Κυριακή 12 Μαΐου 2024

Το χρέος του θανάτου

product thumbnail 0Ο Αινστάιν, στα τελευταία χρόνια της ζωής του, δήλωσε πως θεωρούσε τον θάνατο σαν ένα παλιό χρέος που έπρεπε να ξεπληρώσει…
Στη φαινομένη πραγματικότητα που ζούμε τα πάντα πεθαίνουν. Όχι μόνο οι άνθρωποι, τα λουλούδια και τα ζώα, αλλά ακόμα και τα βουνά, τα αστέρια σαν τον ήλιο, ολόκληροι γαλαξίες και τελικά το ίδιο το Σύμπαν, τα πάντα παύουν να υφίστανται μετά από κάποιο χρονικό διάστημα.

Οι άνθρωποι, έχοντας επίγνωση της υποχρέωσής μας να πεθάνουμε, μπορούμε να συλλογιστούμε, και όχι μόνο να απωθούμε το χρέος του θανάτου, και πιθανώς να μετριάσουμε σημαντικά τον φόβο.

Μια διευκρίνιση όμως πριν μπούμε στο κυρίως θέμα. Γιατί αναφέρθηκα σε «φαινομένη πραγματικότητα» κι όχι απλά πραγματικότητα; Διότι, ως ανθρώπινα όντα συγκεκριμένων διαστάσεων και με συγκεκριμένες δυνατότητες αντίληψης και κατανόησης, δεν είμαστε σε θέση (τουλάχιστον σήμερα, αν όχι για πάντα…) να μιλάμε για Την Πραγματικότητα.

Η φυσική διαβεβαιώνει πως έχουμε τεράστιο έλλειμμα γνώσης και ο Βέρνερ Χάιζεμπεργκ ορθώς δήλωνε: Όχι μόνο το σύμπαν είναι πιο παράξενο απ’ ό,τι φανταζόμαστε, αλλά είναι πιο παράξενο απ’ ό,τι μπορούμε να φανταστούμε.

Οι φιλόσοφοι μάλιστα μας διαβεβαιώνουν, επί το τραγικότερο, πως κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει την εκδοχή να παιζόμαστε σε ένα παιχνίδι ή πείραμα πολύ ανεπτυγμένων όντων που μας παρατηρούν [1]. Αν κάτι τέτοιο συνέβαινε, δεν θα ήμασταν σε θέση να το αντιληφθούμε.

Όταν αναφέρομαι λοιπόν σε «φαινομένη πραγματικότητα» εννοώ αυτήν που οι αισθήσεις, οι διαστάσεις, το μυαλό μας, με τη βοήθεια της τεχνολογίας που έχουμε αναπτύξει, μας επιτρέπουν να αντιλαμβανόμαστε.

Ας πούμε για ευκολία πως αναφερόμαστε στην πραγματικότητα εκείνη που μας κάνει να σταματάμε στο κόκκινο φανάρι και να περνάμε με πράσινο, και στα δικαστήρια να κρίνουν αν το αυτοκίνητο που έκανε το δυστύχημα πέρασε με κόκκινο ή πράσινο. Την πραγματικότητα της καθημερινότητάς μας δηλαδή, που μας επιτρέπει να συνεννοούμαστε, αλλά δεν έχει την αξίωση να θεωρείται τελεσίδικη γνώση των πραγμάτων.

Σε αυτή λοιπόν την πραγματικότητα, όπως την αντιλαμβανόμαστε, τίποτε δεν διατηρεί την μορφή του ες αεί. Όλα μεταβάλλονται και τελικά, μετά από κάποιο χρόνο, όλα πεθαίνουν, υπό την έννοια του αφανισμού της συγκεκριμένης μορφής υπό την οποία υπήρχαν.

Για κάποιους οργανισμούς η ζωή μπορεί να είναι λίγα λεπτά, για εμάς περίπου 80 χρόνια, για τα αστέρια κάποια εκατομμύρια ή δισεκατομμύρια χρόνια, αλλά τελικά τίποτε δεν θα παραμείνει ως έχει.

Αν ο κόσμος των ιδεών του Πλάτωνα υπάρχει, αν οι ψυχές είναι αθάνατες και πάνε στον παράδεισο ή την κόλαση μετά τη ζωή, δεν είναι θέμα που θα κρίνουμε σε αυτό το άρθρο. Στον κόσμο που ζούμε όλα φθείρονται, δηλαδή μεταβάλλουν τη μορφή τους έως την πλήρη αποδόμησή της. Τα πάντα πεθαίνουν.

Ο θάνατος εμφανίζεται ως συνέπεια της αέναης αλλαγής και κίνησης στο Σύμπαν, όπου τίποτε δεν παραμένει σταθερό και αμετάβλητο. Θα μπορούσαμε να επικρίνουμε το αντίθετο κοσμικό σχέδιο, την σταθερότητα, ως παγερό μουσείο διατήρησης άφθαρτων μορφών, αλλά αυτό δεν έχει καμιά αξία, δεν θα παρηγορούσε κανέναν.

Αυτό που έχει σημασία είναι πως το χρέος του θανάτου συνιστά μεγάλο πρόβλημα για εμάς τους ανθρώπους, οι οποίοι έχουμε επίγνωσή του αλλά για πολλούς λόγους αδυνατούμε να τον αποδεχθούμε.
Τα προβλήματα στην ψυχή μας

Θυμάμαι τον κ. Φώτη. Λίγο μετά τον θάνατο της κ. Άννας, της γυναίκας του, δήλωνε ότι ήθελε να πεθάνει. Ήταν 85 χρονών και απολύτως εξηρτημένος από εκείνη. Τον πίστευα όταν το έλεγε, αλλά όταν πανικοβαλλόταν κάθε φορά που του συνέβαινε κάτι απειλητικό για την υγεία του, θεωρούσα πως έλεγε ψέματα.

Μου πήρε αρκετό χρόνο να καταλάβω πως δεν έλεγε ψέματα ο άνθρωπος. Οι αυτοματισμοί για τη διατήρηση της ζωής, τους οποίους διέθετε και τον έθεταν σε κατάσταση συναγερμού, απλώς δεν ήταν υπό τον έλεγχο της βούλησής του- εκείνης δηλαδή με την οποία δήλωνε ότι ήθελε να πεθάνει. Οι άνθρωποι ως έμβια όντα διαθέτουμε πολλούς ενστικτώδεις μηχανισμούς που τείνουν να μας διατηρήσουν στη ζωή (και όχι μόνο ένα και μοναδικό «ένστικτο της επιβίωσης», όπως γράφεται συνήθως). Για να δείτε τι εννοώ, διακόψτε για λίγο την αναπνοή σας.

Είναι αδύνατο να αγνοήσεις την αντίδραση που προκαλείται από τον οργανισμό και γι’ αυτό ο Καρυωτάκης, όπως και κανείς άλλος, δεν μπόρεσε να αυτοκτονήσει έτσι. Βιαίως επίσης αντιδρούμε στον οξύ πόνο και γι’ αυτό καταφεύγουμε στην αναισθησία για μια σωτήρια εγχείρηση, κατά την οποία δεν είμαστε σε θέση να μην αντιδρούμε αντανακλαστικά, όσο κι αν την εγκρίνουμε. Οποιαδήποτε ζωτική λειτουργία κι αν προσπαθήσετε να παρεμποδίσετε (όπως του εντέρου, της ούρησης, πείνα, δίψα κλπ), θα δείτε την τραχύτητα των ενστίκτων επιβίωσης…

Πέραν όμως των ενστίκτων επιβίωσης που στοχεύουν να μας κρατάνε στη ζωή, υπάρχουν ακόμα δυο παράγοντες που συνδράμουν ισχυρότατα στην ίδια κατεύθυνση:
  • η λαχτάρα να βιωθούν οι χαρές που προσφέρει η ζωή
  • ο φόβος της ανυπαρξίας και του αγνώστου.
Οι δυνάμει άπειρες ομορφιές και η ικανοποίηση που μπορεί να αντλεί, ή έχει αντλήσει, ο άνθρωπος από τη ζωή τον ωθούν να θέλει να ζήσει κι άλλο με τους αγαπημένους του, να απολαμβάνει τις ρουτίνες και τα απρόοπτα της ζωής. Εξαίρεση μπορεί να αποτελέσουν οι περιπτώσεις κατά τις οποίες ειδικά νοσήματα καθίστανται ανυπέρβλητα εμπόδια για αξιοβίωτη ζωή. Ο Άρθουρ Καίσλερ με τη γυναίκα του δώσανε μαζί τέλος στη ζωή τους μπροστά σε μια τέτοια κατάσταση, όπως και πολλοί άλλοι, γνωστοί και μη. Απ’ ό,τι φαίνεται ωστόσο, ο άνθρωπος συνήθως βρίσκει τρόπους να αντλεί χαρά ακόμα και όταν η αρρώστια τον δυσκολεύει.

Ο χορός της ζωής, αυτής που ζει ή εκείνης που ζηλεύει και εύχεται να ζούσε, φαντάζει τόσο όμορφος, ώστε ο πόνος της αποχώρησης από αυτόν τον χορό, ενόσω οι άλλοι θα συνεχίζουν να τον απολαμβάνουν, μπορεί να καταστεί αβάσταχτος.

Κι αν ακόμα οι άλλοι συνεχίσουν να τον θυμούνται σαν αξιολάτρευτο, σημαντικό, δημιουργό κλπ, για όσο μεγάλο διάστημα μετά τον θάνατό του, αυτός δεν θα είναι εκεί…

Συντριπτικός επίσης μπορεί να είναι ο φόβος της ανυπαρξίας και του αγνώστου. Μέχρι τώρα μόνο να υπάρχουμε με την συγκεκριμένη μας μορφή ξέρουμε. Την κατάσταση πριν την γέννησή μας δεν μπορούμε να την ανακαλέσουμε. Φαντάζει παγερό να μην υπάρχεις. Κι αν γίνεται κάτι άλλο, μυστήριο και μυστικό, το οποίο αγνοούμε, δεν μας καθησυχάζει, εφόσον δεν το ξέρουμε…

Τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα για εμάς αν στην έννοια του θανάτου συνυπολογιστεί και η απώλεια. Ο θάνατος αγαπημένου προσώπου είναι δυσβάσταχτος. Η ιδέα ότι δεν υπάρχει πια, ότι δεν θα το ξαναδούμε ποτέ, μπορεί να γίνει αφόρητη. Και όχι μόνο για ανθρώπους είτε αγαπημένα ζώα, αλλά και για εμπειρίες. Πριν λίγες μέρες είδα στην τηλεόραση το τελευταίο επεισόδιο της μουσικής εκπομπής Μουσικό Κουτί. Είχε μεγάλη επιτυχία για 4 χρόνια.

Πολλοί από τους μουσικούς και συντελεστές έκλαιγαν φανερά, ενώ όλοι δυσκολεύονταν να συγκρατήσουν τα δάκρυά τους. Το τέλος του όμορφου και επιθυμητού είναι επίσης θάνατος, (…όλα όσα τέλειωσαν χωρίς ελπίδα πια)[2] είναι απώλεια που πονάει.

Μας πονάει το τέλος κάθε ταξιδιού, αγάπης, έρωτα, κάθε όμορφης εμπειρίας, και πιο πολύ το τέλος της νεότητας και ακμής, δικής μας και των άλλων. Ένα άρθρο σε ένα διαδικτυακό έντυπο έγραψε σχολιάζοντας το τέλος της εκπομπής Μουσικό Κουτί: «Μην στεναχωριέσαι που τελείωσε, να χαμογελάς επειδή συνέβη…». «Μακάρι να μπορούσαμε», θα έλεγα εγώ…

Είναι πάντα δύσκολο έως ακατόρθωτο να πετύχεις κάτι τέτοιο, εφόσον ό,τι περισσότερο αγαπιέται τόσο περισσότερο πονάει όταν παύει να υφίσταται, γενόμενο (θύμηση βαθιά που μας πονεί)[3]…

Τεράστια αρνητική επίδραση της επίγνωσης του θανάτου στην ψυχή του ανθρώπου μπορεί επίσης να έχει και η δοξοθυμία ματαιότητας την οποία συνεπάγεται: «ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης».[4] Γιατί να πασχίζεις για οτιδήποτε όταν γνωρίζεις ότι θα παρακμάσει αναπόδραστα και θα πεθάνει; Και ούτε τα παιδιά, οι νέοι που έρχονται, δεν αποτελούν άρνηση της ματαιότητας, εφόσον και αυτά σε λίγο θα πεθάνουν.

Κι όσον αφορά στην αυταπάτη ότι ο άνθρωπος ζει ακόμα για όσο τον θυμούνται οι επόμενοι, προσωπικά, δεν γνώρισα κανένα από τους δυο παππούδες μου, και φυσικά δεν έχω τίποτε να θυμάμαι από αυτούς.

Ήδη, η μνήμη τους, ως κάποιο αποτύπωμα στον ανθρώπινο νου, έσβησε τόσο σύντομα... Αλλά και να υπήρχε μνήμη, τι θα σήμαινε; Τι σημαίνει για τον Λεονάρντο Ντα Βίντσι, που θεωρούσε αποτυχημένο τον εαυτό του όσο ζούσε, το ότι τον μνημονεύουμε εμείς αιώνες μετά τον θάνατό του; Ακόμα και για τους πιο διάσημους και ξακουστούς, αυτό που μένει δεν είναι παρά ένα παραμύθι που ο καθένας έχει στο νου του όπως να’ ναι...

Θυμάμαι πόσο μεγάλη θλίψη ένιωσα όταν συνειδητοποίησα πως τα πιο όμορφα μυροβόλα άνθη μπορεί να κρατάνε λίγες μόνο ημέρες ή εβδομάδες, πριν ζαρώσουν και πέσουν για να σαπίσουν στο έδαφος. Δεν μπορούσα να αποδεχθώ αυτή τη σπατάλη ομορφιάς. Μου φαινόταν διαστροφικό να φτιάχνονται τόσο απλόχερα τόσο πολλά αριστουργήματα τα οποία συντρίβονται λίγο μετά.

Προφανώς δεν χρειάζονται περισσότερα από τα λίγα που παραπάνω παραθέσαμε για να δείξουμε το αυτονόητο: το δυσβάσταχτο της επίγνωσης του θανάτου.

Ο σκοπός όμως του άρθρου δεν ήταν να συνοψίσουμε επί τροχάδην πράγματα που όλοι έχουν σκεφτεί ή απωθήσει από τη σκέψη τους. Ο σκοπός του άρθρου είναι να διατυπώσει μια πρόταση για το πώς θα μπορούσαμε να αντέξουμε να ζούμε δίπλα στον θάνατο χωρίς η ζωή μας να απαξιώνεται διαρκώς από τον τρόμο του.

Δυο διαπιστώσεις:
 
Η ευτυχής ελαφρότητα του Εγώ

Υπάρχουμε μέσω του εαυτού μας. Με τα δικά μας μυωπικά, πρεσβυωπικά ή αλλήθωρα μάτια, βλέπουμε, αισθανόμαστε τον πόνο στη δική μας κοιλιά, τις δικές μας ανάγκες νιώθουμε άμεσα και προσπαθούμε πρωτίστως να καλύψουμε, από το δικό μας σώμα δεχόμαστε τα τρομερά σήματα όταν κάτι δεν πηγαίνει καλά, όπως αναφέραμε και παραπάνω. Είμαστε εκ φύσεως εγωιστικά όντα, φτιαγμένοι έτσι ώστε να παίρνουμε πάρα πολύ στα σοβαρά τον εαυτό μας.

Ωστόσο το Εγώ είναι μάλλον μια εντύπωση παρά μια σαφής οντότητα. Η αίσθηση του σώματος π.χ. μπορεί να τροποποιηθεί εργαστηριακά από τους ψυχολόγους με ελεγχόμενους τρόπους (δες Φωτιάδης, Βατάκη, 2010) και εύκολα μπορεί να νιώθουμε διαφορετικό οποιοδήποτε μέλος του σώματός μας, το ύψος μας κλπ.

Αναμφίβολα, δε, οι υπαρξιακές δοξοθυμίες που αφορούν στην αφήγηση για τον εαυτό μας είναι δυνατό να αλλάζουν ανάλογα με την όποια μικρή επιτυχία ή αποτυχία, ακόμα και με το τι καιρό έχει σήμερα.

Ο Ramachandran υποστηρίζει ότι το Εγώ «είναι σε σημαντικό βαθμό κοινωνικό κατασκεύασμα, μια ιστορία που φτιάχνουμε για τους άλλους». Με τον μεταδιδακτορικό φοιτητή του William Herstein σχηματίσανε έναν κατάλογο από 16 διαφορετικές μορφές "Εγώ", ανάμεσα στις οποίες είναι αυτό της εικόνας του σώματος, το συγκινησιακό, το εκτελεστικό, το μνημονικό, το ενοποιημένο, αυτό που επιβάλλει συνοχή στη συνείδηση, εκείνο που παραμένει κατά το "άγρυπνο κώμα", το εννοιολογικό, το κοινωνικό κ.α...

Βιολογικά είμαστε υποχρεωμένοι σε μια αίσθηση ή ψευδαίσθηση εξαιρετικής σπουδαιότητας εαυτού, και κοινωνικά σμιλεύουμε έναν μύθο εαυτού (συνειδητά και ασυνείδητα). Δεν υπάρχει καμιά απόδειξη ότι η ύπαρξή μας είναι τόσο σημαντική όσο νιώθουμε ότι είναι. Πιθανώς, ο κύκλος της προσωπικής μας ζωής είναι τόσο ασήμαντος όσο εμείς πιστεύουμε ότι είναι ο κύκλος της ζωής ενός μύκητα ή μιας μύγας.

Τόσο όσο δείχνουν οι σωροί από οστά ανθρώπων ενός μαζικού νεκροταφείου ή ενός οστεοφυλακίου.

Με τα δεδομένα που έχουμε έως σήμερα υπ' όψιν μας, είναι πολύ πιθανό πως κάθε έμβια ύπαρξη παύει να υφίσταται μετά θάνατον. Αλλά κι αν κάτι άλλο συμβαίνει, όπως κάποιου είδους μεταθανάτια ύπαρξη, ακόμα καλύτερα. Είτε έτσι είτε αλλιώς, από πουθενά δεν προκύπτει ότι είναι τόσο σημαντικό, όσο νιώθουμε πως είναι, να διατηρηθεί η προσωπική μας οντότητα ως έχει. Κι' αυτή η διαπίστωση ελαφρότητας δεν είναι κατ' ανάγκη "αβάσταχτη".

Αντιθέτως, η θεώρηση ενός ασήμαντου και ανάλαφρου εαυτού θα μπορούσε να είναι ιδιαίτερα απελευθερωτική. Γιατί τότε το διακύβευμα καθίσταται μικρό. Το πολύ- πολύ να μην καταφέρουμε να περάσουμε τόσο όμορφα όσο θα θέλαμε στο πρόσκαιρο ταξίδι της ζωής.

Και τι έγινε; Χιλιάδες ωάρια και σπερματοζωάρια δεν έγιναν άνθρωποι, ενώ χιλιάδες από αυτά που έγιναν χαλάστηκαν με όλους τους πιθανούς τρόπους που θα μπορούσαν να χαλαστούν.

Η αίσθηση της εαυτού ελαφρότητας, ότι δεν διακυβεύεται κάτι εξαιρετικό με τον προσωπικό μας θάνατο, το να πάψουμε να παίρνουμε τόσο σοβαρά τον εαυτό μας παρά τις βιολογικές προσταγές, είναι απελευθερωτική και μάλλον απαραίτητη προϋπόθεση για τον μετριασμό της υπαρξιακής αγωνίας.
Δεν ξέρουμε σε τι Κόσμο βρισκόμαστε

Ο Jacques Monod θεωρεί πιθανό πως η "...η αξίωση για μια ολοκληρωτική, πειθαναγκαστική ερμηνεία είναι έμφυτη". (Ίσως γι’ αυτό κι εκείνος έφτιαξε μια τέτοια, ενώ θα ήταν καλό να το είχε αποφύγει). Όντως, οι άνθρωποι έχουμε τόσο μεγάλη ανάγκη καθολικής θεωρίας που να λέει πώς είναι ο Κόσμος στον οποίο βρεθήκαμε να ζούμε, ώστε κάθε φορά μοιάζει να είμαστε πεπεισμένοι, με όποια και όσα στοιχεία διαθέτουμε, πως είμαστε ικανοί να βγάλουμε ασφαλή "τελικά" συμπεράσματα για τα πάντα.

Όλες, οι πάμπολλες, μέχρι σήμερα "τελικές" και "καθολικές" θεωρίες τις οποίες οι άνθρωποι έχουν κατασκευάσει ανά τους αιώνες έχουν καταρριφθεί ως ανάξιες λόγου.

Τα σημερινά θρησκευτικά δόγματα για την προέλευση και το τι είναι ο Κόσμος χλευάζουν τα παλαιότερα και είναι απολύτως εχθρικά μεταξύ τους. Ωστόσο, ως φαίνεται, καμιά θεωρητική "συντριβή" δεν είναι ικανή να αποτρέψει την επόμενη πλάνη. Αντίθετα, οι νέες θεωρίες γίνονται οι ίδιες "πλήρεις" και νέες "αποδείξεις" πως "αυτή τη φορά τα είδαμε όλα".

Από το big bang, τη διαστολή του Σύμπαντος/ συστολή/ φούσκωμα-ξεφούσκωμα, «γνωρίζουμε το Τελικό σχέδιο», «όλα είναι πια γνωστά, απομένουν μετρήσεις και υπολογισμοί», «κατακτήσαμε το διάστημα, ξέρουμε τι συμβαίνει στις εσχατιές του»…

Ένα σωρό διατυπώσεις και διαπιστώσεις Τελικών θεωριών, που πριν αλέκτωρ λαλήσει τρις αποδεικνύονται λανθασμένες, με κενά ή πως αφήνουν έξω τεράστια άλυτα θέματα.

Η ιστορία δείχνει πως οι άνθρωποι σπανίως έχουμε τη δυνατότητα να πούμε "ως εδώ φτάνουν οι γνώσεις μας", ας μην βγάλουμε το συμπέρασμα ότι ο ελέφαντας είναι σαν φίδι, όπως ο τυφλός που ψηλαφεί την ουρά του ελέφαντα.

Αναφέραμε την άποψη του Heisenberg πως η φύση είναι πολύ πιο παράξενη απ’ ό,τι μπορούμε να φανταστούμε. Ομοίως, ο Richard Feynman, ένας από τους πρωτεργάτες της κβαντικής φυσικής, έχει δηλώσει: "Νομίζω πως μπορώ να πω με σιγουριά ότι ουδείς καταλαβαίνει την κβαντική μηχανική".

Και πρόσθεσε: "Όσο περισσότερο βλέπουμε πόσο παράξενα συμπεριφέρεται η Φύση τόσο δυσκολότερο είναι να διαμορφώσουμε ένα μοντέλο το οποίο θα εξηγεί τη λειτουργία ακόμα και των απλούστερων φαινομένων.

Έτσι η θεωρητική φυσική έχει παραιτηθεί από αυτό". Οι Hawking και Mlodinow, παρότι γράψανε ένα βιβλίο με τον εμπορικό- παραπλανητικό τίτλο Το μεγάλο σχέδιο, παραδέχονται τελικά: "Δεν έχουμε ακόμη κάποια οριστική απάντηση στο ερώτημα αυτό". Και αλλού: "Ίσως έχει φτάσει η ώρα να εγκαταλειφθεί η αρχική ελπίδα των φυσικών ότι θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε μια θεωρία που να εξηγεί τους φαινόμενους νόμους του σύμπαντός μας, ως τη μοναδική απόρροια μερικών απλών παραδοχών".
 
Μια πρόταση για το πώς θα μπορούσαμε να σταθούμε απέναντι στον θάνατο

Επιχειρηματολογήσαμε υπέρ της ελαφρότητας του Εγώ και της άγνοιάς μας για το σε τι Κόσμο ζούμε. Πώς όμως μπορεί αυτά να μας βοηθήσουν σε μια άλλη υπαρξιακή στάση απέναντι στον θάνατο; Η αποδοχή της άγνοιας επιτρέπει να θεωρηθούν πιθανές εκδοχές που βλέπουν άγνωστα κρυφά νοήματα στον τρόπο που λειτουργεί το σύμπαν.

Η απόρριψη της ψευδαισθησιακής αίσθησης σπουδαιότητας του εαυτού μετριάζει τον τρόμο του προσωπικού αφανισμού και της βλάβης.

Ο Επίκουρος και οι ανατολικοί μύστες μάς προτείνουν την Αταραξία απέναντι στον θάνατο. Και όλοι μάλλον θα συμφωνούσαν πως η Αταραξία είναι το μείζον ζητούμενο για να μπορέσει να βιωθεί το ταξίδι της ζωής και να μην καταστεί μια αγωνιώδης προσμονή του θανάτου, διαρκείς καθημερινοί θάνατοι.

Προφανώς, το να είναι το Εγώ απατηλώς σπουδαίο και το να μην προκύπτει από πουθενά πως πρέπει να διατηρηθεί, διευκολύνει τη μείωση του άγχους και την προσπάθεια για Αταραξία μπρος στον θάνατο Από την άλλη, όταν δεν ξέρουμε τελεσίδικα πώς έχουν τα πράγματα, τον τρόπο που κινούνται τα νήματα στο Σύμπαν, κάθε πίστη, ακόμα και εκείνη της αθανασίας της ψυχής ή της άρνησης του θανάτου μέσω της ενότητας των πάντων, έχει περιθώρια ορθότητας, δεν μπορεί να καταρριφθεί επιστημονικά. Όμως, ο άγνωστος κόσμος μπορεί να γίνει το καταφύγιο και για εκείνους που δεν καλύπτονται από πίστεις, που θεωρούν ότι είναι αυθαίρετες. Και αυτό είναι το πρωτότυπο και παράδοξο που προτείνουμε εδώ.

Η παραδοχή της άγνοιας μπορεί να βοηθήσει στις στιγμές που η ζωή δεν μπορεί να διασκεδάσει τη θλίψη και να συγκρατήσει «το χάλκεον χέρι βαρύ του φόβου» [5] του θανάτου.

Τότε μπορούμε να μεταβαίνουμε νοητικά στον Κόσμο του Μυστικού. Δηλαδή στον Κόσμο που δεν γνωρίζουμε. Στον Κόσμο εκείνο που δεν μπορεί η γνώση να υποδείξει, γιατί δεν υπάρχει γνώση για το πώς είναι. Ξέρουμε όμως ότι υπάρχει. Ο κόσμος της φαινομένης πραγματικότητας δεν είναι Ο Κόσμος.

Επειδή τα πράγματα είναι σίγουρα πολύ πιο παράξενα απ’ ό,τι μπορούμε να φανταστούμε, ας μην προσπαθήσουμε να τα φανταστούμε. Ας μεταβαίνουμε νοερά στον Μυστικό Κόσμο, αφηνόμενοι στη Σοφία των πραγμάτων την οποία αγνοούμε. Κι αν ακόμα δεν υπάρχει καμία Σοφία Δημιουργού και τα πράγματα κινούνται στην κοσμική μηχανή με νόμους που δεν γνωρίζουμε, ας αφεθούμε σε αυτήν τη Ροή των πραγμάτων, αναγνωρίζοντας την εαυτού μικρότητα. Πιθανώς, ένα μέρος της ασημαντότητάς μας αίρεται όταν ενωνόμαστε ειρηνικά με τα Πάντα στην κίνησή τους, υπερβαίνοντας την ψευδαίσθηση του Εγώ.

Ας μεταβαίνουμε λοιπόν ενίοτε στον χώρο του Μυστικού Κόσμου, όταν ο κόσμος της γήινης πραγματικότητάς μας στενεύει κλειστοφοβικά. Κι αφού η γνώση δεν βοηθάει, ας αφουγκραστούμε τον ήχο της Σιωπής. Ας εντρυφούμε στην Αταραξία, στη χαλάρωση σώματος και νου, και ας αφεθούμε στη Μυστική Ροή των πάντων, στον Μυστικό Κύκλο δημιουργίας- αποδόμησης, η οποία μπορεί να κρύβει Σοφία την οποία αγνοούμε. Αντί να αντιστεκόμαστε στη ροή των πραγμάτων λαχταρώντας αθανασία, ας αποδεχθούμε το όποιο συμπαντικό παιχνίδι έχουμε βρεθεί να συμμετέχουμε.

Ας αφεθούμε και ας βιώσουμε ως δώρο το ταξίδι της ζωής, για όσο μας παρέχεται. Ας εντρυφήσουμε στην ευτυχή ελαφρότητα της ύπαρξής μας και ας αφεθούμε ως φτερό στον Κοσμικό άνεμο ως μέρος του Παντός.
---------------------
1. Προσφάτως και κάποιοι επιστήμονες ισχυρίζονται ότι κάτι τέτοιο μπορεί όντως να συμβαίνει.
2. Μανώλης Αναγνωστάκης, Αφιέρωση.
3. Γιώργος Κοτζιούλας, Οι νεκροί μας.
4. Εκκλησιαστής
5.Ανδρέας Κάλβος, Λυρικά, Ωδή Τετάρτη: Εις Σάμον.

Σ' αγαπώ αλλά πρέπει να είσαι αυτός που θέλω

"Σ' αγαπώ αλλά πρέπει να είσαι αυτός που θέλω. Αν δεν είσαι δε μπορώ να σ' αγαπώ. Αν μ' αγαπάς θα κάνεις αυτό που σου λέω". Αγάπη. Εγκλήματα έχουν γίνει στο όνομά της. Τι θα γινόταν άραγε αν οι άνθρωποι αγαπούσαν λιγότερο και σέβονταν περισσότερο ο ένας τον άλλον; Αν είχαν μάθει να ακούνε ο ένας τον άλλον. Μεγαλώσαμε σε ένα εγωιστικό σκηνικό.

Από μικρή ηλικία μάθαμε ότι αυτό που έχει σημασία - το μόνο που έχει σημασία - είναι να επιβάλλουμε την αλήθεια μας στους άλλους.

Να μην ανεχόμαστε ούτε για ένα δευτερόλεπτο την πιθανότητα η αλήθεια του άλλου να έχει κάποιο νόημα.

Πρέπει με κάθε τρόπο η αλήθεια η δική μας να επικρατήσει.

Και τελικά χωρίζουν οι άνθρωποι, διαλύονται οι σχέσεις και το μόνο που μένει στην αίσθηση της κοινωνίας είναι περισπούδαστοι τίτλοι.

"Την παράτησε", "τον άφησε"... έτσι απλά... καμία σημασία δεν έχουν οι επιμέρους διεργασίες που έκαναν δυο ανθρώπους να φτάσουν μέχρι εκεί.

Καμία σημασία δεν έχουν οι ψυχές. Πάντα υπάρχει ένα θύμα που μένει πίσω και ένας θύτης που φεύγει.

Τόσο απλά, τόσο εύκολα. Γνωρίζονται δυο άνθρωποι και κάποια στιγμή απλά συνυπάρχουν.

Έχουν γίνει ξένοι μεταξύ τους και το μόνο που έχουν να κάνουν είναι να μην το αποδεχτούν ποτέ.

Παραμένουν και μετασχηματίζονται ως φροντιστές παιδιών και μετά έχουν να παλέψουν από τη μια με τα συναισθηματικά τους κενά και από την άλλη με τις επιταγές του ρόλου τους.

Αλληλοκατηγορίες, τσακωμοί, κανείς δεν καταλαβαίνει κανέναν.

Η ζωή μετατρέπεται από κάτι όμορφο σε κάτι άλλο.

Σε μια ανηφόρα ατελείωτη που πρέπει να αποδείξεις στον εαυτό σου ότι μπορείς να την ανέβεις.

Ακόμη κι αν υπάρχουν κι άλλοι δρόμοι, εσύ πρέπει να ανέβεις από το συγκεκριμένο για να αποδείξεις ότι αντέχεις.

Η ζωή έχει πια μετατραπεί όχι σε αυτό που θα έπρεπε να είναι, αλλά σε κάτι άλλο. Σε ένα διαρκή αγώνα. Και μέσα σε όλα αυτά, μια κολώνα παραμένει όρθια.

Η μόνη απαίτηση που υπάρχει ανάμεσα στους δύο ανθρώπους είναι η αποκλειστικότητα στο σώμα του άλλου.

Αν υπάρχει αυτό δεν έχει σημασία το να λείπουν όλα τα υπόλοιπα. Η αποκλειστικότητα στην ψυχή, δεν έχει καμμία σημασία.

Ίσως γιατί αυτή δεν κερδίζεται έτσι εύκολα.

Αναρωτιέμαι αν ήταν τα πράγματα ανάποδα.

Αν είμαστε υποθετικά σε μια φανταστική κοινωνία, όπου η αποκλειστικότητα στο σώμα δε θα είχα καμμία σημασία και η αποκλειστικότητα στην ψυχή, ήταν απαραίτητη προυπόθεση για να συνεχίσει να υφίσταται μία σχέση.

Αν ξαφνικά ξυπνά ο ένας από τους δύο και αντιλαμβάνεται ότι δεν υπάρχει αλληλοεπαφή με την ψυχή του άλλου.

Ότι και οι δύο έχουν κλείσει τις διόδους για την ψυχή τους και τη βιώνουν ο καθένας μόνος του.

Και ως απαραίτητο στοιχείο αυτής της φανταστικής κοινωνίας, αναστατώνονται οι δύο φανταστικοί επίσης σύντροφοι και τρέχουν πάνω κάτω ως απατημένοι.

Ίσως θα ήταν πολύ καλύτερα τα πράγματα σε μια τέτοια κοινωνία.

Ίσως δε θα υπήρχαν τόσο αρνητικά συναισθήματα ανάμεσα στους ανθρώπους, ακριβώς γιατί το καμπανάκι δε θα ήταν για κάτι τόσο επιφανειακό όσο η αποκλειστικότητα του σώματος, αλλά θα ήταν ένα καμπανάκι ικανό να αποκαταστήσει τις αληθινές ισορροπίες άμεσα. Εν τη γεννέσει τους.

Αλλά μιας και δεν αναφερόμαστε σε αυτήν την κοινωνία που δεν υπάρχει,αλλά σε μία άλλη που υπάρχει και τη ζούμε, να κλείσω λέγοντας μόνο τούτο.

Ότι οι ψυχές των ανθρώπων δεν ανοίγουν με το έτσι θέλω. Κανείς δε δικαιούται να απαιτεί από κάποιον άλλον να του ανοίξει την ψυχή του.

Αυτό κερδίζεται καθημερινά με πολύ κόπο.

Αν δε γίνεται, δε φταίει ο κατέχων την ψυχή, αλλά ο άλλος που δε βρήκε τον κατάλληλο τρόπο να το κάνει και αντ'αυτού απαιτεί απλά παράδοση άνευ όρων.

Όλα τα παραδίδει ο άνθρωπος αν τύχει στην πορεία της ζωής του.

Την ψυχή του ποτέ έτσι αβασάνιστα.

Δεν υπάρχουν θύτες και θύματα στις σχέσεις των ανθρώπων.

Υπάρχουν μόνο άνθρωποι που έχουν λάθος κλειδιά για λάθος ψυχές.

Και ακόμη κι αυτή η μικρή παραδοχή θα ήταν ικανή να φτιάξει μια πιο αληθινή σχέση.

Αλλά ούτε αυτό ο εγωισμός μας δεν το αντέχει. Όχι. "Εγώ είχα το σωστό κλειδί...εσύ δεν ήθελες να ανοίξεις την ψυχή σου"....

Έχουμε ανάγκη να ξαναβρούμε το άρωμα του κόσμου και της ύπαρξής μας

Πιστεύω πως το πρόβλημα της ελευθερίας του ανθρώπου ξεκινάει από το σώμα του. Ίσον, άμα δεν έχεις το δικαίωμα να χρησιμοποιήσεις το σώμα σου όπως σου γουστάρει, τότε μπορεί να αρνείσαι ένα ανελεύθερο σύστημα, αλλά ταυτόχρονα να αναπαραγάγεις ένα νέο σύστημα καταπίεσης.

Δεν ξέρω αν είμαι λίγο ή πολύ χαρούμενος, αλλά θέλω να ζήσω και είμαι έτοιμος να παλέψω πάλι. Πρέπει να ζήσω, και για να ζήσω, πρέπει ν’ αντισταθώ, μου το ‘πε κι ο γιατρός: να μάχεσαι, να μην παραδίνεσαι, ν’ αντιδράς, αυτό σε έσωσε. Γιατί όταν αντιστέκεσαι, όταν παλεύεις, γεννάς δυνάμεις μέσα σου, αυτές δε σ’ άφησαν να χαθείς, γιατί όταν παλεύεις, οργανώνεσαι, έχεις σκοπό, έχεις στόχο.

Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να παίξουμε και να χαρούμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να κάνουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας.

Η ζωή είναι δώρο που μας δίνεται μία φορά. Οι περισσότεροι άνθρωποι όταν ξημερώνει λένε «άντε να τελειώσει κι αυτή η κωλομέρα». Και δεν καταλαβαίνουν ότι κάνουν άλλο ένα βήμα προς το θάνατο.

Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος, πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα…

Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις. Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις; Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος, πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα…

Νομίζω πως το πιο κρίσιμο πρόβλημα, για την εποχή μας τουλάχιστον, σχετικά με την ευτυχία του ανθρώπου είναι το πρόβλημα της ελευθερίας του, η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, χωρίς εξαρτήσεις, όρους ή περιορισμούς. Η απελευθέρωσή του από κάθε μορφή εξουσίας, ιεραρχίας και αυθεντίας.

Όταν σταμάτησα να είμαι επαγγελματίας επαναστάτης, είπα να γίνω κι εγώ μέλος αυτής της κοινωνίας. Να αντιληφθώ τι γίνεται και τι είναι αυτό που θέλω να ανατρέψω. Όταν συνειδητοποίησα ότι δεν μπορώ να αλλάξω το σύστημα, άρχισα να αγωνίζομαι να μη με αλλάξει αυτό.

Πιστεύω πως το όραμα μιας μελλοντικής κοινωνίας που επαγγέλλεται την ευτυχία του ανθρώπου θα πρέπει να είναι μια κοινωνία, όπου η κοινωνική πρακτική και δραστηριότητα θα ισούται, θα εκφράζεται με το παιχνίδι. Μιας κοινωνίας που θα κάνει οίστρο της ζωής το φόβο του θανάτου.

Αγωνίζομαι να μείνω άνθρωπος. Και αυτό είναι η κορυφαία πολιτική μάχη. Να μπορείς να αποφύγεις τη βαρβαρότητα αυτής της εποχής. Να μπορείς να παραμείνεις άνθρωπος με τρυφερότητα. Με το δικό σου βλέμμα.

Έχουμε ανάγκη να ξαναβρούμε την προσωπική μας αισθητική, τα προσωπικά μας μονοπάτια, του έρωτα, της αγάπης και της τρυφερότητας

Η πατρίδα κινδυνεύει, η παρτίδα βουλιάζει, και πολεμάν σαν κατίνες ο ένας τον άλλον, εσύ έκανες εκείνο στο αυτό κι εσύ έκανες το άλλο. Δεν έχουν την παλικαριά, την εντιμότητα να κάτσουν σε ένα τραπέζι και να αφήσουν τις κατινιές στην άκρη και να κουβεντιάσουν. Είναι τυχαίο; Μα ένας δεν αυτοκτόνησε απ’ αυτούς εδώ τριανταπέντε χρόνια; Ένας δε ζήτησε συγγνώμη, ένας δεν παραιτήθηκε;

Δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε διαφορετικά, παρά μόνο μέσα από την αγάπη, την τρυφερότητα του χαδιού, το ερωτικό μας βλέμμα. Από την επαφή μας με την γη, με τη φύση, θα ξαναγεννηθεί ο καινούριος λόγος της ατομικής ευθύνης και μνήμης.

Έχουμε ανάγκη να ξαναβρούμε την προσωπική μας αισθητική, τα προσωπικά μας μονοπάτια, του έρωτα, της αγάπης και της τρυφερότητας, το άρωμα του κόσμου και της ύπαρξής μας.

Σοφιστές & Κυνικοί

Τι είναι η σοφιστική κίνηση;

Οι σοφιστές δεν αποτελούν φιλοσοφική σχολή, σαν τους Πυθαγορείους ή την πλατωνική Ακαδημία. Δεν πρεσβεύουν ένα κοινό δόγμα, δεν αναφέρονται σε κάποιον αρχηγέτη ή ιδρυτή, δεν έχουν τους ίδιους στόχους, την ίδια πολιτική τοποθέτηση και τους ίδιους αντιπάλους. Το πιο πιθανό είναι ότι οι ίδιοι δεν θα ενέτασσαν καν τους εαυτούς σε ένα ενιαίο ρεύμα.

Η αντιμετώπιση των σοφιστών ως διακριτής ομάδας φιλοσόφων με κοινή ταυτότητα είναι σε μεγάλο βαθμό μια κατασκευή του Πλάτωνα, μια κατασκευή που επιβλήθηκε στους μεταγενέστερους. Στον Πλάτωνα επίσης οφείλεται και η αρνητική χροιά που πήρε η λέξη «σοφιστής», μια σημασία που δεν πρέπει να ήταν καθιερωμένη, αν σκεφτεί κανείς ότι, πενήντα χρόνια μετά τον θάνατο του Σωκράτη, ο μαθητής του Αισχίνης (Κατά Τιμάρχου 125, 173, 175) δεν διστάζει να αποκαλέσει τον Σωκράτη και τον Δημοσθένη «σοφιστές». Ο σκοπός του Πλάτωνα είναι σαφής. Θέλει πάση θυσία να αναδείξει την μοναδικότητα του Σωκράτη. Στα μάτια όμως του μέσου Αθηναίου, όπως φάνηκε και από τις Νεφέλες του Αριστοφάνη, η διαφορά του Σωκράτη από τους σοφιστές δεν ήταν καθόλου εμφανής.

Δυστυχώς όλα σχεδόν τα έργα των σοφιστών έχουν χαθεί. Στην αρνητική εικόνα που μας μεταφέρουν οι πλατωνικοί διάλογοι, λίγες είναι οι αντίθετες μαρτυρίες που μπορούμε να επικαλεστούμε για να φτάσουμε σε μια πιο αντικειμενική αποτίμηση. Συνήθως μάλιστα οι μεταγενέστεροι συγγραφείς αναφέρονται συλλογικά στις θέσεις των σοφιστών, και έτσι είναι πολύ δύσκολο να εντοπίσει κανείς την ειδική συνεισφορά κάθε εκπροσώπου της σοφιστικής κίνησης. Δεν μας μένει παρά να κάνουμε το ίδιο κι εμείς.

Αν προσπεράσουμε προς στιγμήν τα ίδια τα φιλοσοφικά επιχειρήματα, η πλατωνική πολεμική προβάλλει με έντονα αρνητικό τρόπο δύο γνωρίσματα των σοφιστών. Ο σοφιστής δεν έχει σταθερό τόπο και σπίτι, είναι περιφερόμενος άπατρις. Επιπλέον, διδάσκει έναντι αμοιβής, είναι «έμμισθος θηρευτής νέων και πλουσίων» (Πλάτων, Σοφιστής 231d, 223b). Ο Πλάτων δεν παραποιεί στο σημείο αυτό την αλήθεια.

Οι πιο γνωστοί σοφιστές προέρχονται από την περιφέρεια της ελληνικής επικράτειας: ο Πρωταγόρας από τα Άβδηρα της Θράκης, ο Γοργίας από τους Λεοντίνους της Σικελίας, ο Πρόδικος από την Κέα, ο Ιππίας από την Ηλεία, ο Θρασύμαχος από τη Χαλκηδόνα της Προποντίδας. Μόνο ο Αντιφών είναι Αθηναίος. Η δράση των σοφιστών δεν τοποθετείται στις άσημες πατρίδες τους, αλλά στα κέντρα του ελληνισμού, και κυρίως στην Αθήνα. Εκφωνούν επιδεικτικούς λόγους σε πανελλήνιες γιορτές, περιτριγυρίζονται από μαθητές, ζουν από τη διδασκαλία τους, ίσως μάλιστα η απασχόλησή τους αυτή να είναι και ιδιαίτερα επικερδής.

Αν οι κατηγορίες του Πλάτωνα είχαν διατυπωθεί μερικά χρόνια αργότερα, κανείς δεν θα τις έπαιρνε στα σοβαρά. Ο σοφός της ελληνιστικής εποχής αισθάνεται πατρίδα του όλη την οικουμένη. Και θεωρεί αυτονόητο ότι πρέπει να πληρώνεται για την διδασκαλία του, όπως άλλωστε πληρωνόταν ήδη ο Ισοκράτης. Στην εποχή όμως του Σωκράτη και των σοφιστών τα πράγματα είναι διαφορετικά. Για τους Αθηναίους, η ιδιότητα του πολίτη και η συμμετοχή στα κοινά είναι η ύψιστη τιμή.

Ένας ξένος ή ένας μέτοικος, όσο πλούσιος και διάσημος κι να ήταν (και υπήρχαν πάρα πολλοί τέτοιοι κατά τον 5ο αιώνα), δεν έπαυε να θεωρείται κατώτερος, αφού τα πλούτη και η φήμη δεν εξασφάλιζαν πολιτικά δικαιώματα. Από την άλλη μεριά, το να διδάσκεις την υψηλή τέχνη της πολιτικής έναντι αμοιβής σε κατέτασσε αυτομάτως στην κατηγορία του «βάναυσου», αφού μόνο οι χειρώνακτες δέχονταν να εμπορευθούν την τέχνη τους. Οι κατηγορίες επομένως του Πλάτωνα θα πρέπει να έπιαναν τόπο, ιδίως μάλιστα όταν προέβαλλε το αντίθετο υπόδειγμα του Σωκράτη, ο οποίος δεν έκρυβε την φτώχεια του και ήταν τόσο περήφανος για την αθηναϊκή καταγωγή του, ώστε ποτέ στην ζωή του δεν θέλησε να βγει από τα σύνορα της πόλης του.

Τι διδάσκουν όμως οι σοφιστές στην Αθήνα;

Πώς προσελκύουν τους μαθητές τους; Όταν ο Σωκράτης θέτει αυτό το ερώτημα στον Πρωταγόρα (στον ομώνυμο πλατωνικό διάλογο), παίρνει την απάντηση ότι το αντικείμενο της διδασκαλίας του είναι η «πολιτική τέχνη», η δυνατότητα να διαμορφώνει κανείς «αγαθούς πολίτες»:

«Το μάθημά μου είναι η σωστή αντιμετώπιση των οικείων υποθέσεων (πώς να διοικεί κανείς άριστα το σπίτι του) και των υποθέσεων της πόλης (πώς να γίνει ασυναγώνιστος στην πολιτική πρακτική και στον πολιτικό λόγο)» (Πλάτων, Πρωταγόρας 318e-319a).

Όταν η ίδια ερώτηση απευθύνεται στον Γοργία, η απάντηση είναι πιο συγκεκριμένη: ο Γοργίας διδάσκει «την ωραιότερη τέχνη», την τέχνη της ρητορικής. Η ρητορική προσφέρει το σπουδαιότερο αγαθό στον άνθρωπο, γιατί του

«…εξασφαλίζει την προσωπική του ελευθερία, δίνοντάς του τη δυνατότητα να εξουσιάζει τους άλλους μέσα στην πόλη του». Η εξουσία στη δημοκρατική πόλη στηρίζεται στην πειθώ. Εξουσιάζει, όποιος κατέχει την τέχνη της πειθούς, «όποιος μπορεί να πείσει με τα λόγια τους δικαστές στο δικαστήριο, τους βουλευτές στη Βουλή, τους πολίτες στην Εκκλησία του Δήμου» (Πλάτων, Γοργίας 452d-e).

Θα μπορούσε να θεωρήσει κανείς ότι οι δύο απαντήσεις είναι διαφορετικές. Ο συνετός Πρωταγόρας διδάσκει την καθαγιασμένη στη Αθήνα πολιτική τέχνη, ενώ ο κυνικός Γοργίας την εξουσία της πειθούς. Στην ακραία της εκδοχή η στάση του Γοργία οδηγεί στην ταύτιση της αρετής και της δύναμης, σε αυτό που διακήρυξε ένας άλλος σοφιστής ο Θρασύμαχος, λέγοντας ότι «δίκαιο δεν είναι τίποτε άλλο παρά το συμφέρον του ισχυρότερου» (Πλάτων, Πολιτεία 338c).

Ίσως πάλι η απάντηση του Γοργία να μην είναι τόσο διαφορετική από την απάντηση του Πρωταγόρα. Ο σοφιστής διδάσκει τη σωστή άσκηση της πολιτικής πρακτικής, η οποία εξαρτάται από την ορθή χρήση του πολιτικού λόγου. Σε αυτό συμφωνούν και ο δύο. Ο Γοργίας απλώς προσθέτει ότι η ορθή χρήση του πολιτικού λόγου έχει όνομα: πρόκειται για την νέα τέχνη της ρητορικής, η οποία ακριβώς ορίζεται ως «δημιουργός πειθούς». Ο Πλάτων, που αναπλάθει την όλη συζήτηση, μας αφήνει να βγάλουμε τα δικά μας συμπεράσματα.

Για κάποια λοιπόν πράγματα είμαστε σίγουροι. Οι σοφιστές φιλοδοξούν να καλύψουν ένα κενό στην εκπαίδευση των πολιτών, ένα κενό που προέκυψε από την ταχύτατη επικράτηση των δημοκρατικών θεσμών. Η ειδικότητά τους είναι η γνώση της πολιτικής τέχνης. Ισχυρίζονται ότι με τη διδασκαλία της πολιτικής τέχνης κάνουν τους ανθρώπους καλύτερους – συνδέουν επομένως την αρετή με την πολιτική. Και διαβλέπουν την άμεση σχέση της πολιτικής αποτελεσματικότητας με την έντεχνη χρήση του λόγου.

Από εδώ και πέρα αρχίζουν οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των σοφιστών. Άλλοι επικεντρώθηκαν στην ανάλυση των κοινωνικών θεσμών και του πολιτισμού, όπως ο Πρωταγόρας και ο Αντιφών, και έφεραν στο προσκήνιο την αντίθεση «φύσης» και «νόμου» – οι σταθερές καταβολές του είδους ή οι κοινωνικές συμβάσεις είναι το θεμέλιο της ανθρώπινης συμπεριφοράς; Το πρόβλημα της αντικειμενικής γνώσης και της αλήθειας απασχόλησε τον Πρωταγόρα και τον Γοργία.

Ο Πρόδικος ήταν ο πρώτος που ενδιαφέρθηκε για τα γλωσσικά ζητήματα, ενώ ο Γοργίας θεωρείται ο θεμελιωτής της ρητορικής. Ο Ιππίας ίσως αποτελεί σύνδεσμο της σοφιστικής με την παλαιότερη προσωκρατική φιλοσοφία, αφού επιμένει στην διδασκαλία των μαθηματικών και της αστρονομίας. Και μόνο η αναφορά στα παραπάνω προβλήματα αρκεί για να αντιληφθεί κανείς την συμβολή των σοφιστών στον μετασχηματισμό της φιλοσοφίας κατά τον 5ο αιώνα.

Οι Κυνικοί Φιλόσοφοι & ο Σημερινός Κόσμος.

“Όποιος λοιπόν θέλει να ζει ως κυνικός φιλόσοφος ας μην εγκολπώνεται μόνο το τριμμένο ρούχο ή το σακούλι ή το ραβδί και τα μαλλιά για να πορεύεται ακούρευτος κι αγράμματος σαν να βρισκόταν σε μια πόλη που δεν έχει κουρεία και σχολεία, αλλά ας θεωρεί ως γνωρίσματα της κυνικής φιλοσοφίας τον λογισμό κι όχι το ραβδί, τις φιλοσοφικές αρχές της κι όχι το σακούλι.

Και την ελευθεροστομία πρέπει να την εφαρμόζει αφού πρώτα δώσει δείγματα της αξίας του, πως κατά τη γνώμη μου έκαναν ο Κράτης και ο Διογένης. Όποιος λοιπόν θέλει να είναι οπαδός του Κυνισμού και άνθρωπος αξιόλογος, αφού πρώτα φροντίσει για τον εαυτό του, όπως ο Διογένης και ο Κράτης, ας ξεριζώσει από την ψυχή του εξ ολοκλήρου κάθε πάθος και ας εμπιστευθεί όλα όσα αφορούν τον εαυτό του στον ορθό λόγο και στο μυαλό του, ώστε να τα κυβερνάει αυτό. Τούτο, καθώς νομίζω εγώ, ήταν το πρώτιστο στη φιλοσοφία του Διογένη.” Διογένης, απόσπ. 327: Ἰουλιανός, Εἰς τοὺς ἀπαιδεύτους κύνας, Λόγοι ΙΧ [VI] 18p. 200d-201d

Και γιατί «σκύλοι»;

Το όνομά τους το πήραν οι Κυνικοί από τον σκύλο, τον κύνα. Επειδή ο χαρακτηρισμός αυτός είχε υποτιμητική σημασία (υποδηλώνει αναίδεια), εύκολα θα πιστεύαμε ότι τους βάφτισαν έτσι οι φιλοσοφικοί τους αντίπαλοι. Ακόμη κι αν είχε συμβεί αυτό, ο ίδιος ο Διογένης το αποδέχθηκε και αποκαλούσε τον εαυτό του «σκύλο».

Η συμπεριφορά των Κυνικών είναι σαν του σκύλου, δηλαδή κυνική: είναι ωμά ειλικρινής, χωρίς υπεκφυγές, διακρίνει αμέσως φίλους και εχθρούς· είναι ταυτόχρονα και αναίσχυντη, δεν έχει ντροπές στις δημόσιες πράξεις, δεν έχει ντροπές σε καμία πράξη, γιατί όλες γίνονται δημοσίως.

Για τους Κυνικούς, η παρατήρηση της ζωής των ζώων φανερώνει ότι ο άνθρωπος έχασε την αλήθεια εξαιτίας του πολιτισμού, γιατί οι θεμελιώδεις αξίες του (στην πολιτική, στην ηθική, στην θρησκεία) είναι αντίθετες προς την φύση. Ο πολιτισμός παραχάραξε τον φυσικό νόμο και θέσπισε τον θετικό νόμο που ισχύει στις πολιτείες· αυτό τον νόμο ο Διογένης προσπάθησε να τον υπονομεύσει. Παραχάραξε με την σειρά του τις συνήθειες των πολιτών και πρόβαλε σαν υπόδειγμα την φυσική ζωή, ακόμη και την σκυλίσια. Δεν τόνισε την λογική πλευρά του ανθρώπου (όπως π.χ. ο Αριστοτέλης), γιατί τον κανόνα τον δίνει η φύση. Ο άνθρωπος οφείλει να ζήσει σύμφωνα με την φύση, όπως άλλωστε κάνουν οι σκύλοι και όλα τα ζώα.

Ο Διογένης χρησιμοποιεί τα ζώα ως παραδείγματα τόσο για λόγους διαπαιδαγώγησης (ας θυμηθούμε διδακτικούς μύθους, όπως τους αισώπειους) όσο και για να δείξει την ανωτερότητα της φύσης απέναντι στον πολιτισμό.

Η φύση, λοιπόν, διδάσκει· το ίδιο και οι άνθρωποι, αν τους παρατηρούμε. Ο Διογένης έβλεπε ότι μπορούμε να ζήσουμε χωρίς πολλά πράγματα τα οποία έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε απαραίτητα. Όταν έφτασε στην Αθήνα το ‘σκασε ο σκλάβος του, ο Μάνης. Παρηγορήθηκε με την σκέψη ότι, αν ο Μάνης μπορούσε χωρίς τον Διογένη, τότε και ο Διογένης θα μπορούσε χωρίς τον Μάνη (Διογένης Λαέρτιος 6.55).

Την απλότητα την διδασκόταν και από τα παιδιά -κάτι παράξενο για Έλληνα φιλόσοφο. Όταν είδε ένα παιδί να πίνει νερό με τα χέρια, πέταξε το κύπελλό του· κι όταν είδε κάποιο άλλο παιδί να παίρνει τις φακές του στην γούβα ενός ψωμιού, πέταξε την κούπα του. (Διογένης Λαέρτιος 6.37).

Συνειρμοί και προβληματισμοί.

Χωρίς ο ίδιος ο Σωκράτης να το επιδιώξει, ορισμένοι μαθητές του ίδρυσαν σχολές Φιλοσοφίας, που ξεκίνησαν βέ­βαια από τις ιδέες του μεγάλου δασκάλου, αλλά η καθεμιά από αυτές αναπτύχτηκε ανάλογα με τις ιδιαίτερες προσωπικές τάσεις των εκπροσώπων της. Πραγματικά η πολύπλευρη προσωπικότητα του Δασκάλου, η συστηματικότητα της διδασκαλίας του, τα σπάνια χαρακτηριστικά της ζωής του, όπως η καρτερία, λιτότητα, ηρωική συνέπεια ως τον θάνατο, σπάνια διαλεκτική δεινότητα, επηρέασαν βαθιά ανθρώπους με διαφορετικούς χαρακτήρες, που διαμόρφωσαν ο καθένας την δική του διδασκαλία. Δημιουργήθηκαν έτσι σε διάφορα σημεία του τότε ελληνικού χώρου πέντε σχολές φιλοσοφίας με κοινή αφετηρία και διαφορετικούς στόχους [2] Αυτές οι σχολές πλην της Πλατωνικής είναι:

α) η Ηλιοερετρική με ιδρυτή τον Φαίδωνα, το γνωστό μαθητή του Σωκράτη,

β) η Μεγαρική με ιδρυτή τον Ευκλείδη,

γ) η Σχολή των Κυνικών και

δ) η Κυρηναϊκή ή Ηδονική Σχολή, που ιδρύθηκε από τον Αρίστιππο τον Κυρηναίο.

Ας έλθουμε, όμως, στα πράγματα. Και πρώτα τι σημαίνει: Κυνικοί φιλόσοφοι και ποίοι, κυρίως, είναι. Οι Κυνικοί είναι χαρακτηρισμός μιας ομάδας φιλο­σόφων με ορισμένη κοσμοθεωρία και βιοθερία. Οι πιο γνωστοί είναι: ο Αντισθένης (450 – 360 π.κ.ε.), ο Διογένης ο Σινωπεύς (400(;) – 323 π.κ.ε.), ο Κράτης ο Θηβαίος (365 – 285 π.κ.ε.) και η σύζυγός του Ιππαρχία, ο Μητροκλής, μαθητής του Κράτη. Στην ελληνιστική εποχή γνωστοί ήταν ο Βίων ο Βορυσθενίτης (325 – 255 π.κ.ε.) και, τέ­λος, ο Μένιππος (3°? π.κ.ε. αι.), ο πατέ­ρας της σάτιρας.

Ας αρχίσουμε από τον Αντισθένη, που θεωρείται ο ιδρυτής της Φιλοσοφικής αυτής σχολής. Γεννήθηκε στην Αθήνα μα δεν ήταν γνήσιος πολίτης της, μια και η μάνα του ήταν θριακιώτισσα σκλάβα. Επειδή δεν είχε το δικαίωμα να γυμνάζεται και να συναναστρέφεται παντού, όπως όλοι οι γνήσιοι Αθηναίοι, αναγκαζόταν να πηγαίνει στο Κυνόσαργες, ένα από τα τρία μεγάλα γυμναστήρια της Αθήνας, που, όμως, βρισκόταν έξω από το τείχος της πόλης.

Ο Αντισθένης υπήρξε άνθρωπος που ήθελε να μαθαίνει. Πρώτα άκουσε την διδασκαλία του σοφιστή Γοργία. Εργαζόταν ήδη σα δάσκαλος, όταν γνώρισε τον Σωκράτη, στου οποίου τον όμιλο προσκολλήθηκε από τό­τε με μεγάλη ευλάβεια. Συμπαραστάθηκε στον Σωκράτη μέχρι τις τελευταίες στιγμές του στο δεσμωτήριο (399 π.κ.ε.). Ο κυνικός αυτός φιλόσοφος, εξαιτίας του Γοργία, ενδιαφέρθηκε αρχικά για την ρητορική και μελέτησε βαθιά την γλώσσα σαν φορέα αλήθειας. Ο Σωκράτης, πάλιν του έστρεψε την προσοχή στα ηθικά προβλήματα.

Ίδρυσε δική του σχολή, που πήρε το όνομα Κυνική, το πιο πιθανόν από το όνομα του Γυμνασίου «Κυνόσαργες», που είχε για προστάτη τον Ηρακλή. Αυτό τον τίτλο φέρει εξάλ­λου το σημαντικότερο του σύγγραμμα «Ηρακλής», όπου εγκωμιάζει στο πρόσωπο του ήρωα αυτού το κυνικό ιδανικό της αυτοπεποίθησης και της σκληραγωγίας, του κόπου και του αγώνα (πόνου). Την αποφασιστική ώθηση στο πνεύμα του Αντισθένη έδωσε το ηθικό μέρος της σκέψης του Σωκράτη. Δεν ήταν, όμως, τόσο η θεωρητική θεμελίωση της ηθικής πάνω στη γνώση, που τον προσέλκυσε, όσο η πρακτική πλευρά της.

Έτσι η λιτότητα της ζωής του δασκάλου έγινε το ιδανικό στην φιλοσοφία του μαθητή. Αυτό φαίνεται από το απόσπασμα της διδασκαλίας του. που ακολουθεί: «Η αρετή είναι αρκετή (αυτάρκης) για την ευδαιμονία, και για την αρετή δεν χρειάζεται τίποτε άλλο παρά η δύναμη ενός Σωκράτη, Είναι ζήτημα πρακτικό και δεν χρειάζεται πολλά λόγια και γνώσεις».

Έγραψε πολλά συγγράμματα (είναι γνωστοί 62 τίτλοι)· ανάμεσα σε αυτά στον «Κόρο» (θυμίζει λίγο Ξενοφώντα) συνιστούσε προ πάντων την φιλανθρωπία, ενώ στο έργο του «Αλκιβιάδης» μαστίγωνε την εγωιστική ηδονή, στον «Πολιτικό» του τα έβαζε με τις αδυναμίες της δημοκρατίας και στον «Αρχέλαο» χτυπούσε την τυραννίδα. Πολέμησε, με εμπάθεια, τις ιδέες του Πλάτωνα, έγραψε, μάλιστα, κι ένα πολεμικό έργο, τον «Σάθωνα», πράγμα που ανάγκασε τον Πλάτωνα να του απαντήσει με τον «Ευθύδημο». Ο Αντισθένης, επίσης, χρησιμοποίησε πρώτος τον τύπο του «Προτρεπτικού» λό­γου, ως παρόρμηση στη Φιλοσοφία.

Η λογική και η γνωσιολογία του Αντισθένη είναι άρνηση του δυνατού κά­θε κρίσης εκτύς από τις ταυτολογικές, δηλαδή δεν δεχόταν ότι είναι δυνατό να οριστεί ένα πράγμα με γνωρίσματα ενός άλλου, φτάνοντας στο σημείο να υποστηρίζει π.χ. ότι δεν μπορούμε να λέμε: «Το χιόνι είναι λευκό», αλλά μόνο «το χιόνι είναι χιόνι». Παρ’ όλην όμως την αρνητική βάση της γνωσιολογίας του, διατήρησε την ορθολογιστική εκτίμηση του Σωκράτη προς την γνώση, την οποία όριζε «αληθή δόξαν» μετά λόγου. Με αυτή την προϋπόθεση στήριζε την θέση του για την παιδεία με την δική του γνω­στή φράση: «αρχή παιδεύσεως ή των ο­νομάτων επίσκεψις», δηλαδή μαθαίνο­ντας κανείς τα ονόματα των εννοιών μαθαίνει και τα πράγματα, που αναφέρονται σ’ αυτά.

Ο Αντισθένης καθόρισε την φιλοσοφία των κυνικών περιορίζοντάς την σχεδόν ολόκληρη στην ηθική τους, κατά την οποία το ανώτατο αγαθόν είναι η έλλειψη κάθε ανάγκης, η απλότητα και φυσικότητα του βίου και ακόμη κι αυτή η επιζήτηση του πόνου.

Οι αρετές των κυνικών είναι η εγκράτεια, η καρτερία, η απάθεια.

Η αρετή είναι μία, ενιαία και διδακτή, το ανώτατον αγαθόν, και αναφαίρετη. όταν άπαξ έχει αποκτηθεί. Πραγματικά ενάρετος είναι ο σοφός, που κατέχει σίγουρα τη μόνη απαραίτητη προϋπόθεση για την ευδαιμονία. Πίστευε πως αγαθό (χτήμα) για τον άνθρωπο μπορεί να είναι μόνο εκείνο που του ανήκει (οικείον) και τέτοιο είναι μόνον η διανοητική ιδιοκτησία.

Δεν επιτρέπεται να πάρουμε την ηδονή για αγαθό, τον κόπο και την εργασία για κακό, αφού εκείνη, όταν εξουσιάζει τον άνθρω­πο, τον διαφθείρει, ενώ οι δεύτερες τον παιδαγωγούν στην αρετή. 0 Αντισθένης έλεγε πως προτιμούσε να τρελαθεί πα­ρά να παραδοθεί στην ηδονή («μανείην μάλλον ή ησθείην») και για υπόδειγμα είχαν την πολύμοχθη ζωή του Ηρακλή [5].

Ο πιο γνωστός και λαοφιλής φιλόσοφος, ο «σταρ» των κυνικών, στάθηκε ο Διογένης. Αυτός γεννήθηκε στη Σινώπη του Πόντου στα τέλη του Ε* π.κ.ε. αι. και πέθανε στην Κόρινθο, τι σύμπτωση (!), τον ίδιο χρόνο με τον Μακεδόνα Αλέξανδρο (323 π.κ.ε.).

Ο πατέρας του, ο Ικεσίας, ήταν τραπεζίτης, αλλά… και παραχαράκτης νομισμάτων, πράγμα που μυήθηκε κι «ο δικός μας στην επικερδή τέχνη του πατέρα του. Απ’ αυτό το επάγγελμα πήρε το πρώτο… μάθημα της ζωής του, καθώς ανακαλύφθηκε η απάτη και για να μη συλληφθεί και πιθανόν να θανατωθεί, όπως λέγεται ότι συνέβηκε στον πατέρα του, αναγκάστηκε να φύγει. Έτσι άρχι­σαν οι περιπέτειες, τα βάσανα, οι αλλαγές στην ζωή και στις σκέψεις του, αλλά και οι θρύλοι γύρω από την ζωή του.

Κάποτε έφθασε στην Αθήνα. Δυστυχώς δεν έχουμε πληροφορίες πως προσαρμόστηκε σ’ αυτή την μεγάλο πό­λη, που μάλλον ύστερα από τους εμφύλιους πολέμους θα βρισκόταν σε κάποια παρακμή. Ο Σωκράτης είχε πιει το κώνειο και κυριαρχούσε στην Φιλοσοφία ο Πλάτωνας. Ο Διογένης τότε, χωρίς αυτό να είναι απολύτως βέβαιο, γνώρισε τον Αντισθένη [6] και, λέγεται, θέλησε να γίνει μαθητής του, επειδή, φαίνεται, ταίριαζαν τα μαθήματά του με τις νέες απόψεις που άρχισε να σχηματίζει. Εδώ αρχίζει η ανεκδοτολογία.

Κατά τον Δίωνα Χρυσόστομο, όταν ο Διογένης ζήτησε να τον δεχθεί ως μαθητή, ο Αντισθένης αρνήθηκε κι όταν επέμενε σήκωσε το ρα­βδί του να τον χτυπήσει. Κι εκείνος εί­πε: «παῖε. οὐ γάρ εὑρήσεις οὕτω σκλη­ρόν ξύλον, ᾧ μέ ἀπείρξεις. ἕως ἄν τί φαίνῃ λέγων» (Χτύπα, με φοβάσαι, χτύπα. Δε θα βρεις ραβδί τόσο σκληρό με το ο­ποίο θα μπορέσει να με διώξεις από κο­ντά σου, εφόσον φαίνεται να λες κάτι), τόσο ξεροκέφαλος ήταν!

Ο Αντισθένης, λέγεται, ότι υποχώρησε, αλλά βρήκε τον μπελά του, καθώς του έκανε άγρια κριτική, ιδίως όταν τον έπιανε να είναι ασυνεπής· όταν δεν συμφωνούσαν οι πράξεις με την διδασκαλία του, ο Διογένης τον χαρακτήριζε ως «τρομπέτα που δεν άκουγε τον εαυτό της» [7].

Ο Διογένης ξεπέρασε το δάσκαλό του Αντισθένη στον ασκητισμό. Προτίμησε να ζει στο περιθώριο της κοινωνίας ως ζητιάνος παρά να είναι γιατρός των ψυχών στην κοινωνία. Εγκαινίασε μια προκλητική συμπεριφορά, γεμάτη ακρότητες, καυστική ειρωνεία και επιδεικτική για κάθε κοινωνική συμβατικότητα. Προστατεύοντας το σώ­μα του με ευτελές ύφασμα, το ίδιο μέρα-νύχτα, χειμώνα-καλοκαίρι, μεταφέροντας στον ώμο μια σακούλα με όλα τα υπάρχοντά του και χρησιμοποιώντας για κατάλυμα ένα πιθάρι, ο Διογένης έγινε το πρότυπο κάθε λαϊκού δασκάλου της φιλοσοφίας.

Προτίμησε το ρόλο ενός «σκύλου δαγκανιάρη» παρά το συμβιβασμό με τις ματαιότητες και συμβατικότητες της «πολιτισμένης» κοινωνίας. Ποτέ δεν έ­παιρνε το ύφος αφηνιασμένου ηθικολόγου. παρά ενός έξυπνου και καυστικού σατιριστή. 0 «λυσσασμένος αυτός Σωκράτης» χειριζόταν την ειρωνεία και το σαρκασμό με απαράμιλλη δεξιοτεχνία.

Παρ’ όλον ότι ο Πλάτωνας αναγνώριζε στον Αντισθένη και τον Διογένη το λιγότερο «ἀλλά τινί δυσχερείᾳ φύσεως οὐκ ἀγεννοῦς» (κάποια ιδιοτροπία ευγενικής ιδιοσυγκρασίας). [9] ο «δάκνων κύων» ένιω­θε μεγάλη αντιπάθεια προς την θεωρία των ιδεών του Πλάτωνα. «Ἐγώ, ἔλεγε, τράπεζαν καί κύαθον (κύπελλο) ὁρῶ· τραπεζότητα καί κυαθότητα οὐδαμῶς». Κι όταν ο Πλάτωνας όρισε τον άνθρω­πον «ζώον δίπουν άπτερον» ο Διογένης μάδησε έναν κόκορα και τον έφερε στην Ακαδημία και είπε: «οὗτος ἐστίν ὁ Πλάτωνος ἄνθρωπος». Κατά τον Διογένη Λαέρτιον ο Διογένης έγραψε ικανά έργα, κυρίως διαλόγους και δράματα, το κύ­ριο, όμως, σύγγραμμά του είχε τον τίτλο «Πάρδαλις» (ο Πάνθηρας).

Η Κυνική άσκηση.

Παρά την κριτική του στον πολιτισμό, ο Διογένης ήταν γέννημα της πόλης· η συμπεριφορά του ήταν αξιοπρόσεκτη ακριβώς επειδή επέλεξε να την εκθέσει στην αγορά. Δεν αποσύρθηκε, αλλά έπραττε σαν να είχε αποστολή να πείσει τους ανθρώπους να εξετάζουν την ζωή τους, γιατί (όπως θα έλεγε και ο Σωκράτης) μια ζωή ανεξέταστη δεν αξίζει να την ζεις. Σε αυτόν θα μπορούσαν να βρουν καθοδήγηση οι συνηθισμένοι άνθρωποι, και όχι στις Σχολές του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Ο Διογένης αποσκοπούσε να προσφέρει μια τέχνη, μια ηθική πρακτική που θα οδηγούσε τον άνθρωπο στην ευτυχία.

Η μίμηση της ελευθερίας και της αυτάρκειας των ζώων είχε πολλαπλούς σκοπούς: να παραμερίσει τα εμπόδια που βάζει η κοινωνία στην ανθρώπινη ευτυχία, χωρίς όμως να μένει στην απλή ικανοποίηση των ενστίκτων και στην απάθεια· και να κατοχυρώσει την πλήρη ανεξαρτησία, που κάνει τον άνθρωπο σαν τους θεούς. Γι᾽ αυτό και ο Ηρακλής είναι το πρότυπο των Κυνικών· γιατί ήταν ένας θνητός που χάρη στους άθλους του πλησίασε τους θεούς.

Η αυτάρκεια και η ανεξαρτησία επιτυγχάνονται με την άσκηση και την παρρησία. Η άσκηση είναι δύο ειδών, σωματική και ψυχική. Η σωματική εξάσκηση προσφέρει ανοσία στις αναπόφευκτες αντιξοότητες της ζωής, δεν αντιστρατεύεται όμως τις κατάλληλες απολαύσεις. Η ψυχική άσκηση συμπληρώνει τη σωματική: μαθαίνει στον άνθρωπο να καταφρονεί τις ηδονές, κι αυτό είναι μια νίκη που προκαλεί μεγαλύτερη ηδονή. Έτσι ο Διογένης επαινούσε όσους σχεδίαζαν και ήθελαν να κάνουν κάτι, αλλά τελικά, και παρά την επιθυμία τους, δεν το έκαναν.

Με αυστηρή πειθαρχία, η σωματική εξάσκηση και η μίμηση υποδειγματικών πράξεων φέρνουν την εσωτερική ελευθερία, την ανεξαρτησία από εξωτερικούς καταναγκασμούς. Η άσκηση συμπληρώνεται με τη γνώση, και έτσι κατακτιέται η αρετή. Αλλά χωρίς την άσκηση, όπως τονίζουν οι Κυνικοί, τίποτε δεν μπορεί να επιτευχθεί (Διογένης Λαέρτιος 6.70-71).

Η πρακτική της παρρησίας.

Οι Κυνικοί πίστευαν ότι η αλήθεια φαίνεται μέσα στην ζωή, την δείχνει ο καθένας με την ζωή του. Ο φιλοσοφικός βίος, ως βίος παραδειγματικός, χρειάζεται δημοσιότητα, ώστε να προβληθεί η αλήθεια με τρόπο που να γίνεται προσιτή σε όλους. Δύο κυρίως τρόπους χρησιμοποίησαν οι Κυνικοί, τον λόγο και τις πράξεις, το κήρυγμα και την σκανδαλώδη συμπεριφορά.

(α) Οι Κυνικοί δεν απευθύνονταν σε κάποιο συγκεκριμένο κοινό, συγκεντρωμένο για να τους ακούσει. Δεν επιζητούσαν μικρά και επιλεγμένα ακροατήρια. Προτιμούσαν το πλήθος και το αναζητούσαν εκεί που μαζευόταν για άλλους λόγους: στα θέατρα, στις θρησκευτικές γιορτές, στους αθλητικούς αγώνες. Σε τέτοιες περιστάσεις ο κυνικός έβρισκε ευκαιρία να περάσει το δικό του μήνυμα, μέσα από το κήρυγμα – το κατεξοχήν είδος ομιλίας που (παρουσιάζεται σαν να) λέει την αλήθεια και απευθύνεται σε όλους.

Στα κηρύγματα των Κυνικών δεν περιέχονταν εποικοδομητικά στοιχεία, κάποια θετική διδασκαλία. Ήταν κυρίως μια επίθεση κατά των θεσμών που εμποδίζουν την ελευθερία και την αυτάρκεια κάθε ανθρώπου· μια κριτική των ηθικών αντιλήψεων και των μορφών συμπεριφοράς. Με τον τρόπο τους, και την ελευθεροστομία τους, κατάφερναν να προκαλέσουν ενδιαφέρον για φιλοσοφικά θέματα σε ανθρώπους εκτός φιλοσοφίας – κάτι που λίγοι το πετυχαίνουν.

Σε κάποιον που τον κορόιδευε επειδή έμπαινε σε ακάθαρτα μέρη, είπε ο Διογένης: «Και ο ήλιος μπαίνει στα αποχωρητήρια, αλλά δεν λερώνεται.» (στον Διογένη Λαέρτιο 6.63)

(β) Όσο καυστικά κι αν ήταν τα σχόλιά τους, οι Κυνικοί δεν έμειναν στα λόγια. Με τις πράξεις τους αμφισβητούσαν τις συνήθειες και τις γνώμες των πολλών, τους κανόνες της κοινωνικής ζωής.

Όταν ο Αλέξανδρος πλησίασε τον Διογένη και τον ρώτησε αν χρειαζόταν τίποτε, ο φιλόσοφος του απάντησε: «Να πας λίγο πιο πέρα από τον ήλιο, να μην τον κρύβεις.» Ο βασιλιάς θαύμασε τον φιλόσοφο για την περηφάνεια του και την περιφρόνηση της διαταγής (Πλούταρχος, Αλέξανδρος 14). Η αντίδραση, όμως, του βασιλιά δεν κρύβει ότι ουσιαστικά αντιστράφηκαν οι ρόλοι: αυτός που διέταξε δεν ήταν ο Αλέξανδρος, που ως απόγονος του θεού ήταν η προσωποποίηση του ήλιου, αλλά ο Διογένης, που είχε μια απλή φυσική σχέση με τον ήλιο, όπως κάθε άνθρωπος.

Ο Διογένης ήθελε να δείξει, επίσης, πόσο αυθαίρετοι είναι οι κανόνες που θέτουν οι άνθρωποι. Έτσι, μια φορά σε αγώνες, στα Ίσθμια, αυτοστεφανώθηκε σαν να ήταν νικητής. Όταν οι αξιωματούχοι προσπάθησαν να τον τιμωρήσουν, επειδή παραβίασε τον κανονισμό, ο Διογένης τους εξήγησε τη στάση του: «Εγώ πέτυχα πολύ πιο δύσκολη νίκη από εκείνους που στεφανώσατε εσείς· εγώ νίκησα την φτώχεια, την εξορία, τα πάθη μου, ενώ οι αθλητές νίκησαν στο τρέξιμο και στην πάλη.» Εφάρμοσε τον κανόνα (τη στεφάνωση ως σημείο επιβράβευσης του νικητή) όχι εκεί που ήταν αποδεκτός από όλους, στους αγώνες του σώματος, αλλά εκεί που δεν ήταν, στον προσωπικό αγώνα της ζωής και αναρωτήθηκε γιατί να μην ισχύει και στα δύο είδη αγώνων – ειδικά στον πιο σημαντικό από τους δύο.

Ακόμη περισσότερο προκλητικός ήταν ο Διογένης όταν συνέδεε δύο κανόνες συμπεριφοράς που φαίνονταν αντίθετοι. Ενώ το να τρως μπροστά στους άλλους επιτρέπεται, δεν επιτρέπεται να επιδεικνύεις άλλες λειτουργίες του σώματος. Ρωτούσε: εφόσον το φαγητό είναι μια φυσική ανάγκη και μπορεί να ικανοποιείται δημοσίως, γιατί αυτό να μην ισχύει και για άλλες φυσικές ανάγκες; Και χωρίς να του απαντήσουν, προχωρούσε στην ικανοποίησή τους.

Η κυνική στάση, με παρωδία και σάτιρα, με πράξεις ελεύθερες, υπονομεύει την παράδοση και ανατρέπει τις αυθεντίες. Ίσως είναι περισσότερο μια «αρνητική ελευθερία», μια προσπάθεια απαλλαγής από περιορισμούς. Αυτή η ελευθερία, η παρρησία είναι, για τον Διογένη, το κάλλιστον στους ανθρώπους.

Ποιος όμως θα μπορούσε να ακολουθήσει τέτοια ακραία παραδείγματα, ικανά να προκαλέσουν θαυμασμό αλλά κυρίως αποστροφή στους ανθρώπους, ειδικά σε όσους λόγω θέσεως, επαγγέλματος ή πεποιθήσεως είναι ή οφείλουν να δείχνουν σοβαροί; Ήδη στην εποχή του κυκλοφορούσαν ευρύτατα τα πολυάριθμα έξυπνα α­νέκδοτά του, που κατά την παράδοση, συγκέντρωσε πολλά ο μαθητής του Μητροκλής. Αξίζει τον κόπο να αναφερ­θούν εδώ μερικά, προς διασκέδαση:

Τον ρώτησε κάποιος, πως μπορεί κανείς να γίνει ένδοξος; Κι ο Διογένης απάντησε: «εἰ δόξης καταφρονήσειε…».

Περιερχόμενος κάποια μέρα την Κόρινθον πέρασε μπροστά από το ολο­καίνουργιο σπίτι ενός γνωστού παλιαν­θρώπου και στην κυρία είσοδο του σπι­τιού είδε αναρτημένη την επιγραφή: «Μηδέν εἰσίτω κακόν»· κι ο φιλόσοφος, αφού στάθηκε, είπε φωναχτά: «καλά και το αφεντικό του σπιτιού από πού μπαίνει;».

Κάποια άλλη μέρα πήγε στα δημό­σια λουτρά για να πλυθεί· είδε όμως ότι το νερό ήταν πολύ βρώμικο και είπε: «ωραία, όταν κάποιος λουστεί εδώ, που πηγαίνει για να πλυθεί;».

Κάποτε του χάρισε κάποιος έναν δούλο, το Μάνη, κι αυτός το έσκασε. Τον συμβούλεψαν μερικοί να ψάξει να βρει το δούλο του· κι εκείνος: «Γελοῖον, εἰ Μάνης μέν χωρίς Διογένους ζῆ, Διογένης δέ χωρίς Μάνου οὐ δύναται». Όταν. μία φορά, είδε ένα παιδί να πίνει νερό με τα χέρια του. έβγαλε το πήλινο κύπελλό του και το έσπασε λέγοντας: «παιδίον μέ νενίκηκεν ἐυτελείᾳ».

Ο Διογένης δίδασκε, τόσο με το λόγο του, όσο και με την συμπεριφορά του γενικά, πως ο άνθρωπος ευτυχεί, όταν ικανοποιεί τις βασικές ανάγκες του, και μάλιστα με τον πιο άμεσο και απλό τρόπο. Ιδανικό του η «αυτάρκεια» και πίστευε στην πραγμάτωση της με την απελευθέρωση του ανθρώπου από τις δευτερεύουσες ανάγκες που ο ίδιος δημιουργεί και από τις κοινωνικές συμβατικότητες.

Αυτόν τον φιλόσοφο ποιος θα τον πάρει;

ΕΡΜΗΣ: Θέλεις εκείνον τον βρωμιάρη τον Πόντιο;

ΖΕΥΣ: Βεβαίως.

ΕΡΜΗΣ: Εσύ με το δισάκι στον ώμο, ξεμπράτσωτε, για έλα από δω και κάνε έναν γύρο μπροστά μας. Πουλάω μια ζωή αντρίκεια, ενάρετη κι αρχοντική, μια ζωή ελεύθερη. Ποιος θα την αγοράσει;

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ: Τον φοβάμαι, έτσι σκυθρωπός και κατσούφης που είναι, μήπως με γαβγίσει μόλις τον πλησιάσω ή μήπως με δαγκώσει. Ε, φίλε! Από πού είσαι;

ΔΙΟΓΕΝΗΣ: Από παντού.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ: Τι εννοείς;

ΔΙΟΓΕΝΗΣ: Βλέπεις έναν πολίτη του κόσμου.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ: Κι έχεις κάποιες ειδικές γνώσεις; Ασκείς καμιά τέχνη;

ΔΙΟΓΕΝΗΣ: Απελευθερώνω τους ανθρώπους και γιατρεύω τα πάθη. Θέλω να κηρύττω την αλήθεια και την παρρησία.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ: Συγχαρητήρια! Κι αν σ᾽ αγοράσω, πώς θα μ᾽ εκπαιδεύσεις;

ΔΙΟΓΕΝΗΣ: Πρώτα θα σ᾽ απαλλάξω από την καλοπέραση, θα σ᾽ αφήσω στη στέρηση και θα σε ντύσω με κάπα· ύστερα θα σ᾽ αναγκάσω να πονάς και να κοπιάζεις· να κοιμάσαι καταγής, να πίνεις νερό και να τρως ό,τι τύχει· δεν θα νοιάζεσαι για γάμο, παιδιά και πατρίδα· θ᾽ αφήσεις το πατρικό σου σπίτι και θα μείνεις σε κανένα πιθάρι· το δισάκι σου θα ᾽ναι γεμάτο λούπινα. Και έτσι όπως θα ᾽σαι, θα λες ότι είσαι πιο ευτυχισμένος κι από το μεγάλο βασιλιά. Να ᾽σαι θρασύς και αναιδής και να τους βρίζεις όλους. Να κάνεις στα φανερά όσα οι άλλοι δεν θα τα ᾽καναν ούτε στα κρυφά. Τέτοια είναι η ευτυχία που σου τάζουμε.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ: Φύγε από δω! Λες πράγματα απαίσια κι απάνθρωπα.

ΔΙΟΓΕΝΗΣ: Είναι όμως εύκολα, δικέ μου, κι όλοι τα μπορούν. Δεν σου χρειάζεται ούτε μόρφωση ούτε πολλά λόγια. Ο δρόμος προς την δόξα είναι σύντομος.

ΑΓΟΡΑΣΤΗΣ: Δεν σε χρειάζομαι για τέτοια πράγματα. Μπορεί όμως με τον καιρό να γίνεις ναύτης ή κηπουρός – αν θελήσει, βέβαια, να σε πουλήσει αυτός εδώ για κάνα δυο τάλιρα, το πολύ.

ΕΡΜΗΣ: Πάρ’ τον, χάρισμά σου. Ευχαρίστως να απαλλαγούμε από αυτόν· είναι τόσο ενοχλητικός, φωνάζει, βρίζει τους πάντες και τους αποπαίρνει.

Κι άλλοι εκπρόσωποι των Κυνικών Φιλοσόφων.

Άλλος εκπρόσωπος της κυνικής φιλοσοφίας υπήρξε ο Κράτης από τη Θήβα, ο και «θυρεπανοίκτης» λεγόμενος· μαθητής του Διογένη και δάσκαλος του ιδρυτή της σχολής των Στωϊκών Ζήνωνα από το Κίτιο της Κύπρου. Αυτός πια κι αν ήταν… ιδιότυπος. Ο Κράτης ήταν πολύ πλούσιος, όταν όμως άκουσε το Διογένη, πήγε και μοίρασε όλα τα υπάρχοντά του στους φτωχούς και έζησε σε έσχατη ένδεια, περιπλανώμενος από πόλη σε πόλη διδάσκοντας την λιτότητα και την περι­φρόνηση στα πλούτη.

Το παρωνύμιο «Θυρεπανοίκτης», δηλαδή εκείνος που ανοίγει τις πόρτες, του αποδόθηκε επειδή ακριβώς, σαν περιπλανώμενος δάσκαλος, συνήθιζε να μπαίνει στα ξένα σπίτια και χωρίς να ζητάει τίποτε, δίδα­σκε διαδίδοντας τις ιδέες του. Συμπαραστάτες του, κι αυτοί «σκυλοφιλόσοφοι». ήταν η σύζυγος του, Ιππαρχία και ο αδελφός της Μητροκλής. που άκουσε κι αυτός την διδασκαλία του Διογένη και συμμερίστηκαν με ενθουσιασμό τον αντισυμβατικό τρόπο της ζωής του Κράτη.

Ο Βίων ο Βορυσθενίτης γεννήθηκε στην Ολβία του Ευξείνου Πόντου, κοντά στον ποταμό Βορυσθένη (σημερινός Δνείπερος) και ήταν γιος ενός αλλαντοπώλη και μιας… εταίρας. Σε παιδική ηλικία πουλήθηκε για χρέη δούλος, όπως και όλα τα μέλη της οικογένειας του, αλλά έτυχε να αγορασθεί από ένα ρήτορα, που τον μόρφωσε στη ρητορική, τον απελευθέρωσε και τον έκανε κληρονόμο του.

Αργότερα, στην Αθήνα, διδάχθηκε την πλατωνική φιλοσοφία κοντά στον ακαδημαϊκό Κράτη, την αριστοτελική κοντά στο Θεόφραστο. την Κυρηναϊκή κο­ντά στο Θεόδωρο τον Άθεο και τέλος τη φιλοσοφία των Κυνικών, η οποία και σφράγισε την προσωπικότητά του. Έτσι έγινε περιπλανώμενος λαϊκός φιλόσο­φος. Πέθανε στη Χαλκίδα [12].

Τέλος, από τους πιο αντιπροσωπευ­τικούς και ευρύτερα γνωστούς κυνικός φιλόσοφος και συγγραφέας στάθηκε ο Μένιππος. Γεννήθηκε στα Γάδαρα, στα παράλια της Παλαιστίνης και αργότερα έμεινε στην Σινώπη του Πόντου, την πατρίδα του Διογένη, ως δούλος. Εξαγόρασε όμως την ελευθερία του και μάλιστα απέκτησε τα δικαιώματα του πολίτη στην Θήβα, την πατρίδα του Κράτη. Εκεί έγινε μαθητής του κυνικού Μητροκλή, ίσως και του Κράτη.

Στον Μένιππο αποδίδονταν δεκατρία βιβλία, από τα οποία όμως δεν σώθηκε τίποτε. Την μεγάλη φήμη του την χρωστά ο Μένιππος στην επινόηση ενός ιδιότυπου λογοτεχνικού είδους, με το οποίο εξέφρασε το «σπουδαιογέλοιον», την μενίππεια σάτιρα, με την οποία συχνά πα­ρωδεί το έπος και την τραγωδία και ο γνωστός πλατωνικός διάλογος μετατρέπεται σε κωμικό.

Άλλος ένας, λοιπόν, κυνικός καταφερόταν εναντίον του Πλάτωνα, του περιφρονητή του πλήθους, 0 Μένιππος συνδύασε το μηδενισμό των Κυνικών με την «ιαμβικήν ιδέαν» τους σε μια κοσμαγάπητη χιουμοριστική έκ­φραση, με την οποία βοήθησε σημαντικά στη διάδοση και την επιβίωση των ηθι­κών απόψεων της σκύλοφιλοσοφίας [13].

Ύστερα από αυτή την σύντομη παρουσίαση των σημαντικότερων Κυνικών, οι μαθητές συζητώντας έκαναν κάποιες διαπιστώσεις· είδαν πως οι φιλόσοφοι αυ­τοί, σαν άλλοι διαφωτιστές, ταρακούνησαν την εποχή τους. Και τι δεν έκαναν τα έβαλαν με την θρησκεία και τη λατρεία του λαού έχοντας την θεολογική άποψη πως οι άνθρωποι νομίζουν ότι υπάρχουν πολλοί Θεοί, κι αυτό γιατί η παράδοση (νόμος) έπλασε τους πολλούς Θεούς.

Είχαν την πεποίθηση ότι αληθινά υπάρχει μονάχα ένας Θεός, που δεν μοιάζει με κανένα από τα γνωστά όντα, και η πραγματική λατρεία του βρίσκεται μο­νάχα στην άσκηση της αρετής, που κάνει τους σοφούς φίλους της Θεότητας [14]. Ορθολογικά, λοιπόν, περιφρονούσαν τους κείμενους νόμους του πολυθεϊσμού και του ορθολογισμού.

Ακόμη οι Κυνικοί απόφευγαν κατά κανόνα την οικογενειακή ζωή. Στη θέση της πρότειναν την κοινοκτημοσύνη όχι μόνο στα αγαθά, αλλά και στις γυναίκες και τα παιδιά, ο Διογένης μάλιστα πρότεινε και κοινοβιακή ζωή.

Δεν έδιναν καμιά σημασία στην αντίθεση: ελευθερία – σκλαβιά, αν και οι περισσότεροι έκαναν και δούλοι, γιατί πίστευαν πως ο σοφός και σκλάβος ακόμα είναι ελεύθερος και γεννημένος αφέντης, δηλαδή, κατά τους μαθητές, οι φιλόσοφοι αυτοί θεωρούσαν ότι η εσωτερική ελευθερία είναι πραγματική.

Τρίτη και σοβαρή παρατήρησή τους στάθηκε η παρακάτω: Δεν σεβάστηκαν και δεν φοβήθηκαν τους δυνατούς, τους βασιλιάδες (δες την συμπεριφορά του Διογένη προς τον Μ. Αλέξανδρο), τους πλούσιους, τους μεγάλο – φιλοσόφους [15], τους ρήτορες και τους πολιτικούς· αυτούς τους τελευταίους τους κατηγορούσαν για υποκρισία, γιατί σπούδαζαν να λένε μόνο και όχι να πράττουν τα δί­καια.

Την πολιτική ζωή την έβρισκαν περιττή για τον σοφό, γιατί αυτός νιώθει ότι παντού είναι σπίτι του, είναι πολίτης του κόσμου, κοσμοπολίτης, και σαν ιδανική πολιτεία εικόνιζαν μια φυσική κατάσταση που σ’ αυτήν ολόκληρη η αν­θρωπότητα θα ζούσε σαν μια μεγάλη ο­μάδα, ένα κοπάδι με έναν ποιμένα, έχοντας μόνιμα ειρήνη, αγάπη και καλοσύνη.

Γι’ αυτό οι Κυνικοί καταδίκαζαν τον πόλεμο. Ειρηνιστές, λοιπόν, οι Κυνικοί. Και όχι μόνο· αγαπούσαν την φύση και ζούσαν σύμφωνα μ’ αυτή σαν γνήσιοι οικολόγοι με την σημερινή έννοια του όρου. Αρνιόντουσαν να δεχθούν να υποταχθούν στους κανόνες της κοινωνίας που ζούσαν «σνομπάρισαν» τον πλούτο και αδιαφόρησαν για τα χρήματα, ο Κράτης, μάλιστα, που ήταν πλούσιος, τα μοίρασε όλα στους φτωχούς… κι έμεινε πάμπτωχος.

Τέλος, οι Κυνικοί, εκ προμελέτης χτυπούσαν με την συμπεριφορά τους κατάμουτρα, όχι μόνο τα ήθη και την υποκριτική σεμνότητα της κοινωνίας τους, αλλά και το αίσθημα της ντροπής, το οποίο θεωρούσαν παραφύση [16].

Το όπλο τους, η αναίδεια, δηλαδή η πλήρης περιφρόνηση της ευπρεπούς συμπεριφοράς, με σκοπό, προκαλώντας το κοινό αίσθημα, να διαμαρτυρηθούν και ν’ αμφισβητήσουν το κατεστημένο της εποχής τους, όπως οι «Χίπις» της δεκαετίας του ’60. Κι αυτοί με την συμπεριφορά τους έκαναν ένα είδος κοινωνικής επανάστασης, που προκαλούσαν με το ντύσιμό τους, με την πίστη τους σε μια ζωή ομαδική, στην ελευθερία των σχέσεων των δύο φύλων, αρνούμενοι την βία και τον πόλεμο, ειρηνιστές με αναρχικές τάσεις, ώσπου το κατεστημένο, χρησιμοποιώντας την αφέλειά τους… και τα ναρκωτικά κατόρθωσε να τους διαλύσει κατασυκοφαντώντας τους.

Μα, είναι αυτό φιλοσοφία;

Οι Κυνικοί τις θεωρίες τις απέφευγαν, τα παραδοσιακά μαθήματα και τις επιστήμες (όπως την γεωμετρία και την αστρονομία) τις απέρριπταν· σταθερές πεποιθήσεις που συγκροτούσαν ενιαίο συστηματικό σύνολο δεν είχαν· στα πρώτα τους χρόνια πίστευαν ότι δεν υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος φιλοσοφικός σκοπός. Τι λογής φιλόσοφοι ήταν, λοιπόν, οι Κυνικοί;

Απλούστατα, δεν ήταν φιλόσοφοι! Έτσι υποστήριξαν αρκετοί, οι οποίοι και κατηγόρησαν τον Κυνισμό ότι δεν είναι σχολή σκέψης αλλά απλώς ένας τρόπος ζωής – πιθανώς ένα μέσο, που μπορεί να ταιριάζει στην μία ή την άλλη σχολή, δεν μπορεί όμως το ίδιο να προσφέρει το «τέλος», τον σκοπό. Κάποιοι ονόμασαν τον Κυνισμό «σύντομο δρόμο για την αρετή», άλλοι όμως «σύντομο δρόμο για την αλαζονεία» ή «για την κακή φήμη». Οι Κυνικοί αντέστρεφαν τις κατηγορίες και ουσιαστικά αμφισβητούσαν στους άλλους το δικαίωμα να φέρουν το όνομα του φιλοσόφου.

Ό,τι κι αν τους καταμαρτύρησαν (αδίκως και δικαίως), ο δρόμος της κυνικής άσκησης ήταν απλός και δύσκολος: να ζεις φτωχός και να ικανοποιείς μόνο τις φυσικές σου ανάγκες. Ίσως η εικόνα του περιπλανώμενου με το δισάκι στον ώμο, το ραβδί και το τριμμένο πανωφόρι (όλα τα υπάρχοντά του) να φαινόταν και τότε γραφική στους πολλούς ή προσβλητική (και -γιατί όχι- απειλητική) για τους θεματοφύλακες της φιλοσοφίας.

Είναι αλήθεια ότι πολλοί τσαρλατάνοι, περιπλανώμενοι κι εκείνοι, εμφανίστηκαν σαν φιλόσοφοι, πολλές φορές σαν Κυνικοί. Ήταν ίσως εύκολο και βολικό να παρουσιάζονταν σαν Κυνικοί. Για εκατοντάδες χρόνια αυτή η μορφή φιλοσόφου τριγυρνούσε στους δρόμους των ελληνιστικών βασιλείων και της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, εκθέτοντας και περιγελώντας ανθρώπους, προκειμένου να προκαλέσει την αντίδρασή τους.

Η περιφρόνηση προς τους Κυνικούς εντάθηκε αργότερα, κυρίως στα αυτοκρατορικά χρόνια, όταν αναβίωσε ο Κυνισμός και οι Κυνικοί άλλαξαν. Ήταν κατάλληλη εποχή για την αναβίωση αυτή: η ευμάρεια της Ρώμης πρόσφερε στα υψηλά κοινωνικά στρώματα πλούτο και χλιδή, και στους ηθικολόγους και στους σατιρικούς συγγραφείς άφθονες αφορμές να καταγγέλλουν τις υπερβολές. Ο ακραίος και ανατρεπτικός ασκητισμός των Κυνικών σόκαρε τους Ρωμαίους. Έτσι, βρέθηκε σχετικά εύκολα ακροατήριο για τον Κυνισμό, που από τη μία πλευρά πολεμούσε την δεισιδαιμονία και την ηθική διαφθορά και από την άλλη προέτρεπε για επιστροφή στην φύση, σε μια πρωταρχική απλότητα πριν από κάθε παρέμβαση πολιτισμού.

Δεν ήταν λίγοι όσοι περιφρονούσαν «αυτά τα ζωώδη, σιχαμερά και ακαλλιέργητα άτομα», που μιλούσαν και ζούσαν ανάρμοστα, διαφθείροντας τη φιλοσοφία και τους ανθρώπους. Όμως αρκετοί ήταν και όσοι κατάλαβαν και ξεχώρισαν τους Κυνικούς σε δυο ομάδες: σε εκείνους που το μόνο που είδαν ήταν τα εξωτερικά σημάδια της εμφάνισης και της συμπεριφοράς των Κυνικών, και τα υιοθέτησαν για την ευχαρίστησή τους ή από ματαιοδοξία· και σε εκείνους που μιμήθηκαν πρώτα την καρτερικότητα του Διογένη, την αντοχή του στους κόπους, το ψυχικό του μεγαλείο.

Τον 4ο αιώνα μ.κ.ε. ο Ιουλιανός, με την αυστηρή κριτική του στους απαίδευτους Κυνικούς, θυμίζει ότι, για τον Διογένη, τις προκλητικές πράξεις έχει δικαίωμα να τις αποτολμά μόνο εκείνος που έχει πρώτα κυριαρχήσει στην ηδονή και το πάθος. Αλλιώς, όπως τα σοφά λόγια στο στόμα των ανόητων δεν είναι σοφά, έτσι και οι αναίσχυντες πράξεις όταν τις κάνουν αναίσχυντοι είναι απλώς αναίσχυντες – τίποτε παραπάνω.

Ο Διογένης από την Σινώπη του Πόντου, ο Κράτης από τη Θήβα, ο Δημώναξ από την Κύπρο, ο Περεγρίνος και άλλοι ογδόντα γνωστοί Κυνικοί δεν κέρδισαν κάποια περίοπτη θέση στις ιστορίες της φιλοσοφίας. Ο Αριστοτέλης δεν καταδέχεται να κατονομάσει τον Διογένη, χαρίζοντάς του μόνο μια αναφορά με τη λέξη «κύων». Ποτέ οι μεγάλοι φιλόσοφοι από την εποχή τους έως σήμερα δεν τους αντιμετώπισαν ευθέως ως συνομιλητές στα μεγάλα φιλοσοφικά ερωτήματα της μεταφυσικής, της κοσμολογίας, της γνωσιολογίας.

Και όμως η φιλοσοφική στάση τους είναι παρούσα σε όλη την διάρκεια της αρχαιότητας. «Και ποιος δεν έχει ακούσει για τον σκύλο από την Σινώπη;» ρωτούσε το 380 μ.κ.ε. ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ζώντας αποσυρμένος στην Καππαδοκία, όχι μακριά από την γενέθλια πόλη του Διογένη. Ο Κυνισμός επηρέασε την διαμόρφωση της στωικής φιλοσοφίας, πέρασε σε λογοτεχνικά είδη όπως η «διατριβή» και η σάτιρα, και δεν άφησε ανεπηρέαστο τον ιουδαιοχριστιανισμό. Αποτελεί, κατά παράδοξο τρόπο, την σωκρατική κληρονομιά, όπως εμμέσως παραδέχθηκε και ο Πλάτων αποκαλώντας τον Διογένη «έναν τρελαμένο Σωκράτη». Η μορφή του Διογένη πρόβαλε σαν μια σύνθεση ασκητισμού και αναίδειας – σαν ένας νέος Σωκράτης.

Οι Κυνικοί έδειξαν ότι η σχέση του ανθρώπου με την αλήθεια, ή έστω με την προσωπική του αλήθεια, είναι κατόρθωμα ατομικό, ενίοτε και μοναχικό – αν και το πετυχαίνει ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους. Υπήρξαν Κυνικοί που, δυναμωμένοι με την άσκηση, διακινδύνευσαν την προσωπική τους υπόληψη, παραβαίνοντας κανόνες κοινωνικούς. Όλα αυτά τα έκαναν, για να φέρουν τον καθένα αντιμέτωπο με την ανθρώπινη φύση του, απογυμνωμένο από τις ευκολίες αλλά και τις δυσκολίες της καθημερινότητας, του πολιτισμού. Άλλοι τους είπαν φιλοσόφους, άλλοι τρελούς. Αυτοί απλώς επιδίωξαν να ταρακουνήσουν την αυταρέσκεια, την αυτοϊκανοποίηση όσων κατείχαν (ή νόμιζαν ότι κατείχαν) κάτι: οι πλούσιοι και οι ισχυροί το χρήμα και την κοινωνική καταξίωση, οι φιλόσοφοι την γνώση, κάθε άνθρωπος την βολή του.

Κανένας, ειδικά ο άνθρωπος που θέλει να νιώθει ασφάλεια (κοινωνική, πολιτική, συναισθηματική ή όποια άλλη) και επενδύει σε αυτήν, δεν θέλει δίπλα του κάποιον που διαρκώς να τον πειράζει, όχι απλώς να αμφισβητεί ή να κλονίζει τις χρόνιες πεποιθήσεις του αλλά να φέρεται προς αυτές σαν να είναι χρόνιες ασθένειες που επείγει η θεραπεία τους. Κανένας ίσως δεν θέλει δίπλα του έναν αναρχικό που κοροϊδεύει τις βεβαιότητες των άλλων και ποδοπατεί την υπεροψία τους (με κίνδυνο, βέβαια, να κατηγορηθεί και ο ίδιος για οίηση).

Οι Κυνικοί, αντίθετα από τις άλλες Σχολές, πίστεψαν ότι, για να φιλοσοφήσει κανείς, οφείλει να καταλάβει ότι η ζωή μέσα στον ανθρώπινο πολιτισμό είναι γεμάτη ασυνέπειες, αν συγκριθεί με την φυσική ζωή. Γι᾽ αυτό προχώρησαν στην συνολική ρήξη με τον κόσμο των κοινωνικών συμβάσεων: τον απέρριψαν ολοκληρωτικά ως αντίθετο προς την ανθρώπινη φύση. Ωστόσο, δεν είχαν σκοπό ούτε προσπάθησαν να αναμορφώσουν την κοινωνική ή την πολιτική ζωή. Αρκέστηκαν συχνά σε έναν επιδεικτικό ασκητισμό, κάποτε μάλιστα στις αυλές και στους κύκλους των πλουσίων.

Η αναφορά στον Διογένη, η πίστη στο παράδειγμά του, στον τρόπο ζωής του και στις φιλοσοφικές αρχές του κράτησαν τους Κυνικούς για αιώνες, παρόλο που δεν συγκρότησαν ποτέ σχολή ούτε έδωσαν τόση σημασία στο να θεμελιώσουν με αυστηρά φιλοσοφικό τρόπο τις απόψεις τους. Τους άρεσε να πλάθουν ιστορίες για τον Διογένη, συναξάρια θαυμαστών πράξεων, αγιογραφικές επινοήσεις της παράδοσης. Ιστορίες σαν κι αυτή που μόλις τελείωσε.
----------------
Παραπομπές

2. Βώρου, Φ.Κ. Σύντομη Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας. Εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα, 1984 σ. 33
3. Διογένης Λαέρτιος, Φιλοσόφων Βίοι VI, 11. Βλέπε Τσέλερ- Νέστλε, Ιστορία της Ελλην. Φιλοσοφίας. Μετάφρ. X. Θεοδωρίδη. Εκδ. Παν/μίου Θε/νίκης. Αθήναι 1942 σ. 137.
4. Ό.π. , σ. 137
5. Διογένης Λαέρτιος, όπου παραπάνω VI, 6 κ.ε. Σουίδας, Αντισθένης, Διογένης.
6. Ρούσσος Ε.Ν., Διογένης ο Σινωπεύς. Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό τομ. 3, σ. 282 Εκδοτική Αθηνών.
7. Δίων Χρυσόστομος, Έργα 8, 2.’
8. Βώρου, Φ.Κ. ο.π., σελ. 35
9. Πλάτωνος, Φίληβος, 44 C
10. Τα ανέκδοτα του Διογένη διέσωσε ο Διογένης Λαέρτιος στο β’ κεφ. του Δ’ βιβλίου της «Φιλοσόφου Ιστορίας» του. Με βάση τα ανέκδοτα αυτά ο ακαδημαϊκός Σπύρος Μελάς έγραψε μια πολύ έξυπνη κωμωδία, «Ο Βασιλιάς κι ο Σκύλος» που παίχτηκε στο Εθνικό Θέατρο το 1958.
11. Σπυρόπουλος Η., Κράτης ο Θηβαίος, Παγκ. Βιογραφικό Λεξικό τ. 5, σ. 86
12. Ρούσσος Ε.Ν., Βίων Βορυσθενίτης, Π. Βιογρ. Λεξικό, Εκδοτική τ. 2, σ. 311.
13. Σπυρόπουλος Η., Μένιππος, Παγκ. Βιογρ. Λεξικό, Εκδοτική, τ. 6, σ. 134
14.Τσέλερ – – Νέστλε, ό. π., σελ. 139.
15. Παπακωνσταντίνου Θ., Διογένης Κυνικός, Μ. Ελλ. Εγκυκλοπαίδεια, τομ. 5°?, σ. 380
16. Ο Διογένης Λαέρτιος γράφει: «ειωθώς πά­ντα ποιείν εν τω καί τα Δήμητρος καί τα Αφροδίτης». Βλέπε παραπάνω Παπακωνσταντίνου Θ., τομ. 5, σ. 380

Η Φυλετιστική Επανάσταση

5 razas.jpg
…Και Άλλα Ιδεολογικά Ζιζάνια

Εδώ και αρκετό καιρό οι αμερικάνικες πανεπιστημιουπόλεις μοιάζουν με υπαίθρια άσυλα ανίατων. Συνήθως οι άνθρωποι που θεωρούσαν πως έχουν ακόμα τα λογικά τους τα παρατηρούσαν με μια παιγνιώδη αποστασιοποίηση λέγοντας, εξ αποστάσεως, ότι «είναι όντως τρελοί, αυτοί οι Αμερικανοί». Όμως πλέον τα πράγματα έχουν αλλάξει ριζικά. Δεν γελάμε πια με το παραλήρημά τους και οι εκτροπές τους δεν αντιμετωπίζονται πλέον ως τυχαία γεγονότα αλλά ως συμπτώματα μιας βαθύτερης ασθένειας.

Το διανοητικό σύμπαν τους έχει εξέλθει από το περιθώριο και βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης των δυτικών κοινωνιών. Ένα νέο κίνημα, μια νέα θρησκευτική αμερικανική Αριστερά, η «woke» (αφυπνισμένη = πεφωτισμένη) Αριστερά, η οποία θέλει να είναι σε εγρήγορση, πεφωτισμένη από την Αποκάλυψη της ποικιλομορφίας και της διαφορετικότητας: Προβάλλει την «φυλή» ως την σημαντικότερη κοινωνιολογική και πολιτική κατηγορία, πολλαπλασιάζει τις μεγάλες λιτανείες στην καρδιά των πρωτευουσών και των μητροπόλεων και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού, φωνάζοντας «αποαποικιακά» συνθήματα έτσι ώστε να καταρρεύσει επιτέλους η γέρικη Δύση, κάτω από το βάρος του συστημικού ρατσισμού. Η δε αναγνώριση αυτού του συστημικού ρατσισμού καθίσταται πλέον επιτακτική ανάγκη.

Αυτή η θεωρία θα πρέπει να θεωρείται στο εξής ως το αναγκαίο σημείο εκκίνησης για την οικοδόμηση μιας κοινωνίας «περιεκτικής», χωρίς αποκλεισμούς. Και δεν θα πρέπει στο εξής να συζητάμε για την αξιοπιστία αυτής της θεωρίας αλλά θα πρέπει να κινούμαστε υποχρεωτικά μέσα στα πλαίσια των παραμέτρων της, οι οποίες και θα οριοθετούν στο εξής την συλλογική συνείδηση:

Η Δύση είναι ρατσιστική και όποιος δεν αποδέχεται αυτό το σημείο εκκίνησης δεν θα μπορεί πλέον να συμμετέχει στην δημόσια συζήτηση. Οι αναπτυγμένες κοινωνίες θα πρέπει να θέσουν τον εαυτό τους στο εδώλιο του κατηγορουμένου και να πραγματοποιήσουν μια ευρείας κλίμακας ενδοσκόπηση, να πολλαπλασιάσουν τις ερευνητικές επιτροπές ώστε να στοιχειοθετήσουν την ύπαρξη στην επικράτειά τους συστημάτων μεροληπτικών διακρίσεων.

Μετά από αιώνες τύφλωσης θα πρέπει να αποκαλυφθεί στο φως της ημέρας η φυλετιστική συγκρότηση των δυτικών κοινωνιών ώστε να αποσυναρμολογηθεί και να καταστραφεί επιτέλους η αυτοκρατορία της «Λευκής Υπεροχής» (sic). Οι κοινωνίες που αντιστέκονται σε αυτή την θεωρία κατηγορούνται ότι βραδυπορούν ηθελημένα και εμφανίζονται καθυστερημένες απέναντι στην νέα κανονικότητα της διαφορικής ποικιλομορφίας.

Η woke (χαβούζα) Αριστερά δεν μπορεί καν να φανταστεί ότι αντιμετωπίζει κάποιους έντιμους αντιπάλους, αλλά μόνο ανώμαλους, καθυστερημένους, rednecks (βλάχους), αξιοθρήνητους φουκαράδες, φοβικούς, ρατσιστές, δηλαδή για Λευκούς ανθρώπους που παραμένουν ακόμα πολύ Λευκοί, και οι οποίοι θα πρέπει να αποβάλουν την λευκότητά τους για να μπορέσουν να κερδίσουν την ανθρωπικότητά τους. Η ιστορία της απο-αποαποικιοποίησης, που εγκαινιάστηκε κατά το δεύτερο ήμισυ του 20ού αιώνα από τις χώρες της Δύσης, πρέπει τώρα να συνεχιστεί στο εσωτερικό των συνόρων τους και να τις αναγκάσει να αμφισβητήσουν τους ιδρυτικούς μύθους τους.

Μόνο όταν οι δυτικοί λαοί θα έχουν γίνει ξένοι στα σπίτια τους η διαδικασία θα θεωρηθεί ολοκληρωμένη. Η φυλετικοποίηση των κοινωνικών σχέσεων μεταβάλλεται στο αξεπέραστο όριο της δημοκρατικής προόδου του δυτικού πολιτισμού. Στην καρδιά της σύγχρονης εκδοτικής παραγωγής, πολλαπλασιάζονται έργα με μεγάλη αναγνωσιμότητα που καταδικάζουν την φυλετική “αναισθησία” του δυτικού πολιτισμού και τον εγκαλούν να αναγνωρίσει την λευκή προνομιούχα υπόστασή του.

Οι φυλετιστές ακτιβιστές θέλουν να επιβάλουν τις αξίες τους στην καρδιά του δημόσιου χώρου. Αυτή είναι η περίπτωση της Reni Eddo-Lodge που έγραφε το 2014:

Στο εξής δεν θα συζητώ πλέον το ζήτημα της φυλής με Λευκούς ανθρώπους. Όχι με όλους τους Λευκούς – απλά με την συντριπτική πλειοψηφία αυτών που αρνούνται να αναγνωρίζουν την ύπαρξη του δομικού ρατσισμού και των συμπτωμάτων του. Δεν θέλω πια αυτό το είδος της συζήτησης, όπου οι δύο συνομιλητές εκκινούν συχνά από ριζικά διαφορετικές οπτικές γωνίες. Εγώ δεν μπορώ να συζητήσω μαζί τους τις λεπτομέρειες ενός προβλήματος εάν δεν αναγνωρίζουν καν την ύπαρξη του προβλήματος. Αλλά υπάρχει κάτι χειρότερο: οι Λευκοί που λένε ότι είναι έτοιμοι να εξετάσουν έναν τέτοιο ρατσισμό, αλλά που νομίζουν ότι μπαίνουμε στην συζήτηση ως ίσος προς ίσο. (αυτό μάλιστα μπορεί κάλλιστα να γραφτεί κι ακριβώς αντίθετα)

Η αναγνώριση του «δομικού ρατσισμού» αποτελεί επομένως την προϋπόθεση κάθε συζήτησης πάνω στην όποια «διαφορετικότητα».

Αυτή η λογική είναι όμοια με εκείνη της Layla F. Saad που θέλει να εξηγήσει στους Λευκούς, σε ένα έργο που γνώρισε τεράστια απήχηση, πως καμιά δημόσια συζήτηση δεν είναι δυνατή μαζί τους εάν δεν αναγνωρίσουν πρώτα πως οι δυτικές κοινωνίες βασίζονται στην ιδέα της «Λευκής Υπεροχής»:

“Πολλοί Λευκοί προοδευτικοί φιλελεύθεροι αρέσκονται να πιστεύουν πως βρισκόμαστε σε μια μετα-φυλετική εποχή της ιστορίας. Αλλά η αλήθεια είναι ότι ο ρατσισμός και ιδιαίτερα ο ρατσισμός εναντίον των μαύρων είναι ακόμα υπαρκτός σήμερα. Οι BIPOC [Μαύροι, αυτόχθονες και έγχρωμοι] υποφέρουν καθημερινά από τις συνέπειες τόσο της ιστορικής όσο και της σύγχρονης αποικιοκρατίας. Ο αντι-μουσουλμανικός εθνικισμός της Δεξιάς κερδίζει έδαφος στον Δυτικό κόσμο. Και η εχθρότητα προς τους μαύρους αποτελεί μια μορφή ρατσισμού που την συναντάμε σε όλο τον κόσμο. Μπορεί να φαίνεται ότι βρισκόμαστε σε μια στιγμή της ιστορίας όπου ο ρατσισμός και η Λευκή Υπεροχή επανεμφανίζονται, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν έφυγαν ποτέ. Και οι BIPOC σε κοινωνίες και χώρους που κυριαρχούν οι Λευκοί αποτελούν στόχο των διακρίσεων, της ανισότητας, της αδικίας και της διαρκούς επιθετικότητας”.

Θέλοντας να απευθυνθεί σε ένα παγκοσμιοποιημένο κοινό, θέλει να τοποθετήσει στην καρδιά της δημόσιας ζωής παντού την κατάσταση των «φυλετικοποιημένων» οι οποίοι και πρέπει να διαθέτουν κάποια μορφή επιστημολογικού και ηθικού προνομίου στην αφήγηση και την περιγραφή της δυτικής κοινωνίας. Ο λόγος τους, και γενικότερα αυτός των μειονοτήτων, δεν μπορεί ποτέ να αμφισβητηθεί. Τέτοιες τοποθετήσεις δεν είναι πλέον σπάνιες: αντιπροσωπεύουν αντίθετα την νέα ορθοδοξία, και αν θέλετε, την νέα κοινή λογική που προωθείται από το διαφοροποιητικό καθεστώς.

Για τους φυλετιστές ακτιβιστές, η Δύση βρίσκεται σήμερα σε ανάλογη κατάσταση με κείνη του Νότου των ΗΠΑ την εποχή των φυλετικών διακρίσεων, μια σύγκριση που σίγουρα συναρτάται με την αμερικανική προέλευση αυτής της κοσμοεικόνας. Με αφετηρία την τραγική εμπειρία των μαύρων Αμερικανών καλούνται οι πληθυσμοί που προέρχονται από την μετανάστευση να ορίσουν την δική τους ένταξη στον δυτικό κόσμο, σαν να ανήκαν όλοι σε μια διεθνή των θυμάτων των διακρίσεων ή, ακόμα καλύτερα, σε μια διεθνή των «φυλετικοποιημένων».

Άλλωστε οι βασικοί θεωρητικοί της woke (χαβούζας) Αριστεράς προέρχονται από τις Η.Π.Α., όπου κατάφεραν να επιβληθούν ως οι μεγάλοι συνταγογράφοι της συλλογικής συνείδησης, ενώ παράλληλα αναγνωρίστηκαν ως οι αξιοθαύμαστοι δάσκαλοι της διαφορετικότητας. Ο Ibram X. Kendi, ο οποίος εμφανίζεται ως ο «Προφήτης του αντιρατσισμού» επιβεβαιώνει σε ένα βιβλίο που έχει καταστεί εμβληματικό, το “Πώς να γίνετε αντιρατσιστές”, ότι ο γνήσιος αντιρατσισμός στηρίζεται σε μια μαχητική φυλετική ευαισθητοποίηση.

Αυτό το πνεύμα διαπνέει επίσης και την Robin Di Angelo, συγγραφέα του βιβλίου “Λευκή Ευθραυστότητα” και κεντρική φιγούρα του νέου αντιρατσισμού, η οποία έχει αποδυθεί σε σταυροφορία για να υποχρεώσει τους Λευκούς να ανακαλύψουν τον ίδιο τους τον ρατσισμό· τους προτείνει μια εξιλεωτική θεραπευτική διαδικασία, ώστε να υπερβούν την «Λευκή ευθραυστότητα», και να ξεπεραστούν τα εμπόδια που τους απαγορεύουν να επενδύσουν πλήρως σε αυτό που οι Αμερικανοί αποκαλούν μια «συνομιλία περί της φυλής». Επικεντρώνοντας την ανάλυσή της αποκλειστικά στην αμερικανική ιστορία, της οποίας επιχειρεί μια ιδιαίτερα απλοϊκή ανάγνωση, δεν διστάζει να γράψει πως «σχεδόν όλοι οι Λευκοί στις δυτικές κοινωνίες γενικά και ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες συμμερίζονται όλες τις πτυχές της Λευκότητας».

Με αφετηρία την αμερικανική ιστορία και την πολύ συγκεκριμένη κοινωνιολογική μήτρα της πρέπει στο εξής να αντιμετωπίζουμε τις «φυλετικές σχέσεις» και στον υπόλοιπο δυτικό κόσμο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιπροσωπεύουν την αυτοκρατορική ιδεολογική δύναμη την εποχή της διαφορικής ποικιλομορφίας – ως εάν από μια πανουργία της ιστορίας ο επαναστατικός και προοδευτικός πυρσός να έχει περάσει από τον ηττημένο στον νικητή του ψυχρού πολέμου. Οι Αμερικανοί προβάλλουν την αντίληψή τους για τις κοινωνικές σχέσεις σε ολόκληρο τον κόσμο, και θέλουν ακόμα και να τον καθοδηγήσουν, αν δανειστούμε τα λόγια του Τζο Μπάιντεν, που φαίνεται πεπεισμένος ότι ο κόσμος εξακολουθεί να προσβλέπει στις ΗΠΑ ως ένα μοντέλο πολιτισμού.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες ή στον Καναδά, οι Ευρωπαίοι αντιαποικιακοί ακτιβιστές καλωσορίζονται ως οι μεγάλοι διανοούμενοι με την «διαπεραστική ματιά» που απορρίφθηκαν στην πατρίδα τους για λόγους φυλετικού αποκλεισμού – και, για να διορθώσουν την κατάσταση, τους ανοίγουν τις σελίδες των πιο μεγάλων εφημερίδων, ως εάν επρόκειτο για ημιεξόριστους διανοουμένους που βρίσκουν στην Αμερική ένα μέρος για να ζήσουν τη διαφορετικότητά τους. Η Βόρεια Αμερική αρέσκεται να φαντασιώνει τον εαυτό της ως τη χώρα του ταυτοτικού ασύλου των «φυλετικοποιημένων» Ευρωπαίων.

Το γεγονός ότι μια τέτοια κίνηση λαμβάνει χώρα δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει: ο μεσσιανισμός στοιχειώνει την ιστορία του δυτικού πολιτισμού και η θρησκευτική ενέργεια η οποία παραμένει ανενεργή σε μια κοσμική κοινωνία που δεν πιστεύει πια στις παλιές ιδεολογίες που σημάδεψαν τον 20ό αιώνα θα πρέπει κάπου να διοχετευτεί. Καμία κοινωνία δεν είναι ξένη στην επιθυμία του απολύτου και η φιλελεύθερη φαντασίωση ενός κόσμου που αποδέχεται ένα μεταφυσικό κενό καταρρέει μπροστά στα μάτια μας.

Και ο άνθρωπος, που δεν χτίζει, συχνά θέλει καταστρέψει τα πάντα. Αλλά το γεγονός ότι αυτός ο μεσσιανισμός συνδυάζεται με μια φυλετική συνείδηση ​​είναι ίσως ακόμα πιο εκπληκτικό, δεδομένης της απαγόρευσης της φυλετικής συνείδησης επί σχεδόν τρία τέταρτα του αιώνα. Άραγε το ταμπού της απαγόρευσης ήταν τεχνητό; Η φυλή, ακόμη και αν έχει ολοκληρωτικά αποδομηθεί και απωθηθεί συμβολικά, είναι καταδικασμένη να επανεμφανίζεται διαρκώς;

Στο εξής έχει παραχωρηθεί στην woke (χαβούζα) Αριστερά το προνόμιο να καθορίζει τους όρους της δημόσιας συζήτησης﮲ και ακόμη και εκείνοι που επικρίνουν αυτό που αποκαλούν υπερβολές της, αποδέχονται τις ιδεολογικές της προϋποθέσεις: «Λυπούμαστε για τις υπερβολές της, χωρίς να κριτικάρουμε τα θεμέλια της», ως εάν οι ακτιβιστές του κινήματος να ήταν απλώς κάποιοι ενθουσιώδεις αγωνιστές της φυλετικής δικαιοσύνης που απλώς το παρακάνουν.

Γνώριζε ο Τζο Μπάιντεν την σημασία της εννοιολογικής προσχώρησής του στην ριζοσπαστική πτέρυγα του Αμερικανικού Δημοκρατικού Κόμματος όταν αποδέχθηκε ως έναν από τους μεγάλους άξονες της προεδρικής υποψηφιότητάς του την πάλη ενάντια στον συστημικό ρατσισμό; Ο Εμμανουέλ Μακρόν ήξερε πραγματικά τι έκανε, τον Δεκέμβριο του 2020, δίνοντας πίστωση στη θεωρία του «Λευκού Προνομίου»; Είχε συνείδηση άραγε ότι αποδεχόταν έτσι ένα σημασιολογικό και εννοιολογικό φαντασιακό εντελώς ξένο προς στο πολιτιστικό υπόστρωμα της χώρας του;

Διότι αυτές οι έννοιες αλληλοδιαπλέκονται αξεδιάλυτα και εάν υιοθετήσεις μία από αυτές, υιοθετείς και τις υπόλοιπες. Άλλωστε, το σύνολο των εννοιών στρέφεται γύρω από την κριτική του Λευκού άνδρα, του μεγάλου σατράπη της Δύσης που ενσαρκώνει τον ‘διάβολο’ στην ιστορία, όπως το διδάσκουν οι μελέτες Λευκότητας (whiteness studies), που έχουν γίνει τόσο δημοφιλείς στα πανεπιστήμια και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.

Ήρθε λοιπόν η σειρά του να παίξει τον πρώτο ρόλο στην μεγάλη παγκόσμια ιστορία του αποδιοπομπαίου τράγου, ώστε να εξηγηθεί ο ρατσισμός, ο σεξισμός, ο σπισισμός, οι κοινωνικές ανισότητες ακόμα και η κλιματική κρίση. Θα γράψουμε την «ιστορία των Λευκών» για να τους κάνουμε να γίνουν «λιγότερο Λευκοί», ή ακόμα και για να καθαρίσουμε τον εαυτό μας από την Λευκότητα, γιατί «Λευκοί δεν γεννηθήκαμε, γινόμαστε».

Ρατσιστής, ο Λευκός άνθρωπος γίνεται μόνο και μόνο από το απλό γεγονός ότι είναι Λευκός, όπως εξηγεί η Robin Di Angelo. Κουβαλάει μαζί του το στίγμα του 1492, έτος μηδέν για την μετάπτωση στον ρατσισμό του δυτικού πολιτισμού με την έναρξη της πρώτης ευρωπαϊκής επέκτασης. Αυτό υπήρξε το προπατορικό αμάρτημα, όλα τα ίχνη του οποίου θα πρέπει να εξαλείψουμε στο παγκόσμιο σύστημα.

Στην καρδιά της δημόσιας ζωής των δυτικών κοινωνιών διεξάγεται μια εξαιρετικά σκληρή μάχη γύρω από έναν νέο ορισμό του ρατσισμού, που δεν έχει πλέον καμία σχέση με αυτόν που γνωρίζαμε. Η στρατηγική της Woke Αριστεράς είναι διαφανής και κάποτε ανοικτά διακηρυγμένη. Να προσεταιριστούμε μια λέξη που προκαλεί μια καθολική αποδοκιμασία και να της προσδώσουμε έναν καινούργιο ορισμό, τον οποίο θα εμφανίσουμε ως επιστημονικά επικυρωμένο καθώς θα νομιμοποιηθεί από ακτιβιστές μεταμφιεσμένους σε εμπειρογνώμονες που δρουν ανεξέλεγκτοι (κι αφιονισμένοι) στις σχολές των κοινωνικών επιστημών για να αποικίσουν στην συνέχεια την γλώσσα των μέσων μαζικής επικοινωνίας.

Και αυτός ο επανορισμός δεν επηρεάζει μόνο τον ρατσισμό. Πάρα πολύ συχνά σχολιαστές ή καλοπροαίρετοι παρατηρητές μπορεί να ξεγελαστούν. Νιώθοντας απέχθεια και δικαίως για την παραδοσιακή έννοια λέξεων, όπως διακρίσεις και Λευκή Υπεροχή, δεν συνειδητοποιούν ότι δεν παραπέμπουν πλέον στην ίδια πραγματικότητα. Καλή την πίστη, περνούν σε έναν παράλληλο κόσμο και αποδοκιμάζουν έντονα αυτούς που δεν τους ακολουθούν, ως εάν να αρνούνται την ίδια την εξέλιξη της κοινωνίας.

Το καθεστώς της διαφορικής ποικιλομορφίας εισέρχεται σε μια πρωτοφανή περίοδο που αντιστοιχεί στην εμφάνιση της αποαποικιοποίησης στην καρδιά των δυτικών κοινωνιών. Ριζοσπαστικοποιείται μέσω της φυλετικοποίησής του. Αυτή είναι η μεγάλη εκδίκηση των «απόκληρων» της Ιστορίας, η οποία θα μεταβληθεί έτσι σε ένα παίγνιο μηδενικού αθροίσματος. Η νέα εποχή πρέπει να είναι η εποχή των «επανορθώσεων», για να δανειστώ έναν όρο που διατυπώθηκε από τον Ta-Nehisi Coates, έναν από τους βασικούς εμπνευστές της αμερικανικής αναγέννησης του φυλετισμού. Η έκφραση μπορεί να φαίνεται βάναυση, αλλά δεν μπορεί να αποκρύψει το γεγονός πως η φυλετιστική επανάσταση είναι μια επανάσταση εναντίον των «Λευκών».

Ωστόσο, δεν επιτρέπεται να θεωρηθεί ως ρατσισμός έναντι των Λευκών, καθώς υποστηρίζουν πως κάτι τέτοιο θα αποτελούσε λογική ανακολουθία, δεδομένου ότι ο ρατσισμός πρέπει να είναι απαραιτήτως Λευκός και ο Λευκός είναι αναπόφευκτα ρατσιστής. Όποιος παίρνει στα σοβαρά την υπόθεση ενός ρατσισμού εναντίον των Λευκών θα θεωρηθεί αυτομάτως ακροδεξιός και περιθωριακός. Η τεχνική αυτή παραμένει αναμφισβήτητα αποτελεσματική για την μετατροπή ενός γλεντζέ σε ζόμπι, ενός bon viveur σε νεκροζώντανο.

Η φυλετιστική επανάσταση υποχρεώνει όσους θέλουν να την ακολουθήσουν σε χιλιάδες γονυκλισίες και θεσμοθετεί δημόσιες τελετές οι οποίες θα επιτρέψουν στις παλιές ελίτ που θέλουν να ενταχθούν στο νέο καθεστώς να το επιτύχουν, κατηγορώντας ο ένας τον άλλο για αναγνωρισμένα εγκλήματα, απορρίπτοντας συμβολικά τα προνόμιά τους και απαγγέλλοντας τις κατάλληλες προσευχές.

Άλλωστε, οποιοδήποτε νέο καθεστώς, για να εγκατασταθεί ή να καθιερωθεί, απαιτεί την αποδοχή των δογμάτων του ή, ακόμα καλύτερα, την αναπαραγωγή τους. Και η προσχώρηση ξεκινά πάντοτε με μια εξομολόγηση. Μπροστά στο μεγάλο επαναστατικό δικαστήριο της εποχής μας, ο λευκός άνθρωπος πρέπει να ομολογήσει τα πνευματικά του εγκλήματα πριν ενταχθεί σε έναν νέο δημόσιο χώρο που έχει ως θεμέλιό του την αποκήρυξη του παλιού κόσμου. Και αρκεί να κοιτάξει τον εαυτό του στον καθρέφτη για να αισθανθεί τον εαυτό του ένοχο. Αναλαμβάνοντας τη λευκή του υπόσταση μπορεί επιτέλους να ξεκινήσει τη μεγάλη πορεία που θα τον κάνει να αρχίσει την σταδιακή του απομάκρυνση από αυτήν. Έχει έλθει η ώρα για την «αντιστροφή του φυλετικού ζητήματος».

«Ο Λευκός άνθρωπος πρέπει να αρχίσει να σέρνεται, μια και κάποτε είχε υποχρεώσει όλο τον κόσμο να γονατίζει. Έτσι θα μετανοήσει, ξεκινώντας μια μακρά διαδικασία εξιλέωσης και επανεκπαίδευσης, περνώντας από το ένα εργαστήριο κατάρτισης σε ένα άλλο όπου θα τον διδάξουν με ποιο τρόπο να απαλλαγεί από την Λευκότητα του. Δεν θα μπορεί να βασίζεται πλέον σε μειονοτικούς πληθυσμούς για να του εξηγούν τα λάθη του, αλλά θα πρέπει να κάνει την δική του αυτοκριτική, αποκηρύσσοντας την φαντασίωση της οικουμενικότητας. Μια διαδικασία που αποκαλείται ανατροπή του «φυλετικού φορτίου».

Πρέπει να γκρεμίσουμε τα αγάλματα των λευκών από παντού, χτυπώντας τα αδιάκοπα, όπως το κάνουν εκείνοι οι νέοι τους οποίους οι κακές γλώσσες χαρακτηρίζουν ιδεολογικά δηλητηριασμένους, ή απλούστατα δαιμονισμένους. Εναπόκειται στους Λευκούς να εμπλακούν σε αυτή τη διαδικασία της αποδόμησης «ονομάζοντας το χρώμα τους».

Μόνο εάν επωμιστεί τα χιλιάδες εγκλήματα των προγόνων του ο Λευκός άνθρωπος θα μπορέσει να μετατραπεί σε σύμμαχο των ομάδων και των πληθυσμών που είχε υποτάξει ιστορικά. Ο προοδευτικός περηφανευόταν χθες ότι δεν είναι ρατσιστής· σήμερα θα πρέπει να αναγνωρίσει ή να ομολογήσει ότι είναι, ως πρώτο βήμα για να πάψει όντως να είναι.

Έχει οποιαδήποτε άλλη επιλογή; Εάν προχωρήσει διαφορετικά, θα απομακρυνθεί από τα κυκλώματα ισχύος και, ακόμα περισσότερο, θα εξωσθεί από την περίμετρο της μηντιακής και επαγγελματικής αξιοπιστίας. Θα διακινδυνεύσει να υποστεί την ποινή του κοινωνικού θανάτου.

Ας επιμείνουμε σε αυτό:

“Η λογική του αποδιοπομπαίου τράγου ανασυστήνεται στην καρδιά της πολιτείας. Και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να αρνείται να ρίξει την πέτρα του σε αυτόν που οφείλουμε συμβολικά να λιθοβολήσουμε. Αυτός που, την στιγμή του λιντσαρίσματος, χλομιάζει, καταδικάζεται να γίνει ο επόμενος που θα λιντσαριστεί. Θα πρέπει είτε να λιντσάρεις, είτε να υποστείς το λυντσάρισμα: αυτός είναι ο κώδικας συμπεριφοράς που επιβάλλεται ώστε να επιβιώσεις στην παρούσα επανάσταση.”

Εκείνοι που στον δυτικό κόσμο δείχνουν ελάχιστα ενθουσιασμένοι στην ιδέα της αναδόμησης, της επανεκπαίδευσης, της δαιμονοποίησης ή της δημογραφικής κατάρρευσης, εντάσσονται σε μια δαιμονική κατηγορία, εκείνη των φορέων του μίσους, των «μοχθηρών» που θα πρέπει να καταπολεμούνται ασταμάτητα, σε μια επιχείρηση ηθικής εκκαθάρισης. Αποστερημένος από την ανθρωπικότητά του, ο μοχθηρός δεν αποτελεί παρά ένα κατάλοιπο του παλιού κόσμου, όμοιο με το σάπιο ξύλο ενός πολιτισμού που θα εκκαθαριστεί χωρίς τον παραμικρό δισταγμό.

Η «Κουλτούρα της Ακύρωσης» (cancel culture)

Είναι μια κουλτούρα του εξοστρακισμού, του εξορισμού, η οποία καταδικάζει συμβολικά σε αφαίρεση της ιθαγένειας όποιον αρνείται να ενστερνιστεί τα συνθήματα του καθεστώτος. Έχει μεταμορφωθεί σε εσωτερικό εξόριστο και έχει καταδικαστεί σε μια ζωή αντιφρονούντα. Μπορεί βέβαια και αυτός να επιδιώξει να σώσει το τομάρι του. Πρόκειται για μια συχνότατη εικόνα της εποχής: το θύμα μιας μηντιακής συνομωσίας, που κατηγορείται για εγκλήματα κατά της διαφορετικότητας, να εκλιπαρεί την συγγνώμη των διωκτών του με τον πιο θλιβερό τρόπο, με μια μικρή μάταια ελπίδα ότι θα τον συγχωρήσουν για τα ιδεολογικά του ολισθήματα.

Ένα εκτεταμένο σύστημα παρακολούθησης της σκέψης μπαίνει σε εφαρμογή. Οι ψυχολόγοι του διαφορικού συστήματος επεξεργάζονται εργαστηριακά και μέσα από αναρίθμητα συνέδρια ένα ολόκληρο σύστημα δοκιμών για να φέρουν στο φως προκαταλήψεις και υστερόβουλες ενοχές, ή αυτό που αποκαλείται δοκησίσοφα προκαταλήψεις και σιωπηρές συμπαραδηλώσεις του Λευκού ανθρώπου, για να τις αποδομήσουν εν συνεχεία. Σπανίως ενδιαφέρονται για τις προκαταλήψεις των «μειονοτήτων», που έχουν ανοσία απέναντι στη μισαλλοδοξία, εκτός εάν καταφεύγουν σε αυτές ως αμυντική λειτουργία. Αυτή η ιδεολογία διεισδύει τώρα και στην ιδιωτική επιχείρηση η οποία, αντί να αντιστέκεται, γίνεται ο φορέας της και εξασφαλίζει την διαφήμισή της ως εάν να πρόκειται για ένα εμπορικό σήμα.

Αυτή η νέα αμερικανική ιδεολογία επιτίθεται με ιδιαίτερη αγριότητα στην Γαλλία, την οποία κατηγορούν ότι επιμένει να μην βλέπει τον κόσμο κάτω από το φυλετικό πρίσμα. Οι υποστηρικτές της επιδιώκουν μάλιστα να κατασκευάσουν σε ένα μέρος των πληθυσμών που συναρτώνται με την «διαφορετικότητα» μια επαναστατική συνείδηση, που φθάνει μέχρι την αγιοποίηση μορφών τόσο αμφιλεγόμενων όπως η Assa Traoré, ή να παρουσιαστεί ως θύμα της αστυνομικής βίας ο τρομοκράτης υπεύθυνος για τον αποκεφαλισμό του Samuel Paty, όπως γράφτηκε στη νέα Πράβδα του διαφοροποιητικού καθεστώτος, τους New York Times. Ο αμερικανικός Τύπος παρουσιάζει μια σχεδόν στρατοπεδική εικόνα της Γαλλίας. Αυτή η χώρα εξοργίζει τον φυλετισμό επειδή αντιστέκεται σε αυτόν στο όνομα του πολιτισμού της και των αρχών που τον διέπουν· χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν επηρεάζεται και αυτός από την αντίστοιχη ιδεολογία, η οποία βρίσκει πολυάριθμους αναμεταδότες.

Η Γαλλία, σε αυτό το φαντασιακό σχήμα, μεταβάλλεται κατά κάποιο τρόπο στο κατ’ εξοχήν αντεπαναστατικό έθνος και, όπως συνέβη με την Βανδέα, θα πρέπει να έχει άσχημη κατάληξη – θα μπορούσαμε να μιλήσουμε ειρωνικά για το μέλλον Βανδέας που επιφυλάσσεται στην ρεπουμπλικανική Γαλλία. Επειδή έχει μεταβληθεί σε προνομιακό χώρο αντίστασης στον «γουοκισμό» στο εσωτερικό του δυτικού κόσμου θα πρέπει να παραδοθεί και αυτή ώστε η επανάσταση να μπορέσει να θριαμβεύσει.

Ο Pascal Bruckner σημείωνε πρόσφατα ότι και το Κεμπέκ είχε αφήσει τον εαυτό του να παγιδευτεί από την woke (χαβούζα) Αριστερά και ότι δυστυχώς, λειτουργεί ως ιμάντας μεταβίβασης μεταξύ των δύο ηπείρων. Στην πραγματικότητα, το Κεμπέκ συνεχίζει να αντιστέκεται όσο καλύτερα μπορεί, κάτι που δεν είναι προφανές, καθώς βρίσκεται εγκλωβισμένο σε μια χώρα, τον Καναδά, ο οποίος παρουσιάζεται ως η πρωτοπορία του «διαφοροποιητικού» καθεστώτος και εγκαταβιεί στα σύνορα της αμερικανικής αυτοκρατορίας.

Το Κεμπέκ βρίσκεται σε μια εντελώς ιδιαίτερη υπαρξιακή και πνευματική κατάσταση καθώς αντιπροσωπεύει, από παγκόσμια άποψη, το σημείο επαφής μεταξύ του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και της γαλλικής αντίστασης σε αυτή την ιδεολογία. Μπορεί να βρει κανείς στην δημόσια ζωή του και τους (μετά)φορείς των αμερικανικών εννοιών, που σπεύδουν να τις εφαρμόσουν καθώς και να τις εξαγάγουν στην Γαλλία, αλλά και διανοούμενους και πολιτικούς που κάνουν τα πάντα για να αντισταθούν με βάση την ιστορική τους εμπειρία.

Σαν ένα μικρό κουντεριανό έθνος, το Κεμπέκ επιμένει στην ύπαρξή του και εξακολουθεί να διαπνέεται από την αρχέγονη αναζήτηση της ανεξαρτησίας. Απέναντι στη νοσηρή ζεύξη του καναδικού πολυπολιτισμού και του αμερικανικού φυλετισμού, συνεχίζει να αντιστέκεται, όπως αποδεικνύεται από τον αγώνα του για το κοσμικό κράτος και την εμμονή στην γαλλική γλώσσα. Ο εθνικισμός του Κεμπέκ αντιπροσωπεύει μια αυθεντική δύναμη αντίστασης στο ιδεολογικό παραλήρημα της εποχής μας που εξελίσσεται στην Βόρεια Αμερική. Και συναντάμε συχνά σε αυτό το βιβλίο αναφορές στο Κεμπέκ, όχι μόνο επειδή είναι η χώρα μου, αλλά γιατί είναι πιθανώς ένα από τα προνομιακά πεδία αυτού του αγώνα που διεξάγεται στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.

Γνωρίζουμε την συνομιλία μεταξύ του Δούκα του Rochefoucauld-Liancourt και του Λουδοβίκου XVI στην αυγή της Γαλλικής Επανάστασης. Όταν ο Δούκας του ανακοίνωσε την θύελλα της Βαστίλης, ο βασιλιάς ρώτησε με κάποια αμηχανία αν επρόκειτο για εξέγερση. Η απάντηση είναι πασίγνωστη: «Όχι, Κύριε, πρόκειται για επανάσταση». Θα μπορούσαμε να πούμε το ίδιο πράγμα σήμερα για την φυλετιστική επανάσταση, προσθέτοντας ότι τώρα περνάει ήδη στην φάση της τρομοκρατίας, αν θέλουμε να δεχτούμε την ιστορική αναλογία.

Μετά το 1793 στην Γαλλία, το 1917 στην Ρωσία και 1966 στην Κίνα, ο πειρασμός του ολοκληρωτισμού που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ο φονταμενταλισμός της νεωτερικότητας επανεμφανίζεται στην ιστορία σήμερα, στην αυγή της δεκαετίας του 2020. Δεν βρισκόμαστε απλώς μπροστά σε ριζοσπάστες ακτιβιστές, μεθυσμένους από αρετή, που θα αρκούσε να τους φέρουμε στα συγκαλά τους, αλλά απέναντι σε μια τοξική ιδεολογία, ήδη κυρίαρχη σε πολλούς τομείς της κοινωνίας. Και είναι πλέον απαραίτητο να κατανοήσουμε τις βασικές αρχές και τις μεθόδους τους. Στο όνομα του αντιρατσισμού καλούν τώρα τους ανθρώπους να διαχωρίζονται ανάλογα με το χρώμα του δέρματός τους.

Αφιέρωσα αυτό το άρθρο στον φυλετισμό, αρχικώς για να κατανοήσω σε πραγματικό χρόνο την επανάσταση που εξελίσσεται, φωτίζοντας τον θεωρητικό και ιδεολογικό της πυρήνα, καταδεικνύοντας πως δεν μπορούμε να υποβαθμίσουμε στην θέση ανέκδοτων και τυχαίων συμβάντων τα τρέχοντα γεγονότα τα οποία πολλαπλασιάζονται και μαρτυρούν την πρόοδό της. Αλλά είναι επίσης, πιο άμεσα, μια απόπειρα να αφυπνιστούν όσοι πιστεύουν ότι μπορούν να την χρησιμοποιήσουν με τρόπο μετριοπαθή και ρεφορμιστικό, διαχωρίζοντας ανάμεσα σε διεκδικήσεις λογικές και μη. Εκείνοι που φαντάζονται ότι μπορούν να παίξουν μαζί της, είτε θα συνθλιβούν, είτε θα καταδικαστούν σε προσηλυτισμό.

Όποιος μπαίνει στην λογική της δεν μπορεί να βγει άθικτος. Αξίζει να παραφράσω το πάπα Πίο τον ΧΙ:

“Ο φυλετισμός είναι εγγενώς διαστροφικός. Κλειδώνει τους συγχρόνους μας σε μια σειρά γλωσσικών ακροβασιών που παραμορφώνουν τον ορισμό του ρατσισμού, του σεξισμού, της σεξουαλικής ταυτότητας, των διακρίσεων, της ενσωμάτωσης, της ελευθερίας της έκφρασης και της δημοκρατίας. Καταδικάζει τον καθένα να εγκλωβιστεί σε μια αδιαπέραστη φυλετική ταυτότητα, οπισθοδρομική και απροσπέλαστη, σε πλήρη αντίθεση με την κουλτούρα, στην οποία μπορούμε πάντα να ενταχθούμε, αποδεχόμενοι τους κωδικές της, τις αναφορές της, την γλώσσα της.

Απο-πραγματοποιεί τον κόσμο ιδεολογικοποιώντας τον. Ένας μεγάλος αριθμός από εξαίρετα βιβλία έχουν αναλύσει με διεισδυτικότητα την «απο-αποικιακή απάτη» και τον «μεγάλο παραλογισμό» που δηλητηριάζει την δημόσια ζωή· από την σκοπιά αυτού που αποκαλώ κοινωνιολογία του διαφοροποιητικού καθεστώτος. Και επειδή η αριστοτελική πολιτική φιλοσοφία παραμένει πάντα ένας χρήσιμος σύμβουλος, διανοούμαστε μια κοινωνία μόνο με βάση το καθεστώς της. Αυτό είναι που της δίνει σχήμα και την διαμορφώνει. Ωστόσο, καμία κοινωνία δεν μπορεί να είναι απολύτως αδιάφορη για τον πληθυσμό που την αποτελεί… και ο δυτικός κόσμος μόλις αρχίζει να βλέπει το εύρος των κοινωνικών μετασχηματισμών που προκαλούνται από την μαζική μετανάστευση.”

Οι ένθερμες εκκλήσεις για μια οργανική ενσωμάτωση των πληθυσμών που προέρχονται από αυτή μετράνε όλο και λιγότερο μπροστά σε έναν παράγοντα που η κοινότητα των μελετητών εξακολουθούσε να θεωρεί αμελητέο μέχρι χθες το δημογραφικό βάρος. Οι μυθοπλασίες της κοινής ζωής καταρρέουν η μία μετά την άλλη. Όλες οι προσπάθειες του διαφοροποιητικού σχεδίου σήμερα, όπως και οι υπηρεσίες της ιδιωτικής και δημόσιας προπαγάνδας, στοχεύουν στην απόκρυψη των τραγικών γεγονότων που πολλαπλασιάζονται και που επιβεβαιώνουν την είσοδο σε μια συγκρουσιακή κοινωνία, όπου ο μύθος της ευτυχούς διαφορετικότητας καταρρέει οριστικά.

Οι συναισθηματικά ευφυείς άνθρωποι είναι σε θέση να ρυθμίζουν τα συναισθήματά τους

Η συναισθηματική ευφυΐα περιλαμβάνει τέσσερις βασικές δεξιότητες:

-Ικανότητα αντίληψης των συναισθημάτων

-Ικανότητα εξήγησης των συναισθημάτων

-Ικανότητα κατανόησης των συναισθημάτων

-Ικανότητα διαχείρισης συναισθημάτων

Οι συναισθηματικά ευφυείς άνθρωποι χαρακτηρίζονται από μία σειρά από συνήθειες και συμπεριφορές που συμβάλλουν στην ικανότητά τους να διαχειρίζονται τα δικά τους συναισθήματα και να κατανοούν τα συναισθήματα των άλλων. Οι σημαντικότερες από αυτές είναι:

Αυτογνωσία: Οι συναισθηματικά ευφυείς μπορούν να προσδιορίζουν και να δίνουν προσοχή σε αυτό που νιώθουν

Ο ψυχολόγος και συγγραφέας Daniel Goleman προσδιορίζει την αυτογνωσία ως ένα από τα βασικά συστατικά της συναισθηματικής νοημοσύνης. Η αυτογνωσία περιλαμβάνει την ικανότητα αναγνώρισης διαθέσεων και συναισθημάτων. Μέρος της αυτογνωσίας περιλαμβάνει επίσης την επίγνωση του τρόπου με τον οποίο τα συναισθήματα και οι διαθέσεις σας επηρεάζουν τους άλλους ανθρώπους. Αυτή η ικανότητα να παρακολουθείτε τις δικές σας συναισθηματικές καταστάσεις είναι βασική προϋπόθεση για τη συναισθηματική νοημοσύνη.

Ενσυναίσθηση: Οι συναισθηματικά ευφυείς καταλαβαίνουν πώς νιώθουν οι άλλοι

Η ενσυναίσθηση είναι ένα άλλο κύριο στοιχείο συναισθηματικής νοημοσύνης, σύμφωνα με τον Goleman. Αυτό περιλαμβάνει την ικανότητα κατανόησης των συναισθημάτων των άλλων ανθρώπων. Για να αλληλεπιδράσετε με άλλα άτομα σε πολλούς τομείς της ζωής, όπως στη δουλειά, στο σχολείο ή στις φιλικές και ερωτικές σχέσεις, πρέπει να είστε σε θέση να αναγνωρίζετε τι νιώθουν. Εάν ένας συνάδελφός σας για παράδειγμα είναι αναστατωμένος ή απογοητευμένος, το να αναγνωρίζετε τι αισθάνεται μπορεί να σας δώσει μια πολύ καλύτερη ιδέα για το πώς να ανταποκριθείτε.

Αυτορρύθμιση: Οι συναισθηματικά ευφυείς είναι σε θέση να ρυθμίζουν τα συναισθήματά τους

Η αυτορρύθμιση είναι απολύτως κεντρική για τη συναισθηματική νοημοσύνη. Η κατανόηση των συναισθημάτων σας είναι πολύ καλή, αλλά όχι ιδιαίτερα χρήσιμη εάν δεν μπορείτε να χρησιμοποιήσετε αυτήν τη γνώση.

Οι συναισθηματικά ευφυείς σκέφτονται πριν ενεργήσουν με βάση τα συναισθήματά τους. Είναι συντονισμένοι με το πώς νιώθουν, αλλά δεν αφήνουν τα συναισθήματά τους να κυβερνούν τις πράξεις τους.

Οι συναισθηματικά ευφυείς έχουν πάντα κίνητρο

Αυτό σημαίνει ότι έχουν κίνητρο να επιτύχουν τους στόχους τους και είναι ικανοί να διαχειριστούν τις συμπεριφορές και τα συναισθήματά τους προκειμένου να επιτύχουν μακροπρόθεσμα. Μπορεί να είναι νευρικοί πριν κάνουν μια αλλαγή στη ζωή τους, αλλά γνωρίζουν ότι η διαχείριση αυτού του φόβου είναι σημαντική. Κάνοντας ένα άλμα και κάνοντας την αλλαγή, γνωρίζουν ότι μπορεί να κάνουν τη ζωή τους καλύτερη και να έρθουν ένα βήμα πιο κοντά στην επίτευξη των στόχων τους.

Οι συναισθηματικά ευφυείς έχουν εξαιρετικές κοινωνικές δεξιότητες

Αυτό συμβαίνει εν μέρει επειδή είναι πολύ καλά συντονισμένοι τόσο με τα δικά τους συναισθήματα, όσο και με αυτά των άλλων. Ξέρουν πώς να αντιμετωπίζουν τους ανθρώπους αποτελεσματικά και επενδύουν κομμάτι του εαυτού τους στη διατήρηση υγιών κοινωνικών σχέσεων και στο να βοηθούν τους γύρω τους να πετύχουν.

Οι συναισθηματικά ευφυείς είναι πρόθυμοι και ικανοί να συζητήσουν συναισθήματα με άλλους

Μερικές φορές οι άνθρωποι είναι συμπονετικοί και εναρμονίζονται με τα συναισθήματά τους, αλλά δυσκολεύονται να μοιραστούν πραγματικά αυτά τα συναισθήματα με τους άλλους. Οι συναισθηματικά ευφυείς όχι μόνο κατανοούν τα συναισθήματα, αλλά ξέρουν και πώς να τα εκφράσουν κατάλληλα.

Τι ακριβώς εννοούμε λέγοντας κατάλληλα; Φανταστείτε, για παράδειγμα, ότι μόλις είχατε μια ιδιαίτερα απαίσια μέρα στη δουλειά. Είστε κουρασμένοι, απογοητευμένοι και θυμωμένοι για το πώς πήγαν τα πράγματα σε μια σημαντική συνάντηση. Μια ακατάλληλη έκφραση των συναισθημάτων σας μπορεί να περιλαμβάνει το να έρθετε σπίτι και να τσακωθείτε με τον/την σύζυγό σας, ή να στείλετε ένα κακεντρεχές email στο/στην προϊστάμενο/η σας.

Μια πιο κατάλληλη συναισθηματική αντίδραση θα ήταν να συζητήσετε την απογοήτευσή σας με τον/την σύντροφό σας, να απελευθερώσετε κάποια ένταση πηγαίνοντας για τρέξιμο/περπάτημα και να καταλήξετε σε ένα πλάνο, για να κάνετε την επόμενη μέρα καλύτερη από την προηγούμενη.

Οι συναισθηματικά ευφυείς είναι σε θέση να προσδιορίσουν σωστά τις υποκείμενες αιτίες των συναισθημάτων τους

Φανταστείτε ότι απογοητεύεστε και θυμώνετε με έναν συνάδελφο. Καθώς αξιολογείτε τα συναισθήματά σας, αναλύστε με τι είστε πραγματικά αναστατωμένοι. Είστε θυμωμένοι με τις ενέργειες του συναδέλφου σας, ή μήπως ο θυμός σας πηγάζει από απογοητεύσεις και πίεση από κάτι άλλο, όπως πάρα πολλή δουλειά και ευθύνες;

Οι συναισθηματικά ευφυείς είναι σε θέση να αξιολογήσουν την κατάσταση και να εντοπίσουν σωστά την αληθινή πηγή των συναισθημάτων τους.

Στην αρχή, αυτό μπορεί να φαίνεται απλό, αλλά η πραγματικότητα είναι ότι η συναισθηματική μας ζωή μπορεί να είναι τόσο περίπλοκη, όσο και ακατάστατη. Ο εντοπισμός της ακριβούς πηγής των συναισθημάτων σας μπορεί να είναι ιδιαίτερα δύσκολος, όταν αντιμετωπίζετε ισχυρά συναισθήματα, όπως αγάπη και θυμό.