Τετάρτη 21 Μαΐου 2014

ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΜΝΗΜΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΦΙΛΟΣΟΦΟ ΠΛΑΤΩΝΑ


«και Αθηναίοι δε την γενεθλιακήν αυτού ημέραν επιτελούντες επάδοντες φάσκουσιν· ‘ήματι τωδε Πλάτωνα θεοί δόσαν ανθρώποισιν’.»

( Και οι Αθηναίοι κατά την ημέρα των γενεθλίων του, γιορτάζοντας τραγουδούσαν :
«Την ημέρα αυτή οι θεοί έδωσαν τον Πλάτωνα στους ανθρώπους»)

Η 21η Μαΐου του σύγχρονου ημερολογίου είναι η επέτειος των γενεθλίων του φιλοσόφου Πλάτωνος (7η Θαργηλιώνος 427 ΠΚΕ).

Η 7η Θαργηλιώνος είναι μια πολύ μεγάλη εορτή, μιας και την ημέρα αυτή εορτάζοντο τα γενέθλια του Απόλλωνος (αρχίζει η κυριαρχία του θεού Απόλλωνα στον ζωδιακό με αποκορύφωση το θερινό ηλιοστάσιο στις 21 Ιουνίου ) και την ίδια ημέρα εορτάζοντο κα ιτα γενέθλια του Πλάτωνα.

Παράλληλα η 6η Θαργηλιώνος ήταν εορτή της Αρτέμιδος και την ίδια ημέρα εορτάζοντο τα γενέθλια του Σωκράτη.

Την ιερότητα της 7ης Θαργηλιώνος θέλησαν οι Χριστιανοί να επισκιάσουν και τοποθέτησαν την εορτή μνήμης του θανάτου του Κωνσταντίνου την ημέρα εκείνη, παρότι ο Κωνσταντίνος πέθανε την 22α Μαίου.

Ποιά τιμή όμως αρμόζει στον Πλάτωνα ; Η απάντηση δίδεται με τα λόγια του Ιεροκλή :

«τίς οὖν ἡ τιμὴ καὶ τούτων; τὸ ἔννομα ῥέζειν, φησίν. τοῦτο δέ ἐστι τὸ πείθεσθαι, οἷς ἀπολελοίπασιν ἡμῖν παραγγέλμασι, καὶ ὡς νόμοις ἐμμένειν τοῖς ἐκείνων λόγοις καὶ τὴν αὐτὴν ὁδὸν μετιέναι τοῦ βίου, ἣν ἐκεῖνοι διελθόντες οὐκ ἐφθόνησαν ταύτης ἡμῖνμεταδοῦναι, ἀλλ’ ὥσπερ τινὰ ἀθάνατον καὶ πατρῷον κλῆρον διηγωνίσαντο τοῖς μεταγενεστέροις διαφυλάξαι, τὰ στοιχεῖα τῶν ἀρετῶν καὶ τῆς ἀληθείας τοὺς κανόνας εἰς κοινὸν ὄφελος ἐν γράμμασι καταθέμενοι, οἷς τὸ πείθεσθαι καὶ ζῆν ἑπομένως ἀληθεστέρα ἐκείνων τιμὴ γίνεται, ἢ εἴ τις χοὰς αὐτοῖς ἐπιφέροι πολυτελεστάτας καὶ ἐναγίζοι πλουσίως»

«Ποιά λοιπόν είναι η τιμή και αυτών ; Το να τελούμε τα νόμιμα λέει. Αυτό σημαίνει να υπακούμε στα παραγγέλματα που μας έχουν αφήσει, και να εμμένουμε στα λόγια τους σαν να είναι νόμοι, και να ακολουθούμε τον ίδιο δρόμο ζωής, τον οποίο αφού διένυσαν εκείνοι, δεν αρνήθηκαν από φθόνο να μας τον κοινοποιήουν, αλλά αγωνίστηκαν να τον φυλάξουν για τους μεταγενεστέρους σαν μια αθάνατη και πατρική κληρονομιά, εναποθέτοντας σε συγγράμματα τα στοιχεία των αρετών και τους κανόνες της αλήθειας προς κοινό όφελος.

Και το να πειθόμαστε και το να ζούμε σύμφωνα με αυτά, αποτελεί πιο αληθινή για εκείνους απ' ό,τι αν κάποιος τους προαφέρει πολυτελέστατες νεκρικές σπονδές και πλούσιες θυσίες»
ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΜΝΗΜΗ!

Ο μύθος του ανθρώπου


Εκαθότανε μια φορά κοντά στα βούρλα, δίπλα σε μια πηγή, η Μέριμνα. Cura τηνε γράφει ο λατίνος μυθοποιός, Κι εμείς οινεοέλληνες, ή ελληνοεβραίοι αλλιώς, τηνε λέμε Φροντίδα, ή Έγνοια.
Η Μέριμνα εσύμπαιζε στα δάχτυλα της τον πηλό. Και με το χάζι και το παίζοντας έπλασε ένα αγαλματάκι. Εστέκοταν και το θωρούσε.
Περνάει τότε από μπροστά της ο Δίας, ο Jupiter. Και τηνε βλέπει με το παιχνίδι της.
-Καλώς τα πολεμάς, βασιλαρχόντισσα, τη χαιρετάει.
-Καλό νά 'χεις, κι η αφεντιά σου, τον αντιχαιρετάει.
-Και σαν τι τάχατες καμώματα σκαρώνεις αυτού δα;

-Να! του λέει η Μέριμνα. Επιάστηκα να κάμω ένα πλασματάκι. Αλλά το καημενούλι μου είναι ξερό και άλαλο. Εσύ, πού 'σαι ο άρχος κι ο ταγός σε ούλα, κάμε να το φυσήξεις. Να ψυχωθεί και να μιλήσει. Για να σε προσκυνάει ύστερα.
-Μετά χαράς, αρχοντοπούλα μου, της απαντάει ο Δίας. Πιάνει, φυσάει τη λάσπη. Κι αμέσως το πλάσμα εζωντάνεψε.

Καθόντανε κι οι δύο, και χαίρουνταν το έργο τους.
-Και πώς να το βαφτίσουμε; ρωτά η Μέριμνα. Λέω να του δώσω τ' όνομα μου. Εγώ δεν τό 'πλασα;
-Όχι, και να σου λείπει η χάρη! της κραίνει ο Δίας. Το δικό μου τ' όνομα θα δώσουμε. Γιατί εγώ του φύσηξα ζωή.
Έτσι, επιάστηκαν οι δύο θεοί, και τράβαγαν, ο ένας από δω ο άλλος από κει. Δεν έβρισκαν την άκρη. Τότε σηκώνεται από τα χώματα η Γη, η Humus, και με το στόμα του Κρόνου, του Saturnus, δικάζει, και δίνει τη λύση.
- Ούτε το δικό σου, ούτε το δικό σου. Το δικό μου όνομα θα λάβει, εδίκασε. Εσύ, Μέριμνα, που τό 'πλασες, θα το δυναστεύεις και θα το κατέχεις σε όλη του τη ζωή. Εσύ, Δία, που τού 'δωκες ζωή και γνώση, θα το οδηγάς και θα πλουταίνεις το μυαλό του. Για να σε δοξολογά, και να σε σέβεται. Κι όταν θα πεθαίνει, η πνοή του θα γυρίζει σε σένα. Το όνομα όμως θα το λάβει από μένα. Γιατί από δικά μου στοιχεία συντελέστηκε. 'Εξ ών συνετέθη. Έτσι θα λένε. Και σαν στερέψει ο χρόνος που του ορίστηκε, πάλι σε μένα θα ξαναγυρίζει. Kai εις γήν άπελενσει. Έτσι θα λένε. Από μένα λοιπόν, τη Humus, θα το φωνάξουμε homo. Που πάει να ειπείάνθρωπος

  Δημήτρης Λιαντίνης - "Γκέμμα".

Φοβάμαι να…!


“Ένας από τους κύριους λόγους που επισκέπτεται κάποιος έναν ειδικό ψυχικής υγείας είναι ο φόβος. Και δεν εννοώ μόνο τους συγκεκριμένους φόβους, που σύμφωνα με το National Phobics Society έχουν καταγραφεί πεντακόσια διαφορετικά είδη φοβιών συμπεριλαμβάνοντας ακόμη και τα πιο απίθανα αντικείμενα φοβικής εκδήλωσης. (Φοβίες αντικειμένων: αίματος, ασθενειών, βρωμιάς, ενέσεων, μικροβίων, νερού κ.α. Φοβίες ζώων, Φοβίες καταστάσεων: αγοραφοβία ,κλειστοφοβία, κ.α.)

«Φοβάμαι να αγαπήσω», «Φοβάμαι να κάνω σχέση», «Φοβάμαι να χωρίσω», «Φοβάμαι την απόρριψη», «Φοβάμαι την μοναξιά», «Φοβάμαι…Φοβάμαι….Φοβάμαι…..», είναι μερικά από όσα ακούω.

Ο φόβος είναι ταυτόσημος της ανθρώπινης ύπαρξης, και μάλιστα έχει αποδειχτεί σωτήριος καθώς συνέβαλλε καθοριστικά στην επιβίωση του ανθρώπινου είδους. Σκεφτείτε τους ανθρώπους των σπηλαίων όταν έπρεπε να αντιμετωπίσουν ένα επιτιθέμενο λιοντάρι πόσο άμεσα έπρεπε να κινητοποιηθούν, είτε να του επιτεθούν, είτε να το βάλουν στα πόδια. Το αίσθημα λοιπόν του φόβου ήταν και είναι απαραίτητο για την επιβίωση του ανθρώπου(Saul,2001) καθώς τον βοηθούν να αντιμετωπίζει τους κινδύνους που απειλούν τη ζωή του και την εξέλιξή του. Δεν είναι τυχαία η φράση «ο φόβος φυλάει τα έρμα».

Το αίσθημα του φόβου αντιστοιχεί σε μια συναισθηματική αντίδραση ενός πραγματικού ερεθίσματος κινδύνου. Τότε το σώμα και οι διανοητικές λειτουργίες του ατόμου τίθενται σε άμεση ενεργοποίηση, σε μια αντίδραση «φυγής ή επίθεσης», προκειμένου να προστατεύσει τον εαυτό του.
Αντιθέτως η φοβία αφορά έναν ακούσιο και εξαιρετικά έντονο φόβο για μια κατάσταση ή ένα αντικείμενο το οποίο δεν απειλεί άμεσα το άτομο τη δεδομένη στιγμή. Παράλληλα, το ίδιο το άτομο γνωρίζει ότι ο φόβος του είναι παράλογος, δεν είναι, όμως, σε θέση να ελέγξει τις αντιδράσεις του και το άγχος που βιώνει.

Αν σηκώσουμε και κρατήσουμε στο χέρι μας μία μικρή μπάλα για πέντε λεπτά δεν θα μας κουράσει καθόλου, αν την κρατήσουμε για 10 ώρες το χέρι μας θα κουραστεί και θα αρχίσει να μουδιάζει, ενώ αν την κρατήσουμε για μέρες το χέρι μας θα μουδιάσει και θα παραλύσει όπως και όλο μας το σώμα. Έτσι ακριβώς συμβαίνει και με το φόβο, είναι μεν κάτι ανθρώπινο και φυσιολογικό αλλά όταν αποκτά μεγάλη έκταση στη ζωή και το μυαλό μας μετατρέπεται σε φοβία και η φοβία αυτή μπορεί να μας παραλύσειρουφώντας όλη την ενέργειά μας, αμαυρώνοντας τη ζωή μας και μην αφήνοντας χώρο για τα υπόλοιπα κομμάτια της ζωής μας.

Για μένα λοιπόν ο φόβος μοιάζει με ένα μπαχαρικό: αν δεν βάλουμε καθόλου από αυτό έχουμε ένα άνοστο πιάτο, αν βάλουμε μεγάλη ποσότητα μπορεί να μας πνίξει, ενώ στη σωστή ποσότητα είναι όχι μόνο θεμιτός αλλά και απαραίτητος!

Άρα λοιπόν ο φόβος μπορεί να γίνει πολύ καλός μας φίλος. Σημασία έχει πόσο χώρο εμείς του δίνουμε στη ζωή και στο μυαλό μας. Γιατί ένα μυαλό γεμάτο με φόβους δεν έχει χώρο για όνειρα. Γιατί αν φανταστούμε ότι το μυαλό μας μοιάζει με ένα δωμάτιο, και στο δωμάτιο αυτό βάλουμε έναν φόβο-ελέφαντα, πόσος χώρος μένει για τα υπόλοιπα?

«Καμιά φορά, ο καλύτερος τρόπος για να βρεις ποιος είσαι, είναι να πας σε ένα μέρος όπου δεν μπορείς να είσαι τίποτε άλλο.»

Πως γράφουν στο σώμα τα συναισθήματά μας

Χρησιμοποιούμε συχνά εκφράσεις του τύπου «Έγινα σαν το παντζάρι», «Μου κόπηκαν τα πόδια», «Νιώθω φτερούγισμα στο στομάχι», «Έχω ένα βάρος στο στήθος», «Αρρώστησα από έρωτα», προκειμένου να μιλήσουμε για τα συναισθήματά μας. Άραγε το σώμα μας βιώνει ακριβώς αυτό που περιγράφουμε με λόγια; Με τη βοήθεια των ειδικών, επιχειρήσαμε να βρούμε με ποιον τρόπο αποτυπώνονται στο σώμα τα συναισθήματά μας και σας παρουσιάζουμε τι ανακαλύψαμε.

Πολυάριθμες μελέτες έχουν επιβεβαιώσει ότι η συναισθηματική μας κατάσταση δεν αφήνει ανεπηρέαστο το σώμα μας, αφού ενεργοποιεί το καρδιαγγειακό, το μυοσκελετικό και το νευροενδοκρινικό σύστημα του οργανισμού μας.
Επιστήμονες του Πανεπιστημίου Aalto στη Φινλανδία, θέλοντας να κάνουν ένα βήμα παρακάτω, αποτύπωσαν τα μέρη του σώματος που ενεργοποιούν ορισμένα συναισθήματα (ευτυχία, έρωτας, υπερηφάνεια, θυμός, φόβος, άγχος, ντροπή, αηδία, περιφρόνηση, αιφνιδιασμός, ζήλια, λύπη, κατάθλιψη, αδιαφορία).
Από τα ευρήματα, που δημοσιεύτηκαν στην επιστημονική επιθεώρηση «Proceedings of the National Academies of Sciences», η πιο εντυπωσιακή διαπίστωση αφορούσε το γεγονός ότι τα συναισθήματά μας επιφέρουν μια σειρά από σωματικές αντιδράσεις που είναι κοινές για όλους τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως καταγωγής και φύλου, και οι οποίες συνδέονται με την προσπάθειά μας για επιβίωση.

Ο χάρτης του σώματος
Ο αντίκτυπος των συναισθημάτων στο σώμα μας.

1 Κεφάλι
Πανταχού παρόν στα περισσότερα συναισθήματα το κεφάλι. Σημαντικός είναι ο ρόλος των δακρύων και των μυϊκών συσπάσεων του προσώπου. Η υψηλότερη ενεργοποίηση παρατηρείται στα συναισθήματα χαράς, ενώ η χαμηλότερη στην αδιαφορία και την κατάθλιψη. Στην ντροπή συμμετέχουν ιδιαίτερα τα μάτια και στον θυμό τα μάγουλα.

2 Λαιμός
Με εξαίρεση την κατάθλιψη και την αδιαφορία, τα υπόλοιπα συναισθήματα αφήνουν έντονη γεύση στον λαιμό. Υψηλή δραστηριότητα παρατηρείται στα συναισθήματα της αηδίας και της αγάπης, όπου οι αισθήσεις της γεύσης και της οσμής παίζουν καθοριστικό ρόλο.

3 Στήθος
Αποτελεί μια περιοχή του σώματος που ενεργοποιείται -και μάλιστα έντονα- στα περισσότερα συναισθήματα. Αλλαγές στην αναπνοή και τον καρδιακό ρυθμό παρατηρούνται στον θυμό, την ευτυχία, το άγχος, την αγάπη και την περηφάνια.

4 Στομάχι-κοιλιά
Τα αρνητικά συναισθήματα (θυμός, αηδία, άγχος, φόβος) δένουν κόμπο το στομάχι μας. Το αποτύπωμά τους, όμως, αφήνουν και τα καλά συναισθήματα, όπως ο έρωτας, που ως γνωστόν
«… περνάει από το στομάχι».

5 Άνω άκρα
Τα κινητοποιεί πρωτίστως ο θυμός, δευτερευόντως η ευτυχία και ο έρωτας και ακολούθως σε αρκετά μικρότερο βαθμό ο φόβος, η αηδία και η περηφάνια. Η χαμηλότερη ενεργοποίηση παρατηρείται στη λύπη και την κατάθλιψη.

6 Κάτω άκρα
Συγκριτικά με τα υπόλοιπα μέρη του σώματος, ελάχιστα συναισθήματα φαίνεται πως μπορούν να επηρεάσουν τα κάτω άκρα. Η χαμηλότερη δραστηριότητα παρατηρείται στις περιπτώσεις της λύπης, του αιφνιδιασμού, του άγχους, της κατάθλιψης και της ντροπής.

7 Όλο το σώμα
Υπό την επήρεια 13 συναισθημάτων. Από όλα τα συναισθήματα μόνο η χαρά φαίνεται ότι ενεργοποιεί ολόκληρο το σώμα. Αντίθετα, μειωμένη δραστηριότητα παρατηρείται στην κατάθλιψη, όπου επικρατεί το γενικότερο αίσθημα κενού ή ανηδονίας.

Θυμός «Πιάστηκαν στα χέρια»
Το συναίσθημα της οργής γίνεται αισθητό στο πάνω μέρος του σώματος και κυρίως στην περιοχή του θώρακα και των χεριών. Με έναν αυτοματοποιημένο τρόπο ενεργοποιείται το συμπαθητικό νευρικό σύστημα, διέγερση που μας προετοιμάζει για καβγά και μάχη. Οι πνεύμονες διαστέλλονται και οι αναπνοές γίνονται περισσότερες και βαθύτερες, ώστε, αν χρειαστεί, να μπορέσουμε να εισπνεύσουμε επιπλέον οξυγόνο. Επίσης, η καρδιά χτυπά πιο γρήγορα για να τροφοδοτήσει με περισσότερο αίμα τους μυς των άκρων και ειδικά των χεριών, που παρουσιάζουν υπερκινητικότητα για να μπορέσουν να αντιδράσουν.

Φόβος «Μου κόπηκαν τα πόδια»
Μπροστά σε μια φοβερή απειλή, την οποία το άτομο διαπιστώνει ότι είναι ανήμπορο να αντιμετωπίσει, όπως για παράδειγμα υπό τον κίνδυνο επίθεσης ενός άγριου ζώου, εξάπλωσης φωτιάς ή πρόκλησης τροχαίου ατυχήματος, το σώμα παίρνει μια παθητική στάση. Οι σφυγμοί και η θερμοκρασία του πέφτουν, οι αναπνοές αραιώνουν και γίνονται κοφτές, η κοιλιά σφίγγεται, τα πόδια παραλύουν και επιπλέον η ικανότητα αντίληψης μειώνεται. Με λίγα λόγια, μπλοκάρει το νευρικό μας σύστημα, ολόκληρο το σώμα παγώνει και γι? αυτό αδυνατούμε να αντιδράσουμε.

Αιφνιδιασμός «Πήγε η καρδιά μου στην Κούλουρη»
Το ξάφνιασμα, δηλαδή ο τρόμος που διαρκεί ελάχιστα δευτερόλεπτα, προκαλεί έντονη αναστάτωση στην εγκεφαλική μας λειτουργία, καθώς και στην περιοχή του θώρακα. Εξαιτίας του αιφνιδιασμού που δέχεται το νευρικό και ορμονικό μας σύστημα, στιγμιαία παγώνουν τα αντανακλαστικά μας, ανεβαίνουν απότομα οι παλμοί της καρδιάς, ενώ παράλληλα εμφανίζεται ταχύπνοια.

Ντροπή «Έγινε παντζάρι»
Όταν ντρεπόμαστε ή βρισκόμαστε σε αμηχανία, το ορμονικό και το αυτόνομο νευρικό σύστημα κινητοποιούνται και συνδυαστικά με την έκκριση αδρεναλίνης προκαλείται αύξηση της ροής του αίματος. Το παράδοξο είναι ότι η κυκλοφορία του αίματος είναι εντονότερη στο πρόσωπο και ειδικότερα στα μάγουλα, τα αφτιά και τη μύτη. Στα σημεία αυτά ρέει περισσότερο αίμα και έτσι το πρόσωπό μας κοκκινίζει. Επιπλέον, οι κόρες των ματιών διαστέλλονται, ενώ επιταχύνεται η αναπνοή και ο καρδιακός παλμός.

Έρωτας «Αρρώστησε από έρωτα»
Πρόκειται για ένα από τα ισχυρότερα συναισθήματα που μπορούμε να αισθανθούμε. Η ερωτική έλξη κινητοποιεί όλες τις αισθήσεις και με εξαίρεση τα πόδια -από τα γόνατα και κάτω- αποτυπώνεται σχεδόν σε ολόκληρο το σώμα. Τα χέρια είναι ένα από τα πιο ενεργά σημεία του σώματος, αφού κινητοποιούνται με την επαφή, το χάδι και την αγκαλιά. Ο οργανισμός αναγνωρίζει τον έρωτα ως μια κατάσταση στρες και αντιδρά ανάλογα: η καρδιά ανεβάζει παλμούς (εξού και η έκφραση «Η καρδιά μου χτυπά τρελά») και το αυτόνομο νευρικό σύστημα προκαλεί έκκριση επινεφρίνης, αντίδραση που διακόπτει ή επιβραδύνει διεργασίες, όπως αυτήν του πεπτικού συστήματος, ώστε ο οργανισμός να επικεντρωθεί στην κατάσταση άγχους. Επίσης, το ορμονικό σύστημα «χτυπά κόκκινο». Οι ορμόνες (ντοπαμίνη, σεροτονίνη, αδρεναλίνη, ωκυτοκίνη, σωματοτροπίνη, ενδορφίνες), που δρουν στον εγκέφαλο, δημιουργούν μια κατάσταση ευφορίας και σε έναν βαθμό επηρεάζουν και τον τρόπο που σκεφτόμαστε. Τέλος, οι φερομόνες ασκούν επίδραση στην οσφρητική επικοινωνία, που κατέχει σπουδαίο ρόλο στην ερωτική έλξη.

Λύπη «Έχω ένα βάρος στο στήθος»
Όταν βιώνουμε μια κατάσταση έντονης στενοχώριας (π.χ. την απώλεια ενός αγαπημένου μας προσώπου, το τέλος μιας σχέσης, την απόλυση), νιώθουμε ένα σφίξιμο ή ένα βάρος στο στήθος. Στις περιπτώσεις αυτές κλείνουν οι βρόγχοι και η αναπνοή δυσχεραίνεται σε μεγάλο βαθμό, ώστε νιώθουμε την ανάγκη να παίρνουμε βαθιές και παρατεταμένες αναπνοές και συχνά να αναστενάζουμε. Επιπλέον, στο συναίσθημα της θλίψης παρατηρείται μια έντονη δραστηριότητα στο πρόσωπο και ειδικά στην περιοχή των ματιών. Αυτό συμβαίνει επειδή οι δυσάρεστες καταστάσεις μάς κάνουν υπερευαίσθητους και ευσυγκίνητους, με αποτέλεσμα συχνά να ξεσπάμε σε κλάματα.

Κατάθλιψη «Έχει παγώσει το σώμα»
Η κατάθλιψη μπορεί να μας απομονώσει από κάθε είδους δραστηριότητα ή απόλαυση. Μειώνει τα επίπεδα της ενέργειάς μας σε τέτοιο βαθμό, που αρνούμαστε να συμμετέχουμε σε οποιαδήποτε δραστηριότητα, για παράδειγμα να βγούμε από το σπίτι, να μιλήσουμε με άλλους ανθρώπους, ακόμη και να φάμε ή να σηκωθούμε από το κρεβάτι. Το αίσθημα της αδιαφορίας για όσα συμβαίνουν στο περιβάλλον διαρκώς μεγαλώνει και οδηγεί το σώμα σε πλήρη ακινησία. Δεν είναι τυχαίο ότι όσοι υποφέρουν από κατάθλιψη καταλαμβάνονται από μια γενικότερη αίσθηση αδυναμίας, η οποία είναι εντονότερη στα άκρα.

Άγχος «Νιώθω φτερούγισμα στο στομάχι»
Η ενεργοποίηση του νευρικού συστήματος κινητοποιεί ουσιαστικά και το πεπτικό μας σύστημα, που θεωρείται ο δεύτερος εγκέφαλος του σώματος και είναι από τα συστήματα του οργανισμού που επηρεάζονται έντονα από τα συναισθήματά μας. Έτσι εξηγείται, άλλωστε, το γεγονός ότι σε καταστάσεις έντονου στρες μπορεί να έχουμε μικρές διάρροιες ή τάση για εμετό. Επίσης, η υπερδραστηριότητα του νευρικού συστήματος κάνει τα χέρια μας να ιδρώνουν, ενώ μπορεί να προκαλέσει και ανατριχίλα.

Ευτυχία «Πετάω στα σύννεφα»
Ο ευτυχισμένος άνθρωπος βρίσκεται σε διέγερση. Όλες οι αισθήσεις λειτουργούν στον υπερθετικό βαθμό, ενώ ο οργανισμός «πλημμυρίζει» από το αίσθημα της απόλυτης ικανοποίησης. Σημαντικό ρόλο σε αυτό παίζει η έκκριση της ορμόνης σεροτονίνης στον εγκέφαλο. Είναι η χημική ουσία που μας προκαλεί ευφορία, τονώνει την κίνηση του σώματος, επηρεάζει τη σεξουαλική μας διάθεση και συγχρόνως ενισχύει τις διανοητικές λειτουργίες του εγκεφάλου. Με λίγα λόγια, δίνει φτερά στο σώμα και την ψυχή. Σε μελέτες έχει παρατηρηθεί ότι τα χαμηλά επίπεδα σεροτονίνης συσχετίζονται με την εμφάνιση κατάθλιψης, επιθετικής συμπεριφοράς και ιδεοψυχαναγκαστικών διαταραχών.

Αδιαφορία «Δεν μου καίγεται καρφί»
Η έλλειψη ενδιαφέροντος για οτιδήποτε συμβαίνει στο περιβάλλον στο οποίο ζούμε κατά κάποιον τρόπο ναρκώνει τις αισθήσεις μας, περιορίζει την κινητικότητα του σώματος σε σημαντικό βαθμό και είναι φυσικό επακόλουθο να ελαχιστοποιεί την έκφραση των συναισθημάτων μας.

Ζήλια «Έχει μάτι φθονερό»
Μαζί με τον έρωτα ανήκει στα πιο ισχυρά συναισθήματα που μπορούμε να νιώσουμε. Ακριβώς επειδή, όταν ζηλεύουμε, μας κυριεύει το αίσθημα του ανταγωνισμού και επικρατεί η θέληση της υπερίσχυσης, το σημείο του σώματος που δραστηριοποιείται περισσότερο είναι το κεφάλι. Η εγκεφαλική λειτουργία τονώνεται και οι αισθήσεις οξύνονται. Το κεφάλι κινείται με αγχωτικό ρυθμό, τα μάτια κοιτάζουν γρήγορα προς κάθε κατεύθυνση και τα αφτιά είναι «τεντωμένα», ώστε να μπορούμε να «αλιεύσουμε» πληροφορίες από το περιβάλλον.

Υπερηφάνεια «Φουσκώνει σαν τον κόκορα»
Το σημείο του σώματος όπου αποτυπώνεται εντονότερα το συναίσθημα της υπερηφάνειας είναι ο θώρακας. Όταν θέλουμε να παινευτούμε, ορθώνουμε το ανάστημα, τραβάμε την κοιλιά προς τα μέσα και τους ώμους προς τα πίσω και σπρώχνουμε το στήθος μπροστά. Το κύριο χαρακτηριστικό είναι ότι παίρνουμε βαθιές ανάσες και φουσκώνουμε με αέρα το στήθος για να αυξήσουμε τον όγκο του σώματός μας και να δείξουμε ότι είμαστε σπουδαίοι.

Αηδία «Ανακατεύεται το στομάχι μου»
Το αίσθημα της έντονης δυσαρέσκειας και αποστροφής ενεργοποιεί το πεπτικό σύστημα, αλλά και την περιοχή του λαιμού. Αυτό συμβαίνει γιατί αηδιάζουμε (ακόμα και νοερά) με κάτι δυσάρεστο που μυρίζουμε ή γευόμαστε. Η μύτη, η γλώσσα και ο φάρυγγας είναι τα πρώτα όργανα που ανιχνεύουν δυσάρεστες οσμές και γεύσεις, οι οποίες με τη σειρά τους κινητοποιούν το αντανακλαστικό της ναυτίας και του εμετού.

Η επανάσταση του συναισθήματος

«Είναι αδύνατον να μην αισθανόμαστε, όπως είναι αδύνατον να μην περπατάμε»


ΤΙΠΟΤΑ ΠΙΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΣΗΜΕΡΑ ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ. Αν… ή αν… Ναι, αλλά ένα «αν» αντιπροσωπεύει πάντα κάτι που δεν έχει συμβεί∙ κι αφού δεν έχει συμβεί, ποιο το όφελος να φανταζόμαστε τι θα γινόταν αν είχε συμβεί;

Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΨΥΧΗ ή έναν άνθρωπο είναι να διαθέτει διάνοια και ηθική εξίσου ισχυρές. Για να είναι κάποιος αναμφισβήτητα και «απόλυτα» ηθικός, πρέπει να είναι και λιγάκι ανόητος. Για να είναι απόλυτα διανοούμενος, πρέπει να είναι και λιγάκι ανήθικος. Δεν ξέρω ποιο παιχνίδι της Μοίρας ή ποια ειρωνεία της Τύχης δεν επιτρέπει στον άνθρωπο αυτόν τον δυϊσμό σε υψηλό επίπεδο. Προς μεγάλη μου δυστυχία, κάτι τέτοιο συμβαίνει στην περίπτωσή μου.

ΔΙΑΘΕΤΟΝΤΑΣ ΛΟΙΠΟΝ ΔΥΟ ΑΡΕΤΕΣ, δεν κατόρθωσα ποτέ μου να γίνω τίποτα. Αυτό που με έφθειρε στη ζωή δεν είναι ότι διέθετα υπερβολικά ανεπτυγμένο ένα προσόν, αλλά δύο.

ΤΟ ΚΑΚΟ ΔΕΝ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΑΤΟΜΙΚΙΣΜΟ ΜΑΣ, αλλά στον τύπο του ατομικισμού που μας χαρακτηρίζει, ο οποίος είναι στατικός αντί να είναι δυναμικός. Στα μάτια μας, η αξία μας εξαρτάται απ’ αυτό που σκεφτόμαστε, κι όχι από αυτό που πράττουμε. Ξεχνάμε πως αυτό που δεν κάναμε δεν το βιώσαμε∙ πως η πρωταρχική λειτουργία της ζωής είναι η δράση, όπως το πρωταρχικό χαρακτηριστικό των πραγμάτων είναι η κίνηση.

ΠΡΟΣΔΙΔΟΥΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ ΣΤΙΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΑΣ απλώς και μόνο επειδή είναι δικές μας. Θεωρούμε εαυτούς όχι, όπως έλεγε εκείνος ο Έλληνας, «μέτρον πάντων», αλλά κανόνα ή μονάδα μέτρησης των πάντων∙ κι έτσι δημιουργήσαμε ανάμεσά μας όχι απλώς μια ερμηνεία, αλλά μια κριτική του σύμπαντος (ενώ, εφόσον δεν το γνωρίζουμε, δεν είμαστε ικανοί να το κρίνουμε) και βλέπουμε τα πιο αδύναμα και πιο διαταραγμένα πνεύματα ανάμεσά μας να ανάγουν αυτήν την κριτική σε ερμηνεία που επιβάλλεται σαν παραίσθηση, και όχι μέσω συλλογισμού, αλλά διά μιας απλούστατης επαγωγής. Πρόκειται για μια καθαρή περίπτωση παραίσθησης, δηλαδή για μια ψευδαίσθηση που γεννήθηκε από την εσφαλμένη κατανόηση ενός γεγονότος.

ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΚΑΤΑΦΕΡΑ ΝΑ ΠΙΣΤΕΨΩ ΟΤΙ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ κανείς, είτε εγώ ο ίδιος είτε οποιοσδήποτε άλλος, να έχει τη βεβαιότητα ότι θα φέρει κάποια ανακούφιση, πραγματική ή βαθιά, στις δυστυχίες του ανθρώπου, κι ακόμη λιγότερο να τις γιατρέψει. Ούτε κατάφερα, όμως, να πάψω να το σκέφτομαι.

Η ΠΑΡΑΜΙΚΡΗ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΑΓΩΝΙΑ -ή και μόνο το να τη φανταστώ- πάντα μου δημιουργούσε άγχος, κι ακόμη με αναστάτωνε, μου απαγόρευε να συγκεντρωθώ και ν’ αφιερωθώ στο «εγώ» μου. Η πεποίθηση ότι κάθε θεραπευτική της ψυχής είναι εντελώς ανώφελη θα έπρεπε, αντίθετα, να με υψώσει μέχρι τις κορυφές της αδιαφορίας, όπου οι γήινες ανησυχίες θα κρύβονταν πίσω από το νεφελώδες πέπλο αυτής της πεποίθησης. Παρ’ όλα αυτά, όσο δυνατή και να είναι η σκέψη, είναι εντελώς ανίσχυρη απέναντι στην επανάσταση του συναισθήματος. Είναι αδύνατον να μην αισθανόμαστε, όπως είναι αδύνατον να μην περπατάμε.

Η ΕΛΛΕΙΨΗ ΟΡΜΗΣ ΜΕΣΑ ΜΟΥ ήταν πάντα, σε τελική ανάλυση, η πηγή και η αιτία όλων των δεινών μου -το να μην μπορώ να θελήσω πριν σκεφτώ, το να μην μπορώ να αφοσιωθώ, το να μην μπορώ να πάρω μιαν απόφαση με τον μόνο τρόπο που αποφασίζουν οι άνθρωποι: με την αποφασιστικότητα, κι όχι με το μυαλό- όπως ο γάιδαρος του Μπυριντάν που πεθαίνει πάνω στη μαθηματική διχοτόμο που χωρίζει το νερό από τη συγκίνηση και το άχυρο από την προσπάθεια, ενώ, αν δεν το σκεφτόταν, ίσως και να πέθαινε, αλλά δεν θα πέθαινε ούτε από πείνα, ούτε από δίψα

Φερνάντο Πεσσόα, Πορτογάλος ποιητής και συγγραφέας

Η μόρφωση των κοριτσιών και ο φόβος των ισλαμιστών

diabasma sto islam (1)Τα μορφωμένα κορίτσια είναι ο χειρότερος εφιάλτης των φανατικών της οπισθοδρόμησης. Γι’ αυτό οι Πακιστανοί Ταλιμπάν πυροβόλησαν τη 15χρονη Μαλάλα Γιουσαφζάι στο κεφάλι. Γι’ αυτό οι Αφγανοί Ταλιμπάν ρίχνουν οξύ στο πρόσωπο κοριτσιών που θέλουν να μορφωθούν. Γιατί όμως φοβούνται τόσο πολύ την εκπαίδευση των κοριτσιών; Διότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη δύναμη μεταμόρφωσης μιας κοινωνίας. Η χειρότερη απειλή γι’ αυτούς δεν είναι οι πύραυλοι από μη επανδρωμένα αεροπλάνα, αλλά τα κορίτσια που διαβάζουν βιβλία.
Από αυτή τη σκοπιά, η Μπόκο Χαράμ φέρθηκε λογικά –αν και βάρβαρα– όταν απήγαγε μερικά από τα πιο ευφυή και φιλόδοξα κορίτσια στην περιοχή και ανακοίνωσε, μάλιστα, ότι θα τα πουλήσει ως σκλάβες. Αν θέλεις να καθηλώσεις τη χώρα σου στην οπισθοδρόμηση, βάλε χειροπέδες στις κόρες σου.
Εκείνο που με θλίβει είναι ότι εμείς στη Δύση δεν συμπεριφερόμαστε το ίδιο ορθολογικά. Για να καταπολεμήσουμε τους τρομοκράτες, επενδύουμε υπερβολικά στα στρατιωτικά εργαλεία και όχι τόσο στα εργαλεία της εκπαίδευσης, που αποδεδειγμένα είναι πιο αποτελεσματικά. Ο πρόεδρος Ομπάμα δίνει το πράσινο φως για βομβαρδισμούς με μη επανδρωμένα αεροπλάνα, αλλά αμελεί την υπόσχεση που έδωσε το 2008 ότι θα διαθέσει 2 δισ. δολάρια για τη δημιουργία ενός παγκόσμιου ταμείου για την εκπαίδευση.
Γιατί, λοιπόν, έχει τόσο μεγάλη σημασία η εκπαίδευση των κοριτσιών; Πρώτα πρώτα, γιατί αλλάζει τη δημογραφία. Ενας από τους παράγοντες που συνδέονται με την αστάθεια, είναι το μεγάλο ποσοστό νέων στον πληθυσμό. Οσο περισσότεροι είναι οι άνεργοι νεαροί άνδρες 15-24 ετών σε μια χώρα, τόσο μεγαλύτερο είναι το δυναμικό αναταραχής, και αυτό ισχύει ιδιαίτερα όσον αφορά τις αναπτυσσόμενες χώρες. Αυτό σημαίνει ότι ο περιορισμός των γεννήσεων τείνει να οδηγεί στη σταθερότητα, και εδώ είναι που παρεμβαίνει η εκπαίδευση των κοριτσιών. Μορφώνεις ένα αγόρι και πιθανότατα θα αποκτήσει μικρότερη οικογένεια, αλλά η διαφορά δεν θα είναι σημαντική. Αν όμως μορφώσεις ένα κορίτσι, θα αποκτήσει πολύ λιγότερα παιδιά. Η διαπίστωση αυτή στηρίζεται σε αξιόπιστες μελέτες.
Γενικότερα, η μόρφωση των κοριτσιών μπορεί να διπλασιάσει το εκπαιδευμένο εργατικό δυναμικό. Δίνει μεγάλη ώθηση στην οικονομία, ανεβάζοντας τις απαιτήσεις για καλύτερο επίπεδο ζωής και κινητοποιώντας μια ανοδική έλικα ανάπτυξης. Η οικονομική άνθηση της Ασίας οικοδομήθηκε πάνω στη μόρφωση των κοριτσιών και στη μετακίνησή τους από την ύπαιθρο σε πιο παραγωγικές εργασίες στις πόλεις.
Η μόρφωση των κοριτσιών, βέβαια, δεν είναι πανάκεια. Η Σαουδική Αραβία και το Ιράν εκπαιδεύουν τα κορίτσια τους, αλλά δεν τους δίνουν πρόσβαση σε θέσεις ισχύος. Oταν όμως μια χώρα μορφώνει και απελευθερώνει τα κορίτσια της, αυτές οι μορφωμένες γυναίκες γίνονται πολλαπλασιαστές για το καλό.
Η Αντζελίν Μουγκγουεντέρε ήταν ένα πάμφτωχο κορίτσι από τη Ζιμπάμπουε, που οι συμμαθητές της την κορόιδευαν επειδή πήγαινε στο σχολείο ξυπόλυτη. Δεν μπορούσε ν’ αγοράσει σχολικά εφόδια, κι έτσι έπλενε πιάτα στα σπίτια των δασκάλων της με την ελπίδα να πάρει σε αντάλλαγμα ένα στιλό ή ένα τετράδιο. Η Αντζελίν, όμως, ήταν πολύ έξυπνη κι επιμελής. Στις εξετάσεις της έκτης δημοτικού, που γίνονται σε εθνικό επίπεδο, πέτυχε μία από τις υψηλότερες βαθμολογίες στη χώρα.
Δεν είχε όμως τη δυνατότητα να προχωρήσει, διότι η οικογένειά της δεν μπορούσε να πληρώσει τα δίδακτρα. Τότε ήταν που παρενέβη μια μη κερδοσκοπική οργάνωση, η Campaign for Female Education (Camfed), η οποία βοήθησε ώστε να συνεχίσει το σχολείο η Αντζελίν. Τελείωσε με άριστες επιδόσεις το γυμνάσιο και τώρα είναι περιφερειακή διευθύντρια της Camfed, με αρμοδιότητα να βοηθάει φτωχά κορίτσια να φοιτούν στο σχολείο σε τέσσερις αφρικανικές χώρες. Ανταποδίδει στο πολλαπλάσιο τη βοήθεια που δέχθηκε.
Η μόρφωση των κοριτσιών και η ενδυνάμωση των γυναικών είναι εγχειρήματα σε μεγάλο βαθμό εφικτά. Ξοδεύουμε δισεκατομμύρια δολάρια για τη συλλογή πληροφοριών, την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και τις στρατιωτικές επεμβάσεις, παρότι τα αποτελέσματα όλων αυτών είναι αμφισβητούμενα. Σε σύγκριση, η εκπαίδευση των κοριτσιών έχει ελάχιστη οικονομική στήριξη,

diabasma sto islam (2)

ΑΝΑΣΤΕΝΑΡΙΑ – ΠΥΡΟΒΑΣΙΑ – ΑΚΑΪΑ

 D_68-69, Ag.Eleni 1988Μέσα στο άρθρο αυτό θα επιχειρήσω να φωτίσω κάποιες πτυχές του θέματος, και κυρίως αυτές που ξεγλίστρησαν, από τους ερευνητές, τουλάχιστον απ’ όσο γνωρίζω.
Πρόκειται για «μνημόσυνο» που γίνεται πάνω σε κενοτάφιο, το οποίο σκάφτηκε προ πολλού από το χριστιανικό ιερατείο, το οποίο το προόριζε για την ταφή των αναστεναρίων. Και είναι ακόμα κενό διότι το ιερατείο αυτό δεν κατόρθωσε ακόμα να δολοφονήσει το «τρισκατάπατο» αυτό υποψήφιο θύμα του που λέγεται αναστενάρια.
Τα πράγματα δείχνουν ότι ο τάφος αυτός θα παραμείνει κενός εσαεί. Το ανόητο και ανθελληνικό ιερατείο αδυνατεί παντελώς να αντιληφτεί ότι η ελληνική ψυχή είναι αθάνατη.
 Μάλιστα θα σας φανερώσω εξ αρχής ποια πλευρά του ζητήματος έλαθε, το περισσότερο, και η οποία, κατά τη γνώμη μου είναι ίσως η σπουδαιότερη:
Πρόκειται για τον πατριωτικό χαρακτήρα των αναστεναρίων ο οποίος αποδεικνύεται από τα ίδια τα τραγούδια που τραγουδιούνται κατά την διάρκεια των δρώμενων. Επί πλέον, τέτοιου είδους τραγούδια τραγουδάνε οι αναστενάρηδες και στα γλέντια τους, τα οποία είναι άσχετα με την τελετή της πυροβασίας. Διαθέτω μαγνητοταινίες, από τέτοια γλέντια, στις οποίες είναι αυτά καταγεγραμμένα.

Πριν από το χορό κυρίως τραγουδιέται το επιτραπέζιο
«Παν’ σε πράσινο λιβάδι»:
«Παν’ σε πράσινο λιβάδι, κάθονταν τρία παληκάρια, με σπαθιά και με ζωνάρια
την ημέρα τρων’ και πίνουν, και το βράδυ κάνουν βίγλα
κάνουν βίγλα και βιγλίζουν, και βιγλίζουν τους διαβάτες, τις ξανθιές τις μαυρομάτες
να βρουν Τούρκο να σκοτώσουν, και Ρωμιό να ξεσκλαβώσουν
κει που τρώγαν και που πίναν, πέρασ’ ένας γέρος Τούρκος, που ’σερνε μια Ρωμιοπούλα
βρε καλώς τον γέρο Τούρκο, καλημέρα παληκάρια
δε μας λες βρε γέρο Τούρκο, πού τη βρήκες τη Ρωμιέσα, πού την πας τη Ρωμιοπούλα
’δώκα γρόσια και την πήρα, και φλουριά την αγόρασα
βρε γελά σας παληκάρια , πε το σπίτι μου με πήρε
το παιδί μου μεσ’ στην κούνια, το ψωμί μου μεσ’ στον φούρνο, και τα ρούχα μου στην πλώτρια
κούνια κούνα το παιδί μου , φούρνε ψήσε το ψωμί μου
μέχρι να ’ρθει ο καλός μου , ο καλός και ο σγουρός μου«.
Το τραγούδι του χορού και της πυροβασίας, «ο Κωνσταντίνος ο μικρός», δεν έχει απολύτως καμμιά σχέση με κανέναν άγιο ή μέγα Κωνσταντίνο. Αναφέρεται σε κάποιον Κωνσταντίνο που του ήρθε, σε μικρή ηλικία, μήνυμα να πάει στον πόλεμο. Κι αφού περιγράφει τις σχετικές του προετοιμασίες και την αναχώρησή του, τελειώνει με τη κακή συμπεριφορά της μάνας του προς την γυναίκα του, η οποία μάνα, που αποκαλείται «Οβραίσας (Εβραίας) θυγατέρα», την κούρεψε αντρίκεια και την έστειλε να φυλάει πρόβατα και γίδια.
Επί δυο δεκαετίες που συναναστράφηκα με αναστενάρηδες, ως οργανοπαίχτης της λύρας, αλλά κυρίως ως ερευνητής – επίσης διαθέτοντας το πλεονέκτημα να διαβιώνω καθημερινά ανάμεσά τους εδώ και τρεις δεκαετίες – ουδέποτε άκουσα να αναφέρονται φράσεις του είδους: ο άγιος Κωνσταντίνος ή η αγία Ελένη. Δεν πρόκειται για κανένα μυστικό, διότι αυτό μπορεί να το διαπιστώσει ο οποιοσδήποτε, αφού δεν υπάρχει καμμιά φάση στις τελετές που να απαγορεύεται η παρουσία κάποιου ατόμου. Αυτό που ακούγεται, κατά κόρον, και μόνο αυτό, είναι η φράση «οι παππούδες». Οι παππούδες όμως είναι οι πρόγονοι και τίποτε άλλο.
Κοντολογίς αν κανείς τραβήξει το χριστιανικό πέπλο – το οποίο αναγκαστικά φόρεσε το σώμα των αναστεναρίων, για να γλιτώσει το «τομάρι» του από την χριστιανική μισαλλοδοξία – αυτό που θα αντικρίσουν τα μάτια του, δεν θα είναι τίποτα άλλο παρά μια λειτουργία απόδοσης τιμής, μνήμης και σεβασμού προς τους προγόνους των Ελλήνων και κυρίως προς το αίσθημα που έτρεφαν αυτοί προς την αρετή της ελευθερίας. Ελευθερία που χάθηκε πρώτα από την κυριαρχία των Ρωμαίων (Βυζάντιο), μετά από την αντίστοιχη των Τούρκων και τέλος από την καταδυνάστευση του Ελληνικού λαού από την παπαδοκρατούμενη πολιτεία που επικράτησε και επικρατεί μετά την «απελευθέρωση» του 1821.
Όσοι ερεύνησαν το θέμα που μας απασχολεί εδώ, ανήκουν στις εξής κατηγορίες:
Μια κατηγορία αποτελείται απ’ αυτούς που δεν κατόρθωσαν να εισχωρήσουν σε βάθος μέσα στο σώμα του θέματος. Πρόκειται γι’ αυτούς που δεν ξέρανε να σηκώσουν ούτε ένα παραπλανητικό σεντόνι, απ’ αυτά με τα οποία αναγκάστηκε να σκεπαστεί το έθιμο για να προφυλαχθεί από τους πολεμίου του. Το «ερευνητικό» βλέμμα των ανθρώπων αυτών εξαντλήθηκε πάνω στο χριστιανικό πέπλο των αναστεναρίων. Το πέπλο αυτό λειτούργησε για την ματιά τους ως τέλειο απορροφητικό οπτικό φίλτρο.
Φαίνεται ότι η παραλλαγή ήταν αρκετά επιτυχημένη. Μάλιστα είναι αρκετά πασπαλισμένη και με παραπλανητικά φανταχτερά χρώματα από το χρωματοπωλείο του μύθου. Ρωτάει κάποιος: από πού και πώς ξεκίνησαν τα αναστενάρια;
Να, εκεί στην πατρίδα τους που ήταν οι αναστενάρηδες, τα παλιά τα χρόνια, είχε πιάσει μια εκκλησιά φωτιά και λαμπάδιασε. Άρχισαν λοιπόν να καίγονται οι εικόνες στο τέμπλο και τότε κάποιος, πατώντας πάνω στα καμένα ξύλα και τα κάρβουνα που είχαν γίνει – δεν διευκρινίζεται καθόλου αν ο άνθρωπος φορούσε τα τσαρούχια του – βγήκε έξω από την εκκλησιά σώζοντας κάποιες εικόνες δίχως να καεί καθόλου. Εις ανάμνηση λοιπόν αυτού του γεγονότος τελούνται αυτά τα αναστενάρια.
Και γιατί δεν καίγονται οι αναστενάρηδες από τα αναμμένα κάρβουνα; Ρωτάει κάποιος άλλος. Διότι τους προστατεύουν οι άγιοι. Μάλιστα. (Θα δούμε στη συνέχεια ότι η ακαΐα πετυχαίνετε ξεκάθαρα και άνευ της αρωγής των αγίων, δίχως καμμιά αμφιβολία. Μάλιστα δε, μπορεί κανείς ν’ απολαύσει το θέαμα και επί χρήμασι στην Βουλγαρία, οποιαδήποτε μέρα του χρόνου. Επί πλέον, έχω δει ανθρώπους οι οποίοι δεν έχουν καμμιά σχέση με αναστενάρια αλλά ούτε και με καμμιά θρησκεία να ανάβουν φωτιά και να πατούν στα κάρβουνα, δίχως να παθαίνουν απολύτως τίποτα. Χώρια που έχω δει αναστενάρηδες, σπανιότατα ομολογώ, να βγάζουν φουσκάλες από κάψιμο).
Μια άλλη κατηγορία ερευνητών, η οποία περιλαμβάνει και τον μικρότερο πληθυσμό, αντιλήφθηκε ότι ή ιστορία αυτή είναι προχριστιανική. Θα δούμε στη συνέχεια ότι υπάρχουν σημαντικά ντοκουμέντα που στηρίζουν την εκδοχή αυτή. Αυτή η κατηγορία όμως περιλαμβάνει στους κόλπους της δυο τάξεις.
Η μια τάξη, αν και γνωρίζει την αλήθεια, από δειλία, απέναντι στο παπαδαριό, το ρίχνει στο ναι μεν αλλά. Οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν το θάρρος να τα βάλουν με το ιερατείο. Γνωστή συμπεριφορά και νοοτροπία. Αρχίζουν λοιπόν να μπλέκουν «τη γραβάτα με το σώβρακο», και να προσπαθούν, στα πλαίσια της ανόητης έκφρασης και στάσης που λέγεται ελληνοχριστιανισμός, να συνδυάσουν πράγματα πολέμια μεταξύ τους. Πρόκειται για μια συμπεριφορά που ξεπερνά τα όρια του τραγέλαφου. Απαξιώ να ασχοληθώ μ’ αυτήν. Είμαι πρόθυμος να πληρώσω το οποιοδήποτε κόστος αυτής μου της απαξίωσης.
Η άλλη τάξη, στην οποία ανήκει και η αφεντιά μου, δηλώνει ευθαρσώς και με παρρησία, ότι, σύμφωνα με τα δεδομένα, τα αναστενάρια είναι μια ιστορία προχριστιανική, διονυσιακής προελεύσεως, και ότι το οποιοδήποτε χριστιανικό επιφαινόμενο οφείλεται, όπως προείπα, στην ανάγκη προφύλαξή τους από τον χριστιανικό κατατρεγμό. Η ιστορία βρίθει από ανάλογες περιπτώσεις λυσσαλέων επιθέσεων του χριστιανικού ιερατείου κατά των ελληνικών ηθών και εθίμων. Στο σημείο αυτό, θα παραθέσουμε ορισμένα στοιχεία, επ’ αυτού. Σας παρακαλώ να συγκρατήσετε τουλάχιστον τα σχετικά με την απαγόρευση της μουσικής και του χορού, επειδή αφορούν άμεσα στ’ αναστενάρια:
Στο βιβλίο του Αλέξη Σολωμού με τον τίτλο «Ο Άγιος Βάκχος» διαβάζουμε, μεταξύ των άλλων σχετικών, για τον αρχιπατέρα της χριστιανικής εκκλησίας Χρυσόστομο: «δεν τον ενοχλούσαν μονάχα οι παραστάσεις των χορευτών και των μίμων. Ζητούσε από τους χριστιανούς να ξεγράψουν οριστικά κάθε λαϊκό τους τραγούδι. Οι αγωγιάτες να μην τραγουδάνε πάνω στο κάρο τους ούτε οι κοπέλες στον αργαλειό τους ούτε οι μανάδες νανουρίζοντας τα μωρά τους. Τα λείψανα αυτά της αρχαίας Ελληνικής ζωής έπρεπε να τα αντικαταστήσουν με ψαλμούς του Δαβίδ».
Χίλια χρόνια αργότερα οι μαθητές του μισέλληνα αυτού ανθρώπου έψελναν τα εξής: «Σίγησον Ορφεύ, ρίψον Ερμή την λύραν, τρίπους ο Δελφοίς δύνον εις λήθην έτι. Δαβίδ γαρ ημίν πνεύματος κρούων λύραν…».
Ας δούμε όμως τι έψελνε ο Δαβίδ με την λύρα του αλλά και οι συνάδελφοί του μεταξύ των άλλων: «και επεγερώ τα τέκνα σου, Σιών, επί τα τέκνα των Ελλήνων και ψηλαφήσω ρομφαίαν μαχητού. Και κύριος έσται επ’ αυτούς και εξελεύσεται ως αστραπή βολής» (Ζαχαρίας Θ, 13-15).
Στο «ΠΗΔΑΛΙΟ» (εκδ. Βασ. Ρηγοπούλου, Καρόλου Ντηλ 4, Θεσς/νίκη) κατά τον χριστιανικό κόσμο «είναι η Διαθήκη μετά την καινή και την παλαιά, η μετά τας αγίας γραφάς αγία Γραφή») διαβάζουμε από την εν Λαοδικεία τοπική σύνοδο εν έτει 364, κανών 53ος : «ότι ου δει χριστιανούς εις γάμους απερχομένους βαλλίζειν ή ορχήσθαι αλλά σεμνώς δειπνείν ή αιριστείν ως πρέπει Χριστιανοίς». Κατηγορηματική δηλαδή απαγόρευση του τραγουδιού και του χορού, των κατ’ εξοχήν Ελληνικών αυτών στοιχείων.
Στον 55ο κανόνα διαβάζουμε: «ότι ου δει ιερατικούς ή κληρικούς, αλλ’ ουδέ λαϊκούς, εκ συμβολής συμπόσια επιτελείν». Απαγόρευση των συμποσίων στους πάντες: κληρικούς και λαϊκούς. Μας είναι γνωστό όμως τι συνέβαινε στα συμπόσια: «μολπή τ’ ορχηστός τε, τα γαρ αναθήματα δαιτός», μας πληροφορεί ο Όμηρος. Ότι το τραγούδι κι ο χορός είναι τα στολίδια του συμποσίου.
Από το γενικό λοιπόν αυτό σχέδιο, της εξόντωσης κάθε στοιχείου της ελληνικής μουσικοχορευτικής παράδοσης, δεν ήταν δυνατόν να εξαιρεθεί και η υπόθεση των αναστεναρίων. Το δεδομένο και μόνο της μοσικοχορευτικής υφής των αναστεναρίων, αρκεί για να αποδειχτεί η ελληνική προέλευσή τους. Διότι ο χριστιανισμός απεχθάνεται τον χορό όχι μόνο στις θρησκευτικές τελετές αλλά, όπως είδαμε, και σ΄ όλο τον καθημερινό βίο. Εξάλλου θα αρκούσε και μόνο η απόδειξη της αδιάκοπης προσπάθειας του χριστιανικού ιερατείου, το οποίο, μέχρι και σήμερα, προσπαθεί να αποτρέψει την τέλεση της «ειδωλολατρικής» αυτής τελετής.
Οι Δεσποτάδες λυσσιάζουν όταν ασχολούνται με τον ανέλπιδο αγώνα τους κατά της πυροβασίας. Και για να μη κατηγορηθώ άδικα ως εμπαθής κατά των ιερωμένων αυτών, οι οποίοι είναι βουτηγμένοι στο ψεύδος και στην υποκρισία, θα σας παραθέσω εδώ μια, από τις πολλές, εγκυκλίους τους κατά των αναστεναρίων:
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΣΕΡΡΩΝ ΚΑΙ ΝΙΓΡΙΤΗΣ
ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 654. Του μητροπολίτη Μάξιμου. «Προς τους ευσεβείς Χριστιανούς της Ιεράς Μητροπόλεώς μας.
Όλοι αγαπητοί μου, έχουμε ακούσει για το λαϊκό έθιμο των αναστεναρίων κατά το οποίο μερικοί αγράμματοι, ως επί το πλείστον, και προληπτικοί που καταλαμβάνονται ξαφνικά από έναν ιερό ενθουσιασμό και μανία πατάνε στα αναμμένα κάρβουνα χωρίς να καίγονται. Πιστεύουν μάλιστα οι λίγοι αυτοί αναστενάρηδες, των οποίων εν τω μεταξύ η σχέση με την μυστηριακή και την εν γένει πνευματική ζωή της Εκκλησίας είναι ατροφική και ανύπαρκτη…»
Όταν στα μέσα της δεκαετίας του 1990 διάβασα την εγκύκλιο αυτή, αμέσως απηύθυνα ανοικτή επιστολή στον Μάξιμο, η οποία δημοσιεύτηκε σε ημερήσια εφημερίδα των Σερρών, στην οποία τον αποκαλούσα ασύστολο ψεύτη. Ο αρχιερέας (του ψεύδους) αυτός, όπως το είχα υπολογίσει, δεν απάντησε, ούτε ο ίδιος ούτε και κανείς άλλος για λογαριασμό του, διότι γνώριζε πολύ καλά ότι ψεύδονταν. Χαρακτήρισε αγράμματους τους αναστενάρηδες, τη στιγμή που κάποιος αρχιαναστενάρης ήταν δόκτορας πανεπιστημίου, αλλά και πολλοί αναστενάρηδες απόφοιτοι πανεπιστημίων. Τους χαρακτήρισε αγράμματος αυτός που η θρησκεία του καλεί στις τάξεις της τους μωρούς. Να τι λέει ο απόστολος Παύλος σε μια επιστολή του:
«Παρατηρήσατε αδελφοί, ποιοι είσθε σεις που ο θεός κάλεσε. Δεν υπάρχουν μεταξύ σας πολλοί σοφοί κατ’ άνθρωπο, ούτε πολλοί δυνατοί, ούτε πολλοί ευγενείς την καταγωγήν αλλά εκείνους που ο κόσμος θεωρεί μωρούς εδιάλεξε ο θεός δια να καταισχύνη τους σοφούς, και τους αδύνατους κατά κόσμον εδιάλεξε ο θεός, δια να καταισχύνη του δυνατούς, και ανθρώπους που έχουν ταπεινή καταγωγή κατά κόσμον και τους περιφρονημένους εδιάλεξε ο θεός, ακόμη και πράγματα που δεν υπάρχουν δια να καταργήσει εκείνα που υπάρχουν».
Λέει επίσης ο Μάξιμος ότι «…οι λίγοι αυτοί αναστενάρηδες, των οποίων εν τω μεταξύ η σχέση με την μυστηριακή και την εν γένει πνευματική ζωή της Εκκλησίας είναι ατροφική και ανύπαρκτη…» Πρόκειται για ασύστολο ψεύδος. Μάλιστα θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς το αντίθετο, για τους αναστενάρηδες της παληάς γενιάς. Οι νεώτεροι, σε καμμιά περίπτωση δεν έχουν ατροφικότερη σχέση με την εκκλησία, αναλογικά, απ’ ότι οι συνομήλικοί τους μη αναστενάρηδες. Πάμε παρακάτω:
«… και σύμφωνα με τη γνώμη των ειδικών πρόκειται για ένα συνονθύλευμα διονυσιακών – ειδωλολατρικών, αιρετικών και χριστιανικών στοιχείων…». Εδώ τα πράγματα λέγονται με τ’ όνομά τους και με την ορθή χρονολογική σειρά και τάξη. Είτε αρέσει είτε όχι σε μερικούς, αυτή είναι η πάσα αλήθεια. Και επειδή γνωρίζει άριστα η εκκλησία τη σειρά αυτή, ότι αυτό το τελευταίο στοιχείο το χριστιανικό, εκτός που είναι τελευταίο είναι και παραπλανητικό, διότι πλην των τυπικών, ουδεμία ουσία προσδίδει στην ιστορία αυτή, αυτός είναι και ο λόγος που το αντιμάχεται και θα το αντιμάχεται στον αιώνα τον άπαντα.
Όσο για σας «αγράμματοί» μας αναστενάρηδες, ντόκτορες, πτυχιούχους πανεπιστημίων και απόφοιτους λυκείων, ξέρουμε ότι δεν σας πονά τόσο το διονυσιακό στοιχείο, που σας αποδίδουν, όσο το ειδωλολατρικό. Θα σας γιατρέψει όμως τώρα, απ’ αυτόν τον πονοκέφαλο, ένας δόκτωρ κι αυτός, μεγάλος και έντιμος επιστήμων:
Ο Νικόλας Τωμαδάκης καθηγητής της Βυζαντινής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τόμος Α΄, τεύχος Α΄, Β΄ έκδοση, 1956. Βλέπετε ότι μέχρι την δεκαετία του πενήντα υπήρχαν ακόμα θεολόγοι επιστήμονες οι οποίοι δεν ήταν υποχείρια του Ιουδαιοχριστιανικού ιερατείου, όπως άπαντες οι σημερινοί τυγχάνουν.
Γράφει λοιπόν ο θεολόγος αυτός: «Ο χριστιανισμός υπήρξε πολέμιος κατά κύριο λόγο του Ελληνισμού, ως ζωής και ως σκέψεως… Η μεγαλυτέρα διαβολή την οποία ενήργησε κατά του κλασσικού κόσμου είναι η εμφάνισις αυτού ως ειδωλολατρικού. Λατρεία των ειδώλων , δι ήν κατηγορούν τα συναξάρια τους μη χριστιανούς συχνότατα, δεν εγνώρισαν οι Έλληνες. Εν τούτοις το όνομα Έλλην ταχύτατα συνέπεσε με την έννοια του ειδωλολάτρης, μη χριστιανός…». Συνεχίζουμε με τον Μάξιμο: «… Επίσης η υποβλητική μουσική για την ιερότητα της τελετής, η οινοποσία και ο εκστασιακός χορός…» Για τη μουσική και το χορό τα είπαμε πριν. Για την οινοποσία, πληροφορώ τους πάντες ότι μέχρι να τελειώσουν όλα τα δρώμενα ουδείς και ουδεμία, εκ των συμμετεχόντων , γεύονται καν σταγόνα ποτού. Μετά την πυροβασία, τονίζω μετά, γίνεται τραπέζι, στο οποίο συμμετέχουν άπαντες οι παρεβρισκόμενοι. Εκεί παρατίθεται ούζο και κρασί σε ποσότητες σκανδαλωδώς ελάχιστες. Εξάλλου το τραπέζωμα κρατά το πολύ μια ώρα και δεν υπάρχει περίπτωση να πιει κανείς ποσότητες ικανές για να του προκαλέσουν μέθη.
Αφού στη συνέχεια λέγονται κάποιες τετριμμένες χριστιανικές ψευδολογίες ακόμα, διαβάζουμε την εξής παράγραφο:  «Έτσι λοιπόν, από πολλούς οι αναστενάρηδες χαρακτηρίζονται ως «δαιμονόπληκτοι» τα δε έθιμά τους ως «χονδροκοπιά» του πλέον πεζού και απολίτιστου τύπου και «ξένα προς το ευγενές και ωραίο πνεύμα της χριστιανικής πίστης».
Ιδού το «ευγενές πνεύμα» του αρσενικού κατινισμού. Προσέξτε πώς μιλά: «από πολλούς». Όταν δεν το λέει κανείς, τότε ο αρχιψευταράς λέει: «όπως πολλοί το λένε». Όμως τίποτα το πεζό και απολίτιστο δεν γίνεται στα αναστενάρια. Απεναντίας όλα γίνονται με σειρά τάξη και σεβασμό στις διαδικασίες.
Τονίζω μάλιστα, σ’ αυτό το σημείο ξανά, ότι δεν υπάρχει καμμιά φάση στα δρώμενα, που να γίνεται κρυφά. Που ν’ απαγορεύεται η παρουσία κάποιου. Απολύτως τίποτα μη φανερό. Άρα ο καθένας μπορεί να διαπιστώσει την ανυπαρξία του πεζού και του απολίτιστου του χαρακτήρα τους.
Το θέμα της ακαΐας δεν περιβάλλεται από κανένα μυστήριο ή μυστικό. Οι αναστενάρηδες, άσχετα από την γνώμη που έχουν οι ίδιοι για το φαινόμενο, δεν έχουν τίποτε περισσότερο, αλλά και λιγότερο από τον οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο. Όλες οι μυστηριώδεις πλευρές, που νομίζονται από τον κόσμο, οφείλονται στον τεχνικό αναλφαβητισμό και στην δεισιδαιμονία. Δυο κατάρες που μαστίζουν την ελληνική κοινωνία και όχι μόνο. Διότι η φωτιά δεν έχει θεό και γι’ αυτό δεν μπορεί να κάνει εξαίρεση στις πατούσες κανενός. Εάν καίγεται από μια φωτιά έστω κι ένας, τότε θα καούν όλοι.
Για το ζήτημα αυτό θα αναφέρω μια ικανή μαρτυρία, η οποία δείχνει την αντιμετώπιση του ζητήματος αυτού, από ανθρώπους οι οποίοι είναι απαλλαγμένοι από δεισιδαιμονίες κι από τεχνολογικό αναλφαβητισμό: Την δεκαετία 1985-1995 είχα μαθητές, μεταξύ των άλλων, από την Αυστραλία, οι οποίοι ήρθαν πολλές φορές για να μάθουν κοντά μου διάφορά ελληνικά παραδοσιακά όργανα. Τους ανθρώπους αυτούς τους γνώρισαν και του γνωρίζουν δεκάδες Σερραίοι. Ο επί κεφαλής της ομάδας αυτής και η γυναίκα του πυροβατούσαν στην Αυστραλία. Επρόκειτο για συμμετοχή σε τελετές πυροβασίας γηγενών Αυστραλών. Ουδεμία σχέση με εικόνες και χριστιανούς αγίους.
Οι Αυστραλοί αυτοί λοιπόν, όταν τους ρωτούσε κανείς πώς και δεν καίγονται, όταν πατούν στα κάρβουνα, χαμογελούσαν ειρωνικά. Όταν μάλιστα τους ρώτησα, επίτηδες, αν η ακαΐα τους οφείλονταν πιθανόν σε λόγους εκστασιακούς και τα τοιαύτα, τότε τους έπιαναν κανονικά τα γέλια.
Παρεκβατικώς θα σας αναφέρω ότι αυτός ο Αυστραλός, όταν διαπίστωσε με βεβαιότητα ότι ήξερε περισσότερα πράγματα για τους αρχαίους Έλληνες, απ’ ότι οι Έλληνες που γνώρισε στην Ελλάδα, με ρώτησε το εξής: οι αρχαίοι σας πρόγονοι λέγανε «πας μη Έλλην βάρβαρος». Του απάντησα λοιπόν ότι έλεγε την αλήθεια. Κι αμέσως με κάρφωσε στο βράχο, ακριβώς για τους αντίθετους λόγους για τους οποίους κάρφωσε ο Δίας τον Προμηθέα στον Καύκασο: τώρα κι εγώ, μου είπε, ένας πρώην βάρβαρος θα σου πω κάτι, «Πας Έλλην μη Έλλην γάιδαρος». Πρόκειται για μια «Λυδία λίθο». Όταν την χώσεις στο αυτί κάποιου Έλληνα αμέσως βγάζεις κάποια συμπεράσματα αναλόγως με το αν δεν κοκκινίσει. Ή αν κοκκινίσει, αναλόγως με το βαθμό κοκκινίσματος.
Για να τελειώνουμε λοιπόν με το θέμα της ακαΐας, καμμιά παράβαση φυσικών νόμων δεν υφίσταται. Και προ παντός λόγω επέμβασης αγίων ή δαιμόνων η οινοποσίας ή μαστουρωμάτων και εκστάσεων. Το φαινόμενο είναι πανανθρώπινο. Γίνεται σ’ όλες τις ηπείρους, μηδεμιάς εξαιρουμένης, διότι τα εξαγνιστικά μέσα παγκοσμίως είναι δυο: το νερό και η φωτιά.
Ουδέποτε άκουσα αναστενάρηδες να κάνουν λόγω περί ακαΐας. Μόνο σε τηλεοράσεις μίλησαν κάποιες γυναικούλες και κοντά σ’ αυτές ελάχιστοι άνδρες. Οι περισσότεροι άνδρες αναστενάρηδες δεν «καταδέχονται» να μιλούν για τέτοιες ανοησίες. Ήδη ανάφερα την περίπτωση της Βουλγαρίας (χωριά Κωστή, Βούργαροι, Προδίβο). Με τα ίδια μου τα μάτια είδα μια παρέα, που ήταν μέλη μιας ορχήστρας αστικής λαϊκής μουσικής, μαζί με τον δάσκαλό τους να πυροβατούν, στα καλά καθούμενα, πάνω στα κάρβουνα που άναψαν για να ψήσουν το αρνί τους.
Επίσης σε χωριό όπου τελούνται αναστενάρια συνέβη το εξής: κάποιος ο οποίος δεν έγινε δεκτός, για τον άλφα ή βήτα λόγο, στην τελετή της πυροβασίας, την ψώνισε, πήγε σε μια ταβέρνα του χωριού, έβαλε τον ταβερνιάρη να αδειάσει τα κάρβουνα της ψησταριάς του πάνω στο μωσαϊκό δάπεδο της ταβέρνας – άλλο που δεν ήθελε κι αυτός ν’ απολαύσει τέτοιο μοναδικό θέαμα – και ποδοπατώντας τα με μανία, τα έσβησε μέχρι και το τελευταίο, μπροστά στα μάτια έκπληκτα μάτια του ταβερνιάρη και πεντέξι θαμώνων, δίχως να καεί στο ελάχιστο. Φανταστείτε πόσο πιο δύσκολο είναι το πάτημα στα κάρβουνα όταν αυτά βρίσκονται πάνω σε σκληρή επιφάνεια και δεν μπορούν να υποχωρήσουν και να παραχωθούν στο έδαφος.
Επειδή το γεγονός αυτό ήταν εξαιρετικό, ερεύνησα το θέμα και «ανάκρινα» τον ταβερνιάρη και όλους τους παρόντες στο περιστατικό, οι οποίοι ήταν γνωστοί και φίλοι. Επίσης συζήτησα διεξοδικά το θέμα με τον ίδιο τον δράστη, ο οποίος ήταν και παλιός φίλος μου. Δεν μου έμεινε η παραμικρή αμφιβολία ότι όλοι έλεγαν την αλήθεια.
Για την προέλευση των αναστεναρίων, ακόμα κι αν δεν ανατρέξουμε στις αρχαίες αναφορές, οι οποίες είναι αρκετές, μπορούμε να βγάλουμε ασφαλή σχεδόν συμπεράσματα και μόνο από το σήμερα. Μπορούμε δηλαδή μέσα από τα ίδια τα δρώμενα να κυττάξουμε κατάματα τον ίδιο τον Διόνυσο. Αρκεί να πετάξουμε από τα μάτια μας το Χριστιανικό γράσο με τον οποίο είναι σκεπασμένα.
Αν δεν μπορείτε να τον δείτε στο μουσικοχορευτικόν της ιστορίας αυτής, θα σας τον δείξουμε σ’ άλλες γωνιές όπου κρύβεται λιγότερο.
Όταν κατά το 1988 περίπου ηχογράφησα τον αρχιλυράρη της Κερκίνης Δημήτριο Κουκουρίγκο, δυο ώρες σε μαγνητοταινία, παρατήρησα αμέσως ότι ανάμεσα στα τραγούδια που έπαιξε – άπαντα της παραδόσεως των αναστενάρηδων – υπήρχε πληθώρα διονυσιακών τραγουδιών. Οι αναφορές σε πούτσες (φαλλικές διονυσιακές τελετές) και μουνιά πήγαιναν σύννεφο. Οι κοροϊδίες και τα υπονοούμενα για παπάδες καλογριές και παπαδοκόρες ήταν σε «ημερήσια» βάση. Το εν τρίτο σχεδόν των αποκριάτικων τραγουδιών, που εξέδωσε σε δίσκο η σημερινή Μούσα μας Δόμνα Σαμίου (άρα οι Μούσες δεν είναι πλέον εννέα, κι ας μη με συγχωρήσετε να δηλώσω ερωτευμένος μέχρι θανάτου με το θεϊκό αυτό κορίτσι), τα τραγούδησε ο αναστενάρης αυτός λυράρης. Τι «τις μεγάλες αποκριές δυο τσουβάλια με ψωλές», που αφού διάλεξαν και πήραν όλες οι κυρίες, σύμφωνα με το γούστο της η καθεμιά, στο τέλος έφτασε καταϊδρωμένη κι η παπαδιά και όταν τίναξε το τσουβάλι και έπεσε μια με δυο κεφάλια αναφώνησε «τούτη είναι για τα μένα που ’ν’ τα σκέλια μ’ αναμμένα». Τι «και τη καθαρή δευτέρα παίρνουν τα μουνιά αέρα».
Βέβαια ελάχιστοι γνωρίζουν το έθιμο «ο καλόγερος» που κάνουν τις αποκριές σε μερικά χωριά οι αναστενάρηδες αλλά κι όλο το χωριό τους. Γίνεται σίγουρα στην Αγία Ελένη των Σερρών και στην Μαυρολέυκη Δράμας. Πρόκειται για μια γονιμική τελετή όπου συμβολικά οργώνεται και σπέρνεται η γη.
Ας δούμε τι λέει το μοναδικό τραγούδι που τραγουδιέται ολημερίς. «Ένας γέρος μεσ’ τ’ αλώνι με την πούτσα του μαλώνει». Από κει και πέρα δεν μένουν ασχολίαστα ούτε τα μουνιά ούτε τα γαμήσια ούτε οι καλόγεροι, παπάδες, παπαδιές, παπαδοπούλες, χήρες και παντρεμένες. Μετά όμως από κάθε στροφή επαναλαμβάνεται απαραιτήτως και σταθερά η εξής επωδός: «πες μας βρε καλόγερε τι είν’ αυτά που κρέμονται, είναι η αποσυρτή μου που ’χω μέσα στο βρακί μου».
Εάν δεν έχετε δει ακόμα τον Διόνυσο, τότε δεν πρόκειται να τον δείτε ποτέ σας. Κι αυτό διότι δεν τον είδατε ποτέ. Ούτε καν έχετε ακούσει κάτι γι’ αυτόν. Ούτε έχετε δει Αριστοφάνη. Διότι τότε θα αντιλαμβανόσασταν τι πάει να πει «τι είν’ αυτά που κρέμονται», που είναι οι φαλλοί.
Έχω διαβάσει αρκετά που γράφτηκαν για τα αναστενάρια. Όλες οι πένες που τα έγραψαν μου φάνηκε ότι βουτήχτηκαν σε πολύ αραιό μελάνι. Ίσως και το δικό μου μελάνι να πάσχει παρόμοια με τ’ άλλα. Πάντως το παρασκεύαζα τρεις ολάκερες δεκαετίες.
Από την «ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ» (1928), θα αντιγράψουμε την εργασία του λαογράφου Στίλπωνα Κυριακίδη, για τα αναστενάρια. αναστενάρια (τα) (και : αναστενάρης, αναστενάρα, αναστενάρι ή νεστενάρι).
Ούτω καλούνται είς τινα περί την Αγαθούπολιν του Ευξείνου Πόντου και μεσογειότερον αυτής κείμενα χωρία οι θασιώται περιέργου τινός οργιαστικής λατρείας, ήτις υπομιμνήσκει ζωηρώς τα όργια της διονυσιακής τοιαύτης.
Τα χωρία, εις τα οποία μέχρι πρό τινος, δηλονότι της τελευταίας ανταλλαγής των πληθυσμών, ετελούντο τα όργια ταύτα είναι τα ακόλουθα: Ρέσβι, Γαλαζάκι, Προδίβο, Κωστή, Πυργόπλο, άπαντα ελληνικά και ελληνόφωνα, Βούλγαροι, Μούρτσοβο, Γραματίκοβο βουλγαρόφωνα κείνται δε άπαντα εντός μακράς κοιλάδος, περιβαλλομένης εκατέρωθεν υπό υψηλών και δυσβάτων ορέων, ένεκα των οποίων και η επικοινωνία προς τα πέριξ είναι εξαιρετικά δύσκολος, όθεν υπό των Τούρκων η περιφέρεια Κιόρ Καζά ωνομάσθη, τούτ’ έστι τυφλή επαρχία.
Εκτός της περιοχής ταύτης, ήτις άπασα πλην του Πυργόπλου ανήκεν άλλοτε εις την δικαιοδοσίαν του μητροπολίτου Σωζοαγαθουπόλεως, η περί ής ο λόγος λατρεία απηντάτο και είς τινα χωρία της επαρχίας Βιζύης, οίον Σοργάς, Άγιον Ιωάννην, Ματσουράν, Πλέτσαν, Άγιον Στέφανον, Πινακά και Άγιον Γεώργιον, έτι δε και εις το χωρίον Αφκαριού της επαρχίας Αδριανουπόλεως. Και εις άπαντα μεν τα χωρία ταύτα, αλλού ολιγότερον, αλλού περισσότερον, ησκείτο η λατρεία ταύτη, κέντρον όμως αυτής ήτο κυρίως το χωρίον Κωστή.
Η λατρεία συνήπτετο προς την εορτήν κυρίως του αγίου Κωνσταντίνου, είς τινα όμως χωρία και προς άλλους αγίους, οίον τον άγιον Παντελεήμονα εις τα χωρία Προδίβον, Γαλαζάκι και Μούρτσοβον, τον προφήτη Ηλίαν εις το χωρίον Βούργαροι, ετελείτο δε εις το Κωστή ως εξής:
Η λατρεία ήρχιζεν από της 2ας Μαΐου. Κατά την ημέραν αυτήν αι γυναίκες και οι παρθένοι με εορτάσιμον στολήν ελάμβανον την εικόνα του αγίου Κωνσταντίνου και μετέβαινον εις το εκτός του χωρίου αγίασμα αυτού, το οποίον ήτο περιπεφραγμένον δια φράκτου και εσκιάζετο υπό υψηλήν δένδρων, είχε δε και παράπηγμα.
Τον χώρον του αγιάσματο τούτου αι γυναίκες εκαθάριζον από τα χόρτα και την άμμον, επιδιώρθωνον τον φράκτην, ήναπτον λαμπάδας και εθυμίων, ενίπτοντο κατόπιν εις το ύδωρ του αγιάσματος ρίπτουσαι εις την ιεράν πηγήν νομίσματα και έπειτα έστηνον χορόν μετά το πέρας του οποίου επέστρεφον εις τα ίδια. Έκτοτε οι χοροί εξηκολούθουν καθ’ εκάστην περί την εσπέραν μέχρι της ημέρας της εορτής του αγίου.
Κατά την προ του αγίου Κωνσταντίνου Κυριακήν ετελείτο κοινή εορτή υπό όλων των περιοικούντων χωρίων είς τινα τοποθεσίαν, Τρίπορι καλουμένην, και κειμένην εις την φάραγγα, την ονομαζομένην Βλάχοβον. Εις την τοποθεσίαν ταύτην πολλαί πηγαί αναβλύουν, εκάστη των οποίων ανήκε και εις εν των συνεορταζόντων χωρίων ως αγίασμα αυτού, πλησίον δε υπάρχει ιερόν άλσος, εντός του οποίου έκαστον χωρίον είχε δι’ εαυτό ωκοδομημένον παράπηγμα.
Η προσέλευσις των χωρικών εις τον ιερόν τόπον εγίνετο εν πομπή. Προηγείτο η μουσική, αποτελουμένη εκ μεγάλου ιερού τυμπάνου, λύρας, αυλού και άσκαυλου, ηκολούθουν άνδρες κρατούντες θυμιατήρια, δι’ ων εθυμίων ακαταπαύστως τα ακολουθούντα αναστενάρια, τους οργιαστάς δηλονότι θιασώτας. Τα αναστενάρια ταύτα εκράτουν εις χείρας τας χορευούσας εικόνας των αγίων, των οποίων εγίνετο χρήσις μόνον κατά την λατρείαν ταύτην.
Αι εικόναι αύται, καλούμεναι υπό των εγχωρίων και των θασιωτών παππούδες, απεικόνιζον τον άγιον Κωνσταντίνον και την αγίαν Ελένην, ταύτην όμως ουχί ως συνήθως, αλλά διεζωσμένην την εσθήτα και τον έτερον πόδα ως εν χορώ προτείνουσαν. Αι εικόναι έφερον κάτωθεν εκ της ιδίας σανίδος λαβήν ικανώς μακράν, εξ ής και εκράτουν αυτάς τα αναστενάρια, ήσαν δ’ επηργυρωμέναι ή και επιχρυσομέναι και εκοσμούντο με διάφορα κοσμήματα, οίον χρυσά και αργυρά ενώτια και δακτυλίους και ψέλλια και αλύσεις και αρχαία νομίσματα, άνωθεν δ’ εκαλύπτοντο δι’ ερυθράς σκέπης, η οποία εσκέπαζε τους εικονιζομένους αγίους μέχρι του τραχήλου, έφερε δε προσερραμμένους πολυπληθείς ευμεγέθεις αργυρούς κώδωνας.
Τοιαύται εικόνες και εις τους ναούς ευρίσκοντο, αλλ’ ιερώταται εθεωρούντο αι φυλαττόμεναι εις τα κονάκια λεγόμενα των παππούδων. Ήσαν δε τα κονάκια ιδιαίτερα δωμάτια εν τη οικία ενός εκάστου αναστενάρη, όπου ήσαν ανηρτημέναι τοιαύται εικόνες, ενώπιον των οποίων ίσταντο λυχνίαι σιδηραί και εκρέμαντο λύχνοι άσβεστοι. Ιερώτατον όμως πάντων τούτων των κονακίων εθεωρείτο το καλούμενον μεγάλο κονάκι, το οποίον ήτο το δωμάτιον των εικόνων της οικίας του αρχιαναστενάρη.
Αι εικόναι αυταί εθεωρούντο κατ’ εξοχήν θαυματουργοί και δια τούτο και κατά τας εορτάς, αλλά και οσάκις είχον ανάγκην της θείας αντιλήψεως εν καιρώ ασθενειών ή όταν έβλεπον κακά όνειρα οι χωρικοί και αι χωρικαί προσήρχοντο εις τα κονάκια μετά λαμπάδων, θυμιαμάτων και διαφόρων προσφορών, οίον ελαίου, κηρού, χρημάτων και των τοιούτων, όπως προσκυνήσουν τας εικόνας και ζητήσουν την βοήθειάν των.
Τα προπορευόμενα αναστενάρια ηκολουθούντο υπό των οικογενειών των χωρικών, ων εκάστη έφερε μεθ’ εαυτής αρνίον προς θυσίαν, άρτον και οίνον. Την πομπήν συνώδευον και οι ιερείς του χωρίου. Αφού η πομπή έφθανε εις το Τρίπορι, ηνοίγοντο τα κεκλεισμένα αγιάσματα και εκαθαρίζοντο. Οι ιερείς τότε έψαλλον τον αγιασμόν, έκαστος εις το αγίασμα του υπό την δικαιοδοσίαν του χωρίου, αναστενάρης δε παριστάμενος ήντλει ύδωρ και έδιδε προς νίψιν και πόσιν εις τους προσερχομένους, ούτοι δε προσέφερον λαμπάδας, θυμιάματα και χρήματα.
Μετά τον αγιασμόν αι εικόνες εκάστου χωρίου απετίθεντο εις το ίδιον αυτού παράπηγμα, παρ’ αυτάς δε ετοποθετούντο τα αναστενάρια, οι δε χωρικοί προσερχόμενοι προσεκύνουν αυτάς ανάπτοντες λαμπάδας και προσφέροντες θυμιάματα. Πολλοί τούτων και εξωμολογούντο τότε προς τα παριστάμενα αναστενάρια, ταύτα δε υπεδείκνυον τον τρόπον του εξιλασμού, όστις συνήθως συνίστατο εις θυσίας και προσφοράς χρηματικάς.
Κατά τον αυτόν χρόνον έξω επί της χλόης τα αρνία, ευλογηθέντα πρώτον υπό των ιερέων, εσφάζοντο και εψήνοντο. Οι ιερείς ελάμβανον ως αμοιβήν την πλάτην και το δέρμα. Ηκολούθει γεύμα, μεθ’ ο οι μεν αυτόχθονες ιερείς παρέμενον, οι δε ξένοι απεπέμποντο εκ φόβου μήπως τα τελούμενα καταγγείλουν εις τον αρχιερέα. Το γεύμα ηκολούθει χορός οργιαστικός, όστις ήρχιζε και εκτελείτο ως εξής:
Εις κάθε παράπηγμα, όπου αι εικόνες, τα αναστενάρια, άνδρες και γυναίκες, έχοντα τας χείρας οριζοντίως τεταμένας ή και λευκά μαντήλια κρατούντες ήρχιζαν, δύο πρώτον ή τρία, να χορεύουν τον αντικρυστόν χορόν, δεξιά και αριστερά κινούμενα και, επιφωνούντα «εχ εχ, ιχ ιχ , ουχ ουχ». Βαθμιδόν προσήρχοντο και άλλα, ο ρυθμός εγίνετο ταχύτερος και ζωηρότερος, μέχρις ου εκμανέντα ήρπαζον τας εικόνας και εκίνουν αυτάς ατάκτως άνω κάτω, δεξιά και αριστερά.
Συγχρόνως και οι άλλοι πανηγυρισταί έστηναν πέριξ χορόν υπό τον ήχον της εγχωρίου μουσικής, εις το μέσον δ’ αυτού τα αναστενάρια εισορμήσαντα μανικώς και ατάκτως επήδων, συγχρόνως δε προσέφερον τας εικόνας προς προσκύνησιν εις διαφόρους των χορευόντων. Όταν δε ο ενθουσιασμός εκορυφούτο, ώρμων ακάθεκτα δια μέσου των δασών και του όρους και επέστρεφον έκαστον εις τα ίδια. Κατά τούτο και οι λοιποί πανηγυρισταί παρελάμβανον τας οικογενείας των και επέστρεφον εις τα χωρία των, όπου εξηκολούθουν τον χορόν μέχρι της πρωίας.
Κατά τας τελετάς της πανηγύρεως ταύτης καθώς και τας ακολουθούσας ανεδεικνύοντο και τα νέα αναστενάρια ως εξής. Διαρκούντος του οργιαστικού χορού των αναστεναρίων, άλλοτε εις, άλλοτε δύο ή και περισσότεροι των πανηγυριζόντων κατελαμβάνοντο υπό του οργιαστικού ενθουσιασμού ή κατά την εγχώριον φράσιν «τους έπιανε ο άγιος» ή «τους εγκαλούσε η εικόνα». Συνίστατο δε τούτο εις το εξής:
Αιφνιδίως ήρχιζον να τρέχουν και να αφρίζουν και να αγριεύουν, κατόπιν κατελαμβάνοντο υπό σπασμών και ελυποθύμουν. Οι παρόντες τότε κρατούντες λαμπάδας εθυμίων αυτούς, έως ότου συνελθόντες εκ της λυποθυμίας ανεπήδων ορμητικώς, ήρπαζον την εικόνα του αγίου και πηδώντες έξαλλοι και χορεύοντες ετρέποντο εις τα όρη, όπου και κατέπαυεν η διέγερσις εκ της εξαντλήσεως. Μετά την πάροδον του οργιασμού ουδέν συνήθως των τελεσθέντων ενεθυμούντο. Οι νέοι ούτοι φοιβόληπτοι απετέλουν τα υποψήφια νέα μέλη του θιάσου των αναστεναρίων.
Μετά τα προκαταρτικά ταύτα στάδια, κατά την εβδομάδα της εορτής του αγίου Κωνσταντίνου και ιδία κατά την παραμονήν, πάντες οι κάτοικοι εφρόντιζον να φέρουν ξύλα, τα οποία συνεσώρευον εις την πλατείαν του χωρίου εις μέγαν σωρόν. Ο αρχιαναστενάρης εν τω μεταξύ ηγόραζεν εκ των κοινών χρημάτων ταύρον τριετή τέλειον, την σε παραμονήν της εορτής του αγίου πομπή, αναχωρούσα εκ της οικίας του αρχιαναστενάρη, παρελάμβανε τον ταύρον τούτον και ωδήγει όπισθεν του ιερού βήματος της εκκλησίας, και τον προσέδενε εις κρίκους επίτηδες προσηλωμένους.
Απευελείτο δε η πομπή εκ των αναστεναρίων, κρατούντων τας εικόνας και χορευόντων, των οποίων προηγείτο η συνήθης μουσική και οι βαστάζοντες τα θυμιατήρια άνδρες, ηκολούθει δε ο λαός πανδημεί. Εις τον αυτόν τόπον προσεδένοντο και οι ταύροι, όσους είχον τάξει ιδιώται. Τα αρνία και τα πρόβατα, αφού ηυλογούντο υπό του ιερέως, ωδηγούντο εις τας οικίας, όπου και εσφάζοντο. Μετά την πρόσδεσιν του ιερού θύματος διελύοντο.
Την εσπέραν της αυτή ημέρας το πλήθος συνεκεντρώνετο προ της οικίας του αρχιαναστενάρη. Αφού δε έπινον αρκετά, εξεκίνουν εν πομπή, προπορευομένης της μουσικής, και ήρχοντο εις τον ναόν. Εις τούτον εισήρχοντο μόνον τα αναστενάρια, ο δε αρχιαναστενάρης τρις γονατίσας προ των εικόνων του Χριστού και της Παναγίας, και των χορευουσών του αγίου Κωνσταντίνου εικόνων, ελάμβανεν ανά μίαν εκ των τελευταίων τούτων και παρέδιδεν εις έκαστον των αναστεναρίων, κρατών την τελευταίαν δι’ εαυτόν.
Μετά τούτο εξήρχοντο του ναού και διευθύνοντο εν πομπή εις την πλατείαν, όπου ο σωρός την ξύλων, όστις προηγουμένως αναφθείς είχεν ήδη αποτελέσει πυράν και ανθρακιάν. Το πυρ της πυράς ταύτης θεωρείται ιερόν και δια τούτο απαγορεύεται να ανάπτωσιν εξ αυτών τας καπνοσύραγγάς των. Εκεί παρά την πυράν ήρχιζε τον χορόν ο αρχιαναστενάρης, ηκολούθουν δε τα άλλα αναστενάρια, ενώ πέριξ αυτών ο λαός έστηνε άλλον χορόν. Κατά τον χορόν τούτον επανελαμβάνοντο όσα και εις τον ανωτέρω περιγραφέντα, με την προσθήκην ότι, όταν εκορυφώνετο ο ενθουσιασμός, τα αναστενάρια επήδων γυμνόποδα όπως ήσαν επί της ανθρακιάς και εχόρευον επί τινα λεπτά επ’ αυτής, χωρίς να δείξουν ουδέ το ελάχιστον σημείον πόνου εξ εγκαύματος.
Αφού δε ούτως αρκετά εχόρευον, διηυθύνοντο εν πομπή εις τας οικίας των χωρικών, αίτινες ήσαν πάσαι ανοικταί. Οι οικοδεσπόται εδέχοντο μετά χαράς τα αναστενάρια και παρέθετον εις αυτά τράπεζαν. Έως ότου δε παρατεθεί αύτη, τα αναστενάρια εχόρευον τον χορόν των. Κατά τας ευωχίας ταύτας άφθονος έρρεεν ο οίνος ή το οινόπνευμα, ουχί δε σπανίως και εις άλλα όργια ακόλαστα εξετρέποντο, ενώ κατά πάντα τον άλλον χρόνον και τα αναστενάρια και οι χωρικοί ήσαν εγκρατέστατοι και ηθικώτατοι.
(Του αντιγράφοντος: ακόμα κι ένας Κυριακίδη δεν μπόρεσε να ξεφύγει από την χριστιανική ανωμαλία της ηθικής κρίσης ενός δρώμενου με ιστορία αιώνων. Επί πλέον η αναφορά του αυτή είναι εντελώς αόριστη και άρα περιφρονητέα. Μας είναι πολύ δύσκολο να θεωρήσουμε πιθανόν ότι άνθρωποι που κρατούσαν εικόνες αγίων θα μπορούσαν να προβούν σε «ακόλαστα όργια»).
Αφού δε κατ’ αυτόν τον τρόπον περιήρχοντο τας οικίας του χωρίου, επέστρεφον εις την πυράν, όπου χορεύοντα μέχρι κορυφώσεως του οργιασμού, ετρέποντο προς τα έξω του χωρίου, κατευθυνόμενα προς το γειτονικόν, ακολουθούντως του πλήθους μετά της μουσικής και τινών οπλοφόρων. Οι κάτοικοι τούτου εξήρχοντο τότε εις προϋπάντησιν των αναστεναρίων μετά φανών και λαμπάδων, έχοντες επί κεφαλής τα ιδικά των αναστενάρια με τας εικόνας των. Αφού δε ησπάζοντο αλλήλους εισήρχοντο εις το χωρίον και εφιλιξενούντο εις τας οικίας των χωρικών, όπου χορεύσαντες και ευχηθέντες επέστρεφον εις τα ίδια προπεμπόμενοι υπό των χωρικών.
Η νυχτερινή αυτή επίσκεψις εχαρακτηρίζετο ως επίσκεψις του αγίου προς τον εν τω γειτονικώ χωρίω αδελφόν του. ενίοτε νέοι του χωρίου προσεπάθουν να ανακόψουν τον δρόμον των αναστεναρίων προς το γειτονικό χωρίον, δια να μη φύγει ο άγιος εκ του χωρίου των, αλλά σπανίως το κατώρθωναν.
Την επαύριον, εορτήν του αγίου, μετά την απόλυσιν της εκκλησίας, ο ιερεύς μετέβαινε εις το αγίασμα του χωρίου, όπου έψαλλεν αγιασμόν, παρισταμένου του αρχιαναστενάρη, κρατούντος την εικόνα του αγίου, την οποίαν μετά το τέλος του αγιασμού επανέφερεν εις τον ναόν. Κατόπιν ο ιερεύς ηυλόγει όλα τα θύματα, τα όπισθεν του ιερού δεδεμένα, ο δε αρχιαναστενάρης δια πελέκεως εθυσίαζε τον ταύρον, προσέχων ώστε το αίμα να ρεύσει εις τα θεμέλια του ναού. Κατόπιν δια μαχαίρας εξέδερε και εταμάχιζε τον ταύρον, τα δε κρέατα μετά πλατέως λωρίου εκ του δέρματος, όσον ήτο αρκετόν δι’ εν τσαρούχι, διενέμοντο ωμά εις τας οικίας του χωρίου. Αν η ποσότης δεν επήρκει, οι μη λαβόντες ελάμβανον κατά το επόμενον έτος.
Ο πέλεκυς και η μάχαιρα, τα οποία εχρησιμοποίει ο αρχιαναστενάρης, εθεωρούντο ιερά. Κατά την ημέραν ταύτην τα αναστενάρια ησύχαζον, ενώ οι χωρικοί έσφαζον τα πρόβατά των και ευωχούντο, άλλοι μεν εντός του χωρίου, άλλοι δε εις το αγίασμα.
Την επιούσαν νύκτα επανελαμβάνετο ο χορός και τα όργια περί την πυράν, καθώς και αι νυκτεριναί εκδρομαί και επισκέψεις, διήρκουν σε ταύτα άνευ διακοπής επί ολόκληρον οκταήμερον. Καθ’ όλην την διάρκειαν της εορτής προ της θύρας εκάστου αναστεναρίου εκρέματο φανός ως δείγμα της ιεράς ιδιότητος του οικοδεσπότου.
Κατά το τέλος της πανηγύρεως τα αναστενάρια περιήρχοντο εν πομπή και χορώ το χωρίον, εσταύρωνον τας τέσσερας αυτού οδούς δια των εικόνων και έπειτα επέστρεφον εις την οικίαν του αρχιαναστενάρη. Αφού δε και εκεί εσυμποσίαζον, εν πομπή πάλιν έφερον και απέθετον τας εικόνας εις τον ναόν και ούτως έληγε η πανήγυρις.
Σημειωτέον ότι εις τας τελετάς ταύτας απεφεύγετο η παρουσία ξένων, δια τούτο και απεμακρύνοντο οι οι μη εντόπιοι ιερείς. Αν δε τις παριστάμενος ετόλμα να περιγελάση τι των τελουμένων διέτρεχε τον κίνδυνον να φονευθεί. Ως δε κατά την εν Τρίπορι τελετήν, ούτω και κατά τους περί την πυράν χορούς, πολλοί τέως βέβηλοι, θεόληπτοι εγίνοντο, «τους έπιανε ή τους εγκαλούσε ο άγιος ως καθαρούς», και ανεδεικνύοντο υποψήφια αναστενάρια.
Τα αναστενάρια απετέλουν ιδίαν αδελφότητα, ίδιον θίασον, του οποίου αρχηγός ήτο ο αρχιαναστενάρης, εκλεγόμενος εκ των αναστεναρίων του Κωστή, εξ διαδοχής του εκάστοτε πρεσβυτέρου ή ικανωτέρου. Δια να γίνει δε τις δεκτός εις τον θίασον αυτόν, ου μόνον έπρεπε πρότερον να τον έχει πιάσει ο άγιος, αλλά και να εγκριθή υπό του αρχιαναστενάρη και να είναι αρεστός εις τους λοιπούς θασιώτας.
Διήγον βίον αυστηρόν και εθεωρούντο σεβαστά εις τους χωρικούς. Ως επί το πλείστον ήσαν αγράμματα, εις δε την εκκλησίαν μόνον κατά την εορτήν του αγίου Κωνσταντίνου και των Φώτων, ότε εψάλλετο ο μέγας αγιασμός, προσήρχοντο καθώς και οι χωρικοί, οι αποδεχόμενοι και παρακολουθούντες τα όργια των αναστεναρίων, ούτως ώστε συνέβαινε πολλάκις η εκκλησία να είναι κενή. Και κατά τας εορτάς των Χριστουγέννων εγειρόμενοι πρωί έτρωγον απλώς το χριστόψωμο και κατόπιν ευωχούντο χωρία να πλησιάζουν εις την εκκλησίαν.
Ουδέν εκ των αναστεναρίων εξωμολογείτο, σπανιώτατα δε μετελάμβανον. Οσάκις δε ησθάνοντο την ανάγκην της εξωμολογήσεως, απεσύροντο εις το δάσος και χαράσσοντες σταυρόν επί μεγάλου δένδρου, ενώπιον αυτού εξωμολογούντο τας αμαρτίας των. Αντί της εκκλησίας εσύχναζον εις τα κονάκια των παππούδων, περί ων ανωτέρω είπομεν, όπου εφυλάττοντο και αι διάφοραι των λάτρεων προσφοραί και ιδία εις το κονάκι του αρχιαναστενάρη. Περί του πλούτου τούτου δε πολλά εμυθεύοντο. Αι προσφοραί απετέλουν περιουσίαν του θιάσου, εξ αυτών δε μόνον ο αρχιαναστενάρης και τα αναστενάρια ηδύναντο να χρησιμοποιήσουν προς ιδίαν χρήσιν.
Εκτός του χορού και των οργίων και των λοιπών, όσα αναφέραμεν, τα αναστενάρια και άλλα έργα επετέλουν, έργα ιερέως, ιατρού, μάντεως και χρησμοδότου. Ούτως εξωμολόγουν τους προσερχομένους και άφηνον τας αμαρτίας αντί θυσιών εις τον άγιον, εχρησμοδότουν περί της εκβάσεως υποθέσεων ή ασθενειών, απεκάλυπτον κλέπτας και ηρμήνευον όνειρα, προσκαλούμενοι δε εις ασθενείς εστάυρωνον αυτούς δια της εικόνος και χορεύοντες ηρώτων αυτήν αν ο πάσχων θα ιαθή ή όχι. Επειδή δε οι χρησμοί αυτών ήσαν συνήθως ασαφείς και λοξοί, δια τούτο και η αλήθεια αυτών εθεωρείτο υπό των χωρικών αναμφισβήτητος εν οιαδήποτε εκβάσει.
Εν καιρώ επιζωοτίας ή άλλης επιδημίας, ήτις συνήθως απεδίδετο εις βρυκόλακα, τον οποίον εδώ ωνόμαζον σμερδάκι ή γούστρελον, τα αναστενάρια εξήρχοντο εν πομπή και χορώ και τας εικόνας κρατούντα κατεδίωκον δήθεν τον βρυκόλακα και επυροβόλουν αυτόν, ισχυριζόμενα ότι τον βλέπουν εν είδει ασκού πλήρους αίματος. έπειτα εσταύρωνον τας τέσσαρας γωνίας του χωρίου δια να εμποδίσουν την είσοδο του κακού. Προς περισσοτέραν δε ασφάλειαν εις τας τέσσαρας πλευράς του χωρίου υπήρχον παραπήγματα, αφιερωμένα εις τους παπούδες, εις τα οποία κατά τας εορτάς απετίθεντο αι εικόνες τούτων προς προσκύνησιν.
Τέλος και εις τας θεμελιώσεις των οικιών εκαλούντο, κατά τας οποίας ο μεν αρχιτέκτων έσφαζε μέλαν πρόβατον εις το μέσον του οικοπέδου, τα δε αναστενάρια ήναπτον ανά μίαν λαμπάδα εις τας τέσσαρας γωνίας της οικίας και εθυμίων τους παρισταμένους. Έπειτα ο αρχιαναστενάρης έθαπτε την κεφαλήν του θύματος εκεί, όπου είχε ρεύσει τι αίμα, κατόπιν δε ήρχιζεν ο χορός, όστις διήρκει μέχρι της παραθέσεως του γεύματος. Μετά τούτο ευχηθέντες απήρχοντο. Εις όλας ταύτας τας περιστάσεις τα αναστενάρια εφιλοδωρούντο συνήθως μεν δια θυσιών προς τον άγιον, αλλά και δι’ άλλων διαφόρων προσφορών.
Η πίστις των γυναικών εις τα όργια και τας τελετάς των αναστεναρίων και την αποτελεσματικότητα αυτών δια την εξασφάλισιν της ευημερίας του χωριού και απέναντι παντός καλού ήτο απόλυτος, επίστευον δε ότι πάσα παραμέλησις αυτών ήθελεν επιρεάσει και την υγείαν του τόπου και την ευφορίαν της γης και την ευκρασίαν του καιρού και των ποιμνίων την ευδοκίμησιν. Δια τούτο και παρά πάσας τας νουθεσίας και τους διωγμούς των αρχιερέων έμενον πάντοτε πιστοί εις την τήρησιν των αρχαίων αυτών εθίμων.
Ότε δε ποτε ηναγκάσθησαν υπό της επιτοπίου αρχής, τη επεμβάσει των αρχιερέων, να απόσχωσι των οργίων, ισχυρίζοντο ότι επήλθεν εις την χώραν αυτών φοβερά δυστυχία. Όθεν και μόλις εύρον ευκαιρίαν επανέλαβον τας τελετάς.
Εν τούτοις ακούονται και ανέκδοτα τινά, μαρτυρούντα ότι και μεταξύ των αναστεναρίων δεν έλειπον οι απατεώνες, αλλά και μεταξύ των χωρικών οι νηφαλιώτεροι και δύσπιστοι.
Των αναστεναρίων τούτων και των λατρευτικών των οργίων δεν είναι άγνωστα και παλαιότερα ίχνη. Ήδη ο Νικήτας ο Χωνιάτης ομιλών περί της κατά τα τέλη του ΙΒ΄ αιώνος επαναστάσεως των Βουλγάρων Πέτρου και Ασάν επί της βασιλείας του Ισαακίου, αναφέρει δαομονόπληκτους τινάς χρησμοδότας, οίτινες φέρουσιν όλα τα χαρακτηριστικά των σημερινών αναστεναρίων.
Κατά τας ειδήσεις του Χωνιάτου, ο Πέτρος και ο Ασάν θέλοντες να κινήσωσι τα διστάζοντα πλήθη των Βουλγάρων εις αποστασίαν από των Βυζαντινών έκτισαν πρώτον ναόν επ’ ονόματι του αγίου Δημητρίου, εις δε τον ναόν τούτον συγκεντρώσαντες «πολλούς των δαομονοπλήκτων εξ εκατέρου γένους, αιμωπούς και διαστρόφους τας κόρας, λυσιχαίτας, και τ’ άλλα ακριβώς διασώζοντας, οπόσα οι τοις δαίμοσι κάτοχοι διαπράττονται» υπέβαλον εις αυτούς να είπουν ότι ο άγιος Δημήτριος εγκαταλιπών την Θεσσαλονίκην εγκαταστάθη εις τον νέον ναόν και ηυδόκησε να ελευθερώση το έθνος των Βουλγάρων και των Βλάχων.
Και εξακολουθεί ο Χωνιάτης περιγράφων τον τρόπον, καθ’ ον εχρησμοδότησαν οι δαιμονόπληκτοι ούτοι: «ανακωχευόμενοι δε προς βραχύ οι παράφοροι ούτοι, και αίφνης το πνεύμα πλείον συλλέγοντες, επιληπτευόμενοι αύθις διεσοβούντο και εβόων ενθεαστικόν και διάτορον μη είναι το από τούδε έδρας ακμήν, αλλ’ όπλα μετά χείρας λαβείν και Ρωμαίοις ομόσε χωρείν… υπό θεοπρόπων ουν τοιούτων όλον το γένος εξομιληθέντες των όπλων άπαντες γίνονται».
Χαρακτηριστικά επίσης είναι όσα παρέχει ο δημώδης κώδιξ, όστις μας διασώζει και την δημώδη ονομασίαν των δαιμονόπληκτων τούτων, ψυχάρια. «Και εν αυτώ πολλούς δαιμονοπλήκτους άτινα και ψυχάρια ονομάζουσι, περισυνάξαντες από διαφόρων γενών, και ετέρους αναξομαλίους και κουτρουλούς κωραγίους, πράττοντας όσα και οι δαιμονικοί ποιούσι, τύπτοντες εαυτούς μετά σιδήρων». Και αυτά μεν οι κώδικες του Χωνιάτου.
Εξήκοντα δε ή εβδομήκοντα έτη μετά ταύτα η ανωνύμου Σύνοψις χρονική, ην εξέδοκεν ο Σάθας (Μεσαιωνική βιβλιοθήκη τ. Ζ΄ σ. 371), περί των αυτών γεγονότων ομιλούσα, ασθενάρια αυτούς αποκαλεί, πιθανώς, εκ παραφθοράς του ονόματος αναστενάρια. Είναι λοιπόν πρόδηλον ότι πρόκειται περί των σημερινών αναστεναρίων, των οποίων κατά μεν τον ΙΒ΄ αιώνα έχομεν το όνομα ψυχάρια, κατά δε τον ΙΓ΄ το όνομα ασθενάρια ήτοι αναστενάρια.
Εκτός των ανωτέρω ο συνάδελφος Ι. Παπαδόπουλος επέστησε την προσοχή μου επί ανεκδότου κειμένου Θεοδώρου του Δούκα του Λάσκαρι (κωμωδία εις τον βαγιούλον αυτού, κάκιστον και χείριστον όντα. Paris. Supl. Grec. 472 f. 102 v – 102 r), όπου γίνεται υπαινιγμός περί του Αίμου ως πηγής μαγγανειών. «Εμαίνετο, μεν ουν, λέγει ο Θεόδωρος δια τον παιδαγωγόν του, εκείνος ορών με φιλοσοφούντα και εξήπτεν την φαρμακείαν. οίμαι γαρ πάλαι και μαγγανείας εγίγνωσκεν τω των βουλγαρικών ορίων προ καιρού παρατρίψας βουνώ, Αίμω τούνομα, ω διαπράττονται εκείνων τα θρακικά, και επωδαίς εκείθεν καταμιανθείς, ην όλως δαιμονικός, ώστε και την πολιάν βαθέως κατέβαπτεν. κόπρον γαρ διαφόρων ζώων κατακιρνών και αλείφων αυτήν ετεχνάζετο τη βαφή την νεότητα».
Εν τούτοις δεν είναι αδύνατον ο υπαινιγμός να αφορά εις τους κατά τον ΙΒ΄ αιώνα αναφανέντας παρά τοις Βουλγάροις και εν βορείω Θράκη εν γένει Ευχίτας, τους προδρόμους των Βογομίλων, περί των οποίων ομιλεί και ο Ψελλός εις το «Περί ενεργείας δαομόνων» έργον του και εις τους οποίους απεδίδοντο επίσης μαγικαί ιδιότητες.
Εκ των ανωτέρω χωρίων και ιδίως του Χωνιάτου και της Συνόψεως προκύπτει ότι τα αναστενάρια πράγματι ήσαν γνωστά κατά τα τέλη του ΙΒ΄ αιώνος και ότι ταύτα εξετείνοντο ευρύτερον της σημερινής περιοχής και εις τας πέραν του Αίμου χώρας, αφού εκεί εκήρυξεν ο Πέτρος την επανάστασιν και κατόπιν διέβη τον Αίμον προς λεηλασίαν των νοτίως αυτού βυζαντινών επαρχιών (Σύνοψις ένθ. αν.), «Και ως ευημερήθησαν τούτοις τα της αποστασίας, μικρόν ηγησάμενοι την εαυτών ελευθερίαν, και κατά των έξω του Αίμου χωρών επέρχονται, δηούντες ταύτας και αφανίζοντες… εάσαντες ταύτην (την Πρεσθλάβαν) κατά των έξω του Αίμου ρωμαϊκών κτημάτων επιστρατεύουσι, και πολλά σώματα Ρωμαίων και βόας και υποζύγια, και των άλλων βοσκημάτων πλήθος ουκ ελάχιστον διαρπάζουσιν».
Εκτός όμως των ανωτέρω χωρίων ο Πολίτης είχεν υπ’ όψιν του και άλλα κείμενα, και νεώτερα του ΙΒ΄ αιώνος. Ποία ήσαν τα κείμενα ταύτα δεν γνωρίζω. Ο πρώτος πραγματευθείς αναστεναρίων Χουρμουζιάδης, του οποίου και η περιγραφή παραμένει μέχρι σήμερον ως η μόνη αξιόλογος πηγή περί αυτών, σημειώνει τα του Κυρίλλου του Αλεξανδρείας λεγόμενα περί των εθνικών ιερέων, οίτινες κατά τινας καταγελάστους πανηγύρεις λαμβάνοντες τα αγάλματα των θεών περιήρχοντο εις τας πλατείας «κατασειόμενοί τε και οίον μεθύσκοντες, ως αχθοφορούντες άγαν», προσθέτει δε εις αυτάς και τας παρατηρήσεις του συγγραφέως του Ταμείου της Ορθοδοξίας (Θεοφίλου του Καμπανίας του ΙΗ΄ αιώνος;), αίτινες προδήλως αναφέρονται εις συνηθείας παρομοίας προς τας των αναστεναρίων.
Ούτως εν τω ΝΣΤ΄ κεφαλαίω τω επιγραφωμένω «ότι ου δια των εικόνων ενεργεί ο Σατανάς…» ο συγγραφεύς του ταμείου θεωρεί ως ουχί θεμιτόν να φέρουν οι λαϊκοί επί των ώμων εικόνας και να τρέχουν και να περιέρχονται με αυτάς και προσθέτει: «όθεν με το να καταφρονώνται αι εικόνες από τους ιερείς και άλλους, παραδιδόμεναι εις χείρας αμαρτωλών και μεθύσων ανθρώπων, ο θεός παραχωρεί και ο Σατανάς ενεργεί τα όσα πολλοί είδον και μεθ’ όρκου βεβαιούσι να γίνωνται, εν δυσβάτοις όρεσι και φάραγξι τους βαστάζοντας τας εικόνας μετατοπίζων, έκφρονας και επτοημένους αποτελών, και πολάκις πετομένους περιφέρων εν ιδρώτι πολλώ δια το άχθος της θαυματουργούσης δήθεν εικόνος».
Ασαφείς δε τινάς και αορίστους πληροφορίας παρέχει και ο Cousineri περί των Ροδόπη οικούντων, εις ους αποδίδει οργιαστικήν τινα διονυσιακήν λατρείαν, αλλ’ αυται υπαινίσσονται μεν οργιασμόν τινα ανάλογον πρός τον των αναστεναρίων, βεβαίως όμως δεν αναφέρονται εις τα αναστενάρια.
Όσα μέχρι τούδε ιστορικά περί των αναστεναρίων γνωρίζομεν, δεν είναι δυστυχώς αρκετά, ώστε να μας αποκαλύψουν την ιστορικήν αρχήν των, αν δηλονότι κατά τον Μεσαίωνα ανεπτύχθησαν εν τη Βορείω Θράκη, όπου ποικίλα έθνη και ποικίλαι θρησκευτικαί αιρέσεις διεσταυρώθησαν, ή αν είναι παλαιά προχριστιανική κληρονομία. Ασχέτως όμως προς την απόδειξιν της ιστορικής συνεχείας, πράγματι, καθώς ήδη παρετηρήθη υπό του Χουρμουζιάδου, είναι αξία σημειώσεως η ομοιότης των οργιαστικών τελετών των αναστεναρίων προς τα όργια της εκ Θράκης εις την Ελλάδα διαδοθείσης οργιαστικής του Διονύσου λατρείας.
Τα θρακικά ταύτα όργια, κατά την επιτυχή περιγραφή του Rohde ετελούντο εις τα όροι εν καιρώ σκοτεινής νυκτός και υπό το ασταθές φως των δάδων θορυβώδης μουσική αντήχει, ο ταραχώδης ήχος χαλκίνων κυμβάλων, η υπόκωφος βροντή μεγάλων τυμπάνων και η «μανίας επαγωγός ομοκλά», κατά τον Αισχύλον, βαθυήχων αυλών. Υπό της αγρίας ταύτης μουσικής, του οίνου και μεθυστικών ενίοτε καπνών καννάβεως διεγειρόμενοι οι θιασώτες εχόρευον εκβάλλοντες αγρίας ιαχάς. Περί ασμάτων ουδείς λόγος. Του χορού η έντασις δεν άφηνε την απαιτουμένην προς τούτο πνοήν. Διότι ο χορός αυτός δεν είχε τίποτε το ομοιάζον προς το έρρυθμον βήμα των ομηρικών Ελλήνων, χορευόντων τον παιάνα.
Ο θίασος των οργιαστών έτρεχεν εις τα όρη χορεύων μανιακόν και δινούμενος και κλονιζόμενος και ενθουσιών. Ούτω δε έξαλλος επέπιπτεν επί του ιερού ταύρου, τον οποίον ζώντα κατεκερμάτιζε και ωμά τα κρέατα κατέπινε. Σκοπός δε του οργιασμού τούτου ήτο ο ενθουσιασμός, η ένωσις τουτέστι του ανθρώπου προς τον θεόν ή ενσάρκωσις του θεού εις τον άνθρωπον δια της εκστάσεως, την οποία επετύγχανον δια του χορού, της μουσικής, του οίνου και των μεθυστικών καπνών.
Η ομοιότης των τελετών των αναστεναρίων προς τα διονυσιακά ταύτα όργια είναι καταφανής. Πρέπει δε να προστεθή ότι και εις τους αρχαίους Θράκας απεδίδοντο μαντικαί και άλλαι ιδιότητες εις τον Διόνυσον, καθώς σήμερον εις τα αναστενάρια.
Τοιούτου είδους οργιαστικαί τελεταί δεν περιορίζονται μόνον εις την Θράκην. Ανάλογος προς αυτάς κατά την αρχαιότητα ήτο η φρυγική λατρεία του Άττιδος και της Κυβέλης, κατά δε τους νεοτέρους χρόνους πλείσται τοιαύται παρετηρήθησαν κατά φύσιν ή και προηγμένους οπωσούν λαούς. Αι τελεταί αύται ως επί το πλείστον τελούνται υπό των μάγων ή των ιατρών της φυλής, των οποίων παράδειγμα πολύ γνωστόν είναι οι Schaman των λαών της Σιβηρίας.
Όμοιοι προς αυτούς εν τη Βαλκανική είναι οι Ρουσαλτζήδες των Βουλγάρων, οι οποίοι περιερχόμενοι τα χωρία δια χορών μανιακών και εξάλλων θεραπεύουσι πάσαν ασθένειαν. Κάτι δε παρόμοιο προς τα αναστενάρια απετέλουν προ ολίγων ετών, ίσως δε και αποτελούν ακόμη, εν Ρωσία οι αιρετικοί Christi, οι οποίοι ενόμιζον ότι δια του χορού και της εκστάσεως κατώρθωναν να ενσωματώσουν οι μεν άνδρες τον Χριστόν, αι δε γυναίκες την παρθένον Μαρία.
Συμφώνως προς τα ανωτέρω τα σημερινά αναστενάρια, είτε είναι λείψανον μεσαιωνικής αιρέσεως, είτε, πιθανώτερον είναι εκχριστιανισμένον λείψανον της οργιαστικής θρακικής λατρείας του Διονύσου, ήτις ακριβώς ως κοιτίδα αυτής είχε τον Αίμον, ανήκουν εις την μεγάλην τάξιν των οργιαστικών λατρειών, αίτινες πάσαι, αρχαίαι και νεώτεραι, σκοπόν έχουν δια της εκστάσεως να αφομοιώσουν τον άνθρωπον προς το θείον.
----------------------
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΊΑ. Κυρία πηγή: Α. Χουρμουζιάδου, Περί των αναστεναρίων και άλλων τινών παραδόξων εθίμων και προλήψεων. Ν. Βέη. Τα αναστενάρια κατά τους μέσους αιώνας εν Βυζαντίδι Α΄ σ. 48-50 και τας παρατηρήσεις του Πολίτου εν Λαογραφία Α΄ σ. 343 κ. ε. Δια την οργιαστικήν λατρείαν του Διονύσου κυρίως Rohde, Psyche σ. 5 κ. εξ Otto Kern, Die Religion der Oriechen 1 σ. 226. Nilsson, Gr. Feste σ. 258 κ. ε.

Τρίτη 20 Μαΐου 2014

ΟΤΑΝ ΑΚΟΜΗ ΥΠΗΡΧΑΝ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΕΣ...

-«Πήγαινε στά δημοτικά τραγούδια, στή δημοτική τέχνη, καί στή χωριάτικη καί τή λαϊκή ζωή, γιά νά βρής τή γλώσσα σου, καί τήν Ψυχή σου. Καί μέ αυτά τά εφόδια άν έχεις μέσα σου ορμή καί φύσημα, θά πλάσης ότι θέλεις, παράδοση καί πολιτισμό και αλήθεια καί φιλοσοφία». Ίων Δραγούμης.

Σ’ αυτά, λοιπόν τά Δημοτικά μας τραγούδια – στίχοι, μελωδία, ρυθμός - είναι ή διαχρονική μελωδική φωνή και η αδάμαστη Ψυχή του Λαού μας. Είναι η Χαρά και η λύπη ενός γλυκόλαλου Λαϊκού Tραγουδιστή, έγραψα πρίν από καιρό... Τους στίχους και τις νότες τους, τα γράφει ο ανώνυμος στιχουργός και μουσουργός των Αιώνων. Τα Δημοτικά τραγούδια μας είναι το ρωγοβύζι της Ελληνικής Φυλής μας. Η Ελλάδα μας και οι Έλληνες επέζησαν διότι Πολέμησαν, Τραγούδησαν και Χόρεψαν. Τραγούδησαν την γέννηση με νανουρίσματα, τον θάνατο με μοιρολόγια, τον καημό, την χαρά, την λύπη, την ξενιτιά, τον πόνο, την χαρά, τούς αρραβώνες, τους γάμους τις γιορτές. Τραγούδησαν στά νυχτέρια , στους αργαλειούς, στα πλεξίματα, στα προικιά. Τραγούδησαν και χόρεψαν τη Μάνα Φύση και τις νομοτελειακές της λειτουργίες. Τραγούδησαν στις δουλειές, στα χωράφια, στους κάμπους, στά λαγκάδια. Τραγούδησαν τη σπορά, το θέρος, τον τρύγο. Τραγούδησαν τα ήθη και τα έθιμα, τα κατορθώματα και τούς ηρωισμούς, τα βάσανα, τους καημούς και τις πίκρες. Παντού λοιπόν τραγούδι!!!.

  Ένας μεγάλος μουσουργός είπε: «Ω !, Ελλάς! ΄Εάν θέλεις κάτι νά θαυμάσεις, θαύμασε τά δημοτικά σου τραγούδια. Τά Δημοτικά Τραγούδια δέν έχουν στιχουργό καί επώνυμο συνθέτη. Έχουν δημιουργό καί «συνθέτη» τόν υπέροχο λαό μας καί σ΄ αυτόν ανήκουν, πρέπει νά υπάρχουν τά ανάλογα ερεθίσματα γιά νά «γεννηθεί» δημοτικό ΤΡΑΓΟΥΔΙ. Νά μιλήσει στήν ψυχή καί να μείνει. Νά έχει ορμή, φύσημα καρδιάς καί Ψυχής. Τα Δημοτικά τραγούδια μας γράφτηκαν από το Λαό μας σε στιγμές Εθνικών κλυδωνισμών, τότε πού αγωνιζόταν γιά τήν ΄Ελευθερία του καί τραγουδούσε τίς μεγάλες νίκες, τίς χαρές, τίς συμφορές καί τίς λύπες του. Μέσα τους κρύβουν ολόκληρη τήν Ψυχή του λαού μας, τόν Λαϊκό Πολιτισμό, τίς παραδόσεις, τούς καημούς καί τόν ύμνο στόν Έρωτα καί τή Ζωή. Μεγάλος μουσουργός είπε: «΄Εάν μπορούσα νά γράψω έστω καί ένα ελληνικό δημοτικό τραγούδι, θά απέρριπτα ό,τι έχω γράψει μέχρι σήμερα»!.

Έτσι, λοιπόν ο Λαός μας «συν-ΔΗΜΙΟΎΡΓΗΣΕ» κι έπλασε Τραγούδια ‘Ιστορικά, Κλέφτικα, ΄Ακριτικά, Τραγούδια γιά τήν Αγάπη καί τόν Έρωτα, γιά τούς Γάμους, (Νυφιάτικα) γιά τά Κάλαντα (Χριστουγέννων – Πρωτοχρονιάς – Φώτων – τού Μάρτη, τής Αποκριάς (Περιγελαστικά, Σκωπτικά) – τά Βαϊτικα ή τού Λαζάρου κλπ), Τραγούδια γιά τόν Κλήδωνα, Νανουρίσματα ή νταχταρίσματα, Τραγούδια γιά τήν Ξενιτιά-πού όλως παραδόξως απουσιάζει ο Πατέρας απ’ αυτά - τά Μοιρολόγια, τά Μοιρολόγια τού Κάτω Κόσμου καί τού Χάρου, τά Γνωμικά ή Παροιμιώδη! κ.α.

Μία, όμως, μεγάλη κατηγορία Δημοτικών μας Τραγουδιών είναι και οι Παραλογές, όπου τά ΄Εθνικά μας αυτά (άσματα) Τραγούδια, έχουν υπόθεση ΄Ιδεώδη! ή πεπλατισμένη! ‘Η Φαντασία του Λαού μας εκδηλώνεται μετά περισσής ποικιλίας, ΄Ελευθερίας καί Δύναμης. Χάριν παραδείγματος: Τό δοκίμιν τής ΄Αγάπης, Τ΄ αγαπημένα ΄Αδέλφια κι η Κακή γυναίκα, Τής ΄Απολησμονημένης, τής Κουμπάρας πού έγινε Νύφη, ο γυρισμός τού Ξενιτεμένου, τής Νύφης πού κακοτύχησε, τού Κύρ΄ Βοριά, τού Γιοφυριού τής Άρτας, η Μάννα η Φόνισσα, τού Νεκρού Αδελφού ή τής ΄Αρετής, τής ΄Ωριάς τό Κάστρο, μέ διάδοση σέ όλες τίς Χώρες τής Χερσονήσου τού Αίμου, κ.α.

Τής ΄Ωριάς τό Κάστρο

Όσα κάστρα κι' αν είδα και περπάτησα,
σαν της Ωριάς το κάστρο δεν ελόγιασα.
Κάστρο θεμελιωμένο, κάστρο ξακουστό,
σαράντα οργυές του ψήλου, δώδεκα πλατύ,
μολύβι σκεπασμένο, μαρμαροχυτό,
με πόρτες ατσαλιένες κι' αργυρά κλειδιά,
και του γιαλιού η πόρτα ‘στράφτει μάλαμα.
Τούρκος το τρογυρίζει χρόνους δώδεκα,
δεν μπορεί να το πάρη το ερημόκαστρο.
Κι' ένα σκυλί τουρκάκι, μιας 'Ρωμνιάς παιδί,
στον Αμιρά του πάει και τον προσκυνάει.
"Αφέντη μ' Αμιρά μου και σουλτάνε μου,
αν πάρω γω το κάστρο τι είν' η ρόγα μου;
-Χίλια άσπρα την ημέρα κι' άλογο καλό,
και δυο σπαθιά ασημένια για τον πόλεμο.
-Ουδέ τ’ άσπρα σου θέλω κι' ουδέ τα φλωριά,
ουδέ και τ’ άλογό σου κι' ουδέ τα σπαθιά,
μόν' θέλω γώ τη κόρη, πού ναι 'ς τα γυαλιά.
-Ωσάν το κάστρο πάρης, χάρισμα κι' αυτή."
Πράσινα ρούχα βγάζει, ράσα φόρεσε.
Τον πύργο - πύργο πάει και γυροβολάει,
σ’ την πόρτα πάει και στέκει και παρακαλεί.
"Για άνοιξε άνοιξε πόρτα, πόρτα της Ωριάς,
πόρτα της μαυρομάτας της βασίλισσας.
-Φεύγα απ' αυτού, βρε Τούρκε, βρε σκυλότουρκε.
-Μα το σταυρό, κυρά μου, μα την Παναγιά,
εγώ δεν είμαι Τούρκος ουδέ Κόνιαρος,
είμαι καλογεράκι απ' ασκηταριό.
Δώδεκα χρόνους έχω οπ' ασκήτευα,
χορτάρι εβοσκούσα σαν το πρόβατο,
κ' ήρθα να πάρω λάδι για τοις εκκλησιές.
Για ανοίξετέ μου νά μπω του βαρόμοιρου.
-Να ρήξουμε τσιγγέλια να σε πάρουμε.
-Τα ράσα μου είναι σάπια και ξεσκίζονται.
-Να ρήξουμε το δίχτυ να σε πάρουμε.
-Είμαι από τη πείνα κι' άντραλίζουμαι."
Γελάστηκε μια κόρη, πάει, τον άνοιξε.
Όσο ν' ανοίξη η πόρτα, χίλιοι εμπήκανε,
κι' όσο να μισανοίξη, γέμισ' η αυλή,
κι' όσο να καλοκλείση η χώρα πάρθηκε.
Όλοι χυθήκαν σ’ τάσπρα, όλοι σ’ τα φλωριά,
και κείνος εις την κόρη, πού ‘ναι στα γυαλιά.
Κ' ή κόρη από τον πύργο κάτω πέταξε,
μήτε σε πέτρα πέφτει, μήτε σε κλαριά,
παρά σε Τούρκου χέρια και ξεψύχησε. πηγή : Ν.Γ.Πολίτου (Δημοτικά Τραγόυδια)



΄Ωριά όμως σημαίνει ΄Ωραία! Είναι η ΄Ωραία Βασιλοπούλα, ή καί η Κυρά τού Κάστρου πού τό υπερασπίζεται ‘Ηρωϊκά μαζί μέ τούς στρατευμένους Πολίτες πού είναι οι ΄Οπλίτες τής Πόλεως προστατευόμενοι στήν ΄Ακρόπολη (άκρον Πόλεως ) στό Κάστρο της. Τά Κάστρα ήταν πάντοτε απόρθητα. Έπεφταν! «από μέσα», μέ δόλο, με «δούρειο» τρόπο, μέ απάτη, μέ υπονόμευση ή καί προδοσία. Τότε η ΄Ωραία Βασιλοπούλα, αρνούμενη νά παραδοθεί στόν πορθητή- κατακτητή, γκρεμιζόταν από τόν Πύργο, καί σκοτωνόταν. ‘Η Θυσία της είχε διπλή σημασία, τόσο γιά το ’Αγαθό της ’Ελευθερίας, όσο γιά Παραδειγματισμό καί Μίμηση! Ο Πρώτος Θρύλος μας ( Παραλογή; ) τής ΄Ωριάς αρχίζει από τό Κάστρο της Τροίας! (Έπη τού Ομήρου) μέ πρώτη ΄Ωριά τήν ΄Ωραία ‘Ελένη! καί φτάνει μέχρι τόν 18ο Αιώνα μέ κατακρημνίσεις βασιλισσών από Πύργους. ‘Η σημασία τού θρύλου – παραλογής, έχει διαχρονική αξία.

Οι σχέσεις τής ΄Ωριάς - ΄Ωραίας, μέ τίς Ώρες καί τούς ΄Ανέμους (αέρηδες) τού Θεού Αίολου, είναι απόλυτα εναρμονισμένες διότι, πέρα από τήν αισθητική πού αναδεικνύεται είναι οπωσδήποτε καί μιά αλληγορία. Κάστρο μπορεί νά χαρακτηρισθεί καί νά λογισθεί ο ίδιος ο έλλογος Άνθρωπος, ο Ένας, ο καθένας στρατευμένος Πολίτης -΄Οπλίτης τής Ζωής του καί ΄Ωριά – ΄Ωραία, η ωραιότητά του στίς Πράξεις του. Κάστρο μπορεί ακόμη νά λογιστεί σήμερα η Οικογένεια, η ΄Εργασία, η Κοινότητα, ο Δήμος, ο Σύλλογος, τό Σωματείο, η Βουλή, τό Σύνταγμα κ.α.

΄Αλληγορικά ΄Ωριά – ΄Ωραία, είναι η Ελλάδα μας, ώς ΄Ιδέα προσωποποιημένη, καί Κάστρο, η Χώρα, η Πολιτεία, καί φυσικά κατά προέκταση η κάθε Χώρα μέ τόν Πολιτισμό της. Και η Ωριά δέν πρέπει νά πεθάνει όπως συμβαίνει μέ τήν ΄Ωριά τού θρύλου-παραλογής, πού όταν τό Κάστρο πέφτει, εκείνη γκρεμίζεται από τόν πύργο καί πεθαίνει. ‘Η υπεράσπιση τού «Κάστρου τής ΄Ωριάς» είναι υπόθεση όλων μας. Συμμάχους μας έχουμε τις Ώρες, ( Ευνομία, Δίκη, Ειρήνη) τό αεικίνητο τών ούριων ΄Ανέμων – αέρηδων καί τίς πνοές των Ψυχών μας. Διότι, δούρειοι καιροφυλακτούν παντού καί πάντοτε μέ τούς δικούς τους θούριους, έτσι λένε.

-------------------

 υ.γ.Τό Έτυμα τών λέξεων (για πιθανή υποβοήθηση κατανόησης τών αλληγοριών)

Κούλα (ω>ου) > κωλύω φρούριο, πύργος, σκοπιά, κουλάς, κουλές, σκώλον, σκωλιόομαι, σκώλος, σκαλώνω (ω>α), σκάλωμα. Κολάζω = περιορίζω, αναχαιτίζω, ο>ω, α>υ - εμποδίζω, σταματώ, απαγορεύω, δέν αφήνω, δεν επιτρέπω, παρακωλύω, εγείρω εμπόδια>κώλησις, κώλημα, κωλύμη, κωλησι-, κωλύτης, κωλυτήρ, κωλυτός, κώλος (εμποδίζει τήν έξοδο τών περιττωμάτων).

Ώραι: Θαλλώ, Αυξώ καί Καρπώ. α (αθροιστικό, τό οποίο δασύνεται) + οράω (ούρος, ώρα)-οι φυλάττουσες τίς εκ νεφελών πύλες τού ουρανού καί θεραπαινίδες τών Θεών. Εφύλασσαν καί επόπτευαν τά έργα των ανθρώπων, προστάτιδες τού έτους καί τών καρπών. Θεωρούνταν ως αιτίες τής ωριμότητας καί τελειότητας όλων τών φυσικών!!! προϊόντων, μάλιστα δέ τής ακμής καί καλλονής τού ανθρώπου στόν βίο του.

Ώρα, ώρη Ώραι, ούρος, ώρα (ψιλούμενη)- ορισμένος χρόνος, χρονική περίοδος (διότι ο ούρος, φρουρός, εναλλάσσεται στην σκοπιά κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα), χρονική περίοδος οριζομένη διά τών φυσικών νόμων, περίοδος τού έτους, τού μηνός, τής ημέρας, απολύτως, η ακμή του έτους, η ώρα τής ανοίξεως, καθόλου, τό έτος, στόν πληθυντικό, τό κλίμα κάποιας χώρας ως οριζόμενο από τίς ώρες τού έτους, τά τέσσερα σημεία τού ορίζοντα, από δέ τήν σημασία τής καλλίστης ώρας τού έτους, κατάντησε νά σημαίνει όπως τό καιρός, τόν προσήκοντα χρόνον, τήν κατάλληλη ώρα ή εποχή γιά κάποιο πράγμα, η ακμή τής νεότητας. τώρα (τη ώρα, συνηρ.), ενωρίς (εν), νωρίς, ωραία- τά παραγόμενα υπό τών ωρών τού έτους, οι καρποί των ωρών τού έτους, ωραίος- ο παραγόμενος ή γινόμενος κατά τήν προσήκουσα ώρα, έγκαιρος, ώριμος, ώριμος γιά κάποιο πράγμα, νεανικός, χαρούμενος, ΄Ωραία (εορτή), ώριος, ωρίως, ωραιόομαι, ωραιοπολέω (πολέω), ωραιοπώλης, ωραιότης, ωραϊστής, ωρεσιδότης (δίδω), ωρηφόρος (φέρω), ωριαίνω, ωριαίος, ωριάς, ωρικός, ώριμος, ωριμάζω, ωριμαία, ωριμότης, ωριόκαρπος, ωρογνωμονέω (γνώμων), ωρο-, ωροσκοπέω, ωροσκόπησις, ωροσκόπος, ωροσκόπιον, ωροσκοπείον, ωρολόγιον (λέγω), ρολόι, ρολογάς, ρολόγι, ωρόμαντις, ωρομέδων (μέδω), ωρονομέω, ωρονομεύω, ωρονομείον, ωρονόμος, ώρος,΄Ωρίων (ψιλούμενο, α, επιτατ., ήταν ωραιότατος), αυθωρί (αυτός, τ>θ)- ευθύς, πάραυτα, αυτοστιγμί, αυθωρεί, αυθωρόν. ώρα > φροντίδα, μέριμνα, πρόνοια, ενδιαφέρον. ώρη, άωρος (α, στερητ.)- ύπνος και ώρος (συνηρ.), ώριος, ώρες, ωρεύω, ωρέω, ωρήσσω, ώριον, ωρείον, ωρειάριος, ώρημα, ωρίζω.

Ούρος: όρ-νυμι (ο>ου) - ούριος, ευνοϊκός άνεμος από τήν ξηρά γιά απόπλουν>ούριος, ουριοστάτης (ίστημι), ώρος (ου>ω), ουριότης, ουριόω, ούρον, ουρίζω.

Δούρας: δόρυ δρύς, γεν. δρυός > δυρός (ρυ>υρ) > δούρος (ο>ου) > δόρυ- στέλεχος, δένδρο, ξύλο, δοκός, κουπί, τό ξύλο τής λόγχης ή σημαίας, δορατίζομαι, δορατισμός, δορήιος, δοριάλωτος (αλίσκομαι), δοριαλωσία, δορυάλωτος, δορίκτητος, (κτάομαι), δορυφορέω (φέρω), δορυφόρημα, δορυφορία, δορυφόρος, δορυφορικός, δορυσσός (σεύω), δορυσσόητος, δορυξόος (ξέω), δούριος, (δούρειος> ο κατασκευασθείς από δρύ καί δωρισθείς!!!).

 Θρώσκω: μέλλ. θορούμαι, από τό θάρσος (α>ο) - πηδώ, εφορμώ, προσβάλλω, άλλομαι, θορός (εκτινάσσεται), θοροποιός, θόρνυμαι, θορίσκομαι, θορικός, θοριώδης, θοραίος, θορή, θουρήεις (ο>ου), θουραίος, θουράω, θούρης, θούρητα, θούρος, θούριος, θουριών, θούρις.

Θάλος: > τρέφω, πρκμ. τέθραμμαι, θρα- > θαρ (ρα>αρ) > θαλ- (ρ>λ), διότι οι έννοιες τού θάλος ταυτίζονται μέ αυτές τού τρέφω, δηλαδή κάνω κάτι νά αυξήσει, ανατρέφω, βόσκω, μεγαλώνω, παράγω, είμαι πλήρης (θάλλω), θαλλός, θάλλω, θαλέθω, θαλέω, Θάλεια, θάλεα, θαλερός, θαλερώπις (ωψ), θαλερόμματος (όμμα), θαλία, Θαλής, θαλιάζω, θάλλινος, θαλύνω, θαλύσια, θαλυσίας, θαλύσιος, θηλέω (α>η), αναθηλέω.

΄Αέξω: α (επιτατ.) + έξω (μέλλ. τού έχω) - αυξάνω, ευρύνω, τρέφω, προάγω, ισχυροποιώ, υψώνω, δοξάζω, αεξίβιος (βίος), αεξίγυιος (γυίον), αεξίκακος, αεξίνοος, αεξίτοκος, αναέξω, αύξω [αέξω > αάξω (ε>α) > αύξω (α>υ)], αύξημα, αύξη, αύξησις, Αυξησία, Αυξώ, αυξητής, αυξητικός, αυξι-, αυξο-, αύξιμος, αυξίς.

Οπώρα: οπτ-άω + ώρα, ώριμος, μέ αποβολή του τ (για τον λόγον αυτόν δεν τρέπεται το π σε φ, προ της δασείας του ώρα) - τό μέρος τού έτους από τά μέσα ΄Ιουλίου μέχρι καί μέρος τού Σεπτεμβρίου, όταν ωριμάζουν οι καρποί, ο ίδιος ο καρπός, η θερινή ακμή, άνθος τής νεότητας, όπως τό ώρα, οπωρεύς, οπωριαίος, οπώριμος, οπωρικός, οπωρινός, οπωρισμός, οπωροφόρος, οπωρίζω, οπωροπρατέω (πιπράσκω), οπωρώνη (ωνέομαι), οπωρώνας, οπωροβασιλίς.

Λίψ: > λείψαι (ει>ι), απαρ. τού λείβω-ρυάκι, ρεύμα, λοιβή, σπονδή, ο νοτιοδυτικός άνεμος (είτε επειδή έφερε υγρασία είτε ξηρασία, διότι λείβω σημαίνει σπένδω αλλά καί τήκομαι, φθείρομαι), λίβας (λιβός, γεν. τού λίψ), λιβόνοτος (νότος), λιβοζέφυρος, Λιβύη (από τήν οποία έρχεται ο λίβας), Λίβυς, Λιβυκός.

΄Αέλλα: α (επιτατ.) + είλλω (ρίζα ελ-) - θυελλώδης άνεμος, ανεμοστρόβιλος. αελλάς, αελλαίος, αελλήεις, αελλοδρόμας, αέλλομαι, αελλός, Αελλώ, αελλώδης.

Τροία: τηρέω > τρέω > Τροία (ε>ο>οι), κειμένη επί λόφου, ήταν καλώς οχυρωμένη (τύρσις), Τροίη, Τρώα (οι>ω), Τρωαδεύς, Τρωάς, Τρωιάς, Τρωϊκός, Τρώϊος, Τρωός, Τρωίς, Τρώς, Τρωοφθόρος, Τροιζήν (ζήν = ζάω, ζώ), βρίσκονταν επί λόφου), Τροιζήνιος, Τροιζηνίς.

‘Ελένη: ‘ελώ, μέλλ. του αιρέω - η καταστρεπτική, ως κύριο όνομα, έλανδρος (ανήρ), ελέναυς (ναύς), ‘Ελένια, ‘Ελενοφόντης (φονεύω), ελέπολις, ελένη, ελάνη (αναλίσκεται), ελένιον, ελετός.

Αθλητής πινγκ-πονγκ χωρίς χέρια πείθει πως τίποτα δεν είναι αδύνατο!

perierga.gr - Αθλητής πινγκ-πονγκ χωρίς χέρια πείθει πως τίποτα δεν είναι αδύνατο!Ο Αιγύπτιος Ibrahim Hamato παίζει πάρα πολύ καλό πινγκ-πογκ και έχει κερδίσει το σεβασμό των συμπαικτών του -και όχι μόνο!- αφού δεν έχει χέρια και παρόλα αυτά κάνει το όνειρό του πραγματικότητα. «Είχα ένα ατύχημα όταν ήμουν 10 χρονών και έχασα τα χέρια μου.Μου άρεσε όμως το πινγκ-πονγκ και τρία χρόνια μετά αποφάσισα να το ξεκινήσω πιάνοντας τη ρακέτα με το στόμα.

Τα κατάφερα και από τότε συνεχίζω. Πιστευω ότι κάθε άνθρωπος μπορεί να πετύχει ό,τι επιθυμεί αρκεί να το βάλει στόχο και να έχει πείσμα», λέει ο ίδιος που ήταν το τιμώμενο πρόσωπο στο πρόσφατο Πρωτάθλημα Πινγκ-Πονγκ που διεξήχθη στο Τόκιο πριν από λίγους μήνες. Έπαιξε μάλιστα με μερικούς από τους ακλύτερους παίχτες στον κόσμο και αρκετοί δυσκολεύτηκαν να τον… παρακολουθήσουν!