Παρασκευή 19 Ιουλίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Νεφέλαι (1303-1320)

ΧΟ. οἷον τὸ πραγμάτων ἐρᾶν φλαύρων· ὁ γὰρ [στρ.]
γέρων ὅδ᾽ ἐρασθεὶς
1305 ἀποστερῆσαι βούλεται
τὰ χρήμαθ᾽ ἁδανείσατο·
κοὐκ ἔσθ᾽ ὅπως οὐ τήμερον
λήψεταί τι πρᾶγμ᾽, ὃ τοῦ-
τον ποήσει τὸν σοφι-
στήν, ὧν πανουργεῖν ἤρξατ᾽, ἐξ-
1310 αίφνης λαβεῖν κακόν τι.

οἶμαι γὰρ αὐτὸν αὐτίχ᾽ εὑρήσειν ὅπερ [ἀντ.]
πάλαι ποτ᾽ ἐπῄει,
εἶναι τὸν υἱὸν δεινόν οἱ
γνώμας ἐναντίας λέγειν
1315 τοῖσιν δικαίοις, ὥστε νι-
κᾶν ἅπαντας οἷσπερ ἂν
ξυγγένηται, κἂν λέγῃ
παμπόνηρ᾽. ἴσως δ᾽ ἴσως
βουλήσεται
1320 κἄφωνον αὐτὸν εἶναι.

***
ΧΟΡ. Τί θα πει να κυνηγάς βρομοδουλειές!
Τέτοια ο γέρος πόθησε,
κι όσα πήρε δανεικά
τώρα να τα φάει ζητά·
κάτι κιόλας σήμερα
θα του λάχει —δεν μπορεί—
που θα φέρει ξαφνικιά
συμφορά στο σοφιστή
1310 για τις άτιμες αυτές κατεργαριές.

Δε θ᾽ αργήσει νά ᾽βρει αυτά που από καιρό
λαχταρούσε· να ᾽χει γιο
στον αντίλογο γερό,
που, ό,τι δίκιο, να μπορεί
πάντα να το πολεμά,
κι αντιπάλους να νικά,
κι ας μιλεί με προστυχιές.
Μα ίσως τώρα ο γέροντας
1320 να φωνάξει: Κάλλιο να ᾽χα γιο μουγκό.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΑΡΓΩ

ΑΡΓΩ
(αστερισμός)

Πολλές παραλλαγές και λεπτομέρειες υπάρχουν γύρω από το πλοίο Αργώ της Αργοναυτικής εκστρατείας. Αυτές αφορούν τον κατασκευαστή, τον τόπο κατασκευής, το ξύλο κατασκευής, τον ρόλο της Αθηνάς ή της Ήρας, και εμπλέκουν περισσότερα πρόσωπα και τόπους, υποδηλώνοντας και την προσπάθεια οικειοποίησης του θέματος λόγω της σημαντικότητάς του, κάτι που προσέδιδε κύρος.

Κατασκευαστής

Όταν ο Πελίας ζήτησε από τον Ιάσονα να φέρει το χρυσόμαλλο δέρας του κριαριού που είχε φυγαδεύσει τον Φρίξο και την Έλλη από την Ιωλκό στην Κολχίδα, και που είχε θυσιαστεί στον Δία και που το δέρας του είχε αφιερωθεί στον Άρη, ο νέος ζήτησε τη βοήθεια του Άργου. Αυτός ο Άργος θεωρείται ότι ήταν ο ομώνυμος ήρωας από τις Θεσπιές, ή ο γιος του Φρίξου ή του Αρέστορα ή του Πόλυβου και της Αργείας ή του Δαναού ή ο Γλαύκος από την Ανθηδώνα ή ο Ηρακλής. Ο κατασκευαστής του πλοίου Άργος, όποιος κι αν ήταν, σύμφωνα με κάποιες παραδόσεις, ακολούθησε τη συμβουλή της Αθηνάς και ναυπήγησε ένα πλοίο με πενήντα κουπιά, στέρεο και γερό, παρά το γεγονός ότι ο Πελίας του ζήτησε να μη χρησιμοποιήσει πολλά καρφιά, ώστε να διαλυθεί γρήγορα και ο νόμιμος διάδοχος στην εξουσία της Ιωλκού Ιάσονας να πεθάνει. Επιπλέον, με τη βοήθεια της Αθηνάς το έκανε τόσο ελαφρό, ώστε οι ναύτες να μπορούν να το σηκώνουν στους ώμους.

Όνομα

Το πλοίο ονομάστηκε Αργώ, από τον κατασκευαστή του ή επειδή θέλησε να τιμήσει ο Ιάσονας τον γιο του Φρίξου Άργο ή επειδή ήταν πολύ γρήγορο (ἀργός = γρήγορος) ή από τους διαλεχτούς Αργείους που πήραν μέρος στην εκστρατεία ή από την πατρίδα τους, το Άργος, ή και γιατί ναυπηγήθηκε σε αυτήν ή από το ξύλο αργώ -αν και άλλοι ονομάζουν λέοντα το ξύλο από το οποίο κατασκευάστηκε, ανθεκτικό στο νερό και τη φωτιά. Το αποκαλούσαν και Πηλιάδα Αργώ, επειδή κατασκευάστηκε από πεύκα του Πηλίου, ενώ άλλες παραδόσεις θέλουν τα ξύλα να τα κόβει ο κατασκευαστής Ηρακλής από την Όσσα.

Αθηνά ή Ήρα;

Η παλαιότερη παράδοση θέλει τη θεά Αθηνά να ναυπηγεί η ίδια το πλοίο· σε άλλες παραδόσεις είναι σύμβουλος ή συμμέτοχος στην κατασκευή· άλλοτε εξαφανίζεται τελείως από τη σχετική αφήγηση και τη θέση της παίρνει η Ήρα ή και κανένας θεός. Στην παράδοση που θέλει την τεχνουργό Αθηνά σύμβουλο και συμμέτοχο, προσθέτει στην πλώρη ξύλο από την ιερή βαλανιδιά της Δωδώνης, τη φηγό του Δία, το οποίο είχε την ικανότητα να μιλά, να προφητεύει και να προειδοποιεί για επικείμενους κινδύνους. Μίλησε, για παράδειγμα, και είπε να αποβιβάσουν τον Ηρακλή στους Αφέτες της Θεσσαλίας, επειδή δεν μπορούσε να σηκώσει το βάρος του. Κατά άλλους το ξύλο το πρόσθεσε η Ήρα και το έβαλε στην πλώρη ή στην πρύμνη ή στην καρίνα του πλοίου.

Τόπος κατασκευής

Ως χώρος της ναυπήγησης αναφέρουν οι παλαιότερες παραδόσεις τις Παγασές, λιμάνι που απείχε είκοσι στάδια από την Ιωλκό, και που ονομάστηκαν έτσι από την ναυπήγηση του πλοίου -πήγνυμι = συναρμολογώ, κατασκευάζω-, όπου υπήρχε και ιερός άλσος και ναός ή βωμός αφιερωμένα στον Απόλλωνα· ή το λιμάνι Τίφα ή Σίφα της Βοιωτίας από τον Θεσπιό Άργο· ή το Άργος.

Αργώ η πρωτόπλοος;

Ο Ευριπίδης αναφέρει ότι η Αργώ ήταν το πρώτο πλοίο -πρωτόπλοος-που πέρασε την Ανατολική θάλασσα (Ανδρομάχη 865)· άλλοι ότι ήταν το πρώτο μεγάλο καράβι (Διόδωρος 41.1-2*) ή γενικά το πρώτο καράβι που έσχισε τα νερά της παρθένου θαλάσσης. Άλλοι παραδίδουν ότι το πρώτο καράβι ήταν αυτό που έφτιαξε ο Δαναός για να γλιτώσει αυτός και οι θυγατέρες τους από τον Αίγυπτο και τους γιους του· αυτό το καράβι ονομαζόταν Δαναΐδα και Αργώ. Παραδίδεται ακόμη ότι το πρώτο πλοίο ήταν του Μίνωα, ενώ Αργώ ονομαζόταν και το πλοίο του Δευκαλίωνα.

Η Αργώ σαπίζει

Μετά το πέρας της εκστρατείας οι Αργοναύτες αφιέρωσαν το πλοίο τους στο ναό του Ποσειδώνα στον Ισθμό. Μία παράδοση συνδέει τον θάνατο του Ιάσονα με την Αργώ, ότι δεν κάηκε μαζί με τον Κρέοντα και την Κρέουσα/Γλαύκη ούτε αυτοκτόνησε αλλά ότι πέθανε στην πρύμνη του πλοίου, όπου είχε ξαπλώσει. Του το είχε υποδείξει η Μήδεια γνωρίζοντας ότι το πλοίο είχε πλέον σαπίσει. Κι εκεί βρήκε τον θάνατο από ένα δοκάρι του πλοίου, που αποκόπηκε από ψηλά. Μια παράδοση θέλει τμήμα του πλοίου να μεταφέρεται στη Ρώμη και να το δείχνουν εκεί μέχρι το 100 μ.Χ.

Ο καταστερισμός της Αργώς

Ο καταστερισμός της Αργώς αποδίδεται από τον Ερατοσθένη σε εκείνη την εκδοχή του μύθου που εμπλέκει την Αθηνά στη ναυπήγηση του πλοίου και το θέλει να είναι το πρώτο πλοίο που διέσχισε τα πέλαγα (πρωτόπλοος). Όμως στον ουρανό δεν φαίνεται ολόκληρο το είδωλό της, μόνο το πηδάλιο και το κατάρτι, όχι όμως η πλώρη που υποτίθεται ότι χάθηκε, όταν η Αργώ περνούσε τις Συμπληγάδες πέτρες στον Βόσπορο. Ωστόσο, έστω και τμηματικά, οι ναυτικοί βλέπουν το καράβι στον ουρανό και παίρνουν κουράγιο για τη δική τους τη δουλειά και, ταυτόχρονα, νιώθουν την τιμή των θεών προς το πλοίο που κατέστησε τη δόξα του αιώνια (Ερατ., Κατ. 1.35**).
----------------------------
*Το πρώτο μεγάλο καράβι
 
Ναυπήγησε [ο Ιάσονας] στην περιοχή του Πηλίου ένα σκάφος ασυνήθιστο στο μέγεθος και τον εξοπλισμό του, γιατί τότε οι άνθρωποι έπλεαν στη θάλασσα με σχεδίες και γενικά μικρές βαρκούλες. Γι' αυτό, όσοι το είδαν τότε έμειναν κατάπληκτοι, και όπως διαδόθηκε η φήμη σε όλη την Ελλάδα και για τον άθλο και για τη ναυπήγηση ενός τέτοιου πλοίου, αρκετοί νέοι διαλεχτοί επιθύμησαν να πάρουν μέρος στην εκστρατεία. Ο Ιάσων έσυρε το σκάφος στη θάλασσα και αφού το στόλισε με λαμπρότητα με καθετί που θα προκαλούσε θαυμασμό, διάλεξε τα πιο ονομαστά παλληκάρια από όσους είχαν την επιθυμία να συμμερισθούν την περιπέτειά του. (Διόδωρος 41.1-2)
 
**Ο καταστερισμός της Αργώς
 
Αὕτη διὰ τὴν Ἀθηνᾶν ἐν τοῖς ἄστροις ἐτάχθη, πρώτη γὰρ αὕτη ναῦς κατεσκευάσθη [καὶ ἀρχῆθεν ἐτεκτονήθη], φωνήεσσα δὲ γενομένη πρώτη τὸ πέλαγος διεῖλεν ἄβατον ὄν, ἵν᾽ ᾖ τοῖς ἐπιγινομένοις παράδειγμα σαφέστατον. εἰς δὲ τὰ ἄστρα ἀνετέθη τὸ εἴδωλον οὐχ ὅλον αὐτῆς, οἱ δ᾽ οἴακές εἰσιν ἕως τοῦ ἱστοῦ σὺν τοῖς πηδαλίοις, ὅπως ὁρῶντες οἱ τῇ ναυτιλίᾳ χρώμενοι θαρρῶσιν ἐπὶ τῇ ἐργασίᾳ, αὐτῆς τε ἡ δόξα ἀγήρατος διαμείνῃ οὔσης ἐν τοῖς θεοῖς. (Ερατ., Κατ. 1.35)

Κοινοί άνθρωποι

Στη ζωή όλοι ανακαλύπτουν – αργά ή γρήγορα – ότι η απόλυτη ευτυχία είναι ανέφικτη, αλλά λίγοι θα εμβαθύνουν στον αντίθετο συλλογισμό: ότι ανέφικτη είναι και η απόλυτη δυστυχία.

Οι περιστάσεις της ζωής που αποκλείουν την πραγματοποίηση και των δυο αυτών οριακών καταστάσεων, απορρέουν από την ανθρώπινη φύση, φύση εχθρική προς την έννοια του απείρου.

Τις αποκλείει η σταθερή άγνοια του μέλλοντος που άλλοτε ονομάζεται ελπίδα και άλλοτε αβεβαιότητα για το αύριο.

Τις αποκλείει η βεβαιότητα του θανάτου που βάζει τέλος σε κάθε χαρά αλλά και σε κάθε θλίψη.

Τις αποκλείουν οι αναπόφευκτες υλικές φροντίδες που όπως δηλητηριάζουν τη διαρκή ευτυχία, με τον ίδιο τρόπο μας αποσπούν αδιάκοπα από τη σκέψη της δυστυχίας που μας απειλεί, καθιστώντας την αποσπασματική και γι’ αυτό υποφερτή.

Οι στερήσεις, το κρύο, η δίψα, τα χτυπήματα ήταν ακριβώς αυτά που δεν μας άφησαν να βουλιάξουμε στο κενό της απέραντης απελπισίας, στη διάρκεια του ταξιδιού και μετά.

Όχι ακριβώς η επιθυμία μας να ζήσουμε ούτε η συνειδητή εγκαρτέρηση: γιατί οι άνθρωποι που είναι ικανοί γι’ αυτό είναι λίγοι και εξαιρετικοί, κι εμείς δεν ήμασταν παρά κοινοί άνθρωποι.

Η πραγματικότητα είναι μια ψευδαίσθηση, αν και εξαιρετικά επίμονη

Φαίνεται ότι υπάρχουν δύο κοινά στοιχεία σε κάθε αληθινά μεταμορφωτική συζήτηση. Πρώτον, αυτό που θα χαρακτήριζα ως μια “αίσθηση γαλήνης”, η ακριβής περιγραφή του οποίου υπήρξε ανέκαθεν έμπνευση και πρόκληση για κάθε πνευματικό δάσκαλο. Φαντάζομαι ότι μοιάζει με την προσπάθεια να περιγράψεις ένα ηλιοβασίλεμα σε έναν τυφλό – μπορεί να μεταφέρεις ακόμα και την παραμικρή λεπτομέρεια, αλλά παρ’ όλα αυτά, η περιγραφή σου θα απέχει εκατομμύρια χιλιόμετρα από την πραγματική εικόνα.

Όλα αυτά τα χρόνια, έχω ακούσει αναρίθμητους χαρακτηρισμούς γι’ αυτή την εσωτερική αίσθηση γαλήνης, όπως “απελευθερωμένος νους”, “νιρβάνα”, “εγγενής ψυχική υγεία” και “έμφυτη πληρότητα και ευτυχία”. Εγώ το περιγράφω ως “έναν εσωτερικό χώρο όπου συντελούνται θαύματα”. Και ανακάλυψα ότι, όπως και τόσα άλλα σημαντικά πράγματα, φαίνεται να ξεγλιστράει μακριά μας όταν αρχίζουμε να το κυνηγάμε.

Στην πραγματικότητα, αυτός ο χώρος εξακολουθεί να υπάρχει μέσα μας, απλώς όταν οι σκέψεις αρχίζουν να γυρνούν στο μυαλό μας, μας φαίνονται πολύ πιο σημαντικές και αληθινές από κάτι τόσο “ασήμαντο” όσο μια εσωτερική αίσθηση γαλήνης. Έχω πέσει κι εγώ πολλές φορές σε αυτή την παγίδα – συχνά θεωρούσα ότι αυτή η αίσθηση γαλήνης ήταν δημιούργημα της φαντασίας μου, μια ψευδαίσθηση.

Ωστόσο, με το που επιστρέφει αυτή η αίσθηση, καταλαβαίνω αμέσως ότι ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Είναι ξεκάθαρο πως οι πραγματικοί “απατεώνες” είναι ο νους μου και οι σκέψεις μου, που δημιουργούν ολόγυρά μου την ψευδαίσθηση της πραγματικότητας, ενώ η αλήθεια βρίσκεται ακριβώς εδώ – μέσα μου.

Στο πλαίσιο της μεταμορφωτικής συζήτησης, μαθαίνουμε πώς να προχωράμε με αργά βήματα, ώστε να παρατηρήσουμε ότι έχουμε πάντα πρόσβαση σε αυτή την εσωτερική αίσθηση γαλήνης. Αυτή η αίσθηση γίνεται σύντροφος και καθοδηγητής μαζί, μας χαρίζει σιγουριά και ασφάλεια όταν αντιμετωπίζουμε προκλήσεις, μας εμπνέει, μας εμψυχώνει και μας επισημαίνει, είτε με την παρουσία είτε με την απουσία της, αν βρισκόμαστε στο σωστό μονοπάτι ή αν έχουμε χάσει το δρόμο μας.

Το δεύτερο κοινό χαρακτηριστικό όλων των μεταμορφωτικών συζητήσεων είναι ότι δεν ερμηνεύουν την εμπειρία μας εξετάζοντας τις λεπτομέρειες της ζωής μας, αλλά ότι μας καθοδηγούν να κοιτάξουμε βαθιά μέσα μας, εκεί όπου βρίσκεται η πηγή και η φύση της ανθρώπινης εμπειρίας. Για παράδειγμα, είχα κάποτε έναν φίλο που έπρεπε να αντιμετωπίσει ένα δύσκολο διαζύγιο. Όταν τον ρώτησα πώς εξελισσόταν η κατάσταση, μου απάντησε ότι, παρόλο που υπήρξε μια καθυστέρηση στα διαδικαστικά, τα πράγματα πήγαιναν “άλλοτε πολύ καλά και άλλοτε πολύ άσχημα”.

Τον ρώτησα πώς ερμήνευε το γεγονός ότι οι διακυμάνσεις της εμπειρίας της εκδηλώνονταν πολύ πιο γρήγορα από τις αλλαγές στις συνθήκες της ζωής της. Με αφορμή αυτό το ερώτημα, ξεκινήσαμε μια εκπληκτική συζήτηση που μας οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η εμπειρία ακολουθεί πάντα τις σκέψεις, ανεξάρτητα από τις συνθήκες και τα γεγονότα στη ζωή μας.

Παρέμεινε σιωπηλός για λίγο, καθώς – όπως αναπόφευκτα συμβαίνει σχεδόν πάντα – είχε μείνει έκπληκτος από αυτή την επίγνωση που του χάρισε μια πρωτόγνωρη δύναμη και εσωτερική ασφάλεια. Έπειτα, εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του για όλα τα υπέροχα πράγματα που εξακολουθούσαν να υπάρχουν στη ζωή του, όπως οι σχέσεις του με παιδιά του και η κατάσταση σχετικής συναισθηματικής και σωματικής ισορροπίας του παρ’ όλες τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε εκείνη την περίοδο.

Λόγω του ότι κατόρθωσε να αντιληφθεί ότι η εμπειρία του διαμορφωνόταν “από μέσα προς τα έξω”, σταμάτησε να φοβάται τόσο πολύ όσα θα ακολουθούσαν στη συνέχεια – γεγονός που του εξασφάλισε άμεση πρόσβαση στη δυναμική του και την κοινή λογική που όλοι διαθέτουμε και καθοδηγεί τις κινήσεις μας όταν νιώθουμε πραγματικά καλά.

Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει ότι δεν θα βρεθεί ποτέ ξανά σε κατάσταση σύγχυσης ή ότι δεν θα βιώσει ποτέ ξανά περιόδους συναισθηματικών μεταπτώσεων. Όμως, κάθε φορά θα του είναι ολοένα και ευκολότερο να αντιληφθεί ότι η σύγχυση και οι μεταπτώσεις του οφείλονται σε σκέψεις που του προκαλούν ανασφάλεια και ότι, μόλις αυτές υποχωρήσουν, θα μπορεί να διακρίνει ξανά πώς να αντιμετωπίσει την κατάσταση (αρκεί βέβαια να πρόκειται για πρακτικά αντιμετωπίσιμη κατάσταση).

Αυτό είναι το δώρο της βαθύτερης κατανόησης: μας απελευθερώνει από την τάση να αγωνιζόμαστε για να ελέγξουμε την εμπειρία μας και να αποφύγουμε να βιώσουμε ανεπιθύμητες καταστάσεις και αρνητικά συναισθήματα. Αυτή η ελευθερία μας χαρίζει τόση ενέργεια και ελαφρότητα, ώστε επιτρέπει την επανασύνδεσή μας με τον κόσμο της εσωτερικής γαλήνης. Κι έτσι, η ζωή μοιάζει για άλλη μια φορά σαν το δώρο, που προοριζόταν πάντοτε να είναι.

Όσοι καταφέρνουν να ελέγχουν τα συναισθήματά τους είναι άτομα ενάρετα

Η ανθεκτικότητα δεν είναι μόνο η ικανότητα να είμαστε επίμονοι και να συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε κάθε στιγμή. Όπως θα δούμε είναι επίσης και μια στάση ζωής που μπορούμε να καλλιεργήσουμε ώστε να παραμένουμε επικεντρωμένοι στο σημαντικότερο του βίου και όχι στο επείγον και να μην παρασυρόμαστε από αρνητικά συναισθήματα.

Αργά ή γρήγορα όλοι αναγκαζόμαστε να αντιμετωπίσουμε δύσκολες στιγμές, όμως ο τρόπος με τον οποίο παλεύουμε τις στιγμές αυτές μπορεί να συνεπάγεται μια μεγάλη διαφορά στην ποιότητα της ζωής μας.

Το να εκπαιδεύσουμε το μυαλό και να προστατέψουμε το σώμα και την ψυχική μας κατάσταση είναι θεμελιώδη για την αντιμετώπιση των αντιξοοτήτων της ζωής.

Επτά φορές κι αν πέσεις, οκτώ να σηκωθείς” -ΙΑΠΩΝΙΚΟ ΡΗΤΟ

Η ανθεκτικότητα είναι η ικανότητά μας να αντιμετωπίζουμε αντιξοότητες.

Όσο πιο ανθεκτικοί είμαστε, τόσο ευκολότερα θα σηκωνόμαστε και θα ξαναβρίσκουμε το νόημα της ζωής μας.

Ο ανθεκτικός ξέρει να παραμένει επικεντρωμένος στους στόχους του, στο σημαντικό, χωρίς να αφήνεται στην αποθάρρυνση. Η δύναμή του προέρχεται από την ευλυγισία, από το ότι ξέρει να προσαρμόζεται στις αλλαγές και στα χτυπήματα της μοίρας.

Επικεντρώνεται στους παράγοντες των οποίων έχει τον έλεγχο, χωρίς να ανησυχεί για πράγματα που δεν μπορεί να ελέγξει.

Ο Σιντάρτα Γκαουτάμα, ο Βούδας, γεννήθηκε ως πρίγκιπας του Καπιλαβάστου, μέσα στην πολυτέλεια και ζώντας σε παλάτι. Στα δεκάξι του παντρεύτηκε και απέκτησε ένα γιο.

Ωστόσο, τα πλούτη και η οικογένεια δεν τον ικανοποιούσαν και ο Σιντάρτα, στα είκοσι εννιά του, αποφάσισε να δοκιμάσει έναν διαφορετικό τρόπο ζωής κι έφυγε από το παλάτι για να ζήσει τη ζωή του ασκητή. Αλλά ούτε ο ασκητισμός τον ικανοποίησε.

Δεν βρήκε σ’ αυτόν την ευτυχία και την ευδαιμονία που αναζητούσε. Ούτε τα πλούτη ούτε ο ακραίος ασκητισμός τον βοήθησαν.

Αντιλήφθηκε ότι ο σοφός άνθρωπος δεν πρέπει να περιφρονεί τις ηδονές.

Μπορεί να ζει με αυτές, αλλά πρέπει να έχει συνείδηση κάθε στιγμή πόσο εύκολο είναι να γίνει σκλάβος τους.

Ο Ζήνων ο Κιτιεύς άρχισε την εκπαίδευσή του στη σχολή των κυνικών.

Οι κυνικοί ακολουθούσαν έναν ασκητικό τρόπο ζωής, αφήνοντας στην άκρη κάθε είδους επίγεια ηδονή. Ζούσαν στους δρόμους και το μοναδικό πράγμα που είχαν ήταν τα ρούχα που φορούσαν.

Βλέποντας ότι ο κυνισμός δεν του έφερνε ψυχική ευδαιμονία, ο Ζήνων τον εγκατέλειψε και ίδρυσε τη σχολή των στωικών.

Η φιλοσοφία του ξεκίνησε με την παραδοχή ότι δεν υπάρχει τίποτα κακό στην απόλαυση των ηδονών της ζωής, πάντα κι εφόσον δε μας κατακυριεύουν όταν τις απολαμβάνουμε.

Πρέπει, λοιπόν, να είμαστε έτοιμοι ότι κάθε ηδονή θα εξαφανιστεί.

Σκοπός δεν είναι να αποκλείσουμε κάθε συναίσθημα και ηδονή από τη ζωή μας (κυνισμός), μα ν’ αποκλείσουμε μόνο τα αρνητικά συναισθήματα.

Από την ίδρυσή τους, ένας από τους στόχους τόσο του βουδισμού όσο και του στωικισμού είναι ο έλεγχος των ηδονών, των επιθυμιών και των συναισθημάτων.

Παρόλο που οι δύο φιλοσοφίες είναι πολύ διαφορετικές μεταξύ τους, έχουν ως κοινό στόχο να περιορίσουν το εγώ μας και να ελέγξουν τα αρνητικά συναισθήματα.

Τόσο ο στωικισμός όσο και ο βουδισμός κατά βάθος είναι μεθοδολογίες για την “μελέτη της ευδαιμονίας”.

Κατά τον στωικισμό, οι επιθυμίες και οι ηδονές δεν είναι το πρόβλημα. Μπορούμε να τις απολαμβάνουμε πάντα κι εφόσον δεν μας κατακυριεύουν.

Για τους στωικούς, όσοι καταφέρνουν να ελέγχουν τα συναισθήματά τους είναι άτομα ενάρετα.

VICTOR HUGO: Κάθε παιδί που μορφώνουμε είναι ένας άνθρωπος που κερδίζουμε

Ο Victor Hugo (1802-1885) έγραψε αυτό το ποίημα μετά από μία επίσκεψή του σε γαλλική φυλακή.

Κάθε παιδί που μορφώνουμε
είναι ένας άνθρωπος που κερδίζουμε

Ενενήντα από τους εκατό
κλέφτες που βρίσκονται στη φυλακή

Δεν έχουν πάει ποτέ στο σχολείο

Και δεν γνωρίζουν ανάγνωση,
ούτε να υπογράφουν με σταυρό.

Είναι σ’ αυτή τη σκιά που
συνάντησαν το έγκλημα.

Η άγνοια είναι η νύχτα που
ξεκινά η άβυσσος.

Εκεί η λογική χάνεται
και η εντιμότητα πεθαίνει.

Ο Θεός, ο πρώτος συγγραφέας
όλων όσων έχουν ποτέ γραφεί
Χάρισε σ’ αυτή τη Γη των
μεθυσμένων
φτερά αγγέλων μέσα στις σελίδες
των βιβλίων
Μόλις κάποιος ανοίγει ένα
βιβλίο βρίσκει ένα φτερό
με το οποίο
μπορεί να αιωρηθεί εκεί
όπου πετούν οι ψυχές των ελεύθερων
πνευμάτων

Το σχολείο είναι τόσο ιερό όσο
και το παρεκκλήσι.

Το αλφάβητο που ένα παιδί
συλλαβίζει με το δάκτυλό του
περιέχει αρετή σε κάθε γράμμα-
η καρδιά φωτίζεται απαλά
από αυτή την ταπεινή λάμψη.

Έτσι, στο μικρό παιδί, δώσε το
μικρό βιβλίο
Περπάτησε μπροστά, κρατώντας τη δάδα αναμμένη ώστε
να μπορεί να σε ακολουθήσει

Η νύχτα δημιουργεί το σφάλμα
και το σφάλμα την
επίθεση

Η απουσία καλής παιδείας
σημαίνει πως βομβαρδίζουμε
την κοινωνία

Με ανθρώπους-άγρια ζώα,
ελλειμματικά πρόσωπα,
θλιβερά ένστικτα και νεκρούς
μαθητές

 Τρομακτικούς τυφλούς ανθρώπους
με αιμοβόρα βλέμματα
που αισθάνονται πως βρίσκονται σε ένα
ηθικό μονοπάτι.

Επιτρέψτε μας να φωτίσουμε
τα πνεύματα, αυτός είναι
ο πρωταρχικός μας νόμος.
Και από το πιο χυδαίο λίπος
ας φτιάξουμε ένα φως.

Η διανόηση θέλει να είναι ανοιχτή
εδώ κάτω.
Ο βλαστός έχει δικαίωμα να
ανθίσει- και εκείνος που δεν
σκέπτεται Δεν ζει.

Οι κλέφτες είχαν δικαίωμα να ζήσουν
Έχετε πάντα υπόψη σας πως το σχολείο
είναι χρυσός που μεταμορφώνει τον
χαλκό,
Ενώ η άγνοια μεταμορφώνει τον
χρυσό…

Με τον καιρό μαθαίνει κανείς

Με τον καιρό μαθαίνει κανείς
τη λεπτή διαφορά ανάμεσα στο να κρατά ένα χέρι και να αλυσοδένει μια ψυχή.

Μαθαίνει πως αγαπώ δε σημαίνει: στηρίζομαι και ότι συντροφικότητα δε σημαίνει: ασφάλεια... κι έτσι κανείς αρχίζει να μαθαίνει….

Πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια και ότι τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις. Και αρχίζει να δέχεται τις ήττες του με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα.

Και μαθαίνει να χτίζει όλες τις διαδρομές του στο σήμερα γιατί το έδαφος του αύριο είναι υπερβολικά αβέβαιο για να κάνεις σχέδια… και κάθε μέλλον μπορεί να μείνει στη μέση.
  
Μετά από κάποιο καιρό μαθαίνει κανείς πως αν είναι υπερβολική, ακόμα και η ζέστη του ήλιου μπορεί να τον κάψει. Έτσι φυτεύει τον δικό του κήπο και διακοσμεί την δική του ψυχή αντί να περιμένει κάποιον άλλο να του φέρει λουλούδια.

Μαθαίνει κανείς ότι μπορεί πραγματικά ν’ αντέξει, πως είναι πραγματικά δυνατός, πως πραγματικά αξίζει
και μαθαίνει και μαθαίνει…
με κάθε του μέρα μαθαίνει.

Με τον καιρό μαθαίνεις ότι το να είσαι με κάποιον
επειδή σου προσφέρει ένα καλό μέλλον σημαίνει
πως αργά ή γρήγορα θα θελήσεις να γυρίσεις
στο παρελθόν σου.

Με τον καιρό καταλαβαίνεις πως μόνο αυτός που είναι ικανός να σε αγαπάει με όλα σου τα ελαττώματα, δίχως να προσπαθεί να σε αλλάξει,
μπορεί να σου προσφέρει όλη την ευτυχία που επιθυμείς.

Με τον καιρό αντιλαμβάνεσαι πως αν βρίσκεσαι στο πλευρό κάποιου μόνο και μόνο για να συντροφεύεις την μοναξιά σου, στο τέλος θα φτάσεις να μη θέλεις ούτε να τον βλέπεις.

Με τον καιρό συνειδητοποιείς ότι οι πραγματικοί φίλοι είναι μετρημένοι και ότι, εκείνος που δεν αγωνίζεται γι’ αυτούς, αργά ή γρήγορα θα βρεθεί πλαισιωμένος μόνο από ψεύτικες φιλίες.

Με τον καιρό μαθαίνεις πως τα λόγια που λέχθηκαν σε μια στιγμή θυμού μπορούν να συνεχίσουν να πληγώνουν αυτόν στον οποίο τα απεύθυνες για μια ολόκληρη ζωή.

Με τον καιρό μαθαίνεις να συγχωρείς αυτόν που το έπραξε, αλλά η συγχώρεση αφορά μόνο μεγάλες ψυχές.

Με τον καιρό αντιλαμβάνεσαι πως αν πλήγωσες σκληρά ένα φίλο, το πιθανότερο είναι ότι η φιλία ποτέ πια δε θα ξαναγίνει όπως πριν.

Με τον καιρό συνειδητοποιείς ότι, ακόμα κι αν είσαι ευτυχισμένος με τους φίλους σου, κάποια μέρα θα κλάψεις για εκείνους που άφησες να φύγουν.

Με τον καιρό θα καταλάβεις ότι κάθε εμπειρία που βίωσες με κάθε άνθρωπο είναι ανεπανάληπτη.

«Κανείς μαθαίνει, μαθαίνει και μαθαίνει, κάθε μέρα που περνάει, μαθαίνει».

Ελπίζω πως όπως και σε μένα,
αυτά τα λόγια να μπορέσουν να μαλακώσουν λίγο το δρόμο σου.

Η Αρετή των Κυνικών

Οι «Κυνικοί» ήταν μία από τις μακροβιότερες Φιλοσοφικές Σχολές στην αρχαιότητα η οποία ιδρύθηκε από τον Αντισθένη (445 – 360 ή 444 – 368) στο Κυνόσαργες των Αθηνών, το μόνο γυμνάσιο της πόλεως που δεχόταν μη Αθηναίους πολίτες και ταυτοχρόνως αποτελούσε Ιερό άλσος του Ηρακλέους (από το οποίο άλσος και μετωνομάσθησαν άλλωστε τα μέλη σε «Κυνικούς» από «Αντισθενικοί» που λέγονταν αρχικώς).
 
Η Σχολή τους, ιδρύθηκε από τον Αντισθένη (445 – 360 ή 444 – 368), υιό ενός Αθηναίου και μίας δούλης από τη Θράκη, διακριθέντα πολεμιστή στη μάχη της Τανάγρας και μετέπειτα μαθητή του σοφιστή Γοργίου στη Ρητορική, και εν συνεχεία, στη Φιλοσοφία, του Σωκράτη, στον θάνατο του οποίου υπήρξε παρών.  Οι «Κυνικοί», ήσαν πνευματικοί απόγονοι του Σωκράτους, ανήκοντας στις Σχολές που απεκλήθησαν «Ελάσσοντες Σωκρατικοί», αν και ως προς τη μέθοδο της διδασκαλίας τους έλαβαν αρκετά στοιχεία από τους «Σοφιστές».
 
Για τον Αντισθένη και τους μαθητές του, η Φιλοσοφία είναι καθαρά κοσμική σοφία, χαρακτηριστική είναι μάλιστα η ρήση του πρώτου ότι «τότε οι πόλεις χάνονται, όταν δεν μπορούν να ξεχωρίσουν τους κακούς από τους καλούς», ενώ η Αρετή, αν και εξακολουθεί να παραμένει σκοπός του βίου, είναι κάτι το απολύτως πρακτικό που δεν χρειάζεται ούτε πολλά λόγια, ούτε επίπονη εκπαίδευση (Διογένης Λαέρτιος 6, 2).
 
Η Αρετή, που είναι κάτι το υπαρκτό, μπορεί να διδαχθεί με πολύ απλό τρόπο στον άνθρωπο, αφού η αρχή για τη μάθηση είναι η προσεκτική σπουδή των λέξεων «ΑΡΧΗ ΠΑΙΔΕΥΣΕΩΣ Η ΤΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ» και αν μάλιστα αυτή (δηλ. η Αρετή) κάποτε κατακτηθεί, είναι παντελώς αδύνατον να απωλεσθεί.
 
Για τους «Κυνικούς», ο λόγος λειτουργεί μόνον στο να αποφαίνεται για το τι υπάρχει ή υπήρχε: «ΠΡΩΤΟΣ (ΑΝΤΙΣΘΕΝΗΣ) ΩΡΙΣΑΤΟ ΛΟΓΟΝ, ΕΙΠΩΝ, ΛΟΓΟΣ ΕΣΤΙΝ Ο ΤΟ ΤΙ ΗΝ Ή ΕΣΤΙ ΔΗΛΩΝ» (Ed. Mullach, Fragmenta Philosophorum Graecorum, II, 283), ενώ τα αγαθά διακρίνονται μόνο σε δύο κατηγορίες, τα εξωτερικά (ιδιοκτησία, σωματική ηδονή, πολυτέλεια) και τα εσωτερικά.
Στα δεύτερα είναι που ανήκει το κατ’ εξοχήν ζητούμενο των φιλοσόφων, δηλαδή η ασφαλής γνώση της Αληθείας και του Εαυτού. Οι «Κυνικοί», κηρύσσουν ωστόσο μία «έμπρακτη» Ηθική, κατά την οποία η Αρετή όλως «παραδόξως» δεν εξαρτάται από τη Γνώση, αλλά είναι αποτέλεσμα ασκήσεως, εθισμού και αυτοελέγχου. Με πρότυπο τον Ηρακλέα, καλούν σε προσωπική αυτάρκεια μέσω της απαλλαγής από τις λεγόμενες ανάγκες, αλλά και μέσω της πορεύσεως σε έναν φυσικό τρόπο καθημερινού βίου, με απλότητα, σκληραγωγία και αυτοδιάθεση.
 
Ο «σοφός» των «Κυνικών» είναι ΑΥΤΑΡΚΗΣ, αφού έχει (με το να είναι τέτοιος) τον πλούτο όλων των ανθρώπων. Δίνοντας συνεπώς έμφαση στον καθημερινό Τρόπο αντί στη Θεωρία, οι «Κυνικοί» επίγονοι του Αντισθένους, οι λεγόμενοι και «Αντισθενικοί», ταξίδευσαν με ιεραποστολική σχεδόν διάθεση από άκρου σε άκρο του Ελληνιστικού και Ρωμαϊκού κόσμου, ντυμένοι πτωχικά, μ’ ένα σακούλι στον ώμο για τη λιγοστή τροφή τους, αντισυμβατικοί σε όλους τους τομείς.
 
Κατά κανόνα αρνούμενοι ακόμη και εκείνους τους συγκεκριμένους τομείς της κοινωνικότητος που αναμφίβολα σεβόταν και τιμούσε ο ιδρυτής τους Αντισθένης, βρώμικοι, ατημέλητοι και προκλητικοί τόσο στα λόγια όσο και στα έργα τους και καθιέρωσαν περισσότερο μία φιγούρα στάσεως, μορφής και συμπεριφοράς, παρά ένα οργανωμένο φιλοσοφικό σύστημα.
 
Σπουδαίος συνεχιστής των διδασκαλιών του υπήρξε ο εκ Σινώπης Διογένης. Διάδοχος αυτού αναφέρεται ο εκ Θηβών Κράτης οποίος δώρισε στη πατρίδα του όλη τη περιουσία του διάγοντας τη ζωή του με την -επίσης φιλόσοφο- σύζυγό του Ιππαρχία και με μόνη περιουσία τη ράβδο του (βακτηρία) και τον σάκο του (πήρα). Μαθητής δε αυτού ήταν ο εκ Μαρωνείας Μητροκλής ο οποίος και επινόησε νέο φιλολογικό είδος τις «Χρείες» το περιεχόμενο του οποίου αποτελούν παράδοξα και αστεία ανέκδοτα.
 
Όλοι οι παραπάνω αποτελούν την ομάδα των αρχαιοτέρων κυνικών. Νεότερη επιβίωση των Κυνικών αποτελούν οι νεότεροι Κυνικοί εκ των οποίων κυριότεροι είναι ο Βίων ο Βορυσθενίτης, ο Τέλης, ο Μένιππος εκ Γαδάρων, μαθητής του Μικροκλή, ο Μενέδημος, ο Φοίνιξ ο Κολοφώνιος, ο Κερκιδάς ο Μεγαλοπολίτης καθώς και οι επιγραμματοποιοί Ποσείδιππος, Μελέαγρος και Λεωνίδας ο Κυνικός.
Κατά τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, της κυνικής αίρεσης οπαδοί υπήρξαν και ο Μάξιμος ο Αλεξανδρεύς (380) και ο Σαλλούστιος (460). Πολλά από τα δόγματα των Κυνικών και ιδίως τα περί απαθείας και ασκητικής εγκράτειας έγιναν αποδεκτά από τον χριστιανικό μοναχισμό.
 
Ο κυνισμός δεν είναι απλή φιλοσοφία
Είναι για την ακρίβεια ένας φιλοσοφικός τρόπος ζωής
 
Ασχολείται κυρίως με το πώς η σκέψη θα περάσει σε πρακτικό επίπεδο διότι αυτό κυρίως είναι που τον ενδιαφέρει. Είναι καλό να αναπτύσσεται η σκέψη και να προχωρά σε δρόμους άγνωστους αλλά είναι καλύτερο τούτοι οι δρόμοι να έχουν αντίκρισμα στην καθημερινότητα του ανθρώπου. Αν δεν υπάρχει αυτό το αντίκρισμα, αν η σκέψη δεν μπορεί να είναι άμεσα εφαρμόσιμη επί του καθημερινού βίου τότε όσο καλή και να είναι όσο πρωτοποριακή και να φαίνεται η προσφορά της στο γίγνεσθαι είναι τόσο μικρή που την καθιστά ανίκανη να επηρεάσει τις ζωές μας και σε πολλές περιπτώσεις την καθιστά επικίνδυνη.
 
Τούτο διότι η σκέψη είναι εύπλαστη και υποκειμενική υπό την έννοια πως ο καθένας μπορεί στο μυαλό του να την διαμορφώσει όπως αυτός νομίζει ή καλύτερα όπως αυτός την αντιλαμβάνεται. Αντίθετα η σκέψη που έχει άμεση επίδραση στην καθημερινότητα ακριβώς λόγω αυτής της πρακτικότητας είναι δύσκολο να επιφέρει δυστυχείς καταστάσεις αφού κανείς μα κανείς άνθρωπος δεν σκέφτεται να πράξει για το πώς θα δυστυχήσει.
 
Σαφώς και άλλες αξιολογότατες φιλοσοφικές σχολές μπορούν να υπερηφανεύονται επί του πρακτέου υπάρχει όμως μια διαφορά. Η κυνική φιλοσοφία δεν ίδρυσε ποτές κτηριακές υποδομές δεν ζήτησε ποτέ χρήματα για να διδάξει και δεν έκανε επιλογή μεταξύ των ανθρώπων που θα διδαχθούν.
 
Απολύτως Ελεύθερος
 
Οποιοσδήποτε είναι απολύτως ελεύθερος να επιλέξει την κυνική φιλοσοφία με όποιο τρόπο αυτός θέλει, χωρίς περιορισμούς χωρίς δεσμεύσεις, χωρίς δάσκαλο χωρίς χρήματα ανεξαρτήτως χρώματος ράτσας φυλής έθνους θρησκείας και ιδεολογίας. Αρκεί η Θέληση και αφού καταφέρει να μπει τότε θα καταλάβει πως όσοι δεν θέλουν είναι επειδή φοβούνται. Και είναι αλήθεια πως έχουν κάθε λόγο να φοβούνται αφού έχουν αρχής εξ’ αρχής ν’ αντιμετωπίσουν τον ίδιο τους τον εαυτό.
 
Ένας πόλεμος σε διαρκή ανάπαυλα είναι η φιλοσοφία των κυνικών. Ένας διαρκής αδυσώπητος πόλεμος εναντίων του ίδιου μας του εαυτού χωρίς νικητή και νικημένο που τελειώνει μόνο με τον θάνατο. Όταν ένας κυνικός βλέπει τον εαυτό του τότε του είναι κατόπιν αδύνατον να μην σαρκάζει την κοινωνία όλη ως έχει. Διότι ο εαυτός μας είναι η κοινωνία μας που μέσα της ζούμε. Στην πραγματικότητα όλοι περίπου τα ίδια είμαστε σε πολλούς τομείς αλλά οι περισσότεροι αρνούμαστε να τα δούμε καν, πόσο μάλιστα να τα καυτηριάσουμε.

Ελάχιστες αρχές
 
Δεν είναι πολλές οι αρχές που διέπουν τον κυνικό τρόπο ζωής. Αντιθέτως είναι ελάχιστες. Τόσο ελάχιστες που προκαλούν κάποιες φορές θυμηδία σε όσους αρέσκονται να περιπλέκουν πράγματα και καταστάσεις. Ολόκληρη η κυνική φιλοσοφία θα μπορούσε να περιοριστεί σε μια μόνο πρόταση. Κατά φύση ζην. Τούτη η μικρή προτασούλα μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαίνεται απλοϊκή και λίγη, στην πραγματικότητα όμως περικλείει μέσα της τα πάντα σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο.
 
Πολλές φορές έχει ακουστεί πως δεν μπορούν οι άνθρωποι να ζήσουν σαν τα ζώα, όπως και τα ζώα δεν μπορούν να ζήσουν όπως οι άνθρωποι. Αυτό φαίνεται σαν όρος αληθής δεν είναι όμως. Δεν είναι διότι παραβλέπει το ουσιώδες, πως δηλαδή και οι άνθρωποι είναι ζώα. Διαφορετικά μεν από τ’ άλλα αλλά πάντως ζώα. Ανήκουμε ως είδος κι εμείς στο ζωικό βασίλειο, κατατασσόμαστε στην πανίδα τούτου του πανέμορφου πλανήτη και οι σταθερές που επηρεάζουν τα υπόλοιπα ζώα επηρεάζουν κι εμάς.
 
Εκεί λοιπόν που πρέπει να εστιάσουμε και δεν το κάνουμε είναι στην διαφορετικότητα. Αυτό που ξεχωρίζει εμάς είναι η ΛΟΓΙΚΗ. Σ’ όλα τ’ άλλα είμαστε ίδιοι με τα ζώα, όμως το παραβλέπουμε κι αυτό είναι ανήθικο. Πολλά ζώα έχουν πανίσχυρη όσφρηση αλλά κανένα είδος δεν θέλησε να εξαφανίσει τον άνθρωπο που δεν μπορεί να μυρίσει. Αυτό το ουσιώδες τείνει να ξεχαστεί όσο ο πολιτισμός αναπτύσσεται κάνοντας μας να νομίζουμε πως είμαστε κάποιο ανώτερο ον αντί του διαφορετικού που είναι το ορθό.
 
Όσο και να θέλουμε όσο και να προσπαθήσουμε όσο και να αναπτύξουμε τον πολιτισμό μας δεν γίνεται να αποκοπούμε από την φύση μας παρά μόνο με οδυνηρά έως καταστρεπτικά μέχρι αφανισμού για εμάς αποτελέσματα. Είναι πλάνη να νομίζουμε πως μπορούμε να λειτουργήσουμε ασχέτως των φυσικών νόμων και δομών και τούτο ειδικά σήμερα που ο πολιτισμός έχει φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη φαίνεται όλο και περισσότερο στα προβλήματα που δημιουργήσαμε τόσο στο οικοσύστημα όσο κυρίως σ’ εμάς τους ίδιους.
 
Θα μπορούσαμε να πούμε και δεν θα ήταν λάθος μια τέτοια σκέψη, πως ο κυνισμός είναι το μέτρο που προσπαθεί να συγκεράσει τον ανθρώπινο πολιτισμό με την φυσική εξέλιξη. Αυτή επί της ουσίας είναι η εργασία του κυνισμού. Το πώς δηλαδή η ανάγκη ανάπτυξης του ανθρώπινου πολιτισμού θα είναι παράλληλη και σύμφωνη με την ανάγκη εξέλιξης του φυσικού κόσμου. Το πώς αυτές οι δύο ανάγκες θα λειτουργήσουν χωρίς η μία να προσπαθεί να αναιρέσει την άλλη είναι κατά τους κυνικούς όχι μόνο ζητούμενο αλλά ο δρόμος που θα μας δώσει την εξέλιξη εκείνη που δεν θα έχει ημερομηνία λήξης.
 
Τα όρια της εξέλιξης
 
Το ζωικό βασίλειο (μέρος του οποίου είμαστε και οι άνθρωποι) εξελίσσεται και αυτό πολλές φορές εις βάρος του ευρύτερου φυσικού συνόλου αλλά όμως αυτή η εξέλιξη είναι ασυνείδητη και μέχρι του σημείου όπου μπορεί να γίνει ανεκτή. Πέραν του οριακού αυτού σημείου η ανάπτυξη σταματά με τρόπο βίαιο και καθοριστικό, πολλές φορές δε με τεράστια μείωση πληθυσμού ούτως ώστε τούτος να καταστεί ακίνδυνος για το φυσικό σύνολο.
 
Η διαφορά όμως του ανθρώπου από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο είναι πως οι άνθρωποι εξελίσσονται πλέον συνειδητά και όχι ασυνείδητα και ως εκ τούτου θα πρέπει να φροντίσουν ώστε η δική τους ανάπτυξη να μην φτάσει ποτέ στο όριο της καταστροφής. Είμαστε το μοναδικό είδος πάνω στον πλανήτη που ξέρουμε πως κάποια στιγμή θα πεθάνουμε και αυτό είναι που καλείται ο κυνισμός να βοηθήσει να εκμεταλλευτούμε.
 
Διότι για τον κυνισμό η γνώση της θνητότητας είναι προτέρημα που θα πρέπει να εκμεταλλευτούμε δημιουργικά εν γνώση μας πως αφού εμείς θα εκλείψουμε ας αφήσουμε πίσω μας κάτι καλύτερο από αυτό που βρήκαμε. Γι' αυτό τον λόγο είναι που ο κυνικός δεν ασχολείται με τον θάνατο. Όλοι μια μέρα θα πεθάνουμε. Το θέμα είναι μέχρι τότε τι κάνουμε.
 
Σκεφτείτε πως κανένα άλλο όν δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Κανένα όν δεν μπορεί ν’ αποφασίσει τι θέλει να κάνει στην ζωή του. Κι όμως αυτό το πλεονέκτημα μένει έμενε και θα μένει πάντα ανεκμετάλλευτο από τους ανθρώπους. Κάναμε κάνουμε και μάλλον θα συνεχίσουμε να κάνουμε ότι μας λένε και όχι ότι θέλουμε και το ουσιαστικότερο, δεν καταλαβαίνουμε τι κάνουμε και δεν ξέρουμε τι θέλουμε.
 
Όχι στην αχαλίνωτη ανάπτυξη
 
Έχει γραφτεί πως ο κυνισμός είναι ενάντιος στην ανάπτυξη του πολιτισμού και της τεχνολογίας. Δεν είναι όμως καθόλου έτσι. Στην πραγματικότητα ο κυνισμός είναι αντίθετος στην αχαλίνωτη ανάπτυξη και όχι γενικώς στην ανάπτυξη. Θεωρεί πως η όποια ανάπτυξη θα πρέπει να εφαρμόζεται με κριτήριο την γενικότερη αποδοχή και προσφορά στην φύση και όχι στηριζόμενη αποκλειστικά στην ευμάρεια και τον ωφελιμισμό μας.
 
Με την λογική πως αυτό που ωφελεί τους ανθρώπους δεν είναι απαραίτητα ωφέλιμο και στην φύση θέτει κριτήριο χρηστικότητας τον απαράβατο όρο του αέναου κύκλου της ζωής. Αυτός και μόνο ο όρος είναι αρκετός νομίζω για να αντιληφθούμε πως οι κυνικοί ήταν ανέκαθεν και θα είναι αντιπαθείς και μισητοί πολλές φορές από το σύστημα εξουσίας (το όποιο σύστημα) και πλουτισμού, αφού είναι ουκ ολίγες οι περιπτώσεις που έρχεται σε ανοιχτή σύγκρουση με αυτό διατρανώνοντας την προαναφερθείσα λογική και καθιστώντας την ως τροχοπέδη στην απληστία που διακατέχει τις κοινωνίες. Δεν είναι τυχαίο, δεν είναι καθόλου τυχαίο πως οι κυνικοί πέρασαν στην ιστορία για την αντισυμβατικότητά τους.
 
Δεν είναι τυχαίο πως σήμερα όταν λέμε πως κάποιος είναι κυνικός εννοούμε πως χλευάζει βρίζει και μεμψιμοιρεί την κοινωνία. Πρόκειται ουσιαστικά (όλη αυτή η εικόνα που έχει δοθεί) για μια μέσω στρέβλωσης αντίδραση του συστήματος ενάντια στην κυνική σκέψη. Ναι είναι γεγονός πως εμείς οι κυνικοί δαγκώνουμε. Δαγκώνουμε και τους φίλους και τους εχθρούς μα περισσότερο δαγκώνουμε τους αμέτοχους, τους ουδέτερους, τους αναξιοπαθούντες. Ενώ όμως όλοι στέκονται στο δάγκωμα κανείς μα κανείς δεν αναρωτιέται το γιατί οι κυνικοί δαγκώνουν.
 
Επιχειρώντας μια πλήρη διαστρέβλωση της πραγματικότητας τα θύματα της χλεύης των κυνικών καλύπτονται κάτω από τις πληγές τους περιφέροντάς τες στην αγορά και παρουσιάζοντας τον εαυτό τους ως θύματα ενώ η πραγματικότητα είναι εντελώς ανάποδη. Αναρωτιούνται δηλαδή γιατί δέχτηκαν τις δαγκωματιές αλλά δεν αναρωτιούνται τι έκαναν και προκάλεσαν αυτές. Κάνουν πως αγνοούν την αιτία και στέκονται στις αφορμές παραπλανώντας πρώτα απ’ όλα τον ίδιο τους τον εαυτό.
 
Συνηθίζουμε για παράδειγμα να λέμε πως κάποιος μίλησε κυνικά όταν λέει την ωμή αλήθεια. Ενώ αν έλεγε ψέματα δεν θα μίλαγε κυνικά. Εμμέσως πλην σαφώς δηλαδή θεωρούμε τον φιλαλήθη Κυνικό και άρα κακό περίεργο τραχύ και λοιπά ωραία κι έτσι καλό και άριστος είναι ο ψεύτης. Το περίεργο, η στρέβλωση είναι πως δεν θεωρεί κανείς υπεύθυνη για όλα αυτά την αλήθεια, αλλά αυτόν που την είπε. Κυνικός όποιος λέει την αλήθεια λοιπόν, έστω αν μέσα μας όλοι γνωρίζουμε πως δεν φταίει ο Κυνικός που αυτή είναι η αλήθεια.
 
Ο Κέρβερος του Πολιτισμού
 
Η σκέψη των Κυνικών λειτουργεί σαν ο Κέρβερος του πολιτισμού κι έτσι πρέπει να αντιμετωπίζεται. Όσο δεν φταίει ο κέρβερος αν κάποιος μπει στα χωράφια του, άλλο τόσο δεν φταίει και ο κυνικός αν με τον τρόπο του κάποιος προσβάλει την φύση του και κατ’ επέκταση την φυσική ροή των πραγμάτων.
 
Είναι αρχή της Κυνικής φιλοσοφίας πως οι άνθρωποι δεν έχουν μεγαλύτερες ανάγκες από τα υπόλοιπα όντα τούτου του πλανήτη. Έχουν περισσότερα θέλω και όχι περισσότερες ανάγκες και είναι ο κυνισμός αυτός που περιορίζει τα θέλω μέχρι εκεί που δεν θα βλάπτουν τις ανάγκες του φυσικού συνόλου. Προσοχή, όχι τις ανάγκες του ανθρώπινου κοινωνικού συνόλου αλλά τις ανάγκες του φυσικού συνόλου.
 
Στον κυνικό τρόπο σκέψης ο κόσμος μας δεν είναι ανθρωποκεντρικός. Ούτε καν θα πρέπει να στοχεύει προς εκεί. Ο άνθρωπος έχει την θέση του μέσα σε αυτόν τον κόσμο αλλά δεν υπάρχει ο κόσμος για να ευνοεί αποκλειστικά τον άνθρωπο παρά μόνο ως μέρος του όλου. Οι επιθυμίες των ανθρώπων δεν μπορούν και δεν έχουν δικαίωμα να είναι ανώτερες της ανάγκης των άλλων υπάρξεων. Ναι στις επιθυμίες αλλά όχι ανεξέλεγκτα και εφ’ όσον έχουν καλυφθεί πρώτα οι ανάγκες τόσο των ανθρώπων όσο και της φύσης γενικότερα.
 
Είναι αδιανόητο οι επιθυμίες των ανθρώπων να θεωρούνται ανώτερες των φυσικών αναγκών και πέρα από αδιανόητο είναι υβριστικό, ανίερο και μιαρό να θεωρούμε πως οι επιθυμίες μας είναι ανάγκες. Ακόμα και στην περίπτωση που οι άνθρωποι καλύψουν όλες τους τις ανάγκες πολύ λίγο δικαιούνται να κυνηγήσουν τις επιθυμίες τους αν πρώτιστα δεν φροντίσουν και τις ανάγκες του κόσμου.
 
Αλλά ακόμα και στην υποθετική περίπτωση όπου οι ανάγκες όλων των όντων έχουν καλυφθεί ακόμα και τότε οι επιθυμίες των ανθρώπων πρέπει πρώτα να περνάνε από το κόσκινο της ανταποδοτικότητας προς την Φύση και κατόπιν να εφαρμόζονται. Θα μπορούσαμε να πούμε πως ο κυνισμός είναι το πρώτο ολιστικό φιλοσοφικό ρεύμα που παρουσιάστηκε και ίσως το μοναδικό που εξακολουθεί να υπάρχει αυτούσιο χωρίς να μεταβάλει τις αρχές και τις αξίες του.
 
Πλούτος, εξουσία και ανεξέλεγκτη τεχνολογική ανάπτυξη είναι επιθυμίες που πρέπει να αποφεύγονται αφού δεν ορίζουν το σύνολο αλλά αφορούν αποκλειστικά τις κοινωνίες των ανθρώπων. Εδώ όμως αρχίζουν τα πραγματικά δύσκολα. Αφού η κοινωνία πρέπει να είναι φυσιολατρική λειτουργώντας σε σχέση με την φύση, σημαίνει πως αυτό που πρέπει καταρχήν να οριστεί είναι η ίδια η κοινωνία.

Εν τάχει οι Αρχές Κυνικής φιλοσοφίας
 
ΘΕΣΗ 1. Κατά τους «Κυνικούς», η Φιλοσοφία οφείλει ν’ ασχολείται με την καθημερινή ζωή και με κάθε τι που είναι συγκεκριμένο και απτό και να παρακάμπτει, ως ματαιοπονία, τον κόσμο των αφηρημένων εννοιών. Για την Αρετή, η οποία ορίζεται ως σκοπός της ζωής, δεν απαιτείται πολυμάθεια, και στην κατάκτησή της δεν συντελεί διόλου η μελέτη πολύπλοκων αντικειμένων όπως η Γεωμετρία, η Μουσική και η Λογοτεχνία. Ανίσχυρες και παραπλανητικές είναι επίσης όλες οι ενασχολήσεις με μεταφυσικά, γλωσσολογικά και επιστημονικά ζητήματα. Ως βασικά εργαλεία διακίνησης των ιδεών της Σχολής αναγνωρίζονται μόνον το έμπρακτο παράδειγμα και η συγγραφή «διατριβών» και «σάτυρας».
 
ΘΕΣΗ 2. Σημαντικό είναι το απτό 'Ατομο και όχι η αόριστη και γενική έννοια «Ανθρωπότης» και η λεγομένη «κοινή ανθρώπινη φύσις». Το «καλό» ισχύει για τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά, σε προσωπική βάση και η «ευδαιμονία» αποκτάται με την εξασφάλιση της μέγιστης δυνατής εσωτερικής αυτάρκειας μέσω της απελευθερώσεως από τις μεταβολές της Τύχης και των άλλων εξωτερικών του εαυτού (απειλητικών προς αυτόν) δυνάμεων του κόσμου. Ο «ευδαίμων» άνθρωπος οφείλει να είναι επιμόνως αδιάφορος και υπομονετικός απέναντι στις όποιες συμφορές.
 
Το κέντρο βάρους της ηθικής και της συνειδησιακής αλλαγής τοποθετείται από τους Κυνικούς αποκλειστικώς στο 'Ατομο, πέρα από κάθε εξωτερικό δεδομένο, όπως θεσμούς, συνήθειες, απόψεις, έξεις, κανόνες, παρορμήσεις, σχέσεις. Η όποια αλλαγή και βελτίωση είναι αποκλειστικώς εσωτερική ανθρώπινη υπόθεση, εντελώς ανεξάρτητη από την όποια κοινωνική, πολιτισμική, πολιτική και οικονομική πραγματικότητα. Η εσωτερική συνειδησιακή αλλαγή είναι απείρως πιο σημαντική από κάθε πολιτικοκοινωνική τέτοια, σε βαθμό που η τελευταία να καθίσταται ακόμη και αδιάφορη.
 
ΘΕΣΗ 3. Να αντιμετωπισθούν με τη μέγιστη περιφρόνηση τα όσα αιχμαλωτίζουν τους ανθρώπους στα δεσμά των «αναγκών», δηλαδή ο πλούτος, η πολυτέλεια, τα αξιώματα, η δόξα, οι απολαύσεις κ.ά. Η ειρήνη του πνεύματος και η ακμή του σώματος, κατακτώνται μέσω μίας απλής και λιτής διαβιώσεως, της λεγόμενης «εντίμου πενίας». Στον άμετρο και αφιλοσόφητο άνθρωπο, τα αποκτήματα κατά κανόνα γίνονται αδυσώπητοι και εκνευριστικοί κτήτορες, και η λεγομένη «κοινωνική θέση» ή τα διάφορα αξιώματα γίνονται δυνάστες των κατόχων τους, τους οποίους εν τέλει καταπίνουν.
 
Ο Κράτης αποκαλεί «ημιονηγούς» τους στρατηγούς, ενώ κατά τον Διογένη ο «Κυνικός» είναι πιο προνομιούχος από τον θεωρητικώς ισχυρότερο όλων των ανθρώπων, τον τύραννο, επειδή ο τελευταίος έχει πάρα πολλά να χάσει, άρα και πάρα πολλές αιτίες για να φοβηθεί (Δίων Χρυσόστομος 8, 17). Ενώ ο τύραννος τρέμει συνεχώς, ο «Κυνικός» δεν φοβάται απολύτως τίποτε, διότι δεν έχει, ή δεν θεωρεί, τίποτε δικό του, αλλ’ αντιθέτως, χαλαρωμένος και εσαεί ελεύθερος, κυριαρχεί απολύτως πάνω στον φόβο του ως «το μόνο πράγμα που όντως έχει νόημα να φοβάται κανείς».
 
ΘΕΣΗ 4. Η εμπειρία και η μέσω των αισθήσεων αντίληψη, αποτελούν τη μοναδική πηγή της Γνώσεως. H μεγαλύτερη από όλες τις ανοησίες είναι το να παίρνει κανείς την ίδια τη ζωή στα σοβαρά, ή, έστω, περισσότερο σοβαρά από όσο η ίδια η φύση της απαιτεί, ως διαδρομή περισσότερο παρά ως άπαν. Ο βίος δεν είναι παρά μία διασκεδαστική περιπέτεια, μία πόρευση μέσα από φιλικά ή εχθρικά δεδομένα και καταστάσεις, και ο θάνατος απλώς το υποχρεωτικό πέρασμα εκτός του εμβίου κόσμου σε κάποια δεδομένη χρονική στιγμή, άρα παντελώς αδιάφορος.
 
Οι νεκροί εκ των πραγμάτων δεν υποφέρουν, οι δε ζώντες για να μην υποφέρουν οφείλουν πρωτίστως να κατανικήσουν τον φόβο του θανάτου. Όπως τονίζει ο Διογένης, η ετοιμότητα του ανθρώπου να πεθάνει ανά πάσα στιγμή είναι εκείνη που τον κάνει πραγματικά ευτυχή και ελεύθερο.
 
ΘΕΣΗ 5. Ως συνέπεια των ανωτέρω, οι Κυνικοί, όπως και οι Στωϊκοί με την αυτή συλλογιστική βάση, επιδοκιμάζουν την «εύλογον» αυτοκτονία, δηλαδή την εθελουσία αποχώρηση από τον βίο ως το κατεξοχήν και πάντοτε πρόχειρο εργαλείο εξασφαλίσεως Αξιοπρέπειας και Ελευθερίας. Το ίδιο επιδοκιμάζουν την ευσπλαχνική ευθανασία και όχι αδίκως βεβαίως, αφού, όπως σημειώνει ο Τζαίησον Ξενάκης, «η στάση απέναντι στο δικαίωμα των ανθρώπων να πεθάνουν είναι σημαντική ένδειξη για το πόσο ανθρωπιστική είναι μία κοινωνία».
 
Κανείς δουλοκτήτης και δουλοποιός δεν αρέσκεται στην ιδέα πως ανά πάσα στιγμή είναι εφικτή η οριστική απόδραση κάποιων δούλων του, ή ακόμη και όλων των δούλων του και δεν είναι διόλου συμπτωματική η καταδίκη κάθε εθελουσίας αποχωρήσεως από τις γνωστές οργανωμένες Θρησκείες που συνεργάζονται στενά με συστήματα πολιτικο-οικονομικού εξουσιασμού.
 
ΘΕΣΗ 6. Ο πραγματικά Κυνικός στέκει αντίθετος στη χρήση γενικών εννοιών και να καλλιεργεί τον αντιϊδεαλισμό και τον σχετικισμό. Η «Αρετή» και η «Κακία» υπό την κυρίαρχη, συμβατική και γενική χρήση τους, είναι απλώς λέξεις κενές.
 
ΘΕΣΗ 7. Υπάρχει θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στη «Φύση» (η οποία στηρίζεται στο «Είναι») και το «Νόμο» (ο οποίος στηρίζεται στο «Έθιμον»). Όλοι οι κοινωνικοί θεσμοί είναι συμβατικοί και τεχνητοί, αλλά και αμείλικτοι στραγγαλιστές της ατομικής ελευθερίας αν κανείς διαπράξει το σφάλμα να τους πάρει στα σοβαρά. Η πραγματική απελευθέρωση επιτυγχάνεται μέσω της εκ θεμελίων επαναξιολογήσεως όλων των αξιών και της συνειδητοποιήσεως του απρόσμενα μεγάλου αριθμού πραγμάτων που μπορούν να διαγνωσθούν και εν συνεχεία ν’ αντιμετωπισθούν ως περιττά ή παντελώς άχρηστα.
 
Πολιτισμός σημαίνει κατακλυσμός από άχρηστα αντικείμενα, σκουπιδοπαραγωγή, σκουπιδοσυλλογή, σκουπιδαποθησαύρισμα και σκουπιδολατρία, συνεπώς ο «Κυνικός» οφείλει να διαβιεί με τρόπο που ν’ αποδεικνύει το πόσο ελάχιστα είναι τα πράγματα τα οποία όντως απαιτεί ένας βίος Ελευθερίας και Αυτο-εξαρτήσεως. Το ιδανικό του «Κυνικού», είναι η πλήρης απουσία των οποιωνδήποτε δεσμών. Όταν μηδενίζεται η ένταξη, μηδενίζονται οι απώλειες και συνεπώς ο άνθρωπος μένει αυτάρκης, αυτεξούσιος και ευδαίμων, όπως ένας ένσαρκος Θεός, του οποίου οι πραγματικές ανάγκες περιορίζονται στη βιολογική διατήρηση και μόνον εκεί. Οι πραγματικοί Θεοί θεωρούνται τέτοιοι, επειδή ακριβώς δεν χρειάζονται απολύτως τίποτε και η Αυτάρκεια είναι πρωτεύον χαρακτηριστικό τους.
 
ΘΕΣΗ 8. Ως υπογράμμιση της ανθρώπινης Αυτάρκειας, ο Κυνικός δεν χρειάζεται καν τον λεγόμενο προσωπικό χώρο, για τον οποίο πασχίζουν σε όλον τους τον βίο οι άλλοι άνθρωποι, αλλ’ αντιθέτως λειτουργεί πάντοτε δημοσίως, ακόμη και στις περιπτώσεις του φαγητού, του ύπνου ή και αυτού ακόμη του ερωτισμού. Σε αντίθεση προς τα ισχύοντα, το να κρύβεται κανείς καθ’ οιονδήποτε τρόπο, για τον «Κυνικό» αποτελεί όνειδος, επειδή καταδεικνύει φοβικότητα, υποκρισία και αρρωστημένη μυστικοπάθεια. Ο Κράτης και η Ιππαρχία κάνουν δημοσίως έρωτα, ενώ ο Διογένης, αυνανιζόμενος στο κέντρο της Αγοράς, αναφωνεί ότι είναι κρίμα από τη φύση να μη μπορούν οι θνητοί να χορτάσουν αναλόγως την πείνα τους χαϊδεύοντας απλώς την κοιλιά τους.
 
ΘΕΣΗ 9. Για τους Κυνικούς οι θρησκείες είναι «προϊόντα ανθρώπινης συνήθειας». Κατ’ αυτούς, ο Κόσμος διοικείται από έναν «Θείο Νού» που δεν μπορεί ν’ αναπαρασταθεί με εικόνα διότι, απλώς, τίποτε επί γης δεν ομοιάζει προς αυτόν. Οι Θεοί πάντως του Εθνικού Πολυθεϊσμού, μπορούν να θεωρηθούν «πολλές μορφές» αυτού του «Θείου Νοός», οπότε η ερμηνεία της φύσεώς τους καθίσταται δυνατή μέσω της αλληγορίας.
 
ΘΕΣΗ 10. Η Αρετή είναι διδακτέα και από τη στιγμή που θα κατακτηθεί είναι παντελώς αδύνατον να απωλεσθεί. Ο κάτοχός της, ο Κυνικός σοφός, είναι απολύτως ελεύθερος και αυτάρκης, αφού, με το να είναι τέτοιος, κατέχει όλον τον πλούτο που μπορεί να αφορά την ανθρώπινη φύση. Σε αντίθεση προς αυτό που πάρα πολλοί πιστεύουν, η αντισυμβατικότητα του «Κυνικού» δεν είναι απλώς ένα εντόνως δραματικό μέσον για την επίτευξη ενός σκοπού ή για την άμεση ενόχληση του μέσου, συμβατικού ανθρώπου, με την ελπίδα ενός πιθανού αφυπνιστικού σοκ, αλλά αποτελεί, όπως πολύ σωστά τόνισε ο Ξενάκης, «αναπόσπαστο στοιχείο της προσωπικότητος του Κυνικού, που είναι ακέραιος και συνεπής. Αυτό που λέει το εννοεί και αυτό που πρεσβεύει το εφαρμόζει».
 
Όλοι μια μέρα θα πεθάνουμε. Το θέμα είναι μέχρι τότε τι κάνουμε. Σκεφτείτε πως κανένα άλλο όν δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Κανένα όν δεν μπορεί ν’ αποφασίσει τι θέλει να κάνει στην ζωή του. Κι όμως αυτό το πλεονέκτημα μένει έμενε και θα μένει πάντα ανεκμετάλλευτο από τους ανθρώπους. Κάναμε κάνουμε και μάλλον θα συνεχίσουμε να κάνουμε ότι μας λένε και όχι ότι θέλουμε και το ουσιαστικότερο, δεν καταλαβαίνουμε τι κάνουμε και δεν ξέρουμε τι θέλουμε!

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΗΣΙΟΔΟΣ - Θεογονία (1-52)


Η ποιητική στέψη του Ησιόδου

Στο έπος που φέρει τον τίτλο Θεογονία ο Ησίοδος εξιστορεί την γένεση των θεών και τα γεγονότα που οδήγησαν στην οριστική επικράτηση του Δία. Το ποίημα έχει τη δομή γενεαλογικού καταλόγου, στον οποίο εντάσσονται περισσότερες από τριακόσιες θεότητες και προσωποποιημένες κοσμικές δυνάμεις, ενώ ενδιαμέσως παρεμβάλλονται αρκετές μυθικές διηγήσεις ποικίλης έκτασης. Στην αρχή της γενεαλογίας βρίσκεται η "γέννηση" του Χάους· ακολουθούν η Γη, ο Τάρταρος και ο Έρως. Την πρώτη περίοδο της διακυβέρνησης από τον Ουρανό διαδέχεται η δεύτερη της κυριαρχίας του Κρόνου, ο οποίος τρώει τα παιδιά του, για να ακολουθήσει στο τέλος ο Δίας, ο οποίος ανατρέπει τον Κρόνο, αφού καταφέρνει προηγουμένως να τον ξεγελάσει και να σωθεί. Ύστερα από τον "μύθο της διαδοχής", ο οποίος παρουσιάζει εμφανείς αντιστοιχίες με παρόμοιους μύθους της Εγγύς Ανατολής, η αφήγηση επικεντρώνεται στην οριστική κυριαρχία του Δία: η τιμωρία του Προμηθέα, η νίκη στον πόλεμο με τους Τιτάνες, η καθυπόταξη του τέρατος Τυφωέα, η ανάδειξη του Δία σε βασιλιά των θεών, και μια σειρά γάμων τόσο του ίδιου του Δία όσο και των υπολοίπων θεών.

Το προοίμιο του έργου αποτελείται από έναν ύμνο προς τις Μούσες. Παρόμοιοι ύμνοι, δείγματα των οποίων σώζονται στους Ὁμηρικοὺς Ὕμνους,προτάσσονταν ως προοίμιο σε ποιήματα (κυρίως επικά) γραμμένα σε εξάμετρο. Στο τμήμα του προοιμίου που ακολουθεί περιγράφονται οι Μούσες, που χορεύουν και τραγουδούν στον Ελικώνα (στ. 1-21), η επιφάνειά τους στον ποιητή, ο οποίος αποκτά το χάρισμα να τραγουδά (στ. 22-34), και ο ύμνος του χρισμένου πια ποιητή προς τις Μούσες, οι οποίες τραγουδούν στα δώματα του Ολύμπου και ευφραίνουν τον Δία (στ. 35-52). Στο προοίμιο αυτό πρώτη φορά ποιητής αυτοσυστήνεται στο έργο του. Πρώτη φορά επίσης ποιητής παραδέχεται ότι η ποίηση δεν λέει πάντα την αλήθεια.
Προοίμιο

Μουσάων Ἑλικωνιάδων ἀρχώμεθ᾽ ἀείδειν,
αἵ θ᾽ Ἑλικῶνος ἔχουσιν ὄρος μέγα τε ζάθεόν τε,
καί τε περὶ κρήνην ἰοειδέα πόσσ᾽ ἁπαλοῖσιν
ὀρχεῦνται καὶ βωμὸν ἐρισθενέος Κρονίωνος·
5 καί τε λοεσσάμεναι τέρενα χρόα Περμησσοῖο
ἠ᾽ Ἵππου κρήνης ἠ᾽ Ὀλμειοῦ ζαθέοιο
ἀκροτάτῳ Ἑλικῶνι χοροὺς ἐνεποιήσαντο,
καλοὺς ἱμερόεντας, ἐπερρώσαντο δὲ ποσσίν.
ἔνθεν ἀπορνύμεναι κεκαλυμμέναι ἠέρι πολλῷ
10 ἐννύχιαι στεῖχον περικαλλέα ὄσσαν ἱεῖσαι,
ὑμνεῦσαι Δία τ᾽ αἰγίοχον καὶ πότνιαν Ἥρην
Ἀργείην, χρυσέοισι πεδίλοις ἐμβεβαυῖαν,
κούρην τ᾽ αἰγιόχοιο Διὸς γλαυκῶπιν Ἀθήνην
Φοῖβόν τ᾽ Ἀπόλλωνα καὶ Ἄρτεμιν ἰοχέαιραν
15 ἠδὲ Ποσειδάωνα γαιήοχον ἐννοσίγαιον
καὶ Θέμιν αἰδοίην ἑλικοβλέφαρόν τ᾽ Ἀφροδίτην
Ἥβην τε χρυσοστέφανον καλήν τε Διώνην
Λητώ τ᾽ Ἰαπετόν τε ἰδὲ Κρόνον ἀγκυλομήτην
Ἠῶ τ᾽ Ἠέλιόν τε μέγαν λαμπράν τε Σελήνην
20 Γαῖάν τ᾽ Ὠκεανόν τε μέγαν καὶ Νύκτα μέλαιναν
ἄλλων τ᾽ ἀθανάτων ἱερὸν γένος αἰὲν ἐόντων.
αἵ νύ ποθ᾽ Ἡσίοδον καλὴν ἐδίδαξαν ἀοιδήν,
ἄρνας ποιμαίνονθ᾽ Ἑλικῶνος ὕπο ζαθέοιο.
τόνδε δέ με πρώτιστα θεαὶ πρὸς μῦθον ἔειπον,
25 Μοῦσαι Ὀλυμπιάδες, κοῦραι Διὸς αἰγιόχοιο·
«ποιμένες ἄγραυλοι, κάκ᾽ ἐλέγχεα, γαστέρες οἶον,
ἴδμεν ψεύδεα πολλὰ λέγειν ἐτύμοισιν ὁμοῖα,
ἴδμεν δ᾽ εὖτ᾽ ἐθέλωμεν ἀληθέα γηρύσασθαι.»
ὣς ἔφασαν κοῦραι μεγάλου Διὸς ἀρτιέπειαι,
30 καί μοι σκῆπτρον ἔδον δάφνης ἐριθηλέος ὄζον
δρέψασαι, θηητόν· ἐνέπνευσαν δέ μοι αὐδὴν
θέσπιν, ἵνα κλείοιμι τά τ᾽ ἐσσόμενα πρό τ᾽ ἐόντα,
καί μ᾽ ἐκέλονθ᾽ ὑμνεῖν μακάρων γένος αἰὲν ἐόντων,
σφᾶς δ᾽ αὐτὰς πρῶτόν τε καὶ ὕστατον αἰὲν ἀείδειν.
35ἀλλὰ τίη μοι ταῦτα περὶ δρῦν ἢ περὶ πέτρην;
τύνη, Μουσάων ἀρχώμεθα, ταὶ Διὶ πατρὶ
ὑμνεῦσαι τέρπουσι μέγαν νόον ἐντὸς Ὀλύμπου,
εἴρουσαι τά τ᾽ ἐόντα τά τ᾽ ἐσσόμενα πρό τ᾽ ἐόντα,
φωνῇ ὁμηρεῦσαι, τῶν δ᾽ ἀκάματος ῥέει αὐδὴ
40 ἐκ στομάτων ἡδεῖα· γελᾷ δέ τε δώματα πατρὸς
Ζηνὸς ἐριγδούποιο θεᾶν ὀπὶ λειριοέσσῃ
σκιδναμένῃ, ἠχεῖ δὲ κάρη νιφόεντος Ὀλύμπου
δώματά τ᾽ ἀθανάτων· αἱ δ᾽ ἄμβροτον ὄσσαν ἱεῖσαι
θεῶν γένος αἰδοῖον πρῶτον κλείουσιν ἀοιδῇ
45 ἐξ ἀρχῆς, οὓς Γαῖα καὶ Οὐρανὸς εὐρὺς ἔτικτεν,
οἵ τ᾽ ἐκ τῶν ἐγένοντο, θεοὶ δωτῆρες ἐάων·
δεύτερον αὖτε Ζῆνα θεῶν πατέρ᾽ ἠδὲ καὶ ἀνδρῶν,
[ἀρχόμεναί θ᾽ ὑμνεῦσι θεαὶ † λήγουσαί τ᾽ ἀοιδῆς,]
ὅσσον φέρτατός ἐστι θεῶν κάρτει τε μέγιστος·
50 αὖτις δ᾽ ἀνθρώπων τε γένος κρατερῶν τε Γιγάντων
ὑμνεῦσαι τέρπουσι Διὸς νόον ἐντὸς Ὀλύμπου
Μοῦσαι Ὀλυμπιάδες, κοῦραι Διὸς αἰγιόχοιο.

***
Από τις Ελικωνιάδες Μούσες το τραγούδι ας αρχίσουμε,
που του Ελικώνα το βουνό κατέχουν, το μεγάλο και πανίερο,
κι από την κρήνη γύρω τη μενεξεδιά με πόδια απαλά
χορεύουν και το βωμό του παντοδύναμου του γιου του Κρόνου.
Κι αφού το τρυφερό τους σώμα λούσουν στην πηγή
του Περμησσού ή του Αλόγου ή του πανίερου Ολμειού,
στήνουν χορούς στο πιο ψηλό σημείο του Ελικώνα,
ωραίους, θελκτικούς, ζωηρά κινώντας με τα πόδια τους.
Αποδώ πέρα ορμούνε με πολύ ομίχλη καλυμμένες
10 και προχωρούνε μες στη νύχτα κι αφήνουνε περικαλλή φωνή,
το Δία υμνώντας που βαστά αιγίδα και τη σεβάσμια Ήρα,
την Αργίτισσα, που πάνω σε πέδιλα χρυσά πατά,
και του αιγιδοφόρου Δία την κόρη, την Αθηνά την αστραπόματη,
τον Φοίβο Απόλλωνα, την Άρτεμη που χύνει βέλη,
τον Ποσειδώνα που τη γη κυκλώνει και σείει,
τη σεβαστή τη Θέμιδα, την Αφροδίτη με το γοργό το βλέμμα,
τη χρυσοστέφανη Ήβη, την ωραία Διώνη,
τη Λητώ και τον Ιαπετό, το δολοπλόκο Κρόνο,
την Αυγή, το μέγα Ήλιο και τη λαμπρή Σελήνη,
20 τη Γαία, τον Ωκεανό το μέγα και τη μαύρη Νύχτα
και των υπόλοιπων αθάνατων θεών το ιερό το γένος των αιώνιων.
Αυτές δίδαξαν κάποτε στον Ησίοδο το ωραίο τραγούδι,
καθώς τ᾽ αρνιά του ποίμαινε απ᾽ τον πανίερο Ελικώνα κάτω.
Τούτα τα λόγια πρώτα απ᾽ όλα μού είπανε οι θεές,
οι Ολυμπιάδες Μούσες, κόρες του Δία που βαστά αιγίδα:
«Ποιμένες της υπαίθρου, κακές ντροπές, στομάχια σκέτα,
γνωρίζουμε να λέμε ψέματα πολλά, με την πραγματικότητα όμοια,
μα ξέρουμε, σαν θέλουμε, να ψάλλουμε κι αλήθειες».
Έτσι είπαν του μεγάλου Δία οι κόρες με τον τέλειο λόγο
30 και μου ᾽δωσαν σκήπτρο, κόβοντας δάφνης πολύβλαστης κλωνί,
θαυμάσιο. Θεόπνευστη φωνή φύσηξαν μέσα μου,
για να υμνώ όσα στο μέλλον θα συμβούν κι όσα στο παρελθόν γινήκανε.
Και με προέτρεψαν να υμνώ των μακαρίων θεών το γένος των αιώνιων
κι αυτές τις ίδιες πρώτα κι ύστατα πάντοτε να ψάλλω.
Μα τί το όφελος να λέω αυτά για τη βαλανιδιά ή για την πέτρα;
Ε! συ, από τις Μούσες αρχή ας κάνουμε, που υμνούν
και τέρπουν του Δία, του πατέρα, το μέγα νου μέσα στον Όλυμπο,
και για τα τωρινά, τα μέλλοντα, τα περασμένα λεν,
με μια φωνή μιλώντας. Ρέει ακάματα η φωνή αυτών
40 γλυκιά απ᾽ το στόμα. Γελούν τα δώματα του Δία,
του πατέρα, του βαρύβροντου, καθώς σκορπά λεπτή σαν κρίνο
η φωνή των θεαινών, και ηχεί η κορφή του χιονισμένου Ολύμπου
και των αθάνατων τα δώματα. Κι αυτές αθάνατη αφήνουνε φωνή
και πρώτα των σεβαστών θεών το γένος υμνούν με το τραγούδι τους,
απ᾽ την αρχή, αυτό που γέννησε η Γη κι ο Ουρανός ο ευρύς,
μα κι όσους θεούς, χορηγούς των αγαθών, από αυτούς γεννήθηκαν.
Ύστερα πάλι υμνούν το Δία, θεών κι ανθρώπων τον πατέρα,
[καθώς αρχίζουν, μα κι όταν τελειώνουν το τραγούδι τους οι θεές,]
πόσο καλύτερος είναι απ᾽ τους θεούς και μέγιστος στη δύναμή του.
50 Ύστερα πάλι των ανθρώπων τη γενιά υμνούν μα και των δυνατών Γιγάντων
και τέρπουνε του Δία το νου μέσα στον Όλυμπο,
οι Ολυμπιάδες Μούσες, του αιγιδοφόρου Δία οι κόρες.

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονος Θεογονία

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Νεφέλαι (1259-1302)

ΑΜΥΝΙΑΣ
ἰώ μοί μοι.
1260 ΣΤ. ἔα· τίς οὗτός ἐσθ᾽ ὁ θρηνῶν; οὔ τι που
τῶν Καρκίνου τις δαιμόνων ἐφθέγξατο;
ΑΜ. τί δ᾽; ὅστις εἰμί, τοῦτο βούλεσθ᾽ εἰδέναι;
ἀνὴρ κακοδαίμων. ΣΤ. κατὰ σεαυτόν νυν τρέπου.
ΑΜ. ὦ σκληρὲ δαῖμον· ὦ τύχαι θραυσάντυγες
1265 ἵππων ἐμῶν· ὦ Παλλάς, ὥς μ᾽ ἀπώλεσας.
ΣΤ. τί δαί σε Τλημπόλεμός ποτ᾽ εἴργασται κακόν;
ΑΜ. μὴ σκῶπτέ μ᾽, ὦ τᾶν, ἀλλά μοι τὰ χρήματα
τὸν υἱὸν ἀποδοῦναι κέλευσον ἅλαβεν,
ἄλλως τε μέντοι καὶ κακῶς πεπραγότι.
1270 ΣΤ. τὰ ποῖα ταῦτα χρήμαθ᾽; ΑΜ. ἁδανείσατο.
ΣΤ. κακῶς ἄρ᾽ ὄντως εἶχες, ὥς γέ μοι δοκεῖς.
ΑΜ. ἵππους γ᾽ ἐλαύνων ἐξέπεσον, νὴ τοὺς θεούς.
ΣΤ. τί δῆτα ληρεῖς ὥσπερ ἀπ᾽ ὄνου καταπεσών;
ΑΜ. ληρῶ, τὰ χρήματ᾽ ἀπολαβεῖν εἰ βούλομαι;
1275 ΣΤ. οὐκ ἔσθ᾽ ὅπως σύ γ᾽ αὐτὸς ὑγιαίνεις. ΑΜ. τί δαί;
ΣΤ. τὸν ἐγκέφαλον ὥσπερ σεσεῖσθαί μοι δοκεῖς.
ΑΜ. σὺ δέ, νὴ τὸν Ἑρμῆν, προσκεκλήσεσθαί γ᾽ ἐμοί,
εἰ μἀποδώσεις τἀργύριον. ΣΤ. κάτειπέ νυν,
πότερα νομίζεις καινὸν ἀεὶ τὸν Δία
1280 ὕειν ὕδωρ ἑκάστοτ᾽, ἢ τὸν ἥλιον
ἕλκειν κάτωθεν ταὐτὸ τοῦθ᾽ ὕδωρ πάλιν;
ΑΜ. οὐκ οἶδ᾽ ἔγωγ᾽ ὁπότερον, οὐδέ μοι μέλει.
ΣΤ. πῶς οὖν ἀπολαβεῖν τἀργύριον δίκαιος εἶ,
εἰ μηδὲν οἶσθα τῶν μετεώρων πραγμάτων;
1285 ΑΜ. ἀλλ᾽ εἰ σπανίζεις, τἀργυρίου μοι τὸν τόκον
ἀπόδοτε· ΣΤ. τοῦτο δ᾽ ἔσθ᾽ ὁ τόκος τί θηρίον;
ΑΜ. τί δ᾽ ἄλλο γ᾽ ἢ κατὰ μῆνα καὶ καθ᾽ ἡμέραν
πλέον πλέον τἀργύριον ἀεὶ γίγνεται
ὑπορρέοντος τοῦ χρόνου; ΣΤ. καλῶς λέγεις.
1290 τί δῆτα; τὴν θάλατταν ἔσθ᾽ ὅτι πλείονα
νυνὶ νομίζεις ἢ πρὸ τοῦ; ΑΜ. μὰ Δί᾽, ἀλλ᾽ ἴσην.
οὐ γὰρ δίκαιον πλείον᾽ εἶναι. ΣΤ. κᾆτα πῶς
αὕτη μέν, ὦ κακόδαιμον, οὐδὲν γίγνεται
ἐπιρρεόντων τῶν ποταμῶν πλείων, σὺ δὲ
1295 ζητεῖς ποῆσαι τἀργύριον πλέον τὸ σόν;
οὐκ ἀποδιώξεις σαυτὸν ἀπὸ τῆς οἰκίας;
φέρε μοι τὸ κέντρον. ΑΜ. ταῦτ᾽ ἐγὼ μαρτύρομαι.
ΣΤ. ὕπαγε. τί μέλλεις; οὐκ ἐλᾷς, ὦ σαμφόρα;
ΑΜ. ταῦτ᾽ οὐχ ὕβρις δῆτ᾽ ἐστίν; ΣΤ. ᾄξεις; ἐφιαλῶ
1300 κεντῶν ὑπὸ τὸν πρωκτόν σε τὸν σειραφόρον.
φεύγεις; ἔμελλόν σ᾽ ἆρα κινήσειν ἐγὼ
αὐτοῖς τροχοῖς τοῖς σοῖσι καὶ ξυνωρίσιν.

***
Ο Πασίας παίρνει το μάρτυρά του και φεύγει· έρχεται ο Αμυνίας, νέος, με μαστίγιο στο χέρι, σαν καβαλάρης· στην αρχή μιλεί με ύφος κωμικά τραγικό.ΑΜΥΝΙΑΣ
Αλίμονό μου.
1260 ΣΤΡ. Ποιός είν᾽ αυτός που κλαίει; Απ᾽ του Καρκίνου
τους δαίμονες μη λάλησε κανένας;
ΑΜΥ. Ποιός είμ᾽ εγώ ρωτάς; Ένας που μαύρη
τον βρήκε μοίρα. ΣΤΡ. Ακλούθα την μονάχος.
ΑΜΥ. Των αλόγων μου ω τύχη αμαξοσπάστρα!
Μοίρα σκληρή! Μ᾽ εξόντωσες, Παλλάδα.
ΣΤΡ. Τί σου ᾽καμε ο Τληπόλεμος, καημένε;
ΑΜΥ. Άσε τις κοροϊδίες και πες του γιου σου
τα λεφτά που έχει λάβει να μου δώσει,
αφού δα κιόλας συμφορά με βρήκε.
1270 ΣΤΡ. Μα ποιά λεφτά; ΑΜΥ. Τα δανεικά που πήρε.
ΣΤΡ. Τότε στ᾽ αλήθεια συμφορά σε βρήκε.
ΑΜΥ. Έπεσα απ᾽ άρμα που άλογα τραβούσαν.
ΣΤΡ. Όχι από γάιδαρο; Ώστε τί γκαρίζεις;
ΑΜΥ. Γκαρίζω που γυρεύω τα λεφτά μου;
ΣΤΡ. Δεν είσαι στα καλά σου εσύ. ΑΜΥ. Γιατί;
ΣΤΡ. Σάλεψε το μυαλό σου, εγώ νομίζω.
ΑΜΥ. Κι εγώ νομίζω πως θα λάβεις κλήση,
μά τον Ερμή, αν το χρέος σου δεν πληρώσεις.
ΣΤΡ. Γιά πες μου αυτό: Κάθε φορά που βρέχει,
1280 καινούριο λες νερό να ρίχνει ο Δίας
ή το ίδιο ο ήλιος απ᾽ τη γη ανασέρνει;
ΑΜΥ. Ούτε το ξέρω, μα ούτε και με νοιάζει.
ΣΤΡ. Και θέλεις πίσω χρήματα να πάρεις,
που από μετέωρα λέξη δε σκαμπάζεις;
ΑΜΥ. Δεν τα ᾽χεις όλα; Δώστε καν τον τόκο.
ΣΤΡ. Και τί είδους ζωντανό είν᾽ αυτός ο τόκος;
ΑΜΥ. Μα τί άλλο; Όπως κυλά ο καιρός —οι μέρες,
οι μήνες—, το ποσό όλο κι ανεβαίνει,
γίνεται πιο πολύ. ΣΤΡ. Σωστά. Γιά πες μου·
1290 πιστεύεις πως η θάλασσα έχει γίνει
πιο πολλή τώρ᾽ απ᾽ ό,τι ήτανε πρώτα;
ΑΜΥ. Όχι, είναι όση και πρώτα, μά το Δία·
δε θα ήταν λογικό να μεγαλώσει.
ΣΤΡ. Και πώς, βρε κακομοίρη, αυτή, που τόσα
ποτάμια όλο της ρίχνουν τα νερά τους,
ποτέ δε μεγαλώνει, κι εσύ θέλεις
να κάμεις πιο πολλά τα χρήματά σου;
Μακριά απ᾽ το σπίτι γρήγορα, γκρεμίσου.
Γιά φέρε τη βουκέντρα.
Του παίρνει το μαστίγιο που κρατούσε και τον κυνηγά μ᾽ αυτό.
ΑΜΥ., στους θεατές. Εγώ σας βάζω
μάρτυρες. ΣΤΡ. Τρέχα, βρε άλογο αστεράτο·
τί κάθεσαι; ΑΜΥ. Είν᾽ αυτό βιαιοπραγία.
ΣΤΡ. Χοπ χοπ! Με το κεντρί στον πισινό σου
1300 σου δίνω δρόμο, ξώζυγο άλογό μου.
Ο Αμυνίας φεύγει.
Φεύγεις; Εε! Μπορούσες να μην πάρεις,
με αμάξι και τροχούς το φύσημά σου;
Μπαίνει στο σπίτι του.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΑΡΑΧΝΗ

ΑΡΑΧΝΗ
(έντομο)
 
Η καταγωγή της Αράχνης ήταν ταπεινή τόσο από την πλευρά του βαφέα πατέρα της Ίδμονα από την Κολοφώνα όσο και από την αγνώστων άλλων στοιχείων μητέρα της. Εξίσου ταπεινός ήταν και ο τόπος της καταγωγής της, «χωριό με πέντε ανθρώπους», γράφει ο Οβίδιος (6.12). Ήταν όμως ικανότατη στην υφαντική τέχνη, τόσο που οι Νύμφες από το βουνό Τμώλος και τον ποταμό Πακτωλό εγκατέλειπαν τους τόπους της ευχαρίστησής τους και πήγαιναν στην Αράχνη για να θαυμάσουν τα χειροτεχνήματά της, τόσο το τελικό αποτέλεσμα όσο και τη διαδικασία μέχρι να φτάσει εκεί, κυρίως τα δάχτυλά της. Ήταν τόσο ικανή που οι άνθρωποι άρχισαν να λένε ότι δασκάλα της ήταν η Αθηνά. Η υπεροπτική αυτοπεποίθηση της Αράχνης την οδήγησε στο να προκαλέσει την Αθηνά σε αγώνα υφαντικής. Η θεά της έδωσε μια ευκαιρία, για να μετανοήσει για τα ασύνετα λόγια της. Μεταμφιέστηκε σε γριά και εμφανίστηκε μπροστά στην Αράχνη. Οι συμβουλές που της έδωσε για να μεταστρέψει τη συμπεριφορά της προκάλεσαν την οργή της νέας, η οποία μάλιστα έφτασε στο σημείο να επιχειρήσει να χειροδικήσει τη γριά γυναίκα. Η Αθηνά αποκαλύφθηκε, όμως η νέα επέμενε στα πρωτεία της. Ο διαγωνισμός άρχισε. Οι δύο υφάντρες χρησιμοποίησαν νήματα με βάση το πορφυρό το χρώμα και τις πολύ λεπτές αποχρώσεις του. Η Αθηνά απεικόνισε τους θεούς σε όλη τη μεγαλοπρέπειά τους, την εποχή που έριζαν η Αθηνά και ο Ποσειδώνας για το όνομα της χώρας τους Κέκροπα. Και για να συνετίσει την Αράχνη έστω και την τελευταία στιγμή, στις τέσσερις γωνίες του υφαντού απεικόνισε ανθρώπους σκληρά τιμωρημένους από τους θεούς για την αλαζονεία τους. Τον Αίμο και τη Ροδόπη που οι θεοί τους πέτρωσαν σε βουνά, γιατί, αν και θνητοί, νόμιζαν ότι μπορούσαν να μοιάσουν, να είναι σαν τον Δία και την Ήρα· τη βασίλισσα των Πυγμαίων που τη μεταμόρφωσε η Ήρα σε γερανό που μαχόταν τον λαό του· την Αντιγόνη της Τροίας που η Ήρα για το αλόγιστο θάρρος της τη μεταμόρφωσε σε πουλί, σε πελαργό· τον Κινύρα που ακατάπαυστα θρηνεί για τις κόρες του. Η Αθηνά ολοκλήρωσε το υφαντό της σκορπώντας στις άκρες του σαν διακοσμητικό μοτίβο κλαδιά ελιάς.
 
Από την πλευρά της η Αράχνη παράστησε στο υφαντό τις περιπέτειες των θεών, ερωτικές, κυρίως του Δία, με την Ευρώπη, την Αστερίη, τη Λήδα, την Αντιόπη, την Αλκμήνη, την Αίγινα, τη Μνημοσύνη, τη Δανάη κ.ά., και τις μεταμορφώσεις του σε ταύρο, αητό, κύκνο, σάτυρο, χρυσή βροχή, βοσκό, φίδι κτλ. Αλλά και του Ποσειδώνα που και αυτός άλλαζε μορφές, προκειμένου να ενωθεί με κόρες αγνές· έγινε ταύρος, κριός, ποτάμι, ίππος, όρνιο φτερωτό, δελφίνι, γεράκι, λιοντάρι, βοσκός κ.ά. Συνολικά είκοσι δύο περιπτώσεις θεϊκών μεταμφιέσεων και πλαστοπροσωπίας απεικόνισε η Αράχνη, που σκοπό τους είχαν την αποπλάνηση θνητών γυναικών. Η Αράχνη, όπως και η Αθηνά, γύρω γύρω το υφαντό το διακόσμησε με λουλούδια και φύλλα κισσού.
 
Η τελειότητα του υφαντού αλλά και η προσβλητική για τους θεούς επιλογή των θεμάτων, οι καλλιτεχνικές καινοτομίες της κοπέλας με την παραβίαση της κλασικής αρχής της ισορροπίας και την ισόρροπη απεικόνιση της αταξίας που προκαλούσε η απάρνηση της θεϊκής ταυτότητας από τους ίδιους τους θεούς, χωρίς να στερούνται τη δύναμή τους, προκάλεσαν την οργή της Αθηνάς που από φθόνο για το έργο της θνητής αντιπάλου της κατέστρεψε το υφαντό και άρχισε να χτυπά την κοπέλα με τη σαΐτα του αργαλειού. Η νέα, στην οδύνη της μέσα, θέλησε να κρεμαστεί, η θεά τη λυπήθηκε, της χάρισε τη ζωή αλλά την καταδίκασε να ζει πάντα έτσι κρεμασμένη, η ίδια και οι απόγονοί της και με την κοιλιά τους, όχι με τα χέρια, να υφαίνουν τον ιστό τους. (Οβίδιος, Μεταμορφώσεις, 6. 133-145*).
 
Ενίοτε η Αράχνη θεωρείται αδελφή του Φάλαγγα που μάθαινε από την Αθηνά την τέχνη των όπλων, ενώ η αδελφή του της υφαντικής. Για τις μεταξύ τους ένοχες σχέσεις (αδελφός με αδελφή) η Αθηνά τους μεταμόρφωσε σε ζώα. (Σχόλια στον Νίκανδρο, Θηρ. 11· Σούδα)
-----------------------------
*Η μεταμόρφωση της Αράχνης
 
«Ζήσε», της είπε [η Αθηνά], «ανάγωγη, αλλά θα ζεις για πάντα έτσι
κρεμασμένη·
σε τιμωρώ με τούτη την ποινή, και για να ξέρεις τι σε περιμένει,
όμοια για τα παιδιά σου η ποινή, όμοια για των παιδιών τους τα βλαστάρια».
Εκείνη κίνησε να φύγει - κι η θεά τη ράντισε με μαγικά χορτάρια.
Ήταν του φάρμακου το ράντισμα πικρό, φκιαγμένο με την τέχνη της
Εκάτης,
και πέσαν μονομιάς της κοπελιάς η μύτη, τα μαλλιά και τα αφτιά της.
Η κεφαλή της μικροσκοπική, και το μικρό κορμάκι της μια στάλα,
τα δάχτυλα και αυτά τριχοειδή, κολλήσαν στο κορμί. Κατά τα άλλα,
της έμεινε μονάχα η κοιλιά· με την κοιλιά της τώρα νήμα φκιάχνει,
πλέκοντας με την τέχνη της ιστό, παντοτινή υφάντρα, η αράχνη.
(Οβ., Μεταμορφώσεις 6. 133-145)

P. Bruckner: Τα χαμένα ραντεβού με το πεπρωμένο

Το χειρότερο που μπορεί να μας συμβεί είναι να περάσουμε πλάι από την ευτυχία μας δίχως να την αναγνωρίσουμε: να περιμένουμε ένα θαυμαστό συμβάν που, κάποια μέρα, θα δικαιώσει ολόκληρη την ύπαρξή μας, δίχως να αντιλαμβανόμαστε πως το θαύμα υπάρχει μέσα στο συμβάν που βιώνουμε∙ να πιστεύουμε πως η ζωή μας, που για την ώρα δεν είναι παρά μια συγκεχυμένη κατάσταση, σύντομα θα αποκτήσει μια φοβερή ένταση: εδώ έχουμε να κάνουμε με μια αναβολή των ηδονών, που μοιάζει αλλόκοτα με τη θρησκευτική άσκηση.

Λες και ύστερα από μία προϊστορία εντελώς πεζή, θα πρέπει να ακολουθήσει μία μεταμόρφωση, ένα οριστικό σβήσιμο της ανθρώπινης μιζέριας.

Οι χαμένες ευκαιρίες: μια λέξη που δεν προφέρθηκε, ένα χέρι που δεν απλώθηκε, μια χειρονομία που πήγε να γίνει αλλά τελικά δεν ολοκληρώθηκε, τόσες στιγμές που, από φόβο, από δειλία, δεν μεταστρέφουμε τη μοίρα μας. Πάρα πολύ νωρίς, πάρα πολύ αργά: υπάρχουν ζωές που μένουν εξ ολοκλήρου αφιερωμένες στο ανεισάκουστο, το ανεκπλήρωτο. Αυτό που θα μπορούσε να είχε γίνει, αυτό που δεν έγινε: μερικοί αρκούνται σε αυτή την παρωχημένη δυνητικότητα κι ο καθένας μας θα μπορούσε να γράψει την ιστορία των ανεκπλήρωτων πεπρωμένων του που τον ακολουθούν σαν φασματικές πιθανότητες.

Ο Μπρασσάι αφηγείται πως στα 22 του χρόνια ο Μαρσέλ Προυστ παθιάστηκε με έναν έφηβο, γιο κάποιου ανώτερου κρατικού λειτουργού της Γενεύης. Πίσω από τη φωτογραφία που ο νεαρός έδωσε στον Προυστ ήταν γραμμένη η ακόλουθη αφιέρωση, παρμένη από ένα σονέτο του προρραφαηλίτη Άγγλου ζωγράφου Ντάντε Γκαμπριέλ Ροσσέτι:

Look at my face; my name is Might Have Been, I am also called No More, Too Late, Farewell.

Η κάθε ζωή είναι μοναδική, γι' αυτό και απορρίπτει, αποκλείει κάποιες άλλες. Ή μάλλον, βασίζεται σε ένα έγκλημα: τον φόνο των δυνητικοτήτων που σκότωσε μην αφήνοντάς τες να αναπτυχθούν.

Κι όσο κι αν ξέρουμε πως την κάθε στιγμή μπορεί να πραγματοποιηθεί ένα νέο ξεκίνημα, πως το παιχνίδι δεν τελειώνει μέχρι την τελευταία μας ώρα, το κάθε συμβάν είναι μοιραίο: αυτό που συμβαίνει διαγράφει κάποια άλλα ενδεχόμενα.

Και για εκείνους που δεν έχουν την εύνοια μιας δεύτερης ευκαιρίας, για εκείνους που η ιστορία «δεν τους δίνει ένα δεύτερο ραντεβού», αρχίζει τότε η περίοδος της ένδειας από δυνατότητες. Τα χέρια παύουν να απλώνονται προς αυτούς, ο δρόμος μπροστά τους δεν διακλαδίζεται πια, παραμένει απελπιστικά ίσιος και μονότονος.

Υπάρχει μια άλλη ζωή, πιο ωραία, πιο φλογερή!

Ποιο παιδί ή ποιος έφηβος που ασφυκτιά στους κόλπους μιας πληκτικής οικογένειας δεν άκουσε αυτό το κάλεσμα με ένα ρίγος ευχαρίστησης; Κανείς δεν είναι καταδικασμένος να παραμείνει προσκολλημένος στην καταγωγή του, το κοινωνικό, το γονεϊκό, το συζυγικό του περιβάλλον. Απλώς και μόνο το προαίσθημα ενός καλύτερου πεπρωμένου μερικές φορές μας επιτρέπει να γκρεμίσουμε τα τείχη που μας φυλακίζουν.

Η γοητεία των αναχωρήσεων, των ρήξεων είναι αυτή ακριβώς: μας πηγαίνουν στο άγνωστο και δημιουργούν μες στο υφάδι του χρόνου ένα καλόδεχτο σχίσιμο. Στις αρχές της ηδονής και της πραγματικότητας θα πρέπει να προσθέσουμε και μια τρίτη: την αρχή της εξωτερικότητας, μια και είναι το βασίλειο της ποικιλίας, της ανεξάντλητης γεύσης των πραγμάτων

Πρέπει να αφήνουμε ανοιχτή την πόρτα που βγάζει στην «έξω χώρα» (Λ. Κάρρολ), στο μυστήριο, στο ανεξερεύνητο, κι αυτή την πόρτα πρέπει να τη διαβούμε τουλάχιστον μια φορά, να ανταποκριθούμε στο κάλεσμα του αλλαχού που για άλλους είναι η έρημος, για άλλους η Ανατολή ή η Αφρική και για άλλους η ανακάλυψη μίας καινούριας σεξουαλικότητας, μίας κλίσης που είχαν καταπνίξει. Τότε τα πάντα διακόπτονται εν όψει της επικείμενης φυγής, του άλματος που θα μας γλιτώσει από τις ασφυκτικές δυνάμεις της ρουτίνας, του ασήμαντου. Φωτεινή στιγμή της άπαρσης για πιο όμορφα ακρογιάλια.

Όμως ενώ μπορούμε να ξαναπαίξουμε τη ζωή μας σαν ένα ζάρι που το ξαναρίχνουμε, να σαλπάρουμε προς καινούρια πεπρωμένα, δεν είναι αλήθεια πως μπορούμε να κάνουμε και οτιδήποτε, να γίνουμε ό,τι θέλουμε, να μπούμε διαδοχικά στο πετσί ενός επιστήμονα, ενός καλλιτέχνη, ενός κοσμοναύτη, και πως το «μοναδικό μας όριο θα είναι ο ουρανός». Αυτή είναι η αμερικανική νοοτροπία του can do, του «μπορείς να το κάνεις», που δεν θέτει κανένα όριο στις δυνατότητες του ατόμου, αρκεί να ανασκουμπωθεί και να στρωθεί στη δουλειά∙ αισιοδοξία ενός έθνους πιονιέρων, που πιστεύει στο πάντρεμα της αποτελεσματικότητας με τη βούληση.

Αυτό είναι ίσως το παράδοξο: επιδιώκοντας μια καλή ζωή οφείλουμε να υπακούμε σε δυο αντιφατικές προσταγές.

Να επωφελούμαστε πλήρως από αυτό που συμβαίνει, αλλά ταυτόχρονα να αφουγκραζόμαστε και αυτό που συμβαίνει αλλού.

Να διαθέτουμε τη μυωπική φρόνηση, τη βυθισμένη στο παρόν και ικανοποιημένη που είναι αυτό που είναι, και την πρεσβυωπική φρόνηση που καταστρώνει σχέδια και δεν αρκείται στην κατάστασή της.

Από τη μια μεριά η φιλοσοφία του carpe diem που μας καλεί να ζούμε την κάθε μέρα μας σαν να είναι η τελευταία, και από την άλλη η ελπίδα του καλύτερου, η άρνηση μιας επιβεβλημένης από την οικογένεια ή την κοινωνία ευτυχίας, εν ονόματι μίας επιθυμητής ευτυχίας.

Από τη μια η σύμπτυξη, η συστολή που μας κλείνει μες στα όρια του εαυτού μας και από την άλλη η επέκταση που μας διευρύνει στις διαστάσεις του σύμπαντος – γαλήνη ή ανησυχία, αυτάρκεια ή μέθη, σπάνια ξεφεύγουμε από αυτό το δίλημμα.
 
P. Bruckner, Η αέναη ευφορία

Η φύση του ανθρώπου συχνά κρύβεται... αλλά σπάνια εξαλείφεται

Τίποτα δεν βλάπτει περισσότερο την υγεία όσο η στωική καταπίεση της επιθυμίας.

Σε τι ωφελεί να παραταθεί μια ζωή την οποία η απάθεια την έχει μετατρέψει σε πρόωρο θάνατο;

Άλλωστε ο στόχος αυτής της φιλοσοφίας είναι ανέφικτος. Το ένστικτο τελικά θα εκφραστεί.

Η φύση συχνά κρύβεται, μερικές φορές υπερνικάται, αλλά σπάνια εξαλείφεται.

Η άσκηση δύναμης κάνει πιο βίαιη τη φύση κατά την επιστροφή της· το δόγμα και ο λόγος κάνουν τη φύση λιγότερο πιεστική, αλλά μόνο η συνήθεια αλλάζει ή υποτάσσει τη φύση...

Όμως ας μην εφησυχάσει κανείς με τη νίκη του πάνω στη φύση του για πολύ.

Γιατί μπορεί να παραμείνει θαμμένη για μεγάλο διάστημα, αλλά θα αναβιώσει όταν το επιτρέψουν οι περιστάσεις ή την ελκύσει ο πειρασμός.

Όπως συνέβη με τη γάτα που έγινε νεαρή γυναίκα στον μύθο του Αισώπου, η οποία καθόταν πολύ σεμνά μέχρι που πέρασε ένα ποντίκι από μπροστά της.

Επομένως, ο άνθρωπος πρέπει ή να αποφεύγει τελείως τη μεταβολή των περιστάσεων ή να εκτίθεται συχνά σε αυτή, ώστε να μην τον επηρεάζει

Μπέρτραντ Ράσσελ: Σκοπός της ηθικής, είναι να κάνει τον άνθρωπο ευτυχισμένο

«Ο άνθρωπος είναι ένα λογικό ζώο - έτσι, τουλάχιστον μας λένε.

Σε όλη την μακριά μου ζωή, έψαξα με προσοχή να βρω μια απόδειξη αυτού του ισχυρισμού, ως τώρα δεν είχα την τύχη να τη βρω, παρ' όλο που την έψαχνα σε πολλές χώρες σκορπισμένες και στις τέσσερις άκρες της Γης!»

«Τώρα βλέπουμε πολλά πράγματα που νομίζαμε άλλοτε ότι ήταν φυσικοί νόμοι στην πραγματικότητα είναι ανθρώπινες συμβατότητες.

Από την άλλη μεριά όταν εξετάζετε τι μπορούν να κάνουν τα άτομα, βρίσκετε πως αυτά υποτάσσονται πολύ λιγότερο στους φυσικούς νόμους απ’ όσο πιστεύει ο κόσμος, και οι νόμοι στους οποίους καταλήγετε είναι απλοί στατιστικοί όροι, όπως ακριβώς εκείνα που προκύπτουν από τυχαία γεγονότα.

Υπάρχει, καθώς ξέρετε ο νόμος που λέει ότι πως αν ρίξετε ζάρια θα φέρετε εξάρες μια φορά στις τριάντα έξι ρίψεις. Ωστόσο δεν θεωρούμε πάντοτε τον κανόνα ως απόδειξη, πως η πτώση των ζαριών υποτάσσεται σε οποιαδήποτε σκοπιμότητα».

«Όλοι οι ηθικοί κανόνες πρέπει να κρίνονται με την εξέταση αν τείνουν να πραγματοποιήσουν τους σκοπούς που επιδιώκουν. Τι δουλειά έχει η ευτυχία με την ηθική.

Σκοπός της ηθικής, είναι να κάνει τον άνθρωπο ευτυχισμένο! Καλή ζωή είναι αυτή που εμπνέεται από την αγάπη και καθοδηγείται από τη Γνώση».

«Η θρησκεία νομίζω πως στηρίζεται βασικά στο φόβο. Είναι εν μέρει ο φόβος του αγνώστου και εν μέρει η επιθυμία να αισθάνεται κανείς πως έχει ένα μεγαλύτερο αδερφό που θα του παραστέκεται σε όλες τις φροντίδες και τις διαμάχες».
 
Μπέρτραντ Ράσσελ, Μετά την Γνώση

Νίτσε: Κανένας νικητής δεν πιστεύει στην τύχη

Τι είναι καλό; –Οτιδήποτε αυξάνει το συναίσθημα της δύναμης, η θέληση στη δύναμη, η ίδια δύναμη, στο άτομο.

Τι είναι κακό; –Οτιδήποτε που προέρχετε από την αδυναμία.

Τι είναι ευτυχία; –Το συναίσθημα ότι η δύναμη αυξάνεται–και όταν ένα εμπόδιο υπερνικιέται.

Όχι ικανοποίηση, αλλά περισσότερη δύναμη όχι ειρήνη σε οποιαδήποτε τιμή, αλλά πόλεμος όχι αρετή, αλλά αποδοτικότητα (αρετή υπό την έννοια αναγέννησης, virtu, αρετή χωρίς ηθικό οξύ).

Οι αδύναμοι και οι αποτυχημένοι θα χαθούν: πρώτη αρχή της αγάπης μας. Και κάποιος πρέπει να τους βοηθήσει σε αυτό.

Τι είναι επιβλαβέστερη από οποιαδήποτε κακία; –Πρακτική συμπόνοια για τον αποτυχημένο και τον αδύναμο–Χριστιανισμός...

-Είμαστε σαν βιτρίνες μαγαζιών στις οποίες συνεχώς τακτοποιούμε, κρύβουμε ή φανερώνουμε τις υποτιθέμενες ιδιότητες που αποδίδουν άλλοι σε εμάς, για να εξαπατάμε τον εαυτό μας.

-Φιλολογία είναι η τέχνη να διαβάζεις καλά, να μπορείς να ξεχωρίζεις τα γεγονότα, χωρίς να τα παραποιείς με ερμηνείες, χωρίς να χάνεις την προσοχή, την υπομονή και τη λεπτότητα στην προσπάθεια σου να τα κατανοήσεις... Ο τρόπος με τον οποίο ένας θεολόγος ερμηνεύει, στο Βερολίνο ή στη Ρώμη, έναν «στίχο της Αγίας Γραφής» ή ένα γεγονός -λόγου χάρη μια νίκη των στρατευμένων της πατρίδας κάτω από το φως των «Ψαλμών» του Δαβίδ- είναι πάντα τόσο θρασύς που κάνει έξω φρενών τον φιλόλογο.

-Παλιότερα, όταν κάποιος προσπαθούσε να σκέφτεται —και ήταν αυτό κά­τι το πολύ σπάνιο— το καταλάβαινες αμέσως. Έβλεπες πώς προσπαθούσε, ήθελε να γίνει πιο σοφός και προετοιμαζόταν για μια ιδέα. Σταματούσε στη μέση του δρόμου, έπαιρνε ένα σοβαρό ύφος, σαν να προσευχόταν, έμενε ασάλευτος για ολόκληρες ώρες, στο ένα του πό­δι ή και στα δύο, σαν να «του έρχονταν ή Ιδέα». Ε, τό­τε το πράγμα «άξιζε τον κόπο αυτόν».

-Σήμερα σκεφτόμαστε αρκετά γρήγορα, στην πο­ρεία, την ώρα πού περπατάμε, μέσα σε κάθε λογής υπο­θέσεις, ακόμα και όταν σκεφτόμαστε τα σοβαρότερα πράγματα. Δεν έχουμε ανάγκη από πολλή προετοιμα­σία, ούτε και από πολλή σιωπή. Όλα πραγματοποιούν­ται σαν να είχαμε στο κεφάλι μας μια μηχανή πού να γυρίζει ασταμάτητα και πού συνεχίζει να δουλεύει, ακόμα και στις ασχημότερες συνθήκες.

-Κανένας νικητής δεν πιστεύει στην τύχη.

-Ο παρασιτισμός, η μοναδική πρακτική της Εκκλησίας, που ρουφάει, με το ιδανικό της αναιμικότητας, της «αγιότητας», όλο το αίμα, όλη την αγάπη, όλη την ελπίδα για ζωή· το επέκεινα, ως θέληση για άρνηση κάθε πραγματικότητας· ο σταυρός, ως αναγνωριστικό σημάδι για την πιο υποχθόνια συνωμοσία που υπήρξε ποτέ εναντίον της υγείας, της ομορφιάς, οτιδήποτε καλοφτιαγμένου, εναντίον του θάρρους, του πνεύματος, της καλοσύνης της ψυχής, εναντίον της ίδιας της ζωής...

-Ο χριστιανισμός πήρε το μέρος όλων των αδύναμων, των παρακατιανών, των αποτυχημένων, έκανε ιδανικό τον λόγο των πνευματικά ισχυρότερων, διδάσκοντας ότι οι ανώτερες αξίες του πνεύματος είναι κάτι αμαρτωλό – κάτι παραπλανητικό... Πειρασμοί.

-Ο Χριστιανισμός ονομάζεται θρησκεία της ευσπλαχνίας. Η ευσπλαχνία έρχεται σε αντίθεση προς τα τονωτικά συναισθήματα που αυξάνουν τη ζωτικότητα μας· προκαλεί κατάπτωση. Χάνουμε δύναμη όταν νιώθουμε ευσπλαχνία. Με την ευσπλαχνία αυξάνεται και πολλαπλασιάζεται η απώλεια δύναμης που δημιουργείται στη ζωή απ’ τον πόνο. Η ευσπλαχνία κάνει μεταδοτικό τον πόνο.

-Όπως ξέρουμε, ο Αριστοτέλης έβλεπε στην ευσπλαχνία μια αρρωστημένη κι επικίνδυνη κατάσταση, την οποία καλά θα κάναμε να αντιμετωπίζουμε κάθε τόσο μ’ ένα καθαρτικό: Η τραγωδία ήταν γι’ αυτόν ένα τέτοιο καθαρτικό. Για να προστατέψουμε το ένστικτο της ζωής, θα πρέπει πράγματι να βρούμε ένα μέσο που θα τρυπήσει και θα κάνει κομμάτια αυτήν την αρρωστημένη και επικίνδυνη συσσώρευση ευσπλαχνίας...

-Μια αρετή πρέπει να είναι δική μας επινόηση, πρωταρχική μας άμυνα και ανάγκη· με οποιαδήποτε άλλη έννοια, δεν είναι παρά ένας κίνδυνος. Ό,τι δεν είναι απαραίτητος όρος για τη ζωή μας, τη βλάπτει· μια αρετή που εμπνέεται αποκλειστικά από ένα αίσθημα σεβασμού για την έννοια της «αρετής», είναι επιβλαβής...

-Ο Θεός: η θεοποίηση του μηδενός, η θέληση του μηδενός που εκφράζεται με άγια λόγια!...

-Η μοίρα του Χριστιανισμού έχει σχέση με την ακόλουθη αναγκαιότητα: Η πίστη έπρεπε να γίνει αρρωστημένη, παρακατιανή και χυδαία, επειδή οι ανάγκες τις οποίες όφειλε να ικανοποιήσει ήταν αρρωστημένες, παρακατιανές και χυδαίες.

-Ο Χριστιανισμός οφείλει τους θριάμβους του στο άθλιο λιβάνισμα της προσωπικής κενοδοξίας. Μ’ αυτό προσέλκυσε όλους τους αποτυχημένους, όλους τους πρόθυμους για εξέγερση, όλους τους απόκληρους, τα αποβράσματα και τα σκουπίδια της ανθρωπότητας.

-Έχει κατανοηθεί πραγματικά η περίφημη ιστορία που βρίσκεται στην αρχή της Βίβλου -η ιστορία του διαβολεμένου φόβου του Θεού για την γνώση δεν κατανοήθηκε... Ο άνθρωπος είχε γίνει το μεγαλύτερο λάθος του· ο Θεός είχε δημιουργήσει έναν ανταγωνιστή· η γνώση σε κάνει ίσον με τον Θεό· όταν την αγκαλιάσει ο άνθρωπος παίρνουν τέλος οι ιερείς και οι Θεοί. Ηθικό δίδαγμα: Η γνώση είναι το απαγορευμένο καθ’ εαυτό· μόνο αυτή είναι απαγορευμένη.

-Η ανάγκη για πίστη, για κάποιο είδος ανεπιφύλακτου «Ναι» ή «Όχι», είναι μια ανάγκη που γεννιέται από την αδυναμία. Ο άνθρωπος της πίστης, ο «πιστός» κάθε είδους, είναι αναγκαστικά ένας εξαρτώμενος άνθρωπος· ένας άνθρωπος που δεν μπορεί να βάλει τον εαυτό ως σκοπό, ένας άνθρωπος που δεν μπορεί καθόλου να βάλει κάποιον σκοπό από μόνος του.

-Έδωσα ένα όνομα στον πόνο μου και τον φωνάζω «σκύλο». Είναι το ίδιο πιστός, το ίδιο φορτικός και αδιάντροπος, το ίδιο διασκεδαστικός και έξυπνος όσο κάθε άλλος σκύλος – και μπορώ να τον μαλώνω και να ξεσπώ πάνω του, όταν έχω τις κακές μου, όπως κάνουν άλλοι με τους σκύλους, τους υπηρέτες και τις γυναίκες τους.

-Ο άνθρωπος της γνώσης δεν πρέπει να αγαπά μόνο τους εχθρούς του, αλλά και να μπορεί να μισεί τους φίλους του.

- Η συναναστροφή με τους ανθρώπους χαλάει το χαρακτήρα, ιδιαίτερα όταν δεν έχει κανείς τέτοιον.

-Ανταμείβει κανείς άσχημα το δάσκαλο, όταν μένει πάντα μαθητής.

-Κανένας δεν ψεύδεται τόσο όσο ο αγανακτισμένος άνθρωπος.
 
F. W. Nietzsche

Επικρίνουν τους γύρω τους όσοι δεν αποδέχονται τον εαυτό τους

Γιατί τελικά καθρεφτίζουμε στο περιβάλλον μας τα προσωπικά μας συμπλέγματα; Απαιτούμε από τους γύρω μας μονάχα την τελειότητα επειδή βαθιά μέσα μας ντρεπόμαστε φριχτά για τη δική μας ατελή φύση. Κάθε κατηγορία που εκτοξεύουμε αντιστοιχεί σε μια κρυφή μομφή προς τον εαυτό μας σε μια τσαλακωμένη πτυχή μας που δεν αποδεχτήκαμε, σε μια περιφρόνηση που εισπράξαμε στην πιο τρυφερή μας ηλικία.

Και προχωράμε. Αποκαμωμένοι από τα τραύματά μας προσποιούμαστε πως δε βλέπουμε τα σημάδια, πως δεν αισθανόμαστε τον πόνο. Αν με οργή προβάλουμε τις πληγές μας στους άλλους, τότε το πρόβλημα θα πάψει να λογαριάζεται για δικό μας κι εμείς θα νιώσουμε επιτέλους ανώτεροι και συνεπώς άξιοι.

Οποιοσδήποτε άνθρωπος συμπεριφέρεται με σκληρότητα κι απολυτότητα στην ουσία πασχίζει να ξεφύγει από τη σκιά του. Μα καταλήγει σε αδιέξοδα. Ο δρόμος, εξάλλου, είμαστε αιωνίως εμείς. Βουτώντας βαθιά μέσα μας, θ’ ανακαλύψουμε πως τα νερά του ωκεανού δε βάφονται αιωνίως μπλε.

Ορισμένες φορές μαυρίζουν κιόλας. Τα πελώρια κύματα σηκώνονται αλλά υπάρχει μια άγρια ομορφιά στην ακατέργαστη φύση μας. Αυτήν την αγριότητα αν λιγάκι τη συμπονέσουμε, αν τρυφερά την αγκαλιάσουμε, τότε ενδεχομένως και να την υπερβούμε.

Σαν ναυαγοί θ’ αντικρίσουμε την ακτή. Θ’ αντιληφθούμε πως οι άνθρωποι αντιπροσωπεύουν κάτι απείρως πιο πολύπλοκο κι ενδιαφέρον από τους καλούς και τους κακούς των παιδικών μας παραμυθιών. Οι άνθρωποι είναι πολύτιμα μαθήματα που φορούν τον μανδύα των προκλήσεων. Είναι όσες πτώσεις μας οδήγησαν στην άνοδο. Είναι το τρομαχτικό σκοτάδι που μας έλουσε με το φως του.

Οι άνθρωποι είμαστε όλοι εμείς. Διαφορετικοί και τόσο όμοιοι στον πυρήνα μας. Εμείς, με τις μεγαλειώδεις μέρες και τις στοιχειωμένες νύχτες. Με τις γλυκές μνήμες και το ασήκωτο παρελθόν. Με τις πιστές Πηνελόπες και τους καιροσκόπους μνηστήρες. Με την τοξικότητα που αναλογεί στη θνητότητά μας αλλά και με τη δύναμη να κατανοούμε, να συγχωρούμε και να εξελισσόμαστε.

Και ποτέ ξανά ο άλλος δε θα ταυτιστεί με τον εχθρό μας. Ο άλλος αποτελεί απλώς την αντανάκλαση των φόβων, των διαψεύσεων και των ενοχών μας. Απομακρυνόμαστε, λοιπόν, ευγενικά από όσους δε χωρούν στη βάρκα μας μα ούτε για μια στιγμή δεν πλανιόμαστε πως το δικό τους κουπί αγρίεψε τη θάλασσά μας.

Όσο πλησιάζουμε προς το κέντρο μας, σπάμε τους καθρέφτες που θολώνουν την όρασή μας. Γυμνοί, απέναντι ακριβώς από το είδωλο μας, δεν κυνηγάμε πλέον φανταστικούς δράκους κι ανίσχυρες μάγισσες. Τώρα το βλέπουμε καθαρά. Καθένας από εμάς έχει μια μάχη να κερδίσει, μια πορεία να διανύσει και μια σοφία να κατακτήσει.

ΣΕΝΕΚΑΣ: Μόνο για μια και μοναδική μέρα μπορούμε να μιλάμε, αυτή ακριβώς που κυλά σήμερα

Υπάρχει πιο ανόητος συλλογισμός απ’ αυτόν που κάνουν μερικοί, που υπερηφανεύονται ότι έχουν προγραμματίσει κάθε τι στη ζωή τους; Διαθέτουν κάθε στιγμή της ζωής τους, για να καταστρώσουν πώς θα ζήσουν, λέει, καλύτερα στο μέλλον! Καταρτίζουν μακροπρόθεσμα σχέδια κάνοντας το μεγαλύτερο σφάλμα που υπάρχει: αναβάλλουν να ζήσουν!

Εμποδιζόμαστε να χαρούμε την κάθε μέρα που περνάει αντί αορίστων υποσχέσεων για το μέλλον. Κρατάμε προσδοκίες μετέωρες στο αύριο και καταστρέφουμε το σήμερα. Στηρίζεσαι σ’ εκείνο που ανήκει στην τύχη και αφήνεις ανεκμετάλλευτο εκείνο που εξαρτάται από σένα. Τι επιδιώκεις λοιπόν; Για τι πράγμα προετοιμάζεσαι; Τα μελλοντικά είναι και αβέβαια. Τη στιγμή ζήσε. Αυτό διακηρύσσει και ο μεγαλύτερος από τους ποιητές, ο Βιργίλιος, όταν κατακυριευμένος από ιερή έμπνευση ψάλλει αυτούς τους σωτήριους στίχους:

«Η καλύτερη της ζωής ημέρα,
των δύστυχων θνητών,
πρώτη πάντα δραπετεύει».
 
«Γιατί να καθυστερείς;», προσθέτει, «Τι παραμένεις απαθής; Αν δεν επωφεληθείς από την κάθε μέρα, πάει η ζωή, πέταξε». Μα και να επωφεληθείς, πάλι κάτι θα σου φύγει. Έχεις λοιπόν να την ανταγωνιστείς σε ταχύτητα ενώ τρέχει σαν χείμαρρος που πέφτει με ορμή, αλλά που όμως δε θα τρέχει για πάντα. Όσο πιο γρήγορα πιεις τόσο πιο πολύ θα πιεις.

Πόσο ωραία, ο ποιητής, για να κατακρίνει την αόριστη προσδοκία, χρησιμοποιεί τη φράση «καλύτερη της ζωής ημέρα» και όχι «καλύτερη της ζωής εποχή». Και πώς μπορείς, απαθής και ήρεμος ενώ δίπλα σου ο χρόνος κυλά με ιλιγγιώδη ταχύτητα, να κάθεσαι και να φαντάζεσαι τη ζωή σου ως μια προοπτική μακράς αλληλουχίας μηνών και ετών, όταν κάτι τέτοιο δεν μπορεί να απηχεί παρά την επιθυμία σου και μόνο; Μόνο για μια και μοναδική μέρα μπορούμε να μιλάμε, αυτή ακριβώς που κυλά σήμερα.

ΣΕΝΕΚΑΣ, Είναι μικρή η ζωή