O πολεμιστής δεν ανησυχεί ποτέ για τον φόβο του.
Αντίθετα, συλλογίζεται το θαύμα του να βλέπει κανείς την ροή της ενέργειας!
Όλα τα υπόλοιπα δεν είναι παρά περιττά και ασήμαντα.
O σκοπός (intent), η πρόθεση του αγνώστου είναι εκείνη η συμπαντική δύναμη που σπρώχνει κυριολεκτικά τον άνθρωπο να γνωρίσει, να γίνει κυνηγός της γνώσης και κατ’ επέκταση πολεμιστής. Ολόκληρη η εκπαίδευση του πολεμιστή, η κυριαρχία της συνείδησης, βασίζεται στο να λύσει τον γρίφο του σκοπού, του πνεύματος πίσω από τις σκέψεις και τις πράξεις του. Μια πράξη που καταλαμβάνει τον άνθρωπο και τον πιέζει ορμητικά να απελευθερωθεί από το παράδοξο του αφηρημένου, διεισδύοντας σ’ αυτό.
Οι σαμάνοι πάσχιζαν σε ολόκληρη την ζωής τους να συγκεντρώσουν αρκετή ενέργεια ώστε να αποδράσουν στο άπειρο, να γνωρίσουν απέραντους νέους κόσμους, όμορφους και συνάμα τρομακτικούς. Αυτή ήταν η προσταγή του πνεύματος την οποία ακολουθούσαν με άκαμπτη θέληση και δύναμη. Δεν υπήρχε περίπτωση απόκλισης του σκοπού αυτού αφού όλα τα σημάδια στο δρόμο τους οδηγούσαν σ’ αυτήν την μοναδική πράξη ελευθερίας. Ήταν ο μόνος ξεκάθαρος δεσμός ανάμεσα στο σύμπαν και την επιθυμία της καρδιάς τους!
Ο συνδετικός κρίκος του μέσου ανθρώπου με το σκοπό (πνεύμα) είναι πρακτικά αδρανής και οι πολεμιστές ξεκινούν τον δρόμο τους εφοδιασμένοι με ένα κρίκο που είναι άχρηστος, επειδή δεν ανταποκρίνεται αυθόρμητα. Στην προσπάθειά τους να αναζωογονήσουν αυτό τον κρίκο, οι πολεμιστές χρειάζονται μια ανυποχώρητη, σφοδρή επιδίωξη, μια ειδική κατάσταση του νου που ονομάζεται άκαμπτος σκοπός.
Για τον πολεμιστή το πνεύμα είναι μια αφηρημένη έννοια επειδή το γνωρίζει χωρίς λόγια ή ακόμα και χωρίς σκέψεις. Είναι μια αφηρημένη έννοια επειδή δεν μπορεί να συλλάβει τι είναι το πνεύμα. Ωστόσο, χωρίς την παραμικρή ευκαιρία ή επιθυμία να το κατανοήσει, ο πολεμιστής χειρίζεται το πνεύμα. Το εκφράζει, το προσκαλεί, εξοικειώνεται μαζί του και το εκφράζει με τις πράξεις του.
Το πνεύμα του πολεμιστή δεν είναι προετοιμασμένο για να καλοπερνά ή να μεμψιμοιρεί, ούτε για να χάνει ή να κερδίζει. Το πνεύμα του πολεμιστή είναι προετοιμασμένο μόνο για να αγωνίζεται, και κάθε αγώνας είναι η τελευταία μάχη του πολεμιστή πάνω στην γη. Έτσι, η έκβασή της ελάχιστη σημασία έχει γι’ αυτόν. Στην τελευταία του μάχη πάνω στην γη ο πολεμιστής αφήνει το πνεύμα του να πλανηθεί ελεύθερο και καθαρό. Και καθώς δίνει την μάχη του, ξέροντας ότι η θέληση του είναι άμεμπτη, ο πολεμιστής δεν σταματά να γελά.
Ο Καστανέντα, στην μαθητεία του με τον Δον Χουάν, επιχείρησε να αφεθεί στο άγνωστο διαλύοντας αρχικά το σκληρό περίβλημα του εγωισμού του. Κατάφερε μετά από επίπονες προσπάθειες να σταματάει τον εσωτερικό του διάλογο και μέσα στην σιωπή του νου να μην διαχέεται σε σκέψεις και συναισθήματα που σπαταλούσαν την ενέργεια του. Για τον σκοπό αυτό εισήχθηκε σε ένα σύστημα πρακτικών ασκήσεων και τεχνικών με στόχο ακριβώς να συγκεντρώνει περισσότερη εσωτερική σιωπή και ενέργεια και να ξεκλειδώνει κατά βούληση την αντίληψή του από την παγιωμένη θέση της.
Ο Δον Χουάν του τόνιζε ότι ο εγωισμός είναι που κάνει τον άνθρωπο προβλέψιμο, δυσκίνητο και άρα σίγουρο θύμα των αρπαχτικών δυνάμεων της φύσης. Οι άνθρωποι τυφλωμένοι από την αντανάκλαση του εγώ, δεν μπορούν να δουν την ζωή ως αυτό που είναι, ένα απέραντο μυστήριο ικανό να σε καταπιεί ή να σε ελευθερώσει… στην πραγματικότητα δεν μπορούν να δουν τίποτα πέρα του εαυτού τους. Έτσι λοιπόν προσπαθούσε να σπάσει τον εγωισμό του σοκάροντάς τον και φέρνοντάς τον αντιμέτωπο με την τρομερή πίεση του αγνώστου. Η μόνη επιλογή που είχε ήταν ή να συγκρατήσει την ενέργεια του και να δράσει ή να πεθάνει. Θα έπρεπε να γίνει ρευστός και απρόβλεπτος ακόμα και για το ίδιο του το μυαλό, το οποίο λειτουργούσε σαν παράσιτο στην προκειμένη περίπτωση.
Μιλάμε ακατάπαυστα στους εαυτούς μας για τον κόσμο μας. Στην πραγματικότητα, με αυτό τον εσωτερικό διάλογο συντηρούμε τον κόσμο μας. Και όποτε ολοκληρώνουμε μια συζήτηση με τον εαυτό μας για εμάς τους ίδιους και τον κόσμο μας, ο κόσμος είναι πάντα όπως θα έπρεπε να είναι. Τον ανανεώνουμε, τον λαμπρύνουμε με ζωή, τον στηρίζουμε με τον εσωτερικό μας διάλογο. Και όχι μόνο αυτό, αλλά επίσης επιλέγουμε τα μονοπάτια μας καθώς μιλάμε στους εαυτούς μας. Έτσι, επαναλαμβάνουμε τις ίδιες επιλογές, ξανά και ξανά, μέχρι την μέρα που πεθαίνουμε, επειδή ακριβώς επαναλαμβάνουμε τον ίδιο εσωτερικό διάλογο, ξανά και ξανά, μέχρι την μέρα που πεθαίνουμε. Ο πολεμιστής έχει επίγνωση αυτού του γεγονότος και πάντα αγωνίζεται να σταματήσει αυτόν τον εσωτερικό διάλογο.
Κάθε φορά που σταματά ο εσωτερικός διάλογος, ο κόσμος καταρρέει, και στην επιφάνεια έρχονται πρωτόγνωρες πλευρές του εαυτού μας, λες και τα λόγια μας τις κρατούσαν πριν φυλακισμένες.
Ο βασικός πυρήνας της ύπαρξης μας είναι η μαγική πράξη της αντίληψης ότι είμαστε όντα φτιαγμένα από φως και δύναμη… παρ’ όλο που τείνουμε να το ξεχάσουμε. Το άγνωστο όμως μας το υπενθυμίζει στήνοντας παγίδες σε κάθε σημείο του χάρτη της ζωής μας και περιμένει να το αντιμετωπίσουμε μέσα στην λαμπρότητα του με άψογη συμπεριφορά. Αυτή είναι η πρόκληση του πολεμιστή και η λαχτάρα του πάνω σ’ αυτήν την γη!
Κανείς δεν γεννιέται πολεμιστής, εμείς οι ίδιοι δημιουργούμε προσωπικότητες –και μάλιστα αντιφατικές στο σύνολό τους– με την περιγραφή στον εαυτό μας. Προσωπικότητες και μάσκες δήθεν ευαισθησίας, που φοράμε για να εξομαλύνουμε την τρέλα μας και να εκλογικεύσουμε την αγριότητα της φύσης. Αντίθετα, το να είναι κανείς πολεμιστής, είναι μάλλον μια αέναη πάλη που διαρκεί μέχρι και την τελευταία στιγμή της ζωής του. Ακόμα και τότε, δύσκολα παραδίδει τον εαυτό του.
Ο άνθρωπος διακατέχεται από ένα πλήθος σκέψεων, συναισθημάτων, επιθυμιών, οι οποίες θολώνουν το μυαλό του και τον απομακρύνουν από τον στόχο του να δράσει στο εδώ και τώρα, στο παρόν, στο μόνο πεδίο ουσιαστικά που έχει για να ξεφύγει από τους κύκλους της επανάληψης και της συνήθειας. Ο πολεμιστής, αντίθετα, με την εσωτερική σιωπή του και την αυτοκυριαρχία του, αντιλαμβάνεται κάθε στιγμή σαν πεδίο μάχης όπου πρέπει να δράσει άψογα, με πλήρη εγρήγορση, σαν να δίνει την τελευταία μάχη σε αυτή την ζωή. Είναι ο μόνος άξιος αντίπαλος απέναντι στον θάνατο. Ακόμα και στην ανάπαυλά του, δρα για να ανακατανέμει την ενέργεια που τυχόν έχει σπαταλήσει και η μόνη ευχαρίστηση που λαμβάνει είναι ο άμεμπτος σκοπός του για ελευθερία!
Η βασική διαφορά ανάμεσα σε ένα συνηθισμένο άνθρωπο και έναν πολεμιστή είναι ότι ο πολεμιστής δέχεται το κάθε τι σαν πρόκληση, ενώ ο μέσος άνθρωπος δέχεται το κάθε τι σαν ευλογία ή κατάρα.
Τα ανθρώπινα όντα είναι δέκτες, αλλά ο κόσμος που λαμβάνουν και αντιλαμβάνονται είναι μια ψευδαίσθηση. Μια ψευδαίσθηση που έχει δημιουργηθεί από τα περιγραφικά σχήματα που μεταφέρονται σ’ αυτούς από την στιγμή που γεννιούνται. Έτσι λοιπόν, στην ουσία ο κόσμος που η λογική τους θέλει να υποστηρίξει είναι ο κόσμος που έχει δημιουργηθεί από ένα περιγραφικό σχήμα και από τους δογματικούς και απαραβίαστους κανόνες του, που η λογική τους μαθαίνει να αποδέχεται και να προασπίζει.
Η λογική κάνει τα ανθρώπινα όντα να ξεχνούν ότι το περιγραφικό σχήμα είναι απλά και μόνο περιγραφικό και, προτού το καταλάβουν, έχουν εγκλωβίσει την συνολικότητα των εαυτών τους σε ένα φαύλο κύκλο από τον οποίο σπάνια ξεφεύγουν στην διάρκεια της ζωής τους.
Ο Δον Χουάν έκανε γνωστή στον Καστανέντα την ύπαρξη όντων που διαχειρίζονται την ανθρώπινη συνείδηση, με ανελέητο και παρασιτικό τρόπο. Τα ανόργανα αυτά όντα – υπαρκτές σκεπτομορφές με συνείδηση του εαυτού τους – οι σαμάνοι του αρχαίου Μεξικού τα χρησιμοποιούσαν ως συμμάχους για να ανταλλάξουν γνώσεις ή να πετύχουν ενεργειακούς άθλους συγκεντρώνοντας δύναμη. Πλήρωσαν όμως το τίμημα να χάσουν την ψυχή τους, εγκλωβισμένοι στον κόσμο αυτών των όντων. Πολλά από αυτά τα όντα λειτουργούσαν παρασιτικά, καταλαμβάνοντας το μυαλό του ανθρώπου και ρουφώντας την ενέργειά του σαν ξενιστές.
Ο Δον Χουάν έλεγε ότι μας έχουν δανείσει το μυαλό τους, το οποίο είναι μοχθηρό και βίαιο, και τρέφονται από τις εγωιστικές σκέψεις και τα συναισθήματα αυτολύπησης και αλαζονείας που τόσο κυριαρχούν στον μέσο άνθρωπο. Είμαστε στην κυριολεξία τροφή αυτού του ξένου καταπατητή, που μας έχει αφήσει ενέργεια μόνο για την αντανάκλαση του εγώ. Ο πολεμιστής, μέσα από την εσωτερική σιωπή του μπορεί να ενεργοποιήσει εκείνο το άγνωστο υπόστρωμα του εαυτού που είναι ικανό να πολεμήσει και να ελευθερωθεί απ’ αυτά τα όντα. Η τέχνη του πολεμιστή, εμπεριέχεται στον χειρισμό της συμπεριφοράς στην καθημερινή εγρήγορση και στον έλεγχο των ονείρων. Διακρίνει τους τύπους των πολεμιστών σε διώκτες και ονειρευτές, ανάλογα με τον χαρακτήρα και την έμφυτη ικανότητα του καθενός.
Οι διώκτες ασκούν την τέχνη της παραφύλαξης – παρατήρησης του εαυτού έχοντας πλήρη συναίσθηση του ενεργειακού τους πεδίου σε σχέση με το περιβάλλον και τα άλλα όντα και αντλώντας το καλύτερο δυνατό από οποιαδήποτε υπαρκτή κατάσταση. Μαθαίνουν να μην παίρνουν ποτέ τους εαυτούς τους στα σοβαρά, μαθαίνουν να γελούν με τους εαυτούς τους. Δεν βιάζονται, έχουν απεριόριστη υπομονή. Δεν εξοργίζονται και δεν προσβάλλονται γιατί ξέρουν ότι έχουν αστείρευτες δυνατότητες βελτίωσης.
Οι ονειρευτές διαχειρίζονται τα όνειρα ασκώντας έλεγχο σ’ αυτά και προβάλλοντας συνειδητά αυτό που οι σαμάνοι ονόμαζαν ονειρικό εαυτό ή διπλό. Οι ονειρευτές εκπαιδεύονται να μετακινούν κατά βούληση το σημείο συναρμολόγησης της αντίληψης, ενώ οι διώκτες να το σταθεροποιούν σε νέες θέσεις. Σκοπός του πολεμιστή και στις δυο περιπτώσεις δεν είναι η συλλογή εμπειριών από αστρικά ταξίδια, ούτε η κατάχρηση της δύναμης. Σκοπός του είναι να κρυσταλλοποιήσει την ενέργεια του ώστε να μη διαλυθεί κατά την είσοδό του στο άγνωστο (Ναγουάλ).
H τέχνη του ονειρέματος είναι η ικανότητα να χρησιμοποιεί κανείς τα κοινά του όνειρα και να τα μετασχηματίζει σε ελεγχόμενη επίγνωση μέσω μιας ειδικής μορφής προσοχής που ονομάζεται προσοχή του ονειρέματος. Ο μόνος τρόπος που θα’ πρέπει κάποιος να προσεγγίσει τις πύλες του ονείρου είναι ο τρόπος του πολεμιστή. Με αδιάσπαστη προσοχή και επίγνωση. Σαν να μπαίνει σε εμπόλεμη ζώνη, συγκεντρώνοντας την ενέργεια του, ώστε να χαρτογραφήσει τις άγνωστες περιοχές και να μην γίνει θύμα των αρπαχτικών δυνάμεων που καραδοκούν.
Μέσα στην απειρία των κόσμων, ο άνθρωπος είναι ενεργειακά προγραμματισμένος να αντιλαμβάνεται την αντανάκλαση μόνο ενός συγκεκριμένου κοσμοειδώλου, αυτού της φυσικής μας καθημερινής ζωής. Θεωρεί μάλιστα την υπόσταση αυτής της αντανάκλασης ως την μόνη δεδομένη, και την συντηρεί με τις ψευδαισθήσεις του, όντας κλειδωμένος σ αυτήν. Στην πραγματικότητα ο κόσμος δεν είναι παρά ένας μέσα σ’ ένα σύμπλεγμα επάλληλων κόσμων, διατεταγμένων φρακταλικά, ο ένας μέσα στον άλλο σε μια σκοτεινή θάλασσα ενέργειας. Η αλληλοεισχώρησή τους (Fractal) δίνει στον άνθρωπο την δυνατότητα, αν αντιληφθεί τις ρωγμές αυτού του κοσμικού δικτύου, να περάσει μέσα απ’ αυτές και να γνωρίσει νέες σφαίρες εξίσου αληθινές και περιεκτικές, αλλά και επικίνδυνες! Δίνει όμως την δυνατότητα και σε κάτι ‘άλλο’ να εισχωρήσει στον δικό μας κόσμο.
Για τους πολεμιστές του Δον Χουάν, η φύση αυτού του κόσμου, καθώς και του πλησίον αυτού, σαν δίδυμοι κόσμοι, αντίθετοι μα και συμπληρωματικοί, αντανακλούν κατά βάση μια φύση εχθρική και πανούργα. Αποτελούνται δε, εκτός από την ανθρώπινη επίγνωση και από όντα με διαφορετική ενεργειακή διάταξη. Τα όντα αυτά τα ονόμασαν ανόργανα λόγω της σχεδόν ασώματης δομής τους και επιχειρώντας μια συνδιαλλαγή μ’ αυτά μέσα από ονειρικές τεχνικές, αντιλήφθηκαν τον άμεσο κίνδυνο αυτής της συνύπαρξης. Είδαν, πως αυτά τα όντα, έχοντας συνείδηση οξύτερη αλλά το ίδιο εγωπαθή μ’ αυτή του ανθρώπου, επιχειρούσαν μια αδιάκοπη επικοινωνία με σκοπό την παρασιτική συμβίωση και τον έλεγχο. Κατάλαβαν επίσης ότι αποδίδοντας ανθρώπινα χαρακτηριστικά σε απρόσωπες δυνάμεις δεν θα μπορούσαν να τις τιθασεύσουν.
Το σύμπαν πίσω από την δεύτερη πύλη είναι το πλησιέστερο στο δικό μας και το δικό μας σύμπαν είναι πολύ πανούργο και άκαρδο. Επομένως αυτά τα δύο δεν μπορεί να διαφέρουν και πολύ μεταξύ τους. Το σύμπαν των ανόργανων όντων είναι πάντα έτοιμο να χτυπήσει. Το ίδιο όπως και το δικό μας. Γι’ αυτό πρέπει να πας στον κόσμο τους ακριβώς όπως θα διακινδύνευες να μπεις σε μια πολεμική ζώνη. Είναι τόσο ισχυρό και επιθετικό ώστε χρησιμεύει σαν φυσικό φίλτρο, ή πεδίο δοκιμασίας όπου οι ονειρευτές εξετάζονται για πιθανές αδυναμίες. Αν επιζήσουν των δοκιμασιών, μπορούν να συνεχίσουν για την επόμενη πύλη. Αν όχι, παραμένουν για πάντα παγιδευμένοι σ’ εκείνο το σύμπαν, σ’ ένα κόσμο σκιών!
Η ενέργεια αυτών των ανόργανων όντων μας πιέζει και εμείς ερμηνεύουμε όπως μπορούμε αυτή την πίεση, ανάλογα με την ψυχική μας διάθεση. Η πιο μετριοπαθής κίνηση που μπορεί να κάνει ένας μάγος είναι να εκτοπίσει αυτές τις οντότητες σε ένα αφηρημένο πεδίο. Όσο λιγότερες ερμηνείες κάνουν οι μάγοι, τόσο καλύτερη είναι η θέση τους.
Από τώρα και στο εξής, όποτε κι αν βρεθείς αντιμέτωπος με την αλλόκοτη θέα μιας άυλης παρουσίας, μείνε στην θέση σου και κοίτα την επίμονα και αμείλικτα. Αν είναι ανόργανο ον, η ερμηνεία που θα του έχεις δώσει θα πέσει σαν ξερό φύλλο απ’ το κλαδί. Κι αν δεν συμβεί τίποτα, δεν θα’ ναι άλλο παρά μια βαρετή και ενοχλητική παρέκκλιση του νου σου, που δεν είναι ο δικός σου νους στο κάτω κάτω.
Μια από τις βασικές τεχνικές που ασκούσαν οι σαμάνοι για την είσοδό τους στο άπειρο ήταν η τέχνη του ονείρου, ο τρόπος που καληνύχτιζαν τον κόσμο! Θεωρούσαν τα όνειρα ως πλήρεις βιωματικές καταστάσεις στις οποίες η συνείδησή τους προβαλλόταν, κατόπιν πειθαρχημένης και άκαμπτης εγρήγορσης, σε άγνωστες περιοχές. Έχοντας ισχυροποιήσει την ενεργειακή τους διάταξη μέσα από επίπονες διαδικασίες εξισορρόπησης και ενδυνάμωσης, κατάφεραν να εισέρχονται σε αυξημένα επίπεδα συνείδησης, ταξιδεύοντας στους κόσμους χωρίς να διαλύονται ή να γίνονται θηράματα. Στην ουσία, μετασχημάτιζαν τα κοινά όνειρα, ασκώντας έλεγχο σ’ αυτά, σε εξερεύνηση και χαρτογράφηση νέων κόσμων.
Γνώριζαν βέβαια τους θανάσιμους κινδύνους, γι’ αυτό και δεν έπαιρναν τίποτα αψήφιστα στις ονειρικές τους αναζητήσεις. Δεν τις αντιμετώπιζαν σαν πεδίο απολαύσεων, ούτε φυσικά στόχευαν σε νέες ‘φιλικές’ σχέσεις με τους εκεί κατοίκους. Δεν είχαν σκοπό να εγκλωβιστούν σε μια νέα φυλακή αλλάζοντας απλά δεσμοφύλακες. Το συνειδητό όνειρο ήταν γι’ αυτούς μόνο μια μέθοδος, ένα χρήσιμο εργαλείο για να γνωρίσουν την ψευδαίσθηση της φυλακής, και να αποδράσουν στο άπειρο, γκρεμίζοντας τα όρια της αντίληψής τους.
Το να περάσει τις πύλες του ονείρου ο πολεμιστής, σήμαινε να ξυπνήσει μέσα στο όνειρο και να διατηρήσει την συγκέντρωση του στην εικόνα του ονείρου, κατά βούληση, χρησιμοποιώντας ένα επίπεδο προσοχής διαφορετικό απ’ αυτό της καθημερινής εστίασης. Αυτήν την ονειρική προσοχή ισχυροποίησαν οι πολεμιστές, αναδιανέμοντας τις φυσικές τους δραστηριότητες και ενέργειες σε νέες δυναμικές ροές, πριν εισχωρήσουν στο άγνωστο και μετασχηματίσουν τα κοινά τους όνειρα σε τέχνη. Στην ουσία, αυτό που πρόβαλαν εκεί έξω, δεν ήταν ο καλοαναθρεμμένος και τροφαντός εαυτός της καθημερινής ζωής, αλλά μια ενεργοποιημένη τοτεμική ύπαρξη ικανή για παρατήρηση, ιχνηλασία, αλλά και μάχη!
Στο ονείρεμα, σ’ αυτό που οι αποκρυφιστές ονόμασαν αστρική προβολή, η συνείδηση του ατόμου ανιχνεύεται από την ξένη επίγνωση και έλκεται προς αυτήν, πέφτοντας στην κυριολεξία στα δίχτυα της. Τα ανόργανα όντα, ζώντας σ’ ένα κόσμο επιβραδυνόμενο, χρονικά στατικό και ακίνητο, αναζητούν την κίνηση και την φλόγα της ανθρώπινης ψυχής. Είναι η τροφή τους. Στήνουν παγίδες και με το δέλεαρ της γνώσης και της δύναμης, προσκαλούν τους ανέμελους ταξιδιώτες στον κόσμο τους για να τους καλοπιάσουν, ικανοποιώντας όλες τους τις επιθυμίες, και να τους κρατήσουν για πάντα εκεί.
Λειτουργούν σαν αλιείς ψυχών που επιθυμούν την ζεστασιά της ανθρώπινης ζωής και προσπαθούν να την διδάξουν χρησιμοποιώντας φαντασμαγορικές προβολές. Οι άρχοντες αυτοί των ψευδαισθήσεων, στην ουσία, αγκιστρώνονται στα εσώτερα συναισθήματα των ονειρευτών και παίζουν μαζί τους ανελέητα. Δημιουργούν φάσματα για να ευχαριστήσουν τους ονειρευτές ή να τους τρομάξουν ρίχνοντάς τους σ’ ένα λαβύρινθο παρασκιάς!
Για τον Δον Χουάν, ακριβώς αυτός ήταν ο λόγος της παρακμής των αρχαίων μάγων, η υπερβολική εμπιστοσύνη και αξία που έδωσαν σ’ αυτές τις προβολές. Πιστεύοντας πως τα όντα αυτά, σαν σύμμαχοι τους, είχαν τρομερή δύναμη, παρέβλεψαν το γεγονός πως δεν ήταν παρά ασήμαντη ενέργεια που προβαλλόταν μέσα απ’ τους κόσμους όπως σε κάποια κοσμική ταινία. Ο ίδιος ο Δον Χουάν κατάφερε να αποφύγει τον κίνδυνο πηγαίνοντας να τα συναντήσει μερικές φορές και δεν ξαναπήγε ποτέ. Άλλωστε είναι στην επιλογή του κάθε ατόμου να ‘ζήσει’ με συμβιωτικές οντότητες ή να ελευθερωθεί!
Ο Καστανέντα, τελικά ενέδωσε στις υποσχέσεις δύναμης των ανόργανων όντων και παρά τις προειδοποιήσεις, έπεσε στην παγίδα που περίτεχνα είχαν στήσει για να τον εγκλωβίσουν στον κόσμο τους. Η συνδυασμένη συνειδητότητα τους, αφού πρώτα κατανάλωσε την ενέργειά του εξαναγκάζοντας τον σε συναισθηματικά ξεσπάσματα μέσα στο όνειρο, κατόπιν τράβηξε και την αδρανή υλική του μάζα. Χωρίς το ενεργειακό του σώμα ήταν απλά ένας όγκος οργανικής ύλης, εύκολο παιχνίδι στα χέρια μιας συνείδησης. Χρειάστηκε η ενέργεια όλων των πολεμιστών του Δον Χουάν, σαν ένα όχημα, να εισέλθει για να τον ανασύρει σχεδόν νεκρό. Από τότε ελκυόταν σαν μαγνήτης από την ξένη επίγνωση, ισορροπώντας ταυτόχρονα στους δύο κόσμους.
Κατά την γνώμη των σαμάνων το σύμπαν είναι αρπαχτικό και οι μάγοι, περισσότερο απ’ οποιονδήποτε άλλον, πρέπει να το λαβαίνουν υπ’ όψη τους στις καθημερινές μαγικές τους δραστηριότητες. Η συνειδητότητα είναι από την φύση της αναγκασμένη να αναπτύσσεται και ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορεί να αναπτυχθεί είναι μέσ’ από πάλη, μέσα από συγκρούσεις ζωής και θανάτου.
Η συνειδητότητα των μάγων μεγαλώνει όταν εκτελούν την ονειρική διαδικασία. Την στιγμή που μεγαλώνει, κάτι εκεί έξω πληροφορείται το μεγάλωμά της, το αναγνωρίζει και κάνει μια προσφορά γ’ αυτήν. Τα ανόργανα όντα είναι οι πλειοδότες της δημοπρασίας γι’ αυτήν την καινούργια διευρυμένη συνείδηση. Οι ονειρευτές πρέπει να είναι συνέχεια σε επιφυλακή. Την στιγμή που αποτολμούν να βγουν σ’ αυτό το αρπαχτικό σύμπαν, αποτελούν λεία.
O άνθρωπος πορεύεται προς την γνώση όπως πορεύεται προς τον πόλεμο, σε αδιάπτωτη εγρήγορση, με φόβο, με σεβασμό και απόλυτη αυτοπεποίθηση. Το να πορεύεσαι προς την γνώση ή προς τον πόλεμο με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι λάθος, και όποιος το πράξει ίσως δεν ζήσει για να το μετανιώσει.
Όταν ένας άνθρωπος πληροί αυτές τις τέσσερις αναγκαίες προϋποθέσεις, δεν υπάρχουν σφάλματα για τα οποία πρέπει να λογοδοτήσει. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι πράξεις του χάνουν τον αδέξιο χαρακτήρα και την επιπολαιότητα που διακρίνει τις πράξεις ενός ανόητου. Αν ένας τέτοιος άνθρωπος αποτύχει ή υποστεί ήττα, θα έχει χάσει μόνο μια μάχη, και δε θα νιώθει πικρία και τύψεις γι’ αυτό.
Η ερμηνεία που έδωσε ο Δον Χουάν στον Καστανέντα για την φύση και την λειτουργία της πραγματικότητας βασίζεται στις ανακαλύψεις των αρχαίων Τολτέκων και στις σκέψεις τους για την ζωή τον θάνατο και το σύμπαν. Γι’ αυτούς, ο χρόνος, ο χώρος, η ύλη δεν ήταν παρά μία δυναμική διάταξη ενέργειας σε διάφορες παραλλαγές και εντάσεις. Ένα ενεργειακό γεγονός,το οποίο μπορούσαν να διαχειριστούν σχεδόν άμεσα με την δύναμη της θέλησής τους.
Χάρη στην τρομερή ικανότητα συγκέντρωσης και εστίασης της προσοχής που ανέπτυξαν κατά την διάρκεια της ζωής τους, ήταν πραγματικά ικανοί να αντιληφθούν την ενέργεια όπως αυτή έρεε ελεύθερη στο σύμπαν, λυτρωμένη από τα δεσμά της ύλης, σαν καθαρή παλλόμενη ενέργεια. Αυτήν την διαδικασία την ονόμαζαν ενόραση (βλέπειν). Ο πρωταρχικός σκοπός της πράξης του βλέπειν ήταν η αντίληψη και θέαση μιας πιο ολοκληρωμένης πραγματικότητας, που δεν μπορούσε να περιγραφεί με τους συνηθισμένους μηχανισμούς μορφοποίησης και επικοινωνίας.
Μέσα σ’ αυτήν λοιπόν την κατάσταση της ενόρασης, το άτομο αντιλαμβάνεται την ρευστή φύση του, ελευθερώνεται από τις δομές της προσωπικότητας που του έχει επιβληθεί και δρα αυθύπαρκτα ως αυτό που είναι, ένα ενεργειακό ον που ταξιδεύει στο άπειρο.
Είμαστε άνθρωποι και το πεπρωμένο μας είναι να μαθαίνουμε και να ανοίγουμε τα φτερά μας για ασύλληπτους νέους κόσμους. Ο πολεμιστής που βλέπει την ενέργεια γνωρίζει ότι δεν υπάρχει τέλος στους νέους κόσμους που μπορεί να ανακαλύψει το βλέμμα μας.
Η σημαντική ερώτηση είναι η εξής. Πως σε επηρεάζει αυτό που πιστεύεις; Σε βοηθάει να ζεις καλύτερα; Σε βοηθάει να εξελίσεσαι και να προσφέρεις; Σε βοηθάει να κάνεις θετικά πράγματα; Σε βοηθάει να έχεις ευτυχία και επιτυχία στην ζωή σου; Σου προσφέρει υγεία; Αφού την πραγματικότητα μας την δημιουργούμε εμείς γιατί να μην επιλέξουμε μία πραγματικότητα που μας ωφελεί; Ο καθένας από εμάς ζει στον κόσμο του! Ποιός είναι ο δικός σου κόσμος; Είναι δικός σου; Είσαι σίγουρος;
Ένας κόσμος καλοσύνης ή ένας κόσμος κακίας; Ένας κόσμος προκλήσεων ή ένας κόσμος προβλημάτων; Ένας κόσμος εξερεύνησης ή ένας κόσμος βαρεμάρας; Ένας κόσμος αγάπης ή ένας κόσμος φόβου; Μπορεί την πραγματικότητα σου να μην την έχεις δημιουργήσει συνειδητά. Συνήθως μας την επιβάλλουν με τον τρόπο που μεγαλώνουμε και με την πλύση εγκεφάλου που δεχόμαστε.
Συνεπώς αν θες να την ανακαλύψεις – παρατήρησε για λίγες μέρες τον εαυτό σου σαν εξωτερικός παρατηρητής. Πρόσεξε πως αντιδράει σε καταστάσεις, τι φράσεις χρησιμοποιεί, τι σκέφτεται για τους άλλους. Το πρώτο βήμα για να βελτιώσεις την πραγματικότητά σου είναι να την αναγνωρίσεις! Μετά μπορείς να αρχίσεις το επαναπρογραμματισμό της πραγματικότητάς σου σύμφωνα με τα δικά σου θέλω και πιστεύω.
Αυτό είναι ένα σημαντικό αφυπνιστικό βήμα προς την Ανεξαρτησία στο μονοπάτι για την Ελευθερία!
Κυριακή 16 Ιουλίου 2023
Φρίντριχ Νίτσε: Η γνώση της αθλιότητας
Τίποτα δεν χωρίζει ίσως πιο πολύ τους ανθρώπους και τις εποχές, όσο ο βαθμός της γνώσης της αθλιότητας. Της σωματικής, δηλαδή, και της ψυχικής αθλιότητας,
Όσο για την τελευταία, ίσως, εμείς, οι σημερινοί άνθρωποι, να είμαστε, παρ’ όλες τις αδυναμίες μας, αμαθείς και ματαιόδοξοι, κι αυτό από έλλειψη προσωπικής εμπειρίας, της εμπειρίας πού είχε ο αιώνας του φόβου — γ μεγαλύτερη, δηλαδή, περίοδος της Ιστορίας — όταν ό άνθρωπος έπρεπε να προφυλάσσεται μονάχος του από τη βία και, γι αυτό, να γίνεται και ο ίδιος βίαιος.
Την εποχή εκείνη ο άνθρωπος έκανε ένα πάρα πολύ πλούσιο μάθημα τού σωματικού πόνου και της στέρησης. Ακόμα θεωρούσε και την σκληραγωγία και τον εκούσιο πόνο απέναντι στον εαυτό του, σαν αναγκαίο μέσο της διατήρησής του. Τότε ο άνθρωπος έκανε εξάσκηση στο να μπορεί να υπομένει τον πόνο, και πρόσθετε μεγάλη προθυμία κι άλλον πόνο, κι έφτανε στο σημείο να βλέπει τα χειρότερα μαρτύρια των άλλων χωρίς να αισθάνεται τίποτα, παρά το αίσθημα της δικής του ασφάλειας, ‘
Όσο για την ψυχική αθλιότητα, τώρα εξετάζω προσεχτικά αν ο άνθρωπος πού μιλά γι αυτήν, την γνωρίζει από πείρα ή από διάβασμα, αν νομίζει, π.χ., πώς είναι ανάγκη να κάνει πώς γνωρίζει την ψυχική αθλιότητα, για να αποδείξει έτσι στους άλλους πώς έχει κάποια μόρφωση, ή αν από τα κατάβαθα της ψυχής του αρνιέται ολότελα να πιστέψει κάθε είδος ηθικού πόνου. Αν, όταν ακούει να ονομάζουν αυτούς τούς πόνους, δεν παθαίνει μέσα του κάτι παρόμοιο με αυτό πού του συμβαίνει όταν του μιλούν για μεγάλους φυσικούς πόνους, αν του θυμίζουν τους πονόδοντους του ή τούς στομαχικούς πόνους. Μου φαίνεται πώς οι πιο πολλοί άνθρωποι έτσι αισθάνονται.
Κανένας άνθρωπος δεν είναι πια εξασκημένος στους σωματικούς και στους ψυχικούς πόνους, και σπάνια συναντά κανείς κάποιον να υποφέρει. Αυτό έχει μια πολύ αξιόλογη συνέπεια: τώρα οι άνθρωποι μισούν τον πόνο, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, μιλούν γι’ αυτόν με τα πιο απαίσια λόγια και φτάνουν μάλιστα στο σημείο να μη μπορούν να υποφέρουν ούτε την απλούστατη ιδέα του. 'Έχουν κάνει τον πόνο ζήτημα συνείδησης και μομφής για ολόκληρη τη ζωή.
Το άνθισμα των φιλοσόφων του πεσιμισμού δεν αποτελεί καθόλου ένδειξη φοβερών απογνώσεων. Αντίθετα μάλιστα, τις ερωτήσεις αυτές για τη γενική άξια της ζωής τις θέτουν σε εποχές όπου η άνεση και η ευκολία μάς κάνουν να βρίσκουμε πολύ αιματηρά και σκληρά τα μικροτσιμπήματα των εντόμων πού ούτε το σώμα ούτε ή ψυχή μπορεί να τα αποφύγει, και θα ήθελαν πολύ —μια και απουσιάζουν οι πραγματικές οδυνηρές εμπειρίες— να εμφανίσουν την φαντασία του μαρτυρίου σαν ένα πόνο υψηλοτέρου είδους.
Υπάρχει βέβαια ένα αντίδοτο πού θα μπορούσαμε να το υποδείξουμε για τις πεσιμιστικές φιλοσοφίες και την υπερβολική ευαισθησία, πού μου φαίνεται είναι η πραγματική «αθλιότητα της σημερινής εποχής»... αλλά ίσως και ή συνταγή αυτή θα ήταν πολύ σκληρή.
Είναι σίγουρο πώς θα κατάταζαν την συνταγή αυτή στα συμπτώματα, όπου βασίζονται τώρα, για να κρίνουν ότι ή «ζωή είναι κακό πράγμα». Ας είναι έτσι λοιπόν!
Το αντίδοτο για την αθλιότητα ονομάζεται: ΑΘΛΙΟΤΗΤΑ.
Friedrich Nietzsche, Η θεωρία του σκοπού της ζωής
Όσο για την τελευταία, ίσως, εμείς, οι σημερινοί άνθρωποι, να είμαστε, παρ’ όλες τις αδυναμίες μας, αμαθείς και ματαιόδοξοι, κι αυτό από έλλειψη προσωπικής εμπειρίας, της εμπειρίας πού είχε ο αιώνας του φόβου — γ μεγαλύτερη, δηλαδή, περίοδος της Ιστορίας — όταν ό άνθρωπος έπρεπε να προφυλάσσεται μονάχος του από τη βία και, γι αυτό, να γίνεται και ο ίδιος βίαιος.
Την εποχή εκείνη ο άνθρωπος έκανε ένα πάρα πολύ πλούσιο μάθημα τού σωματικού πόνου και της στέρησης. Ακόμα θεωρούσε και την σκληραγωγία και τον εκούσιο πόνο απέναντι στον εαυτό του, σαν αναγκαίο μέσο της διατήρησής του. Τότε ο άνθρωπος έκανε εξάσκηση στο να μπορεί να υπομένει τον πόνο, και πρόσθετε μεγάλη προθυμία κι άλλον πόνο, κι έφτανε στο σημείο να βλέπει τα χειρότερα μαρτύρια των άλλων χωρίς να αισθάνεται τίποτα, παρά το αίσθημα της δικής του ασφάλειας, ‘
Όσο για την ψυχική αθλιότητα, τώρα εξετάζω προσεχτικά αν ο άνθρωπος πού μιλά γι αυτήν, την γνωρίζει από πείρα ή από διάβασμα, αν νομίζει, π.χ., πώς είναι ανάγκη να κάνει πώς γνωρίζει την ψυχική αθλιότητα, για να αποδείξει έτσι στους άλλους πώς έχει κάποια μόρφωση, ή αν από τα κατάβαθα της ψυχής του αρνιέται ολότελα να πιστέψει κάθε είδος ηθικού πόνου. Αν, όταν ακούει να ονομάζουν αυτούς τούς πόνους, δεν παθαίνει μέσα του κάτι παρόμοιο με αυτό πού του συμβαίνει όταν του μιλούν για μεγάλους φυσικούς πόνους, αν του θυμίζουν τους πονόδοντους του ή τούς στομαχικούς πόνους. Μου φαίνεται πώς οι πιο πολλοί άνθρωποι έτσι αισθάνονται.
Κανένας άνθρωπος δεν είναι πια εξασκημένος στους σωματικούς και στους ψυχικούς πόνους, και σπάνια συναντά κανείς κάποιον να υποφέρει. Αυτό έχει μια πολύ αξιόλογη συνέπεια: τώρα οι άνθρωποι μισούν τον πόνο, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, μιλούν γι’ αυτόν με τα πιο απαίσια λόγια και φτάνουν μάλιστα στο σημείο να μη μπορούν να υποφέρουν ούτε την απλούστατη ιδέα του. 'Έχουν κάνει τον πόνο ζήτημα συνείδησης και μομφής για ολόκληρη τη ζωή.
Το άνθισμα των φιλοσόφων του πεσιμισμού δεν αποτελεί καθόλου ένδειξη φοβερών απογνώσεων. Αντίθετα μάλιστα, τις ερωτήσεις αυτές για τη γενική άξια της ζωής τις θέτουν σε εποχές όπου η άνεση και η ευκολία μάς κάνουν να βρίσκουμε πολύ αιματηρά και σκληρά τα μικροτσιμπήματα των εντόμων πού ούτε το σώμα ούτε ή ψυχή μπορεί να τα αποφύγει, και θα ήθελαν πολύ —μια και απουσιάζουν οι πραγματικές οδυνηρές εμπειρίες— να εμφανίσουν την φαντασία του μαρτυρίου σαν ένα πόνο υψηλοτέρου είδους.
Υπάρχει βέβαια ένα αντίδοτο πού θα μπορούσαμε να το υποδείξουμε για τις πεσιμιστικές φιλοσοφίες και την υπερβολική ευαισθησία, πού μου φαίνεται είναι η πραγματική «αθλιότητα της σημερινής εποχής»... αλλά ίσως και ή συνταγή αυτή θα ήταν πολύ σκληρή.
Είναι σίγουρο πώς θα κατάταζαν την συνταγή αυτή στα συμπτώματα, όπου βασίζονται τώρα, για να κρίνουν ότι ή «ζωή είναι κακό πράγμα». Ας είναι έτσι λοιπόν!
Το αντίδοτο για την αθλιότητα ονομάζεται: ΑΘΛΙΟΤΗΤΑ.
Friedrich Nietzsche, Η θεωρία του σκοπού της ζωής
Ήθος του Λόγου: από τον Όμηρο στον Σωκράτη
Αρχαία Ελληνική Ηθική: Έργο και Λόγος
1. Όταν κανείς επιχειρεί να συγκεντρώσει την προσοχή του στην Ηθική ως τέτοια, αδιακρίτως χρονικής περιόδου, ο νους του πηγαίνει ευθέως στην ελληνική αρχαιότητα. Εδώ για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκε ο εν λόγω όρος με τη σκέψη ότι τίποτε στον άνθρωπο δεν είναι δεδομένο, πέραν της βιολογικής του συνθήκης, και όλα καθορίζονται με βάση τον τρόπο ζωής, που επιλέγει κανείς για να ζει, όχι μόνο απλώς αλλά και καλώς. Πώς λοιπόν αντιλαμβάνονταν οι αρχαίοι Έλληνες την Ηθική; Η έννοια της Ηθικής σχετιζόταν με αυτή τούτη την ουσία και την παρουσία της ανθρώπινης ύπαρξης στην κοινοτική ζωή. Καθοριστικές προς τούτο ήταν και οι ποικίλες ιδέες, που αναπτύχθηκαν σε επίπεδο λογοτεχνίας, φιλοσοφίας ή φιλοσοφίας της ιστορίας. Υπό μια γενική έποψη, οι αντιλήψεις περί Ηθικής σχετίζονται με την αγαθή και την κακή πράξη, με την πρόθεση (αρχαία: προαίρεσις), δηλαδή με τα κίνητρα για την πράξη, με την αρετή και την έξι, ήτοι με τον τρόπο και τις δυνάμεις, με τις οποίες ενεργεί και πραγματοποιεί κανείς τους σκοπούς του, ακόμη με το εκούσιον, δηλαδή με την ευθύνη της πράξεώς του, θεμελιωδώς δε με τις ισχύουσες πολιτισμικές και πολιτικές αντιλήψεις, καθώς και με τις πολυσήμαντες φιλοσοφικές θεωρήσεις.
2. 8ος ‒7ος αι. π.Χ.: Σχετικά με τις ηθικές αντιλήψεις αυτής της εποχής σημαντική μαρτυρία αποτελούν τα Ομηρικά έπη. Εδώ είναι ήδη όχι μόνο εμφανείς αλλά και πανταχού παρούσες σχετικές αντιλήψεις που αφορούν την ηθική του πολεμιστή. Γιατί μια τέτοια ηθική; Επειδή δεσπόζουσα κατ’ αυτήν την εποχή ήταν η αρχή του πολέμου. Τρωικός πόλεμος, μετακινήσεις διάφορων φυλών, κατακτήσεις, διαδοχές ενός φύλου από το άλλο: Αχαιοί, Αργείοι, Δωριείς, και άλλα πολλά. Οι ομηρικοί ήρωες διακρίνονται για την ανδρεία τους και πολεμούν για μια ανάλογη δόξα· κάθε προσβολή οδηγεί σε έριδες και συγκρούσεις. Η προσβολή π.χ. του Αχιλλέα από τον ανώτερό του ιεραρχικά Αγαμέμνονα και η απόσυρσή του από τη μάχη είναι καθοριστική για την έκβαση του πολέμου. Ο στρατός των Ελλήνων [=Αχαιών κ.λπ.] κινδυνεύει να ηττηθεί κατά κράτος. Από την πλευρά των Τρώων, ο εξίσου ανδρείος Έκτορας πολεμά με απαράμιλλη ανδρεία για τα υπεράσπιση της πατρίδας: «Εἷς οἰωνὸς ἄριστος, ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης» (Ιλιάδα Μ΄). Ο πόλεμος, κατά ταύτα, στη συγκεκριμένη εποχή σχετίζεται με την υπεράσπιση της πατρίδας ή κάποιου παρόμοιου παράγοντα, που μπορεί να ενώσει όλες τις φυλές των Ελλήνων.
3. 6ος ‒5ος αι. π.Χ.: Ηθική του προσωκρατικού στοχασμού. Θεμελιώδες γνώρισμα αυτής της Ηθικής είναι η ορθολογική οργάνωση του βίου των ανθρώπων. Αυτή η οργάνωση καθίσταται δυνατή με τη συμπαντική γνώση, με τη γνώση της φύσης, της ρίζας του ανθρώπινου Είναι, ώστε να μπορεί ο άνθρωπος να καλλιεργεί τον καθολικό Λόγο και να ερμηνεύει τα φαινόμενα με βάση τη διαλεκτική του Λόγου, τη διαλεκτική δηλαδή του νοήματος και μη-νοήματος των συμβαινόντων στον κόσμο και την Πόλη: «ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων» (Ηράκλειτος). Κατ’ αυτή τη περίοδο αρχίζουν να διαμορφώνονται και βασικές έννοιες ή να διατυπώνονται σκέψεις, για τη δικαιοσύνη, τον πολιτικό βίο, για το Είναι/Ον, για το γίγνεσθαι, για την αγάπη (φιλία) και το μίσος (νείκος), για τον πόλεμο-έριδα κ.λπ.
4. 5ος αι. π.Χ.: Σοφιστική και Σωκρατική Ηθική. Η φιλοσοφική σκέψη και γενικότερα ο στοχασμός συστηματοποιείται γύρω από το ερώτημα για το αγαθό και το κακό και για τον άνθρωπο, ως ατομικό, κοινωνικό, πολιτικό ον. Το πρόβλημα της ηθικής πράξης τίθεται τώρα στο επίκεντρο του πολυκύμαντου αυτού στοχασμού. Η πολιτεία, η πολιτική κοινότητα, φτάνει σε μια υψηλή ανάπτυξη και στη συνέχεια πέφτει σε μια αξεπέραστη πλέον ιστορικά ηθική κρίση, κατά την οποία η φθορά και η διαφθορά των δημοσίων και ιδιωτικών ηθών δεν έχει προηγούμενο. Κάτι ανάλογο με ό,τι συμβαίνει στη σύγχρονη πολιτεία. Η ως άνω κρίση οξύνεται χωρίς ανάκαμψη λόγω του Πελοποννησιακού πολέμου. Ο πόλεμος τούτος είναι η πιο αληθινή μαρτυρία για την ποιότητα της σχέσης: πολιτική και ηθική. Όπως μας λέει ο Θουκυδίδης, με μοναδικό τρόπο, καθ’ όλη την περίοδο του πολέμου, τα άτομα ταυτίζουν το αγαθό ή κακό με ό,τι ωφελεί ή βλάπτει το εκάστοτε συμφέρον τους, με τη σκοπιμότητα της στιγμής. Το συμφέρον της πολιτείας εγκαταλείπεται, ό,τι λογιζόταν ως τώρα ιερό και νόμιμο συνθλίβεται. Σε επίπεδο συνεργασίας των πόλεων κυριαρχεί το δίκαιο του ισχυροτέρου και επιβάλλεται είτε με την πειθώ είτε με τη βία. Έτσι το ήθελε η εποχή αλλά και η ίδια η δομή της κοινωνίας.
5. Από την πλευρά της φιλοσοφίας της ιστορίας, όσα μας περιγράφει εκτενώς ο Θουκυδίδης για την άνοδο και την πτώση των πόλεων, για την ηθικο-πολιτική κατάπτωσή τους και για την παρακμή που ερχόταν με ιλιγγιώδη ταχύτητα, επαναλαμβάνονται σήμερα, με όρους ασφαλώς της δικής μας εποχής αλλά με τον ίδιο χαρακτήρα και την ίδια ένταση. Όσο κατ’ εκείνη την εποχή η ηθική παράδοση υποχωρεί, τα ισχύοντα «νόμιμα» εξαφανίζονται, η πολιτική ηθική εκφυλίζεται, τόσο αναπτύσσεται ο φιλοσοφικός, με την ευρύτερη έννοια, στοχασμός και επιχειρεί να συζητήσει τα μεγάλα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα. Πιο ειδικά, οι σοφιστές, κατά περίπτωση, διατυπώνουν σημαντικές ιδέες για την ηθική, είτε εξηγώντας την γενετικά, εξελικτικά, κάτι περίπου με ό,τι επιχειρεί ο Νίτσε στη σύγχρονη εποχή, είτε σχετικοποιώντας την έννοια του αγαθού, εννοώντας πως δεν υπάρχει μια τέτοια έννοια καθολικής ισχύος, παρά μόνο σχετιζόμενη με την ιδιαιτερότητα του ατόμου και των κοινωνικών-πολιτικών του σχέσεων: Ηθική του σχετικισμού.
6. Ο Σωκράτης, απεναντίας, υποστηρίζει τον καθολικό χαρακτήρα του αγαθού, αρκεί να μπορεί κανείς να ορίσει το τελευταίο με τρόπο, που να ισχύει για όλους τους ανθρώπους, πέρα από κάθε είδους υποκειμενισμούς, ιδεολογικές συγκυρίες, φυλετικές ή πολιτικές διαφοροποιήσεις. Ο Σωκράτης, απ’ αυτή τη σκοπιά, θεωρείται ως ο πρώτος νεωτερικός στοχαστής, νεωτερικός κατά Λόγο και όχι βέβαια χρονολογικά. Σύμφωνα λοιπόν με τον φιλόσοφο, εάν η πολιτική κοινότητα μάθει να σκέφτεται με τον ως άνω τρόπο, δηλαδή να αναζητεί τον καθολικό ορισμό του αγαθού και μια αντίστοιχη καθίδρυσή του, τότε και η πολιτεία θα ανυψωθεί ηθικο-πολιτικά και οι άνθρωποι: άρχοντες και αρχόμενοι θα ισορροπούν, όντας ενάρετοι, εντός αυτής της κοινότητας. Τη Σωκρατική θεωρία περί Ηθικής και διαλογικής της διερεύνησης θα αναπτύξει συμπαντικά πλέον και σε επίπεδο διαλεκτικής φιλοσοφίας ο κορυφαίος Φιλόσοφος για την αρχαία και τη σύγχρονη εποχή, ο Πλάτων, και θα συνεχίσει ο καθ’ όλα ισάξιός του, ο Αριστοτέλης. Κεντρικός άξονας της πολιτικής ηθικής και του ήθους του Λόγου για τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη είναι η πολιτική κοινότητα: η πολιτεία.
1. Όταν κανείς επιχειρεί να συγκεντρώσει την προσοχή του στην Ηθική ως τέτοια, αδιακρίτως χρονικής περιόδου, ο νους του πηγαίνει ευθέως στην ελληνική αρχαιότητα. Εδώ για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκε ο εν λόγω όρος με τη σκέψη ότι τίποτε στον άνθρωπο δεν είναι δεδομένο, πέραν της βιολογικής του συνθήκης, και όλα καθορίζονται με βάση τον τρόπο ζωής, που επιλέγει κανείς για να ζει, όχι μόνο απλώς αλλά και καλώς. Πώς λοιπόν αντιλαμβάνονταν οι αρχαίοι Έλληνες την Ηθική; Η έννοια της Ηθικής σχετιζόταν με αυτή τούτη την ουσία και την παρουσία της ανθρώπινης ύπαρξης στην κοινοτική ζωή. Καθοριστικές προς τούτο ήταν και οι ποικίλες ιδέες, που αναπτύχθηκαν σε επίπεδο λογοτεχνίας, φιλοσοφίας ή φιλοσοφίας της ιστορίας. Υπό μια γενική έποψη, οι αντιλήψεις περί Ηθικής σχετίζονται με την αγαθή και την κακή πράξη, με την πρόθεση (αρχαία: προαίρεσις), δηλαδή με τα κίνητρα για την πράξη, με την αρετή και την έξι, ήτοι με τον τρόπο και τις δυνάμεις, με τις οποίες ενεργεί και πραγματοποιεί κανείς τους σκοπούς του, ακόμη με το εκούσιον, δηλαδή με την ευθύνη της πράξεώς του, θεμελιωδώς δε με τις ισχύουσες πολιτισμικές και πολιτικές αντιλήψεις, καθώς και με τις πολυσήμαντες φιλοσοφικές θεωρήσεις.
2. 8ος ‒7ος αι. π.Χ.: Σχετικά με τις ηθικές αντιλήψεις αυτής της εποχής σημαντική μαρτυρία αποτελούν τα Ομηρικά έπη. Εδώ είναι ήδη όχι μόνο εμφανείς αλλά και πανταχού παρούσες σχετικές αντιλήψεις που αφορούν την ηθική του πολεμιστή. Γιατί μια τέτοια ηθική; Επειδή δεσπόζουσα κατ’ αυτήν την εποχή ήταν η αρχή του πολέμου. Τρωικός πόλεμος, μετακινήσεις διάφορων φυλών, κατακτήσεις, διαδοχές ενός φύλου από το άλλο: Αχαιοί, Αργείοι, Δωριείς, και άλλα πολλά. Οι ομηρικοί ήρωες διακρίνονται για την ανδρεία τους και πολεμούν για μια ανάλογη δόξα· κάθε προσβολή οδηγεί σε έριδες και συγκρούσεις. Η προσβολή π.χ. του Αχιλλέα από τον ανώτερό του ιεραρχικά Αγαμέμνονα και η απόσυρσή του από τη μάχη είναι καθοριστική για την έκβαση του πολέμου. Ο στρατός των Ελλήνων [=Αχαιών κ.λπ.] κινδυνεύει να ηττηθεί κατά κράτος. Από την πλευρά των Τρώων, ο εξίσου ανδρείος Έκτορας πολεμά με απαράμιλλη ανδρεία για τα υπεράσπιση της πατρίδας: «Εἷς οἰωνὸς ἄριστος, ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης» (Ιλιάδα Μ΄). Ο πόλεμος, κατά ταύτα, στη συγκεκριμένη εποχή σχετίζεται με την υπεράσπιση της πατρίδας ή κάποιου παρόμοιου παράγοντα, που μπορεί να ενώσει όλες τις φυλές των Ελλήνων.
3. 6ος ‒5ος αι. π.Χ.: Ηθική του προσωκρατικού στοχασμού. Θεμελιώδες γνώρισμα αυτής της Ηθικής είναι η ορθολογική οργάνωση του βίου των ανθρώπων. Αυτή η οργάνωση καθίσταται δυνατή με τη συμπαντική γνώση, με τη γνώση της φύσης, της ρίζας του ανθρώπινου Είναι, ώστε να μπορεί ο άνθρωπος να καλλιεργεί τον καθολικό Λόγο και να ερμηνεύει τα φαινόμενα με βάση τη διαλεκτική του Λόγου, τη διαλεκτική δηλαδή του νοήματος και μη-νοήματος των συμβαινόντων στον κόσμο και την Πόλη: «ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων» (Ηράκλειτος). Κατ’ αυτή τη περίοδο αρχίζουν να διαμορφώνονται και βασικές έννοιες ή να διατυπώνονται σκέψεις, για τη δικαιοσύνη, τον πολιτικό βίο, για το Είναι/Ον, για το γίγνεσθαι, για την αγάπη (φιλία) και το μίσος (νείκος), για τον πόλεμο-έριδα κ.λπ.
4. 5ος αι. π.Χ.: Σοφιστική και Σωκρατική Ηθική. Η φιλοσοφική σκέψη και γενικότερα ο στοχασμός συστηματοποιείται γύρω από το ερώτημα για το αγαθό και το κακό και για τον άνθρωπο, ως ατομικό, κοινωνικό, πολιτικό ον. Το πρόβλημα της ηθικής πράξης τίθεται τώρα στο επίκεντρο του πολυκύμαντου αυτού στοχασμού. Η πολιτεία, η πολιτική κοινότητα, φτάνει σε μια υψηλή ανάπτυξη και στη συνέχεια πέφτει σε μια αξεπέραστη πλέον ιστορικά ηθική κρίση, κατά την οποία η φθορά και η διαφθορά των δημοσίων και ιδιωτικών ηθών δεν έχει προηγούμενο. Κάτι ανάλογο με ό,τι συμβαίνει στη σύγχρονη πολιτεία. Η ως άνω κρίση οξύνεται χωρίς ανάκαμψη λόγω του Πελοποννησιακού πολέμου. Ο πόλεμος τούτος είναι η πιο αληθινή μαρτυρία για την ποιότητα της σχέσης: πολιτική και ηθική. Όπως μας λέει ο Θουκυδίδης, με μοναδικό τρόπο, καθ’ όλη την περίοδο του πολέμου, τα άτομα ταυτίζουν το αγαθό ή κακό με ό,τι ωφελεί ή βλάπτει το εκάστοτε συμφέρον τους, με τη σκοπιμότητα της στιγμής. Το συμφέρον της πολιτείας εγκαταλείπεται, ό,τι λογιζόταν ως τώρα ιερό και νόμιμο συνθλίβεται. Σε επίπεδο συνεργασίας των πόλεων κυριαρχεί το δίκαιο του ισχυροτέρου και επιβάλλεται είτε με την πειθώ είτε με τη βία. Έτσι το ήθελε η εποχή αλλά και η ίδια η δομή της κοινωνίας.
5. Από την πλευρά της φιλοσοφίας της ιστορίας, όσα μας περιγράφει εκτενώς ο Θουκυδίδης για την άνοδο και την πτώση των πόλεων, για την ηθικο-πολιτική κατάπτωσή τους και για την παρακμή που ερχόταν με ιλιγγιώδη ταχύτητα, επαναλαμβάνονται σήμερα, με όρους ασφαλώς της δικής μας εποχής αλλά με τον ίδιο χαρακτήρα και την ίδια ένταση. Όσο κατ’ εκείνη την εποχή η ηθική παράδοση υποχωρεί, τα ισχύοντα «νόμιμα» εξαφανίζονται, η πολιτική ηθική εκφυλίζεται, τόσο αναπτύσσεται ο φιλοσοφικός, με την ευρύτερη έννοια, στοχασμός και επιχειρεί να συζητήσει τα μεγάλα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα. Πιο ειδικά, οι σοφιστές, κατά περίπτωση, διατυπώνουν σημαντικές ιδέες για την ηθική, είτε εξηγώντας την γενετικά, εξελικτικά, κάτι περίπου με ό,τι επιχειρεί ο Νίτσε στη σύγχρονη εποχή, είτε σχετικοποιώντας την έννοια του αγαθού, εννοώντας πως δεν υπάρχει μια τέτοια έννοια καθολικής ισχύος, παρά μόνο σχετιζόμενη με την ιδιαιτερότητα του ατόμου και των κοινωνικών-πολιτικών του σχέσεων: Ηθική του σχετικισμού.
6. Ο Σωκράτης, απεναντίας, υποστηρίζει τον καθολικό χαρακτήρα του αγαθού, αρκεί να μπορεί κανείς να ορίσει το τελευταίο με τρόπο, που να ισχύει για όλους τους ανθρώπους, πέρα από κάθε είδους υποκειμενισμούς, ιδεολογικές συγκυρίες, φυλετικές ή πολιτικές διαφοροποιήσεις. Ο Σωκράτης, απ’ αυτή τη σκοπιά, θεωρείται ως ο πρώτος νεωτερικός στοχαστής, νεωτερικός κατά Λόγο και όχι βέβαια χρονολογικά. Σύμφωνα λοιπόν με τον φιλόσοφο, εάν η πολιτική κοινότητα μάθει να σκέφτεται με τον ως άνω τρόπο, δηλαδή να αναζητεί τον καθολικό ορισμό του αγαθού και μια αντίστοιχη καθίδρυσή του, τότε και η πολιτεία θα ανυψωθεί ηθικο-πολιτικά και οι άνθρωποι: άρχοντες και αρχόμενοι θα ισορροπούν, όντας ενάρετοι, εντός αυτής της κοινότητας. Τη Σωκρατική θεωρία περί Ηθικής και διαλογικής της διερεύνησης θα αναπτύξει συμπαντικά πλέον και σε επίπεδο διαλεκτικής φιλοσοφίας ο κορυφαίος Φιλόσοφος για την αρχαία και τη σύγχρονη εποχή, ο Πλάτων, και θα συνεχίσει ο καθ’ όλα ισάξιός του, ο Αριστοτέλης. Κεντρικός άξονας της πολιτικής ηθικής και του ήθους του Λόγου για τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη είναι η πολιτική κοινότητα: η πολιτεία.
Ο Αριστοτέλης και η αναζήτηση της ιδανικής δημοκρατίας από την πλευρά του πληθυσμού
Σχετικά με τη σύσταση του πληθυσμού (ως προς τις βιοποριστικές δραστηριότητες) που θα μπορούσε να ευνοήσει με τον καλύτερο τρόπο τη δημοκρατία ο Αριστοτέλης είναι ξεκάθαρος: «ο γεωργικός είναι ο καλύτερος δήμος, με αποτέλεσμα να είναι δυνατόν να καθιδρυθεί δημοκρατία εκεί όπου το πλήθος ζει από τη γεωργία ή την κτηνοτροφία». (1318b 9 – 11).
Κι όσο για την τεκμηρίωση αυτού, τα πράγματα τίθενται απολύτως ευθέως: «Αυτό οφείλεται στο ότι ένας τέτοιος δήμος εργάζεται διαρκώς, γιατί δεν έχει μεγάλη περιουσία κι επομένως δεν προσέρχεται συχνά στην εκκλησία. Εξάλλου, επειδή τα μέλη του [δεν] εξασφαλίζουν τα αναγκαία για την επιβίωσή τους, αναλώνουν το χρόνο τους στις εργασίες τους και δεν επιθυμούν τα ξένα αγαθά, αλλά αντίθετα βρίσκουν μεγαλύτερη ευχαρίστηση στην εργασία από την πολιτική και την άσκηση εξουσίας, όπου βέβαια δεν υπάρχουν μεγάλες απολαβές από τα αξιώματα». (1318b 11 – 16).«ο γεωργικός είναι ο καλύτερος δήμος, με αποτέλεσμα να είναι δυνατόν να καθιδρυθεί δημοκρατία εκεί όπου το πλήθος ζει από τη γεωργία ή την κτηνοτροφία».
Έχοντας υπόψη ότι ο Αριστοτέλης είχε τοποθετήσει την υπερεργασία στις τυραννικές μεθοδεύσεις, προκαλεί εντύπωση ότι επικαλείται το ίδιο διερευνώντας τις ιδανικές προϋποθέσεις (αναφορικά με την απασχόληση του πληθυσμού) από την πλευρά της δημοκρατίας. Το επιχείρημα, μάλιστα, τίθεται με τρόπο ισοπεδωτικό, αφού κατ’ ουσία προάγει τη λογική ότι όλα τα πολιτεύματα μπορούν να γίνουν ανεκτά με την προϋπόθεση ότι αφήνουν τους πολίτες ήσυχους να κάνουν τη δουλειά τους: «Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ανέχονταν τις παλιές τυραννίδες και τώρα ανέχονται τις ολιγαρχίες, εφόσον δεν τους εμποδίζει κανείς από την εργασία τους και δεν τους αφαιρεί τίποτε. Έτσι άλλοι πλουτίζουν γρήγορα και άλλοι δεν αντιμετωπίζουν φτώχεια». (1318b 17 – 21).
Το μόνο που μένει να ρυθμιστεί είναι η περίπτωση των πολιτών που έχουν πολιτικές φιλοδοξίες: «Επιπλέον αν έχουν φιλοδοξίες, την έλλειψη αξιωμάτων την αναπληρώνει το δικαίωμά τους να εκλέγουν και να ελέγχουν τους άρχοντες, αφού σε ορισμένες δημοκρατίες, ακόμα και αν δεν έχουν όλοι οι πολίτες το δικαίωμα να εκλέγουν άρχοντες αλλά από όλους μόνο μερικοί εκλέκτορες που εκλέγονται με τη σειρά, για παράδειγμα στη Μαντίνεια, οι περισσότεροι είναι ευχαριστημένοι, εφόσον έχουν το δικαίωμα να γίνονται βουλευτές». (1318b 21 – 26).
Με δεδομένο ότι ο Αριστοτέλης συγκαταλέγει τη δημοκρατία στα στρεβλά πολιτεύματα, αυτό που μένει ως συμπέρασμα είναι ότι αναφέρεται περισσότερο στις ιδανικές συνθήκες διατήρησης της δημοκρατίας κι όχι στην καλύτερη δυνατή λειτουργία της. Εφόσον η δημοκρατία, από θέση αρχής, στηρίζεται στη συμμετοχή των πολλών, που και σε ταξικό επίπεδο θα προασπίσουν τα συμφέροντά τους, είναι τουλάχιστον παράδοξο να υποστηρίζει κανείς ότι η ιδανική δημοκρατία είναι αυτή που το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού θα απέχει από την «εκκλησία» λόγω εργασίας. Η συμπλήρωση: «Έτσι άλλοι πλουτίζουν γρήγορα και άλλοι δεν αντιμετωπίζουν φτώχεια», απευθύνεται ολοφάνερα στην ολιγαρχία, που είχε αναφερθεί προηγουμένως, κι όχι στη δημοκρατία, ώστε να πει κανείς ότι τουλάχιστον εξασφαλίζεται η απομάκρυνση της φτώχειας, στοιχείο ξεκάθαρα δημοκρατικό.
Από την άλλη, ο αποκλεισμός των φτωχότερων στρωμάτων από τα ανώτερα αξιώματα είναι και πάλι στοιχείο ολιγαρχικό, που προτάσσεται ως πλεονέκτημα της ιδανικής δημοκρατίας: «Επομένως και συμφέρει στο προαναφερόμενο είδος δημοκρατίας και καθιερώθηκε από συνήθεια όλοι οι πολίτες να εκλέγουν τους άρχοντες, να ελέγχουν την εξουσία τους και να γίνονται δικαστές, αντίθετα όμως τα ανώτατα αξιώματα να απονέμονται με εκλογές και με κριτήριο το εισόδημα και μάλιστα τα σπουδαιότερα αξιώματα να δίνονται στα μεγαλύτερα εισοδήματα ή σε διαφορετική περίπτωση να μην απονέμονται καθόλου με βάση το εισόδημα αλλά με βάση την προσωπική ικανότητα». (1318b 27 – 32).
Η αναγνώριση ότι τα αξιώματα μπορούν εναλλακτικά να απονέμονται όχι με βάση το εισόδημα, αλλά την προσωπική ικανότητα του καθενός, είναι η προσπάθεια του Αριστοτέλη να αποδώσει τη διαχείριση της εξουσίας σ’ αυτούς που το αξίζουν. Είναι δηλαδή η κατοχύρωση της αξιοκρατίας που θέλει τους κατάλληλους ανθρώπους στις κατάλληλες θέσεις. Από αυτή την άποψη, δε γίνεται λόγος για τον αποκλεισμό των πολλών από την εξουσία, αλλά για τη διασφάλιση των καλύτερων που πρέπει να τεθούν στην υπηρεσία του κράτους.
Το εισόδημα, ως πρώτη επιλογή των αξιωματούχων, τίθεται ως πρόταγμα της αναζήτησης των άξιων, αφού η ακεραιότητα της δικαιοσύνης αναδεικνύει τους καλύτερους και σε επίπεδο περιουσίας. Είτε έτσι (δηλαδή περιουσιακά) είτε αλλιώς (δηλαδή ως αναγνώριση της ατομικής αξίας), η βασικότερη μέριμνα της δημοκρατίας είναι η ανάδειξη των πιο ικανών στη διαχείριση της εξουσίας: «Και η άσκηση της πολιτικής με αυτόν τον τρόπο συνεπάγεται αναγκαστικά σωστή άσκηση της πολιτικής (καθώς οι εξουσίες θα βρίσκονται πάντα στα χέρια των άριστων με τη συναίνεση του λαού και χωρίς φθόνο για τους κοινωνικά ανώτερους)». (1318b 32 – 35).
Κι αυτή ακριβώς είναι η αριστοτελική εκδοχή της ιδανικής δημοκρατίας. Η καταξίωση των καλύτερων στην ηγεσία, χωρίς όμως να αποκλείεται ο λαός που θα τους εκλέγει και θα τους ελέγχει: «Επομένως χρειάζεται στα πολιτεύματα να συμβαίνει το απολύτως ωφέλιμο, δηλαδή να εξουσιάζουν οι επιφανείς πολίτες χωρίς να κάνουν σφάλματα, αλλά και χωρίς να χάνει καθόλου τα δικαιώματά του το πλήθος». (1319a 1 – 4).
Τα δικαιώματα του πλήθους δεν αναφέρονται απλώς ως αναγκαστική συνθήκη προκειμένου το πολίτευμα να είναι αποδεκτό, αλλά ως θεσμική αναγνώριση για την αδιαπραγμάτευτη πολιτειακή ωφέλεια που θα υπάρξει από την ενεργό λαϊκή συμμετοχή. Εξάλλου, πρέπει να υπάρχει έλεγχος στους ανθρώπους που διαχειρίζονται την εξουσία, αφού η ανεξέλεγκτη εξουσία οδηγεί στην ασυδοσία: «Γιατί η αλληλεξάρτηση και η αδυναμία να κάνει κάποιος ό,τι του περνάει από το νου συμφέρουν, με δεδομένο ότι η ευχέρεια να κάνει κάποιος ό,τι του αρέσει δεν μπορεί να συγκρατήσει τη ροπή προς το κακό που έχει μέσα του κάθε άνθρωπος». (1318b 38 – 1319a 1).
Με άλλα λόγια, η εξασφάλιση της στελέχωσης των ανώτερων αξιωμάτων από τους καλύτερους κρίνεται επίσης επίφοβη, αν δε συνοδευτεί από το λαϊκό φίλτρο. Κι εδώ, πέρα από το προφανές της συλλογικότητας, που εξασφαλίζει τη δυνατότερο αρμονική και συμφέρουσα διαχείριση της εξουσίας, γίνεται λόγος και για την επικινδυνότητα της διαφθοράς που πάντα υπάρχει, όταν η εξουσία παραχωρείται χωρίς κανένα έλεγχο. Ακόμη και οι καλύτεροι, οι ομολογουμένως αξιότεροι, μπορούν να υποκύψουν στους πειρασμούς της εξουσίας.
Η αλαζονεία, η συμφεροντολογία, το δέλεαρ του προσωπικού πλουτισμού, η μεροληψία, με δυο λόγια όλες οι παθολογίες της εξουσίας πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και να αποτρέπονται. Μοιραία, δεν υπάρχει άλλος δρόμος από τη δικαιοσύνη που πρέπει να αποδίδεται προς όλες τις κατευθύνσεις. Οι στρεβλώσεις της δικαιοσύνης είναι ξεκάθαρα πολιτειακές, αφού είναι αδύνατο να μην έχουν πολιτικό αντίκτυπο. Ο έλεγχος του λαού, η προσωρινότητα των αξιωμάτων και η εγγύηση της δικαιοσύνης είναι η μόνη πολιτειακή διασφάλιση.
Τελικά, αυτό που καθίσταται σαφές είναι ότι η πιο βασική προϋπόθεση για την επίτευξη των παραπάνω είναι η αποδοχή των ρόλων που πρέπει να φέρουν σε πέρας όλες οι πλευρές. Ο λαός πρέπει να γνωρίζει τον ελεγκτικό του ρόλο και να μην έχει περαιτέρω αξιώσεις – όπως βέβαια και οι επιφανείς να φανούν αντάξιοι της εμπιστοσύνης που τους δίνεται. (Η δικαιοσύνη θα εξασφαλίζει τις ισορροπίες). Από αυτή την άποψη κρίνεται και η ποιότητα ενός λαού, που είναι αλληλένδετη με την ωριμότητα που δείχνει στα πολιτειακά του καθήκοντα: «Φάνηκε λοιπόν, ότι αυτό το πολίτευμα είναι το άριστο είδος δημοκρατίας και για ποια αιτία επίσης, επειδή δηλαδή ο λαός έχει κάποια ποιότητα». (1319a 4 – 6).
Αυτός είναι λόγος που ο Αριστοτέλης προτάσσει ως ιδανικό πληθυσμό το γεωργικό. Γιατί οι άνθρωποι που ασχολούνται με τη γη γνωρίζουν τα όρια των δυνατοτήτων τους, ώστε να μην προβάλουν παράλογες απαιτήσεις και ταυτόχρονα να διατηρούν την ανεξαρτησία και το αδούλωτο πνεύμα τους, αφού, ως μικροκαλλιεργητές, έχουν οικονομική αυτονομία και νιώθουν περήφανοι ορίζοντας οι ίδιοι την τύχη τους. Αντίθετα οι εργάτες και οι χειρώνακτες υιοθετούν τη δουλικότητα, αφού διαρκώς βρίσκονται υπό εξάρτηση. (Για τους δούλους δε χρειάζεται να γίνει λόγος). Με άλλα λόγια, οι κτηνοτρόφοι προτείνονται ως δεύτερη καταλληλότερη πληθυσμιακή ομάδα για την εγκαθίδρυση της ιδανικής δημοκρατίας, επειδή συμμετέχουν στην εκκλησία του δήμου
Όσο για τους μικρεμπόρους, δεν είναι μόνο η δουλικότητα που αποκτούν προκειμένου να επιβιώσουν, αλλά και η διαφθορά που θεωρείται εγγενής σ’ ένα επάγγελμα που δεν αφορά την παραγωγή προϊόντων, αλλά την αναπαραγωγή του χρήματος: «Οι άλλοι πληθυσμοί, σχεδόν όλοι, από τους οποίους αποτελούνται οι δημοκρατίες είναι πολύ κατώτεροι… γιατί και ο τρόπος ζωής τους είναι κακός και καμία εργασία από αυτές που εκτελούν οι χειρώνακτες, οι μικρέμποροι και οι εργάτες δε διέπεται από αρετή». (1319a 24 – 28).
Το μόνο που μένει είναι να δημιουργηθούν οι συνθήκες, ώστε να προαχθεί η γεωργική οικονομία: «Προκειμένου δε να καταστεί ένας δήμος γεωργικός, είναι χρήσιμοι μερικοί νόμοι που είχαν θεσπιστεί παλιά σε πολλές πόλεις σύμφωνα με τους οποίους ή δεν επιτρέπεται γενικά να αποκτήσει κάποιος έκταση γης περισσότερη από το προβλεπόμενο όριο ή σε περιοχή που δε βρίσκεται σε μια συγκεκριμένη απόσταση από το άστυ και την πόλη (είχε νομοθετηθεί μάλιστα στα παλιά χρόνια να απαγορεύεται να πουλά κάποιος τους αρχικούς κλήρους των πατρικών κτημάτων)». (1319a 6 – 11).
Όμως, ακόμη κι έτσι, είναι αδύνατο να διευκρινιστεί το πλεονέκτημα που έγκειται στους γεωργούς από την υπερεργασία που τους αναγκάζει να απέχουν από την «εκκλησία». Θα έλεγε κανείς ότι από τη στιγμή που ο λαός εκτελεί το ρόλο του ελεγκτικού μηχανισμού δεν υπάρχει τίποτε πιο αυτονόητο από την παρουσία του στα πολιτικά τεκταινόμενα, ώστε να έχει ξεκάθαρα διαμορφωμένη πολιτειακή εικόνα.
Η παραδοξότητα αυτή παίρνει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις από το γεγονός ότι ως δεύτερη καταλληλότερη πληθυσμιακή ομάδα για την επίτευξη της ιδανικότερης δημοκρατίας κρίνεται εκείνη «που αποτελείται από βοσκούς και ανθρώπους που ζουν από την κτηνοτροφία» (1319a 20 – 21) για το λόγο ότι «αυτός ο τρόπος ζωής έχει πολλές ομοιότητες με το γεωργικό τρόπο ζωής» (1319a 21) κι επιπλέον «επειδή ένα τέτοιο πλήθος συχνάζει γύρω στην αγορά και στο άστυ, εύκολα συμμετέχει στην εκκλησία του δήμου» (1319a 28 – 30).
Με άλλα λόγια, οι κτηνοτρόφοι προτείνονται ως δεύτερη καταλληλότερη πληθυσμιακή ομάδα για την εγκαθίδρυση της ιδανικής δημοκρατίας, επειδή συμμετέχουν στην εκκλησία του δήμου και οι γεωργοί προτείνονται ως πρώτη, επειδή δε συμμετέχουν, πράγμα που ο Αριστοτέλης επαναλαμβάνει καθιστώντας σαφές ότι δεν πρόκειται για παραδρομή: «Αντίθετα οι γεωργοί, επειδή βρίσκονται διασκορπισμένοι στην ύπαιθρο, ούτε εύκολα συναντιούνται μεταξύ τους ούτε και νιώθουν την ίδια ανάγκη για την εκκλησία του δήμου». (1319a 30 – 32).
Η αντίφαση αυτή δεν αίρεται, αλλά είναι δυνατό να ερμηνευτεί ως μομφή προς τη λειτουργία της δημοκρατίας που παρακολουθεί ο Αριστοτέλης στην Αθήνα: «Εξάλλου όπου συμβαίνει η γεωγραφική θέση της χώρας να είναι τέτοια ώστε η ύπαιθρος να απλώνεται σε μεγάλη έκταση μακριά από την πόλη, εκεί είναι εύκολο να καθιδρυθεί εύρυθμη δημοκρατία και πολιτεία, επειδή το πλήθος αναγκάζεται να κατοικεί στα χωράφια και συνεπώς στις δημοκρατίες επιβάλλεται, ακόμη και αν υπάρχει όχλος που συχνάζει στην αγορά, να μη συγκαλείται εκκλησία του δήμου χωρίς το πλήθος που κατοικεί στην ύπαιθρο». (1319a 32 – 38).
Τα πράγματα τίθενται απολύτως ξεκάθαρα. Η εκκλησία του δήμου δεν πρέπει να μονοπωλείται από τον όχλο που συχνάζει στην αγορά, αλλά από τους ανθρώπους που στηρίζουν την παραγωγή με τον προσωπικό τους μόχθο. Γι’ αυτό το λόγο η εκκλησία του δήμου πρέπει να συγκαλείται μόνο κατόπιν συνεννοήσεως με την ύπαιθρο, αφού το πλέον κατάλληλο κομμάτι του λαού βρίσκεται εκεί. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι τελικά ο Αριστοτέλης όταν έλεγε ότι η υπερεργασία των γεωργών εμποδίζει τη συμμετοχή τους στην εκκλησία του δήμου δεν εννοούσε το ευνοϊκό της αποχής τους, αλλά την αναγκαιότητα της συνεννόησης μαζί τους, ώστε να είναι παρόντες.
Το σίγουρο είναι ότι τους προτιμά και τους κατατάσσει ως ιδανική πληθυσμιακή ομάδα για τη δημοκρατία σε σχέση με τον αργόσχολο όχλο της αγοράς που καραδοκεί να καρπωθεί ό,τι μπορεί από τις συγκυρίες. Ενδεχομένως, για τον Αριστοτέλη, οι γεωργοί εκπροσωπούν τη λαϊκή αγνότητα, που δε γνωρίζει τη διαφθορά (σε αντίθεση με τον όχλο) και διατηρεί την καθαρότητα της σκέψης. Ως εκ τούτου, οι δημοκράτες πολιτικοί πρέπει να λαμβάνουν πολύ σοβαρά τις επιλογές που έρχονται από την ύπαιθρο και να μην περιφρονούν τους ανθρώπους που διαμένουν εκεί.
Ταυτόχρονα, όμως, παρακολουθώντας τις μεθοδεύσεις των πολιτικών καταγγέλλει ότι συμβαίνει μάλλον το αντίθετο, γεγονός που οδηγεί στο τελευταίο είδος της δημοκρατίας, το πιο εκφυλισμένο, όπου καταλύονται οι νόμοι κι επικρατεί η δυναμική του όχλου που άγεται και φέρεται από τις υποδείξεις των δημαγωγών: «Προκειμένου μάλιστα να καθιδρύσουν αυτό το είδος της δημοκρατίας και να καταστήσουν το λαό ισχυρό, συνηθίζουν οι άρχοντες να προσελκύουν όσο το δυνατόν περισσότερους και να τους πολιτογραφούν και μάλιστα όχι μόνο τα νόμιμα παιδιά των πολιτών αλλά και τα νόθα κι εκείνα που έχουν πολίτη έναν από τους γονείς τους, οποιονδήποτε, είτε τον πατέρα είτε τη μητέρα. Η εξήγηση είναι ότι κάθε περίπτωση από αυτές προσαρμόζεται εύκολα σε έναν μάλλον τέτοιο τύπο δημοκρατίας. Συνηθίζουν βέβαια οι δημαγωγοί να ρυθμίζουν με τον τρόπο αυτόν την πολιτική κατάσταση. Πρέπει όμως να προσελκύουν τέτοιους πολίτες έως το σημείο που το πλήθος αυτών των πολιτών να βρίσκεται σε ισορροπία με το πλήθος των επιφανών και των μεσαίων πολιτών, και να μην υπερβάλλουν, γιατί, αλλιώς, προκαλούν μεγαλύτερη ακαταστασία στο πολίτευμα κι ερεθίζουν τους επιφανείς πολίτες περισσότερο, ώστε με δυσκολία πια να ανέχονται τη δημοκρατία. Αυτό ακριβώς προκάλεσε την επανάσταση στην Κυρήνη». (1319b 6 – 18).
Σε τελική ανάλυση, η ποιότητα της δημοκρατίας είναι συνυφασμένη με την ποιότητα του κόσμου που τη συνδιαμορφώνει και η μέριμνα για τη διαπαιδαγώγηση του κόσμου, ώστε να είναι αντάξιος των δημοκρατικών ευθυνών, επισφραγίζει και την ποιότητα κάθε δημοκρατίας.
Όσο για τα πλεονεκτήματα των κτηνοτρόφων που κρίνονται δεύτεροι καταλληλότεροι της ιδανικής δημοκρατίας προτάσσονται τα εξής: «οι άνθρωποι αυτοί είναι έτοιμοι για πολεμικές επιχειρήσεις και αυτό οφείλεται στις συνήθειές τους, είναι χρήσιμοι για τη σωματική τους δύναμη και δυνατοί για να ζουν έξω φυλάγοντας τα σύνορα». (1319a 22 – 24).
Κι αν τα κριτήρια που θέτει ο Αριστοτέλης φαίνονται αναχρονιστικά ή ακόμη και λανθασμένα, αυτό που προέχει είναι ότι η ιδανική δημοκρατία τρέφεται από ανθρώπους που έχουν απόλυτη επίγνωση των ευθυνών τους, δε διαπλέκονται και διατηρούν την εντιμότητά τους κι όχι από πολίτες – αυλικούς των δημαγωγών που ετοιμάζονται να αδράξουν τις ευκαιρίες.
Ο αριστοτελικός όχλος, που συχνάζει στην αγορά και σπεύδει στην εκκλησία του δήμου, είναι η ιδιοτελής πελατεία των δημαγωγών, που στηρίζει κι εξαργυρώνει εκπληρώνοντας την ωφελιμιστική – ισοπεδωτική αντίληψη του πολιτεύματος. Από τη στιγμή που οι πολίτες αυτοί αποκτούν το προβάδισμα παραμερίζοντας τους άλλους σε «υπαίθριες» ασχολίες δε μιλάμε για δημοκρατία, αφού ούτε το δίκαιο υπερισχύει ούτε η αντίληψη του συλλογικού συμφέροντος ούτε η ισότητα που κατοχυρώνεται μέσω της εξουσίας που ενδιαφέρεται για όλους το ίδιο.
Αυτό που μένει είναι ο διαχωρισμός των πολιτών σε πολλές κατηγορίες (πρώτη, δεύτερη, τρίτη κλπ) ανάλογα με την πρόσβαση που μπορούν να έχουν στους διαχειριστές της εξουσίας. Κι αυτός είναι ο μηχανισμός που καταλύει το νόμο μετατρέποντας τους πολίτες σε κλακαδόρους προς όφελος όλων των δημαγωγών. Μ’ αυτό τον τρόπο πρέπει να αντιλαμβανόταν ο Αριστοτέλης το πέμπτο είδος της δημοκρατίας, που ονόμαζε τυραννία του όχλου…
Αριστοτέλης, Πολιτικά
Κι όσο για την τεκμηρίωση αυτού, τα πράγματα τίθενται απολύτως ευθέως: «Αυτό οφείλεται στο ότι ένας τέτοιος δήμος εργάζεται διαρκώς, γιατί δεν έχει μεγάλη περιουσία κι επομένως δεν προσέρχεται συχνά στην εκκλησία. Εξάλλου, επειδή τα μέλη του [δεν] εξασφαλίζουν τα αναγκαία για την επιβίωσή τους, αναλώνουν το χρόνο τους στις εργασίες τους και δεν επιθυμούν τα ξένα αγαθά, αλλά αντίθετα βρίσκουν μεγαλύτερη ευχαρίστηση στην εργασία από την πολιτική και την άσκηση εξουσίας, όπου βέβαια δεν υπάρχουν μεγάλες απολαβές από τα αξιώματα». (1318b 11 – 16).«ο γεωργικός είναι ο καλύτερος δήμος, με αποτέλεσμα να είναι δυνατόν να καθιδρυθεί δημοκρατία εκεί όπου το πλήθος ζει από τη γεωργία ή την κτηνοτροφία».
Έχοντας υπόψη ότι ο Αριστοτέλης είχε τοποθετήσει την υπερεργασία στις τυραννικές μεθοδεύσεις, προκαλεί εντύπωση ότι επικαλείται το ίδιο διερευνώντας τις ιδανικές προϋποθέσεις (αναφορικά με την απασχόληση του πληθυσμού) από την πλευρά της δημοκρατίας. Το επιχείρημα, μάλιστα, τίθεται με τρόπο ισοπεδωτικό, αφού κατ’ ουσία προάγει τη λογική ότι όλα τα πολιτεύματα μπορούν να γίνουν ανεκτά με την προϋπόθεση ότι αφήνουν τους πολίτες ήσυχους να κάνουν τη δουλειά τους: «Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ανέχονταν τις παλιές τυραννίδες και τώρα ανέχονται τις ολιγαρχίες, εφόσον δεν τους εμποδίζει κανείς από την εργασία τους και δεν τους αφαιρεί τίποτε. Έτσι άλλοι πλουτίζουν γρήγορα και άλλοι δεν αντιμετωπίζουν φτώχεια». (1318b 17 – 21).
Το μόνο που μένει να ρυθμιστεί είναι η περίπτωση των πολιτών που έχουν πολιτικές φιλοδοξίες: «Επιπλέον αν έχουν φιλοδοξίες, την έλλειψη αξιωμάτων την αναπληρώνει το δικαίωμά τους να εκλέγουν και να ελέγχουν τους άρχοντες, αφού σε ορισμένες δημοκρατίες, ακόμα και αν δεν έχουν όλοι οι πολίτες το δικαίωμα να εκλέγουν άρχοντες αλλά από όλους μόνο μερικοί εκλέκτορες που εκλέγονται με τη σειρά, για παράδειγμα στη Μαντίνεια, οι περισσότεροι είναι ευχαριστημένοι, εφόσον έχουν το δικαίωμα να γίνονται βουλευτές». (1318b 21 – 26).
Με δεδομένο ότι ο Αριστοτέλης συγκαταλέγει τη δημοκρατία στα στρεβλά πολιτεύματα, αυτό που μένει ως συμπέρασμα είναι ότι αναφέρεται περισσότερο στις ιδανικές συνθήκες διατήρησης της δημοκρατίας κι όχι στην καλύτερη δυνατή λειτουργία της. Εφόσον η δημοκρατία, από θέση αρχής, στηρίζεται στη συμμετοχή των πολλών, που και σε ταξικό επίπεδο θα προασπίσουν τα συμφέροντά τους, είναι τουλάχιστον παράδοξο να υποστηρίζει κανείς ότι η ιδανική δημοκρατία είναι αυτή που το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού θα απέχει από την «εκκλησία» λόγω εργασίας. Η συμπλήρωση: «Έτσι άλλοι πλουτίζουν γρήγορα και άλλοι δεν αντιμετωπίζουν φτώχεια», απευθύνεται ολοφάνερα στην ολιγαρχία, που είχε αναφερθεί προηγουμένως, κι όχι στη δημοκρατία, ώστε να πει κανείς ότι τουλάχιστον εξασφαλίζεται η απομάκρυνση της φτώχειας, στοιχείο ξεκάθαρα δημοκρατικό.
Από την άλλη, ο αποκλεισμός των φτωχότερων στρωμάτων από τα ανώτερα αξιώματα είναι και πάλι στοιχείο ολιγαρχικό, που προτάσσεται ως πλεονέκτημα της ιδανικής δημοκρατίας: «Επομένως και συμφέρει στο προαναφερόμενο είδος δημοκρατίας και καθιερώθηκε από συνήθεια όλοι οι πολίτες να εκλέγουν τους άρχοντες, να ελέγχουν την εξουσία τους και να γίνονται δικαστές, αντίθετα όμως τα ανώτατα αξιώματα να απονέμονται με εκλογές και με κριτήριο το εισόδημα και μάλιστα τα σπουδαιότερα αξιώματα να δίνονται στα μεγαλύτερα εισοδήματα ή σε διαφορετική περίπτωση να μην απονέμονται καθόλου με βάση το εισόδημα αλλά με βάση την προσωπική ικανότητα». (1318b 27 – 32).
Η αναγνώριση ότι τα αξιώματα μπορούν εναλλακτικά να απονέμονται όχι με βάση το εισόδημα, αλλά την προσωπική ικανότητα του καθενός, είναι η προσπάθεια του Αριστοτέλη να αποδώσει τη διαχείριση της εξουσίας σ’ αυτούς που το αξίζουν. Είναι δηλαδή η κατοχύρωση της αξιοκρατίας που θέλει τους κατάλληλους ανθρώπους στις κατάλληλες θέσεις. Από αυτή την άποψη, δε γίνεται λόγος για τον αποκλεισμό των πολλών από την εξουσία, αλλά για τη διασφάλιση των καλύτερων που πρέπει να τεθούν στην υπηρεσία του κράτους.
Το εισόδημα, ως πρώτη επιλογή των αξιωματούχων, τίθεται ως πρόταγμα της αναζήτησης των άξιων, αφού η ακεραιότητα της δικαιοσύνης αναδεικνύει τους καλύτερους και σε επίπεδο περιουσίας. Είτε έτσι (δηλαδή περιουσιακά) είτε αλλιώς (δηλαδή ως αναγνώριση της ατομικής αξίας), η βασικότερη μέριμνα της δημοκρατίας είναι η ανάδειξη των πιο ικανών στη διαχείριση της εξουσίας: «Και η άσκηση της πολιτικής με αυτόν τον τρόπο συνεπάγεται αναγκαστικά σωστή άσκηση της πολιτικής (καθώς οι εξουσίες θα βρίσκονται πάντα στα χέρια των άριστων με τη συναίνεση του λαού και χωρίς φθόνο για τους κοινωνικά ανώτερους)». (1318b 32 – 35).
Κι αυτή ακριβώς είναι η αριστοτελική εκδοχή της ιδανικής δημοκρατίας. Η καταξίωση των καλύτερων στην ηγεσία, χωρίς όμως να αποκλείεται ο λαός που θα τους εκλέγει και θα τους ελέγχει: «Επομένως χρειάζεται στα πολιτεύματα να συμβαίνει το απολύτως ωφέλιμο, δηλαδή να εξουσιάζουν οι επιφανείς πολίτες χωρίς να κάνουν σφάλματα, αλλά και χωρίς να χάνει καθόλου τα δικαιώματά του το πλήθος». (1319a 1 – 4).
Τα δικαιώματα του πλήθους δεν αναφέρονται απλώς ως αναγκαστική συνθήκη προκειμένου το πολίτευμα να είναι αποδεκτό, αλλά ως θεσμική αναγνώριση για την αδιαπραγμάτευτη πολιτειακή ωφέλεια που θα υπάρξει από την ενεργό λαϊκή συμμετοχή. Εξάλλου, πρέπει να υπάρχει έλεγχος στους ανθρώπους που διαχειρίζονται την εξουσία, αφού η ανεξέλεγκτη εξουσία οδηγεί στην ασυδοσία: «Γιατί η αλληλεξάρτηση και η αδυναμία να κάνει κάποιος ό,τι του περνάει από το νου συμφέρουν, με δεδομένο ότι η ευχέρεια να κάνει κάποιος ό,τι του αρέσει δεν μπορεί να συγκρατήσει τη ροπή προς το κακό που έχει μέσα του κάθε άνθρωπος». (1318b 38 – 1319a 1).
Με άλλα λόγια, η εξασφάλιση της στελέχωσης των ανώτερων αξιωμάτων από τους καλύτερους κρίνεται επίσης επίφοβη, αν δε συνοδευτεί από το λαϊκό φίλτρο. Κι εδώ, πέρα από το προφανές της συλλογικότητας, που εξασφαλίζει τη δυνατότερο αρμονική και συμφέρουσα διαχείριση της εξουσίας, γίνεται λόγος και για την επικινδυνότητα της διαφθοράς που πάντα υπάρχει, όταν η εξουσία παραχωρείται χωρίς κανένα έλεγχο. Ακόμη και οι καλύτεροι, οι ομολογουμένως αξιότεροι, μπορούν να υποκύψουν στους πειρασμούς της εξουσίας.
Η αλαζονεία, η συμφεροντολογία, το δέλεαρ του προσωπικού πλουτισμού, η μεροληψία, με δυο λόγια όλες οι παθολογίες της εξουσίας πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και να αποτρέπονται. Μοιραία, δεν υπάρχει άλλος δρόμος από τη δικαιοσύνη που πρέπει να αποδίδεται προς όλες τις κατευθύνσεις. Οι στρεβλώσεις της δικαιοσύνης είναι ξεκάθαρα πολιτειακές, αφού είναι αδύνατο να μην έχουν πολιτικό αντίκτυπο. Ο έλεγχος του λαού, η προσωρινότητα των αξιωμάτων και η εγγύηση της δικαιοσύνης είναι η μόνη πολιτειακή διασφάλιση.
Τελικά, αυτό που καθίσταται σαφές είναι ότι η πιο βασική προϋπόθεση για την επίτευξη των παραπάνω είναι η αποδοχή των ρόλων που πρέπει να φέρουν σε πέρας όλες οι πλευρές. Ο λαός πρέπει να γνωρίζει τον ελεγκτικό του ρόλο και να μην έχει περαιτέρω αξιώσεις – όπως βέβαια και οι επιφανείς να φανούν αντάξιοι της εμπιστοσύνης που τους δίνεται. (Η δικαιοσύνη θα εξασφαλίζει τις ισορροπίες). Από αυτή την άποψη κρίνεται και η ποιότητα ενός λαού, που είναι αλληλένδετη με την ωριμότητα που δείχνει στα πολιτειακά του καθήκοντα: «Φάνηκε λοιπόν, ότι αυτό το πολίτευμα είναι το άριστο είδος δημοκρατίας και για ποια αιτία επίσης, επειδή δηλαδή ο λαός έχει κάποια ποιότητα». (1319a 4 – 6).
Αυτός είναι λόγος που ο Αριστοτέλης προτάσσει ως ιδανικό πληθυσμό το γεωργικό. Γιατί οι άνθρωποι που ασχολούνται με τη γη γνωρίζουν τα όρια των δυνατοτήτων τους, ώστε να μην προβάλουν παράλογες απαιτήσεις και ταυτόχρονα να διατηρούν την ανεξαρτησία και το αδούλωτο πνεύμα τους, αφού, ως μικροκαλλιεργητές, έχουν οικονομική αυτονομία και νιώθουν περήφανοι ορίζοντας οι ίδιοι την τύχη τους. Αντίθετα οι εργάτες και οι χειρώνακτες υιοθετούν τη δουλικότητα, αφού διαρκώς βρίσκονται υπό εξάρτηση. (Για τους δούλους δε χρειάζεται να γίνει λόγος). Με άλλα λόγια, οι κτηνοτρόφοι προτείνονται ως δεύτερη καταλληλότερη πληθυσμιακή ομάδα για την εγκαθίδρυση της ιδανικής δημοκρατίας, επειδή συμμετέχουν στην εκκλησία του δήμου
Όσο για τους μικρεμπόρους, δεν είναι μόνο η δουλικότητα που αποκτούν προκειμένου να επιβιώσουν, αλλά και η διαφθορά που θεωρείται εγγενής σ’ ένα επάγγελμα που δεν αφορά την παραγωγή προϊόντων, αλλά την αναπαραγωγή του χρήματος: «Οι άλλοι πληθυσμοί, σχεδόν όλοι, από τους οποίους αποτελούνται οι δημοκρατίες είναι πολύ κατώτεροι… γιατί και ο τρόπος ζωής τους είναι κακός και καμία εργασία από αυτές που εκτελούν οι χειρώνακτες, οι μικρέμποροι και οι εργάτες δε διέπεται από αρετή». (1319a 24 – 28).
Το μόνο που μένει είναι να δημιουργηθούν οι συνθήκες, ώστε να προαχθεί η γεωργική οικονομία: «Προκειμένου δε να καταστεί ένας δήμος γεωργικός, είναι χρήσιμοι μερικοί νόμοι που είχαν θεσπιστεί παλιά σε πολλές πόλεις σύμφωνα με τους οποίους ή δεν επιτρέπεται γενικά να αποκτήσει κάποιος έκταση γης περισσότερη από το προβλεπόμενο όριο ή σε περιοχή που δε βρίσκεται σε μια συγκεκριμένη απόσταση από το άστυ και την πόλη (είχε νομοθετηθεί μάλιστα στα παλιά χρόνια να απαγορεύεται να πουλά κάποιος τους αρχικούς κλήρους των πατρικών κτημάτων)». (1319a 6 – 11).
Όμως, ακόμη κι έτσι, είναι αδύνατο να διευκρινιστεί το πλεονέκτημα που έγκειται στους γεωργούς από την υπερεργασία που τους αναγκάζει να απέχουν από την «εκκλησία». Θα έλεγε κανείς ότι από τη στιγμή που ο λαός εκτελεί το ρόλο του ελεγκτικού μηχανισμού δεν υπάρχει τίποτε πιο αυτονόητο από την παρουσία του στα πολιτικά τεκταινόμενα, ώστε να έχει ξεκάθαρα διαμορφωμένη πολιτειακή εικόνα.
Η παραδοξότητα αυτή παίρνει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις από το γεγονός ότι ως δεύτερη καταλληλότερη πληθυσμιακή ομάδα για την επίτευξη της ιδανικότερης δημοκρατίας κρίνεται εκείνη «που αποτελείται από βοσκούς και ανθρώπους που ζουν από την κτηνοτροφία» (1319a 20 – 21) για το λόγο ότι «αυτός ο τρόπος ζωής έχει πολλές ομοιότητες με το γεωργικό τρόπο ζωής» (1319a 21) κι επιπλέον «επειδή ένα τέτοιο πλήθος συχνάζει γύρω στην αγορά και στο άστυ, εύκολα συμμετέχει στην εκκλησία του δήμου» (1319a 28 – 30).
Με άλλα λόγια, οι κτηνοτρόφοι προτείνονται ως δεύτερη καταλληλότερη πληθυσμιακή ομάδα για την εγκαθίδρυση της ιδανικής δημοκρατίας, επειδή συμμετέχουν στην εκκλησία του δήμου και οι γεωργοί προτείνονται ως πρώτη, επειδή δε συμμετέχουν, πράγμα που ο Αριστοτέλης επαναλαμβάνει καθιστώντας σαφές ότι δεν πρόκειται για παραδρομή: «Αντίθετα οι γεωργοί, επειδή βρίσκονται διασκορπισμένοι στην ύπαιθρο, ούτε εύκολα συναντιούνται μεταξύ τους ούτε και νιώθουν την ίδια ανάγκη για την εκκλησία του δήμου». (1319a 30 – 32).
Η αντίφαση αυτή δεν αίρεται, αλλά είναι δυνατό να ερμηνευτεί ως μομφή προς τη λειτουργία της δημοκρατίας που παρακολουθεί ο Αριστοτέλης στην Αθήνα: «Εξάλλου όπου συμβαίνει η γεωγραφική θέση της χώρας να είναι τέτοια ώστε η ύπαιθρος να απλώνεται σε μεγάλη έκταση μακριά από την πόλη, εκεί είναι εύκολο να καθιδρυθεί εύρυθμη δημοκρατία και πολιτεία, επειδή το πλήθος αναγκάζεται να κατοικεί στα χωράφια και συνεπώς στις δημοκρατίες επιβάλλεται, ακόμη και αν υπάρχει όχλος που συχνάζει στην αγορά, να μη συγκαλείται εκκλησία του δήμου χωρίς το πλήθος που κατοικεί στην ύπαιθρο». (1319a 32 – 38).
Τα πράγματα τίθενται απολύτως ξεκάθαρα. Η εκκλησία του δήμου δεν πρέπει να μονοπωλείται από τον όχλο που συχνάζει στην αγορά, αλλά από τους ανθρώπους που στηρίζουν την παραγωγή με τον προσωπικό τους μόχθο. Γι’ αυτό το λόγο η εκκλησία του δήμου πρέπει να συγκαλείται μόνο κατόπιν συνεννοήσεως με την ύπαιθρο, αφού το πλέον κατάλληλο κομμάτι του λαού βρίσκεται εκεί. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι τελικά ο Αριστοτέλης όταν έλεγε ότι η υπερεργασία των γεωργών εμποδίζει τη συμμετοχή τους στην εκκλησία του δήμου δεν εννοούσε το ευνοϊκό της αποχής τους, αλλά την αναγκαιότητα της συνεννόησης μαζί τους, ώστε να είναι παρόντες.
Το σίγουρο είναι ότι τους προτιμά και τους κατατάσσει ως ιδανική πληθυσμιακή ομάδα για τη δημοκρατία σε σχέση με τον αργόσχολο όχλο της αγοράς που καραδοκεί να καρπωθεί ό,τι μπορεί από τις συγκυρίες. Ενδεχομένως, για τον Αριστοτέλη, οι γεωργοί εκπροσωπούν τη λαϊκή αγνότητα, που δε γνωρίζει τη διαφθορά (σε αντίθεση με τον όχλο) και διατηρεί την καθαρότητα της σκέψης. Ως εκ τούτου, οι δημοκράτες πολιτικοί πρέπει να λαμβάνουν πολύ σοβαρά τις επιλογές που έρχονται από την ύπαιθρο και να μην περιφρονούν τους ανθρώπους που διαμένουν εκεί.
Ταυτόχρονα, όμως, παρακολουθώντας τις μεθοδεύσεις των πολιτικών καταγγέλλει ότι συμβαίνει μάλλον το αντίθετο, γεγονός που οδηγεί στο τελευταίο είδος της δημοκρατίας, το πιο εκφυλισμένο, όπου καταλύονται οι νόμοι κι επικρατεί η δυναμική του όχλου που άγεται και φέρεται από τις υποδείξεις των δημαγωγών: «Προκειμένου μάλιστα να καθιδρύσουν αυτό το είδος της δημοκρατίας και να καταστήσουν το λαό ισχυρό, συνηθίζουν οι άρχοντες να προσελκύουν όσο το δυνατόν περισσότερους και να τους πολιτογραφούν και μάλιστα όχι μόνο τα νόμιμα παιδιά των πολιτών αλλά και τα νόθα κι εκείνα που έχουν πολίτη έναν από τους γονείς τους, οποιονδήποτε, είτε τον πατέρα είτε τη μητέρα. Η εξήγηση είναι ότι κάθε περίπτωση από αυτές προσαρμόζεται εύκολα σε έναν μάλλον τέτοιο τύπο δημοκρατίας. Συνηθίζουν βέβαια οι δημαγωγοί να ρυθμίζουν με τον τρόπο αυτόν την πολιτική κατάσταση. Πρέπει όμως να προσελκύουν τέτοιους πολίτες έως το σημείο που το πλήθος αυτών των πολιτών να βρίσκεται σε ισορροπία με το πλήθος των επιφανών και των μεσαίων πολιτών, και να μην υπερβάλλουν, γιατί, αλλιώς, προκαλούν μεγαλύτερη ακαταστασία στο πολίτευμα κι ερεθίζουν τους επιφανείς πολίτες περισσότερο, ώστε με δυσκολία πια να ανέχονται τη δημοκρατία. Αυτό ακριβώς προκάλεσε την επανάσταση στην Κυρήνη». (1319b 6 – 18).
Σε τελική ανάλυση, η ποιότητα της δημοκρατίας είναι συνυφασμένη με την ποιότητα του κόσμου που τη συνδιαμορφώνει και η μέριμνα για τη διαπαιδαγώγηση του κόσμου, ώστε να είναι αντάξιος των δημοκρατικών ευθυνών, επισφραγίζει και την ποιότητα κάθε δημοκρατίας.
Όσο για τα πλεονεκτήματα των κτηνοτρόφων που κρίνονται δεύτεροι καταλληλότεροι της ιδανικής δημοκρατίας προτάσσονται τα εξής: «οι άνθρωποι αυτοί είναι έτοιμοι για πολεμικές επιχειρήσεις και αυτό οφείλεται στις συνήθειές τους, είναι χρήσιμοι για τη σωματική τους δύναμη και δυνατοί για να ζουν έξω φυλάγοντας τα σύνορα». (1319a 22 – 24).
Κι αν τα κριτήρια που θέτει ο Αριστοτέλης φαίνονται αναχρονιστικά ή ακόμη και λανθασμένα, αυτό που προέχει είναι ότι η ιδανική δημοκρατία τρέφεται από ανθρώπους που έχουν απόλυτη επίγνωση των ευθυνών τους, δε διαπλέκονται και διατηρούν την εντιμότητά τους κι όχι από πολίτες – αυλικούς των δημαγωγών που ετοιμάζονται να αδράξουν τις ευκαιρίες.
Ο αριστοτελικός όχλος, που συχνάζει στην αγορά και σπεύδει στην εκκλησία του δήμου, είναι η ιδιοτελής πελατεία των δημαγωγών, που στηρίζει κι εξαργυρώνει εκπληρώνοντας την ωφελιμιστική – ισοπεδωτική αντίληψη του πολιτεύματος. Από τη στιγμή που οι πολίτες αυτοί αποκτούν το προβάδισμα παραμερίζοντας τους άλλους σε «υπαίθριες» ασχολίες δε μιλάμε για δημοκρατία, αφού ούτε το δίκαιο υπερισχύει ούτε η αντίληψη του συλλογικού συμφέροντος ούτε η ισότητα που κατοχυρώνεται μέσω της εξουσίας που ενδιαφέρεται για όλους το ίδιο.
Αυτό που μένει είναι ο διαχωρισμός των πολιτών σε πολλές κατηγορίες (πρώτη, δεύτερη, τρίτη κλπ) ανάλογα με την πρόσβαση που μπορούν να έχουν στους διαχειριστές της εξουσίας. Κι αυτός είναι ο μηχανισμός που καταλύει το νόμο μετατρέποντας τους πολίτες σε κλακαδόρους προς όφελος όλων των δημαγωγών. Μ’ αυτό τον τρόπο πρέπει να αντιλαμβανόταν ο Αριστοτέλης το πέμπτο είδος της δημοκρατίας, που ονόμαζε τυραννία του όχλου…
Αριστοτέλης, Πολιτικά
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΞΕΝΟΦΩΝ, ΚΥΡΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑ
ΞΕΝ ΚΠαιδ 5.1.2–5.1.8
Ο Κύρος αναθέτει σε έναν φίλο του, τον Αράσπα, να του φυλάει την όμορφη γυναίκα του βασιλιά των Σουσίων, του Αβραδάτα, η οποία ονομαζόταν Πάνθεια και είχε πιαστεί αιχμάλωτη.
[5.1.2] Καλέσας δὲ ὁ Κῦρος Ἀράσπαν Μῆδον, ὃς ἦν αὐτῷ
ἐκ παιδὸς ἑταῖρος, ᾧ καὶ τὴν στολὴν ἐκδὺς ἔδωκε τὴν
Μηδικήν, ὅτε παρ’ Ἀστυάγους εἰς Πέρσας ἀπῄει, τοῦτον
ἐκέλευσε διαφυλάξαι αὐτῷ τήν τε γυναῖκα καὶ τὴν σκηνήν·
[5.1.3] ἦν δὲ αὕτη ἡ γυνὴ τοῦ Ἀβραδάτου τοῦ Σουσίου· ὅτε δὲ
ἡλίσκετο τὸ τῶν Ἀσσυρίων στρατόπεδον, ὁ ἀνὴρ αὐτῆς οὐκ
ἔτυχεν ἐν τῷ στρατοπέδῳ ὤν, ἀλλὰ πρὸς τὸν τῶν Βακτρίων
βασιλέα πρεσβεύων ᾤχετο· ἔπεμψε δὲ αὐτὸν ὁ Ἀσσύριος
περὶ συμμαχίας· ξένος γὰρ ὢν ἐτύγχανε τῷ τῶν Βακτρίων
βασιλεῖ· ταύτην οὖν ἐκέλευσεν ὁ Κῦρος διαφυλάττειν τὸν
Ἀράσπαν, ἕως ἂν αὐτὸς λάβῃ. [5.1.4] κελευόμενος δὲ ὁ Ἀράσπας
ἐπήρετο· Ἑώρακας δ’, ἔφη, ὦ Κῦρε, τὴν γυναῖκα, ἥν με
κελεύεις φυλάττειν; Μὰ Δί’, ἔφη ὁ Κῦρος, οὐκ ἔγωγε.
Ἀλλ’ ἐγώ, ἔφη, ἡνίκα ἐξῃροῦμέν σοι αὐτήν· καὶ δῆτα, ὅτε
μὲν εἰσήλθομεν εἰς τὴν σκηνὴν αὐτῆς, τὸ πρῶτον οὐ διέ-
γνωμεν αὐτήν· χαμαί τε γὰρ ἐκάθητο καὶ αἱ θεράπαιναι
πᾶσαι περὶ αὐτήν· καὶ τοίνυν ὁμοίαν ταῖς δούλαις εἶχε τὴν
ἐσθῆτα· ἐπεὶ δὲ γνῶναι βουλόμενοι ποία εἴη ἡ δέσποινα
πάσας περιεβλέψαμεν, ταχὺ πάνυ καὶ πασῶν ἐφαίνετο δια-
φέρουσα τῶν ἄλλων, καίπερ καθημένη κεκαλυμμένη τε καὶ
εἰς γῆν ὁρῶσα. [5.1.5] ὡς δὲ ἀναστῆναι αὐτὴν ἐκελεύσαμεν,
συνανέστησαν μὲν αὐτῇ ἅπασαι αἱ ἀμφ’ αὐτήν, διήνεγκε δ’
ἐνταῦθα πρῶτον μὲν τῷ μεγέθει, ἔπειτα δὲ καὶ τῇ ἀρετῇ
καὶ τῇ εὐσχημοσύνῃ, καίπερ ἐν ταπεινῷ σχήματι ἑστηκυῖα.
δῆλα δ’ ἦν αὐτῇ καὶ τὰ δάκρυα στάζοντα, τὰ μὲν κατὰ τῶν
πέπλων, τὰ δὲ καὶ ἐπὶ τοὺς πόδας. [5.1.6] ὡς δ’ ἡμῶν ὁ γεραί-
τατος εἶπε, Θάρρει, ὦ γύναι· καλὸν μὲν γὰρ κἀγαθὸν ἀκούο-
μεν καὶ τὸν σὸν ἄνδρα εἶναι· νῦν μέντοι ἐξαιροῦμεν ἀνδρί
σε εὖ ἴσθι ὅτι οὔτε τὸ εἶδος ἐκείνου χείρονι οὔτε τὴν γνώ-
μην οὔτε δύναμιν ἥττω ἔχοντι, ἀλλ’ ὡς ἡμεῖς γε νομίζομεν,
εἴ τις καὶ ἄλλος ἀνήρ, καὶ Κῦρος ἄξιός ἐστι θαυμάζεσθαι,
οὗ σὺ ἔσῃ τὸ ἀπὸ τοῦδε· ὡς οὖν τοῦτο ἤκουσεν ἡ γυνή,
περικατερρήξατό τε τὸν ἄνωθεν πέπλον καὶ ἀνωδύρατο·
συνανεβόησαν δὲ καὶ αἱ δμωαί. [5.1.7] ἐν τούτῳ δὲ ἐφάνη μὲν
αὐτῆς τὸ πλεῖστον μέρος τοῦ προσώπου, ἐφάνη δὲ ἡ δέρη
καὶ αἱ χεῖρες· καὶ εὖ ἴσθι, ἔφη, ὦ Κῦρε, ὡς ἐμοί τε ἔδοξε
καὶ τοῖς ἄλλοις ἅπασι τοῖς ἰδοῦσι μήπω φῦναι μηδὲ γενέ-
σθαι γυνὴ ἀπὸ θνητῶν τοιαύτη ἐν τῇ Ἀσίᾳ· ἀλλὰ πάντως,
ἔφη, καὶ σὺ θέασαι αὐτήν. [5.1.8] καὶ ὁ Κῦρος ἔφη· [Ναὶ] Μὰ
Δία, πολύ γε ἧττον, εἰ τοιαύτη ἐστὶν οἵαν σὺ λέγεις. Τί
δαί; ἔφη ὁ νεανίσκος. Ὅτι, ἔφη, εἰ νυνὶ σοῦ ἀκούσας ὅτι
καλή ἐστι πεισθήσομαι ἐλθεῖν θεασόμενος, οὐδὲ πάνυ μοι
σχολῆς οὔσης, δέδοικα μὴ πολὺ θᾶττον ἐκείνη αὖθις ἀνα-
πείσῃ καὶ πάλιν ἐλθεῖν θεασόμενον· ἐκ δὲ τούτου ἴσως ἂν
ἀμελήσας ὧν με δεῖ πράττειν καθῄμην ἐκείνην θεώμενος.
ΞΕΝ ΚΠαιδ 5.1.2–5.1.8
Μια γυναίκα για τον Κύρο
Ο Κύρος αναθέτει σε έναν φίλο του, τον Αράσπα, να του φυλάει την όμορφη γυναίκα του βασιλιά των Σουσίων, του Αβραδάτα, η οποία ονομαζόταν Πάνθεια και είχε πιαστεί αιχμάλωτη.
[5.1.2] Καλέσας δὲ ὁ Κῦρος Ἀράσπαν Μῆδον, ὃς ἦν αὐτῷ
ἐκ παιδὸς ἑταῖρος, ᾧ καὶ τὴν στολὴν ἐκδὺς ἔδωκε τὴν
Μηδικήν, ὅτε παρ’ Ἀστυάγους εἰς Πέρσας ἀπῄει, τοῦτον
ἐκέλευσε διαφυλάξαι αὐτῷ τήν τε γυναῖκα καὶ τὴν σκηνήν·
[5.1.3] ἦν δὲ αὕτη ἡ γυνὴ τοῦ Ἀβραδάτου τοῦ Σουσίου· ὅτε δὲ
ἡλίσκετο τὸ τῶν Ἀσσυρίων στρατόπεδον, ὁ ἀνὴρ αὐτῆς οὐκ
ἔτυχεν ἐν τῷ στρατοπέδῳ ὤν, ἀλλὰ πρὸς τὸν τῶν Βακτρίων
βασιλέα πρεσβεύων ᾤχετο· ἔπεμψε δὲ αὐτὸν ὁ Ἀσσύριος
περὶ συμμαχίας· ξένος γὰρ ὢν ἐτύγχανε τῷ τῶν Βακτρίων
βασιλεῖ· ταύτην οὖν ἐκέλευσεν ὁ Κῦρος διαφυλάττειν τὸν
Ἀράσπαν, ἕως ἂν αὐτὸς λάβῃ. [5.1.4] κελευόμενος δὲ ὁ Ἀράσπας
ἐπήρετο· Ἑώρακας δ’, ἔφη, ὦ Κῦρε, τὴν γυναῖκα, ἥν με
κελεύεις φυλάττειν; Μὰ Δί’, ἔφη ὁ Κῦρος, οὐκ ἔγωγε.
Ἀλλ’ ἐγώ, ἔφη, ἡνίκα ἐξῃροῦμέν σοι αὐτήν· καὶ δῆτα, ὅτε
μὲν εἰσήλθομεν εἰς τὴν σκηνὴν αὐτῆς, τὸ πρῶτον οὐ διέ-
γνωμεν αὐτήν· χαμαί τε γὰρ ἐκάθητο καὶ αἱ θεράπαιναι
πᾶσαι περὶ αὐτήν· καὶ τοίνυν ὁμοίαν ταῖς δούλαις εἶχε τὴν
ἐσθῆτα· ἐπεὶ δὲ γνῶναι βουλόμενοι ποία εἴη ἡ δέσποινα
πάσας περιεβλέψαμεν, ταχὺ πάνυ καὶ πασῶν ἐφαίνετο δια-
φέρουσα τῶν ἄλλων, καίπερ καθημένη κεκαλυμμένη τε καὶ
εἰς γῆν ὁρῶσα. [5.1.5] ὡς δὲ ἀναστῆναι αὐτὴν ἐκελεύσαμεν,
συνανέστησαν μὲν αὐτῇ ἅπασαι αἱ ἀμφ’ αὐτήν, διήνεγκε δ’
ἐνταῦθα πρῶτον μὲν τῷ μεγέθει, ἔπειτα δὲ καὶ τῇ ἀρετῇ
καὶ τῇ εὐσχημοσύνῃ, καίπερ ἐν ταπεινῷ σχήματι ἑστηκυῖα.
δῆλα δ’ ἦν αὐτῇ καὶ τὰ δάκρυα στάζοντα, τὰ μὲν κατὰ τῶν
πέπλων, τὰ δὲ καὶ ἐπὶ τοὺς πόδας. [5.1.6] ὡς δ’ ἡμῶν ὁ γεραί-
τατος εἶπε, Θάρρει, ὦ γύναι· καλὸν μὲν γὰρ κἀγαθὸν ἀκούο-
μεν καὶ τὸν σὸν ἄνδρα εἶναι· νῦν μέντοι ἐξαιροῦμεν ἀνδρί
σε εὖ ἴσθι ὅτι οὔτε τὸ εἶδος ἐκείνου χείρονι οὔτε τὴν γνώ-
μην οὔτε δύναμιν ἥττω ἔχοντι, ἀλλ’ ὡς ἡμεῖς γε νομίζομεν,
εἴ τις καὶ ἄλλος ἀνήρ, καὶ Κῦρος ἄξιός ἐστι θαυμάζεσθαι,
οὗ σὺ ἔσῃ τὸ ἀπὸ τοῦδε· ὡς οὖν τοῦτο ἤκουσεν ἡ γυνή,
περικατερρήξατό τε τὸν ἄνωθεν πέπλον καὶ ἀνωδύρατο·
συνανεβόησαν δὲ καὶ αἱ δμωαί. [5.1.7] ἐν τούτῳ δὲ ἐφάνη μὲν
αὐτῆς τὸ πλεῖστον μέρος τοῦ προσώπου, ἐφάνη δὲ ἡ δέρη
καὶ αἱ χεῖρες· καὶ εὖ ἴσθι, ἔφη, ὦ Κῦρε, ὡς ἐμοί τε ἔδοξε
καὶ τοῖς ἄλλοις ἅπασι τοῖς ἰδοῦσι μήπω φῦναι μηδὲ γενέ-
σθαι γυνὴ ἀπὸ θνητῶν τοιαύτη ἐν τῇ Ἀσίᾳ· ἀλλὰ πάντως,
ἔφη, καὶ σὺ θέασαι αὐτήν. [5.1.8] καὶ ὁ Κῦρος ἔφη· [Ναὶ] Μὰ
Δία, πολύ γε ἧττον, εἰ τοιαύτη ἐστὶν οἵαν σὺ λέγεις. Τί
δαί; ἔφη ὁ νεανίσκος. Ὅτι, ἔφη, εἰ νυνὶ σοῦ ἀκούσας ὅτι
καλή ἐστι πεισθήσομαι ἐλθεῖν θεασόμενος, οὐδὲ πάνυ μοι
σχολῆς οὔσης, δέδοικα μὴ πολὺ θᾶττον ἐκείνη αὖθις ἀνα-
πείσῃ καὶ πάλιν ἐλθεῖν θεασόμενον· ἐκ δὲ τούτου ἴσως ἂν
ἀμελήσας ὧν με δεῖ πράττειν καθῄμην ἐκείνην θεώμενος.
***
Έπειτα ο Κύρος κάλεσε το Μήδο Αράσπα, που ήταν παιδικός του φίλος (και που του είχε χαρίσει, αφού έβγαλε, την περσική στολή, τότε που έφυγε από τον Αστυάγη για την Περσία) και του ανέθεσε τη φροντίδα να του φυλάξει τη γυναίκα και τη σκηνή. Η γυναίκα εκείνη ήταν σύζυγος του Αβραδάτα από τα Σούσα. Όταν κυρίευαν το στρατόπεδο των Ασσυρίων, ο σύζυγός της συνέβη να μη βρίσκεται εκεί, γιατί είχε σταλεί σαν πρεσβευτής στο βασιλιά των Βάκτριανών, από το βασιλιά της Ασσυρίας, για να διαπραγματευθεί συμμαχία, επειδή έτυχε να είναι φίλος του. Αυτή λοιπόν τη γυναίκα διέταξε τον Αράσπα να φυλάξει, μέχρις ότου την πάρει ο ίδιος. Ο Αράσπας, παίρνοντας τη διαταγή, ρώτησε: Έχεις δει, Κύρε, τη γυναίκα που μου αναθέτεις να φυλάξω; Όχι, μα το Δία, απάντησε ο Κύρος. Εγώ όμως την είδα, είπε, όταν τη διαλέξαμε για σένα. Καθώς τότε μπήκαμε στη σκηνή της, στην αρχή δεν την αναγνωρίσαμε, γιατί καθόταν χάμω και γύρω της όλες οι δούλες· μετά, όταν θελήσαμε να μάθουμε ποια ήταν η δέσποινα και τις κοιτάξαμε όλες, όπως ήταν ολόγυρά της, αμέσως φάνηκε πως πολύ διέφερε απ' όλες τις άλλες, μολονότι καθόταν σκεπασμένη και με το βλέμμα στραμμένο στη γη. Όταν τη διατάξαμε να σηκωθεί, σηκώθηκαν μαζί της κι όλες εκείνες που ήταν γύρω της∙ τότε πράγματι διέφερε από τις άλλες τόσο στο ανάστημα, όσο και στην ωραιότητα και την ευπρέπεια, αν και στεκόταν κατά τρόπο ταπεινό. Φαίνονταν μάλιστα και τα δάκρυά της να τρέχουν, άλλα στο φόρεμά της και άλλα στα πόδια της. Τότε ο γεροντότερος από μας είπε: Να έχεις θάρρος, γυναίκα· ακούμε βέβαια πως ο σύζυγος σου είναι ωραίος και ανδρείος. Τώρα όμως έχε υπόψη σου πως σου διαλέξαμε έναν άντρα, που δεν είναι κατώτερος από εκείνον, ούτε στην ωραιότητα, ούτε στο πνεύμα, ούτε και λιγότερη έχει δύναμη, αλλά, τουλάχιστο κατά τη γνώμη μας, ο Κύρος είναι περισσότερο από κάθε άλλον αξιοθαύμαστος. Σ' αυτόν θα ανήκεις από σήμερα. Μόλις άκουσε αυτό η γυναίκα, καταξέσχισε το πάνω μέρος του πέπλου της και άρχισε να κλαίει και να φωνάζει, και μαζί της έκλαιγαν φωνάζοντας και οι δούλες. Τότε πια αποκαλύφτηκε το μεγαλύτερο μέρος του προσώπου της, καθώς και ο λαιμός και τα χέρια της∙ σε βεβαιώνω λοιπόν, Κύρε, πως κατά τη γνώμη και τη δική μου και όλων των άλλων που την είδαν, δε γεννήθηκε ακόμη, μήτε υπήρξε ποτέ τέτοια γυναίκα, γεννημένη από θνητούς ανθρώπους στην Ασία. Πάντως πρέπει κι εσύ οπωσδήποτε να τη δεις. Μα το Δία, καθόλου, του είπε ο Κύρος, και μάλιστα πολύ λιγότερο, αν είναι όπως εσύ την περιγράφεις. Μα γιατί; ρώτησε ο νεαρός. Γιατί, του απάντησε, αν θα πειστώ τώρα σε σένα που μου λες πως είναι ωραία, και έρθω να τη δω, ενώ δεν έχω και πολύ καιρό στη διάθεσή μου, φοβάμαι μήπως εκείνη με πείσει πολύ γρηγορότερα να έρθω και πάλι να τη δω· και ύστερα, για να κάθομαι να τη βλέπω, ίσως παραμελήσω όσα πρέπει να κάνω.
Έπειτα ο Κύρος κάλεσε το Μήδο Αράσπα, που ήταν παιδικός του φίλος (και που του είχε χαρίσει, αφού έβγαλε, την περσική στολή, τότε που έφυγε από τον Αστυάγη για την Περσία) και του ανέθεσε τη φροντίδα να του φυλάξει τη γυναίκα και τη σκηνή. Η γυναίκα εκείνη ήταν σύζυγος του Αβραδάτα από τα Σούσα. Όταν κυρίευαν το στρατόπεδο των Ασσυρίων, ο σύζυγός της συνέβη να μη βρίσκεται εκεί, γιατί είχε σταλεί σαν πρεσβευτής στο βασιλιά των Βάκτριανών, από το βασιλιά της Ασσυρίας, για να διαπραγματευθεί συμμαχία, επειδή έτυχε να είναι φίλος του. Αυτή λοιπόν τη γυναίκα διέταξε τον Αράσπα να φυλάξει, μέχρις ότου την πάρει ο ίδιος. Ο Αράσπας, παίρνοντας τη διαταγή, ρώτησε: Έχεις δει, Κύρε, τη γυναίκα που μου αναθέτεις να φυλάξω; Όχι, μα το Δία, απάντησε ο Κύρος. Εγώ όμως την είδα, είπε, όταν τη διαλέξαμε για σένα. Καθώς τότε μπήκαμε στη σκηνή της, στην αρχή δεν την αναγνωρίσαμε, γιατί καθόταν χάμω και γύρω της όλες οι δούλες· μετά, όταν θελήσαμε να μάθουμε ποια ήταν η δέσποινα και τις κοιτάξαμε όλες, όπως ήταν ολόγυρά της, αμέσως φάνηκε πως πολύ διέφερε απ' όλες τις άλλες, μολονότι καθόταν σκεπασμένη και με το βλέμμα στραμμένο στη γη. Όταν τη διατάξαμε να σηκωθεί, σηκώθηκαν μαζί της κι όλες εκείνες που ήταν γύρω της∙ τότε πράγματι διέφερε από τις άλλες τόσο στο ανάστημα, όσο και στην ωραιότητα και την ευπρέπεια, αν και στεκόταν κατά τρόπο ταπεινό. Φαίνονταν μάλιστα και τα δάκρυά της να τρέχουν, άλλα στο φόρεμά της και άλλα στα πόδια της. Τότε ο γεροντότερος από μας είπε: Να έχεις θάρρος, γυναίκα· ακούμε βέβαια πως ο σύζυγος σου είναι ωραίος και ανδρείος. Τώρα όμως έχε υπόψη σου πως σου διαλέξαμε έναν άντρα, που δεν είναι κατώτερος από εκείνον, ούτε στην ωραιότητα, ούτε στο πνεύμα, ούτε και λιγότερη έχει δύναμη, αλλά, τουλάχιστο κατά τη γνώμη μας, ο Κύρος είναι περισσότερο από κάθε άλλον αξιοθαύμαστος. Σ' αυτόν θα ανήκεις από σήμερα. Μόλις άκουσε αυτό η γυναίκα, καταξέσχισε το πάνω μέρος του πέπλου της και άρχισε να κλαίει και να φωνάζει, και μαζί της έκλαιγαν φωνάζοντας και οι δούλες. Τότε πια αποκαλύφτηκε το μεγαλύτερο μέρος του προσώπου της, καθώς και ο λαιμός και τα χέρια της∙ σε βεβαιώνω λοιπόν, Κύρε, πως κατά τη γνώμη και τη δική μου και όλων των άλλων που την είδαν, δε γεννήθηκε ακόμη, μήτε υπήρξε ποτέ τέτοια γυναίκα, γεννημένη από θνητούς ανθρώπους στην Ασία. Πάντως πρέπει κι εσύ οπωσδήποτε να τη δεις. Μα το Δία, καθόλου, του είπε ο Κύρος, και μάλιστα πολύ λιγότερο, αν είναι όπως εσύ την περιγράφεις. Μα γιατί; ρώτησε ο νεαρός. Γιατί, του απάντησε, αν θα πειστώ τώρα σε σένα που μου λες πως είναι ωραία, και έρθω να τη δω, ενώ δεν έχω και πολύ καιρό στη διάθεσή μου, φοβάμαι μήπως εκείνη με πείσει πολύ γρηγορότερα να έρθω και πάλι να τη δω· και ύστερα, για να κάθομαι να τη βλέπω, ίσως παραμελήσω όσα πρέπει να κάνω.
Σάββατο 15 Ιουλίου 2023
O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα
ΙΙ. Ρηματικά ονόματα ως β΄ συνθετικά
§ 145. Nomina agentis ως β΄ συνθετικά συναντήσαμε στους προθετικούς (§ 44) και επιρρηματικούς προσδιορισμούς (§ 62) και στα ρηματικά εξαρτημένα σύνθετα (§ 97 κεξξ., 105 κεξ.). Εδώ ταιριάζει ακόμα μια λέξη σχετικά με τα ρηματικά αφηρημένα ουσιαστικά ως β΄ συνθετικά.
Τα nomina agentis ("δηλωτικά ενέργειας") συντίθενται μόνο με προρηματικά (του τύπου ἀνά-στασις, § 43), καθώς προϋποθέτουν ένα ρήμα και το ρήμα συντίθεται μόνο με προρηματικά.
Κατά τα άλλα, ως αφηρημένο ουσιαστικό εμφανίζεται κάποιο παράγωγο του σύνθετου επιθέτου ή του nomen agentis: βοηλασίη 'κλοπή βοδιών' (Όμ.), παράγωγο του βο-ηλάτης 'βοϊδολάτης' (κλασ.), απέναντι στα ἔλασις, ἐξέλασις κτλ.· μονομαχία (κλασ.) από το μονο-μάχος (κλασ.), απέναντι στο μάχη· δυσ-θεσία 'κακή κατάσταση' (Ιπποκράτης) από το δύσ-θετος 'που τακτοποιείται δύσκολα' (Ιππ.), απέναντι στα θέσις, ὑπό-θεσις [1] κτλ.· ἀβουλία 'απερισκεψία' (κλασ.), από το ἄβουλος 'απερίσκεπτος' (κλασ.), απέναντι στα βουλή, ἐπι-βουλή κτλ. Οι εξαιρέσεις είναι μόνο φαινομενικές: το μισθο-φορά (κλασ.) δεν ταυτίζεται με το κανονικό αφηρημένο μισθοφορία (κλασ.) 'αμειβόμενη υπηρεσία', παρά σημαίνει 'ειλημμένη αμοιβή' και γι' αυτό θυμίζει το φορά· και το οἰνο-χόη (Ησίοδος) είναι συγκεκριμένο = 'κρασοκανάτα' (χοή 'χύσιμο'), το ίδιο και τα ἐτν-ήρυσις (Αριστοφ.) 'κουτάλα σούπας', ξενό-στασις (Σοφ.) 'τόπος υποδοχής ξένων'. Το οἰκο-δομή (ελληνιστ.), που σημαίνει 'οικοδομή' και με τη συγκεκριμένη και με την αφηρημένη έννοια, ό,τι δηλαδή λεγόταν παλιότερα οἰκοδομία, -μημα, -μησις, δεν το αντιλαμβάνονταν πια ως σύνθετο, καθώς το δέμειν δεν ήταν πια ζωντανή λέξη (το δομή πρωτοεμφανίζεται στους ποιητές της ελληνιστικής περιόδου).
-----------------------
[1] Από τα ὑπο-τίθεσθαι, ἐπι-βουλεύειν, ενώ ένα *δυσ-τίθεσθαι, *ἀ-βουλεύειν είναι αδύνατο. Φυσικά δίπλα στο συμβουλεύειν - συμβουλή μπορεί να σχηματιστεί και ένα σύμβουλος - συμβουλία· πρβ. ἀποστασία - ἀπόστασις § 43.
§ 145. Nomina agentis ως β΄ συνθετικά συναντήσαμε στους προθετικούς (§ 44) και επιρρηματικούς προσδιορισμούς (§ 62) και στα ρηματικά εξαρτημένα σύνθετα (§ 97 κεξξ., 105 κεξ.). Εδώ ταιριάζει ακόμα μια λέξη σχετικά με τα ρηματικά αφηρημένα ουσιαστικά ως β΄ συνθετικά.
Τα nomina agentis ("δηλωτικά ενέργειας") συντίθενται μόνο με προρηματικά (του τύπου ἀνά-στασις, § 43), καθώς προϋποθέτουν ένα ρήμα και το ρήμα συντίθεται μόνο με προρηματικά.
Κατά τα άλλα, ως αφηρημένο ουσιαστικό εμφανίζεται κάποιο παράγωγο του σύνθετου επιθέτου ή του nomen agentis: βοηλασίη 'κλοπή βοδιών' (Όμ.), παράγωγο του βο-ηλάτης 'βοϊδολάτης' (κλασ.), απέναντι στα ἔλασις, ἐξέλασις κτλ.· μονομαχία (κλασ.) από το μονο-μάχος (κλασ.), απέναντι στο μάχη· δυσ-θεσία 'κακή κατάσταση' (Ιπποκράτης) από το δύσ-θετος 'που τακτοποιείται δύσκολα' (Ιππ.), απέναντι στα θέσις, ὑπό-θεσις [1] κτλ.· ἀβουλία 'απερισκεψία' (κλασ.), από το ἄβουλος 'απερίσκεπτος' (κλασ.), απέναντι στα βουλή, ἐπι-βουλή κτλ. Οι εξαιρέσεις είναι μόνο φαινομενικές: το μισθο-φορά (κλασ.) δεν ταυτίζεται με το κανονικό αφηρημένο μισθοφορία (κλασ.) 'αμειβόμενη υπηρεσία', παρά σημαίνει 'ειλημμένη αμοιβή' και γι' αυτό θυμίζει το φορά· και το οἰνο-χόη (Ησίοδος) είναι συγκεκριμένο = 'κρασοκανάτα' (χοή 'χύσιμο'), το ίδιο και τα ἐτν-ήρυσις (Αριστοφ.) 'κουτάλα σούπας', ξενό-στασις (Σοφ.) 'τόπος υποδοχής ξένων'. Το οἰκο-δομή (ελληνιστ.), που σημαίνει 'οικοδομή' και με τη συγκεκριμένη και με την αφηρημένη έννοια, ό,τι δηλαδή λεγόταν παλιότερα οἰκοδομία, -μημα, -μησις, δεν το αντιλαμβάνονταν πια ως σύνθετο, καθώς το δέμειν δεν ήταν πια ζωντανή λέξη (το δομή πρωτοεμφανίζεται στους ποιητές της ελληνιστικής περιόδου).
-----------------------
[1] Από τα ὑπο-τίθεσθαι, ἐπι-βουλεύειν, ενώ ένα *δυσ-τίθεσθαι, *ἀ-βουλεύειν είναι αδύνατο. Φυσικά δίπλα στο συμβουλεύειν - συμβουλή μπορεί να σχηματιστεί και ένα σύμβουλος - συμβουλία· πρβ. ἀποστασία - ἀπόστασις § 43.
Η Αληθινή Όραση: Το Αιώνιο Φως
Όταν μέσα στην "Άπειρη Συνείδηση" ανατέλλει το "ΦΩΣ",
η Ηρεμία, η Γαλήνη κι η Σιγή,
απλώνονται σε ολάκερη την δημιουργία,
δεν υπάρχει "σκέψη" να θολώσει την "όραση",
βλέπεις τα πράγματα όπως είναι...
Ακόμα κι όταν η "σκέψη" δημιουργεί "θύελλες","ανεμοστρόβιλους",
η "όραση" μένει ακλόνητη,
όλα "αυτά" δεν είναι παρά αντικατοπτρισμοί
κι ο κόσμος απλώνεται στον ορίζοντα γαλήνιος,
μέσα στο πρωινό φως...
Αυτή η Αυγή δεν μοιάζει με τις άλλες αυγές
γιατί φέρνει μαζί της την απουσία του χρόνου,
την έλλειψη διάκρισης ανάμεσα στο "εδώ"
και το "εκεί",
σου Αποκαλύπτει την Αιωνιότητα...
Η Θεωρία του Αιώνιου Φωτός
Η Θεωρία του Αιώνιου Φωτός υποστηρίζει ότι μέσα στην Άπειρη Συνείδηση, υπάρχει μια υπερβατική κατάσταση ύπαρξης όπου ένα άτομο αποκτά πρόσβαση σε μια διαχρονική, απεριόριστη επίγνωση. Αυτή η κατάσταση, που χαρακτηρίζεται από την παρουσία ενός «ΦΩΣ» που καλύπτει τα πάντα, δίνει τη δυνατότητα σε κάποιον να αντιληφθεί την πραγματικότητα στην πιο αληθινή της μορφή, απαλλαγμένη από τους περιορισμούς της σκέψης, του χώρου και του χρόνου.
Η Άπειρη Συνείδηση
Αυτό αναφέρεται σε μια τεράστια, απεριόριστη επίγνωση που περιλαμβάνει όλες τις πτυχές της ύπαρξης. Είναι η απόλυτη πηγή σοφίας και κατανόησης, και μέσα σε αυτή την κατάσταση ανακαλύπτεται το Αιώνιο Φως.
Το ΦΩΣ
(Είναι το Καθαρό Φως των βουδιστών, το Ανέσπερο Φως των χριστιανών μυστικιστών)
Το ΦΩΣ αντιπροσωπεύει μια φωτισμένη κατάσταση ύπαρξης όπου ένα άτομο μπορεί να αντιληφθεί την αληθινή φύση της πραγματικότητας. Αυτή η κατάσταση χαρακτηρίζεται από μια βαθιά αίσθηση ηρεμίας, γαλήνης και σιωπής, απαλλαγμένη από την αναταραχή των σκέψεων και των συναισθημάτων.
Ο Αντικατροπτισμός
Στο πλαίσιο της Θεωρίας του Αιώνιου Φωτός, ο Αντικατροπτισμός αναφέρεται στην απατηλή φύση της συνηθισμένης πραγματικότητας, η οποία διαμορφώνεται από σκέψεις, συναισθήματα και αντιλήψεις. Ο Αντικατροπτισμός γεννά τις καταιγίδες και τους ανεμοστρόβιλους της ζωής, μια μεταφορά για το χάος που κυριαρχεί συχνά στην καθημερινότητά μας.
Η Αιώνια Αυγή
Η Αιώνια Αυγή είναι η στιγμή που κάποιος αφυπνίζεται στην παρουσία του ΦΩΤΟΣ και ξεπερνά τα όρια του χρόνου, του χώρου και της σκέψης. Σε αυτή την κατάσταση μπορεί κανείς να αντιληφθεί τη διασύνδεση όλων των πραγμάτων και να αποκτήσει μια ματιά στην αιωνιότητα.
Αιωνιότητα
Η αιωνιότητα αναφέρεται σε μια άπειρη, διαχρονική κατάσταση όπου η διάκριση μεταξύ παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος εξαφανίζεται. Στο πλαίσιο της Θεωρίας του Αιώνιου Φωτός, η αιωνιότητα βιώνεται όταν κάποιος είναι πλήρως βυθισμένος στο ΦΩΣ.
Το μονοπάτι προς την αιωνιότητα
Το μονοπάτι προς την εμπειρία του Αιώνιου Φωτός περιλαμβάνει την καλλιέργεια μιας βαθιάς αίσθησης εσωτερικής ακινησίας και επίγνωσης. Με την εξάσκηση της επίγνωσης, του διαλογισμού και άλλων τεχνικών στοχασμού, μπορεί κανείς να επεκτείνει σταδιακά τη συνείδησή του και να αποκτήσει πρόσβαση στην Άπειρη Συνείδηση.
Τα Οφέλη του Αιώνιου Φωτός
Με την επίτευξη μιας κατάστασης ενότητας με το Αιώνιο Φως, τα άτομα μπορούν να αναπτύξουν μια βαθιά αίσθηση ειρήνης, εσωτερικής αρμονίας και διορατικότητα για την αληθινή φύση της πραγματικότητας. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μια πιο γεμάτη και ουσιαστική ζωή, απαλλαγμένη από το χάος και την ταλαιπωρία που σχετίζεται με τον Αντικατροπτισμό.
Συμπερασματικά, η Θεωρία του Αιώνιου Φωτός υποστηρίζει ότι μια κατάσταση υπερβατικής επίγνωσης είναι προσβάσιμη σε όλους και ότι καλλιεργώντας την εσωτερική ακινησία και διευρύνοντας τη συνείδηση, τα άτομα μπορούν να βιώσουν την αληθινή φύση της πραγματικότητας. Αυτή η κατάσταση, που χαρακτηρίζεται από την παρουσία του ΦΩΤΟΣ, προσφέρει μια ματιά στην αιωνιότητα και τη διασύνδεση όλων των πραγμάτων, οδηγώντας τελικά σε μια βαθύτερη αίσθηση ειρήνης, αρμονίας και κατανόησης.
η Ηρεμία, η Γαλήνη κι η Σιγή,
απλώνονται σε ολάκερη την δημιουργία,
δεν υπάρχει "σκέψη" να θολώσει την "όραση",
βλέπεις τα πράγματα όπως είναι...
Ακόμα κι όταν η "σκέψη" δημιουργεί "θύελλες","ανεμοστρόβιλους",
η "όραση" μένει ακλόνητη,
όλα "αυτά" δεν είναι παρά αντικατοπτρισμοί
κι ο κόσμος απλώνεται στον ορίζοντα γαλήνιος,
μέσα στο πρωινό φως...
Αυτή η Αυγή δεν μοιάζει με τις άλλες αυγές
γιατί φέρνει μαζί της την απουσία του χρόνου,
την έλλειψη διάκρισης ανάμεσα στο "εδώ"
και το "εκεί",
σου Αποκαλύπτει την Αιωνιότητα...
Η Θεωρία του Αιώνιου Φωτός
Η Θεωρία του Αιώνιου Φωτός υποστηρίζει ότι μέσα στην Άπειρη Συνείδηση, υπάρχει μια υπερβατική κατάσταση ύπαρξης όπου ένα άτομο αποκτά πρόσβαση σε μια διαχρονική, απεριόριστη επίγνωση. Αυτή η κατάσταση, που χαρακτηρίζεται από την παρουσία ενός «ΦΩΣ» που καλύπτει τα πάντα, δίνει τη δυνατότητα σε κάποιον να αντιληφθεί την πραγματικότητα στην πιο αληθινή της μορφή, απαλλαγμένη από τους περιορισμούς της σκέψης, του χώρου και του χρόνου.
Η Άπειρη Συνείδηση
Αυτό αναφέρεται σε μια τεράστια, απεριόριστη επίγνωση που περιλαμβάνει όλες τις πτυχές της ύπαρξης. Είναι η απόλυτη πηγή σοφίας και κατανόησης, και μέσα σε αυτή την κατάσταση ανακαλύπτεται το Αιώνιο Φως.
Το ΦΩΣ
(Είναι το Καθαρό Φως των βουδιστών, το Ανέσπερο Φως των χριστιανών μυστικιστών)
Το ΦΩΣ αντιπροσωπεύει μια φωτισμένη κατάσταση ύπαρξης όπου ένα άτομο μπορεί να αντιληφθεί την αληθινή φύση της πραγματικότητας. Αυτή η κατάσταση χαρακτηρίζεται από μια βαθιά αίσθηση ηρεμίας, γαλήνης και σιωπής, απαλλαγμένη από την αναταραχή των σκέψεων και των συναισθημάτων.
Ο Αντικατροπτισμός
Στο πλαίσιο της Θεωρίας του Αιώνιου Φωτός, ο Αντικατροπτισμός αναφέρεται στην απατηλή φύση της συνηθισμένης πραγματικότητας, η οποία διαμορφώνεται από σκέψεις, συναισθήματα και αντιλήψεις. Ο Αντικατροπτισμός γεννά τις καταιγίδες και τους ανεμοστρόβιλους της ζωής, μια μεταφορά για το χάος που κυριαρχεί συχνά στην καθημερινότητά μας.
Η Αιώνια Αυγή
Η Αιώνια Αυγή είναι η στιγμή που κάποιος αφυπνίζεται στην παρουσία του ΦΩΤΟΣ και ξεπερνά τα όρια του χρόνου, του χώρου και της σκέψης. Σε αυτή την κατάσταση μπορεί κανείς να αντιληφθεί τη διασύνδεση όλων των πραγμάτων και να αποκτήσει μια ματιά στην αιωνιότητα.
Αιωνιότητα
Η αιωνιότητα αναφέρεται σε μια άπειρη, διαχρονική κατάσταση όπου η διάκριση μεταξύ παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος εξαφανίζεται. Στο πλαίσιο της Θεωρίας του Αιώνιου Φωτός, η αιωνιότητα βιώνεται όταν κάποιος είναι πλήρως βυθισμένος στο ΦΩΣ.
Το μονοπάτι προς την αιωνιότητα
Το μονοπάτι προς την εμπειρία του Αιώνιου Φωτός περιλαμβάνει την καλλιέργεια μιας βαθιάς αίσθησης εσωτερικής ακινησίας και επίγνωσης. Με την εξάσκηση της επίγνωσης, του διαλογισμού και άλλων τεχνικών στοχασμού, μπορεί κανείς να επεκτείνει σταδιακά τη συνείδησή του και να αποκτήσει πρόσβαση στην Άπειρη Συνείδηση.
Τα Οφέλη του Αιώνιου Φωτός
Με την επίτευξη μιας κατάστασης ενότητας με το Αιώνιο Φως, τα άτομα μπορούν να αναπτύξουν μια βαθιά αίσθηση ειρήνης, εσωτερικής αρμονίας και διορατικότητα για την αληθινή φύση της πραγματικότητας. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μια πιο γεμάτη και ουσιαστική ζωή, απαλλαγμένη από το χάος και την ταλαιπωρία που σχετίζεται με τον Αντικατροπτισμό.
Συμπερασματικά, η Θεωρία του Αιώνιου Φωτός υποστηρίζει ότι μια κατάσταση υπερβατικής επίγνωσης είναι προσβάσιμη σε όλους και ότι καλλιεργώντας την εσωτερική ακινησία και διευρύνοντας τη συνείδηση, τα άτομα μπορούν να βιώσουν την αληθινή φύση της πραγματικότητας. Αυτή η κατάσταση, που χαρακτηρίζεται από την παρουσία του ΦΩΤΟΣ, προσφέρει μια ματιά στην αιωνιότητα και τη διασύνδεση όλων των πραγμάτων, οδηγώντας τελικά σε μια βαθύτερη αίσθηση ειρήνης, αρμονίας και κατανόησης.
Μια μέρα όμως γεννιέται το «γιατί»
...κι όλα αρχίζουν.
Ακόμα και η σκέψη, με τον δικό της τρόπο, με πείθει πως αυτός ο κόσμος είναι παράλογος. Η καθαρή λογική, σ' αντίθεση με το παράλογο, ισχυρίστηκε πως το κάθε τι είναι σαφές. Ευχόμουν το δίκιο της αλλά μάταια περίμενα αποδείξεις. Έπειτα από τόσους αιώνες αναζητήσεων και τόσους εκφραστικούς και πειστικούς ανθρώπους, ξέρω πως αυτό είναι λάθος. Σ' αυτό το πεδίο τουλάχιστον, αφού δεν μπορώ να μάθω, δεν υπάρχει ευτυχία.
Η παγκόσμια λογική, πρακτική, ηθική, η αιτιοκρατία, οι θεωρίες που εξηγούν τα πάντα κάνουν τον συνεπή με τον εαυτό του άνθρωπο να γελά. Δεν έχουν καμιά σχέση με το πνεύμα. Αρνούνται να δεχτούν την ουσιαστική του αλήθεια -το ότι είναι δέσμιο. Μέσα σ' αυτό το ανεξήγητο και περιορισμένο σύμπαν, το πεπρωμένο του ανθρώπου παίρνει λοιπόν το νόημά του.
Ένα πλήθος από παραλογισμούς υψώνεται και περικυκλώνει τον άνθρωπο ως το τέλος. Απ' τη στιγμή που θ' αποφασίσει να βλέπει σωστά, διακρίνει κι αισθάνεται το συναίσθημα του παράλογου. Έλεγα πως ο κόσμος είναι παράλογος και προχωρούσα πολύ γρήγορα. Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι πως αυτός ο κόσμος δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Παράλογο είναι το χάσμα ανάμεσα στο ό,τι δεν δικαιολογείται και στο μάταιο, μα δυνατό πόθο του ανθρώπου για σαφήνεια. Το παράλογο ισχύει και για τον άνθρωπο και για τον κόσμο. Για την ώρα είναι το μόνο που τους συνδέει.
Καμιά φορά, οι μεγάλες πράξεις και οι μεγάλες σκέψεις αρχίζουν κάπως αστεία. Τα μεγάλα έργα γεννιούνται συχνά στη στροφή κάποιου δρόμου ή στο καθάρισμα ενός καφενείου. Έτσι και με το παράλογο. Περισσότερο από κάθε άλλον, ο παράλογος κόσμος έχει τις ρίζες του σ' αυτή την άθλια γέννηση.
Όταν μερικές φορές, σε μια ερώτηση που αφορά στις σκέψεις σου, απαντάς «τίποτε», ίσως να προσποιείσαι. Οι αγαπημένες υπάρξεις το ξέρουν καλά. Αν όμως αυτή η απάντηση είναι ειλικρινής, αν εκφράζει αυτό το μοναδικό ψυχικό συναίσθημα της σιωπηλής ευγλωττίας που σπάζει την αλυσίδα των καθημερινών χειρονομιών ενώ η καρδιά ψάχνει μάταια να βρει τον κρίκο που θα την ξανασυνδέσει, τότε αυτό φαίνεται πως είναι το πρώτο σημάδι του παραλογισμού.
Καμιά φορά τα σκηνικά καταρρέουν. Ξύπνημα, συγκοινωνία, τέσσερις ώρες γραφείο ή εργοστάσιο, γεύμα, συγκοινωνία, τέσσερις ώρες δουλειά, φαγητό, ύπνος και Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο, αυτός ο κύκλος επαναλαμβάνεται εύκολα στον ίδιο ρυθμό τον περισσότερο καιρό. Μια μέρα όμως γεννιέται το «γιατί» κι όλα αρχίζουν σ' αυτή την πληκτική κούραση. «Αρχίζουν», αυτό είναι ενδιαφέρον.
Στο τέλος μια μηχανικής ζωής έρχεται η κούραση, την ίδια όμως στιγμή βάζει σε κίνηση τη συνείδηση. Τη σηκώνει απ' τον ύπνο και προξενεί τη συνέχεια. Η συνέχεια είναι η ασυνείδητη επιστροφή στην αλυσίδα ή η οριστική αφύπνιση. Στο τέλος της αφύπνισης βρίσκεται το αποτέλεσμα που φτάνει με τον καιρό: αυτοκτονία ή αναθεώρηση. Η κούραση κλείνει μέσα της κάτι το αποκαρδιωτικό. Εδώ, είμαι υποχρεωμένος να πω πως είναι καλή. Γιατί με τη συνείδηση αρχίζουν όλα και μονάχα αυτή αξίζει.
Οι παρατηρήσεις αυτές δεν έχουν καμία πρωτοτυπία. Είναι όμως φανερές: κι αυτό φτάνει γιατί μας δίνει την ευκαιρία να γνωρίσουμε καθολικά το παράλογο στις πηγές του. Με το «ενδιαφέρον» αρχίζουν όλα.
Ακόμα και η σκέψη, με τον δικό της τρόπο, με πείθει πως αυτός ο κόσμος είναι παράλογος. Η καθαρή λογική, σ' αντίθεση με το παράλογο, ισχυρίστηκε πως το κάθε τι είναι σαφές. Ευχόμουν το δίκιο της αλλά μάταια περίμενα αποδείξεις. Έπειτα από τόσους αιώνες αναζητήσεων και τόσους εκφραστικούς και πειστικούς ανθρώπους, ξέρω πως αυτό είναι λάθος. Σ' αυτό το πεδίο τουλάχιστον, αφού δεν μπορώ να μάθω, δεν υπάρχει ευτυχία.
Η παγκόσμια λογική, πρακτική, ηθική, η αιτιοκρατία, οι θεωρίες που εξηγούν τα πάντα κάνουν τον συνεπή με τον εαυτό του άνθρωπο να γελά. Δεν έχουν καμιά σχέση με το πνεύμα. Αρνούνται να δεχτούν την ουσιαστική του αλήθεια -το ότι είναι δέσμιο. Μέσα σ' αυτό το ανεξήγητο και περιορισμένο σύμπαν, το πεπρωμένο του ανθρώπου παίρνει λοιπόν το νόημά του.
Ένα πλήθος από παραλογισμούς υψώνεται και περικυκλώνει τον άνθρωπο ως το τέλος. Απ' τη στιγμή που θ' αποφασίσει να βλέπει σωστά, διακρίνει κι αισθάνεται το συναίσθημα του παράλογου. Έλεγα πως ο κόσμος είναι παράλογος και προχωρούσα πολύ γρήγορα. Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι πως αυτός ο κόσμος δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Παράλογο είναι το χάσμα ανάμεσα στο ό,τι δεν δικαιολογείται και στο μάταιο, μα δυνατό πόθο του ανθρώπου για σαφήνεια. Το παράλογο ισχύει και για τον άνθρωπο και για τον κόσμο. Για την ώρα είναι το μόνο που τους συνδέει.
Καμιά φορά, οι μεγάλες πράξεις και οι μεγάλες σκέψεις αρχίζουν κάπως αστεία. Τα μεγάλα έργα γεννιούνται συχνά στη στροφή κάποιου δρόμου ή στο καθάρισμα ενός καφενείου. Έτσι και με το παράλογο. Περισσότερο από κάθε άλλον, ο παράλογος κόσμος έχει τις ρίζες του σ' αυτή την άθλια γέννηση.
Όταν μερικές φορές, σε μια ερώτηση που αφορά στις σκέψεις σου, απαντάς «τίποτε», ίσως να προσποιείσαι. Οι αγαπημένες υπάρξεις το ξέρουν καλά. Αν όμως αυτή η απάντηση είναι ειλικρινής, αν εκφράζει αυτό το μοναδικό ψυχικό συναίσθημα της σιωπηλής ευγλωττίας που σπάζει την αλυσίδα των καθημερινών χειρονομιών ενώ η καρδιά ψάχνει μάταια να βρει τον κρίκο που θα την ξανασυνδέσει, τότε αυτό φαίνεται πως είναι το πρώτο σημάδι του παραλογισμού.
Καμιά φορά τα σκηνικά καταρρέουν. Ξύπνημα, συγκοινωνία, τέσσερις ώρες γραφείο ή εργοστάσιο, γεύμα, συγκοινωνία, τέσσερις ώρες δουλειά, φαγητό, ύπνος και Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο, αυτός ο κύκλος επαναλαμβάνεται εύκολα στον ίδιο ρυθμό τον περισσότερο καιρό. Μια μέρα όμως γεννιέται το «γιατί» κι όλα αρχίζουν σ' αυτή την πληκτική κούραση. «Αρχίζουν», αυτό είναι ενδιαφέρον.
Στο τέλος μια μηχανικής ζωής έρχεται η κούραση, την ίδια όμως στιγμή βάζει σε κίνηση τη συνείδηση. Τη σηκώνει απ' τον ύπνο και προξενεί τη συνέχεια. Η συνέχεια είναι η ασυνείδητη επιστροφή στην αλυσίδα ή η οριστική αφύπνιση. Στο τέλος της αφύπνισης βρίσκεται το αποτέλεσμα που φτάνει με τον καιρό: αυτοκτονία ή αναθεώρηση. Η κούραση κλείνει μέσα της κάτι το αποκαρδιωτικό. Εδώ, είμαι υποχρεωμένος να πω πως είναι καλή. Γιατί με τη συνείδηση αρχίζουν όλα και μονάχα αυτή αξίζει.
Οι παρατηρήσεις αυτές δεν έχουν καμία πρωτοτυπία. Είναι όμως φανερές: κι αυτό φτάνει γιατί μας δίνει την ευκαιρία να γνωρίσουμε καθολικά το παράλογο στις πηγές του. Με το «ενδιαφέρον» αρχίζουν όλα.
Αλμπέρ Καμύ, Ο μύθος του Σισύφου
Ο έρωτας δεν είναι κάτι που το αφήνεις για την επόμενη μέρα
Ένα αστέρι δε σημαίνει τίποτε μέχρι τη στιγμή που κάποιος θα το πάρει από την αγκαλιά μας. Μπορεί να ακούγεται θλιβερό, αλλά έτσι είναι. Είναι δύσκολο να εκτιμήσει κανείς κάθε χάρισμα, κάθε ανθρώπινη παρουσία.
Δεν γνωρίζουμε την αξία των καθημερινών πραγμάτων κι επειδή τα θεωρούμε δεδομένα, αγνοούμε την αληθινή τους αξία.
Έτσι, εφ΄όσον το επιθυμούμε έστω και λίγο, θεωρούμε ότι είμαστε υποχρεωμένοι να κοιτάξουμε μέσα από εκείνη την πόρτα που κλείνει πίσω μας, ελπίζοντας ότι θα παραμείνει μισάνοιχτη για να μας αφήσει τον χρόνο να δούμε τι κρύβεται στην άλλη μεριά.
Ίσως είναι πολύ αργά, ίσως η οδύνη της απώλειας να μας φέρει δάκρια στα μάτια, δάκρια απαρηγόρητα μπροστά σε ένα τέλος που έρχεται απειλητικά.
Αν σταματήσουμε λίγες στιγμές για να σκεφτούμε, θα καταλάβουμε ότι πολλές φορές αδυνατούμε να αναγνωρίσουμε την ουσία της ζωής μας, αυτό που πραγματικά μας είναι απαραίτητο.
Εστιάζουμε το πνεύμα μας στην ιδέα μιας μονιμότητας που είναι φανταστική μέσω της οποίας προσπαθούμε να δικαιολογήσουμε την αδιαφορία που δείχνουμε απέναντι στους άλλους.
Δεν είμαστε όλοι φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό με την αιωνιότητα∙ αν κάποιος δεν εκτιμήσει την παρουσία μας, καλύτερα να του χαρίσουμε την απουσία μας.
Έχουμε κουραστεί να επιμένουμε και στο τέλος να μη νιώθουμε την εκτίμηση ως ανταπόδοση όλων εκείνων που προσφέρουμε. Είναι λοιπόν σημαντικό να προσέξουμε και να παρατηρήσουμε κάποια προειδοποιητικά σημάδια.
Η σιωπή λέει περισσότερα από τα λόγια για εκείνον που ξέρει να την ακούει.
Τα προβλήματα δεν προκύπτουν από τη μια μέρα στην άλλη, αλλά συνοδεύονται από κάποια παιχνίδια σιωπής, θυμούς και διαφωνίες.
Έτσι, αυτές οι συμπεριφορές δεν είναι τίποτε παραπάνω από την πιστή αντανάκλαση εκείνου που είναι κλεισμένο μέσα μας κι έχει ανάγκη να αναπνεύσει.
Είναι δύσκολο να επιλύσουμε τις δυσκολίες από τη στιγμή που προσεγγίζουμε τις συγκρούσεις με έναν τρόπο αδιάφορο, παγωμένο και απόμακρο, από τη στιγμή που δεν έχουμε διάθεση να συζητήσουμε, όταν πιστεύουμε ότι όλα έχουν χαθεί κι αφήνουμε τον έρωτα να αργοπεθαίνει.
Με άλλα λόγια, τα προβλήματα δεν επιλύονται με τρόπο άμεσο. Πρέπει να προσπαθήσουμε να ακούσουμε τα πάντα, ακόμη και τις σιωπές που αγκαλιάζουν τις ιδέες και τις σκέψεις μας.
Η συζήτηση αποσκοπεί να φέρει αντιμέτωπους δύο ανθρώπους μεταξύ τους, αλλιώς δεν έχει λόγο ύπαρξης. Ομοίως, οι σιωπές είναι επίσης απαραίτητες, καθώς έχουν μια απόχρωση μυστηρίου. Πλησιάζουν αργά, ήρεμα, όχι με την έννοια της υποχώρησης των δύο ατόμων, αλλά με σκοπό την ανάλυση των σφαλμάτων και την ανάκτηση της κατανόησης μεταξύ τους.
Οι σιωπές και οι συνομιλίες μας φέρνουν κοντά εάν μπορούμε να τις κατανοήσουμε, εάν πλησιάζουμε ο ένας τον άλλον και αναγνωρίζουμε την αξία τους, τον θυμό, την εχθρικότητα και τα μεμονωμένα στοιχεία που αποτελούν τις σιωπές και τις συνομιλίες.
Από τη στιγμή που οι διαφωνίες μας ενθαρρύνουν να βρούμε και πάλι ο ένας τον άλλον, μπορούμε να επωφεληθούμε από τη χαρά να βλέπουμε να μας πλησιάζουν πρόσωπα που μέχρι πρότινος ήταν μακριά μας, χωρίς να είμαστε υποχρεωμένοι να τους αποχαιρετήσουμε.
Μην πείτε αντίο εάν θέλετε ακόμη να προσπαθήσετε.
Μην πείτε ποτέ αντίο εάν θέλετε να προσπαθήσετε ξανά, μην ομολογήσετε ποτέ ήττα εάν νιώθετε ότι μπορείτε να συνεχίσετε τη μάχη, μην πείτε ποτέ σε κάποιον ότι δεν τον αγαπάτε, εάν δεν μπορείτε να τον αφήσετε να φύγει.
Μην πείτε ποτέ αντίο με αυτόν τον τρόπο, διότι το αντίο σημαίνει απώλεια, εξαφάνιση και η εξαφάνιση σημαίνει λήθη.
Εμείς οι άνθρωποι έχουμε την ενοχλητική τάση να μην εκτιμούμε αρκετά αυτό που έχουμε τη δεδομένη στιγμή και να το εκτιμούμε πολύ αργά.
Από τη στιγμή που αντιλαμβανόμαστε ότι αφήσαμε ένα πολύτιμο κομμάτι της ζωής μας να φύγει, υποφέρουμε.
Αυτό μπορεί να γίνει τη στιγμή που τα πάντα διαλύονται, ακόμη και λίγο αργότερα, αυτό όμως που είναι σίγουρο είναι ότι ο πόνος, αργά ή γρήγορα, θα πλημμυρίσει την ύπαρξή μας.
Αντιλαμβανόμαστε τη σημασία εκείνου που είχαμε όταν πλέον το έχουμε χάσει και δεν ξέρουμε τι χάνουμε μέχρι τη στιγμή που το συνειδητοποιούμε.
Να θυμάστε ότι ο έρωτας είναι γεμάτος μικρά καθημερινά πράγματα, φροντίδες, ασχολίες, θυμούς.
Ο έρωτας είναι να ξυπνάς κάθε μέρα έχοντας στην καρδιά σου την εικόνα ενός ανθρώπου. Έρωτας είναι να τον φροντίζεις, να τον κάνεις ευτυχισμένο, να τον κάνεις να κλαίει και να γελάει από ευτυχία, να του λες γλυκά λόγια και να τον θεωρείς προτεραιότητα. Ο έρωτας δεν είναι κάτι που το αφήνεις για την επόμενη μέρα.
Δεν γνωρίζουμε την αξία των καθημερινών πραγμάτων κι επειδή τα θεωρούμε δεδομένα, αγνοούμε την αληθινή τους αξία.
Έτσι, εφ΄όσον το επιθυμούμε έστω και λίγο, θεωρούμε ότι είμαστε υποχρεωμένοι να κοιτάξουμε μέσα από εκείνη την πόρτα που κλείνει πίσω μας, ελπίζοντας ότι θα παραμείνει μισάνοιχτη για να μας αφήσει τον χρόνο να δούμε τι κρύβεται στην άλλη μεριά.
Ίσως είναι πολύ αργά, ίσως η οδύνη της απώλειας να μας φέρει δάκρια στα μάτια, δάκρια απαρηγόρητα μπροστά σε ένα τέλος που έρχεται απειλητικά.
Αν σταματήσουμε λίγες στιγμές για να σκεφτούμε, θα καταλάβουμε ότι πολλές φορές αδυνατούμε να αναγνωρίσουμε την ουσία της ζωής μας, αυτό που πραγματικά μας είναι απαραίτητο.
Εστιάζουμε το πνεύμα μας στην ιδέα μιας μονιμότητας που είναι φανταστική μέσω της οποίας προσπαθούμε να δικαιολογήσουμε την αδιαφορία που δείχνουμε απέναντι στους άλλους.
Δεν είμαστε όλοι φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό με την αιωνιότητα∙ αν κάποιος δεν εκτιμήσει την παρουσία μας, καλύτερα να του χαρίσουμε την απουσία μας.
Έχουμε κουραστεί να επιμένουμε και στο τέλος να μη νιώθουμε την εκτίμηση ως ανταπόδοση όλων εκείνων που προσφέρουμε. Είναι λοιπόν σημαντικό να προσέξουμε και να παρατηρήσουμε κάποια προειδοποιητικά σημάδια.
Η σιωπή λέει περισσότερα από τα λόγια για εκείνον που ξέρει να την ακούει.
Τα προβλήματα δεν προκύπτουν από τη μια μέρα στην άλλη, αλλά συνοδεύονται από κάποια παιχνίδια σιωπής, θυμούς και διαφωνίες.
Έτσι, αυτές οι συμπεριφορές δεν είναι τίποτε παραπάνω από την πιστή αντανάκλαση εκείνου που είναι κλεισμένο μέσα μας κι έχει ανάγκη να αναπνεύσει.
Είναι δύσκολο να επιλύσουμε τις δυσκολίες από τη στιγμή που προσεγγίζουμε τις συγκρούσεις με έναν τρόπο αδιάφορο, παγωμένο και απόμακρο, από τη στιγμή που δεν έχουμε διάθεση να συζητήσουμε, όταν πιστεύουμε ότι όλα έχουν χαθεί κι αφήνουμε τον έρωτα να αργοπεθαίνει.
Με άλλα λόγια, τα προβλήματα δεν επιλύονται με τρόπο άμεσο. Πρέπει να προσπαθήσουμε να ακούσουμε τα πάντα, ακόμη και τις σιωπές που αγκαλιάζουν τις ιδέες και τις σκέψεις μας.
Η συζήτηση αποσκοπεί να φέρει αντιμέτωπους δύο ανθρώπους μεταξύ τους, αλλιώς δεν έχει λόγο ύπαρξης. Ομοίως, οι σιωπές είναι επίσης απαραίτητες, καθώς έχουν μια απόχρωση μυστηρίου. Πλησιάζουν αργά, ήρεμα, όχι με την έννοια της υποχώρησης των δύο ατόμων, αλλά με σκοπό την ανάλυση των σφαλμάτων και την ανάκτηση της κατανόησης μεταξύ τους.
Οι σιωπές και οι συνομιλίες μας φέρνουν κοντά εάν μπορούμε να τις κατανοήσουμε, εάν πλησιάζουμε ο ένας τον άλλον και αναγνωρίζουμε την αξία τους, τον θυμό, την εχθρικότητα και τα μεμονωμένα στοιχεία που αποτελούν τις σιωπές και τις συνομιλίες.
Από τη στιγμή που οι διαφωνίες μας ενθαρρύνουν να βρούμε και πάλι ο ένας τον άλλον, μπορούμε να επωφεληθούμε από τη χαρά να βλέπουμε να μας πλησιάζουν πρόσωπα που μέχρι πρότινος ήταν μακριά μας, χωρίς να είμαστε υποχρεωμένοι να τους αποχαιρετήσουμε.
Μην πείτε αντίο εάν θέλετε ακόμη να προσπαθήσετε.
Μην πείτε ποτέ αντίο εάν θέλετε να προσπαθήσετε ξανά, μην ομολογήσετε ποτέ ήττα εάν νιώθετε ότι μπορείτε να συνεχίσετε τη μάχη, μην πείτε ποτέ σε κάποιον ότι δεν τον αγαπάτε, εάν δεν μπορείτε να τον αφήσετε να φύγει.
Μην πείτε ποτέ αντίο με αυτόν τον τρόπο, διότι το αντίο σημαίνει απώλεια, εξαφάνιση και η εξαφάνιση σημαίνει λήθη.
Εμείς οι άνθρωποι έχουμε την ενοχλητική τάση να μην εκτιμούμε αρκετά αυτό που έχουμε τη δεδομένη στιγμή και να το εκτιμούμε πολύ αργά.
Από τη στιγμή που αντιλαμβανόμαστε ότι αφήσαμε ένα πολύτιμο κομμάτι της ζωής μας να φύγει, υποφέρουμε.
Αυτό μπορεί να γίνει τη στιγμή που τα πάντα διαλύονται, ακόμη και λίγο αργότερα, αυτό όμως που είναι σίγουρο είναι ότι ο πόνος, αργά ή γρήγορα, θα πλημμυρίσει την ύπαρξή μας.
Αντιλαμβανόμαστε τη σημασία εκείνου που είχαμε όταν πλέον το έχουμε χάσει και δεν ξέρουμε τι χάνουμε μέχρι τη στιγμή που το συνειδητοποιούμε.
Να θυμάστε ότι ο έρωτας είναι γεμάτος μικρά καθημερινά πράγματα, φροντίδες, ασχολίες, θυμούς.
Ο έρωτας είναι να ξυπνάς κάθε μέρα έχοντας στην καρδιά σου την εικόνα ενός ανθρώπου. Έρωτας είναι να τον φροντίζεις, να τον κάνεις ευτυχισμένο, να τον κάνεις να κλαίει και να γελάει από ευτυχία, να του λες γλυκά λόγια και να τον θεωρείς προτεραιότητα. Ο έρωτας δεν είναι κάτι που το αφήνεις για την επόμενη μέρα.
Κάποιοι πρέπει να φύγουν από την ζωή μου, για να μπορεί η καρδιά μου να ανασάνει
Πόση προσπάθεια μπορείς να προσποιείσαι ότι η αγάπη δεν ήταν αυτό που ήθελες;
Πόσο να προσποιείσαι ακόμη;
Πόση ψυχή πρέπει να βγάλεις, πόσα όχι πρέπει να πεις;
Σε τι θέση πρέπει να βρεθείς για να πεις ένα αντίο που με τίποτα δεν θέλεις;
Κι όμως κάποια πράγματα στην ζωή είναι ένας σταθμός.
Πρέπει να συνέλθω, να σηκώσω το κεφάλι και να συνεχίσω το ταξίδι μου. Γιατί ελευθερία είναι να κάνεις αυτό που φοβάσαι.
Κι εγώ θέλω να είμαι ελεύθερος, δεν θέλω να πνίγομαι.
Κι έφτασε η στιγμή να πω το μεγαλύτερο μου ΟΧΙ. Γιατί με πνίγεται και δεν θέλω. Γιατί το να σ’ αγαπούνε κτητικά είναι σαν να σ’ έχουν κλεισμένο σε ένα κουτάκι και σε παίρνουν όποτε θέλουν και μπορούν.
Όχι λοιπόν στα μεγάλα λόγια, όχι στην λατρεία που αποσκοπεί στην σκλαβιά των συναισθημάτων. Δεν είμαι καλά και μην με ρωτάτε συνέχεια γιατί. Γιατί κάτι με πνίγει και προσπαθώ με νύχια και με δόντια να το συντρίψω. Να το εντάξω θέλω στα ανύπαρκτά μου.
Δεν θέλω να το έχω βάρος στην ζωή μου, στην ψυχή μου. Γιατί η καρδιά μου ουρλιάζει, δεν θέλει να πληγώσει κανέναν. Και πληγώνω εμένα. Κλέβω χαμόγελα από ανθρώπους που λάμπουν για να μην σωριαστώ στα σκοτάδια μου.
Κι όλα αυτά που διώχνω από μέσα μου με κατασπαράζουν. Άλλαξα, γιατί ωρίμασε μέσα μου η αλήθεια. Μερικοί έχουν κλειστά τα αυτιά τους, τα μάτια τους και δεν ακούνε. Δεν ακούνε το όχι μου.
Όταν πονάς και ο πόνος δεν αντέχεται, είναι η στιγμή που πρέπει να φύγεις. Και μην νομίσεις ότι δεν είσαι δυνατός, γιατί φεύγεις. Χρειάζεται πολύ δύναμη για να αφήσεις κάτι που αγάπησες πολύ. Χρειάζεται όλη την δύναμη της ψυχής σου.
Αλλά η ψυχή μου μου φωνάζει και μου λέει, ”όχι”. Όχι στην κλαψουριά, όχι στην μιζέρια, όχι στα μπερδεμένα συναισθήματα που σε πληγώνουν . Και σκέφτομαι ότι κάποιοι πρέπει να φύγουν από την ζωή μου, για να μπορεί η καρδιά μου να ανασάνει.
Πόσο να προσποιείσαι ακόμη;
Πόση ψυχή πρέπει να βγάλεις, πόσα όχι πρέπει να πεις;
Σε τι θέση πρέπει να βρεθείς για να πεις ένα αντίο που με τίποτα δεν θέλεις;
Κι όμως κάποια πράγματα στην ζωή είναι ένας σταθμός.
Πρέπει να συνέλθω, να σηκώσω το κεφάλι και να συνεχίσω το ταξίδι μου. Γιατί ελευθερία είναι να κάνεις αυτό που φοβάσαι.
Κι εγώ θέλω να είμαι ελεύθερος, δεν θέλω να πνίγομαι.
Κι έφτασε η στιγμή να πω το μεγαλύτερο μου ΟΧΙ. Γιατί με πνίγεται και δεν θέλω. Γιατί το να σ’ αγαπούνε κτητικά είναι σαν να σ’ έχουν κλεισμένο σε ένα κουτάκι και σε παίρνουν όποτε θέλουν και μπορούν.
Όχι λοιπόν στα μεγάλα λόγια, όχι στην λατρεία που αποσκοπεί στην σκλαβιά των συναισθημάτων. Δεν είμαι καλά και μην με ρωτάτε συνέχεια γιατί. Γιατί κάτι με πνίγει και προσπαθώ με νύχια και με δόντια να το συντρίψω. Να το εντάξω θέλω στα ανύπαρκτά μου.
Δεν θέλω να το έχω βάρος στην ζωή μου, στην ψυχή μου. Γιατί η καρδιά μου ουρλιάζει, δεν θέλει να πληγώσει κανέναν. Και πληγώνω εμένα. Κλέβω χαμόγελα από ανθρώπους που λάμπουν για να μην σωριαστώ στα σκοτάδια μου.
Κι όλα αυτά που διώχνω από μέσα μου με κατασπαράζουν. Άλλαξα, γιατί ωρίμασε μέσα μου η αλήθεια. Μερικοί έχουν κλειστά τα αυτιά τους, τα μάτια τους και δεν ακούνε. Δεν ακούνε το όχι μου.
Όταν πονάς και ο πόνος δεν αντέχεται, είναι η στιγμή που πρέπει να φύγεις. Και μην νομίσεις ότι δεν είσαι δυνατός, γιατί φεύγεις. Χρειάζεται πολύ δύναμη για να αφήσεις κάτι που αγάπησες πολύ. Χρειάζεται όλη την δύναμη της ψυχής σου.
Αλλά η ψυχή μου μου φωνάζει και μου λέει, ”όχι”. Όχι στην κλαψουριά, όχι στην μιζέρια, όχι στα μπερδεμένα συναισθήματα που σε πληγώνουν . Και σκέφτομαι ότι κάποιοι πρέπει να φύγουν από την ζωή μου, για να μπορεί η καρδιά μου να ανασάνει.
Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ
Ο Πλούταρχος (περ. 46-119 μ.Χ.) γεννήθηκε στη Χαιρώνεια της Βοιωτίας. Υπήρξε σημαντικός ιστορικός, βιογράφος και φιλόσοφος. Το έργο του είχε μεγάλη απήχηση και συνέβαλε σημαντικά στην ανάπτυξη του δοκιμίου, της βιογραφίας και της ιστοριογραφίας στην Ευρώπη, τους μεταγενέστερους αιώνες.
Ο Πλούταρχος ήταν γιος του Αριστόβουλου, βιογράφου και φιλοσόφου. Από το 66 ως το 67 μ.Χ. σπούδασε μαθηματικά και φιλοσοφία στην Αθήνα, με δάσκαλο το φιλόσοφο Αμμώνιο. Αργότερα, ανέλαβε δημόσια καθήκοντα που τον οδήγησαν πολλές φορές στη Ρώμη. Εκεί έδωσε διαλέξεις πάνω σε ζητήματα της φιλοσοφία, έκανε πολλούς φίλους και είναι πιθανό να γνώρισε τους αυτοκράτορες Τραϊανό και Αδριανό. Μια δελφική επιγραφή αποκαλύπτει πως ο Πλούταρχος είχε τη ρωμαϊκή υπηκοότητα. Ταξίδεψε πολύ, στη Σπάρτη, την Κόρινθο, την Πάτρα, τις Σάρδεις, την Αλεξάνδρεια, αλλά εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Χαιρώνεια, όπου απόκτησε δημόσια αξιώματα και διηύθυνε μια σχολή, στην οποία δίδασκε φιλοσοφία και, ιδιαίτερα, ηθική. Είχε στενούς δεσμούς με την Ακαδημία της Αθήνας και τους Δελφούς και είναι γνωστό πως διατήρησε σε όλη του τη ζωή το ιερατικό αξίωμα. Η σύζυγός του ονομαζόταν Τιμοξένα. Από τα γραπτά του γνωρίζουμε πως είχε μια κόρη, που πέθανε σε νηπιακή ηλικία, και τέσσερις γιους, από τους οποίους οι δύο τουλάχιστον ενηλικιώθηκαν.
Ανάμεσα στα 227 περίπου έργα του, που αναγράφονται στον κατάλογο του Λαμπρία, τα γνωστότερα είναι οι Παράλληλοι Βίοι και τα Ηθικά ή Moralia. Στους παράλληλους Βίους ο Πλούταρχος αφηγείται τις γενναίες πράξεις και περιγράφει τους χαρακτήρες Ελλήνων και Ρωμαίων στρατιωτικών, νομοθετών, ρητόρων και πολιτικών. Τα Ηθικά είναι μια σειρά περισσότερων από εξήντα δοκιμίων πάνω σε θέματα ηθικά, θρησκευτικά, φυσικά, πολιτικά και φιλολογικά. Ο Πλούταρχος έγινε δημοφιλής, επειδή πραγματευόταν συγκεκριμένα ανθρώπινα προβλήματα. Η φιλοσοφία του ήταν εκλεκτική, καθώς συγκέντρωνε δάνεια στοιχεία από τους Στωικούς, τους Πυθαγόρειους, τους Περιπατητικούς, γύρω από έναν Πλατωνικό πυρήνα.
Η επίδραση που άσκησε ο Πλούταρχος στα κατοπινά χρόνια υπήρξε βαθιά και σπουδαία. Οι Βίοι του ενέπνευσαν το ρήτορα Αριστείδη και τον ιστορικό Αρριανό, ενώ ο αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος γνώριζε και διάβαζε το έργο του. Η φήμη του Πλουτάρχου απλώθηκε στη Λατινική Δύση, ενώ συνέχισε να επηρεάζει τους φιλοσόφους και λογίους της Ελληνικής Ανατολής, ανάμεσα στους οποίους ήταν ο Πρόκλος, ο Πορφύριος και ο αυτοκράτορας Ιουλιανός, καθώς και τους Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, τον Κλήμη της Αλεξάνδρειας και το Μεγάλο Βασίλειο. Τον 9ο αιώνα γνωρίζουμε πως ο Βυζαντινός πατριάρχης Φώτιος διάβαζε τους Βίους μαζί με τους φίλους του.
Τα έργα του Πλουτάρχου έγιναν γνωστά το 15ο αιώνα στην Ιταλία από τους Έλληνες λογίους που εγκαταστάθηκαν εκεί. Σύντομα οι Ιταλοί ουμανιστές τα μετέφρασαν στα λατινικά και τα ιταλικά και η εικόνα που έδωσε ο Πλούταρχος για τον “υψηλής αρετής και ηρωικής ηθικής άνθρωπο της αρχαιότητας” έγινε το ουμανιστικό ιδεώδες στην περίοδο της Αναγέννησης. Από την Ιταλία το έργο του συγγραφέα έφτασε και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Τους αιώνες που ακολούθησαν, οι Γάλλοι Francois Rabelais και Michel de Montaigne, οι Άγγλοι Sir Thomas North, William Shakespeare και Francis Bacon, οι Γερμανοί Johann von Goethe και Friedrich von Schiller, είχαν διαβάσει τον Πλούταρχο και η επίδρασή του είναι εμφανής στα έργα τους. Το 19ο αιώνα η απήχηση του αρχαίου συγγραφέα άρχισε να εξασθενεί, γεγονός που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην επικράτηση του ρεύματος του Ρομαντισμού.
Σήμερα η επικαιροποίηση των μηνυμάτων από πολλά του έργα θεωρείται άκρως επιβεβλημένη.
Ο Πλούταρχος ήταν γιος του Αριστόβουλου, βιογράφου και φιλοσόφου. Από το 66 ως το 67 μ.Χ. σπούδασε μαθηματικά και φιλοσοφία στην Αθήνα, με δάσκαλο το φιλόσοφο Αμμώνιο. Αργότερα, ανέλαβε δημόσια καθήκοντα που τον οδήγησαν πολλές φορές στη Ρώμη. Εκεί έδωσε διαλέξεις πάνω σε ζητήματα της φιλοσοφία, έκανε πολλούς φίλους και είναι πιθανό να γνώρισε τους αυτοκράτορες Τραϊανό και Αδριανό. Μια δελφική επιγραφή αποκαλύπτει πως ο Πλούταρχος είχε τη ρωμαϊκή υπηκοότητα. Ταξίδεψε πολύ, στη Σπάρτη, την Κόρινθο, την Πάτρα, τις Σάρδεις, την Αλεξάνδρεια, αλλά εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Χαιρώνεια, όπου απόκτησε δημόσια αξιώματα και διηύθυνε μια σχολή, στην οποία δίδασκε φιλοσοφία και, ιδιαίτερα, ηθική. Είχε στενούς δεσμούς με την Ακαδημία της Αθήνας και τους Δελφούς και είναι γνωστό πως διατήρησε σε όλη του τη ζωή το ιερατικό αξίωμα. Η σύζυγός του ονομαζόταν Τιμοξένα. Από τα γραπτά του γνωρίζουμε πως είχε μια κόρη, που πέθανε σε νηπιακή ηλικία, και τέσσερις γιους, από τους οποίους οι δύο τουλάχιστον ενηλικιώθηκαν.
Ανάμεσα στα 227 περίπου έργα του, που αναγράφονται στον κατάλογο του Λαμπρία, τα γνωστότερα είναι οι Παράλληλοι Βίοι και τα Ηθικά ή Moralia. Στους παράλληλους Βίους ο Πλούταρχος αφηγείται τις γενναίες πράξεις και περιγράφει τους χαρακτήρες Ελλήνων και Ρωμαίων στρατιωτικών, νομοθετών, ρητόρων και πολιτικών. Τα Ηθικά είναι μια σειρά περισσότερων από εξήντα δοκιμίων πάνω σε θέματα ηθικά, θρησκευτικά, φυσικά, πολιτικά και φιλολογικά. Ο Πλούταρχος έγινε δημοφιλής, επειδή πραγματευόταν συγκεκριμένα ανθρώπινα προβλήματα. Η φιλοσοφία του ήταν εκλεκτική, καθώς συγκέντρωνε δάνεια στοιχεία από τους Στωικούς, τους Πυθαγόρειους, τους Περιπατητικούς, γύρω από έναν Πλατωνικό πυρήνα.
Η επίδραση που άσκησε ο Πλούταρχος στα κατοπινά χρόνια υπήρξε βαθιά και σπουδαία. Οι Βίοι του ενέπνευσαν το ρήτορα Αριστείδη και τον ιστορικό Αρριανό, ενώ ο αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος γνώριζε και διάβαζε το έργο του. Η φήμη του Πλουτάρχου απλώθηκε στη Λατινική Δύση, ενώ συνέχισε να επηρεάζει τους φιλοσόφους και λογίους της Ελληνικής Ανατολής, ανάμεσα στους οποίους ήταν ο Πρόκλος, ο Πορφύριος και ο αυτοκράτορας Ιουλιανός, καθώς και τους Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, τον Κλήμη της Αλεξάνδρειας και το Μεγάλο Βασίλειο. Τον 9ο αιώνα γνωρίζουμε πως ο Βυζαντινός πατριάρχης Φώτιος διάβαζε τους Βίους μαζί με τους φίλους του.
Τα έργα του Πλουτάρχου έγιναν γνωστά το 15ο αιώνα στην Ιταλία από τους Έλληνες λογίους που εγκαταστάθηκαν εκεί. Σύντομα οι Ιταλοί ουμανιστές τα μετέφρασαν στα λατινικά και τα ιταλικά και η εικόνα που έδωσε ο Πλούταρχος για τον “υψηλής αρετής και ηρωικής ηθικής άνθρωπο της αρχαιότητας” έγινε το ουμανιστικό ιδεώδες στην περίοδο της Αναγέννησης. Από την Ιταλία το έργο του συγγραφέα έφτασε και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Τους αιώνες που ακολούθησαν, οι Γάλλοι Francois Rabelais και Michel de Montaigne, οι Άγγλοι Sir Thomas North, William Shakespeare και Francis Bacon, οι Γερμανοί Johann von Goethe και Friedrich von Schiller, είχαν διαβάσει τον Πλούταρχο και η επίδρασή του είναι εμφανής στα έργα τους. Το 19ο αιώνα η απήχηση του αρχαίου συγγραφέα άρχισε να εξασθενεί, γεγονός που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην επικράτηση του ρεύματος του Ρομαντισμού.
Σήμερα η επικαιροποίηση των μηνυμάτων από πολλά του έργα θεωρείται άκρως επιβεβλημένη.
Μάλλον έκανε πολλά λάθη ο έρωτας
Ένας παλιός γνωστός μύθος λέει ότι όλα τα βιώματα και τα συναισθήματα του ανθρώπου μαζεύονταν συχνά σ’ένα πυκνό, μαγικό δάσος για να παίξουν. Εκεί το μίσος, η ελπίδα, η ζήλια, ο έρωτας και ο φόβος έτρεχαν πέρα-δώθε γελώντας χωρίς σταματημό, και ξοπίσω τους τρέχανε η μνησικακία, η τρέλα, η προδοσία, η χαρά και η περιέργεια.
Λέγεται ότι μια μέρα που έπαιζαν κρυφτό, η τρέλα έψαχνε τον έρωτα, που είχε κρυφτεί πίσω από μια φυλλωσιά. Η προδοσία πήγε κοντά της, της έδειξε μια μυτερή τρίαινα και της πρότεινε ν’ αρχίσει να την καρφώνει μέσα στη φυλλωσιά για να τον ξετρυπώσει. Η τρέλα, χωρίς να υπολογίσει το κακό που μπορεί να προκαλούσε η πράξη της, την άκουσε κι άρχισε να καρφώνει την τρίαινα μέσα στα φύλλα. Από τότε, λέει ο μύθος, ο έρωτας έμεινε τυφλός, και η τρέλα, γεμάτη ενοχές, αποφάσισε να γίνει οδηγός στα βήματά του.
Μετά από τόσο καιρό που πήγαιναν δίπλα δίπλα ο έρωτας με την τρέλα, κατέληξαν να γίνουν ζευγάρι και να ζουν όμορφα. Λίγα πράγματα όμως κρατάνε για πάντα, κι έτσι έφτασε η στιγμή που ο έρωτας, κουρασμένος από το παραλήρημα, την ακαταστασία και την αβεβαιότητα, παράτησε την τρέλα που τον οδηγούσε κι αποφάσισε να παντρευτεί τη λογική.
Δεν ήταν λάθος η απόφαση του έρωτα, γιατί με οδηγό τη λογική εξανεμίστηκαν οι κίνδυνοι και οι ανασφάλειες.
Τίποτα όμως δεν είναι τέλειο. Αφού πέρασε λίγος καιρός, ο έρωτας συνειδητοποίησε ότι χάρη στην ασφάλεια είχε μεν την ηρεμία του, πλην όμως έπληττε αφόρητα.
Μετά από τόσο καιρό που πήγαιναν δίπλα δίπλα ο έρωτας με την τρέλα, κατέληξαν να γίνουν ζευγάρι και να ζουν όμορφα. Λίγα πράγματα όμως κρατάνε για πάντα, κι έτσι έφτασε η στιγμή που ο έρωτας, κουρασμένος από το παραλήρημα, την ακαταστασία και την αβεβαιότητα, παράτησε την τρέλα που τον οδηγούσε κι αποφάσισε να παντρευτεί τη λογική.
Δεν ήταν λάθος η απόφαση του έρωτα, γιατί με οδηγό τη λογική εξανεμίστηκαν οι κίνδυνοι και οι ανασφάλειες.
Τίποτα όμως δεν είναι τέλειο. Αφού πέρασε λίγος καιρός, ο έρωτας συνειδητοποίησε ότι χάρη στην ασφάλεια είχε μεν την ηρεμία του, πλην όμως έπληττε αφόρητα.
Αφού το σκέφτηκε πολύ και συμβουλεύτηκε τη φίλη του, τη φαντασία, ο έρωτας πήρε μια απόφαση – ή μάλλον δύο: Θα έμενε παντρεμένος με τη λογική, αλλά πότε πότε θα επέτρεπε στον εαυτό του να ξαναβλέπει την παλιά αγαπημένη σύντροφο, ν’ αφήνεται να τον παρασύρει και, για λίγο, να χάνεται μέσα στην τρέλα. Μετά, μπορούσε να επιστρέφει ανανεωμένος στην ασφαλή αγκαλιά της λογικής.
Ο πιο δυνατός απ’ όλους
Ένας βασιλιάς μιλούσε με έναν σοφό:
– Τι είναι το φως του ανθρώπου;
– Ο ήλιος, βασιλιά μου, απάντησε ο σοφός.
– Μετά τη δύση του ηλίου, τι είναι το φως για τον άνθρωπο;
– Το φεγγάρι.
– Όταν δύει ο ήλιος και σβήνει το φεγγάρι, τότε;
– Τότε η φλόγα είναι το φως.
– Όταν δύει ο ήλιος, και σβήνει το φεγγάρι και η φλόγα, τότε τι είναι το φως;
– Η ομιλία. Ο άνθρωπος, πάει εκεί που ακούγεται φωνή, αν και εκεί δεν μπορεί να δει ούτε το δικό του χέρι.
– Όταν όμως έχει βασιλέψει ο ήλιος, έχει σβήσει το φεγγάρι και η φλόγα, έχει σταματήσει η ομιλία, τότε τι αποτελεί φως για τον άνθρωπο; Τι έχει μείνει για τον άνθρωπο μέσα σε απόλυτο σκοτάδι και απόλυτη σιγή, όταν μένει με τον εαυτό του;
– Τότε το μοναδικό στήριγμα-φως και πηγή ζωής για τον άνθρωπο είναι η εσωτερική δύναμη, η ικανότητα να μη φοβάται τη μοναξιά. Ο πιο δυνατός απ’ όλους είναι εκείνος που αγαπάει τη μοναχικότητα.
– Τι είναι το φως του ανθρώπου;
– Ο ήλιος, βασιλιά μου, απάντησε ο σοφός.
– Μετά τη δύση του ηλίου, τι είναι το φως για τον άνθρωπο;
– Το φεγγάρι.
– Όταν δύει ο ήλιος και σβήνει το φεγγάρι, τότε;
– Τότε η φλόγα είναι το φως.
– Όταν δύει ο ήλιος, και σβήνει το φεγγάρι και η φλόγα, τότε τι είναι το φως;
– Η ομιλία. Ο άνθρωπος, πάει εκεί που ακούγεται φωνή, αν και εκεί δεν μπορεί να δει ούτε το δικό του χέρι.
– Όταν όμως έχει βασιλέψει ο ήλιος, έχει σβήσει το φεγγάρι και η φλόγα, έχει σταματήσει η ομιλία, τότε τι αποτελεί φως για τον άνθρωπο; Τι έχει μείνει για τον άνθρωπο μέσα σε απόλυτο σκοτάδι και απόλυτη σιγή, όταν μένει με τον εαυτό του;
– Τότε το μοναδικό στήριγμα-φως και πηγή ζωής για τον άνθρωπο είναι η εσωτερική δύναμη, η ικανότητα να μη φοβάται τη μοναξιά. Ο πιο δυνατός απ’ όλους είναι εκείνος που αγαπάει τη μοναχικότητα.
Η μαύρη θέλξις στη Μήδεια
Σε μια Θεογονία σαν του Ησιόδου, οι πρώιμοι αιώνες των επών θα τραγουδούσαν την ομορφιά των αστραγάλων της (ἐύσφυρον, 961).
«ή πώς η Ωκεανίδα Ιδυία την εγέννησε όταν δαμάστηκε απ’ την Αφροδίτη· πώς κράταγε η κόρη απ’ τη γενιά του Ήλιου, φύτρα του Αιήτη, βασιλιά των Κόλχων· κόρη γενιάς που έβγαζε φαρμακίδες, όπως την ωριοπλέξουδη Κίρκη της Οδύσσειας (ἐϋπλόκαμος, κ 136) ή την ξανθή Αγαμήδη της Ιλιάδας που ήξερε τόσα φάρμακα όσα βλασταίνει η γη η πλατιά (ἣ τόσα φάρμακα ᾔδη ὅσα τρέφει εὐρεῖα χθών, Λ 741).»
Τα έπη τα υστερότερα θα ‘ξεραν τις λάμψεις στα χαμηλωμένα της βλέφαρα, όταν κλεφτά κοιτούσε τον Ιάσονα, μοιραία ερωτοχτυπημένη, όπως –ας πούμε– την κατέγραψαν τα Αργοναυτικά του Απολλώνιου απ’ τη Ρόδο (βάλλεν ὑπ᾽ Αἰσονίδην ἀμαρύγματα, Γ 288).
Αυτά, με τον έρωτα πάντα στο βάθος και με κάθε λογής ασύλληπτη φαρμακεία στο προσκήνιο.
Όμως το συλλογικό φαντασιακό της κλασσικής αρχαιότητας άδραξε στην περίπτωσή της ευκαιρία. Τόσο χρυσή, όσο ήταν και το δέρας που οι Αργοναύτες άρπαξαν με τα μυθικά της μάγια. Τόσο χρυσή, όσο υπήρξε στην ιστορική του εξέλιξη κι ο 5ος π.κ.ε. αιώνας. Η έγνοια του δεν έπεσε απλά σε μια περίπτωση φαρμακίδος –για την ακρίβεια, της φαρμακίδος της κατ’ εξοχήν. Το ομόηχο του ονόματός της προσαρμοζόταν βολικά στο φρύδι της επικράτειας των Μήδων· στα παρευξείνια εκείνα άκρα που ήτανε πιο “βαρβαρικά” ακόμη κι απ’ τη χώρα των “βαρβάρων”.
Κι έγινε τότε η φαρμακίς το απόλυτο Άλλο. Έγινε η Μήδεια του Ευριπίδη. Έκτοτε –όπως παρατηρεί η σύγχρονη έρευνα– και στην αγγειογραφία θα την εικόνιζαν ντυμένη με τα σύμβολα της πιο απόμακρης Ανατολής. Ο Ευριπίδης δούλεψε με συνέπεια προς αυτή την κατεύθυνση. Την είπε:
“άγριο τύπο και φύση αποτρόπαιη/ ακόλαστου νου” (ἄγριον ἦθος στυγεράν τε φύσιν/ φρενὸς αὐθάδους, Μήδεια 108-9)· “έρημη κι άπολιν…/ κούρσεμα γης βαρβαρικής” (ἔρημος ἄπολις…./ ἐκ γῆς βαρβάρου λελῃσμένη, 255-56).
Απ’ την αρχή του έργου, την έπλασε μόνο από σάρκα κι αισθήσεις, σ’ ένδεια σύνεσης και σωφροσύνης, χωρίς τους τρόπους τους λεπτούς του πνεύματος του ελληνικού· ένα κορμί που χαμοκείτεται, παραδομένο στις ηδονές του άλγους (σῶμ΄ ὑφεῖσ΄ ἀλγηδόσι, στ. 24)· βουλιαγμένο στο βάρος φρενός αράθυμης (βαρεῖα γὰρ φρήν, στ. 38).
Για την προδοτική απιστία του Ιάσονα στην Κόρινθο, η Μήδεια μισεί τα παιδιά της κι ούτε η όψη τους της δίνει χαρά (στυγεῖ δὲ παῖδας οὐδ΄ ὁρῶσ΄ εὐφραίνεται, στ. 36)· στυλώνει πάνω τους το μάτι σαν ταύρος που μελετάει το κακό (ἤδη γὰρ εἶδον ὄμμα νιν ταυρουμένην/ τοῖσδ΄͵ ὥς τι δρασείουσαν, στ. 92-3). Δίνει σημάδια τρομερά, που σταθερά αντηχούνε από παρασκηνιακό βάθος απροσδιόριστο. Βοά και καταριέται με τη χασμωδική φωνητική της οιμωγής, με τονικότητα γλωσσολαλιάς, με τους επαναλαμβανόμενους ρυθμούς φυλετικού κυμβάλου: “ἰώ μοί μοι”, “αἰαῖ”, “ἰώ μοί μοι͵ ἰὼ τλήμων”.
Το χειρότερο απ’ όλα. Η Μήδεια της τραγωδίας δεν είναι τρελή. Εκπονεί με ακρίβεια σχέδιο λεπτομερές. Ασύλληπτες οι τεχνουργίες της. Το δώρο το γαμήλιο στην αντίζηλο, “ποικίλοι” –το επίθετο δηλώνει τον δόλο– πέπλοι και χρυσό στεφάνι (στ. 1159), έχουνε ποτιστεί από φάρμακα θανάσιμα που λειώνουνε τη δροσερή ζωή της Γλαύκης. Και το μαχαίρι της, σαν άλλο δώρο γάμου στον Ιάσονα, εξολοθρεύει τα παιδιά του και παιδιά της.
Με τη γνωστή του τάση για μελοδραματισμό, ο Ευριπίδης έβαλε τη Μήδειά του, στο δεύτερο μέρος του έργου, να κλαψουρίζει για τον φόνο των παιδιών: λύση σκληρή, μα δήθεν αναπόφευκτη, προορισμένη να λυτρώσει από τα ονείδη της ατίμωσης· οικογενειακής, και όμοια και πολιτικής· απ’ τη ντροπή μιας στέρησης δικαιωμάτων. Λες και φοβήθηκε ο ποιητής το βάθος της εκδίκησης της Μήδειας και πάσχισε να κουμαντάρει κάπως την κατάσταση· σε μια απέλπιδα προσπάθεια να ισορροπήσει τα μελανά τα χρώματα της απατημένης φαρμακίδος με κάτι απ’ την τρυφερότητα της έγνοιας της μητέρας.
“Βάρβαρη” την χρωμάτισε, μα με μιζέρια φθόνησε το πάθος του ερωτισμού της.
Αυτό το είχε δώσει αφειδώς ο Σοφοκλής σε τραγωδία που πραγματευόταν τον δόλο της Μήδειας εις βάρος του Πελία. Ο μύθος έλεγε ότι, όταν επέστρεψαν οι Αργοναύτες από την αποστολή τους στην Κολχίδα, φέρνοντας μαζί τους το πολυπόθητο δέρας, ο Ιάσονας θέλησε να εκδικηθεί τον βασιλιά της Ιωλκού. Κι έτσι, η Μήδεια, ενεργώντας για λογαριασμό του, έπεισε τις αφελείς κόρες του Πελία να ακολουθήσουν τις συμβουλές της για να επαναφέρουν τη νεότητα στον γέροντα πατέρα τους. Έσφαξε και τεμάχισε μπροστά τους ένα κριάρι κι έπειτα το έβρασε με τα φάρμακά της, επαναφέροντάς το στη ζωή και μεταμορφώνοντάς το σε μικρό αρνάκι. Οι Πελιάδες αποπειράθηκαν να κάνουν το ίδιο, σκοτώνοντας, βεβαίως, τον πατέρα τους.
Ο Σοφοκλής πήρε το θέμα και το προσάρμοσε σε Χορό Ριζοτόμων, γυναικών δηλαδή που συνέλεγαν ρίζες και βότανα για σκευάσματα αναλγητικά, αλλά και μαντζούνια μαγικά που υπόσχονταν έρωτα και νιότη, ίσως σαν τα “φίλτρα…θελκτήρια/ ἔρωτος” που ηρεμούνε σώμα και ψυχή και που τα ξέρει η Τροφός στην τραγωδία Ιππόλυτος (509-10) του Ευριπίδη.
Οι Ριζοτόμοι του Σοφοκλή έχουν χαθεί πλέον για εμάς. Σώζονται όμως αποσπάσματά τους, ενδεχομένως απ’ την Πάροδο (fr. 535 – 36/Radt), σε σχόλιο του Μακροβίου (v. 19) ότι ο Βιργίλιος σκιαγράφησε την Διδώ της Αινειάδας, που συλλέγει βότανα με μπρούτζινο μαχαίρι υπό το σεληνόφως (IV. 513-14), κατ’ αναλογίαν με τη Μήδεια του Σοφοκλή.
Διαβάζουμε, λοιπόν, απ’ τη χαμένη Πάροδο:
“κι εκείνη, καλύπτοντας τα μάτια με το χέρι,
τον αργυρόχρωμο χυμό που στάζει απ’ την τομή
συλλέγει σε χάλκινους κάδους.”
(ἡ δ’ ἐξοπίσω χερὸς ὄμμα τρέπουσ’
ὀπόν ἀργυνεφῆ στάζοντα τομῆς
χαλκέοισι κάδοις δέχεται.)
Και παρακάτω:
“κι οι σκεπασμένες
κίστες κρύβουν τα κομμάτια των ριζών,
αυτά που εκείνη, με φωνές κι αλαλαγμούς,
εθέριζε γυμνή με χάλκινα δρεπάνια.”
(αἱ δὲ καλυπταί
κίσται ῥιζῶν κρύπτουσι τομάς
ἃς ἥδε βοῶσ’, ἀλαλαζομένη,
γυμνὴ χαλκέοις ἤμα δρεπάνοις.)
Σ’ όλες τις λεπτομέρειές τους οι στίχοι φανερώνουν το βάθος της γνώσης, τη μεγαλοπρέπεια της τελετουργίας, το πάθος της “βάρβαρης” για νιότη και για έρωτα.
Ο Σοφοκλής, τουλάχιστον, κατάλαβε τη Μήδεια.
«ή πώς η Ωκεανίδα Ιδυία την εγέννησε όταν δαμάστηκε απ’ την Αφροδίτη· πώς κράταγε η κόρη απ’ τη γενιά του Ήλιου, φύτρα του Αιήτη, βασιλιά των Κόλχων· κόρη γενιάς που έβγαζε φαρμακίδες, όπως την ωριοπλέξουδη Κίρκη της Οδύσσειας (ἐϋπλόκαμος, κ 136) ή την ξανθή Αγαμήδη της Ιλιάδας που ήξερε τόσα φάρμακα όσα βλασταίνει η γη η πλατιά (ἣ τόσα φάρμακα ᾔδη ὅσα τρέφει εὐρεῖα χθών, Λ 741).»
Τα έπη τα υστερότερα θα ‘ξεραν τις λάμψεις στα χαμηλωμένα της βλέφαρα, όταν κλεφτά κοιτούσε τον Ιάσονα, μοιραία ερωτοχτυπημένη, όπως –ας πούμε– την κατέγραψαν τα Αργοναυτικά του Απολλώνιου απ’ τη Ρόδο (βάλλεν ὑπ᾽ Αἰσονίδην ἀμαρύγματα, Γ 288).
Αυτά, με τον έρωτα πάντα στο βάθος και με κάθε λογής ασύλληπτη φαρμακεία στο προσκήνιο.
Όμως το συλλογικό φαντασιακό της κλασσικής αρχαιότητας άδραξε στην περίπτωσή της ευκαιρία. Τόσο χρυσή, όσο ήταν και το δέρας που οι Αργοναύτες άρπαξαν με τα μυθικά της μάγια. Τόσο χρυσή, όσο υπήρξε στην ιστορική του εξέλιξη κι ο 5ος π.κ.ε. αιώνας. Η έγνοια του δεν έπεσε απλά σε μια περίπτωση φαρμακίδος –για την ακρίβεια, της φαρμακίδος της κατ’ εξοχήν. Το ομόηχο του ονόματός της προσαρμοζόταν βολικά στο φρύδι της επικράτειας των Μήδων· στα παρευξείνια εκείνα άκρα που ήτανε πιο “βαρβαρικά” ακόμη κι απ’ τη χώρα των “βαρβάρων”.
Κι έγινε τότε η φαρμακίς το απόλυτο Άλλο. Έγινε η Μήδεια του Ευριπίδη. Έκτοτε –όπως παρατηρεί η σύγχρονη έρευνα– και στην αγγειογραφία θα την εικόνιζαν ντυμένη με τα σύμβολα της πιο απόμακρης Ανατολής. Ο Ευριπίδης δούλεψε με συνέπεια προς αυτή την κατεύθυνση. Την είπε:
“άγριο τύπο και φύση αποτρόπαιη/ ακόλαστου νου” (ἄγριον ἦθος στυγεράν τε φύσιν/ φρενὸς αὐθάδους, Μήδεια 108-9)· “έρημη κι άπολιν…/ κούρσεμα γης βαρβαρικής” (ἔρημος ἄπολις…./ ἐκ γῆς βαρβάρου λελῃσμένη, 255-56).
Απ’ την αρχή του έργου, την έπλασε μόνο από σάρκα κι αισθήσεις, σ’ ένδεια σύνεσης και σωφροσύνης, χωρίς τους τρόπους τους λεπτούς του πνεύματος του ελληνικού· ένα κορμί που χαμοκείτεται, παραδομένο στις ηδονές του άλγους (σῶμ΄ ὑφεῖσ΄ ἀλγηδόσι, στ. 24)· βουλιαγμένο στο βάρος φρενός αράθυμης (βαρεῖα γὰρ φρήν, στ. 38).
Για την προδοτική απιστία του Ιάσονα στην Κόρινθο, η Μήδεια μισεί τα παιδιά της κι ούτε η όψη τους της δίνει χαρά (στυγεῖ δὲ παῖδας οὐδ΄ ὁρῶσ΄ εὐφραίνεται, στ. 36)· στυλώνει πάνω τους το μάτι σαν ταύρος που μελετάει το κακό (ἤδη γὰρ εἶδον ὄμμα νιν ταυρουμένην/ τοῖσδ΄͵ ὥς τι δρασείουσαν, στ. 92-3). Δίνει σημάδια τρομερά, που σταθερά αντηχούνε από παρασκηνιακό βάθος απροσδιόριστο. Βοά και καταριέται με τη χασμωδική φωνητική της οιμωγής, με τονικότητα γλωσσολαλιάς, με τους επαναλαμβανόμενους ρυθμούς φυλετικού κυμβάλου: “ἰώ μοί μοι”, “αἰαῖ”, “ἰώ μοί μοι͵ ἰὼ τλήμων”.
Το χειρότερο απ’ όλα. Η Μήδεια της τραγωδίας δεν είναι τρελή. Εκπονεί με ακρίβεια σχέδιο λεπτομερές. Ασύλληπτες οι τεχνουργίες της. Το δώρο το γαμήλιο στην αντίζηλο, “ποικίλοι” –το επίθετο δηλώνει τον δόλο– πέπλοι και χρυσό στεφάνι (στ. 1159), έχουνε ποτιστεί από φάρμακα θανάσιμα που λειώνουνε τη δροσερή ζωή της Γλαύκης. Και το μαχαίρι της, σαν άλλο δώρο γάμου στον Ιάσονα, εξολοθρεύει τα παιδιά του και παιδιά της.
Με τη γνωστή του τάση για μελοδραματισμό, ο Ευριπίδης έβαλε τη Μήδειά του, στο δεύτερο μέρος του έργου, να κλαψουρίζει για τον φόνο των παιδιών: λύση σκληρή, μα δήθεν αναπόφευκτη, προορισμένη να λυτρώσει από τα ονείδη της ατίμωσης· οικογενειακής, και όμοια και πολιτικής· απ’ τη ντροπή μιας στέρησης δικαιωμάτων. Λες και φοβήθηκε ο ποιητής το βάθος της εκδίκησης της Μήδειας και πάσχισε να κουμαντάρει κάπως την κατάσταση· σε μια απέλπιδα προσπάθεια να ισορροπήσει τα μελανά τα χρώματα της απατημένης φαρμακίδος με κάτι απ’ την τρυφερότητα της έγνοιας της μητέρας.
“Βάρβαρη” την χρωμάτισε, μα με μιζέρια φθόνησε το πάθος του ερωτισμού της.
Αυτό το είχε δώσει αφειδώς ο Σοφοκλής σε τραγωδία που πραγματευόταν τον δόλο της Μήδειας εις βάρος του Πελία. Ο μύθος έλεγε ότι, όταν επέστρεψαν οι Αργοναύτες από την αποστολή τους στην Κολχίδα, φέρνοντας μαζί τους το πολυπόθητο δέρας, ο Ιάσονας θέλησε να εκδικηθεί τον βασιλιά της Ιωλκού. Κι έτσι, η Μήδεια, ενεργώντας για λογαριασμό του, έπεισε τις αφελείς κόρες του Πελία να ακολουθήσουν τις συμβουλές της για να επαναφέρουν τη νεότητα στον γέροντα πατέρα τους. Έσφαξε και τεμάχισε μπροστά τους ένα κριάρι κι έπειτα το έβρασε με τα φάρμακά της, επαναφέροντάς το στη ζωή και μεταμορφώνοντάς το σε μικρό αρνάκι. Οι Πελιάδες αποπειράθηκαν να κάνουν το ίδιο, σκοτώνοντας, βεβαίως, τον πατέρα τους.
Ο Σοφοκλής πήρε το θέμα και το προσάρμοσε σε Χορό Ριζοτόμων, γυναικών δηλαδή που συνέλεγαν ρίζες και βότανα για σκευάσματα αναλγητικά, αλλά και μαντζούνια μαγικά που υπόσχονταν έρωτα και νιότη, ίσως σαν τα “φίλτρα…θελκτήρια/ ἔρωτος” που ηρεμούνε σώμα και ψυχή και που τα ξέρει η Τροφός στην τραγωδία Ιππόλυτος (509-10) του Ευριπίδη.
Οι Ριζοτόμοι του Σοφοκλή έχουν χαθεί πλέον για εμάς. Σώζονται όμως αποσπάσματά τους, ενδεχομένως απ’ την Πάροδο (fr. 535 – 36/Radt), σε σχόλιο του Μακροβίου (v. 19) ότι ο Βιργίλιος σκιαγράφησε την Διδώ της Αινειάδας, που συλλέγει βότανα με μπρούτζινο μαχαίρι υπό το σεληνόφως (IV. 513-14), κατ’ αναλογίαν με τη Μήδεια του Σοφοκλή.
Διαβάζουμε, λοιπόν, απ’ τη χαμένη Πάροδο:
“κι εκείνη, καλύπτοντας τα μάτια με το χέρι,
τον αργυρόχρωμο χυμό που στάζει απ’ την τομή
συλλέγει σε χάλκινους κάδους.”
(ἡ δ’ ἐξοπίσω χερὸς ὄμμα τρέπουσ’
ὀπόν ἀργυνεφῆ στάζοντα τομῆς
χαλκέοισι κάδοις δέχεται.)
Και παρακάτω:
“κι οι σκεπασμένες
κίστες κρύβουν τα κομμάτια των ριζών,
αυτά που εκείνη, με φωνές κι αλαλαγμούς,
εθέριζε γυμνή με χάλκινα δρεπάνια.”
(αἱ δὲ καλυπταί
κίσται ῥιζῶν κρύπτουσι τομάς
ἃς ἥδε βοῶσ’, ἀλαλαζομένη,
γυμνὴ χαλκέοις ἤμα δρεπάνοις.)
Σ’ όλες τις λεπτομέρειές τους οι στίχοι φανερώνουν το βάθος της γνώσης, τη μεγαλοπρέπεια της τελετουργίας, το πάθος της “βάρβαρης” για νιότη και για έρωτα.
Ο Σοφοκλής, τουλάχιστον, κατάλαβε τη Μήδεια.
Θερμοδυναμική
Η Θερμοδυναμική αποτελεί αναμφίβολα έναν από τους πιο γοητευτικούς κλάδους της Φυσικής Επιστήμης, μαζί με την Κβαντομηχανική και τη Σχετικότητα. Ασχολείται με την ενέργεια και πώς αλλάζει μορφή μέσω της θερμότητας. Ολόκληρος αυτός ο τομέας μπορεί να συνοψιστεί στους τρεις θερμοδυναμικούς νόμους. Το στοιχείο, όμως, που κάνει αυτόν τον κλάδο της επιστήμης τόσο γοητευτικό είναι η εισαγωγή του μεγέθους της Εντροπίας με ότι αυτή μπορεί να εκφράζει και τις ιδιότητές της.
Με λίγα λόγια και εντελώς εκλαϊκευμένα η εντροπία είναι το μέγεθος που εκφράζει την αταξία ενός συστήματος. Αν φανταστούμε δηλαδή το νερό στις τρεις του καταστάσεις την αέρια, την υγρή και τη στερεά η εντροπία ενός τέτοιου συστήματος σωματιδίων-μορίων είναι μεγαλύτερη στην αέρια κατάσταση και μικρότερη στη στερεά. Άρα όσο μικρότερη είναι η εντροπία ενός συστήματος τόσο μεγαλύτερη τάξη επικρατεί στην κίνηση των μορίων που το αποτελούν.
Ο τρίτος θερμοδυναμικός νόμος συγκεκριμένα αναφέρει ότι κοντά στο απόλυτο μηδέν δηλαδή στους -273 βαθμούς Κελσίου η εντροπία τείνει να μηδενιστεί και άρα δεν έχει νόημα η ύπαρξη. Σε θερμοκρασίες κοντά στο απόλυτο μηδέν οι ιδιότητες των σωμάτων διαφοροποιούνται σε σχέση με αυτά που γνωρίζουμε και παρατηρούνται φαινόμενα υπερρευστότητας και υπεραγωγιμότητας.
Αυτό που βρίσκω προσωπικά πιο γοητευτικό στην θερμοδυναμική είναι ο 2ος θερμοδυναμικός νόμος, ο οποίος διατυπώνεται με πολλές εκφράσεις. Η μία έκφραση του είναι ότι η εντροπία ενός συστήματος τείνει πάντα να αυξάνεται. Δηλαδή ένα σύστημα αν το αφήσεις για αρκετό χρόνο «ήσυχο» τείνει πάντα σε κατάσταση μέγιστης εντροπίας δηλαδή σε κατάσταση μέγιστης αταξίας.
Μια διαφορετική διατύπωση του 2ου αυτού νόμου είναι και το περίφημο: «δεν μπορεί να κατασκευαστεί το αεικίνητο». Δηλαδή δεν μπορεί να υπάρξει η κατάσταση, όπου από κάποιο σύστημα ψυχρό να επιτυγχάνεται μεταφορά θερμότητας προς ένα θερμότερο χωρίς να καταναλώσεις ενέργεια.
Και εδώ έρχεται το σημείο που προσωπικά θεωρώ ενδιαφέρον. Και έχει να κάνει με τις μηχανές ψύξης και θέρμανσης. Ένα ψυγείο είναι μια μηχανή στην οποία γίνεται μεταφορά της θερμότητας από τον εσωτερικό θάλαμο στο περιβάλλον. Δηλαδή η διατήρηση της χαμηλής θερμοκρασίας του θαλάμου σε σχέση με αυτή του περιβάλλοντος γίνεται μέσω της μεταφοράς της θερμότητας από το εσωτερικό στο περιβάλλον. Αυτό επιτυγχάνεται με έναν κινητήρα. Αυτός ο κινητήρας για να το κατορθώσει αυτό καταναλώνει ενέργεια, η οποία εκλύεται με τη μορφή θερμότητας στο περιβάλλον. Συνεπώς στο περιβάλλον εκλύονται δύο θερμότητες, αυτή του θαλάμου και αυτή της μηχανής που δουλεύει για να μεταφέρει τη θερμότητα του θαλάμου στο περιβάλλον. Άρα το ψυγείο την ώρα που «ψύχει» τον θάλαμο της συντήρησης των τροφίμων συγχρόνως θερμαίνει το περιβάλλον και μάλιστα πολύ περισσότερο από ότι ψύχει. Λειτουργεί δηλαδή και ως θερμαντική μηχανή.
Την επόμενη φορά που θα βρεθείτε το καλοκαίρι ιδρωμένοι και αναζητάτε μια αίσθηση δροσιάς ανοίγοντας το ψυγείο, σκεφτείτε το καλύτερα. Κάνετε το ακριβώς αντίθετο. Θερμαίνετε υπερβολικά το δωμάτιο. Αντιθέτως το χειμώνα αν θελήσετε να ζεσταθείτε ανοίξτε το ψυγείο.
Με λίγα λόγια και εντελώς εκλαϊκευμένα η εντροπία είναι το μέγεθος που εκφράζει την αταξία ενός συστήματος. Αν φανταστούμε δηλαδή το νερό στις τρεις του καταστάσεις την αέρια, την υγρή και τη στερεά η εντροπία ενός τέτοιου συστήματος σωματιδίων-μορίων είναι μεγαλύτερη στην αέρια κατάσταση και μικρότερη στη στερεά. Άρα όσο μικρότερη είναι η εντροπία ενός συστήματος τόσο μεγαλύτερη τάξη επικρατεί στην κίνηση των μορίων που το αποτελούν.
Ο τρίτος θερμοδυναμικός νόμος συγκεκριμένα αναφέρει ότι κοντά στο απόλυτο μηδέν δηλαδή στους -273 βαθμούς Κελσίου η εντροπία τείνει να μηδενιστεί και άρα δεν έχει νόημα η ύπαρξη. Σε θερμοκρασίες κοντά στο απόλυτο μηδέν οι ιδιότητες των σωμάτων διαφοροποιούνται σε σχέση με αυτά που γνωρίζουμε και παρατηρούνται φαινόμενα υπερρευστότητας και υπεραγωγιμότητας.
Αυτό που βρίσκω προσωπικά πιο γοητευτικό στην θερμοδυναμική είναι ο 2ος θερμοδυναμικός νόμος, ο οποίος διατυπώνεται με πολλές εκφράσεις. Η μία έκφραση του είναι ότι η εντροπία ενός συστήματος τείνει πάντα να αυξάνεται. Δηλαδή ένα σύστημα αν το αφήσεις για αρκετό χρόνο «ήσυχο» τείνει πάντα σε κατάσταση μέγιστης εντροπίας δηλαδή σε κατάσταση μέγιστης αταξίας.
Μια διαφορετική διατύπωση του 2ου αυτού νόμου είναι και το περίφημο: «δεν μπορεί να κατασκευαστεί το αεικίνητο». Δηλαδή δεν μπορεί να υπάρξει η κατάσταση, όπου από κάποιο σύστημα ψυχρό να επιτυγχάνεται μεταφορά θερμότητας προς ένα θερμότερο χωρίς να καταναλώσεις ενέργεια.
Και εδώ έρχεται το σημείο που προσωπικά θεωρώ ενδιαφέρον. Και έχει να κάνει με τις μηχανές ψύξης και θέρμανσης. Ένα ψυγείο είναι μια μηχανή στην οποία γίνεται μεταφορά της θερμότητας από τον εσωτερικό θάλαμο στο περιβάλλον. Δηλαδή η διατήρηση της χαμηλής θερμοκρασίας του θαλάμου σε σχέση με αυτή του περιβάλλοντος γίνεται μέσω της μεταφοράς της θερμότητας από το εσωτερικό στο περιβάλλον. Αυτό επιτυγχάνεται με έναν κινητήρα. Αυτός ο κινητήρας για να το κατορθώσει αυτό καταναλώνει ενέργεια, η οποία εκλύεται με τη μορφή θερμότητας στο περιβάλλον. Συνεπώς στο περιβάλλον εκλύονται δύο θερμότητες, αυτή του θαλάμου και αυτή της μηχανής που δουλεύει για να μεταφέρει τη θερμότητα του θαλάμου στο περιβάλλον. Άρα το ψυγείο την ώρα που «ψύχει» τον θάλαμο της συντήρησης των τροφίμων συγχρόνως θερμαίνει το περιβάλλον και μάλιστα πολύ περισσότερο από ότι ψύχει. Λειτουργεί δηλαδή και ως θερμαντική μηχανή.
Την επόμενη φορά που θα βρεθείτε το καλοκαίρι ιδρωμένοι και αναζητάτε μια αίσθηση δροσιάς ανοίγοντας το ψυγείο, σκεφτείτε το καλύτερα. Κάνετε το ακριβώς αντίθετο. Θερμαίνετε υπερβολικά το δωμάτιο. Αντιθέτως το χειμώνα αν θελήσετε να ζεσταθείτε ανοίξτε το ψυγείο.
Ο Αριστοτέλης και η αναζήτηση της ιδανικής δημοκρατίας από την πλευρά των θεσμών
Για τον Αριστοτέλη η αναζήτηση της ιδανικής πολιτειακής εκδοχής δεν έγκειται τόσο στη δομή του πολιτεύματος, αν θα είναι δηλαδή δημοκρατική ή ολιγαρχική, όσο στις βάσεις που θα τεθούν για τη διατήρησή του στο χρόνο: «δεν πρέπει να πρυτανεύει η άποψη ότι δημοκρατικοί ή ολιγαρχικοί θεσμοί είναι εκείνοι που θα καταστήσουν την πόλη δημοκρατική ή ολιγαρχική αλλά εκείνοι που θα διατηρήσουν το πολίτευμα αμετάβλητο για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα». (1320a 2 – 4).
Με άλλα λόγια, αυτό που κυρίως ζητείται είναι η πολιτειακή σταθερότητα, η οποία, σε τελική ανάλυση, είναι και η μεγαλύτερη απόδειξη της συναίνεσης των πολιτών, τουλάχιστον της μεγαλύτερης μερίδας. Η εκδοχή της απροκάλυπτης καταπίεσης με τις μεθοδεύσεις της βίας και του εκφοβισμού είναι αδύνατο να εγγυηθούν πολιτική σταθερότητα, αφού ήδη έχει ξεκαθαριστεί ότι αυτού του είδους οι τυραννίες είναι οι πιο βραχύβιες πολιτειακές περιπτώσεις. Κι αυτός είναι ο λόγος που τα πολιτεύματα πρέπει να λειτουργούν «αποφεύγοντας προσεκτικά τους φθοροποιούς παράγοντες αλλά και θεσπίζοντας τέτοιους νόμους, και άγραφους και γραπτούς, ώστε να περιλαμβάνουν κυρίως τα σωτήρια για τα πολιτεύματα στοιχεία». (1319b 39 – 1320a 2).
Με δεδομένο το ταξικό υπόβαθρο όλων των πολιτευμάτων, είναι φανερό ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για δημοκρατία, αν δεν υπάρχει μέριμνα για την ενίσχυση των φτωχών. Κι εδώ ξεκινούν τα προβλήματα για τον Αριστοτέλη: «Αλλά οι σημερινοί δημαγωγοί για να είναι αρεστοί στο λαό τους δημεύουν τις περιουσίες πολλών χρησιμοποιώντας τα δικαστήρια». (1320a 4 – 6).
Δεν υπάρχει τίποτε πιο εύκολο για το δημαγωγό απ’ το να ανεβάσει τη δημοτικότητά του παρέχοντας χρήματα στους φτωχούς. Κι επειδή η ταξική πάλη γεννάει εχθρότητα, η δημοτικότητα γίνεται ακόμη πιο μεγάλη, αν η παροχή χρημάτων στους φτωχούς συνοδευτεί από αντίστοιχες δημεύσεις περιουσιών των πλουσίων: «Επειδή συνήθως σύρονται σε τέτοιες δίκες όχι άνθρωποι λαϊκών στρωμάτων αλλά ευγενείς, επιβάλλεται όλοι οι πολίτες να είναι πολύ θετικά διατεθειμένοι απέναντι στο πολίτευμα, ενώ σε διαφορετική περίπτωση, τουλάχιστον να μην αντιμετωπίζουν τους φορείς εξουσίας ως εχθρούς». (1320a 13 – 17).
Και βέβαια, η παρότρυνση του Αριστοτέλη, ώστε να μην αντιμετωπίζονται οι φορείς εξουσίας ως εχθροί, δεν έχει καμία σχέση με τη δόλια προσπάθεια συγκάλυψης οποιωνδήποτε κυβερνητικών ατοπημάτων. Η δικαιοσύνη και η πολιτική εντιμότητα είναι η βάση της κοινωνικής συνοχής και τίθενται με τρόπο αδιαπραγμάτευτο. Αυτό που μένει είναι ο πολιτικός λαϊκισμός, που οδηγεί στην ανθρωποφαγία προς τέρψη του πλήθους και προς ανάδειξη του κάθε δημαγωγού.
Η σπίλωση και η εξόντωση των επιφανών για προφανή πολιτική κατανάλωση δεν είναι μόνο ισοπέδωση που διαλύει κάθε έννοια αξιοκρατίας, αλλά και ύψιστη πολιτική στρέβλωση που μετατρέπει την πολιτική σκηνή σε αρένα αφήνοντας το πεδίο ανοιχτό στον αδίστακτο. Οι δημοκρατίες που οικοδομούνται σε τέτοιες βάσεις δεν μπορούν να έχουν μέλλον. Η δημαγωγία, η κατασπατάληση του δημόσιου χρήματος, η πολιτική διαφθορά, η αναξιοκρατία και η λαϊκή αποδοχή όλων των στρεβλώσεων (επειδή θεωρούνται βολικές σε ατομικό επίπεδο) είναι νομοτελειακό να οδηγήσουν σε αδιέξοδο.
Φυσικά, πρέπει να διασφαλίζεται ότι δεν θα υπάρχει προσωπικό όφελος σε καταγγελίες και δίκες που αφορούν τις περιουσίες των επιφανών: «Έτσι όσοι φροντίζουν για το πολίτευμα οφείλουν να αντιστέκονται σε τέτοιες πρακτικές, νομοθετώντας να μην περιέρχεται στο δημόσιο και να μην προστίθεται στο δημόσιο ταμείο τίποτε από τις δημευμένες περιουσίες, αλλά να αφιερώνεται στα ιερά των θεών, γιατί έτσι όσοι αδικούν θα είναι προσεκτικότεροι (αφού θα αντιμετωπίζουν την απειλή ίδιας τιμωρίας) και ο όχλος θα περιορίσει την καταδικαστική ψήφο του σε βάρος αυτών που δικάζονται, εφόσον δεν πρόκειται να πάρει τίποτε από τις περιουσίες τους». (1320a 4 – 11).
Κι αν αυτό το μέτρο κρίνεται ανεπαρκές, ο Αριστοτέλης προτείνει συμπληρωματικά: «Επιπλέον οφείλουν να περιορίσουν σε ελάχιστες τις δίκες για το πολίτευμα, αποθαρρύνοντας με επιβολή υπέρογκων προστίμων όσους υποβάλλουν μηνύσεις χωρίς σοβαρό λόγο». (1320a 11 – 13).
Το κατά πόσο τα μέτρα αυτά μπορούμε να τα αποδεχτούμε ή όχι τίθεται στην κρίση του καθενός. Το βέβαιο είναι ότι η λογική που θέλει τα χρήματα τα οποία προέρχονται από τις δημεύσεις των περιουσιών (μετά από δικαστική απόφαση) να πηγαίνουν σε θρησκευτικούς φορείς προκειμένου να καταπολεμηθούν τα κίνητρα των αδηφάγων, ατέρμονων (και άδικων) καταγγελιών, είναι μάλλον ισοπεδωτική, αφού προτάσσεται η ευθύγραμμη αντιμετώπιση των περιπτώσεων κι όχι το ξεδιάλεγμα που επιβάλλει η μελέτη κάθε υπόθεσης. Σε τελική ανάλυση, οι περιουσίες που κρίνονται καταχρηστικές οφείλουν να επιστρέφουν στο δημόσιο ταμείο, αφού επί της ουσίας από εκεί αντλήθηκαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.
Όσο για το δεύτερο μέτρο που θέλει υψηλά πρόστιμα, ώστε να αποθαρρύνει τους φτωχούς από τις δικαστικές διεκδικήσεις, κρίνεται μάλλον ολιγαρχικό, αφού προτάσσει το χρήμα ως προτεραιότητα για τον αποκλεισμό κάποιων. Με δεδομένο ότι ποτέ κανείς δεν μπορεί να είναι απολύτως σίγουρος για την τροπή που μπορεί να πάρει μια δικαστική υπόθεση είναι προφανές ότι ένα τέτοιο μέτρο σταδιακά θα στερούσε τους φτωχούς από την πρόσβαση στη δικαιοσύνη μετατρέποντάς την σε πεδίο διεκδικήσεων που αφορά μόνο τους οικονομικά ισχυρούς.
Ο ισχυρισμός ότι ο Αριστοτέλης δεν αναφέρεται συλλήβδην στις δικαστικές υποθέσεις, αλλά μόνο στις περιπτώσεις που αφορούν καταγγελίες για δήμευση περιουσιών, δεν αλλάζει την κατάσταση, αφού, ακόμη κι έτσι να το δει κανείς, δεν μπορεί παρά να ανοίγει πεδίο δράσης για τους αδίστακτους, που θα λυμαίνονται το δημόσιο ταμείο (με τον ένα ή τον άλλο τρόπο) και θα τίθενται και υπεράνω δίκης, καθώς ο λαός θα έχει εξουδετερωθεί.
Η περίπτωση καταγγελίας από κάποιον άλλο πλούσιο είναι μάλλον επίφοβη, αφού αυτού του είδους τα μέτρα που αποκλείουν το λαό από βασικές πολιτειακές λειτουργίες περισσότερο συνασπίζουν τους ισχυρούς, ώστε να γίνουν ισχυρότεροι, παρά τους διαχωρίζουν. Εκτός αν μιλάμε για την κατάσταση της ακραίας ολιγαρχίας, όπου οι ισχυροί αντιμάχονται (σαν σε τελική αναμέτρηση) προκειμένου να γίνουν ακόμα πιο λίγοι οι διαχειριστές της εξουσίας. Σε κάθε περίπτωση αυτά είναι φαινόμενα καθαρής ολιγαρχίας και τέτοιες προτάσεις δεν αρμόζουν, όταν αναφέρεται κανείς σε δημοκρατικούς θεσμούς.
Τελικά, αυτό που πρωτίστως διαφαίνεται από αυτές τις προτάσεις είναι (για μια ακόμη φορά) η αγανάκτηση του Αριστοτέλη προς την ποιότητα της δημοκρατίας που παρακολουθεί. Την κατατάσσει στο πέμπτο και χειρότερο είδος δημοκρατίας, επαναλαμβάνει διαρκώς τις στρεβλώσεις που επιφέρουν οι δημαγωγοί και αποκαλεί όχλο τον αθηναϊκό λαό που συχνάζει στην αγορά. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτού του είδους τη δημοκρατία την εκλαμβάνει ως τυραννία του όχλου.
Η οργή του Αριστοτέλη για την κατάσταση που επικρατεί στην Αθήνα είναι φανερή και στην τοποθέτησή του αναφορικά με το θέμα του μισθού που παρεχόταν στους φτωχούς για τη συμμετοχή τους στην εκκλησία του δήμου: «Επειδή τα τελευταία είδη δημοκρατίας εμφανίζονται σε πολυάνθρωπες πόλεις και είναι δύσκολο να προσέρχονται οι πολίτες στην εκκλησία του δήμου χωρίς μισθό, αυτή η κατάσταση στρέφεται εναντίον των επιφανών πολιτών στις πόλεις όπου τα δημόσια έσοδα δεν αρκούν (διότι είναι ανάγκη τότε να εξευρεθούν οι μισθοί από υποχρεωτικές εισφορές και δημεύσεις που αποφασίζουν διεφθαρμένα δικαστήρια από τα οποία έχουν ανατραπεί ήδη πολλές δημοκρατίες)». (1320a 17 – 22).
Η επισήμανση των διεφθαρμένων δικαστηρίων, που, εν τέλει, υπονομεύουν τη δημοκρατία, αφού θα την οδηγήσουν στην ανατροπή, είναι διαβεβαίωση ότι η δικαιοσύνη είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της δημοκρατίας κι ότι η ματαίωσή της είναι η δρομολόγηση της εν γένει πολιτειακής ματαίωσης.
Και γι’ αυτό το λόγο προτείνει: «Όπου, λοιπόν, συμβαίνει να μην υπάρχουν επαρκή έσοδα για μισθούς, τότε η εκκλησία του δήμου πρέπει να συνεδριάζει σπάνια και τα δικαστήρια να αποτελούνται από πολλούς δικαστές, να έχουν όμως λίγες δικάσιμες μέρες (γιατί με τη ρύθμιση αυτή και οι πλούσιοι δε θα φοβούνται τις δαπάνες, αν οι εύποροι δεν παίρνουν δικαστικό μισθό αλλά μόνο οι άποροι, και οι υποθέσεις θα εκδικάζονται πολύ καλύτερα, αφού οι εύποροι δεν θέλουν να απομακρύνονται από τις ιδιωτικές τους ασχολίες για πολλές μέρες, για λίγο χρόνο όμως το δέχονται)». (1320a 22 – 29).
Για τον Αριστοτέλη η διασφάλιση της δικαιοσύνης αφορά την ισότιμη συμμετοχή και των πλουσίων και των φτωχών. Η συμμετοχή των φτωχών είναι διασφαλισμένη από την ύπαρξη του μισθού. Οι επιφανείς όμως (πλούσιοι), είναι προφανές ότι προτιμούν την αποχή, αφού οι χρονοβόρες δικαστικές διαδικασίες τους απομακρύνουν από τις ασχολίες τους. Γι’ αυτό έχει ήδη προτείνει, ότι αν η πολιτεία θέλει να εξασφαλίσει τη συμμετοχή όλων, δε φτάνει να προσφέρει μισθό στους φτωχούς που συμμετέχουν, αλλά να επιβάλει και πρόστιμο στους πλούσιους που απέχουν.
Τα πολιτεύματα που δίνουν μισθό στους φτωχούς, χωρίς όμως να προβλέπουν πρόστιμο στους πλούσιους (αν απέχουν), είναι αυτά που εμμέσως θέλουν να αποκλείσουν τους πλούσιους όπως κι εκείνα που προβλέπουν πρόστιμο στους πλούσιους (αν απέχουν), χωρίς όμως μισθό στους φτωχούς, (ώστε να συμμετέχουν) υπογείως αποκλείουν τους φτωχούς.
Η άποψη που θέλει την εκκλησία του δήμου να συνεδριάζει σπάνια, αν δεν επαρκούν τα έσοδα για να καλύψουν τη λειτουργία της, κρίνεται και πάλι ισοπεδωτική, αφού οι σπάνιες συνελεύσεις υπονομεύουν τη συμμετοχή. Μια τέτοια κατάσταση μπορεί να οδηγήσει στο συγκεντρωτισμό των αποφάσεων. Η τοποθέτηση αυτή κρύβει την απόλυτη απαξίωση του οργισμένου απέναντι σε όλους αυτούς που δήθεν κόπτονται για τις δημοκρατικές διαδικασίες.
Όμως, η κατά μέτωπο επίθεση γίνεται αμέσως μετά: «Εκεί όμως όπου υπάρχουν έσοδα, δεν πρέπει να γίνεται αυτό που τώρα κάνουν οι δημαγωγοί (μοιράζουν δηλαδή στους απόρους ως μισθό τα πλεονάσματα, αυτοί τα εισπράττουν και χρειάζονται ευθύς αμέσως τα ίδια, γιατί μια τέτοια βοήθεια προς τους απόρους μοιάζει με το τρύπιο πιθάρι των Δαναΐδων)». (1320a 29 – 32).
Το νέο πλήγμα που επιφέρει ο Αριστοτέλης στους δημαγωγούς δεν αποτελεί απαξίωση της οικονομικής βοήθειας προς τους φτωχούς, αλλά επίκριση του λαϊκιστικού χειρισμού του θέματος, αφού αυτού του είδους οι βοήθειες περισσότερο δημιουργούν σχέσεις εξάρτησης προς διαιώνιση του πολιτικού σκηνικού παρά προστατεύουν πραγματικά τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη. Η πρόσκαιρη ανακούφιση μιας τέτοιας βοήθειας όχι μόνο δεν επιλύει το θέμα, αλλά καταπραΰνει τη γενική δυσαρέσκεια, ώστε να προληφθούν ενδεχόμενες ακρότητες: «Αντίθετα προς αυτά ο αληθινός δημοκράτης οφείλει να επιδιώκει με ποιον τρόπο το πλήθος δεν θα είναι πάμφτωχο, διότι η μεγάλη φτώχεια του λαού τραυματίζει τη δημοκρατία. Πρέπει λοιπόν να επινοηθούν μέτρα που θα έκαναν την ευημερία διαρκή». (1320a 32 – 35).
Κι αυτή ακριβώς είναι η καρδιά της δημοκρατικής λογικής, η οποία ορίζει με τρόπο αδιαπραγμάτευτο τον τελικό στόχο που οφείλουν να υπηρετήσουν οι δημοκρατικοί θεσμοί. Η φτωχοποίηση του κόσμου, ώστε να φυτοζωεί με επιδόματα κι έκτακτες βοήθειες, είναι το πεδίο των καιροσκόπων που μετατρέπουν τα αναφαίρετα δικαιώματα σε προσωπική τους πρωτοβουλία. Ο δημαγωγός δε θέλει τον κόσμο ισχυρό, γιατί ο ισχυρός είναι περήφανος, κι ως εκ τούτου ανεξάρτητος.
Η διαιώνιση της υποτέλειας είναι το κύριο μέλημα του δημαγωγού. Κι αυτός είναι ο λόγος που ο δημαγωγός δε θέλει λύσεις. Θέλει συνέχεια ημίμετρα που θα επιφέρουν νέα αδιέξοδα, που (βέβαια) μόνο αυτός θα μπορέσει να επιλύσει: «οι άρχοντες οφείλουν να συγκεντρώνουν όλα τα έσοδα και να τα μοιράζουν στους απόρους, μάλιστα σε όποιον μπορεί να συγκεντρώνει τόσο ποσό όσο χρειάζεται για την αγορά μικρού χωραφιού ή αν δεν είναι εφικτό αυτό, τόσο όσο μπορεί να χρησιμεύσει ως μικρό κεφάλαιο για εμπορική ή γεωργική επιχείρηση». (1320a 36 – 1320b 1).
Η δημοκρατική πόλη οφείλει να δίνει κίνητρα και να ενισχύει τις ατομικές εμπορικές ή γεωργικές επιχειρήσεις, αφού μόνο έτσι θα εξασφαλίσει τη διαιώνιση της ευημερίας. Η πόλη που αδιαφορεί για τη σύσταση των μικρών επιχειρήσεων επί της ουσίας αδιαφορεί για τη δημοκρατία. Γιατί η δημοκρατία είναι και οικονομικό μέγεθος. Δημοκρατία είναι η διαμοίραση της απασχόλησης, ώστε να μπορέσουν να ζήσουν αξιοπρεπώς όλοι.
Φυσικά, ο Αριστοτέλης αναφέρεται στα δεδομένα της εποχής του, όπου οι δυνατότητες της ανθρώπινης εργασίας ευνοούσαν τη μικρή ιδιοκτησία. Τα σύγχρονα τεχνολογικά μέσα που εφαρμόζονται στη γεωργία είναι προφανές ότι αφορούν μεγάλες εκτάσεις. (Η παραγωγική δύναμη μιας θεριστικής κομπίνας ματαιώνεται, αν μιλάμε για δύο – τρία στρέμματα). Κι αυτό ακριβώς είναι το δημοκρατικό στοίχημα της εποχής. Να αξιοποιήσει τα νέα μέσα, χωρίς όμως να προβεί σε συγκεντρωτισμό του πλούτου, παρέχοντας σε όλους θέσεις εργασίας.
Με άλλα λόγια, η δυναμική των πολιτευμάτων είναι αλληλένδετη με την εργασία ως θεμέλιο της οργάνωσης της παραγωγής. Η συλλογικότητα στην παραγωγή, που αναπόσπαστα προϋποθέτει και συλλογική ιδιοκτησιακή συνθήκη, είναι η πραγμάτωση της δημοκρατίας σε εργασιακό επίπεδο, αφού όλα ορίζονται μέσα από την οπτική της πλειοψηφίας. Αυτού του είδους οι παραγωγικές συνθήκες δεν μπορούν παρά να προσφέρουν σε όλους εργασία, δηλαδή αξιοπρεπή ζωή και ταυτόχρονα να μειώσουν το ωράριο της εργασίας αυξάνοντας τον ελεύθερο χρόνο, στοιχεία που αποτελούν τον κύριο στόχο κάθε δημοκρατίας.
Και μην προτρέξει κανείς να συμπεράνει το κομμουνιστικό μοντέλο. Ο Αριστοτέλης ήταν ξεκάθαρα υπέρ της ιδιοκτησίας. Αυτό που δικαιούμαστε να υποθέτουμε ως προέκταση της αριστοτελικής λογικής είναι η ένωση των επιμέρους ιδιοκτησιών, σαν συνεταιρισμός, όπου ο καθένας όποτε θέλει θα μπορεί να πάρει την ιδιοκτησία του και να τη διαθέσει όπως νομίζει. Με δυο λόγια, μιλάμε και πάλι για παραγωγή που βασίζεται στην ιδιωτική πρωτοβουλία, μόνο που θα υπάρχουν πολλοί ιδιώτες μαζί.
Από την άλλη, η ιδιοκτησία όλων των εκτάσεων από έναν μετατρέπει τους άλλους σε άνεργους, που πρέπει να προσληφθούν από αυτόν ή να καταφύγουν στα κρατικά βοηθήματα. Αυτό το μοντέλο παραγωγής οδηγεί στον πλουτισμό του ενός, αυξάνει το ωράριο εργασίας και μετατρέπει την εργασιακή συνθήκη σε υποτέλεια, αφού όλα επαφίενται στην κρίση του αφεντικού. Αν το πρώτο μοντέλο παραγωγής ταιριάζει στη δημοκρατία, είναι φανερό ότι το δεύτερο ταιριάζει στην ολιγαρχία. Η πόλη έχει τρόπους να ευνοήσει το ένα ή το άλλο μοντέλο. Η φορολογία είναι ένας από αυτούς.
Τελικά, το ζήτημα είναι καθαρά θέμα πολιτικής επιλογής που για τον Αριστοτέλη παίρνει και ξεκάθαρες ηθικές διαστάσεις: «Εξάλλου από λεπτότητα ήθους και σύνεση χαρακτηρίζονται οι επιφανείς πολίτες, εφόσον αντιλαμβάνονται την αξία και τις ανάγκες των απόρων και τους παρέχουν κίνητρα για να στραφούν σε κερδοφόρες εργασίες». (1320b 7 – 9).
Κατά συνέπεια, οι επιφανείς που αποτρέπουν τους φτωχούς από οποιαδήποτε κερδοφόρα δραστηριότητα με γραφειοκρατίες, φορολογίες, και πάσης φύσεως αποθαρρυντικές αντιξοότητες παίζοντας το παιχνίδι των παραγωγικά ισχυρών δεν έχουν ούτε λεπτότητα ήθους ούτε σύνεση. Κι αυτό είτε θεσμικά είτε ηθικά δεν αρμόζει στις δημοκρατίες.
Αριστοτέλης, Πολιτικά
Με άλλα λόγια, αυτό που κυρίως ζητείται είναι η πολιτειακή σταθερότητα, η οποία, σε τελική ανάλυση, είναι και η μεγαλύτερη απόδειξη της συναίνεσης των πολιτών, τουλάχιστον της μεγαλύτερης μερίδας. Η εκδοχή της απροκάλυπτης καταπίεσης με τις μεθοδεύσεις της βίας και του εκφοβισμού είναι αδύνατο να εγγυηθούν πολιτική σταθερότητα, αφού ήδη έχει ξεκαθαριστεί ότι αυτού του είδους οι τυραννίες είναι οι πιο βραχύβιες πολιτειακές περιπτώσεις. Κι αυτός είναι ο λόγος που τα πολιτεύματα πρέπει να λειτουργούν «αποφεύγοντας προσεκτικά τους φθοροποιούς παράγοντες αλλά και θεσπίζοντας τέτοιους νόμους, και άγραφους και γραπτούς, ώστε να περιλαμβάνουν κυρίως τα σωτήρια για τα πολιτεύματα στοιχεία». (1319b 39 – 1320a 2).
Με δεδομένο το ταξικό υπόβαθρο όλων των πολιτευμάτων, είναι φανερό ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για δημοκρατία, αν δεν υπάρχει μέριμνα για την ενίσχυση των φτωχών. Κι εδώ ξεκινούν τα προβλήματα για τον Αριστοτέλη: «Αλλά οι σημερινοί δημαγωγοί για να είναι αρεστοί στο λαό τους δημεύουν τις περιουσίες πολλών χρησιμοποιώντας τα δικαστήρια». (1320a 4 – 6).
Δεν υπάρχει τίποτε πιο εύκολο για το δημαγωγό απ’ το να ανεβάσει τη δημοτικότητά του παρέχοντας χρήματα στους φτωχούς. Κι επειδή η ταξική πάλη γεννάει εχθρότητα, η δημοτικότητα γίνεται ακόμη πιο μεγάλη, αν η παροχή χρημάτων στους φτωχούς συνοδευτεί από αντίστοιχες δημεύσεις περιουσιών των πλουσίων: «Επειδή συνήθως σύρονται σε τέτοιες δίκες όχι άνθρωποι λαϊκών στρωμάτων αλλά ευγενείς, επιβάλλεται όλοι οι πολίτες να είναι πολύ θετικά διατεθειμένοι απέναντι στο πολίτευμα, ενώ σε διαφορετική περίπτωση, τουλάχιστον να μην αντιμετωπίζουν τους φορείς εξουσίας ως εχθρούς». (1320a 13 – 17).
Και βέβαια, η παρότρυνση του Αριστοτέλη, ώστε να μην αντιμετωπίζονται οι φορείς εξουσίας ως εχθροί, δεν έχει καμία σχέση με τη δόλια προσπάθεια συγκάλυψης οποιωνδήποτε κυβερνητικών ατοπημάτων. Η δικαιοσύνη και η πολιτική εντιμότητα είναι η βάση της κοινωνικής συνοχής και τίθενται με τρόπο αδιαπραγμάτευτο. Αυτό που μένει είναι ο πολιτικός λαϊκισμός, που οδηγεί στην ανθρωποφαγία προς τέρψη του πλήθους και προς ανάδειξη του κάθε δημαγωγού.
Η σπίλωση και η εξόντωση των επιφανών για προφανή πολιτική κατανάλωση δεν είναι μόνο ισοπέδωση που διαλύει κάθε έννοια αξιοκρατίας, αλλά και ύψιστη πολιτική στρέβλωση που μετατρέπει την πολιτική σκηνή σε αρένα αφήνοντας το πεδίο ανοιχτό στον αδίστακτο. Οι δημοκρατίες που οικοδομούνται σε τέτοιες βάσεις δεν μπορούν να έχουν μέλλον. Η δημαγωγία, η κατασπατάληση του δημόσιου χρήματος, η πολιτική διαφθορά, η αναξιοκρατία και η λαϊκή αποδοχή όλων των στρεβλώσεων (επειδή θεωρούνται βολικές σε ατομικό επίπεδο) είναι νομοτελειακό να οδηγήσουν σε αδιέξοδο.
Φυσικά, πρέπει να διασφαλίζεται ότι δεν θα υπάρχει προσωπικό όφελος σε καταγγελίες και δίκες που αφορούν τις περιουσίες των επιφανών: «Έτσι όσοι φροντίζουν για το πολίτευμα οφείλουν να αντιστέκονται σε τέτοιες πρακτικές, νομοθετώντας να μην περιέρχεται στο δημόσιο και να μην προστίθεται στο δημόσιο ταμείο τίποτε από τις δημευμένες περιουσίες, αλλά να αφιερώνεται στα ιερά των θεών, γιατί έτσι όσοι αδικούν θα είναι προσεκτικότεροι (αφού θα αντιμετωπίζουν την απειλή ίδιας τιμωρίας) και ο όχλος θα περιορίσει την καταδικαστική ψήφο του σε βάρος αυτών που δικάζονται, εφόσον δεν πρόκειται να πάρει τίποτε από τις περιουσίες τους». (1320a 4 – 11).
Κι αν αυτό το μέτρο κρίνεται ανεπαρκές, ο Αριστοτέλης προτείνει συμπληρωματικά: «Επιπλέον οφείλουν να περιορίσουν σε ελάχιστες τις δίκες για το πολίτευμα, αποθαρρύνοντας με επιβολή υπέρογκων προστίμων όσους υποβάλλουν μηνύσεις χωρίς σοβαρό λόγο». (1320a 11 – 13).
Το κατά πόσο τα μέτρα αυτά μπορούμε να τα αποδεχτούμε ή όχι τίθεται στην κρίση του καθενός. Το βέβαιο είναι ότι η λογική που θέλει τα χρήματα τα οποία προέρχονται από τις δημεύσεις των περιουσιών (μετά από δικαστική απόφαση) να πηγαίνουν σε θρησκευτικούς φορείς προκειμένου να καταπολεμηθούν τα κίνητρα των αδηφάγων, ατέρμονων (και άδικων) καταγγελιών, είναι μάλλον ισοπεδωτική, αφού προτάσσεται η ευθύγραμμη αντιμετώπιση των περιπτώσεων κι όχι το ξεδιάλεγμα που επιβάλλει η μελέτη κάθε υπόθεσης. Σε τελική ανάλυση, οι περιουσίες που κρίνονται καταχρηστικές οφείλουν να επιστρέφουν στο δημόσιο ταμείο, αφού επί της ουσίας από εκεί αντλήθηκαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.
Όσο για το δεύτερο μέτρο που θέλει υψηλά πρόστιμα, ώστε να αποθαρρύνει τους φτωχούς από τις δικαστικές διεκδικήσεις, κρίνεται μάλλον ολιγαρχικό, αφού προτάσσει το χρήμα ως προτεραιότητα για τον αποκλεισμό κάποιων. Με δεδομένο ότι ποτέ κανείς δεν μπορεί να είναι απολύτως σίγουρος για την τροπή που μπορεί να πάρει μια δικαστική υπόθεση είναι προφανές ότι ένα τέτοιο μέτρο σταδιακά θα στερούσε τους φτωχούς από την πρόσβαση στη δικαιοσύνη μετατρέποντάς την σε πεδίο διεκδικήσεων που αφορά μόνο τους οικονομικά ισχυρούς.
Ο ισχυρισμός ότι ο Αριστοτέλης δεν αναφέρεται συλλήβδην στις δικαστικές υποθέσεις, αλλά μόνο στις περιπτώσεις που αφορούν καταγγελίες για δήμευση περιουσιών, δεν αλλάζει την κατάσταση, αφού, ακόμη κι έτσι να το δει κανείς, δεν μπορεί παρά να ανοίγει πεδίο δράσης για τους αδίστακτους, που θα λυμαίνονται το δημόσιο ταμείο (με τον ένα ή τον άλλο τρόπο) και θα τίθενται και υπεράνω δίκης, καθώς ο λαός θα έχει εξουδετερωθεί.
Η περίπτωση καταγγελίας από κάποιον άλλο πλούσιο είναι μάλλον επίφοβη, αφού αυτού του είδους τα μέτρα που αποκλείουν το λαό από βασικές πολιτειακές λειτουργίες περισσότερο συνασπίζουν τους ισχυρούς, ώστε να γίνουν ισχυρότεροι, παρά τους διαχωρίζουν. Εκτός αν μιλάμε για την κατάσταση της ακραίας ολιγαρχίας, όπου οι ισχυροί αντιμάχονται (σαν σε τελική αναμέτρηση) προκειμένου να γίνουν ακόμα πιο λίγοι οι διαχειριστές της εξουσίας. Σε κάθε περίπτωση αυτά είναι φαινόμενα καθαρής ολιγαρχίας και τέτοιες προτάσεις δεν αρμόζουν, όταν αναφέρεται κανείς σε δημοκρατικούς θεσμούς.
Τελικά, αυτό που πρωτίστως διαφαίνεται από αυτές τις προτάσεις είναι (για μια ακόμη φορά) η αγανάκτηση του Αριστοτέλη προς την ποιότητα της δημοκρατίας που παρακολουθεί. Την κατατάσσει στο πέμπτο και χειρότερο είδος δημοκρατίας, επαναλαμβάνει διαρκώς τις στρεβλώσεις που επιφέρουν οι δημαγωγοί και αποκαλεί όχλο τον αθηναϊκό λαό που συχνάζει στην αγορά. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτού του είδους τη δημοκρατία την εκλαμβάνει ως τυραννία του όχλου.
Η οργή του Αριστοτέλη για την κατάσταση που επικρατεί στην Αθήνα είναι φανερή και στην τοποθέτησή του αναφορικά με το θέμα του μισθού που παρεχόταν στους φτωχούς για τη συμμετοχή τους στην εκκλησία του δήμου: «Επειδή τα τελευταία είδη δημοκρατίας εμφανίζονται σε πολυάνθρωπες πόλεις και είναι δύσκολο να προσέρχονται οι πολίτες στην εκκλησία του δήμου χωρίς μισθό, αυτή η κατάσταση στρέφεται εναντίον των επιφανών πολιτών στις πόλεις όπου τα δημόσια έσοδα δεν αρκούν (διότι είναι ανάγκη τότε να εξευρεθούν οι μισθοί από υποχρεωτικές εισφορές και δημεύσεις που αποφασίζουν διεφθαρμένα δικαστήρια από τα οποία έχουν ανατραπεί ήδη πολλές δημοκρατίες)». (1320a 17 – 22).
Η επισήμανση των διεφθαρμένων δικαστηρίων, που, εν τέλει, υπονομεύουν τη δημοκρατία, αφού θα την οδηγήσουν στην ανατροπή, είναι διαβεβαίωση ότι η δικαιοσύνη είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της δημοκρατίας κι ότι η ματαίωσή της είναι η δρομολόγηση της εν γένει πολιτειακής ματαίωσης.
Και γι’ αυτό το λόγο προτείνει: «Όπου, λοιπόν, συμβαίνει να μην υπάρχουν επαρκή έσοδα για μισθούς, τότε η εκκλησία του δήμου πρέπει να συνεδριάζει σπάνια και τα δικαστήρια να αποτελούνται από πολλούς δικαστές, να έχουν όμως λίγες δικάσιμες μέρες (γιατί με τη ρύθμιση αυτή και οι πλούσιοι δε θα φοβούνται τις δαπάνες, αν οι εύποροι δεν παίρνουν δικαστικό μισθό αλλά μόνο οι άποροι, και οι υποθέσεις θα εκδικάζονται πολύ καλύτερα, αφού οι εύποροι δεν θέλουν να απομακρύνονται από τις ιδιωτικές τους ασχολίες για πολλές μέρες, για λίγο χρόνο όμως το δέχονται)». (1320a 22 – 29).
Για τον Αριστοτέλη η διασφάλιση της δικαιοσύνης αφορά την ισότιμη συμμετοχή και των πλουσίων και των φτωχών. Η συμμετοχή των φτωχών είναι διασφαλισμένη από την ύπαρξη του μισθού. Οι επιφανείς όμως (πλούσιοι), είναι προφανές ότι προτιμούν την αποχή, αφού οι χρονοβόρες δικαστικές διαδικασίες τους απομακρύνουν από τις ασχολίες τους. Γι’ αυτό έχει ήδη προτείνει, ότι αν η πολιτεία θέλει να εξασφαλίσει τη συμμετοχή όλων, δε φτάνει να προσφέρει μισθό στους φτωχούς που συμμετέχουν, αλλά να επιβάλει και πρόστιμο στους πλούσιους που απέχουν.
Τα πολιτεύματα που δίνουν μισθό στους φτωχούς, χωρίς όμως να προβλέπουν πρόστιμο στους πλούσιους (αν απέχουν), είναι αυτά που εμμέσως θέλουν να αποκλείσουν τους πλούσιους όπως κι εκείνα που προβλέπουν πρόστιμο στους πλούσιους (αν απέχουν), χωρίς όμως μισθό στους φτωχούς, (ώστε να συμμετέχουν) υπογείως αποκλείουν τους φτωχούς.
Η άποψη που θέλει την εκκλησία του δήμου να συνεδριάζει σπάνια, αν δεν επαρκούν τα έσοδα για να καλύψουν τη λειτουργία της, κρίνεται και πάλι ισοπεδωτική, αφού οι σπάνιες συνελεύσεις υπονομεύουν τη συμμετοχή. Μια τέτοια κατάσταση μπορεί να οδηγήσει στο συγκεντρωτισμό των αποφάσεων. Η τοποθέτηση αυτή κρύβει την απόλυτη απαξίωση του οργισμένου απέναντι σε όλους αυτούς που δήθεν κόπτονται για τις δημοκρατικές διαδικασίες.
Όμως, η κατά μέτωπο επίθεση γίνεται αμέσως μετά: «Εκεί όμως όπου υπάρχουν έσοδα, δεν πρέπει να γίνεται αυτό που τώρα κάνουν οι δημαγωγοί (μοιράζουν δηλαδή στους απόρους ως μισθό τα πλεονάσματα, αυτοί τα εισπράττουν και χρειάζονται ευθύς αμέσως τα ίδια, γιατί μια τέτοια βοήθεια προς τους απόρους μοιάζει με το τρύπιο πιθάρι των Δαναΐδων)». (1320a 29 – 32).
Το νέο πλήγμα που επιφέρει ο Αριστοτέλης στους δημαγωγούς δεν αποτελεί απαξίωση της οικονομικής βοήθειας προς τους φτωχούς, αλλά επίκριση του λαϊκιστικού χειρισμού του θέματος, αφού αυτού του είδους οι βοήθειες περισσότερο δημιουργούν σχέσεις εξάρτησης προς διαιώνιση του πολιτικού σκηνικού παρά προστατεύουν πραγματικά τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη. Η πρόσκαιρη ανακούφιση μιας τέτοιας βοήθειας όχι μόνο δεν επιλύει το θέμα, αλλά καταπραΰνει τη γενική δυσαρέσκεια, ώστε να προληφθούν ενδεχόμενες ακρότητες: «Αντίθετα προς αυτά ο αληθινός δημοκράτης οφείλει να επιδιώκει με ποιον τρόπο το πλήθος δεν θα είναι πάμφτωχο, διότι η μεγάλη φτώχεια του λαού τραυματίζει τη δημοκρατία. Πρέπει λοιπόν να επινοηθούν μέτρα που θα έκαναν την ευημερία διαρκή». (1320a 32 – 35).
Κι αυτή ακριβώς είναι η καρδιά της δημοκρατικής λογικής, η οποία ορίζει με τρόπο αδιαπραγμάτευτο τον τελικό στόχο που οφείλουν να υπηρετήσουν οι δημοκρατικοί θεσμοί. Η φτωχοποίηση του κόσμου, ώστε να φυτοζωεί με επιδόματα κι έκτακτες βοήθειες, είναι το πεδίο των καιροσκόπων που μετατρέπουν τα αναφαίρετα δικαιώματα σε προσωπική τους πρωτοβουλία. Ο δημαγωγός δε θέλει τον κόσμο ισχυρό, γιατί ο ισχυρός είναι περήφανος, κι ως εκ τούτου ανεξάρτητος.
Η διαιώνιση της υποτέλειας είναι το κύριο μέλημα του δημαγωγού. Κι αυτός είναι ο λόγος που ο δημαγωγός δε θέλει λύσεις. Θέλει συνέχεια ημίμετρα που θα επιφέρουν νέα αδιέξοδα, που (βέβαια) μόνο αυτός θα μπορέσει να επιλύσει: «οι άρχοντες οφείλουν να συγκεντρώνουν όλα τα έσοδα και να τα μοιράζουν στους απόρους, μάλιστα σε όποιον μπορεί να συγκεντρώνει τόσο ποσό όσο χρειάζεται για την αγορά μικρού χωραφιού ή αν δεν είναι εφικτό αυτό, τόσο όσο μπορεί να χρησιμεύσει ως μικρό κεφάλαιο για εμπορική ή γεωργική επιχείρηση». (1320a 36 – 1320b 1).
Η δημοκρατική πόλη οφείλει να δίνει κίνητρα και να ενισχύει τις ατομικές εμπορικές ή γεωργικές επιχειρήσεις, αφού μόνο έτσι θα εξασφαλίσει τη διαιώνιση της ευημερίας. Η πόλη που αδιαφορεί για τη σύσταση των μικρών επιχειρήσεων επί της ουσίας αδιαφορεί για τη δημοκρατία. Γιατί η δημοκρατία είναι και οικονομικό μέγεθος. Δημοκρατία είναι η διαμοίραση της απασχόλησης, ώστε να μπορέσουν να ζήσουν αξιοπρεπώς όλοι.
Φυσικά, ο Αριστοτέλης αναφέρεται στα δεδομένα της εποχής του, όπου οι δυνατότητες της ανθρώπινης εργασίας ευνοούσαν τη μικρή ιδιοκτησία. Τα σύγχρονα τεχνολογικά μέσα που εφαρμόζονται στη γεωργία είναι προφανές ότι αφορούν μεγάλες εκτάσεις. (Η παραγωγική δύναμη μιας θεριστικής κομπίνας ματαιώνεται, αν μιλάμε για δύο – τρία στρέμματα). Κι αυτό ακριβώς είναι το δημοκρατικό στοίχημα της εποχής. Να αξιοποιήσει τα νέα μέσα, χωρίς όμως να προβεί σε συγκεντρωτισμό του πλούτου, παρέχοντας σε όλους θέσεις εργασίας.
Με άλλα λόγια, η δυναμική των πολιτευμάτων είναι αλληλένδετη με την εργασία ως θεμέλιο της οργάνωσης της παραγωγής. Η συλλογικότητα στην παραγωγή, που αναπόσπαστα προϋποθέτει και συλλογική ιδιοκτησιακή συνθήκη, είναι η πραγμάτωση της δημοκρατίας σε εργασιακό επίπεδο, αφού όλα ορίζονται μέσα από την οπτική της πλειοψηφίας. Αυτού του είδους οι παραγωγικές συνθήκες δεν μπορούν παρά να προσφέρουν σε όλους εργασία, δηλαδή αξιοπρεπή ζωή και ταυτόχρονα να μειώσουν το ωράριο της εργασίας αυξάνοντας τον ελεύθερο χρόνο, στοιχεία που αποτελούν τον κύριο στόχο κάθε δημοκρατίας.
Και μην προτρέξει κανείς να συμπεράνει το κομμουνιστικό μοντέλο. Ο Αριστοτέλης ήταν ξεκάθαρα υπέρ της ιδιοκτησίας. Αυτό που δικαιούμαστε να υποθέτουμε ως προέκταση της αριστοτελικής λογικής είναι η ένωση των επιμέρους ιδιοκτησιών, σαν συνεταιρισμός, όπου ο καθένας όποτε θέλει θα μπορεί να πάρει την ιδιοκτησία του και να τη διαθέσει όπως νομίζει. Με δυο λόγια, μιλάμε και πάλι για παραγωγή που βασίζεται στην ιδιωτική πρωτοβουλία, μόνο που θα υπάρχουν πολλοί ιδιώτες μαζί.
Από την άλλη, η ιδιοκτησία όλων των εκτάσεων από έναν μετατρέπει τους άλλους σε άνεργους, που πρέπει να προσληφθούν από αυτόν ή να καταφύγουν στα κρατικά βοηθήματα. Αυτό το μοντέλο παραγωγής οδηγεί στον πλουτισμό του ενός, αυξάνει το ωράριο εργασίας και μετατρέπει την εργασιακή συνθήκη σε υποτέλεια, αφού όλα επαφίενται στην κρίση του αφεντικού. Αν το πρώτο μοντέλο παραγωγής ταιριάζει στη δημοκρατία, είναι φανερό ότι το δεύτερο ταιριάζει στην ολιγαρχία. Η πόλη έχει τρόπους να ευνοήσει το ένα ή το άλλο μοντέλο. Η φορολογία είναι ένας από αυτούς.
Τελικά, το ζήτημα είναι καθαρά θέμα πολιτικής επιλογής που για τον Αριστοτέλη παίρνει και ξεκάθαρες ηθικές διαστάσεις: «Εξάλλου από λεπτότητα ήθους και σύνεση χαρακτηρίζονται οι επιφανείς πολίτες, εφόσον αντιλαμβάνονται την αξία και τις ανάγκες των απόρων και τους παρέχουν κίνητρα για να στραφούν σε κερδοφόρες εργασίες». (1320b 7 – 9).
Κατά συνέπεια, οι επιφανείς που αποτρέπουν τους φτωχούς από οποιαδήποτε κερδοφόρα δραστηριότητα με γραφειοκρατίες, φορολογίες, και πάσης φύσεως αποθαρρυντικές αντιξοότητες παίζοντας το παιχνίδι των παραγωγικά ισχυρών δεν έχουν ούτε λεπτότητα ήθους ούτε σύνεση. Κι αυτό είτε θεσμικά είτε ηθικά δεν αρμόζει στις δημοκρατίες.
Αριστοτέλης, Πολιτικά
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΞΕΝΟΦΩΝ, ΚΥΡΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑ
ΞΕΝ ΚΠαιδ 5.2.31–5.2.37
Θέλοντας να εκδικηθεί τον νέο βασιλιά των Ασσυρίων, ο επίσης Ασσύριος Γωβρύας συνάντησε τον Κύρο και του εκδήλωσε την πρόθεση να ταχθεί στην υπηρεσία του. Ανάμεσα σε άλλα, τον συμβούλευσε να αποφύγει να περάσει με το στράτευμά του σε μικρή απόσταση από τη Βαβυλώνα, την πρωτεύουσα των Ασσυρίων, που διέθεταν πολυάριθμο στρατό.
[5.2.31] Καὶ ὁ Κῦρος ἀκούσας τοῦ Γωβρύα τοιαῦτα τοιάδε πρὸς
αὐτὸν ἔλεξε. Καλῶς μοι δοκεῖς λέγειν, ὦ Γωβρύα, κελεύων
ὡς ἀσφαλέστατα τὰς πορείας ποιεῖσθαι. ἔγωγ’ οὖν σκοπῶν
οὐ δύναμαι ἐννοῆσαι ἀσφαλεστέραν οὐδεμίαν πορείαν ἡμῖν
τῆς πρὸς αὐτὴν Βαβυλῶνα εἶναι, εἰ ἐκεῖ τῶν πολεμίων ἐστὶ
τὸ κράτιστον. πολλοὶ μὲν γάρ εἰσιν, ὡς σὺ φῄς· εἰ δὲ
θαρρήσουσι, καὶ δεινοὶ ἡμῖν, ὡς ἐγώ φημι, ἔσονται. [5.2.32] μὴ
ὁρῶντες μὲν οὖν ἡμᾶς, ἀλλ’ οἰόμενοι ἀφανεῖς εἶναι διὰ
τὸ φοβεῖσθαι ἐκείνους, σάφ’ ἴσθι, ἔφη, ὅτι τοῦ μὲν φόβου
ἀπαλλάξονται ὃς αὐτοῖς ἐνεγένετο, θάρρος δ’ ἐμφύσεται ἀντὶ
τούτου τοσούτῳ μεῖζον ὅσῳ ἂν πλείονα χρόνον ἡμᾶς μὴ
ὁρῶσιν· ἢν δὲ ἤδη ἴωμεν ἐπ’ αὐτούς, πολλοὺς μὲν αὐτῶν
εὑρήσομεν ἔτι κλαίοντας τοὺς ἀποθανόντας ὑφ’ ἡμῶν, πολλοὺς
δ’ ἔτι τραύματα ἐπιδεδεμένους ἃ ὑπὸ τῶν ἡμετέρων ἔλαβον,
πάντας δ’ ἔτι μεμνημένους τῆς μὲν τοῦδε τοῦ στρατεύματος
τόλμης, τῆς δ’ αὑτῶν φυγῆς τε καὶ συμφορᾶς. [5.2.33] εὖ δ’ ἴσθι,
ἔφη, ὦ Γωβρύα, [ἵνα καὶ τοῦτ’ εἰδῇς,] οἱ πολλοὶ ἄνθρωποι,
ὅταν μὲν θαρρῶσιν, ἀνυπόστατον τὸ φρόνημα παρέχονται·
ὅταν δὲ δείσωσιν, ὅσῳ ἂν πλείους ὦσι, τοσούτῳ μείζω καὶ
ἐκπεπληγμένον μᾶλλον τὸν φόβον κέκτηνται. [5.2.34] ἐκ πολλῶν
μὲν γὰρ καὶ κακῶν λόγων ηὐξημένος αὐτοῖς πάρεστιν[, ἐκ
πολλῶν δὲ καὶ πονηρῶν χρωμάτων], ἐκ πολλῶν δὲ καὶ
δυσθύμων τε καὶ ἐξεστηκότων προσώπων ἥθροισται. ὥσθ’
ὑπὸ τοῦ μεγέθους οὐ ῥᾴδιον αὐτόν ἐστιν οὔτε λόγοις κατα-
σβέσαι οὔτε προσάγοντα πολεμίοις μένος ἐμβαλεῖν οὔτε ἀπά-
γοντα ἀναθρέψαι τὸ φρόνημα, ἀλλ’ ὅσῳ ἂν μᾶλλον αὐτοῖς
θαρρεῖν παρακελεύῃ, τοσούτῳ ἐν δεινοτέροις ἡγοῦνται εἶναι.
[5.2.35] ἐκεῖνο μέντοι νὴ Δί’, ἔφη, σκεψώμεθα ἀκριβῶς ὅπως ἔχει.
εἰ μὲν γὰρ τὸ ἀπὸ τοῦδε αἱ νῖκαι ἔσονται ἐν τοῖς πολε-
μικοῖς ἔργοις ὁπότεροι ἂν πλείονα ὄχλον ἀπαριθμήσωσιν,
ὀρθῶς καὶ σὺ φοβῇ περὶ ἡμῶν καὶ ἡμεῖς τῷ ὄντι ἐν δεινοῖς
ἐσμεν· εἰ μέντοι ὥσπερ πρόσθεν διὰ τοὺς εὖ μαχομένους ἔτι
καὶ νῦν αἱ μάχαι κρίνονται, θαρρῶν οὐδὲν ἂν σφαλείης· πολὺ
μὲν γὰρ σὺν τοῖς θεοῖς πλείονας εὑρήσεις παρ’ ἡμῖν τοὺς
θέλοντας μάχεσθαι ἢ παρ’ ἐκείνοις· [5.2.36] ὡς δ’ ἔτι μᾶλλον θαρρῇς,
καὶ τόδε κατανόησον· οἱ μὲν γὰρ πολέμιοι πολὺ μὲν ἐλάττονές
εἰσι νῦν ἢ πρὶν ἡττηθῆναι ὑφ’ ἡμῶν, πολὺ δ’ ἐλάττονες ἢ
ὅτε ἀπέδρασαν ἡμᾶς· ἡμεῖς δὲ καὶ μείζονες νῦν, ἐπεὶ νενική-
καμεν, καὶ ἰσχυρότεροι, ἐπεὶ ὑμεῖς ἡμῖν προσγεγένησθε· μὴ
γὰρ ἔτι ἀτίμαζε μηδὲ τοὺς σούς, ἐπεὶ σὺν ἡμῖν εἰσι· σὺν γὰρ
τοῖς νικῶσι, σάφ’ ἴσθι, ὦ Γωβρύα, θαρροῦντες καὶ οἱ ἀκό-
λουθοι ἕπονται. [5.2.37] μὴ λανθανέτω δέ σε μηδὲ τοῦτο, ἔφη, ὅτι
ἔξεστι μὲν τοῖς πολεμίοις καὶ νῦν ἰδεῖν ἡμᾶς· γοργότεροι δέ,
σάφ’ ἴσθι, οὐδαμῶς ἂν αὐτοῖς φανείημεν ἢ ἰόντες ἐπ’ ἐκεί-
νους. ὡς οὖν ἐμοῦ ταῦτα γιγνώσκοντος ἄγε ἡμᾶς εὐθὺ [τὴν
ἐπὶ] Βαβυλῶνος.
***
Ο Κύρος ακούγοντας τα λόγια αυτά του Γωβρύα του είπε τα εξής: Μου φαίνεται, Γωβρύα, ότι σωστά μιλείς συμβουλεύοντας να φροντίζωμε για την ασφάλειά μας κατά την πορεία. Εγώ λοιπόν εξετάζοντας το πράγμα δεν μπορώ να βρω καμμιά άλλη πορεία ασφαλέστερη για μας από το να βαδίσωμε εναντίον αυτής της Βαβυλώνος, αν εκεί υπάρχη ο δυνατώτερος στρατός των εχθρών. Γιατί είναι πολλοί, καθώς μας βεβαιώνεις. Αν αποκτήσουν και θάρρος, θα είναι, κατά τη γνώμη μου, επικίνδυνοι για μας. Εφ' όσον λοιπόν δεν μας βλέπουν, αλλά νομίζουν ότι δεν φαινόμαστε γιατί τους φοβούμαστε, μάθε ότι θα απαλλαγούν από το φόβο που τους κατέχει, θα αναθαρρήσουν δε τόσο περισσότερο, όσο περισσότερο χρόνο δεν μας βλέπουν. Αν όμως τώρα ορμήσωμε εναντίον τους, πολλούς απ' αυτούς θα βρούμε να κλαίνε ακόμη εκείνους που φονεύσαμε, και πολλούς να έχουν δεμένα ακόμη τα τραύματα που λάβανε από τους δικούς μας, και όλους να θυμούνται ακόμη την τόλμη του στρατού μας και τη δική τους φυγή και συμφορά. Μάθε καλά, είπε, Γωβρύα, [για να γνωρίζης και τούτο] ότι οι περισσότεροι άνθρωποι, όταν πάρουν θάρρος, έχουν ακατάβλητο το φρόνημα, όταν όμως δειλιάσουν, όσο περισσότεροι είναι τόσο μεγαλύτερο και τρομερώτερο φόβο έχουν. Γιατί τους έρχεται ο φόβος αυξημένος από πολλές και φοβερές διαδόσεις, από πολλές και ταπεινές εκφράσεις του προσώπου, και συσσωρεύεται από πολλούς λυπημένους που βρίσκονται σε κατάσταση αλλοφροσύνης. Ώστε, επειδή ο φόβος είναι μεγάλος, δεν είναι εύκολο ούτε με λόγια να τον εξαλείψη κανείς, ούτε να εγκαρδιώση τους φοβισμένους οδηγώντας τους εναντίον των εχθρών, ούτε απομακρύνοντάς τους από τους εχθρούς να τους ενθαρρύνη, αλλ' όσο περισσότερο τους προτρέπει κανείς να έχουν θάρρος, τόσο περισσότερο φαντάζονται πως βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο. Το εξής όμως, μα τον Δία, είπε, ας εξετάσωμε με ακρίβεια πως έχει. Αν δηλαδή οι νίκες στον πόλεμο θα ανήκουν στο εξής σε κείνους που έχουν την αριθμητικήν υπεροχή, ορθά τότε φοβάσαι για μας και μεις πραγματικά κινδυνεύομε. Αν όμως, όπως συνέβη πρωτύτερα, ακόμη και τώρα οι νίκες κερδίζονται με την ανδρεία των μαχητών, δεν κάνεις διόλου σφάλμα, αν έχης θάρρος για μας. Γιατί με τη βοήθεια των θεών πολύ περισσότερους στρατιώτες θα βρης στο στρατόπεδό μας που επιθυμούν να πολεμήσουν, παρά στο στρατόπεδο εκείνων. Σκέψου και το εξής, για να έχης ακόμη μεγαλύτερο θάρρος. Οι εχθροί μας είναι πολύ λιγώτεροι τώρα παρά πριν από τότε που τους νικήσαμε και πολύ λιγώτεροι παρά όταν έφυγαν νικημένοι από μας. Εμείς και θαρραλεώτεροι είμαστε τώρα, γιατί είμαστε νικητές, και δυνατώτεροι, γιατί το στράτευμά σας προστέθηκε στο δικό μας. Μη δα καταφρονής πλέον τους δικούς σου, αφού είναι μαζί μας. Γιατί λάβε, Γωβρύα, υπ' όψη σου ότι τους νικητές τους ακολουθούν με θάρρος και κείνοι που έρχονται κατόπιν. Να μη λησμονής δε ουδέ το εξής, ότι δηλαδή είναι δυνατόν και τώρα να μας ιδούν οι εχθροί. Έχε δε υπ' όψη σου ότι με κανέναν άλλο τρόπο δεν μπορούμε να φανούμε φοβερώτεροι σ' αυτούς, παρά αν ορμήσωμε εναντίον τους. Επειδή λοιπόν αυτή τη γνώμη έχω, οδήγησέ μας κατ' ευθείαν στη Βαβυλώνα.
ΞΕΝ ΚΠαιδ 5.2.31–5.2.37
Πλεονεκτήματα μιας άμεσης επίθεσης στη Βαβυλώνα
Θέλοντας να εκδικηθεί τον νέο βασιλιά των Ασσυρίων, ο επίσης Ασσύριος Γωβρύας συνάντησε τον Κύρο και του εκδήλωσε την πρόθεση να ταχθεί στην υπηρεσία του. Ανάμεσα σε άλλα, τον συμβούλευσε να αποφύγει να περάσει με το στράτευμά του σε μικρή απόσταση από τη Βαβυλώνα, την πρωτεύουσα των Ασσυρίων, που διέθεταν πολυάριθμο στρατό.
[5.2.31] Καὶ ὁ Κῦρος ἀκούσας τοῦ Γωβρύα τοιαῦτα τοιάδε πρὸς
αὐτὸν ἔλεξε. Καλῶς μοι δοκεῖς λέγειν, ὦ Γωβρύα, κελεύων
ὡς ἀσφαλέστατα τὰς πορείας ποιεῖσθαι. ἔγωγ’ οὖν σκοπῶν
οὐ δύναμαι ἐννοῆσαι ἀσφαλεστέραν οὐδεμίαν πορείαν ἡμῖν
τῆς πρὸς αὐτὴν Βαβυλῶνα εἶναι, εἰ ἐκεῖ τῶν πολεμίων ἐστὶ
τὸ κράτιστον. πολλοὶ μὲν γάρ εἰσιν, ὡς σὺ φῄς· εἰ δὲ
θαρρήσουσι, καὶ δεινοὶ ἡμῖν, ὡς ἐγώ φημι, ἔσονται. [5.2.32] μὴ
ὁρῶντες μὲν οὖν ἡμᾶς, ἀλλ’ οἰόμενοι ἀφανεῖς εἶναι διὰ
τὸ φοβεῖσθαι ἐκείνους, σάφ’ ἴσθι, ἔφη, ὅτι τοῦ μὲν φόβου
ἀπαλλάξονται ὃς αὐτοῖς ἐνεγένετο, θάρρος δ’ ἐμφύσεται ἀντὶ
τούτου τοσούτῳ μεῖζον ὅσῳ ἂν πλείονα χρόνον ἡμᾶς μὴ
ὁρῶσιν· ἢν δὲ ἤδη ἴωμεν ἐπ’ αὐτούς, πολλοὺς μὲν αὐτῶν
εὑρήσομεν ἔτι κλαίοντας τοὺς ἀποθανόντας ὑφ’ ἡμῶν, πολλοὺς
δ’ ἔτι τραύματα ἐπιδεδεμένους ἃ ὑπὸ τῶν ἡμετέρων ἔλαβον,
πάντας δ’ ἔτι μεμνημένους τῆς μὲν τοῦδε τοῦ στρατεύματος
τόλμης, τῆς δ’ αὑτῶν φυγῆς τε καὶ συμφορᾶς. [5.2.33] εὖ δ’ ἴσθι,
ἔφη, ὦ Γωβρύα, [ἵνα καὶ τοῦτ’ εἰδῇς,] οἱ πολλοὶ ἄνθρωποι,
ὅταν μὲν θαρρῶσιν, ἀνυπόστατον τὸ φρόνημα παρέχονται·
ὅταν δὲ δείσωσιν, ὅσῳ ἂν πλείους ὦσι, τοσούτῳ μείζω καὶ
ἐκπεπληγμένον μᾶλλον τὸν φόβον κέκτηνται. [5.2.34] ἐκ πολλῶν
μὲν γὰρ καὶ κακῶν λόγων ηὐξημένος αὐτοῖς πάρεστιν[, ἐκ
πολλῶν δὲ καὶ πονηρῶν χρωμάτων], ἐκ πολλῶν δὲ καὶ
δυσθύμων τε καὶ ἐξεστηκότων προσώπων ἥθροισται. ὥσθ’
ὑπὸ τοῦ μεγέθους οὐ ῥᾴδιον αὐτόν ἐστιν οὔτε λόγοις κατα-
σβέσαι οὔτε προσάγοντα πολεμίοις μένος ἐμβαλεῖν οὔτε ἀπά-
γοντα ἀναθρέψαι τὸ φρόνημα, ἀλλ’ ὅσῳ ἂν μᾶλλον αὐτοῖς
θαρρεῖν παρακελεύῃ, τοσούτῳ ἐν δεινοτέροις ἡγοῦνται εἶναι.
[5.2.35] ἐκεῖνο μέντοι νὴ Δί’, ἔφη, σκεψώμεθα ἀκριβῶς ὅπως ἔχει.
εἰ μὲν γὰρ τὸ ἀπὸ τοῦδε αἱ νῖκαι ἔσονται ἐν τοῖς πολε-
μικοῖς ἔργοις ὁπότεροι ἂν πλείονα ὄχλον ἀπαριθμήσωσιν,
ὀρθῶς καὶ σὺ φοβῇ περὶ ἡμῶν καὶ ἡμεῖς τῷ ὄντι ἐν δεινοῖς
ἐσμεν· εἰ μέντοι ὥσπερ πρόσθεν διὰ τοὺς εὖ μαχομένους ἔτι
καὶ νῦν αἱ μάχαι κρίνονται, θαρρῶν οὐδὲν ἂν σφαλείης· πολὺ
μὲν γὰρ σὺν τοῖς θεοῖς πλείονας εὑρήσεις παρ’ ἡμῖν τοὺς
θέλοντας μάχεσθαι ἢ παρ’ ἐκείνοις· [5.2.36] ὡς δ’ ἔτι μᾶλλον θαρρῇς,
καὶ τόδε κατανόησον· οἱ μὲν γὰρ πολέμιοι πολὺ μὲν ἐλάττονές
εἰσι νῦν ἢ πρὶν ἡττηθῆναι ὑφ’ ἡμῶν, πολὺ δ’ ἐλάττονες ἢ
ὅτε ἀπέδρασαν ἡμᾶς· ἡμεῖς δὲ καὶ μείζονες νῦν, ἐπεὶ νενική-
καμεν, καὶ ἰσχυρότεροι, ἐπεὶ ὑμεῖς ἡμῖν προσγεγένησθε· μὴ
γὰρ ἔτι ἀτίμαζε μηδὲ τοὺς σούς, ἐπεὶ σὺν ἡμῖν εἰσι· σὺν γὰρ
τοῖς νικῶσι, σάφ’ ἴσθι, ὦ Γωβρύα, θαρροῦντες καὶ οἱ ἀκό-
λουθοι ἕπονται. [5.2.37] μὴ λανθανέτω δέ σε μηδὲ τοῦτο, ἔφη, ὅτι
ἔξεστι μὲν τοῖς πολεμίοις καὶ νῦν ἰδεῖν ἡμᾶς· γοργότεροι δέ,
σάφ’ ἴσθι, οὐδαμῶς ἂν αὐτοῖς φανείημεν ἢ ἰόντες ἐπ’ ἐκεί-
νους. ὡς οὖν ἐμοῦ ταῦτα γιγνώσκοντος ἄγε ἡμᾶς εὐθὺ [τὴν
ἐπὶ] Βαβυλῶνος.
***
Ο Κύρος ακούγοντας τα λόγια αυτά του Γωβρύα του είπε τα εξής: Μου φαίνεται, Γωβρύα, ότι σωστά μιλείς συμβουλεύοντας να φροντίζωμε για την ασφάλειά μας κατά την πορεία. Εγώ λοιπόν εξετάζοντας το πράγμα δεν μπορώ να βρω καμμιά άλλη πορεία ασφαλέστερη για μας από το να βαδίσωμε εναντίον αυτής της Βαβυλώνος, αν εκεί υπάρχη ο δυνατώτερος στρατός των εχθρών. Γιατί είναι πολλοί, καθώς μας βεβαιώνεις. Αν αποκτήσουν και θάρρος, θα είναι, κατά τη γνώμη μου, επικίνδυνοι για μας. Εφ' όσον λοιπόν δεν μας βλέπουν, αλλά νομίζουν ότι δεν φαινόμαστε γιατί τους φοβούμαστε, μάθε ότι θα απαλλαγούν από το φόβο που τους κατέχει, θα αναθαρρήσουν δε τόσο περισσότερο, όσο περισσότερο χρόνο δεν μας βλέπουν. Αν όμως τώρα ορμήσωμε εναντίον τους, πολλούς απ' αυτούς θα βρούμε να κλαίνε ακόμη εκείνους που φονεύσαμε, και πολλούς να έχουν δεμένα ακόμη τα τραύματα που λάβανε από τους δικούς μας, και όλους να θυμούνται ακόμη την τόλμη του στρατού μας και τη δική τους φυγή και συμφορά. Μάθε καλά, είπε, Γωβρύα, [για να γνωρίζης και τούτο] ότι οι περισσότεροι άνθρωποι, όταν πάρουν θάρρος, έχουν ακατάβλητο το φρόνημα, όταν όμως δειλιάσουν, όσο περισσότεροι είναι τόσο μεγαλύτερο και τρομερώτερο φόβο έχουν. Γιατί τους έρχεται ο φόβος αυξημένος από πολλές και φοβερές διαδόσεις, από πολλές και ταπεινές εκφράσεις του προσώπου, και συσσωρεύεται από πολλούς λυπημένους που βρίσκονται σε κατάσταση αλλοφροσύνης. Ώστε, επειδή ο φόβος είναι μεγάλος, δεν είναι εύκολο ούτε με λόγια να τον εξαλείψη κανείς, ούτε να εγκαρδιώση τους φοβισμένους οδηγώντας τους εναντίον των εχθρών, ούτε απομακρύνοντάς τους από τους εχθρούς να τους ενθαρρύνη, αλλ' όσο περισσότερο τους προτρέπει κανείς να έχουν θάρρος, τόσο περισσότερο φαντάζονται πως βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο. Το εξής όμως, μα τον Δία, είπε, ας εξετάσωμε με ακρίβεια πως έχει. Αν δηλαδή οι νίκες στον πόλεμο θα ανήκουν στο εξής σε κείνους που έχουν την αριθμητικήν υπεροχή, ορθά τότε φοβάσαι για μας και μεις πραγματικά κινδυνεύομε. Αν όμως, όπως συνέβη πρωτύτερα, ακόμη και τώρα οι νίκες κερδίζονται με την ανδρεία των μαχητών, δεν κάνεις διόλου σφάλμα, αν έχης θάρρος για μας. Γιατί με τη βοήθεια των θεών πολύ περισσότερους στρατιώτες θα βρης στο στρατόπεδό μας που επιθυμούν να πολεμήσουν, παρά στο στρατόπεδο εκείνων. Σκέψου και το εξής, για να έχης ακόμη μεγαλύτερο θάρρος. Οι εχθροί μας είναι πολύ λιγώτεροι τώρα παρά πριν από τότε που τους νικήσαμε και πολύ λιγώτεροι παρά όταν έφυγαν νικημένοι από μας. Εμείς και θαρραλεώτεροι είμαστε τώρα, γιατί είμαστε νικητές, και δυνατώτεροι, γιατί το στράτευμά σας προστέθηκε στο δικό μας. Μη δα καταφρονής πλέον τους δικούς σου, αφού είναι μαζί μας. Γιατί λάβε, Γωβρύα, υπ' όψη σου ότι τους νικητές τους ακολουθούν με θάρρος και κείνοι που έρχονται κατόπιν. Να μη λησμονής δε ουδέ το εξής, ότι δηλαδή είναι δυνατόν και τώρα να μας ιδούν οι εχθροί. Έχε δε υπ' όψη σου ότι με κανέναν άλλο τρόπο δεν μπορούμε να φανούμε φοβερώτεροι σ' αυτούς, παρά αν ορμήσωμε εναντίον τους. Επειδή λοιπόν αυτή τη γνώμη έχω, οδήγησέ μας κατ' ευθείαν στη Βαβυλώνα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)
_-_n._0034a_ebay.jpg)













