Κυριακή 17 Μαρτίου 2019

Το νόημα μέσα στον χρόνο

Δίνουμε συχνά νόημα σ' αυτά που βαθιά επιθυμούμε μέσα από τις εικόνες μας. Με αυτά που φαντασιωνόμαστε. Η δημιουργία οικογένειας, μια προαγωγή, η μετανάστευση σε μια άλλη χώρα για καλύτερες εργασιακές συνθήκες, η επιστροφή στην χώρα καταγωγής γιατί έχουν τελειώσει πια οι δικαιολογίες για την νοσταλγία που νιώθουμε.

Σε επίπεδο καθημερινότητας πάλι το προσωπικό νόημα μπορεί να μην είναι τόσο μεγαλεπήβολο αλλά πιο μικρό, πιο "υποτιμημένο" όπως η γυμναστική μετά τη δουλειά, μια σειρά στον καναπέ ή ένα ποτήρι κρασί με ένα δύο αγαπημένους φίλους που μας ζεσταίνουν ουσιαστικά.

Το νόημα ως εξέλιξη της επιθυμίας μας κρύβει μέσα του την έννοια της συνέχειας. Δεν διασπάται σε επιμέρους κομμάτια ανάλογα με την εκάστοτε κατάσταση ούτε είναι διαφορετικό για τον κάθε ξεχωριστό τομέα της ζωής μας.

Αντιθέτως, είναι βίωμα. Πρώτα το νιώθουμε και μετά το κατανοούμε. Μας φροντίζει και μας μαλακώνει. Λειτουργεί σαν να είναι ο αόρατος συνοδοιπόρος μας.

Μ' όποιον τρόπο και αν αποφασίσουμε να δώσουμε νόημα στις αποφάσεις μας, η κάθε προσπάθεια πάντα κρύβει το ρίσκο της αποτυχίας. Μια επαγγελματική αποτυχία μπορεί να μας αφήσει εκτεθειμένους στην αβεβαιότητα, η οποία μπορεί να γίνει ακόμα εντονότερη λόγω κοινωνικοοικονομικών ή άλλων πιέσεων. Αν στο εν λόγω παράδειγμα εξαρχής ορίσουμε το νόημα μόνο από την επιτυχία του συγκεκριμένου επαγγελματικού στόχου, τότε με την πρώτη (δεύτερη ή πολλαπλή) αποτυχία θα πάψει να υφίσταται, καθώς δεν θα είχε μάθει να υπάρχει από μόνο του.

Το νόημα όμως δε βρίσκεται μόνο στο μέλλον αλλά και στο παρόν και το παρελθόν. Το να πετύχουμε τον επαγγελματικό στόχο που επιθυμούμε δεν στηρίζεται μόνο στα θετικά που θεωρούμε πως θα μας φέρει αυτή η εξέλιξη στο μέλλον. Αλλά και στο γεγονός πως με βάση τις προηγούμενες εμπειρίες μας έχουμε βρει τον πιο αποτελεσματικό τρόπο διαχείρισης των πιθανών αποτυχιών που μπορεί επαναλαμβανόμενα να μπλοκάρουν την επίτευξη του. Ένας γνώριμος τρόπος με τον οποίο μπορεί να λειτουργούσαμε στο παρελθόν είναι μέσω της επιμονής μας στην προσπάθεια παίρνοντας έτσι το ρίσκο άλλης μιας πιθανής αποτυχίας. Ένας άλλος τρόπος πάλι είναι η γρήγορη εγκατάλειψη του στόχου για λόγους που ως τότε είχαμε πείσει τον εαυτό μας ως επαρκείς ή που μπορεί όντως να ήταν έτσι τη δεδομένη χρονική στιγμή. Επαναλαμβάνουμε έτσι τον οικείο τρόπο με τον οποίο κινούμασταν στο παρελθόν για να διαμορφώσουμε το παρόν μας προκειμένου να επηρεάσουμε τις επιθυμίες μας στο μέλλον.

Παραδόξως, μια από τις πιο γοητευτικές παραμέτρους του νοήματος είναι το στοιχείο της προσωπικής αλλαγής. Καθώς το παρελθόν μας επηρεάζει αλλά δεν χρειάζεται να μας ορίζει, μπορεί αυτή τη φορά να εκπλήξουμε τον εαυτό μας με το πόσο διαφορετικά επιλέγουμε να κινηθούμε σε μια κατάσταση. Συχνά, αυτή η αλλαγή φαίνεται απότομη και μας πιάνει εξαπίνης. Στο βάθος της όμως κρύβει όλο τον κόπο που κάναμε προκειμένου να την αφήσουμε να βγει στην επιφάνεια μέχρι να είμαστε πλέον έτοιμοι γ' αυτήν. Ο κόπος αυτός είναι η αλήθεια μας. Αυτά που δεν χρειάστηκε να πούμε γιατί η προετοιμασία που κάναμε ήταν σιωπηλή και ανήκε μόνο σε εμάς.

Στο παραπάνω παράδειγμα , έχοντας μάθει να εγκαταλείπουμε εύκολα την προσπάθεια μετά από τις πρώτες αποτυχίες, αυτή τη φορά επιλέγουμε να επιμείνουμε και να το κάνουμε διαφορετικά. Ο διαφορετικός αυτός τρόπος είναι ένδειξη της πραγματικής μας επιθυμίας και του νοήματος που έχει αυτή για μας. Έτσι, ξανακοιτάζοντας το παρελθόν με νέο βλέμμα και λαμβάνοντας υπόψιν πιθανούς εξωτερικούς περιορισμούς, διαμορφώνουμε εκ νέου το παρόν μας προκειμένου να εκπληρώσουμε τις επιθυμίες μας στο μέλλον. Αδιαμφισβήτητα, η διαδικασία αυτή δεν περιορίζεται μόνο σε έναν τομέα αλλά όπου παραμονεύει η έννοια της βαθιάς επιθυμίας.

Επιθυμούμε ουσιαστικά με δυναμικό και όχι στατικό τρόπο. Έτσι, μέσα από τη δυναμική της επιθυμίας μας μέσα στο χρόνο το νόημα γεφυρώνει τις διαφορετικές χρονικές περιόδους. Τις κάνει να επικοινωνούν μεταξύ τους. Επιλέγει έτσι την απλότητα της εξελισσόμενης κυκλικότητας από την απλοϊκότητα της γραμμικότητας. Και μ' αυτό τον τρόπο γίνεται διαχρονικό.

Πλίνιος ο Πρεσβύτερος

«Μεταξύ αυτών των πραγμάτων, ένα μοιάζει βέβαιο· ότι καμιά βεβαιότητα δεν υπάρχει και ότι δεν υπάρχει τίποτα το πιο αξιολύπητο ή πιο θρασύ από τον άνθρωπο.» Πλίνιος ο Πρεσβύτερος.

Ο Γάιος Πλίνιος Σεκούνδος (Gaius Plinius Secundus, Κόμο 23 μ.κ.ε. – Καμπανία 25 Αυγούστου 79 μ.κ.ε.) γνωστότερος ως Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, (Plinio Secondo) ήταν Ρωμαίος φυσιοδίφης, φυσικός φιλόσοφος και ιστοριογράφος, περίφημος κυρίως από το έργο του Φυσική Ιστορία (Naturalis Historia). Υπήρξε στρατιωτικός και ναυτικός διοικητής της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Δίδασκε ότι «αληθινή δόξα είναι να κάνεις αυτό που αξίζει να γραφεί, και να γράφεις αυτό που αξίζει να διαβαστεί».

Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος γιος Ρωμαίου, της τάξεως των ιππέων και της κόρης του συγκλητικού Γαΐου Καικιλίου από το Novum Comum (Κόμο). Πριν το 35 μ.κ.ε. ο πατέρας του τον πήρε στην Ρώμη, όπου μορφώθηκε από τον φίλο του πατέρα του, ποιητή και στρατιωτικό διοικητή, Πόπλιο Πομπώνιο Σεκούνδο, που του ενέπνευσε αγάπη για τη μάθηση για όλη του τη ζωή. Ο Πλίνιος αναφέρει επίσης τους γραμματικούς και διδασκάλους της ρητορικής Ρέμμιο Παλαίμονα και Αρέλλιο Φούσκο, οπότε ίσως υπήρξε μαθητής τους.

Στην Ρώμη μελέτησε βοτανική στον κήπο (topiarius) του γηραιού Αντωνίου Κάστορος. Υπό την επίδραση του Σενέκα του Νεότερου, ο Πλίνιος έγινε καλός σπουδαστής της φιλοσοφίας και της ρητορικής, και άρχισε να εξασκείται ως δικηγόρος. Γνώρισε την στρατιωτική ζωή υπό τον Γναίο Δομίτιο Κόρβουλο στην Γερμανία το 47 μ.κ.ε., συμμετέχοντας στην νίκη επί των Καύκων (Cauci) και στην κατασκευή διώρυγας μεταξύ του Μάας και του Ρήνου. Ως νεαρός διοικητής σώματος ιππικού (praefectus alae), έγραψε έργο για την χρήση βλημάτων από ιππείς (De jaculatione equestri), με κάποια περιγραφή των χαρακτηριστικών ενός καλού αλόγου.

Στην Γαλατία και στην Ισπανία ο Πλίνιος έμαθε την κελτική γλώσσα. Κράτησε σημειώσεις για τόπους σχετικούς με την ρωμαϊκή εισβολή στην Γερμανία και, μέσα στις εντυπώσεις από τις νίκες του Δρούσου, είδε ένα όνειρο όπου ο νικητής τον πρόσταζε να μεταφέρει τα κατορθώματά του στην αιωνιότητα (Plin. Epp. iii.5, 4). Το όνειρο αυτό παρακίνησε τον Πλίνιο να αρχίσει να γράφει ιστορία όλων των πολέμων ανάμεσα στους Ρωμαίους και τα γερμανικά φύλα.

Ο Πλίνιος επισκέφθηκε την Γερμανία και την δεκαετία του 50 συνοδεύοντας τον μελλοντικό αυτοκράτορα Τίτο. Επί βασιλείας Νέρωνα, ο Πλίνιος έζησε κυρίως στην Ρώμη. Αναφέρει τον χάρτη του Βασιλείου της Αρμενίας και των χωρών γύρω από την Κασπία Θάλασσα, που στάλθηκε στην Ρώμη από τον Κόρβουλο το 58 μ.κ.ε. Τελείωσε τα 20 βιβλία της Ιστορίας των Γερμανικών Πολέμων, η οποία ωστόσο μακροπρόθεσμα επισκιάσθηκε από το έργο του Τάκιτου. Επίσης, ο Πλίνιος αφιέρωσε πολύ χρόνο γράφοντας για γραμματική και ρητορική.

Ένα λεπτομερές έργο ρητορικής, το Studiosus, και οκτώ βιβλία των Dubii sermonis (Αβεβαίων Λόγων) το 67 μ.κ.ε. είναι καρποί αυτής της περιόδου.

Με αυτοκράτορα τον φίλο του Βεσπασιανό, ο Πλίνιος επέστρεψε στην ενεργό υπηρεσία, ως έπαρχος της Ναρβωνίτιδας στην νότια Γαλατία (Gallia Narbonensis) το 70 και στην Ισπανία (Hispania Tarraconensis) το 73. Το επόμενο έτος επισκέφθηκε την επαρχία της Βελγικής Γαλατίας. Ευρισκόμενος στην Ισπανία, γνώρισε καλά την γεωργία και τα ορυχεία της, ενώ πέρασε και απέναντι στην Αφρική.

Επιστρέφοντας στην Ιταλία, ανέλαβε υπηρεσία υπό τον Βεσπασιανό, τον οποίο συνήθιζε να επισκέπτεται την αυγή για οδηγίες πριν προχωρήσει στα επίσημα καθήκοντά του. Μετά την αποχώρησή του από το αξίωμα, αφιέρωσε όλο το υπόλοιπο της ζωής του στην συγγραφή (Plin. Epp. iii.5, 9). Ο Πλίνιος ολοκλήρωσε μια Ιστορία της Εποχής του σε 31 βιβλία, που εκτεινόταν από την περίοδο του Νέρωνα ως τον Βεσπασιανό, και άφησε εντολή να εκδοθεί μόνο μετά τον θάνατό του. Αυτή η Ιστορία αναφέρεται από τον Τάκιτο (Ann. xiii.20, xv.53, Hist. iii.29) κι απετέλεσε πηγή για τους Σουητώνιο και Πλούταρχο.

Αλλά το μεγάλο του έργο ήταν η Φυσική Ιστορία (Naturalis Historia), μία Εγκυκλοπαίδεια, όπου ο Πλίνιος συγκέντρωσε μέγα μέρος από την γνώση της εποχής του. Την είχε σχεδιάσει από τα χρόνια του Νέρωνα. Αποτελείται από 37 τόμους και περιλαμβάνονται πληροφορίες τις οποίες κατέγραψε έχοντας διαβάσει περισσότερα από 2.000 βιβλία. Το υλικό που είχε συλλέξει για το έργο αυτό γέμιζε σχεδόν 160 τόμους. Ευτυχώς φρόντισε να παραθέσει έναν αναλυτικότατο κατάλογο των βασικότερων πηγών του, έτσι χιλιάδες τίτλοι βιβλίων και εκατοντάδες ονόματα συγγραφέων έχουν φτάσει έστω ονομαστικά ως εμάς. Ο Λάρκιος Λικίνιος, λεγάτος της Ισπανίας, μάταια προσφέρθηκε να το αγοράσει για χρηματικό ποσό ισοδύναμο με περισσότερα από 300.000 ευρώ. Ο Πλίνιος αφιέρωσε το έργο στον αυτοκράτορα Τίτο, το 77.

Διορίσθηκε από τον Βεσπασιανό διοικητής του ρωμαϊκού στόλου στο ακρωτήριο Μισένο. Στις 24 Αυγούστου του 79 ήταν σταθμευμένος εκεί όταν συνέβη η μεγάλη ιστορική έκρηξη του Βεζούβιου που κατέστρεψε την Πομπηία. Η ισχυρή επιθυμία του να παρατηρήσει το φαινόμενο από κοντά και επίσης να διασώσει φίλους του από την ακτή του κόλπου της Νεαπόλεως, τον οδήγησε να διασχίσει τον κόλπο ως τις Σταβίες. Ο ανιψιός του, Πλίνιος ο Νεότερος, γράφει ότι τον είδαν να καταρρέει και να πεθαίνει «αφού ανέπνευσε δηλητηριώδη αέρια εκπεμφθέντα από το ηφαίστειο». Ωστόσο, οι Σταβίες απείχαν 16 χιλιόμετρα από τον κρατήρα και οι σύντροφοί του δεν έπαθαν τίποτα, επομένως είναι πιθανότερο ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος να πέθανε από άλλη αιτία, π.χ. εγκεφαλικό επεισόδιο ή έμφραγμα του μυοκαρδίου, καθώς ήταν παχύσαρκος.

Το πτώμα του Πλίνιου βρέθηκε χωρίς εμφανή τραύματα στις 26 Αυγούστου, αφού το σύννεφο καπνού και στάχτης από την έκρηξη είχε διαλυθεί αρκετά. Η ιστορία των τελευταίων του ωρών καταγράφηκε σε ένα ενδιαφέρον γράμμα που απέστειλε 27 χρόνια μετά στον Τάκιτο ο Πλίνιος ο Νεότερος, ο οποίος επίσης έστειλε σε άλλο πρόσωπο την ακόλουθη περιγραφή του έργου και του τρόπου ζωής του θείου του: «Ξεκινούσε να εργάζεται πριν την αυγή. Δεν διάβαζε τίποτα χωρίς να κρατά σημειώσεις. Συνήθιζε να λέει ότι δεν υπήρχε βιβλίο τόσο κακό ώστε να μην περιέχει κάτι που να έχει αξία. Στο σπίτι του μόνο την ώρα που περνούσε στο λουτρό του δεν μελετούσε, κι όταν ταξίδευε, λες και δεν είχε άλλες φροντίδες, αφοσιωνόταν μόνο στην μελέτη. Κοντολογίς, θεωρούσε σπαταλημένο όλο τον χρόνο που δεν αφιερωνόταν στη μελέτη».

Στην ηφαιστειολογία ο Πλίνιος τιμήθηκε με τον όρο πλίνια έκρηξη ή «πλίνεια», που αναφέρεται σε μία πολύ βίαιη έκρηξη ηφαιστείου, της οποίας η στήλη της σποδού φθάνει μέχρι την στρατόσφαιρα. Ο όρος «υπερπλίνια» (ultra-plinian) αναφέρεται στον βιαιότερο δυνατό τύπο μιας πλίνιας εκρήξεως, όπως αυτή της καταστροφής του Κρακατόα.

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ «ΦΥΣΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ»

Στην λατινική γραμματολογία, ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος καταλαμβάνει την υψηλότερη θέση, δίπλα στον Κικέρωνα και τον Βιργίλιο. Το μόνο έργο του που έχει σωθεί είναι η Φυσική Ιστορία, ένα πλήρες εγκυκλοπαιδικό σύγγραμμα φιλοσοφίας (ιδιαιτέρως φυσικής φιλοσοφίας) το οποίο συνόψιζε όλη την γνώση της εποχής του, ανθολογημένη από διάσπαρτα προγενέστερα ελληνικά και λατινικά συγγράμματα, στους τομείς της μεταφυσικής, της αστρονομίας, των μαθηματικών, της γεωγραφίας, της εθνογραφίας, της ανθρωπολογίας, της ζωολογίας, της βοτανολογίας, της φαρμακολογίας, της ηφαιστειολογίας, της ορυκτολογίας, αλλά και της τέχνης της γλυπτικής, της ζωγραφικής, της αρχιτεκτονικής και ορισμένων συναφών τεχνολογικών κλάδων όπως η εξόρυξη, η μεταλλουργία κλπ.

Στην περιγραφή των φυτών, ο Πλίνιος μπόρεσε να συλλέξει πάμπολλες θεραπείες με βότανα. Στο τέλος του έργου, ως ο μοναδικός Ρωμαίος πλην του Λουκρητίου που είχε ποτέ για θέμα του ολόκληρο το βασίλειο της Φύσεως, προσεύχεται για τις ευλογίες της παγκόσμιας μητέρας.

Κατά τους αιώνες που ακολούθησαν η Φυσική Ιστορία χρησιμοποιήθηκε ως έγκυρη πηγή από αναρίθμητους σοφούς, τόσο σε θέματα φυσικής φιλοσοφίας όσο και ιατρικής. Ο Πλίνιος εμφανίζει οξύ ενδιαφέρον για την φύση και την μελετά με τρόπο καινοφανή ως τότε στην Ρώμη, ενώ η μικρή υπόληψη της οποίας έχαιραν μελέτες αυτού του είδους δεν τον αποθαρρύνει από την προσπάθειά του.

Η Ιστορία του δεν υπολείπεται σε τίποτα από μία εγκυκλοπαίδεια για την φύση, αλλά και την τέχνη, όταν η τελευταία συνδέεται με την φύση ή εμπνέεται από αυτήν. Μελέτησε τις αρχικές πηγές σε κάθε αντικείμενο: οι indices auctorum του είναι οι πηγές του από πρώτο ή δεύτερο χέρι. Η επιστημονική του περιέργεια εξάλλου οδήγησε μάλλον στον θάνατό του κατά την έκρηξη του Βεζούβιου. Το ύφος του προδίδει την επίδραση του Σενέκα του Νεότερου. Στοχεύει λιγότερο στην καθαρότητα και στην ζωντάνια και περισσότερο στην επιγραμματική παράθεση. Αγαπά τα αντιθετικά σχήματα, όσο και τις ερωτήσεις ή τον θαυμασμό για κάτι. Η καλλιέπεια των προτάσεων θυσιάζεται στο πάθος για έμφαση, ενώ η δομή τους είναι χαλαρή.

35ο ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ «ΦΥΣΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ»

Στο 35ο βιβλίο, εξετάζονται τα διάφορα είδη γαιών, βασικής πρώτης ύλης για τις χρωστικές ουσίες του καιρού του, παραθέτει μια Ιστορία της ζωγραφικής και απαριθμεί τους κυριότερους εκπροσώπους της από τον 6ο π.κ.ε. μέχρι τον 1ο μ.κ.ε. αι. Στο ίδιο βιβλίο περιλαμβάνεται και μία σύντομη ιστορία της πλαστικής.

Τα περί τέχνης κεφάλαια του Πλίνιου είναι πολύτιμα και αναντικατάστατα γιατί συμπληρώνουν και εντάσσουν σ’ ένα σύνολο τις σκόρπιες πληροφορίες που έχουμε από άλλες ποικίλες πηγές και ακόμα γιατί μας κάνουν γνωστά τα ονόματα και τα έργα εκατοντάδων αρχαίων γλυπτών, ζωγράφων και ψηφοθετών άγνωστων από άλλες πηγές. Είναι το εκτενέστερο και πληρέστερα διαρθρωμένο αρχείο της ελληνικής τέχνης που έχουμε από την αρχαιότητα.

Για τους καλλιτέχνες και για τους πνευματικούς ανθρώπους της Αναγέννησης, η αρχαία τέχνη αποτελούσε το ιδανικό πρότυπο, το μέτρο σύγκρισης, το σημείο αναφοράς. Τα μεγάλα κέντρα της Ιταλίας είχαν το καθένα ξεχωριστά μια ειδική σχέση και έναν έντονο προσανατολισμό προς την Αρχαιότητα. Η Φλωρεντία είχε τον πλούτο, τους Μεδίκους και τους λόγιους, η Βενετία μια πιο άμεση επαφή με την Ανατολή και την Ελλάδα και η Ρώμη τον συγκεντρωτισμό, τη δύναμη των παπών και τα ρωμαϊκά ερείπια. Είναι αλήθεια ότι η γνώση της αρχαίας τέχνης στην Αναγέννηση ήταν αρχικά στην ουσία της φιλολογική. Τα κλασικά αριστουργήματα της γλυπτικής (5ος-4ος αιώνας π.κ.ε.) μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όταν κατέρρευσε εντελώς ο αρχαίος κόσμος, καταστράφηκαν, χάθηκαν και ξεχάστηκαν.

Συγγραφείς όπως ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος στο έργο του Φυσική ιστορία (περ. 70 μ.κ.ε.) ή ο Παυσανίας στο έργο του Ελλάδος περιήγησις (2ος αιώνας μ.κ.ε.) κατέγραψαν καταλόγους έργων καλλιτεχνών, τα οποία στη δική τους εποχή, δηλαδή 4-5 αιώνες μετά τη δημιουργία των πρωτοτύπων, αντιγράφονταν σε ειδικά εργαστήρια. Η επιλογή των έργων που αντιγράφονταν, κυρίως τα αντίγραφα των κλασικών έργων, καθοριζόταν από το γούστο της ρωμαϊκής εποχής. Οι Ρωμαίοι αντέγραφαν ορισμένα έργα, συχνά σε πάρα πολλές επαναλήψεις, τα οποία σε νέα συμφραζόμενα πλέον προορίζονταν να διακοσμήσουν κήπους, θέρμες, βιβλιοθήκες, ανάκτορα των Ρωμαίων κ.ά. Έτσι, το μεγαλύτερο μέρος του έργου μεγάλων καλλιτεχνών της κλασικής εποχής, του Φειδία, του Πολυκλείτου, του Πραξιτέλη κ.ά., το γνωρίζουμε κυρίως χάρη στα ρωμαϊκά αντίγραφα. Και μολονότι η τέχνη καθαυτή των μεγάλων καλλιτεχνών της κλασικής εποχής ήταν άγνωστη στην Δύση, αφού δεν μπορούσε να δει κανείς τα έργα τους, παρέμενε η ανάμνηση, η φήμη τους μέσω των κειμένων.

Πλίνιος ο Πρεσβύτερος

«Μεταξύ αυτών των πραγμάτων, ένα μοιάζει βέβαιο: ότι καμιά βεβαιότητα δεν υπάρχει και ότι δεν υπάρχει τίποτα το πιο αξιολύπητο ή πιο θρασύ από τον άνθρωπο.»

«Εξαιτίας μιας περίεργης αρρώστιας του ανθρώπινου μυαλού, μας ευχαριστεί να απαθανατίζουμε στην Ιστορία καταγραφές σφαγών και αιματοχυσιών, έτσι ώστε οι αγνοούντες τα γεγονότα του κόσμου να κάνουν τη γνωριμία τους με τα εγκλήματα της ανθρωπότητας.»

«Υπάρχουν άνθρωποι ακέφαλοι που ‘χουν τα μάτια τους στην πλάτη, άνθρωποι με κεφάλι σκύλου που επικοινωνούν μεταξύ τους γαβγίζοντας, φίδια που πετάγονται με ένα σάλτο από το έδαφος και πιάνουν πετούμενα πουλιά, καθώς και ένα είδος ερπετού της Αφρικής που κομματιάζει βράχους μόνο με την ανάσα του και που είναι τόσο δηλητηριώδες, ώστε όταν κάποια μέρα ένας άνθρωπος σκότωσε κάποιο που βρισκόταν στην πλάτη του αλόγου του, το δηλητήριο απλώθηκε στην λόγχη του άντρα με αποτέλεσμα να πεθάνει τόσο ο ίδιος, όσο και το άλογο.»
 

Στην «Φυσική Ιστορία» στο κεφάλαιο ο Άνθρωπος (Naturalis Historia VII liber)
«Έδωσα μια περιγραφή του κόσμου και των χωρών, των ειδών, των θαλασσών, των σημαντικών ποταμών, νησιών και πόλεων που αυτός περιέχει. Υπάρχουν κι άλλα πολλά που δεν είπα αφού ο ανθρώπινος νους δεν είναι αρκετά ικανός για να εξερευνήσει όλα τα πεδία.

»Απ’ όλα τα ζώα του κόσμου, η πρώτη θέση πρέπει δικαιωματικά να δοθεί στον Άνθρωπο, για χάρη του οποίου η Φύση φαίνεται να έχει δημιουργήσει όλα τα άλλα πράγματα – αν και ζητά σκληρό αντίτιμο για όλα τα πλούσια δώρα της, κάνοντας το σχεδόν αδύνατο να κρίνεις αν ήταν ένας καλός γονέας για τον Άνθρωπο ή αν ήταν μια ανελέητη μητριά.

»Πρώτα απ’ όλα, τον άνθρωπο μονάχα, απ’ όλα τα ζώα, τον καλύπτει με δανεικά υλικά. Όλα τα υπόλοιπα όντα, σε όλη τους την απειράριθμη ποικιλία, σοφά τα ντύνει με σκεπάσματα – κελύφη, φλοιούς, λέπια, φτερά, θώρακες, πανοπλίες, ακόμη και τους κορμούς των δέντρων, τους έχει προστατέψει από το κρύο και την ζέστη με σκληρό και παχύ φλοιό, συχνά διπλό και τριπλό, αλλά μόνο τον άνθρωπο, από την ημέρα της γέννησης του, τον ξεβράζει στον κόσμο γυμνό, πάνω στο αφιλόξενο γυμνό έδαφος, για να ξεσπάσει αμέσως σε θρήνο και κλάμα.

»Κανένα άλλο από όλα τα έμβια όντα δεν ρέπει τόσο πολύ προς τα δάκρυα και το κλάμα, κι αυτό αμέσως στο ίδιο το ξεκίνημα της ζωής. Ακόμη και εκείνο το πολυσυζητημένο χαμόγελο της βρεφικής ηλικίας, δεν σχηματίζεται στα χείλη κανενός παιδιού μικρότερου από έξι εβδομάδες.

»Αυτή η μύηση στο φως, αφού εγκαταλείψει ο άνθρωπος το σκοτάδι της μήτρα του, ακολουθείται από μια μεγάλη περίοδο δεσμών και εξάρτησης, τέτοια εμπόδια κανένα άλλο όν δεν τα συναντά -ούτε ακόμη κι εκείνα τα ζώα που ανατρέφονται ανάμεσα μας- κανένα από τα άκρα του δεν λειτουργεί για πάρα πολύ καιρό, σαν να είναι δεμένα από αόρατα δεσμά και περιορισμένα κι έτσι, μόλις καταφέρει να γεννηθεί, κείτεται με χέρια και πόδια αλυσοδεμένα, κλαίγοντας απαρηγόρητα.

»Το ζώο που θα γίνει κύριος όλων των άλλων, μυείται στην ζωή, με τιμωρία, εξαιτίας ενός και μόνου λάθους, του παραπτώματος της γέννησης του. Αλίμονο, τι τρέλα για εκείνους που σκέφτονται ότι με ένα τέτοιο ξεκίνημα θα ανατραφούν σε περήφανη θέση.

»Η πρώτη υπόσχεση δύναμης και το πρώτο δάνειο χρόνου που του δίδεται, τον μετατρέπει σε ένα τετράποδο ζώο, κυλιέται στα τέσσερα. Πότε αρχίζει ο άνθρωπος να περπατά; Πότε αρχίζει να μιλά; Πότε το στόμα του είναι αρκετά σκληρό για να μπορεί να δεχθεί κανονική τροφή; Πόσο καιρό κάνει για να συμπυκνωθεί και να δέσει το κρανίο του, ένα σημάδι ότι είναι το πιο αδύναμο από όλα τα όντα. Κανένα άλλο ζώο δεν είναι τόσο ανήμπορο μετά την γέννηση του και για τόσο πολύ καιρό, ευάλωτο από τα πάντα και κανένα άλλο ζώο δεν είναι εξαρτημένο τόσο απόλυτα από τους γονείς του για τόσα πολλά χρόνια, ανίκανο, σε πλήρη άγνοια, παραδομένο στην μοίρα. Ύστερα, μετά την γέννηση, έρχονται οι αρρώστιες του και όλες εκείνες οι θεραπείες ενάντια στις αρρώστιες του που με την σειρά τους θα ηττηθούν από νέες αρρώστιες.

»Το γεγονός ότι όλα τα άλλα ζώα, έχουν συνείδηση της φύσης τους, κάποια χρησιμοποιούν την ταχύτητα, άλλα το ικανό τους πέταγμα, άλλα κολυμπούν, ενώ απ’ όλα τα ζώα της φύσης, ο άνθρωπος δεν γνωρίζει τίποτε απολύτως -εκτός κι αν το διδαχθεί- δεν γνωρίζει ούτε να μιλά και να επικοινωνεί, ούτε να περπατά, ούτε καν να τρώει. Με λίγα λόγια, το μοναδικό πράγμα που μπορεί να κάνει από ένστικτο, είναι να κλαίει. Αναπόφευκτα υπήρξαν πολλοί που πίστεψαν ότι καλύτερα θα ήταν να μην είχε γεννηθεί, ή ότι θα πρέπει να τελειώνει το συντομότερο δυνατόν. Στον άνθρωπο μονάχα, απ’ όλα τα ζώα του κόσμου, δίνεται η θλίψη, μονάχα αυτός την νοιώθει κι επίσης μόνο σε αυτόν δίδεται η πολυτέλεια -κι αυτή σε αμέτρητες μορφές- αγγίζοντας κάθε ξεχωριστό τμήμα της οντότητας του, απ’ όλα τα όντα, μονάχα αυτός έχει φιλοδοξία, πλεονεξία, απύθμενη επιθυμία, όρεξη και πόθο για ζωή, μόνο αυτός έχει προσδοκία, δεισιδαιμονία, αγωνία για τον θάνατο και την ταφή κι ακόμη την αναρώτηση για το τι θα γίνει αφότου δεν θα υπάρχει πια.

»Κανενός όντος η ζωή δεν είναι τόσο επισφαλής και αβέβαιη όσο του ανθρώπου, κανένα ζώο δεν έχει τόσο μεγάλη λαχτάρα για όλες τις ηδονές και τις ευχαριστήσεις, κανένα δεν έχει τόσο συγχυσμένη δειλία ή πιο άγρια οργή. Στην φυσική τους κατάσταση, όλα τα άλλα όντα περνούν τον χρόνο τους άξια ανάμεσα στα όμοια του είδους τους. Τα βλέπουμε να συγκεντρώνονται σε συντροφικά κοπάδια, να στέκουν όλα μαζί ενάντια σε άλλα είδη ζώων· ακόμη και τα πιο άγρια λιοντάρια δεν πολεμούν μεταξύ τους, το δάγκωμα του φιδιού δεν επιτίθεται στα άλλα φίδια, ακόμη και τα τέρατα της θάλασσας και τα ψάρια δείχνουν την σκληρότητα τους μόνο ενάντια σε άλλα είδη διαφορετικά από τα ίδια. Ενώ ο άνθρωπος, τα’ ορκίζομαι, μονάχα σ’ αυτόν συμβαίνει, όλα του τα κακά τα παθαίνει από τους συνανθρώπους του»

Αυτά ο φιλόσοφος τα γράφει το 60 μ.κ.ε. κι όπως βλέπουμε πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια μετά, την εποχή της ταχύτητας και της τεχνητής νοημοσύνης, τίποτε δεν έχει αλλάξει για το ανθρώπινο ζώο. Εξακολουθεί να κλαίει, να ουρλιάζει και να διαλαλεί στα πέρατα του γαλαξία, την ανικανότητα του. Αυτό και μόνο το απόσπασμα του Πλίνιου δείχνει ξεκάθαρα ότι ο άνθρωπος είναι ένα ον φτιαγμένο σε εργαστήριο κι όχι από κάποια φυσική εξέλιξη ή ό,τι είναι ένα ον που πετάχτηκε εδωνά από κάπου αλλού και ουδεμία σχέση με την φυσική εξέλιξη του πλανήτη γη. Ακόμη κι ο πίθηκος ο μακρινός του «πρόγονος» κατά την ελλιπέστατη κι αφελή ομώνυμη θεωρεία, διαθέτει όπλα κι ένστικτο εν τη γενέσει του. Ο άνθρωπος αν δεν διδαχθεί δεν διαθέτει τίποτε απολύτως.

Ερμηνεία Θεολογικών Γρίφων και η υπεροχή της ελληνικής παιδείας έναντι της εβραϊκής

ΜΕΡΟΣ: Α' Βίβλος, Τυφώνας και Ερμηνεία θεολογικών γρίφων

Ερμηνεία θεολογικών γρίφων: η μελωδία στην άρπα του πολιτισμού.

Αν λοιπόν για τους γρίφους της Βίβλου, είχαμε ένα σωρό τέτοιες κατάλληλες ερμηνευτικές προσεγγίσεις, που απομυθοποιούν την συμπεριφορά των βιβλικών ηρώων, ξεσκεπάζουν την προσχηματική ηθική τους και αφαιρούν από τις πανουργίες τους, το λαμπερό θεολογικό τους κάλυμμα τότε, γιατί όλη αυτή η μακροχρόνια, θρησκευτική ιεροπρέπεια, γύρω από τις ιστορίες τους; Γιατί τόση πνευματική υποτέλεια; Γιατί δεν φαίνεται να παίρνει τέλος, όλη αυτή η γενικευμένη πολιτισμοκτόνος σιωπή; Τόσους αιώνες τώρα, αμέτρητες αναφορές έχουν γίνει στις πληγές του Φαραώ. Η εκδικητικότερη ιστορία όλων των εποχών, είχε ανεμπόδιστα κάθε ευκαιρία να φυτέψει όσο γίνετε βαθύτερα το σπέρμα της φοβικής πίστης, στις ψυχές των εκατομμυρίων πιστών της βίβλου. Η ίδια η Βίβλος, ασταμάτητα επαναλαμβάνει την εγκωμιαστική αυτή, αναδρομή θαυμάτων. Όχι μόνο οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά και οι μαθητές της Καινής, με πολύ καμάρι απαριθμούν τις πληγές της Αιγύπτου και υπενθυμίζουν την υποτιθέμενη διάβαση της Ερυθράς. Πράξεις αποστόλων 7.36 & Εβραίους 11.29.

Φαντασθείτε λοιπόν στην ιστορική εξέλιξη, πόσο βαθιά στις ψυχές των πιστών τους, τοποθέτησαν τα ανεξέλεγκτα αυτά θαύματα, οι λεγόμενοι πατέρες της εκκλησίας και οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς με τις πολλές χιλιάδες εγκωμιαστικές αναφορές τους! Προσθέστε στον προπαγανδιστικό αυτόν διαχρονικό κολοσσό, τους αμέτρητους ναούς, κατηχητικά, μοναστήρια, σχολεία, τους αναρίθμητους, πάστορες, παπάδες, Μουλάδες, Ραββίνους και κάθε κατηγόριας θεοπαρμένους θεολόγους, που σε εβδομαδιαία βάση επαναλαμβάνουν ακόμα τους άθλους των βιβλικών ηρώων, θυμηθείτε ότι την σαρωτική αυτή καταιγίδα, των επαναλαμβανόμενων θεολογικών εικόνων, την υφίσταται ο θεοσεβούμενος δυτικός κόσμος (και όχι μόνο αυτός), ασταμάτητα επί σειρά αιώνων, και θα έχετε αντιληφθεί, ένα μικρό μόνο μέρος, της βαριάς πνευματικής παράνοιας που μας έχει εμφυτευτεί απ' την ανεξέλεγκτη δράση της θρησκευτικής εξουσίας!

Αιώνες τώρα οι «σειρήνες»[1] των βιβλικών θαυμάτων, αφανίζουν τις αντιστάσεις όσων περνούν υποχρεωτικά κοντά απ' τις μαγευτικές υποσχέσεις τους. Εκατομμύρια άνθρωποι παρέδωσαν την τελευταία πνοή της νοημοσύνης τους, μπροστά στα υπέροχα αυτά αρπαχτικά φαντάσματα του παρελθόντος και οδηγήθηκαν βουβά στην πνευματική τους αποστέωση, αυξάνοντας τους σορούς των κάτασπρων κοκάλων τους, υποκύπτοντας σχεδόν χαρούμενοι στις μελωδικές σειρήνες των ανύπαρκτων «ανθρωποφάγων θαυμάτων» της Βίβλου!

Ποτέ επιτέλους θα ρωτήσουμε: «Μα τι είδους θαύματα είναι αυτά»; Τελικά, αισθάνεται κανείς, απέραντη θλίψη και θυμό, όχι τόσο κατά των ταλαντούχων αυτών καταδολιευτών απ' την Χαλδαία, αυτοί βρήκαν αφελείς και δικαιολογημένα έκαναν πολύ καλά την δουλειά τους, αλλά κατά των υμετέρων σοφών, αρχαίων και νεότερων, που ενώ ομολογουμένως διέπρεψαν στην αποκωδικοποίηση του υλικού κόσμου, δεν κατάφεραν να αντιληφθούν την τεραστία υπονομευτική δύναμη του δόλου και την πολυμορφία της έντεχνης μαγείας. Παραμένει λοιπόν εκνευριστικά ανεξήγητο, το γιατί προσπαθήσαμε τόσο υποτονικά να ερμηνεύσουμε τους καθ' ισχυρισμών θεόσταλτους γρίφους των μάγων. Φαίνεται ότι μπροστά στον εναλλασσόμενο ρόλο του καταδολιευτή – σωτήρα, και εμείς με την σειρά μας, σαν τους βιβλικούς Φαραώ, κυριολεκτικά δεθήκαμε κόμπο και μείναμε άπραγοι σαν μωρές παιδούλες!

Ανεξήγητο φαίνεται πραγματικά, το γιατί, αιώνες τώρα, «κανένας» δεν πήρε στα χέρια του, το πολύ παράξενο αυτό βιβλίο, την Βίβλο, με αληθινή διάθεση συστηματικής ανάλυσης των πατριαρχικών πράξεων, για να ξεσκεπάσει και ίσως, αιώνες πριν, να διατυμπανίσει την ολοφάνερη ανθρωποθηρική τους δράση. Όχι αποσπασματικά, ούτε απεραντολογώντας, αλλά με απομυθοποιητική, ερμηνευτική σχολαστικότητα. Σκεφθείτε μόνο, ποσά πράγματα θα ήταν διαφορετικά στην ιστορία της ανθρωπότητας, αν αυτό γινόταν κάπου βαθιά στο παρελθόν! Η συγκλονιστική ιδέα, των αναίσχυντων μαγγανιστικών θανατο-θαυμάτων, έστω και σαν πιθανότητα και αόριστη φήμη, σήμερα, όχι μόνο θα ήταν ευρύτατα γνωστή, αλλά σαν το καλύτερο ερμηνευτικό «νυστέρι», θα «έκοβε τα νεύρα» της θρησκευτικής αυτής απατής, απομυθοποιώντας και αχρηστεύοντας, τουλάχιστον μέρος απ' το δήθεν ανεξήγητο μεγαλείο της!

Σε ικανό βάθος χρόνου, μια τέτοια μεθοδική ερμηνευτική προσπάθεια, σταδιακά θα αναχαίτιζε ευεργετικά τον ιστορικό εκχαλδαιισμό της Μεσογείου. Θα αφαιρούσε απ' το υποσχεσιακό υλικό παγίδευσης, την παραπλανητική δολωματική λάμψη. Θα ελαχιστοποιούσε την λαϊκή θρησκομανία και θα απέτρεπε την σκληρή παγιδεύσει ολόκληρων λαών, στα θρησκευτικά αινίγματα. Απλά, θα υποχρέωνε ακόμα και τους πιο ενθουσιώδεις οπαδούς της ιουδαϊκής ουρανόπεμπτης σωτηρίας, να ξανασκεφτούν στοχαστικότερα τις πράξεις των βιβλικών ηρώων, πριν τους τοποθετήσουν με τόση άμετρη παραδοχή, στο υψηλότερο βάθρο θρησκευτικής λατρείας!

Ναι, το απελευθερωτικό όπλο της αναλυτικής ερμηνείας, ήταν συνεχώς εκεί, μπροστά μας, και αποτελούσε ανέκαθεν τον καταλληλότερο σύμμαχο της ανθρώπινης νοημοσύνης, στην μάχη μας κατά του παγιδοποιού ψεύδους, του θρησκευτικού δόλου και της έντεχνης απάτης! Μα δυστυχώς, ποτέ μέχρι σήμερα δεν φαίνεται να αξιοποιήσαμε σωστά την ακατανίκητη δύναμη της προσεκτικής ανάλυσης των παθών μας και οι σκληροί διωγμοί κάθε θρησκευτικής αντίρρησης, που μεσολάβησαν, δεν φαίνεται να είναι η μοναδική εξήγηση αυτής της ανεπίτρεπτης απραξίας μας. Για πολύ πιο ασήμαντες αφορμές, ατελείωτες ηρωικές πράξεις έχουν εκδηλωθεί μέσα σε σφοδρό κλίμα διωγμών και καταδιώξεων. Ποτέ δεν έλειψε το θάρρος, εκεί που υπήρχε η βεβαιότητα του σκοπού. Αν είχαμε τις ερμηνείες, οι διωγμοί δεν θα τις σταματούσαν.

Η πιθανότερη εξήγηση της απίστευτης αυτής ιστορικής μας αδράνειάς, φαίνεται να προέρχεται πιότερο, από το συσσωρευμένο απ' τα βάθη των χιλιετιών, αυθόρμητο, παραλυτικό δέος, που συνέχει ακόμα τον άνθρωπο, στην σκέψη, ότι μόνος του, «γυμνός» και ανίσχυρος, θα βρεθεί αντιμέτωπος, όχι με ανθρώπους, αλλά έτσι αόριστα με τον οποιονδήποτε «θεό»! Φαίνεται, πως ελάχιστοι άνθρωποι υποπτεύθηκαν τους «θεούς» των ιερατείων και ακόμα λιγότεροι κατάλαβαν, ότι στην φαινομενικά άνιση αυτή μάχη, ποτέ δεν ήμασταν μόνοι, γιατί δίπλα μας μπορούσε να σταθεί, πάνοπλη και απαστράπτουσα, η «θεά» ερμηνεία, η μόνη αληθινά θεόσταλτη και ακατανίκητη δύναμη των προετοιμασμένων, πυκνών και καλοζυγισμένων ερωτήσεων, ο αποτελεσματικότερος εξολοθρευτής του σκοταδισμού και ο ανίκητος κυνηγός των θεολογικών φαντασμάτων!

Σύμφωνα μάλιστα με έναν σχετικό μύθο, κάποτε: «ο Ερμής (δηλαδή η ερμηνεία[2]) νίκησε τον Τυφώνα[3] (την προσωποποίηση της συμφοράς) του έκοψε μάλιστα τα νεύρα και τα μεταχειρίσθηκε σαν χορδές στην μελωδική του λύρα».[4] Ο εξαίρετος αυτός συμβολισμός, διδάσκει πως ακόμα και τα χειρότερα τέρατα, ηττώνται από την διεισδυτική παραλυτική δύναμη της ερμηνεία και την κοφτερή σαν χειρουργικό νυστέρι ανάλυση και δια της απομυθοποίησης επέρχεται η «απονεύρωση» και της πιο γιγάντιας κακότητας. Στο τέλος, η ίδια αυτή η ανάλυση της απάτης και η κατανόηση του έντεχνου ψευδούς, γίνονται οι πιο γλυκόηχες χορδές στην άρπα του πολιτισμού και της προόδου. Αυτή είναι η λύρα του Ερμή: η ερμηνεία των παθών μας. Μόνο χάρη στην επιθετική, αναλυτική ερμηνεία των παθών μας, θα μπορούν οι επερχόμενες γενιές των ελεύθερων ανθρώπων να τραγουδούν λεπτομέρειες απ' τις μάχες απελευθέρωσης απ' την φανταχτερή πλάνη, τις επιτυχίες της νοημοσύνης και την κατάκτηση της ευτυχισμένης αρμονίας.

Μάλιστα, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο αυτόν ελληνο-αιγυπτιακό μύθο: «Ο Τυφώνας εγέννησε δυο υιούς, τον Ιεροσόλυμο και τον Ιουδαίο». Plutararchus De Iside et Osiride. 363.D.1 Η εκπληκτική αυτή αναφορά του βιογράφου και φιλοσόφου Πλούταρχου, ούτε λίγο ούτε πολύ πρέπει να σημαίνει, ότι τουλάχιστον η αιγυπτιακή μυθολογία, με τον τρόπο αυτό, συγκράτησε κάτι απ” τις κατάπικρες εμπειρίες της, από τους τραυματοποιούς απόγονους του ολέθριου σωτήρα τους, Ιωσήφ του Χαλδαίου!

Ο αγώνας λοιπόν με τα αινιγματοποιά τέρατα, είναι πολύ συγκεκριμένος. Θυμηθείτε, πως όταν ο Οιδίποδας έπρεπε να σταθεί μπροστά της, δεν είχε αντίπαλο του την Σφίγγα, αλλά τα αινίγματά της. Γνώριζε ότι δεν μπορούσε να σκοτώσει την Σφίγγα με το σπαθί του, που άχρηστο εικονίζεται ανάμεσα στα πόδια του, διότι η αινιγματική σοφία της πνευματοκτόνου «Σφίγγας», εισχωρεί βαθιά στην ψυχή των απαίδευτων και καταλαμβάνει τα φρονήματα, τους φόβους και τις ελπίδες τους. Με το σπαθί, δεν μπορείς να σκοτώσεις τις ψευδαισθήσεις, ούτε να ξεριζώσεις με μιας τις δεισιδαιμονίες και τις πλανεύτρες ελπίδες απ' τις ψυχές, χωρίς να βλάψεις τους δικού σου αγαπημένους συντρόφους, που τώρα πια φέρονται ακατανόητα (σαν γουρούνια) επειδή έχουν ήδη πιει τα γλυκόπιοτα δηλητήρια της «πεντάμορφης δεινής θεάς Κίρκης» [5] Πρέπει πρώτα σαν τον πολύτροπο στην σκέψη Οδυσσέα, να πάρεις από το χέρι του «Ερμή», το αντίδοτο των πνευματικών δηλητηρίων το «Μώλυ»[6] την αφυπνιστική δηλαδή ερμηνεία των παθών μας και να την δώσεις στους μεθυσμένους συντρόφους σου, για να μπορούν να συνέλθουν απ' τα μεθυστικά δηλητήρια της «Κίρκης», της κατά τα αλλά πανέμορφης και οπωσδήποτε θελκτικότατης αυτής θεάς της παραπλάνησης!

Τα λαοφιλή ψεύδη λοιπόν, σκοτώνονται μόνο με το «σπαθί» της ερμηνείας. Η αινιγματοποιός Σφίγγα αχρηστεύεται, απλά μόνο ερμηνεύοντας το ίδιο της το αίνιγμα! Η αληθινή Ερμη-νεία, ακινητοποιεί τις σύμφορες μας, αποκλείει τις συνεχείς επαναλήψεις τους και «απονευρώνει» τους αινιγματοποιούς. Η αποκαλυπτική ερμηνεία, μας βοηθάει να δούμε σαν αντιπάλους και ύπουλους εχθρούς, όλους εκείνους του δόλιους «φίλους» και «σωτήρες» που αιώνες τώρα κλέβουν το ενδιαφέρον μας και μας παραπλανούν με τα ομολογουμένως ενδιαφέροντα αινίγματα τους.

Μόνο αυτή η σοφία του «Ερμή» εξηγεί τις οδυνηρές επαναλαμβανόμενες ιστορικο-πολιτισμικές μας σύμφορες! Η ιερή, αλλά τόσο παραμελημένη αυτή φίλη, η ερμηνεία, αποκαλύπτει την απατηλή όψη των πραγμάτων, και μας προειδοποιεί για την δολωματική φύση της εύγευστης απάτης! Η προσεκτική ΕΡΜΗΝΕΙΑ λοιπόν των παγιδοποιών διλημμάτων (αινιγμάτων) της ιστορίας, είναι το μέγα ζητούμενο της νοημοσύνης μας και η βάση της πολιτισμικής προόδου όχι το μίζερο αδιέξοδο μίσος, ο καγχασμός και η αφελής ατελέσφορη απαξίωση εναντίον οποιουδήποτε διλημματοποιού αυτές είναι επιλογές που συχνά μόνο θολώνουν την κρίση, και ακόμα συχνότερα, απλώς εκτονώνουν το πάθος της έρευνας.

Όμως μέχρι σήμερα, όχι μόνο αυτό δεν έγινε, αλλά απεναντίας ακόμη και τα πιο σοβαρά βιβλία, λεξικά και εγκυκλοπαίδειες, δεν τολμούν να παρεκκλίνουν απ' τα καθιερωμένα! Οι δήθεν πνευματικοί αυτοί άνθρωποι, οι ταλαντούχοι αυτοί αναλυτές, συμπεριφέρονται σαν υπνωτισμένοι αντιγραφείς, αναμασώντας με κάθε λεπτομέρεια και σε κάθε ευκαιρία, την βιβλική εγκωμιαστική πατριαρχική προσωπογραφία. Νομίζω, πως τα βιβλία που εγκωμιάζουν ξέφρενα τους πατριαρχικούς αυτούς ήρωες και τις θρησκευτικές τους προτάσεις, αποτελούν σήμερα τον ορμητικότερο και πλατύτερο χείμαρρο παιδείας, μέσα και έξω απ’ τα εκπαιδεύτηκα ιδρύματα, ολόκληρου του δυτικού τουλάχιστον κόσμου!

Πολύ θα χαρώ όμως, αν μου υποδείξετε, ελάχιστα βιβλία, που επιμελώς ερεύνησαν τα αληθινά δεδομένα των παλαιοδιαθηκικών ηρώων και των αινιγματικών πράξεών τους; Χωρίς να παραβλέψουμε τις ενδιαφέρουσες αποσπασματικές απόπειρες σατι­ρισμού των πατριαρ­χών, που κατά καιρούς έγιναν, δυστυχώς, δεν υπάρχουν αρκετές σοβαρές μελέτες, που να αναλύουν με την δέουσα προσοχή την συμπεριφορά και κυρίως τα όπλα των πατριαρχών, με αποτέλεσμα τα βιβλικά δεδομένα να καταπίνονται χιλιάδες χρόνια τώρα, έτσι, ανεξήγητα και ανεπεξέργαστα, με όλες τις οδυνηρές συνέπειες για τη ζωή και τον πολιτισμό μας.

Το βιβλίο του Αθηναίου Κέλσου (Celsus Phil.): «Αληθής λόγος» (περί το 175 μ.κ.ε.) το αντίστοιχο του Ιουλιανού (Julianus): «Κατά Γαλιλαίων» (331-363 μ.κ.ε) και τα βιβλία του Πορφύριου, (Porphyrius Phil.): «Κατά Χριστιανών» (232-304 μ.κ.ε.)  είναι ίσως απ” τις ελάχιστες αξιομνημόνευτες εξαιρέσεις, που όχι μόνο δε φαίνεται να βρήκαν αντάξιους συνεχιστές, στην μεθοδευμένη κριτική των βιβλικών ισχυρισμών, αλλά φαίνεται πως ούτε και αυτοί οι ίδιοι, δεν αντελήφθησαν, ότι το πραγματικά καυτό υλικό αποκωδικοποίησης, όλης αυτής της ξέφρενης χαλδαιο-μανίας, βρισκόταν κυρίως στις καταγεγραμμένες ιστορίες των παλαιοδιαθηκικών πατριαρχών και στις πρωτοφανείς πράξεις της αναίτιας κακότητας και των καταδολιεύσεών τους!

Γιατί λοιπόν αυτή η συγγραφική αδράνεια; Γιατί αυτή η ανεξέλεγκτη παραδοχή των πάντων; Πιστεύουν οι προ­σφι­λείς ανά τον κόσμο διανοητές, ότι είναι μικρή η απώλεια της κοι­νω­νικής δύναμης, από την μάστιγα της εσφαλμένης πίστης; Η οδυνηρές μας εμπειρίες, απέδειξαν ήδη, ότι τα σεβάσματα είναι η κοινωνική οδοσήμανση, αν έχουν λαθεμένη βάση, το κοινωνικό χάος είναι αναπόφευκτο. Οι όποιες προσπάθειες κριτικής έγιναν έκτοτε, δυστυχώς επικεντρώθηκαν και αναλώθηκαν κυρίως γύρο απ’ το κυριολεκτικά άτρωτο μεγαλείο του σημαντικότερου Εβραίου «σωτήρα» Χριστού Ιησού, που αρχικά κατάφερε να συμπεριληφθεί στο πάνθεων των θρησκευτικών ηρώων, να κερδίσει σταδιακά τον ομιχλώδη τίτλο του θεϊκού «υιού», και τελικά να πάρει τη θέση του ίδιου του δημιουργού θεού!

Έκτοτε, ολόκληρη η ανθρωπότητα, άπραγη παρακολουθεί την σταδιακή εφαρμογή μιας παλαιότερης παλαιοδιαθηκικής συνταγής, την μετατόπισης δηλαδή όλων των θεϊκών τιμών (για φαντάσου) στο πρόσωπο ενός αποθεωθέντος Χαλδαίου, που αρχικά (όπως και ο άγγελος του Ιακώβ) ονομάσθηκε: «υιός ανθρώπου» (Ιωανν.5.27), αργότερα αναβαθμίσθηκε σε: «υιό θεού» (Μαρκ.15.39) και τελικά έγινε: «Λόγος», δηλαδή, ούτε λίγο ούτε πολύ, Θεός στην θέση του Θεού! Για τον σαφή αυτόν υπαινιγμό διαβάζουμε: «Στην αρχή ήταν ο Λόγος και ο Λόγος ήταν με τον θεό και θεός ήταν ο Λόγος. Αυτός ήταν απ’ την αρχή με τον θεό. Τα πάντα δι’ αυτού δημιουργήθηκαν και απ’ όσα έγινα, τίποτε χωρίς αυτόν δεν έγινε και ο Λόγος έγινε άνθρωπος» Ευαγγ. Ιωάνν. 1.1,14.

Καταλάβατε, ή όχι;

Μπορεί να μην το λέει εντελώς ξεκάθαρα να χρησιμοποιεί την συνταγή, «εγώ λέω, εσύ σκέψου», αλλά όπως και να το σκεφτούμε ένα είναι το εκπληκτικό συμπέρασμα που βγαίνει: το σύμπαν ολόκληρο, το δημιούργησε, ποιος άλλος; Ένας αποθεωθείς Εβραίος! Η μεγαλομανία του Αβραάμ για ευκαιρίες παγκόσμιας «ευλογίας», στο πρόσωπο και στην ιστορία του συγκεκριμένου Χαλδαίου, βρήκαν κυριολεκτικά την καταλληλότερη αφετηρία, για την σταδιακή πραγματοποίηση, αυτής της πνευματοκτόνου παγκοσμιοποίησης!

Βέβαια, πρέπει να παραδεχθούμε, ότι αυτός ακριβώς ήταν ανέκαθεν ο κρυφός στόχος και το φυσιολογικό αποκορύφωμα της ιστορικής παγκόσμιας εξουσιαστικής θρησκευτικής πρακτικής, να μετακινούνται δηλαδή οι τιμές, από τον μεγαλειώδη συμπαντικό «θεό» (όποιος κι ό,τι κι αν είναι αυτός) σε αποθεοθέντες ανθρώπους, που από την ανατολή έως τη δύση, με το πρόσχημα του κεντρικού ήρωα της τοπικής θεολογίας, θα εισπράττουν, προς χάρη του ιερατείου, όλες τις τιμές, που κατά τη γνώμη μας, φυσιολογικά ανήκουν στην αρχέγονη μητρική «θεά» φύση.

Το γιατί συμβαίνει αυτός ο συστηματικός εξοβελισμός του συμπαντικού Θεού απ’ τις θρησκείες, αυτή η κερδοφόρος, ατιμωτική για τον Θεό, κολοσσιαία αισχρή καπηλεία, είναι εύκολο να εξηγηθεί, αφού πίσω απ’ την συχνά στημένη, ιστορία του κάθε τοπικού θρησκευτικού ήρωα, μπορούν να κρύψουν ένα σορό ιερατικές και εξουσιαστικές σκοπιμότητες, ενώ πίσω από τον έναν μεγαλειώδη, πανανθρώπινο, ουδέτερο και κυρίως απρόσωπο συμπαντικό Θεό, χωρίς βιβλία, περιούσιο λαό, κατευθυντήρια όνειρα και προφητείες, είναι δύσκολο να κρύψουν ανόητες εντολές υποταγής, σε καταστόλιστους με βαρύτιμα διακριτικά άμφια ανθρωπίσκους!

Δυστυχώς, από τότε που εφευρέθηκε η «θρησκεία», αυτή παραμυθόγλωσση λαοφιλής απάτη, τα ιερατεία κυβερνούν το σκάφος της παγκόσμιας ιστορίας, σύμφωνα με τα εξουσιαστικά συμφέροντα τους και όχι τις οποιεσδήποτε αλήθειες της άδολης ευγενούς θεολογίας! Αυτός είναι ο λόγος, που παράγουν και συντηρούν τους πλέον γλυκόπιοτους θρησκευτικούς μύθους, που μετατρέπουν την ανθρώπινη νοημοσύνη σε σκουπιδότοπο και μεταβάλουν τους λαούς σε εκμεταλλεύσιμη αγέλη! Όσα θλιβερά συμβαίνουν γύρω μας σήμερα, είναι αποτέλεσμα αυτής ακριβώς της ερμηνευτικής αδράνειας αιώνων. Δεν είναι τυχαίο που οι ίδιοι ανθρώπου που από αιώνες τώρα, έστησαν ανενόχλητοι την παγκόσμια αποβλάκωση της ιουδαϊκής θρησκείας, βρίσκονται επικεφαλείς στο παγκόσμιο οικονομικό σφαγείο, κρατώντας το οδυνηρό μαχαίρι της οικονομικής μας εξόντωσης.
------------------
[1] Οι Σειρήνες, κατά τον ελληνικό μύθο ήταν γυναικόμορφα αρπακτικά, που τοποθετούνται σε στενά περάσματα απ” όπου οι ναυτικοί αναγκασμένοι να περνούν πολύ κοντά απ” την ξηρά ήταν υποχρεωμένοι να ακούνε τα μαγευτικά τους τραγούδια που υπόσχοντο τα πάντα. Homerus Epic. Od.12.44.
[2] Για τον «θεό» Ερμή, από την αρχαιότητα γνωρίζουμε ότι: «αλληγορικώς ο προφορικός λόγος Ερμής λέγεται, διότι ερμηνευτικός είναι». Scholia in Homerum 38.15. Άρα «Ερμής» και ερμηνευτικός λόγος ταυτίζονται!!!
[3] Τύφων, ο ισχυρότερος τερατόμορφος Τιτάνας. Ο δαίμων της καταιγίδας, σύζυγος της Έχιδνας, πατέρας πολλών τεράτων, μεταξύ των οποίων και της Σφίγγας, του Οιδίποδα και των Θηβών. Η προσωποποίηση του πυρακτωμένου ανέμου, της ξηρασίας, της ακαρπίας και γενικότερα της κοινωνικής δυστυχίας.
[4] Plutararchus De Iside et Osiride. 373.C.10
[5] Η Κίρκη πότισε τους συντρόφους του Οδυσσέα: «κριθάλευρο, μέλι και κρασί και στην τροφή τους έριξε φάρμακα βαριά» Homerus Od.10.236. Όπως προαναφέραμε το ερυσιβώδες άλευρο ήταν από μόνο του ικανό να προκαλέσει εκστασιακή συμπεριφορά. Βλ. παραπομπή 382 ?
[6] Homerus Ob.10.305. // «Μώλυ: αντιφάρμακο, είδος βοτάνης, που έδωσε ο Οδυσσέας στους συντρόφους του και τους αποκατέστησε απ” τις αλλοιώσεις της Κίρκης» Etymologicum Magnum 592.40.

ΜΕΡΟΣ: Β' Η υπεροχή της ελληνικής παιδείας έναντι της εβραϊκής

Στο πολύμορφο έργο του Ιουλιανού (λόγοι, επιστολές, εριστικά συγγράμματα), το μεγαλύτερο μέρος του οποίου προέρχεται από την περίοδο άσκησης των αυτοκρατορικών καθηκόντων (361-363 μ.κ.ε.), ανακλάται η πνευματική του εξέλιξη που τον οδηγεί στην απόρριψη του Χριστιανισμού και στην προσήλωση στη νεοπλατωνική φιλοσοφία. Ανιχνεύεται επίσης η θεωρητική θεμελίωση των μεταρρυθμιστικών μέτρων που πήρε προς όφελος της παλαιάς θρησκείας και εις βάρος της καθολικής επικράτησης του Χριστιανισμού. Ως προς το ύφος το έργο του χαρακτηρίζεται από το πλήθος των απηχήσεων της κλασικής λογοτεχνίας, ενώ η αξία του ως ιστορικής πηγής έγκειται κυρίως στο γεγονός ότι παρέχει ζωντανή εικόνα των ιδεολογικών συγκρούσεων της εποχής.

Τα αποσπάσματα του έργου Κατὰ Γαλιλαίων που γνωρίζουμε, προέρχονται από το Κατὰ Ἰουλιανοῦ σύγγραμμα του Κυρίλλου επισκόπου Αλεξανδρείας, (ο δολοφόνος της Υπατείας και υπεύθυνος για την δολοφονία της Φιλοσοφίας, κυριολεκτικά μια Οργανική Πύλη) ο οποίος γύρω στο 440 μ.κ.ε. επιχειρώντας να το αναιρέσει παράγραφο προς παράγραφο, παραθέτει μεγάλο μέρος του. Στο συγκεκριμένο κείμενο ο Ιουλιανός επιχειρεί εκτεταμένο λογικό έλεγχο των βιβλίων της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, προκειμένου να επιτύχει τον βασικό του στόχο, δηλ. να δείξει την ανωτερότητα του ελληνικού πολιτισμού έναντι της χριστιανικής θρησκείας. Σχετική είναι και η επιδίωξή του στο απόσπασμα που ακολουθεί: να αποδείξει την υπεροχή των ελληνικών γραμμάτων έναντι των εβραϊκών.

ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ 243. – Κατὰ Γαλιλαίων §§ 53-55

[53] Αλλά μήπως η οργάνωση του κράτους και η μορφή των δικαστηρίων, η χρηστή και συνετή διοίκηση των πόλεων, η πρόοδος των επιστημών και η καλλιέργεια των ελευθερίων τεχνών, μήπως όλα αυτά δεν βρίσκονταν στους Εβραίους σε άγρια και βαρβαρώδη κατάσταση; Παρά ταύτα ο άθλιος Ευσέβιος1 διατείνεται πως έχουν και αυτοί κάποια ποιήματα σε εξάμετρους στίχους. Επιδιώκει μάλιστα με ζήλο να αποδείξει ότι αναπτύχθηκε στους Εβραίους και η μελέτη της λογικής, το όνομα της οποίας το έχει ακούσει από τους Έλληνες. Ποιο είδος όμως ιατρικής τέχνης έκανε την εμφάνισή του στους Εβραίους, όπως στους Έλληνες η ιατρική του Ιπποκράτη και μερικών άλλων σχολών που ακολούθησαν χρονικά; [54] Συγκρίνεται ο “σοφότατος” Σολομών με τον Φωκυλίδη ή τον Θέογνη ή τον Ισοκράτη2 από την πλευρά των Ελλήνων; Από πού και ώς πού; Αν συνέκρινες έστω τις παραινέσεις του Ισοκράτη με τις Παροιμίες εκείνου, θα κατέληγες, είμαι βέβαιος, στο συμπέρασμα ότι ο υιός του Θεοδώρου 3 είναι ανώτερος από τον “σοφότατο” βασιλέα. «Ο Σολομών όμως», απαντά, «είχε εντρυφήσει και στη θεουργία». 4

Και λοιπόν; Μήπως και αυτός δεν ελάτρευσε τους δικούς μας θεούς εξαπατημένος, καθώς λένε, από τη γυναίκα του; 5 Οποία υπεροχή! Τι πλούτος σοφίας! Δεν κατανίκησε την ηδονή και τον παραπλάνησαν τα λόγια μιας γυναίκας! Όμως αν εξαπατήθηκε από μια γυναίκα, μην τον χαρακτηρίζετε σοφό. Αν πάλι είστε πεπεισμένοι ότι ήταν σοφός, μη θεωρείτε ότι εξαπατήθηκε 6 από μια γυναίκα, αλλά ότι, ακολουθώντας τη δική του κρίση και σύνεση και τη διδασκαλία που του φανέρωσε ο θεός, ελάτρευσε και τους άλλους θεούς. Γιατί ο φθόνος και ο ζήλος ούτε καν τους πιο ενάρετους ανθρώπους δεν πλησιάζουν -πόσo μάλλον απέχουν από τους αγγέλους και τους θεούς. Ασχολείστε ως εκ τούτου με επιμέρους δυνάμεις, 7 τις οποίες ασφαλώς και δεν θα έκανε λάθος κανείς, αν τις αποκαλούσε δαιμονικές. Γιατί σ᾽ αυτές βλέπει κανείς έπαρση και ματαιοδοξία, ενώ στους θεούς δεν υπάρχει τίποτα παρόμοιο.

[55] Για ποιο λόγο τρέφεστε από τις γνώσεις των Ελλήνων, αν ικανοποιεί τις ανάγκες σας η μελέτη των δικών σας γραφών; Θα ήταν όμως προτιμότερο να κρατάτε τους ανθρώπους μακριά από εκείνη τη γνώση παρά από το να τρώνε τα προσφερόμενα στους θεούς σφάγια. Γιατί από αυτά, όπως λέει και ο Παύλος, 8 ουδόλως βλάπτεται εκείνος που τρώει· η συνείδηση όμως του αδελφού που τον βλέπει θα μπορούσε να σκανδαλισθεί, σύμφωνα με τα λεγόμενά σας, σοφότατοι και επηρμένοι. Η γνώση των Ελλήνων ήταν ωστόσο η αιτία που απείχε από την αθεΐα κάθε ευγενές πλάσμα που η φύση δημιούργησε σε σας. Όποιος λοιπόν είχε νου, έστω και λίγο, αυτός εγκατέλειψε πολύ γρήγορα την αθεΐα. Καλύτερα λοιπόν να κρατάτε τους ανθρώπους μακριά από τη γνώση 9 παρά από τη βρώση των σφαγίων. Γνωρίζετε όμως, μου φαίνεται, και σεις τη διαφορετική επίδραση των δικών σας γραφών στο πνεύμα σε σχέση προς τις δικές μας, και ότι από τη μελέτη των δικών σας κανείς δεν θα μπορούσε να γίνει εξαίρετος άνδρας, ούτε καν ίσως απλώς καλός, ενώ από τη μελέτη των δικών μας καθένας θα γινόταν καλύτερος από πριν, έστω και αν στερούνταν εντελώς ευφυΐας.

Ιδού σαφής απόδειξη: αφού επιλέξετε κάποια από το σύνολο των παιδιών σας, ωθήστε τα να μελετήσουν τις γραφές. Και αν, όταν ενηλικιωθούν, αποδειχθούν ανώτερα από ένα δούλο, να θεωρήσετε ότι λέω ανοησίες και ότι παραφρόνησα. Είστε, κατόπιν τούτου, τόσο δυστυχείς και ανόητοι, ώστε θεωρείτε θεϊκά τα κείμενα εκείνα από τα οποία κανένας δεν θα μπορούσε να γίνει συνετότερος, γενναιότερος ή καλύτερος από πριν, ενώ εκείνα από τα οποία μπορεί να αποκτήσει κανείς ανδρεία, σύνεση και δικαιοσύνη τα αποδίδετε στον σατανά και σ᾽ αυτούς που λατρεύουν τον σατανά!

Το πρωτότυπο

[53] ἀλλ᾽ ὁ τῆς πολιτείας θεσμὸς καὶ τύπος τῶν δικαστηρίων, ἡ δὲ περὶ τὰς πόλεις οἰκονομία καὶ τὸ κάλλος, ἡ δὲ ἐν τοῖς μαθήμασιν ἐπίδοσις, ἡ δὲ ἐν ταῖς ἐλευθερίοις τέχναις ἄσκησις οὐχ Ἑβραίων μὲν ἦν ἀγρία καὶ βαρβαρική; καίτοι βούλεται ὁ μοχθηρὸς Εὐσέβιος εἶναί τινα καὶ παρ᾽ αὐτοῖς ἑξάμετρα, καὶ φιλοτιμεῖται λογικὴν εἶναι πραγματείαν παρὰ τοῖς Ἑβραίοις, ἧς τοὔνομα ἀκήκοε παρὰ τοῖς Ἕλλησι. ποῖον ἰατρικῆς εἶδος ἀνεφάνη παρὰ τοῖς Ἑβραίοις, ὥσπερ ἐν Ἕλλησι τῆς Ἱπποκράτους καί τινων ἄλλων μετ᾽ ἐκεῖνον αἱρέσεων; [54] ὁ σοφώτατος Σολομὼν παρόμοιός ἐστι τῷ παρ᾽ Ἕλλησι Φωκυλίδῃ ἢ Θεόγνιδι ἢ Ἰσοκράτει; πόθεν; εἰ γοῦν παραβάλοις τὰς Ἰσοκράτους παραινέσεις ταῖς ἐκείνου παροιμίαις, εὕροις ἄν, εὖ οἶδα, τὸν τοῦ Θεοδώρου κρείττονα τοῦ σοφωτάτου βασιλέως. ἀλλ᾽ ἐκεῖνος, φησί, καὶ περὶ θεουργίαν ἤσκητο. τί οὖν; οὐχὶ καὶ ὁ Σολομὼν οὗτος τοῖς ἡμετέροις ἐλάτρευσε θεοῖς, ὑπὸ τῆς γυναικός, ὡς λέγουσιν, ἐξαπατηθείς; ὢ μέγεθος ἀρετῆς, ὦ σοφίας πλοῦτος. οὐ περιγέγονεν ἡδονῆς, καὶ γυναικὸς λόγοι τοῦτον παρήγαγον. εἴπερ οὖν ὑπὸ γυναικὸς ἠπατήθη, τοῦτον σοφὸν μὴ λέγετε. εἰ δὲ πεπιστεύκατε εἶναι σοφόν, μή τοι παρὰ γυναικὸς αὐτὸν ἐξηπατῆσθαι νομίζετε, κρίσει δὲ οἰκείᾳ καὶ συνέσει καὶ τῇ παρὰ τοῦ φανέντος αὐτῷ θεοῦ διδασκαλίᾳ πειθόμενον λελατρευκέναι καὶ τοῖς ἄλλοις θεοῖς. φθόνος γὰρ καὶ ζῆλος οὐδὲ ἄχρι τῶν ἀρίστων ἀνθρώπων ἀφικνεῖται, τοσοῦτον ἄπεστιν ἀγγέλων καὶ θεῶν. ὑμεῖς δὲ ἄρα περὶ τὰ μέρη τῶν δυνάμεων στρέφεσθε, ἃ δὴ δαιμόνιά τις εἰπὼν οὐκ ἐξαμαρτάνει. τὸ γὰρ φιλότιμον ἐνταῦθα καὶ κενόδοξον, ἐν δὲ τοῖς θεοῖς οὐδὲν ὑπάρχει καὶ τοιούτον.

[55] τοῦ χάριν ὑμεῖς τῶν παρ᾽ Ἕλλησι παρεσθίετε μαθημάτων, εἴπερ αὐτάρκης ὑμῖν ἐστιν ἡ τῶν ὑμετέρων γραφῶν ἀνάγνωσις; καίτοι κρεῖττον ἐκείνων εἴργειν τοὺς ἀνθρώπους ἢ τῆς τῶν ἱεροθύτων ἐδωδῆς. ἐκ μὲν γὰρ ἐκείνης, καθὰ καὶ ὁ Παῦλος λέγει, βλάπτεται μὲν οὐδὲν ὁ προσφερόμενος, ἡ δὲ συνείδησις τοῦ βλέποντος ἀδελφοῦ σκανδαλισθείη ἂν καθ᾽ ὑμᾶς, ὦ σοφώτατοι, φάναι. διὰ δὲ τῶν μαθημάτων τούτων ἀπέστη τῆς ἀθεότητος πᾶν ὅ τι περ παρ᾽ ὑμῖν ἡ φύσις ἤνεγκε γενναῖον. ὅτῳ οὖν ὑπῆρξεν εὐφυΐας κἂν μικρὸν μόριον, τούτῳ τάχιστα συνέβη τῆς παρ᾽ ὑμῖν ἀθεότητος ἀποστῆναι. βέλτιον οὖν εἴργειν μαθημάτων, οὐχ ἱερείων τοὺς ἀνθρώπους. ἀλλ᾽ ἴστε καὶ ὑμεῖς, ὡς ἐμοὶ φαίνεται, τὸ διάφορον εἰς σύνεσιν τῶν παρ᾽ ὑμῖν θεοπνεύστων γραφῶν πρὸς τὰς παρ᾽ ἡμῖν τοῦ πονηροῦ, καὶ ὡς ἐκ τῶν παρ᾽ ὑμῖν οὐδεὶς ἂν γένοιτο γενναῖος ἀνήρ, μᾶλλον δὲ οὐδὲ ἐπιεικής, ἐκ δὲ τῶν παρ᾽ ἡμῖν αὐτὸς αὑτοῦ πᾶς ἂν γένοιτο καλλίων, εἰ καὶ παντάπασιν ἀφυής τις εἴη.

τεκμήριον δὲ τοῦτο σαφές· ἐκ πάντων ὑμῶν ἐπιλεξάμενοι παιδία ταῖς γραφαῖς ἐμμελετῆσαι παρασκευάσατε. κἂν φανῇ τῶν ἀνδραπόδων εἰς ἄνδρας τελέσαντα σπουδαιότερα, ληρεῖν ἐμὲ καὶ μελαγχολᾶν νομίζετε. εἶτα οὕτως ἐστὲ δυστυχεῖς καὶ ἀνόητοι, ὥστε νομίζειν θείους μὲν ἐκείνους τοὺς λόγους, ὑφ᾽ ὧν οὐδεὶς ἂν γένοιτο φρονιμώτερος οὐδὲ ἀνδρειότερος οὐδ᾽ ἑαυτοῦ κρείττων· ὑφ᾽ ὧν δὲ ἔνεστιν ἀνδρείαν, φρόνησιν, δικαιοσύνην προσλαβεῖν, τούτους ἀποδίδοτε τῷ Σατανᾷ καὶ τοῖς τῷ Σατανᾷ λατρεύουσιν.
---------------------
1 Ο Ευσέβιος επίσκοπος Καισαρείας (260-339 μ.κ.ε) στο έργο του Ευαγγελική Προπαρασκευή (11, 5, 5) αναφέρει ότι ο Μωυσής και ο Δαυΐδ έγραψαν στίχους σε δακτυλικούς εξαμέτρους, εννοώντας προφανώς ότι έγραψαν επική ποίηση.
2 Συγκρίνεται η ελληνική διδακτική ποίηση του 6ου αιώνα π.κ.ε. (Φωκυλίδης, Θέογνης) και η παραινετική ρητορεία (Ισοκράτης) με την διδακτική λογοτεχνία των Εβραίων, και συγκεκριμένα με τις Παροιμίες, έργο που αποτελείται από συλλογή συμβουλών και αποδίδεται στον βασιλιά Σολομώντα (10ος αι. π.κ.ε.).
3 Εννοεί τον Ισοκράτη, ο πατέρας του οποίου ονομαζόταν Θεόδωρος.
4 Ο όρος θεουργία δήλωνε στην ύστερη αρχαιότητα τις μαγικές πρακτικές με τις οποίες θεωρούσαν ότι μπορούσε να προκαλέσει κανείς την ενεργοποίηση θεϊκών δυνάμεων.
5 Πβ. Βασιλέων Α΄ 11, 4: «Όταν γέρασε (ο Σολομών), οι γυναίκες του του γύρισαν τα μυαλά και λάτρεψε άλλους θεούς».
6 Πβ. Βασιλέων Α᾽ 11, 4: και ἐξίκλιναν αἱ γυναῖκες αἱ ἀλλότριαι τὴν καρδίαν αὐτοῦ ὀπίσω θεῶν αὐτῶν. (= “οι γυναίκες τού γύρισαν τα μυαλά και λάτρεψε άλλους θεούς”). Το χωρίο ερμηνεύεται ως εξής: Ο Σολομών δεν είναι ανώτερος από τον Ισοκράτη λόγω των απόκρυφων, μαγικών δυνάμεων που κατέχει, όπως ισχυρίζονται οι Εβραίοι (πβ. την αμέσως προηγούμενη φράση), αφού και αυτός εξαπατήθηκε από την γυναίκα του και λάτρεψε τους θεούς των εθνικών, προδίδοντας την πίστη του.
7 Αναφέρεται μάλλον στη λατρεία των αγίων.
8 Πβ. Προς Κορινθίους Α΄ 8, 7-13.
9 Την ίδια περίπου εποχή (362 μ.κ.ε) ο Ιουλιανός εξέδωσε τον περὶ παιδείας νόμο, σύμφωνα με τον οποίο απαγορευόταν στους χριστιανούς δασκάλους να διδάσκουν τους εθνικούς συγγραφείς. Ο νόμος αυτός προκάλεσε την αντίδραση των χριστιανών, που αποτυπώνεται μεταξύ άλλων στους δύο Κατὰ Ἰουλιανοῦ λόγους του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού.

Ο Θετικισμός

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονοσ Θετικισμός«Εγκυρη μορφή γνώσης είναι εκείνη που βασίζεται στα αισθητά πράγματα» Auguste Comte κατά τον θετικισμό ή positivism. Δεν αναζητεί το πώς φτάνουμε στην γνώση, τις ιστορικές και ψυχολογικές θεμελιώσεις της. Είναι μια συλλογή κανόνων και αξιολογικών κριτηρίων που αναφέρονται στη διαδικασία της γνώσης. Για το θετικισμό, δεν υπάρχει πραγματική διαφορά μεταξύ ουσίας και φαινομένου. Αναγνωρίζουμε ως πραγματικό μόνο ό,τι φανερώνεται στην εμπειρία. Δεν υπάρχουν δηλαδή «κρυμμένες» ουσίες πίσω από τα αντικείμενα που προσλαμβάνονται μέσω της εμπειρίας.

Αυτό δε σημαίνει ότι ο θετικισμός αρνείται την αναζήτηση αιτιών που δεν είναι άμεσα παρατηρήσιμες, αλλά αντιτίθεται στο να τις αναγάγει (τις αιτίες) σε κρυφές οντότητες που εξ ορισμού δεν είναι προσβάσιμες στην ανθρώπινη γνώση. Επομένως, υποστηρίζει ότι πραγματική υπόσταση έχουν μόνο τα ατομικά συγκεκριμένα αντικείμενα. Τούτο συμβαίνει επειδή, σύμφωνα με το θετικισμό, έχουμε δικαίωμα να αναγνωρίζουμε την ύπαρξη ενός πράγματος μόνο εφόσον η εμπειρία επιτάσσει κάτι τέτοιο. Οι γενικές αφηρημένες έννοιες δεν έχουν εμπειρική υπόσταση, άρα δεν υπάρχουν. H στάση αυτή ανήκει στη γενική αρχή του νομιναλισμού, εκείνης της μεσαιωνικής φιλοσοφικής παράδοσης που υποστήριξε ότι οι καθολικές έννοιες είναι μόνο ονόματα (εξ ου και ο όρος «νομιναλισμός»), δεν έχουν πραγματική υπόσταση.

Θεμελιώδης αρχή του θετικισμού είναι η πίστη στην ουσιαστική ενότητα της επιστημονικής μεθόδου. Οι μέθοδοι δηλαδή για την απόκτηση έγκυρης γνώσης και τα κύρια στάδια θεωρητικής επεξεργασίας της εμπειρίας είναι κατ’ ουσίαν ίδιες σε όλες τις σφαίρες της εμπειρικής πραγματικότητας. Οι θετικιστές έγιναν γνωστοί για την απόρριψη της Μεταφυσικής, δηλαδή των εικασιών σχετικά με τη φύση της πραγματικότητας, που πηγαίνουν πέρα από κάθε πιθανό στοιχείο το οποίο θα μπορούσε να υποστηρίξει ή να διαψεύσει τέτοιες «υπερβατικές» αξιώσεις.

O θετικισμός ως δόγμα
Μην ξεχνάς πως είναι άλλος ένας – ισμός, δηλ. Δογματισμός άρα εν τη γεννέσει του νεκρός, απορρίπτει καθετί υπερβατικό, όπως άλλωστε και τις απόκρυφες δυνάμεις ή αιτίες, τις οποίες και θεωρεί ουσιαστικά ανύπαρκτες ή ασύλληπτες για την ανθρώπινη νόηση. [όμως ότι είναι ασύλληπτο δεν είναι και ανύπαρκτο] Είναι γεγονός ότι ο θετικισμός ως μοναδική γνωσιολογική περιοχή θεωρεί την εμπειρία, τα θετικά γεγονότα, ενώ περιορίζει την αποστολή όλων των επιστημών μόνο στην αναγνώριση και καταγραφή και όχι στην ερμηνεία των γεγονότων και των φαινομένων.

Ουσιαστικά, ο θετικισμός υποστηρίζει ότι μπορούμε να στηριζόμαστε στην εμπειρία και έτσι να γνωρίζουμε μόνο τα αντικείμενα των φυσικών επιστημών, αγνοώντας όλα τα υπόλοιπα.

Πράγματι, οι θετικιστές πιστεύουν στον Εμπειρισμό, στην ιδέα δηλαδή ότι η παρατήρηση και η μέτρηση αποτελούν τον πυρήνα της κάθε επιστημονικής προσπάθειας. Παράλληλα θεωρούν ότι το πείραμα – δηλαδή η προσπάθεια να γίνουν διακριτοί οι φυσικοί νόμοι μέσω άμεσων χειρισμών και παρατηρήσεων – είναι η βάση κάθε επιστημονικής μεθόδου. Έτσι, με αυτές τις θέσεις του, η θετική υπηρεσία που προσέφερε ο θετικισμός στην επιστήμη ήταν η απομάκρυνση από μια άγονη θεωρητικολογία και η στροφή στην έρευνα των γεγονότων, βασισμένη στην εμπειρία, στην παρατήρηση, στο πείραμα και στα Μαθηματικά.

O θετικισμός ως θεωρία είναι πολύ κοντά στην σύγχρονη Φυσική αφού σαν απόλυτο [άσχετα αν το απόλυτο είναι ανέφικτο για νόες με περιορισμένη αντίληψη] δεν αναγνωρίζει τίποτε άλλο παρά μόνο ένα, την αρχή ότι τίποτε δεν είναι απόλυτο, μια άποψη που είναι δόγμα για τις απόψεις της σύγχρονης Φυσικής και Αστροφυσικής. O θετικισμός, ως κύρια συνιστώσα της φυσικής σκέψης, είναι: λαϊκός, εγκόσμιος, αντιθεολογικός και αντιμεταφυσικός – απόρριψη της Μεταφυσικής – με αυστηρή δογματική εμμονή στη μαρτυρία της παρατήρησης και της εμπειρίας – γνώση και πείραμα.

Τελικά ο θετικισμός, απορρίπτοντας τη Μεταφυσική, προώθησε την ανάπτυξη της παράλογης δογματικής και κουτσής φυσικής σκέψης. Σε μια θετικιστική θέα του κόσμου, η επιστήμη θεωρείται ο τρόπος με τον οποίο μπορούμε να ανακαλύψουμε την αλήθεια και να κατανοήσουμε τον κόσμο όσο το δυνατόν καλύτερα ούτως ώστε να καταφέρουμε είτε να τον προβλέψουμε είτε να τον ελέγξουμε. Χωρίς την μεταφυσική μέχρι σήμερα έχουν κάνει μια τρύπα στο νερό με απόλυτα Θετικιστικό τρόπο ξεχνώντας σκόπιμα ή από εντολές πως δεν υπάρχει φυσική χωρίς μεταφυσική.

Ιστορικά στάδια του θετικισμού
Παρόλο που ο όρος αναφέρεται στη φιλοσοφική θέση που αρχικά εκτέθηκε από τον Σεν-Σιμόν και, πιο συστηματικά, από τον Κοντ, τον 19ο αιώνα, οι καταβολές του μπορούν να ανευρεθούν στην παράδοση του αγγλικού εμπειρισμού του 17ου και του 18ου αιώνα. O θετικισμός του 19ου αιώνα χαρακτηρίζεται από την αισιοδοξία που θα έφερνε στην ανθρωπότητα η ανάπτυξη της επιστημονικής μεθόδου.

O Κοντ θεωρούσε ότι ήταν πρωτοπόρος στη θεμελίωση της Θετικής Κοινωνιολογίας και έλπιζε ότι η συστηματική μελέτη της ανθρώπινης φύσης και των ανθρώπινων αναγκών θα οδηγούσε, για πρώτη φορά στην Ιστορία, σε μια πραγματική επιστημονική βάση για την αναδιοργάνωση της κοινωνίας. Από το τέλος του 19ου αιώνα ως τις πρώτες δεκαετίες του 20ού, ο θετικισμός εκφράζεται κυρίως με τον εμπειροκριτικισμό, που υποστήριζε ότι η πραγματικότητα δεν υπάρχει ανεξάρτητα από την ανθρώπινη συνείδηση και ότι αποτελείται από πλέγματα αισθημάτων.

Τον 20ό αιώνα εμφανίζεται το φιλοσοφικό ρεύμα του λογικού εμπειρισμού με τα εξής βασικά χαρακτηριστικά: Διακηρύσσει μια πολεμική κατά της μεταφυσικής, με την πεποίθηση ότι οι μεταφυσικές δηλώσεις δεν απαιτούν εμπειρικό έλεγχο, επειδή δεν ασχολούνται με την ακριβή έρευνα, ανάλυση και ταξινόμηση των φαινομένων της πραγματικότητας, αλλά αντιμετωπίζουν τον κόσμο ως σύνολο, έτσι ώστε να μην υπόκεινται σε διαδικασίες απόδειξης της αλήθειας τους.

Υποστηρίζει ότι δεν μπορούμε να έχουμε βέβαιη και νόμιμη γνώση του κόσμου παρά μόνο με τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται από τις Φυσικές Επιστήμες και τα Μαθηματικά. Θεωρεί ότι, σε σχέση με τις Θετικές, οι Κοινωνικές Επιστήμες είναι ανώριμες από την άποψη της μεθόδου και τονίζει πως οι Θετικές Επιστήμες θα πρέπει να αποτελέσουν μεθοδολογικό πρότυπο για τις Κοινωνικές.

Βασική αρχή του λογικού εμπειρισμού (ή νεοθετικισμού) είναι η πασίγνωστη διατύπωση ότι «το νόημα μιας δήλωσης είναι η μέθοδος της επαλήθευσης της». H διατύπωση αυτή συμπυκνώνει την όλη στάση του συγχρόνου θετικισμού και στρέφεται κατά της παραδοσιακής φιλοσοφικής σκέψης. M’ άλλα λόγια, σημαίνει ότι νόημα έχουν μόνο οι προτάσεις που μπορούν να επαληθευτούν από την εμπειρία ή τη μεθοδολογική διαδικασία των Θετικών Επιστημών.
Μια επιστημονική πρόταση υφίσταται τη δοκιμασία της εμπειρικής ή λογικής επαλήθευσης της και, αν ο έλεγχος είναι επιτυχής και αποτελεσματικός, τότε η πρόταση αυτή είναι έγκυρη, έχει δηλαδή νόημα.
H αρχή της επαληθευσιμότητας έγινε αντικείμενο έντονων κριτικών, γιατί έχει οριακό χαρακτήρα, με την έννοια ότι αφήνει «εκτός νοήματος» σημαντικές περιοχές που είτε δεν μπορούν να επαληθευτούν μέσω αυτής της διαδικασίας είτε ανήκουν σε σφαίρες της πραγματικότητας που απαιτούν συνθετότερους και γονιμότερους τρόπους νοηματοδότησής τους. Για παράδειγμα, η πρόταση «Όλοι οι κύκνοι είναι λευκοί» επαληθεύεται εφόσον εμπειρικά διαπιστώσουμε ότι πράγματι οι κύκνοι είναι λευκοί. Τι συμβαίνει όμως όταν ανακαλύπτουμε ότι υπάρχουν και μαύροι κύκνοι; Τότε η αρχή της επαληθευσιμότητας καθίσταται αβέβαιη, ακόμη και επισφαλής.

Πιο ευλύγιστη εμφανίζεται η αρχή της διαψευσιμότητας που εισηγήθηκε ο Καρλ Πόππερ (K. Popper), σύμφωνα με την οποία μια πρόταση έχει νόημα όχι όταν επαληθεύεται, αλλά όταν εξακολουθεί να ισχύει παρ’ όλες τις αλλεπάλληλες και συστηματικές απόπειρες διάψευσης της. Όταν δηλαδή επιχειρούμε με διάφορες δοκιμασίες να κλονίσουμε το κύρος και την αλήθεια της. Για παράδειγμα, η πρόταση «Όλοι οι κύκνοι είναι λευκοί» ισχύει εφόσον αντέχει στις απόπειρες μας να τη διαψεύσουμε. Όταν δηλαδή αναζητούμε κύκνους που δεν είναι λευκοί και δεν τους βρίσκουμε.

Στις Κοινωνικές Επιστήμες ο θετικισμός και ο νεοθετικισμός εφαρμόζουν πιστά αυτό το σύνολο των επιστημολογικών αρχών. Στηρίζονται αποκλειστικά στο αξίωμα ότι μόνο η λογική και μαθηματική επεξεργασία των κοινωνικών γεγονότων και η εμπειρική τους απόδειξη είναι οι πηγές επιστημονικότητας των Κοινωνικών Επιστημών. H εξήγηση, έτσι, του κοινωνικού φαινομένου βασίζεται μόνο στην αντίληψη των σταθερών σχέσεων μεταξύ των κοινωνικοί γεγονότων με βάση τη αρχή της ομοιότητας, της διαδοχής και της αλληλεπίδρασης.

Λογικός θετικισμός και φυσική
Παραδοσιακά στις φυσικές επιστήμες η κυρίαρχη τριάδα είναι η Φυσική, η Χημεία και η Βιολογία. Στη συστημική αυτή κατάταξη, η οποία βασίζεται στην αυξανόμενη συνθετότητα του αντικειμένου διερεύνησης – και περιλαμβάνει ακόμη την Ανθρωπολογία και τις Κοινωνικές Επιστήμες -, η Φυσική καταλαμβάνει τη βάση της ιεραρχίας. Αυτό έγκειται στο αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι το αντικείμενο της σχετίζεται με τη μελέτη της φύσης και των φυσικών φαινομένων. Οι άλλες επιστήμες μπορεί να αντιπροσωπεύουν υψηλότερα επίπεδα πολυπλοκότητας, θεωρούνται όμως «υποδεέστερες», από την άποψη ότι βρίσκονται μακρύτερα από τη στοιχειώδη μορφή ή ουσία της ύλης. H παραπάνω κατάταξη αντανακλά στην ουσία ένα φιλοσοφικό δόγμα, που γενικά επικρατεί, σύμφωνα με το οποίο ολόκληρο το Σύμπαν μπορεί να αναχθεί σε θεμελιώδεις αρχές. Επιστημολογικά όλα τα φαινόμενα, σε ένα τελικό επίπεδο αναγωγής, μπορούν να ερμηνευτούν πλήρως με τους νόμους της Φυσικής.

Οι φυσικές επιστήμες αποτέλεσαν από τη γέννηση τους ένα ακέραιο τμήμα της Φιλοσοφίας και στην ουσία δεν διαχωρίστηκαν ποτέ από αυτή. Μάλιστα η θεωρητική Φυσική, στα τέλη του 19ου αιώνα, περιγραφόταν ακόμη ως Φιλοσοφία της φύσης, ή Φυσική Φιλοσοφία, σε διάκριση από τους δύο άλλους κύριους κλάδους της Φιλοσοφίας των Ιδεών, την Ηθική Φιλοσοφία και τη Μεταφυσική. H Φιλοσοφία των Επιστημών, ως μελέτη των δεδομένων της επιστημονικής διερεύνησης και της εγκυρότητας των επιστημονικών θεωριών μέσα από μια φιλοσοφική προοπτική, αναγνωρίστηκε σαν ξεχωριστός επιστημολογικός κλάδος μόνο κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, με την εντεινόμενη εξειδίκευση και τον επαγγελματικό διαχωρισμό των επιστημών.

Επιστημολογικά η Φυσική αντιμετωπιζόταν ανέκαθεν ως θετική επιστήμη με έμφαση στη μελέτη της λογικής δομής της. Το τελευταίο σημαίνει ότι κατά κανόνα το ενδιαφέρον περιοριζόταν σε νόμους που εκφράζονταν με μαθηματικοποιημένες σχέσεις φυσικών μεγεθών, καθώς και σε θεωρίες με αξιωματική ισχύ. Άλλωστε, με φιλοσοφικούς όρους, η Φυσική κλίνει περισσότερο προς έναν φυσικό επιστημονικό Ρεαλισμό, ο οποίος προσβλέπει στην παραγωγή αυστηρών νόμων καθολικής ισχύος.

H Φυσική είναι κατά βάση μια εικοτολογική – υποθετική επιστήμη, που επιδιώκοντας την ερμηνεία της φύσης αποτέλεσε εξαρχής έναν βασικά θεωρητικό κλάδο. Στην επιστήμη μας, το πείραμα, ως τυπική επιστημονική μέθοδος, εισήχθη σχετικά πρόσφατα -τον 17ο αιώνα, κυρίως με τον Γαλιλαίο- και ανέκαθεν έπαιζε δευτερεύοντα ρόλο, ο οποίος περιοριζόταν στη διαμόρφωση και επαλήθευση της θεωρίας.

Νεοθετικισμός ή Λογικός Θετικισμός
Βασικά ο Θετικισμός είναι ένα επιστημονικό φιλοσοφικό δόγμα το οποίο υποστηρίζει πως μία πρόταση ή ένας φυσικός νόμος είναι αληθής μόνο όταν είναι λογικά επαληθεύσιμος. Η επαλήθευση θα πρέπει να είναι κατ’ ανάγκην έμμεση, δηλαδή μία πρόταση είναι αληθής μόνο όταν αν, συνδυαζόμενη με κάποια άλλη αληθή πρόταση, δίνει αληθή συμπεράσματα. Από τη δεκαετία του ’20 έως και τη δεκαετία του ’60, στη Φιλοσοφία των Επιστημών κυριαρχούσε ο λογικός Θετικισμός ή Νεοθετικισμός, ένα φιλοσοφικό κίνημα με αντικείμενο την έρευνα της επιστημονικής σκέψης και των λογικών βάσεων της, που συγκέντρωνε το ενδιαφέρον του στην ανάλυση της επιστημονικής γλώσσας και στην αναζήτηση του ακριβούς νοήματος, παραμερίζοντας οποιεσδήποτε μεταφυσικές θεωρήσεις.

O Νεοθετικισμός, που διακήρυττε ότι χαράζει έναν τρίτο δρόμο ανάμεσα στον Ιδεαλισμό και στον Υλισμό, εκφράστηκε κυρίως μέσα από τη Φιλοσοφία της Φυσικής καθώς η ανάπτυξη του συνέπεσε σε μεγάλο βαθμό με την επανάσταση στη σύγχρονη Φυσική και κυρίως με αυτή, ενώ οι άλλες θετικές επιστήμες, και ιδιαίτερα η Χημεία, αγνοήθηκαν σε βαθμό δυσανάλογα μεγάλο με την προσφορά τους. Με την ευρεία έννοια ο λογικός θετικισμός μπορεί να θεωρηθεί συνώνυμο του νεοθετικισμού. Συγκροτήθηκε ως δέσμη ερευνητικών προγραμμάτων με τον “Κύκλο της Βιέννης” (Ρ. Κάρναπ, Ο Νόυρατ. Φ. Φρανκ, Γ.Φέιγκλ, Χ. Ράιχενμπαχ κ.ά.) και διαδίδεται σε ευρεία κλίμακα στα τέλη της δεκαετίας του 1920 – αρχές της δεκαετίας του 1930, ενώ από τα τέλη της δεκαετίας του 1930 το κέντρο του μετατίθεται στις ΗΠΑ, όπου με ορισμένες τροποποιήσεις διαδίδεται ως λογικός εμπειρισμός.

Ανάμεσα στα μέλη του τα διασημότερα εκτός από τον «αρχηγό» – Γερμανό φυσικό και εμπειριστή φιλόσοφο – Moritz Schlick, ο οποίος την εποχή του Μανιφέστου (1929) ήταν 47 ετών, ήταν ο Γερμανός φυσικός, μαθηματικός και φιλόσοφος Rudolf Carnap 38 ετών, με σημαντική συνεισφορά στη μαθηματική Λογική, στη θεωρία των Πιθανοτήτων και στη Φιλοσοφία των Επιστημών, ο Kurt Gödel 23 ετών, ο Friedrich Waismann 33 ετών, ο οικονομολόγος και κοινωνιολόγος Otto Neurath 47 ετών , ο Hans Hahn 50 ετών, ο φυσικός Philip Frank 45 ετών ενώ οι περισσότεροι ήταν Εβραϊκής καταγωγής ή μαρξιστές ή και τα δύο. Επίσης, οι μαθηματικοί Χανς Χαν, Ρίχαρντ φον Μίζες και αργότερα ο Κουρτ Γκέντελ (Kurt Godel, 1906-1978).

Στον κύκλο συμμετείχαν οικονομολόγοι, κοινωνικοί επιστήμονες, μαθηματικοί, θεωρητικοί της Λογικής, φυσικοί καθώς και φιλόσοφοι. H Σχολή αυτή ήταν επηρεασμένη από την «επιστημονική κοσμοαντίληψη» του Ερνστ Μαχ και ουσιαστικά προσπάθησε να ανανεώσει τη θετικιστική Φιλοσοφία δίνοντας σε αυτήν επιστημονική μορφή. Προσπάθησε, δηλαδή, να εισαγάγει στη φιλοσοφική έρευνα την ακρίβεια και την εγκυρότητα που διακρίνει τις θετικές επιστήμες.

O Κύκλος της Βιέννης αφενός μεν υποστήριξε τη μαθηματική Λογική, αφετέρου δε υπερτόνισε την αξία της εμπειρίας για την επιστημονική γνώση, ενώ προσπάθησε να πραγματοποιήσει την ενότητα των επιστημών με την ενοποίηση των επιστημονικών όρων. Απέρριπτε την παραδοσιακή Μεταφυσική ως πηγή απαντήσεων χωρίς νόημα σε ανύπαρκτα προβλήματα!

Σκοπός της Φιλοσοφίας, υποστήριζαν οι οπαδοί του Κύκλου της Βιέννης, είναι η λογική διευκρίνιση των σκέψεων και μοναδική πηγή της είναι αυτό που μπορεί να παρατηρηθεί επιστημονικά. Έτσι, η επαλήθευση μιας πρότασης μπορεί να γίνει μόνο με το πείραμα και τις μετρήσεις, ουσιαστικά δηλαδή με τις αισθήσεις μας. Άρα το μοναδικό είδος έγκυρης γνώσης είναι αυτό που προέρχεται από επιστήμες όπου κυριαρχεί το πείραμα, η παρατήρηση και οι μετρήσεις, επομένως μόνο από τον χώρο των θετικών επιστημών. Ο Ludwig Wittgenstein, τότε 48 ετών, ήταν επίτιμο μέλος της ομάδας και εθεωρείτο ο πνευματικός της καθοδηγητής παρόλο που ο ίδιος δεν συμμετείχε ούτε αποδεχόταν την τιμητική διάκριση.

Αυτό που τους ένωνε ιδεολογικά ήταν η πίστη τους στην εφαρμογή επιστημονικών μεθόδων. Η φιλοσοφία, πίστευαν μπορεί να ωφεληθεί όσο κανένας άλλος τομέας από την υιοθέτηση μιας αυστηρής λογικής. Εδώ διέφεραν από τους συναδέλφους τους του Cambridge στην Αγγλία, το οποίο αποτελούσε, τότε, την άλλη φιλοσοφική πρωτεύουσα του Κόσμου. Εκείνοι πίστευαν ότι η οι επιστήμες έπρεπε να πάρουν μαθήματα από τη φιλοσοφία. Στην μεν Βιέννη έβλεπαν τη φιλοσοφία σαν αιμοδιψές παράσιτο στη δε Αγγλία σαν θεραπευτική βδέλλα.

Ο πραγματικός εχθρός δεν ήταν όμως το Cambridge. Ήταν ο γερμανικός ιδεαλισμός. Αυτός έδινε προτεραιότητα στη νόηση και στο πνεύμα έναντι της φυσικής και της λογικής. Στο μανιφέστο του 1929 του Κύκλου της Βιέννης τρία ονόματα αναφέρονται ως πατέρες του κινήματος. Ο Αϊνστάιν (ναι ο γνωστός κρετίνος)  ήταν το πιο «φωτεινό αστέρι» του επιστημονικού διαφωτισμού. Οι περιγραφές του για τον χώρο και τον χρόνο φαίνονταν να ανατρέπουν τον ισχυρισμό του Καντ ότι ορισμένα πράγματα για τον Κόσμο τα ανακαλύπτουμε απλά και μόνο συλλαμβάνοντάς τα με τον νου μας, με τη διαίσθησή μας χωρίς να κουνηθούμε ένα βήμα από την πολυθρόνα μας. Ο Μπέρτραντ Ράσσελ ήταν το δεύτερο όνομα στο τιμητικό πάνθεον του Κύκλου. Στον Ράσσελ εκτιμούσαν ότι το ότι υποστήριξε με πάθος τον εμπειρισμό, τη θεωρία που λέει ότι όλη η γνώση μας για τον κόσμο προέρχεται από την εμπειρία. Θαύμαζαν επίσης την πρωτοποριακή του εφαρμογή της Λογικής στα μαθηματικά και στη γλώσσα.

Ο Λογικός Θετικισμός υπήρξε πριν απ’ όλα ένα κίνημα που μιλούσε στο όνομα της ακρίβειας και της προόδου στις επιστήμες. Σκοπός του ήταν να δανειστεί τη Μέθοδο που είχε στηρίξει τόσο καλά την επιστήμη και να αποστάξει στην ουσία της. Και αυτό όχι μόνο για να εξυγιάνει την ίδια την επιστήμη από τη ροπή της προς τη μυστικιστική ασάφεια και τη Μεταφυσική αλλά και για να εξυγιάνει όλους τους τομείς της διανόησης.

Επηρεασμένοι από το πνεύμα που κυριαρχούσε στη Βιέννη εκείνη την εποχή οι στοχαστές του Κύκλου θέλησαν να θάψουν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν τα κατάλοιπα των παλιών ιδεών και αναστήσουν στη θέση τους ένα σύστημα με «υγιή» θεμέλια βασισμένα στις εμπειρικές επιστήμες. Ένας λόγος για τον οποίο ο Κύκλος της Βιέννης ασκούσε ιδιαίτερη γοητεία στον κόσμο της φιλοσοφίας ήταν ότι πρότεινε το θεμελιακό Δόγμα.

Υπάρχουν δύο τύποι έγκυρων προτάσεων.
*Πρώτον οι προτάσεις που είναι δυνατόν να χαρακτηριστούν αληθείς ή ψευδείς με κριτήριο το νόημα των λέξεων που χρησιμοποιούν. Η σχέση λόγου χάρη «2+2 = 4» ή λογικές συνεπαγωγές του τύπου «Όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί, ο Σωκράτης είναι άνθρωπος άρα ο Σωκράτης είναι θνητός».
*Δεύτερον, έγκυρες προτάσεις είναι οι εμπειρικές προτάσεις που επιδέχονται διαδικασίες εμπειρικής εξακρίβωσης, «Το νερό βράζει στους 1000» ή «η Γη είναι επίπεδη».

Όλες οι άλλες προτάσεις είναι κυριολεκτικά χωρίς νόημα. (!!!) Από τη στιγμή που δεν μπορούμε να επαληθεύσουμε εμπειρικά την ύπαρξη ή ανυπαρξία του θεού κάθε ισχυρισμός θρησκευτικού περιεχομένου ήταν από διανοητική άποψη χωρίς νόημα. Δηλώσεις όπως «το να σκοτώσεις είναι κακό πράγμα» «πρέπει κανείς να είναι πάντα ειλικρινής» « ο Πικάσο είναι καλύτερος ζωγράφος από τον Μονέ» πρέπει να αντιμετωπίζονται ως εκφράσεις προσωπικών κρίσεων ως ισοδύναμες δηλαδή με τις προτάσεις «δεν εγκρίνω τον φόνο» «κατά την άποψή μου οι άνθρωποι πρέπει πάντα να λένε την αλήθεια» «προτιμώ τον Πικάσο από τον Μονέ». ΔΕΣ: ΛΟΓΙΚΗ

Ο Κύκλος της Βιέννης και ο Ludwig Wittgenstein
Εκείνος όμως για τον οποίο το κίνημα έτρεφε βαθύτατο σεβασμό ήταν ο Λούντβιχ Βιττγκενστάιν. Η έντονη λατρεία στον Βιττγκενστάιν άρχισε όμως να υποχωρεί μετά το 1930. Η ισχυρή προσωπικότητα του Wittgenstein και οι μεταρρυθμιστικές ιδέες του για τη φιλοσοφία, η σφοδρότητα της εκστρατείας του να απαλλάξει τους συγχρόνους του από προσχηματισμένες παραδοχές έδωσαν νέα μορφή στον ευρωπαϊκό στοχασμό.

Πολλοί από τους υποστηρικτές του Λογικού Θετικισμού θεώρησαν ότι το έργο Tractatus του Wittgenstein ήταν το « δικό τους» βιβλίο, το έργο που τους δικαίωνε. Βασιζόμενοι μάλιστα σε αυτό είχαν οδηγηθεί στην ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΠΑΛΗΘΕΥΣΙΜΟΤΗΤΑΣ την οποία οφείλει κανείς να χρησιμοποιήσει για να κρίνει εάν μία πρόταση είναι επιστημονική. Η ερμηνεία όμως που είχαν αποδώσει στα γραφόμενα στο Tractatus είναι συζητήσιμη. Ο Wittgenstein είχε χωρίσει τις προτάσεις σε εκείνες που μπορούμε να διατυπώσουμε και σε εκείνες για τις οποίες πρέπει να σιωπούμε. Στην πρώτη κατηγορία ανήκαν οι ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ, στη δεύτερη οι ΗΘΙΚΕΣ.

Αυτό που παρανόησαν τα μέλη του Κύκλου ήταν ότι ο Wittgenstein δεν πίστευε ότι «το άρρητο είναι ανοησία». Αντίθετα θεωρούσε ότι «τα πράγματα για τα οποία δεν μπορούμε να μιλήσουμε έχουν ιδιαίτερη σημασία». Τα μέλη του Κύκλου ήταν άνθρωποι επιστήμονες που απέρριπταν τη μεταφυσική την ηθικολογία και την πνευματικότητα. Αρχικά πίστεψαν ότι το Tractatus εξέφραζε την ίδια αντίληψη. Λίγα χρόνια μετά βρέθηκαν μπροστά σε έναν άνθρωπο που απήγγειλε ποίηση και ήταν κατά το ήμισυ μυστικιστής.

O Νεοθετικισμός καλλιεργήθηκε αρχικά στη Βιέννη, γι αυτό έγινε γνωστός και καθιερώθηκε ως ο Κύκλος της Βιέννης. Ωστόσο, μετά την επικράτηση του Ναζισμού στη Γερμανία και στη συνέχεια στην Αυστρία, οι εκπρόσωποι του -από τους οποίους οι περισσότεροι ήταν Εβραίοι- κατέφυγαν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες και στις ΗΠΑ. Εξ αυτού του γεγονότος έγιναν οι ζωντανοί φορείς της ευρύτερης διάδοσης του Νεοθετικισμού σε όλο τον κόσμο.

Ο Κύκλος και ο Karl Popper
Ο Karl Popper Βιεννέζος κι αυτός με εβραϊκή καταγωγή, τότε δηλαδή το 1929, 27 ετών, ποτέ δεν πήρε μέρος στις εβδομαδιαίες συζητήσεις του Κύκλου. Ο ίδιος αργότερα εξομολογείται ότι ποτέ δεν έγινε μέλος του Κύκλου. Το πρώτο του μεγάλο έργο Logik der Forschhung ( Η Λογική της επιστημονικής ανακάλυψης ) που εκδόθηκε το 1934 ήταν εξίσου αξιόλογο με τα έργα των μελών του Κύκλου. Γιατί άραγε ο Κύκλος αγνόησε τον νέο αυτό Βιεννέζο στοχαστή; Μια απάντηση θα μπορούσε να είναι ότι «αυτό συνέβη επειδή έτσι το θέλησε ο Moritz Schlick» και ο Schlick δεν εκτιμούσε τον Popper. Μια άλλη απάντηση προκύπτει αν μετονομάσεις τον Κύκλο σε Στοά.

Πιο καθοριστικός παράγων όμως πρέπει να είναι η βαθύτατη αντιπάθεια του Popper για τον τότε γκουρού του Schlick, αλλά και των περισσότερων μελών, τον Ludwig Wittgenstein. Η περιφρόνηση του νεαρού τότε Popper στο έργο του Wittgenstein είχε εκφραστεί και δημόσια λίγα χρόνια αργότερα το έτος δηλαδή 1932 σε μία τρικυμιώδη συνάντηση που έγινε μπροστά σε ευρύτερο κοινό. Τον κατηγορούσε ότι συμπεριφερόταν όπως η Καθολική Εκκλησία, απαγορεύοντας κάθε συζήτηση πάνω στα ζητήματα στα οποία ο ίδιος δεν είχε να δώσει απαντήσεις.

Σε όλη την υπόλοιπη ζωή του αναφερόταν στον «Κύκλο της Βιέννης» τονίζοντας τη φιλοσοφική απόσταση που τον χώριζε από αυτόν. Στη θέση της Επαληθευσιμότητας εκείνος πρότεινε τη Διαψευσιμότητα ως κριτήριο για το «Εάν μια πρόταση είναι επιστημονική» Και η άποψή του ήταν ιδιαίτερα σοβαρή και εμπεριστατωμένη. Κανένας αριθμός πειραμάτων δεν μπορεί να αποδείξει την ορθότητα μιας θεωρίας όπως ότι ο ήλιος θα ανατέλλει πάντοτε, εφόσον όσες φορές και να ανατείλει ο ήλιος δεν υπάρχει τίποτε που να αποκλείει ότι κάποια μέρα στο μέλλον δεν θα φανεί. Αντίθετα, ένα μόνο αρνητικό εμπειρικό δεδομένο αρκεί για αποδείξει ότι μια θεωρία είναι εσφαλμένη.

Μια θεωρία μπορεί να θεωρηθεί Επιστημονική εφόσον είναι ανοικτή στη Διάψευση της.

Οι φιλόσοφοι δηλαδή του ρεύματος αυτού προσπάθησαν να βάλουν ορισμένα κριτήρια για την επαληθευσιμότητα ή μη των προτάσεων όπως αυτές που λες (μαγεία, θαύματα, θεός κτλ), με αντικειμενικό σκοπό την κατάργηση της μεταφυσικής και του μυστικισμού. Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1930 ο λογικός θετικισμός επιχειρεί σχετική άμβλυνση ορισμένων από τα αρχικά του δόγματα, την οποία προβάλλει αργότερα ως ανάπτυξη και φιλελευθεροποίηση. Αντικαθιστά λόγου χάρη την αρχή της αναγωγιμότητας της επιστημονικής γνώσης στα εμπειρικά δεδομένα με την αρχή της δυνατότητας εμπειρικής ερμηνείας του συστήματος, την αξίωση της πλήρους επαληθευσιμότητας με τον όρο της δυνατότητας μερικής έμμεσης επιβεβαιωσιμότητας.

Κριτικές του λογικού Θετικισμού
O λογικός Θετικισμός, που έτσι τον ονόμασαν, το 1931, ο Α.Ε. Μπλούμπεργχ (Α.Ε. Blumberg) και ο φιλόσοφος της Επιστήμης στη Μινεσότα Χέρμπερτ Φάιγκλ (Herbert Feigl), όπως ήταν επόμενο, υπεβλήθη εξαρχής σε σοβαρές κριτικές. Οι πιο πρόσφατες αφορούν τις απόψεις των λογικών εμπειριστών για τη φύση της επιστημονικής ερμηνείας, σχετικά με το ότι τα πράγματα δεν είναι πάντοτε τόσο απλά όσο πιστεύουμε ή νομίζουμε πως είναι.

H μεγαλύτερη προσοχή που δόθηκε στην ιστορία των επιστημονικών θεωριών δείχνει ορισμένα χάσματα στα εννοιολογικά συστήματα των επιστημών. Για παράδειγμα, ο σημαντικός ρόλος των πιθανολογικών ερμηνειών στις περισσότερες επιστήμες δέχεται σήμερα όλο και πιο εκλεπτυσμένες αναλύσεις. Σπουδαίοι φυσικοί, με στιβαρό φιλοσοφικό λόγο, όπως ο Νηλς Μπορ, ο Έρβιν Σρέντινγκερ, ο Βέρνερ Χάιζενμπεργκ και πολλοί άλλοι, υποδεικνύουν με το συνολικό έργο τους ότι δεν υπάρχει ντε και καλά κάποια συστηματική οδός ή μια πρότυπη συνταγή να την ακολουθήσουμε, εκκινώντας από τα δεδομένα, προκειμένου να προσεγγίσουμε κάποια επιστημονική θεωρία.

Επίσης πρέπει να γίνει κατανοητό ότι μολονότι η επιστημονική δημιουργικότητα οδεύει -κατά κάποιον τρόπο- παράλληλα με την καλλιτεχνική δημιουργία, εντούτοις τα κριτήρια αξιολόγησης είναι τελείως διαφορετικά. Και παρά το ότι κάθε επιστημονικός ισχυρισμός υπόκειται κατ’ αρχήν σε αναθεώρηση, είναι μάλλον αφύσικο να αρνηθούμε εξαρχής τη σχετική σταθερότητα των εμπειρικών νόμων, οι οποίοι ουσιαστικά χρησιμεύουν σαν το κυρίως πεδίο δοκιμών των εναλλακτικών θεωριών.

«Τελικά, ή ύπαρξη του κόσμου προκύπτει από το γεγονός πως ο θεός μου έδωσε μιαν ισχυρή διάθεση να πιστεύω στην ύπαρξη του κόσμου και είναι απλώς αδύνατον να με έχει εξαπατήσει ο θεός.» Απολύτως λανθασμένος συλλογισμός όπως ήδη γνωρίζουμε. Ο Θετικισμός αναπτύχθηκε μέσα από ποικίλα στάδια που έγιναν γνωστά με διάφορες ονομασίες όπως Εμπειριοκριτικισμός, Λογικός Θετικισμός, Λογικός Εμπειρισμός και τέλος, στα μέσα του 20ού αιώνα, εντάχθηκε στο κίνημα που είναι γνωστό ως Αναλυτική και Γλωσσική Φιλοσοφία.

Οι βασικές θέσεις του πρωτογενούς Θετικισμού είναι:
1. Κάθε γνώση που αφορά γεγονότα βασίζεται στα «θετικά» στοιχεία της εμπειρίας, και
2. Πέρα από τον κόσμο των γεγονότων υπάρχει ο κόσμος της καθαρής Λογικής και των καθαρών Μαθηματικών.

Αμφισβητήσεις του Θετικισμού
Αφού είδαμε τις βασικές αρχές του θετικισμού θα στραφούμε σε μια σειρά από επισημάνσεις σημείων τριβής και αμφισβήτησης των βασικών θετικιστικών αρχών. Οι διαφοροποιήσεις αυτές, που αποκτούν ιδιαίτερη σημασία από την δεκαετία του ’60 κι ύστερα, τελικά οδηγούν είτε σε μια αυξανόμενη μείωση της αξιοπιστίας του θετικισμού είτε στην απόρριψή του ή το μετασχηματισμό του και την εμφάνιση νέων ρευμάτων.

Πρώτα θα ασχοληθούμε με τις επικρίσεις του θετικισμού, που προέρχονται από αντίπαλες φιλοσοφίες ή γενικότερα διαφορετικούς τρόπους σκέψης. Σε συνοπτική παράθεση παρατηρείται μια έντονη αμφισβήτηση του θετικισμού στα εξής σημεία:

Επιστημονισμός ή ενότητα της επιστημονικής μεθόδου
Μεθοδολογικά ο θετικισμός δεν δέχεται καμιά διαφορά μεταξύ των φυσικών και των κοινωνικών επιστημών. Η υιοθέτηση όμως της ενότητας της επιστημονικής μεθόδου γίνεται με ταυτόχρονη παραδοχή του κυρίαρχου ρόλου των φυσικών επιστημών, αφού γενικώς αυτές εκλαμβάνονται ως το μοντέλο των κοινωνικών επιστημών. Το αποτέλεσμα είναι ο επιστημονισμός, δηλαδή, η άποψη ότι η σημασιολογική ερμηνεία της γνώσης απορρέει μόνο από τις φυσικές επιστήμες.

Φυσιοκρατία ή φαινομενοκρατία. Για τον θετικισμό το αντικείμενο της επιστημονικής μεθόδου είναι μια εξωτερική στην επιστήμη πραγματικότητα, η οποία σηματοδοτείται από τα παρατηρούμενα φυσικά φαινόμενα. Η θέση αυτή συνεπάγεται αφενός την φυσιοκρατία, δηλαδή, την ανάδειξη της φυσικής-εμπειρικής προέλευσης της γνώσης, κι αφετέρου την φαινομενοκρατία ή αντικειμενισμό, δηλαδή, την αποδοχή μιας αντικειμενικά εξωτερικευμένης υπόστασης των φαινομένων.

Εμπειρισμός. Στην βάση της θετικιστικής επιστημολογίας βρίσκεται η εμπειρική παρατήρηση (κριτήριο της επαλήθευσης), η οποία υλοποιείται με την πειραματική μέθοδο. Η αναντίρρητη αναγνώριση του θετικού χαρακτήρα της εμπειρίας ως του αποκλειστικού κριτηρίου της αλήθειας αποτελεί το σήμα κατατεθέν του θετικισμού.

Ουδετερότητα ή αξιολογική αδιαφορία. Σύμφωνα με τον θετικισμό, η επιστήμη δεν πρέπει να ενέχεται σε καμία αξιολογική κρίση του αντικειμένου της μελέτης της. Είναι μια ουδέτερη δραστηριότητα απαλλαγμένη από οποιαδήποτε κοινωνική ή ηθική αξία. Η αποστολή της είναι να περιορίζεται στα εμπειρικά γεγονότα, από τα οποία, ο θετικισμός πιστεύει, δεν μπορούν να παράγονται αξίες. Επιπλέον, η αναζήτηση της αντικειμενικής αλήθειας γίνεται με μοναδικό γνώμονα την εμπειρική επαλήθευση, ανεξάρτητα ηθικής ή αυτοσυνειδησίας.

Εργαλειακή γνώση. Στον θετικισμό, η εμπειρική φόρτιση της θεωρίας οδηγεί αυτόματα σε μια εργαλειακή σύλληψη της επιστήμης. Έτσι, αυτή γίνεται κατανοητή σαν ένα χρήσιμο τεχνικό εργαλείο που μπορεί να εφαρμοσθεί εξίσου καλά σε μια πληθώρα διαφορετικών περιπτώσεων. Κάποιες φορές όμως, η έμφαση στον εργαλειακό και άρα ουδέτερο ρόλο της επιστήμης κρύβει μια πολιτικά συντηρητική στάση, που υποστηρίζει την υπεροχή της επιστήμης σε σχέση με άλλες μορφές γνώσης και νομιμοποιεί την αναπαραγωγή σε κυρίαρχη θέση των επαγγελματικών και θεσπισμένων οργάνων των ειδικών της επιστήμης.

Πέρα όμως από τις αγεφύρωτες διαφορές σε θεμελιώδη θέματα αρχής, ο θετικισμός δέχθηκε σημαντικές επικρίσεις και στις βασικές μεθοδολογικές παραδοχές του. Οι κυριότερες από αυτές τις αμφισβητήσεις προέρχονται από τους Popper και Kuhn.

Ο Karl Popper, μάλιστα από την δεκαετία του ’30, επιτίθεται στην θετικιστική επικύρωση και απορρίπτει τη λογική της επαγωγής. Στην θέση τους ο Popper θεμελιώνει την αρχή της διαψευσιμότητας και δέχεται μόνο την παραγωγική λογική. Από την άλλη μεριά, η αντιθετικίστικη ιστορικίστικη στροφή στην δεκαετία του ’60 του Thomas Kuhn ανέδειξε την παραδειγματική δομή και την επαναστατική εξέλιξη των επιστημονικών θεωριών.

Για τον Popper, το έργο της επιστήμης για την επικύρωση των θεωριών είναι να παράγει μαρτυρίες από εμπειρικές παρατηρήσεις, οι οποίες μπορεί να διαψεύδουν λογικά τις θεωρίες αυτές. Βέβαια, με τη μέθοδο αυτή της διαψευσιμότητας, μπορεί να πει κανείς, το πρόβλημα της επαγωγής δεν λύνεται αλλά απλώς αποφεύγεται.

Ένα Σύμπαν από το Τίποτε

Αυτό που επιχειρεί ο Lawrence Krauss είναι να αποδείξει πως, στην περίπτωση του Σύμπαντος, η δημιουργία δεν απαιτεί δημιουργό. Να αποδομήσει, δηλαδή, την κυρίαρχη άποψη, πως από το μηδέν το μόνο που μπορεί να γεννηθεί είναι το μηδέν. Η ιδέα πως δεν είναι δυνατό να μην υπάρχει δημιουργός, η ιδέα του Πρώτου Αιτίου (κατά τον Αριστοτέλη) αντιστοιχεί σε μια προφανή ανάγκη και είναι εξαιρετικά ισχυρή.

Κι αυτό παρ’ όλο που η ερώτηση “ποιος δημιούργησε το δημιουργό” είναι καθόλα βάσιμη στο μέτρο που, όπως το θέτει ο Κράους, δεν υπάρχει καμιά διαφορά “ανάμεσα στο να υποστηρίζεις την ύπαρξη ενός αιώνιου δημιουργού και στο να υποστηρίζεις την ύπαρξη ενός αιώνιου Σύμπαντος χωρίς δημιουργό”. Ο δημιουργός, επομένως, όχι μόνο δεν αποτελεί κανενός είδους απάντηση στο “μεγάλο ερώτημα”, αλλά θα έπρεπε να απορρίπτεται και εξαιτίας του ξυραφιού του Όκαμ, εφόσον η συμπερίληψή του μειώνει την οικονομία της ερμηνείας.

Αυτά, βέβαια, είναι παλιά συζήτηση και τα επιχειρήματα στο φιλοσοφικό πεδίο έχουν αναπτυχθεί εξαντλητικά για χιλιάδες χρόνια. Υπάρχει κάτι καινούργιο, που συνεισφέρει το βιβλίο του Κράους;

Η απάντηση είναι θετική. Στο Ένα Σύμπαν από το Τίποτε μέσα από μια συναρπαστική εξιστόρηση των εξελίξεων στην Μαθηματική Φυσική, την Κβαντική Μηχανική, τη Γενική Σχετικότητα και την Κοσμολογία – και με το σχετικό κόπο – αφομοιώνουμε το δεδομένο πως το μεγαλύτερο μέρος της συμπαντικής ενέργειας βρίσκεται συγκεντρωμένο στο κενό.

Το κενό, όμως, εδώ δεν είναι ο “χώρος ανάμεσα στα πράγματα”, αλλά το πρωταρχικό εκείνο “στοιχείο” από το οποίο προέκυψαν τα πάντα και από το οποίο προκύπτουν τα πάντα, εφόσον είναι δυνατά – ή, μήπως, κι όταν ακόμη δεν είναι; Το κενό, λοιπόν, δεν είναι “σχεδόν άδειο”. Είναι απολύτως κενό.

Ένα απόλυτο κενό, ό,τι καλύτερο ως αντιπρόσωπος του Τίποτε, πλήρες, ωστόσο, ενέργειας. Πλήρες και κενό ταυτόχρονα. Και, όπως δείχνει η σύγχρονη Φυσική, χωρίς αυτό να συνιστά κανενός είδους αντίφαση. Γιατί δεν πρόκειται για “κάτι” με την έννοια που είναι “κάτι” η συνηθισμένη υλοενέργεια του Σύμπαντος. Η ριζική δε αλλότητα αυτού του “κάτι” που είναι το “τίποτε”, το απόλυτο και πρωταρχικό κενό εύκολα γίνεται αντιληπτή αν σημειώσουμε πως η ενεργειακή πυκνότητα αυτού του τίποτε παραμένει σταθερή μ’ όλο που το Σύμπαν διαστέλλεται.

Για σκεφτείτε: “κάτι” που διαστέλλεται χωρίς να αραιώνει! Προφανώς αυτό το “κάτι” είναι εντελώς άλλο από όσα μέχρι τώρα γνωρίζουμε. Στην πραγματικότητα, είναι τίποτε. Όπως χαρακτηριστικά το θέτει το θέτει ο Κράους, “η ενεργειακή πυκνότητα στον κενό χώρο παραμένει σταθερή, επειδή στον κενό χώρο δεν υπάρχει το παραμικρό για να αραιωθεί”.

Αυτό το “κάτι”, που δεν είναι τίποτε, ακόμη καλύτερα που είναι το ίδιο το τίποτε, είναι “προορισμένο” χωρίς κανένα σχέδιο και χωρίς καμία σκοπιμότητα, να παραγάγει όλα όσα παράχθηκαν και όλα όσα θα παραχθούν. Όσα, πάντως, σήμερα παρατηρούμε παράχθηκαν από μια κβαντική διακύμανση του κενού, απολύτως αστάθμητη κι άσκοπη, που ακολουθήθηκε από μια πληθωριστική διαστολή, στην οποία ο χώρος, που δημιουργήθηκε με τη διακύμανση επεκτάθηκε με υπερφωτεινές ταχύτητες.

O κενός χώρος είναι πολύπλοκος. Μοιάζει με σούπα δυνάμει σωματιδίων που κοχλάζουν, και τα οποία δημιουργούνται σε χρονικά διαστήματα τόσο σύντομα ώστε δεν μπορούμε να τα δούμε άμεσα. Τα δυνάμει σωματίδια υποδηλώνουν μια βασική ιδιότητα των κβαντικών συστημάτων. Στην καρδιά της κβαντικής μηχανικής βρίσκεται ο κανόνας που λέει, πως όταν δεν υπάρχει παρατηρητής, τα πάντα μπορούν να γίνουν.

Τα συστήματα, δηλαδή, συνεχίζουν να εξελίσσονται, έστω και στιγμιαία, ανάμεσα σε όλες τις δυνατές καταστάσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που δεν επιτρέπονταν. Αυτές οι «κβαντικές διακυμάνσεις» αποκαλύπτουν ένα βασικό χαρακτηριστικό του κβαντικού κόσμου: από το τίποτε μπορεί να παραχθεί κάτι. Ωστόσο αν λάβουμε υπόψη μας τη σύνθεση κβαντικής μηχανικής και γενικής σχετικότητας, μπορούμε να επεκτείνουμε το επιχείρημα για να υποστηρίξουμε την αναγκαστική δημιουργία του ίδιου του χώρου.

Γιατί, αν τίποτε δεν μπορεί να κινηθεί στον χώρο ταχύτερα από το φως, “ο ίδιος ο χώρος μπορεί να κάνει ό,τι θέλει”. Και “κάνοντας αυτό που ήθελε”, διαστελλόμενος, δηλαδή, κατά ένα παράγοντα μεγαλύτερο από 1028 μέσα σε ένα ελάχιστο κλάσμα του δευτερολέπτου έγινε όσο απίθανα επίπεδος τον βλέπουμε να είναι σήμερα.

Ας προσέξουμε! Η ιδέα πως το Σύμπαν δημιουργήθηκε από το τίποτε έχει γίνει εξαιρετικά ισχυρή, στο μέτρο που “η παραδοχή ότι το Σύμπαν προέκυψε από το τίποτε οδηγεί ακριβώς στην πρόβλεψη ενός επίπεδου σύμπαντος, ενός σύμπαντος όπου όλα τα σώματα έχουν μηδενική ολική νευτώνεια βαρυτική ενέργεια”.

Γιατί, “σε ένα επίπεδο και μόνο σε ένα επίπεδο σύμπαν, η ολική μέση νευτώνεια βαρυτική ενέργεια κάθε σώματος που κινείται με τη διαστολή, ισούται ακριβώς με μηδέν!” Ένα επίπεδο Σύμπαν, το απολύτως απίθανο με γενικούς όρους, αλλά χωρίς αμφιβολία αυτό στο οποίο ζούμε, προβλέπεται επακριβώς εάν και μόνον εάν προϋποθέσουμε πως το Σύμπαν δημιουργήθηκε από το τίποτε. Δεν είναι καταπληκτικό;

Εκτός των άλλων, όμως, τα προηγούμενα οδηγούν και σε μια πρόβλεψη για το μέλλον του σύμπαντος πολύ διαφορετική από αυτήν που μέχρι πρόσφατα είχαμε. Όπως σημειώνει ένα μότο, που αναφέρει κάποια στιγμή ο συγγραφέας: το μέλλον δεν είναι αυτό που ήταν. Σήμερα, λοιπόν, μπορούμε να απαντήσουμε στο πανάρχαιο -ή, τουλάχιστον, τόσο παλιό όσο ο Τ. Σ. Έλιοτ- ερώτημα:

Πώς θα τελειώσει το Σύμπαν; Με μια έκρηξη ή με ένα λυγμό;

Με ένα λυγμό θα τελειώσει το Σύμπαν, όπως πολύ πειστικά μας εξηγεί ο Κράους.

Πράγμα με μεγάλες επιπτώσεις στον τρόπο που επιτρέπεται να αντιλαμβανόμαστε όλα εκείνα τα ερωτήματα που έχουν να κάνουν με τη θέση μας στον κόσμο και στο χρόνο, και με όλα όσα άπτονται του νοήματος, αυτής της τόσο ανθρωποκεντρικής ιδέας, που θεωρεί δεδομένη τη μεγάλη μας αξία για το ίδιο το σύμπαν. Ιδέα θρησκευτική εν τέλει, ελάχιστα υποστηριζόμενη από τις σημερινές μας γνώσεις για το σύμπαν και τη ζωή.

Όπως σημειώνει καταληκτικά ο Κράους:

“Αν ζούμε σε ένα σύμπαν που η ενέργειά του κυριαρχείται από την ενέργεια του τίποτε, το μέλλον διαγράφεται πράγματι ζοφερό. Σε ό,τι αφορά το μέλλον της ζωής, ένα σύμπαν που κυριαρχείται από την ενέργεια του κενού είναι το χειρότερο απ’ όλα τα σύμπαντα. Είναι βέβαιο ότι σε ένα τέτοιο σύμπαν οποιοσδήποτε πολιτισμός θα εξαφανιστεί, αφού θα εκλείψει η ενέργεια που χρειάζεται για να επιβιώσει.

Μετά από μια αδιανόητα μεγάλη περίοδο, κάποια κβαντική διακύμανση ή κάποια θερμική διαταραχή μπορεί να προκαλέσει τη δημιουργία μιας τοπικής περιοχής στην οποία η ζωή θα μπορέσει και πάλι να εξελιχθεί και να ακμάσει. Αλλά κι αυτή θα είναι εφήμερη. Το μέλλον θα κυριαρχείται από ένα σύμπαν το οποίο δεν θα περιέχει τίποτε για να εκτιμήσει το τεράστιο μυστήριό του.

Αν, μάλιστα, η ύλη από την οποία απαρτιζόμαστε δημιουργήθηκε όταν ξεκίνησε ο χρόνος μέσω κβαντικών διαδικασιών, είναι σχεδόν βέβαιο ότι κι αυτή επίσης θα εξαφανιστεί. Στο πολύ, πολύ μακρινό μέλλον, τα πρωτόνια και τα νετρόνια θα διασπαστούν και το Σύμπαν θα προσεγγίσει μια κατάσταση μέγιστης απλότητας και συμμετρίας. Μαθηματικά όμορφο, ίσως, αλλά χωρίς ουσία. Κι αν, μάλιστα, ισχύουν όσα θεωρητικοί των χορδών ισχυρίζονται, ένα σύμπαν σαν το δικό μας, με θετική ενέργεια στον κενό χώρο, δεν μπορεί να είναι ευσταθές. Τελικά, πρέπει να μεταπέσει σε μια κατάσταση στην οποία η ενέργεια του χώρου θα είναι αρνητική και έτσι το Σύμπαν μας θα εξαφανιστεί τόσο απότομα όσο πιθανότατα ξεκίνησε”.

Ελληνιστική Γραμματεία: Φιλολογία και επιστήμη, Η γέννηση της φιλολογίας, Το Μουσείο της Αλεξάνδρειας

Από τη λαμπρή πόλη των Πτολεμαίων, την Αλεξάνδρεια, δεν μπορούσε να λείπει και ένα ίδρυμα που θα την καθιστούσε πολιτιστικό κέντρο του αρχαίου κόσμου. Το ίδρυμα αυτό ονομάστηκε «Μουσείο», δηλαδή τέμενος των Μουσών και των τεχνών που αυτές αντιπροσωπεύουν. Εμπνευσμένο από τις αρχές του αριστοτελικού Λυκείου, το Μουσείο ιδρύθηκε από τον Πτολεμαίο Α΄ Σωτήρα με βάση τις οδηγίες του Δημήτριου του Φαληρέα, μαθητή του Θεοφράστου και ενός από τους πρώτους Περιπατητικούς.
 
Ο γεωγράφος Στράβων περιγράφει το Αλεξανδρινό Μουσείο στα χρόνια της πρώιμης αυτοκρατορικής εποχής ως εξής (Στρ. 17.1.8):
 
Το Μουσείο ανήκει επίσης στο σύμπλεγμα των βασιλικών ανακτόρων, και διαθέτει διάδρομο περιπάτου, χώρο συζητήσεων με καθίσματα και ένα μεγάλο κτήριο που στεγάζει την τραπεζαρία των λογίων οι οποίοι ανήκουν στο Μουσείο. Όσοι ανήκουν σε αυτό τον κύκλο των λογίων έχουν κοινή περιουσία και έναν ιερέα, ο οποίος τότε οριζόταν από τους βασιλιάδες και τώρα από τον αυτοκράτορα.
 
Η περιγραφή αποτυπώνει τη βασική λειτουργία του Μουσείου: στόχος του ήταν να στεγάσει λογίους και επιστήμονες από όλα τα μέρη του κόσμου και να τους παράσχει τις κατάλληλες υποδομές για να αναπτύξουν ερευνητικό έργο. Όσοι γίνονταν δεκτοί στο Μουσείο βρίσκονταν υπό την προστασία και την οικονομική υποστήριξη των Πτολεμαίων και ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της βασιλικής αυλής.
 
Ο «κλειστός κύκλος» των τρόφιμων του Πτολεμαϊκού Μουσείου είχε στη διάθεσή του, εκτός από χρήματα και δωρεάν διαβίωση, όλα τα μέσα για την καλλιέργεια των γραμμάτων και την επιστημονική έρευνα. Για τους επιστήμονες (γιατρούς, βιολόγους, μαθηματικούς, αστρονόμους) θα υπήρχαν εργαστήρια ανατομίας, αίθουσες με φυτικά και ζωικά δείγματα, επιστημονικά όργανα. Για τους λόγιους οι Πτολεμαίοι δημιούργησαν έναν θρυλικό χώρο, τη Βιβλιοθήκη, όπου συγκέντρωσαν όλα τα βιβλία και τα έργα που κυκλοφορούσαν στον αρχαίο κόσμο.
 
Ο διττός χαρακτήρας του Μουσείου, που από τη μία πλευρά ήταν πνευματικό και ερευνητικό ίδρυμα και απο την άλλη φιλοδοξούσε να στεγάσει όλη την παγκόσμια γνώση στη Βιβλιοθήκη, εξέφραζε όσο τίποτε άλλο το όραμα του Αριστοτέλη για την ανθρώπινη παιδεία.

Κείμενα:

· Στράβων, Γεωγραφικά 17.1.8 (Περιγραφή του Αλεξανδρινού Μουσείου κατά τα αυτοκρατορικά χρόνια)

Σάββατο 16 Μαρτίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ἐκκλησιάζουσαι (478-519)

ΧΟ. ἔμβα χώρει.
ἆρ᾽ ἔστι τῶν ἀνδρῶν τις ἡμῖν ὅστις ἐπακολουθεῖ;
480 στρέφου, σκόπει,
φύλαττε σαυτὴν ἀσφαλῶς, —πολλοὶ γὰρ οἱ πανοῦργοι—,
μή πού τις ἐκ τοὔπισθεν ὢν τὸ σχῆμα καταφυλάξῃ.

ἀλλ᾽ ὡς μάλιστα τοῖν ποδοῖν ἐπικτυπῶν βάδιζε. [στρ.]
ἡμῖν δ᾽ ἂν αἰσχύνην φέροι
485 πάσαισι παρὰ τοῖς ἀνδράσιν τὸ πρᾶγμα τοῦτ᾽ ἐλεγχθέν.
πρὸς ταῦτα συστέλλου σεαυ-
τὴν καὶ περισκοπουμένη
‹τὰ πάντ᾽ ἄθρει,› κἀκεῖσε καὶ
τἀκ δεξιᾶς, μὴ ξυμφορὰ γενήσεται τὸ πρᾶγμα.
ἀλλ᾽ ἐγκονῶμεν· τοῦ τόπου γὰρ ἐγγύς ἐσμεν ἤδη,
490 ὅθενπερ εἰς ἐκκλησίαν ὡρμώμεθ᾽ ἡνίκ᾽ ᾖμεν.
τὴν δ᾽ οἰκίαν ἔξεσθ᾽ ὁρᾶν, ὅθενπερ ἡ στρατηγὸς
ἔσθ᾽, ἡ τὸ πρᾶγμ᾽ εὑροῦσ᾽ ὃ νῦν ἔδοξε τοῖς πολίταις.

ὥστ᾽ εἰκὸς ἡμᾶς μὴ βραδύνειν ἔστ᾽ ἐπαναμενούσας [ἀντ.]
πώγωνας ἐξηρτημένας,
495 μὴ καί τις ὄψεθ᾽ ἡμέρας χἠμῶν ἴσως κατείπῃ.
ἀλλ᾽ εἶα δεῦρ᾽ ἐπὶ σκιᾶς
ἐλθοῦσα πρὸς τὸ τειχίον
παραβλέπουσα θἀτέρῳ
πάλιν μετασκεύαζε σαυτὴν αὖθις ἥπερ ἦσθα.
500 καὶ μὴ βράδυν᾽· ὡς τήνδε καὶ δὴ τὴν στρατηγὸν ἡμῶν
χωροῦσαν ἐξ ἐκκλησίας ὁρῶμεν. ἀλλ᾽ ἐπείγου
ἅπασα καὶ μίσει σάκον πρὸς τοῖν γναθοῖν ἔχουσα·
χαὖται γὰρ ἥκουσιν πάλαι τὸ σχῆμα τοῦτ᾽ ἔχουσαι.

ΠΡ. ταυτὶ μὲν ἡμῖν, ὦ γυναῖκες, εὐτυχῶς
505 τὰ πράγματ᾽ ἐκβέβηκεν ἁβουλεύσαμεν.
ἀλλ᾽ ὡς τάχιστα πρίν τιν᾽ ἀνθρώπων ἰδεῖν,
ῥιπτεῖτε χλαίνας, ἐμβὰς ἐκποδὼν ἴτω,
χάλα συναπτοὺς ἡνίας Λακωνικάς,
βακτηρίας ἄφεσθε. καὶ μέντοι σὺ μὲν
510 ταύτας κατευτρέπιζ᾽· ἐγὼ δὲ βούλομαι
εἴσω παρερπύσασα πρὶν τὸν ἄνδρα με
ἰδεῖν, καταθέσθαι θοἰμάτιον αὐτοῦ πάλιν
ὅθενπερ ἔλαβον τἄλλα θ᾽ ἁξηνεγκάμην.

ΧΟ. κεῖται ‹καὶ› δὴ πάνθ᾽ ἅπερ εἶπας. σὸν δ᾽ ἔργον τἄλλα διδάσκειν,
515 ὅ τί σοι δρῶσαι ξύμφορον ἡμεῖς δόξομεν ὀρθῶς ὑπακούειν.
οὐδεμιᾷ γὰρ δεινοτέρᾳ σου ξυμμείξασ᾽ οἶδα γυναικί.
ΠΡ. περιμείνατέ νυν, ἵνα τῆς ἀρχῆς ἣν ἄρτι κεχειροτόνημαι,
ξυμβούλοισιν πάσαις ὑμῖν χρήσωμαι. καὶ γὰρ ἐκεῖ μοι
ἐν τῷ θορύβῳ καὶ τοῖς δεινοῖς ἀνδρειόταται γεγένησθε.

***
(Μπαίνει από τα δεξιά ο Χορός των γυναικών, αντρικά ντυμένος.)
ΚΟΡ. Δρόμο! Βιαστείτε!
Μπας και κανείς μαντράχαλος μας πήρε το κατόπι.
480Κοιτάτε πάντα πίσω
να προφυλάγεστε καλά, τι ᾽ναι πολύ αλεπούδες
να μη μας πάρουν μυρωδιά πως είμαστε γυναίκες.

ΧΟΡ. Και περπατάτε ασίκικα βροντώντας το τακούνι [στρ.]
τι θα ᾽ταν ολονώ μας
ντροπή μεγάλη να μας πιάσουν άξαφνα στα πράσα.
Να διπλοτυλιχτείτε
και να γυροβιγλίζετε
με μάτια δεκατέσσερα
δεξιά ζερβά σας.
Μη μας γενεί καταστροφή η άξια μας τούτη πράξη.
Πιο γρήγορα και φτάνουμε πολύ κοντά στο μέρος,
490απ᾽ όπου ξεκινήσαμε στη σύναξη να πάμε.
Νά! Και το σπίτι φάνηκε της στρατηγίνας, που ᾽χε
την έμπνευση που σήμερα την ψήφισε ο λαός μας.

Γι᾽ αυτό να μην αργοπορούμε και στεκόμαστ᾽ έτσι [αντ.]
με τα γένια τούτα.
Βγάλτε τα, μη μας δει κανείς και πάει και μας προδώσει.
Εδώ στον ίσκιο ελάτε
στη μάντρ᾽ αυτήνε απόγυρα
και να γυροκοιτάτε
να ξαναγίνουμε και πάλε ό,τ᾽ είμαστε: γυναίκες.
500Και μην χασομεράτε. Νά ζυγώνει η στρατηγίνα,
γυρίζει από τη σύναξη. Τί στέκεστε; Βιαστείτε,
πετάχτε από τα μάγουλα τις κατσικότριχές σας.
Νά! Βλέπω οι άλλες κι έρχονται γυναίκες, σαν και πρώτα.

ΠΡΑ. Καλά τα καταφέραμε ως την ώρα,
καθώς τα μελετήσαμε, ω γυναίκες.
Τώρα βγάλτε τις χλαίνες και πετάχτε
τ᾽ άρβυλα, πριν μας πάρει αντρίκιο μάτι.
(Σε μιαν απ᾽ όλες)
Ε συ, τί στέκεις; Λύσε τα κορδόνια σου.
(Σ᾽ όλες)
Όλες σας, ρίχτε πέρα τα ραβδιά σας.
(Στην Κορυφαία)
510Και συ, κυρά μου, σιάξε τις. Εγώ
πάω, να γλιστρήσω μέσα μουλωχτά
να μη με νιώσει ο μάπας, να γδυθώ
τα ρούχα του και να τα ξαναβάλω
όθες τα πήρα — κι ό,τι άλλο δικό του.
(Οι γυναίκες του Χορού σωριάζουν χάμου τ᾽ αντρίκια ρούχα τους κ.λπ.)
ΚΟΡ. Όλα χάμου, γιά κοίτα, σωρός. Τώρα μάθε μας
τα καλά και συμφέροντα κι όλες σ᾽ ακούμε...
Από σένα πιο ξύπνια δεν είδαμε.
ΠΡΑ. Τοιμαστείτε. Μ᾽ εκλέξατε πριν από λίγο
κυβερνήτη του κράτους κι εγώ θα ᾽χω εσάς
συμβουλάτορες σ᾽ ό,τι κι αν κάνω. Στης μάχης
την αντάρα σταθήκαμε πρωτοπαλίκαρα.