Σάββατο 24 Ιουνίου 2017

Kierkergaard: Διαλεκτική του ατόμου

Sören Kierkegaard: 1813-1855

Προς μια υπαρξιακή διαλεκτική της υποκειμενικότητας

Ο Κίρκεγκαρντ, γεννημένος στην Κοπεγχάγη και με φιλοσοφικές σπουδές στην ιδιαίτερη πατρίδα του και στο Βερολίνο, όπου μεσουρανούσε η εγελιανή φιλοσοφία, αναδύεται στη φιλοσοφική σκηνή του 19ου αιώνα ως ο στοχαστής της μοναδικότητας του ατόμου. Βάση κάθε δυνατής σκέψης είναι η ατομική ύπαρξη και όχι το συστημικό όλο, είτε το τελευταίο εκφράζεται με ολιστικά συστήματα φιλοσοφικής σκέψης είτε με ολιστικές ιδέες περί κράτους. Λογίζεται ως ο πρώτος φιλόσοφος της νεωτερικότητας, που στράφηκε με δριμύτητα ενάντια στην παραγωγή φιλοσοφικών συστημάτων και μπόρεσε να αντιταχθεί στην αυθεντία των αντίστοιχων εννοιών τους. Γι’ αυτό και ο Χάιντεγκερ, ως κατ’ εξοχήν αντισυστημικός στοχαστής, εγκύπτει με κάθε ευλάβεια σκέψης στο έργο του. Ο Δανός φιλόσοφος κλονίζει συθέμελα το αδιαμφισβήτητο κύρος και την αποτελεσματικότητα του εννοιολόγιου της κυρίαρχης τότε συστηματικής σκέψης. Με πόνο ψυχής διαγιγνώσκει πως το αίνιγμα της ατομικής ύπαρξης δεν λύνεται με την υπερύψωση πάνω από το άτομο ενός ανώφελου για το ίδιο και άκαμπτου συστήματος εννοιών. Έτσι, στην αφηρημένη σκέψη, για παράδειγμα, αντιπαραθέτει το συγκεκριμένο ατομικό βίωμα και μια αντιστοίχως ενεργό σκέψη, στην καθολική τάξη πραγμάτων τις ενύπαρκτες–εμμενείς αντιθέσεις της ύπαρξης, που δεν γνωρίζουν συνδιαλλαγή, στην αντικειμενικότητα την υποκειμενικότητα κ.λπ.

Η μόνη απτή και χειροπιαστή αλήθεια της ανθρώπινης ύπαρξης, μας λέει, είναι η υποκειμενικότητα. Η λύση, κατά συνέπεια, του προαναφερθέντος αινίγματος συνάπτεται με την ελεύθερη επιλογή του ατόμου. Μια τέτοια επιλογή, για να είναι αληθινά ατομική, πρέπει να μην υπόκειται σε παγιωμένα, καθιερωμένα, αντικειμενικά παραδεκτά κριτήρια, αλλά να είναι ένα άλμα πίστης προς το άγνωστο. Επομένως δεν μπορεί να υποδεικνύεται η μια ή η άλλη επιλογή στο άτομο, καθώς αυτό-εδώ είναι το υπέρτατο κριτήριο ερμηνείας, λόγου, βίωσης, σκέψης. Όπως γράφει στο Ημερολόγιο ενός διαφθορέα, το άτομο συγκροτεί εκείνη την κατηγορία, μέσα από την οποία πρέπει να διέρχεται ο χρόνος, η ιστορία και η ανθρωπότητα. Γενικώς ειπείν, η συνολική προβληματική του Κίρκεγκαρντ γύρω από την ατομικότητα-υποκειμενικότητα εντάσσεται μέσα σε μια μετα-εγελιανή ανάπτυξη κριτικού λόγου και αντί-λογου υπέρ της άμεσης, βιωματικής, ζωντανής πράξης. Μέσα σε αυτό το ρεύμα ανήκει και η κριτική σκέψη των αριστερών νεοεγελιανών, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο νεαρός Μαρξ.

Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, οι αντι-εγελιανές ομοβροντίες του Δανού φιλοσόφου δεν τον εμπόδισαν να αντιπαρατεθεί διαλεκτικά με την καθολικότητα του ιστορικού κόσμου. Υποστηρίζει λοιπόν πως ένας τέτοιος κόσμος δεν μπορεί να εξηγείται ή να κατανοείται ως ένα παίγνιο αντίπαλων ή αντιθετικών γενικών δυνάμεων, αλλά πρωτίστως να βιώνεται από την κάθε ζωντανή υποκειμενικότητα ως προσωπική μοίρα. Ό,τι συμβαίνει στην ιστορία και ως ιστορία πρέπει να εσωτερικεύεται εν είδει υποκειμενικού πάθους και να μην παρουσιάζεται από τη φιλοσοφία ως ένα θέαμα, μεγαλοπρεπές μεν και επιβλητικό για το άτομο, αλλά απόμακρο και αδιάφορο για τη συνείδησή του. Το κάθε άτομο γίνεται αυτοσυνείδητο Εγώ, όταν βιώνει ως προσωπική διαδρομή την ιστορία του κόσμου, που το περιχαρακώνει, το πειθαναγκάζει, το απειλεί. Τότε συμβαίνει να μετουσιώνει την ιστορία ως έναν ατομικό Γολγοθά εντάσεων, επαληθεύσεων, διαψεύσεων, ανατροπών. Όσο λοιπόν η αυτοσυνειδησία συγκροτείται για τον εαυτό της ως το πάθος της ιστορίας, τόσο αναζητεί μέσα της εκείνον τον ιδιάζοντα στο δικό της Εγώ απόκρυφο, άφατο λόγο, που παραμένει απρόσιτος και γι’ αυτό ανέγγιχτος από κάθε αρμονική ή και ισοπεδωτική γενικότητα.

Τι είναι η Βυζαντινή Φιλοσοφία;

Η κινηματική Φύση της Βυζαντινής Σκέψης

Υπό τον όρο Βυζαντινή Φιλοσοφία συνήθως καταλαβαίνει κανείς εκείνον τον φιλοσοφικής υφής στοχασμό που αναπτύχθηκε στο Βυζάντιο ως θεραπαινίδα της θεολογίας. Και τούτο μέσα σε ένα γενικότερο πνεύμα που θεωρεί τη μεσαιωνική σκέψη της Δύσης ως μια τέτοια θεραπαινίδα της θεολογίας. Είναι αλήθεια πως η εν λόγω φιλοσοφία, όπως και η συνολική μεσαιωνική φιλοσοφία, δεν στάθηκε στο ιστορικό προσκήνιο ερήμην της θεολογικής σκέψης, που αυτούς τους χρόνους έπαιζε έναν κυρίαρχο ρόλο: απηχούσε το πνεύμα της εποχής. Ωστόσο, ο όρος Βυζαντινή Φιλοσοφία παραπέμπει σε κάτι πιο φιλοσοφικό, με σχετική αυτονομία από τη θεολογία, και θεμελιωδώς σημαντικό ή αναγκαίο για την περαιτέρω ιστορική ανάπτυξη του φιλοσοφικού στοχασμού. Κατ’ αρχήν, ιστορικά ιδωμένη, η θεωρητική φιλοσοφική δημιουργία στο Βυζάντιο μπορεί να χαρακτηριστεί ως η μεσαιωνική περίοδος της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας. Πρόκειται, στ’ αλήθεια, για εκείνη την περίοδο, όπου βρίσκονται σε παράλληλη ή και ορισμένως σε αλληλονοηματοδοτούμενη ανάπτυξη η ύστατη φάση της Αρχαίας φιλοσοφίας και η Πατερική θεολογία. 

Όπως κι αν έχει το πράγμα, η Βυζαντινή φιλοσοφία καλλιεργεί έναν στοχασμό κριτικής-Λογικής αυτοσυνείδησης σε σχέση πάντοτε με την ιστορικά-Λογικά πραγματωμένη ως τότε αρχαία φιλοσοφική σκέψη. Βέβαια, η θεματική αυτού του στοχασμού κινείται σε μια περιοχή, σχετιζόμενη με τη Θεολογία: θέματα, ας πούμε, είναι ο θεός στις πολλαπλές του ερωτηματικές-σημασιακές σχέσεις, όπως το ερώτημα για την προσωπική του ύπαρξη, για το κατά πόσο είναι η ύψιστη αρχή της ύπαρξης και της ουσίας, για την περατότητα και την απειρότητα κ.α. Η αυθεντικότητα όμως και η πρωτοτυπία του εν λόγω φιλοσοφικού στοχασμού έναντι της Θεολογίας έγκειται κυρίως στην επιστημονική του εκδίπλωση: ακολούθησε τη δική του Λογική, γνωσιοθεωρητική μέθοδο ή μεθόδευση (Verfahren), την οποία η Θεολογία δεν διέθετε με κανένα τρόπο και σε κανένα σημείο. Μέσα από μια τέτοια μεθοδολογική πορεία αναδύθηκαν θεμελιώδη πνευματικά στοιχεία ή φαινόμενα της οντο-λογικής αγωνίας του ανθρώπου, όπως ο ανθρωπισμός, ο δια-φωτισμός κ.λπ., τα οποία συνιστούσαν σπέρματα ή στοιχειακές ενοράσεις για ό,τι έμελλε να μας προσφέρει το μετέπειτα συμπαντικό πνευματικό κίνημα της Δύσης.

Οι διάφοροι Λόγιοι, που εντάσσονται στη χορεία των Βυζαντινών φιλοσόφων, πέραν των φιλοσοφικών εγχειριδίων, έχουν αφήσει σημαντικό ερμηνευτικό, σχολιαστικό έργο επί κειμένων της κλασσικής φιλοσοφίας των Ελλήνων, όπως του Πλάτωνα ή του Αριστοτέλη. Αυτή η συμβολή είναι μοναδική στο είδος της –και τότε αλλά και διαχρονικά– γιατί η αληθινή φιλοσοφία διέρχεται πρωτίστως μέσα από τη βαθιά και συγκεκριμένη κατανόηση των φιλοσοφικών πηγών της ανθρώπινης σκέψης και όχι από ένα παραφραστικό πλησίασμά τους. Το τελευταίο συμβαίνει, σχεδόν κατά κόρον, στη σημερινή νεοελληνική πραγματικότητα: εντός κυρίως των «μορφωτικών» μας ιδρυμάτων, αλλά και ορισμένως εκτός, συμβαίνει ο καθηγητεύων να μην γνωρίζει ούτε τι χρώμα έχει το εξώφυλλο από το ένα ή το άλλο έργο ενός αρχαίου φιλοσόφου ή ενός Χέγκελ, Νίτσε, Χάιντεγκερ, Μαρξ κ.λπ. και όμως να αποφαίνεται με «μεγάλη κατάνυξη» για την πεμπτουσία της σκέψης τους. Να γιατί η πιο πάνω συμβολή των φιλοσόφων–στοχαστών του Βυζαντίου αποτέλεσε μια σαφώς οριοθετημένη περιοχή, μια εύκρατη ζώνη, εντός της οποίας κατόρθωσε να αναπτυχθεί η μεσαιωνική φάση της δυτικής σκέψης.

Χωρίς τον πολυσχιδή φιλοσοφικό μόχθο του Βυζαντίου δεν θα γινόταν δεόντως αισθητός σήμερα ο ζωτικός πλούτος των φιλοσοφικών κειμένων της αρχαίας φιλοσοφίας. Η φυσική συνέχεια του αρχαίου Ελληνικού στοχασμού –συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής γλώσσας ως έκφρασης και σκέψης– συνέβη στο Βυζάντιο και όχι στη Λατινική Δύση. Ακόμη και το κλείσιμο της Πλατωνικής Ακαδημίας στην Αθήνα το 529 από τον Ιουστινιανό δεν μπόρεσε να ανακόψει την κινηματική πορεία της ελληνικής σκέψης και ενός αντίστοιχου Λόγου. Αυτός ακριβώς ο κινηματικός χαρακτήρας του Λόγου επέτρεψε στον Χριστιανισμό να αναζητήσει μέσα στον συγκεκριμένο Λόγο και δι’ αυτού τη δική του αυτογνωσία και αυτοσυνειδησία. Αυτός ο βυζαντινός Χριστιανισμός αποτέλεσε την αφετηρία, κυριολεκτικά το γλυκοχάραμα, για τον δυτικό Χριστιανισμό και τις περαιτέρω μετεξελίξεις του. Το εννοιολογικό οπλοστάσιο του Χριστιανισμού, όπως π.χ. άγιο Πνεύμα, θεία ουσία ή υπόσταση κ.λπ., ανάγει τις ρίζες του ή τις θεωρητικές του επανερμηνείες, σε γενικές γραμμές, στον παραπάνω φιλοσοφικό στοχασμό ή μέσω αυτού του Βυζαντινού στοχασμού στον αρχαίο ελληνικό στοχασμό. Θα μπορούσε λοιπόν κανείς να συνοψίσει πως η Βυζαντινή Φιλοσοφία νομιμοποιεί την παρουσία της μέσα στην Ιστορία της Φιλοσοφίας ως εκείνη τη μορφή της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας, που ανταποκρινόταν στο πνεύμα της εποχής, όπως ετούτη η εποχή εκφράστηκε πολιτικά–κρατικά με το μόρφωμα της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Προσωκρατικoί: τι είναι θεός;

Θεός και άνθρωπος: Όλα κυοφορούνται στον Λόγο

Αποτελεί κοινό τόπο πως η προσωκρατική σκέψη των Ελλήνων –αλλά όχι λιγότερο και η κλασική– συνδέεται ενεργά με έναν πνευματικό πολιτισμό, όπου τα «πάντα είναι γεμάτα θεούς» (Αριστοτέλης, περί ψυχής 1.5 411a8). Τι κατανοεί κανείς με τη φράση αυτή του Αριστοτέλη; Πώς ό,τι φιλοσοφικό-στοχαστικό έμελλε να αναπτυχθεί κατά την περίοδο του προσωκρατικού φιλοσοφείν, βασικά αναδύθηκε μέσα από έναν ευρύ ορίζοντα θεμάτων, που συνήθως προσδιοριζόταν ή διαμορφωνόταν σε σκέψη ως θεϊκός. Τούτο υποδηλώνει πως οι πρώιμοι φιλόσοφοι-στοχαστές, χωρίς να βυθίζονται μέσα σε θεολογικό-μυθολογικές εμμονές της παράδοσης, στοχάζονταν πάνω στην αντίληψη ή την ιδέα του θείου. Γι’ αυτό βλέπουμε πως οι θεμελιώδεις λέξεις, έννοιες ή όροι, όπως άπειρο, αέρας, φωτιά κ.λπ., απηχούσαν –λιγότερο ή περισσότερο– την εν λόγω αντίληψη. Τούτο βέβαια δεν σημαίνει επ’ ουδενί πως οι Προσωκρατικοί αναλώθηκαν, έστω και για λίγο, σε αλυσιτελείς θεωρίες γύρω από την ύπαρξη –και από τις αποδείξεις για την ύπαρξη– κάποιου θεϊκού όντος. Απεναντίας επιδόθηκαν στην εξήγηση της φυσικής τάξης και στη σύλληψη της πρώτης φυσικής αρχής: μια τέτοια αρχή δεν γινόταν αντικείμενο στοχασμού, επειδή μετέφραζε ή κατονόμαζε σε επίπεδο κοσμικής τάξης κάποια εξωκοσμική οντότητα και άρα λογιζόταν θεϊκή, αλλά επειδή ήταν θεϊκή, με το νόημα της αρχέγονης αρχής του συμπαντικού κόσμου.

Μια πρώτη διερεύνηση του ένθεου χαρακτήρα του λόγου των Προσωκρατικών μας λέει τα εξής: α) ο συγκεκριμένος λόγος εκκινούσε από τον εσωτερικό του ζήλο για φιλοσοφική-στοχαστική αναζήτηση και όχι από κάποια δεισιδαιμονική πίεση για θεολογική πρόσληψη, ήτοι επεξήγηση, του υπάρχοντος. β) Η λεκτική εκφορά αυτής της αναζήτησης στηριζόταν σε μια τόσο ακριβή και ευλαβική χρήση λέξεων, φράσεων και εννοιών, ώστε να μην αφήνει περιθώρια για παραγωγή ενός στείρου και θρηνώδους, ασεβούς και ανίερου λόγου ή για παρανόηση του παραχθέντος φιλοσοφικού λόγου ως ενός βέβηλου, ανοίκειου και χωρίς ήθος λέγειν: «ήθος ανθρώπω δαίμων» αποφαίνεται ρητά ο Ηράκλειτος. Πώς θα μπορούσε να αποσιωπάται το ήθος του λόγου, όταν αυτή τούτη η κοσμολογική σκέψη αποτελούσε μια καθαγιασμένη πηγή έμπνευσης, ευσέβειας και ιερότητας για τους συγκεκριμένους στοχαστές. Λόγω ακριβώς της καθαγιασμένης τούτης πηγής, οι ορθολογικές τους αξιώσεις διακρίνονταν για συνέπεια, περιεκτικότητα, ευρυθμία και συνοχή: συνάρμοζαν το διαλογιστικό, το οραματικό, το «σοφό» με μια διάθεση απόλυτης εσωτερικής γαλήνης. Το ήθος του λόγου συνεπώς δεν είχε να κάνει με κάτι το ηθογραφικό ή με κάποιον ηθικολογικό σκεπτικισμό, αλλά κατ’ εξοχήν με την αποκάλυψη και καθίδρυση εντός του κοσμικού Είναι του «θείου και αληθινού» (Λουκρήτιος).

Ποτέ και κανείς από τους Προσωκρατικούς δεν επιχείρησε να διακηρύξει θέσεις και θεωρίες, που είχαν καθοριστεί εκ των προτέρων εν αναφορά προς κάποια θεϊκά όντα. Απεναντίας, η τροπή του Λόγου τους, με όλες τις χαρακτηριστικές διαφοροποιήσεις κατά φιλόσοφο, υπαγορευόταν εν πολλοίς από τη νοο-τροπία, το πνεύμα, αλλά και τις ανάγκες της εποχής. Έτσι παρατηρούμε, για παράδειγμα, τον Ξενοφάνη να αναπτύσσει διαλογισμούς πάνω στη φύση και το θείο, με έναν λόγο περισσότερο εμπειρικό, διαφωτιστικό και διαγνωστικό και λιγότερο στοχαστικό-αποφθεγματικό, όπως π.χ ο Ηράκλειτος. Εν τούτοις, με ορίζοντα την εμπειρική κατάφαση του ήθους, που προσβλέπει στην αυθεντική έννοια του θείου, πέρα από τις πλάνες του ανθρωπομορφισμού, καυτηριάζει την ευτράπελη ηθικολογία, η οποία με τη σειρά της παράγει τη διαφθορά, την ασέβεια και εν τέλει την κοινωνικο-πολιτική ακολασία. Με τη δύναμη ακριβώς της «ημέτερης σοφίας», που διέπει τον ως άνω ορίζοντα, ασκεί δριμεία κριτική στην ανίερη πρακτική της πόλης/πολιτείας: να απονέμει δημόσιες τιμές στους ολυμπιονίκες –που δεν τις αξίζουν γιατί δεν προσφέρουν τίποτε το πνευματικό και ωφέλιμο στο σύνολο– και να περιφρονεί την «ημέτερη σοφία». Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά: «η ημέτερη σοφία είναι ανώτερη από τη δύναμη ανδρών και αλόγων» (απ. Β2). Ίδιο και απαράλλαχτο βέβηλο συμβαίνει και στην παρούσα κοινωνικο-πολιτική πραγματικότητα· γι’ αυτό και έχει σαπίσει από την αχαλίνωτη διαφθορά: τα άλογα και τα ανδράποδα του κάθε είδους καθεστωτισμού –αθλητικού, πολιτικού, διανοητικού, κομματικού, συντεχνιακού κ.λπ.– αυτο-επιβραβεύονται ασύστολα· ουσιαστικά δηλαδή επιβραβεύουν τον όλεθρο, που συνεπάγεται η πρακτική τους και η λεκτική τους ασυναρτησία. 

Προχωρώντας πέρα από τη συμβατική αντίληψη του Ξενοφάνη για το αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ θεού και ανθρώπου και για το χαρακτηριστικό της θείας φύσης να είναι σταθερή και αμετάβλητη, χωρίς γένεση και φθορά, ο Ηράκλειτος συλλαμβάνει το θείο να είναι εντός του κύκλου της συμπαντικής κίνησης και μεταβολής:

«ο θεός είναι μέρα και νύχτα, χειμώνας και καλοκαίρι, πόλεμος και ειρήνη, κορεσμός και πείνα, και παραλλάζει, όπως εκείνο που, όταν σμίξει με μυρωδικά, ονομάζεται με βάση την απόλαυση που προσφέρει το καθένα» (Β 67).

Ο θεός και το θείο τώρα τελεί μέσα στο γίγνεσθαι· ένα γίγνεσθαι, που έχει για ρυθμό του ένα πιο βαθύ και αφανές μέτρο. Αυτό το μέτρο είναι πανταχού παρόν και απαράλλαχτο μέσα στην πολύμορφη κίνηση των πραγμάτων, τα οποία βρίσκουν την πλήρωσή τους με και στον θάνατο. Ενώ λοιπόν για τον Ξενοφάνη ο θεός είναι μια αναλλοίωτη και ανώτερη αλήθεια, την οποία οι θνητοί με τις γνώμες τους δεν μπορούν να φτάσουν, παρά μόνο την παραμορφώνουν κατά το δικό τους μέτρο, για τον Ηράκλειτο δεν υπάρχει καμιά μονοσήμαντη και υψηλά ιστάμενη αλήθεια. Ο κόσμος είναι ένας περιδινούμενος κύκλος, που τον διέπει το αείζωον πυρ:

«Αυτόν εδώ τον κόσμο, τον ίδιο για όλους, δεν τον δημιούργησε ούτε κάποιος από τους θεούς ούτε από τους ανθρώπους, αλλά ήταν πάντα και είναι και θα είναι αιώνια ζωντανή φωτιά, ανάβοντας σύμφωνα με μέτρα και σβήνοντας σύμφωνα με μέτρα» (Β 30).

Βέβαια και ο Ηράκλειτος δεν εξισώνει το θείο με το ανθρώπινο και δεν το υποτάσσει, εκφυλίζοντάς το, στις ορέξεις ή στις παραμορφωτικές εικόνες της ανθρώπινης γνώμης. Δεν συνδέει ούτε αυτός τους θεούς με εξαπατήσεις και κακότροπες διαμάχες. Σύμφωνα με τον φιλόσοφο:

«Για τον θεό όλα είναι ωραία και αγαθά και δίκαια, ενώ οι άνθρωποι άλλα τα θεωρούν άδικα και άλλα δίκαια» (Β 102).

Το θείο, σε κάθε περίπτωση, καθιδρύεται μέσα στο πεπερασμένο Όλο, όντας σε αρμονία πάντοτε με την κυκλική κίνηση του γίγνεσθαι, που εκτυλίσσεται με βάση τον κοινό, καθολικό, συμπαντικό Λόγο και δεν έχει καμιά σχέση με την ιδιωτική φρόνηση των θνητών. Ο Λόγος αυτός είναι το «αείζωον πυρ», το μέτρο, που υπαγορεύει εν συνόλω τις αναλογίες του κόσμου και της φύσης. Και ενώ υπάρχει πάντοτε, οι κοινοί θνητοί, όπως μας λέει ο φιλόσοφος στο απ. 1, δεν τον κατανοούν ούτε προτού τον ακούσουν ούτε όταν τον ακούσουν. Δεν γνωρίζουν τι κάνουν και δεν ξέρουν τι θέλουν, γιατί πνίγονται μέσα στις δοξασίες.

Ι. Υπό ένα γενικό πνεύμα, η έννοια του θεού και του θείου, στους προσωκρατικούς, διερευνάται στη συνύφανσή της με τη συνολική τους προσπάθεια για ορθολογική εξήγηση του κόσμου. Υπό ένα πιο ειδικό πνεύμα, αναζητούνται εκείνα τα θεολογικά στοιχεία που συνδέονται με την ανθρώπινη ύπαρξη εντός του κόσμου και ορισμένως αποτελούν βασικές πτυχές της εν λόγω ορθολογικής εξήγησης. Σε επίπεδο έτσι καθολικής αρχής, ο θεός, το θείο στοιχείο, συλλαμβάνεται οντολογικά, ως το αθάνατο, αιώνιο στοιχείο, που υπάρχει, ως ζώσα ουσία, με τη μορφή της αντίθεσης προς την έννοια του θνητού, του φθαρτού στοιχείου. Αυτό απαντά θεμελιωδώς στους πρώτους Ίωνες φιλοσόφους, με τις δέουσες στον καθένα παραλλαγές, αλλά και στον Ηράκλειτο. Σε σχέση με τους πρώτους και την εν λόγω αντίθεση αναφέρει ο Αριστοτέλης:

«Καθετί ή είναι το ίδιο αρχή ή προέρχεται από μια αρχή· το άπειρο όμως δεν έχει αρχή, γιατί τότε αυτή θα ήταν το πέρας του. Επιπλέον, αυτό είναι αγέννητο και άφθαρτο, καθώς είναι αρχή· γιατί ό,τι έχει γεννηθεί κατ’ αναγκαιότητα θα φτάσει σε ένα τέλος· και κάθε φθορά έχει κι αυτή ένα τέλος. Αυτός είναι και ο λόγος, για τον οποίο, καταπώς λέμε, δεν υπάρχει αρχή του απείρου, αλλά το ίδιο θεωρείται πως είναι η αρχή των άλλων πραγμάτων και πως περιέχει τα πάντα και τα πάντα κυβερνά … Αυτό είναι το θείο· διότι είναι αθάνατο και ανώλεθρο, όπως λέει ο Αναξίμανδρος και οι περισσότεροι από τους φυσιολόγους» (Αριστοτέλης Φυσικά 203b6-13). 

Αυτή η αντίθεση, στο πλαίσιο της μονιστικής τους αντίληψης, αντιστοιχεί σε εκείνη του Είναι και του γίγνεσθαι και έχει εν πολλοίς διαλεκτικό χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι το ένα δεν αποκλείει το άλλο παρά το ένα και το άλλο αποτελούν όψεις/πτυχές ενός και του αυτού οργανικού όλου. Εξαίρεση, υπό όρους, ως προς τούτο αποτελεί ο Παρμενίδης και γενικότερα η ελεατική σχολή.

ΙΙ. Η περιοχή του θείου τώρα δεν κατακλύζεται, ως επί το πλείστον, από μυθολογικές παραστάσεις και αντίστοιχες αναπαραστάσεις, αλλά αντλεί το νόημα ύπαρξής της από το παίγνιο του κόσμου, εντός του οποίου βέβαια λόγος και μύθος έχουν το δικό τους ρόλο καθένας: ο πρώτος γίνεται καθοδηγητική δύναμη, ενώ ο δεύτερος χαρίζει στον πρώτο ευελιξία, ευκαμψία, φωτεινότητα, παραστατικότητα, διαφάνεια, κινητικότητα. Π.χ. ο λόγος του Παρμενίδη, χωρίς την αντίστοιχη μυθοπλασία, θα έχανε τη στοχαστική γονιμότητα των αξεπέραστων οντολογικών του ιδεών. Το θείο είναι πια αναγνωρίσιμο στις αρχές συγκρότησης και οργάνωσης του συμπαντικού όλου και σχεδόν ταυτόσημο με αυτές, είτε πρόκειται για υλικά στοιχεία ‒ π.χ. νερό, αέρας, φωτιά κ.λπ.‒ είτε για μια ή περισσότερες μη-ορατές δυνάμεις, όπως άπειρο, νους κ.λπ. Η έννοια του θεού, κατ’ αυτό τον τρόπο, δεν συνιστά μια διαφορετική ή εξωτερικά αντίθετη προς τον κόσμο ουσία, αλλά καθαρά ενδοκοσμική, η οποία ως το αθάνατο, άφθιτο, αέναο στοιχείο έναντι του θνητού, του φθαρτού, του εφήμερου στοιχείου αποτελεί την ενοποιητική αρχή της πολλαπλότητας του κόσμου.

Παρασκευή 23 Ιουνίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Κατὰ Μειδίου (151-159)

[151] Τοσούτων τοίνυν καὶ τοιούτων ὄντων ἃ τῷ βδελυρῷ τούτῳ καὶ ἀναιδεῖ βεβίωται, ἔνιοί μοι προσιόντες, ὦ ἄνδρες δικασταί, τῶν χρωμένων αὐτῷ, παραινοῦντες ἀπαλλαγῆναι καὶ καθυφεῖναι τὸν ἀγῶνα τουτονί, ἐπειδή με μὴ πείθοιεν, ὡς μὲν οὐ πολλὰ καὶ δεινὰ πεποίηκεν οὗτος καὶ δίκην ἡντινοῦν ἂν δοίη δικαίως τῶν πεπραγμένων, οὐκ ἐτόλμων λέγειν, ἐπὶ ταῦτα δ᾽ ἀπήντων ὡς «ἑάλωκεν ἤδη καὶ κατεψήφισται· τίνος τιμήσειν αὐτῷ προσδοκᾷς τὸ δικαστήριον; οὐχ ὁρᾷς ὅτι πλουτεῖ καὶ τριηραρχίας ἐρεῖ καὶ λῃτουργίας; σκόπει δὴ μὴ τούτοις αὑτὸν ἐξαιτήσηται, καὶ ἐλάττω πολὺ τῇ πόλει καταθεὶς ἢ ὅσα σοι δίδωσι καταγελάσῃ».

[152] ἐγὼ δὲ πρῶτον μὲν οὐδὲν ἀγεννὲς ὑμῶν καταγιγνώσκω, οὐδ᾽ ὑπολαμβάνω τιμήσειν οὐδὲν ἐλάττονος τούτῳ ἢ ὅσον καταθεὶς οὗτος παύσεται τῆς ὕβρεως· τοῦτο δ᾽ ἐστὶ μάλιστα μὲν θάνατος, εἰ δὲ μή, πάντα τὰ ὄντ᾽ ἀφελέσθαι. ἔπειθ᾽ ὑπὲρ τῶν τούτου λῃτουργιῶν καὶ τῶν τριηραρχιῶν καὶ τῶν τοιούτων λόγων ὡδὶ γιγνώσκω.

[153] εἰ μέν ἐστιν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τὸ λῃτουργεῖν τοῦτο, τὸ ἐν ὑμῖν λέγειν ἐν ἁπάσαις ταῖς ἐκκλησίαις καὶ πανταχοῦ «ἡμεῖς οἱ λῃτουργοῦντες, ἡμεῖς οἱ προεισφέροντες ὑμῖν, ἡμεῖς οἱ πλούσιοί ἐσμεν», εἰ τὸ τὰ τοιαῦτα λέγειν, τοῦτ᾽ ἔστιν λῃτουργεῖν, ὁμολογῶ Μειδίαν ἁπάντων τῶν ἐν τῇ πόλει λαμπρότατον γεγενῆσθαι· ἀποκναίει γὰρ ἀηδίᾳ δήπου καὶ ἀναισθησίᾳ καθ᾽ ἑκάστην τὴν ἐκκλησίαν ταῦτα λέγων.

[154] εἰ μέντοι τί ποτ᾽ ἐστὶν ἃ λῃτουργεῖ τῇ ἀληθείᾳ δεῖ σκοπεῖν, ἐγὼ πρὸς ὑμᾶς ἐρῶ· καὶ θεάσασθ᾽ ὡς δικαίως αὐτὸν ἐξετάσω, πρὸς ἐμαυτὸν κρίνων. οὗτος, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, γεγονὼς ἔτη περὶ πεντήκοντ᾽ ἴσως ἢ μικρὸν ἔλαττον οὐδὲν ἐμοῦ πλείους λῃτουργίας ὑμῖν λελῃτούργηκεν, ὃς δύο καὶ τριάκοντ᾽ ἔτη γέγονα. κἀγὼ μὲν κατ᾽ ἐκείνους τοὺς χρόνους ἐτριηράρχουν, εὐθὺς ἐκ παίδων ἐξελθών, ὅτε σύνδυ᾽ ἦμεν οἱ τριήραρχοι καὶ τἀναλώματα πάντ᾽ ἐκ τῶν ἰδίων [οἴκων] καὶ τὰς ναῦς ἐπληρούμεθ᾽ αὐτοί·

[155] οὗτος δέ, ὅτε μὲν κατὰ ταύτην τὴν ἡλικίαν ἦν ἣν ἐγὼ νῦν, οὐδέπω λῃτουργεῖν ἤρχετο, τηνικαῦτα δὲ τοῦ πράγματος ἧπται, ὅτε πρῶτον μὲν διακοσίους καὶ χιλίους πεποιήκατε συντελεῖς ὑμεῖς, παρ᾽ ὧν εἰσπραττόμενοι τάλαντον ταλάντου μισθοῦσι τὰς τριηραρχίας οὗτοι, εἶτα πληρώμαθ᾽ ἡ πόλις παρέχει καὶ σκεύη δίδωσιν, ὥστ᾽ αὐτῶν ἐνίοις τῇ ἀληθείᾳ τὸ μηδὲν ἀναλῶσαι καὶ δοκεῖν λελῃτουργηκέναι καὶ τῶν ἄλλων λῃτουργιῶν ἀτελεῖς γεγενῆσθαι περίεστιν.

[156] ἀλλὰ μὴν τί ἄλλο; τραγῳδοῖς κεχορήγηκέ ποθ᾽ οὗτος, ἐγὼ δ᾽ αὐληταῖς ἀνδράσιν. καὶ ὅτι τοῦτο τἀνάλωμ᾽ ἐκείνης τῆς δαπάνης πλέον ἐστὶ πολλῷ, οὐδεὶς ἀγνοεῖ δήπου. κἀγὼ μὲν ἐθελοντὴς νῦν, οὗτος δὲ καταστὰς ἐξ ἀντιδόσεως τότε, οὗ χάριν οὐδεμίαν δήπου δικαίως ἄν τις ἔχοι. τί ἔτι; εἱστίακα τὴν φυλὴν ἐγὼ καὶ Παναθηναίοις κεχορήγηκα, οὗτος δ᾽ οὐδέτερα.

[157] ἡγεμὼν συμμορίας ὑμῖν ἐγενόμην ἐγὼ ἔτη δέκα, ἴσον Φορμίωνι καὶ Λυσιθείδῃ καὶ Καλλαίσχρῳ καὶ τοῖς πλουσιωτάτοις, εἰσφέρων οὐκ ἀφ᾽ ὑπαρχούσης οὐσίας (ὑπὸ γὰρ τῶν ἐπιτρόπων ἀπεστερήμην), ἀλλ᾽ ἀπὸ τῆς δόξης ὧν ὁ πατήρ μοι κατέλιπεν καὶ ὧν δίκαιον ἦν με δοκιμασθέντα κομίσασθαι. ἐγὼ μὲν οὖν οὕτως ὑμῖν προσενήνεγμαι, Μειδίας δὲ πῶς; οὐδέπω καὶ τήμερον συμμορίας ἡγεμὼν γέγονεν, οὐδὲν τῶν πατρῴων ἀποστερηθεὶς ὑπ᾽ οὐδενός, ἀλλὰ παρὰ τοῦ πατρὸς πολλὴν οὐσίαν παραλαβών.

[158] τίς οὖν ἡ λαμπρότης, ἢ τίνες αἱ λῃτουργίαι καὶ τὰ σέμν᾽ ἀναλώματα τούτου; ἐγὼ μὲν γὰρ οὐχ ὁρῶ, πλὴν εἰ ταῦτά τις θεωρεῖ· οἰκίαν ᾠκοδόμηκεν Ἐλευσῖνι τοσαύτην ὥστε πᾶσιν ἐπισκοτεῖν τοῖς ἐν τῷ τόπῳ, καὶ εἰς μυστήρια τὴν γυναῖκ᾽ ἄγει, κἂν ἄλλοσέ ποι βούληται, ἐπὶ τοῦ λευκοῦ ζεύγους τοῦ ἐκ Σικυῶνος, καὶ τρεῖς ἀκολούθους ἢ τέτταρας αὐτὸς ἔχων διὰ τῆς ἀγορᾶς σοβεῖ, κυμβία καὶ ῥυτὰ καὶ φιάλας ὀνομάζων οὕτως ὥστε τοὺς παριόντας ἀκούειν.

[159] ἐγὼ δ᾽ ὅσα μὲν τῆς ἰδίας τρυφῆς εἵνεκα Μειδίας καὶ περιουσίας κτᾶται, οὐκ οἶδ᾽ ὅ τι τοὺς πολλοὺς ὑμῶν ὠφελεῖ· ἃ δ᾽ ἐπαιρόμενος τούτοις ὑβρίζει, ἐπὶ πολλοὺς καὶ τοὺς τυχόντας ἡμῶν ἀφικνούμεν᾽ ὁρῶ. οὐ δεῖ δὴ τὰ τοιαῦθ᾽ ἑκάστοτε τιμᾶν οὐδὲ θαυμάζειν ὑμᾶς, οὐδὲ τὴν φιλοτιμίαν ἐκ τούτων κρίνειν, εἴ τις οἰκοδομεῖ λαμπρῶς ἢ θεραπαίνας κέκτηται πολλὰς ἢ σκεύη [καλά], ἀλλ᾽ ὃς ἂν ἐν τούτοις λαμπρὸς καὶ φιλότιμος ᾖ, ὧν ἅπασι μέτεστι τοῖς πολλοῖς ὑμῶν· ὧν οὐδὲν εὑρήσετε τούτῳ προσόν.

***
[151] Αν και η ζωή του αναίσχυντου και αναιδούς αυτού είναι γεμάτη από τόσα πολλά και σοβαρά αδικήματα, μερικοί από τους φίλους του, κύριοι δικαστές με πλησίαζαν και με παρακινούσαν να εγκαταλείψω τη δίκη αυτή και να αποσύρω τη μήνυση εναντίον του· όταν όμως δεν με έπειθαν, δεν τολμούσαν να ισχυρισθούν ότι δήθεν ο Μειδίας δεν είχε κάμει πολλά και φοβερά αδικήματα και ότι δεν του άξιζε οποιαδήποτε ποινή για τις πράξεις του, αλλά πρόβαλλαν το εξής επιχείρημα: «Έχει ήδη κριθεί ένοχος και έχει καταδικασθεί· ποιά ποινή ελπίζεις ότι θα σου επιβάλει το δικαστήριο; Δεν βλέπεις ότι είναι πλούσιος και ότι θα μιλήσει για τις τριηραρχίες και τις άλλες λειτουργίες που ανέλαβε; Πρόσεχε λοιπόν μήπως ζητήσει τη σωτηρία του ως αντάλλαγμα γι᾽ αυτές, και σε γελοιοποιήσει καταβάλλοντας στο δημόσιο ταμείο πολύ λιγότερα χρήματα από όσα σου προσφέρει».

[152] Κατά πρώτο λόγο, δεν σας καταλογίζω καμία ταπεινή πρόθεση ούτε νομίζω ότι θα του επιβάλετε τιμωρία ελαφρότερη απ᾽ όση χρειάζεται για να σταματήσει η αυθάδης διαγωγή του· η ποινή αυτή είναι κυρίως ο θάνατος, αλλιώς η δήμευση όλης της περιουσίας του. Έπειτα, αναφορικά με τις τριηραρχίες και τις άλλες λειτουργίες που ανέλαβε και παρόμοιους ισχυρισμούς,

[153] η γνώμη μου είναι η εξής: αν, Αθηναίοι, λειτουργία σημαίνει να διακηρύσσει κάποιος σε όλες ανεξαιρέτως τις δημόσιες συνελεύσεις και σε κάθε ευκαιρία «εμείς είμαστε εκείνοι που αναλαμβάνουμε τις λειτουργίες, που προκαταβάλλουμε τους φόρους για σας, εμείς είμαστε οι πλούσιοι», αν το να λέγει κάποιος αυτά σημαίνει λειτουργία, τότε ομολογώ ότι ο Μειδίας έχει γίνει ο πιο διαπρεπής άνδρας της πόλης μας· γιατί βέβαια σε κάθε συνέλευση μας ενοχλεί με αυτές τις αηδιαστικές και ανόητες διακηρύξεις του.

[154] Αν όμως καθήκον μας είναι να εξετάσουμε τί τέλος πάντων είναι στ᾽ αλήθεια οι λειτουργίες του, θα σας πω και παρατηρήστε με πόση αμεροληψία θα τον κρίνω, εφόσον θα τον συγκρίνω με τον εαυτό μου. Ο Μειδίας, Αθηναίοι, ο οποίος είναι περίπου πενήντα ετών ή λίγο νεότερος, δεν εξετέλεσε περισσότερες λειτουργίες από εμένα, ο οποίος είμαι μόνο τριάντα δύο. Και εγώ, μόλις ενηλικιώθηκα, ανέλαβα τριηραρχία την εποχή κατά την οποία μοιραζόμαστε δύο άνδρες τη λειτουργία αυτή, καλύπταμε με δικά μας έξοδα όλες τις δαπάνες και προμηθεύαμε τα πληρώματα στα πλοία·

[155] αυτός αντίθετα, όταν είχε την ηλικία που έχω εγώ σήμερα, δεν είχε ακόμη αναλάβει λειτουργία, αλλά τότε αναμείχθηκε στην υπόθεση, όταν για πρώτη φορά αυξήσατε τον αριθμό όσων συνεισέφεραν για την τριηραρχία σε χίλιους διακόσιους· από αυτούς άνθρωποι, όπως ο Μειδίας, εισπράττουν ένα τάλαντο και με αυτό πληρώνουν τα έξοδα της τριηραρχίας· έπειτα η πόλη προμηθεύει τα πληρώματα και τα εξαρτήματα των πλοίων· το αποτέλεσμα είναι μερικοί από αυτούς, χωρίς στην πραγματικότητα να ξοδεύουν τίποτε, να φαίνονται ότι και ολοκλήρωσαν τη λειτουργία και να απαλλάσσονται από τις υπόλοιπες.

[156] Τί άλλο; Ο Μειδίας έγινε κάποτε χορηγός για τον χορό τραγωδίας, ενώ εγώ κατέβαλα τα έξοδα για τον χορό αυλητών ανδρών. Κανείς βέβαια δεν αγνοεί ότι η δαπάνη για τους αυλητές είναι πολύ μεγαλύτερη από τη δαπάνη για την τραγωδία. Επιπλέον εγώ τώρα ανέλαβα εθελοντικά τη χορηγία, ενώ αυτός τότε έγινε χορηγός από ανταλλαγή περιουσίας, πράγμα για το οποίο κανείς βέβαια δεν θα πρέπει να του χρωστάει ευγνωμοσύνη. Τί ακόμη; Εγώ ανέλαβα τις δαπάνες για την εστίαση της φυλής μου και τη συγκρότηση χορού για τα Παναθήναια, ενώ αυτός δεν έκαμε ούτε το ένα ούτε το άλλο.

[157] Ήμουν αρχηγός της συμμορίας για δέκα χρόνια, όπως ο Φορμίων, ο Λυσιθείδης, ο Κάλλαισχρος και οι πλουσιότεροι Αθηναίοι, συνεισφέροντας όχι από περιουσία που κατείχα —οι επίτροποι μου την είχαν στερήσει—, αλλά από την περιουσία που υπήρχε η φήμη ότι μου κληροδότησε ο πατέρας μου και την οποία είχα το δικαίωμα να λάβω μετά την ενηλικίωσή μου. Εγώ λοιπόν έτσι συμπεριφέρθηκα απέναντί σας. Πώς όμως ο Μειδίας; Ποτέ μέχρι σήμερα δεν έγινε αρχηγός συμμορίας, μολονότι κανείς δεν του στέρησε την πατρική του κληρονομιά, αλλά κληρονόμησε από τον πατέρα του μεγάλη περιουσία.

[158] Ποιά είναι λοιπόν η λαμπρότητά του; Ποιές οι λειτουργίες και οι εντυπωσιακές δαπάνες του; Τουλάχιστον εγώ δεν βλέπω τίποτε, εκτός αν κάποιος λάβει υπόψη του τα εξής: έχει κτίσει στην Ελευσίνα μία τόσο εντυπωσιακή κατοικία, που επισκιάζει όλα τα άλλα κτίσματα της περιοχής· οδηγεί τη γυναίκα του στα μυστήρια ή όπου αλλού θέλει μέσα σε άμαξα που σέρνουν δύο λευκά άλογα από τη Σικυώνα· διασχίζει την αγορά επιδεικτικά με συνοδεία από τρεις ή τέσσερις ακολούθους και μιλάει για «κυμβία, ρυτά και φιάλες» αρκετά δυνατά ώστε να τον ακούν οι περαστικοί.

[159] Δεν ξέρω σε τί ωφελούν σας τους πολλούς όσα ο Μειδίας αποκτά για την πολυτέλεια και αφθονία της ιδιωτικής του ζωής· βλέπω όμως ότι οι βιαιότητες που επιχειρεί, ενώ καυχάται για τον πλούτο του, έχουν επιπτώσεις σε πολλούς και όσους τύχει από μας. Δεν πρέπει επομένως σε κάθε ευκαιρία να τιμάτε ή να θαυμάζετε παρόμοιες πράξεις, ούτε να συμπεραίνετε ότι αυτή η πολυτέλεια μαρτυρεί ευγενείς φιλοδοξίες· ευγενής φιλοδοξία δεν είναι αν κάποιος κτίζει μεγαλοπρεπή κατοικία ή αν αποκτά πολλές θεραπαινίδες ή πολλά οικιακά έπιπλα, αλλά αν δείχνει λαμπρότητα και άμιλλα σε εκείνους τους τομείς στους οποίους συμμετέχετε όλοι σεις· τίποτε από αυτά δεν θα βρείτε να υπάρχει στον Μειδία.

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ ΔΕΣΜΩΤΗΣ

Μια τελευταία υπενθύμιση πριν περάσω στο έργο: υπήρχε στην Αθήνα, και απ’ ό, τι φαίνεται στην Αθήνα και μόνο, η λατρεία του Προμηθέα.[1] 0 Προμηθέας δεσμώτης είναι πιθανώς ένα από τα τελευταία έργα του Αισχύλου (525-456) και παίχθηκε μετά τους Επτά επί Θήβας (ανέβηκαν το 467), ίσως σε κάποια στιγμή χρονικά κοντά με την Ορέστεια, που θεωρείται συχνά ως το απόγειό του έργου του, και που παρουσιάστηκε το 468. Το έργο ήταν μέρος μιας τριλογίας. Γνωρίζουμε τους τίτλους των άλλων δύο έργων: Προμηθέας πυρφόρος και Προμηθέας λυόμενος. Μπορούμε, σύμφωνα με αυτό, να φανταστούμε μια «φυσική» σειρά. Πρώτος ο Προμηθεύς «πυρφόρος» (δίνει τη φωτιά στους ανθρώπους), στη συνέχεια «δεσμώτης» (τιμωρείται από τον Δία) και τέλος «λυόμενος» (όπου θα είχαμε την τελική συμφιλίωση). Διαθέτουμε ένα αρχαίο σχόλιο που φαίνεται να μην αποδέχεται αυτή τη διάταξη, αλλά σε ό, τι με αφορά δεν το θεωρώ αποφασιστικό. Εν πάση περιπτώσει το πρόβλημα που μας αφορά είναι προφανώς η εικόνα του Προμηθέα και οι σημασίες που παρουσιάζονται στο έργο.
 
Όπως ξέρετε, το επίθετο «προμηθεϊκός» αποτελεί τρέχοντα όρο στους νεότερους χρόνους. Η σημασία του παραπέμπει στην εξέγερση του Προμηθέα εναντίον του Δία, σύμφωνα με μια ανάγνωση του έργου που βλέπει σε αυτό τη μόνιμη καταγγελία της εξουσίας, πράγμα που ενόχλησε έντονα τους φιλολόγους, διότι θέτει υπό αμφισβήτηση μια κυρίαρχη ιδέα για τη φιλοσοφία και τη θεολογία του Αισχύλου, που βασίζεται ουσιαστικά στην Ορέστεια. Η ιδέα αυτή ερμηνεύει το σύνολο των τραγωδιών του ως βαθμιαία διαδικασία κάθαρσης της αρχαϊκής θρησκείας μέσω της δημιουργίας της μορφής του Δία ως πηγής δικαιοσύνης και αμεροληψίας. Θα μπαίναμε στον πειρασμό να δούμε εδώ μια απλή προβολή, όπως συμβαίνει με άλλους φιλολόγους που καταφέρνουν να βρουν το Θεό των χριστιανών (τον δικό τους Θεό) στους συγγραφείς της ειδωλολατρικής Αρχαιότητας - ιδιαίτερα στον Πλάτωνα. Πράγμα εξάλλου σχετικά εύκολο, διότι τελικά η φιλοσοφία του ήταν η μήτρα όλων όσων βρίσκουμε ως ορθολογική θεολογία στο χριστιανισμό. Παρ’ όλ’ αυτά πολλοί σημαντικοί φιλόλογοι ήταν προφανώς πανευτυχείς να συναντήσουν έναν πρόγονο του Θεού των χριστιανών στη μορφή του Δία. Μπορούμε πράγματι να διαβάσουμε μερικά αποσπάσματα της Ορέστειας με αυτή την οπτική. Όχι βέβαια ως αναγγελία του χριστιανισμού, αλλά ως σκιαγράφηση μιας ήδη υπάρχουσας τάσης στους προσωκρατικούς, όπως στον Ξενοφάνη ή τον Ηράκλειτο, και η οποία αποσπάται από την κοινή παράσταση των θεών (με τις ιστορίες των εγκλημάτων τους, των μοιχειών κ.λπ.) και τους αναγάγει σε κάτι διαφορετικό, και ίσως σε έναν μοναδικό θεό. Ακόμη μία φορά, έχουμε εδώ την ασυγκράτητη τάση προς μια ενωτική οντολογία, ένα στοιχείο της οποίας είναι ο μονοθεϊσμός. Ωστόσο, δεν βρίσκουμε τίποτε από όλα αυτά στον Προμηθέα δεσμώτη, αντιθέτως μάλιστα. Σε τέτοιες περιπτώσεις υπάρχει μια πολύ εύκολη λύση, την οποία δεν παρέλειψαν να την προτείνουν και σε αυτή την περίπτωση. Πρόκειται για τη διατύπωση υποψίας σχετικά με την αυθεντικότητα του κειμένου που ενοχλεί. Υποστηρίχθηκε, πράγματι, ότι ο Αισχύλος δεν μπορεί να είναι ο συγγραφέας αυτής της τραγωδίας, μιας και δεν συνάδει με τη θεολογία του.(ε) Ευτυχώς η θέση αυτή δεν επικράτησε. Ένα πράγμα είναι σίγουρο κατ’ εμέ: η μορφή και η γλώσσα του έργου που είναι υπέροχες δηλώνουν μια συγγένεια, μια προφανή ταυτότητα ουσίας με τα στοιχεία που βρίσκουμε στις άλλες τραγωδίες του Αισχύλου. Θα ισχυριζόμουν ευχαρίστως ότι ο Προμηθέας είναι η κορυφή της ποιητικής τραγικής γλώσσας. Οι αντιρρήσεις υποχωρούν προβάλλοντας το γεγονός ότι καθώς το έργο έπρεπε να είναι το πρώτο (ή ίσως το δεύτερο) μιας τριλογίας που κατέληγε σε συμφιλίωση, η διαμάχη με τον Δία αναγκαστικά ξεπερνιόταν, καθώς ο Δίας εξελισσόταν τελικά σε ηθικά αποδεκτή μορφή. Είναι δυνατό, και μάλιστα πολύ πιθανό. Αλλά το ζήτημα δεν βρίσκεται εδώ. Έχετε παρά ταύτα ένα έργο ολοκληρωτικά εστιασμένο στην καταγγελία της στυγνότητας του Δία, της αδικίας του, του μίσους του για τους ανθρώπους, της τυραννίας που ασκούσε - και της στυγνότητας και αδικίας κάθε εξουσίας. Ας πάρουμε ένα σημείο αναφοράς: ας υποθέσουμε μάλιστα ότι στο επόμενο έργο ή στο μεθεπόμενο η τραγωδία καταλήγει σε συμφιλίωση. Μπορείτε να φανταστείτε ένα χριστιανικό έργο του οποίου το πρώτο ή το δεύτερο μέρος θα συνίστατο σε μια σειρά από κατάρες εναντίον του Θεού, επαναλαμβάνοντας και εξωθώντας στα άκρα τις εκφράσεις του Ιώβ, κατηγορώντας αδιάκοπα το Θεό ως άδικο, στυγνό, εγωκεντρικό, αυθαίρετο και ούτω καθεξής; Είναι απολύτως αδιανόητο, ακόμη κι αν σε μια τρίτη φάση μάς έδειχνε έναν «αληθινό» πατέρα Θεό, δίκαιο, ελεήμονα κ.λπ. Ε, λοιπόν, τη στιγμή που ο Αισχύλος ανεβάζει την τριλογία του, οι σημασίες αυτές μπορούν να παρουσιαστούν δημόσια, χωρίς να προκαλέσουν κανένα σκάνδαλο — και αυτό ακριβώς μας ενδιαφέρει. Προϊόν της σκέψης, οι σημασίες αυτές εκφράστηκαν, έγιναν δεκτές και βρίσκονται προφανώς σε βαθιά αρμονία με το στοιχείο που, ανεξάρτητα από τον Προμηθέα, διακρίναμε την περασμένη χρονιά ως το κεντρικό στοιχείο των ελληνικών φαντασιακών σημασιών.
 
Θα εξετάσω τώρα πιο λεπτομερειακά τους πυρήνες των σημασιών που παρουσιάζονται στο έργο, διευκρινίζοντας ότι δεν πρόκειται καθόλου για θέσεις, αλλά μάλλον για πόλους, για σχήματα που μας επιτρέπουν να συλλάβουμε τον κόσμο, να του δώσουμε νόημα, για σχήματα γύρω από τα οποία οργανώνονται τα πάντα. Μπορούμε να διακρίνουμε τουλάχιστον πέντε. Το πρώτο αφορά στη θρησκεία, και ιδιαίτερα τον πρόσκαιρο χαρακτήρα της θεότητας. Το δεύτερο αρνείται στην εξουσία κάθε ηθική διάσταση, κάθε χαρακτήρα δικαιοσύνης: η εξουσία - θεία εν προκειμένω - είναι η εξουσία, δεν υπάρχει τίποτε άλλο να λεχθεί επ’ αυτού. Μπορεί μάλιστα να τη βρει κανείς άδικη, αυτό όμως εμφανίζεται μέσα από την οπτική ενός συγκεκριμένου ατόμου (εδώ του Προμηθέα). Τρίτον, έχουμε μια ολόκληρη σειρά θεωρήσεων πάνω στη φύση της εξουσίας γενικά, που εξετάζονται μέσω της κατεξοχήν εξουσίας, δηλαδή της εξουσίας του Δία. Ο τέταρτος πυρήνας αφορά στην ουσία της ανθρωπότητας. Εδώ παρεμβάλλεται το περίφημο απόσπασμα του Προμηθέα για τις τέχνες που έδωσε στους ανθρώπους και όλα όσα τους έμαθε, πράγμα που βεβαίως θέτει το ερώτημα: τι σημαίνει, μέσα στην προοπτική αυτού που ονόμασα αναδυόμενη συνείδηση της αυτοσυγκρότησης της ανθρωπότητας, το γεγονός ότι αυτός που έδωσε όλα αυτά είναι ο Προμηθέας; Τέλος βρίσκουμε την αντίθεση της καθαρής βίας, της ωμής βίας από τη μια μεριά, και της σκέψης από την άλλη. Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ένα μεθοδολογικό πρόβλημα, που προηγείται από κάθε ανάλυση απολύτως. Θα ήταν βεβαίως όχι μόνο επικίνδυνο, αλλά εντελώς καταδικαστέο να αποσπάσουμε μερικές φράσεις από ένα κείμενο για να τους προσδώσουμε μια σημασία ανεξάρτητα από το σύνολο του οποίου αποτελούν μέρος. Πράγματι, μια σε βάθος εργασία θα απαιτούσε συγκεκριμένη ανάλυση του Προμηθέα, κάτι που δεν μπορούμε να κάνουμε. Θα σας παρουσιάσω απλώς ένα είδος θεματικής ανθολογίας του έργου, μια συλλογή αποσπασμάτων και προτάσεων. Αλλά στην πραγματικότητα δεν έχω αμφιβολίες επ’ αυτού. Είναι για μένα προφανές ότι τα αποσπάσματα αυτά υποστηρίζονται από το υπόλοιπο κείμενο και ότι από μεθοδολογική άποψη είναι απολύτως πειστικά λόγω του πλήθους τους και της συχνότητάς τους. Τα θέματα για τα οποία θα μιλήσω επανέρχονται διαρκώς.
 
Σχετικά με τον πρόσκαιρο χαρακτήρα του θείου ή ακριβέστερα των θεών ξαναβρίσκουμε το παλιό θέμα της διαδοχής των θεοτήτων στην εξουσία, και κατά συνέπεια τον μεταβατικό χαρακτήρα αυτής της εξουσίας. Ο Ουρανός υποσκελίζεται από τον Κρόνο, ο Κρόνος από τον Δία κ.λπ. Το πρώτο κείμενο που έχουμε για αυτό το θέμα είναι φυσικά η Θεογονία του Ησιόδου. Το κείμενο αυτό αντιστοιχεί βαθύτατα στην περίφημη φράση του Αναξίμανδρου [ο Αναξίμανδρος τοποθετείται ανάμεσα στον Ησίοδο και τον Αισχύλο, ο μόνος δε που το ξεχνάει είναι ο Heidegger] [2] σύμφωνα με την οποία «όλα τα όντα οφείλουν να πληρώσουν τα μεν στα δε δίκην και τίσιν, ποινή και αποζημίωση, για την αδικία τους», η αδικία δε είναι στην περίπτωση αυτή το απλό γεγονός της ύπαρξής τους. Στην περίπτωση των θεοτήτων, γνωρίζουμε καλά ποια είναι η αδικία τους, η ὕβρις τους, διότι κάθε γενιά αρνείται να παραχωρήσει τη θέση της στη νεότερη και προσπαθεί να την καταστρέψει - αυτό αληθεύει τόσο για τον Ουρανό, όσο και για τον Κρόνο. Υπάρχει βεβαίως στην ελληνική κοινωνία μια πίστη, μια λαϊκή ευσέβεια: οικοδομούνται ναοί, λατρεύονται οι θεοί, τους προσφέρονται θυσίες. Και στη συνέχεια, σε ένα δεύτερο επίπεδο της πίστης, που δεν διαχωρίζεται από αυτή, βρίσκουμε την παραπάνω άποψη για τους θεούς. Πρόκειται για δύο στοιχεία που μπορεί να φανούν - και είναι πράγματι - αντιφατικά, πλην όμως έτσι έχουν τα πράγματα. Ο προσωρινός χαρακτήρας της θείας εξουσίας ισχύει επίσης και για τον Δία. Πρόκειται για την έμφυτη, την εγγενή τάξη του κόσμου, και από την άποψη αυτή δεν έχει πολύ σημασία αν το δεύτερο ή το τρίτο μέρος της τριλογίας παρουσίαζε μια τελική συμφιλίωση, διότι η εξουσία του ίδιου του Δία είναι σαφώς καταδικασμένη να εκλείψει. Αυτό λέγεται στους στίχους 164-165 από το χορό των Ωκεανίδων: ο Δίας δεν θα πάψει να κάνει κακό «πριν κάποιος άλλος, με ένα τέχνασμα, καταλάβει τον ανίκητο του θρόνο», την ανώτατη εξουσία. Έτσι και ο Προμηθέας, σε μία από τις απειλητικές του προφητείες που επανέρχονται συνεχώς στη διάρκεια του έργου, λέει για τον Δία (στ. 166-177): «θα έχει σίγουρα την ανάγκη μου, αυτός, ο πρώτος των μακαρίων, για να του δείξω τη νέα βουλή της μοίρας που θα του στερήσει το σκήπτρο του και τις τιμές του... και αυτό, δεν θα το αποκαλύψω πριν δεχτεί να ξεπληρώσει αυτή την προσβολή που μου επιβάλλει». Μπορούμε να παραθέσουμε πολλά άλλα αποσπάσματα. Στίχοι 189-190: ο Δίας θα επανέλθει με ευνοϊκότερες διαθέσεις μετά από το πλήγμα που τον περιμένει. Ο Προμηθέας αναγγέλλει (στ. 756) ότι μια μέρα ο Δίας θα πέσει από την τυραννίδα του -στη γλώσσα των τραγικών, η λέξη αυτή υποδηλώνει την απόλυτη εξουσία-, ότι η βασιλεία του δεν θα διαρκέσει για πολύ ακόμη (στ. 939-940). Λέει δε αλλού (στ. 516) ότι ο Δίας πρέπει να τιμωρηθεί από τις Ερινύες με την αλάνθαστη μνήμη και από τις Μοίρες «με τις τρεις μορφές» (ο Αισχύλος χρησιμοποιεί εδώ μια εκπληκτική έκφραση: Μοῖραι τρίμορφοι - πράγμα που σημαίνει επίσης τη Μοίρα που έχει τρεις μορφές). Και όταν ο χορός τον ρω­τά: μήπως ο Δίας είναι πιο αδύναμος από τις Μοίρες και τις Ερινύες; Απαντά ότι κανείς, ούτε ο Δίας ούτε οποιοσδήποτε άλλος μπορεί να ξεφύγει από την πεπρωμένην του. Αυτή ακριβώς η Μοίρα, ή Ανάγκη, τοποθετημένη πάνω από τη θεία εξουσία, συνθλίβει ό, τι υπάρχει και επιτρέπει την έλευση του καινούργιου. Το ξαναβρίσκουμε αυτό στον τελευταίο διάλογο (στ. 944-1039) ανάμεσα στον Ερμή και τον Προμηθέα. Θυμάστε ότι ο Προμηθέας είχε περιγράψει στην Ιώ όσα την περίμεναν και της είχε αναγγείλει, προκειμένου να την παρηγορήσει για τα μελλοντικά της βάσανα, ότι ένας από τους απογόνους της, μετά από πολλές γενιές, θα ερχόταν να τον ελευθερώσει και ταυτόχρονα να κλονίσει την εξουσία του Δία. Οι Ολύμπιοι το άκουσαν αυτό και έστειλαν τον Ερ­μή στον Προμηθέα για να μάθουν περί τίνος ακριβώς πρόκειται. Ο Ερμής προσπαθεί να κάνει τον Προμηθέα να μιλήσει απειλώντας τον ο Προμηθέας αρνείται και το έργο τελειώνει με την πραγματοποίηση των απειλών του Ερμή, ένα είδος κατακλυσμού με κεραυνούς και αστραπές, όπου η γη σχίζεται και καταπίνει τον Προμηθέα κάτω από τα κομμάτια του βουνού στο οποίο τον είχε δέσει στην αρχή ο Ήφαιστος εκτελώντας τις διαταγές του Κράτους και της Βίας, της Ισχύος και της Βίας (και όχι Pouvoir, εξουσία και Force, βία, όπως μεταφράζει ο Mazon). Επομένως, σε αυτό τον τελευταίο διάλογο, ο Προμηθέας βεβαιώνει (στ. 958-959) ότι η εξουσία του Δία, η τρίτη κατά σειρά, θα πέσει όπως και οι προηγούμενες, αἴσχιστα καί τάχιστα, σύντομα και πολύ άσχημα, ότι η τυραννία του θα τελειώσει.
 
Έχουμε λοιπόν εδώ έναν πρώτο πυρήνα σημασιών, οι οποίες είναι ευρύτατα παρούσες σε όλη τη μυθολογία. Ο Προμηθέας τις επαναλαμβάνει με ιδιαίτερη ένταση, συνοδεύοντάς τες με αυτή την εκπληκτική φράση που θα μας επιτρέψει να περάσουμε στο δεύτερο θέμα. Είναι στην αρχή του έργου, όταν το Κράτος λέει (στ. 49-50): ἅπαντ' ἐπράχθη πλήν θεοῖσι κοιρανεῖν/ἐλεύθερος γάρ οὔτις ἐστί πλήν Διός. «Τα πάντα ρυθμίστηκαν, τακτοποιήθηκαν - settled, θα λέγαμε στα Αγγλικά -, εκτός από τη διακυβέρνηση των θεών». Όλα τα άλλα παγιώθηκαν από καταβολής χρόνου: ο ρόλος κάθε θεότητας, η ανάπτυξη των φυτών, η αντιστοίχιση του τάδε δένδρου στην τάδε νύμφη κ.λπ. Παραμένει ένα μόνο ακαθόριστο στοιχείο, κορυφαίο, το στοιχείο του θεοῖσι κοιρανεῖν, το γεγονός της κυριαρχίας επί των ίδιων των θεών (η μετάφραση του Mazon εδώ μου φαίνεται ελλιπής). Και το Κράτος προσθέτει αυτή την εκπληκτική φράση: «Επομένως, κανείς δεν είναι ελεύθερος, εκτός από τον Δία». Ο Αισχύλος, προφανώς, δεν γράφει φιλοσοφική διατριβή, το πρόβλημά του δεν είναι ο λόγος με την έννοια της συγκροτημένης απόδειξης. Στην πραγματικότητα, έχουμε ταυτόχρονα δύο απόψεις: αφενός μια Μοίρα, μια Ειμαρμένη, επιβάλλεται σε όλους, συμπεριλαμβανομένου και του Δία του οποίου και επιφέρει την πτώση, και αφετέρου το γεγονός ότι υπάρχει όντως, στην κορυφή, ένα και μόνο ελεύθερο ον. Και το ον αυτό είναι ο Δίας. Τα πάντα έχουν ρυθμιστεί, εκτός από ένα πράγμα: ποιος θα είναι ο αφέντης των θεών \Σημ. Περίθ.: Αν ο Δίας δεν είχε την εξουσία κατόπιν διατάγματος της Μοίρας, θα ήταν ελεύθε­ρος. Επίσης όμως: η ανώτατη εξουσία διακυβεύεται σε μια πιθανή μάχη. Ο Προμηθέας διαβεβαιώνει: τη μάχη αυτή θα τη χάσει.]
 
Αυτό μας φέρνει στο ερώτημα της φύσης της εξουσίας, και καταρχήν στο γεγονός ότι στερείται απολύτως κάθε ηθικής ιδιότητας και κάθε δικαίου. Έχουμε ένα παράδειγμα μεταξύ άλλων στους στίχους 231-233, όπου ο Προμηθέας διηγείται ότι ο Δίας, αφού κατέλαβε την εξουσία, θέλησε να καταστρέψει τους δυστυχείς θνητούς για να δημιουργήσει μια άλλη φυλή. Στη συνέχεια υπάρχουν όλα όσα αναφέρονται στο πρόσωπο της Ιούς. Η ιστορία της εξηγείται διά μακρών (στ. 640-686): ο Δίας την ποθούσε και δεν σταμάτησε να την πολιορκεί μέχρι να πετύχει το σκοπό του, χρησιμοποιώντας τα πιο απίθανα μέσα - της στέλνει ερωτικά όνειρα και καταλήγει να απειλήσει τον πατέρα της ότι θα σβήσει τη γενιά του αν δεν τη διώξει από το σπίτι του. Η Ιώ γίνεται τότε θύμα της Ήρας και ο Δίας μάς παρουσιάζεται σαν κάποιος ο οποίος, προκειμένου να ικανοποιήσει μια παροδική επιθυμία, πατάει επί πτωμάτων, καταστρέφει οικογένειες. Στη συνέχεια, ο Προμηθέας θα κάνει ένα περιφρονητικό σχόλιο για τη στάση του αυτή (στ. 737-738): αυτός, ο θεός, επειδή επιθυμούσε μιγῆναι, να πλαγιάσει με αυτή τη θνητή, της επέβαλε αυτές τις τρομερές περιπλανήσεις. Το ίδιο θέμα επανέρχεται στον τελευταίο διάλογο με τον Ερμή, όπου ο Προμηθέας δείχνει ένα Δία να ασκεί αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε μια αδιάφορη τυραννία, η οποία δεν υπολογίζει τίποτα, και ακόμη λιγότερο τους ανθρώπους.
 
Το τρίτο σημείο αφορά στη φύση της εξουσίας γενικά, θείας ή άλλης, δηλαδή στον εγγενώς αυθαίρετο χαρακτήρα της και μπορώ να πω αδικαιολόγητο. Πέρα από τις ιδιαίτερες κατηγορίες που απευθύνονται στον Δία μέσα στο έργο, βλέπουμε ότι το ζήτημα της «αδικίας» του δεν τίθεται καν. Η εξουσία, δρώντας, συνθλίβει ό, τι της αντιστέκεται ή συναντά στο δρόμο της και δεν χρειάζεται να ρωτήσουμε αν αυτό είναι δίκαιο ή όχι. Εδώ θα κάνω μια ιστορική παρατήρηση. Στον Προμηθέα, όλες αυτές οι καταγγελίες εναντίον της εξουσίας μοιάζουν σαφώς συνδεδεμένες με τον πρόσφατο χαρακτήρα της. Παραφράζοντας θα λέγαμε: κάθε εξουσία είναι κακή, αλλά μια νεοπαγής εξουσία είναι ακόμη πιο κακή από τις άλλες. Υπάρχει ωστόσο μια νεοπαγής εξουσία στην Αθήνα του 5ου αιώνα, αυτό είναι μάλιστα το ουσιώδες γεγονός της εποχής εκείνης: πρόκειται βεβαίως για την εξουσία του δήμου, η κατάτμηση της οποίας ολοκληρώθηκε με τις μεταρρυθμίσεις του Εφιάλτη το 462, επομένως, ίσως, τη στιγμή ακριβώς που παίζεται η τραγωδία. Και η άλλη νεοπαγής εξουσία είναι η εξουσία των Αθηνών πάνω στις συμμαχικές ελληνικές πόλεις με τη σύσταση μετά τους Μηδικούς Πολέμους της Ομοσπονδίας της Δήλου, αρχή αυτού που ονομάστηκε αθηναϊκή ηγεμονία. Σχετικά με αυτή την ηγεμονία, κατά τον Θουκυδίδη,[3] ο Περικλής απευθυνόμενος στους Αθηναίους λέει: μην ξεχνάτε ότι κατέχετε την ηγεμονία ως τυραννία, δηλαδή ως εξουσία που κατακτήθηκε μέσω της βίας και ότι - πρόκειται για μια κλασική παροιμία που προέρχεται από τους Επτά σοφούς - μπορεί να είναι εύκολο να γίνει κανείς τύραννος, είναι όμως δύσκολο να εγκαταλείπει αυτή την εξουσία ατιμωρητί. Εν ολίγοις, η τυραννία θα ήταν το καλύτερο πράγμα αν το τέλος της δεν ήταν πάντα ολέθριο. Η ιστορία, δυστυχώς, δεν το αποδεικνύει αυτό πάντοτε, είδαμε δε πρόσφατα ακόμη τυράννους που πέθαναν στο κρεβάτι τους. Το αποδεικνύει όμως αρκετά συχνά. Ο Περικλής προειδοποιεί λοιπόν τους Αθηναίους για τον κίνδυνο που διατρέχει αυτός που θέλει να εγκαταλείψει την τυραννία: πέφτουν επάνω του και τον σκοτώνουν. Στον Προμηθέα ο Ήφαιστος (στ. 35) περιγράφει αυτή τη φύση της εξουσίας, και ειδικότερα της νεοπαγούς εξουσίας: άπας τραχύς όσης αν νέον κράτη, όλοι όσοι ανέβηκαν πρόσφατα στην εξουσία, όσοι μόλις κατέλαβαν την εξουσία, είναι σκληροί, ανελέητοι. Και ο χορός, στους στίχους 149-151: νέοι οἰκονόμοι κρατοῦσ’ Ὀλυμπου, νέοι κυβερνώντες βασιλεύουν στον Όλυμπο, νεοχμοῖς δέ δή νόμοις Ζεῦς ἀθέσμως κρατύνει, και ο Δίας, με καινούργιους νόμους (η ελληνική όμως λέξη λέει πολύ περισσότερα από αυτό), ασκεί μια εξουσία χωρίς κανόνες. Νεοχμός είναι αυτός που θα μεταφράζαμε στα Αγγλικά με το new­fangled., ένα είδος νέας, περίεργης ανακάλυψης. Οι Ωκεανίδες, που μιλάνε εδώ, αντιπροσωπεύουν την παλαιά τάξη των Τιτάνων, είναι Τιτανίδες, όπως και ο Προμηθέας. Για αυτές πρόκειται επομένως για νεωτερίζουσες νομοθεσίες, με κάποια απόχρωση περιφρόνησης. Και προσθέτουν (στ. 152): ο Δίας κυριαρχεί (κρατύνει) και καταστρέφει αυτό που πριν ήταν τεράστιο, που ασκούσε τεράστια εξουσία. Λίγο πιο κάτω, όταν ο Προμηθέας προειδοποιείται να φοβάται την οργή του Δία, απαντά (στ. 186): ξέρω ότι είναι τραχύς, σκληρός, ανελέητος, και ότι έχει το δίκαιο στη διάθεσή του, παρ’ ἑαυτῷ τό δίκαιον ἔχων. Ο Δίας εφευρίσκει το δίκαιο, δημιουργεί το δίκαιο, απλώς και μόνο επειδή έχει την εξουσία. Ξαναβρίσκουμε το ίδιο θέμα στην επόμενη σκηνή, όπου ο Ωκεανός (στ. 324) λέει: έχουμε τώρα έναν τραχύ μονάρχη, που δεν είναι υπεύθυνος - τυπικός πολιτικός όρος της αθηναϊκής δημοκρατίας - που δεν δίνει λογαριασμό σε κανένα. Και ο χορός επανέρχεται (στ. 402-403): αυτά τα αποτρόπαια πράγματα επιβάλλονται από τον Αία με βάση δικούς του και μόνο νόμους, ἰδίοις νόμοις κρατύνων.
 
Βλέπουμε λοιπόν ότι αυτή η τραγωδία επαναλαμβάνει και τονίζει τον πυρήνα σημασιών που σχετίζεται με τον προσωρινό χαρακτήρα της εξουσίας, ακόμη και της θείας, τον ολοσχερή διαχωρισμό της από κάθε ηθική ή δικαιοσύνη, το γεγονός ότι δημιουργεί ένα δίκαιο που είναι δίκαιο απλώς και μόνο επειδή η εξουσία το ονομάζει έτσι - η εξουσία είναι η εξουσία, τελεία και παύλα. Ιδού τι διακηρύσσεται στον Προμηθέα δεσμώτη, και αυτό άκουσαν όλοι οι Αθηναίοι περί το 460 π.Χ.
--------------------
[1] <Ψευδο-Ξενοφών, Αθηναίων Πολιτεία, Γ, 4.> 
[2] <Πρβλ. ΕΙ Α΄, σεμ. X, σ. 281-304.>
[3] <Θουκυδίδης, Β, 63, 2.>

 

Κρυφή Δύναμη

Δεν έχει μέλλον για μένα αυτός ο κόσμος. Ζούμε τις τελευταίες, απεγνωσμένες προσπάθειες του να επιβληθεί, να παραμείνει. Ακόμα και από σάπια απομεινάρια, μιας στείρας ηθικής που πλέον δεν παράγει, μόνο καταστρέφει.

Λογοδοτεί, αλλά δεν το αναγνωρίζει.

Καίει αλύπητα κάθε αγνότητα, την αθωότητα, οτιδήποτε Δίκαιο.

Ασελγεί στους πιο αγνούς και ανώτερους ρόλους που Υπηρετούν τη Ζωή.

Καταδικάζει τις λέξεις, τα νοήματα, σε φτηνά λογικοφανή επιχειρήματα, που χρειάζονται σωρεία αναλύσεων και «τεκμηριώσεων» για να αποκτήσουν την χαμένη ουσία, έστω και κούφια.

Παγώνει το συναίσθημα από την κακοποίηση της Αλήθειας. Αιμορραγεί η ψυχή που κουβαλά το βάρος της μνήμης, όλων των εμπειριών. Και είναι η «στιγμή» επείγουσα, σημαντική, μοναδική…

Κάτι άλλο πρέπει να αναδυθεί, να υπάρχει. Έξω από θρησκείες, ηθικές, φοβίες και τις όποιες προσπάθειες ελέγχου.

Το Πνεύμα κρυστάλλινο, καθαρό, που προσφέρει υπεράνθρωπες δυνάμεις σε όλα τα επίπεδα. Αόρατο στους χαμένους, παρανοημένο στους φοβικούς.

Ανάμεσα στις φωτιές, τη βία, την υπερκατανάλωση νοητικής λειτουργίας, τον πόνο και όλες τις εικονικές κολάσεις, η Παρουσία του παραμένει αδιαμφισβήτητη, ακέραιη, συνεχής.

Πόσο γελοίοι είναι οι άνθρωποι που πίστεψαν πως δικαιούνται και μπορούν να αγνοούν το Δίκιο, την Αθωότητα, την Αλήθεια, πέρα από κάθε πλευρά.

Ποτέ δεν είμαστε έτοιμοι για την Ύψιστη Μάχη μας, για να αναλάβουμε ΠΛΗΡΩΣ το σκοπό της Ζωής μας.

Κάθε στιγμή κρίνονται τα πάντα: η Βούλησή μας, η θέαση μας, η Διάκριση μας.

Είμαστε μόνοι αναγκαστικά με συνοδοιπόρο τον Εαυτό μας, αν έχει κατακτηθεί η σύνδεση αυτή.

Δεν έχουμε το δικαίωμα να παραιτηθούμε, να δειλιάσουμε, να παρασυρθούμε. Ως τιμή στους προγόνους μας, σε όλες τις μέχρι στιγμής εμπειρίες μας, δεν έχουμε πλέον οπουδήποτε να κρυφτούμε.

Κάθε στιγμή περικλείει την αιωνιότητα καθώς τα πάντα μετατρέπονται σε κάθε κλάσμα του δευτερολέπτου, μακριά από τον οποιονδήποτε έλεγχο της γραμμικής μας, εγωιστικής σκέψης.

Λόγια διαφορετικά, γιατί η εμπειρία δεν καταχωρείται σε λέξεις. Είναι ανίκανη η γραμμική γραφή να περιγράψει, να τεκμηριώσει επαρκώς.

Η ψυχή όμως καταγράφει τα πάντα. Το πνεύμα διακρίνει και εκδηλώνεται… Η ατόφια μεγαλοπρέπεια δεν χρειάζεται φαντασμαγορικά θεάματα…

Μη συγκρίνεσαι με καμία επόμενη επιλογή

Έχει περάσει καιρός. Δε γυρίζει πια στις σκέψεις σου. Το πρόσωπο εκείνο σου είναι πια σχεδόν αδιάφορο. Δε σε ενδιαφέρει τι κάνει και πού βρίσκεται. Και με περήφανο τόνο σχεδόν, δηλώνεις, σε φίλους και γνωστούς, ότι ξεπέρασες το παρελθόν σου. Και πόσο έτοιμος είσαι να πας παρακάτω. Και τότε τσουπ! Το βλέπεις μπροστά σου με νέο πρόσωπο. Μα πώς τολμάει. Δεν πέρασε δα και τόσος καιρός.

Το μυαλό παίζει τα δικά του παιχνίδια. Και κυρίως, με τους δικούς του όρους. Σε αφήνει να πλάθεις θεωρίες. Μα ο έρωτας είναι χειρότερος. Αυτός σε γεμίζει με ανασφάλειες κι αμφιβολίες. Και ο άνθρωπος είναι κτητικό ον. Με τον εγωισμό σαν κυρίαρχη αξία στη ζωή του.

Κι όταν ο άνθρωπός σου, ή έστω αυτός που κάποτε ήταν, έχει προχωρήσει τη ζωή του, αναπόφευκτα γεννιέται ένα άσβηστο μίσος για τον επόμενο που τόλμησε να στον πάρει. Κι αυτό το μίσος πάντα, καλώς η κακώς, συνοδεύεται από μια γερή δόση ανασφάλειας. Μα το χειρότερο είναι άλλο. Ναι, κι όμως, υπάρχει κάτι χειρότερο. Το μυαλό σου θα μπει κατευθείαν στο τριπάκι της σύγκρισης. Αν ήσουν αρκετά εντάξει, ή μήπως το παρόν του είναι καλύτερο από σένα. Μια σύγκριση που θα σε τρελάνει. Θα σου διαλύσει το μυαλό. Ειδικά, αν δεν είσαι ακόμα πραγματικά έτοιμος να ξεπεράσεις την όλη ιστορία.

Μάθε λοιπόν πως ο όρος «αρκετά καλός», ή «λιγότερο καλός», δεν υπάρχει κι ούτε υπήρξε και ποτέ. Οι άνθρωποι δεν είναι αντικείμενα. Δεν έχουν καρτελάκι αλλαγής. Δεν μπορούμε να τους συγκρίνουμε με βάση ορισμένα κριτήρια που εμείς πιστεύουμε, αυθαίρετα, ότι υπακούν στην πραγματικότητα. Οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί. Είναι ένα σύνολο υποκειμενικών λόγων που τους καθιστά μοναδικούς. Οι άνθρωποι είναι η χημεία που ανταλλάσσουν. Οι στιγμές που δημιουργούν. Είναι η αύρα τους.

Η εξωτερική εμφάνιση είναι πάντα το πιο κοινότυπο και λανθασμένο κριτήριο. Κι όμως, αυτό χρησιμοποιούμε σχεδόν πάντα, για να κρίνουμε οντότητες. Να καταδικάσουμε ή να αποθεώσουμε. Μα εδώ μπαίνει στη μέση ο έρωτας. Ο πόθος κι η ζήλια. Αυτοί οι αστάθμητοι παράγοντες, που αλλάζουν όλα τα δεδομένα, του σωστού και του λάθους στη ζωή.

Εσύ είσαι όμως έχεις ακόμα πληγές ανοιχτές, έχεις χάσει τον άνθρωπό σου. Η μοναξιά γίνεται φίλη σου σου και νομίζεις πως κάθε επόμενο είναι καλύτερο ή χειρότερό σου. Όμως κάνεις λάθος, μάτια μου. Κανείς δεν είναι καλύτερος απ’ τον άλλον. Ξεχνάς τη μοναδικότητά σου. Κι αλίμονο, αν δεν το πιστεύεις αυτό για τον εαυτό σου. Πώς τολμάς; Είσαι αλλιώς κι αυτό το αλλιώς είναι υπέροχο. Κι αν δεν το εκτίμησαν σωστά οι άνθρωποι που βρέθηκαν στη ζωή σου, δεν άξιζαν να είναι σε αυτήν ποτέ.

Ναι, το άτομο που κάποτε αγάπησες, τώρα είναι κάπου αλλού. Κι εσύ πονάς -κατά βάθος ναι, πονάς- κι ελέγχεις κάθε τους κίνηση. Κρίνεις κάθε φωτογραφία τους. Βρίσκεις ψεγάδια και γίνεσαι ο πιο αυστηρός κριτής. Γιατί κατέχει κάτι, που αξίζει πολλά για σένα, κι αυτό δεν αλλάζει, κι αυτό είναι ως ένα βαθμό επιτρεπτό. Ναι, θα σχολιάσεις, θα βγάλεις κακία κι ίσως αδικήσεις. Δεν πειράζει, όσο αυτό δε σε αλλάζει και δεν ξεχνάς ποιος είσαι και τι αξίζεις.

Έχεις προσωπικότητα κι αυτή περιλαμβάνει όλα αυτά τα μικρά πραγματάκια που είναι αναντικατάστατα. Κανένας άνθρωπος δεν είναι μόνος του αναντικατάστατος, αλλά ο συνδυασμός αυτών, ναι, είναι. Κάνεις δε θα ξαναβρεί έναν άνθρωπο ίδιο με σένα. Κι αυτό πρέπει να σου λέει κάτι.

Μην τη φοβάσαι τη σύγκριση. Οι καταστάσεις φέρνουν άτομα στη ζωή μας, η τύχη κι οι συγκυρίες κι αυτές δεν επιλέγουν πάντα πανομοιότυπα ανθρωπάκια, αλλά άτομα που ήταν γραφτό να βρεθούν – ίσως όχι πάντα να μείνουν, αλλά τουλάχιστον να βρεθούν. Μην επιτρέψεις λοιπόν στον εαυτό σου μια τόσο ψυχοφθόρα διαδικασία, να αναλύσεις το «γιατί», τα κοινά σημεία και τα ελαττώματα.

Έχεις δημιουργήσει κοινές στιγμές κι όνειρα με έναν άνθρωπο. Με έναν άνθρωπο που τώρα πια δεν είναι ο άνθρωπός σου. Αυτός μπορεί να έφυγε, αλλά οι στιγμές έμειναν. Είναι αυτό που θα μοιράζεστε για πάντα. Και πίστεψέ με, δε θα βρει κανένα σαν και σένα. Ούτε τώρα, μα ούτε και ποτέ.

Γιατί να σου πω κάτι; Έτσι, μεταξύ μας.
Κανείς δε θα ‘ναι εσύ, ρε αγάπη μου -κι αυτή είναι η δύναμή σου.

Οι άνθρωποι πάντα θα δειλιάζουν μπροστά στην ευτυχία

Στέκεσαι και την κοιτάς που ξεμακραίνει, χαμένη στις σκέψεις της, στα δάκρυα που τρέχουν απ’ τα μάτια της και στα «γιατί» που της έμειναν αναπάντητα αναρωτώμενος πόσο δειλός μπορείς να είσαι. Αλλά ακόμη και τώρα την τελευταία στιγμή το μόνο που κάνεις είναι να κοιτάς, να σιωπάς και να μην κυνηγάς αυτά που ορίζεις ως όνειρά σου. Άπιαστο όνειρο τη χαρακτήρισες κι εκείνη κοκκινίζοντας από ντροπή κι αμηχανία γέλασε, ίσως τώρα να κατάλαβε τι εννοούσες.

Πράγματι άργησε να εμφανιστεί κι είναι αλήθεια πως έπρεπε να δεις τι θα κάνεις με τη ζωή σου, να φτιάξεις μια οικογένεια, να χτίσεις μια καριέρα να γίνεις κατά κάποιον τρόπο συνηθισμένος, αλλά άξιζε; Ξέρεις είχε κι εκείνη δαίμονες να πολεμήσει, δράκους να νικήσει και με γονείς να συγκρουστεί για να μπορέσει να φτάσει σε σένα και να νιώσει πως βρήκε ένα σύμμαχο στον πόλεμο. Ήρθε όμως και δυστυχώς και για τους δυο φάνηκες δειλός για τη μάχη, την άφησες για ακόμη μια φορά να σταθεί ενάντια σε όλους με σύμμαχο μόνο τον εαυτό της.

Μην κλαις, δεν μπορείς εσύ να κλαις, εσύ σας σκότωσες με το φόβο σου. Φόβο για τη διαφορά ηλικίας, για τον κόσμο που θα κρίνει και θα κακολογήσει, για την ίδια σου την ύπαρξη που δεν ήξερες αν είσαι αρκετά δυνατός να αντέξει όλα όσα έρχονταν και προτίμησες να σας θυσιάσεις στο βωμό των δικαιολογιών σου προφασιζόμενος ότι δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Ξέχασες όμως πως πάντα υπάρχει! Απλώς εσύ επέλεξες να μην τη δεις και να ορίσεις τη ζωή σου σύμφωνα με την κανονικότητα που γνωρίζεις, μα κι η κανονικότητα στην αρχής ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό. Αυτό μάλλον δεν το σκέφτηκες.

Χάθηκε πια απ’ το οπτικό σου πεδίο και δεν έχεις κουνήσει βήμα ίσως γιατί ελπίζεις πως θα γυρίσει, θα φανεί ξαφνικά κάτω απ’ τα φώτα σαν από ταινία για να σε αγκαλιάσει, να σου χαρίσει το πιο όμορφο φιλί της και να σου ανακοινώσει πως δεν παραδίδει τα όπλα τόσο εύκολα. Γελάστηκες όμως γιατί πέρασε πολλά για να φτάσει ως εσένα και κουράστηκε πολύ μέχρι να καταφέρει να μάθει να αγαπάει όσο χρειάζεται για να προστατεύει τον εαυτό της και πραγματικά πίστευε πως με σένα επιτέλους θα ήταν εύκολα γιατί εσύ ένιωθες, εσύ καταλάβαινες. Όταν αυτό δε συνέβη μη έχοντας άλλες δυνάμεις μάζεψε την αξιοπρέπειά της, τις λίγες μεν ωραίες δε για κάτι κρύα χειμωνιάτικα βράδια αναμνήσεις σας κι αποχώρησε αυτή τη φορά όπως στις ταινίες, κυρία.

Κι εσύ ο κύριος της υπόθεσης, ο μεγάλος, ο πιο έμπειρος έμεινες να αναρωτιέσαι γιατί δείλιασες, υπάρχουν δεύτερες ευκαιρίες στον έρωτα που αφήνεις να φύγει κι αν ήταν αλλιώς τα πράγματα; Οφείλω όμως να σε ενημερώσω πως δουλεύεις με ό,τι έχεις κάθε φορά γιατί απ’ τη φύση τους τα πράγματα ποτέ δεν είναι τέλεια  κι εσύ αν δεν παλέψεις θα αποδειχτείς λίγος ακόμη και για τα ατελή.

Μου κάνει πάντως εντύπωση γιατί εσύ αναγνώρισες την ευτυχία σου, αλλά την άφησες να φύγει και νόμισες πως δε θα μπορέσεις να τη διαχειριστείς. Τόσο λίγο σε αγαπάς εν τέλει που βολεύτηκες σε μια κατάσταση επειδή φοβήθηκες το άγνωστο αλλά ταυτόχρονα και πιο ουσιώδες;

Ως απλός παρατηρητής της ιστορίας σας, τολμώ να πω πως καλύτερα που η πρωταγωνίστριά μας δε γύρισε, δεν παρακάλεσε γιατί στο τέλος φάνηκε πως δεν της άξιζες. Αν πράγματι ήσουν ο σύμμαχος που είχε ανάγκη τώρα θα έτρεχες να την προλάβεις αντί να κάθεσαι σαν χαμένος και να περιμένεις το γυρισμό της ή σωστότερα δε θα την είχες αφήσει εξαρχής να φύγει.

-Ήρθες; Επιτέλους, περιμένω τουλάχιστον μισή ώρα. Τι έγινε αυτή τη φορά, εξωγήινοι;
-Είσαι υπερβολική, δεν αργώ τόσο πολύ, ίσως λίγο. Εσύ τι έκανες τόση ώρα;
-Αναρωτιόμουν γιατί οι άνθρωποι αν κι αναγνωρίζουν την ευτυχία τους δειλιάζουν μπροστά σε αυτή…

Μην εγκαταλείπεις ποτέ: Οι μεγαλύτεροι εχθροί είναι κρυμμένοι μέσα σου

Μια μέρα ένας γιος πήγε να ζητήσει την συμβουλή του πατέρα του:

– Πατέρα, δεν μπορώ να το κάνω πλέον αυτό, του είπε, – αυτές οι προπονήσεις μόνο με εξουθενώνουν και τίποτα δεν αλλάζει. Δεν είναι γραφτό μου να κάνω καριέρα ποδοσφαιριστή και το όνειρό μου δεν θα γίνει πραγματικότητα.

Ο πατέρας κοίταξε με συμπόνια τον γιό του και του είπε:
– Ξέρεις παιδί μου, κάθε άνθρωπος στη ζωή έχει κάποιο όνειρο, κάποιο στόχο. Υπάρχουν εκείνοι που μας ορίζουν τι να κάνουμε επειδή αυτή είναι η δουλειά τους. Πρέπει να παλέψουμε γι’αυτό που πιστεύουμε, για αυτό που αισθανόμαστε. Σε αντίθετη περίπτωση θα διαλυθείς. Μια για πάντα.

Ο πιο εύκολος δρόμος είναι να παραιτηθείς από τα πάντα και να μην φτάσεις μέχρι το τέλος, επειδή το μονοπάτι είναι δύσβατο και δεν είμαστε μαθημένοι στις δυσκολίες. Θέλουμε τα πάντα να είναι εύκολα και να πραγματοποιούνται με την μία. Οι ευχές χωρίς πράξη εξαφανίζονται! Έτσι πεθαίνουν τα όνειρα μας και οι στόχοι μας χάνονται.
Σταδιακά, η ζωή μας γίνεται ρηχή χωρίς κανένα απολύτως νόημα. Κάποια μέρα, προσπαθούμε να ξεχάσουμε και να αρχίσουμε τα πάντα από την αρχή, περιμένουμε εκείνη την ημέρα που θα αλλάξει η ζωή μας. Αλλά πάλι συναντάμε νέα εμπόδια και απογοητευόμαστε. Έτσι καταλήγουμε στην απελπισία.
Πρέπει πάντα να θυμάσαι ένα πράγμα: ποτέ να μην παραιτείσαι από τον αγώνα, την μάχη. Δεν έχει σημασία αν έχεις χάσει μία ή δεκάδες μάχες. Η ζωή συνεχίζεται! Οι μεγαλύτεροι εχθροί είναι κρυμμένοι μέσα σου – τεμπελιά, φόβος, αμφιβολία, αναποφασιστικότητα. Να γίνει πολεμιστής για να πραγματοποιήσεις τα όνειρα σου, ιππότης για τους στόχους σου και στρατιώτης για τις επιθυμίες σου. Η ζωή είναι ένας διαρκής αγώνας και οι δυνάμεις που έχει ο καθένας μας μέσα του ανεξάντλητες. Ναι υπάρχουν στιγμές ψυχικής και σωματικής κούρασης και απογοήτευσης. Αλλά αυτές δεν πρέπει να είναι το τέρμα.

Σαν ο έρωτας μπαίνει στην αρένα

Γιατί θαρρείς πως θα ξέφευγε απ’ τον έρωτα το «είναι» και το «φαίνεσθαι»; Δεν είναι λίγες οι φορές που πιστεύεις πως γνωρίζεις μια ιστορία, αλλά η αλήθεια ξάφνου αρχίζει να ξεδιπλώνεται  με ανατρεπτικό κι φευγαλέο θα έλεγες ρυθμό μπρος τα μάτια σου. Πρόκειται για μια εσωτερική «βόμβα» με βασική  ακόλουθη συνέπεια, την ψυχική σου ρήξη.  Εκεί που το ρόδινο αντικαθίσταται με το χαοτικό , εκεί που η ολοκλήρωση αρχίζει να «αιμορραγεί», εκεί που η λαχτάρα της ανάμνησης  φαντάζει ψευδαίσθηση πλέον, έτσι κάπου εκεί λοιπόν γεννιέται η απορία, συνοδευόμενη από  μια κενή απόχρωση ελπίδας «Γιατί; Γιατί μου συμβαίνει όλο αυτό;». Συζητείται η πιο σκληρή, ίσως, ιστορία στα ειδύλλια, αυτή χωρίς ξεκάθαρο επίλογο.
 
Τι συνειρμούς φέρνει ξαφνικά, το πρώτο πρωινό δίχως εκείνον; Αγκαλιά με το γνώριμο μαξιλάρι,  εκείνο τον συλλέκτη των στιγμών σας, βιώνεις τον τοξικό, αλλά ταυτόχρονα εθιστικό πόνο. Οι αυθόρμητες γλυκανάλατες λέξεις  που ψιθύριζε σαν απομνημονεύματα ερωτευμένου ουρανού και τα αισθησιακά με τόλμη και δισταγμό χάδια του σαν… πράξεις ντροπαλής γης σε παρασύρουν σε μια εικονική πραγματικότητα, σε παραλύουν… Παράνοια για μια στιγμή. Τον κατηγορείς, τον δικαιολογείς , παίρνεις το φταίξιμο, ηρεμείς, αγριεύεις, αναπολείς τη λογική. Λες κι ο έρωτας έχει λογική!
 
Κάποτε «φύλαγες» τους δαίμονες μέσα σου να σε ελέγχουν, να σε προσέχουν, δεν ήταν άλλωστε και τόσο κακοί. Τους έδιωξες τώρα πια, μιας κι είχες εκείνον. Τώρα όλα στον αόριστο καταγράφονται, τίποτα δεν απέμεινε. Πρώτο βράδυ ολομόναχη σου μένεις ξύπνια να αναζητείς σκιές. Η νύχτα σε περιπαίζει κι καυχιέται με τα άστρα της να την γεμίζουν. Το ίδιο όμορφη ήσουν κι εσύ ντυμένη με τα άστρα που σου χάρισε. Τόσο ανώνυμη κατέληξες τώρα. Σου είναι αδύνατο να δεχτείς πως απορρίφθηκες, πως είχες ημερομηνία λήξης. Συνεχίζεις παθητικά να μονολογείς πως επιθυμείς μια παραπάνω βόλτα μαζί του εκεί στην αμμουδιά, μια ακόμη αγκαλιά του από εκείνες τις αναπάντεχες και στοργικές κι ένα ακόμη βλέμμα του από εκείνα που ισοπεδώνουν τις λέξεις. Νάρκη. Ανίκανη είσαι πια να ξεχωρίσεις την πραγματικότητα από το όνειρο. Τι είχες, τι ήθελες να έχεις… Συγχύζεται το μυαλό σου. Θα αργήσεις να κοιμηθείς κι απόψε…
 
Το να πονάς είναι αναπόφευκτο, το να υποφέρεις είναι επιλογή. Σε τέτοιες ιστορίες θαρρείς πως εκείνη η επιλογή είναι το φως στο τούνελ, τίποτα άλλο. Εν τέλει, ο έρωτας περιγελά τη ζωή κι ο άνθρωπος την ειρωνεύεται, δεν την αγαπά. Εξυψώνει τον έρωτα στα μάτια του. Χρέος του πια είναι να βρει έναν επίλογο, για να σωθεί, υποφέροντας μόνο. Το δράμα του διαχέεται παντού, σε όλο του το φάσμα, σε όλους τους ανθρώπους με τους οποίους σχετίζεται, σε όλες τις καταστάσεις στις οποίες συμμετέχει, σε όλες τις φαντασιώσεις, σε όλες τις σκέψεις και σε όλα τα συναισθήματά του. Δράμα υπαρξιακό καταλήγει ο ίδιος άνθρωπος  στην τελική.
 
Όμως στη ζωή δεν είσαι μόνο το δράμα που σε διακατέχει. Είσαι κάτι πολύ περισσότερο σε αυτή την ιστορία. Κάπου εκεί μέσα υπάρχει κάτι πραγματικά αυθεντικό. Ο  όρος της αυθεντικότητας ενδέχεται να διοχετεύει φόβο σε αυτόν τον σκληρό και απομονωμένο κόσμο, γιατί για την προσέγγιση του προϋποτίθεται ψυχική ελευθερία κι έκφραση. Με τον έρωτα, όμως  την προσπερνάς, αφού κατά έναν περίεργο τρόπο είναι μια συμφωνία, ένα είδος ηδονικού συμβιβασμού, ένα συμβόλαιο δύο ανθρώπων για την κατάρριψη του «τείχους» της μοναξιάς. Η απώλεια του ενός σπάει τα δεσμά κι η ισορροπία ταλανίζεται. Δεν μπορείς να μείνεις μόνος θαρρείς…
 
Εκείνος ο επίλογος που ψάχνεις, ωστόσο, ίσως να μην αφορά την ξαφνική απώλεια αλλά εσένα. Αναρωτήσου…  «Τι ήσουν πριν τον έρωτα και τι μετά;» Σοφός και σοφότερος. Σαν αρχίζεις να βλέπεις στο βάθος των πραγμάτων  θα είσαι πια ευγνώμων.

Άγχος Ασθένειας

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά συμπτώματα.

Το άτομο που υποφέρει από τη Διαταραχή Άγχους Ασθένειας ασχολείται επίμονα με την ιδέα ότι έχει ή ότι κολλάει κάποια σοβαρή ασθένεια. Σωματικά συμπτώματα της επίφοβης ασθένειας δεν υπάρχουν, ή αν υπάρχουν έχουν ελάχιστη ένταση.

Αν το άτομο πάσχει από κάποια άλλη ιατρική κατάσταση ή αν υπάρχει υψηλός κίνδυνος να αναπτύξει κάποια πάθηση λόγω κληρονομικότητας, η ενασχόληση με αυτή είναι υπερβολική και δυσανάλογη. Τα άτομα με Διαταραχή Άγχους Ασθένειας διακατέχονται από υψηλά επίπεδα άγχους υγείας με αποτέλεσμα να πανικοβάλλονται εύκολα γι’ αυτήν. Ταυτόχρονα, εμφανίζουν υπερβολικές συμπεριφορές όσον αφορά στην υγεία τους, όπως το να ελέγχουν συνέχεια το σώμα τους για σημάδια της ασθένειας, ή δυσπροσαρμοστικές συμπεριφορές, όπως το να αποφεύγουν τα ραντεβού με τους γιατρούς ή/και τα νοσοκομεία. Όλα τα παραπάνω συμπτώματα διαρκούν για τουλάχιστον 6 μήνες, αλλά η συγκεκριμένη νόσος που φοβάται το άτομο ενδέχεται να αλλάξει εντός της περιόδου αυτής.

Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα άτομα με υψηλό άγχος υγείας

Στους άνθρωποι που ανησυχούν υπερβολικά για την υγεία τους, πολλές φορές δίνονται λίγες πληροφορίες σχετικά με το άγχος τους γι’ αυτήν. Οι γιατροί ή τα κοντινά τους πρόσωπα συχνά δυσανασχετούν όταν το άτομο τους ρωτά επαναλαμβανόμενα και επίμονα αν έχουν κάποια ασθένεια με σκοπό να καθησυχαστούν ότι είναι καλά. Έτσι, συχνά οι γύρω θεωρούν το άτομο "παραπονιάρικο". Οι άνθρωποι που υποφέρουν από άγχος υγείας νιώθουν πολλές φορές αποξενωμένοι από το σύστημα υγείας: μπορεί να αισθάνονται ότι οι ανησυχίες τους δεν λαμβάνονται σοβαρά υπόψη από τους γιατρούς ή/και ότι έχουν επισκεφθεί πολλούς επαγγελματίες υγείας ανά τα χρόνια, αλλά ποτέ δεν τους υπέδειξε κάποιος πώς να αντιμετωπίσουν τα συμπτώματα και το άγχος τους.

Πώς δημιουργείται η Διαταραχή Άγχους Ασθένειας

Το άγχος υγείας γίνεται υπερβολικό και οδηγεί στην εκδήλωση της Διαταραχής Άγχους Ασθένειας όταν οι εμπειρίες σωματικών παθήσεων του παρελθόντος (του ίδιου του ατόμου ή κάποιου άλλου), καθώς και οι πληροφορίες που το άτομο λαμβάνει, σχετικά με διάφορα θέματα υγείας, από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, οδηγούν στο σχηματισμό συγκεκριμένων πεποιθήσεων σχετικά με τα συμπτώματα, τις αρρώστιες και τις συμπεριφορές που αφορούν στην υγεία.

Παραδείγματα ενδεχομένως προβληματικών πεποιθήσεων για την υγεία, μπορεί να είναι:«τα σωματικά συμπτώματα αποτελούν συνήθως σημάδι κάποιας σοβαρής ασθένειας που θα απειλήσει τη ζωή μου» ή «αν δεν πάω αμέσως στον γιατρό όταν παρατηρήσω κάτι ασυνήθιστο στο σώμα μου, μετά μπορεί να είναι πολύ αργά».

Τέτοιες πεποιθήσεις μπορεί να αποτελούν μια μόνιμη πηγή άγχους ή/και να πυροδοτούνται από καταστάσεις, όπως το να ακούσει το άτομο τις λεπτομέρειες της αρρώστιας που έχει κάποιος συνομήλικος ή να μάθει καινούριες πληροφορίες σχετικά με την ασθένεια που φοβάται. Οι αρνητικές αυτές πεποιθήσεις για την υγεία μπορεί να οδηγήσουν το άτομο στο να στρέφει επιλεκτικά την προσοχή του σε πληροφορίες που επιβεβαιώνουν την ιδέα του ότι πάσχει από κάποια ασθένεια και κατά συνέπεια να αγνοεί αντίθετες ενδείξεις που υποστηρίζουν ότι είναι υγιές.

Στην δημιουργία της Διαταραχής Άγχους Ασθένειας βασικό ρόλο παίζει το γεγονός ότι το άτομο αντιλαμβάνεται τις σωματικές  αισθήσεις και συμπτώματα ως πολύ πιο επικίνδυνα απ’ ότι στην πραγματικότητα είναι, καθώς και το ότι θεωρεί μία συγκεκριμένη ασθένεια ως πολύ πιο πιθανή ή/και σοβαρή απ’ ότι είναι. Ταυτόχρονα, το άτομο πιστεύει είναι ανίκανο να αποτρέψει και να αντιμετωπίσει την ασθένεια. Επίσης, σημαντικό ρόλο παίζει το ότι εκτιμά τις συνέπειες της ασθένειας ως τρομερά οδυνηρές, θεωρεί δυσβάσταχτο το γενικό βάρος που μπορεί αυτή να επιφέρει στη ζωή του και αμφιβάλλει για το πόσο υποστηρικτικό θα είναι το περιβάλλον του στην περίπτωση που το άτομο νοσήσει.

Η αντιμετώπιση της Διαταραχής Άγχους Ασθένειας

Σημαντικό κομμάτι της θεραπευτικής διαδικασίας είναι να κατανοήσει ο θεραπευόμενος πώς το άγχος υγείας του δημιουργήθηκε και ποιοι είναι οι λόγοι που αυτό συντηρείται και του προκαλεί δυσκολία.

Η θεραπεία της Διαταραχής Άγχους Ασθένειας περιλαμβάνει τεχνικές παρεμπόδισης των συνεχών προσπαθειών του ατόμου να επιβεβαιώνεται από τους γύρω του και τους γιατρούς για την κατάσταση της υγείας του και να τσεκάρει αδιάκοπα το σώμα του για ύποπτα συμπτώματα κάποιας ασθένειας.

Οι συμπεριφορές αυτές προσφέρουν βραχυπρόθεσμη μείωση του άγχους του ατόμου, αλλά μακροπρόθεσμα διαιωνίζουν και ενισχύουν την παρουσία του άγχους υγείας. Μέσω του σχεδιασμένου παρεμποδισμού αυτών των δυσλειτουργικών συμπεριφορών, αυτές σταματούν σταδιακά να υπάρχουν και να αναπυροδοτούν το άγχος, ενώ ο θεραπευόμενος μαθαίνει νέες πιο λειτουργικές στρατηγικές να αντιμετωπίζει την παρουσία των σωματικών συμπτωμάτων.

Παραδείγματα τέτοιων βοηθητικών στρατηγικών είναι η επιμόρφωση του θεραπευόμενου σχετικά με φυσιολογικά σωματικά συμπτώματα, αλλά και σχετικά με τις περιπτώσεις όπου είναι αναγκαίο να δοθεί ιατρική προσοχή, η εκπαίδευσή του σε τεχνικές που αποσκοπούν στην αποδοχή των συμπτωμάτων και σε τεχνικές χαλάρωσης, και η έκθεσή του σε άβολα σωματικά συμπτώματα.

Επίσης, μέσω της θεραπείας, το άτομο μαθαίνει:
Να αναγνωρίζει αγχωτικές και καταστροφικές σκέψεις που αφορούν στα συμπτώματα και την ασθένεια, καθώς και το ποια ερεθίσματα τροφοδοτούν τς σκέψεις αυτές.

Να αρχίζει να περιλαμβάνει και μη καταστροφικές ερμηνείες στη σκέψη του για τα σωματικά συμπτώματα.
Να εκτιμά πιο ρεαλιστικά το πόσο πιθανές είναι οι συνέπειες που φοβάται.
Να χρησιμοποιεί εναλλακτικές σκέψεις πιο λειτουργικές με σκοπό να αντιμετωπίζει τις αγχωτικές σκέψεις.
Να αποκτά ανοχή στην αβεβαιότητα σχετικά με την εξέλιξη των ζητημάτων υγείας.

Σταδιακά το άτομο αποκτά την ικανότητα να διαχειρίζεται αποτελεσματικά το άγχος υγείας του, με αποτέλεσμα η διαταραχή να αρχίσει να φθίνει, παύοντας έτσι να προκαλεί βάρος στη ζωή και την καθημερινότητά του.

Πυρηνική Σύντηξη: Επιβράδυνση ηλεκτρονίων που διαφεύγουν ανοίγει το δρόμο για επίλυση προβλημάτων σε αντιδραστήρες σύντηξης

Η πυρηνική σύντηξη έχει τη δυνατότητα να παρέχει καθαρή και ασφαλή ενέργεια που είναι ελεύθερη από εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Ωστόσο, η αντιγραφή της διαδικασίας παραγωγής ηλιακής ενέργειας είναι μια δύσκολη υπόθεση για να επιτευχθεί. Τώρα δυο νέοι φυσικοί πλάσματος στο Chalmers University of Technology, μας πήγαν ένα βήμα πιο κοντά σε ένα λειτουργικό αντιδραστήρα σύντηξης. Το μοντέλο τους θα μπορούσε να οδηγήσει σε καλύτερες μεθόδους για επιβράδυνση των ηλεκτρονίων που διαφεύγουν, τα οποία θα μπορούσαν να καταστρέψουν ένα μελλοντικό αντιδραστήρα χωρίς προειδοποίηση.

Χρειάζεται υψηλή πίεση και θερμοκρασίες περίπου 150 εκατομμυρίων βαθμών για να γίνει δυνατό να συνδυαστούν άτομα. Σαν να μην ήταν αυτά αρκετά, τα ηλεκτρόνια που διαφεύγουν προκαλούν χάος στους αντιδραστήρες σύντηξης που τώρα αναπτύσσονται. Στους υποσχόμενους αντιδραστήρες τύπου tokamak, τα ανεπιθύμητα ηλεκτρικά πεδία θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο ολόκληρη τη διαδικασία. Ηλεκτρόνια με ακραία υψηλή ενέργεια μπορούν ξαφνικά να επιταχυνθούν σε ταχύτητες τόσο υψηλές που καταστρέφουν το τοίχωμα του αντιδραστήρα.

Είναι αυτά τα διαφεύγοντα ηλεκτρόνια τα οποία με την έρευνά τους η Linnea Hesslow και ο Ola Embréus (φωτογραφία), υποψήφιοι διδακτορικού, έχουν προσδιορίσει και επιβραδύνει με επιτυχία. Μαζί με την επιβλέπουσα Καθηγήτρια Tünde Fülöp στο Τμήμα Φυσικής του Chalmers, μπόρεσαν να δείξουν ότι είναι δυνατό να επιβραδύνουν αποτελεσματικά τα διαφεύγοντα ηλεκτρόνια με την έκχυση αποκαλούμενων βαρέων ιόντων με μορφή αερίου ή σβόλων. Για παράδειγμα, νέον ή αργόν μπορεί να χρησιμοποιηθούν ως «φρένα».

Παρόλο που τα τοιχώματα του θαλάμου κενού στον Βρετανικό αντιδραστήρα σύντηξης JET είναι κατασκευασμένα από στερεό μέταλλο, μπορεί να λιώσουν αν χτυπηθούν από δέσμη διαφυγόντων ηλεκτρονίων.

Όταν τα ηλεκτρόνια συγκρούονται με το υψηλό φορτίο στους πυρήνες των ιόντων, βρίσκουν αντίσταση και χάνουν ταχύτητα. Οι πολλές συγκρούσεις καθιστούν την ταχύτητα ελέγξιμη και επιτρέπουν τη διαδικασία σύντηξης να συνεχιστεί. Χρησιμοποιώντας μαθηματικές περιγραφές και προσομοιώσεις πλάσματος, είναι δυνατό να προβλεφθεί η ενέργεια των ηλεκτρονίων – και πώς αυτή αλλάζει κάτω από διάφορες συνθήκες. «Όταν μπορούμε αποτελεσματικά να επιβραδύνουμε τα διαφεύγοντα ηλεκτρόνια, είμαστε ένα βήμα πιο κοντά σε ένα λειτουργικό αντιδραστήρα σύντηξης. Με δεδομένο ότι υπάρχουν τόσο λίγες επιλογές για επίλυση των παγκόσμια αυξανόμενων αναγκών για ενεργειακές ανάγκες με βιώσιμο τρόπο, η ενέργεια από σύντηξη είναι απίστευτα συναρπαστική καθώς αντλεί τα καύσιμά της από το συνηθισμένο θαλασσινό νερό», λέει η Linnea Hesslow.

Η μελέτη της ίδιας και των συνεργατών της δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο αναγνωρισμένου κύρους περιοδικό Physical Review Letters. «Το ενδιαφέρον για την εργασία είναι τεράστιο. Η γνώση χρειάζεται για μελλοντικά, ευρείας κλίμακας πειράματα και δίνει ελπίδα για τη λύση δύσκολων προβλημάτων. Αναμένουμε η εργασία να έχει ισχυρά θετική επίδραση», λέει η Καθηγήτρια Tünde Fülöp. Παρόλη τη μεγάλη πρόοδο στην έρευνα της ενέργειας από σύντηξη κατά τα τελευταία πενήντα χρόνια , δεν υπάρχει ακόμη σε εμπορική εφαρμογή εργοστάσιο παραγωγής ενέργειας από σύντηξη. Αυτή την περίοδο όλα τα βλέμματα είναι στραμμένα στην διεθνή ερευνητική συνεργασία που σχετίζεται με τον αντιδραστήρα ITER στην νότια Γαλλία.

Στο κυνήγι της ομορφιάς

Αποτέλεσμα εικόνας για chanel celayaΗ ανησυχία για την εικόνα μας, δεν είναι ένας παραλογισμός της σύγχρονης Δυτικής κοινωνίας και κουλτούρας. Κατά καιρούς, έρευνες και μελέτες διεξάγονται, αναζητώντας τους λόγους και τα αίτια που μία γυναίκα μπορεί να μην αισθάνεται καλά με την εικόνα της.
 
 
Κατά καιρούς και κατά τόπους τα πρότυπα ομορφιάς είναι διαφορετικά

Σχετικά, το τελευταίο διάστημα, φωτογραφικά πρότζεκτ και καμπάνιες συνεχώς ξεπηδούν, θέτοντας στο επίκεντρο το γυναικείο κορμί, σε μία προσπάθεια να αναδειχθεί η ποικιλία σωμάτων που υπάρχει και να σπάσει αυτό που ονομάζεται “συγκεκριμένο πρότυπο ομορφιάς”.
 

Γιατί μία γυναίκα επιθυμεί να είναι όμορφη;

Αρχικά είναι σύμφυτο με τον κοινωνικό της ρόλο και συνεπώς προσδοκώμενο από το κοινωνικό σύνολο. Κατ’ αντιστοιχία, από τον άντρα αναμένει κανείς να είναι δυναμικός. Τα κοινωνικά στερεότυπα διαμορφωμένα σε βάθος χρόνου δημιουργούν προσδοκίες στο υποκείμενο.
 
Από μία άλλη άποψη, ο καθρέπτης και το κατοπτριζόμενο είδωλο αντανακλούν πέρα από σκληρές ως προς την ακρίβεια εικόνες, αμείλικτες και ως προς τα μηνύματα. Το πέρασμα του χρόνου, η φθορά, η ελκυστικότητα, η σεξουαλικότητα είναι ιδιαίτερα σημαντικά ζητήματα και συνδέονται στενά με την εικόνα.
 
Σε αυτό το σημείο βέβαια, είναι απαραίτητο να αναζητηθεί το κοινωνικό εκτόπισμα και σημαινόμενο της ομορφιάς. Η ομορφιά μπορεί να διαπιστώσει κανείς με μια ιστορική ματιά, ότι δεν είναι κάτι σταθερό και αυταπόδεικτο, καθώς κατά καιρούς και κατά τόπους, τα πρότυπα ομορφιάς αλλάζουν.
 
Η αναγνωρισμένη κοινωνική ομορφιά στις δυτικές κοινωνίες συνδέεται στενά με την αυτοπεποίθηση, τον δυναμισμό, την εξουσία, τις ευκαιρίες. Είναι μία προστιθέμενη αξία για τη σύγχρονη γυναίκα παρά τα αρνητικά στερεότυπα και τις δυσκολίες που τη συνοδεύουν.
 
Σύμφωνα με τον ορισμό που διατυπώθηκε στο καταστατικό του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (1946), η υγεία είναι η κατάσταση της πλήρους σωματικής, ψυχικής και κοινωνικής ευεξίας και όχι μόνο η απουσία ασθένειας ή αναπηρίας.
 
Συνεπώς, όταν η ενασχόληση με την ομορφιά δεν οδηγεί σε διαταραχές διατροφής ας πούμε ή ακόμη δεν διαταράσσει και την εύρυθμη καθημερινή λειτουργία και κοινωνικές σχέσεις του ατόμου, δεν υπάρχει λόγος να μιλήσει κανείς για παθολογία.
 
Είναι δεδομένο, ωστόσο, ότι τα πρότυπα ομορφιάς δεν είναι πάντοτε συνυφασμένα με την όψη της υγείας.
 
Μπορεί αυτή η ανάγκη να γίνει εμμονή αν συντρέχουν και άλλοι παράγοντες, μπορεί να γίνει εμμονή. Κάτι τέτοιο το παρατηρούμε και κατά την περίοδο της εφηβείας. Οι έφηβοι σε μία προσπάθεια κατανόησης των ενδοψυχικών και σωματικών αλλαγών, σε μία προσπάθεια αναζήτησης του ρόλους τους, ασχολούνται με εμμονικό τρόπο, με την εμφάνισή τους. Ωστόσο, πρέπει να συντρέχουν και άλλοι λόγοι.
 
Η εμμονή αυτή από μόνη της δεν δύναται να προκαλέσει κάποιο κλινικό σύνδρομο, να επιφέρει ψυχικές διαταραχές. Ωστόσο, υπάρχουν διαταραχές οι οποίες με έναν τρόπο συνδέονται με την ανάγκη για ομορφιά όπως οι διατροφικές διαταραχές (Ψυχογενής ανορεξία, βουλιμία, υπερφαγία), οι οποίες μας απασχολούν έντονα τα τελευταία χρόνια.

Υπάρχουν διαταραχές που με έναν τρόπο συνδέονται με την ανάγκη για ομορφιά
 
Πριν χρόνια η γυναίκα βρισκόταν σε έναν κλειστό χώρο με υποχρεώσεις της, την φροντίδα της οικογενείας, ενώ τώρα έχει βγει από το σπίτι αντιλαμβανόμενη τον εαυτό της ως αυτόνομο και ανεξάρτητο. Από έναν κλειστό χώρο και την απουσία προσοχής, εισέρχεται σε έναν χώρο όπου “τραβά τα βλέμματα” . Έτσι έχει μεταβληθεί ο κοινωνικός ρόλος της γυναίκας τα τελευταία χρόνια. Το ίδιο έχει συμβεί και στη νοηματοδότηση της ομορφιάς. Η ομορφιά δεν έχει την ίδια αξία σήμερα, με αυτή που είχε πριν από πενήντα χρόνια στην ελληνική κοινωνία.
 
Ένα απλό παράδειγμα είναι η απόκρυψη των γκρίζων μαλλιών με βαφή, που γίνεται μεν αποδεκτή, υπάρχουν δε τμήματα πληθυσμού που την απορρίπτουν.
 

Υπάρχει μία σύγχυση ρόλων…

Σήμερα η ομορφιά φαίνεται να συνδέεται με την εξουσία, τη δύναμη, με αυξημένες ευκαιρίες στον εργασιακό χώρο, το οποίο με την σειρά του οδηγεί σε μία σύγχυση ρόλων. Η γυναίκα καλείται να είναι όμορφη, ανεξάρτητη, δυναμική, και παράλληλα στοργική, μητρική και αφοσιωμένη.
 
Τα πρότυπα ομορφιάς που προβάλλονται από περιοδικά μόδας, διαφημίσεις και από τον γενικό χώρο της ομορφιάς είναι ικανά να ασκήσουν επιρροή στη γυναίκα;
 
Αν έλεγε κανείς ότι δεν επηρεάζουν θα ήταν σα να αμφισβητούσε τη βιομηχανία της ομορφιάς, η οποία αν μη τι άλλο στελεχώνεται από ικανούς επαγγελματίες των οποίων στόχος είναι και η διαμόρφωση προτύπων και η άσκηση επιρροής.
 
Συνεπώς, σαφώς και επηρεάζουν και η επιρροή αυτή είναι αντικείμενο διάφορων μελετών. Το ενδιαφέρον “προϊόν” αυτής της βιομηχανίας, το ωραίο, παρουσιάζεται ως πάντα ιδανικό, άπιαστο και άμεσα συνυφασμένο με δευτερογενείς στόχους.
 
Κάτι ακόμη που παρουσιάζει ενδιαφέρον είναι ότι μέχρι πρότινος απευθύνεται σε γυναίκες συγκεκριμένου ηλικιακού φάσματος. Με την εξέλιξη ωστόσο της πλαστικής χειρουργικής το φάσμα αυτό διευρύνεται.
 
Πάντως είναι όλο και πιο σπάνιο να συναντά κανείς περιποιημένες γυναίκες με τρόπο που να παραπέμπει σε άλλη δεκαετία, στη δεκαετία της νεότητάς τους… Ωστόσο, τυχαίνει να βλέπουμε κάποιες Κυριακές, όμορφες κυρίες μετά το κατώφλι των 70, με το τριανταφυλλί κραγιόν στα χείλη»!
 

Μία γυναίκα μπορεί να μην νιώθει όμορφα με την εικόνα της

Υπάρχουν πολλές απαντήσεις σε αυτή την ερώτηση. Ενδεικτικά, ο χρόνος και τα ίχνη που αφήνει. Είναι ένα ζήτημα με οντολογικές διαστάσεις το οποίο εγγράφεται στην εξωτερική μας εικόνα και εκεί είναι πιο εύκολα διαχειρίσιμο.
 
Εκεί ξεσπούν καμιά φορά όλες οι προσωπικές ανασφάλειες και βλέπουμε γυναίκες πανικόβλητες να αρνούνται το πέρασμα του χρόνου, να προσπαθούν να αποκαταστήσουν τη φθορά, να αντιμετωπίσουν το άγχος του χρόνου, απομακρύνοντας τον από το τοπίο, χρησιμοποιώντας καμιά φορά αμφίβολα μέσα.
 
Από την άλλη, πολλές φορές είναι και θέμα διάθεσης και άλλων ζητημάτων που επιλέγουμε να επικεντρώσουμε σε κάτι που φαίνεται. Είναι σαν τη γνωστή ιστορία που κάποιος χάνει ένα αντικείμενο στο δρόμο και αντί να το ψάξει εκεί, το ψάχνει κάτω από τη λάμπα επειδή εκεί έχει φως.

Η ζωή είναι όμορφη..ας επιδιώξουμε το ίδιο και για τη διάθεσή μας
 
Έτσι πολλές φορές αποδίδουμε τη δυσθυμία μας, των αποτυχιών μας, των ματαιώσεων, σε περισσότερο εμφανή και κατανοητά πλαίσια. Αν ήμουν πιο αδύνατη θα είχα περισσότερες ευκαιρίες στις συνεντεύξεις. Αν ήμουν πιο όμορφη ο σύντροφός μου δεν θα με απατούσε.
 
Οι διαπροσωπικές και κοινωνικές σχέσεις γίνονται αντιληπτές σαν ένα παιχνίδι ανταγωνισμού με σαφείς κανόνες. Και είναι υγιές να θέλουμε να είμαστε όμορφες, γιατί όταν νιώθουμε καλά με την εικόνα μας: We are back in the game»!

Τρεις μεγάλες διαφορές ανάμεσα στον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα

Μελετώντας την πορεία της Φιλοσοφίας στον Ελληνικό κόσμο, συναντάμε μεγάλες προσωπικότητες που με τη σκέψη και το έργο τους χάραξαν βαθιά την Ιστορία του Πολιτισμού και επέδρασαν στη διαμόρφωσή του χιλιάδες χρόνια μετά την εποχή τους. Ανάμεσα σ’ αυτούς συγκαταλέγονται ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης, δύο πραγματικοί γίγαντες της διανόησης και του πνεύματος, που συνδέθηκαν στενά μεταξύ τους, δίδαξαν μεγάλες αλήθειες, αναγνωρίστηκαν και τιμήθηκαν από τις μεταγενέστερες γενιές μέχρι και σήμερα για την προσφορά τους.

Στα έργα τους συναντάμε πολλά κοινά σημεία στις απόψεις τους για τη ζωή, τον άνθρωπο, την ηθική, κάτι που άλλωστε είναι φυσικό εφόσον συνδέθηκαν μεταξύ τους ως Δάσκαλος και Μαθητής. Συναντάμε όμως και κάποιες διαφορές στην αντίληψή τους για τον Κόσμο, την πολιτική και τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία.
 
Οι διαφορές μεταξύ των δύο φιλοσόφων
Ο Πλάτωνας γεννήθηκε το 428 π.Χ. στην Αθήνα. Οι γονείς του κατάγονταν από αριστοκρατική γενιά. Έτσι η μόρφωσή του ήταν προσεγμένη. Από τα νεανικά του χρόνια εκδήλωσε το ενδιαφέρον για την πολιτική και τα όσα συνέβαιναν στην Αθήνα. Όταν ήταν 20 ετών, γνώρισε το μετέπειτα δάσκαλό του, Σωκράτη, κοντά στον οποίο έμεινε για 8 χρόνια, μέχρι και το θάνατό του. Με τον Σωκράτη ανέπτυξε μία ιδιαίτερη σχέση ως μαθητής του, καθώς η διδασκαλία του επηρέασε με αποφασιστικό τρόπο τη διαμόρφωση του εσωτερικού κόσμου του Πλάτωνα.
 
Ο Πλάτωνας φρόντισε, μετά το θάνατο του δασκάλου του, να διασώσει και να μεταδώσει τις διδασκαλίες και τη μεγαλειώδη φυσιογνωμία του, γράφοντας τους γνωστούς σωκρατικούς διαλόγους.
 
Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, μετά από πολλά ταξίδια, ίδρυσε το 387 π.Χ. στην Αθήνα μία φιλοσοφική Σχολή κοινοβιακού χαρακτήρα, την οποία ονόμασε Ακαδημία προς τιμή του ήρωα Ακάδημου. Εκεί δίδαξε για 40 ολόκληρα χρόνια, ως το θάνατό του, σύμφωνα με τα ιδανικά του και με το σωκρατικό πνεύμα.
 
Η Ακαδημία αναδείχθηκε στον ελλαδικό χώρο σε έναν καταλυτικό φορέα γνώσης και διαμόρφωσης σημαντικών προσωπικοτήτων της εποχής και ανέδειξε πολλά μεγάλα ονόματα στον τομέα της φιλοσοφίας και επιστήμης. Ένα από αυτά ήταν ο Αριστοτέλης.
 
Ο Αριστοτέλης γεννήθηκε στα Στάγειρα της Χαλκιδικής το 384 π.Χ. Ο πατέρας του ήταν φημισμένος γιατρός, γεγονός που πιθανόν επηρέασε το ενδιαφέρον του γιού του για τη βιολογία και τη φυσική.
 
Στην Ακαδημία του Πλάτωνα μπήκε σε ηλικία 18 ετών και έμεινε σ’ αυτήν 19 χρόνια, μέχρι και το θάνατο του δασκάλου του. Ανέπτυξε μαζί του στενή σχέση και σεβασμό προς το πρόσωπό του, αλλά διαφώνησε και διαφοροποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό πάνω σε ορισμένες ιδέες και θέσεις του. Γι’ αυτό και λέγεται ότι ο Πλάτωνας τον αποκαλούσε “πόλο”, δηλαδή πουλάρι που κλωτσάει τη μητέρα του στην κοιλιά μόλις γεννηθεί.
 
Οι διαφωνίες των δύο μεγάλων φιλοσόφων είναι ένα θέμα που αξίζει να μελετήσει κανείς. Ας δούμε όμως πιο συγκεκριμένα τα σημεία στα οποία είχαν διαφορετική θεώρηση.
Σημείο πρώτο: Η Θεωρία των Ιδεών
Το πρώτο κύριο και βασικό σημείο διαφωνίας τους ήταν η αντίληψή τους για τον Κόσμο. Ο Πλάτωνας πίστευε ότι πίσω από τον κόσμο των αισθήσεων και της Ύλης υπήρχε μία άλλη πραγματικότητα, την οποία ονόμαζε “Κόσμο των Ιδεών”. Σ’ αυτόν τον κόσμο υπάρχουν και βρίσκονται τα καλούπια, οι αιτίες, τα πρότυπα όλων των πραγμάτων και φαινομένων που αντιλαμβανόμαστε μέσω των αισθήσεων γύρω μας. Όλα είναι φτιαγμένα με βάση μία διαχρονική μορφή, που παραμένει αιώνια και σταθερή παρά τις μεταβολές που ο χρόνος επιφέρει στα πάντα. Αυτές οι διαχρονικές μορφές μοιάζουν να είναι τα πρωταρχικά στοιχεία της φύσης, κάτι σαν διανοητικά και αφηρημένα σχήματα που διαμορφώνουν τα φυσικά φαινόμενα και που ο αριθμός τους είναι συγκεκριμένος. Έτσι πίσω από τον άνθρωπο υπάρχει η “ιδέα-άνθρωπος”, πίσω από το άλογο, υπάρχει η “ιδέα- άλογο”, κ.ο.κ.
 
Ο Αριστοτέλης από τη μεριά του είχε εντελώς αντίθετη άποψη. Γι’ αυτόν ο Πλάτωνας είχε αναποδογυρίσει την πραγματικότητα. Συμφωνούσε στο ότι ο φυσικός κόσμος διέπεται από μεταβλητότητα, παροδικότητα και φθορά. Αλλά οι «ιδέες» του Πλάτωνα γι’ αυτόν δεν είναι οι αρχικές μορφές των πραγμάτων, αλλά είναι ένα κατασκεύασμα της λογικής του ανθρώπου, που δημιουργείται μέσα από την εμπειρία. Δηλαδή η ιδέα μας για το άλογο σχηματίζεται από τη λογική μας, αφού έχουμε δει και συγκρίνει μέσα στη φύση ένα μεγάλο αριθμό αλόγων και έχουμε καταλήξει σ’ εκείνα τα χαρακτηριστικά που είναι κοινά σε όλα, πέρα από τις διαφορές τους. Αυτό το σύνολο κοινών χαρακτηριστικών είναι η ιδέα ή «μορφή», όπως την αποκαλούσε ο Αριστοτέλης, η οποία δεν προϋπάρχει σε κάποιον ειδικό κόσμο, αλλά συναντάται μέσα στο καθετί.
 
Για τον Πλάτωνα η ύψιστη πραγματικότητα βρίσκεται στον Κόσμο των Ιδεών και των Αρχετύπων. Για τον Αριστοτέλη η ύψιστη πραγματικότητα βρίσκεται σ’ αυτό που αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας. Για τον Πλάτωνα όλα όσα βλέπουμε γύρω μας είναι αντανακλάσεις άλλων πραγμάτων, που υπάρχουν στον Κόσμο των Ιδεών-κι επομένως και μέσα στην ψυχή του ανθρώπου. Για τον Αριστοτέλη όσα υπάρχουν μέσα στην ψυχή του ανθρώπου είναι αντανακλάσεις των πραγμάτων και των αντικειμένων του φυσικού κόσμου.
 
Σημείο δεύτερο: Η Πολιτική
Ένα άλλο σημαντικό σημείο διαφωνίας μεταξύ των δύο φιλοσόφων είναι η θεώρησή τους για το ποιός είναι ο καλύτερος τρόπος (πολίτευμα) διακυβέρνησης ενός κράτους. Στο έργο του Αριστοτέλη «Πολιτικά» και στο έργο του Πλάτωνα «Πολιτεία» εκφράζονται οι πολιτικές τους θέσεις με αρκετές κοινές, αλλά και διαφορετικές αντιλήψεις. Ο Πλάτωνας μιλάει για την ιδανική Πολιτεία, που είναι ιδανική επειδή κυβερνάται με το πολίτευμα της «αριστοκρατίας», δηλαδή κυβερνάται από ένα σύνολο ανθρώπων που ξεχωρίζουν για τη σοφία, τη γνώση, την αρετή, τη δικαιοσύνη και την ικανότητα διακυβέρνησης των πολιτών.
 
Ο κάθε πολίτης μέσα σ’ αυτήν έχει μία σημαντική θέση, που είναι σύμφωνη με τη φύση, τις ικανότητες και το έργο που έχει αναλάβει να προσφέρει ανάλογα με τις κλίσεις του. Έτσι μπορεί να ανήκει στην τάξη των αρχόντων (κυβερνήτες), στην τάξη των φυλάκων – πολεμιστών (υπερασπιστές της ασφάλειας της πόλης από επιθέσεις) και στην τάξη των γεωργών, εμπόρων, τεχνιτών (αυτοί που διασφαλίζουν τα μέσα που χρειάζεται η πόλη για να διατηρηθεί ζωντανή και να επιβιώσει). Οι τάξεις αυτές είναι συμβολικές περισσότερο παρά πραγματικές, και δεν σχηματίζονται με βάση κοινωνικο/οικονομικά ή επαγγελματικά κριτήρια. Σχετίζονται με τα τέσσερα στοιχεία της Φύσης (γη, νερό, αέρας, φωτιά), που αντιστοιχούν σε χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης.
 
Οπότε, ο κάθε πολίτης ανήκε σε μία από αυτές τις τάξεις σύμφωνα με τα ιδιαίτερα γνωρίσματά του και ανάλογα με την εκπαίδευση που χρειαζόταν να πάρει, προκειμένου να καλλιεργήσει τον χαρακτήρα, το πνεύμα και γενικά τον εσωτερικό του κόσμο.
 
Κατά τον Αριστοτέλη, οι πολίτες χωρίζονται με βάση οικονομικά κριτήρια σε τάξεις γεωργών, τεχνιτών και εμπόρων, ενώ κοινωνικά χωρίζονται σε φτωχούς, πλούσιους και μεσαίους. Από τη σχέση που έχουν μεταξύ τους οι φτωχοί και οι πλούσιοι θα διαμορφωθεί η μορφή του πολιτεύματος. Οι φτωχοί συνήθως είναι περισσότεροι από τους πλούσιους. Ανάλογα με το πώς είναι μοιρασμένη η δύναμη και με το πού αυτή συγκεντρώνεται, καθορίζεται και το είδος του πολιτεύματος, που μπορεί να έχει τρεις μορφές: μοναρχία ή βασιλεία (ένας κυβερνά), αριστοκρατία (λίγοι κυβερνούν) ή δημοκρατία (πολλοί κυβερνούν). Για να μην ξεπέσουν και αλλοιωθούν αυτές οι πολιτειακές μορφές σε τυραννία, ολιγαρχία και οχλοκρατία αντίστοιχα, θα πρέπει σκοπός των αρχόμενων να είναι το κοινό καλό και όχι το συμφέρον του ενός ή των λίγων.

Η προτίμηση του Αριστοτέλη στρέφεται στη «Μέση Πολιτεία», δηλαδή σ’ αυτό που σήμερα κατανοούμε ως δημοκρατικό πολίτευμα, όπου η μεσαία τάξη εξασφαλίζει την ισορροπία ανάμεσα στους φτωχούς και τους πλούσιους και κρατά το κέντρο βάρους στη μέση στις μεταξύ τους συγκρούσεις.
 
Σημείο τρίτο: Η εικόνα της γυναίκας
Ένα άλλο σημείο διαφοροποίησης των δύο γιγάντων είναι οι απόψεις τους για τη γυναίκα. Η θέση που ο Πλάτωνας δίνει σ’ αυτήν μέσα στην Πολιτεία του είναι ισάξια με αυτήν του άντρα. Πίστευε ότι οι γυναίκες μπορούν να κυβερνήσουν εξίσου καλά με τους άντρες, επειδή η σωφροσύνη, η λογική, η ανδρεία, η αρετή δεν είναι θέμα φύλου, αλλά ψυχής, εκπαίδευσης και μόρφωσης. Τόνιζε ότι μία πολιτεία που δεν δίνει παιδεία στις γυναίκες της, «μοιάζει με τον άνθρωπο που δεν εξασκεί και δε γυμνάζει παρά μονάχα το δεξί του χέρι».
 
Αντίθετα ο Αριστοτέλης θεωρεί τη γυναίκα υποδεέστερη του άντρα, καθώς πιστεύει ότι σε σχέση μ’ αυτόν κάτι της λείπει και ότι είναι ένας «ατελής άντρας». Κατά τη διαδικασία της αναπαραγωγής, επειδή η γυναίκα έχει έναν παθητικό ρόλο (δέχεται) και ο άντρας έναν ενεργητικό (δίνει), το παιδί κληρονομεί μόνο τις ιδιότητες του άντρα (κάτι που όπως γνωρίζουμε σήμερα δεν ισχύει).
 
Η εικόνα και θεώρηση του Αριστοτέλη για τις γυναίκες υιοθετήθηκε στον Μεσαίωνα, όπου η γυναίκα υποβαθμίστηκε, θεωρήθηκε πηγή του κακού και του πονηρού και περιορίστηκε στον αναπαραγωγικό της ρόλο μόνο.

Παρά τις διαφωνίες που υπάρχουν ανάμεσα στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι συναντάμε και «συμφωνίες», δηλαδή κοινά σημεία. Και οι δύο μιλούν για την ψυχή και τη σημασία της για τον άνθρωπο, και οι δύο τονίζουν πως η ευτυχία είναι συνώνυμο της αρετής και των υψηλών αξιών και ιδανικών, και οι δύο μας υπενθυμίζουν ότι σκοπός ενός Κράτους θα πρέπει να είναι το καλό και η καλλιέργεια όλων των πολιτών του.
 
Σίγουρα όμως διαπιστώνουμε ότι τόσο ο σοφός Πλάτων όσο και ο λογικός Αριστοτέλης δίνουν πολλές χρήσιμες και σημαντικές απαντήσεις σε ερωτήματα και προβληματισμούς της σημερινής εποχής, γι’ αυτό και μπορούν να είναι ταυτόχρονα σύγχρονοι αλλά και διαχρονικοί.