Τρίτη 24 Οκτωβρίου 2017

Ελπίδα

Κάπου βαθιά μέσα μας κατοικεί μια φωνή. Δεν έχει λέξεις, ούτε μουσική. Είναι άδεια. Είναι γεμάτη μα δεν θυμίζει βρυχηθμό. Είναι απλώς μια φωνή, σαν τα νερά της πιο γαλήνιας λίμνης, σαν την πιο τρυφερή νιφάδα του πρώτου χιονιού.

Την ακούνε μόνο τα σκυλιά καμιά φορά το βράδυ και δακρύζουν. Την ακούνε και γελάνε με την καρδιά τους κάτι παιδιά στις αλάνες που δεν θυμούνται τα ονόματά μας. Ζούνε σ’ ένα παρελθόν που ξεχνάμε τ΄ όνομά του. Όμως υπάρχει μέσα μας αυτή η φωνή.

Μάθαμε να την κρύβουμε καλά. Την κρατάμε απ’ το λαιμό κάθε που πάει να βγει. Την πνίγουμε κάτω από τα μαξιλάρια των κραυγών μας, κι έτσι μοναχά μιλάμε – με κραυγές.

Μα λίγο πριν αυτή σωπάσει, λίγο πριν πνιγεί, την βγάζουμε από τα μουχλιασμένα νερά της ματωμένης μας συνείδησης και της δίνουμε το φιλί της ζωής. Πρέπει να σωθεί λίγο πριν χαθεί.

Επειδή, αυτή, ασθματική κι αδύναμη καμιά φορά μας μιλάει στη σοφή γλώσσα των ξωτικών.

Ψάξε μέσα στο ποτό, στον καπνό, στη σιωπή, στο μίσος, στον έρωτα, στην λήθη, στις μνήμες, στο δρόμο, στη θάλασσα, στον ουρανό, στο ταξίδι, στον παλιάτσο, στον ιππότη, στη νεράιδα. Ψάξε στο βλέμμα των ανθρώπων…

Κάπου εκεί κατοικεί αυτή φωνή.

Σαν το πιο όμορφο ψέμα!

Φερνάντο Πεσσόα: Εγώ και οι άλλοι

Φερνάντο Πεσσόα -Λαθρεπιβάτης της ζωής

»Ο κόσμος είναι ασφυκτικά γεμάτος από ιδιοφυΐες του καθημερινού. Μόνο όταν το καθημερινό γίνει καθολικό, μέσω μιας έντονης προσήλωσης στην καθολικότητα, μέσω μιας εμβάθυνσης σ’ αυτήν ικανής να οδηγήσει σε συνέπειες και πορίσματα, κατακτάται το δικαίωμα εισόδου στα ανάκτορα του μέλλοντος.

»Είναι η εξομολόγηση μου, κι αν δε λέω τίποτα, είναι που δεν έχω τίποτα να πω. Τι μπορεί δηλαδή να εξομολογηθεί κανείς που να αξίζει τον κόπο ή που να είναι χρήσιμο; Αυτό που μας έχει συμβεί, είτε συνέβη σ’ όλον τον κόσμο είτε μόνο σ’ εμάς. Στην πρώτη περίπτωση δεν έχουμε τίποτα το καινούριο να πούμε, στη δεύτερη κανείς δεν μπορεί να το καταλάβει.

»Αν η καρδιά μπορούσε να σκεφτεί, θα σταματούσε.

»Δεν υπάρχουν κανόνες. Όλοι οι άνθρωποι είναι εξαιρέσεις σε ένα κανόνα που δεν υπάρχει.

»Η ζωή για μένα είναι ένα πανδοχείο όπου πρέπει να σταθώ ότου έρθει η ταχυδρομική άμαξα για την άβυσσο. Δεν ξέρω που θα με πάει γιατί δεν ξέρω τίποτα. Θα μπορούσα να δω αυτό το πανδοχείο σαν μια φυλακή, γιατί είμαι υποχρεωμένος να περιμένω εκεί μέσα, θα μπορούσα και να το θεωρήσω σαν ένα χώρο ευχάριστης κοινωνικής συναναστροφής γιατί εκεί συναντιέμαι με άλλους ανθρώπους.

»Πλήξη είναι, να σε βαραίνει η ανία του κόσμου, η στεναχώρια του να ζεις, η κούραση του να έχεις ζήσει. Η πλήξη είναι, στην ουσία, η σαρκική συνείδηση της εκτεταμένης κενότητας των πραγμάτων. Αυτός όμως που βρίσκεται στο έλεος της πλήξης είναι καταδικασμένος σ’ ένα κελί δίχως όρια.

Φερνάντο Πεσσόα (Fernando António Nogueira de Seabra Pessôa)

Εγώ, ένας άλλος. Υπέροχα μοντερνιστής και προφήτης κάθε νέας λογοτεχνικής θεωρίας, ο Πεσσόα κατήργησε την έννοια του εαυτού στη γραφή, δίνοντας το προβάδισμα στη δύναμη της λέξης. Το έργο του παραμένει επίκαιρο, πέρα από τα δεδομένα της εποχής του.

Πορτογάλος ποιητής και συγγραφέας. Γεννήθηκε στη Λισαβώνα το 1888. Χάνει νωρίς τον πατέρα του. Το 1903 μπήκε πρώτος στο πανεπιστήμιο του Κεηπ Τάουν, κερδίζοντας και το Βραβείο της Βασίλισσας Βικτωρίας για την αγγλική γλώσσα. Το 1905 επέστρεψε στην Πορτογαλία και μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα να σπουδάσει φιλολογία στη Λισαβώνα, εγκατέλειψε τις σπουδές του και ασχολήθηκε με το εμπόριο για να εξασφαλίσει τα προς το ζην. Αντιπρόσωπος διάφορων εμπορικών οίκων στη Λισαβώνα, έζησε μια ζωή εργένης, συγκατοικώντας αρχικά με τη θεία του και αργότερα με την ετεροθαλή αδελφή του.

Σε ηλικία δεκαεπτά ετών επιστρέφει στη Λισαβώνα, που δεν θα την εγκαταλείψει ποτέ. Διαλέγει το επάγγελμα του συντάκτη-μεταφραστή και αναλαμβάνει την εμπορική αλληλογραφία μερικών οίκων της εμπορικής Κάτω Πόλης της Λισαβώνας, εργασία με πενιχρές αποδοχές, που όμως τον απαλλάσσει από τις δεσμεύσεις του ωραρίου και του συγκεκριμένου χώρου.

Το μεγαλύτερο μέρος του σπουδαίου έργου του έμεινε αδημοσίευτο ως το θάνατο του, 30 Νοεμβρίου 1935. Ως τότε, ο Πεσσόα είχε δημοσιεύσει το πρώτο του βιβλίο στα Πορτογαλικά, με τίτλο Mensagem, δύο πλακέτες με αγγλικά ποιήματα -γιατί ο Πεσσόα ως δίγλωσσος και έγραφε με μεγάλη άνεση στην αγγλική γλώσσα- καθώς και μερικά λογοτεχνικά και πολιτικά μανιφέστα. Ήταν επίσης γνωστός ως εκδότης της επιθεώρησης Athena (1924-25) και ως συνεργάτης σε διάφορα πρωτοποριακά έντυπα και κυρίως στο Orpheu (1915), όργανο του μοντερνιστικού κινήματος.

Μετά το θάνατο του, τα άπαντα του εκδόθηκαν σε οκτώ τόμους, υπογραμμένα με τα διάφορα ψευδώνυμα που χρησιμοποιούσε κατά καιρούς ο Πεσσόα και που, όπως έλεγε, εξέφραζαν τις διάφορες προσωπικότητες που συνυπήρχαν μέσα του: του «Αλβέρτο Καρέιρο», του «Αλβάρο δε Κάμπος» του «Ρικάρδο Ρέις».

Το 1915, η πορτογαλική λογοτεχνία θα σημαδευτεί από την κυκλοφορία του περιοδικού Ορφέας, που θα εισαγάγει τον μοντερνισμό στην πορτογαλική τέχνη (στην έκδοση του οποίου πρωτεργάτης είναι ο Φ. Πεσσόα) και κατά δεύτερο λόγο, από μια εντυπωσιακή ποιητική συλλογή του Αλβάρο Ντε Κάμπος. Είναι η στιγμή που γεννιέται ένα από τα καλύτερα “Εγώ” του Φ. Πεσσόα, ένας από τους καλύτερους ετερώνυμούς του, όπως ο ίδιος τους ονομάζει.

Μέχρι σήμερα, οι μελετητές του έργου του έχουν ανακαλύψει είκοσι επτά διαφορετικές προσωπικότητες που υπογράφουν γραπτά του Πεσσόα. Ανάμεσα τους ξεχωρίζουν ο αγγλόφωνος Αλεξάντερ Σερτς, από την εποχή της Νοτίου Αφρικής, ο Αλμπέρτο Καέιρο, ένας σοφός που συνθέτει τα ποιήματά του αποτραβηγμένος στην εξοχή, ο Ρικάρντο Ρέις, φιλόλογος, που προσπαθεί να αναμετρηθεί με τους αρχαίους κλασικούς, ο Άλβαρο ντε Κάμπος, μηχανικός, με παιδεία αγγλοσαξονική, που στο έργο του υμνεί την τεχνολογία και την έλευση των μοντέρνων καιρών. Χρειάστηκαν δεκαετίες για να μπορέσει όλη αυτή η παραγωγή να συγκεντρωθεί και να μελετηθεί ως έργο του Πεσσόα.

Όταν το 1935 πέθανε διαλυμένος από το ποτό σε ηλικία 47 ετών, βρέθηκε στο σπίτι του ένα μπαούλο με 27.453 χειρόγραφα, από τα οποία ένα μεγάλο μέρος μένει ακόμη να μελετηθεί και να εκδοθεί, επιφυλάσσοντας ενδεχομένως και άλλες εκπλήξεις στους επιμελητές. Ο Πεσσόα πέθανε γνωστός στους λογοτεχνικούς κύκλους, όμως ο πορτογαλικός λαός άργησε να αναγνωρίσει στα πολλά του πρόσωπα το συγγραφέα που εκφράζει τους πόθους του και τις αγωνίες του και να τον τιμήσει σαν τον εθνικό του ποιητή.

Τίποτα στο έργο του δεν είναι αυτό που φαίνεται, και κυρίως τίποτα δεν φαίνεται αυτό που είναι -ούτε το φύλο, ούτε καν το πρόσωπο. Κι αυτό τελικά οφείλει κάθε συγγραφέας απέναντι στο κείμενο, να το αφήνει να τραβάει τον δικό του δρόμο ως ένα αυτόνομο παιχνίδι που οι κανόνες χρήσης του δεν υπαγορεύονται από το υποκείμενο, αλλά από τις ίδιες τις λέξεις. Μόνο έτσι, άλλωστε, πορεύεται κάθε μελλοντική λογοτεχνία. Είναι σημαντικό, με αυτή την έννοια, το γεγονός ότι ο Πεσσόα δημοσίευσε με την υπογραφή του Άλβαρο ντε Κάμπος το μεγάλο του προφητικό μανιφέστο που όριζε τη λογοτεχνία του μέλλοντος, την ποίηση μιας εποχής στην οποία η ύπαρξη, θα έπαυε να έχει οποιοδήποτε νόημα, στην οποία η ύπαρξη θα ήταν ολότελα αδιάφορη. Σήμερα, σε μια εποχή έντονα και σχεδόν καθολικά απόλυτης αλλοτρίωσης και υπαρξιακής ακύρωσης, μπορούμε να νιώσουμε και να καταλάβουμε τον μηδενισμό και την απελπισία που στοίχειωσαν τα οράματα του Μπερνάρντο Σοάρες ή του Άλβαρο ντε Κάμπος.

Η πραγματικότητα για τη γραφή και τον λόγο του Πεσόα είναι ένα σύμπαν υπό μόνιμη αίρεση. Ένα σύμπαν που ενδεχομένως δεν υπήρξε ποτέ ή υπήρξε μόνο σε κάποια παράξενα όνειρα, μοίρα των οποίων ήταν να πετάξουν ξαφνικά και να χαθούν μακριά. Κι αν η τέχνη προσπαθεί εναγωνίως να κρατήσει και να ανασυγκροτήσει κάτι από αυτό το διαλυμένο όνειρο, δεν αποκλείεται να βρει εν κατακλείδι κάποια παρηγοριά για τον εαυτό της, αλλά δεν θα ανακουφίσει για τον ίδιο λόγο ούτε κατ’ ελάχιστον τη ζωή. Ένας καλλιτέχνης που επιχειρεί ξανά και ξανά τον αυτοπροσδιορισμό του, ξέροντας πως κανένας ορίζοντας δεν μπορεί να είναι εκ των προτέρων ανοιχτός και εγγυημένος. Μια φωνή που μιλάει, όπως κι αν τη ζυγίσουμε, στην καρδιά της σύγχρονης συνείδησης, της ζωντανής ζωής.

Tον Πεσσόα κατατρύχει η ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά και η μικρότητά της. Δημιουργεί το φανταστικό σύμπαν των ετερωνύμων του για να ξεφύγει από έναν κόσμο όπου πέπρωται να κυριαρχεί το Κακό – «η Άγνοια, ο Φανατισμός, η Τυραννία», το κατά συνθήκην και το συμβατικό, έναν κόσμο τον οποίο αδυνατεί να συμμεριστεί και μέσα στον οποίο στερείται την επικοινωνία.

Ανήκει στην ευγενική και σπαραχτική κατηγορία των ξένων· των ανήμπορων να ενταχθούν σε μια οποιασδήποτε μορφής συλλογικότητα. Κουβαλάει το σταυρό του αγόγγυστα, χωρίς να καταθέτει τα όπλα, ούτε να επουλώνει τα τραύματα της μοναχικής του πορείας. Και, με τον τρόπο αυτό, ψηλαφίζει τα όριά του και τα όριά μας. Η εποχή μας τον ανακαλύπτει αναδρομικά, αναγνωρίζοντας, επιτέλους, στην αγωνία του τη δική μας αγωνία.

Ο Πεσσόα ανακαλύπτει έναν λόγο πέρα από το ορατό, ορίζει το παράλογο και αναδεικνύει ως βασική δυναμική την ΑΜΦΙΒΟΛΙΑ. Μιλάει με τον πιο ποιητικό τρόπο για θέματα ταμπού όπως η σοδομία, βγάζει τη γλώσσα στη λογική, φλερτάρει με την ανομία. Ακόμα κι όταν όλα δείχνουν ότι πρόκειται για την πιο απτή ιστορία, αυτός επιβάλλει την έκπληξη (ίσως γι’ αυτό του άρεσαν και τόσο τα αστυνομικά) χαρακτηριστικό είναι ότι το Πρωτότυπο Δείπνο ξεκινάει με ένα αβρό κάλεσμα μεταξύ των μελών ενός κλειστού ομίλου για να καταλήξει στον φόνο που φτάνει συμβολικά μέχρι την ανθρωποφαγία. Δίνοντας μας την πρώτη ανατροπή της αντιστοιχίας ανάμεσα στο νόημα και στη λέξη, επιμένοντας ότι τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται.

Η αιτιακή εξήγηση έχει ανατραπεί και τη θέση της έχει πάρει η ΑΜΦΙΒΟΛΙΑ. Στόχος είναι να ταραχθούν οι λογικοφανείς -κι όχι λογικότροπες- εξηγήσεις της αφήγησης και να διεγερθεί η κριτική σκέψη, «η οποία, όμως, άπαξ και διεγερθεί, θα καταλύσει όλες τις ψευδαισθήσεις του που σχετίζονται με την ανθρωπότητα, η οποία, ως γνωστόν, αδιαφορεί για την ανθρωπότητα και τη δικαιοσύνη, στην οποία, ούτως ή άλλως, κανείς δεν πιστεύει».

Ο συγγραφέας πρέπει πάντα να γράφει σαν τον Ηρόστρατο, δηλαδή σαν απόλυτος καταστροφέας του σύμπαντος, αλλά και του εαυτού του, έτοιμος να χρησιμοποιήσει τη λέξη με τον πλέον απόλυτο τρόπο, σαν να είναι η τελευταία του μέρα κι η τελευταία ώρα, πέρα από τις πρόσκαιρες ανάγκες του περιβάλλοντος ή της εποχής του.

«Η επίμονη προσπάθεια που χρειάζεται για να δημιουργηθεί ακόμα κι ένα καλό σύντομο ποίημα υπερβαίνει τη δημιουργική ανικανότητα, την ευτέλεια της κατανόησης, τη ματαιότητα της ειλικρίνειας, τη διαταραγμένη έλλειψη της φαντασίας, που χαρακτηρίζει την εποχή μας. Όταν ο Μίλτον έγραφε ένα σονέτο, έγραφε σαν η ζωή του να εξαρτιόταν από αυτό και μόνο το σονέτο» τόνιζε ο Πεσσόα για την ανάγκη του λογοτέχνη ή του ποιητή να είναι πάντα μπροστά και πέρα από τον χώρο και τον χρόνο όπου έζησε. Γι’ αυτό και ο ίδιος δεν υπήρξε ποτέ ο κλασικός εκπρόσωπος μιας πολυτάραχης εποχής, αλλά ένας άλλος, μια πυρπολημένη λέξη, μια κατηργημένη εξήγηση και μια δημιουργική αντίφαση που θα λάμπει ανά τους αιώνες.

«Η ώρα του Διαβόλου»

«Πώς είναι δυνατόν να υποστηρίζουμε κάτι και ταυτόχρονα να το αρνούμαστε;»

«Είναι ο νόμος της ζωής, καλή μου κυρία. Το σώμα ζει γιατί αποσυντίθεται, όχι όμως εντελώς. Αν δεν αποσυντίθετο ανά πάσα στιγμή, θα ήταν ορυκτό. Η ψυχή ζει γιατί βρίσκεται συνεχώς υπό το κράτος του πειρασμού, παρότι ανθίσταται. Οτιδήποτε ζει εναντιώνεται σε κάτι. Και εγώ είμαι αυτός προς τον οποίο εναντιώνονται τα πάντα. Αλλά, αν δεν υπήρχα, τίποτα δεν θα υπήρχε, γιατί δεν θα υπήρχε κάτι στο οποίο να εναντιωθεί κανείς, όπως το περιστέρι του μαθητή μου του Καντ, το οποίο επειδή πετάει εύκολα στον ελαφρύ αέρα, θεωρεί ότι θα μπορούσε να πετάξει καλύτερα στο κενό».

«Η μουσική, το σεληνόφως και τα όνειρα είναι τα μαγικά όπλα. Ωστόσο ως μουσική δεν πρέπει να νοείται μόνον η μουσική που παίζεται, αλλά κι εκείνη που δεν θα παιχθεί ποτέ. Ούτε και ως σεληνόφως πρέπει να νοείται αυτό που προέρχεται από τη σελήνη και κάνει τα δέντρα να φαίνονται μεγαλύτερα. Υπάρχει κι άλλο σεληνόφως, που δεν το εξουδετερώνει ούτε και ο ίδιος ο ήλιος, και σκοτεινιάζει καταμεσήμερο αυτό που τα πράγματα παριστάνουν ότι είναι. Μόνο τα όνειρα είναι πάντοτε αυτό που είναι. Είναι εκείνο το μέρος του εαυτού μας όπου γεννηθήκαμε και όπου είμαστε πάντοτε εμείς, ο εαυτός μας».

«Αλλά, αν ο κόσμος είναι δράση, πώς γίνεται και το όνειρο αποτελεί μέρος του κόσμου;»

«Είναι γιατί το όνειρο, καλή μου κυρία, είναι δράση που έγινε ιδέα, και γι” αυτόν το λόγο διατηρεί τη δύναμη του κόσμου απορρίπτοντας την ύλη, δηλαδή το να υπάρχει κανείς μέσα στο χώρο. Μήπως δεν είναι αλήθεια ότι μέσα στο όνειρο είμαστε ελεύθεροι;»

«Ναι, και τι θλίψη να ξυπνάει κανείς»

«Ο καλός ονειροπόλος δεν ξυπνά. Δεν ξύπνησα ποτέ. Ο ίδιος ο Θεός πιστεύω πως κοιμάται διαρκώς. Μου το είπε κάποτε»

Εκείνη τον κοίταξε αναρριγώντας και ξαφνικά ένιωσε φόβο, ένα συναίσθημα από τα κατάβαθα της ψυχής της που ποτέ της δεν είχε δοκιμάσει.

«Μα επιτέλους, ποιος είστε; Γιατί είστε έτσι μεταμφιεσμένος;»

«Θα απαντήσω με μία μόνο απάντηση και στις δύο σας ερωτήσεις. Δεν είμαι μεταμφιεσμένος».

«Πώς;»

«Καλή μου κυρία, είμαι ο Διάβολος. Ναι, είμαι ο Διάβολος. Αλλά μη με φοβάστε, μην τρομάζετε».

Και με μια τρομαγμένη ματιά, στην οποία κρυφόκαιγε μια πρωτόγνωρη ηδονή, εκείνη αναγνώρισε ξαφνικά πως ήταν αλήθεια.

«Είμαι πράγματι ο Διάβολος. Μην τρομάζετε, γιατί είμαι στ” αλήθεια ο Διάβολος, και γι” αυτό δεν κάνω κακό. Ορισμένοι μιμητές μου, στη γη και πάνω από τη γη, είναι επικίνδυνοι, όπως όλοι οι αντιγραφείς, γιατί δεν γνωρίζουν το μυστικό της ύπαρξής μου. Ο Σαίξπηρ, τον οποίο ενέπνευσα πολλές φορές, μου απένειμε δικαιοσύνη. Λέει ότι είμαι κύριος. Γι” αυτό ησυχάστε. Είστε με καλή παρέα. Είμαι ανίκανος να προφέρω μια λέξη, να κάνω μια χειρονομία που θα πρόσβαλλε μια κυρία. Ακόμη κι αν δεν μου το υπαγόρευε η ίδια μου η φύση, θα μου το επέβαλλε ο Σαίξπηρ. Αλλά, πραγματικά, δεν είναι απαραίτητο.

»Υπάρχω από την αρχή του κόσμου και ήμουν ανέκαθεν είρων. Αλλά, όπως θα γνωρίζετε, όλοι οι είρωνες είναι ακίνδυνοι, εκτός κι αν θέλουν να χρησιμοποιήσουν την ειρωνεία για να υπαινιχθούν κάποια αλήθεια. Εγώ ποτέ μου δεν ισχυρίστηκα ότι θα πω την αλήθεια σε κανέναν – αφενός γιατί δεν χρησίμευε σε τίποτα, και αφετέρου γιατί δεν τη γνωρίζω. Κι ούτε ο μεγαλύτερος αδελφός μου, ο παντοδύναμος Θεός, πιστεύω πως τη γνωρίζει. Αλλά αυτά είναι οικογενειακές υποθέσεις.

»Ισως δεν ξέρετε γιατί σας έφερα εδώ, σ” αυτό το ταξίδι που δεν έχει πραγματικό προορισμό ούτε συγκεκριμένο σκοπό. Δεν είναι, όπως ίσως νομίσατε, για να σας βιάσω ή να σας αποπλανήσω. Αυτά συμβαίνουν στη γη, μεταξύ των ζώων, συμπεριλαμβανομένων και των ανθρώπων, και φαίνεται ότι προσφέρουν ηδονή ακόμη και στα θύματα, απ” ό,τι με πληροφορούν από εκεί κάτω.

»Αλλωστε θα μου ήταν αδύνατο. Αυτά τα πράγματα συμβαίνουν στη γη γιατί οι άνθρωποι είναι ζώα. Είναι αδιανόητα για τη δική μου κοινωνική θέση στο σύμπαν – όχι γιατί η ηθική είναι καλύτερη, αλλά γιατί εμείς οι άγγελοι δεν έχουμε φύλο. Και αυτό αποτελεί, τουλάχιστον στην περίπτωσή μου, τη μεγαλύτερη εγγύηση. Μπορείτε συνεπώς να είστε ήσυχη, θα επιδείξω σεβασμό. Γνωρίζω ότι υπάρχουν δευτερεύουσες και ανώφελες ασέβειες, όπως αυτές των συγχρόνων μυθιστοριογράφων και των γηρατειών. Αλλά ακόμη κι αυτές δεν μπορώ να τις διαπράξω, γιατί η έλλειψη φύλου σ’ εμάς υπάρχει από απαρχής κόσμου και ποτέ δεν με απασχόλησαν αυτά τα θέματα. Λένε ότι πολλές μάγισσες είχαν πάρε-δώσε μαζί μου, αλλά είναι ψέματα. Ισως όμως και να μην είναι ψέματα. Ισως όμως και να μην είναι ψέματα γιατί αυτός με τον οποίο είχαν πάρε-δώσε ήταν η φαντασία τους, που, κατά κάποιον τρόπο, είμαι εγώ.

»Μείνετε το λοιπόν ήσυχη. Διαφθείρω, είναι βέβαιο, γιατί κάνω τους άλλους να φαντάζονται. Αλλά ο Θεός είναι χειρότερος, κατά μία έννοια τουλάχιστον, γιατί έπλασε το φθαρτό σώμα, το οποίο από αισθητική άποψη είναι πολύ κατώτερο. Τα όνειρα τουλάχιστον δεν σαπίζουν. Παρέρχονται. Δεν είναι καλύτερα έτσι;

»-Κάποτε μου είπε ο άντρας μου πως ο Χριστός ήταν το σύμβολο του ήλιου…

-Μάλιστα κυρία μου. Και γιατί να μην ισχύει το αντίθετο; Ότι ο ήλιος είναι το σύμβολο του Χριστού;

-Μα εσείς τα λέτε όλα ανάποδα.

-Είναι καθήκον μου, κυρία μου. Δεν είμαι, όπως είπε ο Γκαίτε, το πνεύμα που αρνείται, αλλά το πνεύμα που αντιτίθεται.

-Είναι άσχημο να αντιτίθεσαι.

-Να αντιτίθεσαι σε πράξεις ναι… Να αντιτίθεσαι σε ιδέες όχι.

-Και γιατί;

-Γιατί αν αντιτίθεσαι σε πράξεις, όσο κακές και να είναι διαταράσσεις την περιστροφή του κόσμου, που είναι και αυτή πράξη. Όμως αν αντιτίθεσαι σε ιδέες ωθείς τους άλλους να σ’ εγκαταλείψουν, και πέφτεις στην απελπισία, κι από ‘κει στο όνειρο και συνεπώς έτσι κάνεις τον εαυτό σου μέρος του κόσμου.

Υπάρχουν κυρία μου, σε ό,τι αφορά αυτό τον κόσμο, τρεις διαφορετικές θεωρίες ·πως όλα είναι έργο της Τύχης, πως όλα είναι έργο του Θεού και πως όλα είναι έργο πολλών πραγμάτων που συνδιάζονται ή συγκρούονται. Σκεφτόμαστε, γενικά, σύμφωνα με την ευαισθησία μας, κι έτσι όλα γίνονται για μας ένα ζήτημα καλού και κακού. Εδώ και πολύ καιρό υφίσταμαι κι εγώ ο ίδιος τρομερές συκοφαντίες εξαιτίας αυτής της ερμηνίας. Φαίνεται ότι ποτέ δεν πέρασε από κανενός το μυαλό πως οι σχέσεις ανάμεσα στα πράγματα – αν υποθέσουμε πώς υπάρχουν πράγματα και σχέσεις – παραείναι πολύπλοκες για να τις εξηγήσει ένας Θεός ή ένας Διάβολος, ή για να τις εξηγήσουν και οι δύο.

Είμαι ο σεληνικακός αφέντης του κάθε ονείρου, ο επίσημος μουσικός της κάθε σιωπής. Θυμάστε τι σκέφτεστε όταν είστε μόνη μπροστά σ’ ένα απέραντο τοπίο από δέντρα και φεγγαρόφωτο; Δε θυμάστε, γιατί έχετε σκεφτεί εμένα, αλλά οφείλω να σας το πω, δεν υπάρχω στ’ αλήθεια. Δεν έχω ιδέα αν υπάρχει οτιδήποτε. Οι αόριστοι πόθοι, οι μάταιες επιθυμίες, η αηδία που προκαλούν τα τετριμμένα, ακόμα κι αν τα αγαπάμε, η ενόχληση από κάτι που δεν ενοχλεί, όλα αυτά είναι έργα δικά μου, που γεννιούνται όταν, ξαπλωμένος στις όχθες των μεγάλων ποταμών της αβύσσου, σκέφτομαι ότι κι εγώ ο ίδιος δεν ξέρω τίποτα. Και τότε η σκέψη μου κατεβαίνει, σαν γάργαρο κύμα, στις ψυχές των ανθρώπων, κι εκείνοι νιώθουν διαφορετικοί από τον εαυτό τους.

Είμαι το αιώνιο Διαφορετικό, το αιώνιο Αναβληθέν, το Περιττό της Αβύσσου. Έμεινα έξω από τη Δημιουργία. Είμαι ο Θεός των κόσμων που υπήρξαν πριν τον Κόσμο, οι βασιλείς του Εδώμ που βασίλεψαν άσχημα πριν από τον Ισραήλ. Η παρουσία μου σ’ αυτό το σύμπαν είναι παρουσία απρόσκλητου. Κουβαλάω μέσα μου τις αναμνήσεις πραγμάτων που δεν κατόρθωσαν να υπάρξουν, κι όμως είναι έτοιμα να υπάρξουν. (Τότε δεν υπήρχε καμιά αντιπαράθεση, ούτε καμιά ισορροπία). Η αλήθεια, όμως, είναι ότι δεν υπάρχω, ούτε εγώ, ούτε τίποτ’ άλλο. Όλο αυτό το σύμπαν, και τα άλλα σύμπαντα, με τους διάφορους Πλάστες και τους διάφορους Σατανάδες τους, περισσότερο ή λιγότερο τέλειους και εκπαιδευμένους, είναι κενά μέσα στο κενό, μηδενικά που περιστρέφονται, δορυφόροι στην άχρηστη τροχιά του τίποτα. Αυτή τη στιγμή δε μιλάω με σένα αλλά με το γιο σου…

-Δεν έχω γιο… Δηλαδή, θα τον αποκτήσω σε έξι μήνες, Θεού θέλοντος…

-Μ’ αυτόν μιλάω… Σε έξι μήνες; Τι έξι μήνες;

-Τι έξι μήνες; Έξι μήνες….

-Έξι ηλιακούς μήνες; Α ναι. Όμως η εγκυμοσύνη μετριέται σε σεληνιακούς μήνες, κι ακόμα κι εγώ μπορώ να μετράω μόνο με μήνες της Σελήνης, που είναι κόρη μου, δηλαδή το πρόσωπό μου που καθρεφτίζεται στα νερά του χάους. Δεν έχω καμιά σχέση με την εγκυμοσύνη κι όλες αυτές τις γήινες βρομιές, και ξέρω με ποιο δικαίωμα ο κόσμος βάλθηκε να μετράει αυτά τα πράγματα με τους νόμους της σελήνης, την οποία εγώ του προσέφερα. Γιατί δε βρήκαν κάποιο άλλο μέτρο; Γιατί ο Παντοδύναμος είχε ανάγκη τη δική μου δουλειά;

Από τις απαρχές του κόσμου με προσβάλλουν και με συκοφαντούν. Ακόμα και οι ποιητές· εκ φύσεως φίλοι μου, που με υπερασπίζονται, δε με υπερασπίστηκαν καλά. Ένας απ’ αυτούς, ένας Άγγλος ονόματι Μίλτον, προκάλεσε την ήττα τη δική μου και των οπαδών μου σε μια αόριστη μάχη που δε δόθηκε ποτέ. Ένας άλλος, ένας Γερμανός ονόματι Γκαίτε, μου έδωσε το ρόλο της προξενήτρας σε μια χωριάτικη τραγωδία. Όμως δεν είμαι αυτός που πιστεύουν. Οι Εκκλησίες με απεχθάνονται. Οι πιστοί τρέμουν στο άκουσμα του ονόματός μου. Όμως, είτε το θέλουν είτε όχι, έχω ένα ρόλο στον κόσμο. Δεν είμαι ούτε ο επαναστάτης ενάντια στον Θεό, ούτε το πνεύμα της άρνησης.

Είμαι ο Θεός της Φαντασίας και είμαι χαμένος αφού δεν δημιουργώ. Εξαιτίας μου, γυναίκα πια, αγκάλιαζες τη νύχτα τους πρίγκιπες και τους αφεντάδες που κοιμούνται στο βάθος αυτών των ονείρων. Είμαι το Πνεύμα που δημιουργεί χωρίς να δημιουργεί, που η φωνή του είναι καπνός και η ψυχή του ένα λάθος. Ο Θεός μ’ έπλασε για να τον μιμούμαι τη νύχτα. Εκείνος είναι ο Ήλιος, εγώ η Σελήνη. Το φως μου πλέει πάνω από καθετί που είναι μάταιο ή τετελεσμένο, ασύλληπτο σαν φλόγα, όχθες ποταμών, έλη και σκιές.

Ποιος άντρας ακούμπησε στα στήθη σου το χέρι που ήταν το χέρι μου; Ποιό φιλί πήρες και ήταν όμοιο με το δικό μου; Τα ατέλειωτα ζεστά απογεύματα, όταν ονειρευόσουν τόσο πολύ που ονειρευόσουν ότι ονειρεύεσαι, δεν είδες να περνάει στο βάθος των ονείρων σου μια καλυμμένη με πέπλο και φευγαλέα μορφή, αυτή που θα σου έδινε όλη την ευτυχία, που θα σ’ αγκάλιαζε αιώνια;

Ήμουν Εγώ.

Είμαι Εγώ.

Είμαι αυτός που πάντα έψαχνες και ποτέ δεν θα καταφέρεις να βρεις. Ίσως στα απέραντα βάθη της αβύσσου, να με ψάχνει και ο ίδιος ο Θεός για να τον συμπληρώσω, αλλά η κατάρα του Πανάρχαιου Θεού, του Κρόνου του Ιεχωβά, πλανιέται πάνω του και πάνω μου, μας χωρίζει, ενώ θα έπρεπε να μας ενώνει, έτσι ώστε η ζωή κι όλα όσα ευχόμαστε γι’ αυτή να ήταν ένα και μόνο πράγμα.

Η βέρα που φοράς και την αγαπάς, η χαρά μιας αόριστης σκέψης, το γεγονός ότι νιώθεις καλά όταν βλέπεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη· μην τρέφεις ψευδαισθήσεις: δεν είσαι εσύ, είμαι εγώ. Εγώ είμαι που δένω σφιχτά όλες τις κορδέλες με τις οποίες στολίζουν τα πράγματα, που διαλέγω τα χρώματα που κοσμούν τα πράγματα. Απ’ όλα όσα δεν αξίζει τον κόπο να υπάρχουν φτιάχνω την ιδιοκτησία και την αυτοκρατορία μου, απόλυτος κύριος του διάκενου και του μεσοδιαστήματος, αυτού που μέσα στη ζωή δεν είναι ζωή. Όπως η νύχτα είναι το βασίλειό μου, το όνειρο είναι το κτήμα μου. Ό,τι δεν έχει ούτε βάρος ούτε μέτρο είναι δικό μου.

Τα προβλήματα που ταλανίζουν τους ανθρώπους είναι οι ίδιες έγνοιες που βασανίζουν τους Θεούς. Ό,τι είναι χαμηλά είναι σαν αυτό που είναι ψηλά, λέει ο Τρισμέγιστος Ερμής που, όπως όλοι οι ιδρυτές των θρησκειών, θυμήθηκε τα πάντα εκτός από το να υπάρξει.

Πόσες φορές δε μου είπε ο Θεός, χρησιμοποιώντας μια φράση του Αντέρο ντε Κεντάλ: «Αλίμονό μου! Αλίμονό μου! Ποιος είμαι λοιπόν;».

Όλα είναι σύμβολα και παλινδρομήσεις, κι εμείς, που είμαστε Θεοί, δεν έχουμε τίποτ’ άλλο παρά έναν υψηλό βαθμό σ’ ένα τάγμα του οποίου αγνοούμε τους Ανώτερους Αγνώστους. Ο Θεός είναι δεύτερος στην ιεραρχία του φανερού Τάγματος, και δε μου λέει ποιος είναι ο Αρχηγός του Τάγματος, ο μόνος που γνωρίζει -αν γνωρίζει- τους Μυστικούς Αρχηγούς. Πόσες φορές δε μου είπε ο Θεός: “Αδελφέ μου, δεν ξέρω ποιος είμαι”.

Εσείς έχετε το προνόμιο να είστε άνθρωποι, και, καμιά φορά, μέσα στην κούρασή μου απ’ όλες αυτές τις αβύσσους, μου φαίνεται πως καλύτερη είναι η ηρεμία και η γαλήνη μιας οικογενειακής νύχτας γύρω από τη φωτιά απ’ όλη τούτη τη μεταφυσική των μυστηρίων στην οποία εμείς, οι Θεοί και οι άγγελοι, είμαστε κατ’ ουσίαν καταδικασμένοι. Όταν, καμιά φορά, σκύβω πάνω από τον κόσμο, βλέπω μακριά να έρχονται από το λιμάνι ή να επιστρέφουν σ’ αυτό τα πανιά των ψαροκάικων και η καρδιά μου νιώθει μια φανταστική νοσταλγία για έναν τόπο που δε γνωρίζει. Μακάριοι όσοι κοιμούνται μέσα στη ζωώδη ζωή τους· ένα ιδιαίτερο ψυχικό σύστημα κάτω από ένα πέπλο ποίησης και εκπεφρασμένο με λέξεις.

-Αυτή η συζήτηση ήταν από τις πλέον ενδιαφέρουσες…

-Αυτή η συζήτηση κυρία; Μα αυτή η συζήτηση, αν και ίσως είναι το πιο σημαντικό γεγονός της ζωής σας, δε συνέβη ποτέ στην πραγματικότητα. Πρώτον, είναι γνωστό τοις πάσι ότι δεν υπάρχω. Δεύτερον, όπως συμφωνούν οι θεολόγοι που με αποκαλούν Διάβολο και οι ελεύθεροι στοχαστές που με αποκαλούν Αντίδραση, καμιά από τις συζητήσεις μου δεν μπορεί να είναι ενδιαφέρουσα. Είμαι ένας φτωχός μύθος, κυρία μου, και, το χειρότερο, ένας μύθος ακίνδυνος. Μόνη παρηγοριά μου είναι ότι το σύμπαν -ναι, αυτό το πράγμα που είναι γεμάτο από διάφορες μορφές φωτός και ζωής, είναι κι αυτό ένας μύθος.

Μου λένε πως όλα αυτά μπορούν να εξηγηθούν στο φως της Καβάλα και της Θεοσοφίας, όμως αυτά είναι ζητήματα για τα οποία δε γνωρίζω τίποτα. Κι ο Θεός, με τον οποίο είχα την ευκαιρία να μιλήσω, μου είπε πως ούτε κι εκείνος τα πολυκαταλαβαίνει, γιατί αυτά τα ζητήματα, με τα αινίγματά τους, είναι αποκλειστικά κτήμα των μεγάλων μυστών της Γης· που, απ’ ό,τι έχω διαβάσει στα βιβλία και τις εφημεριδες, ήταν πάντα ουκ ολίγοι.

Εδώ, σε τούτες τις ανώτερες σφαίρες, όπου ο κόσμος δημιουργήθηκε και μεταμορφώθηκε, εμείς, για να πούμε την αλήθεια, δεν καταλαβαίνουμε τίποτα. Καμιά φορά σκύβω πάνω από την απέραντη Γη, ξαπλωμένος στην άκρη του οροπεδίου μου που στέκει πάνω από τα πάντα· το οροπέδιο του Όρους Ερεδώμ, όπως έχω ακούσει να το λένε και κάθε φορά που σκύβω βλέπω νέες θρησκείες, νέες μεγάλες μυήσεις, νέες μορφές, όλες αντιφατικές, της αιώνιας αλήθειας, που ούτε καν ο Θεός δεν τη γνωρίζει.

Σας ομολογώ ότι είμαι κουρασμένος από το σύμπαν. Τόσο ο Θεός όσο κι Εγώ θα κοιμόμασταν ευχαρίστως έναν ύπνο που θα μας ελευθέρωνε από τις υπερβατικές ευθύνες που ούτε ξέρουμε πως μας ανατέθηκαν. Όλα είναι πιο μυστηριώδη απ’ ό,τι πιστεύουμε, κι όλα εδώ – ο Θεός, το σύμπαν κι Εγώ· δεν είναι παρά μια απατηλή γωνιά της απρόσιτης αλήθειας.

-Δεν φαντάζεστε πόσο εκτίμησα τη συζήτηση μαζί σας. Ποτέ δεν άκουσα να μιλάνε έτσι.

Είχαν βγει στο δρόμο, τον φωτισμένο από το φεγγαρόφωτο, που εκείνη δεν είχε προσέξει.

Σώπασε για μια στιγμή.

-Μα, ξέρετε, είναι περίεργο, ξέρετε στ’ αλήθεια τι αισθάνομαι, μετά απ’ όλα αυτά;

-Τι αισθάνεστε, λοιπόν; ρώτησε ο Διάβολος.

Επέστρεψε προς το μέρος του τα μάτια της, πλημμυρισμένα με δάκρυα.

-Απέραντο οίκτο για σας!

Μια έκφραση αγωνίας που κανείς δεν θα περίμενε, εμφανίστηκε στο πρόσωπο και τα μάτια του κοκκινοντυμένου άντρα. Ξαφνικά άφησε το μπράτσο του, που αγκάλιαζε το δικό της να πέσει. Εκείνη έκανε μερικά βήματα, νιώθοντας άβολα. Έπειτα γύρισε για να πει κάτι· δεν ήξερε τι, αφού δεν είχε καταλάβει τίποτα, για να δικαιολογηθεί για τον πόνο που έβλεπε πως του είχε προκαλέσει. Έμεινε άναυδη. Ήταν ολομόναχη.

«Το Βιβλίο της Ανησυχίας»

Υπογεγραμμένο ως Μπερνάρντο Σοάρες· βοηθός λογιστή στην πόλη της Λισαβόνας,

ετερώνυμος συνοδοιπόρος του Φερνάντο Πεσσόα.

»Υποκρίνομαι σημαίνει αγαπώ. Δεν μπορώ ποτέ να αντικρίσω ένα όμορφο χαμόγελο ή ένα όλο νόημα βλέμμα χωρίς αυτόματα να αναρωτηθώ (και λίγο με ενδιαφέρει ποιος χαμογελάει ή κοιτάζει), ποιος μπορεί να κρύβεται στο βάθος της ψυχής της οποίας το πρόσωπο χαμογελά ή κοιτάζει — ο πολιτικός που θέλει να μας αγοράσει ή η πόρνη που θέλει να την αγοράσουμε. Αλλά ο πολιτικός αγαπά τουλάχιστον την πράξη της αγοράς μας κι η πόρνη αγαπά τουλάχιστον να αγοράζεται. Δεν μπορούμε να ξεφύγουμε, όσο κι αν το θέλουμε, από την παγκόσμια αδερφοσύνη. Αγαπάμε ο ένας τον άλλο, και το ψέμα είναι το φιλί που ανταλλάσσουμε.

»Δεν έκανα τίποτα άλλο από το να ονειρεύομαι. Αυτό ήταν, και μόνο αυτό, το νόημα της ζωής μου. Ποτέ δεν είχα άλλη πραγματική ενασχόληση πέρα από την εσωτερική μου ζωή. Οι μεγαλύτερες συμφορές της ζωής μου σβήνουν όταν ανοίγοντας το παράθυρο μέσα μου μπορώ και τις ξεχνώ κοιτάζοντας την αδιάλειπτη κίνηση εντός μου.

Ποτέ δεν θέλησα να είμαι τίποτα άλλο πέρα από ονειροπόλος. Σε όποιον μου είπε να ζήσω δεν έδωσα ποτέ σημασία. Ανήκα ανέκαθεν σ’ αυτό που δεν είναι όπου είμαι και σ’ αυτό που ποτέ δεν μπόρεσα να είμαι. Ό,τι δεν είναι δικό μου, όσο ταπεινό και να είναι, είχε πάντα ποίηση για μένα. Ποτέ δεν αγάπησα άλλο από το τίποτα. Ποτέ δεν επιθύμησα άλλο από αυτό που δεν μπορούσα να φανταστώ.

Από τη ζωή τίποτα άλλο δεν ζήτησα πέρα από το να περάσει από μέσα μου χωρίς να την αισθανθώ. Από την αγάπη το μόνο που ζήτησα ήταν να μείνει για πάντα ένα όνειρο μακρινό. Από τα εσωτερικά μου τοπία, όλα τους μη πραγματικά, αυτό που με είλκυε ήταν το μακρινό, και τα τοξωτά γεφύρια που έσβηναν, σχεδόν στην απόσταση των τοπίων των ονείρων μου, είχαν μια γλυκύτητα ονείρου σε σχέση με άλλα μέρη του τόπου-μια γλυκύτητα που μ’ έκανε να τ’ αγαπώ. Η μανία μου να δημιουργώ έναν κόσμο ψεύτικο με συνοδεύει ακόμα και μόνο με το θάνατό μου θα μ’ εγκαταλείψει.

Ζήτησα τόσο λίγα απ’ τη ζωή, αλλά ακόμα κι αυτά τα λίγα η ζωή μου τα αρνήθηκε. Ένα υπόλειμμα από ένα κομμάτι ήλιου, λίγη ύπαιθρο, λίγη ησυχία κι ένα κομμάτι ψωμί, να μη με βαραίνει πολύ η γνώση ότι υπάρχω, να μην έχω καμιά απαίτηση από τους άλλους ούτε κι αυτοί από μένα. Ακόμα κι αυτό μού το αρνήθηκαν, όπως αυτός που αρνείται να δώσει ελεημοσύνη όχι γιατί τού λείπει η καλοσύνη, αλλά γιατί βαριέται να ξεκουμπώσει το παλτό του.

Γράφω, λυπημένος, στο ήσυχο δωμάτιό μου, μόνος όπως υπήρξα πάντα, μόνος όπως θα υπάρχω πάντα. Κι αναρωτιέμαι αν η φωνή μου, φαινομενικά τόσο ασήμαντη, δεν ενσαρκώνει την ουσία χιλιάδων φωνών, τη δίψα να μιλήσουν χιλιάδων ζωών, την υπομονή εκατομμυρίων ψυχών υποταγμένων σαν τη δική μου στο καθημερινό πεπρωμένο, στο ανώφελο όνειρο, στην ελπίδα που δεν αφήνει ίχνη.

Αυτές τις στιγμές η καρδιά μου χτυπά πιο δυνατά γιατί έχω συνείδηση πως υπάρχει. Ζω περισσότερο γιατί ζω πιο μεγάλα. Νιώθω στο άτομό μου μια θρησκευτική δύναμη, κάτι σαν προσευχή, σαν κραυγή. Αλλά η αντίδρασή μου κατεβαίνει από το πνεύμα μου. Βλέπω τον εαυτό μου στον τέταρτο όροφο της Ρούα ντος Ντοραδόρες, με παρατηρώ μέσ’ από τον ύπνο.

Κοιτάζω πάνω από το μισογραμμένο χαρτί τη μάταιη και χωρίς ομορφιά ζωή και το φτηνό τσιγάρο που καίγεται καθώς γράφω πάνω στο παλιό στυπόχαρτο. Βρίσκομαι εδώ στον τέταρτο όροφο, να καλώ τη ζωή, να εκφράζω τι νιώθουν οι ψυχές, να κάνω πρόζα όπως οι μεγαλ0φυίες και οι διασημότητες! Ναι, εδώ βρίσκομαι!

»Δεν μπορώ να αντιληφθώ παρά σαν ένα είδος έλλειψης καθαριότητας αυτήν την αδρανή μονιμότητα μέσα στην οποία κείμαι την ίδια κι απαράλλακτη ζωή μου, εγκαταστημένη σαν τη σκόνη ή τη βρωμιά, στην επιφάνεια του αμετάβλητου. Με τον ίδιο τρόπο που πλένουμε το κορμί μας, θα έπρεπε να πλένουμε και το πεπρωμένο μας, να αλλάζουμε ζωή όπως αλλάζουμε ρούχα, όχι για λόγους επιβίωσης, όπως κάνουμε όταν τρώμε ή κοιμόμαστε, μα με εκείνο το σεβασμό που έχουμε σαν τρίτοι απέναντι στον εαυτό μας, με αυτό που κατεξοχήν ονομάζουμε καθαριότητα.

Υπάρχουν πολλοί για τους οποίους η έλλειψη καθαριότητας δεν αποτελεί την έκφραση μιας επιθυμίας όσο ένα ανασήκωμα των ώμων της εξυπνάδας. Και επίσης υπάρχουν πολλοί που η σβησμένη και ισοπεδωμένη ζωή τους δεν σημαίνει πως την θέλησαν έτσι ούτε σημαίνει μια φυσική παραίτηση από μια ζωή που δεν την επιδίωξαν, αλλά μια αδυναμία κατανόησης του εαυτού τους, μια αυτόματη ειρωνεία της γνώσης.

Υπάρχουν γουρούνια που οι ακαθαρσίες τους τα απωθούν, μα δεν απομακρύνονται, γιατί τα συγκρατεί εκείνο το ίδιο συναίσθημα, που στην ακραία του εκδοχή κάνει τον τρομοκρατημένο να μην απομακρύνεται από τον κίνδυνο. Υπάρχουν γουρούνια του πεπρωμένου, όπως εγώ, που δεν απομακρύνονται από την ισοπέδωση της καθημερινότητας εξαιτίας της έλξης που τους ασκεί η ίδια τους η αδυναμία.

Είναι πουλιά που γοητεύονται από την απουσία του φιδιού, μύγες που προσκολλώνται στον κορμό του δέντρου, χωρίς να βλέπουν τίποτα, μέχρις ότου αισθανθούν τη βλεννώδη γειτνίαση της γλώσσας του χαμαιλέοντα.

Έτσι περιφέρω αργά τη συνειδητή ασυνειδησία μου, στον κορμό του δέντρου της καθημερινότητάς μου. Έτσι περιφέρω το πεπρωμένο μου, που προχωρεί αφού εγώ δεν προχωρώ, το χρόνο μου που εξακολουθεί αφού εγώ δεν εξακολουθώ. Τίποτε άλλο δεν με σώζει από τη μονοτονία μου, εκτός από αυτά τα σύντομα σχόλια που κάνω γι’ αυτήν. Αρκούμαι στο κελί μου και στα τζάμια που έχει πίσω από τα κάγκελά του, όπου γράφω με τη σκόνη του αναγκαίου, το όνομά μου με κεφαλαία, καθημερινή υπογραφή των λογιστικών μου με το θάνατο.

Με το θάνατο; Όχι, ούτε και με το θάνατο. Όποιος ζει σαν κι εμένα δεν πεθαίνει, τελειώνει, μαραίνεται, ξεριζώνεται. Το μέρος όπου ήταν παραμένει χωρίς αυτός να είναι εκεί, ο δρόμος όπου πέρναγε μένει ίδιος χωρίς να τον βλέπουν να περνά, το σπίτι που κατοικούσε, κατοικείτε από έναν όχι-αυτόν. Αυτό είναι όλο. Το αποκαλούμε ‘μη είναι’ μια τραγωδία της άρνησης στην οποία δεν μπορούμε να παίξουμε ούτε και να χειροκροτήσουμε, γιατί δεν έχουμε καν τη βεβαιότητα πως δεν είναι ένα τίποτα, εμείς τα φυτά της αλήθειας, τα φυτά της ζωής, σκόνη πάνω στα τζάμια, απέξω κι από μέσα, εμείς τα εγγόνια του Πεπρωμένου, τα θετά παιδιά του Θεού, που παντρεύτηκε με την Αιώνια Νύχτα, όταν χήρεψε από το Χάος που μας έφερε στον κόσμο.

Αλμπέρτο Καέϊρο

Σύμφωνα με το «βιογραφικό» που του έφτιαξε ο Πεσσόα, περιγράφεται ως εξής: «Ο Α. Κ. γεννήθηκε το 1889 και πέθανε το 1915. Γεννήθηκε στη Λισαβόνα, αλλά πέρασε τη ζωή του στην εξοχή. Δεν είχε επάγγελμα αλλά ούτε και μόρφωση. Ήταν μετρίου αναστήματος και ασθενικός (πέθανε από φυματίωση). Ήταν ξανθός και γαλανομάτης. Όταν ήταν μικρός έχασε τον πατέρα και τη μητέρα του και έζησε με περιορισμένα έσοδα, κλεισμένος στο σπίτι με μια πολύ ηλικιωμένη θεία του.» Απ’ όλα τ’ άλλα ετερώνυμα, διάλεξα εκείνο του Α. Καέιρο, διότι είναι εκείνο που βρίσκεται πιο κοντά στη φύση, δίχως εξωραϊσμούς και περιγραφικές υπερβολές. Ο Α. Κ. και η φύση απλώς συνυπάρχουν. Η συνύπαρξη αυτή, δεν έχει ίχνος ρομαντισμού. Είναι άμεσα υπαρξιακή: ανάμεσα σ’ εκείνον και την Ζωή – Φύση, δεν φαίνεται να μεσολαβεί τίποτε άλλο εκτός από το ίδιο το βίωμα.

Υπάρχουν ποιητές που είναι τεχνίτες

Και δουλεύουν τους στίχους

Όπως οι μαραγκοί το ξύλο!

Τι λυπηρό να μην ξέρεις ν’ ανθίζεις!

Να’ χεις να βάζεις στίχο σε στίχο, όπως αυτός

Που χτίζει έναν τοίχο

Και βλέπει αν στέκει καλά

Και τον γκρεμίζει αν δεν είναι έτσι!

Αλλά το μόνο έργο τέχνης είναι η Γη μας

Που αλλάζει, και πάντα η ίδια είναι και πάντα ωραία…

Το σκέφτομαι, όχι όπως ο οποιοσδήποτε σκέφτεται,

Αλλά όπως αυτός που αναπνέει.

Κοιτάζω τα λουλούδια και γελάω…

Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνουν ούτε κι εγώ αν τα καταλαβαίνω…

Γνωρίζω όμως ότι η αλήθεια μαζί τους και μαζί μου είναι

Στην κοινή μας θεότητα

Που μας αφήνει να φύγουμε, να ζήσουμε για τη Γη,

Ευτυχισμένοι στα χέρια τις εποχές να σηκώνουμε

Ν’ αφήνουμε τον άνεμο να μας αποκοιμίζει

Και στα όνειρά μας, όνειρα να μην έχουμε.

Όποιος έχει λουλούδια ανάγκη τον Θεό δεν έχει.

------------

Αν θέλουν να έχω μυστικισμό, εντάξει, τον έχω.

Είμαι μυστικιστής, αλλά μονάχα με το σώμα.

Η ψυχή μου είναι απλή και δεν σκέφτεται.

Ο μυστικισμός μου συνίσταται στο να αρνείται τη γνώση.

Μόνο να ζω θέλω, κι αυτό να μην το σκέφτομαι.

Δεν ξέρω τι είναι φύση: την τραγουδώ.

Ζω στην κορφή ενός λοφίσκου,

Σ’ ένα ασβεστωμένο σπίτι, μοναχικό.

Κι αυτός είναι ο ορισμός μου.

------------

Μια πεταλούδα περνά από μπροστά μου

Και για πρώτη φορά παρατηρώ στη Δημιουργία

Ότι δεν έχουν χρώμα ή κίνηση οι πεταλούδες,

Κανονικά, όπως χρώμα ή άρωμα δεν έχουν τα λουλούδια.

Χρώμα είναι αυτό που χρωματίζει της πεταλούδας τα φτερά

Κίνηση είναι αυτό που υπεισέρχεται στην κίνηση της πεταλούδας

Άρωμα είναι αυτό που αρωματίζει του λουλουδιού τη μυρωδιά.

Η πεταλούδα είναι μονάχα πεταλούδα

Και το λουλούδι, απλά ένα λουλούδι.

--------------

Η άμαξα πέρασε από το δρόμο κι έφυγε

Κι ο δρόμος δεν έγινε ούτε πιο άσχημος ούτε πιο όμορφος.

Έτσι και με των ανθρώπων τη δράση, σε όλο τον κόσμο.

Δεν αφαιρούμε και δεν προσθέτουμε τίποτα.

Περνάμε και ξεχνιόμαστε.

Κι ο ήλιος έρχεται κάθε μέρα στην ώρα του

----------------

Όταν έρθει η Άνοιξη

Ίσως πια να μη βρίσκομαι στον κόσμο.

Σήμερα, να μπορούσα θα’ θελα

Την Άνοιξη σαν πρόσωπο να την σκεφτώ.

Θα μπορούσα έτσι να φανταστώ πως κλαίει για μένα

Βλέποντας πως το φίλο το μοναδικό της έχει χάσει.

Μα η Άνοιξη δεν είναι ούτε πράγμα,

ούτε ένας τρόπος να μιλάς.

Ούτε τα λουλούδια, ούτε τα πράσινα φύλλα επιστρέφουν

Υπάρχουν νέα φύλλα, νέα λουλούδια

Υπάρχουν νέες, μυρωδάτες μέρες.

Τίποτα δεν γυρίζει, δεν επαναλαμβάνεται

Επειδή είναι πραγματικό το κάθε τι.

---------------

Ίσως αυτή να είναι

Η τελευταία μέρα της ζωής μου.

Το χέρι το δεξί μου σήκωσα τον ήλιο χαιρετώντας.

Μα δεν τον χαιρετούσα για αντίο.

Ήμουν χαρούμενος

Που να τον δω ακόμα μια φορά μπορούσα.

–Αυτό ήταν όλο.

Fernando Pessoa (1888-1935)

O Pessoa και τα ετερώνυμά του

Από παιδί είχα την τάση να δημιουργώ γύρω μου έναν κόσμο πλασματικό

Απόσπασμα επιστολής του Pessoa στον Adolfo Casais Monteiro (13 Ιανουαρίου 1935).

Θα απαντήσω τώρα στην ερώτησή σας σχετικά με τη γένεση των ετερωνύμων μου. Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω να σας δώσω μια ικανοποιητική απάντηση. Θα ξεκινήσω από το ψυχιατρικό μέρος. Η γένεση των ετερωνύμων μου οφείλεται στο έντονο στοιχείο υστερίας που με χαρακτηρίζει. Δεν ξέρω αν είμαι απλώς υστερικός, ή αν είμαι, πιο συγκεκριμένα, υστερικονευρασθενής. Κλίνω προς τη δεύτερη αυτή υπόθεση, γιατί παρατηρώ στον εαυτό μου φαινόμενα αβουλίας τα οποία δεν εντάσσονται στην κλινική εικόνα των συμπρωμάτων της καθαρής υστερίας. Πάντως, η πνευματική γένεση των ετερωνύμων μου οφείλεται στη φυσική και διαρκή μου τάση προς την αποπροσωποποίηση και την προσποίηση.

Αυτά τα φαινόμενα – ευτυχώς για μένα και για τους άλλους – λαμβάνουν χώρα στη σφαίρα του πνεύματος, δηλαδή δεν εκδηλώνονται στην πρακτική πλευρά της ζωής μου, προς τα έξω, και στην επαφή μου με τους άλλους. Εκρήγνυνται μέσα μου και τα ζώ μόνος με τον εαυτό μου. Αν ήμουν γυναίκα, στις γυναίκες η υστερία εκδηλώνεται με κρίσεις και άλλα παρόμοια φαινόμενα, κάθε ποίημα του Άλβαρο ντέ Κάμπος (ο πιο υστερικά υστερικός του εαυτού μου) θα αναστάτωνε τη γειτονιά. Αλλά είμαι άντρας και στους άντρες η υστερία εκδηλώνεται κυρίως στο πνεύμα τους και όλα καταλήγουν στη σιωπή και την ποίηση…

Έτσι εξηγείται tant bien gue mal η οργανική γένεση της ετερωνυμίας μου. Τώρα θα σας διηγηθώ το ιστορικό των ετερωνύμων μου. Θα αρχίσω από αυτούς που έχουν πεθάνει, μερικούς δεν τους θυμάμαι πια – αυτούς που έχουν χαθεί στο μακρινό παρελθόν της σχεδόν ξεχασμένης παιδικής μου ηλικίας.

Από παιδί είχα την τάση να δημιουργώ γύρω μου έναν κόσμο πλασματικό, να περιβάλλομαι από φίλους και γνωστούς που ουδέποτε υπήρξαν. (Δεν ξέρω, βεβαίως, αν πραγματικά δεν υπήρξαν ή αν αυτός που δεν υπάρχει είμαι εγώ. Γι’ αυτά τα πράγματα, όπως και για όλα τ’ άλλα δεν πρέπει να είμαστε δογματικοί). Από τότε που με γνωρίζω ως αυτόν που αποκαλώ εαυτό μου, θυμάμαι ότι είχα με ακρίβεια στο μυαλό μου τη μορφή, τις κινήσεις, το χαρακτήρα και την ιστορία πολλών μη πραγματικών προσώπων που ήταν για μένα τόσο ορατά και δικά μου σαν τα αντικείμενα που αποτελούν αυτό που αποκαλούμε, καταχρηστικά ίσως, πραγματική ζωή. Αυτή η τάση που υπάρχει από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, με συνοδεύει πάντα, αλλάζοντας λίγο το είδος της μουσικής με την οποία με σαγηνεύει αλλά ουδόλως τον τρόπο της σαγήνης της.

Θυμάμαι, για παράδειγμα, αυτόν που νομίζω ότι υπήρξε στα έξι μου χρόνια το πρώτο μου ετερώνυμο, ή μάλλον ο πρώτος μου ανύπαρκτος γνωστός – κάποιος ονόματι Chevalier de Pas, εξ ονόματος του οποίου έγραφα γράμματα προς τον εαυτό μου. Η μορφή του, όχι εντελώς θολή, απολαμβάνει ακόμη εκείνου του μέρους της αγάπης μου που συνορεύει με τη νοσταλγία. Θυμάμαι, αλλά λιγότερο καθαρά, μιάν άλλη μορφή με όνομα ξένο πάλι το οποίο όμως μου διαφεύγει, που ήταν, δεν ξέρω ως προς τί, ο αντίπαλος του Chevalier de Pas…Πρόκειται για κάτι που συμβαίνει σε όλα τα παιδιά; Ασφαλώς ή ίσως. Αλλά τα έζησα τόσο έντονα ώστε να τα ζώ ακόμη και σήμερα, σε σημείο που χρειάζεται να καταβάλλω προσπάθεια για να πεισθώ πως δεν ήταν πραγματικότητα.

Αυτή μου η τάση να δημιουργώ γύρω μου έναν άλλο κόσμο, ίδιο με τον υπαρκτό αλλά με άλλους ανθρώπους, δεν έφυγε ποτέ από τη φαντασία μου. Πέρασε από διάφορα στάδια, μεταξύ των οποίων και αυτό που αντιστοιχεί στην ενήλικη ζωή μου. Μου ερχόταν στο νού μια έκφραση, εντελώς ξένη, για τον άλφα ή το βήτα λόγο, από αυτό που είμαι ή από αυτό που νομίζω ότι είμαι. Την έλεγα αμέσως, αυθόρμητα, σαν να ήταν κάποιου φίλου μου, του οποίου το όνομα εφεύρισκα, προσέθετα την ιστορία και πάραυτα έβλεπα μπροστά μου τη μορφή του -πρόσωπο, ανάστημα, ρούχα και κινήσεις. Κι έτσι κατασκεύασα και έκανα γνωστούς πολλούς φίλους και απλές γνωριμίες οι οποίοι δεν υπήρξαν ποτέ αλλά που ακόμη και σήμερα, σε απόσταση τριάντα χρόνων, ακούω, νιώθω, βλέπω. Επαναλαμβάνω: ακούω, νιώθω, βλέπω. Και τους νοσταλγώ.

Όταν αρχίζω να μιλάω, μου είναι δύσκολο να σταματήσω. Αρκετά σας ζάλισα, Καζάις Μοντέιρο! Θα συνεχίσω με τη γένεση των λογοτεχνικών μου ετερωνύμων που είναι τελικά αυτό που θέλετε να μάθετε. Πάντως, ό,τι είπα παραπάνω συνοψίζει την ιστορία της μητέρας που τους έδωσε το φως.

Γύρω στο 1912, αν δεν κάνω λάθος, που δεν μπορεί να είναι μεγάλο, μου ήρθε ιδέα να γράψω ορισμένα ποιήματα παγανιστικού περιεχομένου. Ξεκίνησα κάποια ποιήματα σε ελεύθερο στίχο (όχι στο στυλ του Άλβαρο ντέ Κάμπος, αλλά σ’ ένα στυλ ημι-ελεύθερο) και τα παράτησα. Ωστόσο, μέσα σ’ ένα ακαθόριστο ημίφως, άρχισε να σχηματίζεται το αβέβαιο πορτραίτο εκείνου που τα έγραφε. Χωρίς να το ξέρω, είχε γεννηθεί ο Ρικάρντο Ρέις.

Ενάμισυ ή δύο χρόνια αργότερα, μου ήρθε μια μέρα η ιδέα να κάνω μια πλάκα στον Σά Καρνέιρο – να εφεύρω έναν ποιητή βουκολικό, αρκετά πολύπλοκο, και να του τον παρουσιάσω, δεν θυμάμαι πια πως, σαν να ήταν πραγματικότητα. Για μέρες προσπαθούσα να κατασκευάσω τον ποιητή αλλά δεν τα κατάφερνα. Μια μέρα, ενώ τελικά είχα εγκαταλείψει την ιδέα – συγκεκριμένα στις 8 Μαρτίου 1914- πλησίασα ένα ψηλό κορμό και, παίρνοντας ένα φύλλο χαρτί, άρχισα να γράφω όρθιος, όπως κάνω κάθε φορά που μου δίνεται η ευκαιρία. έγραψα στη σειρά πάνω από τριάντα ποιήματα μέσα σ’ ένα είδος έκστασης, τη φύση της οποίας δεν θα κατάφερνα να εξηγήσω.

Ήταν η θριαμβική μέρα της ζωής μου που άλλη σαν κι αυτή δεν θα υπάρξει. Ξεκίνησα μ’ έναν τίτλο: Ο Φύλακας των κοπαδιών. Στη συνέχεια μέσα μου εμφανίστηκε κάποιος στον οποίο έδωσα πάραυτα το όνομα του Άλμπέρτο Καέιρο. Θα μου συγχωρέσετε το παράλογο της φράσης: εμφανίστηκε μέσα μου ο δάσκαλος μου. Αυτή ήταν η άμεση αίσθηση που ένιωσα. Σε τέτοιο βαθμό, που μόλις έγραψα αυτά τα τριάντα και πλέον ποιήματα, πήρα αμέσως άλλο χαρτί και έγραψα, πάλι χωρίς διακοπή, τα εξής ποιήματα που συνθέτουν την Πλάγια βροχή του Φερνάντο Πεσσόα Αλμπέρτο Καέιρο στον Φερνάντο Πεσσόα μόνο. Ή, μάλλον, ήταν η αντίδραση του Φερνάντο Πεσσόα για την ανυπαρξία του ως Αλμπέρτο Καέιρο.

Μετά την εμφάνιση του Αλμπέρτο Καέιρο, προσπάθησα να του βρώ -ενστικτωδώς και υποσυνείδητα- κάποιους μαθητές. Έβγαλα από τον ψεύτικο παγανισμό του τον λανθάνοντα Ρικάρντο Ρέις, του βρήκα όνομα, το οποίο το έφτιαξα στα μέτρα του, γιατί τον έβλεπα κιόλας μπροστά μου. Και ξαφνικά, από την αντίθετη κατεύθυνση του Ρικάρντο Ρέις, προέκυψε ορμητικά ένα νέο άτομο. Δια μιάς, στη γραφομηχανή, χωρίς διακοπή ούτε διόρθωση, ξεπήδησε η Θριαμβική ωδή του Άλβαρο ντέ Κάμπος – η ωδή που φέρει αυτόν τον τίτλο και ο άνθρωπος με το όνομα αυτό.

Δημιούργησα λοιπόν μια ανύπαρκτη coterie. Έδωσα σε όλον αυτόν τον κόσμο υπόσταση πραγματική. Διαβάθμισα τις επιρροές, γνώρισα τις φιλίες, άκουσα μέσα μου τις συζητήσεις και τις διαφορετικές απόψεις, και μέσα σ’ όλα αυτά νομίζω ότι ήμουν εγώ ο δημιουργός όλου αυτού του πράγματος, αν και ήμουν ο λιγότερο παρών. Φαίνεται πως όλα αυτά συνέβησαν ανεξάρτητα από μένα. Και πως έτσι εξακολουθούν να συμβαίνουν. Αν κάποτε μπορέσω να δημοσιεύσω μια συζήτηση περί αισθητικής μεταξύ του Ρικάρντο Ρέις και του Άλβαρο ντε Κάμπος, θα δείτε πόσο διαφορετικοί είναι και πως δεν ξέρω τίποτα επί του θέματος.

Όταν επρόκειτο να κυκλοφορήσει ο Orpheu, χρειάστηκε, την τελευταία στιγμή, να βρεθεί κάτι ώστε να συμπληρωθεί ο αριθμός των σελίδων. Πρότεινα τότε στον Σα Καρνέιρο να γράψω ένα «παλιό ποίημα» του Άλβαρο ντε Κάμπος – ένα ποίημα σαν αυτά που θα έγραφε ο Άλβαρο ντε Κάμπος πριν γνωρίσει τον Καέιρο και επηρεαστεί από αυτόν. Και έτσι έγραψα το Opiarium, στο οποίο προσπάθησα να δώσω όλες τις λανθάνουσες τάσεις του Άλβαρο ντε Κάμπος, όπως θα αποκαλύπτονταν αργότερα, αλλά χωρίς ακόμη να υπάρχει το παραμικρό στοιχείο επαφής με το δάσκαλό του Καέιρο. Από όλα τα ποιήματα που έχω γράψει, είναι αυτό για το οποίο κοπίασα το περισσότερο, λόγω της διπλής προσπάθειας αποπροσωποποίησης που κατέβαλα. Αλλά, τέλος, νομίζω πως δεν βγήκε κακό και πως βλέπουμε το ξεκίνημα του Άλβαρο…

Νομίζω πως σας εξήγησα τη γένεση των ετερωνύμων μου. Αν ωστόσο υπάρχει κάποιο σημείο που χρειάζεται μια ξεκάθαρη εξήγηση – γράφω γρήγορα, κι όταν γράφω γρήγορα δεν είμαι πολύ ξεκάθαρος- να μου το πείτε και ευχαρίστως θα το κάνω. Και, είναι αλήθεια, ιδού μια συμπληρωματική πληροφορία, αληθινή και υστερική, καθώς έγραφα ορισμένα σημεία των Σημειώσεων για το δάσκαλό μου Καέιρο του Άλβαρο ντέ Κάμπος, έχυσα αληθινά δάκρυα. Είναι για να ξέρετε με ποιον έχετε να κάνετε, αγαπητέ μου Καζάις Μοντέιρο.

Βλέπω μπροστά μου, στον άχρωμο αλλά πραγματικό χώρο του ονείρου, τα πρόσωπα, τις κινήσεις του Καέιρο, του Ρικάρντο Ρέις και του Άλβαρο ντέ Κάμπος. Τους κατασκεύασα ηλικία και ζωές. Ο Ρικάρντο Ρέις γεννήθηκε το 1887 (δεν θυμάμαι ημέρα και μήνα, αλλά κάπου τα έχω), στο Πόρτο, είναι γιατρός και ζει αυτή τη στιγμή στη Βραζιλία. Ο Αλμπέρτο Καέιρο γεννήθηκε το 1889 και πέθανε το 1915. Γεννήθηκε στη Λισαβώνα αλλά έζησε σχεδόν όλη τη ζωή του στην εξοχή. Δεν είχε επάγγελμα και σχεδόν καμιά παιδεία.

Ο Άλβαρο ντέ Κάμπος γεννήθηκε στην Ταβίρα, στις 15 Οκτωβρίου 1890 (στη 1:30 το μεσημέρι, μου λέει ο Φερνάντο Γκόμες. Είναι αλήθεια, γιατί το ωροσκόπιο που αντιστοιχεί στην ώρα αυτή το επιβεβαιώνει). Αυτός, όπως θα γνωρίζετε, είναι ναυπηγός μηχανικός (σπούδασε στη Γλασκώβη), αλλά τώρα βρίσκεται στη Λισαβώνα, χωρίς δουλειά. Ο Καέιρο ήταν μεσαίου αναστήματος, και αν και ήταν πραγματικά ασθενικός (πέθανε φυματικός), δεν το έδειχνε.

Ο Ρικάρντο Ρέις είναι ελάχιστα, αλλά πολύ ελάχιστα, κοντότερος, δυνατότερος, στεγνότερος. Ο Άλβαρο ντέ Κάμπος είναι ψηλός (1,75 ύψος, δηλαδή 2 εκατοστά ψηλότερός μου), λεπτός και σκύβει ελαφρώς. Όλοι είναι ξυρισμένοι – ο Καέιρο είναι ανοιχτόξανθος, με γαλάζια μάτια’ ο Ρέις μελαχρινός σταράτος’ ο Κάμπος ούτε καστανός ούτε μελαχρινός, μοιάζει αόριστα με πορτογάλο εβραίο, αλλά τα μαλλιά του είναι ίσια με χωρίστρα στο πλάι και μονόκλ. Ο Καέιρο, όπως είπα, δεν είχε καμιά μόρφωση – μόνο το δημοτικό. Έχασε από πολύ νωρίς τον πατέρα του και τη μητέρα του και ζούσε με κάποια μικρά εισοδήματα. Ζούσε με μια γριά θεία του, αδερφή της γιαγιάς του.

Ο Ρικάρντο Ρέις, ο οποίος ανατράφηκε σ’ ένα κολλέγιο Ιησουιτών, είναι, όπως είπα, γιατρός. Ζει στη Βραζιλία από το 1919, όπου εκπατρίστηκε γιατί ήταν φιλομοναρχικός. Είναι λατινιστής, λόγω της μόρφωσης που έλαβε, και αυτοδίδακτος ελληνιστής κατά το ήμισυ. Ο Άλβαρο ντέ Κάμπος φοίτησε σ’ ένα κοινό λύκειο, κι ύστερα τον έστειλαν στη Σκωτία να σπουδάσει μηχανικός, πρώτα μηχανολόγος και μετά ναυπηγός. Σε κάποιες διακοπές ταξίδεψε στην Ανατολή από όπου εμπνεύστηκε το Opiarium. Του έμαθε λατινικά ένας θείος του από την Μπέιρα που ήταν ιερέας.

Πώς γράφω εξ ονόματος αυτών των τριών; Στην περίπτωση του Καέιρο πρόκειται για απλή και καθαρή έμπνευση, χωρίς να ξέρω ούτε καν να φαντάζομαι τι θα έγραφα. Όσο για τον Ρικάρντο Ρέις, προέκυψε ύστερα από έναν αφηρημένο στοχασμό που ξαφνικά πήρε τη μορφή ωδής. Με το όνομα του Κάμπος γράφω όταν νιώθω μια ξαφνική διάθεση να γράψω και δεν ξέρω περί τίνος πρόκειται. Ο κατά ήμισυ ετερώνυμός μου Μπερνάρντο Σοάρες, ο οποίος άλλωστε μοιάζει σε αρκετά σημεία με τον Άλβαρο ντε Κάμπος, εμφανίζεται πάντα όταν είμαι κουρασμένος ή νυστάζω, με αποτέλεσμα να μη λειτουργεί πλήρως η σκέψη μου και ο έλεγχος.

Η πρόζα του είναι μια διαρκής περιπλάνηση. Πρόκειται για έναν κατά το ήμισυ ετερώνυμο γιατί η προσωπικότητά του δεν είναι η δικιά μου ούτε διαφορετική από τη δικιά μου, αλλά μέρος της δικιάς μου. Είμαι εγώ, αν εξαιρέσουμε τον τρόπο σκέψης και το συναίσθημα. Η πρόζα του, εκτός από αυτό που ο τρόπος σκέψης δίνει ως tenue στη δικιά μου, είναι ίδια, και η χρήση της πορτογαλικής γλώσσας ακριβώς η ίδια.

Αντιθέτως, ο Καέιρο γράφει σε κακά πορτογαλικά, ο Κάμπος μέτρια αλλά και με λάθη, όπως για παράδειγμα «eu proprio» αντί για «eu mesmo» κ.λ.π. και ο Ρέις καλύτερα από μένα αλλά με έναν καθαρευουσιανισμό που θεωρώ υπερβολικό. Το δύσκολο για μένα είναι να γράψω την πρόζα του Ρέις -ακόμα κι ανέκδοτη- ή του Κάμπος. Η προσποίηση είναι πιο εύκολη, καθότι είναι πιο αυθόρμητη, στο στίχο.

Αυτή τη στιγμή θα σκέφτεστε, αγαπητέ μου, ποια ατυχία σάς έριξε, διαβάζοντας, καταμεσής σ’ ένα τρελοκομείο. Πάντως, το χειρότερο απ’ όλα είναι η ασυναρτησία της γραφής μου. Σας επαναλαμβάνω και πάλι ότι γράφω σαν να μιλούσα μαζί σας, για να μπορώ να σας απαντήσω αμέσως. Διαφορετικά, θα περνούσαν μήνες χωρίς να καταφέρω να σας απαντήσω.

Ο πλανήτης Άρης θα γίνει ο πέμπτος πλανήτης με «δαχτυλίδι»

Ο κόκκινος πλανήτης έχει εμπνευσμένα πάρει το όνομα του από τον θεό του πολέμου, λόγω του έντονου χρώματος του. Ωστόσο αυτό που πρόκειται να συμβεί στον γειτονικό Αρη, θυμίζει περισσότερο την ιστορία του Ηρακλή.

Πιστός στο… μυθολογικό στοιχείο που τον ακολουθεί, ο πλανήτης Άρης είναι έτοιμος να συντρίψει τον δορυφόρο του. Όπως ακριβώς, σύμφωνα με τους αρχαιοελληνικούς μύθους, ο Ηρακλής σκότωσε τα παιδιά του.

Ο Φόβος, ο μεγαλύτερος από τους δύο δορυφόρους του κόκκινου πλανήτη, είναι το ουράνιο σώμα που περιφέρεται εγγύτερα στον πλανήτη του, από κάθε άλλο στο Ηλιακό σύστημα.

Κάθε χρόνο ο Φόβος έρχεται ολοένα και πιο κοντά στον πλανήτη Άρη, γεγονός που θα αποβεί μοιραίο για την ζωή του. Ο δορυφόρος θα εκραγεί, θα αποσυντεθεί ολοκληρωτικά και θα δημιουργήσει ένα δακτύλιο γύρω από τον γειτονικό μας πλανήτη.

Με αυτό το τρόπο, ο πλανήτης Άρης θα γίνει ο πέμπτος πλανήτης με «δαχτυλίδι», μετά τους Δια, Κρόνο, Ποσειδώνα και Ουρανό. Τα εκατομμύρια κομμάτια σκόνης και βράχων, από την διάλυση του Φόβου, θα κυκλώσουν τον ισημερινό του πλανήτη, κάνοντας τον ακόμα πιο όμορφο.

Οι επιστήμονες πλέον είναι σίγουροι για το μέλλον του δορυφόρου. Ήδη, ο Φόβος εμφανίζεται ελαφρώς παραποιημένος από την μεγάλη βαρύτητα που δέχεται από τον πλανήτη Άρη.

Την ίδια στιγμή ο άλλος δορυφόρος, ο Δείμος, ολοένα και απομακρύνεται από τον κόκκινο πλανήτη. Έτσι, σε λίγα χρόνια ο γείτονας μας πρόκειται να μείνει μόνος, χωρίς την συντροφιά κάποιου άλλου ουράνιου σώματος.

Οι επιστήμονες υπολογίζουν πως ο Φόβος πρόκειται να συντριβεί σε περίπου 20 εκατομμύρια χρόνια.

Αυτό ακούγεται πραγματικά μακρινό για τον ανθρώπινο νου. Αν αναλογιστούμε όμως πως ο πλανήτης Άρης έχει ηλικία μεγαλύτερη από 4.5 δισεκατομμύρια έτη, θα μπορούσαμε να πούμε πως αυτή είναι μια… είδηση της τελευταίας στιγμής.

Θάμυρις ο θρυλικός Ποιητής και Mουσικός

Στην ελληνική μυθολογία ο Θάμυρις ή Θαμύρας ήταν θρυλικός ποιητής, τραγουδιστής και μουσικός, στον οποίο οι αρχαίοι Έλληνες απέδιναν πολλά ποιήματα και ωδές, καθώς και νεωτερισμούς στη Μουσική. Σύμφωνα με τον Όμηρο και τον Ευριπίδη καταγόταν από την Θράκη. Κατά την παράδοση, ο Θάμυρις, γιος του μουσικού Φιλάμμωνα και της νύμφης Αγριόπης , έγραψε και μελοποίησε μία «Θεογονία», μία «Κοσμογονία» και μία «Τιτανομαχία». Πίστευαν επίσης ότι αυτός ήταν ο εφευρέτης του «δώριου τρόπου». Από τον πατέρα του ο Θάμυρις ήταν εγγονός του θεού Απόλλωνα. Σύμφωνα με άλλες εκδοχές, ο Θάμυρις ήταν γιος του Αεθλίου και εγγονός του Ενδυμίωνα, ενώ μητέρα του ήταν η ίδια η Μούσα Ερατώ ή η Μελπομένη.

Ο Θάμυρις ήταν ωραιότατος και διακρινόταν τόσο στο τραγούδι όσο και στο παίξιμο της λύρας, όργανο το οποίο έμαθε από τον Λίνο. Μια άλλη παράδοση λέει ότι ο Θάμυρις δίδαξε τον Όμηρο μουσική.

Ο Θάμυρις καυχήθηκε κάποτε για την τέχνη του και θέλησε να συναγωνισθεί με τις Μούσες. Καθώς ήταν φυσικό, όχι μόνο ηττήθηκε, αλλά και τιμωρήθηκε, επειδή οι Μούσες του αφαίρεσαν τη μουσική τέχνη, αλλά και το φως του, στο Δώριον, κοντά στην Πύλο. Μετά την τύφλωσή του, ο Θάμυρις πέταξε τη λύρα του στον ποταμό Βαλύρα (από το «βάλλω» και το «λύρα») στην Πελοπόννησο. Ο Παυσανίας όμως αναφέρει πως έχασε το φως του πιθανώς από κάποια ασθένεια και σταμάτησε να απαγγέλλει ποιήματα. Ο Πλάτωνας τον αναφέρει σε πολλά έργα του, στους "νόμους" γράφει κανείς να μην τραγουδήσει άσημο τραγούδι εάν δεν το επιτρέψουν οι νομοφύλακες ακόμα και αν είναι καλύτερο από τους ύμνους του Θάμυρι.

Η Λειτουργία των Ασκληπιείων και ο Χριστιανισμός

Η ίδρυση και η λειτουργία των Ασκληπιείων, όπου οι άνθρωποι έβρισκαν τη σωματική και την ψυχική τους ίαση, χάνεται στα βάθη της προϊστορίας μας. Σε αυτά τα οργανωμένα κέντρα, επετύγχαναν την αποτελεσματικότητα της θεραπευτικής αγωγής, χάρη στην ορθή διάγνωση, στα χειρουργικά μέσα, στην δίαιτα, στα φάρμακα, στα βότανα, στις μαλάξεις, στην καθαριότητα, στην υγιεινή, στην άσκηση, στην μουσική και στην εγκοίμηση. Ο Ιπποκράτης, ο δέκατος έβδομος απόγονος του Ασκληπιού, παίρνοντας το νήμα της συνέχειας από τον πρόγονό του, εξέλιξε τις ιατρικές μεθόδους στα ήδη υπάρχοντα Ασκληπιεία, αλλά και σε άλλα που ο ίδιος δημιούργησε. Βάσισε την ιατρική μεθοδολογία στην παρατήρηση, στο αναλυτικό ιστορικό κάθε ασθενούς, στην έρευνα και στην εφαρμογή νέων μεθόδων και θεραπειών, εισάγοντας για πρώτη φορά τους κώδικες της ιατρικής δεοντολογίας, οι οποίοι πρέπει να διέπουν την συμπεριφορά των ιατρών. Με βάση τα ανωτέρω, οι άξιοι συνεχιστές του έργου του θέσπισαν αργότερα τον ιατρικό όρκο, ο οποίος ισχύει μέχρι σήμερα και στον οποίον ορκίζονται όλοι οι νέοι ιατροί σε ολόκληρο τον πολιτισμένο κόσμο.

Τον 2ο αιώνα μ.Χ. ο Γαληνός, συνεχίζοντας το μεγάλο έργο του Ασκληπιού και του Ιπποκράτη, δεν δεχόταν ούτε αυτός την θεία προέλευση των νόσων ούτε και την ίασή τους μέσω σκοτεινών ή άλλων παρεμβάσεων. Και οι τρεις πρέσβευαν ότι οι άνθρωποι θεραπεύονται με την βοήθεια της φύσεως, από τους ανθρώπους, και την ιατρική επιστήμη. Ορμώμενος από τις ορθές ιατρικές δοξασίες του, κατασκεύαζε εργονομικά χειρουργικά εργαλεία για λεπτές χειρουργικές επεμβάσεις. Με τις ολοκληρωμένες έρευνές του στην ανατομία των νεύρων, των αρτηριών και των φλεβών, στους πυρετούς, στην νοσολογία, την επιδεσμολογία και στην σύνθεση των φαρμάκων, έθεσε την βάση της σύγχρονης ιατρικής. Στην πόλη της Αρχαίας Τρίκκης, από την εποχή του Ομήρου λειτουργούσε το επιφανέστερο Ασκληπιείο, όπου οι ασθενείς ηρεμούσαν και εδέχοντο την ιατρική φροντίδα και με τις τεχνικές γνώσεις των ιατρών εύρισκαν ανακούφιση και θεραπεία. Άλλα σπουδαία θεραπευτικά κέντρα ήσαν της Κω, της Επιδαύρου, του Κρότωνος, της Κυρήνης καθώς και άλλων περιοχών του Ελληνισμού.

Με την επικράτηση του Χριστιανισμού, η ιατρική όπως φυσικά και οι άλλες Ελληνικές επιστήμες, εξοβελίστηκαν στο πυρ το εξώτερον. Τα Ασκληπιεία γκρεμίστηκαν και στη θέση τους άρχισαν να κτίζονται με ίδια τα υλικά τους, χριστιανικές εκκλησίες. Συνηθισμένοι οι ασθενείς, συνέχιζαν να πηγαίνουν στους χώρους όπου λειτουργούσαν άλλοτε τα Ασκληπιεία, αναζητώντας την ίαση. Αντί όμως για ιατρούς, τους περίμεναν πλέον στην πόρτα της εκκλησίας, οι εκπρόσωποι του θεού για να τους διαβάσουν διάφορους αφορισμούς έναντι αμοιβής φυσικά. Έτσι, αντί της ορθοπεδικής ανάταξης των καταγμάτων, εδίδετο το αγιασμένο λάδι για επάλειψη, συνοδευόμενο με την ανάλογη ευλογία:

«Πατάξαι σέ Κύριος εν απορία καί πυρετώ καί ρίγη καί ερεθισμώ καί ανεμοφθορία καί τή ώχρα. πατάξαι σέ Κύριος παραπληξία καί αορασία καί εκστάσει διανοίας, πατάξαι σέ Κύριος έν έλκει πονηρώ επί τά γόνατα καί επί τάς κνήμας ώστε μή δύνασθαι ιαθήναι σέ από ίχνους τών ποδών σου, και κολληφθήσονται έν σοί καί πάσαν μαλακίαν καί πάσαν πληγήν τήν μή γεγραμμένη… επάξει Κύριος επί σέ».

Τότε άρχισε ο σκοτεινός μεσαίωνας για την Δύση και η Βυζαντινοκρατία στην Ανατολή, δηλαδή η με κάθε μέσον πάταξη της ελευθερίας της σκέψεως, του πολιτισμού, της επιστήμης και της προόδου.
Ο αγράμματος λαός όπως τον είχαν διά της βίας καταντήσει, μη έχοντας άλλη διέξοδο, συνέχιζε να επισκέπτεται τις εκκλησίες, που τις έχτιζαν μανιοδώς επάνω στις ίδιες θέσεις των αρχαίων ναών, για να μην αλλάξουν οι συνήθειες των πιστών και η ιερότητα του χώρου. Αντί της φαρμακευτικής αγωγής στις λοιμώξεις, ο παπάς τους καθησύχαζε ότι ήταν επίσκεψη και θέλημα του Θεού η ασθένεια, διότι δεν τηρούσαν τις εντολές των επί της γης αντιπροσώπων του και συνέχιζε το τροπάριό του:

«Άγιοι τρείς παίδες οί τήν κάμινον σβέσαντες, άγιοι επτά παίδες οί έν Εφέσω, οί έκ τών νεκρών αναστήσαντες, βοηθήσατε, άγιοι εννέα μάρτυρες, άγιοι δέκα μάρτυρες, άγιοι τεσσαράκοντα μάρτυρες, άγιοι τριάκοντα και τρεις μάρτυρες από Ρώμη, άγιοι τριακόσιοι δέκα καί οκτώ θεοφόροι πατέρες, άγιε Ιωάννη Θεολόγε, άγιε Πέτρε από Ρώμη, άγιε Παύλε από Δαμασκόν, Άγιε Ευθύμιε από Μάδητον, άγιε Νικόλαε, άγιε Βασίλειε, άγιε Επιφάνειε άγιε Ιωάννη Χρυσόστομε, άγιε Θύρσε ... Πάσαι αί ουράνιαι δυνάμεις τών αγίων αγγέλων καί αρχαγγέλων, χερουβίμ καί τά εξαπτέρυγα σεραφείμ. Απελάσατε ταύτην τήν χαλεπήν ασθένειαν από τήν δούλην του θεού Μαρίαν, πυρετόν, εσωπύρετον, ρίγους κραταιού, ρίγους βραχέος, ρίγους λυμαντικού (τρεις ρίγοι!!!) εξορκίζω υμάς τάς οβ' (72 όλες μετρημένες μία μία) ασθενείας έχει ό άνθρωπος, αναχωρείν από τήν δούλην τού θεού Μαρίαν». Οι ψυχικές ασθένειες δε, ήταν η ειδικότητά τους διότι οι ασθενείς καταλαμβάνονταν από τους δαίμονες - κακά πνεύματα και με τους κατάλληλους αναθεματισμούς, θα εξέρχονταν τα διαμόνια από τους πιστούς ασθενείς όταν τους διάβαζαν τα ιερά κείμενα:

«Μή από βασκοσύνης καί πάσης άλλης συμφοράς επερχομένης, μή δαιμονικόν, μή ονοσκελιακόν ή νεράιδων. Μή κεφαλόπονον ή οφθαλμόπονον ή στηθόπονον ή φρενόπονον ή χειρόπονο. Μή δυσουρίας ή τρισουρίας ή αρμόπονον ή τζίρματος ομαλικόν ή άυπνον ή πολύυπνον, εξορκίζω υμάς εί τί άν έστιν αδικών τόν δούλον τού θεού, αναχωρήσατε καί απέλθατε είς τά άγρια όρη».

Και φυσικά οι αρρώστιες δεν πήγαιναν στα άγρια βουνά, αλλά τις περισσότερες φορές οι ασθενείς όδευαν σε τόπους χλοερούς και εις τας αγκάλας του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ. Έτσι αποδεκατίζονταν γενιές και γενιές, πίνοντας τα χρώματα των εικόνων ως ρόφημα και προσκυνώντας οστά, κομμάτια ξύλου και θαυματουργές εικόνες, άγιες ζώνες και τίμιες κάρες. Επί χίλια εξακόσια και πλέον χρόνια ο χριστιανικός δογματισμός σε όλη την επικράτειά του, οδήγησε στην πυρά και στο ικρίωμα εκατομμύρια αθώους Εθνικούς, Έλληνες και Ελληνολάτρες, καθώς και τα άτομα με ελεύθερο και ερευνητικό πνεύμα. Με τον φόβο και τον τρόμο της δευτέρας παρουσίας και κρίσεως, καθώς και της αιωνίου τιμωρίας, κατάφερε να ανακόψει την αρχαία Ελληνική έρευνα, την μελέτη, την επιστημονική παράδοση και ιδίως την ελεύθερη φιλοσοφική σκέψη και αναζήτηση, με αποτέλεσμα να οδηγήσει τους λαούς στην αμάθεια, στην άγνοια, στις δεισιδαιμονίες, στις προλήψεις, στις προκαταλήψεις, στον σκοταδισμό και στον ραγιαδισμό. Δεν αναφέρομαι για την εξολόθρευση δεκάδων φυλών, λαών και πολιτισμών από τους ιεραποστόλους του Πάπα και τους άρπαγες Ευρωπαίους βασιλείς, σε πολλά μέρη του πλανήτη μας.

Κορυφαίοι επιστήμονες διαφόρων κλάδων των επιστημών συμφωνούν ότι, εάν δεν είχε μεσολαβήσει ο Μεσαίωνας, ο κάτοικος της Γης θα είχε πάει στην Σελήνη τουλάχιστον πριν από χίλια χρόνια. Οι δυνάμεις όμως και οι εκφάνσεις της Μήτρας των πάντων Φύσεως, της Συμπαντικής Σοφίας, μιλούν σε αυτούς που μπορούν απελευθερωμένοι να συντονιστούν μαζί τους και, να ακούσουν τους μελωδικούς ψιθυρισμούς της: «Εμείς δεν φύγαμε ποτέ, είμαστε η δύναμη και η πνοή, σε κάθε έκφραση της ζωής, σε κάθε επιστημονική ανακάλυψη, σε κάθε μορφή τέχνης. Ο Ελληνικός πολιτισμός είναι αθάνατος, διότι διέπεται από τους φυσικούς νόμους και εδράζεται σε συμπαντικές αρχές, και στον μοναδικό λογικό και φιλοσοφικό ορθολογισμό

To γένος των Ελλήνων, έτσι έρχεται αυθόρμητα και πάντα επίκαιρο στο σκόπιμα αγνοημένο ποίημα του Καβάφη, με μία μικρή παράφραση:

«γιατί τα σπάγανε τ' αγάλματά των,
γιατί τους διώξανε απ' τους ναούς των,
διόλου δεν πέθαναν γι΄ αυτό οι θεοί.
Ώ γη του απανταχού Ελληνισμού,
εσένα αγαπούν ακόμη,
εσένα οι ψυχές των ενθυμούνται ακόμη»

Δευτέρα 23 Οκτωβρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Περὶ τῶν ἐν Χερρονήσῳ (56-67)

[56] Τί ποτ᾽ οὖν ἐστι τὸ αἴτιον, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τὸ τὸν μὲν οὕτω φανερῶς στρατεύοντα, ἀδικοῦντα, πόλεις καταλαμβάνοντα, μηδένα τούτων πώποτ᾽ εἰπεῖν ὡς πόλεμον ποιεῖ, τοὺς δὲ μὴ ἐπιτρέπειν μηδὲ προΐεσθαι ταῦτα συμβουλεύοντας, τούτους τὸν πόλεμον ποιήσειν αἰτιᾶσθαι;

[57] ἐγὼ διδάξω· ὅτι τὴν ὀργὴν ἣν εἰκός ἐστι γενέσθαι παρ᾽ ὑμῶν, ἄν τι λυπῆσθε τῷ πολέμῳ, εἰς τοὺς ὑπὲρ ὑμῶν λέγοντας τὰ βέλτιστα τρέψαι βούλονται, ἵνα τούτους κρίνητε, μὴ Φίλιππον ἀμύνησθε, καὶ κατηγορῶσιν αὐτοί, μὴ δίκην δῶσιν ὧν ποιοῦσι νῦν. τοῦτ᾽ αὐτοῖς δύναται τὸ λέγειν ὡς ἄρα βούλονται πόλεμόν τινες ποιῆσαι παρ᾽ ὑμῖν, καὶ περὶ τούτου ἡ διαδικασία αὕτη ἐστίν.

[58] ἐγὼ δ᾽ οἶδ᾽ ἀκριβῶς ὅτι οὐ γράψαντος Ἀθηναίων οὐδενός πω πόλεμον, καὶ ἄλλα πολλὰ Φίλιππος ἔχει τῶν τῆς πόλεως καὶ νῦν εἰς Καρδίαν πέπομφε βοήθειαν. εἰ μέντοι βουλόμεθ᾽ ἡμεῖς μὴ προσποιεῖσθαι πολεμεῖν αὐτὸν ἡμῖν, ἀνοητότατος πάντων ἂν εἴη τῶν ὄντων ἀνθρώπων, εἰ τοῦτ᾽ ἐξελέγχοι.

[59] ἀλλ᾽ ἐπειδὰν ἐπ᾽ αὐτοὺς ἡμᾶς ἴῃ, τί φήσομεν; ἐκεῖνος μὲν γὰρ οὐ πολεμεῖν, ὥσπερ οὐδ᾽ Ὠρείταις, τῶν στρατιωτῶν ὄντων ἐν τῇ χώρᾳ, οὐδὲ Φεραίοις πρότερον, πρὸς τὰ τείχη προσβάλλων αὐτῶν, οὐδ᾽ Ὀλυνθίοις ἐξ ἀρχῆς, ἕως ἐν αὐτῇ τῇ χώρᾳ τὸ στράτευμα παρῆν ἔχων. ἢ καὶ τότε τοὺς ἀμύνεσθαι κελεύοντας πόλεμον ποιεῖν φήσομεν; οὐκοῦν ὑπόλοιπον δουλεύειν· οὐ γὰρ ἄλλο γ᾽ οὐδέν ἐστι μεταξὺ τοῦ μήτ᾽ ἀμύνεσθαι μήτ᾽ ἄγειν ἡσυχίαν ἐᾶσθαι.

[60] καὶ μὴν οὐχ ὑπὲρ τῶν ἴσων ὑμῖν καὶ τοῖς ἄλλοις ἔσθ᾽ ὁ κίνδυνος· οὐ γὰρ ὑφ᾽ αὑτῷ τὴν πόλιν ποιήσασθαι βούλεται Φίλιππος, ἀλλ᾽ ὅλως ἀνελεῖν. οἶδεν γὰρ ἀκριβῶς ὅτι δουλεύειν μὲν ὑμεῖς οὔτ᾽ ἐθελήσετε, οὔτ᾽, ἂν ἐθελήσητε, ἐπιστήσεσθε (ἄρχειν γὰρ εἰώθατε), πράγματα δ᾽ αὐτῷ παρασχεῖν, ἂν καιρὸν λάβητε, πλείω τῶν ἄλλων ἀνθρώπων ἁπάντων δυνήσεσθε.

[61] Ὡς οὖν ὑπὲρ τῶν ἐσχάτων ὄντος τοῦ ἀγῶνος, οὕτω προσήκει γιγνώσκειν, καὶ τοὺς πεπρακότας αὑτοὺς ἐκείνῳ μισεῖν κἀποτυμπανίσαι· οὐ γὰρ ἔστιν, οὐκ ἔστι τῶν ἔξω τῆς πόλεως ἐχθρῶν κρατῆσαι, πρὶν ἂν τοὺς ἐν αὐτῇ τῇ πόλει κολάσητ᾽ ἐχθρούς.

[62] πόθεν οἴεσθε νῦν αὐτὸν ὑβρίζειν ὑμᾶς (οὐδὲν γὰρ ἄλλ᾽ ἔμοιγε δοκεῖ ποιεῖν ἢ τοῦτο) καὶ τοὺς μὲν ἄλλους εὖ ποιοῦντα, εἰ μηδὲν ἄλλο, ἐξαπατᾶν, ὑμῖν δ᾽ ἀπειλεῖν ἤδη; οἷον Θετταλοὺς πολλὰ δοὺς ὑπηγάγετ᾽ εἰς τὴν νῦν παροῦσαν δουλείαν· οὐδ᾽ ἂν εἰπεῖν δύναιτ᾽ οὐδεὶς ὅσα τοὺς ταλαιπώρους Ὀλυνθίους πρότερον δοὺς Ποτείδαιαν ἐξηπάτησε καὶ πόλλ᾽ ἕτερα·

[63] Θηβαίους νῦν ὑπάγει τὴν Βοιωτίαν αὐτοῖς παραδοὺς καὶ ἀπαλλάξας πολέμου πολλοῦ καὶ χαλεποῦ· ὥστε καρπωσάμενοί τιν᾽ ἕκαστοι τούτων πλεονεξίαν οἱ μὲν ἤδη πεπόνθασιν ἃ δὴ πάντες ἴσασιν, οἱ δ᾽ ὅταν ποτὲ συμβῇ πείσονται. ὑμεῖς δ᾽ ὧν μὲν †ἀπεστέρησθε,† σιωπῶ· ἀλλ᾽ ἐν αὐτῷ τῷ τὴν εἰρήνην ποιήσασθαι, πόσ᾽ ἐξηπάτησθε, πόσων ἀπεστέρησθε.

[64] οὐχὶ Φωκέας, οὐ Πύλας, οὐχὶ τἀπὶ Θρᾴκης, Δορίσκον, Σέρριον, τὸν Κερσοβλέπτην αὐτόν; οὐ νῦν τὴν πόλιν τὴν Καρδιανῶν ἔχει καὶ ὁμολογεῖ; τί ποτ᾽ οὖν ἐκείνως τοῖς ἄλλοις καὶ οὐ τὸν αὐτὸν τρόπον ὑμῖν προσφέρεται; ὅτι ἐν μόνῃ τῶν πασῶν πόλεων τῇ ὑμετέρᾳ ἄδει᾽ ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν λέγειν δέδοται, καὶ λαβόντα χρήματ᾽ αὐτὸν ἀσφαλές ἐστι λέγειν παρ᾽ ὑμῖν, κἂν ἀφῃρημένοι τὰ ὑμέτερ᾽ αὐτῶν ἦτε. οὐκ ἦν ἀσφαλὲς λέγειν ἐν Ὀλύνθῳ τὰ Φιλίππου μὴ σὺν εὖ πεπονθότων τῶν πολλῶν Ὀλυνθίων τῷ Ποτείδαιαν καρποῦσθαι·

[65] οὐκ ἦν ἀσφαλὲς λέγειν ἐν Θετταλίᾳ τὰ Φιλίππου μὴ σὺν εὖ πεπονθότος τοῦ πλήθους τοῦ Θετταλῶν τῷ τοὺς τυράννους ἐκβαλεῖν Φίλιππον αὐτοῖς καὶ τὴν Πυλαίαν ἀποδοῦναι· οὐκ ἦν ἐν Θήβαις ἀσφαλές, πρὶν τὴν Βοιωτίαν ἀπέδωκε καὶ τοὺς Φωκέας ἀνεῖλεν.

[66] ἀλλ᾽ Ἀθήνησιν, οὐ μόνον Ἀμφίπολιν καὶ τὴν Καρδιανῶν χώραν ἀπεστερηκότος Φιλίππου, ἀλλὰ καὶ κατασκευάζοντος ὑμῖν ἐπιτείχισμα τὴν Εὔβοιαν καὶ νῦν ἐπὶ Βυζάντιον παριόντος, ἀσφαλές ἐστι λέγειν ὑπὲρ Φιλίππου. καὶ γάρ τοι τούτων μὲν ἐκ πτωχῶν ἔνιοι ταχὺ πλούσιοι γίγνονται, καὶ ἐξ ἀνωνύμων καὶ ἀδόξων ἔνδοξοι καὶ γνώριμοι, ὑμεῖς δὲ τοὐναντίον ἐκ μὲν ἐνδόξων ἄδοξοι, ἐκ δ᾽ εὐπόρων ἄποροι· πόλεως γὰρ ἔγωγε πλοῦτον ἡγοῦμαι συμμάχους, πίστιν, εὔνοιαν, ὧν πάντων ἔσθ᾽ ὑμεῖς ἄποροι.

[67] ἐκ δὲ τοῦ τούτων ὀλιγώρως ἔχειν καὶ ἐᾶν ταῦτα φέρεσθαι ὁ μὲν εὐδαίμων καὶ μέγας καὶ φοβερὸς πᾶσιν Ἕλλησι καὶ βαρβάροις, ὑμεῖς δ᾽ ἔρημοι καὶ ταπεινοί, τῇ τῶν ὠνίων ἀφθονίᾳ λαμπροί, τῇ δ᾽ ὧν προσῆκε παρασκευῇ καταγέλαστοι. οὐ τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον περί θ᾽ ὑμῶν καὶ περὶ αὑτῶν ἐνίους τῶν λεγόντων ὁρῶ βουλευομένους· ὑμᾶς μὲν γὰρ ἡσυχίαν ἄγειν φασὶ δεῖν, κἄν τις ὑμᾶς ἀδικῇ, αὐτοὶ δ᾽ οὐ δύνανται παρ᾽ ὑμῖν ἡσυχίαν ἄγειν οὐδενὸς αὐτοὺς ἀδικοῦντος.

***
[56] Ποια λοιπόν τέλος πάντων, Αθηναίοι, είναι η αιτία για το ότι κανένας από τους ρήτορες δεν είπε ποτέ μέχρι σήμερα ότι προκαλεί πόλεμο αυτός που τόσο απροκάλυπτα εκστρατεύει, αδικεί, καταλαμβάνει πόλεις, αλλά αντίθετα κατηγορούν ότι θα προκαλέσουν τον πόλεμο όσοι σας συμβουλεύουν να μην επιτρέπετε μήτε να αδιαφορείτε γι᾽ αυτά;

[57] Εγώ θα σας εξηγήσω. Γιατί θέλουν την οργή, που είναι φυσικό να προκληθεί από σας, αν στενοχωρηθείτε από κάτι δυσάρεστο που θα προέλθει από τον πόλεμο, να τη στρέψουν σ᾽ αυτούς που σας δίνουν τις καλύτερες συμβουλές. Ο στόχος τους είναι να εισαγάγετε αυτούς σε δίκη, να μην αποκρούσετε τον Φίλιππο, να είναι αυτοί κατήγοροι και να μην τιμωρηθούν για όσα κάνουν τώρα. Αυτήν την έννοια έχει ο ισχυρισμός τους ότι τάχα κάποιοι εδώ σε σας θέλουν να προκαλέσουν πόλεμο, και γι᾽ αυτό γίνεται αυτή η αντιπαράθεση.

[58] Εγώ όμως είμαι απόλυτα σίγουρος ότι, ενώ κανένας από τους Αθηναίους δεν εισηγήθηκε πόλεμο, παρ᾽ όλα αυτά ο Φίλιππος και κατέχει πολλά άλλα μέρη της πόλης μας και τώρα τελευταία μάλιστα έχει στείλει βοήθεια στην Καρδία. Αν όμως θέλουμε να προσποιούμαστε και να λέμε ότι αυτός δεν κάνει πόλεμο εναντίον μας, τότε ο Φίλιππος θα ήταν ο πιο ανόητος από όλους τους ανθρώπους του κόσμου, αν ο ίδιος το έλεγε φανερά.

[59] Αλλά τι θα πούμε, όταν θα βαδίσει εναντίον μας; Γιατί εκείνος θα πει ότι δεν μας πολεμά, όπως έλεγε ότι δεν πολεμούσε εναντίον των Ωρειτών, ενώ οι στρατιώτες του βρίσκονταν μέσα στη χώρα τους, ούτε προηγουμένως εναντίον των Φεραίων, ενώ χτυπούσε τα τείχη τους, ούτε και εναντίον των Ολυνθίων στην αρχή, ως τη στιγμή που παρουσιάστηκε με τον στρατό του μέσα στην ίδια τη χώρα τους. Ή μήπως και τότε θα πούμε ότι πόλεμο προκαλούν όσοι μας προτρέπουν να αμυνθούμε; Τότε λοιπόν αυτό που μας μένει είναι να γίνουμε δούλοι· γιατί δεν υπάρχει καμιά άλλη ενδιάμεση λύση μεταξύ του να μην υπερασπίζεται κανείς τον εαυτό του και να μην του επιτρέπεται να ζει ήσυχος.

[60] Επίσης δεν διακυβεύονται στον ίδιο βαθμό τα δικά σας συμφέροντα και τα συμφέροντα κάποιων άλλων· γιατί ο Φίλιππος δεν θέλει απλώς να υποτάξει την πόλη σας, αλλά να την καταστρέψει ολοσχερώς. Γιατί είναι απόλυτα σίγουρος ότι δεν θα θελήσετε να γίνετε δούλοι, ούτε, αν το θελήσετε, θα μπορέσετε να μείνετε δούλοι (γιατί έχετε συνηθίσει να εξουσιάζετε), αλλά ότι, αν βρείτε ευκαιρία, θα μπορέσετε να του δημιουργήσετε τα περισσότερα προβλήματα από όλους γενικά τους υπόλοιπους ανθρώπους.

[61] Πρέπει λοιπόν να καταλάβετε ότι πρόκειται για αγώνα ζωής και θανάτου, και όσοι έχουν πουληθεί σ᾽ εκείνον, να τους μισείτε και να τους μαστιγώσετε μέχρι θανάτου. Γιατί είναι αδύνατο, ναι αδύνατο να νικήσετε τους εξωτερικούς εχθρούς της πόλης, αν προηγουμένως δεν τιμωρήσετε τους εχθρούς που βρίσκονται μέσα σ᾽ αυτήν.

[62] Από πού φαντάζεστε ότι κινείται και σας λοιδορεί (γιατί κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον δεν κάνει τίποτε άλλο παρά αυτό) και για ποιόν λόγο εξαπατά τους άλλους με περιποιήσεις, αν όχι με κάτι άλλο, ενώ στην περίπτωσή σας καταφεύγει ήδη σε απειλές; Για παράδειγμα, τους Θεσσαλούς, αφού στην αρχή τους έδωσε πολλά, ύστερα τους έσυρε ύπουλα στη σημερινή κατάσταση υποδούλωσης· ούτε ακόμη θα μπορούσε να πει κανείς πόσο παραπλάνησε τους ταλαίπωρους τους Ολυνθίους δίνοντάς τους την Ποτείδαια και άλλα μέρη·

[63] τώρα εξάλλου προσπαθεί να παρασύρει με ύπουλο τρόπο τους Θηβαίους δίνοντάς τους τη Βοιωτία και απαλλάσσοντάς τους από έναν πόλεμο μακροχρόνιο και σκληρό. Έτσι, ο καθένας τους, αφού έδρεψαν μερικούς καρπούς της πλεονεξίας τους, άλλοι έχουν ήδη πάθει όσα όλοι γνωρίζουν καλά, άλλοι πάλι θα πάθουν, όταν έρθει η σειρά τους. Δεν αναφέρω όσα έχετε χάσει στον πόλεμο· πόσο όμως έχετε εξαπατηθεί και πόσα έχετε στερηθεί στον χρόνο που διήρκεσαν οι διαπραγματεύσεις για την ειρήνη!

[64] Δεν εξαπατηθήκατε σχετικά με τους Φωκείς, τις Θερμοπύλες, τα οχυρά σας στη Θράκη, Δορίσκο, Σέρριο, ακόμη και για τον ίδιο τον Κερσοβλέπτη; Δεν κατέχει αυτήν τη στιγμή ο Φίλιππος την πόλη των Καρδιανών και το ομολογεί μάλιστα; Γιατί λοιπόν τέλος πάντων προς τους άλλους Έλληνες φέρεται με εκείνον τον τρόπο, και δεν ακολουθεί τον ίδιο τρόπο συμπεριφοράς και προς εσάς; Γιατί μόνο στη δική σας από όλες τις πόλεις παρέχεται το δικαίωμα να υπερασπίζεται κανείς άφοβα τα συμφέροντα των εχθρών, και όταν κάποιος δωροδοκηθεί, μπορεί να μιλάει εδώ σε σας με ασφάλεια, και αν ακόμη έχουν αποσπάσει από σας δικά σας εδάφη. Δεν ήταν δυνατόν να υπερασπίζεται κανείς στην Όλυνθο χωρίς κίνδυνο τα συμφέροντα του Φιλίππου, αν δεν είχε συμμετάσχει και ο λαός των Ολυνθίων στο κέρδος από την παραχώρηση της Ποτείδαιας·

[65] ούτε στη Θεσσαλία θα ήταν ασφαλές πιο μπροστά να μιλήσει κανείς υπέρ του Φιλίππου, αν ο Θεσσαλικός λαός δεν είχε συμμετάσχει στο κέρδος από την εκ μέρους του Φιλίππου εκδίωξη των τυράννων τους και από την αποκατάσταση των αμφικτυονικών προνομίων· ούτε στη Θήβα ήταν ασφαλές πιο μπροστά παρά αφού τους έδωσε πίσω τη Βοιωτία και αφάνισε τους Φωκείς.

[66] Αντίθετα, στην Αθήνα μπορεί ακίνδυνα να μιλάει κανείς υπέρ του Φιλίππου, μολονότι αυτός όχι μόνο σας έχει αρπάξει την Αμφίπολη και την περιοχή της Καρδίας αλλά και μετατρέπει την Εύβοια σε τείχος εναντίον σας και αυτήν τη στιγμή κατευθύνεται εναντίον του Βυζαντίου. Πράγματι, μερικοί από τους εδώ πολιτικούς από φτωχοί έγιναν ξαφνικά πλούσιοι, κάποιοι άλλοι από άγνωστοι και άσημοι ένδοξοι και διάσημοι· εσείς, αντίθετα, από ένδοξοι καταντήσατε άσημοι και από πλούσιοι ζητιάνοι. Γιατί εγώ τουλάχιστον πλούτο μιας πόλης θεωρώ τους συμμάχους, την αξιοπιστία, την καλή προαίρεση· όλα αυτά εσείς τα στερείσθε.

[67] Και επειδή εσείς αδιαφορείτε γι᾽ αυτά και τα αφήνετε στην τύχη τους, ο Φίλιππος ευημερεί και έγινε μεγάλος και τρομερός σε όλους τους Έλληνες και τους βαρβάρους, ενώ εσείς εγκαταλειμμένοι και ταπεινωμένοι, λαμπροί βέβαια για την αφθονία της αγοράς σας, καταγέλαστοι όμως σε ό,τι αφορά την προετοιμασία των βασικών πολεμικών αναγκών. Βλέπω ότι μερικοί ρήτορες σκέφτονται διαφορετικά για σας από ό,τι για τον εαυτό τους. Υποστηρίζουν ότι εσείς πρέπει να κάθεστε ήσυχοι, ακόμη και αν αδικείσθε από κάποιον, οι ίδιοι όμως δεν μπορούν εδώ να κάθονται ήσυχοι, αν και κανένας δεν τους αδικεί.

ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΩΝ ΣΟΦΙΣΤΩΝ

I. Η διαμόρφωση της Σοφιστικής
Η Σοφιστική ως μια συγκεκριμένη μορφή του αρχαίου ελληνικού στοχασμού τοποθετείται ανάμεσα στο 446 και το 336 π.Χ. Αρχίζει με τον Πρωταγόρα και εξακολουθεί να υπάρχει ως την εποχή που ο Πλάτων γράφει τους Νόμους.1 Η εμφάνιση της Σοφιστικής συνδέεται άμεσα με τις κοινωνικοπολιτικές αλλαγές που συντελούνται κατά τον πέμπτο αιώνα, και ιδιαίτερα με την κοινωνική και πολιτική κατά­σταση που επικρατεί στην Αθήνα την εποχή αυτή. Η σοφι­στική κίνηση, που, όπως θα δούμε, εκφράζει μια στροφή στην πνευματική ζωή της Αρχαίας Ελλάδας, προετοιμάζε­ται από την προηγούμενη ελληνική σκέψη, και ειδικότερα από την προσωκρατική φιλοσοφική παράδοση.
 
Σύμφωνα με τον Guthrie, «η επίδραση των Ελεατών στον Πρωταγόρα και τον Γοργία είναι αναμφισβήτητη, ό­πως αναμφισβήτητη είναι και η επίδραση του Ηρακλείτου στον Πρωταγόρα, ενώ ο Γοργίας λέγεται πως υπήρξε μαθητής και οπαδός του Εμπεδοκλή».2 Ωστόσο, η κύρια επίδρα­ση των Προσωκρατικών πάνω στους Σοφιστές πρέπει να αναζητηθεί στις θεωρίες τους για τη φυσική καταγωγή της ζωής και της κοινωνίας, που ήταν χαρακτηριστικό γνώρι­σμα της ιωνικής σκέψης από τον Αναξίμανδρο και ύστερα. Σύμφωνα με τον Μπαγιόνα, οι απόψεις του Ηρακλείτου, τουλάχιστον όπως τον ερμηνεύει ο Πλάτων, δηλαδή ως φι­λόσοφο της μεταβολής, του γίγνεσθαι, επηρεάζουν τις από­ψεις των Σοφιστών για το σχετικό χαρακτήρα των ηθικών αξιών. Εξάλλου, η κριτική του πολυθεϊσμού και του ανθρωπομορφικού χαρακτήρα της θρησκείας από τον Ξενοφάνη προετοιμάζει τις αντίστοιχες απόψεις του Προδίκου και του Κριτία. Ακόμη και η διάκριση του «νόμω» και του «φύσει», που αντιστοιχεί προς την αντίθεση ανάμεσα στο πραγματικό και το φαινομενικό και έχει συνεπώς γνωσιοθεωρητικό χαρακτήρα, υιοθετείται από τους Σοφιστές. Οι Σο­φιστές εφαρμόζουν τη διάκριση αυτή σε ζητήματα πρακτι­κής φιλοσοφίας, στις ηθικές και κοινωνικοπολιτικές τους απόψεις. Τέλος, οι απόψεις του Δημοκρίτου για τη γένεση και την εξέλιξη του πολιτισμού φαίνεται να προετοιμάζουν τις αντίστοιχες απόψεις του Πρωταγόρα.3

Ένας άλλος παράγοντας που φαίνεται να συνετέλεσε στη διαμόρφωση του νέου πνεύματος της Σοφιστικής ήταν, σύμφωνα με τον Guthrie, «η διεύρυνση του ορίζοντα μέσα από τις αυξανόμενες επαφές των Ελλήνων με τους άλλους λαούς, τόσο στον πόλεμο, όσο στα ταξίδια και στη θεμελίωση των αποικιών». Η διεύρυνση αυτή, παρατηρεί, «έκανε προοδευτικά φανερό ότι τα έθιμα και οι κανόνες συμπεριφο­ράς που προηγουμένως θεωρούνταν απόλυτα και καθολικά, και θεϊκής προέλευσης, ήταν τοπικά και σχετικά».4
 
Καθοριστικό ρόλο για τη διαμόρφωση του νέου δια­νοητικού κλίματος θα παίξει επίσης και η θετική αξιολόγη­ση και η έμφαση που δίνεται στις τεχνικές επιτεύξεις του ανθρώπινου γένους. Όπως παρατηρεί ο Guthrie, δεν είναι αλήθεια ότι οι Έλληνες ως σύνολο περιφρονούσαν τις πρα­κτικές τέχνες και την εργασία. Τέτοιες γενικεύσεις στηρί­ζονταν μάλλον στην αποκλειστική σχεδόν αναφορά των με­λετητών στο έργο του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Στην πραγματικότητα, «κατά τον πέμπτο αιώνα οι πρακτικές επι­τεύξεις του ανθρώπινου γένους αναγνωρίζονταν το ίδιο με την προσπάθεια για την κατανόηση του σύμπαντος». Η υλι­κή πρόοδος του ανθρώπου, για παράδειγμα, αξιολογείται θετικά τόσο από τους τρεις μεγάλους τραγικούς όσο και α­πό τους Αναξαγόρα, Δημόκριτο και Πρωταγόρα. Σύμφωνα με τον Guthrie, «οι τεχνικοί θρίαμβοι που εγκωμιάζονται α­πό αυτούς τους συγγραφείς, περιλαμβάνουν: το λόγο και τη γραφή, το κυνήγι και το ψάρεμα, τη γεωργία, την εξημέρω­ση των άγριων ζώων και τη χρησιμοποίησή τους για τις με­ταφορές, την οικοδομική, τη μαγειρική, τη μεταλλουργία, τη ναυπηγική και τη ναυσιπλοΐα, την υφαντουργία, τη φαρ­μακευτική και την ιατρική, την αριθμητική, την αστρονο­μία και τις μαντικές τέχνες».5
 
Χαρακτηριστικό, σ’ ό,τι αφορά τη θετική αποτίμηση των πρακτικών τεχνών, είναι το περίφημο χορικό από την Αντιγόνη του Σοφοκλή, όπου ο άνθρωπος θεωρείται ως το πιο θαυμαστό ον στον κόσμο. Στο χορικό αυτό εγκωμιάζε­ται η ανθρώπινη δημιουργικότητα, η υλική και τεχνολογι­κή πρόοδος, η κοινωνική και πολιτική οργάνωση. Ο άν­θρωπος, στην πραγματικότητα, γίνεται νοητός ως ένα ον που δημιουργεί πολιτισμό, που μπορεί να υποτάσσει τη φύ­ση για την ικανοποίηση των αναγκών του και που ανα­πτύσσει γλώσσα, νοημοσύνη και ηθική συνείδηση.6
 
Βεβαίως, η υποταγή της φύσης και η τεχνολογική πρό­οδος, που τόσο εγκωμιάστηκαν από τον Francis Bacon και τους εκπροσώπους της νεωτερικής σκέψης, δεν βρίσκονται πάντοτε σε συμφωνία με την εξέλιξη της ηθικής συνείδη­σης της ανθρωπότητας. Η πρόοδος της γνώσης και η σύζευ­ξή της με τη δύναμη -η γνώση είναι δύναμη- αντιμετωπί­ζονται σήμερα με αρκετό σκεπτικισμό. Η υποταγή της φύ­σης μπορεί να σημαίνει καταστροφή της φύσης και η γνώ­ση ως δύναμη μπορεί να σημαίνει τυραννία και ανθρώπινη δουλεία. Ο Bertold Brecht μπόρεσε να συλλάβει αυτή την αλήθεια με επιγραμματικό τρόπο και γράφει: «Ο άνθρωπος, τερατωδώς μεγάλος όταν υποτάσσει τη φύση, καταντά, ό­ταν υποτάσσει το συνάνθρωπό του, ένα μεγάλο τέρας».7
 
Αλλά, κυρίαρχο ρόλο στη διαμόρφωση του νέου πνεύμα­τος που κομίζει η Σοφιστική θα παίξουν οι κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές, που συντελούνται την εποχή αυτή, ιδιαί­τερα στην Αθήνα. Στην Αθήνα, μετά τους περσικούς πολέ­μους, αναπτύσσεται η τυπική μορφή της αρχαίας δημοκρα­τίας, η οποία βασίζεται στη δουλεία και έχει ως κύριο χαρα­κτηριστικό της την άμεση συμμετοχή των πολιτών στα κοι­νά. Η διαδικασία αυτή ξεκινά με τον Σόλωνα, συνεχίζεται με τον Κλεισθένη και κορυφώνεται με τον Περικλή. Αποτέλε­σμα των αλλαγών αυτών είναι η οικονομική και πολιτική ι­σχύς της Αθήνας. Αυτό σημαίνει για την αθηναϊκή δημοκρα­τία, από τη μια μεριά, διεύρυνση των πολιτικών δικαιωμά­των, και από την άλλη, την επεκτατική της πολιτική.8
 
Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, δημιουργείται η ανάγκη της πληρέστερης κατάρτισης των πολιτών τόσο για τη συμ­μετοχή τους στα κοινά όσο και για τη δικαιολόγηση της ε­ξωτερικής πολιτικής της Αθήνας. Η εξωτερική πολιτική της Αθήνας, που ήταν μια επεκτατική, ιμπεριαλιστική πο­λιτική, βασιζόταν στο δίκαιο του ισχυροτέρου. Καθώς σχο­λιάζει ο Guthrie, η επιτυχία των Ελλήνων εναντίον των Περσών τους έδωσε ένα αίσθημα αυτοπεποίθησης, ιδιαίτε­ρα στους Αθηναίους. Η συνείδηση της δύναμής τους εξελί­χθηκε σε μια τάση κυριάρχησης πάνω στους άλλους και μετατροπής των πρώην συμμάχων σε υπηκόους τους. Η δικαιολόγηση μιας τέτοιας πολιτικής γινόταν με αναφορά στο «φυσικό δίκαιο» που γι’ αυτούς ταυτιζόταν με το δί­καιο του ισχυρότερου, όπως εύγλωττα διατυπώνεται στο «Διάλογο των Μηλίων» που μας σώζει ο Θουκυδίδης.9
 
Στο διάλογο αυτό, οι πρέσβεις των Αθηναίων και οι εκ­πρόσωποι των Μηλίων λογομαχούν για το δίκαιο και την τύχη που ενδεχομένως θα έχει η Μήλος στην οποία έχουν εισβάλει οι Αθηναίοι με μεγάλη ναυτική δύναμη. Αυτό που καταρχάς υποστηρίζουν οι Αθηναίοι πρέσβεις είναι ότι δεν ήρθαν για να συζητήσουν ποιος έχει δίκιο ή άδικο, αλλά ήρθαν για να επιβάλουν το δίκαιο του νικητή. Οι Μήλιοι αντιτείνουν ότι δεν είναι προς των συμφέρον των Αθηναίων να εγκαταλείψουν τη συμβατική δικαιοσύνη, σύμφωνα με την οποία δεν είναι επιτρεπτό να αφανίζει ο δυνατός τον α­δύναμο ή να τον μετατρέπει σε δούλο. Εξάλλου, είναι ενδε­χόμενο οι Αθηναίοι νικητές, που παραβαίνουν τη συμβατι­κή δικαιοσύνη, να χάσουν τη θεϊκή υποστήριξη. Οι Αθη­ναίοι παρατηρούν πως όσα υποστηρίζουν οι Μήλιοι είναι ανοησίες απελπισμένων ανθρώπων. Στην πραγματικότητα, απ’ όσα πιστεύουν για τους θεούς και απ’ όσα γνωρίζουν για τους ανθρώπους, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι είναι γενικός και αναγκαίος νόμος της φύσης αυτός που έχει τη δύναμη να επιβάλλει την εξουσία του σε κάθε περίσταση. Προσθέτουν δε αλαζονικά: «Αυτόν τον νόμο δεν τον θεσπί­σαμε εμείς ούτε είμαστε εμείς αυτοί που πρώτοι τον εφάρ­μοσαν όταν είχε πλέον θεσπιστεί. Απλώς ενεργούμε σύμφω­να με αυτόν, αφού τον βρήκαμε να υπάρχει και θα τον αφήσουμε να υπάρχει κι ύστερα από μας, παντοτινά. Γνωρίζου­με ότι κι εσείς, ή οποιοσδήποτε άλλος, αν αποχτούσατε την ίδια δύναμη με μας, θα κάνατε τα ίδια».10
 
Τις παραπάνω ανάγκες, που δημιούργησε η διεύρυνση των πολιτικών δικαιωμάτων καθώς και η επεκτατική πολι­τική της Αθήνας, έρχονται τώρα να καλύψουν οι Σοφιστές με τις θεωρίες τους. «Ενώ η σκληρή ιστορική πραγματικό­τητα», σημειώνει ο Guthrie, «σε μια περίοδο αδίστακτου ι­μπεριαλισμού και εμφυλίων πολέμων ανάμεσα στους Έλλη­νες, ενθάρρυνε σχετικές θεωρίες για το δίκαιο του ισχυρό­τερου… η εξάπλωση της δημοκρατίας δημιουργούσε την α­νάγκη που οι Σοφιστές έρχονταν να καλύψουν ως επαγγελματίες δάσκαλοι της πολιτικής τέχνης».11 Από την άποψη αυτή, οι Σοφιστές μπορούν να θεωρηθούν ως προϊόν της ε­ποχής τους. Ωστόσο, πρέπει να τονίσουμε ότι και οι Σοφι­στές με τις θεωρίες τους και τη δράση τους συντελούν στη διαμόρφωση των νέων αντιλήψεων.
 
Στο κοινωνικό πλαίσιο της Σοφιστικής αναφέρεται και o Kerferd στο βιβλίο του Η Σοφιστική Κίνηση. Ο Kerferd υπογραμμίζει πως στο δεύτερο μισό του πέμπτου αιώνα η Αθήνα ήταν το πραγματικό κέντρο της σοφιστικής κίνη­σης. Γιατί συνέβη όμως αυτό; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό προσδιορίζεται, κατά τον Kerferd, αφενός από τις κοι­νωνικές και πολιτικές συνθήκες που δημιούργησαν την α­νάγκη των Σοφιστών και αφετέρου από την προσωπικότητα του Περικλή.
 
Σ’ ό,τι αφορά τις κοινωνικές συνθήκες της Αθήνας, θα πρέπει, σύμφωνα με τον Kerferd, να τονιστεί η οικονομική ακμή της Ελλάδας κατά τον πέμπτο αιώνα, ειδικότερα η με­ταμόρφωση της Αθήνας. Πρόκειται για μια μεταμόρφωση που «ισοδυναμούσε με μια οικονομική επανάσταση που έ­χει χαρακτηρισθεί ως μετάβαση από την οικονομία της πόλης-κράτους στην οικονομία της αυτοκρατορίας». Ως γενι­κή διαπίστωση, θα μπορούσαμε να δεχθούμε, χωρίς να πα­ραγνωρίζεται η ύπαρξη της ανισότητας και της φτώχειας, ότι την περίοδο αυτή σημειώθηκε πραγματική άνοδος του βιοτικού επιπέδου. Βεβαίως, η ευμάρεια και η πολυτελής διαβίωση, τα μεγάλα δημόσια έργα και τα έργα πολιτισμού, καθόλου δεν μπορούν να κρύψουν το γεγονός ότι η δύναμη της Αθήνας βασιζόταν κυρίως στη βίαιη και επεκτατική της πολιτική προς τους άλλους Έλληνες και στην εργασία των δούλων.12 Η Αθήνα αποτελούσε τη μητρόπολη μιας αυ­τοκρατορίας στην οποία συσσωρευόταν ο πλούτος, που δεν ήταν μόνον αποτέλεσμα της εμπορευματικής πρακτικής. Ό­πως γίνεται προφανές από την ιστορική πείρα, παλιότερη και εντελώς πρόσφατη, οι ισχυροί υποτάσσουν χώρες και λαούς και δημιουργούν αυτοκρατορίες, όχι γιατί τάχα ενδιαφέρονται για την ασφάλεια, τη σταθερότητα και την εύ­ρυθμη λειτουργία των πολιτικών τους θεσμών, αλλά για να εκμεταλλευτούν τις πλουτοπαραγωγικές τους πηγές και το εργατικό τους δυναμικό και για να προστατεύσουν τα δικά τους στενά συμφέροντα.
 
Σ’ ό,τι αφορά τις πολιτικές συνθήκες, έχουμε την ανά­πτυξη των δημοκρατικών θεσμών. Ειδικότερα, κατά την πε­ρίοδο του Περικλή η δημοκρατία αναπτύσσεται και τείνει να υιοθετήσει, σύμφωνα με τη δήλωση του Θουκυδίδη, την αρχή της ευρύτερης συμμετοχής στα κοινά και ταυτόχρονα την αρχή της ανάδειξης των πολιτών στα δημόσια αξιώμα­τα με βάση την προσωπική αξία. Ο Kerferd παραθέτει ένα απόσπασμα από τον επιτάφιο λόγο του Περικλή όπου γίνε­ται προσπάθεια ορισμού της αθηναϊκής δημοκρατίας: [Το πολίτευμά μας] «ονομάζεται δημοκρατία διότι η διαχείριση των υποθέσεων ανατίθεται όχι σε λίγους αλλά σε πολλούς, αλλά ενώ υπάρχει ισότητα για όλους στα πολιτικά θέματα θεσπισμένη από το νόμο, επιτρέπουμε πλήρη ελευθερία στην ατομική αξία στις δημόσιες υποθέσεις».13
 
Κατά την κρίση του Kerferd, οι αρχές της δημοκρατίας του Περικλή έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της ζήτησης των υπηρεσιών των Σοφιστών. Η εκπαίδευση για την πολιτική σταδιοδρομία και η ανάγκη για τη δημόσια χρήση του λόγου καθιστούσαν την ύπαρξη της Σοφιστικής κοινωνικά αναγκαία. Προς επίρρωση του ισχυρισμού του ο Kerferd παραθέτει το σχετικό σχόλιο του Bury:
 
Οι θεσμοί μιας ελληνικής δημοκρατικής πόλης προϋπέθεταν στον μέσο πολίτη την ικανότητα να μιλά δημόσια’ και για οποιονδήποτε είχε φιλοδοξίες για μια πολιτική σταδιοδρομία η ικανότητα αυτή ήταν απαραί­τητη. Αν κάποιος συρόταν στο δικαστήριο από τους ε­χθρούς του και δεν ήξερε να μιλήσει, έμοιαζε με άοπλο πολίτη που του επιτίθενται στρατιώτες. Η ικανότητα να εκφράζει κανείς τις ιδέες του με σαφήνεια και με τέ­τοιο τρόπο ώστε να πείθει ένα ακροατήριο ήταν μια τέ­χνη που μπορούσε να μάθει και να διδαχθεί. Αλλά δεν αρκούσε να αποκτήσει και να χειρίζεται με άνεση ένα λεξιλόγιο’ ήταν ανάγκη να μάθει να επιχειρηματολογεί και να εξασκείται στη συζήτηση πολιτικών και ηθικών θεμάτων. Υπήρχε ζήτηση για ανώτατη εκπαίδευση.14
 
Σημαντική, ωστόσο, ήταν και η προσωπική συμβολή του Περικλή στην ανάπτυξη της Σοφιστικής, ιδιαίτερα αν πάρει κανείς υπόψη του τους κινδύνους που αντιμετώπιζαν οι Σοφιστές στην εκτέλεση του έργου τους. Οι διωγμοί δια­νοουμένων και φιλοσόφων ήταν μια πραγματικότητα στην Αρχαιότητα και η δημοκρατία του Περικλή προσέφερε ε­λευθερία του λόγου και σχετική ασφάλεια. Εξάλλου, η πο­λιτική του Περικλή έτεινε να ενθαρρύνει την έλευση σπου­δαίων προσώπων, καλλιτεχνών, διανοουμένων, φιλοσόφων, στην Αθήνα. Γενικά, η Αθήνα του Περικλή επέτρεπε μεγα­λύτερη ελευθερία του λόγου από οποιαδήποτε άλλη ελληνι­κή πόλη. Αυτό το είδος ελευθερίας προσδιόριζε σε μεγάλο βαθμό το δημοκρατικό της πολίτευμα και καθιστούσε του Αθηναίους πολίτες περήφανους για την πόλη τους. Αλλά δεν θα πρέπει να υπερτονίσουμε αυτή την ελευθερία. Ο Kerferd παραθέτει ένα εκτεταμένο απόσπασμα από τον Dodds για να υπογραμμίσει τους κινδύνους που αντιμετώπι­ζαν οι Σοφιστές στην άσκηση του επαγγέλματος τους στη δημοκρατική Αθήνα. Σύμφωνα με τον Dodds:
 
Οι μαρτυρίες που έχουμε αρκούν με το παραπάνω για να αποδείξουν ότι η μεγάλη εποχή του ελληνικού Διαφωτισμού ήταν επίσης, όπως και η δική μας εποχή, εποχή διωγμών -εξορίες διανοουμένων, παρωπίδες στη σκέψη, ακόμη και …κάψιμο βιβλίων. Αυτό ενοχλούσε και έφερνε σε αμηχανία τους πανεπιστημιακούς καθη­γητές του δέκατου ένατου αιώνα, που δεν είχαν το δικό μας πλεονέκτημα της εξοικείωσης με τέτοιου είδους συμπεριφορά. Και η αμηχανία τους ήταν ακόμη μεγα­λύτερη, διότι αυτά συνέβαιναν στην Αθήνα, την Ελλά­δος παίδευσιν, το κέντρο της φιλοσοφίας, και, τουλάχι­στον σύμφωνα με τις υπάρχουσες πληροφορίες, πουθε­νά αλλού. Γι’ αυτό είχαν την τάση να αμφισβητούν τις μαρτυρίες, όπου ήταν δυνατό’ και όταν τούτο ήταν αδύ­νατον, να εξηγούν ότι τα πραγματικά κίνητρα των διωγμών ήταν πολιτικά.15
  1. Η έννοια τη Σοφιστικής
Ο όρος σοφιστής, για πολλούς φιλοσόφους και μελετη­τές της φιλοσοφίας, στο παρελθόν είχε μειωτική σημασία. Μια τέτοια άποψη, όπως θα δούμε από την ανάλυση που θα ακολουθήσει και από την αναφορά στη νεότερη έρευνα, δεν ευσταθεί ή δεν είναι απόλυτα ακριβής. Καταρχάς, οι ό­ροι σοφός και σοφιστής είναι συνώνυμοι. Ο Ηρόδοτος, για παράδειγμα, ονομάζει σοφιστή τον Σόλωνα.16 Μπορούμε συνεπώς να πούμε πως, αρχικά, ο όρος σοφιστής σημαίνει «αυτόν που έχει πρακτική ιδίως σοφία και μπορεί χάρη σ’ αυτή να επιτύχει κάποιο αποτέλεσμα». Από τον Πρωταγό­ρα όμως και ύστερα ο όρος σοφιστής σημαίνει αυτόν που «έχει την ικανότητα να διδάξει την πολιτική τέχνη, να κά­νει δηλαδή τους μαθητές του ικανούς πολιτικούς». Καθώς το θέτει ο ίδιος ο Πρωταγόρας στον ομώνυμο πλατωνικό διάλογο: «Η διδασκαλία μου σε κάνει μυαλωμένο για τις υ­ποθέσεις του σπιτιού σου -πώς να κυβερνάς με τον καλύτε­ρο τρόπο το νοικοκυριό σου, και για τις υποθέσεις της πο­λιτείας -πώς να γίνεις ασυναγώνιστος πολιτικός και στα έρ­γα και στους λόγους». Στη συνέχεια, «ο Γοργίας και οι μα­θητές του φαίνεται να αντιλαμβάνονται τη σοφιστική ως την τέχνη με την οποία διδάσκεται η ρητορική», ενώ, με τους Διονυσόδωρο και Ευθύδημο η σοφιστική τείνει να ταυτιστεί με την εριστική ή την τέχνη της αντιλογίας. Με την τέχνη δηλαδή «να τεκμηριώνει κανείς ή να ανασκευάζει οποιαδήποτε άποψη».17
 
Οι Σοφιστές ασκούσαν το επάγγελμα του δασκάλου της πολιτικής τέχνης και αμείβονταν για τις υπηρεσίες που προσέφεραν. Κατά κάποιον τρόπο, οι Σοφιστές εισέπρατταν δίδακτρα για τα πανεπιστημιακού επιπέδου μαθήματα που προσέφεραν. Γι’ αυτό κατηγορήθηκαν από τους αντι­πάλους τους ότι χρηματίζονταν. Ο Πλάτων ήταν ένας από τους κατηγόρους των Σοφιστών. Σύμφωνα με τον Kerferd, η κατηγορία δεν αφορούσε τόσο το γεγονός ότι αμείβονταν, ούτε ότι πωλούσαν μαθήματα αρετής και σοφίας. Η κατηγορία είχε να κάνει κυρίως με το γεγονός ότι η προσφερόμενη γνώση γινόταν ένα είδος εμπορεύματος που θα μπο­ρούσε να το αποκτήσει ο καθένας που θα ήταν σε θέση να πληρώνει δίδακτρα. Η πολιτική τέχνη θα έπαυε να είναι προνόμιο των ολίγων επαϊόντων, της ελίτ των ανώτερων κοινωνικών κατηγοριών, και θα γινόταν κτήμα ατόμων που θα μπορούσαν να προέρχονται από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Ο Kerferd παρατηρεί πως, σύμφωνα με τα λεγά­μενα του Ξενοφώντα και του Πλάτωνα, το κύριο σφάλμα των Σοφιστών ήταν όχι ότι πωλούσαν τα μαθήματα τους, αλλά το ότι πωλούσαν μαθήματα που αφορούσαν την πολι­τική τέχνη και προσφέρονταν «σε όποιον τους το ζητούσε, σε όλους αδιακρίτως», σε «κάθε καρυδιάς καρύδι».18
 
Με τη Σοφιστική έχουμε μια στροφή από τις κοσμολο­γικές έρευνες των Προσωκρατικών στα προβλήματα του συγκεκριμένου ανθρώπου. Βασικό αντικείμενο της σοφιστι­κής είναι το πρόβλημα της θέσης του συγκεκριμένου αν­θρώπου στη σχέση του με την κοινωνία. Ωστόσο, οι Σοφι­στές δεν εκφράζουν μιαν ενιαία φιλοσοφική άποψη, δεν αποτελούν σχολή. Όπως θα δούμε στη συνέχεια, οι απόψεις τους πολλές φορές εκφράζουν διαμετρικά αντίθετες αντιλή­ψεις. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως δεν έχουν τίποτε το κοι­νό μεταξύ τους, ότι αποτελούν απλά μεμονωμένες περιπτώ­σεις αμφισβητιών. Αντίθετα, συμμερίζονται μια σειρά από κοινές θέσεις που θεμελιώνουν το χαρακτηριστικό που τους αποδίδεται συλλογικά: Σοφιστική Κίνηση.19
 
Στη θεωρία της γνώσης οι Σοφιστές υιοθετούν τον ε­μπειρισμό και μαζί μ’ αυτόν ένα σκεπτικισμό σχετικά με τη δυνατότητα για βέβαιη γνώση. Ο σκεπτικισμός αυτός βασι­ζόταν τόσο «στην ανεπάρκεια και τη δυνατότητα πλάνης των γνωστικών μας ικανοτήτων, όσο και στην απουσία μιας σταθερής πραγματικότητας που θα έπρεπε να γνωρί­σουμε». Στην ηθική δεν δέχονταν την ύπαρξη a priori ηθι­κών αξιών, «που να ισχύουν ανεξάρτητα από τη συνείδηση που αναπτύσσει γι’ αυτές ο άνθρωπος», και πίστευαν πως «οι ηθικές αξίες ανταποκρίνονται προς την ‘χρείαν’ του αν­θρώπου, δηλαδή τις βιολογικές, ψυχολογικές και κοινωνι­κές του ανάγκες». Επιπλέον, όλοι τους, στον ένα ή στον άλ­λο βαθμό, αντιμετώπιζαν μια σειρά από θέματα που είναι κοινά. Μερικά από τα βασικά θέματα που απασχολούσαν τους Σοφιστές ήταν, για παράδειγμα, το θεμελιώδες πρό­βλημα της αντίθεσης της φύσης και του νόμου, η θεωρία για το συμβατικό χαρακτήρα των νόμων και η θεωρία για το κοινωνικό συμβόλαιο, η κριτική της θρησκείας, η ιδέα της ενότητας του ανθρώπινου γένους και πιθανόν η καταδί­κη της δουλείας, καθώς και η άποψη ότι η αρετή είναι δι­δακτή.20
 
Ο Guthrie, συνοψίζοντας τα βασικά θέματα της σοφι­στικής, γράφει πως τα πιο καυτά θέματα που απασχολού­σαν τους Σοφιστές ήταν: «Η θέση των νόμων και των ηθι­κών αρχών, η θεωρία της προόδου των ανθρώπων από την αγριότητα στον πολιτισμό, που αντικατέστησε τη θεωρία για τον εκφυλισμό τους από μια περασμένη χρυσή εποχή, η ιδέα του κοινωνικού συμφώνου, οι υποκειμενικές θεωρίες της γνώσης, ο αθεϊσμός και ο αγνωστικισμός, ο ηδονισμός και ο ωφελιμισμός, η ενότητα της ανθρωπότητας, η δου­λεία και η ισότητα, η φύση της αρετής, η σπουδαιότητα της ρητορικής και η σπουδή της γλώσσας».21
 
Γενικά, μπορούμε να πούμε πως σήμερα αναγνωρίζεται από πολλούς μελετητές ότι οι Σοφιστές και ευρύτερα η σο­φιστική κίνηση ήταν η κινητήρια δύναμη σ’ αυτό που σή­μερα είναι γνωστό ως η Εποχή του Διαφωτισμού στην Αρ­χαία Ελλάδα. Ο Guthrie μάλιστα, στον πρόλογο της μελέ­της του για τους Σοφιστές, αναφερόμενος στον Peter Gay και τη μελέτη του για το Διαφωτισμό, γράφει: «Αυτό που μια αυθεντία για το δέκατο όγδοο αιώνα είπε για τους philosophes εκείνης της εποχής είναι εξίσου αληθινό και για τους Σοφιστές, ότι δηλαδή ‘ενώ ο Διαφωτισμός ήταν μια οι­κογένεια φιλοσόφων, ήταν επίσης και κάτι περισσότερο: έ­να πολιτιστικό κλίμα, ένας κόσμος μέσα στον οποίο δρούσαν οι φιλόσοφοι, εναντίον του οποίου θορυβωδώς επανα­στατούσαν και σιωπηρά αντλούσαν πολλές από τις ιδέεςτους, και στον οποίο επιχειρούσαν να επιβάλουν το πρό­γραμμά τους’».22
 
 III. Η αντίθεση Νόμου και Φύσης
Η αντίθεση του «νόμω» και του «φύσει» την εποχή των Σοφιστών αποτελούσε κεντρικό θέμα, ιδιαίτερα σε συνάρ­τηση με ηθικά και πολιτικά ζητήματα. Πάνω στην αντίθε­ση αυτή στηρίζονται μια σειρά από φλέγοντα θέματα που απασχολούσαν τη σκέψη της εποχής και ιδιαίτερα τους Σο­φιστές. Για παράδειγμα, σε ό,τι αφορά τη θρησκεία, η συ­ζήτηση στρεφόταν γύρω από το αν οι θεοί υπήρχαν «φύ­σει» ή μονάχα «νόμω». Σε ό,τι αφορά την πολιτική οργά­νωση, το πρόβλημα ήταν αν τα κράτη θεσπίστηκαν με θεϊ­κή εντολή, αν προέκυψαν από φυσική αναγκαιότητα ή αν θεσπίστηκαν από τους ίδιους τους ανθρώπους, δηλαδή «νόμω». Ακόμα υπήρξαν συζητήσεις για το αν οι διαιρέ­σεις ανάμεσα στο ανθρώπινο γένος ήταν «φύσει» ή «νόμω» ή αν η σχέση κυρίου και δούλου, κυρίαρχου και κυριαρ­χούμενου ήταν μια φυσική και αναπόφευκτη σχέση ή ήταν μονάχα «νόμω».23
 
Ειδικότερα, η αντίθεση «νόμω» και «φύσει» αποτελού­σε βασικό στοιχείο της προβληματικής των Σοφιστών. Με τον όρο φύσει οι Σοφιστές, σε γενικές γραμμές, καθώς το θέτει ο Μπαγιόνας, εννοούσαν: «ό,τι απορρέει από αυθόρ­μητη γένεση και ανάπτυξη, ό,τι ταυτίζεται προς την πραγ­ματική ουσία των όντων, ό,τι είναι αληθινό, ό,τι πράττουν έργω οι άνθρωποι, όταν η φύση τους εκδηλώνεται ελεύθε­ρα». Διαφορετικά, φύσει είναι «ό,τι ανταποκρίνεται προς τις βιολογικές λειτουργίες και ανάγκες του ανθρώπου, ό,τι ο άνθρωπος θα υιοθετούσε αυθόρμητα, αν δεν δεσμευόταν από τις κοινωνικές συμβάσεις, ό,τι κάνει ο άνθρωπος σε α­ντιδιαστολή μ’ αυτό που λέει».24 Με τον όρο νόμω, οι Σο­φιστές, καθώς το θέτει ο ίδιος συγγραφέας, δεν εννοούσαν παρά «ό,τι είναι τεχνητό, ‘επίθετον’, φαινομενικό, ‘θέσει’, απόρροια αυθαίρετης απόφασης ή σύμβασης, που δέχτηκαν οι άνθρωποι για να εξασφαλίσουν ομαλό κοινωνικό και πο­λιτικό βίο. Νόμω επίσης είναι ό,τι διακηρύττουν οι άνθρω­ποι σε αντίθεση προς τα αληθινά κίνητρα των ενεργειών τους».25 Το ίδιο ισχύει και για τη γλώσσα, τους νόμους που ισχύουν σε μια πολιτική κοινωνία, καθώς και για τις ηθι­κές αξίες που υιοθετούν οι άνθρωποι.
 
Ενδιαφέρουσα είναι και η αναφορά του Kerferd στην α­ντίθεση «φύσει» και «νόμω». Ο Kerferd παρατηρεί πως οι όροι νόμος και φύση ήταν εξαιρετικά σημαντικοί ως προς τη σκέψη και το λόγο, κατά το δεύτερο μισό του πέμπτου αιώνα. Σχετικά με τη φύση, ο Kerferd παρατηρεί πως αρχι­κά στους Ίωνες φυσικούς ο όρος φύσις δήλωνε το σύνολο της υλικής πραγματικότητας. Στη συνέχεια όμως ο όρος φύσις αναφερόταν επίσης στα βασικά χαρακτηριστικά ενός όντος ή στη «φύση», την ουσία ενός όντος, όπως για παρά­δειγμα στην «ανθρώπινη φύση». Στην αρχαία όμως σκέψη η έννοια της φύσης εμπεριέχει την έννοια της ανάπτυξης. Γενικά ο όρος φύσις, στις περισσότερες χρήσεις του, κα­θώς επισημαίνει ο Kerferd, διατηρούσε ένα είδος δυναμι­κής χροιάς που αποδίδεται εύστοχα από τον Αριστοτέλη στα Μετά τα Φυσικά του. Η συζήτηση του Αριστοτέλη για τη σημασία του όρου κλείνει μ’ αυτά τα λόγια: «Από όσα έ­χουν λεχθεί λοιπόν φύσις με την πρωταρχική και αυστηρή έννοια του όρου είναι η ουσία των πραγμάτων τα οποία μέ­σα τους και εξ εαυτών έχουν κάποια αρχή κίνησης».26
 
Σχετικά τώρα με το νόμο, ο Kerferd παρατηρεί πως ο ό­ρος νόμος, που κατά παράδοση αποδίδεται με τις λέξεις «νόμος», «σύμβαση» ή «έθιμο», και οι ετυμολογικά μ’ αυ­τόν συγγενείς όροι στα ελληνικά δεν είναι παρά κανόνες συμπεριφοράς. Κατά τη γνώμη του, ο νόμος ως νόμος δεν είναι παρά «ο νομικά επιβαλλόμενος κανόνας», ενώ ο νό­μος ως σύμβαση δεν είναι παρά «ο κανόνας που επιβάλλε­ται κατά συνθήκην». Αλλά, «και στις δύο περιπτώσεις αυτό που λέγεται ή επιτάσσεται είναι ότι κάτι πρέπει να γίνει ή να μην γίνει, ή να αληθεύει ή να μην αληθεύει, ή να γίνει δεκτό ότι αληθεύει».27
 
Σχετικά με την αντίθεση νόμου και φύσης οι Σοφιστές γενικά εμφανίζονταν είτε ως υποστηρικτές του νόμου είτε ως υποστηρικτές της φύσης. Και στις δύο περιπτώσεις αναζητείται η πηγή των αξιών, τίθενται κανόνες και συνάγο­νται συμπεράσματα σχετικά με κρίσιμα κοινωνικά και πο­λιτικά ζητήματα. Όπως θα δούμε στη συνέχεια, με αφετη­ρία, για παράδειγμα, την έννοια της φύσης συνάγεται η ο­μοιότητα και η ισότητα των ανθρώπων, ή γίνεται προσπά­θεια θεμελίωσης της φυλετικής ανωτερότητας και του δί­καιου του ισχυρότερου.
[Πρωταγόρας] Από τις απόψεις που εκθέτει ο Πρωταγό­ρας στον ομώνυμο πλατωνικό διάλογο, ιδιαίτερα από το μύ­θο του Προμηθέα, προκύπτει ότι είναι υπέρμαχος του νό­μου και της έννομης τάξης. Τονίζει την υπεροχή της «νόμω» κατάστασης σε σχέση με τη «φύσει» κατάσταση. Η «νόμω» κατάσταση, δηλαδή η πολιτικά οργανωμένη κοινω­νία, όπου το δίκαιο ταυτίζεται με το νόμιμον και η πολιτι­κή παιδεία είναι οργανικά δεμένη με τη ζωή του ατόμου στην κοινωνία, είναι αποτέλεσμα της εξέλιξης του πολιτι­σμού που έχει, στην αντίληψη του Πρωταγόρα, προοδευτι­κό χαρακτήρα. Η νόμω κατάσταση είναι ένα προωθημένο στάδιο στην εξέλιξη του πολιτισμού και αντιτίθεται στη φύσει κατάσταση, όπου ο βίος του ανθρώπου είναι άτακτος και άναρχος και όπου το άτομο καθορίζεται από τις παρορμήσεις του και είναι άμοιρο παιδείας. Ο Πρωταγόρας θεω­ρεί τον κατά φύση πρωτόγονο βίο ως συνώνυμο της αναρ­χίας, της αγριότητας και της βαρβαρότητας, ως νοσηρή κα­τάσταση. Η ευνομία είναι το πολιτικό ιδεώδες του Πρωτα­γόρα. Σε μια ευνομούμενη πολιτεία «η παιδεία, ο βίος των πολιτών, η δράση τους μέσα και έξω από την πόλη, και οι αποφάσεις των αρχόντων, ρυθμίζονται από τους κανόνες του θετικού, γραπτού και εθιμικού δικαίου».28 Γενικά, κα­θώς το θέτει ο Guthrie, «οι νόμοι είναι οι κατευθυντήριες γραμμές που χαράζει η πολιτεία για να διδάξει στους πολί­τες της τα όρια μέσα στα οποία μπορούν να κινούνται χω­ρίς να τους παραβιάζουν».29
 
[Ανώνυμος Ιάμβλιχου] Παρόμοιες απόψεις μ’ αυτές του Πρωταγόρα εκφράζει και ο Ανώνυμος του Ιάμβλιχου. Ο Α­νώνυμος είναι κι αυτός υπέρμαχος του νόμου και της ευνο­μίας και θεωρεί πως η πολιτικά οργανωμένη κοινωνία είναι αποτέλεσμα της εξέλιξης του πολιτισμού. Ο Kerferd υπο­στηρίζει πως στον Ανώνυμο του Ιάμβλιχου έχουμε μια πε­ρισσότερο ρητή και συνειδητή υπεράσπιση του νόμου ένα­ντι της φύσεως. Το κείμενο που σώζεται στον Προτρεπτικό του Ιάμβλιχου, αποτελείται από δέκα περίπου σελίδες και είναι ένα είδος οδηγού με συμβουλές για την επιτυχία στη ζωή. Στο κείμενο αυτό ο άνθρωπος αντιμετωπίζεται ως ένα βιολογικά και κοινωνικά εξελισσόμενο ον, του οποίου η ε­ξέλιξη είναι συνάρτηση της παιδείας. Ο σκοπός του ανθρώ­που είναι κοινωνικά και πολιτικά εξαρτημένος. Επειδή οι άνθρωποι είναι κοινωνικά όντα, δεν μπορούν να ζουν μόνοι και, αν θέλουν να επιβιώσουν και να προκόψουν, θα πρέπει να συνυπάρξουν αναγκαστικά. Η συνύπαρξη όμως, η ζωή της κοινότητας, δεν είναι δυνατή χωρίς την υποταγή στο νόμο. Το κείμενο του Ανώνυμου κλείνει με έναν έπαινο των ανθρώπινων κοινωνιών στις οποίες τηρείται ο νόμος και με μια σημαντική επισήμανση: η ανομία οδηγεί αναγκαστικά σε προστριβές και κοινωνικές συγκρούσεις, οι άνθρωποι ζουν με ανασφάλεια και φόβο και η φυσική κατάληξη είναι ο πόλεμος και η τυραννία.30
 
Σύμφωνα με τον Ανώνυμο, ο πόλεμος και η τυραννία είναι τα μεγαλύτερα δεινά για τον άνθρωπο και πραγματική συμφορά για τις ανθρώπινες κοινωνίες, καθώς όχι μόνον ε­μποδίζουν την ανθρώπινη δημιουργικότητα και αναστέλ­λουν την κοινωνική πρόοδο αλλά και καταργούν το δίκαιο και καταπατούν τα συμφέροντα του λαού. Οι αιτίες των πο­λέμων και τα αίτια της τυραννίας δεν θα πρέπει να αναζητηθούν παρά μόνο στην ανομία. Είναι προφανές ότι το κεί­μενο του Ανώνυμου απηχεί τις οδυνηρές εμπειρίες του Πελοποννησιακού πολέμου. Είναι επίσης προφανές ότι ασκεί­ται κριτική στην τυραννία από δημοκρατική προοπτική. Ε­ξάλλου, ο Ανώνυμος αναφέρεται στα δεινά του πολέμου κατά τον ίδιο τρόπο που ο Θουκυδίδης αναφέρεται στην πα­θολογία του πολέμου, ενώ αναζητεί τα κοινωνικά αίτια της τυραννίας στην ίδια κατεύθυνση που ο Etienne de la Boetie αναζητεί τα αίτια του δεσποτισμού.31
 
[Κριτίας]. Την ίδια άποψη, σε ό,τι αφορά την αντίθεση νόμου και φύσης, υποστηρίζει σε γενικές γραμμές και ο Κριτίας στο απόσπασμα που σώζεται από το σατυρικό του έργο Σίσυφος. Ο Κριτίας βλέπει επίσης την πολιτικά οργα­νωμένη κοινωνία ως ένα μεταγενέστερο, πιο προωθημένο και ανώτερο στάδιο στην εξέλιξη του πολιτισμού. Αναζη­τεί τα κοινωνικά αίτια για τη γένεση του κράτους και ερμη­νεύει τη θρησκεία νατούραλιστικά ως ανθρώπινη επινόηση. 32
 
[Θρασύμαχος] Στους υποστηρικτές του νόμου μπορεί να ενταχθεί και ο σοφιστής Θρασύμαχος, τις απόψεις του οποίου εκθέτει ο Πλάτων στο Α’ βιβλίο της Πολιτείας του. Ωστόσο, ο Θρασύμαχος δεν ενδιαφέρεται τόσο να δείξει ό­τι το δίκαιον είναι το νόμιμον όσο να διατυπώσει θεωρητι­κά ό,τι στην πράξη συμβαίνει. Ουσιαστικά εκφράζει με δια­φορετικό τρόπο ό,τι ο Θουκυδίδης περιγράφει στο διάλογο ανάμεσα στους απεσταλμένους των Αθηναίων και τους α­ντιπροσώπους των Μηλίων. Ο Guthrie κατατάσσει το Θρασύμαχο στους ρεαλιστές, σ’ αυτούς δηλαδή που δεν ενδιαφέρονται για το ‘δέον’ αλλά για το ‘είναι’.33 Ο Μπαγιόνας, αναφερόμενος στις απόψεις του Θρασυμάχου, παρατηρεί πως ο Θρασύμαχος αναπτύσσει μια θετικιστική αντίληψη για το δίκαιο και «αρνείται την ύπαρξη οποιουδήποτε φυ­σικού δικαίου που να έχει καθολική ισχύ και με βάση το ο­ποίο θα μπορούσε να αμφισβητηθεί ή να βελτιωθεί το θετι­κό δίκαιο».34
 
Πράγματι, ο Θρασύμαχος δεν μας λέει τι πρέπει να εί­ναι το δίκαιον ή πώς μπορεί να ορισθεί από δεοντολογική άποψη. Γι’ αυτόν, η δικαιοσύνη είναι ανύπαρκτη στην πρά­ξη, ό,τι πραγματικά θεωρείται ως δίκαιο δεν είναι τίποτε άλλο παρά το συμφέρον του ισχυρότερου: «Λέγω πως τίπο­τε άλλο δεν είναι το δίκαιο παρά το συμφέρον του ισχυρότέρου».35 Ειδικότερα, για τον Θρασύμαχο οι νόμοι δεν εκ­φράζουν παρά τη βούληση των κρατουντών, είτε πρόκειται για τυραννικά, είτε για αριστοκρατικά, είτε για δημοκρατι­κά πολιτεύματα. Η θέση του διατυπώνεται ως εξής:
 
Κάθε κυβέρνηση βάζει τους νόμους σύμφωνα με το συμφέρον της, η δημοκρατία δημοκρατικούς, η βασι­λεία μοναρχικούς και κατά τον ίδιο τρόπο κι όλες οι άλλες. Και αφού άπαξ τους βάλουν, ορίζουν πως αυτό είναι το δίκαιο για τους υπηκόους, εκείνο δηλαδή που συμφέρει στον εαυτό τους, και όσοι τολμήσουν να το παραβούν, τους τιμωρούν ως παρανόμους και άδικους. Αυτό λοιπόν είναι, σοφολογιότατέ μου, που λέγω ότι σε όλες τις πόλεις είναι το ίδιο το δίκαιο, δηλαδή το συμφέρον εκείνου που έχει την εξουσία στα χέρια του’ και αυτός είναι, όπως ξέρουν όλοι, ο ισχυρότερος» ώ­στε συμβαίνει, για έναν που γνωρίζει να σκέπτεται, το αυτό να είναι παντού και πάντοτε το δίκαιο, δηλαδή το συμφέρον του ισχυρότερου.36
 
Ο Θρασύμαχος φαίνεται να αντιλαμβάνεται την ταξική φύση του δικαίου. Η πολιτική εξουσία συναρτάται άμεσα με τα ταξικά συμφέροντα και η διαμόρφωση του πολιτικού συστήματος, η θέσπιση του νομικού πλαισίου, είναι αντα­νάκλαση των ταξικών συμφερόντων. Από μιαν ορισμένη ά­ποψη, ο Θρασύμαχος διατυπώνει ωμά αυτό που ο Πλάτων υπερασπίζεται με περίσσια δεξιοτεχνία στην Πολιτεία του, την ιεραρχική κοινωνία, την κοινωνία της ανισότητας, στην οποία το δίκαιο είναι σαφώς υποταγμένο στα συμφέ­ροντα των κυρίαρχων κοινωνικών στρωμάτων ή στο συμφέ­ρον της άρχουσας ελίτ. Ο Θρασύμαχος ειρωνεύεται τον Σω­κράτη γιατί επιμένει να υποστηρίζει την άποψη ότι οι άρ­χοντες δεν έχουν τίποτε άλλο στο μυαλό τους παρά την ευ­ημερία των αρχομένων. Τον κατηγορεί ότι αγνοεί το τι στ’ αλήθεια είναι η δικαιοσύνη. Τον κατηγορεί ότι αγνοεί ότι «η δικαιοσύνη και το δίκαιο είναι πράγμα καλό όχι για τον άνθρωπο τον δίκαιο, μα για κείνον που έχει τη δύναμη και εξουσιάζει, ενώ είναι βλαβερό για κείνον που υπακούει και δουλεύει’ και το εναντίο, πως η αδικία έχει στην εξουσία της τους πραγματικά απλοϊκούς και αγαθούς ανθρώπους και πως αυτοί υποκύπτουν σ’ όλα στο συμφέρον του ισχυ­ρότερου και τον κάνουν ευτυχισμένο με τις υπηρεσίες τους, ενώ τον εαυτό τους κάθε άλλο».37
 
Η αποκαλούμενη ρεαλιστική, θετικιστική ή πραγματι­στική αντίληψη του Θρασύμαχου για το δίκαιο μπορεί και θα πρέπει να γίνει κατανοητή στο πλαίσιο των πολιτικο­κοινωνικών εξελίξεων του δεύτερου μισού του Ε’ π.Χ. αιώ­να. Ωστόσο, αν κανείς ήθελε να αξιολογήσει πολιτικά τις απόψεις του Θρασύμαχου, θα μπορούσε, ενδεχόμενα, να τις χαρακτηρίσει ως απροκάλυπτα αντιδημοκρατικές. Ένας τέ­τοιος όμως χαρακτηρισμός δεν θα ανταποκρινόταν προς την πραγματικότητα. Ο Θρασύμαχος, υπερασπιζόμενος τη θέση ότι το δίκαιο εκφράζει κατά κανόνα τα συμφέροντα της κυρίαρχης κάθε φορά ελίτ και ότι η αδικία στρέφεται κατά κανόνα εναντίον των πολλών και αδυνάμων, θα συντα­χθεί σαφέστατα με τους πολλούς, με το δήμο, και τις αξίες που αυτοί υπερασπίζονται.
 
Για να δείξει την αλήθεια των ισχυρισμών του, ο Θρα­σύμαχος θα αναφερθεί στο καθεστώς της τυραννίας που, κατά τη γνώμη του, εκφράζει «τήν τελεωτάτην άδικίαν», την αδικία δηλαδή που έχει φτάσει στ’ άκρα. Το καθεστώς της τυραννίας, καθεστώς ανομίας και αυθαιρεσίας, είναι ε­πίσης ένα ιδιοτελές καθεστώς, που για να πετύχει το σκοπό του, το σφετερισμό του κοινωνικού πλούτου, καταπατά τις αξίες της κοινωνίας, χρησιμοποιεί κάθε μέσο, δόλο και βία, και στερεί την προσωπική ελευθερία των πολιτών μετατρέποντάς τους ουσιαστικά σε δούλους. Στην αντίληψη του Θρασυμάχου, η δικαιοσύνη και η αδικία είναι σχετικοί όροι. Στην πραγματικότητα, προσδιορίζονται από τις κοι­νωνικές συνθήκες και αντανακλούν ταξικά συμφέροντα. Στην περίπτωση της τυραννίας η δικαιοσύνη μετατρέπεται στο αντίθετό της, σε ολοκληρωτική αδικία. Το δίκαιο μετατρέπεται στο συμφέρον του ισχυροτέρου. Η δικαιοσύνη και οι συναρτώμενες μ’ αυτή έννοιες της ισότητας και της ελευ­θερίας αντικαθίστανται από την αδικία, την κοινωνική ανι­σότητα και τη δουλεία. Η αδικία, παρατηρεί ο Θρασύμαχος, όταν φτάνει στα άκρα «είναι πιο ισχυρή και πιο ελεύ­θερη και πιο δεσποτική από τη δικαιοσύνη», το δίκαιο μετατρέπεται σε «συμφέρον του ισχυροτέρου» και το άδικο σε «κέρδος και ωφέλειά του».38
 
Κατά τη γνώμη μου, οι απόψεις που διατυπώνει ο Θρασύμαχος είναι στην ουσία τους απόψεις δημοκρατικές. Ο Θρασύμαχος ειρωνεύεται και αποδοκιμάζει τα τυραννικά καθεστώτα. Αντιλαμβάνεται την πολιτική σε σχέση με την ταξική συγκρότηση της κοινωνίας και σε σχέση με την ιδε­ολογία που κάθε φορά τη στηρίζει. Ο Θρασύμαχος αντι­λαμβάνεται πλήρως την ταξική φύση της πολιτικής. Αντι­λαμβάνεται το θεμελιώδες δεδομένο της πολιτικής, ότι δη­λαδή η κυρίαρχη κάθε φορά τάξη προσπαθεί να εμφανίσει το δικό της συμφέρον ως δίκαιο και ως το γενικό συμφέρον της κοινωνίας.
 
Όσοι τώρα αντιμάχονται τη «νόμω» κατάσταση, αυτοί δηλαδή που θεωρούν τη «νόμω» κατάσταση ως ένα είδος α­δικαιολόγητου περιορισμού των λειτουργιών της φύσης, υ­περασπίζονται τη «φύσει» κατάσταση του ανθρώπου και α­σκούν κριτική στη «νόμω» κατάσταση από δύο βασικά α­ντίθετες κατευθύνσεις: από τη σκοπιά ενός ακραίου ατομι­κισμού (Καλλικλής) και από τη σκοπιά ενός κοσμοπολίτι­κου ανθρωπισμού (Αντιφών, Ιππίας), που οδηγούσε στη φυ­λετική ισότητα και την υπέρβαση ενδεχομένως της κοινω­νικής και πολιτικής ανισότητας. ΓΥ αυτούς το φυσικό δί­καιο, «ο νόμος της φύσεως», αποτελεί τον υπέρτατο νόμο και αξία και είναι με βάση αυτό που το θετικό δίκαιο και οι κοινωνικοί και πολιτικοί θεσμοί θα πρέπει να κρίνονται και να αξιολογούνται.39
 
[Καλλικλής] Την ατομιστική και εγωιστική άποψη για τη φύση του δικαίου εκφράζει ο σοφιστής Καλλικλής στον πλατωνικό διάλογο Γοργίας. Ο Καλλικλής θεωρεί την α­ντίθεση «φύσει» και «νόμω» ως δεδομένη. Γι’ αυτόν, «η … ίδια η φύση δείχνει τούτο, ότι δηλαδή το δίκαιο είναι ο κα­λύτερος να υπερέχει του χειρότερου και ο ισχυρότερος του ασθενέστερου».40 Για τον Καλλικλή, αυτή είναι μια αρχή η οποία αποτελεί το «νόμο της φύσης» ή τη «φύση του δι­καίου» ή το «δίκαιο της φύσης». Διαφορετικά, δίκαιο είναι το δίκαιο του ισχυρότερου. Ποιοι όμως είναι οι ισχυρότε­ροι, οι «κρείττονες», κατά τον Καλλικλή; Γι’ αυτόν, σε α­ντίθεση με τη θέση του Θρασυμάχου, οι «κρείττονες» δεν είναι οι κρατούντες, αυτοί που κατέχουν την εξουσία, αλλά «αυτοί που υπερτερούν επειδή σωματικά και βιολογικά εί­ναι πιο δυνατοί και από νοητική άποψη οι πιο ικανοί και από ηθική άποψη οι πιο αδίστακτοι». Ποιοι όμως θεσπί­ζουν τους νόμους κατά τον Καλλικλή; Σύμφωνα με την ά­ποψή του, τους νόμους δεν τους θεσπίζουν, όπως θα ήταν φυσικό, οι «κρείττονες», που συμβαίνει να είναι κατά κανό­να μια μικρή ελίτ, αλλά οι «ασθενείς», που συμβαίνει να εί­ναι και οι πολλοί. Καθώς το θέτει: «Η γνώμη μου είναι πως αυτοί που θεσπίζουν τους νόμους είναι οι αδύναμοι άνθρω­ποι, που είναι και οι πολλοί».41
 
Οι «ασθενείς» που αποτελούν την πλειοψηφία μέσα στην κοινωνία απορρίπτουν, κατά κανόνα, την αξία της φυ­σικής ελευθερίας, της ελευθερίας ως ακολασία, δηλαδή ως άρνηση οποιουδήποτε φραγμού στην εκδήλωση της ανθρώ­πινης φύσης, και υιοθετούν την αξία της δικαιοσύνης που προϋποθέτει την ισότητα. Έτσι, θεσπίζουν συμβατικούς νό­μους, οι οποίοι πρέπει να ισχύουν για όλους, και φροντί­ζουν μέσα από την παιδεία, τα ήθη και τα έθιμα, αλλά και τη χρήση της γλώσσας, να πείσουν τους «κρείττονες» ώστε να δεχθούν τις αξίες των πολλών, του δήμου, δηλαδή τις α­ξίες της ισότητας και της δικαιοσύνης.42 Ο Καλλικλής σα­φώς απορρίπτει τις δημοκρατικές αξίες της ελευθερίας και της ισότητας. Την έννοια της χωρίς περιορισμούς ελευθε­ρίας που, όπως είναι γνωστό, ο Πλάτων αποδίδει στο δήμο, ο Καλλικλής τη θεωρεί ως έκφραση της ανώτερης φύσης των ολίγων, τους οποίους η φύση προίκισε με εξαιρετικά προσόντα. Ενώ ή έννοια της δικαιοσύνης που βασίζεται στην ισότητα είναι, για τον Καλλικλή, μια στρεβλή εκδο­χή της πραγματικής δικαιοσύνης, αυτής δηλαδή που πηγά­ζει από το νόμο της φύσης. Η πραγματική ή γνήσια δικαιο­σύνη εμφανίζεται σ’ όλο της το μεγαλείο, όταν κάποιος ι­σχυρός άνδρας καταφέρει, σπάζοντας όλα τα δεσμά, και κα­ταπατώντας όλους τους νόμους και τους τύπους, να επικρα­τήσει και από δούλος να γίνει αφέντης. Πραγματική ή γνή­σια δικαιοσύνη έχουμε τότε μόνον όταν ο ισχυρότερος ε­ξουσιάζει τον ασθενέστερο και υπερέχει: «τον κρείττω τοΰ ήττονος άρχειν καί πλέον έχειν».43
 
Η θέση αυτή, ότι δηλαδή ο ισχυρότερος πρέπει να ε­ξουσιάζει τον ασθενέστερο και να υπερέχει, προκύπτει, κα­τά τον Καλλικλή, από την ίδια τη φύση. Δεν έχουμε παρά να παρατηρήσουμε προσεκτικά τη συμπεριφορά των ζώων και τη συλλογική πράξη των ανθρώπων ως κράτη και φυ­λές. Η εικόνα της φυσικής κατάστασης που προκύπτει από τις απόψεις του Καλλικλή δεν είναι πολύ διαφορετική απ’ αυτή που περιγράφει ο Hobbes στον Leviathan ή απ’ αυτή που περιγράφει ο Spinoza στο Tractatus Politicus. Στη φυσι­κή κατάσταση επικρατεί η βία και η ανισότητα, και η κα­τάσταση αυτή δεν είναι παρά μια κατάσταση πολέμου, ό­που ο δυνατός επιβάλλεται στον αδύναμο. Η ηθική δικαίω­ση αυτής της κατάστασης από τον Καλλικλή δείχνει την α­κραία μορφή που μπορεί να πάρει η δικαιολόγηση της ω­μής και, για την περίπτωση της Αθήνας, ιμπεριαλιστικής πολιτικής. Σίγουρα, η θεωρία του Καλλικλή μπορεί να χα­ρακτηριστεί ως ακραία και ρατσιστική. Πρόκειται για μια θεωρία που ουσιαστικά δικαιολογεί τον πόλεμο, την ταξική κυριαρχία και τη δουλεία.44
 
Ο Guthrie υποστηρίζει ότι οι απόψεις του Καλλικλή α- ποτελούν μια ακραία μορφή υπεράσπισης της φυσικής δι­καιοσύνης. Η ερμηνεία του Guthrie συνοψίζεται ως εξής:
 
Υπάρχει κάτι που λέγεται φυσική δικαιοσύνη, και έγκειται απλώς στο ότι ο ισχυρός πρέπει να ζει κάνο­ντας χρήση των δυνάμεων του στο έπακρο και να αφή­νει ελεύθερες τις επιθυμίες του. Το δίκαιο είναι με το μέρος της δύναμης [Might is Right], και η φύση προορί­ζει τον ισχυρό να αποκτά όλα όσα επιθυμεί. Οι υπάρχο­ντες ανθρώπινοι νόμοι είναι πέρα για πέρα αντίθετοι με τη φύση, γιατί εκπροσωπούν την απόπειρα των αδύνα­μων και πολλών ανάξιων να θέσουν εμπόδια στο σχέ­διο της φύσης, σύμφωνα με το οποίο ο δυνατός πρέπει να επικρατεί. Ο πραγματικά δίκαιος άνθρωπος δεν εί­ναι ο δημοκράτης, ούτε ο συνταγματικός μονάρχης, αλ­λά ο αδίστακτος τύραννος.45
 
Η εικόνα του ανθρώπου αλλά και το κοινωνικοπολιτικό ιδεώδες του Καλλικλή, δηλαδή ο φύσει ανώτερος άν­θρωπος και το καθεστώς της κοινωνικής ανισότητας όπου αποδοκιμάζεται η αρχή των πολλών, η δημοκρατία, εμπνέ­ουν, καθώς επισημαίνει ο Kerferd, τον Nietzsche, ο οποίος χρησιμοποιεί το πρότυπο του Καλλικλή «για το δικό του όραμα του ανθρώπου που είναι πάνω από τους άλλους αν­θρώπους».46 Πράγματι, το νιτσεϊκό ιδεώδες του υπεράνθρω­που προϋποθέτει και συνεπάγεται την υιοθέτηση της βιολο­γικής και κοινωνικής ανισότητας καθώς επίσης και την α­ποδοκιμασία του δημοκρατικού πολιτεύματος 47
 
[Αντιφών και Ιππίας] Την κατεύθυνση του κοσμοπολί­τικου ανθρωπισμού στους υποστηρικτές του φυσικού δι­καίου εκφράζουν ο Αντιφών και ο Ιππίας. Ο Αντιφών σ’ έ­να εκτεταμένο απόσπασμα που σώθηκε από το έργο του Πε­ρί Αλήθειας τονίζει κι αυτός την υπεροχή του φυσικού δι­καίου έναντι του θετικού δικαίου. Γι’ αυτόν, οι νόμοι της φύσης είναι φυσικό δημιούργημα και γι’ αυτό αναγκαίοι, ε­νώ οι νόμοι της πόλεως είναι απλά αποτέλεσμα συνθήκης.
 
Ο Αντιφών αντιλαμβάνεται την ανθρώπινη φύση ως αυ­τό που πρωτίστως καθορίζει τον άνθρωπο, ως «το σύνολο των φυσιολογικών και βιολογικών του λειτουργιών». Η φυ­σική δε κατάσταση του ανθρώπου αφορά «την ελεύθερη και ανεμπόδιστη ικανοποίηση των ενστίκτων του». Για αυ­τόν το λόγο «η ελευθερία και η αυτάρκεια είναι οι δύο βα­σικές αρχές του φυσικού δικαίου». Όταν δε ο άνθρωπος τη­ρεί τους κανόνες που απορρέουν από τις αρχές αυτές, τότε πετυχαίνει το ιδανικό της αλυπίας και της εσωτερικής αρ­μονίας.48 Ο Αντιφών συσχετίζει την αντίθεση νόμου και φύσης με το ωφέλιμο και το βλαβερό ή με την ηδονή και τη λύπη. Γράφει σχετικά:
 
Η ζωή και ο θάνατος είναι φυσικές καταστάσεις. Η ζωή όμως προέρχεται από ό,τι είναι ωφέλιμο ενώ ο θά­νατος από ό,τι είναι βλαβερό. Όσο για τα ωφέλιμα, αυ­τά που έχουν καθιερωθεί από τους νόμους είναι δεσμά για τη φύση, ενώ αυτά που έχουν καθιερωθεί από τη φύ­ση είναι ελεύθερα. Και όμως δεν είναι σύμφωνο με τον ορθό λόγο τα δυσάρεστα να είναι πιο ωφέλιμα για τη φύση από τα ευχάριστα’ ούτε η λύπη να είναι πιο ωφέ­λιμη από την ηδονή. Αυτό που είναι στ’ αλήθεια συμφέ­ρον πρέπει να προσφέρει ωφέλεια και όχι βλάβη.49
 
Οπωσδήποτε, η «νόμω» κατάσταση, που είναι κάτι το ‘επίθετον’, κατά συνθήκην, είναι ανεπιθύμητη, είναι όμως αναγκαία. Το δε ιδανικό της ελευθερίας και της αυτάρκειας συγκρούεται με την πραγματικότητα του θετικού δικαίου. Ωστόσο, η προσέγγιση του θετικού προς το φυσικό δίκαιο δεν είναι αδύνατη. Ο Αντιφώντας, όπως θα δούμε, εξάγει τελικά ριζοσπαστικά συμπεράσματα από τη θεωρία του για το φυσικό δίκαιο.50
 
Ο Ιππίας ο Ηλείος υποστηρίζει κι αυτός την υπεροχή του φυσικού δικαίου. Το φυσικό δίκαιο ή οι άγραφοι νόμοι είναι, σύμφωνα με τον Ιππία, νόμοι που ισχύουν για όλη την ανθρωπότητα και αποδεικνύουν την ενότητα του αν­θρώπινου γένους. Η μόνη κατά φύση σχέση ανάμεσα στους ανθρώπους είναι η σχέση φιλίας και ομόνοιας. Τα λόγια του Ιππία στον Πρωταγόρα είναι τα ακόλουθα: «Όσο για μένα σας θεωρώ όλους συγγενείς και οικείους και συμπολί­τες σύμφωνα με τη φύση, όχι με το νόμο· γιατί το όμοιο είναι εκ φύσεως συγγενές με το όμοιο, ενώ ο νόμος, δυνά­στης καθώς είναι των ανθρώπων, σε πολλά μας εξαναγκάζει ενάντια στη φύση. Εμείς που γνωρίζουμε τη φύση των πραγμάτων και είμαστε οι σοφώτατοι των Ελλήνων … πρέ­πει να πράττουμε σύμφωνα με αυτό που ως εκ τούτου ανα­μένεται από μας».51 Φυσικά, μια τέτοια άποψη οδηγεί επί­σης σε ριζοσπαστικά συμπεράσματα, που δεν αφορούν μό­νον την άρνηση της βίας και της τυραννίας αλλά και ενδε­χομένως της δουλείας.
 
Στην αντίληψη του Αντιφώντα αλλά και του Ιππία η έννοια του δικαίου ταυτίζεται με την έννοια της ισότητας. Διαφορετικά, η θεωρία τους για τη δικαιοσύνη προϋποθέτει την έννοια της ισότητας, η οποία δεν ισχύει μόνο για τον άνθρωπο ως βιολογικό ον αλλά και ως κοινωνικό και πολι­τικό ον. Στο Περί Αλήθειας ο Αντιφών διατυπώνει τα εξής χαρακτηριστικά λόγια:
 
Σεβόμαστε και τιμούμε αυτούς που έχουν ευγενική καταγωγή, αλλά αυτούς που έχουν ταπεινή καταγωγή ούτε τους σεβόμαστε ούτε τους τιμούμε. Ως προς αυτό συμπεριφερόμαστε μεταξύ μας σαν βάρβαροι, γιατί ως προς τη φύση είμαστε όλοι όμοιοι από κάθε άποψη, εί­τε ‘Ελληνες είμαστε είτε βάρβαροι. Αυτό γίνεται φανε­ρό από το γεγονός ότι όλοι μας έχουμε τις ίδιες φυσι­κές ανάγκες και όλοι έχουμε τη δυνατότητα να εξασφα­λίσουμε τα αναγκαία για την ικανοποίηση των ανα­γκών μας. Κανείς από μας δεν μπορεί να χαρακτηρι­στεί ως βάρβαρος ή Έλληνας. Όλοι μας αναπνέουμε με το στόμα και τη μύτη, και τρώμε με τα χέρια …52
 
Αν τώρα θελήσουμε να δούμε από πιο κοντά το όλο κείμενο που σώζεται από το Περί Αλήθειας του Αντιφώντα, θα διαπιστώσουμε, καθώς το θέτει ο Kerferd, πως η θέση που υπερασπίζεται ο σοφιστής είναι ότι «αυτό που απαιτεί ο νόμος είναι αντίθετο μ’ αυτό που απαιτεί η φύση» και πως το φυσικό δίκαιο σίγουρα είναι υπέρτερο από το θετι­κό δίκαιο.53 Γι’ αυτό, αν θεωρήσουμε πως «δικαιοσύνη εί­ναι το να μην παραβαίνει κανείς τα νόμιμα της πόλης στην οποία ζει ως πολίτης», τότε θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι «οι επιταγές του νόμου είναι αυθαίρετες, ενώ οι επιτα­γές της φύσης είναι αναγκαίες». Αυτό συμβαίνει γιατί «οι επιταγές των νόμων είναι συμβατικές, αποτέλεσμα συνθή­κης, και όχι γέννημα της φύσης. Αντίθετα, οι νόμοι της φύ­σης είναι φυσικό δημιούργημα και όχι αποτέλεσμα συνθή­κης». Το συμπέρασμα είναι ότι «οι κανόνες που θεωρού­νται, σύμφωνα με τους νόμους, ως δίκαιοι βρίσκονται σ’ α­ντίθεση με τη φύση».54
 
Γενικά, η άποψη του Αντιφώντα είναι πως τα πλεονε­κτήματα που υπαγορεύονται από τους νόμους είναι δεσμά για τη φύση, ενώ όσα υπαγορεύονται από τη φύση συμβάλ­λουν στην ελευθερία. Αλλά το φυσικό δίκαιο δεν εκφράζει μόνον την ελευθερία του ανθρώπου, θέτει επίσης και το αί­τημα της ισότητας. Ωστόσο, η έννοια της ισότητας στους σοφιστές, και στον Αντιφώντα, δεν φαίνεται να συμπερι­λαμβάνει τις κρίσιμες παραμέτρους της κοινωνικής ζωής. Η οικονομική και κοινωνική ανισότητα δεν φαίνεται να αμφισβητείται, παρόλο που ο Αντιφών διακηρύσσει την ι­σότητα Ελλήνων και Βαρβάρων και ο Φαλέας ο Χαλκηδόνιος θέτει το ζήτημα της οικονομικής ισότητας: «οι περιου­σίες των πολιτών πρέπει να είναι ίσες». Αλλά η θέση του Αντιφώντα για τις κοινωνικές διακρίσεις και την ομοιότη­τα των ανθρώπων είναι καθ’ εαυτή εξαιρετικά ενδιαφέρου­σα. Σ’ ό,τι αφορά τον αρχαίο κόσμο, ιδιαίτερα τη στάση των Αρχαίων έναντι ορισμένων ευαίσθητων για μας σήμε­ρα ζητημάτων, πρέπει να υπογραμμίσουμε πως τίθενται μια σειρά από κρίσιμα ερωτήματα. Για παράδειγμα, υπήρχε ρα­τσισμός στην Αρχαία Ελλάδα, τι ρόλο έπαιζε ο θεσμός της δουλείας και πώς τον αντιμετώπιζαν θεωρητικά, ποια ήταν η θέση των γυναικών και των κατώτερων κοινωνικά στρω­μάτων και τάξεων; Οπωσδήποτε, καθώς παρατηρεί και ο Kerferd, «οι Έλληνες γενικά είχαν ένα πολύ ισχυρό αίσθη­μα ανωτερότητας έναντι των άλλων» και η διάκριση Ελλή­νων και Βαρβάρων εξέφραζε αυτό ακριβώς το αίσθημα. Σύμφωνα με τον Έρμιππο, όπως τον παραθέτει ο Διογένης Λαέρτιος, «υπήρχαν μερικοί που έλεγαν ότι ο Σωκράτης συνήθιζε να λέει ότι υπήρχαν τρία πράγματα για τα οποία όφειλε ευχαριστίες στην Τύχη: πρώτον, ότι είχε γεννηθεί άνθρωπος και όχι ζώο’ δεύτερον, ότι είχε γεννηθεί άνδρας και όχι γυναίκα, και τρίτον, ότι είχε γεννηθεί Έλληνας και όχι βάρβαρος».55
 
 Ο θεσμός της δουλείας
Οι απόψεις του Αντιφώντα και του Ιππία για την ισότη­τα και ομοιότητα των ανθρώπων μπορούν να μας οδηγή­σουν στο συμπέρασμα ότι απέρριπταν το θεσμό της δου­λείας. Ωστόσο, από τις αναλύσεις του Μπαγιόνα, του Gu­thrie και του Kerferd δεν φαίνεται να δηλώνεται ρητά ότι α­πορρίπτουν τη δουλεία ως θεσμό. Ο Kerferd σημειώνει πως «κανένα κείμενο δεν σώζεται από τον πέμπτο αιώνα που πραγματικά καταδικάζει τη δουλεία αυτή καθαυτή?. Πά­ντως είναι γεγονός ότι με τους Σοφιστές έχουμε τουλάχι­στον μια αμφισβήτηση των αρχών πάνω στις οποίες στηρί­ζονταν οι θεωρίες για τη δικαιολόγηση της δουλείας. Αν και ορισμένοι απ’ αυτούς, όπως για παράδειγμα ο Καλλικλής, με το να υποστηρίζουν το δίκαιο του ισχυροτέρου και την ανισότητα ανάμεσα στους ανθρώπους ουσιαστικά φαίνεται να δικαιολογούν την ύπαρξη της δουλείας.56
 
Την πλέον ρητή απόρριψη της δουλείας, σ’ ότι αφορά τους Σοφιστές, τη βρίσκουμε στο μαθητή του Γοργία Αλκιδάμα. Ο σοφιστής αυτός στο ‘Μεσσηνιακό Λόγο’ του προέτρεπε τους Σπαρτιάτες να αφήσουν ελεύθερη τη Μεσσήνη, υποστηρίζοντας ανοικτά την άποψη ότι «ο Θεός άφησε ό­λους τους ανθρώπους ελεύθερους’ κανέναν δεν τον έκανε η φύση δούλο».57 Γενικά μιλώντας, στη Σοφιστική υπήρχε μια τάση για αμφισβήτηση της φύσει δουλείας και αυτό ε­πιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία του Αριστοτέλη στα Πολιτικά. Γράφει ο Αριστοτέλης: «Μερικοί … είναι της γνώμης ότι η κατοχή δούλων είναι ενάντια στη φύση. Μό­νο νόμω ο ένας είναι δούλος και ο άλλος ελεύθερος, γιατί στη φύση δεν υπάρχει διαφορά. Επομένως η κατοχή δού­λων είναι και άδικη, επειδή στηρίζεται στη βία».58
 
Η τάση αυτή αμφισβήτησης της δουλείας από ορισμέ­νους σοφιστές, σε αντίθεση με την πλατωνική-αριστοτελική θέση που αναμφίβολα δικαιολογεί τη δουλεία, φαίνεται να δικαιολογεί το σχόλιο του Nestle που παραθέτει ο Gu­thrie: «Θα προσδίδει για πάντα δόξα στην ελληνική σοφι­στική το γεγονός ότι, ξεκινώντας από την έννοια του φυσι­κού νόμου, εναντιώθηκε στην ύπαρξη της δουλείας για θε­ωρητικούς λόγους, ενώ η σωκρατική σχολή, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, αντιπροσωπεύουν σ’ αυτό το θέμα ένα απο­φασιστικό βήμα προς τα πίσω».59
 
Συμπερασματικά, και σ’ ότι αφορά την αντίθεση νόμου και φύσης, θα μπορούσαμε να επισημάνουμε τα εξής: Η ά­ποψη που υποστηρίζει την υπεροχή του νόμου έναντι της φύσης είναι μια άποψη που παρακολουθεί την εξέλιξη του πολιτισμού. Πρόκειται για μιαν άποψη που κατ’ ουσία προϋποθέτει την υιοθέτηση της έννοιας της προόδου ως θε­ωρητικού πλαισίου εκλογίκευσης της ιστορικής εξέλιξης. Η έννοια της προόδου, όπως θα δούμε στη συνέχεια, συ­γκρούεται με τη μυθική ιδέα της παρακμής από μια πρω­ταρχική κατάσταση τελειότητας, όπως το χρυσό γένος του Ησιόδου, και ταυτόχρονα την παραμερίζει. Αυτό γίνεται ι­διαίτερα φανερό στο μύθο του Προμηθέα που ο Πρωταγό­ρας αφηγείται στον ομώνυμο πλατωνικό διάλογο, όπου ε­ξηγείται η γένεση του πολιτισμού και του κράτους.60
 
Από την άλλη μεριά, η άποψη που υποστηρίζει την υ­περοχή της φύσης είναι μια αυθαίρετη, αφηρημένη και κατ’ ουσία ιδεαλιστική άποψη. Προϋποθέτει μιαν αμετά­βλητη ανθρώπινη φύση και δεν λαμβάνει αρκούντως υπόψη της παράγοντες όπως το θεσμό της ιδιοκτησίας ή αυτόν της δουλείας. Οι παράγοντες αυτοί, όπως είναι γνωστό, έ­παιξαν σπουδαίο ρόλο στη διαμόρφωση της αρχαίας ελλη­νικής πόλης-κράτους. Βεβαίως, δεν θα περίμενε κανείς μια ταξική ανάλυση του πολιτικού και ιδεολογικού εποικοδο­μήματος από τους σοφιστές την εποχή αυτή.61 Άλλωστε, καθώς είδαμε, όσοι από τους Σοφιστές υποστήριζαν το «φύσει» δίκαιο δεν είχαν απαραίτητα μιαν ενιαία άποψη. Από τις απόψεις του Αντιφώντα και του Ιππία προκύπτουν ριζοσπαστικά συμπεράσματα, όπως η υιοθέτηση της ισότη­τας και της ομοιότητας των ανθρώπων και η αμφισβήτηση της δουλείας. Αντίθετα, από τις απόψεις του Καλλικλή προκύπτουν συμπεράσματα που ουσιαστικά δικαιολογούν την κοινωνική ανισότητα και τη δουλεία.
  1. Η εξέλιξη του πολιτισμού
Όπως τονίσαμε προηγουμένως, ο Πρωταγόρας υιοθετεί μια θεωρία για τη γένεση και εξέλιξη του πολιτισμού που προϋποθέτει την έννοια της προόδου. Σύμφωνα με το μύθο του Προμηθέα, που διηγείται ο Πρωταγόρας στον ομώνυμο πλατωνικό διάλογο, υπήρξε μια εποχή όπου δεν υπήρχαν κανενός είδους ζώα πάνω στη γη, υπήρχαν όμως Θεοί. Ό­ταν δε τα ζώα εμφανίστηκαν από ανάγκη πάνω στη γη, τότε οι Θεοί ανέθεσαν στον Προμηθέα και τον αδελφό του Επι­μηθέα να μοιράσουν στα ζώα τις κατάλληλες για το καθένα δυνάμεις ώστε να εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους. Έτσι κι έκαναν. Επειδή όμως την αρχική μοιρασιά την έκανε ο Επιμηθέας, που ήταν λιγότερο σοφός από τον Προμηθέα, συνέβη ο άνθρωπος να μείνει χωρίς καμιά ιδιαίτερη δύνα­μη που θα του εξασφάλιζε την επιβίωσή του. Τότε ο Προ­μηθέας σκέφτηκε να κλέψει από τον Ήφαιστο και την Αθηνά την «έντεχνον σοφίαν», τη δημιουργική τέχνη, και μαζί τη φωτιά. Έτσι οι άνθρωποι, διαθέτοντας τη δημιουργική τέχνη, ήσαν σε θέση να εξασφαλίσουν την τροφή τους, στέγη και ρουχισμό, και έμαθαν να χρησιμοποιούν τη γλώσσα. Αυτές όμως οι ικανότητες δεν ήταν αρκετές για να τους εξασφαλίσουν την επιβίωση. Η κύρια αιτία ήταν ότι οι άνθρωποι δεν είχαν ακόμα συγκροτήσει πολιτείες και ζούσαν σκόρπιοι. Έτσι, τους αφάνιζαν τα θηρία που ήταν πιο δυνατά απ’ αυτούς.
 
Η δημιουργική τέχνη τους βοηθούσε βεβαίως για να ε­ξασφαλίσουν τα αναγκαία, δεν μπορούσε όμως να τους βοηθήσει στον πόλεμο με τα θηρία. Αυτό συνέβαινε γιατί δεν κατείχαν ακόμη την ‘πολιτικήν τέχνην’ της οποίας μέ­ρος είναι η ‘πολεμική’ τέχνη. Οι άνθρωποι τότε ένιωσαν την ανάγκη να συγκεντρωθούν και να χτίσουν πόλεις, για να σωθούν. Κάθε φορά όμως που συναθροίζονταν μ’ αυτόν τον τρόπο και επειδή ακριβώς δεν κατείχαν την πολιτική τέχνη ο ένας αδικούσε τον άλλον και το αποτέλεσμα ήταν πάλι να διασκορπίζονται και να αφανίζονται από τα θηρία. Τότε ο Δίας, για να μην αφανιστεί το ανθρώπινο γένος, έ­στειλε τον Ερμή να φέρει στους ανθρώπους την ‘αιδώ’ και τη ‘δίκην’ με τα οποία θα εξασφάλιζαν την πολιτική τάξη και θα δημιουργούσαν το δεσμό της φιλίας και της ενότη­τας ανάμεσά τους. Τις αρετές αυτές ο Ερμής με υπόδειξη του Δία τις μοίρασε εξίσου ανάμεσα στους ανθρώπους. Επι­πλέον, ο Δίας διέταξε τον Ερμή να θεσπίσει νόμο που θα ό­ριζε ότι όποιος δεν μπορούσε να μετέχει αιδούς και δίκης θα έπρεπε να εκτελείται ως νόσος της πόλεως.62
 
Από τον παραπάνω μύθο και από όσα προσθέτει ο Πρωταγόρας ως εξήγηση του μύθου, προκύπτει ότι ο Πρω­ταγόρας διακρίνει τρεις φάσεις στην εξέλιξη του πολιτι­σμού. Σύμφωνα με την ανάλυση του Μπαγιόνα, «η πρώτη φάση είναι η φάση της βιολογικής εξέλιξης του ανθρώπου, που συμβολίζει μυθικά ο Επιμηθέας, η δεύτερη είναι η φά­ση της τεχνολογικής και νοητικής εξέλιξης του ανθρώπου, που συμβολίζει μυθικά ο Προμηθέας… [και] η τρίτη είναι η φάση της συνειδητοποίησης των ηθικών αξιών της αιδούς και της δίκης». Κατά τη φάση αυτή, στην οποία οι άνθρω­ποι συνειδητοποιούν τις αξίες της δικαιοσύνης και της σω­φροσύνης, αναπτύσσεται η κοινωνική ζωή και γεννιέται η πολιτεία. Η μετάβαση από τη μια φάση στην άλλη προσ­διορίζεται από την ‘χρείαν’, δηλαδή την ανάγκη προσαρμο­γής του ανθρώπου στο φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον. Η εξέλιξη του πολιτισμού, όπως γίνεται φανερό από το μύ­θο, έχει προοδευτικό χαρακτήρα. Ξεκινώντας από ένα αρχικό στάδιο, αυτό της βιολογικής εξέλιξης, φτάνουμε στο στάδιο εκείνο όπου οι άνθρωποι αναπτύσσουν συνείδηση των ηθικών αξιών και θεσπίζουν την πολιτικά οργανωμένη κοινωνία, το κράτος. Η διαδικασία αυτή έχει προοδευτικό χαρακτήρα, με την έννοια ότι κάθε φάση προϋποθέτει και ολοκληρώνει την προηγούμενη.63
 
Το κράτος τώρα, ως αποτέλεσμα της εξέλιξης του πολι­τισμού, παύει πλέον να θεωρείται ως ένας μυθικός και θεο­κρατικός θεσμός. Στη συνείδηση του ανθρώπου το κράτος, ως φορέας της εξουσίας, απομυθοποιείται και αποκτά τα χαρακτηριστικά μιας έλλογης οντότητας που ανταποκρίνεται στη χρεία, στην ανάγκη της επιβίωσης, και ενδεχομέ­νως στις απαιτήσεις μιας εξαιρετικά ανεπτυγμένης και σύν­θετης κοινωνικής ζωής, όπως αυτή που ορίζει το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Το κρά­τος δεν είναι παρά ένα κοινωνικό φαινόμενο, δημιούργημα του ανθρώπου, έχει συνεπώς ιστορικό χαρακτήρα και υπόκειται στο νόμο της μεταβολής. Όπως όλα τα ανθρώπινα, το κράτος μεταβάλλεται, μετασχηματίζεται, υπόκειται σε ε­ξέλιξη. Το δημοκρατικό πολίτευμα της Αθήνας είναι προϊόν αυτής τη εξέλιξης. Ο Πρωταγόρας, στην πραγματι­κότητα, υπερασπίζεται το δημοκρατικό πολίτευμα, ιδιαίτε­ρα στη μορφή που το πολίτευμα αυτό εμφανιζόταν στην Α­θήνα του πέμπτου αιώνα.
  1. Η θεωρία της δημοκρατίας
Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, στην αντίληψη του Πρωταγόρα, η ‘αιδώς’, δηλαδή ο σεβασμός των αξιών που εξασφαλίζουν την ενότητα της πολιτικής κοινωνίας, και η ‘δίκη’, δηλαδή ο σεβασμός των πολιτικών δικαιωμάτων των μελών της πολιτείας ή κράτους, συνιστούν τις βασικές προϋποθέσεις της συγκρότησης της πολιτείας. Επειδή ό­μως όλοι οι πολίτες μετέχουν αιδούς και δίκης έπεται ότι οι αρετές αυτές αποτελούν επίσης τις προϋποθέσεις του δη­μοκρατικού πολιτεύματος. Ο Πρωταγόρας, είναι προφανές, υπερασπίζεται μια ‘αντιτεχνοκρατική’ αντίληψη για το φο­ρέα και τους σκοπούς της πολιτικής εξουσίας. Σε ό,τι αφο­ρά τα κοινά, μπορούν όλοι να έχουν γνώμη, γιατί όλοι με­τέχουν της πολιτικής αρετής, της αιδούς και της δίκης. Η πολιτική, στην αντίληψη του Πρωταγόρα, δεν είναι ζήτημα των ειδικών της πολιτικής, των ‘επαϊόντων’. Εξάλλου, το δημοκρατικό πολίτευμα είναι το πολίτευμα που θεμελιώνε­ται στην αρχή της ισότητας, το πολίτευμα που βασίζεται στις αρχές της ‘ισονομίας’ και της ‘ισηγορίας’, αρχές που χαρακτηρίζουν την Αθηναϊκή Δημοκρατία.64
 
Ο Kerferd υποστηρίζει την άποψη «ότι ο Πρωταγόρας για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία έθεσε σε θεωρητι­κή βάση τη συμμετοχική δημοκρατία». Αυτό, κατά τη γνώ­μη του, αποτελεί και την κρίσιμη συμβολή του στην ιστο­ρία της πολιτικής σκέψης.65 Βεβαίως, η υπεράσπιση του δημοκρατικού πολιτεύματος της Αθήνας δεν σημαίνει ανα­γκαστικά ότι ο Πρωταγόρας αποδοκίμαζε την κοινωνική α­νισότητα. Προβάλλοντας το ιδεώδες της Αθηναϊκή Δημο­κρατίας, στην πραγματικότητα προβάλλει το ιδεώδες μιας δημοκρατίας που οπωσδήποτε στηρίζεται στο θεσμό της δουλείας, τον οποίο δεν φαίνεται να απορρίπτει ή να απο- δοκιμάζει ρητά.66
 
Η συζήτηση για τη θεωρία της δημοκρατίας και τη δη­μοκρατική ιδεολογία με αφορμή τις απόψεις του Πρωταγό­ρα θα μπορούσε να διευρυνθεί. Ενδεικτικά, θα μπορούσε να συμπεριλάβει μια σειρά από κρίσιμες παρεμβάσεις σχετικά με το πώς κατανοούμε την αρχαία πολιτική σκέψη στο πλαίσιο της ιστορίας της φιλοσοφίας γενικά και της ιστο­ρίας της πολιτικής σκέψης ειδικότερα. Το αν και κατά πό­σον ο Πρωταγόρας υποστηρίζει τη δημοκρατία και προ­σφέρει μια θεωρητική δικαιολόγηση του δημοκρατικού πο­λιτεύματος’ το κατά πόσον ο Πρωταγόρας συμμερίζεται και προωθεί τη δημοκρατική ιδεολογία, είναι ένα ζήτημα ανοι­κτό στη συζήτηση. Ενδιαφέρουσα είναι η επισκόπηση των σύγχρονων παρεμβάσεων σχετικά με τις απόψεις του Πρω­ταγόρα που βρίσκουμε στο κείμενο του καθηγητή της ιστο­ρίας της πολιτικής σκέψης του Πανεπιστημίου του Λονδίνου Frederick Rosen. To κείμενο του Rosen έχει τον τίτλο «Did Protagoras Justify Democracy?» [Υπήρξε ο Πρωταγό­ρας υποστηρικτής της δημοκρατίας;].67
 
Ο Rosen, στο παραπάνω κείμενό του, αναφέρεται σε μια σειρά από μελετητές της αρχαίας ελληνική πολιτικής σκέψης, τους οποίους κατατάσσει σε δύο κατηγορίες: Πρώ­το, σ’ αυτούς που υποστηρίζουν πως με τον Πρωταγόρα έ­χουμε ουσιαστικά την πρώτη προσπάθεια έκφρασης της δημοκρατικής ιδεολογίας. Δεύτερο, σ’ αυτούς που αμφισβη­τούν ή αρνούνται μια τέτοια θέση. Η κατηγοριοποίηση αυ­τή αφορά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο οι μελετητές αυ­τοί απαντούν το ερώτημα που έχει θέσει ο Rosen.
 
Καταρχάς, και σ’ ότι αφορά την πρώτη κατηγορία, ο Rosen αναφέρεται στον Ernest Barker (1918), ο οποίος, κα­τά τη γνώμη του, στην προσπάθειά του να ανασυγκροτήσει την αρχαία πολιτική θεωρία, υποστηρίζει πως ο Πρωταγό­ρας «υπεραμύνθηκε της εκκλησίας του δήμου με το επιχεί­ρημα, το οποίο πρέπει πάντοτε να είναι το θεμελιώδες επι­χείρημα υπέρ της δημοκρατίας, ότι στην πολιτική δεν υφίσταται διάκριση ανάμεσα στον επαγγελματία ειδικό και τον ερασιτέχνη, και ότι όλοι οι άνθρωποι αποκτούν πολιτι­κό ένστικτο τόσο εύκολα όσο μαθαίνουν τη γλώσσα τους ή ένα μουσικό σκοπό».68
 
Στη συνέχεια ο Rosen αναφέρεται στον Eric Havelock (1957), ο οποίος, στη μελέτη του για το φιλελεύθερο χαρα­κτήρα της αρχαίας ελληνικής πολιτικής, υποστηρίζει ότι «στον Πρωταγόρα συναντάται η ορθολογική υπεράσπιση της δημοκρατικής διαδικασίας, όπως επικράτησε στη μητέ­ρα όλων των δημοκρατικών πολιτευμάτων. Η πρωταγορική σκέψη συνεπώς εκλογικεύει το πνεύμα μιας εποχής που φαίνεται πως εμπέδωσε την έννοια της κοινωνικής προό­δου. Όπως και ο Δημόκριτος, ο Πρωταγόρας είδε στην Α­θήνα που δημιούργησε ο Σόλωνας και κυβέρνησε ο Περι­κλής την κορύφωση των κοινωνικών αξιών».69
 
Στην ίδια κατεύθυνση με τον Havelock κινείται, πάντα κατά τον Rosen, και ο Donald Kagan (1965) στην επισκό­πησή του της ιστορίας της αρχαίας πολιτικής σκέψης. Ο Kagan θεωρεί τη θέση του Πρωταγόρα ως την πληρέστερη υπεράσπιση της δημοκρατίας. Στο λόγο του Πρωταγόρα ο Kagan βρίσκει «την πιο προσεκτική διατύπωση και την πιο εκλεπτυσμένη και περίτεχνη παράθεση δημοκρατικής θεωρίας στην κλασική αρχαιότητα».70
 
Ο Rosen αναφέρεται επίσης στη θέση του Guthrie (1969), ο οποίος, κατά κάποιον τρόπο, συμμερίζεται την α- ντι-τεχνοκρατική αντίληψη του Barker, καθώς και στη θέ­ση του Finley (1973), ο οποίος υποστηρίζει την άποψη ότι ο Πρωταγόρας ήταν ίσως ο μόνος από τους αρχαίους Έλλη­νες που πράγματι ανέπτυξε μια θεωρία για τη δημοκρατία.71
 
Τέλος, ο Rosen αναφέρεται στους Ellen Meiksins Wood, Neal Wood, G. B. Kerferd και Cynthia Farrar. Σύμ­φωνα με τον Rosen: η Farrar υποστηρίζει την άποψη ότι «ο Πρωταγόρας υπήρξε … ο πρώτος δημοκρατικός πολιτικός στοχαστής στην παγκόσμια ιστορία», ενώ ο Kerferd προ­σθέτει ότι «επίτευγμα του Πρωταγόρα ήταν, για πρώτη φο­ρά στην ιστορία της ανθρωπότητας, η διατύπωση της θεω­ρητικής βάσης της συμμετοχικής δημοκρατίας». Οι Woods υποστηρίζουν γενικά τη θέση ότι ο Πρωταγόρας πίστευε πώς «η δημοκρατία είναι η πλέον βιώσιμη και σταθερή πο­λιτειακή μορφή».72
Στη δεύτερη κατηγορία, σύμφωνα με τον Rosen, ανή­κουν όσοι αμφισβητούν την παραπάνω θέση: Sinclair (1951), Nicholson (1980-81), Nill (1985) και Stokes (1986), καθώς και ορισμένοι οι οποίοι, παρόλο που αντιμετωπίζουν θετικά τον σοφιστή Πρωταγόρα, δεν βλέπουν κάποια σχέ­ση των απόψεων του με τη δημοκρατία εν γένει ή την αθη­ναϊκή δημοκρατία ειδικότερα. Για παράδειγμα, ούτε ο George Grote ή ο Karl Popper διασυνδέουν τη σκέψη του Πρωταγόρα άμεσα με τη δημοκρατία, παρόλο που διάκεινται φιλικά προς τη σκέψη του. Ο Popper υποστηρίζει, σύμφωνα με τον Rosen, «ότι ο Πρωταγόρας, μέλος αυτής που αποκαλεί ‘Μεγάλη Γενιά’, είναι ένας από τους πρώτους κοινωνικούς επιστήμονες και θεωρητικούς της ανοικτής κοινωνίας». Ωστόσο, πουθενά δεν υποστηρίζει ότι ο Πρω­ταγόρας ήταν δημοκράτης ή ότι προώθησε τη δημοκρατική θεωρία.73
 
Ο Rosen φαίνεται να συμμερίζεται τη δεύτερη εκδοχή και γι’ αυτό αρνείται ότι ο Πρωταγόρας είχε οποιαδήποτε σχέση με τη δημοκρατία. Μάλιστα θα βάλει στο στόχα­στρο τις αναλύσεις των Farrar, Woods και Kagan, υποστη­ρίζοντας ότι οι συγγραφείς αυτοί τείνουν ν’ αμφισβητούν τη δυτική αντιπροσωπευτική δημοκρατία και χρησιμο­ποιούν μια μέθοδο ανάλυσης ιδεολογικά επικαθορισμένη. Το ενδιαφέρον τους μετατίθεται από τη φιλοσοφία στην πο­λιτική (δημοκρατική) ιδεολογία ή, διαφορετικά, τείνουν να εξετάζουν τα φιλοσοφικά θέματα υπό το πρίσμα της ιδεολο­γίας.
 
Η Farrar, για παράδειγμα, επειδή ο Πρωταγόρας δεν διακρίνει ανάμεσα στο κράτος και την κοινωνία, οδηγείται στο συμπέρασμα ότι στον Πρωταγόρα συνυπάρχουν τόσο μια θεωρία για το κοινωνικό συμβόλαιο όσο και για τη δη­μοκρατία -στη νεότερη σκέψη η θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου δεν επενδύεται αναγκαστικά με δημοκρατικό χαρακτήρα, τουλάχιστον όπως τη συναντούμε στους Hobbes και Locke. Μάλιστα, το ότι δεν υπάρχει η διάκρι­ση κοινωνίας και κράτους μπορεί να θεωρηθεί σημαντικό πλεονέκτημα. Πράγματι, η Farrar θα υποστηρίξει το εξής: «Η θεωρία του Πρωταγόρα είναι ανθρωπίνως εφικτή ακρι­βώς επειδή δεν αντιλαμβάνεται την πολιτική κοινωνία ως κάτι το εξωγενές. Η κοινωνία προσλαμβάνεται ως κοινωνι­κή αλληλόδραση’ η κοινωνική αρμονία είναι το αποτέλε­σμα εσωτερικών και όχι θεσμικών περιορισμών … Η πολι­τική συνεργασία που είναι χαρακτηριστική στην άμεση, συμμετοχική δημοκρατία, είναι αυτόσυντηρούμενη, διότι καλλιεργεί τις ποιότητες και αντιλήψεις πάνω στις οποίες στηρίζεται η ελεύθερη κοινωνική τάξη».74
 
Η Farrar, κατά τον Rosen, θεωρεί επίσης θετικό το ότι απουσιάζει η έμφαση στα ατομικά δικαιώματα που προϋπο­θέτει η θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου. Αυτό τοποθετεί τον άνθρωπο πιο κοντά στην κοινωνική εμπειρία. Η απου­σία της έννοιας της προ-πολιτικής κατάστασης οδηγεί τον Πρωταγόρα στην άποψη πως «ο άνθρωπος διαμορφώνεται από την κοινωνία και η κοινωνία από τον άνθρωπο». Έτσι, ο Πρωταγόρας βρίσκεται πιο κοντά στην πολιτική πραγμα­τικότητα και την αθηναϊκή πρακτική -πράγματι, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι «ο Πρωταγόρας υπήρξε ο πρώτος πο­λιτικός στοχαστής της δημοκρατίας».75
 
Η ερμηνεία της Farrar είναι ιδεολογικά επικαθορισμένη, κατά τον Rosen. Αυτό συμβαίνει γιατί οι αναλύσεις της ξεκινούν από τις ακόλουθες προκείμενες: πρώτο, από την «απαρέσκειά της για τη θεωρία και την πρακτική της σύγ­χρονης δυτικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας», και δεύ­τερο, από «την πίστη ότι εάν κάποιος θέσει στο περιθώριο τις αντιδημοκρατικές επιδράσεις φιλοσόφων, όπως ήταν ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, τότε ίσως ανασύρει μια γνήσια δημοκρατική ιδεολογία η οποία αντανακλά και νομιμο­ποιεί την αθηναϊκή πρακτική, και η οποία με τη σειρά της μπορεί να προσφέρει ή να στηρίξει μια τροποποιημένη ιδε­ολογική βάση της σύγχρονης δημοκρατίας. Αυτή η νέα δη­μοκρατία θα τόνιζε λιγότερο τους θεσμικούς περιορισμούς και τον ατομικισμό και περισσότερο την κοινωνική συμμε­τοχή και την κοινωνική βάση της πολιτικής πράξης».76
 
Η άποψη του Rosen είναι πως ο ‘Μεγάλος Λόγος’ του Πρωταγόρα αντί να προσφέρει μεγάλες δόσεις δημοκρατι­κής θεωρίας, όπως θα ήθελαν μερικοί, ουσιαστικά αποτελεί τη βάση της συζήτησης για την αρετή και την τέχνη, θέμα­τα που μπορούν ν’ αναπτυχθούν χωρίς να προϋποτίθεται η καταφυγή στη δημοκρατική ιδεολογία. «Η εξέταση του διαλόγου υπό το πρίσμα της ιδεολογίας», παρατηρεί, «προϋποθέτει τον παραμερισμό των φιλοσοφικών προβλη­μάτων με τα οποία καταφανώς ασχολείται». Αυτό που προ­τείνουν οι Farrar, Woods και Kagan είναι η πραγμάτευση των φιλοσοφικών θεμάτων υπό το πρίσμα της ιδεολογίας. Πρόκειται για μια εσφαλμένη μέθοδο με βάση την οποία η ιδεολογική αναζήτηση υποκαθιστά την φιλοσοφική ανάλυση. Όπως είναι προφανές, στο στόχαστρο βρίσκεται εδώ ό­χι τόσο η ιδεολογική ανάγνωση ενός φιλοσοφικού κειμέ­νου, όσο η μέθοδος που προτείνουν ο Macpherson, οι Woods και όσοι τους ακολουθούν, η μέθοδος δηλαδή της α­ναφοράς στο διανοητικό, κοινωνικοπολιτικό και ιστορικό πλαίσιο. Ο Rosen είναι σαφής ως προς αυτό. «Έχουμε προ πολλού συνηθίσει», παρατηρεί, «να σκεφτόμαστε τον Locke ή τον Bentham ως στοχαστές που εκπροσωπούν την αστική τάξη, όπως ακριβώς έχουμε συστηματοποιήσει την ερμηνεία των φιλοσοφικών κειμένων, αφού πρώτα τα εντά­ξουμε στα ιστορικο-ιδεολογικά τους πλαίσια». Αλλά, επι­σημαίνει, οι τρόποι αυτοί «είναι ξένοι προς την αρχαιότη­τα και οι πολιτικές ιδέες πρέπει συχνά να αντληθούν από καθαρά φιλοσοφικά επιχειρήματα».77
 
Ο Rosen, για να γίνει ακόμα πιο σαφής, θα παραθέσει ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από τον πρόλογο της με­λέτης των Woods για την αρχαία πολιτική θεωρία καθώς και ένα άλλο απόσπασμα από την ιστορία της πολιτικής σκέψης του Kagan. Το απόσπασμα από τους Woods έχει ως εξής:
 
Πιστεύουμε πως τα κείμενα των κλασικών πολιτι­κών στοχαστών είναι ιδεολογικά προσδιορισμένα, και συνεπώς για να κατανοηθούν και αποτιμηθούν όσο το δυνατόν πληρέστερα πρέπει να συνδεθούν στενά και συστηματικά με τα κοινωνικά τους περιβάλλοντα σε βαθμό μεγαλύτερο απ’ ό,τι γινόταν στο παρελθόν … Στα σχετικά κεφάλαια για τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη εξετάζουμε αυτούς τους στοχαστές με βάση τα βιογραφικά τους δεδομένα, τους ταξικούς δεσμούς τους και τις κοινωνικές συνθήκες μέσα στις ο­ποίες έγραφαν, προσπαθώντας να αποδείξουμε ότι οι θεωρίες τους έχουν τις ρίζες τους στις πολιτικές τους προτιμήσεις και ότι είναι ιδεολογικά καθορισμένες.78
 
Το απόσπασμα που ο Rosen παραθέτει από τον Kagan, για να στηρίξει περαιτέρω τον ισχυρισμό του ότι η μέθο­δος της αναφοράς στο κοινωνικό πλαίσιο είναι μια εσφαλ­μένη μέθοδος, έχει ως εξής:
Χωρίς να έχω στη διάθεσή μου έναν αξιόπιστο κα­νόνα για τη διάκριση γνώσης και γνώμης στο πολιτικό γίγνεσθαι αναγκάστηκα να μεταχειριστώ τις απόψεις του Πρωταγόρα και του Περικλή, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, με τον ίδιο σεβασμό. Προσπάθησα να δω τις μεταξύ τους σχέσεις, καθώς και τη διαπλοκή τους με το ιστορικό πλαίσιο, και αυτή η μέθοδος με οδήγη­σε τελικά να επικεντρωθώ περισσότερο απ’ ό,τι συνηθί­ζεται πάνω στους συγγραφείς και ομιλητές με μειωμένη θεωρητική και φιλοσοφική συμβολή.79
 
Ο Rosen πιστεύει πως η μέθοδος που ακολουθούν οι Woods είναι εσφαλμένη, είναι σαν ένα παραμορφωτικός καθρέφτης, που οδηγεί σ’ εσφαλμένα συμπεράσματα. Η μέ­θοδος αυτή οδηγεί τους Woods σε μια μηχανιστική ταξινό­μηση: από τη μια μεριά έχουμε τους σοφιστές, ιδιαίτερα τον Πρωταγόρα, υπερασπιστή της αθηναϊκής δημοκρατίας, της δημοκρατίας του Περικλή, από την άλλη μεριά έχουμε τους αντιδημοκρατικούς Σωκράτη και Πλάτωνα. Αλλά, το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι πώς θα μπορούσε να κατατά­ξει κανείς έναν πολέμιο της δημοκρατίας, όπως συμβαίνει με την περίπτωση του Θρασύμαχου, στην κατηγορία των υ­περασπιστών της, όπως κάνουν οι Woods.80 Πράγματι, εί­ναι ένα σοβαρό ζήτημα, αν όντως ο Θρασύμαχος υπήρξε πολέμιος της δημοκρατίας όπως, χωρίς επιφυλάξεις δέχεται ο Rosen. Σ’ αυτό όμως δεν συμφωνούν όλοι οι μελετητές της σκέψης του Θρασύμαχου. Η δική μου άποψη, όπως προσπάθησα να δείξω παραπάνω, είναι πως ο Θρασύμαχος ασκεί κριτική στο δίκαιο του ισχυρότερου από δημοκρατι­κή σκοπιά. Αλλά ο Rosen επιμένει ότι η μέθοδος την οποία επικρίνει είναι εσφαλμένη.
 
Σύμφωνα με τον Rosen, η μέθοδος των Woods δεν δια­φέρει ουσιαστικά από τη μέθοδο που ακολουθεί ο Kagan. Και οι μεν και ο δε καταλήγουν στα ίδια αποτελέσματα. Το πρόβλημα με τον Kagan είναι ότι οι μαρτυρίες που έχει για τους Περικλή και Πρωταγόρα είναι ισχνές, αν κανείς τις συγκρίνει με τις μαρτυρίες που υπάρχουν για τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Παρ’ όλα αυτά, ο Kagan πιστεύει πως η μέθοδός του ‘ανασυνθέτει μια εικόνα εγγύτερη στην αρ­χαιότητα’, σε αντίθεση με άλλες μεθόδους. Ακόμα, παρατη­ρεί ο Rosen, ο Kagan πιστεύει ότι η μέθοδός του τον βοή­θησε να διακρίνει σε σχέση με την πόλη δύο διαφορετικές αντιλήψεις, μία δημοκρατική και μία αριστοκρατική.81
 
Ο Rosen θα ισχυριστεί, ύστερα απ’ όλη αυτή την κριτι­κή προσπάθεια, ότι ο Πρωταγόρας όχι μόνον δεν είναι υπέρμαχος του δημοκρατικού πολιτεύματος, αλλά και δεν «αναπτύσσει ένα επιχείρημα υπέρ της ισότητας και της δη­μοκρατίας», απλώς «απαντά στο σωκρατικό ερώτημα για το διδακτέον της αρετής». Η κατάληξη της συλλογιστικής του είναι η ακόλουθη: «Ο Πρωταγόρας είναι ένα κείμενο που διερευνά την προαγωγή και μετάδοση της αρετής. Το­ποθετείται στην Αθήνα και ως εκ τούτου περιλαμβάνει πάμπολλες αναφορές στην πόλη και στους αρχηγούς της. Ο ι­σχυρισμός όμως ότι το κείμενο υπερασπίζεται τη δημοκρα­τία, και πιο πολύ ότι συνιστά τη σημαντικότερη προάσπι­ση της δημοκρατίας στην αρχαία ελληνική σκέψη, παρα­γνωρίζει όχι μόνο τα λογικά προαπαιτούμενα μιας τέτοιας υπεράσπισης αλλά επίσης αγνοεί το πλαίσιο μέσα στο ο­ποίο ο Μεγάλος Λόγος διαδραματίζεται».82
 
Θα ήταν οπωσδήποτε εξαιρετικά ενδιαφέρον, εάν ο Ro­sen προχωρούσε ένα ακόμα βήμα παραπέρα και καταδίκαζε τη Σοφιστική ως αιτία της παρακμής της αρχαίας Ελλάδας ή εάν επιχειρούσε να δείξει ότι ο Πλάτων όχι μόνον δεν εί­ναι πολέμιος της αθηναϊκής δημοκρατίας αλλά, αντίθετα, ότι είναι υπέρμαχος του δημοκρατικού πολιτεύματος (!). Πράγμα που θα τον έφερνε σε αντίθεση όχι μόνο με τους Woods και τον Kagan αλλά και με τον De Ste Croix ή ακό­μα με μια πλειάδα από σοβαρούς μελετητές της πλατωνικής πολιτικής σκέψης.
 
VII. Το Κοινωνικό Συμβόλαιο
Στη σοφιστική κίνηση μπορεί κανείς να αναζητήσει στοιχεία μιας προβληματικής που σχετίζεται με τη θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου. Ο Guthrie αφιερώνει ένα ολό­κληρο κεφάλαιο στη θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου. Η θέση που υποστηρίζει είναι ότι στη θεωρία του Πρωτα­γόρα για την εξέλιξη του πολιτισμού βρίσκουμε τα στοι­χεία εκείνα που μας κάνουν να υποθέσουμε ότι ο σοφιστής αυτός δεχόταν την κατά συνθήκη συγκρότηση της πολιτι­κής κοινωνίας. Το βέβαιο είναι πως εκεί που σίγουρα βρί­σκουμε μια σαφώς διατυπωμένη θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου είναι στο μαθητή του Γοργία σοφιστή Λυκόφρονα. Τη σχετική πληροφορία μας σώζει ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά του.
 
Ο Αριστοτέλης, σύμφωνα με την αφήγηση του Guthrie, συζητώντας το πρόβλημα της σχέσης ανάμεσα στο νόμο και την ηθική, ισχυρίζεται ότι «σκοπός του κράτους είναι η προώθηση της ευδαιμονίας», του ‘ευ ζην’, και γι’ αυτό «έχει το δικαίωμα και το καθήκον να ενδιαφέρεται για την ηθικότητα των πολιτών του». Διαφορετικά, ‘το κράτος γίνε­ται ένα είδος συμμαχίας και ο νόμος μια συμφωνία ανάμε­σα στους πολίτες που ενδεχόμενα εγγυάται τα δικαιώματα των πολιτών χωρίς να τους κάνει καλούς ή δίκαιους’. Το πλήρες κείμενο των Πολιτικών που παραθέτει ο Guthrie έ­χει ως εξής:
 
Για την πολιτική αρετή και την κακία φροντίζουν να ερευνούν όσοι ενδιαφέρονται για την ευνομία. Είναι μάλιστα ολοφάνερο ότι αυτό που στ’ αλήθεια και όχι κατ’ επίφαση ονομάζεται πόλις οφείλει να φροντίζει για την αρετή. Διαφορετικά, η πολιτική κοινωνία γίνε­ται μια απλή συμμαχία, που διαφέρει μόνο από άποψη τόπου από τις συμμαχίες που γίνονται ανάμεσα σε χώ­ρες απομακρυσμένες. Και ο νόμος δεν είναι τίποτε πε­ρισσότερο από συνθήκη, και, όπως έλεγε ο σοφιστής Λυκόφρων, είναι ο εγγυητής των αμοιβαίων δικαίωμάτων των πολιτών, δεν μπορεί όμως να κάνει τους πολί­τες καλούς και δίκαιους.83
 
Ο Kerferd συμπεριλαμβάνει επίσης τη θεματική του συμβολαίου στην ανάλυσή του για τις κοινωνικές και πολι­τικές απόψεις των σοφιστών. Καταρχάς, ο Kerferd διαφω­νεί με τη θέση του Guthrie, ο οποίος υποστηρίζει ότι στον Πρωταγόρα μπορούμε να βρούμε μιαν αντίληψη που θέτει τη θέσπιση των νόμων ως αποτέλεσμα συναίνεσης, συμφω­νίας ανάμεσα στους πολίτες. Ωστόσο, ρητά δηλώνει πως θεωρίες που εξηγούσαν το κράτος ή τη θέσπιση των νόμων ως αποτέλεσμα συνθήκης ήταν γνωστές την περίοδο που ε­ξετάζουμε. Ο Kerferd αναφέρεται στις μαρτυρίες του Ξενοφώντα για τις σχετικές απόψεις σ’ ό,τι αφορά τους νόμους, αναφέρεται επίσης στη διήγηση του Γλαύκωνα στο δεύτε­ρο βιβλίο της Πολιτείας του Πλάτωνα σχετικά με τις από­ψεις που ορισμένοι πολίτες εκφράζουν για τη θέσπιση των νόμων. Αναφέρεται ακόμα και στο Σίσυφο του Κριτία και βεβαίως στον Λυκόφρονα, τις απόψεις του οποίου μας σώ­ζει ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά του.84
 
Η γνώμη μου είναι πως, αν δεχθούμε τη θεωρία του Πρωταγόρα για την εξέλιξη του πολιτισμού ως ένα είδος κριτηρίου εκλογίκευσης του πραγματικού, εν προκειμένω του κοινωνικού είναι, τότε οφείλουμε, κατά κάποιον τρόπο, να δεχθούμε ότι οι πολιτείες, οι νόμοι, ακόμα κι αν προϋ­ποθέτουν ως σταθερά την ανθρώπινη φύση, είναι ανθρώπι­να δημιουργήματα. Συνεπώς, είναι κατά συνθήκη. Η θέσπι­ση του κράτους, το νομικό σύστημα, αλλά και οι αξίες που υιοθετεί μια κοινωνία είναι το αποτέλεσμα της ιστορικής ε­ξέλιξης και εκφράζουν την ανάγκη των ανθρώπων να οργα­νώσουν την κοινωνική τους συμβίωση, για να εξασφαλί­σουν όχι μόνον την επιβίωσή τους αλλά και τους όρους μιας καλύτερης ζωής. Απ’ αυτή την άποψη πιο κοντά στον Πρωταγόρα και στο γενικότερο πνεύμα της σοφιστικής εί­ναι η ερμηνεία του Guthrie. Καθώς το θέτει ο Guthrie, αν από τον Λόγο του Πρωταγόρα απομακρυνθεί το μυθικό στοιχείο, τότε η εικόνα που προκύπτει είναι μια εικόνα που απεικονίζει τον άνθρωπο ως ένα ον που υποβάλλεται σε δο­κιμασίες, αναπτύσσει δεξιότητες, προσαρμόζεται στο φυσι­κό περιβάλλον, αναπτύσσει γλώσσα και κοινωνική συνεί­δηση, δημιουργεί πολιτισμό, συγκροτεί πολιτικές κοινω­νίες και θεσπίζει μορφές διακυβέρνησης, όπως το δημοκρα­τικό πολίτευμα της Αθήνας.85
 
 VIII. Η Σοφιστική στην Ιστορία της Φιλοσοφίας
Καθώς παρατηρεί ο Guthrie, μέχρι συγκριτικά πρόσφα­τα η επικρατούσα άποψη για τους Σοφιστές ήταν αυτή που προέκυψε από τον Πλάτωνα. Η άποψη αυτή ήταν αρνητι­κή. Βεβαίως, αυτό δεν είναι απόλυτα σωστό, αφού, όπως σημειώνει ο Guthrie, οι αναφορές του Πλάτωνα στους Σο­φιστές δεν είναι πάντοτε δυσμενείς. Οπωσδήποτε, η εικόνα που μας δίνει ο Πλάτων για τους Σοφιστές είναι μια προκα­τειλημμένη εικόνα. Ο Πλάτων στο Σοφιστή του τείνει να ταυτίσει τη σοφιστική με την εριστική. Η άποψη αυτή, ω­στόσο, βασίζεται και στην εξέλιξη της Σοφιστικής.86 Αλλά η στάση του Πλάτωνα έναντι της σοφιστικής θα πρέπει κυ­ρίως να εξηγηθεί με βάση την αμφισβήτηση των παραδο­σιακών νομίμων από τους σοφιστές σε συνδυασμό με την πολιτική και οικονομική κρίση που ακολουθεί τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Οι κατηγορίες του Πλάτωνα κατά των σοφιστών, ο σχετικισμός και ο αγνωστικισμός τους, δη­μιούργησε σε ορισμένους την αντίληψη ότι οι Σοφιστές ή­ταν ανατρεπτικοί, μηδενιστές στοχαστές, υπεύθυνοι για την παρακμή του αρχαίου κοσμου.87
 
Χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της αντίληψης είναι τα σχόλια που διατυπώνει στο βιβλίο του Κοινωνική Φιλοσο­φία των Αρχαίων Ελλήνων ο Κ. Τσάτσος. Ο Τσάτσος, μι­λώντας για το ήθος των Σοφιστών, παρατηρεί πως αυτό που είναι κυρίως κατακριτέο στους σοφιστές δεν είναι τόσο η «νοητή διδασκαλία τους, το ότι οι περισσότεροι αδρότατα πληρώνονταν και έκαναν τον οίκο του πνεύματος οίκον ε­μπορίου», αλλά το «ότι κατέβασαν και το ίδιο το πνεύμα που μετέδιδαν σε χαμηλά επίπεδα». Οι Σοφιστές, κατά τον Τσάτσο, στις περισσότερες περιπτώσεις δεν προσέφεραν στην πραγματικότητα γνώση, αλλά ρητορεία και σοφίσμα­τα, για να πείθουν τους αφελείς, τις λαϊκές μάζες. Έτσι «κλόνισαν τα θεμέλια της επιστήμης». Καθώς συμπεραίνει, «η σοφιστική έγινε το δηλητήριο της ελληνικής κοινω­νίας’ και, καθώς σιγά-σιγά διοχετεύτηκε σε όλες τις εκφάν­σεις της ζωής, μπορούμε να πούμε πως αυτή έγινε η κύρια πνευματική αιτία που οδήγησε στην κατάρρευση τον αρ­χαίο ελληνικό κόσμο».88
 
Η αντίληψη αυτή δεν αποτελεί την τρέχουσα αποτίμη­ση της σοφιστικής. Η σοφιστική σήμερα αντιμετωπίζεται με περισσότερη συμπάθεια και η αντίληψη ότι πρόκειται για μια μορφή διαφωτισμού τείνει να γίνει γενικά αποδε­κτή.
 
Μια πρώτη, ωστόσο, θετική αποτίμηση της σοφιστι­κής στα νεότερα χρόνια βρίσκουμε στις Παραδόσεις της Ι­στορίας της Φιλοσοφίας του Hegel. Ο Hegel, όπως συνοψί­ζει τη θέση του ο Μπαγιόνας, θεωρούσε ότι «η εμφάνιση της Σοφιστικής ήταν αναγκαία». Ήταν αναγκαία «αφού τα παραδοσιακά νόμιμα της ελληνικής πόλης έπαψαν να είναι αποδεκτά και να αποτελούν οδηγό για την ατομική και συλλογική πράξη», ιδιαίτερα κατά το δεύτερο μισό του πέ­μπτου αιώνα. Στο βαθμό δε που η εμφάνιση της Σοφιστικής ήταν αναγκαία επιδοκιμάζεται ορθολογικά. «Ό,τι είναι ι­στορικά αναγκαίο είναι και ορθολογικό, και άξιο ηθικής ε­πιδοκιμασίας» κατά τον Hegel. Η σοφιστική εκφράζει ου­σιαστικά μια ορθολογική αντίληψη έναντι των ηθικών α­ξιών καθώς και το αίτημα μιας καθολικής ηθικής παιδείας. Η σοφιστή μπορεί συνεπώς να θεωρηθεί ως μια μορφή δια­φωτισμού, παρόμοια μ’ αυτή που αναπτύχθηκε στη Δύση κατά το δέκατο όγδοο αιώνα.89
 
Στην εποχή μας, σημαντική είναι, ως προς τη δικαίωση της σοφιστικής, η συμβολή του Karl Popper. Σύμφωνα με τον Popper, οι σοφιστές μπορούν να θεωρηθούν ως θεμε­λιωτές της κοινωνικής επιστήμης γιατί, κατά την άποψή του, μπόρεσαν να διακρίνουν ανάμεσα στο φυσικό και κοι­νωνικό περιβάλλον. Πρόκειται για μια θεμελιώδη διάκρι­ση, αν σκεφτεί κανείς ότι ακόμα και σήμερα η διάκριση αυτή δεν είναι αυτονόητη. Επιπλέον, η θεωρητική κατα­νόηση της διάκρισης φύσης και κοινωνίας προϋποθέτει τον παραμερισμό των κλειστών κοινωνιών. Επιπρόσθετα η διά­κριση αυτή αποτυπώνεται και στην κατεύθυνση μιας συναρτώμενης διάκρισης ανάμεσα στους φυσικούς νόμους [natural laws] και τους κανονιστικούς νόμους [normative laws]. 90
 
Οπωσδήποτε, οι σοφιστές, για τον Popper, ανήκαν σ’ ε­κείνη τη ‘Μεγάλη Γενιά’ που σημάδεψε μια κρίσιμη καμπή στην ιστορία της ανθρωπότητας. Στη γενιά αυτή ανήκε ο Περικλής που «διατύπωσε την αρχή της ισότητας προ του νόμου και του πολιτικού ατομικισμού». Στη γενιά αυτή ανή­καν και ο Πρωταγόρας και ο Δημόκριτος, οι οποίοι «δια­τύπωσαν τη διδασκαλία ότι οι ανθρώπινοι θεσμοί της γλώσ­σας, των εθίμων και του νόμου δεν έχουν το μαγικό χαρα­κτήρα των ταμπού παρά είναι ανθρώπινα δημιουργήματα, ό­τι δεν είναι κάτι φυσικό παρά προϊόντα σύμβασης, επιμένοντας ταυτόχρονα ότι είμαστε υπεύθυνοι γι’ αυτούς». Στη γε­νιά αυτή ανήκαν επίσης ο Γοργίας και η σχολή τους, ο Αλκιδάμας, ο Λυκόφρων και ο Αντισθένης, οι οποίοι «ανέ­πτυξαν τις θεμελιακές αρχές της αντίθεσης στη δουλεία, ε­νός ορθολογικού προστατευτισμού και αντι-εθνικισμού, δη­λαδή το δόγμα μιας παγκόσμιας αυτοκρατορίας των ανθρώ­πων».91 Σύμφωνα με τον Popper, το ανθρωπιστικό ιδεώδες της ανοικτής κοινωνίας, που βασίζεται στην ελευθερία και την ορθολογική επιστημονική κριτική, καλλιεργήθηκε από τους Σοφιστές και εκφράστηκε στο πνεύμα της αθηναϊκής δημοκρατίας, της οποίας το περιεχόμενο μας σώζει ο Θου­κυδίδης στον Επιτάφιο Λόγο του Περικλή.92
 
Μια εξίσου ενδιαφέρουσα συμβολή στη δικαίωση της σοφιστικής στη σύγχρονη εποχή είναι αυτή του καθηγητή Havelock. Ο Havelock στην κλασική μελέτη του The Liber­al Temper in Greek Politics υποστη ρίζει τη θέση ότι «οι Σοφιστές αντιπροσωπεύουν την εμπροσθοφυλακή της φιλε­λεύθερης και δημοκρατικής σκέψης στην Ελλάδα». Διαφο­ρετικά, όπως το θέτει ο Μπαγιόνας, ο Havelock, μαζί με τους Grote και Popper, υποστηρίζει ότι «ο αγνωστικισμός των Σοφιστών επιτρέπει στον άνθρωπο να είναι δημιουργι­κός», αφού η πράξη του αποδεσμεύεται από μια στατική και αναλλοίωτη ιεραρχία ηθικών αξιών.93
 
Θετικά αξιολογεί τη Σοφιστική και ο Kerferd. Σύμφω­να μ’ αυτόν τον μελετητή, αυτό που θα πρέπει να τονιστεί είναι η επιμονή των Σοφιστών στη χρήση της έλλογης σκέ­ψης στην κατανόηση των κοινωνικών και πολιτικών προ­βλημάτων. Σε κάθε περίπτωση, σήμερα μάλλον «αναγνω­ρίζεται η ιστορική και πνευματική σπουδαιότητα των σοφι­στών». Δύσκολα πλέον θα μπορούσε να αμφισβητηθεί ότι οι Σοφιστές «δίδασκαν και συζητούσαν γραμματική, θεω­ρία της γλώσσας, ηθικές και πολιτικές θεωρίες, θεωρίες για τους θεούς και τη φύση και καταγωγή του ανθρώπου, λογο­τεχνική ανάλυση και κριτική, μαθηματικά, και … τα στοι­χεία της φυσικής θεωρίας για το σύμπαν». Βεβαίως, σήμε­ρα δεν είναι απαραίτητο να κάνει κανείς λόγο για «την δό­ξα της Ελλάδος» ή «το μεγαλείον της εποχής του Περι­κλή». Μπορεί, ωστόσο, να κάνει λόγο για τα επιτεύγματα της Αθήνας του Περικλή. Αυτό που, συνεπώς, απαιτείται είναι «η αναγνώριση ότι κατά πάσα πιθανότητα οι Σοφι­στές υπήρξαν μέρος αυτού του επιτεύγματος της Αθήνας του Περικλή».94
 
Θα μπορούσε να αναφερθεί κανείς και στη σχετικά πρόσφατη πρόσληψη της σοφιστικής στη νεοελληνική σκέψη. Μια στοιχειώδης επισκόπηση θα μας υποχρέωνε να πούμε πως η πρόσληψη αυτή υπήρξε, σε γενικές γραμμές, θετική. Ο Ντόκας, ο Κοριζής, ο Μπαγιόνας, ο Κύρκος, και ο Μπρακατσούλας,95 αντιμετωπίζουν την αρχαία Σοφιστι­κή ως μια μορφή ριζοσπαστικού στοχασμού, ως μια μορφή διαφωτισμού.
--------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
  1. Για την περίοδο που καλύπτει η σοφιστική, βλ. τα στοι­χεία που παραθέτει ο καθηγητής Βασίλης Κύρκος στη μελέτη του Αρχαίος Ελληνικός Διαφωτισμός και Σοφιστική (Αθήνα, 1993), σσ. 87 κ. ε. Πρβλ. και Αύγουστος Μπαγιόνας, «Η αρχαία σοφι­στική και ο θεσμός της δουλείας», Αθηνά, 68 (1965), σσ. 115-16.
  2. W. Κ. C. Guthrie, The Sophists (Cambridge: Cambridge University Press, 1971), σ. 14. Ελληνική μετάφραση Δ. Τσεκουρά- κης, Οι Σοφιστές (Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1991), σ. 29.
  3. Α. Μπαγιόνας, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Ηθικής α­πό τους Προσωκρατικούς ως την Αρχαία Ακαδημία (Θεσσαλονί­κη: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 1978), σσ. 47 κ. ε. Βλ. και Θανάσης Παπαδόπουλος, Ιδεολογία και Φιλοσοφία της Δημοκρατίας στην Αρχαία Ελλάδα (Αθήνα: Κέδρος, 1978), σσ. 240 κ. ε.
  4. Guthrie, The Sophists, σσ. 16 κ. ε. και Οι Σοφιστές, σσ. 31 κ. ε.
  5. Όπ. παρ., σσ. 18 και 34 αντίστοιχα. Για τη στάση των αρ­χαίων Ελλήνων έναντι της εργασίας, βλ. τις εξής μελέτες: G. Glotz, Le travail dans la Grece ancienne (Paris, 1920). Μετάφραση στα Αγγλικά, Ancient Greece at Work: An Economic History of Greece, From the Homeric period to the Roman Conquest (Lon­don, 1926, ανατύπωση Hildeshein: G. Olms, 1987)’ και J.P. Ver- nant, Μύθος και Σκέψη στην Αρχαία Ελλάδα (Αθήνα: Ολκός, 1975). Βλ. επίσης και τη σχετική με τη δουλεία βιβλιογραφία στην υποσημείωση 59 αυτής της ενότητας.
6. Το χορικό της Αντιγόνης έχει ως εξής: «Υπάρχουν πολλά θαυμαστά πράγματα, αλλά τίποτε δεν είναι πιο θαυμαστό από τον άνθρωπο. Αυτός τολμά να διαπερνά τη θάλασσα όταν φυσά ο ορ­μητικός νότιος άνεμος, διασχίζοντας την καθώς φουσκωμένα κύ­ματα κρέμονται από πάνω του. Τη γη, την αρχαιότερη από τους θεούς, άφθαρτη και ανεξάντλητη, την καταπονεί, καθώς τα άρο­τρα πηγαινοέρχονται χρόνο με το χρόνο, αναποδογυρίζοντας το χώμα με το γένος των αλόγων. Κυνηγά και πιάνει την ανέμελη γε­νιά των πτηνών και τα κοπάδια των άγριων ζώων, καθώς και τα ψάρια που ζουν στη θάλασσα με δίχτυα πλεγμένα από σχοινιά – αυτός ο πανούργος άνθρωπος. Με τις επινοήσεις του εξημερώνειτα άγρια ζώα του κάμπου και του βουνού, κάνει το άλογο με το δασύ αυχένα και τον ακούραστο βουνίσιο ταύρο να σκύψουν το κεφάλι τους κάτω από το ζυγό, έχει μάθει τη γλώσσα και τις φτε­ρωτές σκέψεις καθώς και τρόπους φιλόνομης συμπεριφοράς στις πόλεις, και να βρίσκει καταφύγιο από τα βίαια βέλη της αφιλόξε­νης παγωνιάς σε ανοιχτό χώρο. Πάντα προνοητικός, ποτέ δεν συ­ναντά το μέλλον απροετοίμαστος. Το μόνο που δεν μπορεί να αποφύγει είναι ο θάνατος, κι όμως για τις φοβερές αρρώστιες έχει εφεύρει τρόπους αποφυγής. Είναι επιδέξιος πέρα από κάθε προσ­δοκία στο να επινοεί τέχνες και προχωρεί άλλοτε στο κακό και ξανά στο καλό, όταν ενεργεί σύμφωνα με τους νόμους της χώρας του και τις δίκαιες θεϊκές εντολές στις οποίες έχει ορκιστεί, υπε­ρήφανος για την ιδιότητά του ως πολίτη. Αυτός όμως που κάνει το κακό εξαιτίας της απερίσκεπτης τόλμης του είναι κακός πολί­της». [Σοφοκλής, Αντιγόνη 332-371. Η απόδοση του κειμένου στη νέα ελληνική είναι του Δαμιανού Τσεκουράκη, βλ.Guthrie, Οι Σο­φιστές, σσ. 109-110. Πρβλ. και την έμμετρη απόδοση του Ιωάννη Γρυπάρη, Οι Τραγωδίες του Σοφοκλέους Α’: Αντιγόνη – Ηλέκτρα – Αίας – Τραχίνιαι, (Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας’), «Αντι­γόνη», πρώτο στάσιμο, σσ. 20-21],
  1. Βλ. G. Steiner, Οι Αντιγόνες (Αθήνα: Καλέντης, 2001), σ.273.
  1. Βλ. και το τελευταίο μέρος του εισαγωγικού κεφαλαίου αυ­τής της μελέτης: I νϋ «Η Αθηναϊκή Δημοκρατία».
  2. Guthrie, The Sophists, σσ. 19-20 και Οι Σοφιστές, σσ. 35-36.
  3. Βλ. Θουκυδίδης, Ιστορία, μετάφραση Α. Γεωργοπαπαδά- κου, (Θεσσαλονίκη: Μαλλιάρης-Παιδεία, 1985), Βιβλίο V, κεφ. 105, σ. 337. Ο διάλογος Αθηναίων και Μηλίων παρατίθεται στα κεφάλαια 85-113 του πέμπτου βιβλίου. Για το διάλογο Αθηναίων και Μηλίων, βλ. και τα σχόλια του G. Β. Kerferd, Η Σοφιστική Κίνηση (Αθήνα: Καρδαμίτσας, 1996), σσ. 191 κ. ε. Βλ. ακόμα Α1- bin Lesky, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας (Θεσσα­λονίκη: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 1964), σσ. 651-52 και R. W., Dyson, Natural Law and Political Realism in the History of Political Thought, Volume I: From the Sophists to Ma- chiavelli (New York: Peter Lang, 2005), σσ. 26-30. Για μια ευρύτε­ρη συζήτηση σχετικά με τον αθηναϊκό ιμπεριαλισμό, βλ. τη μελέ­τη της Jacqueline de Romilly, Ο Θουκυδίδης και ο Αθηναϊκός Ι­μπεριαλισμός (Αθήνα: Παπαδήμας, 2004). Σχετικά με τη γενικότε­ρη ανατομία του πελοποννησιακού πολέμου, βλ. την εξαιρετική μελέτη του G. Ε. Μ. de Ste Croix, Τα αίτια του Πελοποννησιακού Πολέμου (Αθήνα: Οδυσσέας, 2005).
  4. Guthrie, The Sophists, σ. 20 και Οι Σοφιστές, σσ. 36-37.
  5. Kerferd, Η Σοφιστική Κίνηση, σσ. 29-30.
  6. Όπ. παρ., σ. 30.
  7. Όπ. παρ., σσ. 32-33. Βλ. και J. Β. Bury, History of Greece (London, 1975), σ. 341.
  8. Kerferd, όπ. παρ., σσ. 35-38 και Ε. R. Dodds, The Greek and the Irrational (Berkeley and London: University of California Press, 1951), σσ. 189-90.
  9. Βλ. Μπαγιόνας, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Ηθικής, σ. 49. Επίσης, Guthrie, The Sophists, σ. 27 και Οι Σοφιστές, σ. 46.
  10. Για τη θέση του Πρωταγόρα, βλ. τον πλατωνικό διάλογο Πρωταγόρας [318e-319a]: «Τό δέμάθημά έστιν εύβουλία περί των οικείων, όπως αν άριστα την αύτοΰ οικίαν διοικοΐ, κα’ι περϊ τών τής πόλεως, δπως τα τής πόλεως δυνατότατος αν εϊη καί πράττειν καί λέγειν». Η απόδοση του παραπάνω κειμένου στη νεοελληνική γλώσσα είναι του Ηλία Σπυρόπουλου [Πλάτωνος Πρωταγόρας (Θεσσαλονίκη: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Ιν­στιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, 1981). Για την εξέλιξη της σο­φιστικής κίνησης, βλ. Μπαγιόνας, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνι­κής Ηθικής, σσ. 49-50.
  11. Kerferd, Η Σοφιστική Κίνηση, σσ. 43-44. Βλ. και Πλά­των, Σοφιστής, Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια Δημήτρη Γληνού (Αθήνα, Ζαχαρόπουλος, Βιβλιοθήκη Αρχαίων Συγγραφέων, 1), σσ. 197-213.
  12. Για τη στροφή που σηματοδοτεί η σοφιστική, βλ. Αγ. Ντόκας, Ο Ελληνικός Διαφωτισμός (Αθήνα: Νέα Βιβλιοθήκη Φέ­ξη, 1961), σ. 68. Ο Sheldon Wolin στη μελέτη του Politics and Vi­sion διατυπώνει το εξής σχόλιο: «Οι Σοφιστές του πέμπτου αιώνα, οι μεγάλοι εχθροί του Σωκράτη και του Πλάτωνα, ήταν εκείνοι που πρώτοι διαχώρισαν την πολιτική από τη φύση και διατύπω­σαν την υπόθεση ότι το ‘πολιτικό’ συνιστούσε ένα διαφορετικό πεδίο έρευνας» [Sheldon Wolin, PoUtics and Vision: Continuity and Innovation in Western Political Thought (Princeton: Princeton Uni­versity Press, 2006), σ. 29]. Για τις θέσεις που προσδιορίζουν τη σοφιστική κίνηση, βλ. Guthrie, The Sophists, σσ. 47 κ. ε., και Οι Σοφιστές, σσ. 70 κ. ε.
  13. Guthrie, The Sophists, σσ. 47-8, 21-25 και Οι Σοφιστές, σσ. 70, 38-44. Επίσης, Μπαγιόνας, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνι­κής Ηθικής, σ. 51.
  14. Guthrie, The Sophists, σσ. 25-26 και Οι Σοφιστές, σσ. 44-45.
  1. Guthrie, The Sophists, σσ. 1 και 48, και Οι Σοφιστές, σσ. 71 και 11-12. Βλ. και Peter Gay, The Enlightenment, An Interpreta­tion, Volume 1: The Rise of Modem Paganism (London: Weiden- feld and Nicholson, 1967), σ. xii.
  2. Guthrie, The Sophists, σσ. 57-58, και Οι Σοφιστές, σ. 83.
  3. Μπαγιόνας, «Η αρχαία Σοφιστική …», όπ. παρ., σ. 119, και Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Ηθικής, σ. 51.
  4. Μπαγιόνας, «Η αρχαία σοφιστική …», όπ. παρ., σ. 119.
  5. Kerferd, Η Σοφιστική Κίνηση, σσ. 172-73. Αριστοτέλης, Μετά τα Φυσικά, Δ 1015a 13-15.
  6. Kerferd, όπ. παρ., σσ. 173-74.
  7. Μπαγιόνας, «Η αρχαία σοφιστική …», όπ. παρ., σσ. 120-21.
  8. Guthrie, The Sophists, σ. 68, Οι Σοφιστές, σ. 95.
  9. Kerferd, Η Σοφιστική Κίνηση, σσ. 195-97, βλ. και σσ. 89-90.
  1. Το παρακάτω απόσπασμα από το κείμενο του Ανώνυμου αποτυπώνει με ενάργεια τη θέση του. Γράφει: «Αξίζει να κατα­νοήσει κανείς … πως ενώ η τήρηση το νόμου είναι ό,τι καλύτερο για το σύνολο και για το άτομο, η παράβαση του νόμου είναι το χείριστο. … Η τήρηση του νόμου δημιουργεί καταρχήν ένα κλίμα εμπιστοσύνης από το οποίο έχουν να ωφεληθούν πολλά οι πάντες. … Ακόμη, χάρη στην ευνομία οι άνθρωποι δεν χάνουν το χρόνο τους σε πολιτικές διαμάχες αλλά τον επενδύουν αποδοτικά στις δημιουργικές δραστηριότητες της ζωής. … Εκείνο που προξε­νεί τις μεγαλύτερες συμφορές στους ανθρώπους, ο πόλεμος που ο­δηγεί στην υποταγή και την υποδούλωση, ξεσπάει πιο συχνά σε όσους λαούς δεν τηρούν το νόμο παρά σε ευνομούμενους λαούς. …Σ’ ένα καθεστώς ανομίας ξεσπούν ταραχές [και] οι άνθρωποι βρίσκονται διαρκώς σε διαμάχες, επειδή ο ένας επιβουλεύεται τον άλλο. … [Εξάλλου], η τυραννία, μια τόσο μεγάλη και τέτοιας λογής συμφορά, μονάχα από την ανομία γεννιέται. Βέβαια, ορισμέ­νοι νομίζουν – λαθεμένα- πως άλλα είναι τα αίτια που φέρνουν τον τύραννο στα πράγματα κι ότι δεν είναι υπαίτιοι οι ίδιοι οι άνθρω­ποι, όταν χάνουν την ελευθερία τους, αλλά ότι υποκύπτουν στη βία του τυράννου ο οποίος κατάφερε να επιβληθεί’ η γνώμη τους αυτή όμως δεν είναι σωστή. Όποιος πιστεύει ότι το βασιλιά ή τον τύραννο δεν τον φέρνει η ανομία και η πλεονεξία αλλά άλλες αι­τίες είναι ανόητος. Αυτό συμβαίνει όταν όλοι πάρουν στραβό δρόμο’ γιατί δεν είναι δυνατό να ζουν οι άνθρωποι χωρίς νόμο και χωρίς δικαιοσύνη».
[Το κείμενο του Ανώνυμου περιέχεται στην έκδοση του Ν. Μ. Σκουτερόπουλου, Η Αρχαία Σοφιστική, τα σωζόμενα αποσπά- σματα (Αθήνα: Γνώση, 1991), σσ. 562 κ.ε. Για την αναφορά του Θουκυδίδη στα Κερκυραϊκά βλ. Ιστορία, Βιβλίο III, 69-85, ιδιαίτε­ρα 81- 84. Βλ. επίσης και το δοκίμιο του Etienne de la Boetie, Le Discours de la servitude volontaire (Paris: Payot, 1976). Ελληνική μετάφραση Etienne de La Boetie, Πραγματεία περί της Εθελού­σιας Δουλείας (Αθήνα: Ελευθεριακή Κουλτούρα, 1995). Δ. Κοτρόγιαννος, Το Πρόβλημα της Εθελοδουλείας: Κριτική και ερμηνευ­τική προσέγγιση στο «Λόγο περί εθελοδουλείας» του Etienne de la Boetie, δίγλωσση έκδοση (Αθήνα: Εκδόσεις Κριτική, 1996). Βλ. και την ενδιαφέρουσα εισαγωγή του Murray Ν. Rothbard στην αγγλική έκδοση του κειμένου: The Politics of Obedience: The Discourse of Voluntary Servitude by Etienne de la Boetie (Montreal: Black Rose Books, 1975), σσ. 9-42].
32.To απόσπασμα από τον Σίσυφο έχει ως εξής: «[Υπήρξε] έ­νας καιρός που ο βίος των ανθρώπων ήταν δίχως τάξη, φάνταζε σαν των ζώων. Η ζωή των ανθρώπων υπηρετούσε τη δύναμη. Δεν είχαν αμοιβή αυτοί που έπρατταν ορθά ούτε και ποινή οι κακοί. Ύστερα, καθώς πιστεύω, οι άνθρωποι καθιέρωσαν νόμους τιμωρούς, για να κυριαρχήσει πάνω σ’ όλους η Δικαιοσύνη, και να δα­μάσει τη θρασύτητα. Τιμωρία περίμενε όποιον αδικούσε. Οι νόμοι εμπόδιζαν με τη βία τους ανθρώπους να αδικούν φανερά. Αδικού­σαν όμως κρυφά. Τότε ένας άνθρωπος πολυμήχανος και με σοφή σκέψη, καθώς νομίζω, έβαλε το φόβο των Θεών μέσα στις ψυχές των θνητών, για να τρέμουν οι κακοί, αν διαπράξουν, πουν ή στο­χαστούν κάτι, ακόμη και στα κρυφά. Γι’ αυτό καθιέρωσε (ο σο­φός) την πίστη στο θείο, ότι δηλαδή υπάρχει ένας δαίμονας με ζωή σαν αιώνιο άνθος, που με το νου του ακούει, βλέπει, στοχάζε­ται γερά, προσέχει τα ανθρώπινα και που έχει περιβληθεί θεϊκή φύση. Αυτός ο δαίμονας θα μπορέσει ν’ ακούσει ό,τι πουν οι θνη­τοί και να δει ό,τι κάνουν. Ακόμα και αν βάλεις στο νου σου σιω­πηλά κάποιο άδικο, οι θεοί δε θα το αγνοήσουν, γιατί τόση είναι η δύναμη της σοφίας τους. Λέγοντας αυτούς τους λόγους καθιέρω­σε την πιο ελκυστική διδασκαλία και σκέπασε την αλήθεια με ψεύτικο λόγο. Έλεγε πως οι θεοί κατοικούν σ’ έναν τόπο, τον ο­ποίο και μόνον που τον βλέπουν οι άνθρωποι νιώθουν τρόμο. Ή­ξερε ότι από εκεί προέρχονται οι φόβοι των θνητών αλλά και οι παρηγοριές για την άθλια ζωή τους, δηλαδή από την περιστρεφό­μενη ουράνια σφαίρα, βλέποντας τις αστραπές, ακούγοντας τις τρομακτικές βροντές, αντικρίζοντας το αστροποίκιλτο σώμα του ουρανού, έργο του χρόνου, του σοφού τεχνίτη. Εκεί βαδίζει ο ή­λιος, το λαμπρό αστέρι με την πυρωμένη μάζα. Από κει πέφτει πά­νω στη γη η υγρή βροχή. Με τέτοιες διδαχές φοβέρισε τους αν­θρώπους και εγκατέστησε με τα λόγια τους θεούς, όμορφα, σε τό­πο που τους ταίριαζε. Και με τους νόμους εξάλειψε την ανομία. … Μ’ αυτόν τον τρόπο, έπεισε, σύμφωνα με τη γνώμη μου, τους θνη­τούς για την ύπαρξη του γένους των θεών» [Η απόδοση στη νεο­ελληνική γλώσσα είναι του Μπάμπη Λυκούδη. Βλ. Umberto Cer- roni, Η Πολιτική Σκέψη, Από τις Απαρχές ως τις Μέρες μας, τό­μος Α’, (Αθήνα: Παπαζήσης, 1972), σσ. 122-23. Επίσης, Σκουτερόπουλος, Η Αρχαία Σοφιστική, σσ. 523-24].
  1. Guthrie, The Sophists, σσ. 88 κ. ε., Οι Σοφιστές, σσ. 119 κ. ε.
  2. Μπαγιόνας, «Η αρχαία σοφιστική …», όπ. παρ., σ. 123 και Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Ηθικής, σσ. 66-67.
  3. «Φημΐ γάρ έγώ είναι τό δίκαιον ούκ άλλο τι ή τό τον κρείτονος συμφέρον» [Πλάτων, Πολιτεία A, 338c]. Βλ. Πλάτων, Πολιτεία, μετάφραση I. Γρυπάρη (Αθήνα: Ζαχαρόπουλος, Βιβλιο­θήκη Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, 5), σσ. 48-49 και Πλάτων Πολιτεία, μετάφραση Ν. Σκουτερόπουλου (Αθήνα: Πόλις, 2002), σσ. 56-57.
  4. Πλάτων, Πολιτεία A, 338e-339a. Η απόδοση στη νεοελ­ληνική γλώσσα είναι του Γρυπάρη, όπ. παρ., σσ. 49-51.
  5. Πλάτων, Πολιτεία A, 343c. Η απόδοση στη νεοελληνική γλώσσα είναι του Γρυπάρη.
  6. Με ειρωνεία, αλλά και διαλεκτική δεινότητα ο Θρασύμαχος θα διατυπώσει την ανατρεπτική του θέση στο παρακάτω απόσπασμα: «Κι ακόμα καλύτερα θα το καταλάβεις, αν λάβεις αμέ­σως υπόψη σου την αδικία φτασμένη στο κατακόρυφό της, την α­δικία που κάνει τον πιο ευτυχισμένο άνθρωπο του κόσμου εκείνον που την διαπράττει και αθλιοτάτους εκείνους που την υποφέρουν, επειδή δεν θέλουν οι ίδιοι να αδικήσουν’ εννοώ δηλαδή την τυ­ραννίδα, που βάζει σε ενέργεια και το δόλο και τη βία, για να βά­λει στο χέρι τα αγαθά του άλλου όχι λίγο λίγο, αλλά που χωρίς να σέβεται ούτε ιερό ούτε όσιο σφετερίζεται αμέσως και με μιας όλες, δημόσιες και ιδιωτικές περιουσίες’ κάθε άλλος που ήθελε κάμει χωριστά καμιά απ’ αυτές τις αδικίες και ανακαλυφθεί, πα­θαίνει τις μεγαλύτερες τιμωρίες και τους εξευτελισμούς’ και αναλόγως με το αδίκημα που ήθελε κάμει χωριστά ο καθένας, τους ο­νομάζουν ιερόσυλους, και σωματέμπορους και τυμβωρύχους και κλέφτες και λωποδύτες και τα λοιπά’ αν όμως κανείς, εκτός από την περιουσία των πολιτών, τους στερήσει και την προσωπική τους ελευθερία και τους μεταβάλει σε ανδράποδα, αντί για όλα αυ­τά τα αισχρά ονόματα, ευτυχής άνθρωπος και μακάριος ονομάζε­ται, όχι μόνο από τους συμπατριώτες του, μα και από τους άλλους που λάβουν γνώση των κακουργημάτων του’ γιατί, αν καταφέρονται εναντίον της αδικίας, όσοι καταφέρονται, το κάνουν όχι για­τί φοβούνται να την κάμουν κι οι ίδιοι, αλλά γιατί φοβούνται να την υποστούν, καλέ μου Σωκράτη» τόσο είναι αλήθεια πως η αδι­κία, όταν φτάσει σ’ ένα τέτοιο βαθμό, είναι πιο ισχυρή και πιο ε­λεύθερη και πιο δεσποτική από τη δικαιοσύνη και, όπως έλεγα ε­ξαρχής, το δίκαιο είναι το συμφέρον του ισχυρότερου και πως το άδικο στρέφεται σε κέρδος και ωφέλειά του» [Πλάτων, Πολιτεία A, 344a-d. Η απόδοση στη νεοελληνική γλώσσα είναι του Γρυπα­ρή]. Για τις απόψεις του Θρασυμάχου, βλ. και Dyson, όπ. παρ., σσ. 35 κ. ε. Βλ. επίσης την ενδιαφέρουσα συζήτηση για τις από­ψεις του Θρασυμάχου στο άρθρο του George F. Hourani, «Ο ορι­σμός της δικαιοσύνης από τον Θρασύμαχο στην Πολτιτεία του Πλάτωνα», Διαλεκτική, 7 (1992), σσ. 91-102.
  7. Guthrie, The Sophists, σ. 101, Οι Σοφιστές, σ. 135. Βλ. και Μπαγιόνας, «Η αρχαία σοφιστική …», όπ. παρ., σ. 127.
  8. «ή … φύσις αύτή άποφαίνει αυτό, δτι δίκαιόν έστιν τον ά- μείνω τοΰ χείρονος πλέον έχειν καί τόν δυνατώτερον τοϋ άδυνα- τωτέρου» [Πλάτων, Γοργίας, 483 c-d, πρβλ. και 484b].
  9. «Άλλ’ οιμαι, oi τιθέμενοι τούς νόμους οί άσθενεΐς είσιν καί οί πολλοί» [Πλάτων, Γοργίας, 483b]. Βλ. και Μπαγιόνας, Ι­στορία της Αρχαίας Ελληνική Ηθικής, σ. 57.
  10. Μπαγιόνας, όπ. παρ.
  11. Πλάτων, Γοργίας, 483d. Guthrie, The Sophists, σ. 104, Οι Σοφιστές, σσ. 137-38.
  12. Guthrie, The Sophists, σσ. 104, 106, Οι Σοφιστές, σσ. 136, 140. Βλ. επίσης, Μπαγιόνας, «Η αρχαία σοφιστική …», όπ. παρ., σ. 136 και Dyson, όπ. παρ., σσ. 22 κ ε.
  13. Guthrie, The Sophists, σσ. 105-106, Οι Σοφιστές, σ. 140.
  14. Kerferd, Η Σοφιστική Κίνηση, σ. 184. Βλ. και Dyson, όπ. παρ., σ. 24.
  15. Βλ. Α. Μπαγιόνας, «Έλλειμμα μαρξιστικής κριτικής», Πριν (10 Νοέμβρη 2002). Επίσης, R. Schacht, Nietzsche (London: Routledge, 1983), ιδιαίτερα σσ. 327 κ. ε. και Dyson, όπ. παρ., σσ. 277-78.
  16. Βλ. Cerroni, όπ. παρ., σ. 113 και Σκουτερόπουλος, Η Αρ­χαία Σοφιστική, σσ. 439-40. Μπαγιόνας, «Η αρχαία σοφιστική …», όπ. παρ., σσ. 128-29.
  17. Για το απόσπασμα του Αντιφώντα, βλ Cerroni, όπ. παρ., σ. 114. Η απόδοση στη νεοελληνική γλώσσα είναι του Μπάμπη Λυκούδη. Βλ. και Σκουτερόπουλος, Η Αρχαία Σοφιστική, σσ. 440-41.
  18. Μπαγιόνας, «Η αρχαία σοφιστική …», όπ. παρ., σσ. 130-31.
  19. Πλάτων, Πρωταγόρας, 337c 6 – e 2. Η απόδοση του αποσπάσματος στη νεοελληνική γλώσσα είναι του ΓΓ. Φαναρά (Ker­ferd, όπ. παρ., σ. 177). Βλ. και τη μετάφραση του Σπυρόπουλου, Πλάτων, Πρωταγόρας, σ. 109. Μπαγιόνας, «Η αρχαία σοφιστική …», σ. 133.
  20. Η απόδοση του αποσπάσματος στην νεοελληνική γλώσ­σα με βάση τη μετάφραση του Μπάμπη Λυκούδη. Βλ. Cerroni, όπ. παρ., σ. 115. Βλ. επίσης, Μπαγιόνας, «Η αρχαία σοφιστική …», όπ. παρ., σσ. 137 κ.ε. και Guthrie, The Sophists, σσ. 152 κ. ε., Οι Σοφιστές, σσ. 193 κ. ε.
  21. Kerferd, Η Σοφιστική Κίνηση, σ. 179.
  22. Σκουτερόπουλος, Η Αρχαία Σοφιστική, σσ. 439 κ. ε. Ker­ferd, όπ. παρ.
  23. Kerferd, όπ. παρ., σ. 241. Πρβλ. Διογένης Λαέρτιος, Βίοι καί γνώμαι των έν φιλοσοφία ευδόκιμησάντων, 1, 33. Βλ. και την ανάλυση του De Ste Croix για το ζήτημα, σε σχέση με τη θέση του Πλάτωνα, στη μνημειώδη εργασία του: The Class Struggle in the Ancient Greek World (London: Duckworth, 1981), σ. 416. Ελ­ληνική μετάφραση Γιάννης Κρητικός, Ο Ταξικός Αγώνας στον Αρχαίο Κόσμο (Αθήνα: Εκδόσεις Ράππα, 1998), σ. 515], Τη θέση 147 του Φαλέα την αναφέρει ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά 1266a 40- 41: «Ίσας είναι τάς κτήσεις των πολιτών». Ωστόσο, είναι εξαιρε­τικά ενδιαφέρον το σχόλιο του Guthrie: «Παρακάτω όμως (1267b 9) ο Αριστοτέλης λέει ότι αυτό το περιόριζε στην κατοχή της γης. Φυσικά η ισότητα, όπως θα περίμενε κανείς γι’ αυτή την επο­χή, είχε εφαρμογή μόνο ανάμεσα σε πολίτες, και ο Φαλέας έφτα- σε να προτείνει ότι όλοι οι τεχνίτες έπρεπε να είναι δούλοι και να ανήκουν στο δημόσιο» [ The Sophists, σ. 152, και Οι Σοφιστές, σσ. 192 και 438].
  1. Kerferd, Η Σοφιστική Κίνηση, σσ. 240-41, και Μπαγιόνας, «Η αρχαία σοφιστική …», όπ. παρ., σ. 150.
  2. «Ελευθέρους άφηκε πάντας θεός’ οόδένα δοΰλον ή φύσις πεποίηκεν». Πρόκειται για παράθεμα σχολιαστή στη Ρητορική του Αριστοτέλη 1373b. Βλ. και Guthrie, The Sophists, σ. 159, και Οι Σοφιστές, σσ. 200 και 441.
  3. Αριστοτέλης, Πολιτικά 1253 b 20. Βλ. και Guthrie, The Sophists, σσ. 160, Οι Σοφιστές, σ. 201.
59. Guthrie, The Sophists, σ. 160, Οι Σοφιστές, σ. 202. Για το πρόβλημα της δουλείας και της εργασίας στην Αρχαιότητα, βλ. ενδεικτικά τις εξής μελέτες: A. Andrews, Αρχαία Ελληνική Κοι­νωνία (Αθήνα: Μ.Ι.Ε.Τ., 1987)’ Μ. Μ. Austin & P. Vidal-Naquet, Economic and Social History of Ancient Greece, An Introduction (London: Batsford, 1977)’ Μ. I. Finley, The Ancient Economy (London: Chatto and Windus, 1973), ελληνική μετάφραση Οικο­νομία και Κοινωνία στην Αρχαία Ελλάδα (Αθήνα: Καρδαμίτσας, 1988). Ειδικότερα για τη δουλεία βλ. και τα ακόλουθα: Ν. R. Ε. Fisher, Slavery in Classical Greece (London: Duckworth, 1993)’ M. I. Finley, Slavery in Classical Antiquity (New York: Barnes and Noble, 1968) και Ancient Slavery and Modern Ideology (New York: Penguin Books, 1980)’ Yvon Garlan, Slavery in Ancient Greece (Ithaca and London: Cornell University Press, 1988), ελλη­νική μετάφραση Η δουλεία στην Αρχαία Ελλάδα (Αθήνα: Guten­berg, 1988)’ Peter Gamsey, Ideas of Slavery from Aristotle to Au­gustine (Cambridge: Cambridge University Press, 1996). Για το δουλοκτητικό τρόπο παραγωγής, τη δουλεία ως ανελεύθερη μορ­φή εργασίας και τη σημασία της στην οικονομία της αθηναϊκής δημοκρατίας βλ. Perry Anderson, Passages from Antiquity to Feudalism (London: New Left Books, 1974), ελληνική μετάφραση Από την Αρχαιότητα στον Ρεουδαρχισμό (Αθήνα: Οδυσσέας, 1981)· De Ste Croix, The Class Struggle …, κυρίως σσ. 133- 47, 226-43, 416-25 και Ο Ταξικός Αγώνας…, σσ. 180-98, 292-313, 515- 526′ Ellen Meiksins Wood, Peasant-Citizen and Slave: The Founda­tions of Athenian Democracy (London: Verso, 1989). Για το θεσμό της δουλείας στην Αρχαιότητα, βλ. και Δ. I. Τσιμπουκίδης, Ελεύ­θεροι και Δούλοι. Ανατομία της Δουλοκτητικής Κοινωνικής Σκέ­ψης (Αθήνα: Καλέντης, 1991).
  1. Για την έννοια της προόδου σχετικά με τη θεωρία του Πρωταγόρα για τον πολιτισμό, βλ. Guthrie, The Sophists, σσ. 60 κ. ε., και Οι Σοφιστές, σσ. 86 κ. ε. Βλ. επίσης Kerferd, Η Σοφιστι­κή Κίνηση, σσ. 193-94. Για την έννοια της προόδου γενικά, βλ. και τις εξής εργασίες: J. Β. Bury, The History of the Idea of Pro­gress (London: Macmillan, 1920)’ I. R. Dodds, The Ancient Con­cept of Progress (Oxford: Oxford University Press, 1973)’ L. Edel- stein, The Idea of Progress in Classical Antiquity (Baltimore: The Johns Hopkins University Press, 1967)’ S. Pollard, The Idea of Pro­gress (London: Watts, 1968)’ και A. Μπαγιόνας, Η Έννοια της Προόδου και η Μεθοδολογία της Ιστορίας (Αθήνα: Παπαζήσης, 1970).
  2. Για μια σύγχρονη ανάλυση που παίρνει υπόψη της τους ταξικούς και ιδεολογικούς όρους που προσδιορίζουν την αρχαία πολιτική θεωρία, βλ. τη μελέτη του De Ste Croix, The Class Strug­gle …, καθώς και τη μελέτη των Ellen Meiksins Wood και Neal Wood, Class Ideology and Ancient Political Theory: Socrates, Plato and Aristotle in Social Context (Oxford: Blackwell, 1978).
  3. Πλάτων, Πρωταγόρας, 320d- 322d.
  4. Μπαγιόνας, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Ηθικής, σσ. 69 κ. ε., και «Η αρχαία σοφιστική …», όπ. παρ., σσ. 138 κ. ε.
  5. Για την τεχνοκρατική και αντι-τεχνοκρατική αντίληψη της πολιτικής και τις πολιτικές ιδέες του Πρωταγόρα, βλ. σχετικά το τέταρτο μέρος της μελέτης του Θανάση Παπαδόπουλου «Η Μεγάλη Ιδεολογική Διαμάχη», όπ. παρ., σσ. 234 κ. ε., ιδιαίτερα σσ. 235-256. Βλ. και Μπαγιόνας, «Η αρχαία σοφιστική …», όπ. παρ., σ. 141.
  6. Kerferd, Η Σοφιστική Κίνηση, σ. 223.
  7. Βλ. και το σχετικό σχόλιο του Μπαγιόνα, «Η αρχαία σο­φιστική …», όπ. παρ., σ. 143.
  8. Βλ. την έκδοση που επιμελήθηκε ο Δημήτρης Παπαδής, Το Ανθρώπινο Πρόσωπο της Δημοκρατίας (Αθήνα: Παπαδήμας, 149 2000), σσ. 71-94. Η έκδοση αυτή περιέχει τα πρακτικά του διε­θνούς συνεδρίου φιλοσοφίας που έλαβε χώρα στη Λευκωσία τον Οκτώβρη του 1995.
  1. Rosen, όπ. παρ., σσ. 71-72. Πρβλ. Ε. Barker, Greek Politi­cal Theory, Plato and His Predecessors (London: Methuen, 1972), σ. 152.
  2. Rosen, όπ. παρ., σ. 72. Πρβλ. Eric Havelock, The Liberal Temper in Greek Politics (London: Jonathan Cape, 1957), σσ. 170, 176.
  3. Rosen, όπ. παρ., σ. 72. Πρβλ. D. Kagan, The Great Dialo­gue, History of Greek Political Thought from Homer to Polybius (New York: The Free Press, London: Collier-Macmillan, 1965), σ. 81.
  4. Rosen, όπ. παρ., σσ. 72-73. Πρβλ. Guthrie, The Sophists, σ. 65 και Μ. I. Finley, Democracy Ancient and Modem (London: Chatto and Windus, 1973), σ. 28.
  5. Rosen, όπ. παρ., σσ. 73-74. Πρβλ. Cynthia Farrar, The Origins of Democratic Thinking: The Invention of Politics in Classi­cal Athens (Cambridge: Cambridge University Press, 1988), σ. 77 / Οι Αρχές της Δημοκρατικής Σκέψης στην Κλασική Αθήνα (Αθή­να: Παπαδήμας, 1991), σ. 120. Επίσης G. Β. Kerferd, The Sophis­tic Movement (Cambridge: Cambridge University Press, 1981), σ. 144, Η Σοφιστική Κίνηση, σ. 223. Βλ. και τη Μελέτη των Woods, Class Ideology and Ancient Political Theory, σσ. 92-93.
  6. Rosen, όπ. παρ., σσ. 74-77. Πρβλ. Τ. A. Sinclair, A His­tory of Greek Political Thought (London: Routledge and Kegan Paul, 1961), / Ιστορία της Ελληνικής Πολιτικής Σκέψεως (Αθήνα: Παπαζήσης, 1969)’ Peter P. Nicholson, «Protagoras and the Justifi­cation of Athenian Democracy», Polis 3/2 (1980-81)’ Michael Nill, Morality and Self-Interest in Protagoras, Antiphon and Democritus (Leiden: E. J. Brill, 1985)’ και Michael C. Stokes, Platos’s Socratic Conversations, Drama and Dialectic in Three Dialogues (London: The Athlone Press, 1986)’ Karl Popper, The Open Society and Its Enemies (Princeton: Princeton University Press, 1950)’ George Grote, A History of Greece, τόμος 12 (London: Dent, 1942).
  7. Rosen, όπ. παρ., σ. 82. Πρβλ. Farrrar, The Origins of De­mocratic Thinking, σ. 92 και Οι Αρχές της Δημοκρατικής Σκέψης, σ. 138.
  8. Rosen, όπ. παρ., σ. 83. Πρβλ. Farrar, όπ. παρ., σ. 91 και 137 αντίστοιχα.
  9. Rosen, όπ. παρ., σσ. 83-84.
  10. Όπ. παρ., σσ. 84-85.
  11. Όπ. παρ., σ. 86. Πρβλ. Ε. Μ. Wood and Neal Wood, όπ. παρ., σ. ix.
  12. Rosen, όπ. παρ., σ. 88. Πρβλ. Kegan, The Great Dialogue,
σ. x.
  1. Rosen, όπ. παρ., σσ. 86, 89.
  2. Όπ. παρ., σ. 88.
  3. Όπ. παρ., σ. 92.
  4. Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1280b 5-12. Βλ. και Guthrie, The Sophists, σ. 139, και Οι Σοφιστές, σ. 177.
  5. Kerferd, Η Σοφιστική Κίνηση, σσ. 227-30.
  6. Βλ. την ανάλυση του Guthrie, The Sophists, σσ. 63 κ.ε., και Οι Σοφιστές, σσ. 90 κ. ε.
  7. Guthrie, The Sophists, σ. 10, και Οι Σοφιστές, σσ. 23-24. Βλ. και τις απόπειρες ορισμού της έννοιας του σοφιστή από τον Πλάτωνα, Σοφιστής 222b κ. ε., και 231c-e. Βλ. και Μπαγιόνας, Ι­στορία της αρχαίας ελληνικής ηθικής, σ. 73.
  8. Μπαγιόνας, όπ. παρ., σσ. 73-74.
  9. Κ. Τσάτσος, Η κοινωνική Φιλοσοφία των Αρχαίων Ελλή­νων (Αθήνα: Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1970), σ. 56.
  10. Μπαγιόνας, όπ. παρ., σσ. 74-75. Βλ. G. W. F. Hegel, Vor- lesungen iiber die Geschicte der Philosophic, στο Werke 18 (Frank­furt am Main: Shurkamp Verlag, 1971), σσ. 406 κ. ε. και Hegel’s Lectures on the History of Philosophy, translated by E. S. Haldane (London: Routledge and Kegan Paul, 1968 [1892]), Volume one, σσ. 352 κ. ε.
  11. Karl Popper, The Open Society and Its Enemies (London: Routledge and Kegan Paul, 1966), σ. 57 j Η Ανοικτή Κοινωνία και οι Εχθροί της (Αθήνα: Δωδώνη, 1980), σσ. 113-14.
  12. Popper, The Open Society, σ. 185, και Η Ανοικτή Κοινω­νία, σσ. 297-98.
  13. Όπ. παρ., σσ. 183,186-7, 189, και σσ. 296, 299-300, 304 α­ντίστοιχα. Ο Popper παραθέτει εκτεταμένο απόσπασμα από τον Ε­πιτάφιο Λόγο του Περικλή, θεωρώντας ότι στο λόγο αυτόν αποτυ- πώνεται το πνεύμα της ανοικτής κοινωνίας.
  14. Guthrie, The Sophists, σ. 10, και Οι Σοφιστές, σ. 24. Μπα­γιόνας, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Ηθικής, σ. 75.
  15. Kerferd, Η Σοφιστική Κίνηση, σσ. 265-69.
  16. Βλ. X. Κοριζής, Αι πολιτικοί Θεωρίαι των Σοφιστών (Α­θήνα, 1972), ιδιαίτερα σ. 32. Η μελέτη του Μπρακατσούλα για τους σοφιστές εκδόθηκε αρχικά με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ο Διαφωτισμός στην Αρχαία Ελλάδα»: Βασίλειος Κ. Μπρακατσούλας, Σοφιστές, η δική μας Αλήθεια, Β΄ έκδοση, (Αθήνα, 1996).