Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Εἰρήνη (1039-1079)

ΤΡ. ταυτὶ δέδραται. τίθεσο τὼ μηρὼ λαβών·
1040 ἐγὼ δ᾽ ἐπὶ σπλάγχν᾽ εἶμι καὶ θυλήματα.
ΟΙ. ἐμοὶ μελήσει ταῦτά γ᾽· ΤΡ. ἀλλ᾽ ἥκειν ἐχρῆν.
ΟΙ. ἰδού, πάρειμι. μῶν ἐπισχεῖν σοι δοκῶ;
ΤΡ. ὄπτα καλῶς νυν αὐτά· καὶ γὰρ οὑτοσὶ
προσέρχεται δάφνῃ τις ἐστεφανωμένος.
1045 ΟΙ. τίς ἄρα ποτ᾽ ἐστίν; ΤΡ. ὡς ἀλαζὼν φαίνεται.
ΟΙ. μάντις τίς ἐστιν; ΤΡ. οὐ μὰ Δί᾽, ἀλλ᾽ Ἱεροκλέης
οὗτός γέ πού ᾽σθ᾽ ὁ χρησμολόγος οὑξ Ὠρεοῦ.
ΟΙ. τί ποτ᾽ ἄρα λέξει; ΤΡ. δῆλός ἐσθ᾽ οὗτός γ᾽ ὅτι
ἐναντιώσεταί τι ταῖς διαλλαγαῖς.
1050 ΟΙ. οὔκ, ἀλλὰ κατὰ τὴν κνῖσαν εἰσελήλυθεν.
ΤΡ. μή νυν ὁρᾶν δοκῶμεν αὐτόν. ΟΙ. εὖ λέγεις.
ΙΕΡΟΚΛΗΣ
τίς ἡ θυσία ποθ᾽ αὑτηὶ καὶ τῷ θεῶν;
ΤΡ. ὄπτα σὺ σιγῇ κἄπαγ᾽ ἀπὸ τῆς ὀσφύος.
ΙΕ. ὅτῳ δὲ θύετ᾽ οὐ φράσεθ᾽; ΤΡ. ἡ κέρκος ποεῖ
1055 καλῶς. ΟΙ. καλῶς δῆτ᾽, ὦ πότνι᾽ Εἰρήνη φίλη.
ΙΕ. ἄγε νυν ἀπάρχου κᾆτα δὸς τἀπάργματα.
ΤΡ. ὀπτᾶν ἄμεινον πρῶτον. ΙΕ. ἀλλὰ ταυταγὶ
ἤδη ᾽στὶν ὀπτά. ΤΡ. πολλὰ πράττεις, ὅστις εἶ.
κατάτεμνε. ΙΕ. ποῦ τράπεζα; ΤΡ. τὴν σπονδὴν φέρε.
1060 ΙΕ. ἡ γλῶττα χωρὶς τέμνεται. ΤΡ. μεμνήμεθα.
ἀλλ᾽ οἶσθ᾽ ὃ δρᾶσον; ΙΕ. ἢν φράσῃς. ΤΡ. μὴ διαλέγου
νῷν μηδέν· Εἰρήνῃ γὰρ ἱερὰ θύομεν.

ΙΕ. ὦ μέλεοι θνητοὶ καὶ νήπιοι— ΤΡ. ἐς κεφαλὴν σοί.
ΙΕ. οἵτινες ἀφραδίῃσι θεῶν νόον οὐκ ἀίοντες
1065 συνθήκας πεπόησθ᾽ ἄνδρες χαροποῖσι πιθήκοις—
ΤΡ. αἰβοιβοῖ. ΙΕ. τί γελᾷς; ΤΡ. ἥσθην χαροποῖσι πιθήκοις.
ΙΕ. καὶ κέπφοι τρήρωνες ἀλωπεκιδεῦσι πέπεισθε,
ὧν δόλιαι ψυχαί, δόλιαι φρένες. ΤΡ. εἴθε σου εἶναι
ὤφελεν, ὦλαζών, οὑτωσὶ θερμὸς ὁ πλεύμων.
1070 ΙΕ. εἰ γὰρ μὴ νύμφαι γε θεαὶ Βάκιν ἐξαπάτασκον,
μηδὲ Βάκις θνητούς, μηδ᾽ αὖ νύμφαι Βάκιν αὐτὸν—
ΤΡ. ἐξώλης ἀπόλοι᾽, εἰ μὴ παύσαιο βακίζων.
ΙΕ. οὔπω θέσφατον ἦν Εἰρήνης δέσμ᾽ ἀναλῦσαι,
ἀλλὰ τόδε πρότερον— ΤΡ. τοῖς ἁλσί γε παστέα ταυτί.
1075 ΙΕ. οὐ γάρ πω τοῦτ᾽ ἐστὶ φίλον μακάρεσσι θεοῖσιν,
1076a φυλόπιδος λῆξαι, πρίν κεν λύκος οἶν ὑμεναιοῖ.
1076b ΤΡ. καὶ πῶς, ὦ κατάρατε, λύκος ποτ᾽ ἂν οἶν ὑμεναιοῖ;
ΙΕ. ἕως ἡ σφονδύλη φεύγουσα πονηρότατον βδεῖ,
χἠ κώδων ἀκαλανθὶς ἐπειγομένη τυφλὰ τίκτει,
τουτάκις οὔπω χρῆν τὴν εἰρήνην πεποῆσθαι.

***
Ξαναβγαίνουν από το σπίτι, ο Τρυγαίος μ᾽ ένα τραπεζάκι,
ο υπηρέτης με δυο μπούτια αρνίσια.

ΤΡΥ. Τέλειωσε αυτό. Στα κάρβουνα τα μπούτια!
1040 Για εντόσθια και γλυκά εγώ τώρα πάω.
ΥΠΗ. Εγώ θα τα φροντίσω. ΤΡΥ. Εδώ είσ᾽ ακόμα;
Ο υπηρέτης τρέχει στο σπίτι σαν αστραπή και φέρνει εντόσθια
και γλυκίσματα.

ΥΠΗ. Γύρισα κιόλας· λες πως έχω αργήσει;
ΤΡΥ. Ψήνε τα αυτά καλά· νά, βλέπω κάποιον
κι έρχετ᾽ εδώ με δάφνη στο κεφάλι.
ΥΠΗ. Ποιός να ᾽ναι τάχα; ΤΡΥ. Σαν αγύρτης μοιάζει.
ΥΠΗ. Μην είναι μάντης; ΤΡΥ. Όχι· ο χρησμολόγος
απ᾽ τον Ωρεό, ο Ιεροκλής, νομίζω.
ΥΠΗ. Τί θα ᾽χει να μας πει; ΤΡΥ. Το δίχως άλλο
θα θέλει ν᾽ αντιδράσει στην Ειρήνη.
1050 ΥΠΗ. Μπα, το ψητό τού μύρισε εγώ λέω.
ΤΡΥ. Κάνε πως δεν τον βλέπεις. ΥΠΗ. Έχεις δίκιο.
ΙΕΡΟΚΛΗΣ, πλησιάζοντας.
Για τί, για ποιόν θεό είν᾽ αυτή η θυσία;
ΤΡΥ., στον υπηρέτη.
Ψήνε και σώπα· πρόσεχε τη μέση.
ΙΕΡ. Για ποιόν είν᾽ η θυσία; δε θα μιλήσεις;
ΤΡΥ. Η ουρά είν᾽ ωραία. ΥΠΗ. Ωραία, μα την Ειρήνη.
ΙΕΡ. Μπρος, κάμε αρχή και μοίραζε μεζέδες.
ΤΡΥ. Ψήσιμο θέλει ακόμα. ΙΕΡ. Αυτό το μέρος
ψήθηκε. ΤΡΥ. Σαν πολύ μπαίνεις στη μέση.
Στον υπηρέτη.
Κόβε μερίδες. ΙΕΡ. Πού είναι το τραπέζι;
ΤΡΥ., στον υπηρέτη.
Φέρε κρασί για τη σπονδή. ΙΕΡ. Τη γλώσσα
1060την κόβουν χωριστά. ΤΡΥ. Το ξέρω· ωστόσο,
το χρέος σου ξέρεις ποιό είναι; ΙΕΡ. Μάθε μου το.
ΤΡΥ. Να μη μιλάς· θυσιάζω στην Ειρήνη.

ΙΕΡ., με γελοίο στόμφο.
Άμυαλοι, δόλιοι θνητοί… ΤΡΥ. Στο κεφάλι σου απάνω να πέσει.
ΙΕΡ. που απ᾽ αμυαλιά και χωρίς τη βουλή των θεών να ερευνάτε
με αστραπομάτες μαϊμούδες τολμάτε και κλείνετε ειρήνη…
ΤΡΥ. Χα χα. ΙΕΡ. Γελάς; ΤΡΥ. Βρε πώς μ᾽ άρεσαν οι αστραπομάτες μαϊμούδες.
ΙΕΡ. και, κουτορνίθια χαζά, σε αλεπόπουλα δίνετε μπέσα,
που έχουνε νου δολερό και ψυχές δολερές. ΤΡΥ. Α, βρε αγύρτη,
να ᾽τανε τέτοια φωτιά να σου κάψει βαθιά τα πλεμόνια.
1070 ΙΕΡ. Αν στον προφήτη το Βάκη δεν είπανε ψέματα οι Νύμφες
και στους ανθρώπους ο Βάκης κι οι Νύμφες, λέω πάλι, στο Βάκη…
ΤΡΥ. Στρόφος κακός να σε κάψει, αν δεν πάψεις, μωρέ, να βακίζεις.
ΙΕΡ. τις αλυσίδες δεν ήταν γραφτό της Ειρήνης να λύσουν·
έπρεπε πριν απ᾽ αυτό…
ΤΡΥ., στον υπηρέτη. Ρίξε αλάτι σ᾽ αυτά τα κομμάτια.
ΙΕΡ. Δεν επιτρέπουν οι αθάνατοι μάχες κι αντάρες να λήξουν,
η προβατίνα κι ο λύκος πριν σμίξουνε πρώτα σε γάμο.
ΤΡΥ. Καταραμένε! Πώς σμίγουνε, βρε, προβατίνα και λύκος;
ΙΕΡ. Όσο η βρομούσα από πίσω της βρόμα αμολάει όταν φεύγει,
όσο τυφλά τα κουτάβια της κάνει απ᾽ τη βιά της η σκύλα,
όλον αυτό τον καιρό δεν μπορείτε να κλείσετε ειρήνη.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΑΤΡΕΙΔΕΣ, ΑΕΡΟΠΗ

Κόρη του βασιλιά Κατρέα και της Φρονίας.
 
Και από αυτή την κόρη προσπάθησε ο Κατρέας να απαλλαχτεί, όπως και από τα άλλα τρία παιδιά του, την Κλυμένη, την Απημοσύνη και τον Αλθαιμένη, όταν πήρε χρησμό ότι κάποιο από τα παιδιά ή τα εγγόνια του θα τον σκότωναν. Έδωσε την Αερόπη, μαζί με την αδελφή της Κλυμένη, στον περαστικό από το νησί ναυτικό Ναύπλιο, για να τις πουλήσει σαν δούλες μακριά από την Κρήτη ή για να τις πετάξει στη θάλασσα και να πνιγούν. Η μεταστροφή του Ναύπλιου τους έφερε και τους τρεις στο Ναύπλιο, όπου ο ίδιος παντρεύτηκε την Κλυμένη και η Αερόπη τον Πλεισθένη, από τον οποίο απέκτησε δύο γιους, τον Αγαμέμνονα και τον Μενέλαο. (Απολλόδωρος 3.12-16*) Άλλη εκδοχή του μύθου αποδίδει την απομάκρυνση της Κλυμένης από το νησί του πατέρα της στο γεγονός ότι την είχε ατιμάσει ένας δούλος, γι' αυτό και ο Κατρέας ζήτησε από τον Ναύπλιο να την πνίξει. Ή ότι δεν ήταν σύζυγος του Πλεισθένη αλλά του Ατρέα. Γι' αυτό και ο Αγαμέμνων και ο Μενέλαος αποκαλούνται Πλεισθενίδες ή Ατρείδες. Αποτέλεσμα συμβιβασμού είναι η παράδοση που θέλει τον Πλεισθένη πατέρα των παιδιών της Αερόπης αλλά μετά τον θάνατό του να αναλαμβάνει την ανατροφή τους ο γιος του (ή πατέρας του) Ατρέας.

Στη διάρκεια του γάμου της με τον Ατρέα ερωτεύτηκε τον αδελφό του άνδρα της και κουνιάδο της Θυέστη και υπήρξε ερωμένη του. Πείστηκε από τον Θυέστη, ή με δική της πρωτοβουλία, και του έδωσε τη χρυσή προβιά**, που αποτελούσε το σύμβολο εξουσίας που εξασφάλιζε τη βασιλεία στον Ατρέα.  Έτσι, με δόλο το βασίλειο περιήλθε στην εξουσία του. Όμως ο Ατρέας διατήρησε την εξουσία του με τη βοήθεια του Δία και τιμώρησε τη γυναίκα του ρίχνοντάς την στη θάλασσα. Η Αερόπη τελικά πνίγηκε, αφού είχε αποφύγει τον πρώτο πνιγμό από τον Ναύπλιο φεύγοντας από την Κρήτη.
------------------------
*Ο οίκος του Κατρέα: Αερόπη, Κλυμένη, Απημοσύνη, Αλθαιμένης
Από τον Κατρέα, τον γιο του Μίνωα, γεννήθηκαν η Αερόπη, η Κλυμένη, η Απημοσύνη και ένας γιος, ο Αλθαιμένης. Όταν ο Κατρέας ζήτησε χρησμό για το πώς θα τελειώσει η ζωή του, 3.13 ο θεός του απάντησε ότι θα πέθαινε από κάποιο από τα παιδιά του. Και ο Κατρέας κράτησε μυστικό τον χρησμό, τον έμαθε όμως ο Αλθαιμένης και επειδή φοβήθηκε μήπως γίνει φονιάς του πατέρα του, απέπλευσε από την Κρήτη μαζί με την αδελφή του Απημοσύνη, προσάραξε σε κάποια περιοχή της Ρόδου, την οποία, αφού κατέλαβε, την ονόμασε Κρητινία. Ύστερα, σκαρφάλωσε στο βουνό που ονομαζόταν Αταβύριο και ατένισε τα γύρω νησιά· ανάμεσά τους ξεχώρισε και την Κρήτη, και καθώς έφερε στο μυαλό του τους πατρογονικούς θεούς, ίδρυσε βωμό προς τιμή 3.14 του Διός Αταβυρίου. Ύστερα από λίγο καιρό σκότωσε την αδελφή του με τα ίδια του τα χέρια. Όταν, δηλαδή, ο Ερμής την ερωτεύτηκε, καθώς εκείνη ξεγλιστρούσε και δεν μπορούσε να την πιάσει (διότι τον ξεπερνούσε σε ταχύτητα), κάλυψε τον δρόμο με φρεσκογδαρμένα δέρματα, πάνω στα οποία γλίστρησε η κοπέλα γυρνώντας από την κρήνη· και τότε, ο θεός τη βίασε. Και αυτή φανέρωσε το γεγονός στον αδελφό της· αυτός όμως, επειδή θεώρησε ότι η ιστορία με τον θεό ήταν πρόφαση, όρμηξε επάνω της και τη σκότωσε χτυπώντας την με κλωτσιές. 3.15 Όσο για την Αερόπη και την Κλυμένη ο Κατρέας τις έδωσε στον Ναύπλιο για να τις πουλήσει σε ξένα μέρη. Τη μία από αυτές, την Αερόπη, την παντρεύτηκε ο Πλεισθένης και έκανε δυο γιους, τον Αγαμέμνονα και τον Μενέλαο, ενώ την Κλυμένη την παντρεύτηκε ο Ναύπλιος και έγινε πατέρας αγοριών, του Οίακα και του Παλαμήδη. Αργότερα, σε βαθιά γεράματα ο Κατρέας επιθυμούσε να παραδώσει την εξουσία στον γιο του Αλθαιμένη, και γι' αυτόν τον λόγο 3.16 ήλθε στη Ρόδο. Όταν μαζί με τα παλικάρια του αποβιβάστηκε σε κάποιο ερημικό σημείο του νησιού, κυνηγήθηκε από βοσκούς που πίστεψαν ότι είχαν εισβάλει ληστές, μια και δεν μπορούσαν να τον ακούσουν που τους έλεγε την αλήθεια, γιατί τα σκυλιά γαύγιζαν δυνατά· του επιτέθηκαν, λοιπόν, κι εκείνοι, και ο Αλθαιμένης που έφθασε έριξε το ακόντιό του και σκότωσε τον Κατρέα χωρίς να ξέρει ποιος είναι. Όταν, κατόπιν, το έμαθε, προσευχήθηκε και κρύφθηκε μέσα σε ένα χάσμα της γης. (Απολλόδωρος 3.12-16)
 
**Δέρας
Το δέρας, η προβιά, παραπέμπει στον ποιμένα βασιλιά και σε εποχές που πηγή πλούτου για τον βασιλιά ήταν τα κοπάδια του και η κλοπή ζώων που απαύξανε την περιουσία του. Επίσης, η χρυσή προβιά παραπέμπει στον τρόπο με τον οποίο συλλεγόταν ο χρυσός από τα νερά ποταμών: «οἱ ἐγχώριοι ἀρύονται δέρματα αἰγῶν κείραντες καὶ καθιέντες εἰς τὸ ὓδωρ» (Etym. Mag.), έριχναν, δηλαδή, γιδοπροβιές στα νερά του ποταμού και αγκίστρωναν τα ψήγματα του πολύτιμου μετάλλου στην τριχωτή πλευρά τους.
Σύμφωνα με μια εκδοχή του μύθου η συγκεκριμένη προβιά, το δέρας, προέκυψε ως εξής: Αν και ο Ατρέας είχε τάξει το ωραιότερο ζώο του κοπαδιού του στην Άρτεμη, ωστόσο, όταν βρήκε στο κοπάδι του ένα αρνί με χρυσόμαλλο δέρας δεν το θυσίασε στη θεά αλλά κράτησε για λογαριασμό του το δέρας και το φύλαξε μέσα σε λάρνακα. Κρυφά το παρέδωσε η σύζυγός του Αερόπη στον εραστή της Θυέστη, ο οποίος το ανέδειξε σε σύμβολο εξουσίας, καθώς πρότεινε να ανακηρυχθεί βασιλιάς των Μυκηνών αυτός που θα παρουσίαζε ένα χρυσόμαλλο δέρμα. Ο Ατρέας, μη γνωρίζοντας την κλοπή του δέρατος από τη γυναίκα του, δέχτηκε. Ο Θυέστης νίκησε. Όμως με παρέμβαση του Δία μέσω του Ερμή, ο Ατρέας συμφώνησε να κρατήσει την εξουσία ο Θυέστης, εκτός αν ο ήλιος έδυε στην Ανατολή. Το θαύμα συντελέστηκε, ο Ατρέας έγινε βασιλιάς των Μυκηνών και ο Θυέστης εξορίστηκε.
Σύμφωνα με άλλη εκδοχή του μύθου η προβιά είχε δοθεί από τον ίδιο τον Ερμή στον Ατρέα. Η εμπλοκή του ποιμένα θεού Ερμή στον μύθο παραπέμπει στον μύθο της αρπαγής της εγγονής του Μίνωα και της Πασιφάης Απημοσύνης από τον Ερμή. Σύμφωνα με τον μύθο, ο θεός ερωτεύτηκε το κορίτσι, αλλά αυτή συνέχεια του ξεγλιστρούσε. Για να την πιάσει, ο Ερμής έστρωσε φρεσκοδαρμένα τομάρια στον δρόμο απ' όπου θα περνούσε η κοπέλα κουβαλώντας νερό. Η κοπέλα γλίστρησε και ο Ερμής την έπιασε. Ο μύθος παραπέμπει στον αρχέγονο μύθο του κατακλυσμού, που έχει συνδεθεί με τελετουργίες για τη σπορά και την αρχή του νέου χρόνου, του ετήσιου κύκλου των εργασιών της κοινότητας. Με τον ίδιο τρόπο μπορούμε να κατανοήσουμε τον μύθο εκείνο σύμφωνα με τον οποίο οι Μούσες, κατά τη διάρκεια της πορείας τους υπό βροχή από τον Ελικώνα στον Παρνασσό, βρίσκουν κατάλυμα στο παλάτι του βασιλιά Πυρηνέα στη Δαυλίδα, ο οποίος πρόσφερε φιλοξενία, με απώτερο σκοπό να τις βιάσει (Οβ., Μεταμ. 5.275 κ.ε.).

Η σοφία και η κυριολεξία της ελληνικής γλώσσας

Η σοφία.
           
Στη γλώσσα έχουμε το σημαίνον (τη λέξη) και το σημαινόμενο (την έννοια). Στην Ελληνική γλώσσα αυτά τα δύο έχουν πρωτογενή σχέση, καθώς αντίθετα με τις άλλες γλώσσες το σημαίνον δεν είναι μια τυχαία σειρά από γράμματα. Σε μια συνηθισμένη γλώσσα όπως τα Αγγλικά μπορούμε να συμφωνήσουμε όλοι να λέμε το σύννεφο car και το αυτοκίνητο cloud, και από την στιγμή που το συμφωνήσουμε να είναι και έτσι. Στα Ελληνικά κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Γι' αυτόν τον λόγο πολλοί διαχωρίζουν τα Ελληνικά σαν «εννοιολογική» γλώσσα από τις υπόλοιπες «σημειολογικές» γλώσσες.
 
Μάλιστα ο μεγάλος φιλόσοφος και μαθηματικός Βένερ Χάιζενμπεργκ είχε παρατηρήσει αυτή την σημαντική ιδιότητα για την οποία είχε πεί «Η θητεία μου στην αρχαία Ελληνική γλώσσα υπήρξε η σπουδαιότερη πνευματική μου άσκηση. Στην γλώσσα αυτή υπάρχει η πληρέστερη αντιστοιχία ανάμεσα στην λέξη και στο εννοιολογικό της περιεχόμενο.»
 
Όπως μας έλεγε και ο Αντισθένης, «Αρχή σοφίας, η των ονομάτων επίσκεψις». Για παράδειγμα ο «άρχων» είναι αυτός που έχει δική του γη (άρα=γη + έχων). Και πραγματικά, ακόμα και στις μέρες μας είναι πολύ σημαντικό να έχει κανείς δική του γη / δικό του σπίτι. Ο «βοηθός» σημαίνει αυτός που στο κάλεσμα τρέχει. Βοή=φωνή + θέω=τρέχω. Ο Αστήρ είναι το αστέρι, αλλά η ίδια η λέξη μας λέει ότι κινείται, δεν μένει ακίνητο στον ουρανό (α + στήρ από το ίστημι που σημαίνει στέκομαι).
 
 Αυτό που είναι πραγματικά ενδιαφέρον, είναι ότι πολλές φορές η λέξη περιγράφει ιδιότητες της έννοιας την οποία εκφράζει, αλλά με τέτοιο τρόπο που εντυπωσιάζει και δίνει τροφή για τη σκέψη. Για παράδειγμα ο «φθόνος» ετυμολογείται από το ρήμα «φθίνω» που σημαίνει μειώνομαι, συρρικνώνομαι. Και πραγματικά ο φθόνος ως συναίσθημα, σιγά σιγά μας φθίνει και μας καταστρέφει. Μας «φθίνει» -ελαττώνει σαν ανθρώπους– και μας φθίνει ως και την υγεία μας. Και φυσικά όταν θέλουμε να χαρακτηρίσουμε κάτι που είναι τόσο πολύ ώστε να μην τελειώνει πώς το λέμε; Μα φυσικά «άφθονο».
 
Έχουμε την λέξη «ωραίος» που προέρχεται από την «ώρα». Διότι για να είναι κάτι ωραίο, πρέπει να έρθει και στην ώρα του. Ωραίο δεν είναι ένα φρούτο ούτε άγουρο ούτε σαπισμένο, και ωραία γυναίκα δεν είναι κάποια ούτε στα 70 της άλλα ούτε φυσικά και στα 10 της. Ούτε το καλύτερο φαγητό είναι ωραίο όταν είμαστε χορτάτοι, επειδή δεν μπορούμε να το απολαύσουμε. Ακόμα έχουμε την λέξη «ελευθερία» για την οποία το «Ετυμολογικόν Μέγα» διατείνεται «παρά το ελεύθειν όπου ερά» = το να πηγαίνει κανείς όπου αγαπά. Άρα βάσει της ίδιας της λέξης, ελεύθερος είσαι όταν έχεις τη δυνατότητα να πας όπου αγαπάς. Πόσο ενδιαφέρουσα ερμηνεία...
 
Το άγαλμα ετυμολογείται από το αγάλλομαι (ευχαριστιέμαι) επειδή όταν βλέπουμε ένα όμορφο αρχαιοελληνικό άγαλμα η ψυχή μας αγάλλεται. Και από το θέαμα αυτό επέρχεται η αγαλλίαση. Αν κάνουμε όμως την ανάλυση της λέξης αυτής θα δούμε ότι είναι σύνθετη από αγάλλομαι + ίαση (=γιατρειά). Άρα για να συνοψίσουμε, όταν βλέπουμε ένα όμορφο άγαλμα (ή οτιδήποτε όμορφο), η ψυχή μας αγάλλεται και ιατρευόμαστε. Και πραγματικά, γνωρίζουμε όλοι ότι η ψυχική μας κατάσταση συνδέεται άμεσα με τη σωματική μας υγεία. Παρένθεση: και μια και το έφερε η «κουβέντα», η Ελληνική γλώσσα μας λέει και τι είναι άσχημο. Από το στερητικό «α» και τη λέξη σχήμα μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε τι. Για σκεφτείτε το λίγο...
 
Σε αυτό το σημείο, δεν μπορούμε παρά να σταθούμε στην αντίστοιχη λατινική λέξη για το άγαλμα (που άλλο από λατινική δεν είναι). Οι Λατίνοι ονόμασαν το άγαλμα, statua από το ελληνικό «ίστημι» που ήδη αναφέραμε σαν λέξη, και το ονόμασαν έτσι επειδή στέκει ακίνητο. Προσέξτε την τεράστια διαφορά σε φιλοσοφία μεταξύ των δύο γλωσσών, αυτό που σημαίνει στα Ελληνικά κάτι τόσο βαθύ εννοιολογικά, για τους Λατίνους είναι απλά ένα ακίνητο πράγμα.
 
Μια και αναφέραμε τα Λατινικά, ας κάνουμε άλλη μια σύγκριση. Ο «άνθρωπος στα Ελληνικά ετυμολογείται και ως το ον που έχει ανδρεία στο πρόσωπό του (ανδρεία + οπή). Πόσο σημαντική και συναρπαστική ετυμολογία που μπορεί να αποτελέσει βάση ατελείωτων φιλοσοφικών συζητήσεων. Αντίθετα στα Λατινικά ο άνθρωπος είναι «Homo» που ετυμολογείται από το χώμα. Το ον που κοιτάζει ψηλά στον ουρανό λοιπόν για τους Έλληνες, σκέτο χώμα για τους Λατίνους...
 
Υπάρχουν και άλλα παρόμοια παραδείγματα που θα μπορούσαν να αναφερθούν εδώ. Είναι λογικό ότι μια γλώσσα που βασίστηκε στην Ελληνική αντιγράφοντάς την, εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να έχει τα ίδια υψηλά νοήματα.
 
Είναι προφανής η σχέση που έχει η γλώσσα με τη σκέψη του ανθρώπου. Όπως λέει και ο Τζορτ Όργουελ στο αθάνατο έργο του «1984», απλή γλώσσα σημαίνει και απλή σκέψη. Εκεί το καθεστώς προσπαθούσε να περιορίσει τη γλώσσα για να περιορίσει τη σκέψη των ανθρώπων, καταργώντας συνεχώς λέξεις. «Η γλώσσα και οι κανόνες αυτής αναπτύσσουν την κρίση» έγραφε ο Μιχάι Εμινέσκου, εθνικός ποιητής των Ρουμάνων. [16] Μια πολύπλοκη γλώσσα αποτελεί μαρτυρία ενός προηγμένου πνευματικά πολιτισμού. Το να μιλάς σωστά σημαίνει να σκέφτεσαι σωστά, να γεννάς διαρκώς λόγο και όχι να παπαγαλίζεις λέξεις και φράσεις.
 
Η κυριολεξία 
 
Στην Ελληνική γλώσσα ουσιαστικά δεν υπάρχουν συνώνυμα, καθώς όλες οι λέξεις έχουν λεπτές εννοιολογικές διαφορές μεταξύ τους. Για παράδειγμα η λέξη «λωποδύτης» χρησιμοποιείται για αυτόν που βυθίζει το χέρι του στο ρούχο (=λωπή) μας και μας κλέβει, κρυφά δηλαδή, ενώ ο «ληστής» είναι αυτός που μας κλέβει φανερά, μπροστά στα μάτια μας. Επίσης το «άγειν» και το «φέρειν» έχουν την ίδια έννοια. Όμως το πρώτο χρησιμοποιείται για έμψυχα όντα, ενώ το δεύτερο για τα άψυχα.
 
Στα Ελληνικά έχουμε τις λέξεις «κεράννυμι», «μίγνυμι» και «φύρω» που όλες έχουν το νόημα του «ανακατεύω». Όταν ανακατεύουμε δύο στερεά ή δύο υγρά μεταξύ τους αλλά χωρίς να συνεπάγεται νέα ένωση (π.χ. λάδι με νερό), τότε χρησιμοποιούμε την λέξη «μειγνύω» ενώ όταν ανακατεύουμε υγρό με στερεό τότε λέμε «φύρω». Εξ’ού και η λέξη «αιμόφυρτος» που όλοι γνωρίζουμε αλλά δεν συνειδητοποιούμε τι σημαίνει. Όταν οι Αρχαίοι Έλληνες πληγωνόντουσαν στην μάχη, έτρεχε τότε το αίμα και ανακατευόταν με την σκόνη και το χώμα. Το κεράννυμι σημαίνει ανακατεύω δύο υγρά και φτιάχνω ένα νέο, όπως για παράδειγμα ο οίνος και το νερό. Εξ’ού και ο «άκρατος» (δηλαδή καθαρός) οίνος που λέγαν οι Αρχαίοι όταν δεν ήταν ανακατεμένος (κεκραμμένος) με νερό.
 
 Τέλος η λέξη «παντρεμένος» έχει διαφορετικό νόημα από την λέξη «νυμφευμένος», διαφορά που περιγράφουν οι ίδιες οι λέξεις για όποιον τους δώσει λίγη σημασία. Η λέξη παντρεμένος προέρχεται από το ρήμα υπανδρεύομαι και σημαίνει τίθεμαι υπό την εξουσία του ανδρός ενώ ο άνδρας νυμφεύεται, δηλαδή παίρνει νύφη.  Γνωρίζοντας τέτοιου είδους λεπτές εννοιολογικές διαφορές, είναι πραγματικά πολύ αστεία μερικά από τα πράγματα που ακούμε στην καθημερινή – συχνά λαθεμένη – ομιλία (π.χ. «ο Χ παντρεύτηκε»).
 
Η Ελληνική γλώσσα έχει λέξεις για έννοιες οι οποίες παραμένουν χωρίς απόδοση στις υπόλοιπες γλώσσες, όπως άμιλλα, θαλπωρή και φιλότιμο. Μόνον η Ελληνική γλώσσα ξεχωρίζει την ζωή από τον βίο, την αγάπη από τον έρωτα. Μόνον αυτή διαχωρίζει, διατηρώντας το ίδιο ριζικό θέμα, το ατύχημα από το δυστύχημα, το συμφέρον από το ενδιαφέρον.

Μια μικρή ξενάγηση στο σύμπαν

Υπάρχουν αρκετοί «ποπ σταρ» αστροφυσικοί στον πλανήτη, μικρές διάνοιες που ξέρουν καλά την υψηλή τέχνη της επιστημονικής εκλαΐκευσης. Υπό μια έννοια, και ο ίδιος ο Αϊνστάιν ήταν ένα τέτοιο είδωλο. Βεβαίως, ο Αϊνστάιν υπήρξε μεγάλη διάνοια που διακήρυττε ότι, «αν δεν μπορείς να το εξηγήσεις στον οποιονδήποτε, δεν το έχεις καταλάβει ούτε εσύ».

Αργότερα εμφανίστηκε ο Στίβεν Χόκινγκ, ο πρόωρα χαμένος Καρλ Σέιγκαν, ο Μίτσιου Κάκου, ο Μπράιαν Γκριν, ο Μαξ Τέγκμαρκ και πολλοί άλλοι με αυτό το σπάνιο χάρισμα: να φέρνουν τον μακρόκοσμο των γαλαξιών και τον μικρόκοσμο των σωματιδίων στην κουζίνα σου.

Αν υπήρχε κάποιο τεράστιο γενετικό χάσμα ανάμεσα σε εμάς και τους κοντινότερους συγγενείς μας στο ζωικό βασίλειο, τότε δικαιολογημένα θα θριαμβολογούσαμε για τη νοημοσύνη μας. Θα δικαιούμασταν, ενδεχομένως, να πιστεύουμε πως απέχουμε πολύ και είμαστε κάτι πολύ διαφορετικό από τα άλλα πλάσματα. Μόνο που τέτοιο χάσμα δεν υπάρχει.

Αντιθέτως, είμαστε κι εμείς κομμάτι της φύσης κι η θέση μας δεν είναι ούτε πιο πάνω, ούτε πιο κάτω, αλλά απλώς μέσα σε αυτήν.

Θέλετε κι άλλα μαλακτικά για τον ανθρώπινο εγωισμό; Κάποιες απλές συγκρίσεις ποσοτήτων, μεγεθών και κλίμακας αρκούν. Το νερό, για παράδειγμα. Κάτι απλό, κοινό και ζωτικής σημασίας. Μια κούπα νερό περιέχει περισσότερα μόρια νερού απ’ όσες κούπες νερό βγάζουν όλοι οι ωκεανοί του κόσμου. Κάθε κούπα νερό που πίνει ένας άνθρωπος, και τελικά καταλήγει ξανά στα υδάτινα αποθέματα της Γης, περιέχει τόσα μόρια ώστε 1.500 από αυτά τα μόρια να βρίσκονται σε καθεμιά από τις υπόλοιπες κούπες νερό του κόσμου. Είναι αναπόφευκτο: μέρος του νερού που μόλις ήπιατε έχει περάσει μέσα από τα νεφρά του Σωκράτη, του Τζένγκις Χαν και της Ζαν Ντ’ Αρκ.

Κι ο αέρας; Επίσης ζωτικής σημασίας. Με μία μόνο ανάσα εισπνέουμε περισσότερα μόρια αέρα από όσες ανάσες θα χρειάζονταν για να τελειώσει όλη η ατμόσφαιρα της Γης. Αυτό σημαίνει πως λίγος από τον αέρα που μόλις αναπνεύσατε έχει περάσει κι από τα πνευμόνια του Ναπολέοντα, του Μπετόβεν, του Λίνκολν και του Μπίλι δε Κιντ.

Ώρα να πάμε σε συμπαντικό επίπεδο. Τα άστρα που υπάρχουν στο σύμπαν είναι περισσότερα από τους κόκκους της άμμου σε οποιαδήποτε παραλία, είναι περισσότερα από τα δευτερόλεπτα που έχουν περάσει από τότε που σχηματίστηκε η Γη, είναι περισσότερα από τις λέξεις και τους φθόγγους που έχουν βγει από το στόμα όλων των ανθρώπων που έζησαν ποτέ.

Τι θα λέγατε και για μια γενική επισκόπηση του παρελθόντος; Η συμπαντική οπτική μάς οδηγεί και εκεί. Το φως θέλει χρόνο για να φτάσει από τα βάθη του Διαστήματος στα αστεροσκοπεία της Γης, άρα βλέπουμε τα αντικείμενα και τα φαινόμενα όχι όπως είναι αλλά όπως ήταν κάποτε. Αυτό σημαίνει ότι το σύμπαν λειτουργεί σαν μια γιγαντιαία χρονομηχανή: όσο πιο μακριά κοιτάζουμε, τόσο πιο πίσω στον χρόνο βλέπουμε – σχεδόν μέχρι την ίδια την αρχή του χρόνου. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, η κοσμική εξέλιξη συνεχίζει να εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας.

Θέλετε να μάθετε από τι είμαστε φτιαγμένοι; Και πάλι, η απάντηση που προσφέρει η συμπαντική οπτική είναι μάλλον πιο εντυπωσιακή από το αναμενόμενο. Τα χημικά στοιχεία του σύμπαντος γεννιούνται μέσα από τις φωτιές των υπερμαζικών άστρων που τελειώνουν τη ζωή τους με μια εκπληκτική έκρηξη, εμπλουτίζοντας τον γαλαξία που τα φιλοξενεί με το χημικό οπλοστάσιο της ζωής όπως την ξέρουμε. Αποτέλεσμα; Τα τέσσερα πιο κοινά χημικά ενεργά στοιχεία του σύμπαντος –το υδρογόνο, το οξυγόνο, ο άνθρακας και το άζωτο– είναι και τα τέσσερα πιο κοινά στοιχεία της ζωής στη Γη, με τον άνθρακα να αποτελεί και το θεμέλιο της βιοχημείας.

Δεν βρισκόμαστε απλώς μέσα στο σύμπαν. Το σύμπαν ζει εντός μας. Εδώ που τα λέμε, μπορεί να μην είμαστε καν από αυτή τη Γη. Υπάρχουν κάμποσες ανεξάρτητες μεταξύ τους έρευνες που συνδυαζόμενες ωθούν τους ερευνητές να αναθεωρήσουν το ποιοι νομίζουμε πως είμαστε και από πού νομίζουμε πως έχουμε έρθει. Καταρχάς, οι προσομοιώσεις δείχνουν ότι, όταν ένας μεγάλος αστεροειδής πέφτει σε έναν πλανήτη, η ενέργεια της πρόσκρουσης εκτοξεύει κομμάτια από τις γύρω περιοχές στο Διάστημα. Από εκεί, είναι δυνατό να ταξιδέψουν προς άλλους πλανήτες και να καταλήξουν στο έδαφός τους.

Δεύτερον, συχνά τα μικρόβια αποδεικνύονται σκληρά καρύδια. Οι ακραιόφιλοι οργανισμοί της Γης μπορούν να επιβιώσουν σε ακραίες συνθήκες θερμοκρασίας, πίεσης και ραδιενέργειας – με άλλα λόγια, ένα ταξίδι στο Διάστημα. Αν εκσφενδονιστούν προς το Διάστημα βραχώδη κομμάτια από κάποιον πλανήτη με ζωή, ενδέχεται να υπάρχουν μικροσκοπικά δείγματα πανίδας κρυμμένα στις τρύπες και τις κόγχες τους. Τρίτον, πρόσφατα στοιχεία δείχνουν ότι λίγο μετά τον σχηματισμό του ηλιακού μας συστήματος, ο 'Αρης ήταν πλανήτης με νερό, ίσως και γόνιμος, πολύ πριν από τη Γη.

Αν δούμε όλα αυτά τα ευρήματα συνδυαστικά, δεν αποκλείεται η ζωή να ξεκίνησε πρώτα στον 'Αρη και αργότερα να μεταφέρθηκε στη Γη, μια διαδικασία γνωστή με την ονομασία πανσπερμία. 'Αρα όλοι οι γήινοι ενδέχεται να καταγόμαστε από τον 'Αρη.

Γιατί στην αρχαία Ελλάδα;

Τι ήταν εκείνο που έκανε την Ελλάδα κοιτίδα της φιλοσοφίας και της επιστήμης; Γιατί η αφιλοκερδής περιέργεια, ο απροκατάληπτος στοχασμός και ο ελεύθερος διάλογος, που γέννησαν αργότερα τη φιλοσοφία και εν συνεχεία την επιστημονική μεθοδολογία και σκέψη, δεν άνθισαν στην Αίγυπτο ή στη Βαβυλώνα, όπου και πλούτος μεγαλύτερος υπήρχε και γνώσεις περισσότερες είχαν συσσωρευτεί, και επιπλέον η αυξημένη κρατική ισχύς εξασφάλιζε πιο μακρόχρονες περιόδους ειρήνης;

Πολλοί μιλάνε για το ελληνικό θαύμα, το οποίο, όπως ισχυρίζονται, οφείλεται στη φυλετική ανωτερότητα των Ελλήνων. Ανοησίες. Παρόμοιοι ισχυρισμοί είναι απλές αντιεπιστημονικές καυχησιολογίες. Καταρχήν η ίδια η ιδέα του θαύματος δεν είναι μονάχα αντιεπιστημονική: δεν είναι καν ελληνική. Οι Έλληνες διανοητές απέρριπταν τα θαύματα. Αυτοί θέλανε να εξηγούν τα διάφορα φαινόμενα, και το θαύμα δεν εξηγεί τίποτα. Αντικαθιστά την εξήγηση με θαυμαστικά. Ο Δημόκριτος ο Αβδηρίτης έλεγε «πιο πολύ από όλα αξίζει η άθαμβη σοφία» [σοφίη άθαμβος αξίη πάντων] και ήθελε ο άνθρωπος με τη γνώση να κατακτήσει την «αθαμβία», να μη θαμπώνεται και θεωρεί υπερφυσικά, πράγματα και φαινόμενα που μπορούν να ερμηνευθούν.

Όσο για τη φυλετική ανωτερότητα, οι αμέσως ενδιαφερόμενοι, οι ίδιοι οι αρχαίοι Έλληνες, ποτέ δεν ισχυρίστηκαν κάτι τέτοιο. Εκτός αν κράτησαν την περί ανωτερότητας άποψή τους μυστική επί αιώνες, για να την εμπιστευθούν στους «Ελληνόψυχους», γιατί όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς μιλάνε με σεβασμό και μεγάλη εκτίμηση για τον πολιτισμό και τις γνώσεις των συγχρόνων τους Αιγυπτίων και Βαβυλωνίων, για την ηθική των Περσών, τη γενναιότητα των Θρακών και γενικά για τις αρετές των γειτονικών τους λαών. Ο Θουκυδίδης, αν και διαπιστώνει πολιτικές και πολιτισμικές διαφορές μεταξύ Ελλήνων και Βαρβάρων, δεν δέχεται πουθενά στο έργο του ανθρωπολογικές διαφορές, ενώ ο Ιπποκράτης αποδίδει την υπεροχή των Ελλήνων απέναντι στους Βαρβάρους σε εδαφολογικές και κλιματολογικές συνθήκες των χωρών όπου ζουν (αι ώραι αιτίαι) και όχι σε γενετικές διαφορές.

Η λέξη «βάρβαρος» ώς τις αρχές του 5ου αιώνα δεν είχε πολιτική αλλά γλωσσική σημασία. Άλλωστε βάρβαρους ονόμαζαν και τους Αιγύπτιους και τους Βαβυλώνιους, εξαιρετικά πολιτισμένους δηλαδή λαούς. Το ρητό «πας μη Έλλην βάρβαρος», αρχικά σήμαινε απλώς ότι οι μη Έλληνες μιλούσαν ακατάληπτα. Μετά την εμπέδωση του θεσμού της πόλης, η λέξη βάρβαρος αποκτά πολιτική αλλά όχι ακόμα πολιτιστική σημασία, την οποίαν απέκτησε πολύ αργότερα, κατά την ελληνιστική εποχή και κυρίως κατά τη ρωμαιοκρατία.

Ήταν μήπως η εμπορική και ναυτική δραστηριότητα των Ελλήνων, που προκάλεσαν την πνευματική άνθιση των ελληνικών πόλεων; Οπωσδήποτε το εμπόριο και η ναυτιλία υπήρξαν αποφασιστικά θετικοί παράγοντες, όχι όμως γενεσιουργά αίτια. Εκτός του ότι και στις πιο εμπορικές ελληνικές πόλεις, τη Μίλητο, την Κόρινθο ή την Αθήνα, η γεωργική παραγωγή ήταν πάντοτε ο κυρίαρχος οικονομικός παράγων, επισημαίνω ότι στις φοινικικές πόλεις υπήρξε πολύ μεγαλύτερη ναυτική και εμπορική δραστηριότητα, χωρίς να συνοδεύεται από ανάλογη πνευματική άνθηση.

Προφανώς, άλλη ήταν η αιτία της ελληνικής ιδιαιτερότητας. Κι αυτή είναι, κατά κύριο λόγο, η κοινωνική συγκρότηση των ελληνικών πόλεων, ριζικά διαφορετική από τη δομή των κοινωνιών στην Αίγυπτο, τη Μεσοποταμία και τις άλλες χώρες της Ανατολής.

Κατά την αρχαιότητα, στις πολιτισμένες χώρες της κοντινής Ανατολής, όπως επίσης και στις Ινδίες, στην Κίνα και αλλού, οι ανάγκες να κατασκευαστούν και να συντηρηθούν εκτεταμένα αρδευτικά έργα, οδήγησε στη συγκρότηση μεγάλων, ισχυρών και συγκεντρωτικών κρατών. Στα κράτη αυτά όλη η εξουσία βρισκόταν στα χέρια του Ανακτόρου και του Ναού, γιατί είχαν τον έλεγχο των αρδευτικών δικτύων και ήταν οι μοναδικοί κάτοχοι της γνώσης. Οι απλοί αγρότες, η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού, ήταν νομικώς ελεύθεροι και συλλογικοί κάτοχοι της γης, αλλά χωρίς τον έλεγχο των αρδευτικών δικτύων και χωρίς τις απαραίτητες γνώσεις για τον υπολογισμό των εποχών και τον προσδιορισμό της καταλληλότερης χρονικής περιόδου για τις γεωργικές ασχολίες, ήταν ανίκανοι να επιβιώσουν. Έτσι δέχονταν να υποταχτούν στη δίδυμη εξουσία, του Ανακτόρου και του Ναού και ουσιαστικά ήταν συλλογικοί δούλοι του κράτους.

Αυτό ήταν το κοινωνικό σύστημα, που οι κλασικοί ονόμασαν «ασιατικόν» ή «ανατολικόν» τρόπο παραγωγής, ενώ άλλοι το θεωρούν μια προδρομική μορφή της φεουδαρχίας, και το οποίο διέφερε ουσιαστικά, τόσο από το δουλοκτητικό σύστημα του ελληνορωμαϊκού κόσμου, όσο και από το φεουδαρχικό της Δυτικής Ευρώπης, που το διαδέχτηκε.

Στις χώρες όπου κυριαρχούσε αυτό το κοινωνικό σύστημα, μπορεί να δημιουργήθηκε μεγάλος πλούτος και να συσσωρεύτηκαν πολλές γνώσεις. Όμως ουδέποτε αναπτύχθηκε σκέψη ορθολογική και αυτόνομη, απαλλαγμένη από θρησκευτικές ή μυθικές προκαταλήψεις, κι έτσι δεν έγινε δυνατή η διαμόρφωση φιλοσοφικού λόγου.

Η εικόνα που σχηματίζουμε για τα μινωικά και μυκηναϊκά κράτη, με βάση τα αρχαιολογικά ευρήματα και τα κείμενα των πινακίδων με τη γραμμική γραφή Β, μας πείθουν ότι έχουμε να κάνουμε με κοινωνίες του ίδιου περίπου τύπου με αυτόν των ανατολικών δεσποτειών, και όχι της μορφής των δουλοκτητικών πόλεων-κρατών της αρχαϊκής και της κλασικής εποχής. Πραγματικά, το κύριο γνώρισμα των κρατικών αυτών σχημάτων του Αιγαίου είναι ότι το Ανάκτορο κυριαρχούσε απόλυτα στην οικονομική και πνευματική ζωή της περιοχής που εξουσίαζε. Ολόκληρη η παραγωγή, το εμπόριο και κάθε πνευματική ή άλλη δραστηριότητα ήταν στα χέρια του άνακτα, της Αυλής και της πολύπλοκης γραφειοκρατίας που τους περιστοίχιζε. Έμοιαζαν δηλαδή τα μινωικά και μυκηναϊκά αυτά «βασίλεια» με τα σύγχρονά τους κράτη της Αιγύπτου και της Μεσοποταμίας, με τα οποία άλλωστε διατηρούσαν στενούς εμπορικούς και πνευματικούς δεσμούς από την προϊστορική εποχή ακόμη.

Αλλά τα μινωικά και τα μεταγενέστερα μυκηναϊκά κρατικά σχήματα, μολονότι δεσπόζουν στον ελλαδικό και αιγαιακό χώρο επί πολλούς αιώνες, δεν είναι και οι μοναδικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης στην περιοχή αυτή. Στα περισσότερα μικρά νησιά του Αιγαίου, αλλά και σε παράλιες ή ορεινές, απομονωμένες περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας, ταυτόχρονα και παράλληλα με τα ισχυρά μυκηναϊκά βασίλεια, υπήρχαν μικρές ανεξάρτητες κοινότητες, στις οποίες η ταξική ανισότητα και η περιουσιακή διαφοροποίηση των μελών τους ήταν ασήμαντες ή απουσίαζαν τελείως. Στις κοινωνίες αυτές επιβίωναν πολλοί από τους θεσμούς του παλαιότερου γενοφυλετικού συστήματος.

Μολονότι η οικονομική, πολιτιστική και πολιτική συμβολή των περιοχών αυτών στην εικόνα που σχηματίζουν οι ιστορικοί για το προϊστορικό Αιγαίο είναι πολύ μικρή, η επίδραση που είχαν στις μεταγενέστερες εξελίξεις είναι στην πραγματικότητα σημαντική. Στις νησιωτικές και ηπειρωτικές αυτές κοινότητες, ο πλούτος που προερχόταν από το ψάρεμα, τη γεωργία, την κτηνοτροφία, τη ναυτιλία, το εμπόριο (και την πειρατεία), δεν ήταν αρκετός για να συντηρήσει προνομιούχα στρώματα και, ακόμα λιγότερο, για να εξασφαλίσει τους όρους ώστε να υπάρξει Ανάκτορο και Αυλή, ενώ εξάλλου η ισότιμη συμμετοχή όλων των ενήλικων μελών τους σε ριψοκίνδυνες δραστηριότητες, όπως η ναυτιλία, το ψάρεμα και η πειρατεία, απέκλειαν την ανάδειξη αρχηγικών στρωμάτων. Στα μέρη αυτά επιβιώσανε οι δημοκρατικές παραδόσεις του προηγηθέντος κοινοτικού συστήματος των Γενών, όπως η συνέλευση των μελών της κοινότητας ή το αιρετό των αρχόντων, που μεταβιβάστηκαν αργότερα στις ελληνικές πόλεις- κράτη.

Τα μυκηναϊκά κράτη, τόσο στην ηπειρωτική Ελλάδα όσο και στην Κρήτη και τα νησιά, παρακμάσανε και αποσυντέθηκαν, κατά τα τέλη του 13ου και τις αρχές του 12ου αιώνα πριν από τη χρονολογία μας. Λίγο πιο πριν, το ισχυρό κράτος των Χετταίων στη Μικρασία εξαφανίζεται από την ιστορία, ενώ μεγάλες επιδρομές και άλλες αναστατώσεις είχαν προηγηθεί στην Κάτω Αίγυπτο και τις ακτές της Συρίας. Πολλές θεωρίες έχουν διατυπωθεί για τα αίτια των αναστατώσεων αυτών, και ειδικότερα για τα αίτια της αποσύνθεσης των μυκηναϊκών βασιλείων. Η ιστορική επιστήμη δεν έχει ακόμα πει την τελευταία λέξη.

Το γεγονός είναι ότι από τις αρχές του 11ου αιώνα ώς τα μέσα του 7ου, δηλαδή επί τετρακόσια περίπου χρόνια, οι ιστορικές πληροφορίες για την Ελλάδα και το Αιγαίο σχεδόν απουσιάζουν. Η γραφή εξαφανίζεται και έχουμε πλήρη διακοπή των εμπορικών και πνευματικών δεσμών της περιοχής με την Αίγυπτο, τη Συρία και τη Μεσοποταμία. Ουσιαστικά ό,τι ξέρουμε για την εποχή αυτή, που άλλοι ιστορικοί ονόμασαν «Σκοτεινούς Χρόνους» και άλλοι «Ηρωική Εποχή», προέρχεται από την αρχαιολογική έρευνα και εμμέσως από τα Ομηρικά Έπη. Η κοινωνία που διαδέχτηκε τη μυκηναϊκή φαίνεται πως διατήρησε ορισμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα τόσο από αυτά τα βασίλεια όσο και από τις παλαιότερες κοινότητες των Γενών. Ο Όμηρος, ενώ μιλά για ισχυρούς άνακτες σαν τον Αγαμέμνονα ή τον Νέστορα, ταυτόχρονα αναφέρει συνελεύσεις των πολεμιστών, στις οποίες οι ισχυροί αυτοί βασιλείς έπρεπε να δώσουν λόγο.

Γενικά όμως στην περίοδο των λεγόμενων «σκοτεινών χρόνων» άλλαξε ο τρόπος ζωής και δημιουργήθηκαν νέες οικονομικές συνθήκες. Δεν έχουμε ανασυγκρότηση των παλιών ή δημιουργία νέων ισχυρών συγκεντρωτικών κρατών, παρόμοιων με εκείνα της Ανατολής, γιατί στην κατακερματισμένη από βουνά και θάλασσες Ελλάδα, όπου οι μεγάλοι κάμποι σπάνιζαν, δεν υπήρχε ανάγκη αλλά ούτε και δυνατότητα κατασκευής μεγάλων αρδευτικών έργων, που θα απαιτούσαν ισχυρά συγκεντρωτικά κέντρα εξουσίας.

Κάθε μικρή περιοχή, νησί ή χερσόνησος ή κοιλάδα, αποτελούσε ιδιαίτερη οικονομική και συνεπώς και πολιτική ενότητα, κι ο πληθυσμός της αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα επιβίωσης, που τα ξεπερνούσε με σκληρή εργασία, ενώ η κοινωνική ανισότητα και η περιουσιακή διαφοροποίηση μεγάλωναν. Εδώ βαθμιαία αναπτύχθηκε η κλασική μορφή δουλοκτησίας, μολονότι η έκταση της, η σημασία της και η θεσμική της κατοχύρωση παρουσιάζουν πολύ μεγάλη ποικιλία από περιοχή σε περιοχή.

Στην Ελλάδα της Γεωμετρικής και Αρχαϊκής Εποχής δημιουργήθηκαν ομοσπονδίες αρκετών χωριών (κωμών) μιας περιοχής, που αποτελούσε γεωγραφική και οικονομική ενότητα. Βαθμιαία μία από τις κώμες αυτές, που βρισκόταν στο κέντρο της περιοχής ή σε πλεονεκτική γεωγραφική θέση, συνήθως πάνω σε κάποιον οχυρό λόφο, μετατρέπεται σε πόλη. Είναι ο λεγόμενος συνοικισμός, εξέλιξη κοσμοϊστορικής σημασίας, ως προς τις επιπτώσεις της. Η διαδικασία της δημιουργίας πόλεων με την πολιτική και κοινωνική σημασία του όρου, κράτησε αιώνες, συνοδεύτηκε από έντονες κοινωνικές αναστατώσεις και ταξικές διαμάχες, και σε ορισμένες απομονωμένες περιοχές της Ελλάδας συνεχίστηκε ακόμα και μετά την κλασική εποχή.

 Η δημιουργία των ελληνικών πόλεων είχε μεγάλες επιπτώσεις και στο εποικοδόμημα. Στάθηκε η αφετηρία για τη μετάβαση από τον Μύθο στον Λόγο και αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία αναπτύχθηκε η Δημοκρατία. Στην ελληνική «πόλη»­ οφείλονται οι περισσότεροι από τους πολιτικούς θεσμούς, που ισχύουν μέχρι σήμερα.

Η διαδικασία δημιουργίας πόλεων ως αυτοδύναμων πολιτικών κυττάρων δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Προηγήθηκαν ανάλογα φαινόμενα συνοικισμού στη Σουμερία και στην κοιλάδα του Νείλου, κατά την 4η χιλιετία, στην κοιλάδα του Ινδού, στις κοιλάδες των Χουάγκ Χο και του Γιαγκτσέ Κιαγκ, κατά την 3η και 2η χιλιετία, στις ακτές της Φοινίκης και σποραδικά σε άλλα σημεία του κόσμου, αργότερα. Όμως, στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων αυτών, η πόλη που δημιουργήθηκε από τον συνοικισμό δεν μακροημέρευσε ως αυτόνομος πολιτικός οργανισμός.

Πολύ σύντομα υποτάχθηκε στον ναό του τοπικού θεού και έγινε απλό εξάρτημά του ή συνενώθηκε σε μεγαλύτερες πολιτικές οντότητες, σε μεγάλα βασίλεια ή αυτοκρατορίες, χάνοντας τα κυριότερα αυτόνομα χαρακτηριστικά της. Αυτό δεν έγινε στην Ελλάδα της Αρχαϊκής Εποχής. Εδώ οι πόλεις έγιναν κέντρα μικρών ανεξάρτητων κρατών, η έκταση των οποίων περιοριζόταν ουσιαστικά στην πόλη με τη γύρω περιοχή της.

Αρχικά στα κράτη αυτά την εξουσία κατείχαν οι γαιοκτήμονες, συνήθως απόγονοι είτε των αρχηγών των φυλών που είχαν εισβάλει από την κεντρική και βόρεια Ελλάδα στα παλιά μυκηναϊκά βασίλεια, είτε των αρχαίων βασιλικών οικογενειών. Τη διοίκηση ασκούσαν συμβούλια των γαιοκτημόνων αυτών, των αριστοκρατών, επικεφαλής των οποίων ήταν ο κληρονομικός βασιλιάς. Αργότερα στις περισσότερες πόλεις-κράτη ο θεσμός του βασιλιά καταργείται ή ο βασιλιάς υποβιβάζεται σε ισότιμο μέλος του συμβουλίου των αριστοκρατών, διατηρώντας τον, χωρίς εξουσίες, τίτλο του (άρχων βασιλεύς).

Σε πόλεις-κράτη που έμειναν αποκλειστικώς αγροτικές, η εξουσία των αριστοκρατών διατηρήθηκε επί αιώνες. Στα κράτη αυτά οι λαϊκές συνελεύσεις, παρόμοιες με τις συνελεύσεις των πολεμιστών, όπως τις περιγράφει ο Όμηρος, είχαν πολύ λίγες αρμοδιότητες, κατά κανόνα γνωμοδοτικές και επικυρωτικές των αποφάσεων της ολιγαρχικής εξουσίας. Οι θεσμοί ήταν αδιαμόρφωτοι και αδύναμοι και οι νόμοι, βασισμένοι στο εθιμικό δίκαιο, δεν ήταν συνήθως γραπτοί.

Αντίθετα, σε πόλεις-κράτη όπου αναπτύχθηκε το εμπόριο, η βιοτεχνία και η ναυτιλία, τα μεσαία στρώματα, σε συμμαχία με τους μικροϊδιοκτήτες, ανέτρεψαν την ολιγαρχία των αριστοκρατών και εγκαθιδρύσανε τυραννίες, δηλαδή αυταρχικές κυβερνήσεις, επικεφαλής των οποίων ήταν δημοφιλή άτομα, πολλές φορές λαϊκής καταγωγής, που χτύπησαν την κοινωνική και οικονομική βάση της αριστοκρατίας.

Κατά κανόνα τις τυραννίες αυτές τις διαδέχτηκαν δημοκρατικά καθεστώτα, στα οποία η έκταση και το βάθος της δημοκρατίας ποικίλλει. Η πορεία από την κληρονομική μοναρχία στην αριστοκρατική ολιγαρχία και από αυτήν στην τυραννία και ακολούθως στη δημοκρατία, σηματοδοτεί και τη μετάβαση από την κλειστή κοινωνία της μυκηναϊκής εποχής στην ανοιχτή κοινωνία της αρχαϊκής και κλασικής Ελλάδας, και βρήκε τη σπουδαιότερή της έκφραση στον πνευματικό κυρίως τομέα. Εδώ βρίσκεται η θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στις κοινωνίες της Ανατολής και τις κοινωνίες των ελληνικών πόλεων.

Στις μεγάλες πολιτισμένες χώρες της Ανατολής, όπως στην Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία, όχι μονάχα η οικονομική αλλά και κάθε πνευματική δραστηριότητα ήταν συγκεντρωμένες στο Ανάκτορο και τον Ναό. Οι ιερείς των αιγυπτιακών και βαβυλωνιακών ναών, μοναδικοί κάτοχοι της γνώσης και της σοφίας, συγκέντρωναν κατά καιρούς τα εξυπνότερα και πιο προικισμένα παιδιά της περιοχής στον ναό και εκεί, σε ατμόσφαιρα υποβολής και μυστικισμού, τους δίδασκαν όσα εκείνοι γνώριζαν, για να γίνουν με τον καιρό ικανά να τους διαδεχθούν.

Ό,τι μάθαιναν με τον τρόπον αυτόν οι νεαροί μαθητές ήταν δεδομένο και αδιαμφισβήτητο και η αλήθεια του ήταν εγγυημένη από το κύρος των δασκάλων. Η γνώση δηλαδή μεταβιβαζόταν ως εξ αποκαλύψεως αλήθεια, χωρίς να συνοδεύεται από καμιά διαδικασία αποδεικτική της αλήθειας αυτής, εφόσον η ιερή προέλευσή της έκανε περιττό κάτι παρόμοιο. Εύκολος για τους διδάσκοντες τρόπος διδασκαλίας, ο οποίος όμως απέκλεισε οριστικά και τελεσίδικα κάθε δυνατότητα να μετατραπούν οι συσσωρευμένες γνώσεις σε Επιστήμη.

Αντίθετα, στις ελληνικές πόλεις των αρχαϊκών χρόνων, όπου η παραγωγή ήταν υπόθεση όλης της κοινωνίας και βασιζόταν κατά κύριο λόγο στην εργασία των ελεύθερων μκροϊδιοκτητών (αυτουργούς, τους ονομάζει ο Θουκυδίδης) και όχι των δούλων, το Ανάκτορο είχε από νωρίς εκλείψει και ο Ναός είχε πολύ μικρή ισχύ. Οι διανοητές στις ελληνικές πόλεις ήταν και αυτοί σαν τους λοιπούς πολίτες. Δεν ήταν οι αποκομμένοι από την κοινωνία ιερείς των αιγυπτιακών και βαβυλωνιακών ναών, αλλά μετείχαν στην πολιτική ζωή, όπως ο Σόλων ο Αθηναίος, ο Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος, ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος ή ο Ζήνων ο Ελεάτης, ο οποίος μάλιστα έχασε τη ζωή του κατά τις πολιτικές διαμάχες. Είχαν επίσης οικονομικές δραστηριότητες, όπως ο Θαλής ο Μιλήσιος, που πλούτισε μέσα σε σύντομο διάστημα, εκμεταλλευόμενος απλά τους στατιστικούς υπολογισμούς που είχε κάνει για την καρποφορία των ελαιόδεντρων.

Οι Έλληνες διανοητές είχαν πάντα στενές σχέσεις με τους εμπόρους, τους τεχνίτες και τους ναυτικούς της πόλης τους, και θέλοντας να απαντήσουν ικανοποιητικά στα ερωτήματα που τους έβαζαν οι ναυτικοί και οι έμποροι, οι οποίοι ταξίδευαν σε όλα τα πλάτη και τα μήκη της Μεσογείου, ερεύνησαν τον έναστρο ουρανό και τον γνωστό τότε κόσμο. Μελέτησαν τη φύση στο σύνολο της, αλλά και τον άνθρωπο ως αναπόσπαστο μέρος της και την ανθρώπινη κοινωνία ως πλαίσιο απαραίτητο για την επιβίωση του ανθρώπου. Σε όλα τα αντικείμενα της έρευνάς τους αναζήτησαν το βαθύτερο νόημα τους και την πρωταρχική ουσία τους, δημιουργώντας έτσι τη Φιλοσοφία.

Σε αντίθεση με όσα συνέβαιναν στην Ανατολή, η παρακολούθηση των μαθημάτων των ελλήνων σοφών ήταν εθελοντική και κατά κανόνα γινόταν με πληρωμή. Ήταν λοιπόν υποχρεωμένοι οι έλληνες δάσκαλοι να αποδείξουν την αλήθεια των όσων δίδασκαν, υποχρέωση που δεν είχαν οι αιγύπτιοι ή βαβυλώνιοι συνάδελφοί τους. Η υποχρέωση αυτή γέννησε τις διαδικασίες της απόδειξης, της δοκιμασίας και της επαλήθευσης, τον ορισμό, το θεώρημα και το αξίωμα, τη διαλεκτική και τη λογική, βάζοντας έτσι τα θεμέλια των επιστημών.

Καταλήγοντας, δεν πρέπει να πέσουμε στον πειρασμό να θεωρήσουμε πως όλοι οι Έλληνες της αρχαιότητας ήταν κάποιος ξεχωριστός πληθυσμός μορφωμένων ατόμων, που από το πρωί ώς το βράδυ κάνανε φιλοσοφικές συζητήσεις ή διατύπωναν μαθηματικά θεωρήματα. Αντίθετα, δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι, στην πλειοψηφία τους, και οι Έλληνες της αρχαιότητας ήταν οπωσδήποτε άνθρωποι πρωτόγονοι, όπως οι σύγχρονοί τους λαοί. Πίστευαν σε μύθους, μυστήρια και οιωνούς, είχαν δεισιδαιμονίες και προλήψεις.

Οι κοσμολογικές αντιλήψεις της πλειονότητας των Ελλήνων ήταν το ίδιο απλοϊκές και πρωτόγονες όπως των συγχρόνων τους λαών. Εξάλλου και σε όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας, οι Έλληνες, ακόμη και οι μεγάλοι τους σοφοί (με μία μόνο εξαίρεση) δέχονταν τη Γη ως κέντρο του κόσμου, με τον Ήλιο να περιστρέφεται γύρω της. Είχαν σε όλη την ιστορία τους το σεληνιακό ημερολόγιο, ενώ οι Αιγύπτιοι (και οι Μάγια της Μεσοαμερικής), είχαν ανακαλύψει το ηλιακό. Τέλος, οι Έλληνες δεν είχαν μαντέψει τον ρόλο του 0 ως αριθμητικού ψηφίου, που τον είχαν ανακαλύψει οι Ινδοί και τον είχαν υποπτευθεί οι Σουμέριοι και οι Βαβυλώνιοι (αλλά και οι Μάγια επίσης).

Όμως η εμπέδωση της δημοκρατίας και η συνακόλουθη ελευθερία του λόγου, επέτρεψαν να γεννηθεί η φιλοσοφική σκέψη και, για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, η κοινωνική ζωή ενός ολόκληρου πληθυσμού πήρε τόσο κοσμική –λαϊκή έκφραση. Η πολιτική, η νομοθεσία, η οικονομία, η λογοτεχνία και η τέχνη από πολύ νωρίς απελευθερώθηκαν από τα δεσμά της θρησκείας και τον έλεγχο του ιερατείου. Γεννήθηκε η φιλοσοφία, που άρχισε να διαμορφώνει μια τελείως πρωτότυπη ερμηνεία του κόσμου, της κοινωνίας και του ανθρώπου, στηριγμένη στη φύση. Μπήκαν τα θεμέλια της επιστήμης, που καθιέρωσε τη μελέτη του κόσμου και του ανθρώπου με βάση την παρατήρηση και τη λογική. Ανάμεσα σε έναν πληθυσμό πρωτόγονων ανθρώπων εμφανίστηκαν τα πνεύματα εκείνα, που με τη διαύγεια, την ευθύτητα και την παρρησία της σκέψης τους, τον απελευθέρωσαν σε μεγάλο (και πρωτοφανή έως τότε) βαθμό από τον δεσποτισμό, τη μυστικοπάθεια και τον φόβο.

Οι Έλληνες αντάλλαξαν πολλά: γνώσεις, ανακαλύψεις, θεσμούς και ιδέες με τους άλλους γειτονικούς λαούς, με τους οποίους είχαν ταχτικές επαφές, και οπωσδήποτε αποδέχτηκαν πολλά, ιδίως από τους Αιγύπτιους, τους Φοίνικες και τους Βαβυλώνιους. Ό,τι πήραν όμως δεν ήταν δουλική αντιγραφή και μίμηση, αλλά στάθηκε αφορμή για τη δημιουργική του μεταμόρφωση. Η φιλοσοφία και η επιστήμη, όπως και η δημοκρατία και η πολιτική, δεν ήρθανε από την Ανατολή, αλλά δημιουργήθηκαν εδώ.

Γιατί φιλοσοφούμε;

Επί του παρόντος, θα διερωτηθώ: για ποιο λόγο φιλοσοφούμε; Προς τι η διερεύνηση αυτή των πρώτων αρχών και των τελικών σκοπών των πραγμάτων; Διότι το να πούμε ότι όλοι οι άνθρωποι τείνουν εκ φύσεως προς το ειδέναι, είναι σωστό· γιατί όμως;

Οι φιλόσοφοι αναζητούν μία θεωρητική ή ιδανική αφετηρία για τον ανθρώπινο μόχθο τους, ο οποίος είναι το φιλοσοφείν, ωστόσο, παραμελούν ευχαρίστως να αναζητήσουν την πρακτική και πραγματική αφετηρία, το πραγματικό κίνητρο. Τι σκοπεύει κανείς κάνοντας φιλοσοφία, σκεπτόμενος και εκθέτοντας την στους ομοίους του; Την αλήθεια μήπως για την αλήθεια; Η την αλήθεια προκειμένου να υπαγάγουμε σε αυτήν τη συμπεριφορά μας και να προσαρμόσουμε την πνευματική μας στάση εν όψει της ζωής και του σύμπαντος;

Η φιλοσοφία είναι το ανθρώπινο προϊόν κάθε φιλοσόφου , κάθε δε φιλόσοφος είναι ένας άνθρωπος με σάρκα και οστά ο οποίος απευθύνεται σε άλλους ανθρώπους με σάρκα και οστά όπως αυτός. Είτε δε πράττει κατά το πως το επιθυμεί ή όχι, φιλοσοφεί όχι μόνο με το μυαλό αλλά και με τη θέληση, με το αίσθημα, με τη σάρκα και με τα οστά, με όλη του την ψυχή και με όλο του το κορμί. Ο άνθρωπος είναι που φιλοσοφεί.

Δεν θέλω δε να χρησιμοποιήσω εδώ τη λέξη εγώ. λέγοντας ότι, φιλοσοφώντας, είμαι εγώ ο φιλόσοφος και όχι ο άνθρωπος, για να μη γίνει σύγχυση του συγκριμένου, περιορισμένου με σάρκα και οστά αυτού εγώ, το οποίο έχει πονόδοντο και βρίσκει ανυπόφορη τη ζωή, αν ο θάνατος είναι ο αφανισμός της προσωπικής συνείδησης, με το άλλο αυτό εγώ του λαθρεμπορίου, με το Εγώ, με κεφαλαίο, το θεωρητικό Εγώ που εισήγαγε στη φιλοσοφία ο Φίχτε, ούτε άλλωστε με το παρομοίως θεωρητικό Μοναδικό του Μαξ Στίρνερ. Είναι προτιμότερο να πω: εμείς, αλλά εμείς τα άτομα που περικλείονται στον χώρο.

Η γνώση για τη γνώση! Η αλήθεια για την αλήθεια! Αυτό είναι απάνθρωπο. Αν λέγαμε δε ότι η θεωρητική φιλοσοφία κατευθύνεται προς την πρακτική, η αλήθεια προς το αγαθό, η επιστήμη προς την ηθική, θα έλεγα: προς τι όμως το αγαθό; Μη τυχόν είναι κατά τύχη αυτοσκοπός; Καλό είναι μόνο ό,τι συμβάλλει στη διατήρηση, στη διαιώνιση και στον εμπλουτισμό της συνείδησης. Το αγαθό απευθύνεται στον άνθρωπο, στη διατήρηση και στην τελειοποίηση της ανθρώπινης κοινωνίας η οποία συντίθεται από ανθρώπους. Αλλά κ· αυτή, τι χρειάζεται; «Να ενεργείς κατά τρόπον ώστε η ενέργεια, σου να μπορεί να χρησιμεύσει ως κανόνας για όλους τους ανθρώπους», μας λέγει ο Καντ. Ας είναι, αλλά γιατί; Πρέπει να αναζητήσουμε ένα λόγο.

Στην αφετηρία αυτήν, στην πραγματική αφετηρία, την πρακτική και όχι τη θεωρητική, κάθε φιλοσοφίας υπάρχει ένα γιατί. Ο φιλόσοφος ασχολείται με τη φιλοσοφία ενός πράγματος όχι τόσο για να φιλοσοφήσει. Primum vivere, deinde phiJosophari (πρώτα ζούμε και μετά φιλοσοφούμε) λέγει το αρχαίο λατινικό ρητό και όπως ο φιλόσοφος προτού να υπάρξει είναι άνθρωπος, χρειάζεται να ζει για να φιλοσοφεί και στην πραγματικότητα φιλοσοφεί για να ζει. Και φιλοσοφεί είτε για να μπορεί να υποφέρει τη ζωή, είτε για να εξασφαλίσει κάποιο σκοπό, είτε για να διασκεδάζει και να λησμονεί τα δεινά του ή ως άθλημα ή χάριν παιδιάς. Ένα θαυμάσιο παράδειγμα της τελευταίας αυτής περίπτωσης είναι ο φοβερός αυτός Αθηναίος είρων, ο Σωκράτης, περί του οποίου μας αναφέρει ο Ξενοφών στα Απομνημονεύματά του ότι δίδασκε τόσο ωραία στην εταίρα Θεοδότα την τέχνη από την οποία θα επωφελείτο αυτή για να προσελκύει τους έραπτες της. ώστε ζήτησε στον φιλόσοφο να γίνει ο σινθηρατής της, συγκυνηγός της. δηλαδή ο μεσολαβητής της. Πράγματι δε η φιλοσοφία μεταβάλλεται ευχαρίστως συχνά σ' ένα είδος πνευματικού, αν θέλετε, προξενητισμού. Άλλοτε σε όπιο για να καταπραΰνει τους πόνους.

Miguel de unamuno, Το τραγικό αίσθημα της ζωής

Τα πιο σπουδαία “μπορώ” μας είναι εκείνα που συνοδεύονται από όλα όσα θέλουμε πραγματικά

Τα πιο σπουδαία “μπορώ” που αρθρώνουμε είναι εκείνα που συνοδεύονται από όλα όσα θέλουμε πραγματικά. Δε θα ήταν υπερβολή αν τολμούσαμε να πούμε ότι πολλές από τις καταστάσεις που έχουν εδραιωθεί μέσα στα στενά πλαίσια της κοινωνίας μας ως επιτυχίες δεν είναι παρά στερεοτυπικές συμπεριφορές ή δραστηριότητες οι οποίες δεν θα ταίριαζαν σε όλους μιας και δεν είμαστε όλοι ίδιοι.

Και καλά κάνουμε. Γιατί να χρίζουμε τους άλλους κριτές των επιτευγμάτων μας, λοιπόν; Ποιος ξέρει καλύτερα από εμάς τους ίδιους κι εκείνους, τους ελάχιστους εκλεκτούς που βρίσκονται ουσιαστικά δίπλα μας, ποια είναι τα όνειρά μας, τι έχουμε περάσει μέχρι σήμερα, τα βιώματά μας, με τι κατάλοιπα είχαμε να πολεμήσουμε ώσπου να φτάσουμε στο παρόν, τι μας ταιριάζει, τι απεχθανόμαστε και τελικά ποιοι πραγματικά είμαστε ή πού θέλουμε να φτάσουμε;

Το να επιτρέπουμε στους γύρω μας να τοποθετούν τις πράξεις μας και τις επιδιώξεις μας σε κουτάκια βάσει προκαθορισμένων και κονσερβοποιημένων προτύπων είναι τουλάχιστον άδικο για τους πολύχρωμους, πολύπλευρους κι όμορφους εαυτούς μας. Δεν είναι λίγοι οι άνθρωποι που προσπαθώντας να ταιριάξουν, παρασυρόμενοι στη δίνη των κοινωνικών επιβολών, σκότωσαν κάποτε εντελώς τα όνειρά τους προκειμένου να πετύχουν ξένα όνειρα ώστε να θεωρούνται ευρέως επιτυχημένοι.

Πρακτικά έγιναν οι επιτυχημένοι αυτοί άνθρωποι που τόσο πίστεψαν ότι ήθελαν να γίνουν μα αν τους ρωτήσεις και τολμήσουν ποτέ να απαντήσουν ειλικρινά πόσο ευτυχισμένοι αισθάνονται, το κενό μέσα τους θα είναι ίσως απροσδιόριστο αλλά εμφανές.

Υπάρχουν ορισμένοι – λίγοι ίσως – που ακόμη πιστεύουν στις αληθινές επιθυμίες, στις αληθινές κλήσεις των ανθρώπων, σε όσα τραβάει του καθενός η ψυχή όσο ακόμη είναι αμόλυντη από όλα εκείνα που νοθεύουν τη δημιουργικότητά μας, στην καθαρή ελεύθερη σκέψη, στο ένστικτό μας, στην αγάπη μας για ζωή και προσφορά, στις γοητευτικές διαφορετικότητές μας, σε όσα λέγαμε πως θέλαμε να γίνουμε όσο ήμασταν παιδιά, σε όσα αγαπήσαμε μεγαλώνοντας μα δεν τολμήσαμε να αρθρώσουμε ποτέ αφού για κάποιους δεν ήταν αρκετά “επιτυχημένα”, στην τάση μας για όλα εκείνα που το μέσα μας αναζητά ακόμη και δεν λάθεψε ποτέ, στα πραγματικά μας θέλω που συνοδεύονται από αληθινά μπορώ.

Είναι εκείνοι οι ίδιοι άνθρωποι που θα συναντήσουν στο δρόμο τους άπειρα εμπόδια. Τόσα που θα νόμιζε κανείς ότι ίσως και να έπρεπε να τους αποθαρρύνουν κάποτε μιας κι αψηφώντας τα καταλήγουν αυτοκαταστροφικοί. Μπορεί να μην έχουν τα προς το ζην, μπορεί για χρόνια να μην αμείβονταν για το έργο τους παρά μόνο ηθικά ή ψυχολογικά, αφού επέλεξαν να ασχοληθούν με όλα όσα γεμίζουν την καρδιά τους κι ας προσφέρουν μαζί μ’ εκείνα και την ίδια σε όσους ξέρουν να εκτιμούν.

Μα δεν παύουν να θέλουν. Δεν παύουν να πιστεύουν. Δεν παύουν τελικά να μπορούν τα θέλω τους μέσα σε έναν κόσμο που δεν θέλησε ποτέ όλα εκείνα που μπόρεσε μα για τους πολλούς στέφθηκε επιτυχημένος.

Μην αφήσεις ποτέ κανέναν να κρίνει όσα κατάφερες ή όλα εκείνα για τα οποία προσπαθείς. Δεν ορίζει κανείς άνθρωπος την επιτυχία ως γενικότερη παγιωμένη έννοια, να το θυμάσαι. Θα έχεις πετύχει μόνο όταν έρθει η στιγμή να κοιτάξεις στον καθρέφτη τον εαυτό σου και δεις εκεί μέσα όλα όσα στ’ αλήθεια είσαι. Και μη νομίζεις ότι η προσπάθεια δεν μετράει.

Ξέρεις, οι περισσότεροι δεν τόλμησαν να προσπαθήσουν καν τα πραγματικά όνειρά τους. Αν είσαι από εκείνους που δεν άκουσαν τις ξένες σειρήνες αλλά ακολούθησαν τους καταδικούς τους πειρασμούς, τότε ήδη μπορείς να αισθάνεσαι υπερήφανος. Είναι μεγάλη υπόθεση να μην προδίδει κανείς τον εαυτό του προσπαθώντας να γίνει “επιτυχημένος” στα μάτια την μάζας. Πάντα θα υπάρχει εκεί έξω κάποιος που κατάφερε αυτό που προσπάθησαν μετά μανίας να σου περάσουν ως αδύνατο.

Καλός άνθρωπος

Νοιάζομαι για την ευτυχία των άλλων περισσότερο από την δική μου. Πάντα βάζω τους άλλους πριν από μένα. Ναι, διακινδυνεύω την ευτυχία μου για κάποιους που θεωρούν δεδομένη την παρουσία μου και δεν νοιάζονται καθόλου για μένα.

Υπάρχουν φορές που εύχομαι να είχα περισσότερη δύναμη. Υπάρχουν στιγμές που εύχομαι να νοιαζόμουν για τον εαυτό μου τόσο όσο νοιάζομαι για τους άλλους. Στιγμές που λέω στον εαυτό μου πως η ζωή μου θα ήταν καλύτερη αν έδειχνα περισσότερο εγωισμό σε ό, τι αφορά τις ανάγκες και τις επιθυμίες μου.

Ποιον προσπαθώ να κοροϊδέψω; Ποτέ δεν θα σταματήσω να είμαι «καλός άνθρωπος» ανεξάρτητα από το πόσες φορές πληγωθώ επειδή φέρομαι ευγενικά σε άτομα που δεν το αξίζουν. Ποτέ δεν θα το σταματήσω επειδή αυτό είμαι. Ποτέ δεν θα γίνω άκαρδη. Η ψυχή μου είναι υπεύθυνη για την –μερικές φορές- αφελή αντίληψη μου για τον κόσμο που με κάνει να σκέφτομαι πως όλοι οι άνθρωποι είναι καλοί κατά βάθος. Αλλά δεν με νοιάζει. Δεν πρόκειται να κάνω την καρδιά μου ψυχρή.

Ξέρω τι άνθρωπος είμαι, ποτέ δεν θα γινόμουν ένα πικρό και ψυχρό άτομο. Ποτέ δεν θα μπορούσα να διώξω ανθρώπους από την ζωή μου έτσι απλά. Και είμαι εντάξει με αυτό. Ξέρω πόση αγάπη μπορώ να δώσω και είμαι περήφανη γι αυτό. Ξέρω πως η αγάπη και φροντίδα που δίνω μπορεί να μην μου επιστραφούν αλλά δεν με ενδιαφέρει. Θα δείχνω ευγένεια και φροντίδα όπως και να 'χει.

Ξέρω πως το πρόβλημα δεν είμαι εγώ. Είναι αυτοί. Αυτοί που κακομεταχειρίζονται την αγάπη και την ευγένεια μου. Και αρνούμαι να αλλάξω. Ανεξάρτητα από το πόσες φορές ραγίσει η καρδιά μου δεν θα αλλάξω συμπεριφορά. Δεν θα «απενεργοποιήσω» τα συναισθήματα μου.

Επειδή είμαι θετικό άτομο και πραγματικά πιστεύω πως θα βρω ανθρώπους σαν εμένα. Ανθρώπους που βλέπουν όλα τα όμορφα πράγματα του κόσμου. Ανθρώπους που θέλουν να δώσουν και να μοιραστούν την ευτυχία και την αγάπη τους όπως κι εγώ.

Δεν με νοιάζει τι λένε ή τι σκέφτονται οι άλλοι, ποτέ δεν θα κρύψω την αληθινή μου φύση από φόβο ότι θα είναι πολύ υπερβολική στους άλλους. Αυτοί δεν είναι οι άνθρωποι μου. Επειδή θα προτιμούσα να έχω κάποιον που μου τηλεφωνεί για να δει πως είμαι παρά κάποιον που με θυμάται μόνο όποτε τον βολεύει.

Δεν πρόκειται να αφήσω κανέναν να με κάνει να νιώσω ντροπή για την «καλή» μου φύση. Η ευπάθεια είναι η δύναμη μου και δεν θα αφήσω κανέναν να μου την πάρει.

Ανεξάρτητα από το πόσες φορές και αν πληγωθώ, ποτέ δεν θα σταματήσω να είμαι καλός άνθρωπος. Και αυτό γιατί είμαι ευγνώμων και νιώθω περηφάνια γι' αυτό.

Είμαι ένας «καλός άνθρωπος». Αυτό είμαι.

Όταν αγαπάς τον εαυτό σου, θα αγαπάς και τους άλλους

Υπάρχει ένα δυναμικό μέσα μας που πρέπει να υλοποιηθεί. Δεν έχει σημασία τι βαθμό ευφυΐας έχετε, υπάρχουν πολλά περισσότερα μέσα σας απ’ αυτά που τώρα συνειδητοποιείτε.

Ίσως η μοναδική γαλήνη και χαρά στη ζωή βρίσκεται στην αναζήτηση και στην ανάπτυξη αυτού του δυναμικού. Είναι αμφίβολο αν θα υλοποιήσουμε ολόκληρο τον εαυτό μας μέσα στη διάρκεια μιας ζωής, ακόμη κι αν αφιερώσουμε την κάθε στιγμή της σ’ αυτό.

Ο Γκαίτε βάζει το Φάουστ να το ανακαλύπτει αυτό όταν λέει, “Αν πάνω σ’ αυτή τη γη μια στιγμή γαλήνη μπορούσα να βρω /τότε σ’ αυτή τη στιγμή θα της έλεγα/ “Μείνε για λίγο, τι όμορφη που είσαι”. Αν ο άνθρωπος σταματήσει τις έρευνές του έστω και για μια σύντομη στιγμή, τότε φλερτάρει με το διάβολο, γιατί δεν μπορεί να υπάρξει γαλήνη κι ανάπαυση στον αγώνα του ανθρώπου να βρει τον εαυτό του. Το Ευαγγέλιο του Απόστολου Ιωάννη μας λέει ότι το σπίτι μας έχει πολλά δωμάτια, που το καθένα τους περικλείει τα δικά του θαυμαστά πράγματα. Πώς είναι δυνατό ν’ ανεχόμαστε τις αράχνες, τους ποντικούς, τη φθορά και το θάνατο να κατακλύζουν το σπίτι μας;

Ό,τι υπάρχει είναι πάντα διαθέσιμο για ανακάλυψη. Ποτέ δεν είναι πολύ αργά. Αυτή η γνώση θα προσφέρει στον άνθρωπο τη μεγαλύτερή του πρόκληση – την έρευνα του εαυτού του – τη δική του προσωπική Οδύσσεια- την ανακάλυψη και την τακτοποίηση των δωματίων του σπιτιού του. Αυτή η γνώση θα πρέπει να τον προκαλέσει να γίνει όχι μόνο ένα καλό άτομο, αλλά το καλύτερο, το πιο αγαπητό, το πιο αισθαντικό, το πιο έξυπνο άτομο, ένα αξιαγάπητο άτομο, ένα όλο αισθήματα άτομο, ένα έξυπνο άτομο, που ο άνθρωπος είναι ικανός να γίνει. Η έρευνά του δεν είναι ένας ανταγωνισμός με την έρευνα κάποιου άλλου. Γίνεται η δική του προσωπική πρόκληση.

Έτσι το ν’ αγαπάμε τον εαυτό μας περικλείει την ανακάλυψη του αληθινού θαύματος που είναι ο εαυτός μας· όχι μόνο ο τωρινός εαυτός μας, αλλά οι πολλές δυνατότητες του εαυτού μας. Περικλείει την αδιάκοπη συνειδητοποίηση ότι είμαστε μοναδικοί, ότι δε μοιάζουμε με κανένα άλλο άτομο στον κόσμο, ότι η ζωή είναι, ή θα πρεπε να είναι, η ανακάλυψη, η ανάπτυξη και το μοίρασμα με τους άλλους αυτής της μοναδικότητας. Η διαδικασία αυτή δεν είναι πάντα εύκολη, γιατί θα πρέπει ν’ ανακαλύψουμε αυτούς που θα νιώσουν ότι απειλούνται από μας που αλλάζουμε, που ωριμάζουμε. Αλλά πάλι θα είναι μια γοητευτική διαδικασία,πάντα φρέσκια και όπως όλα τα πράγματα καινούργια, όλο αλλαγές, ποτέ πληκτική. Το ταξίδι μέσα στον ίδιο τον εαυτό μας είναι το σπουδαιότερο, το πιο απολαυστικό και το μεγαλύτερο σε διάρκεια. Τα ναύλα είναι φτηνά· απαιτεί μονάχα αδιάκοπη εμπειρία, αξιολόγηση, αγωγή, δοκιμές καινούργιας συμπεριφοράς. Μόνο εσείς μπορείτε να γίνετε ο τελικός κριτής που θα καθορίσει ποιο είναι το σωστό για σας.

Αρχαϊκή Λυρική Ποίηση: Βιβλιογραφία

Η μελέτη της λυρικής ποίησης χρειάζεται τη δική της μικρή βιβλιοθήκη από ελληνικές και ξενόγλωσσες εκδόσεις. Η νέα έκδοση του D. Campbell, στην αμερικανική σειρά Loeb (Greek Lyrik, 5 τόμοι, 1982-3), καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος των αναγκών μας (αρχαίο κείμενο, μαρτυρίες, αγγλική μετάφραση). Οι πιο εύχρηστες εκδόσεις κειμένων (χωρίς μετάφραση, για τους κυρίως λυρικούς είναι του D. L. Page, Lyrica Graeca Selecta, Οξφόρδη 1968, για τους ελεγειακούς και ιαμβογράφους του M. L. West, Iambi et elegi Graeci, 2 τόμοι, Οξφόρδη 1971 (σύντμηση: M. L. West, Delectus ex iambis et elegis graecis, Οξφόρδη 1980). Άλλες εκδόσεις είναι του D. E. Gerber, Greek Iambic Poetry (Loeb 1999) και Greek Elegiac Poetry (Loeb 1999). Παλαιότερη, αλλά ακόμη βασική, έκδοση των λυρικών: D. L. Page, Poetae Melici Graeci, Οξφόρδη 1962.
 
Αναντικατάστατο παραμένει έως σήμερα το γραμματολογικό βοήθημα του A. Lesky, Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας (μτφρ. Αγ. Τσοπανάκη, Θεσσαλονίκη 1964, 5η έκδοση 1990). Συμπληρωματικά για τη γραμματολογική εικόνα μπορεί να χρησιμοποιείται και το βιβλίο των P. E. Easterling - B. Knox, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, Καίμπριτζ 1985 (ελλην. μτφρ. Ν. Κονομή, Χρ. Γρίμπα, Μ. Κονομή, Αθήνα: Παπαδήμας 1990).
 
Η θαυμάσια μονογραφία του C. M. Bowra (Greek Lyric Poetry, Οξφόρδη 2η έκδ. αναθεωρημένη 1961, μτφρ. από τον Ι. Ν. Καζάζη, σε δύο τόμους, Αθήνα: ΜΙΕΤ 1980-1982), παραμένει πάντα για την κυρίως λυρική ποίηση το αναλυτικότερο υπομνηματιστικό εγχειρίδιο αξιώσεων. Επιπλέον προσφέρει και αρχαίο κείμενο και μετάφραση για ό,τι συζητά. (Αντίστοιχη προς αυτήν σύγχρονη συνθετική μονογραφία για του ελεγειακούς και τους ιαμβογράφους αν και παλαιωμένη: C. M. Bowra, Early Greek Elegists, Καίμπριτζ, Μασσαχ. 1938).
 
Αμετάφραστο στη γλώσσα μας παραμένει το διεισδυτικότατο βιβλίο του H. Fränkel, Dichtung und Philosophie des frühen Griechentums, N.Y. 1951, και 2η έκδοση Μόναχο 1961 - μεταφρασμένο και στα αγγλικά ως Early Greek Poetry and Philosophy, N.Y. και Λονδίνο 1975. Αν και κακομεταφρασμένη, η Παιδεία του W. Jaeger (Paideia. Die Formung des griechischen Menschen, 3 τόμοι, Βερολίνο 1934-1947), αποδεικνύεται και για τη λυρική ποίηση θεμελιώδες βιβλίο. Ασύγκριτα προτιμότερη από την ελληνική είναι η αγγλική μετάφραση: G. Highet, Paideia. The Ideals of Greek Culture, Ν.Υ: Oxford University Press 1943, με επανειλημμένες ανατυπώσεις.
 
Ξένες ανθολογήσεις της λυρικής ποίησης με χρήσιμο σχολιασμό:
  • D. E. Gerber, Euterpe. An Anthology of Early Greek Lyric, Elegiac and Iambic Poetry (με εισαγωγή και σχολιασμό), Άμστερνταμ 1970.
  • D. A. Campbell, Greek Lyric Poetry: A Selection of Early Greek Lyric, Elegiac and Iambic Poetry, Λονδίνο 1967.
 
Λοιπά έργα:
  • D. E. Gerber, A Companion to the Greek Lyric Poets (Mnemosyne, Suppl. 173) 1997.
  • G. Lambin, La chanson grecque dans l' antiquité, Παρίσι: Éditions CNRS 1992.
 
Αντίστοιχα ελληνικά, χρησιμότατα, βοηθήματα αξιώσεων:
  • Ν. Χ. Κονομής, Αρχαϊκή Λυρική Ποίηση. Ανθολογία Ι. Χορική Ποίηση, Ηράκλειο 1991.
  • Α. Δ. Σκιαδάς, Αρχαϊκός Λυρισμός, 2 τόμοι, Αθήνα 1979 και 1981.
  • Από τις ξένες σχολικές ανθολογίες κάθε έπαινο αξίζει η ιταλική των: F. D. Martino & O. Vox, La Musa e il Canto, Ρώμη και Μπάρι: Editori Laterza 1995.
  • Δύο βιβλία του B. Snell που προσφέρουν χαρισματικές ερμηνευτικές προτάσεις: (α) Η ανακάλυψη του πνεύματος, μτφρ. Δ. Ιακώβ, Αθήνα 1989· ευτύχημα που υπάρχει τέτοιο βιβλίο μεταφρασμένο στη γλώσσα μας και (β) Poetry and Society: The Role of Poetry in Ancient Greece, Indiana 1961.
  • Για τους Πυθιόνικους του Πινδάρου (αρχαίο κείμενο, μετάφραση, ουσιαστική εισαγωγή και απαραίτητο σχολιασμό) έχουμε τη χρήσιμη έκδοση από τον Δ. Ιακώβ (Ηράκλειο 1994).
  • Για το επίγραμμα υπάρχει στη γλώσσα μας το έξοχο βιβλίο του Ν. Χουρμουζιάδη, Παλατινή Ανθολογία. Ερωτικά Επιγράμματα. Επιλογή-Εισαγωγή-Σχόλια, Αθήνα: Στιγμή 1999.
  • Μακάρι να εύρισκαν συνεχιστές τα παλαιότερα εκλαϊκευτικά άρθρα του Ι. Θ. Κακριδή, συγκεντρωμένα στον τόμο: Έλα, Αφροδίτη, ανθοστεφανωμένη, Αθήνα 1993.
  • Ο κομψός τόμος του W. Schadewaldt, Die frühgriechische Lyrik, Φρανκφούρτη: Suhrkamp 1989, 2η έκδ. 1997, προϊόν επιτυχούς έμπνευσης μαθητών του να δημοσιεύσουν post mortem τις πανεπιστημιακές παραδόσεις στην Τυβίγγη του κορυφαίου φιλολόγου.
  • Ξεχωρίζει επίσης η μονογραφία του Χ. Καρούζου, ΠΕΡΙΚΑΛΛΕΣ ΑΓΑΛΜΑ - ΕΞΕΠΟΙΗΣ' ΟΥΚ ΑΔΑΗΣ. Οι αρχαϊκοί Έλληνες για την τέχνη τους, Αθήνα 1944 και ο κομψός τόμος του Μ. Χ. Κοπιδάκη, Σημωνίδου του Αμοργίνου. Κατὰ Γυναικῶν. Μετάφραση και Ερμηνεία, Αθήνα: Ιστός 1996.
  • Από τα καλύτερα βιβλία των τελευταίων δεκαετιών για τη διαμόρφωση των αντιλήψεών μας για τη λυρική ποίηση: B. Gentili, Poetry and Its Public in Ancient Greece: From Homer to the Fifth Century, αγγλ. μτφρ. από τα ιταλικά (1984) από τον T. A. Cole, Βαλτιμόρη 1988 και P. A. Miller, Lyric Texts and Lyric Consciousness, Λονδίνο και Ν.Υ. 1994.

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Εἰρήνη (987-1038)

ΤΡ. μὰ Δί᾽, ἀλλ᾽ ἀπόφηνον ὅλην σαυτὴν
γενναιοπρεπῶς τοῖσιν ἐρασταῖς
ἡμῖν, οἵ σου τρυχόμεθ᾽ ἤδη
990 τρία καὶ δέκ᾽ ἔτη·
λῦσον δὲ μάχας καὶ κορκορυγάς,
ἵνα Λυσιμάχην σε καλῶμεν·
παῦσον δ᾽ ἡμῶν τὰς ὑπονοίας
τὰς περικόμψους,
995 αἷς στωμυλλόμεθ᾽ εἰς ἀλλήλους·
μεῖξον δ᾽ ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας
πάλιν ἐξ ἀρχῆς
φιλίας χυλῷ καὶ συγγνώμῃ
τινὶ πρᾳοτέρᾳ κέρασον τὸν νοῦν·
καὶ τὴν ἀγορὰν ἡμῖν ἀγαθῶν
1000 ἐμπλησθῆναι, ᾽κ Μεγάρων σκορόδων,
σικύων πρῴων, μήλων, ῥοιῶν,
δούλοισι χλανισκιδίων μικρῶν·
κἀκ Βοιωτῶν γε φέροντας ἰδεῖν
χῆνας, νήττας, φάττας, τροχίλους·
1005 καὶ Κωπᾴδων ἐλθεῖν σπυρίδας,
καὶ περὶ ταύτας ἡμᾶς ἁθρόους
ὀψωνοῦντας τυρβάζεσθαι
Μορύχῳ, Τελέᾳ, Γλαυκέτῃ, ἄλλοις
τένθαις πολλοῖς· κᾆτα Μελάνθιον
1010 ἥκειν ὕστερον εἰς τὴν ἀγοράν,
τὰς δὲ πεπρᾶσθαι, τὸν δ᾽ ὀτοτύζειν,
εἶτα μονῳδεῖν ἐκ Μηδείας·
«ὀλόμαν, ὀλόμαν ἀποχηρωθεὶς
τᾶς ἐν τεύτλοισι λοχευομένας·»
1015 τοὺς δ᾽ ἀνθρώπους ἐπιχαίρειν.
ταῦτ᾽, ὦ πολυτίμητ᾽, εὐχομένοις ἡμῖν δίδου.
λαβὲ τὴν μάχαιραν· εἶθ᾽ ὅπως μαγειρικῶς
σφάξεις τὸν οἶν. ΟΙ. ἀλλ᾽ οὐ θέμις. ΤΡ. τιὴ τί δή;
ΟΙ. οὐχ ἥδεται δήπουθεν Εἰρήνη σφαγαῖς,
1020 οὐδ᾽ αἱματοῦται βωμός. ΤΡ. ἀλλ᾽ εἴσω φέρων
θύσας τὰ μηρί᾽ ἐξελὼν δεῦρ᾽ ἔκφερε,
χοὔτω τὸ πρόβατον τῷ χορηγῷ σῴζεται.

ΧΟ. σὲ δὴ θύρασιν ‹ἐνθαδὶ› χρὴ μένοντα τοίνυν [ἀντ.]
σχίζας δευρὶ τιθέναι ταχέως
1025 τά τε πρόσφορα πάντ᾽ ἐπὶ τούτοις.
ΤΡ. οὔκουν δοκῶ σοι μαντικῶς τὸ φρύγανον τίθεσθαι;
ΧΟ. πῶς δ᾽ οὐχί; τί γάρ σε πέφευγ᾽ ὅσα χρὴ
σοφὸν ἄνδρα; τί δ᾽ οὐ σὺ φρονεῖς ὁπόσα χρε-
ών ἐστιν τόν ‹γε› σοφῇ δόκιμον
1030 φρενὶ πορίμῳ τε τόλμῃ;
ΤΡ. ἡ σχίζα γοῦν ἐνημμένη τὸν Στιλβίδην πιέζει.
καὶ τὴν τράπεζαν οἴσομαι, καὶ παιδὸς οὐ δεήσει.
ΧΟ. τίς οὖν ἂν οὐκ ἐπαινέσει-
εν ἄνδρα τοιοῦτον, ὅσ-
1035 τις πόλλ᾽ ἀνατλὰς ἔσω-
σε τὴν ἱερὰν πόλιν;
ὥστ᾽ οὐχὶ μὴ παύσει ποτ᾽ ὢν
ζηλωτὸς ἅπασιν.

***
ΤΡΥ. Ναι, θεά,
γενναιόδωρα, ολάκερη πρέπει σ᾽ εμάς να δοθείς,
τους πιστούς σου εραστές,
που για σε δοκιμάσαμε πίκρες πολλές
990 δεκατρία τώρα χρόνια·
λύσε μάχες κι αντάρες πολέμου, που εμείς
να σε κράζουμε πια Λυσιμάχη·
υποψίες λεπτεπίλεπτες, που είν᾽ αφορμή
να φλυαρούμε αμοιβαία και χωρίς τελειωμό,
έλα, Ειρήνη, και κόψ᾽ τες·
κι εμάς όλους τους Έλληνες πάλι εξαρχής
με φιλίας να μας σμίξεις χυλό
και συμπάθειας να στάξεις σταλιές απαλές
στη στρυφνάδα του νου·
1000 μεγαρίτικα σκόρδα και χίλια καλά
να γεμίσει ξανά η αγορά·
πρώιμ᾽ αγγούρια, κυδώνια και ρόδια πολλά,
μα και κάπες, οι δούλοι μ᾽ αυτές να ντυθούν·
απ᾽ τη γη των Βοιωτών να μας έρθουν ξανά
χήνες, πάπιες, πουλιά
ποταμίσια και φάσσες, αλλά
και κοφίνια με χέλια της λίμνης· γι᾽ αυτά,
για τα χέλια, πατείς με πατώ σε να τρέχουμ᾽ εμείς,
στριμωχτοί, και λιχούδηδες πλήθος:
ο Τελέας, ο Γλαυκέτης, ο Μόρυχος κι άλλοι·
με πολλή καθυστέρηση να ᾽ρχεται πια
κι ο Μελάνθιος, αλλά
1010 χέλια πια να μην έχει·
μεγαλόφωνους θρήνους ν᾽ αρχίζει λοιπόν,
και με μια μονωδία να τελειώνει απ᾽ τη Μήδεια:
«Χάθηκα αχ, χάθηκα αχ, στερημένος εγώ
απ᾽ αυτή που σε σέσκουλα κείτεται μέσα.»
Κι όλοι οι γύρω να πίνουνε μέλι.

Αυτά ζητούμε, θεά, και δώσε μάς τα.
Στον υπηρέτη.
Πιάσ᾽ το μαχαίρι εσύ και σα χασάπης
σφάξε τ᾽ αρνί. ΥΠΗ. Δεν κάνει να το σφάξω.
ΤΡΥ. Γιατί; ΥΠΗ. Δεν αγαπά σφαγές η Ειρήνη
κι ούτε να χύνεται αίμα στο βωμό της.
1020 ΤΡΥ. Τότε, πάρ᾽ το στο σπίτι, κάνε μέσα
τη θυσία, και τα μπούτια μόνο φέρε·
έτσι τ᾽ αρνί στο θέατρο θ᾽ απομείνει.

ΧΟΡ. Εσύ κοντά στην πόρτα εκεί πρέπει, Τρυγαίε, να μένεις·
βάζε σκίζες γοργά,
κι όλα τ᾽ άλλα όπως πρέπει να κάνεις με τάξη.
ΤΡΥ. Τί λες; πολύ ιερατικά τα φρύγανα δε βάζω;
ΧΟΡ. Δε σου λείπει το ελάχιστο απ᾽ όσα ταιριάζουν
σ᾽ ένα φρόνιμον άντρα· είν᾽ ο νους σου
1030 με σοφία προικισμένος γερή,
κι η ψυχή σου με γόνιμη τόλμη.
ΤΡΥ. Άναψε η σκίζα, κι ο Στιλβίδης σκάει απ᾽ το κακό του.
Θα φέρω κρεατοσάνιδο· δε χρειάζομαι υπηρέτη.
Τρέχει στο σπίτι.
ΧΟΡ. Ποιός δε θα πει τον έπαινο
ενός ανθρώπου σαν αυτόν;
έργο μεγάλο τόλμησε,
κοπίασε, κι έτσι γλίτωσε
αυτή την πόλη την ιερή·
γι᾽ αυτό, Τρυγαίε, παντοτινά
θα σε ζηλεύουν όλοι.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΑΤΡΕΙΔΕΣ, ΘΥΕΣΤΗΣ

Ο Θυέστης είναι δευτερότοκος γιος του Πέλοπα και της Ιπποδάμειας, αδελφός του Ατρέα.
 
Τα δύο αδέλφια, και η μητέρα τους, συνωμότησαν και σκότωσαν τον νόθο γιο του πατέρα τους Χρύσιππο από τη Νύμφη Αξιόχη, επειδή φοβήθηκαν ότι, από αγάπη για αυτόν τον νόθο γιο, ο Πέλοπας θα του παραχωρούσε την εξουσία. Ο Πέλοπας καταράστηκε τους γιους του και τους έδιωξε. Αυτοί κατέφυγαν στις Μυκήνες, στον ανεψιό τους βασιλιά Ευρυσθέα ή στον πατέρα του Σθένελο, άνδρα της αδελφής τους Νικίππης. Αυτός παραχώρησε την περιοχή της Μίδειας ή Μιδέας στα δυο αδέλφια, αφού πρώτα απομάκρυνε τον ανεψιό τους Αμφιτρύωνα, γιο της αδελφής τους Αστυδάμειας από τον Αλκαίο, βασιλιά της Τίρυνθας. Όταν ο Ευρυσθέας πέθανε άκληρος, χρησμός των Δελφών συνέστησε στους Μυκηναίους να επιλέξουν για βασιλιά τους έναν από τους δυο γιους του Πέλοπα. Αυτοί όφειλαν να επιδείξουν τις ικανότητές και τους τίτλους τους για το βασίλειο.

Στην κατοχή του ο Ατρέας είχε ένα ηφαιστότευκτο σκήπτρο και μια χρυσή προβιά, που του είχε δοθεί από τον ίδιο τον Ερμή στον Ατρέα, σύμβολο του ποιμένα βασιλιά σε εποχές που πηγή πλούτου για τον βασιλιά ήταν τα κοπάδια και η κλοπή ζώων που επαύξανε την περιουσία του. Επίσης, η χρυσή προβιά παραπέμπει στον τρόπο με τον οποίο συλλεγόταν ο χρυσός από τα νερά ποταμών, έριχναν, δηλαδή, γιδοπροβιές στα νερά των ποταμών και αγκίστρωναν τα ψήγματα του πολύτιμου μετάλλου στην τριχωτή πλευρά τους. Όπως και να έχει, το δέρας αυτό ήταν σύμβολο εξουσίας και αποδεικτικό πλούτου. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή με θρησκευτικές προεκτάσεις, το δέρας προέκυψε ως εξής: Αν και ο Ατρέας είχε τάξει το ωραιότερο ζώο του κοπαδιού του στην Άρτεμη, ωστόσο, όταν βρήκε στο κοπάδι του ένα αρνί με χρυσόμαλλο δέρας, θυσίασε τα ζώο αλλά δεν προσέφερε το δέρας στη θεά, μόνο το κράτησε για λογαριασμό του και το φύλαξε μέσα σε λάρνακα.
 
Κρυφά το παρέδωσε η σύζυγός του Αερόπη, η κρητικιά βασιλοπούλα και μητέρα των παιδιών του, στον εραστή της Θυέστη, ο οποίος το ανέδειξε σε σύμβολο εξουσίας, καθώς πρότεινε να ανακηρυχθεί βασιλιάς των Μυκηνών αυτός που θα παρουσίαζε ένα χρυσόμαλλο δέρμα. Ο Ατρέας, μη γνωρίζοντας την κλοπή του δέρατος από τη γυναίκα του, δέχτηκε. Ο Θυέστης νίκησε. Με παρέμβαση του Δία μέσω του Ερμή, ο Ατρέας συμφώνησε να κρατήσει την εξουσία ο Θυέστης, εκτός αν ο ήλιος έδυε στην Ανατολή. Το θαύμα συντελέστηκε, ο Ατρέας διατήρησε την εξουσία του με τη βοήθεια του Δία, τιμώρησε τη γυναίκα του ρίχνοντάς την στη θάλασσα, όπου και πνίγηκε, και εξόρισε τον Θυέστη.
 
Η εξορία δεν ήταν αρκετή για τον Ατρέα. Θέλησε να εκδικηθεί περαιτέρω τον αδελφό του, όχι τόσο γιατί του διαφιλονικούσε τον θρόνο όσο για τις παράνομες σχέσεις που ανέπτυξε με τη γυναίκα του Αερόπη. Προσποιήθηκε ότι συμφιλιώθηκε με τον αδελφό του και τον κάλεσε πίσω στις Μυκήνες μαζί με τα παιδιά του που είχε αποκτήσει από μια παλλακίδα. Τα παιδιά αυτά άλλοτε είναι τρία -ο Αγλαός, ο Καλλιλέοντας, ο Ορχομενός-, άλλοτε δύο -ο Τάνταλος και ο Πλεισθένης. Ο Ατρέας τα έσφαξε, αν και είχαν προσπέσει ικέτες στον βωμό του Δία, τα διαμέλισε και πρόσφερε σε γεύμα τις ψημένες σάρκες στον πατέρα τους Θυέστη. Τα κεφάλια και τα χέρια των παιδιών, που ο Ατρέας είχε διαφυλάξει και τα οποία παρουσίασε στον Θυέστη μετά την παιδοφαγία, αποκάλυψαν την αποτρόπαιη πράξη. Ο Θυέστης αντέδρασε με τον τρόπο του Δία σε αντίστοιχο δείπνο από τον βασιλιά Λυκάονα της Αρκαδίας: αναποδογύρισε με μια κλωτσιά το τραπέζι κι έφυγε τρέχοντας, αφού πρώτα εξέφερε βαρεῖαν άράν, δηλαδή καταράστηκε τους Ατρείδες. Αυτά ήταν τα περίφημα θυέστεια δείπνα, εξαιτίας των οποίων ο ήλιος, όπως διηγούνταν κάποιοι, απέστρεψε το πρόσωπό του και άλλαξε πορεία. Όπως ακριβώς είχε δύσει στην ανατολή, σύμφωνα με τη βούληση του Δία, προκειμένου ο Ατρέας να ξανακερδίσει το βασίλειό του, που το είχε χάσει όταν ο Θυέστης απέκτησε με δόλιο τρόπο το σύμβολο της εξουσίας, τη χρυσή προβιά.
 
Ο Θυέστης κατέφυγε τότε στον βασιλιά Θεσπρωτό στη Σικυώνα, όπου ενώθηκε με την ίδια του την κόρη Πελοπία. Λεγόταν ότι αυτή η ένωση ήταν αποτέλεσμα βιασμού, καθώς ο Θυέστης είχε πάρει χρησμό ότι η εκδίκηση θα ερχόταν από γιο που θα αποκτούσε με αιμομικτική ένωση· Άλλοτε πάλι ότι η ένωση έγινε χωρίς να γνωρίζει ο ένας την ταυτότητα του άλλου.
 
Την προστασία της γυναίκας και το μεγάλωμα του παιδιού της ανέλαβε ο Ατρέας, χωρίς να γνωρίζει την ταυτότητα των δύο προσώπων, ότι δηλαδή ήταν η κόρη του αδελφού του και ο γιος του αδελφού του από την ίδια του την κόρη. Στο μεταξύ, ο Ατρέας ζήτησε από τους νεαρούς γιους του να του βρουν τον Θυέστη και να τον φέρουν στις Μυκήνες. Εκεί τον φυλάκισε και έβαλε τον Αίγισθο να τον σκοτώσει· όμως Θυέστης και Αίγισθος αναγνωρίστηκαν έγκαιρα ως πατέρας και γιος, ο Αίγισθος σκότωσε τον Ατρέα που τον είχε μεγαλώσει , αποκατέστησε τον φυσικό του πατέρα στον θρόνο και έδιωξε τους δυο γιους του, οι οποίοι κατέφυγαν στη Σπάρτη, όπου και παντρεύτηκαν τις δύο κόρες του Τυνδάρεου, ο Αγαμέμνονας την Κλυταιμνήστρα, ο Μενέλαος την Ελένη.
 
Σύμφωνα με μια εκδοχή του μύθου, ο Αίγισθος εκδικήθηκε τον θάνατο των αδελφών του εξυφαίνοντας τη δολοφονία του Αγαμέμνονα, γιου του Ατρέα, όντας εραστής της Κλυταιμνήστρας. Οι δομικές αντιστοιχίες είναι εμφανείς: Ατρέας - Αερόπη - Θυέστης, Αγαμέμνων - Κλυταιμνήστρα - Αίγισθος· δολοφονία των παιδιών του Θυέστη από τον αδελφό του πατέρα τους και θείο τους Ατρέα - δολοφονία του γιου του Ατρέα Αγαμέμνονα από τον εξάδελφό του Αίγισθο. Στο μεταξύ, είχε προηγηθεί η δολοφονία του ετεροθαλούς αδελφού των Πελοπιδών Θυέστη και Ατρέα με τη βοήθεια της μητέρας τους Ιπποδάμειας.
 
Μια άλλη εκδοχή του μύθου δεν μιλά για κανένα από αυτά τα εγκλήματα που ήταν και άγνωστα στα ομηρικά έπη. Πάντως, σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, η διαδοχή στην εξουσία έγινε ομαλά, τα σύμβολα της εξουσίας, το ηφαιστότευκτο σκήπτρο και η χρυσή προβιά, δόθηκαν στον πρωτότοκο Ατρέα. Εκείνος τα παραχώρησε στον αδελφό του Θυέστη, μέχρι να ενηλικιωθούν τα ανήλικα παιδιά του Αγαμέμνονας και Μενέλαος, κι εκείνος με τη σειρά του τα επέδωσε στον πρωτότοκο Αγαμέμνονα. Η ειρηνική αυτή διαδοχή* (Ιλ., Β 100-108), που αντανακλά τον θεσμό των δύο βασιλέων στη Σπάρτη και επιβίωσε μέχρι την κατάκτηση της πόλης από τους Ρωμαίους, δεν εξυπηρετούσε πολιτικά τη μεταμυκηναϊκή εξουσία ούτε παρουσίαζε ενδιαφέρον για τους τραγικούς ποιητές του 5ου αι. π.Χ. Γι' αυτό διαμορφώθηκε μια δεύτερη εκδοχή, όπου η διαδοχή στην εξουσία γίνεται με τρόπο ανώμαλο· σε αυτό συμβάλλουν και γυναίκες.
-----------------
*Ειρηνική διαδοχή
Τότε ο Αγαμέμνονας ασκώθη ο πρωταφέντης,
κρατώντας το ραβδί στο χέρι του, τρανή του Ηφαίστου τέχνη·
στο Δία, το γιο του Κρόνου, κάποτε το 'χε χαρίσει εκείνος,
κι ο Δίας του Αργοφονιά το εχάρισε, του ψυχοπερατάρη,
κι ο Ερμής το χάρισε στον Πέλοπα τον αλογάρη πάλε,
κι ο Πέλοπας του Ατρέα το χάρισε του πρωτοστρατολάτη,
και στο Θυέστη ο Ατρέας πεθαίνοντας το βαριοκοπαδάρη,
κι ο Θυέστης πάλε του Αγαμέμνονα κλερονομιά το αφήκε,
πλήθος νησιά και την Αργίτικη για ν' αφεντεύει χώρα.

Η ψυχολογία των εθιστικών σχέσεων

Οι άνθρωποι που δημιουργούν εθιστικές σχέσεις, έχουν συχνά τις καλύτερες προθέσεις. Επιθυμούν ευτυχισμένες και υγιείς σχέσεις. Ωστόσο, κάτω από αυτές τις καλές προθέσεις βρίσκεται μία αγωνιώδης σύγκρουση με την οικειότητα. Με τον εθισμό τους να βασίζεται στο σεξ πρώτα και στην εξαρτητική αγάπη, υπάρχει πάντα ένας κρυφός πόθος: να δουν να ικανοποιούνται οι ανάγκες τους μέσα από συναίσθημα ανασφάλειας.

Οι σχέσεις που δημιουργούν οι σύντροφοι κατά τη διάρκεια της παιδικής τους ηλικίας, έχουν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στο μέλλον τους. Όταν γνωρίζουμε ότι υπήρξε δυσλειτουργική σχέση στην οικογένεια τους, οι ερωτικοί σύντροφοι αναζητούν σχέσεις, με ασυνείδητο στόχο να επαναλάβουν ή να επιλύσουν τις εκκρεμότητες από την παιδική τους ηλικία.

Όμως, αυτό που αναζητούμε δεν είναι πάντα να επαναλάβουμε μια σχέση με ένα γονέα. Μπορεί να είναι μια σχέση με οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας η οποία έχει μείνει άλυτη. Πενθώντας τις απώλειες της παιδικής μας ηλικίας και επιτρέποντας στον εαυτό μας να επεξεργαστούμε τον πόνο του παρελθόντος, μας κάνει να είμαστε πιο ελεύθεροι στο να επιλέξουμε θετικές και σταθερές σχέσεις.

Ένας τρόπος για να επιτευχθούν τέτοιες σχέσεις είναι να επιδιώκουμε να γνωρίσουμε τους συντρόφους μας πριν εμπλακούμε σεξουαλικά ή ρομαντικά με αυτούς. Προερχόμενοι από δυσλειτουργικές οικογένειες και ερωτευόμενοι τον σύντροφό μας “με την πρώτη ματιά”, επιβεβαιώνουμε ότι “ο έρωτας είναι τυφλός” και κινδυνεύουμε να επαναλάβουμε τα συνηθισμένα, ανθυγιεινά μοτίβα μας με κάποιον τον οποίο γνωρίζουμε ελάχιστα. Είναι δύσκολη υπόθεση να αποφύγουμε να εμπλακούμε σεξουαλικά με κάποιον που μας ασκεί σεξουαλική έλξη, αλλά είναι ένας εξαιρετικά σημαντικός παράγοντας για την εδραίωση της σχέσης πριν μπει ουσιαστικά κανείς σε αυτήν.

Οι εθισμένοι σύντροφοι χρειάζεται να ζήσουν στην πραγματικότητα. Πρέπει να ξεκαθαρίσουν και να προβληματιστούν σχετικά με τις πρώιμες και έντονες φαντασιώσεις τους, όπως ότι π.χ. “αυτό το άτομο μπορεί να με κάνει ευτυχισμένο-η”. Όταν δεν γνωρίζουμε κάποιον καλά, μπορούμε να προβάλουμε όλα τα είδη των επιθυμιών μας πάνω του. Αυτά τα θετικά συναισθήματα αυξάνουν την παραγωγή ενδορφίνης μέσα στο σώμα μας, αλλά δεν μπορούν να βασίζονται στην αλήθεια, καθώς δεν έχουμε καμία πραγματική γνώση για το ποιο είναι το πρόσωπο αυτό. Μόνο ο χρόνος και οι εμπειρίες με ένα άλλο άτομο μπορούν να μας παρέχουν αυτές τις πληροφορίες.

Οι εθιστικές σχέσεις βασίζονται στη δημιουργία υψηλών προσδοκιών που κυρίως παρουσιάζονται στο αρχικό στάδιο της γνωριμίας. Ως εκ τούτου, μία υγιής σχέση θα αναπτυχθεί και θα γίνει πιο στερεή κατά την πάροδο του χρόνου, ενώ μια εθιστική σχέση θα σβήσει γρήγορα σαν πυροτέχνημα. Οι δύο σύντροφοι όμως στην εθιστική σχέση, έχουν μεγάλη δυσκολία να αντιμετωπίσουν τις κανονικές δυσκολίες που προκύπτουν, ενώ οι σύντροφοι που βρίσκονται σε υγιείς σχέσεις αντιμετωπίζουν και ξεπερνούν συχνά τις δυσκολίες τους από την αρχή. Η τρομερή έλλειψη ειλικρίνειας και η οδυνηρή αλήθεια που κρύβεται κάτω από το επιφανειακό “καλό” της σχέσης δεν προδιαθέτει ασφάλεια ώστε να επικοινωνηθεί ανοιχτά από κανέναν από τους συντρόφους στην εθιστική σχέση. Πρόκειται για μια σχέση που πάσχει σημαντικά στην αληθινή οικειότητα.

Η αληθινή οικειότητα προδιαθέτει τη δυνατότητα οι σύντροφοι να μιλούν ανοιχτά για τους φόβους τους, τις ανησυχίες τους, να σκάβουν τα θέματα πιο κάτω από την επιφάνεια και τα οποία είναι επικίνδυνα προς συζήτηση. Αυτό δεν συνεπάγεται όμως ότι πρέπει να κατηγορηθεί ένας από τους δύο συντρόφους ή να ξεφύγει η σχέση και να μπει σε εντάσεις και τσακωμούς για να αποφευχθεί η ανάληψη της ευθύνης που είναι τόσο χαρακτηριστικό μιας εθιστικής σχέσης.

Κατά τη διάρκεια της πρώιμης παιδικής ηλικίας, οι μελλοντικά εθισμένοι σύντροφοι, εκπαιδεύονται ώστε να μην μπορούν να καλλιεργήσουν με ασφάλεια την αυθεντικότητα και την αλήθεια στις σχέσεις τους ακόμα και με αυτούς που αγαπούν. Αντίθετα, μαθαίνουν να χτίζουν γύρω τους αμυντικούς μηχανισμούς απέναντι στους άλλους, μένοντας απομονωμένοι και αποστασιοποιημένοι από τα ίδια τα συναισθήματά τους. Υιοθετώντας αυτό το στυλ αντιμετώπισης και στις ενήλικες σχέσεις, είναι πολύ πιθανό να δημιουργήσουν τότε τοξικές, εθισμένες σχέσεις.

Ερωτικός σύντροφος: Η ενσάρκωση ενός ασυνείδητου πόθου

Στις αρχές του 1907 ο Φρόιντ δημοσιεύει μία ανάλυση που έγραψε ο ίδιος πάνω στο μυθιστόρημα του Βίλχελμ Γιένσεν «Γκραντίβα – Μία Πομπηιανή Φαντασία» και, την οποία ονόμασε «Το Παραλήρημα και τα Όνειρα στην Γκραντίβα του Β. Γιένσεν».

Το μυθιστόρημα πραγματέυεται την ιστορία ενός νεαρού αρχαιολόγου, ο οποίος ερωτεύεται ένα αρχαίο αγαλματίδιο, το οποίο αναπαριστά μία νεαρή κοπέλα, μάλλον ελληνικής προέλευσης. Η φαντασία του φτάνει σε τέτοιο σημείο, όπου αρχίζει να πιστεύει πως η κοπέλα ήταν αληθινό πρόσωπο, ελληνικής καταγωγής, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, με πατέρα Πατρίκιο, η οποία έζησε στην Πομπηία και πέθανε μέσα στην πήρινη λέλαπα του ηφαιστείου Βεζούβιου, το οποίο εκρήγνηκε το 79 μχ. Συνεπαρμένος από την ιστορία αυτή, την οποία ο ίδιος δημιούργησε μέσα στο μυαλό του, χάνει κάθε ενδιαφέρον για την παρούσα ζωή του και αποφασίζει να ταξιδέψει στην Πομπηία, με σκοπό να ανακαλύψει κάποια σημάδια, τα οποία άφησε η Γκραντίβα στο πέρασμά της.

Έχουμε μεγαλώσει με την πεποίθηση, πως οι πράξεις, σκέψεις και συναισθήματά μας είναι προϊόντα της ελεύθερής μας βούλησης. Παρ’ όλαυτα, όπως ο ίδιος ο Φρόιντ μας διδάσκει – «είναι καθημερινό φαινόμενο, ακόμη και υγιή άτομα να απατώνται για τα κίνητρα των πράξεών τους και να το συνειδητοποιούν πολύ αργότερα, όταν η αντίφαση μεταξύ διαφορετικών συναισθημάτων μέσα τους, τούς δείξει την αιτιολογική σχέση του σφάλματός τους. Η απωθημένη παρόρμηση είναι αρκετά δυνατή για να μπορέσει να εκδικηθεί της κατασταλτικής της δυναμης, μέσω ενός συναισθήματος μη ικανοποίησης και ανημπορίας».

Ο Ρόμπιν Σκίννερ, στο βιβλίο του «Η οικογένεια και πώς να επιβιώσουμε μέσα σ’ αυτήν», παραθέτει ένα πείραμα (μελέτη των οικογενειακών συστημάτων), όπου μία ομάδα ατόμων, άγνωστων μεταξύ τους, επιλέγουν από ένα σύντροφο, ο οποίος είτε τους θυμίζει κάποιο μέλος της οικογένειάς τους, είτε τους εμπνέει τη σιγουριά πως θα μπορούσε να γεμίσει το «κενό» που βρίσκεται μέσα τους. Όταν μαζευτούν σε ζευγάρια, αρχίζουν να συζητούν μεταξύ τους, για το ποιοί θα μπορούσαν να είναι οι πιθανοί λόγοι και κίνητρα για αυτή την επιλογή και όχι για κάποια άλλη, συγκρίνοντας τις οικογένειές τους. Μετά το κάθε ζευγάρι επιλέγει κάποιο άλλο ζευγάρι και το κάθε μέλος της τετραμελούς ομάδας ταυτίζεται με ένα οικογενειακό ρόλο. Στο τέλος συζητάνε μεταξύ τους για τα κίνητρα του καθενός να επιλέξει τον οικογενειακό ρόλο που επέλεξε μέσα στην ομάδα, σε σχέση πάντοτε με τις δικές τους οικογένειες. Αυτό που ανακάλυψαν, ήταν πως υπήρχαν κάποια κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ των οικογενειών – είτε στον τρόπο έκφρασης κάποιων συναισθημάτων, είτε στη γενικότερη φύση των σχέσεων μεταξύ κάποιων μελών της οικογενείας, είτε στις προσδοκίες που είχαν οι γονείς τους προς αυτούς, είτε στη θέση που είχε το κάθε μέλος μέσα στην οικογένεια, είτε σε κάποια σημαντική απώλεια ή αλλαγή κτλ. Στο μεταξύ, ύπηρχαν μερικά άτομα, τα οποία δεν είχαν επιλεγεί ή επιλέξει κανένα. Όταν τους ζητήθηκε να μιλήσουν για τις δικές τους οικογένειες, ανακάλυψαν πως όλοι τους, είτε μεγάλωσαν σε ορφανοτροφεία, είτε σε ξένες οικογένειες, είτε ήταν υιοθετημένοι, είτε βίωσαν με έντονο τρόπο στην πρώιμη παιδική τους ηλικία την απόρριψη.

Η ψυχολογία και σε μεγαλύτερο βαθμό η ψυχανάλυση, δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στην υποκειμενική πραγματικότητα, παρά στην αντικειμενική. Οι ερωτικές σχέσεις υπάρχουν ως κοινωνικό φαινομένο, το οποίο λίγο ή πολύ όλοι μας έχουμε βιώσει. Εντούτοις, αυτό που μας ενδιαφέρει περισσότερο απ΄ οτιδήποτε άλλο, είναι ο τρόπος με τον οποίο το κάθε συγκεκριμένο άτομο βιώνει το αίσθημα του έρωτα. Αντικείμενο της έρευνάς μας είναι οι προσδοκίες, πόθοι, επιθυμίες, φαντασιώσεις, όλοι εκείνοι οι παράγοντες οι οποίοι διαμορφώνουν και χαρακτηρίζουν την ατομικότητα του καθενός μέσα στις σχέσεις του με τους άλλους και οι οποίοι είναι προϊόντα της πρoσωπικής του ιστορίας.

Η προσωπική αλήθεια του καθενός, διαμορφώνεται μέσα από τις προσωπικές του εμπειρίες. Η α-λήθεια, δηλαδή η αλησμόνητη λήθη, απαιτεί την αναγνώρισή της. Επιζητεί κάποιο δυνατό τρόπο έκφρασής της, μέσω της ανάδυσής της στο συνειδητό πεδίο του μυαλού μας. Παρ’ όλα αυτά, λόγω του ότι η αλήθεια είναι πάντοτε φορτισμένη με έντονα συναισθήματα, τα οποία το άτομο πολλές φορές δεν μπορεί να χειριστεί, η συνείδηση τα απωθεί στο ασυνείδητο πεδίο του ψυχισμού του. Ο ψυχισμός, όμως, στην ολότητά του, έχει τη δική του δυναμική, ό,τι προυπάρχει ή εισχωρεί μέσα του, συνεχίζει να λειτουργεί, ανεξαρτήτως αν βρίσκεται στο συνειδητό ή ασυνείδητο πεδίο του. Το γεγονός αυτό, παρουσιάζεται ως πρόβλημα για το συνειδητό, το οποίο στην προσπάθειά του  να κρατήσει την αλήθεια στο χώρο του ασυνειδήτου, καταναλώνει μεγάλες ποσότητες ψυχικής ενέργειας. Γι΄αυτόν τον λόγο, τα δύο πεδία «βρίσκουν» μία συμβιβαστική λύση, χρησιμοποιόντας δύο βασικούς μηχανισμούς: την μετάθεση και την συμπύκνωση.

Μετάθεση, είναι η διοχέτευση του ασυνείδητου υλικού σε διαφορετική, από την πρωταρχική του κατεύθυνση, ή σε διαφορετικό από το πρωταρχικό του αντικείμενο. Η μετάθεση πραγματοποιείται μέσω αντικατάστασης ενός στοιχείου με κάποιο άλλο, ή μέσω ανταλλαγής των λεκτικών μορφών των δύο στοιχείων. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, οι άνθρωποι τείνουν να κοινωνικοποιούνται με άτομα, τα οποία φέρουν κάποια κοινά ή αντίθετα χαρακτηριστικά με οικία τους πρόσωπα. Ο λόγος έγκειται στο εξής γεγονός – αφού δεν μπορώ να έχω το άτομο που τόσο πολύ αγάπησα, τότε θα βρώ κάποιο που να του μοιάζει. Από την άλλη όμως, αν ο ψυχικός πόνος ήταν τόσο δυνατός που η αγάπη μετατράπεικε σε μίσος, τότε μπορεί να ψάχνω κάποιο άτομο με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά από το προηγούμενο, λές και με αυτό τον τρόπο θα αποτρέψω κάποια παρόμοια, μελλοντική κατάληξη της σχέσης μου.

Συμπύκνωση, είναι η χρησιμοποίηση ενός αντικειμένου, με διττή η πολλαπλή σημασία. Μία παράσταση ή ένα αντικείμενο, μπορούν να συμπυκνωθούν με διάφορους τρόπους, όπως για παράδειγμα μέσω παράληψης κάποιου στοιχείου τους, μέσω συγχώνευσής τους με άλλες παραστάσεις ή αντικείμενα ή μέσω κάποιου νεολογισμού.

Στην ψυχανάλυση υπάρχει επίσης ο όρος μετουσίωση. Η μετουσίωση είναι η μετατροπή της ουσίας ενός πράγματος σε κάτι άλλο. Πιο συγκεκριμένα, γίνεται λόγος για ασυνείδητο υλικό, το οποίο πολλές φορές λόγω του περιεχομένου και της φύσης του, αναγκαζόμαστε να το διοχετέυσουμε σε κοινωνικά αποδεκτές ενασχολήσεις, ακριβώς λόγω των περιορισμών που η ίδια η κοινωνία μας επιβάλλει.

Στόχος και των τριών μηχανισμών είναι η ικανοποίηση του ασυνείδητου υλικού, έστω και με κάποιο υποκατάστατο αντικείμενο ή έμμεσο τρόπο.

Η τέχνη είναι η προσωποποίηση της μετουσίωσης. Είναι ο χώρος όπου μεταθέτουμε όλες μας τις επιθυμίες, δίνοντας τους καλλιτεχνική μορφή. Τα όνειρα είναι ένας άλλος τρόπος ικανοποίησης των ασυνείδητων επιθυμιών μας. Οι μηχανισμοί που χρησιμοποιούνται όπως στην τέχνη, έτσι και στα όνειρα, με σκοπό την ικανοποίηση του ασυνείδητου υλικού, είναι η μετάθεση και η συμπύκνωση. Απ΄ αυτή την άποψη, ένα έργο τέχνης, δεν είναι λιγότερο αληθινό, από μία πραγματική ιστορία πάθους, ακριβώς γι΄ αυτό τον λόγο. Ο καλλιτέχνης, προβάλλει πάνω στο έργο του τον εσωτερικό του κόσμο και μας δίνει τη δυνατότητα να γνωρίσουμε τον τρόπο, με τον οποίο ο ίδος αντιλαμβάνεται και βιώνει το ερωτικό πάθος.

Η ερωτική συνάντηση, είτε αυτή είναι μυθιστορηματική, είτε είναι πραγματική, πραγματοποιείται στη σφαίρα του φαντασιακού. Ο ένας ταυτίζεται με τις προσδοκίες του άλλου. Αυτό που τους ενώνει είναι οι προσδοκίες που έχει ο ένας για τον άλλο. Δηλαδή, υπάρχει μία αμφίδρομη σχέση φαντασιακής προβολής, ή αν θέλετε αμφίδρομης προβολικής ταύτισης, όπου και τα δύο άτομα φέρουν μέσα τους από τη μιά μεριά τις προσδοκίες τους και, από την άλλη κάποια προδιάθεση να ταυτιστούν με τις προσδοκίες του άλλου. Όταν το μυστήριο που κρύβεται πίσω από το πρόσωπο του ερωτικού συντρόφου και, το οποίο τροφοδοτεί τη φαντασία και τις προσδοκίες, διαλευκανθεί, τότε ξαφνικά βρισκόμαστε ενώπιον κάποιου άγνωστου, ακόμη και ανεπιθύμητου προσώπου.
Αυτό που ερωτευόμαστε δεν είναι το άτομο, αλλά την εικόνα που προβάλλουμε πάνω σ’ αυτό, βάσει των δικών μας προσωπικών βιωμάτων και εν συνεχεία προσδοκιών.
«Μία επιτυχημένη και ευτυχής σχέση, λέει η Μέλανι Κλάιν, έγκειται στο βαθμό σύγκλισης μεταξύ του ασυνειδήτου των δύο συντρόφων».

Όπως γράφει ο Έριχ Φρόμ, στο βιβλίο του «Η Τέχνη της Αγάπης», «ο έρωτας είναι εκείνη η έλξη που βιώνουμε μέσα μας προς πλήρη συγχώνευση με κάποιο άλλο άτομο. Αυτό το εκρηκτικό βίωμα ερωτικού πάθους με κάποιο άτομο οδηγεί προς μια ξαφνική κατεδάφιση των υφιστάμενων φραγμών που υπάρχουν μεταξύ των δύο συντρόφων, ξένων μέχρι τώρα ο ένας για τον άλλο. Όταν όλοι οι φραγμοί μεταξύ των δύο συντρόφων κατεδαφιστούν, τότε χάνεται η κάθε πιθανή δυνατότητα για την επίτευξη κάποιας άλλης ξαφνικής εγγύτητας με τον ερωτικό σύντροφο.»

Ο Χοσέ Ορτέγκα Υ Γκασέτ, στο βιβλίο του «Μελέτες για τον έρωτα», γράφει «ο έρωτας είναι μία παθιασμένη συγκέντρωση της προσοχής μας πάνω σε κάποιο συγκεκριμένο άτομο. Όλος ο υπόλοιπος κόσμος και πράγματα σταδιακά αντικαθιστούνται μέσα στη συνείδηση του ερωτευμένου μόνο από ένα άτομο. Όπου κι αν βρίσκεται ο ερωτευμένος, ό,τι κι αν βρίσκεται μπρόστα στο πεδίο όρασής του, η προσοχή του θα έλκεται συνεχώς από το ερωτικό του αντικείμενο. Η κάθε του προσπάθεια να μετατοπήσει την προσοχή του σε κάθε τι άλλο, θα αποβαίνει μοιραία. Τα όρια της συνείδησης στενεύουν σε τέτοιο βαθμό, που πλέον δεν υπάρχουν περιθώρια για περισσότερα από ένα αντικείμενα. Ο Πλάτωνας ονομάζει αυτή την ψυχοσυναισθηματική κατάσταση, «Θεία Μανία».

Ο νεαρός αρχαιολόγος αγοράζει από μία αγορά με αρχαίες συλλογές στη Ρώμη, το αγαλματίδιο, το οποίο αρχικά δεν του κάνει κάποια ιδιαίτερη εντύπωση. Στην πορεία, ξεκινά να το μελετά και η προσοχή του εστιάζεται πάνω σ΄ ένα συγκεκριμένο σημείο – το αριστερό της πόδι. Η κοπέλα που αναπαριστάται στο αγαλματίδιο, βρίσκεται σε κίνηση, με το αριστερό της χέρι να σηκώνει ελαφρά το μακρύ της φόρεμα, όπου φαίνεται το κάτω μέρος του αριστερού της ποδιού να βρίσκεται σχεδόν σε κάθετη θέση. Μέσα του ξυπνά η επιστημονική περιέργεια να διαπιστώσει κατά πόσον το βάδισμα της κοπέλας είναι καρπός της φαντασίας του καλλιτέχνη ή αναπαρίστα κάποια πραγματική κοπέλα. Ο νεαρός αρχαιολόγος αποφασίζει να βγεί στους δρόμους κι αρχίζει να παρακολουθεί τις γυναίκες που περνούν από μπροστά του, με σκοπό να διαπιστώσει αν πράγματι μπορεί να υπάρξει στην πραγματικότητα τόσο υπέροχος αλλά και ασυνήθιστος τρόπος βαδίσματος. Με απογοήτευση όμως διαπιστώνει πως καμία κοπέλα δεν περπατά με τον ίδιο μαζί της τρόπο.

Το βράδυ όταν ξαπλώνει να κοιμηθεί, ονειρεύεται πως βρίσκεται στην Πομπηία, έτος 79 μχ., όπου σε κάποια στιγμή βλέπει κάπου στο βάθος του δρόμου την Γκραντίβα, να περπατά με τον ίδιο ανάλαφρο και ασυνήθιστο τρόπο. Την ίδια ώρα το ηφαίστειο εκρήγνειται, κι αυτός τρομοκρατημένος της φωνάζει για να προστατευθεί. Αυτή γυρνάει, τον κοιτάζει και συνεχίζει την πορεία της, ώσπου φτάνει μπροστά στην πύλη ενός ναού, όπου κάθεται πάνω σ΄ένα σκαλοπάτι και απαλά απλώνει το κεφάλι της πάνω σ΄ αυτό. Η λάβα αρχίζει να απλώνεται πάνω της, κι αυτή μεταμορφώνεται σε μαρμάρινο άγαλμα. Ο Νόρμπερτ τρέχει κοντά της και βλέπει την έκφραση του προσώπου της, ήρεμο λες και κοιμάται, ώσπου μία βροχή στάχτης κάλυπτει όλο της το πρόσωπο.

Το άλλο πρωί, η πεποίθησή του πως η Γκραντίβα ήταν αληθινό πρόσωπο γίνεται ακόμη πιο έντονη, προφανώς επιρεασμένος από το βραδυνό όνειρο. Στέκεται μπροστά στο παράθυρο και βλέπει στο απέναντι μπαλκόνι μέσα σ΄ ένα κλουβί ένα καναρίνι να τραγουδά/κελαηδά. Σε κάποια στιγμή βλέπει στο δρόμο κάποια κοπέλα, ίδια η Γκραντίβα, με το ίδιο βάδισμα να διασταυρώνει το δρόμο. Τρέχει έξω, όπως ήταν με τις μπιτζάμες, να φτάσει την κοπελά, αλλά τα βλέμματα και τα σχολία του κόσμου τον αναγκάζουν να επιστρέψει πίσω στο σπίτι. Συνεπαρμένος από όλα αυτά, αποφασίζει να φύγει για την Πομπηία.

Όταν φτάνει στην Πομπηία, ο Νόρμπερτ αρχίζει να γυρνά στους δρόμους, ώσπου σε κάποια στιγμή, κατά το μεσημέρι, βλέπει στην απέναντι μεριά του δρόμου την ίδια κοπέλα, όπως στο όνειρο, να διασταυρώνει το δρόμο και να κατευθύνεται προς κάποιο σπίτι. Ο Νόρμπερτ, πιστεύωντας πως αυτό είναι το πνεύμα της Γκραντίβας, το οποίο επέστρεψε από τους πεθαμένους, τρέχει προς το μέρος της, μπαίνει μέσα στο σπίτι και βλέπει την Γκραντίβα να κάθεται πάνω σ΄ ένα σκαλοπάτι. Εκείνος, πεποισμένος για την ελληνική καταγωγή της κοπέλας, της απευθύνεται στα ελληνικά, με σκοπό να διαπιστώσει αν μιλά, όντας πνέυμα χωρίς σάρκα και οστά. Η Γκραντίβα δεν του απαντά, κι αυτός αποφασίζει να της μιλήσει στα λατινικά, ενώ αυτή χαμογελόντας του λέει – «αν θές να μιλήσουμε, τότε μίλα μου στα γερμανικά». Ο Νόρμπερτ, ενθουσιασμένος, με το γεγονός πως η Γκραντίβα μιλά, της λέει – «είμουν σίγουρος πως η φωνή σου θα ακουγόταν ακριβώς έτσι». Το ότι μιλά γερμανικά, μία γλώσσα η οποία δεν υπήρχε στην αρχαιότητα, γεγόνος το οποίο αναιρεί όλες του τις υποθέσεις, γύρο από τη ζωή της Γκραντίβας, δεν του κάνει καμία απολύτως εντύπωση. Αυτός της ζητά να απλώσει το κεφάλι της στο σκαλοπάτι (η ίδια σκηνή όπως στο όνειρο) αλλά αυτή αρνείται και αποχωρεί από το σπίτι.

Την επόμενη μέρα, την ίδια ώρα, στον ίδιο τόπο, ο Νόρμπερτ συναντά πάλι την Γκραντίβα και, βλέποντάς την τής λέει – «Μακάρι να είσουν ζωντανή». Η περιέργεια της Γκραντίβας, να καταλάβει περι τίνως πρόκεινται όλ΄ αυτά, γίνεται όλο και πιο έντονη, κι αρχίζει να του κάνει την μία ερώτηση μετά την άλλη. Τότε η ίδια μαθαίνει, για το αγαλματίδιο, για το όνειρο, για το όνομα που έδωσε στο αγαλματίδιο και για το σκοπό του ταξιδιού του νεαρού αρχαιολόγου στην Πομπηία. Τότε αυτή δέχεται την πρόταση του Νόρμπερτ να απλώσει το κεφάλι της στο σκαλοπάτι και μετά να βαδίσει μπροστά του. Στη συνέχεια του λέει πως το όνομά της δεν είναι Γκραντίβα, αλλά Ζώη, κι αυτός με τη σειρά του της λέει – «τι ειρωνεία, το όνομά σας σημαίνει ζωή». Η Ζώη του λέει «ο άνθρωπος πρέπει να συμβιβαστεί με το αναπόφευκτο, έτσι κι εγώ από καιρό έχω συνηθίσει με την ιδέα πως είμαι νεκρή».

Η απάντησή της αυτή, μας ξαφνιάζει, και μας κάνει να διαιρωτόμαστε για ποιό λόγο η Ζώη αποφασίζει να μπεί στο ρόλο της αρχαίας πομπηιανής κοπέλας, αντί να του πεί όλη την αλήθεια. Δεν έχουμε καταλάβει ακόμη τα κίνητρά της. Παρ’ όλαυτα, από θεραπευτικής άποψης, όπως ο ίδιος ο Φρόιντ επισημαίνει, όντας παραλήρημα αυτό που ο Νόρμπερτ βιώνει, άλλος τρόπος προσέγγισης δεν θα μπορούσε να είναι πιο αποτελεσματικός από αυτόν.

Η περιέργεια του Νόρμπερτ να καταλάβει ποια είναι η φύση της Ζώης, γεννά στο μυαλό του την ιδέα να αγγίξει το χέρι της. Σκέψη, η οποία του προκαλεί αμφίσημα συναισθήματα ενθουσιασμού και φόβου. Ενθουσιασμού, διότι θα ήθελε να είναι ζωντανή, αλλά και φόβου, διότι αν είναι ζωντανή, τότε αυτό θα σήμαινε πως θα μπορούσε να μην είναι αποκλειστικά δική του «ιδιοκτησία».

Οι σκέψεις αυτές του δημιουργούν κάποιο συναίσθημα ζήλιας, και όταν την επόμενη μέρα μπαίνει στο σπίτι και βλέπει τη Ζώη μπροστά του, εκείνος αυθόρμητα την ρωτάει «είσαι μόνη;». Εκείνη, κατανοώντας την συναισθηματική κατάσταση, που βρίσκεται ο νεαρός αρχαιολόγος, του δίνει μισό κομμάτι από το ψωμί της και του λέει «είναι λες και με τον ίδιο τρόπο μοιραζόμασταν αυτό το ψωμί πριν δύο χιλιάδες χρόνια». Ο Νόρμπερτ, αδυνατόντας να κατανοήσει τα λόγια της Ζώης αποφασίζει να εφαρμόσει το πείραμα, δηλαδή να την αγγίξει, και εκμεταλλευόμενος τη στιγμή, όπου μία μύγα κάθεται στο χέρι της, εκείνος με δύναμη τη χτυπά. Εκείνη ξαφνιασμένη από την ακατανόητη πράξη του Νόρμπερτ, γυρνάει και του λέει «είσαι τρελός, Νόρμπερτ Χάνολντ!». Εκείνη τη στιγμή εμφανίζεται ένα ζευγάρι, γνωστοί της Ζώης, κι αρχίζουν να μιλάνε. Ο Νόρμπερτ σηκώνεται και φεύγει.

Ο νεαρός αρχαιολόγος, πλέον αντιλαμβάνεται πως η Ζώη δεν είναι το πνεύμα της Γκραντίβας, αλλά μία κανονική κοπέλα, όπως όλες τις άλλες. Εκείνο όμως που τον είχε μπερδέψει, ήταν το γεγονός πως εκείνη ήξερε το όνομά του.

Η επόμενη συνάντηση είναι καθοριστική για τη μετέπειτα εξέλιξη της ιστορίας. Η Ζώη είναι παιδική φίλη του Νόρμπερτ, η οποία ζεί στο απέναντι διαμέρισμα, όπου βρίσκεται το κλουβί με το καναρίνι. Πατέρας της είναι ο Ρίχαρντ Μπέρταγκ, καθηγητής ζωολογίας. Όταν ήταν μικροί έπαιζαν μαζί, και σαν παιδιά που ήταν μερικές φορές χτυπιόντουσαν. Στην αποκάλυψή της αυτή, ο Νόρμπερτ της λέει «τότε εσύ είσαι η δεσποινής Μπέρταγκ; Μα δεν μοιάζεις καθόλου με εκείνην».

Αυτή η αποκάλυψη έρχεται να ξεκαθαρίσει αρκετά πράγματα. Την παρὀρμηση του Νόρμπερτ να χτυπήσει τη Ζώη για να διαπιστώσει εάν είναι πνεύμα ή όχι. Τα λόγια της Ζωής, πως πριν δυο χιλιάδες χρόνια μοιραζόντουσαν το ίδιο ψωμί.

Σ΄ αυτό το σημείο ο Φρόιντ σημειώνει – «οι φαντασίες του νεαρού αρχαιολόγου είναι η ηχώ των λησμονημένων, παιδικών του αναμνήσεων. Από αυτή την άποψη, αυτές, δεν είναι αυθαίρετο προϊόν του μυαλού του, αλλά αποτέλεσμα κάποιου υπάρχοντος ψυχικού υλικού από τις παιδικές του εντυπώσεις, οι οποίες αν και λησμονημένες, συνεχίζουν να λειτουργούν σ΄ ένα ασυνείδητο επίπεδο».

Οι υποθέσεις, για την ελληνική και αριστοκρατική καταγωγή της Ζώης δεν είναι τίποτα άλλο παρά μεταμορφωμένες αναμνήσεις. Το ελληνικό της όνομα έχει μετατραπεί σε ελληνική καταγωγή. Ο καθηγητής πατέρας της, σε Πατρίκιο. Το επίθετό της, Μπέρταγκ (δηλαδή εκείνος, ο οποίος βαδίζει υπέροχα) , σε Γκραντίβα.

Η Ζώη συνεχίζει «όταν είμασταν παιδιά, είχα πραγματικα προσκολληθεί σε σένα και πίστευα πως ποτέ μου δεν θα έχω πιο κοντινό φίλο σ΄ αυτή τη ζωή. Δεν έχω μητέρα ούτε αδέλφια. Για τον πατέρα μου ακόμη και ένα σκουλίκι ήταν πιο ενδιαφέρον από μένα. Αν είμουν κι εγώ κομμάτι της συλλογής του, μάλλον δεν θα αφιέρωνα την καρδιά μου σε σένα. Γι΄ αυτό είχα ανάγκη να γεμίσω όλο αυτό το κενό στη ζωή μου με κάτι, κι εσύ είσουν αυτό το κάτι. Όταν όμως σε κέρδισε η αρχαιολογία, είχες γίνει πια ανυπόφορος για μένα, αφού δεν είχες ούτε μάτια, ούτε στόμα, ούτε αναμνήσεις για την φιλία μας. Εγώ για σένα είχα μετατραπεί σε κενό χώρο, ενώ εσύ, με τα ξανθά και αχτένιστα μαλιά σου, είχες μετατραπεί σ’ ένα βαρετό, ξινό και μη επικοινωνιακό άτομο, σαν βαλσαμωμένος κόκορας, μάλιστα θα έλεγα υπερόπτης σαν αρχαιοπτέριξ».

Όπως λέει ο Φρόιντ, «αν σύμφωνα με τον γενικό κανόνα, το κάθε κορίτσι κατευθύνει την αγάπη του προς τον πατέρα της, η Ζώη δεν κάνει εξαίρεση από αυτόν, ακόμη περισσότερο αφού δεν έχει άλλους συγγενείς στον κόσμο εκτός από τον πατέρα της. Παρόλαυτα, ο πατέρας της δεν αφιερώνει καθόλου χρόνο για την κόρη του, έτσι κι αυτή κατευθύνει την αγάπη της σε κάποιον άλλο, στην προκειμένη περίπτωση στον Νόρμπερτ. Όταν όμως κι αυτός πάυει να της δίνει σημασία, ο έρωτάς της γι΄ αυτόν δεν σβήνει, αντιθέτως, γίνεται ακόμη πιο έντονος, αφού ο Νόρμπερτ μετατρέπεται σε πανομοιότυπο αντίγραφο του πατέρα της, ένας επιστήμονας, τόσο αφωσιομένος στην επιστήμη του, που σταδιακά χάνει κάθε επαφή όπως με την ζωή, έτσι και με την Ζώη. Έτσι, η Ζώη βρίσκοντας ξανά τον πατέρα της στο πρόσωπο κάποιου άλλου, συνταυτίζοντάς τους συναισθηματικά, καταφέρνει να δείξει την αφωσίοσή της προς τον πατέρα της, μέσω κάποιου άλλου».

Πάνω στο ίδιο θέμα, η Μέλανι Κλάιν λεέι: «τα αισθήματα που τρέφει κάποιος άντρας για μία γυναίκα έχουν πάντοτε τις ρίζες τους στην πρωταρχική του σχέση με τη μητέρα του ή με το πρώτο άτομο το οποίο τον φρόντιζε. Στις περισσότερες περιπτώσεις αυτή η πρωταρχική σχέση είναι λησμονημένη, γι΄αυτό και εκδηλώνεται καμουφλαρισμένη με διάφορους τρόπους. Τα κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ του πρωτεύοντος αντικειμένου και της μελλοντικής ερωτικής συντρόφου, μπορούν να είναι οτιδήποτε, δηλαδή από κάποιο εξωτερικό χαρακτηριστικό, μέχρι την φωνή ή κάποιο χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς τους. Δεν εξαιρούνται οι περιπτώσεις όπου ο άνδρας μπορεί να διαλέξει για σύντροφό του κάποια γυναίκα, τα χαρακτηριστικά της οποίας να είναι εκ διαμέτρου αντίθετα με εκείνα της μητέρας του. Αυτό συμβαίνει συνήθως όταν η σχέση μεταξύ γιού και μητέρας είναι αποπνυχτικά στενή και η οποία βιώνεται σαν τέτοια από το αγόρι. Στην πορεία της ανάπτυξης του αγοριού κάποια αδελφή, ξαδέλφη ή παιδική φίλη, μπορεί να πάρει τη θέση του πρωτέυοντος αντικειμένου στην ερωτική φαντασία του αγοριού. Σε γενικές γραμμές ο άνδρας ψάχνει στις μετέπειτα ερωτικές του σχέσεις να ξαναβρεί τις εντυπώσεις και φαντασίες που είχε για το πρωτεύον αντικείμενο. Στις γυναίκες ισχύει ο ίδιος κανόνας, με μόνη διαφορά ότι, ενώ το πρωτεύον αντικείμενο είναι πάντοτε το ίδιο, δηλαδή η μητέρα, στην πορεία το κορίτσι στρέφει την αγάπη της προς τον πατέρα της.

Για την επαλήθευση του συμπεράσματος αυτού, ο Φρόιντ συνεχίζει – «όταν η Ζώη περιγράφει στον Νόρμπερτ την μεταμόρφωσή του και το τέλος της φιλίας τους, η ίδια τον χαρακτηρίζει αρχαιοπτέριξ, πουλί από την αρχαιολογία της ζωολογίας. Μ΄ αυτόν τον τρόπο η Ζώη πετυχαίνει να εκφράσει την απογοήτευση της και για τους δύο άντρες, με μία μόνο λέξη. Ο αρχαιοπτέριξ, είναι ένας συμβιβαστικός όρος, ένα κοινό σημείο για τους δύο άντρες, η ζωολογία για τον ένα, η αρχαιολογία για τον άλλο».

Από πλευράς του νεαρού αρχαιολόγου, τα πράγματα εξελίσσονται με διαφορετικό τρόπο. Η αρχαιολογία τον κατακτά εξ’ ολοκλήρου και οι μόνες γυναίκες οι οποίες ελκείουν το ενδιαφέρον του είναι φτιαγμένες από χαλκό και πέτρα. Η παιδική τους φιλία πεθαίνει, αντί να μετατραπεί σε ερωτική σχέση, ενώ όλες του οι αναμνήσεις για εκείνην λησμονιούνται σε τέτοιο βαθμό, που ο ίδιος αδυνατεί ακόμη και να την αναγνωρίσει. Η λησμόνηση αυτή, δεν έχει να κάνει με την απάληψη, την διαγραφή αυτών των αναμνήσεων, αλλά με μία εσωτερική αντίσταση, η οποία εμποδίζει αυτή την ανάμνηση να αναδηθεί στην συνείδηση. Λόγω αυτής της εσωτερικής αντίστασης, η απωθημένη ανάμνηση διεισδείει στη συνείδηση μεταλλαγμένη, κάτω από την επίδραση κάποιου εξωτερικού ερεθίσματος, το οποίο φέρει κάποια κοινά χαρακτηριστικά με το παλιό βίωμα. Στην προκειμένη περίπτωση, τα χαρακτηριστικά αυτά δεν είναι απλά κοινά, αλλά τα ίδια.

Το πάθος του για την αρχαιολογία έρχεται να αντικαταστήσει το ερωτικό πάθος που τρέφει για την φίλη του, ενώ το ίδιο το αντικείμενο της έρευνάς του, δηλαδή το αντίγραφο του αρχαίου αγαλματιδίου, ξυπνά μέσα του ξανά το ίδιο πάθος που κάποτε έτρεφε για τη λησμονημένη του φίλη από την παιδική του ηλικία. Όπως μας λέει ο Φρόιντ, «ο άνθρωπος δεν μπορεί ποτέ του να αποκοπεί πραγματικά από κάτι ή κάποιον. Αυτό που κάνει είναι να αντικαθιστά ένα πράγμα με κάτι άλλο».

Στο τέλος αποφασίζουν να παντρευτούν. Ο Νόρμπερτ ζητά από τη Ζώη για τελευταία φορά να βαδίσει μπροστά του, κι αυτή με προθήμεια σηκώνει ελαφρά το φόρεμά της, αναδυκνείοντας το κάτο μέρος του ποδιού της, το οποίο βρισκόταν σχεδόν σε κάθετη θέση.

Ο Χοσέ Ορτέγκα Υ Γκασέτ, λέει «η απόλαυση που αντλούμε από τον έρωτα έγκειται σε κάποιο αίσθημα μεταφυσικής διαπερατότητας, όπου οι δύο συντρόφοι βρίσκονται σε απόλυτη συγχώνευση. Αυτή η τάση για συγχώνευση φτάνει στο ζενίθ της επιθυμίας της να παραμείνει ως έχει, με την απόφαση για απόκτηση παιδιών, τα οποία την συμβολοποιούν. Αυτό το τρίτο στοιχείο, προϊόν του έρωτα, συγκεντρώνει μέσα του ολόκληρο το νόημά του. Το παιδί είναι ο υπέρτατος τρόπος προσωποποίησης της επιθυμίας των δύο συντρόφων για συγχώνευση.
Όπως λέει ο Πλάτωνας – «ο έρωτας είναι η επιθυμία για τη γένεση της τελειότητας».
Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί δύο σημεία, τα οποία λίγο πολύ δύσκολα μπορούμε να συναντήσουμε στην πραγματικότητα. Το ένα είναι το αντίγραφο του αρχαίου αγαλματιδίου, το οποίο τόσο πολύ έμοιαζε με την Ζώη. Το άλλο, είναι η τυχαία συνάντηση στην Πομπηία. Αυτή η τυχαιότητα όμως, έρχεται να σηματοδοτήσει, αυτό που όλοι μας γνωρίζουμε, δηλαδή να συναντούμαι πάντα στο δρόμο μας, αυτό που προσπαθούμε να αποφείγουμε. Βασικά, αυτό που συναντούμε είναι η ίδια η επιθυμία μας, την οποία έχουμε απωθήσει, αλλά συνεχίζει να λειτουργεί και να απαιτεί την ικανοποίησή της. Συμβαίνει αυτό που στην ψυχανάλυση ονομάζουμε προβολή κάποιου ασυνείδητου υλικού πάνω σε κάποιο εξωτερικό ερέθισμα, το οποίο μας θυμίζει κάτι, αλλά αυτό το κάτι δεν μπορούμε να κατανομάσουμε. Ένδειξη για τη σχέση μεταξύ του ασυνείδητου υλικού και του εξωτερικού ερεθίσματος είναι τα ακατανόητα αισθήματα τα οποία βιώνουμε και τα οποία μας ωθούν σε φαινομενικά αλόγιστες πράξεις. Σ΄αυτό το σημείο θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε φράσεις όπως «κεραυνοβόλος έρωτας», «έρωτας με την πρώτη ματιά», «ο έρωτας είναι τυφλός, βλέπει με την ψυχή, ὀχι με τα μάτια». Ο Χοσέ Ορτέγκα Υ Γκασέτ παραθέτει στο βιβλίο του μία σκέψη του Άγιου Αυγουστίνου – «ο έρωτάς μου είναι η έλξη μου, όπου κι αν πάω, πάντοτε προς αυτόν βαδίζω». Και σε άλλο σημείο συνεχίζει – «ο έρωτας στην ουσία του είναι φαντασιακός. Όχι πως ο έρωτας σαν τέτοιος κάνει κάποιο λάθος, αλλά είναι λάθος από τη φύση του. Ερωτευόμαστε όταν η φαντασία μας προβάλλει πάνω σε κάποια άλλη ύπαρξη ανύπαρκτη τελειότητα. Αυτό είναι ακόμη χειρότερο, από την σημασία του παλιού ρητού, ο έρωτας είναι τυφλός. Διότι ενώ τα μάτια βλέπουν την πραγματικότητα, ο έρωτας προσπαθεί να την διορθώσει. Πως θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε το τέλος ενός ερωτικού πάθους αλλιώς, από τη στιγμή που το αντικείμενο της αγάπης μας παραμένει το ίδιο;»

Σ΄ αυτό το σημείο ο Φρόιντ κάνει ένα διαχωρισμό μεταξύ των όρων ασυνείδητο και απωθημένο, για να εξηγήσει το λόγο που ο Νόρμπερτ δυσκολεύεται να θυμηθεί τη φίλη του. Το απωθημένο είναι πάντοτε ασυνείδητο, ένα ασυνείδητο υλικό όμως δεν είναι πάντοτε απωθημένο. Η διαφορά έγκειται στο βαθμό δυσκολίας ή ευκολίας να ανακαλέσουμε στην μνήμη μας κάποια πληροφορία. Όταν κάτι είναι απωθημένο, δύσκολα μπορεί να αναδυθεί στη συνείδηση με την πρωταρχική του μορφή, ακριβώς για το λόγο πως η ανάμνησά μας γι΄ αυτό μας προκαλεί έντονα συναισθήματα, συναισθήματα, τα οποία προκάλεσαν και την πρωταρχική απώθηση του βιώματος. Αντιθέτως, πολλές πληροφορίες, οι οποίες δεν είναι συναισθηματικά φορτισμένες και, επομένως δεν έχουν απωθηθεί, μπορούν πιο εύκολα να ανακληθούν στην μνήμη όταν αυτό χρειαστεί. Το απωθημένο είναι δυναμικός όρος, ο οποίος περιγράφει την διάδραση μεταξυ δύο δυνάμεων, της επιθυμίας να εκδηλωθεί το ασυνείδητο υλικό και, της αντίστασης, η οποία εμποδίζει αυτή ακριβως την ανάδυση του ασυνείδητου υλικού στη συνείδηση. Η λύση έγκειται στο συμβιβασμό που γίνεται μεταξύ των δύο δυναμεων, δηλαδή, την ανάδυση της ανάμνησης σε μεταλλαγμένη μορφή, η οποία πολλές φορές μπορεί να πάρει την μορφή κάποιου συμπτώματος, όπως στην περίπτωση του παραληρήματος του Νόρμπερτ.

Εκείνο που παίζει πρωταρχικό ρόλο για τον ψυχικό κόσμο, είναι ο συναισθηματικός φόρτος που φέρει μέσα του. Βιώματα, τα οποία απωθούνται, είναι βιώματα με έντονο συναισθηματικό φόρτο, τον οποίο το άτομο δεν μπορεί να χειριστεί. Αυτός ο συναισθηματικός φόρτος, συνήθως είναι σεξουαλικής/ενορμητικής φύσεως, όπως στην περίπτωση του Νόρμπερτ, ο οποίος ανίκανος να χειριστεί τον παιδικό έρωτα που τρέφει για την Ζώη, τον απωθεί και τον μετουσιώνει σε πάθος για την επιστήμη της αρχαιολογίας. Η ίδια όμως η επιστήμη, είναι εκείνη που ξυπνά ξανά μέσα του το ερωτικό πάθος, μετατοπισμένο όμως σε ένα εκ πρώτης όψεως άσχετο αντικείμενο, δηλαδή το αγαλματίδιο. Το αγαλματίδιο, το οποίο αναπαριστά μία γυναίκα, είναι αυτό που βγάζει τον νεαρό αρχαιολόγο από την άρνηση των ερωτικών/σεξουαλικών του ενορμήσεων, οι οποίες λόγω των έμφυτων τους καταβολών, απαιτούν την ικανοποίησή τους.

Ο Νόρμπερτ φτάνει στην συνειδητοποίηση της κατάστασής του, όταν η Ζώη εμμέσως πλην σαφώς του λέει: «κοίταξε, όλ΄ αυτά σημαίνουν μόνο ένα πράγμα, πως μ΄αγαπάς». Ο γάλλος φιλόσοφος Ρόλαν Μπάρτ, στο βιβλίο του «Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου», λέει «το να γνωρίζεις κάποιον δεν σημαίνει τίποτα άλλο, από το να ξέρεις ποια είναι η επιθυμία του».

Ο Φρόιντ μας εξηγεί την διάταξη και σχέση της φαντασίας με την επιθυμία μέσα στο χρόνο. Κάποιο ερέθισμα από το περιβάλλον στο παρόν στάδιο, το οποίο φέρει κάποιο κοινό χαρακτηριστικό με κάποιο παλαιότερο βίωμα, ξυπνά μέσα μας μια έντονη επιθυμία, η οποία έχει κοινό συναισθηματικό υπόβαθρο με κάποια παλαιότερη επιθυμία. Ανάλογα με την μοίρα της παλαιοτέρης εμπειρίας, δηλαδή αν ικανοποιήθηκε ή όχι και σε ποιο βαθμό, όπως επίσης και ποιο ήταν το περιεχόμενο των εκάστοτε φαντασιώσεων, το άτομο αρχίζει να φαντάζεται την ικανοποίηση της παρούσας επιθυμίας.