Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2024

Το μυστήριο των εγκεφάλων που συρρικνώνονται

Είμαστε μήπως όντως μικρόμυαλοι; Ένα επίθετο που προσδίδουμε σε κάποιον όταν δεν είναι πρόθυμος να δεχτεί απόψεις, πεποιθήσεις και συμπεριφορές που είναι ασυνήθιστες ή διαφορετικές από τις δικές του, τελικά φαίνεται να είναι πολύ περισσότερο κυριολεκτικό από ότι πιστεύαμε. Υπάρχουν ωστόσο, δυο διαστάσεις του φαινομένου αυτού. Οι ειδικοί εξηγούν αρχικά ότι το συνολικό μέγεθος του εγκεφάλου μας αρχίζει να συρρικνώνεται – κομμάτι της φυσιολογικής διαδικασίας της γήρανσης – όταν είμαστε στα 30 ή 40 μας χρόνια και ο ρυθμός συρρίκνωσης αυξάνεται όταν αγγίξουμε την ηλικία των 60 ετών. Η συρρίκνωση δεν συμβαίνει σε όλες τις περιοχές του εγκεφάλου ταυτόχρονα, ενώ ορισμένες περιοχές μικραίνουν περισσότερο και ταχύτερα από άλλες, και η συρρίκνωση του εγκεφάλου είναι πιθανό να γίνει πιο σοβαρή όσο μεγαλώνετε.

Από την άλλη πλευρά πολλοί παρατηρούν αυτή την μείωση μεγέθους ως ένα ευρύτερο φαινόμενο, που δεν περιορίζεται μόνο στην ηλικία μας, αλλά αποτελεί κομμάτι της εξέλιξής μας ως είδος. Αυτό σημαίνει απλούστερα ότι φαίνεται να έχουμε πολύ μικρότερο εγκέφαλο από ότι είχαν οι Homo sapiens, όταν περπατούσαν την γη πριν 100.000 χρόνια. Το γιατί ακριβώς όμως, είναι κάτι που εξακολουθεί να προβληματίζει τους ερευνητές.

Είναι φυσιολογική η συρρίκνωση του εγκεφάλου καθώς γερνάμε;

Ναι, οι ειδικοί πιστεύουν ότι αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό. Όλα ξεκινούν από το ρυτιδωμένο εξωτερικό στρώμα του εγκεφάλου μας, το οποίο λεπταίνει καθώς μεγαλώνουμε. Αυτό μάλιστα είναι ιδιαίτερα αισθητό στον μετωπιαίο λοβό, ο οποίος επεξεργάζεται τη μνήμη, τα συναισθήματα, τον έλεγχο των παρορμήσεων, την επίλυση προβλημάτων, την κοινωνική αλληλεπίδραση και την κινητική λειτουργία. Η λέπτυνση μπορεί επίσης να είναι αισθητή σε τμήματα του κροταφικού λοβού, ο οποίος βρίσκεται πίσω από τα αυτιά και μας βοηθά να κατανοούμε τις λέξεις, να μιλάμε, να διαβάζουμε, να γράφουμε και να συνδέουμε τις λέξεις με τις έννοιές τους. Μάλιστα, τα τμήματα του εγκεφάλου που ωριμάζουν τελευταία κατά την εφηβεία, είναι και τα πρώτα που αρχίζουν να γερνούν και να συρρικνώνονται. Κάποιοι αναφέρονται σε αυτόως θεωρία του “τελευταίου μέσα, πρώτου έξω”. Εν ολίγοις, τα τελευταία μέρη του εγκεφάλου που αναπτύσσονται καθώς μεγαλώνουμε, είναι τα πρώτα που φθίνουν στα γηρατειά.

Αυτά τα τμήματα του εγκεφάλου που συρρικνώνονται, περιέχουν σημαντικές νευρικές ίνες, δηλαδή δομές που μοιάζουν με σωλήνες και μεταφέρουν πληροφορίες από τον εγκέφαλό σας στο υπόλοιπο σώμα σας και από το σώμα σας πίσω στον νωτιαίο μυελό και τον εγκέφαλο. Όταν λοιπόν ο εγκέφαλός μας συρρικνώνεται, υπάρχουν λιγότερες συνδέσεις μεταξύ των νευρώνων και των συστημάτων νευροδιαβιβαστών που μεταδίδουν πληροφορίες από εκείνον σε διάφορα μέρη του σώματος, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται πολυάριθμες επιπλοκές, που επηρεάζουν την νοητική μας λειτουργία. Από προβλήματα μνήμης, δυσκολίες στην επικοινωνία, την ανάκληση λέξεων και την εκμάθηση νεών λέξεων, έως και τη μειωμένη ροή αίματος στον εγκέφαλο. Επιπτώσεις δηλαδή που είναι φυσιολογικό να συμβούν καθώς γερνάμε, αλλά που μπορούν να μετριαστούν εφόσον ενστερνιστούμε έναν καλύτερο τρόπο ζωής.

Αυτό περιλαμβάνει τα εξής:

Να είμαστε σωματικά δραστήριοι κάθε μέρα. Η σωματική άσκηση αυξάνει τη ροή του αίματος σε ολόκληρο το σώμα σας, ιδίως στον εγκέφαλό σας. Οι ειδικοί πιστεύουν επίσης ότι η τακτική άσκηση μπορεί να βοηθήσει στη μείωση του στρες και της κατάθλιψης και να βελτιώσει τη μνήμη.

Να τρώμε υγιεινά. Γνωρίζατε ότι η υγιεινή διατροφή ωφελεί και τον εγκέφαλό σας; Τροφές όπως τα φρέσκα φρούτα, τα ψάρια, το άπαχο κρέας και το κοτόπουλο χωρίς πέτσα είναι όλες καλές επιλογές.

Να μην πίνουμε. Καθώς μεγαλώνετε, καλό είναι να αποφεύγετε την υπερβολική χρήση αλκοόλ, καθώς η υπερβολική κατανάλωση μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα μνήμης και σύγχυση.

Να μένουμε διανοητικά δραστήριοι. Δραστηριότητες όπως το διάβασμα, τα λογοπαίγνια, η ενασχόληση με ένα νέο χόμπι, η εγγραφή σε μαθήματα ή η εκμάθηση κάποιου οργάνου είναι πολύ καλοί τρόποι για να παραμείνετε πνευματικά δραστήριοι. Η συνεπής πνευματική δραστηριότητα μπορεί να βοηθήσει να διατηρήσετε τη μνήμη και την επεξεργασία της σκέψης σας σε καλή κατάσταση.

Να μείνουμε κοινωνικοί. Το να διατηρείτε επαφή με τους φίλους και την οικογένεια δεν είναι μόνο ευχάριστο, αλλά βοηθά επίσης στην αποτροπή της κατάθλιψης και του άγχους. Ίσως να θέλετε να δοκιμάσετε να εργαστείτε εθελοντικά ή να ενταχθείτε σε μια οργάνωση, ώστε να έχετε την ικανοποίηση ότι βοηθάτε ανθρώπους, διατηρώντας παράλληλα θετική κοινωνική αλληλεπίδραση.
Να σταματήσουμε το κάπνισμα. Το κάπνισμα δεν είναι μόνο κακό για τους πνεύμονές σας, αλλά μπορεί επίσης να συμβάλει στη γνωστική έκπτωση καθώς γερνάτε. Η διακοπή του καπνίσματος βοηθά το σώμα σας να παραμείνει υγιές.

Τι γίνεται με τους Homo sapiens;

Πέρα όμως από τα παραπάνω, παρατηρείται επίσης το φαινόμενο που θέλει τους δικούς μας σύγχρονους εγκεφάλους κατά 13% μικρότερους από εκείνων των προγόνων μας. Αυτό βέβαια δεν αποτελεί μια απλή παρατήρηση.

Σε σύγκριση με άλλα ζώα παρόμοιου μεγέθους, ο εγκέφαλός μας είναι γιγαντιαίος. Αυτός λοιπόν ο “μεγάλος εγκέφαλός” μας είναι και αυτό που διαφοροποιεί το είδος μας από τα άλλα ζώα, καθώς η ικανότητά του για σκέψη και καινοτομία μας επέτρεψαν να δημιουργήσουμε την πρώτη τέχνη, να εφεύρουμε τον τροχό, ή ακόμη και να προσγειωθούμε στη Σελήνη. Αν και ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει σχεδόν τετραπλασιαστεί σε μέγεθος μέσα σε έξι εκατομμύρια χρόνια από τότε που το είδος μας μοιραζόταν κοινά στοιχεία με τους χιμπατζήδες, οι μελέτες δείχνουν ότι αυτή η τάση προς μεγαλύτερους εγκεφάλους έχει αντιστραφεί στον Homo sapiens. Στο είδος μας λοιπόν, το μέσο μέγεθος του εγκεφάλου έχει συρρικνωθεί κατά τη διάρκεια των τελευταίων 100.000 ετών. Πιο συγκεκριμένα, τα κρανία των ανδρών και των γυναικών σήμερα είναι κατά μέσο όρο 12,7% μικρότερα από εκείνα των Homo sapiens που ζούσαν κατά την τελευταία εποχή των παγετώνων.

Πώς μπορούμε λοιπόν να εξηγήσουμε αυτή την εντυπωσιακή μείωση; Ο Ian Tattersall, ένας παλαιοανθρωπολόγος και επίτιμος επιμελητής του Αμερικανικού Μουσείου Φυσικής Ιστορίας στη Νέα Υόρκη, προτείνει ότι η συρρίκνωση του μεγέθους του εγκεφάλου αντιστοιχεί σε μια χρονική περίοδο κατά την οποία οι άνθρωποι μεταπήδησαν από ένα πιο διαισθητικό στυλ σκέψης, σε αυτό που ο ίδιος ονομάζει “συμβολική επεξεργασία πληροφοριών” – σκέφτονταν δηλαδή με έναν πιο αφηρημένο τρόπο για να κατανοήσουν καλύτερα το περιβάλλον τους. “Καθώς οι μικρότεροι και καλύτερα οργανωμένοι εγκέφαλοι ήταν σε θέση να εκτελούν πιο πολύπλοκους υπολογισμούς, οι μεταβολικά ακριβοί μεγαλύτεροι εγκέφαλοι έγιναν απλά περιττοί”, εξηγεί ο ίδιος στο BBC. Σκεφτείτε το σαν τις ηλεκτρονικές συσκευές. Κάποτε ο ηλεκτρονικός μας υπολογιστής ήταν ένα τεράστιο μηχάνημα που καταλάμβανε ένα ολόκληρο γραφείο. Σήμερα, βρίσκεται απλώς στην παλάμη του χεριού μας, εκτελώντας λειτουργίες και εντολές που είναι πιο πολύπλοκες από ότι παλιά. Κάπως έτσι συνέβη και με τον εγκέφαλό μας.

Ωστόσο, άλλοι παλαιοντολόγοι υποστηρίζουν ότι το αρχείο των απολιθωμάτων δείχνει ότι οι εγκέφαλοι άρχισαν να συρρικνώνονται πιο πρόσφατα από ό,τι προτείνει ο Tattersall. Πολλοί θεωρούν ότι η αλλαγή του κλίματος, και όχι οι λειτουργίες, θα μπορούσε να εξηγήσει τους μικρότερους εγκεφάλους μας. Σε μια μελέτη του 2023, που αναλύθηκαν τα κρανία 298 Homo sapiens των τελευταίων 50.000 ετών, οι ειδικοί διαπίστωσαν ότι οι ανθρώπινοι εγκέφαλοι συρρικνώνονται τα τελευταία 17.000 χρόνια περίπου – από το τέλος της τελευταίας εποχής των παγετώνων, γεγονός δηλαδή που συσχετίζεται με περιόδους αύξησης της θερμοκρασίας του κλίματος. “Αυτό που είδαμε ήταν ότι όσο θερμότερο ήταν το κλίμα, τόσο μικρότερο ήταν το μέγεθος του εγκεφάλου των ανθρώπων, και όσο ψυχρότερο ήταν το κλίμα, τόσο μεγαλύτερος ήταν ο εγκέφαλος”, λέει ο Stibel στο BBC. Ο λόγος είναι, όπως προτείνεται, ότι οι μικρότεροι εγκέφαλοι θα μπορούσαν να επιτρέψουν στους ανθρώπους να κρυώσουν γρήγορα.

Γινόμαστε λιγότερο έξυπνοι;

Αν λοιπόν οι εγκέφαλοι συρρικνώνονται, τι σημαίνει άραγε αυτό για την ανθρώπινη νοημοσύνη; Ανάλογα λοιπόν με τη θεωρία που υποστηρίζουν οι ειδικοί, οι μικρότεροι εγκέφαλοι θα μπορούσαν είτε να μας κάνουν πιο έξυπνους, είτε πιο χαζούς, είτε να μην έχουν καμία επίδραση στη νοημοσύνη μας.

Είναι αλήθεια όμως, ότι το μέγεθος του εγκεφάλου δεν είναι το παν. Πιο συγκεκριμένα, οι εγκέφαλοι των ανδρών είναι περίπου 11% μεγαλύτεροι από τους εγκεφάλους των γυναικών, λόγω του μεγαλύτερου μεγέθους του σώματός τους. Έρευνες βέβαια έχουν αποδείξει ότι οι γυναίκες και οι άνδρες έχουν παρόμοιες γνωστικές ικανότητες. Ωστόσο, σε γενικές γραμμές, το να έχεις μεγαλύτερο εγκέφαλο σε σχέση με το μέγεθος του σώματός σου συσχετίζεται με τη νοημοσύνη. “Το γεγονός ότι το μέγεθος του εγκεφάλου μας μειώνεται σημαντικά αυτή τη στιγμή οδηγεί στο λογικό συμπέρασμα ότι η ικανότητά μας για μεγαλύτερη νοημοσύνη είτε συρρικνώνεται, είτε τουλάχιστον δεν αυξάνεται”, προτείνει ο Stibel.

Οι έρευνες όμως συνεχίζονται, τόσο για να εξηγήσουν γιατί συμβαίνει αυτό, όσο και για να κατανοήσουμε που μπορεί να μας οδηγήσει αυτή σμίκρυνση στο μέλλον. Ίσως σε έναν κόσμο που η φράση “είσαι μικρόμυαλος” μπορεί όντως να είναι κυριολεκτική.

Eckhart Tolle: Η ζωή δεν είναι τόσο σοβαρή όσο την κάνει ο νους μου

-Η θέαση της ομορφιάς σε ένα λουλούδι θα μπορούσε να αφυπνίσει τους ανθρώπους έστω και για λίγο, στην ομορφιά που αποτελείς ουσιαστικό μέρος της δικής τους εσώτερης Ύπαρξης, της αληθινής τους φύσης.

-…η αναγνώριση των συλλογικά αποκτηθέντων μέσω εξαρτημένης μάθησης νοητικών διεργασιών που διαιωνίζουν τη μη αφυπνισμένη κατάσταση.

-Ο ανθρώπινος νους είναι εξαιρετικά ευφυής. Ωστόσο, η ίδια του η ευφυία είναι μολυσμένη από παραφροσύνη.

-Αν η ιστορία της ανθρωπότητας ήταν η κλινική περίπτωση ενός μεμονομένου ανθρώπου, η διάγνωση θα έπρεπε να είναι: χρόνια παρανοϊκά παραληρήματα, παθολογική ροπή προς τη διάπραξη φόνου και πράξεων ακραίας βίας και ωμότητας, εναντίον αυτών που αντιλαμβάνεται ως «εχθρούς» του – καθώς η δική του έλλειψη συνειδητότητας προβάλεται προς τα έξω.

–Φόβος, απληστία και επιθυμία για εξουσία είναι οι ψυχολογικές παρωθητικές δυνάμεις όχι μόνο πίσω από τον πόλεμο και τη βία μεταξύ εθνών, φυλών, θρησκειών και ιδεολογιών, αλλά και η αιτία ατέρμονης σύγκρουσης στις προσωπικές σχέσεις.

–Δε γίνεσαι καλός προσπαθώντας να είσαι καλός, αλλά βρίσκοντας την καλοσύνη που είναι ήδη εντός σου επιτρέπονται σ΄αυτή την καλοσύνη να αναδυθεί.

-Κάνουν σχέδια χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους το πρότυπο για τη δυσλειτουργία που κουβαλάει κάθε άνθρωπος μέσα του: το Εγώ.

-Ένα μεγάλης κλίμακας άνοιγμα πνευματικότητας έξω από τις θρησκευτικές δομές είναι μια εντελώς καινοτόμος εξέλιξη.

-Αν οι δομές του ανθρώπινου νου παραμείνουν αμετάβλητες, θα καταλήγουμε πάντα να αναδημιουργούμε τον ίδιο κόσμο, τα ίδια δεινά, την ίδια δυσλειτουργία

-…όταν έχεις προσαρτήσεις μια λέξη σε κάτι, γνωρίζεις τι είναι. Η πραγματικότητα είναι: Δεν γνωρίζεις τι είναι, απλώς έχεις καλύψει το μυστήριο με μια ετικέτα.

-Όταν το κοιτάζεις ή το κρατάς και του επιτρέπεις να υπάρχει χωρίς να του επιβάλλεις μια λέξη ή μια νοητική ετικέτα μια αίσθηση δέους, θαυμασμού ξυπνάει μέσα σου. Η ουσία του κοινωνείται σιωπηλά σ΄εσένα και αντανακλά τη δική σου ουσία πίσω σ΄εσένα.

–Όταν δεν καλύπτεις τον κόσμο με λέξεις και ετικέτες, επιστρέφει στη ζωή σου μια αίσθηση του θαυμαστού που έχει χαθεί εδώ και πολύ καιρό, από τότε που η ανθρωπότητα, αντί να χρησιμοποιεί τη σκέψη κατακυριεύτηκε από αυτήν. Ένα βάθος επιστρέφει στη ζωή σου.

-Όταν βλέπεις ποιος δεν είσαι, η πραγματικότητά του ποιος είσαι αναδύεται από μόνη της.

-Δεν συνειδητοποιούσα ακόμα ότι η σκέψη δίχως συναίσθηση είναι το κύριο δίλημμα της ανθρώπινης ύπαρξης.
–Η ζωή δεν είναι τόσο σοβαρή όσο την κάνει ο νους μου.

-Οι περισσότεροι άνθωποι δεν κατοικούν σε μια ζωντανή πραγματικότητα αλλά σε μια εννοιοποιημένη.

–Ο ανεξέλεγκτος αγώνας για περισσότερα, για ατέρμονη ανάπτυξη αποτελεί δυσλειτουργεία και ασθένεια. Είναι η ίδια δυσλειτουργία που εκδηλώνει το καρκινικό κύτταρο, που ο μοναδικός του στόχος είναι να πολλαπλασιαστεί, χωρίς να έχει επίγνωση του ότι επιφέρει την ίδια του την καταστροφή καταστρέφοντας τον οργανισμό του οποίου είναι μέρος.

–Αν μπορώ να νιώσω το «Υπάρχω» τόσο έντονα, τότε αυτό που είμαι δεν έχει μειωθεί καθόλου. Μπορώ να το νιώθω και τώρα, κάτι γαλήνιο και πολύ ζωντανό.

–Την Ύπαρξη πρέπει να την νιώσεις. Δεν μπορείς να τη σκεφτείς. Το Εγώ δεν τη γνωρίζει επειδή αποτελείται από σκέψη.

-Όλα όσα επιζητεί το Εγώ και στα οποία δεν μπορεί να νιώσει.

-…μερικές φορές το να παραιτείσαι από πράγματα είναι μια πράξη πολύ μεγαλύτερης δύναμης από το να τα υπερασπίζεσαι ή να γατζώνεσαι πάνω τους.

–Η ζωή θα σου δώσει όποια εμπειρία είναι πιο βοηθητική για την εξέλιξη της συνειδητότητάς σου.

–Το Εγώ δεν είναι λάθος, είναι απλώς μη συνειδητό… το Εγώ δεν είναι προσωπικό. Δεν είναι αυτό που είσαι.

-…το να βγάζεις τον εαυτό σου σωστό και τους άλλους λάθος είναι ένα από τα κύρια εγωικά πρότυπα, μια από τις κύριες μορφές της μη συνείδησης.

-Επομένως η επιθυμία διατηρεί το Εγώ ζωντανό πολύ περισσότερο από το έχω… Είναι μια εθιστική ανάγκη, όχι μη αυθεντική.

-Η έσχατη αλήθεια του ποιος είσαι δεν είναι «είμαι αυτός», «είμαι εκείνος» αλλά Είμαι.

Eckhart Tolle, Για μια νέα ζωή

Η Μη Εικονιστική Αφηρημένη Τέχνη

Η αφηρημένη τέχνη χρησιμοποιεί οπτική γλώσσα σχήματος, μορφής, χρώματος και γραμμής για να δημιουργήσει μια σύνθεση που μπορεί να υπάρχει με έναν βαθμό ανεξαρτησίας από οπτικές αναφορές στον κόσμο.

Η δυτική τέχνη βασιζόταν, από την Αναγέννηση έως τα μέσα του 19ου αιώνα, από την λογική της προοπτικής και μια προσπάθεια αναπαραγωγής μιας ψευδαίσθησης της ορατής πραγματικότητας. Μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα πολλοί καλλιτέχνες ένιωσαν την ανάγκη να δημιουργήσουν ένα νέο είδος τέχνης που θα περιλάμβανε τις θεμελιώδεις αλλαγές που συντελούνται στην τεχνολογία, την επιστήμη και την φιλοσοφία. Οι πηγές από τις οποίες οι μεμονωμένοι καλλιτέχνες άντλησαν τα θεωρητικά τους επιχειρήματα ήταν ποικίλες και αντανακλούσαν τις κοινωνικές και πνευματικές ενασχολήσεις σε όλους τους τομείς του δυτικού πολιτισμού εκείνη την εποχή.

Η αφηρημένη τέχνη, η μη εικονιστική τέχνη, η μη αντικειμενική τέχνη και η μη αναπαραστατική τέχνη είναι όλα στενά συνδεδεμένοι όροι. Έχουν παρόμοιες, αλλά ίσως όχι πανομοιότυπες έννοιες.

Η αφαίρεση υποδηλώνει απομάκρυνση (αφαίρεση) από την “πραγματικότητα” στην απεικόνιση των εικόνων στην τέχνη. Αυτή η απόκλιση από την ακριβή αναπαράσταση μπορεί να είναι μικρή, μερική ή πλήρης. Η αφαίρεση υπάρχει σε μια συνέχεια. Ακόμη και η τέχνη που στοχεύει σε αληθοφάνεια ύψιστου βαθμού μπορούμε να πούμε ότι είναι αφηρημένη, τουλάχιστον θεωρητικά, αφού η τέλεια αναπαράσταση είναι αδύνατη. Το έργο τέχνης που παίρνει ελευθερίες, π.χ. η αλλαγή χρώματος ή μορφής με τρόπους που είναι εμφανείς, μπορεί να ειπωθεί ότι είναι εν μέρει αφηρημένο. Η ολική αφαίρεση δεν φέρει κανένα ίχνος αναφοράς σε οτιδήποτε αναγνωρίσιμο. Στη γεωμετρική αφαίρεση, για παράδειγμα, είναι απίθανο να βρει κανείς αναφορές σε νατουραλιστικές οντότητες. Η εικονιστική τέχνη και η συνολική αφαίρεση είναι σχεδόν αμοιβαία αποκλειόμενες. Αλλά η εικονιστική και η αναπαραστατική (ή ρεαλιστική) τέχνη συχνά περιέχουν μερική αφαίρεση.

Τόσο η γεωμετρική αφαίρεση όσο και η λυρική αφαίρεση είναι συχνά εντελώς αφηρημένα. Ανάμεσα στα πολυάριθμα καλλιτεχνικά κινήματα που ενσωματώνουν τη μερική αφαίρεση θα ήταν για παράδειγμα ο φωβισμός στον οποίο το χρώμα αλλάζει εμφανώς και σκόπιμα σε σχέση με την πραγματικότητα και ο κυβισμός, ο οποίος αλλάζει τις μορφές των πραγματικών οντοτήτων που απεικονίζονται.

Οι εξπρεσιονιστές ζωγράφοι διερεύνησαν την τολμηρή χρήση της επιφάνειας βαφής, σχεδιάζοντας παραμορφώσεις και υπερβολές και το έντονο χρώμα. Οι εξπρεσιονιστές παρήγαγαν συναισθηματικά φορτισμένους πίνακες που ήταν αντιδράσεις και αντιλήψεις της σύγχρονης εμπειρίας και αντιδράσεις στον ιμπρεσιονισμό και άλλες πιο συντηρητικές κατευθύνσεις της ζωγραφικής του τέλους του 19ου αιώνα.

Οι Εξπρεσιονιστές άλλαξαν δραστικά την έμφαση στο θέμα προς όφελος της απεικόνισης των ψυχολογικών καταστάσεων της ύπαρξης. Αν και καλλιτέχνες όπως ο Edvard Munch και ο James Ensor άντλησαν επιρροές κυρίως από το έργο των μετα-ιμπρεσιονιστών, συνέβαλαν καθοριστικά στην εμφάνιση της αφαίρεσης τον 20ο αιώνα. Ο Paul Cézanne είχε ξεκινήσει ως ιμπρεσιονιστής, αλλά ο στόχος του -να κάνει μια λογική κατασκευή της πραγματικότητας βασισμένη σε μια άποψη από ένα μόνο σημείο, με διαμορφωμένο χρώμα σε επίπεδες περιοχές- έγινε η βάση μιας νέας εικαστικής τέχνης, που αργότερα θα αναπτυχθεί στον κυβισμό.

Επιπλέον, στα τέλη του 19ου αιώνα στην Ανατολική Ευρώπη ο μυστικισμός και η πρώιμη μοντερνιστική θρησκευτική φιλοσοφία, όπως εκφράστηκαν από την Στοά της Θεοσοφικής Εταιρείας. Η Μπλαβάτσκυ είχε βαθιά επίδραση σε πρωτοπόρους γεωμετρικούς καλλιτέχνες όπως η Hilma af Klint και ο Wassily Kandinsky. Η μυστικιστική διδασκαλία του Georges Gurdjieff και του Ouspensky είχε επίσης σημαντική επίδραση στους πρώιμους σχηματισμούς των γεωμετρικών αφηρημένων στυλ του Piet Mondrian και των συναδέλφων του στις αρχές του 20ού αιώνα. Ο πνευματισμός ενέπνευσε επίσης την αφηρημένη τέχνη των Kasimir Malevich και František Kupka.

Στις αρχές του 20ου αιώνα, ο Henri Matisse και αρκετοί άλλοι νέοι καλλιτέχνες, όπως ο προκυβιστής Georges Braque, ο André Derain, ο Raoul Dufy και ο Jean Metzinger έφεραν επανάσταση στον κόσμο της τέχνης του Παρισιού με «άγρια», πολύχρωμα, εκφραστικά τοπία και ζωγραφιές. οι κριτικοί ονόμασαν Φωβισμό. Η ακατέργαστη γλώσσα του χρώματος όπως αναπτύχθηκε από τους Fauves επηρέασε άμεσα έναν άλλο πρωτοπόρο της αφαίρεσης, τον Wassily Kandinsky.

Ο κυβισμός, βασισμένος στην ιδέα του Σεζάν ότι “…κάθε απεικόνιση της φύσης μπορεί να αναχθεί σε κύβο, σφαίρα και κώνο”, έγινε, μαζί με τον Φωβισμό, το καλλιτεχνικό κίνημα που άνοιξε άμεσα την πόρτα στην αφαίρεση στις αρχές του 20ου αιώνα.

Κατά την άνοδο των Ναζί στην εξουσία την δεκαετία του 1930 πολλοί καλλιτέχνες έφυγαν από την Ευρώπη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στις αρχές της δεκαετίας του 1940 τα κύρια κινήματα της μοντέρνας τέχνης, του εξπρεσιονισμού, του κυβισμού, της αφαίρεσης, του σουρεαλισμού και του νταντά αντιπροσωπεύονταν στην Νέα Υόρκη: Marcel Duchamp, Fernand Léger, Piet Mondrian, Jacques Lipchitz, André Masson, Max Ernst και André Breton,… μόνο λίγοι από τους εξόριστους Ευρωπαίους που έφτασαν στην Νέα Υόρκη.

Οι πλούσιες πολιτιστικές επιρροές που έφεραν οι Ευρωπαίοι καλλιτέχνες αποστάχθηκαν και βασίστηκαν από ντόπιους ζωγράφους της Νέας Υόρκης. Το κλίμα ελευθερίας στη Νέα Υόρκη επέτρεψε σε όλες αυτές τις επιρροές να ανθίσουν. Οι γκαλερί τέχνης που είχαν επικεντρωθεί κυρίως στην ευρωπαϊκή τέχνη άρχισαν να προσέχουν την τοπική καλλιτεχνική κοινότητα και το έργο νεότερων Αμερικανών καλλιτεχνών που είχαν αρχίσει να ωριμάζουν. Ορισμένοι καλλιτέχνες εκείνη την εποχή έγιναν σαφώς αφηρημένοι στην ώριμη δουλειά τους.

Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου, ο πίνακας του Piet Mondrian Σύνθεση Νο. 10 , 1939–1942, που χαρακτηρίζεται από βασικά χρώματα, λευκό έδαφος και μαύρες γραμμές πλέγματος καθόρισε ξεκάθαρα την ριζοσπαστική αλλά κλασική προσέγγισή του στο ορθογώνιο και την αφηρημένη τέχνη γενικά. Ορισμένοι καλλιτέχνες της περιόδου αψήφησαν την κατηγοριοποίηση, όπως η Georgia Totto O’Keeffe, η οποία, ενώ ήταν μοντερνίστρια αφαιρετική, ήταν καθαρά “τρελή” στο ότι ζωγράφιζε εξαιρετικά αφηρημένες φόρμες, ενώ δεν εντάχθηκε σε κάποια συγκεκριμένη ομάδα της περιόδου.

Στα αφηρημένα εικαστικά έργα περιγράφεται η πραγματικότητα, όχι μέσω της μίμησης ή της πιστής αναπαράστασης, αλλά με έναν αντισυμβατικό και αφηρημένο τρόπο που κρατά αμετάβλητες τις εσωτερικές συνιστώσες της. Η ζωγραφική και όλες οι εικαστικές τέχνες, εκφραζόταν ελεύθερα χωρίς να υποχρεώνονται οι καλλιτέχνες, να επεξηγούν, το πώς και το γιατί λειτουργούν έτσι.

Κι αν το σύμπαν δεν είχε αρχή;

Όλες οι θεωρίες για το σύμπαν ξεκινάνε ότι υπήρχε μία αρχή. Ίσως όμως δεν υπήρχε αρχή και ο Κόσμος υπήρχε για πάντα.Και αυτό υπονοεί μια νέα θεωρία της κβαντικής βαρύτητας, του φυσικού Bruno Bento που μελετά τη φύση του χρόνου στο Πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ.

Η ιστορία του σύμπαντος

Στο έργο του, χρησιμοποίησε μια νέα θεωρία κβαντικής βαρύτητας, που ονομάζεται θεωρία αιτιώδους συνόλου (Causal set theory), στην οποία ο χώρος και ο χρόνος διασπώνται σε διακριτά κομμάτια του χωροχρόνου. Σε κάποιο επίπεδο όμως, υπάρχει μια θεμελιώδης μονάδα του χωροχρόνου , σύμφωνα με αυτή τη θεωρία.

Ο Bento και οι συνεργάτες του χρησιμοποίησαν αυτήν την αιτιώδη προσέγγιση για να εξερευνήσουν την αρχή του σύμπαντος. Διαπίστωσαν ότι είναι πιθανό το σύμπαν να μην είχε αρχή – ότι πάντα υπήρχε στο άπειρο παρελθόν και μόλις πρόσφατα εξελίχθηκε σε αυτό που ονομάζουμε Μεγάλη Έκρηξη.

Η Μεγάλη Έκρηξη μας διδάσκει ότι το διαστελλόμενο σύμπαν ήταν παλαιότερα νεότερο, πυκνότερο και πιο ζεστό. Ωστόσο, η επέκταση σε όλη τη διαδρομή πίσω σε μια ιδιαιτερότητα οδηγεί σε προβλέψεις που διαφωνούν με αυτά που παρατηρούμε. Αντίθετα, ο κοσμικός πληθωρισμός προηγήθηκε και δημιούργησε τη Μεγάλη Έκρηξη, αλλάζοντας την ιστορία της κοσμικής προέλευσης για πάντα.

Ένα κβάντο βαρύτητας

Η κβαντική βαρύτητα είναι ίσως το πιο απογοητευτικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η σύγχρονη φυσική. Έχουμε δύο εξαιρετικά αποτελεσματικές θεωρίες για το σύμπαν: την κβαντική φυσική και τη γενική σχετικότητα. Η κβαντική φυσική παρήγαγε μια επιτυχημένη περιγραφή τριών από τις τέσσερις θεμελιώδεις δυνάμεις της φύσης (ηλεκτρομαγνητισμός, ασθενής και ισχυρή πυρηνική δύναμη) σε μικροσκοπικές κλίμακες. Η γενική σχετικότητα, από την άλλη πλευρά, είναι η πιο ισχυρή και πλήρης περιγραφή της βαρύτητας που επινοήθηκε ποτέ.

Αλλά παρά τα δυνατά της σημεία, η γενική σχετικότητα είναι ελλιπής. Σε τουλάχιστον δύο συγκεκριμένα σημεία του σύμπαντος, τα μαθηματικά της γενικής σχετικότητας απλά καταρρέουν, αποτυγχάνοντας να παράγουν αξιόπιστα αποτελέσματα: στο κέντρο των μαύρων οπών και στην αρχή του σύμπαντος. Αυτές οι περιοχές ονομάζονται “ιδιαιτερότητες”, οι οποίες είναι σημεία στο χωροχρόνο όπου οι σημερινοί νόμοι της φυσικής μας καταρρέουν και είναι μαθηματικά προειδοποιητικά σημάδια ότι η θεωρία της γενικής σχετικότητας κάπου δεν μας τα εξηγεί σωστά. Και στις δύο αυτές ιδιαιτερότητες, η βαρύτητα γίνεται απίστευτα ισχυρή σε πολύ μικρές κλίμακες μήκους.

Ως εκ τούτου, για να λύσουν τα μυστήρια των ιδιαιτεροτήτων, οι φυσικοί χρειάζονται μια μικροσκοπική περιγραφή της ισχυρής βαρύτητας, που ονομάζεται επίσης κβαντική θεωρία της βαρύτητας. Υπάρχουν πολλές υποψήφιες θεωρίες, συμπεριλαμβανομένης της θεωρίας των χορδών και της κβαντικής βαρύτητας βρόχου .

Υπάρχει επίσης και μια άλλη προσέγγιση που ξαναγράφει πλήρως την αντίληψή μας για το χώρο και το χρόνο.

Η θεωρία των αιτιωδών συνόλων

Σε όλες τις τρέχουσες θεωρίες της φυσικής, ο χώρος και ο χρόνος είναι συνεχείς οντότητες. Σχηματίζουν έναν “λείο ιστό” που διέπει όλη την πραγματικότητα. Σε έναν τέτοιο συνεχή χωροχρόνο, δύο σημεία μπορούν να βρίσκονται όσο το δυνατόν πιο κοντά το ένα στο άλλο στον χώρο, και δύο γεγονότα μπορούν να συμβαίνουν όσο το δυνατόν πιο κοντά το ένα στο άλλο στον χρόνο.

Μια άλλη προσέγγιση όμως, που ονομάζεται αιτιώδης θεωρία συνόλων,επαναπροσδιορίζει εκ νέου το χωροχρόνο ως μια σειρά διακριτών κομματιών ή χωροχρονικών “ατόμων”. Αυτή η θεωρία θα θέτει αυστηρά όρια στο πόσο κοντά μπορεί να είναι τα γεγονότα στο χώρο και στο χρόνο, αφού δεν μπορούν να είναι πιο κοντά από το μέγεθος του “χωροχρονικού ατόμου”.

Σαν pixel

Για παράδειγμα, αν κοιτάζετε την οθόνη σας διαβάζοντας αυτό το κείμενο, όλα φαίνονται ομαλά και συνεχή. Αλλά αν κοιτάξετε την ίδια οθόνη μέσω μεγεθυντικού φακού, μπορεί να δείτε τα εικονοστοιχεία που χωρίζουν το χώρο και θα διαπιστώσετε ότι είναι αδύνατο να φέρετε δύο εικόνες στην οθόνη σας πιο κοντά από ένα εικονοστοιχείο.

Αυτή η θεωρία της φυσικής ενθουσίασε τον Μπέντο. «Ενθουσιάστηκα που βρήκα αυτή τη θεωρία, η οποία όχι μόνο προσπαθεί να γίνει όσο το δυνατόν πιο θεμελιώδης – είναι μια προσέγγιση στην κβαντική βαρύτητα και στην πραγματικότητα επανεξετάζοντας την έννοια του ίδιου του χωροχρόνου – αλλά που δίνει επίσης έναν κεντρικό ρόλο στον χρόνο και στο τι αυτό σημαίνει για το πέρασμα του χρόνου, πόσο φυσικό είναι το παρελθόν σας και αν το μέλλον υπάρχει ήδη ή όχι », δήλωσε ο Μπέντο.

Αρχή του χρόνου

Η θεωρία αυτή έχει σημαντικές συνέπειες για τη φύση του χρόνου.

«Ένα τεράστιο μέρος της θεωρίας αυτής είναι ότι το πέρασμα του χρόνου είναι κάτι φυσικό, ότι δεν πρέπει να αποδίδεται σε κάποιο αναδυόμενο είδος ψευδαίσθησης ή σε κάτι που συμβαίνει μέσα στον εγκέφαλό μας και μας κάνει να πιστεύουμε ότι ο χρόνος περνάει. Αυτό το πέρασμα είναι, από μόνο του, μια εκδήλωση της φυσικής θεωρίας», δήλωσε ο Μπέντο. «Έτσι, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη θεωρία, ένα αιτιατό σύνολο θα μεγαλώνει κατά ένα “άτομο” κάθε φορά και θα γίνεται όλο και μεγαλύτερο».

Η προσέγγιση αυτή απομακρύνει επιδέξια το πρόβλημα της ιδιομορφίας της Μεγάλης Έκρηξης, επειδή, στη θεωρία αυτή, δεν μπορούν να υπάρξουν ιδιομορφίες. Είναι αδύνατο για την ύλη να συμπιεστεί σε απείρως μικροσκοπικά σημεία – δεν μπορούν να γίνουν μικρότερα από το μέγεθος ενός “ατόμου του χωροχρόνου”.

Έτσι, χωρίς τη ιδιομορφία της Μεγάλης Έκρηξης, πώς θα έμοιαζε η αρχή του σύμπαντός μας; Ο Μπέντο, πήραν το αρχικό νήμα, εξερευνώντας τι έχει να πει η θεωρία των αιτιωδών συνόλων για τις αρχικές στιγμές του σύμπαντος. Το έργο τους εμφανίζεται σε ένα έγγραφο που δημοσιεύτηκε στις 24 Σεπτεμβρίου στη βάση δεδομένων arXiv . (Η εργασία δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί σε επιστημονικό περιοδικό με κριτές.)

Η εργασία εξέτασε “εάν πρέπει να υπάρχει αρχή στην προσέγγιση της θεωρίας αιτιώδους συνόλου”, είπε ο Μπέντο. “Στην αρχική διατύπωση και τη δυναμική των αιτιωδών συνόλων, κλασικά, ένα αιτιώδες σύνολο αναπτύσσεται από το τίποτα στο σύμπαν που βλέπουμε σήμερα. Στη μελέτη μας, αντίθετα, δεν θα υπήρχε η Μεγάλη Έκρηξη ως αρχή, καθώς το αιτιώδες σύνολο θα ήταν άπειρο για το παρελθόν, και έτσι υπάρχει πάντα κάτι πριν”.

Το σύμπαν απλώς υπήρχε πάντα;

Η εργασία τους υπονοεί ότι το σύμπαν μπορεί να μην είχε αρχή – ότι απλώς υπήρχε πάντα. Αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως η Μεγάλη Έκρηξη μπορεί να ήταν απλώς μια συγκεκριμένη στιγμή στην εξέλιξη αυτού του υπάρχοντος αιτιώδους συνόλου, όχι μια αληθινή αρχή.

Ωστόσο, υπάρχει ακόμη πολλή δουλειά να γίνει. Δεν είναι ακόμη σαφές εάν αυτή η αρχική αιτιολογική προσέγγιση μπορεί να επιτρέψει φυσικές θεωρίες με τις οποίες μπορούμε να εργαστούμε για να περιγράψουμε τη σύνθετη εξέλιξη του σύμπαντος κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Έκρηξης.

“Μπορεί κάποιος ακόμη να αναρωτηθεί αν αυτή η προσέγγιση του αιτιώδους συνόλου μπορεί να ερμηνευτεί με “λογικό τρόπο” ή τι σημαίνει φυσικά με μια ευρύτερη έννοια. Δείξαμε όμως ότι ένα πλαίσιο είναι πράγματι δυνατό», είπε χαρακτηριστικά ο Μπέντο. «Έτσι, τουλάχιστον μαθηματικά, αυτό μπορεί να γίνει».

Ωστόσο, υπάρχει ακόμη πολλή δουλειά να γίνει. Δεν είναι ακόμη σαφές εάν αυτή η αιτιώδης προσέγγιση συνόλου μπορεί να επιτρέψει φυσικές θεωρίες με τις οποίες μπορούμε να εργαστούμε για να περιγράψουμε τη σύνθετη εξέλιξη του σύμπαντος κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Έκρηξης.

Με άλλα λόγια, είναι … μια αρχή.

Dostoyevsky: ΤΟ ΥΠΟΓΕΙΟ

Για κανένα ίσως άλλο έργο του κορυφαίου της Ρωσίας συγγραφέα, δεν έγινε τόσος λόγος από την παγκόσμια κριτική όσο για το «Υπόγειο». Ίσως γιατί είναι το μοναδικό έργο που κλείνει περισσότερο τη φρικιαστική ανησυχία, την αγωνία, μπορούμε να πούμε, της ψυχής του Ντοστογιέφσκι, για το τρομερό πρόβλημα και τον σκοπό της ζωής.

Ο μεγάλος της Ρωσίας φιλόσοφος και κριτικογράφος του Ντοστογιέφσκι και του Τολστόι, Λέων Σέστωφ, αναλύει το αξιοθαύμαστο αυτό μυθιστόρημα. Ιδού τι λέγει ο Σέστωφ:

Το «Υπόγειο» είναι από τα πιο καταπληκτικά έργα, όχι μονάχα της Ρωσικής, αλλά της παγκόσμιας φιλολογίας. Διαβάζοντάς το νομίζεις πως δεν πατείς πια στερεά στο χώμα, αλλά πως πέφτεις σε κάποια άπατη άβυσσο. Αισθάνεσαι την ευθυμία του πετάγματος, τον τρόμο και τη φρίκη του κενού…

Πραγματικά, ευθύς εξ αρχής πρέπει να σταματήσεις και να πάρεις αναπνοή. Σε κάθε κεφάλαιο που τελειώνει λες: αφήστε με να πάρω αναπνοή. Μαζί με τον αναγνώστη νομίζεις πως και του Ντοστογιέφσκι του ίδιου του κόβεται η αναπνοή από την μανιώδη και άγρια ορμή των «καινούριων» σκέψεων, που ξεπετιούνται από τα κατάβαθα του απόκρυφου εγώ του.

Ξαναδιαβάστε, παραδείγματος χάριν, αυτή τη φράση του Ντοστογιέφσκι: «Ο άνθρωπος του δέκα‐
του ένατου αιώνα είναι αναγκαστικά άνθρωπος χωρίς χαρακτήρα∙ ο άνθρωπος της δράσης είναι κι
αυτός αναγκαστικά ένα μέτριο πνεύμα».

Επιτρέψατέ μου να σας υπενθυμίσω ότι και ο Πλωτίνος «ο αναγνωρισμένος απ’ όλους» σαν ένας
από τους πιο μεγάλους σκεπτικιστές της αρχαιότητας, εκφέρει την ίδια σκέψη, αν και με άλλη φόρ‐
μα. Κι αυτός επίσης διαβεβαιώνει πως «ο άνθρωπος της δράσης» είναι πάντα μέτριος, και πως δρά‐
ση δε θα πει τίποτε άλλο, παρά περιορισμός της ελευθερίας. Εκείνος που δεν μπορεί ή που δε θέλει
να «σκέφτεται», «να μελετά», αυτός μόνο δρα.

Κι ο Πλάτωνας επίσης έχει γνωρίσει το «Υπόγειό» του, που το ονόμασε «Σπήλαιο»∙ δημιούργησε
έτσι τη θαυμάσια παραβολή, την ξακουσμένη σ’ όλο τον κόσμο. Το έγραψε όμως με τέτοιο τρόπο,
ώστε δεν πέρασε από κανενός το μυαλό πως το «Σπήλαιο» του Πλάτωνα ήταν ίδιο με το «Υπόγειο»
και πως ο Πλάτωνας ήταν κι αυτός ένας άνθρωπος ανισόρροπος, νευρασθενικός, ένας από κείνους
που για να τους ησυχάσουν, ανακαλύπτουν οι ισορροπημένοι άνθρωποι διάφορες θεωρίες, συντα‐
γές κλπ. Έτυχε λοιπόν στον Ντοστογιέφσκι, στο «Υπόγειό» του να γίνει το ίδιο πράγμα, όπως και στον
Πλάτωνα στο «Σπήλαιό» του: ανοίχτηκαν τα καινούρια του μάτια κι ο άνθρωπος δεν είδε πια μπρο‐
στά του παρά σκιές και φαντάσματα εκεί που «όλοι οι άλλοι» έβλεπαν την πραγματικότητα∙ μισοεί‐
δε την αληθινή, τη μόνη πραγματικότητα, εκεί που «όλοι οι άλλοι» δεν ήξεραν αν υπάρχει καν.

Χρειάζεται υπερφυσική πραγματικά προσπάθεια για να τολμήσει ένας άνθρωπος να φέρει τον
εαυτό του σε αντίθεση με το σύμπαν, με τη φύση, με το νόμο της άκρας πιθανότητας: «η ολότητα δε
θέλει ν’ ασχοληθεί με το εγώ μου, μα δε θέλω κι εγώ ν’ ανήκω στην ολότητα».

Ας θριαμβεύσει η «ολότητα»! Ο Ντοστογιέφσκι αισθάνεται μάλιστα κάποια ηδονή περιγράφοντάς
μας τις ακατάπαυστες ήττες του και τις δυστυχίες του. Κανένας πριν και υστέρα απ’ αυτόν δε μας
ζωγράφισε ποτέ την απελπιστική αυτή πληθώρα όλων των εξευτελισμών και των πόνων της κατασυ‐
ντριμμένης από τις πιθανότητες ψυχής. Προσβάλλουν τον άνθρωπο του «Υπογείου», τον διώχνουν,
τον ξυλοκοπούν. Κι αυτός θαρρείς πως γυρεύει την ευκαιρία να ξαναπονέσει περισσότερο. Και
πραγματικά, όσο περισσότερο τον ταπεινώνουν, τον κατασυντρίβουν, τόσο περισσότερο πλησιάζει αυτός το σκοπό του: να το σκάσει δηλαδή από το «Υπόγειο», από το σατανικό αυτό τόπο, όπου βασιλεύουν οι νόμοι, τα φρονήματα, οι πιθανότητες, και να πεταχτεί έξω από το κράτος των υγιών και ισορροπημένων ανθρώπων.

Διαβάστε πώς ο Ντοστογιέφσκι περιγράφει στο «Υπόγειο» τους ισορροπημένους ανθρώπους και ρωτήστε κατόπιν τι πρέπει να προτιμήσουμε: τους οδυνηρούς σπασμούς κάποιου αμφίβολου ξυπνήματος ή την πένθιμη, την τεφρή βεβαιότητα, που φέρνει το χασμουρητό και το βέβαιο ύπνο;
«Είμαι ο ένας κι είσαστε η ολότητα», λέγει ο Ντοστογιέφσκι. Ε, λοιπόν, δεν πρέπει να σας φανεί παράξενη η αντίθεση αυτή του ενός προς το σύνολο του κόσμου. Μολονότι φαίνεται παράλογη, είναι
όμως ολιγότερο παράλογη από την αποθέωση αυτή που προσδοκά η «ολότητα» και από το περι‐
βάλλον αυτό της δικαιοσύνης, μέσα στο οποίο κατόρθωσαν να εξελιχθούν η επιστήμη και η «δικαιο‐
σύνη» μας.

Ακολουθεί μικρό απόσπασμα από το Πρώτο Μέρος του βιβλίου

Είμαι άρρωστος… Είμαι μοχθηρός. Δεν είμαι καθόλου ευχάριστος. Νομίζω ότι έχω αρρώστια του
ήπατος. Μα δεν καταλαβαίνω τίποτε και δεν ξέρω που ακριβώς υποφέρω. Αν κι εκτιμώ πολύ τους
γιατρούς και την ιατρική, δεν πάω να με κοιτάξουν και δεν πήγα ποτέ γιατί είμαι φοβερά προληπτι‐
κός, ή τουλάχιστον τόσο που δεν πιστεύω στην ιατρική. (Η μόρφωση μου έπρεπε να με κάνει να μην
είναι προληπτικός, ωστόσο είμαι…) Όχι κύριε, αν δεν φροντίζω για τον εαυτόν μου το κάνω από κα‐
κεντρέχεια μόνο∙ να. Ίσως δεν μπορείτε να το καταλάβετε αυτό. Λοιπόν, κύριε, εγώ το καταλαβαίνω.
Χωρίς άλλο, δεν θα μπορούσα να σας εξηγήσω από που προέρχεται η κακεντρέχεια αυτή. Καταλα‐
βαίνω πολύ καλά πως μη φροντίζοντας να γιατρευτώ δεν κάνω κακό σε κανέναν, ούτε και στους
γιατρούς. Και καλύτερα από κάθε άλλον στον κόσμο ξέρω πως μόνο τον εαυτό μου βλάφτω. Αδιά‐
φορο∙ από κακεντρέχεια δε γιατρεύομαι. Είναι αρρώστια του ήπατος. Ας είναι ό,τι θέλει, και χειρότερη ακόμα.

Είναι πολύς καιρός, καμιά εικοσαριά χρόνια, που ζω έτσι, και είμαι τώρα σαράντα χρονών. Ήμουνα
άλλοτε δημόσιος υπάλληλος, μα παραιτήθηκα. Ήμουν υπάλληλος ευερέθιστος και χωριάτης, κι ευ‐
χαριστιόμουνα να ‘μαι τέτοιος. Γιατί μη παίρνοντας φιλοδωρήματα, από κάτι έπρεπε να πληρωθώ.

Ερχόντουσαν να ζητήσουν πληροφορίες οι άνθρωποι στο γραφείο μου; Με μιας τους έδειχνα τα δόντια κι ένοιωθα ανέκφραστη ευχαρίστηση, όσο λίγη και να ‘ταν η στενοχώρια που προξενούσα στον άλλο, όπως συνέβαινε τις περισσότερες φορές.

Ήταν, εννοείται, οι πιότεροι άνθρωποι δειλοί, είχαν την ανάγκη μου …

Fyodor Dostoyevsky, ΤΟ ΥΠΟΓΕΙΟ

Παράκελσος - ένα κράμα του παλαιού και του νέου, ένα μείγμα τόλμης και αμυαλοσύνης

Άλλοτε αυτοσυστηνόταν ως στρατιωτικός χειρουργός, άλλοτε πάλι ασκούσε το επάγγελμα του πλανόδιου γιατρού. Περιστασιακά, όλο και τον καλούσαν για να φροντίσει κάποιον αρρωστιάρη ευγενή, οπότε αμειβόταν πλουσιοπάροχα για τους κόπους του. Άλλες φορές, πάλι, ξέπεφτε και αναγκαζόταν να πουλάει ως γυρολόγος στο παζάρι γιατρικά παραγόμενα με οικοτεχνικές μεθόδους.

Έτσι κατάφερε και ταξίδεψε στην Ολλανδία, τη Σκοτία, τη Ρωσία, ακόμη και την Κωνσταντινούπολη. Και, καθώς δεν είχε κανέναν ενδοιασμό στο να... διανθίζει κάπως την αλήθεια, ισχυρίσθηκε ότι είχε ταξιδέψει ακόμη πιο μακριά, μέχρι την Αίγυπτο, τους Αγίους Τόπους και την Περσία. Αργότερα, όμως, σε μια καθόλου χαρακτηριστική για αυτόν στιγμή ταπεινοφροσύνης, παραδέχθηκε: «Δεν έχω επισκεφθεί ούτε την Ασία ούτε και την Αφρική, παρά τα όσα αναφέρονται». Και παντού όπου πήγαινε μάθαινε τις γνώσεις των ντόπιων - ειδικότερα σε ό,τι αφορούσε τις χημικές ενώσεις και τις επιδράσεις τους, τα γιατροσόφια και τις θεραπείες που χρησιμοποιούσαν οι γερόντισσες, καθώς και τις αλχημιστικές πρακτικές. Όπως αναφέρει ένας σύγχρονός του:

«Ζούσε σα γουρούνι κι έμοιαζε με μπροστάρη αρνιών σε ζωοπανήγυρη. Εύρισκε φοβερή ευχαρίστηση κάνοντας παρέα με τα πλέον ακόλαστα άτομα χαμηλής υποστάθμης και ξόδευε τον περισσότερο χρόνο του πίνοντας το καταπέτασμα».

Άλλοι, όμως, που τον συνάντησαν, εντυπωσιάσθηκαν τόσο που τον αποκάλεσαν «Γερμανό Ερμή», «ευγενή και πολυαγαπημένο πρίγκιπα της μάθησης», «βασιλέα της γνώσης». Ο Παράκελσος έμελλε να εμπνεύσει τις πιο αλληλοσυγκρουόμενες αντιδράσεις και η διδασκαλία του, κατά περίεργο τρόπο, το αντικατοπτρίζει. Η άξεστη μορφή του φωνακλά μαρτυρούσε, χωρίς αμφιβολία, πως επρόκειτο για κομπογιαννίτη· οι ιδέες, εντούτοις, που κληροδότησε, παρά το γεγονός ότι, πολλές φορές, ήταν ασυνάρτητες και καθόλου πρωτότυπες, έδειχναν το δρόμο προς το μέλλον. Ήταν τα πρώτα βήματα έξω από το τέλμα του Μεσαίωνα, πάνω στο στέρεο έδαφος της επιστημονικής μεθόδου. Ίσως και να ήταν αναγκαίος ένας τέτοιος άνθρωπος γι’ αυτό το έργο.

Ας δούμε, για παράδειγμα, την επίσκεψη στην Κωνσταντινούπολη το 1522. Η πρωτεύουσα των Οθωμανών, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, δεν ήταν το καλύτερο μέρος για έναν άπιστο. Δεν ήταν δα και δύσκολο, ακόμη και για πρέσβεις σταλμένους από την Ευρώπη, να πάρουν, χωρίς πολλά πολλά, την άγουσα για τα φοβερά και τρομερά μπουντρούμια του ακροπύργιου του Γεντί Κουλέ ως κατάσκοποι. (Θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει πως, ανέκαθεν, κάτι τέτοιο ήταν οι διπλωμάτες... η ουσία, όμως, είναι πως ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής, πολύ απλά, «δεν καταλάβαινε» από διπλωματικές αβρότητες.) Και όμως, εκεί, στην Κωνσταντινούπολη, ο Παράκελσος ανακάλυψε εκ νέου κάποια από τα χαμένα μυστικά της βυζαντινής αλχημείας και ήταν αυτός που τα πρωτοέφερε στην Ευρώπη. Έδρεψε όμως και κάποιες εξίσου συγκλονιστικές και αυθεντικές επιστημονικές γνώσεις.

Οι αγρότισσες ασκούσαν μια πρωτόγονη μορφή ιατρικής πρακτικής, η οποία, κατά τα φαινόμενα, δρούσε προληπτικά έναντι ασθενειών όπως η ευλογιά. Διάνοιγαν μια λεπτή τομή σε μια φλέβα και έβαζαν μέσα μια βελόνα μολυσμένη με υγρό από εξάνθημα ευλογιάς. Αργότερα, λοιπόν, ο Παράκελσος ήταν ο πρώτος ευρωπαίος γιατρός που δήλωνε πως «ό,τι αρρωσταίνει έναν άνθρωπο, αυτό τον θεραπεύει κιόλας». Και πάλι, όμως, η κληρονομιά του Παράκελσου, όπως πάντα, στάθηκε και σε αυτό το ζήτημα αφορμή διχοστασίας. Κάποιοι την ερμήνευσαν ως μια κατανόηση της αρχής του εμβολιασμού δυο αιώνες πριν γίνει κατανοητή από άλλους· κάποιοι άλλοι, πάλι, είδαν σε αυτήν μια πρώιμη υποστήριξη των αμφισβητούμενων πρακτικών της ομοιοπαθητικής ιατρικής.

Το 1521 ο Παράκελσος παρευρέθηκε στη Δίαιτα της Βορμς, ενώπιον της οποίας είχε κληθεί ο Μαρτίνος Λούθηρος για να δικαιολογήσει τις επιθέσεις του κατά της Καθολικής Εκκλησίας. Ο Παράκελσος αναγνώρισε τις εκλεκτικές πνευματικές συγγένειες που συνέδεαν τον ισχυρογνώμονα γιο του μεταλλωρύχου, με αυτόν ο οποίος τολμούσε να προκαλέσει τον Πάπα λοιδορώντας τα συγχωροχάρτια ως πώληση «εισιτηρίων για τον παράδεισο». Όταν ο Λούθηρος αρνήθηκε να αποκηρύξει τις ιδέες του, λέγοντας ότι εμμένει σε αυτές γιατί του είναι φύσει αδύνατον να πράξει αλλιώς, άναψε για τα καλά η φωτιά του Προτεσταντισμού που έμελλε να διχάσει την Ευρώπη. Για τον Παράκελσο, αυτό ήταν ένα έναυσμα για να δει την αποστολή του μέσα από παρόμοιο πρίσμα. Παρέμεινε, όμως, καθολικός, αν και κάπως ανορθόδοξος, και στάθηκε πάντα μακριά από τις θρησκευτικές έριδες. Αυτός έδινε τη μάχη του στο πεδίο της επιστήμης.

Πέρα, όμως, από την έκφραση μιας διαμαρτυρίας, τι ήταν ακριβώς αυτό που επιθυμούσε ο Παράκελσος να μεταδώσει στον κόσμο; Την ανακάλυψη νέων επιστημονικών μεθόδων (ή και παλαιών, εν χρήσει από το λαουτζίκο, τις οποίες, όμως, αγνοούσε η αξιοσέβαστη «κατεστημένη» γνώση); Μια προτίμηση προς την εμπειρία σε αντιπαράθεση προς την αυθεντία; Μια επιμονή σε σχέση με την αποτελεσματικότητα; Πρόκειται, βέβαια, για πράγματα που είναι, με τον τρόπο τους, διαφορετικά μεταξύ τους - συνιστούν όμως, έστω και μετά βίας, ένα συνεκτικό δόγμα.

Ο Παράκελσος σύντομα έβαλε τα πράγματα στη θέση τους, κηρύσσοντας σα δική του την ιδέα της ιατροχημείας. Στην πραγματικότητα, δεν επρόκειτο για δική του ιδέα' είχε, όμως, κάνει τόσο πολλά για την προώθησή της, που την είχε κάνει ουσιαστικά δική του. Η ιατροχημεία προέρχεται από την ελληνική λέξη ιατρός και στόχος της ήταν να καθιερώσει τη χημεία στον πυρήνα της ιατρικής πρακτικής.

Στην πραγματικότητα, η χημεία δεν είχε ακόμη, βέβαια, υπερβεί τη στάδιο της αλχημείας. Όμως, ο Παράκελσος δήλωσε απερίφραστα ότι η αλχημεία έχανε τον καιρό της προσπαθώντας να παρασκευάσει χρυσό. Οι τεχνικές της αλχημείας θα έπρεπε να τεθούν στην υπηρεσία της ιατρικής, για την παραγωγή χημικών γιατρικών για αδιαθεσίες και άλλες παθήσεις —εξειδικευμένα φάρμακα παρασκευαζόμενα για τη θεραπευτική αγωγή συγκεκριμένων ασθενειών. Έτσι, η ιατρική θα γινόταν επιστήμη, κατ’ αντιδιαστολή προς την ελαφρώς ύποπτη και διφορούμενη πρακτική τέχνη που, κατά τα φαινόμενα, ήταν μέχρι τότε. Η ιατρική γνώση θα έπρεπε να καταγραφεί σε βιβλία, τα οποία θα έπρεπε να μπορούν να συμβουλεύονται όλοι οι γιατροί, που στη συνέχεια θα ήταν σε θέση να παρασκευάσουν τα απαιτούμενα φάρμακα. Κάθε φάρμακο θα έπρεπε να διαθέτει ένα σαφές και καθολικά αποδεκτό όνομα, θα έπρεπε δε να συνοδεύεται από μια απλή και σαφή περιγραφή του τρόπου παρασκευής του. Δεν υπήρχε χώρος για τις αμφιλογίες και τις μεταφορικές εκφράσεις που δημιουργούσαν τη σύγχυση στα αλχημιστικά κείμενα, λόγω περιττών θεωρητικολογιών. Από εδώ και στο εξής η έμφαση θα έπρεπε να δοθεί στην πρακτική και επιστημονική εφαρμογή των παρασκευαζόμενων γιατρικών. Δεν υπήρχε πλέον ανάγκη ούτε από θεωρίες ούτε από τις δεισιδαιμονίες που διαιωνίζονταν από τις σοφές γερόντισσες ούτε και από φυτικής προέλευσης γιατροσόφια.

Δύσκολο να αρνηθεί κανείς ότι ο Παράκελσος φάσκει και αντιφάσκει σε δύο σημεία. Πρώτον, εξακολουθούσε να πιστεύει ότι η αλχημεία μια μέρα θα μπορούσε να παρασκευάσει χρυσό και, σε όλη του τη ζωή, αποδύθηκε επανειλημμένα σε πειράματα με αυτό το στόχο. Δεύτερον, παρέμεινε σταθερά πιστός στις δεισιδαιμονίες των γεροντισσών σε ό,τι αφορά τα φυτικά γιατροσόφια που ήταν εν χρήσει από το λαό. Η διάκριση φαίνεται να βασίζεται στο ότι αυτά ήταν αποδεκτά μόνο αν τα είχε καταγράψει αυτός ό ίδιος— ποτέ όταν τα χρησιμοποιούσε κάποιος αντίπαλός του γιατρός.

Όπως πάντα, ο Παράκελσος ήταν ένα κράμα του παλαιού και του νέου, ένα μείγμα τόλμης και αμυαλοσύνης. Η έρευνα των μεταλλευμάτων θα έπρεπε να είναι ενδελεχής, έτσι ώστε να ανακαλύπτονται οι ιδιότητές τους και, μόνον τότε, θα ήταν δυνατόν να προσδιορισθούν ως τα ενδεικνυόμενα θεραπευτικά μέσα για συγκεκριμένες ασθένειες. Επέμενε στο ότι οι ενώσεις θα έπρεπε να παρασκευάζονται κατά επακριβή τρόπο από καθαρές χημικές ουσίες, και όχι μέσω κάποιων αναμείξεων όπως-όπως, κατά τον τρόπο των αλχημιστών. Αυτή η επιμονή του έμελλε, αργότερα, να τον οδηγήσει σε μια από τις πιο οξυδερκείς συλλήψεις στην ιστορία της χημείας. Κι όμως, όσο σημαντική και προφανής και αν φαντάζει σε μας σήμερα αυτή η άποψη, η εποχή του Παράκελσου δε συνειδητοποίησε τη σημασία της. Δεν ήταν κατανοητό ότι οι ιδιότητες των χημικών ενώσεων επηρεάζονται από τα στοιχεία που τις αποτελούν. Ένα τέτοιο γεγονός μας βοηθάει, θέλοντας και μη, να συναισθανθούμε το βάθος της άγνοιας που χαρακτήριζε την εμβρυϊκή χημεία της εποχής του Παράκελσου. Η αλχημεία είχε οδηγήσει τη χημεία μόνο μέχρι το σημείο εκείνο όπου άρχιζε να ψηλαφεί την επιφάνεια των πραγμάτων. Η πρώτη ύλη της πραγματικότητας - η ύλη αυτή καθεαυτή -εξακολουθούσε, εν πολλοίς, να είναι ένας αστάθμητος παράγοντας.

Για μια ακόμη φορά ο Παράκελσος βάλθηκε να κάνει πράξη ό,τι κήρυσσε. Μελέτησε πλήρως τις χημικές ενώσεις και, μέχρι σήμερα, το σύγχρονο φαρμακείο διαθέτει ένα στοκ ενώσεων που είχε ερευνήσει και συνταγογραφήσει: άλατα ψευδαργύρου και χαλκού, ενώσεις μολύβδου και μαγνησίου, παρασκευάσματα από αρσενικό για δερματικές παθήσεις κοκ. Ταυτόχρονα, όμως, ο Παράκελσος επέμενε να περιφρονεί τις προόδους των αντιπάλων του. Η διάνοιξη (ανατομή) νεκρών οργανισμών απορρίφθηκε ως «ανατομία επί νεκρών οργανισμών»- τα συναγόμενα εκ των εσωτερικών λειτουργιών του σώματος συμπεράσματα σε περιπτώσεις ασθένειας αντιμετωπίσθηκαν, κατά παρόμοιο τρόπο, με χλευασμό (εκτός των περιπτώσεων στις οποίες αυτά είχαν καταδειχθεί από αυτόν και μόνον).

Παρά τα τσαλαβουτήματά του στην αλχημεία, ο Παράκελσος δεν παύει να είναι ένας λειτουργός μιας επιστήμης - της χημείας — που βρισκόταν ακόμη στα σπάργανα. Πίστευε πως η ζωή, στο σύνολό της, στην πραγματικότητα δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μια σειρά χημικών διεργασιών. Το σώμα δεν ήταν παρά ένα χημικό εργαστήριο. Η αρρώστια οφειλόταν σε χημική ανισορροπία ή δυσλειτουργία. Κι αυτό μπορούσε να διορθωθεί με την εισαγωγή αντισταθμιστικών χημικών ουσιών ή πυροδοτώντας την κατάλληλη χημική απόκριση. Μέχρις εδώ όλα καλά. Και πάλι, όμως, παρ’ ότι ήταν ένας χημικός που έβλεπε μακριά, παρεμποδιζόταν από μια οπισθοδρομική θεωρία. Η αντίληψη του Παράκελσου για τα στοιχεία δεν ήταν παρά μια ακόμη παραλλαγή των παραδοσιακών αντιλήψεων. Δεχόταν τη γη, τον αέρα, τη φωτιά και το νερό του Αριστοτέλη. Δεχόταν επίσης την ανάπτυξη των αραβικών τριών αρχών: θείο (που προσέδιδε αναφλεξιμότητα ή καθιστούσε το υλικό εύφλεκτο), υδράργυρος (που χάριζε πτητικότητα και το αντίθετό της) και άλας (που χάριζε στερεότητα). Ο Παράκελσος θεώρησε αυτές τις αρχές θεμελιώδεις και τις αιτιολόγησε προσφεύγοντας στην παραδοσιακή περιγραφή για την καύση του ξύλου.

Ο υδράργυρος περιλάμβανε το στοιχείο της συνεκτικότητας οπότε, φεύγοντας υπό μορφή καπνού, το ξύλο διαλυόταν. Ο καπνός αντιπροσώπευε την πτητικότητα (την αρχή του υδραργύρου), οι φλόγες που έδιναν θερμότητα αντιπροσώπευαν την ιδιότητα του εύφλεκτου (θείο) και η εναπομένουσα στάχτη αντιπροσώπευε τη στερεότητα (άλας). Αυτές οι τρεις αρχές δεν ήταν ύλη (που την αποτελούσαν τα τέσσερα στοιχεία), αλλά ήταν ο τρόπος λειτουργίας της ύλης.

Το 1524 ο Παράκελσος ξαναβρέθηκε πάλι στο σπίτι του, στο Βίλαχ, μαζί με ένα μακρύ ξίφος που, αν πιστέψει κανείς τους ισχυρισμούς του, το είχε αποκτήσει υπηρετώντας στο στρατό της Βενετίας. (Από δω και στο εξής θα παίρνει μαζί του το σπαθί όπου πάει- είχε γίνει το φυλαχτό του, το σήμα κατατεθέν του. Πολλές προσωπογραφίες του Παράκελσου τον δείχνουν με αυτό το εντυπωσιακό φροϊδικό σύμβολο. Μέχρι που λέγεται πως κοιμόταν με το ξίφος αυτό ζωσμένο.) Ο Παράκελσος καλωσορίσθηκε στο σπίτι από τον πατέρα του, έναν ευυπόληπτο πλέον πολίτη της ανώτερης τοπικής κοινωνίας. Σε αυτό το στάδιο, κατά μεγάλο μέρος χάρη σε μια άοκνη αυτοδιαφήμιση, ο Παράκελσος άρχισε να χαίρει κάποιας φήμης. Παράλληλα, όμως, με τη φήμη του, μεγάλωνε και η ματαιοδοξία του. Ο σκληραγωγημένος ταξιδευτής-σοφός σύντομα άρχισε να έχει την αίσθηση πως ήταν σε θέση να πράττει και να λέει ό,τι τραβούσε η ψυχή του. Το 1525, στο Ζάλτσμπουργκ, από καθαρή τύχη και μόνο διέφυγε ζωντανός, όταν γνωστοποίησε δημόσια την υποστήριξή του προς τον Πόλεμο των Χωρικών. Οι ιστορίες για τα ταξίδια του βρίθουν αναλογών επεισοδίων, πολλά από τα οποία είναι, αναμφίβολα, υπερβολές, αλλά και πολλά έχουν μια δόση αλήθειας, πράγμα που υποδηλώνει πως μπορεί όντως αρχικά να βασίζονταν σε πραγματικά περιστατικά. Οι ηρωικές κρασοκατανύξεις και οι παράτολμες ενέργειες διαμαρτυρίας κατά της εξουσίας είναι τα κύρια επανερχόμενα θέματα σε αυτές τις ιστορίες.

Το 1527 ο Παράκελσος κίνησε για τη Βασιλεία. Εκεί, ένας από τους ισχυρούς του τόπου με μεγάλη επιρροή, που λεγόταν Φρομπένιους, τον κάλεσε κοντά του εναποθέτοντας επάνω του τις τελευταίες ελπίδες του για θεραπεία του σακατεμένου δεξιού ποδιού του. Οι ντόπιοι γιατροί ήταν όλοι υπέρ του ακρωτηριασμού, αλλά ο Παράκελσος κατόρθωσε να τους μεταπείσει εγκαίρως, αποτρέποντας αυτή την τόσο δραστική αγωγή. Και, στη συνέχεια, εφάρμοσε μια θεραπεία με θεαματικά αποτελέσματα. Ως προς το τι ακριβώς έκανε, θα σας γελάσουμε, δε χωρεί, όμως, αμφιβολία για το γεγονός ότι τα κατάφερε!

Ο Παράκελσος είχε αποκτήσει ένα σημαντικό φίλο. Ο Φρομπένιους ήταν ένας πλούσιος εκδότης με ουμανιστικές αντιλήψεις, που οι επιχειρήσεις του τον είχαν φέρει σε επαφή με πολλά άτομα από την πρωτοπορία της ευρωπαϊκής διανόησης. Την εποχή που ο Παράκελσος θεράπευε με πρόχειρα μέσα τον Φρομπένιους, το έφερε η τύχη να μπαινοβγαίνει στο σπίτι του εκδότη ο Ολλανδός αναγεννησιακός λόγιος Έρασμος.

Ο Έρασμος ήταν ένας άνθρωπος εκπληκτικής πολυμάθειας που σεμνυνόταν για την ανεξαρτησία των απόψεων του. Αυτές επηρεάζονταν ελάχιστα από τις διδαχές της Καθολικής Εκκλησίας, ενώ δεν συνέπιπταν ούτε και με τις αναλήψεις εκείνων των συχνά στενόμυαλων μεταρρυθμιστών που συντάσσονταν με τον Λούθηρο. Ανένταχτος, λοιπόν, ο Έρασμος, συνέβαλε με τη στάση του στο να ανοίξει ο δρόμος για τις ρηξικέλευθες εκείνες προόδους στη φιλοσοφία, τα μαθηματικά και τις επιστήμες, που έμελλε να λάβουν χώρα την επόμενη εκατονταετία. Με πλήρη επίγνωση των ελλείψεών του, ήταν αυτός στον οποίον αποδίδεται η πατρότητα της φράσης: «Μεταξύ των τυφλών, ο μονόφθαλμος βασιλεύει». Το νόημα αυτής της ρήσης, σε ό,τι αφορά τον Παράκελσο, είναι κάτι παραπάνω από εμφανές, ο ίδιος, όμως, μάλλον δεν θα πρέπει να ένιωθε και πολύ ευτυχής με αυτό.

Μεταξύ Εράσμου και Παράκελσου, η συμπάθεια ήταν αμοιβαία και ακαριαία.

Δύσκολο να βρει κανείς τι κοινό μπορούσε να έχει ο ηλικιωμένος και φιλάσθενος λόγιος με τον ηλιοκαμένο και ανεμοδαρμένο ταξιδιάρη αλχημιστή, που τον χαρακτήριζε μια τάση προς την κομπορρημοσύνη. Είναι πιθανόν ο Έρασμος να φιλοτιμήθηκε και να κάθισε να ακούσει «ζαρώνοντας το μεσόφρυδό του και με γυάλινο βλέμμα» τις ενθουσιώδεις ιατροχημικές απεραντολογίες του ρακένδυτου φίλου του, προφανώς, όμως, δεν αμφέβαλε για την αλήθεια των λόγων του. Ζήτησε από τον Παράκελσο να μπει στον κόπο και να ασχοληθεί με την ποδάγρα και την επώδυνη νεφρική του πάθηση, ο δε Παράκελσος ανταποκρίθηκε δεόντως με μια θεραπευτική αγωγή. Τόσο πολύ δε εντυπωσιάσθηκε ο Έρασμος από τη λογιοσύνη όσο και την ιατρική δεινότητα του Παράκελσου, που του έγραψε: «Αδυνατώ να σας προσφέρω αμοιβή αντίστοιχη προς την τέχνη και τη γνώση σας». Καθόλου μικρή φιλοφρόνηση, αν σκεφτεί κανείς πως προερχόταν από το λαμπρότερο μυαλό της εποχής του. Συν τοις άλλοις, ο Έρασμος προσφέρθηκε να βρει στον Παράκελσο δουλειά ανάλογη προς τα ταλέντα του.

Κατόπιν συστάσεων του Εράσμου και του Φρομπένιους, δόθηκε στον Παράκελσο η θέση δημοτικού ιατρού, καθώς και του λέκτορα της ιατρικής στο πανεπιστήμιο της Βασιλείας. Ήταν μόλις τριάντα τριών ετών. Ήταν φαλακρός και τα πλατιά και τραχιά χαρακτηριστικά του τα γλύκαινε μόνον η έλλειψη γενειάδας, καθώς και ένας ανεπαίσθητος ερμαφροδιτισμός. Άρχιζε πια να δείχνει την ηλικία του, στο βαθμό που τα κουραστικά ταξίδια και η σκληρή ζωή είχαν αφήσει τα σημάδια τους πάνω της. Όμως τώρα πλέον ήταν κατασταλαγμένος και έτοιμος για μεγάλα πράγματα, αρκεί να μην... του τα χάλαγε η συμπεριφορά του!

Στο ζήτημα αυτό, όμως, όντως χώλαινε. Γιατί ο Παράκελσος ήταν εκ φύσεως ανίκανος για κάτι τέτοιο. Στην αρχή του ακαδημαϊκού έτους τοιχοκόλλησε το πρόγραμμα των πανεπιστημιακών διαλέξεων που επρόκειτο να δώσει στον πίνακα ανακοινώσεων έξω από την αυλόπορτα του πανεπιστημίου. Σε αντίθεση προς τα μέχρι τότε κρατούντα, ανακοίνωσε πως οι διαλέξεις θα ήταν ανοιχτές για το κοινό και πως θα δίδονταν στα γερμανικά για να τις κατανοούν απαξάπαντες. Μέχρι και οι ντόπιοι αλχημιστές, ακόμη-ακόμη και οι μπαρμπέρηδες που έκαναν τους χειρούργους και πραγματοποιούσαν αφαιμάξεις με βδέλλες, καλούντο να τις παρακολουθήσουν. Η οργή των αρχών ήταν αναπόφευκτη, στο βαθμό που ήταν εύκολα ανιχνεύσιμη η πηγή της έμπνευσής του για μια τέτοια κίνηση.

Δέκα χρόνια νωρίτερα, ο Λούθηρος είχε καρφώσει στην είσοδο ενός ναού στη Βιτεμβέργη τις «Είκοσι πέντε Θέσεις» του ενάντια στα συγχωροχάρτια και τους ψευδείς ισχυρισμούς της Καθολικής Εκκλησίας. Ο Λούθηρος δεν έκανε πλέον το κήρυγμα στα λατινικά, αλλά στην απλή γερμανική γλώσσα που καταλάβαινε ο λαός. Ο κάθε άλλο, λοιπόν, παρά αφελής Παράκελσος, υπέβαλε στις αρχές το εξής ερώτημα: «Γιατί με αποκαλείτε Λούθηρο της ιατρικής; Θέλετε μήπως να μας δείτε αντάμα στην πυρά;» Γιατί ήξερε, βέβαια, πως οι απόψεις του συνιστούσαν πρόκληση για το ορθόδοξο ιατρικό κατεστημένο μόνο, και για κανέναν άλλον, καθώς και ότι δε διακινδύνευε να οδηγηθεί στην πυρά. Επιζητούσε, όμως, το ρόλο του ηρώα. Επιθυμούσε διακαώς να ακουστεί το όνομά του σε ολόκληρη την Ευρώπη, κάτι που έμελλε να του το εξασφαλίσει η συμπεριφορά του στη Βασιλεία.

Αν και τις είχε διαφημίσει υπερβολικά, δημιουργώντας μια αίσθηση προσμονής, εντούτοις, οι διαλέξεις του Παράκελσου κατάφεραν, τελικά, να σταθούν στο ύψος των προσδοκιών του κοινού. Αποποιούμενος την ακαδημαϊκή τήβεννο για την εναρκτήρια διάλεξη, ο Παράκελσος έκανε την εμφάνισή του φορώντας την πέτσινη ποδιά του αλχημιστή. Στην αίθουσα δεν έπεφτε καρφίτσα: φοιτητές, απλοί δημότες, ακαδημαϊκοί και ντόπιοι γιατροί είχαν συρρεύσει απαξάπαντες για να δουν τι σόι αρλούμπες θα ξεφούρνιζε αυτός ο ξέμπαρκος. Δεν τους απογοήτευσε. Ο Παράκελσος ξεκίνησε με την ανακοίνωση ότι θα αποκάλυπτε ευθύς αμέσως το μεγαλύτερο μυστικό της ιατρικής επιστήμης. Και, αμ’ έπος αμ’ έργον, αποκάλυψε σε κοινή θέα μια λεκάνη αποχωρητηρίου. Οι γιατροί άρχισαν να εγκαταλείπουν αηδιασμένοι την αίθουσα, ενώ ξωπίσω τους αντηχούσαν οι φωνές του Παράκελσου που κραύγαζε: «Αν δε θέλετε να ακούσετε για τα μυστικά της σηπτικής ζύμωσης, είσθε ανάξιοι να φέρετε τον τίτλο του ιατρού». Ο Παράκελσος πίστευε πως η ζύμωση ήταν η πιο σημαντική χημική διεργασία που λάμβανε χώρα στο χημικό εργαστήριο του ανθρώπινου σώματος.

Και ο Παράκελσος συνέχισε να κατεδαφίζει την επικρατούσα ακαδημαϊκή θεωρία περί σωματικής υγείας. (Είχε επέλθει πλέον ο χρόνος για τη μαζική αποχώρηση του ακαδημαϊκού κοινού.) Η ορθόδοξη ιατρική της εποχής λειτουργούσε βάσει της θεωρίας των «τεσσάρων χυμών», η οποία προερχόταν από τον Ιπποκράτη. Δηλαδή το αίμα, το φλέγμα, την κίτρινη χολή και τη μέλαινα χολή (μελαγχολία). Η αναλογία των τεσσάρων αυτών χυμών μέσα στο σώμα καθόριζε τις σωματικές και διανοητικές ιδιότητες. Ήταν υπεύθυνοι για τη σωματική διάπλαση και για το ταμπεραμέντο κάθε ατόμου. Ένα χολερικό άτομο οργιζόταν εύκολα και είχε την τάση να κιτρινίζει στο πρόσωπο (ιδίως άμα οργιζόταν και το αίμα έφευγε από τα χαρακτηριστικά του προσώπου του). Όταν κυριαρχούσε το αίμα, το άτομο έτεινε να χαρακτηρίζεται από αισιόδοξο ταμπεραμέντο (αισιόδοξος = sanguine, στα αγγλικά, από το λατινικό sanguis αίμα) και από μια ροδαλότητα στο πρόσωπο. Το γεγονός ότι ακόμη και σήμερα αναφερόμαστε σε φλεγματικά ή χολερικά άτομα είναι κατάλοιπο αυτής της θεωρίας.

Κάθε χυμός είχε τη θέση του σε ένα από τα μείζονα όργανα του σώματος: την καρδιά (αίμα), τον εγκέφαλο (φλέγμα), το συκώτι (κίτρινη χολή) και τη σπλήνα (μέλαινα χολή). Οι τέσσερις χυμοί ήταν σαφώς παράγωγα των τεσσάρων στοιχείων —το αίμα από το πυρ, η μέλαινα χολή ή μελαγχολία από τη γη κοκ. Η ασθένεια ενός ατόμου ερμηνευόταν ως πάθηση προερχόμενη από μια ανισομέρεια μεταξύ των χυμών. Για παράδειγμα, η εμφάνιση πυρετού σήμαινε υπερβολική θερμότητα ή πυρ. Το στοιχείο αυτό αντιστοιχούσε στο χυμό του αίματος, οπότε, η θεραπεία συνίστατο στην πρόκληση τεχνητής αιμορραγίας για να μειωθεί η θερμότητα του σώματος. (Ήταν δε τόσο ακαταμάχητη η ισχύς της απλοϊκής αυτής θεωρίας, που οι απομυζητικές βδέλλες έμελλε να εξακολουθήσουν να κατέχουν μια περίοπτη θέση ανάμεσα στα θεραπευτικά σύνεργα του γιατρού για πάνω από δυο χιλιάδες χρόνια, φθάνοντας στο ζενίθ της δημοτικότητάς τους το δέκατο ένατο αιώνα, πολύ αργότερα από την απαξίωση της θεωρίας των τεσσάρων χυμών. Κάθε γιατρός της βικτοριανής εποχής, που πραγματοποιούσε επισκέψεις κατ’ οίκον και που σεβόταν το καλό του όνομα, όφειλε να καταφθάνει πάντα με μερικές βδέλλες στο βαλιτσάκι του.)

Οι τέσσερις χυμοί συνδέονταν κατά ολιστικό τρόπο με τις τέσσερις εποχές, τις τέσσερις ηλικίες του ανθρώπου και τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Κυβερνήτες τους ήταν οι τέσσερις μείζονες πλανήτες, δηλαδή η Σελήνη, ο Άρης, ο Δίας και ο Κρόνος (μέχρι και σήμερα, ένα άτομο επιρρεπές στη μελαγχολία περιγράφεται στα αγγλικά ως άτομο με saturnine temperament, όπου το επίθετο saturnine, εκ του Saturn=Kpόvoς, στα αγγλικά, χαρακτηρίζει το βαρύθυμο ή το κατηφές του χαρακτήρα). Με τον τρόπο αυτό, η ιατρική), η αστρονομία, η αστρολογία, η ψυχολογία και η αλχημεία συνδέονταν όλες μεταξύ τους μέσα από πλούσιους συμβολικούς συνειρμούς σχηματίζοντας έναν ενιαίο κόσμο.

Όμως ο Παράκελσος δε χαμπάριαζε από όλα αυτά. Το κλουβί του μεταφυσικού συμβολισμού έπρεπε να ανοιχτεί και η ανθρωπότητα να αφεθεί να πετάξει ελεύθερη προς τους ανοιχτούς ορίζοντες της πραγματικότητας. Ο ουρανός και η γη δεν ήταν άρρηκτα συνδεδεμένοι και η ανθρωπότητα δε βρισκόταν στο κέντρο του σύμπαντος. (Την εποχή που ο Παράκελσος παρέδιδε τις διαλέξεις του στην Ελβετία, αν διέσχιζε κανείς τη μισή Ευρώπη, στην Πολωνία, θα συναντούσε τον Κοπέρνικο, ο οποίος, με το ηλιοκεντρικό πλανητικό του σύστημα, εκτόπιζε την ανθρωπότητα από το κέντρο του σύμπαντος. Αν και βέβαια, από φόβο, θα δημοσιοποιούσε τη θεωρία του δεκαέξι χρόνια αργότερα, λίγο προτού αφήσει την τελευταία του πνοή.)

Η αλήθεια, κατά τον Παράκελσο, έγκειται στην ιατροχημεία. Η ασθένεια θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται με τα κατάλληλα γιατρικά, τα οποία ήταν δυνατόν να παρασκευασθούν από ορυκτά. Τα ακλόνητα στοιχεία της ιατροχημείας θα αντικαθιστούσαν τους άνευ ουσίας «χυμούς», που παρέμεναν προσδεδεμένοι στα τέσσερα στοιχεία του Αριστοτέλη. Εκ των υστέρων, πάντοτε, είμαστε πλέον σε θέση να γνωρίζουμε πως αυτή η στροφή υπήρξε καίρια σε ό,τι αφορά τη χημεία. Από δω και στο εξής η έρευνα θα εστίαζε το ενδιαφέρον της στις πολυσχιδείς και πραγματικές ιδιότητες των χημικών ενώσεων, παύοντας να αποδίδει τις χημικές ιδιότητες στην ισορροπία των τεσσάρων στοιχείων εντός μιας ουσίας. Αντί για τέσσερις νότες, η χημεία θα είχε πλέον στη διάθεσή της ένα ολόκληρο κλειδοκύμβαλο.

Αυτό σημαίνει, μήπως, ότι ο Παράκελσος αναγορεύεται σε πατέρα της σύγχρονης χημείας; Δυστυχώς, όχι! Ήταν υπερβολικά ενθουσιώδης και περίπλοκος χαρακτήρας για να περιορίσει τον εαυτό του στο αυστηρά επιστημονικό πεδίο. Σε ένα κλασικό παράδειγμα διανοητικής σχιζοφρένειας, ο Παράκελσος επινόησε και μια θεωρία, η οποία, στις μέρες μας, φαντάζει ως μία επιτομή όλων των γραφικών και παλαιικών στοιχείων της μεσαιωνικής σκέψης. Και, ακόμη χειρότερα, πίστεψε και ο ίδιος σε αυτή τη θεωρία και τη χρησιμοποίησε μάλιστα και για θεραπευτικούς σκοπούς, έστω και αν αντέβαινε πλήρως προς τις ρηξικέλευθες επιστημονικές του θεωρίες.

Το «δόγμα των υπογραφών» του Παράκελσου επιζητούσε να συλλάβει την υπέρτατη σοφία της φύσης. Ήταν καθήκον του γιατρού να αναζητήσει την κατανόηση της γλώσσας της φύσης, η οποία υποδείκνυε με τρόπο απλό πώς μπορούν να επιτευχθούν ειδικές θεραπευτικές αγωγές. Τα φυτά είχαν «υπογραφές», που ο γιατρός όφειλε να μάθει να διαβάζει. Έτσι, για παράδειγμα, μια ορχιδέα έμοιαζε με όρχι, πράγμα που σήμαινε πως ενδεικνυόταν για τη θεραπεία των αφροδισίων νοσημάτων, η πασχαλιά είχε καρδιόσχημα φύλλα, άρα ήταν κατάλληλη για τα καρδιακά νοσήματα, το κιτρινοπόρφυρο χελιδόνιο ήταν ό,τι πρέπει για τον ίκτερο (χρυσή) κοκ.

Ο Παράκελσος - αν θέλουμε τον πιστεύουμε - διδάχθηκε αυτή τη σοφία «από τους γεωργούς», αν και ακόμη και οι σύγχρονοί του ήταν σκεπτικιστές σε σχέση με την προέλευσή της από αυτούς, πιστεύοντας πως ακόμη και οι γεωργοί διέθεταν περισσότερο μυαλό και κρίση. Το δόγμα των υπογραφών διαθέτει όλα τα στοιχεία για να εκληφθεί ως αυθεντικό δείγμα ενός από τα σφαλερά μονοπάτια όπου πλανιώνταν καμιά φορά οι πνευματικές αναζητήσεις του ισχυρογνώμονα Παράκελσου. Που δεν του αρκούσε να είναι απλά και μόνον ένας σφοδρός πολέμιος των οπαδών της μεσαιωνικής σκέψης, αλλά ήθελε και να τους δείξει ότι, ακόμη και στο πεδίο τους, αυτός ήταν ανώτερος!

Γιατί όντως στράφηκε εναντίον τους. Τρεις εβδομάδες μετά από τα δημόσια αποκαλυπτήρια της λεκάνης αποχωρητηρίου στην πρώτη του παράδοση, ο Παράκελσος οδήγησε ένα πλήθος ζωηρών φοιτητών στο πανηγύρι του Αί Γιαννιού, στην πλατεία μπροστά από το πανεπιστήμιο. Εκεί, προέβη σε δημόσια πυρπόληση των έργων του Αβικέννα και του Γαληνού, πασπαλίζοντάς τα με θειάφι και νίτρο ενόσω φλέγονταν. Μερικοί σχολιαστές ισχυρίσθηκαν πως επρόκειτο για συμβολική ενέργεια. Και πως ο στόχος του Παράκελσου ήταν να αποδείξει πως οι χημικές ουσίες ήταν σε θέση να κατισχύσουν επί των γραπτών έργων του παρελθόντος, τα οποία πλέον περίττευαν. Οποιοσδήποτε έχει ποτέ ρίξει αυτές τις δυο ουσίες στη φωτιά, θα καταλάβει πως η πράξη του Παράκελσου δεν ήταν τέτοιας φύσεως. Επιζητούσε το εφετζίδικο θέαμα. Τις φλόγες της κόλασης και την αιώνια καταδίκη.

«Αν οι γιατροί σας ήξεραν μονάχα πως ο πρίγκιπάς τους, ο Γαληνός... βρίσκεται στα τρίσβαθα της Κολάσεως, από όπου μου έχει στείλει επιστολές, θα σχημάτιζαν το σημείο του σταυρού με μια αλεποουρά. Κι όσο για τον Αβικέννα σας, αυτός τελεί εν αναμονή στον προθάλαμο των πυλών της Κολάσεως».

Εδώ, για πρώτη φορά, ακούμε πράγματι τις μεγαλοστομίες ενός μεγαλοφυούς τσαρλατάνου. Ο Παράκελσος δεν είχε ενδοιασμούς σε ό,τι αφορούσε τους εχθρούς του: «Αλίμονο σας την ημέρα της Κρίσεως! Γιατί εγώ γνωρίζω πως δική μου θα είναι η βασιλεία. Δική μου και η τιμή και η δόξα. Και δεν είμαι του λόγου μου που υμνώ τον εαυτό μου, είναι η Φύση η ίδια που με υμνεί!» Υπό το προκάλυμμα δε της πυράς και της μεγαλοστομίας του, εξέπεμπε και ένα λιγότερο σαφώς εκφραζόμενο μήνυμα. Οι εύλογα εξοργισμένες αρχές μπορούσαν να δουν πολύ καθαρά εναντίον ποιων — και μόνον — εξεγειρόταν ο Παράκελσος. Γιατί δεν είχαν περάσει ούτε έξι χρόνια από τότε που ο Λούθηρος είχε κάψει δημοσίως μια παπική βούλα του Λέοντος Γ, στην οποία τον απειλούσε με αφορισμό. Αυτά όσον αφορά την από μέρους του Παράκελσου άρνηση του τίτλου του «Λούθηρου της ιατρικής».

Ο Παράκελσος απολάμβανε τα μέγιστα την άρτι αποκτηθείσα θέση του και διακήρυσσε ανενδοίαστα ό,τι ακριβώς ένιωθε του λόγου του ως αλήθεια. «Όλα τα πανεπιστήμια και όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς μαζί έχουν λιγότερο ταλέντο από όσο ο πισινός μου». Οι φοιτητές τον λάτρευαν, οι παραδόσεις του ήταν δημόσιο γεγονός ενώ τα μεθύσια του στα καπηλειά ήταν δημόσιο όνειδος. Ήταν δε άξιο θαυμασμού το γεγονός ότι, παρ’ όλα αυτά, εξακολουθούσε να παράγει πρωτότυπο έργο.

Ο γραμματέας του, ο Οπωρίνος, θυμάται πως:

Σπαταλούσε το χρόνο του μεθοκοπώντας και χλαπακιάζοντας, μέρα-νύχτα. Αδύνατον να τον πετύχεις νηφάλιο για πάνω από μια-δνο ώρες. Κι όμως, όταν πια ήταν τύφλα και ερχόταν σπίτι για να μου υπαγορεύσει, είχε τόση συνοχή κι ήταν τόσο λογικός, που κανείς νηφάλιος δεν θα μπορούσε να επιφέρει βελτίωση στα γραφόμενά του.

Ο Οπωρίνος φαίνεται πως τα είχε βρει σκούρα με τον αφέντη του:

Ολη νύχτα, όσο έμενα μαζί του, δεν κατάφερνε να ξεντυθεί, πράγμα που απέδιδα στο μεθύσι του. Ερχόταν συχνά μισομεθυσμένος, μετά τα μεσάνυχτα, σωριαζόταν στο κρεβάτι με τα ρούχα, χωρίς να βγάλει το ξίφος του, που έλεγε πως το είχε αποκτήσει από κάποιον δήμιο. Δεν είχε καλά καλά αποκοιμηθεί και σηκωνόταν, τραβούσε σαν παλαβός το ξίφος του και το έριχνε καταγής ή στον τοίχο κι ήταν φορές που φοβόμουν μη με σκοτώσει.

Και όταν το αποφάσιζε να στρωθεί στη δουλειά, τα πράγματα σκούραιναν ακόμα περισσότερο:

Η κουζίνα του κόντευε να λαμπαδιάσει από τη φωτιά που έκαιγε ασταμάτητα, με το άλκαλί του, το έλαιον εξαχνώματος, το βασιλέα της καθιζήσεως, το αρσενικόν έλαιον, τον κρόκο ή το θαυμαστό σαπωνοκαμφορούχον χρίσμα καθώς και Κύριος οίδε ποιο άλλο παρασκεύασμα. Μια φορά, λίγο έλειψε να με σκοτώσει. Μου είπε να κοιτάξω το οινόπνευμα στον αποστακτήρα του και μου έβαλε τη μύτη τόσο κοντά, που ο καπνός χώθηκε σε μύτη και μάτια. Ένιωσα να λιποθυμώ από τη δύναμη τον ατμού... Πίστευε πως μπορούσε να προφητεύει πράματα και θάματα και πως ήταν γνώστης μεγάλων μυστικών και μυστηρίων.

Τι ξεχωρίζει έναν ψυχοπαθή από έναν κοινωνιοπαθή;

Κοινωνιοπάθεια ή ψυχοπάθεια; Αναρίθμητα τα άρθρα που παρέχουν συμβουλές για το πώς αναγνωρίζουμε τα σημάδια, λίγα αποφεύγουν τη σύγχυση των όρων, τι ισχύει και αν αποτελούν ψυχικές διαταραχές.

Η αναζήτηση της λέξης «sociopath» (κοινωνιοπαθής) στο Google θα δώσει περί τα 13,5 εκατομμύρια αποτελέσματα. Παραπάνω από τετραπλάσια (63,4 εκατ.) θα είναι τα αποτελέσματα για τη λέξη «psychopath» (ψυχοπαθής). Πολλά από αυτά θα αφορούν σε άρθρα με συμβουλές για το πώς να αναγνωρίσεις τα άτομα με τις προβληματικές συμπεριφορές της κοινωνιοπάθειας και ψυχοπάθειας, όπως όμως παρατηρούν σε άρθρο τους στο The Conversation οι Bruce Watt και Katarina Fritzon, Αναπληρωτές Καθηγητές Ψυχολογίας από το Πανεπιστήμιο Bond στην Αυστραλία, οι όροι θα χρησιμοποιούνται συχνά εκ περιτροπής και αδιακρίτως.

«Αυτό ισχύει ίσως για τον πιο διάσημο φανταστικό χαρακτήρα με προβληματική συμπεριφορά· τον Hannibal Lecter, τον κανίβαλο και κατά συρροή δολοφόνο από τη “Σιωπή των Αμνών”» σημειώνουν οι καθηγητές για το παράδειγμα από την pop κουλτούρα, το πιο εύστοχο ενδεχομένως καθώς ο Lecter παρουσιάζεται ως «ξεκάθαρα κοινωνιοπαθής» στο βιβλίο, ως «ξεκάθαρα ψυχοπαθής» στην ταινία που ακολούθησε και ως «κάτι εντελώς διαφορετικό» από ψυχιάτρους που μελέτησαν τον χαρακτήρα του, καταλήγοντας ότι «είναι εγκλωβισμένος στην παρανοϊκή-σχιζοειδή θέση, βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις σχιζοειδείς άμυνες, όπως η διάσπαση και η προβολική ταύτιση, αλλά δεν μπορεί να αποφύγει τις ψυχωτικές ρήξεις με την πραγματικότητα για να αναπαραστήσει τα πρώιμα τραύματά του».

Οι Watt και Fritzon επιχειρούν να ξεδιαλύνουν το τοπίο.

Ψυχοπάθεια

Αν και η ψυχοπάθεια μελετάται από το 1800, δεν συμπεριλήφθηκε ως επίσημη διαταραχή στην τελευταία έκδοση του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου Ψυχικών Διαταραχών (DSM) της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρίας.

«Από τη δεκαετία του 1950, οι ταμπέλες έχουν αλλάξει και όροι όπως “κοινωνιοπαθητική διαταραχή της προσωπικότητας” έχουν αντικατασταθεί από την αντικοινωνική διαταραχή της προσωπικότητας, την οποία έχουμε σήμερα» εξηγούν, σημειώνοντας πως πρόκειται για μια διαταραχή που χαρακτηρίζεται από επίμονη περιφρόνηση των δικαιωμάτων των άλλων και εκδηλώνεται με παραβατικότητα, επανειλημμένα ψεύδη, παρορμητικές συμπεριφορές, εμπλοκή σε καυγάδες, αδιαφορία για την ασφάλεια (του ίδιου του ατόμου και των άλλων), ανεύθυνες συμπεριφορές και αδιαφορία για τις συνέπειες των πράξεών του. Σύμφωνα με το DSM, η ψυχοπάθεια (και κοινωνιοπάθεια) αποτελεί χαρακτηριστικό της αντικοινωνικής διαταραχής προσωπικότητας, αλλά όχι μεμονωμένη διαταραχή.

Ο Αμερικανός ψυχίατρος Hervey Cleckley έγινε από τους πρώτους που επιχείρησαν μια λεπτομερή περιγραφή της ψυχοπάθειας, παρουσιάζοντας το 1941 στο βιβλίο του «The Mask of Sanity» (Η Μάσκα της Εχεφροσύνης) τις παρατηρήσεις του για εννέα άνδρες που νοσηλεύονταν σε ψυχιατρικό νοσοκομείο. Οι ασθενείς χαρακτηρίζονταν μεταξύ άλλων από γοητεία, αναξιοπιστία και έλλειψη μεταμέλειας.

Σύμφωνα με τους Watt και Fritzon, από τα χαρακτηριστικά αυτά -που τυποποίησε περαιτέρω ο Καναδός ψυχολόγος καθηγητής, Robert Hare, διακρίνοντάς τα σε διαπροσωπικά, συναισθηματικά και σχετικά με τον τρόπο ζωής- μαζί με τις αντικοινωνικές συμπεριφορές που παρατίθενται στο DSM, προκύπτει ότι ένας ψυχοπαθής χαρακτηρίζεται από χειριστικότητα, επιφανειακή γοητεία, μεγαλομανία, δολιότητα, αδιαφορία για τον πόνο των άλλων, έλλειψη ενσυναίσθησης και ευθυνοφοβία.

«Ένας ψυχοπαθής βαριέται εύκολα, απομυζά τους άλλους ανθρώπους, δεν έχει στόχους και επιμένει στην ανευθυνότητα» σχολιάζουν.

Κοινωνιοπάθεια

Ο όρος κοινωνιοπάθεια εισήχθη τη δεκαετία του 1930 από τον ψυχολόγο George Partridge, ο οποίος επικεντρώθηκε στην κοινωνική προέκταση των συνεπειών από συμπεριφορές που παραβιάζουν συστηματικά τα δικαιώματα των άλλων. Στην πρώιμη ψυχιατρική βιβλιογραφία, οι όροι κοινωνιοπάθεια και ψυχοπάθεια χρησιμοποιήθηκαν συχνά εκ περιτροπής, αν και ορισμένοι προτιμούσαν τον όρο «κοινωνιοπαθής» για να αποφύγουν τη σύγχυση με την ψύχωση, μια διακριτή κατάσταση ψυχικής υγείας.

Ο όρος «Κοινωνιοπαθητική διαταραχή της προσωπικότητας», που χρησιμοποιήθηκε στην πρώτη έκδοση του DSM το 1952, ευθυγραμμιζόταν με την επικρατούσα πεποίθηση της εποχής, «ότι οι αντικοινωνικές συμπεριφορές ήταν σε μεγάλο βαθμό προϊόν του κοινωνικού περιβάλλοντος και ότι οι συμπεριφορές κρίνονταν ως αποκλίνουσες μόνο αν παραβίαζαν τους κοινωνικούς, νομικούς ή/και πολιτιστικούς κανόνες» εξηγούν. Η θεωρία αναδείκνυε τον επίκτητο χαρακτήρα της κοινωνιοπάθειας έναντι της ψυχοπάθειας που εκλαμβανόταν συνήθως ως διαταραχή με βιολογικό υπόβαθρο.

Επίκτητες ή εκ γενετής;

Η σημερινή αντικοινωνική διαταραχή της προσωπικότητας και η ψυχοπάθεια έχουν συσχετιστεί με ένα ευρύ φάσμα αναπτυξιακών, βιολογικών και ψυχολογικών αιτιών. «Για παράδειγμα, τα άτομα με ψυχοπαθητικά χαρακτηριστικά έχουν ορισμένες διαφορές στον εγκέφαλο, ιδίως σε περιοχές που σχετίζονται με τα συναισθήματα, τις αναστολές και την επίλυση προβλημάτων. Φαίνεται επίσης να έχουν διαφορές που σχετίζονται με το νευρικό τους σύστημα, συμπεριλαμβανομένου του μειωμένου καρδιακού ρυθμού» αναφέρουν οι καθηγητές, προσθέτοντας ότι η κοινωνιοπάθεια και οι αντικοινωνικές συμπεριφορές είναι προϊόν του κοινωνικού περιβάλλοντος που «τρέχει» στις οικογένειες και σχετίζεται συνήθως με κακοποίηση ή συγκρούσεις στο σπίτι.

Οι συνέπειες

Παρά τις δημοφιλείς απεικονίσεις στα μέσα ενημέρωσης, δεν είναι όλοι οι ψυχοπαθείς ή οι κοινωνιοπαθείς βίαιοι εγκληματίες. Η ψυχοπάθεια εντούτοις, σημειώνουν οι καθηγητές, αποτελεί ισχυρό προγνωστικό δείκτη προβληματικών και επιβλαβών συμπεριφορών. Συνδέεται επίσης με την εξάρτηση από τα ναρκωτικά, την έλλειψη στέγης και άλλες διαταραχές της προσωπικότητας, ενώ μελέτες τη συνέδεσαν με αδυναμία συμμόρφωσης με τα μέτρα προστασίας κατά την πανδημία COVID-19. Η κοινωνιοπάθεια, από την άλλη πλευρά, είναι λιγότερο αξιόπιστος δείκτης μελλοντικής αντικοινωνικής ή βίαιης συμπεριφοράς.

Τα επαναλαμβανόμενα λάθη, δεν είναι “αστοχίες”, λέγονται χαρακτήρας

Τα επαναλαμβανόμενα λάθη, λέγονται χαρακτήρας

Υπάρχει μια στιγμή, σε κάθε σχέση, που κοιτάζεις τον άλλον και σκέφτεσαι: «Δεν αλλάζει. Όσο κι αν το ήθελα, όσο κι αν το προσπάθησα, αυτός είναι.» Είναι εκείνη η στιγμή που το πάθος συγκρούεται με την πραγματικότητα. Εκεί που η φαντασίωση της ιδανικής σχέσης σπάει μπροστά στις αλήθειες που αποφεύγαμε να δούμε.

Τα λάθη που επαναλαμβάνει κάποιος – αυτά που ξέρεις πως θα κάνει ξανά και ξανά – δεν είναι αστοχίες της στιγμής. Είναι κομμάτι του, ριζωμένα βαθιά στον χαρακτήρα του. Όσο κι αν τα βλέπεις σαν μικρές λεπτομέρειες που ίσως μια μέρα διορθωθούν, η αλήθεια είναι ότι αυτά τα λάθη είναι η πραγματική του ταυτότητα.

Αγάπη δεν σημαίνει να διορθώσεις τον άλλον.
Αγάπη σημαίνει να αποδεχτείς. Να τον κοιτάξεις στα μάτια, με όλες του τις αδυναμίες, και να πεις: «Αυτός είσαι και σε θέλω έτσι.» Όχι για να κλείσεις τα μάτια σε ό,τι σε πονάει, αλλά για να καταλάβεις αν μπορείς να ζήσεις με αυτόν τον χαρακτήρα. Όχι την ιδέα που έφτιαξες για εκείνον στο μυαλό σου. Αλλά με τον αληθινό του εαυτό.

Γιατί τα λάθη του – αυτά τα μικρά και μεγάλα που σε θυμώνουν, που σε πληγώνουν – είναι κομμάτια του ίδιου του ανθρώπου που ερωτεύτηκες. Είναι εκεί όταν γελάει, όταν σε αγγίζει, όταν σου υπόσχεται πως αυτή τη φορά θα είναι διαφορετικά. Και ξέρεις καλά πως, συνήθως, δεν θα είναι.

Και τώρα, εσύ τι κάνεις;
Συνεχίζεις να ελπίζεις; Να πιστεύεις πως μπορεί να αλλάξει, πως θα καταλάβει, πως θα προσπαθήσει περισσότερο; Ή μαθαίνεις να αγαπάς τον χαρακτήρα του όπως είναι – λάθη και όλα μαζί; Μπορείς να δεχτείς πως κάποια πράγματα δεν είναι αστοχίες, αλλά επιλογές;

Δεν υπάρχει σωστή απάντηση. Είναι προσωπικό στοίχημα, να αποφασίσεις αν αυτά τα λάθη είναι συμβατά με τη δική σου ζωή. Γιατί αν τα επαναλαμβανόμενα λάθη λέγονται χαρακτήρας, τότε και η δική σου ανοχή λέγεται επιλογή.

Αγάπα τον χαρακτήρα του, αλλά μην προδώσεις τον δικό σου.
Μην επιτρέψεις σε κανέναν να κάνει τη ζωή σου πεδίο δοκιμών για τη δική του ωριμότητα. Αν κάτι σου τρώει την ψυχή, αν τα λάθη που κάνει επανειλημμένα γίνονται βαρίδια στη δική σου ευτυχία, τότε δεν είναι έρωτας. Είναι συμβιβασμός. Και κανείς δεν αξίζει να ζει έτσι.

Η αλήθεια είναι απλή: ο χαρακτήρας δεν αλλάζει.
Ούτε ο δικός του, ούτε ο δικός σου. Μάθε, λοιπόν, να διαλέγεις σωστά. Να αγαπάς με πάθος, αλλά με αλήθεια. Και πάνω απ’ όλα, να θυμάσαι: δεν είσαι εκεί για να διορθώσεις κανέναν. Είσαι εκεί για να αγαπήσεις – ή να φύγεις, αν χρειαστεί. Γιατί, καμιά φορά, το μεγαλύτερο λάθος είναι να επιμένεις σε κάτι που δεν σου ταιριάζει.

Κι αυτό, φίλε μου, λέγεται χαρακτήρας. Ο δικός σου.

Συγχρονικότητα και τύχη

Μερικές φορές συναντάμε συμπτώσεις που μας φαίνονται σημαντικές ή απροσδόκητα χρήσιμες. Αυτές οι εμπειρίες συχνά εμπίπτουν σε δύο κύριους τύπους σημαντικών συμπτώσεων: συγχρονισμός και τύχη. Και οι δύο περιλαμβάνουν την έκπληξη των απροσδόκητων συνδέσεων, ωστόσο διαφέρουν ως προς τον χρόνο, τον συναισθηματικό αντίκτυπο και τον τρόπο με τον οποίο εκτυλίσσονται. Αν τις σκεφτούμε σαν ένα διάγραμμα Venn, η συγχρονικότητα και η τυχαία σύμπτωση επικαλύπτονται στη δημιουργία ουσιαστικών συνδέσεων, αλλά διακλαδίζονται με μοναδικούς τρόπους, ο ένας με απήχηση στο προσωπικό νόημα και ο άλλος προσφέροντας πρακτικά αποτελέσματα. Κατανοώντας αυτές τις διαφορές, μπορούμε να εκτιμήσουμε την ξεχωριστή επιρροή κάθε έννοιας στη ζωή μας.

Αντίθεση της συγχρονικότητας και της τυχαίας σύμπτωσης: Σημαντικές συνδέσεις έναντι τυχερών ανακαλύψεων

Η συγχρονικότητα περιγράφει σημαντικές συμπτώσεις που στερούνται σαφούς αιτιώδους συνάφειας και φαίνονται προσωπικά σημαντικές. Αυτές οι στιγμές φαίνεται να ευθυγραμμίζουν τις σκέψεις ή τα συναισθήματά μας, δημιουργώντας μια σύνδεση μεταξύ του εσωτερικού μας κόσμου και ενός εξωτερικού γεγονότος. Φανταστείτε ένα άτομο σε θεραπεία να ανακαλύπτει ότι ο θεραπευτής του διαβάζει το ίδιο βιβλίο που διαβάζει και αυτός και βρίσκεται σχεδόν στην ίδια σελίδα. Τα δύο γεγονότα συμπίπτουν χρονικά, ένας από τους πρωταρχικούς ορισμούς του Γιουνγκ για τον συγχρονισμό.

Αντίθετα, η τύχη είναι ένα τυχερό ατύχημα, μια θετική, απρογραμμάτιστη ανακάλυψη. Αντιπροσωπεύει εκείνες τις στιγμές που πολύτιμα πράγματα βρίσκονται ενώ ψάχνουμε για κάτι άλλο. Η τύχη ακολουθεί μια πιο γραμμική πορεία: ένα άτομο μπορεί να ερευνά ένα συγκεκριμένο θέμα και, κατά τη διαδικασία, να ανακαλύπτει μια χρήσιμη λύση με έναν απροσδόκητο τρόπο. Ένα εμβληματικό παράδειγμα είναι η ανακάλυψη της πενικιλίνης από τον Αλεξάντερ Φλέμινγκ. Η αναζήτηση ενός αποτελεσματικού αντιβιοτικού τον οδήγησε να πέσει πάνω σε στοιχεία που υποδήλωναν μια ζωτικής σημασίας ιατρική ανακάλυψη. Ακολούθησαν πολλές ακόμη ευτυχείς συγκυρίες προκειμένου να τεθεί η παρατήρηση του Φλέμινγκ σε κύρια χρήση. Η τύχη περιλαμβάνει μια διαδοχική, σκόπιμη ροή – μια ενεργή επιδίωξη που διακόπτεται από την τύχη και η οποία στη συνέχεια οδηγεί σε ένα ευεργετικό αποτέλεσμα.

Διακριτές ιδιότητες

Και οι δύο τύποι σημαντικών συμπτώσεων είναι απρόβλεπτοι και απαιτούν από εμάς να αναγνωρίσουμε συνδέσεις πέρα από το συνηθισμένο. Ωστόσο, μας επηρεάζουν με διαφορετικό τρόπο: η συγχρονικότητα φέρει συχνά ένα συναισθηματικό βάρος ή μια αίσθηση θαυμασμού, σαν να έχει επιβεβαιωθεί κάτι προσωπικό και άυλο, ενώ η τυχαία σύμπτωση είναι συνήθως πιο ρεαλιστική, παράγοντας πρακτικά οφέλη, όπως λύσεις, ιδέες και ανακαλύψεις.

Φανταστείτε έναν συγγραφέα που βιώνει ένα δημιουργικό μπλοκάρισμα και, ενώ διαβάζει ένα άσχετο μυθιστόρημα, συναντά μια ιδέα που εμπνέει την ανακάλυψη της ιστορίας του. Μπορεί να νιώθει σαν μια επιβεβαίωση ότι το άτομο βρίσκεται στο σωστό δρόμο, κάτι που θα θεωρούνταν συγχρονικότητα Αλλά αν διάβαζε ενεργά βιβλία για το συγγραφικό μπλοκάρισμα και ανακάλυπτε τυχαία ένα με τις σωστές συμβουλές, αυτό είναι σύμπτωση.

Ο ρόλος της προετοιμασίας: Ένα κοινό στοιχείο

Η περίφημη φράση του Louis Pasteur, «η τύχη ευνοεί τον προετοιμασμένο νου», ισχύει τόσο για τη συγχρονικότητα όσο και για τη τυχαιότητα. Η τύχη συχνά απαιτεί όχι μόνο ένα προετοιμασμένο μυαλό αλλά και ενεργό συμμετοχή -όπως η εκπαιδευμένη προσοχή του Φλέμινγκ που τον βοήθησε να αναγνωρίσει τις δυνατότητες της πενικιλίνης. Η τύχη επωφελείται από την επιμονή και την εξειδίκευση- όσο περισσότερο εργάζεται κανείς σε έναν τομέα, τόσο πιο πιθανό είναι να δει απροσδόκητα μοτίβα και συνδέσεις που μετατρέπονται σε ανακαλύψεις.

Για τη συγχρονικότητα, η προετοιμασία περιλαμβάνει ένα άνοιγμα στο νόημα και μια προθυμία να ερμηνεύσει κανείς τα γεγονότα πέρα από την επιφανειακή εμφάνιση. Ένα άτομο που περνάει μια δύσκολη περίοδο μπορεί να βλέπει επανειλημμένα σύμβολα ή λέξεις που σχετίζονται με την ελπίδα, την παρηγοριά ή την καθοδήγηση. Αντί να επιδιώκει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, βρίσκει νόημα στα ίδια τα μοτίβα. Η ετοιμότητα για συγχρονικότητα έχει να κάνει λιγότερο με την άμεση δράση και περισσότερο με το να είναι κανείς ανοιχτός σε λεπτές, ουσιαστικές συνδέσεις.

Συναισθηματικός αντίκτυπος και πρακτική αξία: Μια αντίθεση στα αποτελέσματα

Η συγχρονικότητα και η τύχη διαφέρουν ως προς τις συναισθηματικές αντιδράσεις που προκαλούν. Οι συγχρονικότητες συχνά προκαλούν θαυμασμό, περιέργεια ή μια βαθιά αίσθηση σύνδεσης, εμπνέοντας προβληματισμό και μερικές φορές μετασχηματισμό. Αυτές οι στιγμές μπορεί να μοιάζουν πνευματικές, προτρέποντας τα άτομα να επανεκτιμήσουν τον εσωτερικό τους κόσμο. Για παράδειγμα, κάποιος που παλεύει με τη μοναξιά και συναντά έναν άγνωστο που του προσφέρει ακριβώς τη συμβουλή που χρειάζεται, μπορεί να νιώσει παρηγοριά, σαν αυτή η συνάντηση να οργανώθηκε από κάποια αόρατη δύναμη. Η συγχρονικότητα δημιουργεί αξία μέσω της προσωπικής διορατικότητας ή επικύρωσης.

Αντίθετα, η τύχη τείνει να παρέχει άμεση, ρεαλιστική αξία. Μια τυχαία ανακάλυψη φέρνει ενθουσιασμό για τη χρησιμότητά της ή τη δυνατότητα επίλυσης ενός προβλήματος. Ο ενθουσιασμός δεν έγκειται στο συναισθηματικό βάθος αλλά στο πρακτικό αποτέλεσμα – μια απροσδόκητη λύση που μπορεί να οδηγήσει σε καινοτομία, αποτελεσματικότητα ή επιτυχία. Οι τυχαίες στιγμές συχνά συμβάλλουν απτά στην εργασία, τις σχέσεις ή τα δημιουργικά έργα, παρέχοντας πλεονεκτήματα του πραγματικού κόσμου που είναι απλές και εφαρμόσιμες. Το να βρίσκεσαι στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή είναι ένα συνηθισμένο παράδειγμα.

Αναγνώριση και καλλιέργεια της δεκτικότητας στη συγχρονικότητα και τη τύχη

Τόσο η συγχρονικότητα όσο και η τύχη επωφελούνται από ένα άνοιγμα στις δυνατότητες, ωστόσο απαιτούν διαφορετικές προσεγγίσεις για να καλλιεργηθούν. Για να ενθαρρύνετε την τυχαία σύμπτωση, η ενεργός συμμετοχή σε έργα, η εξερεύνηση νέων περιοχών και η παρακολούθηση της περιέργειας μπορούν να αυξήσουν τις πιθανότητες τυχερών ανακαλύψεων. Οι άνθρωποι που ασχολούνται με την επιστημονική έρευνα, την τέχνη ή την επιχειρηματικότητα, για παράδειγμα, διατηρούν συχνά ένα ευέλικτο μυαλό και πειραματίζονται ευρέως, γνωρίζοντας ότι είναι πιθανό να προκύψουν απροσδόκητα αποτελέσματα σε τομείς που εξερευνούν σε βάθος.

Η συγχρονικότητα, ωστόσο, ευδοκιμεί σε μια πιο στοχαστική κατάσταση. Πρακτικές όπως η τήρηση ημερολογίου, ο διαλογισμός ή ο αυτοστοχασμός βοηθούν στην καλλιέργεια μιας νοοτροπίας ανοιχτής στις συνδέσεις μεταξύ των εσωτερικών σκέψεων και των εξωτερικών γεγονότων. Αντί να επιδιώκουν ενεργά ένα αποτέλεσμα, οι άνθρωποι που είναι ανοιχτοί στη συγχρονικότητα συχνά παρατηρούν επαναλαμβανόμενα σύμβολα, θέματα ή λεπτές συνδέσεις που αποκαλύπτουν νόημα χωρίς άμεση δράση. Αυτή η πιο ήρεμη δεκτικότητα επιτρέπει στις συγχρονικότητες να αναδύονται, εμπλουτίζοντας την προσωπική διορατικότητα χωρίς να πιέζουν για πρακτικά αποτελέσματα.

Αγκαλιάζοντας το μυστήριο και την πρακτικότητα των σημαντικών συμπτώσεων

Η συγχρονικότητα και η τυχαία σύμπτωση είναι δύο κεντρικές μορφές σημαίνουσας σύμπτωσης, που η καθεμία φωτίζει τη ζωή με τον δικό της μοναδικό τρόπο. Η συγχρονικότητα μας εμπλέκει συναισθηματικά, υποδηλώνοντας μια βαθύτερη σύνδεση μεταξύ της εσωτερικής μας ζωής και του εξωτερικού κόσμου, ενώ η τυχαία σύμπτωση μας εκπλήσσει με ευεργετικές ανακαλύψεις που ενισχύουν τις επιδιώξεις μας. Μαζί, μας καλούν να παραμείνουμε προετοιμασμένοι και ανοιχτοί, αγκαλιάζοντας την τυχαιότητα της ζωής ως πηγή τόσο πραγματιστικής τύχης όσο και προσωπικής διορατικότητας.

Αναγνωρίζοντας τον συντονισμό της συγχρονικότητας με τις εσωτερικές μας καταστάσεις και τη γραμμική πορεία της τύχης προς χρήσιμα αποτελέσματα, αποκτούμε μια πληρέστερη εκτίμηση για το πώς οι συμπτώσεις της ζωής μας διαμορφώνουν. Είτε προτρέπουν σε αυτοσυγκέντρωση είτε προσφέρουν απροσδόκητη αξία, οι ουσιαστικές συμπτώσεις μας υπενθυμίζουν να προσεγγίζουμε τη ζωή τόσο με επίγνωση όσο και με ετοιμότητα, αφήνοντας τα μονοπάτια μας να ξεδιπλωθούν με περιέργεια και ευγνωμοσύνη για το απρογραμμάτιστο.

Καζαντζάκης: Στο σκοτάδι να απαντάς με φως

Τι θα πει ευτυχία; Να ζεις όλες τις δυστυχίες. Τι θα πει φως; Να κοιτάς με αθόλωτο μάτι όλα τα σκοτάδια.

ΔΥΟ ΦΩΝΕΣ ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΠΑΛΕΥΟΥΝ. O ΝΟΥΣ: «ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΧΑΝΟΜΑΣΤΕ ΚΥΝΗΓΩΝΤΑΣ ΤΟ ΑΔΥΝΑΤΟ;»

Μέσα στον ιερό περίβολο των πέντε αισθήσεων χρέος μας ν’ αναγνωρίσουμε τα σύνορα του ανθρώπου. Μα μια άλλη μέσα μου φωνή, ας την πούμε έκτη δύναμη, ας την πούμε καρδιά, αντιστέκεται και φωνάζει: «Όχι! Όχι! Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα του ανθρώπου! Να σπας τα σύνορα! Ν’ αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου! Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει!»

ΔΕ ΖΥΓΙΑΖΩ, ΔΕ ΜΕΤΡΩ, ΔΕ ΒΟΛΕΥΟΜΑΙ! ΑΚΟΛΟΥΘΩ ΤΟ ΒΑΘΥ ΜΟΥ ΧΤΥΠΟΚΑΡΔΙ

Ρωτώ, ξαναρωτώ χτυπώντας το χάος: Ποιος μας φυτεύει στη γης ετούτη χωρίς να μας ζητήσει την άδεια; Ποιος μας ξεριζώνει από τη γης ετούτη χωρίς να μας ζητήσει την άδεια;

ΝΑΙ, ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΓΗΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Έζησε χωρίς αυτά, θα ζήσει χωρίς αυτά. Είναι σπίθες εφήμερες της βίαιης περιστροφής της.

ΑΣ ΕΝΩΘΟΥΜΕ, ΑΣ ΠΙΑΣΤΟΥΜΕ ΣΦΙΧΤΑ, ΑΣ ΣΜΙΞΟΥΜΕ ΤΙΣ ΚΑΡΔΙΕΣ ΜΑΣ, ΑΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ

.. όσο βαστάει ακόμα η θερμοκρασία τούτη της Γης, όσο δεν έρχουνται σεισμοί, κατακλυσμοί, πάγοι, κομήτες να μας εξαφανίσουν, ας δημιουργήσουμε έναν εγκέφαλο και μιαν καρδιά στη Γης, ας δώσουμε ένα νόημα ανθρώπινο στον υπερανθρώπινον αγώνα!

Ν’ ΑΓΑΠΑΣ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ

Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω.Ν’ αγαπάς τον καθένα ανάλογα με τη συνεισφορά του στον αγώνα. Μη ζητάς φίλους. Να ζητάς συντρόφους!

ΝΑ ‘ΣΑΙ ΑΝΗΣΥΧΟΣ, ΑΦΧΑΡΙΣΤΗΤΟΣ, ΑΠΡΟΣΑΡΜΟΣΤΟΣ ΠΑΝΤΑ

Όταν μια συνήθεια καταντήσει βολική, να τη συντρίβεις. Η μεγαλύτερη αμαρτία είναι η ευχαρίστηση. ΠΟΥ ΠΑΜΕ; ΘΑ ΝΙΚΗΣΟΥΜΕ ΠΟΤΕ; Προς τι όλη τούτη η μάχη; Σώπα! Οι πολεμιστές ποτέ δε ρωτούνε!

ΣΚΥΒΩ ΚΙ ΑΦΟΥΓΚΡΑΖΟΜΑΙ ΤΗΝ ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΤΟΥΤΗ ΚΡΑΥΓΗ ΣΤΑ ΣΩΘΙΚΑ ΜΟΥ

Αρχίζω και μαντεύω το πρόσωπο του Αρχηγού, ξεκαθαρίζω τη φωνή του, δέχουμαι με χαρά και με τρόμο τις σκληρές εντολές του.

Η ΚΡΑΥΓΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΗ ΣΟΥ

Δε μιλάς εσύ, μιλούν αρίφνητοι πρόγονοι με το στόμα σου. ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΛΕΥΤΕΡΟΣ. ΑΟΡΑΤΑ ΜΥΡΙΑΔΕΣ ΧΕΡΙΑ ΚΡΑΤΟΥΝ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ και τα σαλεύουν. Όταν θυμώνεις, ένας προπάππος αφρίζει στο στόμα σου όταν αγαπάς, ένας πρόγονος σπηλιώτης μουγκαλιέται όταν κοιμάσαι, ανοίγουν οι τάφοι μέσα στη μνήμη και γιομώνει βουρκόλακες η κεφαλή σου.

ΜΑ ΕΣΥ ΝΑ ΞΕΔΙΑΛΕΓΕΙΣ

Ποιος πρόγονος να γκρεμιστεί πίσω στα τάρταρα του αίματού σου και ποιος ν’ ανηφορίσει πάλι στο φως και στο χώμα. Κάθε σου πράξη αντιχτυπάει σε χιλιάδες μοίρες. Όπως περπατάς, ανοίγεις, δημιουργός την κοίτη όπου θα μπει και θα οδέψει ο ποταμός των απόγονων.

ΟΤΑΝ ΦΟΒΑΣΑΙ, Ο ΦΟΒΟΣ ΔΙΑΚΛΑΔΩΝΕΤΑΙ ΣΕ ΑΝΑΡΙΘΜΗΤΕΣ ΓΕΝΕΕΣ

…και εξευτελίζεις αναρίθμητες ψυχές μπροστά και πίσω σου. Όταν υψώνεσαι σε μια γενναία πράξη, η ράτσα σου αλάκερη υψώνεται και αντρειεύει.

ΚΟΙΤΑΞΕ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, ΛΥΠΗΣΟΥ ΤΟΥΣ. Κοίταξε τον εαυτό σου ανάμεσα στους ανθρώπους, λυπήσου τον. Μέσα στο θαμπό σούρουπο της ζωής αγγίζουμε ο ένας τον άλλον, ψαχνόμαστε, ρωτούμε, αφουκραζόμαστε, φωνάζουμε βοήθεια!

ΤΡΕΧΟΥΜΕ. ΞΕΡΟΥΜΕ ΠΩΣ ΤΡΕΧΟΥΜΕ ΝΑ ΠΕΘΑΝΟΥΜΕ

…μα δεν μπορούμε να σταματήσουμε.Τρέχουμε. Μια λαμπάδα κρατούμε και τρέχουμε. Το πρόσωπό μας, μια στιγμή, φωτίζεται. Μα βιαστικά παραδίνουμε τη λαμπάδα στο γιο μας κι ευτύς σβήνουμε, κατεβαίνουμε στον Άδη.

Η ΚΑΡΔΙΑ ΣΜΙΓΕΙ Ο,ΤΙ Ο ΝΟΥΣ ΧΩΡΙΖΕΙ

Ξεπερνάει την παλαίστρα της ανάγκης και μετουσιώνει το πάλεμα σε αγάπη.

Νίκου Καζαντζάκη, Ασκητική

Όταν οι Ταμπέλες Γίνονται Πραγματικότητα

Η ταμπελοποίηση των ατόμων είναι ένα φαινόμενο που αναφέρεται στην τάση να αποδίδουμε ετικέτες σε ανθρώπους με βάση κάποιες συμπεριφορές, χαρακτηριστικά ή ιδιότητες που παρατηρούμε σ' αυτούς.

Μπορεί να αφορά σε ετικέτες που προσδίδονται για θετικές ιδιότητες, αλλά συχνότερα συμβαίνει με αρνητικές ετικέτες, όπως «αντικοινωνικός», «επιθετικός», ή «ανασφαλής».

Το να χαρακτηρίζουμε τους άλλους με συγκεκριμένες ετικέτες μπορεί να φαίνεται ακίνδυνο, αλλά στην πραγματικότητα μπορεί να επηρεάσει βαθιά τον ψυχισμό και την εξέλιξη του ατόμου, οδηγώντας σε σημαντικές ψυχολογικές και κοινωνικές επιπτώσεις.

Ας δούμε λοιπόν τι σημαίνει η ταμπελοποίηση, πώς επιδρά στην ψυχολογία μας και πώς μπορούμε να περιορίσουμε τις επιπτώσεις της.

Οι Ρίζες της Ταμπελοποίησης στην Ψυχολογία και την Κοινωνία

Η ταμπελοποίηση είναι μια διαδικασία κατηγοριοποίησης που πηγάζει από τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το μυαλό μας.

Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να οργανώνουν τον κόσμο τους, ομαδοποιώντας πληροφορίες ώστε να τις κατανοούν πιο εύκολα και να τις επεξεργάζονται γρηγορότερα. Η κατηγοριοποίηση αυτή μπορεί να διευκολύνει τη ζωή μας, όμως όταν εφαρμόζεται στους ανθρώπους, μπορεί να οδηγήσει σε στερεοτυπική σκέψη και προκαταλήψεις.

Έτσι, οι άνθρωποι καταλήγουν να βλέπουν τους άλλους μέσα από «φακούς» προκαταλήψεων και στερεοτύπων, αποδίδοντας τους συγκεκριμένα χαρακτηριστικά με βάση μεμονωμένες παρατηρήσεις ή εμπειρίες.

Η διαδικασία της ταμπελοποίησης σχετίζεται επίσης με την κοινωνική ταυτότητα, μια βασική θεωρία στην ψυχολογία που υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι βρίσκουν αξία στο να ανήκουν σε ομάδες.

Οι ομάδες αυτές διαμορφώνουν τις «εσωτερικές» και «εξωτερικές» κατηγορίες, όπου τα μέλη της δικής μας ομάδας (in-group) συχνά εκλαμβάνονται ως πιο φιλικά και αξιόπιστα, ενώ τα άτομα από άλλες ομάδες (out-group) αντιμετωπίζονται ως «ξένοι» ή «διαφορετικοί». Η τάση αυτή ενισχύει την ταμπελοποίηση, ιδιαίτερα όταν η ανάγκη μας να ανήκουμε σε μια ομάδα είναι ισχυρή. Έτσι, εντείνονται οι κοινωνικές διακρίσεις και η προκατάληψη προς τους άλλους.

Η Αυτοεκπληρούμενη Προφητεία: Όταν οι Ταμπέλες Γίνονται Πραγματικότητα

Η ταμπελοποίηση μπορεί να προκαλέσει έναν φαύλο κύκλο, κατά τον οποίο οι ετικέτες που αποδίδονται σε ένα άτομο καταλήγουν να ενσωματώνονται στην ταυτότητά του. Αυτό ονομάζεται αυτοεκπληρούμενη προφητεία, δηλαδή μια πρόβλεψη που επιβεβαιώνεται απλώς και μόνο επειδή υπάρχει ως αντίληψη.

Για παράδειγμα, αν ένα άτομο ταμπελοποιηθεί ως «αποτυχημένο», είναι πιθανό να αρχίσει να πιστεύει και το ίδιο ότι είναι αποτυχημένο και να αποφεύγει τις ευκαιρίες που θα του επέτρεπαν να πετύχει. Αυτό οδηγεί σε μείωση της αυτοεκτίμησης, άγχος, και περαιτέρω επιβεβαίωση του χαρακτηρισμού.

Επιπλέον, οι ταμπέλες συχνά περιορίζουν την προσωπική εξέλιξη του ατόμου. Οι ταμπέλες «επιθετικός» ή «αδιάφορος» ενδέχεται να εμποδίσουν το άτομο να εξερευνήσει άλλες πτυχές του εαυτού του, καθώς το περιβάλλον του μπορεί να μην του επιτρέπει εύκολα να ξεφύγει από την εικόνα που του αποδίδεται. Αυτό μπορεί να αποτρέψει το άτομο από το να ανακαλύψει νέες πτυχές του εαυτού του και να επηρεάσει αρνητικά τη διαμόρφωση της ταυτότητάς του.

Οι Κοινωνικές Επιπτώσεις της Ταμπελοποίησης

Η ταμπελοποίηση δεν επηρεάζει μόνο την ψυχολογία του ατόμου αλλά και τον τρόπο που οι άλλοι το αντιμετωπίζουν. Όταν ένα άτομο χαρακτηρίζεται ως «προβληματικό» ή «αδύναμο», η ετικέτα αυτή συχνά ενσωματώνεται στις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις. Οι γύρω του ενδέχεται να του συμπεριφέρονται με επιφύλαξη ή αρνητισμό, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε κοινωνική απομόνωση και απόρριψη. Η απομόνωση αυτή επιβαρύνει το άτομο ψυχολογικά και το οδηγεί να αποφεύγει κοινωνικές καταστάσεις, κάτι που ενισχύει την αίσθηση απόρριψης.

Ακόμη, η ταμπελοποίηση μπορεί να οδηγήσει σε ρατσιστικές ή άλλες διακρίσεις, όταν οι ετικέτες χρησιμοποιούνται με τρόπο που αποσκοπεί στην καταστολή συγκεκριμένων ομάδων. Όταν κάποιος κατηγοριοποιείται εξαιτίας της θρησκείας, της καταγωγής, της σεξουαλικής προτίμησης ή άλλων χαρακτηριστικών, αυξάνεται ο κίνδυνος των κοινωνικών ανισοτήτων και της περιθωριοποίησης. Με αυτόν τον τρόπο, οι ταμπέλες μπορεί να γίνουν μέσο καταπίεσης.

Η Ψυχολογική Ενίσχυση Ενάντια στην Ταμπελοποίηση

Η αποδοχή της ταμπέλας ως μέρος της ταυτότητας ενός ατόμου μπορεί να οδηγήσει σε αισθήματα χαμηλής αυτοεκτίμησης και άγχους.

Για να αποφευχθεί αυτό, είναι απαραίτητο να αναπτύξουμε δεξιότητες ψυχολογικής ενδυνάμωσης και να δώσουμε έμφαση στην αυτογνωσία. Οι άνθρωποι που μπορούν να διαχωρίζουν την πραγματική τους προσωπικότητα από τις ταμπέλες που τους αποδίδονται έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να ξεπεράσουν τις προκλήσεις που θέτει η ταμπελοποίηση.

Ένας σημαντικός τρόπος για να ενισχύσουμε την αυτοεκτίμησή μας είναι η ανάπτυξη ενσυνειδητότητας, η οποία μας βοηθά να αναγνωρίζουμε τις σκέψεις και τα συναισθήματά μας χωρίς να ταυτιζόμαστε με αυτά.

Η ενσυνειδητότητα μας δίνει τη δυνατότητα να βλέπουμε τα πράγματα όπως είναι και όχι μέσα από προκαταλήψεις. Μέσα από τη διαδικασία αυτή, μπορούμε να αποφύγουμε τις επιπτώσεις της ταμπελοποίησης και να αναπτύξουμε μια υγιή και ρεαλιστική εικόνα του εαυτού μας.

Πώς Μπορούμε να Περιορίσουμε την Ταμπελοποίηση στην Καθημερινότητα

Ο περιορισμός της ταμπελοποίησης δεν είναι εύκολος, καθώς η τάση αυτή είναι βαθιά ριζωμένη. Ωστόσο, υπάρχουν τρόποι να μειώσουμε τις επιπτώσεις της και να ενισχύσουμε την ενσυναίσθηση και την αποδοχή.

1. Ενσυνείδητη Επικοινωνία: Είναι σημαντικό να παρατηρούμε και να προσπαθούμε να κατανοούμε το άτομο απέναντί μας προτού το χαρακτηρίσουμε. Αντί να σκεφτόμαστε «είναι δύσκολος άνθρωπος», μπορούμε να αναρωτηθούμε «γιατί μπορεί να ενεργεί έτσι;» Αυτή η προσέγγιση μας βοηθά να αποφεύγουμε τους γρήγορους χαρακτηρισμούς και να δίνουμε χώρο στην κατανόηση.

2. Αναγνώριση Προκαταλήψεων: Το πρώτο βήμα για να ξεπεράσουμε τα στερεότυπα είναι να τα αναγνωρίσουμε. Αναλογιζόμενοι τα στερεότυπα που φέρουμε και πώς αυτά επηρεάζουν τη σκέψη μας, μπορούμε να κάνουμε συνειδητές προσπάθειες να τα ξεπεράσουμε.

3. Διαχωρισμός Συμπεριφορών από Προσωπικότητες: Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι οι συμπεριφορές των ανθρώπων δεν καθορίζουν το σύνολο της προσωπικότητάς τους. Για παράδειγμα, κάποιος μπορεί να φερθεί με αγένεια σε μία περίσταση λόγω κούρασης ή άγχους, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι αγενής ως άνθρωπος.

4. Καλλιέργεια της Ενσυναίσθησης: Η ενσυναίσθηση μας βοηθά να βλέπουμε τις εμπειρίες και τα συναισθήματα των άλλων με συμπόνια και κατανόηση. Αντί να κρίνουμε και να κατηγοριοποιούμε, μπορούμε να προσπαθούμε να μπούμε στη θέση του άλλου και να κατανοήσουμε τις προκλήσεις που μπορεί να αντιμετωπίζει.

Συμπέρασμα

Η ταμπελοποίηση είναι ένα φαινόμενο βαθιά ριζωμένο στην κοινωνία μας και συνδέεται με ψυχολογικές και κοινωνικές επιπτώσεις που δεν πρέπει να υποτιμούμε. Η αποφυγή της ταμπελοποίησης δεν είναι πάντα εύκολη, αλλά αν κάνουμε συνειδητές προσπάθειες να βλέπουμε τους άλλους ως σύνθετες προσωπικότητες, μπορούμε να δημιουργήσουμε πιο αυθεντικές σχέσεις.

Αντί να κρίνουμε και να περιορίζουμε τους άλλους σε στερεότυπα, μπορούμε να ενισχύσουμε την αποδοχή, την ενσυναίσθηση και την κατανόηση, διαμορφώνοντας έναν πιο δίκαιο και ανοιχτό κόσμο.

Με αυτόν τον τρόπο, θα μπορέσουμε να καταπολεμήσουμε τις προκαταλήψεις και να ενθαρρύνουμε την ατομική και συλλογική ανάπτυξη, συμβάλλοντας στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος που επιτρέπει σε κάθε άτομο να αναπτύξει πλήρως το δυναμικό του.

Im. Kant: Τι σημαίνει: να προσανατολιζόμαστε στη σκέψη;

 Καντ: 1724-1804

Πώς νοείται ο προσανατολισμός στη σκέψη;

1. Πρόκειται για ένα σύντομο αλλά πολύ σημαντικό δοκίμιο του Καντ της ύστερης φάσεως, όπου παρουσιάζεται περιεκτικά ο πυρήνας της κύριας σκέψης του και δη της θεμελιώδους φιλοσοφίας του για τον καθαρό Λόγο. 

2. Ο τίτλος του ως άνω δοκιμίου παραπέμπει σε μια φιλοσοφικά θαυμαστή προβληματική σχετικά με το πώς και το τι ενός αυθεντικού προσανατολισμού του ανθρώπου στη σκέψη. Το ανθρώπινο ον, ως τέτοιο, υποκειμενικά μπορεί και αντικειμενικά χρειάζεται να προσανατολίζεται στην εξωτερικότητα της υπαρκτικής του συνθήκης με στοχαστικό τρόπο και με συντονισμένη εκδίπλωση της θεωρίας και της πράξης του. Ανεξάρτητα από τον βαθμό ή το ποιόν της κατεύθυνσης που παίρνει η θεωρητική και πρακτική διεργασία εν γένει, σίγουρα δεν ευδοκιμεί κανένας προσανατολισμός σε ένα μονοδιάστατα είτε εμπειρικό είτε εννοιολογικό περιβάλλον, χωρίς την ανταπόκριση σε αυτό που εκάστοτε υπαγορεύει η ίδια η σκέψη, το νοείν εν γένει.

Έτσι, με το παρόν δοκίμιο o Καντ μας υπενθυμίζει ότι η σκέψη απαιτεί έναν προσανατολισμό του στοχαζόμενου υποκειμένου, εναρμονισμένο με τη δική της ιδιαίτερη ουσία· τούτο σημαίνει να συνδυάζει εποπτεία και έννοια, εμπειρία και έλλογο νόημα, έτσι ώστε ο Λόγος να μην εστιάζεται μονομερώς στον κόσμο του κοινού νου μηδέ να περιορίζεται αποκλειστικά στα δεδομένα των αισθήσεων ή, εξ αντιθέτου, να υπερίπταται άν-αρχα σε αφηρημένους μεταφυσικούς χώρους, αλλά να είναι ανοικτός στην επεξεργασία των ποικίλων εποπτειών και να τις διαμορφώνει αφενός με βάση τις καθαρές μορφές του χώρου –ως μορφής περιορισμένης στα εξωτερικά φαινόμενα– και του χρόνου ως μορφής της εσωτερικής εποπτείας, των ψυχικών φαινομένων, αφετέρου δε σε εσωτερική επικοινωνία με τη διάνοια (Verstand). Αυτό λοιπόν που επιτρέπει έναν σωστό προσανατολισμό στη σκέψη είναι η ανάδυση από την εμπειρία της διάνοιας, μηδέ εξαιρουμένου υπό όρους και του Λόγου, και η παραγωγή γνώσης από τη συναγωγή των δύο πηγών, της αισθητότητας και της διάνοιας. Γράφει ο Καντ στην Κριτική του Καθαρού Λόγου (A 51/B 75-76):

«Εάν θέλουμε να ονομάσουμε τη δεκτικότητα του πνεύματός μας, δηλαδή την ικανότητά του να δέχεται παραστάσεις, στον βαθμό που επηρεάζεται με κάποιο τρόπο, αισθητότητα, τότε, από την άλλη, η ικανότητα να παράγει η ίδια παραστάσεις ή η αυτενέργεια της γνώσης είναι η διάνοια. Με τη φύση μας συναρτάται ότι η εποπτεία δεν μπορεί ποτέ να είναι τίποτα άλλο εκτός από αισθητηριακή, δηλ. περιέχει μόνο τον τρόπο με τον οποίο επηρεαζόμαστε από αντικείμενα. Από την άλλη πλευρά, η ικανότητα να σκεφτόμαστε το αντικείμενο της κατ’ αίσθηση εποπτείας είναι η διάνοια. Καμιά απ’ αυτές τις ιδιότητες δεν είναι προτιμότερη από την άλλη. Χωρίς αισθητότητα δεν θα μας δινόταν κανένα αντικείμενο και χωρίς διάνοια δεν θα μπορούσαμε να σκεφτούμε κανένα τέτοιο. Εννοήματα χωρίς περιεχόμενο είναι κενά, εποπτείες χωρίς έννοιες είναι τυφλές. Επομένως, είναι εξίσου απαραίτητο να κάνει κανείς τις έννοιές του αισθητές (δηλαδή να τις προσαρτά στο αντικείμενο που ανήκει στην εποπτεία) όσο και να κάνει διανοητές τις εποπτείες του (δηλαδή να τις υπάγει κάτω από έννοιες). Και οι δυο δυνάμεις ή ικανότητες δεν μπορούν να ανταλλάξουν τις λειτουργίες τους. Η διάνοια δεν μπορεί να εποπτεύσει τίποτα και οι αισθήσεις δεν μπορούν να σκεφτούν τίποτα. Μόνο από το γεγονός ότι ενώνονται μπορεί να προκύψει γνώση».

3. Ως προκύπτει από τα ως άνω, το προσανατολίζεσθαι στο σύντομο δοκίμιο του Καντ από το 1786, έχει καθολική παρουσία σε όλα τα επίπεδα χρήσης της γλώσσας: στο καθημερινό, επιστημονικό και εξόχως αποκαλυπτικό στο φιλοσοφικό επίπεδο. Ειδικά στο τελευταίο δεν νοείται, κατά κύριο λόγο, παρά ως απαραίτητη προϋπόθεση για τον ορισμό άλλων εννοιών ή καταστάσεων πραγμάτων, χωρίς να απαιτείται ορισμός για το ίδιο [το προσανατολίζεσθαι]. Γι’ αυτό και εντός του πλαισίου της χρήσης του αποτελεί μια βασική, έσχατη και απόλυτη έννοια. Δυνάμει τούτου του χαρακτήρα του, η άσκησή του πραγματοποιείται με τέτοια τάξη, ώστε τα χαοτικά αισθήματα να ακολουθούν κάποια αξιώματα, γνώμονες ή κανόνες, συναρτώμενους άμεσα με τις μορφές του χώρου και του χρόνου, με αποτέλεσμα να έρχονται σε ύπαρξη εποπτείες, αισθητηριακές αντιλήψεις κ.λπ., που με τη σειρά τους διαμορφώνονται περαιτέρω από τις έννοιες και δη από εκείνες τις υπέρτατες έννοιες, που τις γνωρίζουμε ως κατηγορίες.

4. Σε όλη αυτή τη διεργασία η διάνοια συμβάλλει με το να διατυπώνει κρίσεις, με το να κρίνει. Τούτο το κρίνειν ανήκει στα δομικά γνωρίσματα του υπό συζήτηση προσανατολισμού και είναι αυτό, με το οποίο εκφράζεται η ανθρώπινη γνώση. Έτσι, από εδώ ανακύπτει η ανάγκη του Λόγου να προσανατολίζει την έρευνά του σε ό,τι επιχειρεί να ορίσει και να καθορίσει, ως αντικειμενική γνώση, η κρίση μέσα στον κόσμο των φαινομένων. Σε τούτη την έρευνα στρέφεται με επιμονή ο Λόγος, έχοντας πάντα ως δεδομένο ότι ο εν λόγω προσανατολισμός έχει την ικανότητα να ορίσει ό,τι νοείται ως αλήθεια σύμφυτη με τον ίδιο τον Λόγο. Η ικανότητά του αυτή συνδέεται με το γεγονός ότι στην πραγματικότητα προηγείται όλων των ορισμών. Το τελευταίο συμβαίνει, επειδή είναι ήδη «προσανατολισμένος», υπό την έννοια ότι είναι η περιεκτική έκφραση του προηγηθέντος φιλοσοφικού οικοδομήματος του Καντ, έτσι όπως το γνωρίζουμε να δομείται σε όλο το κύριο έργο του. Ωστόσο, ο προσανατολισμός στο παρόν δοκίμιο δεν είναι μια απλή επανάληψη του έως τώρα στοχαστικού «προσανατολισμού» του Καντ, αλλά ένα περαιτέρω εγχείρημα της σκέψης του, το οποίο καθιστά το σύντομο τούτο δοκίμιο κατ’ εξοχήν σημαντικό.

Αυτό το εγχείρημα σχετίζεται με την απόφασή του να συμμετάσχει σε μια συζήτηση που προέκυψε γύρω από τη σχέση μεταξύ πίστης και Λόγου. Το σχετικό ερώτημα είχε τεθεί ως εξής: πρέπει να είναι η πίστη ή ο Λόγος που ρίχνει φως σε ζητήματα σχετικά με θρησκευτικές και μεταφυσικές «αλήθειες»; Ο φιλόσοφος, με βάση και το ως εκείνη τη στιγμή έργο του, δεν υιοθετεί ασφαλώς στο εν λόγω δοκίμιό του την άποψη της μιας ή της άλλης πλευράς: όντως δεν τάσσεται με την πλευρά της πίστης, επειδή δεν σκοπεύει να αποκηρύξει τον Λόγο, παρόλο που συμμερίζεται την ιδέα ότι η έλλογη γνώση μας δεν είναι ικανή να υπερβεί τα όρια της εμπειρίας· ούτε όμως επικαλείται την κυβίστηση της πίστης, που μας εκτοξεύει απευθείας μέσα στη θεολογική Μεταφυσική, αλλά προσπαθεί να επιχειρηματολογήσει υπέρ του Λόγου, χωρίς να εκτοπίζει συλλήβδην την πίστη.

Αποφαίνεται λοιπόν ότι ο Λόγος, και μόνο αυτός, είναι που μπορεί να εγγυηθεί τον σωστό προσανατολισμό, καθότι συνιστά, πέραν των άλλων, τον λόγο (Grund), που καθιστά ικανούς τους ανθρώπους κατά τη σύμπασα πορεία του βίου τους να αναμετρώνται με τον τελευταίο ως ένα Όλον. Αυτός είναι η υπέρτατη γνωστική δύναμη, στην οποία υπάγεται τόσο η πίστη όσο και η διάνοια ως κριτική δύναμη. Κύριο μέλημά του τώρα είναι να συλλάβει, κριτικά και θεμελιακά, τον ρόλο του Λόγου και της πίστης στη φιλοσοφική διεργασία του προσανατολισμού στη σκέψη· τόσο θεμελιακά και κριτικά όσο κανείς άλλος από τότε. Είναι αλήθεια πως ο Λόγος συνάπτεται με την ικανότητά μας για γνώση. Αν η τελευταία φαίνεται να δημιουργεί τις προϋποθέσεις προσανατολισμού εν γένει, τότε η ικανότητα προς γνώση λειτουργεί ως εκείνη η κανονιστική δύναμη, που συντελεί ώστε το αληθινό να παρίσταται ως πραγματικό και να αποτελεί μια προεργασία προσανατολισμού της ύπαρξής μας. Κατ’ αυτό το πνεύμα, ο Καντ αποφαίνεται πως ιδιάζει στον ανθρώπινο Λόγο και όχι σε μια θεολογικώς εννοούμενη μεταφυσική πίστη να βυθίζεται μέσα στα μεγάλα ερωτήματα, όπως αυτά για τις αποδείξεις περί του θεού ή για την αθανασία της ψυχής, προκειμένου να εισαγάγει τον εαυτό του στον μεγάλο αγωνιστικό στίβο ενός άκρως στοχαστικού προσανατολισμού.