Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2013

Γίνε λίμνη..

 
Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένας σοφός γέροντας δάσκαλος.
Είχε βαρεθεί να ακούει τον μαθητή του να παραπονιέται συνεχώς έτσι μια μέρα αποφάσισε να τον στείλει να του φέρει λίγο αλάτι.


Όταν εκείνος γύρισε πίσω, ο δάσκαλός του είπε να ρίξει μια γερή δόση σε ένα ποτήρι και μετά να το πιεί.

«Τι γεύση έχει;» ρώτησε ο δάσκαλος.

«Πικρή» είπε ο μαθητής.

Τότε ο δάσκαλος είπε στο νεαρό να πάρει άλλη μια χούφτα αλάτι και μετά να το ρίξει στην κοντινότερη λίμνη. Ο μαθητής έκανε ότι του είπε. Έπειτα ο δάσκαλος του είπε να το δοκιμάσει πίνοντας από το νερό της λίμνης και τον ξαναρώτησε τι γεύση έχει.

«Γεύση φρεσκάδας» απάντησε ο μαθητής.

«Το αλάτι το ένοιωσες καθόλου;» ρώτησε ο δάσκαλος.

«Όχι απάντησε ο νέος.
Στο σημείο αυτό ο δάσκαλος έπιασε τα χέρια του μαθητή και του είπε:

«Ο πόνος στη ζωή είναι καθαρό αλάτι. Η ποσότητα του πόνου παραμένει η ίδια. Όμως η ποσότητα της πίκρας που δοκιμάζουμε, εξαρτάται κάθε φορά από το δοχείο εκείνο μέσα στο οποίο βάζουμε τον πόνο.Έτσι, το μόνο πράγμα που έχεις να κάνεις όταν υποφέρειςείναι να διευρύνεις την αίσθηση των πραγμάτων…Πάψε να είσαι το ποτήρι. Γίνε η λίμνη!
»

Όλοι έχουμε την τάση να πιστεύουμε ότι ο δικός μας πόνος πονάει πιο πολύ. Κι όταν πονάμε γινόμαστε ακόμα περισσότερο το κέντρο του κόσμου. Ο εγωισμός αυξάνεται πόσο μάλλον όταν είναι και δικαιολογημένος… Αυτό και μόνο του επιτρέπει να βγει έξω να διαδηλώσει με σημαίες και με ταμπούρλα….

Και ποιο το αποτέλεσμα;

Ο πόνος αυξάνεται διότι ως γνωστόν σε ότι εστιαζόμαστε δε συρρικνώνεται αλλά μεγεθύνεται. Όσο μικρότερο το ποτήρι, τόσο μεγαλύτερος ο πόνος. Όσο πιο κοντινή η απόσταση απ’ όπου τον βιώνουμε, τόσο πιο απέραντος μοιάζει.


Αν όμως βυθίσουμε τον πόνο μας στη απύθμενη λίμνη του πανανθρώπινου πόνου και μετά κοιτάξουμε τη λίμνη από το απέναντι βουνό θα συνεχίσει να έχει την ίδια ένταση, την ίδια σημαντικότητα και το ίδιο βάθος;

Μια δοκιμή θα μας πείσει...

Χριστούγεννα, η μεγάλη απάτη

« την συνταγή της ανατροπής του κόσμου δεν την αναζητήσαμε στα βιβλία, αλλά αλητεύοντας ».  Γκύ Ντεμπόρ

Η 25η Δεκεμβρίου ήταν στην αρχαιότητα μια πολύ σημαντική ημέρα αφιερωμένη στη λατρεία του ήλιου και των διάφορων ηλιακών θεοτήτων. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται και ο Μίθρας του οποίου τα γενέθλια εορτάζονταν στις 25 Δεκεμβρίου.
Η χριστιανική εκκλησία καπηλεύθηκε την ημερομηνία αυτή εξ αιτίας της τεράστιας δημοφιλίας της και απλώς άλλαξε το περιεχόμενο της προχριστιανικής αυτής εορτής.
Άλλωστε κατά την διάρκεια των πρώτων αιώνων της χριστιανικής χρονολόγησης τα γενέθλια του Ιησού εορτάζονταν σε διάφορες ημερομηνίες, όπως η 15η Απριλίου η 20η Μαΐου η 17η Νοεμβρίου και η 6η Ιανουαρίου.
Η ημερομηνία γέννησης του Ιησού (εάν πράγματι υπήρξε, καθότι δεν ειναι ιστορικά διαπιστωμένη η ύπαρξη του) ειναι αμφιλεγόμενη και σίγουρα πάντως όχι γνωστή. Σύμφωνα με τους Ευαγγελιστές Λουκά και Ματθαίο ο Ιησούς γεννήθηκε τον καιρό που ο Ηρώδης ήταν βασιλιάς της Ιουδαίας και ο Κυρήνιος κυβερνήτης της Συρίας. Ο Ηρώδης όμως πέθανε το έτος 4 π.Χ. ενώ ο Κυρήνιος δεν ανακηρύχθηκε κυβερνήτης πριν από το 10 μ.Χ…
Η γενέθλια μέρα του Ιησού οριστικέ τελικώς ως η 25η Δεκεμβρίου στη Ρώμη και στα μέσα του 4ου αιώνα από τον πάπα Ιούλιο τον Α΄.

Ποια ειναι η πραγματική καταγωγή του Χριστουγέννων;
Οι εορτασμοί των ημερών των Χριστουγέννων ειναι κατά πολύ παλαιότεροι του Ιησού. Παλαιοτέρα και από τον Μίθρα στην Αίγυπτο εορτάζονταν με μεγάλες τιμές η γέννηση του Θεού Όσιρη. Σε ότι αφορά το περιεχόμενο και το νόημα των «Χριστουγέννων», πρέπει κανεις να ανατρέξει στην ελληνορωμαϊκή παράδοση και τους εορτασμούς των Κρονίων κατά τη διάρκεια των οποίων οι άνθρωποι άναβαν κεριά, απελευθέρωναν δούλους, ξεχνούσαν πάθη και μίση και αντάλλασσαν δώρα μεταξύ τους.
Αρχικά η εορτή ελάμβανε χώρα στις 17 Δεκεμβρίου αλλά από το 400 π.Χ. περίπου μεταφέρθηκε νια εβδομάδα αργότερα.
Έτσι συνέπεσε να εορτάζεται με την μεγάλη γιορτή του Ηλίου (Μίθρα) στις 25 Δεκεμβρίου. Η χριστιανική εκκλησία καπηλεύτηκε την γιορτή αυτή και την μετέτρεψε σε χριστιανική ονομάζοντάς την «Χριστούγεννα»
Έχουν το χριστουγεννιάτικο δένδρο και η βασιλόπιτα χριστιανική καταγωγή;
Το έθιμο του στολισμένου δένδρου δεν έχει την παραμικρή σχέση με τον Ιησού αλλά και το χριστιανισμό γενικότερα. Στον Ελληνικό χώρο, από τα Ομηρικά κιόλας χρόνια, οι άνθρωποι τιμούσαν τα Κρόνια, στολίζοντας δένδρα με στολίδια και πορτοκάλια, τιμώντας έτσι τον αναγεννώμενο ήλιο. Στις βόρειες παραδόσεις σημειώνονται αντιστοίχως παρόμοιοι στολισμοί με παρόμοιο νοηματικό περιεχόμενο. Στους σύγχρονους καιρούς, μόλις την τελευταία εκατονταετία το έθιμο αυτό γνώρισε την καθολικότητα που παρατηρούμε σήμερα.
Γενικότερα πάντως, πρέπει να σημειωθεί ότι το πάντα πράσινο (ever green) δένδρο αναγνωριζόταν ως σύμβολο γονιμότητας και αθανασίας. Τόσο η γονιμότητα, όσο και η αθανασία της φύσης αποτελούν συστατικά στοιχεία όλων σχεδόν των προχριστιανικών κοσμολατρευτικών παραδόσεων και θρησκειών. Το κόψιμο της βασιλόπιτας αποτελεί εξέλιξη του αρχαιοελληνικού εθίμου του εορταστικού άρτου, το οποίο οι αρχαίοι Έλληνες πρόσφεραν στους θεούς, σε μεγάλες αγροτικές γιορτές, όπως τα Θαλύσια και τα Θεσμοφόρια.
Το Ελληνικό «Τριέσπερον» ή Ηλιούγεννα
Στη θέση των «Χριστουγέννων», οι Αρχαίοι Έλληνες εώρταζαν το λεγόμενο «Τριέσπερον», μία εορτή η οποία γενικεύεται από τους ελληνιστικούς χρόνους κι εντεύθεν, προς τιμήν των πυρφόρων και ηλιακών θεοτήτων Ηρακλέους (ο οποίος κατά τον Κορνούτο ορίζεται ως «ο εν τοίς όλοις Λόγος καθ’όν η Φύσις ισχυρά και κραταιά εστί και απεριγένητος ούσα, μεταδοτικός ισχύος και τοίς κατά μέρος και αλκής υπάρχων») και Ηλίου. Το «Τριέσπερον» ξεκινούσε με το Χειμερινό Ηλιοστάσιο (τη νύκτα της 21ης προς την 22α του Δεκεμβρίου, τη μεγαλύτερη δηλαδή νύκτα του έτους) και κορυφωνόταν με την αναγέννηση του φωτοδότη Ηλίου (τη νύκτα της 24ης προς 25η, όταν η ημέρα έχει ήδη μείνει «στάσιμη» επί 3 ημέρες μετά το Ηλιοστάσιο και αρχίζει πλέον να μεγαλώνει).
Αργότερα, με την επιβολή της κρατικής ηλιολατρίας από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Αυρηλιανό, το ελληνικό «Τριέσπερον» επισκιάσθηκε (κατά μίμηση της παρσικής λατρείας του Θεού Μίθρα που εώρταζε και αυτή την γέννηση του Θεού στις 25 Δεκεμβρίου) από την «επίσημη» ρωμαϊκή εορτή του «Ανίκητου Ήλιου» («Sol Invictus»). Η «Ημέρα της Γεννήσεως του Ανίκητου Ηλίου» («Dies Natalis Solis Invicti»), η στιγμή δηλαδή που ο ακατάβλητος Ήλιος, έχοντας θριαμβεύσει επάνω στο σκοτάδι της «bruma» (βλέπε κατωτέρω), αρχίζει να ανέρχεται δυναμικά και υπερήφανα στον ουράνιο θόλο, είχε, φυσικά, ως προεόρτιο τη νύκτα του Χειμερινού Ηλιοστασίου, όταν ετιμάτο σιωπηρώς η Θεά του Κάτω Κόσμου Αντζερόνα (Angerona, Dea Tacita), προστάτις των νεκρών και προσωποποίηση της Θελήσεως, της Εσωτερικής Φωνής, της Ενοράσεως και της Σιωπής, στα λεγόμενα «Ντιβάλια» ή «Αντζερονάλια» («Divalia» ή «Angeronalia», βλ. Claudio Rutilio, «Η Θεολογία των Ρωμαίων»). Τα «Divalia» έκλειναν τις λεγόμενες «σύντομες ημέρες» («brevissimi dies», «bruma») που σηματοδοτούσαν την ολοκλήρωση της ηλιακής διαδρομής μέσα στον ενιαυτό.
Ο Sol «Invictus» συνέχισε να λατρεύεται ως Ανώτατος Θεός και καθοδηγητής της οργανωμένης κοινωνίας και των Ρωμαίων αυτοκρατόρων μέχρι την εποχή του Κωνσταντίνου, ο οποίος άρχισε την βασιλεία του ως τυπικός ηλιολάτρης. Υπάρχουν νομίσματα ως το 324 μ.α.χ.χ. που εμφανίζουν τον Κωνσταντίνο να δοξάζει τον Sol ως «Πηγή της Αυτοκρατορικής Δυνάμεως», μόνον δε κατά τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του οι αναφορές στον Sol και τις άλλες εθνικές θεότητες εξαφανίσθησαν από τα νομίσματα.
Η εορτή πάντως του «Sol Invictus» επικαλύφθηκε με τη σειρά της αμέσως μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού (4ος αιώνας, με απόφαση του Πάπα Ιουλίου) από τα γνωστά μας «Χριστούγεννα» (που έως τότε υπολογίζονταν στις 6 Ιανουαρίου -ημερομηνία που στην Ανατολή παρέμεινε μέχρι τουλάχιστον τη βασιλεία του αυτοκράτορα Γιουτπράβδα, ελληνιστί Ιουστινιανού-, ή στις 19 Απριλίου, ή στις 20 Μαϊου κατ’άλλους, ενώ στο «Pascha Compustus» του 243 μ.α.χ.χ. η «γέννηση» του Τζεσουά ορίζεται στις 28 Μαρτίου). Η μετέπειτα χυδαία ιδιοποίηση του ελληνικού «Τριεσπέρου» δεν εμπόδισε φυσικά τους πιο σκληροπυρηνικούς απολογητές της νέας Θρησκείας να περιγελούν τους Εθνικούς, κατά την προσφιλή τους πρακτική, ακόμη και κατά τον 3ο αιώνα μ.α.χ.χ. (!!), ως τάχα… ανόητους που εώρταζαν γενέθλια Θεών (Αρνόβιος, περίπου 296 μ.α.χ.χ.).
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΑΙ ΕΟΡΤΕΣ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ
Τα Χριστούγεννα η εορτή της ανάμνησης της γεννήσεως του Ιησού Χριστού δηλαδή, αποτελούν την μεγαλύτερη γιορτή του Χριστιανισμού, αποτελώντας ημέρες χαράς για όλον τον Χριστιανικό κόσμο. Λόγω βέβαια της «οικονομικής εκμετάλλευσης» και του τεράστιου «οικονομικού τζίρου της εορτής» τα Χριστούγεννα εορτάζονται πλέον σχεδόν σε όλο τον κόσμο. Ιχνηλατώντας την ιστορικότητα της εορτής ο μελετητής ανακαλύπτει ενδιαφέροντα στοιχεία που αφορούν την ημερομηνία της εορτής, αλλά και συσχετίσεις με συνήθειες στον αρχαίο κόσμο. Αναζητώντας την ακριβή ημερομηνία γενέσεως του Ιησού ο μελετητής ανακαλύπτει ότι αφενός στην καινή Διαθήκη δεν γίνεται αναφορά για την εορτή Χριστουγέννων και αφετέρου ότι κανείς από τους Αποστόλους δεν τήρησε την 25η Δεκεμβρίου ως γενέθλια ημέρα του Σωτήρα.
Στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς γεννήθηκε ο Ιησούς Χριστός, (υπολογίζεται πως γεννήθηκε μεταξύ του 6 – 2 π. X.) Υπάρχουν όμως ενδείξεις που συνηγορούν στην Φθινοπωρινή γέννηση του, και όχι στην χειμερινή. Το εδάφιο από το Ευαγγέλιο του Λουκά παραδείγματος χάριν αναφέρει: «Οι ποιμένες ήσαν κατά το αυτό μέρος διανυκτερεύοντες εν τοις αγροίς, και φυλάττοντες φύλακας της νυκτός επί το ποίμνιον αυτών 2:
Η φράση αυτή έρχεται σε αντίθεση με τις πρακτικές των βοσκών καθώς τον χειμώνα λόγω του ψύχους οι ποιμένες δεν διανυκτερεύουν στους αγρούς. Αυτό μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η γέννηση του Ιησού δεν έγινε το Δεκέμβριο αλλά το Φθινόπωρο εφόσον τα κοπάδια δεν ήταν στις στάνες. Γνωρίζουμε επίσης ότι η γέννηση συνέπεσε, με την απογραφή, που συνήθως γινόταν μετά την συγκομιδή, κατά τις αρχές Οκτωβρίου. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης επίσης συσχετίζει την γέννηση του Ιησού Χριστού με την εορτή της «Σκηνοπηγίας», η οποία γινόταν τον Οκτώβρη.
Στην Αγία Γραφή γενέθλιες και ονομαστικές εορτές δεν συνιστούνται. Στην πραγματικότητα τα Χριστούγεννα δεν συμπεριλαμβάνοντα στις αρχαίες γιορτές της Χριστιανικής Εκκλησίας, και μάλιστα η τήρηση των γενεθλίων καταδικάζονταν σαν ένα ειδωλολατρικό έθιμο απεχθές στους Χριστιανούς. Ημέρα μνήμης των αγίων και μαρτύρων όριζαν αυτή του θανάτου. Η Καθολική Εγκυκλοπαίδεια αναφέρει σχετικά : «Τα Χριστούγεννα δεν ήταν ανάμεσα στις πρώτες εορτές της Εκκλησίας. Ο Ειρηναίος και ο Τερτυλλιανός την παραλείπουν από τους καταλόγους των εορτών» .
Έτσι Τα Χριστούγεννα ως εορτή των γενεθλίων του Σωτήρα δεν γιορτάζονταν τα πρώτα 300 χρόνια. Η καθιέρωση της 25ης Δεκεμβρίου ως ημέρα των Χριστουγέννων έγινε στη Ρώμη από τον Πάπα Ιούλιο τον Α, τον 4ο μ.χ. αιώνα, μετά από έρευνα που έγινε στα αρχεία της Ρώμης για την χρονιά επί Αυγούστου απογραφής, και κατόπιν υπολογισμών βάση των Ευαγγελίων. Ένα στοιχείο που λήφθηκε υπόψιν είναι το η φράση από το κατ’ Ιωάννη γ’30 «Εκέινον δει αυξάνειν, εμέ ελατούσθαι»
Στην πραγματικότητα όμως αυτό συνέβη διότι η συγκεκριμένη ημερομηνία συνέπεφτε με τις ειδωλολατρικές εορτές του Χειμερινού Ηλιοστασίου και την «Επιστροφή» του Ηλίου. Έκτοτε ο Χριστός όφειλε να είναι ο Ήλιος ο δίδων το φως εις τον κόσμο. Πριν εορταζόταν στις 6 Ιανουαρίου μαζί με τη βάπτιση του Ιησού (Θεοφάνια). Αργότερα το έθιμο πιθανολογείται ότι μεταφέρθηκε στην Ανατολή, πιθανόν από τον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό το 378-381 περίπου μ.Χ. Ο Ιωάννης Χρυσόστομος (345-407 μ.Χ.) σε ομιλία του για τη γέννηση του Χριστού, αναφέρει ότι είχε αρχίσει στην Αντιόχεια να γιορτάζονται τα Χριστούγεννα στις 25 Δεκεμβρίου. Το σίγουρο είναι ότι την εποχή του Ιουστινιανού, τον 6ο αιώνα, ο εορτασμός των Χριστουγέννων στις 25 Δεκεμβρίου είχε εξαπλωθεί σχεδόν σε όλη την Ανατολή.
Τι όμως εόρταζαν οι ειδωλολάτρες με τόση ευλάβεια που κατέστη αδύνατο από τους Χριστιανούς να απαγορέψουν. (Είναι χαρακτηριστικό δε ότι οι πρώτοι Χριστιανοί κατά αντιστοιχία με την παγανιστική τελετουργία της λατρείας του Θεού Ήλιου, δεν προσεύχονταν ποτέ αν δεν γύριζαν προς την Ανατολή του ήλιου, ενώ και ναοί τους είχαν μέτωπο προς τον ανατέλλοντα Ήλιο, αλλά και όλοι οι ναοί είχαν μέτωπο προς τον ανατέλλοντα Ήλιο). Και αυτό βέβαια όταν ο απόστολος Παύλος αναφέρει στη Β΄ Κορινθίους 6:14 & 17:
«Μη ομοζυγείτε με τούς απίστους, διότι τίνα μετοχήν έχει η δικαιοσύνη με την ανομίαν; Τίνα δε κοινωνίαν το φως προς το σκότος; Δια τούτο εξέλθετε εκ μέσου αυτών και αποχωρίσθητε, λέγει ο Κύριος, και μη εγγίσητε ακάθαρτον και εγώ θέλω σας δεχθή».
Η απάντηση είναι ο Ήλιος, τον οποίο οι αρχαίοι λαοί είχαν θεοποιήσει. Οι αρχαίοι λαοί αναπαριστούσαν την κίνηση του ήλιου με την ζωή ενός ανθρώπου που γεννιόταν κατά την χειμερινή τροπή του ήλιου που μεγάλωνε βαθμιαία καθώς αυξάνονταν και οι ώρες που ο ήλιος φωταγωγούσε την Γη, και πέθαινε ή ανασταίνονταν τον Μάρτιο την ημέρα της Εαρινής Ισημερίας, συμβολίζοντας με αυτόν τον τρόπο την αναγέννηση του φυτικού βασιλείου μέσα από την μήτρα της Γης. Το χειμερινό Ηλιοστάσιο 22-25 Δεκεμβρίου σημαίνει την αρχή του χειμώνα, και ο αρχίζει βαθμιαία να αυξάνει η ημέρα έως ότου εξισωθεί με την νύχτα, κατά την Ιση-μερία τον Μάρτιο. Τότε ο Ήλιος νικά το σκοτάδι, και έρχεται η άνοιξη η εποχή της αναγέννησης για την φύση Οι Αιγύπτιοι στις 25 Δεκεμβρίου εόρταζαν την γέννηση του θεού-ήλιου Όσιρη.
Μετά την δολοφονία του ένα δένδρο ξεφύτρωσε στο οποίο Ίσις κάθε επέτειο της γέννησης του στις 25 Δεκεμβρίου άφηνε δώρα γύρω από το δένδρο. Οι Βαβυλώνιοι, και οι Φοίνικες ονόμαζαν το θεό-ήλιο Βαάλ , οι Πέρσες λάτρευαν τη γέννηση του Αήττητου-ήλιου και θεού Μίθρα Βασιλιά, ενώ οι Βραχμάνοι στην γέννηση του ψάλλουν: «Εγέρσου ω βασιλιά του κόσμου, έλα σε μας από τις σκηνές σου».
Οι αρχαίοι Έλληνες κατά την χειμερινή τροπή του ήλιου γιόρταζαν την γέννηση του Διονύσου. Ο Διόνυσος αποκαλούταν «σωτήρ» και θείο «βρέφος», το οποίο γεννήθηκε από την παρθένο Σέμελη. Ήταν ο καλός «Ποιμήν», του οποίου οι ιερείς κρατούν την ποιμενική ράβδο, όπως συνέβαινε και με τον Όσιρη. Τον χειμώνα θρηνούσαν το σκοτωμό του Διονύσου από τους Τιτάνες, αλλά στις 30 Δεκεμβρίου εόρταζαν την αναγέννησή του. Οι γυναίκες-ιέρειες ανέβαιναν στην κορυφή του ιερού βουνού και κρατώντας ένα νεογέννητο βρέφος φώναζαν «ο Διόνυσος ξαναγεννήθηκε. Ο Διόνυσος ζει» , ενώ σε επιγραφή αφιερωμένη στον Διόνυσο αναγράφεται: «Εγώ είμαι που σε προστατεύω και σε οδηγώ, εγώ είμαι το Άλφα και το Ωμέγα».
Η εορτή αυτή πέρασε και στην αρχαία Ρώμη με τις δημοφιλείς γιορτές των Σατουρναλίων, προς τιμήν του Κρόνου τον Δεκέμβριο αλλά και της θεάς Δήμητρας, γι΄ αυτό και έκαναν θυσίες χοίρων για την ευφορία της γης . Τα Σατουρνάλια ήταν από τις σημαντικότερες ονομάζονταν « DIES INVICTI SOLIS «, «Ημέρα του αήττητου ήλιου», και άρχιζαν στις 17 Δεκεμβρίου και διαρκούσαν επτά ήμερες. Στην εορτή αυτή αντάλλασσαν δώρα, συνήθως λαμπάδες και στα παιδία έδιναν πήλινες κούκλες και γλυκά σε σχήμα βρέφους για να θυμίζουν το Κρόνο, που τρώει τα παιδιά του.
Σταδιακά λοιπόν τα γενέθλια του θεού Ήλιου μετατράπηκαν σε γενέθλια του Υιού του Θεού. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι οι «εθνικοί-ειδωλολάτρες» αποκαλούσαν την Πρώτη Ημέρα της εβδομάδας Ημέρα του θεού-Κυρίου Ήλιου, ορολογία την οποία αργότερα χρησιμοποίησαν και οι εκκλησιαστικοί Πατέρες για λόγους σκοπιμότητας ίσως. Κάτι που διασώζεται έως σήμερα στα Αγγλικά ως SUN-DAY, στα Γερμανικά SONN-TAG. Ο Ιουστίνος ο μάρτυς (114-165 μ.Χ.) γράφει στη 2η απολογία του για τον Ιησού
«…σταυρώθηκε, πριν το Σάββατο, ΠΟΥ ΗΤΑΝ Η ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ “ΚΡΟΝΟΥ” και την επόμενη ημέρα ΠΟΥ ΗΤΑΝ Η ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ (θεού) “ΗΛΙΟΥ” και η οποία μετονομάσθηκε σε ΚΥΡΙΑΚΗ, αναστήθηκε και εμφανίσθηκε στους μαθητές Του…»
Εκτός όμως της ημέρας της γέννησης και πολλές από τις παραδόσεις που συνδέονται με τα Χριστούγεννα ανταλλαγή δώρων, στολισμοί, κάλαντα, Χριστουγεννιάτικο δέντρο έχουν τις ρίζες τους σε παλαιότερες θρησκείες.
Πιο συγκεκριμένα τα κάλαντα τα οποία πήραν τ” όνομά τους από τις αρχαίες Ρωμαϊκές καλένδες του Γεναρίου, ήταν μία ρωμαϊκή εορτή κατά την οποία οι Ρωμαίοι ξεχύνονταν στους δρόμους και στις πλατείες με τραγούδια, φωνές και λαϊκά ξεφαντώματα για να γιορτάσουν το διπρόσωπο θεό Ιανό.(απ” αυτόν πήρε το όνομα του ο μήνας Ιανουάριος). Πίσω όμως από τα κάλαντα κρύβεται ένα αρχαίο Ελληνικό έθιμο με το όνομα Ειρεσιώνη, που αναφέρεται ήδη από τον Όμηρο, ο οποίος ευρισκόμενος στην Σάμο, σκάρωσε διάφορα τραγούδια τα οποία μαζί με μια ομάδα παιδιών τα τραγουδούσαν στα σπίτια των πλουσίων ευχόμενοι πλούτο, χαρά και ειρήνη. Συμβόλιζε την ευφορία και γονιμότητα της γης και εορτάζονταν δυο φορές το χρόνο, μια την άνοιξη με σκοπό την παράκληση των ανθρώπων προς τους θεούς κυρίως του Απόλλωνος-ήλιου και των Ωρών για προστασία της σποράς και μια το φθινόπωρο, για να τους ευχαριστήσουν για την συγκομιδή των καρπών.

Ταυτόχρονα με τις ευχαριστίες προς τους θεούς, έδιναν ευχές και στους συνάνθρωπους. Τα παιδιά γύριζαν από σπίτι σε σπίτι, κρατώντας ελιάς ή δάφνης στολισμένα με μαλλί (σύμβολο υγείας και ομορφιάς) και καρπούς κάθε λογής, τραγουδώντας για καλύτερη τύχη και γονιμότητα της γης. Πολλά από τα παιδιά έφεραν τον κλάδο σπίτι τους και τον κρεμούσαν στην πόρτα όπου έμενε όλο το έτος.(κάτι που συνηθίζουμε να κάνουμε σήμερα την Πρωτομαγιά).
Οι ευχές και τα τραγούδια περνώντας από γενιά σε γενιά, κληρονομήθηκαν στα Ρωμαϊκά Χρόνια με τις Καλένδες, απ” τις οποίες έλαβαν τη μορφή που απαντάμε σήμερα, από τα Πρωτοχριστιανικά κιόλας χρόνια. Ένα άλλο Χριστουγεννιάτικο έθιμο αυτό του Χριστουγεννιάτικου δένδρου όπως είδαμε έχει τις ρίζες του στην αρχαία Αίγυπτο.
Σύμφωνα με την παράδοση αυτός που καθιέρωσε το έλατο ως «χριστουγεννιάτικο δέντρο» ήταν ο Άγιος Βονιφάτιος, που θέλησε να αντικαταστήσει την ιερότητα που απέδιδαν οι ειδωλολάτρες στη δρυ, και αυτό παρότι στον Ιερεμία 10: 2-4 αναφέρεται : «Μη μανθάνετε την οδόν των εθνών.. Διότι τα έθνη πτοούνται εις αυτά. Διότι τα νόμιμα των λαών είναι μάταια. Διότι κόπτουσιν ξύλον εκ του δάσους, έργον χειρών τέκτονος με τον πέλεκυν. Καλλωπίζουσιν αυτό με άργυρον και χρυσόν. Στερεόνουσιν αυτό με καρφία και με σφύρας δια να μη κινείται».
Το χριστουγεννιάτικο δέντρο εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη Γερμανία στο τέλος του 16ου, αλλά έως τις αρχές του 19ου αιώνα δεν ήταν διαδεδομένο ευρέως – τοποθετούνταν μόνο στις εκκλησίες. Το δέντρο ως Χριστιανικό σύμβολο, συμβολίζει την ευτυχία που κρύβει για τον άνθρωπο η γέννηση του Χριστού. Σταδιακά το δένδρο άρχισε να γεμίζει με διάφορα χρήσιμα είδη- κυρίως φαγώσιμα κι αργότερα ρούχα κι άλλα είδη καθημερινής χρήσης, (κάτι που γινόταν στους αρχαίους Ελληνικούς ναούς) συμβολίζοντας την προσφορά των Θείων Δώρων. Στην σύγχρονη Ελλάδα το έθιμο το εισήγαγαν οι Βαυαροί με τον στολισμό στα ανάκτορα του Όθωνα το 1833. Μετά τον το Β’ παγκόσμιο πόλεμο το δέντρο με τις πολύχρωμες μπάλες μπήκε σε όλα τα ελληνικά σπίτια.
Τέλος το κόψιμο της βασιλόπιτας αποτελεί εξέλιξη του αρχαιο Ελληνικού εθίμου του εορταστικού άρτου, τον οποίο οι αρχαίοι Έλληνες πρόσφεραν στους θεούς σε μεγάλες αγροτικές γιορτές, όπως τα Θαλύσια και τα Θεσμοφόρια.
Η ΠΑΓΑΝΙΣΤΙΚΗ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ
Η 25η Δεκεμβρίου συμπίπτει παραδοσιακά με το χειμερινό ηλιοστάσιο, δηλαδή με τη νύχτα με τη μεγαλύτερη διάρκεια. Η επόμενη νύχτα είναι θεωρητικά μικρότερη για κάποια δευτερόλεπτα, καθώς ο ήλιος ανατέλλει νωρίτερα και δύει αργότερα, ενώ μέχρι την ημερομηνία αυτή συμβαίνει το αντίθετο (λόγω όμως των εκατοντάδων χρόνων που έχουν περάσει από την καθιέρωση της ημερομηνίας αυτής, αυτή δεν είναι πια σωστή, καθώς μετακινείται αργά ¾η ακριβής ημερομηνία του χειμερινού ηλιοστασίου του 1999 είναι το ξημέρωμα της 22ης Δεκεμβρίου).
Όλοι οι πολιτισμοί είχαν καθιερώσει γιορτές για αυτή την ημερομηνία, καθώς πίστευαν πως είναι η μέρα της ανάστασης του ηλιακού θεού.
Η αρχαιότερη απόδειξη της σημαντικότητας της ημερομηνίας αυτής για τους αρχαίους λαούς είναι το μεγαλιθικό μνημείο του Newgrange στην Ιρλανδία, το οποίο θεωρείται παλιότερο από τις πυραμίδες και είναι μια κυκλικό πέτρινο κτίριο απίστευτης τεχνικής. Κατασκευασμένο, υποτίθεται, από πρωτόγονους, είναι παρόλα αυτά έτσι χτισμένο που ο κεντρικός του θάλαμος φωτίζεται κάθε χειμερινό ηλιοστάσιο και μόνο. Η ακτίνα του ήλιου περνά μέσα από πολλά μέτρα πέτρας και φωτίζει μια λεκάνη στολισμένη με ηλιακά σύμβολα και σπείρες. Σήμερα δε γνωρίζουμε ποιο σκοπό εξυπηρετούσε και τον τρόπο με τον οποίο κατασκευάστηκε.
Οι Σουμέριοι και οι Μεσοποτάμιοι γιόρταζαν το ηλιοστάσιο σαν την ημέρα της μάχης του Μαρντούκ με τις δυνάμεις του Χάους. Επειδή, μάλιστα, η παράδοση απαιτούσε την αυτοκτονία του βασιλιά τους για να «μεταφερθεί» στο πλευρό του Μαρντούκ και να τον βοηθήσει, ανακήρυτταν βασιλιά τους για την περίοδο του δωδεκαήμερου κάποιον τυχαίο και, αφού του πρόσφεραν βασιλικές τιμές, τον έσφαζαν τη δωδέκατη μέρα τελετουργικά.
Οι Βαβυλώνιοι και οι Πέρσες εκτελούσαν την ίδια περίοδο παρόμοιους εορτασμούς, στους οποίους οι άρχοντες και οι δούλοι άλλαζαν τίτλους.
Οι Σκανδιναβοί, που αντιμετώπιζαν νύχτες μεγαλύτερες από 25 ώρες(!), γιόρταζαν το Yuletide, κατά το οποίο οι κυνηγοί έφευγαν στα ψηλά βουνά για να δουν πρώτοι την επιστροφή του Ήλιου που είχε χαθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο πρώτος που θα την αντίκριζε έφερνε τα καλά νέα στους καταυλισμούς και ήταν επικεφαλής στο πλούσιο γλέντι που διοργανωνόταν στην επιστροφή του. Στα ίδια μέρη του Βορρά, έδεναν μήλα στα κλαδιά των δέντρων για να υπενθυμίζουν πως η άνοιξη θα γυρίσει, ξεκινώντας ίσως έτσι την παράδοση του χριστουγεννιάτικου δέντρου.
Δεν ήταν μόνο ο Χριστός και ο μιθραϊκός ηλιακός θεός που λέγεται πως γεννήθηκαν τη μέρα αυτή, αλλά και ο Όσιρις, ο Ώρος, ο Διόνυσος, ο Άδωνις, ο Δίας και ο Jupiter, ο Tammuz, ο Ηρακλής και όλοι οι ηλιακοί ημίθεοι. Η περσική μυστηριακή θρησκεία του Μίθρα, που μέχρι την επίσημη καθιέρωση του χριστιανισμού ήταν η βασική θρησκεία των Ρωμαίων στρατιωτών, την ονόμαζε «Ημέρα της Γέννησης του Ήλιου».
Οι αρχαίοι Έλληνες και οι Ρωμαίοι γιόρταζαν την περίοδο αυτή τα Σατουρνάλια και τα Κρόνια, τις γιορτές που ήταν αφιερωμένες στο χθόνιο θεό της γης, τον Κρόνο. Οι εορτάζοντες φώναζαν στους δρόμους «Ιώ Σατουρνάλια!», αντάλλασσαν δώρα και γλυκά και διοργάνωναν γλέντια με φαγητό. Θεωρούσαν πως η εποχή της κυριαρχίας του Κρόνου ήταν η Χρυσή Εποχή της ζωής, μια παραδείσια κατάσταση ευδαιμονίας, που την έκλεψε και τη σταμάτησε ο Δίας, όταν μαχαίρωσε τον Κρόνο για να του αποσπάσει την εξουσία.
Σαν χθόνιος θεός, ο Κρόνος ήταν ταυτόχρονα και θεός του θανάτου και του σκότους. Έτσι, οι εκδηλώσεις είχαν αρκετά σκοτεινά σημεία. Σε συνδυασμό με τους εορτασμούς του Βάκχου Διόνυσου που γίνονταν την ίδια εποχή, πολλοί «μετατρέπονταν» σε σάτυρους και κρατώντας τεράστιους φαλλούς, επιτίθονταν στους περαστικούς με σκοπό να τους τρομοκρατήσουν. Η υποχρεωτική δωροδοκία ήταν ο κανόνας, για να τους αφήσουν τελικά στην ησυχία τους. Ο σάτυρος, που μιμούνταν τον Βάκχο, υποδυόταν την εμφάνιση που σήμερα θεωρούμε μορφή του διαβόλου: φορούσε κέρατα, τριχωτά ενδύματα, προβιές και οπλές κατσίκας.
Η «τραγωδία», τα τραγούδια των τράγων δηλαδή, ήταν στην πρώτη τους μορφή μέρη των πρωτόγονων αυτών εορτασμών. Αν νομίζετε πως τελικά εξαφανίστηκαν με την έλευση του χριστιανισμού, έχετε μεγάλο λάθος! Θα σας περιγράψω το τυπικό που ακολουθούσαν πχ. έξω από τη Θεσσαλονίκη, στα Κουφάλια μέχρι πρόσφατα, το 1950:
Τις μέρες των Χριστουγέννων, τα παιδιά έπαιρναν ξύλα στα χέρια τους και έβγαιναν στους δρόμους φωνάζοντας «Κόλιεντα!» (Κόλεντα ή Κόλιεντα ονομάζονταν και οι σλάβικες τελετές προς τιμή του Τρίγκλαβ, που σημαίνει Τρικέφαλος). Μετά χτυπούσαν τις πόρτες των σπιτιών και απαιτούσαν φιλοδώρημα, απειλώντας τους σπιτονοικοκύρηδες με το ποιηματάκι αυτό: «Δώσε μπάμπω μια κουρούδα (μπισκότο ή κουλούρι ή γλύκισμα) μη σε βγάλ’ απ’ την καμινούδα (καμινάδα)», που φυσικά συσχετίζεται με την δοξασία πως η καμινάδα κρύβει μια μαγική είσοδο-έξοδο. Μετά όμως οι μεγαλύτεροι σε ηλικία εκδικούνταν τα παιδιά, καθώς ντύνονταν «καμήλες», φορούσαν κακομούτσουνες στολές με δερμάτινες μάσκες και κουδούνια και τρομοκρατούσαν τα μικρά παιδιά, απαιτώντας χρήματα. Παρόμοιες παραδόσεις κρατούσαν σε όλη την Ευρώπη σε κάθε τόπο, παραδόσεις που σταμάτησαν ξαφνικά καθώς τα Χριστούγεννα μετατράπηκαν στην αμερικανική έκδοσή τους, που είναι στο μεγαλύτερο μέρος της κατασκευασμένη για εμπορικούς σκοπούς.
Ο Μέγας Κωνσταντίνος, που επέβαλε το χριστιανισμό έχοντας αρκετούς πολιτικούς σκοπούς (βλέπε «εν τούτω νίκα»), στην προσπάθειά του να σιγάσει τους εορτασμούς του Μίθρα που συνεχίζονταν κρυφά και μετά την επιβολή του χριστιανισμού, διέταξε το 336 μ.Χ. τον επίσκοπο της Ρώμης, Ιούλιο Α΄, να επιβάλει την 25η Δεκεμβρίου σαν τη μέρα των Χριστουγέννων. Ο σκοπός του ήταν να «υπεξαιρέσει» τους εορτασμούς των Μιθραϊστών και των υπόλοιπων παγανιστών, επειδή δεν μπορούσε να τους σταματήσει με άλλο τρόπο.

Το Διονυσιακό πνεύμα των Χριστουγέννων

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕ Η 25Η ΔΕΚΕΜΒΡΗ ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΚΟΣΜΟ

Μανιοδότης κι εκστατικός, βαθιά ερωτικός, πνεύμα της φύσης και της γονιμότητας, του κρασιού και του γλεντιού… Ναι, ο Βάκχος, ο Διόνυσος, αέναος κι αειθαλής, μας χαμογελάει ακόμη μες από τα βάθη των αιώνων, μεταμφιεσμένος σε Θείο Βρέφος. Ίσως να σοκάρει η ιδέα ότι πίσω από τη «μεγάλη γιορτή της χριστιανοσύνης» θα μπορούσε να βρίσκεται η λατρεία ενός θεού που μοιάζει διαμετρικά αντίθετος με το σεμνό και μετρημένο Ιησού. Κι όμως, το διονυσιακό υπόβαθρο του Δωδεκαημέρου είναι πολύ έντονο για ν’ αποτελεί απλή σύμπτωση!

Γλυκό μου βρέφος,

Διόνυσέ μου και Χριστέ μου…

Άγγελος Σικελιανός «Διόνυσος ἐπὶ λίκνῳ»

Αρκετοί υποστηρίζουν ότι πίσω από τα Χριστούγεννα βρίσκονταν οι γιορτές του Ηλιοστασίου, οι οποίες τιμούσαν ηλιακές οντότητες, όπως ο Ηρακλής και ο Μίθρας. Σε άρθρο του τεύχους 13, είχαμε αναλύσει αυτήν ακριβώς τη διάσταση της χριστιανικής γιορτής. Άλλωστε, αποτελεί πλέον κοινό μυστικό, ότι στις 25 Δεκεμβρίου η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία χαιρέτιζε τη γέννηση ενός άλλου Σωτήρα: του Ανίκητου Ήλιου, που ταυτιζόταν όχι μόνο με το Μίθρα αλλά και με τον ίδιο τον αυτοκράτορα. Όμως, στου χρόνου τα γυρίσματα, ο Χριστός, παίρνοντας το μανδύα του «Νοητού Ήλιου», κατέληξε να αντικαταστήσει τις παλιότερες αυτές μορφές.

Ωστόσο, πίσω από τις ρωμαϊκές ηλιολατρείες, που τόνωναν την αίγλη του αυτοκράτορα κι έστρεφαν στους ουρανούς τις ελπίδες του κόσμου για σωτηρία, υπήρχε ένα άλλο, πολύ πιο αρχέγονο πλαίσιο από γιορτές και έθιμα. Άλλωστε, σε παλιότερες εποχές η ζωή των ανθρώπων ήταν βαθιά δεμένη με την ύπαιθρο και την καλλιέργεια της γης και η θρησκεία τους καθρέφτιζε αυτήν ακριβώς την ιδιαίτερη σχέση.

Διόλου παράξενο, λοιπόν, που γύρω από την περίοδο των Χριστουγέννων ανακαλύπτουμε μια ποικιλία από γιορτές διονυσιακές και γονιμικές: τα «Αλώα», που τιμούσαν επίσης τη Δήμητρα και την Περσεφόνη, τα «Κατ’ αγρούς Διονύσια», εύθυμη αγροτική γιορτή, και τα «Λήναια», όπου γίνονταν θεατρικοί αγώνες – γιατί φυσικά ο Βάκχος ήταν και θεός του θεάτρου.

Το «αίμα του σταφυλιού»

Η πολυσύνθετη μορφή του Διόνυσου, μαγική και συνάμα βαθιά μυστικιστική, ρίχνει βαριά τη σκιά της πάνω στο πρόσωπο του Ιησού. Μοιάζει σαν να ’ναι σχεδόν ο ένας το alter ego του άλλου, καθώς και οι δυο ενσαρκώνουν πανάρχαια αρχέτυπα. Άλλωστε, και οι δύο σήκωσαν το φορτίο των πόθων και των προσδοκιών αμέτρητων ανθρώπων!

Δεν είναι λίγες οι ομοιότητές τους. Η γέννησή τους δεν θα μπορούσε παρά να είναι υπερφυσική, καθώς υπήρξαν γιοι ενός θεού και μιας θνητής. Και οι δύο καταδιώχτηκαν και υπέφεραν, πέθαναν κι αναστήθηκαν. Εμφανίστηκαν ως Σωτήρες κι έκαναν θαύματα, αλλά επίσης πρόσφεραν στους ανθρώπους και την ελπίδα της μεταθανάτιας λύτρωσης.

Μιλήσαμε πριν για την ηλιακή υπόσταση του Ιησού. Πίσω απ’ αυτήν ίσως να κρύβεται η φωτεινή μορφή του Βάκχου, ο οποίος συνδυάζει χαρακτηριστικά σεληνιακά και ηλιακά. Μάλιστα, είχε και το επίθετο Λαμπτήρ, «εκείνος που λάμπει, που φωτίζει». Στην Πελλήνη της Αχαΐας γιόρταζαν προς τιμήν του τα Λαμπτήρια, φέρνοντας τη νύχτα αναμμένες δάδες στο ιερό του (Παυσανίας, 7. 27, 3). Τέτοιου είδους έθιμα θυμίζουν το «άγιο φως» και τις λαμπάδες του Πάσχα. Πάντως, σε ορισμένα μέρη της Ελλάδας, όπως στην Ηλεία, τη Θράκη και τη Ρόδο, ο γιος της Σεμέλης ταυτιζόταν με τον ίδιο το θεό Ηλιο. Ο Μακρόβιος έχει διασώσει τον εξής στίχο:Ἥλιος, ὃν Διόνυσον ἐπίκλησιν καλέουσιν. Επιπλέον, στη θρησκεία των Ορφικών, ο Βάκχος ταυτίζεται με το Φάνη, τον «πυριφεγγή» δημιουργό του σύμπαντος (ορφικός ύμνος 52).

Ίσως το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο που ενώνει το Χριστό με το Διόνυσο να είναι το κοινό τους σύμβολο: το σταφύλι, που ονομάζεται βότρυς, στα αρχαία ελληνικά. Μέγας βότρυς αποκαλείται ο Ιησούς από το χριστιανό συγγραφέα Κλήμη τον Αλεξανδρέα. Βότρυς πέπειρος (ώριμος) χαρακτηρίζεται στον Ακάθιστο Ύμνο (ωδή 7). Μάλιστα, φτάνει στο σημείο να ταυτιστεί με το ίδιο το φυτό που γεννά το μεθυστικό καρπό: «Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινή», παρουσιάζεται να λέει στο Κατά Ιωάννην (15, 1-5). Εντυπωσιακή είναι μια εικόνα βυζαντινής τεχνοτροπίας του 15ου αιώνα από την Κρήτη. Απεικονίζει το Χριστό να ξεπροβάλλει μες από ένα κλήμα, με τους δώδεκα αποστόλους να κάθονται στα κλαδιά του!

Το κόκκινο κρασί έφτασε να ταυτίζεται με το ίδιο το αίμα του Ιησού. Μια από τις ποικίλες παραδόσεις που σχηματίστηκαν ανά τους αιώνες γύρω από τα Χριστούγεννα είναι ότι τα μεσάνυχτα της παραμονής το νερό στα πηγάδια και τις πηγές μπορούσε να μετατραπεί σε αίμα ή οίνο. Αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο των διονυσιακών γιορτών· στη διάρκειά τους συχνά λεγόταν ότι μια πηγή έρεε κόκκινο κρασί αντί νερό. Στις Βάκχες, την τραγωδία του Ευριπίδη, ο οίνος αναβλύζει μέσα από τη γη κατά τα εκστατικά όργια των Μαινάδων:

«Μια τους χτυπά ένα βράχο με το θύρσο

και δροσερό νερό αναβρύζει· μια άλλη

αγγίζει με το θύρσο της το χώμα

κι ο θεός εκεί κρασιού μια βρύση ανοίγει…»

(Βάκχαι 704-7, μετ. Θρασύβουλου Σταύρου)

Ο Διόνυσος και το Ιερό Δέντρο

Μπορείτε να φανταστείτε τα Χριστούγεννα χωρίς το χριστουγεννιάτικο δέντρο; Αν και το στοιχείο αυτό λάμπει διά της απουσίας του από τη Βίβλο, στο νου των απανταχού χριστιανών το στολισμένο έλατο αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο των εορτασμών. Η επίσημη άποψη είναι ότι το τούτο έθιμο έφτασε στη χώρα μας κατά τη βασιλεία του Όθωνα, το 19ο αιώνα, ενώ οι ρίζες του ανιχνεύονται στις γερμανικές παραδόσεις του 15ου-16ου αιώνα. Κι όμως, ο συμβολισμός του Δέντρου είναι πανάρχαιος, καθώς συνδέεται άρρηκτα με τη γη, τη Μάνα Γαία, αλλά και με τον ίδιο τον Διόνυσο, ως θεό της βλάστησης.

Είχε τους τίτλους Δενδρεύς, Ένδενδρος και Δενδρίτης. Μάλιστα, κατά μια πολύ ενδιαφέρουσα σύμπτωση, ένα από τα ιερά του φυτά είναι το έλατο. Σε νομίσματα και αγγεία του 6ου και του 5ου αιώνα, ένα ολόκληρο έλατο ή ένα κλαδί του παρουσιάζεται σαν θύρσος (το χαρακτηριστικό διονυσιακό ραβδί) στα χέρια των Κενταύρων και των Σατύρων.

Στις Βάκχες του Ευριπίδη, οι Μαινάδες κοιμούνται αποκαμωμένες μες στο δάσος του Κιθαιρώνα πάνω σε φύλλα έλατου (ή βαλανιδιάς). Αλλά και ο Πενθέας, βασιλιάς της Θήβας και εχθρός του Διόνυσου, ανεβαίνει πάνω σ’ ένα τέτοιο δέντρο για να παρακολουθήσει κρυμμένος τις γυναικείες τελετουργίες. Όμως, οι Μαινάδες τον εντοπίζουν, ξεριζώνουν το δέντρο και διαμελίζουν τον αλαζόνα βασιλιά. Εικάζεται ότι η αφήγηση αυτή αποτελεί απόηχο του ορφικού μύθου για το μικρό Διόνυσο Ζαγρέα, ο οποίος βρήκε μαρτυρικό θάνατο κομματιασμένος απ’ τους ζηλόφθονους Τιτάνες.

Κι όμως, έτσι έπρεπε να γίνει. Βλέπετε, οι σωτήρες θεοί είναι αναγκασμένοι να γνωρίσουν τον πόνο και το θάνατο, όπως κι εμείς. Έρχονται έτσι πιο κοντά στα βιώματα των θνητών, σχεδόν γίνονται ένα μαζί τους, αποκτώντας διπλή υπόσταση – θεϊκή κι ανθρώπινη συνάμα. Ίσως γιατί μόνο έτσι μπορούν οι άνθρωποι να ταυτιστούν μαζί τους και να εναποθέσουν σ’ αυτούς τις ελπίδες τους, όπως την προσδοκία για μια δική τους προσωπική ανάσταση ή για μια μεταθανάτια ευτυχία.

«Καταργήστε τα Χριστούγεννα!»

Έστω όμως κι αν η σκοτεινή πλευρά – ο πόνος, το αίμα κι ο θάνατος – αποτελεί στοιχείο των διονυσιακών παραδόσεων, η ουσία του Βάκχου είναι το γλέντι και η χαρά της ζωής. Το τραγούδι, ο χορός, η μέθη, το θέατρο, ο αισθησιασμός είναι τα υλικά που δίνουν ψυχή στη λατρεία του. Εκείνος ανατρέπει τη ρουτίνα της σκληρής καθημερινότητας χαρίζοντας πινελιές ευτυχίας ακόμη και μες στις μακριές, κρύες νύχτες του χειμώνα.

Ωστόσο, φαίνεται ότι τα τόσα διονυσιακά στοιχεία που εισήλθαν στον εορτασμό των Χριστουγέννων ενοχλούσαν κάποιους ακραιφνείς χριστιανούς. Έτσι, ο Πολύδωρος Βιργίλιος, ιταλικής καταγωγής ιστορικός που έζησε το 15ο-16ο αι., έγραφε τα εξής:

Χοροί, μάσκες, παντομίμες, θεατρικά έργα και άλλες τέτοιες χριστουγεννιάτικες διαταράξεις που τώρα συνηθίζουν οι Χριστιανοί προήλθαν από τις ρωμαϊκές γιορτές, τα Σατουρνάλια [σ.σ. γιορτή προς τιμήν του Κρόνου] και τα Βακχανάλια [σ.σ. εορτασμός του Βάκχου]. Αυτό θα έπρεπε να κάνει όλους τους ευσεβείς Χριστιανούς να απεχθάνονται αιώνια τέτοια έθιμα.

Μπορεί σήμερα να μας φαίνεται αδιανόητο να προσπαθήσει κανείς να … καταργήσει τα Χριστούγεννα. Κι όμως, μια προτεσταντική ομάδα που ονομαζόταν, όχι τυχαία, Πουριτανοί προσπάθησε το 17ο αιώνα στη Μασαχουσέτη των ΗΠΑ να απαγορεύσει εντελώς τον εορτασμό τους, επειδή περιείχε τόσα παγανιστικά στοιχεία! Κάτι αντίστοιχο έκανε για τον ίδιο λόγο και ο Όλιβερ Κρόμγουελ, ηγεμόνας της Αγγλίας: έθεσε εκτός νόμου τους εύθυμους εορτασμούς και τα κάλαντα από το 1649 ως το 1660. Επιχείρησε να καθιερώσει τα Χριστούγεννα ως αυστηρά θρησκευτική γιορτή, που θα συνοδευόταν μόνο από προσευχές. Δεν το κατάφερε για πολύ, όμως…

Τα παιδιά του Διόνυσου

Μπορεί σήμερα η μορφή του Διόνυσου να ανήκει, για τους περισσότερους ανθρώπους, στο παρελθόν, όμως τα παιδιά του είναι πάντα εδώ! Το βακχικό, γονιμικό πνεύμα ζει και βασιλεύει μέσα στις λαϊκές μας παραδόσεις, παρά τις άπειρες διώξεις που υπέστη ανά τους αιώνες.

Για παράδειγμα, στο χωρίο Βώλακας του νομού Δράμας διεξάγεται στις 7 Ιανουαρίου το τελετουργικό των «Αράπηδων», μεταμφιεσμένων ανδρών που έχουν βάψει το πρόσωπό τους με καπνιά. Την επόμενη μέρα εμφανίζονται οι «Αρκούδες», άνδρες ντυμένοι με προβιές, οι οποίοι κάνουν φαλλικές κινήσεις, βωμολοχούν και χτυπούν φιλικά με τα ξύλα τους τον κόσμο – στοιχεία πάρα πολύ παλιά. «Κάνομε τους Αράπηδες για το καλό, για τη σοδειά μας…», λένε οι κάτοικοι. «Έτσι το βρήκαμε, έτσι το συνεχίζουμε…»

Αντίστοιχα, στις 6 Ιανουαρίου, την ημέρα των Θεοφανείων, στην Καλή Βρύση Δράμας γιορτάζονται τα Μπαμπούγερα, που διαρκούν μέχρι τις 8 του μηνός. Άνδρες φορούν ζωόμορφο προσωπείο και κρεμούν στη μέση τους βαριά κουδούνια. Χορεύουν, κυνηγούν εύθυμα τους περαστικούς, αλλά αρπάζουν και τη … νύφη (έναν άνδρα ντυμένο γυναίκα) σε μια τελετουργία που θυμίζει τους καρναβαλικούς γάμους, ένα έθιμο που χάνεται πολύ βαθιά στο χρόνο.

Σε τελική ανάλυση, παιδιά του Διόνυσου είμαστε κι εμείς – όλοι και όλες που επιμένουμε να διατηρούμε την αισιοδοξία μας και ν’ απολαμβάνουμε την ομορφιά της ζωής, σε πείσμα των καιρών. Όχι μόνο γιατί η φτώχεια θέλει καλοπέραση, αλλά και για έναν άλλο λόγο: γιατί ο Βάκχος είναι και θεός πολιτικός κι ανατρεπτικός. Σε μια εποχή κινημάτων και εξεγέρσεων, ο Διόνυσος Ἐλευθερέας (ελευθερωτής), Δημόσιος και Δημοτελὴς (προστάτης του δήμου και της δημοκρατίας) δεν μπορεί παρά να είναι εκπληκτικά επίκαιρος!

Βιβλιογραφία

Γκάθρι, Γ. Κ. Σ., O Oρφέας και η Aρχαία Eλληνική Θρησκεία, Kαρδαμίτσα, Aθήνα 2000

Θεοδοσίου, Στράτος και Μάνος Δανέζης, Ο Κύκλος του Χρόνου: Αστρονομία και Μυστηριακές Λατρείες, Δίαυλος, Αθήνα 2004

Λεκατσάς, Παναγής, Διόνυσος, Καστανιώτη, Aθήνα 1999

Λεκατσάς, Παναγής, Το Θείον Βρέφος, Καστανιώτη, Aθήνα 1996

Σταύρου, Θρασύβουλος (μετ.), Τραγωδίες του Ευριπίδη, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Aθήνα 1980

Κουίζ: Γεννήθηκε με άμωμο σύλληψη στις 25 Δεκεμβρίου. Σταυρώθηκε και αναστήθηκε μετά από 3 ημέρες...

Γέννηση Χριστού και προγενέστερες θεότητες.
Είναι η 25 Δεκεμβρίου η αληθινή ημερομηνία γέννησης του Ιησού; Κανένας δεν ξέρει πραγματικά. Το μόνο που είναι γνωστό είναι ότι το 336 π.Χ. ορίστηκε η ημερομηνία 25 Δεκεμβρίου ως η ημερομηνία εορτασμού για μια πολύ γνωστή παγανιστική θρησκεία στην Ρώμη (σατούρνια) κατά τη διάρκεια του χειμερινού ηλιοστασίου.
Κατά τα μέσα του 4ου αιώνα μ.Χ. οι θεολόγοι από την εκκλησία έγραψαν:

 "Ορίσαμε αυτή την ημερομηνία ιερή, όχι όπως οι παγανιστές λόγω της γέννησης του ήλιου, αλλά λόγω αυτού του ίδιου που έφτιαξε τον ήλιο".
Αρχικά η γιορτή των Χριστουγέννων γιορτάζονταν από μια σχετικά μικρή ομάδα ατόμων, αλλά με την πάροδο των ετών τα Χριστούγεννα αντικατέστησαν μια σειρά εορτών σε πολλές χώρες ενώ πλήθος παραδόσεων έχει προστεθεί σε αυτό τον εορτασμό.
Ο χριστιανισμός, όπως όλες οι ανθρώπινες θρησκείες, επηρεάστηκε από παλαιότερες και σύγχρονες του θρησκείες και φιλοσοφίες. 
Υπάρχουν τουλάχιστον 15 θρησκείες, στις οποίες όλως τυχαίως η ιστορία επαναλαμβάνεται. Ενδεικτικά: 
Στη θρησκεία των αρχαίων Αιγυπτίων, που χρονολογείται από το 3000 π.Χ., κεντρική είναι η φιγούρα του θεού-ήλιου Χόρους. Αυτός γεννήθηκε στις 25 Δεκεμβρίου από την παρθένο Ίσιδα, ενώ η γέννησή του συνοδεύτηκε από την εμφάνιση ενός άστρου από την ανατολή, το οποίο ακολούθησαν τρεις μάγοι για να φτάσουν στο σημείο της γέννησης και να του φέρουν δώρα. 
Στην ηλικία των 12 ήταν παιδί δάσκαλος, ενώ μόλις συμπλήρωσε τα 30 ξεκίνησε τη βασιλεία του, αφού πρώτα βαπτίστηκε από κάποιον Ανάπ. Στα ταξίδια του συνοδευόταν από 12 μαθητές και έκανε πολλά θαύματα, όπως θεραπεία αρρώστων και περπάτημα στο νερό. Κάποια από τα πολλά ονόματα με τα οποία τον προσφωνούσαν ήταν «ο γιος του θεού», «καλός ποιμένας», «αμνός του θεού», «η αλήθεια», «το φως» και πολλά άλλα. Αφού προδόθηκε από τον Τυφώνα, ο Χόρους σταυρώθηκε, θάφτηκε για 3 μέρες και αναστήθηκε! 
Ο Άττις στη Φρυγία, γεννήθηκε από την παρθένα Κυβέλη στις 25 Δεκεμβρίου. Σταυρώθηκε, θάφτηκε σε τάφο και αναστήθηκε μετά από τρεις ημέρες. 
Στην Ινδία ο Κρίσνα γεννήθηκε από την παρθένα Ντεβάκι, με ένα άστρο στην ανατολή να σηματοδοτεί τον ερχομό του. 
Στην Περσία ο Μίθρα γεννήθηκε από παρθένο, σε μία σπηλιά στις 25 Δεκεμβρίου, και αμέσως δέχτηκε δώρα από τρεις βοσκούς. Είχε 12 μαθητές και έκανε πολλά θαύματα, ενώ μετά το θάνατό του θάφτηκε για τρεις ημέρες και έπειτα αναστήθηκε. Η επιγραφή «Όποιος δεν φάει το σώμα μου και δεν πιει το αίμα μου, ώστε να γίνει ένα μαζί μου κι εγώ ένα με αυτόν, δεν θα γνωρίσει τη σωτηρία» βρέθηκε σε ένα ιερό του...
Στην Ελλάδα είναι γνωστή η ιστορία του Διόνυσου, που γεννήθηκε από την παρθένο Σεμέλη στις 25 Δεκεμβρίου. Κάποιες από τις προσφωνήσεις του ήταν «βασιλεύς των βασιλέων», «ο μονογενής υιός του θεού», «το άλφα και το ωμέγα», «θεός Κύριος γεννηθείς εκ θεού» και πολλά άλλα. Ήταν δάσκαλος και ταξίδευε κάνοντας θαύματα, όπως η μετατροπή του νερού σε κρασί. Μετά το θάνατό του (και αυτός) αναστήθηκε. 
Ακόμα, υπάρχουν αναφορές ότι ο Πυθαγόρας μπορούσε να καταλαγιάζει τα νερά των λιμνών και ποταμών, ώστε να περνούν οι μαθητές του και ότι ο Εμπεδοκλής είχε αναστήσει μια γυναίκα που ήταν πεθαμένη για 30 ημέρες!

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2013

Κλαγγηδόν, κλαγγηδόν: το Jingle Bells στα… αρχαία ελληνικά


Και οι κλασικοί φιλόλογοι έχουν χιούμορ.
Και ως φαίνεται ο καθηγητής Christopher Pellins (που από το 2003 έχει την Έδρα Regius των Ελληνικών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης) δεν έχει μόνο χιούμορ και άρτια γνώση των αρχαίων ελληνικών αλλά και σπουδαία φαντασία!

Με πολλές ευχαριστίες για την ανακάλυψη στη φίλη αρχαιολόγο Καλλιόπη Σαρρή.
Αν αναρωτιέστε λοιπόν πώς θα ήταν το Jingle Bells (ένα τραγούδι του 1857 μ.Χ.) στα αρχαία ελληνικά, ιδού η απάντηση:
(Παρατηρήσατε ότι μπορεί κανείς να το τραγουδήσει στο ρυθμό του τραγουδιού;)
Αλλά και η ιστορία του Ρούντολφ του τάρανδου, που γράφτηκε μόλις το 1939, πώς θα ακουγόταν άραγε τον 5ο αι. π.Χ;

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΑΘΕΩΝ

Η Αξία...

Ένας καθηγητής κρατούσε ένα χαρτονόμισμα των 20 ευρώ και ρώτησε τους μαθητές: «Ποιός θέλει αυτό το χαρτονόμισμα των 20 ευρώ;»

Όλοι στην αίθουσα σήκωσαν πάνω το χέρι. Τότε ο καθηγητής το τσαλάκωσε και ξαναρώτησε... «Υπάρχει κάποιος που θέλει ακόμη αυτό το τσαλακωμένο χαρτονόμισμα;»
 
Όλοι στην αίθουσα σήκωσαν πάλι πάνω το χέρι. Έπειτα έριξε το χαρτονόμισμα στο πάτωμα και άρχισε να το κλωτσά και να χοροπηδά πάνω στο 20ευρω με τα παπούτσια του. Το μάζεψε από το πάτωμα τσαλακωμένο, λερωμένο, λασπωμένο.
 
Και τους ξανάκανε την ίδια ερώτηση: «Ποιός θέλει αυτό το τσαλακωμένο, λερωμένο, λασπωμένο, χαρτονόμισμα των 20 ευρώ;»
 
Όλοι ξανά στην αίθουσα σήκωσαν πάνω το χέρι. Φίλοι μου τους είπε:
 
«Σήμερα θα πάρετε ένα μεγάλο μάθημα. Ό,τι και να έκανα στο χαρτονόμισμα εσείς πάλι το θέλατε γιατί δεν έχασε την αξία του.
Ακόμη αξίζει 20 Ευρώ!!!
Πολλές φορές στην ζωή, μας τσαλακώνουν, μας κτυπούν, μας ρίχνουν κάτω στο πάτωμα, μας ποδοπατούν… άνθρωποι και γεγονότα.
Έτσι, πιστεύετε πως πλέον δεν έχετε καμία αξία…;
Aλλά η πραγματική σας αξία δε θα έχει αλλάξει στα μάτια αυτών που σας αγαπούν πραγματικά.…
Ακόμη και τις μέρες που δεν είμαστε στα καλύτερα μας, η αξία μας παραμένει»

Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2013

Τα τυχερά παιχνίδια στην αρχαία Ελλάδα


Από τις μαρτυρίες των ομηρικών επών γίνεται φανερό ότι οι πρόγονοί μας αρέσκονταν στον τζόγο ενώ τα περισσότερα παίγνια διατηρήθηκαν αναλλοίωτα μέσα στους αιώνες.

Καθισμένοι μπροστά στο τραπέζι με την πράσινη τσόχα, με τα φύλλα της τράπουλας να μοιράζονται για μια παρτίδα πόκερ, πόσοι άραγε γνωρίζουν ότι εκείνη τη στιγμή παίζουν ένα μινωικό παιχνίδι;

Και βέβαια κανείς δεν έχει στο μυαλό του όταν ρίχνει τα ζάρια ότι οι εξάρες που θα του χαρίσουν τη νίκη είναι η «ριξιά της Αφροδίτης» ή ότι ο απευκταίος άσος ονομάζεται «ριξιά του σκύλου».

Τα δώδεκα πλακίδια από φαγεντιανή με τους επαναλαμβανόμενους, γραπτούς χαρακτήρες στη μία τους όψη, που ήρθαν στο φως κατά την ανασκαφή στο μινωικό ανάκτορο της Ζάκρου, μπορεί να μιλούν για ένα παιχνίδι βασισμένο στην ίδια αρχή με αυτήν μερικών σύγχρονων παιχνιδιών με χαρτιά, όπως η πόκα και το πόκερ, λένε σήμερα οι μελετητές του ευρήματος.

Άλλωστε η ύπαρξη επιτραπέζιων παιχνιδιών στη μινωική Κρήτη δεν αμφισβητείται. Όπως και άλλα σημερινά τυχερά παιχνίδια έτσι και το πόκερ μπορεί λοιπόν να έλκει την καταγωγή του από την αρχαιότητα. Τόσο μακρινή όσο και 3.500 χρόνια πριν.

Από τις μαρτυρίες των ομηρικών επών ήδη γίνεται φανερό ότι οι Έλληνες αρέσκονταν στα παιχνίδια ενώ η αμέσως επόμενη διαπίστωση είναι ότι τα περισσότερα από αυτά διατηρήθηκαν ως εμάς, συχνά αναλλοίωτα, ακόμη κι αν πέρασαν χιλιάδες χρόνια. Ενδεχομένως γιατί οι άνθρωποι αναφορικά με το παιχνίδι αλλά και τον τζόγο παραμένουν ίδιοι. Οι αργόσχολοι σαν τους μνηστήρες της Πηνελόπης στον Όμηρο μαζεύονταν συχνά στο ύπαιθρο για να παίξουν.

Και στην Κόρινθο, κάτω από την Ακρόπολη, υπήρχε ένας ιδιαίτερος τόπος συνάντησης των παικτών. Όσο για το πλέον τυχερό παιχνίδι, την κυβεία, η Ελληνική παράδοση αναφέρει τον ομηρικό ήρωα Παλαμήδη ως εφευρέτη του, ο οποίος το επινόησε, καθώς λέει ο Σοφοκλής, κατά τη διάρκεια της μακράς πολιορκίας της Τροίας. Στον Παλαμήδη άλλωστε απέδιδαν ένα ακόμη αγαπητό παιχνίδι, αυτό του διαγραμμισμού, της ντάμας δηλαδή.

Τα παιχνίδια κυβείας λοιπόν, δηλαδή τα ζάρια, οι αστράγαλοι που στο Βυζάντιο ονομάζονταν κόττια, για να φθάσουν ως εμάς με τις ονομασίες κότσι, κότσια, βεζίρης κτλ., τα «μονά – ζυγά» που τα έπαιζαν με χάλκινα νομίσματα αλλά και με κοκαλάκια και κουκιά, το «κορόνα – γράμματα», τα πεντόβολα, οι κοκορομαχίες ή οι αγώνες ορτυκιών (ορτυγοκοπία), που πάθιαζαν τους επαγγελματίες του στοιχήματος, και πολλά άλλα ακόμη, όπως ο ιμαντελιγμός, η πεντάλιθα, ο αρτιασμός, η πλειστοβολίδα και άλλα, παιχνίδια του τζόγου τα περισσότερα ή έστω παιχνίδια με έντονο τον παράγοντα της τύχης, διατήρησαν αμείωτο το ενδιαφέρον των παικτών διά μέσου των αιώνων.

Άλλωστε ακόμη και τα πιο αθώα παιδικά παιχνίδια θεωρήθηκαν κάποια στιγμή τυχερά, υπακούοντας στο πάθος των ανθρώπων για τον τζόγο.

Όλες οι κοινωνικές τάξεις μπερδεύονταν έτσι μέσα στο πάθος του παιχνιδιού και των στοιχημάτων, τα οποία, παρ’ ότι ήταν παράνομα τις περισσότερες φορές, δεν έπαυαν να προσελκύουν τους ανθρώπους. Παθιασμένοι παίκτες ζαριών οι Αθηναίοι μπορεί να έχαναν ακόμη και περιουσίες στα κυβεία ή κυβευτήρια, τα οποία σήμερα ονομάζουμε μπαρμπουτιέρες.

Χώροι που και στην αρχαιότητα θεωρούνταν κακόφημοι, και μάλιστα η είσοδος σε αυτούς ήταν ντροπή. Στην Αθήνα όμως υπήρχαν πολλά, ένα μάλιστα εξ αυτών, το Ιερό της Αθηνάς Σκιράδος στην Ιερά οδό, φαίνεται ότι συγκέντρωνε την προτίμηση των κυβευτών.

Τα ζάρια παίζονταν στην αρχαία Ελλάδα με τρεις πήλινους κύβους (δύο ζάρια άρχισαν να χρησιμοποιούνται από τη ρωμαϊκή εποχή), τα οποία δεν έριχναν ποτέ με το χέρι, αλλά αφού τα κουνούσαν μέσα σε ένα αγγείο, το κήθιον. Για κάθε περίπτωση πάντως οι κυβευτές είχαν και τους προστάτες τους θεούς, τον Ερμή και τον Πάνα.

Στο Βυζάντιο, παρ’ ότι εξέλιπαν πολλά αρχαιοελληνικά παιχνίδια, τα κυβευτικά πρωταγωνιστούσαν στη ζωή των ανθρώπων από τους αυτοκράτορες ως τους λαϊκούς. Ζάρια έπαιζαν με μανία ο Λέων Φωκάς, αδελφός του Νικηφόρου Φωκά, ο Ρωμανός Β’, γιος του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου, και ο Κωνσταντίνος Η’, που ήταν μάλιστα και διαρκώς χαμένος, όπως παραδίδει ο Μιχαήλ Ψελλός.

Οι αρχαίοι συγγραφείς πάντως καταδίκαζαν την είσοδο στα κυβεία και τους ίδιους τους κυβευτές, όπως φαίνεται και στα έργα του Αριστοφάνη. Στη ρωμαϊκή εποχή μάλιστα, όταν τα παιχνίδια αυτά εξελίχθηκαν σε κοινωνική μάστιγα, ελήφθησαν αυστηρά μέτρα για τον περιορισμό τους.

Και αργότερα, από τον 2ο αιώνα, ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς συμβουλεύει τα παιδιά να μην παίζουν ζάρια. Ο Μέγας Βασίλειος επιτίθεται με οργή εναντίον των κυβευτών και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος κατηγορεί κάποιον λέγοντάς του «πίνεις, κυβεύεις, παίζεις, γελάς»… Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος πάλι λέει για τους ανθρώπους ότι στα σπίτια τους δεν βρίσκει κανείς ιερά βιβλία παρά πεσσούς και κύβους.

Και τον 11ο αιώνα η Άννα η Κομνηνή θυμώνει με τους υπηκόους της, που δεν μελετούν τους συγγραφείς και τους ποιητές, αλλά «νυν πεττεία το σπούδασμα και άλλα τα έργα τα αθέμιτα». Με τέτοιες συστάσεις λοιπόν δεν είναι περίεργα τα μέτρα που ελήφθησαν ήδη από τις αρχές του 5ου αιώνα με βαριές ποινές για τους κυβευτές.

«Δημήτριος τυφλός ουδέ βλέπει ουδέν παίζων αστραγάλους έκλεψεν αυτώ Ερμίας αστραγάλους» λέει μια επιγραφή από τη Δήλο, δείχνοντας το πάθος για τον τζόγο, που δεν σέβεται ούτε τις ανθρώπινες ανάγκες.

Οι αστράγαλοι, προσφιλές παιχνίδι τύχης και κερδοσκοπίας σε όλες τις εποχές, αναφέρονται για πρώτη φορά στον Όμηρο, όταν λέει ότι ο Πάτροκλος είχε σκοτώσει πάνω στο παιχνίδι τον φίλο του Κλεισώνυμο «χολωθείς αμφ’ αστραγάλοισιν». Ενα παιχνίδι το οποίο σε πολλά σημεία του μοιάζει με το σημερινό, παιζόταν από παίκτες καθισμένους κυκλικά, ενώ κάποιος από αυτούς αναγορευόταν σε βασιλιά κατόπιν κλήρωσης.

Από τη θέση των αστραγάλων, μετά από κάθε ριξιά, εξαρτιόταν η επιτυχία του παίκτη. Οι αρχαίοι μάλιστα έδιναν ονόματα στις διάφορες ριξιές, τα οποία επέτρεπαν στους έμπειρους παίκτες να κάνουν γρήγορους υπολογισμούς.

Το μέγα πάθος για τους αστραγάλους φαίνεται και μέσα από ένα στιγμιότυπο το οποίο μας μεταφέρει ο Πλούταρχος. Ο Αλκιβιάδης παίζοντας κάποτε αστραγάλους με τους φίλους του στη μέση του δρόμου αρνήθηκε να σταματήσει για να περάσει μια άμαξα, αντίθετα προκάλεσε τον αμαξά να περάσει από πάνω του, προκειμένου να τους χαλάσει το παιχνίδι.

Ένα άλλο αρχαιοελληνικό παιχνίδι, η τηλία, έφθασε ως τις μέρες μας ως τάβλι, αφού στη ρωμαϊκή εποχή έγινε το παιχνίδι των «12 γραμμών», η τάμπουλα, και στο βυζαντινό το τάβλιον.

Σκηνές που εικονίζονται πάνω στα αρχαία αγγεία μιλούν σαφέστατα για μια άλλη ενασχόληση των αρχαίων Αθηναίων: στοιχήματα για κόκορες, για ορτύκια, καμιά φορά και για σκυλιά. Ο τζόγος σε όλη του την ένταση. Οι παίκτες στοιχηματίζουν ολόκληρες περιουσίες στα ζώα που κτυπιούνται, τα οποία άλλωστε έχουν αναθρέψει γι’ αυτόν τον σκοπό.

Τους καλλιεργούν την επιθετικότητα, δίνοντάς τους σκόρδο και κρεμμύδι, και δένουν στα πίσω νύχια των πετεινών μεταλλικά πλήκτρα για να προκαλούν στον αντίπαλο θανάσιμα τραύματα.

Ιδιαίτερα αγαπητό παιχνίδι ήταν και ο αρτιασμός, τα μονά – ζυγά δηλαδή, που μπορεί να παιζόταν με αμύγδαλα ή κουκιά, οπότε μικρό το κακό, μπορεί όμως και με αργυρά ή χρυσά νομίσματα, μετατρεπόμενο αυτομάτως σε τυχερό. Το ίδιο και η οστρακίνδα, το σημερινό κορόνα – γράμματα, που παιζόταν με ένα όστρακο στην αρχαία Ελλάδα και ήδη από τη ρωμαϊκή εποχή με νόμισμα.

Το βέβαιο είναι ότι τα τυχερά παιχνίδια δεν είναι εφεύρεση της εποχής μας αλλά η αφετηρία τους βρίσκεται στις απαρχές των ανθρώπινων κοινωνιών. Ίσως γιατί πηγάζουν από την ανθρώπινη φύση, που θέλει να προκαλέσει την τύχη, να αντιμετωπίσει τη μοίρα και να παλέψει μαζί της.

Με όποια αποτελέσματα. Σε κάθε περίπτωση όμως η επιβίωσή τους επιβεβαιώνει τη διατήρηση αρχαίων συνηθειών ως συνέχεια του ίδιου πολιτισμού από τους μινωικούς χρόνους ως σήμερα.

ΕΡΩΣ - ΦΙΛΟΤΗΣ - ΑΓΑΠΗ

Αφροδίτη και Έρως - Pellegrini
μεγαλύτερη ευτυχία στη ζωή είναι η διαπίστωση ότι μας αγαπούν γι' αυτό που είμαστε, ή μάλλον, παρά το γεγονός ότι είμαστε αυτό που είμαστε».                                                                                                                            (Victor Marie Hugo  1802-1885).   

 Ένα παλαιό βιβλίο των Αλχημιστών του μεσαίωνα, αναφέρει έναν σημαντικό ορισμό σχετικά με την αγάπη : «Η αγάπη είναι η πρώτη των αρετών, είναι το ιερόν αίσθημα, το οποίον πρέπει να κυριαρχεί της ανθρωπότητος, είναι μία των κυριοτέρων βάσεων των ορθών νόμων. Εκ’ της αγάπης γεννάται η ευσπλαχνία και η ελεημοσύνη αι κυριώτεραι ιδιότητες, αι οποίαι και με αυτήν πρέπει να κοσμούν πάσαν ευγενή και πολιτισμένην ύπαρξιν. Η αγάπη είναι η ευημερία του ανθρωπίνου γένους, η παρηγορία και η ένωσις αυτού, ανεξαρτήτως καταγωγής, αιρέσεων ή θρησκειών. Εάν όλοι οι λαοί ήκουον τας γλυκείας της αγάπης εντολάς, η Ομόνοια, η Ευδαιμονία και η Ειρήνη θα εβασίλευον επί της γης». 


Η Εγκυκλοπαίδεια του Νέστορος Λάσκαρη πρώτη έκδοση 1934, ορίζει την αγάπη ως εξής: «Συναίσθημα αυτο-προσεπιλαμβανόμενον, αφοσίωσις προς τι αντικείμενον ή πρόσωπον, διαρκούσα ηδονή και χαρά, κλίσις, συμπάθεια προκαλούμενη υπό τινός, το οποίον διά των ιδιοτήτων του φαίνεται σε εμάς αμέσως ως πολύτιμον και πηγή ευτυχισμού του εγώ μας, διαρκούσα χαρά διά την παρουσίαν προσώπου τινός, διά την μετ’ αυτού αισθηματικόν ή πνευματικόν σύνδεσμον, διά την απόκτησιν τούτου».  


Για χιλιετίες ισχυρίζονται  κάποιοι από σκοπιμότητα και  κάποιοι από άγνοια ότι, τάχα η Ομηρική λέξη«Αγάπη» δεν υπήρχε στο λεξιλόγιο των προγόνων μας, ότι αυτή είναι καθαρά χριστιανικής επινοήσεως και ότι, αντί αυτής χρησιμοποιούσαν αόριστα την λέξη «Φιλότης».Όπως όλοι γνωρίζουμε, στα Ομηρικά κείμενα υπάρχουν τα ρήματα Αγαπώ, Αγαπάζω καθώς και το όνομαΑγαπήνωρ, φυσικά με την διαχρονική και αναλλοίωτη σημασία τους.  Θέτω λοιπόν την απλή ερώτηση:  Πως  υπήρχαν τα ρήματα αυτά, αλλά δεν υπήρχαν εν χρήσει τα επίθετα και τα ουσιαστικά τους; Η λέξηΈρως, εμπεριείχε εκτός των άλλων εννοιών που θα ερευνήσουμε και την Φιλότητα. Αυτή ήταν η πλέον διαδεδομένη,  εμπεριείχε δε εννοιολογικά και  εξομοιωνόταν με μία ενεργό κοσμική και υπερβατική δύναμη. Επάνω σε αυτήν είχαν στηρίξει οι Φιλόσοφοι και ιδιαίτερα ο Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος, την συμπαντική κοσμοθεωρία της δημιουργίας, της κινήσεως και της αρμονίας του σύμπαντος, με την διατύπωση «Σφαίρος - Φιλότης - Νείκος».
Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι, ο χριστιανισμός έχει ερανισθεί πολλά από τα Ελληνικά κείμενα, από το λεξιλόγιο, από την Ελληνική γλώσσα που ήταν διεθνής, από τα Μυστήρια και τις θεολατρικές διαδικασίες και ενασχολήσεις των προγόνων μας, τόσο στην φιλοσοφική υποδομή του, όσο και στην λειτουργική του, αντιστρέφοντας φυσικά τα πρόσημα.Επίσης πρέπει να έχουμε υπ όψιν μας ότι τα αρχαιότερα γραπτά χριστιανικά κείμενα πρωτο-εμφανίζονται στο διάστημα μεταξύ 3ου και 5ου αιώνα, τα δε περισσότερα είναι στην Ελληνική και στην Κοπτική γλώσσα. Στα  Χριστιανικά κείμενα χρησιμοποίησαν την Ελληνική λέξη αγάπη, η οποία είναι υποδεέστερη - πιο λαϊκή από την λέξη Φιλότης. Η πλειονότητα των αρχαίων χριστιανικών κειμένων, βρίθει από σφάλματα, αντιφάσεις, χάσματα, ετεροχρονισμένες ατυχείς συρραφές, αντικρουόμενες αφηγήσεις και πληροφορίες, τα οποία δεν είναι της παρούσης να αναπτυχθούν. Επισημαίνω ότι στην αρχαία Ελληνική γλώσσα το ρήμα Φιλώ έχει εντονώτερη την έννοια της Αγάπης από το ρήμα Αγαπώ ή Αγαπάζω. Θα προσεγγίσω την έννοια και την σημασία της λέξεως Έρως, η οποία εμπεριέχει την φιλότητα, την αγάπη, την φιλία, την στοργή και την ελεημοσύνη. Η Αγάπη ως όρος στην καθημερινότητα και στην φιλοσοφία, είναι πολύ σημαντική. Από ψυχολογικής απόψεως είναι το εσωτερικό συναίσθημα της έλξης δύο προσώπων. Από την αρχαιότητα, ο όρος αγάπη διαφοροποιήθηκε και απέκτησε πολυμορφικό χαρακτήρα.Οι πρόγονοί μας χρησιμοποιούσαν περισσότερο όπως προανέφερα, τις λέξεις Έρως και Φιλότης διότι αυτές  είναι θεμελιώδεις, είναι δε οι πρώτες έννοιες - ενέργειες της δημιουργίας, την οποίαν σοφά πράττοντας, κάλυψαν με τον μύθο της Δήλου, της Νιόβης, της Λητούς, της Αρτέμιδος και τουΑπόλλωνος. Μετά την θραύση του κοσμικού ωού - (το γνωστό σήμερα ως Big Bang), εξήλθε οΠανδημιουργός Φάνης Έρως, ο οποίος είχε διττή σημασία και ενέργεια δηλαδή, την Ουράνια και την Γήινη. Καταφεύγω στον ιδρυτή και θεράποντα της ιδεοκρατίας και της εννοιοκρατίας Πλάτωνα, ο οποίος με τον κώδικα του Ησιόδου θα μας οδηγήσει και θα μας φωτίσει, επάνω σε αυτήν τη σοβαρή και διαχρονική έννοια, με την φωνή του διδασκάλου του, Σωκράτη.Τον κώδικα του Ησιόδου είχαν αποδεχθεί και αναπτύξει οι Προσωκρατικοί και οι Μετασωκρατικοί φιλόσοφοι, ιδιαίτερα δε ο Εμπεδοκλής, οι Σοφιστές με τον ιδρυτή της Κυνικής σχολής Αντισθένη, οι Σωκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης, Διογένης Λαέρτιος, καθώς και οι φιλοσοφικές σχολές των Πυθαγορείων, Επικούρειων, Στωικών, Σχολαστικών και όλοι οι σκεπτόμενοι ορθολογικά διανοητές. Πρέπει να τονισθεί ότι, πλήθος νεώτερων φιλοσοφικών σχολών και φιλοσόφων χρησιμοποιούν την λέξη «Αγάπη», εδώ το γράμμα Άλφα δεν είναι στερητικό αλλά ενισχυτικό της εννοίας. Αυτή, βάσει του κώδικα του Ησιόδου, δήλωνε μία γήινη εννοιολογική αλλά και υποκείμενη στην φθορά και στο ίδιον συμφέρον, δύναμη. 
Σας παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα από το έργο του Αριστοτέλη Μετά τα Φυσικά 980 a. 21, «Πάντες άνθρωποι τού ειδέναι ορέγονται φύσει, σημείον δ’ ή των αισθήσεων αγάπησις και γαρ χωρίς της χρείας αγαπώνται δι’ αυτάς, και μάλιστα των άλλων ή διά των ομμάτων…». Προσαρμογή:  Όλοι οι άνθρωποι έχουν από τη φύση τους έφεση για γνώση. Αυτό φαίνεται από την ιδιαίτερη αγάπη που έχουμε για τις αισθήσεις μας  διότι, ανεξάρτητα από τη χρησιμότητά τους, μας είναι αγαπητές οι ίδιες οι αισθήσεις, περισσότερο δε από όλες, η αίσθηση της όρασης. Πράγματι, προτιμούμε την όραση από όλες γενικά τις άλλες αισθήσεις, όχι μόνο για πρακτικούς λόγους αλλά και όταν δεν σκοπεύουμε να επιχειρήσουμε τίποτα διότι η όραση, περισσότερο από κάθε άλλη αίσθηση, μας βοηθά να γνωρίσουμε θετικότερα κάτι αλλά μας αποκαλύπτει και τις διαφορές, για αυτό την έχουν αποκαλέσει και θύρα της ψυχής.                                                                                           Ο Πλάτων στο έργο του «Συμπόσιο» αποκαλεί τον Έρωτα «Μέγας Δαίμων», φυσικά με την αρχαιοελληνική σημασία και όχι την κακοποιημένη χριστιανική.  Στο 202 d, η μάντις και φιλόσοφος Διοτίμα από την Μαντινεία, μυεί τον Σωκράτη στα μυστήρια του θείου έρωτα με την φράση: «Δαίμων μέγας, Σωκράτη ο Έρως.  Άλλωστε κάθε τι δαιμονικό ευρίσκεται μεταξύ θεού και θνητού».  Η  σημασία τουμεταξύ, είναι ο μέσος όρος που συνδέει τους δύο ακραίους.  Είναι ο Έρως ο οποίος συνδέει το θνητό με το αθάνατο, είναι η βαθειά ερωτική φύση, η οποία όταν κατέχεται από την θεία μανία αναζητεί τον δαίμονα - θείον έρωτα, που θα την φέρει σε επαφή με το Θείο. Ο Έρως δεν μοιάζει ούτε με το θνητό αλλά ούτε και με το Θείο, διότι ο Έρως είναι «μεταξύ» της Σοφίας του Θείου και της μωρίας των θνητών. Άρα ο Έρως είναι Δαήμων και γνώστης και, ως εκ’ τούτου είναι φίλος της σοφίας - γνώσεως.Ο Σωκράτης τότε την ερωτά:  Και ποία είναι η δράση του;Η Διοτίμα δίνει την ακόλουθη απάντηση: Να μεταφράζει και να μεταβιβάζει στις θεότητες τα προερχόμενα από τους ανθρώπους και εις τους ανθρώπους τα προερχόμενα από τις θεότητες. Εδώ ο Έρως μοιάζει να περιγράφει ακριβώς την ροή την μεταξύ ή την συνδέουσα τους θνητούς με τις θεότητες. Βασική όμως προϋπόθεση για την διασύνδεση των θνητών με τα αθάνατα είναι η ανεμπόδιστη έσω ροή της αρετής.
Ο Πλάτων στο έργο του «Κρατύλος» 420 b δια στόματος Σωκράτους, λέει: «Τον παλαιό καιρό ο Έρως ονομαζόταν έσ-ρος, από το ρήμα εσρέω, διότι χρησιμοποιούσαμε το ο-όμικρον  αντί του ω-ωμέγα, ο Έρως του εαυτού η έσω ροή  είναι το θαύμα του «Γνώθι σ’ αυτόν» της έσωθεν κοινωνίας του θείου σπινθήρα. Η ελεύθερη έσω ροή είναι η βάση του έρωτος των δύο φύλων κατά την Διοτίμα, θέση που την αποδέχεται και ο Σωκράτης, ο οποίος στο 206 b - 207 λέει ότι ο Έρως είναι «ο τόκος - η αμοιβή εν τω καλώ», διότι η δημιουργία συντελείται με την εξισορρόπηση των αντιθέτων δυνάμεων, με την ισότιμη συμμετοχή των δύο αρχών της άρρενας και της θήλειας.
Ο Ηράκλειτος στα «Αποσπάσματά»  του 8, 51, 54, 57 και ο Εμπεδοκλής στα «Αποσπάσματά» του 17, 21, 32, 36 ταυτίζονται και δηλώνουν ότι, η ροή της έσω λειτουργίας είναι πρότυπη σε κάθε έλλογο όν καιέχει αιτία την αντίθεση και όχι την ομοιότητα, για να επέλθει το αποτέλεσμα της αρμονίας, εξισορρόπηση των αντιθέτων ιδού το μωσαϊκό δάπεδο διαφόρων χριστιανικών εκκλησιών και όχι μόνο.
Η εξωτερική ροή παρουσιάζεται με τον δεύτερο αναγραμματισμό: Έρως= ρέω και στον Κρατύλο  427 α, ο Σωκράτης λέει για το σύμφωνο Σ ότι, είναι φυσητικό και μιμείται το σείομαι και τον σεισμό. Πράγματι η παλινδρομική κίνηση του έρωτος μιμείται την παλινδρομική κίνηση του σεισμού, κατά την οποίαν ο άνδρας γεννά και μετά από εννέα μήνες η γυνή τίκτει. Έτσι, με την αέναο παλινδρομική κίνηση του Σ - ροήτου έρωτος, επιτυγχάνεται η μεταβίβαση των θείων στους ανθρώπους και από τους ανθρώπους στις θεότητες, «Συμπόσιο» 202, 203 b.
Με την αλλαγή του τονισμού ο Έρως γίνεται ερώ που είναι ο Μέλλον του ρήματος λέγω, πράγματι ο Έρως σε όλα τα επίπεδά του διακρίνεται διά το λέγειν - ερώ, το οποίον είναι αμφίδρομο. Με την παρουσία του Σ  η εναλλαγή του λόγου και κάθε συζήτηση καθίσταται διαλογική, για να οδηγηθεί στην διαλεκτική και την μαιευτική μεθοδολογία του λόγου, για την προσέγγιση και την ανεύρεση της Αλήθειας.            Η Διοτίμα στο 204 a και d τονίζει ότι, ο Έρως είναι φιλόσοφος ολοκληρωμένος και με τον αναγραμματισμό περιγράφεται επακριβώς η ουσία της λέξεως, η οποία εξηγεί την πλήρη έννοια της έσω - έξω αρμονικής ροής.
Ας εξετάσουμε τώρα τον αλληγορικό μύθο του Πόρου, της Πενίας και του Έρωτος, τον οποίον αναφέρει ο Πλάτων στο «Συμπόσιο».Ο Σωκράτης ερωτά την Διοτίμα: «Είπα ποιός είναι ο πατέρας μου και η μητέρα μου, αλλά ο Έρως ποιούς έχει γονείς;».Η Διοτίμα απάντησε ως εξής: «Αυτό είναι μία μεγάλη ιστορία, αλλά θα σου την διηγηθώ»: Την εποχή που ήλθε στον κόσμο η Αφροδίτη - Κάλλος οι θεοί είχαν συμπόσιο, μεταξύ των άλλων ήταν και ο υιός του Διός και της Μήτιδος - Σοφίας Πλούτος - Πόρος - Πέρασμα.  Όταν απέφαγαν, πήγε και η Πενία να επαιτήσει, (όπου υπάρχει μεγάλος πλούτος υπάρχει και μεγάλη φτώχια), γιατί αυτό ήταν φυσικό σε ένα τόσο πλούσιο γεύμα, στάθηκε λοιπόν στην είσοδο.Ο Πόρος τότε μεθυσμένος από το νέκταρ, διότι ακόμη τότε δεν υπήρχε ο οίνος, εξήλθε στους κήπους του Διός και με το κεφάλι βαρύ έπεσε και αποκοιμήθηκε. Τότε η Πενία μέσα στην απορία - φτώχεια της έβαλε σε εφαρμογή το σχέδιο της, πώς να αποκτήσει ένα παιδί από τον Πλούτο - Πόρο. Πήγε τότε λοιπόν και ξάπλωσε δίπλα του και έτσι, απέκτησε τον Έρωτα. Για τον λόγο αυτόν ο Έρωτας έγινε συνοδός και υπηρέτης της Αφροδίτης, διότι γεννήθηκε στα γενέθλιά της, είναι «εμφύτως» ερωτευμένος με το κάλλος - ωραίο, διότι η Αφροδίτη είναι η εκπροσώπηση του κάλλους στον γήινο κόσμο.
Η σύλληψη και η γέννηση του Έρωτος από την Πενία είναι η κατάσταση  «μεταξύ» της θνητής Πενίας και του πλούσιου και αθάνατου Πόρου. Είναι ο συνδετικός λόγος μεταξύ των δύο κόσμων, των θνητών και των αθανάτων. Είναι η κατάσταση του «δαίμονος - δαήμονος», του Φρονίμου και Γνωρίζοντος, κατά τον Σωκράτη στον χώρο τον «μεταξύ» όπου αυτός δεσπόζει, Πλάτων «Κρατύλος 398 c». Συνεπώς ο διαμεσολαβητής «δαήμων - φρόνιμος - έρως» περιέχει στην νοητική κατανόηση, όλα τα συναισθήματα και οφείλει να εκφράζεται με την λογική, την σοφία - γνώση και την αγάπη.      
Ο Ελληνισμός είναι η έντονη Αγάπη προς τον κόσμο - προς το ΠανΣτην Ελληνική παράδοση, ο Έρως  με την έννοια της Αγάπης, δηλώνει κάθε είδους Αγάπη  για την αρετή, την γη, την θάλασσα, την επιστήμη, την τέχνη, την γυναίκα, τον άνδρα κλπ. Είναι η πρώτιστη και συνεχής αιτία της Θεογονίας, της Κοσμογονίας και της Κοσμοποιείας, τόσο στην Ορφική, την Ομηρική όσο και στην Ησιόδεια Μυθολογική αλληγορική παράδοση. Είναι έννοια αφηρημένη, πολυσυλλεκτική και είναι το σύνολο της Συμπαντικής Αγάπης προς το σύνολο του εκδηλωμένου κόσμου προς τα πάντα, από την πρωτογενή ύλη μέχρι τις θεότητες. Είναι η ελκτική και συνεκτική δύναμη που συγκρατεί την ύλη η οποία δημιουργεί και διατυπώνει κάθε μορφολογία. Ο Έρως, είναι ο αρχαιότερος των εγκοσμίων θεοτήτων και υπεύθυνος για κάθε δημιουργία. Η ενέργειά του ενυπάρχει σε όλες τις θεότητες καθώς και σε όλα τα έμβια όντα, τα φυτά και σε όλη την υλική εκδήλωση, διότι διέπει, διακατέχει και πληροί το Παν.Κατά τον Εμπεδοκλή η Φιλότης - αγάπη, αντιτίθεται και εξισορροπεί το Νείκος - Μίσος - Αποδόμηση και έτσι διατηρείται η αρμονία στο Σύμπαν.Την ιδέα της συμπαντικής αγάπης ασπάζεται και ο Αριστοτέλης, αργότερα και ο Ποσειδώνιος ο οποίος διατύπωσε την θεωρία της παγκοσμίου «συμπάθειας - αρμονικής αγάπης», καθώς και πλήθος άλλων φιλοσοφικών σχολών και πνευματικών ανθρώπων. Σε ό,τι αφορά την θεμελιώδη φιλοσοφική σημασία της έννοιας της αγάπης στον έρωτα, επισημαίνεται για πρώτη φορά από τον Πλάτωνα στους διαλόγους«Συμπόσιο»  και  «Φαίδρος». Η αγάπη, λέει ο Πλάτωνας, είναι η έλξη που ασκεί το Κάλλος - το Ωραίο.
Οι τύποι της αγάπης είναι όσοι και οι τύποι του ωραίου. Η αγάπη γεννιέται κατά την επαφή με το αισθητό ωραίο, αλλά ανελίσσεται από αυτό στο ψυχικό ωραίο και, βαθμιδόν ανέρχεται  στο διανοητικό κάλλος, όπου είναι και η αληθής αγάπη. Τα αισθητά κάλλη του υλικού κόσμου, αναφέρει ο Πλάτων, δεν είναι τίποτα άλλο παρά χονδροειδή σχεδιάσματα ή ωχρές ανταύγειες. Η αγάπη είναι συνεπώς η λαχτάρα του ανθρωπίνου όντος να ξεπεράσει την αισθητή πραγματικότητα, για να καταλήξει στη θέαση και την αρμονία του κόσμου των ιδεών. 
Ο Ελληνικός κόσμος λοιπόν,  είναι ένας κόσμος στον οποίον το κύριο στοιχείο είναι η Αγάπη, αυτός είναι ο βιότοπος του Ελληνισμού και ο καθολικός προσδιοριστικός όρος του Ελληνικού πολιτισμού, που τον καθιστά μοναδικό.*«Ούτω πολλαχόθεν ομολογείται ο Έρως εν τοις Θεοίς πρεσβύτατος        είναι» Πλάτων.  Προσαρμογή:  «Πράγματι από πάρα πολλούς ομολογείται, ότι ο Έρως είναι ο παλαιότερος από τους Θεούς». * «Πρώτιστον μέν Έρωτα θεών μητίσατο πάντων», Παρμενίδης (στ.13). Προσαρμογή:  «Πρώτιστη από όλες τις θεότητες ( η δημιουργία), επινόησε τον Έρωτα.   * «Σεμνός Έρως Αρετής»  Φωκυλίδης,  ο Έρωτας για την Αρετή  είναι άξια επιθυμία.     *«Σε όσους γιατρούς υπάρχει και φιλανθρωπία, εκεί υπάρχει καιΈρωτας για την επιστήμη»,  Ιπποκράτης.    Όποιος επιθυμεί να προσεγγίσει σε βάθος το τι είναι η αγάπη, θα διαπιστώσει ότι δεν είναι φόβος, εξάρτηση, ζήλεια, κτητικότητα, υπευθυνότητα, αυτο-λύπηση, το χρέος και η αγωνία του να μην αγαπηθείς. Αφού λοιπόν τα αποβάλλουμε όλα αυτά, όχι με την βία αλλά με την αυτογνωσία και την συνεχή άσκηση και βίωση της Αρετής, τότε ίσως βρούμε αυτό το περίεργο άνθος που τόσο πολύ αναζητά διαχρονικά ο άνθρωπος για να οδηγηθεί εν Αρετή στην Ευδαιμονία.Κανείς και καμία εξουσία δεν θα μας υπαγορεύσει κάποια μέθοδο ή κάποιο σύστημα πως να αγαπάμε. Η αγάπη δίνει τόσα πολλά και δεν ζητά τίποτα, αλλά το σημαντικότερο είναι ότι δεν στοιχίζει απολύτως«Τίποτα».Προσφέρετε λοιπόν συνάνθρωποι συνεχώς και αφειδώς Αγάπη με έργα, με λόγους και με θετικές σκέψεις, θέλω δε να τονίσω ότι, αυτές οι ενέργειες επιστρέφουν και επενεργούν πολλαπλάσια στον δίδοντα και ας μην το αντιλαμβάνεται τις περισσότερες φορές.  Η άξια ερευνήτρια Αλτάνη έχει ασχοληθεί σε βάθος με επιτυχία και με αυτό το Ελληνοπρεπές θέμα.