Κυριακή 12 Μαΐου 2024

Συναισθηματικός εκβιασμός

Τί είναι ο συναισθηματικός εκβιασμός;

Ο όρος συναισθηματικός εκβιασμός αναφέρεται σε μία μορφή ψυχολογικής χειραγώγησης που συμβαίνει μέσα στα πλαίσια στενών προσωπικών σχέσεων: μπορεί να είναι η σχέση ανάμεσα σε μία μητέρα και το παιδί της, η σχέση μεταξύ συζύγων, αδελφών, ακόμη και μεταξύ πολύ στενών φίλων. Σε αυτές τις σχέσεις, το ένα μέλος χρησιμοποιεί ψυχολογική πίεση προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς του, ενώ το άλλο μέλος υποχωρεί μπροστά στο φόβο των συνεπειών. Ο συναισθηματικός εκβιασμός είναι μία μορφή ψυχολογικής κακοποίησης με πολύ δυσάρεστες συνέπειες.

Πώς λειτουργεί;

Ο «συναισθηματικός εκβιαστής» προβάλλει τις απαιτήσεις του και τις ανάγκες του πάνω από οτιδήποτε άλλο: προκειμένου να βεβαιωθεί ότι θα πάρει αυτό που επιθυμεί χρησιμοποιεί ψυχολογική πίεση απειλώντας, άμεσα ή έμμεσα, ότι αν δε γίνει το δικό του θα υπάρξουν συνέπειες. Υπάρχουν διαφορετικές μορφές συναισθηματικού εκβιασμού. Ο εκβιαστής μπορεί να απειλεί ότι θα κάνει κακό στον εαυτό του (όχι απαραίτητα σωματικό), ότι θα τιμωρήσει το «θύμα» του αν δεν ανταποκριθεί ή μπορεί να παριστάνει το μάρτυρα προκαλώντας συναισθήματα ενοχής και οίκτου. Υπάρχουν επίσης εκείνοι που χρησιμοποιούν μία μορφή δωροδοκίας, υποσχόμενοι διάφορα ανταλλάγματα προκειμένου να επιτύχουν το σκοπό τους.

Παραδείγματα συναισθηματικού εκβιασμού.

Οι μάρτυρες. Σκεφτείτε μία μητέρα η οποία στερεοτυπικά όταν επιθυμεί κάτι, επαναλαμβάνει στα παιδιά της ότι «έκανε τα πάντα και ξόδεψε όλη της τη ζωή» για να τα μεγαλώσει σωστά ή ένα σύζυγο ο οποίος πάντα προβάλλει το γεγονός ότι εργάζεται σκληρά για να μη λείψει τίποτα στην οικογένειά του. Αυτοί οι άνθρωποι χρησιμοποιούν την ενοχή και την υποχρέωση σαν μοχλό για να επιτύχουν το σκοπό τους.

Οι τιμωροί. Οι τιμωροί χρησιμοποιούν απειλές και κυρώσεις για να πιέσουν τις καταστάσεις. Μπορεί να απειλούν ότι θα τους συμβούν επώδυνα πράγματα αν δεν τους βοηθήσουμε, ότι θα είναι δυστυχείς, ότι θα κινδυνέψουν ή ακόμα ότι θα μας κάνουν να υποφέρουμε αν δεν ενδώσουμε στις πιέσεις τους.

Οι δωροδοκούντες. Προκειμένου να αποσπάσουν αυτό που θέλουν από το «θύμα» του εκβιασμού τους, δίνουν υποσχέσεις και ανταλλάγματα: «Αν κάνεις αυτό που θέλω, θα συνεχίσω να σε φροντίζω».

Πώς αισθάνονται τα «θύματα» του συναισθηματικού εκβιασμού;

Οι συνέπειες του συνεχιζόμενου συναισθηματικού εκβιασμού είναι οδυνηρές για τον ψυχισμό των θυμάτων. Αισθάνονται ανασφαλείς, ασήμαντοι και έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση ενώ κάθε φορά που κάνουν κάτι για τον εαυτό τους νιώθουν εγωιστές. Τα κύρια συναισθήματα που εμπνέει ο συναισθηματικός εκβιασμός είναι φόβος, υποχρέωση και ενοχή. Το αποτέλεσμα είναι ότι το «θύμα» εμπλέκεται σε έναν ιστό από τον οποίο αισθάνεται αδύναμο ή ανίκανο να ξεφύγει.

Οι άνθρωποι που πέφτουν «θύματα» συναισθηματικού εκβιασμού είναι συνήθως άνθρωποι με έντονα αλτρουιστικά αισθήματα αλλά ταυτόχρονα φοβούνται και αποφεύγουν τη ρήξη, το θυμό και τη διαφωνία. Έχουν μεγάλη ανάγκη να τους αγαπούν, να τους αποδέχονται και να έχουν ανθρώπους γύρω τους. Γίνονται έτσι ευάλωτοι στις συναισθηματικές πιέσεις και εύκολα υπαναχωρούν με αποτέλεσμα να βάζουν πάντοτε τις ανάγκες τους σε δεύτερο πλάνο.

Είμαι «θύμα» συναισθηματικού εκβιασμού;

Παρόλο που πρόκειται για μία μορφή ψυχολογικής βίας και κακοποίησης, πολλές φορές οι άνθρωποι δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν ή να παραδεχτούν τι τους συμβαίνει.

Οι συναισθηματικοί εκβιαστές:
  • Σας απειλούν ότι θα σας εγκαταλείψουν αν δεν κάνετε αυτό που σας ζητούν.
  • Όταν τους αρνηθείτε κάτι, σας κάνουν τη ζωή δύσκολη.
  • Σας κατηγορούν ότι είστε εγωιστές, άπληστοι, ότι σκέφτεστε μόνο τον εαυτό σας.
  • Σας δίνουν υποσχέσεις τις οποίες σπάνια τηρούν όταν τελικά πετύχουν αυτό που θέλουν.
  • Αφήνουν να εννοηθεί ότι αν δεν τους βοηθήσετε θα τους συμβεί κάτι κακό.
  • Επαναλαμβάνουν διαρκώς πόσο τους απογοητεύετε, πόσο δεν το περίμεναν αυτό από σας και πόσο τους πληγώνει η συμπεριφορά σας.
  • Σας υπενθυμίζουν συχνά πόσα έχουν κάνει για σας και άρα, πόσο υποχρεωμένοι είστε.
  • Σας λένε καλά λόγια και σας φέρονται καλά όσο τους δίνετε ό,τι σας ζητήσουν αλλά τα αναιρούν όλα και γίνονται σκληροί και επιθετικοί στο πρώτο όχι που θα πείτε.
  • Χρησιμοποιούν τα χρήματα σαν απειλή ή σαν εργαλείο για να σας χειριστούν.
Πώς να το αντιμετωπίσετε.

Οι σχέσεις που βασίζονται σε μηχανισμούς συναισθηματικού εκβιασμού είναι συνήθως βαθειά ριζωμένες και αντιστέκονται σθεναρά στην αλλαγή.

Αναγνωρίστε τη μορφή του εκβιασμού. Παρόλο που ο συναισθηματικός εκβιασμός, ειδικά όταν συμβαίνει χρόνια, μας δημιουργεί σύγχυση και θολώνει τη σκέψη μας, είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζουμε τα κίνητρα της συμπεριφοράς μας. Νιώθετε ενοχή, φόβο και υποχρέωση;

Βάλτε όρια. Σπάστε το φαύλο κύκλο του εκβιασμού βάζοντας όρια και κρατήστε τα. Αυτό θα δώσει το μήνυμα ότι έχετε τη δύναμη να πείτε όχι σε κάτι που θεωρείτε παράλογο.

Φροντίστε τον εαυτό σας. Εξετάστε τις προσωπικές σας ανάγκες και επιθυμίες χωρίς να επηρεάζεστε από το φόβο της απειλής. Τι θα κάνατε για τον εαυτό σας αν είχατε απόλυτη ελευθερία;

Δείτε τον εαυτό σας από απόσταση. Πώς θα κρίνατε εσείς τον εαυτό σας; Τι ρόλο έχετε παίξει σε αυτή τη σχέση; Τι συμβουλή θα δίνατε σε έναν άνθρωπο που βρίσκετε στη θέση σας;

Ξεκινήστε με μικρές αλλαγές. Κάνοντας μικρές προσωπικές επιλογές σε καθημερινή βάση και υποστηρίζοντας τον εαυτό σας, θα σας βοηθήσει όχι μόνο να βάλετε όρια αλλά και να θυμηθείτε σταδιακά πώς είστε δυνατοί, αξιόλογοι και πως η αγάπη και η συντροφιά σας αξίζει, χωρίς να χρειάζεται να την «εξαγοράζετε» υποχωρώντας πάντα σε αυτό που σας ζητούν.

Richard Feynman: Η απομίμηση της επιστήμης

Στον Μεσαίωνα κυκλοφορούσαν όλων των ειδών οι ανόητες ιδέ­ες —για παράδειγμα, ότι ένα κομμάτι από κέρατο ρινόκερου αυ­ξάνει την αντρική σεξουαλική ικανότητα.

Πιο μετά ανακαλύψαμε μια μέθοδο για να διαχωρίζουμε τις ιδέες: θα έπρεπε να δοκιμάζουμε μια ιδέα για να δούμε αν επαληθεύεται, και, αν όχι, να την απορρίπτουμε. Και, όπως είναι φυσικό, αυτή η μέθοδος οργανώθηκε και συνέστησε την επιστήμη. Αναπτύχθηκε μάλιστα με τέτοια επιτυχία ώστε σήμερα να ζούμε σε μια επιστημονική εποχή· έχουμε δε φτάσει στο σημείο να δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε ότι κάποτε υπήρξαν θεραπευτές-μάγοι.

Ωστόσο, ακόμη και σήμερα συναντώ πολλούς οι οποίοι, αργά ή γρήγορα, με εμπλέκουν σε συζητήσεις για ιπτάμενους δίσκους, για αστρολογία, για κάποια μορφή μυστικισμού ή διευρυμένης συνείδησης, για νέους τύπους επίγνωσης, για παραψυχολογία κ.λπ. Έτσι, λοιπόν, έφτασα να συμπεράνω ότι ζούμε σε έναν μη επιστημο­νικό κόσμο.

Οι περισσότεροι πιστεύουν σε πολλά και θαυμαστά· οπότε τελικά αποφάσισα να ερευνήσω γιατί τα πιστεύουν. Το φιλομαθές και φιλέρευνο πνεύμα μου —όπως λένε οι άλλοι— με προσγείωσε στη ζοφερή πραγματικότητα. Τι βρήκα; Σκουπίδια, σωρό. Κυριολεκτι­κά έφριξα. Στην αρχή άρχισα να ερευνώ διάφορες μορφές μυστικισμού και μυστικιστικών εμπειριών. Βρέθηκα σε «δεξαμενές α­πομόνωσης» (χώροι ήσυχοι και σκοτεινοί, όπου κολυμπάς μέσα σε ένυδρο θειικό μαγνήσιο) έχοντας ψευδαισθήσεις για αρκετές ώ­ρες. Μετά πήγα στο Esalen, στο λίκνο της μυστικιστικής σκέψης (υπέροχο μέρος· θα πρέπει κάποτε να το επισκεφθείτε). Τότε κατέρρευσα· διότι ουδέποτε είχα αντιληφθεί το μέγεθος αυτής της ντροπής.

Βρέθηκα, για παράδειγμα, σε ένα ζεστό λουτρό μέσα στο οποίο ήταν επίσης ένας νεαρός και μια κοπέλα. Αυτός γυρνάει και της λέ­ει:

«Μαθαίνω μασάζ· μου επιτρέπεις να εξασκηθώ πάνω σου;».

«Εντάξει» του απαντά εκείνη, και πηγαίνει να ξαπλώσει.

Αυτός άρχισε πιάνοντας το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού της.

Τότε στράφηκε προς κάποια, η οποία προφανώς ήταν η εκπαιδεύτριά του, και τη ρώτησε:

«Αισθάνομαι κάτι σαν βαθούλωμα. Μήπως είναι η υπόφυση;».

«Όχι, ο συγκεκριμένος αδένας δεν δί­νει αυτή την αίσθηση» του απάντησε περισπούδαστα.

Οπότε δεν κρατήθηκα: «Έχεις δρόμο ακόμη για την υπόφυση, άνθρωπέ μου». Γύρισαν όλοι και με κοίταξαν —είχαν καταλάβει ότι κάτι σκάμπαζα.

«Πρόκειται για ρεφλεξολογία, κύριε» προσπάθησε να μου εξηγήσει η εκπαιδεύτρια. Έκλεισα τα μάτια υποκρινόμενος ότι διαλογίζομαι.

Σας έφερα ένα παράδειγμα αυτών που με «αρρωσταίνουν». Επίσης ασχολήθηκα και με την εξωαισθητηριακή αντίληψη και τα παραψυχολογικά φαινόμενα. Η τελευταία μόδα αυτής της παρα­φροσύνης ήταν τότε ο Uri Geller, κάποιος που υποτίθεται πως μπορούσε να διαβάζει τη σκέψη και να λυγίζει κλειδιά τρίβοντάς τα με το δάχτυλο. Έπειτα από δική του πρόσκληση, τον επισκέφθηκα στο ξενοδοχείο όπου διέμενε. Δεν κατάφερε να διαβάσει τη σκέψη μου- αλλά τι να του καταλογίσω —ποιος ξέρει τι σκέφτομαι; Ο γιος μου είχε μαζί του ένα κλειδί, ο Geller το έτριψε, αλλά το κλειδί δεν λύγισε. Μας είπε ότι του ήταν ευκολότερο να το κάνει κάτω οπό το νερό. Μπορείτε να φανταστείτε το σκηνή —όλοι μας στο μπάνιο, η βρύση ανοιχτή, και αυτός να τρίβει το κλειδί. Αλλά και πάλι δεν έγινε τίποτα. Έτσι, δυστυχώς δεν μπόρεσα να εξιχνιάσω ούτε αυτό το «φαινόμενο».

Στη συνέχεια, τους μάγους-γιατρούς είναι εύκολο να τους ελέγξουμε διαπιστώνοντας ότι στην πραγματικότητα τίποτα από όσα κάνουν δεν «πιάνει». Όμως υπάρχουν και άλλα πράγματα που γίνονται πιστευτά από ακόμη περισσότερο κόσμο —λόγου χάρη, ο τρόπος να εκπαιδεύουμε. Υπάρχουν σχολές μεθόδων ανάγνωσης, βελτίωσης των μαθηματικών επιδόσεων κ.λπ. Με μια προσεκτικό­τερη ματιά όμως διαπιστώνουμε ότι οι επιδόσεις παρουσιάζουν φθίνουσα πορεία —ή ελάχιστη βελτίωση—, παρότι χρησιμοποι­ούμε τους ίδιους ανθρώπους. Άλλη μια μαγγανεία, λοιπόν. Δεν θα έπρεπε να την ελέγξουμε; Πώς κατάλαβαν αυτοί οι άνθρωποι ότι οι μέθοδοί τους είναι αποτελεσματικές; θέλετε άλλο παράδειγμα; Ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε τους εγκληματίες. Μόνο θεωρίες, και το ποσοστό εγκληματικότητας απαραμείωτο.

Όλα τούτα, πάντως, διεκδικούν επιστημονικούς τίτλους· πληρώνουμε για να τα σπουδάζουμε, θεωρώ δε ότι η ψευδοεπιστήμη αυτού του είδους εκφοβίζει τον πολίτη που διαθέτει κοινή λογική αλλά όχι εξειδικευμένες γνώσεις. Κάποια δασκάλα που έχει μια εμπνευσμένη ιδέα για το πώς θα μάθει τους μαθητές της να διαβάζουν υποχρεώνεται από το σχολικό σύστημα να υιοθετήσει έναν άλλο τρόπο —μερικές δε φορές καταλήγει να παραδέχεται ότι η δική της μέθοδος δεν είναι αναγκαστικά καλή. Ή μια μητέρα με άτακτα παιδιά, αφού προσπαθεί να τους εμφυσήσει το πνεύμα της πειθαρχίας, αισθάνεται ένοχη σε όλη της τη ζωή επειδή δεν έκανε αυτό που κατά τη γνώμη των ειδικών ήταν το «σωστό».

Οφείλουμε, λοιπόν, να ψάχνουμε τις θεωρίες που δεν οδηγούν πουθενά και την επιστήμη που δεν είναι επιστήμη.

Προσπάθησα να βρω έναν τρόπο για να εντοπίζω τέτοιου είδους ανοησίες, και κατέληξα στην εξής μέθοδο: Αν βρίσκεσαι σε κάποιο κοκτέιλ πάρτι, έχεις πιάσει κουβέντα με τους άλλους και δεν νιώθεις άβολα όταν η οικοδέσποινα, τριγυρίζοντας, έρχεται και λέει «Πάλι για τη δουλεία μιλάτε;» ή όταν η γυναίκα σου, περιδιαβαίνοντας, πλησιάζει και σε ρωτάει «Γιατί φλερτάρεις πάλι;», τότε μπορείς να είσαι βέβαιος ότι όλοι έχουν μεσάνυχτα για το αντικείμενο της συζήτησης.

Βασιζόμενος σε αυτή τη μέθοδο, ανακάλυψα ορισμένα ζητήμα­τα που είχα ξεχάσει. Ανάμεσά τους και οι διάφορες μορφές ψυχοθεραπείας. Άρχισα να ψάχνω τα ράφια της βιβλιοθήκης, αλλά είναι τόσο πολλά αυτά που θα μπορούσα να σας πω, ώστε τελικά αποφάσισα να μη μιλήσω για το θέμα, αλλά να περιοριστώ σε πολύ λίγα πράγματα —σε εκείνα τα οποία πιστεύουν οι περισσότεροι. Ενδεχομένως την επόμενη χρονιά να καταφέρω να δώσω μια σειρά δια­λέξεων για όλα αυτά, διότι χρειάζεται αρκετός χρόνος για να τα εκθέσει κάνεις.

Νομίζω ότι οι παιδαγωγικές και ψυχολογικές μελέτες που προανέφερα αποτελούν παραδείγματα αυτού το οποίο θα ήθελα να αποκαλέσω «απομίμηση της επιστήμης» —ή «επιστήμη της λατρείας του φορτίου». Στις Νότιες θάλασσες υπάρχει εκείνη η παράξενη λατρεία για τα αγαθά που φτάνουν «εξ ουρανού». Κατά τη διάρκεια του πολέμου είδαν αεροπλάνα να προσγειώνονται και να ξεφορτώνουν διάφορες προμήθειες και θέλουν αυτό να ξανασυμβεί. Έτσι, έφτιαξαν ένα ξέφωτο που θυμίζει αεροδιάδρομο και άναψαν μικρές φωτιές στις δυο πλευρές του. Έφτιαξαν και μια ξύλινη καλύβα εν είδει πύργου ελέγχου, με έναν ιθαγενή μέσα, ο οποίος φοράει δύο ξύλινες απομιμήσεις ακουστικών απ’ όπου ξεπετάγονται καλάμια μπαμπού ως κεραίες —ο ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας—, και περιμένουν τα αεροπλάνα να έρθουν. Όλα τα έφτιαξαν σωστά, πανομοιότυπα με ό,τι είχαν δει κατά τον πόλεμο. Αλλά το σύστημα δεν «δούλευε». Τα αεροπλάνα δεν έρχονταν να προσγειωθούν. Κατ’ αναλογίαν, αποκαλώ όλα τα πράγματα στα οποία προαναφέρθηκα «απομίμηση της επιστήμης», διότι, μολονότι ακολουθούν όλες τις μορφές και τους κανόνες της επιστημονικής έρευνας, παραβλέπουν κάτι ουσιώδες —τα αεροπλάνα που περιμένουν δεν προσγειώνονται.

Επιβάλλεται τώρα να σας πω τι ακριβώς παραβλέπουν. Είναι εξίσου δύσκολο με το να προσπαθήσω να εξηγήσω στους ιθαγενείς τι κάνουν για να προκύψει αφθονία αγαθών. Δεν είναι κάτι εύκο­λο —να βελτιώσουν, ας πούμε, τα «ακουστικά» που χρησιμοποι­ούν. Όμως υπάρχει ένα χαρακτηριστικό που εν γένει απουσιάζει από την «απομίμηση της επιστήμης». Είναι αυτό το οποίο όλοι εμείς ελπίζουμε ότι μπορέσατε να διδαχτείτε σπουδάζοντας την επιστήμη τα προηγούμενα χρόνια. Ποτέ δεν μιλάμε ευθέως για αυτό αλλά ευελπιστούμε ότι μπορέσατε να το αφομοιώσετε μέσα από τα παραδείγματα της επιστημονικής έρευνας. Τούτη τη φορά, όμως, θα το πω με το όνομά του. Είναι η επιστημονική ακεραιότη­τα —μια αρχή της επιστημονικής σκέψης που σχετίζεται με τη διαυγέστερη εντιμότητα, τη δυνατότητα να θέτεις τα πράγματα υπό αίρεση, να μη διστάζεις να παλινδρομείς ανάμεσα στο επιχεί­ρημα και το αντεπιχείρημα. Φέρ’ ειπείν, κάνοντας ένα πείραμα, έχεις την υποχρέωση να αναφέρεις όχι μόνο όσα στοιχεία το καθιστούν αξιόπιστο αλλά και οτιδήποτε θεωρείς ότι το ακυρώνει. Επίσης, αν κατά τη διάρκεια προηγούμενων πειραμάτων έχεις εσκεμμένα παραλείψει ορισμένες παραμέτρους, τότε πρέπει να αναφερθείς στον τρόπο που το έκανες αυτό, έτσι ώστε και κάποιος άλλος να μπορεί να τον επαληθεύσει.

Πρέπει να γνωστοποιήσεις όλες εκείνες τις λεπτομέρειες για τις οποίες γνωρίζεις ότι θέτουν υπό αμφισβήτηση την ερμηνεία σου. Αν υποψιάζεσαι ότι κάτι είναι λανθασμένο, ή ενδέχεται να εί­ναι λανθασμένο, πρέπει να το εξηγήσεις —δίνοντας, μάλιστα, τον καλύτερό σου εαυτό. Αν, για παράδειγμα, οικοδομείς μια θεωρία, μη σταθείς μόνο σε ό,τι την ισχυροποιεί, μα κυρίως σε ό,τι φαίνε­ται να τη διαψεύδει. Υπάρχει και ένα ακόμη λεπτότερο ζήτημα. Όταν έχεις βασιστεί σε πλήθος ιδεών για να δημιουργήσεις μια περίπλοκη θεωρία, αδημονείς για το πεδίο εφαρμογών της· και, βέβαια, δεν θα πρέπει να δίνει απαντήσεις μόνο σε εκείνα τα ζητή­ματα που αποτέλεσαν το έναυσμα για να τη δημιουργήσεις. Μια πλήρης θεωρία δεν εξαντλείται εκεί.

Συνοψίζοντας, πρέπει να τροφοδοτήσεις τους άλλους με όλες εκείνες τις πληροφορίες οι οποίες θα τους επιτρέψουν να κρίνουν τη συνεισφορά σου, και όχι να περιοριστείς σε δεδομένα που προσανατολίζουν μονομερώς.

Ο απλούστερος τρόπος να ξεκαθαρίσουμε την προηγούμενη ιδέα είναι να την αντιπαραβάλουμε, ας πούμε, με τη διαφήμιση. Χθες βράδυ άκουσα ότι το λάδι Wesson δεν διαποτίζει την τροφή. Αλήθεια είναι· δεν πρόκειται για κάτι απατηλό. Αλλά εγώ δεν μιλώ απλώς για ένα ζήτημα εντιμότητας ή ανεντιμότητας, αλλά για αυ­τή καθ’ εαυτήν την επιστημονική ακεραιότητα, η οποία ανήκει σε ένα εντελώς διαφορετικό επίπεδο. Εκείνο που θα έπρεπε να προ­στεθεί στη διαφήμιση είναι ότι, αν η διαδικασία γίνει σε κάποια συγκεκριμένη θερμοκρασία, κανένα λάδι δεν διαποτίζει την τρο­φή. Αλλά σε μια άλλη θερμοκρασία, όλα τα λάδια τη διαποτίζουν —του Wesson συμπεριλαμβανομένου. Κατά συνέπεια, προβάλλε­ται μια μεμονωμένη συνέπεια και όχι όλη η πραγματικότητα. Αυτή τη διαφορά πρέπει να αναλογιστούμε.

Η εμπειρία μάς έχει διδάξει ότι, αργά ή γρήγορα, η αλήθεια φανερώνεται, θα έρθει η σειρά άλλων πειραμάτων που θα επαναλάβουν το δικό σου, και τελικά θα αποδειχθεί αν είχες δίκιο ή άδικο, θα φανεί αν τα φυσικά φαινόμενα ταιριάζουν ή όχι με τη θεωρία σου. Έτσι, παρότι μπορεί να έχεις αποκτήσει στο μεταξύ κάποια δημοσιότητα και να ενθουσιάστηκες, δεν θα αποκτήσεις καλή φή­μη ως επιστήμονας αν δεν είσαι πάρα πολύ προσεκτικός στο έργο σου. Αυτού του είδους η ακεραιότητα, αυτή η προσπάθεια να μην κοροϊδεύεις τον εαυτό σου, είναι που εν πολλοίς απουσιάζει από την «απομίμηση της επιστήμης».

Βέβαια, υπάρχει μεγάλη δυσχέρεια στο θέμα αυτό, η οποία ο­φείλεται αφενός στη δυσκολία της φύσης του αντικειμένου και α­φετέρου στο ανεφάρμοστο της επιστημονικής μεθόδου. Πάντως, θα πρέπει να τονιστεί ότι δεν είναι η μοναδική δυσχέρεια. Νa γιατί τα αεροπλάνα δεν προσγειώνονται —η πραγματικότητα είναι ότι δεν προσγειώνονται.

Γνωρίζουμε πια από εμπειρία πώς να μην αυταπατώμεθα. Ένα παράδειγμα: Ο Millikan μέτρησε το φορτίο του ηλεκτρονίου χρησιμοποιώντας πολύ φορτισμένες σταγόνες λαδιού. Σήμερα ξέρουμε ότι αυτή η μέτρηση δεν ήταν ακριβής, διότι δεν είχε υπολο­γίσει σωστά το ιξώδες του αέρα. Ωστόσο, έχει ενδιαφέρον να δούμε την ιστορία των μετρήσεων για το φορτίο του ηλεκτρονίου μετά τον Millikan. Αν τις παραστήσουμε συναρτήσει του χρόνου, βλέ­πουμε ότι η μία είναι λίγο μεγαλύτερη από την τιμή τού Millikan, η επόμενη λίγο μεγαλύτερη από την προηγούμενη κ.ο.κ., ώσπου τελικά κατέληξαν σε μια τιμή φορτίου εμφανώς υψηλότερη από τη δική του.

Γιατί, όμως, δεν ανακάλυψαν αυτή την υψηλότερη τιμή ευθύς εξαρχής; Είναι μια ιστορία για την οποία ντρέπονται οι επιστήμο­νες, αφού είναι πλέον γνωστό τι συνέβη: Όταν έπαιρναν μια τιμή κατά πολύ μεγαλύτερη εκείνης του Millikan, θεωρούσαν ότι υπήρ­χε κάποιο σφάλμα, και αναζητούσαν την αιτία. Όταν έβρισκαν τι­μές που προσέγγιζαν τη δική του, εφησύχαζαν αντί να παρατηρή­σουν πιο προσεκτικά. Αδιαφόρησαν για τις τιμές που παρουσίαζαν μεγάλη απόκλιση από εκείνη του Millikan, αλλά υπέπεσαν και σε άλλα παρόμοια ατοπήματα. Σήμερα γνωρίζουμε τις παγίδες, και απαλλαχθήκαμε πια από αυτή την αρρώστια.

Δυστυχώς, όμως, η ιστορία για το πώς να μην ξεγελούμε τον ί­διο μας τον εαυτό και πώς να διαφυλάττουμε το επιστημονικό κύ­ρος είναι κάτι που, απ’ όσο γνωρίζω, δεν έχει συμπεριληφθεί σε κα­μιά σειρά μαθημάτων. Εναποθέτουμε λοιπόν τις ελπίδες μας στην ώσμωση ιδεών.

Η βασική αρχή είναι να μην ξεγελάτε τον εαυτό σας —κι εσείς είστε αυτός που μπορείτε να τον ξεγελάσετε ευκολότερα. Γι’ αυτό θα πρέπει να ενεργείτε ιδιαίτερα προσεκτικά. Από τη στιγμή που παύετε να αυτοεξαπατάσθε, δεν θα επιχειρήσετε να παραπλανή­σετε ούτε τους άλλους επιστήμονες. Κατόπιν, δεν μπορεί παρά να είστε έντιμοι, με τη συμβατική έννοια του όρου.

Θα ήθελα επίσης να προσθέσω κάτι το οποίο δεν είναι ουσιώ­δες χαρακτηριστικό της επιστημονικής ιδιότητας αλλά εγώ το πι­στεύω βαθιά. Δεν θα πρέπει να κοροϊδεύετε ούτε τους μη ειδήμο­νες όταν μιλάτε ως επιστήμονας. Δεν προσπαθώ να σας υποδείξω τι να κάνετε όταν απατάτε τη γυναίκα σας ή όταν φλομώνετε στο ψέμα τη φιλενάδα σας ή όταν ενεργείτε όχι ως επιστήμονες αλλά ως συνηθισμένοι άνθρωποι. Αυτά τα προβλήματα μπορείτε να τα συζητήσετε με τον εαυτό σας ή με το ραβίνο σας. Αναφέρομαι σε έναν ειδικό, έναν ιδιαίτερο τύπο ακεραιότητας, όχι χαλαρωμένη αλλά μαχόμενη να καταδείξει ότι πιθανόν και να σφάλλετε. Αυτή είναι η ευθύνη μας ως επιστημόνων, ιδίως έναντι των άλλων επι­στημόνων, και θα προσέθετα και έναντι των απλών ανθρώπων. Ένιωσα μεγάλη έκπληξη συζητώντας με ένα φίλο ο οποίος επρόκειτο να μιλήσει στο ραδιόφωνο. Το πεδίο του είναι η κοσμο­λογία και η αστρονομία, αναρωτιόταν δε πώς θα παρουσίαζε εφαρ­μογές για την έρευνά του. «Μα αφού δεν υπάρχουν εφαρμογές» είπα. «Ναι, αλλά αν το πω αυτό, θα σταματήσουν να χρηματοδο­τούν την έρευνά μας» αντέτεινε. Εγώ θεωρώ τούτη τη συμπεριφο­ρά ανέντιμη. Αν είσαι επιστήμονας, θα πρέπει να εξηγείς στους μη ειδικούς τι κάνεις, ανεξάρτητα από το αν θέλουν στη συνέχεια να σε υποστηρίξουν —αυτό αφορά εκείνους.

Να ένα σχετικό παράδειγμα: Αν έχεις σκεφτεί να επεξεργαστείς μια θεωρία ή θέλεις να εξηγήσεις κάποια ιδέα, θα πρέπει πάντα να την ανακοινώνεις στην πρωταρχική μορφή της. Αν δημοσιεύσεις μόνο εκείνα τα αποτελέσματα που την ευνοούν, μπορεί να κάνεις τον ισχυρισμό σου να φαίνεται πιο πειστικός. Αλλά θα πρέπει να κοινοποιούμε όλων των ειδών τα αποτελέσματα και όχι μόνο όσα μας ευνοούν. Θυμηθείτε πάλι πώς λειτουργεί η διαφήμιση. Ας υ­ποθέσουμε ότι κάποιο τσιγάρο έχει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό —χαμηλό ποσοστό νικοτίνης, για παράδειγμα. Διαφημίζεται από την εταιρεία που το παράγει ως κάτι σωτήριο. Δεν θα μας γνωστο­ποιήσουν, όμως, ότι η αναλογία της πίσσας μπορεί να είναι διαφο­ρετική ή και κάποιο άλλο ενδεχόμενο μειονέκτημα. Με άλλα λό­για, η δημοσιοποίηση εξαρτάται από το αποτέλεσμα που μπορεί να έχει. Αλλά τούτο δεν πρέπει να συμβαίνει στην επιστήμη.

Αυτό αφορά επίσης τις επιστημονικές συμβουλές προς κυβερ­νητικούς παράγοντες. Ας υποθέσουμε ότι ένας γερουσιαστής ζη­τάει τη γνώμη σας για το αν θα πρέπει να γίνουν γεωτρήσεις στην πολιτεία ταυ. Εσείς κρίνετε ότι θα ήταν προτιμότερο να γίνουν σε μια άλλη πολιτεία. Αν όμως δεν το γνωστοποιήσετε αυτό, δεν πα­ρέχετε επιστημονικές συμβουλές, αλλά απλώς επιτρέπετε να σας χρησιμοποιούν. Αν η συμβουλή σας ευθυγραμμίζεται με την κυ­βερνητική πολιτική, τη χρησιμοποιούν ως επιχείρημα· αν όχι, δεν την κοινοποιούν καθόλου. Αλλά αυτό αντίκειται στη φύση της επι­στημονικής συμβουλής.

Υπάρχουν ακόμη πιο τρανταχτά παραδείγματα για την κατ’ όνο­μα επιστήμη. Όταν ήμουν στο Πανεπιστήμιο Cornell, είχα συχνά συζητήσεις με ανθρώπους από το τμήμα ψυχολογίας. Μια φοιτή­τρια μου μίλησε για ένα πείραμα που ήθελε να κάνει. Δεν θυμάμαι να σας πω λεπτομέρειες, αλλά σε γενικές γραμμές ήταν το εξής: Είχε ήδη βρεθεί από άλλους ότι υπό ορισμένες συνθήκες, έστω X, οι ποντικοί κάνουν κάτι, ας πούμε Α. Εκείνη ήθελε να δει αν, αλλά­ζοντας τις συνθήκες σε Ψ, οι ποντικοί θα εξακολουθούσαν να κά­νουν το ίδιο. Ήθελε να πειραματιστεί με τις συνθήκες Ψ, για να δει αν θα είχε το αποτέλεσμα Α.

Της εξήγησα ότι καταρχάς έπρεπε να επαναλάβει στο εργαστή­ριό της τα προηγούμενα πειράματα, δηλαδή πρώτα να διαπιστώ­σει αν οι συνθήκες X οδηγούσαν όντως στο αποτέλεσμα Α, και έ­πειτα να αλλάξει τις συνθήκες σε Ψ για να δει αν το αποτέλεσμα είναι διαφορετικό. Τότε μόνο θα γνώριζε ότι αυτό ακριβώς που είχε υπό έλεγχο έκανε την πραγματική διαφορά.

Η ιδέα την ενθουσίασε, και πήγε να την προτείνει στον καθηγη­τή της. Αλλά εισέπραξε αρνητική απάντηση. «Όχι, δεν μπορείς να το κάνεις αυτό, διότι το πείραμα έχει ήδη γίνει, και κάθε επανάλη­ψη συνιστά απώλεια χρόνου». Το πείραμα είχε γίνει περίπου στα μέσα της δεκαετίας τού 1930, και φαίνεται ότι η γενική πολιτική ήταν να μην επαναλαμβάνονται τα ψυχολογικά πειράματα, αλλά απλώς να αλλάζουν τις συνθήκες.

Ο ίδιος κίνδυνος ελλοχεύει και σήμερα στο περιώνυμο πεδίο της φυσικής. Αποσβολώθηκα όταν άκουσα για ένα πείραμα που έ­γινε στον μεγάλο επιταχυντή τού Fermilab, όπου κάποιος χρησιμο­ποίησε δευτέριο. Για να συγκρίνει τα αποτελέσματα που είχε πάρει με βαρύ υδρογόνο με εκείνα που θα έπαιρνε αν χρησιμοποιούσε ε­λαφρύ υδρογόνο, έπρεπε να βασιστεί σε δεδομένα ενός πειράμα­τος με ελαφρύ υδρογόνο το οποίο είχε εκτελέσει κάποιος άλλος σε διαφορετικό μηχάνημα. Όταν ρωτήθηκε για το λόγο, απάντησε ό­τι αφενός ο χρόνος ήταν περιορισμένος και το μηχάνημα πανάκρι­βο, αφετέρου, αφού είχε ήδη γίνει το πείραμα, τα αποτελέσματα δεν μπορούσαν να είναι διαφορετικά. Οι υπεύθυνοι των προγραμ­μάτων στο Fermilab άγχονται να παρουσιάζουν νέα αποτελέσματα, ώστε να λαμβάνουν επιδοτήσεις και να συντηρούν το μηχανισμό των δημόσιων σχέσεων. Όμως, κατ’ αυτό τον τρόπο, ενδεχομένως παρεκκλίνουν από τον πραγματικό στόχο, που είναι η αξία των πει­ραμάτων. Κατά συνέπεια, συχνά καθίσταται δύσκολο να πειραμα­τιστεί κανείς όπως επιτάσσει η επιστημονική ακεραιότητα.

Εντούτοις, δεν έχουν όλα τα ψυχολογικά πειράματα τη μορφή που περιέγραψα. Υπάρχουν πολλά πειράματα με ποντικούς που τρέχουν σε κάθε τύπου λαβυρίνθους, τα αποτελέσματα των οποίων είναι ασαφή. Έτσι, το 1937 κάποιος Young πραγματοποίησε ένα πολύ ενδιαφέρον πείραμα. Χρησιμοποίησε έναν μακρύ διάδρομο. Από τη μια πλευρά υπήρχαν θυρίδες από τις οποίες έμπαιναν οι ποντικοί και από την άλλη πλευρά θυρίδες που οδηγούσαν στην τροφή. Ήθελε να δει αν μπορούσε να εκπαιδεύσει τους ποντικούς να πηγαίνουν στην τρίτη θυρίδα ανεξάρτητα από ποια έμπαιναν. Αλλά διαπίστωσε ότι πήγαιναν κατευθείαν προς τη θυρίδα όπου την προηγούμενη φορά βρισκόταν η τροφή.

Αφού όμως ο διάδρομος ήταν τόσο προσεκτικά και ομοιόμορ­φα φτιαγμένος, πώς ήξεραν οι ποντικοί ότι επρόκειτο για την ίδια θυρίδα; Προφανώς, υπήρχε κάτι ιδιαίτερο σε αυτή. Έτσι, έβαψε προσεκτικά όλες τις θυρίδες και φρόντισε να μη διαφέρει ούτε και η υφή της κάθε επιφάνειας. Αλλά και πάλι, οι ποντικοί κατάφερναν να μαντεύουν με επιτυχία πού βρισκόταν η τροφή. Υποπτεύθηκε ότι οι ποντικοί οσμίζονταν την τροφή, οπότε χρησιμοποίησε χη­μικές ουσίες για να αλλάζει τη μυρωδιά έπειτα από κάθε πείραμα. Αλλά και πάλι, οι ποντικοί εξακολουθούσαν να μαντεύουν σωστά. Τότε σκέφτηκε ότι παρατηρούσαν το φωτισμό και τη διαρρύθμιση του εργαστηρίου, όπως θα έκανε και κάποιος άνθρωπος. Κάλυ­ψε λοιπόν το διάδρομο, αλλά μάταια.

Τελικά ανακάλυψε ότι έβρισκαν την τροφή από την αντήχηση της επιφάνειας όταν έτρεχαν πάνω της. Έλυσε λοιπόν το πρόβλη­μα στρώνοντας άμμο στο διάδρομο. Έτσι, κατάφερε να ξεγελάσει τους ποντικούς και να τους μάθει να πηγαίνουν προς την τρίτη θυ­ρίδα. Αν παρέλειπε κάτι από αυτά που είχε κάνει —αν δηλαδή ή­ταν λιγότερο αυστηρός με τις συνθήκες του πειράματος—, τότε οι ποντικοί δεν θα ξεγελιόνταν.

Από επιστημονικής πλευράς, αυτό είναι ένα πείραμα πρώτης τάξεως. Είναι ένα πείραμα που αποκαλύπτει σε ποιες ενδείξεις πράγματι βασίζεται η κίνηση των πειραματόζωων, βάζοντας τέλος στις δικές μας υποψίες. Επιπλέον, καταγράφει επακριβώς τις απα­ραίτητες συνθήκες για τον έλεγχο παρόμοιων πειραμάτων.

Ενδιαφέρθηκα για τον απόηχο αυτής της έρευνας. Στα δύο πει­ράματα που ακολούθησαν δεν υπήρχε η παραμικρή μνεία στον κύ­ριο Young. Δεν χρησιμοποίησαν καν τα κριτήριά του —επίστρωση άμμου, και εν γένει προσοχή. Συνέχισαν πιστοί στον παλιό τρόπο, χωρίς να δώσουν σημασία στις μεγάλες ανακαλύψεις τού Young· ούτε υπήρξε κάποια αναφορά στις δημοσιεύσεις του, διότι δεν α­νακάλυψε τίποτα για τους ποντικούς. Στην πραγματικότητα, ό­μως, ανακάλυψε όλα όσα πρέπει να κάνεις για να μάθεις κάτι για τη συμπεριφορά των ποντικών. Η αδιαφορία για τέτοια πειράματα εί­ναι χαρακτηριστικό της «απομίμησης της επιστήμης».

Ένα ακόμη παράδειγμα αποτελούν τα πειράματα του κυρίου Rhine και άλλων περί εξωαισθητηριακής αντίληψης. Καθώς πολ­λοί άλλοι, αλλά και οι ίδιοι, υπέβαλλαν αυτά τα πειράματα στη βάσανο της κριτικής, καταβλήθηκε προσπάθεια για βελτίωση των τεχνικών τους, με συνέπεια τα αποτελέσματα να γίνονται ολοένα και φτωχότερα, φτάνοντας στο σημείο να εκλείψουν παντελώς. Όλοι οι παραψυχολόγοι αναζητούν κάποιο πείραμα για το οποίο να υπάρχει η δυνατότητα να επαναληφθεί —να μπορείς να το κάνεις ξανά επιτυγχάνοντας τα ίδια αποτελέσματα, ακόμη κι αν αυτά εί­ναι απλώς στατιστικά. Βάζουν λοιπόν χιλιάδες ποντικούς να τρέχουν —με συγχωρείτε, πρόκειται για ανθρώπους αυτή τη φορά—, κάνουν και αλλά διάφορα, και καταλήγουν σε κάποιο στατιστικό αποτέλεσμα. Αλλά την επόμενη φορά που το δοκιμάζουν, δεν φτά­νουν και πάλι στο προηγούμενο αποτέλεσμα. Και βγαίνει μετά κάποιος και λέει ανοιχτά ότι δεν έχει καμία σημασία αν τα πειράματα δεν μπορούν να επαναληφθούν. Μα είναι αυτό επιστήμη;

Ο συγκεκριμένος τύπος έδωσε μια ομιλία όταν παραιτήθηκε από τη θέση του διευθυντή στο τμήμα παραψυχολογίας· σε αυτή πρότεινε τη σύσταση ενός νέου ιδρύματος. Μεταξύ των υποδείξεών του για επιτυχή μελλοντική πορεία του ιδρύματος ανέφερε: «θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι θα εκπαιδεύονται μόνο όσοι σπου­δαστές είναι αποδεδειγμένα ικανοί να παίρνουν σημαντικά παρα­ψυχολογικά αποτελέσματα, και να μη χάνουν το χρόνο τους με αυ­τούς τους φιλόδοξους σπουδαστές που δεν παίρνουν παρά μόνο τυχαία αποτελέσματα». Είναι πολύ επικίνδυνο να χαράσσουμε τέ­τοιες γραμμές στη διδασκαλία, να εκπαιδεύουμε τους σπουδαστές μόνο στις μεθόδους με τις οποίες θα έχουν συγκεκριμένα αποτελέ­σματα αντί να τους δείχνουμε πώς να διεξάγουν πειράματα με ε­πιστημονική ακεραιότητα.

Richard Feynman, Σίγουρα θα αστειεύεστε, κύριε Φάινμαν

ΑΡΙΣΤΕΑΣ Ο ΠΡΟΚΟΝΝΗΣΙΟΣ: ΕΝΑΣ ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ

Ο Αριστέας ο Προκοννήσιος ήταν Έλληνας επικός ποιητής των αρχαίων χρόνων από το Προκόννησο της Προποντίδας.

Έδρασε ως ιεροφάντης του Απόλλωνα αλλά κυρίως έμεινε γνωστός για την εκστατική του ικανότητα να στέλνει την ψυχή του σε άλλους τόπους. "Την ψυχή όταν εβούλετο εξείεναι"... Είχε ανεξήγητες υπερφυσικές ιδιότητες. Όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος, έζησε 240 χρόνια, εγκατέλειψε πολλές φορές το σώμα του και εμφανιζόταν σαν ενεργειακό ολόγραμμα.

Η ύπαρξή του βρίσκεται μεταξύ θρύλου και πραγματικότητας, με το όνομά του να συνδέεται τόσο με την ποιητική δημιουργία όσο και με αφηγήσεις υπερφυσικού χαρακτήρα στις οποίες του αποδίδονται ιδιαίτερες δυνάμεις, καθώς και μια ιδιαίτερη σχέση με τον Απόλλωνα. Το λεξικό της Σούδας αναφέρει ότι ο πατέρας του ονομαζόταν Δημοχάρις.

Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (Ιστορίαι, 4.13), το όνομα του πατέρα του ήταν Καϋστρόβιος και ανήκε σε μια ανώτερη οικογένεια αριστοκρατών του νησιού. Από τον ιστορικό αναφέρονται ακόμη τα ταξίδια του στις χώρες των Κιμμερίων, των Αριμασπών και των Ισσηδόνων.
Αριμάσπεια, το βασικό έργο του

Το βασικό έργο το οποίο κατά την αρχαιότητα αποδιδόταν στον Αριστέα ήταν το έπος Αριμάσπεια, του οποίου το όνομα προέρχεται από την μυθική εθνότητα των Αριμασπών, η οποία κατοικούσε στη βόρεια Σκυθία, γειτονεύοντας με τους επίσης μυθικούς Υπερβορείους.

Τα Αριμάσπεια χωρίζονταν σε τρία βιβλία, στα οποία ο Αριστέας αφηγούταν τις εντυπώσεις του από τα ταξίδια του στις περιοχές πέρα από τον Εύξεινο Πόντο. Σε αυτά περιγραφόταν πώς οι μονόφθαλμοι Αριμασποί βρίσκονταν σε συνεχή σύγκρουση με τα μυθολογικά πλάσματα Γρύπες, με τους πρώτους να προσπαθούν να κλέψουν το χρυσό ο οποίος φυλασσόταν από τους δεύτερους, ο οποίος πιστευόταν ότι αφθονούσε στη χώρα.

Τα Αριμάσπεια ήταν αρκετά γνωστά στους αρχαίους συγγραφείς, κρίνοντας από το πλήθος των αναφορών σε αυτά. Ωστόσο, φαίνεται πως έπεσαν σχετικά νωρίς στη λήθη, ενώ η πατρότητα του έργου αμφισβητήθηκε ήδη από τον Διονύσιο τον Αλικαρνασσέα (1ος αιώνας π.Χ). Δεκατρείς στίχοι επικού εξαμέτρου σώζονται στο έργο του Λογγίνου, Περὶ ὕψους και στις Χιλιάδες του Ιωάννη Τζέτζη.
Ανάσταση και Ταυτόχρονη Παρουσία

Ο Αριστέας, σε διήγηση την οποία παραθέτει ο Ηρόδοτος ως προερχόμενη από την Κύζικο και την Προκόννησο, είχε επισκεφθεί κάποτε ένα εργαστήριο καθαρισμού ρούχων όπου και ξαφνικά πέθανε.Ο ιδιοκτήτης έκλεισε το εργαστήριο και κατευθύνθηκε προς τις οικίες των συγγενών του ποιητή για να τους ενημερώσει, με την είδηση να εξαπλώνεται γρήγορα σε όλη την πόλη. Κάποιος ταξιδιώτης όμως από την Κύζικο - ο οποίος είχε καταφτάσει από το επίνειο της τελευταίας, Αρτάκη - διέψευσε αυτή την πληροφορία, καθώς είχε δει και συνομιλήσει με τον Αριστέα στην πόλη του.

Μπροστά στην επιμονή του τελευταίου, οι συγγενείς επισκόπησαν το εργαστήριο, όμως δεν βρήκαν τον ποιητή ούτε ζωντανό ούτε νεκρό. Επτά χρόνια μετά, ο Αριστέας επανεμφανίστηκε στην πόλη του και συνέγραψε τα Αριμάσπεια, οπότε και εξαφανίστηκε για δεύτερη φορά.

Διακόσια σαράντα έτη αργότερα, σύμφωνα με την εκτίμηση του Ηροδότου, ο Αριστέας εμφανίστηκε σε όραμα στους κατοίκους του Μεταποντίου και τους παρήγγειλε την ανέγερση ενός ιερού προς τιμήν του Απόλλωνα.

Παράλληλα τους είπε να τοποθετήσουν στο ιερό αυτό κι έναν δικό του ανδριάντα. Ο θεός είχε επισκεφτεί μόνη την πόλη τους από εκείνες της Μεγάλης Ελλάδας, σύμφωνα με την οπτασία, και εκείνος τον είχε ακολουθήσει μεταμορφωμένος σε κοράκι. Οι Μεταποντινοί εφήρμοσαν τις απαιτήσεις του οράματος, κατόπιν επιβεβαίωσης από το μαντείο των Δελφών, οπότε και ο ανδριάντας του ποιητή δέσποζε έκτοτε στην αγορά της πόλης.

Ηρόδοτος 4 – 13,14,15, διαβάζουμε:

[4.13.1] Ο Αριστέας πάλι, ο γιος του Καϋστροβίου από την Προκόννησο, γράφοντας το επικό του ποίημα, είπε πως έφτασε στη χώρα των Ισσηδόνων σε κατάσταση απολλώνειας έκστασης, κι ότι πιο πέρα από τους Ισσηδόνες κατοικούν άνθρωποι μονόφθαλμοι, οι Αριμασποί, και πέρ᾽ απ᾽ αυτούς οι γρύπες οι χρυσοφύλακες, και πιο βόρεια απ᾽ αυτούς οι Υπερβόρειοι, που φτάνουν ώς τη θάλασσα.

[4.13.2] Λοιπόν, πως όλοι αυτοί, με εξαίρεση τους Υπερβορείους, πρώτα οι Αριμασποί κι ύστερα όλοι οι άλλοι, πατούσαν τη γη των γειτόνων τους, κι έτσι οι Αριμασποί έδιωξαν με τη βία τους Ισσηδόνες από τη χώρα τους, οι Ισσηδόνες τους Σκύθες, και οι Κιμμέριοι, που κατοικούσαν στις ακτές της νότιας θάλασσας, στενεμένοι από τους Σκύθες εγκατέλειψαν τη χώρα τους. Έτσι λοιπόν ούτε κι αυτός συμφωνεί με τους Σκύθες σ᾽ ό,τι αφορά τη χώρα αυτή.

[4.14.1] Τώρα, από πού καταγόταν ο Αριστέας, ο ποιητής αυτού του έπους, έχει ειπωθεί· θα πω όμως την ιστορία που άκουσα γι᾽ αυτόν στην Προκόννησο και στην Κύζικο. Λένε δηλαδή πως ο Αριστέας, από οικογένεια της πρώτης σειράς μέσα στην πόλη τους, μόλις μπήκε μέσα σε υφαντήριο στην Προκόννησο, πέθανε, και πως ο υφαντής έκλεισε καλά το εργαστήρι του κι έσπευσε να ειδοποιήσει τους συγγενείς του νεκρού.

[4.14.2] Και πως το νέο πια είχε κάνει το γύρο της πόλης, ότι ο Αριστέας πέθανε και πάει, όταν ήρθε από την πόλη Αρτάκη ένας Κυζικηνός και αμφισβητούσε την είδηση, επιμένοντας πως συναπαντήθηκε με τον Αριστέα που πορευόταν για την Κύζικο και πως πιάσανε κουβέντα. Κι αυτός με πείσμα ν᾽ αμφισβητεί, όμως οι συγγενείς του νεκρού έφτασαν στο υφαντήριο μ᾽ όλα τα χρειαζούμενα για να σηκώσουν το νεκρό για ταφή.

[4.14.3] Όμως, λένε πως, όταν άνοιξαν την πόρτα της οικοδομής, δε φαινόταν ούτε πεθαμένος ούτε ζωντανός ο Αριστέας. Και πως ύστερα από έξι χρόνια παρουσιάστηκε αυτός στην Προκόννησο κι έγραψε αυτό το επικό ποίημα, που σήμερα οι Έλληνες το ονομάζουν Τα Αριμάσπεια, και πως μόλις το έγραψε έγινε άφαντος για δεύτερη φορά.

[4.15.1] Λοιπόν αυτά λένε αυτές οι πολιτείες, εγώ όμως έμαθα τα παρακάτω περιστατικά που έγιναν στο Μεταπόντιο της Ιταλίας διακόσια σαράντα χρόνια ύστερ᾽ από τη δεύτερη φορά που έγινε άφαντος ο Αριστέας· τόσα τα έβγαζα συνδυάζοντας τα όσα λέγονται στην Προκόννησο και το Μεταπόντιο.

[4.15.2] Οι Μεταποντίνοι λένε πως εμφανίστηκε στη χώρα τους ο ίδιος ο Αριστέας και τους παράγγειλε να ιδρύσουν βωμό για τον Απόλλωνα και δίπλα του να στήσουν ανδριάντα με επιγραφή «Αριστέας ο Προκοννήσιος», γιατί, τους είπε, η χώρα τους είναι η μοναδική από τις Ιταλιωτικές που την επισκέφτηκε ο Απόλλων, κι ότι ακόλουθός του ήταν ο ίδιος — αυτός που τώρα είναι Αριστέας. Αλλά πως τότε, όταν ήταν στην ακολουθία του θεού, ήταν κοράκι.

[4.15.3] Και, λένε οι Μεταποντίνοι πως, αφού είπε αυτό, έγινε άφαντος· ακόμα, πως έστειλαν ανθρώπους τους στους Δελφούς και ρωτούσαν το θεό τί ήταν αυτός ο άνθρωπος – φάντασμα. Και πως η Πυθία τούς παράγγειλε ν᾽ ακούσουν το φάντασμα, κι αν το ακούσουν, θα ᾽χουν μεγαλύτερο διάφορο. Και πως αυτοί τα δέχτηκαν αυτά και τα εκτέλεσαν κατά γράμμα.

[4.15.4] Και σήμερα είναι στημένος ανδριάντας με την επιγραφή «Αριστέας» ακριβώς δίπλα από το βωμό του Απόλλωνα, περιτριγυρισμένος από δαφνόδεντρα — κι ο βωμός βρίσκεται στην αγορά. Λοιπόν, σα να ᾽ναι αρκετά τα όσα είπαμε για τον Αριστέα.
Ηρόδοτος 4 -13,14,15

Φιλοσοφική Ηθική

Οι πρώιμοι φιλόσοφοι

Δεν θα ήταν εξ ολοκλήρου αλήθεια να ισχυρισθούμε ότι οι πρώιμοι φιλόσοφοι δεν ενδιαφέρονταν για ερωτήματα που αφορούσαν τον τρόπο που θα έπρεπε να ζει ο άνθρωπος, παρ’ όλο που οι γραπτές μαρτυρίες κυριαρχούνται από ερωτήματα τα οποία ανήκουν στον χοίρο της φυσικής φιλοσοφίας και της κοσμολογίας.

Ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος πρέπει να γεννήθηκε γύρω στο 570 π.Χ. κι έζησε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του τον επόμενο αιώνα. Οι μεταγενέστεροι Έλληνες τον θεωρούν ιδρυτή της Ελεατικής φιλοσοφίας και δάσκαλο του Παρμενίδη, πιθανότατα. Ήταν ηθικολόγος, πράγμα που μπορούμε να το δούμε από την επίθεσή του στους θεούς του Ομήρου και του Ησιόδου.

Ο Όμηρος και ο Ησίοδος έχουν αποθέσει στα πόδια των θεών οτιδήποτε οι άνθρωποι θεωρούν όνειδος και ντροπή, κλεψιά, μοιχεία και αμοιβαίο δόλο.
(DK 21, απόσπασμα 11)

Επιτέθηκε στον ανθρωπομορφισμό, επισημαίνοντας ότι οι νέγροι έχουν μαύρους θεούς με πλακουτσωτή μύτη, οι Θράκες έχουν κοκκινομάλληδες θεούς με μπλε μάτια και ότι, αν τα ζώα είχαν θεούς, αυτοί θα έμοιαζαν με ζώα· πίστευε σε ένα ανώτατο ον, που δεν έπρεπε να το αντιλαμβάνεται κανείς με ανθρώπινη μορφή. Επεσήμανε τη σχετικότητα του γλυκού και του ξινού, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για τον ηθικό σχετικισμό που, κατά πάσα πιθανότητα, δεν κατείχε καν ο ίδιος.

Ο διάδοχος του, ο Παρμενίδης, όπως και ο Ξενοφάνης, έγραψε σε έμμετρο λόγο. Παραδόξως, απαρνήθηκε τον χρόνο και τη πολυμορφία, επιβεβαιώνοντας ότι η μόνη δήλωση που δικαίως μπορεί να γίνει είναι «Ένα πράγμα που υπάρχει, υπάρχει». Αλλά ο μύθος που συμβολίζει τη φιλοσοφική του αναζήτηση, προσδίδοντάς του την ένταση θρησκευτικής αποκάλυψης, εξυψώνει την Αλήθεια και τη Δίκη, η οποία προσωποποιείται και απεικονίζεται ως εκδικητής και ζευγαρωμένη με τη θέμιδα. Είναι δύσκολο να καταλάβουμε τι εννοεί ο Παρμενίδης με τη λέξη δίκη. Δεν είναι τα έθιμα των ανθρώπων. Μπορεί να σημαίνει -κάπως αόριστα - τη δικαιοσύνη, αλλά δεν έχει να κάνει με τη συνηθισμένη έννοια του ανθρώπινου νόμου ή της ηθικής. Είναι περισσότερο σαν το Ταό, τον Τρόπο των Πραγμάτων.

Είναι εξαιρετικά δύσκολο να πούμε τι είναι πρώιμο και τι όχι, στους Πυθαγόρειους. Ο δυϊσμός εμφανίζεται στον Πίνακα των Αντιθέτων (Αριστοτέλης, Μεταφυσικά, 1986α 23-7).

Πέρας και Άπειρο

Περιττόν και Άρτιον

Εν και Πλήθος

Δεξιόν και Αριστερόν

'Αρρεν και Θήλυ

Ηρεμούν και Κινούμενον

Ευθύ και Καμπύλον

Φως και Σκότος

Αγαθόν και Κακόν

Τετράγωνον και Ανισόμηκες

Το καλό (αγαθόν) και το κακό (κακόν) δεν έχουν ηθική χροιά εδώ, αλλά είναι λέξεις που εκφράζουν επιδοκιμασία και αποδοκιμασία αντίστοιχα. Βρίσκουμε, επίσης, να αναφέρεται ότι η αρετή, η αρίστευση, αποτελεί μια κατάσταση ταυτόχρονης συνύπαρξης αξιών (αρμονία), όπως η υγεία, το αγαθό και ο Θεός (Διογένης Λαέρτιος 8.33). Σε ένα μάλλον διαφορετικό επίπεδο, υπάρχει ακόμη μια σειρά δημοφιλών, σχεδόν μαγικών, κανόνων στους οποίους, κάποια στιγμή, προσετέθησαν αλληγορικές ερμηνείες. Έτσι, η φράση «Μη σκαλίζεις τη φωτιά με μαχαίρι», σημαίνει «Μην υποκινείς το πάθος ή την υπερηφάνεια»· «Μην υπερβαίνεις τη ζυγαριά», σημαίνει «Μην ξεπεράσεις τα όρια της ορθής κρίσης και της δικαιοσύνης»· «Μην κάθεσαι στη χοίνικα[1]», σημαίνει «Να σκέπτεσαι το ίδιο και το σήμερα και το αύριο»· «Μην τρως την καρδιά σου», σημαίνει «Μην αφήσεις τη ζωή σου να χαθεί απ’ τα προβλήματα και τον πόνο»· «Μην κοιτάζεις πίσω όταν φεύγεις ταξίδι», σημαίνει «Μην προσκολλάσαι στη ζωή όταν πεθαίνεις» (Διογένης Λαέρτιος, 8.17-8). Κάποια από αυτά τα ορθολογικά γνωμικά, ήταν ευρύτατα διαδεδομένα κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. Κατά τα άλλα, διακρίνουμε μια έμφαση στη φιλία και στην κοινότητα, κι αυτό φαίνεται να συμπεριλαμβάνει εξ ίσου τους άνδρες και τις γυναίκες. Το δόγμα της μετεμψύχωσης, υπονοεί ενδεχομένως μια μορφή θεϊκής ανταμοιβής ή τιμωρίας.

Ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος, που δραστηριοποιήθηκε γύρω στο 500 π.Χ., ήταν διαβόητα σκοτεινός και αφοριστικός. Ισχυριζόταν ότι υπήρχε μία και μοναδική γνώση, για να καταλάβει κανείς τον τρόπο που κινούνταν το σύμπαν (DK 22, απόσπασμα 41). Αυτή η μοναδική γνώση «είναι πρόθυμη και απρόθυμη μαζί να αποκαλείται με το όνομα του Δία» (απόσπασμα 32). Αυτό υπονοεί ότι είναι ο ανώτατος. αλλά όχι ένας προσωπικός Θεός. Δεν έχουμε την αίσθηση ότι πρόκειται για κάποιο ηθικό σύστημα. «Η απαθής ψυχή είναι σοφότερη και καλύτερη» (απόσπασμα 118). Ο Ηράκλειτος θεωρούσε ότι η φωτιά αποτελεί τη βάση του υλικού κόσμου. «Όλοι οι ανθρώπινοι νόμοι εκπορεύονται από τον έναν και μοναδικό θεϊκό νόμο» (απόσπασμα 114). «Ο χαρακτήρας του ανθρώπου αποτελεί τον δαίμονά του» (απόσπασμα 119) - που ίσως να είναι ο φύλακας του, ίσως το πεπρωμένο του. Περαιτέρω, δεν μπορούμε να διακρίνουμε τίποτε άλλο, εκτός ίσως από μια αποστροφή για την υπερβολή.

Ο Εμπεδοκλής καταγόταν από τον Ακράγαντα της Σικελίας και δραστηριοποιήθηκε γύρω στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. Υποστήριζε μια σύνθετη κοσμογονία σύμφωνα με την οποία υπήρχαν τέσσερεις «ρίζες»: η γη, ο αέρας, η φωτιά και το νερό, και δύο ελεγκτικές δυνάμεις: η αγάπη (φιλότης) και η διαμάχη (νεῖκος). Η διαμάχη στοχεύει σε μια κατάσταση κατά την οποία τα τέσσερα στοιχεία είναι ξέχωρα, ενώ η αγάπη σε μία μοναδική, ομοιογενή ενότητα κατά την οποία, τα τέσσερα στοιχεία είναι αναμεμειγμένα. Ένας κόσμος, όπως ο δικός μας, μπορεί να προκύψει μόνο κατά τη διάρκεια μιας ενδιάμεσης περιόδου του κοσμικού κύκλου, και ο Εμπεδοκλής, όντας πεσιμιστής, έλεγε ότι στον κόσμο μας κυριαρχεί η φιλονικία. Όσον αφορά στους ανθρώπους, έγραψε για μια κατάσταση πρωταρχικής αθωότητας. Η αρχική αμαρτία ήταν η αιματοχυσία ζώων αλλά και ανθρώπων. Όπως ο Πυθαγόρας, έτσι και ο Εμπεδοκλής πίστευε στη μετεμψύχωση. Φαίνεται, μάλιστα, ότι θεωρούσε τους «προφήτες, υμνωδούς, ιατρούς και βασιλείς» ως τις ανώτατες γήινες ενσαρκώσεις, μετά από τις οποίες ακολουθεί η αθανασία (DK 31, απόσπασμα 146-7).

Μα, αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι ο σεβασμός απέναντι στους ξένους συμπεριλαμβάνεται στις καλές πράξεις, (απόσπα­σμα 112), δεν μπορούμε να εντοπίσουμε έναν ηθικό κώδικα, μέ­σω του οποίου επιτυγχάνεται μια ανώτερη ζωή.

Οι σοφιστές

Υπήρξαν πενήντα χρόνια σχετικής ειρήνης και ευημερίας στην κυρίως Ελλάδα, στο διάστημα ανάμεσα στους Περσικούς Πολέμους και στον Πελοποννησιακό πόλεμο μεταξύ Αθήνας και Σπάρτης. Τα μέλη των ανωτέρων κοινωνικά στρωμάτων βρέθηκαν να έχουν ελεύθερο χρόνο. Μια ομάδα ικανών διδασκάλων συμπλήρωσε ένα κενό, προσφέροντας μαθήματα έναντι αμοιβής, πάνω σε μια μεγάλη ποικιλία θεμάτων περιόδευαν από τόπο σε τόπο. Ήταν οι «Σοφιστές»· η λέξη σήμαινε αρχικά «ειδικός».

Ήταν μια εποχή οριζόντων που διευρύνονταν, επιστημονικής περιέργειας και συνεχώς αυξανόμενου σκεπτικισμού απέναντι στις κατεστημένες αξίες. Ο Εκαταίος ο Μιλήσιος έγραψε την Γης Περίοδον, όπου περιέγραφε διαφορετικούς τρόπους ζωής, από την Ισπανία μέχρι την Ινδία. Ο Ηρόδοτος ο Αλικαρνασσεύς αφηγείται απολαυστικά μια ιστορία για τον Δαρείο, ο οποίος έφερε κοντά μια φυλή Ινδών, που τα μέλη της συνήθιζαν να τρώνε τους νεκρούς γονείς τους και μερικούς Έλληνες οι οποίοι τους αποτέφρωναν: όλοι σοκαρίστηκαν με την πρακτική των άλλων (3.38). Ο Ηρόδοτος δεν κρίνει· τα έθιμα είναι αυτά που αποφασίζουν. Παρόμοιες συσχετίσεις αναλύθηκαν λεπτομερώς σ’ ένα σοφιστικό έργο στα τέλη του αιώνα, ονόματι Δισσοί Λόγοι («Τα Υπέρ και τα Κατά», θα ήταν ένας καλύτερος τίτλος). Για παράδειγμα, ο Πελοποννησιακός Πόλεμος ήταν καλός και κακός ταυτοχρόνως: καλός για τους νικητές Σπαρτιάτες, κακός για τους ηττημένους Αθηναίους. Οι Μακεδόνες θεωρούν ότι είναι τιμητικό για ένα κορίτσι να έχει σεξουαλικές εμπειρίες πριν από τον γάμο, οι υπόλοιποι Έλληνες το θεωρούν επονείδιστο. Το όλο θέμα μπήκε σε μια πιο επιστημονική βάση από τους ιπποκράτειους ιατρούς, οι οποίοι ασκούσαν την κλινική επιστήμη που είχε ξεκινήσει ο Ιπποκράτης τον 5ο αιώνα, με έδρα το νησί της Κω. Το Περί αέρων, υδάτων και τόπων, υπογραμμίζει το γεγονός ότι το γεωγραφικό περιβάλλον επηρεάζει τη φυσική και πνευματική ικανότητα και τη συμπεριφορά. Πράγμα που είναι μέρος της διαμάχης μεταξύ Νόμου και Φύσεως.

Οι Σοφιστές[2] ισχυρίζονταν ότι δίδασκαν τη σοφία. Ο Αριστοτέλης έλεγε ότι δίδασκαν το είδωλο και όχι την ουσία της σοφίας (Σοφιστικοί Έλεγχοι, 165 α)· Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα (Απομνημονεύματα, 1.6.13), ο Σωκράτης τούς αποκαλούσε «πόρνους», επειδή προσέφεραν σοφία επί πληρωμή. Μπορεί, επίσης, να ισχυρίζονταν ότι δίδασκαν την αρετή. Η λέξη παραμένει ασαφής και, στα χέρια κάποιων επαγγελματιών, σήμαινε «πώς να αναρ- ριχηθείς στην κοινωνία». Αυτό ήταν από μόνο του ανήθικο, ή μπορούσε να εξελιχθεί σε κάτι ανήθικο. Σταθερή επιδίωξη πολιτικών και δικηγόρων είναι να παρουσιάζουν τον χειρότερο αγώνα ως τον καλύτερο: η Αθήνα, καθώς και άλλα κράτη, ήταν πόλεις πολιτικοποιημένες και φιλόδικες· ωστόσο, οι επαγγελματίες πέρασαν εύκολα από την ενίσχυση μιας αδύναμης επιχειρηματολογίας στην «επιχρύσωση» μιας ανήθικης σειράς μαθημάτων με ένα επιφανειακό στρώμα ηθικής. Αυτό ήταν ιδιαίτερα περίπλοκο με τους Σοφιστές, αφού, όσο κι αν πολλοί από τους ηγετικούς διδάσκαλους ήταν άνδρες μεγάλης ηθικής ακεραιότητας, έτειναν σ’ έναν απροκάλυπτο αγνωστικισμό. Ο Πρωταγόρας από τα Άβδηρα, ο πλέον διακεκριμένος απ’ όλους, εξέφρασε τον αγνωστικισμό στη θρησκεία υποστηρίζοντας, παράλληλα, ότι υπήρχαν δύο όψεις σε κάθε πράγμα (Διογένης Λαέρτιος, 9,51) ενώ, σ’ έναν πασίγνωστο και ακόμη αινιγματικό αφορισμό ανέφερε: «Ο άνθρωπος [ή το «ανθρώπινο ον»] είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων, της ύπαρξης αυτού που υπάρχει και της μη ύπαρξης αυτού που δεν υπάρχει» (DK 80 απόσπασμα 1). Μπορεί να πρόκειται για μια άρνηση κάθε θεϊκής βάσης, όσον αφορά στην κρίση των αξιών. Μπορεί, όμως, και να σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος είναι κριτής της δικής του/δικής της αλήθειας. Αυτό που μου φαίνεται γλυκό, είναι γλυκό- αν πεις «Όχι», τότε αυτή η γλυκύτητα παύει να υπάρχει - για σένα. Είναι ένα μικρό βήμα για να προχωρήσουμε παραπέρα. Αυτό που φαίνεται δίκαιο σ’ εμένα, είναι δίκαιο· αν πεις «Όχι», αυτή η δικαιοσύνη παύει να υπάρχει - για σένα. Δεν υπάρχει αντικειμενικό κριτήριο.

Η χαρακτηριστικά σοφιστική θέση (από εχθρική οπτική γωνία) εκφράζεται από τον Θρασύμαχο στο πρώτο βιβλίο της Πολιτείας του Πλάτωνα. Παραμένει αμφίβολο κατά πόσο η εικόνα που μας δίδεται είναι η ορθή, αφού ένα από τα λίγα, επιβεβαιωμένα αυθεντικά αποσπάσματα του Θρασύμαχου (DK 85, απόσπασμα 8), λέει: «Οι θεοί δεν επιτηρούν τις ανθρώπινες υποθέσεις. Δεν θα παραμελούσαν ποτέ τη δικαιοσύνη, το μεγαλύτερο από τα ανθρώπινα αγαθά. Όπως έχει η κατάσταση, είναι ολοφάνερο ότι οι άνθρωποι δεν τη χρησιμοποιούν ποτέ». Στον Πλάτωνα, ο Θρασύμαχος επιχειρηματολογεί λέγοντας ότι η δικαιοσύνη είναι απλώς αυτό που βρίσκεται στο κέντρο του ενδιαφέροντος της ισχυρότερης πλευράς. Δικαιοσύνη σημαίνει υπακοή στον νόμο· οι νόμοι δημιουργούνται από την ισχυρότερη πλευρά, με βάση το συμφέρον της· επομένως, η δικαιοσύνη είναι αυτό για το οποίο ενδιαφέρεται η ισχυρότερη ομάδα. Ο Θρασύμαχος δεν είναι αρκετά αμοραλιστής, ώστε να στηρίξει το παράδοξό του. Τα δύο ιδιαίτερα ενδιαφέροντα σημεία, είναι η δημοφιλής άποψη που συνδέει μια έντονα ηθική χροιά με την τήρηση των νόμων, και η σοφιστική υπόθεση ότι όλα, έτσι κι αλλιώς, είναι υποκειμενικά.

Μια αξία στην οποία οι σοφιστές συμφωνούν ομόφωνα είναι η εκπαίδευση. Αλλά η εκπαίδευση είναι το μέσον, όχι ο σκοπός.

Σωκράτης

Με τον Σωκράτη αντιμετωπίζουμε ένα σημαντικό πρόβλημα. Δεν είναι ο κατάλληλος τόπος εδώ να μπούμε σε λεπτομέρειες όσον αφορά στο επιλεγόμενο «Σωκρατικό Πρόβλημα». Αρκεί να πούμε ότι δύο είναι οι κύριες πηγές μας σχετικά με τον Σωκράτη (υπάρχει και μια μεταγενέστερη βιογραφία, από τον Διογένη Λαέρτιο, όπως και μια καρικατούρα του στις Νεφέλες του Αριστοφάνη). Πρώτη πηγή μας είναι ο Ξενοφών, στις σελίδες του οποίου ο Σωκράτης παρουσιάζεται ως ένας θρησκόληπτος και ανιαρός ηθικολόγος. Η δεύτερη είναι ο Πλάτων, στους περίφημους διαλόγους του οποίου, παρουσιάζεται ως ένας έξοχος και εποικοδομητικός μεταφυσικός. Καμιά από τις δύο πηγές δεν μπορεί να είναι αυθεντική. Εάν αποδεχθούμε τη μαρτυρία του Αριστοτέλη (όπως και πρέπει να κάνουμε ίσως), ο Πλάτων έβαλε τις δικές του μεταφυσικές θεωρίες στο στόμα του διδασκάλου του. Μα, αν ο Πλάτων επέβαλλε τη δική του, διαφορετική ιδιοφυία στον Σωκράτη, ο Ξενοφών δημιούργησε έναν Σωκράτη, όμοιο με τη δική του, άχρωμη εικόνα. Οι Αθηναίοι δεν θα μπορούσαν ποτέ να εκτελέσουν τον Σωκράτη του Ξενοφώντα. Η άποψη που υιοθετείται εδώ, είναι ότι η εικόνα που μας προσφέρουν οι πρώιμοι Πλατωνικοί Διάλογοι είναι γενικώς αυθεντική. Σ’ αυτό, πρέπει να προσθέσουμε ότι δευτερεύουσες αναφορές στη γραμματεία του 5ου και του 4ου αιώνα, δείχνουν ότι οι σύγχρονοί του τον θεωρούσαν έναν πολιτικά υπονομευτικό σοφιστή.

Ο Αριστοτέλης λέει ότι ο Σωκράτης καταγινόταν με θέματα περί ηθικής (Μεταφυσικά, 1.987 β J). Ο Ξενοφών (του οποίου η μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή μόνο όταν συμφωνεί με αυτή των άλλων) λέει:

Συζητούσε πάντα περί των ανθρωπίνων θεμάτων, εξετάζοντας τι είναι ευσεβές, τι ασεβές, τι καλόν, τι αισχρόν, τι δίκαιον, τι άδικον, τι είναι η σωφροσύνη, τι είναι τρέλα, τι θάρρος, τι δειλία, τι είναι μια πόλη-κράτος, τι ο πολιτικός άνδρας, τι είναι η Αρχή πάνω στον άνθρωπο, τι σημαίνει για έναν άνθρωπο να έχει εξουσία.
(.Απομνημονεύματα, 1.1.16)

Αυτό που φαίνεται ότι ο αυθεντικός Σωκράτης δεν έκανε, είναι να δώσει απαντήσεις στα ερωτήματά του. Για παράδειγμα, στον Λάχη του Πλάτωνα, υστέρα από μια συζήτηση για επίδειξη πάλης με όπλα, ο Σωκράτης ρωτάει τι είναι αρετή· έπειτα, απομονώνει το κομμάτι εκείνο της αρετής το οποίο υποτίθεται ότι προάγει η πάλη με τα όπλα, το θάρρος (ανδρεία). Τι είναι θάρρος; Ο Λάχης, ένας στρατιώτης, λέει ότι θάρρος είναι να μην εγκαταλείπεις τη μάχη. Ο Σωκράτης δεν δυσκολεύεται να αποδείξει ότι μπορεί κανείς να δείξει θάρρος και κατά την υποχώρηση. Ο Λάχης τώρα περνάει από το παράδειγμα στη διατύπωση ενός ορισμού: θάρρος είναι ένα είδος αντοχής της ψυχής. Δεν είναι καλή απάντηση: στον ανόητο, η αντοχή δεν είναι προσόν προς θαυμασμό - και έπειτα, δεν είναι πιο θαρραλέο να υπομένεις όταν υπάρχουν αντιξοότητες, παρά όταν δεν υπάρχουν; Ο Νικίας, ένας άλλος στρατιώτης, παίρνει τον λόγο, και ύστερα από κάποιες λογομαχίες, υποστηρίζει ότι θάρρος είναι η γνώση των πραγμάτων που πρέπει κανείς να φοβάται ή να αψηφά. Ο Σωκράτης τον οδηγεί να παραδεχθεί ότι αυτό συνεπάγεται μια ευρύτερη γνώση του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος, του καλού και του κακού - είναι κάτι πολύ ευρύτερο από το θάρρος. Ο διάλογος τελειώνει εκφράζοντας την απορία, την αδυναμία, δηλαδή, να δοθεί απάντηση στο ερώτημα. Το ίδιο και στο πρώτο βιβλίο της Πολιτείας· ποικίλοι ορισμοί δόθηκαν για τη δικαιοσύνη οι οποίοι εν τέλει απορρίφτηκαν: το να λες την αλήθεια και το να επιστρέφεις ό, τι σου έχουν εμπιστευθεί, να βοηθάς τους φίλους και να βλάπτεις τους εχθρούς, το συμφέρον του ισχυρότερου.

Η μαρτυρία τόσο του Ξενοφώντα όσο και του Πλάτωνα, μας δείχνει ότι ο Σωκράτης θεωρούσε την αρίστευση, την αρετή, με όρους λειτουργίας, ενώ ξεχώριζε τη δεξιοτεχνία από τις άλλες επιτηδειότητες. Υπάρχει ένα ιδιαίτερα καλό παράδειγμα προς το τέλος του πρώτου βιβλίου της Πολιτείας (352 Β 4-Α): η αρετή ενός κλαδευτηριού είναι να κλαδεύει, ενός ματιού να βλέπει, ενός αφτιού να ακούει. Αυτό προϋποθέτει μια τελεολογική άποψη για το σύμπαν και, όπως το παρουσιάζει ο Ξενοφών, μια ανθρωποκεντρική άποψη, μέσω της οποίας ο φυσικός κόσμος υπηρετεί τις ανάγκες και τις ηδονές των ανθρώπων. Η ερώτηση ακολουθεί αναπόφευκτα: Σε τι συνίσταται η αρετή του ανθρώπου; Ο Σωκράτης έδωσε την απάντηση ότι συνίσταται στη φροντίδα της ψυχής, λέξη που συμπεριλαμβάνει τη θεμελιώδη αρχή της ζωής, τη νόηση και την ηθική προσωπικότητα. Η αρετή δεν έρχεται από τα αγαθά (όπως έλεγε η παλαιά τάξη), αν και τα αγαθά μπορεί να ακολουθήσουν την αρετή. Επομένως, η αντίληψη του Σωκράτη για την αρετή έχει ηθική χροιά, αλλά όχι μόνο.

Ο Σωκράτης ήταν διάσημος για δύο παράδοξα. Το πρώτο ισχυριζόταν ότι «η αρετή είναι γνώση». Πρόκειται για ένα εσκεμμένο παράδοξο, όχι έναν ορισμό. Συμπεριλαμβάνει την αυτογνωσία· συμπεριλαμβάνει τη γνώση του στόχου, του σκοπού, του τέλους, που σημαίνει ότι συμπεριλαμβάνει και μια δέσμευση να αναληφθεί πράξη· συμπεριλαμβάνει την πλήρη γνώση των περιστάσεων. Αν ένα άτομο διαπράξει κάτι λάθος ή κακό, ξέρει πραγματικά τι κάνει; Κι εδώ έρχεται το δεύτερο παράδοξο: «κανείς δεν κάνει λάθος με τη θέλησή του». Αν κάνει κάποιος λάθος, θα το κάνει είτε λόγιο άγνοιας είτε από εξαναγκασμό. Το λάθος πάντα βλάπτει αυτόν που το πράττει. Κανένας δεν βλάπτει τον εαυτό του με τη θέλησή του. Εδώ, η αντιστοιχία είναι σημαντική: ο Σωκράτης χρησιμοποιεί μια αντιστοιχία μεταξύ του παραπτώματος και της ασθένειας.

Ο Σωκράτης ισχυριζόταν ότι δεν δίδασκε. Γιος ενός γλύπτη και μιας μαίας, ισχυριζόταν ότι ακολούθησε όχι το επάγγελμα του πατέρα του αλλά της μητέρας του. Δεν πίεζε κανέναν να μπει στο δικό του καλούπι: τον βοηθούσε να δώσει ζωή στις σκέψεις που υπήρχαν μέσα του. Το ότι ο ισχυρισμός του ήταν αυθεντικός φαίνεται από την ποικιλία των φιλοσοφικών θέσεων αυτών με τους οποίους συναναστρεφόταν. Οι ερωτήσεις του συχνά ήταν παραπειστικές, αλλά δεν είναι δυνατόν να κτίσει κανείς ένα σύστημα με βάση τα λεγόμενά του.

Δημόκριτος

Ο Δημόκριτος από τα Άβδηρα συγκαταλέγεται μεταξύ των Προσωκρατικών, αλλά ήταν νεότερος από τον Σωκράτη και πέθανε σε βαθιά γεράματα. Η συμβολή του στη θεωρία των ατόμων, με την οποία έγινε πασίγνωστος, δημοσιεύθηκε το 405 π.Χ. Τα ηθικά γνωμικά που αποδίδονται σ’ αυτόν, αποδίδονται και σε κάποιον Δημοκράτη[3]: ίσως να επρόκειτο για μια ανορθογραφία του ονόματος του· έζησαν και οι δύο τον 4ο αιώνα. Ο Δημόκριτος ήταν ένας ηδονιστής, που βρήκε τον στόχο της ανθρώπινης ζωής στην ευτυχία, για την οποία χρησιμοποιεί μια ποικιλία όρων. Αποτελεί ιδιότητα της ψυχής (DK 68, απόσπασμα 170). Καμιά φορά, μιλά για ευεξία ή για ευθυμία ή για απαλλαγή από την ανησυχία (αταραξία). Όταν φθάνει στα μέσα για την επίτευξη αυτού του σκοπού, δείχνει μια αρνητική στάση και συνιστά αποφυγή της υπερβολής (απόσπασμα 233)· η υπερβολή καταστρέφει τη διασκέδαση. Άλλα πράγματα που πρέπει να αποφευχθούν είναι οι ανόητες προσδοκίες (απόσπασμα 292), ο φθόνος (απόσπασμα 191), η απληστία (απόσπασμα 219), η τσιγκουνιά (απόσπασμα 227), η εριστικότητα (απόσπασμα 237) και η ευχαρίστηση για τις συμφορές τον άλλων (απόσπασμα 289). Μεταξύ των θετικών χαρακτηριστικών, ξεχωρίζει το θάρρος (απόσπασμα 213) ως βοήθεια στην αντιμετώπιση των συμφορών, τη δικαιοσύνη (απόσπασμα 215) και τη σοφία (απόσπασμα 216). Ωστόσο, δεν εμβαθύνει ιδιαίτερα.

Πλάτων

Ερχόμαστε τώρα στους δυο σημαντικότερους συστηματικούς στοχαστές: τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Είναι αδύνατον να κάνουμε κάτι περισσότερο απ’ το να αγγίξουμε λίγο κάποιες από τις βασικές θεωρίες της σκέψης τους.

Ο Πλάτων (427-347 π.Χ.) είχε επηρεαστεί από τον Σωκράτη, όταν ο ίδιος ήταν νεαρός και ο Σωκράτης ηλικιωμένος. Κατέγραψε την άκαρπη έρευνα του Σωκράτη για τις αξίες, χωρίς να μένει ικανοποιημένος από λαϊκές παροιμίες ή ιδιαίτερα περιστατικά, θέλοντας να μάθει ποιο είναι το κοινό στοιχείο που έχουν, για παράδειγμα, οι θαρραλέες πράξεις, που τις καθιστά θαρραλέες, χωρίς πάντως να βρει ποτέ την απάντηση. Μελέτησε μαζί με τους μαθητές δύο παλαιότερων στοχαστών, του Παρμενίδη -που έλεγε ότι η αληθινή πραγματικότητα δεν μπορεί να αλλάξει- και του Ηρακλείτου (και του μαθητή του Κρατύλου), ο οποίος έλεγε ότι ο κόσμος γύρω μας αλλάζει διαρκώς. Έπειτα, πήγε στη Νότια Ιταλία και στη Σικελία, όπου ήλθε σε επαφή με τους Πυθαγορείους και αφομοίωσε τη μαθηματική τους φιλοσοφία. Μια γεωμετρική πρόταση, όπως το Πυθαγόρειο Θεώρημα, σύμφωνα με το οποίο σ’ ένα ορθογώνιο τρίγωνο, το άθροισμα των τετραγώνων τον καθέτων ισούται με το τετράγωνο της υποτείνουσας, αποτελεί για τον ίδιο μια μόνιμη αλήθεια. Αλλά αυτό είναι «περίπου» αλήθεια, για ένα τρίγωνο που σχεδιάστηκε στην άμμο με μια βέργα. Αληθεύει, όχι για ένα τρίγωνο που βλέπουμε με τα μάτια μας αλλά για ένα τρίγωνο που συλλαμβάνουμε με το μυαλό μας. Ο Πλάτων βρήκε εδ(ό ένα κλειδί για να ξεκλειδώσει όλες τις πόρτες. Επειδή δεν έχουμε δει ποτέ μια απολύτως θαρραλέα πράξη, δεν έχουμε δει ποτέ την απόλυτη ομορφιά (καλόν). Έτσι, ο Πλάτων επινόησε τη «Θεωρία των Ιδεών». Η πραγματικότητα ανήκει σ’ έναν αμετάβλητο, αρχέτυπο κόσμο ιδεών, την ιδέα της ομορφιάς, την ιδέα της ανδρείας και πάει λέγοντας, που γίνονται αντιληπτές μόνο μέσω του νου. Τα πράγματα στον υλικό μας κόσμο είναι ατελή, διαρκώς μεταβαλλόμενα και προσωρινά. Για όλα υπάρχει ένα τέλος: τι είναι αυτό που διαρκεί για πάντα; Μόνο οι ιδέες, έλεγε ο Πλάτων. Τα πράγματα της γης μιμούνται ή συμμετέχουν στις αιώνιες ιδέες, αλλά πάντα πλημμελώς. Πέρα από τον κόσμο των ιδεών, βρίσκεται η ιδέα του καλού (αγαθόν), η απόλυτη ιδέα στη μεστωμένη φιλοσοφία του Πλάτωνα. Το καλό δεν έχει ηθική χροιά, ή τουλάχιστον όχι μόνο. Πρέπει να βρίσκεται πέρα από τις ιδέες, αφού οι ιδέες πρέπει να είναι καλές. Ο Πλάτων, μ’ έναν μυστικιστικό τρόπο, προσθέτει ότι, όπως ο ήλιος δίνει τη δυνατότητα στα μάτια να δουν και στα υλικά αντικείμενα τη δυνατότητα να φαίνονται, έτσι και η ιδέα του καλού δίνει στον νου τη δυνατότητα να αντιληφθεί, και στις ιδέες τη δυνατότητα να γίνουν αντιληπτές.

Η Πολιτεία του Πλάτωνα είναι μια αναζήτηση για δικαιοσύνη (ορθή συμπεριφορά). Για να διευκολύνει την έρευνά του, ο Πλάτων περνάει από το ατομικό στην κοινότητα: η υπόθεση ότι αυτό που μπορεί να βρεθεί στον έναν, θα βρεθεί και στον άλλον, είναι σημαντική. Ξεκινώντας από μια βασική και καθόλου ιδεατή κοινότητα, και περνώντας από εκεί σε έναν πυρετώδη, ξέφρενο και επεκτατικό στρατιωτικό ιμπεριαλισμό, φθάνει απροσδόκητα σε μια συζήτηση σχετική με την καλύτερη οργάνωση μιας πόλης- κράτους και τάσσεται υπέρ μιας σχετικά μικρής αλλά ικανότατης άρχουσας τάξης, χωρίς πρόσβαση στο χρήμα (διαφθορά) ή στην οικογένεια (νεποτισμός), και χωρίς κανένα από τα συνήθη προνόμια που συνεπάγονται τα υψηλά αξιώματα. Οι υπόλοιποι, πλούσιοι και φτωχοί, έμποροι και επιχειρηματίες, αγρότες και τεχνίτες, απαρτίζουν, με πολιτικούς όρους, μια κατώτερη τάξη. Η άρχουσα τάξη υποδιαιρείται στους Φύλακες-Επικούρους και στους Δημιουργούς, που έχουν μεν δυνατότητες, χωρίς όμως να κάνουν τη διαφορά, και που είτε σχηματίζουν τις στρατιωτικές δυνάμεις, είτε παρέχουν διοικητική υποστήριξη. Κατά τον ίδιο τρόπο, ο Πλάτων διαιρεί την ψυχή σε τρία μέρη. Στην κορυφή υπάρχει η λογική (το λογιστικόν), η επιθυμία (το επιθυμητικόν) βρίσκεται στον πάτο, και στη μέση ένα χαρακτηριστικό που απο- καλεί ψυχική διάθεση ή σθένος, ή «νεύρο» (το θυμοειδές), το οποίο τάσσεται πότε με το ένα μέρος και πότε με το άλλο. Εδώ, ίσως βοηθήσει ένα προσωπικό παράδειγμα. Πήγαινα ακόμη σχολείο και μια μέρα, έτρεχα σπίτι να παίξω κρίκετ, όταν είδα μια ηλικιωμένη κυρία, φορτωμένη, να περπατά προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η λογική μου, μου είπε να τη βοηθήσω με το φορτίο της· η επιθυμία μου μου είπε να πάω να παίξου κρίκετ. Η επιθυμία μου υπερίσχυσε και, εδώ και πενήντα χρόνια λέω στον εαυτό μου: «Τι αχαΐρευτος που ήσουν, που δεν βοήθησες εκείνην την καημένη, γηραιά κυρία!» Μα, αν είχα ακολουθήσει τη λογική μου, η ψυχική μου διάθεση θα μπορούσε κάλλιστα να μου λέει: «Τι δονκιχωτικά ηλίθια φέρθηκες!» Είναι φανερό ότι αυτός ο παραλληλισμός δεν είναι τέλειος: στο σύμπαν, η ανώτερη κοινωνικά τάξη είναι μοιρασμένη. Πράγματι, στον Φαίδρο, ο Πλάτων απεικονίζει το τριμερές της ψυχής σαν ένα άρμα, όπου ο αρματηλάτης (η λογική) προσπαθεί να ελέγξει δύο άλογα, ένα λευκό και ζωηρό, κι ένα μαύρο, εντελώς αφηνιασμένο: κι εδώ ακριβώς βρίσκεται η μικρότερη υποδιαίρεση. Ο Πλάτων απονέμει την αρετή της σοφίας στην ανώτερη κοινωνική τάξη και στη λογική, το θάρρος στη δεύτερη κοινωνική τάξη και στην ψυχική διάθεση. Λογικά, θα περιμέναμε να πει ότι η σωφροσύνη (αυτοέλεγχος) ανήκει στην κατώτερη κοινωνική τάξη και στην επιθυμία. Για κάποιον λόγο δεν το κάνει: αντίθετα, το πραγματεύεται σαν να ήταν ενσωματωμένο με τα άλλα ή σαν μια αρμονική συμφωνία όλων των μερών. Στην πραγματικότητα, αυτό μειώνει σε κάποιον βαθμό την αποτελεσματικότητα της ταύτισης της δικαιοσύνης με μια κατάσταση, όπου η σοφία κυβερνά, το θάρρος ενεργεί σε συμφωνία με τις επιταγές της σοφίας και η σωφροσύνη δεν επιτρέπει εσωτερικές συγκρούσεις, είτε πρόκειται για ένα άτομο, είτε για την πόλη. Έτσι, η δικαιοσύνη ενισχύει αποτελεσματικά τα όσα έχει πει ως τώρα. Στον επίλογο της Πολιτείας, ο Πλάτων δικαιολογεί τη δικαιοσύνη σ’ έναν μύθο που μιλά για τη μετά θάνατον ανταμοιβή και τιμωρία.

Πρέπει να εξετάσουμε και έναν άλλο διάλογο του Πλάτωνα, τον Φίληβο, που γράφτηκε προς το τέλος της ζωής του. Το θέμα του είναι η ηδονή. Ο Πλάτων το είχε συζητήσει και παλιότερα, στον Γοργία, με πουριτανική εχθρότητα, αντιπαρατάσσοντας την αναζήτηση της ηδονής με την επιδίωξη του καλού, και στον Πρωταγόρα με μεγαλύτερη διακριτικότητα. Η εξέταση του θέματος στην Πολιτεία συσχετίζει την ηδονή με τη Θεωρία των Ιδεών, αναγνωρίζει τις πνευματικές ηδονές ως τις αγνότερες, διότι από τη μια είναι απαλλαγμένες από τον πόνο, και από την άλλη εξασφαλίζουν μια θέση για τις κατώτερες ηδονές, υπό τον όρο ότι θα παραμείνουν κάτω από την εξουσία της λογικής. Ο Φίληβος ξεκινά με μια συζήτηση σχετικά με το κατά πόσον η ηδονή, η ευτυχία, η τέρψη και λοιπά παρεμφερή είναι πράγματα καλά για όλα τα έμβια όντα. Η ηδονή, όμως, είναι μια συνθέτη έννοια- ο ντε η ηδονή, ούτε η σοφία μπορούν να είναι το υπέρτατο αγαθό. Η καλή ζωή πρέπει να περιέχει την ισορροπία μεταξύ γνώσης και ηδονής. Ο κόσμος στον οποίο ζούμε προέρχεται από την αποτύπωση του Ορίου ή του Μέτρου πάνω στο Απεριόριστο ή το Αόριστο, εκ μέρους ενός παράγοντα ή μιας πρωταρχικής αιτίας. Ο νους είναι συνδεδεμένος με την αιτία, η ηδονή ανήκει στο απεριόριστο· αλλά η ηδονή όπως τη γνωρίζουμε, βρίσκεται στη σύμμεικτη τάξη της ύπαρξης. Σ' αυτό το σημείο, ακολουθεί μια σύνθετη ανάλυση. Πρώτον, οι ηδονές διαιρούνται σε αυτές του σώματος και σε αυτές της ψυχής. Αυτή η διαίρεση, όμως, δεν είναι απόλυτη: δεδομένου ότι η συνείδηση εμπλέκει την ψυχή, οι (Κυματικές ηδονές μπορεί να περνούν μέσω της ψυχής. Μια δεύτερη διαίρεση περιλαμβάνει τις ηδονές που περιμένουμε, οι οποίες μπορεί να έρθουν, αλλά μπορεί και όχι. Μια τρίτη διαίρεση, έχει σχέση με την ένταση της ηδονής. Τέλος, υπάρχει η διαίρεση μεταξύ καθαρών ηδονών και ηδονών ανάμεικτων με πόνο. Οι ύψιστες είναι οι καθαρές ηδονές, και στην κορυφή όλων, η ομορφιά (κα/Ιόν) και η αλήθεια. Αλλά η ηδονή, καθώς είναι ασταθής, δεν μπορεί να είναι το καλό, αφού το τελευταίο είναι σταθερό, αμετάβλητο και απόλυτο. Για τον άνθρωπο, η καλή ζωή συμπεριλαμβάνει και την ηδονή και τη γνώση. Αλλά στη θεμελιώδη κλίμακα των αγαθών, την κορυφή καταλαμβάνουν τα πράγματα που φανερώνουν τάξη και μέτρο, την αμέσως επόμενη θέση καταλαμβάνουν τα όμορφα ή ευγενή (καλόν) και συμμετρικά, την τρίτη θέση η νόηση και η σοφία, διότι μετέχουν της αλήθειας, την τέταρτη θέση συγκεκριμένα επιστημονικά πεδία και η πρακτική γνώση, με τις ηδονές τέλος -και μάλιστα, μόνο τις καθαρές ηδονές- να βρίσκονται στην πέμπτη θέση. Να σημειωθεί ότι η συζήτηση που γίνεται στον Φίληβο αφορά στο άτομο και όχι στην κοινωνία.

Ο Λοτζ έκανε έναν κατάλογο με όλες τις υποψηφιότητες για το ύψιστο καλό του Πλάτωνα: 1. Ηδονή (η οποία κατέχει μια θέση αλλά όχι την υψηλότερη). 2. Πλούτος (απλώς ενισχυτικός). 3. Υγεία (συνέπεια της καλής ζωής). 4. Εξουσία (όχι στόχος, αλλά μία κίνηση προς αυτόν). 5. Ευτυχία (που συμπίπτει με την ηθικώς ιδεατή ζωή). 6. Η ζωή του ιδανικού πολίτικου ανδρός (αυτό θα μπορούσε να προ­σφέρει τις περιστάσεις για μια άριστη ζωή αλλά δεν είναι διαθέσιμο). 7. Αθανασία (για τους Έλληνες είναι ισοδύναμο της θεϊκότητας). 8. Καλοσύνη του χαρακτήρα (οι τέσσερεις αρετές της Πολιτείας). 9. Σωφροσύνη (μια όψη αυτών). 10. Δικαιοσύνη (το ίδιο). 11. Ιδιοφυία (οπωσδήποτε μια όψη αυτών). 12. Θρησκεία (μόνον με φιλοσοφικές επιδράσεις). 13. Επιστήμη (μια όψη του ορθολογισμού). 14. Φιλοσοφία (απεικονίζεται συνειδητά ως η ιδεατή ζωή, μα, δεν κάνει φυσικά για τον καθένα). 15. Νόηση (μια δημιουργική ρυθμιστική αρχή). 16. Πολιτισμός. 17. Η κοινότητα. 18. Ευφυής αυτογνωσία. 19. Νόμος και τάξη. 20. Μέτρο ή μέσον (η απουσία του είναι καταστροφική). 21. Η ιδέα του καλού (η αρχή του άριστου). 22. Η αναλυτική ή σύνθετη ζωή (συμπεριλαμβανομένων της ομορφιάς, της καλοσύνης και της αλήθειας, της αγιότητας, της σωφροσύνης, της δικαιοσύνης, της ανδρείας, της σοφίας). 23. Η επιβίωση και η ευημερία του συνόλου (η υπόταξη του μερικού στο σύνολο είναι μια από τις αρχές του Πλάτωνα). 24. Ο Θεός (υπάρχουν προβλήματα σχετικά με την πλατωνική θεολογία αλλά το θεϊκό είναι ένα ζωντανό, ηθικό πρότυπο). Αυτό που θέλει να πει ο Λοτζ είναι ότι δεν πρέπει να υπεραπλουστεύουμε τα πράγματα. Μπορούμε να βρούμε κείμενα στον Πλάτωνα τα οποία εξυψώνουν και εκθειάζουν το καθένα από αυτά. Τα τελευταία λόγια του αποτελούν μια καλή περίληψη των Πλατωνικών αξιών.

Επομένως, το τελικό μας συμπέρασμα είναι ότι το ύψιστο καλό για το σύμπαν, συνίσταται στην ιδανική λειτουργία του συνόλου, έτσι ώστε να αντιλαμβανόμαστε τη μέγιστη δυνατότητα της αξίας που ενυπάρχει σε καθένα από τα στοιχεία- ότι το ύψιστο καλό για έναν συγκεκριμένο άνθρωπο έγκειται στο να ζει έτσι, ώστε να αποτελεί σημαντικό οργανικό τμήμα αυτού του συνόλου και, ακριβώς επειδή ζει έτσι, να συνειδητοποιεί τη δική του βαθιά ευτυχία και ευημερία.

Αριστοτέλης

Ο Αριστοτέλης (384-322 π.Χ.), «Ο δάσκαλος όσων κατείχαν τη γνώση» (όπως είχε πει ο Δάτης), ήταν γιος γιατρού από τις παρυφές του ελληνικού κόσμου. Ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει κοντά στον Πλάτωνα. Ο Πλάτων τού κόλλησε το παρατσούκλι «Ο νους» και έλεγε ότι, εκεί που οι άλλοι χρειάζονταν το κέντρισμα, εκείνος χρειαζόταν τον χαλινό. Όταν ο Πλάτων πέθανε το 347, ο Αριστοτέλης εγκατέλειψε την Αθήνα μετά από 20 χρόνια διαμονής του εκεί, για κάποιες γόνιμες έρευνες πάνω στη βιολογία, στη Μικρά Ασία και στη Λέσβο. Έπειτα, το 342 δέχθηκε μια πρόσκληση να γίνει δάσκαλος του Αλεξάνδρου, ο οποίος αργότερα έγινε γνωστός ως Μέγας. Όταν ο Αλέξανδρος διαδέχθηκε τον πατέρα του, ο Αριστοτέλης επέστρεψε στην Αθήνα για να διδάξει. Με τον θάνατο του Αλεξάνδρου, κι έχοντας στον νου του τον θάνατο του Σωκράτη, αποσύρθηκε προκειμένου να «σώσει τους Αθηναίους από ένα δεύτερο αμάρτημα εναντίον της φιλοσοφίας».

Τα σημαντικότερα επιτεύγματα του ήταν στις βιολογικές επιστήμες, αλλά η διάνοιά του, επεκτεινόταν σε πολλούς τομείς στους οποίους έγινε αυθεντία. Έχουν διασωθεί αρκετά έργα του περί ηθικής. Το έργο Μεγάλα Ηθικά ανήκε πιθανόν σ’ έναν μεταγενέστερο μαθητή του και το Περί αρετών και κακιών είναι καθ’ ολοκληρίαν ένα μεταγενέστερο έργο συγκρητισμού, το οποίο ανακατεύει τις απόψεις διάφορων στοχαστούν. Ωστόσο, τα Ηθικά Ευδήμια και τα Ηθικά Νικομάχεια αποτελούν αυθεντικές εικόνες της σκέψης του σε διαφορετικές περιόδους, όπως αυτές κατεγράφησαν ή εκδόθησαν από διάφορους μαθητές του. Ο Νικόμαχος είναι πληρέστερος και πιο ώριμος. Τα Ηθικά (αυτής της έκδοσης) είναι προσιτά, ευανάγνωστα, σαφή, διασκεδαστικά και ενδιαφέροντα. Είναι, όπως είπε ένας μελετητής, «ένα βιβλίο κάθαρσης».

Ο Αριστοτέλης βουτάει κατ’ ευθείαν στο θέμα. «Κάθε επιστήμη και κάθε αντικείμενο, κάθε πράξη και κάθε επιλογή, μοιάζει να στοχεύει σε κάτι αγαθό- έτσι λοιπόν, δικαίως το Αγαθό ορίζεται ως το αντικείμενο στο οποίο στοχεύει κάθε πράγμα (Ηθικά Νικομάχεια, 1094 α 1). Υπάρχουν πολλοί περιορισμένοι στόχοι αλλά είναι από κοινού δεκτό ότι ο σκοπός είναι η ευτυχία (η ευδαιμονία με αναπόσπαστα τα στοιχεία της «ευλογίας» και της «επιτυχίας»). Δεν πρόκειται για ηδονή (που είναι ζωώδης) ούτε για τιμή (που μας αφήνει στον οίκτο της κρίσης των άλλων). Ακόμη και την αρετή μπορεί να τη συναντήσει κανείς δίπλα στην αδράνεια ή στη δυστυχία. Ο πλούτος δεν αποτελεί σκοπό. Αγγίζει μια ενδεχόμενη απάντησή του, τον διαλογισμό, αλλά συνεχίζει με την εξέταση της λειτουργίας του ανθρώπου: «μια δραστηριότητα της ψυχής, σύμφωνη με, ή τουλάχιστον, όχι αντίθετη, με τη λογική». (Ηθικά Νικομάχεια, 1098 α 7).

Η αρετή, λοιπόν, υπό τον όρο ότι αγκαλιάζει κάθε πνευματική και ηθική μορφή αρίστευσης «είναι μια σταθερή προδιάθεση, που περιλαμβάνει τη δυνατότητα επιλογής· συνίσταται σε ένα μέσον σχετικό μ’ εμάς, λογικά καθορισμένο, όπως δηλαδή θα το καθόριζε ένας ευφυής άνθρωπος» (1106 β 36). Η αρετή είναι μια προδιάθεση, μια ακλόνητη συμπεριφορά του νου. Δεν ρωτάω «να πω ένα ψέμα;» κάθε φορά που μιλάω, ούτε «να διαπράξω μοιχεία;» κάθε φορά που συναντάω μια γυναίκα. Η θεωρία της μεσότητας εξηγείται σ’ έναν πίνακα: τα ακόλουθα, αποτελούν μερικά παραδείγματα.

ΠΕΔΙΟ                            ΥΠΕΡΒΟΛΗ                ΑΡΕΤΗ                  ΕΛΛΕΙΨΕΙΣ

Οι φόβοι
και η απουσία τους          Απερισκεψία            Ανδρεία                  Δειλία

Δούναι και λαβείν            Χυδαιότητα         Μεγαλοπρέπεια      Μικροπρέπεια

Τιμή και ατιμία               Ματαιοδοξία         Αριστοκρατία      Ταπεινή καταγωγή

Οργή                                Οξυθυμία            Καλή διάθεση           Αδιαφορία

Κοινωνική διασκέδαση    Γελοιότητα               Πνεύμα                  Αγένεια

Συναισθήματα                Αναισχυντία       Μετριοφροσύνη        Ντροπαλότητα

Το μέσον δεν είναι αριθμητικό: η ανδρεία βρίσκεται πιο κοντά στην απερισκεψία παρά στη δειλία. Επί πλέον, η ορθή δράση μοιάζει ακραία σε όσους βρίσκονται στο αντίθετο άκρο. Ο γενναίος μοιάζει απερίσκεπτος στον δειλό και δειλός στον απερίσκεπτο. Το μέσον μπορεί να ποικίλει, ανάλογα με τις περιστάσεις: η ηθική αρετή απαιτεί μια δραστηριότητα τη σωστή στιγμή, με τις κατάλληλες προϋποθέσεις, που να κατευθύνεται στους κατάλληλους ανθρώπους, για τον σωστό σκοπό και με τον σωστό τρόπο (1106 α 21)*. Υπάρχουν πεδία στα οποία δεν πρέπει να εφαρμόζεται. Δεν υπάρχει μέσον στη μοιχεία: είναι αδύνατον να διαπράξεις μοιχεία με τη σωστή γυναίκα, τη σωστή στιγμή και με τον σωστό τρόπο (1107α 16). Και ενώ η αρετή είναι εκ φύσεως και εξ ορισμού ένα μέσον, ως αξία είναι ακραία.

Ο έπαινος και η κατηγορία σχετίζονται με τις σκόπιμες πράξεις, ενώ η συγχώρεση και ο οίκτος με τις αυθόρμητες. Η επιλογή, που είναι ένα προσεκτικό «άπλωμα του χεριού» για πράγματα εντός των δυνατοτήτων μας (1113 α 10), είναι ένα ουσιώδες κομμάτι της αρετής. Ο Αριστοτέλης, σε αντίθεση με τον Πλάτωνα, στα έργα του οποίου οι διάφορες αρετές τείνουν να αναμειγνύονται μεταξύ τους και να θολώνουν, τις ξεχωρίζει προσεκτικά. Γι’ αυτόν, κορωνίδα των αρετών είναι η μεγαλοψυχία. Στα αγγλικά δεν υπάρχει κάποια αντίστοιχη λέξη και η αλήθεια είναι ότι δεν θαυμάζουμε πολύ αυτά που καταλαβαίνουμε από τη συ εγκεκριμένη λέξη. Βρίσκουμε πομπώδη αυτήν την ευγένεια του ανθρώπου: δεν μιλά άσχημα για τους άλλους, εκτός από τότε που θέλει να είναι σκόπιμα προσβλητικός· προτιμά τα άχρηστα αλλά όμορφα αγαθά από κείνα που είναι χρήσιμα ή πολύτιμα- οι κινή­σεις του είναι αργές, η φωνή του βαθιά, ο λόγος του προσεκτικός. Οι βικτοριανοί κατανοούσαν καλύτερα τον Αριστοτέλη απ’ ό, τι οι σύγχρονοι Άγγλοι.

Το πέμπτο βιβλίο μιλά για τη δικαιοσύνη και έχει χαρακτηριστεί ως «υπόδειγμα φιλοσοφίας», λόγω των προσεκτικών του διακρίσεων κατά κατηγορίες. Ο Αριστοτέλης παρατήρησε την ανακριβή χρήση της λέξης για την ηθική αρετή γενικά, αλλά η ιδιαίτερη χρήση της αφορά στις κοινωνικές σχέσεις που περιλαμβάνουν το κέρδος ή την απώλεια. Η δικαιοσύνη μπορεί να είναι διανεμητική, διορθωτική ή εμπορική. Η διανεμητική δικαιοσύνη αφορά στη διανομή των πόρων δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Έλληνας πολίτης θεωρούσε τον εαυτό του ένα είδος μετόχου του κράτους. Η διορθωτική δικαιοσύνη δεν ενεργεί βάσει της αξίας του καθενός, και φέρεται το ίδιο σε όλους τους ανθρώπους· προσπαθεί να διορθώσει το άδικο. Η εμπορική δικαιοσύνη είναι η ανταλλαγή υπηρεσιών, ενώ τα χρήματα παίζουν τον ρόλο ενός βολικού μεσάζοντα ο οποίος δεν λειτουργεί με γνώμονα την αυστηρή ισότητα. Ο Αριστοτέλης συνεχίζει θέλοντας - χωρίς να τα καταφέρνει εντελώς - να προσδιορίσει τη δίκαιη πράξη ως ένα μέσον μεταξύ του πράττω μια αδικία και υφίσταμαι μια αδικία, και να τραβήξει σαφείς διαχωριστικές γραμμές, όπως για παράδειγμα μεταξύ της φυσικής και της συμβατικής δικαιοσύνης. Επίσης, αναζητώντας τα εσωτερικά κίνητρα των πράξεων, έφθασε να κάνει τη διάκριση μεταξύ του τυχαίου θανάτου, της ανθρωποκτονίας, του δικαιολογημένου φόνου και της δολοφονίας. Μια σημαντική συζήτηση σχετική με το περί δικαίου αίσθημα, «μια αποκατάσταση του νόμου όπου αυτός είναι ελαττωματικός λόγω της γενικότητάς του» (1137 β 27), έχει επηρεάσει την εξέλιξη της νομοθεσίας.

Ο Αριστοτέλης δεν παραμελεί τις ηθικές αρετές, αλλά δείχνει, επίσης, ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις πνευματικές αρετές. Εάν η ηθική αρετή προκύπτει από τη λογική επιλογή, τότε η πνευματική αρετή είναι πρωταρχικής σημασίας. Στη διάνοια, διακρίνουμε δύο ικανότητες: μια σχετική με τη γνώση και μία με την περίσκεψη και την επιλογή. Και οι δύο άπτονται της αλήθειας: η μία είναι θεωρητική, η άλλη πρακτική. Ο Αριστοτέλης προσδιορίζει και αναφέρεται σε πέντε πνευματικές αρετές που οδηγούν στην αλήθεια: την επιστημονική γνώση, την τεχνική αρτιότητα (που συχνά, αλλά παραπλανητικά, αποδίδεται ως «τέχνη»), την πρακτική κοινή λογική (φρόνηση), το λογικό αισθητήριο και τη θεωρητική φρόνηση (σοφία). Η διάκριση μεταξύ όλων αυτών γίνεται με αξιοθαύμαστο τρόπο, ενώ υπάρχει μια εκτεταμένη εξέταση της φρόνησης. Δεν είναι δυνατό να είσαι αγαθός χωρίς τη φρόνηση, ούτε να έχεις φρόνηση χωρίς ηθική αρετή: αυτά τα δυο, συνεργάζονται μεταξύ τους. Η ηθική αρετή εξασφαλίζει την ορθότητα του στόχου, ενώ η φρόνηση την ορθότητα των μέσων. Η σοφία, όμως, είναι πιο θεμελιώδης από τη φρόνηση.

Η μελέτη της εσωτερικής σύγκρουσης από τον Αριστοτέλη έχει επάξια προσελκύσει την προσοχή τα τελευταία χρόνια. Δεν έχουμε καμιά συγκεκριμένη αγγλική λέξη για την άκρασία[4] του. Οι λέξεις «ακρατής» και «ανεπίδεκτος συγκράτησης» είναι παραπλανητικές· η έκφραση «αδύναμη θέληση» ίσως είναι η πιο κοντινή. Η εξέτασή του υπερτονίζει τον ρόλο της λογικής στη δράση, και υποτιμά τη σύγκρουση των επιθυμιών. Δεν χρησιμοποιεί την έκφραση «πρακτικός συλλογισμός». Στο βιβλίο του, όμως, αυτή αποτελεί το λογικό συμπέρασμα του «καθετί γλυκό είναι ευχάριστο», σε συνδυασμό με το «αυτό είναι γλυκό», εκφράσεις που οδηγούν στην πράξη του φαγητού, έχοντας αντιπαρέλθει τα «καθετί που περιέχει ζάχαρη είναι παχυντικό» και «αυτό περιέχει ζάχαρη». Να ξέρεις, να επιθυμείς και να πράττεις το ορθό είναι αρετή. Το να επιθυμείς το λανθασμένο, να το ξέρεις και να πράττεις το ορθό είναι δύναμη της θέλησης. Το να ξέρεις το ορθό και να επιθυμείς και να πράττεις το λανθασμένο είναι αδυναμία της θέλησης. Το να μη γνωρίζεις το ορθό και να επιθυμείς και να πράττεις το λανθασμένο είναι κακία.

Ο Αριστοτέλης εξετάζει κάπως αποσπασματικά την ηδονή, ενώ έχει μια σημαντική μονογραφία περί φιλίας, μια αναπόφευκτη προϋπόθεση της ζωής (1155 α 3). Επιστρέφει τελικά στην ευτυχία ως στόχου της ανθρώπινης ζωής (1176 α 3). Δεν πρόκειται για κατάσταση ή προδιάθεση, αλλά για ανεξάρτητη δραστηριότητα, η οποία ασκεί το ανώτερο μέρος της ύπαρξής μας, η νόηση, σε αρμονία με την ανώτερη αρετή, τη θεωρητική σύνεση ή σοφία. Η ευτυχία, εν ολίγοις, σημαίνει περισυλλογή. Επί πλέον, δεν πρέπει να σκεπτόμαστε το εφήμερο, αλλά οφείλουμε να επιδιώκουμε όσο περισσότερο μπορούμε την αθανασία. Η ζωή της ηθικής αρετής εξαρτάται πάρα πολύ από τα επιφανειακά πράγματα, κι έτσι δεν μπορεί να προσφέρει την πλήρη ευτυχία. Αλλά ο Αριστοτέλης, του οποίου η προσγειωμένη κοινή λογική επαναστατεί μερικές φορές ενάντια στη θεωρία του, δεν μπορεί να αρνηθεί στον φιλόσοφο την εξωτερική ευημερία: συμβιβάζεται προτείνοντας ότι οι ανάγκες του είναι μικρότερες από εκείνες των άλλων.

(α) Δικαιοσύνη είναι να μην παραβαίνεις τους νόμους και τα έθιμα του κράτους του οποίου είσαι πολίτης. Ο άνθρωπος θα αποκόμιζε από τη δικαιοσύνη την πιο μεγάλη ωφέλεια για το άτομο του, αν μπροστά σε άλλους ανθρώπους τηρούσε τους νόμους ως κάτι σημαντικό, ενώ αντίθετα, άμα είναι μόνος του χωρίς άλλους ανθρώπους μπροστά του ακλουθούσε τις επιταγές της φύσης. Γιατί οι επιταγές του νόμου είναι αυθαίρετες, ενώ της φύσης είναι αγκαίες.
(Αντιφών, [ένας σοφιστής], απόσπασμα 44)

(β) Οι Μακεδόνες το θεωρούν ταιριαστό (καλόν) για τα κορίτσια να ερωτεύονται και να έχουν ερωτική σχέση με άνδρα προτού να παντρευτούν, ενώ όταν η κοπέλα είναι παντρεμένη αυτά τα πράγματα τα θεωρούν ντροπή (αισχρόν).Για τους Έλληνες απεναντίας είναι και τα δύο ντροπή.
(Δισσοί Λόγοι, 2.12)

(γ) Σύμφωνα με τη Φύση όλα είναι αισχρά, αφού το πιο κα κόν είναι το να αδικείσαι. Το να αδικείς είναι πιο αισχρόν μόνο για τον νόμο.
(Ο Καλλικλής στον Γοργία του Πλάτωνα, 483 Α)

(δ) Εγώ, λοιπόν, νομίζω ότι ο Σωκράτης, με τέτοια λόγια, ε­ μπόδιζε τους συνομιλητές του να κάνουν ασεβείς, άδικες και αισχρές πράξεις, όχι απλώς μπροστά στα μάτια των άλλων, αλλά και όταν ήταν μόνοι τους, αφού έφθασαν στο συμπέρασμα ότι οι θεοί. πάντα μπορούν να βλέπουν τις πράξεις τους.
(ΞΕΝΟΦΩΝ, Απομνημονεύματα, 1.4.19)

(ε) Λαμβάνων ως βάση ότι υπάρχει κάτι Ωραίον αυτό κα­θαυτό και Αγαθόν και Μέγα και όλα τα άλλα είναι λοιπόν δι’ εμέ φανερόν ότι, εάν ένα άλλο πράγμα είναι ωραίον, εκτός από το Ωραίον αυτό καθαυτό, είναι ωραί­ον όχι απο καμμιάν άλλην αιτίαν, παρά διότι μετέχει ε­ κείνου του Ωραίου!
(Ο Σωκράτης στον Πλατωνικό Διάλογο Φαίδων 100 Β-Γ)

(ζ) Τι μας εμποδίζει λοιπόν να θεωρήσωμεν ευδαίμονα τον συμφώνως προς την τελείαν αρετήν ενεργούντα και αρκετά εφοδιασμένον με τα εξωτερικά αγαθά.
(Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια, 1101 α 15-8)

Συνοπτικά σχόλια

(α) Ένα χαρακτηριστικό σοφιστικό απόσπασμα, που αντανακλά τη διαμάχη μεταξύ νόμου και φύσεως. Είναι ενδεχομένως αλήθεια ότι η δικαιοσύνη προήλθε ακολουθώντας τη συνήθη πρακτική της κοινωνίας, είτε έχοντας ενσωματωθεί στον νόμο είτε όχι (η λέξη νόμος εδώ είναι έχει ευρεία έννοια). Υπήρχε, ωστόσο, και μια άποψη που κατέστησε τη δίκη ύψιστη αξία. Φύση είναι ο φυσικός κόσμος. Αυτό μπορεί να εφαρμόζεται και στη φυσική αναγκαιότητα. Εάν πηδήσω από έναν απότομο βράχο, θα σκοτωθώ. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την ηθική επιλογή. Αλλά η εσωτερική μου φύση είναι σκληρότερη. Είναι σωστό να λέμε ότι οι επιταγές της Φύσης είναι ουσιώδεις, αλλά τι σημαίνει αυτό; Μπορώ να ελέγξω την παρόρμησή μου να κλέψω, εκτός κι αν είμαι κλεπτομανής. Έτσι, ορισμένοι ισχυρίζονται ότι νόμος είναι μια αδικαιολόγητη παραβίαση της Φύσης, άλλοι πάλι τον θεωρούν έναν μηχανισμό ελέγχου, ο οποίος προάγει τον πολιτισμό.

(β) Αυτό το απόσπασμα προέρχεται από ένα ανώνυμο σοφιστικό έργο, χαρακτηριστικό της ανθρώπινης γεωγραφίας και της ανθρωπολογίας της περιόδου, μια επισήμανση ότι υπάρχουν διαφορετικές ηθικές αξίες σε διάφορα μέρη. Αυτό μπορεί να οδηγήσει (ή και όχι) στο συμπέρασμα ότι όλα τα ηθικά κριτήρια είναι υποκειμενικά. Να σημειωθεί ότι κριτήριο είναι η κοινή γνώμη. Να σημειωθεί, επίσης, ότι τα ηθικά κριτήρια των κοριτσιών καθορίζονται από τους άνδρες.

(γ) Μια άλλη σοφιστική άποψη, που προβάλλει έντονα την αντίθεση μεταξύ νόμου και φύσης. Το νέο στοιχείο σ’ αυτό το απόσπασμα, αν το συγκρίνουμε με άλλα, είναι η χρήση του κακού με τη σημασία του «δυσάρεστο για μένα» και «επιβλαβές για μένα». Δεν υπάρχει καμιά ηθική χροιά. Πρόκειται σχεδόν για μια επαναφορά του ομηρικού τρόπου χρήσης.

(δ) Πουθενά αλλού ο Ξενοφών δεν απεικονίζει τον Σωκράτη πιο θρησκόληπτο ηθικολόγο, απ' όσο εδώ. Ο Σωκράτης του είναι ένας ιεροκήρυκας γεμάτος κοινοτοπίες, και όχι κάποιος πανέξυπνος ερευνητής ψυχών. (Ο Σωκράτης, παρεμπιπτόντως, εκτελέσθηκε, επειδή ο λόγος του δεν κράτησε κάποιους απ' τους συνομιλητές του μακριά από βίαιες και τυραννικές πράξεις. Οι πολιτικοί ρήτορες, το κατέστησαν σαφές: «Εκτελέσατε τον σοφιστή Σωκράτη, επειδή σαφώς ήταν υπεύθυνος για την εκπαίδευση του Κριτία, ενός από τους Τριάκοντα τυράννους», είπε ο Αισχίνης [1.173].) Οι τρεις κατηγορίες λανθασμένων πράξεων είναι ενδιαφέρουσες και αντιστοιχούν σε παραπτώματα κατά των θειόν, κα­τά των εθίμων και κατά της κοινής γνώμης. Η απόλυτη τιμωρία είναι η θεϊκή. Ο Κριτίας (ένας από τους συνομιλητές του, ο οποίος τράβηξε τον δικό του δρόμο) έκανε έναν δραματικό ήρωα να ισχυρισθεί ότι οι θεοί ήταν μια επινόηση που θα εξασφάλιζε αυτήν την τιμωρία.

(ε) Πρόκειται για μια πρώιμη έκθεση της θεωρίας των Ιδεών. Αντιπροσωπεύει το σημείο εκείνο όπου ο Πλάτων βάζει τα δικά του συμπεράσματα στο στόμα του Σωκράτη. Η αληθινή πραγματικότητα βρίσκεται στις αναλλοίωτες αιώνιες Ιδέες, που αναγνωρίζονται από τον νου. Τα παραδείγματα είναι αισθητικά, ηθικά (αλλά ευρύτερα ως προς τον στόχο τους) και υλικά: τα πρώτα δύο (ωραίον, αγαθόν) ενέχουν κρίση, το μέγα όχι. Τα αντικείμενα αυτού του κόσμου είναι ατελή, μεταβαλλόμενα, στερούνται αντοχής, γίνονται αντιληπτά μέσω των αισθήσεων. Αυτές τους οι ιδιότητες έχουν προέλθει είτε από τη συμμετοχή τους στις Ιδέες είτε από τη μίμηση των τελευταίων.

(ζ) Από το πρώτο βιβλίο του Αριστοτέλη, Ηθικά Νικομάχεια. Δεν είναι ακριβώς το τελικό συμπέρασμα, εκεί όπου η σκέψη τοποθετείται επάνω από την ηθική αρετή ως η ανώτερη ευτυχία, αφού εξαρτάται λιγότερο από τις εξωτερικές περιστάσεις. Αλλά η αρετή, που έχει ηθική χροιά εδώ, φέρνει την ευτυχία, αρκεί να οδηγήσει στη δράση. Ο Αριστοτέλης, εν τούτοις, παραμένει άνθρωπος της μεσαίας τάξης, έτσι που να θεωρεί ότι για την κατάκτηση της ευτυχίας, απαιτούνται και κάποια υλικά αγαθά.
-----------------------
[1] Η χοίνιξ ήταν μέτρο χωρητικότητας στερεών. Μία χοίνιξ σίτου ήταν το καθημερινό σιτηρέσιο ενός ανδρός.

[2] Οι Σοφιστές ήταν περιοδεύοντες διδάσκαλοι της ρητορικής. Παράλληλα με την τεχνική της ρητορικής τέχνης εξέφραζαν και διατύπωναν τις προσωπικές τους απόψεις και στάση ζωής. Ο καθένας προέβαλε ως αναγκαίο όρο την κατάκτηση της αρετής. Έτσι, για παράδειγμα, ο Πρωταγόρας θεωρούσε ότι η αρετή είναι εφικτή με την επιδίωξη της ευβουλίας, της συμμετοχής δηλαδή στα κοινά που προϋπέθετε κρίση και σκέψη και, άρα, παιδεία, ο Αντιφών τη δικαιοσύνη, όπως το φανερώνει η Φύση σε κάθε της εκδήλωση, ο Πλάτων -για να πάμε στην αντίθετη πλευρά-τη σωφροσύνη και ο Αριστοτέλης τη μεσότητα.

[3] Πρόκειται για το Δημοκράτους Γνώμαι.

[4] Η αλαζονεία, η ακράτεια.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΠΛΑΤΩΝ, ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ

ΠΛ Συμπ 219d–222b

Ο Αλκιβιάδης εκθειάζει τις αρετές του Σωκράτη

Πλέκοντας το εγκώμιο του Σωκράτη (βλ. και ΠΛ Συμπ 215a–216c), ο Αλκιβιάδης αναφέρθηκε, ανάμεσα στα άλλα, σε περιστατικά ενδεικτικά της εγκράτειας του φιλοσόφου.


Τὸ δὴ μετὰ τοῦτο τίνα οἴεσθέ με διάνοιαν ἔχειν, ἡγού-
μενον μὲν ἠτιμάσθαι, ἀγάμενον δὲ τὴν τούτου φύσιν τε καὶ
σωφροσύνην καὶ ἀνδρείαν, ἐντετυχηκότα ἀνθρώπῳ τοιούτῳ
οἵῳ ἐγὼ οὐκ ἂν ᾤμην ποτ’ ἐντυχεῖν εἰς φρόνησιν καὶ εἰς
καρτερίαν; ὥστε οὔθ’ ὅπως οὖν ὀργιζοίμην εἶχον καὶ ἀπο-
στερηθείην τῆς τούτου συνουσίας, οὔτε ὅπῃ προσαγαγοίμην
[219e] αὐτὸν ηὐπόρουν. εὖ γὰρ ᾔδη ὅτι χρήμασί γε πολὺ μᾶλλον
ἄτρωτος ἦν πανταχῇ ἢ σιδήρῳ ὁ Αἴας, ᾧ τε ᾤμην αὐτὸν
μόνῳ ἁλώσεσθαι, διεπεφεύγει με. ἠπόρουν δή, καταδε-
δουλωμένος τε ὑπὸ τοῦ ἀνθρώπου ὡς οὐδεὶς ὑπ’ οὐδενὸς
ἄλλου περιῇα. ταῦτά τε γάρ μοι ἅπαντα προὐγεγόνει, καὶ
μετὰ ταῦτα στρατεία ἡμῖν εἰς Ποτείδαιαν ἐγένετο κοινὴ
καὶ συνεσιτοῦμεν ἐκεῖ. πρῶτον μὲν οὖν τοῖς πόνοις οὐ
μόνον ἐμοῦ περιῆν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων ―ὁπότ’
ἀναγκασθεῖμεν ἀποληφθέντες που, οἷα δὴ ἐπὶ στρατείας ,
[220a] ἀσιτεῖν, οὐδὲν ἦσαν οἱ ἄλλοι πρὸς τὸ καρτερεῖν― ἔν τ’ αὖ
ταῖς εὐωχίαις μόνος ἀπολαύειν οἷός τ’ ἦν τά τ’ ἄλλα καὶ
πίνειν οὐκ ἐθέλων, ὁπότε ἀναγκασθείη, πάντας ἐκράτει, καὶ
ὃ πάντων θαυμαστότατον, Σωκράτη μεθύοντα οὐδεὶς πώποτε
ἑώρακεν ἀνθρώπων. τούτου μὲν οὖν μοι δοκεῖ καὶ αὐτίκα ὁ
ἔλεγχος ἔσεσθαι. πρὸς δὲ αὖ τὰς τοῦ χειμῶνος καρτερήσεις
―δεινοὶ γὰρ αὐτόθι χειμῶνες― θαυμάσια ἠργάζετο τά τε
[220b] ἄλλα, καί ποτε ὄντος πάγου οἵου δεινοτάτου, καὶ πάντων ἢ
οὐκ ἐξιόντων ἔνδοθεν, ἢ εἴ τις ἐξίοι, ἠμφιεσμένων τε
θαυμαστὰ δὴ ὅσα καὶ ὑποδεδεμένων καὶ ἐνειλιγμένων τοὺς
πόδας εἰς πίλους καὶ ἀρνακίδας, οὗτος δ’ ἐν τούτοις ἐξῄει
ἔχων ἱμάτιον μὲν τοιοῦτον οἷόνπερ καὶ πρότερον εἰώθει
φορεῖν, ἀνυπόδητος δὲ διὰ τοῦ κρυστάλλου ῥᾷον ἐπορεύετο
ἢ οἱ ἄλλοι ὑποδεδεμένοι, οἱ δὲ στρατιῶται ὑπέβλεπον
[220c] αὐτὸν ὡς καταφρονοῦντα σφῶν. καὶ ταῦτα μὲν δὴ ταῦτα·

οἷον δ’ αὖ τόδ’ ἔρεξε καὶ ἔτλη καρτερὸς ἀνὴρ
ἐκεῖ ποτε ἐπὶ στρατιᾶς, ἄξιον ἀκοῦσαι. συννοήσας γὰρ
αὐτόθι ἕωθέν τι εἱστήκει σκοπῶν, καὶ ἐπειδὴ οὐ προὐχώρει
αὐτῷ, οὐκ ἀνίει ἀλλὰ εἱστήκει ζητῶν. καὶ ἤδη ἦν μεσημ-
βρία, καὶ ἅνθρωποι ᾐσθάνοντο, καὶ θαυμάζοντες ἄλλος ἄλλῳ
ἔλεγεν ὅτι Σωκράτης ἐξ ἑωθινοῦ φροντίζων τι ἕστηκε.
τελευτῶντες δέ τινες τῶν Ἰώνων, ἐπειδὴ ἑσπέρα ἦν, δειπνή-
[220d] σαντες ―καὶ γὰρ θέρος τότε γ’ ἦν― χαμεύνια ἐξενεγκάμενοι
ἅμα μὲν ἐν τῷ ψύχει καθηῦδον, ἅμα δ’ ἐφύλαττον αὐτὸν εἰ
καὶ τὴν νύκτα ἑστήξοι. ὁ δὲ εἱστήκει μέχρι ἕως ἐγένετο
καὶ ἥλιος ἀνέσχεν· ἔπειτα ᾤχετ’ ἀπιὼν προσευξάμενος τῷ
ἡλίῳ. εἰ δὲ βούλεσθε ἐν ταῖς μάχαις ―τοῦτο γὰρ δὴ
δίκαιόν γε αὐτῷ ἀποδοῦναι― ὅτε γὰρ ἡ μάχη ἦν ἐξ ἧς ἐμοὶ
καὶ τἀριστεῖα ἔδοσαν οἱ στρατηγοί, οὐδεὶς ἄλλος ἐμὲ ἔσωσεν
[220e] ἀνθρώπων ἢ οὗτος, τετρωμένον οὐκ ἐθέλων ἀπολιπεῖν, ἀλλὰ
συνδιέσωσε καὶ τὰ ὅπλα καὶ αὐτὸν ἐμέ. καὶ ἐγὼ μέν, ὦ Σώ-
κρατες, καὶ τότε ἐκέλευον σοὶ διδόναι τἀριστεῖα τοὺς στρατη-
γούς, καὶ τοῦτό γέ μοι οὔτε μέμψῃ οὔτε ἐρεῖς ὅτι ψεύδομαι·
ἀλλὰ γὰρ τῶν στρατηγῶν πρὸς τὸ ἐμὸν ἀξίωμα ἀποβλεπόντων
καὶ βουλομένων ἐμοὶ διδόναι τἀριστεῖα, αὐτὸς προθυμότερος
ἐγένου τῶν στρατηγῶν ἐμὲ λαβεῖν ἢ σαυτόν. ἔτι τοίνυν,
ὦ ἄνδρες, ἄξιον ἦν θεάσασθαι Σωκράτη, ὅτε ἀπὸ Δηλίου
[221a] φυγῇ ἀνεχώρει τὸ στρατόπεδον· ἔτυχον γὰρ παραγενόμενος
ἵππον ἔχων, οὗτος δὲ ὅπλα. ἀνεχώρει οὖν ἐσκεδασμένων
ἤδη τῶν ἀνθρώπων οὗτός τε ἅμα καὶ Λάχης· καὶ ἐγὼ περι-
τυγχάνω, καὶ ἰδὼν εὐθὺς παρακελεύομαί τε αὐτοῖν θαρρεῖν,
καὶ ἔλεγον ὅτι οὐκ ἀπολείψω αὐτώ. ἐνταῦθα δὴ καὶ κάλ-
λιον ἐθεασάμην Σωκράτη ἢ ἐν Ποτειδαίᾳ ―αὐτὸς γὰρ ἧττον
ἐν φόβῳ ἦ διὰ τὸ ἐφ’ ἵππου εἶναι― πρῶτον μὲν ὅσον περιῆν
[221b] Λάχητος τῷ ἔμφρων εἶναι· ἔπειτα ἔμοιγ’ ἐδόκει, ὦ Ἀρι-
στόφανες, τὸ σὸν δὴ τοῦτο, καὶ ἐκεῖ διαπορεύεσθαι ὥσπερ
καὶ ἐνθάδε, βρενθυόμενος καὶ τὠφθαλμὼ παραβάλ-
λων, ἠρέμα παρασκοπῶν καὶ τοὺς φιλίους καὶ τοὺς πολεμίους,
δῆλος ὢν παντὶ καὶ πάνυ πόρρωθεν ὅτι εἴ τις ἅψεται τούτου
τοῦ ἀνδρός, μάλα ἐρρωμένως ἀμυνεῖται. διὸ καὶ ἀσφαλῶς
ἀπῄει καὶ οὗτος καὶ ὁ ἑταῖρος· σχεδὸν γάρ τι τῶν οὕτω
διακειμένων ἐν τῷ πολέμῳ οὐδὲ ἅπτονται, ἀλλὰ τοὺς προ-
[221c] τροπάδην φεύγοντας διώκουσιν.

Πολλὰ μὲν οὖν ἄν τις καὶ ἄλλα ἔχοι Σωκράτη ἐπαινέσαι
καὶ θαυμάσια· ἀλλὰ τῶν μὲν ἄλλων ἐπιτηδευμάτων τάχ’ ἄν
τις καὶ περὶ ἄλλου τοιαῦτα εἴποι, τὸ δὲ μηδενὶ ἀνθρώπων
ὅμοιον εἶναι, μήτε τῶν παλαιῶν μήτε τῶν νῦν ὄντων, τοῦτο
ἄξιον παντὸς θαύματος. οἷος γὰρ Ἀχιλλεὺς ἐγένετο, ἀπει-
κάσειεν ἄν τις καὶ Βρασίδαν καὶ ἄλλους, καὶ οἷος αὖ
Περικλῆς, καὶ Νέστορα καὶ Ἀντήνορα ―εἰσὶ δὲ καὶ ἕτεροι―
[221d] καὶ τοὺς ἄλλους κατὰ ταὔτ’ ἄν τις ἀπεικάζοι· οἷος δὲ οὑτοσὶ
γέγονε τὴν ἀτοπίαν ἅνθρωπος, καὶ αὐτὸς καὶ οἱ λόγοι αὐτοῦ,
οὐδ’ ἐγγὺς ἂν εὕροι τις ζητῶν, οὔτε τῶν νῦν οὔτε τῶν
παλαιῶν, εἰ μὴ ἄρα εἰ οἷς ἐγὼ λέγω ἀπεικάζοι τις αὐτόν,
ἀνθρώπων μὲν μηδενί, τοῖς δὲ σιληνοῖς καὶ σατύροις, αὐτὸν
καὶ τοὺς λόγους.

Καὶ γὰρ οὖν καὶ τοῦτο ἐν τοῖς πρώτοις παρέλιπον, ὅτι
καὶ οἱ λόγοι αὐτοῦ ὁμοιότατοί εἰσι τοῖς σιληνοῖς τοῖς διοιγο-
[221e] μένοις. εἰ γὰρ ἐθέλοι τις τῶν Σωκράτους ἀκούειν λόγων,
φανεῖεν ἂν πάνυ γελοῖοι τὸ πρῶτον· τοιαῦτα καὶ ὀνόματα
καὶ ῥήματα ἔξωθεν περιαμπέχονται, σατύρου δή τινα ὑβρι-
στοῦ δοράν. ὄνους γὰρ κανθηλίους λέγει καὶ χαλκέας τινὰς
καὶ σκυτοτόμους καὶ βυρσοδέψας, καὶ ἀεὶ διὰ τῶν αὐτῶν τὰ
αὐτὰ φαίνεται λέγειν, ὥστε ἄπειρος καὶ ἀνόητος ἄνθρωπος
[222a] πᾶς ἂν τῶν λόγων καταγελάσειεν. διοιγομένους δὲ ἰδὼν ἄν
τις καὶ ἐντὸς αὐτῶν γιγνόμενος πρῶτον μὲν νοῦν ἔχοντας
ἔνδον μόνους εὑρήσει τῶν λόγων, ἔπειτα θειοτάτους καὶ
πλεῖστα ἀγάλματ’ ἀρετῆς ἐν αὑτοῖς ἔχοντας καὶ ἐπὶ πλεῖ-
στον τείνοντας, μᾶλλον δὲ ἐπὶ πᾶν ὅσον προσήκει σκοπεῖν
τῷ μέλλοντι καλῷ κἀγαθῷ ἔσεσθαι.

Ταῦτ’ ἐστίν, ὦ ἄνδρες, ἃ ἐγὼ Σωκράτη ἐπαινῶ· καὶ αὖ
ἃ μέμφομαι συμμείξας ὑμῖν εἶπον ἅ με ὕβρισεν. καὶ μέν-
[222b] τοι οὐκ ἐμὲ μόνον ταῦτα πεποίηκεν, ἀλλὰ καὶ Χαρμίδην
τὸν Γλαύκωνος καὶ Εὐθύδημον τὸν Διοκλέους καὶ ἄλλους
πάνυ πολλούς, οὓς οὗτος ἐξαπατῶν ὡς ἐραστὴς παιδικὰ
μᾶλλον αὐτὸς καθίσταται ἀντ’ ἐραστοῦ. ἃ δὴ καὶ σοὶ
λέγω, ὦ Ἀγάθων, μὴ ἐξαπατᾶσθαι ὑπὸ τούτου, ἀλλ’ ἀπὸ
τῶν ἡμετέρων παθημάτων γνόντα εὐλαβηθῆναι, καὶ μὴ κατὰ
τὴν παροιμίαν ὥσπερ νήπιον παθόντα γνῶναι.

***
Και τώρα ύστερ' από το επεισόδιον αυτό, πώς φαντάζεσθε την ψυχικήν μου κατάστασιν; Από το ένα μέρος επίστευα, πως είχα εξευτελισθή· από το άλλο μ' εθάμβωνεν η προσωπικότης τούτου, η αυτοκυριαρχία και η δύναμις της θελήσεώς του. Είχα ευρεθή ενώπιον ανθρώπου, που όμοιόν του εις την φρόνησιν και την ευστάθειαν δεν επερίμενα ποτέ να συναντήσω. Κατ' αυτόν τον τρόπον, ούτε να του θυμώσω επιτέλους είχα την δύναμιν και να στερηθώ επομένως την συναναστροφήν του, ούτε να τον παρασύρω εύρισκα κανένα μέσον. Διότι με χρήματα (αυτό το ήξευρα καλά) ήτον απ' όλα τα μέρη άτρωτος, περισσότερον παρ' ό,τι ο Αίας με σίδηρον· και αφ' ετέρου από το μέσον, με το οποίον και μόνον έκρινα πως θα ημπορούσε να παγιδευθή, μου είχε διαφύγει. Ευρισκόμην λοιπόν εις αδιέξοδον και εγύριζα αιχμαλωτισμένος πέρα ως πέρα απ' αυτόν τον άνθρωπον, όσον κανείς από κανέναν εις τον κόσμον.

Είχαν προηγηθή ολ' αυτά τα γεγονότα της ζωής μου, όταν κατόπιν μού έτυχε να υπηρετήσωμεν μαζί εις την εκστρατείαν της Ποτειδαίας και να είμεθα εκεί ομοτράπεζοι. Λοιπόν εκεί εις τας κακουχίας πρώτον υπερτερούσεν όχι μόνον εμέ, αλλά και όλους μαζί τους άλλους. Οσάκις π.χ. ευρισκόμεθα εις την ανάγκην ένεκα αποκοπής των συγκοινωνιών, όπως συμβαίνει δα εις το μέτωπον, να περάσωμεν χωρίς τροφήν, δεν ήσαν τίποτε οι άλλοι συγκρινόμενοι μ' αυτόν κατά την αντοχήν. Και πάλιν όταν είχαμεν καλοπέρασιν, μόνος αυτός ήτον εις θέσιν να την χαρή, προ πάντων εις την οινοποσίαν· δεν την επεδίωκεν, αλλά οσάκις τον υπεχρέωναν να πίνη, τους έβαζεν όλους κάτω, και το περισσότερον απίστευτον απ' όλα: μεθυσμένον τον Σωκράτη δεν έχει ιδεί ποτέ του άνθρωπος. Περί αυτού άλλωστε θα σας δοθή, ελπίζω, και τώρα αμέσως η απόδειξις. Όσον αφορά πάλιν την αντοχήν του εις το ψύχος (και oι χειμώνες εκεί επάνω είναι δριμύτατοι) έκαμνε θαύματα. Ιδίως κάποτε που ήταν παγωνιά όσον γίνεται διαπεραστική: κανένας δεν εξεμύτιζεν από μέσα ή, οσάκις εξήρχετο κανείς, εφορούσαν όλοι ένα πλήθος πρόσθετα φορέματα και υποδήματα και είχαν τυλιγμένα τα πόδια των εις πιλήματα μέσα και δοράς προβάτων. Ε λοιπόν! αυτός υπ' αυτάς τας συνθήκας εφορούσεν, όταν εξήρχετο, το ίδιον φόρεμα, όπως και πρωτύτερα συνήθιζε να φορή, και εβάδιζεν ανυπόδητος επάνω εις τον πάγον με μεγαλυτέραν άνεσιν, παρ' όσον οι άλλοι με τα υποδήματά των. Και οι στρατιώται τον εστραβοκοίταζαν, νομίζοντες πως ήθελε να τους εξευτελίση.

Και αυτά μεν σχετικώς με το ζήτημα τούτο· αξίζει όμως ν' ακούσετε το τι έκανε και ετραύηξεν αυτός ο αντρειωμένος κάποτ' εκεί εις το μέτωπον. Συγκεντρωμένος δηλαδή εις μίαν σκέψιν του, εστέκετο από την αυγήν εκεί και εσυλλογίζετο. Και επειδή δεν επροχωρούσεν εις την σκέψιν, αντί να τα παραιτήση, εξηκολούθει να στέκεται και να την ζητή. Και είχε μεσημεριάσει πλέον, και ο κόσμος το επήρεν είδησιν και με κατάπληξιν ανεκοίνωσεν ο ένας εις τον άλλον, ότι ο Σωκράτης από το πρωι στέκεται εκεί και παρακολουθεί κάποιαν σκέψιν του. Εις το τέλος (είχε βραδυάσει εν τω μεταξύ) μετά το δείπνον μερικοί Ίωνες έσυραν έξω τα στρώματά των (καλοκαίρι ήταν τότε), αφ' ενός μεν δια να κοιμηθούν εις τα δροσερά, αφ' ετέρου δε δια να παραφυλάξουν, αν θα έστεκεν έτσι ακίνητος και την νύκτα. Και αυτός έμεινε πράγματι όρθιος, ως που εχάραξεν η αυγή και ανέτειλεν ο ήλιος. Ύστερα έκαμε την προσευχήν του εις τον ήλιον και απεμακρύνθη.

Αν αγαπάτε τώρα, εις τας μάχας· είναι δίκαιον άλλωστε να του αποδώσω εξάπαντος αυτόν τον έπαινον. Κατά την διάρκειαν δηλαδή της μάχης, μετά την έκβασιν της οποίας οι στρατηγοί μού απένειμαν το βραβείον της ανδρείας, αυτός με έσωσεν, κανένας άλλος. Είχα πληγωθή· αυτός όμως δεν εδέχθη να μ' εγκαταλείψη, αλλά έσωσεν από την μάχην και τα όπλα μου και μαζί και εμέ τον ίδιον. Και εγώ μεν και τότε επέμενα, Σωκράτη, να δώσουν οι στρατηγοί το βραβείον της ανδρείας εις σε· ως προς αυτό τουλάχιστον δεν θα έχης κανένα παράπονον εναντίον μου, ούτε θα ειπής ότι ψεύδομαι. Εντούτοις οι στρατηγοί, από σεβασμόν προς την κοινωνικήν μου περιωπήν, ήθελαν ν' απονείμουν εις εμέ το βραβείον· και συ τότε έδειξες μεγαλυτέραν προθυμίαν από τους στρατηγούς, εγώ να το λάβω και όχι συ. Προς τούτοις, κύριοι, θα ήξιζε τον κόπον να παρακολουθήσετε τον Σωκράτη την εποχήν που ο στρατός μας πανικόβλητος ωπισθοχωρούσεν από την μάχην του Δηλίου. Έτυχε πράγματι να ευρεθώ εκεί υπηρετών εις το ιππικόν, αυτός δε εις το πεζικόν. Ωπισθοχωρούσε λοιπόν, ενώ το πλήθος είχεν ήδη διασκορπισθή, αυτός και μαζί του ο Λάχης. Και εγώ τυχαίως τους συναντώ, και αμέσως τους φωνάζω, μόλις τους είδα, να μη φοβούνται και δεν θα τους αφήσω, τους έλεγα. Εις αυτήν λοιπόν, σας λέγω, την περίστασιν αντίκρυσα ωραιότερον παρ' όσον εις την Ποτείδαιαν το θέαμα του Σωκράτους· διότι ως έφιππος δεν είχα τόσον να φοβούμαι προσωπικώς. Πρώτα πρώτα, πόσον ανώτερος ήτο από τον Λάχητα εις το να διατηρή την ψυχραιμίαν του. Έπειτα μου παρείχε την εντύπωσιν, όπως αναφέρεις και συ, Αριστοφάνη, ότι και εκεί εβάδιζε τον δρόμον του ακριβώς όπως και εδώ, κορδωμένος και με τα μάτια ριγμένα ποτ' εκεί και ποτ' εδώ. Ατάραχος εκοίταζε δεξιά και αριστερά φίλους και εχθρούς και εφανέρωνεν εξ αποστάσεως πολλής εις τον καθένα, ότι αν άπλωνε κανείς επάνω του, θ' αντισταθή ο άνθρωπος αυτός με σθένος. Δι' αυτόν ακριβώς τον λόγον και υποχωρούσεν εν πάση ασφαλεία και αυτός και ο άλλος. Διότι εις τον πόλεμον, όσους τηρούν ανάλογον στάσιν, καταντά μήτε να τους εγγίζουν καν· προτιμούν να κυνηγούν εκείνους, που το έχουν βάλει πανικόβλητοι εις τα πόδια.

Υπάρχουν ακόμη και άλλα πολλά και αξιοθαύμαστα, που θα είχε κανείς να προσθέση εις έπαινον του Σωκράτους. Αλλά ως προς τας άλλας μεν ιδιότητας θα ηδύνατο ίσως ν' αποδώση κανείς παρόμοια και εις έναν άλλον· το ότι όμως δεν ομοιάζει με κανέναν άνθρωπον ούτε από τους αρχαίους ούτε από τους συγχρόνους, αυτό επιβάλλει κάθε θαυμασμόν. Τι ήτον π.χ. ο Αχιλλεύς, θα ημπορούσες να έχης μίαν εικόνα από τον Βρασίδαν και άλλους· και πάλιν τι ήτον ο Περικλής, από τον Νέστορα και τον Αντήνορα ― και δεν είναι αυτοί μόνοι. Και δια τους άλλους επίσης θα ημπορούσες να εύρης αναλογίας παρομοίας. Άνθρωπον όμως, οποίος υπήρξεν αυτός, αλλόκοτος και ο ίδιος και οι λόγοι του, ούτε κατά προσέγγισιν δεν θα εύρης, όσον και να ζητήσης, ούτε μεταξύ των αρχαίων ούτε μεταξύ των συγχρόνων ― εκτός αν τον παραβάλης μ' αυτούς που λέγω, όχι με άνθρωπον οιονδήποτε, αλλά με τους Σιληνούς και τους Σατύρους, και τον ίδιον και τας ομιλίας του.

Διότι ―και παρέλειψα ν' αναφέρω τούτο κατ' αρχάς― και αι συνδιαλέξεις του έχουν καταπληκτικήν πράγματι ομοιότητα με τους Σιληνούς, που ανοιγοκλείουν. Όστις π.χ. θελήση τυχόν να παρακολουθήση τας συζητήσεις του Σωκράτους, θα του έκαμναν κατ' αρχάς πολύ κωμικήν εντύπωσιν: αυτήν την εμφάνισιν έχουν και αι λέξεις και αι εκφράσεις, με τας οποίας ειν' επενδεδυμέναι εξωτερικώς, σαν με το δέρμα χυδαίου Σατύρου. Κάτι γαϊδάρους αναφέρει πάντοτε σαμαρωμένους και χαλκωματάδες και πετσωτήδες και βυρσοδέψας, και παρουσιάζεται ως να επαναλαμβάνη συνεχώς τα ίδια με τας ιδίας λέξεις. Έτσι οιοσδήποτε άνθρωπος άπειρος και επιπόλαιος θα εγελούσε με τας συζητήσεις του. Όταν όμως τας ιδής ν' ανοίγονται και όσον περισσότερον εισδύεις εις το βάθος των, θα εύρης τότε, πρώτον μεν ότι είναι αι μόναι συζητήσεις που έχουν νόημα, έπειτα ότι είναι θείαι εις ύψιστον βαθμόν και κρύπτουν μέσα των αρετής αγάλματα πλήθος, και πλήθος είναι τα ζητήματα που εγγίζουν, ή μάλλον όλα όσα οφείλει να έχη υπ' όψει του οστισδήποτε πρόκειται να γίνη τέλειος άνθρωπος. Αυτά είναι, κύριοι, όσα έχω να επαινέσω εγώ τον Σωκράτη. Και όσα πάλιν παράπονα έχω εναντίον του, τα παρενέβαλα εις την ομιλίαν μου, τας προσβολάς που μου έκαμε. Και δεν είμαι ο μόνος, που έχει μεταχειρισθή κατ' αυτόν τον τρόπον· και τον Χαρμίδην του Γλαύκωνος και τον Ευθύδημον του Διοκλέους και ένα μεγάλον αριθμόν άλλων. Τους εξαπατά, πως ειν' εραστής των, και εις το τέλος καταντά να γίνεται ο ίδιος ερώμενος αντί εραστού. Το ίδιον επίσης λέγω και προς σε, Αγάθων. Να μην αφήσης να σ' εξαπατήση αυτός εδώ, μόνον να λάβης τα μέτρα σου, διδαχθείς από τα παθήματα τα ιδικά μας, ώστε να μη σου γίνη μάθημα το πάθημα, όπως εις τον ανόητον της παροιμίας».