Κυριακή 12 Μαΐου 2024

Ο Αρριανός για τον Αλέξανδρο και τα ΙΕΡΑ ΟΠΛΑ του Τρωικού Πολέμου

Ο ΑΡΡΙΑΝΟΣ γεννήθηκε στη Νικομήδεια της Βιθυνίας γύρω στο 95 μ.χ. Σε νεαρή ηλικία πήγε στη Νικόπολη της Ηπείρου και μαθήτευσε κοντά στο Στωικό φιλόσοφο Επίκτητο.

Αργότερα,γύρω στο 120 μ.χ. επισκέφτηκε την Αθήνα,όπου παρακολούθησε μαθήματα ρητορικής και φιλοσοφίας. Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αδριανός εκτιμώντας τις αρετές του τον προσκάλεσε στη Ρώμη. Του έδωσε τα δικαιώματα του Ρωμαίου πολίτη και τον ονόμασε Φλάβιο, προσωνυμία της αυτοκρατορικής οικογένειας στην οποία ανήκε ο ίδιος. Γύρω στο 130 μ.χ. στάλθηκε στην επαρχία (Ρωμαική πλέον) της Καππαδοκίας με το αξίωμα του διοικητή.

Το αξίωμά του του έδινε την ευκαιρία να ταξιδεύει συχνά και να συλλέγει πληροφορίες για τη συγγραφή διαφόρων έργων του. Μετά από μακρόχρονη παραμονή στην Καππαδοκία,επέστρεψε στην Αθήνα,όπου ανακηρύχθηκε Αθηναίος πολίτης και τιμήθηκε με το αξίωμα του επώνυμου άρχοντα. Σε μεγάλη πια ηλικία επέστρεψε στη γενέτειρά του, τη Νικομήδεια,όπου αφοσιώθηκε στη συγγραφή των έργων του και πέθανε περίπου το 180 μ.χ. Ο μεγάλος θαυμασμός που έτρεφε ο ΑΡΡΙΑΝΟΣ για τον Αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό και ιδιαίτερα για τους Αρχαίους Ιστορικούς, εξαιτίας της παιδείας και της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ ΤΟΥ, υπήρξε η αιτία που τον οδήγησε στην απόφαση να εξιστορήσει την εκστρατεία του ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ.  Άλλωστε, ο ΑΡΡΙΑΝΟΣ είχε την πεποίθηση πως οι προηγούμενοι συγγραφείς, αν και πολυάριθμοι, είχαν "κρύψει" τον πραγματικό ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ πίσω από άκριτες ανεκδοτολογικές και φανταστικές διηγήσει.

Να τι γράφει ο ίδιος στο κεφάλαιο 12 του Α' τόμου,για τον εαυτό του και τον ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ:

"...Ο Αλέξανδρος, εξάλλου, δεν πήρε ποτέ μέρος σε κοινή εκστρατεία μαζί με κάποιους άλλους, ούτε και βρέθηκε αντιμέτωπος με το βασιλιά των Περσών. Αυτός το μόνο που έκανε ήταν να αντικρούει όποιον τον εμπόδιζε να φτάσει στη θάλασσα. Κανείς δεν είχε επαναλάβει κατορθώματα τόσο πολλά και λαμπρά, ούτε από τους Έλληνες ούτε από τους βαρβάρους. Αυτός ήταν κατ'αρχάς ο λόγος που με οδήγησε να ξεκινήσω τη συγγραφή αυτού του έργου, επειδή θεωρώ τον εαυτό μου επαρκή για να αναλάβει ένα τέτοιο εγχείρημα. Και ό,τι έχει να κάνει με μένα νομίζω πως δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία,και ούτε υπάρχει κάποιος λόγος να πω ποιός είμαι,αυτό είναι ούτως ή άλλως γνωστό, όπως γνωστά είναι ο τόπος καταγωγής μου, η οικογένειά μου και τα αξιώματα που κάποτε κατείχα. Στην αφήγηση αυτή πάντως θα αναφερθούν και η οικογένειά μου και η πατρίδα και τα αξιώματα που κατείχα από τα νεανικά μου χρόνια. Γι' αυτό και πιστεύω πως είμαι από τους ικανούς (στο λόγο) ανάμεσα στους Έλληνες, όπως πιστεύω πως και ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ υπήρξε ο ικανότερος από τους πολεμιστές..."

Για να δούμε τώρα τι μας λέει ο ΑΡΡΙΑΝΟΣ, ξεκινώντας την εξιστόρηση των κατορθωμάτων του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ:

Τόμος Α'.κεφ.1. "Λέγεται ότι ο Φίλιππος πέθανε την εποχή που επώνυμος άρχοντας στην Αθήνα ήταν ο Πυθόδηλος. Όταν, λοιπόν, ο Αλέξανδρος παρέλαβε τη βασιλεία, μια και ήταν γιος του Φιλίππου, πήγε στην Πελοπόννησο εκείνη την εποχή ο Αλέξανδρος ήταν πάνω κάτω είκοσι χρόνων.

Αφού μάζεψε τους κατοίκους της Πελοποννήσου,αξίωσε να του αναθέσουν την ηγεσία της εκστρατείας ενάντια στους Πέρσες, αφού,έτσι κι αλλιώς, την είχαν παραχωρήσει στον Φίλιππο. Και η αξίωση έγινε δεκτή απ' όλους εκτός από τους Λακεδαιμόνιους. Γιατί αυτοί αντέταξαν πως δεν είναι συνηθισμένοι να ακολουθούν άλλους, μα να ηγούνται οι ίδιοι."

Τόμος Α'.κεφ.11. "Όταν λοιπόν ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ κανόνισε τα πράγματα (στη Νότια Ελλάδα), επέστρεψε στη Μακεδονία, όπου θυσίασε στον ΔΙΑ,ακολουθώντας το τυπικό που είχε θεσμοθετήσει ο Αρχέλαος ,και προσευχήθηκε στα Ολύμπια των Αιγών. Κάποιοι ισχυρίζονται πως διοργάνωσε και αγώνες για να τιμήσει τις Μούσες. Και μάλιστα λένε πως τότε άρχισε να ιδρώνει το άγαλμα του Θρακιώτη μουσικού Ορφέα, του γιου του Οιάγρου, και κάθε μάντης έδινε τη δική του εξήγηση γι' αυτό το περίεργο συμβάν. Ο Αρίστανδρος, ένας μάντης από την Τελμισσό, ήταν ο μόνος που ορμήνεψε τον ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ να είναι θαρραλέος, γιατί αυτό ήταν σημάδι πως οι ποιητές και οι συνθέτες θα κουράζονταν πολύ για να καταφέρουν να εγκωμιάσουν και αυτόν και τα έργα του. Και όταν βρέθηκε στον Ελαιούντα, προσέφερε θυσίες πάνω στον τάφο του Πρωτεσίλαου, θέλοντας να τιμήσει με αυτό τον τρόπο τον πρώτο Έλληνα, από αυτούς που εκστράτευσαν με τον Αγαμέμνονα στην Τροία, που βρέθηκε στην Ασία. Σκοπός της θυσίας ήταν να έχει και η δική του αποστολή την αίσια έκβαση που είχε και η απόβαση του Πρωτεσίλαου. Ο ίδιος ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη, πέρασε από τον Ελαιούντα στο λιμάνι των Αχαιών κυβερνώντας το πιο λαμπρό από τα πολεμικά πλοία του στόλου. Λένε ακόμη πως έκανε στάση στο μέσον του Ελλήσποντου, θυσίασε έναν ταύρο στον Ποσειδώνα και προσέφερε σπονδές στις Νηρηίδες από χρυσή κανάτα. Και σύμφωνα με αυτά τα λεγόμενα, ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ήταν ο πρώτος που κατέβηκε και πάτησε με τα όπλα του το Ασιατικό χώμα, ενώ έστησε βωμούς και στο σημείο της Ευρώπης από το οποίο αναχώρησε και στο πρώτο μέρος της Ασίας όπου έφτασε,για να τιμήσει τον Αποβατήριο ΔΙΑ, την Αθηνά και τον Ηρακλή. Μόλις έφτασε στην Τροία,αμέσως τέλεσε θυσία προς τιμήν της Τρωαδίτισσας Αθηνάς και άφησε ως ανάθημα τα όπλα του. Στη θέση τους πήρε τα ΙΕΡΑ ΟΠΛΑ που βρίσκονταν εκεί από την εποχή του Τρωικού Πολέμου. Και, όπως λέγεται,τα όπλα αυτά οι συνοδοί του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ τα κουβαλούσαν πάντα κοντά του όταν πολεμούσε. Τέλος,φημολογείται πως τέλεσε θυσία στο βωμό του Ερκείου ΔΙΑ, για να κατευνάσει την οργή του Πριάμου που καταδίωκε από γενιά σε γενιά την οικογένεια του Νεοπτόλεμου,στην οποία ανήκε και αυτός."

Τόμος Α',κεφ.12: "Μετά την άφιξή του στην Τροία, δέχτηκε χρυσό στεφάνι από τον κυβερνήτη Μενοίτιο, ενώ ταυτόχρονα ήρθε από το Σιγείο ο Αθηναίος Χάρης και άλλοι Έλληνες αλλά και επιχώριοι... Αυτή είναι η μία άποψη, ενώ μια άλλη υποστηρίζει πως αυτός προσέφερε στεφάνι στον τάφο του Αχιλλέα και ο Ηφαιστίωνας στον τάφο του Πάτροκλου. Και λένε ακόμη πως ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ εγκωμίασε τον Αχιλλέα για την ευτυχία που του έλαχε, να τον αναφέρει ο Όμηρος." 

ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΣ - ΤΑ ΙΕΡΑ ΟΠΛΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΩΣ

[...Κι αυτός απ' το κακό δε δέχτηκε να τους γλιτώσει ατός του,
μα είπε στον Πάτροκλο και ζώστηκε την εδική του αρμάτα,
και τον ξαπόστειλε στον πόλεμο, κι άλλους πολλούς μαζί του.
Κι ολημερίς έστησαν πόλεμο στο Ζερβοπόρτι γύρα·
και μες στη μέρα εκείνη θα 'παιρναν το κάστρο, αν του Μενοίτιου
το γαύρο γιο, πολλούς που ερήμαξε, στους μπροστομάχους μέσα
δε σκότωνεν ο Φοίβος, δίνοντας στον Έχτορα τη νίκη.
Γι' αυτό και φτάνω εδώ, στα γόνατα να σου προσπέσω. αν θέλεις
κράνος στο γιο μου το λιγόχρονο να δώσεις και σκουτάρι
κι ώριες κνημίδες, στους αστράγαλους σφιγμένες με θηλύκια,

και θώρακα ό δικός του εχάθηκεν απ' τον πιστό του ακράνη,
που οι Τρώες σκότωσαν, κι έτσι κοίτεται στη γη φαρμακωμένος.»
Κι ο ξακουσμένος Κουτσοπόδαρος απηλογιά της δίνει:
« Κάνε κουράγιο και μη γνοιάζεσαι για τούτα στην καρδιά σου.
Να 'ταν να μπορούν απ' το θάνατο μακριά τον οργισμένο
να τον γλιτώσω, σύντας η άσπλαχνη θα τον ζυγώνει Μοίρα,
όσο 'ναι αλήθεια αρμάτα ατίμητη πως θα 'χει τώρα, τέτοια,
που όσοι τη βλέπουν να σαστίζουνε στην οικουμένη πάσα.»
Ως είπε τούτα, παρατώντας τη στα φυσερά διαγέρνει'
στη φλόγα τα 'γυρε και πρόσταξε ν' αρχίσουν να δουλεύουν.

Κι αυτά ήταν είκοσι, και κίνησαν μαζί, και στα καμίνια.
φυσούσαν, δυνατά ξεχύνοντας λογής λογής αγέρα,
πότε τον Ήφαιστο, σα βιάζουνταν, γοργά να παραστέκουν,
και πότε πάλε όπως τον βόλευε, να βγει η δουλειά ως την άκρα.
Ρίχνει μετά καλάι κι ατίμητο μες στη φωτιά χρυσάφι
κι ασήμι και χαλκό ακατάλυτο, και γρήγορα απιθώνει
το αμόνι το τρανό στο κούτσουρο, και πήρε στο 'να χέρι
τη δυνατή βαριά, και στο άλλο του χερώνει το διλάβι.
Και πρώτα δυνατό, θεόρατο βάζει μπροστά σκουτάρι
δουλεύοντας το ολούθε· στέριωσε τριπλό λαμπρό στεφάνι

λιόφωτο γύρα, και το κρέμασεν από λουρί ασημένιο.
Με πέντε φύλλα τότε το 'στρωσε, μετά στη ράχη απάνω
λογής λογής πλουμίδια εχάραξε με τη σοφή του τέχνη.
Βάζει τη γης, βάζει τη θάλασσα, βάζει τα ουράνια απάνω,
βάζει τον ήλιο τον ακούραστο, τ' ολόγιομο φεγγάρι,
κι όλα τ' αστέρια, ως στεφανώνουνε τον ουρανό τρογύρα'
το Αλετροπόδι, τα Βροχάστερα, την ώρια Πούλια βάζει
και το Χορό τον Εφταπάρθενο, που τόνε λεν κι Αμάξι,
κι αυτού γυρνάει παραμονεύοντας το Αλετροπόδι πάντα,
και μόνο αυτός λουτρό δε χαίρεται στον Ωκεανό ποτέ του.

Κι ακόμα παίρνει βάζει απάνω του δυο πολιτείες ανθρώπων,
πανέμορφες· στη μια ξεφάντωσες ιστόρησε και γάμους·
τις νύφες παίρναν απ' τα σπίτια τους με φώτα, με λαμπάδες,
και τις περνούσαν με νυφιάτικα τραγούδια από τις ρούγες.
Και στρουφογύριζαν χορεύοντας οι νιοί, κι ανάμεσα τους
φιαμπόλια και κιθάρες άκουγες να παίζουν κι οι γυναίκες
στην πόρτα η καθεμιά τους έστεκε και θάμαζε το ψίκι.
Κι οι άντρες στη σύναξη εμαζώνουνταν, πλήθος μεγάλο, κι είχε
καβγάς ανάψει δυο τους μάλωναν για κάποιου σκοτωμένου
την ξαγορά κι ο πρώτος φώναζε κι όρκίζουνταν στους άλλους

πως έχει ξεπλερώσει, ο δεύτερος πως τίποτα δεν πήρε.
Και σε κριτή κι οι δυο τους γύρευαν να παν να βγάλει κρίση.
Κι ο κόσμος εμοιράστη κι έπαιρνε και των δυονώ το μέρος·
κι οι κράχτες να κρατήσουν πάλευαν τον κόσμο, κι οι γερόντοι
στα μαγλινά πεζούλια εκάθιζαν, στο άγιο το αλώνι μέσα'
κι από τους κράχτες τους βροντόλαλους ραβδιά στα χέρια έπαιρναν,
κι αυτά κρατώντας εσηκώνουνταν να κρίνουν ένας ένας.
Κι ήταν στη μέση εκεί δυο τάλαντα χρυσάφι απιθωμένο,
όποιος απ' όλους φρονιμότερα μιλούσε να το πάρει.
Στην άλλη πόλη ωστόσο ολόγυρα κάθονταν δυο φουσάτα,

κι άστραφταν τ' άρματά τους· δίγνωμη βουλή κρατούσε ετούτους:
να την κουρσέψουνε πατώντας τη, για και το βιος ακέριο
που 'χε το κάστρο τ' ώριο μέσα του στα δυο να το μοιράσουν;
Μα εκείνοι αρνιούνταν, κι αρματώνουνταν κλεφτάτα για καρτέρι·
στα τείχη έστεκαν οι γυναίκες τους και τα μικρά παιδιά τους
κι οι άντρες που γερατιά τους πλάκωναν, ψηλά να το φυλάνε.
Κι οι επίλοιποι εκινούσαν κι άνοιγαν μπρος η Αθηνά Παλλάδα
κι ο Άρης το δρόμο τους, ολόχρυσοι και στα χρυσά ντυμένοι,
ψηλοί, πανώριοι μέσα στ' άρματα, καί σα θεοί απ' τους άλλους
μεμιάς ξεχώριζαν, τι ανάριμμα τόσο οι θνητοί δεν εϊχαν...]

ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΣ -Σ-

Ο Αριστοτέλης σχετικά με τη φωνή και την όσφρηση

Συνεχίζοντας τη διερεύνηση των αισθήσεων στο πλαίσιο της Περί Ψυχής μελέτης ο Αριστοτέλης θα εστιάσει στη φωνή: «Η φωνή, τώρα, είναι κάποιος ήχος ενός όντος με ψυχή· γιατί κανένα από τα άψυχα δεν έχει φωνή· αλλά μόνο παρομοιάζοντάς τα λένε πως βγάζουν φωνή, όπως για παράδειγμα ο αυλός και η λύρα και όσα άλλα άψυχα έχουν στη φωνή έκταση και μελωδία και άρθρωση· και φαίνεται να έχουν φωνή επειδή και η φωνή έχει αυτά τα χαρακτηριστικά» (420b 6-10).

Αντιμετωπίζοντας την ψυχή ως μορφή του σώματος ο Αριστοτέλης αναφέρεται διεξοδικά στις αισθήσεις, αφού, όπως και η ψυχή, τίθενται αναπόσπαστα με την ανθρώπινη φυσιολογία. Η αναγνώριση ότι μόνο τα έμψυχα έχουν φωνή καθορίζει ότι μόνο η σωματική φυσιολογία των εμψύχων είναι σε θέση να παράγει φωνή, είναι δηλαδή σε θέση να συνδυάζει την άρθρωση με τη μελωδία δημιουργώντας ήχους που μπορούν να εκφράσουν κάτι.

Το γεγονός ότι και τα μουσικά όργανα είναι σε θέση να το πετύχουν αυτό δεν αλλάζει την ουσία του συλλογισμού, αφού σε τελική ανάλυση είναι και πάλι η δράση του ανθρώπου που θα τα ενεργοποιήσει. Κανένα μουσικό όργανο δεν παράγει μελωδίες από μόνο του. (Ακόμη και με σύγχρονους όρους οι μελωδίες που παράγονται από ηλεκτρονικούς υπολογιστές προϋποθέτουν την παρέμβαση του ανθρώπου που θα τους προγραμματίσει).

Το ζήτημα είναι ότι πολλά ζώα, που αναγνωρίζουμε ότι έχουν ψυχή, φωνή δεν έχουν: «Πολλά ζώα, όμως, δεν έχουν φωνή· όπως φερειπείν τα άναιμα και από τα έναιμα τα ψάρια. Και αυτό εύλογα, αφού ο ήχος είναι κάποια κίνηση του αέρα. Κι έτσι, τα ψάρια που λένε ότι βγάζουν φωνή, όπως αυτά που βρίσκονται στον Αχελώο, βγάζουν ήχο με τα βράγχια ή με κάποιο άλλο παρόμοιο όργανο» (420b 10-14).

Η παρατήρηση που τίθεται πάντα ως βάση κάθε έρευνας καταδεικνύει ότι τα δίχως αίμα ζώα δεν έχουν φωνή, όπως και τα ψάρια. Το γεγονός αυτό δε θα οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι τέτοιου είδους όντα δεν έχουν ψυχή, αλλά ότι η φυσιολογία τους είναι έτσι διαμορφωμένη, ώστε να αποκλείεται η φωνή. Για τα ψάρια θεωρείται ότι έχουν φωνή που παράγεται από τα βράγχια. Για τα άλλα όντα όμως, τα άναιμα, δε θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί κάτι τέτοιο. Προφανώς η έλλειψη φωνής οφείλεται στη δική τους ιδιόμορφη φυσιολογία κι όχι στην απουσία της ψυχής.

Η αναγκαστική προσέγγιση της σωματικής φυσιολογίας που σχετίζεται με τη δημιουργία ήχων θα κάνει τον Αριστοτέλη να προχωρήσει ακόμη βαθύτερα την έρευνά του προς αυτήν την κατεύθυνση: «Φωνή, όμως, είναι ο ήχος που βγάζει το ζώο και όχι με οποιοδήποτε μέρος του σώματός του. Αλλά, επειδή κάθε ήχος παράγεται όταν κάτι χτυπήσει σε κάτι άλλο και μέσα σε κάτι, και αυτό το τελευταίο είναι ο αέρας, είναι εύλογο να βγάζουν φωνή μόνο όσα ζώα δέχονται μέσα τους τον αέρα» (420b 14-17).

Με άλλα λόγια, η ψυχή ως άυλη σωματική προέκταση διαμορφώνεται σύμφωνα με τις δυνατότητες που λαμβάνει από αυτό. Αν το σώμα με τον τρόπο που διαχειρίζεται τον αέρα δίνει τη δυνατότητα της φωνής, τότε και η ψυχή διαμορφώνεται αντιστοίχως αποκτώντας πολυπλοκότερες δυνατότητες έκφρασης.

Όταν το σώμα δεν δίνει παρόμοιες δυνατότητες, αναγκαστικά περιορίζονται και οι δυνατότητες της ψυχής σε απολύτως πρωτογενείς λειτουργίες που μπορεί να τείνουν στα όρια του ανύπαρκτου. Άλλη η ψυχή του ανθρώπου κι άλλη της αμοιβάδας. Η διαφορά έγκειται στις σωματικές δυνατότητες που δίνονται για την ανάπτυξή τους.

Η χρήση του αέρα κρίνεται καθοριστική: «Γιατί η φύση χρησιμοποιεί τον αέρα που αναπνέουμε για δύο έργα· όπως χρησιμοποιεί και τη γλώσσα, τόσο για τη γεύση όσο και για τον έναρθρο λόγο, από τα οποία η γεύση είναι αναγκαίο πράγμα (γι’ αυτό και υπάρχει σε περισσότερα ζώα), ενώ η έκφραση της σκέψης με τη φωνή υπάρχει για να ζούμε καλύτερα· έτσι χρησιμοποιεί και τον αέρα, τόσο για την εσωτερική θερμότητα, ως αναγκαίο όρο για τη ζωή όσο και για τη φωνή, για να είναι η ζωή καλή» (420 18-24).

Με τον ίδιο τρόπο που η γλώσσα προσφέρει και γεύση και λόγο, ο αέρας προσφέρει και εσωτερική θερμότητα και φωνή. Κι όπως η γεύση, επειδή είναι απολύτως απαραίτητη για το ζην, υπάρχει σε όλα τα ζώα, έτσι και η εσωτερική θερμότητα είναι κάτι που προσφέρεται σε όλους. Όμως, ο λόγος και η φωνή δεν προορίζονται για όλα τα όντα, αφού τελικά δεν αφορούν το ζην αλλά το ευ ζην. Υπό αυτή την έννοια, η πολυπλοκότητα της ψυχής που μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις που προϋποθέτονται για το ευ ζην δεν είναι παρά η αντανάκλαση των σωματικών δυνατοτήτων που παρέχουν αυτές τις προϋποθέσεις.

Η ψυχή του ανθρώπου είναι η πολυπλοκότερη και μπορεί να φτάσει στο υψηλότερο επίπεδο ευτυχίας, επειδή βασίζεται σε ένα σώμα που δίνει όλες τις δυνατότητες. Η ανθρώπινη γλώσσα δεν αφορά μόνο τη γεύση, όπως και ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται αφηρημένες έννοιες και να εκδηλώνει το φαντασιακό. Οι δυνατότητες της αφαιρετικής σκέψης, η μετουσίωση του φαντασιακού σε πράξη και επικοινωνία που εξασφαλίζεται με το λόγο, ως αποτέλεσμα της σωματικής λειτουργίας στον τρόπο διαχείρισης του αέρα, καθιστούν τον άνθρωπο ανώτερο ον, που από τη φύση έχει πάρει τις πιο πλούσιες σωματικές δυνάμεις.

Είναι φανερό ότι το σωματικό πλεονέκτημα δεν εκτιμάται ούτε με τη μυϊκή δύναμη ούτε με την ταχύτητα ούτε με τίποτε από αυτά, αλλά με τις δυνατότητες που παρέχει, ώστε να τραφεί η ψυχή. Όσο πιο πολλά μπορεί να προσφέρει για την ανάπτυξή της, τόσο υψηλότερα τα επίπεδα του ευ ζην στα οποία κάθε ον μπορεί να φτάσει. Αυτός είναι και ο λόγος που ο άνθρωπος θεωρείται το πιο ευνοημένο ον από τη φύση. Γιατί η φύση του πρόσφερε τέτοιο σώμα, που να εκφράζει και τις πιο λεπτές αποχρώσεις της ψυχής.

Κι αφού ξεκαθαρίστηκε πλήρως η σημασία του σώματος στον καθορισμό της ψυχής, ο Αριστοτέλης θα συνεχίσει: «Όργανο για την αναπνοή είναι ο λάρυγγας· κι εκείνο για το οποίο υπάρχει το μέρος αυτό, είναι ο πνεύμονας· γιατί σε αυτό το όργανο τα χερσαία ζώα έχουν περισσότερη θερμότητα από τα άλλα. Την αναπνοή τη χρειάζεται πρώτη και η περιοχή γύρω από την καρδιά. Γι’ αυτό είναι ανάγκη και ο αέρας να μπαίνει στο εσωτερικό του ζώου που αναπνέει» (420b 24-28).

Το ποιος ακριβώς είναι ο ρόλος της θερμότητας και τι ακριβώς προσφέρει η αναπνοή στην ανθρώπινη βιολογική υπόσταση είναι ζητήματα που δεν αφορούν το παρόν ζήτημα της ψυχής. Αυτό που προέχει είναι το αλληλένδετο της σωματικής λειτουργίας με την ψυχική. Από τη στιγμή που ο αέρας προσφέρει τη φωνή (με όλες τις συνακόλουθες ιδιότητες που διευρύνουν την ψυχική λειτουργία) είναι αναπόφευκτο η έρευνα να στραφεί προς αυτή την κατεύθυνση: «Επομένως, φωνή είναι το χτύπημα του αέρα που αναπνέουμε πάνω στη λεγόμενη τραχεία αρτηρία· χτύπημα που προκαλεί η ψυχή, που βρίσκεται μέσα σε αυτά τα όργανα του σώματος» (420b 29-31).

Το δεδομένο ότι κάθε ήχος δεν είναι φωνή καταδεικνύει το ρόλο της ψυχής που μετατρέπει τον ήχο σε συγκεκριμένα φωνητικά μηνύματα. Η δυνατότητα μετουσίωσης του ήχου από ερέθισμα χωρίς περιεχόμενο σε διαμορφωμένο επικοινωνιακό εργαλείο ικανό να εκφράσει και τα πιο λεπτά νοήματα είναι η μετατροπή του ήχου σε φωνή, δηλαδή ο μετασχηματισμός της ασύνειδης τυχαιότητας σε καθορισμένη συνειδητή εκφραστική επιλογή. Κι αυτός ακριβώς είναι ο ρόλος της ψυχής που θα δράσει νοηματοδοτώντας και διευρύνοντας τις δυνατότητες που βρίσκει από το σώμα.

Γι’ αυτό φωνή έχουν μόνο τα έμψυχα. Τα άψυχα στερούμενα αυτής της δυνατότητας είναι αδύνατο να εκφράσουν οτιδήποτε. Οι ήχοι που μπορούν να παράξουν είναι τυχαίοι και δεν εμπεριέχουν καμιά εκφραστική δύναμη: «κάθε ήχος ζώου δεν είναι φωνή (αφού μπορεί κανείς να κάνει θόρυβο και με τη γλώσσα, όπως αυτοί που βήχουν), αλλά πρέπει εκείνο που προκαλεί το χτύπημα να είναι έμψυχο και να συνοδεύει την πράξη του κάποια εικόνα· γιατί η φωνή είναι ήχος που έχει κάποια σημασία και δεν είναι ήχος του αέρα που αναπνέουμε, όπως ο βήχας· αλλά είναι ήχος που παράγεται όταν με τον αέρα αυτόν χτυπιέται εκείνος που βρίσκεται μέσα στην τραχεία αρτηρία πάνω στην ίδια» (420b 31-36 και 421a 1).

Ο Αριστοτέλης προτίθεται να τεκμηριώσει την άποψή του σχετικά με την προέλευση της φωνής σε καθαρά σωματικό επίπεδο: «Και απόδειξη είναι ότι δεν μπορούμε να βγάλουμε φωνή όταν εισπνέουμε ούτε όταν εκπνέουμε, αλλά όταν κρατούμε την αναπνοή· γιατί αυτός που την κρατεί μπορεί να προκαλέσει αυτές τις κινήσεις» (421a 2-3).

Η λειτουργία του σώματος επιτρέπει την παραγωγή ήχων μέσω του αέρα που παρακρατείται στην τραχεία αρτηρία. Η ψυχή τον μετατρέπει σε φωνή δίνοντάς του νοηματική υπόσταση και προσφέροντας την ικανότητα του λόγου. Τα έργα της ψυχής είναι η προέκταση της σωματικής λειτουργίας. Θα έλεγε κανείς ότι η ψυχή κάθε όντος δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο καθρέφτης των σωματικών του δυνατοτήτων.

Με τον ίδιο τρόπο θα αναλυθεί και το ζήτημα της όσφρησης, αν και η λειτουργία αυτή κρίνεται περισσότερο ευαίσθητη με την έννοια ότι είναι στον άνθρωπο πολύ ασθενώς ανεπτυγμένη: «Την οσμή, τώρα, και το οσφραντό είναι λιγότερο εύκολο να το προσδιορίσουμε από όσο τα προηγούμενα που αναφέραμε· γιατί δεν είναι φανερό τι πράγμα είναι η οσμή, έτσι όπως είναι ο ήχος ή το χρώμα. Και αιτία είναι ότι η αίσθηση μας αυτή δεν είναι ακριβής, αλλά χειρότερη από πολλών ζώων την αίσθηση· γιατί ο άνθρωπος οσμίζεται ελαττωματικά και δεν αισθάνεται κανένα από τα οσφραντά χωρίς το αίσθημα του δυσάρεστου ή του ευχάριστου· επειδή, ακριβώς, το αισθητήριό του δεν είναι ακριβές» (421a 8-14).

Όπως ακριβώς στα υπόλοιπα ζώα η δεξιότητα του λόγου περιορίζεται μόνο στην έκφραση του ευχάριστου και του δυσάρεστου πιστοποιώντας το χαμηλό της επίπεδο, έτσι και στον άνθρωπο καταδεικνύεται το χαμηλό επίπεδο της όσφρησης, αφού δεν έχει καμία αξιολογική λεπτότητα πλην της πρωτογενούς ευχαρίστησης και δυσαρέσκειας. Με τον ίδιο τρόπο κάποια ζώα μπορεί να έχουν χαμηλή αντίληψη στις χρωματικές διαβαθμίσεις: «Είναι εύλογο, λοιπόν, έτσι να αισθάνονται τα χρώματα και τα σκληρόφθαλμα ζώα και να μην τους είναι φανερές οι διαφορές των χρωμάτων παρά μόνο με το αίσθημα του φόβου ή της απουσίας του» (421a 15-17).  Ως σκληρόφθαλμα ζώα ο Αριστοτέλης «εννοεί τα έντομα».

Η ανθρώπινη όσφρηση είναι με τον ίδιο τρόπο περιορισμένη: «Έτσι αντιλαμβάνεται και τις οσμές το γένος των ανθρώπων· φαίνεται πως υπάρχει αναλογία ανάμεσα στην όσφρηση και τη γεύση και το ίδιο ανάμεσα στα είδη των γεύσεων και σε εκείνα της οσμής, αλλά η γεύση μας είναι ακριβέστερη, επειδή είναι κάποιο είδος αφής και ο άνθρωπος έχει πολύ ανεπτυγμένη αυτή την αίσθηση» (421a 17-22).

Η σύνδεση της όσφρησης με τη γεύση καταδεικνύει την αδυναμία του ανθρώπου να αντιληφθεί όλες τις διαβαθμίσεις των οσμών, αφού, αν είχε υψηλή οσφρητική αντίληψη, θα έπρεπε και οι οσμές να έχουν την ίδια ποικιλομορφία με τις γεύσεις: «Κι όπως η γεύση είναι γλυκιά και πικρή, έτσι και οι οσμές, Όμως, άλλα πράγματα έχουν ανάλογη την οσμή και τη γεύση (και εννοώ για παράδειγμα γλυκιά οσμή και γλυκιά γεύση), ενώ άλλα το αντίθετο. Το ίδιο υπάρχει και διαπεραστική και στυφή και ξινή και λιπαρή οσμή. Αλλά, όπως είπαμε, επειδή οι οσμές δε γίνονται έντονα φανερές, όπως οι γεύσεις, πήραν τα ονόματά τους από αυτές με βάση την ομοιότητα των πραγμάτων· γλυκιά έτσι είναι η οσμή του κρόκου και του μελιού, ενώ διαπεραστική του θυμαριού και των παρόμοιων· και με τον ίδιο τρόπο για τις άλλες οσμές» (421a 29-35 και 421b 1-3).

Από κει και πέρα, όπως σε όλες τις αισθήσεις, η όσφρηση είναι εκείνη που θα καθορίσει το οσμηρό από το άοσμο: «Όπως, τώρα, είναι η ακοή και η κάθε αίσθηση, η πρώτη για το ακουστό και το μη ακουστό, ενώ η όραση για το ορατό και το αόρατο, έτσι είναι και η όσφρηση για το οσφραντό και το ανόσφραντο» (421b 4-6).

Φυσικά, η αίσθηση της οσμής αποτελεί ακόμη ένα πεδίο διαμόρφωσης της ψυχής που μπορεί να εκφραστεί και να γεννήσει συναισθήματα. Το δεδομένο ότι (ενδεχομένως) δεν είναι τόσο πλούσιο όσο η φωνή και ο λόγος δεν αναιρεί τη διεύρυνση των ψυχικών δυνατοτήτων. Η οσμή παίζει σπουδαίο ρόλο τόσο στην αντίληψη της πραγματικότητας και του κόσμου, όσο και στην ίδια τη διάθεση της ψυχής.

Συγκεκριμένες οσμές είναι δυνατό να εντυπωθούν τόσο βαθειά στην ανθρώπινη ψυχή που να συνδεθούν με αναμνήσεις. Η οσμή της ξυλόσομπας ή του ψωμιού που ψήνεται μπορεί να γεννήσει συγκινήσεις υπενθυμίζοντας αγαπημένες περιόδους της ζωής ή συγκεκριμένες στιγμές υψηλής ευτυχίας που πέρασαν. Με τον ίδιο τρόπο, οσμές μπορεί να επιφέρουν αρνητικά συναισθήματα συνδεόμενες με πικρά γεγονότα.

Η ψυχή είναι σε θέση να λειτουργεί γεννώντας σκέψεις και συναισθήματα με όλα τα ερεθίσματα των αισθήσεων, που φυσικά έχουν σωματική αφετηρία. Υπό αυτή την έννοια, οποιοσδήποτε σωματικός ακρωτηριασμός που στερεί δυνατότητες αναγκαστικά έχει και ψυχικές προεκτάσεις συρρικνώνοντας το πεδίο των ερεθισμάτων που μπορούν να τη θρέψουν. Η σωματική φροντίδα και αρτιμέλεια δεν αφορά μόνο την υγεία και την ψυχική πληρότητα στο επίπεδο της συνύπαρξης και της αίσθησης της ισότητας με τους άλλους, αλλά αποκτά χειροπιαστές διαστάσεις στην ίδια την ανάπτυξη της προσωπικότητας, καθώς εκείνος που στερείται όσφρησης στερείται και τις αναμνήσεις που συνδέονται με αυτή. Αυτός είναι και ο λόγος που μόνο η σωματική πληρότητα μπορεί να επιφέρει και την ψυχική, χωρίς βέβαια αυτό να κρίνεται σίγουρο ή δεδομένο.

Αριστοτέλης, Περί Ψυχής

Η Αργοναυτική εκστρατεία - προσπάθεια ανίχνευσης της Ιστορίας πίσω από τον μύθο

Η Αργοναυτική εκστρατεία αποτελεί έναν από τους δημοφιλέστερους μύθους της ελληνικής αρχαιότητας, κατέχοντας την ίδια θέση με τα Ομηρικά έπη και τους άθλους του Ηρακλέους.Σκοπός της Αργοναυτικής εκστρατείας ήταν να φέρουν στον βασιλιά Πελία το Χρυσόμαλλο δέρας από την Κολχίδα (Αία) η οποία βρισκόταν στη Μαύρη Θάλασσα.

Το Χρυσόμαλλο δέρας προερχόταν από το κριάρι, στο οποίο ανέβηκε ο Φρίξος, για να ξεφύγει από τον πατέρα του, βασιλιά του Ορχομενού της Βοιωτίας και την μητριά του που ήταν έτοιμοι να τον θυσιάσουν. Ο Φρίξος τελικά έφθασε στην αυλή του βασιλιά Αιήτη, ο οποίος τον δέχθηκε με τιμές και του έδωσε την κόρη του για γυναίκα. Όταν ο Φρίξος θυσίασε το κριάρι στον Δία, χάρισε το δέρμα του στον Αιήτη, ο οποίος το κρέμασε σε μια βαλανιδιά στο άλσος του Άρη και τοποθέτησε έναν δράκοντα να το φυλά. Αιτία της αργοναυτικής εκστρατείας ήταν η ακόλουθη: Ο βασιλιάς Πελίας της Λοκρίδας στην Θεσσαλία, είχε λάβει χρησμούς ότι θα σκοτωθεί από έναν απόγονο του Αιόλου ο οποίος θα φορά ένα σανδάλι (μονοσάνδαλος). Όταν ο Πελίας είδε τον Ιάσονα να φοράει ένα σανδάλι στο δεξί του πόδι, για να τον απομακρύνει του έδωσε εντολή να φέρει πίσω το Χρυσόμαλλο δέρας.

Οι Αργοναύτες

Ιάσων, αρχηγός της εκστρατείας
Ηρακλής
Άργος των Θεσπιών, κατασκευαστής της Αργούς, γιος του Φρίξου
Τίφυς τιμονιέρης, από Σίφαι της Βοιωτίας
Κάστωρ ο Σπαρτιάτης παλαιστής &
Πολυδεύκης πυγμάχος αδελφός του Κάστορα (Διόσκουροι)
Ίδας, γιος του Αφαρέως της Μεσσήνης και ο
Λυγκέας, παρατηρητής, αδελφός του Ίδα
Αταλάντη της Καλυδώνος, η παρθένος κυνηγός
Μελέαγρος της Καλυδώνος
Άκαστος, γιος του βασιλιά Πελία
Άκτωρ, γιος του Δίων της Φωκίδος
Άδμητος, πρίγκιπας των Φερών
Αμφιάραος, μάντης από το Άργος
Ανκαίος ο Μέγας της Τεγέας, γιος του Ποσειδώνος
Ανκαίος ο Μικρός, Λέλεγες της Σάμου
Ασκάλαφος του Ορχομενού, γιος του Άρη
Αστερίων, γιος του Κομήτη
Αυγείας, γιος του βασιλιά Φορβάς της Ηλείας
Μπούτης των Αθηνών, ο μελισσοκόμος
Καινέας των Λαπήθων
Καλαίς, ο φτερωτός γιος του Βορέα και ο
Ζήτης, αδελφός του Καλαί
Κάνθυς της Εύβοιας
Κήφις, γιος του Αλίου της Αρκαδίας
Κορωνός των Λαπήθων, Γυρτών της Θεσσαλίας Εχίων, γιος του Ερμή
Εργίνος της Μίλητου
Εύφημος του Ταίναρου, κολυμβητής
Ευρύαλος γιος του Μεκίστου, ένας από τους Επίγονους
Ευρυδάμας των Δολόπων, από την λίμνη Ξενία
Ύλας των Δρυόπων, Υποκόμος του Ηρακλή
Ίδμων του Άργους, γιος του Απόλλωνα
Ιφικλής, γιος του Θεστίωνος της Αιτωλίας
Ιφιτός, αδελφός του βασιλιά Ευρυσθέα των Μυκηνών
Λαέρτης, γιος του Ακρίσιου από το Άργος
Μελαμπός της Πύλου, γιος του Ποσειδώνος
Μόμψος των Λαπήθων
Ναύπλιος του Άργους, γιος του Ποσειδώνος
Τελαμώνας της Λοκρίδας, πατέρας του Αίαντος
Ορφέας, ο ποιητής από την Θράκη
Παλαίμων, γιος του Ήφαιστου, Αιτωλός
Πυλαίας ο Μυρμιδών
Πηνέλεος, γιος του Ιππάλκιμου της Βοιωτίας
Περικλυμένος της Πύλου, γιος του Ποσειδώνος
Φαληρεύς, ο Αθηναίος τοξότης
Φανός ο Κρητικός, γιος του Διόνυσου και
Στάφυλος, ο αδελφός του
Ποίας, γιος του Θαυμακούς της Μαγνησίας
Πολύφημος, γιος του Έλατου της Αρκαδίας

Αρχηγός της εκστρατείας ήταν ο Ιάσονας, καθότι όταν ζήτησαν από τον Ηρακλή, ο οποίος είχε μόλις φέρει σε πέρας τον άθλο του Ερυμάνθου κάπρου, να αναλάβει την αρχηγία αρνήθηκε.

Το πλοίο ναυπηγήθηκε από τον Άργο, υιό του Φρίξου, από τον οποίον πήρε και το όνομα του, Αργώ. Ήταν φτιαγμένο από έλατα του όρους Πηλίου και κατά τη διάρκεια της κατασκευής ο Άργος καθοδηγείτο από την θεά Αθηνά. Είχε πενήντα κουπιά και στην πρύμνη η Αθηνά είχε τοποθετήσει ένα κομμάτι από την ιερή ομιλούσα βαλανιδιά των Δωδώνων.

Οι Αργοναύτες απέπλευσαν από τις Παγασές, το λιμάνι της Ιωλκού. Όταν το πλοίο έφθασε στην Μυσία, ο Ύλας, ο σύντροφος του Ηρακλή χάθηκε, ενώ πήγε να φέρει νερό και ο Ηρακλής έμεινε πίσω για να τον βρει με αποτέλεσμα να μην συνεχίσει την εκστρατεία. Όταν μετά από πολλές περιπέτειες έφθασαν στο στόμιο του ποταμού Φάση, στην Κολχίδα, ο βασιλιάς Αιήτης υποσχέθηκε να τους δώσει το χρυσόμαλλο δέρας, εάν ο Ιάσονας έσπερνε πρώτα τα εναπομένοντα δόντια του δράκοντα, τα οποία δεν είχε χρησιμοποιήσει ο Κάδμος στις Θήβες και κατόρθωνε να ζέψει δύο βόδια που έβγαζαν φωτιές από τα ρουθούνια και είχαν ατσάλινα πόδια. Ο Ιάσονας με την βοήθεια της Μήδειας, της κόρης του Αιήτη, η οποία τον είχε ερωτευθεί, κατάφερε να πάρει το χρυσόμαλλο δέρμα. Μαζί με την Μήδεια, πήραν τον δρόμο της επιστροφής, αλλά έπεσαν σε μεγάλη θαλασσοταραχή και βρέθηκαν στην Ιταλία. Τελικά μετά από πολλές περιπέτειες επέστρεψαν στην Ιωλκό.

Όλοι αυτοί οι μύθοι είναι τόσο αγαπητοί, που έχουν γίνει κτήμα των παιδιών, ενώ με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αποτελούν τμήμα της καθημερινής μας ζωής. Είναι φυσικό λοιπόν, ο απλός μέσος Έλληνας να οικειοποιηθεί την άποψη μιας “κλασικής” εκδοχής για το πού πήγε το σκάφος της Αργούς, ή σε ποια περιοχή εξελίχθηκε αυτή η περιπέτεια. Αλλά για τον ερευνητή δεν ισχύει το ίδιο. Και έχει ιδιαίτερη σημασία να διερευνήσουμε την πιστότητα ή πιθανότητα αυτών των “άλλων” εκδοχών, αφού μιλάμε για εξερευνητικά ταξίδια, δηλαδή θαλασσινές περιπέτειες με γεωγραφικό αντικείμενο. [Βλ. γενικά E. Delage, "Le Geographie dans les Argonautiques d' Apollonios de Rhodes", Paris-Bordeaux, 1930.] Η σημασία αυτή αποκτά μεγαλύτερη σπουδαιότητα από το ότι όλες οι εκδοχές των περιπετειών αποτελούν ενδείξεις όχι ως προς το πού έφτασαν οι ήρωές τους, αλλά για το πού “υπαινίσσονται” ότι έφτασαν οι αληθινοί πρωταγωνιστές αυτών των περιπετειών, οι αρχαίοι Έλληνες ναυτικοί. [Βλ. Α.Σ. Αρβανιτόπουλος, "Οι Αργοναύται από του μύθου εις την ιστορίαν διά της αρχαιολογίας", Πολέμων 3 (1947-1948), 56-66.

Επίσης o O. Zanco, "Gli Argonauti e la protoistoria", Studi classici e orientali 4 (1956), 194-213.]. Έτσι λοιπόν, οι μύθοι αποτελούν φιλολογικές καταγραφές πραγματικών ταξιδιών προς όλες εκείνες τις περιοχές που αναφέρονται στις διάφορες εκδοχές του μύθου. Δεν έχει σημασία ή ιδιαίτερη βαρύτητα η αναφορά στο γεγονός ότι οι ήρωες του μύθου έφτασαν σε δυο διαμετρικά αντίθετα σημεία του κόσμου. Οι πραγματικοί ήρωες -οι ναυτικοί- έφτασαν και στο ένα και στο άλλο σημείο ο μύθος όμως, θέλοντας να περιλάβει όλες τις περιπλανήσεις, αποκτά πολυπλοκότητα.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα όσων ειπώθηκαν προηγουμένως είναι ο Αργοναυτικός μύθος. Η κλασική εκδοχή ισχυρίζεται ότι το ταξίδι έγινε προς τον Εύξεινο Πόντο, στην Κολχίδα, τη σημερινή Λαζική, στις υπώρειες του Καυκάσου. Δύο διαφορετικές εκδοχές όμως τοποθετούν την Κολχίδα ως εξής:

1. Στην ακτή του Μαλαμπάρ, στις Ινδίες [Robert Graves, "Ελληνικοί Μύθοι", τόμ. 4ος, 316 παρ. 1.]

2. Στις Άνδεις της Νοτίου Αμερικής, άποψη που διατυπώθηκε από την Henriette Mertz [Για τη δεύτερη εκδοχή βλ. Henriette Mertz, "Η αρχαία Κολχίδα και το υψίπεδο των Άνδεων", Ηώς (μηνιαία εικονογραφημένη επιθεώρησις) έτος 10, αριθ. 108 (1967), 47-55. Την άποψή αυτή η Mertz θα παρουσιάσει αργότερα και σε άλλα δημοσιεύματα.]

Η αλήθεια είναι ότι οι απόψεις της Mertz είναι επαναστατικές, ειδικά όσον αφορά στην Αργοναυτική εκστρατεία [Οι απόψεις της Αμερικανίδας συγγραφέως αφορούν και στο ταξίδι του Οδυσσέα καθώς και στην ύπαρξη της Ατλαντίδος] ένα ταξίδι που έχει γίνει αντικείμενο πολλών συζητήσεων από την αρχαία ήδη εποχή. Επίσης στους μελετητές είναι γνωστό το γεγονός, ότι αν και ο τελικός σταθμός άφιξης ήταν η Κολχίδα, γεγονός για το οποίο δεν συμφωνούν όλοι, το ταξίδι της επιστροφής είναι εντελώς αμφισβητούμενο και έχει διχάσει τους ιστορικούς. Στην αρχαιότητα, ειδικά κατά την περίοδο της πρώιμης διατύπωσης του μύθου, δεν ήταν ξεκαθαρισμένο πού ακριβώς έφτασε η “Αργώ” και ο προορισμός της δεν ταυτιζόταν με την Κολχίδα. Αυτά τα ερωτηματικά για εκείνο το ταξίδι υπήρχαν ήδη κατά την εποχή του Ηροδότου και το γεγονός ότι ο Πίνδαρος στην τέταρτη ωδή των Πυθιονικών (462 π.Χ.) παρουσιάζει μια τελείως διαφορετική παραλλαγή του ταξιδιού είναι ένα στοιχείο που συναινεί στα αναφέρθηκαν προηγουμένως. [Ό.π.(σημ. 5), τόμ. 4, 282 παρ. 3.]

Επόμενο ήταν να παρουσιασθούν αρκετές εναλλακτικές εκδοχές αναφορικά με το ποια πορεία ή διαδρομή ακολούθησε η “Αργώ” στην επιστροφή της. Η κάθε θεωρία συνεπάγεται κάποια στοιχεία που υπερβαίνουν την πραγματικότητα, με αποτέλεσμα το ταξίδι αυτό, αν τελικά πραγματοποιήθηκε και δεν υπήρξε μια ποιητική αλληγορία, να είναι καλυμμένο από πέπλα μυστηρίου. Ας δούμε, εν συντομία, τις κυριότερες “πορείες” της “Αργούς”. Μια εκδοχή την θέλει να ταξιδεύει στα βόρεια της Αδριατικής θάλασσας, όπου οι Αργοναύτες, αφού διέπλευσαν τον Πάδο, έφτασαν ως τις εκβολές του Ίστρου (Ister) ποταμού. Ο Ίστρος, σημειωτέον ότι δεν πρόκειται για τον γνωστό Ίστρο (=Δούναβη) των αρχαίων, αλλά για έναν ασήμαντο μικρότερο ποταμό, έδωσε το όνομά του στην περιοχή της Ίστριας και ουσιαστικά πρόκειται για τον ποταμό που δημιούργησε σύγχυση στους ιστορικούς και μελετητές της Αργοναυτικής εκστρατείας. Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, ο Άψυρτος, αδελφός της Μήδειας, που η τελευταία τον τεμάχισε και τον πέταξε στο ποτάμι, θάφτηκε, αφού συγκεντρώθηκαν τα μέλη του, στις Αψυρτίδες νήσους, στις οποίες έδωσε το όνομά του. Οι Κόλχοι στην επιστροφή τους ίδρυσαν την πόλη των Πόλων, στη χερσόνησο Ίστρια, και – πάντα με αυτή την εκδοχή – οι νήσοι Πλακτές, η Σκύλα και η Χάρυβδις, βρίσκονται στη Σικελία όπου εντοπίζεται και η χώρα των Σειρήνων, ενώ η Κολχίς ήταν η λανθασμένη ονομασία της πόλης “Κολικαρία”, στον κάτω Πάδο.

Η κλασική εκδοχή της εκστρατείας προς τον Εύξεινο Πόντο ως τέλος είχε την επιστροφή της “Αργούς” μέσω μιας διαδρομής εκ φύσεως αδύνατης: ανέπλευσε τον Ίστρο (και εδώ εννοούν τον Δούναβη), το Σαύο και έφτασε στην Αδριατική. Ο Σαύος όμως δεν εκβάλλει στην Αδριατική -να πού εμπλέκεται ο άλλος Ίστρος- και όταν το γεγονός αυτό έγινε γνωστό, υπέθεσαν ότι ο Ίστρος (=Δούναβης) και ο Πάδος συνδέονται με κάποιο ποτάμι, το οποίο χρησιμοποιήθηκε από το πλήρωμα της “Αργούς” και το οποίο δεν είναι γνωστό. Η θεωρία για το ποιο ήταν το ταξίδι της επιστροφής, σ’ αυτή την εκδοχή, ανασκευάστηκε όταν έγινε γνωστό πως ο Ίστρος (=Δούναβης) είναι πλωτός μόνο μέχρι τις Σιδηρές Πύλες και δε συνδέεται φυσικά με τον Πάδο.

Η υπόθεση είχε φτάσει σε αδιέξοδο δεν έμενε παρά να ανασκευαστεί και πάλι η διαδρομή. Τώρα η “Αργώ” κινείται πολύ ανατολικά. Όπως σημειώνει ο R. Graves, “…υπέθεσαν ότι η Αργώ έφτασε, μέσω Φάση (ποταμού), στην Κασπία θάλασσα και από εκεί στον Ινδικό ωκεανό, απ’ όπου επέστρεψε μέσω του “Ωκεανού” και της Τριτωνίδας λίμνης”. [Στο ίδιο, τόμ. 4, 316 παρ. 2.] Η εκδοχή αυτή στηρίχτηκε στο γεγονός ότι στον Ινδικό ωκεανό υπήρχε μια άλλη Κολχίδα, στην ακτή του Μαλαμπάρ, όπως μας παραδίδει ο Πτολεμαίος ο Ηφαιστίωνος (VIII,1,10), αλλά έτσι δημιουργούνται τεράστια ερωτηματικά, που αφορούν τις γεωγραφικές γνώσεις των αρχαίων Ελλήνων, για μια περιοχή που υποτίθεται ότι ήταν παντελώς άγνωστη σ’ αυτούς, στα χρονολογικά πλαίσια του ταξιδιού της “Αργούς”. [Ο πρώτος Έλληνας που εξερεύνησε αυτές τις απόμακρες περιοχές ήταν ο Σκύλαξ ο Καρυανδεύς, που κατ' εντολήν του Δαρείου του Υδάσπους περιέπλευσε το 500 π.Χ. τις ακτές του σημερινού Ινδικού ωκεανού έως τον Περσικό κόλπο. Πολλοί ταυτίζουν αυτόν το Σκύλακα με έναν νεότερό του ο οποίος έχει την ίδια επωνυμία και υπάρχει σχετική φιλολογική σύγχυση. βλ. Χρ.Δ. Λάζος, "Ναυτική Τεχνολογία στην Αρχαία Ελλάδα", Αίολος, Αθήνα 1996, 206-207].

Πάντως το γεγονός της ύπαρξης Κολχίδας στην ακτή του Μαλαμπάρ είναι αξιοπερίεργο από μόνο του και πιθανότατα πρόκειται για μύθευμα. Μπορεί όλη αυτή η αντίφαση για την ύπαρξη ή όχι μιας Κολχίδας στην περιοχή εκείνη, καθώς και το αφύσικο της πορείας, με την έννοια του αδύνατου να πραγματοποιηθεί – π.χ. πώς από την Κασπία ένα σκάφος σαν την “Αργώ” έφτασε στον Ινδικό ωκεανό; – να ήταν η αιτία που η εκδοχή αυτή αμφισβητήθηκε πολύ σύντομα για να αντικατασταθεί με μια άλλη το ίδιο γοητευτική, αλλά και περισσότερο αληθοφανή, για την πραγματοποίηση αυτού του ταξιδιού. [Στο σημείο αυτό ανιχνεύοντας τη βαθιά προϊστορία και φτάνοντας σε οριακές εκδοχές, μήπως θα πρέπει να υποθέσουμε ότι αυτή η "Ινδική" Κολχίδα ήταν απότοκος του πανάρχαιου ταξιδιού του Διόνυσου στην Ινδία; Ο Έλληνας ποιητής Νόννος ο Πανοπολίτης, ο σπουδαιότερος επικός της όψιμης αρχαιότητας (έζησε τον 5ο μ.Χ. αιώνα), στο έργο του "Διονυσιακά" (48 βιβλία, 21000 στίχοι) περιέγραψε με γλαφυρότητα και λεπτομερειακά τη νικηφόρα εκστρατεία του θεού Διόνυσου στις Ινδίες. Βλ. W. Dindorf, "Historici Graeci Minores" I (Teubner 1870) 473-478, C. Muller, "Fragmenta Historicum Graecorum" IV (1885), 178-180. Επίσης το ενδιαφέρον άρθρο του Γεωργ. Γεωργαλά, "Προϊστορική εξάπλωσις Ελλήνων ως τις Ινδίες", Δαυλός 171, Μάρτ. 1996, 10327-10330.] Στο μύθο της Αργοναυτικής εκστρατείας αναφέρεται η “Ηλεκτρίδα νήσος“, χωρίς να προσδιορίζεται κάτι άλλο γι’ αυτήν. Το όνομα και μόνο της νήσου λέει πολλά για την υπόθεσή μας και τούτο επειδή το ήλεκτρο, κοινώς κεχριμπάρι, οι Έλληνες το προμηθεύονταν από τη Βόρειο θάλασσα, μαζί με τον κασσίτερο. Γνωρίζουμε ότι “Κασσιτερίδες νήσοι” ήταν η Ιρλανδία και η Βρετανία, ενώ η κύρια πηγή του ήλεκτρου ήταν τα νησιά της Βαλτικής. Άρα η “Ηλεκτρίδα νήσος” εκεί πρέπει να τοποθετηθεί και να γίνει αποδεκτό ότι οι Αργοναύτες είχαν περάσει από την περιοχή.

Δηλαδή και στις δύο περιπτώσεις:

- η περιπέτεια της “Αργούς” ήταν αληθινή
και
- το ταξίδι ήταν μια αλληγορία

η ουσία είναι ότι μια γενιά πριν από τον Τρωικό πόλεμο, οι Έλληνες γνώριζαν την περιοχή της Βόρειας Ευρώπης και τελικά αυτό είναι που έχει σημασία. Η προηγούμενη αναφορά συνδέεται άμεσα με την επόμενη εκδοχή του ταξιδιού που αναφέρει ο Διόδωρος ο Σικελιώτης (Βιβλ. IV, 56-3), την οποία αξίζει να παρουσιάσουμε με τη δική του περιγραφή, ως παρακαταθήκη στους νεότερους.

Ο Διόδωρος περιγράφει ένα καθ’ όλα συγκλονιστικό ταξίδι: “…αποπλεύσαντες γαρ διά του Τανάιδος επί τας πηγάς και κατά τόπον τινά την ναυν διλκύσαντες, καθ’ ετέρου πάλιν ποταμού τήν ρύσιν έχοντος εις τον Ωκεανόν καταπλεύσαι προς την θάλατταν, από δε των άρκτων εις την δύσιν κομισθήναι, την γην εξ ευωνύμων έχοντας και πλησίων γενομένοις Γαδείρων εις την καθ’ ημάς εισπλεύσαι θάλατταν, αποδείξεις δε τούτων φέρουσι δεικνύοντες τους παρά τον Ωκεανόν κατοικούντας Κελτούς σεβομένους μάλιστα των θεών τους Διοσκούρους` παραδόσιμον γαρ αυτούς έχειν εκ παλαιών χρόνων την τούτων των θεών παρουσίαν εκ του Ωκεανού.”

Ας δούμε αναλυτικά το κείμενο του Διόδωρου του Σικελιώτη. Φεύγοντας από την Κολχίδα η “Αργώ” εισήλθε στην Αζοφική θάλασσα και άρχισε να διασχίζει τον ποταμό Τάναϊ (σημερινό Δον) με κατεύθυνση προς τις πηγές του. Φτάνοντας το σκάφος στο σημείο όπου ο ποταμός έπαυε να είναι πλεύσιμος, το πλήρωμα το έσυρε στην ξηρά και το καθέλκυσε σε ένα άλλο ποτάμι, του οποίου η ροή οδηγούσε προς τον Ωκεανό. Αν δούμε την πορεία στο χάρτη, εύκολα αντιλαμβανόμαστε ότι σε κάποιο σημείο τα δύο ποτάμια, ο Τάναϊς (Δον) και ο Βόλγας, σχεδόν εφάπτονται Σχηματίζοντας δύο καμπύλα τόξα. Από το σημείο εκείνο ο μεν Τάναϊς (Δον) εκβάλλει στην Αζοφική θάλασσα, ο δε Βόλγας στην Κασπία. Όμως ο Βόλγας που πηγάζει από τα Ουράλια, στο άλλο τμήμα του, το βόρειο, εκβάλλει στο Βόρειο Παγωμένο ωκεανό αυτό το τμήμα ονομάζεται Ντβίνας ποταμός και εκβάλλει στο σημερινό Αρχαγγέλσκ ή Αρχάγγελο. Τα ερωτηματικά που προκύπτουν έως αυτό το σημείο είναι τα εξής:
Πώς γνώριζαν οι Αργοναύτες το πλησιέστερο σημείο μεταξύ των ποταμών Τάναϊς (Δον) και Βόλγα, ώστε εκεί ακριβώς να διαπεραιωθούν από το ένα ποτάμι στο άλλο;

Πώς γνώριζαν ότι από τις πηγές του Βόλγα μπορούσαν να πλεύσουν σε άλλον ποταμό και μέσω αυτού να φτάσουν στον ωκεανό; Το κείμενο είναι σαφές` μιλάει για Ωκεανό και “Ωκεανός” για τους αρχαίους Έλληνες ήταν η τεράστια θάλασσα που περιέβαλλε το γνωστό κόσμο, ενώ αντίθετα τις εσωτερικές θάλασσες τις αποκαλούσαν “θάλασσες”;

Στο κείμενο του Διοδώρου η διάκριση είναι ξεκάθαρη. Ακολουθώντας οι Αργοναύτες αυτή την διαδρομή και εκπλέοντας από τον Ντβίνα ποταμό, εισήλθαν στο Βόρειο Παγωμένο Ωκεανό και άρχισαν να περιπλέουν την ευρωπαϊκή ήπειρο έχοντας τη στεριά αριστερά τους, πορεία από βορρά προς νότο. Περιπλέοντας τη σκανδιναβική χερσόνησο έφτασαν στη Βαλτική, όπου συνάντησαν την “Ηλεκτρίδα νήσο“, τόπο προμήθειας του ήλεκτρου, και στη συνέχεια έφτασαν στα Γάδειρα, απ’ όπου περνώντας τις Ηράκλειες Στήλες διέπλευσαν τη Μεσόγειο και έφτασαν τελικά στην Ελλάδα και το Πήλιο. Μέσα στα πλαίσια της ευρύτατης θαλασσοπορίας των Αργοναυτών η άποψη της Mertz σχετικά με την άφιξή τους στη Νότια Αμερική είναι πολύ πιθανή, αφού τα στοιχεία που έχουμε συγκεντρώσει για την ανακάλυψη της αμερικανικής ηπείρου από τους αρχαίους Έλληνες είναι εντυπωσιακά και καλύπτουν το θέμα σφαιρικά. [Για την συγκεκριμένη έχουν γίνει κατά καιρούς αρκετές δημοσιεύσεις σε σχετικά περιοδικά. Τα πιο πρόσφατα άρθρα υπάρχουν στο περιοδικό “Ιστορία Εικονογραφημένη” τ. 205 (“Μινωίτες στην Αμερική”), τ. 206 (“Και αρχαίοι Έλληνες στην Αμερική”), τ. 207 (“Χιώτες ναυτικοί βοηθούν τον Κολόμβο”), 222 (“Κύκλωπες και Παταγόνες”), τ. 224 (“Ο Κολόμβος έφτασε τελευταίος στην Αμερική”).

Άλλωστε δεν είναι η μόνη ξένη συγγραφέας που ισχυρίζεται κάτι τέτοιο, και από αυτή την άποψη το θέμα γίνεται συναρπαστικό. Η Mertz, κάνοντας χρήση των βιβλίων II και III των “Αργοναυτικών” του Απολλωνίου του Ροδίου, υποστηρίζει ότι οι Αργοναύτες εκμεταλλεύθηκαν το Κόλπειο Ρεύμα, στον κόλπο του Μεξικού, ακολούθησαν νότια πορεία, από την Καραϊβική προς τη Βενεζουέλα, έπλευσαν κατά μήκος των ακτών μέχρι το “Ποτάμι του Ασημιού”, μεταξύ Ουρουγουάης και Αργεντινής, πέρασαν τον Αμαζόνιο και έφτασαν στον Ρίο ντε Λα Πλάτα. Από εκεί ανηφόρισαν το ποτάμι και έφτασαν στα νότια της λίμνης Τιτικάκα, όπου ζούσε η φυλή των Κολχικούρους. Η φυλή αυτή υποτάχθηκε στους Ισπανούς το 1535 και έκτοτε δεν υπάρχουν πληροφορίες γι’ αυτήν.

Η Mertz ισχυρίζεται ότι η λέξη “Κολχικούρους” είναι η ισπανική μετάφραση της ελληνικής λέξης “Κολχίδος”. Το ταξίδι της “Αργούς”, κατά την ίδια, τελειώνει εδώ, ενώ η συγγραφέας δεν κάνει αναφορά στην τόσο ενδιαφέρουσα περιγραφή της επιστροφής του πλοίου, που έδωσε αφορμή για πολλές ερμηνείες.”
------------------------------
Διαπιστώσεις – σημειώσεις

1. Η Henriette Mertz ήταν Αμερικανίδα δικηγόρος και ιστορική ερευνήτρια από το Σικάγο η οποία πέθανε το 1985 σε ηλικία 89 ετών. Στο έργο της The Wine Dark Sea ισχυρίζεται ότι οι Αργοναύτες ταξίδεψαν στον Ατλαντικό ωκεανό, διήλθαν από τις ανατολικές ακτές της νοτίου Αμερικής, στις εκβολές του Αμαζονίου φθάνοντας μέχρι το Tiwanaku της Βολιβίας όπου ευρίσκετο το Χρυσόμαλλο δέρας.
2. Ο χρονικός προσδιορισμός της εκστρατείας έγινε από τον Ερατοσθένη τον Κυρηναίο ο οποίος είχε μετρήσει με ακρίβεια την περιφέρεια της γης.
3. Οι Αργοναύτες έχουν εξαιρετικές ικανότητες. Βλέπουν ως με τηλεσκόπιο (Λυγκευς), πετούν (Ζήτης και Καλαϊς), έχουν αστρονομικές γνώσεις (Άγκαιος, Ορφεύς). Επίσης είναι ικανοί ναυτικοί, εξερευνητές, πολεμιστές κ.α.
4. Η Αργώ είναι εξαιρετικό σκάφος (“ώκεια ναύς” (“θεογονία”), ποντοπόρος νηύς” (“Οδύσσεια” Μ 70). Φέρει στην πλώρη όργανο προσανατολισμού, το “ξύλο φωνήεν” (ομιλούν ξύλο βελανιδιάς). ”Αργοναυτικά” των “Ορφικών”
5. Η Αργώ βγαίνει στον Ατλαντικό (“ίξεσθ’ αμ’ πέλαγος κεν Ατλαντικόν εκτός ίκωμαι”, 1176), ταξιδεύει 12 μέρες και φθάνει σε νησί “επ’ εσχατίαις ακαλαρρόου Ωκεάνοιο” (119ξ). Μετά από άλλες 3 μέρες στην Αιαία (χώρα της Κίρκης) (1212) και εξερευνούν την “απείρονα γαίαν” (1217). Εκεί φιλοξενούνται, αλλά δεν τους επιτρέπεται να προχωρήσουν, διότι σε προηγούμενη επίσκεψη είχαν προξενήσει κακό. Απολλώνιος ο Ρόδιος, “Αργοναυτικά”
6. Τα γεωγραφικά στοιχεία (νήσοι, ποταμοί) και άλλες αναφορές (πύλες του Άδη, περιοχή όπου “ο Ήλιος στάβλιζε τους ίππους του όταν τελείωνε την ημερησία περιφορά του” κ.α.) συμφωνούν απολύτως με την εκδοχή της Αμερικής. Επιπλέον αναφέρεται ότι έφτασαν σε τόπο όπου έδυσε η Μεγάλη Άρκτος (δηλ. στο νότιο ημισφαίριο). ”Πίνδαρος, Πυθιονικος 250″.

Το ηθικό πρόβλημα στον Πλάτωνα

Ο πολυτιμότερος διάλογος απ’ όλους, η Πολιτεία, είναι μια πλήρης πραγματεία –όλος ο Πλάτωνας συγκεντρωμένος σε ένα βιβλίο. Εδώ θα βρούμε τη μεταφυσική του, τη θεολογία του, την ηθική του, την ψυχολογία του, την παιδαγωγική του, την πολιτική του, τη θεωρία για την τέχνη. Εδώ θα συναντήσουμε θέματα που μοιάζουν σύγχρονα: κοινοτισμός και σοσιαλισμός, φεμινισμός, έλεγχος γεννήσεων και ευγονική, νιτσεϊκής φύσεως προβλήματα που έχουν να κάνουν με την ηθική και τη διακυβέρνηση των αρίστων, ρουσοϊκής φύσεως προβληματική περί επιστροφής στη φύση και ελευθεριακής παιδείας, η μπερξονική élan vital και η φροϋδική ψυχανάλυση – τα πάντα είναι εδώ. Είναι ένα συμπόσιο για την ελίτ, σερβιρισμένο από ένα γενναιόδωρο οικοδεσπότη. «Ο Πλάτωνας είναι η φιλοσοφία, και η φιλοσοφία είναι ο Πλάτωνας» λέει ο Έμερσον, και επαναλαμβάνει για την Πολιτεία τη φράση του Ομάρ για το Κοράνι: «Κάψτε τις βιβλιοθήκες, γιατί ό,τι αξίζει απ’ αυτές βρίσκεται σε αυτό το βιβλίο».

Ας μελετήσουμε λοιπόν, την Πολιτεία.

Το ηθικό πρόβλημα

Η συζήτηση γίνεται στο σπίτι του Κέφαλου, ενός πλούσιου αριστοκράτη. Παρόντες είναι, μεταξύ άλλων, ο Γλαύκωνας, και ο Αδείμαντος, αδελφοί του Πλάτωνα, καθώς και ο Θρασύμαχος, ένας απότομος και ευέξαπτος σοφιστής. Ο Σωκράτης, που λειτουργεί ως «φερέφωνο» του Πλάτωνα στον διάλογο, ρωτώντας στον Κέφαλο:

«Ποιο θεωρείς το πιο σημαντικό αγαθό που σου έχει παράσχει η μεγάλη σου περιουσία;».

Ο Κέφαλος απαντά ότι ο πλούτος είναι ευλογία γι’ αυτόν κυρίως επειδή του επιτρέπει να είναι γενναιόδωρος, έντιμος και δίκαιος. Ο Σωκράτης, με τον πονηρό τρόπο του, τον ρωτά τι ακριβώς εννοεί με τη λέξη δίκαιος – και εκεί αφήνει ελεύθερα τα σκυλιά του φιλοσοφικού πολέμου. Γιατί δεν υπάρχει πιο δύσκολο πράγμα, πιο αυστηρή δοκιμασία και εξουθενωτική άσκηση της διανοητικής σαφήνειας και δεξιότητας από τον ορισμό. Ο Σωκράτης δεν δυσκολεύεται καθόλου να καταρρίψει τον ένα μετά τον άλλο τους ορισμούς που του δίνουν. Μέχρι που, τελικά, ο Θρασύμαχος, λιγότερο υπομονετικός από τους άλλους, ξεσπά «σαν θηρίο»:

«Τι φλυαρία είναι αυτή στην οποία αναλίσκεστε τόση ώρα, Σωκράτη; Και τι ανοησία όλες αυτές οι υποχωρήσεις που κάνετε ο ένας στον άλλο! Αν θέλεις αληθινά να μάθεις τι είναι το δίκαιο, μη ρωτάς μόνο, ούτε να προσπαθείς να ανασκευάσεις την απάντηση που σου δίνουν, αφού ξέρεις ότι είναι ευκολότερο να ρωτάς παρά να απαντάς… αλλά απάντησε κι εσύ και πες τι πιστεύεις ότι είναι το δίκαιο» (336).

Ο Σωκράτης δεν τον φοβάται. Συνεχίζει να ρωτά αντί να απαντά. Και μετά από μερικούς διαξιφισμούς, προκαλεί τον ασύνετο Θρασύμαχο να δώσει έναν ορισμό:

«Άκου λοιπόν» λέει ο θυμωμένος σοφιστής. «Εγώ θεωρώ ότι το δίκαιο δεν είναι τίποτε άλλο από το συμφέρον του ισχυρότερου… Κάθε εξουσία θεσπίζει τους νόμους σύμφωνα με το δικό της συμφέρον, η δημοκρατία τους κάνει δημοκρατικούς, η τυραννίδα τυραννικούς… Και θεσπίζοντας έτσι τους νόμους δηλώνουν ότι δίκαιο για τους υπηκόους τους είναι το συμφέρον των αρχόντων, και όποιον αποκλίνει από αυτό τον νόμο τον τιμωρούν ως παράνομο και άδικο. [Πάρε] την πιο μεγάλη μορφή αδικίας… Είναι το τυραννικό πολίτευμα, που κρυφά και με την βία παίρνει ό, τι ανήκει στους άλλους, τόσο τα ιερά και όσια όσο και τα ιδιωτικά και τα δημόσια, όχι λίγο λίγο αλλά όλα μαζί… Όμως αν εκτός από την περιουσία των πολιτών απαγάγει κάποιος και υποδουλώσει τους ίδιους τους πολίτες, τότε αντί γι’ αυτά τα προσβλητικά ονόματα χαρακτηρίζεται ευδαίμων και μακάριος… Γιατί αυτοί που στηλιτεύουν την αδικία δεν το κάνουν από τον φόβο μήπως αδικήσουν αλλά από το φόβο μήπως αδικηθούν» (338-344).

Αυτό, φυσικά, είναι το δόγμα που στην εποχή μας, λίγο πολύ δικαιολογημένα, το έχουμε συνδέσει με τον Νίτσε. «Πραγματικά, γέλασα πολλές φορές με τα ανθρωπάκια που θεωρούσαν ότι οι ίδιοι ήταν καλοί επειδή ήταν κουτσοί». Όμως, σε όλη την ιστορία της φιλοσοφίας, εκεί που διατυπώνεται αυτό το δόγμα καλύτερα είναι ίσως σε έναν άλλο διάλογο του Πλάτωνα, τον Γοργία (482 κ.ε.), όπου ο σοφιστής Καλλικλής καταδικάζει την ηθική ως επινόηση των αδυνάτων για να εξουδετερώσουν τη δύναμη των ισχυρών.

«Για τους ίδιους και για να υπηρετήσουν το συμφέρον τους φτιάχνουν [οι αδύνατοι] τους νόμους και απονέμουν τους επαίνους και τις επικρίσεις. Και για να τρομοκρατήσουν τους ισχυρότερους, που έχοντας τη δυνατότητα να αποκτήσουν περισσότερα, ώστε να μην υπερισχύσουν έναντι των ιδίων, τους λένε ότι το να έχουν περισσότερα από τους άλλους είναι αισχρό και άδικο, και ότι η αδικία είναι αυτή ακριβώς η προσπάθεια να έχεις περισσότερα σε σχέση με τους άλλους, ενώ οι ίδιοι είναι ικανοποιημένοι με την ισότητα όντας τόσο κατώτεροι… Αλλά πιστεύω πως όταν εμφανίζεται ένας άνθρωπος που από τη φύση του έχει αρκετή δύναμη (εδώ κάνει την εμφάνισή ο Υπεράνθρωπος), αποτινάζει όλα αυτά που του έχουμε μάθει, σπάει τα δεσμά του και ελευθερώνεται. Ποδοπατεί τους κώδικες και τα τεχνάσματα μας, τα ξόρκια μας και τους «νόμους» μας, που είναι όλοι ενάντιοι στη φύση… Αυτός που θέλει να ζήσει σωστά πρέπει να αφήνει τις επιθυμίες του να γίνουν όσο το δυνατόν πιο ισχυρές και να μην τις συγκρατεί, πρέπει επίσης να μπορεί να τις διαχειρίζεται όταν βρίσκονται στην κορύφωσή τους με την ανδρεία και τη φρόνηση που διαθέτει, και να ικανοποιεί κάθε επιθυμία με τη σειρά. Όμως αυτό νομίζω ότι δεν είναι δυνατόν για τους πολλούς, και έτσι καταλήγουν να ψέγουν ετούτους τους ανθρώπους από ντροπή, για να κρύψουν τη δική τους αδυναμία, λέγοντας μας ότι η ακολασία είναι επονείδιστη, και με αυτό τον τρόπο υποδουλώνουν εκείνους που είναι ευγενέστεροι ως προς τη φύση τους. Και επειδή δεν μπορούν οι να ικανοποιήσουν την επιθυμία τους, επαινούν την εγκράτεια και τη δικαιοσύνη, λόγω της δικής τους ανανδρίας».

Αυτή η δικαιοσύνη είναι ένας ηθικός νόμος όχι για άντρες αλλά για ανδράποδα (ουδέ γαρ ανδρός… αλλ’ ανδραπόδω τινός), μια ηθική αρχή για δούλους όχι για ήρωες. Οι πραγματικές αρετές του ανθρώπου είναι η ανδρεία και η φρόνηση.[1]

Ίσως αυτός ο σκληρός «ανηθικισμός» να αντικατοπτρίζει την ανάπτυξη της ιμπεριαλιστικής εξωτερικής πολιτικής της Αθήνας, και την χωρίς οίκτο αντιμετώπιση των πιο αδύναμων πόλεων. «Η ηγεμονία σας» διακηρύττει ο Περικλής στη δημηγορία που βάζει στο στόμα του ο Θουκυδίδης «βασίζεται στη δική σας δύναμη και όχι στην καλή θέληση των υποτελών σας». Ο ίδιος επίσης ιστορικός αναφέρεται στους αθηναίους αποσταλμένους που εξαναγκάζουν τη Μήλο να συνταχθεί με την Αθήνα στον πόλεμο κατά της Σπάρτης: «Γνωρίζεται, όπως κι εμείς, ότι το δίκαιο κατά την κρίση των ανθρώπων νοείται μόνο ανάμεσα σε ισοδύναμους. Οι ισχυροί κάνουν ότι τους επιτρέπει η δύναμή τους, και οι αδύναμοι υποφέρουν ότι πρέπει» (Ιστορίαι, 5, 105). Εδώ έχουμε να κάνουμε με το θεμελιώδες πρόβλημα της ηθικής συμπεριφοράς. Τι είναι δικαιοσύνη; Πρέπει να επιδιώκουμε το δίκαιο ή την απόκτηση δύναμης; Είναι προτιμότερο να είσαι καλός ή να είσαι ισχυρός;

Πως αντιμετωπίζει ο Σωκράτης –δηλαδή, ο Πλάτωνας- την προκλητική αυτή θεωρία; Στην αρχή δεν ασχολείται καθόλου. Επισημαίνει ότι η δικαιοσύνη είναι μια σχέση ανάμεσα σε άτομα, που εξαρτάται από την κοινωνική οργάνωση. Και ότι, κατά συνέπεια, μπορεί να μελετηθεί καλύτερα ως μέρος της δομής μιας κοινότητας παρά ως ένα χαρακτηριστικό της συμπεριφοράς κάποιου. Αν, λέει, μπορούμε να φανταστούμε μια δίκαιη πολιτεία, θα είναι δυνατό να περιγράψουμε καλύτερα ένα δίκαιο άτομο. Ο Πλάτωνας δικαιολογεί αυτή την παρέκβαση με το σκεπτικό πως, όταν ελέγχουμε την όραση κάποιου, τον βάζουμε πρώτα να διαβάσει μεγάλα γράμματα και μετά μικρότερα. Έτσι, υποστηρίζει, είναι πιο εύκολο να αναλύσουμε τη δικαιοσύνη στη μεγάλη κλίμακα της κοινωνίας παρά στη μικρή κλίμακα της ατομικής συμπεριφοράς.

Όμως εδώ δεν πρέπει να ξεγελαστούμε. Στην πραγματικότητα, ο Δάσκαλος συρράπτει δύο διαφορετικά βιβλία, και χρησιμοποιεί το επιχείρημα για τη ραφή. Θέλει να πραγματευτεί όχι μόνο το πρόβλημα της προσωπικής ηθικής, αλλά και εκείνα της κοινωνικής και πολιτικής ανασυγκρότησης. Έχει μια ουτοπία κρυμμένη στο μανίκι του, και είναι αποφασισμένος να την παρουσιάσει. Θα του το συγχωρήσουμε ευχαρίστως, γιατί αυτή η παρέκβαση αποτελεί τον πυρήνα και συνοψίζει όλη την αξία του βιβλίου του.
--------------------------
[1] Γοργίας, 491 Βλ. και τον ορισμό που δίνει ο Μακιαβέλι για τη virtu, ως ευφυΐα συν δύναμη.

Η Ψυχοθεραπεία του Θεού

Η ανάγκη για Θεό είναι δεν είναι πανανθρώπινη και συναντάται στις περιόδους της Ιστορίας περίπου πριν από 40000 - 30000 χρόνια. Έχουμε περάσει πια στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης και η επιστήμη καλείται σήμερα, να κατανοήσει την ανάγκη των ανθρώπων για τον Θεό και τις αιτίες που τον κατασκεύασαν.

Η εξέλιξη του θρησκευτικού συναισθήματος στον άνθρωπο

Πριν την ηλικία των τριών ετών, τότε που το παιδί είναι στο προλεκτικό στάδιο, είναι αδύνατο να έχει μέσα του την έννοια του Θεού. Αργότερα, αν οι γονείς μιλούν για τον Θεό καθησυχαστικά, το παιδί υιοθετεί αίσθημα ασφάλειας, αν πιστεύουν στον Θεό-τιμωρό, το παιδί αναπτύσσει φόβο. Η γονική ανεκτικότητα, ακυρώνοντας κάθε είδους πλαίσιο, αποπροσανατολίζει. Γι’ αυτό βλέπουμε φανατικά παιδιά να ξεπηδούν από οικογένειες που δεν προσέφεραν αφηγήματα για τη ζωή στα παιδιά, τα οποία παραδέρνουν στο χάος. Αντίθετα, μια πολύ αυταρχική διαπαιδαγώγηση μπορεί να κάνει τα παιδιά να στραφούν σε ομάδες που χαρακτηρίζονται από ανεκτικότητα ή ελευθεριότητα.

Η εφηβεία είναι μια περίοδος κρίσης και αποχωρισμού από τα γονικά πρόσωπα. Σε κάποιες περιπτώσεις υπάρχουν έντονες ρήξεις και ακραίες θεωρήσεις που μπορεί να οδηγούν σε φανατισμό. Αν η οικογένεια ήταν σε γενικές γραμμές σωστή, όταν στην κοινωνία δεν λειτουργούν υποστηρικτικά τα πλαίσια των σπουδών, της εργασίας ή άλλοι θεσμοί, όπως ο προσκοπισμός, οι νέοι θα προσπαθήσουν να αυτονομηθούν εισερχόμενοι σε φανατικές σέκτες.

Στην ενήλικη ζωή η πίστη στον Θεό είναι μια μορφή «οδηγιών» για τη σωστή ζωή κι ένας τρόπος να ζει σε μια ομάδα. Στην τρίτη ηλικία ο άνθρωπος δεν έχει μέλλον, αλλά παρελθόν. Όταν προσπαθήσει να δει μπροστά, θα δει τον θάνατο και ίσως τη μετά θάνατον ζωή. Είναι μια περίοδος, όπου μπορεί να υπάρξει επιστροφή στην προσκόλληση στον Θεό που είχε κατά την παιδική του ηλικία.

Ας πάμε τώρα από το άτομο στη θρησκευτική ομάδα. Κάθε θρησκευτική ομάδα έχει δικές της πεποιθήσεις, όταν όμως δεν υπάρχει κοινωνικός ιστός επικρατεί ο νόμος του ισχυρού. Η ομάδα περιχαρακώνεται και προσφέρει ασφάλεια αλλά μερικές φορές κάνει τα άτομα να μισούν, ακόμη και να χαίρονται με τη δυστυχία των ετερόδοξων. Τα παραπάνω χαρακτηρίζονται ως μια «συλλογική διαστροφή» και αν ανατρέξουμε στην Ιστορία θα δούμε αμέτρητες τέτοιες συλλογικές διαστροφές να γράφουν τις σελίδες της, όπως η περίοδος της Ιεράς Εξέτασης, οι Σταυροφορίες, οι ιεροί πόλεμοι. Αυτό συμβαίνει, όταν χάνεται η ενσυναίσθηση, η ικανότητά μας δηλαδή να δούμε με σεβασμό και να αισθανθούμε τον Άλλον.

ΠΕΡΑΝ ΤΟΥ ΦΑΝΑΤΙΣΜΟΥ ΠΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΕΙ ΜΕΡΙΚΕΣ ΦΟΡΕΣ ΤΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ, ΣΕ ΠΟΛΛΕΣ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΒΑΣΙΚΟ ΡΟΛΟ ΕΧΕΙ ΚΑΙ Η ΤΙΜΩΡΙΑ.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι κανείς να μιλά για τον καθησυχαστικό χαρακτήρα της τιμωρίας λέγοντας ότι η απαγόρευση δομεί. Ο φόβος της τιμωρίας δημιουργεί το αίσθημα της ηθικότητας. Με την τιμωρία έχουμε μια αίσθηση ελέγχου απέναντι στη ζωή. Μπορούμε να τιμωρήσουμε τον υπαίτιο της δυστυχίας μας ή να τιμωρηθούμε για να λυτρωθούμε από το κακό. Επίσης, αγαπάμε τον τιμωρό Θεό γιατί μάς λέει πώς να ντυνόμαστε και τι να κάνουμε «σαν εγχειρίδιο χρήσης». Επίσης, ένα άλλο κοινό στοιχείο των θρησκειών είναι οι περιορισμοί στο σεξ.

Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες οι αναφορές που συνδέουν τη Νευροψυχολογία με διάφορες θρησκευτικές καταστάσεις, για παράδειγμα τα τελετουργικά ή την επεξεργασία ιερών κειμένων. Όπως επίσης και γιατί κάποιες απόλυτες, ψευδείς πεποιθήσεις, όπως ότι «ο Θεός δεν αγαπά τη μουσική» μεταδίδονται σε ολόκληρες ομάδες.

Η θρησκεία (ψευδο-)ικανοποιεί γνωστικές, συναισθηματικές, σχεσιακές και ηθικές ανάγκες και είναι φορέας κοινωνικοποίησης. Μπορεί σε ορισμένους να συμβάλει στην ψυχική ανθεκτικότητα. Επίσης, ενισχύει την τάση της μη αμφισβήτησης. Σε μια κουλτούρα με σταθερότητα χωρίς πολλά τραύματα, περιορίζεται η ανάγκη για θρησκεία. Το αίσθημα του ανήκειν ικανοποιείται με πολιτισμικές, αθλητικές, ψυχαγωγικές δράσεις και το άτομο πρέπει μόνο του να αναζητήσει τη βάση της ασφάλειας τού, ώστε να οικοδομήσει αυτοεκτίμηση. Σήμερα, παρατηρείται και αθεϊσμός και κατάργηση ή εξορθολογισμός της θρησκευτικότητας.

Η ψυχοθεραπεία του Θεού συνδέει τον Θεό με τη θεωρία της προσκόλλησης και μας δίνει πολλές πληροφορίες για το θέμα των θρησκειών καθώς επίσης, και για όλες τις πλευρές της ανάγκης του ανθρώπου για τον Θεό χωρίς προκατάληψη, χωρίς να παίρνει θέση. Με τον ίδιο αντικειμενικό τρόπο που εξηγεί πώς η θρησκεία μπορεί να γίνει δολοφονική, αποδέχεται πως μπορεί να είναι ανακουφιστική για το άτομο παραθέτοντας στοιχεία από τη νευροαπεικόνιση του εγκεφάλου εκθέτωντας τις θετικές και αρνητικές πλευρές της θρησκευτικότητας κάνοντας μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα «ανατομία» σε ένα θέμα που απασχολεί πολλούς ανθρώπους αλλά λίγο έχει μελετηθεί στον χώρο της Ψυχολογίας. Γιατί συμβαίνει αυτό;

Οι άθρησκοι δεν τολμούν να σκεφτούν τον Θεό, ο οποίος δεν τους ενδιαφέρει, ενώ οι ένθεοι σηκώνουν τα λάβαρα του πολέμου για ένα παραστράτημα του λόγου. Κι αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που καθιστά σημαντικό την πρόταση να δούμε τον Θεό ολιστικά, όχι με όρους άσπρου-μαύρου αλλά με τη διάθεση να ενσωματώσουμε στην οπτική μας τις πολλές πλευρές της θετικής θρησκευτικότητας. Με ψυχραιμία και σύνεση και χωρίς φανατισμό. Εν τέλει, με επιστημονικότητα αλλά και με σεβασμό στο μεγάλο μυστήριο που λέγεται ζωή.

Εξέλιξη και Ψυχολογία

Δύο βασικές μορφές της σύγχρονης επιστήμης, έχουν κάνει μεγάλη ζημιά στην θρησκεία· αυτές είναι ο Δαρβίνος με την εξελικτική θεωρία που έδειξε στην πρόοδό της ότι δεν υπάρχει “Σχέδιο”, ούτε υπήρξε ποτέ πρώτος άνθρωπος, άρα δεν υπάρχει και η έννοια του “προσώπου” όπως την φαντάζονται, και ο Φρόιντ με την Ψυχανάλυση, που εξήγησε την σημασία του υποσυνείδητου και του ασυνείδητου στην δράση του ανθρώπου και έδειξε επίσης την ταύτιση της θρησκείας με νεύρωση.

Είναι λογικό, βέβαια, κάποια τέτοια θέματα να επανέρχονται στις συζητήσεις κατά διαστήματα, άλλοτε για να μας πουν ότι η θρησκεία τους δεν επηρεάζεται από αυτά, άλλοτε για να τα καταρρίψουν τελείως όπως νομίζουν και άλλοτε να τα καταρρίψουν μερικώς.

Παρ’ όλα αυτά, αν δεν έχουν ήδη αποχωρήσει, δεν σημαίνει ότι παραδέχονται την διαλογική τους ήττα και βλέποντας ότι δεν μπορούν σε αυτούς τους τομείς να πουν κάτι πιστευτό και αφού πάρουν τις απαντήσεις τους, ξαφνικά τα αγνοούν όλα αυτά, σαν να μην συνέβησαν ποτέ, σαν να μην ειπώθηκαν και το ρίχνουν σε άλλο ταμπλό στο οποίο αισθάνονται ότι δεν υπάρχει σοβαρός αντίλογος.

Το βίωμα

Είναι προφανές, ότι όταν συνήθως φθάνουν σε αυτό το σημείο, τα λογικά επιχειρήματα δεν τους έχουν βοηθήσει και τα μόνα που έχουν είναι επιχειρήματα προσωπικού βιώματος, για τα οποία συνήθως νομίζουν ότι είναι μοναδικά στην θρησκεία τους και ένα εξαιρετικό όπλο που θα διαλύσει την “πλάνη” μας, αφού με αυτά δεν έχουν να αποδείξουν τίποτα, φθάνει απλά η αναφορά τους και η δήλωση ότι, αν ήμασταν και εμείς ορθόδοξοι θα το βιώναμε.

“Η θρησκεία μας, λένε, (εν προκειμένω η Ορθοδοξία), δεν είναι θρησκεία και δεν έχουν σημασία όλα αυτά”. Αυτό φυσικά είναι μεγάλο ψέμα που τονίζει την υποκρισία τους, αλλά φυσικά δεν το καταλαβαίνουν, απόδειξη ότι ήδη έχουν χύσει πολύ μελάνι και πλέον εκατομμύρια bytes για να μας αποδείξουν ότι ισχύουν όλα αυτά που πλέον τώρα δεν τους ενδιαφέρουν, όχι γιατί άλλαξαν γνώμη αλλά γιατί δεν μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν πλέον, γιατί δεν πείθουν όταν βρουν αντίλογο με στοιχεία. Αυτό που έχει σημασία, λένε, είναι η Ιερά Παράδοση και το ορθόδοξο βίωμα. “Έλα και εσύ στην Εκκλησία ή σε έναν πνευματικό, άφησε την καρδιά σου ελεύθερη και τότε θα δεις”.

Φυσικά, εδώ τους διαφεύγει ότι οι περισσότεροι, αν όχι όλοι από εμάς γεννηθήκαμε και ανατραφήκαμε χριστιανικά και μάλιστα ορθόδοξα σαν και αυτούς. Τους διαφεύγει ότι γνωρίζουμε πολύ καλά και τα της πίστης τους και τα του ορθόδοξου βιώματος. Ας τα δούμε λίγο περισσότερο…

Η Ιερά Παράδοση δεν είναι τίποτα άλλο παρά μύθοι κυρίως μέσα από τα απόκρυφα κείμενα ή τα αγιολόγια, που αρχικά δεν ήθελαν να τα θεωρήσουν ως επίσημα και ιερά βιβλία, αλλά κάποια γεγονότα από αυτά τους είναι χρήσιμα, ή τα θεωρούν αυθεντικά όπως τους βίους των αγίων, που φυσικά για ένα σοβαρό ερευνητή είναι αναξιόπιστα, πέρα από το να μας δείξουν το περιβάλλον μέσα στο οποίο δημιουργήθηκαν και που απευθύνονται. Ή τα απόκρυφα που εκεί οι αντιφάσεις κτυπάνε κόκκινο, αλλά έχουν κάποια στοιχεία που τους βοηθούν να ολοκληρώσουν την μυθολογία τους.

Άλλωστε, έχει δειχθεί ότι η αποστολική συνέχεια, όπως λένε, είναι φτιαχτή και έγινε εκ των υστέρων για να αυθεντικοποιήσουν κάποιοι τις επισκοπικές τους έδρες. Τίποτα λοιπόν το χρήσιμο και το ουσιαστικό δεν προσφέρει η παράδοση αυτή και φυσικά κανένα επιχείρημα αληθείας.

Το βίωμα είναι η μυστικιστική εμπειρία ακόμα και η έκσταση που έχει ο κάθε θεϊστής μόνος ή σαν ομάδα και που νομίζει ότι μόνο αυτός ή μόνο στην δική του θρησκεία υπάρχει ή είναι αυθεντική και ότι αυτό το όραμα, όνειρο, ευφορία, σημάδι ή όποιο άλλο βίωμα, οφείλεται αποκλειστικά στο θεό του ή σε κάποιο άγιο του.

Σαν ομάδα, το έχουν στην Εκκλησία ή τραγουδώντας ύμνους όπου αισθάνονται ευφορία, την ευφορία της αγέλης που έχει κάτι κοινό. Εδώ βέβαια τα πρωτεία τα έχουν οι διάφορες προτεσταντικές οργανώσεις κυρίως στην Αμερική, κάποιες από τις οποίες όλα αυτά τα έχουν αναγάγει σε “επιστήμη”.

Σαν άτομα βιώνουν την εμπειρία τους με την προσευχή και την συνεχή εστίαση στα της πίστης τους, όπου τυχαία, πραγματικά, φανταστικά, ψυχολογικά ή ακόμα και ψυχιατρικά περιστατικά, παίρνουν ξαφνικά αξία και συγκεκριμένη νοηματοδότηση και πιστεύουν ότι είναι απαντήσεις που δίνονται προσωπικά σε αυτούς από έναν θεό ή άγιο ή απαντήσεις στις προσευχές τους.

Δυστυχώς για αυτούς και η ιατρική και η βιολογία και η ψυχολογία, αλλά ακόμα και η πρακτική για όσους έχουν μυαλό, έχουν δείξει ότι τα βιώματα αυτά είναι καθαρά προσωπικά, εξαρτώνται μόνο από τον συγκεκριμένο άνθρωπο ή ομάδα, τροφοδοτούνται δε από το ασυνείδητό του, που είναι επηρεασμένο από τον κοινωνικό του περίγυρο. Όπως έχω ξανατονίσει, αν και τους το υπενθυμίζουμε συνέχεια και αυτοί συνέχεια θέλουν να το αγνοούν, ότι υπάρχουν και άλλες θρησκείες με αντίστοιχα, θαύματα, βιώματα, αγίους κ.λπ. Τίποτα λοιπόν δεν μπορεί να δείξει ότι το βίωμα του κάθε ανθρώπου προέρχεται από κάπου έξω από τον άνθρωπο και τον κοινωνικό του περίγυρο, για αυτό και λέγεται προσωπικό βίωμα. Τα δε βιώματα, ανά σέκτα και θρησκεία είναι παρόμοια, άρα δεν έχουν καμία αυθεντικότητα, καμία καθολική αποδοχή, εκτός αν φασιστικά όλοι αποδεχθούμε την ίδια θρησκευτική ιδεολογία, που και αυτό είναι σχετικό όπως αποδείχθηκε με τις αιρέσεις και πάντα ο κάθε ένας θα διαφοροποιείται λίγο ή πολύ κατά καιρούς από το σύνολο. Το ξεκάθαρο στοιχείο, είναι ότι αν υπήρχε κάτι αληθινό στα βιώματα μίας θρησκείας και μόνο, τότε δεν θα υπήρχαν πολλές θρησκείες και θα υπήρχε μόνο μια, αυτή με το αληθινό βίωμα.

ΔΕΣ:

Όχι, ο Χριστός δεν ήταν «Σοσιαλιστής»

Ο Χριστός δεν ζήτησε ποτέ από το κράτος να ληστεύει τους πολίτες και να μοιράζει τα λάφυρα του φορολογικού πλιάτσικου στους φτωχούς

Ο ισχυρισμός ότι «ο Ιησούς Χριστός ήταν σοσιαλιστής» έχει γίνει ένα δημοφιλές κλισέ μεταξύ των «προοδευτικών», όπως και μεταξύ αυτών των οποίων η πίστη στον χριστιανισμό δεν είναι και η πιο… ένθερμη – στην καλύτερη περίπτωση. Υπάρχει όμως κάποια δόση αλήθειας σε αυτό το κλισέ;

Αυτή η ερώτηση δεν μπορεί να απαντηθεί χωρίς έναν αξιόπιστο ορισμό του σοσιαλισμού. Πριν από έναν αιώνα, θεωρήθηκε ευρέως πως ο σοσιαλισμός είναι η κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Ο Ιησούς όμως ποτέ δεν υπαινίχθηκε καν αυτήν την ιδεολογία, πόσο μάλλον να την εγκρίνει. Ωστόσο, ο ορισμός άλλαξε με την πάροδο του χρόνου. Όταν οι κριτικές οικονομολόγων όπως ο Λούντβιχ φον Μίζες, ο Φρίντριχ. Α. Χάγιεκ και ο Μίλτον Φρίντμαν ισοπέδωσαν οποιαδήποτε λογική υπεράσπιση της αρχικής μορφής του σοσιαλισμού, και η πραγματικότητα απέδειξε με συντριπτικό τρόπο ότι είχαν δίκιο, οι σοσιαλιστές μετατοπίστηκαν σε μια άλλη εκδοχή του σοσιαλισμού: τον κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας.

Μπορεί κάποιος να κάνει φύλλο και φτερό την Καινή Διαθήκη, αλλά δεν θα βρει ούτε μια λέξη του Ιησού που να ζητά να εξουσιοδοτηθούν οι πολιτικοί ή οι γραφειοκράτες, ώστε να κατανέμουν πόρους, να επιλέγουν νικητές και χαμένους, να λένε στους επιχειρηματίες πώς να διευθύνουν τις επιχειρήσεις τους, να επιβάλλουν ελάχιστους μισθούς ή ανώτατες τιμές, να υποχρεώνουν τους εργαζομένους να προσχωρήσουν σε συνδικάτα, ή έστω να αυξηθούν οι φόροι. Όταν οι Φαρισαίοι προσπάθησαν να εξαπατήσουν τον Ιησού, ώστε να υποστηρίξει εκείνος τη φοροδιαφυγή, επέτρεψε έξυπνα σ’ εκείνους να αποφασίσουν τι ανήκει «δικαιωματικά» στο Κράτος απαντώντας: «Αποδώσατε τα του Καίσαρος τω Καίσαρι, και τα του Θεού τω Θεώ».

Ωστόσο, μία από τις κατηγορίες που οδήγησαν στη σταύρωση του Ιησού ήταν πράγματι η φοροδιαφυγή.

Με τη φήμη των κεντρικών σχεδιαστών να βρίσκεται πια παγκοσμίως στα Τάρταρα, οι σοσιαλιστές έχουν προχωρήσει σε μεγάλο βαθμό σε μια διαφορετική εστίαση: το κράτος πρόνοιας. Ο σοσιαλισμός του Bernie Sanders και της νέας του συμμάχου Alexandria Ocasio-Cortez είναι αυτός του φιλάνθρωπου, εξισωτικού, κράτους-γκουβερνάντας, όπου ο πλούσιος Πέτρος ληστεύεται για να πληρώσει τον φτωχό Παύλο. Χαρακτηρίζεται από πολλά «δωρεάν πράγματα» από το κράτος – που φυσικά δεν είναι καθόλου δωρεάν. Είναι αρκετά ακριβά, τόσο από την άποψη του κόστους της γραφειοκρατικής διαμεσολάβησης, όσο και από την άποψη της ψυχολογικής παραίτησης που δημιουργεί στους δικαιούχους. Αυτό είχε στο μυαλό του ο Ιησούς;

Μετά βίας. Ναι, με τις γιορτές να πλησιάζουν, είναι αρκετά επίκαιρο να σκέφτεστε να βοηθήσετε τους φτωχούς. Αυτό ήταν, στο κάτω κάτω, ένα πολύ σημαντικό μέρος του μηνύματος του Ιησού. Ωστόσο, το πώς ακριβώς πρέπει να δοθεί αυτή η βοήθεια στους φτωχούς είναι εξαιρετικά σημαντικό.

Οι Χριστιανοί έχουν εντολή από την Αγία Γραφή να αγαπούν, να προσεύχονται, να είναι καλοί, να υπηρετούν, να συγχωρούν, να είναι αληθινοί, να λατρεύουν τον έναν Θεό, να μαθαίνουν και να εξελίσσονται, τόσο πνευματικά όσο και ως χαρακτήρες. Όλα αυτά είναι πολύ προσωπικά. Δεν απαιτούν πολιτικούς, αστυνομικούς, γραφειοκράτες, και πολιτικά κόμματα, ή προγράμματα.

«Οι φτωχοί θα υπάρχουν πάντα γύρω σας, και μπορείτε να τους βοηθήσετε όποτε θέλετε», λέει ο Ιησούς στο κατά Ματθαίον 26:11 και στο κατά Μάρκον 14:7. Οι λέξεις-κλειδιά εδώ είναι «μπορείτε» να βοηθήσετε και «θέλετε» να βοηθήσετε. Δεν είπε, «Θα σας αναγκάσουμε να βοηθήσετε, είτε σας αρέσει είτε όχι.»

Στο κατά Λουκάν 12:13-15, ο Ιησούς προσεγγίζεται με ένα αίτημα αναδιανομής. «Δάσκαλε, μίλησε στον αδερφό μου για να μοιραστεί την κληρονομιά μαζί μου», ζητά ένας άντρας. Ο Ιησούς αποκρίθηκε: «Άνθρωπε, ποιος με έχρισε δικαστή ή διαιτητή επάνω σας;» Στη συνέχεια, επέπληξε τον αιτούμενο για το φθόνο του.

Ο Χριστιανισμός δεν αφορά την κρατική μέριμνα της ανακούφισης των φτωχών από τα βάσανά τους. Η φροντίδα τους – που σημαίνει να τους βοηθάμε ώστε να ξεπεράσουν τα βάσανά τους, όχι να τους πληρώνουμε για να παραμένουν φτωχοί ή για να τους εξαρτήσουμε από το κράτος – ήταν ένα ουσιαστικό γεγονός στη ζωή ενός αληθινού Χριστιανού για 2.000 χρόνια. Η χριστιανική φιλανθρωπία, που είναι εθελοντική και εγκάρδια, διαφέρει εντελώς από τις υποχρεωτικές, απρόσωπες εντολές του κράτους.

Αλλά αφήστε τι λέω εγώ. Συλλογιστείτε αυτό που λέει ο Απόστολος Παύλος στους δύο Κορινθίους 9:7: «Ο καθένας από εσάς πρέπει να δώσει ό,τι έχετε αποφασίσει με την καρδιά σας να δώσετε, όχι απρόθυμα ή από εξαναγκασμό, γιατί ο Θεός αγαπά τον πρόθυμο δωρητή».

Και στην Παραβολή του Ιησού για τον Καλό Σαμαρείτη, ο ταξιδιώτης θεωρείται «καλός» επειδή βοήθησε προσωπικά τον πληγωμένο άνδρα στο δρόμο, με τον δικό του χρόνο και τους δικούς του πόρους. Αν, αντίθετα, είχε ζητήσει από τον δύσμοιρο άνθρωπο να περιμένει να φτάσει μια κρατική επιταγή, πιθανότατα θα τον γνωρίζαμε σήμερα ως «Καλό αλλά Άχρηστο Σαμαρείτη».

Ο Ιησούς υποστήριξε ξεκάθαρα ότι η συμπόνια είναι μια ουσιαστική αξία , αλλά δεν γνωρίζω κανένα απόσπασμα στην Καινή Διαθήκη που να υποδηλώνει ότι είναι μια αξία που θα την επέβαλε με βία ή απειλή – με άλλα λόγια, μέσω της σοσιαλιστικής πολιτικής.

Οι σοσιαλιστές αρέσκονται να υπονοούν ότι ο Ιησούς περιφρονούσε τους πλούσιους, αναφέροντας δύο συγκεκριμένα συμβάντα: το ότι εκδίωξε τους χρηματιστές από το ναό, και την παρατήρησή του ότι είναι πιο εύκολο για μια καμήλα να περάσει από το μάτι μιας βελόνας παρά για έναν πλούσιο άνθρωπο να εισέλθει στον παράδεισο. Στην πρώτη περίπτωση, ο Ιησούς ήταν απλά θυμωμένος για την κατάχρηση του Οίκου του Θεού. Γιατί πράγματι, δεν εκδίωξε ποτέ κανέναν χρηματιστή από μια τράπεζα ή μια αγορά. Στη δεύτερη περίπτωση, προειδοποιούσε απλά ότι τον μεγάλο πλούτο τον συνοδεύουν και μεγάλοι πειρασμοί.

Αυτές ήταν προειδοποιήσεις ενάντια σε εσφαλμένες προτεραιότητες, όχι μηνύματα ταξικού πολέμου.

Στην Παραβολή των Ταλάντων, ο Ιησούς μιλά για έναν άνθρωπο που εμπιστεύεται τον πλούτο του σε τρεις υπηρέτες για λίγο καιρό. Όταν ο άντρας επιστρέφει, μαθαίνει ότι ένας από τους υπηρέτες φύλαξε το μερίδιό του θάβοντάς το, ο δεύτερος διέθεσε το μερίδιό του στην αγορά και αυτό αυξήθηκε, κι ο τρίτος επένδυσε το δικό του μερίδιο, και δημιούργησε τη μεγαλύτερη απόδοση απ’ όλους. Ποιος είναι ο ήρωας της Παραβολής; Ο τρίτος, που δημιουργεί πλούτο. Στον πρώτο υπηρέτη γίνονται συστάσεις, και το μερίδιό του αφαιρείται και δίνεται στο τρίτο.

Δεν ακούγεται και πολύ σοσιαλιστικό αυτό, έτσι;

Ομοίως, στην Παραβολή του Ιησού για τους Εργάτες στον Αμπελώνα, η ιστορία εκθειάζει τις καπιταλιστικές αρετές, και όχι τις σοσιαλιστικές. Όταν ορισμένοι εργάτες παραπονούνται ότι άλλοι πληρώθηκαν περισσότερο, ο εργοδότης υπερασπίζεται δικαίως το δικαίωμα της εθελοντικής σύμβασης, της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και, στην πραγματικότητα, του νόμου της προσφοράς και της ζήτησης.

Την περίοδο αυτή, και καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, ο Ιησούς θα ήθελε ο καθένας μας να βοηθά με γενναιοδωρία όσους έχουν ανάγκη. Αλλά, αν νομίζετε ότι θα ήθελε να το κάνουν αυτό οι πολιτικοί, χρησιμοποιώντας τον αστυνομικό εξαναγκασμό, με το διπλάσιο κόστος και τη μισή αποτελεσματικότητα σε σχέση με την ιδιωτική φιλανθρωπία, μάλλον δεν διαβάσατε την ίδια Καινή Διαθήκη που διάβασα εγώ.

Θαλής: αν ένας άνθρωπος κάνει αδικία μπορεί να ξεφύγει την προσοχή των θεών;

Αποτέλεσμα εικόνας για ΘΑΛΗΣ O ΜΙΛΗΣΙΟΣΟ Έρμιππος στους Βίους του αποδίδει στον Θαλή αυτό που από κάποιους λέγεται για τον Σωκράτη· λένε δηλαδή ότι ο Θαλής συνήθιζε να λέει πως για τρία πράγματα ευγνωμονούσε την Τύχη: «πρώτον γιατί γεννήθηκα άνθρωπος και όχι ζώο, δεύτερον γιατί γεννήθηκα άντρας και όχι γυναίκα, τρίτον γιατί γεννήθηκα Έλληνας και όχι βάρβαρος».

Λένε, επίσης, ότι, όταν κάποτε μια γριά γυναίκα τον οδηγούσε έξω από το σπίτι για να παρατηρήσει τα άστρα, αυτός έπεσε σ᾽ ένα χαντάκι· όταν λοιπόν έβαλε τις φωνές, η γριά τού είπε: «Εσύ, δηλαδή, Θαλή, φαντάζεσαι πως θα μπορέσεις να γνωρίσεις όσα είναι ψηλά στον ουρανό, τη στιγμή που δεν μπορείς να δεις όσα είναι μπροστά στα πόδια σου;»

Ως δικά του φέρονται και τα εξής αποφθέγματα:
  • Απ᾽ όλα τα όντα το πιο παλιό είν᾽ ο θεός, αφού είν᾽ αγέννητος.
  • Το ομορφότερο είναι το σύμπαν, ως δημιούργημα του θεού.
  • Το πιο μεγάλο είν᾽ ο χώρος, αφού χωράει τα πάντα.
  • Το πιο γρήγορο είν᾽ ο νους, που διατρέχει τα πάντα.
  • Το πιο δυνατό είν᾽ η ανάγκη, που κυβερνάει τα πάντα.
  • Το πιο σοφό είν᾽ ο χρόνος: αυτός ανακαλύπτει τα πάντα.
Ο θάνατος, έλεγε, δεν διαφέρει σε τίποτε από τη ζωή. «Και τότε», του είπε κάποιος, «εσύ γιατί δεν πεθαίνεις;» «Γιατί», είπε, «δεν υπάρχει καμία διαφορά μεταξύ των δύο».

Κάποιος τον ρώτησε αν ένας άνθρωπος που κάνει αδικία ξεφεύγει την προσοχή των θεών. «Ούτε όταν τη σκέφτεται», ήταν η απάντηση του.

Στον μοιχό που τον ρώτησε αν έπρεπε να ορκιστεί ότι δεν διέπραξε μοιχεία, απάντησε: «Ο ψεύτικος όρκος δεν είναι χειρότερος από τη μοιχεία».

Όταν ρωτήθηκε τί είναι δύσκολο, έδωσε απάντηση: «Το να γνωρίσει κανείς τον εαυτό του». «Και τί είναι εύκολο;» «Το να δίνει κανείς συμβουλές στον άλλον». «Το πιο ευχάριστο;» «Οι επιτυχίες». «Τί είναι το θείο;» «Αυτό που δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος».

Στην ερώτηση τί παράξενο και ιδιότροπο πράγμα είδε στη ζωή του, απάντησε «Γέρο τύραννο». «Πώς θα μπορούσε κανείς να υπομείνει με τον πιο εύκολο τρόπο μια ατυχία;» «Όσο βλέπει τους εχθρούς του να βρίσκονται σε χειρότερη κατάσταση».

«Πώς θα μπορούσαμε να ζούμε όσο γίνεται σωστότερα και όσο μπορούμε πιο δίκαια;» «Αν δεν κάνουμε οι ίδιοι αυτό που κατηγορούμε στους άλλους.»

«Ποιός είναι ευτυχισμένος;» «Αυτός που έχει υγιές σώμα, γερό μυαλό και καλλιεργημένη φύση».

Τους φίλους, λέει, πρέπει να τους θυμάται κανείς και όταν είναι κοντά του και όταν βρίσκονται μακριά του.

Να μην καλλωπίζουμε την εξωτερική μας εμφάνιση, αλλά να κοιτάζουμε να είμαστε ωραίοι στη συμπεριφορά μας.

«Να μην πλουτίζεις», λέει «με άσχημο τρόπο, ούτε να επιτρέπεις διαβολές να σε επηρεάζουν σε βάρος προσώπων που κέρδισαν την εμπιστοσύνη σου».

«Ό,τι πρόνοιες», λέει, «θα λάβεις εσύ για τους γονείς σου, τις ίδιες να περιμένεις κι από τα παιδιά σου».

Δείξ το μου! Λοκ, Χιουμ και Εμπειρισμός

ΣΤΗΝ Αγγλία, ο Τζον Λοκ (1632-1704) ανατέ­θηκε κριτικά στην πίστη του Ντεκάρτ στο λόγο. Υποστήριξε πως αντί για τον αφηρημένο λόγο και τη σκέψη, έπρεπε να δώ­σουμε μεγαλύτερη βαρύτητα στην εμπειρία, στην ικανότητά μας να γνωρίζουμε τον κόσμο και να μαθαίνουμε μέσω των αισθήσεών μας.

Με τον Λοκ εγκαινιάζεται η μακρά παράδοση του βρε­τανικού εμπειρισμού, απορρίπτοντας την επίμονη καχυποψία απέναντι στις αισθήσεις, η οποία κυριαρχούσε στη Δύση πριν α­κόμη από τον Πλάτωνα.

Ο Λοκ υποστήριξε ότι «όλη η γνώση προέρχεται από τις αισθήσεις», σύντομα δε τον ακολούθησαν ο Ιρλανδός επίσκοπος Τζορτζ Μπέρκλεϊ [George Berkley] και ο Σκοτσέζος φιλόσοφος Ντέιβιντ Χιουμ [David Hume].

Ανατιθέμενος στον Ντεκάρτ, τον Σπινόζα και τον Λάιμπνιτς, αυτούς τους «ορθολογιστές» που υπέθεταν ότι το μυαλό αποτελεί μια μάλλον πλούσια και πολύπλοκη δομή, ο Λοκ ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν παρά «άγραφος χάρτης» ο οποίος γραφόταν από την ε­μπειρία στη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου.

Οι ορθολογιστές υ­ποστήριζαν την ύπαρξη ενός σημαντικού αριθμού εγγενών ή «έμ­φυτων» ιδεών, λ.χ. τις ιδέες της ουσίας και του Θεού. Ο Λοκ, α­ντίθετα, υποστήριξε ότι το μυαλό μοιάζει περισσότερο με άδειο ντουλάπι το οποίο φωτίζεται μόνο από το φως που μπαίνει απ’ έξω.

Ο Άγγλος φιλόσοφος, ωστόσο, έκανε έναν συμβιβασμό όσον αφορά τον εμπειρισμό του σε δύο τουλάχιστον σημαντικά σημεία.

Πρώτον, υποχώρησε απέναντι στους μεταφυσικούς που κατέκρινε, αποδεχόμενος την ιδέα της αναγκαιότητας να μιλάμε για τα πράγματα καθεαυτά, πέραν της εμπειρίας που έχουμε γι’ αυτά. Θα υπέθετε κανείς ότι ο Λοκ, σύμφωνα με τη μέθοδό του, έπρε­πε να καταλήξει στο συμπέρασμα πως ό,τι είμαστε σε θέση να γνωρίσουμε είναι μόνο τα αισθητά χαρακτηριστικά ή «ιδιότητες» των πραγμάτων. Τούτο όμως θα δημιουργούσε ένα πρόβλημα: θα ήταν σαν να μην γνωρίζουμε καθόλου τα ίδια τα πράγματα, παρά μόνον συμπλέγματα χαρακτηριστικών. Ο Λοκ καταλήγει να συ­νάγει την ύπαρξη του πράγματος καθαυτό, στο βαθμό που είναι αδύνατο να υπάρχουν ιδιότητες οι οποίες δεν ανήκουν σε κάτι. Η θέση αυτή πλησιάζει επικίνδυνα στην έμφυτη ιδέα, μια παραδοχή, με άλλα λόγια, που δεν βασίζεται στην εμπειρία.

Ο Λοκ προχώρησε και σ’ έναν δεύτερο συμβιβασμό όταν διέκρινε δύο διαφορετικά είδη χαρακτηριστικών ή ιδιοτήτων: αυτές που αντιλαμβανόμαστε ως εγγενείς στο ίδιο το αντικείμενο, όπως το σχήμα ή τη μάζα του, κι εκείνες που αντιλαμβανόμαστε εμείς, από τα αποτελέσματα δηλαδή που έχουν τα πράγματα σ’ εμάς. Παράδειγμα των δεύτερων ιδιοτήτων είναι το χρώμα. Αυτές οι «δευτερογενείς» ιδιότητες (σε αντίθεση με τις πρωτογενείς ιδιό­τητες του σχήματος και της μάζας) εντοπίζονται «μέσα μας» αντί «εκεί έξω» στον κόσμο.

Εάν ωστόσο λάβει κανείς σοβαρά υπόψη του την επιχειρηματολογία του Λοκ, μπορεί να καταλήξει στο συ­μπέρασμα πως οτιδήποτε πέφτει στην αντίληψή μας, ουσιαστικά βρίσκεται στο μυαλό μας, μέσα μας. Δεν υπάρχει ούτε ανάγκη ού­τε δικαιολογία για να μιλάμε για τον κόσμο «εκεί έξω».Αυτό ακριβώς το συμπέρασμα έβγαλε από την επιμονή του Λοκ σε μια καθαρά εμπειρική μέθοδο και ο επίσκοπος Τζορτζ Μπέρκλεϊ (1632-1704).

Ο Μπέρκλεϊ δεν είχε κανένα σχεδόν πρόβλημα να υποθέσει πως δεν υπάρχει άλλος πραγματικός κό­σμος πέρα από τον κόσμο που βρίσκεται στο μυαλό μας. Ο κό­σμος δεν αποτελούσε παρά σύνθεση των ιδεών μας - θέση που έγινε αργότερα γνωστή ως ιδεαλισμός. Ως θρησκευτικός πα­ράγων, ο Μπέρκλεϊ είδε στην άποψη αυτή έναν τρόπο να τοποθε­τήσει τον Θεό στο επίκεντρο της φιλοσοφίας του. «Το να υπάρ­χεις συνίσταται στο να είσαι αντιληπτός», υποστήριξε, οτιδήποτε υπάρχει όμως γίνεται αντιληπτό όχι μόνο από τους ανθρώπους αλλά και από τον Θεό. Μπορούμε να διαπιστώσουμε εύκολα πόσο πολύ έμοιαζε η θέση του Μπέρκλεϊ ως προς το πνεύμα, αν όχι και τη μέθοδο, με τη «μοναδολογία» του Λάιμπνιτς.

Ο Ντέιβιντ Χιουμ (1711-1776) έκανε πασιφανείς όλες τις περίεργες συνέπειες του εμπειρισμού.

Η φιλοσοφία του Χιουμ συνίστατο σ’ έναν εξονυχιστικό σκεπτικισμό που όμοιος του δεν είχε υπάρξει από την αρχαιότητα. Ο Χιουμ ήταν ένας από τους λαμπρότερους οπαδούς του Διαφωτισμού, συγχρόνως όμως αναγνώριζε πως ο λόγος -τόσο με την έννοια της επιστημονικής μεθόδου όσο και με την ευρύτερη έννοια του ορθολογισμού- είχε υπερβεί τα όριά του. Θεωρούσε ότι ήταν πολλά που δεν μπορού­σε να επιτελέσει, βεβαιότητες στις οποίες δεν μπορούσε να οδη­γήσει, αποδείξεις που δεν ήταν σε θέση να δώσει.

Παραδόξως, ο σκεπτικισμός του Χιουμ αποτέλεσε το αντιπροσωπευτικότερο πα­ράδειγμα καθαρής αυτοεξεταστικής διαφωτιστικής σκέψης. Το συμπέρασμά του ήταν πως ακόμη και η αρτιότερη σκέψη δεν ήταν σε θέση να κάνει εκείνο που νόμιζαν ότι μπορούσε οι στοχαστές του Διαφωτισμού.Ο σκεπτικισμός του βασιζόταν σε μια σειρά δογμάτων τα ο­ποία είχαν εμφανιστεί στα πλαίσια της διαμάχης σχετικά με τη γνώση, διαμάχης που είχε υποχωρήσει μετά τον Μπέικον και τον Ντεκάρτ.

Ο Χιουμ ήταν δηλωμένος εμπειριστής. Όλη η γνώση, ε­παναλάμβανε, οφείλει να στηρίζεται στην εμπειρία. Δεχόταν επί­σης τη διάκριση μεταξύ της εμπειρίας και του κόσμου στον οποίο αυτή αναφέρεται. Στην περίπτωση αυτή όμως, μπορεί άραγε να θεμελιωθεί με εμπειρικό τρόπο η πίστη μας στον «εξωτερικό» κό­σμο; Όχι, ούτε όμως και με τη μέθοδο της επαγωγής μπορεί να γί­νει κάτι τέτοιο χωρίς να θεωρηθεί δεδομένο εκ των προτέρων το ίδιο το ζητούμενο.Ο Χιουμ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι βασικότερες παρα­δοχές, οι παραδοχές πάνω στις οποίες θεμελιώνεται η γνώση, εί­ναι αδύνατο να αποδειχτούν με το λόγο.

Ομοίως, στην περιοχή της ηθικής, ο σκεπτικισμός του κατέληγε στο ότι «δεν συνιστά πα­ραβίαση του λόγου το να προτιμήσω την καταστροφή του μισού κόσμου για να απαλλαγώ από μια σουβλιά στο μικρό μου δαχτυ­λάκι».

Ο λόγος δεν μπορεί να μας παρακινήσει να είμαστε ηθικοί. Τα συναισθήματά μας όμως μπορούν, και το κάνουν. Κάθε άν­θρωπος γεννιέται με μια φυσική ικανότητα για συμπάθεια και μια φυσική ροπή προς το χρήσιμο, με τις οποίες κατασκευάζο­ νται, ανάμεσα σε άλλα, σι ιδέες μας για τη δικαιοσύνη και την κοινωνία.

Ο Χιουμ έτεινε στο νατουραλισμό, την άποψη πως ό,τι δεν μπορεί να κάνει ο λόγος το κάνει ούτως ή άλλως η φύση. Αν ο λόγος δεν είναι σε θέση να μας εγγυηθεί τη γνώση, η φύση μάς έχει εφοδιάσει με το κατάλληλο αισθητήριο ώστε να βρίσκουμε το δρόμο μας στον κόσμο. Αν ο λόγος δεν μπορεί να εγγυηθεί την ηθικότητα, η ανθρώπινη φύση μάς παρέχει τα κατάλληλα συναι­σθήματα ώστε να συμπεριφερόμαστε ορθά ο ένας στον άλλο. Αν όμως ο λόγος δεν μπορεί να θεμελιώσει την πίστη στον Θεό και τις θρησκευτικές προκαταλήψεις που τη συνοδεύουν, τότε τόσο το χειρότερο για τη θρησκεία.

Ο Χιουμ ήταν ένας αμετανόητος ά­θεος. Αν οι βαθυστόχαστοι τόμοι του σχολαστικισμού δεν είχαν κατορθώσει να παράσχουν ικανοποιητικά επιχειρήματα ή ορθές αποδείξεις για τις θρησκευτικές πίστεις, τότε «ρίχτε τους στην πυ­ρά», αποφαινόταν ο Χιουμ εξοργίζοντας τους θεολόγους. Ευτυ­χώς δεν πρότεινε την ίδια σκληρή αντιμετώπιση γι’ άλλες αναπό­δεικτες πεποιθήσεις, όπως για την πίστη στην ύπαρξη ενός «εξω­τερικού» κόσμου, την πίστη στην αναγκαιότητα της ηθικής, κ.ά. Μπορεί ο λόγος να είχε τα όριά του, τα συναισθήματά μας όμως κι ο φυσικός κοινός νους, που καλλιεργούνταν μέσω των κοινωνι­κών παραδόσεων, είχαν επίσης ισχύ και αξία. Ο Χιουμ μάς υπεν­θυμίζει (για μία ακόμη φορά) εκείνο που τόσο παραμελήθηκε κα­τά την αναζήτηση της λογικής βεβαιότητας, η οποία όρισε σε με­γάλο βαθμό τη σύγχρονη φιλοσοφία.

Η Εξομολόγηση ενός Πορνομανούς


Εξομολόγηση Πορνομανούς:

Ανακάλυψα ένα νέο είδος αλκοολισμού. Κρατάει όλη μέρα, συνεχίζεται και στα όνειρα. Ναρκώνει την σκέψη, φουσκώνει το στήθος και τις αισθήσεις. Εξαφανίζει άγχος, φόβο, ανησυχία. Μακάριος κυκλοφορείς με το μυαλό θολό, την επιδερμίδα διασταλμένη και το υπογάστριο βαρύ.

Πορνο-αλκοολισμός. Ξυπνάς από όνειρα (συνήθως) ερωτικά και πριν καλά-καλά συνέλθεις, παίρνεις την πρώτη σου δόση. Το βίντεο κοντά στο κρεβάτι, διαλέγεις μία ωραία σκηνή, αργά, γρήγορα, ξανά slow, freeze, play. Προσοχή! Δεν πρέπει να εκτονωθείς, ίσα-ίσα. Να μείνεις όλο το πρωί σε ημιδιέγερση.

Από κει μπορείς να πας στη δουλειά σου - ο κόσμος είναι ήδη μαγεμένος. Το στόμα κάθε γυναίκας γεννάει ένα πέος και την βλέπεις να το δουλεύει σε slow, freeze, play.

Το μεσημέρι αμέσως άλλη δόση - και μετά συστηματικά, κατά διαστήματα, ως την ώρα του ύπνου. Το βασικό είναι να κρατιέσαι σε ένα σταθερό επίπεδο σωματικής διέγερσης και ψυχικής μέθης. Αν ενδιάμεσα τύχει (άνθρωπος είσαι!) να εκσπερματώσεις (μόνος ή με γυναίκα) πρέπει μετά από λίγο να αποκαταστήσεις πάλι το ποσοστό των ορμονών στο αίμα σου, βλέποντας πιο έντονες σκηνές. Να έχεις κρατήσει μερικές για την περίπτωση - από αυτές που νεκρούς ανασταίνουν.

Ο εθισμός έρχεται γρήγορα - μετά από δύο ή τρεις ημέρες. Όχι πως γίνεσαι πρεζάκιας, μπορείς να ζήσεις και χωρίς. Αλλά αποζητάς αυτή την ελαφριά ζάλη που σε κάνει να βλέπεις τα πάντα ωραία, να μην σκοτίζεσαι για τίποτα, να ζεις διπλά, με τις αισθήσεις σε διαρκή εγρήγορση.

Από τα παιδικά μου χρόνια μου με συνέπαιρνε η πορνογραφία. Αλλά, όσο ήμουν πολύ νέος, με ωθούσε πάραυτα στην πράξη. Αδύνατον να συγκρατηθώ. Τώρα, που πλησιάζω τα εξήντα, έφτασα στην ηλικία όπου απολαμβάνω την διέγερση περισσότερο από την ηδονή.

Και πάλι όμως, οι εμπειρίες μου ήταν λίγες και σποραδικές. Είχα συλλέξει τα απαραίτητα κλασικά βιβλία, φωτογραφίες και σκίτσα. Είχα δει μια-δύο πορνοταινίες στο εξωτερικό. (Στην Ελλάδα πού να πάω σε τέτοιο κινηματογράφο - γυμνασιάρχης!) Αλλά και έξω, δεν μπόρεσα να νιώσω πολλά πράγματα. Με ενοχλούσαν οι άλλοι. Δεν ήταν δυνατό να "φτιαχτώ" δημόσια!

Μέχρι που κάποια μέρα, ένας αμερικανός νοικάρης φεύγοντας μου άφησε, ανάμεσα σε άλλα άχρηστα αντικείμενα, ένα ολόκληρο στοκ από βιντεοκασέτες. "Try these - they are fun!" μου έκλεισε το μάτι. Διαπίστωσα πως επρόκειτο για κλασικές αμερικάνικες πορνοπαραγωγές. Με κάτι υπέροχες σταρ, επιδειξιομανείς μέχρι θανάτου, που το γλεντούσαν διπλά μπροστά στο φακό. H συνεχής και σωρευτική έκθεση (ήθελα να δω όλες τις ταινίες - και τις έπαιζα πρωί μεσημέρι βράδυ) με έκανε να ανακαλύψω αυτή την μόνιμη κατάσταση πορνομέθης.

Αυτό που τότε έγινε τυχαία, τώρα το συντηρώ μεθοδικά και συστηματικά. Ντοπάρομαι με μικρές (αλλά επίλεκτες) δόσεις εικόνων και ήχων. Μετά μπορώ να αποστασιοποιηθώ κάνοντας συγκρίσεις, αναλύσεις, παρομοιώσεις σε διάφορα επίπεδα. (Χωρίς ποτέ να ξεμεθύσω!) Έχω αρχίσει μία αισθητική μελέτη μουνιών (όψης και εκφραστικότητας). Εκεί βοηθάει πολύ το freeze.

O Henry Miller έχει γράψει συγκριτική μουνολογία. Ο Εμπειρίκος κατείχε (λένε) συλλογή από φωτογραφίες. Αλλά όταν κάνεις έρωτα, δεν είσαι σε θέση να παρατηρήσεις ψύχραιμα. Ενώ με το freeze! Ανακάλυψα π. χ. ένα μουνί αγγελικό. Ξανθό, λευκό, χωρίς χτυπητά σαρκώδη χρώματα. (Κόκκινο του Τισιανού που ενίοτε θυμίζει κρεοπωλείο). Κοιτάω το διάφανο παλλόμενο, και νιώθω δέος.

Πάντα ο έρωτας, ο γήινος, ο αισθησιακός, με γέμιζε σεβασμό προς το μυστήριο της δημιουργίας. Όταν διαβάζω ή ακούω για θρησκευτική εμπειρία το μόνο που μπορώ να φανταστώ είναι η άγια στιγμή του οργασμού. Όλες οι (νεότερες) θρησκείες πολέμησαν το σεξ. Φυσικό. Είναι η φυσική θρησκεία της ζωής - η μόνη δύναμη που μπορεί να τις ανταγωνιστεί.

Πόση διαστρέβλωση χρειάστηκε για να θεωρηθεί "χυδαία" αυτή η τελετουργία της έκστασης, αυτή η άνοδος στην αποθέωση; Κοιτάω απροκατάληπτος την μικρή οθόνη. Όμορφα σώματα χορεύουν. Βλέπω ζωή στην πιο έντονη στιγμή της, βλέπω ζωτικότητα, ζωντάνια, χαρά, ομορφιά, απόλαυση, ηδονή, λύτρωση.

Είναι ψεύτικα, στημένα, φτιαχτά, λεει ο πουριτανός. Εγώ ξέρω αυτό που νιώθω. Πείθει. Διεγείρει - άρα είναι καλή αναπαράσταση. Υπάρχουν και κακόγουστες. (Δεν εννοώ απαραίτητα τις χυδαίες. Το πορνό θέλει μία δόση χυδαιότητας. Εννοώ τις κακογυρισμένες, κακοφωτισμένες, άρρυθμες και βαρετές).

Άλλωστε μόνον σε αυτές τις ταινίες, η ζωή ξεπερνάει τη τέχνη. Συμβαίνουν δρώμενα τρομερά και αληθινά. Σαν να δολοφονεί πραγματικά ο Άμλετ. Γιατί, την ώρα που ο πρωταγωνιστής εκσπερματίζει, η πραγματικότητα παραμερίζει την σκηνοθεσία. Μία άλλη δύναμη, ανώτερη τον καταλαμβάνει, συστρέφει το πρόσωπό του, ρυθμίζει τον σπασμό του, εκτινάσσει το σπέρμα του. Είναι η στιγμή που στην οθόνη βλέπουμε απόλυτη αλήθεια. Κάθε τσόντα αρχίζει σαν φαντασία αλλά καταλήγει σε ντοκυμανταίρ.

Δεν έχουν πολλοί την δύναμη να κοιτάξουν κατάματα την αλήθεια. Άλλους τους αηδιάζει. Άλλους τους σοκάρει. Άλλοι υπεκφεύγουν. (Έχετε ακούσει πώς γελάνε και "κάνουν πλάκα" στα πορνοσινεμά τις στιγμές της έντασης; Φυγή είναι αυτή!)

Ιδιαίτερα οι γυναίκες (αιώνες καταπίεσης και πλύσης εγκεφάλου, ντροπής και σεμνοτυφίας!) τρομάζουν και αποστρέφουν το πρόσωπο.

Εγώ όμως εβδομάδες τώρα ντοπάρομαι με ζωντανή αλήθεια. Με νέκταρ διονυσιακό. Το φάρμακο ενεργεί. Αποτρέπει την σκέψη του θανάτου.

Τα τελευταία χρόνια σερνόμουνα - υπόταση ζωής. Οι γιατροί κάποτε μίλησαν για κατάθλιψη, αλλά εγώ ήξερα το σκουλήκι που με τρώει - εμένα κι όσους δεν μπορούν να ξεχαστούν. Μία κούπα αθάνατο νερό θα με θεράπευε για πάντα. Μία στιγμή έρωτα, με γιάτρευε για λίγο.

Τώρα όμως κατόρθωσα το αδύνατο. Να τεντώσω τη στιγμή, να την κάνω μόνιμη κατάσταση. Freeze στη στιγμή. Παράταση πάθους. Έχω την διάθεση του έρωτα όλη μέρα. Πάει πια η tristitia post. Σφύζω από ζωή και πόθο ακόμα και μετά. Πουσάρισμα του οργανισμού, σαν να παίρνω συνέχεια αμφεταμίνες. Και, από ότι βλέπω, χωρίς συνέπειες.

Μην νομίσετε όμως πως έχω εγκαταλείψει την πραγματική γυναίκα. (Τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει το ζωντανό δέρμα!) Όχι μόνο δεν αρκούμαι στις φαντασιώσεις μου - αλλά προστρέχω πολύ περισσότερο στην πράξη. Η πορνομέθη μου ξανάφερε τον οίστρο.

Από τότε που χώρισα, προτιμώ την επ' αμοιβή συντροφιά. Είναι πιο τίμια και σαφής. Δεν εμπλέκεσαι με περιττούς καθωσπρεπισμούς και συναισθηματισμούς - όταν το ουσιαστικό είναι η επαφή. Άλλωστε οι γυναίκες που έχω διαλέξει είναι επαγγελματίες, καλλιτέχνιδες του έρωτα. Έρχονται στο σπίτι μου και με μεράκι ξεδιπλώνουν όλα τους τα ταλέντα.

(Πάντα αναρωτιόμουν γιατί θεωρείται φυσικό, ηθικό και εποικοδομητικό να υπάρχουν επαγγελματίες σε άλλους τομείς - π. χ. στην μαγειρική - και όχι στο σεξ. Μήπως ο έρωτας δεν είναι τέχνη - ανώτερη σίγουρα από την γαστρονομία; Μελετήστε τους αρχαίους Έλληνες ή τους Ινδούς...)

Στα πενήντα εννέα μου έχω τώρα αρκετά καλή δραστηριότητα - δύο-τρεις συνευρεύσεις την εβδομάδα και τυχαίες ενδιάμεσες αυτοικανοποιήσεις. Είναι ενδιαφέρον πως, στις αγοραίες συντρόφισσές μου (δύο, τακτικές και εναλλασσόμενες) δεν έχω ποτέ μιλήσει για την πορνολαγνεία μου. Θεωρώ αυτόν τον χώρο αυστηρά ιδιωτικό και απόρρητο. Εκείνες αναρωτιούνται, εδώ και μερικούς μήνες, για την σεξουαλική μου αναγέννηση. Ακούω τα επιφωνήματά τους και καμαρώνω. Μόλις φύγουν, βάζω δύο δάκτυλα ουίσκι και αρχίζω να σκέπτομαι ποια σκηνή θα ταίριαζε για μετά.

(Απολαμβάνω τα πορνό όπως οι Κινέζοι τους ζωγραφικούς πίνακες. Που δεν τους είχαν μόνιμα κρεμασμένους στον τοίχο - ξετύλιγαν κάθε φορά εκείνον που ταίριαζε στην στιγμή).

Άραγε να ξέρουν, αυτοί που με συναντούν στον δρόμο - τον ευυπόληπτο και σοβαρό κύριο, τον γραβατωμένο πρόωρο συνταξιούχο (συμπλήρωσα νέος την τριακονταπενταετία) άραγε να ξέρουν πώς τους βλέπω και τι σκέπτομαι; Θα πάθαιναν μεγάλο σοκ. Όμως εγώ νιώθω σαν να έχω ανακαλύψει το μυστικό της αιώνιας νεότητας και χαμογελάω σε όλους. Αισθάνομαι σίγουρα πιο νέος από ότι πριν τριάντα χρόνια, πιο ζωντανός.

Κι όπως ο Ανταίος ακουμπούσε στη γη, εγώ ξαναγυρίζω κάθε τόσο στο βίντεο. Διαθέτω τώρα ολόκληρη ταινιοθήκη, ξεπέρασα τις πρώτες αναστολές μου, βρήκα πηγές, οργανώθηκα. Έχω ήδη αρκετό υλικό για χρόνια - κι όλο προσθέτω. (Ευτυχώς η παραγωγή δεν σταματά!) Απορρίπτω τα πρόχειρα και κακοφτιαγμένα - όμως κι αυτά που μένουν, περισσεύουν. Άλλωστε, οι πορνοταινίες είναι οι μόνες που επιτρέπουν απεριόριστες επαναλήψεις. Σχεδόν κερδίζουν με την επαναφορά. (Η εκ των προτέρων γνώση. Η γοητεία του αναμενόμενου.)

Tele control στο χέρι: stop, play, slow, fast, play, freeze. Γίνομαι όλο μάτια και βουή του αίματος.

Τώρα η σκέψη του θανάτου μου είναι πιο μακρινή. Στο κάτω-κάτω ζω - κάτι που είχε καιρό να μου συμβεί σε τόση έκταση και ένταση. Κι αν συλλογιστώ εκείνη την ώρα, θέλω να την φαντάζομαι έτσι: ακαριαία, μπροστά στο βίντεο, μισοκαυλωμένος σ' ένα τελευταίο freeze.

Υπάρχει τρόπος να γίνουν τα όνειρα σου πραγματικότητα;

Όλα όσα βλέπουμε και αγγίζουμε, όλα όσα αντιλαμβανόμαστε, οι ουρανοξύστες της οικονομίας, οι πυραμίδες της βιομηχανίας, οι ανακαλύψεις και τα επιτεύγματα της επιστήμης και της τεχνολογίας – όλα όσα συγκροτούν αυτό που αποκαλούμε «πραγματικότητα» δεν είναι παρά η προβολή ενός εσωτερικού αόρατου κόσμου, ενός κόσμου ιδεών και αξιών που τέμνει κάθετα το σχέδιο της ύπαρξής μας: τον κόσμο του είναι.

Όλα προέρχονται από σένα – εσύ είσαι η πηγή, η ρίζα και η βαθύτερη αιτία των πάντων. Εσύ είσαι ο πρωταγωνιστής. 

Και όλα τα συμβάντα, οι ανακατατάξεις ή τα θαύματα που λαμβάνουν χώρα στον εξωτερικό κόσμο πρέπει πρώτα να συμβούν μέσα σου, εκεί όπου βρίσκονται και τα όνειρά σου.

Αλλά χρειάζεται μεγάλη προσοχή – μην κάνεις το λάθος να πιστέψεις ότι το να ονειρεύεσαι με αυτόν τον τρόπο έχει την παραμικρή σχέση με τα όνειρα κατά τη διάρκεια του ύπνου, αναφερόμαστε σε κάτι που δεν μπορεί να συμβεί ενώ κοιμάσαι. Το να ονειρεύεσαι σημαίνει «να ενεργείς». Πρόκειται για μια κατάσταση ελευθερίας, μια ψυχολογική συνθήκη απουσίας φόβου, άγχους, αμφιβολιών και αρνητικών συναισθημάτων. Το να ονειρεύεσαι σημαίνει να είσαι «εδώ και τώρα» αυτό που επιθυμείς να γίνεις.

Το να ονειρεύεσαι είναι εκείνη η δημιουργική δύναμη που έχεις κρυμμένη μέσα σου, η ρίζα της ύπαρξης και αυτού που δίνει ζωή σε ολόκληρο το σύμπαν.

Τα πάντα είναι στο χέρι σου. Τα πάντα εξαρτώνται από εσένα. Και το καθετί έχει το νόημα που εσύ του αποδίδεις.

Είσαι ο σπόρος του σύμπαντος. Και αν αδιαφορήσεις για τον σπόρο, το σύμπαν παρακμάζει και εξαφανίζεται.

Επομένως, άσε τη ζωή να γίνει ένα αριστούργημα! Μόνο εσύ μπορείς να το κάνεις αυτό. Μόνο τώρα.

Αν μάθεις πώς «να υπάρχεις» διαρκώς μέσα σε αυτό το «εδώ και τώρα», δεν θα κάνεις απλώς τη μεγάλη αλλαγή στη ζωή σου, αλλά ολόκληρος ο κόσμος θα υπακούσει στη βούλησή σου.

Αν, λοιπόν, θέλεις να αλλάξεις τη ζωή σου, απλώς θυμήσου τον εαυτό σου– φρόντισε να είναι ο εαυτός σου διαρκώς παρών και να κατανοεί πως οτιδήποτε είναι αυτός ο ίδιος εδώ και τώρα ήταν πάντοτε και θα είναι πάντοτε, στο παρελθόν και το μέλλον. Και τότε το μυστικό που είναι βαθιά κρυμμένο μέσα σου θα αποκαλυφθεί και θα εξαπλωθεί προς όλες τις κατευθύνσεις.

Ποιο είναι αυτό το μυστικό; Απλό, πολύ απλό· ότι είσαι καθετί που έχει μεγαλείο, ομορφιά και δύναμη και ότι συνάμα δεν είσαι τίποτε απολύτως, δεν κατέχεις τίποτε απολύτως, δεν μπορείς να κάνεις τίποτε απολύτως. Αυτή η εσωτερική συνειδητοποίηση, ότι δηλαδή τα πάντα προέρχονται εκ των έσω και προκειμένου να εκδηλωθούν απαιτείται η δική σου συναίνεση, έχει ως αποτέλεσμα εντέλει όλα να συμβαίνουν προς όφελός σου και προς όφελος της δικής σου ανάπτυξης.

Αν, αντιθέτως, πιστέψεις πως ο κόσμος σου είναι μια οντότητα η οποία υπάρχει έξω από εσένα τον ίδιο, όπως κάνουν δισεκατομμύρια άνθρωποι στο διάβα των αιώνων, θα χρειαστεί να υποστείς όλα τα βάσανα και τις δυσκολίες, το γήρας και τις ασθένειες, μέχρι να καταλάβεις κάποια μέρα πως είσαι εσύ ο ίδιος που χειρίζεσαι αυτόν τον κόσμο τον οποίο είχες θεωρήσει εξωτερικό.

Πήγαινε, λοιπόν, πίσω στον εαυτό σου, κοίτα τον εαυτό σου, ψάξε μέσα σε αυτόν, εστίασε όλη σου την προσοχή και αφιέρωσε όλες σου τις προσπάθειες στην υπέρβαση κάθε ορίου που έχει τεθεί στο Όνειρό σου. Τόλμησε να βουτήξεις στο απροσπέλαστο, τόλμησε να αγγίξεις το αόρατο, και τότε θα καταλάβεις πως η πραγματικότητα θα ακολουθήσει σαν σκιά το αντικείμενο που την προβάλλει.

Όταν συνειδητοποιείς πως είσαι αυτός που δημιουργεί και προβάλλει την πραγματικότητα στην οποία ζεις και πως τα πάντα εξαρτώνται από εσένα, τότε μια αίσθηση μοναξιάς έρχεται κι αδράχνει παγερά όλη σου την ύπαρξη.

Είσαι μόνος, αντιμέτωπος με την άβυσσο του εαυτού σου και την αίσθηση της ευθύνης που τώρα βαραίνει τους ώμους σου. Κι όμως, τη στιγμή αυτή της εσωτερικής διαύγειας, αρχίζεις να βλέπεις τον εξωτερικό κόσμο ως κάτι που είναι ιδιαίτερα βαθύ κομμάτι του εαυτού σου, αρχίζεις να ανακαλύπτεις πως οι άλλοι δεν είναι παρά η πιστή υλοποίηση των εσωτερικών σου καταστάσεων και διαθέσεων.

Και αυτό θα σου δώσει μια απίστευτη δύναμη.

Μάθε να υπάρχεις στο εδώ και τώρα και πολύ σύντομα θα συνειδητοποιήσεις πως τα συμβάντα της ζωής σου είναι το τελικό αποτέλεσμα των εσωτερικών σου καταστάσεων, κάτι που με τη σειρά του σημαίνει πως ό,τι κι αν συμβεί στη ζωή σου πρέπει πρώτα να έχει λάβει τη δική σου εσωτερική έγκριση και συγκατάθεση προκειμένου να εκδηλωθεί.

Μερικές φορές βλέπουμε ασυνείδητα τους πιο φριχτούς εφιάλτες, οι οποίοι γίνονται τελικά πραγματικότητα. Κάθε γεγονός συμβαίνει με τον τρόπο που συμβαίνει, επειδή εσύ ο ίδιος το «ονειρεύεσαι» να συμβαίνει έτσι. Αν υπάρχει κάτι που επιλέγεις να βιώσεις στη ζωή σου, μην περιορίζεσαι απλώς στο να το επιθυμείς, γίνε εσύ ο ίδιος αυτό!

Ο κόσμος αντικατοπτρίζει αυτό που είσαι τώρα εσύ ο ίδιος, και δεν θα μπορούσε να ισχύει κάτι διαφορετικό· εσύ κυοφορείς ολόκληρο το σύμπαν.

Έχεις βέβαια συνηθίσει να κινείσαι στον εξωτερικό κόσμο αναζητώντας συναντήσεις και εμπειρίες, με την ξεκάθαρη πεποίθηση πως αυτό είναι το έδαφος που σου έχει δοθεί για να κυνηγήσεις.

Όταν συναντάς άλλους ανθρώπους, όταν πηγαίνεις στη δουλειά ή στη σχολή σου, όταν διασκεδάζεις με τον τρόπο που προτιμάς, δεν εκλαμβάνεις ποτέ τον κόσμο ως δική σου αντανάκλαση, αντίθετα είσαι πεπεισμένος πως πρόκειται για κάτι από το οποίο μπορείς να αντλήσεις πράγματα – με άλλα λόγια, είσαι πεπεισμένος ότι υπάρχουν πράγματα που μπορεί να προκύψουν έξω από τον εαυτό σου. Αυτή ακριβώς η πεποίθηση σου έχει στοιχίσει την εσωτερική σου πληρότητα, ακόμα και την ελευθερία σου.

Σημειώνεις το πέρασμα του χρόνου με ώρες, μήνες, χρόνια, κάνοντας έτσι το πρώτο βήμα προς μια ισόβια περιπλάνηση μέσα στη φυλακή της ταύτισης που έχεις μόνος σου δημιουργήσει.

Και μόνο την έσχατη στιγμή συνειδητοποιείς ότι κάτι σου έχει διαφύγει, ότι ο χρόνος σε εξαπάτησε.

Κι επειδή βυθίζεσαι όλο και περισσότερο στη λήθη, με αποτέλεσμα ο κόσμος να μην μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά ο πιστός αντικατοπτρισμός της αμνησίας σου, είσαι κι εσύ αυτός που είσαι. Βουλιάζεις και πνίγεσαι στη λίμνη των ίδιων σου των δακρύων κι αμέσως ενδίδεις στο κάλεσμα της αυτολύπησης, μέχρι που γίνεσαι μικρός σαν έντομο χαμένο μέσα στο πλήθος εκατομμυρίων άλλων εντόμων που σέρνονται μαζί σου.

Η ταύτιση είναι τοξική, είναι δηλητήριο – η ταύτιση είναι δουλεία. Η ταύτιση είναι ταυτόχρονα η αιτία όλων των προβλημάτων και της δυστυχίας σου, αλλά και όλων των καταστροφών και των φυσικών συμφορών της ανθρωπότητας.

Όταν αποκτάς επίγνωση του γεγονότος ότι είσαι εντελώς ετεροκαθορισμένος ή έχεις χαθεί μέσα σε κάτι ή είσαι ταυτισμένος με κάτι, έχεις ήδη απαλλαγεί από αυτό.

Η μεγαλύτερη δυστυχία της ζωής είναι να μην μάθεις ποιος πραγματικά είσαι

Οι πεποιθήσεις μας είναι ο κόσμος μας, οι πεποιθήσεις μας είναι ο οδηγός της ζωής μας. Οι πεποιθήσεις μας όμως προέρχονται από τρίτους, με αποτέλεσμα να έχουμε βαθιά ριζωμένες γνώσεις για τον τρόπο που πρέπει να ζούμε οι οποίες όμως αρκετές φορές έρχονται σε αντίθεση με τον τρόπο που θέλουμε να ζούμε. Εδώ βρίσκεται το πολύ σημαντικό σταυροδρόμι, στο οποίο καλούμαστε να επιλέξουμε ανάμεσα στον δρόμο των θέλω και τον δρόμο των πρέπει. Τις περισσότερες φορές στο σημείο αυτό θυσιάζουμε τον πραγματικό μας εαυτό και δημιουργούμε μια ζωή όπως προστάζουν τα κοινωνικά πρέπει.

Είναι η μάστιγα της εποχής μας να μην ζούμε τις ζωές μας, αλλά τις ζωές που έχτισαν άλλοι για εμάς. Είναι μάστιγα της εποχής μας να χάνουμε τον πραγματικό μας εαυτό προσποιούμενοι ότι είμαστε αυτό που μας «φόρεσαν» άλλοι. Είναι μάστιγα της εποχής μας να είμαστε το καλό παιδί.

Είναι μάστιγα της εποχής μας να πασχίζουμε να είμαστε κοινωνικά και καθολικά αποδεκτοί. Είναι μάστιγα της εποχής να κρυβόμαστε πίσω από την ύλη, γιατί έχουμε χάσει την ουσία. Είναι μάστιγα της εποχής μας να μην ξέρουμε ποιοι πραγματικά είμαστε και να είμαστε εντάξει με αυτό.

Η πραγματική ευτυχία όμως δεν κρύβεται μέσα στο ό,τι διδαχθήκαμε ως ευ ζην, μέσα στα πτυχία, τα μεταπτυχιακά, τα σπίτια, τα αυτοκίνητα κλπ. Η πραγματική ευτυχία κρύβεται μέσα μας! Όταν ανακαλύψουμε ποιοι πραγματικά είμαστε, τι είναι αυτό που γεμίζει την ψυχή μας (και το πράξουμε), ποιοι είναι οι άνθρωποι που επιθυμούμε να απαρτίζουν την καθημερινότητα μας, ποιος είναι ο σκοπός μας τότε μόνο θα είμαστε πλήρης, τότε μόνο θα είμαστε ευτυχείς.

Ευτυχία είναι να αναγνωρίσουμε τον πραγματικό μας εαυτό και τα θέλω του, να τον αποδεχτούμε και να πάψουμε να τον σκεπάζουμε, να τον καλύπτουμε, να τον κρύβουμε, να τον καταπατάμε με ταμπέλες και πρέπει!

Όπως είπε κάποτε και ο Ραλφ Γουάλντο Έμερσον:

«Το να είσαι ο εαυτός σου σε έναν κόσμο που διαρκώς προσπαθεί να σε αλλάξει σε κάτι άλλο είναι ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα»