Πέμπτη 26 Ιουλίου 2018

Οι βιολογικές ρίζες της πολυτέλειας

Παρά τη διεθνή οικονομική κρίση, οι πωλήσεις πολυτελών προϊόντων αυξάνονται διεθνώς. Πώς εξηγείται αυτό; Μπορεί η αύξηση αυτή να οφείλεται εν μέρει στο μάρκετινγκ, αλλά οι ρίζες της βρίσκονται στη βιολογία.

Στις συζητήσεις σχετικά με τη δομή της ανθρώπινης σκέψης έχει επικρατήσει η αντίληψη του Διαφωτισμού, σύμφωνα με την οποία την πραγματικότητα συνθέτουν τέσσερα στοιχεία: ο χώρος, ο χρόνος, η ύλη και η ενέργεια.

Πρόσφατα, όμως, μπήκε και ένα πέμπτο στοιχείο στο παιχνίδι, η πληροφορία. Η πληροφορία παίζει καθοριστικό ρόλο στην κατανόηση των θεμελιωδών δυνάμεων που ορίζουν την κατανάλωση πολυτελών προϊόντων και, κατά συνέπεια, στην πρόβλεψη των προοπτικών της συγκεκριμένης αγοράς.

Οι ζωντανοί οργανισμοί επικοινωνούν μεταξύ τους και οι πληροφορίες που ανταλλάσσουν διαμορφώνουν τη δική τους πραγματικότητα. Ενώ τα ζώα χρησιμοποιούν την πολύχρωμη εμφάνιση και τις πολύπλοκες συμπεριφορές τους για να επιδείξουν την καλή φυσική τους κατάσταση και δύναμη, οι άνθρωποι χρησιμοποιούν πολυτελή προϊόντα για να επιδείξουν την οικονομική τους δύναμη.

Τα πολυτελή αγαθά, εκτός από τη συμβολική τους αξία, προϊδεάζουν και για τη μελλοντική επιτυχία στη διαδικασία της επιλογής, την οποία εξασφαλίζει η επίδειξη. Στη φύση, οι ανταγωνιστές δίνουν «παράσταση» και αυτός που προσφέρει το πιο θελκτικό και όμορφο θέαμα κερδίζει.

Στα περισσότερα είδη, την επίδειξη την κάνουν τα αρσενικά. Για παράδειγμα, τα αρσενικά πουλιά είναι συνήθως αυτά που έχουν φανταχτερό και πολύχρωμο φτέρωμα ή εκκεντρικά χαρακτηριστικά, όπως η ουρά του πουλιού λύρα της Αυστραλίας.

Έτσι, η ακαταμάχητη εμφάνιση έχει θεωρηθεί ως ένας τρόπος για να αποδείξει κανείς την καλή φυσική του κατάσταση σε ένα υποψήφιο ταίρι. Ένα πουλί που κατορθώνει να επιβιώσει παρά το «άβολο» φτέρωμά του -που το δυσκολεύει στην κίνηση ή το κάνει ορατό στους θηρευτές του- σημαίνει ότι έχει καλή φυσική κατάσταση και, συνεπώς, ότι θα κάνει υγιείς απογόνους.

Καθώς τα θηλυκά επωμίζονται από τη φύση το βάρος της αναπαραγωγής και μια πιο ταπεινή εμφάνιση τα ευνοεί -γι' αυτό είναι και πιο συνηθισμένα- στη φύση. Οι άνθρωποι, όμως, είναι κοινωνικά όντα και δεν έχουν φυσικούς εχθρούς, οπότε είναι πιο διαδεδομένος ο ανταγωνισμός μεταξύ των θηλυκών και πιο συνηθισμένη η επιδεικτική συμπεριφορά και εμφάνιση. Πράγματι, ενώ η επίδειξη του πλούτου μέσω της εμφάνισης ισχύει και για τα δύο φύλα, συνήθως η εμφάνιση των γυναικών είναι πιο φανταχτερή (και τραβάει περισσότερο τα βλέμματα).

Η αποτελεσματική εμφάνιση, όμως, κοστίζει. Η ανάπτυξη ενός σύνθετου, ζωηρού φτερώματος στα πουλιά προϋποθέτει πολλή ενέργεια και γενετικές προδιαγραφές. Τα γονίδια δύσκολα διατηρούνται, καθώς απαιτούνται λεπτές και ενεργοβόρες διορθωτικές διαδικασίες. Όταν γράφει κανείς γρήγορα, είναι επιρρεπής σε τυπογραφικά λάθη που δυσκολεύουν την κατανόηση ενός κειμένου, έτσι και οι γρήγορες αλλαγές στο γονιδίωμα ενός είδους μπορεί να υπονομεύσει την ακεραιότητά του.

Ομοίως, για την αγορά πολυτελών προϊόντων χρειάζονται σημαντικοί οικονομικοί πόροι. Το κόστος είναι που προσδιορίζει πόσο ισχυρή θα είναι η επίδραση της επίδειξης στον ανταγωνισμό. Στον σημερινό κόσμο που βασίζεται στην πληροφορία: για να είναι αποτελεσματική η επιλογή, χρειάζεται μια εντυπωσιακή εμφάνιση έναντι ενός πολύ υψηλού τιμήματος, το οποίο είναι γνωστό.

Για παράδειγμα, όσοι χρησιμοποιούν γνωστά και ακριβά προϊόντα ομορφιάς συνήθως φαίνονται πιο υγιείς, ζωντανοί και ελκυστικοί από εκείνους που δεν χρησιμοποιούν. Αυτό δεν οφείλεται στη δράση των προϊόντων αυτών καθ' εαυτών, αλλά στο ότι αντιπροσωπεύουν έναν τρόπο ζωής που έχει σε υψηλή εκτίμηση τη διατήρηση της όμορφης και νεανικής όψης. Η απήχηση των προϊόντων ομορφιάς, όπως και όλων των πολυτελών προϊόντων, δεν έγκειται στην ποιότητα της παραγωγής ή στην απόκτησή τους από ένα άτομο, αλλά στην επίδειξή τους.

Πράγματι, ένα ακριβό προϊόν που δεν έχει ετικέτα ή διακριτικά χαρακτηριστικά έχει μικρότερη επιρροή στον ανταγωνισμό από ένα αναγνωρίσιμο προϊόν ή μάρκα. Για να εκπληρώνουν τον σκοπό τους τα πολυτελή προϊόντα, θα πρέπει να πληροφορούν την κοινωνία σχετικά το κόστος τους. Αυτό εμφανίζεται συχνά στην ιστορία, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, και έχει οδηγήσει συχνά σε φούσκες τιμών.

Η εσφαλμένη πληροφορία -στην περίπτωση των απομιμήσεων - συνιστά κίνδυνο τη διαδικασία της επιλογής που βασίζεται στον ανταγωνισμό. Τα ζώα χρησιμοποιούν κατά κόρον τη μίμηση στην προσπάθειά τους να εκμεταλλευτούν τη γνώση -ή τον φόβο- της δύναμης ενός άλλου. Όταν ένα αδύναμο ζώο μιμείται ένα άλλο ζώο με εδραιωμένο προστατευτικό προφίλ, απολαμβάνει προνόμια χωρίς κόστος στη διαδικασία της επιλογής.

Στη φύση, όμως, η επιτυχία της μίμησης εξαρτάται από την αναλογία στην οποία συναντάται έναντι του αυθεντικού. Όταν τα αυθεντικά είδη είναι υπερβολικά λίγα, το προφίλ χάνει την ισχύ του άρα και τις προστατευτικές του ιδιότητες.

Ομοίως, κανείς δεν θα επιδείκνυε ένα σύμβολο πλούτου εάν ήταν εξαιρετικά συνηθισμένο. Συνεπώς, για να αξιολογήσει κανείς κατά πόσο τα πολυτελή προϊόντα θα διατηρήσουν την απήχηση - άρα και την αίγλη τους- θα πρέπει να γνωρίζει τις διαστάσεις που έχει λάβει το φαινόμενο της αντιγραφής.
 

Δεδομένου ότι τα πολυτελή προϊόντα παρέχουν στους ανθρώπους ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, η αύξηση των πωλήσεων των πολυτελών ειδών θα μπορούσε να υποδεικνύει ένα καλύτερο μέλλον για την οικονομία μιας χώρας. Σε περιόδους κρίσης, οι χώρες στις οποίες τα πολυτελή προϊόντα εξυπηρετούν αποτελεσματικά τον ρόλο τους στη διαδικασία της επιλογής, αποτελούν ασφαλέστερο καταφύγιο για αποδοτικές επενδύσεις.

Πως οι κοινωνίες επιλέγουν να αποτύχουν ή να επιτύχουν

Σχετική εικόναΜερικές από εκείνες τις παλιές κοινωνίες απέτυχαν (όπως οι Σκανδιναβοί της μεσαιωνικής Γροιλανδίας), ενώ άλλες πέτυχαν (όπως οι Ιάπωνες και οι Τικοπιανοί). Το παρελθόν μάς προσφέρει μια πλούσια βάση δεδομένων από την οποία μπορούμε να διδαχθούμε πολλά, έτσι ώστε να μπορέσουμε να συνεχίσουμε με επιτυχία.
 
Η μεσαιωνική Γροιλανδία των Σκανδιναβών είναι μία μόνο από τις πολλές κοινωνίες του παρελθόντος που κατέρρευσαν ή εξαφανίστηκαν, αφήνοντας πίσω τους μνημειώδη ερείπια σαν εκείνα που φαντάστηκε ο Σέλεϊ στο ποίημά του Οζυμανδίας.
 
Λέγοντας κατάρρευση, εννοώ μια δραματική μείωση του ανθρώπινου πληθυσμού και/ή της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής συνθετότητας, σε σημαντική έκταση και για μεγάλη χρονική περίοδο. Συνεπώς, το φαινόμενο των καταρρεύσεων συνιστά ακραία μορφή αρκετών ηπιότερων τύπων παρακμής —και θα οδηγηθούμε σε αυθαίρετα συμπεράσματα αν θελήσουμε να προσδιορίσουμε πόσο δραστική πρέπει να είναι η παρακμή μιας κοινωνίας προκειμένου να χαρακτηριστεί ως κατάρρευση.
 
Μερικοί από τους ηπιότερους τύπους παρακμής περιλαμβάνουν: τις μικρές και συνηθισμένες διακυμάνσεις της τύχης και τις μικρής έκτασης πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές ανακατατάξεις κάθε κοινωνίας· την κατάχτηση μιας κοινωνίας από ένα γείτονα ή την παρακμή της, που συναρτάται με την ακμή του γείτονα, χωρίς όμως αλλαγή στο συνολικό μέγεθος του πληθυσμού ή τη συνθετότητα ολόκληρης της περιοχής· τέλος, την αντικατάσταση ή την ανατροπή μιας άρχουσας ελίτ από κάποια άλλη. Με τα μέτρα αυτά, διάσημα θύματα ολοκληρωτικής κατάρρευσης παρά ηπιότερης απλώς παρακμής θα μπορούσαν να θεωρηθούν οι εξής κοινωνίες του παρελθόντος: οι Ανασάζι (στο Τσάκο Κάνιον) και Καχόκια εντός των ορίων των σύγχρονων ΗΠΑ, οι πόλεις των Μάγια στην Κεντρική Αμερική, οι κοινωνίες Μότσε και Τιγουανάκου στη Νότια Αμερική, η Μυκηναϊκή Ελλάδα και η Μινωική Κρήτη στην Ευρώπη, η Μεγάλη Ζιμπάμπουε στην Αφρική, η Άνγκορ Γουάτ και οι πόλεις των Χαράπα της Κοιλάδας του Ινδού στην Ασία και το Νησί τού Πάσχα στον Ειρηνικό Ωκεανό .
 
Τα μνημειώδη ερείπια που άφησαν πίσω τους εκείνες οι κοινωνίες του παρελθόντος ασκούν μια ρομαντική γοητεία σε όλους μας. Τα θαυμάζουμε από παιδιά, καθώς πρωτομαθαίνουμε για εκείνα μέσα από εικόνες. Όταν μεγαλώνουμε, πολλοί από εμάς σχεδιάζουμε τις διακοπές μας έτσι ώστε να τα απολαύσουμε άμεσα. Γοητευόμαστε όχι μόνο από την εντυπωσιακή και μαγευτική ομορφιά τους, αλλά και από τα μυστήρια που τα συνοδεύουν. Η κλίμακα των ερειπίων είναι μάρτυρας του πλούτου και της δύναμης εκείνων που τα έκτισαν —σαν να κομπάζουν «Κοιτάξτε τα έργα μου, εσείς οι ισχυροί, και απελπιστείτε!», με τα λόγια τού Σέλεϊ. Όμως οι δημιουργοί τους χάθηκαν, εγκαταλείποντας τις μεγάλες κατασκευές που είχαν οικοδομήσει με τόσους κόπους.
 
Πώς μπόρεσε μια τόσο ισχυρή κοινωνία να οδηγηθεί σε κατάρρευση; Ποια ήταν η τύχη των πολιτών της; Έφυγαν, και (αν έφυγαν) γιατί, ή μήπως πέθαναν εκεί με κάποιον δυσάρεστο τρόπο; Πίσω από τούτο το ρομαντικό μυστήριο κρύβεται το βασανιστικό ερώτημα: Μπορεί άραγε και η δική μας πλούσια κοινωνία να έχει παρόμοια τύχη; Θα αντικρίσουν κάποια μέρα οι τουρίστες με δέος τα σκουριασμένα κουφάρια των ουρανοξυστών της Νέας Υόρκης, όπως εμείς αντικρίζουμε σήμερα σκεπασμένα από τη ζούγκλα τα ερείπια των πόλεων των Μάγια;
 
Από καιρό υπήρχε η υποψία ότι πολλές από τις μυστηριώδεις εκείνες καταρρεύσεις πολιτισμών προκλήθηκαν, τουλάχιστον εν μέρει, από οικολογικά προβλήματα: οι άνθρωποι κατέστρεψαν από αμέλεια τους περιβαλλοντικούς πόρους από τους οποίους ήταν εξαρτημένες οι κοινωνίες τους. Η υποψία για ακούσια οικολογική αυτοκτονία —«οικοκτονία»— έχει επιβεβαιωθεί από ανακαλύψεις που έκαναν στις τελευταίες δεκαετίες αρχαιολόγοι, κλιματολόγοι, ιστορικοί, παλαιοντολόγοι και παλυνολόγοι (επιστήμονες που μελετούν τη γύρη). Οι διαδικασίες μέσω των οποίων κοινωνίες του παρελθόντος αυτο-υπονομεύθηκαν καταστρέφοντας το περιβάλλον τους ανήκουν σε οκτώ κατηγορίες, διαφορετικής σχετικής σημασίας κατά περίπτωση: αποδάσωση και καταστροφή ενδιαιτημάτων, προβλήματα του εδάφους (διάβρωση, αλάτωση και απώλεια της γονιμότητας του εδάφους), προβλήματα διαχείρισης των υδάτων, υπερθηρία, υπεραλίευση, επίδραση εισαγόμενων ειδών σε αυτόχθονο είδη, αύξηση του ανθρώπινου πληθυσμού και αυξημένη κατά κεφαλήν επίδραση των ανθρώπων.
 
Οι καταρρεύσεις αυτές του παρελθόντος συνήθως ακολουθούν κάπως παρόμοιες πορείες, συνιστώντας παραλλαγές στο ίδιο θέμα: Η αύξηση του πληθυσμού ανάγκαζε τους ανθρώπους να υιοθετήσουν εντατικότερα μέσα αγροτικής παραγωγής (όπως η άρδευση, η διπλοσπορά ή οι αναβαθμίδες) και να επεκτείνουν την καλλιέργεια από τα κύρια εδάφη πρώτης επιλογής σε εδάφη οριακής απόδοσης, προκειμένου να τραφούν όλο και περισσότερα πεινασμένα στόματα. Ατελέσφορες πρακτικές οδήγησαν σε περιβαλλοντικές καταστροφές ενός ή περισσότερων από τους τύπους που αναφέρθηκαν, με αποτέλεσμα τα καλλιεργήσιμα εδάφη οριακής απόδοσης να χρειαστεί πάλι να εγκαταλειφθούν. Οι συνέπειες για την κοινωνία ήταν η έλλειψη τροφίμων, ο λιμός, οι πόλεμοι ανάμεσα σε πολλούς ανθρώπους που αγωνίζονταν για λίγους πόρους και οι ανατροπές κυρίαρχων ελίτ από απογοητευμένες μάζες. Τελικά, ο πληθυσμός μειωνόταν λόγω του λιμού, των πολέμων ή των ασθενειών, ενώ η κοινωνία έχανε κάποια από την πολιτική, οικονομική και πολιτισμική συνθετότητα που είχε αναπτύξει στην ακμή της.
 
Οι συγγραφείς υποκύπτουν συχνά στον πειρασμό να επισημαίνουν τις αναλογίες ανάμεσα στην πορεία εκείνων των κοινωνιών και την ανθρώπινη ζωή —κάνοντας λόγο για τη γέννηση, την ανάπτυξη, την ακμή, τα γηρατειά και το θάνατο μιας κοινωνίας— και να υποθέτουν ότι η μακροχρόνια περίοδος των γηρατειών που οι περισσότεροι από εμάς διατρέχουμε από τα χρόνια της ακμής μέχρι το θάνατό μας ισχύει και για τις κοινωνίες. Αλλά η συγκεκριμένη μεταφορά αποδεικνύεται λανθασμένη για πολλές κοινωνίες του παρελθόντος (και για τη σύγχρονη Σοβιετική Ένωση): παρήκμασαν γοργά μετά το αποκορύφωμά τους σε αριθμούς και δύναμη, ενώ η ραγδαία παρακμή τους πρέπει να προκάλεσε έκπληξη και σοκ στους πολίτες τους. Στις χειρότερες περιπτώσεις ολοκληρωτικής κατάρρευσης, όλα τα μέλη της κοινωνίας είτε μετανάστευσαν είτε πέθαναν. Εντούτοις, τη θλιβερή αυτή πορεία προφανώς δεν ακολούθησαν απαρέγκλιτα μέχρι το τέλος όλες οι κοινωνίες του παρελθόντος: διαφορετικές κοινωνίες κατέρρευσαν σε διαφορετικό βαθμό και με κάπως διαφορετικούς τρόπους, ενώ πολλές κοινωνίες δεν κατέρρευσαν ποτέ.
 
Στην εποχή μας, ένας τέτοιος κίνδυνος προκαλεί όλο και περισσότερη αγωνία- πράγματι, καταρρεύσεις έχουν ήδη πραγματοποιηθεί στη Σομαλία, τη Ρουάντα και μερικές άλλες χώρες του Τρίτου Κόσμου. Πολλοί φοβούνται ότι η οικοκτονία έφτασε πλέον στο σημείο να επισκιάζει τον πυρηνικό πόλεμο και τις αναδυόμενες νόσους, ως απειλή για τον παγκόσμιο πολιτισμό. Τα περιβαλλοντικά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα περιλαμβάνουν εκείνα τα οκτώ προβλήματα τα οποία υπονόμευσαν κοινωνίες του παρελθόντος συν τέσσερα καινούργια: τις ανθρωπογενείς κλιματικές αλλαγές, τη συσσώρευση τοξικών χημικών ουσιών στο περιβάλλον, το ενεργειακό έλλειμμα και την πλήρη χρησιμοποίηση της γήινης φωτοσυνθετικής ικανότητας από τον άνθρωπο. Λέγεται ότι οι περισσότερες από τις εν λόγω δώδεκα απειλές θα γίνουν καθολικά κρίσιμες στις επόμενες λίγες δεκαετίες: είτε θα λύσουμε τα προβλήματα μέχρι τότε είτε αυτά θα υπονομεύσουν όχι μόνο τη Σομαλία, αλλά και τις κοινωνίες του Πρώτου Κόσμου.
 
Αντί για ένα σενάριο καταστροφής που θα περιγράφει την εξαφάνιση του ανθρώπου ή μια βιβλική κατάρρευση του βιομηχανικού πολιτισμού, πολύ πιθανότερο ίσως αποδειχθεί «απλώς» ένα μέλλον σημαντικά κατώτερου βιοτικού επιπέδου, μόνιμα υψηλότερων κινδύνων και υπονόμευσης όσων σήμερα θεωρούμε ως βασικές αξίες μας. Μια τέτοια κατάρρευση θα μπορούσε να πάρει διάφορες μορφές, όπως η παγκόσμια εξάπλωση νόσων ή και πολέμων, που θα πυροδοτηθούν τελικά από τη σπανιότητα των περιβαλλοντικών πόρων. Αν τούτη η σκέψη είναι σωστή, τότε οι προσπάθειές μας σήμερα θα καθορίσουν την κατάσταση του κόσμου στην οποία η τωρινή γενιά παιδιών και νεαρών ενηλίκων θα ζήσει κατά τη μέση και μεγάλη ηλικία της.
 
Αλλά η σοβαρότητα των σύγχρονων αυτών περιβαλλοντικών προβλημάτων είναι έντονα αμφιλεγόμενη. Μήπως οι κίνδυνοι μεγαλοποιούνται ή, αντιθέτως, υποτιμιόνται; Μπορούμε άραγε να διανοηθούμε ότι ο σύγχρονος ανθρώπινος πληθυσμός των 7 σχεδόν δισεκατομμυρίων, με την πανίσχυρη σύγχρονη τεχνολογία, προκαλεί την καθολική κατάρρευση του περιβάλλοντος μας με ρυθμούς πολύ ταχύτερους από εκείνους με τους οποίους λίγα μόνο εκατομμύρια ανθρώπων με λίθινα και ξύλινα εργαλεία το έκαναν ήδη να καταρρεύσει τοπικά στο παρελθόν; Θα λύσει η σύγχρονη τεχνολογία τα προβλήματά μας ή μήπως δημιουργεί καινούργια προβλήματα ταχύτερα από όσο λύνει τα παλιά; Όταν εξαντλούμε έναν πόρο (λόγου χάρη, ξυλεία, πετρέλαιο ή τα ψάρια του ωκεανού), μπορούμε να βασιζόμαστε στη δυνατότητα υποκατάστασής του με κάποιον νέο πόρο (για παράδειγμα, πλαστικά, αιολική και ηλιακή ενέργεια ή ψάρια των ιχθυοτροφείων); Μήπως τάχα δεν μειώνεται ο ρυθμός αύξησης του ανθρώπινου πληθυσμού, ώστε να προχωρούμε ήδη προς μια σταθεροποίησή του σε βιώσιμα επίπεδα;
 
Όλα τούτα τα ερωτήματα υπογραμμίζουν τους λόγους για τους οποίους εκείνες οι περιβόητες καταρρεύσεις παλιών πολιτισμών δεν συνιστούν απλώς ένα ρομαντικό μυστήριο, αλλά έχουν αποκτήσει βαθύτερο νόημα. Ίσως μπορούμε να αποκομίσουμε μερικά πρακτικά μαθήματα από τέτοια γεγονότα. Γνωρίζουμε ότι μερικές παλιές κοινωνίες κατέρρευσαν, ενώ άλλες όχι: τι κατέστησε λοιπόν ορισμένες κοινωνίες ιδιαίτερα τρωτές; Με ποιες ακριβώς διαδικασίες οι παλιές κοινωνίες διέπραξαν οικοκτονία; Γιατί μερικές παλιές κοινωνίες δεν μπόρεσαν να διακρίνουν τη δεινή κατάσταση στην οποία περιέρχονταν και η οποία (μπορούμε να σκεφθούμε εκ των υστέρων) πρέπει να ήταν προφανής; Ποιες προσπάθειες ευοδώθηκαν στο παρελθόν; Αν μπορούσαμε να απαντήσουμε σε τούτα τα ερωτήματα, ίσως διαπιστώναμε ποιες κοινωνίες διατρέχουν τώρα τον μεγαλύτερο κίνδυνο και ποια μέτρα θα μπορούσαν να τις βοηθήσουν καλύτερα, χωρίς να περιμένουμε και άλλες καταρρεύσεις τύπου Σομαλίας.
 
Αλλά υπάρχουν επίσης και διαφορές ανάμεσα στον σύγχρονο κόσμο και τις παλιές εκείνες κοινωνίες. Θα ήμασταν πολύ αφελείς αν νομίζαμε ότι η μελέτη του παρελθόντος θα προσφέρει απλές λύσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να μεταφερθούν κατευθείαν στις σημερινές κοινωνίες μας. Διαφέρουμε από τις παλιές κοινωνίες ως προς μερικές απόψεις οι οποίες σημαίνουν μικρότερους κινδύνους για εμάς απ’ ό,τι για εκείνες· μερικές από τις συχνά μνημονευόμενες τέτοιες απόψεις επικαλούνται την ισχυρή τεχνολογία μας (τα ευεργετικά της δηλαδή αποτελέσματα), την παγκοσμιοποίηση, τη σύγχρονη ιατρική και τη μεγαλύτερη γνώση για τις παλιές και τις απομονωμένες σύγχρονες κοινωνίες. Διαφέρουμε επίσης από τις παλιές κοινωνίες ως προς ορισμένες απόψεις που σημαίνουν μεγαλύτερους κινδύνους για εμάς απ’ ό,τι για εκείνες: αναφέρονται σχετικά, πάλι, η ισχυρή μας τεχνολογία (δηλαδή, τα ακούσια καταστροφικά αποτελέσματά της), η παγκοσμιοποίηση (έτσι ώστε μια κατάρρευση ακόμη και στη μακρινή Σομαλία να επηρεάζει τις ΗΠΑ και την Ευρώπη), η εξάρτηση εκατομμυρίων (και, σύντομα, δισεκατομμυρίων) από τη σύγχρονη ιατρική για την επιβίωσή τους και ο πολύ μεγαλύτερος ανθρώπινος πληθυσμός. Ίσως μπορούμε, ωστόσο, να διδαχθούμε από το παρελθόν, αλλά μόνο αν αναλογιστούμε προσεκτικά τα μαθήματα που μας προσφέρει.
 
Η προσπάθεια κατανόησης των καταρρεύσεων του παρελθόντος χρειάστηκε να αντιμετωπίσει μία μεγάλη διχογνωμία και τέσσερις περιπλοκές. Η διχογνωμία αφορά την αντίσταση στην ιδέα ότι οι λαοί του παρελθόντος (μερικοί από τους οποίους είναι ως γνωστόν πρόγονοι λαών που υπάρχουν έως σήμερα και κάνουν την παρουσία τους αισθητή) συνέβαλαν με τις πράξεις τους στην ίδια τους την παρακμή. Έχουμε πολύ μεγαλύτερη συνείδηση των περιβαλλοντικών καταστροφών τώρα απ’ ό,τι είχαμε πριν από λίγες δεκαετίες. Ακόμη και ανακοινώσεις σε δωμάτια ξενοδοχείων επικαλούνται σήμερα την αγάπη για το περιβάλλον, ώστε να μας κάνουν να αισθανθούμε ενοχή αν ζητήσουμε καθαρές πετσέτες ή αφήσουμε το νερό να τρέχει. Η ζημιά στο περιβάλλον σήμερα θεωρείται ηθικώς κατακριτέα.
 
Διόλου παράξενο λοιπόν που οι ιθαγενείς κάτοικοι της Χαβάης και οι Μαορί δεν θέλουν να ακούνε από τους παλαιοντολόγους ότι οι πρόγονοί τους εξόντωσαν τα μισά από τα είδη πτηνών που είχαν εξελιχθεί στον τόπο τους, ή που οι ιθαγενείς Αμερικανοί δεν θέλουν να ακούνε από τους αρχαιολόγους ότι οι Ανασάζι αποψίλωσαν περιοχές των νοτιοδυτικών ΗΠΑ. Οι υποτιθέμενες ανακαλύψεις των παλαιοντολόγων και των αρχαιολόγων ηχούν στα αφτιά ορισμένων ως ένα ακόμα ρατσιστικό πρόσχημα το οποίο προβάλλουν οι λευκοί για να ξεκληρίσουν τους γηγενείς λαούς. Είναι σαν να τους λένε οι επιστήμονες «Οι πρόγονοί σας υπήρξαν κακοί διαχειριστές της γης τους, ά-ρα τους άξιζε να τη χάσουν». Μερικοί αμερικανοί και αυστραλοί λευκοί, δυσαρεστημένοι με τις αποζημιώσεις και τη διανομή γης σε ιθαγενείς Αμερικανούς και αυτόχθονες Αυστραλούς, στηρίζονται όντως σε τέτοιες ανακαλύψεις για να προβάλουν τα επιχειρήματά τους σήμερα. Όχι μόνο οι γηγενείς λαοί, αλλά και μερικοί ανθρωπολόγοι και αρχαιολόγοι που τους μελετούν και ταυτίζονται μαζί τους θεωρούν τις πρόσφατες υποτιθέμενες ανακαλύψεις ως ρατσιστικά ψεύδη.
 
Έτσι, ορισμένοι από αυτούς καταλήγουν στο άλλο άκρο. Επιμένουν ότι οι γηγενείς λαοί του παρελθόντος υπήρξαν (όπως και οι σύγχρονοι γηγενείς) ήπιοι και οικολογικά σοφοί διαχειριστές του περιβάλλοντος τους, γνώριζαν βαθιά και σέβονταν τη φύση, ζούσαν αθώα σε έναν πραγματικό Κήπο τής Εδέμ και ποτέ δεν θα μπορούσαν να είχαν κάνει όλα αυτά τα άσχημα πράγματα. Όπως κάποτε μου είπε ένας κυνηγός από τη Νέα Γουινέα, «Αν κάποια μέρα καταφέρω να πετύχω ένα μεγάλο περιστέρι σε συγκεκριμένη κατεύθυνση από το χωριό μας, περιμένω να περάσει μία εβδομάδα πριν ξανακυνηγήσω περιστέρια, και τότε πηγαίνω στην αντίθετη κατεύθυνση». Μόνο οι μοχθηροί κάτοικοι του σύγχρονου Πρώτου Κόσμου αγνοούν τη φύση, δεν σέβονται το περιβάλλον και το καταστρέφουν.
 
Στην πραγματικότητα, και οι δύο ακραίες πλευρές σε τούτη τη διχογνωμία —οι ρατσιστές και όσοι πιστεύουν σε μια αρχαία Εδέμ— κάνουν το λάθος να θεωρούν τους γηγενείς λαούς του παρελθόντος ως θεμελιωδώς διαφορετικούς (είτε κατώτερους είτε ανώτερους) από τους σύγχρονους λαούς του Πρώτου Κόσμου. Η αειφόρος διαχείριση των πόρων του περιβάλλοντος υπήρξε ανέκαθεν δύσκολη, αφότου ο Homo sapiens κατέστη πιο εφευρετικός και αποτελεσματικός, αναπτύσσοντας την κυνηγετική τέχνη πριν από περίπου 50.000 χρόνια. Από τον πρώτο αποικισμό της αυστραλιανής ηπείρου, γύρω στα 46.000 χρόνια πριν, και την επακόλουθη ταχεία εξαφάνιση των περισσότερων από τα παλιά γιγάντια μαρσιποφόρα και τα άλλα μεγάλα ζώα της Αυστραλίας, κάθε αποικισμός μιας ακατοίκητης προηγουμένως γήινης μάζας —είτε της Αυστραλίας, της Βόρειας Αμερικής, της Νότιας Αμερικής, της Μαδαγασκάρης, των νησιών της Μεσογείου ή της Χαβάης, της Νέας Ζηλανδίας και δεκάδων άλλων νησιών του Ειρηνικού— συνοδεύτηκε και από ένα κύμα εξαφάνισης μεγάλων ζώων τα οποία είχαν εξελιχθεί χωρίς να φοβούνται τους ανθρώπους και έτσι σκοτώθηκαν εύκολα ή υπέκυψαν σε ανθρωπογενείς αλλαγές των ενδιαιτημάτων, σε νέα είδη παρασίτων και σε ασθένειες.
 
Κάθε λαός μπορεί να πέσει στην παγίδα της υπερεκμετάλλευσης των πόρων του περιβάλλοντος, λόγω προβλημάτων που είναι πανταχού παρόντα και τα οποία θα εξετάσουμε αργότερα σε τούτο το βιβλίο: το γεγονός ότι οι πόροι αρχικά φαίνονται ανεξάντλητα άφθονοι· ότι τα σημάδια της επερχόμενης εξάντλησής τους καλύπτονται από τις κανονικές διακυμάνσεις των επιπέδων των πόρων με τα χρόνια ή τις δεκαετίες· ότι είναι δύσκολο οι άνθρωποι να πειστούν να περιορίσουν την εκμετάλλευση ενός κοινού πόρου (η λεγάμενη «τραγωδία των κοινόχρηστων πόρων)· τέλος, ότι η συνθετότητα των οικοσυστημάτων συχνά καθιστά πρακτικός αδύνατη την πρόβλεψη των συνεπειών κάποιας διαταραχής που προκαλεί ο άνθρωπος, ακόμη και για έναν επαγγελματία οικολόγο. Τα περιβαλλοντικά προβλήματα —τα οποία δύσκολα μπορούμε να διαχειριστούμε σήμερα— σίγουρα ήταν ακόμη δυσκολότερο στο παρελθόν να τα διαχειριστεί κανείς. Ιδιαίτερα για αρχαίους μη εγγράμματους λαούς, που δεν μπορούσαν να διαβάσουν μελέτες περί κοινωνικών καταρρεύσεων, η οικολογική καταστροφή συνιστούσε μάλλον μια τραγική, απρόβλεπτη και αθέλητη συνέπεια των καλύτερων προσπαθειών τους, παρά έναν ηθικά κατακριτέο, τυφλό ή συνειδητό εγωισμό. Όσες κοινωνίες κατέληξαν στην κατάρρευση ήταν (όπως οι Μάγια) μάλλον μερικές από τις πιο δημιουργικές και (για ένα διάστημα) τις πιο ανεπτυγμένες και επιτυχημένες της εποχής τους, παρά ανόητες και πρωτόγονες.
 
Οι λαοί του παρελθόντος δεν ήταν ούτε αδαείς και κακοί διαχειριστές που τους άξιζε να εξοντωθούν ή να ξεκληριστούν ούτε παντογνώστες και ευσυνείδητοι περιβαλλοντολόγοι που έλυναν προβλήματα τα οποία εμείς αδυνατούμε σήμερα να λύσουμε.Ήταν άνθρωποι σαν εμάς και αντιμετώπιζαν προβλήματα σε γενικές γραμμές παρόμοια με εκείνα που εμείς αντιμετωπίζουμε σήμερα. Άλλοτε πετύχαιναν και άλλοτε αποτύγχαναν, για τους ίδιους λόγους που και εμείς σήμερα ενίοτε πετυχαίνουμε ενίοτε αποτυγχάνουμε. Ασφαλώς υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στην κατάσταση που αντιμετωπίζουμε σήμερα και σε εκείνη που αντιμετώπισαν λαοί του παρελθόντος· υπάρχουν, ωστόσο, και αρκετές ομοιότητες ώστε να μπορούμε να μάθουμε από το παρελθόν.
 
Πάνω από όλα, θεωρώ κοντόφθαλμο και επικίνδυνο να επικαλούμαστε ιστορικές υποθέσεις για τις περιβαλλοντικές πρακτικές των ιθαγενών λαών, προκειμένου να στηρίξουμε τη δίκαιη αντιμετώπισή τους. Σε πολλές ή στις περισσότερες περιπτώσεις, οι ιστορικοί και οι αρχαιολόγοι ανακαλύπτουν άφθονες αποδείξεις ότι η υπόθεση αυτή (σχετικά με την περιβαλλοντολογία τύπου Εδέμ) είναι λανθασμένη. Η επίκληση της εν λόγω υπόθεσης υπονοεί ότι θα έπρεπε να τους κακομεταχειριστούμε σε περίπτωση που δεν ίσχυε. Στην πραγματικότητα, η αντίθεση στην κακομεταχείρισή τους δεν βασίζεται σε καμία ιστορική υπόθεση σχετικά με τις περιβαλλοντικές πρακτικές τους: βασίζεται σε μια ηθική αρχή, στην παραδοχή δηλαδή ότι δεν πρέπει ένας λαός να ξεκληρίζει, να υποτάσσει ή να εξοντώνει κάποιον άλλο λαό.
 
Αυτά, όσον αφορά τη διχογνωμία σχετικά με τις οικολογικές καταρρεύσεις του παρελθόντος. Όσο για τις περιπλοκές, φυσικά και δεν αληθεύει ότι όλες οι κοινωνίες είναι καταδικασμένες να καταρρεύσουν εξαιτίας κάποιας περιβαλλοντικής καταστροφής: στο παρελθόν, μερικές κοινωνίες κατέρρευσαν, ενώ άλλες όχι· το πραγματικό ερώτημα λοιπόν έγκειται στο γιατί μερικές μόνο κοινωνίες αποδείχθηκαν ευάλωτες και σε τι διέφεραν όσες κατέρρευσαν από εκείνες που επιβίωσαν. Μερικές από τις κοινωνίες, όπως των Ισλανδών και των Τικοπιανών, πέτυχαν να λύσουν εξαιρετικώς δύσκολα περιβαλλοντικά προβλήματα και να επιβιώσουν για μεγάλο διάστημα, εξακολουθώντας να είναι ισχυρές και σήμερα. Για παράδειγμα, όταν οι πρώτοι νορβηγοί άποικοι της Ισλανδίας συνάντησαν ένα περιβάλλον εκ πρώτης όψεως παρόμοιο με εκείνο της Νορβηγίας —αλλά πολύ διαφορετικό στην πραγματικότητα—, κατέστρεψαν ακούσια το μεγαλύτερο μέρος της επιφάνειας του ισλανδικού εδάφους και τα περισσότερα δάση του νησιού.
 
Η Ισλανδία υπήρξε για μεγάλο διάστημα η πιο φτωχή και πιο κατεστραμμένη οικολογικά χώρα της Ευρώπης. Εντούτοις, οι Ισλανδοί τελικά διδάχθηκαν από την εμπειρία τους, υιοθέτησαν εντατικά μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος και απολαμβάνουν σήμερα ένα από τα υψηλότερα κατά κεφαλήν εθνικά εισοδήματα στον κόσμο. Οι Τικοπιανοί κατοικούν σε ένα μικροσκοπικό νησί το οποίο βρίσκεται τόσο μακριά από οποιονδήποτε γείτονα ώστε υποχρεώθηκαν να γίνουν αυτάρκεις σχεδόν στα πάντα· διαχειρίστηκαν, ωστόσο, τους πόρους τους τόσο σχολαστικά και ρύθμισαν το μέγεθος του πληθυσμού τους με τόση προσοχή ώστε το νησί τους παραμένει παραγωγικό, έπειτα από 3.000 χρόνια ανθρώπινης παρουσίας.
 
Επιπρόσθετα, δεν γνωρίζω καμία περίπτωση κατά την οποία η κατάρρευση κάποιας κοινωνίας να μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά σε περιβαλλοντική καταστροφή: συμβάλλουν πάντα και άλλοι παράγοντες. Τελικά, κατέληξα σε ένα πλαίσιο πέντε σημείων σχετικά με πιθανούς ενεχόμενους παράγοντες, τα οποία εξετάζω τώρα προσπαθώντας να κατανοήσω κάθε θεωρούμενη ως περιβαλλοντική κατάρρευση. Τέσσερα από αυτά τα σύνολα παραγόντων —περιβαλλοντική καταστροφή, κλιματική αλλαγή, εχθρικοί γείτονες και φιλικοί εμπορικοί εταίροι— ίσως αποδειχθούν σημαντικά, ίσως και όχι, για μια συγκεκριμένη κοινωνία. Η πέμπτη ομάδα παραγόντων -οι αντιδράσεις της κοινωνίας στα περιβαλλοντικά της προβλήματα- πάντα αποδεικνύεται σημαντική. Ας εξετάσουμε τούτες τις πέντε ομάδες παραγόντων μία προς μία, με μια σειρά που δεν υποδηλώνει προτεραιότητα αιτίων, αλλά διευκολύνει απλώς την παρουσίαση.
 
Μια πρώτη ομάδα παραγόντων αφορά τη ζημιά που οι άνθρωποι προκαλούν από αμέλεια στο περιβάλλον τους, όπως ανέφερα ήδη. Η έκταση και η αναστρεψιμότητα της ζημιάς αυτής εξαρτώνται εν μέρει από τις πράξεις και τις συνήθειες των ανθρώπων (για παράδειγμα, πόσα δέντρα κόβουν ανά στρέμμα ετησίως) και εν μέρει από ιδιότητες του περιβάλλοντος (όπως εκείνες που καθορίζουν πόσα νεαρά φυτά βλασταίνουν ανά στρέμμα και με τι ετήσιο ρυθμό αναπτύσσονται τα δενδρύλλια). Αυτές οι ιδιότητες του περιβάλλοντος αναφέρονται είτε ως «ευπάθεια» (ευαισθησία σε ζημιές) είτε ως «ανθεκτικότητα» (δυνατότητα ανάκαμψης από ζημιές), ενώ μπορεί κανείς να αναφέρεται χωριστά στην ευπάθεια ή την ανθεκτικότητα των δασών, των εδαφών, του ιχθυοπληθυσμού κ.λπ. μιας περιοχής. Επομένως, οι λόγοι για τους οποίους μόνο ορισμένες κοινωνίες υπέστησαν περιβαλλοντικές καταρρεύσεις μπορεί καταρχήν να σχετίζονται είτε με εξαιρετική επιπολαιότητα των λαών τους είτε με εξαιρετική ευπάθεια κάποιων όψεων του περιβάλλοντος τους, ή και με τα δύο.
 
Το επόμενο σημείο στο υπό εξέταση πλαίσιο των πέντε σημείων είναι η κλιματική αλλαγή, όρος τον οποίο σήμερα τείνουμε να συνδέουμε με την παγκόσμια θέρμανση που προκαλούν οι άνθρωποι. Στην πραγματικότητα, το κλίμα μπορεί να γίνεται θερμότερο ή ψυχρότερο, υγρότερο ή ξηρότερο, λιγότερο ή περισσότερο μεταβλητό μέσα σε μήνες ή σε χρόνια, λόγω αλλαγών στις φυσικές δυνάμεις που το διαμορφώνουν και οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με τους ανθρώπους. Παραδείγματα τέτοιων δυνάμεων αποτελούν οι μεταβολές στη θερμότητα που εκπέμπει ο Ήλιος, οι εκρήξεις ηφαιστείων που εκτοξεύουν σκόνη στην ατμόσφαιρα, οι αλλαγές στον προσανατολισμό του άξονα της Γης σε σχέση με την τροχιά της και οι αλλαγές στην κατανομή της ξηράς και του ωκεανού στην επιφάνεια της Γης. Μερικές από τις πολυσυζητημένες περιπτώσεις φυσικής κλιματικής αλλαγής είναι η επέκταση και η υποχώρηση ηπειρωτικών στρωμάτων πάγου κατά τη διάρκεια των Εποχών των Παγετώνων που άρχισαν πριν από 2 και πλέον εκατομμύρια χρόνια, η επονομαζόμενη Μικρή Εποχή των Παγετώνων από το 1400 έως το 1800 μ.Χ. περίπου και η παγκόσμια πτώση της θερμοκρασίας μετά την τεράστια ηφαι-στειακή έκρηξη του Όρους Ταμπόρα της Ινδονησίας στις 5 Απριλίου 1815. Εκείνη η έκρηξη εκτόξευσε τόσο πολλή σκόνη στα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας ώστε η ποσότητα ηλιακού φωτός που έφτανε στο έδαφος μειώθηκε έως ότου κατακάθισε η σκόνη, προκαλώντας εκτεταμένους λιμούς ακόμη και στη Βόρεια Αμερική και την Ευρώπη, λόγω των χαμηλών θερμοκρασιών και της μειωμένης συγκομιδής το καλοκαίρι τού 1816 («η χρονιά χωρίς καλοκαίρι»).
 
Η κλιματική αλλαγή αποτέλεσε ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα απ’ ό,τι σήμερα για κοινωνίες του παρελθόντος στις οποίες δεν υπήρχε γραπτός λόγος και όπου η μέση διάρκεια ανθρώπινης ζωής ήταν μικρότερη, διότι το κλίμα σε πολλά μέρη του κόσμου τείνει να μεταβάλλεται όχι απλώς από τον ένα χρόνο στον άλλο αλλά σε μια χρονική κλίμακα πολλών δεκαετιών· για παράδειγμα, πολλές υγρές δεκαετίες τις οποίες ακολουθεί μισός αιώνας ξηρασίας. Σε πολλές προϊστορικές κοινωνίες, η μέση διάρκεια μίας ανθρώπινης γενιάς.

Kαμύ: Μια μέρα όμως γεννιέται το «γιατί»

Κι όλα αρχίζουν. Ένα διαχρονικό κείμενο του Αλμπέρ Καμύ.   
   
"Ακόμα και η σκέψη, με τον δικό της τρόπο, με πείθει πως αυτός ο κόσμος είναι παράλογος. Η καθαρή λογική, σ' αντίθεση με το παράλογο, ισχυρίστηκε πως το κάθε τι είναι σαφές. Ευχόμουν το δίκιο της αλλά μάταια περίμενα αποδείξεις. Έπειτα από τόσους αιώνες αναζητήσεων και τόσους εκφραστικούς και πειστικούς ανθρώπους, ξέρω πως αυτό είναι λάθος. Σ' αυτό το πεδίο τουλάχιστον, αφού δεν μπορώ να μάθω, δεν υπάρχει ευτυχία.
 
Η παγκόσμια λογική, πρακτική, ηθική, η αιτιοκρατία, οι θεωρίες που εξηγούν τα πάντα κάνουν τον συνεπή με τον εαυτό του άνθρωπο να γελά. Δεν έχουν καμιά σχέση με το πνεύμα. Αρνούνται να δεχτούν την ουσιαστική του αλήθεια -το ότι είναι δέσμιο. Μέσα σ' αυτό το ανεξήγητο και περιορισμένο σύμπαν, το πεπρωμένο του ανθρώπου παίρνει λοιπόν το νόημά του.
 
Ένα πλήθος από παραλογισμούς υψώνεται και περικυκλώνει τον άνθρωπο ως το τέλος. Απ' τη στιγμή που θ' αποφασίσει να βλέπει σωστά, διακρίνει κι αισθάνεται το συναίσθημα του παράλογου. Έλεγα πως ο κόσμος είναι παράλογος και προχωρούσα πολύ γρήγορα. Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι πως αυτός ο κόσμος δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Παράλογο είναι το χάσμα ανάμεσα στο ό,τι δεν δικαιολογείται και στο μάταιο, μα δυνατό πόθο του ανθρώπου για σαφήνεια. Το παράλογο ισχύει και για τον άνθρωπο και για τον κόσμο. Για την ώρα είναι το μόνο που τους συνδέει.
 
Καμιά φορά, οι μεγάλες πράξεις και οι μεγάλες σκέψεις αρχίζουν κάπως αστεία. Τα μεγάλα έργα γεννιούνται συχνά στη στροφή κάποιου δρόμου ή στο καθάρισμα ενός καφενείου. Έτσι και με το παράλογο. Περισσότερο από κάθε άλλον, ο παράλογος κόσμος έχει τις ρίζες του σ' αυτή την άθλια γέννηση.
 
Όταν μερικές φορές, σε μια ερώτηση που αφορά στις σκέψεις σου, απαντάς «τίποτε», ίσως να προσποιείσαι. Οι αγαπημένες υπάρξεις το ξέρουν καλά. Αν όμως αυτή η απάντηση είναι ειλικρινής, αν εκφράζει αυτό το μοναδικό ψυχικό συναίσθημα της σιωπηλής ευγλωττίας που σπάζει την αλυσίδα των καθημερινών χειρονομιών ενώ η καρδιά ψάχνει μάταια να βρει τον κρίκο που θα την ξανασυνδέσει, τότε αυτό φαίνεται πως είναι το πρώτο σημάδι του παραλογισμού.
 
Καμιά φορά τα σκηνικά καταρρέουν. Ξύπνημα, συγκοινωνία, τέσσερις ώρες γραφείο ή εργοστάσιο, γεύμα, συγκοινωνία, τέσσερις ώρες δουλειά, φαγητό, ύπνος και Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο, αυτός ο κύκλος επαναλαμβάνεται εύκολα στον ίδιο ρυθμό τον περισσότερο καιρό. Μια μέρα όμως γεννιέται το «γιατί» κι όλα αρχίζουν σ' αυτή την πληκτική κούραση. «Αρχίζουν», αυτό είναι ενδιαφέρον.
 
Στο τέλος μια μηχανικής ζωής έρχεται η κούραση, την ίδια όμως στιγμή βάζει σε κίνηση τη συνείδηση. Τη σηκώνει απ' τον ύπνο και προξενεί τη συνέχεια. Η συνέχεια είναι η ασυνείδητη επιστροφή στην αλυσίδα ή η οριστική αφύπνιση. Στο τέλος της αφύπνισης βρίσκεται το αποτέλεσμα που φτάνει με τον καιρό: αυτοκτονία ή αναθεώρηση. Η κούραση κλείνει μέσα της κάτι το αποκαρδιωτικό. Εδώ, είμαι υποχρεωμένος να πω πως είναι καλή. Γιατί με τη συνείδηση αρχίζουν όλα και μονάχα αυτή αξίζει.
 
Οι παρατηρήσεις αυτές δεν έχουν καμία πρωτοτυπία. Είναι όμως φανερές: κι αυτό φτάνει γιατί μας δίνει την ευκαιρία να γνωρίσουμε καθολικά το παράλογο στις πηγές του. Με το «ενδιαφέρον» αρχίζουν όλα."
 
Αλμπέρ Καμύ, Ο μύθος του Σισύφου

Η κατάρρευση της εποχής προκαλείται από την προσωπική συμβολή του καθενός μας

Η κατάρρευση της εποχής προκαλείται από την προσωπική συμβολή του καθενός μας, οι μεν συμβάλλουν με την προδοσία, οι δε με την αδικία, την έλλειψη θρησκευτικής πίστης, την τυραννία, την απληστία, την ωμότητα, ανάλογα με το πόσο ισχυροί είναι· οι πιο αδύναμοι συμβάλλουν με την ηλιθιότητα, τη ματαιοδοξία, την οκνηρία, και σε αυτούς ανήκω και 'γω.

Φαίνεται πως η εποχή των μάταιων πραγμάτων είναι τότε που οι δυστυχίες μάς βαραίνουν. Σε μια εποχή όπου το να κάνεις κακό είναι τόσο κοινό, είναι σχεδόν αξιέπαινο να κάνεις κάτι άχρηστο. Παρηγορούμαι με τη σκέψη ότι θα είμαι από τους τελευταίους που θα πρέπει να τιμωρηθούν.

Όσο θα φροντίζουν για τα πιο επείγοντα, θα έχω το χρόνο να διορθωθώ.

Γιατί μου φαίνεται ότι θα ήταν αντίθετο στη λογική να καταδιώκουν τα μικρά αδικήματα όταν μας μαστίζουν τα μεγάλα.

Και ο γιατρός Φιλότιμος, όταν κάποιος του έδειχνε το δάχτυλό του για να του το επιδέσει και από την όψη και την αναπνοή του οποίου αναγνώριζε έλκος στους πνεύμονες, του είπε:

“Φίλε μου, δεν είναι η στιγμή να ασχολείσαι με τα νύχια σου”.

Εντούτοις, σχετικά με αυτό, είδα πριν κάποια χρόνια ότι ένα σημαντικό πρόσωπο, του οποίου τη μνήμη έχω σε ιδιαίτερη εκτίμηση, κατά τη διάρκεια των μεγάλων μας δεινών, ενώ δεν υπήρχαν ούτε νόμοι, ούτε δικαιοσύνη, ούτε δικαστής που να κάνει το καθήκον του, δημοσίευσε δεν ξέρω και 'γω τι ασήμαντες αλλαγές πάνω στην ενδυμασία, την κουζίνα και τη στρεψοδικία.

Πρόκειται για θέματα με τα οποία τρέφουν έναν κακοποιημένο λαό, ώστε να ισχυρίζονται ότι δεν τον έχουν εντελώς ξεχάσει.

Και τούτοι εδώ οι άλλοι κάνουν το ίδιο, που περιορίζονται στο να απαγορεύουν επίμονα κάποιες εκφράσεις, χορούς και παιχνίδια, σε ένα λαό κατεστραμμένο από κάθε είδους απαίσιες φαυλότητες.

Δεν είναι ώρα να πλενόμαστε και να καθαριζόμαστε όταν έχουμε υψηλό πυρετό.

Μόνο στους Σπαρτιάτες ταίριαζε να χτενίζονται και να στρώνουν προσεχτικά τα μαλλιά τους τη στιγμή που θα ρίχνονταν σε κάποια φοβερή μάχη διακινδυνεύοντας τη ζωή τους.

Όσο για μένα, έχω κι αυτή την πολύ άσχημη συνήθεια, αν φορέσω κάτι στραβά, να αφήσω στραβά και τα υπόλοιπα, απεχθάνομαι τις μεσοβέζικες λύσεις. Όταν είμαι σε άσχημη κατάσταση, πέφτω με μανία στα δυσάρεστα· εγκαταλείπομαι από απελπισία και αφήνομαι να οδηγηθώ στην πτώση και, όπως λέμε, καταθέτω τα όπλα.

Επιμένω στην επιδείνωση και δεν θεωρώ πλέον τον εαυτό μου άξιο της φροντίδας μου,
ή εντελώς καλά ή εντελώς άσχημα.

Θεωρώ χάρη το γεγονός ότι η παρακμή αυτού του κράτους συμπίπτει με την παρακμή της ηλικίας μου, ανέχομαι πιο εύκολα να μεγαλώνουν τώρα οι δυστυχίες μου παρά να είχε παλιότερα διαταραχθεί η καλή μου κατάσταση.

Τα λόγια που εκφράζω όταν είμαι δυστυχισμένος είναι λόγια οργής. Το θάρρος μου αναπτερώνεται αντί να κάμπτεται. Και, αντίθετα με τους άλλους, εμφανίζομαι πιο ευλαβής απέναντι στην καλή τύχη παρά στην κακοτυχία, ακολουθώντας τη συμβουλή του Ξενοφώντα1, αν όχι την εξήγηση που δίνει γι’ αυτήν2 και γλυκοκοιτάζω ευκολότερα τον ουρανό για να τον ευχαριστήσω παρά για να τον ικετέψω.

Φροντίζω περισσότερο να βελτιώσω την υγεία μου όταν μου χαμογελάει παρά να την ξαναβρώ όταν την έχω χάσει. Η ευημερία είναι άσκηση και μάθημα για μένα, όπως είναι για τους άλλους οι αντιξοότητες και οι τιμωρίες.

Λες και είναι ασυμβίβαστη η καλή τύχη με την καθαρή συνείδηση και οι άνθρωποι γίνονται καλοί μόνο στις κακοτυχίες.

Η καλή τύχη είναι για μένα κίνητρο για μετριοπάθεια και μετριοφροσύνη.

Η παράκληση με κερδίζει, η απειλή με απωθεί·
η χάρη με κάμπτει, ο φόβος με κάνει σκληρό.
---------------
1 Να τιμούμε τους θεούς όταν ευημερούμε.
2 Για να έχουμε τους θεούς με το μέρος μας όταν τους χρειαζόμαστε.

Το ποτάμι

Σε μια κοιλάδα, γράφει ο Χαλίλ Γκιμπράν, εκεί που το ποτάμι κυλάει με ορμή, δυο μικρά ρυάκια συναντήθηκαν κι έπιασαν κουβέντα.

Το ένα ρυάκι ρώτησε:
«Πώς έφτασες εδώ φίλε μου και πώς ήταν ο δρόμος σου;»

Και το άλλο απάντησε:
«Ο δρόμος μου ήταν γεμάτος εμπόδια. Η ρόδα του νερόμυλου έσπασε κι ο ικανός και πολύπειρος αγρότης που μ’ έβγαζε επιδέξια απ’ την πορεία μου για να ποτίζω τα σπαρτά έχει πεθάνει. Κόπιασα για να κατέβω, σχεδόν τελμάτωσα, καθώς έπρεπε να κουβαλάω τις βρομιές όλων αυτών που δεν κάνουν τίποτε άλλο απ’ το να κάθονται και να λιάζουν την τεμπελιά τους. Κι εσύ αδελφέ μου; Πώς ήταν ο δικός σου δρόμος;»

Το πρώτο ρυάκι απάντησε:

«Ο δικός μου δρόμος ήταν διαφορετικός. Κατέβηκα απ’ τους λόφους, ανάμεσα σε ευωδιαστά λουλούδια και ντροπαλές ιτιές. Άντρες και γυναίκες έπιναν το νερό μου μ’ ασημένιες κούπες και μικρά παιδιά τσαλαβουτούσαν τα ροδαλά ποδαράκια τους στις όχθες μου. Ολόγυρά μου υπήρχαν γέλια και γλυκά τραγούδια. Τι κρίμα που ο δικός σου δρόμος δεν ήταν το ίδιο ευτυχής»

Όμως εκείνη τη στιγμή, μίλησε το ποτάμι με δυνατή φωνή και είπε:

«Ελάτε, ελάτε λοιπόν, πάμε στη θάλασσα. Μπείτε μέσα, μη χασομεράτε με κουβέντες. Συμπορευθείτε μαζί μου. Θα πάμε στη θάλασσα. Μπείτε, γιατί σ’ εμένα θα ξεχάσετε τις περιπλανήσεις σας, χαρωπές ή λυπητερές. Εσείς κι εγώ μαζί θα ξεχάσουμε όλους τους δρόμους που διασχίσαμε μέχρι τώρα όταν θα φτάσουμε και θα αγαλλιάσουμε στην καρδιά της μάνας θάλασσας…»

Χαλίλ Γκιμπράν, Ο περιπλανώμενος

“Σε κοροϊδεύουν, Διογένη”, εκείνος απάντησε: “Εγώ όμως δεν κοροϊδεύομαι”.

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονοσ “Σε κοροϊδεύουν, Διογένη”, εκείνος απάντησε: “Εγώ όμως δεν κοροϊδεύομαι”.Όταν όμως εξέτασα τη γένεση της ίδιας της οργής, παρατήρησα πως οι άνθρωποι ρέπουν προς την οργή ο καθένας από διαφορετικές αιτίες, όλοι σχεδόν όμως έχουν την πεποίθηση ότι περιφρονούνται ή παραμελούνται. Γι’ αυτό πρέπει να βοηθήσουμε όσους πασχίζουν ν’ αποφύγουν την οργή, απομακρύνοντας όσο γίνεται την πράξη που ξυπνάει την οργή απ’ οποιαδήποτε υποψία περιφρόνησης ή θρασύτητας και αποδίδοντας τη στην άγνοια ή στην ανάγκη ή στο συναίσθημα ή σε ατύχημα. Όπως λέει ο Σοφοκλής:

ούτε της λογικής το χάρισμα, βασιλιά, μένει
στους δυστυχισμένους, αλλά μακριά τους φεύγει·
έτσι ο Αγαμέμνων αποδίδει την αρπαγή της Βρισηίδας σε θεϊκή τρέλα, και “θέλει να επανορθώσει, λύτρα αμέτρητα δίνοντας”
(ΟΜΗΡΟΣ).

Πραγματικά, η ικεσία είναι πράξη ανθρώπου που δεν περιφρονεί· και όταν εκείνος που έχει αδικήσει φανεί να ταπεινώνεται, διαλύει κάθε εντύπωση περιφρόνησης. Όμως ο οργισμένος δεν πρέπει να περιμένει τέτοια ταπεινότητα, αλλά ν’ ακολουθεί το παράδειγμα του Διογένη, που, όταν κάποιος του είπε: “Σε κοροϊδεύουν, Διογένη”, εκείνος απάντησε: “Εγώ όμως δεν κοροϊδεύομαι”, και δεν πρέπει να νιώθει καταφρονεμένος, αλλά να καταφρονεί μάλλον τον άνθρωπο που τον προσβάλλει σαν να ενεργεί από αδυναμία [ή σφάλμα], από προπέτεια ή απερισκεψία ή έλλειψη ελεύθερου φρονήματος, από έλλειψη επίγνωσης επειδή είναι πολύ γέρος ή πολύ νέος.

Με κανένα τρόπο, όμως, δεν πρέπει να εκδηλώνεται τέτοια στάση απέναντι στους δούλους ή τους φίλους· και τούτο γιατί οι δούλοι παίρνουν μεγάλο θάρρος από τον ακέραιο χαρακτήρα μας και οι φίλοι από την αγάπη μας, και μας αψηφούν και οι δύο, όχι επειδή είμαστε ανίσχυροι ή αποτυχημένοι αλλά εξαιτίας της επιείκειας ή της φιλικής διάθεσής μας.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΗΘΙΚΑ

Νιάτα και γηρατειά

Η ελαφράδα και η ανεμελιά της νιότης μας βασίζεται, ως ένα βαθμό, στο ότι καθώς ανεβαίνουμε το βουνό, δε βλέπουμε το θάνατο, γιατί βρίσκεται στους πρόποδες της άλλης πλευράς. Μόλις όμως περάσουμε την κορυφή, αποκτούμε οπτική επαφή με το θάνατο, τον οποίο μέχρι τότε είχαμε μόνο ακουστά, ενώ ταυτόχρονα οι ζωτικές μας δυνάμεις αρχίζουν να υποχωρούν, το ίδιο και η όρεξή μας για ζωή. Μια βλοσυρή σοβαρότητα παίρνει τη θέση της νεανικής ελαφράδας και ζωγραφίζεται ακόμα και στο πρόσωπό μας.

Πάρεργα και παραλειπόμενα
H βασική διαφορά ανάμεσα στα νιάτα και στα γηρατειά παραμένει το ότι τα πρώτα έχουν για προοπτική τους τη ζωή, ενώ τα δεύτερα τo θάνατο˙ το ότι τα πρώτα έχουν μικρό παρελθόν και μεγάλο μέλλον, ενώ τα δεύτερα το αντίθετο. H ζωή στα γηρατειά είναι όμοια με την πέμπτη πράξη μιας τραγωδίας: ξέρουμε ότι έρχεται ένα τραγικό τέλος˙ όμως δεν ξέρουμε ακόμα ποιο θα είναι. Το σίγουρο όμως είναι ότι, όταν o άνθρωπος φτάσει σε μεγάλη ηλικία, το μόνο που έχει μπροστά του είναι ο θάνατος όταν όμως είναι νέος, έχει μπροστά του τη ζωή˙ και τίθεται τώρα το ερώτημα, ποιο από τα δύο είναι χειρότερα και μήπως η ζωή είναι κάτι που καλύτερα είναι να το έχει κανείς πίσω του παρά μπροστά του; Διαβάζουμε σχετικά στον Εκκλησιαστή (7,2): «H μέρα του θανάτου είναι καλύτερη απ’ τη μέρα της γέννησης».

Πάρεργα και Παραλειπόμενα
O εκφυλισμός όλων των δυνάμεων προοδευτικά με την ηλικία είναι, όπως και να το κάνουμε, πολύ θλιβερό πράγμα˙ είναι όμως απαραίτητο, ίσως μάλιστα και ευεργετικό, γιατί αλλιώς ο θάνατος, για τον οποίο τα γηρατειά αποτελούν προετοιμασία, θα ήταν υπερβολικά σκληρός. Γι’ αυτό και το μεγαλύτερο κέρδος που φέρνει η πραγματικά μεγάλη ηλικία είναι η ευθανασία, δηλαδή ο ελαφρύς θάνατος, χωρίς κάποια βασανιστική αρρώστια, χωρίς σωματική ταλαιπωρία, ένας εντελώς ανώδυνος θάνατος.

Πάρεργα και παραλειπόμενα
Αυτός που φοβάται λιγότερο απ’ όλους την προοπτική της εξαφάνισης με το θάνατο είναι αυτός που έχει ήδη παραδεχτεί ότι και τώρα δεν είναι τίποτα και που δε νοιάζεται καθόλου για το ατομικό του φαίνεσθαι, αφού μέσα του η γνώση έχει -τρόπος του λέγειν- κάψει και καταναλώσει τη βούληση, οπότε δεν του έχει μείνει πια ούτε βούληση, ούτε έντονη επιθυμία για την ατομική ύπαρξη.

Ο κόσμος ως βούληση και ως παράσταση.
O θάνατος εξαλείφει τον φθόνο ολοκληρωτικά˙ τα γηρατειά μόνο κατά το ήμισυ.

ARTHUR SCHOPENHAUER, Περί Θανάτου

Πολλές φορές μας είναι ευκολότερο να ζούμε στην άγνοια, γιατί, όπως λέει η παροιμία, αυτό μας κάνει πιο ευτυχισμένους

Πολλές φορές μας είναι ευκολότερο να ζούμε στην άγνοια, γιατί, όπως λέει η παροιμία, αυτό μας κάνει πιο ευτυχισμένους.

Ωστόσο, ο μέγας στρατηγός Σουν Τζου, που οι διδαχές του εφαρμόζονται ακόμα και σήμερα, διαβεβαίωνε πως δεν μπορείς να κερδίσεις μια μάχη αν δε γνωρίζεις εκτός από τον εχθρό, και τον εαυτό σου.

“Αν γνωρίζεις τον εχθρό και γνωρίζεις και τον εαυτό σου, δεν πρέπει να φοβάσαι την έκβαση ούτε εκατό μαχών” διαβεβαίωνε ο συγγραφέας του βιβλίου “Η τέχνη του πολέμου”.

Αν γνωρίσουμε τον εαυτό μας σε βάθος μπορεί να τρομάξουμε, γιατί, αν ερευνήσουμε πολύ και φτάσουμε ως τις πιο βαθιές πτυχές του εαυτού μας, ίσως βρούμε πράγματα που δεν θα μας αρέσουν.

Για παράδειγμα, διακινδυνεύουμε:

Να έρθουμε αντιμέτωποι με πλευρές μας που απεχθανόμαστε.
Να θυμηθούμε τις στιγμές εκείνες που ενεργήσαμε άσχημα.
Να αισθανθούμε ντροπή ή ενοχή για καταστάσεις που ζήσαμε καιρό πριν.
Να ανακαλύψουμε ότι αυτό που έχουμε τώρα δεν είναι αυτό που θέλουμε πραγματικά.
Να χάσουμε ένα μέρος από την αυτοεκτίμησή μας όταν συνειδητοποιήσουμε τις αδυναμίες μας.

Όλα αυτά ίσως να μας ωθήσουν ν’ αφήσουμε στη σκοτεινή κόγχη της ψυχής αυτό που δε θέλαμε να δείχνουμε στον εαυτό μας και, πολύ περισσότερο στους άλλους.

Ωστόσο, πρέπει να αποβάλουμε τον φόβο.

Όπως διαβεβαιώνουν ερευνητές και ψυχολόγοι, το πρώτο βήμα για να υπερνικάμε δυσκολίες ξεκινάει από μια πράξη ενδοσκόπησης κι από δουλειά μέσα μας προκειμένου να βελτιωθεί αυτό που υπάρχει έξω.

Η εμβάθυνση στην αυτογνωσία αυτή μπορεί να μας βοηθήσει, μεταξύ άλλων, να βελτιώσουμε τη ζωή μας εξουδετερώνοντας τις εσφαλμένες πεποιθήσεις μας, οι οποίες συχνά μας βασανίζουν και μας κρατάνε σε κατάσταση παράλυσης.

Ο ερευνητής Γκάρι Μάρκους, του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, διαβεβαιώνει πως οι αναμνήσεις που έρχονται στη μνήμη μας είναι αυτές που βρίσκονται σε αρμονία με τις πεποιθήσεις μας και πως εκείνες που δε συμφωνούν με τις τωρινές μας σκέψεις είναι πιο δύσκολο να τις θυμόμαστε. Γι’ αυτό, αν κάποιος έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση, του είναι ευκολότερο να θυμάται μόνο τις καταστάσεις που δηλώνουν αυτή την έλλειψη. Κι όταν θυμώνουμε με κάποιον, σίγουρα μας έρχονται στον νου ένα σωρό περιπτώσεις που μας πρόσβαλε, αφήνοντας στην άκρη όλες εκείνες κατά τις οποίες έκανε καλά πράγματα για μας.

Γι’ αυτό τον λόγο, μεταξύ πολλών άλλων, είναι τόσο σημαντικό να φτάνουμε στη γνώση του εαυτού μας.

Το να ξέρουμε ότι απλώς είμαστε θυμωμένοι ή ότι αυτή η έλλειψη ασφάλειας επηρεάζει τα όσα πιστεύουμε και θυμόμαστε μπορεί να συμβάλει να ξεπεράσουμε μια κατάσταση ή ακόμα και να πάρουμε τα αναγκαία μέτρα για να την επιλύσουμε οριστικά.

Όπως διαβεβαιώνει ο Μάρκους στο βιβλίο του Αυτό θα σε κάνει εξυπνότερο:

“Ο νους μας είναι πεπερασμένος και απέχει πολύ από το να είναι ευγενής. Το να γνωρίζουμε τα όριά του μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοούμε καλύτερα τα πράγματα”.

Ανακαλύφθηκε υπόγεια λίμνη νερού στον Άρη

Ο εντοπισμός νερού σε υγρή μορφή έγινε από ιταλούς επιστήμονες και αλλάζει τα δεδομένα στην εξερεύνηση του πλανήτη και στο ενδεχόμενο ύπαρξης ζωής στην επιφάνειά του. Σε μια ανακάλυψη που πιθανόν «να αλλάξει το παιχνίδι» στην εξερεύνηση ζωής στον Άρη κατέληξαν ερευνητές, oι οποίοι υποστηρίζουν ότι βρήκαν στοιχεία για την ύπαρξη νερού σε υγρή μορφή στον Κόκκινο Πλανήτη.
 
Η «λίμνη» εντοπίζεται 1,5 χλμ. κάτω από τον πάγο στον νότιο πόλο του Άρη και εκτείνεται σε ακτίνα 20 χλμ. Η ανακάλυψη έγινε με τη χρήση του Marsis, ενός συστήματος ραντάρ με το οποίο είναι εξοπλισμένο το διαστημικό σκάφος της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Διαστήματος (ESA), Mars Express.
 
Εως τώρα και με βάση τις εξερευνήσεις του οχήματος Curiosity της ΝASA σε λεκάνες που φαίνεται ότι φιλοξενούσαν στο παρελθόν λίμνες, υπήρχαν εικασίες για ύπαρξη νερού στην επιφάνεια του Άρη παλαιότερα. Ωστόσο το κλίμα του πλανήτη άλλαξε, έγινε ψυχρότερο εξαιτίας της αραιής ατμόσφαιρας και έτσι το περισσότερο νερό εγκλωβίστηκε σε μορφή πάγου.
 
«Πιθανότατα δεν είναι μια πολύ μεγάλη λίμνη» είπε ο Roberto Orosei, καθηγητής και επικεφαλής του Ιταλικού Ινστιτούτου Αστροφυσικής που διεξήγαγε την έρευνα.
 
Το Marsis δεν μπόρεσε να καθορίσει πόσο πάχος έχει αυτή η επιφάνεια νερού.
 
Η ερευνητική ομάδα, ωστόσο, εκτιμά ότι είναι περισσότερο από ένα μέτρο. «Αποδεικνύεται η ύπαρξη ενός σώματος νερού» είπε ο καθηγητής Roberto Orosei. «Είναι το μόνο μέρος όπου το νερό διατηρείται επί μακρόν» προσέθεσε.
 
Μολονότι από τη NASA εκφράστηκε μια επιφύλαξη, λέγοντας ότι το εύρημα του ιταλικού ραντάρ θα πρέπει να επιβεβαιωθεί, η ανακάλυψη τροφοδοτεί εκ νέου τη φιλολογία περί εποικισμού του Κόκκινου Πλανήτη.
 
To New Scientist χαρακτήρισε την ανακάλυψη ως δείγμα ότι ο Άρης θα μπορούσε να φιλοξενήσει ζωή.

Ρητορεία και ρητορική: 19ος αιώνας

Μπορεί η Ρητορική να παίζει σημαντικό ρόλο ως σχολικό και πανεπιστημιακό μάθημα και μέσα στον 19ο αι., ωστόσο για αρκετούς ερευνητές οι απαρχές αυτού του αιώνα συνδέονται με τη δύση της αίγλης και του κύρους της. Άλλωστε προς τα τέλη του 18ου αι. αρχίζει να εκτιμάται ολοένα και περισσότερο η δύναμη της ιδιοφυΐας, που δεν υποτάσσεται ούτε δεσμεύεται από κανόνες, αλλά, αντίθετα, τους αμφισβητεί και τους υπερβαίνει. O Sir Joshua Reynolds με το έργο του Discourses on Art (Ομιλίες για την Τέχνη) (1769-1790) και ο Edward Young (Conjectures upon Original Composition, 1759 - Στοχασμοί γύρω από την πρωτότυπη σύνθεση) προσφέρουν διδακτικά παραδείγματα.

Εν τοις πράγμασι η Ρητορική προσφέρεται όλο και πιο σπάνια ως αυτόνομος κλάδος, ενώ ασκεί εμμέσως σημαντική επιρροή, αφού έχει ενταχθεί στο μάθημα της έκθεσης και του ύφους. Αυτή είναι η τάση που αναπτύσσεται στην Αγγλία, στη Γαλλία και στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο J. Q. Adams, ο Πρόεδρος των Η.Π.Α. κατά την περίοδο 1825-1829, δημοσίευσε ως καθηγητής Ρητορικής στο Χάρβαρντ στα 1810 το έργο Lectures on Rhetoric and Oratory (Παραδόσεις ρητορικής και ρητορείας).
 
Στη Γερμανία, όπου αναπτύσσονται νεοουμανιστικά ρεύματα, συντάσσονται πλήθος διδακτικά εγχειρίδια. Ιδιαιτέρως αξίζει να αναφερθούν τα έργα Lexicon technologiaeGraecorum rhetoricae (Λεξικόν της ρητορικής τεχνολογίας των Ελλήνων, 1795) και Lexicon technologiae Latinorum rhetoricae (Λεξικόν της ρητορικής τεχνολογίας των Λατίνων, 1797) του J. C. T. Ernesti, μολονότι ανήκουν στον προηγούμενο (18ο) αι. To 1870 πρωτοδημοσιεύεται το έργο του R. Volkmann, Die Rhetorik der Griechen und Römer (Ρητορική των Ελλήνων και των Ρωμαίων), που θα αξιοποιήσει εις το έπακρον ο Friedrich Nietzsche, για να προετοιμάσει τις παραδόσεις του για την αρχαία Ρητορική στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας στην Ελβετία (από το 1872 έως το 1874).
 
Και στον ελληνόφωνο χώρο αναπτύσσονται αυτή την περίοδο συγκεκριμένες τάσεις: υποχωρεί καταρχάς η κυριαρχία της εκκλησιαστικής ρητορείας και εκδηλώνεται ενδιαφέρον για την κοσμική ρητορική - οι ανάγκες του νεοσύστατου ελληνικού κράτους (1830) δικαιολογούν την ανάπτυξη αυτής της ροπής. Εξάλλου, τον κύριο όγκο της προσοχής συγκεντρώνουν θεωρητικά και τεχνικά ζητήματα, όπως ο ορισμός της τέχνης, η αξιοποίησή της, οι διαιρέσεις της, οι κανόνες της· τέλος, βάσει της προφανούς συγγένειας μεταξύ ρητορείας και λογοτεχνίας -και στις δύο χρησιμοποιούνται εκφραστικά μέσα (σχήματα και τρόποι), για να επιτευχθεί ένα εντυπωσιακό γλωσσικό αποτέλεσμα που μπορεί να συγκινήσει αισθητικά- εκδηλώνεται μια μετάβαση από τη ρητορική, τη θεωρία για τον ρητορικό λόγο, στην ποιητική, τη θεωρία για την ποίηση και τη λογοτεχνία. Η τελευταία αυτή τάση, οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της οποίας εντοπίζονται κιόλας στα αριστοτελικά συγγράμματα, μπορεί να συνδέεται με την επιρροή του σκωτσέζου διαφωτιστή Hugh Blair (1718-1800), που συνέδεσε τη ρητορική με την αισθητική και τη φιλοσοφία της τέχνης.
 
Έτσι, μέσα στον 19ο αι. έχουμε έργα αισθητικής (μ.ά. από τους Κωνσταντίνο Κούμα, Στέφανο Δούγκα, Κωνσταντίνο Στρατούλη, Γεώργιο Βιζυηνό), ποιητικής (από τους Γεώργιο Σερούιο, Ανδρέα Λασκαράτο κ.ά.), «καλολογίας» (από τον Δημήτριο Ζαλούχο κ.ά.) και ρητορικής (από τους Κωνσταντίνο Βαρδαλάχο (επιμελείται μεταξύ άλλων την Ἐπιτομὴ τῆς τοῦ Ἑρμογένους Ῥητορικῆς, περὶ τῶν πολιτικῶν ζητημάτων, που είχε εκδώσει ο Αναστάσιος Ναούμ Τζουπάτας), Κωνσταντίνο Οικονόμου, Νεόφυτο Βάμβα, Χαράλαμπο Παμπούκη, Ανδρέα Λασκαράτο κ.ά.). Η «καλολογία» αφορά κανόνες και οδηγίες για τον γραπτό και τον προφορικό λόγο, όπως για ζητήματα ύφους ή διάταξης του λόγου. Τα εγχειρίδια ρητορικής πραγματεύονται ευρύτερα τεχνικά θέματα χωρίς ωστόσο να αδιαφορούν για το ύφος. Μετά το 1860 η ρητορική επιστρέφει και πάλι στον παραδοσιακό, τεχνικό της χαρακτήρα. Η διδασκαλία της είναι ενταγμένη στα εκπαιδευτικά προγράμματα και έτσι τα σχετικά συγγράμματα ζητούν να καλύψουν κατά βάσιν ανάγκες εκπαιδευτικές. Οι συγγραφείς είναι στην πλειονότητά τους δάσκαλοι, κληρικοί και λαϊκοί. Ωστόσο, παρά τις σχετικές υπουργικές εγκυκλίους, που επιβάλλουν τη διδασκαλία του μαθήματος, οι εκπαιδευτικοί δεν συμμορφώνονται προς τους κανονισμούς, ενώ δεν λείπουν και οι επικρίσεις με στόχο την κατάργηση του μαθήματος.

Τετάρτη 25 Ιουλίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Εὐμενίδες (566-584)

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΝ ΤΕΤΑΡΤΟΝ


ΑΘ. κήρυσσε, κῆρυξ, καὶ στρατὸν κατειργαθοῦ,
†ἥ τ᾽ οὖν διάτορος† Τυρσηνικὴ
σάλπιγξ βροτείου πνεύματος πληρουμένη
ὑπέρτονον γήρυμα φαινέτω στρατῷ.
570 πληρουμένου γὰρ τοῦδε βουλευτηρίου
σιγᾶν ἀρήγει καὶ μαθεῖν θεσμοὺς ἐμοὺς
πόλιν τε πᾶσαν ἐς τὸν αἰανῆ χρόνον
καὶ τώδ᾽ ὅπως ἂν εὖ καταγνωσθῇ δίκη.
ΧΟ. ἄναξ Ἄπολλον, ὧν ἔχεις αὐτὸς κράτει.
575 τί τοῦδε σοὶ μέτεστι πράγματος λέγε.
ΑΠ. καὶ μαρτυρήσων ἦλθον—ἔστι γὰρ νόμῳ
ἱκέτης ὅδ᾽ ἁνὴρ καὶ δόμων ἐφέστιος
ἐμῶν, φόνου δὲ τῷδ᾽ ἐγὼ καθάρσιος—
καὶ ξυνδικήσων αὐτός· αἰτίαν δ᾽ ἔχω
580 τῆς τοῦδε μητρὸς τοῦ φόνου. σὺ δ᾽ εἴσαγε
ὅπως ‹τ᾽› ἐπίστᾳ τήνδε κύρωσον δίκην.
ΑΘ. ὑμῶν ὁ μῦθος, εἰσάγω δὲ τὴν δίκην.
ὁ γὰρ διώκων πρότερος ἐξ ἀρχῆς λέγων
γένοιτ᾽ ἂν ὀρθῶς πράγματος διδάσκαλος.

***
ΑΘΗΝΑ
Κήρυκα, κράξε κι ησυχία στο πλήθος κάμε
κ᾽ η σάλπιγγα η τυρρηνική η βροντοφωνούσα
γιομίζοντας μ᾽ ανθρώπινη εμπνοή ας σημάνει
περίτρανο διαλάλημα σ᾽ όλο το πλήθος·
570 γιατί πρέπει τώρα που το Κριτήριο τούτο
συνάζεται, σιωπή να γίνει, για να μάθει
κι όλη η πόλη τους νόμους μου που αιώνιοι θα ᾽ναι,
και σωστή νά ᾽βγει απόφαση κι αυτής της Δίκης.
ΧΟΡΟΣ
Άρχοντ᾽ Απόλλων᾽, όριζε σε κείνα πὄχεις·
τί έχεις να κάμεις και σ᾽ αυτό το πράμα, πε μας;
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ
Ήρθα και μάρτυράς του εδώ, γιατ᾽ αυτός είναι
κατά το νόμο ικέτης μου και πρόσφυγάς μου
και τον καθάρισ᾽ απ᾽ αυτόν εγώ τον φόνο,
κι ακόμα και συνήγορος, γιατ᾽ έχω ευθύνη
580 του φόνου της μητέρας του· μα εσύ τη δίκη
άνοιξε και μια απόφαση βγάλε όπως ξέρεις.
ΑΘΗΝΑ
Τη δίκη ανοίγω και σε σας το λόγο δίνω,
γιατ᾽ είναι που ο κατήγορος μιλώντας πρώτος
θα έμπαζε στην υπόθεση σωστά έναν άλλο.

Ο Άνταμ Σμιθ, η εργασία και η ηλιθιότητα

Το ότι η εργατικότητα αποτελεί προσόν δε χρειάζεται συζήτηση. Με τη δουλειά προκόβει κανείς. Ο εργατικός άνθρωπος πάει μπροστά. Προσφέρει. Είναι χρήσιμος. Παραγωγικός. Κι ως εκ τούτου ευυπόληπτος. Άξιος σεβασμού. Αντιθέτως ο τεμπέλης είναι άχρηστος. Παρασιτικός. Δε χαίρει εκτιμήσεως. Αλίμονο στην οικογένεια που φέρει έναν τεμπέλη στους κόλπους της. Θα φέρει βάρος για μια ζωή. Ο τεμπέλης είναι μόνο λόγια. Θα κάνει το ένα. Θα κάνει το άλλο… Τελικώς δεν κάνει τίποτε. Κι έτσι αρχίζουν οι θεωρίες. Έφταιγε αυτό. Έφταιγε εκείνο. Ο τεμπέλης δεν πρόκειται να παραδεχτεί την τεμπελιά του. Ο τεμπέλης είναι ικανός να επικαλεστεί οτιδήποτε προκειμένου να ρίξει τις ευθύνες αλλού. Ο εργατικός είναι ο άνθρωπος που δέχεται με προθυμία να ανταλλάξει το χρόνο του με χρήμα. Ο τεμπέλης όχι. Προτιμά το χρόνο του. Προτιμά να ασχολείται μόνο με τα πράγματα που τον ευχαριστούν.
 
Ο τεμπέλης οικογενειάρχης που αφήνει τα παιδιά του στο έλεος της μοίρας προκειμένου να μη δουλέψει είναι πρωτίστως ανεύθυνος. Η κοινωνική κατακραυγή έχει σαφώς λογική βάση. Γιατί αυτού του είδους η τεμπελιά δεν είναι τίποτε άλλο από τον εγωισμό που τα θέλει όλα δικά του. Και οικογένεια και σπιτικό και καμία υποχρέωση. Η μομφή εδώ είναι ξεκάθαρη. Και έχει ξεκάθαρο ηθικό βάρος.
 
Αλλά, ακόμη κι αν υποθέσουμε την περίπτωση του συνειδητοποιημένου τεμπέλη, που δεν κάνει οικογένεια και που ψευτοζεί από ένα μπαχτσέ που κληρονόμησε, τα σχόλια δε θα είναι λιγότερα. Πώς είναι έτσι το σπίτι…. πως το αφήνει να ρημάζει….. πού είναι ο πατέρας του να δει τη ντροπή….. με τα ίδια τριμμένα ρούχα σαν το ρεμάλι… κτλ. Ακόμη κι αυτοί που μπορούν να δεχτούν την τεμπελιά ως επιλογή – θεωρητικά πάντα – θα δυσφορήσουν μπροστά στο μέγεθος της κακομοιριάς. Το ότι η τεμπελιά αυτής της περίπτωσης δεν επιβαρύνει κανένα δε φαίνεται να αλλάζει πολύ την κατάσταση. Λίγοι θα εκτιμήσουν την τιμιότητα της αποφυγής των οικογενειακών υποχρεώσεων. (Όμως ούτε κι αυτοί θα το αποδεχτούν). Οι περισσότεροι θα χρησιμοποιήσουν την έλλειψη οικογένειας ως επιπλέον αφορμή επικρίσεων, αφού, ποια θα γύριζε να δει αυτό το ρεμάλι…. κτλ. Η μομφή εδώ, μπορεί να μην έχει το ηθικό βάρος της πρώτης περίπτωσης, αλλά δε στερείται σφοδρότητας, εστιαζόμενη στη συνεπαγόμενη φτώχεια, που φτάνει στα όρια της αναξιοπρέπειας. Δεν είναι δυνατόν να ανέχεται κάποιος να ζει υπό αυτούς τους όρους προκειμένου να μη δουλέψει. Στο κάτω – κάτω, τι είναι…… ανάπηρος;
 
Όμως, ακόμη κι αν υποθέσουμε την περίπτωση του τεμπέλη που κληρονομεί πολλά λεφτά και τα κατασπαταλά χωρίς ποτέ να δουλέψει ή να αναλάβει την ελάχιστη υποχρέωση (ακριβώς για να υπηρετήσει την τεμπελιά του), και πάλι θα βρεθούμε μπροστά σε χαρακτηρισμούς. Ο τεμπέλης αυτού του είδους είναι επίσης αχαΐρευτος, αφού ξεπούλησε όλη την πατρική του περιουσία για να ζήσει πολυτελώς χωρίς να προσφέρει τίποτε. (Η διαφορά εδώ είναι ότι πολλοί θα τον ζηλέψουν). Ο άνθρωπος που εξαφανίζει την περιουσία που έχτισαν γενιές πίσω του δεν μπορεί να γίνει εύκολα αποδεκτός. Κατά κανόνα είναι αυτός που καταστρέφει και την επιχειρηματική δραστηριότητα που έφερνε πλούτο στην οικογένεια. Είναι ο αποτυχημένος. Είναι αυτός που δεν μπόρεσε να συνεχίσει το λαμπρό όνομα. Ο ανίκανος. Και γιατί όχι; Ο ανεύθυνος. Το μαύρο πρόβατο. Και στο κάτω – κάτω, τι κατάλαβε; Τα έφαγε όλα και ησύχασε. Θα τρίζουν τα κόκκαλα του πατέρα του….
 
Η τεμπελιά είναι αδύνατο να γίνει αποδεκτή κάτω από όλες τις συνθήκες. Ο τεμπέλης δεν πρόκειται ποτέ να γίνει πρότυπο. Γιατί ο τεμπέλης συμπεριφέρεται αυθορμήτως, κάνοντας ακριβώς αυτό που επιθυμεί, πράγμα που αντιβαίνει στην έννοια του καθήκοντος. Το καθήκον είναι το αντίθετο της καλοπέρασης. Το καθήκον είναι η συνείδηση ότι δεν μπορεί κανείς να κάνει ό,τι θέλει. Είναι η παραδοχή του μόχθου ως αναγκαία συνθήκη που δεν έχει μόνο βιοποριστικές, αλλά και ξεκάθαρα κοινωνικές διαστάσεις. Όποιος δε δουλεύει δεν τρώει…. επομένως δε δικαιούται και σεβασμό. Ο εργατικός εξοικονομεί χρήμα. Ο τεμπέλης εξοικονομεί χρόνο. Η κοινή γνώμη καταδικάζει τον τεμπέλη. Η κοινή γνώμη τάσσεται ξεκάθαρα υπέρ του χρήματος.
 
Κι αν η έννοια του τεμπέλη προκαλεί δυσφορία ως ακραία μορφή απραξίας, η εικόνα του ανθρώπου που εργάζεται και βιοπορίζεται αξιοπρεπώς, αλλά δεν έχει καμία διάθεση να κάνει τίποτε περισσότερο για επιπλέον χρήματα, επίσης δε χαίρει ιδιαίτερης εκτιμήσεως. Ο άνθρωπος που του προσφέρουν διευθυντικό πόστο στη δουλειά του με αυξημένες απολαβές, αλλά περισσότερη εργασία, και αρνείται, είναι μάλλον γραφικός. Πιθανότατα θα χαρακτηριστεί επίσης τεμπέλης. Δε δείχνει την πρέπουσα επαγγελματική φιλοδοξία. Προφανώς δεν έχει εμπιστοσύνη στον εαυτό του. Ευθυνόφοβος. Αν βέβαια είναι επιχειρηματίας και του προσφέρουν νέο πεδίο στην αγορά, που υπόσχεται κέρδη, και αρνηθεί για να μη δουλέψει περισσότερο, είναι σίγουρα τρελός. Η επιχείρησή του θα φαλιρίσει. Οι κανόνες της αγοράς δεν τα συγχωρούν αυτά.
 
Στο δίλημμα χρόνος ή χρήμα βρισκόμαστε μπροστά στην απόλυτη προτεραιότητα του χρήματος. Ο μέσος άνθρωπος είναι διατεθειμένος να δουλέψει μέχρι εξαντλήσεως αρκεί να τον διαβεβαιώσουν ότι θα πληρωθεί ικανοποιητικά. Οι διαθέσεις του σύγχρονου καπιταλισμού που θέλουν την εξαντλητική εργασία χωρίς τις αντίστοιχες απολαβές, μπορεί να αλλάζουν τα δεδομένα, αφού πλέον η υπερεργασία αφορά την επιβίωση, αλλά δεν αλλάζουν την ουσία της επικρατούσας αντίληψης, καθώς κανείς (ή τουλάχιστον ελάχιστοι) δεν πρόκειται να πει όχι στην αύξηση των εισοδημάτων του, όσα λεφτά κι αν βγάζει. Η διάθεση του χρόνου στο βωμό του χρήματος λειτουργεί ως κάτι αυτονόητο, σαν να μην είναι ο χρόνος της ζωής περιορισμένος ή σαν να πρόκειται για κάτι ξένο, κάτι έξω από τις τρέχουσες καθημερινές προτεραιότητες. Μπροστά στο επιπλέον εισόδημα, που στρεβλά θεωρείται κέρδος, εκμηδενίζονται ακόμη και τα όρια των ανθρωπίνων δυνατοτήτων. Ο Άνταμ Σμιθ γράφει: «Οι στρατιώτες μας δε θεωρούνται ως η πιο επιμελής ομάδα μεταξύ όλων των άλλων. Ωστόσο, όταν χρησιμοποιούνται σε κάποια χαρακτηριστικά είδη εργασίας και αμείβονται γενναιόδωρα με το κομμάτι, οι αξιωματικοί τους συχνά αναγκάζονται να συμφωνήσουν ρητώς με τον εργολάβο ότι δε θα πρέπει να τους επιτρέπεται να κερδίζουν πάνω από ένα συγκεκριμένο ποσό την ημέρα, ανάλογα με το ύψος της αμοιβής με την οποία πληρώνονται. Μέχρις ότου συναφθούν αυτές οι συμφωνίες, η αμοιβαία άμιλλα και η επιθυμία του μεγαλύτερου κέρδους συχνά τους ωθούσαν στο να εργάζονται οι ίδιοι πέρα από τις δυνάμεις τους και να βλάπτουν την υγεία τους λόγω υπερβολικής εργασίας».
 
Η υπόσχεση του επιπλέον μισθού που λειτουργεί ως κίνητρο της επιπλέον εργασίας μετατρέπει τον άνθρωπο σε κατοικίδιο που αν του γεμίσουν το πιάτο δεν ξέρει πότε να σταματήσει να τρώει. Η διαρκής αναζήτηση της ευκαιρίας, που μεταφράζεται μόνο ως χρηματική απολαβή, καθιστά αδύνατη οποιαδήποτε ισορροπία. Αν ο άνθρωπος μπει για τα καλά στο χώρο του χρήματος μπορεί να δουλεύει απ’ το πρωί ως το βράδυ για όλη του τη ζωή. Το χρήμα μετατρέπεται από μέσο σε αυτοσκοπός, γίνεται δηλαδή νόημα ύπαρξης. Βρισκόμαστε μπροστά στον ορισμό της ανελευθερίας που γίνεται εθελοντικά στο πλαίσιο της εξασφάλισης. Κι αν δεχτούμε ότι η ασφάλεια που παρέχει το χρήμα δεν αφορά μόνο τις δύσκολες στιγμές που μπορεί να έρθουν, αλλά και την αξιοπρέπεια της διαβίωσης, αντιλαμβανόμαστε ότι βρισκόμαστε μπροστά στο καθημερινό ανελεύθερο που γίνεται στο όνομα της ελευθερίας. Γιατί το χρήμα, ως εγγυητής στην πρόσβαση όλων των αγαθών, εξασφαλίζει την ελευθερία. Γιατί ελεύθερος είναι αυτός που μπορεί να έχει ό,τι θέλει. Γιατί η ελευθερία μετριέται μόνο σε σχέση με την προσβασιμότητα σε αγαθά. Γιατί αυτός που μπορεί να έχει τα καλύτερα είναι ο πετυχημένος.
 
Αν αναλογιστούμε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι ισχυρίζονται ότι είναι διατεθειμένοι να δουλέψουν σκληρά με σκοπό να κάθονται στο μέλλον (μέλλον που κατά κανόνα δεν έρχεται ποτέ), βρισκόμαστε μπροστά στο πιο αντιφατικό αδιέξοδο, που θέλει την αναγνώριση του χρόνου ως υπέρτατο αγαθό, το οποίο όμως είναι πάντα μελλοντική συνθήκη. Κι όσο πιο πολλά λεφτά βγάζει κάποιος τόσο περισσότερο πρέπει να παρατείνει το εργασιακό παρόν για χάρη του καλύτερου μέλλοντος. Γιατί οι ανάγκες και οι όροι που εξασφαλίζουν την αξιοπρεπή ζωή είναι ελαστικές έννοιες. Για την ακρίβεια όσα λεφτά βγάζει κάποιος τόσες ανάγκες έχει. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερος φόβος από την πτώση του βιοτικού επιπέδου. Από το χάσιμο των καθημερινών συνηθειών που διαμορφώθηκαν κατά σύμβαση. Από αυτή την άποψη ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να παραμείνει στο ανελεύθερο. Γιατί την έννοια του χρόνου την κατανοεί μονάχα θεωρητικά. Γιατί δε συνειδητοποιεί ότι η ελευθερία μετριέται με το μέγεθος του ελεύθερου χρόνου. Ότι πραγματικά ελεύθερος είναι αυτός που διαχειρίζεται το χρόνο του όπως ο ίδιος θέλει. Ότι η ποιότητα της ζωής αφορά την καθημερινότητα κι όχι τις ελάχιστες αργίες ή τις διακοπές. Ο άνθρωπος, αν και έχει πλήρη επίγνωση της θνησιμότητάς του, στο βάθος θεωρεί ότι ο χρόνος θα είναι άπειρος. Κι αυτό είναι ο πυρήνας της ανθρώπινης δυστυχίας.
 
Η απληστία, η αντικατάσταση των πάντων με το χρήμα, οι πόλεμοι, τα αδυσώπητα συμφέροντα που τσαλαπατούν τους ανθρώπους, η μόλυνση της γης για το κέρδος κλπ, λένε πολλοί ότι κρύβουν τη συνείδηση του εφήμερου, που νομιμοποιεί όλα τα μέσα προκειμένου να επιτευχθεί στη γη ο ατομικός παράδεισος του καθενός – άσχετα αν προϋποθέτει την κόλαση των άλλων. Στην ουσία όλα αυτά δεν τα προκαλεί το εφήμερο, αλλά το αιώνιο. Η συσσώρευση του πλούτου έχει φτάσει σε τέτοια επίπεδα, που μόνο η αθανασία θα μπορούσε να δικαιολογήσει. Η επίγνωση του εφήμερου, δεν είναι παρά η επίγνωση του μηδαμινού απέναντι στο άπειρο του χρόνου. Και η επίγνωση του μηδαμινού δεν έχει άλλη επιλογή από την απλότητα. Ο άνθρωπος δε νιώθει μηδαμινός. Ο άνθρωπος νιώθει το κέντρο του σύμπαντος. Κι εδώ βρισκόμαστε πλέον στην καρδιά της ανθρώπινης ηλιθιότητας, που είναι και η πηγή κάθε δυστυχίας. Η έπαρση, η διαρκής αναζήτηση της εξουσίας, η αίσθηση της υπεροχής που δικαιωματικά μας ανήκει, δεν είναι τίποτε άλλο από την πιο άγρια όψη της ηλιθιότητας, που καταδεικνύει το απύθμενο της υπαρξιακής κενότητας. Η ανθρώπινη ιστορία είναι ανίκανη να διδάξει. Το παρόν είναι καταδικασμένο να φαντάζει αιώνιο. Η συνείδηση του εφήμερου ανήκει μόνο στους σοφούς.
 
Από αυτή την άποψη, ο τεμπέλης – με τη γραφική και ακίνδυνη έννοια που προαναφέρθηκε, όχι με την έννοια του αρπακτικού που προσπαθεί να αναρριχηθεί έρποντας και διατυμπανίζοντας το τίποτα που προσπάθησε – είναι ο άνθρωπος που, έστω αντανακλαστικά, παραιτείται προς όφελος της προσωπικής του ελευθερίας – αναλαμβάνοντας βέβαια και το κόστος. Γι’ αυτό και δεν πρόκειται να γίνει αποδεκτός. Γιατί ανατρέπει όλα τα καλούπια. Γιατί είναι ακατανόητος. Η απλή λογική επιβάλλει ότι ο καθείς οφείλει να σκεφτεί, τουλάχιστον στοιχειωδώς, το συμφέρον του. Και δεν υπάρχει πιο στοιχειώδες συμφέρον από το χρήμα. Ο Σμιθ προκειμένου να διακωμωδήσει τον αφελή τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος παραδίνεται στην πίστη ότι μπορεί να βγάλει χρήμα επικαλείται το μηχανισμό των λαχείων: «Τα δελτία των κρατικών λαχνών στην πραγματικότητα δεν αξίζουν την τιμή που πληρώνεται γι’ αυτά από τους αρχικά εγγεγραμμένους, ωστόσο πωλούνται συνήθως στην αγορά σε τιμές αυξημένες κατά 20%, 30%, μερικές φορές ακόμα και 40%. Μοναδική αιτία αυτής της ζήτησης είναι η απατηλή ελπίδα της απόκτησης κάποιου από τα μεγάλα βραβεία. Ακόμα και οι πιο νηφάλιοι άνθρωποι σπανίως αντιμετωπίζουν ως παραλογισμό την ιδέα του να πληρώνει κάποιος ένα μικρό ποσό για την πιθανότητα να κερδίσει δέκα ή είκοσι χιλιάδες λίρες, παρότι γνωρίζουν ότι ακόμη και αυτό το μικρό ποσό είναι ίσως 20% ή 30% μεγαλύτερο από το μέγεθος αυτής της πιθανότητας».
 
Αποδεχόμενοι ότι κανείς δεν είναι διατεθειμένος να πληρώσει ούτε δεκάρα παραπάνω για κάθε προϊόν που αγοράζει, ακριβώς γιατί αυτό αντιβαίνει κάθε έννοια συμφέροντος, γίνεται κατανοητό ότι το μόνο που μπορεί να πληρωθεί (με πλήρη επίγνωση) πάνω από την αξία του είναι η ελπίδα για μελλοντικά κέρδη. Ο άνθρωπος είναι παντελώς ανίσχυρος μπροστά στην προοπτική του κέρδους. Μπορεί να κινηθεί από την τίμια εκδοχή της κατάθεσης ολόκληρου του χρόνου του – δηλαδή της ζωής του – δουλεύοντας από το πρωί ως το βράδυ, μέχρι τη διάπραξη όλων των εγκλημάτων. Κι ας μην προτρέξει κανείς να πει ότι ο Σμιθ ήταν εκείνος που υπερασπίστηκε την ηθική νομιμοποίηση του κέρδους θεμελιώνοντας τις καπιταλιστικές αρχές, γιατί το κέρδος ήταν έννοια πολύ γνωστή από τις πολύ πριν τον καπιταλισμό εποχές. Κι ούτε ήταν αυτός που ύμνησε την υπερεργασία. (Αντιθέτως κάνει ειδική μνεία στην αναγκαιότητα της χαλάρωσης, υπογραμμίζοντας ότι αυτός που δουλεύει μεθοδικά και σταθερά σε λογικά ωράρια, είναι και πιο αποδοτικός και ικανός να δουλέψει πολλά χρόνια, σε αντίθεση μ’ εκείνον που εργάζεται υπερβολικά, ο οποίος πολύ γρήγορα θα καταρρεύσει). Ο Σμιθ αντέταξε το δικαίωμα στο κέρδος απέναντι στο φαρισαϊσμό των γαιοκτημόνων που μεμφόταν ηθικά την αστική τάξη για να μην ορθώσει ανάστημα (σάμπως οι ίδιοι να αποσκοπούσαν σε κάτι άλλο) κι από την πλευρά του, ως προς αυτό – και πάντα στο πλαίσιο της εποχής – είχε δίκιο. Από κει και πέρα, η διαχείριση του χρόνου και τα όρια στην επιθυμία του κέρδους είναι υπόθεση των ανθρώπων. Και χρειάζεται πολύ προσοχή, γιατί, όπως φαίνεται, ο άνθρωπος είναι ιδιαιτέρως ευάλωτος σ’ αυτού του είδους τα παιχνίδια: «….. στα μαθηματικά δεν υπάρχει τίποτα πιο βέβαιο από το ότι όσο περισσότερα δελτία παίζει κανείς, τόσο πιθανότερο είναι να βγει χαμένος. Αποτολμήστε να αγοράσετε όλα τα δελτία ενός λαχνού και θα είστε σίγουρα χαμένος. Όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των δελτίων σας, τόσο περισσότερο προσεγγίζετε αυτή τη βεβαιότητα».
 
Άνταμ Σμιθ: Έρευνα για τη φύση και τις αιτίες του πλούτου των εθνών

Αντιγόνη

Η Αντιγόνη ιδιαιτέρως αξίζει να μπει στην πρώτη γραμμή· το έργο είναι αντιπροσωπευτικό του τρόπου με τον όποιο ό Σοφοκλής δίνει σ' ένα θρύλο το τραγι­κό του νόημα. Η χρονολογική έκθεση δεν θα έπρεπε ν' αρχίσει απ’ αυτή (εφόσον γράφτηκε το 442-1), γιατί ο Αίας και οι Τραχίνιες είναι φυσικά παλαιότερες, αλλά όπως η Πολιτεία του Πλάτωνα έτσι κι η Αντιγόνη προσφέρεται για μια άνετη ανά­γνωση, ενώ τα άλλα έργα παρουσιάζουν εικόνα μειωμένη.
 
    Η Αντιγόνη, παρά την ρητή διαταγή στη Θήβα, έθαψε τον αδελφό της Πολυνείκη, που σκοτώθηκε στην αδελφοκτόνο μο­νομαχία με τον Ετεοκλή: πρέπει να πληρώσει με τη ζωή της την πρωτοβουλία της. Αυτή είναι η βασική υπόθεση. Τώρα μπορούμε να εξάρουμε στο ύψος των γεγονότων μερικές ιδιόρ­ρυθμες λεπτομέρειες, που φαίνονται επινοήσεις του Σοφοκλή. Η Αντιγόνη στο έργο δρα μόνη της χωρίς τη βοήθεια της α­δελφής της· αυτός πού την καταδιώκει είναι ό Κρέοντας, ο νέος βασιλιάς, κι όχι ο γιος του Ετεοκλή. Από τη μια πλευρά λοιπόν έχομε μια μεμονωμένη πράξη κι από την άλλη μια τι­μωρία, που στηρίζεται στην εξουσία. Απ’ εδώ γεννώνται πολ­λές αντιθέσεις, που εξουσιάζουν όλο το έργο.
 
    Οι αντιθέσεις αντιστοιχούν στις τέσσερις μεγάλες σκηνές του έργου : κάθε σκηνή αντιπαραβάλλει δύο πρόσωπα, κάθε σκηνή προσφέρει μιαν αντίθεση. Στην αρχή η Αντιγόνη εναν­τιώνεται κατά της αδελφής της Ισμήνης. Στο τέλος ό Κρέον­τας τα βάζει με τον γιο του Αίμονα, έπειτα με τον μάντη Τειρεσία. Στο μέσο, στους στίχους 441 ως 525, βρίσκεται αντίθετος με την Αντιγόνη.
 
Υπάρχει λοιπόν μια κεντρική σύγκρουση, που εξουσιάζει το έργο —και για καθένα από τα δύο κύρια πρόσωπα μια ή δύο συγκρούσεις με άλλα πρόσωπα, που συμβάλλουν στον καθο­ρισμό των ελατηρίων της δράσης τους.
 
    Το ότι μάλιστα το έργο αρχίζει με τη συνομιλία των δύο αδελφών, που είναι τόσο διαφορετικές—η μια αφοσιωμένη στον νεκρό, θαρραλέα, αντιμετωπίζει τα πάντα, η άλλη δειλή, ανί­κανη να επιχειρήσει κάτι που είναι ανέφικτο—αποτελεί εύρημα για όποιον θέλει να εξάρει τον ηρωισμό της Αντιγόνης. Η Αντι­γόνη κάνει αυτό που η Ισμήνη δεν τολμά να κάνει. Το κάνει αδί­στακτα· και ξέρει γιατί το κάνει.
 
    Η Ισμήνη όμως διαφωνεί με την Αντιγόνη μόνο στη δυνα­τότητα να δράσει όπως αυτή θέλει· λέει αμυνόμενη : «εγώ δεν τα περιφρονώ, αισθάνομαι όμως ανίκανη να πράξω κάτι ενάντια στην θέληση των πολιτών». (Αντιγόνη 78-79): ἐγώ μέν οὐκ ἄτιμα ποιοῦμαι, τό δέ βίᾳ πολιτῶν δρᾶν ἔφυν ἀμήχανος. Συντελεί στο να δείξει λοιπόν με την αντίθεση το θάρρος της Αν­τιγόνης, χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους καμιά σύγκρουση αρχών αυτή η φιλονικία προορίζεται για τη σκηνή με τον Κρέοντα. Τότε ξεσπά η αντίθεση μεταξύ δύο κανόνων ζωής, δύο μορφών ιδανικών, δύο ειδών καθηκόντων.
 
    Οι αρχές του Κρέοντα είναι γνωστές από τη στιγμή πού εμφανίζεται· γιατί τα πρόσωπα του Σοφοκλή έχουν μανία να εξωτερικεύονται, να λένε ποιοι είναι Οι κανόνες της διαγωγής τους : «Είναι ωστόσο δυνατό να γνωρίσει κανείς καλά την ψυ­χή, τα αισθήματα, τις αρχές ενός οποιουδήποτε ανθρώπου, αν αυ­τός ο άνθρωπος δεν φανεί ποιός είναι στην άσκηση της εξουσίας κυβερνώντας και υπαγορεύοντας τους νόμους. Έ λοιπόν, αυ­τή είναι η γνώμη μου» (Αντιγόνη 175 - 77) : ἀμήχανον δέ παν­τός ἀνδρός ἐκμαθεῖν ψυχήν τε καί φρόνημα καί γνώμην, πρίν ἄν ἀρχαῖς τε καί νόμοισιν ἐντριβής φανῇ. Έτσι λοιπόν οι αρ­χές του Κρέοντα στρέφονται όλες γύρω από την πόλη και την αφοσίωση που αυτή απαιτεί: γι’ αυτό απαγόρευσε να ταφεί ο Πολυνείκης, επειδή πολέμησε εναντίον της. Ως προς τις αρχές που εμπνέουν την Αντιγόνη είναι πολύ διαφορετικές. Σαν μοναδικούς της νόμους γνωρίζει τις υψηλές ηθικές αρχές, που έχουν εγγυητές τους θεούς· και στη διαταγή του Κρέοντα αντιτάσσει τη διαταγή του Δία : «Δεν φανταζόμουν ότι οι δικές σου απαγορεύσεις είναι αρκετά ισχυρές, για να επιτρέψουν σε ένα θνητό να παραβεί άλλους νόμους, άγραφους νόμους, ακλό­νητους νόμους των θεών. Αυτοί δεν είναι ούτε σημερινοί ούτε χθεσινοί, άλλα αιώνιοι και κανείς δεν ξέρει πότε εμφανίστηκαν. Μπορώ λοιπόν να εκτεθώ στην εκδίκηση των θεών για παρά­βαση αυτών των. νόμων από φόβο οποιουδήποτε;» (Αντιγόνη 453 - 60) : οὐδέ σθένειν τοσοῦτον ᾠόμην τά σά κηρύγμαθ' ὥστ' ἄγραπτα κἀσψαλῆ θεῶν νόμιμα δύνασθαι θνητόν ὄνθ' ὑπερδραμεῖν. οὐ γάρ τι νῦν γε κἀχθές, ἀλλ' ἀεί ποτέ ζῇ ταῦτα, κοὐδείς οἶδεν εξ ὅτου 'φάνη. τούτων ἐγώ οὐκ ἔμελλον, ἀνδρός οὐδενός φρόνημα δείσασ', ἐν θεοῖσι την δίκην δώσειν.
 
    Ειπώθηκε πώς η σύγκρουση Αντιγόνης και Κρέοντα απει­κονίζει τη σύγκρουση των οικογενειακών καθηκόντων προς το κρατικό δίκαιο. Είναι και δεν είναι αλήθεια· γιατί ό Κρέοντας, πού είναι αυταρχικός κι εγωιστής δεν ενεργεί για τα συμφέρον­τα του Κράτους—στο τέλος θα το παραδεχτεί. Η Αντιγόνη συνδυάζει στην απόφαση της οικογενειακή συναίσθηση με απλή ανθρωπιά και πολλή θρησκευτικότητα. Αλλά όλα αυτά τα ζεύ­γη καθηκόντων, οικογένεια και Κράτος, φιλανθρωπία και εξου­σία, θρησκεία και σεβασμός των νόμων, σχηματίζουν τόσες συγκρούσεις όσες σε μερικές σκηνές όρθωσε ο Σοφοκλής ολοζώντανες μπροστά μας.
 
    Στο υπόλοιπο έργο οι δύο σκηνές πού ακολουθούν, και στις όποιες ο Κρέοντας υποβάλλεται στα επιχειρήματα του γιου του Αίμονα, έπειτα στα επιχειρήματα του μάντη Τειρεσία, συνεχί­ζουν και μετά την αποχώρηση της ηρωίδας την ανάλυση των αρχών, οι οποίες συνηγορούν υπέρ αυτής. Ό Αίμονας αντιπρο­σωπεύει την ανθρώπινη φύση και λίγο την πολιτική έννοια· γιατί ο Αίμονας στηρίζεται στην κοινή γνώμη και ζητά από τον πατέρα του να μην είναι τόσο άτεγκτος, με το να μην ακούει κα­μιά γνώμη : «δεν τα λέει αυτά ο λαός της Θήβας—Η Θήβα έχει λοιπόν διαταγές να μου δώσει;—θέλεις λοιπόν να μιλάς μόνος σου και να μην σου απαντούν;» (Αντιγόνη 733 - 34 και 757): οὐ φησί θήβης τῆσδ' ὁμόπτολις λεώς. — πόλις γάρ ἡμῖν ἁμέ χρή τάσσειν ἐρεῖ; — βούλῃ λέγειν τι καί λέγων μηδέν κλύειν; Ό Τειρεσίας πάλι αντιπροσωπεύει τη θρησκεία· και εξαγγέλ­λει την οργή των θεών. Ο βασιλιάς ωστόσο εξοργίζεται· ως τώρα δείχτηκε τυραννικός· θα εξακολουθήσει να είναι άσεβης; υποχωρεί τέλος· αλλά υποχωρεί πολύ αργά. Η Αντιγόνη κι ο Αίμονας θα πεθάνουν, πριν μάθουν πώς θα ερχόταν να τους απε­λευθερώσει.
 
    Σε κάθε μια από τις τέσσερις σκηνές τα πρόσωπα αντιμά­χονται δύο-δύο, κάποτε σε ρωμαλέα και παλλόμενα χωρία, όπου εκδηλώνουν όλη τους την πίστη, έπειτα, πολύ συχνά, σε σύντομους και ηχηρούς διάλογους - κάθε στίχος άπαντα στον προηγούμενο - ώστε ή δριμύτητα των αντιθέσεων συμβάλλει στο να φωτίζει τις καταστάσεις και να δίνει στις διάφορες απο­φάσεις ξεκάθαρες περιγραφές.
 
    Όλο το έργο εκτυλίσσεται μέσα σ' αυτές τις αντιθέσεις, πού μοιάζουν με δοκιμασία ενός ηθικού ιδεώδους.
 
Από το άλλο μέρος ο χορός παρακολουθεί ανήσυχος αύτη τη ζωηρή συζήτηση, πού τον εκπλήσσει. Στην αρχή ψάλλει τον επινίκιο παιάνα. Όταν μαθαίνει πώς ο Πολυνείκης τάφηκε, υμνεί την εφευρετικότητα του ανθρώπου και τη δυστυχία, που συνεπάγεται η κακή χρήση της ανθρώπινης ευφυΐας. Ψάλλει την καταστροφή, όταν καταδικάζεται η Αντιγόνη, τον έρωτα, μετά τη σκηνή του Αίμονα, μνηστήρα της Αντιγόνης, τις μεγάλες μυθολογικές αντιξοότητες, όταν παίρνουν την Αντιγόνη. Όταν όλα φαίνονται να τακτοποιούνται, προσεύχεται στον Διόνυσο. Ο χορός στο εξής είναι απ’ έξω, στο περιθώριο. Ολόκληρη η τραγωδία βρίσκεται στον διαπληκτισμό των προσώπων.