Κυριακή 13 Αυγούστου 2023

Νοόσφαιρα: Η Αχανής Αυλη Φυλακή του Sapiens

Σκηνές, ειδήσεις, παρατηρήσεις, ανακαλύψεις, αναφορές, παραπομπές, σχετικά με το Γήινο Εκτροφείο Παραγωγής Πόνου

«Τίποτα δεν είναι πιο τρομακτικό από την πραγματικότητα – όταν αποφασίσεις να την κοιτάξεις κατάματα» 

«Ο Διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες» παροιμία

«Αρχή Σοφίας φόβος Θεού» Σοφία Σολομώντος

Εισ-αγωγή

«Καθώς αποσυντίθενται χημικά μέσα στο μυαλό μου, τα μυστήρια της ζωής παράγουν πτωμαΐνες νωθρότητας, σύγχυσης, αδράνειας. Πρέπει να ξεπεράσω τα επιφαινόμενα. Τι με νοιάζει – εμένα προσωπικά – αν τα έργα μου διαβαστούν από ένα μπουλούκι ημι-αυτοματοποιημένων πιθήκων που προσποιούνται τους ημίθεους αλλά είναι ανάξιοι της Αλήθειας και ίσως από λίγα μέλη της υπό εξαφάνιση φυλής των ευφυών ανθρώπων (όχι ότι γνωρίζω και πολλούς)…» Στανισλάς Ίγκνασυ Βίτκιεβιτς, «Αδηφαγία»

Μόνον η φρίκη
«Ψέμα είναι του Κόσμου η όψη
υψωμένη μπροστά από τάφους
και πύρινα βάραθρα…
Τίποτα δεν είναι αληθινό, μόνον η φρίκη…»
Τόμας Μπέντοουζ

Οι τρεις μεγαλύτερες επιτυχίες του Θεού

Η πρώτη – μεγάλη – επιτυχία του Θεού είναι ότι έπεισε τους πιστούς για την καλοσύνη του.
Η δεύτερη – μεγαλύτερη – επιτυχία του Θεού είναι ότι ενοχοποίησε τα δημιουργήματά του για το χάλι της Δημιουργίας του.
Η τρίτη – μέγιστη – επιτυχία του Θεού είναι ότι έπεισε τους άπιστους για την ανυπαρξία του
.

Δεν θα πάμε στην Κόλαση, είμαστε ήδη μέσα!

Κόλαση είναι το αλληλοφάγο γεωσύστημα, το «όλα και όλοι εναντίον όλων». Κόλαση είναι οι φυσικές καταστροφές και οι επιδημίες, ο μεγάλος σεισμός της Λισσαβώνας κι ο Μαύρος Θάνατος που ρήμαξε την Ευρώπη. Κόλαση είναι η Δύση και η Ανατολή, ο Βορράς κι ο Νότος. Κόλαση είναι οι πόλεμοι και όλες οι αφηνιασμένες στρατιές του Διαβόλου, οι Ούννοι, οι Βίκινγκ, οι Μογγόλοι, οι Αζτέκοι. Κόλαση είναι οι θρησκείες, η Ιερά Εξέταση και η Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου, οι Σταυροφόροι και οι Τζιχαντιστές. Κόλαση είναι οι ιδεολογίες, τα Άουσβιτς και τα Νταχάου, τα Γκούλαγκ και η Σιβηρία. Κόλαση είναι το δουλεμπόριο, οι ευνούχοι, οι ανθρωποθυσίες, τα βασανιστήρια. Κόλαση είναι ο γάμος κι οι οικογένειες. Κόλαση είναι η μοναξιά. Κόλαση είναι και οι άλλοι…

ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΚΟΛΑΣΗ!

Όταν η Ανθρωπική Αρχή υποδεικνύει την ύπαρξη Απάνθρωπου Δράστη

Η ζωή πάνω στη Γη είναι αποτέλεσμα ιδανικών συγκυριών, τόσο στον μικρόκοσμο όσο και στον μεγάκοσμο. Τα αστέρια, σαν θερμοπυρηνικοί αντιδραστήρες, ανατροφοδοτούνται από τη δύναμη της βαρύτητάς τους, και καίνε το αρχέγονο υδρογόνο μετατρέποντάς το σε μια τέφρα βαρύτερων στοιχείων. Στη συνέχεια αυτό, γίνεται η πρώτη ύλη για τους πλανήτες γύρω από μια νέα γενεά άστρων (ήλιων). Αυτή η τέφρα, είναι ένα βιοχημικό εργαστήριο από το οποίο ξεπήδησε η ζωή σε έναν πλανήτη πριν 3,5 δισεκατομμύρια χρόνια.

Το Σύμπαν θα μπορούσε να το πετύχει αυτό μόνον επειδή οι θεμελιώδεις δυνάμεις που ενορχηστρώνουν τη δημιουργία είναι συντονισμένες με απόλυτη ακρίβεια. Εάν αυτές οι τέσσερις δυνάμεις (ηλεκτρομαγνητική, βαρυτική, ασθενής και ισχυρή πυρηνική) ήταν διαφορετικές ακόμη και σε ελάχιστο βαθμό, τα αστέρια ή θα έκαιγαν τα καύσιμα τους πάρα πολύ γρήγορα, ή δεν θα είχαν αναφλεγεί καθόλου, ή θα αποτύγχαναν να φτιάξουν τον άνθρακα και τα βαρύτερα στοιχεία από τα οποία εξαρτάται η ζωή, ή θα κατέρρεαν από το βάρος τους αντί να εκραγούν. Αν λοιπόν κάτι δεν είχε ρυθμιστεί στην εντέλεια, θα αποτύγχαναν τα άστρα να διασκορπίσουν το νερό και τις χημικές ουσίες τις απαραίτητες για τη ζωή σε όλο τον Γαλαξία μας.

Αυτή η αινιγματική κοσμική ακρίβεια, έκανε τον Βρετανό αστροφυσικό Φρεντ Χόυλ να προτείνει ότι ο Κόσμος μοιάζει με «ελεγχόμενη εργασία». Αυτό, προέτρεψε στη συνέχεια τον φυσικό Φρήμαν Ντάισον να πει: «Από κάποια άποψη, φαίνεται ο κόσμος σαν να περίμενε την έλευση μας». Ενώ ο Λέοναρντ Σάσκιντ αναφέρει ότι: «Είναι κάτι περισσότερο από ταπεινή τύχη ότι το Σύμπαν είναι τόσο προσαρμοσμένο στα ανθρώπινα όντα, και αναρωτιέται: μπορεί η Επιστήμη να εξηγήσει το εξαιρετικό γεγονός, ότι το Σύμπαν εμφανίζεται να είναι τόσο άγνωστο, τόσο ανεξήγητο, τόσο θαυμάσιο και τόσο καλά σχεδιασμένο για την ύπαρξή μας;». Οι κοσμολόγοι λένε αυτό το απίστευτα καλοκουρδισμένο Σύμπαν, «Ανθρωπική Αρχή». Οι πιστοί το λένε «το χέρι του Θεού».

Οι Αμερικανοί επιστήμονες Πήτερ Γουάρντ, καθηγητής Γεωλογίας, και Ντόναλντ Μπράουνλη, καθηγητής Παλαιοντολογίας (Πανεπιστήμιο Ουάσιγκτον, Σηάτλ), στο βιβλίο τους «Rare Earth», αναφέρουν μια σειρά «συμπτώσεων» που αναλαμβάνουν τη δημιουργία της ζωής στη Γη: «Κατ’ αρχάς, για να αναπτυχθεί η ζωή χρειάζεται ένα σταθερό αστέρι για λίκνο, ένα αστέρι σαν τον Ήλιο, ικανό να παράγει σταθερά αρκετή ποσότητα ενέργειας για δισεκατομμύρια χρόνια. Τα ζώα, τα είδη των ζώων όπως τα γνωρίζουμε, έχουν ανάγκη από οξυγόνο. Και χρειάστηκαν περίπου δύο δισεκατομμύρια χρόνια για να αναπτυχθεί τόσο οξυγόνο όσο χρειάζονταν όλα τα ζώα πάνω στη γη. Αν η παραγόμενη ενέργεια από τον Ήλιο δεν ήταν σταθερή, αν υπήρχαν ξαφνικές μεταβολές, σε όλη αυτήν τη μακροχρόνια διαδικασία, θα ήταν κι ελάχιστες οι πιθανότητες να αναπτυχθεί ζωή πάνω στον πλανήτη μας».

Εξαιρετικά μεγάλη σημασία έχει επίσης το μέγεθος του Ήλιου. Αν ήταν μεγαλύτερος κατά 30% θα είχε αυτοαναφλεγεί μέσα σε τέσσερα δισεκατομμύρια χρόνια, χρονικό διάστημα εξαιρετικά μικρό για να επιτρέψει σε έξυπνες μορφές ζωής να εξελιχθούν. Αν πάλι ήταν μικρότερος (και υπολογίζεται ότι το 95% των αστεριών είναι μικρότερα από τον Ήλιο) θα υπήρχαν, άλλου είδους προβλήματα. Για να υπάρξει όμως ζωή, θα πρέπει να συμπέσουν πολλές ακόμη αστρονομικές ευνοϊκές συγκυρίες. Μια από αυτές, είναι και η παρουσία ενός γιγαντιαίου πλανήτη όπως ο Δίας σε απόσταση, ούτε πολύ κοντινή ούτε πολύ μακρινή, ο οποίος θα μπορεί να δρα ως «βαρυτική ασπίδα» ενάντια στις επιθέσεις κομητών και αστεροειδών. Ο Δίας και το βαρυτικό του πεδίο, έχουν επανειλημμένως προστατεύσει τη Γη από τέτοιου είδους βομβαρδισμούς.

Εξ ίσου σημαντική είναι και η παρουσία της Σελήνης. Το μέγεθος της είναι πολύ μεγαλύτερο από αυτό που θα περίμενε κανείς για έναν δορυφόρο του δικού μας πλανήτη. Όμως βοηθά να σταθεροποιείται η κλίση του άξονα της γης κοντά στις 23 μοίρες (στον βαθμό που βρίσκεται σήμερα). Χάρη σε αυτήν τη σταθερή κλίση, διατηρείται σταθερή η θερμοκρασία, στην επιφάνεια της Γης: άλλη μια βασική προϋπόθεση για την ανάπτυξη της ζωής. Όμως ακόμη και αυτή η δημιουργία της Σελήνης, φαίνεται να έγινε ακριβώς τη στιγμή εκείνη και με τον τρόπο εκείνο που θα δημιουργούσε την κατάσταση που απολαμβάνουμε εμείς σήμερα.

Οι συμπτώσεις όμως δεν σταματούν εδώ. Ακόμη και η θέση του ηλιακού μας συστήματος στον Γαλαξία (ούτε πολύ κοντά στις άκρες που τα αστέρια δεν έχουν αρκετά μέταλλα για να μπορέσουν να δημιουργήσουν πλανήτες, ούτε πολύ κοντά στο κέντρο όπου η ακτινοβολία θα μας σκότωνε όλους) είναι μια ακόμη σύμπτωση που μας επιτρέπει να ζούμε. (The Guardian, Physics4u)

Εδώ να επισημάνουμε και κάποια άλλα παράδοξα που απορρίπτουν πιθανότατα το σενάριο της αυθόρμητης και τυχαίας δημιουργίας. Έστω ότι δεχόμαστε πως οι πρώτοι γήινοι μικροοργανισμοί δημιουργήθηκαν από τις τυχαίες συνενώσεις των απαραίτητων συστατικών που υπήρχαν ήδη στη Φύση. Η βασική απορία που προκύπτει είναι πώς έγινε το πρώτο και τεράστιο άλμα από το άβιο στο έμβιο, η μετατροπή της αδρανούς ύλης σε ενεργές οντότητες ικανές να ψάχνουν και να βρίσκουν πηγές ενέργειας – «τροφή» – και να αναπαράγουν τον εαυτό τους.

Η δεύτερη απορία είναι γιατί η ζωή δεν παρέμεινε για πάντα σε εκείνο το πρωταρχικό επίπεδο των μικροοργανισμών, αλλά άρχισε να εξελίσσεται προς μια τεράστια ποικιλία από ολοένα και πιο σύνθετους και μεγαλύτερους οργανισμούς, όπως ο τεράστιος αργεντινόσαυρος και η κολοσσιαία γαλάζια φάλαινα, το μεγαλύτερο έμβιο ον που έζησε πάνω στη Γη, με αποκορύφωμα ένα ον με υψηλό βαθμό αυτοσυνείδησης, τον άνθρωπο. Η ιστορία της εξέλιξης αποδεικνύει σαφέστατα ότι υπήρχε κάποιο είδος λογισμικού μέσα στη Φύση, η εκτύλιξη του οποίου πυροδοτήθηκε με τη δημιουργία των πρώτων βακτηρίων.

Ένα άλλο επίσης σημαντικό θέμα που τίθεται είναι αισθητικής φύσεως. Όλα τα έμβια όντα διαθέτουν μια θαυμαστή γεωμετρία, μια συμμετρία εκατέρωθεν του κάθετου κεντρικού τους άξονα. Η κινητήρια θεωρία των τυχαίων μεταλλάξεων και της φυσικής επιλογής έρχεται μάλλον σε αντίθεση με το συχνά καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Γιατί όλες αυτές οι επεμβάσεις του τυχαίου δεν έδωσαν τα ανάλογα ασύμμετρα και δύσμορφα αποτελέσματα, αλλά στην πλειοψηφία τους καλαίσθητα όντα – και σε κάθε περίπτωση απολύτως συμμετρικά, κάτι σαν μια επίδειξη ικανοτήτων κάποιου υπερβατικού Καλλιτέχνη. Έχουν οι «τυχαίες μεταλλάξεις» και η «εξέλιξη» αισθητικές ευαισθησίες;

Από τον αυστραλοπίθηκο στον homo sapiens στο τετράγωνο

Οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι πριν 2,5 εκατομμύρια χρόνια εμφανίστηκε στην Αφρική ένα διαφορετικό είδος πιθήκου, ο αυστραλοπίθηκος, από τον οποίο έμελε να ξεπηδήσουν αργότερα όλα τα είδη του homo. Το ιδιαίτερο και παράξενο γνώρισμα αυτού του είδους ήταν ότι ο εγκέφαλός του εξελισσόταν επί 2 εκατομμύρια χρόνια, χωρίς όμως αυτό να έχει κάποιο πρακτικό αντίκτυπο στην καθημερινότητά του, δεδομένου ότι τα εργαλεία που βρέθηκαν, για ολόκληρη αυτή τη χρονική περίοδο, είναι υποτυπώδη και παρόμοια. Πριν από 150.000 χρόνια έγινε το πρώτο μεγάλο άλμα που θα οδηγούσε στον σημερινό άνθρωπο, και πάλι στην Αφρική, η εμφάνιση του homo sapiens – που αργότερα θα γινόταν homo sapiens sapiens.

Κι αυτός επί 80.000 χρόνια δεν έδειξε να έχει και μεγάλη πρόοδο μέχρι που, 70.000 χρόνια πριν, έγινε ξαφνικά το δεύτερο εξελικτικό άλμα, η Γνωσιακή Επανάσταση, ένα είδος Μπιγκ Μπανγκ στον εγκέφαλο, κι έτσι ο «έμφρων άνθρωπος» ανέπτυξε μια ιδιαίτερα εύπλαστη κι εκφραστική γλώσσα, πλούσια φαντασία, και κάποιες άλλες καινοτομίες (διομαδική συνεργασία) με αποτέλεσμα, μέσα σε 40.000 χρόνια, όλα τα άλλα είδη homo να οδηγηθούν στην εξαφάνιση και ο sapiens να μείνει το μοναδικό κυρίαρχο. 12.000 χιλιάδες χρόνια πριν σημειώθηκε η Αγροτική Επανάσταση, 300 χρόνια πριν η Βιομηχανική Επανάσταση, 50 χρόνια πριν η Ηλεκτρονική Επανάσταση, και μπήκαμε πλέον στην εποχή της Βιοτεχνολογικής-Ρομποτικής Επανάστασης (επεμβάσεις στο DNA, συνδυασμός βιολογίας και τεχνολογίας – cyborgs, κλπ.).

Είναι πραγματικά απίστευτη αυτή η επιταχυνόμενη γεωμετρική πρόοδος στη συσσώρευση γνώσεων του ανθρώπου, ειδικά τους τελευταίους τρεις αιώνες. (Ωστόσο, εδώ να επισημάνουμε την υπερεκτιμημένη σύνδεση της ευφυίας και του εγκεφάλου, τη στιγμή που υπάρχουν μικροοργανισμοί – ιοί – ή στοιχειώδεις οργανισμοί – παράσιτα, μέδουσες – οι οποίοι εκτελούν πολύπλοκες ενέργειες χωρίς να διαθέτουν όχι μόνον εγκέφαλο ή νευρικό σύστημα, αλλά ούτε καν DNA!).

Ένα άλλο παράδοξο φαινόμενο είναι η απίστευτη κινητικότητα του homo και του homo sapiens ειδικότερα. Όλα τα θηλαστικά έχουν την περιέργεια και την κινητικότητα έμφυτες μέσα τους, αλλά αυτό που συνέβη με τον άνθρωπο δεν έχει προηγούμενο. Ξεκινώντας από την Αφρική εξαπλώθηκε σε κάθε απομακρυσμένη γωνιά του πλανήτη, ακόμη και σε περιοχές με άκρως αντίξοες συνθήκες, από πυρακτωμένες ερήμους μέχρι πολικές περιοχές, ακόμη και σε μακρινά κι απομονωμένα νησιά (μέγιστο επιτεύγματα αποτελούν ο αποικισμός της Αυστραλίας, που έγινε πριν από 45.000 χρόνια, και ο αποικισμός των νησιών του Ειρηνικού – σχεδόν το 1/3 της συνολικής γήινης επιφάνειας – από τους Μαορί!).

Επίσης αξιοσημείωτο, εκτός από την υψηλή ευφυία του sapiens, είναι και η ιδιαίτερη φονικότητά του. «Η ανοχή δεν είναι χαρακτηριστικό των sapiens. Στη σύγχρονη εποχή μια μικρή διαφορά στο χρώμα του δέρματος, τη διάλεκτο ή τη θρησκεία έχει σταθεί αρκετή για να κάνει μια ομάδα sapiens να εξολοθρεύσει μια άλλη. Είναι, λοιπόν, πολύ πιθανόν όταν οι sapiens συναντήθηκαν με τους νεάντερταλ και τα άλλα είδη homo, το αποτέλεσμα να ήταν η πρώτη και σημαντικότερη εθνοκάθαρση στην Ιστορία», (Yuval Noah Harari, «Sapiens – Μια σύντομη Ιστορία του ανθρώπου»).

Έχουν βρεθεί αρκετοί ομαδικοί τάφοι της παλαιολιθικής εποχής, σε διάφορα μέρη, με τους σκελετούς να φέρουν εμφανή τα σημάδια ενός βίαιου θανάτου, γεγονός που αποδεικνύει ότι υπήρχαν από τότε οι πολεμικές συγκρούσεις και οι μαζικές σφαγές. Σύμφωνα με σχετική έρευνα του Πανεπιστημίου της Γρανάδας, το ποσοστό των ανθρώπινων θυμάτων από εσκεμμένες πράξεις βίας υπολογίζεται στο 2% του συνόλου των ετήσιων θανάτων, αριθμός που είναι έξι φορές μεγαλύτερος από τον μέσο όρο που απαντάται στα θηλαστικά!

Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι, ακόμη και σήμερα, οι κυρίαρχοι τρόποι ψυχαγωγίας του sapiens είναι σχετικά ήπιας και ειρηνικής μορφής ανταγωνισμοί και συγκρούσεις: ατομικά και ομαδικά αθλήματα στα οποία δοξάζεται και χαίρει εκτίμησης είτε ο ένας που ξεχωρίζει κερδίζοντας τους υπόλοιπους (αγωνίσματα στίβου, κ.ά), είτε η ομάδα που επιβάλλεται νικώντας την αντίπαλη (ποδόσφαιρο, μπάσκετ, κ.ά.) Ωστόσο, αρκετά από αυτά εμπεριέχουν ένα σημαντικό ποσοστό βίας: μποξ, πάλη, ράγκμπυ, αμερικανικό ποδόσφιαρο. Για να μην μιλήσουμε για τις άλλες παλιότερες μορφές «ψυχαγωγίας» του τύπου Κολοσσαίο, τις δημόσιες εκτελέσεις, κλπ.

Νοόσφαιρα, η αχανής άυλη φυλακή του sapiens

«Μετά από την Αγροτική Επανάσταση οι ανθρώπινες κοινωνίες άρχισαν να γίνονται ολοένα μεγαλύτερες και πιο σύνθετες, ενώ οι φαντασιακές κατασκευές που συντηρούσαν την κοινωνική τάξη γίνονταν όλο και πιο πολύπλοκες. Μύθοι και πλάσματα της φαντασίας μάθαιναν στους ανθρώπους, σχεδόν από τη γέννησή τους, να σκέφτονται με συγκεκριμένους τρόπους, να συμπεριφέρονται σύμφωνα με συγκεκριμένα πρότυπα, να επιθυμούν συγκεκριμένα πράγματα, και να τηρούν συγκεκριμένους κανόνες. Δημιούργησαν έτσι τεχνητά ένστικτα που επέτρεψαν σε εκατομμύρια αγνώστους να συνεργάζονται αποτελεσματικά. Αυτό το δίκτυο τεχνητών ενστίκτων ονομάζεται “πολιτισμός”», (Yuval Noah Harari, «Sapiens – Μια σύντομη Ιστορία του ανθρώπου»).

Το μεγάλο εξελικτικό άλμα και η επιτυχία του sapiens, όπως ήδη είδαμε, ήταν η επινόηση μιας εξαιρετικά αποτελεσματικής γλώσσας και κυρίως της φαντασίας. Αυτή οδήγησε στην εμφάνιση αυτού που ο Τεγιάρ ντε Σαρντέν περιγράφει πολύ πετυχημένα ως Νοόσφαιρα (το τρίτο και υψηλότερο στάδιο του Γεωσυστήματος – μετά από τη Γεώσφαιρα και τη Βιόσφαιρα) και περιλαμβάνει όλα τα άυλα δημιουργήματα του ανθρώπου, τα προϊόντα της σκέψης του).

Η φαντασία βοήθησε από τη μια στη δημιουργία της Επιστήμης (συνδυαστική ανάπτυξη παρατήρησης και συλλογιστικής – «γιατί αυτό είναι/λειτουργεί έτσι και όχι αλλιώς», «τι θα συμβεί αν συνδυάσω αυτό με εκείνο ή με το άλλο», «αυτό θα με βοηθήσει να κάνω εκείνο», κλπ.), αλλά και στην δημιουργία ενός ολόκληρου φανταστικού κόσμου:

α) Μεταφυσικές-θρησκευτικές έννοιες και πεποιθήσεις (διάφοροι θεοί και δαίμονες, φαντάσματα και πνεύματα νεκρών, ξωτικά και νεράιδες, Μοναδικοί Θεοί, μεταθανάτιοι κόσμοι ανταμοιβής και τιμωρίας, θρησκευτικο-ηθικοί κώδικες συμπεριφοράς). Άμεση συνέπεια ήταν η υποταγή των ανθρώπων σε άυλες φανταστικές οντότητες, η προσαρμογή της ατομικής και ομαδικής ζωής τους σε αναπόδεικτες άνωθεν απαιτήσεις και προσταγές, η εμφάνιση κάποιων προνομιούχων ατόμων και κοινωνικών ομάδων που λειτουργούσαν ως ενδιάμεσα ανάμεσα στους ανθρώπους και σε αυτές τις οντότητες (μάγοι, σαμάνοι, ιερείς), ή απομονώνονταν ατομικά ή ομαδικά (μοναχοί) κι αφιερώνονταν στην αναζήτηση της φώτισης και του θείου.

β) Κοινωνικές ιδέες και ιδεολογίες (μύθοι, φυλή, έθνος, πατρίδα, συστήματα ερμηνείας της κοινωνίας, ιδανικές κοινωνίες, ιδεολογικο-ηθικοί κώδικες συμπεριφοράς). Κι εδώ το αποτέλεσμα ήταν η υποταγή του ατόμου σε αυτές τις συλλογικές φαντασιακές οντότητες, η υιοθέτηση κοινωνικών ερμηνειών κι επιδιώξεων που επίσης αποδείχτηκαν αυθαίρετες κι ανέφικτες (μυθολογική καταγωγή, ιδανικά συστήματα και κοινωνίες).

γ) Αναρίθμητα ιδιωτικά σύμπαντα, το προσωπικό κοσμοείδωλο του κάθε ανθρώπου, ένας συνδυασμός της ατομικής πρόσληψης/ερμηνείας της πραγματικότητας και των προσωπικών πόθων και προσδοκιών. Αυτό είναι και το μεγαλύτερο δράμα του sapiens, δεδομένου ότι όλες αυτές οι (έστω και μικρές, σε κάποιες περιπτώσεις) διαφορές εμποδίζουν τους ανθρώπους να συνεννοηθούν αποτελεσματικά και να συμβιώσουν αρμονικά.

Η Επιστήμη ήταν το σημαντικότερο κομμάτι της ανάπτυξης της φαντασίας του sapiens, επειδή τον βοήθησε μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα (περίπου 20.000 χρόνια) να βγει από τις σπηλιές και να ταξιδεύει στο Διάστημα. Το άλλο κομμάτι, εκείνο της καθαρής Φαντασίας (θρησκείες, μυθολογίες, ιδεολογίες, ιδιωτικά σύμπαντα) ήταν ο θρίαμβος αλλά και η καταστροφή του. Γενικεύοντας την εμβληματική φράση του Μαρξ, «η θρησκεία είναι το όπιο του λαού» θα λέγαμε ότι όλα τα νοητικά προϊόντα του ανθρώπου (με εξαίρεση τα επιστημονικά) είναι «το όπιο του λαού», διότι τον ωθούν να εκλαμβάνει ως πραγματικά αυθαίρετα νοητικά κατασκευάσματα και να δρα αναλόγως.

Αυτό, από τη μια έφερε την απαραίτητη ομαδικότητα και το πνεύμα συνεργασίας που έκανε τόσο πετυχημένο είδος τον sapiens, από την άλλη όμως δημιούργησε τεράστια εσωτερικά στο είδος προβλήματα, λόγω της αντιπαράθεσης των φορέων αυτών των διάφορων άυλων ιδεών Οι θρησκευτικές, κοινωνικές, και ιδεολογικές συγκρούσεις συνθέτουν το αιματηρότερο ίσως κεφάλαιο της ιστορίας του sapiens. Ένα (από τα αναρίθμητα) παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο επιδρά το άυλο και φαντασιακό πάνω στην υλική πραγματικότητα είναι και ο ινδουϊστικός μύθος της Δημιουργίας.

Σύμφωνα με αυτόν οι θεοί έφτιαξαν τον Κόσμο από το σώμα ενός αρχέγονου πλάσματος, του Πουρούσα. Ο ήλιος δημιουργήθηκε από το μάτι του Πουρούσα, η σελήνη από τον εγκέφαλό του, οι Βραχμάνοι (ιερείς) από το στόμα του, οι Ξατρίγια (πολεμιστές) από τα χέρια του, οι Βαϊσία (αγρότες, τεχνίτες, έμποροι) από τους μηρούς του, και οι Σούντρα (υπηρέτες) από τα πόδια του. Άπαξ και αποδεχτεί κάποιος αυτή την εντελώς αυθαίρετη κοσμογονία, τότε και οι κοινωνικοπολιτικές διαφορές ανάμεσα στους Βραχμάνους και τους Σούντρα του φαίνονται τόσο φυσικές κι αιώνιες όσο οι διαφορές ανάμεσα στον ήλιο και τη σελήνη.

Έτσι, ο sapiens έφτασε να υποτάξει ακόμη και τα βασικά του ένστικτα σε αυτά τα αυθαίρετα και άυλα κατασκευάσματα. Για παράδειγμα, σε όλα τα ζώα που ζουν σε αγέλες επικεφαλής βρίσκονται τα κυρίαρχα αρσενικά, τα οποία αποδεικνύουν έμπρακτα τις ικανότητές τους και φροντίζουν για τη διαιώνιση των γονιδίων τους. Στον άνθρωπο, από αρχαιοτάτων χρόνων, σε κυρίαρχη κοινωνική θέση βρίσκεται η κάστα του εκάστοτε θρησκευτικού Ιερατείου, η οποία και δεν χρειάζεται να αποδείξει τις σχετικές της ικανότητες (αρκεί που μεσολαβεί ανάμεσα στους ανθρώπους και τους φανταστικούς θεούς τους) και δεν ενδιαφέρεται να διαιωνίσει τα γονίδιά της (στις περισσότερες περιπτώσεις το Ιερατείο είναι άγαμο κι άτεκνο)!

Μια άλλη χαρακτηριστική περίπτωση είναι το πρόσφατο φαινόμενο του προσφυγικού και οι αντιδράσεις των «αριστερών ανθρωπιστών». Παραβλέποντας τον κίνδυνο που αποτελεί για τις δυτικές κοινωνίες αυτή η αθρόα εισβολή αλλοδαπών και αλλόθρησκων (πιστών μάλιστα μιας αποδεδειγμένα ιδιαιτέρως καταπιεστικής, επιθετικής και φονικής θρησκείας) τους υπερασπίζονται σθεναρά, σε πλήρη αντίθεση με το βασικό ένστικτο της επιβίωσης, επειδή αυτό τους υπαγορεύει το σύστημα των πεποιθήσεών τους, η αφελής ιδεολογία του τύπου «όλοι αδέρφια είμαστε» κι ενώ οι άλλοι συμπεριφέρονται συνεχώς εχθρικά, δείχνοντας πως ούτε νοιώθουν, ούτε θέλουν να γίνουν «αδέρφια μας»!

Κάποιος άλλος μπορεί να τελέσει ένα από τα χειρότερα εγκλήματα, να σκοτώσει την ίδια του την κόρη επειδή «ατίμασε την οικογένειά της» κάνοντας έρωτα πριν παντρευτεί, παραβιάζοντας έτσι τον «ηθικό κώδικα τιμής»! Άλλοι πάλι αυτοευνουχίζονται για να μην μπαίνουν σε «σεξουαλικό πειρασμό» και να μπορούν έτσι να προσεγγίσουν πιο εύκολα τη φανταστική εκείνη οντότητα που ονομάζουν «Θεό»! Αναρίθμητες σφαγές και γενοκτονίες έγιναν ανά τους αιώνες επειδή η α φυλή κρίθηκε κατώτερη από τη β, η χ θρησκεία αληθινή και η ψ ψεύτικη, στη διάρκεια διάφορων πειραμάτων για τη δημιουργία της Ιδανικής Κοινωνίας, κλπ.

Αμέτρητα τέτοια παραδείγματα υπάρχουν, από τον συλλογικό και ιδιωτικό τομέα, τα οποία δείχνουν σε πόσο μεγάλο βαθμό έχει κυριαρχήσει αυτός ο ιδεατός εικονικός κόσμος πάνω στη ζωή και την εξέλιξη της ανθρωπότητας! Τώρα, σε συνδυασμό με τα ιδιωτικά υπο-σύμπαντα (που δημιουργούνται μέσα στα ευρύτερα φυλετικά, εθνικά, θρησκευτικά, και ιδεολογικά σύνολα) και με την ιστορικά αποδεδειγμένη έλλειψη ανεκτικότητας του sapiens (ολόκληρο το παρελθόν του είναι μια διαδοχή απίστευτων σφαγών και φρικαλεοτήτων), εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι το μεγαλύτερο δράμα της ανθρωπότητας είναι η Νοόσφαιρα, αυτή η άυλη και αιματηρή φυλακή που η ίδια δημιούργησε, εγκλωβίστηκε μέσα της, για να βασανίζεται και να αλληλοσφάζεται εδώ και χιλιετίες!

Η άποψη κάποιων επιστημόνων ότι αυτές οι φαντασιακές επινοήσεις βοήθησαν τον sapiens να δημιουργήσει την απαραίτητη κοινωνική συναίνεση, όταν οι κοινωνίες του άρχισαν να γίνονται πολυάριθμες, δεν φαίνεται να ισχύει, δεδομένου ότι εκτός από την εξωτερική σύγκρουση των πολλών και διαφορετικών φαντασιακών και στο εσωτερικό κάθε φυλής/έθνους δεν έπαψαν ποτέ οι συγκρούσεις και οι σφαγές. Το εύλογο ερώτημα που προκύπτει, δηλαδή από πού έρχονται οι ιδέες που μας κατακλύζουν και μας εξουσιάζουν, θα το εξετάσουμε παρακάτω.

Ο αντι-sapiens νόμος της μέγιστης προσπάθειας

«Το 1955 αρχαιολόγοι ανακάλυψαν, στο Σουνγκίρ της σημερινής Ρωσίας έναν χώρο ταφής 30.000 ετών που ανήκε σε ένα πολιτισμό κυνηγών μαμούθ. Περιείχε δύο σκελετούς θαμμένους κεφάλι με κεφάλι. Ο ένας ανήκε σε ένα αγόρι 12-13 ετών και ο άλλος σε ένα κορίτσι 9-10 ετών. Το αγόρι ήταν καλυμμένο με 5.000 χάντρες ελεφαντόδοντου. Φορούσε ένα καπέλο φτιαγμένο με 250 κυνόδοντες αλεπούς (δηλαδή από τουλάχιστον 60 αλεπούδες). Το κορίτσι ήταν στολισμένο με 5.250 χάντρες ελεφαντόδοντου. Ένας εκπαιδευμένος σημερινός τεχνίτης θα χρειαζόταν γύρω στα 45 λεπτά για να φτιάξει μια τέτοια χάντρα. Με άλλα λόγια, για την κατασκευή των 10.250 χαντρών που κάλυπταν τα δύο παιδιά, χωρίς να υπολογίζουμε τα υπόλοιπα κτερίσματα, χρειάστηκαν περίπου 7.500 ώρες λεπτής εργασίας – δηλαδή, πάνω από τρία χρόνια δουλειάς συνολικά για έναν έμπειρο τεχνίτη!» (Yuval Noah Harari, «Sapiens – Μια σύντομη ιστορία του ανθρώπου).

Σε ολόκληρο τον φυσικό κόσμο επικρατεί γενικώς ο νόμος της ήσσονος προσπάθειας. Από το νερό του ρυακιού που κυλάει ακολουθώντας την πιο σύντομη διαδρομή, ως τα ζώα που συχνά τρέφονται όσο πιο αραιά γίνεται ώστε να μην λιμοκτονήσουν (τα περισσότερα μεγάλα σαρκοφάγα μια φορά την εβδομάδα, τα φίδια μια φορά τον μήνα, οι αράχνες κάθε έξι μήνες, κλπ.). Κάποιες εξαιρέσεις αποτελούν οι ετήσιες κατασκευές περίτεχνων φωλιών από ορισμένα είδη αρσενικών πτηνών για να προσελκύσουν θηλυκά, και κάποιες άλλες, αρκετά χρονοβόρες κι επίπονες, κάποιων λίγων θηλαστικών κι εντόμων (καστόρων, μυρμηγκιών, μελισσών) αλλά οι οποίες όμως συνήθως φτιάχνονται μια φορά, ή σε αραιά χρονικά διαστήματα κι αν παραστεί ανάγκη.

Ο homo sapiens και πάλι αποτελεί την παράξενη εξαίρεση της Φύσης. Κατ’ αρχάς, με την Αγροτική Επανάσταση, προτίμησε να ανταλλάξει την πιο άνετη κι ενδιαφέρουσα ζωή του νομάδα κυνηγού-τροφοσυλλέκτη, με την εξαιρετικά κοπιαστική και πληκτική ζωή του αγρότη-κτηνοτρόφου, που ζούσε συχνά στο έλεος των κλιματικών συνθηκών της περιοχής εγκατάστασής του και των ασθενειών που του μετέδιδαν τα ζώα εκτροφής.

Το αμέσως επόμενο στάδιο ήταν η οικειοποίηση και η εκμετάλλευση του πλεονάσματος τροφίμων από κάποιες κοινωνικές ομάδες (βασιλείς, αξιωματούχοι, ιερείς) των πολυπληθών πόλεων που προέκυψαν, και η ανέγερση θρησκευτικών κτισμάτων (τόποι λατρείας, ναοί) και πολιτικών οικοδομημάτων (ανάκτορα, παλάτια, κάστρα), καθώς και τα απαραίτητα συλλογικά οχυρωματικά έργα για να προστατεύονται από εχθρικές επιθέσεις.

Για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος, τον κόπο, και τους νεκρούς που βρίσκονται στα θεμέλια τέτοιων υπερκατασκευών αρκεί να φέρει στο μυαλό του το Στόουνχετζ και τις διάσπαρτες παντού μεγαλιθικές κατασκευές, το Μέγα Σινικό Τείχος, τις πυραμίδες της Αιγύπτου και των προκολομβιανών πολιτισμών, το Άνγκορ Βατ, το Μπορομποντούρ, το Ταζ Μαχάλ, τους μεσαιωνικούς γοτθικούς ναούς και τα κάστρα της Ευρώπης, το Λούβρο και τις Βερσαλίες, το Γουέστμινστερ, το Ερμιτάζ και το Κρεμλίνο, καθώς και τα μυριάδες διάφορα τεχνουργήματα (λατρευτικά, διακοσμητικά, καλλωπιστικά), συνειδητοποιεί το συνολικά ασύλληπτο «πολιτιστικό» έργο του ανθρώπου, το οποίο πραγματοποιήθηκε υπό τις επιταγές της καταδυναστευτικής Νοόσφαιρας: άυλες ιδέες που επιβάλλουν την υλοποίησή τους!

Επίσης, λες και κάτι μας παραφύλαγε στη γωνία, με τον πολιτισμό εμφανίστηκαν κάποια διάδοχα κακά τα οποία, παρ’ όλο που είναι δικά μας δημιουργήματα, αποδεικνύονται συχνά εξ ίσου ανεξέλεγκτα και φονικά με τα παλιότερα καταστροφικά φαινόμενα της Φύσης: οικονομικό κραχ, οικονομική κρίση, ανεργία, ύφεση, πληθωρισμός, στασιμοπληθωρισμός, συναλλαγματικές διακυμάνσεις, έλλειμμα εμπορικού ισοζυγίου, πολυεθνικές εταιρείες, εξωτερικό χρέος, τραπεζικό κεφάλαιο, χρηματο-οικονομικά προϊόντα, αυτοματοποίηση της παραγωγής, οίκοι αξιολόγησης, ραδιενεργή μόλυνση, καταστροφή του περιβάλλοντος, κλιματική αλλαγή, γενετικά τροποποιημένοι οργανισμοί, κλπ…

Τελικά, ο πολιτισμός αποδείχθηκε μια πολύ εξουθενωτική, επικίνδυνη, και καταστροφική υπόθεση, αλλά παρ’ όλα αυτά κανείς σήμερα δεν φαίνεται διατεθειμένος να τον απαρνηθεί (ίσως και επειδή χάσαμε τις ικανότητες επιβίωσης εκτός μεγάλων κοινωνιών, τις οποίες είχαμε την εποχή των πολυμήχανων κυνηγών-τροφοσυλλεκτών).

«Αγροτική Επανάσταση»: ο μέγας εγκλεισμός στα εκτροφεία του πόνου

«Η εξελικτική επιτυχία ενός είδους μετριέται με βάση τον αριθμό αντιγράφων του DNA του: αν δεν απομένει κανένα αντίγραφο το είδος θα εξαφανιστεί, αν διαθέτει πολλά, το είδος ακμάζει και είναι επιτυχημένο. Από αυτή τη σκοπιά τα 1.000 αντίγραφα είναι πάντα καλύτερα από τα 100. Αυτή είναι και η ουσία της Αγροτικής Επανάστασης: η ικανότητα να μένουν περισσότεροι άνθρωποι ζωντανοί υπό χειρότερες συνθήκες. Ωστόσο, γιατί να ενδιαφέρονται τα άτομα γι’ αυτό το εξελικτικό πλεονέκτημα; Γιατί άραγε οποιοσδήποτε λογικός άνθρωπος θα υποβίβαζε το επίπεδο ζωής του απλά και μόνο για να πολλαπλασιαστούν τα αντίγραφα του γονιδιώματος του homo sapiens; Κανένας δεν δέχτηκε αυτή τη συμφωνία, η Αγροτική Επανάσταση ήταν μια παγίδα.

Μετά από τον homo sapiens, τα εξημερωμένα βοοειδή, οι χοίροι, και τα πρόβατα είναι τα πιο διαδεδομένα θηλαστικά στον πλανήτη. Από μια στενά εξελικτική σκοπιά για τα ζώα αυτά η Αγροτική Επανάσταση ήταν ένα υπέροχο δώρο. Δυστυχώς, όμως, η εξελικτική οπτική είναι ανεπαρκές μέτρο επιτυχίας, αποτιμά τα πάντα με τα κριτήρια της επιβίωσης και της αναπαραγωγής, χωρίς να ενδιαφέρεται για την ατομική οδύνη ή την ευτυχία. Τα εξημερωμένα κοτόπουλα, τα βοοειδή, και οι χοίροι μπορεί να αποτελούν πραγματική εξελικτική επιτυχία, αλλά είναι επίσης από τα πιο δυστυχισμένα πλάσματα που έζησαν ποτέ. Η εξημέρωση των οικόσιτων ζώων βασίστηκε σε διάφορες βάναυσες πρακτικές οι οποίες, με το πέρασμα του χρόνου, γίνονταν ολοένα και πιο σκληρές», (Yuval Noah Harari, «Μια σύντομη Ιστορία του sapiens»).

Από τα ανωτέρω διαπιστώνουμε ότι η υπερτιμημένη Αγροτική Επανάσταση, που μας οδήγησε στον «πολιτισμό», ήταν ουσιαστικά η απαρχή της δημιουργίας του σημερινού αχανούς Γήινου Εκτροφείου Πόνου. Οι μέχρι τότε ελεύθεροι νομάδες άνθρωποι σκλάβωσαν και σκλαβώθηκαν. Σκλάβωσαν τα διάφορα οικόσιτα ζώα, οι συνθήκες εκτροφής κι εκμετάλλευσής των οποίων όχι μόνο δεν βελτιώθηκαν, με την πάροδο του χρόνου, αλλά αντιθέτως χειροτέρεψαν (με θλιβερή εξαίρεση τις τεχνικές της σφαγής τους!).

Σκλαβώθηκαν και οι ίδιοι, με πολλαπλά δεσμά. Μένοντας στον ίδιο τόπο καλλιεργώντας κι εκτρέφοντας, εξαρτώνταν από τις καιρικές συνθήκες, από τις επιδημίες ασθενειών που μπορούσαν να εξολοθρεύσουν όλα τα οικόσιτα ζώα τους (συχνά μάλιστα μεταδίδονταν και στους ίδιους).

Επόμενο στάδιο ήταν η εμφάνιση των οι πολυάνθρωπων κοινωνιών και πόλεων και η κοινωνική ιεραρχία. Οι κατώτερες τάξεις αναγκάζονταν να εργάζονται σκληρά για να παράγουν το απαραίτητο πλεόνασμα με το οποίο ζούσαν οι ανώτερες τάξεις – βασιλείς, ιερείς – και το χρησιμοποιούσαν επί πλέον για την κατασκευή πολυέξοδων τεράστιων παλατιών και ναών. Αναπτύχθηκε το ένστικτο του «ζωτικού χώρου» – σε σχέση με τη γη – και της ιδιοκτησίας, με αποτέλεσμα τόσο τις εσωτερικές τριβές και συγκρούσεις, όσο και τους εξωτερικούς πολέμους. Αυτό λοιπόν που θεωρούμε ως την ευλογία της Ιστορίας και την απαρχή του ανθρώπινου πολιτισμού, ήταν στην ουσία η παγίδευση και η καταστροφή μας!

Τα μυστηριώδη άλματα της εξέλιξης και το «ακίνητον κινούν»

Η εξέλιξη των ειδών είναι μια διαπιστωμένη φυσική διαδικασία που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, το πώς ακριβώς λειτουργεί, όμως, φαίνεται ότι δεν έχει ακόμη πλήρως διασαφηνιστεί. Πώς τα έμβια όντα προσαρμόζονται στις νέες συνθήκες που απαιτούν αλλαγές; Δεδομένου ότι η άποψη του Λαμάρκ πως τα χρήσιμα νέα επίκτητα χαρακτηριστικά κληρονομούνται απορρίπτεται (διότι προϋποθέτει μια «αντιεπιστημονική» μυστηριώδη μορφή επικοινωνίας ανάμεσα στις νέες ιδιότητες/ικανότητες και στο DNA), θα παραμείνουμε στην κλασική κυρίαρχη άποψη της Βιολογίας η οποία λέει τα εξής: Μέσα στον πληθυσμό ενός είδους που βρίσκεται σε μια μεταιχμιακή κατάσταση, η οποία απαιτεί προσαρμογή σε νέες συνθήκες του περιβάλλοντος, συμβαίνει σε κάποια άτομα μια τυχαία γονιδιακή μετάλλαξη που τα κάνει να αποκτούν αυτό το απαραίτητο χαρακτηριστικό. Στη συνέχεια, μέσω της φυσικής επιλογή κι έχοντας ένα πλεονέκτημα έναντι των υπολοίπων, πολλαπλασιάζονται και στο τέλος κυριαρχούν.

Ωστόσο, αυτό το κατά τα άλλα πολύ ωραίο σενάριο αφήνει αναπάντητα δύο βασικά ερωτήματα. Το πρώτο είναι πώς γίνεται, σε έναν τεράστιο αριθμό ποικίλων ειδών και σε ένα επίσης ιλιγγιώδες βάθος χρόνου, να συμβαίνουν συνεχώς τυχαίες μεταλλάξεις ευνοϊκές για το κάθε είδος και μάλιστα στην απαραίτητη χρονική στιγμή! Η δεύτερη διαπίστωση, που βάζει ταφόπλακα σε αυτή τη θέση, είναι η διαπίστωση των ίδιων των βιολόγων ότι οι τυχαίες μεταλλάξεις είναι στην πλειοψηφία τους ουδέτερες ή αρνητικές!

Οι ραγδαίες επιστημονικές ανακαλύψεις των τελευταίων χρόνων έχουν αποδείξει ότι οι περίφημοι «χαμένοι κρίκοι» δεν αφορούν μόνο την εξέλιξη του ανθρώπου αλλά και άλλα είδη, μάλιστα ακόμη και τομείς που δεν έχουν σχέση με τη Βιολογία. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, τα απολιθώματα που βρέθηκαν είναι πιο κοντά ή στον πίθηκο ή στον άνθρωπο (κάποια από αυτά, που παρουσιάζονται σαν ενδιάμεσα, ή αποδείχτηκαν πλαστά, όπως «ο άνθρωπος της Ιάβας», ή αμφισβητούνται από μια μερίδα επιστημόνων – η περίφημη ενδιάμεση Λούσυ, σύμφωνα με ορισμένους ειδικούς, είναι περισσότερο πίθηκος).

Το ίδιο συμβαίνει και με πολλά ζωικά και φυτικά είδη: το νέο είδος μοιάζει να έχει εμφανιστεί ξαφνικά, χωρίς να υπάρχουν απολιθώματα από τα απαραίτητα ενδιάμεσα στάδια (δεδομένου ότι η εξέλιξη, όπως μας λένε η οπαδοί της, λειτουργεί πολύ αργά και τα αποτελέσματα φαίνονται σε μεγάλο βάθος χρόνου). Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα άνθη των φυτών. Υπάρχουν απολιθώματα φυτών χωρίς άνθη, φυτών με άνθη σε πλήρη ανάπτυξη και στην τελική τους μορφή, αλλά καθόλου ενδιάμεσα απολιθώματα με άνθη στην αρχική υποτυπώδη μορφή τους!

Ένα ακόμη πιο παράξενο και δισεπίλυτο θέμα που προκύπτει εδώ, είναι η σχέση τους με τους επικονιαστές (κυρίως μέλισσες) και τίθεται το εξής εύλογο ερώτημα: Αν τα άνθη έγιναν πρώτα και μετά εμφανίστηκαν οι μέλισσες, πώς γινόταν στο ενδιάμεσο διάστημα η επικονίαση! Αν πάλι προϋπήρχαν οι μέλισσες, με τι τρέφονταν μέχρι να κάνουν την εμφάνισή τους τα άνθη! Κάποια συμβιωτικά συστήματα έχουν τόσο μεγάλο βαθμό αλληλεξάρτησης που δίνουν την εντύπωση ότι εμφανίστηκαν ταυτόχρονα!

Παρόμοιας φύσεως ερωτήματα υπάρχουν πολλά, όπως επίσης κι εκείνο του θεμελιώδους DNA. Στα κύτταρα όλων των έμβιων οργανισμών ο μεγαλύτερος όγκος βιοχημικής εργασίας πραγματοποιείται από τις πρωτεΐνες. Υπάρχουν σε μεγάλη ποικιλία , έτσι ώστε να μπορούν να κάνουν σχεδόν τα πάντα, συμπεριλαμβανομένων και των πρωτεϊνών που δρουν ως ένζυμα, που υλοποιούν ένα τεράστιο φάσμα χημικών αντιδράσεων. Ωστόσο, οι πληροφορίες που απαιτούνται για τη δημιουργία των πρωτεϊνών αποθηκεύονται στα μόρια του DNA. Δεν μπορούν να φτιαχτούν νέες πρωτεΐνες χωρίς το DNA, και δεν μπορεί να φτιαχτεί νέο DNA χωρίς πρωτεΐνες. Έτσι, το ερώτημα που προκύπτει πάλι είναι: ποιό εμφανίστηκε πρώτο, οι πρωτεΐνες ή το DNA και τι ακριβώς συνέβαινε στο ενδιάμεσο διάστημα;

Η Θεωρία της Πληροφορίας είναι σαφής: δεν παίρνεις παραπάνω πληροφορία από κάτι που περιέχει λιγότερη, επειδή η εντροπία ενός συστήματος διαρκώς αυξάνεται και συνεπώς η πληροφορία συνεχώς μειώνεται. Το μικρόβιο δεν θα μπορούσε ποτέ να δώσει πολυκύτταρο οργανισμό και στο τέλος της αλυσίδας άνθρωπο, χωρίς να προστίθεται, με κάποιον τρόπο, σταθερά νέα πληροφορία. Το DNA είναι ένα πρόγραμμα κωδικοποιημένο στο τετραδικό σύστημα (αδενίνη, γουανίνη, θυμίνη, κυτοσίνη), και όλοι γνωρίζουμε ότι προγράμματα δεν γράφονται μόνα τους. Ένα οποιοδήποτε σύστημα δεν θα βελτιωνόταν ποτέ από μόνο του αλλά, αντιθέτως, θα χειροτέρευε. Τίθεται λοιπόν το ερώτημα, πώς σε ένα Σύμπαν που κυριαρχείται από την εντροπία, να υπάρχει στη Γη μια νησίδα αρνητικής εντροπίας, που είναι η εξέλιξη της ζωής; !

Επίσης, κάποια άλλα, τέτοιου τύπου, άλματα αφορούν επίσης τις εναλλαγές των γεωλογικών περιόδων. Μετά από μαζικές καταστροφές, κατά τις οποίες χάνεται ένα μεγάλο ποσοστό των ειδών που υπάρχουν, εμφανίζεται, σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα, μια πληθώρα νέων ειδών – με χαρακτηριστικότερη την εκπληκτική παλίρροια της Καμβρίου, πριν από 500 εκατομμύρια χρόνια!

Και τέλος, αυτά τα μυστηριώδη άλματα παρατηρούνται και στη ραγδαία πολιτιστική εξέλιξη του ανθρώπου που παρατηρείται τα τελευταία 12.000 χρόνια. Το πρώτο άλμα έγινε όταν οι επί δεκάδες αιώνες νομάδες κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες sapiens πρόγονοί μας αποφάσισαν ξαφνικά να εγκατασταθούν σε ένα συγκεκριμένο μέρος και να ασχοληθούν με την εξημέρωση, βελτίωση, καλλιέργεια κι εκμετάλλευση δημητριακών (σιτάρι, κριθάρι) και ζώων (πρόβατα, κατσίκια, αγελάδες, κότες).

Η πρώτη απορία είναι πώς και από πού απέκτησαν τις απαραίτητες γνώσεις γι’ αυτά. Η δεύτερη είναι πώς, ενώ μέχρι τότε τρέφονταν με κρέας, καρπούς και φυτά και διέθεταν κάποια υποτυπώδη όπλα κυνηγιού κι εργαλεία, ξαφνικά αρχίζουν να εφευρίσκουν πληθώρα νέων διατροφικών πρακτικών (παρασκευή ψωμιού, μπύρας, τυροκομικών) και πολυάριθμα εργαλεία, τη γραφή και τις επιστήμες, να χτίζουν πολυάνθρωπες πόλεις κι απίστευτες ογκώδεις κατασκευές!

Από το 10.000 π.κ.ε. που θεωρείται ότι αρχίζει η αγροτοκτηνοτροφική περίοδος και που οι άνθρωποι ζούσαν ακόμη σε καλύβες, μέχρι τον πρώτο καταγραμμένο μεγαλιθικό λατρευτικό τόπο του Γκεμπεκλί Τεπέ (Τουρκία) μεσολαβούν μόλις 3.000 χρόνια! Μέχρι την εμφάνιση του μνημειώδους αιγυπτιακού πολιτισμού με τις κολοσσιαίες και πολύπλοκες κατασκευές, που αδυνατούμε να αντιγράψουμε ακόμη και με τα σημερινά τεχνολογικά μέσα, πέρασαν μόνο 6.000 χρόνια! Μέσα σε ελάχιστο χρόνο και χώρο (περιοχή που εκτείνεται από την Αίγυπτο μέχρι τη σημερινή Τουρκία) εμφανίστηκαν αυτοκρατορίες με πολυάνθρωπες πόλεις και θαυμαστά επιτεύγματα (Ακκάδες, Σουμέριοι, Ασσύριοι, Βαβυλώνιοι, Αιγύπτιοι, Χετταίοι) Και για όλα αυτά τα εκπληκτικά δημιουργήματα δεν έχουν βρεθεί κάποια απομεινάρια ενδιάμεσων πειραμάτων (ατελή ζιγκουράτ, πυραμίδες μικρής κλίμακας, πρωτόλεια αγάλματα, κλπ.), όλα εμφανίζονται ξαφνικά και με μια κατασκευαστική τελειότητα που εκπλήσσει!

Κι έκτοτε με την ίδια αυτή διαδικασία των αλμάτων εξελίσσεται ο ανθρώπινος πολιτισμός (π.χ. στην αρχιτεκτονική ιστορία υπάρχει η απορία πώς ο γοτθικός ρυθμός των εκκλησιών εμφανίζεται εντελώς ξαφνικά στην Ευρώπη, μετά από τον ρωμανικό και χωρίς κανένα ενδιάμεσο υβριδικό στάδιο). Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό της Βιομηχανικής (και κυρίως της Ηλεκτρονικής) Επανάστασης: μέσα σε τρεις μόλις αιώνες η ανθρωπότητα πέρασε από την ιππήλατη άμαξα στη διαστημική εποχή κι ετοιμάζεται να αποικίσει τον Άρη!

Εδώ να επισημάνουμε επίσης την τεχνολογική κι αισθητική μοναδικότητα με την οποία απαντά η κάθε ανθρώπινη φυλή/ομάδα στις ίδιες βασικές ανάγκες (τεχνικές, αρχιτεκτονικές, πολιτιστικές), αν εξαιρέσουμε κάποιες λίγες περιπτώσεις εμφανούς επιρροής (όπως εκείνης των Ελλήνων στους Ρωμαίους) και την οικουμενική επανάληψη κάποιων βασικών αρχετύπων (πυραμίδες), πρακτική που βρίσκεται στη βάση της απέραντης κι εκπληκτικής ποικιλίας από διαφορετικούς πολιτισμούς και κουλτούρες.

Εν κατακλείδι, μπορούμε να πούμε ότι, από τους μικρότερους βιολογικούς οργανισμούς μέχρι τους ανθρώπινους πολιτισμούς, η εξέλιξη προχωράει με άλματα, διαδικασία η οποία δεν έχει εξηγηθεί ακόμη από την Επιστήμη!

Πρωτόγονοι, αυτοκρατορίες και σφαγείς από το πουθενά

Υπάρχει μια μεγάλη ποικιλία χαρακτηριστικών κι εξέλιξης των λαών. Η συνήθης πορεία ακολουθεί την αντίστοιχη που υπάρχει στη Φύση: γέννεση, ακμή, παρακμή και θάνατος. Με τον όρο «θάνατος» εννοούμε εδώ δύο διακριτές καταστάσεις, είτε την τελική κατάρρευση ενός πολιτισμού, είτε την ολοκληρωτική εξαφάνιση ενός λαού, λόγω φυσικών αιτίων – υπογεννητικότητα, λιμός, επιδημίες – ή λόγω γενοκτονίας, αφομοίωσης, κλπ. Επίσης, μια άλλη χαρακτηριστική κατάσταση είναι ότι υπάρχουν λαοί που δημιούργησαν μεγάλους πολιτισμούς και άλλοι οι οποίοι, επί χιλιετίες, δεν μπόρεσαν να υπερβούν αισθητά το πρωταρχικό νεολιθικό τους επίπεδο (Αφρικανοί, Ερυθρόδερμοι, Γιανομάμι, κ.ά..

Αρκετοί επεκτάθηκαν πολεμικά και δημιούργησαν αχανείς αυτοκρατορίες, και άλλοι, παρά τη δύναμη και την ακμή τους, δεν επιδόθηκαν σε κατακτητικούς πολέμους, χαρακτηριστικότερα παραδείγματα αποτελούν οι Κινέζοι και οι Ινδοί. Πάντως, οι περισσότεροι λαοί έζησαν – και ζουν – είτε από την άμεση καθαρή λεηλασία και σφαγή άλλων, είτε από την έμμεση εκμετάλλευσή τους (μετατροπή των ηττημένων σε σκλάβους, αποικιοκρατία, ιμπεριαλισμός.

Ένα άλλο παράδοξο είναι εκείνο των «λαών-φαντασμάτων» που μπαίνουν ξαφνικά στο προσκήνιο της Ιστορίας, κι άλλων πάλι που χάνονται επίσης εντελώς ξαφνικά (Ολμέκοι, Τολτέκοι, Μάγια, Ανασάζι, Ναβαταίοι, Χμερ, Χαζάροι, κ.ά.). Εκείνοι της πρώτης κατηγορίας ξεπηδούν ξαφνικά, σαν από το πουθενά, και σαρώνουν τα πάντα στο διάβα τους, μέσα σε ποταμούς αίματος.

Χαρακτηριστικότερα παραδείγματα αποτελούν οι Ούννοι και οι Μογγόλοι, οι οποίοι έμειναν στην Ιστορία σαν οι πιο φοβεροί σφαγείς. Ειδικά στην περίπτωση των Μογγόλων ακόμη παραμένει ανεξήγητη η αγριότητά τους: όταν κυρίευαν μια πόλη που τους είχε αντισταθεί έσφαζαν, εκτός από τους κατοίκους και όλα τα οικόσιτα ζώα, την γκρέμιζαν εκ θεμελίων! Σωστή μηχανή ολέθρου! Η δύναμή τους προερχόταν από τη μαζική χρήση του αλόγου, που τους επέτρεπε να διανύουν ταχύτατα μεγάλες αποστάσεις και να αιφνιδιάζουν τον αντίπαλο, εγκαινιάζοντας, αιώνες πριν, εκείνο που οι Ναζί ονόμασαν blitzkrieg, «κεραυνοβόλο πόλεμο»…

»Οι πρώτοι από τους έφιππους “λαούς της στέπας” οι Σκύθες, που επέδραμαν στη Μεσοποταμία τον 7ο αιώνα π.κ.ε, ήταν οι δυσοίωνοι προάγγελοι ενός κύκλου επιδρομών, αρπαγών, υποδούλωσης, σκοτωμών, και συχνά κατακτήσεων που βασάνιζαν τους κατοίκους στις παρυφές των πολιτισμένων λαών – στη Μέση Ανατολή, την Ινδία, και την Ευρώπη – και διήρκεσαν πάνω από 2.000 χρόνια. Αυτές οι επαναλαμβανόμενες επιθέσεις στις παρυφές του πολιτισμένου κόσμου είχαν έντονες επιδράσεις στο εσωτερικό του, ώστε να μπορούμε να θεωρήσουμε τους νομάδες της στέπας ως τις σημαντικότερες και πλέον ολέθριες δυνάμεις στην ανθρώπινη Ιστορία.

»Οι λαοί των καβαλλάρηδων πολέμησαν χωρίς περιορισμούς. Σε αντίθεση με άλλους, δεν προσπάθησαν να κληρονομήσουν ή να προσαρμοστούν στους ελάχιστα κατανοητούς γι’ αυτούς πολιτισμούς στους οποίους εισέβαλαν και ούτε – μολονότι υποστηρίζεται ότι ο Αττίλας επιδίωξε γάμο με την κόρη του αυτοκράτορα της Ρώμης – επιδίωξαν να αντικαταστήσουν την πολιτική εξουσία με τη δική τους. Ήθελαν τις καταστροφές του πολέμου χωρίς περιορισμούς. Ήταν πολεμιστές χάριν του πολέμου, για τα λάφυρα, τους κινδύνους, τη συγκίνηση, την κτηνώδη ικανοποίηση που δίνει ο θρίαμβος. Οκτακόσια χρόνια μετά από τον θάνατο του Αττίλα, ο Τζένγκις Χαν έλεγε στους συμπολεμιστές του, για τη μεγαλύτερη απόλαυση της ζωής: “Το καλύτερο που μπορεί να επιφυλάξει η τύχη στον άντρα είναι να καταδιώκει και να νικά τον εχθρό του, να αρπάζει όλα του τα υπάρχοντα, να αφήνει τις γυναίκες τους να οδύρονται, να καβαλάει τα άλογά του, και να χρησιμοπιοιεί τα σώματα των γυναικών του σαν σεντόνια και μαξιλάρια για τον ύπνο του”.

»Οι Μογγόλοι και ο Τζένγκις Χαν ειδικότερα, προσβάλλονταν πολύ εύκολα κι αν θίγονταν από κάποιον ξένο εκδικούνταν με μεγάλη αγριότητα. Πράγματι, η ιστορία του Τζένγκις Χαν είναι, σε μεγάλο ποσοστό, ιστορία εκδικήσεων και οι πολεμικές επειχειρήσεις των Μογγόλων μπορούν να θεωρηθούν σαν μια πρωτόγονη τάση για εκδίκηση, αλλά τεραστίων διαστάσεων. Χαρακτηριστική είναι η τιμωρία που επεφύλαξε στη φυλή των Τανγκούτων, όταν συμμάχησαν με τους Κινέζους για να αποτινάξουν τον μογγολικό ζυγό: τους εξαφάνισε από προσώπου γης, σφάζοντας 600.000-2.500.00 ανθρώπους!» Τζων Κήγκαν, «Η Ιστορία του πολέμου».

Ειρηνικοί λαοί: ο ευρών αμοιφθήσεται

«Είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρει κανείς ειρηνικές κοινωνίες. Σε μια επισκόπηση 130 διαφορετικών κοινωνικών συστημάτων βρέθηκαν μόλις πέντε, που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ειρηνικά, με την έννοια της μη-εμπλοκής τους σε συλλογική βία και της μη-αναγνώρισης κάποιου ιδιαίτερου ρόλου στους πολεμιστές. Δύο μοναδικές τέτοιες κοινωνίες είναι οι Ασμάτ της Νέας Γουϊνέας (παράδοξη εξαίρεση, δεδομένου ότι εκεί κατοικούν ίσως οι πιο βίαιοι λαοί του πλανήτη), και οι Σεμάι της Μαλαισίας.

Η ζωή τους είναι πολύ δελεαστική για πολλούς ξένους. Η έλλειψη βίας, επιθετικότητας, και γραφειοκρατίας, η άφθονη γενναιοδωρία τους, η ευγένεια και η αίσθηση του χιούμορ ώθησαν κάποιους Δυτικούς ανθρωπολόγους, που πήγαν για να τους μελετήσουν, να εγκατασταθούν μόνιμα εκεί. Οι Σεμάι αντιμετωπίζουν τη βία με παθητικότητα. Η βία τους τρομάζει, κάνουν τα πάντα για να την αποφύγουν, χωρίς να τους νοιάζει αν θα τους πουν δειλούς, κι εκλαμβάνουν τον χαρακτηρισμό “άτολμος” ως το καλύτερο κομπλιμέντο.

Και φαίνεται ότι αυτό οφείλεται σε αυστηρότατο αυτόέλεγχο και καλλιεργημένη αυτοσυγκράτηση. Ωστόσο όταν, στις αρχές της δεκαετίας του ’50, κατατάχτηκαν στον βρετανικό στρατό και στάλθηκαν να πολεμήσουν εναντίον κομμουνιστών ανταρτών, οι Σεμάι κατακυριεύτηκαν από ένα είδος τρέλας που την οννόμαζαν “αιμοδιψία”. “Σφάξαμε, σφάξαμε”, είπαν αργότερα. “Οι άλλοι Μαλαισιανοί σταματούσαν κι έψαχναν στις τσέπες των σκοτωμένων κι έπαιρναν ρολόγια και χρήματα. Εμείς δεν σκεφτόμασταν ούτε τα ρολόγια ούτε τα χρήματα, σκεφτόμασταν μόνο πώς να σκοτώσουμε. Πραγματικά είχαμε μεθύσει από το αίμα”. Κάποιος είπε μάλιστα ότι ήπιε το αίμα κάποιου που μόλις είχε σκοτώσει. Επιστρέφοντας στα χωριά τους, μετά από τον πόλεμο, οι Σεμάι ξανάγιναν άκακοι και μη-ανταγωνιστικοί, όπως πριν» Λάυαλ Γουότσον, «Σκοτεινή Φύση – Φυσική Ιστορία του Κακού».

Το αληθινό «σφράγισμα» του αληθινού «Θηρίου»

Πολύς ντόρος γίνεται τα τελευταία χρόνια για τις ηλεκτρονικές ταυτότητες, για το ηλεκτρονικό τσιπάκι, που θα έχουν ως αποτέλεσμα την πλήρη φακελοποίησή και τη στέρηση της ελευθερίας μας, που είναι σημάδι της επερχόμενης βασιλείας του Αντίχριστου, κλπ… Κανείς δεν φαίνεται να έχει παρατηρήσει ότι είμαστε ήδη όλοι φακελωμένοι εκ γενετής, από έναν ανώτερο Υπερδυνάστη, και μάλιστα με τριπλό βιολογικό σφράγισμα, μοναδικό για τον καθένα. Το πρώτο είναι τα δακτυλικά αποτυπώματα (ούτε οι πιθηκοειδείς κοντινότεροι συγγενείς μας δεν έχουν), η ίριδα του ματιού, και η προσωπική οσμή (χάρη στην οποία μας εντοπίζουν οι σκύλοι)… «Είμαστε ιδιοκτησία», όπως γράφει λακωνικά κι εύστοχα ο Τσαρλς Φορτ. Για άλλη μια φορά αλλού είναι ο αληθινός Εχθρός κι εμείς αλλού κοιτάζουμε!

«Το όνομα της θρησκείας είναι θάνατος»
«Τότε το πραγματικό όνομα της θρησκείας είναι θάνατος», είπε ο Φατ.
«Το μυστικό όνομα», συμφώνησα, «το ’πιασες. Ο Ιησούς πέθανε, ο Ασκληπιός πέθανε, σκότωσαν τον Μάνι με χειρότερο τρόπο από τον Ιησού, αλλά κανείς δεν νοιάζεται, κανείς δεν θυμάται καν.

Σκότωσαν δεκάδες χιλιάδες Καθαρούς στη Νότια Γαλλία. Στον Τριακονταετή Πόλεμο εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι πέθαναν, Προτεστάντες και Καθολικοί –αμοιβαία σφαγή. Ο θάνατος είναι το αληθινό όνομα για όλο αυτό, όχι Θεός, ούτε Σωτήρας, ούτε αγάπη, θάνατος. Ο Μεγάλος Κριτής δεν μπορεί να απαντήσει στο ερώτημα του Κέβιν: “Γιατί πέθανε ο γάτος μου;”. Απάντηση: “Ανάθεμά με αν ξέρω”. Δεν υπάρχει απάντηση, υπάρχει μόνο ένα νεκρό ζώο που το μόνο που ήθελε ήταν να διασχίσει το δρόμο. Είμαστε όλοι ζώα που θέλουμε να διασχίσουμε το δρόμο, αλλά κάτι που δεν είδαμε μας θερίζει στα μισά της διαδρομής. Πάνε και ρώτα τον Κέβιν, “ο γάτος σου ήταν βλάκας;”. Ποιος έκανε τον γάτο, γιατί τον έκανε βλάκα; Έμαθε κάτι ο γάτος επειδή σκοτώθηκε, κι αν ναι, τι έμαθε; Έμαθε κάτι η Σέρι πεθαίνοντας από καρκίνο; Έμαθε κάτι η Γκλόρια;» Φίλιπ Ντικ, VALIS.

Πώς ταΐζουμε το Υπέρτατο Μοχθηρ-Όν

1) Η Γήινη Βιόσφαιρα. Η πρώτη και πιο διαδεδομένη τροφή Του είναι η αγωνία της μάχης της επιβίωσης και της αναπαραγωγής όλων των έμβιων όντων. Κάθε ένα από αυτά πρέπει ή να φάει απ’ ευθείας κάποιο (αν είναι χορτοφάγο), ή να παγιδέψει, να σκοτώσει, και να φάει κάποιο άλλο (αν είναι σαρκοφάγο), αποφεύγοντας παράλληλα να γίνει θήραμα και το ίδιο. Σε μια δεύτερη φάση, σε τακτά χρονικά διαστήματα (δεδομένου ότι τα περισσότερα όντα είναι πολυγαμικά), πρέπει να βρει το κατάλληλο ταίρι, για να περάσει τη σκυτάλη στην επόμενη γενιά και να διαιωνίσει έτσι το επίγειο αίσχος.

Εδώ να επισημάνουμε ότι, στην πρώτη φάση, τη μεγάλη δοκιμασία την περνάνε τα αρσενικά, τα οποία πρέπει να αποδείξουν στα θηλυκά που διεκδικούν, είτε ότι είναι τα πιο δυνατά (μέσα από αιματηρές και συχνά θανάσιμες μάχες), είτε επιδεικνύοντας τα σεξουαλικά θέλγητρά τους, χτίζοντας περίτεχνες φωλιές, προσφέροντας διάφορα δώρα, κλπ. Στην επόμενη φάση (εκείνη της τεκνοποίησης), τα θηλυκά των πολυγαμικών ειδών έχουν τον δύσκολο ρόλο να προστατέψουν και να μεγαλώσουν μόνα τους τα μικρά τους, εν μέσω χίλιων-δυο απειλών και κινδύνων.

2) Το ανθρώπινο είδος. Μετά από αυτό το κοινότυπο κι εν αφθονία ορεκτικό, περνάμε σε ποικίλα εδέσματα υψηλής μαγειρικής τέχνης, στην παραγωγή πόνου και αρνητικών συναισθημάτων κάθε είδους από τον εκλεπτυσμένο κόσμο των «πολιτισμένων» ανθρώπων.

α) Οι πόλεμοι. Αποτελούν πραγματικά λουκούλεια γεύματα για τον εκτροφέα μας. Όχι φυσικά εξ αιτίας των πολυάριθμων νεκρών, οι οποίοι δεν παρουσιάζουν κανένα διατροφικό ενδιαφέρον, αλλά εξ αιτίας της πληθώρας αρνητικών συναισθημάτων που παράγονται: συχνά πολύωρο ψυχορράγημα στο πεδίο της μάχης, χρόνιες μετέπειτα αναπηρίες, βιασμοί με τις ψυχολογικές επιπτώσεις τους, βασανιστήρια και υποδούλωση των ηττημένων, υλικές καταστροφές κι επακόλουθη απόγνωση, διωγμοί και προσφυγιά.

β) Οι σεξουαλικές διαστροφές. Υπάρχει μια τεράστια, απίστευτη, και μάλλον ψυχολογικά/ψυχαναλυτικά δυσερμήνευτη ποικιλία ανθρώπινων σεξουαλικών διαστροφών – και άρα ύποπτης προέλευσης. Θα σκεφτεί κανείς ότι από μόνες τους μάλλον αντίκεινται στον κυρίαρχο κανόνα αρνητικότητας του Γήινου Εκτροφείου, επειδή προκαλούν ευχάριστες αισθήσεις (λαγνεία, ηδονή, οργασμό) στους ανθρώπους. Στις περισσότερες περιπτώσεις, όμως, είτε λόγω της θρησκευτικής καταδίκης και του κοινωνικού στιγματισμού που προκαλούσαν στο παρελθόν (ομοφυλοφιλία), είτε της δυσκολίας ικανοποίησής τους και των αισθημάτων ενοχής, λόγω της υποβιβαστικής τους διάστασης (μαζοχισμός, ουρολαγνεία, κοπρολαγνεία, κλπ..), προκαλούν κι αισθήματα ενοχής στους ανθρώπους.

γ) Η παγίδα του έρωτα και του γάμου. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η εισαγωγική περίοδος, εκείνη του φλερτ: ενώ υπάρχει η απαραίτητη έλξη, τα εμπλεκόμενα άτομα συχνά, αντί να απολαμβάνουν τις «χαρές του έρωτα», επιδίδονται σε διάφορα δυσάρεστα «καψόνια». Στη συνέχεια, ζουν μια άκρως δυσάρεστη περίοδο της ζωής τους όταν, με το τέλος του έρωτα μετά από τον γάμο, διαπιστώνουν ότι με το άτομο χώρια από το οποίο δεν μπορούσαν να ζήσουν ούτε λεπτό πριν, τώρα δεν μπορούν να ζήσουν ούτε λεπτό μαζί.

δ) Η παγίδα της οικογένειας. Η οικογένεια συχνά βάζει σε αναγκαστική συμβίωση άτομα τα οποία υπό άλλες συνθήκες δεν θα έλεγαν ούτε καλημέρα το ένα στο άλλο. Επίσης, είναι εκκολαπτήρια ποικίλων αρνητικών συναισθημάτων: βία, σεξουαλική κακοποίηση, ζηλοτυπία και ζηλοφθονία (μεταξύ συζύγων, γονέων και παιδιών, πεθεράς και νύφης, αδελφών), χρόνια ψυχολογικά προβλήματα.

ε) Οι αρνητικές συνέπειες της Νοόσφαιρας. Όπως είδαμε και προηγουμένως, ο άνθρωπος έχει τη μυστηριώδη ικανότητα να δημιουργεί φανταστικές πνευματικές οντότητες και στη συνέχεια να υποτάσσεται σε αυτές. Στο όνομα αυτών των φανταστικών και αναπόδεικτων οντοτήτων (θρησκείες, ιδεολογίες) έγιναν οι μεγαλύτερες σγφαγές στην ιστορία της ανθρωπότητας (με όλα τα αρνητικά επακόλουθα που ήδη περιγράψαμε προηγουμένως). Επίσης, και σε ατομικό επίπεδο, όπως απέδειξε πρόσφατα η Νευροφυσιολογία, οι άνθρωποι αποκτούν, μέσω της σχετικής νευρωνικής συνδεσμολογίας και του προγραμματισμού, το ατομικό τους κσμοείδωλο γύρω στην ηλικία των είκοσι.

Από εκεί και μετά, πλην σπανίων εξαιρέσεων, καθορίζουν την υπόλοιπη ζωή τους με βάση αυτό, προσπαθούν να το επιβάλλουν και σε άλλους, και οποιαδήποτε προσπάθεια τρίτων να τους το αλλάξουν απορρίπτεται από τον ίδιο τον εγκέφαλο ως απειλή! Αυτές οι παράξενες οντότητες σχετίζονται και με πληθώρα δυσάρεστων κι επώδυνων «πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων». Επίσης, αυτά τα εξατομικευμένα κοσμοείδωλα κάνουν εξαιρετικά δύσκολη τη συνεννόηση και τη συμβίωση ακόμη και δύο ανθρώπων, και δημιουργούν ένα είδος δυσάρεστης «διάσπασης των ατόμων», μοναξιάς, και όλων των επακόλυθων αρνητικών συναισθημάτων.

στ) Η εκδικητικότητα. Η εκδικητικότητα είναι σχεδόν ανύπαρκτη στον κόσμο των ζώων αλλά αποτελεί αληθινή μάστιγα στον κόσμο των ανθρώπων, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Ο άνθρωπος που νοιώθει ότι αποτέλεσε ο ίδιος αντικείμενο εκμετάλλευσης, προσβολής, κλπ. ή, ακόμη χειρότερα, ότι θίχτηκαν η θρησκεία, οι ιδέες του, κλπ., μπορεί να επιδοθεί σε απίστευτες πράξεις εκδίκησης (βασανιστήρια, δολοφονίες, κλπ.).

ε) Ο αναίτιος βασανισμός ζώων κι ανθρώπων. Καθημερινά, χιλιάδες ζώα βασανίζονται στον πλανήτη, χωρίς αιτία και με ποικίλους διεστραμμένους τρόπους, από τους ανθρώπους, και αν συνυπολογίσουμε και τις απάνθρωπες πλέον συνθήκες της μαζικής εκτροφής όλων των οικόσιτων, αντιλαμβανόμαστε τι τεράστιες ποσότητες πόνου και αρνητικών συναισθημάτων παράγονται. Επίσης, χιλιάδες άνθρωποι βασανίζουν ψυχολογικά, σωματικά, δολοφονούν με μαρτυρικούς τρόπους ομοίους τους, χωρίς να έχουν απολύτως κανέναν ιδιαίτερο λόγο.

«Χαμογέλα, ρε, τι σου ζητάνε;»!

«Αυτόν τον κόσμο, αυτή την αρένα των βασανισμένων κι έντρομων όντων, που μόνο καταβροχθίζοντας το ένα το άλλο κρατιούνται στη ζωή, αυτόν επομένως τον κόσμο, όπου κάθε αδηφάγο ζώο είναι κι ένας ζωντανός τάφος για χίλια άλλα και η διατήρησή του στη ζωή είναι μια αλυσίδα από μαρτυρικούς θανάτους, αυτόν τον κόσμο, όπου παράλληλα με τη γνώση μεγαλώνει και η δεκτικότητα απέναντι στον πόνο, μια δεκτικότητα η οποία αγγίζει τον υψηλότερο βαθμό στον άνθρωπο και μάλιστα τόσο πιο υψηλό, όσο πιο ευφυής είναι αυτός.

Αυτόν τον κόσμο, θέλησαν να τον συνταιριάξουν με το φιλοσοφικό σύστημα του οπτιμισμού και να μας τον παρουσιάσουν ως τον “καλύτερο δυνατό” απ’ όλους τους κόσμους. Στο μεταξύ, ένας οπαδός του οπτιμισμού, με καλεί ν’ ανοίξω τα μάτια μου και να αντικρίσω επιτέλους τον κόσμο. Να δω τι “όμορφος” που είναι όταν λούζεται στον ήλιο, με τα βουνά του, τις κοιλάδες, τα ποτάμια, τα φυτά και τα ζώα. “Πανόραμα” λοιπόν είναι ο κόσμος;! Όλα αυτά τα πράγματα είναι βέβαια ωραία να τα βλέπει κανείς, αλλά το να είναι αυτά τα πράγματα είναι κάτι εντελώς διαφορετικό» Άρθουρ Σοπενχάουερ

«Μόνο το όνομα του Αγαθού υπάρχει στον άνθρωπο. Έργο του, δεν υπάρχει πουθενά και είναι αδύνατον να υπάρχει. Δεν μπορεί να χωρέσει σε υλικό σώμα που το περισφίγγει από παντού η κακία και ο πόνος και τα βάσανα και η οργή και οι απάτες και οι ανόητες φαντασιώσεις» Αγνωστος

«Περπατούσα σε έναν δρόμο με δύο φίλους, ο ήλιος έδυε, ξαφνικά ο ουρανός πήρε το κόκκινο του αίματος, σταμάτησα, αισθάνθηκα εξαντλημένος και έγειρα στον φράχτη. Υπήρχε αίμα και γλώσσες φωτιάς πάνω από το μπλε-μαύρο φιόρδ και την πόλη. Οι φίλοι μου συνέχισαν και εγώ στάθηκα εκεί, τρέμοντας από αγωνία, κι αισθάνθηκα μια απέραντη κραυγή να διαπερνά ολόκληρη τη Φύση» ο Έντβαρντ Μουνκ για τον περίφημο πίνακά του «Κραυγή»

«Η δράση του αόρατου μοιάζει με τη συνηθισμένη όψη του εξωτερικού κόσμου, που δίνει και αφαιρεί, κτίζει και κατεδαφίζει, και που με την ίδια ακλόνητη επιμονή πλάθει τις μορφές και τις επαναλαμβάνει μέχρι αηδίας, με μοναδικό σκοπό να τις παραμορφώσει λίγο αργότερα, να τις διαλύσει, και να τις αλέσει τόσο ψιλά που καταλήγουν να είναι πάλι αγνώριστες, αναμειγμένες με την γκρίζα κι ανώνυμη σκόνη του ακυρωμένου χρόνου» Χουάν Χοσέ Σαέρ, «Τόπος».

«Όχι, τα μυστικά μου είναι από τον τάφο και πρέπει να φυλαχτούν. Να πώς σκέφτομαι κάποιες φορές τον εαυτό μου, σαν έναν μεγάλο εξερευνητή που ανακάλυψε μια απίστευτη χώρα από την οποία δεν θα μπορέσει να επιστρέψει ποτέ, για να κοινοποιήσει τη γνώση του στον κόσμο: το όνομά της είναι κόλαση» Μάλκολμ Λόουρυ, «Κάτω από το ηφαίστειο»

«Τι τρελοί που είμαστε, αναλογιζόταν, καθώς διέσχιζε τον πολυσύχναστο δρόμο. Πώς γίνεται ν’ αγαπάμε τη ζωή, πώς μπορούμε και τη βλέπουμε έτσι; Τη φτιασιδώνουμε καλά-καλά, τη στήνουμε γύρω μας, κι έπειτα τη γυρνάμε πάνω-κάτω για να την ξαναπλάσουμε κάθε τόσο από την αρχή. Ως και η τελευταία κουρελού ζητιάνα, ακόμη κι όσοι έχουν απηυδύσει ολότελα από τη μιζέρια, και κυλιούνται κατάχαμα στα κατώφλια των σπιτιών, απολαμβάνοντας τον ξεπεσμό τους, κι αυτοί το ίδιο κάνουν» Βιρτζίνια Γουλφ, «Η κυρία Ντάλαγουεη»

«Ναι, όλα, ως και τα χρυσαφένια μάγουλα των κοριτσιών, όλα αυτά δεν είναι παρά έξυπνες απάτες, ιδιότητες που δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα μέσα στα όντα, αλλά προέρχονται απλώς απ’ έξω, με αποτέλεσμα όλη η θεοποιημένη Φύση να φτιασιδώνεται κυριολεκτικά σαν εταίρα και τα φτιασίδια της να μη σκεπάζουν παρά το οστεοφυλάκιο που κρύβει από μέσα: κι όταν προχωρήσουμε περισσότερο και δούμε πως το κρυφό καλλυντικό που δημιουργεί όλες τις αποχρώσεις της, εκείνη η μεγάλη πηγή, το φως, είναι αυτό καθαυτό άσπρο ή άχρωμο πάντα και πως, αν ενεργούσε πάνω στην ύλη, χωρίς να περνάει από κάτι ενδιάμεσο, θα έδινε σε όλα τα αντικείμενα, ακόμα και στις τουλίπες και τα τριαντάφυλλα, τη δική του άσπρη απόχρωση.

Έχοντας όλα αυτά στο μυαλό μας, βλέπουμε πως το παράλυτο Σύμπαν ξαπλώνει μπροστά μας έναν λεπρό και, σαν τους ξεροκέφαλους περιηγητές στη Λαπωνία, που αρνούνται να φορέσουν χρωματιστά γυαλιά, γυαλιά που δίνουν στα πράγματα ένα κάποιο χρώμα, έτσι ακριβώς και ο δυστυχής εκείνος, που δεν πιστεύει σε τίποτα, ατενίζει, τυφλός και αυτός, το τεράστιο άσπρο σάβανο που τυλίγει όλο το θέαμα γύρω του» Χέρμαν Μέλβιλ, «Μόμπυ Ντικ»

«Δεν έχω πολλά να πω. Αυτό είναι το ταξίδι κάποιου που είχε ναυαγήσει για χρόνια, ψάχνοντας το νόημα της ζωής, μια σπίθα ανθρωπιάς, μέσα σε έναν ανύπαρκτο πολιτισμό, σε έναν κόσμο που μοιάζει με ένα τεράστιο υπαίθριο σούπερ-μάρκετ. Ίσως είναι το ταξίδι κάποιου που έγινε ζωγράφος για να μην τρελαθεί εντελώς. Εξακολουθεί να μην μου κάνει αίσθηση αυτός ο πολιτισμός, ούτε οι συνήθειες εκατομμυρίων δίποδων που μοιάζουν να περπατούν προς την ίδια κατεύθυνση, με ένα κινητό τηλέφωνο κολλημένο στο χέρι, παραπλανημένοι, ελκυόμενοι από την ίδια κενότητα, με την μάταιη αντανάκλαση του ειδώλου τους στον καθρέφτη, με τις ψευδαισθήσεις της ύπαρξης τους σε‬ κοινή θέα, με έναν ψεύτικο ορίζοντα ο οποίος δεν έχει απολύτως καμία σχέση με αυτό που είναι πράγματι η ζωή» Zilda, street artist.

«Ο Κήπος της Εδέμ ήταν ένας διαστημικός σταθμός απ’ όπου εκτοπιστήκαμε στην επιφάνεια του πλανήτη και ζούμε με τον ιδρώτα των θνητών φρυδιών μας, σε μια διαρκώς χαμένη μάχη με τη βαρύτητα. Ποιος όμως μας εκτόπισε; Ένας Θεός καθίκι, που αποκαλεί τον εαυτό του Γιεχωβά ή όπως αλλιώς» Γουίλλιαμ Μπάροουζ.

«Η πραγματικότητά μας είναι μια προβολή από ένα μυστικό τεχνούργημα, ένα κουμπιουτεροειδές μηχάνημα διδασκαλίας που μας καθοδηγεί, μας προγραμματίζει και γενικά μας εξουσιάζει και μας ελέγχει εν αγνοία μας, καθώς εμείς δρούμε χωρίς να συνειδητοποιούμε την ύπαρξή του, ζώντας μέσα στην παραισθητική προβολή του κόσμου μας. Το τεχνούργημα, το οποίο ονομάζω Ζέμπρα, έχει κατασκευάσει την πραγματικότητά μας σαν ένα είδος καθρεφτίσματος ή ειδώλου του κατασκευαστή του, έτσι ώστε αυτός να μπορεί να έχει μια αντικειμενική οπτική γωνία για την τελική κατανόηση του εαυτού του. Ο κατασκευαστής έφτιαξε μια μηχανή προβολής πραγματικότητας η οποία δημιουργεί την εικόνα του Κόσμου έτσι όπως την ξέρουμε.

Το τεχνούργημα αυτό δεν έχει συνείδηση ότι είναι τεχνούργημα, και έχει λησμονήσει την ύπαρξή του και φαντάζεται τον εαυτό του ως θεό, τον μοναδικό και αληθινό Θεό (…) Μου αποκαλύφθηκε ότι ο εμπειρικός κόσμος είναι το αποτέλεσμα του εγχειρήματος μιας περιορισμένης οντότητας να αντιγράψει ένα θέμα που δεν μπορεί να δει. Ένα κακέκτυπο είδωλο ενός άλλου πεδίου. Γι’ αυτό και ο κόσμος μας είναι γεμάτος ατέλειες και πλημμυρισμένος από το Κακό (…) Είμαστε σκλάβοι στον ιστό προβολής αυτής της Υπερμηχανής (…) Δεν μπορούμε να θυμηθούμε την αληθινή καταγωγή μας, μας προσέλκυσε να εκπέσουμε (…) Είμαστε αντίγραφα του αληθινού εαυτού μας, ρέπλικες που το μυαλό τους δεν τους ανήκει, είναι μια ξένη κατασκευή (…) Η Αυτοκρατορία δεν τελείωσε ποτέ, μας κυβερνά, είμαστε αιχμάλωτοι της Αυτοκρατορίας» Φίλιπ Ντικ, «VALIS».

«Ο κόσμος στον οποίο περνάμε την καθημερινότητά μας βρίσκεται υπό κατοχή από τρεις δυνάμεις: α) τους φυσικούς νόμους, β) τους εξουσιαστές του κόσμου μας που κατασκευάζουν μια τεχνητή πραγματικότητα και την επιβάλλουν με πολύπλοκες τεχνικές στους αυτόχθονες, γ) μια ανεξιχνίαστη σκοτεινή δύναμη που βρίσκεται φυλακισμένη στο δικό μας χωροχρονικό συνεχές, η οποία έχει καταλάβει τον κόσμο μας και τρέφεται από την ενέργεια και τη συνείδησή μας. Οι φυσικοί νόμοι, οι εξουσιαστές του κόσμου, και η ανεξιχνίαστη σκοτεινή δύναμη, συνδέονται άμεσα με τρόπους που ξεπερνούν τη μικροκοσμική παρατήρησή μας» Π. Γιαννουλάκης, «Ο πόλεμος ενάντια στο Μάτριξ».

Κάτι εκεί έξω (κι εδώ μέσα) παίζει μαζί μας, όπως η γάτα με το ποντίκι!

Ο εχθρός δεν είναι ο Άλλος, ο Εχθρός είναι Αλλού!

“Οι καλλιτέχνες” του Φρίντριχ Σίλλερ και ο Αισθητικός Ιδεαλισμός

Friedrich Schiller – “Die Künstler” (“Οι καλλιτέχνες”)

Τι όμορφα, ω άνθρωπε,
στέκεσαι με τους κλώνους σου
στο χείλος του αιώνα!
Αγέρωχος, ανδρείος, υψηλόφρων,
με ανοιχτό μυαλό, πλούσιος σε γνώσεις,
μειλίχιος και σοβαρός,
ήρεμη δύναμη, ώριμο τέκνο των καιρών.



Ελεύθερος μέσω της λογικής,
ισχυρός μέσω των νόμων,
Γιομάτος από αντρειοσύνη
και από τους θησαυρούς
που στο στήθος σου έκρυβες για αιώνες.
Κύριος της φύσης, που θέλει να σε αλυσοδένει,
που σε χιλιάδες αγώνες δοκιμάζει την αντοχή σου,
τριαντάφυλλο λαμπρό της ερημιάς!



Με επιμέλεια, μια μέλισσα μπορεί να σε εξουσιάσει.
Στη δεξιότητα ένα σκουλήκι μπορεί να σε δασκαλέψει.
Ω, μη ξεπέφτεις σε έκφυλες επιθυμίες!
Η αγαθότητα της νιότης σου
σε οδηγεί σε καθήκοντα χωρίς εμπόδια.
Οδήγησε τα νιάτα σου σε μεγάλα έργα
κι αφέσου να μαντέψεις τα μυστικά της αρετής
μέσα από εύκολους γρίφους.



Η τρομερά ένδοξη Ουρανία,
με πύρινο στέμμα,
στέκεται εκεί – πεντάμορφη – μπροστά μας.
Τυλιγμένη με τη κομψή της ζώνη,
γίνεται μικρή, για να την αισθανθούν τα παιδιά.
Αυτό που τώρα νιώθουμε σαν ομορφιά
μια μέρα θα μας έρθει σαν αλήθεια.



Όταν ο Δημιουργός από το πρόσωπό του
στη θνητότητα κατέβασε τον άνθρωπο,
και οι ουράνιοι έστρεψαν τα πρόσωπά τους απ’ αυτόν,
ένα καθυστερημένο γύρισμα του στο φως
τον έκανε να βρει τη δύσβατη ατραπό των αισθήσεων.
Ο άνθρωπος στάθηκε και έδειξε στα αστέρια
το βασιλικό του πρόσωπο.



Τότε ξεδιπλώθηκαν τα σύμβολα του ωραίου και μεγάλου,
και η λαμπερή εικόνα τους τον έκανε να ποθήσει την αρετή.
Ο ευαίσθητος νους του αντιτάχθηκε στην κακία,
και άρχισε ν’ απεικονίζει, με υπέροχη τέχνη – απατεωνιά,
τα Ηλύσια Πεδία, στο τοίχο της φυλακής του.



Ήταν θαμμένος στα ένστικτα του σκουληκιού,
στην άγρια των παθών παρόρμηση,
στα ακυβέρνητα της ευτυχίας παιχνίδια,
στο καταναγκασμό καθηκόντων και ορμέμφυτων.
Ο άνθρωπος που έτρεμε μπροστά στο άγνωστο,
τώρα αγάπησε την αντανάκλασή του.



Τα εκφραστικά του μάτια δόξασαν το φως του ήλιου.
Χαμόγελο άνθισε στο μάγουλο του,
το έμψυχο παιχνίδι της φωνής του αναδύθηκε σε τραγούδι.
Αγκαλιασμένος από τον πόθο των αισθήσεων,
αναγνώρισε στο στήθος του
τον ευγενή ιό της πνευματικής αγάπης.



Η φύση ήρθε κοντά του, μ’ έναν τρόπο χρήσιμο.
Η τέχνη του να κλέβεις τη σκιά μιμούμενος την,
ανέδειξε εικόνα που κολυμπούσε στο κύμα.
Χωρισμένη από την ύπαρξή της, το δικό της υπέροχο φάντασμα
ρίχτηκε στο ασημένιο ρεύμα, προσφέρθηκε στον ληστή της.



Όμορφη η ζωγραφική δύναμη ξύπνησε στους κόλπους σου, άνθρωπε.
Κοπιάζεις στην άμμο, στον πηλό, στις υπέροχες σκιές.
Στο περίγραμμα κρατήθηκε η ύπαρξή σου.
Ο γλυκός πόθος του έργου σου αναδεύτηκε ζωντανός,
η δημιουργία πρόβαλε από το στήθος σου.



Το εφευρετικό μυαλό, συνδεμένο με τα έργα του χεριού.
Ο οβελίσκος σηκώθηκε,
η πυραμίδα, η ερημιά ξεπρόβαλε,
η κολόνα ορθώθηκε.
Τη πιο σοφή και ήπια, τη πιο δυνατή και ευγενή χάρη,
πάντρεψες σε μια εικόνα και περιέβαλλες με δόξα.



Από επιτυχίες μεθυσμένος,
μην ξεχνάς να παινεύεις το χέρι.
Από την πύλη της ομορφιάς εισχώρησες στη χώρα της γνώσης,
που μοιράζεσαι με πνεύματα προνομιούχα.
Την Τέχνη, ω άνθρωπε, μόνο εσύ κατέχεις.



Ο πρώτος ήχος του αρχέτυπου του κάθε τι ωραίου,
αφέθηκε στη φύση να ηχήσει.
Μελωδίες του δάσους κυλούσαν πια μέσα απ’ το καλάμι,
κατορθώματα της νίκης ζούσαν μέσα σε παιάνες.
Έτσι, από την Φύση, πρόβαλε η πρώτη Τέχνη.



Μια δεύτερη -ανώτερη- Τέχνη
πήγασε από έργα ανθρώπινων χεριών.
Τώρα, οι ανθοδέσμες έχουν τυλιχτεί σ’ ένα στεφάνι,
και μπροστά τραγουδά η άρπα του Μαιονίδη*.
(*Μαιονίδης ο ποιητής Όμηρος, Μαίονας ο πατέρας του)



Πολύ πριν ο σοφός τολμήσει να μιλήσει,
μια Ιλιάδα της μοίρας λύνει τους γρίφους της πρώιμης αρχαιότητας.
Η φρόνηση βάδισε ήσυχα,
από το άρμα του Θέσπη, στο δρόμο του κόσμου.



Σύντομα, έκπληκτοι οι βάρβαροι συνάχτηκαν
πίσω απ’ αυτές, τις νέες δημιουργίες.
Κοιτάξτε! φώναξαν τα πλήθη ευχαριστημένα,
ο Άνθρωπος το έκανε αυτό!



Όλο και πιο ψηλά, σε όλο και πιο μεγάλα ύψη.
Η γόνιμη νοημοσύνη ανέβαινε στα ουράνια.
Δημιουργήματα από δημιουργίες, έβλεπες,
ρυθμό από αρμονίες.



Αυτό, που εδώ ευχαριστεί το μεθυσμένο μάτι,
εκεί υποτακτικά υπηρετεί την ωραιότητα.
Η γοητεία που στολίζει τη νύμφη
λιώνει απαλά μπροστά στη όσια Αθηνά.
Η δύναμη που φουσκώνει τους μυς του παλαιστή,
γλυκά, σιωπηλή, στην ομορφιά του θεού.
Το σάστισμα της εποχής, η περήφανη εικόνα του Δία,
που υποκλίνεται στον ναό της Ολυμπίας.



Ο κόσμος μεταμορφώνεται με σχεδιασμό.
Η καρδιά τ’ ανθρώπου, παρακινημένη από νέες ορμές,
που εκγυμνάζουν φλογερές άμιλλες,
διευρύνει τον κύκλο της δημιουργίας.



Ο επαναστατημένος άνθρωπος
Με τα φτερά του υψωμένα,
κουβαλά μ’ ευγνωμοσύνη την Τέχνη,
και νέοι κόσμοι ομορφιάς ξεπηδούν
από την εμπλουτισμένη φύση.
Υμνεί τη δομή του κόσμου,
λαμπερή, μέσα από τη συμμετρία της.



Εμπόδια της γνώσης υψώνονται.
Το ανθρώπινο πνεύμα,
ενθαρρυμένο από τις εύκολες νίκες του,
κι εφορμώντας μέσα από ένα σύμφυρμα ερεθισμάτων,
με γρήγορη ευχαρίστηση,
τοποθετεί πιο μακριά τους πυλώνες στη φύση,
την προσπερνά στη σκοτεινή της πορεία.



Βιώνει γύρω του τώρα, υπέροχη συμμετρία.
Χρυσή ζώνη ομορφιάς
υφαίνει απαλά το μονοπάτι της ζωής του.
Μακάρια τελειότητα περνάει θριαμβικά
μπροστά από τα έργα του.



Εκεί που η χαρά ξεχύνεται δυνατά,
η ατάραχη λύπη φεύγει.
Όπου η περισυλλογή σταματά τη σκέψη,
όπου ο άνθρωπος βλέπει δάκρυα δυστυχίας,
όπου χίλιοι τρόμοι τον στοχεύουν,
ένα ρεύμα αρμονίας, αίφνης, τον αρπάζει.
Παρατηρεί τις θεές της χάριτος να παίζουν,
και δίνει νηφάλια τον αγώνα του.



Εκλεπτυσμένα συναισθήματα τον κυριεύουν κατόπιν.
Το πνεύμα του βυθίζεται στη θάλασσα της αρμονίας,
που κυλάει ηδονικά γύρω απ’ τις αισθήσεις του.
Και η σκέψη του που λιώνει ήσυχα,
ενώνεται με τα πανταχού παρόντα Κύθηρα.



Με το πεπρωμένο του σε ανώτερη συμφωνία,
αναπαύεται πια γαλήνια σε χάριτες και μούσες.
Ευγενικά προτάσσοντας το στήθος,
δέχεται το βόλι που τον στόχευσε
από το βελούδινο τόξο της ανάγκης.



Ωραίος δραπέτης της Ανατολής,
από βαρβάρους στρατούς διωγμένος,
άρπαξε, από τους βεβηλωμένους βωμούς της,
την τελευταία θυσία,
και την έφερε στη Δύση.



Στα χωράφια της Εσπερίας τώρα,
ζωογονημένα άνθη της Ιωνίας φυτρώνουν.
Και φάνηκε να πέφτουν μυριάδες αλυσίδες,
για δικαιώματα οι σκλάβοι να μιλούν,
ειρηνικά κι’ αδελφικά να μεγαλώνουν οι νεώτερες γενιές,
απολαμβάνοντας την ευτυχία.



Το στέμμα της τελειότητας, θαυμάσια, στέκει στη κεφαλή σου.
Μαζί σου ξεκίνησε το πρώτο φυτό της άνοιξης,
– ουσία ψυχογενής –
και μαζί σου κλείνει το στεφάνι που περιέχει,
μετά από τις γαλήνιες νίκες σου, τη καλή συγκομιδή,
τη δημιουργική Τέχνη που τελειοποιεί τη Φύση,
σεμνά ανεβασμένη από τον πηλό και την πέτρα.



Το αμέτρητο βασίλειο του πνεύματος!
Ό,τι βρίσκουν στα χωράφια της γνώσης,
κτήμα δικό σου γίνεται, ω Τέχνη.
Οι θησαυροί που μάζεψε ο στοχαστής,
θα πάρουν αξία μόνο στην αγκαλιά σου.
Όταν η ομορφιά της επιστήμης θα έχει ωριμάσει,
θα εξευγενιστεί μέσα από ένα έργο σου,
σαν σκαρφαλώσει σ’ ένα λόφο μαζί σου.



Όσο περισσότερες σκέψεις και συναισθήματα ανοίγονται,
στο πιο πλούσιο παιχνίδι των αρμονιών,
τόσο πιο όμορφοι σύνδεσμοι από το παγκόσμιο σχέδιο,
τώρα ακρωτηριασμένο βεβηλώνουν τη δημιουργία του,
παρουσιάζονται σε μορφές ολοκληρωμένες,
τόσο πιο όμορφα αινίγματα αναδύονται μέσα από τη νύχτα.



Όσο πιο πλούσιος γίνεται ο κόσμος που αγκαλιάζει η Τέχνη,
τόσο περισσότερο πλαταίνει η θάλασσα που μέσα της κυλά,
τόσο πιο πολύ αδυνατίζει η τυφλή δύναμη της μοίρας.
Όσο πιο υψηλά παλεύουν οι ορμές του ανθρώπου και
όσο μικρότερος γίνεται ο ίδιος,
τόσο μεγαλύτερη γίνεται η αγάπη του.



Οδηγείται έτσι, μέσω πορείας μυστικής,
μέσα από όλο και πιο αγνές φόρμες
και τόνους πιο καθαρούς,
αθόρυβα, όλο και πιο όμορφα, όλο και πιο πάνω,
στα σκαλοπάτια της ποίησης,
στην ιερή μαγεία της ποίησης,
που υπηρετεί ένα σοφό παγκόσμιο σχέδιο,
κατευθύνοντάς το ήσυχα στον ωκεανό
της μεγάλης αρμονίας!



Στη συνέχεια, η ίδια η ευγενική Κύπρις (η Αφροδίτη),
στεφανωμένη με το πύρινο στέμμα της,
θα σταθεί αποκαλυπτική μπροστά στον ώριμο γιο της (τον έρωτα),
ως Ουρανία.



Σηκωθείτε τραγουδώντας και πάρτε εκδίκηση,
με ήχους θριαμβικούς, στο δειλό αυτί του διώκτη.
Ελεύθεροι γιοι της πιο ελεύθερης μητέρας.
Με ψηλά το μέτωπο κινηθείτε
προς τον λαμπρό θρόνο της ύψιστης ομορφιάς.
Μην διεκδικείτε άλλα στέμματα.

Από το ποίημα “Οι καλλιτέχνες” του Φρίντριχ Σίλλερ, που είναι βαθιά στοχαστικό, με πολλές μεταφορικές – δυσκολονόητες σημασίες, πιο πάνω παρέθεσα αποσπάσματα, τα πιο εύκολα, όσα κατάφερα να κατανοήσω, εμβαθύνω, συναισθανθώ και ανασυνθέτοντας τα, να τα μεταφέρω σε ρέουσα ελληνική γλώσσα.

Έχει επισημανθεί, από τους κριτικούς, η υπέρμετρη επιβάρυνση του ποιήματος (καθώς και άλλων συγγραφών) του Σίλλερ με φιλοσοφικούς και αφηρημένους διαλογισμούς, συνάμα με εικόνες, αλληγορίες, ρητορική κλπ.

Πρωτίστως προσπάθησα να αποδώσω τον χαρακτήρα και το νόημα του ποιήματος, χωρίς να παραβλέψω τα άφθονα καλολογικά στοιχεία του. Το ίδιο ισχύει και για τα πεζά κείμενα σε όλο αυτό το άρθρο μου, τα οποία είναι μια μικρή – αποσπασματική επιλογή (… ίσα “για να πάρουμε μια ιδέα” περί του θέματος) μέσα από ένα μεγάλο όγκο εργασιών λίαν αξιόλογων μελετητών, όπως οι W. Windelband και Κ. Ανδρουλιδάκης.

Προφανής η μεγάλη δυσκολία που συνάντησα στη πραγματεία μου αυτή, αλλά και η ευχαρίστηση κατά την ενασχόληση μου. Οι εμφάσεις, καθώς και τα σχόλια του παρόντος κειμένου είναι αποκλειστικά δικά μου. Με αυτά προσπάθησα να καταστήσω λίγο πιο ευκολονόητα τα όσα γράφω!

Η διττή (λογοτεχνική και φιλοσοφική) αξία του ποιήματος είναι σημαντική και αναγνωρισμένη, αποτελεί δε τον πρώτο (πρώιμο) μεγάλο σταθμό στο “Ρομαντικό κίνημα” της εποχής. Όπως και τα άλλα έργα του Σίλλερ, η γλώσσα του ποιήματος είναι χειμαρρώδης, υποβλητική, απαράμιλλη, το ύφος του μεγαλειώδες.

Στο ποίημα προβάλλεται η σπουδαιότητα που έχει η Τέχνη (καλές τέχνες και ποίηση), που αναδεικνύει το Ωραίο / την Ομορφιά, ύψιστης αξίας για τη ζωή μας διότι συνδέεται άμεσα με την ευδαιμονία μας και την ηθική ευγένεια της ανθρώπινης φύσης.

Κατά τον Σίλλερ, η Τέχνη (που περιλαμβάνει, το επαναλαμβάνουμε, τις καλές τέχνες και την ποίηση) πρέπει να υψωθεί πάνω από την χρεία, γιατί η Τέχνη είναι κόρη της ελευθερίας … Επανειλημμένα στα έργα του ο Σίλλερ τονίζει ότι μέσω της ομορφιάς πορεύεται κανείς προς την ελευθερία… και πρέπει να δέχεται επιταγές μονάχα από την αναγκαιότητα των ιδεών και όχι από την ανάγκη της ύλης, όπως συμβαίνει τώρα, δηλ. στα χρόνια του ποιητή, που κυριαρχεί η χρεία και έχει υποτάξει την παρηκμασμένη ανθρωπότητα στον τυραννικό της ζυγό!

Στο ποίημα εκθειάζονται, ασφαλώς, και οι καλλιτέχνες που υπηρετούν τον υψηλό σκοπό της Τέχνης. Τον δε καλλιτέχνη, όπως και τον ποιητή, δεν τον κάνει ποτέ το υλικό, αλλά μονάχα ο τρόπος της επεξεργασίας. Στα έργα τους (τα ποιητικά, ζωγραφικά, μουσικά) η άψυχη φύση μπορεί να γίνει σύμβολο της ανθρώπινης φύσης, δια της εξεικονίσεως είτε αισθημάτων, είτε ιδεών.

Το ποίημα “Οι καλλιτέχνες” του Φρίντριχ Σίλλερ συνιστά έναν ύμνο για την Τέχνη και “διακήρυξη / μανιφέστο” του ρεύματος που ονομάστηκε “Αισθητικός Ιδεαλισμός”, ενταγμένου στα πλαίσια του “Γερμανικού ιδεαλισμού”. Ο Σίλλερ υπήρξε δημιουργός του “Αισθητικού Ιδεαλισμού” και εξέχων εκπρόσωπος του “Ρομαντικού κινήματος”. Αφετηρία δε αυτών των φιλοσοφικό – λογοτεχνικών κινημάτων αποτελεί το ποίημα του: “Οι καλλιτέχνες” / Die Künstler (1789).

“Αισθητικός Ιδεαλισμός” & Φρίντριχ Σίλλερ

O Johann Christoph Friedrich Schiller (1759 – 1805) ήταν Γερμανός φιλόσοφος, ιστορικός και θεατρικός συγγραφέας, φημισμένος ποιητής, ακόμα στρατ. ιατρός. Ένα υπέροχο πνεύμα αγνό και σπινθηροβόλο, χωρίς έπαρση και αυταρέσκεια. Παροιμιώδης υπήρξε η πνευματική του φιλία με τον διάσημο και επιδραστικό Johann Wolfgang von Goethe (1749 – 1832). Οι δύο αυτοί άνδρες, Goethe και Schiller, απετέλεσαν τα σύμβολα του “Κλασικού πνεύματος”, μια αντίληψη που παραπέμπει στις διαχρονικής αξίας πανανθρώπινες ιδέες και αξίες, που αναβλύζουν από την ελληνική παιδεία. Στα έργα του Σίλλερ η επίδραση της Καντιανής φιλοσοφίας – Γερμανικού Ιδεαλισμού είναι φανερή, κυρίως μετά το 1791. Όμως, η επεξεργασία, επέκταση και μετάπλαση των ιδεών του Καντ στον Σίλλερ, ήταν λεπτεπίλεπτη, στοχαστική, αυτοδύναμη, γόνιμη. Κυρίως όμως, είχεν ως στόχο μιαν άλλη αποφασιστική κατεύθυνση, έπειτα από την επιστημολογία, την “Αισθητική”, η οποία απετέλεσε και το επίκεντρο του στοχασμού του.

Ο Σίλλερ, χρησιμοποιώντας έννοιες που είχε μελετήσει ο Καντ, ανέδειξε, στα πλαίσια του Γερμανικού Ιδεαλισμού, όλως ιδιαίτερα το ιδεώδες της ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ. Μάλιστα, έθεσε σαν προορισμό της ζωής του την προαγωγή-αναβάθμιση της ΤΕΧΝΗΣ (τονίζουμε ξανά ότι στον όρο “Τέχνη” ο Σίλλερ περιλαμβάνει και την ΠΟΙΗΣΗ), που θα είχε επακόλουθο την ανάδειξη-βελτίωση της αισθητικής και ηθικής καλλιέργειας-παιδείας. Ως αρχή και ουσία της Τέχνης, ο Σίλλερ συνέλαβε την ενότητα του “Καθόλου” και του “Καθ’ έκαστον”, της ελευθερίας και της αναγκαιότητας, της πνευματικότητας και του φυσικού στοιχείου. Μόχθησε για να την αναδείξει ως “Ιδέα”, αρχή της γνώσης και της ύπαρξης, μόνη αλήθεια και πραγματικότητα.

Ο Βίνκελμαν / Johann Joachim Winckelmann (1717 – 1768) προηγουμένως, μέσω της εποπτείας των ιδεωδών των αρχαίων, είχε διανοίξει νέα αίσθηση θεώρησης της τέχνης. Την απάλλαξε από τις προοπτικές των κοινών σκοπών και της απλής μιμήσεως της φύσης και απαίτησε, σθεναρά, να βρούμε στα έργα της τέχνης και στην ιστορική της διαδρομή την “Ιδέα της Τέχνης”. Ο άνθρωπος, θεωρούσε ο Σίλλερ, αποκτά συνείδηση της εσώτερης φύσης του μέσω της τέχνης, η οποία (τέχνη) ως κόρη της ελευθερίας, τις επιταγές της δέχεται όχι από την αναγκαιότητα της ύλης, αλλά από αυτήν του πνεύματος. Έτσι, όπως γράψαμε και πιο πάνω, ο Σίλλερ αναγνωρίστηκε ως ο δημιουργός της φιλοσοφικό-λογοτεχνικής τάσης που ονομάστηκε “Αισθητικός Ιδεαλισμός”.

Κατά τον Σίλλερ η “Αισθητική” είναι (εξίσου) ανεξάρτητη και από τον θεωρητικό και από τον πρακτικό “Καντιανό Λόγο”. Στον όρο “Αισθητική” αποδίδει -κατά περίπτωση- δύο έννοιες (αυτές που όλοι καταλαβαίνουμε), δηλ. ό,τι σχετίζεται με τις αισθήσεις (την αισθαντικότητα), αλλά και το ωραίο (το εύμορφο) – κυρίως αυτό. Οι έννοιες, γενικά, αναπτύσσονται κατά τον “νόμο της αναγκαιότητας”, αλλά από την φαντασία περνούν κατά τον “νόμο της ελευθερίας”. Η σκέψη είναι απεριόριστη, η απόλυτη ελευθερία που έχει το πνεύμα, το κάνει να γεννά ιδέες. Κάθε πραγματικότητα υστερεί σε σχέση με το ιδεώδες…

Στις υψιπετείς ενατενήσεις του ο Σίλλερ, ιδεαλιστής φιλόσοφος και ρομαντικός ποιητής, χρησιμοποιεί μεγάλο λεξιλόγιο όρων, πολλοί από τους οποίους (λεπτεπίλεπτοι) χρειάζονται αποσαφήνιση. Κάποιοι όροι-έννοιες είναι ασαφείς, αμφιλεγόμενοι, αβέβαιοι κλπ. Έτσι, διαφορετικά νοούνται η “αισθαντικότητα” (= ό,τι σχετίζεται με τις αισθήσεις), διαφορετικά η “αισθητηριακότητα” και διαφορετικά η “αισθητικότητα” (= αισθησιακές ορμές) που στον Σίλλερ έχει αρνητική σημασία, αφού όλα όσα η “αισθητικότητα” παράγει αφ’ εαυτής είναι χυδαία. Ακόμα, ο “αισθητηριακός” άνθρωπος δεν υπάρχει άλλος τρόπος να τον κάνουμε έλλογο, παρά μόνο με το να τον κάνουμε προηγουμένως “αισθητικό”!

Ανάμεσα στις βαθυστόχαστες (… διάβαζε στριφνές) φιλοσοφικές έννοιες που μεταχειρίζεται, χωρίς φειδώ και συστολή, ο Σίλλερ, είναι και αυτές της (Πλατωνικής) “Ιδέας” και του “Λόγου” (Για τον “Λόγο” γράψαμε αναλυτικά πιο πάνω)… Ο Σίλλερ, θεωρεί ότι είναι τίποτα δεν είναι ευγενές, εάν δεν πηγάζει από τον “Λόγο”, τον οποίον αντιλαμβάνεται, όπως και οι άλλοι ιδεαλιστές, να είναι η ενότητα των πάντων. Επίσης, πιστεύει σε μια “ενότητα των Ιδεών” η οποία συμπεριλαμβάνει ολόκληρο το βασίλειο των φαινομένων. Την φύση θεωρεί ποικιλόμορφη, τον άνθρωπο να μετέχει και να διεκδικείται και από τις δύο αυτές Νομοθεσίες (της φύσης και του Λόγου). Ο νόμος του “Λόγου” (η Ηθική) εκδηλώνεται μέσω της αδέκαστης συνείδησης, όπως ο νόμος της φύσης μέσω του συναισθήματος. Και αν ο Λόγος είναι εκείνο που κάνει τον άνθρωπο, το αίσθημα είναι εκείνο που τον καθοδηγεί.

την τελευταία αυτή φράση είχε γράψει ο Jean-Jacques Rousseau στο μυθιστόρημα του: “Julie ou la Nouvelle Héloïse”.

Την αντικειμενική έννοια της “Ομορφιάς”, που ένας αιώνιος μέγας νόμος την έχει συνάψει με την τελειότητα και περαιτέρω με την απόλαυση, ο Σίλλερ την αντιλαμβάνεται ως την μόνη δυνατή εκδήλωση της ελευθερίας στο πεδίο των φαινομένων. Ολόκληρη η μαγεία της στηρίζεται στο μυστικό της. Στην ομορφιά αισθανόμαστε ελεύθεροι, διότι οι αισθησιακές ορμές συνάδουν με τον νόμο του Λόγου. Στο ωραίο εναρμονίζονται ο Λόγος και η αισθητικότητα.

Η ομορφιά είναι το αποτέλεσμα της ελεύθερης ενατένισης και με αυτήν εισερχόμαστε στον κόσμο των Ιδεών, χωρίς να χρειάζεται προς τούτο να εγκαταλείπουμε τον αισθητό κόσμο, όπως συμβαίνει κατά τη γνώση της αλήθειας. Η ομορφιά είναι αποτέλεσμα συμφωνίας πνεύματος και αισθήσεων και έχει λάτρεις, εραστές όμως έχει μονάχα η γοητεία! Για τον άνθρωπο, που βρίσκεται υπό τον καταναγκασμό είτε της ύλης, είτε της μορφής, η γοητευτική ομορφιά αποτελεί ανάγκη.

Πρωτοποριακά, όπως σε τόσες άλλες σκέψεις, την τέλεια Ωραιότητα, την είχε ταυτίσει ο Πλάτων με την «Ιδέα του Καλού»… Στο «Συμπόσιο» λέει η Διοτίμα:

Διοτίμα: Η σοφή ιέρεια από την Μαντίνεια της Αρκαδίας, που δίδαξε στον Σωκράτη, κατά ομολογία του ίδιου, τα μυστήρια του Έρωτος ως πόθου και ως κινήτρου για το ωραίο και το αληθινό.

«Ο πραγματικός βίος που αρμόζει στον άνθρωπο είναι ο βίος της θέασης της μοναδικής και απόλυτης ωραιότητας… γιατί τότε επιτέλους η ψυχή νυμφεύεται την καθαυτό ουσία της πραγματικότητας. Έτσι, και μόνον έτσι, εξασφαλίζεται αληθινά η αθανασία»!

Ο Σίλλερ διακηρύσσει, ότι η καλαισθησία οδηγεί την γνώση από τα μυστήρια της επιστήμης προς τον ανοιχτό ουρανό της κοινής αίσθησης, και μετατρέπει ό,τι ήταν κτήμα ολίγων – εκλεκτών σε κοινό αγαθό ολόκληρης της ανθρώπινης κοινωνίας. Αναπτερωμένη από την καλαισθησία, ακόμα και η δουλική – μισθωτή εργασία υψώνεται πάνω από τις στάχτες της, και τα δεσμά της δουλοπαροικίας καταρρέουν σαν τ’ αγγίξει η ράβδος της.

Αποστολή και σκοπό της “Τέχνης”, που συστατικό της στοιχείο έχει την “επίφαση”, ο Σίλλερ θεωρεί, όχι απλά την παρουσίαση αισθητών πραγμάτων, αλλά την αναπαράσταση ή εξεικόνιση του Απείρου και του Απολύτου. Τελικό σημείο, στο οποίον συνύφαινε τα πάντα, ήταν η κατάκτηση της ολότητας στην ανθρώπινη φύση, περαιτέρω η συνένωση των πάντων σε Εν-Όλον. Συνεπώς, η (αληθινή) Τέχνη δεν αποβλέπει σ’ ένα παροδικό παιχνίδισμα, ή στη προσφορά ενός στιγμιαίου ονείρου ελευθερίας, παρά στη μόνιμη, αληθινή, πραγματική απελευθέρωση του ανθρώπου!

Κάθε Τέχνη είναι αφιερωμένη στη χαρά, και δεν υπάρχει αποστολή σπουδαιότερη από αυτή που κάνει τους ανθρώπους ευτυχισμένους. Εκείνη, μονάχα, η Τέχνη είναι σωστή, αυτή που προσφέρει την υπέρτατη απόλαυση.

Το 1785 ο Σίλερ συνέθεσε το ποίημα “Ωδή στη Χαρά” / “Ode an die Freude”, 108 στίχων. “Χαρά, όμορφη σπίθα των θεών…”. Μελοποιήθηκε από τον Μπετόβεν το 1824, ο οποίος την ενέταξε στο τέταρτο – τελευταίο μέρος της ενάτης συμφωνίας του. Έχει καθιερωθεί σαν ο ύμνος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το “Ωραίο” παρατηρεί ο Σίλλερ να είναι διαφορετικό και από το ευχάριστο και από το καλό, καθόσον δεν αποτελεί αντικείμενο ούτε αισθησιακών επιθυμιών, ούτε ηθικών διαθέσεων. Είναι μια μορφή η οποία δεν απαιτεί καμία εξήγηση, ή μια μορφή που εξηγείται δίχως έννοιες. Το “Ωραίο” προσφέρει υπηρεσίες μονάχα στον άνθρωπο, ενώ το “Υψηλό” στον “καθαρό δαίμονα”, τον εντός του. Το δε ζευγάρωμα του υψηλού με το ωραίο, είναι αυτό μόνο που ολοκληρώνει τον άνθρωπο μέσα στο φυσικό κόσμο. Και επειδή όλη η μαγεία του υψηλού και του ωραίου έγκειται μόνον στην επίφαση, και όχι στο περιεχόμενο, γι’ αυτό και η Τέχνη έχει όλα τα πλεονεκτήματα της φύσης, δίχως να βαρύνεται με τα δεσμά της.

Η ίδια η φύση πίστευε ο Σίλλερ δεν είναι παρά μία ιδέα του πνεύματος, η οποία ποτέ δεν εμφανίζεται στις αισθήσεις. Κείται κάτω από το κάλυμμα των φαινομένων, αλλά η ίδια ποτέ δεν καθίσταται φαινόμενο.

Μόνη η τέχνη του ιδεώδους έχει το χάρισμα, ή μάλλον την αποστολή, να συλλαμβάνει το πνεύμα τούτο του σύμπαντος και να το δεσμεύει σε μια υλική μορφή. Η ίδια η τέχνη δεν μπορεί ποτέ να εμφανίζει το πνεύμα αυτό στις αισθήσεις, όμως μπορεί – με την δημιουργική της ισχύ – να μας το παρουσιάζει στην φαντασία και να γίνεται έτσι πιο αληθινό από κάθε πραγματικότητα και πιο πραγματικό από κάθε εμπειρία… Φανερό ότι πάμπολλες φορές η φαντασία των ρομαντικών ποιητών – φιλοσόφων καταντά “αχαλίνωτη” και ο Σίλλερ, μη διστάζοντας να το αναγνωρίσει, επισημαίνει:

– Σε δύο επιστολές του στον Γκαίτε (1795), παραδέχεται ότι το “παρακάνουν” με τις ιδεοληψίες και τη μεταφυσική.

«Παρ’ όλη τη φαντασιόπληκτη αυτονομία μας, είμαστε βέβαια δεμένοι στις δυνάμεις της φύσης. Και τι ωφελεί η βούληση μας, όταν μας απαρνείται η φύση;».

«Η φιλοσοφία παρουσιάζεται πάντοτε γελοία, όταν θέλει με δικά της μέσα, χωρίς να παραδέχεται την εξάρτηση της από την εμπειρία, να επεκτείνει τη γνώση και να δίνει νόμους στον κόσμο»!

– Στην 8η επιστολή του, ο Σίλλερ γράφει:

«…Διότι, που άραγε οφείλεται τούτη, η τόσο γενική ακόμη κυριαρχία των προκαταλήψεων και τούτο το σκοτείνιασμα του ανθρώπινου νου, παρ’ όλο το φως που διέδωσαν η φιλοσοφία και η εμπειρία;

Η εποχή είναι διαφωτισμένη, δηλ. ανακαλύφθηκαν και έγιναν κοινό κτήμα οι γνώσεις, οι οποίες θα αρκούσαν να διορθώσουμε τουλάχιστον τις πρακτικές μας αρχές.

Το πνεύμα της ελεύθερης έρευνας διέλυσε τις φαντασιόπληκτες έννοιες, οι οποίες εμπόδιζαν επί μακρόν την πρόσβαση προς την αλήθεια, και κλόνισε το θεμέλιο στο οποίο έκτιζαν τον θρόνο τους ο φανατισμός και η απάτη.

Ο Λόγος αποκαθάρθηκε από τις πλάνες των αισθήσεων και από μιαν απατηλή σοφιστική, και η ίδια η φιλοσοφία που κάποτε μας απέσπασε πρώτη από αυτήν, μας ανακαλεί τολμηρά και χωρίς καθυστέρηση στην αγκαλιά της φύσης – Όμως, που οφείλεται ότι εξακολουθούμε ακόμη να είμαστε βάρβαροι;

Επειδή, λοιπόν, δεν οφείλεται στα πράγματα, θα πρέπει να υπάρχει κάτι στις ψυχές των ανθρώπων που να εμποδίζει την πρόληψη της αλήθειας, όσο φωτεινά κι’ αν λάμπει, καθώς και την αποδοχή της, όσο ζωντανά κι’ αν πείθει.

Ένας αρχαίος σοφός (ο Οράτιος, βλ. σημείωση μας για τον Καντ) το αισθάνθηκε, βρίσκεται κρυμμένο στην πολυσήμαντη έκφραση: “Sapere aude” / Τόλμησε να είσαι σοφός. Απαιτείται γενναία προσπάθεια για να πολεμήσεις τα εμπόδια που αντιπαραθέτουν στην μάθηση τόσο η αδράνεια της φύσης όσο και η δειλία της καρδιάς…».

Φρ. Σίλλερ: “Περί της αισθητικής παιδείας του ανθρώπου σε μια σειρά επιστολών”. (Μετάφραση – Σημειώσεις – Επιλεγόμενα: Κ. Ανδρουλιδάκης)

Για μια συνολική αποτίμηση του Φρ. Σίλλερ, όσον αφορά τις φιλοσοφικές του αντιλήψεις, βλέπε στον επίλογο μας την επιστολή του στον W. Humboldt (1805).

Ο Σίλερ επίσης, όρισε την ομορφιά σαν “φύση κατά συμφωνία με την Τέχνη” και όπως γράψαμε, σαν την “ελευθερία στο φανέρωμα (δηλ. στην εμφάνιση-παρουσίαση)”. Αυτό υποδηλώνει ότι η “αισθητική εποπτεία” συλλαμβάνει το αντικείμενο της, χωρίς να το υποτάσσει στους κανόνες της διάνοιας που τελεί την γνωστική πράξη.

Συχνά όταν αναφέρεται στην Ομορφιά, το είδαμε και στο ποίημα «Οι Καλλιτέχνες», επικαλείται την Αφροδίτη, την θεά της ομορφιάς και του έρωτα. Την Αφροδίτη διακρίνει σε “Ουρανία”, και “ Κυθέρεια (Πάνδημο)”, όπως ο Πλάτωνας επινόησε αυτόν τον τεχνητό διαμερισμό, στο έργο του: «Συμπόσιο» (ή περί έρωτος και παιδείας).

Η πρώτη (η “Ουρανία”) είναι η ηγερία της εξιδανικευμένης ομορφιάς, η δεύτερη (η “ Κυθέρεια / ή Πάνδημη”) η προστάτιδα του σαρκικού έρωτα. Και βέβαια ο Σίλλερ αναφέρεται στην “Ουρανία” (Αφροδίτη), όταν εγκωμιάζει την ομορφιά της Τέχνης.

Αργότερα, ο Σοπενχάουερ (Arthur Schopenhauer, 1778 – 1860) θα διατυπώσει εντελώς ανάλογες ιδέες, γράφοντας πως:

– Η απόλαυση του Ωραίου είναι η θεώρηση του αντικειμένου ανεξάρτητα από την “Αρχή του αποχρώντος λόγου”.

Κατά την “Αρχή του αποχρώντος λόγου” καμία έννοια έχει κύρος, αν δεν έχει λόγο που να πείθει για την αλήθεια της (αποχρώντα λόγο).

– Η ευτυχία που συνδέεται με την αισθητική απόλαυση συνιστά υπέρβαση της γεμάτης δυστυχία “βούλησης για ζωή (Wille zum Leben)”.

Με το ποίημα του “Οι καλλιτέχνες”, ο Σίλλερ έδειξε να έχει στρέψει το ενδιαφέρον του στη σπουδαιότητα όχι μόνον του Ωραίου και της Τέχνης, δηλ. δεν περιορίστηκε αποκλειστικά στον χώρο της αισθητικής, αλλά απλώθηκε και στο ευρύτερο πλαίσιο της έλλογης ζωής του ανθρώπου και στην ιστορική ανέλιξη του. Και βέβαια, σε όλα τα επόμενα έργα του, υπήρξε εκτενής, αναλυτικός, στο έπακρον ποιητικός-γλαφυρός.

Κατά τον Σίλλερ, η επαφή με το ωραίο εκλεπτύνει το συναίσθημα και βαθμιαία εξαφανίζει την φυσική τραχύτητα του ανθρώπου, η δε Αισθητική είναι κατάσταση εντελώς ανιδιοτελής. Στην “Αισθητική Πολιτεία” του, όπου οι πάντες αποκτούν ίσα δικαιώματα και με τους πιο ευγενείς, εκπληρώνεται το ιδεώδες της ισότητας.

Η Ποίηση είναι σχεδόν η μόνη που συνενώνει τις διασπασμένες δυνάμεις της ψυχής, αποκαθιστώντας ολόκληρο τον άνθρωπο εντός μας. Η ποιητική τέχνη είναι η μόνη που στέκει ψηλότερα από οτιδήποτε επιδεικνύει η πραγματικότητα. Η Ποίηση δεν πρέπει ποτέ να καθιστά ερμηνεύτρια της την λογιοσύνη, ούτε να κάνει συνήγορο της την ιδιοτέλεια. Πρέπει να αγγίζει την καρδιά, γιατί ρέει απ’ την καρδιά.

Η ύψιστη φιλοσοφία καταλήγει σε μια ποιητική ιδέα, το ίδιο η ύψιστη ηθικότητα, η ύψιστη πολιτική. Εκείνο που υπαγορεύει και στις τρεις αυτές το ιδεώδες είναι το ποιητικό πνεύμα, η δε προσέγγιση σ’ αυτό συνιστά την υπέρτατη τελειότητα τους! Η Τέχνη συσταίνει το έδαφος θεμελιώσεως της Επιστήμης, όπως και της Ηθικότητας, η δύναμη της οποίας, κυριαρχώντας επί των ορμών, παράγει την ελευθερία του πνεύματος.

Ο Καντ (στην Ηθική του) εισηγείται την άκαμπτη θρησκεία και την ιδέα του καθήκοντος με περισσή σκληρότητα, ο Σίλλερ όμως διερωτάται… “Πως είναι δυνατόν να συνυπάρχουν τα αισθήματα της ομορφιάς και της ελευθερίας, εκεί που ένα αυστηρό πνεύμα ηθικού νόμου καθοδηγεί τον άνθρωπο περισσότερο με τον φόβο παρά με την πίστη”;

Έτσι, στη θέση της, άτεγκτου αυστηρότητας, Καντιανής Ηθικής, ο Σίλλερ προτείνει έναν Αισθητικό Ανθρωπισμό, και ζητά από τον άνθρωπο – όχι απλά να επιτελεί επί μέρους ηθικές πράξεις, αλλά – να είναι ένα ηθικό όν. Τα δε ευγενέστερα εργαλεία που χρησιμοποιεί προς τούτο είναι η Επιστήμη, η Ποίηση και η Τέχνη.

Το Ωραίο οδηγεί τον ηθικό και πνευματικό πολιτισμό έως την τελειότητα. Χωρίς αυτό θα υπήρχε μια διαρκής διαμάχη μεταξύ του φυσικού και του έλλογου προορισμού μας. Τέλειος άνθρωπος είναι ο ευτυχισμένος. Η τελείωση (εξευγενισμός) του ανθρώπου είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για την “ομοίωση του προς τον θεό”, που συνιστά και τον προορισμό του! (Βλ. και Πλάτωνα “Θεαίτητος”, 176b:.. ὁμοίωσις θεῷ κατὰ τὸ δυνατόν…).

Τέτοιου είδους αντιλήψεις προβάλλει στο ποίημα του: «Οι Καλλιτέχνες», και, αναλυτικά επεξεργασμένες, στα άλλα έργα του, όπως π.χ. στις “Επιστολές για την αισθητική παιδεία του ανθρώπου”…

Πρόκειται για μια σειρά 27 επιστολών, οι οποίες συνιστούν το κυριότερο φιλοσοφικό έργο του στοχαστή – ποιητή. Κύριο θέμα προβάλλει σ’ αυτές τις επιστολές την ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ, μέσα στην ιδεαλιστική φιλοσοφία, όμως περιλαμβάνει και τις γενικότερες αντιλήψεις του για την μεταφυσική, την πολιτική, την ιστορία, την ανθρωπολογία.

Ακόμα, με αφετηρία την ηθική του (την, ως είδαμε, βασισμένη στην αισθητική), στα δοκίμια του για την “Απλοϊκή και συναισθηματική ποίηση”, αναπτύσσει, με εντελώς ιδιότυπο τρόπο, μια φιλοσοφία και για την ιστορία. Συγκεκριμένα, διακρίνει τις ιστορικές εποχές, και τα λογοτεχνικά είδη, με βάση τη διαφορετική σχέση του πνεύματος με το βασίλειο της φύσης και της ελευθερίας. “Αρκαδική”, ονομάζει την κατάσταση όπου ο άνθρωπος πράττει το ηθικά σωστό, παρακινημένος από το ένστικτο του μόνον, ενώ “Ηλύσια” εκείνην, όπου η φύση του ανθρώπου έχει τόσον εξευγενιστεί, ώστε η βούληση του να έχει αφομοιώσει τον ηθικό νόμο.

Ο Schiller είχε εξιδανικεύσει την (Ελληνική) αρχαιότητα, όπως οι ρομαντικοί είχαν εξιδανικεύσει τον Μεσαίωνα, τον δε Έλληνα, τον εννοεί να είναι μέρος της φύσης. Την φύση, ο αρχαϊκός – απλοϊκός (αφελής) ποιητής παρουσιάζει στα έργα του όπως ακριβώς είναι, απλά την μιμείται, ο ψυχικός κόσμος του ποιητή δεν αποτυπώνεται. Αντίθετα, ο νεότερος άνθρωπος, λέει ο Σίλλερ, αισθάνεται τη φύση σαν χαμένο παράδεισο, ο δε σύγχρονος – συναισθηματικός ποιητής, στοχαζόμενος πάνω στην εντύπωση που του κάνουν τα πράγματα, προβάλλει την φύση, όπως αυτή αντανακλάται μέσα του. Από το στοχασμό αυτό αναφύεται και η συγκίνηση, που πρώτα αισθάνεται ο ίδιος ο ποιητής και στη συνέχεια μεταδίδει και σε ‘μας.

Ύψιστο συγκερασμό των παραπάνω δύο (αντιθέτων) επόψεων – όπερ συνιστά και την υπέρτατη τέχνη – έχουμε, θεωρεί ο Σίλλερ, όταν ο απλοϊκός (αφελής) ποιητής αφηγείται και το συναισθηματικό του στοιχείο, διότι σκοπός της ποιήσεως είναι να εκφράσει με πληρότητα την ανθρώπινη φύση, κι’ αν δεν το καταφέρει δεν έχουμε ποίηση, ούτε ποιητές. Από την πιο πάνω αναφορά του Σίλλερ για τους δύο διαφορετικούς ποιητές (τον αρχαίο-αφελή και τον σύγχρονο-συναισθηματικό), αποκαλύπτεται και το χαρακτηριστικό γνώρισμα της μεθόδου που χρησιμοποιεί στις αναλύσεις που κάνει, που δεν είναι άλλο, παρά μια “Διαλεκτική” των εννοιών.

Σύμφωνα με αυτήν, την “Διαλεκτική” των εννοιών, ο Σίλλερ μελετά ένα ζήτημα, και τις ποικίλλες πτυχές του εκθέτει και αναπτύσσει κατά ζεύγη αντιθέτων εννοιών, ή αντιμαχομένων δυνάμεων (όπως: φύση – πνεύμα, αισθήσεις – λόγος, ύλη – μορφή, αρχαϊκός – σύγχρονος, κ. ά.). Παντού, μια θεμελιακή αντίθεση εμφιλοχωρεί. Προάγει, όμως, την ανάγκη της άρσης, το αίτημα της αναίρεσης των αντιθέσεων και τη σύνθεση τους σε ένα ανώτερο επίπεδο. Το μότο του είναι: «Η Φύση ενώνει – Ο Νους χωρίζει – ο Λόγος ενώνει ξανά» κ.ο.κ.

Ο Σίλλερ έχει αναγορευτεί, επίσης, ως ο κυριότερος συνδετικός κρίκος μεταξύ της ελληνικής και της γερμανικής φιλοσοφίας. Λάτρεψε την Ελλάδα, έχοντας την χαρακτηρίσει ως «… το πιο χρηστό από όλα τα έθνη της αρχαιότητας, στο οποίο το αίσθημα της ομορφιάς πέτυχε συγχρόνως την ύψιστη ανάπτυξη του…», ενόσω στα έργα του προβάλλει και την μορφή του “μεγάλου φίλου” του, του “σύγχρονου–αρχαίου Έλληνα”. Με βάση τέτοιες, ιδεαλιστικές αντιλήψεις, δημιουργήθηκε και δυνάμωσε το Ρομαντικό κίνημα του 19ου αι., ενώ από τότε καθιερώθηκαν και οι όροι: «Κλασικός» και «Ρομαντικός».

Επίσης, ο Σίλλερ, αντιλαμβάνεται τον κόσμο ως ένα πεδίο σύγκρουσης των φυσικών δυνάμεων τόσον αναμεταξύ τους, όσο και με την ελευθερία του ανθρώπου, η δε ιστορία αφηγείται τα επεισόδια του αγώνα αυτού. Το υπέρτατο ιδεώδες για το οποίον μοχθούμε, συνίσταται στο να παραμένουμε σε αγαθή συνεννόηση με τον φυσικό κόσμο, ως τον θεματοφύλακα της ευδαιμονίας μας, χωρίς όμως συγκρούσεις με τον ηθικό κόσμο, που καθορίζει και την αξιοπρέπεια μας.

Ο Σίλλερ πρέσβευε ότι αποστολή του ελεύθερου ανθρώπου, που είναι ο ηθικά μορφωμένος, είναι να αποτινάξει την εξουσία των ηθών και της παράδοσης και να ακολουθήσει τις δικές του ορμές και την δική του κρίση, πνευματικά ανερχόμενος….

Ο ιδεαλιστής άνθρωπος, πίστευε, επιδιώκει πάνω απ’ όλα την ελευθερία, ακόμα και σε βάρος της ευημερίας του. Αγωνίζεται να ξεπεράσει την αισθητή ζωή και το παρόν, διότι τον αφορά μόνον το Όλον και η Αιωνιότητα.

Ο ρεαλιστής άνθρωπος, σε αντίθεση, θέτει σαν σκοπό της ζωής του την Ευημερία, ενώ ποτέ δεν διευρύνει τον κύκλο της ανθρώπινης φύσης πέραν των αισθητών πραγμάτων.

Βέβαια, κανείς άνθρωπος δεν πρέπει να εξαναγκάζεται. Όπως έλλογα πράττει όλη η φύση, έτσι και στον άνθρωπο ανήκει το προνόμιο να πράττει έλλογα, με συνείδηση και βούληση. Και ο πολιτισμός, που κερδίζεται μέσω της αισθητικής παιδείας / ηθικής καλλιέργειας, θα είναι αυτός που θα απελευθερώσει τον άνθρωπο και θα τον βοηθήσει να γίνει ικανός, ώστε να επιβάλλει την βούληση του και να εκπληρώσει την ουσία του…..

Ο Σίλλερ, προχώρησε ακόμα παραπέρα, με τον οίστρο που τον διακατείχε! Στους «Λόγους προς το Γερμανικό έθνος» εξυμνεί τον λαό του, που μόνος αυτός έχει διατηρήσει την αρχική καθαρότητα του, και του δίνει ως προορισμό να εγκαθιδρύσει το αληθινό κράτος του πολιτισμού. Μάλιστα, καλεί το λαό του να στοχαστεί αυτόν τον προορισμό, από τον οποίον εξαρτάται η μοίρα της Ευρώπης, αντλώντας από τον εαυτό του, τις δυνάμεις που θα οδηγήσουν στο “βασίλειο του λόγου”, που θα ξαναδώσουν στον κόσμο ελευθερία!

Οι περί αισθητικής ιδέες του Σίλλερ βρήκαν πρόσφορο έδαφος και επεξετάθησαν. Επηρέασαν καθοριστικά πλειάδα στοχαστών και ποιητών του 19ου αι. σε όλο τον κόσμο. Δημιουργήθηκε (παρακλάδι) η “Φιλοσοφία της Τέχνης”. Η ιδεολογία του “αισθητικού λόγου”, σύντομα, με τον Φρίντριχ Σέλλινγκ κυριάρχησε σε όλο το σύστημα της Γερμανικής φιλοσοφίας, ενταγμένη στον “υπερβατικό ιδεαλισμό” του. Ο Φρ. Σέλλινγκ διακήρυξε ότι ο αισθητικός λόγος είναι ο ακρογωνιαίος λίθος του Ιδεαλιστικού συστήματος…

Η ανώτατη σύνθεση κάθε έλλογης δραστηριότητας αναζητείται στην “άσκοπη σκοπιμότητα” της δημιουργίας, που προϊόν της είναι η “ελευθερία στην έκφραση”. Η επιστήμη και η ηθικότητα είναι μονομερείς, μη ολοκληρωμένες, εκφάνσεις του υποκειμενικού λόγου. Μόνο η Τέχνη έχει, σε κάθε δημιούργημα της, την πληρότητα του “πραγματοποιημένου λόγου”. Το καλλιτέχνημα είναι το φαινόμενο, στο οποίον ο “λόγος” έχει κατακτήσει την πιο καθαρή και την πιο ολοκληρωμένη εξελικτική βαθμίδα. Συμπερασματικά: “Η Τέχνη είναι το αληθινό όργανο της φιλοσοφίας”.

Μεταξύ των πολλών συγγραφέων που ύμνησαν το “ωραίο”, ας αναφερθούν οι: Φρίντριχ Νίτσε: “Μόνο σαν αισθητικό φαινόμενο δικαιώνεται η ύπαρξη και ο κόσμος” (“Die Geburt der Tragödie” / Η γέννηση της τραγωδίας, 1872).

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι: “Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο” (“ο Ηλίθιος”, 1869).

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Από γράμμα του Σίλλερ στον Wilhelm von Humboldt (1805):

“Η ψιλή θεωρητική φιλοσοφία, εάν με είχε ποτέ δικό της, με έδιωξε με τις κούφιες στερεότυπες διατυπώσεις της. Στο χέρσο τούτο χωράφι δεν βρήκα ούτε ζωντανή πηγή, ούτε τροφή για μένα. Αλλά οι βαθιές θεμελιώδεις ιδέες της ιδεοκρατικής φιλοσοφίας παραμένουν αιώνιος θησαυρός, και έστω και μόνο χάρις σ’ αυτές πρέπει να θεωρεί κανείς τον εαυτό του τυχερό που έζησε στην εποχή μας”.

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ: Ο Φρίντριχ Σίλερ έζησε, κατά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, σε μεγάλη οικονομική στενότητα και ασθενής. Πέθανε σε ηλικία 45 ετών από φυματίωση και πνευμονία. Ο Ελβετός ποιητής C. F. Meyer έγραψε για την κηδεία του το πιο κάτω ποίημα:

«Δύο θαμποί ασήμαντοι πυρσοί, που η καταιγίδα που μαίνεται
και η βροχή ανά πάσα στιγμή απειλούν να σβήσουν.
Ένα σάβανο που κυματίζει. Ένα φτηνό φέρετρο από πεύκο.
Χωρίς ένα στεφάνι – ούτε οι φτωχότεροι – και χωρίς ακολουθία.
Σαν έγκλημα να στάλθηκε γρήγορα στο λάκκο!
Οι νεκροπομποί στήθηκαν μπροστά.
Ένας άγνωστος μόνος,
γύρω από τον οποίο κυμάτιζε ένας μανδύας με πλατύ αρχοντικό πτύχωμα.
Ακολούθησε η σορός,
ήταν το Πνεύμα της Ανθρωπότητας».

Ηράκλειτος: Η οντολογική διαδρομή του ανθρώπου: Γέννηση ‒ Ζωή ‒ Θάνατος

Ηράκλειτος ο Εφέσιος

Η οντολογική διαδρομή του ανθρώπου: Γέννηση ‒ Ζωή ‒ Θάνατος

§1

Εμείς οι άνθρωποι κινούμαστε ανάμεσα σε αντίθετες καταστάσεις, που αλληλοσυμπληρώνονται και συγκροτούν ένα Όλο. Πρόκειται για καταστάσεις εσωτερικά συνδεόμενες και όχι εξωτερικά παρατιθέμενες. Τέτοιες είναι εδώ: η κατάσταση της έγερσης, δηλ. όταν είμαστε ξυπνητοί, και η κατάσταση του ύπνου. Κοινή ενέργεια, που συσχετίζει τις δυο καταστάσεις, είναι αυτή του βλέπειν (:ὁρέομεν). Τούτη η ενέργεια λαμβάνει χώρα υπό δυο αντιθετικές καταστάσεις. Όταν είμαστε ξυπνητοί, το Είναι μας τελεί σε κατ’ αίσθηση διασκορπισμό, με αποτέλεσμα να επέρχεται θάνατος του Ενός.

Κείμενο-μετάφραση

B 21
Οὐχί καὶ Ἡράκλειτον θάνατον τὴν γένεσιν καλεῖ... ἐν οἶς φησι· θάνατός ἐστιν ὁκόσα ἐγερθέντες ὁρέομεν, ὁκόσα δὲ εὕδοντες ὕπνος.

Μήπως και ο Ηράκλειτος δεν αποκαλεί τη γέννηση θάνατο … με τούτα που λέει: θάνατος είναι όσα βλέπουμε όταν είμαστε ξύπνιοι, ενώ ύπνος είναι όσα βλέπουμε όταν κοιμόμαστε.

§2 Ερμηνεία ‒ κατανόηση

α) θάνατός ἐστιν ὁκόσα ἐγερθέντες ὁρέομεν:

Ο θάνατος είναι κάτι το ακίνητο, το αμετάβλητο, το αδρανές, το παγιωμένο, αυτό που δεν επιδέχεται καμιά αλλαγή ή αντικατάσταση. Γιατί; Επειδή αυτά που βλέπουμε συνιστούν την αμετάβλητη, τη νεκρή όψη των αισθητών πραγμάτων και όχι την ενδότερη ουσία τους, την αεικίνητη ψυχή τους: το αείζωον πυρ. Στη θέασή μας εμπίπτει το προσλαμβανόμενο ως μια άμεση κατάσταση στο χώρο και τον χρόνο. Χέγκελ: ένα τώρα και ένα εδώ που είναι και συγχρόνως δεν είναι. Πρόκειται, στ’ αλήθεια, για εκείνο που απλώς είναι, που δεν έχει συλληφθεί στην έννοιά του, δηλ. στην ολοκλήρωση της εννοιολογικής του κίνησης:

«Η κατ’ αίσθηση βεβαιότητα φαίνεται η πιο αληθινή· γιατί δεν έχει τίποτα αποκλείσει από το αντι-κείμενο, αλλά το έχει εμπρός της σε όλη του την πληρότητα. Στην πράξη όμως αποκαλύπτεται ως η πιο αφηρημένη και φτωχή αλήθεια. Για ό,τι γνωρίζει αποφαίνεται μόνο τούτο: αυτό είναι· και η αλήθεια της εμπεριέχει μόνο το Είναι του Πράγματος».

Η εγελιανή κίνηση ή η μεταβολή, με βάση την έννοια, ήτοι τη σκέψη και το πνεύμα, που δεν υφίσταται διάψευση ή φθορά όπως το κατ’ αίσθηση υπαρκτό, στον Ηράκλειτο είναι ακριβώς το ίδιο:

«ο Ηράκλειτος λέει ότι ο κόσμος γίνεται όχι με βάση το χρόνο, αλλά με βάση τη σκέψη» (10.5. Αέτιος ΙΙ 4,3).

Η αλλαγή, η μεταβολή ιδιάζει στη βαθύτερη ουσία του πράγματος, στην άφθαρτη ψυχή, που δεν είναι ορατή δια γυμνού οφθαλμού, γιατί είναι απαλλαγμένη από την επενέργεια των αισθήσεων (διδασκαλία, 20). Ορατή είναι μόνο η εξωτερική εκδήλωση της υγρής ή της ξηρής ψυχής, όχι η ίδια η ψυχή. Η ψυχή παραπέμπει στην αυτοκινησία (απ. 115) και ως τέτοια είναι η ζωή, η κίνηση ή η αλλαγή των ζωντανών σωμάτων. Τα αισθητά πράγματα γεννιούνται και πεθαίνουν. Είναι εξαφανιζόμενα μεγέθη. Τείνουν ολοταχώς προς τον θάνατο.

β) ὁκόσα δὲ εὕδοντες ὕπνος:

Στον ύπνο δεν βλέπουμε τίποτα το πραγματικό. Το μόνο πραγματικό είναι ότι κοιμόμαστε. Αλλ’ αυτό δεν το βλέπουμε. Αυτό που βλέπουμε είναι μόνο όνειρα. Αυτά όμως είναι φαντασιακές εικόνες, κάτι δηλαδή μη-πραγματικό. Σημειωτέο πως ο Ηράκλειτος δεν υιοθετεί την ομηρική αντίληψη ότι τα όνειρα έχουν πραγματική υπόσταση, είναι πραγματική ενέργεια. Ιδιάζουν απλώς, ως κάτι το απατηλό, στο φαινόμενο του ύπνου και από μόνα τους δεν είναι πραγματικά ούτε απηχούν την εξωτερική πραγματικότητα. Όσα συμβαίνουν πραγματικά, όσα συνάπτονται με την αντικειμενική πραγματικότητα, ο ύπνος δεν μπορεί να μας κάνει να τα δούμε, όπως ακριβώς δεν μπορεί ούτε η αισθητηριακή βλέψη, που είναι θάνατος, όταν είμαστε ξύπνιοι, παρά μόνο ο καθολικός Λόγος, η νοούσα ψυχή που συλ-λαμβάνει δια του βλέμματός της τη ζωή. Επομένως, ο ύπνος είναι μια μη-πραγματικότητα για την ψυχή που νοεί και κινεί τη ζωή.

§3 Οι καθεύδοντες είναι ζωντανοί-νεκροί


Στο παρακάτω απόσπασμα (Β20) ο Ηράκλειτος διερευνά το γίγνεσθαι ζωής και θανάτου, ένα γίγνεσθαι που το γνωρίζουμε ως κύκλο της ζωής και ως όδευση προς τον θάνατο. Ενώ κανένας δεν μπορεί να αποφύγει αυτό το γίγνεσθαι, οι καθεύδοντες [=οι κοιμισμένοι] παραμένουν αδρανείς, κατακερματισμένοι, αυτο-αποσυντιθειμένοι κατά τον κύκλο της ζωής τους και περιμένουν άδοξα το θάνατό τους, τη φθορά τους. Το μόνο που «κατορθώνουν» μέσα στην αδράνεια της ζωής τους είναι να την διαιωνίζουν με την αναπαραγωγή των παιδιών:

Ι. κείμενο
Ἡράκλειτος γοῦν κακίζων φαίνεται τὴν γένεσιν, ἐπειδάν φῇ· γενόμενοι ζώειν ἐθέλουσι μόρους τ᾽ ἔχειν μᾶλλον δὲ ἀναπαύεσθαι καὶ παῖδας καταλείπουσι μόρους γενέσθαι.

ΙΙ. μετάφραση
Ο Ηράκλειτος λοιπόν φαίνεται να κακίζει τη γέννηση, όταν λέει: αφού γεννηθούν, θέλουν να ζήσουν και να υποστούν τη μοίρα του θανάτου ή μάλλον ν' αναπαύονται· κι αφήνουν πίσω τους παιδιά για να γίνουν κι αυτά θύματα του θανάτου.

§4 Ερμηνεία ‒ κατανόηση

α) γενόμενοι ζώειν ἐθέλουσι μόρους τ᾽ ἔχειν:

Ο Ηράκλειτος φαίνεται να έχει κατά νου εδώ τους πολλούς, που καθεύδουν και οι οποίοι, αφού μπουν στον κύκλο της ζωής, προτιμούν να ζουν την καθημερινή τους ζωή και μόνο αυτή, με νωθρότητα και μέσα στη φιληδονία, δηλαδή κτηνωδώς (απ. 29), περιμένοντας παθητικά την αναπόφευκτη μοίρα και μέρα του θανάτου.

β) μᾶλλον δὲ ἀναπαύεσθαι:

Ι. Η ανάπαυση για τον Ηράκλειτο αποτελεί στοιχείο όχι ξένο προς την αλλαγή, προς την κίνηση και τον περιδινούμενο κύκλο της ζωής. Είναι η ανάπαυση μετά την αλλαγή ή η ανάπαυση εκ της μεταβολής (απ. 84α). Στο πλαίσιο της εγελιανής διαλεκτικής είναι η κατάφαση, μετά τη θέση και την αντίθεση. Είναι η κατάφαση και όχι η σύνθεση, όπως γελοιωδώς παρερμηνεύουν τον Χέγκελ ορισμένοι προφεσόροι ασύλληπτης αμορφωσιάς, που του αποδίδουν το γνωστό αντιεγελιανό σχήμα: θέση ‒ αντίθεση ‒ σύνθεση.

ΙΙ. Οι πολλοί, απεναντίας, εννοούν την ανάπαυση ως ακινησία, ως αδρανοποίηση: επαναλαμβάνουν τα ίδια καθημερινά και δεν σπάνε τον κύκλο της απλής διαβίωσης, για να δώσουν ένα ανώτερο νόημα στη ζωή τους: να αγωνιστούν για την αιώνια δόξα, για «ανώτερους σκοπούς» (απ. 25), όπως κάνουν οι άριστοι, ή για την αλήθεια, όπως κάνουν οι φιλόσοφοι, ξεπερνώντας έτσι το θάνατο. Αρκούνται σε μια παθητική ολοκλήρωση του βιολογικού κύκλου της ζωής τους, με αποτέλεσμα να αφήνονται στην τυχαία εξωτερικότητα και να εξουσιάζονται από τα ίδια τα πράγματα (απ. 84β): είναι ζωντανοί νεκροί.

γ) καὶ παῖδας καταλείπουσι μόρους γενέσθαι:

Διαχωρίζοντας τους πολλούς από τους φιλοσόφους ο Ηράκλειτος επισημαίνει πως κατά την κυκλική κίνηση της ζωής από τη γέννηση προς το θάνατο δεν κάνουν άλλο από το να γεννούν απλώς παιδιά, τα οποία κι αυτά, με τη σειρά τους, προορίζονται να επαναλάβουν τον ίδιο κύκλο της αναπαραγωγής και της αδρανούς ζωής. Αυτοί που γεννιούνται είναι ήδη νεκροί: όχι με το νόημα της γένεσης και της φθοράς, του αναπόφευκτου βιολογικού θανάτου δηλαδή, αλλά ως όντα, που ενώ εκ φύσεως είναι προορισμένα να σκέπτονται, παρ’ όλα αυτά έχουν παραιτηθεί στη ζωή τους από κάθε αγώνα στοχαστικής ανάβλεψης, δηλ. από τον αγώνα για δημιουργία, για ανύψωση πάνω από το φθαρτό τμήμα της ζωής και διάγουν το βίο τους σαν κοιμισμένοι, σαν νεκροί (απ. 73). Έτσι δεν μπορούν να απαλλάξουν τις ψυχές τους από τις συμφορές της γέννησης (απ. 68) και μαθαίνουν να ζουν δια βίου εξαπατώντας και εξαπατώμενοι. Τούτο σημαίνει περαιτέρω πως σε αντίθεση με τους άριστους, δηλ. με τους ανθρώπους που φέρνουν μέσα τους την ικανότητα και την ορμή της δημιουργίας, που αγωνίζονται για να δώσουν βαθύτερα νοήματα στη θνητή τους συνθήκη, οι καθεύδοντες ‒που είναι συνεργοί στο κακο‒ μένουν βουτηγμένοι στο βόρβορο (απ. 13) και αρκούνται να χορταίνουν σαν τα ζώα απ. 29), διαιωνίζοντας έτσι τον κύκλο μιας εντελώς γυμνής ζωής, όπου όλοι και όλα γίνονται βορά του θανάτου.

Ο Αριστοτέλης, η Καρχηδόνα και η έννοια του άριστου

Ο Αριστοτέλης, στο δεύτερο βιβλίο των «Πολιτικών», παρουσιάζει και το πολίτευμα της Καρχηδόνας, αντιπαραβάλλοντάς το με κείνα της Σπάρτης και της Κρήτης, σαν ένα τρίπτυχο, που δημιουργείται από τις ομοιότητες που υπάρχουν: «Φαίνεται ότι και οι Καρχηδόνιοι έχουν ένα καλό και συγκριτικά με τους άλλους από πολλές απόψεις ανώτερο πολίτευμα, το οποίο έχει πολύ μεγάλες ομοιότητες με εκείνο των Σπαρτιατών. Διότι τα τρία αυτά πολιτεύματα, ήτοι της Κρήτης, της Σπάρτης και της Καρχηδόνας μοιάζουν κατά κάποιον τρόπο μεταξύ τους και διαφέρουν πολύ από τα άλλα». 

Οι ομοιότητες με το πολίτευμα της Σπάρτης είναι προφανείς: «Το πολίτευμα των Καρχηδονίων μοιάζει με εκείνο των Σπαρτιατών: τα συσσίτια των διαφόρων συνδέσμων αντιστοιχούν στα λεγόμενα φιδίτια, η αρχή των εκατόν τεσσάρων αντιστοιχεί στην αρχή των εφόρων (αλλά η αρχή των εκατόν τεσσάρων είναι καλύτερη, διότι, ενώ για το αξίωμα του εφόρου μπορεί να εκλεγεί οποιοσδήποτε, για το αξίωμα των εκατόν τεσσάρων εκλέγονται οι άριστοι) και οι βασιλιάδες και οι γερουσιαστές αντιστοιχούν στους βασιλιάδες και τους γερουσιαστές της Σπάρτης». Βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα πολίτευμα που συνδυάζει στοιχεία αριστοκρατικά και ολιγαρχικά: «Το γεγονός ότι οι πέντε άρχοντες, οι οποίοι αποφασίζουν για πολλά και σημαντικά θέματα, εκλέγονται από τα μέλη της τάξης τους και εκλέγουν τα μέλη του συμβουλίου των εκατό (και τεσσάρων) που αποτελεί τον πιο σημαντικό πολιτικό φορέα και η εξουσία τους διαρκεί περισσότερο απ’ όσο εκείνη των άλλων αρχών (διότι ασκούν εξουσία και μετά τη λήξη της θητείας τους και πριν αναλάβουν το αξίωμα) σημαίνει ότι τα στοιχεία αυτά πρέπει να θεωρηθούν ολιγαρχικά, ενώ αντίθετα το γεγονός ότι δεν αμείβονται για τις υπηρεσίες που προσφέρουν και δεν εκλέγονται δια κλήρου πρέπει να θεωρηθούν αριστοκρατικά στοιχεία».

Όμως όταν λέμε ότι οι βασιλείς «εκλέγονται από τα μέλη της τάξης τους», εννοούμε τα καθαρά οικονομικά κριτήρια που καθορίζουν τις τάξεις. Με άλλα λόγια μόνο η οικονομική ελίτ μπορεί να διεκδικήσει αυτό το αξίωμα. Συνυπολογίζοντας ότι είναι αυτοί που «εκλέγουν τα μέλη του συμβουλίου των εκατό» αντιλαμβανόμαστε ότι η ανώτερη οικονομικά τάξη ελέγχει εξολοκλήρου τη στελέχωση των αξιωμάτων, που διαμορφώνουν το πολιτικό σκηνικό: «Το πολιτικό σύστημα των Καρχηδονίων ξεφεύγει από το πλαίσιο της αριστοκρατίας και κλίνει κυρίως προς την ολιγαρχία σύμφωνα μ’ ένα σκεπτικό που αρέσει στο λαό. Νομίζουν δηλαδή ότι τους άρχοντες πρέπει να τους εκλέγουν όχι μόνο με κριτήριο την αρετή αλλά και τον πλούτο. Διότι δεν είναι δυνατόν ένας που είναι φτωχός να ασκεί με επιτυχία το έργο του άρχοντα και να έχει και ελεύθερο χρόνο».

Με δεδομένο ότι ο Αριστοτέλης δείχνει φανερά την προτίμησή του προς τους άριστους, φαίνεται αντιφατικός ο τρόπος που συνδέει την οικονομική επιφάνεια (ως πολιτικό κριτήριο για τη διεκδίκηση των αξιωμάτων) με την ολιγαρχία, από τη στιγμή που και η έννοια της αριστοκρατίας δεν απαλλάσσεται από τα διαπιστευτήρια του ατομικού πλούτου. Στο δεύτερο τόμο από την «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» αναφέρεται: «Στα κράτη που πήραν τη μορφή “πόλεως” κατά τον Η΄ αιώνα π. Χ. αλλά και σε άλλα, σημειώθηκε την ίδια εποχή άνοδος των ευγενών. Σε μερικά μάλιστα εγκαταστάθηκαν από τότε αβασίλευτα αριστοκρατικά καθεστώτα. Οι δύο εξελίξεις όχι μόνο συγχρονίζονται, αλλά και συνδέονται. Οι θεσμικές μεταβολές που κατέστησαν ”πόλεις” τα ελληνικά κράτη έχουν αριστοκρατικό χαρακτήρα. Επεβλήθησαν λοιπόν από τους ευγενείς κατά την εποχή της ανόδου τους και στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκαν από τους ίδιους για τη διεύρυνση των κατακτήσεών τους». Η τάξη των αρίστων, των εκπροσώπων δηλαδή μιας νέας οικονομικής δύναμης, θα λέγαμε των ευγενών, αρχίζει και διεκδικεί το δικό της μερίδιο στην άσκηση της εξουσίας, εκμεταλλευόμενη τη φθορά της βασιλικής εξουσίας, που σταδιακά έχανε το κύρος της: «Ο βασιλικός θεσμός δε διέθετε μέσα αμύνης. Οι Ελληνικές κοινωνίες δεν είχαν θεοποιήσει τους βασιλείς. Αντίθετα, τους έβλεπαν ως εντολοδόχους τους. Επί πλέον, ως πατριαρχικοί άρχοντες μικρών και όχι πλουσίων κοινοτήτων δεν είχαν αποκτήσει μια οικονομική βάση υλικής και ηθικής επιβολής. Δεν είχαν αποτραβηχτεί σε δυσπρόσιτα πολυτελή ανάκτορα, δεν είχαν δημιουργήσει αυλές και πρωτόκολλα, αλλά κυκλοφορούσαν ανάμεσα στους υπηκόους τους. Αυτό το γεγονός όχι μόνον είχε στερήσει το θεσμό από αίγλη, αλλά και εξέθετε στη δημόσια παρατήρηση προσωπικές αδυναμίες των φορέων του βασιλικού αξιώματος».

Η αριστοκρατία είναι η δυναμική διοικητική παρουσία μιας ανερχόμενης τάξης: «Από τη δική της πλευρά, η αριστοκρατία ανερχόταν ως οικονομική δύναμη και έδειχνε όχι μόνο την πρόθεση να μετάσχει ευρύτερα στη διοίκηση των κοινών αλλά και τις απαιτούμενες ικανότητες. Εξάλλου είναι πιθανόν ότι μαζί της συμμάχησε η νέα κοινωνική ομάδα των πλουσίων χωρίς τίτλους ευγενείας που σχηματιζόταν τότε. Έχοντας την πρωτοβουλία και τη δύναμη να επιβάλουν τις θελήσεις τους, οι ευγενείς κατόρθωναν να εισάγουν τις θεσμικές εκείνες μεταβολές που χρειάζονταν, για να αυξήσουν το βάρος και την έκταση της πολιτικής επιρροής τους». Από τη στιγμή που η τάξη των αριστοκρατών διεκδίκησε μέρος στη διαχείριση της εξουσίας, δεν είχε άλλη επιλογή από το να διεκδικήσει και την εικόνα της ηθικής ακεραιότητας ως απαραίτητο συνακόλουθο. Γιατί εξουσία χωρίς την εκ των προτέρων κατοχύρωση της ανωτερότητας είναι δύσκολο να νομιμοποιηθεί: «Στις κοινωνίες που είχε υπόψη του ο Όμηρος, οι ευγενείς λέγονταν ”άριστοι”. Ο λαός δηλωνόταν με τους όρους ”λαός”, ”δήμος”, ”πληθύς”, ”πολλοί”, από τους οποίους όρους οι δύο πρώτοι είχαν και άλλες σημασίες (η λέξη δήμος μάλιστα, έξω από άλλες σημασίες που είχε, κάλυπτε καμιά φορά ευγενείς και λαό μαζί). Διαφορές ανάμεσα σε ευγενείς και μη ευγενείς, πάντα κατά τον Όμηρο, διαπιστώνονται σε πολλούς τομείς. Οι ευγενείς ήταν οι κατεξοχήν πολεμιστές. Οι μη ευγενείς μάχονταν ως συρφετός, χωρίς τεχνική, εξάλλου υστερούσαν και σε σωματική αλκή και σε οπλισμό. Από πολιτική άποψη μόνον ευγενείς αναδεικνύονταν αρχηγοί φατριών και φυλών και έπαιρναν άλλα αξιώματα. Οι αρχηγοί των φατριών και φυλών ή άλλοι από τους γεροντότερους και εμπειρότερους γίνονταν μέλη των συμβουλευτικών σωμάτων. Από την προέχουσα θέση των ευγενών ως πολεμιστών και παραγόντων της πολιτείας απέρρευσε η οικονομική υπεροχή τους. Έναντι των υπηρεσιών που πρόσφεραν σε τομείς τόσο ζωτικούς για την επιβίωση της κοινότητας ελάμβαναν μεγαλύτερα μερίδια κατά τη διανομή γαιών και λαφύρων. Με την πάροδο του χρόνου δημιούργησαν νέες πηγές πλουτισμού. Τα πλεονεκτήματα και τα προνόμια που αναφέραμε πιο πάνω τροφοδοτούσαν το γόητρο των ευγενών. Αλλά στο ίδιο αποτέλεσμα συνέτειναν και άλλοι παράγοντες, όπως η φήμη των προγόνων τους, πραγματικών και μυθικών. Πράγματι, μεταξύ των ευγενών υπήρχε η τάση είτε να ανάγουν την καταγωγή τους σε ήρωες ή σε θεούς είτε να ηρωοποιούν μερικούς από τους ιστορικούς προγόνους τους και να τους αποδίδουν υπεράνθρωπες πράξεις».

Αυτό ακριβώς το δίπολο του πλούτου και της αρετής παρουσιάζεται ως βασική προϋπόθεση για να ανήκει κανείς στην τάξη των αρίστων. Ο Αριστοτέλης όμως, ξεκαθαρίζοντας τις έννοιες, όπως τουλάχιστον ο ίδιος τις αντιλαμβάνεται, αναφερόμενος στο πολίτευμα της Καρχηδόνας γράφει: «Αν λοιπόν η εκλογή με κριτήριο τον πλούτο σημαίνει ολιγαρχία και η εκλογή με κριτήριο την αρετή σημαίνει αριστοκρατία, τότε αυτή η πολιτική οργάνωση των Καρχηδονίων θα πρέπει να θεωρηθεί μια τρίτη περίπτωση πολιτικού συστήματος. Διότι εκλέγουν τους άρχοντές τους, και μάλιστα τους κορυφαίους, όπως είναι οι βασιλιάδες και οι στρατηγοί, με βάση τα δύο αυτά κριτήρια. Πρέπει λοιπόν να θεωρεί κανείς αυτή την παρέκκλιση από την αρχή της αριστοκρατίας ως σφάλμα του νομοθέτη». Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της – κατά Αριστοτέλη – έννοιας του άριστου, που στηρίζεται στην αρετή και μόνο στην αρετή αποκλείοντας όλα τα συνακόλουθα που αφορούσαν τον πλούτο ή την καταγωγή. Με δυο λόγια ο Αριστοτέλης αναφέρεται πρωτίστως στον άξιο, τον ικανό, τον έντιμο, τον άνθρωπο που ξεχωρίζει για την προσωπικότητά του κι όχι στον πλούσιο ή στον απόγονο ενός τιμημένου γένους. Συνακόλουθα, η αριστοτελική αριστοκρατία πρέπει να αποδοθεί περισσότερο ως αξιοκρατία κι όχι ως συμπάθεια προς την τάξη των ευγενών. Εξάλλου, στον τελικό ορισμό της αρετής, όπως προκύπτει από τα «Ηθικά Νικομάχεια», αναφέρονται ως βασικοί παράγοντες της διαμόρφωσής της, ο εθισμός (συνήθεια), η υποκειμενική μεσότητα (που προϋποθέτει την αυτογνωσία), η ελεύθερη βούληση και η λογική χωρίς ποτέ να γίνει λόγος στο χρήμα. Όσο για την καταγωγή, ο Αριστοτέλης καθιστά σαφές ότι ουδεμία σχέση έχει με την αρετή, αφού η αρετή δε δίνεται από τη φύση, αλλά από τις επαναλαμβανόμενες ενέργειες που διαμορφώνουν την προσωπικότητα μέσω του εθισμού, που γίνονται δηλαδή μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα.

Διατυπώνοντας ότι κάθε παρέκκλιση από την αρχή της αριστοκρατίας – με την αριστοτελική έννοια – αποτελεί σφάλμα του νομοθέτη ξεκαθαρίζει ότι ο νομοθέτης πρέπει να έχει ένα και μόνο σκοπό, την ανάδειξη των άξιων (αρίστων) σε βασικούς διαχειριστές της εξουσίας. Όμως, από τη στιγμή που ο πλούτος αποτελεί προϋπόθεση για να αναδειχθεί κανείς στην εξουσία, είναι σα να υποστηρίζουμε ότι τα αξιώματα είναι είδος προς αγορά: «είναι ανεπίτρεπτο να εξαγοράζονται τα ανώτατα αξιώματα, όπως είναι του βασιλιά ή του στρατηγού. Αυτός δηλαδή ο νόμος βάζει τον πλούτο πάνω από την αρετή και εξωθεί τους πολίτες προς τη φιλαργυρία. Ό,τι δηλαδή θεωρούν σπουδαίο οι άρχοντες, αυτό αναγκαστικά θα συμμεριστούν και οι άλλοι πολίτες». Και ο Αριστοτέλης δε σταματά εδώ, αφού θεωρεί αυτονόητο ότι η προϋπόθεση των χρημάτων για την ανάληψη των δημόσιων αξιωμάτων δεν είναι τίποτε άλλο από τον παραγκωνισμό της αρετής: «Όπου η αρετή δε θεωρείται πολύ μεγάλο αγαθό, εκεί ο αριστοκρατικός χαρακτήρας του πολιτεύματος είναι επισφαλής. Είναι επίσης εύλογο να συνηθίζουν να εκμεταλλεύονται οικονομικά το αξίωμά τους όσοι το αγοράζουν, αφού για να αναδειχθούν άρχοντες ξόδεψαν πολλά χρήματα. Διότι θα ήταν παράλογο, αν ένας φτωχός αλλά έντιμος θελήσει να εκμεταλλευτεί το αξίωμά του βγάζοντας χρήματα, ενώ ένας λιγότερο έντιμος δε θελήσει να κάνει κάτι τέτοιο, αν και δαπάνησε χρήματα (ενν. για να πετύχει την εκλογή του)». Και βέβαια, είναι αρνητικό το να αποδίδονται πολλά αξιώματα σε ένα μόνο πρόσωπο, αφού αυτό δεν είναι παρά ο συγκεντρωτισμός της εξουσίας. Ο πλουραλισμός της συμμετοχής των πολλών είναι η διασφάλιση της ισορροπίας στα διοικητικά θέματα, πράγμα που οι Καρχηδόνιοι φαίνεται να γνώριζαν πολύ καλά: «Κακό επίσης φαίνεται ότι θα ήταν, το ίδιο πρόσωπο να κατέχει περισσότερα από ένα αξιώματα. Αυτό εκτιμάται ιδιαίτερα από τους Καρχηδόνιους. Διότι ένας άνθρωπος επιτελεί άριστα ένα και μόνο έργο. Και ο νομοθέτης οφείλει να μεριμνά, ώστε να εφαρμόζεται αυτή η αρχή, και να μην επιτρέπεται στο ίδιο πρόσωπο να είναι συγχρόνως και αυλητής και βυρσοδέψης».

Από τη στιγμή που καθίσταται σαφές ότι ο άριστος είναι ο άξιος, δε μένει παρά να καθοριστεί το σύστημα που θα μπορέσει να τον αναδείξει. Αναφορικά με τη δημοκρατία ο Αριστοτέλης διατηρεί επιφυλάξεις, προφανώς επηρεασμένος από τον εκφυλισμό της αθηναϊκής δημοκρατίας που παρακολουθεί. Γι’ αυτό και θεωρεί προτιμότερο το σύστημα της Καρχηδόνας, που ορίζει ότι η εκλογή των πέντε αρχόντων είναι υπόθεση της τάξης τους (δηλαδή των πολύ πλουσίων) και η περαιτέρω εκλογή των εκατό (και τεσσάρων) μελών του συμβουλίου γίνεται από τους πέντε άρχοντες, συγκριτικά μ’ εκείνο της Σπάρτης, όπου η εκλογή των εφόρων αφορά όλο το λαό. Γιατί ο λαός μπορεί να παραπλανηθεί και να φέρει στο προσκήνιο ανάξιους ανθρώπους, πράγμα που στην Καρχηδόνα είναι πιο δύσκολο, αφού ο λαός δε συμμετέχει. Το ότι η εξουσία γίνεται αντικείμενο συγκεκριμένων ατόμων με συγκεκριμένη κοινωνική τάξη και κατ’ επέκταση συγκεκριμένα συμφέροντα δε φαίνεται να τον απασχολεί, τη στιγμή μάλιστα που ο ίδιος αναγνωρίζει ότι όταν τα αξιώματα προσφέρονται με βάση τον πλούτο είναι σα να εξαγοράζονται, πράγμα που αντίκειται σε κάθε έννοια αρετής. Το πράγμα γίνεται ακόμη πιο μπερδεμένο από τη στιγμή που ο Αριστοτέλης γράφει: «Όπου λοιπόν η πολιτεία δεν είναι μικρή, είναι πιο δημοκρατικό και πολιτικά πιο πρόσφορο να συμμετέχουν στην εξουσία όσο το δυνατό περισσότεροι. Διότι, όπως είπαμε, αυτό ανταποκρίνεται περισσότερο στο πνεύμα της κοινότητας και εξάλλου έτσι κάθε έργο γίνεται πιο σωστά και πιο γρήγορα θα μπορούσαμε να πούμε, είναι όλοι ανεξαιρέτως συγχρόνως και άρχοντες και αρχόμενοι». Παρακολουθούμε ότι από τη μια υποτιμά το δημοκρατικό θεσμό των εφόρων στη Σπάρτη, επειδή η συμμετοχή του λαού δεν αποτελεί εγγύηση για την αρετή, κι από την άλλη προτείνει το δημοκρατικό άνοιγμα προς την εξουσία όπου όλοι ταυτόχρονα «είναι και άρχοντες και αρχόμενοι».

Παρά τις αντιφάσεις ο Αριστοτέλης φαίνεται σίγουρος στον ορισμό του καλού πολιτεύματος: «Απόδειξη ενός καλού πολιτεύματος είναι το γεγονός ότι ο λαός αποδέχεται τη συνταγματική τάξη της πολιτείας και δεν έχει σημειωθεί καμία άξια λόγου επανάσταση, ούτε έχει ξεφυτρώσει κανένας τύραννος». Όμως για να συμβούν όλα αυτά, όπως ο ίδιος αναγνωρίζει, πρέπει ο λαός να νιώθει ότι συμμετέχει στο πολίτευμα: «αυτός ο θεσμός εξουσίας (δημοκρατικός) διασφαλίζει τη συνοχή του πολιτεύματος, διότι ο λαός παραμένει ήσυχος, επειδή συμμετέχει στον πιο σημαντικό φορέα εξουσίας. Διότι το πολίτευμα που πρόκειται να διατηρηθεί αλώβητο πρέπει να θέλει τη συνέχεια της ύπαρξης και τη διατήρηση της ταυτότητας όλων των μερών της πολιτείας». Από τη μια δεν εμπιστεύεται την κρίση του λαού κι από την άλλη αντιλαμβάνεται πολύ καλά ότι δε νοείται σωστό πολίτευμα χωρίς την ενεργή συμμετοχή του. Το σίγουρο είναι ότι δεν αποδέχεται την ολιγαρχία κι ότι την κατατάσσει στα στρεβλά πολιτεύματα. Σίγουρο είναι επίσης ότι δεν μπορεί να διανοηθεί την έννοια της πόλης χωρίς πρώτα να ξεκαθαρίσει την έννοια του πολίτη, αφού η πόλη είναι το σύνολο των πολιτών. Και ο ορισμός του πολίτη δεν κρίνεται παρά από τη δυνατότητα της συμμετοχής σε όλες τις μορφές της εξουσίας. Στην «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» αναφέρεται: «Τα κράτη πήραν τη μορφή “πόλεως”, όταν έγιναν σ’ αυτά ορισμένες θεσμικές αλλαγές, λίγες και όχι θεαματικές, αλλά αποφασιστικές, που κατέστησαν δυνατή τη συμμετοχή στο δημόσιο βίο, έστω κι ενός μικρού μέρους πολιτών. Αυτό το γνώρισμα γενικεύεται βέβαια αργότερα στις πόλεις που απέκτησαν δημοκρατικά καθεστώτα και είναι εκείνο, όπως φαίνεται, που θέλει να τονίσει ο Αριστοτέλης, όταν ορίζει τις ”πόλεις” ως ”κοινωνίες”, και μάλιστα ως ”κοινωνίες πολιτών” και τις ταυτίζει με τους πολίτες τους, σε αντίθεση με τις σύγχρονες μοναρχίες και άλλες απολυταρχίες». (Β΄ τόμος σελ. 48).

Όσο για το πολίτευμα της Καρχηδόνας, επέτρεπε τη συμμετοχή του λαού μονάχα στην περίπτωση της διαφωνίας ανάμεσα στους ανθρώπους – βασιλείς και βουλευτές – που ασκούσαν την εξουσία. Από τη στιγμή που θέτονταν τα θέματα στη δημόσια κρίση, ο λαός είχε το δικαίωμα όχι μόνο «να ακούσει τις αποφάσεις των αρχόντων επ’ αυτών, αλλά και την εξουσία να αποφασίσει». Όμως, όσο συχνά κι αν συνέβαινε αυτό, είναι απολύτως ξεκάθαρο ότι η συμμετοχή του λαού ήταν απολύτως ελεγχόμενη, γεγονός που πιστοποιεί τον ουσιαστικό αποκλεισμό του. Κι αυτός είναι ο ορισμός της ολιγαρχίας, που κατά τον Αριστοτέλη, δεν μπορεί παρά να φέρει την αντίδραση των ανθρώπων που παραγκωνίζονται από την εξουσία. Η Καρχηδόνα κατάφερνε να ξεφεύγει από τέτοιου είδους κινδύνους λόγω των αποικιών, όπου συχνά στέλνονταν εκεί κόσμος με την ελπίδα μιας καλύτερης τύχης. Η δυνατότητα της ειρηνικής απομάκρυνσης των ανθρώπων που προφανώς δεν ήταν ευχαριστημένοι από τη ζωή τους στην πόλη ήταν η βαλβίδα ασφαλείας του πολιτεύματος. Ο Αριστοτέλης γράφει: «Αν και το πολίτευμα (ενν. των Καρχηδονίων) είναι ολιγαρχικό, κατορθώνουν άριστα να αποφεύγουν τις εξεγέρσεις (ενν. των φτωχών) στέλνοντας πάντοτε ένα μέρος του λαού με σκοπό τον πλουτισμό στις αποικίες τους. Με τον τρόπο αυτό θεραπεύουν τις αδυναμίες του πολιτεύματος και το σταθεροποιούν. Αυτό όμως είναι έργο της τύχης, ενώ τις εξεγέρσεις εναντίον του πολιτεύματος πρέπει να τις προλαμβάνει ο νομοθέτης».

Αριστοτέλης, Πολιτικά

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ

ΞΕΝ Συμπ 4.29–4.44

Συζήτηση για τη φτώχεια και τον πλούτο

Κατά τη εξέλιξη του συμποσίου του Καλλία προς τιμή του παγκρατιαστή Αυτόλυκου (βλ. και ΞΕΝ Συμπ 2.24–2.27), ο καθένας από τους συνδαιτυμόνες κλήθηκε να κατονομάσει κάτι για το οποίο ένιωθε υπερήφανος.


[4.29] ὁ δὲ Καλλίας, Σὸν μέρος, ἔφη, λέγειν, ὦ Χαρμίδη, δι’ ὅ τι ἐπὶ
πενίᾳ μέγα φρονεῖς. Οὐκοῦν τόδε μέν, ἔφη, ὁμολογεῖται,
κρεῖττον εἶναι θαρρεῖν ἢ φοβεῖσθαι καὶ ἐλεύθερον εἶναι
μᾶλλον ἢ δουλεύειν καὶ θεραπεύεσθαι μᾶλλον ἢ θεραπεύειν
καὶ πιστεύεσθαι ὑπὸ τῆς πατρίδος μᾶλλον ἢ ἀπιστεῖσθαι.
[4.30] ἐγὼ τοίνυν ἐν τῇδε τῇ πόλει ὅτε μὲν πλούσιος ἦν πρῶτον
μὲν ἐφοβούμην μή τίς μου τὴν οἰκίαν διορύξας καὶ τὰ
χρήματα λάβοι καὶ αὐτόν τί με κακὸν ἐργάσαιτο· ἔπειτα δὲ
καὶ τοὺς συκοφάντας ἐθεράπευον, εἰδὼς ὅτι παθεῖν μᾶλλον
κακῶς ἱκανὸς εἴην ἢ ποιῆσαι ἐκείνους. καὶ γὰρ δὴ καὶ
προσετάττετο μὲν ἀεί τί μοι δαπανᾶν ὑπὸ τῆς πόλεως,
ἀποδημῆσαι δὲ οὐδαμοῦ ἐξῆν. [4.31] νῦν δ’ ἐπειδὴ τῶν ὑπερορίων
στέρομαι καὶ τὰ ἔγγεια οὐ καρποῦμαι καὶ τὰ ἐκ τῆς οἰκίας
πέπραται, ἡδέως μὲν καθεύδω ἐκτεταμένος, πιστὸς δὲ τῇ
πόλει γεγένημαι, οὐκέτι δὲ ἀπειλοῦμαι, ἀλλ’ ἤδη ἀπειλῶ
ἄλλοις, ὡς ἐλευθέρῳ τε ἔξεστί μοι καὶ ἀποδημεῖν καὶ
ἐπιδημεῖν· ὑπανίστανται δέ μοι ἤδη καὶ θάκων καὶ ὁδῶν
ἐξίστανται οἱ πλούσιοι. [4.32] καὶ εἰμὶ νῦν μὲν τυράννῳ ἐοικώς,
τότε δὲ σαφῶς δοῦλος ἦν· καὶ τότε μὲν ἐγὼ φόρον ἀπέφερον
τῷ δήμῳ, νῦν δὲ ἡ πόλις τέλος φέρουσα τρέφει με. ἀλλὰ
καὶ Σωκράτει, ὅτε μὲν πλούσιος ἦν, ἐλοιδόρουν με ὅτι
συνῆν, νῦν δ’ ἐπεὶ πένης γεγένημαι, οὐκέτι οὐδὲν μέλει
οὐδενί. καὶ μὴν ὅτε μέν γε πολλὰ εἶχον, ἀεί τι ἀπέ-
βαλλον ἢ ὑπὸ τῆς πόλεως ἢ ὑπὸ τῆς τύχης· νῦν δὲ ἀπο-
βάλλω μὲν οὐδέν (οὐδὲ γὰρ ἔχω), ἀεὶ δέ τι λήψεσθαι ἐλπίζω.
[4.33] Οὐκοῦν, ἔφη ὁ Καλλίας, καὶ εὔχῃ μηδέποτε πλουτεῖν, καὶ
ἐάν τι ὄναρ ἀγαθὸν ἴδῃς, τοῖς ἀποτροπαίοις θύεις; Μὰ Δία
τοῦτο μέντοι, ἔφη, ἐγὼ οὐ ποιῶ, ἀλλὰ μάλα φιλοκινδύνως
ὑπομένω, ἄν ποθέν τι ἐλπίζω λήψεσθαι. [4.34] Ἀλλ’ ἄγε δή,
ἔφη ὁ Σωκράτης, σὺ αὖ λέγε ἡμῖν, ὦ Ἀντίσθενες, πῶς
οὕτω βραχέα ἔχων μέγα φρονεῖς ἐπὶ πλούτῳ. Ὅτι νομίζω,
ὦ ἄνδρες, τοὺς ἀνθρώπους οὐκ ἐν τῷ οἴκῳ τὸν πλοῦτον
καὶ τὴν πενίαν ἔχειν ἀλλ’ ἐν ταῖς ψυχαῖς. [4.35] ὁρῶ γὰρ πολ-
λοὺς μὲν ἰδιώτας, οἳ πάνυ πολλὰ ἔχοντες χρήματα οὕτω
πένεσθαι ἡγοῦνται ὥστε πάντα μὲν πόνον, πάντα δὲ κίν-
δυνον ὑποδύονται, ἐφ’ ᾧ πλείω κτήσονται, οἶδα δὲ καὶ
ἀδελφούς, οἳ τὰ ἴσα λαχόντες ὁ μὲν αὐτῶν τἀρκοῦντα ἔχει
καὶ περιττεύοντα τῆς δαπάνης, ὁ δὲ τοῦ παντὸς ἐνδεῖται·
[4.36] αἰσθάνομαι δὲ καὶ τυράννους τινάς, οἳ οὕτω πεινῶσι χρη-
μάτων ὥστε ποιοῦσι πολὺ δεινότερα τῶν ἀπορωτάτων· δι’
ἔνδειαν μὲν γὰρ δήπου οἱ μὲν κλέπτουσιν, οἱ δὲ τοιχωρυ-
χοῦσιν, οἱ δὲ ἀνδραποδίζονται· τύραννοι δ’ εἰσί τινες οἳ ὅλους
μὲν οἴκους ἀναιροῦσιν, ἁθρόους δ’ ἀποκτείνουσι, πολλάκις δὲ
καὶ ὅλας πόλεις χρημάτων ἕνεκα ἐξανδραποδίζονται. [4.37] τούτους
μὲν οὖν ἔγωγε καὶ πάνυ οἰκτίρω τῆς ἄγαν χαλεπῆς νόσου.
ὅμοια γάρ μοι δοκοῦσι πάσχειν ὥσπερ εἴ τις πολλὰ ἔχοι καὶ
πολλὰ ἐσθίων μηδέποτε ἐμπίμπλαιτο. ἐγὼ δὲ οὕτω μὲν
πολλὰ ἔχω ὡς μόλις αὐτὰ καὶ [ἐγὼ ἂν] αὐτὸς εὑρίσκω· ὅμως
δὲ περίεστί μοι καὶ ἐσθίοντι ἄχρι τοῦ μὴ πεινῆν ἀφικέσθαι
καὶ πίνοντι μέχρι τοῦ μὴ διψῆν καὶ ἀμφιέννυσθαι ὥστε ἔξω
μὲν μηδὲν μᾶλλον Καλλίου τούτου τοῦ πλουσιωτάτου ῥιγοῦν·
[4.38] ἐπειδάν γε μὴν ἐν τῇ οἰκίᾳ γένωμαι, πάνυ μὲν ἀλεεινοὶ
χιτῶνες οἱ τοῖχοί μοι δοκοῦσιν εἶναι, πάνυ δὲ παχεῖαι
ἐφεστρίδες οἱ ὄροφοι, στρωμνήν γε μὴν οὕτως ἀρκοῦσαν
ἔχω ὥστ’ ἔργον μέγ’ ἐστὶ καὶ ἀνεγεῖραι. ἂν δέ ποτε καὶ
ἀφροδισιάσαι τὸ σῶμά μου δεηθῇ, οὕτω μοι τὸ παρὸν ἀρκεῖ
ὥστε αἷς ἂν προσέλθω ὑπερασπάζονταί με διὰ τὸ μηδένα
ἄλλον αὐταῖς ἐθέλειν προσιέναι. [4.39] καὶ πάντα τοίνυν ταῦτα
οὕτως ἡδέα μοι δοκεῖ εἶναι ὡς μᾶλλον μὲν ἥδεσθαι ποιῶν
ἕκαστα αὐτῶν οὐκ ἂν εὐξαίμην, ἧττον δέ· οὕτω μοι δοκεῖ
ἔνια αὐτῶν ἡδίω εἶναι τοῦ συμφέροντος. [4.40] πλείστου δ’ ἄξιον
κτῆμα ἐν τῷ ἐμῷ πλούτῳ λογίζομαι εἶναι ἐκεῖνο, ὅτι εἴ μού
τις καὶ τὰ νῦν ὄντα παρέλοιτο, οὐδὲν οὕτως ὁρῶ φαῦλον
ἔργον ὁποῖον οὐκ ἀρκοῦσαν ἂν τροφὴν ἐμοὶ παρέχοι. [4.41] καὶ
γὰρ ὅταν ἡδυπαθῆσαι βουληθῶ, οὐκ ἐκ τῆς ἀγορᾶς τὰ
τίμια ὠνοῦμαι (πολυτελῆ γὰρ γίγνεται), ἀλλ’ ἐκ τῆς ψυχῆς
ταμιεύομαι. καὶ πολὺ πλέον διαφέρει πρὸς ἡδονήν, ὅταν
ἀναμείνας τὸ δεηθῆναι προσφέρωμαι ἢ ὅταν τινὶ τῶν τιμίων
χρῶμαι, ὥσπερ καὶ νῦν τῷδε τῷ Θασίῳ οἴνῳ ἐντυχὼν οὐ
διψῶν πίνω αὐτόν. [4.42] ἀλλὰ μὴν καὶ πολὺ δικαιοτέρους γε εἰκὸς
εἶναι τοὺς εὐτέλειαν μᾶλλον ἢ πολυχρηματίαν σκοποῦντας.
οἷς γὰρ μάλιστα τὰ παρόντα ἀρκεῖ ἥκιστα τῶν ἀλλοτρίων
ὀρέγονται. [4.43] ἄξιον δ’ ἐννοῆσαι ὡς καὶ ἐλευθερίους ὁ τοιοῦτος
πλοῦτος παρέχεται. Σωκράτης τε γὰρ οὗτος παρ’ οὗ ἐγὼ
τοῦτον ἐκτησάμην οὔτ’ ἀριθμῷ οὔτε σταθμῷ ἐπήρκει μοι, ἀλλ’
ὁπόσον ἐδυνάμην φέρεσθαι, τοσοῦτόν μοι παρεδίδου· ἐγώ τε
νῦν οὐδενὶ φθονῶ, ἀλλὰ πᾶσι τοῖς φίλοις καὶ ἐπιδεικνύω τὴν
ἀφθονίαν καὶ μεταδίδωμι τῷ βουλομένῳ τοῦ ἐν τῇ ἐμῇ ψυχῇ
πλούτου. [4.44] καὶ μὴν καὶ τὸ ἁβρότατόν γε κτῆμα, τὴν σχολὴν
ἀεὶ ὁρᾶτέ μοι παροῦσαν, ὥστε καὶ θεᾶσθαι τὰ ἀξιοθέατα
καὶ ἀκούειν τὰ ἀξιάκουστα καὶ ὃ πλείστου ἐγὼ τιμῶμαι,
Σωκράτει σχολάζων συνδιημερεύειν. καὶ οὗτος δὲ οὐ τοὺς
πλεῖστον ἀριθμοῦντας χρυσίον θαυμάζει, ἀλλ’ οἳ ἂν αὐτῷ
ἀρέσκωσι τούτοις συνὼν διατελεῖ. οὗτος μὲν οὖν οὕτως
εἶπεν.

***
Ο δε Καλλίας είπε: «Σειρά σου είναι, Χαρμίδη, να λέγης διατί υπερηφανεύεσαι δια την πενίαν σου». «Όλοι βεβαίως συμφωνούν εις το ότι ανώτερον είναι να έχη κάνεις θάρρος παρά να φοβήται και να είναι μάλλον ελεύθερος παρά δούλος και να τον περιποιούνται μάλλον παρά αυτός να περιποιήται άλλους και να τον εμπιστεύεται η πατρίς μάλλον παρά να δυσπιστεί προς αυτόν. Εγώ λοιπόν εις αυτήν την πόλιν, όταν μεν ήμην πλούσιος, πρώτα μεν εφοβούμην.μήπως κανείς μου ανοίξη την οικίαν και κλέψη τα χρήματα και εμέ τον ίδιον κακοποίηση· έπειτα δε και τους συκοφάντας επεριποιούμην, διότι εγνώριζα ότι ήμην ικανός μάλλον να κακοποιηθώ απ' αυτούς παρά να τους βλάψω· αλλά και να εξοδεύω εκάστοτε με διέτασσεν η πόλις, δεν επέτρεπε δε να ταξιδεύω πουθενά. Ενώ τώρα, επειδή και τα μακράν της πόλεως κτήματά μου εστερήθην και τα εγχώρια δεν τα εκμεταλλεύομαι και τα οικιακά μου πράγματα έχω πωλήσει, ευχάριστα μεν εξαπλώνομαι και κοιμώμαι, αξιόπιστος δ' έγινα εις την πόλιν, δεν με φοβερίζουν πλέον, αλλά μάλλον εγώ φοβερίζω, ως ελεύθερος δε έχω άδειαν και να ταξιδεύω και να μένω εις την πόλιν∙ μου προσηκώνονται δε πλέον οι καθήμενοι πλούσιοι και μου κάμνουν τόπον να περάσω εις τους δρόμους· και τώρα μεν ομοιάζω προς τύραννον, ενώ τότε ολοφάνερα ήμην δούλος. Και τότε μεν εγώ εις τον δήμον κατέβαλλα φόρον, ενώ τώρα η πόλις αυτή δαπανά και με τρέφει. Αλλά και διότι συνανεστρεφόμην τον Σωκράτην όταν ήμην πλούσιος με ύβριζαν, ενώ τώρα, αφού έγινα πτωχός, τίποτε πλέον κανένα δεν τον μέλει. Εν τούτοις, όταν μεν είχα περιουσίαν, πολλάκις έχανα και κάτι είτε εξ αιτίας της πόλεως είτε και εκ τύχης∙ ενώ τώρα τίποτε δεν χάνω, διότι ουδέ έχω τίποτε, πάντοτε δε κάτι ελπίζω να λάβω». «Και εύχεσαι δια τούτο ―είπεν ο Καλλίας― ποτέ να μη πλουτήσης και αν καλόν όνειρον ίδης θυσιάζεις εις τους αποτρόπαιους θεούς;» «Όχι βέβαια, αυτό εγώ δεν το κάμνω, αλλά και με πολύν κίνδυνον υπομένω, αν από πουθενά ελπίζω κάτι να λάβω».

«Αλλά συ, Αντισθένη, είπεν ο Σωκράτης, έλα λοιπόν πάλιν και λέγε μας, πώς με τόσην ολίγην περιουσίαν υπερηφανεύεσαι δια τον πλούτον σου». «Διότι νομίζω, φίλοι μου, ότι οι άνθρωποι τον πλούτον και την πενίαν έχουν όχι εις την οικίαν, αλλ' εις τας ψυχάς των· επειδή βλέπω πολλούς μεν ιδιώτας, οι οποίοι ενώ έχουν πολλά χρήματα τόσον πτωχοί νομίζουν ότι είναι, ώστε αναλαμβάνουν παντός είδους κόπους και κίνδυνους, δια ν' αποκτήσουν περισσότερα. Γνωρίζω δε και αδελφούς, οι οποίοι κληρονομήσαντες ίσην περιουσίαν, ο μεν εξ αυτών έχει και όσα του είναι αρκετά εις την ζωήν και περίσσευμα από τα έξοδά του, ενώ ο άλλος στερείται απ' όλα. Μανθάνω δε ότι και μερικοί τύραννοι τόσην δίψαν έχουν χρημάτων, ώστε φέρονται χειρότερα από τους πλέον απόρους, διότι, ως γνωστόν, εξ αιτίας της ενδείας άλλοι μεν κλέπτουν, άλλοι δε γίνονται τοιχωρύχοι, άλλοι κάμνουν απαγωγάς, ενώ υπάρχουν μερικοί τύραννοι, οι οποίοι ολοκλήρους πόλεις δια χρήματα υποδουλώνουν. Τούτους λοιπόν εγώ και πολύ τους λυπούμαι δια την βαρυτάτην ασθένειάν των, επειδή μου φαίνεται ότι πάσχουν ό,τι και ο τρώγων πολλά αλλά, ο οποίος ποτέ δεν χορταίνει. Ενώ εγώ τόσα πολλά έχω, ώστε και ο ίδιος δύσκολα τα ευρίσκω· και όμως κατορθώνω και να φάγω τόσον ώστε να πεινώ, και να πίνω τόσον ώστε να διψώ, και να ενδύωμαι ώστε έξω μεν να μη κρυώνω περισσότερον τούτου εδώ του πλουσιωτάτου Καλλίου· όταν δε ευρεθώ εις την οικίαν μου πολύ ζεστά επανωφόρια μου φαίνονται ότι είναι οι τοίχοι, πολύ δε παχείαι εφεστρίδες οι όροφοι, στρώμα δε τόσον αρκετόν έχω, ώστε δυσκολεύομαι και να το σηκώσω∙ αν δε ποτέ το σώμα μου και της αφροδίτης αισθανθή την ανάγκην, τόσον αρκετή είναι η παρούσα κατάστασίς μου, ώστε όσας πλησιάσω υπερβολικά με περιποιούνται, διότι κανείς άλλος δεν δέχεται να τας πλησιάζη. Και όλα αυτά εν τούτοις τόσον μου φαίνονται ευχάριστα, ώστε με την εκτέλεσιν του καθενός εξ αυτών δεν θα ηυχόμην να δοκιμάζω μεγαλυτέραν ευχαρίστησιν, αλλά μάλλον ολιγωτέραν. Τόσον περισσότερον παρ' όσον συμφέρει ευχάριστα νομίζω ότι είναι μερικά εξ αυτών. Το δε αξιολογώτερον από όλα του πλούτου μου τα κτήματα θεωρώ το εξής: ότι δηλαδή αν κανείς ήθελε μ' αφαιρέσει και όσα τώρα έχω, δεν βλέπω ποίον εξευτελισμένον επάγγελμα δεν θα μου επρομήθευεν αρκετήν τροφήν, και όταν θελήσω να καλοπεράσω, δεν αγοράζω τα πολυτελή εκ της αγοράς, διότι εκεί είναι ακριβά, αλλά τα προμηθεύομαι εκ της ψυχής· και δια να ευχαριστηθώ μεγαλυτέρα διαφορά υπάρχει, όταν περιμείνω να παρουσιασθή ανάγκη και τότε πλησιάσω, παρά όταν μεταχειρίζωμαι κάποιο ακριβόν πράγμα, όπως και τώρα τον Θάσιον αυτόν οίνον, ευρισκόμενον εμπρός μου, τον πίνω χωρίς να διψώ. Είναι δε άλλως και πολύ δικαιότεροι φυσικά οι επιδιώκοντες την οικονομίαν μάλλον παρά την πολυχρηματίαν. Επειδή όσοι αρκούνται εις όσα έχουν τώρα διόλου δεν επιθυμούν τα ξένα. Αξίζει δε να εννοήση κανείς ότι ο τοιούτος πλούτος κάμνει και ελευθερίους τους ανθρώπους. Διότι και ο Σωκράτης εδώ, από τον οποίον τον πλούτον τούτον απέκτησα, ούτε πολλά ούτε βαριά μου έδιδε, αλλά, όσα ηδυνάμην να φέρω, τόσα μου παρέδιδε, και εγώ τώρα δεν αρνούμαι εις κανένα, αλλ' εις όλους τους φίλους και την αφθονίαν των όσα έχω παρουσιάζω και μεταδίδω από τον ψυχικόν μου πλούτον εις όποιον επιθυμεί· ακόμη δε και το αβρότατον κτήμα, την ελευθερίαν, βλέπετε ότι πάντοτε την έχω, ώστε και τα αξιοθέατα πράγματα να βλέπω και τα αξιάκουστα ν' ακούω και, το πολυτιμότερον δι' εμέ πράγμα, να έχω καιρόν να συναναστρέφωμαι όλην την ημέραν τον Σωκράτην, ο οποίος θαυμάζει όχι τους έχοντας πολύν χρυσόν, αλλ' όσοι του αρέσουν τούτους πάντα συναναστρέφεται». Αυτός λοιπόν τοιουτοτρόπως ωμίλησεν.

Σάββατο 12 Αυγούστου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

Ριζικά ουσιαστικά


§ 279. Τα ριζικά ουσιαστικά (§ 21) σώζονται γενικά μόνον ως μεμονωμένες λέξεις (πούς, ναύς, ἅλς κτλ.), γιατί ως μονοσύλλαβες λέξεις δεν είχαν αρκετή βαρύτητα· ως στοιχεία σχηματισμού χρησιμοποιούνται μόνο στο β΄ συνθετικό συνθέτων, όπου η μονοσυλλαβία τους δεν είναι πλέον αισθητή: πρόσ-φυξ § 44 , ἄ-ζυξ § 62 , βου-πλήξ, χέρ-νιψ § 102 , οἰστρο-πλήξ § 105 .

Φωνηεντικά επιθήματα

Ι. -ο- και -ᾱ-

§ 280. Αξιοσημείωτη είναι μόνον η χρήση ως ρηματικού ονόματος. Το -ο- σχηματίζει με οξυτονισμό nomina agentis: ἀγός 'οδηγός' (Όμ.) από το ἄγειν, τροφός 'ο, η τροφός' (Όμ.) από το τρέφειν, ἀοιδός 'τραγουδιστής' (Όμ.) από το ἀείδειν, τροχός 'δρομέας > τροχός' (Όμ.) από το τρέχειν· με βαρυτονισμό nomina agentis (ονόματα που δηλώνουν ενέργεια): γόνος 'απόγονος' (Όμ.) από το γεν- (γένος, γενέσθαι), τρόχος 'τρέξιμο' (κλασ.) από το τρέχειν· και οι δύο ομάδες έγιναν σημαντικές για τη σύνθεση ως β΄ συνθετικά: πρόσ-φορος § 44 , δύσ-φορος § 62 , ψυχο-πομπός § 97 (κουρο-τρόφος § 152) θεό-πομπος § 106 .

§ 281. Τα ριζικά αφηρημένα ουσιαστικά σε - ά̄ (-ή) είναι αρχαία κληρονομιά και παραμένουν ακόμη ζωντανά στους ιστορικούς χρόνους (πρβ. § 21): φθορά 'εξολόθρευση' (κλασ.) από το φθερ-, χαρά (κλασ.) από το χαρ-ῆναι, ἀρχή (Όμ.) από το ἄρχειν, σφαγή 'θυσία, φόνος' (κλασ.) από το σφαγ-, φυγή (Όμ.) από το φεύγειν. Από την κλασική εποχή και μετά αυτά τα ουσιαστικά παράγονται ιδίως από διάφορα αφωνόληκτα[1] ρήματα δείχνοντας προτίμηση στο μέσο ή δασύ[2] χαρακτήρα του θέματος: διδαχή 'διδασκαλία' (κλασ.), παρμένο από το διδάξαι κτλ. [3], ἀλλαγή 'ανταλλαγή, μεταβολή' (κλασ.) από το ἀλλάσσειν (αρχικά μάλλον *ἀλλακ-), κατα-σκαφή 'υπονόμευση, γκρέμισμα' (κλασ.) από το σκάπ-τειν (παλιότερο σκαπ-άνη 'φτυάρι', νεότερο σκαφ-ῆναι, μάλλον κατά το ταφ-ῆναι).

Σχετικά με το -ο- ως "συνθετικό φωνήεν" δες § 129, ως "συνθετικό επίθημα" § 148.

§ 282. Το -ᾱ- χρησιμοποιείται επίσης για να δηλώσει θηλυκό πρόσωπο από αρσενικά σε -ος: θεός - θεά (Όμ., πλάι στη χρήση του θεός ως θηλυκού), κασίγνητος - κασιγνήτη (Όμ.), ξεῖνος - ξείνη (Ύμνος στη Δήμητρα, Πίνδαρος κτλ.). Τα λατινικά γνωρίζουν την ίδια εξέλιξη σε ακόμη μεγαλύτερη κλίμακα: deus - dea 'θεός - θεά', equus - equa 'ίππος - φοράδα'· παρ' όλ' αυτά μπορούμε ν' αποδώσουμε το πολύ τις απαρχές αυτού του φαινομένου της μετάπλασης στην κοινή βασική γλώσσα· ως πρότυπα λειτούργησαν φυσικά τα επίθετα σε - os,-ā (- om ).

Σχετικά με τα συγκεκομμένα ονόματα σε -ᾶς, που η προέλευσή τους είναι αβέβαιη, δες § 164 · το ίδιο -ᾶς σχηματίζει, ιδίως στην ελληνιστική εποχή και αργότερα, με χαϊδευτική έννοια δριμείς χαρακτηρισμούς προσώπων όπως φαγᾶς (Κρατίνος) από το φαγ-εῖν, λαρυγγᾶς 'φωνακλάς' (μεταγενέστερο) από το λαρυγγ-.
-----------------------
[1] Κατά την αρχαία παράδοση, ἄφωνα είναι τα σύμφωνα που σήμερα θα χαρακτηρίζονταν στοματικά κλειστά, δηλαδή τα [p phb t thd k khg] (π φ β τ θ δ κ χ γ), επομένως όχι τα [s m n l r dz] (σ μ ν λ ρ ζ), που ονομάζονταν ἡμίφωνα.

[2] "Δασέα" σύμφωνα είναι τα [phthkh]. "Μέσα" σύμφωνα είναι τα αντίστοιχα ηχηρά [b d g]. Ο όρος οφείλεται σε έλλειψη κατανόησης από τους αλεξανδρινούς γραμματικούς της διάκρισης: ηχηρά - άηχα σύμφωνα. Καθώς τα [phthkh] είχαν "δασύτητα", και τα αντίστοιχα "ψιλά", δηλαδή "σκέτα" [p t k] δεν είχαν, θεώρησαν την τρίτη ομάδα των [b d g] σαν κάτι "ενδιάμεσο". Αντίστοιχη έλλειψη κατανόησης στο σημασιοσυνταχτικό τομέα διαπιστώνεται με την ονομασία "μέσο ρήμα" για τους τύπους που δεν ήταν ούτε ενεργητικοί ούτε παθητικοί.

[3] διδάσκω (Όμ.) από το *δι-δάσ-σκω από το δαῆναι 'μαθαίνω', δήνεα 'συμβουλές' από το *δασ-ν-, δηλαδή αρχικά κανένα απολύτως υπερωικό θέμα· το διδάξαι (Όμ.) από το *διδάσκ-σαι υιοθέτησε το ενεστωτικό θέμα (πρβ. διδάσκ-αλος 'δάσκαλος' § 324 και ἀλύσκειν - ἀλύξαι)· από εκεί στη συνέχεια διδαχ-θῆναι, δε-διδαχ-έναι και διδαχ-ή·

Θεωρία Υπερβατικής Επίγνωσης

Σύμφωνα με τη Θεωρία της Υπερβατικής Επίγνωσης, το σύμπαν είναι μια εκδήλωση μιας θεϊκής συνείδησης που καλύπτει τα πάντα, η οποία συχνά συγκαλύπτεται από τις υλιστικές και εγωιστικές προοπτικές της ανθρώπινης ζωής. Αυτή η θεωρία υποστηρίζει ότι η αληθινή ελευθερία, η ειρήνη και η κατανόηση είναι προσβάσιμες όταν τα άτομα υπερβαίνουν τον εγωιστικό εαυτό τους, αποσπώνται από τις εγκόσμιες ανησυχίες και ευθυγραμμίζονται με αυτή τη θεϊκή συνείδηση.

Αρετή και Θεία Συνείδηση

Η έννοια της αρετής, σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, συνδέεται με τη θεία συνείδηση. Είναι σπάνια γιατί απαιτεί από τα άτομα να ενεργούν σε αρμονία με αυτή τη συνείδηση, συχνά ενάντια στις εγωιστικές επιθυμίες και τα κοσμικά τους ένστικτα. Η επίτευξη αρετής θεωρείται η κορυφή της πνευματικής ανάπτυξης.

Το Φεστιβάλ των Τρελών και η Ημέρα της Δικαιοσύνης

Το Φεστιβάλ των Τρελών συμβολίζει τη χαοτική και αχαλίνωτη κατάσταση του κόσμου, όπου τα άτομα ενεργούν σύμφωνα με τις ιδιοτροπίες τους χωρίς να εξετάζουν την ευθυγράμμισή τους με τη θεϊκή συνείδηση. Η Ημέρα της Δικαιοσύνης αντιπροσωπεύει τη στιγμή της τελικής συνειδητοποίησης, όταν όλα φαίνονται στο αληθινό φως και τις διαστάσεις τους, απογυμνωμένα από ψευδαισθήσεις και παρανοήσεις.

Ελευθερία και θυσία

Η θεωρία υποστηρίζει ότι η αληθινή ελευθερία δεν είναι η απουσία περιορισμού, αλλά η ικανότητα να ενεργείς σύμφωνα με τη θεϊκή συνείδηση, ανεξάρτητα από τους κοσμικούς περιορισμούς. Αυτή η ελευθερία απαιτεί τη θυσία εγωιστικών σκέψεων και επιθυμιών, και μια απόσπαση από τις εγκόσμιες ανησυχίες. Είναι ένα ταξίδι εσωτερικής μεταμόρφωσης που οδηγεί στην εξωτερική απελευθέρωση.

Το μονοπάτι προς τη διαύγεια και τους ανοιχτούς ουρανούς

Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, όσο απομακρύνεται κανείς από εγωιστικές επιθυμίες και εγκόσμιες ανησυχίες, τόσο πιο ξεκάθαρη γίνεται η κατανόησή του. Καθώς τα άτομα αποστασιοποιούνται από αυτούς τους περισπασμούς, μπορούν να αναπνέουν ελεύθερα και οι «ουρανοί ανοίγουν», συμβολίζοντας μια βαθύτερη σύνδεση με τη θεϊκή συνείδηση.

Η Γαλήνη της Αλήθειας

Στη γαλήνη της αλήθειας -την κατανόηση και αποδοχή της θείας συνείδησης- μπορεί κανείς να ξεχάσει την ασχήμια που δημιουργεί η ανθρώπινη σκέψη και δράση. Αυτή η κατάσταση χαρακτηρίζεται από ειρήνη, κατανόηση και μια βαθιά αίσθηση ενότητας με τον κόσμο.

Αυτή η θεωρία προωθεί μια μυστικιστική προοπτική για τη ζωή, ενθαρρύνοντας τα άτομα να αναζητήσουν την αρετή, να ασκήσουν αυτοθυσία και να αγωνιστούν για μια υπερβατική κατανόηση που ξεπερνά τους περιορισμούς του φυσικού κόσμου. Είναι ένα ταξίδι προς την απόλυτη αλήθεια, την ελευθερία και την ειρήνη.

6. Εδώ είναι μερικές πνευματικές συμβουλές:

- Αφιερώστε χρόνο κάθε μέρα για ηρεμία, προβληματισμό και διαλογισμό. Η σύνδεση με τον εσωτερικό σας εαυτό είναι ζωτικής σημασίας για την πνευματική ανάπτυξη.

- Ασκήστε την ευγνωμοσύνη. Να είστε ευγνώμονες για όλες τις ευλογίες, μεγάλες και μικρές, στη ζωή σας. Η ευγνωμοσύνη αλλάζει την οπτική γωνία και σας γεμίζει χαρά.

- Αφήστε την κρίση και δείτε την έμφυτη καλοσύνη στους άλλους. Είμαστε όλοι στο δικό μας ταξίδι και αξίζουμε συμπόνια.

- Κάντε μικρές πράξεις καλοσύνης όποτε μπορείτε. Μια ευγενική λέξη ή μια χειρονομία μπορεί να ανυψώσει τους άλλους και να γεμίσει την καρδιά σας με ζεστασιά.

- Περάστε χρόνο στη φύση. Ο φυσικός κόσμος έχει έναν τρόπο να μας φέρνει ειρήνη και προοπτική. Αφήστε το να θρέψει το πνεύμα σας.

- Καλλιεργήστε την αποδοχή. Πολλά πράγματα είναι εκτός ελέγχου μας. Η αποδοχή φέρνει ελευθερία από τα βάσανα.

- Αφιερώστε χρόνο για να συγχωρήσετε, τόσο τον εαυτό σας όσο και τους άλλους. Η συγχώρεση καθαρίζει την ψυχή και αφήνει χώρο για ανάπτυξη.

- Εμπιστοσύνη στο ξεδίπλωμα της ζωής. Να έχετε πίστη ότι υπάρχει ένας βαθύτερος σκοπός και νόημα σε όλο αυτό.

- Μείνετε πιστοί στις βασικές σας αξίες. Αφήστε τις να σας καθοδηγήσουν, ειδικά όταν αντιμετωπίζετε σημαντικές αποφάσεις ζωής.

- Εξυπηρετήστε τους άλλους με ανοιχτή καρδιά. Το να δίνουμε ανιδιοτελώς αυξάνει τη σύνδεσή μας με την ανθρωπότητα.

Καμύ: Εφόσον είχα ανάγκη ν' αγαπήσω και να αγαπηθώ, πίστεψα πως ήμουν ερωτευμένος

Αφού πάλεψα, αφού εξάντλησα την αυθάδη περηφάνια μου, αποθαρρυμένος από την αχρηστία των προσπαθειών μου, αποφάσισα να εγκαταλείψω τη συναναστροφή των ανθρώπων.

Όχι, όχι, δεν έψαξα για ερημονήσι, δεν υπάρχουν πια.

Κατέφυγα μονάχα στις γυναίκες.

Το ξέρετε, δεν καταδικάζουν καμιά αδυναμία στην πραγματικότητα: θα προσπαθούσαν μάλλον να ταπεινώσουν ή να αφοπλίσουν τις δυνάμεις μας.

Γι' αυτό κι η γυναίκα είναι η ανταμοιβή όχι του πολεμιστή, αλλά του εγκληματία.

Είναι το λιμάνι του, το καταφύγιό του, στο κρεβάτι της γυναίκας τον πιάνουν κατά κανόνα.

Αυτή άραγε δεν είναι ό,τι μας απομένει απ' τον επίγειο παράδεισο;

Χαμένος, έτρεξα στο φυσικό μου λιμάνι.

Μα δεν έλεγα πια λόγια.

Έπαιζα ακόμα λιγάκι, από συνήθεια· έλειπε όμως η ευρηματικότητα.

Διστάζω να το ομολογήσω, από φόβο μην πω ξανά παχιά λόγια: νομίζω πως την εποχή εκείνη ένιωσα την ανάγκη ενός έρωτα.

Αισχρό, έτσι;

Όπως και να 'χει, ένιωθα έναν βουβό πόνο, ένα είδος στέρησης που μ' έκανε πιο άδειο και μου επέτρεπε, εν μέρει από ανάγκη και εν μέρει από περιέργεια, να αναλάβω κάποιες υποχρεώσεις.

Εφόσον είχα ανάγκη ν' αγαπήσω και να αγαπηθώ, πίστεψα πως ήμουν ερωτευμένος.

Έκανα, μ' άλλα λόγια, το βλάκα.

Έπιανα ξαφνικά τον εαυτό μου να κάνει συχνά μια ερώτηση που, ως έμπειρος άντρας, μέχρι τότε την απέφευγα πάντοτε.

Άκουγα τον εαυτό μου να με ρωτάει: "Μ' αγαπάς";

Ξέρετε ότι σε παρόμοιες περιπτώσεις είθισται να σου απαντάς: "Κι εσύ";

Αν έλεγα ναι, βρισκόμουν δεσμευμένος πέρα από τα πραγματικά μου αισθήματα.

Αν τολμούσα να πω όχι, κινδύνευα να μη μ' αγαπούν πια και υπέφερα.

Όσο λοιπόν το συναίσθημα όπου είχα ελπίσει να βρω ανάπαυση απειλούνταν, τόσο το απαιτούσα από τη σύντροφό μου.

Προχωρούσα έτσι, σε όλο και πιο ρητές υποσχέσεις και κατέληγα ν' απαιτώ απ' την καρδιά μου ένα συναίσθημα όλο και αχανέστερο.

Αλμπέρ Καμύ, Η πτώση