Παρασκευή 7 Ιουλίου 2023

Ο Αριστοτέλης και οι κοινωνικές τάξεις του άριστου πολιτεύματος

Για τον Αριστοτέλη το ιδανικό πολίτευμα, πριν απ’ όλα, προϋποθέτει πολίτες που θα είναι κατάλληλοι γι’ αυτό, που θα έχουν δηλαδή την πρέπουσα ιδιοσυγκρασία, η οποία θα τους καταστήσει ικανούς να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις του: «ας εκθέσουμε τις απόψεις μας για το ποια ιδιοσυγκρασίας ενδείκνυται να είναι οι πολίτες». (Στο πρωτότυπο κείμενο γίνεται λόγος για φύση: «ποίους δέ τινας τήν φύσιν»). Με δεδομένο ότι ο Αριστοτέλης αποδέχεται ότι οι ανθρώπινες διαφορές αποδίδονται στη φύση – αυτός είναι και ο λόγος που δικαιολογείται η δουλεία, αφού οι βάρβαροι είναι φύση δούλοι – δε θα μπορούσε να βρεθεί τίποτε πιο πρόσφορο από την αναζήτηση των εθνολογικών χαρακτηριστικών, προκειμένου να αναδειχθεί η «ιδιοσυγκρασία» που πρέπει να έχει ο πολίτης στο ιδανικό πολίτευμα: «Αυτό θα το κατανοούσε κανείς, βλέποντας τις ονομαστές ελληνικές πόλεις και όλη την οικουμένη όπως έχει διαιρεθεί σε έθνη. Δηλαδή τα έθνη τα εγκαταστημένα στις ψυχρές περιοχές και στην Ευρώπη έχουν ψυχικό σθένος, αλλά υστερούν σε διάνοια και πρακτική δεξιοσύνη, και γι’ αυτό μάλλον είναι συνεχώς ελεύθερα, χωρίς όμως πολιτική οργάνωση και ανίκανα να εξουσιάζουν τα γειτονικά έθνη. Αντίθετα τα έθνη της Ασίας διαθέτουν διανοητική και πρακτική ικανότητα, υστερούν όμως σε ψυχικό σθένος, γι’ αυτό και ζουν υποταγμένα και δουλοπρεπώς».

Αυτό που μένει είναι η μεσότητα, ως χρυσή τομή που θα συνδυάσει και το ψυχικό σθένος των βόρειων και τη διανοητική ικανότητα των εθνών της Ασίας: «Το Ελληνικό γένος από την άλλη, όπως ακριβώς γεωγραφικά βρίσκεται στο μέσον, έτσι έχει αρετές και από τις δύο κατηγορίες. Ειδικότερα χαρακτηρίζεται και από ψυχικό σθένος και από διανοητική ικανότητα». Κι αυτός βέβαια είναι και ο λόγος που υπερέχει πολιτειακά: «Και για το λόγο αυτό ζει ελεύθερο, έχει άριστο πολιτικό βίο και είναι σε θέση να κυριαρχεί σε όλους, αν εξασφαλίζει ενιαία πολιτειακή οργάνωση». Το ότι ακόμη και ανάμεσα στις ελληνικές πόλεις παρατηρούνται διαφοροποιήσεις ως προς τη δυνατότητα της επίτευξης του ιδανικού συνδυασμού, δεν αλλάζει την ουσία, αφού σε κάθε περίπτωση αυτός ο συνδυασμός (ψυχικό και σθένος και πολιτική διάνοια) είναι το πρότυπο που πρέπει να διέπει τον πολίτη του τέλειου πολιτεύματος: «Ωστόσο μεταξύ των ελληνικών εθνών παρατηρείται διαφορά ανάλογη με την προηγούμενη. Άλλα δηλαδή έθνη έχουν ένα από τα δύο χαρακτηριστικά γνωρίσματα και άλλα έχουν και τα δύο καλά συνταιριασμένα. Είναι λοιπόν φανερό ότι οι μέλλοντες να ασκηθούν σωστά στην αρετή από το νομοθέτη, είναι απαραίτητο να διαθέτουν ισχυρή διάνοια και υψηλό ψυχικό σθένος».

Από τη στιγμή που οι πολίτες είναι εκείνοι που διαμορφώνουν το χαρακτήρα του πολιτεύματος, δεν υπάρχει τίποτε πιο προφανές ότι ο χαρακτήρας των πολιτών είναι ο καθρέφτης του πολιτεύματος – ή και αντίστροφα, το πολίτευμα δεν μπορεί παρά να αντικατοπτρίζει την ιδιοσυγκρασία των πολιτών. Με το δεδομένο αυτό καθίσταται σαφές ότι, αν μιλάμε για το ιδανικό πολίτευμα, οι πολίτες πρέπει απαραιτήτως να έχουν αυτά τα χαρακτηριστικά, αφού σε διαφορετική περίπτωση δεν μπορούμε παρά να οδηγηθούμε σε στρεβλώσεις και σε πολιτειακές αναφορές κατώτερου είδους, όπως εκείνες των βόρειων εθνών και της Ασίας. Η διασφάλιση της ποιότητας των πολιτών ισοδυναμεί με διασφάλιση του πολιτεύματος, δηλαδή με την ιδανική συμβίωση που θα επιφέρει την ευτυχία και σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο: «Διότι η πόλη είναι κοινωνία όμοιων ανθρώπων με σκοπό την κατά το δυνατόν άριστη ζωή. Επειδή μάλιστα η ευδαιμονία είναι το υπέρτατο αγαθό, ορίζεται ως τέλεια ενέργεια και χρήση της αρετής και έχει συμβεί έτσι ώστε άλλοι ενδεχομένως να έχουν αρκετό μερίδιό της και άλλοι αντίθετα μικρό ή καθόλου, γίνεται φανερό ότι αυτό αποτελεί αίτιο της ύπαρξης πολλών και διαφορετικών πόλεων και περισσότερων πολιτευμάτων». Με άλλα λόγια, οι πολιτειακές διαφορές που συναντούνται ανάμεσα στις πόλεις ή στα έθνη δεν είναι τίποτε άλλο από την αντανάκλαση της διαφοροποίησης των πολιτών ως προς την αντίληψη της αρετής – και κατ’ επέκταση ως προς τον τρόπο άσκησής της.

Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται το μεγάλο πολιτειακό στοίχημα κάθε κοινωνίας. Να μπορέσει δηλαδή να φέρει στους κόλπους της πολίτες που θα ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του ιδανικού πολιτεύματος. Και το ζήτημα αυτό, για τον Αριστοτέλη πάντα, δεν είναι μόνο θέμα παιδείας (χωρίς βέβαια να απαξιώνεται ο τεράστιος ρόλος που έχει η παιδεία μέσα στην κοινωνία, αφού από αυτή πηγάζει η δυνατότητα μύησης των πολιτών στα πρότυπα του ιδανικού πολιτεύματος), αλλά αφορά και την ίδια τη φύση του κάθε ανθρώπου, αφού κάποιοι από τη φύση τους είναι ανεπίδεκτοι μαθήσεως, όπως οι βάρβαροι της Ασίας, που είναι εκ φύσεως δούλοι. Το ιδανικό πολίτευμα λοιπόν, είναι εκείνο που θα προτάξει ως πολίτες εκείνους τους ανθρώπους που είναι άξιοι για κάτι τέτοιο. Γιατί η πόλη είναι το όλο, που αναγκαστικά εμπεριέχει πολλά μέρη: «Επειδή όμως, όπως συμβαίνει και σε όλους τους φυσικούς οργανισμούς, η σύστασή τους δεν αποτελείται μόνο από τα μόρια χωρίς τα οποία δεν μπορεί να υπάρξει το όλον, είναι φανερό επίσης ότι δεν πρέπει να θεωρήσουμε μέρη της πόλης όσα είναι απλώς αναγκαία για την ύπαρξη πόλεων και οποιασδήποτε άλλης συμβιωτικής ομάδας η οποία συνιστά ένα συγκεκριμένο ομοιογενές σύνολο (γιατί όλα τα μέλη είναι απαραίτητο να έχουν κάτι κοινό και ίδιο, είτε το μοιράζονται σε σχέση ισότητας είτε ανισότητας)».

Με άλλα λόγια, η πόλη αποτελείται και από μόρια που «είναι απλώς αναγκαία για την ύπαρξή» της, που είναι δηλαδή αναγκαία προκειμένου να επιτευχθεί η πληρότητα στην κάλυψη των αναγκών: «για παράδειγμα είτε τροφή είναι αυτό, είτε έκταση της χώρας είτε κάτι παρόμοιο». Η συνθήκη αυτή όμως, αντιμετωπίζεται από τον Αριστοτέλη με τρόπο καθαρά χρησιμοθηρικό: «Όταν όμως ανάμεσα σε δύο σχετικά πράγματα το ένα είναι μέσο και το άλλο ο σκοπός, τότε δεν έχουν κανένα κοινό στοιχείο παρά μόνο το ένα πρέπει να ενεργήσει και το άλλο να δεχτεί την ενέργεια. Εννοώ για παράδειγμα τη σχέση ανάμεσα σε οποιοδήποτε εργαλείο ή τεχνίτη και το έργο που παράγουν, δηλαδή το σπίτι και ο οικοδόμος δεν έχουν τίποτε που παράγουν από κοινού, αλλά η τέχνη του οικοδόμου υπάρχει για χάρη του σπιτιού». Το γεγονός ότι ο οικοδόμος είναι απαραίτητος στην πόλη, γιατί η πόλη χρειάζεται σπίτια, δε σημαίνει αυτομάτως ότι είναι και μέρος της πόλης, ότι δηλαδή οφείλει να συνδιαμορφώνει από την πλευρά του και το πολίτευμα, αφού επί της ουσίας δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα εργαλείο που δεν έχει καμία σχέση με το έργο που παράγει: «οι πόλεις χρειάζονται περιουσία, η περιουσία όμως δεν αποτελεί καθόλου μέρος της πόλης, αλλά πολλά έμψυχα ανήκουν στην περιουσία». Ο οικοδόμος λοιπόν, σαφώς συγκαταλέγεται στην περιουσία της πόλης, αφού εξυπηρετεί βασικές ανάγκες σ’ αυτό που ονομάζουμε παραγωγή (εν προκειμένω κατοικίες) χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι αποτελεί και μέρος της, ότι δηλαδή οφείλει να έχει και πολιτική άποψη – πόσω μάλλον συμμετοχή. Η φράση «πολλά έμψυχα ανήκουν στην περιουσία» δεν μπορεί παρά να αναφέρεται στους δούλους, που σαφώς είναι περιουσία της πόλης ως εργατική δύναμη, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι και μέρη της πόλης, ώστε να δικαιούνται πολιτικά δικαιώματα.

Αυτό που μένει είναι να καταμετρηθούν οι ανάγκες της πόλης, ώστε να γίνουν ξεκάθαρες οι κατηγορίες των ανθρώπων που χρειάζονται για την ύπαρξή της. Ακολούθως, θα καταστεί σαφές ποιοι από αυτούς αποτελούν και μέρος της πόλης, πρέπει δηλαδή να έχουν και πολιτειακή συμμετοχή, και ποιοι όχι, συγκαταλέγονται δηλαδή στην περιουσία της πόλης ως εργαλεία, και βέβαια αποκλείονται από τις πολιτικές διαδικασίες: «Οφείλουμε τώρα να εξετάσουμε πόσα είναι αυτά χωρίς τα οποία δεν μπορεί να υπάρχει πόλη, γιατί ανάμεσά τους σχεδόν αναγκαστικά βρίσκονται και εκείνα που λέμε ότι είναι μέρη της πόλης». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι πολίτες θα ανευρεθούν ανάμεσα στους ανθρώπους που κρίνονται απολύτως απαραίτητοι για την ύπαρξη της πόλης, χωρίς όμως αυτό να ισχύει και αντίστροφα, χωρίς δηλαδή τη συνεπαγωγή ότι όποιος είναι απαραίτητος για την πόλη αυτομάτως είναι και πολίτης. Καταμετρώντας τις ανάγκες της πόλης ο Αριστοτέλης διαπιστώνει ότι υπάρχει ανάγκη από ανθρώπους που θα εξασφαλίζουν την τροφή, από τεχνίτες, από άτομα που θα προσφέρουν στρατιωτική ασφάλεια, από εύπορους που θα λύνουν τα χρηματικά ζητήματα, από ιερείς, όμως πιο αναγκαίο απ’ όλα είναι η στελέχωση του σώματος που θα μεριμνά για τις δικαστικές υποθέσεις: «Αυτά είναι λοιπόν τα έργα που χρειάζεται κάθε πόλη (γιατί η πόλη είναι ένα πλήθος ανθρώπων όχι τυχαίο αλλά που εξασφαλίζει τη ζωή έχοντας αυτάρκεια… και αν κάποιο από αυτά τυχαίνει να λείπει, τότε είναι αδύνατο να είναι αυτή η κοινωνία απόλυτα αυτάρκης)… Άρα χρειάζεται να υπάρχει πλήθος γεωργών, για να παράγουν την τροφή, να υπάρχουν επίσης και τεχνίτες και ο στρατός και οι εύποροι και οι ιερείς και οι δικαστές για να κρίνουν τα αναγκαία και τα συμφέροντα».

Το σίγουρο είναι ότι το άριστο πολίτευμα είναι εκείνο που αποσκοπεί στην ευδαιμονία της πόλης ως σύνολο, αφού έτσι θα διασφαλιστεί η ευτυχία και σε ατομικό επίπεδο: «προαναφέρθηκε ότι χωρίς αρετή αποκλείεται να υπάρχει ευδαιμονία». Σε τελική ανάλυση, επομένως, αυτό που πρωτίστως απασχολεί είναι η αρετή που ασκείται από τους ανθρώπους οι οποίοι εκπληρώνουν τις αδιαπραγμάτευτες ανάγκες της πόλης. Εκείνοι που ασκούν την αρετή είναι μέρος της πόλης, ενώ οι υπόλοιποι όχι: «δεν επιτρέπεται οι πολίτες να ζουν κατά τον τρόπο ζωής των εργατών ούτε των εμπόρων (γιατί αυτός ο τρόπος ζωής δε χαρακτηρίζεται από ευγένεια και είναι ασυμβίβαστος με την αρετή), ούτε και όσοι πρόκειται να γίνουν πολίτες επιτρέπεται να είναι γεωργοί (διότι για την απόκτηση της αρετής και την πολιτική δραστηριοποίηση απαιτείται ελεύθερος χρόνος)». Ξεκαθαρίζεται λοιπόν ότι ούτε οι εργάτες ούτε οι γεωργοί ούτε οι έμποροι θα μπορούσαν να είναι πολίτες, αφού δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για την άσκηση της αρετής. Πολίτες είναι αυτοί που στελεχώνουν το στρατό και είναι σε θέση να απονείμουν τη δικαιοσύνη.

Όμως, μετά το ξεκαθάρισμα αυτό τίθεται και το θέμα της περιουσίας, καθώς «είναι αναγκαία η οικονομική ευπορία των πολιτών». Με άλλα λόγια, από τη στιγμή που οι πολίτες πρέπει να είναι εύποροι κι εφόσον πολίτες είναι μόνο όσοι ασχολούνται με το στρατό και τη δικαιοσύνη, γίνεται απολύτως κατανοητό ότι μόνο αυτοί δικαιούνται και περιουσιακή ευχέρεια: «Διότι η τάξη των εργατών δεν αποτελεί μέρος της πόλης, ούτε και καμία άλλη τάξη που δεν ασκεί την αρετή ως κύρια ασχολία. Αυτό απορρέει καθαρά από τη βασική αρχή μας, ότι δηλαδή η ευδαιμονία συνδέεται αναγκαστικά με την αρετή, ευδαίμονα όμως μπορούμε να χαρακτηρίσουμε μια πόλη βασιζόμενοι όχι σε ένα μόνο μέρος της πόλης αλλά σε όλους τους πολίτες». Για τον Αριστοτέλη το γεγονός ότι πρέπει να είναι ευδαίμονες όλοι οι πολίτες μεταφράζεται περισσότερο ως αποκλεισμός των φτωχών από την ιδιότητα του πολίτη, παρά ως αφορμή διερεύνησης τρόπων, ώστε και οι φτωχοί να αποκτήσουν μεγαλύτερη περιουσία. Η άσκηση της αρετής, ως κριτήριο για να ενταχθεί κάποιος στην τάξη των πολιτών, λειτουργεί αποκλειστικά με βάση τις επικρατούσες κοινωνικές συνθήκες, και σε καμία περίπτωση δεν τίθεται ως προβληματισμός προκειμένου να ασκείται η αρετή από ακόμη περισσότερους. Αν, για παράδειγμα οι γεωργοί, δεν ασκούν την αρετή γιατί δε διαθέτουν ελεύθερο χρόνο, σημαίνει απλώς ότι δεν μπορούν να είναι πολίτες κι όχι ότι πρέπει να βρεθεί ένας τρόπος, ώστε να δουλεύουν λιγότερο και να διαθέτουν χρόνο για την εξάσκηση της αρετής. Κι αφού αποκλείονται από πολίτες δεν μπορούν να προβάλλουν και σοβαρές περιουσιακές διεκδικήσεις: «Γίνεται σαφές λοιπόν ότι η κυριότητα των κτημάτων πρέπει να ανήκει σε αυτούς» (δηλαδή τους πολίτες που είναι σε θέση να ασκήσουν την αρετή) «εφόσον είναι ανάγκη οι γεωργοί να είναι δούλοι ή βάρβαροι [ή] περίοικοι». Όσο για τους ιερείς, ασφαλώς και συγκαταλέγονται στους πολίτες, αφού θα ήταν αδύνατο να μην ασκεί την αρετή αυτός που τιμά τους θεούς: «δεν είναι σωστό να καταστήσουμε ιερέα ούτε γεωργό ούτε εργάτη (καθώς πρέπον είναι οι πολίτες να τιμούν τους θεούς)».

Ο Αριστοτέλης αδυνατώντας να διεισδύσει στη βαθύτερη πηγή κάθε αξίας, την ανθρώπινη εργασία, τοποθετεί ως ύψιστη αξία την αρετή διαμορφώνοντας ανάλογα και τις κοινωνικές τάξεις του ιδανικού πολιτεύματος. Οι άνθρωποι που παράγουν όλα τα προϊόντα για την πόλη, αυτοί δηλαδή που στηρίζουν την οικονομία της πόλης δημιουργώντας τον πλούτο που θα καταναλωθεί (ή θα αποτελέσει αντικείμενο εμπορικών συναλλαγών) αποκλείονται από την αρετή, αφού ο καθημερινός μόχθος τους αποτρέπει απ’ οποιαδήποτε πνευματικά ανώτερη ενασχόληση. Είναι η περιουσία της πόλης, που λειτουργεί ως εργαλείο το οποίο όμως, ως τέτοιο, δεν αποτελεί μέρος της. Κατά συνέπεια, οι άνθρωποι αυτοί δεν μπορούν να έχουν ούτε πολιτικά δικαιώματα ούτε περιουσίες. (Για την κατηγορία των εμπόρων, που δεν αρμόζει να ανήκει στους πολίτες, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να έχει μεγάλη περιουσία – οι έμποροι κατατάσσονται στους εύπορους που επίσης έχει ανάγκη η πόλη – δε δίνονται περαιτέρω διευκρινήσεις).

Κι αν πρέπει να τεθεί το ζήτημα και αντιστρόφως, επειδή κάποιος πρέπει να καλλιεργήσει τη γη και να χτίσει σπίτια, και με δεδομένο ότι αυτές οι ασχολίες είναι ιδιαίτερα κοπιαστικές και απαιτούν όλο το χρόνο της ημέρας, πρέπει να τοποθετηθούν στις θέσεις αυτές οι άνθρωποι που αδυνατούν να ασκήσουν την αρετή, οι οποίοι θεωρούνται περιουσιακά εργαλεία της πόλης, αλλά όχι μέρος της. Κι αυτοί βέβαια είναι οι δούλοι. Σχετικά με τους γεωργούς τουλάχιστον, ο Αριστοτέλης το λέει ευθέως: «Μάλιστα οι γεωργοί θα ήταν ευχής έργο να είναι δούλοι, ούτε όμως ομόφυλοι ούτε με ψυχικό σθένος (γιατί έτσι μπορεί να εξασφαλίζονται η χρησιμότητα της εργασίας τους και η αποχή τους από τα επαναστατικά κινήματα)». Κι αυτό βέβαια προξενεί εντύπωση, γιατί στο έκτο βιβλίο των «Πολιτικών» είχε αναφέρει: «ο γεωργικός είναι ο καλύτερος δήμος, με αποτέλεσμα να είναι δυνατόν να καθιδρυθεί δημοκρατία εκεί όπου το πλήθος ζει από τη γεωργία και την κτηνοτροφία». (1318b 9 – 11).

Όμως, εκεί μιλούσε για τη δημοκρατία, ενώ εδώ για το ιδανικό πολίτευμα. Εξάλλου, κι εκεί δε θεωρούσε τους γεωργούς άξιους για να διεκδικούν αξιώματα, αλλά μόνο για να εκλέγουν άλλους. Τα προβλήματα της έλλειψης χρόνου, της φτώχειας και της υπερεργασίας τα είχε εντοπίσει και τότε: «ένας τέτοιος δήμος εργάζεται διαρκώς, γιατί δεν έχει μεγάλη περιουσία κι επομένως δεν προσέρχεται συχνά στην εκκλησία. Εξάλλου, επειδή τα μέλη του [δεν] εξασφαλίζουν τα αναγκαία για την επιβίωσή τους, αναλώνουν το χρόνο τους στις εργασίες τους και δεν επιθυμούν τα ξένα αγαθά, αλλά αντίθετα βρίσκουν μεγαλύτερη ευχαρίστηση στην εργασία από την πολιτική και την άσκηση εξουσίας, όπου βέβαια δεν υπάρχουν μεγάλες απολαβές από τα αξιώματα». (1318b 11 – 16). Υπό αυτές τις συνθήκες, όταν μιλάμε για το ιδανικό πολίτευμα των ενεργών πολιτών που γνωρίζουν και ασκούν την αρετή, οι γεωργοί μόνο ως δούλοι μπορούν να υφίστανται.

Αναπόφευκτα, το ζήτημα επανέρχεται στις απόψεις του Αριστοτέλη για τη δουλεία. Από τη στιγμή που αποδέχεται ότι υπάρχουν άνθρωποι που από τη φύση τους είναι δούλοι είναι μοιραίο να τεθούν και τα κριτήρια. Στο ιδανικό πολίτευμα η άσκηση της αρετής είναι το κριτήριο που διαχωρίζει τους πολίτες απ’ τους δούλους. Το να πούμε ότι ο Αριστοτέλης παρασύρεται από τις αντιλήψεις της εποχής, πέρα από αυτονόητο ενδεχομένως να μην είναι και απολύτως ακριβές, με την έννοια ότι και τότε υπήρξαν φωνές, όπως εκείνες των σοφιστών, που κατήγγελλαν την αδικία της δουλείας κι ο Αριστοτέλης το γνώριζε πολύ καλά. Βεβαίως, η ηθική νομιμοποίηση της δουλείας ήταν η επικρατούσα αντίληψη. Όμως, ο Αριστοτέλης δεν ανήκει στους φιλοσόφους που παρασύρονται από επικρατούσες αντιλήψεις, πολύ περισσότερο που διστάζουν να εκφράσουν άποψη προκειμένου να μη συγκρουστούν.

Τελικά, υποκύπτει στα αδιέξοδα των παραγωγικών δυνατοτήτων της εποχής. Ελλείψει μηχανών η παραγωγική διαδικασία δε θα μπορούσε παρά να πέσει ολοσχερώς (με την έννοια της ολοκληρωτικής χειρωνακτικής συμμετοχής) στην ανθρώπινη δραστηριότητα. Εξάλλου, κι ό ίδιος ομολογεί ότι αν οι εργασίες μπορούσαν να γίνουν από μόνες τους δε θα χρειάζονταν οι δούλοι. Οι ηθικές αξίες δεν μπορούν παρά να είναι παράγωγα των ιστορικών συνθηκών. Οι ανάγκες της παραγωγής είναι αδύνατο να μη νομιμοποιηθούν ηθικά. Αν απαιτείται η χρήση των δούλων, δεν μπορούμε να μιλάμε για την απελευθέρωσή τους, όπως αν απαιτείται η χρήση των ζώων, είναι αδύνατο να γίνει λόγος για το ηθικό βάρος της κακοποίησής τους. Αναφορικά με την εσφαλμένη αριστοτελική αντίληψη για τους δούλους, η τοποθέτηση του Mortimer J. Adler στο βιβλίο «Ο Αριστοτέλης για Όλους» είναι απολύτως εύστοχη: «Παρά το λάθος του να νομίζει ότι μερικά μόνο ανθρώπινα όντα είχαν το δικαίωμα να κυβερνιούνται ως πολίτες, ο Αριστοτέλης πίστευε ότι τα ανθρώπινα αυτά όντα είχαν το δικαίωμα να περιμένουν περισσότερα από το κράτος στο οποίο ζούσαν. Το καλύτερο κράτος ήταν, κατά τη γνώμη του, εκείνο που έκανε οτιδήποτε ήταν δυνατό για να προωθήσει την επιδίωξη της ευτυχίας από τη μεριά των πολιτών του. Αυτό δεν παύει να αληθεύει είτε πρέπει να είναι πολίτες μόνο μερικά ανθρώπινα όντα είτε όλα».

Αυτός είναι και ο λόγος, που τελικά οι εργάτες και οι γεωργοί προτάσσονται ως εργαλεία. Γι’ αυτό και πρέπει να μην έχουν περιουσία, αλλά αντίθετα να θεωρούνται αυτοί περιουσία της πόλης. Η ιδιοκτησία είναι θέμα που αφορά τους πολίτες κι όχι τους δούλους. Όμως, παρόλο που ο Αριστοτέλης τάσσεται υπέρ της ιδιοκτησίας, δεν υποστηρίζει πουθενά την ιδιωτικοποίηση των πάντων. Αντιθέτως, θεωρεί ότι πρέπει να υπάρχει και ισχυρή δημόσια περιουσία, που θα αξιοποιείται για τις ανάγκες της πόλης, όπως τα συσσίτια και οι θρησκευτικές τελετές: «όλοι συμφωνούν ότι είναι χρήσιμη η καθιέρωση συσσιτίων στις εύτακτες πόλεις… Στα συσσίτια επιβάλλεται να παίρνουν μέρος όλοι οι πολίτες, αλλά δεν είναι εύκολο να συνεισφέρουν οι άποροι την ορισμένη συμμετοχή τους από τους ιδιωτικούς τους πόρους και συγχρόνως να συντηρούν την οικογένειά τους. Επιπλέον οι δαπάνες για τις θρησκευτικές λατρευτικές τελετές επιβαρύνουν όλη την πόλη συνολικά. Συνεπώς κρίνεται αναγκαίο να είναι διαιρεμένη χώρα σε δύο μέρη, το ένα μέρος των εκτάσεών της να είναι δημόσιο και το άλλο να ανήκει στους ιδιώτες».

Η κατάργηση της δημόσιας περιουσίας στο όνομα της άκρατης ιδιωτικοποίησης δεν είναι τίποτε άλλο από την κατάργηση κάθε συλλογικότητας, που μοιραία θα υπονομεύσει την ενότητα της πόλης. Κι όπως οι εκτάσεις χωρίζονται σε δημόσιες και ιδιωτικές, θα ήταν αδύνατο η αντίληψη αυτή να μην επεκτείνεται και στην ιδιοκτησία των δούλων: «Από αυτούς» (τους γεωργούς – δούλους εννοείται) «όσοι εργάζονται στα ιδιωτικά κτήματα να ανήκουν στους ιδιώτες, όσοι όμως εργάζονται στη δημόσια γη να ανήκουν στο δημόσιο». Το ιδανικό πολίτευμα χρειάζεται πρωτίστως ιδανικούς πολίτες που θα διέπονται από την αρετή υπηρετώντας την ανδρεία και τη δικαιοσύνη. Όμως, δε θα μπορούσε να υπάρξει, αν ταυτόχρονα δεν κατοχύρωνε και την αυτάρκεια των αγαθών, που θα εξασφάλιζε η κατοχή των μέσων παραγωγής. Η ιδιοκτησία των πολιτών που παράγει πλούτο σε συνδυασμό με τη δημόσια περιουσία, που πρέπει να αξιοποιείται με γνώμονα το κοινό συμφέρον ανακουφίζοντας κυρίως τις ασθενέστερες κοινωνικές ομάδες, συνθέτουν τα βασικά χαρακτηριστικά της άριστης πόλης. Αν επιτευχθούν αυτά, η ευδαιμονία θα επέλθει σαν νομοτελειακή συνέπεια.

Αριστοτέλης, Πολιτικά

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΚΥΡΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑ

ΞΕΝ ΚΠαιδ 2.4.7–2.4.11

Το στράτευμα του Κύρου στη Μηδία

Ο Κύρος έφτασε με το στράτευμά του στη Μηδία, έτοιμος να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον θείο του Κυαξάρη. Ακολουθούν δύο επεισόδια από το διάστημα της εκεί παραμονής του: απεσταλμένοι του βασιλιά των Ινδών φτάνουν στα ανάκτορα του Μήδου ηγεμόνα. Επίσης, διαπιστώνοντας ότι τα χρήματα που είχε στη διάθεσή του τελειώνουν, ο Κύρος θα ζητήσει την άδεια του Κυαξάρη να κινηθεί εναντίον του βασιλιά της Αρμενίας και να τον αναγκάσει να σεβαστεί τις φορολογικές και στρατιωτικές υποχρεώσεις του απέναντι στον βασιλιά των Μήδων, ώστε να αποκομίσει και ο ίδιος τους αναγκαίους για το στράτευμά του πόρους.


[2.4.7] οἱ δὲ Ἰνδοὶ εἰσελθόντες ἔλεξαν
ὅτι πέμψειε σφᾶς ὁ Ἰνδῶν βασιλεὺς κελεύων ἐρωτᾶν ἐξ
ὅτου ὁ πόλεμος εἴη Μήδοις τε καὶ τῷ Ἀσσυρίῳ· ἐπεὶ δὲ
σοῦ ἀκούσαιμεν, ἐκέλευσεν ἐλθόντας αὖ πρὸς τὸν Ἀσσύριον
κἀκείνου ταὐτὰ πυθέσθαι· τέλος δ’ ἀμφοτέροις εἰπεῖν ὑμῖν
ὅτι ὁ Ἰνδῶν βασιλεύς, τὸ δίκαιον σκεψάμενος, φαίη μετὰ
τοῦ ἠδικημένου ἔσεσθαι. [2.4.8] πρὸς ταῦτα ὁ Κυαξάρης εἶπεν·
Ἐμοῦ μὲν τοίνυν ἀκούετε ὅτι οὐκ ἀδικοῦμεν τὸν Ἀσσύριον
οὐδέν· ἐκείνου δ’, εἰ δεῖσθε, ἐλθόντες νῦν πύθεσθε ὅ τι λέγει.
παρὼν δὲ ὁ Κῦρος ἤρετο τὸν Κυαξάρην, Ἦ καὶ ἐγώ, ἔφη,
εἴπω ὅ τι γιγνώσκω; καὶ ὁ Κυαξάρης ἐκέλευσεν. Ὑμεῖς
τοίνυν, ἔφη, ἀπαγγείλατε τῷ Ἰνδῶν βασιλεῖ τάδε, εἰ μή τι
ἄλλο Κυαξάρῃ δοκεῖ, ὅτι φαμὲν ἡμεῖς, εἴ τί φησιν ὑφ’
ἡμῶν ἀδικεῖσθαι ὁ Ἀσσύριος, αἱρεῖσθαι αὐτὸν τὸν Ἰνδῶν
βασιλέα δικαστήν. οἱ μὲν δὴ ταῦτα ἀκούσαντες ᾤχοντο.

[2.4.9] Ἐπεὶ δὲ ἐξῆλθον οἱ Ἰνδοί, ὁ Κῦρος πρὸς τὸν Κυαξάρην
ἤρξατο λόγου τοιοῦδε.

Ὦ Κυαξάρη, ἐγὼ μὲν ἦλθον οὐδέν τι πολλὰ ἔχων ἴδια
χρήματα οἴκοθεν· ὁπόσα δ’ ἦν, τούτων πάνυ ὀλίγα λοιπὰ
ἔχω· ἀνήλωκα δέ, ἔφη, εἰς τοὺς στρατιώτας· καὶ τοῦτο
ἴσως, ἔφη, θαυμάζεις σὺ πῶς ἐγὼ ἀνήλωκα σοῦ αὐτοὺς τρέ-
φοντος· εὖ δ’ ἴσθι, ἔφη, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ποιῶν ἢ τιμῶν καὶ
χαριζόμενος, ὅταν τινὶ ἀγασθῶ τῶν στρατιωτῶν. [2.4.10] δοκεῖ
γάρ μοι, ἔφη, πάντας μὲν οὓς ἄν τις βούληται ἀγαθοὺς
συνεργοὺς ποιεῖσθαι ὁποίου τινὸς οὖν πράγματος, ἥδιον
εἶναι εὖ τε λέγοντα καὶ εὖ ποιοῦντα παρορμᾶν μᾶλλον ἢ
λυποῦντα καὶ ἀναγκάζοντα· οὓς δὲ δὴ τῶν εἰς τὸν πόλεμον
ἔργων ποιήσασθαί τις βούλοιτο συνεργοὺς προθύμους, τού-
τους παντάπασιν ἔμοιγε δοκεῖ ἀγαθοῖς θηρατέον εἶναι καὶ
λόγοις καὶ ἔργοις. φίλους γάρ, οὐκ ἐχθρούς, δεῖ εἶναι τοὺς
μέλλοντας ἀπροφασίστους συμμάχους ἔσεσθαι καὶ μήτε τοῖς
ἀγαθοῖς τοῦ ἄρχοντος φθονήσοντας μήτ’ ἐν τοῖς κακοῖς προ-
δώσοντας. [2.4.11] ταῦτ’ οὖν ἐγὼ οὕτω προγιγνώσκων χρημάτων
δοκῶ προσδεῖσθαι. πρὸς μὲν οὖν σὲ πάντας ὁρᾶν ὃν αἰσθά-
νομαι πολλὰ δαπανῶντα ἄτοπόν μοι δοκεῖ εἶναι· σκοπεῖν
δ’ ἀξιῶ κοινῇ καὶ σὲ καὶ ἐμὲ ὅπως σὲ μὴ ἐπιλείψει χρήματα.
ἐὰν γὰρ σὺ ἄφθονα ἔχῃς, οἶδα ὅτι καὶ ἐμοὶ ἂν εἴη λαμ-
βάνειν ὁπότε δεοίμην, ἄλλως τε καὶ εἰ [εἰς] τοιοῦτόν τι
λαμβάνοιμι ὃ μέλλοι καὶ σοὶ δαπανηθὲν βέλτιον εἶναι.

***
Αυτοί μόλις μπήκαν είπαν ότι τους έστειλε ρ βασιλιάς των Ινδών διατάζοντας να ερωτήσουν από ποια αιτία προήλθε ο πόλεμος μεταξύ Μήδων και Ασσυρίων. Όταν ακούσωμε σένα, μας διέταξε να πάμε στο βασιλιά των Ασσυρίων να ρωτήσομε και κείνον τα ίδια. Τέλος μας διέταξε ο βασιλιάς των Ινδών να σας πούμε και στους δύο ότι, αφού εξετάση ποιος έχει δίκηο, θα ταχθή με το μέρος του αδικουμένου. Σ' αυτά ο Κυαξάρης απάντησε: Ακούσατε λοιπόν από μένα ότι διόλου δεν αδικούμε το βασιλιά των Ασσυρίων∙ εκείνον, αν χρειάζεσθε, πηγαίνετε και ερωτήσατέ τον τι λέει. Ο Κύρος που παρευρίσκετο στη συνομιλία ρώτησε τον Κυαξάρη: Να ειπώ και εγώ τη γνώμη μου; Ο Κυαξάρης τον παρακάλεσε να την πη. Σεις λοιπόν, είπε, ανακοινώσατε τα εξής στο βασιλιά των Ινδών, εκτός αν διαφωνή ο Κυαξάρης, ότι μεις προτείνομε, εάν ο βασιλιάς των Ασσυρίων ισχυρίζεται ότι κάποιος έχει αδικηθή από μας, να εκλέξωμε δικαστή της διαφοράς μας το βασιλιά των Ινδών. Οι πρέσβεις των Ινδών, όταν άκουσαν αυτά, ανεχώρησαν.

Όταν βγήκαν οι Ινδοί, ο Κύρος άρχισε να λέη τα εξής στον Κυαξάρη: Εγώ, Κυαξάρη, ήλθα με λίγα χρήματα από την πατρίδα μου∙ από όσα είχα πολύ λίγα έμειναν, τα ξώδεψα για τους στρατιώτες μου. Ίσως απορείς, πώς τα ξώδεψα, αφού τους τρέφεις. Μάθε ότι τίποτ' άλλο δεν κάνω παρά τιμώ και προσφέρω δώρα, όταν ευχαριστηθώ από κανένα στρατιώτη. Γιατί μου φαίνεται ότι όλους, όσους θέλει να κάμη κανείς πρόθυμους συνεργάτες του σε κείνο που θέλει, καλύτερο είναι να τους παρορμά επαινώντας και ευεργετώντας μάλλον παρά προξενώντας λύπη σ' αυτούς και εξαναγκάζοντάς τους. Όσους λοιπόν θέλει να κάμη κανείς πρόθυμους συνεργάτες στα πολεμικά έργα, τούτους μου φαίνεται πως πρέπει να τους παίρνη μαζί του προ πάντων με καλά λόγια και έργα. Γιατί φίλοι και όχι εχθροί πρέπει να είναι, όσοι πρόκειται να είναι πρόθυμοι σύμμαχοι, και να μη φθονούν τις επιτυχίες του αρχηγού, και να μη τον παρατούν στις δυστυχίες. Επειδή λοιπόν εγώ έτσι σκέπτομαι, νομίζω πως χρειάζομαι ακόμη χρήματα. Να αποβλέπω λοιπόν σε σένα για κάθε ανάγκη, εφόσον καταλαβαίνω ότι πολλά ξοδεύεις, μου φαίνεται άτοπο. Κρίνω άξιο λοιπόν να σκεφτώ μαζί σου πώς δε θα σου λείψουν χρήματα. Γιατί, αν έχης άφθονα, ξέρω πως θα μπορώ και γω να παίρνω, όταν χρειαστώ, και προ πάντων αν τα παίρνω για τέτοια δουλειά, που αν ξοδευτή το χρήμα σ' αυτήν, θα ωφεληθής.

Πέμπτη 6 Ιουλίου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

Μεταπλαστά και μη μεταπλαστά σύνθετα


§ 110. Ένα σύνθετο όπως το μητρο-πάτωρ μπορεί εύκολα να χωριστεί σε μητρὸς πατήρ, χωρίς να χαθεί κάποιο ουσιώδες στοιχείο του. Αν, όμως, σύμφωνα μ' αυτό το πρότυπο θέλαμε να χωρίσουμε και το ὁμο-πάτωρ στα συστατικά του και να το θεωρήσουμε βασικά συνώνυμο του ὁμὸς πατήρ, η προσπάθειά μας θα ερχόταν σε αντίθεση με τη γλωσσική πραγματικότητα· διότι το ὁμο-πάτωρ σημαίνει 'κάποιος που έχει τον ίδιο πατέρα', σαν να λέμε δηλαδή ὁμὸν πατέρα ἔχων. Δεν περιλαμβάνει μόνο τη σχέση του πρώτου συνθετικού με το δεύτερο αλλά και, ως ολότητα, την πρόσθετη σχέση ιδιότητας προς μια ονοματική έννοια, που βρίσκεται έξω από το σύνθετο: ο συντακτικός του "πυρήνας", το κέντρο του, βρίσκεται έξω από αυτό, το σύνθετο είναι "εξωκεντρικό", ενώ το μητρο-πάτωρ περιέχει τον πυρήνα του στο -πάτωρ, είναι "εσωκεντρικό". Μια μορφολογική ένδειξη της πρόσθετης εξωκεντρικής σημασίας βρίσκουμε όχι μέσα στο σύνθετο, αλλά μόνο στην αλλαγή της γραμματικής κατηγορίας: το ὁμο-πάτωρ αντί για ουσιαστικό είναι επίθετο, είναι μεταπλαστό· το μητρο-πάτωρ έχει διατηρήσει το γραμματικό είδος του β΄ συνθετικού, είναι μη μεταπλαστό. Από τους τύπους που εξετάστηκαν προηγουμένως οι ακόλουθοι είναι μεταπλαστοί: ἀμφι-θάλασσος (§ 45), ἐφ-ήμερος (§ 50), ἀντί-θεος (§ 53), ἄ-θυμος, δύσ-θυμος, εὔ-θυμος (§ 62), ἐρί-βωλος, ἀγά-ννιφος, ζά-θεος, δά-σκιος (§ 60), μερικοί από την § 63, Πυλοι-γενής, Ἰφι-κράτης (§ 73), ἀνδρό-γυνος (§ 83), ποδ-ώκης (§ 86), ἀξιό-λογος (§ 87), λευκ-ώλενος (§ 90).

§ 111. Αλλιώς διαμορφωμένα είναι τα ρηματικά εξαρτημένα σύνθετα (§ 96 κεξξ.). Στο ἐχέ-φρων υπάρχει, βέβαια, επίσης αντίθεση: το β΄ συνθετικό είναι ουσιαστικό, ολόκληρη η λέξη επίθετο· επειδή, όμως, το α΄ συνθετικό έχει ρηματική (μετοχική [1]) δύναμη, το στοιχείο της επιθετικοποίησης βρίσκεται μέσα στο σύνθετο. Τα ψυχο-πομπός και τερψί-μβροτος έχουν ως β΄ συνθετικό ένα nomenagentisκαι μπορούν, επειδή τα nomina agentis είναι συγγενικά με τη μετοχή, να χρησιμοποιούνται εναλλακτικά ως ουσιαστικά και ως επίθετα, αλλά χωρίς αυτό να συνεπάγεται κάποια μεταβολή στο περιεχόμενό τους.

§ 112. Η ιστορία της μετάπλασης είναι σκοτεινή· διότι ο τύπος αυτός είναι ήδη πλήρως διαμορφωμένος στην ινδοευρωπαϊκή, και θα ήταν σύμπτωση, αν κάποιο σωζόμενο μεμονωμένο παράδειγμα ανήκε στα αρχικά πρότυπα, από τα οποία αναπτύχθηκε ο τύπος. Γι' αυτό το λόγο τα παραδείγματα στις ακόλουθες υποθέσεις πρέπει να θεωρηθούν αχρονικά και τεχνητά δείγματα. Η αρχική σημασία μπορεί να ήταν: 'φάνηκε η Αφροδίτη <και μάλιστα> το ωραίο στεφάνι της' ή 'φάνηκε η Αφροδίτη, ωραίο <ήταν> το στεφάνι της' [2]· και στις δύο περιπτώσεις από το Ἀφροδίτη ἐὺς στέφανος λόγω συχνής χρήσης του περιγραφικού συμπληρώματος και ταύτισής του με επίθετα προέκυψε η επιθετική έκφραση Ἀφροδίτη ἐυστέφανος. Ενδιάμεσο στάδιο μπορεί να είναι, όταν λέμε στα γερμανικά Richard L ö wenherz ['Ριχάρδος καρδιά λιοντάρι'] Ριχάρδος ο λεοντόκαρδος ή Kaiser Rotbart ['βασιλιάς κόκκινο γένι'] βασιλιάς κοκκινογένης, ή όταν αποκαλούμε έναν φαλακρό άνθρωπο Kahlkopf ['φαλακρό κεφάλι'] φαλάκρα: το σύνθετο είναι έτοιμο, αλλά δεν έγινε επίθετο. Με αυτό ασφαλώς δεν υποστηρίζουμε ότι και ο ινδοευρωπαϊκός τύπος πέρασε από αυτό το ενδιάμεσο στάδιο. Μάλλον μπορούμε να συμπεράνουμε για τα Ελληνικά την παλιότερη χρήση τους ως ουσιαστικών από το γεγονός ότι στα σύνθετα επίθετα δεν έχει ολοκληρωθεί η αλλαγή του γραμματικού γένους: το ῥοδο-δάκτυλος είναι επίσης θηλυκό, το ίδιο και το ἄ-θυμος κ.τ.λ.

Σχετικά με το χειρισμό των διαφόρων θεμάτων στο β΄ συνθετικό κατά τη μετάπλαση δες, σχετικά με την επέκταση του σύνθετου επιθέτου με το -ιο-. [3]
----------------------------
[1] Αρχικά προστακτική; (§ 75).

[2] Αυτό συμβαίνει πάντως με τον τύπο της § 45: νῆες ἐπήρετμοι 'πλοία, < υπάρχουν > πάνω τους κουπιά'.

[3] Αισθανόμαστε τον πειρασμό να δούμε στον τύπο ἱππο-πόταμος (§ 93) ένα είδος αντιστροφής της μετάπλασης: επειδή συνηθιζόταν η επιθετικοποίηση με το -ιο-, μήπως το επίθετο ποτάμιος με αφαίρεση του -ιο- μετατράπηκε και πάλι σε ουσιαστικό στο ἱππο-πόταμος, το ἄγριος στο σύ-αγρος κ.τ.λ.;

Το πώς αγαπάς τον εαυτό σου είναι το πώς διδάσκεις τους άλλους να σε αγαπούν

«Μαγεία είναι να πιστεύεις στον εαυτό σου. Αν μπορείς να το κάνεις αυτό, μπορείς να κάνεις τα πάντα!» –Γκαίτε

«Να σε αγαπάς!»… πόσες φορές έχουμε ακούσει αυτήν τη συμβουλή; Όλοι, γνωστοί και άγνωστοι, θα σου δώσουν τη συμβουλή να αγαπήσεις πρώτα τον εαυτό σου για να μπορέσεις να μοιραστείς την αγάπη αυτή με τους ανθρώπους, για να είσαι ικανός να τους αγαπήσεις αληθινά!

Τι σημαίνει όμως αγαπώ τον εαυτό μου;

Η αυτό-αγάπη έχει βαθιά στον πυρήνα της ένα βασικό συστατικό, την πρόθεσή σου να σου κάνεις καλό! Όταν έχεις ξεκαθαρίσει την πρόθεση αυτή μέσα σου τότε μπορείς να σου φερθείς με καλοσύνη, κάνεις επιλογές που σε τιμούν αντί να σε υποτιμούν.

Τότε είναι που σέβεσαι την ψυχή που περικλείεται από το σώμα σου, κατ’ επέκταση σέβεσαι και το ίδιο το σώμα με το οποίο θα συμπορεύεσαι όσο ζεις. Αρχίζεις να βλέπεις με τι το ταΐζεις, με τι σκέψεις το θρέφεις καθημερινά! Με την πρόθεση αυτή στα χέρια σου βάζεις πια τα όριά σου σε ανθρώπους που σου κάνουν κακό, που σε κρατούν πίσω στον τοξικό κόσμο τους. Αναγνωρίζεις ποιοι είναι γύρω σου και κυρίως, πού σε οδηγούν αν τους ακολουθήσεις.

Το πώς αγαπάς τον εαυτό σου είναι το πώς διδάσκεις τους άλλους να σε αγαπούν.

Αν σε αγαπάς να τολμάς να κινείς τον εαυτό σου προς όμορφες κατευθύνσεις, να καλλιεργείς και να γυρεύεις το καλό μέσα στην ψυχή σου και γύρω σου. Να μην λες «Με αγαπώ μεν αλλά…» Όχι, να μην χωράει κανενός είδους αλλά μέσα σε αυτήν την πρόταση. Η αγάπη προς τον εαυτό σου να είναι ακλόνητη μέσα σου, ισχυρή! Άνευ όρων και προϋποθέσεων! Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να σε τυφλώνει, το αντίθετο, ο σκοπός της είναι να σε μεγαλώνει κι όχι να σε μικραίνει! Δεν φοράει παρωπίδες, στοιχείο που τη διαχωρίζει από τον εγωισμό, είναι αγάπη θαρραλέα η αγάπη αυτή… σου ανοίγει τα μάτια για να κοιτάξεις κατάματα τα λάθη σου και γίνεται αυτή η φωτιά που σε οδηγεί να τα διορθώνεις.

Αν δεν αγκαλιάσεις τον εαυτό σου πρώτα, μην περιμένεις να το κάνει άλλος. Αγάπα τον άνθρωπο γιατί είσαι εσύ.

Τι σημαίνει, τελικά, με αγαπώ; Με αγαπώ σημαίνει με ακούω, αφουγκράζομαι τη φωνή μου και τις ανάγκες μου…. με αποδέχομαι, απλά όπως είμαι. Με αγαπώ σημαίνει σέβομαι τις ανάγκες αυτές, τα όνειρά μου και τις επιθυμίες μου, και δεσμεύομαι να με προσέχω και να με προστατεύω κάθε φορά που το χρειάζομαι. Με αγαπώ σημαίνει, έχω τη δύναμη να με συγχωρώ για τα λάθη μου, για ό,τι πήγε στραβά και για ό,τι δεν λειτούργησε παρά τις προσπάθειές μου… σημαίνει με κατανοώ και με ελευθερώνω, με απεγκλωβίζω, για να μπορώ να ζήσω στον κόσμο αυτό όπως μου αξίζει και όπως αληθινά επιθυμώ!

Μαγεία είναι να πιστεύεις στον εαυτό σου. Αν μπορείς να το κάνεις αυτό, μπορείς να κάνεις τα πάντα!

Το Βασίλειο του Θεού: Το Βασίλειο του Θεού είναι μια κατάσταση πέρα από το χώρο και το χρόνο

Η έννοια της Βασιλείας του Θεού υπήρξε από καιρό θέμα συζήτησης και συζήτησης μεταξύ θεολόγων και φιλοσόφων. Μερικοί το βλέπουν ως ένα κυριολεκτικό, φυσικό μέρος ενώ άλλοι το βλέπουν ως μια μεταφορική κατάσταση ύπαρξης. Ωστόσο, ένα είναι βέβαιο: η Βασιλεία του Θεού είναι μια κατάσταση πέρα από το χώρο και το χρόνο.

Αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να επιτευχθεί με κανένα φυσικό μέσο. Δεν υπάρχει τρόπος να εισχωρήσετε στη Βασιλεία του Θεού ή να βρείτε ένα μονοπάτι που οδηγεί σε αυτό. Αντίθετα, κάποιος πρέπει να «παραιτηθεί» από όλες τις μάταιες δραστηριότητες του νου, της ψυχής και του σώματος. Αυτό σημαίνει να εγκαταλείψουμε όλα τα υλικά αγαθά, τις επιθυμίες και τις προσκολλήσεις προκειμένου να αγκαλιάσουμε πλήρως το πνευματικό βασίλειο.

Η ιδέα της παραίτησης από τις εγκόσμιες δραστηριότητες δεν είναι καινούργια. Πολλές θρησκείες και πνευματικές πρακτικές ενθαρρύνουν τα άτομα να απομακρυνθούν από τα υλικά αγαθά και να επικεντρωθούν στον εσωτερικό εαυτό. Ωστόσο, η Βασιλεία του Θεού μεταφέρει αυτήν την έννοια σε ένα νέο επίπεδο. Δεν είναι απλώς θέμα αφαίρεσης υλικών αγαθών, αλλά αφαίρεσης όλων των σκέψεων και επιθυμιών που αποσπούν την προσοχή από την πνευματική σφαίρα.

Για να κατανοήσουμε πλήρως τη Βασιλεία του Θεού, είναι απαραίτητο να δημιουργηθεί μια μυστικιστική θεωρία. Αυτή η θεωρία θα πρέπει να διερευνήσει τη φύση του πνευματικού πεδίου και πώς σχετίζεται με τον φυσικό κόσμο. Θα πρέπει επίσης να αφορά τον ρόλο των ατόμων στην πρόσβαση στη Βασιλεία του Θεού και πώς μπορούν να προετοιμαστούν καλύτερα για αυτήν την κατάσταση.

Μια πιθανή θεωρία είναι ότι η Βασιλεία του Θεού υπάρχει σε ένα ανώτερο επίπεδο ύπαρξης, πέρα από τους περιορισμούς του χώρου και του χρόνου. Αυτό το βασίλειο είναι προσβάσιμο μόνο σε όσους έχουν επιτύχει ένα ορισμένο επίπεδο πνευματικής φώτισης. Αυτή η φώτιση επιτυγχάνεται μέσω μιας διαδικασίας αυτο-ανακάλυψης και απόσπασης από κοσμικούς περισπασμούς.

Τα άτομα που επιθυμούν να έχουν πρόσβαση στη Βασιλεία του Θεού πρέπει πρώτα να εγκαταλείψουν όλα τα υλικά αγαθά και επιθυμίες. Πρέπει να επικεντρωθούν στην ανάπτυξη του εσωτερικού τους εαυτού μέσω διαλογισμού, προσευχής και άλλων πνευματικών πρακτικών. Αυτή η διαδικασία θα τους επιτρέψει να αποσπαστούν από τον φυσικό κόσμο και να συνδεθούν με το πνευματικό βασίλειο.

Μόλις ένα άτομο επιτύχει αυτό το επίπεδο φώτισης, μπορεί να είναι σε θέση να έχει πρόσβαση στη Βασιλεία του Θεού. Αυτή η κατάσταση δεν είναι ένα φυσικό μέρος, αλλά μάλλον μια κατάσταση ύπαρξης. Είναι μια κατάσταση καθαρής συνείδησης, απαλλαγμένη από κάθε περισπασμό και περιορισμό.

Σε αυτή την κατάσταση, τα άτομα είναι σε θέση να συνδεθούν με το θείο και να βιώσουν μια αίσθηση ενότητας με όλα τα πράγματα. Είναι σε θέση να δουν πέρα από τον φυσικό κόσμο και στο πνευματικό βασίλειο. Αυτή η κατάσταση λέγεται ότι φέρνει μια αίσθηση ειρήνης, χαράς και εκπλήρωσης που δεν μπορεί να βρεθεί στον φυσικό κόσμο.

Συμπερασματικά, η Βασιλεία του Θεού είναι μια κατάσταση πέρα από το χώρο και το χρόνο που μπορεί να προσεγγιστεί μόνο μέσω πνευματικής φώτισης. Τα άτομα πρέπει να εγκαταλείψουν όλα τα υλικά αγαθά και επιθυμίες για να αγκαλιάσουν πλήρως το πνευματικό βασίλειο. Κάνοντας αυτό, μπορεί να είναι σε θέση να επιτύχουν μια κατάσταση καθαρής συνείδησης και να συνδεθούν με το θείο. Ενώ η έννοια της Βασιλείας του Θεού μπορεί να είναι δύσκολο να κατανοηθεί, προσφέρει μια μοναδική προοπτική για τη φύση της πραγματικότητας και τη θέση μας μέσα σε αυτήν.

Eκείνο το όμορφο διάστημα που αρχίζεις ξανά να ζεις και ν’ ερωτεύεσαι

Όσοι θεωρούν τον χωρισμό έναν μικρό θάνατο, μάλλον χρησιμοποιούν τη γνωστή ιδιότητα των μαθηματικών. Με δεδομένο ότι ο χωρισμός είναι μια απώλεια και ο θάνατος μια ακόμα μεγαλύτερη, αυτό μας οδηγεί στο αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα ότι ο χωρισμός είναι ένας θάνατος.

Αυτή η αναλογία μπορεί να πάρει πολλές διαστάσεις. Ο χωρισμός δεν είναι παρά το φυσιολογικό τέλος μιας άρρωστης κατάστασης. Έχεις προσπαθήσει πολλές φορές να τη σώσεις με πολλά "φάρμακα", τα οποία κάποιες φορές «πιάνουν», κάποιες άλλες όχι. Συνήθως μπορεί να ανακουφίσουν τον «άρρωστο» παροδικά και να του δώσουν μια μικρή παράταση ζωής και άλλες φορές δεν κάνουν τίποτα. Συνεχίζοντας τον παραλληλισμό, ο «θάνατος» αυτός μπορεί όντως να ανακουφίσει, ν’ απαλλάξει, να ελευθερώσει μια ψυχή που ήταν δεμένη με το τηλέφωνο, με υπεκφυγές, με ψευδαισθήσεις και με συνεχείς δικαιολογίες. Να ηρεμήσει μια ψυχή που έλιωνε από τις διαρκείς μεταπτώσεις από την έκρηξη χαράς στον γκρεμό της απογοήτευσης. Και τελικά να επιβεβαιώσει το επίσης μαθηματικά και νομοτελειακά δεδομένο ότι η ζωή συνεχίζεται.

Αν όλα αυτά ισχύουν για τον χωρισμό, τότε δεν ισχύουν τα αντίθετα και για έναν καινούριο έρωτα -ή ακόμα και για κάτι που δεν μπορείς να το πεις ακόμη έρωτα; Δεν ισχύουν τα αντίθετα για κάτι καινούριο και συνάμα ενδιαφέρον για σένα; Για κάτι νέο που θέλεις να το δοκιμάσεις όχι για να ξεχαστείς και να το χειριστείς με το πρόσημο της προηγούμενης αρρωστημένης εμπειρίας αλλά γιατί θέλεις να το ζήσεις χωρίς τα φορτία του παρελθόντος; Δεν έχεις το δικαίωμα να το ζήσεις αφού το «πένθος του χωρισμού» έχει περάσει και η νέα σου περιπέτεια ξεκινάει γεμάτη ενθουσιασμό; Δεν είναι καιρός να ζήσεις όταν περνάς την πολύ κλισέ φάση «τα έχω βρει με τον εαυτό μου»;

Αφού το έχεις πάρει απόφαση ότι θα ασχοληθείς με τον εαυτό σου και θα γίνεις η καλύτερη εκδοχή αυτού. Θα βάλεις πλέον σε προτεραιότητα όλα αυτά που είχες αμελήσει. Θα εκτονώσεις τη δημιουργικότητά σου στη δουλειά, θα κάνεις εκείνη την ανακαίνιση στο σπίτι και θα πραγματοποιήσεις κι εκείνο το ταξίδι με τους κολλητούς για το οποίο τόσο καιρό δεν είχες διάθεση. Έχεις ήδη διαγράψει το παρελθόν από τη στιγμή που σιγά-σιγά ανέκτησες τη διάθεσή σου, την κοινωνικότητά σου, είδες τον εαυτό σου επιτέλους πρόθυμο να φλερτάρει. Έκανες τη διαπίστωση που πόνεσε στην αρχή -δε θα το αρνηθείς- ότι πλέον είσαι διαθέσιμος και ελεύθερος. Δεν υπάρχει κανένας και καμία να σου στείλει αν γύρισες, πώς πέρασες, τι θα κανονίσετε για μετά, κανένας για καλημέρα ή καληνύχτα. Έχεις μηδενίσει και ενώ στην αρχή το μηδέν σου έφερνε απόγνωση τώρα το αντιμετωπίζεις σαν την αρχή μιας νέας γύρας μετρήσεων.

Στη δουλειά ξαναβρίσκεις το κέφι σου, μέσα στην παρέα δε συζητάς πλέον καθόλου για τα παλιά και αν το κάνεις, δε σε επηρεάζει. Ακούς τραγούδια που άκουγες και δεν κλαις, δε σκέφτεσαι κανέναν. Πόσο λυτρωτικό; Πόσο καθαρή αισθάνεσαι την ψυχή σου; Ελεύθερο το πνεύμα σου, συνειδητοποιημένο το μυαλό σου. Ακόμα και το σώμα σου έχει ελαφρύνει δέκα κιλά. Αρχίζεις και ζεις πάλι το τώρα. Τη στιγμή. Σου μιλάνε και είσαι εκεί. Προσπαθείς να λύσεις το πρόβλημα, να δώσεις τη συμβουλή, να ακούσεις και να επεξεργαστείς τη γνώμη του άλλου ενώ γίνεσαι πάλι η δυνατή προσωπικότητα στην οποία μπορούσαν όλοι να βασίζονται. Γίνεσαι πάλι ένας ήλιος. Και προς το παρόν σου αρέσει που ο ήλιος δεν έχει ταίρι. Σαν να είχες ξεχάσει πώς είναι να μην προβληματίζεσαι για κανέναν.

Και όταν τα έχεις κάνει όλα αυτά και έχεις πραγματοποιήσει και την αυτοκριτική σου, έχεις αναγνωρίσει τα λάθη σου κι έχεις αφιερωθεί ψυχή και σώματι να γίνεις ένας καλύτερος άνθρωπος τότε ίσως αιφνιδιαστείς πάλι. Γιατί κάποιος ή κάποια θα τα δει όλα αυτά και σε πρώτη φάση θα θέλει απλά να σου μιλήσει. Μετά να μοιραστεί μια σκέψη του μαζί σου. Μετά να σου στείλει μια καλημέρα. Και επειδή θα είσαι καλά, θα είσαι σίγουρος και σίγουρη αν θέλεις να γίνεις ο αποδέκτης αυτών και ακόμα περισσότερων. Το προηγούμενο διάστημα μόνο επικερδές ήταν για σένα γιατί σε βοήθησε να καταλάβεις πολλά και να εξελιχθείς ώστε να ετοιμαστείς για έναν νέο έρωτα. Ο οποίος μπορεί να είναι απλά ένα πυροτέχνημα. Μπορεί να σε φέρει πάλι ενώπιον του θανάτου. Μπορεί, επίσης, να συνειδητοποιήσεις πως τελικά δεν είχες κάνει καλή δουλίτσα το προηγούμενο διάστημα και πως η φυσιολογική σου ανάγκη να κρατάς «μικρό καλάθι» για να θωρακιστείς, μετατρέπεται τώρα σε επιθετικότητα κι άρνηση να απολαύσεις αυτά που σου δίνονται.

Όμως ένα είναι σίγουρο. Στο πρώτο «Έχω νέα!» που θα στείλεις στις κολλητές και τους κολλητούς, στο πρώτο χαμόγελο που θα πιάσεις να σκάει στο πρόσωπό σου όταν διαβάζεις το μήνυμα που περίμενες, στην πρώτη σκέψη που θα κάνεις για το πρόσωπο και θα σε γεμίσει χαρά κι αισιοδοξία, τότε να ξέρεις πως αν ο χωρισμός είναι ένας μικρός θάνατος, εσύ βίωσε μια μικρή ανάσταση

Όταν οι γονείς πλήττουν την αυτοεκτίμηση των παιδιών τους

Η υγιής και ισχυρή αυτοεκτίμηση είναι ζωτικής σημασίας για τα παιδιά. Η ισχυρή αυτοεκτίμηση μας ενθαρρύνει να ξεπεράσουμε τις προκλήσεις, να δοκιμάσουμε νέα πράγματα και να πιστέψουμε στον εαυτό μας. Η αυτοεκτίμηση επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον εαυτό μας, ο οποίος διαμορφώνει τις συμπεριφορές και τις αποφάσεις μας.

Οι στοργικοί γονείς μπορεί μερικές φορές να πλήξουν ακούσια την αυτοεκτίμηση του παιδιού τους. Είμαστε, άλλωστε, μόνο άνθρωποι. Μερικές φορές κάνουμε λάθη όταν πρόκειται για το τι να πούμε και πώς να συμπεριφερθούμε.

Αυτές οι γονεϊκές λανθασμένες επικοινωνίες συχνά οδηγούνται από γονεϊκές λανθασμένες εκτιμήσεις. Μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά την αυτοεκτίμηση των παιδιών μας, παρόλο που εμείς, ως γονείς, έχουμε θετικές υποκείμενες προθέσεις. Για να αποφύγουμε αυτά τα λάθη, πρέπει πρώτα να γνωρίζουμε τι είναι και πώς προκαλούν αρνητικό αντίκτυπο.

Μια προειδοποιητική σημείωση

Αυτή η ανάρτηση απευθύνεται σε γονείς που επιδιώκουν να μάθουν και να αναπτυχθούν. Τούτου λεχθέντος, μερικοί άνθρωποι δεν είναι πραγματικά προορισμένοι να γίνουν γονείς. Για όποιον διαβάζει αυτή τη θέση που έχει βιώσει ή βιώνει πραγματικά τοξικούς γονείς, συμπάσχω με όλο τον πόνο που έχετε υποστεί. Σας ενθαρρύνω να εκτιμήσετε όλες τις δυνάμεις σας και να δείτε τους γονείς σας ως τραυματισμένους, περιορισμένους ανθρώπους. Ενώ εκτιμώ την πράξη της συγχώρεσης, αυτό είναι κάτι που έρχεται καλύτερα αν και όταν οι άνθρωποι είναι έτοιμοι να το κάνουν.

4 τύποι γονικών συμπεριφορών που μειώνουν την αυτοεκτίμηση

1. Η σκληρή κριτική: Το να σας κριτικάρει ένας γονιός μπορεί να είναι συναισθηματικά προκλητικό, ειδικά αν γίνεται με σκληρό ή υποτιμητικό τρόπο. Σύμφωνα με την εμπειρία μου, οι περισσότεροι επικριτικοί γονείς παλεύουν με τα άγχη τους που βγαίνουν προς τα έξω πλάγια και κατακλύζουν τα παιδιά τους. Τα επικριτικά σχόλια μπορούν να διαβρώσουν την αυτοεκτίμηση και την αίσθηση αξίας ενός παιδιού και να προκαλέσουν συναισθήματα θλίψης, θυμού ή απογοήτευσης. Αυτές οι απότομες επιπλήξεις μπορούν επίσης να οδηγήσουν τα παιδιά σε μείωση των κινήτρων και έλλειψη εμπιστοσύνης στις ικανότητές τους.

2. Υπερπροστασία: Η συνεχής θωράκιση ενός παιδιού από τις προκλήσεις και τα εμπόδια μπορεί να το εμποδίσει να αναπτύξει αυτοπεποίθηση και αίσθημα ικανότητας. Ενώ οι γονείς μπορεί να θέλουν να κάνουν ό,τι μπορούν για να διασφαλίσουν ότι τα παιδιά τους δεν θα υποφέρουν στη ζωή, ειρωνικά πνίγουν τα παιδιά τους με το να είναι υπερβολικά ελεγκτικοί. Η υπερπροστασία μπορεί επίσης να περιορίσει τις ευκαιρίες ενός παιδιού να εξερευνήσει, να μάθει και να κάνει λάθη, τα οποία είναι όλα σημαντικά για την ανάπτυξη και την εξέλιξή του.

Επιπλέον, η υπερπροστασία των παιδιών μπορεί να οδηγήσει σε αισθήματα άγχους και ανασφάλειας, καθώς μπορεί να μην αισθάνονται έτοιμα να αντιμετωπίσουν τον κόσμο μόνα τους. Μπορεί επίσης να δημιουργήσει ένα αίσθημα εξάρτησης και έλλειψης ανεξαρτησίας, το οποίο μπορεί να είναι προβληματικό καθώς τα παιδιά μεταβαίνουν στην ενηλικίωση.

Οι γονείς πρέπει να βρίσκουν μια ισορροπία μεταξύ της προστασίας των παιδιών τους και του να τους επιτρέπουν να παίρνουν ρίσκα και να αντιμετωπίζουν προκλήσεις, ώστε να τα βοηθήσουν να εξελιχθούν σε άτομα με αυτοπεποίθηση και αυτάρκεια. Η ενθάρρυνση της ανεξαρτησίας, η καλλιέργεια της αυτοεκτίμησης και η διδασκαλία δεξιοτήτων επίλυσης προβλημάτων μπορούν να συμβάλουν στον μετριασμό των αρνητικών επιπτώσεων της υπερπροστασίας.

3. Έγχυση ενοχής: Είναι άλλο πράγμα να ρωτήσετε ένα παιδί πώς θα ένιωθε αν βρισκόταν στη θέση σας ή στη θέση κάποιου άλλου σε μια δεδομένη κατάσταση. Πολύ συχνά, όμως, οι γονείς το φτάνουν στα άκρα και προσπαθούν να κάνουν τα παιδιά τους να αισθάνονται ένοχα εξαιτίας των σκέψεων, των συναισθημάτων ή των πράξεών τους. Πολλοί γονείς μου λένε ότι προσπαθούν να διδάξουν μαθήματα ζωής, αλλά η ενστάλαξη ενοχών αναιρεί την όποια σοφία έχουν να προσφέρουν. Οι γονείς που χρησιμοποιούν την ενοχή για να ελέγξουν τα παιδιά τους κινδυνεύουν να αποξενώσουν τα παιδιά τους.

4. Μιλώντας με σαρκασμό: Χρησιμοποιείτε σαρκασμό αν λέτε πράγματα που δεν εννοείτε και υπονοείτε το αντίθετο από αυτό που λέτε μέσω του τόνου της φωνής σας. Η χρήση του σαρκασμού πληγώνει τα παιδιά, επειδή μοιάζει ντροπιαστική. Οι γονείς που είναι απογοητευμένοι μπορεί να καταλήξουν να μιλούν με αυτούς τους καταστροφικούς, πληγωτικούς τρόπους. Δυστυχώς, η υποτίμηση ενός παιδιού μέσω του σαρκασμού δημιουργεί ένα εμπόδιο στην προσπάθεια αποτελεσματικής επικοινωνίας – και κάνει τα πάντα να αισθάνονται χειρότερα.

Η μειωμένη αυτοεκτίμηση μπορεί να αυξήσει την προκλητικότητα

Ως αποτέλεσμα της έκθεσής τους στις γονικές συμπεριφορές που αναφέρθηκαν παραπάνω, τα παιδιά μπορεί να ξεσπάσουν αργότερα με τρόπους που είναι συναισθηματικά οδυνηροί και ενοχλητικοί. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει εκρήξεις θυμού, έκφραση δυσαρέσκειας, συχνή επιχειρηματολογία και αψήφιση λογικών αιτημάτων. Πολλά παιδιά και έφηβοι μου έχουν παραδεχτεί ότι σε αυτά τα αρνητικά συναισθήματα και συμπεριφορές επιδίδονται αφού αισθάνονται πληγωμένοι από τους γονείς τους.

Η απόκτηση επίγνωσης των αρνητικών σας επικοινωνιών βοηθά στον έλεγχό τους

Είναι εύκολο να πείτε: “Απλώς δεν θα το ξανακάνω αυτό” και να εξακολουθείτε να πέφτετε στο μοτίβο της επανάληψης αυτών των προβληματικών συμπεριφορών. Περιστασιακά μπορεί να συμβαίνουν ολισθήματα. Όταν συμβαίνουν, αντιμετωπίστε αυτές τις αρνητικές συμπεριφορές με το παιδί σας.

Ο Κ, ένας ανύπαντρος πατέρας, μοιράστηκε μαζί μου μια πρόσφατη ανακάλυψη που είχε κάνει με τον 13χρονο γιο του, τον Τ. Ο Κ ήταν ένας αυτοαποκαλούμενος “σκληρός κώλος στην ανάρρωση”. Είχε ένα ιστορικό φωνάζοντας στον Τ μέσα στο σπίτι και στους ποδοσφαιρικούς αγώνες.

Ο Κ είχε σημειώσει πολύ μεγάλη πρόοδο στο να σχετίζεται με τον γιο του με πολύ λιγότερο επικριτικό τρόπο – μέχρι που ένα βράδυ, όταν ο Τ και ο Κ ήταν σε ένα συμπόσιο για τα βραβεία ποδοσφαίρου και ο Τ τον ειρωνεύτηκε σαρκαστικά επειδή κοίταζε προς τα κάτω όταν έπαιρνε το βραβείο του. Προπονούσα τον Κ να μην αυτομαστιγώνεται και ήταν αποφασισμένος να συνεχίσει να είναι λιγότερο ελεγκτικός και πιο ανοιχτός.

Έχοντας αυτό κατά νου, ο Κ πλησίασε τον Τ και είπε: “Τομ, ζητώ συγγνώμη που ήμουν τόσο σαρκαστικός και επικριτικός απέναντί σου. Βλέποντάς σε εκεί πάνω, να παίρνεις αυτό το βραβείο, με έκανε να νιώθω τιμή που είμαι ο πατέρας σου”. Ο Τ αργότερα μου είπε: “Ο μπαμπάς το καταλαβαίνει τώρα”.

Τελικές σκέψεις

Οι τρόποι που αλληλεπιδράτε με το παιδί σας παίζουν τεράστια επιρροή στη διαμόρφωση του τρόπου με τον οποίο αναπτύσσει την αυτοεκτίμηση στη ζωή του. Όσο περισσότερο επικοινωνείτε με θετικούς τρόπους και υποδεικνύετε ότι είστε υπεύθυνοι για τις αρνητικές σας συμπεριφορές, τόσο περισσότερο μπορείτε να επηρεάσετε το παιδί σας να κάνει το ίδιο -και να το υποστηρίξετε στο να έχει ισχυρή αυτοεκτίμηση. Οι γονείς πρέπει να προάγουν ένα περιβάλλον φροντίδας και υποστήριξης, παρέχοντας άνευ όρων αγάπη, ενθάρρυνση και θετική ενίσχυση για να ενισχύσουν την υγιή αυτοεκτίμηση του παιδιού τους.

Να πεις στον εαυτό σου την αλήθεια

Μέρες χαμένες στη μετριότητα…

Μέρες χωρίς ήλιο, χωρίς συναισθήματα.

Βουβές, απρόσωπες και μόνες!

Ποιος είμαι; Που είμαι; Γιατί είμαι εδώ; Που θα ήθελα πραγματικά να είμαι; Είμαι;

Που ήθελα να φτάσω; Έφτασα; Θα φτάσω ποτέ;

Μήπως έχω χαθεί;

Χιλιάδες ερωτηματικά βασανίζουν το μυαλό σου…

Κολυμπάς και βυθίζεσαι ανάμεσα σε χιλιάδες στοχασμούς.

Ο εαυτός σου διψά απεγνωσμένα να μάθει, σ’ εκλιπαρεί να δώσεις επιτέλους τις απαντήσεις που του χρωστάς. Τις απαντήσεις που διαρκώς αναβάλεις γι’ αύριο…

Περπατάς δίπλα σ’ ανθρώπους και δε βλέπεις κανέναν, δεν ακούς τίποτα!

Λες κι ο κόσμος γύρω σου έχει ξαφνικά σωπάσει…

Όμως η φωνή μέσα σου ουρλιάζει και σε κάθε βήμα σου η ένταση της δυναμώνει τόσο που νομίζεις πως τ’ αυτιά σου τρυπάνε και μες στο κεφάλι σου έχει στήσει χορό ο παραλογισμός με την τρέλα!

Ήρθε η ώρα να σ’ αντιμετωπίσεις, ήρθε η ώρα ν’ αντικρίσεις κατάματα όσα αρνείσαι κατηγορηματικά τόσο καιρό να δεις.

Θέλει κότσια να πεις στον εαυτό σου την αλήθεια!

Να την παραδεχτείς όσο σκληρή κι αν είναι, όσο μικρό κι αν σε κάνει να μοιάζεις…

Να κριτικάρεις το είδωλο σου στον καθρέφτη αν χρειαστεί και να 'χεις τη μαγκιά να πεις πως δε φταίει για όλα η ζωή, ούτε η τύχη σου η μαύρη αλλά το μυαλό σου μοναχά!

Αυτό σου βάζει τρικλοποδιές, αυτό σου στήνει ενέδρες…

Όχι το σύμπαν, όχι οι γνωστοί «άλλοι» που καταφεύγουμε με την πρώτη ευκαιρία.

Διότι οι «άλλοι» δε μπαίνουν με το έτσι θέλω, κάποιος τους ανοίγει την πόρτα!

Κάποιος τους τοποθετεί σε θρόνους και όταν απομυθοποιείται η όλη ιστορία, φέρνει πόνο η εκθρόνιση.

Πως να το κάνουμε άλλωστε!

Οι λάθος επιλογές γίνονται για να εκτιμώνται οι σωστές.

Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης και να μπορούμε μελλοντικά ν’ αποφεύγουμε τις κακοτοπιές.

Αν πάλι νιώθεις εγκλωβισμένος μες στον ιστό της ίδιας της αναβλητικότητας σου, σκέψου πόσο παροδικά και αναλώσιμα είναι τα πάντα γύρω μας…

Δεν ωφελεί να τρέφεις ουτοπίες, να βουλιάζεις κάθε μέρα όλο και πιο βαθιά σε μια ρουτίνα που σου ρουφά όλη σου την ενέργεια προσμένοντας για μία αλλαγή χωρίς καν να κοπιάσεις για δαύτην.

Σταμάτα να κοιτάς αυτούς που πέτυχαν και δες τι μπορείς να κάνεις εσύ για να πετύχεις!

Βγες έξω στον αγώνα και πάλεψε, κανείς δε θα το κάνει για σένα.

Κανείς!

Ακούς;

Μάθε να αγαπάς αυτούς που δεν πληγώνουν την αγάπη

Έμαθες να έλκεσαι από τα δύσκολα. Έμαθες να έλκεσαι από ανθρώπους που σε πλήγωναν εύκολα, που δεν δίσταζαν να σου πουν όχι, που δεν σε φρόντιζαν όσο θα ήθελες. Έμαθες να έλκεσαι από ανθρώπους που ενώ γνώριζες ότι δεν είσαι ευτυχισμένος,/ευτυχισμένη, παρέμενες και το ονόμαζες σχέση.

Παλιά έλεγες ότι αξίζεις περισσότερα, σταδιακά όμως σταμάτησες να το λες. Τον ξέχασες τον εαυτό σου. Δικαιολογούσες όλες τις συμπεριφορές των άλλων. Έμαθες να εφευρίσκεις δικαιολογίες για όλες τις συμπεριφορές, για όλα τα λόγια, για αυτά που σε πλήγωναν. Έμαθες να λες ότι γίνεσαι πιο δυνατός, πιο δυνατή έτσι.

Έμαθες να προσπαθείς να σώσεις, ακόμα και αυτά που δεν σώζονται. Προσπαθούσες για χρόνια να πείσεις τον εαυτό σου ότι έτσι είναι οι σχέσεις. Δύσκολες, πρέπει πάντα να καταλαβαίνεις τον άλλον, απαιτούν μόνιμα συμβιβασμούς και μόνιμα έπρεπε να προσφέρεις εσύ.

Να σου πω όμως κάτι; Δεν είναι έτσι οι σχέσεις. Έμαθες να αγαπάς όσους πληγώνουν την αγάπη, όσους πλήγωναν εσένα. Ονόμαζες το λίγο πολύ και πάντα δικαιολογούσες. Πάντα έλεγες ότι καταλαβαίνεις τους άλλους και ότι στην αγάπη πρέπει πάντα να ακούμε. Να σου πω όμως κάτι;

Δεν είναι αυτό αγάπη. Στην αγάπη προσφέρουν και οι δύο, νιώθουν και οι δύο, ακούνε και οι δύο, φροντίζουν και θαυμάζουν και οι δύο, ρωτάνε και οι δύο, ενδιαφέρονται και οι δύο, είναι παρόντες και οι δύο, επιδιώκουν και οι δύο, προσφέρουν και οι δύο, θέλουν τη σχέση έμπρακτα και οι δύο.

Δεν πληγώνουν. Δεν μειώνουν. Δεν παραμελούν. Δεν αγνοούν. Δείχνουν, με λίγα ή με πολλά, δεν έχει σημασία. Σέβονται. Και είναι τόσο όμορφο να σε σέβονται, να σε θαυμάζουν, να σου λένε πόσο όμορφος είσαι ή πόσο όμορφο είναι αυτό που έφτιαξες.

Σταμάτησε να δικαιολογείς και να αρκείσαι στα λίγα. Φρόντισε τον εαυτό σου και αγάπησέ τον μέσα από τις επιλογές σου. Μην περιμένεις μία γιορτή για να σου δείξει ο άλλος αν σε αγαπάει. Αγάπη σημαίνει να σου δείχνω καθημερινά ότι αξίζω εγώ να είμαι δίπλα σου.

Η αυταπάτη της πίστης

Σε αυτό το άρθρο θα προσπαθήσω να αναλύσω το φαινόμενο της πίστης ως μιας μορφής αυταπάτης, δηλαδή μιας ψυχικής κατάστασης που δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα. Θα εξετάσω τους λόγους που οδηγούν κάποιους ανθρώπους να πιστεύουν σε θεούς, θρησκείες, θαύματα και άλλες υπερφυσικές ιδέες, καθώς και τις συνέπειες που έχει αυτή η πίστη για την κριτική σκέψη, την επιστήμη, την ηθική και την κοινωνία.

Η πίστη είναι ορισμένη ως η αποδοχή μιας πρότασης χωρίς επαρκή λογικά ή εμπειρικά επιχειρήματα. Είναι μια διαδικασία που βασίζεται στο συναίσθημα, τη φαντασία, την επιθυμία, την ελπίδα, το φόβο, την παράδοση, την αυθαιρεσία ή την υποβολή. Δεν είναι μια διαδικασία που βασίζεται στη λογική, την απόδειξη, την εμπειρία, τη μέθοδο, τη δοκιμή ή την αμφιβολία. Η πίστη είναι μια μορφή ψευδαισθήσεως, δηλαδή μιας λάθος αντίληψης του κόσμου.

Οι λόγοι που κάποιοι ανθρώποι πέφτουν στην παγίδα της πίστης είναι πολλοί και σύνθετοι. Μπορεί να σχετίζονται με τη βιολογία, τη ψυχολογία, τη γλώσσα, την κουλτούρα, την εκπαίδευση, το περιβάλλον, την ιστορία, την πολιτική ή την οικονομία. Μπορεί να εξυπηρετούν διάφορους σκοπούς, όπως να δώσουν νόημα, σκοπό, αξία, ταυτότητα, κοινότητα, άνεση, ασφάλεια, ελευθερία, εξουσία ή ευτυχία. Μπορεί να είναι αποτέλεσμα της έλλειψης γνώσης, κριτικής σκέψης, ανοιχτόμυαλης στάσης, επιστημονικής μεθοδολογίας ή επιχειρηματικής δεξιότητας. Μπορεί να είναι προϊόν της προπαγάνδας, του μύθου, του δόγματος, της απάτης, του φανατισμού, της βίας ή του φόβου.

Οι συνέπειες που έχει η πίστη για την κριτική σκέψη, την επιστήμη, την ηθική και την κοινωνία είναι συχνά αρνητικές και επικίνδυνες. Η πίστη υποβαθμίζει τη λογική, την αλήθεια, τη γνώση, τη μάθηση, την πρόοδο και την καινοτομία. Η πίστη δημιουργεί προκατάληψη, σφάλμα, αυθαιρεσία, ψευδή προφήτες και ψευδή θεώρήματα. Η πίστη προωθεί τη δόγμα, το δογματισμό, το φανατισμό, το ολοκληρωτισμό και το μυστήριο. Η πίστη διχάζει, αποξενώνει, αποκλείει, δυσφημεί, διώκει και σκοτώνει.

Γι' αυτό και θεωρώ ότι η πίστη είναι μια αυταπάτη που πρέπει να αποφύγουμε και να καταπολεμήσουμε. Δεν χρειάζεται να πιστέψουμε σε κάτι για να ζήσουμε μια πλήρη και ευχάριστη ζωή. Αυτό που χρειάζεται είναι να σκεφτόμαστε με λογική, να αξιώνουμε με απόδειξη, να γνωρίζουμε με επιστήμη, να δρούμε με ηθική και να συνυπάρχουμε με αγάπη.

Η αυταπάτη της πίστης είναι η πεποίθηση ότι η θρησκεία ή η ιδεολογία που ακολουθεί κανείς είναι η μόνη αλήθεια και ότι όλοι οι άλλοι είναι σφαλμένοι ή κακοί. Αυτή η στάση μπορεί να οδηγήσει σε δογματισμό, φανατισμό και βία, καθώς κάποιοι προσπαθούν να επιβάλουν την πίστη τους σε άλλους ή να καταστρέψουν αυτούς που διαφωνούν μαζί τους. Η αυταπάτη της πίστης αγνοεί την πολυμορφία, την αμφιβολία και την κριτική σκέψη, που είναι απαραίτητες για την εξέλιξη και την ειρήνη της ανθρωπότητας.

Η αυταπάτη της πίστης είναι ένα φαινόμενο που συναντάται συχνά στη σύγχρονη κοινωνία. Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι η πίστη τους τους κάνει καλύτερους, πιο αξιόλογους, πιο ευτυχισμένους. Ωστόσο, αυτή η πίστη μπορεί να είναι μια μορφή αυταπάτης, μιας και δεν βασίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία, αλλά σε συναισθήματα, προκαταλήψεις, παραδόσεις. Η αυταπάτη της πίστης μπορεί να οδηγήσει σε δόγματα, φανατισμό, απόρριψη της επιστήμης, της λογικής, της κριτικής σκέψης. Η αυταπάτη της πίστης μπορεί να είναι επικίνδυνη για τον ίδιο τον πιστό, αλλά και για τους γύρω του, μιας και μπορεί να του δώσει μια ψευδή αίσθηση υπεροχής, να τον κάνει να αγνοήσει την πραγματικότητα, να τον κάνει να επιβάλλει τη θέλησή του στους άλλους.

Μην τα παρατάς ποτέ

Η ζωή είναι μια περιπέτεια. Και σε ορισμένες φάσεις της μοιάζει σαν το τρενάκι του φόβου. Και «ναι» έχουμε την τάση να την συγκρίνουμε με αυτές των άλλων, που φαίνονται τέλειες, αλλά μπορεί να κρύβουν ανώμαλους δρόμους.

Κανείς δεν είπε πως μια αλλαγή είναι εύκολη. Ο κάθε άνθρωπος είναι μια διαφορετική προσωπικότητα. Και στο δικό του ταξίδι θα συναντήσει άλλοτε νηνεμίες κι άλλοτε τσουνάμια. Σκέψου: Τι θα κερδίσεις, αν τα παρατήσεις;

Όλα δείχνουν πως αυτοί που κερδίζουν παρά τις όποιες δυσκολίες, είναι εκείνοι που επιμένουν στους στόχους, στα όνειρά τους και δεν το βάζουν κάτω. Ίσως να ανακαλύψετε δρόμους αποτυχίας και λάθους που δεν σας πέρασαν από το μυαλό. Πλέον, όμως, θα ξέρετε πώς ν΄ αποφεύγετε αυτά τα μονοπάτια.

Δείτε τον εαυτό σας σαν έναν Φοίνικα που αναγεννιέται από τις στάχτες του. Και καταλάβετε ότι πιθανόν τα πράγματα θα πηγαίνουν καλύτερα για σας από τη στιγμή που θα το αποφασίσετε. Αν τα παρατήσετε, όμως, δεν θα μάθετε ποτέ τι χάσατε στη προσπάθειά σας.

Δεν είστε οι μόνοι που αποτύχατε ή κάνατε λάθος επιλογές. Έχετε ελπίδα! Είναι απαραίτητη, για να φύγεις από τον πάτο που έπιασες. Και τελικά ποιος είναι ο πετυχημένος; Αυτός που δεν έπεσε ποτέ κάτω και έβαλε τον πήχη τόσο χαμηλά, για να τον πηδάει άνετα;

Τίποτα που να αξίζει, δεν αποκτάτε εύκολα. Αισιοδοξία.

ΚΙΚΕΡΩΝ: Το άκρον άωτον της ματαιότητας

Τα σπέρματα της αρετής υπάρχουν μέσα μας και, αν τα αφήναμε να βλαστήσουν, η ίδια η φύση θα μας έδειχνε τον δρόμο προς την ευτυχία· όμως εμείς, αμέσως μόλις έρθουμε στον κόσμο και μας αναγνωρίσει ο πατέρας μας, πέφτουμε κατευθείαν στα δίχτυα της κακίας και της διεστραμμένης σκέψης, θαρρείς και ρουφάμε το δηλητήριο της πλάνης μαζί με το γάλα της παραμάνας μας. Κι όταν εκείνη μας παραδώσει στους γονείς μας και στη συνέχεια μας αναλάβουν οι δάσκαλοι, είναι τόσες οι πλάνες που μας μολύνουν, ώστε η αλήθεια δίνει τη θέση της στο ψεύδος, και η σοφία της φύσης υποχωρεί μπροστά στη δύναμη της προκατάληψης.

Ύστερα έρχονται οι ποιητές, οι οποίοι επαγγέλλονται ότι με τη διδασκαλία τους θα μας χαρίσουν ανυπέρβλητη μόρφωση και σοφία. Τους ακούμε λοιπόν, τους διαβάζουμε, τους αποστηθίζουμε, τους επιτρέπουμε να εντυπωθούν βαθιά στη σκέψη μας· αλλά, όταν φτάσει η ώρα για την κοινή γνώμη να παίξει τον ρόλο του μεγάλου δασκάλου και ο όχλος να δώσει το τελειωτικό χτύπημα –ο οποίος, σύσσωμος, ρέπει προς το κακό- τότε είναι ολοφάνερο πως η μόλυνση προχωρεί σε βάθος και οι σφαλερές αντιλήψεις μας αποξενώνουν τόσο πολύ από τη φύση, που φτάνουμε στο σημείο να νομίζουμε πως την τελευταία την καταλαβαίνουν καλύτερα όσοι έχουν πιστέψει ότι δεν υπάρχει υψηλότερη φιλοδοξία για τον άνθρωπο, ούτε ευγενέστερη επιδίωξη, ούτε μεγαλύτερη τιμή, από τα δημόσια αξιώματα, την αρχηγία του στρατού και τη λαϊκή αποδοχή.

Από αυτά γοητεύονται οι πιο αξιόλογοι άνθρωποι και, ενώ αναζητούν την αληθινή δόξα –που αυτή και μόνο ψάχνει με όλες της τις δυνάμεις η φύση μας- ξαφνικά ανακαλύπτουν ότι βρίσκονται αντιμέτωποι με το άκρον άωτον της ματαιότητας, και ότι δεν αγωνίζονται για την υπέροχη εικόνα της αρετής αλλά για ένα χλομό φάντασμα της δόξας. Όμως, η αληθινή δόξα δεν είναι οπτασία αλλά κάτι το απτό, που αφήνει το αποτύπωμά του· είναι η ομόφωνη αποδοχή των ενάρετων ανθρώπων, η αδέκαστη ετυμηγορία εκείνων που μετρούν με δίκαια κριτήρια το ύψος της αρετής, η ηχώ που μας μεταφέρει τη φωνή της αρετής. Αυτή τη δόξα δεν την αρνούνται οι ενάρετοι, διότι τις περισσότερες φορές συνοδεύει τις δίκαιες πράξεις. Ωστόσο, εκείνη η άλλη δόξα, που προσπαθεί να μιμηθεί την αληθινή, είναι προπετής και ασυλλόγιστη, και τις περισσότερες φορές γίνεται σύμβουλος εσφαλμένων επιλογών και κακών πράξεων: αναφέρομαι στη λαϊκή φήμη, η οποία προσπαθεί να παραχαράξει την αληθινή δόξα και να σπιλώσει το κάλλος του προσώπου της με τη δική της ασχήμια. Από αυτή τυφλώνονται οι άνθρωποι, παρά τις όποιες ευγενείς φιλοδοξίες τους, και, επειδή δεν ξέρουν ούτε τι ψάχνουν να βρουν ούτε πού θα το βρουν, άλλοι οδηγούν την πατρίδα τους στο χείλος του γκρεμού κι άλλοι σκάβουν το λάκκο τους με τα ίδια τους τα χέρια.

ΚΙΚΕΡΩΝ, Το φάρμακο της λύπης

Οι άνθρωποι είναι αισιόδοξοι ή απαισιόδοξοι ανάλογα με τον τρόπο που ερμηνεύουν τις εμπειρίες που έχουν ζήσει

Ο Μάρτιν Σέλιγκμαν, ένας από τους πλέον εξέχοντες ψυχολόγους των Ηνωμένων Πολιτειών, εξηγεί ότι οι άνθρωποι είναι αισιόδοξοι ή απαισιόδοξοι ανάλογα με τον τρόπο που ερμηνεύουν τις εμπειρίες που έχουν ζήσει. 

Ο αισιόδοξος θεωρεί ότι οι κακές στιγμές είναι πάντα παροδικές, ενώ, αντίθετα, οι στιγμές ευτυχίας είναι διαρκείς. Μια αποτυχία ή μια καταστροφή είναι μονοσήμαντες, ανεκδοτολογικού χαρακτήρα.

Για τον απαισιόδοξο προφανώς ισχύει το εντελώς αντίθετο και επενδύει σε αυτή την προοπτική.

Κατά τον Σέλιγκμαν, το επεξηγηματικό μας σύστημα – αυτό που αποφασίζει αν είμαστε αισιόδοξοι ή απαισιόδοξοι – έχει τρία συστατικά:

1. Διάρκεια : Αν οι κακές εμπειρίες προσλαμβάνονται σαν κάτι που θα κρατήσει αιώνια, βρισκόμαστε μπροστά σε μια απαισιόδοξη τάση. Ο άνθρωπος που λέει «δε θα το καταφέρω ποτέ» ή «όλοι με μισούν» μονιμοποιεί τις καταστάσεις αυτές.

2. Γενίκευση ή εξειδίκευση: Όταν πρόκειται για μια αρνητική εμπειρία, ο απαισιόδοξος τείνει να γενικεύει και ο αισιόδοξος να εξειδικεύει ( «όλα μού πάνε στραβά» / «αυτό μου βγήκε άσχημα» ). Αντίθετα, όταν πρόκειται για μια θετική εμπειρία, συμβαίνει το αντίθετο: ο απαισιόδοξος τείνει να εξειδικεύει και ο αισιόδοξος να γενικεύει.

3. Εσωτερίκευση ή εξωτερίκευση: Οι απαισιόδοξοι συνήθως εσωτερικεύουν τις αρνητικές εμπειρίες με τη μορφή τραύματος, ενώ οι αισιόδοξοι τις εξωτερικεύουν, δηλαδή τις μοιράζονται με τους άλλους για να τις απαλύνουν και να τις μετριάσουν.

Νίκη χωρίς μάχη. Το τέχνασμα του Λύσανδρου

Το τέχνασμα του Λύσανδρου που έστεψε νικητές του Πελοποννησιακού πολέμου τους Σπαρτιάτες

413 π. Χ.O πόλεµος όλο φούντωνε και ήταν δύσκολο να τελειώσει. Oι Σπαρτιάτες πήραν την απόφαση να δηµιουργήσουν κι αυτοί ισχυρό στόλο, ικανό να τα βάζει µε τον αθηναϊκό. Ζήτησαν µάλιστα για το σκοπό αυτό και χρήµατα από τους Πέρσες.

Έτσι πέτυχαν ν’ αποκτήσουν µεγάλη ναυτική δύναµη. O αγώνας είχε πια µεταφερθεί στη θάλασσα. Σε ναυµαχία που έγινε στις Αργινούσες (406 π.Χ.) νίκησαν οι Αθηναίοι. Η κρίσιµη όµως σύγκρουση έγινε την άλλη χρονιά στους Αιγός ποταµούς, όπου οι Αθηναίοι έπαθαν µεγάλη καταστροφή.

Το τέχνασµα του Λύσανδρου

Oι στόλοι της Αθήνας και της Σπάρτης βρίσκονταν ο ένας απέναντι στον άλλο στα στενά του Ελλησπόντου. O αρχηγός του στόλου των Σπαρτιατών Λύσανδρος δε φαινόταν πρόθυµος να δώσει µάχη.

Oι Αθηναίοι νόµισαν ότι οι Σπαρτιάτες φοβούνται. Άφησαν λοιπόν τα πλοία , κατέβηκαν στη στεριά και άρχισαν να αγοράζουν ό,τι χρειάζονταν. O Λύσανδρος, έχοντας έτοιµο το στόλο του για αιφνιδιαστική επίθεση, βρισκόταν στην άλλη πλευρά των στενών, απέναντι από τους Αθηναίους.

Έδωσε εντολή σ’ ένα πλοίο του να πλεύσει στο µέσο της απόστασης. Απ’ εκεί οι ναύτες παρακολουθούσαν τους Αθηναίους. Μόλις τους είδαν να έχουν κατέβει στην ξηρά ύψωσαν µια ασπίδα. O Λύσανδρος, µόλις είδε την ασπίδα, διέταξε το στόλο να πλεύσει ολοταχώς. Oι Αθηναίοι που βρίσκονταν ακόµη στην ξηρά τα έχασαν. Έτρεξαν για τα πλοία, αλλά δεν πρόφτασαν. Πιάστηκαν όλοι αιχµάλωτοι.

Μετά το γεγονός αυτό ο στόλος της Σπάρτης έπλευσε στον Πειραιά. Oι Αθηναίοι βρέθηκαν σε δύσκολη θέση. Αναγκάστηκαν να υπογράψουν ειρήνη (404 π.Χ.) µε βαριούς όρους γι’ αυτούς.

Η δημιουργία είναι ευτυχία

Ένας από τους κυριότερους εκφραστές της θετικής ψυχολογίας, ο Μιχάι Τσικζεντμιχάι, δηλώνει ότι ο άνθρωπος αισθάνεται πιο ευτυχισμένος όταν συγκεντρώνεται πλήρως στην ασχολία με την οποία καταπιάνεται ή στην κατάσταση στην οποία βρίσκεται.

Είναι τότε που παραμένει απορροφημένος, βυθίζεται σε αυτό που κάνει και ξεχνάει τον εαυτό του, το εγώ, τον χρόνο. Όλα ρέουν εύκολα και ευχάριστα. Αυτή ήταν προφανώς η κατάσταση του Πικάσσο, όταν, πινελιά την πινελιά, δημιουργούσε το έργο του, ή ενός συγγραφέα που χτενίζει το κείμενό του ή κάποιου χορευτή που κινείται στον ήχο της μουσικής χωρίς να σκέφτεται τίποτα άλλο.

Οι άνθρωποι αυτοί πραγματοποιούν το έργο, αλλά την ίδια στιγμή είναι και τεχνίτες και μέρος του έργου. Ρέουν μαζί του.

Κάθε άνθρωπος μπορεί να πετύχει αυτή την κατάσταση αρμονίας που τη χαρακτηρίζει μια αίσθηση ροής, μια αίσθηση ότι ο άνθρωπος «είναι στο ίδιο κύμα» με αυτό που πραγματοποιεί, δεδομένου ότι μπορεί να εξασκηθεί. Αλλά για να το πετύχει αυτό, είναι αναγκαίες κάποιες συνθήκες.

Πρέπει αφενός να υπάρχει μια ισορροπία ανάμεσα στην πρόκληση που συνεπάγεται η ασχολία με την οποία καταπιάνεται το άτομο και στην επιδεξιότητα του ατόμου για να τη φέρει εις πέρας. Διαφορετικά, αν το άτομο δεν έχει την απαιτούμενη ικανότητα και κατά την εκτέλεσή της, η ασχολία καταλήγει είτε υπερβολικά δύσκολη είτε εύκολη, αυτή η κατάσταση ροής δε θα προκληθεί.

Και, αφετέρου, χρειάζεται να εστιάζει την προσοχή του στη δραστηριότητα · που πραγματοποιεί. Η προσοχή αυτή μπορεί να εξασκηθεί και να ενδυναμωθεί μέσω του διαλογισμού, της άσκησης γιόγκα ή με τις πολεμικές τέχνες.

Η ευτυχία ξεδιπλώνεται καθώς ρέουμε.

Ο Σκοπός και η Θέληση

«Μια νύχτα ο Τσουάνγκ Τζου ονειρεύτηκε πως ήταν πεταλούδα. Όταν ξύπνησε όμως δεν ήξερε. Ήταν ο Τσουάνγκ Τζου που ονειρεύτηκε πως ήταν πεταλούδα, ή η πεταλούδα που ονειρεύτηκε πως ήταν ο Τσουάνγκ Τζου;» -Lao Tse –Tao

Μέσα στον κόσμο βλέπεις το Πνεύμα, την Διάνοια και την Ύλη, που είναι ένα και το αυτό. Είναι το ‘Είναι’. Είναι Εσύ.

Οι επιστήμονες ‘ανακάλυψαν’ πρόσφατα αυτό που οι πνευματικοί ηγέτες γνωρίζουν ήδη εδώ και πολλά χρόνια. Ανακάλυψαν λοιπόν πως αν μετρήσουν τον ηλεκτρισμό του εγκεφάλου ενός ανθρώπου, χρησιμοποιώντας αξονικό τομογράφο- όταν αυτός ο άνθρωπος κοιτάζει ένα αντικείμενο που τον διεγείρει συναισθηματικά και ξανά μετά όταν Φαντάζεται το ίδιο αντικείμενο, ξανά δραστηριοποιούνται οι ίδιες περιοχές του εγκεφάλου και αναπτύσσονται τα ίδια συναισθήματα. Ο Νους δεν ξέρει την διαφορά ανάμεσα στο ‘Εκεί Έξω’ και στο ‘Εδώ Μέσα’.

Για την ακρίβεια δεν υπάρχει ‘εκεί έξω’ ανεξάρτητο από το τι γίνεται ‘εδώ μέσα’. Κάθε φορά που κλείνεις τα μάτια σου και σκέφτεσαι νοερά ‘ονειρεύεσαι’ ένα αντικείμενο, γεγονός η κατάσταση παράγεις τα ίδια εγκεφαλικά πρότυπα που θα παρήγαγες αν κοιτούσες αυτό το αντικείμενο, γεγονός η κατάσταση. Ο εγκέφαλος όχι μόνο δεν ξεχωρίζει ανάμεσα σε αυτό που βλέπει στο περιβάλλον και σε αυτό που φαντάζεται, αλλά δεν φαίνεται να καταλαβαίνει την διαφορά ανάμεσα σε ένα γεγονός που γίνεται στο Φυσικό Σύμπαν και σε ένα γεγονός που γίνεται στο κόσμο της Φαντασίας.

Ο Σκοπός σου είσαι εσύ, η Ανεξαρτησία σου και η Θέληση σου τον κάνει Αληθινό.

Το ότι ο Νους προϋποθέτει την πραγματικότητα που έπειτα βλέπουν τα μάτια το ‘ανακάλυψε’ -επιστημονικά- γύρω στα 1930 ο Edmund Jacobson επινοητής της Τεχνικής Προοδευτικής Χαλάρωσης για την μείωση του άγχους. Ο Lao, ο Αθηναγόρας, ο Θαλής, ο Λεύκιππος, ο Ηράκλειτος, ο Δημόκριτος, κ.ά. το ήξεραν μερικές χιλιάδες χρόνια πριν, μα μην το κάνουμε θέμα τώρα.

Αυτή την ανακάλυψη την εκμεταλλεύτηκαν πολύ καλά οι αθλητές σε όλο τον κόσμο. Έγινε βασικό κομμάτι της σκληρής καθημερινής προπόνησης τους. Κορυφαίοι αθλητές του στίβου και άλλων αθλημάτων, προπονούνται συστηματικά να ονειρεύονται, να οραματίζονται να συλλαμβάνουν νοερά τους στόχους τους, τις επιδόσεις τους, τον ΣΚΟΠΟ τους χρησιμοποιώντας όλες τις αισθήσεις τους για την προσομοίωση της ενέργειας που θέλουν να πετύχουν. Δια-Στοχάζονται, Οραματίζονται την επιτυχία με κάθε λεπτομέρεια, εικόνας, συναισθημάτων, ήχων, ΠΡΙΝ την βιώσουν.

Αυτό φαίνεται λίγο ανορθόδοξο ειδικά στους ανταγωνιστικούς αθλητές που δεν κατανοούν τι ακριβώς αξία έχει να κάθεται κάποιος με τα μάτια κλειστά, να Βλέπει και να δημιουργεί τις Σκέψεις του. Τώρα πια έχοντας αποδειχθεί πνευματικά και επιστημονικά η άμεση αποτελεσματικότητα της διαδικασίας του «Στοχάζειν», η χρήση του είναι καθημερινότητα.

Πολλοί μάλιστα ισχυρίζονται ότι δεν είναι τα αναβολικά η αιτία που έχουν αυξηθεί τόσο πολύ οι επιδόσεις στα αθλήματα, σχεδόν εξωπραγματικές κάποιες φορές, αλλά η συστηματική αξιοποίηση της χρήσης αυτών των διανοητικών τεχνικών. Των τεχνικών της Φαντασίας. Ξέρεις ποιός είναι ο μεγαλύτερος εχθρός σου, το τεράστιο εμπόδιο που καταστρέφει τις φιλοδοξίες σου; Το μυαλό σου.

Τίποτε Δεν Είναι Εξωτερικό.

Στη Ζωή υπάρχει μόνο ένας τρόπος να μην είσαι νικητής. Να ξεχάσεις τον ΣΚΟΠΟ σου, να μην είσαι Θέληση ή να μην έχεις Σκοπό. Πίσω από κάθε απίθανο άθλο, πίσω από τις πιο τολμηρές και φανταστικά απίστευτες περιπέτειες, πίσω από τους γίγαντες της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής και βιομηχανικής σκηνής, πίσω από τις μεγαλύτερες πολυεθνικές υπάρχει πάντα, Ένα και Μόνο Ένα Άτομο η Θέληση του και ο Σκοπός του. Ο ιδρυτής, ο οραματιστής, ο φωτισμένος επιχειρηματίας, αυτός, μονάχα αυτός και μόνο η δική του Σκέψη, ο δικός του Νους, το δικό του Στοχάζειν, έχει επιτρέψει την ύπαρξη εκείνου του κόσμου και μόνο η δική του Θέληση, τον τρέφει και τον συντηρεί.

Στην ψυχολογική κατάσταση ενός μαχητή/ταξιδιώτη, οτιδήποτε έξω από το Νου του είναι αργές και άκαμπτες καταστάσεις. Στις αποφάσεις, στις επιλογές απαιτείται μια διαφορετική προσέγγιση, η Θέληση και μια ακόμη για να την δυναμώνει, ένας Άκαμπτος Σκοπός, στην πραγματικότητα δεν λαμβάνεται καμιά απόφαση δεν υπάρχει καμιά επιλογή, ο Σκοπός και η Θέληση καθορίζουν τα πάντα.

Η Θέληση και ο Σκοπός καθοδηγούν και κατευθύνουν κάθε απόφαση. Η Θέληση είναι ο ίδιος ο Εαυτός… το εισιτήριο για την Ελευθερία. Το Όραμα του δημιουργεί την πορεία, δεν έχει ανάγκη να επιλέξει κατεύθυνση, ο Σκοπός είναι το μονοπάτι, Αυτός και οι Σκέψεις είναι η κατεύθυνση, ο δημιουργός του Σκοπού, που παίρνει μορφή στο Νου, ενεργοποιείται από την Θέληση και μετά υλοποιείται στο φυσικό Σύμπαν.

Η Θέληση και ο Σκοπός, είναι κάτι που τοποθετείς ανάμεσα στον εαυτό σου και στην ζωή σου.

Είναι ντροπή να μην μπορεί κάποιος να απαντήσει με σχετική σιγουριά στις απλές ερωτήσεις.

Τι Σκοπό έχεις;
Τι Στόχο;
Τι θα κάνεις;
Τι κάνεις;
Τι σκέφτεσαι;
Σκέφτεσαι;
Τι θέλεις;
Θέλεις;

Συλλογίσου τα παρακάτω για λίγο και γράψε τις απαντήσεις με χαρτί και μολύβι.

Αν δεν μπορείς να δεις παρά μόνο αυτό που ξέρεις, πως θα δεις το καινούργιο;
Τι είσαι πρόθυμος να κάνεις για να δεις το διαφορετικό;
Τι έργο παίζεται στο Νου σου;
Που θα το δεις;
Μπορείς να σκεφτείς ένα καρπούζι χωρίς να σκεφτείς ταυτόχρονα κάτι στρογγυλό, πράσινο απέξω, κόκκινο από μέσα με μαύρα σπόρια, δροσερό, ζέστη και ήλιο;
Γιατί δεν μπορείς να δεις το Πνεύμα; Τον αέρα; Την καρδιά σου, την πλάτη σου;
Αν δεν μπορείς να σκεφτείς και να περιγράψεις με λέξεις, ένα σπίτι με πισίνα, με θέα στην θάλασσα, ιδιωτικό λιμανάκι, μια Ferrari, ένα ουρανοξύστη, διπλάσιους πελάτες, φουσκωμένο τραπεζικό λογαριασμό, ή ό,τι άλλο θέλεις, με ποιόν τρόπο πιστεύεις πως μπορείς να τα αποχτήσεις;
Ποιά κατάσταση σου φαίνεται πιο πραγματική, το Στοχάζειν, η αυτή που νομίζεις πως ζεις;
Είσαι σίγουρος;
Είσαι;

Μόνος με τις Σκέψεις Σου: Τρομακτική κατάσταση.

Όσο ΑΝΤΙ- εξελίσσεται η κοινωνία, εξελίσσονται και οι μέθοδοι χειραγώγησής της. Ο έλεγχος δεν συνίσταται πια στο να μας ωθούν σε συγκεκριμένες ενέργειες, αλλά στο να ωθούμαστε μόνοι μας σε αυτές. Ο Jean Bodrillard επισημαίνει ότι η τηλεόραση συνιστά τον κοινωνικό έλεγχο μέσα στο σπίτι, όχι κατ’ ανάγκην σαν κατασκοπευτικό όργανο αλλά κάτι περισσότερο από αυτό.

Εξασφαλίζει ότι οι τηλεθεατές δεν θα μιλούν πλέον μεταξύ τους. Θα είναι οριστικά απομονωμένοι μπροστά σε δηλώσεις, κατευθύνσεις, εντολές, χωρίς απόκριση. Ακόμη πιο πέρα, εξασφαλίζει ότι οι τηλεθεατές δεν θα μένουν ποτέ χαλαροί και μόνοι τους, γιατί υπάρχει η ολέθρια και καταστροφική για το σύστημα πιθανότητα, να αρχίσουν να σκέφτονται. Αν οι άνθρωποι αρχίσουν να σκέφτονται και μείνουν μόνοι με τις σκέψεις τους, υπάρχει η ακόμη πιο επικίνδυνη πιθανότητα, να αρχίσουν να κάνουν τους σωστούς συνειρμούς και να σκεφτούν σωστά. Πόσο πιθανό θεωρείς να επιτρέψουν οι επικυρίαρχοι, που σε κυβερνούν να καταφέρεις κάτι τέτοιο;

Πόσο πιθανό θεωρείς να κυβερνούσαν την Ελλάδα -για να περιοριστώ στην χώρα ελέγχου των Γερμανών- αυτές οι μαριονέτες που σε κυβερνούν, αν ΕΣΥ είχες την ικανότητα της Σκέψης; Πόσο πιθανό θεωρείς να έλεγχαν το ανθρώπινο κοπάδι των Ελλήνων, της Γερμανικής επικράτειας που αυτοαποκαλείται Ελλάς, η θρησκεία των Εβραίων ή οποιαδήποτε άλλη οργανωμένη και ιεραρχική θρησκεία; Μένω στα βασικά, κάνε μόνος σου περισσότερους συνειρμούς, γιατί είναι καλοκαιράκι και λέω να κατέβω στα καθαρά γαλανά νερά, όσο ακόμη μου το επιτρέπουν, γιατί τα ετοιμάζουν προς πώληση.

Η ακόλουθη έρευνα δείχνει – επιστημονικά και με την βούλα, σαν καλόγινωμένο καρπούζι Μανωλάδας – κάτι που είναι ήδη γνωστό, ότι οι περισσότεροι άνθρωποι προτιμούν να κάνουν κάποια πράξη, ακόμη και εις βάρος του τον εαυτού τους, από το να μην κάνουν τίποτα ή να μείνουν μόνοι με τις σκέψεις τους, πόσο μάλλον να μείνουν χωρίς καθόλου σκέψεις, σύμφωνα με τους ερευνητές τα πορίσματα των οποίων δόθηκαν στη δημοσιότητα στις 4 Ιουλίου 2014 στο περιοδικό Science.

Σε μια σειρά 11 ερευνών, ο ψυχολόγος Timothy Wilson από το Πανεπιστήμιο της Virginia και οι συνεργάτες του στο Πανεπιστήμιο της Virginia και το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, διαπίστωσαν, ότι οι συμμετέχοντες στη μελέτη προερχόμενοι από ένα ευρύ φάσμα ηλικιών, δεν τους άρεσε να περνούν ακόμη και σύντομο χρονικό διάστημα μόνοι τους σε ένα δωμάτιο χωρίς να κάνουν τίποτα, όπως το να σκέφτονται ή να ονειροπολούν. Οι συμμετέχοντες, σε μεγάλο βαθμό, απολάμβαναν πολύ περισσότερο τις εξωτερικές δραστηριότητες όπως να ακούν μουσική ή να παίζουν με ένα smartphone. Ορισμένοι μάλιστα προτίμησαν να υποβάλλουν τον εαυτό τους σε ηλεκτροσόκ από το να σκέφτονται.

«Όσοι από εμάς που απολαμβάνουν μία ιδιαίτερη στιγμή, που θέλουν να ηρεμήσουν και να αφιερώσουν χρόνο να σκεφτούν, πιθανώς να αντιμετωπίσουν τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης με μεγάλη έκπληξη αλλά οι συμμετέχοντες αυτής, έδειξαν συστηματικά ότι θα πρέπει μάλλον να κάνουν κάτι άλλο, από το να μείνουν μόνοι με τις σκέψεις τους, ακόμη και για ένα αρκετά σύντομο χρονικό διάστημα».

Ενδιαφέρον θα είχε να μας πει ο επιστήμονες τι είδους σκέψεις κάνουν τα ανθρώπινα ζωντανά;

Η χρονική περίοδος που ο Wilson και οι συνεργάτες του ζήτησαν από τους ανθρώπους να είναι μόνοι με τις σκέψεις τους κυμαίνονταν από 6 έως 15 λεπτά, δηλ ολόκληρη αιωνιότητα. Σε πολλές από τις πρώτες μελέτες συμμετείχαν σπουδαστές πανεπιστημίου, οι περισσότεροι από τους οποίους ανέφεραν ότι αυτή η «περίοδος σκέψης» δεν ήταν πολύ ευχάριστη και ότι ήταν δύσκολο να συγκεντρωθούν. Έτσι, ο Wilson προχώρησε σε μία μελέτη με συμμετέχοντες από μια μεγαλύτερη επιλογή ηλικιακού φάσματος που κυμάνθηκε στο ηλικιακό εύρος 18 – 77 και βρήκε ουσιαστικά τα ίδια αποτελέσματα.

«Αυτό ήταν έκπληξη! Ότι οι άνθρωποι, ακόμη και μεγαλύτερης ηλικίας δεν έδειξαν κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον να βρεθούν μόνοι με τις σκέψεις τους», δήλωσε ο Wilson.

Σιγά την έκπληξη μεγάλε, ένας άνθρωπος που έχει γαλουχηθεί, προπαγανδιστικά, με ένταση και με συνέχεια, στον θόρυβο και στον έλεγχο, πως μετά από 20-50 χρόνια προγραμματισμού να κάνει ένα πράγμα, ξαφνικά θα κάνει κάτι άλλο έξω από τον προγραμματισμό; Είναι σαν να έχω widows στον υπολογιστή μου 50 χρόνια και ξαφνικά χωρίς αλλαγή προγράμματος να του ζητάω να λειτουργήσει με Linux. Τσακάλια οι επιστήμονες! Πόσα παίρνουν άραγε γι αυτές τις έρευνες τα επιστημονικά σαϊνια; Πάμε παρακάτω …

Ο Wilson δεν αποδίδει απαραίτητα αυτό το γεγονός στο γρήγορο ρυθμό της σύγχρονης κοινωνίας (όοοχι βέβαια) ή στην επικράτηση των άμεσα διαθέσιμων ηλεκτρονικών συσκευών, όπως τα smartphones. Αντί αυτού, ο ίδιος πιστεύει ότι οι συσκευές μπορεί να είναι μια απάντηση στην επιθυμία των ανθρώπων να έχουν πάντα κάτι να κάνουν.

Στη μελέτη του, ο Wilson επισημαίνει ότι ένα μεγάλο εύρος ερευνών έχουν δείξει ότι οι άνθρωποι γενικά προτιμούν να μην απεμπλακούν από τον πολιτισμό και όταν το κάνουν, δεν το απολαμβάνουν ιδιαίτερα. Με βάση αυτές τις έρευνες, διαπιστώνεται ότι ο κόσμος ξοδεύει το χρόνο του μπροστά στην τηλεόραση, την συναναστροφή ή την ανάγνωση και πολύ λίγο ή καθόλου χρόνο στη «χαλάρωση ή στην σκέψη.» Για την «Μη Σκέψη», ούτε λόγος.

Κατά την διάρκεια πολλών πειραμάτων του Wilson, οι άνθρωποι κλήθηκαν να καθίσουν μόνοι τους σε ένα λιτό δωμάτιο, μέσα σε ένα εργαστήριο, χωρίς κινητό τηλέφωνο, χωρίς βιβλία ή υλικά συγγραφής και να περάσουν 6 έως 15 λεπτά – ανάλογα με τη μελέτη – προσπαθώντας να αφιερώσουν αυτό το χρόνο στο εαυτό τους και στις σκέψεις τους. Στην συνέχεια, απάντησαν σε συγκεκριμένα ερωτήματα μεταξύ άλλων σχετικά με το πόσο απήλαυσαν την εμπειρία και αν είχαν δυσκολία στη συγκέντρωση.

Οι περισσότεροι ανέφεραν ότι τους ήταν δύσκολο να συγκεντρωθούν και ότι το μυαλό τους είχε αφαιρεθεί και περιπλανιόταν, αν και δεν υπήρχε τίποτα για να αποτραβήξει την προσοχή τους. Κατά μέσο όρο, οι συμμετέχοντες ανέφεραν ότι δεν απήλαυσαν την εμπειρία. Ένα παρόμοιο αποτέλεσμα βρέθηκε σε περαιτέρω μελέτες, όταν οι συμμετέχοντες είχαν την δυνατότητα να βρεθούν μόνοι με τις σκέψεις τους στα σπίτια τους.

«Βρήκαμε ότι περίπου το ένα τρίτο παραδέχτηκε ότι είχαν «κλέψει» στην έρευνα όταν ήταν στο σπίτι, συμμετέχοντας σε κάποια δραστηριότητα, όπως η ακρόαση μουσικής ή χρησιμοποιώντας ένα κινητό τηλέφωνο ή απλώς με τον να σηκωθούν από την καρέκλα τους», δήλωσε ο Γουίλσον. «Και δεν απήλαυσαν αυτήν την εμπειρία περισσότερο στο σπίτι από ό, τι στο εργαστήριο»

Ένα επιπλέον πείραμα του Wilson, πρότεινε, με τυχαία επιλογή, στους συμμετέχοντες να περάσουν λίγο χρόνο με τις σκέψεις τους ή το ίδιο χρονικό διάστημα να κάνουν μια εξωτερική δραστηριότητα, όπως να διαβάσουν ή να ακούσουν μουσική, αλλά όχι να επικοινωνήσουν με άλλους ανθρώπους. Αυτοί που έκαναν τις εξωτερικές δραστηριότητες ανέφεραν ότι οι ίδιοι το απήλαυσαν πολύ περισσότερο από ό, τι εκείνοι που κλήθηκαν να σκεφτούν μόνο, ότι ήταν ευκολότερο να συγκεντρωθούν και ότι το μυαλό τους αφαιρέθηκε λιγότερο.

Οι ερευνητές προχώρησαν ακόμα πιο μακριά τη μελέτη τους. Επειδή οι περισσότεροι άνθρωποι προτιμούν να έχουν κάτι να κάνουν από το να σκέφτονται, στη συνέχεια ρωτήθηκαν: «Θα προτιμούσατε να εκτελέσετε μια δυσάρεστη δραστηριότητα από το να μην κάνετε καμία δραστηριότητα απολύτως;»

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι πολλοί θα το επέλεγαν. Στους ανθρώπους δόθηκε η πρόσθετη δυνατότητα, κάτω από τις ίδιες συνθήκες όπως άλλωστε και στις περισσότερες από τις προηγούμενες μελέτες, να διαχειρίζονται την υποβολή ενός ήπιου ηλεκτροσόκ στον εαυτό τους με το πάτημα ενός κουμπιού.

Δώδεκα από τους 18 άνδρες της μελέτης έκαναν οι ίδιοι στον εαυτό τους, τουλάχιστον ένα, ηλεκτρικό σοκ κατά τη διάρκεια της 15λεπτης «περιόδου σκέψης» Συγκριτικά, 6 από τις 24 γυναίκες συμμετέχουσες, έκαναν ηλεκτροσόκ στον εαυτό τους. Όλοι οι συμμετέχοντες έχοντας δεχθεί ένα δείγμα του σοκ, ανέφεραν ότι θα πλήρωναν για να αποφύγουν να δεχθούν ξανά ηλεκτροπληξία.

«Αυτό που είναι εντυπωσιακό» γράφουν οι ερευνητές, «είναι ότι απλά το να είσαι μόνος με τις σκέψεις σου για 15 λεπτά ήταν προφανώς τόσο απωθητικό που οδήγησε πολλούς συμμετέχοντες να υποβάλλουν οι ίδιοι τον εαυτό τους σε ένα ηλεκτρικό σοκ που νωρίτερα είχαν πει ότι θα πλήρωναν για να το αποφύγουν»

Ο Wilson και η ομάδα του σημείωσαν, ότι οι άνδρες τείνουν να αναζητούν «αισθητηριακά ερεθίσματα» περισσότερο από τις γυναίκες, κάτι που μπορεί να εξηγήσει γιατί το 67% των ανδρών υπέβαλλαν τον εαυτό τους σε ηλεκτροσόκ σε σχέση με το 25% των γυναικών που το έκαναν.

Ο Wilson, δήλωσε ότι ο ίδιος και οι συνεργάτες του εξακολουθούν να εργάζονται για τους ακριβείς λόγους για τους οποίους οι άνθρωποι βρίσκουν δύσκολο το γεγονός να είναι μόνοι με τις σκέψεις τους.

«Ο καθένας απολαμβάνει μία περίοδο αφηρημάδας ή να φαντασιώνεται κατά καιρούς”, είπε, “αλλά αυτά τα είδη σκέψης μπορεί να είναι πιο ευχάριστα όταν συμβαίνουν αυθόρμητα και είναι πιο δύσκολο να γίνουν κατ’ εντολή. Το μυαλό έχει σχεδιαστεί για να συνεργάζεται με τον κόσμο» , είπε. «Ακόμα και όταν είμαστε μόνοι μας, ο στόχος μας είναι συνήθως στον έξω κόσμο. Και χωρίς εκπαίδευση στο διαλογισμό ή σε τεχνικές σκέψης ελέγχου, οι οποίες είναι πολύπλοκες μέθοδοι και δεν αρμόζουν σε πολλούς ανθρώπους, οι περισσότεροι θα προτιμούσαν να συμμετάσχουν σε εξωτερικές δραστηριότητες»

Αναρωτιέμαι: Αν οι άνθρωποι και μάλιστα κατόπιν ειδικών ερευνών, των ειδικών επιστημόνων ερευνητών, προτιμούν να κάνουν ηλεκτροσόκ παρά να μείνουν μόνοι με τις σκέψεις τους, αν τους βάλουν να μείνουν χωρίς σκέψεις μπορεί ν’ αυτοκτονήσουν ή να δολοφονήσουν; Μένει να μας ενημερώσουν οι ειδικοί ερευνητές.

Αντιλαμβάνομαι όμως πόσο δύσκολο, μάλιστα πέρα από τα όρια του αδύνατου, είναι να μείνουν οι άνθρωποι χωρίς καθόλου σκέψεις. Παραδόσεις αληθινά Μεγάλων Σοφών, λένε ότι αν ο άνθρωπος μείνει χωρίς σκέψεις 2 ολόκληρα λεπτά μπορεί να βγει από την δημιουργία, πέρα από τον δημιουργό και να βρεθεί στο άγνωστο Μεγάλο Χάος. Αυτός είναι άλλωστε και ο Άκαμπτος Σκοπός του ταξιδιώτη/πολεμιστή. Να γίνει ικανός και άξιος να αντιμετωπίσει το Άγνωστο.

Δεκάδες συμβουλές και τρόποι υπάρχουν ώστε οι άνθρωποι να μπορέσουν να μείνουν χωρίς σκέψεις. Αρχής γενομένης να κάνουν ευχάριστες σκέψεις. Ναι και αυτό είναι πολύ δύσκολο. Συνήθως ξεκινούν να κάνουν μια ευχάριστη σκέψη και σε 5-6 δεύτερα την μετατρέπουν σε δυσάρεστη. Ευχάριστη σκέψη κάνουν ή κατά λάθος, ή αν βρεθούν σε άσκηση και κάποιος τους το ζητήσει, μόνοι τους και από επιλογή πολύ σπάνια.Κλείσε τα μάτια σου και κάνε ευχάριστες σκέψεις, αν μπορείς να μείνεις μόνος με τις σκέψεις σου.

Άσε την ροή των σκέψεων σου, να τρέχει αβίαστα.

Παρατήρησε σε πόσο χρόνο οι ευχάριστες σκέψεις, μετατρέπονται σε δυσάρεστες.

Κράτα τα μάτια κλειστά για να μην έχεις εξωτερικές επιρροές και ανάσαινε χαλαρά όταν κάνεις την άσκηση, χωρίς μουσική ή αρώματα.

Οι υποσυνείδητες εγγραφές, δηλ. το πρόγραμμα που τρέχει στον υπολογιστή σου, δεν επιτρέπει ιούς, έχει σκληρό τείχος προστασίας. Η μεγάλη και έντονη εισροή ευχάριστων σκέψεων είναι σαν ένας ιός στο λειτουργικό σύστημα που θα κάνει -και κάνει- ότι πρέπει για να επαναφέρει τα πράγματα στην «σωστή» λειτουργία.

Επιβάλλεται –αν θέλεις να ζήσεις σαν άνθρωπος και όχι σαν ανθρώπινο ζώο- να τροφοδοτήσεις τον σκληρό δίσκο με πολλά ευχάριστα γεγονότα, σκέψεις, συναισθήματα, στιγμές γέλιου, χαράς, προσφοράς, συντροφικότητας, μοναχικότητας, κλπ αλλά και να τα χρησιμοποιείς καθημερινά για να τα αναγνωρίζει το λειτουργικό σου πρόγραμμα και να μην τα αντιμετωπίζει σαν ιούς.

Μετά πάμε σε ασκήσεις για τις ΜΗ Σκέψεις και εκεί απαιτείται πειθαρχία και ανάληψη ευθύνης πολεμική.

Εκεί θα ανακαλύψεις το “άγιο δισκοπότηρο” δηλ. ότι τα 9,99/10 των σκέψεων που κάνεις καθημερινά, δεν είναι δικές σου, αλλά εξωτερικές υποβολές.

Από ποιόν άραγε;

Αν να μπορείς να μπεις σε κατάσταση Μη Σκέψεων, ελεγχόμενα και με επίγνωση, δεν μπορείς να ενωθείς με τον Σκοπό και την Θέληση. Έτσι καταντάς μια συνηθισμένη μετριότητα.

Οι συνηθισμένοι άνθρωποι δεν ξέρουν πως όλα είναι δυνατά και βολοδέρνουν σαν φελλοί στο κύμα.

Ο Αριστοτέλης και ο πολεοδομικός σχεδιασμός της ιδανικής πόλης

Από τη στιγμή που τα καταναλωτικά αγαθά παράγονται από τους εργάτες, τους τεχνίτες και τους γεωργούς, η υλική ευμάρεια της πόλης θεωρείται εξασφαλισμένη. Αυτό που μένει είναι η θέση της πόλης που σαφώς έχει τεράστια σημασία πρώτα απ’ όλα για την υγεία του πληθυσμού: «επειδή» (η υγεία εννοείται) «έχει απόλυτη προτεραιότητα (γιατί οι πόλεις με προσανατολισμό προς την ανατολή και τους ανατολικούς ανέμους είναι καλύτερες για την υγεία, δεύτερο όσες δεν τις πιάνουν οι βόρειοι άνεμοι, γιατί έχουν πιο ήπιο χειμώνα)». (1330a 38 – 41).

Με άλλα λόγια, η εξασφάλιση των σωστών κλιματολογικών συνθηκών αποτελεί κυρίαρχη προτεραιότητα για την ίδρυση της ιδανικής πόλης, αφού, και πέρα απ’ το ζήτημα της δημόσιας υγείας, οι κλιματολογικές συνθήκες θα παίξουν τεράστιο ρόλο και στην αυτάρκεια της τροφής καθορίζοντας τη σοδιά των αγρών – η ύπαρξη πλούσιων αγροκτημάτων είναι επιπλέον καθοριστικός παράγοντας για την επιλογή της θέσης της ιδανικής πόλης, καθώς πόλη χωρίς αγρούς που θα εξασφαλίζουν τα γεωργικά προϊόντα είναι αδύνατο να πετύχει την αυτάρκεια. Από τη στιγμή που τα καταναλωτικά αγαθά παράγονται από τους εργάτες, τους τεχνίτες και τους γεωργούς, η υλική ευμάρεια της πόλης θεωρείται εξασφαλισμένη. Αυτό που μένει είναι η θέση της πόλης που σαφώς έχει τεράστια σημασία πρώτα απ’ όλα για την υγεία του πληθυσμού: «επειδή» (η υγεία εννοείται) «έχει απόλυτη προτεραιότητα (γιατί οι πόλεις με προσανατολισμό προς την ανατολή και τους ανατολικούς ανέμους είναι καλύτερες για την υγεία, δεύτερο όσες δεν τις πιάνουν οι βόρειοι άνεμοι, γιατί έχουν πιο ήπιο χειμώνα)». (1330a 38 – 41).

Και βέβαια, η θέση της ιδανικής πόλης οφείλει να καλύπτει και την ανάγκη της πρόσβασης σε πόσιμο νερό: «επειδή η φροντίδα για την υγεία των κατοίκων είναι απαραίτητη και αυτό εξαρτάται πρώτα από τη φυσική θέση της πόλης και δεύτερο από τη χρήση πόσιμων νερών, οφείλουμε να μεριμνήσουμε γι’ αυτό ουσιαστικά και όχι ως πάρεργο». (1330b 8 – 11).

Η μέριμνα για το κλίμα και το νερό αφορά την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη, ως οντότητα βιολογική, πράγμα που κάθε ιδρυτής πόλης οφείλει να λάβει πολύ σοβαρά υπόψη, πολύ περισσότερο αν μιλάμε για την ιδανική πόλη: «Τέτοια δύναμη από τη φύση τους έχουν τα νερά και η ευκρασία των ανέμων». (1330b 13 – 14). Και φυσικά πρέπει να είναι σαφές ότι όλα τα νερά δεν είναι πόσιμα: «Για το λόγο αυτό ακριβώς οι πόλεις που σκέφτονται σωστά, οφείλουν να καθορίζουν σε ποια περίπτωση τα νερά δεν είναι πάντα το ίδιο υγιεινά ούτε το ίδιο άφθονα και να διαχωρίζονται τα πόσιμα νερά από τα χρήσιμα σε άλλες ανάγκες». (1330b 14 – 17).

Όμως, με την εξασφάλιση των βιολογικών αναγκών δε σημαίνει ότι ολοκληρώνονται και οι υποχρεώσεις που πρέπει να εκπληρωθούν για την επιλογή της θέσης που θα έχει η πόλη. Γιατί η αυτάρκεια της πόλης προϋποθέτει και τη στρατιωτική της ασφάλεια, για την οποία η θέση παίζει τεράστιο ρόλο: «Διότι σχετικά με τις πολεμικές πράξεις πρέπει να διευκολύνει την έξοδο των κατοίκων, αλλά να δυσχεραίνει την πρόσβαση των εχθρών και την περικύκλωση. Επίσης να έχει η πόλη πολύ νερό και πλήθος πηγών, αλλιώς να προβλεφθεί η κατασκευή άφθονων και ευρύχωρων δεξαμενών για να συγκεντρώνονται τα νερά της βροχής, ώστε να μη λείψει ποτέ το νερό σε περίπτωση αποκλεισμού της πόλης από την υπόλοιπη χώρα λόγω πολέμου». (1330b 2 – 7).

Ακόμη και η ρυμοτομία της πόλης, πρέπει να είναι φτιαγμένη με τέτοιο τρόπο, ώστε να εξυπηρετεί τις στρατιωτικές ανάγκες: «Η πολεοδομική οργάνωση των ιδιωτικών κτιρίων θεωρείται πιο ευχάριστη και πιο χρήσιμη για άλλες δραστηριότητες, αν υπακούει σε ορθή ρυμοτομία και είναι σύμφωνη με το νεότερο και το ιπποδάμειο» (αναφορά στον Ιππόδαμο από τη Μίλητο, τη δράση του οποίου την εξηγεί στο δεύτερο βιβλίο των «Πολιτικών» 1267b 22 – 1268a 15) «ρυμοτομικό σχέδιο». (1330b 21 – 24).

Όμως, για την πολεμική ασφάλεια αποτελεσματικότερο θεωρείται το πολεοδομικό σύστημα των αρχαίων χρόνων «γιατί το σύστημα αυτό καθιστά πολύ δύσκολη την είσοδο στους ξένους και πολύ δυσχερή την εισβολή και την κατοχή στους επιδρομείς». (1330b 26 – 27).

Σχετικά με το πολεοδομικό σύστημα των αρχαίων χρόνων: «τα σπίτια κτίζονταν χωρίς ρυμοτομικές γραμμές, τάξη και ευθυγραμμίσεις, αλλά το ένα δίπλα στο άλλο και αποτελούσαν συνοικισμούς που χωρίζονταν μεταξύ τους με στενούς δρόμους. Σε καιρό πολέμου οι συνοικισμοί απομονώνονταν με ισχυρούς πυλώνες, ενώ από τους επάνω ορόφους των σπιτιών οι ένοικοι έριχναν στους εχθρούς πέτρες, βέλη, κεραμίδες, ακόντια, ακόμη και βραστό νερό».

Ωστόσο, αν η ρυμοτομία των αρχαίων χρόνων πρόσφερε αυτές τις δυνατότητες σε περίπτωση πολέμου, δε θα μπορούσαν να αγνοηθούν τα προτερήματα της σύγχρονης – για τον Αριστοτέλη – ρυμοτομίας που εξασφάλιζε τάξη και αισθητική: «Για το λόγο αυτό είναι σωστό το πολεοδομικό και ρυμοτομικό σχέδιο να συνθέτει στοιχεία και από τα δύο συστήματα. Έτσι μπορεί να μην κτίσει την πόλη στο σύνολό της με άψογη ρυμοτομία, αλλά μόνο σε μέρη και σε περιοχές της, γιατί με τον τρόπο αυτό θα συνδυάζει με επιτυχία και την ασφάλεια και την καλαισθησία». (1330b 27, 29 – 31).

Και φυσικά, δε θα μπορούσε να νοηθεί πόλη χωρίς τείχη: «Αναφορικά με τα τείχη, όσοι ισχυρίζονται ότι δεν τα χρειάζονται οι πόλεις που εμπιστεύονται την ανδρεία τους, σκέπτονται παρωχημένα, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν η εμπειρία μάς δείχνει ότι οι εξιδανικευμένες με τέτοιες καυχησιολογίες πόλεις διαψεύδονται από τα γεγονότα». (1330b 32 – 35).

Η άμυνα της πόλης οφείλει να εξαντλήσει κάθε προστατευτικό μηχανισμό. Η ανδρεία των οπλιτών δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση από την κατασκευή τείχους. Η πόλη πρέπει να έχει και γενναίους στρατιώτες και τείχη προκειμένου να μπορέσει να αντεπεξέλθει έναντι όλων των κινδύνων. Εξάλλου, αν τα τείχη κάνουν την τελική νίκη ευκολότερη και γρηγορότερη, γιατί αυτό να θεωρείται αμελητέο ή, πολύ περισσότερο, υποτιμητικό για τους οπλίτες; «αν λοιπόν η πόλη θέλει να προστατεύεται και να αποφεύγει καταστροφές και εξευτελισμούς, οφείλει να αποδέχεται ότι το πλέον αποτελεσματικό όπλο είναι η ασφαλέστερη οχύρωση των τειχών και μάλιστα στην εποχή μας στην οποία έχουν εφευρεθεί οπλιτικά συστήματα βελών ακριβείας και εύστοχες βαλλιστικές μηχανές για τις πολιορκίες». (1330b 39 – 1331a 2).

Ο σχεδιασμός των τειχών είναι τόσο σημαντικός, που πρέπει να εκπληρώνει με απόλυτη ακρίβεια όλα τα λειτουργικά προβλήματα που μπορούν να υπάρξουν. Για παράδειγμα, οι έκτακτες πολεμικές ανάγκες επιβάλλουν και την άμεση σίτιση των ανθρώπων που θα φυλάνε τα τείχη. Κατά συνέπεια, οι κατασκευαστές των τειχών οφείλουν να μεριμνήσουν και για χώρους που θα υπάρχει συσσίτιο: «Επειδή ωστόσο χρειάζεται το πλήθος των πολιτών να μοιραστεί στις διάφορες αίθουσες των συσσιτίων, τα τείχη όμως να είναι ασφαλή στις επίκαιρες θέσεις με φυλάκια και πύργους, είναι φανερό ότι αυτά τα δεδομένα οδηγούν στην ανάγκη να ετοιμάζονται μερικά συσσίτια μέσα στα φυλάκια». (1331a 19 – 23).

Το συμπέρασμα είναι αναμενόμενο: «Εφόσον ισχύουν αυτά, έχουμε χρέος όχι μόνο να περιτειχίζουμε τις πόλεις, αλλά και να φροντίζουμε τα τείχη, ώστε να ομορφαίνουν την πόλη και να εξυπηρετούν πολεμικές ανάγκες, παλιές και πρόσφατες». (1331a 10 – 14). Σε τελική ανάλυση, τα επιβλητικά τείχη, μπορούν από μόνα τους να αποτρέψουν τους εχθρούς από το να επιτεθούν την πόλη «γιατί κατά βάση οι άνθρωποι δεν επιχειρούν να επιτεθούν εναντίον αντιπάλων που έχουν πολύ καλά ετοιμαστεί». (1331a 17 – 18).

Κι αφού οργανώθηκαν οι αμυντικές ανάγκες, δε μένει τίποτε άλλο από τη διευθέτηση των καθημερινών λειτουργικών υποχρεώσεων που προκύπτουν από τη ζωή της πόλης και που πρέπει ταυτόχρονα να εξυπηρετούν και πρακτικούς και αισθητικούς σκοπούς. Προς την κατεύθυνση αυτή ο Αριστοτέλης προτείνει τη δημιουργία δύο αγορών. Η πρώτη θα σχετίζεται με τις συνελεύσεις και δε θα έχει καμία σχέση με τα εμπορικά δρώμενα της πόλης: «ταιριάζει να κατασκευαστεί αγορά για τις συνελεύσεις κατά το πρότυπο της θεσσαλικής αγοράς, την οποία αποκαλούν ελεύθερη. Σε αυτή δεν εμπορεύεται κανείς τίποτε, ούτε πλησιάζει κάποιος εργατοτεχνίτης, γεωργός ή παρόμοιο πρόσωπο απρόσκλητο από τους άρχοντες. Ο τόπος θα αποκτούσε ευχάριστη όψη, αν κατασκευάζονταν και οργανώνονταν εκεί τα γυμναστήρια των ώριμων σε ηλικία ανδρών, γιατί και ο θεσμός αυτός αρμόζει να προβαίνει στη διαίρεση των γυμναζόμενων κατά ηλικία και επομένως ορισμένοι άρχοντες να συναναστρέφονται τους νεότερους στα γυμναστήρια και οι μεγαλύτεροι στην ηλικία να γυμνάζονται κοντά στους άρχοντες». (1331a 31 – 40).

Η αγορά των επιφανών, με τα γυμναστήρια και τις εξέχουσες συναναστροφές επικεντρώνεται πρωτίστως στην ευχάριστη διαβίωση, που θα συνδυάζει την ποιότητα των δραστηριοτήτων και την αισθητική απόλαυση του χώρου. Η άλλη αγορά θα εξυπηρετεί τις εμπορικές ανάγκες, καθώς και όλες τις γραφειοκρατικές εργασίες που θα προκύπτουν στις διάφορες υπηρεσίες της πόλης: «Παράλληλα η εμπορική αγορά ενδείκνυται να είναι άλλη και σε άλλο τόπο, χωριστή από την προαναφερθείσα, σε θέση που διευκολύνει τη συγκέντρωση προϊόντων με προέλευση από τη θάλασσα και από όλη την ενδοχώρα. Ακόμη τα κυβερνητικά κτίρια στα οποία διεκπεραιώνονται υποθέσεις ιδιωτικών συμβολαίων, μηνυτήριων εντολών, κλητεύσεων και άλλες παρόμοιες γραφειοκρατικές υποθέσεις και επιπλέον υποθέσεις αγορανομίας και αστυνομίας, εξυπηρετεί να κατασκευάζονται κοντά στην αγορά και συγκεντρωμένα όλα μαζί. Ένας τέτοιος τόπος βρίσκεται κοντά στην εμπορική αγορά, γιατί παρουσιάσαμε την προαναφερθείσα (ελεύθερη) αγορά απαλλαγμένη από τέτοιες δραστηριότητες, αυτή όμως προορίζεται να εξυπηρετεί τις πρακτικές ανάγκες της ζωής». (1331b 1 – 4, 6 – 13).

Τέλος, η πόλη οφείλει να προβλέψει και για τους χώρους της λατρείας των θεών: «Παράλληλα αρμόζει τα θρησκευτικά λατρευτικά ιδρύματα και τα σημαντικότερα κυβερνητικά κτίρια με τις αίθουσες των συσσιτίων τους να βρίσκονται στον κατάλληλο τόπο και μάλιστα στον ίδιο, εκτός αν ο νόμος ή κάποια θεόσταλτη από το (πυθικό) μαντείο εντολή ορίζει έναν άλλο, χωριστό τόπο για την ίδρυση των ιερών. Κατάλληλος τέτοιος τόπος είναι πιθανότατα όποιος χάρη στην εξαιρετική του θέση φαίνεται από παντού και συγχρόνως είναι ασφαλέστερος σε σχέση με τα γειτονικά μέρη της πόλης». (1331a 24 – 30).

Η προτροπή της επιλογής ενός σημείου που «θα φαίνεται από παντού» αφορά τη σημασία των θρησκευτικών τελετουργιών, που μόνο συμμετοχικά μπορούν να έχουν υπόσταση. Τα δημόσια θεάματα θρησκευτικού χαρακτήρα όχι μόνο τονώνουν την πίστη των πολιτών, αλλά λειτουργούν κι ως ενωτικό κάλεσμα, που παίρνει διαστάσεις ευλαβικής υπόσχεσης για την προστασία του συλλογικού προτάγματος (αν χρειαστεί) κι ως τόνωση αυτοπεποίθησης της μαζικής ισχύος.

Η ιδανική πόλη οφείλει να παρέχει στους πολίτες τέτοιου είδους τελετουργικά. Δεν είναι τυχαίο που ο Αριστοτέλης προτείνει η ελεύθερη αγορά (με τις συνελεύσεις και τα γυμναστήρια) να είναι χτισμένη «κάτω από αυτόν τον τόπο» (1331a 30 – 31), αφού «αυτός ο τόπος» δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής. Πρέπει να είναι μονίμως σε κοινή θέα λειτουργώντας υπενθυμιστικά. Το θέμα της πόλης είναι ιερό και οι σχέσεις των πολιτών επίσης. Οι πολίτες δεν είναι άνθρωποι που απλώς παρευρίσκονται σ’ έναν τόπο. Είναι δεμένοι με όρκους τιμής προς υπηρέτηση αυτού του τόπου. Η πόλη που το ξεχνά αυτό είναι η ευάλωτη πόλη. Όμως μια τέτοια πόλη δε θα μπορούσε να είναι ιδανική.

Αριστοτέλης, Πολιτικά

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΚΥΡΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑ

ΞΕΝ ΚΠαιδ 1.6.44–1.6.46

Η ανάγκη υπακοής στη θεϊκή καθοδήγηση

Στη συζήτηση που είχε ο Καμβύσης με τον Κύρο λίγο πριν ο τελευταίος αναχωρήσει για να παράσχει τη συνδρομή του στον Κυαξάρη (βλ. ΞΕΝ ΚΠαιδ 1.5.7–1.5.14 και ΞΕΝ ΚΠαιδ 1.6.20–1.6.26), ο Πέρσης βασιλιάς προσπάθησε να εφοδιάσει το γιο του με κάποιες θεμελιώδεις γνώσεις στρατηγικής, προτού επισφραγίσει τα λεγόμενά του με τη σημαντικότερη κατά την γνώμη του διδαχή, την ανάγκη τυφλής υπακοής στη θεϊκή καθοδήγηση.

[1.6.44] Μάθε δέ μου καὶ τάδε, ἔφη, ὦ παῖ, τὰ μέγιστα· παρὰ
γὰρ ἱερὰ καὶ οἰωνοὺς μήτε σαυτῷ μηδέποτε μήτε στρατιᾷ
κινδυνεύσῃς, κατανοῶν ὡς ἄνθρωποι μὲν αἱροῦνται πράξεις
εἰκάζοντες, εἰδότες δὲ οὐδὲν ἀπὸ ποίας ἔσται αὐτοῖς τὰ
ἀγαθά. [1.6.45] γνοίης δ’ ἂν ἐξ αὐτῶν τῶν γιγνομένων· πολλοὶ μὲν
γὰρ ἤδη πόλεις ἔπεισαν καὶ ταῦτα οἱ δοκοῦντες σοφώτατοι
εἶναι πόλεμον ἄρασθαι πρὸς τούτους ὑφ’ ὧν οἱ πεισθέντες
ἐπιθέσθαι ἀπώλοντο, πολλοὶ δὲ πολλοὺς ηὔξησαν καὶ ἰδιώτας
καὶ πόλεις ὑφ’ ὧν αὐξηθέντων τὰ μέγιστα κακὰ ἔπαθον,
πολλοὶ δὲ οἷς ἐξῆν φίλοις χρῆσθαι καὶ εὖ ποιεῖν καὶ εὖ
πάσχειν, τούτοις δούλοις μᾶλλον βουληθέντες ἢ φίλοις
χρῆσθαι, ὑπ’ αὐτῶν τούτων δίκην ἔδοσαν· πολλοῖς δ’ οὐκ
ἤρκεσεν αὐτοῖς τὸ μέρος ἔχουσι ζῆν ἡδέως, ἐπιθυμήσαντες
δὲ πάντων κύριοι εἶναι, διὰ ταῦτα καὶ ὧν εἶχον ἀπέτυχον·
πολλοὶ δὲ τὸν πολύευκτον πλοῦτον κατακτησάμενοι, διὰ
τοῦτον ἀπώλοντο. [1.6.46] οὕτως ἡ ἀνθρωπίνη σοφία οὐδὲν μᾶλλον
οἶδε τὸ ἄριστον αἱρεῖσθαι ἢ εἰ κληρούμενος ὅ τι λάχοι τοῦτό
τις πράττοι. θεοὶ δέ, ὦ παῖ, αἰεὶ ὄντες πάντα ἴσασι τά τε
γεγενημένα καὶ τὰ ὄντα καὶ ὅ τι ἐξ ἑκάστου αὐτῶν ἀποβή-
σεται, καὶ τῶν συμβουλευομένων ἀνθρώπων οἷς ἂν ἵλεῳ ὦσι,
προσημαίνουσιν ἅ τε χρὴ ποιεῖν καὶ ἃ οὐ χρή. εἰ δὲ μὴ
πᾶσιν ἐθέλουσι συμβουλεύειν, οὐδὲν θαυμαστόν· οὐ γὰρ
ἀνάγκη αὐτοῖς ἐστιν ὧν ἂν μὴ θέλωσιν ἐπιμελεῖσθαι.

***
Μάθε, παιδί μου, από μένα, είπε ο Καμβύσης, και αυτά που είναι σπουδαιότατα. Παρά τη γνώμη δηλαδή των μάντεων και των οιωνών ουδέποτε ούτε συ να εκτίθεσαι σε κίνδυνο ούτε το στράτευμά σου να εκθέτης, έχοντας στο νου σου ότι οι άνθρωποι συμπεραίνοντας αναλαβαίνουν την εκτέλεση των πράξεων, χωρίς όμως να γνωρίζουν από ποια πράξη τους θα ωφεληθούν. Μπορείς να το καταλάβης απ' αυτά που γίνονται∙ πολλοί δηλαδή ως τώρα και μάλιστα εκείνοι που θεωρούνται σοφώτατοι, έπεισαν πόλεις να κηρύξουν πόλεμο εναντίον εκείνων από τους οποίους κατεστράφησαν όσοι επείσθηκαν να πολεμήσουν, και πολλοί συντελέσανε να πάρουν δύναμη και πόλεις και ιδιώτες, και απ' αυτούς ύστερα έπαθαν μεγάλες συμφορές, αφού απέκτησαν δύναμη, πολλοί δε επιθυμώντας να έχουν δούλους παρά φίλους εκείνους που μπορούσαν να τους έχουν φίλους, και να τους ευεργετούν και να ευεργετούνται απ' αυτούς, ετιμωρήθησαν από τους ίδιους αυτούς∙ πολλοί πάλι δεν εθεώρησαν αρκετό έχοντας το μερίδιό τους να ζουν ευχάριστα, θέλησαν να πάρουν όλα και γι' αυτό έχασαν όσα είχαν∙ πολλοί τέλος απέκτησαν τον πολυπόθητο πλούτο, και εξ αιτίας του χάθηκαν. Έτσι η ανθρώπινη σοφία δεν ξέρει ολότελα να διαλέγη το καλύτερο, παρά αν κανείς ρίχνη κλήρο και ενεργή στην τύχη. Οι θεοί όμως, παιδί μου, σαν αιώνιοι που είναι τα ξέρουν όλα, και τα περασμένα και τα τωρινά και όσα θα γίνουν, και φανερώνουν σε κείνους που τους συμβουλεύονται, αν τους καταλαβαίνουν, τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνουν. Καθόλου δεν είναι παράξενο, αν δεν θέλουν να δίνουν σ' όλους συμβουλές∙ γιατί δεν είναι αναγκασμένοι να φροντίζουν για κείνους που δεν θέλουν να φροντίζουν.

Τετάρτη 5 Ιουλίου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

5. Επιρρηματικά σύνθετα


§ 107. Εδώ εντάσσουμε επιρρήματα που αποτελούνται από περισσότερες της μίας λέξεις, που όμως ούτε μπορούν να αναλυθούν με απλό χωρισμό των συνθετικών τους σε μια επιρρηματική φράση (όπως π.χ. παραχρῆμα = παρὰ χρῆμα, § 48), ούτε παράγονται από ένα σύνθετο επίθετο (π.χ. ἐνώπιον από το ἐνώπιος, § 52), αλλά φαίνεται να έχουν συντεθεί ακριβώς με στόχο το σχηματισμό του επιρρήματος. Τα αρχαιοελληνικά παραδείγματα είναι σπάνια και ανήκουν σε διάφορα είδη.

Οι σχηματισμοί σε -ξ, όπως ἅ-παξ 'μία φορά' (Όμ.), ἀνα-μίξ (κλασ.) και ἐπι-μίξ 'ανάκατα' (Όμ.), ἐπι-τάξ 'κατά σειρά' (Άρατος), δεν περιορίζονται μόνο σε σύνθετα (ὀκλάξ 'οκλαδόν', ἀμύξ 'κοφτερά' κτλ.), όμως προτιμώνται σ' αυτόν τον τύπο· στα Ελληνικά ήταν ανέκαθεν επιρρήματα, παρότι η βάση τους συνίστατο από απολιθωμένες ονομαστικές (πρβ. λατ. p rorsus 'πρόσω' κτλ.) ριζικών λέξεων.

Και τα επιρρήματα σε -δόν,-δην και -δα  αγαπούν τη σύνθεση: ἀνα-στα-δόν 'σε όρθια στάση' (Όμ.), ἀπο-στα-δά 'σε απόσταση' (Όμ.), ἀν-έ-δην (από το ἱέναι) 'ελευθερωμένος, ανεμπόδιστος' (κλασ.), ὁμο-θυμ-αδόν 'ομόφωνα' (κλασ.), ἐπι-τροχ-άδην (Όμ.).

§ 108. Στα επιρρήματα σε -εί και - ῐ́ [1] κυριαρχούν τα σύνθετα με ἀ-στερητικό, και το αντίστοιχο αρνητικό (ρηματικό) επίθετο συνήθως υπάρχει: ἀθεεί (Όμ.) από το ἄθεος, ἀ-σπουδεί 'χωρίς προσπάθεια' (Όμ.) από το ἄ-σπουδος, ἀ-στακτ(ε)ί 'όχι σε σταγόνες, δηλαδή σαν πλημμύρα' κ.τ.λ.· το επίρρημα, όμως, μπορούσε να σχηματιστεί και χωρίς τη μεσολάβηση του επιθέτου. Περισσότερο ανεξάρτητα είναι τα σύνθετα με το παν-: παν-ομιλεί 'σύσσωμα' (Αισχύλ.), παν-οικεί 'με όλο το σπιτικό' (ελληνιστ.), αλλά παν-δημεί 'με όλο το πλήθος' (κλασ.) προφανώς από το πάν-δημος.

Με το αὐτο-: αὐτο-νυχί 'την ίδια νύχτα' (Όμ.), αὐτ-ῆμαρ [2] (Όμ.) και αὐθ-ημερόν (κλασ.).

§ 109. Εδώ ας προστεθεί η δυνατή μόνο στην πολύ παλιά περίοδο σύνθεση δύο προθέσεων με την αρχική τους επιρρηματική σημασία: ὑπ-έξ 'από κάτω και μακριά',παρ-έξ 'έξω από', δια-πρό 'από εκεί μέχρι εδώ', και τα τρία στον Όμηρο.
-------------------------
[1] Για την ορθογραφία της απόληξης (-εί ή -ί) η παράδοση αμφιταλαντεύεται και ακόμη και τώρα δεν είναι βέβαιη στην περίπτωση μερικών λέξεων· σχετικά το -τί και το -τεί.

[2] Σχηματίστηκε κατά το επίρρημα παν-ῆμαρ (§ 69), κατά το οποίο και τα ομηρικά ἑξ-ῆμαρ, ἐνν-ῆμαρ 'για έξι, εννέα ημέρες'· κατά το αὐτ-ῆμαρ στη συνέχεια το προ-ῆμαρ 'ολημερίς' στο Σημωνίδη απόσπ. 7, στ. 47 (εκδ. Hiller - Crusius) και στη συνέχεια του στίχου το προ-νύξ 'ολονυχτίς'.

Το Βασίλειο του Θεού: Το βασίλειο του Θείου είναι μια κατάσταση συνείδησης

Η έννοια του Θείου υπήρξε αντικείμενο περισυλλογής και συζήτησης για αιώνες. Πολλές θεωρίες έχουν προταθεί, προσπαθώντας να εξηγήσουν τη φύση αυτού του πεδίου και τη σχέση μας με αυτό. Ωστόσο, η ιδέα ότι το Θείο είναι μια κατάσταση συνείδησης, πέρα από τους περιορισμούς των ψυχικών και σωματικών διαδικασιών μας, έχει κερδίσει σημαντική προσοχή τα τελευταία χρόνια. Σε αυτό το άρθρο, θα διερευνήσουμε αυτή τη μυστικιστική θεωρία και τις επιπτώσεις της στην κατανόησή μας για την πραγματικότητα.

Στον πυρήνα της, η μυστικιστική θεωρία του Θείου βεβαιώνει ότι αυτό το βασίλειο δεν είναι ένα φυσικό μέρος ή οντότητα, αλλά μάλλον μια κατάσταση συνείδησης που υπερβαίνει την καθημερινή μας εμπειρία. Αυτή η κατάσταση συνείδησης χαρακτηρίζεται από μια βαθιά αίσθηση ενότητας, ενότητας και διασύνδεσης με όλα τα πράγματα. Είναι μια κατάσταση ύπαρξης που είναι πέρα από τους περιορισμούς των νοητικών διαδικασιών, της ψυχοδυναμικής δραστηριότητας και των ψυχοσωματικών μας λειτουργιών.

Για να κατανοήσουμε βαθύτερα αυτή τη θεωρία, πρέπει πρώτα να εξετάσουμε τη φύση της συνηθισμένης μας συνείδησης. Η καθημερινή μας εμπειρία χαρακτηρίζεται από μια συνεχή ροή σκέψεων, συναισθημάτων και αισθήσεων που προκύπτουν και περνούν. Ταυτιζόμαστε με αυτές τις ψυχικές και σωματικές διεργασίες, πιστεύοντας ότι είναι ένα ουσιαστικό μέρος αυτού που είμαστε. Ωστόσο, η μυστικιστική θεωρία υποδηλώνει ότι αυτή η ταύτιση είναι μια ψευδαίσθηση. Η αληθινή φύση της ύπαρξής μας δεν συνδέεται με αυτές τις διαδικασίες αλλά μάλλον υπάρχει πέρα από αυτές.

Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, το Θείο δεν είναι κάτι που μπορεί να βρεθεί έξω από εμάς. Δεν είναι μια ξεχωριστή οντότητα που πρέπει να αναζητήσουμε ή να λατρεύουμε. Αντίθετα, είναι μια κατάσταση συνείδησης στην οποία μπορούμε να έχουμε πρόσβαση μέσω της εσωτερικής εξερεύνησης. Ηρεμώντας το μυαλό μας και στρέφοντας την προσοχή μας προς τα μέσα, μπορούμε να αξιοποιήσουμε αυτό το βασίλειο και να βιώσουμε τη βαθιά αίσθηση της ενότητας και της διασύνδεσής του.

Αυτή η ιδέα μπορεί να φαίνεται αφηρημένη ή εσωτερική, αλλά έχει σημαντικές επιπτώσεις στην κατανόηση της πραγματικότητας. Εάν το Θείο είναι μια κατάσταση συνείδησης που υπερβαίνει τις νοητικές και φυσικές διαδικασίες μας, τότε υποδηλώνει ότι υπάρχουν περισσότερα στην πραγματικότητα από αυτά που μπορούμε να αντιληφθούμε με τις αισθήσεις μας. Υπονοεί ότι υπάρχει ένα βαθύτερο επίπεδο ύπαρξης στο οποίο μπορούμε να έχουμε πρόσβαση μέσω της εσωτερικής εξερεύνησης.

Επιπλέον, αυτή η θεωρία υποδηλώνει ότι η συνηθισμένη μας συνείδηση είναι περιορισμένη στην ικανότητά της να αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα. Οι σκέψεις, τα συναισθήματα και οι αισθήσεις μας όλα φιλτράρονται μέσα από την υποκειμενική μας εμπειρία, η οποία μπορεί να διαστρεβλώσει την αντίληψή μας για την πραγματικότητα. Με την πρόσβαση στην κατάσταση της συνείδησης που σχετίζεται με το Θείο, μπορούμε να υπερβούμε αυτούς τους περιορισμούς και να αποκτήσουμε μια πιο βαθιά κατανόηση της πραγματικότητας.

Φυσικά, αυτή η θεωρία εγείρει πολλά ερωτήματα και προκλήσεις. Για παράδειγμα, πώς ξέρουμε ότι υπάρχει αυτή η κατάσταση συνείδησης; Πώς έχουμε πρόσβαση σε αυτό; Τι σημαίνει για την κατανόησή μας για τη θρησκεία και την πνευματικότητα; Όλα αυτά είναι έγκυρα ερωτήματα που απαιτούν περαιτέρω εξερεύνηση και έρευνα.

Ωστόσο, αυτό που είναι ξεκάθαρο είναι ότι η μυστικιστική θεωρία του Θείου προσφέρει μια συναρπαστική προοπτική για την πραγματικότητα. Υποδηλώνει ότι υπάρχουν περισσότερα στην ύπαρξη από αυτά που μπορούμε να αντιληφθούμε με τις αισθήσεις μας και ότι η συνηθισμένη μας συνείδηση είναι περιορισμένη στην ικανότητά της να αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα. Εξερευνώντας την κατάσταση της συνείδησης που σχετίζεται με το Θείο, μπορούμε να αποκτήσουμε μια βαθύτερη κατανόηση του εαυτού μας και του κόσμου γύρω μας.