Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2016

Δύο πλανήτες στην ίδια τροχιά

Ένα πλανητικό σύστημα που βρέθηκε από το διαστημικό τηλεσκόπιο Κέπλερ δεν μοιάζει με κανένα άλλο. Δύο από τους πλανήτες του μοιράζονται την ίδια τροχιά γύρω από το άστρο τους. Αν η ανακάλυψη αυτή επιβεβαιωθεί, θα ενισχύσει μια θεωρία ότι η Γη κάποτε μοιραζόταν την ίδια τροχιά, με έναν αντικείμενο στο μέγεθος του Άρη (δεν υπάρχει σήμερα φυσικά), που αργότερα συνετρίβη πάνω σε αυτήν, με αποτέλεσμα το σχηματισμό του φεγγαριού.

Οι δύο πλανήτες είναι μέρος ενός συστήματος τεσσάρων πλανητών και το οποίο ονομάστηκε KOI-730. Αυτοί στρέφονται γύρω από το άστρο τους κάθε 9,8 ημέρες ακριβώς στην ίδια τροχιακή απόσταση, με τον ένα πλανήτη να προπορεύεται μόνιμα κατά περίπου 60 μοίρες μπροστά από τον άλλο. Στο νυχτερινό ουρανό του ενός πλανήτη, ο άλλος πρέπει να εμφανίζεται με ένα σταθερό φως που ποτέ δεν μειώνεται ή αυξάνεται το φως του.

Τα λεγόμενα βαρυτική «γλυκά σημεία» κάνουν εφικτό αυτό το φαινόμενο. Όταν ένα σώμα (όπως ένας πλανήτης) περιφέρεται γύρω από ένα πολύ πιο μεγάλης μάζας αντικείμενο (ένα αστέρι για παράδειγμα), υπάρχουν δύο σημεία Lagrange κατά μήκος της τροχιά του πλανήτη, όπου ένα τρίτο σώμα μπορεί να στρέφεται σταθερά. Αυτά τα σημεία βρίσκονται 60 μοίρες μπροστά και 60 μοίρες πίσω από το μικρότερο αντικείμενο. Για παράδειγμα, ομάδες αστεροειδών που ονομάζονται Τρωικοί, βρίσκονται σε αυτά τα σημεία κατά μήκος της τροχιάς του Δία.

Θεωρητικά, η ύλη σε ένα δίσκο υλικών γύρω από ένα νεογέννητο αστέρι θα μπορούσε να σχηματίσει τους πλανήτες που μοιράζονται την ίδια τροχιά, αλλά κανείς δεν είχε εντοπίσει κάποια αντικείμενα σε αυτή την κατάσταση έως τώρα.. "Συστήματα όπως αυτό δεν είναι συνηθισμένα, καθώς αυτό είναι το μόνο που έχουμε δει”, λέει ο Jack Lissauer του Κέντρου Ερευνών Ames της NASA. Ο Lissauer και οι συνεργάτες του περιγράφουν το σύστημα KOI-730 στο Astrophysical Journal.

Οι Richard Gott και Edward Belbruno από το Πανεπιστήμιο του Πρίνστον λένε ότι μπορεί να έχουν στοιχεία γι αυτό το φαινόμενο στην κοσμική αυλή μας. Η Σελήνη θεωρείται ότι έχει σχηματιστεί περίπου 50 εκατομμύρια χρόνια μετά τη γέννηση του ηλιακού συστήματος, από τα συντρίμμια της σύγκρουσης μεταξύ ενός σώματος σαν τον Άρη (έχει ονομαστεί Θεία) και της Γης. Προσομοιώσεις δείχνουν ότι το σώμα αυτό που συγκρούστηκε με τη Γη πρέπει να είχε έρθει με χαμηλή ταχύτητα. Σύμφωνα με τους Gott και Belbruno, αυτό θα μπορούσε να έχει συμβεί μόνο αν η Θεία είχε δημιουργηθεί σε ένα σημείο Lagrange (μπροστά ή πίσω) κατά μήκος της τροχιάς της Γης. Τα νέα ευρήματα "δείχνουν πως αυτά τα απίστευτα γεγονότα μπορούν να συμβούν", λέει ο Gott.

Θα μπορούσαν οι δύο πλανήτες με την ίδια τροχιά στο σύστημα KOI-730 να συγκρουστούν για να σχηματίσουν ένα φεγγάρι κάποτε; "Αυτό θα ήταν εντυπωσιακό,” λέει ο Gott. Μπορεί να είναι σε αυτή την κατάσταση, αλλά οι προσομοιώσεις προτείνουν πως οι πλανήτες θα συνεχίσουν να κινούνται στην ίδια τροχιά και σε απόσταση ασφαλείας μεταξύ τους για τα επόμενη 2.220.000 χρόνια τουλάχιστον.

Άστρο νετρονίων έχει μια παράξενη υπερευστή ύλη στον πυρήνα του

neutron_star_superfluid_core
Το Παρατηρητήριο Chandra ακτίνων-Χ της NASA για πρώτη φορά ανακάλυψε ένα υπερρευστό – μια παράξενη, χωρίς τριβές, κατάσταση της ύλης – στον πυρήνα ενός αστέρα νετρονίων.

Μια σύνθετη εικόνα που προέκυψε από έναν συνδυασμό εικόνων από το τηλεσκόπιο Chandra που εξετάζει τα αντικείμενα από τις ακτίνες Χ που εκπέμπουν και του Hubble που μπορεί να τα εξετάζει με τη βοήθεια του ορατού φωτός. Δείχνει ότι απέμεινε μετά από μια έκρηξη σουπερνόβα, ονομάζεται Κασσιόπη Α, στο Γαλαξία μας και σε περίπου 11.000 έτη φωτός μακριά μας. Η τεράστια έκρηξη του άστρου σε αυτή τη θέση του Γαλαξία έγινε πριν από περίπου 330 χρόνια. Δεξιά κάτω βρίσκεται ένα άστρο νετρονίων που ο πυρήνας τους είναι σε υπερευστή κατάσταση. Τα έγχρωμα στρώματα στο εσωτερικό δείχνουν τον φλοιό (πορτοκαλί) χρώμα και τον πυρήνα (σε κόκκινο). Οι μπλε ακτίνες που εκπέμπει το άστρο αντιπροσωπεύουν τα νετρίνα. Στην διαφυγή των νετρίνων και την ενέργεια που μεταφέρουν αυτά οφείλεται και η παρατηρούμενη γρήγορη ψύξη του άστρου.

Τα υπερρευστά που έχουν δημιουργηθεί σε εργαστήρια έχουν εντυπωσιακές ιδιότητες, όπως η δυνατότητα να αναρριχηθούν προς τα πάνω και να ξεφεύγουν από αεροστεγείς συσκευασίες. Και σύμφωνα με δύο ανεξάρτητες ερευνητικές ομάδες, το κατάλοιπο της σουπερνόβα Κασσιόπη Α έχει τόνους από αυτή την ουσία στον πυρήνα του.

Εμφανίζεται δε στη Γη μόνο σε εξαιρετικά χαμηλές θερμοκρασίες – κοντά στο απόλυτο μηδέν. Αλλά στα άστρα νετρονίων, μπορεί να συμβεί σε θερμοκρασίες κοντά στο ένα δισεκατομμύριο βαθμούς Κελσίου. Μέχρι τώρα υπήρχε τεράστια αβεβαιότητα όσον αφορά τις εκτιμήσεις γι αυτή την κρίσιμη θερμοκρασία, αλλά η νέα έρευνα επισημαίνει ότι αυτή η κρίσιμη θερμοκρασία κυμαίνεται μεταξύ μισό και ένα δισεκατομμύριο βαθμούς.

Τα στοιχεία του Chandra δείχνουν μια ταχεία μείωση της θερμοκρασίας της Κασσιόπειας Α. Η μείωση της θερμοκρασίας έφτασε περίπου τα 4% τα τελευταία 10 χρόνια.

"Η ταχύτατη ψύξη του άστρου νετρονίων στην Κασσιόπεια Α, που είδε το Chandra, είναι η πρώτη άμεση απόδειξη ότι οι πυρήνες σε αυτά τα αστέρια νετρονίων είναι, στην πραγματικότητα, από υπερρευστό και υπεραγώγιμο υλικό," δήλωσε ο Peter Shternin του Ινστιτούτου Ioffe στην Αγία Πετρούπολη της Ρωσίας.

Τα δεδομένα εξηγήθηκαν από το σχηματισμό ενός υπερρευστού από νετρόνια στον πυρήνα του άστρου νετρονίων. Η επιτάχυνση της ψύξης αναμένεται να συνεχιστεί για μερικές δεκαετίες και εν συνεχεία να επιβραδυνθεί.

Τα υπερρευστών που περιέχουν φορτισμένα σωματίδια είναι επίσης υπεραγωγοί, ενώ τα νέα αποτελέσματα υποδεικνύουν έντονα ότι τα πρωτόνια που παρέμειναν στον πυρήνα του άστρου είναι σε αυτή την κατάσταση.

"Στο παρελθόν δεν είχαμε ιδέα για το πώς η υπεραγωγιμότητα των πρωτονίων ήταν σε ένα άστρο νετρονίων", λέει ο Dmitry Yakovlev, επίσης του Ινστιτούτου Ioffe.

Το παράδοξο του σκοτεινού ουρανού

Αποτέλεσμα εικόνας για Το παράδοξο του σκοτεινού ουρανούΜια θεωρία, που απέρριψαν οι επιστήμονες πριν από 200 χρόνια και εξηγεί γιατί σκοτεινιάζει τη νύχτα, έρχονται να αποδείξουν τώρα οι επιστήμονες παρατηρώντας εικόνες από το διαστημικό τηλεσκόπιο Hubble.

Συγκεκριμένα, ο Γερμανός αστρονόμος Heinrich Olbers που μελέτησε το «παράδοξο του σκοτεινού ουρανού», που στην ουσία δεν είναι άλλο από τον προβληματισμό: Γιατί ο ουρανός σκοτεινιάζει, την ώρα που υπάρχουν αμέτρητα αστέρια στο σύμπαν;

Ο επιστήμονας ισχυρίστηκε, αρχικά, πως το φαινόμενο οφείλεται στο γεγονός ότι το φως των αστεριών δεν φτάνει στη Γη, καθώς το εμποδίζουν τα σύννεφα και το υδρογόνο, πεποίθηση που απορρίφθηκε.

Αργότερα, οι επιστήμονες εκτίμησαν πως υπάρχουν 100 με 200 δισεκατομμύρια γαλαξίες στο σύμπαν, ωστόσο παρά τον εξωφρενικό τους αριθμό δεν είναι αρκετοί για να γεμίσουν το σκοτάδι.
Έτσι, έφτασαν στο συμπέρασμα πως το σύμπαν παραμένει σκοτεινό, επειδή δεν υπάρχουν αρκετοί γαλαξίες για να το φωτίσουν.

Ο καθηγητής Christopher Conselice του πανεπιστημίου του Nottingham, ο οποίος συμμετείχε στις έρευνες και τις παρατηρήσεις των εικόνων από το Hubble υποστηρίζει πως, «Θα έπρεπε να υπήρχαν 10 φορές περισσότεροι γαλαξίες, για να γεμίσει το σύμπαν με αστέρια.»

Παράλληλα, ο καθηγητής επισημαίνει πως το υδρογόνο στην ατμόσφαιρα παίζει κάποιο ρόλο στο να μην βλέπουμε το φως των αστεριών, ωστόσο δεν αποτελεί καθοριστικό παράγοντα, καθώς όπως τονίζει στο παρελθόν οι αστρονόμοι δεν γνώριζαν την ύπαρξη δισεκατομμυρίων γαλαξιών πίσω απ’ το υδρογόνο.

Στην πραγματικότητα, δεν μπορούμε να δούμε όλους τους γαλαξίες λόγω της μεγάλης απόστασης από τον πλανήτη μας, με αποτέλεσμα τα αστέρια που φωτίζουν τον ουρανό και μπορούμε να δούμε με γυμνό μάτι, να προέρχονται μόνο από τον δικό μας γαλαξία.

Τέλος, ο καθηγητής αφήνει ανοιχτή την πιθανότητα για την ύπαρξη «πολλαπλών συμπάντων πίσω από τον ορίζοντα που μπορούμε, μέχρι στιγμής, να παρατηρήσουμε».

Τα σκοτεινά μυστικά του Βυζαντίου

vvuzuabbtibbes5Για περισσότερα από χίλια χρόνια (330-1453 μ.Χ.), η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία που ξεπήδησε εκχριστιανισμένη από τις στάχτες της μεγάλης Ρώμης βασίλεψε στη λεκάνη της Μεσογείου ως Ανατολική Ρωμαϊκη Αυτοκρατορία (Βυζάντιο).

Παντοδύναμη και ανηλεής, η βυζαντινή αυλή μετατράπηκε σύντομα σε πεδίο ίντριγκας και πλεκτάνης, ένας σωστός παιχνιδότοπος για τους αριβίστες και τους τυχοδιώκτες.

Κανείς δεν ήταν πια ασφαλής και κανένας δεν ήταν άνθρωπος εμπιστοσύνης μέσα στην ασίγαστη και αγωνιώδη προσπάθεια για την επιβίωση της αυτοκρατορίας. Ακόμα πιο επικίνδυνα ήταν τα πράγματα για τους ηγεμόνες, αφού αν δεν υπήρχε η εξίσου ραδιούργα Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το Βυζάντιο θα κρατούσε τα σκήπτρα στις πολιτικές δολοφονίες!

Από τους 88 εξάλλου αυτοκράτορες που βασίλευσαν στην Κωνσταντινούπολη από το 330-1453 μ.Χ., μόλις οι μισοί πέθαναν από φυσικά αίτια και σε αυτούς δεν συμπεριλαμβάνονται καν όσοι δεν άσκησαν ποτέ την εξουσία ή λειτούργησαν ως συμβασιλείς και συναυτοκράτορες! Οι υπόλοιποι δολοφονήθηκαν από στάσεις ή συνωμοσίες, εκθρονίστηκαν, ακρωτηριάστηκαν και βασανίστηκαν ή πέθαναν ως παράπλευρες απώλειες των βασάνων τους.

Πέντε, για παράδειγμα, πέθαναν μετά το μαρτύριο της τύφλωσης, ενώ πολλοί υποχρεώθηκαν να κλειστούν σε μοναστήρι. Και πάλι δεν προσμετράμε στους ατυχήσαντες αυτοκράτορες τους διαδόχους που ευνουχίστηκαν ή ακρωτηριάστηκαν για να μην ανέβουν στον θρόνο. Αν τα βάλουμε όλα μαζί, η αυτοκρατορική καταγωγή ισοδυναμούσε με θανατική καταδίκη στο ιντριγκαδόρικο Βυζάντιο και μάλιστα λόγω των εσωτερικών δυναμικών.

Μόνο πέντε αυτοκράτορες έπεσαν στο πεδίο της μάχης από τον εξωτερικό εχθρό…

Πολιτικές δολοφονίες με το τσουβάλι

Οι Βυζαντινοί πίστευαν ακράδαντα ότι ένας αντιδημοφιλής και δεσποτικός ηγέτης θα μπορούσε κάλλιστα να αντικατασταθεί από κάποιον πιο φωτισμένο. Κι έτσι ένας καλός αριθμός αυτοκρατόρων συνάντησαν βίαιο θάνατο, αποτέλεσμα τόσων και τόσων συνωμοσιών.

Ο Κώνστας Β’, για παράδειγμα, δολοφονήθηκε στο λουτρό του στις Συρακούσες την ώρα που απολάμβανε το μπανάκι του. Ο δολοφόνος του, Μιζίζιος, αυτοανακηρύχθηκε αυτοκράτορας. Αλλά και ο Μιχαήλ Γ’ ο Μέθυσος δεν είχε καλύτερη τύχη, χάνοντας τα δυο του χέρια στην πρώτη απόπειρα κατά της ζωής του και πέφτοντας τελικά νεκρός στη δεύτερη.

Αμ είχε άλλη μοίρα ο Νικηφόρος Φωκάς, που έπεσε νεκρός στην αυτοκρατορική κάμαρα από τη συνωμοσία της συζύγου του με τον ανιψιό του Ιωάννη Τσιμισκή; Η αυτοκράτειρα Θεοφανώ έντυσε γυναίκες τους δολοφόνους και τους έμπασε στα δικά της διαμερίσματα, όπου δεν θα έψαχναν οι φρουροί του άντρα της, που κάτι είχε καταλάβει για το σχέδιο που εξυφαινόταν εναντίον του. Ο ταξίαρχος Λέων Βαλάντης του κατάφερε χτύπημα στο πρόσωπο με το ξίφος του και τον άφησε να επικαλείται την Παναγία την ώρα που ξεψυχούσε.

Όσο για τον Λέοντα Ε’ τον Αρμένιο, που κυβέρνησε από το 813-820, αυτός έφυγε με στιλ. Αφού γλίτωσε τη ζωή του από το πρώτο δολοφονικό πλάνο εναντίον του, με πρωτεργάτη τον συναγωνιστή του Μιχαήλ, έπεσε στην παγίδα παραμονή Χριστουγέννων του 820, όταν οι συνωμότες μεταμφιέστηκαν σε μοναχούς και τον βρήκαν στο αυτοκρατορικό παρεκκλήσι να προσεύχεται. Ο Λέων αμύνθηκε με έναν μεγάλο βαρύ σταυρό και απέκρουσε πολλές επιθέσεις, στο τέλος όμως νικήθηκε από τον μεγάλο αριθμό των δολοφόνων…

Ακρωτηριασμοί και ευνουχισμοί

Οι Βυζαντινοί θεωρούσαν κάθε παραμόρφωση ή γενετική ανωμαλία αποτρεπτική για τη θέση του αυτοκράτορα, κι αυτό ακριβώς σφράγισε τις ζωές τόσων και τόσων διαδόχων. Ηγεμόνες και δελφίνοι του θρόνου ακρωτηρίαζαν, ευνούχιζαν και παραμόρφωναν με κάθε δυνατό τρόπο τους αντίζηλους διεκδικητές αντί να τους θανατώνουν. Η τύφλωση παραήταν δημοφιλής, όπως ήταν και η αφαίρεση μυτών και γλωσσών. Στα όψιμα χρόνια της αυτοκρατορίας, ο ευνουχισμός έγινε ο Νο 1 τρόπος να απαλλάσσεται ο αυτοκράτορας από τα κοράκια του στέμματός του.

Ο Ιωάννης Δ’ Λάσκαρης, για παράδειγμα, έζησε τυφλός σαράντα ολόκληρα χρόνια, όταν ο Μιχαήλ Η’ τύφλωσε το 11χρονο παιδί για να μην απειλήσει τη δυναστεία των Παλαιολόγων. Αλλά και η αυτοκράτειρα Ειρήνη η Αθηναία δεν τύφλωσε τον ίδιο της τον γιο στο δωμάτιο που του είχε δώσει τη ζωή; Ήταν τον Ιούλιο του 796 όταν η βασιλομήτωρ συνέλαβε τον Κωνσταντίνο ΣΤ’ και τον φυλάκισε στην ανακτορική Αίθουσα της Πορφύρας, το δωμάτιο όπου γεννήθηκε άλλος ένας Πορφυρογέννητος. Η Ειρήνη διέταξε να τον τυφλώσουν και η εντολή εκτελέστηκε με τέτοια σφοδρότητα που ο Κωνσταντίνος πέθανε από αιμορραγία λίγες μέρες αργότερα, ανοίγοντας τον πολυπόθητο δρόμο για τη βασιλομήτωρ να γίνει αυτοκράτειρα.

Υπήρξαν ωστόσο και τρόποι να επιστρέψεις στην εξουσία παρά τον ακρωτηριασμό σου. Ο Βασίλειος Λεκαπηνός ευνουχίστηκε για να μην είναι σε θέση να ανταγωνιστεί τους νόμιμους κληρονόμους του θρόνου, αν και αυτός επανήλθε διατηρώντας υψηλόβαθμα αξιώματα αλλά και την πραγματική εξουσία τελικά μέσω μιας σειράς αυτοκρατόρων-μαριονέτες. Ο Νικηφόρος Φωκάς έφτιαξε έναν νέο τίτλο για χάρη του (πρόεδρος της Συγκλήτου), κάνοντάς τον δεξί του χέρι. Ο Λεκαπηνός του αντιγύρισε τη χάρη κάνοντας τα στραβά μάτια στη δολοφονία του και διατηρώντας έτσι τα αξιώματά του και στη διάδοχη κατάσταση. Αργότερα θα γίνει κηδεμόνας των δύο ανήλικων δελφίνων, Βασιλείου Β’ και Κωνσταντίνου Η’, αν και η συνωμοτική μοίρα που χάραξε θα τον προλάβαινε τελικά.

Δεν ήταν φυσικά η πρώτη φορά που ευνούχος διαδραμάτισε κεφαλαιώδη ρόλο στην ιστορία του Βυζαντίου. Ευνούχοι ήταν εξάλλου από αυλικοί και ιερείς μέχρι στρατηγοί και πατριάρχες! Ο Πέτρος Φωκάς, που έγινε δημοφιλής όταν νίκησε πολέμαρχο της Σκυθίας σε σώμα με σώμα μονομαχία, ευνούχος δεν ήταν;

Οι ευνούχοι έμοιαζαν ακίνδυνοι επειδή δεν είχαν παιδιά να κληρονομήσουν τα αξιώματά τους, αν και κάποιοι από αυτούς πρωτοστάτησαν σε δολοφονικές πλεκτάνες και ανείπωτες συνωμοσίες. Μεγάλο όνομα εδώ ήταν ο παντοδύναμος μηχανορράφος Ιωάννης ο Ορφανοτρόφος, ο οποίος μεθόδευσε την άνοδο στον θρόνο του αδερφού του Μιχαήλ Δ’, αν και διατήρησε εκείνος την πραγματική εξουσία. Ευνοούμενος του Ρωμανού Γ’, πάντρεψε τη χήρα αυτοκράτειρα με τον αδερφό του, διόρισε φίλους και συγγενείς σε ανώτατα κρατικά αξιώματα και όταν πέθανε ο Μιχαήλ Δ’ το 1041, έπεισε την αυτοκράτειρα Ζωή να υιοθετήσει τον ανιψιό του, Μιχαήλ Ε’ Καλαφάτη, και να τον ανακηρύξει αυτοκράτορα. Ο νέος αυτοκράτορας, νευρικός για την παντοδυναμία του θείου του, τον εξόρισε στη Λέσβο και ευνούχισε όλους τους άρρενες συγγενείς του.

Η πλάκα εδώ είναι ότι ο ευνουχισμός απαγορευόταν επισήμως στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία! Παρά το γεγονός δηλαδή ότι όπως ακριβώς και με τα παιδιά του Μιχαήλ Α’, οι τέσσερις γιοί του Λέοντα Ε’- μεταξύ αυτών και ο πρώην συναυτοκράτορας Συμβάτιος- ευνουχίστηκαν για να μην μπορέσουν να διεκδικήσουν μελλοντικά τον θρόνο. Οι Βυζαντινοί βρήκαν τελικά τη λύση: αιχμαλώτιζαν νεαρά αγόρια εκτός αυτοκρατορίας, τα οποία ευνούχιζαν πριν περάσουν τα σύνορα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Αν και συχνά πυκνά φτωχοί και εξαθλιωμένοι Βυζαντινοί ευνούχιζαν μόνοι τα παιδιά τους μπας και καταφέρουν να αποκτήσουν πρόσβαση σε αξιοπρεπή εργασία μέσα στο παλάτι. Η εμπλοκή των Βυζαντινών με τον ευνουχισμό θα έκανε μερίδα ιστορικών να αποκαλέσουν την αυτοκρατορία «παράδεισο των ευνούχων». Και άδικο δεν έχουν προφανώς, καθώς πάμπολλοι αυτοκράτορες ήταν πιόνια στα χέρια ευνούχων.

Ο Κωνστάντιος Β’ αναφέρεται ως έρμαιο του Ευσέβιου, ο Αρκάδιος ήταν μαριονέτα του Ευτρόπιου, ο Θεοδόσιος Β’ αγόταν και φερόταν από τον Χρυσάφιο, ο Ιουστινιανός Α’ είχε στρατηγό και στρατιωτικό σύμβουλο τον αρμένιο ευνούχο Ναρσή (Καμσαρακάν), ο Κώνστας Β’ άκουγε ευλαβικά τον Ευσέβιο, η Ειρήνη η Αθηναία είχε συμβούλους τους Σταυράκιο και Αέτιο, ο Λέων ΣΤ’ ο Σοφός τον Σαμονά και ο Ρωμανός Β’ τον Ιωσήφ Βριγγά, την ίδια ώρα που ευνούχοι όπως ο Βασίλειος Λεκαπηνός και ο Ιωάννης ο Ορφανοτρόφος έδιναν και έλυναν ανεξαρτήτως αυτοκράτορα!

Ταυτοχρόνως, μια καλή αναλογία από τους πατριάρχες της Κωνσταντινούπολης ήταν ευνούχοι. Αναφέρουμε ενδεικτικά τον Νικήτα, νεαρό γιο του Μιχαήλ Α’, που ευνουχίστηκε μετά την πτώση του πατέρα του και έγινε αργότερα ο πατριάρχης Ιγνάτιος. Αλλά και ο Ρωμανός Α’ ευνούχισε (συνάμα με τον νόθο γιο του Βασίλειο) τον μικρότερο και νόμιμο γιο του, Θεοφύλακτο, καθώς τον προόριζε για πατριάρχη!

Χολιγουντιανού τύπου ίντριγκα

Στο Βυζάντιο φιλοτεχνήθηκε μια ατμόσφαιρα πολιτικής ίντριγκας όπου αυλοκόλακες και ευνούχοι διαγκωνίζονταν για εξουσία και επιρροή στο περιθώριο της επίσημης αυτοκρατορικής ηγεμονίας. Το φαινόμενο Ειρήνη η Αθηναία δεν μπορεί εξάλλου να αποκοπεί από την καθοριστική επίδραση που άσκησαν πάνω της οι παντοδύναμοι ευνούχοι Σταυράκιος και Αέτιος.

Ο αυτοκρατορικός σύμβουλος Σταυράκιος έλεγχε όλο τον κρατικό μηχανισμό, βοηθώντας την Ειρήνη να ανατρέψει τον γιο της τυφλώνοντάς τον. Κι επειδή σπανίως ο συνωμότης βρίσκει δικαίωση, ο Σταυράκιος αντικαταστάθηκε από τον επίσης ευνούχο Αέτιο, ο οποίος συνωμοτούσε για να φέρει στην εξουσία τον αδερφό του Κωνσταντίνου. Αλλά κι αυτός δεν τα λογάριασε καλά, κι έτσι έπεσε θύμα νέας συνωμοσίας που οργανώθηκε από τον γενικό λογοθέτη Νικοφόρο, που ανέβηκε στον θρόνο ως Νικηφόρος Α’, πριν δει το κρανίο του να μετατρέπεται σε ασημένια κούπα με την οποία απολάμβανε το κρασί του ο Βούλγαρος Κρούμος.

Οι πολιτικές πλεκτάνες τράνταξαν συθέμελα το Βυζάντιο μέχρι και την πτώση της Βασιλεύουσας στους Οθωμανούς. Ακόμα και κατά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, ο μέγας δούκας Λουκάς Νοταράς συνωμοτούσε για να εξασφαλίσει επικερδείς συμφωνίες για τους γιους του στη διάδοχη κατάσταση…

Εμφύλιοι πόλεμοι

Κατά τον ένατο αιώνα, ο Μιχαήλ Α’ αναγκάστηκε να παραιτηθεί από τον αυτοκρατορικό του θρόνο μετά την ήττα από τους Βούλγαρους το 813 για χάρη του Λέοντα Ε’ του Αρμένιου και των συνεργών του στον σφετερισμό του θρόνου, Μιχαήλ Β’ και Θωμά του Σλάβου. Το νέο πραξικόπημα έγινε μάλιστα 10 χρόνια μετά τη στάση του στρατηγού των Ανατολικών, Βαρδάνη, κατά του Νικηφόρου Α’, που θα έβρισκε τον Μιχαήλ υπαρχηγό του στασιαστή, αν και σύντομα θα αυτομολούσε στον αυτοκράτορα αποκτώντας νέα προνόμια.

Ο Λέων στέφθηκε στο νέο κίνημα αυτοκράτορας, σύντομα ψυχράνθηκε όμως με τον Μιχαήλ Β’, γι’ αυτό και ο τελευταίος έβαλε να τον σκοτώσουν παραμονές Χριστουγέννων στο παρεκκλήσι του. Ο νέος αυτοκράτορας θα έβλεπε με τρόμο τον τρίτο και τελευταίο υπαρχηγό του Βαρδάνη, Θωμά τον Σλάβο, να στασιάζει εναντίον του το 821, πυροδοτώντας μια εκτεταμένη εμφύλια σύγκρουση που θα αποδυνάμωνε την αυτοκρατορία, επιτρέποντας στον εξωτερικό εχθρό (όπως τους Άραβες) να επιτεθεί.

Τα ίδια έγιναν βέβαια και στον δέκατο αιώνα, όταν η εξέγερση του Βάρδα Φωκά κατά τον Ιωάννη Τσιμισκή πνίγηκε στο αίμα από τον στρατηγό Βάρδα Σκληρό. Ο Φωκάς είχε βέβαια τα δίκια του, γιατί όταν δολοφονήθηκε ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Φωκάς το 969, ο Βάρδας φυλακίστηκε και είδε τον αδερφό του, Λέοντα Φωκά, να συλλαμβάνεται από τον νέο αυτοκράτορα και να τυφλώνεται.

Αλλά και ο Σκληρός είχε τα δικά του δίκια. Αυτός βλέπετε ήταν κουνιάδος του Ιωάννη Τσιμισκή και μετά τον θάνατο του αυτοκράτορα διεκδίκησε τον θρόνο, πέφτοντας πάνω στον ευνούχο Βασίλειο Λεκαπηνό. Ο οποίος ασκούσε όπως είπαμε την πραγματική εξουσία, καθαιρώντας τον στρατηγό της Ανατολής, Σκληρό, από τα αξιώματά του.

Ο τελευταίος βάδισε κατά του Βυζαντίου σε μια νέα στάση και ο Λεκαπηνός απάντησε ρίχνοντας στη μάχη τον Βάρδα Φωκά τον Νεότερο, έναν στρατηγό που είχε επαναστατήσει κατά την προηγούμενη βασιλεία και είχε εγκλειστεί σε μοναστήρι εδώ και χρόνια. Η κακιά η μοίρα θα φέρει όμως αργότερα στο ίδιο στρατόπεδο Φωκά, Σκληρό και Λεκαπηνό, όταν συνεργάζονται για να ανατρέψουν τον νεαρό Βασίλειο Β’ τον Βουλγαροκτόνο! Εκείνος συνέτριψε τις εξεγέρσεις τόσο του Σκληρού (979) όσο και του Φωκά (989), καθώς μέχρι τότε οι στρατηγοί τσακώνονταν και πάλι μεταξύ τους.

Και μιας και αναφέραμε τον Βουλγαροκτόνο, μετά τη θριαμβευτική για τον ίδιο Μάχη του Κλειδίου στις 29 Ιουλίου 1014, τύφλωσε τους 15.000 βούλγαρους αιχμαλώτους που είχε πιάσει αφήνοντας έναν μονόφθαλμο ανά 100 τυφλούς για να οδηγήσουν την τυφλή πομπή πίσω στον Σαμουήλ. Ο οποίος όταν είδε τον σακατεμένο στρατό του, πέθανε από ανακοπή καρδιάς. Οι Βούλγαροι θα πολεμούσαν άλλα τέσσερα χρόνια τους Βυζαντινούς τυφλωμένοι από τη δίψα της εκδίκησης…

Ο ρινότμητος αυτοκράτορας και τα ανείπωτα βυζαντινά βασανιστήρια

Ο Ιουστινιανός Β΄ ήταν επίσης γνωστός ως Ρινότμητος και περιθώρια αμφιβολίας για το παρατσούκλι δεν χωρούν. Ο σκληρός αυτοκράτορας ανέβηκε στον θρόνο σε τρυφερή ηλικία 17 ετών, ανατράπηκε το 695 σε άλλο ένα από τα περιβόητα βυζαντινά πραξικοπήματα και τη θέση του πήρε ο αξιωματικός Λεόντιος. Ο οποίος ήταν καρδιακός φίλος του πατέρα του, Κωνσταντίνου Δ’, γι’ αυτό και του χάρισε τη ζωή.

Του κόβει όμως τη μύτη για να μην μπορεί να διεκδικήσει ξανά το στέμμα και τον στέλνει στην εξορία. Ο πολυμήχανος Ιουστινιανός Β’ δεν είχε πει βέβαια την τελευταία του λέξη και συμμαχώντας με Χαζάρους και Βούλγαρους ανακατέλαβε τον θρόνο από τον Τιβέριο, που είχε προλάβει στο μεταξύ να ανατρέψει τον Λεόντιο. Ο Ιουστινιανός, που φορούσε τώρα χρυσή μύτη, έκοψε μύτες και αυτιά και σκότωσε όποιον τον είχε προδώσει, πέφτοντας τελικά κι αυτός θύμα του Φιλιππικού Βαρδάνη, που σκοτώνει τον Ρινότμητο και τον γιο του Τιβέριο και ξεκληρίζει τον οίκο του Ηρακλείου.

Με το πέρασμα του βυζαντινού χρόνου, καθιερώθηκε προοδευτικά η συνήθεια να ανακηρύσσεται διάδοχος του θρόνου εκείνος ο γιος του αυτοκράτορα που είχε γεννηθεί πρώτος στην Πορφύρα, την παλατιανή αίθουσα οι τοίχοι της οποίας ήταν ντυμένοι με πορφυρό μεταξωτό ύφασμα. Το εθιμοτυπικό αυτό γεννούσε φυσικά πολλές αντιζηλίες ανάμεσα στον πορφυρογέννητο διάδοχο και τα άλλα αδέλφια του, τα οποία ήταν συχνά μεγαλύτερα, γεννημένα πριν ο πατέρας τους ανακηρυχθεί αυτοκράτορας ή ακόμα και ετεροθαλή.

Κι έτσι πάμπολλες φορές ο νόμιμος διάδοχος του θρόνου τέλειωνε τη ζωή του στη φυλακή, αφού προηγουμένως είχε υποβληθεί σε βασανιστήρια που περιλάμβαναν την τύφλωση, το κόψιμο της γλώσσας και της μύτης ή και άλλα σαφώς χειρότερα. Ο Μιχαήλ Ψελλός έγραφε εξάλλου πως η αυτοκρατορική ηγεμονία γινόταν «φόνοις και αίμασιν».

Τα βασανιστήρια δεν ήταν βέβαια προνόμιο των πεσόντων αυτοκρατόρων, καθώς ήταν στο Βυζάντιο που λυσσομανούσαν οι πυρές για τη θανάτωση αιρετικών και μάγων και σκαρώθηκαν καινούριες μέθοδοι βασανισμού και εκτελέσεων. Η πλούσια τοιχογραφία φρίκης και τρόμου απαρτιζόταν από τα βασανιστήρια της αυτοκρατορικής εξουσίας αλλά και της πατριαρχικής, σε έναν ιδιότυπο αγώνα δρόμου ποιος θα σκεφτεί το πιο απάνθρωπο.

Η αγριότητα των ηθών, ο φυσικός σαδισμός και οι εκδικητικές επινοήσεις τους έχουν περιγραφεί επί μακρόν, ήδη από τα χρόνια των ίδιων των βυζαντινών χρονογράφων. Οι κεφαλικές ποινές περιλάμβαναν αποκεφαλισμό, κάψιμο στην πυρά, αγχόνη, λιθοβολισμό και άλλα πολλά, ενώ αργότερα θα προστεθούν η τύφλωση, ο ακρωτηριασμός και το μεταλλισθήναι (ισόβια κάθειρξη στα μεταλλεία).

Οι μαρτυρικές θανατώσεις συνδυάζονταν με εξίσου μαρτυρικά βασανιστήρια και το μενού εδώ είναι πλούσιο και απαισιόμορφα λαχταριστό: ψήσιμο στη θράκα, βράσιμο σε νερό που κόχλαζε ή τηγάνισμα σε καυτό λάδι, εκδορά, ακρωτηριασμό και ευνουχισμό, ανασταύρωση, παλούκωμα, φαρμάκωμα, ακόμα και πυρωμένα σίδερα χρησιμοποιούνταν.

Είχαμε τις χειροκοπίες (για τους κλέφτες, τους τυμβωρύχους και τους παραχαράκτες), τις ρινοτομίες (εδώ την τιμητική τους είχαν οι αυτοκράτορες αλλά και οι βιαστές, οι δίγαμοι και οι αιμομίκτες), τις γλωσσοτομίες (για ψευδορκία), τις ταυτοπάθειες (κόψιμο του μέλους που είχε προκαλέσει την εγκληματική πράξη ή μπήξιμο μυτερών καλαμιών στην ουρήθρα στους παιδεραστές), τους αναρίθμητους ευνουχισμούς και τις ακόμα περισσότερες τυφλώσεις (ως βασανιστήριο αλλά και ως κατασταλτικό ή ακόμα και προληπτικό μέτρο), τις βάρβαρες διαπομπεύσεις των λειψάνων των στασιαστών (περιφορά στους δρόμους των παλουκωμένων και αποκομμένων μελών τους), την αποστολή των κακοποιημένων πτωμάτων των νεκρών στους συγγενείς τους (μεγάλο όνομα εδώ ο Αλέξιος Κομνηνός) και τόσα άλλα που δεν είναι για ευαίσθητους αναγνώστες.

Υπήρχε βέβαια και η εκδορά ζωντανών ανθρώπων αλλά και κάτι εντελώς καινούριο, απότοκο των ενδοχριστιανικών διενέξεων: γδάρσιμο του γενειοφόρου τμήματος του κεφαλιού παπά ή μοναχού! Ταυτοχρόνως, το βράσιμο σε καυτή πίσσα, ο ανασκολοπισμός, η αποκοπή των τενόντων με μαχαίρι και οι λοιπές ανείπωτες φρικαλεότητες των βυζαντινών βασανιστηρίων συνθέτουν μια εικόνα φρίκης που σε τέτοια έκταση σπανίως έχει ξαναδεί ο δυτικός κόσμος.

Ο τεράστιος αριθμός των βυζαντινών ακρωτηριασμών ανασυγκροτείται και από τα τόσα παρωνύμια που δίνονταν στα θύματα σύμφωνα με το βασανιστήριο που είχαν υποστεί ή το ομοίωμα με το οποίο αντικαθιστούσαν το κομμένο τμήμα. Αναφέρουμε ενδεικτικά τα Κοψόρρινος, Αργυρομύτης, Χαλκομύτης, Κουτσομύτης, Κουτσοχέρας, Κουτσοδάχτυλος κ.λπ.

Εξεγέρσεις και η σφαγή των Ζηλωτών της Θεσσαλονίκης

Ως πολίτες της πιο λαμπρής πόλης του καιρού τους, ο λαός της Βασιλεύουσας δεν φοβόταν να εκφραστεί και πουθενά δεν ήταν πιο έκδηλο αυτό από τη Στάση του Νίκα. Τη λαϊκή εξέγερση δηλαδή που έλαβε χώρα στο Βυζάντιο την εποχή του Ιουστινιανού και πνίγηκε στο αίμα από τον αυτοκράτορα, με πρωταγωνιστές τους δήμους των «Πράσινων» και των «Βένετων», οργανώσεις φιλάθλων με λαϊκή καταγωγή που λάτρευαν τις αρματοδρομίες και ζούσαν για τις εξέδρες του Ιππόδρομου της Κωνσταντινούπολης.

Με τα πολλά, ο Ιουστινιανός στέλνει τους στρατηγούς του, οι οποίοι εγκλωβίζουν τους επαναστάτες στον Ιππόδρομο και τους κατασφάζουν κυριολεκτικά: η καταστολή της «Στάσης του Νίκα» στις 18 Ιανουαρίου 532 άφησε πίσω της 30.000 νεκρούς.

Δεν αποσταθεροποιούσαν όμως την αυτοκρατορία όλες οι εξεγέρσεις, όπως το περιστατικό με τον αιματοβαμμένο εμφύλιο που πήρε τέλος από μια εξέγερση στις φυλακές. Ο Αλέξιος Απόκαυκος προσπάθησε να ανακόψει την αυτονομιστική δύναμη του Ιωάννη Καντακουζηνού, άλλου ενός που ζήλεψε τον αυτοκρατορικό θρόνο εκμεταλλευόμενος τον θάνατο του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Γ’ το 1341.

Ο λαός της Αδριανούπολης εξεγέρθηκε μέσα στον πανικό και όταν ο κυβερνήτης της Θεσσαλονίκης κάλεσε τον Καντακουζηνό στην πόλη για να του την παραδώσει, οι Ζηλωτές εξεγείρονται και μαζί τους ξεσηκώνεται και ο λαός της Θεσσαλονίκης. Ο μέγας δούκας Απόκαυκος πρωτοστάτησε στους εμφύλιους πολέμους της εποχής του που σχετίζονταν με τη διαδοχή του βυζαντινού θρόνου και πάλεψε με τον αντιβασιλιά και αυτοανακηρυγμένο αυτοκράτορα τώρα Καντακουζηνό, αν και το τέλος του ήρθε από κει που δεν το περίμενε. Επιθεωρώντας τις νέες φυλακές της Κωνσταντινούπολης, έπεσε θύμα της στάσης των κρατουμένων, οι οποίοι και τον δολοφόνησαν τελικά τον Ιούνιο του 1345 διαδραματίζοντας από σπόντα σπουδαίο ρόλο στην αδελφοκτόνο μάχη για τον θρόνο.

Είμαστε πια σε μια εποχή που το Βυζάντιο δονείται από εμφύλιους σπαραγμούς, από πλήθος πραξικοπημάτων που εκδηλώνονται δηλαδή με θρησκευτικές συγκρούσεις μεταξύ ορθόδοξων και αιρετικών, «Ησυχαστών» και «Ζηλωτών», αυτοκρατορικών και αντιαυτοκρατορικών. Στις σφετεριστικές περιπέτειες του Ιωάννη ΣΤ’ Καντακουζηνού εκεί στις αρχές της δεκαετίας του 1340 και στις μάχες του με τον οίκο των Παλαιολόγων, οι «Ησυχαστές» (μερίδα του ιερατείου) βρίσκουν την ευκαιρία να συγκρουστούν με τους «Ζηλωτές», ένα λαϊκο-θρησκευτικό κίνημα που γεννήθηκε και αναπτύχθηκε στη Θεσσαλονίκη και αντιμετώπιζε με καχυποψία τη συνεργασία του μεγάλου εξουσιαστικού ιερατείου με την αριστοκρατική φεουδαρχία.

Πολλές αγροτικές εξεγέρσεις και ταραχές εναντίον της τοπικής αριστοκρατίας αλλά και της κεντρικής εξουσίας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας λαμβάνουν χώρα σε Μακεδονία και Θράκη και στη Θεσσαλονίκη εξελίσσονται σε μια παρισινή κομμούνα πριν την εποχή της. Την άνοιξη του 1342, ο Καντακουζηνός, κατ’ εξοχήν εκφραστής των συμφερόντων της αριστοκρατίας, καταλαμβάνει με τη βοήθεια των Σλάβων τη Θεσσαλονίκη και οι Ζηλωτές εξεγείρονται και πάλι, θέλοντας να εκμεταλλευτούν την ολομέτωπη εμφύλια σύγκρουση Καντακουζηνού και Κωνσταντινουπολιτών.

Οι Ζηλωτές καταλαμβάνουν την εξουσία και ανακηρύσσουν την «Ανεξάρτητη Δημοκρατία της Θεσσαλονίκης», απαιτώντας την αυτονομία της και το δικαίωμα άσκησης ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής. Ο αυτοκράτορας Ιωάννης Ε’ Παλαιολόγος προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τη σφοδρή αντίθεση των Ζηλωτών έναντι του Καντακουζηνού για να τον αποδυναμώσει, ελπίζοντας να εξασθενήσουν παράλληλα και οι δυο αντίπαλοί του. Γι’ αυτό και τηρεί ουδετερότητα απέναντι στην εξέγερση των Ζηλωτών.

Οι Ζηλωτές συνάπτουν προσωρινή συμμαχία με τον μέγα δούκα Απόκαυκο, οι εχθρικές διαθέσεις τους απέναντι στην αριστοκρατία επικρατούν όμως και ζητούν τώρα την αυτοδυναμία τους εκτελώντας τον γιο του. Για μια δεκαετία σχεδόν (1341-1349), οι Ζηλωτές έθεσαν την πόλη κάτω από τον απόλυτο έλεγχό τους και επιχείρησαν να εισαγάγουν πρωτοποριακές για την εποχή τους πολιτικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις.

Η Κομμούνα των Ζηλωτών αντιμετώπισε νικηφόρα με πολλές επιδρομές του αυτοκρατορικού στρατού στη Θεσσαλονίκη, επικουρούμενες πότε από τους Σλάβους και πότε από τους Τούρκους. Οι συμβασιλείς πια Καντακουζηνός και Παλαιολόγος έστειλαν μεγάλες δυνάμεις στη Θεσσαλονίκη και σώμα 20.000 ανδρών του τούρκικου στρατού και κατέσφαξαν τον πληθυσμό καταστρέφοντας την πόλη.

Η μόνιμη συνεργασία Σλάβων και Τούρκων με τους Βυζαντινούς του Καντακουζηνού κατά του λαϊκού στοιχείου και η μόνιμη εγκατάστασή τους στα ελλαδικά εδάφη προοιώνιζε το μέλλον της αυτοκρατορίας. Ο Καντακουζηνός συμμάχησε εξάλλου το 1352 με τον Σουλεϊμάν Πασά σε νέα εκστρατεία κατά του Ιωάννη Ε’, ο οποίος πολιορκούσε την Αδριανούπολη ενάντια στον διοικητή της που ήταν γιος του Καντακουζηνού (Ματθαίος Καντακουζηνός). Οι τουρκικές ορδές επιδόθηκαν σε εκτεταμένες σφαγές και λεηλασίες, πράξεις που στα μάτια του λαού έγιναν με τη συγκατάθεση ή έστω την ανοχή του συναυτοκράτορά τους.

Οι βυζαντινοί αυτοκράτορες ήταν δηλαδή αυτοί που δίδαξαν στο σλαβικό και τουρκικό στοιχείο τον δρόμο προς την Ελλάδα αλλά και τον τρόπο να καταπνίγουν τα λαϊκά κοινωνικά κινήματα. Η μετέπειτα πορεία των πραγμάτων, ως διαμάχη μεταξύ «ενωτικών και ανθενωτικών», όχι μόνο δεν θα γλίτωνε τους αυτοκράτορες και τους ευγενείς από το σπαθί του Μωάμεθ του Πορθητή, αλλά θα ανέτρεπε τον ίδιο τον ρου της Ιστορίας προσυπογράφοντας την ηχηρή πτώση του Βυζαντίου…

H κατάθλιψη στον σύγχρονο κόσμο

Αποτέλεσμα εικόνας για H κατάθλιψη στον σύγχρονο κόσμοΚοινωνική απελευθέρωση και ψυχική ευθραυστότητα. 
Πρόσφατα με αναζήτησε, φίλη μου. Βρισκόταν σε απόγνωση και γεμάτη ενοχές λόγω της κατάστασης της τριαντατετράχρονης κόρης της, η οποία ζούσε ξανά μαζί της ύστερα από μια κατάρρευση που βίωσε στον εργασιακό της χώρο. Η κοπέλα αυτή βρήκε μετά τις σπουδές της εργασία σε μια άλλη πόλη και μετακόμισε εκεί. Εργαζόταν πολύ αλλά δεν είχε κοινωνικές επαφές και προσωπική ζωή.

Σε κάποια στιγμή μετά από μια αντιπαράθεση που είχε με τον εργοδότη της γύρω από ένα επαγγελματικό προσχέδιο ασθένησε, εμφανίζοντας ψυχαναγκαστικά και καταθλιπτικά συμπτώματα. Η ασθενής μου, η μητέρα της, πίστευε πως το κορίτσι της δεν πήρε στην παιδική ηλικία την σταθερότητα και εμπιστοσύνη που χρειαζόταν. Η ίδια θεώρησε πως από την πλευρά της είχε συνεισφέρει με τον τρόπο της ως μητέρα στην έλλειψη σταθερότητας και στην περιορισμένη ικανότητα του παιδιού της να ανταπεξέρχεται στις συγκρούσεις.
 
Η ασθενής μου είχε ακολουθήσει τις επαγγελματικές της φιλοδοξίες χτίζοντας την σταδιοδρομία της σε πολιτικές θέσεις στην διοίκηση σε διαφορετικά ομοσπονδιακά κρατίδια της Γερμανίας. Αναρριχήθηκε επαγγελματικά αλλάζοντας συχνά εργασιακούς τόπους. Χώρισε νωρίς με τον σύζυγο της και δημιούργησε με τα δύο της παιδιά μια σύγχρονη μονογονεϊκή οικογένεια. Μετακόμιζε συχνά από τόπο σε τόπο παίρνοντας μαζί τα παιδιά. Δεν ήταν μόνο οι επαγγελματικές της υποχρεώσεις και η αλλαγή περιβάλλοντος που προκαλούσε ανησυχία, πρόωρες προσαρμοστικές αναγκαιότητες και διαδικασίες αυτονόμησης στα παιδιά. Ήταν και η προσωπικότητα της (της μητέρας) που έφερε τα παιδιά αντιμέτωπα με την παρορμητικότητα, την αμφιθυμία και την υπερένταση της. Η ζωή όλων τους ήταν γεμάτη εναλλαγές, εντάσεις και μεταπτώσεις.
 
Εντός αυτού του πλαισίου η κόρη της δεν μπόρεσε να διαμορφώσει μια επαρκή εσωτερική σταθερότητα ώστε να αντέχει τις εντάσεις της ζωής. Ταυτόχρονα δεν υπήρξε για αυτήν ένα δίκτυο κοινωνικών δεσμών το οποίο θα μπορούσε να κάνει πιο ήπια την εξάρτηση από την μητέρα, προσφέροντας της με αυτόν τον τρόπο το αίσθημα του να ανήκει σε μια μεγαλύτερη ομάδα αναφοράς. Αν αυτό είχε συμβεί θα αποτελούσε μια θετική βάση για την δημιουργία μέσα της μιας εσωτερικής παράστασης για την ομάδα.
 
Αυτά τα χαρακτηριστικά ανασφάλειας και διαρκών εναλλαγών διέτρεχε αυτήν την οικογένεια για πάνω από δυο γενιές: Η μητέρα μεγάλωσε κάτω από σκληρές συνθήκες αυστηρότητας σε ένα σπίτι όπου κυριαρχούσαν οι γυναικείες παρουσίες. Το περιβάλλον ήταν περιοριστικό, σφραγισμένο από τις ανασφάλειες και τους φόβους που χαρακτήριζαν την μεταπολεμική κοινωνία. Ωστόσο βίωσε μια σχετική σταθερότητα μέχρι το τέλος των γυμνασιακών της χρόνων. Άρχισε από τα νεανικά της χρόνια να ενδιαφέρεται για τις πολιτικές πρακτικές και αντιτάχθηκε στους παραδοσιακούς κανόνες και μορφές ζωής.
 
Μετά το τέλος των σπουδών της αναζήτησε την αυτοπραγμάτωση της σε επαγγελματικές δραστηριότητες επιλέγοντας να ζει χωρίς τις δεσμεύσεις που απορρέουν από κληρονομημένα πρότυπα. Απέφευγε τους παραδοσιακούς θεσμούς. Τα παιδιά της βίωναν μια μητέρα με άστατη μάλλον προσωπικότητα, έντονα απασχολημένη με την εργασία της. Ο κοινωνικός τους περίγυρος ήταν διαρκώς μεταβαλλόμενος. Οι κοινωνικές σχέσεις της οικογένειας χαρακτηρίζονταν από διαρκείς απώλειες και επαναλαμβανόμενες επανεκκινήσεις. Μια οικογένεια αποδεσμευμένη από συμβατικές κοινωνικές δεσμεύσεις (γειτονιά, συνδικάτα, τοπικούς αθλητικούς συλλόγους, συλλόγους κλπ). Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε αυτήν την μορφή ζωής ως αποδεσμευμένη κοινωνικά, κατά κάποιον τρόπο απελευθερωμένη.
 
Η ίδια η μητέρα είχε βιώσει κάτι από αυτήν την συνθήκη ήδη στα παιδικά της χρόνια. Στο σχολείο ως έφηβη παρουσιαζόταν κατά κάποιο τρόπο ως αντισυμβατική, πράγμα που μάλλον είχε να κάνει με την αποσιώπηση ενός οικογενειακού μυστικού που αφορούσε τον απόντα πατέρα της. Η μητέρα, η θεία και η γιαγιά που την μεγάλωσαν, δεν της το αποκάλυψαν ποτέ. Αργότερα, ως ενήλικη, απολάμβανε την ελευθερία να ζει με τον τρόπο που ήθελε – σε αντιδιαστολή με την στενότητα και αυστηρότητα της παιδικής της ηλικίας. Αλλά και τα παιδιά της βίωσαν την ελευθερία από δεσμευτικές και συγκρατούσες δομές. Τους ήταν δύσκολο να συνταχθούν με οικογενειακές δομές αλλά και με την λογική μεγαλύτερων κοινωνικών ομάδων. Έμαθαν να στηρίζονται στις δικές τους δυνάμεις ή αναγκαστικά στην μάλλον ευμετάβλητη, ασταθή γονική μορφή της μητέρας τους. Πράγμα που οδήγησε σε μια έντονη συμπύκνωση των αναγκών τους, των προσδοκιών τους και των συναισθημάτων τους, στα πλαίσια μιας επισφαλούς σχέσης με την με την μητέρα τους. Αυτό τα οδήγησε ξεκάθαρα σε μια χαρακτηριστική ψυχική ευερεθιστότητα και ανησυχία.
 
Νεωτερικότητα κι εκσυγχρονισμός
Θα αναφέρω κάποιες σκέψεις που αφορούν την κλινική πρακτική, συζητώντας τις στο πλαίσιο εννοιών που επεξεργάστηκε ο Max Weber, ένας από τους πρώτους κοινωνιολόγους της σύγχρονης εποχής. Η Νεωτερικότητα, ως μια εποχή που ολοκληρώθηκε τα τελευταία διακόσια χρόνια, συνδέεται με μερικές σημαντικές εξελίξεις που σχηματικά μπορούν να περιγραφούν με το ακόλουθο λεξιλόγιο: εκβιομηχάνιση, καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα, φυσικό δίκαιο και ανθρώπινα δικαιώματα, ρύθμιση των συνθηκών της ζωής μέσα από την διεύρυνση του συστήματος δικαιοσύνης, αναίρεση των μεταφυσικών τάξεων ως δεσμευτικές πηγές νοήματος, επέκταση των επιστημονικών πεδίων στην βάση της εμπειρικής διερευνητικής μεθοδολογίας στον αντίποδα της θρησκευτικής δογματικής θέασης του κόσμου, εξέλιξη των δημοκρατικών μορφών διακυβέρνησης, απελευθέρωση των αισθητικών μορφών από παραδοσιακές κανονιστικές ρυθμίσεις και γέννηση της ιδέας γύρω από ένα αυτόνομο υποκείμενο.
 
Ο Max Weber θεωρεί ως κεντρικό μηχανισμό του εκσυγχρονισμού μια γενικευμένη ορθολογικοποίηση. Αυτό σημαίνει την εισαγωγή του αξιώματος της τυπικής ορθολογικότητας σε όλα τα πεδία της ζωής. Η τυπική ορθολογικότητα ορίζεται από τέσσερα χαρακτηριστικά στοιχεία/σκοπούς: Αποτελεσματικότητα, προβλεψιμότητα, ποσοτική σύλληψη κι έλεγχος των διαδικασιών – στο βαθμό που η εργασιακή δύναμη των ανθρώπων αντικαθίσταται από μηχανές. Στην βάση αυτών των αξιωμάτων η οικονομία, οι γραφειοκρατίες και οι επιστήμες προχώρησαν σε μια ιστορικά άνευ προηγουμένου αποτελεσματικότητα.
 
Ο Weber δεν παρέλειψε ωστόσο να αναφέρει τον ανορθολογικό χαρακτήρα και τις δυναμικές αποανθρωποποίησης των ορθολογικοποιημένων συστημάτων. Τα ορθολογικοποιημένα συστήματα χαρακτηρίζονται από την τάση τους να αυτονομούνται και να αναπτύσσουν μια δική τους δυναμική. Αποτέλεσμα αυτής της αυτονόμησης των τυποποιημένων συστημάτων, είναι να ακινητοποιούν και να παγώνουν τους ανθρώπους που δραστηριοποιούνται μέσα σε αυτά, μετατρέποντας τους σε ρομποτικούς φορείς λειτουργιών. Η θέαση του κόσμου μέσα από την οπτική των διαδικασιών ορθολογικοποίησης αποκτά στον Weber μια πεσιμιστική διάσταση.
 
Μιλάει για ‘’απομαγικοποίηση του κόσμου’’ καθώς και για μεταλλικά περιβλήματα και αναπόφευκτους ψυχαναγκασμούς. Φοβάται μια εξέλιξη του πολιτισμού η οποία θα μπορούσε να καταλήξει σε ‘’εξειδικευμένους ανθρώπους χωρίς πνεύμα, ανθρώπους που αναζητούν την απόλαυση χωρίς συναισθήματα’’. ‘’Αυτό το Τίποτα φαντασιώνεται μέσα στην έπαρση του πως έχει ανέβει στα ψηλότερα σκαλιά της ανθρωπότητας’’
 
Η καταλυτική, εξαιρετική σημασία που θα μπορούσαν – και μπορούν – να αποκτήσουν οι διαδικασίες ορθολογικοποίησης, βρίσκεται στην δυνατότητα τους να είναι συμβατά όχι μόνο με την υλική διάσταση των ανθρώπινων πραγμάτων αλλά να εξαπλώνονται και στα πεδία του ψυχικού/νοητικού στοιχείου της ύπαρξης. Το ηθικό και ιδεολογικό ισοδύναμο των διαδικασιών ορθολογικοποίησης ανακαλύφθηκε από τον Weber εντός της προτεσταντικής ηθικής.
 
Ως λογική συνέπεια της ορθολογιστικής οργάνωσης της ζωής και της οικονομίας, προκύπτει η εγκατάσταση και προέλαση υποσυστημάτων, τα οποία κυριαρχούν διεισδύοντας στην ζωή του σύγχρονου ανθρώπου. Τα πιο σημαντικά από αυτά τα υποσυστήματα είναι τα οικονομικά καθώς κι αυτά που συνδέονται με την εκβιομηχάνηση (τεχνολογική επέκταση, αυτοματισμός, καταμερισμός και συγκέντρωση των παραγωγικών διαδικασιών και η επιστημονικοποίηση όλο και περισσοτέρων πεδίων της ζωής).
 
Μιλώντας για επέκταση της οικονομικής σφαίρας εννούμε την οργάνωση του ‘’πράττειν’’ στην βάση οικονομικών κριτιρίων με γνώμονα την οικονομική επιτυχία. Ένας τέτοιος προσανατολισμός δεν είναι αυτονόητος σε καμία περίπτωση. Τα φεουδαρχικά συστήματα ήταν προσανατολισμένα στην διατήρηση μιας ισορροπίας και όχι στην επιδίωξη μιας ανάπτυξης. Ακόμα και στις πρώτες αστικές/καπιταλιστικές κοινωνίες υπήρξαν παραδοσιακά σφαίρες που δεν ακολουθούσαν το πρόσταγμα της μεγιστοποίησης του κέρδους αλλά άλλες αξίες και ιδεώδη όπως: την αξία του ιδιωτικού χώρου, το ανθρωπιστικό πνεύμα και την καλλιέργεια, την παιδεία και την μόρφωση, την ξεκούραση και τον ελεύθερο χρόνο.
 
Επί του παρόντος γινόμαστε θεατές της επικράτησης οικονομικών προτεραιότήτων σε όλους αυτούς τους χώρους. Η αλλαγή αυτή μπορεί σήμερα εύκολα να γίνει αντιληπτή στα πεδία της εκπαίδευσης και στους θεσμούς κοινωνικοποίησης συνολικά. Αν στο παρελθόν η εκπαίδευση θεωρείτο μια από τις σημαντικότερες πηγές για την εκτύλιξη της προσωπικότητας – σήμερα μεταλλάχθηκε σταδιακά από ένα ιδιωτικό ιδεώδες σε παράγοντα διεθνούς οικονομικού ανταγωνισμού.

Συνοψίζοντας κάποιες επεξεργασίες της Κοινωνιολογίας και λαμβάνοντας υπόψη τους κυρίαρχους μηχανισμούς, δυνάμεις και πρωταγωνιστές των κοινωνικών εξελίξεων διαπιστώνουμε τα ακόλουθα:

Ανάδυση μιας κοινωνίας της διακινδύνευσης η οποία συμβαδίζει (κατασκευάζοντας/κατασκευαζόμενη) με τις διαδικασίες εξατομίκευσης των μελών της, την ευλυγισία ως χαρακτηριστικό του νέου καπιταλισμού, την επιστημονικοποίηση, την παγκοσμιοποίηση, την επιτάχυνση και την συμπύκνωση των εργασιακών σταδιοδρομιών αλλά και των βιογραφικών περιόδων. Καλούμαστε πιεστικά να προσαρμοζόμαστε σε όλους αυτούς τους μετασχηματισμούς, με γνώμονα τα οικονομικά συμφέροντα όπως αυτά διαμορφώνονται από το σημερινό επίπεδο των τεχνολογικών και διανοητικών προδιαγραφών.
 
Το Υποκείμενο
Τι συμβαίνει λοιπόν στο υποκείμενο (που και αυτό αποτελεί μια εννοιoλογική κατασκευή της νεωτερικότητας) κάτω από αυτές τις συνθήκες; Η φιλοσοφική έννοια ‘’Υπο-κείμενο’’ εμφανίστηκε πριν από διακόσια χρόνια πέρίπου. Με την έννοια αυτή χαρακτηρίζεται μια εξελικτική βαθμίδα μέσα από την σύλληψη μιας κοινωνικής-πνευματικής-ιστορικής στάθμισης του ανθρώπου. Στην φιλοσοφία ήταν πάνω από όλα ο άνθρωπος που είναι σε θέση να συλλογίζεται τον εαυτό του. Στον Καρτέσιο, Στον Έγελο και στον Καντ (Descartes, Hegel, Kant) αυτός ο ανθρωπολογικός τύπος χαρακτηρίζεται υποκείμενο (Subject).
 
Σύμφωνα με τις θεωρητικοποιήσεις που προέρχονται από την Κοινωνιολογία, ο άνθρωπος που πράττει και διαμορφώνει μπαίνει στο φως της Ιστορίας ως γενική καθοδηγητική εικόνα με το ξεκίνημα των Νέων χρόνων. Η αναγκαιότητα που προκύπτει την συγκεκριμμένη χρονική στιγμή είναι να πράττουμε αυτόνομα σύμφωνα με τις εσωτερικές μας πεποιθήσεις. Αυτό το πρόταγμα βρίσκει την έκφραση του σε ένα καινούριο ήθος, αυτό της προτεσταντικής ηθικής. Η έννοια του υποκειμένου αποκτά τις σημαντικότερες κοινωνικές αναφορές της και τα περιγράμματα της μέσα από την μαρξιστική φιλοσοφία. Σε αυτήν ο άνθρωπος εμφανίζεται ως ‘’υποκείμενο της ιστορίας’’, δηλαδή ως το ον που την διαμορφώνει και όχι ως έρμαιο της.
 
Το αποφασιστικό όμως άνοιγμα για τις ψυχολογικές εκδοχές των παραστάσεων γύρω από το υποκείμενο μας το προσέφερε η ψυχανάλυση. Από όλες τις επιστήμες του ανθρώπου και με τον πιο ριζοσπαστικό τρόπο, εκπροσωπεί την σκέψη της ατομικότητας, τον μέγιστο διαφωτισμό, συναρτημένο συμφυώς με την ατομική βιογραφία. Επανασημασιοδοτεί την αξία της συνειδητότητας της ύπαρξης και των πράξεων καθώς και του δικαιώματος του μεμονωμένου ανθρώπου για αναγνώριση της εντελώς προσωπικής και μοναδικής του συγκρότησης.
 
Μια εκδοχή αυτής της ιστορικής διαδικασίας υποκειμενοποίησης είναι η μετάβαση από μια ετερόνομη σε μια αυτόνομη καθοδήγηση της συμμετοχής στην κοινωνική ζωή. Με τον τρόπο που το περιέγραψε ο Norbert Elias στο έργο του ‘’Σχετικά με την διαδικασία του πολιτισμού’’, ως μια διαδικασία αυξανόμενης εσωτερίκευσης του κοινωνικού ελέγχου (On Internalisation). Το να είμαι υποκείμενο σημαίνει συνείδηση του εαυτού και της ιστορίας μου. Από την μια πλευρά το υποκείμενο αποφασίζει αυτόνομα και με την πράξη του κατασκευάζει τις συνδέσεις με το περιβάλλον του. Από την άλλη αναλαμβάνει τις ανάγκες και τις παροτρύνσεις αυτού του περιβάλλοντος. Σκέφτεται αυτούς τους δεσμούς, την ατομική του ιστορία και την ιστορία του είδους του. Είναι μέσα σε όλα αυτά σε θέση να υπερβεί την επίκαιρη κατάσταση του. Η πιο πρόσφατη έννοια της ταυτότητας τονίζει ακριβώς αυτήν την αυτοστοχαστική δυναμική του υποκειμένου.
 
Βέβαια αυτός ο ορισμός της υποκειμενικότητας αμφισβητείται εκ νέου στην ύστερη νεωτερικότητα. Στην λογοτεχνία ανθεί αυτή η αμφισβήτηση στους Kafka, Joys, Musil, Camus. Σε αυτούς τους συγγραφείς το υποκείμενο το υποκείμενο δεν είναι πλέον αυτό που πράττει, αλλά παρουσιάζεται υποταγμένο, αβοήθητο, άγεται και φέρεται. Είναι τυφλό.
 
Σχετικά με την συχνότητα των ψυχικών διαταραχών
Ο γάλλος κοινωνιολόγος Alain Ehrenberg στο βιβλίο του ‘’Ο εξουθενωμένος εαυτός – Κατάθλιψη και κοινωνία’’ θεωρεί πως οι δυτικές χώρες καλούνται να αντιμετωπίσουν μια αύξηση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων στον ευρύτερο πληθυσμό. Ως κεντρική αιτία για αυτό θεωρεί την επιβάρυνση που προκύπτει από την ανάληψη της ευθύνης για τον εαυτό τους από τους ανθρώπους. Μια ευθύνη που στις δημοκρατικές κοινωνίες καλείται ο καθένας να αναλάβει. Επιτυχίες, αποτυχίες και αστοχίες καταλογίζονται στον μεμονωμένο άνθρωπο ενώ αντίθετα σε πιο παραδοσιακές αυταρχικές κοινωνίες θα αποδίδονταν στις αυθεντίες τους.
 
Η κατάθλιψη – με βάση αυτόν τον τρόπο κατανόησης – είναι μια ασθένεια του πολιτισμού μιας κοινωνίας της οποίας οι κανόνες συμπεριφοράς δεν στηρίζονται στην ενοχή και στην πειθαρχία αλλά στην πρωτοβουλία και στην υπευθυνότητα. Κάθε αποτυχία αποδεικνύει ως ένοχο το υποκείμενο. Το να την αποφύγουμε με κάθε μέσο που διαθέτουμε οδηγεί στο να πιέζουμε τον εαυτό μας όπως δεν το είχαμε κάνει ποτέ στο παρελθόν.
 
Πρωτοφανές. Στην βάση αυτής της κατανόησης, η κατάθλιψη είναι μια πολιτισμική ασθένεια. Υπάρχει μια υπόσχεση ως προς την ισότητα των ευκαιριών και μια προσδοκία αυτοπραγμάτωσης. Πολλοί άνθρωποι αποτυγχάνουν να ανταποκριθούν στις προδιαγραφές που θέτουν οι άρρητες νόρμες της αυτοπραγμάτωσης, της ευθύνης και της πρωτοβουλίας.
 
Σημαίνει αυτή η διάγνωση για την εποχή μας, πως οι ψυχικές ασθένειες έχουν αυξηθεί; Πως είναι πιο συχνές από ό,τι στο παρελθόν; Τον Σεπτέμβριο του 2011 δημοσιεύτηκαν τα αποτελέσματα μιας επιδημιολογικής έρευνας. Αναζητήθηκαν απαντήσεις για την κατάσταση του πληθυσμού σε 27 χώρες της ευρωπαϊκής ένωσης καθώς και για την Ισλανδία, την Νορβηγία και την Ελβετία. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, το 38,2% του πληθυσμού αυτών των χωρών υποφέρει από κάποια σημαντική ψυχική διαταραχή. Για την Γερμανία ειδικότερα, οι σχεδιασμοί του υπουργείου υγείας προβλέπουν πως το 2020 οι διάφορες μορφές με τις οποίες εμφανίζεται σε κλινικό επίπεδο η κατάθλιψη θα έρθουν στην δεύτερη θέση στους επιδημιολογικούς δείκτες, πίσω από τα καρδιολογικά νοσήματα και τις διαταραχές του κυκλοφορικού συστήματος.
 
Οι αριθμοί δείχνουν πως οι ψυχικές διαταραχές εμφανίζονται με υψηλή συχνότητα. Ωστόσο αξίζει να υπογραμμίσουμε πως οι έγκυρες στον σχεδιασμό τους έρευνες σχετικά με αυτά τα ζητήματα είναι σχετικά πρόσφατες και πραγματοποιούνται μόλις τα τελευταία είκοσι χρόνια. Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις πως οι γιατροί στο παρελθόν δεν ήταν σε θέση να διαγνώσουν την ύπαρξη ψυχικών διαταραχών γιατί δεν μπορούσαν να τις ταυτοποιήσουν/αναγνωρίσουν και ταυτόχρονα οι ασθενείς αποσιωπούσαν τις ψυχικές επιβαρύνσεις που βίωναν.
 
Αυτό που μπορούμε επομένως να πούμε σε μια πρώτη ανάγνωση είναι πως οι ψυχικές ασθένειες αναδύονται μέσα από την προγενέστερη κοινωνική συνθήκη, η οποία τις βύθιζε σε μια λανθάνουσα κατάσταση. Το ερώτημα εάν υπάρχει μια αληθινή αύξηση των ψυχικών νοσημάτων, το πως κυριαρχούν στο κλινικό τοπίο και στην κοινωνική ζωή με τις επιπτώσεις τους – δεν μπορεί να απαντηθεί με βεβαιότητα στην βάση των στοιχείων που διαθέτουμε.
 
Σχετικά με την συχνότητα των ψυχικών διαταραχών
Ο γάλλος κοινωνιολόγος Alain Ehrenberg στο βιβλίο του ‘’Ο εξουθενωμένος εαυτός – Κατάθλιψη και κοινωνία’’ θεωρεί πως οι δυτικές χώρες καλούνται να αντιμετωπίσουν μια αύξηση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων στον ευρύτερο πληθυσμό. Ως κεντρική αιτία για αυτό θεωρεί την επιβάρυνση που προκύπτει από την ανάληψη της ευθύνης για τον εαυτό τους από τους ανθρώπους. Μια ευθύνη που στις δημοκρατικές κοινωνίες καλείται ο καθένας να αναλάβει. Επιτυχίες, αποτυχίες και αστοχίες καταλογίζονται στον μεμονωμένο άνθρωπο ενώ αντίθετα σε πιο παραδοσιακές αυταρχικές κοινωνίες θα αποδίδονταν στις αυθεντίες τους.
 
Η κατάθλιψη – με βάση αυτόν τον τρόπο κατανόησης – είναι μια ασθένεια του πολιτισμού μιας κοινωνίας της οποίας οι κανόνες συμπεριφοράς δεν στηρίζονται στην ενοχή και στην πειθαρχία αλλά στην πρωτοβουλία και στην υπευθυνότητα. Κάθε αποτυχία αποδεικνύει ως ένοχο το υποκείμενο. Το να την αποφύγουμε με κάθε μέσο που διαθέτουμε οδηγεί στο να πιέζουμε τον εαυτό μας όπως δεν το είχαμε κάνει ποτέ στο παρελθόν.
 
Πρωτοφανές. Στην βάση αυτής της κατανόησης, η κατάθλιψη είναι μια πολιτισμική ασθένεια. Υπάρχει μια υπόσχεση ως προς την ισότητα των ευκαιριών και μια προσδοκία αυτοπραγμάτωσης. Πολλοί άνθρωποι αποτυγχάνουν να ανταποκριθούν στις προδιαγραφές που θέτουν οι άρρητες νόρμες της αυτοπραγμάτωσης, της ευθύνης και της πρωτοβουλίας.
 
Σημαίνει αυτή η διάγνωση για την εποχή μας, πως οι ψυχικές ασθένειες έχουν αυξηθεί; Πως είναι πιο συχνές από ό,τι στο παρελθόν; Τον Σεπτέμβριο του 2011 δημοσιεύτηκαν τα αποτελέσματα μιας επιδημιολογικής έρευνας. Αναζητήθηκαν απαντήσεις για την κατάσταση του πληθυσμού σε 27 χώρες της ευρωπαϊκής ένωσης καθώς και για την Ισλανδία, την Νορβηγία και την Ελβετία. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, το 38,2% του πληθυσμού αυτών των χωρών υποφέρει από κάποια σημαντική ψυχική διαταραχή. Για την Γερμανία ειδικότερα, οι σχεδιασμοί του υπουργείου υγείας προβλέπουν πως το 2020 οι διάφορες μορφές με τις οποίες εμφανίζεται σε κλινικό επίπεδο η κατάθλιψη θα έρθουν στην δεύτερη θέση στους επιδημιολογικούς δείκτες, πίσω από τα καρδιολογικά νοσήματα και τις διαταραχές του κυκλοφορικού συστήματος.
 
Οι αριθμοί δείχνουν πως οι ψυχικές διαταραχές εμφανίζονται με υψηλή συχνότητα. Ωστόσο αξίζει να υπογραμμίσουμε πως οι έγκυρες στον σχεδιασμό τους έρευνες σχετικά με αυτά τα ζητήματα είναι σχετικά πρόσφατες και πραγματοποιούνται μόλις τα τελευταία είκοσι χρόνια. Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις πως οι γιατροί στο παρελθόν δεν ήταν σε θέση να διαγνώσουν την ύπαρξη ψυχικών διαταραχών γιατί δεν μπορούσαν να τις ταυτοποιήσουν/αναγνωρίσουν και ταυτόχρονα οι ασθενείς αποσιωπούσαν τις ψυχικές επιβαρύνσεις που βίωναν.
 
Αυτό που μπορούμε επομένως να πούμε σε μια πρώτη ανάγνωση είναι πως οι ψυχικές ασθένειες αναδύονται μέσα από την προγενέστερη κοινωνική συνθήκη, η οποία τις βύθιζε σε μια λανθάνουσα κατάσταση. Το ερώτημα εάν υπάρχει μια αληθινή αύξηση των ψυχικών νοσημάτων, το πως κυριαρχούν στο κλινικό τοπίο και στην κοινωνική ζωή με τις επιπτώσεις τους – δεν μπορεί να απαντηθεί με βεβαιότητα στην βάση των στοιχείων που διαθέτουμε.
 
Σκέψεις πάνω στην κλινική εμπειρία
Όλοι οι ασθενείς που σας παρουσίασα (το κομμάτι της παρουσίασης μερικών ιστορικών από ψυχαναλυτικές ψυχοθεραπείες που προηγείται δεν εμπεριέχεται στην σημερινή δημοσίευση για λόγους οικονομίας Σ.τ.μ) έχουν το κοινό χαρακτηριστικό πως ήταν άνθρωποι ιδιαίτερα ευαίσθητοι εξ αιτίας των επιβαρυντικών συνθηκών εντός των οποίων βίωσαν στην παιδική τους ηλικία τις σχέσεις με τα σημαντικά πρόσωπα της οικογένειας τους. Τα προβλήματα τους πηγάζουν από την έλλειψη, από την περιορισμένη φυσική και ψυχική παρουσία ή ακόμα και από την εξαφάνιση των πρωταρχικών τους αντικειμένων.
 
Για κάποιους από αυτούς τους ανθρώπους υπήρξε μια εξαιρετική ένδεια στις σημαντικότερες σχέσεις τους ως παιδιά. Οι σχέσεις που είχαν ήταν τόσο περιορισμένης εμβέλειας για τις ανάγκες ενός παιδιού, με αποτέλεσμα αυτό το λίγο που υπήρχε να συμπυκνωθεί για να χωρέσει προσδοκίες, επιθυμίες και ανάγκες. Αποτέλεσμα αυτών των αντίξοων συνθηκών είναι μια μεγάλη εξάρτηση και μια σαφώς έντονη αμφιθυμία (Ambivalenz). Συχνά οι ασθενείς αυτοί δεν έχουν στην πραγματική τους ζωή μακροχρόνιες σχέσεις. Αντίθετα παραμένουν προσκολλημένοι σε ενδοοικογενειακές σχέσεις και πολύ συχνότερα αυτές οι οικογένειες είναι μονογονεϊκές. Αυτή η δομή καθιστά δύσκολη την διαμόρφωση μιας εσωτερικής παράστασης για την ομάδα. Με αναπαράσταση της ομάδας (Gruppenrepraesentanz) εννοούμε μια ψυχική αρχή η οποία συμβολίζει στον εσωτερικό ψυχικό κόσμο του ανθρώπου το ‘’συνανήκειν’’ σε μια ομάδα. Αυτή η σχεσιακή εικόνα εμπεριέχει τις εμπειρίες (και την επεξεργασία τους) με την οικογένεια, τους γείτονες ή τους φίλους. Το να αισθανόμαστε πως ανήκουμε ή ανήκαμε στο παρελθόν σε αυτές τις ομάδες ανθρώπων εκπληρώνοντας ζωτικές για την ύπαρξη μας λειτουργίες.
 
Η παράσταση που έχουμε για τον εαυτό μας ως μέλος μιας ομάδας (εκτεταμένα ασυνείδητη αναμφίβολα) έχει την ίδια βαρύτητα για την συγκρότηση μας, με τις παραστάσεις που έχουμε για τον εαυτό και τα αντικείμενα του.
 
Μέχρι πρόσφατα αυτές οι αναπαραστάσεις σχετικά με την ομάδα δεν είχαν εκτιμηθεί δεόντως από την ψυχανάλυση. Μοιάζει να προσφέρουν στον άνθρωπο ένα ασυνείδητο συναίσθημα του συνανήκειν και μια ασυνείδητη αίσθηση σιγουριάς. Την βεβαιότητα πως διαθέτουμε ένα πολλαπλό δίκτυο πραγματικών αλλά και δυνητικών σχέσεων. Αυτό το αίσθημα σιγουριάς προσφέρει ένα δίκτυο, έναν προστατευτικό ανασταλτήρα, ένα ψυχικό απόθεμα αν θέλετε, για την περίπτωση που οι κεντρικές πρωταρχικές εμπειρίες ενός ανθρώπου (με τα πρώτα αντικείμενα του) υπήρξαν επιζήμιες, αφερέγγυες ή εξαιρετικά αμφιθυμικές. Με αποτέλεσμα να προκαλέσουν στο μικρό παιδί τις ανάλογες προβληματικές εικόνες για τα αντικείμενα του. Στην περίπτωση που οι αναπαραστάσεις αυτές φέρουν μέσα τους την προβληματική της ακύρωσης – η απώλεια ενός αντικειμένου οδηγεί συχνά σε αποδόμηση τις ψυχικές αντισταθμίσεις και στην εμφάνιση μιας ψυχικής διαταραχής. Μια ευνοϊκή εσωτερική αναπαράσταση της ομάδας είναι σε θέση να μετριάσει αυτή την αρνητική έκβαση ή να την παρεμποδίσει.
 
Μπορούμε να βρούμε στην οικογενειακή προϊστορία αυτών των ασθενών στοιχεία, τα οποία θα μπορούσαν να ειδωθούν ως συνέπειες του μετασχηματισμού των τρόπων ζωής στην σύγχρονη εποχή:

Εξατομικευμένοι και ευέλικτοι τρόποι ζωής. Επιταχύνσεις και συμπυκνώσεις στον εργασιακό βίο. Ακολουθούν ως αποτέλεσμα ριζικές αλλαγές στις σχέσεις γονέων-παιδιών. Σχέσεις που ενέχουν διακυβεύματα ως προς τη σταθερότητα και τη δυνατότητα στάθμισης και υπολογισμού – πράγματα που θα ήταν επιθυμητά αλλά η διαθεσιμότητα τους είναι περιορισμένη για του λόγους που αναφέραμε.

Το αποτέλεσμα αυτών των κοινωνικών εξελίξεων είναι να αυξάνονται οι πιο ασταθείς ψυχικές δομές. Αντίθετα σταθερές, προβλέψιμες και φιλικές αναπαραστάσεις του αντικειμένου αποτελούν, όπως και οι θετικές αναπαραστάσεις για την ομάδα, παράγοντες ανθεκτικότητας ενώπιον του κινδύνου των ψυχικών διαταραχών.
 
Επομένως είναι θεμιτό να ισχυριστούμε πως η σύγχρονη ζωή αυξάνει την προδιάθεση για ψυχικές διαταραχές. Ωστόσο είναι πολύ απλουστευτικό να δεχτούμε αβασάνιστα την διατύπωση πως η συμπύκνωση της εργασίας μας αρρωσταίνει ψυχικά. Οι σύγχρονες μορφές ζωής επιδρούν περισσότερο σε μια συνέχεια δύο γενεών. Οι γονείς προσαρμόζουν τον τρόπο ζωής τους στις απαιτήσεις της νεωτερικότητας – τα παιδιά αναπτύσσουν μέσα τους διαφοροποιημένες, εύκολα διαταράξιμες ψυχικές αρχές. Αυτές είναι τότε που προλειαίνουν το έδαφος για ψυχικές ασθένειες.
 
Η θέση του γάλλου κοινωνιολόγου Alain Ehrenberg πως η κατάθλιψη αποτελεί πολιτισμική ασθένεια μιας κοινωνίας στην οποία πολλοί άνθρωποι αποτυγχάνουν στους άρρητους κανόνες που προτάσσουν αυτοπραγμάτωση, υπευθυνότητα και πρωτοβουλία – αναδεικνύεται στο φως των διαγενεακών (transgenerational) μεταβιβάσεων που περιγράψαμε ως απλουστευτική και ιστορικά ξεπερασμένη. Προδιαγράφει υπαινικτικά πως υπάρχει ένα διευρυμένο πεδίο αυτονομίας κι ευκαιρίες αυτοπραγμάτωσης, πράγμα που ίσχυε για τις περιόδους του πρώιμου καπιταλισμού – και όχι σε αυτή την έκταση για την σημερινή εποχή.
 
Η θέση του Max Weber ως προς την ορθολογικοποίηση και την απομαγικοποίηση του κόσμου (Entzauberung der Welt) αλλά και οι απόψεις άλλων συγγραφέων σχετικά με το υποκείμενο της νεωτερικότητας, την κατασκευή του διαμέσου των διαδικασιών εξατομίκευσης και προσταγματικής ευελιξίας καθώς και η χειραγώγηση όλων μας από την μαζική κουλτούρα (Max Horkheimer, Theodor Adorno) – μας προτρέπουν να σκεφτούμε το ζήτημα μιας λεπτής χειραγώγησης.
 
Πρόκειται για μια απαρατήρητη, δυσδιάκριτη υπονόμευση, ένα ‘’άδειασμα’’ της ανθρώπινης αυτονομίας μέσα από δομικούς καταναγκασμούς, διαφήμιση, αγορά και παραπληροφόρηση – ως ένα από τα μεγάλα προβλήματα των σύγχρονων κοινωνιών.
 
Πέρα όμως από αυτό βλέπουμε πως υπάρχει μια γενικευμένη καθήλωση σε επιφανειακές αξίες κι εξωτερικά γνωρίσματα. Ένας πολιτισμός, ο οποίος είναι προσανατολισμένος στην κατανάλωση, στις εναλλασσόμενες μόδες και στα σκάνδαλα. Με αποτέλεσμα να περιορίζεται η αντίληψη μας ως προς τα δραματικά και σημαντικά γεγονότα. Όλα αυτά καθιστούν για όλους μας αδύνατη την βαθύτερη κατανόηση των προβλημάτων και τις βιώσιμες λύσεις τους. Έτσι η συναισθηματική συνθήκη που προκύπτει μέσω αυτών των μηχανισμών για τον απλό, συνηθισμένο άνθρωπο δεν είναι άλλη από αυτή της αποξένωσης, της αδυναμίας και της απώλειας νοήματος.
 
Οι οικονομικές και κοινωνικές διαδικασίες σε έναν περίπλοκα δικτυωμένο κόσμο λειτουργούν με έναν αυτοματισμό – αυτό κατέδειξε η οικονομική κρίση των τελευταίων χρόνων. Και από ό,τι φαίνεται δεν είναι ούτε οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές της (από τον χώρο της οικονομίας και της πολιτικής) κύριοι στο ίδιο τους το σπίτι. Και γι αυτούς προφανώς δεν πρόκειται πια για τον έλεγχο της κατάστασης αλλά για το πώς θα σώσουν το τομάρι τους.

H ορθολογικότητα της εξουσίας στο σύγχρονο κόσμο υφίσταται στο ‘’ότι κανείς δεν την έχει προσχεδιάσει και κανείς δεν τη διατυπώνει Η: άρρητος χαρακτήρας των μεγάλων ανώνυμων στρατηγικών’’, ακριβώς όπως το έθεσε ο πολιτικός φιλόσοφος και ιστορικός Michel Foucault.

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2016

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Τρῳάδες (634-685)

Αποτέλεσμα εικόνας για εκάβηΑΝ. ὦ μῆτερ, οὐ τεκοῦσα κάλλιστον λόγον,
635 ἄκουσον, ὥς σοι τέρψιν ἐμβαλῶ φρενί.
τὸ μὴ γενέσθαι τῷ θανεῖν ἴσον λέγω,
τοῦ ζῆν δὲ λυπρῶς κρεῖσσόν ἐστι κατθανεῖν.
ἀλγεῖ γὰρ οὐδὲν τῶν κακῶν ᾐσθημένος·
ὁ δ᾽ εὐτυχήσας ἐς τὸ δυστυχὲς πεσὼν
640 ψυχὴν ἀλᾶται τῆς πάροιθ᾽ εὐπραξίας.
κείνη δ᾽, ὁμοίως ὥσπερ οὐκ ἰδοῦσα φῶς,
τέθνηκε κοὐδὲν οἶδε τῶν αὑτῆς κακῶν.
ἐγὼ δὲ τοξεύσασα τῆς εὐδοξίας
λαχοῦσα πλεῖον τῆς τύχης ἡμάρτανον.
645 ἃ γὰρ γυναιξὶ σώφρον᾽ ἔσθ᾽ ηὑρημένα,
ταῦτ᾽ ἐξεμόχθουν Ἕκτορος κατὰ στέγας.
πρῶτον μέν, ἔνθα κἂν προσῇ κἂν μὴ προσῇ
ψόγος γυναιξίν, αὐτὸ τοῦτ᾽ ἐφέλκεται
κακῶς ἀκούειν, ἥτις οὐκ ἔνδον μένει,
650 τούτου παρεῖσα πόθον ἔμιμνον ἐν δόμοις·
ἔσω τε μελάθρων κομψὰ θηλειῶν ἔπη
οὐκ εἰσεφρούμην, τὸν δὲ νοῦν διδάσκαλον
οἴκοθεν ἔχουσα χρηστὸν ἐξήρκουν ἐμοί.
γλώσσης τε σιγὴν ὄμμα θ᾽ ἥσυχον πόσει
655 παρεῖχον· ᾔδη δ᾽ ἁμὲ χρῆν νικᾶν πόσιν,
κείνῳ τε νίκην ὧν ἐχρῆν παριέναι.
καὶ τῶνδε κληδὼν ἐς στράτευμ᾽ Ἀχαιικὸν
ἐλθοῦσ᾽ ἀπώλεσέν μ᾽· ἐπεὶ γὰρ ᾑρέθην,
Ἀχιλλέως με παῖς ἐβουλήθη λαβεῖν
660 δάμαρτα· δουλεύσω δ᾽ ἐν αὐθεντῶν δόμοις.
κεἰ μὲν παρώσασ᾽ Ἕκτορος φίλον κάρα
πρὸς τὸν παρόντα πόσιν ἀναπτύξω φρένα,
κακὴ φανοῦμαι τῷ θανόντι· τόνδε δ᾽ αὖ
στυγοῦσ᾽ ἐμαυτῆς δεσπόταις μισήσομαι.
665 καίτοι λέγουσιν ὡς μί᾽ εὐφρόνη χαλᾷ
τὸ δυσμενὲς γυναικὸς εἰς ἀνδρὸς λέχος·
ἀπέπτυσ᾽ αὐτὴν ἥτις ἄνδρα τὸν πάρος
καινοῖσι λέκτροις ἀποβαλοῦσ᾽ ἄλλον φιλεῖ.
ἀλλ᾽ οὐδὲ πῶλος ἥτις ἂν διαζυγῇ
670 τῆς συντραφείσης ῥᾳδίως ἕλκει ζυγόν.
καίτοι τὸ θηριῶδες ἄφθογγόν τ᾽ ἔφυ
ξυνέσει τ᾽ ἄχρηστον τῇ φύσει τε λείπεται.
σὲ δ᾽, ὦ φίλ᾽ Ἕκτορ, εἶχον ἄνδρ᾽ ἀρκοῦντά μοι
ξυνέσει γένει πλούτῳ τε κἀνδρείᾳ μέγαν·
675 ἀκήρατον δέ μ᾽ ἐκ πατρὸς λαβὼν δόμων
πρῶτος τὸ παρθένειον ἐζεύξω λέχος.
καὶ νῦν ὄλωλας μὲν σύ, ναυσθλοῦμαι δ᾽ ἐγὼ
πρὸς Ἑλλάδ᾽ αἰχμάλωτος ἐς δοῦλον ζυγόν.
ἆρ᾽ οὐκ ἐλάσσω τῶν ἐμῶν ἔχει κακῶν
680 Πολυξένης ὄλεθρος, ἣν καταστένεις;
ἐμοὶ γὰρ οὐδ᾽ ὃ πᾶσι λείπεται βροτοῖς
ξύνεστιν ἐλπίς, οὐδὲ κλέπτομαι φρένας
πράξειν τι κεδνόν· ἡδὺ δ᾽ ἐστὶ καὶ δοκεῖν.
ΧΟ. ἐς ταὐτὸν ἥκεις συμφορᾶς· θρηνοῦσα δὲ
685 τὸ σὸν διδάσκεις μ᾽ ἔνθα πημάτων κυρῶ.

***
ΑΝΤ. Μάνα, σωστός δεν είν᾽ αυτός ο λόγος·κάτι θα πω κι εγώ που θα σ᾽ αρέσει.Ανυπαρξία και θάνατος είναι ένα,κι έτσι, από μια ζωή γεμάτη πίκρεςανώτερο το θάνατο εγώ κρίνω·δε νιώθεις το κακό, δεν έχεις πόνο·μα απ᾽ τ᾽ αγαθά στη δυστυχία σαν πέσεις,640θυμάται τα παλιά η ψυχή και κλαίει.Στον κόσμο ως να μην ήρθε η Πολυξένη,πέθανε, συμφορά καμιά δεν ξέρει.Εμένα, της ζωής μου τ᾽ όνειρο ήτανένα όνομα καλό· το βρήκα· κι όμωςτην ευτυχία γι᾽ αυτό ίσα ίσα χάνω.Ποιές αρετές ζητούν απ᾽ τη γυναίκα;στου αντρός μου αυτές το σπίτι ακολουθούσα.Οποιανής πρώτα πρώτ᾽ αρέσει το έξω,βγάζει όνομα κακό, κι ας βρίσκει ή όχισ᾽ αυτό ψεγάδι ο κόσμος· τέτοιον πόθο650τον έδιωξα και σπίτι έμενα πάντα·σε γυναικών κουσκουσουριές κλεισμένηη πόρτα μου· κανόνιζα μονάχηπώς να βαδίζω· δάσκαλός μου ο νους μου.Στον άντρα μου μπροστά σιωπή, ησυχία·ήξερα σε τί πράματα σωστό ηταντον άντρα να νικώ, και πότε πάλισ᾽ αυτόν ν᾽ αφήνω θα ᾽πρεπε τη νίκη.Αυτών των αρετών μου η φήμη πήγεως τους Αχαιούς κι αυτό ηταν ο χαμός μου·όταν με πιάσαν, τ᾽ Αχιλλέα ο γιοςγυναίκα του με θέλησε, και σκλάβα660πηγαίνω στων φονιάδων μας τα σπίτια.Τη μορφή αν διώξω του Έχτορα απ᾽ το νου μουκαι την καρδιά στο νέο μου άντρα ανοίξω,άπιστη θα ᾽μαι στο νεκρό· αν το νέομισώ, θα ᾽χω του αφέντη μου την έχθρα.Μια νύχτα, λένε, αρκεί για να λυγίσειτην αντιπάθεια πὄχει μια γυναίκαγια ενός αντρός τ᾽ αγκάλιασμα· το ξέρω·για μέ ειναι σιχαμένη όποια ξεχνάειτον πρώτον άντρα κι άλλη αγάπη νιώθει.Ως κι η φοράδα, αν βγει η συντρόφισσά της670απ᾽ το ζευγάρι, σέρνει δίχως κέφι.Κι όμως το ζώο κατώτερη έχει φύση,δεν έχει δα ούτε φρόνηση ούτε γλώσσα.Άντρας δικός μου εσύ ᾽σουν, Έχτορά μου,τρανός σε νου, γενιά κι αντρεία και πλούτη·αγνή απ᾽ το πατρικό με πήρες σπίτι,παρθενική μου η κλίνη εσένα εδέχτη·και τώρα εχάθης, μ᾽ έπιασαν κι εμένα,τα πλοία με παίρνουν σκλάβα στην Ελλάδα.Τί ειν᾽ ο χαμός λοιπόν της Πολυξένης,680που τον θρηνείς, μπροστά στις συμφορές μου;Και το στερνό που μένει στον καθέναν,η ελπίδα, πάει για μένα, ούτε κι η πλάνηδε με γελά πως φως θα δω μια μέρα·κι όμως κι η ιδέα κάποια χαρά σού δίνει.ΚΟΡ. Κοινή ᾽ναι η συμφορά μας· τα δικά σουθρηνώντας πάθη λες και τα δικά μου.

Η ΕΡΩΤΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοσ μυθολογιαΕίναι γνωστό πως ο πλατωνικός έρως υπήρξε αντικείμενο αντιλογιών, αμφισβητήσεων και, κυρίως, αιτία παρεξήγησης των βασικών απόψεων της σκέψης του μεγάλου αθηναίου φιλοσόφου. 
 
     Ουσιαστική εξέτασή του υποχρεώνει το μελετητή του Πλάτωνα να εγκύψει προσεκτικά σε όλο του το έργο, για να ιχνεύσει έτσι την πραγματική φύση του ερωτικού στοιχείου, τόσο στις συμπαντικές, όσο και στις ανθρωπολογικές του διαστάσεις.
 
Βασική αφετηρία είναι η μυθολογία της εποχής, την οποία ο φιλόσοφος επεξεργάστηκε για να διαμορφώσει έτσι, στο μέτρο της σκέψης του, τις μυθολογικές αφετηρίες. Το μεταφυσικό άνοιγμα θα ακολουθήσει σύμφωνα με το μυητικό και αποκαλυπτικό τρόπο της διάνοιας του Πλάτωνα.
 
I ΟΙ ΜΥΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΦΕΤΗΡΙΕΣ. 
         Στο «Συμπόσιο»[1] παρατίθεται ένα χωρίο του Ησίοδου, το οποίο κάνει λόγο για τη γέννηση του Έρωτα, ενός απ' τους αρ­χαιότερους θεούς, ο οποίος προήλθε απ' το κοσμογονικό χάος και απ' τη μάνα_Γη:
 
«Ἤτοι μέν πρώτιστα Χάος γένετ', αὐτάρ ἔπειτα Γαῖ’ εὐρύστερνος. Πάντων ἔδος ἀσφαλές αἰεί ἀθανάτων, οἵ ἔχουσι κάρη νιφόεντος Ὀλύμπου. Τάρταρά τ' ἠερόεντι μυχῷ χθονός εὐνοδείης, ἠδ' Ἔρως, ὅς κάλλιστος ἐν ἀθανάτοισι θεοῖσι, λυσιμελής, πάντων τε θεῶν πάντων τ' ἀνθρώπων δάμναται ἐν στήθεσι νόον και ἐπιφρονα βουλήν».
 
Στις Θεσπιές, στις οποίες ανήκε η πατρίδα του Ησίοδου, ο Έρως εθεωρείτο βα­θιά φιλοσοφική σύλληψη η οποία οφειλόταν μερικά στην πανάρχαιη λατρεία του ομώνυμου θεού[2]. Πρωτογενής θεότητα ο Έρως, συναντιέται στον αρχαιοελληνικό χώρο ως συμπαντική δύναμη στην οποία υπακούει και με τους παλμούς της οποίας συντονίζεται το κοσμικό και το ανθρώπινο γίγεσθαι. Έτσι μόνο νοείται η κίνηση της φύσης, η έλξη των εναντίων, ο φυσικός οργασμός και η αέναη μορφοπλαστική δημιουργία. Τόσο η φυσική τάξη του σύμπαντος, όσο και η αταξία και η πάλη των στοιχείων, οφείλονται στην ερωτική φορά η οποία διέπει τα πάντα. Η φορά του μυ­θικού έρωτα είναι μανική και εμπνέεται απ' τη θεία μανία «την ὑπό θείας ἐξαλλαγῆς ταῶν εἰωθότων νομίμων γιγνομένην» (Φαίδρος, 265α). Απ' τα τέσσερα είδη της θείας μανίας, η «ερωτική»[3] υπερβαίνει και τη μαντική επίνοια του Απόλλωνα και την τελεστική του Διονύσου και την ποιητική των Μουσών. Ήδη διαισθανόμαστε τη θέ­ση του Έρωτα στο ελληνικό πάνθεο και προσεγγίζουμε τη φύση του αρχαίου θεού. Είναι πρώτα πρώτα φανερό πως η ερωτική επίνοια βρίσκεται στις αφετηρίες του διονυσιακού και του απολλώνειου πνεύματος ταυτόχρονα, γιατί είναι παλαιότερη και γιατί έχει συμπαντικές διαστάσεις, χωρίς αποκλειστική αναφορά στην ανθρώπι­νη σεξουαλικότητα. Θα λέγαμε μάλιστα πως ο πρωτόγονος άνθρωπος θεωρούσε το ερωτικό στοιχείο καθολικά και όχι μερικά, στις συγκεκριμένες δηλαδή ερωτικές του σχέσεις. Η πρωτογενής κοσμική ψυχή κάλυπτε και την ανθρώπινη, σε σημείο που το σεξ εντασσόταν στην κοσμική λειτουργία[4]. Ήδη ο Παρμενίδης τον Έρωτα «Γέ­νεσιν λέγει».
 
Όσο όμως ο άνθρωπος προσωποποιείται, όσο βαδίζει προς την προσωπική σύλ­ληψη των άδηλων υπαρξιακών και συνειδησιακών δυνάμεών του, τόσο η μυθολο­γία του προσλαμβάνει πιο συγκεκριμένο χαρακτήρα, τόσο ο έρως προσεγγίζει την τάξη των γενεαλογημένων πια θεών. Χωρίς να χάνει τα πρεσβεία (πρεσβύτατος δε ὤν μεγίστων ἀγαθῶν ἡμῖν αἴτιος ἐστιν, Συμπ. 1786), συνδέεται με την Αφροδίτη. Η ουράνια και η πάνδημος Αφροδίτη δημιουργεί τον πάνδημον και τον Ουράνιον έρω­τα αντίστοιχα και δε μπορεί να νοηθεί χωρίς αυτόν, σύμφωνα με την ομολογία του Παυσανία στο «Συμπόσιον»[5]. Η πρώτη Αφροδίτη, η «ἀμήτωρ οὐρανοῦ θυγάτηρ», γεννήθηκε απ' τον αφρό της θάλασσας, ο οποίος γονιμοποιήθηκε απ' το σπέρμα του τραυματισμένου Ουρανού. Η πάνδημος ήταν κόρη του Διός και της Διώνης και προστάτευε τον αγοραίο έρωτα.
 
Θα χανόμασταν σε δύσβατους και σε ατελεύτητους δρόμους αν ακολουθούσαμε τη μυθολογία της αρχαιότητας και τις αναφορές της στα πλατωνικά κείμενα. Θέμα μας όμως δεν είναι η ερωτική διάσταση του κόσμου και της ψυχής στην ελληνική αρχαιότητα, αλλά στο έργο του Πλάτωνα. Βέβαια, και στά πλατωνικά κείμενα σχο­λιάζεται και συζητείται ο έρως και στις φυσικές και στις μη φυσικές σεξουαλικές του εκδιπλώσεις, γιατί ο φιλόσοφος δεν έκλεισε τα μάτια του μπροστά στα συμβαί­νοντα, παρά τίς σθεναρές του απόψεις.
 
Με το μύθο του «Αντρόγυνου» λ.χ. (Συμπ., 189 κ.εξ.) παρουσιάζεται μια γενικό­τερη θέα των σεξουαλικών σχέσεων. Ο αθηναίος φιλόσοφος θα δώσει πρωτόφαντο βάθος στους μύθους τους οποίους αναφέραμε μέχρι εδώ, γιατί δίδαξε άριστα πως η μυθική έκφραση της πραγματικότητας, πέρα απ' την παιδική θέα του κόσμου, απο­καλύπτει και την ωριμότητα του φιλοσοφικού μύθου, την αλληγορική δηλαδή πα­ράσταση των ύστατων αληθειών. Με την ίδια ρώμη ο φιλόσοφος θα φωτίσει και το ερωτικό στοιχείο, με το ίδιο ένθεο πάθος θα ερμηνεύσει τη συμπαντική και ανθρω­πολογική διάσταση του έρωτα.
 
Είναι πρώτα πρώτα γνωστό πως η συμπαντική και η μυθική-κοσμογονική ερμη­νεία συναντιούνται στην κοσμική λειτουργία των φυσικών στοιχείων. Γι αυτόν το λόγο ο μύθος αρχίζει να στενεύει και να προσαρμόζεται στις ανάγκες, αποβάλλον­τας έτσι το αχαλίνωτα φανταστικό. Η συνειδητοποιημένη ιστορικότητα - όσο είναι δυνατή σέ εναν κόσμο ο οποίος θεωρεί το χρόνο κυκλικό - επιτρέπει να επικρατούν κάποτε οι πιο ωφελιμιστικές πλευρές του μύθου. Ωστόσο, το προχώρημα είναι καρ­ποφόρο· η πάνδημος Αφροδίτη εκφράζει το εκπορευμένο ερωτικό στοιχείο το οποίο γίνεται ωμή σεξουαλικότητα, ενώ η Ουρανία δε μετέχει «θήλεος αλλ’ ἄάρρενος μόνον (καί ἐστίν οὗτος ὁ ταῶν παίδων ἔρως)», παραμένοντας «πρεσβυτέρα, ύβρεως άμοιρος»[6] Είναι εξάλλου γνωστό πόσο καταδικαζόταν απ' την κοινή συνείδηση και απ' τον ίδιο το φιλόσοφο ο παιδικός έρως, η παιδεραστία, όταν εκφραζόταν ως ομοφυλοφιλία[7]. Είναι όμως γνωστό πως στην αρχαία Ελλάδα οι παιδαγωγοί και οι φιλόσοφοι συναντούσαν μόνο νέους στα γυμναστήρια, σε σημείο που η «παίδευσις ταῆς ψυχῆς» και η θεωρία του κάλλους έβρισκαν στα πρόσωπα των νέων τις αφετη­ριακές τους πτήσεις. Ορισμένες πλευρές του μύθου του Ανδρόγυνου φανερώνουν περίτρανα αυτήν την αλήθεια. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του, οι πρώτοι άνθρω­ποι δεν ήταν σαν τους σημερινούς· «Ἀνδρόγυνον γάρ ἕν τότε μέν ἦν καί εἶδος και ὄνο­μα ἐξ' ἀμφοτέρων κοινόν τοῦ τε ἄρρενος και θήλεος, νῦν δέ οὐκ ἔστιν άλλ' ἐν ὀνείδει ὄνομα κείμενον». (Συμπ. 189e).
 
Κατά τον Όμηρο μάλιστα, ο Εφιάλτης και ο Ώτος οι οποίοι ανήκουν στο ανδρό­γυνο ανθρώπινο γένος, «λέγεται εἰς τόν οὐρανόν ἀνάβασιν ἐπιχειρεῖν, ὡς ἐπιθησομένων θεοῖς». Η τιμωρία του Δία υπήρξε αποτελεσματική, αφού τους χώρισε[8] ώστε να γίνουν ασθενέστεροι και χρησιμότεροι. Η μέχρι τότε σεξουαλικότητά τους ήταν αθώα, γιατί γεννούσαν «ὥσπερ οἱ τέττιγες». Μέχρι το χωρισμό των ανθρώπων ο έ­ρως ακολουθούσε απρόσωπα τη φυσική νομοτέλεια, ήταν ριζωμένος στη φύση αλλά αποπληρωνόταν στη γη, αφού τα ανθρώπινα σπέρματα γονιμοποιούνταν κρυμ­μένα στο χώμα. Στον «Πολιτικό» ο θεός έτρεφε τους ανθρώπους των οποίων η ζωή εκδιπλωνόταν παραδεισιακά, χωρίς το βιολογικό να έχει την κατοπινή ισχυρή σε­ξουαλική του διάσταση. Μυθική βέβαια μια παρόμοια ερμηνεία της σεξουαλικότη­τας, αγνοούσε τον έρωτα, γιατί τον άφηνε να δρα ως συμπαντική δύναμη, ως θακό χέρι, το οποίο προνοούσε για τη συντήρηση των ανθρώπων.
 
Αν όμως ο έρως είχε συμπαντική διάσταση, ο άνθρωπος τον γνώρισε μετά τη διάρρηξη των δεσμών του με το θεό. Έτσι ο φυσικός κόσμος υπήρξε προϊόν ανάγ­κης, το φυσικό γίγνεσθαι και η μυθολογική του ερμηνεία παρουσιάστηκαν ως τέκνα της ειμαρμένης. «Τά δέ παλαιά πράγματα περί θεούς, ἅ Ἡσίοδος καί Παρμενίδης λέγουσιν, Ἀνάγκη, οὐκ 'Έρωτι γεγονέναι, εἰ έκεῖνοι ἀληθῆ ἔλεγον» (Σύμπ. 195c).
 
Η αρχαιότητα του έρωτα ο οποίος «Κρόνου και Ἰαπετοῦ ἀρχαιότερός ἐστιν», αρχί­ζει να κλονίζεται. Υπερβαίνει την ανάγκη, γιατί εγκλείει πρωτόγονο δυναμισμό ο οποίος όμως συνδέεται με τη συνειδητή πια φορά του ανθρώπου. Η βασιλεία της Ανάγκης δημιούργησε στην ανθρώπινη κοινωνία πολλά δεινά, σε αντίθεση με τον έρωτα, ο οποίος συνδεόταν πια με το κάλλος. Ο νέος πια θεός εξόρισε την αγριότη­τα, αφού παρουσιαζόταν ως «φιλόδωρος εὐμενείας, ἄδωρος δυσμενείας»... Πόθου πα­τήρ».
 
Βλέπουμε λοιπόν πώς η μυθική συνείδηση προσπαθεί να προσεγγίσει τη διάστα­ση του κάλλους με την προσωποποίηση του έρωτα, με τον ευγενισμό της ανθρώπι­νης σεξουαλικότητας και με την αναγωγή της ερωτικής ζωής σε μορφή κοινωνίας. Παρόλες όμως τις εξιδανικεύσεις και τις μεταμορφώσεις, ο έρως παρέμεινε θεός και γι αυτό αποκλειόταν κάθε έγγειος δεσμός του με την ανθρώπινη φύση. Επομένως, η φιλοσοφία δε θα μπορούσε να ασχοληθεί μαζί του, επειδή «θεῶν οὐδείς φιλοσοφεῖ, οὐδ' ἐπιθυμεῖ σοφός γενέσθαι (ἔστι γάρ)». Σ' αυτό το σημείο ο πλατωνικός Σωκρά­της, ο μαθητής της Διοτίμας, προσεγγίζει τον έρωτα φιλοσοφικά, χωρίς να του κα­ταστρέφει το μυθικό υπόβαθρο. Ο έρως εκθρονίζεται πια απ' το θεϊκό του μεγαλείο και συνδέεται με το φιλοσοφικό λόγο.
 
II  ΜΕΤΑΞΥ ΜΥΘΟΥ ΚΑΙ ΛΟΓΟΥ. 
          Το σωκρατικό δαιμόνιο αρχίζει πάντα με την ερώτηση, εμβαθύνει στο νόημα των όσων προηγήθηκαν στο «Συμπόσιο», για να προβληματίσει και να ανασκευάσει δημιουργικά. Ο απρόσωπος μυθολογικός έ­ρως αποκλείει τη φιλόσοφο σκέψη, συνδέει τον άνθρωπο με την κοσμική λειτουρ­γία και, παρά τις πρώτες συνειδητοποιήσεις του, δε μετέχει των εμπνεύσεων του προσώπου. Ο Σωκράτης θα αποδεσμεύσει τον έρωτα απ' την Ανάγκη για να τον κα­ταστήσει αναζητητή μιας αλήθειας, η οποία τον υπερβαίνει. Θα γίνει έτσι δαιμό­νιος, χωρίς να 'ναι θεός, αφού δεν έχει ούτε την αυτάρκεια ούτε τη σοφία του θεού.
 
                «Καί οὗτος ἄρα καί ἄλλος πᾶς ὁ ἐπιθυμῶν τοῦ μή ἑτοίμου ἐπιθυμεῖ καί τοῦ μή παρόντος καί ὅ μή ἔχει καί ὅ μή ἐστίν αὐτός καί οὐ ἐνδεής ἐστί· τοιαῦτ' ἄττα ἐστίν ὧν ἡ ἐπιθυμία τε καί ὁ ἔρως ἐστίν».  (Συμπ. 200e). Η ένδεια όμως του Έρωτα είναι δημιουρ­γική· αν το δαιμόνιο στοιχείο προσδιορίζει την ερωτική φορά, η νέα, η αλληγορική διδασκαλία του Σωκράτη προσεγγίζει τη μυθολογία υπό νέο πρίσμα. Τώρα όμως η μυθολογική αναγωγή είναι συμβολική και προσφέρει φιλοσοφικές διαστάσεις στην ερωτική συνείδηση, η οποία βρίσκεται στο δρόμο της πλήρωσης, αφού εκφράζεται ως ένδεια και ως σφοδρή επιθυμία ταυτόχρονα. Ο έρως είναι «ύός» του Πόρου και της Πενίας, συνεκφράζει παράδοξα και την Πενία και τον Πόρο, υποδηλώνοντας το πρόσωπο το οποίο επιθυμεί να πλουτιστεί. Εξαιτίας των καταβολών της μητέρας του είναι φτωχός, «χαμαιπετής... άστρωτος, ἐπί θύραις καί ἐν ὁδοῖς ὑπαίθριος κοιμώμενος...». Φέρει όμως μέσα του και τις ρίζες του πατέρα του και γι αυτό είναι «φρονήσεως ἐπιθυμητῆς καί πόριμος, φιλοσοφῶν, διά παντός τοῦ βίου, δεινός γόης καί φαρμακεύς καί σοφιστής, καί οὔτε ὡς ἀθάνατος πέφυκεν οὔτε ὡς θνητός, ἀλλά τότε μέν τῆς αὐτῆς ἡμέρας θάλλει τέ καί ζῆ, ὅταν εὐπορήση, τότε δέ ἀποθνήσκει, πάλιν δέ ἀναβιώσκεται διά τήν τοῦ πατρός φύσιν».  (Συμπ. 203e).
 
Το μυθικό επικάλυμμα κρύβει μια ακατανίκητη δύναμη έκφρασης της πραγματι­κότητας. Ήδη ο φιλόσοφος προσπαθεί να συμβιβάσει την αντίθεση, εισχωρώντας στις εσώτερες αντινομίες της ανθρώπινης φύσης η οποία συνίσταται στη συνάντη­ση του χθόνιου με το θείο στοιχείο. Είναι αναμφισβήτητο πως ο μύθος της Διοτίμας εκφράζει μεγαλόπρεπα τη σπαράσσουσα ανθρώπινη υπόσταση η οποία μετέχει «ἀτύφου μοίρας» (Φαίδρ., 23ο). Φτάνουμε έτσι στο κύριο θέμα μας, στην ανθρωπολογι­κή διάσταση του Έρωτα.
 
III. Η ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ.
          Στο «Φαίδρο» και στην «Πολιτεία» κυρίως φωτίζονται πολλά σημεία του «Συμποσίου» και ιδιαίτερα ότι έχει σχέση με την ερωτική διάσταση της ψυχής. Απ' τα λόγια της Διοτίμας προκύπτει πως η ψυχή είναι βαθιά ερωτική, γιατί μετέχει του Έρωτα απ' την ίδια της τη σύ­σταση. Οι αποδείξεις οι σχετικές με την αθανασία της, όπως παρουσιάζονται στο «Φαίδωνα», επιμαρτυρούν τους ισχυρισμούς του πλατωνικού Σωκράτη[9]. Είναι μά­λιστα αξιοπρόσεκτο πως ο βακχικός Σωκράτης των σκηνών του «Συμποσίου» γίνε­ται τελικά ασκητικός, αφού υπερβαίνει τη διαλεκτική για να προχωρήσει στην πραγματική ερωτική συνουσία.
 
Τα πρώτα βακχικά σκιρτήματα της ερωτικής συνείδησης αρχίζουν καθώς οι ώρι­μοι αντικρίζουν τα παιδικά πρόσωπα ή την αγαπημένη τους· εδώ παρεμβάλλεται το πάθος με όλες τις φρικιαστικές εισβάσεις του. Το αρχικό στάδιο προσφέρεται με την όραση, με την «των ομμάτων» όψη» Ο κόσμος των αισθητών ξανοίγεται στη συνεί­δηση καθώς ο κύκλος των «ένιαντών» και των «ώρών» γεννάει τη φιλοσοφία, σε συ­νεργασία με την πρώτη θαυμαστική φορά της συνείδησης. Πρόκειται για την πρώτη αισθητική φορά η οποία όμως, αλίμονο, μαραίνεται. Γρήγορα η όψη εκπίπτει, εκ-τροχιάζεται, εξαπατάει την ψυχή, γιατί παρά τη καθαρότητα του αισθητού, η αν­θρώπινη συνείδηση είναι τραγική.
 
Το «θέαμα εὐδαιμόνων θεατῶν» (Φαίδρ. ΙΠ) δεν ανήκει σε τούτον τον κόσμο, τα «σαρδία», οι «ἰάσπιδες» και οι «σμάραγδοι» όπως και άλλα «ἔτι τούτων καλλίω», δεν αποτελούν τον κλήρο αυτής της ζωής. Οι εξαίσιες αλληγορικές περιγραφές του «Φαίδωνα», οι οποίες κατασιγάζουν βαθύτατες ποιητικές νοσταλγίες των ψυχών, ανταμώνουν μύθο και αλήθεια σε έναν κόσμο ο οποίος ανήκει στους ευδαίμονες. Όμως, «ἡ διά τῶν ὀμμάτων σκέψις... ἀπάτης μέν μεστή... ἀπάτης δέ ἡ διά ταῶν ὤτων καί τῶν ἄλλων αἰσθήσεων» (Φαίδρ. 83), κατά τρόπο που το πραγματικό κάλλος ξε­φεύγει κι απ' τα μάτια της ψυχής, η οποία παρασύρεται τόσο εύκολα. Η πρωτινή ό­μως αναζήτηση της ομορφιάς συνεχίζεται με πάθος, η βακχική μανία των πρώτων σκιρτημάτων των ανθρώπινων ψυχών δεν επαναπαύεται στην «εύμορφίαν». Αυτός ο διαρκής πειρασμός πολιορκεί αέναα την ερωτική ψυχή, τη διχάζει, την κάνει να αποπροσανατολίζεται και να βυθίζεται στην άβυσσο του σαρκικού πάθους, στη φα­νερή διαστροφή του έρωτα. Η «ὄψις», η «ὀξυτάτη τῶν διά σώματος αἰσθήσεων», απομακρύνεται απ' τη φρόνηση, αφού ξεγελιέται απ' την εξωτερική ομορφιά και αιχμαλωτίζει την ψυχή. Αν τα μάτια του σώματος μπορούσαν να αντικρίσουν τη σωφροσύνη, θα πρόσφεραν στον άνθρωπο «δεινούς έρωτας», θα συγκλόνιζαν όλη την ανθρώπινη ύπαρξη. Στο «Φαίδρο» διαζωγραφίζεται υπέροχα ο τιτανικός αγώ­νας της ψυχής με την αλληγορική εικόνα των δύο ίππων και του ηνιόχου. Διαβλέ­πουμε πως σε κάθε ψυχή «πρόκειται μέγας ἀγών» ο οποίος συχνά συναιρεί πάθος και τραγωδία στο ζοφερό σκότος της επιθυμίας, της σκοτεινής επιθυμίας. Το «ἐρωτικόν ὄμμα» συγκλονίζει τα τρίσβαθα του ανθρώπινου όντος, στρέφει προς την ηδο­νή, «μνείαν ποιεῖται τῆς ταῶν ἀφροδισίων χάριτος» Φαίδρ., 254).
 
Πώς όμως εξηγείται φιλοσοφικά αυτή η διαστροφή της ερωτικής ψυχής; Εδώ πα­ρεμβάλλεται όλη η πλατωνική φιλοσοφία, για να φτάσει στο θεμέλιο της, στη σω­κρατική ηθική, την οποία συναντάμε ανάγλυφη στους πρώτους διάλογους του φι­λοσόφου. Οι σωκρατικές αρετές, όπως η σωφροσύνη, η ανδρεία, η δικαιοσύνη, κ.ο.κ., συνιστούν τις νοητές εκφράσεις του αγαθού και αποτελούν τον κόσμο της παράμονης αλήθειας. Τα πάθη, αντίθετα, δεσμεύουν την ψυχή και την κάνουν εξω­στρεφή και ακόρεστη. Για το Σωκράτη η φιληδονία αποτελεί πάθος το οποίο μολύ­νει και τη διάσταση του ωραίου. Αν το πρόσωπο του νεανίου ή της κόρης παραπέμ­πουν αμυδρά στο κάλλος, η παραμονή στη μορφή, στην ευμορφία, αφανίζει και με­τατρέπει τον αναζητητή του κάλλους σε θηρευτή της σέξουαλικής και μόνο από­λαυσης. Ο άνθρωπος αποξενώνεται όλο και πιο πολύ απ' τον κόσμο του πραγματι­κού και βυθίζεται στο ακόρεστο κυνήγι των σκιών, το πρόσωπο το οποίο είναι πό­λος μεταφυσικής έλξης, γίνεται αντικείμενο απόλαυσης, εκπορνεύεται. Ήδη κατα­νοούμε και το Σωκράτη και τον Πλάτωνα. Οι έννοιες του Σωκράτη αντιτίθενται στη σαρκολατρεία και αποτελούν εκφράσει της αλήθειας, τις οποίες ο σοφιστικός λόγος αδυνατεί να κατανοήσει[10]. Στον Πλάτωνα όμως οι ηθικές κατηγορίες του δα­σκάλου γίνονται ιδέες, προσλαμβάνουν απόλυτη μεταφυσική διάσταση και εκφρά­ζουν το «καλόν». Δέσμια του σώματος η ψυχή, διατηρεί κάποια αμυδρή ανάμνηση τους, χωρίς όμως νά 'ναι σε θέση να βιώσει το κάλλος τους, την αρχέγονη πληρό­τητα. Ήδη τα μάτια της αρχίζουν να βλέπουν κεί που η σωματική όραση κατα­παύει· «Ἤτοι τῆς διανοίας ὄψις ἄρχεται ὀξύ βλέπειν, ὅταν ἡ τῶν ὀμμάτων τῆς ἀκμῆς λήγειν ἐπιχειρεῖ» (Συμπ., 219). Αυτή η συγκινητική διαπίστωση του φιλοσόφου μας οδηγεί στους πραγματικούς αναβαθμούς του έρωτα.
 
Πώς όμως είναι δυνατή μια παρόμοια αλήθεια, όταν το αισθητό είναι αιώνιο, ό­πως και το νοητό; Αν επιθυμούμε να ερμηνεύσουμε σωστά το φιλόσοφο μας, οφεί­λουμε να ανατρέξουμε στις πηγές του, στους Ελεάτες, στους Ορφικούς, στους Πυ­θαγορείους. Σ'αυτό το μυστικό συμπόσιο συναντιούνται καρποφόρα όλες οι μουσι­κές, μυστικές, ερωτικές και φιλοσοφικές ψυχές, οι οποίες ενέχονται στο άνθος της πλατωνικής φιλοσοφίας. Θα δούμε πως αυτή η μυστική φλέβα ζωής γίνεται κρατε­ρή φιλοσοφία, χωρίς νά χάνεται στο μακάριο πέλαγος του μυστικού βιώματος και χωρίς να το αγνοεί ταυτόχρονα.
 
Λέγαμε πως οι ηθικές έννοιες του Σωκράτη γίνονται ιδέες στον Πλάτωνα και στο σημείο αυτό η γνωσιολογία και η ηθική συναντιούνται στο κάλλος. Γνωρίζει κάλλι­στα ο Πλάτωνας της «Πολιτείας» και του «Φαίδρου» τους πειρασμούς της ψυχής και περιγράφει με άφθαστες ψυχογραφικές ικανότητες τις περιπτώσεις έκπτωσης της «θείας μανίας» σε σαρκική. Ανατόμος της αλήθειας, δεν αφήνει τον υποκειμενι­σμό του πάθους να επικρατήσει και δεν αποκαλεί έρωτα ότι στις πιο πολλές περι­πτώσεις συνιστά επιφανειακά συναισθηματισμό και συνάντηση στιγμιαίων και υπο­κειμενικών συγκινήσεων. Είδαμε μέχρι τώρα πως η «δψις» και τό «δμμα» οδηγούν μοιραία στην ηδονή. Η πάλη και η τριβή της ψυχής με το αισθητό την ωθούν στο εγκόσμιο κάλλος, στην παιδική μορφή, η οποία καλλύνει κάποτε το νόστο του ερα­στή και τον οδηγεί στο θείο έρωτα. Το πάθος και η προσπάθεια προσπέλασης της ηδονής ονομάζεται απ' τούς θνητούς έρως (Φαίδρ., 252b)- οι αθάνατοι όμως τον ονομάζουν «πτερωτά», «διά την πτερόφοιτον άνάγκην».
 
Υπάρχει εδώ μια παιδαγωγική σχέση, η παιδαγωγική, θα λέγαμε, διάσταση του έ­ρωτα, η οποία δεν είναι σκοπός. Η παίδευση της ψυχής, η σχέση εραστού και ερω­μένου είναι πενυματική, ο βίος τους γίνεται πτερωτός, γιατί η «παρ’ ἐραστοῦ φιλία», «ταῦτα τοσαῦτα... καί θεῖα... δωρήσεται»· (Φαίδρ., 256e).
 
Είναι όμως φανερό πως η αναγωγή παιδαγωγικής σχέσης σε ερωτική μυσταγω­γία αποσκοπεί στο άνοιγμα των ματιών της ψυχής, κι αν αρχίζει διαλεκτικά, ξεπερ­νάει οπωσδήποτε τη διαλεκτική.
 
IV Η ΠΛΑΤΩΝΙΚΗ ΕΡΩΤΙΚΗ ΨΥΧΗ
         Προκύπτει πια η ανάγκη εσωτερικής προσέγγισης της ψυχής. Ποιο είναι το κριτήριο το οποίο κάνει τη φιλόσοφο ψυχή να προτιμάει το αληθινό κάλλος; Αν η «ὄψις» δε γνωρίζει την «φρόνησιν», «κάλλος μόνον ταύτην ἔσχε μοίραν, ὥστε ἐκφανέστατον εἶναι καί ἐραμιώτατον». (Φαίδρ., 250d)[11]». Το κάλλος διαπορθμεύεται στο «θεοειδές πρόσωπον» το οποίο μιμείται τη θεία ομορφιά κι έτσι τα πρώτα εναύσματα του υπερκόσμιου πάθους προσφέρονται στην ερωτική ψυχή. Ήδη υποφώσκει η έννοια της κοσμικής ψυχής, η οποία διαχε-τεύει στον άνθρωπο το νόστο και τον ωθεί στο τάνυσμα των πτερύγων της ψυχής του. Τα δώρα της διαλεκτικής είναι ακριβά, γιατί ο προκείμενος αγώνας είναι ιδιαί­τερα σκληρός. Είναι βέβαιο πως ούτε ο πλατωνικός χρόνος, ούτε η πλατωνική δια­λεκτική είναι ευθύγραμμα[12]. Η ανάμνηση πορίζει στην ψυχή τα πρώτα φτερά της και η λογική δεν είναι τίποτε άλλο από προσπάθεια αναγωγής στο αρχέγονο κάλ­λος- εκεί αποβλέπει κάθε ψυχή, γιατί κατάγεται απ' το θείο κόσμο. Οι λογικές αλή­θειες οι οποίες θεωρούνται απόλυτα απ' το θείο νου, προσφέρονται και στον ανθρώ­πινο ως έσχατο δώρο της κυκλικής επαναγωγής. «Ἰδοῦσα διά χρόνου τό ὄν ἀγαπᾳ τέ καί θεωροῦσα τἀληθῆ τρέφεται καί εὐπαθεί, ἕως ἄν κύκλῳ ἡ περιφορά εἰς ταυτόν περιενέγκῃ ἐν δέ τῇ περιόδῳ καθορᾷ μέν αὐτήν δικαιοσύνην, καθορᾷ δέ σωφροσύνην καθορᾷ δέ ἐπιστήμην...»  (Φαιδρ., 247d). Η θέα των νοητών οφθαλμών δεν είναι δυ­νατό να εξομοιωθεί με τη δική μας η οποία σκιάζεται απ' το φως των ορατών. Είναι πραγματική, αλλά ιστορικά συλλαμβάνεται αμυδρά με την ανάμνηση και σ' αυτό ακριβώς το σημείο έγκειται η ερωτική της φύση: παλινωδεί, πέφτει στο βόρβορο της ηδονής, κατέχεται απ' τη λήθη του κάλλους, μετεμψυχώνεται, τιμωρείται, κα-θαίρεται, επιστρέφει. Όλο αυτό το κοσμικό παιγνίδι των μεταμορφώσεων, γνωστό και απ' τη σοφία των Ουπανισάδων, συνιστά το μεγάλο πεπρωμένο της πλατωνικής ψυχής. Βέβαια, ο νους, το ανώτερο μέρος της ψυχής, είναι πάντα σε θέση να διακρί­νει το αληθινό. Συχνά όμως παρασύρεται και όλη η ύπαρξη χωρίζεται απ' τον έννο­μο βίο, γκρεμίζεται στην άβυσσο του κοσμικού πάθους, φτάνοντας στα έσχατα στά­δια της μετεμψύχωσης. Με τις κοσμικές περιόδους διενεργούνται οι καθαρμοί, επι­τρέποντας έτσι την «πτέρωσιν» των ψυχών.
 
Γι αυτό ο έρως του κάλλους δεν κατασιγάζεται αλλά γίνεται συμπαντικός, αφού ξέρουμε πως οι ψυχές είναι διάσπαρτες σε όλα τα κοσμικά πλάτη. Αν όμως οι κύ­κλοι της κοσμικής ψυχής προδιαγράφονται, αν αυτή η περιπλάνηση δεν καταπαύει νομοτελειακά, σε τι συνίσταται το βαθύτερο νόημα της ερωτικής ψυχής; Μήπως εί­ναι απ' τη ρίζα της ανέραστη, όπως οι Δαναΐδες; Και σ'αυτό το σημείο η πλατωνική φιλοσοφία διασώζει τη βασική ελευθερία εκλογής, προσφέροντας έτσι στον άνθρω­πο τη δυνατότητα προσωπικής απόλαυσης των κόπων του. Βέβαια, κάθε ύπαρξη βρίσκεται σε έναν κύκλο τον οποίο κυβερνάει η «του θεοΰ διάνοια», και εδώ το αν­θρώπινο δε νοιείται ελεύθερο έξω απ' το θείο. Ελευθερώνεται όσο συμβαδίζει με το θείο θέλημα.
 
Όσο όμως η ερωτική φορά της ψυχής νοσταλγεί το αληθινό, τόσο πιο πολύ η ανάμνησή της γίνεται διαυγής για να ποθεί όλο και πιο πολύ τον επουράνιο τόπο, τον «τόπον» στον οποίο το ηθικό και το καλό προσφέρουν το «ἀμήχανον κάλλος». Κατανοούμε τώρα σαφέστατα σε τι συνίσταται η ερωτική ψυχή. Οι δυνάμεις της, ό­πως περιγράφονται στον «Πολιτεία», συνιστούν ενότητα, η οποία κρατύνεται με την ανάμνηση για να εκφραστεί με το «αεικίνητόν» της[13]. Η πραγματική της φορά είναι φορά προς το νοητό κάλλος, προς το αγαθό. Ιστορικό της ένδυμα είναι η αρετή η οποία δεν αποτελεί καρπό λογικής εκλογής - στο «Μένωνα» το βλέπουμε χαρακτη­ριστικά - αλλά θείας πρόνοιας με την οποία συνδέεται η ανθρώπινη μοίρα. Η εκλο­γίκευση του αγαθού και του κακού, της αρετής και του πάθους, όπως προσπάθησε να την προσφέρει στην Ευρώπη ο Διαφωτισμός, συνιστά ακρωτηριασμό του αν­θρώπινου, αποϊεροποίηση του εγώ, όπως τουλάχιστο το συνέλαβε η μεγάλη πλατω­νική παράδοση. Η ορθολογικοποίηση των δυνάμεων της ψυχής - πέρα απ' το συμ­βατικό χωρισμό της ψυχολογίας - αφαιρούν τον ερωτικό παλμό απ' τα εσώτερα βά­θη μας, κάνουν την ερωτική ψυχή άπτερη.
 
Προχωρώντας σε βάθος και αξιολογώντας την πλατωνική ανθρωπολογία, δια­βλέπουμε πως η ψυχή χρησιμοποιεί τη διαλεκτική μεθοδολογικά, χωρίς όμως και να την κάνει σκοπό της. Ο διάλογος του ώριμου προς το νέο μυεί παιδαγωγικά προς το κάλλος, ανοίγει το δρόμο προς την ερωτική πτήση. Αργότερα όμως ο διά­λογος των ψυχών καταπαύει, γιατί ο ίμερος της συνουσίας με το θείο γιγαντώνεται, προσφέροντας τα δώρα της «τετάρτης μανίας». Αυτοδίκαια ο άνθρωπος είναι πια φι­λόσοφος. Ο έρως είναι συστατικό στοιχείο των φιλόσοφων ψυχών· «Διό δή δικαίως μόνη πτεροῦται ἡ τοῦ φιλοσόφου διάνοια· -πρός γάρ ἐκείνοις ἀεί ἐστί μνήμῃ κατά δύναμιν, πρός οἷσπερ θεός ὤν θεῖος ἐστί».  (Φαιδρ. 249c). Η αυθεντική λοιπόν δομή της ψυχής του φιλοσόφου είναι καθαρά ερωτική· ο έρως δεν είναι πολυτέλεια, αλλά αληθινή προϋπόθεση κοινωνίας με το αγαθό. Η αισθητική διάσταση του κόσμου αναστέλλεται γιατί το ωραίο είναι κάλλος και δεν έχει άμεση σχέση με τα αισθητά, με τις μορφές, με τα σχήματα. Αν το «θεοειδές πρόσωπον» βρισκόταν στην αφετη­ρία της πτήσης του «έραστοΰ τών καλών», η θέα αφανίζεται τελικά μπροστά απ' το έκπαγλο κάλλος της ιδέας. Όλη η ερωτική πτήση συνοδεύεται βέβαια από κόπους και μόχθους, από ηθικό αγώνα, από ενδεχόμενους εγκλωβισμούς στις φυλακές του αισθητού, χωρίς όμως να ναυαγεί. Ας δούμε όμως σύντομα τους αναβαθμούς της ερωτικής μύησης.
 
V. ΟΙ ΑΝΑΒΑΘΜΟΙ ΤΗΣ ΕΡΩΤΙΚΗΣ ΜΥΗΣΗΣ
         Οι αναβαθμοί της ερωτικής μύησης προσφέρονται απ' τη Διοτίμα στο «Συμπόσιον» και ορίζουν τον πλατωνικό έρωτα στις έσχατες απολήξεις του. Η έξοδος απ' τα ορατά προσδιορίζει ακριβέστα­τα τη φορά της ερωτικής ψυχής η οποία είναι δαιμόνια, στο μέτρο που επιζητεί το κάλλος «Μεταξύ θνητοῦ καιἀαθανάτου», μετέχει της θείας φύσης όπως και της αν­θρώπινης, είναι όμως ικανή να «διαπορθμεύει» «θεοῖς τά παρ’ ἀνθρώπων και ἀνθρώποις τά παρά θεῶν» (Συμπ., 202e). Αν η «μεΐξις» του θεού με τον άνθρωπο αποκλείε­ται, το δαιμόνιο και ερωτικό μέρος της ψυχής προσεγγίζει το απροσπέλαστο, στο μέτρο του δυνατού. Αν η Σοφία ανήκει στο Θεό, ο έρως που προσπαθεί να τον προ­σεγγίσει είναι αναμφίβολα φιλόσοφος (Συμπ., 203b), όπως και κάθε ερωτευμένη ψυχή. Κάθε φιλόσοφος ψυχή επομένως τρέπεται προς το αγαθό με ερωτικό πάθος. Αυτή η πρώτη αναζήτηση εκφράζεται ως αποκτητική προσπάθεια, ως αγώνας για απόκτηση μιας πραγματικότητας η οποία της ανήκει. (Γενέσθαι αὐτῷ -  Συμπ., 204e). Απώτερος σκοπός βέβαια είναι η ευδαιμονία: «Κτήσει γάρ, ἔφη, ἀγαθῶν οἱ εὐδαίμονες εὐδαίμονες και οὐκέτι προσδεῖ ἐρέσθαι» (Συμπ., 205). Η ευδαιμονία όμως προς την οποία αποβλέπει η ερωτική φορά της ψυχής δεν έχει σχέση με το νεότερο ευδαιμονισμό, πρακτικό ή πνευματικό[14]. Η πλατωνική ευδαιμονία είναι υποχρεωτι­κά ερωτική και γι αυτό έχει μυστικά ριζώματα. Εδώ ακριβώς προβάλλει σαφέστατα ο ορισμός του έρωτα: «Έστιν άρα συλλήβδην, έφη, ό έρως του τό άγαθόν αύτώ είναι αεί». (Συμπ., 206). Αυτός ο ορισμός μας οδηγεί στην καρδιά του θέματος μας, γιατί προκύπτει πως ο έρως της ψυχής τοποθετεί δλη την ύπαρξη του φιλοσόφου στο κα­λό, είναι «τόκος ἐν καλῷ καί κατά τό σώμα καί κατά ψυχήν». Η αθανασία προκύπτει ως αίτημα της ερωτικής ψυχής, τα ορατά και η αισθητική τους διάσταση (Άλκηστις, Ορφεύς, Ευρυδίκη, Αχιλλεύς, κ.ά.), εμπνέουν τη φιλία, την αφοσίωση, τον ηρωισμό και το ιερό πάθος της κοινωνίας. Οι ερωτικές ψυχές οι οποίες αφοσιώνον­ται και συνδέονται ειλικρινά με την πιστότητα, ανήκουν στην αθανασία.
 
Η συνέχεια του λόγου της Διοτίμας είναι πολύ διαφωτιστική. Εξηγεί στο Σωκρά­τη γιατί κάθε συνουσία «άνδρός καί γυναικός τόκος έστιν». Βρισκόμαστε και πάλι στο φαινόμενο της διαιώνισης της ερωτικής φοράς διαμέσου των αλλεπάλληλων βιολογικών κινήσεων. Η αέναη γέννηση είναι κάτι το θείο, αφού συμβάλλει στη διαιώνιση του είδους, στην αθανασία, στην κοσμική αθανασία των ανθρώπων.
 
Η κοσμική αιωνιότητα, ο χρόνος, προσφέρει τη δυνατότητα συνεχούς ερωτικής πτήσης, αναδύεται πάντα, στο μέτρο που υπάρχουν ανθρώπινα όντα. «Ὅτι ἀειγενές ἐστί καί ἀθάνατον ὡς θνητῷ ἡ γέννησις. Ἀθανασίας δέ ἀναγκαΐον ἐπιθυμεῖν μετά ἀγαθοῦ ἐκ τῶν ὁμολογημένων, εἴπερ τοῦ τἀγαθον ἑαυτῷ εἶναι ἀεί ἔρως ἐστίν». (Συμπ., 207). Ήδη ο έρως αποτελεί συνεχή φορά προς την αθανασία, αφού διαιωνίζεται κο­σμικά, μη παύοντας να είναι και ουράνιος. Στο φθαρτό σκήνωμα, στη διαιώνιση του είδους, επιτελείται μια ιερή πράξη, η οποία διαφυλάττει την ερωτική φορά της ψυ­χής. Ο χρόνος είναι ιερός και ελαύνεται από συνεχή ερωτικό παλμό, ο οποίος δονεί τις ακοίμητες ψυχές. Εδώ βέβαια διακρίνουμε την επίδραση των ορφικοπυθαγορικών οι οποίοι θεωρούσαν το σώμα δεσμωτήριο της ψυχής. Το σώμα το οποίο δεν είναι φθαρτό καθ' αυτό καθιστά δυνατό τον αγώνα για την αφθαρσία. Αυτή η κοσμι­κή αλληλογένεση ιεροποιεί κατά βάθος το σώμα, αιωνίζει το ανθρώπινο, χωρίς να το αποκόβει απ' τις ρίζες του. Υπάρχει βέβαια αντίφαση η οποία δεν αίρεται. Όλα τα μεγάλα φιλοσοφικά συστήματα οικοδομούν αυτόν τό διχασμό ο οποίος και θα παραμένει, καθόσο η σχέση του αγαθού με το κακό είναι ανεξήγητη.
 
Η Διοτίμα εμπιστεύεται στο Σωκράτη πως η συμπαντική φύση είναι ερωτική αφού διαιωνίζεται απρόσωπη, αφού «τόν αὐτόν ἐκείνῳ λόγον ἡ θνητή φύσις ζητεῖ, κα­τά τό δυνατόν, ἀεί τε εἶναι καί ἀθάνατος». (Συμπ., 207d). Τό ερωτικό διαχέεται στο σύμπαν το οποίο επιζητεί απρόσωπα την αθανασία, στο μέτρο που είναι εκφραστής της «του κόσμου ψυχής». Όσο η ερωτική ψυχή συνειδητοποιεί τη φορά της, τά στά­δια μύησής της, τόσο διαχέεται και στη συμπαντική υπόσταση του κόσμου, τόσο κατανοεί πως ο έρως είναι οικουμενική αξία διάσπαρτη στη φύση, στα πτηνά, στα ζώα, στις κινούμενες και διαιωνιζόμενες δυνάμεις. Ο κοσμικός ερωτικός παλμός προσδίδει στον έρωτα πανθεϊζουσα αντίληψη η οποία εξάλλου προσδιορίζει και τα όρια ή τις δυνατότητες της ελληνικής κοσμοθεωρίας. Ο αρχικός δυαλισμός ύλης και πνεύματος βρίσκει σημεία κοινωνίας στην ερωτική διάσταση της ψυχής η οποία αγκαλιάζει όλη τη φύση. Για μια στιγμή η ερωτική ψυχή αποπροσωποποιείται, αφήνει τον έρωτα να εκφραστεί ως παγκόσμια θεία δύναμη η οποία καθιστά δυνατή την κοσμική λειτουργία, την κοσμική αθανασία.
 
Καθώς όμως η Διοτίμα συνεχίζει, ο δρόμος προς την έσχατη ερωτική κοινωνία ξανοίγεται, μυούμαστε στην ερωτική έκσταστη. Πρόκειται για τη μακάρια θέα των νοητών τα οποία χωρίς να περιγράφονται λογικά, φωτίζουν την ψυχή, την κάνουν να διαχέεται «ἐπί τό πολύ πέλαγος... τοῦ καλοῦ» (Συμπ., 210b). Αγόμαστε έτσι στην επιστήμη του «καλού», σε μια επιστήμη η οποία υπερβαίνει την εποπτεία για να αποκαλύψει το απόλυτο άνοιγμα της ερωτικής ψυχής. Σ' αυτήν την έσχατη κατά­σταση καταπαύει η ερωτική μανία, αναστέλλεται ο διαλεκτικός οίστρος του φιλοσό­φου. Η ψυχή, οδηγημένη απ' τον παντεπόπτη νου, ταυτίζεται μαζί του, γίνεται λο­γική και μυστική ταυτόχρονα, εικόνα του τελείου: «Ἐξαίφνης κατόψεταί τι θαυμαστόν τήν φύσιν καλόν... οὗ δη ἕνεκεν και οἱ πρόσθεν πάνοι». (Συμπ., 210e). Η μυστική θέα στέφει την ερωτική φορά, καταπαύει τον έρωτα, γιατί τον οδηγεί στη χώρα του θείου, των ιδεών. Η κοινωνία με τον κόσμο του απόλυτου, με το απόλυτα καλό και ωραίο (κάλλος) δε μπορεί να αμφισβητηθεί από καμμιά υποκειμενική δόξα. Άσαρ­κο (Συμπ. 211), αιώνιο, θαυμαστό, αποτελεί την πηγή κάθε καλού· «Τά δέ ἄλλα πάντα καλά ἐκείνου μετέχοντα τρόπον τινά τοιοῦτον, οἷον γιγνομένων τέ τῶν ἄλλων καί ἀπολλυμένων μηδέν ἐκεῖνο μήτε τί πλέον μήτε ἔλαττον γίγνεσθαι μηδέ πάσχειν μηδέ ποιεῖν μηδέν».  (Συμπ., 211b).
 
Η ερωτική μανία αποτελεί αναμφισβήτητα δώρο των θεών, συνιστά τα φτερά της μυστικής ψυχής, το συνεκτικό δεσμό των ορατών, τη μυστική εικόνα του αγήρα-στου κάλλους. Κι όμως, στις έσχατες βαθμίδς της ιερής μύησης, η ψυχή καταπαύει το μονικό και ενθουσιαστικό τάνυσμα των πτερύγων της, παύει να είναι βακχική και αναζητητική, γιατί ο έρως αποθέτει τα φτερά του στον ιερό χώρο της άφιξης.
 
Στην έσχατη θεώρησή της η ανθρώπινη ψυχή είναι δεκτική και μεθεκτική της αλήθειας, ξανοίγεται για να δεχτεί τις έσχατες αποκαλύψεις οι οποίες κατασιγάζουν τις ερωτικές της πτήσεις.
 
VI. Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
         Βρισκόμαστε αναμφισβήτητα στην υπέρβαση του έρωτα. Το συμπαντικό και το ανθρώπινο διακρίνονται για την εκστατική και ερωτική τους φορά, χωρίς όμως αυτό να αποτελεί αυτοσκοπό. Για τον Πλάτωνα σκοπός είναι η «ὁμοίωσις θεῷ», η «μέθεξις» του αγαθού, τό «θεᾶσθαι μόνον καί συνεῖναι». Αυτή η θέση αποτελεί τον παραμόνιμο κόσμο του ανθρώπινου, συνιστά το κέντρο της πλατωνικής γνωσιολογίας και ερμηνεύει το ανθρώπινο θεοκεντρικά. Οι ρίζες του ανθρώπινου φωτίζονται έτσι απ' τη θεία διάσταση της ζωής, ο έρως κατα­παύει εκεί που αρχίζει η συνουσία με το θείο. Το εγώ αυτοϋπερβαίνεται στο μέτρο που ιεροποιείται και δε θα μπορούσαμε να μιλάμε για διάκριση γνώσης και ήθους, αφού αποδιαστέλλονται στο άσαρκο κάλλος. Όλες οι διασκεπτικές κατηγορίες γί­νονται πραγματικότητα στη θεωμένη ψυχή η οποία έχει πιά λαμπρυνθεί απ' το νου, γιατί κοσμείται με το ενορατικό υπόβαθρο, με τη μυστική ρίζα η οποία τελικά ικανώνει το νου να διαβλέπει το βάθος της πραγματικότητας, η οποία αποκαλύπτει τα έγκατα του ανθρώπινου. Αν λοιπόν ο έρωτας υπερβαίνεται, αυτό οφείλεται στη μυ­στική του αφετηρία η οποία έχει ως πυρήνα το θείο κέντρο της ζωής. Το ανθρώπινο εξαρτάται απ' το θείο, το θείο προτάσσεται του ανθρώπινου το οποίο δικαιώνεται εξαιτίας αυτής της εξάρτησης. Σ' αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται η διαφορά ανά­μεσα στον πλατωνικό και στον ευρωπαϊκό ιδεαλισμό.
 
Υπάρχει επομένως μια αναμφισβήτητη ηθική στην πλατωνική φιλοσοφία η οποία κορυφώνεται με την εξάρτηση της ανθρωπολογίας απ' τη θεολογία. Βέβαια, το θείο είναι απρόσωπο και ο κόσμος του αέναος. Καμιά όμως προσωπική σύλληψη δεν εί­ναι νοητή χωρίς αυτήν την έγγεια συγγένεια, χωρίς την προς το θείο φορά του αν­θρώπινου. Στα εσώτερα βάθη της συνείδησης, στα όρια ψυχής και νου υπάρχει ακριβώς το θείο στίγμα, ότι θα καταστήσει δυνατή, στη συνέχεια την προσέγγιση του πάθους και της αρετής με βάση τον κόσμο των ιδεών. Η λογική δεν είναι παρά εσωτερική σύλληψη της πολλότητας των ιδεών απ' τη συνείδηση, αναμνησιακή κα­τάσταση η οποία συνθέτει τον πλατωνικό χρόνο. Η ιστορικότητα του όντος σφρα­γίζεται έτσι με την αιωνιότητα της ιδέας, ο ελεατισμός του Πλάτωνα κάνει παράδο­ξο ταίρι με τα ήρακλειτιανά στοιχεία της σκέψης του.
 
Ας καταλήξουμε όμως θεωρώντας από κοντά τις σχέσεις έρωτα και μυστικής. Η ερωτική διάσταση εμψυχώνει τον άνθρωπο και το φυσικό γίγνεσθαι το οποίο μη­νύει την θεία τάξη με την παγκόσμια ψυχή του. Η ερωτική όμως φορά δεν είναι αφετηρία, αλλά αναβατική οδός η οποία προϋποθέτει την ανάμνηση, την άμεση σύλληψη του ιδεατού. Το πέρασμα απ' τη σωφροσύνη στη δικαιοσύνη και στην αν­δρεία λ.χ. δεν είναι λογικό, αλλά άμεσο, μυστικό. Η πολλότητα των ιδεών η οποία αποτυπώνεται στην ψυχή αμυδρά συνιστά την αφετηρία.
 
Εδώ συναντάμε τη λογική και τη διαλεκτική: ακολουθούν και επανάγουν ερωτι­κά στο θείο κέντρο της ζωής. Αυτή η ιεραποδημία είναι αέναη και δεν κοστίζει κα­μιά θυσία στο Θεό. Όλα γίνονται με βάση των ανθρώπινη προσπάθεια και οδηγούν στην άσκηση. Ο πλατωνικός έρως είναι ασκητική οδός, οι εκστάσεις και η θεία μα­νία δεν έχουν τίποτε το διονυσιακά βιταλιστικό, αποτελούν εκφράσεις της επιθυ­μίας για απαλλαγή και αποδέσμευση απ' το αισθητό. Τα αισθητά δεν είναι κακά κα­θεαυτό, αλλά γίνονται απ' τη στιγμή που τα μάτια της ψυχής υποδουλώνονται σ' αυτά.
 
Πολλά προβλήματα ανακύπτουν τα οποία όμως απαλύνονται με τη μελέτη του Αριστοτέλη. Ο Πλάτωνας όμως βρίσκεται στην αφετηρία γιατί μας αποκαλύπτει. Μας ανοίγει αιώνιους δρόμους, αφού η φιλοσοφία του έχει αποκαλυπτική φορά, εξωθώντας μας στην προσέγγιση της Σοφίας.
 
 Θητεία σε μια παρόμοια φιλοσοφία βοηθάει στη συνειδητοποίηση των βαθύτερων απαιτήσεων του ανθρώπινου είναι, ικανώνει στην αποκάλυψη της τιμής του να είμαστε ανθρώπινα όντα. 
 
  Βίκτωρ Ουγκώ: Η Ζωή είναι ένα λουλούδι και ο Έρωτας το μέλι του  
---------------------  
[1] Συμπ. 178b.
[2] Ιω. Συκουτρή, Πλάτωνος Συμπόσιον, έκδ. 1949, σελ. 31, σημ. 6.
[3] «Τετάρτην δε Ἀφροδίτης καί ἔρωτος», Φαίδρ., 265b
[4] Ο Pierre Boutang σημειώνει στοχαστικότατα: «Αν η επιθυμία πάει στο χαμόγελο, το sexus που εφευρέθηκε απ' τους Λατίνους για να εκφράσει την «τομή» ανάμεσα στα αρσενικά και στα θηλυκά (κι ήταν μια ουδέτερη λέξη στην αρχή), οι Έλληνες το αγνοούσαν και το ονόμαζαν «φύσις» για να συνενώνει αντί να χωρίζει...» (Apoca­lypse du desir, ed. Grasset... σελ. 212).
[5] Συμπ., 180d.
[6] Συμπ., 181c.
[7] Προλ. Συμπ. 183c, Φαίδρ. 231c, 232, κ.α. 
[8] Συμπ. 190d
[9] Φαίδρ., 70c, κ.εξ. 
[10] Πρβλ. λ.χ. την εκτενή σπουδή του Jacques Derrida, La pharmacie de Platon, in La dissemination, ed., du Seuil, σελ. 71-197. 
[11] Περιττεύει να τονίσουμε πως ο Πλάτωνας στηρίζεται σε παρόμοιες διαπιστώσεις για να αναπτύξει τον μονοεϊσμό του.
[12] Η ασυνέχεια, ως βασική φιλοσοφική κατηγορία αποτέλεσε το έναυσμα των κύριων ιδεαλιστικών κατηγοριών, μέχρι το Διαφωτισμό. Με τον Kant, τα πράγματα αλλάζουν. Περισσότερα, στο μελέτημά μας, «Κατακερματίζε­σαι την ουσίαν», έκδ. Μήνυμα. 
[13] Σ' αυτή τη θέση μπορούμε να επισημάνουμε ένα απ' τα σημεία αναπόφευκτης προσέγγισης του πλατωνισμού και του αριστοτελισμού. 
[14] Έχουμε κυρίως υπόψη την αγγλκή σχολή και ορισμένους εκπροσώπους του γαλλικού διαφωτισμού.