.
ΕΛ. ἥν σοι δίδωσι Τυνδάρεως, ἐμὸς πατήρ.
ΜΕ. ὦ φωσφόρ᾽ Ἑκάτη, πέμπε φάσματ᾽ εὐμενῆ.
570 ΕΛ. οὐ νυκτίφαντον πρόπολον Ἐνοδίας μ᾽ ὁρᾶις.
ΜΕ. οὐ μὴν γυναικῶν γ᾽ εἷς δυοῖν ἔφυν πόσις.
ΕΛ. ποίων δὲ λέκτρων δεσπότης ἄλλων ἔφυς;
ΜΕ. ἣν ἄντρα κεύθει κἀκ Φρυγῶν κομίζομαι.
ΕΛ. οὐκ ἔστιν ἄλλη σή τις ἀντ᾽ ἐμοῦ γυνή.
575 ΜΕ. οὔ που φρονῶ μὲν εὖ, τὸ δ᾽ ὄμμα μου νοσεῖ;
ΕΛ. οὐ γάρ με λεύσσων σὴν δάμαρθ᾽ ὁρᾶν δοκεῖς;
ΜΕ. τὸ σῶμ᾽ ὅμοιον, τὸ δὲ σαφές γ᾽ ἀποστατεῖ.
ΕΛ. σκέψαι· τί σοι δεῖ πίστεως σαφεστέρας;
ΜΕ. ἔοικας· οὔτοι τοῦτό γ᾽ ἐξαρνήσομαι.
580 ΕΛ. τίς οὖν διδάξει σ᾽ ἄλλος ἢ τὰ σ᾽ ὄμματα;
ΜΕ. ἐκεῖ νοσοῦμεν, ὅτι δάμαρτ᾽ ἄλλην ἔχω.
ΕΛ. οὐκ ἦλθον ἐς γῆν Τρωιάδ᾽, ἀλλ᾽ εἴδωλον ἦν.
ΜΕ. καὶ τίς βλέποντα σώματ᾽ ἐξεργάζεται;
ΕΛ. αἰθήρ, ὅθεν σὺ θεοπόνητ᾽ ἔχεις λέχη.
585 ΜΕ. τίνος πλάσαντος θεῶν; ἄελπτα γὰρ λέγεις.
ΕΛ. Ἥρας, διάλλαγμ᾽, ὡς Πάρις με μὴ λάβοι.
ΜΕ. πῶς οὖν; ἅμ᾽ ἐνθάδ᾽ ἦσθ᾽ ‹ἄρ᾽› ἐν Τροίαι θ᾽ ἅμα;
ΕΛ. τοὔνομα γένοιτ᾽ ἂν πολλαχοῦ, τὸ σῶμα δ᾽ οὔ.
ΜΕ. μέθες με· λύπης ἅλις ἔχων ἐλήλυθα.
590 ΕΛ. λείψεις γὰρ ἡμᾶς, τὰ δὲ κέν᾽ ἐξάξεις λέχη;
ΜΕ. καὶ χαῖρέ γ᾽, Ἑλένηι προσφερὴς ὁθούνεκ᾽ εἶ.
ΕΛ. ἀπωλόμην· λαβοῦσά σ᾽ οὐχ ἕξω πόσιν.
ΜΕ. τοὐκεῖ με μέγεθος τῶν κακῶν πείθει, σὺ δ᾽ οὔ.
ΕΛ. οἲ ᾽γώ· τίς ἡμῶν ἐγένετ᾽ ἀθλιωτέρα;
595 οἱ φίλτατοι λείπουσί μ᾽ οὐδ᾽ ἀφίξομαι
Ἕλληνας οὐδὲ πατρίδα τὴν ἐμήν ποτε.

***
ΜΕΝ. Δεν βοηθάω κακούς ούτε είμαι κλέφτης.
ΕΛΕ. Όμως η φορεσιά σου έτσι σε δείχνει.
ΜΕΝ. Στάσου, μην τρέχεις πια και μην τρομάζεις.
ΕΛΕ. Στέκομαι, γιατί αγγίζω αυτό το μέρος.
ΜΕΝ. Ποιά είσαι; Ποιά γυναίκα βλέπω μπρος μου;
ΕΛΕ. Ρωτώ κι εγώ το ίδιο. Εσύ ποιός είσαι;
ΜΕΝ. Τόσο πολύ να μοιάζει άλλη δεν είδα.
560 ΕΛΕ. Θεοί! Θεϊκό ᾽ναι να βρεις τους δικούς σου.
ΜΕΝ. Είσαι Ελληνίδα ή ντόπια από εδώ γύρω;
ΕΛΕ. Ελληνίδα· εσύ ποιός είσαι; Πες μου.
ΜΕΝ. Όμοια, απαράλλαχτη με την Ελένη!
ΕΛΕ. Κι εσύ με τον Μενέλαο, τα ᾽χω χάσει.
ΜΕΝ. Σωστά τον δύστυχο μ᾽ έχεις γνωρίσει.
ΕΛΕ. Μετά από χρόνια στη γυναίκα σου ήρθες.
ΜΕΝ. Γυναίκα μου; Σταμάτα, μη μ᾽ αγγίζεις.
ΕΛΕ. Που σου ᾽δωσε ο Τυνδάρεως, ο γονιός μου.
ΜΕΝ. Φαντάσματα αγαθά στείλε μου, Εκάτη.
570 ΕΛΕ. Συντρόφισσα δεν είμαι της Εκάτης.
ΜΕΝ. Κι εγώ δεν έχω πάρει δυο γυναίκες.
ΕΛΕ. Ποιάς άλλης είσαι ομόκλινος κι αφέντης;
ΜΕΝ. Αυτής μες στη σπηλιά που ήρθε απ᾽ την Τροία.
ΕΛΕ. Εμένα μοναχά γυναίκα σου έχεις.
ΜΕΝ. Σωστά δεν βλέπω ή σάλεψεν ο νους μου;
ΕΛΕ. Κοιτώντας με για την Ελένη δεν με παίρνεις;
ΜΕΝ. Μοιάζετε στη θωριά, μα ολότελα όχι.
ΕΛΕ. Δεν με γνωρίζεις; Σκέψου, τί άλλο λείπει;
ΜΕΝ. Της μοιάζεις· τούτο βέβαια δεν τ᾽ αρνιέμαι.
580 ΕΛΕ. Τα μάτια σου θα σου το φανερώσουν.
ΜΕΝ. Μα έχω άλλη γυναίκα, εδώ χαλάει.
ΕΛΕ. Στην Τροία πήγε μόνο το είδωλό μου.
ΜΕΝ. Ίσκιους που δείχνουν ζωντανοί ποιός φτιάχνει ;
ΕΛΕ. Ο αιθέρας, που το ταίρι σου έχει πλάσει.
ΜΕΝ. Απίστευτα όσα λες· θεός ο πλάστης;
ΕΛΕ. Έργο της Ήρας, να μ᾽ έχει ο Πάρης.
ΜΕΝ. Μα σύγκαιρα στην Τροία κι εδώ πώς ήσουν;
ΕΛΕ. Τ᾽ όνομα ολούθε πάει, όχι το σώμα.
ΜΕΝ. Άσε με, με περίσσιους ήρθα πόνους.
590 ΕΛΕ. Μ᾽ αφήνεις, για να φύγεις μ᾽ έναν ίσκιο;
ΜΕΝ. Να χαίρεσαι που μοιάζεις στην Ελένη.
ΕΛΕ. Άα! μόλις βρήκα τον άντρα μου, τον χάνω.
ΜΕΝ. Της Τροίας τους μόχθους, όχι εσέ, πιστεύω.
ΕΛΕ. Αχ! πιότερο από με δυστυχισμένη
δεν βρίσκεται· μ᾽ αφήνουν οι δικοί μου
κι ούτε στους Έλληνες θα πάω και στην Ελλάδα.
(Έρχεται ο πρώτος αγγελιαφόρος.)

Μακεδονία εν μύθοις φθεγγομένη: Μύθοι πολιτικοί - Τημενίδες από το Άργος

Το γενεαλογικό δέντρο των Μακεδόνων βασιλέων αποδείκνυε ότι ήταν Αργείοι*, Τημενίδες από το Άργος, απόγονοι δηλαδή του Ηρακλή, Ηρακλείδες, μια και ο Τήμενος ήταν βασιλιάς του Άργους που καταγόταν από τον Ηρακλή, γιο του Δία. Γι’ αυτό και ο Ηρακλής σε επιγραφές αναφέρεται ως Ηρακλής Πατρώος και γι’ αυτό είναι συχνή η παρουσία του σε ειδώλια, νομίσματα, πήλινα σφραγίσματα, πλακίδια και αλλού. Εξάλλου, η λατρεία του Ηρακλή, κυρίως στη Βοττιαία και την Άνω Μακεδονία, με την προσωνυμία Κυναγίδας, παρά τη θηρευτική ιδιότητα που προδίδει το επίθετο, συνάδει περισσότερο με την άρχουσα τάξη και τα μέλη του βασιλικού οίκου και την αριστοκρατική ενασχόληση του κυνηγιού.

i. Ο Τήμενος ήταν γιος του Αριστόμαχου και δισέγγονος του Ύλλου, του γιου της Δηιάνειρας και του Ηρακλή, γιου του Δία, γνήσιος δηλαδή Ηρακλείδης. Άλλη παράδοση τον θέλει εγγονό του Ύλλου και γιο του Κλεοδαίου, που στην προηγούμενη μυθική παράδοση είναι ο παππούς του.

Μετά την αποθέωση του Ηρακλή, τα παιδιά του έμειναν απροστάτευτα απέναντι στον Ευρυσθέα, γι’ αυτό και έφυγαν από την Πελοπόννησο. Επέστρεψαν μετά τον θάνατο του Ευρυσθέα, με αρχηγό τον Ύλλο. Όμως αναγκάστηκαν και πάλι να εγκαταλείψουν τον τόπο τους, γιατί δεν ήταν ο ορισμένος από τη Μοίρα χρόνος. Παρερμηνεύοντας χρησμούς του μαντείου των Δελφών, ο Ύλλος και, αργότερα, ο εγγονός του Αριστόμαχος προσπάθησαν να επιστρέψουν και πάλι στην Πελοπόννησο αλλά σκοτώθηκαν. Στους γιους του Αριστόμαχου Τήμενο και Κρεσφόντη ανατέθηκε η κατάκτηση της Πελοποννήσου. Όταν ολοκληρώθηκε η κατάκτηση, ο Τήμενος πήρε το Άργος και πάντρεψε την κόρη του Υρνηθώ με τον Ηρακλείδη Δηιφόντη. Αυτό όμως προκάλεσε την οργή των γιων του, οι οποίοι προσπάθησαν να τον δολοφονήσουν την ώρα που λουζόταν μόνος του σε ένα ποτάμι. Ο Τήμενος όμως δεν πέθανε αμέσως, αποκλήρωσε τους γιους του και έδωσε το βασίλειό του στον Δηιφόντη.

ii. Από τον Ηρόδοτο, για τον οποίο οι Μακεδόνες φαίνεται να αποτελούν ένα ελληνικό φύλο όπως τα άλλα –το αποκαλεί μάλιστα Δωρικόν έθνος– γνωρίζουμε τα ονόματα των Μακεδόνων βασιλέων από τον πρώτο βασιλιά Περδίκκα Α’ μέχρι τον Περδίκκα Β’. Είναι οι: Περδίκκας Α’, Αργαίος, Φίλιππος, Αέροπος, Αλκέτας, Αμύντας, Αλέξανδρος, Περδίκκας Β’.  Σύνολο οκτώ. Τον ίδιο αριθμό χωρίς αναφορά στα ονόματα κάνει και ο Θουκυδίδης, ο οποίος επίσης μαρτυρεί την ελληνική καταγωγή του Περδίκκα. Οι δύο ιστορικοί συμφωνούν και στο ότι ο πρώτος Περδίκκας ήρθε στη Μακεδονία «το αρχαίον», δηλαδή τον 6ο αι. π.Χ. ή νωρίτερα. Με τριάντα χρόνια η κάθε γενιά των βασιλέων υπολογίζεται ότι ο πρώτος Περδίκκας βασίλευσε γύρω στα 650 π.Χ. Αυτή είναι η επίσημη γενεαλογία τον 5ο αι. π.Χ.

iii. Για την καταγωγή και τη δράση του πρώτου μακεδόνα βασιλιά, του Περδίκκα Α’, μαθαίνουμε από τον Ηρόδοτο ότι:
Έβδομος πρόγονος αυτού του Αλεξάνδρου ήταν ο Περδίκκας που έγινε βασιλιάς των Μακεδόνων με τον ακόλουθο τρόπο. Τρία αδέλφια από τη γενιά του Τημένου, ο Γαυάνης, ο Αέροπος και ο Περδίκκας, κατέφυγαν από το Άργος στους Ιλλυριούς· από εκεί πέρασαν στην Άνω Μακεδονία και έφτασαν στην πόλη Λεβαία. Εκεί υπηρέτησαν έναντι αμοιβής τον βασιλιά, ο ένας φροντίζοντας τα άλογα, ο δεύτερος τα βόδια, ενώ ο πιο μικρός από αυτούς, ο Περδίκκας, τα μικρότερα ζώα. Τον παλιό καιρό δεν ήταν φτωχός μόνο ο λαός, αλλά και οι βασιλιάδες, και το ψωμί του σπιτιού το φούρνιζε η ίδια η βασίλισσα. Όμως κάθε φορά που έτρωγε το καρβέλι του νεότερου αδελφού, του Περδίκκα, το ψωμί γινόταν διπλάσιο, και επειδή αυτό γινόταν συχνά, εκείνη το είπε στον άνδρα της, κι αυτός, ακούγοντάς το, σκέφτηκε πως το πράγμα ήταν σημαδιακό. Κάλεσε λοιπόν τους υποτακτικούς του και τους πρόσταξε να φύγουν από τη γη του, όμως εκείνοι απάντησαν πως είχαν το δικαίωμα πρώτα να πληρωθούν και μετά θα έφευγαν. Ακούγοντας για πληρωμή ο βασιλιάς, ίσως από θεϊκή συγκυρία, είδε να μπαίνει μέσα στο σπίτι ήλιος από την καπνοδόχο. Και τότε λέει: «Αυτόν σας δίνω για μισθό αντάξιο σε σας», και τους έδειξε τον ήλιο. Ο Γαυάνης και ο Αέροπος έμειναν άναυδοι ακούγοντας την απόκριση, αλλά ο μικρότερος, που κρατούσε και μαχαίρι, είπε: «Συμφωνούμε βασιλιά με όσα μας δίνεις». Και με το μαχαίρι του χαράζει κατά γης τον κύκλο που έκανε ο ήλιος στο σπίτι. Το ’κανε τρεις φορές και τάχα μάζευε κατόπι τον ήλιο στον κόρφο του. Στη συνέχεια, οι τρεις τους έφυγαν.
(Ηρόδοτος 8.137-138)
Από τον Θουκυδίδη:
Αλλά την περί την θάλασσαν εκτεινομένην χώραν, η οποία καλείται σήμερον Μακεδονία, κατέκτησαν πρώτον και εβασίλευσαν επ’ αυτής ο πατήρ του Περδίκκα Αλέξανδρος και οι πρόγονοί του Τημενίδαι, οι οποίοι κατήγοντο αρχικώς από το Άργος και οι οποίοι εξεδίωξαν από μεν την Πιερίαν τους Πίερας […], και από την καλουμένην Βοττίαν τους Βοττιαίους […]. Κατέκτησαν ωσαύτως από την Παιονίαν λωρίδα γης […] και εξουσιάζουν ήδη πέραν του Αξιού μέχρι του Στρυμόνος την καλουμένην Μυγδονίαν […]. Επίσης, εξεδίωξαν από την καλουμένην σήμερον Εορδίαν τους Εορδούς […] και από την Αλμωπίαν τους Άλμωπας. Το ούτω συγκροτηθέν βασίλειον των Τημενιδών κατέκτησε και εξουσιάζει μέχρι σήμερον τα διαμερίσματα άλλων φύλων, όπως τον Ανθεμούντα, την Γρηστωνίαν, την Βισαλτίαν, και πολύ μέρος της καθαυτό Μακεδονίας
(Θουκυδίδης 2.99).
iv. Μεταγενέστερη πηγή παραδίδει ότι χρησμός δόθηκε στον Περδίκκα να εγκαταλείψει την Πελοπόννησο:
Οι ευγενείς Τημενίδες βασιλεύουν σε εύφορη γη, δώρο του Δία που κρατά την αιγίδα. Σπεύσε όμως για τη γη των Βοττιαίων, χώρα πολλών κοπαδιών, και όπου δείτε κατσίκες λευκές σαν το χιόνι με κέρατα αστραφτερά, που κοιμούνται ύπνο βαθύ, στο επίπεδο μέρος αυτής της γης θυσιάστε στους θεούς και ιδρύστε την πόλη του κράτους σας
(Διόδωρος Σικελιώτης 7.16).
v. Προσθήκες ή μεταβολές στη γενεαλογία: Στον τραγωδία Αρχέλαος του Ευριπίδη, που παρουσιάστηκε στη Μακεδονία το 408/7 π.Χ., ο Αρχέλαος παρουσιάζεται ως γιος του Τήμενου και ιδρυτής της βασιλικής οικογένειας στη Μακεδονία. Η προσθήκη αυτή οφείλεται προφανώς στο αίσθημα ευγνωμοσύνης του Ευριπίδη στον οικοδεσπότη του, που τον προσκάλεσε και τον φιλοξένησε στη μακεδονική αυλή για δεκαοκτώ μήνες και μέχρι τον θάνατό του.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η προσπάθεια να συνδεθεί ο πρώτος Αρχέλαος με την τοπική παράδοση και τον βασιλιά Κισσέα. Ο Τήμενος, που ήταν άκληρος, συμβουλεύτηκε τη Δωδώνη και ο εκεί ιερέας της Διώνης απάντησε ότι ο Δίας θα του έδινε ένα παιδί που θα έπρεπε να ονομάσει Αρχέλαο. Διωγμένος από τα αδέλφια του από το Άργος, ο Αρχέλαος πήγε στη Θράκη, στον βασιλιά Κισσέα που τότε πολιορκούνταν από εχθρούς έτοιμους να τον συντρίψουν. Ο Κισσέας υποσχέθηκε στον Αρχέλαο την κόρη του και το βασίλειό του, σε αντάλλαγμα υπηρεσιών που θα τον ελευθέρωναν. Με μία μόνο μάχη ο Αρχέλαος νίκησε και γλίτωσε τη ζωή του Κισσέα. Κακοί σύμβουλοι όμως έπεισαν τον θράκα βασιλιά να παραβεί τον λόγο του και να σκοτώσει τον Αρχέλαο. Έβαλε λοιπόν να σκάψουν ένα χαντάκι, το γέμισε με αναμμένα κάρβουνα και το σκέπασε με ξερόκλαδα. Εκεί θα τον σκότωνε. Ειδοποιημένος εκείνος από ένα δούλο για την παγίδα, ζήτησε μυστική συνάντηση με τον βασιλιά και τον έσπρωξε στο χαντάκι. Ύστερα, σύμφωνα με χρησμό του Απόλλωνα –σώζεται στην περίληψη του θεατρικού έργου του Ευριπίδη από τον Υγίνο, Fab. 219–, ακολούθησε μια κατσίκα που απάντησε στον δρόμο του και που τον έφερε στη θέση όπου ο Αρχέλαος –άμεσος πρόγονος του Αλεξάνδρου– θα ιδρύσει την πόλη που θα ονομάσει Αιγαί**, τιμώντας το ζώο που τον οδήγησε –το εικονογραφικό θέμα της αίγας χρησιμοποιήθηκε στα νομίσματα διαφόρων πόλεων (Άκανθος, Μένδη, Τράγιλος κ.α.) και στην κεραμοποιία.

Λίγο πιο πάνω επισημάναμε ότι ο Παυσανίας απέδωσε στον Κάρανο τον φόνο του Κισσέα, ο οποίος αποτελεί νέα προσθήκη μετά την τραγωδία του Ευριπίδη. Είναι πιθανό ότι η τραγωδία του Ευριπίδη ενέπνευσε τον Αρχέλαο να αναζητήσει μια πιο εντυπωσιακή απαρχή του μακεδονικού οίκου. Από τα μέσα, λοιπόν, του 4ου αι. π.Χ. ως πρώτος βασιλιάς  της Μακεδονίας φέρεται ο Κάρανος, όνομα που είχε ένας από τους γιους του Φιλίππου Β’ και ένας από τους ιππάρχους του Αλεξάνδρου. Αυτός ο ιδρυτής-πρόγονος, γιος του Ποιάνθη ή Ποία, άλλοτε γιος ή αδελφός του Αργείου βασιλιά Φείδωνα, γιου του Αριστοδαμίδα, είχε έλθει απευθείας από το Άργος για να φτιάξει μια καινούρια πατρίδα.
Ο Κάρανος ήλθε στην Ημαθία με μεγάλη συνοδεία Ελλήνων, σύμφωνα με τον χρησμό που τον διέταξε να ψάξει να βρει τόπο εγκατάστασης στη Μακεδονία. Ακολουθώντας ένα κοπάδι αίγες που έτρεχαν να προφυλαχθούν από τη βροχή –έβρεχε καταρρακτωδώς και υπήρχε πυκνή ομίχλη– κατέλαβε την πόλη της Έδεσσας χωρίς οι κάτοικοι να τον αντιληφθούν. Και όταν του υπενθύμισαν τον χρησμό*** που τον είχε διατάξει «να ψάξει ένα βασίλειο όπου θα τον οδηγήσουν οι αίγες», την έκανε πρωτεύουσα του βασιλείου του. Και με πολλή προσοχή διατήρησε από κει και πέρα τη συνήθεια να βάζει τις ίδιες θηλυκές αίγες μπροστά από το λάβαρό του, όποτε παρήλαυνε ο στρατός του, ώστε να είναι οι αρχηγοί των επιχειρήσεών του, ακριβώς όπως είχαν γίνει και πρωτεργάτες της ίδρυσης του βασιλείου του. Σε ανάμνηση του ρόλου των αιγών μετονόμασε την πόλη της Έδεσσας «Αιγές» και τους κατοίκους Αιγεάδες. Έπειτα εκδίωξε τον Μίδα, που κρατούσε ένα κομμάτι της Μακεδονίας, και άλλους βασιλείς και τους αντικατέστησε. Ήταν ο πρώτος που ένωσε τις φυλές διαφόρων λαών και έκανε τη Μακεδονία αυτό που λέμε ένα σώμα. Και το βασίλειό του μεγάλωσε, επειδή είχε βάλει γερά θεμέλια ανάπτυξης. Μετά από αυτόν βασίλεψε ο Περδίκκας.
(Ιουστίνος 7.1.7-12)
Είναι  φανερό ότι οι νεότερες προσθήκες στον μύθο φτιάχτηκαν με τρόπο που να συνάδουν με τα παλαιότερα στρώματά του: Περδίκκας, Αρχέλαος, Κάρανος ιδρύουν τις Αιγές ύστερα από χρησμό και με παρόμοιο τρόπο. Όμως σχετικά με αυτόν τον Κάρανο ανακύπτουν δύο ερωτήματα: α) Ποια είναι η σημασία του ονόματός του; β) Ποια είναι η θέση του στη διευρυμένη γενεαλογία όπως είναι γνωστή κατά την ελληνιστική περίοδο;

Για το πρώτο ζήτημα ο Ξενοφώντας παραδίδει ότι κάρανος σημαίνει ανώτατος άρχοντας, κύριος, και ότι αυτόν τον τίτλο είχε αποδώσει ο Μέγας Βασιλιάς στον Κύρο το 407 π.Χ. Σύμφωνα όμως με τον Ησύχιο η λέξη κάραννος σημαίνει επίσης έριφος, οπότε ο βασιλιάς συνδέεται και με το άλλο κομμάτι του μύθου για την ίδρυση των Αιγών. Σε αυτές τις εκδοχές, θα προσθέσουμε μιαν ακόμη. Σύμφωνα με τον μύθο, λίγο καιρό μετά την κατάληψη της Πελοποννήσου από τα αδέλφια Τήμενο και Αριστόδημο κατάρα χτύπησε στρατό και ναυτικό, όταν ένας από τους Ηρακλείδες, ο Ιππότης, διαπέρασε με ακόντιο τον μάντη Κάρνο, επειδή θεώρησε ότι τον είχαν στείλει οι Πελοποννήσιοι εχθροί τους, για να τους κάνει κακό με τα μάγια τους. Έτσι, σκοτώθηκε ο φιλικά προσκείμενος στους Ηρακλείδες μάντης. Ο Τήμενος κατέφυγε για μια ακόμη φορά στο μαντείο, για να ρωτήσει πώς θα απαλλαχτούν από τη θεϊκή οργή που είχε ξεσπάσει εναντίον τους, κι εκείνο όρισε εξορία για τον φονιά για δέκα χρόνια. Από τότε οι Ηρακλείδες αφιέρωσαν λατρεία στον Κάρνειο Απόλλωνα. Αν πράγματι συνδέεται το όνομα του Κάρανου με του Κάρνου, τότε η επινόηση αυτή για μια ακόμη φορά συνδέει τον μακεδονικό βασιλικό οίκο με τους Ηρακλείδες.

Όσον αφορά στη θέση του στη διευρυμένη μυθολογία, ο Κάρανος αλλού εμφανίζεται πριν από τον Περδίκκα και αλλού να παρεμβάλλονται ανάμεσα σε αυτόν και τον Περδίκκα άλλοι δύο. Πιο συγκεκριμένα, η σειρά διαδοχής****, όπως παραδόθηκε από τον Σάτυρο, άρχιζε με τον Διόνυσο και τον Δία, αφού η Δηιάνειρα, κόρη του Διόνυσου, ήταν η μητέρα, και ο Ηρακλής, γιος του Δία, ήταν ο πατέρας του Ύλλου, από τον οποίο ο τρίτος κατευθείαν απόγονος ήταν ο Τήμενος και ένατος ο Κάρανος. Ακολουθούν Κοίνος, Τυρίμμας, Περδίκκας και οι λοιποί όπως τους γνωρίσαμε από τον Ηρόδοτο.

Προκύπτει, λοιπόν, ο εξής πίνακας των βασιλέων:

Οίκος των Τημενιδών
Κάρανος 
Γαυάνης 
Κοίνος 
Αέροπος 
Τυρίμμας  
Περδίκκας
 
 
Οίκος Αργεαδών
(οι Αργεάδες ιδρύουν τη βασιλική δυναστεία των Μακεδόνων)
Περδίκκας Α’ αρχές 7ου αι.
Αργαίος 
Φίλιππος Α’ 
Αέροπος Α’ 
Αλκέτας 
Αμύντας Α’540-497
Αλέξανδρος Α’ Φιλέλλην495-454
Περδίκκας Β’454-413
Αρχέλαος 413-399
Ορέστης 399-396
Αέροπος Β’396-393
Αμύντας Β’ ο Μικρός393-392
Παυσανίας 
Αμύντας Γ’ 392-370
Αλέξανδρος Β’370-368
Πτολεμαίος Αλωρίτης368-365
Περδίκκας Γ’ 365-359
Φίλιππος Β’359-336
Αλέξανδρος Γ’336-323
Αλέξανδρος Δ’323-310

vi. Με την προϋπόθεση, λοιπόν, της προγονικής καταγωγής από τον Τήμενο, απόγονου του Ηρακλή, τα μέλη της μακεδονικής βασιλικής οικογένειας εντάσσονταν σε εκείνον τον ευρύ κύκλο και κατάλογο των ένδοξων απογόνων του Ηρακλή, που κυβέρνησαν σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, όπως λ.χ. ο Λεωνίδας. Ποιοι δικαιούνταν να είναι απόγονοι ενός τέτοιου προγόνου και να έχουν ισχυρό δικαίωμα επί του θρόνου ήταν θέμα πολιτικής σημασίας. Ο Κάσσανδρος λ.χ., που από το 317 π.Χ. ονομάστηκε από την Ευρυδίκη «επιμελητής των βασιλέων» και «στρατηγός της Ευρώπης», προκειμένου να εδραιώσει τη θέση του στη Μακεδονία, επιδίωξε να αποκτήσει ερείσματα, ένα από τα οποία ήταν ο γάμος του με την κόρη του Φιλίππου Β’, γεγονός που τον συνέδεσε με τον μακεδονικό βασιλικό οίκο των Αργεαδών και έδωσε νομιμότητα στη διεκδίκησή του στον μακεδονικό θρόνο. Ο γάμος, λοιπό, του Κάσσανδρου με τη Θεσσαλονίκη έδωσε την εξής συνέχεια στον μακεδονικό βασιλικό οίκο:

Οίκος Αντιπατριδών
Κάσσανδρος315-297
Αντίπατρος297-294
Φίλιππος Δ’297 
Αλέξανδρος Ε’297-294
 
Συμπεράσματα: Το μακεδονικό βασίλειο ιδρύθηκε στα μέσα του 7ου αι. π.Χ. Το γενεαλογικό δέντρο του Περδίκκα, αλλά και το διευρυμένο με τις διάφορες προσθήκες καταδεικνύουν την ελληνική καταγωγή του πρώτου βασιλιά της Μακεδονίας από τον Ηρακλή. Απόηχος της καταγωγής αυτής είναι και το έθιμο που παραδίδεται από τον ιστορικό Δούρι από τη Σάμο (4ος/3ος αι. π.Χ.). Σύμφωνα με αυτό οι κόρες των Μακεδόνων έσβηναν τη νεκρική πυρά του πατέρα τους, όταν αυτοί έμεναν άκληροι από αρσενικά παιδιά. Το έθιμο αυτό, σύμφωνα με τον ιστορικό, έχει τις ρίζες του στην παράδοση που θέλει την κόρη του Ηρακλή, Μακαρία, να σβήνει τη νεκρική πυρά του πατέρα της.

Την ελληνική καταγωγή των Μακεδόνων βασιλέων μαρτυρούν τόσο ο Θουκυδίδης όσο και ο Ηρόδοτος:
Πως Έλληνες είναι αυτοί οι απόγονοι του Περδίκκα, όπως λένε κι οι ίδιοι, κι εγώ προσωπικά είμαι σε θέση να το γνωρίζω και στη συνέχεια της ιστορίας μου θα αποδείξω πως είναι Έλληνες· κι επιπλέον και οι οργανωτές των αγώνων των Ελλήνων που γίνονται στην Ολυμπία αυτή την απόφαση έβγαλαν. Γιατί, όταν ο Αλέξανδρος πήρε την απόφαση να πάρει μέρος στους αγώνες***** και κατέβηκε γι’ αυτό τον σκοπό, οι Έλληνες που ήταν αντίπαλοί του σε αγώνα δρόμου ήθελαν να τον αποκλείσουν με τον ισχυρισμό πως ο αγώνας δεν είναι για βάρβαρους αθλητές, αλλά για Έλληνες. Κι ο Αλέξανδρος, επειδή απέδειξε πως η καταγωγή του ήταν από το Άργος, κι οι κριτές παραδέχτηκαν πως είναι Έλληνας, πήρε μέρος στο αγώνισμα δρόμου ενός σταδίου και τερμάτισε στον ίδιο χρόνο με τον πρώτο.
(Ηρόδοτος 5,22,2)
Οι γενεαλογικοί μύθοι για την προέλευση των βασιλέων από τη βορειοδυτική Πελοπόννησο αποτελούν τη φιλολογική εκδοχή μιας πολιτισμικής συγγένειας με τα δωρικά φύλα. Η εκδοχή αυτή επιβεβαιώνεται από τα αρχαιολογικά ευρήματα, που καταγράφουν τις πολιτισμικές συγγένειες στα ταφικά έθιμα, στη θρησκεία, στη γλώσσα:
Η «[…] συνεχώς αυξανόμενη ανεύρεση μυκηναϊκών αγγείων και όπλων στην ενδοχώρα της Μακεδονίας (Όλυμπος, Πιέρια, Κοζάνη, Γρεβενά) και στην Αιανή […] μαρτυρούν πως οι κάτοικοι της Μακεδονίας, και μάλιστα του ορεινού της τμήματος, είχαν άμεση και ενδεχομένως πρωτογενή σχέση με τους φορείς του μυκηναϊκού πολιτισμού. Τα αντιπροσωπευτικά δείγματα της χαρακτηριστικής για τη Μακεδονία αμαυρόχωρωμης κεραμικής από τα υστεροελλαδικά νεκροταφεία της Αιανής και του Ολύμπου και η πιθανή καταγωγή τους από την αμαυρόχρωμη κεραμική της προηγούμενης (μεσοελλαδικής) περιόδου από τη νοτιότερη Ελλάδα, σε συνδυασμό με τις ομοιότητες ανάμεσα στη μυκηναϊκή και τη μακεδονική διάλεκτο, αντιπροσωπεύουν μιαν, ή μέρος μιας πραγματικότητας που έχει καταγραφεί στους μύθους για τη σχέση των κατοίκων της ορεινής Μακεδονίας με τη βορειανατολική Πελοπόννησο και την καταγωγή των βασιλιάδων τους (Τημενίδες, Βακχιάδες) από τον Ηρακλή και το Άργος ή την Κόρινθο αντίστοιχα»
(Σαατσόγλου-Παλιαδέλη, 2003, 26).
Εξάλλου, «οι ευγενείς Τημενίδες βασιλεύουν σε εύφορη γη, δώρο του Δία» (Διόδωρος Σικελιώτης 7.16), όπως αντίστοιχα ο Δίας έδωσε τη Σπάρτη στους βασιλείς (Τυρταίος 2.2).

Εύλογη λοιπόν είναι και η υπόθεση ότι και τα χρυσά προσωπεία από τους γνωστούς τάφους της Σίνδου ή τα χρυσά προσωπεία από μνημειακούς τάφους των αρχαϊκών χρόνων στο Αρχοντικό Πέλλας αντανακλούν τη συγγένεια αυτή, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη η σπανιότητα του νεκρικού προσωπείου στον ελλαδικό χώρο και ότι, δίπλα στο τάφο με το γυναικείο νεκρικό προσωπείο στο Αρχοντικό (Τ 198), ο Τ 131 ανήκει σε πολεμιστή με αργείτικη ασπίδα. Εξάλλου, έχει ήδη διατυπωθεί η υπόθεση ότι τα χρυσά προσωπεία ανήκουν σε κατοίκους που κατά τον 6ο και αρχές του 5ου αι. π.Χ. θεωρούσαν τους εαυτούς τους απογόνους των Παιόνων ευγενών που αναφέρονται στον Όμηρο.
------------------------------
*Αργείοι
Ο Απ. Δασκαλάκης, ο οποίος σε άρθρο του εξετάζει το θέμα της καταγωγής του μακεδονικού βασιλικού οίκου, επισημαίνει ότι στο έπος η λέξη «Αργείοι», όπως Δαναοί και Αχαιοί, χρησιμοποιούνται με την ευρύτερη σημασία του Έλληνα και ότι η αντίληψη για την καταγωγή του μακεδονικού βασιλικού οίκου διαμορφώνεται σε μια εποχή που δεν χρησιμοποιείται ο όρος Έλληνας. Αυτό υποδηλώνει μια καταγωγή των Μακεδόνων πιο ευρεία από αυτή της πόλης του Άργους (Daskalakis 1970, 155-161).
Πάντως, η εισαγωγή ορισμένων εθίμων στα αρχαϊκά χρόνια, όπως της καύσης στη νεκρόπολη των Αιγών, ίσως να σχετίζεται με την ανάληψη της εξουσίας από το γένος των Τημενιδών.

**Αιγές
Το μοτίβο της αίγας παραπέμπει όχι μόνο στη μυθική παράδοση της πόλης των Αιγών και στη μυθική αρχή των Μακεδόνων αλλά και στον Δία που κρατά την αιγίδα και δώρισε στους ευγενείς Τημενίδες την εύφορη γη της Μακεδονίας, και στον Διόνυσο που επονομάζεται μελαιναγίς και αιγοβόλος, ενώ το αιγίζειν=κατασπαράσσειν είναι συνδεδεμένο με τη λατρεία του.
ἐνταῦθα καὶ Διονύσου ναός ἐστιν Αἰγοβόλου. θύοντες γὰρ τῷ θεῷ προήχθησάν ποτε ὑπὸ μέθης ἐς ὕβριν͵ ὥστε καὶ τοῦ Διονύσου τὸν ἱερέα ἀποκτείνουσιν· ἀποκτείναντας δὲ αὐτίκα ἐπέλαβε νόσος λοιμώδης͵ καί σφισιν ἀφίκετο ἴαμα ἐκ Δελφῶν τῷ Διονύσῳ θύειν παῖδα ὡραῖον· ἔτεσι δὲ οὐ πολλοῖς ὕστερον τὸν θεόν φασιν αἶγα ἱερεῖον ὑπαλλάξαι σφίσιν ἀντὶ τοῦ παιδός. δείκνυται δὲ ἐν Ποτνιαῖς καὶ φρέαρ· τὰς δὲ ἵππους τὰς ἐπιχωρίους τοῦ ὕδατος πιούσας τούτου μανῆναι λέγουσιν.
[Μετάφραση]
Εδώ υπάρχει και ναός του Διόνυσου Αιγοβόλου. Διότι, όταν κάποτε θυσίαζαν στον θεό, έφτασαν σε τέτοιο σημείο ύβρεως από τη μέθη, που σκότωσαν και τον ιερέα του Διόνυσου. Αμέσως μετά τον φόνο, ενέσκηψε λοιμώδης ασθένεια, και ήρθε σε αυτούς χρησμός από τους Δελφούς ως γιατρειά να σκοτώσουν έναν έφηβο. Ύστερε από λίγα χρόνια  βγήκε η φήμη ότι ο θεός άλλαξε το σφάγιο για χάρη τους με μια ιερή αίγα αντί για το αγόρι. Στις Ποτνιές μάλιστα δείχνουν ένα πηγάδι και λένε ότι τα άλογα του τόπου, μόλις πιουν από αυτό το νερό, τρελαίνονται.
ΔΕΣ''ΑΙΓΕΣ'' Η ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΤΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ

***Χρησμός του μαντείου των Δελφών στον Κάρανο
Ο χρησμός δόθηκε στον Κάρανο από το μαντείο των Δελφών, το οποίο πήγε να συμβουλευτεί όταν σκόπευε να εγκαταλείψει το Άργος και να ιδρύσει μια αποικία στη Μακεδονία. Διασώζεται από τον σχολιαστή στον Προτρεπτικό 2.11 του Κλήμη Αλ.:
Άκου ευγενικέ Κορανέ, και βάλε τα λόγια μου στο μυαλό σου·  / να εγκαταλείψεις το Άργος και την Ελλάδα με τις ωραίες γυναίκες / και να πας προς τις πηγές του Αλιάκμονα·  και εκεί που θα πρωτοδείς / αίγες να βόσκουν, εκεί πρέπει / να κατοικήσεις, ευτυχισμένος κι εσύ και οι απόγονοί σου.
(Ιουστίνος 7.1.7-12)
****Σειρά διαδοχής του μακεδονικού βασιλικού οίκου
Ὁ περὶ τῆς βασιλείας Μακεδόνων λόγος διὰ τὴν ἀρετὴν Ἀλεξάνδρου καὶ Φιλίππου τοῦ πατρὸς αὐτοῦ τοῖς φιλομαθέσι περὶ ταῦτα σπουδάζουσιν ἀναγκαῖος πέφυκε. Προκείσθω γοῦν κεφαλαιωδῶς ὑπὸ μίαν σύνοψιν ἀρχόμενος ἀπὸ Καράνου τοῦ πρώτου βασιλέως Μακεδόνων ἕως Ἀλεξάνδρου. Τὸ μὲν οὖν πρῶτον γένος τοῖς βασιλεῦσι τῶν Μακεδόνων εἰς Ἡρακλέα ἀναφέρεται. Μετὰ γὰρ τὴν ἅλωσιν Τροίας ἔτεσιν Ἡρακλεῖδαι κατέσχον τὴν Πελοπόννησον͵ ἐξ ὧν αἱ τῶν Κορινθίων καὶ Λακεδαιμονίων βασιλεῖαι πρῶται συνέστησαν. Χρόνοις δὲ ὕστερον περὶ τὰ τέλη τούτων ἡ τῶν Μακεδόνων ἤρξατο βασιλεία οὕτως. Κάρανος ὁ Ἀργεῖος ἀδελφὸς ὢν Φείδωνος͵ ἑνὸς τῶν ἀφ΄ Ἡρακλέους καταγόντων τὸ γένος καὶ τῆς Ἀργείας βασιλεύοντος͵ σπουδάζων ἑαυτῷ χώραν κατακτήσασθαι δύναμιν ἤθροισε παρὰ τοῦ ἀδελφοῦ καὶ ἐκ τῆς ὅλης Πελοποννήσου͵ μεθ΄ ὧν τοῖς ὑπὲρ Μακεδονίαν τόποις ἐπιστρατεύσας͵ συμμαχήσας ἅμα καί τινι τῶν Ὀρεστῶν λεγομένων δυνάστῃ περὶ τὴν χώραν κατὰ τῶν πλησιοχώρων βαρβάρων͵ τὴν ἡμίσειαν ἔλαβε χώραν καὶ πόλιν ἤγειρε κατὰ χρησμὸν καὶ βασιλείαν ἐν αὐτῇ συνεστήσατο͵ ἣν οἱ κατὰ γένος ἐξ αὐτοῦ καὶ μετ΄ αὐτὸν διεδέχοντο. Οὗτος ὁ Κάρανος ἀπὸ μὲν Ἡρακλέους ια ἦν͵ ἀπὸ δὲ Τημένου τοῦ μετὰ τῶν ἄλλων Ἡρακλειδῶν κατελθόντος εἰς Πελοπόννησον ἕβδομος. Γενεαλογοῦσι δ΄ αὐτὸν οὕτως͵ ὥς φησιν ὁ Διόδωρος͵ οἱ πολλοὶ τῶν συγγραφέων͵ ὧν εἷς καὶ Θεόπομπος· Κάρανος Φείδωνος τοῦ Ἀριστοδαμίδατοῦ Μέροπος τοῦ Θεστίου Θεοστίου τοῦ Κισσίου Κισοῦ B. τοῦ Τημένου τοῦ Ἀριστομάχου τοῦ Κλεοδαίου Κλεοδάτου A. Κλεοδίου B. τοῦ Ὕλλου τοῦ Ἡρακλέους. Ἔνιοι δὲ ἄλλως͵ φησὶ͵ γενεαλογοῦσι͵ φάσκοντες εἶναι Κάρανον Ποίαντος τοῦ Κροίσου τοῦ Κλεοδαίου τοῦ Εὐρυβιάδα τοῦ Δεβάλλου Δαιβάλλου τοῦ Λαχάρους τοῦ Τημένου͵ ὃςκαὶ κατῆλθεν εἰς Πελοπόννησον. Οὗτος ὁ Κάρανος λ ἔτη ἐβασίλευσε·
(Προφύριος, Χρονικά Syncell. σ. 261, D)

*****Μακεδόνες βασιλείς και αγώνεςΈχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις για το έτος κατά το οποίο συνέβη το γεγονός. Οι μελετητές φαίνεται να καταλήγουν στο έτος 496 π.Χ. Πολλοί άλλοι Μακεδόνες αναφέρεται ότι πήραν μέρος σε αγώνες. Ο Αρχέλαος σε αρματοδρομία με τέθριππο το 408 π.Χ. στα Ολύμπια και τα Πύθια. Ο Φίλιππος Β’ σε ιπποδρομία και αρματοδρομία το 356, 352, 348 στην Ολυμπία και προήδρευσε στα Πύθια των Δελφών το 346 π.Χ. Ο Φίλιππος και αργότερα ο Αλέξανδρος οργάνωσαν αγώνες στις Αιγές. Ο χάλκινος τρίποδας στον τάφο του Φιλίππου στη Βεργίνα χρονολογείται το 430-420 π.Χ. και τοποθετήθηκε εκεί ως πολύτιμο οικογενειακό κειμήλιο, αφού από την επιγραφή προκύπτει ότι αποτελούσε έπαθλο προγόνου του από τους αγώνες της Αργείας Ήρας. Χάλκινες ενεπίγραφες υδρίες, έπαθλα από αγώνες του 5ου αι. π.Χ. διατηρήθηκαν ως κειμήλια και απέκτησαν ταφική χρήση σε τάφους της Πύδνας και σε έναν στο Καραμπουρνάκι.