Κυριακή 5 Απριλίου 2020

Μέχρι χθες… δεν συνειδητοποιούσες

Η Ευγνωμοσύνη είναι το παν. Ευγνωμοσύνη για τα πάντα. Που δεν έχουμε πόλεμο, που είμαστε υγιείς, που έχουμε ένα ζεστό κρεβάτι στο τέλος μιας δύσκολης μέρας.

Κι όμως είμαστε αγνώμονες. Το ανθρώπινο είδος είναι το πιο αχάριστο στον πλανήτη κι ας τα’ χουμε όλα. Και μόνο όταν τα χάνουμε συνειδητοποιούμε πόσα είχαμε. Γι’ αυτό και τα χάνουμε. Για να μάθουμε να ευγνωμονούμε.

Μέχρι χθες δεν συνειδητοποιούσες πόσο τυχερός ήσουν που έβγαινες με τους κολλητούς σου έξω για καφέ ή για ποτάκι. Θα γκρίνιαζες για την κίνηση και που δεν είχε να παρκάρεις και που το Χ φιλαράκι σου άργησε. Τώρα πια ξέρεις πόσο τυχερός ήσουν τότε που μπορούσες να βγαίνεις με τους φίλους σου.

Μέχρι χθες δεν συνειδητοποιούσες πόσο τυχερός ήσουν εσύ και τα παιδιά σου που πήγαιναν σχολείο για να μάθουν γράμματα και να παίξουν με τους φίλους τους. Θα γκρίνιαζες που είναι Δευτέρα και που τους έβαλαν ή δεν τους έβαλαν πολλά μαθήματα. Τώρα πια ξέρεις πόσο τυχερός ήσουν κι εσύ κι αυτά που πήγαιναν σχολείο.

Μέχρι χθες δεν συνειδητοποιούσες πόσο τυχερός ήσουν κι εσύ και τα φιλαράκια σου και πηγαίνατε βουνό ή παραλία με τις οικογένειές σας για πικνίκ και κι απλώνατε τα τραπεζομάντηλα και τις μουσικές σας και τσουγκρίζατε και πίνατε στην υγειά σας. Θα γκρίνιαζες που εσύ ετοίμασες πιο πολλά πράγματα κι οι άλλοι όχι και που είχε συννεφιά ή ήλιο. Τώρα πια ξέρεις πόσο τυχερός ήσουν που τα είχες όλα αυτά.

Μέχρι χθες δεν συνειδητοποιούσες πόσο τυχερός ήσουν που σε κάθε συνάντηση θα μπορούσες να χαιρετίσεις τον άλλο δια χειραψίας, να κάτσεις δίπλα του κι άμα γουστάρεις να τον πάρεις κι αγκαλιά. Γκρίνιαζες που δεν ήταν φιλικός και που καθόταν πολύ κοντά σου ή πολύ μακριά σου. Τώρα πια ξέρεις πόσο τυχερός ήσουν που μπορούσες να του πιάσεις το χέρι και να κάτσεις πλάι του.

Μέχρι χθες δεν συνειδητοποιούσες πόσο τυχερός ήσουν που μπορούσες κάθε πρωί να πας στη δουλειά σου και να δεις τους φίλους και τους συναδέλφους σου και να κάνεις πλακίτσα μαζί τους. Γκρίνιαζες για τον μαλάκα που κάθεται απέναντι και το αφεντικό που κάθε μέρα σου στερεί την οικογένειά σου και και και… Τώρα πια ξέρεις πόσο τυχερός ήσουν που κάθε μέρα πήγαινες στη δουλειά κι ας είχες απέναντι τον μαλάκα.

Μέχρι χθες δεν συνειδητοποιούσες πόσο τυχερός ήσουν που όποτε εσύ επέλεγες μπορούσες να πας σινεμά ή θεατράκι σε μία από τις πολλές παραστάσεις. Μπορούσες να επιλέξεις όποια ταινία κι όποια παράσταση θέλεις. Γκρίνιαζες για τον μπροστινό και το κεφάλι του που μόνιμα περίσσευε. Τώρα πια ξέρεις πόσο τυχερός ήσουν που τα είχες όλα αυτά κι ας ήταν και ψηλός, ξέρεις ποιος…

Μέχρι χθες δεν συνειδητοποιούσες πόσο τυχερός ήσουν που ανά πάσα στιγμή θα μπορούσες είτε μόνος είτε με το παρεάκι σου να πάτε να φάτε στο αγαπημένο σου ταβερνάκι ή μαγειρείο, να κόβεις κίνηση και να έρχεται το γκαρσόνι να σου παίρνει παραγγελία. Γκρίνιαζες που τα τραπέζια ήταν πολύ κοντά ή πολύ μακριά και που αργούσε το γκαρσόνι. Τώρα πια ξέρεις πόσο τυχερός ήσουν που τα είχες όλα αυτά κι ας αργούσες και λίγο να παραγγείλεις.

Μέχρι χθες δεν συνειδητοποιούσες πόσο τυχερός ήσουν που μπορούσες οποιαδήποτε μέρα ή ώρα να πας να χαζέψεις ή να ψωνίσεις στο αγαπημένο σου μαγαζί, ή βιβλιοπωλείο ή να σουλατσάρεις σε όποιο Mall ήθελες. Γκρίνιαζες που είχε στριμωξίδι το Σάββατο και που είχαν βάλει κώνους στις καλές θέσεις στο πάρκινγκ. Τώρα πια ξέρεις πόσο τυχερός ήσουν που μπορούσες οποιαδήποτε ώρα να τα επισκεφτείς. Θα σου λείψει το στριμωξίδι.

Μέχρι χθες δεν συνειδητοποιούσες πόσο τυχερός ήσουν που μπορούσες να ταξιδέψεις με πλοίο ή αεροπλάνο όποτε θέλεις στην ιδιαίτερη πατρίδα ή στον αγαπημένο σου προορισμό με τον άνθρωπο ή την οικογένειά σου. Γκρίνιαζες για την ουρά στο πλοίο ή για τον πολύ κόσμο στο check in ή ό,τι άλλο. Τώρα πια ξέρεις πόσο τυχερός ήσουν που ήσουν μέσα στην πτήση κι ας ήσουν και ζουληγμένος σε κάποια μεσαία θέση μέσα στο αεροπλάνο.

Μέχρι χθες δεν συνειδητοποιούσες πόσο τυχερός ήσουν που μπορούσες όποιο πρωί ή όποιο απόγευμα ήθελες να πας στο αναγνωστήριο της αγαπημένης σου βιβλιοθήκης για να διαβάσεις ή να γράψεις με την ησυχία σου. Θα γκρίνιαζες που δεν έχει γραφείο ελεύθερο και που ο διπλανός σου έχει βάλει τα πράγματά στη διπλανή θέση και δεν ξέρω τι άλλο. Τώρα πια ξέρεις πόσο τυχερός ήσουν που μπορούσες να κάτσεις δίπλα στους συνανθρώπους σου και να εμπνευστείτε όλοι μαζί σε ένα κοινό σκοπό χωρίς να ανησυχείς αν θα κολλήσεις κάτι ή όχι.

Μέχρι χθες δεν συνειδητοποιούσες πόσο τυχερός ήσουν που μπορούσες να παρακολουθήσεις από κοντά την αγαπημένη σου ομάδα γυμναστικής, ψυχοθεραπείας θεάτρου δημιουργικής γραφής ή αυτοβελτίωσης. Θα γκρίνιαζες που άργησε ο ένας ή ο άλλος, ή που είχε κίνηση στους δρόμους και δεν ξέρω τι άλλο. Τώρα πια ξέρεις πόσο τυχερός ήσουν που τους είχες απέναντί τους και ένιωθες την ανάσα και την ενέργειά σου από κοντά κι όχι μέσα από το skype.

Ευγνωμοσύνη. Γι’ αυτά που έχουμε και μας αρέσουν. Αλλά πιο πολύ αυτά γι’ αυτά που δεν μας αρέσουν.

Αριστοτέλης: Ο σχηματισμός της πόλεως

Τα Πολιτικά του Αριστοτέλη δεν αποτελούν ενιαίο έργο αλλά συνένωση διαφορετικών πραγματειών, στις οποίες συζητούνται θέματα πολιτικής φιλοσοφίας: η οργάνωση της οικογένειας ως προστάδιου του κράτους (βιβλίο Ι), παλαιότερα υπαρκτά και ιδανικά πολιτεύματα (βιβλίο II), η έννοια του πολίτη και η κατάταξη των πολιτευμάτων (βιβλίο III), κατηγορίες και υποκατηγορίες πολιτευμάτων (βιβλία IV-VI), το ιδανικό πολίτευμα (βιβλία VII-VIII). Το απόσπασμα που ακολουθεί αποτελεί τμήμα ενός κεφαλαίου, στο οποίο ο Αριστοτέλης εφαρμόζει με λαμπρό τρόπο τη γενετική μέθοδο: ανασυνθέτει -στηριζόμενος μάλλον περισσότερο στη φαντασία παρά σε ιστορικά δεδομένα- τα στάδια της κοινωνικής εξέλιξης μέχρι τη δημιουργία της πόλεως (της υψηλότερης κατά τη γνώμη του μορφής πολιτικής οργάνωσης). Επιδίωξή του είναι να προσδιορίσει την ουσία της πόλεως-κράτους και να υπερασπίσει τον «φυσικό» της χαρακτήρα απέναντι στις απόψεις ορισμένων σοφιστών, που υποστήριζαν ότι οποιαδήποτε μορφή κοινωνικής οργάνωσης αποτελεί σύμβαση μεταξύ των μελών της κοινωνίας. Αφού έχει αναφερθεί στην οικογένεια, τη μικρότερη μορφή κοινωνίας, και στην κώμη (χωριό), που δεν αποτελεί παρά άθροισμα περισσότερων οικογενειών, εκθέτει τις απόψεις του για τη δημιουργία της πόλεως. Στην έκθεση του Αριστοτέλη είναι εμφανής η επίδραση των βιολογικών του μελετών καθώς και η τελολογική οπτική στην εξέταση των φαινομένων.
 
Η ολοκληρωμένη κοινωνία που σχηματίζεται από περισσότερες κώμες αποτελεί πόλη, η οποία διαθέτει ήδη, για να το πούμε απλά, πλήρη αυτάρκεια. Και ενώ σχηματίστηκε για να εξασφαλίζει την επιβίωση, διατηρείται, επειδή διασφαλίζει την ευζωία.
 
Συνεπώς, κάθε πόλη υπάρχει φύσει, εφόσον βέβαια αυτό ισχύει και για τις πρώτες μορφές κοινωνίας. Γιατί η πόλη είναι ο σκοπός χάριν του οποίου υπάρχουν οι άλλες μορφές κοινωνίας, και η φύση είναι καθεαυτήν σκοπός, αφού η κατάληξη της εξελικτικής ανάπτυξης ενός πράγματος λέμε ότι αποτελεί τη φύση του (όπως στην περίπτωση ενός ανθρώπου, ενός αλόγου, ενός σπιτιού). Επιπλέον, σκοπός και τέλος* ταυτίζονται με την τελειότητα. Και η αυτάρκεια συνιστά συγχρόνως και σκοπό και τελειότητα.
 
Από τα παραπάνω λοιπόν είναι φανερό ότι η πόλη ανήκει στα πράγματα που υπάρχουν εκ φύσεως, ότι ο άνθρωπος είναι ον που ζει από τη φύση του σε πόλη, και ότι όποιος είναι από τη φύση του και όχι λόγω τυχαίων συνθηκών άπολις είναι ή αχρείος ή ανώτερος από τους κοινούς ανθρώπους. Όπως εκείνος που λοιδορείται από τον Όμηρο ότι είναι «χωρίς γενιά, χωρίς νόμους, χωρίς εστία**». Γιατί, όποιος είναι εκ φύσεως έτσι, είναι συγχρόνως και φιλοπόλεμος, όπως ακριβώς ένα μοναχικό πιόνι σε παιχνίδι με πεσσούς.
 
Η αιτία για την οποία ο άνθρωπος είναι σε μεγαλύτερο βαθμό προορισμένος να ζει σε κοινωνία πόλης απ᾽ όσο η μέλισσα ή οποιοδήποτε ζώο που ζει σε αγέλη είναι λοιπόν προφανής. Διότι η φύση, σύμφωνα με όσα υποστηρίζουμε, δεν κάνει τίποτα μάταια. Από την άλλη, ο άνθρωπος είναι το μόνο από τα ζώα που διαθέτει λόγο. Η φωνή βέβαια εξυπηρετεί την έκφραση της οδύνης και της χαράς, γι᾽ αυτό και υπάρχει και στα άλλα ζώα (η φύση τους, με άλλα λόγια, έχει εξελιχθεί μέχρι του σημείου να αισθάνονται την οδύνη και τη χαρά, και να δείχνουν τα αισθήματα αυτά το ένα στο άλλο). Αλλά ο λόγος υπάρχει για να εκφράζει το επωφελές και το επιζήμιο, και επομένως και το δίκαιο και το άδικο. Αυτή είναι η ιδιαιτερότητα του ανθρώπου σε σχέση με τα άλλα ζώα: μόνος αυτός έχει αντίληψη του καλού και του κακού, του δίκαιου και του άδικου. Και είναι η κοινότητα αυτών των πραγμάτων που κάνει την οικογένεια και την πόλη.
 
Ας προσθέσουμε ότι ως προς τη φυσική τάξη των πραγμάτων η πόλη προηγείται της οικογένειας και του καθενός από εμάς ξεχωριστά. Διότι το όλον προηγείται κατ᾽ ανάγκην του μέρους***. Εάν, για παράδειγμα, καταστρέψει κανείς το σώμα ως σύνολο, δεν θα υπάρχει πόδι ούτε χέρι, παρά μόνον ως όνομα -όπως όταν μιλά κανείς για «πέτρινο χέρι» (γιατί ένα νεκρό χέρι θα είναι πράγματι «πέτρινο»). Όλα τα πράγματα καθορίζονται από το έργο τους και τη δύναμή τους. Συνεπώς, όταν δεν έχουν πια τα ίδια αυτά χαρακτηριστικά, δεν θεωρούνται τα ίδια πράγματα παρά μόνο κατ᾽ όνομα. Είναι λοιπόν φανερό ότι η πόλη υπάρχει εκ φύσεως και προηγείται του ατόμου. Διότι, αν ο καθένας, όταν χωριστεί από το σύνολο, δεν είναι αυτάρκης, θα είναι στην ίδια κατάσταση, όπως όλα τα μέρη προς το σύνολο. Όποιος δεν είναι ικανός να συμμετέχει σε μια κοινότητα ή δεν του χρειάζεται επειδή είναι αυτάρκης, σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί μέρος της πόλης, και κατά συνέπεια είναι ή άγριο ζώο ή θεός.
 
Είναι λοιπόν φυσική η ορμή που υπάρχει σε όλους τους ανθρώπους για την κοινωνία αυτού του είδους. Και εκείνος που πρώτος την οργάνωσε υπήρξε μέγιστος ευεργέτης. Γιατί όπως ο άνθρωπος είναι το ανώτερο από όλα τα ζώα, όταν φτάσει στην τελειότητα του, έτσι γίνεται και το χειρότερο, όταν απομακρυνθεί από τον νόμο και το δίκαιο. Διότι η αδικία που έχει όπλα είναι τρομερή. Ο άνθρωπος γεννιέται έχοντας όπλα που σκοπό έχουν να υπηρετούν τη φρόνηση και την αρετή, τα οποία όμως πάρα πολύ εύκολα μπορεί να τα χρησιμοποιήσει για το αντίθετο. Αυτός είναι ο λόγος που ο άνθρωπος χωρίς αρετή είναι το πιο ανό­σιο και άγριο ον, και το χειρότερο όσον αφορά στις ερωτικές ηδονές και στη λαιμαργία. Η δικαιοσύνη όμως είναι χαρακτηριστικό της πόλης, αφού η απονομή δικαιοσύνης αποτελεί θεσμό της κοινωνίας της πόλης, ενώ η δικαιοσύνη η ίδια είναι ο καθορισμός του τί είναι δίκαιο.
-------------------------
*Εδώ με την αρχαία σημασία: "ο σκοπός για τον οποίο κάτι υπάρχει".
 
**Ιλιάδα Θ 63.
 
***Το όλον προηγείται του μέρους υπό την έννοια ότι δεν μπορεί να θεωρήσει κανείς κάτι ως μέρος ενός συνόλου, εάν δεν υπάρχει ήδη το σύνολο.
 
 Αριστοτέλης – Πολιτικὰ 1, 1252b27-1253a39

Η «Κβαντική Αμνησία» μας Κάνει να Ξεχνάμε ότι ο Χρόνος Κυλά (και) Ανάποδα!

Η κβαντική εμπλοκή, το μυστηριώδες φαινόμενο, σύμφωνα με το οποίο, κατά την κβαντομηχανική, δύο πράγματα σε απόσταση μεταξύ τους, μπορούν αυτόματα να αλληλεπιδρούν και να αλλάζουν ταυτόχρονα, ίσως πάει πολύ μακρύτερα – ή μάλλον πολύ πιο κοντά – από ό,τι φανταζόμαστε: στο ίδιο μας το κεφάλι, στη μνήμη και τη συνείδησή μας.

Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς ενός αμερικανού φυσικού του αμερικανικού πανεπιστημίου ΜΙΤ, όλοι μας βλέπουμε γύρω μας παράξενα πράγματα, όπως σπασμένα τζάμια που ξαφνικά αυτοεπιδιορθώνονται μόνα τους, σπασμένα αυγά που ξανασυναρμολογούνται ή φλιτζάνια καφέ που ξαφνικά ζεσταίνονται μόνα τους – απλώς δεν τα θυμόμαστε!

Ο εξωφρενικός αυτός ισχυρισμός έγινε με κάθε σοβαρότητα από τον φυσικό Λορέντσο Μακόνε και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό φυσικής «Physical Review Letters», σύμφωνα με τον «Γκάρντιαν» και το «New Scientist». Όπως αναφέρει ο επιστήμονας, στην καθημερινότητα όλοι βιώνουμε υποκειμενικά το γνωστό «βέλος του χρόνου», δηλαδή αν ένας καφές κρυώσει ή ένα τζάμι σπάσει, η διαδικασία αυτή δεν μπορεί να αντιστραφεί χρονικά από μόνη της – εκτός κι επέμβουμε εμείς στη συνέχεια.

Τα καθημερινά φαινόμενα υπάγονται στο δεύτερο «νόμο της θερμοδυναμικής», που λέει ότι η εντροπία, δηλαδή ο βαθμός αταξίας ενός κλειστού συστήματος ποτέ δεν μειώνεται, ούτε προς το μέλλον ούτε προς το παρελθόν. Το μυστήριο του «βέλους του χρόνου» είναι ότι η εντροπία (αταξία) αυξάνει μόνο προς το μέλλον, όπως ακριβώς η θερμότητα κινείται πάντα προς μια κατεύθυνση: από το πιο ζεστό αντικείμενο προς το πιο κρύο και όχι αντίστροφα.

Πιο απλά, όταν ένα τζάμι σπάσει (δηλαδή αυξηθεί η «αταξία» του, άρα και η συνολική εντροπία στο σύμπαν), δεν είναι δυνατό η ζημιά να αποκατασταθεί μόνη της, δηλαδή να μειωθεί η εντροπία (θα πρέπει αργότερα να έρθει ο τζαμάς και να καταβάλει νέα προσπάθεια, δηλαδή νέα ενέργεια, για να το φτιάξει). Αν, πάλι, ένα συμπιεσμένο αέριο διαχυθεί στην ατμόσφαιρα, δεν πρόκειται ξανά μόνο του να συμπιεστεί στο δοχείο όπου βρισκόταν πριν κοκ. Όσο πιο μεγάλη η εντροπία σε ένα σύστημα τόσο λιγότερη πληροφορία περιέχει.

Όμως ο νόμος της εντροπίας είναι ουσιαστικά στατιστικός και αφορά μεγάλους αριθμούς σωματιδίων (που απαρτίζουν το σπασμένο τζάμι, το διαφυγόν αέριο κ.λπ).

Το πρόβλημα -και το μυστήριο- είναι ότι, σύμφωνα με τους φυσικούς, οι νόμοι που κυβερνούν τη συμπεριφορά των μεμονωμένων σωματιδίων δεν υπόκεινται ομοίως στο «βέλος του χρόνου», αλλά αντίθετα επιτρέπουν την αντιστροφή της κατεύθυνσης στον χρόνο. Θεωρητικά, αυτό θα σήμαινε ότι το σπασμένο τζάμι αυτομάτως παύει να είναι σπασμένο!

Σύμφωνα με τον Μακόνε, στην πραγματικότητα τέτοια γεγονότα που μειώνουν την αταξία και την εντροπία (ο καφές ξαναζεσταίνεται μόνος του, το τζάμι αυτοεπιδιορθώνεται αστραπιαία, το αέριο ξαναμπαίνει στο δοχείο κ.λπ.) συμβαίνουν συνεχώς γύρω μας, απλώς δεν μπορούμε να τα δούμε, επειδή η μνήμη του γεγονότος έχει διαγραφεί από τον εγκέφαλό μας «κατ’ ανάγκην». Ο Μακόνε τονίζει ότι οι μνήμες σχηματίζονται μεν, αλλά αμέσως διαγράφονται.

Όπως υποστηρίζει (χρησιμοποιώντας μαθηματικούς υπολογισμούς για να υποστηρίξει τη θέση του), όταν βλέπουμε γύρω μας, η μνήμη μας βρίσκεται σε μια «κβαντική εμπλοκή» με το περιβάλλον μας. Ο παρατηρητής (εμείς) που παρατηρεί ένα αντικείμενο και «εμπλέκεται» κβαντικά με αυτό, αυξάνει τις πληροφορίες που εισρέουν στον εγκέφαλό του, την ίδια στιγμή που μικραίνει η πληροφορία (και αυξάνεται η εντροπία) στο υπό παρατήρηση αντικείμενο. Όταν όμως «απεμπλεκόμαστε» από αυτό, αυτομάτως διαγράφεται η μνήμη του παρατηρητή, δηλαδή η δική μας.

Φυσικά, παρά τους θεωρητικούς συλλογισμούς του και τις μαθηματικές εξισώσεις του, ο Μακόνε δεν μπορεί να αποδείξει χειροπιαστά ότι όντως γύρω μας κάθε στιγμή συμβαίνουν τέτοια απίστευτα πράγματα και ότι όντως η φύση σε μεγάλη κλίμακα συμπεριφέρεται κβαντομηχανικά. Αυτό που δείχνει – ή προσπαθεί να δείξει- είναι ότι αν (και μόνο αν) τέτοια πράγματα συμβαίνουν, τότε δεν θα τα θυμόμαστε.

Από την πλευρά του, ο Μακόνε θεωρεί ότι πράγματι η φύση συμπεριφέρεται τόσο στο μικροεπίπεδο όσο και στο μακροεπίπεδο κβαντικά, επειδή τελικά το σύμπαν δεν είναι ενιαίο, αλλά αποτελεί ένα πολύ-σύμπαν αποτελούμενο από πολλά παράλληλα σύμπαντα, ένα για κάθε ξεχωριστή φυσική πραγματικότητα.

Σε κάποια από αυτά τα σύμπαντα (που το μυαλό μας «διαγράφει»), τα σπασμένα αυγά και τα σπασμένα τζάμια ξανακολλάνε μόνα τους. Αλλά, δυστυχώς, προς το παρόν τουλάχιστον, ούτε αυτό μπορεί να αποδειχτεί.

Ο Πρωταγόρας, η κοσμογονία και η ανθρωποκεντρική προσέγγιση του Θείου

Στο θρυλικό διάλογο του Πρωταγόρα με το Σωκράτη για το διδακτό της αρετής, που έγραψε ο Πλάτων, ο Πρωταγόρας, βρίσκει την ευκαιρία να παραθέσει το δικό του μύθο για τη δημιουργία του κόσμου. Πρόκειται για μια εντελώς προσωπική μυθολογία, θα λέγαμε μια «πρωταγόρεια» μυθολογία, που χωρίς, επί της ουσίας, να ανατρέπει τα αρχαιοελληνικά μυθολογικά δεδομένα (ο Προμηθέας, η κλοπή της φωτιάς, η παρουσία του Δία ως απόλυτου ρυθμιστή των πάντων, η εμφάνιση του Ερμή κτλ., πιστοποιούν την πρόθεση του Πρωταγόρα να παραμείνει πιστός στα πλαίσια της δεδομένης μυθολογικής μαγιάς) τα προσαρμόζει, σε μια ιδιόμορφη ανάπλαση, στη δική του οπτική, την οπτική της αγάπης προς τον άνθρωπο. Και μόνο που προσπερνά την συνήθη οπτική της θεογονίας, που εστιάζει στη δημιουργία των θεών, για να επικεντρωθεί στην κοσμογονία, τη δημιουργία των θνητών έμβιων όντων, συμπεριλαμβανομένου φυσικά και του ανθρώπου, καθίσταται σαφές ότι αυτό που πρωτίστως τον ενδιαφέρει είναι ο άνθρωπος. Εξάλλου, ο Πρωταγόρας, ως δεδομένος αγνωστικιστής, δεν είχε άλλη επιλογή από το να εστιάσει στον άνθρωπο. Οι θεοί δεν είναι παρά συμβολικές παρουσίες, που αφενός κάνουν το μύθο πιο οικείο (αν αφαιρούσε τους θεούς θα έχανε κάθε επαφή με τον πρωτόλειο αρχαιοελληνικό μύθο) κι αφετέρου προσδίδουν τη χειροπιαστή υπόσταση της φύσης που γίνεται άμεσα αντιληπτή χωρίς περαιτέρω φιλοσοφικές προεκτάσεις που στην παρούσα περίπτωση θα ήταν απολύτως περιττές. Με άλλα λόγια, ο Δίας είναι η νομοτέλεια της φύσης που κινεί τη ζωή αυτού του κόσμου, ενώ οι άλλοι θεοί είναι τα όργανα που ελέγχουν και διέπουν αυτή τη νομοτέλεια. Η αλληγορική σημασία των θεών, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ερμηνευτεί ως πρόκληση ή, ακόμα περισσότερο, ως προσβολή ή βλασφημία, αλλά ως διασφάλιση των προθέσεων του Πρωταγόρα να επαναπροσεγγίσει ένα μύθο με καθαρά στοχευμένο τρόπο, την τελική κατάδειξη του διδακτού της αρετής. Από τη στιγμή που ο μύθος δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέσο για τη στήριξη άλλων ιδεών, κάθε καταφανής αλλοίωση θα τον έθετε εκτός στόχου. Οι θεοί ως κυρίαρχο στοιχείο του μύθου έπρεπε να διατηρηθούν, πράγμα που ο Πρωταγόρας όχι απλώς αντιλήφθηκε και υιοθέτησε διατηρώντας απολύτως τις ισορροπίες, αλλά το εκμεταλλεύτηκε επιπλέον τονίζοντας την μεγαλοσύνη και τη γενναιοδωρία τους προς τον άνθρωπο, τονίζοντας δηλαδή την αναγκαιότητα της ανθρώπινης επιβίωσης που, ως βασική μέριμνα των θεών, καταδεικνύει την υπεροχή των ανθρώπων και νομιμοποιεί την υπεροχή τους στη φύση.
 
   Οι θεοί πλάθουν όλα τα θνητά γένη στο εσωτερικό της γης και καλούν τον Προμηθέα και τον Επιμηθέα να τα εφοδιάσουν κατάλληλα ώστε να βγουν στην επιφάνεια. Ο Επιμηθέας, αθεράπευτα απερίσκεπτος, πείθει τον Προμηθέα να κάνει ο ίδιος τη μοιρασιά και μετά να έρθει ο Προμηθέας και να επιθεωρήσει το έργο του. Ο Προμηθέας πείθεται, κι αυτό βέβαια είναι και το μεγάλο του λάθος, κι επιτρέπει στον Επιμηθέα να διαχειριστεί το θέμα εν λευκώ. Ο Επιμηθέας μοιράζει τα εφόδια στηριζόμενος σε τέσσερις άξονες: την αποφυγή της αλληλοεξόντωσης, (γι’ αυτό έδωσε σε όλα διαφορετικές δυνατότητες – σ’ άλλα έδωσε φτερά, σ’ άλλα ταχύτητα, σ’ άλλα τεράστιο μέγεθος, σ’ άλλα νύχια, δόντια κτλ. – ώστε να μπορούν να επιβιώσουν ως είδος, άσχετα με το γεγονός ότι κάποια θα κατασπαραχθούν), την επιβίωση μέσα στις κλιματολογικές συνθήκες (πυκνό τρίχωμα και σκληρό δέρμα που θα τα προστατεύει από το κρύο και τη ζέστη), τη διατροφή (άλλα τρέφονται με ρίζες, άλλα με καρπούς κι άλλα είναι σαρκοφάγα) και τη γονιμότητα (τα σαρκοφάγα γεννάν λίγα μικρά, ενώ αυτά που αποτελούν τροφή των σαρκοφάγων γεννάν πολλά). Παρακολουθούμε, μέσα σε ελάχιστες σειρές, ολόκληρη την αλυσίδα της φύσης, την εξασφάλιση δηλαδή της φυσικής ισορροπίας που ορίζει τους σκληρούς νόμους της επιβίωσης και ταυτόχρονα προκαθορίζει τη διάσωση όλων των ειδών. Όμως, όπως ήταν φυσικό, ο επιπόλαιος Επιμηθέας δεν στέκεται στο ύψος των περιστάσεων καθώς του διαφεύγει ο άνθρωπος και δεν ξέρει πώς να τον εφοδιάσει αφού ξόδεψε όλες τις δυνάμεις στα όντα που στερούνται λογικής – «άλογα». Βέβαια, και μόνο ο διαχωρισμός του ανθρώπου από τα άλλα όντα που αποκαλούνται «άλογα» καθιστά σαφές ότι ο άνθρωπος είναι έλλογος, ότι δηλαδή δεν είναι απολύτως εγκαταλειμμένος, αλλά διαθέτει το εφόδιο της λογικής, το σπουδαιότερο εφόδιο που δόθηκε ποτέ σε έμβιο ον. Ωστόσο η λογική, τουλάχιστον για τα πρώτα βήματα του ανθρώπου, κρίνεται απολύτως ανεπαρκής, αφού η λογική απαιτεί χρόνο για την υλοποίηση των έργων της, ενώ τα ζώα απειλούσαν απολύτως άμεσα τον άνθρωπο με αφανισμό. Μπροστά σ’ αυτό το αδιέξοδο ο Προμηθέας, που ήρθε να επιθεωρήσει τη μοιρασιά, μπαίνει στο εργαστήρι της Αθηνάς και του Ηφαίστου και κλέβει τη φωτιά και τις τεχνικές γνώσεις και τις χαρίζει στον άνθρωπο. Ταυτόχρονα θέλει να κλέψει και την πολιτική αρετή, αλλά κάτι τέτοιο αποδεικνύεται αδύνατο, αφού την πολιτική αρετή την έχει στην ακρόπολή του ο Δίας, μέρος απλησίαστο για τον Προμηθέα. Ο άνθρωπος εφοδιασμένος με τη φωτιά και τις τεχνικές γνώσεις, αλλά χωρίς την πολιτική αρετή είναι δύσκολο να επιβιώσει. Αφανίζεται από τα θηρία και αντιλαμβάνεται ότι μόνο μέσα από τη συλλογικότητα μπορεί να σωθεί. Αρχίζει δηλαδή να ζει ομαδικά ιδρύοντας πόλεις, αλλά στερούμενος την πολιτική αρετή αδυνατεί να τις διατηρήσει. Αδικώντας ο ένας τον άλλον ακύρωνε κάθε έννοια συνύπαρξης με αποτέλεσμα οι πόλεις να διαλύονται και οι άνθρωποι να επιστρέφουν στη σποραδική ζωή για να αφανιστούν εκ νέου από τα θηρία. Με δυο λόγια η πολιτική αρετή ταυτίζεται με την επιβίωση, αφού χωρίς αυτή ο αφανισμός είναι δεδομένος.
 
     Η σπουδαιότητα της πολιτικής αρετής προκαλεί την παρέμβαση του ίδιου του Δία, που βλέποντας το ανθρώπινο γένος να απειλείται με εξόντωση παίρνει την πρωτοβουλία και χαρίζει στον άνθρωπο την αιδώ και τη δίκη, το σεβασμό και τη δικαιοσύνη, που σηματοδοτούν τα θεμέλια της πολιτικής αρετής. Ορίζει μάλιστα, με αδιαπραγμάτευτη αυστηρότητα, να μοιραστούν η αιδώς και η δίκη σε όλους τους ανθρώπους και αν κάποιος δεν την έχει να θανατώνεται ως αρρώστια της πόλης. Το γεγονός ότι ο Δίας μοιράζει την πολιτική αρετή σε όλους και ταυτόχρονα παραδέχεται το ενδεχόμενο ότι κάποιοι μπορεί να μην την έχουν ασφαλώς και δεν αποτελεί αντίφαση (ο Δίας δεν είναι δυνατό να αντιφάσκει) αλλά είναι η απόδειξη του διδακτού της αρετής, αφού ο Δίας δίνει την πολιτική αρετή στον άνθρωπο δυνάμει, δηλαδή ως δυνατότητα, κι από εκεί και πέρα είναι ευθύνη του ανθρώπου αν θα την κάνει ενεργεία, αν δηλαδή θα την εφαρμόσει. Με άλλα λόγια η αρετή είναι σύμφυτη, αλλά όχι έμφυτη στον άνθρωπο ή αλλιώς ο άνθρωπος από τη φύση του μπορεί να κατανοήσει και να εφαρμόσει την πολιτική αρετή, αλλά δεν την έχει ως κάτι δεδομένο, όπως την όραση. Μ’ αυτό τον τρόπο εξηγεί στο Σωκράτη ότι η καθολικότητα της πολιτικής αρετής, που εκείνος επικαλέστηκε τονίζοντας τη θεσμοθετημένη συμμετοχή όλων των Αθηναίων στις πολιτικές αποφάσεις της εκκλησίας του Δήμου, δεν αναιρεί το διδακτό της, κι ότι προφανώς δεν είναι έμφυτη, αφού δεν ταυτίζεται με τη γέννηση της ανθρωπότητας αλλά της προσφέρεται στην πορεία της ύπαρξής της ως δώρο θεϊκό και μάλιστα από τον ίδιο το Δία, τον πατέρα των θεών και των ανθρώπων.
 
  Όμως, πέρα από την ιδιοφυή σύνδεση του μύθου με την πολιτική αρετή, εκείνο που καταπλήσσει είναι το βάθος της ανθρωποκεντρικής ιδιοσυγκρασίας του Πρωταγόρα που φαίνεται πρωτίστως στην παρουσία και τη δράση των θεών. Γιατί ο Προμηθέας, ως τιτάνας, δηλαδή όχι καθαρός θεός αλλά θεότητα, προσφέρει την απολύτως ανιδιοτελή του αγάπη στον άνθρωπο θυσιάζοντας τον ίδιο του τον εαυτό. Η κλοπή της φωτιάς είναι το μεγαλείο της ψυχής του απόλυτου ευεργέτη, η αποθέωση της αυταπάρνησης, που μόνο ως ύψιστος ηρωισμός μπορεί να ερμηνευτεί, καθώς ο τιτάνας στρέφεται ενάντια στους ίδιους τους θεούς προκειμένου να βοηθήσει τον άνθρωπο. Η ανθρώπινη επιβίωση, ως ύψιστο ιδανικό, ξεπερνά όλους τους ενδοιασμούς, χωρίς την ελάχιστη σκέψη. Ο Προμηθέας γνωρίζει φρικτή τιμωρία για την πράξη του – η γνωστή ιστορία στον Καύκασο με τον αετό που του τρώει τα συκώτια, μέχρι να τον ελευθερώσει ο Ηρακλής – αλλά το ανθρώπινο είδος προστατεύεται και προοδεύει κι αυτό είναι η μέγιστη ικανοποίηση. Ο Πρωταγόρας, δεν αναφέρει καν την τιμωρία του Προμηθέα, αφιερώνοντας μόνο την ασαφή φράση ότι πέρασε δίκη για κλοπή κι αυτό είναι άλλη μια απόδειξη του ανθρωπισμού του. Γιατί ο άνθρωπος δεν χρειάζεται ούτε να λυπηθεί, ούτε να φορτωθεί με ενοχές για την τύχη του Προμηθέα. Και σα να μην έφτανε αυτό, βλέπουμε τον ίδιο το Δία να ανησυχεί για τον άνθρωπο και να προσφέρει τα δικά του δώρα, το σεβασμό και τη δικαιοσύνη. Σ’ ένα ντελίριο γενναιοδωρίας ματαιώνεται κάθε απόπειρα κλοπής, αφού ο Δίας αποδεικνύεται πρόθυμος να χαρίσει αυτό που ο Προμηθέας σχεδίαζε να κλέψει. Κι εδώ πετυχαίνεται η απόλυτη εξισορρόπηση. Ο Δίας, επιδεικνύει τον μέγιστο ανθρωπισμό χωρίς μειώνεται στο ελάχιστο το αδιαπραγμάτευτο κύρος του. Γιατί ο Προμηθέας πληρώνει ακριβά την κλοπή της φωτιάς. Γιατί η ακρόπολη – κατοικία του είναι αδιάβατη διατηρώντας την αίγλη της απόλυτης φρούρησης από το Κράτος και τη Βία. Γιατί ο Ερμής τα χάνει μπροστά του και συμπεριφέρεται σαν παιδαρέλι κάνοντας ανόητες ερωτήσεις. Γιατί ο Δίας δεν χρειάζεται θυσίες για να επιβεβαιώσει την ισχύ του, ούτε μπορεί να ανεχτεί την καταστροφή του ανθρώπου διατηρώντας το επιτηδευμένα απόμακρο, ούτε έχει ανάγκη από ευχαριστίες. Ο, κατά Πρωταγόρα, Δίας είναι ο σύντροφος και ο προστάτης των ανθρώπων, το τελευταίο και οριστικό τους αποκούμπι κι αυτή είναι η πιο αισιόδοξη αντίληψη για το θείο, που καταδεικνύει τον ύψιστο ανθρωπισμό, αφού οι επινοημένοι θεοί του Πρωταγόρα ούτε φέρνουν κατακλυσμούς, ούτε θέτουν δοκιμασίες, ούτε διατηρούν εκλεκτούς λαούς. Η δημιουργία των ανθρώπων μέσα στο μύθο είναι ισότιμη και δεν διαχωρίζεται ούτε σε Έλληνες και Βάρβαρους, ούτε σε ελεύθερους και δούλους και η ισότητα των ανθρώπων είναι η ισότιμη πρόσβαση όχι μόνο στο θείο, αλλά και στην επίγεια ζωή.  Και κάπως έτσι «ο άνθρωπος συμμετέχει στη θεϊκή μοίρα». Και κάπως έτσι η ανθρωποκεντρική προσέγγιση του θείου μετουσιώνεται σε ανθρωπιά.

Η Οδός της Θεογνωσίας

Σύμφωνα (με την σωστά ερμηνευόμενη) χριστιανική κοσμοθεωρία ο Θεός Είναι ο Ζων, ο Παρών Θεός, το Αντικειμενικό (που Προσεγγίζουμε στο τέλος μίας εσωτερικής, πνευματικής, ολοκλήρωσης...), κι όχι απλά το «έξω» από εμάς... Πως θα πρέπει να το αντιλαμβανόμαστε αυτό;

Μέσω της νόησης μπορούμε να δομήσουμε μία Ολόκληρη Δογματική, αλλά αυτό θα είναι μία κατασκευή της νόησης... συλλαμβάνουμε την «έννοια του Θεού»... αλλά αυτό δεν μας φέρνει σε Επαφή με τον Ζωντανό Θεό... «Διαβάζοντας αντικειμενικά» την Ιστορία των Δογμάτων, στους κόλπους του χριστιανισμού (κι όχι μέσα από την «εκκλησιαστική προοπτική») βλέπουμε ότι τις περισσότερες φορές δεν ήταν οι «θεοφόροι πατέρες» που διαμόρφωναν τα πράγματα (αν και πάντα καθοδηγούσαν τους αληθινούς χριστιανούς στην βιωματική προσέγγιση του Θεού)... συνήθως οι εκκλησιαστικές αρχές αποτελούνταν από απλούς διανοούμενους που είχαν μία θεωρητική, νοητική (και μη βιωματική, αληθινά βιωματική) προσέγγιση της θεολογίας, της θεολογικής γνωσιολογίας, και της θέωσης…  Έτσι το μόνο που πέτυχαν ήταν να απομακρυνθούν από την πατερική γραμμή, (την Αληθινή Διδασκαλία του Ιησού), να κατασκευάσουν ένα καθαρά θεωρητικό οικοδόμημα με μία «ψευτοχριστιανική κοσμοθεωρία», μία «διανοητική θεολογία», και μία «εξωτερική λατρεία» που δεν σώζει κανέναν... Η επίκληση της πατερικής παράδοσης (του Διονύσιου του Αρεοπαγίτη, του Γρηγόριου του Θεολόγου, του Γρηγόριου Νύσσης, του Μάξιμου, του Συμεών, του Γρηγόριου Παλαμά...)... δεν διασώζει την εκκοσμικευμένη εκκλησία γιατί απλούστατα όλα αυτά που επικαλούνται δεν εφαρμόζονται στην εκκλησία... (ούτε στην ανατολική εκκλησία, ούτε στην δυτική εκκλησία, ούτε στην προτεσταντική εκκλησία)... Ολόκληρη η χριστιανική εκκλησία έχει διολισθήσει στην εκκοσμίκευση

Εξ’ άλλου δεν μπορούμε να βρούμε τον Θεό σαν το «άμεσα αντικειμενικό» (σαν αντικείμενο της αντίληψης, της αίσθησης...), γιατί τότε ο Θεός καθίσταται «αντικείμενο»...

Ο μόνος δρόμος είναι Εντός της Συνείδησης να Βρούμε το Θεό, το Αληθινά Αντικειμενικό, την Αρχή των πάντων... Όλοι οι πατέρες της ορθοδοξίας υποστηρίζουν ότι αν ο νους (η κυριότερη λειτουργία της ψυχής, η Συνείδηση) δεν γίνει καθαρός άμορφος, ξεπερνώντας όλες τις ποικιλίες των λογισμών, δεν είναι σε θέση να «δει» τον Θεό, Αυτό που Υπάρχει Πραγματικά... Όσο ο νους «διανοείται», συλλαμβάνει την «πραγματικότητα της νόησης», όχι την Αντικειμενική Πραγματικότητα... κι όσο κι αν ψάχνουμε έξω, βρίσκουμε μόνο «αντικείμενα»... Αυτή η Αληθινή Αντικειμενικότητα, δεν είναι «υποκειμενική», γιατί γίνεται αντιληπτή «μέσα στο υποκείμενο» σαν κάτι έξω από εμάς (σαν υπέρβαση του υποκειμένου), αλλά ταυτόχρονα δεν είναι «άμεσα αντικειμενικό», γιατί το αντιλαμβανόμαστε Εντός της Συνείδησης...

Οι Έλληνες πατέρες (δεν μπορούμε να το κρύβουμε), αναθρεμένοι μέσα στην ελληνική φιλοσοφία και χρησιμοποιώντας όρους της ελληνικής φιλοσοφίας, περιέγραψαν τον Θεό (τον Τριαδικό Θεό) περισσότερο σαν Έλληνες παρά σαν Εβραίοι.. Νομίζετε, αγαπητοί φίλοι, ότι το «Αγαθόν» του Πλάτωνα, η το «Ένα» του Πλωτίνου «δείχνει» κάτι άλλο από τον Θεό, το Αληθινά Αντικειμενικό, που εδώ περιγράφεται μέσα από την χριστιανική προοπτική;

ΔΕΣ:

Ομοιότητες πλατωνίζοντος και ορθόδοξου μυστικισμού

Ομοιότητες ορθόδοξου και πλωτίνειου μυστικισμού

Στην πραγματικότητα, τόσο οι χριστιανοί μυστικιστές, (από τον Ιωάννη, τους μαθητές και τους πατέρες μέχρι κάποια σύγχρονα πρόσωπα), όσο και οι Έλληνες μυστικιστές (στα πλαίσια μίας παράδοσης που ξεκινά από την ελληνική θρησκεία, περνά από τον Πλάτωνα, τον Πλωτίνο, και φτάνει, μέσα από διάφορες επιρροές μέχρι σήμερα), μιλούν για το Θεό (σαν την Υπέρτατη Πραγματικότητα) με τον ίδιο τρόπο... Εκεί που οι χριστιανοί «θεολόγοι» διαχωρίζονται είναι στην διερεύνηση και τον ορισμό της ψυχής. Δεν ταυτίζουν την ψυχή με το Όλον αλλά διαχωρίζουν το «κτιστό» από το «Άκτιστο». Οι Έλληνες μυστικιστές και «ταυτίζουν» και «διαχωρίζουν» βιωματικά την ψυχή από το Όλον (είναι καθαρά θέμα περιγραφής).. Το γιατί οι χριστιανοί «θεολόγοι» οδηγήθηκαν σε αυτή την αντίληψη έχει την γνωσιολογική και ιστορική του εξήγηση (αλλά δεν είναι του παρόντος). Όπως κι αν έχει αυτή η αντίληψη της «διαφοράς» Άκτιστου-κτιστού, «γεφυρώνεται» μέσα σε μία «Σχέση Αγάπης», όπου το «κτιστό» θεώνεται κατά χάρη... Στην πραγματικότητα στο χώρο του βιώματος, δεν υπάρχει «θέση» παρά μόνο για τον Θεό... Όλες οι θεωρητικές, δογματικές, διαφορές, γίνονται στο επίπεδο της περιγραφής, της διανόησης... στο επίπεδο του λόγου, της «απογυμνωμένης λέξης»... κι αφορούν όχι αυτούς που Βιώνουν την Πραγματικότητα, αλλά αυτούς που «σκέφτονται» για την Πραγματικότητα...

Να προσέχεις τις ιστορίες που πλάθει ο νους σου

Ας υποθέσουμε ότι κάποιος λέει "είμαι θύμα, με πρόδωσε ο φίλος μου". Η έκφραση "με πρόδωσε" είναι ήδη πολύ βαριά φορτισμένη. Θα μπορούσε κάποιος να πει "ο φίλος μου, που είναι άνθρωπος, συμπεριφέρθηκε με έναν τρόπο που αναλογούσε στο επίπεδο της συνειδητότητάς του τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, όταν έκανε αυτό που έκανε". Ξαφνικά το βάρος της προδοσίας εξαφανίζεται.

Αντί να προβάλλει κανείς σε ένα γεγονός ένα σωρό ερμηνείες και χαρακτηρισμούς, ο πιο αντικειμενικός τρόπος αντίληψης διευκολύνει πολύ τα πράγματα και μας βοηθάει να τα αντιμετωπίζουμε πιο ψύχραιμα. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιος δεν υπέφερε από τη συμπεριφορά ενός άλλου ανθρώπου. Όλοι μπορεί να υποφέρουμε από τις συμπεριφορές άλλων, γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι γενικά ζουν ασυνείδητα.

Είναι ενδιαφέρον όμως το γεγονός ότι οι άνθρωποι μπορούν κατά τη διάρκεια της ζωής τους να συμπεριφέρονται άλλες φορές πολύ ασυνείδητα και άλλες συνειδητά, ανάλογα με την κατάσταση που έχουν να αντιμετωπίσουν. Μερικοί κουβαλάνε μέσα τους το δυναμικό να διαπράξουν ένα έγκλημα, αλλά δεν τυχαίνει ποτέ στη ζωή τους να βρεθούν στις κατάλληλες συνθήκες που θα εκφραζόταν αυτή η συμπεριφορά. Κάποιοι όμως θα βρεθούν σε πολύ δύσκολες συνθήκες, που θα τους αναγκάσουν να βγάλουν στην επιφάνεια όλα όσα συσσώρευαν μέσα τους τα προηγούμενα χρόνια και θα συμπεριφερθούν ξαφνικά σαν "τέρατα".

Στην περίπτωση της προδοσίας, όταν κάποιος μαθαίνει να κατανοεί και να συγχωρεί τον άλλον, στην πραγματικότητα απελευθερώνει τον εαυτό του από το βάρος της "ιστορίας" που κουβαλάει στο μυαλό του. Το βάρος της ταυτότητας που λέει "είμαι θύμα προδοσίας" είναι πολύ μεγάλο για οποιονδήποτε για να το κουβαλάει μέσα του. Δημιουργεί δυστυχία και γίνεται στοιχείο της αίσθησης του εαυτού του, που επηρεάζει και τις μελλοντικές του σχέσεις με άλλους ανθρώπους.

Πρέπει να είσαι πολύ προσεκτικός με τις λέξεις που επιλέγεις για να περιγράψεις κάτι που βιώνεις. Το "με πρόδωσε" μπορεί να περιγράφει κάτι που συνέβη, αλλά δεν είναι η αντικειμενική πραγματικότητα. Και η συγχώρεση δεν σημαίνει ότι είσαι έτοιμος να επαναλάβεις τα ίδια λάθη. Γενικά, να προσέχεις τις ιστορίες που πλάθει ο νους σου.

Το δίδαγμα μιας ιστορίας

Οι ιστορίες που ακούγαμε όταν ήμασταν μικροί, τα παραμύθια που διαβάζαμε ή ακούγαμε δίπλα στο τζάκι από τη γιαγιά μας, είχαν πάντα στο τέλος ένα συμπέρασμα, ένα ηθικό δίδαγμα, αφήνοντας μας μια γλυκιά ή πικρή γεύση ανάλογα με την κατάληξη.

Η παρακάτω ιστορία, λοιπόν, θεωρώ ότι είναι πιο επίκαιρη από ποτέ και έχει ως εξής:

Κάποτε, ένα ποντικάκι, παρατηρούσε από την τρυπούλα του τον αγρότη και τη γυναίκα του που ξεδίπλωναν ένα πακέτο. “Τι λιχουδιά άραγε κρύβει εκείνο το πακέτο”, αναρωτήθηκε. Όταν οι δύο αγρότες το άνοιξαν, δεν φαντάζεστε πόσο μεγάλο ήταν το σοκ που έπαθε το ποντικάκι, όταν διαπίστωσε πως επρόκειτο για μια ποντικοπαγίδα!

Τρέχει γρήγορα λοιπόν στον αχυρώνα για να ανακοινώσει το φοβερό νέο! “Μια ποντικοπαγίδα μέσα στο σπίτι! Μια ποντικοπαγίδα μέσα στο σπίτι!”. Η κότα κακάρισε, έξυσε την πλάτη της και σηκώνοντας το λαιμό της είπε: “Κυρ Ποντικέ μου, καταλαβαίνω πως αυτό αποτελεί πρόβλημα για σας. Αλλά δεν βλέπω να έχει καμιά επίπτωση σε μένα! Δε με ενοχλεί καθόλου η ποντικοπαγίδα στο σπίτι!”

Το ποντικάκι γύρισε τότε στο γουρούνι και του φώναξε: “Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι! Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι!”. Το γουρούνι έδειξε συμπόνια αλλά απάντησε: “Λυπάμαι πολύ κυρ ποντικέ μου, αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο από το να ευχηθώ το καλύτερο. Να είσαι σίγουρος ότι θα το κάνω”.

Τότε το ποντίκι στράφηκε προς το βόδι και του φώναξε κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου: “Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι! Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι!”. Και το βόδι απάντησε: “Κοιτάξτε, κύριε ποντικέ μου, πολύ λυπάμαι για τον κίνδυνο που διατρέχεις, αλλά εμένα η ποντικοπαγίδα το μόνο που μπορεί να μου κάνει, είναι ένα τσιμπηματάκι στο δέρμα μου”.

Έτσι, ο καλός μας ποντικούλης, έφυγε με κατεβασμένο το κεφάλι, περίλυπος και απογοητευμένος, γιατί θα έπρεπε ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ, να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο της ποντικοπαγίδας.

Την επόμενη νύχτα, ένας θόρυβος, σαν το θόρυβο που κάνει η ποντικοπαγίδα όταν κλείνει, ξύπνησε τη γυναίκα του αγρότη που έτρεξε να δει τι συνέβη. Μέσα στη νύχτα όμως, δεν πρόσεξε πως στην παγίδα πιάστηκε από την ουρά ένα φίδι… Φοβισμένο το φίδι δάγκωσε τη γυναίκα. Ο άντρας της έτρεξε γρήγορα και την πήγε στο νοσοκομείο. Αλίμονο όμως, την έφερε στο σπίτι με πολύ υψηλό πυρετό και ο γιατρός τον συμβούλεψε να της κάνει ζεστές σουπίτσες. Έτσι, ο αγρότης έσφαξε την κότα για να κάνει μια καλή κοτόσουπα. Η γυναίκα όμως πήγαινε από το κακό στο χειρότερο και όλοι οι γείτονες έρχονταν στη φάρμα να βοηθήσουν. Ο καθένας με τη σειρά του καθόταν στο προσκεφάλι της γυναίκας από ένα 8ωρο. Για να τους ταΐσει όλους αυτούς ο αγρότης αναγκάστηκε να σφάξει το γουρούνι. Τελικά όμως η γυναίκα πέθανε και στην κηδεία της ήρθε πάρα πολύς κόσμος. Για να φιλοξενήσει όλον αυτόν τον κόσμο ο αγρότης αναγκάστηκε να σφάξει το βόδι. Ο κυρ Ποντικός μας, έβλεπε όλο αυτό το πήγαινε-έλα από την τρυπούλα του με πάρα πολύ μεγάλη θλίψη…

Το ηθικό δίδαγμα, λοιπόν, είναι ότι χάσαμε την ανθρωπιά μας και ενισχύσαμε τον ατομισμό μας. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε πως όταν κάποιος δίπλα μας κινδυνεύει, βρισκόμαστε όλοι σε κίνδυνο. Είμαστε όλοι συνεπιβάτες σ’ αυτό το πλοίο που λέγεται “ζωή” και ο καθένας μας αποτελεί τον κρίκο της ίδιας αλυσίδας. Είμαστε σαν τις ίνες ενός υφάσματος. Αν ένα μέρος του υφάσματος χαλάσει, το ύφασμα είναι άχρηστο…

Και για όσους δεν κατάλαβαν, εμείς είμαστε τα ποντικάκια, εμείς όμως είμαστε και οι κότες, εμείς και τα γουρούνια, εμείς και τα βόδια… Γι’ αυτό καλά να πάθουμε, για να μάθουμε πως είναι αδύνατον να γελάμε, αν δεν γελάει ολόκληρη η γειτονιά.

Έτσι έχει η ιστορία και εάν κάτι από όλα αυτά μας φαίνεται γνώριμο, ας κάνουμε ότι μπορούμε για να βελτιώσουμε ή ν’ αλλάξουμε την κατάσταση, ποτέ δεν είναι αργά…

Καποδίστριας: Ξέρουν οι Έλληνες να φτιάχνουν σαλάτα;

Ο Καποδίστριας υποτιμούσε πολύ τους «αυτόχθονες», τους Έλληνες δηλαδή που ζούσαν στις απελευθερωμένες περιοχές. Εμπιστευόταν περισσότερο τους «ετερόχθονες», αυτούς που είχαν έρθει από την Ευρώπη αλλά κυρίως τους Επτανήσιους. Ο στενός του συνεργάτης, Νικόλαος Δραγούμης, διηγείται:

Γύρισε προς τον Σπυρίδωνα Τρικούπη και του είπε:

- Καλά, πώς προλαβαίνει να μεταφράζει τόσα έγγραφα ο Ρίζος;

Ο Τρικούπης δεν κατάλαβε.

- Ποιος Ρίζος, τι εννοείτε;

- Ο Ιακωβάκης λέω, ο Ρίζος. Πότε προλαβαίνει να μεταφράζει τόσα έγγραφα από τα γαλλικά;

- Και ποιος σας είπε, εξοχότατε, ότι τα μεταφράζει ο Ρίζος;

- Ε, τότε, ποιος τα μεταφράζει;

Ο Τρικούπης ανέφερε έξι ονόματα, έξι υπαλλήλους της Γραμματείας του Πανελληνίου, στο οποίο ήταν ο ίδιος επικεφαλής.

Ο Καποδίστριας εξεπλάγη:

- Τι; Γνωρίζουν αυτοί γαλλικά;

Ο Κυβερνήτης απόρησε γιατί νόμιζε ότι ελάχιστοι ήταν αυτοί που γνώριζαν γράμματα στην Ελλάδα, πολύ περισσότερο ξένες γλώσσες. Γι’ αυτό άλλωστε είχε συμπεριλάβει τον Ρίζο στην Κυβέρνηση. Νόμιζε ότι ήταν ο μόνος που μιλούσε γαλλικά. Έτσι ήταν αναμενόμενο να εκπλαγεί όταν έμαθε ότι και οι έξι υπάλληλοι της Γραμματείας ήξεραν γαλλικά και, μάλιστα, ο Σπύρος Σκούφος κι εγώ ξέραμε και να γράφουμε πολύ καλά στα γαλλικά. Έτσι μας ανέθεσε να ετοιμάσουμε τη γαλλική μετάφραση του υπομνήματος που στείλαμε στους Πρέσβεις των Δυνάμεων στον Πόρο.

Αλλά γενικά ο Κυβερνήτης δεν είχε και την καλύτερη ιδέα για τις ικανότητες των Ελλήνων. Ένα βράδυ δειπνούσε σε ένα αυστριακό πλοίο, αγκυροβολημένο στο λιμάνι του Ναυπλίου. Ξεκίνησε η κουβέντα για την κατάσταση που βρήκε στην Ελλάδα όταν έφτασε εδώ. Με αρκετή περιφρόνηση είπε τότε το εξής:

- Ούτε σαλάτα δεν ήξεραν να φτιάξουν οι Έλληνες πριν έρθω εγώ.

Πράγματι, το παράδειγμα που χρησιμοποίησε ο Κυβερνήτης δεν ήταν άστοχο. Αλλά έπρεπε να το πει λίγο διαφορετικά:

- Ούτε σαλάτα δεν είχαν να φτιάξουν οι Έλληνες πριν έρθω εγώ.

Γιατί οι Έλληνες για επτά χρόνια έφτιαχναν την Ελλάδα. Και αναγκάζονταν να τρώνε, όχι από αμάθεια αλλά από φτώχια, ό,τι λαχανικό τους έδινε δωρεάν η φύση. Χωρίς λάδι, χωρίς ξύδι, πολλές φορές χωρίς ψωμί. Ο βρετανός πλοίαρχος Χάμιλτον, όταν τον Οκτώβριο του 1827 αποβιβάστηκε στις Κιτριές στη Μεσσηνία, έγραψε αυτά στην κυβέρνησή του: «Πώς να περιγράψω την φτώχια τους; Γυναίκες και παιδιά πεθαίνουν κάθε λεπτό από πλήρη ασιτία. Οι τυχεροί είναι αυτοί που βρίσκουν να φάνε βρασμένα χόρτα. Τους υποσχέθηκα να τους στείλω ψωμί στις σπηλιές που έχουν κρυφτεί. Αλλά να το ξέρετε. Αν ο Ιμπραήμ παραμείνει στην Πελοπόννησο, πάνω από το ένα τρίτο των κατοίκων της θα πεθάνει από την πείνα.»

Και στην Τροιζήνα, στην Εθνοσυνέλευση που εξέλεξε τον Κυβερνήτη, οι αντιπρόσωποι, αυτοί που τον ψήφισαν δηλαδή, αλλά και οι κάτοικοι της περιοχής, έτρωγαν για ολόκληρους μήνες μόνο κουκιά και μάλιστα ανάλατα. Γιατί λίγοι ήταν οι τυχεροί που μπορούσαν να βρουν έστω και λίγο αλάτι.

Το σημερινό απόσπασμα προέρχεται από τις αναμνήσεις του Νικόλαου Δραγούμη, που τόσο γλαφυρά παρουσιάζει τον πραγματικό Καποδίστρια. Τον θαυμάζει, τον αγαπάει, του είναι πιστός αλλά μπορεί να διακρίνει και τις αδυναμίες του.

Βία: Θεατές, υποκινητές και θύματα αυτής

Βία. Υπάρχει παντού γύρω μας. Είμαστε θεατές της, υποκινητές της, θύματα αυτής. Έχει γίνει τόσο αναπόσπαστο μέρος της ζωής μας που αρκετές φορές δεν μας προξενεί καν εντύπωση. Την αναμένουμε, την θεωρούμε σαν φυσικό επόμενο πράξεων, γεγονότων, καταστάσεων. Εκτιθόμαστε σε αυτήν από πολύ μικρή ηλικία και εξοικειωνόμαστε μαζί της.

Καθημερινά ερχόμαστε σε επαφή με πλήθος ερεθισμάτων που άδηλα ή πρόδηλα σχετίζονται με τη βία και μας περνούν μηνύματα, κυρίως ασυνείδητα, που τη φυσιολογικοποιούν. Έτσι είναι η ζωή. Η βία χρησιμοποιείται ως μέσο πειθούς, για να εξαναγκαστεί κάποιος να κάνει κάτι, ως μέθοδος τιμωρίας, γιατί κάποιος έκανε κάτι που δεν έπρεπε ή δεν έκανε κάτι που έπρεπε και υφίσταται τις συνέπειες, ως μέθοδος σωφρονισμού και αποτροπής επανάληψης μιας ανεπιθύμητης συμπεριφοράς στο μέλλον, ως γενικότερο «όπλο» κυριαρχίας και εξουσίας. Σωστό είναι αυτό που επιβάλλει ο δυνατός, συχνά με την άσκηση κάποιας μορφής βίας.

Η βία χρησιμοποιείται για την απόκτηση υλικών αγαθών, κύρους, κοινωνικής ή επαγγελματικής θέσης, για την ικανοποίηση επιθυμιών και αναγκών ή ως μέσο εκτόνωσης θυμού, έντασης, μίσους. Όταν ένας άνθρωπος έχει διδαχτεί πως μόνο με τη βία μπορείς να πάρεις αυτό που θέλεις, ότι αυτός είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να γίνονται τα πράγματα όπως επιθυμεί εκείνος και να επιβάλλεται στους άλλους, τότε με αυτόν τον τρόπο θα λειτουργεί. Και συνήθως είναι αποτελεσματικός αυτός ο τρόπος γιατί η βία προκαλεί φόβο και συνεπώς ελαχιστοποιεί τις πιθανότητες αντίστασης από τη μεριά του θύματος, ειδικά στην περίπτωση του εκφοβισμού και της άσκησης σωματικής βίας.

Πολλές φορές οι άνθρωποι γίνονται βίαιοι χωρίς προφανή λόγο. Γιατί αναπαράγουν πρότυπα και μοτίβα συμπεριφοράς που έχουν εσωτερικευτεί και αφομοιωθεί από πρώιμες εμπειρίες και βιώματα, με αφετηρία, συνηθέστερα, την ίδια τους την οικογένεια. Οι περισσότεροι θύτες υπήρξαν θύματα στο παρελθόν και στην προσπάθειά τους να μην ξαναβρεθούν σε παρόμοια θέση διαλέγουν το ρόλο του θύτη κι όχι του θύματος. Επιπλέον, ακριβώς επειδή οι θύτες της βίας έχουν εκτεθεί σε αυτήν από μικρή ηλικία την έχουν κανονικοποιήσει και ενστερνιστεί, άρα και αποδεχτεί. Η βία φέρνει βία. Τα παιδιά βλέπουν, τα παιδιά κάνουν. Είτε πρόκειται για οικογενειακά βιώματα είτε για παρέες συνομηλίκων είτε για βίαιες εικόνες που τους έχουν αποτυπωθεί από την τηλεόραση, το ίντερνετ, τα βιντεοπαιχνίδια…

Η βία υπάρχει παντού και συχνά παρουσιάζεται ως αναγκαία λύση, διέξοδος, «αναγκαίο κακό». Πήγαινε γυρεύοντας. Με προκάλεσε. Εγώ δεν το' θελα, εκείνος/η/οι με ανάγκασαν. Δεν μου άφησε άλλη λύση. Εγώ δεν φταίω, οι άλλοι με οδήγησαν εκεί. Η βία έχει κανονικοποιηθεί και ως μέθοδος αυτοπροστασίας, όχι μόνο στα πλαίσια της άμυνας απέναντι σε μια επίθεση που θα δεχτεί κάποιος, αλλά και ως αμυντική επίθεση “γαβγίζω και δαγκώνω” προληπτικά, για να αποτρέψω οποιαδήποτε απόπειρα να πάρει κάποιος κάτι που μου ανήκει ή που θεωρώ ότι μου ανήκει.

Επιπροσθέτως, βία συναντάται όταν οι άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι με κάτι το διαφορετικό, κάτι ή κάποιον που αντιτίθεται στα δικά τους πρότυπα-στάνταρ-κριτήρια και κάτι που ενδεχομένως ξεχωρίζει από τη μάζα ή για κάποιο λόγο μπορεί να μη θεωρείται αποδεκτό. Η διαφορετικότητα που μπορεί να γίνει στόχος βίας αφορά πληθώρα μεταβλητών, όπως το χρώμα του δέρματος ενός ανθρώπου, τα κιλά του (πολλά ή λίγα), ο σεξουαλικός προσανατολισμός του, η καταγωγή του, η κοινωνικοοικονομική του θέση, το επάγγελμά του, η εθνικότητά του, η θρησκεία του, οι γλωσσικές, πνευματικές ή σωματικές ιδιαιτερότητές του, το φύλο του, οι πεποιθήσεις του κ.ο.κ. Η λίστα συνεχίζεται. Κάθε χαρακτηριστικό ενός ανθρώπου που διαφέρει σε κάτι από την πλειοψηφία, τη μάζα, μπορεί να δώσει την αφορμή σε κάποιον για να ασκήσει βία εις βάρος του. Αφορμή, όχι αιτία.

Οι θύτες δεν χρειάζονται αιτία για να ασκήσουν βία. Τουλάχιστον όχι εξωγενή. Γιατί η πραγματική αιτία της βίας βρίσκεται μέσα τους. Το πρόβλημα, το φταίξιμο, το λάθος, δεν είναι του ατόμου που υφίσταται τη βία, αλλά αυτού που την ασκεί. Ένας άνθρωπος ισορροπημένος, που τα έχει βρει με τον εαυτό του, έχει αυτοπεποίθηση, επίγνωση του ποιος είναι, τι θέλει, τι ικανότητες έχει και πώς μπορεί να πετύχει αυτά που επιθυμεί, που έχει καλλιεργήσει τον αυτοσεβασμό, την αγάπη και την αποδοχή στον ίδιο του τον εαυτό, θα σέβεται και θα αποδέχεται και τους άλλους. Δεν θα έχει λόγο να ασχολείται με το τι κάνουν ή δεν κάνουν οι άλλοι, γιατί θα είναι αφοσιωμένος στη δική του ζωή και στο τι κάνει ο ίδιος για να γίνει όχι καλύτερος των άλλων, αλλά η καλύτερη εκδοχή του εαυτού του. Ο ανταγωνισμός συχνά φέρνει ζήλια και η ζήλια μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνα μονοπάτια. Άνθρωποι που νιώθουν μειονεκτικά σε σχέση με τους υπόλοιπους, κατώτεροι, ελαττωματικοί, συχνά καταφεύγουν στη βία, στις απειλές, στα αθέμιτα μέσα για να πετύχουν αυτό που θέλουν, γιατί γνωρίζουν πως δεν μπορούν να το πετύχουν αλλιώς.

Οι θύτες φοβούνται. Φοβούνται μήπως οι άλλοι δούνε τα δικά τους ψεγάδια, τις δικές τους αδυναμίες και ελλείψεις, το πόσο ανεπαρκείς νιώθουν στην πραγματικότητα συγκριτικά με τους άλλους. Για να κρύψουν το δικό τους φόβο, την ανασφάλειά τους και να καλύψουν τα μειονεκτήματά τους, τείνουν να προκαλούν το φόβο, τον εξευτελισμό ή την ταπείνωση των άλλων. Στρέφουν αλλού την προσοχή. Στοχοποιούν κάποιον φαινομενικά πιο αδύναμο για να μη στοχοποιηθούν οι ίδιοι. Με αυτόν τον τρόπο αισθάνονται καλύτερα με τον εαυτό τους. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζουν. Νιώθουν πως έχουν κάποια μορφή δύναμης, εξουσίας, ελέγχου. Μπαίνουν στη διαδικασία να ελέγχουν τους άλλους, γιατί στην πραγματικότητα δεν μπορούν να ελέγξουν τη δική τους ζωή, και συχνά καταστρέφουν και υπονομεύουν τα κεκτημένα των άλλων από φθόνο και μίσος.

Το διαφορετικό είναι συχνά κάτι που γίνεται αντιληπτό ως απρόβλεπτο, μη κατανοητό, μη ελέγξιμο. Κι ό, τι δεν μπορούμε να έχουμε υπό τον έλεγχό μας, το αντιμετωπίζουμε ως απειλή.

Η ΑΥΤΟΕΞΑΠΑΤΗΣΗ ΚΑΘΙΣΤΑ ΤΟ ΑΤΟΜΟ ΕΥΑΛΩΤΟ ΣΤΗ ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗ ΑΠΟ ΤΡΙΤΟΥΣ

Στο κοινωνικό πεδίο, ένα πιθανό κόστος της αυτοεξαπάτησης είναι ότι καθιστά το άτομο ευάλωτο στη χειραγώγηση (και στην εξαπάτηση) από τρίτους. Αν οι άλλοι έχουν επίγνωση των πράξεών μας και εμείς όχι, μπορούν να χειραγωγήσουν τη συμπεριφορά μας χωρίς να το αντιληφθούμε.

Αναλογιστείτε την ακόλουθη ιστορία: Πριν από τριάντα πέντε χρόνια, σε ένα επαρχιακό μπαρ, ένας περαστικός κοκορευόταν στους θαμώνες ότι δεν μέθαγε ποτέ: «Δεν γίνεται να μεθύσεις πρωτευουσιάνο!». Όπως ήταν φυσικό, οι ντόπιοι -ανάμεσά τους και εγώ- διαφωνούσαν, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει μια οξεία αντιπαράθεση. Ξαφνικά, όμως, ένα θαμώνας είχε μια λαμπρή ιδέα: άλλαξε στρατόπεδο. Συμφώνησε με τον περαστικό ότι είναι αδύνατον να μεθύσεις ένα πρωτευουσιάνο… και τον κέρασε ένα ποτό. Σύντομα μπήκαμε στο νόημα και οι υπόλοιποι- αλλάξαμε όλοι στρατόπεδο και αρχίσαμε να κερνάμε τον ξένο ποτά. Ο πρωτευουσιάνος βρισκόταν στον παράδεισο του πότη: όλοι συμφωνούσαν με ό,τι έλεγε και τον κερνούσαν το ένα ποτό μετά το άλλο. Άρχισε να μεθά ολοένα περισσότερο, και τελικά κατέληξε να πέσει από την καρέκλα του, να σωριαστεί κατάχαμα, να ξεράσει στο πάτωμα και να κυλιστεί στον εμετό του. Δεν είμαι υπερήφανος για τη συμπεριφορά μου, αλλά η αλήθεια είναι ότι διπλωθήκαμε όλοι στα γέλια -όσο χαμηλότερα έπεφτε τόσο περισσότερο το διασκεδάζαμε.

Όπως αρέσει να λέμε, «τον είχαμε του χεριού μας». Αν θέλαμε, μπορούσαμε να τον είχαμε ληστέψει ή ακόμη και να τον είχαμε σκοτώσει· ήταν έρμαιο των διαθέσεών μας. Είχε υποκύψει σε έναν θανάσιμο κίνδυνο της αυτοεξαπάτησης: μπορεί να μην πίστευε ειλικρινά ότι είναι αδύνατον ένας πρωτευουσιάνος να μεθύσει, αλλά είχε εμφανώς βυθιστεί σε έναν φαντασιακό κόσμο, στον οποίο όλοι έχαφταν αμάσητα τα φούμαρα που τους πουλούσε. Δεν είχε αντιληφθεί στο ελάχιστο τι πραγματικά συνέβαινε, και η περιπέτεια θα μπορούσε κάλλιστα να του είχε στοιχίσει τη ζωή.

Παρατηρούμε εδώ ένα γενικό και εξόχως σημαντικό κόστος της αυτοεξαπάτησης. Στο πλαίσιο των κοινωνικών συναναστροφών μας, προσπαθούμε να εξαπατήσουμε τους άλλους κλείνοντας τα μάτια σε κάποια κρίσιμα στοιχεία της κοινωνικής πραγματικότητας. Τι συμβαίνει, όμως, αν οι άλλοι έχουν πλήρη επίγνωση του στοιχείου που εμείς αγνοούμε; Σε τέτοια περίπτωση, διατρέχουμε τον κίνδυνο ο περίγυρός μας να χρησιμοποιήσει εις βάρος μας το ανώτερο επίπεδο γνώσεών του, ενόσω εμείς συνεχίζουμε, αδαείς, να εξαπατούμε τον εαυτό μας. Στην περίπτωση του περαστικού, η υπεροψία του χρησιμοποιήθηκε από τούς θαμώνες του μπαρ ως όπλο εναντίον του.

Η Ευρώπη προ του 19ο κ.ε. αιώνος

Η Ευρώπη, η οποία σήμερον είναι το κέντρον της ιστορίας του κόσμου και κατοικείται υπό των ισχυροτάτων και μάλλον πολιτισμένων λαών, είχε το πάλαι δύο μόνον σπουδαίους και πολιτισμένους λαούς, τους Έλληνας και τους Ρωμαίους. Αλλ’ ο πολιτισμός και των δύο τούτων λαών, μάλιστα ο των Ελλήνων, είχε την καταγωγήν του εν μέρει εκ της Ασίας και εκ της Αιγύπτου.
 
Εκεί ανεπτύχθη ο αρχαιότατος ιστορικός βίος, εκεί αι αρχαιόταται θρησκείαι και πoλιτείαι. Η Κίνα, η Ινδία, η Βαβυλωνία, η Ασσυρία, η Μηδία, η Περσία εις την μεγάλην Ασιατικήν ήπειρον, και η Αίγυπτος εις την Αφρικήν ήσαν αι χώραι και τα κράτη, όπου εγεννήθη κατά πρώτον ο πολιτισμός. Αλλ’ ο πολιτισμός εκείνος εστερείτο τριών πραγμάτων, τα οποία δημιουργούν τον αληθή πνευματικόν βίον του ανθρώπου, δηλαδή της Φιλοσοφίας εις τας γνώσεις, της ελευθερίας εις την πολιτείαν και της καλαισθησίας εις την τέχνην. Υπό τοιούτον πνεύμα εμορφώθη μόνον ο Ελληνικός πολιτισμός.
 
Οι Έλληνες κατοικούντες κατά την αρχαιότητα τας ιδίας περίπου χώρας, τας οποίας κατοικούν και σήμερον, υπήρξαν οι αρχηγοί και δημιουργοί του Ευρωπαϊκού πολιτισμού. Ούτοι ανέπτυξαν εις ανώτατον βαθμόν τας τέχνας, την ποίησιν, τας επιστήμας, την φιλοσοφίαν και όλον εν γένει τον πνευματικόν βίον, μετά δε την εμφάνισιν του Χριστιανισμού ούτοι ανέπτυξαν και ετελειοποίησαν την διδασκαλίαν της νέας πίστεως και διέδωκαν αυτήν εις όλην την άλλην Ευρώπην.
 
Οι Ρωμαίοι
 
Οι δε Ρωμαίοι, κάτοικοι μιας πόλεως της Ιταλίας, της Ρώμης, διά σώφρονος πολιτείας και διά μεγάλων στρατιωτικών αρετών κατέκτησαν βαθμηδόν όλην την Ιταλίαν και αφού ούτως εδημιούργησαν ισχυρόν κράτος Ιταλικόν, υπέταξαν εις αυτό και τας Ελληνικάς χώρας. Η Ελλάς υπετάχθη πολιτικώς και στρατιωτικώς εις την Ρώμην, αλλά και η Ρώμη υπετάχθη ηθικώς και πνευματικώς εις την Ελλάδα. Τα Ελληνικά γράμματα και ο Ελληνικός πολιτισμός διεδόθησαν εις τους Ρωμαίους, και από των Ρωμαίων εις όλα τα έθνη της Ευρώπης, τα οποία αυτοί υπέταξαν.
 
Τα έθνη ταύτα ήσαν οι πρόγονοι των σημερινών Γάλλων, Ισπανών και οι αρχαίοι κάτοικοι της Αγγλίας. Αλλά και οι πρόγονοι των σημερινών λαών της Γερμανίας, αν και δεν υπετάχθησαν στρατιωτικώς και πολιτικώς εις τους Ρωμαίους, ήλθαν όμως εις σχέσεις και συνάφειαν πολλήν προς αυτούς και έλαβαν παρ’ αυτών τον Ελληνορρωμαϊκόν πολιτισμόν.
 
Το Ρωμαϊκό κράτος
 
Όλοι ούτοι οι αρχαίοι λαοί της δυτικής Ευρώπης προ της υποταγής των εις τους Ρωμαίους ευρίσκοντο εις βαρβαρότητα. Παρά των Ρωμαίων έλαβαν τα σπέρματα του πολιτισμού και αυτόν τον χριστιανισμόν, αφού διεδόθη και εστερεώθη εις το Ρωμαϊκόν κράτος.
 
Το παγκόσμιον τούτο Ρωμαϊκόν κράτος έλαβε βαθμηδόν τόσην έκτασιν, ώστε προς ευκολίαν της διοικήσεώς του εθεωρήθη αναγκαίον ν’ αποκτήση νέαν δευτέραν πρωτεύουσαν. Η νέα αύτη πρωτεύουσα ήτο η υπό του αυτοκράτορος Κωνσταντίνου του Μεγάλου κτισθείσα (το 323 μ. Χ.) Κωνσταντινούπολις, η οποία κειμένη εν μέσω του Ελληνικού κόσμου ήτο εξ αρχής Ελληνική. Εις την ιδίαν θέσιν έκειτο η παλαιά Ελληνική πόλις Βυζάντιον. Μετά την ίδρυσιν της νέας εις την Ανατολήν πρωτευούσης, επήλθε βαθμηδόν η διαίρεσις του Ρωμαϊκού κράτους εις δύο τμήματα, το Δυτικόν και το Ανατολικόν. Το εις την Ανατολήν κράτος κατεστάθη πράγματι Ελληνικόν, μολονότι εξηκολούθησε μέχρι τέλους να λέγεται Ρωμαϊκόν, εκ τούτου δε και οι Έλληνες συνείθισαν να λέγωνται Ρωμαίοι. Ονομάζεται δε το κράτος τούτο και Βυζαντινόν εκ του Βυζαντίου, της παλαιάς ονομασίας της πρωτευούσης. Το Βυζαντινόν, ήτοι το Ελληνικόν Ρωμαϊκόν κράτος, διήρκεσε μέχρι του 1453 μ. Χ., ενώ το δυτικόν μέρος του Ρωμαϊκού κράτους κατελύθη περί το 500 μ.Χ. υπό των βαρβάρων, οι οποίοι ήλθαν από την ανατολικήν και βόρειον Ευρώπην.
 
Η εξουσία του Πάπα
 
Αλλά και αφού διελύθη το Ρωμαϊκόν Κράτος της Δύσεως, δεν έπαυσεν η υπεροχή της Ρώμης. Αντί της πολιτικής και στρατιωτικής αρχής, την οποίαν έχασεν, ήρχισεν έκτοτε να υποτάσση θρησκευτικώς τους πρώην βαρβάρους εκείνους λαούς. Από του 5ου μέχρι του 8ου μ. Χ. αιώνος όλοι βαθμηδόν οι λαοί της δυτικής Ευρώπης (εκτός των Σλαυικών λαών, οι οποίοι κατώκουν εις τα Ανατολικά της), έγειναν Χριστιανοί και ως ανώτατον αρχηγόν της Χριστιανικής Εκκλησίας ανεγνώριζαν τον επίσκοπον της Ρώμης, ο οποίος ελέγετο και λέγεται συνήθως «Πάπας» ήτοι πατήρ. Η εξουσία αύτη του Πάπα δεν ανεγνωρίζετο υπό των Ελλήνων. Μη παραδεχόμενοι τον Πάπαν ως υπέρτατον αρχηγόν της Εκκλησίας και Επίτροπον του Χριστού επί της γης, όπως εθεωρείτο υπό των λαών της δυτικής Ευρώπης, οι Έλληνες έμειναν πιστοί εις τους θεσμούς και τα δόγματα της αρχαίας ορθοδόξου Εκκλησίας, ήτις διά τούτο ωνομάσθη και Ελληνική ορθόδοξος, ή Ανατολική. Εξ αυτής δε έλαβαν τον χριστιανισμόν και πολλοί Σλαυικοί λαοί, ιδίως οι Ρώσοι, οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι.
 
Ο Προτεσταντισμός
 
Αλλά και εις την λοιπήν Ευρώπην το κράτος της παπικής Εκκλησίας δεν έμεινε μέχρι τέλους ακέραιον. Κατά τον 16ον αιώνα μ. Χ. επήλθε μέγα «σχίσμα», ήτοι διαίρεσις, εις την παπικήν ή δυτικήν Εκκλησίαν, διά του Προτεσταντισμού. Τολμηροί τινές θεολόγοι της δυτικής Εκκλησίας, περιφημότατος των οποίων είναι ο Λούθηρος, κατεπολέμησαν τας έως τότε επικρατούσαι γνώμας περί της υπεροχής του Πάπα, και χωρισθέντες από της παπικής Εκκλησίας ίδρυσαν την Εκκλησίαν των Προτεσταντών, ήτοι των Διαμαρτυρομένων.
 
Κατά τους χρόνους του σχίσματος τούτου των Προτεσταντών, ήτοι κατά τον 16ον αιώνα μ. Χ. και ολίγον πρότερον, συνέβησαν πολλά άλλα σπουδαία γεγονότα, τα οποία μετέβαλαν την όψιν του κόσμου.
 
Η Αμερική
 
Το 1492 μ. Χ. ανεκαλύφθη η Αμερική, εις την οποίαν έκτοτε πολλοί Ευρωπαϊκοί λαοί, ιδίως Ισπανοί, Πορτογάλλοι, Άγγλοι, Γάλλοι έκαμαν μεγάλας αποικίας. Δια τούτων δε η νέα ήπειρος έγεινε χώρα Ευρωπαϊκή υπό έποψιν του πολιτισμού και της καταγωγής των κατοίκων. Διότι οι αρχαίοι κάτοικοι, οι ιθαγενείς Αμερικανικοί λαοί, τινές των οποίων είχαν προοδεύσει και εις βαθμόν τινα πολιτισμού, καταπιεζόμενοι υπό των Ευρωπαίων αποίκων, κατέφευγαν εις τα δάση και τα όρη και ήρχισαν να εξαφανίζωνται κατά μικρόν.
 
Οι μεγάλες ανακαλύψεις
 
Κατά τους χρόνους της ανακαλύψεως της Αμερικής ετελειοποιήθη η ναυτική τέχνη. Προ δύο ήδη αιώνων είχεν εφευρεθή η ναυτική πυξίς, και οι θαλασσοπόροι της Ευρώπης ήρχισαν έκτοτε να διατρέχουν πάσας τας θαλάσσας ανακαλύπτοντες νέας χώρας και πολλαπλασιάζοντες τας συγκοινωνίας μεταξύ των διαφόρων λαών του κόσμου.
 
Κατά τους χρόνους των μεγάλων τούτων ανακαλύψεων προώδευσαν εις Ευρώπην και τέχναι και επιστήμαι και τα γράμματα εν γένει, ιδρύθησαν δε εις πολλάς πόλεις πανεπιστήμια, όπου εισήχθη και η σπουδή της αρχαίας Ελληνικής γλώσσης και φιλολογίας. Η σπουδή αύτη, η οποία τόσον συνετέλεσε και συντελεί μέχρι σήμερον εις την πνευματικήν πρόοδον και εξημέρωσιν της ανθρωπότητος, διεδόθη ιδίως από του 15ου και του 16ου αιώνος μ. Χ. εκ του εξής γεγονότος.
 
Ο Μωαμεθανισμός
 
Ενώ το Ελληνικόν κράτος της Κωνσταντινουπόλεως ήτο ακόμη εις μεγάλην ακμήν, κατά τον 7ον αιώνα μ. Χ. νέα εφάνη θρησκεία εις την Αραβίαν της Ασίας. Η νέα θρησκεία ωνομάσθη υπό του θεμελιωτού αυτής Μωάμεθ «Ισλάμ» = «Αφοσίωσις εις τον Θεόν», από το όνομα δε του Μωάμεθ ωνομάσθη και «Μωαμεθανική». Ο Μωαμεθανισμός διεδόθη κατ’ αρχάς μεν εις την Αραβίαν, έπειτα δε και εις πολλά άλλα μέρη της Ασίας και Αφρικής. Ούτως εδημιουργήθη μέγα κράτος Αραβικόν, το οποίον κατέστη επικινδυνότατον διά το Ελληνικόν κράτος. Πολλαί επαρχίαι εις Ασίαν και Αφρικήν, η Παλαιστίνη, η Συρία, η Μεσοποταμία, η Αίγυπτος και όλη η βόρειος Αφρική εκυριεύθησαν υπό των Αράβων.
 
Αυτή η Κωνσταντινούπολις επολιορκήθη δις υπ’ αυτών, το πρώτον επί επτά έτη (669 — 676 μ.Χ.) και κατόπιν επί έν έτος (717 —718 μ.Χ.) Οι Άραβες κατά μικρόν παρήκμασαν. Αλλ’ εφάνη τότε νέον έθνος Μωαμεθανικόν, το Τουρκικόν. Τούτο είχε δεχθή το Ισλάμ από τους Άραβας, παρήχθησαν δε εξ αυτού διαδοχικώς διάφορα Τουρκικά κράτη, μέχρις ου ιδρύθη το κράτος των Οσμάνων, το επικινδυνότατον όλων των προ αυτού διά τους Έλληνας.
 
Το 1453 μ. Χ. οι Οσμάνοι Τούρκοι (Οθωμανοί) εκυρίευσαν την Κωνσταντινούπολιν και κατέλυσαν το μέγα Ελληνορρωμαϊκόν κράτος της Ανατολής, το οποίον, ως είδομεν, είχεν ιδρύσει ο Μέγας Κωνσταντίνος (εις τα 323 π. Χ.) Εννοείται ότι οι Τούρκοι πριν να κυριεύσουν την πρωτεύουσαν του κράτους, την Κωνσταντινούπολιν, είχαν αρχίσει πολύ πρότερον να κυριεύουν τας διαφόρους επαρχίας του, πανταχού φέροντες καταστροφήν και εμπνέοντες τον τρόμον.
 
Η φυγή προς τη Δύση
 
Μετά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως πολλοί ευγενείς Έλληνες λόγιοι εκ διαφόρων χωρών του Ελληνικού κράτους, και από την Κωνσταντινούπολιν αυτήν, κατέφυγαν εις την δυτικήν Ευρώπην και ιδίως εις την Ιταλίαν. Οι λόγιοι ούτοι εύρισκαν πανταχού θερμήν και έντιμον υποδοχήν και εκ μέρους των λαών και εκ μέρους των ηγεμόνων, διδάσκοντες δε την Ελληνικήν γλώσσαν και φιλολογίαν και την φιλοσοφίαν προσείλκυαν μέγα πλήθος ακροατών, ιδίως εκ των αριστοκρατικών τάξεων. Ούτως εις Ιταλίαν και εις άλλας Ευρωπαϊκάς χώρας πολλοί σπουδαίοι άνδρες διά της Ελληνικής γλώσσης συνετέλεσαν μεγάλως εις την πνευματικήν ανάπτυξιν και πρόοδον των λαών. Η επίδρασις των Ελληνικών γραμμάτων εις την πνευματικήν πρόοδον της Ευρώπης υπήρξε τόσον μεγάλη, ώστε οι χρόνοι ούτοι ωνομάσθησαν εποχή της Αναγεννήσεως, της πνευματικής δηλαδή αναγεννήσεως. Εκ τούτου δε και η ιστορία από των χρόνων τούτων, από του 15ου δηλονότι και του 16ου αιώνος, ονομάζεται «ιστορία των νεωτέρων χρόνων» ενώ η προ αυτής, από του 5ου μ. Χ. αιώνος μέχρι του 15ου, ονομάζεται «μεσαιωνική», ή ιστορία των «μέσων» αιώνων, διότι κείται εν τω μέσω της αρχαίας ιστορίας, ήτοι της ιστορίας του αρχαίου Ελληνικού και Ρωμαϊκού πολιτισμού, και της νεωτέρας ιστορίας της Ευρώπης.
 
Οι πολιτικοί θεσμοί
 
Καθ’ όλην την ιστορίαν των νεωτέρων χρόνων, από του 15ου μ. Χ. αιώνος μέχρι του 19ου αιώνος οι λαοί της Ευρώπης εξηκολούθησαν να κάμνουν μεγάλας προόδους εις τον πολιτισμόν, εις τα γράμματα, τας τέχνας, τας επιστήμας και τας διαφόρους εφευρέσεις· η βιομηχανία και το εμπόριον ανεπτύχθησαν, συγχρόνως δε και η υλική ευημερία των λαών. Το μόνον, το οποίον έλειπεν από τον πολιτισμόν τούτον ήτο η ελευθερία των λαών, δηλαδή ελεύθεροι πολιτικοί θεσμοί, διά των οποίων να δύναται ο λαός να λαμβάνη μέρος εις την κυβέρνησιν της πατρίδος, ασκών δικαιώματα πολιτικά. Όλη η πολιτική εξουσία ευρίσκετο εις τας χείρας μοναρχίας απολύτου, και αριστοκρατίας η οποία περιεκύκλωνε τον θρόνον τον βασιλικόν και εχρησίμευεν ως στήριγμα αυτού. Όλα σχεδόν τα μεγάλα πολιτικά και στρατιωτικά και δικαστικά αξιώματα κατείχοντο από τους ευγενείς, εις αυτούς δε ανήκε και όλη σχεδόν η έγγειος ιδιοκτησία. Οι χωρικοί οι εργαζόμενοι εις τα κτήματα των ευγενών ήσαν απλώς καλλιεργηταί, πληρώνοντες φόρους εις τους κυρίους των κτημάτων.
 
Ούτε δε οι χωρικοί ούτοι, ούτε οι εις τας πόλεις κατοικούντες, έμποροι ή βιομήχανοι ή άνδρες ελευθέρων επαγγελμάτων, -ιατροί, δικηγόροι, διδάσκαλοι, οι εν γένει λεγόμενοι «αστοί»- είχαν πολιτικά δικαιώματα όμοια προς τα σημερινά. Αντιπροσωπείαι λαού, βουλαί, εκλεγόμεναι διά της ψήφου του λαού, δεν υπήρχαν.
 
Αι μόναι αντιπροσωπείαι ήσαν τότε συνελεύσεις των ευγενών, συνερχόμεναι οσάκις ήθελεν ο μονάρχης διά να συσκεφθούν μετ’ αυτού περί των πραγμάτων της χώρας, χωρίς αι αποφάσεις των συνελεύσεων τούτων να έχουν υποχρεωτικόν κύρος διά τον μονάρχην. Μόνον εις την Αγγλίαν, ένεκα του χαρακτήρος του Αγγλικού έθνους, και των εξαιρετικών περιστάσεων υπό τας οποίας εμορφώθη, είχαν αναπτυχθή θεσμοί φιλελεύθεροι πολιτικοί, επιτρέποντες εν μέρει και εις τον λαόν ν’ αντιπροσωπεύεται εις τα μεγάλα συμβούλια της χώρας (το Κοινοβούλιον ή Παρλαμέντον), και δι’ αυτών να επιδρά εις την κυβέρνησίν της.
 
Ο τύπος και η απονομή της δικαιοσύνης
 
Ο τύπος, ήτοι η δημοσιογραφία, η οποία σήμερον έγεινε μεγάλη δύναμις εις τον δημόσιον βίον των λαών, καθό εκπροσωπούσα την δημοσίαν γνώμην, υπήρχε και από του 15ου και 16ου αιώνος, αλλά δεν είχε την σημερινήν σπουδαιότητα και περιωρίζετο ως επί το πλείστον εις αναγραφήν ειδήσεων. Και η απονομή της δικαιοσύνης εις τον λαόν ήτο πολύ ελαττωματική. Δεν υπήρχαν όπως σήμερον δικαστήρια τακτικά του κράτους, ούτε δικαστήρια λαϊκά των ενόρκων. Ο λαός εδικάζετο υπό δικαστηρίων των ευγενών, οι οποίοι ήσαν και κύριοι αυτού. Και η θρησκευτική δε ελευθερία ήτο πολύ περιωρισμένη και εις τας Καθολικάς και εις τας Προτεσταντικάς χώρας. Αλλ’ η ακατάπαυστος πρόοδος του πολιτισμού εβελτίωνε βαθμηδόν τα πάντα.

Εάν γνωρίζαμε από πριν τις επιπτώσεις του πολέμου, η γνώση αυτή θα ήταν αποτελεσματικά αποτρεπτική

Ο Χομπς υποστήριζε ότι εάν γνωρίζαμε από πριν τις επιπτώσεις του πολέμου, η γνώση αυτή και μόνο θα ήταν αποτελεσματικά αποτρεπτική . Έγραφε συγκεκριμένα για τον εμφύλιο πόλεμο, σε αντίθεση με τον διεθνή, γιατί ένιωθε ότι η εγγύτητα δίνει μεγαλύτερες δυνατότητες καταστροφών.

Μπορεί να είστε ο χειρότερος εχθρός του εαυτού σας, μα επόμενο στη σειρά είναι το άτομο με το οποίο μοιράζεστε μια τρυφερή σχέση. Το να ζεις με κάποιον σου δίνει πολλές πληροφορίες για το πώς να κάνεις αυτό το άτομο δυστυχισμένο. Ο σύντροφός σας ξέρει ακριβώς σε ποιο σημείο είναι εκτεθειμένο το μαλακό υπογάστριό σας. Εάν οι άνθρωποι γνώριζαν τη  συναισθηματική, νομική και οικονομική καταστροφή που επιφέρει ένα διαζύγιο προτού το σκεφτούν, μπορεί να δικαίωναν τη Θεωρία του Χομπς για αποτροπή, παραμένοντας παντρεμένοι. Η επίπονη αναστάτωση που ακολουθεί το τέλος των περισσότερων ερωτικών σχέσεων είναι ίσως ο καλύτερος λόγος για να δουλέψει κανείς σκληρά για να συντηρήσει μια ευτυχισμένη και υγιή σχέση. Μερικές φορές αυτές οι προσπάθειες αποτυγχάνουν ανεξάρτητα από το πόσο ειλικρινά και επίμονα προσπαθούμε, έτσι θα συζητήσουμε για τον τερματισμό σχέσεων στο επόμενο κεφάλαιο.

Ο Σωκράτης μπορεί να λάμβανε υπόψη τη δυνατότητα των πιο κοντινών μας προσώπων να μας βλάψουν περισσότερο, όπως και να μας αγαπήσουν καλύτερα, όταν διατύπωνε τη θεωρία του για τη συμμετρία: Έχεις τη δυνατότητα να κάνεις το καλό, που πάντα συνοδεύεται από τη δυνατότητα να κάνεις το κακό με τον ακριβώς αντίστοιχο τρόπο. Όσο περισσότερο πάθος έχουν οι άνθρωποι, τόσο περισσότερο ελκύουν ή απωθούν τους άλλους. Σκεφτείτε την Ελίζαμπεθ Τέιλορ και τον Ρiτσαρντ Μπάρτον. Παντρεύτηκαν δύο φορές και χώρισαν τρεις, και εναλλάσσονταν συνεχώς μεταξύ των ακραίων καταστάσεων έλξης και απώθησης. Όταν ταξίδευαν μαζί, έπρεπε να νοικιάζουν επιπλέον δωμάτια γύρω από αυτό που έμεναν και να τα κρατούν κενά, διότι οι καβγάδες τους ακούγονταν και μέσα από τους τοίχους. Δεν μπορούσαν να απεμπλακούν από τη σχέση τους ακόμη και όταν προσπαθούσαν. Μπορεί να ήταν φτιαγμένοι «ο ένας για τον άλλο», μα η έλξη τους περιπλεκόταν με την απώθηση. Το αντίθετο του παθιασμένου έρωτα δεν είναι το μίσος, είναι η αδιαφορία. Ακόμη και όταν είσαι πραγματικά ερωτευμένος, ακόμη και όταν το συναίσθημα είναι αμοιβαίο, και πάλι δεν είναι εγγυημένη η ευτυχία. Εάν θες να αποφύγεις τον επίπονο τερματισμό της σχέσης, πρέπει να χρησιμοποιείς τη δύναμή σου σε μία σχέση με σύνεση και να κάνεις την απαραίτητη συντήρηση.

Ομοιότητες ορθόδοξου και πλωτίνειου μυστικισμού

http://erevoktonos.blogspot.com/2020/03/blog-post_725.htmlΣτο πρώτο μέρος είχαμε δείξει με ποιον τρόπο οι χριστιανοί διδάσκαλοι και πατέρες σύλησαν τα γραπτά του Φίλωνος του Αλεξανδρέα, προκειμένου να οικοδομήσουν την δική τους «μυστική» θεολογία. Το χαρακτηριστικότερο στοιχείο, είναι ότι τόσο ο Φίλωνας όσο και οι μετέπειτα χριστιανοί εξέλαβαν την ανάβαση του Μωυσέως όχι μόνο ως κάτι που «συνέβη» ιστορικά, αλλά της προσέδωσαν και αλληγορικό-μυστικό νόημα. Ο αρχιμανδρίτης Βασίλειος Στεφανίδης αναφέρει τα εξής: «Οι Εβραίοι ήσαν ολοτελώς ξένοι προς τον μυστικισμόν. Το μεταξύ του Ιεχωβά και του Εβραίου χάσμα απετέλει ανυπέρβλητον εμπόδιον. Φίλων ο Ιουδαίος παρέλαβε τον μυστικισμόν εκ της πλατωνιζούσης και νεοπυθαγοριζούσης φιλοσοφίας. Παρά τω Φίλωνι ακριβώς απαντώσι τα πρώτα ίχνη του μυστικισμού του θείου φωτός, αναπτυχθέντα έπειτα παρά τοις Νεοπλατωνικοίς εισχώρησαν αφενός εις τον Ευάγριον τον Ποντικόν, αφετέρου εις τον Αυγουστίνο. Ο Ευάγριος επέδρασε κυρίως επί Μαξίμου του Ομολογητού» (Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 430,σημ. 7).

Συνεπώς, οι χριστιανοί δεν παρέλαβαν τον μυστικισμό από την επίσημη ιουδαϊκή ερμηνευτική, αλλά από αυτήν του Φίλωνος.

Σε αυτό το δεύτερο μέρος, θα παρουσιαστούν πολύ συνοπτικά οι ομοιότητες μεταξύ του μυστικισμού που ανέπτυξε ο Πλωτίνος και του ορθόδοξου. Ο νεοπλατωνισμός δεν είναι απλά και μόνο μια επέκταση του πλατωνικού φιλοσοφικού συστήματος. Για αυτό και ο όρος «νεοπλατωνισμός» αδικεί εν μέρει την φιλοσοφική προσφορά του Πλωτίνου. Διότι ο Πλωτίνος στο σύστημα που ανέπτυξε, συνδύασε διδασκαλίες των Πυθαγορείων, των Πλατωνικών, των Περιπατητικών (δηλαδή αριστοτελικά στοιχεία) και της Στοάς, σε μια πλήρη φιλοσοφική-θρησκευτική θεώρηση. Βεβαίως, έχοντας έρθει σε επαφή με τον πολιτισμό των Περσών και των Ινδών, έλαβε και από εκεί στοιχεία.

Ο Πλωτίνος (203-270 κ.ε.) γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και ήταν ελληνικής καταγωγής. Ταξίδεψε στην Περσία και την Ινδία όπου γνώρισε τις εκείθεν παραδόσεις τις οποίες συνέδεσε με το ιδεαλιστικό μέρος της ελληνικής φιλοσοφίας. Ίδρυσε σχολή στην Ρώμη και το αξιόλογο σύστημά του επηρέασε ακόμα και τον Χριστιανισμό. Φυσικά, όπως τονίσαμε και στο προηγούμενο άρθρο, οι χριστιανοί δεν πήραν αυτούσια όλα τα στοιχεία, αλλά τα προσάρμοσαν στην ιουδαϊκή σκέψη και δεδομένα των Γραφών.

Σε αυτό το σημείο θα ήταν χρήσιμο να παρουσιαστεί περιληπτικά το σύστημα του Πλωτίνου, και να επισημανθούν τα σημεία τα οποία τροποποίησαν αργότερα οι χριστιανοί θεολόγοι και πατέρες.

Το σύστημα του Πλωτίνου περιληπτικά

 Το σύστημα του Πλωτίνου είναι ιεραρχικό. Αυτό είναι ένα σημείο-κλειδί, προκειμένου να καταλάβουμε κάπως την σκέψη του. Οι υποστάσεις του Όντος, δηλαδή οι οντολογικές του βαθμίδες, είναι τρείς. Αυτές προκύπτουν με την αναγκαστική απορροή, δηλαδή την υπερχείλιση του ανωτέρου εκ του οποίου προκύπτει το κατώτερο. Στην πρώτη βαθμίδα ανήκει το Εν. Όπως δηλώνει και η ονομασία του, είναι Ένα, απλό, απροσδιόριστο, πέρα από κάθε αίσθηση και νόηση. Δεν αποβλέπει πουθενά, καθώς δεν υπάρχει κάτι παραπάνω από αυτό. Δεν έχει προκύψει από απορροή και δεν ελαττώνεται κάτι από αυτό ούτε στο ελάχιστο. Είναι το αίτιο κάθε ύπαρξης (νοητής και αισθητής). Δεν μπορεί να αποδοθεί σε αυτό καμία ιδιότητα, και η προσπάθεια προσέγγισής του γίνεται μόνο με τον αποφατισμό (αποφατική θεολογία). Από αυτό το Εν και χωρίς να χάνει κάτι από τον εαυτό του, προκύπτει η δεύτερη βαθμίδα, ο Νους. Ο Νους ως δεύτερη υπόσταση του Όντος, είναι στραμμένο προς το Εν, ενώ το Εν, επειδή δεν έχει κάτι ανώτερό του, δεν στρέφεται πουθενά. Ο Νους, σε αντίθεση με το Εν, μερίζεται. Ο Νους, είναι ο νοητός κόσμος με όλα τα αρχέτυπά του (αρχέτυπα Πλάτωνος). Απόρροια του Νου, είναι η Κοσμική Ψυχή. Αυτή, έχοντας δει τα νοητά αρχέτυπα του Νου, δημιουργεί εξ ανάγκης την ύλη, τις υλικές πραγματικότητες, τον χώρο (χωρίς να ταυτίζεται με αυτόν), εμψυχώνει τα όντα, τα καθιστά ζωντανά και δίνει σε αυτά την εικόνα του Λόγου, όπως αυτός υπάρχει ως νοητή ιδέα στον Νου. Δημιουργεί και διαμορφώνει τον κόσμο εξ ανάγκης, αποτυπώνοντας στην ύλη τα πρότυπα του νοητού κόσμου. Αυτές είναι οι ανώτερες βαθμίδες της ύπαρξης του Όντος· Εν, Νους, Κοσμική Ψυχή.

Υπάρχει όμως και συνέχεια, καθώς από την Κοσμική Ψυχή πηγάζουν οι ατομικές ψυχές ως κατώτερες βαθμίδες απορροής, που διακρίνονται στις θείες ψυχές (άστρα και ουράνια σώματα), στις δαιμονικές (που υπάρχουν στις υψηλές ουράνιες σφαίρες), και τις ανθρώπινες. Όλα όσα είπαμε, συμβαίνουν εκτός χρόνου. Οι τρεις κύριες βαθμίδες του Όντος, οι ατομικές ψυχές, και η ύλη (η άνευ τάξεως και μορφής), είναι άχρονα. Εντός του χρόνου, προκύπτει η φύση (φυσικός κόσμος), ως απεικόνισμα της Κοσμικής Ψυχής. Η ύλη θεωρείται ως κάτι το «κακό», υπό την έννοια ότι είναι το προϊόν της κατώτερης απορροής του Ενός. Άρα, βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση από Αυτό. Όλα τα αισθητά, σύμφωνα με τον Πλωτίνο, είναι απεικονίσματα των άυλων Ιδεών. Εφόσον ο φυσικός κόσμος αντλεί την ύπαρξή του από το Εν, τον Νου, και την Κοσμική Ψυχή, έπεται ότι όλα συνδέονται κατ’ ουσίαν με την θεότητα. Συνεπώς, αφενός ο κόσμος είναι ένα έμψυχο ζωντανό ον, αφετέρου η όλη θεώρηση οδηγεί στον πανθεϊσμό, εφόσον όλα μετέχουν στο Εν. Σε όλο αυτό το ιεραρχικό σύστημα, κάθε επιμέρους τμήμα του, κουβαλάει μέσα του κάτι από το Εν. Η ατομική ψυχή, κατεβαίνει στο σώμα για να αναπτύξει τις ιδιότητες που οφείλει. Εμπίπτοντας όμως αναγκαστικά στην ύλη, εμπίπτει και στην λήθη (ας θυμηθούμε στο σημείο αυτό, ότι ο Πλάτων θεωρούσε την αληθινή γνώση ως ανάμνηση της ψυχής, από ότι είχε δει στον θεϊκό νοητό κόσμο). Σκοπός, κατά τον Πλωτίνο, είναι η ψυχή που βρίσκεται μεταξύ ύλης και νοητού κόσμου, να καθαριστεί από οτιδήποτε είναι αλλότριο του Ενός. Πρέπει δια της ασκήσεως να γίνει εσωτερική εργασία, ώστε να ομοιωθεί η ψυχή με το αρχέτυπο. Η κατώτερη βαθμίδα αποβλέπει προς την ανώτερη, και όλες μαζί στο Εν, με το οποίο επιδιώκουν να ενωθούν. Κοντολογίς, σκοπός είναι η επανεύρεση του Θείου. Αυτή η ένωση, επιτυγχάνεται σε δύο στάδια. Πρώτο αλλά όχι τέλειο, είναι η άσκηση των αρετών. Δεύτερο βασικότερο και δυσκολότερο, η έκσταση. Με την έκσταση, η φιλοσοφία του Πλωτίνου παίρνει θρησκευτική χροιά. Έκσταση και ενόραση του εσωτερικού Θείου φωτός. Η θεώρηση της θείας πραγματικότητας γίνεται μόνο δια της εκστάσεως και όχι δια της γνώσεως (έστω και φιλοσοφικής). «Έκσταση», είναι η φυγή της ψυχής από το υλικό σώμα. Η ψυχή, αποχωρισμένη προσωρινά από το σώμα με το οποίο μείχτηκε, επανακτά κάτι από το θεϊκό στοιχείο το οποίο απώλεσε κατά την ανάμιξή της με την ύλη.

Χρήσιμο θα ήταν να παραθέταμε αυτά που αναφέρονται στον βίο του Πλωτίνου, που έγραψε ο μαθητής του ο Πορφύριος.

Στο έργο, «Περί Πλωτίνου βίου και της τάξεως των βιβλίων αυτού», στο κεφάλαιο 23, αναφέρεται:

«Αγαθός γέγονε και ήπιος και πράος γε μάλιστα και μειλίχιος, άπερ και ημείς όντως έχοντι συνείδημεν». Δηλαδή, ο Πλωτίνος υπήρξε ήπιος άνθρωπος, πράος, και μειλίχιος (γλυκός), όπως και εμείς έτσι τον γνωρίσαμε.

«Άγρυπνος και καθαράν την ψυχήν έχων και αεί σπεύδων προς το θείον, ου δια πάσης της ψυχής ήρα, ότι τε πάντ’ εποίει απαλλαγήναι, πικρόν κύμ’ εξυπαλύξαι του αιμοβότου τήδε βίου». Δηλαδή, ο Πλωτίνος ήταν πάντα άγρυπνος πνευματικά, δραστήριος, διατηρώντας καθαρή την ψυχή του, πάντοτε σπεύδοντας στην συνάντηση του Θείου, στο οποίο πάντοτε είχε στραμμένη την ψυχή του. Έκανε τα πάντα για να αποφύγει το πικρό κύμα της αιμοχαρούς και συνεπώς κατώτερης ποιητικά επίγειας ζωής.

«Ούτως δε μάλιστα τούτω τω δαιμονίω φωτί πολλάκις ανάγοντι εαυτόν εις τον πρώτον και επέκεινα θεόν ταις εννοίαις και κατά τας εν τω Συμποσίω υφηγημένας οδούς τω Πλάτωνι εφάνη εκείνος ο θεός ο μήτε μορφήν μήτε τινά ιδέαν έχων, υπέρ δε νουν και παν το νοητόν ιδρυόμενος». Σε αυτά τα τελευταία, έχουμε τον σκοπό της διδασκαλίας του Πλωτίνου, που είναι η ένωση με το Εν διαμέσου της εκστάσεως. Ή με άλλα λόγια, η «θέωση» που επιτυγχάνεται με την θέα του Θεού. Έτσι, ακολουθώντας ο Πλωτίνος την πνευματική ανάβαση που περιγράφεται από τον Πλάτωνα στο «Συμπόσιο» με την αναφορά του Σωκράτη στα λόγια της Διοτίμας, πέτυχε να «δει» τον θεό που δεν έχει ούτε μορφή ούτε ποιότητα, που είναι πάνω από την νόηση και από κάθε νοητό. Αυτό, κατά τον Πλωτίνο, κατορθώνεται μόνο με την έκσταση της ψυχής από το σώμα. Κάτι το οποίο είναι σπάνιο και δύσκολο, καθώς συνεχίζοντας ο Πορφύριος, γράφει: «Ώ δη και εγώ Πορφύριος άπαξ λέγω πλησιάσαι και ενωθήναι έτος άγων εξηκοστόν τε και όγδοον. Εφάνη γουν τω Πλωτίνω σκοπός εγγύθι ναίων. Τέλος γαρ αυτώ και σκοπός ην το ενωθήναι και πελάσαι τω επί πάσι θεώ. Έτυχε δε τετράκις που, ότε αυτώ συνήμην, του σκοπού τούτου ενεργεία αρρήτω και ου δυνάμει». Ο Πορφύριος αναφέρει ότι στα εξήντα οκτώ χρόνια ζωής του, μόνο μία φορά ήρθε στην παραπάνω πνευματική κατάσταση. Ο δε Πλωτίνος, όσο καιρό έμεινε κοντά του ο Πορφύριος, την βίωσε τέσσερις φορές.

Τί πήρε ο Χριστιανισμός και τί απέρριψε

 Ο Χριστιανισμός όμως δεν μπορούσε να δεχτεί αυτούσια όλα τα παραπάνω. Αυτό θα τον οδηγούσε μοιραία στον πανθεϊσμό, κάτι που θα σήμαινε την πλήρη ανατροπή των «ιερών» Γραφών του. Έτσι, προέβη σε τροποποιήσεις και προσαρμογή στα εβραϊκά πρότυπα.

Υιοθέτησε την άποψη, ότι ο Θεός είναι πέρα από την λογική και την νόηση και ότι η θεολογική προσέγγιση γίνεται διά του αποφατισμού. Βεβαίως, αυτό είναι άγνωστο για τους συγγραφείς των επιμέρους βιβλίων της Γραφής. Η Παλαιά Διαθήκη παρουσιάζει τον Θεό με εντελώς ανθρώπινα χαρακτηριστικά και μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις με χαρακτηριστικά ενός πολύ κακού ανθρώπου. Στην Καινή Διαθήκη γίνεται προσπάθεια εξάλειψης αυτών των υποβιβαστικών στοιχείων για την θεότητα, αλλά και πάλι δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι αυτό γίνεται με επιτυχία. Για παράδειγμα, στο «πνευματικότερο» ευαγγέλιο, το «κατά Ιωάννην» όπου δηλώνεται ότι ο Θεός είναι πνεύμα και όσοι τον προσκυνούν πρέπει να τον προσκυνούν «εν πνεύματι και αληθεία», ο Θεός έχει «οικία» (14:2). Συνεπώς, ο Θεός έχει ανάγκη από…χώρο. Στο βιβλίο της «Αποκάλυψης», ο Θεός έχει…θρόνο (22:1) και η «αγία» Ιερουσαλήμ είναι η «σκηνή» του (21:1-3). Από τον Κλήμη τον Αλεξανδρέα και τον Ωριγένη επιχειρείται σε πρώιμη εποχή η αποφατική προσέγγιση.

Σύμφωνα με το δόγμα περί της «Τριάδας» που διαμόρφωσε η πρώτη και η δεύτερη «οικουμενική», η χριστιανική πίστη δεν δέχτηκε ότι οι υποστάσεις της Θεότητας προέκυψαν με απορροή.

Απέρριψε την άποψη ότι ο κόσμος (αισθητός και νοητός) έχουν προκύψει από την θεϊκή ουσία, για να μην πέσει στον πανθεϊσμό.

Δεν δέχτηκε την θέση ότι η ύλη είναι προαιώνια. Εδώ, οι χριστιανοί πατέρες τραβούν μία διαχωριστική γραμμή, που την ονομάζουν «διάκριση κτιστού-ακτίστου». Κατ’ αυτούς, μόνο ο Θεός είναι άκτιστος και δεν υπάρχει καμία ομοιότητα μεταξύ αυτού και του κόσμου. Για αυτό και ο κόσμος και η ύλη του έχουν αρχή και έγιναν από το τίποτα. Στο βιβλίο της Γενέσεως, αναφέρεται ήδη από τον πρώτο στίχο: «εν αρχη εποιησεν ο θεος τον ουρανον και την γην». Ενώ σε δεύτερο χρόνο, διευκρινίζεται: «τον ουρανόν και την γην και τα εν αυτοίς πάντα ιδόντα, γνώναι ότι εξ ουκ όντων εποίησεν αυτά ο Θεός και το των ανθρώπων γένος ούτως γεγένηται» (Β΄ Μακ. 7:28). Για αυτό και ενώ ο κόσμος καλείται φύση, για τους Χριστιανούς είναι κτίση. Δεν είναι κάτι το ζωντανό, το αυτόνομο, και το αυτοδύναμο. Αντιθέτως, είναι κάτι το νεκρό, για το οποίο προνοεί και ζωοδοτεί ο δημιουργός του. Παντού στην χριστιανική γραμματεία, οτιδήποτε υπάρχει στον φυσικό ή νοητό κόσμο, καλείται «κτίση» ή «κτιστό». Για τους χριστιανούς και τους Ιουδαίους, η κτίση είναι κάτι που υπόκειται στην δικαιοδοσία του Θεού. Για αυτό και στα κείμενά τους παρουσιάζουν τον Θεό να δίνει οδηγίες περί καταστροφής των ιερών αλσών των αλλόπιστων, ή τον Ιησού να καταριέται την συκιά επειδή δεν είχε βγάλει καρπό σε εποχή που δεν ήταν, ή τον Θεό να κτυπά με τις «φιάλες της οργής του» την θάλασσα, τα ποτάμια, τις πηγές στο βιβλίο της «Αποκαλύψεως». Σε αντίθεση με αυτά, οι Έλληνες θεωρούν τους θεούς τους γεννημένους από την ίδια την φυσική πραγματικότητα (Ησίοδος). Ο Όμηρος ονομάζει πατέρα των θεών τον Ωκεανό. Η φύση είναι κάτι το ζωντανό. Ο άνθρωπος είναι μέρος-τμήμα αυτού του μεγάλου οργανισμού. Υπάρχουν τα ιερά άλση της Αρτέμιδος. Το χειρότερο όμως είναι, ότι κατά την ιουδαιοχριστιανική θέση, δεν είναι μόνο στην δικαιοδοσία του Θεού η κτίση, αλλά αυτήν την εξουσία της αυθαιρεσίας, την έχει μεταβιβάσει και στον άνθρωπο. «ειπεν ο θεος ποιησωμεν ανθρωπον κατ εικονα ημετεραν και καθ ομοιωσιν και αρχετωσαν των ιχθυων της θαλασσης και των πετεινων του ουρανου και των κτηνων και πασης της γης και παντων των ερπετων των ερποντων επι της γης» (Γένεση, 1:26).

Ως προς το πρόβλημα του «κακού», τόσο ο Πλωτίνος όσο και η χριστιανική σκέψη, το θεωρούν ως «έλλειψη» και όχι ως ουσία. Ως κάτι που δεν υπάρχει ανεξάρτητα και αυτόνομα, αλλά ως κάτι που προκύπτει από την έλλειψη του αγαθού. Η μεγάλη διαφορά είναι ότι ο Πλωτίνος θεωρεί την ύλη ως «κακό», επειδή είναι το προϊόν της κατώτερης απορροής του Ενός, άρα η ύλη είναι περισσότερο απομακρυσμένη και η ψυχή που σαρκώνεται σε αυτήν πέφτει στην λήθη. Μάλιστα, σε κάποιο σημείο των «Εννεάδων», δίνει την εικόνα για να γίνει πιο κατανοητός. Είναι σαν ένα βουνό που στην κορυφή του έχει φωτιά μεγάλη και το φως ακτινοβολεί μέσα στην νύχτα. Όσο κατεβαίνει το μάτι του παρατηρητή, τόσο το φως αυτό μειώνεται, ώσπου φτάνει σε ένα σημείο όπου επικρατεί πηχτό σκοτάδι. Ο Χριστιανισμός εμπλέκει στην έλλειψη του αγαθού, τον διάβολο και τις στρατιές που παρέσυρε μετά την πτώση του. Και ενώ στο σύστημα του Πλωτίνου, όλα τείνουν προς το Εν, στον Χριστιανισμό ο Διάβολος και οι άγγελοί του δεν έχουν τη δυνατότητα της επιστροφής, ούτε οι αποθανόντες την δυνατότητα της μετανοίας, που αν και εξέπεσαν με την προαίρεσή τους, δεν μπορούν να επανέλθουν ακόμα και αν το θέλουν.

Στο θέμα της έκστασης, κατά τον Πλωτίνο είναι απαραίτητη προκειμένου η ψυχή (που λογίζεται άνθρωπος), να βγει από το υλικό σώμα και να δει το θεϊκό φως, το οποίο υπάρχει μέσα της, αλλά αποδυναμωμένο. Άλλωστε και η λέξη «έκσταση», σημαίνει ότι βγαίνει κανείς από την κατάσταση ακινησίας, την στάση. Ο Χριστιανισμός δέχεται την έκσταση, η οποία μεταγενέστερα θεωρήθηκε ότι δεν αναφέρεται μόνο στην ψυχή, αλλά στο σώμα και την ψυχή, δηλαδή ολόκληρο τον άνθρωπο. Όλο αυτό, προϋποθέτει την άσκηση, την κάθαρση.

Ο πλατωνισμός (έστω και μετασκευασμένος) έκανε την εμφάνισή του στα γραπτά των θεωρούμενων μεγάλων πατέρων, από τον τρίτο αιώνα και μετά. Για παράδειγμα, βρίσκουμε πολλά στον Ωριγένη, τον Γρηγόριο Νύσσης, τον Αμβρόσιο. Ακόμα, και στον Βασίλειο Καισαρείας, που θεωρούσε ότι «άνθρωπος» είναι η ψυχή, δίνοντας μεγαλύτερη αξία σε αυτήν. Όμως η εκρηκτική εισροή νεοπλατωνικών στοιχείων στην χριστιανική θεολογία, συνέβη τον 6ο αιώνα με την εμφάνιση ενός σώματος θεολογικών κειμένων, τα λεγόμενα «Αρεοπαγιτικά» συγγράμματα.

Αρεοπαγιτικά συγγράμματα

 Η συλλογή των αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 533 κ.ε., σε μια διάσκεψη μεταξύ Ορθοδόξων και Μονοφυσιτών. Επρόκειτο για τέσσερις πραγματείες και δέκα επιστολές. Σε αυτά τα κείμενα, αποδόθηκε ως συγγραφέας ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης που αναφέρεται στο βιβλίο των «Πράξεων των Αποστόλων», τον οποίο προσηλύτισε ο Παύλος μετά το κήρυγμα στην Πνύκα. Αυτά, έμελε να γίνουν ο θεολογικός πυρήνας για την περαιτέρω αύξηση της μυστικής ορθόδοξης θεολογίας. Αν και τα διεκδίκησαν τόσο οι Μονοφυσίτες όσο και οι Ορθόδοξοι, τελικά, αφού διορθώθηκαν προβληματικές φράσεις που πρόδιδαν μονοφυσιτισμό, τα ιδιοποιήθηκαν οι Ορθόδοξοι. Παρόλα αυτά, τα κείμενα δεν ανήκουν στον Διονύσιο του πρώτου αιώνα, αλλά το πιθανότερο σε κάποιον μεταστραφέντα από τον Νεοπλατωνισμό στον Χριστιανισμό, του οποίου το όνομα παραμένει άγνωστο. Σε αυτό συνηγορούν, με βάση όσα λένε οι θεολόγοι, τα εξής στοιχεία: α) Η γλώσσα που είναι γραμμένα είναι ιδιόρρυθμη, και οι όροι νεοπλατωνικοί. β) Το ύφος είναι συμβολικό και συνιστά κλίμακα πνευματικής πορείας. γ) Η έκφραση είναι φιλοσοφική παρά θρησκευτική. δ)Τα έργα αυτά ως τότε ήταν άγνωστα στην Εκκλησία. Κανένας εκκλησιαστικός δεν τα επικαλείται. Εννοείται, ότι ήταν άγνωστα όχι μόνο στους Ορθοδόξους, αλλά και στους Μονοφυσίτες, οι οποίοι και πρώτοι τα παρουσίασαν για να δώσουν κύρος και αρχαιότητα στις απόψεις τους. Τα κείμενα υπομνηματίστηκαν από τον Ιωάννη Σκυθοπόλεως, και αργότερα από τον Μάξιμο τον Ομολογητή. Ο τελευταίος μάλιστα προέβηκε «σε ανασύνθεση της διδασκαλίας του Διονυσίου και απαλλαγή της από ορισμένα άβολα για την χριστιανική πίστη στοιχεία, χωρίς να πειράξει καθόλου τα κείμενα» (Π. Χρήστου, «Εισαγωγή στα Αρεοπαγιτικά συγγράμματα», σ. 13, εκδόσεις Γρ. Παλαμάς). Αργότερα, υπομνηματίστηκαν από τον Νικήτα Στηθάτο (μεγάλο μυστικό θεολόγο της Εκκλησίας), τον Γεώργιο Παχυμέρη κλπ. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια σειρά πλαστογραφημένων κειμένων, εφόσον ο συγγραφέας υποτίθεται ότι στέλνει επιστολή στον εξόριστο στην Πάτμο Ιωάννη, γράφει στον Πολύκαρπο Σμύρνης, στον επίσκοπο Κρήτης Τίτο. Παρουσιάζεται ως μαθητής του Παύλου, αναφέρει ότι είδε την έκλειψη ηλίου κατά το θάνατο του Ιησού ευρισκόμενος στην Ηλιούπολη της Αιγύπτου. Μάλιστα, δηλώνει ότι παραβρέθηκε στην ταφή της Μαρίας μαζί με τον Πέτρο και τον Ιάκωβο.

Όπως αναφέρει ο Β. Στεφανίδης στην «Εκκλησιαστική Ιστορία», «Αι κεντρικαί ιδέαι των συγγραμμάτων του Αρεοπαγίτου ελήφθησαν εκ της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας, αλλά μετ’ αυτών ανεμίχθησαν χριστιανικά στοιχεία» (σ. 331).

Σύμφωνα με τον καθηγητή πατρολογίας Π. Χρήστου («Εισαγωγή στα Αρεοπαγιτικά συγγράμματα», σ. 23-36), τις ομοιότητες μπορούμε να τις συνοψίσουμε στα κάτωθι:

α) Το σύμπαν συγκροτείται ιεραρχικά και τριαδικά, όπως (κυρίως) στην σκέψη του νεοπλατωνικού Πρόκλου.
β) Υπάρχει ιεραρχία όσον αφορά την μετάδοση της θείας γνώσης.
γ) Υπάρχει ανάβαση των νόων προς τον Θεό.
δ) Ο μεγαλύτερος στόχος είναι η ένωση με τον Θεό. Ο Θεός είναι ένας, ο κόσμος τα πολλά. Αυτά, τείνουν να ενωθούν τόσο μεταξύ τους, όσο και με τον Ένα.
ε) Τα όντα κινούνται κυκλικά και ευθεία.
στ) Οι ιεραρχίες των όντων φωτίζονται περισσότερο ή λιγότερο από το θείο φως, αναλόγως της θέση τους.
ζ) Ο Θεός δεν έχει κανένα γνώρισμα των αισθητών, ούτε σχήμα, ούτε μορφή, ούτε ποσότητα. Δεν έχει όμως και κανένα γνώρισμα των νοητών.
η) Το κακό δεν είναι ον αλλά έλλειψη.

Από τον Έναν και απλό Θεό, προβάλλεται η Τριάδα. Από την Τριάδα και προς τα κάτω προβάλλεται η ουράνια ιεραρχία και η κατώτερη γήινη. Η ουράνια ιεραρχία αποτελείται από τρείς τάξεις αγγέλων και κάθε μία από αυτές υποδιαιρείται σε τρείς ταξιαρχίες. Η επίγεια ιεραρχία (επίσκοποι, πρεσβύτεροι, διάκονοι) διοχετεύει την θεία γνώση και τις θείες δυνάμεις στο σώμα της Εκκλησίας, για να την επαναφέρει στον Θεό. Σε αυτό, συμβάλει η ηθική προπαρασκευή, τα μυστήρια, και η άσκηση. Σταδιακά, ο πιστός που μυείται, αποκόπτεται από τον εξωτερικό υλικό κόσμο, συγκεντρώνεται στον εαυτό του και επιζητά να καταστείλει όλες τις ενέργειες του νου. Ο άνθρωπος (που νοείται ως ένωση της ψυχής μετά του σώματος), έρχεται σε έκσταση, φτάνοντας στην θεία θεωρία.

Με τα παραπάνω, ενισχύθηκε η «φιλοσοφική» περιβολή του χριστιανισμού, και από βάρβαρη δοξασία που ήταν κατά τους πρώτους 2-3 αιώνες (κατά τον χαρακτηρισμό του Κέλσου), εξελίχθηκε έστω και επιδερμικά σε αυτό που οι σημερινοί καθηγητές θεολόγοι αποκαλούν «Βυζαντινή θεολογία». Ο όρος «φιλοσοφία» όταν αναφέρεται στον χριστιανισμό, γράφεται εντός εισαγωγικών, διότι το προϊόν του δεν αποτελεί στην πραγματικότητα καρπό γνήσιας φιλοσοφικής αναζήτησης. Στην φιλοσοφία θέτονται ερωτήματα- προβλήματα. Στον χριστιανισμό υπάρχει έτοιμη η «αποκάλυψη του Θεού» οριζόμενη σε δόγματα πίστεως.

Ο Κ. Μπόνης, σε ομιλία του στο πανεπιστήμιο Αθηνών στις 20/12/1938, αποδίδει την αύξηση της θεολογίας σε στοιχεία που έλαβε από την φιλοσοφία.
Η βυζαντινή θεολογία γενικώς προσέλαβε μεν την αριστοτελικήν φιλοσοφίαν, αλλά δεν ηρνήθη παντελώς την προς την πλατωνικήν φιλοσοφίαν και δη και τον Νέον Πλατωνισμόν προτέραν αυτής σχέσιν, όπερ ουκ ολίγον συνέβαλεν εις την καθόλου θεολογικήν γραμματειακήν πρόοδον.
Ο Π. Τρεμπέλας, αποκαλεί «πατέρα της μυστικής θεολογίας», τον συγγραφέα των Αρεοπαγιτικών.
Πατήρ εν τούτοις της μυστικής θεολογίας εν τη Ανατολή υπήρξεν ο άγνωστος συγγραφεύς των εις Διονύσιον τον Αρεοπαγίτην αποδιδόμενων συγγραμμάτων, όστις παρά το ότι αναμιγνύει εν τω πλήρει συστήματι αυτού μετά χριστιανικών και στοιχεία εκ της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας, ούτε τα δικαιώματα του νου προς γνώσιν του Θεού παραθεωρεί, ούτε την αναγκαιότητα των μυστηρίων αρνείται.
(Εγκυκλοπαίδεια της θεολογίας, σ. 38).
Το συμπέρασμα που προκύπτει από τα δύο αυτά άρθρα, αναφορικά με τον χριστιανικό ορθόδοξο μυστικισμό, είναι ότι αποτελεί άλλη μια αντιγραφή των χριστιανών στις τόσες που επιδόθηκαν, με σκοπό να πλουτίσουν την πίστη τους από την σύληση ξένων ιδεών.

Είναι αλήθεια ότι ο Εβραιο-Χριστιανισμός αντέγραψε τα πάντα από άλλες θρησκείες και φιλοσοφίες, ακόμα και τους μύθους τους οι Εβραίοι τους αντέγραψαν αυτούσιους και άλλους με παραλλαγές από άλλες θρησκείες και πολιτισμούς. Ο μύθος του Μωυσή με τον διαχωρισμό της θάλασσας αναφέρεται ακόμα και στην περίπτωση του Μ. Αλεξάνδρου αλλά και από άλλες αναφορές άλλων κρατών (Ινδία, Περσία, Θιβέτ) δικών τους βασιλιάδων ή αρχηγών. Το όνομα ακόμα και του Ιεχωβά αναφέρεται και στους αρχαίους Αιγύπτιους από όπου το αντέγραψε ο Μωυσής

'Οσο για το «αγία» Ιερουσαλήμ είναι η «σκηνή», στην Ιουδαϊκή λογοτεχνία, ο θεός τους κατοικούσε σε μια σκηνή (όντας αυτοί ένας νομαδικός λαός φαντάστηκαν ότι ο ανύπαρκτος θεός τους επίσης ζούσε σε μια σκηνή) πάνω σε ένα ψηλό βουνό και κάτω από την σκηνή του υπήρχε ένα ορυχείο σμαραγδιών! (Βλέπε The Legends of the Jews, Louis Ginzberg)

Ένα βιβλίο που συνιστώ ανεπιφύλακτα σε όσους ενδιαφέρονται να μάθουν για την Μυθολογία και την μυθοπλασία του Εβραιο-Χριστιανισμού είναι το ακόλουθο.

Title: Bible Myths and their Parallels in other Religions Being a Comparison of the Old and New Testament

Ενώ το θεολογικό κατεστημένο γνωρίζει (αναφέρομαι σε όσους ασχολούνται με την θρησκειολογία), εντούτοις σιωπά, προκειμένου ο κόσμος να παραμένει στο σκοτάδι προς όφελος του κλήρου. Όσοι ακαδημαϊκοί τολμούν να ψελλίσουν κάτι παραπάνω, περιθωριοποιούνται και θέτουν σε κίνδυνο την "καριέρα" τους. Για αυτό σε τελική και αυτοί είναι φειδωλοί στον λόγο τους. Αυτά βέβαια συμβαίνουν εδώ, στην χώρα που κάποτε γέννησε τον λόγο, τον πολιτισμό, την πειθώ, και την ελεύθερη έκφραση.

Ανέκαθεν το ιερατείο επέβαλε λογοκρισία σε κάθε δομή του κράτους και δεν είναι τυχαίο που συνυπάρχει μέσα στο υπουργείο παρα-Παιδείας για να επιβάλλει όχι μόνο τα βιβλία και την ύλη που θέλει, αλλά ακόμα και υπουργούς!

Αλλά όπως είπε και ο Κοραής αν θυμάμαι καλά, "Ο Έλληνας βγήκε από τον Τουρκικό τάφο για να ξαναμπεί στον Χριστιανικό". 'Οποιος κρατάει στα χέρια του την Παιδεία, διοικεί το κράτος ολόκληρο! Δυστυχώς οι Έλληνες μόνο όταν τους συμφέρει "θυμούνται" τους αρχαίους προγόνους τους και αυτούς μόνο λίγους κατ' όνομα, αλλά προσκυνούν όλους τους Εβραϊκούς θεούς και θεές που ακόμα και την ιστορία τους ξέρουν απ' έξω και ανακατωτά, αν τους ρωτήσεις όμως για το τι έγραψε ο Πλάτωνας ή ο Αντισθένης... θα ρωτήσουν "σε ποια ποδοσφαιρικό ομάδα παίζουνε";

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ: ΜΕΡΟΣ Α'

ΔΕΣ:

Χριστιανοί απολογητές και χριστιανική απολογητική

 «Ανέγνων, Έγνων, Κατέγνων»

Ιουλιανός

 Ιουλιανός: Κατά χριστιανών

Ο Νεοπλατωνικός Πορφύριος Κατά Χριστιανών

Κέλσος: Αληθής Λόγος κατά χριστιανών