Σάββατο 27 Μαΐου 2023

Ο Αριστοτέλης, η σκέψη, η διαβούλευση και ο τελικός ορισμός της προαίρεσης

Ορίζοντας ως σκέψη τη σύλληψη μιας ιδέας που μπορεί να έχει κανείς για κάποιο ζήτημα, η διαβούλευση είναι η μελέτη των επιμέρους λεπτομερειών ή συνθηκών που σχετίζονται με την υλοποίηση ή όχι αυτής της ιδέας. Για παράδειγμα, όταν ένας έμπορος έχει τη σκέψη (την ιδέα) να διακινήσει ένα προϊόν, αναγκαστικά ακολουθεί η διαβούλευση, δηλαδή η έρευνα για τη ζήτηση που μπορεί να έχει το προϊόν αυτό στην αγορά, το κόστος της διακίνησής του (ενδεχόμενα έξοδα μεταφοράς, συντήρησης κλπ), ο ανταγωνισμός πάνω στο συγκεκριμένο προϊόν, οι οικονομικές δυνατότητες των καταναλωτών, με δυο λόγια όλα εκείνα τα επιμέρους στοιχεία που θα καθορίσουν κατά πόσο η ιδέα αυτή είναι συμφέρουσα ή όχι. Φυσικά, αν η διαβούλευση αποδείξει ότι η ιδέα δεν αξίζει τον κόπο ή ότι μπορεί να είναι και ζημιογόνα, ο έμπορος δε θα προχωρήσει στην υλοποίησή της.

Είναι φανερό ότι η διαβούλευση δεν αφορά τον τελικό σκοπό (τέλος) της ενέργειας, αλλά τα μέσα που θα εξυπηρετήσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αυτόν τον τελικό σκοπό, που έχει τεθεί με τρόπο δεδομένο εξ’ αρχής. Στο παράδειγμα του εμπόρου ο τελικός σκοπός είναι το κέρδος και η διαβούλευση που θα γίνει αφορά την έρευνα για τα μέσα (τον τρόπο) που θα επιτευχθεί η μέγιστη δυνατή κερδοφορία.

Ο Αριστοτέλης ξεκαθαρίζει: «“σκεφτόμαστε και διαβουλευόμαστε” όχι για τα τέλη, αλλά για τα μέσα που οδηγούν στα τέλη. Κανένας, πράγματι, γιατρός δε “θέτει υπό σκέψιν” το αν πρέπει να θεραπεύσει, ούτε κανένας ρήτορας το αν πρέπει να πείσει, ούτε κανένας πολιτικός το αν πρέπει να εξασφαλίσει στην πόλη του ευνομία, ούτε, γενικά, κανένας από τους υπόλοιπους “θέτει υπό σκέψιν” το τέλος του. Έχοντας ορίσει το τέλος τους εξετάζουν ύστερα το πώς, με ποια δηλαδή μέσα θα επιτευχθεί αυτό το τέλος, και αν φανεί ότι το τέλος πετυχαίνεται με περισσότερα μέσα, εξετάζουν να δουν με ποιο από όλα τα μέσα θα επιτευχθεί πιο εύκολα και με τον καλύτερο τρόπο». (1112b 3, 13-20).

Κι αν το τέλος επέρχεται με έναν μόνο τρόπο, αυτό που μένει είναι η διερεύνηση της «πρώτης αιτίας», για την επίτευξή του: «αν, αντίθετα, το τέλος πετυχαίνεται με ένα μόνο μέσο, τότε εξετάζουν πώς μπορεί το τέλος να επιτευχθεί με αυτό το μέσο, και, πάλι, αυτό το μέσο με τίνων μέσων τη βοήθεια μπορεί να επιτευχθεί, ώσπου να φτάσουν στην πρώτη αιτία, που σ’ αυτήν την πορεία της εύρεσης είναι η τελευταία». (1112b 3, 20-22).

Ως πρώτη αιτία ορίζεται το αποτέλεσμα της βαθύτερης δυνατής ανάλυσης ενός θέματος, που όταν υλοποιείται μετατρέπεται αυτομάτως σε πρώτη προτεραιότητα. Γι’ αυτό σ’ αυτή την περίπτωση («πορεία της εύρεσης») η «πρώτη αιτία» είναι ταυτόχρονα και «τελευταία».

Όπως όταν μελετά κανείς ένα γεωμετρικό σχήμα: «Γιατί το πρόσωπο που “σκέφτεται” μοιάζει να διερευνά και να αναλύει – με τον τρόπο που περιγράψαμε – ακριβώς όπως θα ανέλυε ένα γεωμετρικό σχήμα (είναι φανερό ότι η κάθε διερεύνηση δεν είναι “σκέψη και διαβούλευση”, π.χ. οι μαθηματικές διερευνήσεις, η κάθε όμως “σκέψη και διαβούλευση” είναι διερεύνηση), και ό,τι είναι τελευταίο στη διαδικασία της ανάλυσης φαίνεται να είναι πρώτο στη διαδικασία της πραγματοποίησης». (1112b 3, 23-27).

Η διαφορά της διερεύνησης ενός μαθηματικού από τη διερεύνηση ως «σκέψη και διαβούλευση» ενός εμπόρου έγκειται στο ότι «η σκέψη και διαβούλευση» αφορά την απόφαση που σχετίζεται με την πραγμάτωση της επιθυμίας, δηλαδή τον από θέση αρχής καθορισμένο τελικό σκοπό που πρέπει να εξυπηρετηθεί. Η διερεύνηση του εμπόρου συμπίπτει με τη διαβούλευση, αφού διερευνά τις πιθανότητες του κέρδους που θέλει να εισπράξει. Αν τα αποτελέσματα της διερεύνησης δεν εξυπηρετούν τη διαβούλευση, αν δηλαδή δεν ανταποκρίνονται στον τελικό σκοπό της κερδοφορίας, είναι προφανές ότι υλοποίηση δε θα υπάρξει κι ότι η διερεύνηση που έγινε ήταν άκαρπη σε σχέση με τον τελικό σκοπό.

Από την άλλη, η διερεύνηση του μαθηματικού ή του γεωμέτρη εμπεριέχει την επιθυμία της εκπλήρωσης μιας επιστημονικής έρευνας, αλλά η απόφαση που θα παρθεί δεν εξυπηρετεί κάποια εκ των προτέρων καθορισμένη επιθυμία. Ο αστρονόμος που ερευνά το σχήμα της γης δεν επιθυμεί από πριν να είναι στρόγγυλη ή επίπεδη ή τετράγωνη. Οτιδήποτε προκύψει από την έρευνά του θα το αποδεχτεί. Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η τεκμηρίωση της έρευνας κι όχι το αποτέλεσμα καθαυτό. Με άλλα λόγια, το ότι η έρευνα μπορεί να οδηγήσει στο ένα ή το άλλο συμπέρασμα δε θα επηρεάσει την επιθυμία του για συνέχεια ή για πειραματική εξακρίβωση.

Άλλη λοιπόν είναι η διερεύνηση του αστρονόμου και άλλη η διερεύνηση ως «σκέψη και διαβούλευση» του εμπόρου. Γι’ αυτό και «η κάθε διερεύνηση δεν είναι “σκέψη και διαβούλευση”, π.χ. οι μαθηματικές διερευνήσεις, η κάθε όμως “σκέψη και διαβούλευση” είναι διερεύνηση», καθώς η διαβούλευση του εμπόρου απαιτεί διερεύνηση, ενώ η διερεύνηση του μαθηματικού δεν απαιτεί διαβούλευση.

Παράδειγμα διερεύνησης που απαιτεί «σκέψη και διαβούλευση» στον επιστημονικό τομέα είναι ο γιατρός που ερευνά ένα φάρμακο σκεπτόμενος και διαβουλευόμενος την καταπολέμηση κάποιας συγκεκριμένης αρρώστιας. Αν η διερεύνησή του δεν οδηγήσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα δεν έχει αξία (παρά μόνο ως εμπειρία ενός εσφαλμένου δρόμου προς γνώση για το μέλλον) και προφανώς το φάρμακο που μπορεί να είχε στη σκέψη του δε θα παραχθεί.

Αυτός είναι και ο λόγος που ο Αριστοτέλης διευκρινίζει: «Για τα αιώνια και αμετάβλητα πράγματα δε “σκέφτονται και δε διαβουλεύονται” ποτέ οι άνθρωποι· δε “σκέφτονται και δε διαβουλεύονται” π.χ. για το σύμπαν ή για τη διαγώνιο και την πλευρά του τετραγώνου ότι είναι ασύμμετρες. Δε “σκέφτονται και δε διαβουλεύονται” επίσης για πράγματα που βρίσκονται σε κίνηση και μεταβολή, γίνονται όμως πάντοτε με τον ίδιο τρόπο – είτε εξ ανάγκης είτε εκ φύσεως είτε από κάποια άλλη αιτία· τέτοια είναι π.χ. η περίπτωση των τροπών του ήλιου και της ανατολής των άστρων. Ούτε επίσης για πράγματα που τη μια γίνονται έτσι και την άλλη αλλιώς – για τις ξηρασίες π.χ. και για τις βροχές». (1112a 3, 25-30).

Φυσικά, το ότι δε «σκέφτονται και δε διαβουλεύονται» οι άνθρωποι για όλα τα παραπάνω δε σημαίνει και ότι δεν τα διερευνούν. (Το ότι η σύγχρονη εποχή – ως ένα βαθμό – επιτρέπει ακόμη και τη διαβούλευση πάνω στα φαινόμενα της φύσης δεν αλλάζει την αριστοτελική συλλογιστική. Εξάλλου, προφανώς θα ήταν παράλογο να απαιτούμε από τον Αριστοτέλη να προβλέψει κάτι τέτοιο).

Οι άνθρωποι «σκέφτονται και διαβουλεύονται» μόνο αυτά που αφορούν τους ίδιους κι εντάσσονται στα όρια των δυνατοτήτων τους: «Δε “σκέφτονται και δε διαβουλεύονται” επίσης οι άνθρωποι για πράγματα που έχουν την αρχή τους στην τύχη, όπως π.χ. η εύρεση ενός θησαυρού. Ούτε, επίσης, και για όλα τα ανθρώπινα πράγματα· οι Λακεδαιμόνιοι π.χ. δε “σκέφτονται και δε διαβουλεύονται” ποτέ για το πώς θα μπορούσαν να κυβερνηθούν με τον καλύτερο τρόπο οι Σκύθες. Γιατί κανένα από όλα αυτά τα πράγματα δε θα μπορούσε να γίνει με τη δική μας δύναμη». (1112a 3, 31-35).

Επίσης, η σκέψη και η διαβούλευση δε σχετίζεται με ζητήματα που έχουν πλήρως ξεκαθαριστεί και θεωρούνται αμετάκλητα: «Στους γνωστικούς κλάδους που εφαρμόζουν μια αυστηρά καθορισμένη διαδικασία και είναι αυτοτελείς δε χωράει “σκέψη και διαβούλευση”, π.χ. στα γράμματα του αλφαβήτου: δεν έχουμε καμιά αμφιβολία για το πώς πρέπει να γραφούν». (1112b 3, 1-3).

Και βέβαια, η σκέψη και η διαβούλευση δεν έχει καμία θέση στα ζητήματα που από τη φύση (ή κι από συγκεκριμένες συνθήκες) δε γίνεται να επιτευχθούν: «Και αν οι άνθρωποι πέσουν σε πράγματα που είναι αδύνατο να πραγματοποιηθούν, εγκαταλείπουν το ψάξιμο, π.χ. αν χρειάζονται χρήματα κι αυτά δεν μπορούν να βρεθούν». (1112b 3, 28-29).

Η σκέψη και η διαβούλευση αφορούν μόνο το πλαίσιο του εφικτού, αφού, αν οι συνθήκες σηματοδοτούν το ανέφικτο, ματαιώνονται: «“Σκεφτόμαστε και διαβουλευόμαστε” για πράγματα που εξαρτώνται από τη δική μας δύναμη και που μπορούν να πραγματοποιηθούν: αυτά είναι, στην πραγματικότητα, τα μόνα που έχουν μείνει. Αιτίες, πράγματι, θεωρούνται η φύση, η ανάγκη και η τύχη, και πέρα από αυτές ο νους και καθετί που η πραγματοποίησή του εξαρτάται από τον άνθρωπο». (1112a 3, 35-39).

Κι αν αυτό δεν είναι αρκετό, ο Αριστοτέλης θα συμπληρώσει: «“Σκεφτόμαστε και διαβουλευόμαστε” λοιπόν για πράγματα που συμβαίνουν με έναν ορισμένο τρόπο τις περισσότερες φορές, που όμως δεν είναι φανερό ποια θα είναι η έκβασή τους, και για πράγματα στα οποία υπάρχει αβεβαιότητα και ασάφεια. Στα μεγάλα θέματα καλούμε συμβούλους να μας βοηθήσουν στη διαδικασία της “σκέψης και διαβούλευσης”, επειδή δεν έχουμε εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, θεωρώντας ότι δεν είμαστε σε θέση να ξεκαθαρίσουμε οι ίδιοι τα πράγματα». (1112b 3, 9-13).

Σε τελική ανάλυση, ο άνθρωπος είναι πάντα η αρχή κάθε ενέργειας και κάθε συμπεριφοράς. Γι’ αυτό και φέρει πάντα την ευθύνη των πράξεών του. Κι αν γίνει αποδεκτό ότι οι σωστές πράξεις οδηγούν στην ευτυχία, τότε ο άνθρωπος κατέχει ο ίδιος τα κλειδιά της. Ούτε η μοίρα ούτε οι θεοί έχουν σχέση με τα ανθρώπινα: «Ο άνθρωπος λοιπόν είναι, όπως το είπαμε ήδη, η αρχή των πράξεων. Όσο για τη “σκέψη και διαβούλευση”, αυτή αναφέρεται σε όσα το ίδιο το άτομο μπορεί να κάνει, και οι πράξεις γίνονται για σκοπούς έξω από αυτές· γιατί αντικείμενο της “σκέψης και διαβούλευσης” δεν μπορεί, βέβαια, να είναι το τέλος, αλλά μόνο τα μέσα που οδηγούν σ’ αυτό». (1112b 3, 35-38).

Αυτό που μένει, είναι η διερεύνηση του τελικού ορισμού της προαίρεσης: «Το αντικείμενο της “σκέψης και διαβούλευσης” και το αντικείμενο της προαίρεσης είναι το ίδιο, μόνο που το αντικείμενο της προαίρεσης έχει ήδη σαφώς προκριθεί, αφού αντικείμενο της προαίρεσης είναι αυτό που με τη διαδικασία της “σκέψης και διαβούλευσης” έχει κριθεί ότι πρέπει να γίνει. Γιατί ο καθένας παύει να ψάχνει πώς πρέπει να ενεργήσει, μόλις αναγάγει την αρχή της ενέργειας στον εαυτό του, στο οδηγητικό μέρος του εαυτού του· γιατί αυτό είναι που επιλέγει και προτιμάει». (1113a 3, 4-9).

Και αμέσως συμπληρώνεται: «Αν λοιπόν το αντικείμενο της προαίρεσης είναι κάτι που, ύστερα από σκέψη και διαβούλευση, είναι επιθυμητό – με τον όρο, βέβαια, να είναι από τα πράγματα που εμπίπτουν στη δική μας δύναμη –, τότε και η προαίρεση θα είναι, σκέφτομαι, επιθυμία – ύστερα από σκέψη και διαβούλευση – πραγμάτων που εμπίπτουν στη δική μας δύναμη. Γιατί από τη στιγμή που, ύστερα από σκέψη και διαβούλευση, κρίναμε τι πρέπει να επιλέξουμε και να προτιμήσουμε, επιθυμούμε πια σύμφωνα με τη σκέψη και τη διαβούλευση μας». (1113a 3, 11-15).

Με δεδομένο ότι η σκέψη και η διαβούλευση (και κατ’ επέκταση και η προαίρεση) απευθύνονται στην υπηρεσία ενός σκοπού (τέλος), καθίσταται σαφές ότι και η βούληση, με την έννοια της ανθρώπινης θέλησης-επιθυμίας είναι αδύνατο να εκληφθεί ανεξάρτητα από τον τελικό επιδιωκόμενο σκοπό που υπηρετούν όλα τα προηγούμενα. Θα λέγαμε ότι η βούληση είναι που καθορίζει και τη σκέψη και τη διαβούλευση διαμορφώνοντας εκ των προτέρων τον τελικό στόχο των πράξεων.

Κι αφού η βούληση οριοθετεί το τέλος, είναι προφανές ότι η ποιότητα αυτού του τέλους σχετίζεται αλληλένδετα με την ποιότητα της βούλησης. Σε τελική ανάλυση, η βούληση κάθε ανθρώπου καταδεικνύει και την ποιότητά του. Άλλη είναι η βούληση του ενάρετου κι άλλη του ευτελούς ανθρώπου.

Το ζήτημα είναι να ξεκαθαριστεί κατά πόσο το τέλος μπορεί να οριστεί με υποκειμενικά ή με αντικειμενικά κριτήρια. Ο Αριστοτέλης ξεκινά τη διερεύνηση: «Ότι η βούληση έχει για αντικείμενό της το τέλος, το έχουμε ήδη πει. Κάποιοι, πάντως, θεωρούν ότι αντικείμενο της βούλησης είναι το αγαθό, ενώ κάποιοι άλλοι έχουν τη γνώμη ότι αντικείμενό της είναι αυτό που φαίνεται σε κάθε επιμέρους άτομο αγαθό». (1113a 4, 17-19).

Τελικά, ούτε η μια ούτε η άλλη άποψη φαίνεται επαρκής: «Αυτοί λοιπόν που λένε ότι το αντικείμενο της βούλησης είναι το αγαθό, δεν μπορεί παρά να δεχτούν – ως λογική συνέπεια – ότι αυτό που θέλει το άτομο ύστερα από μια λανθασμένη επιλογή και προτίμηση δεν είναι αντικείμενο βούλησης (γιατί αν είναι αντικείμενο βούλησης, δεν μπορεί παρά να είναι και αγαθό, στην πραγματικότητα όμως ήταν – κάτω από ορισμένες συνθήκες- κακό)». (1113a 4, 19-22).

Με άλλα λόγια, η παραδοχή ότι η βούληση αφορά πάντα το αγαθό ισοδυναμεί με την άποψη ότι ο άνθρωπος είναι αδύνατο να έχει στρεβλές επιθυμίες ή ότι εν τέλει δεν υπάρχουν στρεβλές επιθυμίες, αφού η βούληση αποβλέπει μόνο στο αγαθό.

Όμως και η δεύτερη άποψη της υποκειμενικότητας του αγαθού (ως τελικού σκοπού) αποδεικνύεται ελλιπής: «Αυτοί, πάλι, που λένε ότι αντικείμενο της βούλησης είναι αυτό που φαίνεται στο κάθε επιμέρους άτομο καλό, είναι υποχρεωμένοι να δεχτούν – επίσης ως λογική συνέπεια – ότι δεν υπάρχει κάτι που να είναι εκ φύσεως αντικείμενο της βούλησης, αλλ’ ότι αντικείμενο της βούλησης είναι αυτό που φαίνεται στο κάθε επιμέρους άτομο αγαθό: στο ένα άτομο φαίνεται αγαθό αυτό, στο άλλο κάτι άλλο, και είναι φορές που τους φαίνονται αγαθά αντίθετα μεταξύ τους πράγματα». (1113a 4, 22-25).

Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν πράγματα που ορίζονται ως αγαθό από την ίδια τη φύση, τα οποία κρίνονται υπεράνω οποιασδήποτε υποκειμενικότητας. Για παράδειγμα το αγαθό της καλής υγείας είναι αδύνατο να αμφισβητηθεί. Από αυτή την άποψη, η υποκειμενικότητα στον καθορισμό του τέλους από τη βούληση μπαίνει σε όρια, τίθεται δηλαδή αποκλειστικά στη βάση των ανθρωπίνων προτεραιοτήτων από την πλευρά της κοινωνικής, ηθικής, μορφωτικής (ή οποιασδήποτε άλλης διαμορφώσιμης) υπόστασής του κι όχι από την άποψη των φυσικών επιταγών.

Από κει και πέρα, ο Αριστοτέλης διαχωρίζει το αγαθό σε «κατ’ αλήθειαν αντικείμενο της βούλησης» και σ’ αυτό που «φαίνεται αγαθό» με βάση την ποιότητα του ανθρώπου για τον οποίο γίνεται λόγος: «Αν λοιπόν οι λογικές αυτές συνέπειες δε γίνονται αποδεκτές, μήπως άραγε θα πρέπει να πούμε ότι απολύτως και κατ’ αλήθειαν αντικείμενο της βούλησης είναι το αγαθό, για το κάθε όμως επιμέρους άτομο αυτό που του φαίνεται αγαθό; Που πάει να πει ότι το κατ’ αλήθειαν αντικείμενο βούλησης είναι αντικείμενο βούλησης για τον αγαθό άνθρωπο, ενώ για το κατώτερης ποιότητας άτομο αντικείμενο βούλησης είναι το οποιοδήποτε πράγμα – ακριβώς όπως και στην περίπτωση των σωμάτων: για τα σώματα που βρίσκονται σε καλή κατάσταση υγιεινό είναι το κατ’ αλήθειαν υγιεινό, ενώ για τα άρρωστα σώματα βοηθητικά προς την κατεύθυνση της υγείας είναι κάποια άλλα πράγματα· το ίδιο συμβαίνει με τα πικρά, τα γλυκά, τα ζεστά, τα βαριά κοκ». (1113a 4, 25-33).

Φυσικά το «κατ’ αλήθειαν αντικείμενο της βούλησης» αφορά τον ενάρετο άνθρωπο: «Γιατί ο άνθρωπος της αρετής έχει σε όλες τις επιμέρους περιπτώσεις τη σωστή κρίση, και στην κάθε επιμέρους περίπτωση γίνεται φανερή σ’ αυτόν η πραγματική αλήθεια». (1113a 4, 33-34).

Η ποιότητα των έξεων σε κάθε ζήτημα είναι σε θέση να διασφαλίσει την ορθή κρίση: «Η κάθε επιμέρους έξη έχει τη δική της ξεχωριστή αντίληψη για το ωραίο και το ευχάριστο – και ασφαλώς σ’ αυτό κυρίως το σημείο διαφέρει ο άνθρωπος της αρετής από τους άλλους: ότι μπορεί στις επιμέρους περιπτώσεις να βλέπει τα πράγματα όπως πράγματι είναι, σαν να είναι ο κανόνας και το μέτρο τους». (1113a 4, 33-38).

Τα προβλήματα της βούλησης ξεκινούν όταν το αγαθό ταυτίζεται με την ηδονή: «Οι περισσότεροι άνθρωποι φαίνεται ότι τα σφάλματα που κάνουν τα κάνουν εξαιτίας της επίδρασης που ασκεί επάνω τους η ηδονή· γιατί, ενώ δεν είναι αγαθό η ηδονή, αυτούς τους φαίνεται ότι είναι. Συνέπεια: προτιμούν το ευχάριστο ως καλό και αποφεύγουν το δυσάρεστο ως κακό». (1113a 4, 38 και 1113b 4, 1-2).

Κι εδώ βρίσκεται το μυστικό που κατέχει ο ενάρετος άνθρωπος. Η ποιότητά του τού επιτρέπει να στρέφει τη βούλησή του σ’ αυτό που πράγματι είναι αγαθό, χωρίς να παρασύρεται από τις ηδονές που έχουν πρόσκαιρο χαρακτήρα. Η ισορροπία ανάμεσα στις πράξεις, τη βούληση, ώστε να τίθενται στην υπηρεσία του «κατ’ αλήθειαν» τέλους είναι η βάση για την ανθρώπινη ευτυχία. Από κει και πέρα, όλα είναι θέμα αυτογνωσίας προκειμένου να επιλεγεί ο σωστός δρόμος (τα μέσα προς εκπλήρωση του τέλους) από τη σκέψη και τη διαβούλευση και την προαίρεση.

Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΕΛΛΗΝΙΚΑ

ΞΕΝ Ελλ 6.3.10–6.3.20

(ΞΕΝ Ελλ 6.3.1–6.3.20: Αθηναίοι και Σπαρτιάτες υπογράφουν ειρήνη το 371 π.Χ.) Ο λόγος του Καλλίστρατου – Υπογραφή της ειρήνης του 371 π.Χ. – Αποχώρηση των Θηβαίων

[6.3.10] Ταῦτα εἰπὼν σιωπὴν μὲν παρὰ πάντων ἐποίησεν, ἡδο-
μένους δὲ τοὺς ἀχθομένους τοῖς Λακεδαιμονίοις ἐποίησε.
μετὰ τοῦτον Καλλίστρατος ἔλεξεν· Ἀλλ’ ὅπως μέν, ὦ
ἄνδρες Λακεδαιμόνιοι, οὐκ ἐγγεγένηται ἁμαρτήματα καὶ ἀφ’
ἡμῶν καὶ ἀφ’ ὑμῶν ἐγὼ μὲν οὐκ ἂν ἔχειν μοι δοκῶ εἰπεῖν·
οὐ μέντοι οὕτω γιγνώσκω ὡς τοῖς ἁμαρτάνουσιν οὐδέποτε
ἔτι χρηστέον· ὁρῶ γὰρ τῶν ἀνθρώπων οὐδένα ἀναμάρτητον
διατελοῦντα. δοκοῦσι δέ μοι καὶ εὐπορώτεροι ἐνίοτε γίγ-
νεσθαι ἅνθρωποι ἁμαρτάνοντες, ἄλλως τε καὶ ἐὰν κολασ-
θῶσιν ὑπὸ τῶν ἁμαρτημάτων, ὡς ἡμεῖς. [6.3.11] καὶ ὑμῖν δὲ ἔγωγε
ὁρῶ διὰ τὰ ἀγνωμόνως πραχθέντα ἔστιν ὅτε πολλὰ ἀντίτυπα
γιγνόμενα· ὧν ἦν καὶ ἡ καταληφθεῖσα ἐν Θήβαις Καδμεία·
νῦν γοῦν, †ὡς ἐσπουδάσατε αὐτονόμους τὰς πόλεις γενέσθαι,
πᾶσαι πάλιν, ἐπεὶ ἠδικήθησαν οἱ Θηβαῖοι, ἐπ’ ἐκείνοις γε-
γένηνται. ὥστε πεπαιδευμένους ἡμᾶς ὡς τὸ πλεονεκτεῖν
ἀκερδές ἐστι νῦν ἐλπίζω πάλιν μετρίους ἐν τῇ πρὸς ἀλλή-
λους φιλίᾳ ἔσεσθαι. [6.3.12] ἃ δὲ βουλόμενοί τινες ἀποτρέπειν τὴν
εἰρήνην διαβάλλουσιν, ὡς ἡμεῖς οὐ φιλίας δεόμενοι, ἀλλὰ
φοβούμενοι μὴ Ἀνταλκίδας ἔλθῃ ἔχων παρὰ βασιλέως
χρήματα, διὰ τοῦθ’ ἥκομεν, ἐνθυμήθητε ὡς φλυαροῦσι.
βασιλεὺς μὲν γὰρ δήπου ἔγραψε πάσας τὰς ἐν τῇ Ἑλλάδι
πόλεις αὐτονόμους εἶναι· ἡμεῖς δὲ ταὐτὰ ἐκείνῳ λέγοντές τε
καὶ πράττοντες τί ἂν φοβοίμεθα βασιλέα; ἢ τοῦτο οἴεταί
τις, ὡς ἐκεῖνος βούλεται χρήματα ἀναλώσας ἄλλους μεγά-
λους ποιῆσαι μᾶλλον ἢ ἄνευ δαπάνης ἃ ἔγνω ἄριστα εἶναι,
ταῦτα ἑαυτῷ πεπρᾶχθαι; εἶεν. [6.3.13] τί μὴν ἥκομεν; ὅτι μὲν
οὖν οὐκ ἀποροῦντες, γνοίητε ἄν, εἰ μὲν βούλεσθε, πρὸς τὰ
κατὰ θάλατταν ἰδόντες, εἰ δὲ βούλεσθε, πρὸς τὰ κατὰ γῆν ἐν
τῷ παρόντι. †τί μήν ἐστιν; εὔδηλον ὅτι εἰ τῶν συμμάχων
τινὲς οὐκ ἀρεστὰ πράττουσιν ἡμῖν ἢ ὑμῖν ἀρεστά.† ἴσως δὲ
καὶ βουλοίμεθ’ ἂν ὧν ἕνεκα περιεσώσατε ἡμᾶς ἃ ὀρθῶς
ἔγνωμεν ὑμῖν ἐπιδεῖξαι. [6.3.14] ἵνα δὲ καὶ τοῦ συμφόρου ἔτι
ἐπιμνησθῶ, εἰσὶ μὲν δήπου πασῶν τῶν πόλεων αἱ μὲν τὰ
ὑμέτερα, αἱ δὲ τὰ ἡμέτερα φρονοῦσαι, καὶ ἐν ἑκάστῃ πόλει
οἱ μὲν λακωνίζουσιν, οἱ δὲ ἀττικίζουσιν. εἰ οὖν ἡμεῖς φίλοι
γενοίμεθα, πόθεν ἂν εἰκότως χαλεπόν τι προσδοκήσαιμεν;
καὶ γὰρ δὴ κατὰ γῆν μὲν τίς ἂν ὑμῶν φίλων ὄντων ἱκανὸς
γένοιτο ἡμᾶς λυπῆσαι; κατὰ θάλαττάν γε μὴν τίς ἂν ὑμᾶς
βλάψαι τι ἡμῶν ὑμῖν ἐπιτηδείων ὄντων; [6.3.15] ἀλλὰ μέντοι ὅτι
μὲν πόλεμοι ἀεί ποτε γίγνονται καὶ ὅτι καταλύονται πάντες
ἐπιστάμεθα, καὶ ὅτι ἡμεῖς, ἂν μὴ νῦν, ἀλλ’ αὖθίς ποτε
εἰρήνης ἐπιθυμήσομεν. τί οὖν δεῖ ἐκεῖνον τὸν χρόνον ἀνα-
μένειν, ἕως ἂν ὑπὸ πλήθους κακῶν ἀπείπωμεν, μᾶλλον ἢ
οὐχ ὡς τάχιστα πρίν τι ἀνήκεστον γενέσθαι τὴν εἰρήνην
ποιήσασθαι; [6.3.16] ἀλλὰ μὴν οὐδ’ ἐκείνους ἔγωγε ἐπαινῶ οἵτινες
ἀγωνισταὶ γενόμενοι καὶ νενικηκότες ἤδη πολλάκις καὶ δόξαν
ἔχοντες οὕτω φιλονεικοῦσιν ὥστε οὐ πρότερον παύονται,
πρὶν ἂν ἡττηθέντες τὴν ἄσκησιν καταλύσωσιν, οὐδέ γε τῶν
κυβευτῶν οἵτινες αὖ ἐὰν ἕν τι ἐπιτύχωσι, περὶ διπλασίων
κυβεύουσιν· ὁρῶ γὰρ καὶ τῶν τοιούτων τοὺς πλείους ἀπό-
ρους παντάπασι γιγνομένους. [6.3.17] ἃ χρὴ καὶ ἡμᾶς ὁρῶντας
εἰς μὲν τοιοῦτον ἀγῶνα μηδέποτε καταστῆναι, ὥστ’ ἢ πάντα
λαβεῖν ἢ πάντ’ ἀποβαλεῖν, ἕως δὲ καὶ ἐρρώμεθα καὶ εὐτυ-
χοῦμεν, φίλους ἀλλήλοις γενέσθαι. οὕτω γὰρ ἡμεῖς τ’ ἂν
δι’ ὑμᾶς καὶ ὑμεῖς δι’ ἡμᾶς ἔτι μείζους ἢ τὸν παρελθόντα
χρόνον ἐν τῇ Ἑλλάδι ἀναστρεφοίμεθα.

[6.3.18] Δοξάντων δὲ τούτων καλῶς εἰπεῖν, ἐψηφίσαντο καὶ οἱ
Λακεδαιμόνιοι δέχεσθαι τὴν εἰρήνην, ἐφ’ ᾧ τούς τε ἁρμοστὰς
ἐκ τῶν πόλεων ἐξάγειν, τά τε στρατόπεδα διαλύειν καὶ τὰ
ναυτικὰ καὶ τὰ πεζικά, τάς τε πόλεις αὐτονόμους ἐᾶν. εἰ
δέ τις παρὰ ταῦτα ποιοίη, τὸν μὲν βουλόμενον βοηθεῖν ταῖς
ἀδικουμέναις πόλεσι, τῷ δὲ μὴ βουλομένῳ μὴ εἶναι ἔνορκον
συμμαχεῖν τοῖς ἀδικουμένοις. [6.3.19] ἐπὶ τούτοις ὤμοσαν Λακεδαι-
μόνιοι μὲν ὑπὲρ αὑτῶν καὶ τῶν συμμάχων, Ἀθηναῖοι δὲ καὶ
οἱ σύμμαχοι κατὰ πόλεις ἕκαστοι. ἀπογραψάμενοι δ’ ἐν
ταῖς ὀμωμοκυίαις πόλεσι καὶ οἱ Θηβαῖοι, προσελθόντες
πάλιν τῇ ὑστεραίᾳ οἱ πρέσβεις αὐτῶν ἐκέλευον μεταγράφειν
ἀντὶ Θηβαίων Βοιωτοὺς ὀμωμοκότας. ὁ δὲ Ἀγησίλαος
ἀπεκρίνατο ὅτι μεταγράψει μὲν οὐδὲν ὧν τὸ πρῶτον ὤμοσάν
τε καὶ ἀπεγράψαντο· εἰ μέντοι μὴ βούλοιντο ἐν ταῖς σπον-
δαῖς εἶναι, ἐξαλείφειν ἂν ἔφη, εἰ κελεύοιεν. [6.3.20] οὕτω δὴ
εἰρήνην τῶν ἄλλων πεποιημένων, πρὸς δὲ Θηβαίους μόνους
ἀντιλογίας οὔσης, οἱ μὲν Ἀθηναῖοι οὕτως εἶχον τὴν γνώμην
ὡς νῦν Θηβαίους τὸ λεγόμενον δὴ δεκατευθῆναι ἐλπὶς εἴη,
αὐτοὶ δὲ οἱ Θηβαῖοι παντελῶς ἀθύμως ἔχοντες ἀπῆλθον.

***
Η αγόρευσή του προκάλεσε τη σιωπή όλων, ικανοποίησε όμως όσους είχαν παράπονα με τους Λακεδαιμονίους. Μετά από κείνον μίλησε ο Καλλίστρατος:

«Δεν βλέπω, Λακεδαιμόνιοι, πώς θα μπορούσα να υποστηρίξω ότι δεν έχουν γίνει σφάλματα κι από μας κι από σας. Δεν συμμερίζομαι ωστόσο τη γνώμη ότι δεν πρέπει πια να έχει κανένας σχέσεις μ' όσους έχουν σφάλει, γιατί διαπιστώνω ότι κανένας δεν είναι αλάθητος. Νομίζω μάλιστα ότι κάποτε γίνονται πιο συνεννοήσιμοι οι άνθρωποι χάρη στα λάθη τους, ιδίως όταν τιμωρηθούν γι' αυτά ― όπως εμείς. Αλλά και σε σας παρατηρώ ότι πολλές φορές πληρώσατε ακριβά τις ασυλλόγιστες πράξεις σας· παράδειγμα η κατάληψη της Καδμείας στη Θήβα: ενώ είχατε κάνει τόσες προσπάθειες για την ανεξαρτησία των πόλεων, μόλις αδικήθηκαν οι Θηβαίοι, αυτές πήγαν ξανά μαζί τους.

»Τώρα λοιπόν που το μάθαμε ότι οι πλεονέκτες δεν βγαίνουν κερδισμένοι, θα είμαστε και πάλι, ελπίζω, καλοί φίλοι μεταξύ μας. Όσο για τις συκοφαντίες ορισμένων που θέλουν να εμποδίσουν την ειρήνη ―ότι τάχα δεν ήρθαμε επειδή θέλουμε τη φιλία σας, αλλά επειδή φοβόμαστε μη φτάσει ο Ανταλκίδας με χρήματα από τον Βασιλέα―, σκεφτείτε πόσο ανόητες είναι: είναι γνωστό ότι ο Βασιλεύς έγραψε να γίνουν ανεξάρτητες όλες οι πόλεις στην Ελλάδα. Εφόσον λοιπόν εμείς λέμε και κάνουμε τα ίδια με τον Βασιλέα, τι να 'χουμε να φοβηθούμε από κείνον; Ή μήπως φαντάζεται κανείς ότι έχει διάθεση να ξοδέψει χρήματα για να δυναμώσει άλλους, τη στιγμή που η σημερινή κατάσταση ανταποκρίνεται απόλυτα στις επιθυμίες του χωρίς να του στοιχίζει τίποτα; Αλλ' ας είναι.

»Τι είναι λοιπόν αυτό που μας φέρνει εδώ; Ότι δεν βρισκόμαστε σε στενόχωρη θέση, θα το καταλάβετε αν εξετάσετε την τωρινή κατάσταση ― θέλετε στη στεριά, θέλετε στη θάλασσα. Τι είναι, λοιπόν; Είναι φανερό ότι μερικοί από τους συμμάχους κάνουν πράγματα που δεν μας αρέσουν. Ίσως και να θέλουμε να σας φανερώσουμε τις ορθές αποφάσεις που πήραμε, σ' αντάλλαγμα του ότι κάποτε μας σώσατε. Αλλ' ας έρθω και στα συμφέροντά μας: είναι γνωστό πως από το σύνολο των πόλεων άλλες είναι με το μέρος σας κι άλλες με το μέρος μας, κι ότι σε κάθε πόλη υπάρχουν οπαδοί δικοί σας και δικοί μας. Αν λοιπόν γίνουμε εμείς φίλοι, από ποια μεριά θα μπορούσαμε, λογικά, να προσμένουμε να μας βρει κακό; Ποιος, την ώρα που θα είστε φίλοι μας, θα ήταν ικανός να μας βλάψει στη στεριά; Και ποιος, την ώρα που θα είμαστε με το μέρος σας, θα μπορούσε να σας πειράξει στη θάλασσα; Έπειτα το ξέρουμε όλοι μας ότι οι πόλεμοι που κάθε τόσο γίνονται έχουν ένα τέλος, κι ότι κάποτε ―αν όχι τώρα― θα επιθυμήσουμε κι εμείς ξανά την ειρήνη. Γιατί λοιπόν να πρέπει να περιμένουμε την ώρα όπου θα έχουμε εξαντληθεί από τις πολλές συμφορές, και να μην κάνουμε ειρήνη όσο πιο γρήγορα μπορούμε, πριν συμβεί κάτι ανεπανόρθωτο;

»Εγώ τουλάχιστον δεν επιδοκιμάζω εκείνους τους αθλητές που, ενώ έχουν κιόλας κερδίσει πολλές νίκες και δόξα, έχουν τόσο μεγάλη φιλοδοξία, ώστε δεν σταματούν ν' αγωνίζονται παρά όταν μια ήττα δώσει τέλος στην αθλητική τους σταδιοδρομία· ούτε κι εκείνους που παίζουν ζάρια κι όταν κερδίσουν ένα ποσό ριψοκινδυνεύουν ξανά το διπλάσιο ― γιατί διαπιστώνω ότι οι περισσότεροι απ' αυτούς καταστρέφονται ολότελα. Βλέποντας λοιπόν κι εμείς αυτά, δεν πρέπει ποτέ να εμπλακούμε σ' αγώνα τέτοιο που να ριψοκινδυνέψουμε ή όλα να τα κερδίσουμε ή όλα να τα χάσουμε, παρά όσο έχουμε ακόμα δυνάμεις κι ευημερούμε να γίνουμε φίλοι. Μ' αυτόν τον τρόπο, κι εμείς χάρη σε σας και σεις χάρη σε μας θα στερεώσουμε τη θέση μας στην Ελλάδα ακόμη καλύτερα απ' ό,τι στο παρελθόν».

Οι Λακεδαιμόνιοι έκριναν πως οι πρέσβεις είχαν μιλήσει σωστά· ψήφισαν λοιπόν κι εκείνοι να δεχτούν ειρήνη με τους ακόλουθους όρους: ν' αποσύρουν όλοι τους αρμοστές που είχαν διορίσει σ' άλλες πόλεις, να διαλύσουν τις δυνάμεις τους στη στεριά και στη θάλασσα και ν' αφήσουν τις πόλεις ανεξάρτητες· κι αν κάποιος παραβεί τούτους τους όρους, να βοηθάει όποιος θέλει τις πόλεις που αδικούνται, όποιος όμως δεν θέλει, να μην είναι υποχρεωμένος από τη συνθήκη να συμμαχήσει μαζί τους. Πάνω σ' αυτά ορκίστηκαν οι Λακεδαιμόνιοι για λογαριασμό δικό τους και των συμμάχων τους, κι οι Αθηναίοι κι οι δικοί τους σύμμαχοι χωριστά για κάθε πόλη. Οι Θηβαίοι είχαν υπογράψει κι εκείνοι τους όρκους μαζί με τις άλλες πόλεις, αλλά την επόμενη μέρα ήρθαν ξανά οι πρέσβεις τους και ζήτησαν να γίνει διόρθωση ― ότι είχαν ορκιστεί «οι Βοιωτοί» κι όχι «οι Θηβαίοι». Ο Αγησίλαος όμως αποκρίθηκε ότι δεν θα άλλαζε τίποτα απ' όσα είχαν ορκιστεί και υπογράψει· αν ωστόσο δεν ήθελαν να μετάσχουν στη συνθήκη, είπε, δεν είχαν παρά να το πουν για να τους διαγράψει.

Μ' αυτόν τον τρόπο όλοι οι άλλοι έκαναν ειρήνη κι έμεινε μόνο η διαφορά τους με τη Θήβα. Οι Αθηναίοι νόμισαν ότι τώρα υπήρχε ελπίδα να επιβληθεί στους Θηβαίους ο περιλάλητος φόρος της δεκάτης, κι οι ίδιοι οι Θηβαίοι έφυγαν πολύ αποκαρδιωμένοι.

Παρασκευή 26 Μαΐου 2023

Αρχές Σύνταξης της Αρχαιοελληνικής Γλώσσας: 13. ΕΥΘΥΣ ΚΑΙ ΠΛΑΓΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

ΠΛΑΓΙΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ


§13.8. Οι κύριες προτάσεις επιθυμίας, οι οποίες στον ευθύ λόγο εκφέρονται με προτρεπτική ή αποτρεπτική υποτακτική, ευχετική ευκτική και προστακτική, στο πλάγιο λόγο τρέπονται πάντοτε σε τελικό απαρέμφατο.

Τα ρήματα από τα οποία εξαρτάται πλάγιος λόγος επιθυμίας είναι συνήθως τα: κελεύω, προστάττω, παραινῶ, δέομαι, ἀξιῶ, ἀπαγορεύω, ἔδοξέ μοι + τελ. απαρ. (= αποφάσισα), εὔχομαι κλπ. Ο παρακάτω πίνακας παρουσιάζει τις πιθανές τροπές:
Οι κύριες προτάσεις επιθυμίας
ΕΥΘΥΣ ΛΟΓΟΣΠΛΑΓΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
προτρεπτική υποτακτικήπέμπωμεν πρέσβειςπαρῄνει πρέσβεις πέμπειν
αποτρεπτική υποτακτικήμηδεὶς ὑμῶν ἐξέλθῃἀπαγορεύει μηδένα ἐξελθεῖν
προστακτικήἀνοίξατε τὰς πύλαςἐκέλευε τὰς πύλας ἀνοῖξαι
ευχετική ευκτικήεἴθε οἱ θεοὶ δίκην ἐπιθεῖενηὔχετο τοὺς θεοὺς δίκην ἐπιθεῖναι
§13.9. Τελικό απαρέμφατο: τρέπεται σε προστακτική

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.4.11 (Κῦρος) κελεύει αὐτοὺς λέγειν ταῦτα τοῖς στρατιώταις καὶ ἀναπείθειν ἕπεσθαι || ο Κύρος διέταξε αυτούς (= τους στρατηγούς των Ελλήνων) να τα πουν αυτά στους στρατιώτες και να τους πείσουν να τον ακολουθήσουν. [ευθύς λόγος: λέγετε ταῦτα τοῖς στρατιῶταις καὶ ἀναπείθετε ἕπεσθαι.]

ΘΟΥΚ 3.15.1 [οἱ Λακεδαιμόνιοι] τοῖς ξυμμάχοις παροῦσι κατὰ τάχος ἔφραζον ἰέναι ἐς τὸν Ἰσθμόν || πρόσταξαν τους συμμάχους που ήταν παρόντες να πάνε γρήγορα στον Ισθμό. [ευθύς λόγος: κατὰ τάχος ἴτε.]

ΞΕΝ Ελλ 3.1.22 ὁ Μειδίας […] ἠξίου τὴν τῶν Γεργιθίων πόλιν παραδοῦναι αὑτῷ || ο Μειδίας απαιτούσε να του παραδώσουν την πόλη των Γεργιθίων. [ευθύς λόγος: παράδοτε ἐμοὶ τὴν πόλιν.]

ΛΥΣ 12.29 εἰ μὲν γάρ τις ἦν ἐν τῇ πόλει ἀρχὴ ἰσχυροτέρα, ὑφ’ ἧς αὐτῷ προσετάττετο παρὰ τὸ δίκαιον ἀνθρώπους ἀπολλύναι || αν στην πόλη λειτουργούσε κάποια εξουσία ισχυρότερη, από την οποία να δεχόταν την εντολή να θανατώνει ανθρώπους καταπατώντας το δίκαιο. [ευθύς λόγος: ἀπόλλυ ἀνθρώπους.]

§13.10. Τελικό απαρέμφατο: τρέπεται σε προτρεπτική και αποτρεπτική υποτακτική

ΘΟΥΚ 2.21.2 ἐδόκει τοῖς τε ἄλλοις καὶ μάλιστα τῇ νεότητι ἐπεξιέναι καὶ μὴ περιορᾶν || θεωρούσαν και οι άλλοι, προπαντός όμως η νεολαία πως έπρεπε να βγούνε και να πολεμήσουν και να μην το ανεχθούνε. [ευθύς λόγος: ἐπεξίωμεν καὶ μὴ περιορῶμεν.]

ΞΕΝ ΚΑναβ 2.1.2 ἔδοξεν αὐτοῖς προϊέναι […] ἕως Κύρῳ συμμείξειαν || αποφάσισαν να προχωρήσουν μέχρι να συνατηθούν με τον Κύρο. [ευθύς λόγος: προΐωμεν, ἕως ἂν Κύρῳ συμμείξωμεν.]

§13.11. Τελικό απαρέμφατο: τρέπεται σε ευχετική ευκτική

ΞΕΝ Απομν 1.3.2 καὶ ηὔχετο δὲ πρὸς τοὺς θεοὺς ἁπλῶς τἀγαθὰ διδόναι || εύχονταν να μας δώσουν οι θεοί υγεία και αγαθά. [ευθύς λόγος: εἴθε οἱ θεοὶ τἀγαθὰ διδοῖεν.]

Έρμαν Έσσε: Κάποιοι λιγοστοί άνθρωποι είναι σαν τα αστέρια

Κάποτε, της είπε:

Είσαι σαν και εμένα, είσαι αλλιώτικη από όλους τους ανθρώπους.

Είσαι η Καμάλα, τίποτα άλλο, και υπάρχει μέσα σου γαλήνη, ένα καταφύγιο όπου μπορείς να αποσυρθείς κάθε στιγμή και νοιώσεις ζεστασιά, το ίδιο και εγώ.

Λίγοι άνθρωποι έχουν αυτή την ικανότητα, και όμως θα μπορούσαν να την αποκτήσουν όλοι.

Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι έξυπνοι, είπε η Καμάλα.

Όχι, είπε ο Σιντάρτα δεν είναι αυτό.

Ο Καμασβάμι είναι το ίδιο έξυπνος με μένα, αλλά δεν μπορεί να βρει καταφύγιο στον εαυτό του.

Άλλοι μπορούν και ας είναι στο μυαλό μικρά παιδιά.

Οι περισσότεροι άνθρωποι Καμάλα είναι σαν το φύλλο που πέφτει, που ο αέρας το παίρνει, το στροβιλίζει για λίγο και ύστερα μετεωρίζεται και σωριάζεται στο χώμα.

Άλλοι όμως λιγοστοί είναι σαν τα αστέρια που ακολουθούν μια σταθερή τροχιά και δεν τα φτάνει ο άνεμος γιατί η τροχιά και ο νόμος που ακολουθούν βρίσκεται μέσα τους.

Έρμαν Έσσε, Σιντάρτα

Η ευτυχία θέλει περιπέτεια

«Ο λόγος που οι περισσότεροι δεν πετυχαίνουν (κάτι που επιθυμούν πολύ), είναι ότι... ανταλλάσσουν αυτό που περισσότερο θέλουν... με αυτό που θέλουν εκείνη τη στιγμή» -Ναπολέων Βοναπάρτης

Η ευτυχία είναι σίγουρα στιγμές, όμως σε κάθε στιγμή ευτυχίας ανακαλύπτονται ξανά και ξανά, ανακατεμένα στη σύνθεσή της, κάποια βασικά συστατικά...

Αυτά τα ίδια συστατικά συναντιούνται να επαναλαμβάνονται σε κάθε πραγματικά χαρούμενη ανθρώπινη διάθεση...

Υπάρχουν μέσα σε κάθε άνθρωπο, συχνά όμως διαφέρει ο τρόπος που απαιτείται για να «ξυπνήσουν»...

Όταν κάποιος δε χαμογελάσει για καιρό ή δυσκολεύεται πια να χαμογελάσει, σημαίνει ότι κάποιο από αυτά τα συστατικά βρίσκεται σε λήθαργο μέσα του διότι δεν εξασκείται για καιρό...

Αντίθετα, υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που παρατηρείς ότι διεκδικούν και απολαμβάνουν πολύ περισσότερες στιγμές ευτυχίας μέσα σε μία μέρα, ένα μήνα, μέσα σε ένα χρόνο απ’ ότι συνήθως οι άλλοι...

Αν μελετήσεις τον τρόπο ζωής τους, θα βρεις στον κορμό των τρόπων σκέψης τους, αυτά τα βασικά συστατικά...

Πρώτα από όλα, την επιθυμία και την περιέργεια να εξερευνούν ιδιαίτερα ό,τι σχετίζεται με το φυσικό περιβάλλον.

Ο άνθρωπος αν δεν εξερευνά, αν δεν μαθαίνει, αν δεν επικοινωνεί, χρησιμοποιώντας όσο το δυνατόν περισσότερες από τις αισθήσεις του, πλήττει... καθώς στερεί το απρόσμενο και την περιπέτεια από τη ζωή του...

Οι άνθρωποι αυτοί εστιάζουν με πείσμα στο καλό που υπάρχει γύρω τους αγνοώντας σαν μια απλή παραφωνία το κακό...

Χαρακτηριστική εικόνα που έρχεται στη σκέψη, ένας άνθρωπος που ταξιδεύοντας στην εθνική οδό με μεγάλη ταχύτητα, ένιωσε ξαφνικά το πίσω ελαστικό να διαλύεται και το αυτοκίνητο να κάνει σβούρες στην αριστερή λωρίδα, χορεύοντας ένα παράξενο βαλς με το θάνατο, με άγνωστο τέλος...

Αυτό που παραξένεψε ήταν ο τρόπος που αντιμετώπισε το γεγονός... Αφού ολοκλήρωσε με βιασύνη όλο το τελετουργικό των καταγραφών και της αλλαγής ελαστικού, πρόλαβε με πείσμα, ήταν καλοκαίρι, να φτάσει και να καθίσει στην παραλία για να προλάβει το εντυπωσιακό ηλιοβασίλεμα της Εύβοιας. Ήταν περισσότερο μια κίνηση συμβολική προς τον εαυτό του αλλά και προς την Τύχη, ότι δεν θα της αφήνει πολλά περιθώρια να τον φοβίζει αλλά ούτε και να τον κατευθύνει...

Είναι άνθρωποι, που αν τους προσέξεις, σκορπούν πολύ εύκολα το γέλιο όπου βρίσκονται... άνθρωποι οι οποίοι αντιστέκονται σθεναρά, με τρελό πείσμα, ακόμη και σε δύσκολες καταστάσεις τις σαρκάζουν και μειώνουν τη σημασία τους... Συνήθως θα πειράξουν τους τριγύρω τους με σκοπό να τους κάνουν να χαμογελάσουν. Μοιάζουν με χρωματιστές πινελιές σε ένα γκρίζο πίνακα...

Οι άνθρωποι αυτοί δεν αξιολογούν τη ζωή μετρώντας υποκειμενικές επιτυχίες αλλά μετρώντας πόσες καλές στιγμές ζουν, πόσο συχνά και πόσο έντονες είναι αυτές. Δεν αφήνονται στο τυχαίο. Αν δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις μιας καλής στιγμής, θα τις δημιουργήσουν Μετρούν τη ζωή με μέτρο το πότε γέλασες τελευταία με την καρδιά σου... όχι τον τελευταίο μήνα, μα τις τελευταίες μέρες...

Μετρούν τη ζωή με τη μέρα...όχι με το μήνα ούτε με τις διακοπές. Αν θελήσουν να μετρήσουν τη χαρά μέσα σου, θα σε ρωτήσουν, ποια από τις τελευταίες επτά μέρες της ζωής σου αν παγιδευόσουν στο χρόνο, θα διάλεγες να ζήσεις ξανά και ξανά;

Η ζωή του ανθρώπου συχνά ακροβατεί ανάμεσα στην ανάγκη για ασφάλεια και στην ανάγκη για περιπέτεια... Συχνά όμως, πολλοί υπομένουν πολλά θεωρώντας το απαραίτητη συνθήκη προκειμένου να κερδίσουν κάτι μεγάλο και σπουδαίο. Αυτό κάποιες φορές είναι και μία καλή δικαιολογία για να αποφύγουν να ρισκάρουν να αλλάξουν λίγα πράγματα...

Μα μέχρι να έρθει το μεγάλο και σπουδαίο, έχουν χαθεί σπουδαιότερα, χρόνος γεμάτος πολύτιμες στιγμές... Το να βλέπεις το αγαπημένο σου ζώο να παίζει στο σπίτι με ανεμελιά είναι πολύ χαρούμενο, το ζώο που «φιλοξενείς» δίνει όμως και ένα μάθημα για την ευτυχία που εξαρτάται από εσένα αν θα το προσέξεις.

Όταν αναφέρονται στα όνειρα τους δε λένε «κάποια μέρα θα κάνω αυτό...» αλλά πότε...

Τα όνειρα γνωρίζουν ότι αν δε σχεδιάζονται με σαφήνεια είναι απλά ελπίδα, ίσως καμιά φορά και κακή ελπίδα που σε πείθει να υπομένεις τα αρνητικά... Τα όνειρά τους τα σχεδιάζουν με σαφήνεια και κινούνται πάντοτε προς αυτά...

Οι άνθρωποι που έχουν πείσμα να είναι ευτυχισμένοι δεν λένε ποτέ ότι χρειάζεται να περάσει κάποια ποσότητα χρόνου προκειμένου να επιτύχουν τη χαρά...

Κάποτε κάποιος, λάτρης της μουσικής μάλιστα, είπε κάτι ευφυές... «Κάθε βδομάδα να αναρωτιέσαι τι είδους μουσική θα διάλεγες σαν μουσικό χαλί για την εβδομάδα που πέρασε, ακόμα και για τη μέρα, για τη στιγμή που ζεις τώρα...» Είναι χαρούμενη; ματζόρε; Αν όχι, και γι αυτό θα διάλεγες μια θλιμμένη, μινόρε μελωδία, τότε κάτι χρειάζεται να αλλάξεις στον τρόπο ζωής. Διότι ο χρόνος είναι το νόμισμα της ζωής και ξοδεύεται αλόγιστα όταν χάνεται ανεκμετάλλευτος...

Οι άνθρωποι που έχουν πείσμα για την ευτυχία ακούν συχνά ευδιάθετη και μόνο μουσική, γνωρίζοντας ότι αυτή θα δημιουργήσει ανάλογα όμορφες εικόνες και σκέψεις...

Μετά απλά δίνουν προτεραιότητα στο να τις κάνουν πραγματικότητα...

Στην ουσία γράφουν οι ίδιοι τη μουσική στην οποία θα χορεύει η ζωή τους... Σκέφτονται πρώτα τι έχει ανάγκη η ψυχή τους και μετά τα πρέπει...

Είκοσι χρόνια από τώρα θα είσαι πιο απογοητευμένος για τα πράγματα που δεν έκανες παρά για τα πράγματα που έκανες.

Γι’ αυτό, λύσε τους κάβους. Σαλπάρισε μακριά από το σίγουρο λιμάνι. Εξερεύνησε, ονειρέψου, ανακάλυψε. -Mark Twain, 1835-1910

Η σύγχυση των ορίων

Τα προσωπικά μας όρια που πρέπει να βάζουμε στους άλλους συνηθίζονται πολλές φορές να κατηγοριοποιούνται σε 7 κατηγορίες. Αυτές τις κατηγορίες θα σας παρουσιάσω σήμερα, προσθέτοντας και τις δικές μου παρατηρήσεις.

Φυσικά όρια: Αναφέρονται στο σεβασμό που πρέπει να δείχνουν οι άλλοι για τον δικό σου προσωπικό χώρο. Παραβιάζονται όταν κάποιος μπαίνει στο δωμάτιό σου χωρίς να σου ζητήσει την άδεια, χρησιμοποιεί τα πράγματά σου χωρίς να σε ρωτήσει ή διαβάζει προσωπικές σου σημειώσεις όπως το ημερολόγιό σου, ακόμα και τα μηνύματα στο κινητό σου στα κρυφά. Στα φυσικά όρια συμπεριλαμβάνονται φυσικά και τα σωματικά, όταν κάποιος σε αγγίξει ή σε πειράξει σωματικά χωρίς να το θέλεις.

Διανοητικά όρια. Αναφέρονται στο σεβασμό για τις ιδέες και τις σκέψεις σου. Παραβιάζονται όταν κάποιος προσπαθεί να υποτιμήσει την αντίληψή σου λέγοντας πράγματα όπως «αυτό είναι μονάχα στη φαντασία σου» ή «αυτό δεν μπορεί να το πιστεύεις πραγματικά» κτλ.

Συναισθηματικά όρια. Συνεχίζονται με το σεβασμό για τα αισθήματά σου. Παραβιάζονται όταν κάποιος προσπαθεί να τα ακυρώσει ή τα αγνοεί. Επίσης όταν σε θεωρεί δεδομένο ή σου επιτίθεται μειώνοντάς σε ή ντροπιάζοντάς σε.

Κοινωνικά όρια. Αφορούν το σεβασμό για τις επιλογές των κοινωνικών σου επαφών. Παραβιάζονται όταν κάποιος σου κάνει κριτική γι αυτές τις επιλογές. Μα τι στο καλό θες μαζί της! Γιατί θες να πας να δεις την ταινία; Και όλα τα παρόμοια…

Σεξουαλικά όρια. Ορίζουν τον δικό σου ιδιωτικό χώρο : Ποιον θα αγγίξεις και ποιος θέλεις να σε αγγίξει. Έτσι, κανείς δεν μπορεί να σε αγγίξει σωματικά. Ορισμένες από τις παραβιάσεις αυτών των ορίων είναι προφανείς όπως ο βιασμός από έναν άγνωστο ή γνωστό. Άλλες όμως όπως το πονηρό βλέμμα το γδύσιμο με τα μάτια και το δήθεν αθώο πείραγμα είναι λιγότερο προφανείς γι αυτό και προκαλούν σύγχυση.

Οικονομικά όρια. Αναφέρονται στον δικό σου τρόπο να κερδίζεις να ξοδεύεις και να αποταμιεύεις τα χρήματά σου καθώς και στο ελάχιστο που χρειάζεσαι για να νιώσεις ασφάλεια. Οι διαφορετικές στάσεις απέναντι στο χρήμα μπορούν να δημιουργήσουν προβλήματα στις σχέσεις ιδιαίτερα αν δεν υπάρχει σεβασμός για τον τρόπο ζωής του άλλου ανθρώπου.

Χρονικά όρια. Αφορούν το σεβασμό για τους τρόπους διεκπεραίωσης των πραγμάτων τους δικούς μας και των άλλων. Μερικοί είναι ακριβείς και τακτοποιούν τις υποθέσεις τους έγκαιρα. Άλλοι πάλι είναι της τελευταίας στιγμής και προτιμούν να ζουν με την ένταση που φέρνει η εκπνοή μιας προθεσμίας.

Δυστυχώς αυτό που δεν είναι παρά ασαφή προσωπικά όρια συχνά παρερμηνεύεται.

Εκλαμβάνεται ως προσβολή. Εγώ λόγου χάρη δεν είχα καλή σχέση με την ώρα. Πήγαινα πάντα καθυστερημένη. Αυτό προσέβαλλε τους ανθρώπους που με περίμεναν. Φαινόταν σαν να μην μπορούσα να σχεδιάσω τον χρόνο μου. Προγραμμάτιζα να κάνω πολλά πράγματα πριν συναντήσω κάποιον και έτσι δεν προλάβαινα να είμαι στην ώρα μου. Αυτός όμως ήταν ο προφανής λόγος. Στην πραγματικότητα χωρίς να το συνειδητοποιώ επέλεγα να πάω στο ραντεβού αργότερα από τον άλλο. Ήταν γιατί η αναμονή μου προξενούσε μεγάλο άγχος. Σκεφτόμουν ότι με ξέχασαν ότι με έστησαν ανησυχούσα για την απόρριψη. Καλύτερα λοιπόν να με περιμένουν παρά να τους περιμένω εγώ.

Η σύγχυση των ορίων

Τα όρια είναι ένας φράχτης γύρω από το σπίτι σου. Αυτοί οι συμβολικοί φραγμοί έχουν τρεις στόχους.

-Να κρατήσουν μακριά τους άλλους από τον δικό μας χώρο

-Να μας κρατήσουν μακριά από τον χώρο των άλλων

-Να μας δώσουν μια αίσθηση ολότητας.

Ένας χαμηλός φράχτης επιτρέπει την επικοινωνία μεταξύ των γειτόνων. Δεν εμποδίζει την ροή της ενέργειας (από και προς). Παρόλα αυτά ξέρουμε που τελειώνει ο ένας και που αρχίζει ο άλλος. Όμως όταν κάποιος φτιάξει έναν πολύ υψηλό τοίχο η επικοινωνία σταματά. Οι άνθρωποι που αντί να θέτουν όρια χτίζουν τείχη το κάνουν γιατί χρειάζονται επιπλέον προστασία και ασφάλεια. Αν όμως ήξεραν να χαράξουν σαφή όρια, ίσως δεν θα ήταν αναγκαίο να κλειστούν μέσα σε τείχη.

Ο ζηλιάρης άνθρωπος είναι πάντα ένας θυμωμένος άνθρωπος

Το σημαντικότερο ερώτημα δεν είναι το «από πού αλλά το «προς τα πού». Όταν ξέρουμε τον ενεργό στόχο ενός ανθρώπου μπορούμε τότε να καταλάβουμε τι κρύβεται πίσω από τις κινήσεις του.

Ο τρόπος που κινείται ο άνθρωπος στη ζωή του είναι η απόδειξη του ποιος είναι. Πιστεύω ακράδαντα ενστερνιζόμενη την άποψη του Άντλερ πως ο άνθρωπος ξέρει περισσότερα από όσα καταλαβαίνει.

Σύμφωνα με αυτή την άποψη, το να αντιλαμβάνεται κάποιος ένα λάθος του καθώς και τις αρνητικές συνέπειες που απορρέουν από αυτό, και να μην προσπαθεί να το διορθώσει αυτό είναι αντιφατικό με την ανθρώπινη φύση και την αρχή της αυτοσυντήρησης.

Συχνά γνωρίζω ενήλικες που λειτουργούν σαν παραχαϊδεμένα παιδιά.

Αυτοί οι ενήλικες εξαρτώνται μονίμως από τρίτα άτομα, χρησιμοποιούν τους άλλους σαν πατερίτσες. Κι ύστερα αρχίζουν να κάνουν ζηλότυπες συγκρίσεις.

Αυτό με τη σειρά του, τους οδηγεί σε πολλαπλά αισθήματα κατωτερότητας.

Αν δεν αντιληφθούν την επαφή με αυτά τα αισθήματα κατωτερότητας τότε αυτά θα πάρουν μια μόνιμη ροπή και θα οδηγήσουν τον άνθρωπο στο να θέλει να ρουφάει την δύναμη των άλλων.

Να θέλει δηλαδή να ελέγχει και να κυριαρχεί στους άλλους.

Η δύναμη των συσσωρευμένων αισθημάτων κατωτερότητας θα οδηγήσουν τον άνθρωπο στο να κάνει αντισταθμιστικές κινήσεις προς τα αισθήματα ψευδο-ανωτερότητας.

Αυτά τα αισθήματα ψευδο-ανωτερότητας θα δηλητηριάζουν τις συνεργασίες, καθότι ο άνθρωπος με ψευδο-ανωτερότητα υπερηφανεύεται, καυχιέται, καταφρονεί τους άλλους και θέλει να κυριαρχεί.

Αυτός ο τρόπος επικοινωνίας που έχει τον κάνει να έρχεται σε σύγκρουση με τους άλλους και τον φέρνει σε επαφή με την αρνητική πλευρά της ζωής.

Ο ψευδο-ανώτερος άνθρωπος δεν μπορεί να νιώσει ευτυχισμένος, αδυνατεί να αισθανθεί χαρά.

Είναι καταδικασμένοι να παραμείνουν εγκλωβισμένοι στην ψευδο-ανωτερότητα τους αυτοί οι άνθρωποι;

Ο ζηλιάρης άνθρωπος είναι πάντα ένας θυμωμένος άνθρωπος.

Ένας άνθρωπος που αισθάνεται υποβιβασμένος στη ζωή.

Όταν βρίσκεται σε παροξυσμό ζήλιας νιώθει αποστερημένος και μεμψιμοιρεί.

Δεν θυμάται καμιά του επιτυχία. Γι’ αυτό το λόγο συγκρίνει μονίμως τον εαυτό του με άλλους και αυτό που κάνει τον φθείρει.

Στην ουσία αυτοπαγιδεύεται στις κακόβουλες του σκέψεις.

Ένας τέτοιος άνθρωπος έχει την τάση να κηρύσσει τον πόλεμο στους άλλους ώστε να φανεί σπουδαιότερος από αυτούς.

Δεν καταλαβαίνει γιατί συμπεριφέρεται έτσι καθότι δεν έχει επίγνωση της ζήλιας του αλλά και της στάσης που δείχνει στη ζωή.

Ένας ζηλόφθονος άνθρωπος μπορεί να μετατρέψει το πιο αθώο πράγμα σε μέσο κήρυξης πολέμου.

Η έντονη ζήλια μπορεί εύκολα να γίνει αντιληπτή.

Για να μπορέσει κανείς να αναγνωρίσει πως ασθενεί χρειάζεται να μπορεί να αναγνωρίζει πως είναι το υγιές.

Ο υγιής άνθρωπος συμπεριφέρεται σαν να έχει το κέντρο βάρους μέσα του γι’ αυτό το λόγο δεν χρειάζεται να στηρίζεται σε άλλους.

Η ζήλια καταστρέφει τον άνθρωπο, τον αποδυναμώνει και τον κάνει να χάνει την πρωτοβουλία, τη δημιουργικότητα και την παρόρμηση του!

Να μην παίρνετε τα πράγματα γύρω σας τόσο προσωπικά

Είναι φυσικό να θέλετε να σας σέβονται. Εξάλλου, οι άνθρωποι είναι κοινωνικά ζώα και θέλουμε να μας εκτιμούν τα μέλη της φυλής μας. Έτσι, είναι φυσικό η κριτική να τσούζει και να προκαλεί συναισθηματικό πόνο.

Στην πραγματικότητα, οι επιστήμονες σε μια πρόσφατη μελέτη εξέτασαν προσεκτικά τις αντιδράσεις τόσο σε επιδοκιμαστικά όσο και σε αποδοκιμαστικά βίντεο που αφορούσαν την κοινωνική αξιολόγηση. Οι ερευνητές ανέλυσαν τη δραστηριότητα πολλών συμμετεχόντων ενώ παρακολουθούσαν βίντεο στα οποία οι άνθρωποι εξέφραζαν θετικές, αρνητικές και ουδέτερες δηλώσεις που αγγίζουν βασικά συναισθήματα. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι, η κριτική πλήττει τους πάντες.

Ενώ ορισμένα σχόλια ή ενέργειες είναι πράγματι προσβλητικά, αν διαπιστώνετε ότι τα συναισθήματά σας πληγώνονται πολύ συχνά ή έχετε την τάση να υποθέτετε ότι κάποιος ήθελε να σας προκαλέσει συναισθηματική βλάβη, είναι πιθανό να είστε επιρρεπείς στο να παίρνετε τα πράγματα πολύ προσωπικά.

Διαβάστε παρακάτω για να μάθετε γιατί οι άνθρωποι παίρνουν τα πράγματα προσωπικά, πώς να ξέρετε πότε παίρνετε κάτι πολύ προσωπικά και πώς να εντοπίζετε τις περιπτώσεις στις οποίες το να παίρνετε τα πράγματα προσωπικά μπορεί στην πραγματικότητα να σας ωφελήσει. Θα μάθετε επίσης πώς να παίρνετε τα πράγματα λιγότερο προσωπικά.

Τι προκαλεί τους ανθρώπους να παίρνουν τα πράγματα προσωπικά;

Είναι φυσιολογικό να νοιαζόμαστε για το τι σκέφτονται οι άλλοι για εμάς, αλλά όχι σε σημείο που να μας εμποδίζει. Οι αιτίες για τις οποίες παίρνουμε τα πράγματα προσωπικά προέρχονται από διάφορους παράγοντες:

Αρνητική αυτο-ομιλία. Μπορεί να λέμε συνεχώς στον εαυτό μας ότι δεν είμαστε αρκετά καλοί ή ότι φταίμε πάντα εμείς. Έτσι, μπροστά στα άσχημα σχόλια, θα πιστέψουμε εύκολα τα αρνητικά πράγματα που λέγονται για εμάς.

Παιδικό τραύμα. Η έλλειψη συναισθηματικής υποστήριξης στην παιδική ηλικία και το να κατηγορούμαστε ως παιδί από τους γονείς μπορεί να συμβάλλει στο να νιώθουμε ότι μας αξίζει να μας κοροϊδεύουν ή να μας ταπεινώνουν.

Κακή αυτοεκτίμηση. Οι άνθρωποι με χαμηλή αυτοεκτίμηση μερικές φορές ανησυχούν υπερβολικά για το τι σκέφτονται οι άλλοι. Μπορεί κάλλιστα να παίρνουν τα πράγματα πολύ προσωπικά.

Αγχώδεις διαταραχές. Όσοι έχουν κοινωνικό άγχος φοβούνται υπερβολικά μήπως κριθούν και ντραπούν.

Τελειομανία. Οι τελειομανείς δυσκολεύονται όταν οι άλλοι μιλούν για τα ελαττώματά τους, καθώς έχουν μη ρεαλιστικά πρότυπα για το πώς θα έπρεπε να είναι.

Στρες ή κόπωση. Όταν δεν είστε στην καλύτερη διάθεση, μπορεί να είστε πιο επιρρεπείς στο να παρερμηνεύσετε τα σχόλια κάποιου.

Συναισθηματική ευαισθησία. Αν είστε ιδιαίτερα ευαίσθητο άτομο, μπορεί να παίρνετε τα πράγματα πιο προσωπικά.

Πώς να ξέρετε πότε παίρνετε κάτι πολύ προσωπικά

Συχνά παραβλέπουμε τα κομπλιμέντα που δεχόμαστε, όπως: “Ω, είσαι όμορφη σήμερα”. Μερικές φορές ξοδεύουμε υπερβολική ενέργεια στα ελαττώματα για τα οποία μιλούν οι άνθρωποι.

Για παράδειγμα, μπορεί να αναστατωθήκατε όταν το αφεντικό σας είπε ότι δεν είστε ακόμα έτοιμοι να χειριστείτε ένα μεγαλύτερο έργο. Με μια διαφορετική οπτική γωνία, θα μπορούσατε να είχατε αναδιαμορφώσει αυτό που είπε ως εποικοδομητική κριτική αντί γι’ αυτό.

Σημάδια ότι μπορεί να παίρνετε τα πράγματα πολύ προσωπικά

Ακολουθούν ορισμένα σημάδια που δείχνουν ότι οι απόψεις των άλλων έχουν αρνητικές επιπτώσεις σε εσάς:
  • Εξαρτάστε από την έγκριση των άλλων ανθρώπων για να είστε ευτυχισμένοι.
  • Ζητάτε άσκοπα συγγνώμη και είστε ένας άνθρωπος που ικανοποιεί τους άλλους.
  • Δεν θέτετε ή δεν διατηρείτε όρια κατά κανόνα.
  • Φοβάστε να πείτε “όχι” σε αιτήματα.
  • Πιστεύετε όλα τα σκληρά σχόλια για τον εαυτό σας και τα παίρνετε κατάκαρδα.
  • Βλέπετε ένα λάθος στη συμπεριφορά ως ελάττωμα του δικού σας χαρακτήρα.
  • Αμύνεστε ή θυμώνετε εύκολα.
  • Έχετε εμμονή με πρόσφατες συζητήσεις σε σημείο που να παρεμβαίνει στις καθημερινές δραστηριότητες.
Με τη φλυαρία, κρατάτε μια αντιληπτή κρίσιμη συζήτηση πάρα πολύ καιρό. Για κάποιους, η επανάληψη αυτού που συνέβη τους επιτρέπει να φανταστούν να δίνουν μια διαφορετική απάντηση. Για άλλους, η φλυαρία τους υπενθυμίζει την αδυναμία τους. Η υπερβολική σκέψη μπορεί να γίνει αποδυναμωτική. Η αναπόληση μπορεί να εμφανιστεί με καταστάσεις όπως η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή.

Σύμφωνα με μια μελέτη, η μηρυκασμός μπορεί να μεγεθύνει και να παρατείνει τις αρνητικές διαθέσεις και να παρεμποδίσει την επίλυση προβλημάτων, να επηρεάσει τα επίπεδα άγχους και κατάθλιψης των ανθρώπων. Μπορεί επίσης να παρεμποδίσει και να περιορίσει την αποτελεσματικότητα των ψυχολογικών παρεμβάσεων.

Οφέλη της προσωπικής αντιμετώπισης των πραγμάτων

Αυτό μπορεί να ακούγεται εκπληκτικό, αλλά υπάρχουν θετικές πτυχές στο να παίρνετε τα πράγματα προσωπικά. Παίρνοντας τα πράγματα προσωπικά, η οικογένεια και οι φίλοι ή όσοι έχουν ουσιαστικές σχέσεις μαζί μας, ενημερώνονται για το τι μας πληγώνει. Όταν είναι εφοδιασμένοι με αυτή τη γνώση, μπορούν να τροποποιήσουν τη συμπεριφορά τους έτσι ώστε να μην σας προσβάλλουν.

Είναι επίσης ταπεινωτικό να πληγώνεστε λίγο κάθε τόσο. Μπορείτε στη συνέχεια να μάθετε πώς να ξεπερνάτε τη στενοχώρια σας, πράγμα που σας κάνει μόνο πιο ανθεκτικούς στο μέλλον.

Πώς να σταματήσετε να παίρνετε τα πράγματα προσωπικά

Αφού κάποιος σας προσβάλει, δείτε μερικές τεχνικές που μπορείτε να χρησιμοποιήσετε, ώστε να μην πάτε σπίτι σας με το αίσθημα της αναστάτωσης:
  • Εξασκηθείτε στη συναισθηματική ανθεκτικότητα.
  • Δώστε στους ανθρώπους το πλεονέκτημα της αμφιβολίας, επειδή είναι πιθανό να παρεξηγήσατε αυτό που έλεγαν.
  • Ζητήστε από το άτομο να διευκρινίσει τι είπε.
  • Σταματήστε να ανησυχείτε για το τι σκέφτονται οι άλλοι για εσάς.
  • Δώστε στον εαυτό σας τα εύσημα για τα δυνατά σας σημεία.
  • Δοκιμάστε την ενσυνειδητότητα, ώστε να μπορείτε να παραμείνετε στο παρόν και να ανακουφιστείτε από το άγχος.
  • Επαναλάβετε θετικές επιβεβαιώσεις στον εαυτό σας.
  • Εύρεση ενός φίλου ως ιδιαίτερα ευαίσθητο άτομο

Το τέλειωμα της θλίψης είναι η αρχή της σοφίας

Υπάρχει πολλή θλίψη στη ζωή μας και δεν ξέρουμε πώς να της δώσουμε ένα τέλος. Το τελείωμα της θλίψης είναι η αρχή της σοφίας. Αν δε γνωρίζουμε τι είναι η θλίψη, αν δεν καταλάβουμε τη φύση και τη δομή της, δε θα γνωρίσουμε τι είναι η αγάπη.

Όταν ο άντρας λέει στη γυναίκα του ότι την αγαπά, ενώ την ίδια στιγμή είναι φιλόδοξος, αυτή η αγάπη έχει κανένα νόημα; Μπορεί ένας φιλόδοξος άνθρωπος ν’ αγαπήσει;

Μπορεί ένας ανταγωνιστικός άνθρωπος ν’ αγαπήσει; Κι όμως, μιλάμε γι’ αγάπη, για τρυφερότητα, για το τέλειωμα του πολέμου, τη στιγμή που είμαστε ανταγωνιστικοί, φιλόδοξοι, τη στιγμή που αναζητάμε τη δική μας προσωπική επιτυχία, πρόοδο, κ.λ.π.

Όλ’ αυτά φέρνουν θλίψη. Μπορεί να τελειώσει η θλίψη; Μπορεί να πάρει ένα τέλος όταν καταλαβαίνετε τον εαυτό σας που, πραγματικά, είναι «αυτό που είναι». Τότε καταλαβαίνετε γιατί έχετε θλίψη, είτε αυτή η θλίψη είναι αυτολύπηση ή φόβος μη μείνετε μόνος ή η κενότητα της ζωής σας ή η θλίψη που έρχεται όταν εξαρτάστε από κάποιον άλλον.

Κι όλ’ αυτά είναι μέρος της ζωής μας.

Έχουμε συναισθήματα, δεν σημαίνει ότι είμαστε συναισθηματικοί

Πρέπει να κατορθώσουμε να εκτονώσουμε την ενέργειά μας, έτσι ώστε να βρούμε το χρόνο ν’ ασχοληθούμε με πιο σημαντικά, εποικοδομητικά και ουσιαστικά σχέδια. Η ενέργεια, για την οποία μιλώ, συνδέεται με τα μικρά εκείνα συναισθήματα που νιώθουμε κατά τη διάρκεια της ημέρας. Συναισθήματα που άλλοτε τα θεωρούμε ασήμαντα για να μας απασχολήσουν ιδιαίτερα και άλλοτε δεν τα αντιλαμβανόμαστε καν. Τι θα συμβεί όμως αν, αντί να εμποδίσουμε τα μικρά αυτά συναισθήματα να εκφραστούν, αντί να τα αφήσουμε να μεγαλώσουν και, ενδεχομένως, να εκραγούν, τα αναγνωρίσουμε και τα απελευθερώσουμε;

Οι δυνατές επιλογές είναι δύο: ή ν’ ακολουθήσουμε το τρομερό και συνεχές ρεύμα των συναισθημάτων μας, τα οποία αποτελούν κομμάτι της ίδιας μας της ζωής, ή να εναντιωθούμε σε αυτό. Καλό είναι να μη λέμε «όχι» στα συναισθήματά μας και να μην τα αγνοούμε. Όταν συμβαίνει αυτό, οι συνέπειες για εμάς, τους φίλους μας, τους συναδέλφους μας, αλλά και τους «εχθρούς» μας, είναι μεγάλες. Εξίσου μεγάλες είναι και οι συνέπειες για τους αθώους ανθρώπους που μας περιβάλλουν, όπως είναι τα παιδιά, για τα οποία οι επιπτώσεις των «τετριμμένων», «παθητικών» συναισθημάτων μοιάζουν μ’ εκείνες του «παθητικού» καπνίσματος.

Αν είμαστε άνθρωποι που αντιστέκονται στα συναισθήματά τους, αν τα αντιμετωπίζουμε μονάχα ορθολογικά ή αν δεν διαθέτουμε ένα συναισθηματικό λεξιλόγιο, τότε κάποιος κάπου θα -κάποιος κάπου πρέπει να- πληρώσει για τα συναισθήματά μας, για τη συσσωρευμένη ενέργεια και για το γεγονός ότι συχνά κάποιος δεν ενδιαφέρεται για το πώς νιώθουμε. Μπορούμε ν’ αποκτήσουμε συνείδηση του τρόπου με τον οποίο μεταβιβάζουμε τα συναισθήματά μας στους άλλους, ανεξάρτητα από το αν είναι ξένοι ή παιδιά. Μπορούμε να μάθουμε να χρησιμοποιούμε τα συναισθήματά μας εποικοδομητικά, έτσι ώστε να παίρνουμε περισσότερα από αυτό που θέλουμε και το ίδιο να συμβαίνει και μ’ εκείνους που μας ξέρουν.

Αν είμαστε άνθρωποι που δεν αντιστέκονται στα συναισθήματά τους, θα έχουμε συνείδηση της ψυχικής μας κατάστασης. Θ‘ αναγνωρίζουμε τα συναισθήματά μας, αλλά και τα μηνύματα που εκείνα μάς στέλνουν. Θ’ απολαμβάνουμε τη σαφήνεια μιας φράσης, όπως αυτή που ακολουθεί: «θυμώνω, όταν κάποιος μου κλείνει το δρόμο με τ’ αυτοκίνητό του και όχι γιατί τα παιδιά μου γελάνε δυνατά, όταν οδηγώ». Όταν νιώθουμε ένα συναίσθημα, το εντοπίζουμε και, αντιλαμβανόμενοι το μήνυμά του, απελευθερώνουμε την ενέργεια που συνδέεται με αυτό. Μπορούμε να μιλάμε στα παιδιά μας χωρίς να φωνάζουμε. Δεν θυμώνουμε κάθε φορά που μας διακόπτουν και δεν λέμε με οργή: «Τι στο καλό συμβαίνει;» Όταν αναλαμβάνουμε την ευθύνη των συναισθημάτων μας, το γεγονός που τα προκάλεσε, η συναισθηματική μας αντίδραση σε αυτό και η απελευθέρωση ενέργειας έχουν τελειώσει σχεδόν πριν ξεκινήσουν. Είναι τόσο απλό;

Έχουμε συναισθήματα, δεν σημαίνει ότι είμαστε συναισθηματικοί

Το γεγονός ότι είμαστε άνθρωποι σημαίνει ότι έχουμε συναισθήματα. Αλλά αυτό δεν μας κάνει απαραίτητα συναισθηματικούς. Ακόμα κι αν νιώθουμε ότι ταυτιζόμαστε με το θυμό μας, όταν λέμε πως είμαστε θυμωμένοι, αυτό δεν είναι αλήθεια. Πρέπει να καταλάβουμε ότι νιώθουμε διάφορα συναισθήματα στο πλαίσιο όλων των άλλων πραγμάτων που είμαστε. Δεν λέμε «Είμαι παντρεμένος», θεωρώντας ότι αυτό αρκεί για να περιγράψει την ταυτότητά μας. Το ίδιο ισχύει και για τα συναισθήματα, τα οποία απλώς βιώνουμε. Είναι υγιές να έχουμε συναισθήματα, να τα νιώθουμε, να μαθαίνουμε από αυτά και να τα χρησιμοποιούμε για να ξέρουμε ποιοι πραγματικά είμαστε, αλλά και για να συγκεντρώνουμε πληροφορίες για τον κόσμο. Είναι αφύσικο να μην έχουμε συναισθήματα. Αλλά το να έχουμε συναισθήματα και το να ενδίδουμε σε αυτά είναι δυο διαφορετικά πράγματα.

Όταν μας στερούν ή και στερούμε εμείς οι ίδιοι από τον εαυτό μας την ελευθερία να νιώσουμε τα συναισθήματά μας, να τα εκφράσουμε λεκτικά και να αναλάβουμε την ευθύνη γι’ αυτά, συσσωρεύουμε μέσα μας ενέργεια. Η μη αναγνώριση της αληθινής φύσης των συναισθημάτων μας οδηγεί στον εγκλωβισμό τους. Όταν κάποια στιγμή τα συναισθήματα και η ενέργειά τους εκτονώνονται, ορισμένοι άνθρωποι γίνονται βίαιοι και βάναυσοι. Κάποιοι άλλοι γίνονται υβριστές, μετατρέποντας τη συσσωρευμένη ενέργεια σε βαριές κουβέντες. Αυτού του είδους οι αντιδράσεις ούτε λύνουν το πρόβλημα ούτε διοχετεύουν την εγκλωβισμένη ενέργεια προς τη σωστή κατεύθυνση.

Δείτε τη διαφορά ανάμεσα στη λεκτική έκφραση ενός συναισθήματος και την εξωτερίκευσή του μέσω διάφορων ενεργειών και πράξεων. Για να εκφράσουμε ένα συναίσθημα, χρησιμοποιούμε λέξεις και φράσεις, όπως: «Είμαι θυμωμένος» ή «Λυπάμαι». Η εξωτερίκευση όμως ενός συναισθήματος μέσω διάφορων ενεργειών και πράξεων ισοδυναμεί με το να κάνουμε κάτι για ν’ απαλλαγούμε από την ενέργεια που το συνοδεύει. ‘Η λοιπόν θα ενεργήσουμε βάσει του συναισθήματος ή θα παραφερθούμε. Η μη λεκτική εξωτερίκευση ενός συναισθήματος μπορεί να είναι ένα κλάμα, ένας μεγάλος περίπατος, μια συζήτηση, η αλλαγή της συμπεριφοράς μας ή και ολόκληρης της ζωής μας. Απελευθερώνουμε την ενέργεια των συναισθημάτων μας χωρίς να βλάπτουμε ή να μεταβιβάζουμε την ενέργειά μας στους άλλους. Ωστόσο πολλοί νομίζουν ότι τόσο η λεκτική όσο και η μη λεκτική έκφραση των συναισθημάτων μας ταυτίζονται με την παραφορά. Όταν παραφερόμαστε, ενδέχεται να χτυπήσουμε κάποιον, να του βάλουμε τις φωνές ή να τον βρίσουμε και ταυτόχρονα να θεωρήσουμε λογική τη συμπεριφορά μας, λέγοντας ότι έτσι νιώθουμε.

Δεν είμαστε τα συναισθήματά μας. Τα βιώνουμε – αποτελούν κομμάτι του εαυτού μας. Είμαστε υπεύθυνοι για την αναγνώρισή τους, αλλά δεν πρέπει να τα χρησιμοποιούμε ως δικαιολογίες.

Ο κάθε δρόμος, σε πάει στην άκρη του κόσμου

Τι είναι το ταξίδι και σε τι χρησιμεύει; Όλα τα ηλιοβασιλέματα είναι ηλιοβασιλέματα, δεν υπάρχει λόγος να πάει να το διαπιστώσει κανείς στην Σαντορίνη. Η αίσθηση της ελευθερίας που γεννούν τα ταξίδια; Μπορώ να τη γευτώ πηγαίνοντας οπουδήποτε, γιατί αν η ελευθερία δεν υπάρχει μέσα μου, δεν υπάρχει, για μένα, σε κανένα μέρος του κόσμου. Ο κάθε δρόμος, σε πάει στην άκρη του κόσμου. Αν όμως πάρεις το δρόμο ολόκληρο και μέχρι το τέλος του, θα γυρίσεις και πάλι στο μέρος όπου ξεκίνησες γιατί όπου βρισκόμασταν από την αρχή, είναι η ίδια η άκρη του κόσμου που ψάχναμε να βρούμε.

Όσο ψηλά κι αν ανέβουμε, όσο χαμηλά κι αν κατέβουμε, ποτέ δε βγαίνουμε από τις ίδιες μας τις αισθήσεις. Ποτέ δεν αποβιβαζόμαστε από τον εαυτό μας. Ποτέ δεν φτάνουμε στον άλλο παρά μόνο αν αλλοτριωθούμε από την ίδια μας την ευαίσθητη φαντασία. Τα αληθινά τοπία είναι αυτά που μόνοι μας φτιάχνουμε, γιατί έτσι είμαστε εμείς οι θεοί τους και τα βλέπουμε όπως στ’ αλήθεια είναι, δηλαδή έτσι όπως δημιουργήθηκαν. Κανένα από τα επτά μέρη του κόσμου* δεν είναι αυτό που μ’ ενδιαφέρει και που μπορώ στ’ αλήθεια να δω- το όγδοο είναι το δικό μου κομμάτι, αυτό που εγώ διανύω.
*Οι αρχαίοι γεωγράφοι χωρίζουν τον κόσμο σε επτά μέρη

Κάθε άνθρωπος που είναι προικισμένος με μια ευαισθησία δίκαιη και έναν ορθολογισμό, αισθάνεται πως το κακό και η αδικία στον κόσμο τον αφορούν, και επιδιώκει να τα διορθώσει, αρχίζοντας από τα πιο κοντινά: και το πρώτο είναι ο εαυτός του. Αυτό το έργο θα τον απασχολήσει όλη τη ζωή του.

Το παν, για μας, έγκειται στην αντίληψή μας για τον κόσμο∙ αλλάζουμε την αντίληψή μας για τον κόσμο σημαίνει αλλάζουμε τον κόσμο για μας, δηλαδή αλλάζουμε τον κόσμο, εφόσον δεν είναι ποτέ για μας παρά μόνο αυτό που είναι για μας. Αυτή η μύχια δικαιοσύνη που μας κάνει να γράφουμε μια καλλιγραφημένη σελίδα, αυτή η αληθινή μεταρρύθμιση με την οποία ξαναφέρνουμε στη ζωή την πεθαμένη ευαισθησία μας- αυτή είναι η αλήθεια, η δική μας αλήθεια, η μοναδική αλήθεια. Όλος ο υπόλοιπος κόσμος είναι τοπίο, κορνίζα που αξιοποιεί τις αισθήσεις μας, βιβλιοδεσία των σκέψεών μας. Κι αυτό ισχύει είτε πρόκειται για τα χρωματιστά τοπία των πλασμάτων και των πραγμάτων- αγροί, σπίτια, αφίσες, κοστούμια- είτε πρόκειται για το άχρωμο τοπίο των μονότονων ψυχών, που έρχεται για μια στιγμή στην επιφάνεια με τις παλιές λέξεις και τις φθαρμένες χειρονομίες, για να ξαναβυθιστεί αμέσως στα βάθη της θεμελιώδους ηλιθιότητας της ανθρώπινης έκφρασης.

Επανάσταση; Αλλαγή; Αυτό που επιθυμώ στ’ αλήθεια, στο πιο μύχιο βάθος της ψυχής μου, είναι να φύγουν αυτά τα άτονα, μουντά σύννεφα που σαπουνίζουν με στάχτη τον ουρανό∙ αυτό που μονάχα θέλω είναι να δω το γαλανό να ξεπροβάλλει ανάμεσά τους, αλήθεια φωτεινή και βέβαιη, γιατί είναι τίποτα και δεν θέλει τίποτα.

Υποκειμενική Ευημερία: Ένας τρόπος να μετρήσετε… την ευτυχία σας

Η υποκειμενική ευημερία (SWB), επίσης γνωστή ως αυτοαναφερόμενη ευημερία, αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βιώνουν και αξιολογούν διάφορες πτυχές της ζωής τους. Χρησιμοποιείται συχνά για τη μέτρηση της ψυχικής υγείας και της ευτυχίας και μπορεί να αποτελέσει σημαντικό προγνωστικό παράγοντα της ατομικής υγείας, της ευεξίας και της μακροζωίας.

Έχει γίνει ένα χρήσιμο μέτρο της κοινωνικής υγείας. Εκτός του ότι παρέχει στους ψυχολόγους έναν τρόπο να αξιολογούν πώς αισθάνονται οι άνθρωποι για τη ζωή τους, προσφέρει επίσης γνώσεις που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την καθοδήγηση της δημόσιας υγείας, των οικονομικών και κοινωνικών πολιτικών. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής χρησιμοποιούν τις αξιολογήσεις της υποκειμενικής ευημερίας για να μετρήσουν την υγεία των κοινωνιών και να μετρήσουν τον αντίκτυπο των κοινωνικών πολιτικών.

Ιστορία της υποκειμενικής ευημερίας

Το 1984, ο ψυχολόγος Ed Diener εισήγαγε ένα μοντέλο υποκειμενικής ευημερίας που αποτελείται από τρία στοιχεία. Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο, υπάρχουν τρεις διαφορετικές αλλά συναφείς πτυχές του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την ευημερία τους:

Συχνή θετική επίδραση: Αυτό περιλαμβάνει την εμπειρία θετικών συναισθημάτων και διαθέσεων σε συχνή βάση.

Σπάνια αρνητική επιρροή: Αυτό περιλαμβάνει τη μη συχνή βίωση αρνητικών συναισθημάτων ή διαθέσεων.

Γνωστικές αξιολογήσεις: Αυτή η πτυχή του μοντέλου σχετίζεται με το πώς σκέφτονται οι άνθρωποι για τη ζωή τους και τη συνολική ικανοποίηση από τη ζωή.

Σύμφωνα με τον Diener, αυτοί οι τρεις παράγοντες ελέγχουν τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βιώνουν την ποιότητα της ζωής τους. Περιλαμβάνει επίσης τις συναισθηματικές αντιδράσεις που έχουν οι άνθρωποι και τις γνωστικές κρίσεις που κάνουν για τις εμπειρίες της ζωής τους.

Από την αρχική της εμφάνιση στα μέσα της δεκαετίας του 1980, η υποκειμενική ευημερία ως μέτρο της συνολικής ικανοποίησης από τη ζωή, της ευτυχίας και της ευημερίας έχει γίνει όλο και πιο διαδεδομένη. Χρησιμοποιείται συχνά ως μέτρο στην ψυχολογική έρευνα και ως δείκτης ατομικής υγείας. Δεδομένα σχετικά με την υποκειμενική ευημερία ομάδων μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν για τη μέτρηση της αποτελεσματικότητας διαφόρων πρωτοβουλιών δημόσιας υγείας.

Σημάδια της υποκειμενικής ευημερίας

Στην έρευνά του, ο Diener διαπίστωσε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι γενικά αναφέρουν θετικά συναισθήματα για την ευημερία τους. Σε μελέτες με πολύ ευτυχισμένα άτομα, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ενώ κανένας μεμονωμένος παράγοντας δεν καθόριζε την ευτυχία, εκείνοι που ανέφεραν τα υψηλότερα επίπεδα υποκειμενικής ευημερίας είχαν ικανοποιητική κοινωνική ζωή και σπάνια ήταν μόνοι.

Πρόσθετα σημάδια της υποκειμενικής ευημερίας περιλαμβάνουν:
  • Να αποδέχεστε τους άλλους ανθρώπους
  • Κοινωνική δέσμευση
  • Το να ανήκεις και να γίνεσαι αποδεκτός από τους άλλους
  • Κοινοτική υποστήριξη και πόροι
  • Να βιώνεις μια αίσθηση νοήματος και σκοπού
  • Αίσθημα ανεξαρτησίας
  • Να αισθάνεστε ότι η ζωή σας είναι κοντά σε αυτό που θεωρείτε ως ιδανική ζωή
  • Να αισθάνεστε ότι οι συνθήκες της ζωής σας είναι άριστες
  • Αισθάνεστε ικανοποιημένοι με τη ζωή σας
  • Αισθάνεστε ότι έχετε αποκτήσει τα πράγματα που θέλετε στη ζωή σας
  • Να έχετε περισσότερα θετικά συναισθήματα από ό,τι αρνητικά
  • Να έχετε ευκαιρίες να ασχοληθείτε με πνευματικές πρακτικές
  • Κατακτάτε τομείς που είναι σημαντικοί για εσάς
  • Σωματική ευεξία, όπως το να αισθάνεστε ότι κοιμάστε αρκετά, ότι ασκείστε και ότι τρώτε θρεπτικό φαγητό
  • Αυτοαποδοχή
Αν είχατε την ευκαιρία να ξαναζήσετε τη ζωή σας από την αρχή, θα αλλάζατε κάτι; Σύμφωνα με τον Diener, οι άνθρωποι που έχουν υψηλό επίπεδο υποκειμενικής ευημερίας θα έλεγαν ότι δεν θα άλλαζαν σχεδόν τίποτα.

Τύποι υποκειμενικής ευημερίας

Όπως είχε αρχικά σχεδιαστεί από τον Diener, η υποκειμενική ευημερία εστίαζε κυρίως στη συναισθηματική και τη γνωστική ευημερία. Άλλοι ερευνητές έχουν προτείνει ότι μια άλλη πτυχή της ευημερίας που εστιάζεται στην αίσθηση του σκοπού και του νοήματος παίζει επίσης σημαντικό ρόλο στο πώς οι άνθρωποι αισθάνονται για τη ζωή τους.

Βιωμένη ευημερία

Η βιωμένη ευημερία αναφέρεται στο πόσο συχνά και πόσο έντονα οι άνθρωποι έχουν αισθήματα ευτυχίας και χαράς. Αυτός ο τύπος ευημερίας αναφέρεται συχνά και ως ηδονική ευημερία. Περιλαμβάνει τόσο τις συναισθηματικές όσο και τις γνωστικές εκτιμήσεις της συνολικής ευημερίας.

Αυτός ο τύπος ευημερίας μπορεί επίσης να διαδραματίσει ισχυρό ρόλο στην υγεία. Για παράδειγμα, έρευνες έχουν διαπιστώσει ότι οι άνθρωποι που βιώνουν συχνότερα θετικά συναισθήματα τείνουν να έχουν ισχυρότερο ανοσοποιητικό σύστημα.

Ευδαιμονική ευημερία

Η υποκειμενική ευημερία επικεντρώνεται κυρίως στην βιωμένη ευημερία. Ωστόσο, ένας άλλος τύπος ευημερίας που μπορεί να συμβάλει στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αξιολογούν τη ζωή και την ευτυχία τους είναι γνωστός ως ευδαιμονική ευημερία.

Η ευδαιμονική ευημερία πηγάζει από τη ζωή με νόημα. Η εργασία για την επίτευξη στόχων, η φροντίδα για τους άλλους, η εύρεση μιας αίσθησης σκοπού και η ζωή σύμφωνα με τα προσωπικά σας ιδανικά είναι σημαντικά συστατικά αυτού του τύπου υποκειμενικής ευημερίας.

Αιτίες της υποκειμενικής ευημερίας

Η υποκειμενική ευημερία επηρεάζεται από διάφορους παράγοντες. Αυτές οι επιρροές μπορεί να περιλαμβάνουν εκείνους που είναι εσωτερικοί, όπως η προσωπικότητα, ή εξωτερικοί, όπως το περιβάλλον ή ο πολιτισμός στον οποίο ζει ένα άτομο.

Το πώς αισθάνεστε για τη ζωή σας συχνά πηγάζει από την έμφυτη ιδιοσυγκρασία και τη συνολική σας προοπτική, αλλά οι συνθήκες στις οποίες ζείτε παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο στο πόσο ευτυχισμένος και ικανοποιημένος αισθάνεστε. Και ο καθένας διαφέρει ως προς το τι του προσφέρει ευτυχία, οπότε ένας παράγοντας που είναι σημαντικός για ένα άτομο μπορεί να έχει μικρότερη βαρύτητα για κάποιον άλλον.

Βασικές αιτίες που παίζουν σημαντικό ρόλο στη συνολική υποκειμενική ευημερία:

Βασικοί πόροι: Το να έχετε αυτά που χρειάζεστε στη ζωή σας, είτε πρόκειται για χρήματα, είτε για στέγαση, είτε για υγειονομική περίθαλψη, αποτελεί σημαντικό μέρος της υποκειμενικής σας αίσθησης ευημερίας.

Προσωπικότητα και ιδιοσυγκρασία: Η έμφυτη ιδιοσυγκρασία σας μπορεί να επηρεάσει τα επίπεδα ευτυχίας σας καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής σας. Η προσωπικότητά σας είναι ένα άλλο βασικό στοιχείο. Χαρακτηριστικά όπως η εξωστρέφεια τείνουν να συνδέονται με πιο θετικά συναισθήματα για τη ζωή, ενώ ο νευρωτισμός τείνει να συνδέεται με μια πιο αρνητική προοπτική.

Νοοτροπία και ανθεκτικότητα: Οι άνθρωποι που διατηρούν μια θετική νοοτροπία και διαθέτουν μια ισχυρή αίσθηση ανθεκτικότητας τείνουν να αισθάνονται πιο αισιόδοξοι ακόμη και όταν αντιμετωπίζουν δύσκολα γεγονότα της ζωής.

Κοινωνική υποστήριξη: Έρευνες έχουν δείξει ότι η ύπαρξη κοινωνικής υποστήριξης έχει ισχυρό αντίκτυπο τόσο στη σωματική όσο και στην ψυχική ευεξία.

Κοινωνικοί παράγοντες: Τα χαρακτηριστικά της κοινωνίας στην οποία ζείτε, συμπεριλαμβανομένου του κατά πόσον επηρεάζεται από προβλήματα όπως το έγκλημα, ο πόλεμος, η φτώχεια ή οι συγκρούσεις, μπορούν επίσης να επηρεάσουν το πώς αισθάνεστε για τη ζωή σας.

Επίδραση της υποκειμενικής ευημερίας

Η υποκειμενική ευημερία δεν σας βοηθά απλώς να αισθάνεστε καλά για τη ζωή σας- έχει επίσης ισχυρό αντίκτυπο στην ευεξία σας τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα. Στην πραγματικότητα, η υποκειμενική ευημερία μπορεί να είναι ένας από τους πιο ισχυρούς προγνωστικούς παράγοντες της συνολικής υγείας και ευτυχίας.

Οφέλη για την υγεία

Οι έρευνες δείχνουν ότι οι άνθρωποι που έχουν πιο θετική υποκειμενική ευημερία τείνουν να είναι πιο υγιείς και να ζουν περισσότερο.

Μια μελέτη του 2017 διαπίστωσε ότι η υποκειμενική ευημερία μπορεί να διαδραματίζει προστατευτικό ρόλο στην υγεία. Συνδέθηκε με μειωμένη θνησιμότητα και αυξημένη μακροζωία.

Έρευνες έχουν επίσης δείξει ότι τα θετικά συναισθήματα και η ευημερία συνδέονται επίσης με ισχυρότερη ανοσία και μειωμένη φλεγμονή.

Ενώ το άγχος και τα αρνητικά συναισθήματα μπορούν να επιβαρύνουν την υγεία σας, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η υποκειμενική ευεξία μπορεί να αποτελέσει ρυθμιστικό παράγοντα έναντι αυτών των επιδράσεων και μπορεί ακόμη και να αναιρέσει μέρος της ζημίας. Επειδή τα θετικά συναισθήματα μειώνουν το άγχος και προάγουν την επούλωση, μπορεί να είστε καλύτερα σε θέση να ανακάμψετε μετά την αντιμετώπιση μιας κατάστασης που προκαλεί άγχος.

Οι ερευνητές υποστηρίζουν επίσης ότι η υποκειμενική ευεξία συνδέεται με μειωμένο κίνδυνο καρδιακών παθήσεων και εγκεφαλικών επεισοδίων, ταχύτερη ανάρρωση μετά από ασθένεια και αυξημένη άσκηση συμπεριφορών που προάγουν την υγεία.

Άλλα οφέλη

Μελέτες έχουν επίσης δείξει ότι οι άνθρωποι που βιώνουν συχνά θετικά συναισθήματα είναι πιο πιθανό να είναι παραγωγικοί και δημιουργικοί. Τείνουν να κερδίζουν περισσότερα χρήματα, να συνεργάζονται περισσότερο με τους άλλους και να συμμετέχουν σε λιγότερες επικίνδυνες συμπεριφορές. Έχουν επίσης καλύτερες κοινωνικές σχέσεις και συμμετέχουν σε περισσότερες φιλοκοινωνικές συμπεριφορές.

Πώς να βελτιώσετε την υποκειμενική ευημερία

Αν λοιπόν ψάχνετε έναν τρόπο να βελτιώσετε τη ζωή σας, ξεκινήστε δουλεύοντας πάνω στην υποκειμενική σας ευημερία. Επειδή η υποκειμενική ευημερία έχει τόσο βαθιές επιπτώσεις τόσο στην ατομική όσο και στην κοινωνική υγεία, έχει αφιερωθεί σημαντικό ενδιαφέρον σε τρόπους που θα βοηθήσουν τους ανθρώπους να γίνουν πιο ευτυχισμένοι και πιο ικανοποιημένοι από τη ζωή τους.

Ορισμένες συγκεκριμένες στρατηγικές που έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικές περιλαμβάνουν την ενσυνειδητότητα και τις γνωστικές συμπεριφορικές παρεμβάσεις.

Η ενσυνειδητότητα είναι μια πρακτική που περιλαμβάνει την εκμάθηση του τρόπου εστίασης και εκτίμησης του παρόντος. Αντί να ανησυχούν για το παρελθόν ή το μέλλον, οι άνθρωποι μαθαίνουν πώς να ζουν στη στιγμή και να δίνουν προσοχή στα πράγματα που τους φέρνουν χαρά και γαλήνη στο εδώ και τώρα.

Οι γνωσιακές συμπεριφορικές προσεγγίσεις επικεντρώνονται στο να βοηθήσουν τους ανθρώπους να αναγνωρίσουν τα αρνητικά μοτίβα σκέψης που παρεμποδίζουν την ευτυχία. Η αντικατάσταση αυτών των αυτόματων τρόπων σκέψης με πιο θετικά, χρήσιμα πρότυπα μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη αισιοδοξία και ευτυχία.

Στρατηγικές που μπορούν να βοηθήσουν

Η βελτίωση της υποκειμενικής ευημερίας είναι μια προσωπική διαδικασία που θα είναι διαφορετική για τον καθένα.

Άλλες στρατηγικές που μπορούν να βοηθήσουν περιλαμβάνουν:
  • Η οικοδόμηση θετικών σχέσεων
  • Τακτική σωματική άσκηση
  • Εξάσκηση της ευγνωμοσύνης
  • Τον καθορισμό στόχων που έχουν νόημα για εσάς.

Ο Γάιος Γράκχος θέλησε να συνεχίσει το έργο του αδελφού του Τιβέριου

Ο Γάιος Σεμπρόνιος Γράκχος (Λατινική γλώσσα: Gaius Sempronius Gracchus), γεννήθηκε το 154 π.Χ και πέθανε το 121 π.Χ. Ήταν αδελφός του Τιβέριου. Το 123 π.Χ. εκλέγεται δήμαρχος (tribunus plebis), δηλαδή εκπρόσωπος των πληβείων, και θέλησε να συνεχίσει την μεταρρυθμιστική πολιτική του αδελφού του.

Μέτρα

Για να συντρίψει τους ευγενείς προσπάθησε να στηριχθεί όχι μόνο στο λαό, αλλά και στους ιππείς και στους συμμάχους τους.

Πολλαπλασιάζει τους κλήρους του ager publicus, της δημόσιας γης, και παρεμποδίζει την εγκατάσταση των ευγενών στις εύφορες περιοχές. Στους ιππείς παραχώρησε το δικαίωμα της δεκάτης στις νέες ασιατικές επαρχίες και το δικαίωμα της εισόδου στα δικαστήρια στο πλευρό των μελών της Συγκλήτου και τους όρισε ειδικές τιμητικές θέσεις στα θέατρα.

Φρόντισε ακόμη για την διευθέτηση των αγορών, για σιταποθήκες και τους δημόσιους δρόμους. Τα μέτρα αυτά τον βοήθησαν να επανεκλεγεί δήμαρχος το επόμενο έτος.

Αντιδράσεις

Οι ευγενείς προσεταιρίστηκαν έναν άλλο δήμαρχο, τον Λίβιο Δρούσο και μέσω αυτού πρότειναν στον λαό ευνοϊκότερα μέτρα. Ο Γάιος έχασε τη δημοτικότητά του και γι’ αυτό θέλησε να στηριχθεί στους Συμμάχους. Τον Μάιο του 122 π.Χ. πρότεινε να δοθούν στους κατοίκους του Λάτιου δικαιώματα Ρωμαίου πολίτη και σε άλλους συμμάχους να δοθούν τα δικαιώματα των Λατίνων.

Αποτελέσματα

Οι ευγενείς ερέθισαν τον εγωισμό του ρωμαϊκού λαού, που δεν ήθελε να μοιραστεί τα προνόμιά του. Οι καινοτομίες του Γάιου θεωρήθηκαν ανόσια έργα και οι υποστηριχτές του τον εγκατέλειψαν.

Προκλήθηκαν ταραχές, πολλοί οπαδοί του σκοτώθηκαν, ενώ ο ίδιος, για να μην συλληφθεί, διέταξε τον δούλο του να τον σκοτώσει το καλοκαίρι του 121 π.Χ.

Αριστοτέλης: Λόγος περί παθών. Αγάπη και έχθρα

Στο δεύτερο βιβλίο ο Αριστοτέλης προσπαθεί να εφοδιάσει τους ρήτορες με τα εργαλεία πειθούς που απευθύνονται στο θυμικό του ακροατηρίου τους. Ο ρήτορας οφείλει να γνωρίζει πώς θα διεγείρει ή θα κατευνάσει στην ψυχή των ακροατών του τα λεγόμενα πάθη (ως πάθη θεωρεί ο φιλόσοφος όσα προκαλούν μεταβολές στην ψυχική, σωματική και νοητική κατάσταση των ανθρώπων και συνοδεύονται από ευχαρίστηση ή δυσαρέσκεια). Μετά την οργή και την πραότητα εξετάζονται η φιλία και το μῖσος.

Ας πούμε τώρα ποιους αγαπούν οι άνθρωποι και θέλουν να τους έχουν φίλους τους και ποιους μισούν, καθώς και για ποιον λόγο ― αφού όμως πρώτα δώσουμε τον ορισμό της φιλίας και της αγάπης. Ας δεχτούμε λοιπόν ότι αγαπώ κάποιον και θέλω να τον έχω φίλο μου θα πει θέλω γι’ αυτόν καθετί που το θεωρώ καλό, όχι για να κερδίσω κάτι ο ίδιος, αλλά αποκλειστικά για χάρη εκείνου· [1381a] κάνω μάλιστα και ό,τι μπορώ για να αποκτήσει αυτά τα καλά εκείνος. Φίλος είναι το πρόσωπο που αγαπά με τον τρόπο που είπαμε και αγαπιέται με τον ίδιο τρόπο: όσοι πιστεύουν ότι η σχέση τους είναι αυτού του είδους, θεωρούν ότι είναι φίλοι. Με όλα αυτά να τα έχουμε δεχτεί, καταλήγουμε πια ―υποχρεωτικά― στο ότι φίλος είναι αυτός που χαίρεται με τα καλά και λυπάται με τα δυσάρεστα που συμβαίνουν στον φίλο του (5) ― και αυτό όχι για κανέναν άλλο λόγο παρά μόνο για χάρη εκείνου. Αλήθεια, δεν υπάρχει άνθρωπος που να μη χαίρεται όταν πραγματοποιούνται όλα όσα επιθυμεί και να μη λυπάται όταν του συμβαίνουν τα αντίθετα· αυτό θα πει ότι σημάδι αυτού που επιθυμούμε είναι, κάθε φορά, οι λύπες και οι χαρές μας.

Φίλοι γίνονται επίσης αυτοί που ό,τι θεωρεί καλό ο ένας, το θεωρεί καλό και ο άλλος· και ό,τι θεωρεί κακό ο ένας, το θεωρεί κακό και ο άλλος. Επίσης αυτοί που έχουν τους ίδιους φίλους και τους ίδιους εχθρούς· ο λόγος είναι ότι αναγκαστικά οι άνθρωποι αυτοί έχουν τις ίδιες επιθυμίες, (10) και φυσικά όποιος επιθυμεί για τον άλλο αυτά που επιθυμεί για τον ίδιο τον εαυτό του, δεν μπορεί παρά να είναι φίλος αυτού του ανθρώπου. Αγαπούν επίσης οι άνθρωποι και κάνουν φίλους τους αυτούς από τους οποίους έχουν ευεργετηθεί, ή οι ίδιοι ή αυτοί για τους οποίους οι ίδιοι ενδιαφέρονται, και αν το καλό που τους έγινε ήταν μεγάλο, ή έγινε με προθυμία, ή κάτω από ορισμένες συνθήκες, και πάντως αποκλειστικά για χάρη τους ― και αυτούς όμως για τους οποίους πιστεύουν πως έχουν τη θέληση να τους ευεργετήσουν. Φίλους τους κάνουν επίσης οι άνθρωποι τους φίλους των φίλων τους, καθώς και αυτούς που αγαπούν όσους αγαπούν και οι ίδιοι· (15) επίσης όσους έχουν κερδίσει την αγάπη εκείνων που έχουν κερδίσει τη δική τους αγάπη.

Με τον ίδιο τρόπο: φίλους τους κάνουν αυτούς που έχουν γίνει μισητοί σ’ αυτούς στους οποίους έγιναν μισητοί και οι ίδιοι, αυτούς που μισούν όσους μισούν και οι ίδιοι, τέλος αυτούς που μισούνται από αυτούς που μισούν οι ίδιοι: είναι φανερό ότι σε όλες αυτές τις περιπτώσεις οι άνθρωποι αυτοί πιστεύουν ότι καλά είναι τα ίδια ακριβώς που θεωρούν καλά και οι ίδιοι, και έτσι επιθυμούν αυτά που είναι καλά για τους ίδιους· αυτό δεν ήταν το κύριο γνώρισμα του φίλου; Αγαπούν επίσης οι άνθρωποι και κάνουν φίλους τους αυτούς που έχουν τη θέληση και τη δύναμη να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στους άλλους, είτε σε χρήμα είτε για να τους σώσουν· (20) αυτός είναι ο λόγος που τιμούν τους γενναιόδωρους, τους ανδρείους και τους δίκαιους (δίκαιους θεωρούν οι άνθρωποι αυτούς που δεν ζουν σε βάρος άλλων· τέτοιοι είναι όσοι κερδίζουν τη ζωή τους από τη δουλειά τους· αυτή είναι, κατά κύριο λόγο, η περίπτωση των γεωργών και, από όλους τους άλλους, η περίπτωση αυτών που ασκούν χειρωνακτικά επαγγέλματα). Αυτούς, επίσης, που μπορούν να ελέγχουν τον εαυτό τους ― γιατί αυτοί δεν μπορούν να είναι άδικοι. Για τον ίδιο λόγο και αυτούς που δεν ανακατεύονται στις ξένες υποθέσεις. (25) Αγαπούμε επίσης και κάνουμε φίλους μας αυτούς με τους οποίους επιθυμούμε να γίνουμε φίλοι (αν δείχνουν καθαρά ότι το επιθυμούν και αυτοί)· τέτοιοι είναι οι ενάρετοι άνθρωποι και αυτοί που έχουν καλό όνομα ― είτε ανάμεσα σε όλους τους ανθρώπους, είτε ανάμεσα στους πιο διαλεχτούς, είτε ανάμεσα σε αυτούς που θαυμάζουμε, είτε ανάμεσα σε αυτούς που μας θαυμάζουν.

Επίσης αυτούς που είναι μια ευχαρίστηση να περνάς παρέα τη μέρα σου μαζί τους· (30) τέτοιοι είναι οι βολικοί άνθρωποι, αυτοί που δεν ζητούν να ελέγχουν τα σφάλματα των άλλων, αυτοί που δεν τα βάζουν με όλους και δεν τσακώνονται με όλους (όσοι τα κάνουν όλα αυτά είναι άνθρωποι εριστικοί, και οι εριστικοί άνθρωποι φαίνεται να έχουν επιθυμίες αντίθετες με τις δικές μας)· τέτοιοι είναι επίσης οι άνθρωποι που ξέρουν να πειράζουν, αλλά και να δέχονται το πείραγμα: και των δύο αυτών κατηγοριών τα άτομα στοχεύουν στο ίδιο πράγμα, αφού έχουν τη δύναμη και να δέχονται το πείραγμα και να πειράζουν τους άλλους με χάρη. (35) Αγαπούμε επίσης και κάνουμε φίλους μας αυτούς που επαινούν τις καλές μας ιδιότητες, ιδίως εκείνες που φοβούμαστε πως δεν τις έχουμε. [1381b] Όπως και αυτούς που έχουν καθαρή εξωτερική εμφάνιση, καθαρά ρούχα, καθαρό γενικά τρόπο ζωής. Αυτούς, επίσης, που δεν σπεύδουν να κάνουν τα σφάλματά μας ή τις ευεργεσίες που μας έχουν κάνει αφορμή για να μας ψέξουν: και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για ανθρώπους που τους αρέσει να ελέγχουν και να επικρίνουν τους άλλους. Αγαπούν, επίσης, οι άνθρωποι και κάνουν φίλους τους αυτούς που δεν μνησικακούν και δεν φυλάγουν μέσα τους παράπονα για το κακό που τους έχει γίνει, (5) αλλά έχουν εύκολη τη συμφιλίωση: όπως τους βλέπουν να συμπεριφέρονται στους άλλους, ίδιοι, λένε, θα είναι και σ’ αυτούς. Επίσης αυτούς που δεν κακολογούν ούτε καταγράφουν τις ελλείψεις ―των αλλωνών ή των φίλων τους― αλλά μόνο τα καλά τους: έτσι κάνουν οι καλοί άνθρωποι.

Επίσης αυτούς που δεν αντιμιλούν στον θυμωμένο ή στον σοβαρά απασχολημένο με κάτι: (10) όσοι δεν συμπεριφέρονται με αυτόν τον τρόπο είναι άνθρωποι εριστικοί. Επίσης αυτούς που τους δείχνουν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, αισθήματα σεβασμού και ευλάβειας· που τους θαυμάζουν, λ.χ., ή τους θεωρούν καλούς ανθρώπους και ευχαριστιούνται μαζί τους και μάλιστα όταν τους δείχνουν τέτοια αισθήματα για πράγματα για τα οποία οι ίδιοι επιθυμούν να τους θαυμάζουν οι άλλοι ή να τους θεωρούν καλούς ή ευχάριστους ανθρώπους. (15) Κάνουν επίσης φίλους τους αυτούς που τους μοιάζουν και έχουν τις ίδιες με αυτούς ασχολίες ― φτάνει να μη γίνονται ενοχλητικοί στους ίδιους και να μη κερδίζουν με τον ίδιο τρόπο τη ζωή τους γιατί τότε γίνεται αυτό που λέμε «ο κανατάς μισεί τον κανατά». Επίσης αυτούς με τους οποίους έχουν τις ίδιες επιθυμίες ― με τον όρο, βέβαια, ότι μπορούν να τις ικανοποιήσουν και οι δύο· αλλιώς θα συμβεί ό,τι και στην προηγούμενη περίπτωση. Επίσης αυτούς με τους οποίους έχουν τέτοιου είδους σχέσεις, ώστε να μη ντρέπονται να κάνουν μπροστά τους πράγματα που δεν συνάδουν με το καλό όνομα (20) ― με τον όρο, φυσικά, ότι η διαγωγή αυτή δεν οφείλεται σε περιφρόνηση. Επίσης αυτούς μπροστά στους οποίους ντρέπονται να κάνουν πράγματα που είναι πράγματι κακά. Αυτούς επίσης με τους οποίους έχουν τη φιλοδοξία να αναμετριούνται, ή αυτούς των οποίων θέλουν να προκαλούν τη ζηλοτυπία, όχι όμως τον φθόνο: όλους αυτούς ή τους αγαπούν ή θέλουν να τους έχουν φίλους τους. Επίσης αυτούς που οι ίδιοι είναι πρόθυμοι να τους βοηθήσουν να πετύχουν κάτι καλό ― φτάνει να μη προκύψουν για τους ίδιους κακά μεγαλύτερα από το καλό που θα κερδίσουν εκείνοι. Επίσης αυτούς που όποιον αγαπούν, (25) τον αγαπούν το ίδιο παρόντα ή απόντα· να γιατί όλοι αγαπούν και θέλουν φίλους τους αυτούς που δείχνουν τέτοιου είδους αισθήματα απέναντι σε πρόσωπα που έχουν πια πεθάνει. Γενικά αυτούς που αγαπούν πάρα πολύ τους φίλους τους και δεν τους εγκαταλείπουν στις δύσκολες στιγμές τους· ο λόγος είναι ότι από όλους τους καλούς οι άνθρωποι αγαπούν πολύ περισσότερο αυτούς που είναι καλοί φίλοι. Επίσης αυτούς που δεν υποκρίνονται μπροστά τους· τέτοιοι είναι οι άνθρωποι που δεν διστάζουν να τους μιλούν και για τα ελαττώματά τους· (30) το είπαμε πιο πριν: μπροστά στους φίλους μας δεν ντρεπόμαστε να κάνουμε πράγματα που δεν συνάδουν με το καλό όνομα· αν λοιπόν αυτός που ντρέπεται δεν είναι φίλος, θα πρέπει λογικά να είναι φίλος αυτός που δεν ντρέπεται. Επίσης αυτούς που δεν μας προκαλούν κανέναν φόβο, αλλ’, ίσα ίσα, ένα αίσθημα ασφάλειας· ποιος, αλήθεια, αγαπάει και θέλει για φίλο του έναν άνθρωπο που του προκαλεί φόβο;

Είδη φιλίας: η φιλία των συντρόφων, η φιλία των μελών μιας οικογένειας, η φιλία των συγγενών, και άλλα παρόμοια.

(35) Τη φιλία τη γεννάει το να κάνει κανείς μια χάρη, το να την κάνει δίχως να του τη ζητήσουν, και αφού την κάνει να μη την κοινολογήσει· γιατί τότε φαίνεται ότι έγινε για τον φίλο και όχι για κάποιον άλλο λόγο.

[1382a] Όσο για την έχθρα και το μίσος, είναι φανερό ότι μπορούμε να τα αναλύσουμε ως αντίθετα προς όσα είπαμε. Την έχθρα τη γεννούν η οργή, η κακεντρεχής εναντίωση στη θέλησή μας, η διαβολή. Η οργή γεννιέται από πράγματα που στρέφονται προσωπικά εναντίον μας, ενώ μίσος υπάρχει και όταν τα πράγματα δεν στρέφονται προσωπικά εναντίον μας: μόλις σχηματίσουμε τη γνώμη πως ένας άνθρωπος έχει τον τάδε χαρακτήρα, (5) τον μισούμε. Έπειτα η οργή στρέφεται εναντίον συγκεκριμένων προσώπων, του τάδε ή του τάδε, π.χ. εναντίον του Καλλία ή εναντίον του Σωκράτη, ενώ το μίσος το αισθανόμαστε και για κατηγορίες ανθρώπων: όλοι μας μισούμε τους κλέφτες ή τους συκοφάντες. Την οργή τη θεραπεύει ο χρόνος, ενώ το μίσος δεν έχει γιατρειά. Η οργή επιθυμεί να προξενήσει προσωρινή στενοχώρια, ενώ το μίσος μόνιμη βλάβη: ο θυμωμένος θέλει να γίνει αντιληπτός από τον άλλον, ενώ αυτός που μισεί δεν δίνει καμιά σημασία σ’ αυτό. (10) Τα οδυνηρά πράγματα γίνονται αντιληπτά με τις αισθήσεις, ενώ τα μέγιστα κακά (η αδικία, ας πούμε, ή η παραφροσύνη) ελάχιστα γίνονται αντιληπτά με τις αισθήσεις· πραγματικά, η παρουσία της κακίας δεν προκαλεί καμία λύπη. Η οργή συνοδεύεται από λύπη, το μίσος όχι: όλοι το ξέρουμε πως ο θυμωμένος είναι στενοχωρημένος, ενώ δεν είναι εκείνος που μισεί. Εκτός αυτού, ο θυμωμένος μπορεί κάποτε, ύστερα από πολλά, να νιώσει συμπόνια γι’ αυτόν με τον οποίο ήταν θυμωμένος· ο άλλος σε καμιά περίπτωση· (15) ο θυμωμένος ένα μόνο θέλει: να υποφέρει με τη σειρά του και αυτός με τον οποίο ο ίδιος είναι θυμωμένος, ενώ αυτός που μισεί επιθυμεί να πάψει να υπάρχει ο άλλος.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΕΛΛΗΝΙΚΑ

ΞΕΝ Ελλ 6.3.1–6.3.9

(ΞΕΝ Ελλ 6.3.1–6.3.20: Αθηναίοι και Σπαρτιάτες υπογράφουν ειρήνη το 371 π.Χ.) Απόφαση για αποστολή αθηναϊκής πρεσβείας στη Σπάρτη – Ο λόγος του Καλλία – Ο λόγος του Αυτοκλή

Οι Θηβαίοι αποτίναξαν τον σπαρτιατικό ζυγό το 379 π.Χ. Παράλληλα, στα χρόνια που ακολούθησαν ουσιαστικά έπαψαν να είναι σύμμαχοι των Αθηναίων, ενώ άρχισαν να επεμβαίνουν στα εσωτερικά ζητήματα των υπόλοιπων βοιωτικών πόλεων, κάποιες από τις οποίες κατέλαβαν. Έτσι άρχισε να αναγεννάται το Κοινό των Βοιωτών. Οι Αθηναίοι, θορυβημένοι από τις ενέργειες των Θηβαίων και εξαντλημένοι οικονομικά από τις επιχειρήσεις του στόλου τους στο Ιόνιο, στέλνουν αντιπροσωπεία στη Σπάρτη, για να κλείσει ειρήνη. Εκεί παρευρίσκονται και Θηβαίοι απεσταλμένοι.


[6.3.1] Οἱ δὲ Ἀθηναῖοι, ἐκπεπτωκότας μὲν ὁρῶντες ἐκ τῆς
Βοιωτίας Πλαταιᾶς, φίλους ὄντας, καὶ καταπεφευγότας
πρὸς αὑτούς, ἱκετεύοντας δὲ Θεσπιᾶς μὴ σφᾶς περιιδεῖν
ἀπόλιδας γενομένους, οὐκέτι ἐπῄνουν τοὺς Θηβαίους, ἀλλὰ
πολεμεῖν μὲν αὐτοῖς τὰ μὲν ᾐσχύνοντο, τὰ δὲ ἀσυμφόρως
ἔχειν ἐλογίζοντο· κοινωνεῖν γε μὴν αὐτοῖς ὧν ἔπραττον
οὐκέτι ἤθελον, ἐπεὶ ἑώρων στρατεύοντάς τε αὐτοὺς ἐπὶ
φίλους ἀρχαίους τῇ πόλει φωκέας, καὶ πόλεις πιστάς τ’ ἐν
τῷ πρὸς τὸν βάρβαρον πολέμῳ καὶ φίλας ἑαυτοῖς ἀφανί-
ζοντας. [6.3.2] ἐκ τούτων δὲ ψηφισάμενος ὁ δῆμος εἰρήνην
ποιεῖσθαι, πρῶτον μὲν εἰς Θήβας πρέσβεις ἔπεμψε παρα-
καλοῦντας ἀκολουθεῖν, εἰ βούλοιντο, εἰς Λακεδαίμονα περὶ
εἰρήνης· ἔπειτα δὲ ἐξέπεμψαν καὶ αὐτοὶ πρέσβεις. ἦν δὲ
τῶν αἱρεθέντων Καλλίας Ἱππονίκου, Αὐτοκλῆς Στρομβιχίδου,
Δημόστρατος Ἀριστοφῶντος, Ἀριστοκλῆς, Κηφισόδοτος,
Μελάνωπος, Λύκαιθος. [6.3.3] [ἐπεὶ δὲ προσῆλθον ἐπὶ τοὺς ἐκκλή-
τους τε τῶν Λακεδαιμονίων καὶ τοὺς συμμάχους·] <καὶ>
Καλλίστρατος δὲ ὁ δημηγόρος παρῆν· ὑποσχόμενος γὰρ
Ἰφικράτει, εἰ αὐτὸν ἀφείη, ἢ χρήματα πέμψειν τῷ ναυτικῷ
ἢ εἰρήνην ποιήσειν, οὕτως Ἀθήνησί τε ἦν καὶ ἔπραττε περὶ
εἰρήνης· ἐπεὶ δὲ κατέστησαν ἐπὶ τοὺς ἐκκλήτους τε τῶν
Λακεδαιμονίων καὶ τοὺς συμμάχους, πρῶτος ἔλεξεν αὐτῶν
Καλλίας ὁ δᾳδοῦχος. ἦν δ’ οὗτος οἷος μηδὲν ἧττον ἥδεσθαι
ὑφ’ αὑτοῦ ἢ ὑπ’ ἄλλων ἐπαινούμενος· καὶ τότε δὴ ἤρξατο
ὧδέ πως.

[6.3.4] Ὦ ἄνδρες Λακεδαιμόνιοι, τὴν μὲν προξενίαν ὑμῶν οὐκ
ἐγὼ μόνος, ἀλλὰ καὶ πατρὸς πατὴρ πατρῴαν ἔχων παρεδίδου
τῷ γένει. βούλομαι δὲ καὶ τοῦτο ὑμῖν δηλῶσαι, ὡς ἔχουσα
ἡ πόλις διατελεῖ πρὸς ἡμᾶς. ἐκείνη γάρ, ὅταν μὲν πόλε-
μος ᾖ, στρατηγοὺς ἡμᾶς αἱρεῖται, ὅταν δὲ ἡσυχίας ἐπιθυ-
μήσῃ, εἰρηνοποιοὺς ἡμᾶς ἐκπέμπει. κἀγὼ πρόσθεν δὶς ἤδη
ἦλθον περὶ πολέμου καταλύσεως, καὶ ἐν ἀμφοτέραις ταῖς
πρεσβείαις διεπραξάμην καὶ ὑμῖν καὶ ἡμῖν εἰρήνην· νῦν δὲ
τρίτον ἥκω, καὶ ἡγοῦμαι πολὺ δικαιότατα νῦν ἂν διαλλαγῆς
τυχεῖν. [6.3.5] ὁρῶ γὰρ οὐκ ἄλλα μὲν ὑμῖν, ἄλλα δὲ ἡμῖν δο-
κοῦντα, ἀλλ’ ὑμᾶς τε ἀχθομένους καὶ ἡμᾶς τῇ Πλαταιῶν
καὶ Θεσπιῶν ἀναιρέσει. πῶς οὖν οὐκ εἰκὸς τὰ αὐτὰ γιγ-
νώσκοντας φίλους μᾶλλον ἀλλήλοις ἢ πολεμίους εἶναι; καὶ
σωφρόνων μὲν δήπου ἐστὶ μηδὲ εἰ μικρὰ τὰ διαφέροντα εἴη
πόλεμον ἀναιρεῖσθαι· εἰ δὲ δὴ καὶ ὁμογνωμονοῖμεν, οὐκ ἂν
πάνυ τῶν θαυμαστῶν εἴη μὴ εἰρήνην ποιεῖσθαι; [6.3.6] δίκαιον μὲν
οὖν ἦν μηδὲ ὅπλα ἐπιφέρειν ἀλλήλοις ἡμᾶς, ἐπεὶ λέγεται
μὲν Τριπτόλεμος ὁ ἡμέτερος πρόγονος τὰ Δήμητρος καὶ
Κόρης ἄρρητα ἱερὰ πρώτοις ξένοις δεῖξαι Ἡρακλεῖ τε τῷ
ὑμετέρῳ ἀρχηγέτῃ καὶ Διοσκούροιν τοῖν ὑμετέροιν πολίταιν,
καὶ τοῦ Δήμητρος δὲ καρποῦ εἰς πρώτην τὴν Πελοπόννησον
σπέρμα δωρήσασθαι. πῶς οὖν δίκαιον ἢ ὑμᾶς, παρ’ ὧν
ἐλάβετε σπέρματα, τὸν τούτων ποτὲ καρπὸν ἐλθεῖν δῃώσον-
τας, ἡμᾶς τε, οἷς ἐδώκαμεν, μὴ οὐχὶ βούλεσθαι ὡς πλείστην
τούτοις ἀφθονίαν τροφῆς γενέσθαι; εἰ δὲ ἄρα ἐκ θεῶν πε-
πρωμένον ἐστὶ πολέμους ἐν ἀνθρώποις γίγνεσθαι, ἡμᾶς δὲ
χρὴ ἄρχεσθαι μὲν αὐτοῦ ὡς σχολαίτατα, ὅταν δὲ γένηται,
καταλύεσθαι ᾗ δυνατὸν τάχιστα.

[6.3.7] Μετὰ τοῦτον Αὐτοκλῆς, μάλα δοκῶν ἐπιστρεφὴς εἶναι
ῥήτωρ, ὧδε ἠγόρευεν· Ἄνδρες Λακεδαιμόνιοι, ὅτι μὲν ἃ
μέλλω λέγειν οὐ πρὸς χάριν ὑμῖν ῥηθήσεται οὐκ ἀγνοῶ·
ἀλλὰ δοκεῖ μοι, οἵτινες βούλονται, ἣν ἂν ποιήσωνται φιλίαν,
ταύτην ὡς πλεῖστον χρόνον διαμένειν, διδακτέον εἶναι ἀλλή-
λους τὰ αἴτια τῶν πολέμων. ὑμεῖς δὲ ἀεὶ μέν φατε· αὐτο-
νόμους τὰς πόλεις χρὴ εἶναι, αὐτοὶ δ’ ἐστὲ μάλιστα ἐμποδὼν
τῇ αὐτονομίᾳ. συντίθεσθε μὲν γὰρ πρὸς τὰς συμμαχίδας
πόλεις τοῦτο πρῶτον, ἀκολουθεῖν ὅποι ἂν ὑμεῖς ἡγῆσθε.
[6.3.8] καίτοι τί τοῦτο αὐτονομίᾳ προσήκει; ποιεῖσθε δὲ πολεμίους
οὐκ ἀνακοινούμενοι τοῖς συμμάχοις, καὶ ἐπὶ τούτους ἡγεῖσθε·
ὥστε πολλάκις ἐπὶ τοὺς εὐμενεστάτους ἀναγκάζονται στρα-
τεύειν οἱ λεγόμενοι αὐτόνομοι εἶναι. ἔτι δὲ τὸ πάντων
ἐναντιώτατον αὐτονομίᾳ, καθίστατε ἔνθα μὲν δεκαρχίας,
ἔνθα δὲ τριακονταρχίας· καὶ τούτων τῶν ἀρχόντων ἐπιμε-
λεῖσθε οὐχ ὅπως νομίμως ἄρχωσιν, ἀλλ’ ὅπως δύνωνται βίᾳ
κατέχειν τὰς πόλεις. ὥστ’ ἐοίκατε τυραννίσι μᾶλλον ἢ
πολιτείαις ἡδόμενοι. [6.3.9] καὶ ὅτε μὲν βασιλεὺς προσέταττεν
αὐτονόμους τὰς πόλεις εἶναι, μάλα γιγνώσκοντες ἐφαίνεσθε
ὅτι εἰ μὴ ἐάσοιεν οἱ Θηβαῖοι ἑκάστην τῶν πόλεων ἄρχειν
τε ἑαυτῆς καὶ οἷς ἂν βούληται νόμοις χρῆσθαι, οὐ ποιή-
σουσι κατὰ τὰ βασιλέως γράμματα· ἐπεὶ δὲ παρελάβετε
τὴν Καδμείαν, οὐδ’ αὐτοῖς Θηβαίοις ἐπετρέπετε αὐτο-
νόμους εἶναι. δεῖ δὲ τοὺς μέλλοντας φίλους ἔσεσθαι
οὐ παρὰ τῶν ἄλλων μὲν ἀξιοῦν τῶν δικαίων τυγχάνειν,
αὐτοὺς δὲ ὅπως ἂν πλεῖστα δύνωνται πλεονεκτοῦντας
φαίνεσθαι.

***
Στο μεταξύ οι Αθηναίοι έβλεπαν τους Πλαταιείς, που ήταν φίλοι τους, να 'χουν καταφύγει κοντά τους διωγμένοι από τη Βοιωτία, ενώ παράλληλα οι Θεσπιείς τους ικέτευαν να μην τους αφήσουν στην τύχη τους τώρα που είχαν μείνει χωρίς πατρίδα· έπαψαν λοιπόν οι Αθηναίοι να επαινούν τους Θηβαίους. Ντρέπονταν, είν' αλήθεια, να τους πολεμήσουν ―λογάριαζαν άλλωστε ότι θα τους ήταν ασύμφορο― αλλά δεν ήθελαν και να συμμετέχουν πια στις επιχειρήσεις τους, βλέποντάς τους να εκστρατεύουν εναντίον των Φωκέων ―που ήταν παλιοί φίλοι της Αθήνας― και ν' αφανίζουν πόλεις που τους είχαν δείξει και φιλία και πίστη τον καιρό του πολέμου κατά των βαρβάρων. Το αποτέλεσμα ήταν ότι η Συνέλευση των Αθηναίων ψήφισε να γίνει ειρήνη· τότε έστειλαν πρώτα πρεσβεία στους Θηβαίους, για να τους προτείνουν να πάνε κι εκείνοι μαζί τους στη Λακεδαίμονα, αν θέλουν, για διαπραγματεύσεις ειρήνης, και κατόπιν έστειλαν οι ίδιοι πρέσβεις στους Λακεδαιμονίους. Ανάμεσα σε τούτους είχαν εκλεγεί ο Καλλίας του Ιππονίκου, ο Αυτοκλής του Στρομβιχίδου, ο Δημόστρατος του Αριστοφώντος, ο Αριστοκλής, ο Κηφισόδοτος, ο Μελάνωπος και ο Λύκαιθος. Μαζί τους πήγε κι ο Καλλίστρατος ο ρήτωρ: είχε πάρει άδεια από τον Ιφικράτη με την υπόσχεση ότι είτε θα πετύχαινε να γίνει ειρήνη ― γι' αυτόν τον λόγο βρισκόταν στην Αθήνα κι ενεργούσε για ειρήνευση.

Όταν οι πρέσβεις παρουσιάστηκαν στη Συνέλευση των Λακεδαιμονίων και στους εκπροσώπους των συμμάχων τους, πήρε τον λόγο πρώτος ο Καλλίας, ο δαδούχος· ήταν ο άνθρωπος που αγαπούσε τον αυτοέπαινο όσο και τους επαίνους των άλλων, και σ' εκείνη την περίπτωση άρχισε κάπως έτσι:

«Τον τίτλο του προξένου σας, Λακεδαιμόνιοι, δεν τον έχω μόνο εγώ: τον είχε κληρονομήσει ο παππούς μου από τον πατέρα του, και τον κληροδότησε στους απογόνους του. Θέλω ακόμα να σας φανερώσω και το πώς βλέπει τη γενιά μας η πόλη: όποτε έχει πόλεμο μας εκλέγει στρατηγούς, κι όποτε πάλι αποζητήσει ησυχία, μας στέλνει σαν ειρηνοποιούς. Δύο φορές ήρθα κιόλας εδώ να διαπραγματευτώ κατάπαυση του πολέμου, και πέτυχα και στις δύο αποστολές να φέρω ειρήνη και σε σας και σ' εμάς. Τούτη είναι η τρίτη μου αποστολή, και πιστεύω πως τώρα υπάρχουν περισσότεροι λόγοι από κάθε άλλη φορά για να πετύχω συμφιλίωση. Διαπιστώνω, στ' αλήθεια, ότι εσείς κι εμείς δεν βλέπουμε διαφορετικά τα πράγματα: κι εσείς αγανακτείτε όσο κι εμείς για την καταστροφή της Πλάταιας και των Θεσπιών. Μια κι έχουμε λοιπόν την ίδια γνώμη, πιο λογικό δεν είναι να 'μαστε φίλοι παρά εχθροί; Είναι γνωστό πως οι συνετοί άνθρωποι δεν αρχίζουν πόλεμο κι όταν ακόμη τους χωρίζουν μικροδιαφορές· αν όμως εμείς συμφωνούμε δεν θα 'ταν ολωσδιόλου ακατανόητο να μην κάνουμε ειρήνη; Σωστό θα 'ταν βέβαια να μην είχαμε καν σηκώσει όπλα ο ένας εναντίον του άλλου, αφού, όπως λένε, οι πρώτοι ξένοι που διδάχτηκαν από τον Τριπτόλεμο, τον πρόγονό μας, τα ιερά μυστικά της Δήμητρας και της Κόρης ήταν ο γενάρχης σας Ηρακλής κι οι συμπολίτες σας Διόσκουροι, και στην Πελοπόννησο είναι που εκείνος πρωτοχάρισε τον σπόρο του καρπού της Δήμητρας. Είναι λοιπόν ποτέ σωστό είτε να 'ρχεστε εσείς να λεηλατείτε τον καρπό εκείνων που σας έδωσαν τον σπόρο, είτε πάλι εμείς, που σας τον δώσαμε, να μη θέλουμε να 'χετε όσο γίνεται πιο άφθονη την τροφή; Κι αν ακόμα είναι των θεών θέλημα να γίνονται πόλεμοι ανάμεσα στους ανθρώπους, χρέος δικό μας είναι να καθυστερούμε την έναρξη του πολέμου όσο μπορούμε, κι όταν μια φορά αρχίσει να τον τελειώνουμε όσο γίνεται πιο γρήγορα».

Μετά απ' αυτόν μίλησε ο Αυτοκλής, που είχε τη φήμη προσεκτικού ρήτορα, με τον ακόλουθο τρόπο:

«Το ξέρω, Λακεδαιμόνιοι, ότι δεν θα σας είναι ευχάριστα αυτά που πρόκειται να πω. Πιστεύω ωστόσο ότι εκείνοι που αποφασίζουν να γίνουν φίλοι, και θέλουν να διατηρηθεί η φιλία τους όσο το δυνατόν περισσότερο, πρέπει να δίνουν ο ένας στον άλλον εξηγήσεις για τους λόγους που τους έσπρωξαν να πολεμάνε μεταξύ τους. Εσείς λοιπόν πάντα λέτε "οι πόλεις πρέπει να 'ναι ανεξάρτητες", κι όμως εσείς οι ίδιοι αποτελείτε το μεγαλύτερο εμπόδιο στην ανεξαρτησία τους. Ο πρώτος όρος που βάζετε στις συμφωνίες με τις συμμαχικές σας πόλεις είναι να σας ακολουθούν σ' όλες σας τις εκστρατείες. Πώς συμβιβάζεται όμως τούτο με την ανεξαρτησία; Από την άλλη πλευρά δημιουργείτε αντιπάλους δίχως συνεννόηση με τους συμμάχους σας, που κατόπιν οδηγείτε σε πόλεμο εναντίον τους, με αποτέλεσμα ν' αναγκάζονται συχνά αυτοί, οι τάχα ανεξάρτητοι, να εκστρατεύουν εναντίον των καλύτερων τους φίλων. Έπειτα, πράγμα ολότελα αντίθετο με κάθε έννοια ανεξαρτησίας, εγκαθιδρύετε καθεστώτα αλλού με δέκα, αλλού με τριάντα άρχοντες· και δεν σας ενδιαφέρει να κυβερνούν τούτοι οι άρχοντες σύμφωνα με τους νόμους, παρά να μπορούν να εξουσιάζουν τις πόλεις με τη βία, έτσι ώστε μοιάζει να σας αρέσουν τα τυραννικά καθεστώτα περισσότερο από τα συνταγματικά. Εξάλλου, όταν ο Βασιλεύς πρόσταξε να είναι οι πόλεις ανεξάρτητες, φαινόσασταν απόλυτα βέβαιοι ότι η πολιτική των Θηβαίων δεν θα ήταν σύμφωνη με τις γραπτές εντολές του Βασιλέως αν δεν άφηναν κάθε πόλη να διοικείται μονάχη της, μ' όποιο πολίτευμα ήθελε· μολοντούτο, ευθύς ως καταλάβατε την Καδμεία, δεν αφήσατε ανεξάρτητους ούτε τους ίδιους τους Θηβαίους. Όμως όσοι θέλουν να 'χουν φίλους δεν πρέπει ν' απαιτούν από τους άλλους δίκαιη μεταχείριση και να δείχνουν ταυτόχρονα οι ίδιοι άπληστη πλεονεξία».