«Το έχω παρατηρήσει αυτό στην εμπειρία μου από την δουλεία, ότι κάθε φορά που η κατάστασή μου βελτιωνόταν, αντί να αυξάνει την ικανοποίησή μου, απλώς αύξανε την επιθυμία μου να είμαι ελεύθερος και με έκανε να σκέφτομαι τρόπους για να κερδίσω την ελευθερία μου. Για να γίνεις ένας ικανοποιημένος σκλάβος, είναι απαραίτητο να γίνεις ένας αλόγιστος σκλάβος. Είναι αναγκαίο να σκοτεινιάσει το ηθικό και ψυχικό σου όραμα και, όσο είναι δυνατόν, να εκμηδενίσεις την δύναμη της λογικής. Πρέπει να είσαι σε θέση να μην εντοπίζεις καμία ασυνέπεια στην δουλεία. Πρέπει να τον κάνουν να νιώθει ότι η σκλαβιά είναι σωστή και μπορεί να φτάσει σε όλο αυτό μόνο όταν πάψει να είναι άνθρωπος». -Frederick Douglass από την αυτοβιογραφία του.
Τι στο καλό έχει συμβεί με το ανθρώπινο ζώο;
Τι έχει συμβεί στον άνθρωπο;
Η λογική, η αρμονία, η αγάπη, η έκπληξη και η ελευθερία είναι τώρα η κρυφή πλευρά της ζωής: Μια οπισθοδρομική και διαταραγμένη κατάσταση του νου.
Γιατί είναι αποδεκτό να μας εξουσιάζουν, να μας επιτρέπουν να υπάρχουμε, να μας λένε τι να κάνουμε και τι να μην κάνουμε, να μας αλυσοδένουν μεταφορικά και σε πολλές περιπτώσεις κυριολεκτικά με δρακόντειες εντολές, να μας περιορίζουν ως προς το τι να λέμε και τι να μην λέμε και να μας ελέγχουν “ηγέτες” και κυβερνήτες; Αυτή είναι η αληθινή φύση του ανθρώπου ή αυτή είναι η διαταραγμένη κατάσταση του νου είναι δημιούργημα κακών προθέσεων από εκείνους που επιδιώκουν την εξουσία για να κυριαρχήσουν στους άλλους;
Αυτή είναι μια πολύ σημαντική διάκριση, διότι αν αυτή η αδύναμη και αξιολύπητη κατάσταση της ύπαρξης είναι φυσική, τότε δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να διορθώσει την δυστυχία των κυριαρχούμενων. Αλλά αν είναι ένα σχεδιασμένο και επινοημένο αποτέλεσμα μακροχρόνιας κατήχησης, αποβλάκωσης και προπαγανδισμένης συνωμοτικής πλεκτάνης, τότε μήπως θα μπορούσε να αντιστραφεί αυτή η εκούσια δουλεία υπέρ της μαζικής ελευθερίας;
Όπως επισημάνθηκε πρόσφατα από τον Jacob Hornberger, υπήρξε μια εποχή στην ιστορία μας που δεν υπήρχε φόρος εισοδήματος ή IRS, δεν υπήρχε κυβερνητική πρόνοια, δεν υπήρχαν νόμοι για τα φάρμακα ή την ιατρική περίθαλψη, δεν υπήρχαν μεταναστευτικοί έλεγχοι, λίγοι οικονομικοί κανονισμοί και περιορισμοί, δεν υπήρχαν ξένοι πόλεμοι, δεν υπήρχαν διαβατήρια, δεν υπήρχαν υπηρεσίες επιβολής του νόμου με τρία γράμματα, δεν υπήρχαν κυβερνητικά ελεγχόμενες αγορές, δεν υπήρχαν ξένες στρατιωτικές βάσεις, λίγες ή και καθόλου κυβερνητικές γραφειοκρατίες, ελάχιστη ή και καθόλου υποχρεωτική “δημόσια” εκπαίδευση, δεν υπήρχε νόμισμα χωρίς αντίκρισμα ή κεντρική τράπεζα και απολύτως κανένας έλεγχος των όπλων.
Τα πράγματα σίγουρα δεν ήταν τέλεια, ούτε υπήρχε κάποια ουτοπία, αλλά υπήρχαν καλύτερες εποχές σε αυτή την χώρα και οι άνθρωποι ήταν για όλες τις προθέσεις και τους σκοπούς, προσωρινά ελεύθεροι. Αυτή ήταν μια ανώτερη εποχή και θα πρέπει να είναι διδακτική για το τι θα μπορούσε να γίνει, αντί για το αυτό που είναι σήμερα.
Έχει χάσει αυτή η κοινωνία όλες τις διανοητικές της ικανότητες, την επιθυμία της να είναι ελεύθερη και έχει υποκύψει πλήρως σε μια υποταγμένη θέση και ως εκ τούτου έχει συμβιβαστεί με ένα εξαρτημένο επίπεδο ύπαρξης; Έχουν αποδεχτεί οικειοθελώς οι μάζες την ιδέα ότι η ζωή είναι δουλοπαροικία, ή αυτό είναι ένα προσωρινό φαινόμενο και μπορεί να αντιστραφεί;
Θα ήθελα να σκεφτώ με βάση το τελευταίο, αλλά αυτή η τρέχουσα κατάσταση μου δίνει την μεγάλη παύση, καθώς το σύστημα ελέγχου που υπάρχει σε αυτή την χώρα και τον κόσμο επιτρέπεται να συνεχίσει την κίνησή του προς μια τεχνοκρατική δικτατορία. Αυτή είναι μια τραγωδία και αν γίνει αποδεκτό από το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας ως φυσιολογικό, κάθε ελπίδα για ελευθερία απλώς θα εξαφανιζόταν.
Φαίνεται ότι ζούμε σε μια εποχή που το μεγαλύτερο μέρος των πληθυσμών βρίσκεται στα πρόθυρα της «κλινικής» κατάθλιψης, είναι γεμάτο μίσος, διχάζεται σε κάθε πτυχή της ζωής, ανησυχεί και προβληματίζεται συνεχώς, βρίσκεται σε συνεχή κατάσταση φόβου, δυσαρεστημένοι με όλα τα καλά στην ζωή, ενώ συγκεντρώνονται μόνο στον θυμό και την άμεση ικανοποίηση, καταλαμβάνονται από αδιαφορία και έχουν χάσει κάθε ικανότητα βελτίωσης του εαυτού τους προκειμένου να αποκτήσουν μια πιο αρμονική σύνδεση με τα θαύματα που έχει να προσφέρει η ζωή.
Αυτή είναι μια θλιβερή κατάσταση πραγμάτων καθώς και μια ξεκάθαρη συνειδητοποίηση ότι η ανθρωπότητα βυθίζεται στα όρια του εκούσιου αφανισμού.
Ανεξάρτητα από όλες τις διαμάχες, την αβεβαιότητα, τον ανταγωνισμό, την ηθική παρακμή και την ψυχοπαθητική παραφροσύνη που αντιμετωπίζουμε καθημερινά, θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι η ζωή συνεχίζεται και ο καθένας από εμάς έχει την ευθύνη να αναπτύξει και να ενισχύσει την ικανότητά του να επιβιώνει και να ευημερεί και να είναι ανεξάρτητος, ώστε να βρει ψυχική ηρεμία.
Οι πιο σημαντικές πτυχές της ζωής δεν μπορούν ποτέ να δοθούν, πρέπει να προέρχονται από μέσα και δεν μπορούν να τις βιώσετε εκτός και μέχρις ότου κάποιος είναι ασφαλής και ικανοποιημένος με τον εαυτό του. Αυτή είναι μια υποχρεωτική πτυχή της ανάπτυξης που μπορεί να οδηγήσει στο να γίνει φως για τους άλλους. Χωρίς αυτοέλεγχο, αυτοεξάρτηση, αυτογνωσία κι αυτοπεποίθηση, η αγάπη, η οικογένεια, η συμπόνια, η εν συναίσθηση και η χαρά δεν μπορούν να βιωθούν πλήρως κι αληθινά. Για να αποκτήσεις μια τέτοια ψυχική κατάσταση απαιτεί ειλικρίνεια και απεριόριστη αποδοχή της αλήθειας, ανεξαρτήτως κινδύνου.
Η γκρίνια, το παράπονο, η κατάρα, το ψέμα, το να κατηγορείς, η εξάρτηση, η ψήφος και η ικεσία για έναν αφέντη ή σωτήρα, θεό ή ημίθεο, για να σου δώσει χάρες, δεν θα ωφελήσουν ποτέ σε κανέναν αγώνα για να κερδίσεις ή να διατηρήσεις την όποια ελευθερία σου.
Η ελευθερία δεν μπορεί να δοθεί, πρέπει να την ζεις, να την παίρνεις και να την υπερασπίζεσαι.
Η ίδρυση των ΗΠΑ ήταν δομημένη με τέτοιο τρόπο ώστε να παρουσιάζεται μια λανθασμένη εικόνα ότι τα δικαιώματα είναι κατά κάποιο τρόπο συνδεδεμένα με την κυβερνητική περγαμηνή, κάτι που είναι μια κατάφωρη παραποίηση των γεγονότων. Κανένα δικαίωμα δεν προέρχεται από κανένα χαρτί, κανένα δικαίωμα δεν μπορεί να κατοχυρωθεί από τις κυβερνήσεις. Αν είναι έτσι, τότε δεν θα υπήρχαν ποτέ δικαιώματα εξαρχής.
Αυτή είναι μια από τις πιο κατάφωρες παρανοήσεις των εξαπατημένων ανθρώπων που έχουν κατακλυστεί από την ιδέα ότι κάποιο σύνταγμα υπάρχει για να προστατεύσει την ελευθερία τους. Δεν είναι έτσι!
Ναι, όσοι έζησαν σε αυτή την χώρα (την Αμερική) στο παρελθόν είχαν μια πολύ πιο ελεύθερη κοινωνία από ό,τι υπάρχει σήμερα, αλλά ακόμη και τότε, υπήρχαν επιθέσεις κατά της κυριαρχίας του ατόμου από το κράτος. Η επιθετικότητα κατά της ελευθερίας που επιβάλλεται από την άρχουσα τάξη με την πάροδο του χρόνου έχει αυξηθεί πολύ, αλλά μόνο επειδή επιτρεπόταν οικειοθελώς και οι μάζες συμφωνούσαν σε αυτό.
Επί του παρόντος, ελάχιστη, αν και καθόλου ελευθερία δεν έχει επιβιώσει και αυτό είναι φυσικά ένα προγραμματισμένο αποτέλεσμα, που έχει γίνει γενικά αποδεκτό από το υπάκουο και υποταγμένο κοπάδι.
Αυτή η θηριωδία μπορεί να διορθωθεί όχι φυσικά από τις κατατονικές μάζες, αλλά από μεμονωμένους αριθμούς ικανών ατόμων που με τον τρόπο ζωής τους, δεν υπολογίζουν, ούτε υποστηρίζουν την εξουσία της κυβέρνησης και των ελίτ.
«Είμαι ελεύθερος, ανεξάρτητα από τους κανόνες που με περιβάλλουν. Αν τα βρίσκω ανεκτά, τα ανέχομαι. Αν τα βρίσκω ανυπόφορα, τα σπάω. Είμαι ελεύθερος γιατί ξέρω ότι μόνο εγώ είμαι ηθικά υπεύθυνος για ό,τι κάνω». -Robert A. Heinlein
Θα έλεγα ότι ένα από τα αντίδοτα στην σκλαβιά και την υποτέλεια, είναι ο Frederick Douglass. Ενθαρρύνω τους ανθρώπους να διαβάσουν την αυτοβιογραφία του Frederick Douglass «My Bondage, My Freedom». Ο Φρέντερικ Ντάγκλας ήταν ένας άνθρωπος που γεννήθηκε στην σκλαβιά κάτω από μερικές από τις πιο ακραίες μορφές καταπίεσης και βαρβαρότητας στον Νότο. Του είπαν ότι η φύση του ήταν όλα τα αντίθετα με αυτό που ανακάλυψε ότι ήταν πραγματικά.
Και το ερώτημα ήταν πώς το έκανε αυτό ο Ντάγκλας, γιατί δεν είχε κανένα παράδειγμα στην ζωή του, κανενός είδους προτύπου Ελευθερίας. Ποτέ δεν του παρουσιάστηκε καμία διάψευση ότι δεν ήταν όντως εγγενώς γεννημένος για να είναι σκλάβος και ότι αυτή δεν ήταν η φυσική του κατάσταση και ωστόσο ήταν ακόμη σε θέση να το απορρίψει από πολύ νεαρή ηλικία.
Περνάει την διαδικασία σκέψης του στην αυτοβιογραφία του, η οποία είναι πραγματικά το κλειδί για να διαβάσουν τόσοι πολλοί άνθρωποι στις μέρες μας, προκειμένου να μας βοηθήσει στο ταξίδι μας να βγούμε από αυτό το ψεύτικο κατασκεύασμα στο οποίο βρισκόμαστε φυλακισμένοι.
Θέλω απλώς να διαβάσουμε ένα απόσπασμα από την αυτοβιογραφία του:
“Ένας άνθρωπος χωρίς βία είναι χωρίς την ουσιαστική αξιοπρέπεια της ανθρωπότητας. Η ανθρώπινη φύση είναι έτσι δομημένη, ώστε να μην μπορεί να τιμήσει έναν ανήμπορο άνθρωπο, αν και μπορεί να τον λυπηθεί, κι ακόμη και αυτό δεν μπορεί να το κάνει για πολύ, αν δεν εμφανιστούν σημάδια δύναμης. Μόνο εκείνος μπορεί να καταλάβει την επίδραση αυτής της μάχης στο πνεύμα μου, ο οποίος έχει ο ίδιος υποστεί κάτι, ή έχει διακινδυνεύσει κάτι, αποκρούοντας τις άδικες και σκληρές επιθέσεις ενός τυράννου. Ο Covey ήταν τύραννος και μάλιστα δειλός.
Αφού του αντιστάθηκα, ένιωσα όπως δεν είχα νιώσει ποτέ πριν. Ήταν μια ανάσταση από τον σκοτεινό και μολυσματικό τάφο της σκλαβιάς, στον ουρανό της συγκριτικής ελευθερίας. Δεν ήμουν πια ένας δειλός δούλος, που έτρεμε κάτω από το βλέμμα ενός σκουληκιού του χώματος, αλλά το από καιρό καταβεβλημένο πνεύμα μου είχε ξυπνήσει σε μια στάση ανεξαρτησίας. Είχα φτάσει στο σημείο στο οποίο δεν φοβόμουν να πεθάνω. Αυτό το πνεύμα με έκανε ελεύθερο άνθρωπο στην πραγματικότητα, αν και παρέμενα ακόμα σκλάβος στην μορφή. Όταν ένας σκλάβος δεν μπορεί να μαστιγωθεί, είναι περισσότερο από το μισό ελεύθερος.
Έχει να υπερασπιστεί ένα πεδίο τόσο ευρύ όσο η ίδια του η ανδρική καρδιά και είναι πραγματικά μια δύναμη στην γη. Από εκείνη την στιγμή μέχρι την απόδρασή μου από την σκλαβιά, ποτέ δεν μαστιγώθηκα δίκαια. Έγιναν αρκετές προσπάθειες, αλλά ήταν πάντα ανεπιτυχείς. Απέκτησα μώλωπες, αλλά η περίπτωση που περιέγραψα ήταν το τέλος της κτηνωδίας στην οποία με είχε υποβάλει η δουλεία.” -Frederick Douglass από την αυτοβιογραφία του.
Πέμπτη 9 Μαρτίου 2023
Θα πρέπει όχι μόνο να ανέχεσθε την ύπαρξη ηλιθίων που επιτίθενται, αλλά και να ξεπερνάτε τα συναισθήματα που σας προκαλούν
Μεταξύ των ηλιθίων συγκαταλέγονται εκείνοι που εκτονώνουν τις συσσωρευμένες απογοητεύσεις τους επάνω στους άλλους, που κατηγορούν ολόκληρο το Σύμπαν, που σας κατακλύζουν με κουτσομπολιά, που γοητεύονται από καθετί κακό, από τις ατελείωτες κακίες τις οποίες καταφέρνουν να λένε για τους άλλους, και που μόνο και μόνο επειδή δεν είπατε ούτε μία κουβέντα καταλήγουν να σας χαρακτηρίσουν απολύτως αξιολάτρευτους. Αργότερα, όταν θα είναι έτοιμοι να χύσουν πάλι τη χολή τους, θα αναζητήσουν έναν άλλο συνομιλητή στον οποίο θα φορτώσουν όλα τα κακά πράγματα, τα ατελείωτα κακά πράγματα που σκέφτονται για τους άλλους και στον οποίο θα μπορούν να διηγηθούν γιατί και σε ποιον βαθμό εσείς τους απογοητεύσατε.
Η αντίστασή σας είναι δικαιολογημένη. Το παραδέχομαι ότι σαφέστατα ο ηλίθιος είναι ηθικά υπεύθυνος για την ηλιθιότητα που τον διακρίνει. Εξάλλου, ναι. Στους ηλίθιους οφείλονται πάντοτε οι διαμάχες.
Πρώτα απ’ όλα, οφείλετε να παραδεχτείτε ότι, παρόλο που τα συναισθήματα που ονομάζονται γενικώς αρνητικά, ο φόβος, η θλίψη, ο θυμός, το μίσος, δεν μπορούν να κάνουν ποτέ λάθος, δε συνιστούν με τη σειρά τους λάθος, με άλλα λόγια, δεν είναι ξεκάθαρα λογικά συμπεράσματα. Προσδιορίζονται από έντονα φορτισμένα στάδια που είναι συχνά ευδιάκριτα και μετρήσιμα (αύξηση των παλμών, εφίδρωση, κοκκίνισμα, δάκρυα κ.λπ). Κατά συνέπεια, τα συναισθήματα πρέπει να γίνουν αποδεκτά με τη σειρά τους σαν συμβάντα, δηλαδή σαν προκλήσεις δεύτερου βαθμού. Όπως ακριβώς η ύπαρξη των ηλιθίων, η ύπαρξη του μίσους, του θυμού κ.λπ. πρέπει να θεωρηθεί όχι σφάλμα αλλά γεγονός. Άρα, θα πρέπει όχι μόνο να ανεχτείτε την ύπαρξη του ηλίθιου που αρνείται να αναγνωρίσει τις προσπάθειες σας με μια χειρονομία που δε θα του στοίχιζε τίποτε, αλλά και να ξεπεράσετε τα συναισθήματα που σας προκαλεί. Προκειμένου να εργαστείτε σωστά, πρέπει ν’ αντιστρέψετε τα πράγματα: πρώτα να μετριάσετε την επίδραση του ηλίθιου στα συναισθήματά σας• και στη συνέχεια, να ασχοληθείτε με τον ίδιο τον ηλίθιο.
Αφού παραδεχτούμε την κυρίαρχη ύπαρξη των συναισθημάτων σε κάθε συμβάν, μπορούμε να συνεχίσουμε να υποστηρίζουμε ότι αυτά είναι σχεδόν πάντα υπερβολικά, συνεπώς τοποθετούνται σαφέστατα στην πλευρά της αταξίας. Αν το σκεφτούμε πιο προσεκτικά όμως, η άποψη αυτή δεν ισχύει. Διότι τα συναισθήματα καθίστανται υπερβολικά (εξ ορισμού) εφόσον περάσουν ένα όριο• όμως, για να υπάρχει ένα όριο, είναι απαραίτητο κάποιος ή κάτι να το έχει θέσει εκ των προτέρων, χωρίς να λάβει υπόψη το συναίσθημα• άρα, το ίδιο το όριο προϋποθέτει μια εξωτερική παρουσία. Αυτό μας δείχνει ότι τα συναισθήματα γίνονται υπερβολικά κάθε φορά που (και εάν και μόνο εάν) μια παρουσία ελέγχου ερεθίσει και μεγεθύνει την κυρίαρχη ισχύ τους. Εξηγούμαι με ένα παράδειγμα. Γνωρίζετε ότι είναι καλό για εσάς τους ίδιους να μην προσβάλλετε κανέναν – ούτε καν τους ηλίθιους. Έτσι, το συναίσθημα που νιώθετε τη στιγμή που έχετε απέναντί σας έναν κακοήθη προσκρούει όπως είναι φυσικό στην πνευματική ιδέα της υποχρέωσής σας να επιδείξετε εγκράτεια, την οποία επιθυμείτε να τηρήσετε. Όσο πιο μεγάλη αντίσταση από εσάς βρίσκει η δύναμη αυτή, τόσο περισσότερο μετατρέπεται σε βία . Αυτό δε σημαίνει πως πρέπει ν’ αφήσετε τον εαυτό σας ελεύθερο και να προσβάλετε όλους τους ηλίθιους που συναντάτε, αλλά πως πρέπει να βρείτε ένα μέσο έκφρασης κατάλληλο για τη δύναμη που σας διαπερνά, κάθε φορά που αυτή σας διαπερνά.
Το σημαντικό εδώ είναι να κατανοήσουμε ότι ο άμεσος συσχετισμός μεταξύ του συναισθήματος και της αταξίας, του συναισθήματος και της απερισκεψίας, του συναισθήματος και της υπερβολής, δε βασίζεται στη φύση του συναισθήματος, αλλά σε μια εξωτερική παρέμβαση σε αυτή, έτσι ώστε τίποτε από όλα αυτά (αταξία, απερισκεψία, υπερβολή) δεν προκύπτει άμεσα. Για να δώσουμε μια εικόνα, όσο περισσότερο εκθέτετε τον φράχτη σας στον άνεμο, τόσο περισσότερο αυξάνετε τις πιθανότητες να καταστραφεί ο φράχτης από αυτόν• αυτό δε θα συμβεί λόγω της καταστροφικής ισχύος του ανέμου, αλλά λόγω της καταστροφικής ισχύος του βλάκα που τοποθέτησε τον φράχτη.
Αντί να ενοχοποιείτε τα συναισθήματά σας, καλύτερα ν’ αντιμετωπίσετε την αληθινή δυσκολία, δηλαδή, το να βρείτε τον σωστό τρόπο έκφρασής τους. Με τη λέξη «σωστό» εννοώ ότι οι χειρονομίες και τα λόγια σας πρέπει να αντιμετωπίσουν την πρόκληση της εξάντλησης της δύναμης των συναισθημάτων εκφράζοντάς τη συνολικά, μέχρι τέλους. Θα πρέπει, επίσης, η έκφραση αυτή να προσαρμοστεί στο περιβάλλον ώστε να πάρει μια μορφή που να μην επιτρέπει ούτε την απόρριψη ούτε την άρνηση των συναισθημάτων σας εξωτερικά, αλλά την αποδοχή και την κατανόησή τους και, εάν αυτό είναι δυνατό να βελτιώνει τις αλληλεπιδράσεις σας στο μέλλον.
Η αντίστασή σας είναι δικαιολογημένη. Το παραδέχομαι ότι σαφέστατα ο ηλίθιος είναι ηθικά υπεύθυνος για την ηλιθιότητα που τον διακρίνει. Εξάλλου, ναι. Στους ηλίθιους οφείλονται πάντοτε οι διαμάχες.
Πρώτα απ’ όλα, οφείλετε να παραδεχτείτε ότι, παρόλο που τα συναισθήματα που ονομάζονται γενικώς αρνητικά, ο φόβος, η θλίψη, ο θυμός, το μίσος, δεν μπορούν να κάνουν ποτέ λάθος, δε συνιστούν με τη σειρά τους λάθος, με άλλα λόγια, δεν είναι ξεκάθαρα λογικά συμπεράσματα. Προσδιορίζονται από έντονα φορτισμένα στάδια που είναι συχνά ευδιάκριτα και μετρήσιμα (αύξηση των παλμών, εφίδρωση, κοκκίνισμα, δάκρυα κ.λπ). Κατά συνέπεια, τα συναισθήματα πρέπει να γίνουν αποδεκτά με τη σειρά τους σαν συμβάντα, δηλαδή σαν προκλήσεις δεύτερου βαθμού. Όπως ακριβώς η ύπαρξη των ηλιθίων, η ύπαρξη του μίσους, του θυμού κ.λπ. πρέπει να θεωρηθεί όχι σφάλμα αλλά γεγονός. Άρα, θα πρέπει όχι μόνο να ανεχτείτε την ύπαρξη του ηλίθιου που αρνείται να αναγνωρίσει τις προσπάθειες σας με μια χειρονομία που δε θα του στοίχιζε τίποτε, αλλά και να ξεπεράσετε τα συναισθήματα που σας προκαλεί. Προκειμένου να εργαστείτε σωστά, πρέπει ν’ αντιστρέψετε τα πράγματα: πρώτα να μετριάσετε την επίδραση του ηλίθιου στα συναισθήματά σας• και στη συνέχεια, να ασχοληθείτε με τον ίδιο τον ηλίθιο.
Αφού παραδεχτούμε την κυρίαρχη ύπαρξη των συναισθημάτων σε κάθε συμβάν, μπορούμε να συνεχίσουμε να υποστηρίζουμε ότι αυτά είναι σχεδόν πάντα υπερβολικά, συνεπώς τοποθετούνται σαφέστατα στην πλευρά της αταξίας. Αν το σκεφτούμε πιο προσεκτικά όμως, η άποψη αυτή δεν ισχύει. Διότι τα συναισθήματα καθίστανται υπερβολικά (εξ ορισμού) εφόσον περάσουν ένα όριο• όμως, για να υπάρχει ένα όριο, είναι απαραίτητο κάποιος ή κάτι να το έχει θέσει εκ των προτέρων, χωρίς να λάβει υπόψη το συναίσθημα• άρα, το ίδιο το όριο προϋποθέτει μια εξωτερική παρουσία. Αυτό μας δείχνει ότι τα συναισθήματα γίνονται υπερβολικά κάθε φορά που (και εάν και μόνο εάν) μια παρουσία ελέγχου ερεθίσει και μεγεθύνει την κυρίαρχη ισχύ τους. Εξηγούμαι με ένα παράδειγμα. Γνωρίζετε ότι είναι καλό για εσάς τους ίδιους να μην προσβάλλετε κανέναν – ούτε καν τους ηλίθιους. Έτσι, το συναίσθημα που νιώθετε τη στιγμή που έχετε απέναντί σας έναν κακοήθη προσκρούει όπως είναι φυσικό στην πνευματική ιδέα της υποχρέωσής σας να επιδείξετε εγκράτεια, την οποία επιθυμείτε να τηρήσετε. Όσο πιο μεγάλη αντίσταση από εσάς βρίσκει η δύναμη αυτή, τόσο περισσότερο μετατρέπεται σε βία . Αυτό δε σημαίνει πως πρέπει ν’ αφήσετε τον εαυτό σας ελεύθερο και να προσβάλετε όλους τους ηλίθιους που συναντάτε, αλλά πως πρέπει να βρείτε ένα μέσο έκφρασης κατάλληλο για τη δύναμη που σας διαπερνά, κάθε φορά που αυτή σας διαπερνά.
Το σημαντικό εδώ είναι να κατανοήσουμε ότι ο άμεσος συσχετισμός μεταξύ του συναισθήματος και της αταξίας, του συναισθήματος και της απερισκεψίας, του συναισθήματος και της υπερβολής, δε βασίζεται στη φύση του συναισθήματος, αλλά σε μια εξωτερική παρέμβαση σε αυτή, έτσι ώστε τίποτε από όλα αυτά (αταξία, απερισκεψία, υπερβολή) δεν προκύπτει άμεσα. Για να δώσουμε μια εικόνα, όσο περισσότερο εκθέτετε τον φράχτη σας στον άνεμο, τόσο περισσότερο αυξάνετε τις πιθανότητες να καταστραφεί ο φράχτης από αυτόν• αυτό δε θα συμβεί λόγω της καταστροφικής ισχύος του ανέμου, αλλά λόγω της καταστροφικής ισχύος του βλάκα που τοποθέτησε τον φράχτη.
Αντί να ενοχοποιείτε τα συναισθήματά σας, καλύτερα ν’ αντιμετωπίσετε την αληθινή δυσκολία, δηλαδή, το να βρείτε τον σωστό τρόπο έκφρασής τους. Με τη λέξη «σωστό» εννοώ ότι οι χειρονομίες και τα λόγια σας πρέπει να αντιμετωπίσουν την πρόκληση της εξάντλησης της δύναμης των συναισθημάτων εκφράζοντάς τη συνολικά, μέχρι τέλους. Θα πρέπει, επίσης, η έκφραση αυτή να προσαρμοστεί στο περιβάλλον ώστε να πάρει μια μορφή που να μην επιτρέπει ούτε την απόρριψη ούτε την άρνηση των συναισθημάτων σας εξωτερικά, αλλά την αποδοχή και την κατανόησή τους και, εάν αυτό είναι δυνατό να βελτιώνει τις αλληλεπιδράσεις σας στο μέλλον.
Με την απαλλαγή των εγωιστικών επιθυμιών, απαλλάσσεται κάποιος από τις εσωτερικές συγκρούσεις
Ο Ταοϊσμός πρωτοπαρουσιάστηκε στην Κίνα κατά τη μέση περίοδο της βασιλείας, γύρω στον τρίτο ή τέταρτο αιώνα π.Χ., από τον Λάο Τσε σε ένα σύντομο έργο με λιγότερες από 6.000 λέξεις,που ονομαζόταν “Το Ταό” (Ο Δρόμος).Η φιλοσοφία του επεκτάθηκε αργότερα και ερμηνεύτηκε από έναν ιδιοφυή φιλόσοφο και ποιητή, τον Τσουάνγκ Τσου, κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του τέταρτου αιώνα π.Χ..
Ο κύριος στόχος της ταοϊστικής φιλοσοφίας είναι η εσωτερική ολοκλήρωση και αρμονία κάθε ατόμου. Σαν τέτοιος, δεν είναι ένας βολικός δρόμος. Προβάλλει ότι καθένας από μας μπορεί να πετύχει να φθάσει στην πλήρη ανθρώπινη φύση του μέσα από τη διαδικασία της λησμονιάς όσων έχει ήδη μάθει, ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να επιστρέψει στην αρμονία με όλα τα πράγματα, όπως ήταν στην αρχή.
Ο εγωισμός θεωρείται ότι βρίσκεται στη ρίζα όλης της δυσαρμονίας κι έτσι ο κύριος αιτιολογικός παράγοντας της ανθρώπινης δυστυχίας. Για το λόγο αυτό, ο άνθρωπος πρέπει ν’ αγωνιστεί ν’ απαλλαγεί από τον εγωισμό του. Με την απαλλαγή των εγωιστικών επιθυμιών, απαλλάσσεται κάποιος και από τις εσωτερικές συγκρούσεις.
Ο Λάο Τσε υποδήλωνε έτσι, ότι τα ολοκληρωμένα άτομα θα είχαν λίγες επιθυμίες και δεν θα προσκολλώνται σε ανθρώπους ή σε πράγματα. Θα ζούσαν με τη δική τους κρίση και όχι με εκείνη των άλλων. Θα πάλευαν για τη φυσική απλότητα και την αυθόρμητη ζωή και θα απαλλάσσονταν από την επιφανειακότητα και τον καταναγκασμό.
Οι ολοκληρωμένοι Ταοϊστές δεν είναι στο έλεος των παρορμήσεών τους.
Αγωνίζονται να διατηρήσουν τον εαυτό τους σωστά σε σχέση με τις φανερές δυνατότητες και αδυναμίες τους. Θεωρούν τον εαυτό τους μοναδικό και γι’ αυτό με κανέναν ανταγωνιστικό.
Εξασκούνται στην “αδράνεια”. Η αδράνεια για τον Ταοϊστή δεν είναι μια παθητική κατάσταση, αλλά μάλλον μια λεπτή μορφή δράσης. Η πορεία του νερού χρησιμοποιείται σαν συνηθισμένη μεταφορά γι’ αυτό. Με τα λόγια του Λάο Τσε, καθώς η μαλακή υποχώρηση του νερού σχίζει την ισχυρή πέτρα. Έτσι και η υποχώρηση στην ζωή επιλύει το άλυτο: Η υποχώρηση, έμαθα, είναι να επιστρέφεις πίσω ξανά.
Αλλʹ αυτό το άγραφο μάθημα, αυτό το εύκολο παράδειγμα, χάθηκε από τους ανθρώπους.
Οι Ταοϊστές βλέπουν τη δύναμη στην ηθική και γι’ αυτό είναι ευαίσθητοι προς την κοινωνία και τα συναισθήματα των άλλων. Δεν κρίνουν και προσπαθούν ν’ ανταποκρίνονται στη στάση των άλλων περισσότερο απ’ ό,τι στις ενέργειές τους. Απορρίπτουν τη βία, την καταπίεση και την εξουσία.
Αρνούνται να συμμετάσχουν στην κατάκτηση της φύσης ή την εκμετάλλευση άλλων. Περισσότερο, παλεύουν να γίνουν οι φιλικοί συνεργάτες των ανθρώπων και της φύσης. Ο στόχος τους είναι η αρμονία με όλα τα πράγματα, επιτρέποντας σε όλα τα πράγματα να πραγματοποιήσουν τον προορισμό τους.
Ο κύριος στόχος της ταοϊστικής φιλοσοφίας είναι η εσωτερική ολοκλήρωση και αρμονία κάθε ατόμου. Σαν τέτοιος, δεν είναι ένας βολικός δρόμος. Προβάλλει ότι καθένας από μας μπορεί να πετύχει να φθάσει στην πλήρη ανθρώπινη φύση του μέσα από τη διαδικασία της λησμονιάς όσων έχει ήδη μάθει, ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να επιστρέψει στην αρμονία με όλα τα πράγματα, όπως ήταν στην αρχή.
Ο εγωισμός θεωρείται ότι βρίσκεται στη ρίζα όλης της δυσαρμονίας κι έτσι ο κύριος αιτιολογικός παράγοντας της ανθρώπινης δυστυχίας. Για το λόγο αυτό, ο άνθρωπος πρέπει ν’ αγωνιστεί ν’ απαλλαγεί από τον εγωισμό του. Με την απαλλαγή των εγωιστικών επιθυμιών, απαλλάσσεται κάποιος και από τις εσωτερικές συγκρούσεις.
Ο Λάο Τσε υποδήλωνε έτσι, ότι τα ολοκληρωμένα άτομα θα είχαν λίγες επιθυμίες και δεν θα προσκολλώνται σε ανθρώπους ή σε πράγματα. Θα ζούσαν με τη δική τους κρίση και όχι με εκείνη των άλλων. Θα πάλευαν για τη φυσική απλότητα και την αυθόρμητη ζωή και θα απαλλάσσονταν από την επιφανειακότητα και τον καταναγκασμό.
Οι ολοκληρωμένοι Ταοϊστές δεν είναι στο έλεος των παρορμήσεών τους.
Αγωνίζονται να διατηρήσουν τον εαυτό τους σωστά σε σχέση με τις φανερές δυνατότητες και αδυναμίες τους. Θεωρούν τον εαυτό τους μοναδικό και γι’ αυτό με κανέναν ανταγωνιστικό.
Εξασκούνται στην “αδράνεια”. Η αδράνεια για τον Ταοϊστή δεν είναι μια παθητική κατάσταση, αλλά μάλλον μια λεπτή μορφή δράσης. Η πορεία του νερού χρησιμοποιείται σαν συνηθισμένη μεταφορά γι’ αυτό. Με τα λόγια του Λάο Τσε, καθώς η μαλακή υποχώρηση του νερού σχίζει την ισχυρή πέτρα. Έτσι και η υποχώρηση στην ζωή επιλύει το άλυτο: Η υποχώρηση, έμαθα, είναι να επιστρέφεις πίσω ξανά.
Αλλʹ αυτό το άγραφο μάθημα, αυτό το εύκολο παράδειγμα, χάθηκε από τους ανθρώπους.
Οι Ταοϊστές βλέπουν τη δύναμη στην ηθική και γι’ αυτό είναι ευαίσθητοι προς την κοινωνία και τα συναισθήματα των άλλων. Δεν κρίνουν και προσπαθούν ν’ ανταποκρίνονται στη στάση των άλλων περισσότερο απ’ ό,τι στις ενέργειές τους. Απορρίπτουν τη βία, την καταπίεση και την εξουσία.
Αρνούνται να συμμετάσχουν στην κατάκτηση της φύσης ή την εκμετάλλευση άλλων. Περισσότερο, παλεύουν να γίνουν οι φιλικοί συνεργάτες των ανθρώπων και της φύσης. Ο στόχος τους είναι η αρμονία με όλα τα πράγματα, επιτρέποντας σε όλα τα πράγματα να πραγματοποιήσουν τον προορισμό τους.
Και, πάνω απ’ όλα, μην πλανηθείτε από την ανόητη ιδέα πως είναι επικίνδυνο να έχετε υπερβολικές ελπίδες
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος
για τους περισσότερους από εμάς
δεν είναι πως οι στόχοι μας είναι
υπερβολικά ψηλοί
για να τους φτάσουμε,
αλλά ότι είναι
υπερβολικά χαμηλοί
και τους φτάνουμε.
ΜΙΧΑΗΛ ΑΓΓΕΛΟΣ (ΜΙΚΕΛΑΝΤΖΕΛΟ) (1475 – 1564)
Ιταλός ζωγράφος, γλύπτης, αρχιτέκτονας και ποιητής, ο αναγεννησιακός καλλιτέχνης Μικελάντζελο Μπουοναρότι είναι μία εξέχουσα μορφή στην ιστορία των εικαστικών τεχνών.
Μία από τις πιο συχνές κριτικές που δέχομαι είναι ότι προσφέρω υπερβολικά πολλές ελπίδες σε ανθρώπους που βρίσκονται σε δεινές συνθήκες, και ότι αυτό θα μπορούσε να αποβεί επικίνδυνο. Παρ’ όλα αυτά, εγώ εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω πώς το να έχει κάποιος πολλές ελπίδες θα μπορούσε να αποβεί επικίνδυνο.
Όταν οι άνθρωποι μου λένε για κάποια ιατρική διάγνωση που θεωρεί την πάθησή τους ανίατη, εγώ τους παροτρύνω να εστιάσουν σε ένα αποτέλεσμα εξ ολοκλήρου αντίθετο από το προβλεπόμενο. Τους μιλώ συχνά για τον νόμο εκείνο που καθιστά τα θαύματα δυνατά, από την αρχή του χρόνου. Τους εξηγώ ότι ο νόμος αυτός ουδέποτε καταργήθηκε και πως εξακολουθεί να ισχύει. Αναφέρω περιπτώσεις ανθρώπων που, ενώ τους έδιναν έξι μήνες ζωής και τους έστειλαν στα σπίτια τους για να πεθάνουν, εκείνοι απελευθερώθκαν τόσο από την ασθένειά τους όσο και από τη διάγνωση. Λαμβάνω καθημερινά επιστολές από ανθρώπους οι οποίοι αρνήθηκαν να αποδεχτούν τις αρνητικές προγνώσεις και τις λιγοστές ελπίδες που άλλοι είχαν καθορίσει γι’ αυτούς, και σε αυτές τις επιστολές μου περιγράφουν πόσο ευγνώμονες ήταν για το μήνυμα ελπίδας που τους έδωσα στους δύσκο λους καιρούς.
Πιστεύω πως ο Μιχαήλ Άγγελος, που πέθανε μόλις λίγες ημέρες προτού συμπληρώσει τα ογδόντα εννέα χρόνια του, φιλοτεχνώντας αγάλματα και πίνακες και επίσης συγγράφοντας και σχεδιάζοντας μέχρι την τελευταία στιγμή –σε μία εποχή όπου η ηλικία των ενενήντα ετών υπερέβαινε κατά εξήντα περίπου χρόνια τον μέσο όρο ζωής- μιλά μέσα από το περίφημο αυτό χωρίο του έργου του για την ιδέα να έχουμε υψηλούς στόχους και μεγάλες ελπίδες. Ο κίνδυνος δεν καραδοκεί στις μεγάλες ελπίδες, ούτε καν στις απατηλές, αλλά στις υπερβολικά μικρές ή στην απουσία ελπίδας. Αυτή η τελευταία εξαλείφει τους στόχους και τα σχέδιά μας προτού καν προσπαθήσουμε να τα υπολογίσουμε.
Αυτό δεν αφορά μόνο την ανάρρωση από τις σωματικές ασθένειες, αλλά περιλαμβάνει στην κυριολεξία τα πάντα.
Ο κόσμος είναι γεμάτος ανθρώπους που στόχευσαν χαμηλά και η σκέψη τους στάθηκε πάντοτε άτολμη, και που θέλουν να επιβά λουν αυτόν τον μηδαμινό τρόπο σκέψης σε οποιονδήποτε τους δίνει κάποια σημασία. Ο πραγματικός κίνδυνος είναι η παραίτηση ή το να προδιαγράφουμε πολύ στενά όρια για τον εαυτό μας, με υπερβολικά χαμηλές προσδοκίες.
Ακούστε με προσοχή τον Μιχαήλ Άγγελο, τον άνθρωπο που θεωρείται από πολλούς ως ο μεγαλύτερος καλλιτέχνης όλων των εποχών. Θυμάμαι τον εαυτό μου να στέκεται καθηλωμένος μπροστά στο άγαλμα του Δαβίδ στη Φλωρεντία. Το μέγεθος, το μεγαλείο, το πνεύμα που έμοιαζε να ξεπηδά κατευθείαν από το μάρμαρο, ήταν ο ίδιος ο Μιχαήλ Άγγελος που έλεγε σε όλους εμάς: «Στόχευε ψηλά». Όταν τον είχαν ρωτήσει πώς κατόρθωσε να δημιουργήσει ένα τέτοιο αριστούργημα, εκείνος απάντησε πως ο Δαβίδ βρισκόταν ήδη μέσα στο μάρμαρο κι εκείνος έπρεπε απλώς να αφαιρέσει με τη σμίλη του ό,τι περίσσευε ώστε να του επιτρέψει να απελευθερωθεί. Υψηλός στόχος, μα την αλήθεια. Και μια που μιλάμε για ύψος, ρίξτε κάποια φορά μια ματιά στην Καπέλα Σιξτίνα, όπου ο Μιχαήλ Άγγελος ζωγράφισε την οροφή, ξαπλωμένος ανάσκελα και δουλεύοντας σε καθημερινή βάση επί τέσσερα ολόκληρα χρό νια, από το 1508 ως το 1512. Ήταν ένα πλάνο που καλλιτέχνες μικρότερου μεγέθους θα είχαν θεωρήσει ανέφικτο, όμως Ο Μιχαήλ Άγγελος το ανέλαβε, όπως και πολλά άλλα εξίσου μεγαλόπνοα σχέδια, στη διάρκεια μιας ζωής γεμάτης ενέργεια, τεράστιο ταλέντο και φυσικά, υψηλούς στόχους.
Η συμβουλή του Μιχαήλ Άγγελου μπορεί να εφαρμοστεί σήμερα στη ζωή σας με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που ίσχυε και τότε για τη δική του ζωή, εδώ και περισσότερα από πεντακόσια χρόνια . Ποτέ μην ακούσετε αυτούς που προσπαθούν να σας επηρεάσουν με τον πεσιμισμό τους. Έχετε απόλυτη εμπιστοσύνη στην ικανότητά σας να νιώσετε κι εσείς την αγάπη που ακτινοβολεί μέσα από τον Δαβίδ ή τη Μαντόνα και το Βρέφος ή τις ουράνιες νωπογραφίες στην οροφή της Καπέλα Σιξτίνα. Η αγάπη είναι η συνειδητή επαφή σας με τον καλλιτέχνη ο οποίος μοιράστηκε το ίδιο συμπαντικό πνεύμα ενότητας με εσάς και με κάθε άλλη ανθρώπινη ύπαρξη που βάδισε ποτέ επάνω στη γη.
Στοχεύετε ψηλά, αρνηθείτε να έχετε περιορισμένες σκέψεις και χαμηλές προσδοκίες, και, πάνω απ’ όλα, μην πλανηθείτε από την ανόητη ιδέα πως είναι επικίνδυνο να έχετε υπερβολικές ελπίδες.
για τους περισσότερους από εμάς
δεν είναι πως οι στόχοι μας είναι
υπερβολικά ψηλοί
για να τους φτάσουμε,
αλλά ότι είναι
υπερβολικά χαμηλοί
και τους φτάνουμε.
ΜΙΧΑΗΛ ΑΓΓΕΛΟΣ (ΜΙΚΕΛΑΝΤΖΕΛΟ) (1475 – 1564)
Ιταλός ζωγράφος, γλύπτης, αρχιτέκτονας και ποιητής, ο αναγεννησιακός καλλιτέχνης Μικελάντζελο Μπουοναρότι είναι μία εξέχουσα μορφή στην ιστορία των εικαστικών τεχνών.
Μία από τις πιο συχνές κριτικές που δέχομαι είναι ότι προσφέρω υπερβολικά πολλές ελπίδες σε ανθρώπους που βρίσκονται σε δεινές συνθήκες, και ότι αυτό θα μπορούσε να αποβεί επικίνδυνο. Παρ’ όλα αυτά, εγώ εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω πώς το να έχει κάποιος πολλές ελπίδες θα μπορούσε να αποβεί επικίνδυνο.
Όταν οι άνθρωποι μου λένε για κάποια ιατρική διάγνωση που θεωρεί την πάθησή τους ανίατη, εγώ τους παροτρύνω να εστιάσουν σε ένα αποτέλεσμα εξ ολοκλήρου αντίθετο από το προβλεπόμενο. Τους μιλώ συχνά για τον νόμο εκείνο που καθιστά τα θαύματα δυνατά, από την αρχή του χρόνου. Τους εξηγώ ότι ο νόμος αυτός ουδέποτε καταργήθηκε και πως εξακολουθεί να ισχύει. Αναφέρω περιπτώσεις ανθρώπων που, ενώ τους έδιναν έξι μήνες ζωής και τους έστειλαν στα σπίτια τους για να πεθάνουν, εκείνοι απελευθερώθκαν τόσο από την ασθένειά τους όσο και από τη διάγνωση. Λαμβάνω καθημερινά επιστολές από ανθρώπους οι οποίοι αρνήθηκαν να αποδεχτούν τις αρνητικές προγνώσεις και τις λιγοστές ελπίδες που άλλοι είχαν καθορίσει γι’ αυτούς, και σε αυτές τις επιστολές μου περιγράφουν πόσο ευγνώμονες ήταν για το μήνυμα ελπίδας που τους έδωσα στους δύσκο λους καιρούς.
Πιστεύω πως ο Μιχαήλ Άγγελος, που πέθανε μόλις λίγες ημέρες προτού συμπληρώσει τα ογδόντα εννέα χρόνια του, φιλοτεχνώντας αγάλματα και πίνακες και επίσης συγγράφοντας και σχεδιάζοντας μέχρι την τελευταία στιγμή –σε μία εποχή όπου η ηλικία των ενενήντα ετών υπερέβαινε κατά εξήντα περίπου χρόνια τον μέσο όρο ζωής- μιλά μέσα από το περίφημο αυτό χωρίο του έργου του για την ιδέα να έχουμε υψηλούς στόχους και μεγάλες ελπίδες. Ο κίνδυνος δεν καραδοκεί στις μεγάλες ελπίδες, ούτε καν στις απατηλές, αλλά στις υπερβολικά μικρές ή στην απουσία ελπίδας. Αυτή η τελευταία εξαλείφει τους στόχους και τα σχέδιά μας προτού καν προσπαθήσουμε να τα υπολογίσουμε.
Αυτό δεν αφορά μόνο την ανάρρωση από τις σωματικές ασθένειες, αλλά περιλαμβάνει στην κυριολεξία τα πάντα.
Ο κόσμος είναι γεμάτος ανθρώπους που στόχευσαν χαμηλά και η σκέψη τους στάθηκε πάντοτε άτολμη, και που θέλουν να επιβά λουν αυτόν τον μηδαμινό τρόπο σκέψης σε οποιονδήποτε τους δίνει κάποια σημασία. Ο πραγματικός κίνδυνος είναι η παραίτηση ή το να προδιαγράφουμε πολύ στενά όρια για τον εαυτό μας, με υπερβολικά χαμηλές προσδοκίες.
Ακούστε με προσοχή τον Μιχαήλ Άγγελο, τον άνθρωπο που θεωρείται από πολλούς ως ο μεγαλύτερος καλλιτέχνης όλων των εποχών. Θυμάμαι τον εαυτό μου να στέκεται καθηλωμένος μπροστά στο άγαλμα του Δαβίδ στη Φλωρεντία. Το μέγεθος, το μεγαλείο, το πνεύμα που έμοιαζε να ξεπηδά κατευθείαν από το μάρμαρο, ήταν ο ίδιος ο Μιχαήλ Άγγελος που έλεγε σε όλους εμάς: «Στόχευε ψηλά». Όταν τον είχαν ρωτήσει πώς κατόρθωσε να δημιουργήσει ένα τέτοιο αριστούργημα, εκείνος απάντησε πως ο Δαβίδ βρισκόταν ήδη μέσα στο μάρμαρο κι εκείνος έπρεπε απλώς να αφαιρέσει με τη σμίλη του ό,τι περίσσευε ώστε να του επιτρέψει να απελευθερωθεί. Υψηλός στόχος, μα την αλήθεια. Και μια που μιλάμε για ύψος, ρίξτε κάποια φορά μια ματιά στην Καπέλα Σιξτίνα, όπου ο Μιχαήλ Άγγελος ζωγράφισε την οροφή, ξαπλωμένος ανάσκελα και δουλεύοντας σε καθημερινή βάση επί τέσσερα ολόκληρα χρό νια, από το 1508 ως το 1512. Ήταν ένα πλάνο που καλλιτέχνες μικρότερου μεγέθους θα είχαν θεωρήσει ανέφικτο, όμως Ο Μιχαήλ Άγγελος το ανέλαβε, όπως και πολλά άλλα εξίσου μεγαλόπνοα σχέδια, στη διάρκεια μιας ζωής γεμάτης ενέργεια, τεράστιο ταλέντο και φυσικά, υψηλούς στόχους.
Η συμβουλή του Μιχαήλ Άγγελου μπορεί να εφαρμοστεί σήμερα στη ζωή σας με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που ίσχυε και τότε για τη δική του ζωή, εδώ και περισσότερα από πεντακόσια χρόνια . Ποτέ μην ακούσετε αυτούς που προσπαθούν να σας επηρεάσουν με τον πεσιμισμό τους. Έχετε απόλυτη εμπιστοσύνη στην ικανότητά σας να νιώσετε κι εσείς την αγάπη που ακτινοβολεί μέσα από τον Δαβίδ ή τη Μαντόνα και το Βρέφος ή τις ουράνιες νωπογραφίες στην οροφή της Καπέλα Σιξτίνα. Η αγάπη είναι η συνειδητή επαφή σας με τον καλλιτέχνη ο οποίος μοιράστηκε το ίδιο συμπαντικό πνεύμα ενότητας με εσάς και με κάθε άλλη ανθρώπινη ύπαρξη που βάδισε ποτέ επάνω στη γη.
Στοχεύετε ψηλά, αρνηθείτε να έχετε περιορισμένες σκέψεις και χαμηλές προσδοκίες, και, πάνω απ’ όλα, μην πλανηθείτε από την ανόητη ιδέα πως είναι επικίνδυνο να έχετε υπερβολικές ελπίδες.
Οι ιδιότητες του πολιτικού
«Δύο τρόποι υπάρχουν για να κάνει κάποιος την πολιτική επάγγελμά του: Ή ζει για την πολιτική ή ζει από την πολιτική.» -Μαξ Βέμπερ, Η Πολιτική ως Επάγγελμα
Πολιτικός είναι αυτός που ασκεί πολιτική εξουσία, σύμφωνα με τους κανόνες της πολιτικής τέχνης και επιστήμης. Χρειάζεται να γνωρίζει ότι η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού. Αυτό δεν σημαίνει ότι η πολιτική είναι διαχείριση καταστάσεων χωρίς όραμα. Το επιθυμητό, το όραμα, το ιδανικό είναι αυτά που εμπνέουν και νοηματοδοτούν την πολιτική. Αν οι λαοί που έκαναν μεγάλες επαναστάσεις και τομές στην ιστορία (π.χ. Γαλλική Επανάσταση, Ρωσική Επανάσταση) δεν κινητοποιούνταν από κάποιο ιδανικό (ισότητα, ελευθερία κτλ.) και παρέμεναν στη σφαίρα του εφικτού, οι επαναστάσεις αυτές δεν θα είχαν γίνει.
«Ο κόσμος μάς έλεγε τρελούς. Ημείς, αν δεν είμεθα τρελοί, δεν θα εκάναμε την επανάσταση, διατί ηθέλαμε συλλογισθεί πρώτον δια πολεμοφόδια, καβαλλαρία μας, πυροβολικό μας, πυροτοθήκες μας, τα μαγαζιά μας, ηθέλαμε λογαριάσει τη δύναμη την εδική μας, την τούρκικη δύναμη. Τώρα όπου ενικήσαμε, όπου ετελειώσαμε με καλό τον πόλεμό μας, μακαριζόμεθα, επαινόμεθα. Αν δεν ευτυχούσαμε, ηθέλαμε τρώγει κατάρες, αναθέματα».
Κάποιοι πολιτικοί είναι ηγέτες. Οι ηγέτες είναι πρόσωπα με πολλά και υψηλού επιπέδου προσόντα. Τα προσόντα αποκτώνται από την οικογένεια, το σχολείο, την κοινωνία, την προσωπική αναζήτηση.
Τέτοια προσόντα ενός ηγέτη είναι:
α. Να έχει όραμα. Διαρκής προσπάθεια υλοποίησης του οράματος, αλλά και ικανότητα για προσαρμογή, πρωτοβουλία, ορθολογική σκέψη και λήψη αποφάσεων. Επίσης, δημιουργική σκέψη, ανάλυση και σύνθεση καταστάσεων, επίλυση προβλημάτων και συγκρούσεων, ικανότητα λεκτικής και εξωλεκτικής επικοινωνίας κτλ.
β. Ηθικά προσόντα. Τέτοια προσόντα είναι π.χ. η υπευθυνότητα, ηγγ συνεργασία, η εντιμότητα, η κοινωνική ευαισθησία, και γενικά οι πολιτικές αρετές (ελευθερία, δικαιοσύνη, αλληλεγγύη κτλ.).
γ. Γνώσεις, γενικές και ειδικές. Γνώσεις για την πολιτική κατάσταση και τις πολιτικές εξελίξεις, για τις διεθνείς σχέσεις και τους συσχετισμούς δυνάμεων, για την υπάρχουσα οικονομική κατάσταση και τις προβλεπόμενες εξελίξεις, αλλά και γνώσεις για διάφορους τομείς και κλάδους της οικονομίας κτλ.
Γενικά, ο ηγέτης έχει την ικανότητα να συνθέτει διαφορετικές απόψεις και ιδέες, να έχει σφαιρική και συνολική αντίληψη του κόσμου, να εμπνέει τους πολίτες και, επιπλέον, να μετουσιώνει όσα υπόσχεται και δηλώνει σε έργα.
Πολιτικός είναι αυτός που ασκεί πολιτική εξουσία, σύμφωνα με τους κανόνες της πολιτικής τέχνης και επιστήμης. Χρειάζεται να γνωρίζει ότι η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού. Αυτό δεν σημαίνει ότι η πολιτική είναι διαχείριση καταστάσεων χωρίς όραμα. Το επιθυμητό, το όραμα, το ιδανικό είναι αυτά που εμπνέουν και νοηματοδοτούν την πολιτική. Αν οι λαοί που έκαναν μεγάλες επαναστάσεις και τομές στην ιστορία (π.χ. Γαλλική Επανάσταση, Ρωσική Επανάσταση) δεν κινητοποιούνταν από κάποιο ιδανικό (ισότητα, ελευθερία κτλ.) και παρέμεναν στη σφαίρα του εφικτού, οι επαναστάσεις αυτές δεν θα είχαν γίνει.
Άλλωστε και ο Κολοκοτρώνης παρατηρούσε για την Ελληνική επανάσταση του 1821:
«Ο κόσμος μάς έλεγε τρελούς. Ημείς, αν δεν είμεθα τρελοί, δεν θα εκάναμε την επανάσταση, διατί ηθέλαμε συλλογισθεί πρώτον δια πολεμοφόδια, καβαλλαρία μας, πυροβολικό μας, πυροτοθήκες μας, τα μαγαζιά μας, ηθέλαμε λογαριάσει τη δύναμη την εδική μας, την τούρκικη δύναμη. Τώρα όπου ενικήσαμε, όπου ετελειώσαμε με καλό τον πόλεμό μας, μακαριζόμεθα, επαινόμεθα. Αν δεν ευτυχούσαμε, ηθέλαμε τρώγει κατάρες, αναθέματα».
Πράγματι, αν οι αγωνιστές του 1821 περιορίζονταν στο «εφικτό» δεν έπρεπε να είχαν ξεκινήσει την επανάσταση.
Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, πρέπει να κυβερνούν οι άριστοι, οι ειδικοί, όπως σε όλες τις τέχνες, γιατί η άγνοια και η ανεπάρκεια των πολιτικών είναι μεγάλη πληγή της δημοκρατίας. Όμως, η άποψη του Πλάτωνα καταργεί την ουσία της άμεσης δημοκρατίας της αρχαίας Αθήνας. Θεωρεί ότι δεν είναι όλοι οι πολίτες ικανοί να κυβερνήσουν αλλά μόνο οι άριστοι.
Αν η πολιτική είναι η κορωνίδα των επιστημών και των τεχνών, τότε και ο πολιτικός κατέχει κυρίαρχη θέση και παίζει κυρίαρχο ρόλο. Κατέχει την υπέρτατη εξουσία (την πολιτική εξουσία) και με τις αποφάσεις του επηρεάζει τις υπόλοιπες εξουσίες. Γι', αυτό άγνοια και ανεπάρκεια στους πολιτικούς αλλά και στους πολίτες –που είναι εν δυνάμει πολιτικοί– δεν συγχωρείται.
Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, όποιος πρόκειται να αναλάβει δημόσια αξιώματα πρέπει να έχει αρετές και προσόντα:
Να αγαπάει την πόλη, την πολιτική, το πολίτευμα, τους πολίτες.
Να είναι δίκαιος, ενάρετος, μετριοπαθής, συνετός.
Να γνωρίζει ποιοι νόμοι σώζουν και φθείρουν το πολίτευμα.
Να είναι ικανός να εκτελεί έργα.
Να επιλέγει εφικτούς σκοπούς και θεμιτά μέσα για να τους πραγματοποιήσει.
Σύμφωνα με τον Αγάθωνα (ποιητή 5ου π.Χ. αιώνα), ο πολιτικός δεν πρέπει να λησμονεί τρία πράγματα: ότι κυβερνά ανθρώπους, ότι κυβερνά σύμφωνα με τους νόμους, ότι δεν θα κυβερνά για πάντα.
Ο πολιτικός χρειάζεται να είναι και ρήτορας. Ο προφορικός λόγος γίνεται το κύριο εργαλείο του πολιτικού, το μέσο για απόκτηση και άσκηση εξουσίας. Η πολιτική τέχνη απαιτεί ικανότητα χειρισμού του λόγου. Αλλά αυτό δεν αρκεί. Για να πείσει ο πολιτικός χρειάζεται να έχει και ήθος. Και βέβαια πολιτικό ήθος δεν έχει ο πολιτικάντης, δηλαδή ο επιτήδειος στο να εκμεταλλεύεται πολιτικές καταστάσεις για την εξυπηρέτηση του ατομικού του συμφέροντος.
Ο πολιτικός λόγος και ο αντίλογος είναι χαρακτηριστικό της δημοκρατίας. Η ενημέρωση του πολίτη για τις θέσεις και τα προγράμματα των υποψηφίων και των κομμάτων είναι απαραίτητη, ώστε να αποφασίσει έχοντας τη σχετική ενημέρωση.
Χαρακτηριστικά ενός ποιοτικού πολιτικού λόγου, μεταξύ άλλων, θεωρούνται η σαφήνεια και η λιτότητα, η ορθολογική σκέψη, η πειθώ με επιχειρήματα, η πολιτισμένη αντιπαράθεση κτλ.
Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, πρέπει να κυβερνούν οι άριστοι, οι ειδικοί, όπως σε όλες τις τέχνες, γιατί η άγνοια και η ανεπάρκεια των πολιτικών είναι μεγάλη πληγή της δημοκρατίας. Όμως, η άποψη του Πλάτωνα καταργεί την ουσία της άμεσης δημοκρατίας της αρχαίας Αθήνας. Θεωρεί ότι δεν είναι όλοι οι πολίτες ικανοί να κυβερνήσουν αλλά μόνο οι άριστοι.
Αν η πολιτική είναι η κορωνίδα των επιστημών και των τεχνών, τότε και ο πολιτικός κατέχει κυρίαρχη θέση και παίζει κυρίαρχο ρόλο. Κατέχει την υπέρτατη εξουσία (την πολιτική εξουσία) και με τις αποφάσεις του επηρεάζει τις υπόλοιπες εξουσίες. Γι', αυτό άγνοια και ανεπάρκεια στους πολιτικούς αλλά και στους πολίτες –που είναι εν δυνάμει πολιτικοί– δεν συγχωρείται.
Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, όποιος πρόκειται να αναλάβει δημόσια αξιώματα πρέπει να έχει αρετές και προσόντα:
Να αγαπάει την πόλη, την πολιτική, το πολίτευμα, τους πολίτες.
Να είναι δίκαιος, ενάρετος, μετριοπαθής, συνετός.
Να γνωρίζει ποιοι νόμοι σώζουν και φθείρουν το πολίτευμα.
Να είναι ικανός να εκτελεί έργα.
Να επιλέγει εφικτούς σκοπούς και θεμιτά μέσα για να τους πραγματοποιήσει.
Σύμφωνα με τον Αγάθωνα (ποιητή 5ου π.Χ. αιώνα), ο πολιτικός δεν πρέπει να λησμονεί τρία πράγματα: ότι κυβερνά ανθρώπους, ότι κυβερνά σύμφωνα με τους νόμους, ότι δεν θα κυβερνά για πάντα.
Ο πολιτικός χρειάζεται να είναι και ρήτορας. Ο προφορικός λόγος γίνεται το κύριο εργαλείο του πολιτικού, το μέσο για απόκτηση και άσκηση εξουσίας. Η πολιτική τέχνη απαιτεί ικανότητα χειρισμού του λόγου. Αλλά αυτό δεν αρκεί. Για να πείσει ο πολιτικός χρειάζεται να έχει και ήθος. Και βέβαια πολιτικό ήθος δεν έχει ο πολιτικάντης, δηλαδή ο επιτήδειος στο να εκμεταλλεύεται πολιτικές καταστάσεις για την εξυπηρέτηση του ατομικού του συμφέροντος.
Ο πολιτικός λόγος και ο αντίλογος είναι χαρακτηριστικό της δημοκρατίας. Η ενημέρωση του πολίτη για τις θέσεις και τα προγράμματα των υποψηφίων και των κομμάτων είναι απαραίτητη, ώστε να αποφασίσει έχοντας τη σχετική ενημέρωση.
Χαρακτηριστικά ενός ποιοτικού πολιτικού λόγου, μεταξύ άλλων, θεωρούνται η σαφήνεια και η λιτότητα, η ορθολογική σκέψη, η πειθώ με επιχειρήματα, η πολιτισμένη αντιπαράθεση κτλ.
Κάποιοι πολιτικοί είναι ηγέτες. Οι ηγέτες είναι πρόσωπα με πολλά και υψηλού επιπέδου προσόντα. Τα προσόντα αποκτώνται από την οικογένεια, το σχολείο, την κοινωνία, την προσωπική αναζήτηση.
Τέτοια προσόντα ενός ηγέτη είναι:
α. Να έχει όραμα. Διαρκής προσπάθεια υλοποίησης του οράματος, αλλά και ικανότητα για προσαρμογή, πρωτοβουλία, ορθολογική σκέψη και λήψη αποφάσεων. Επίσης, δημιουργική σκέψη, ανάλυση και σύνθεση καταστάσεων, επίλυση προβλημάτων και συγκρούσεων, ικανότητα λεκτικής και εξωλεκτικής επικοινωνίας κτλ.
β. Ηθικά προσόντα. Τέτοια προσόντα είναι π.χ. η υπευθυνότητα, ηγγ συνεργασία, η εντιμότητα, η κοινωνική ευαισθησία, και γενικά οι πολιτικές αρετές (ελευθερία, δικαιοσύνη, αλληλεγγύη κτλ.).
γ. Γνώσεις, γενικές και ειδικές. Γνώσεις για την πολιτική κατάσταση και τις πολιτικές εξελίξεις, για τις διεθνείς σχέσεις και τους συσχετισμούς δυνάμεων, για την υπάρχουσα οικονομική κατάσταση και τις προβλεπόμενες εξελίξεις, αλλά και γνώσεις για διάφορους τομείς και κλάδους της οικονομίας κτλ.
Γενικά, ο ηγέτης έχει την ικανότητα να συνθέτει διαφορετικές απόψεις και ιδέες, να έχει σφαιρική και συνολική αντίληψη του κόσμου, να εμπνέει τους πολίτες και, επιπλέον, να μετουσιώνει όσα υπόσχεται και δηλώνει σε έργα.
Ο Αριστοτέλης για την ανδρεία και την ακολασία
Για τον Αριστοτέλη το ζήτημα της ευχαρίστησης (και της λύπης) είναι αλληλένδετο με την ανθρώπινη συμπεριφορά, αφού τελικά όλοι θα πράξουν αυτό που θα τους δώσει ευχαρίστηση. Ακόμη και ο εγκρατής, που έχει τη δύναμη να αρνηθεί πρόσκαιρες ηδονές, θα το κάνει προς υλοποίηση μεταγενέστερων και πιο σημαντικών απολαύσεων αντιλαμβανόμενος ότι η εγκράτεια θα τον ωφελήσει περισσότερο.
Μπορεί κανείς να δείξει εγκράτεια στο φαγητό τρώγοντας αυτά που πρέπει χωρίς υπερβολές, όχι επειδή αρνείται την ηδονή της τροφής, αλλά γιατί με αυτό τον τρόπο επενδύει στην υγεία του. Η καλή υγεία που εξασφαλίζει η σωστή διατροφή θα επιφέρει σωματική ευεξία και τη δυνατότητα να συνεχίζει κανείς να απολαμβάνει το φαγητό για πολύ μεγαλύτερο διάστημα. Από την άλλη, ο ακόλαστος αδυνατώντας να αντισταθεί στις γαστριμαργικές ηδονές υπερβάλλει στο φαγητό υπονομεύοντας την υγεία του και εκτιθέμενος στον κίνδυνο να το στερηθεί υπακούοντας στις οδηγίες του γιατρού του. (Εκτός εάν προτιμήσει τον πρόωρο θάνατο).
Από αυτή την άποψη, τα κίνητρα είναι τα ίδια και για τον ακόλαστο και για τον εγκρατή. Αυτό που διαφέρει είναι η αντίληψη για τον τρόπο ζωής που θα επιφέρει τις μεγαλύτερες και διαρκέστερες ηδονές.
Η προτίμηση του Αριστοτέλη για τις πνευματικές ηδονές θα πρέπει να ερμηνευτεί με τον ίδιο τρόπο. Δεν πρόκειται για άρνηση των σωματικών ηδονών –κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο με τη φύση– αλλά για την ιεράρχηση των απολαύσεων στο σύνολό τους καταδεικνύοντας το αστείρευτο το πνευματικών ηδονών σε αντίθεση με το πεπερασμένο της ευχαρίστησης (και χρονικά και ποσοτικά και ποιοτικά) που μπορεί να προσφέρει το σώμα.
Το κίνητρο της ηδονής είναι κοινό και για τις ενάρετες πράξεις και για τις αντίθετες με την αρετή, αφού και ο ανδρείος και ο θρασύς νιώθουν ευχαρίστηση από τη συμπεριφορά τους. Η ίδια η αίσθηση του κινδύνου ενδέχεται για κάποιους να λειτουργεί ηδονικά: «Μερικοί, πάλι, αντέχουν το φόβο λόγω κάποιων ηδονών σαν το αίσθημα του θυμού· γιατί και ο θυμός προκαλεί κάποια ηδονή, αφού συνδέεται με την ελπίδα της εκδίκησης» (1229b 39-41).
Όμως, ο ανδρείος δεν πρέπει να ορίζεται με τέτοια κριτήρια ευχαρίστησης. Ο θυμός και η εκδίκηση δεν αρμόζουν στο πλαίσιο της αρετής. Μια τέτοια εκδοχή ευχαρίστησης αρμόζει περισσότερο στη ρηχότητα του θράσους: «Αλλά το χαρακτηρισμό του ανδρείου δεν το δικαιούται κανένας από όσους αντέχουν του θάνατο χάριν αυτής της ηδονής ή κάποιας άλλης ή για να αποφύγουν ακόμα πιο μεγάλο πόνο» (1229b 41-44).
Με δυο λόγια, ανδρείος δεν είναι εκείνος που κινείται από τα ευτελή κίνητρα της εκδίκησης ή της χαράς του κινδύνου. Ανδρείος είναι ο άνθρωπος που ξέρει να αντέχει το φόβο του θανάτου προκειμένου να υπερασπίσει τις αξίες που ορίζονται από το πνεύμα της αρετής κι αυτός είναι ο λόγος που η ανδρεία διέπεται απόλυτα από το μέτρο και τη λογική.
Όσο για εκείνον που προτιμά το θάνατο για να αποφύγει χειρότερες συμφορές, η πράξη του αποτελεί περισσότερο τρόπο διαφυγής παρά γενναιότητα. Οι αφόρητοι πόνοι που καθιστούν το θάνατο προτιμότερο δεν καταδεικνύουν το θάρρος του ανθρώπου που επιλέγει να πεθάνει αλλά το αδιέξοδο της ζωής του. Το μέγεθος μιας τέτοιας οδύνης μπορεί να επιφέρει τη λύπη για τα άτομα που την υφίστανται αλλά δε σηματοδοτούν την ανδρεία.
Μια τέτοια επιλογή όμως, δε σημαίνει ότι ο θάνατος πρέπει να εκληφθεί ως κάτι ευχάριστο: «Δεν είναι, βέβαια, ηδύ ο ίδιος ο θάνατος, αφού τότε οι ακόλαστοι, από αδυναμία θέλησης, θα διάλεγαν πολλές φορές να πεθάνουν· και ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι ηδύς ο ίδιος ο θάνατος αλλά μερικά απ’ αυτά που τον προκαλούν, πολλοί από αδυναμία πέφτουν εν γνώσει τους σε αυτά· κανέναν από αυτούς δε θα τον χαρακτηρίζαμε ανδρείο, μολονότι είναι απολύτως έτοιμος να πεθάνει» (1229b 44-50).
Το συμπέρασμα του Αριστοτέλη είναι ότι η ανδρεία πριν από όλα πρέπει να σχετίζεται με το αίσθημα της αιδούς: «Αλλά από όλες τις περιπτώσεις ανδρείων που αναφέραμε, πιο πολύ φαίνονται ανδρείοι όσοι από αιδώ αντέχουν το φόβο, όπως ο Έκτορας που λέει ο Όμηρος ότι άντεξε το φόβο του για τον Αχιλλέα: “αιδώς κυρίεψε τον Έκτορα και πρώτος ο Πολυδάμαντας θα βγει να με ντροπιάσει”, και αυτή είναι η πολιτική ανδρεία» (1230a 22-29).
Ωστόσο, το αναμφισβήτητο ότι η εκδοχή της ανδρείας με γνώμονα την αιδώ υπερέχει όλων των άλλων δε σημαίνει ότι κρίνεται και ως ιδανική: «Αλλά η αληθινή ανδρεία δεν είναι ούτε η πολιτική ούτε καμία από τις υπόλοιπες· μοιάζει, βέβαια, με αυτές, όπως μοιάζει και η ανδρεία των θηρίων που ορμούν εξαγριωμένα εκεί που θα δεχτούν το χτύπημα. Δεν πρέπει κανείς να μπαίνει σε κίνδυνο ούτε από ντροπή ούτε από οργή ούτε επειδή πιστεύει πως δε θα πεθάνει ούτε επειδή έχει δύναμη να προφυλαχτεί. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ούτε καν υπόνοια πραγματικού φόβου δε θα έχει» (1230a 30-35).
Σε τελική ανάλυση, ως ανδρεία ορίζεται η δυνατότητα χαλιναγώγησης του φόβου για το θάνατο. Η ασφάλεια της σωστής στρατιωτικής θέσης και της πολεμικής πείρας που εν τέλει εκμηδενίζουν τον κίνδυνο είναι αδύνατο να θεωρηθούν ανδρεία, αφού δεν υπάρχει ούτε η υπόνοια του θανάτου. Από την άλλη, οι συναισθηματικές εξάρσεις (είτε της ντροπής, είτε της εκδίκησης, είτε της απώλειας, είτε της οργής) που αδρανοποιούν τη λογική αφαιρούν κάθε έννοια συνείδησης με αποτέλεσμα η δράση να είναι αντανακλαστική, όπως και του θηρίου.
Η ανδρεία ορίζεται μόνο μέσα στο πλαίσιο της λογικής που πιστοποιεί τη συνειδητή πράξη. Κι αυτό εξασφαλίζεται από την προϋπόθεση της ελεύθερης βούλησης. Τα άτομα που ενεργούν σε συναισθηματική έξαρση δε λειτουργούν ελεύθερα, αλλά κατευθύνονται με τρόπο αυτόματο από τα συναισθήματά τους. Κατά κάποιο τρόπο είναι σαν να χάνουν τον εαυτό τους. Γι’ αυτό κι ενδέχεται να προβούν σε πράξεις για τις οποίες θα μετανιώσουν. Μια τέτοια συμπεριφορά είναι αδύνατο να εκληφθεί ως ανδρεία.
Ο Αριστοτέλης είναι σαφής: «κάθε αρετή βασίζεται στην προαίρεση (έλλογη προτίμηση) (πώς το εννοούμε αυτό, το είπαμε προηγουμένως: με κάποιο τελικό σκοπό μάς οδηγεί η αρετή σε όλες τις επιλογές μας, και αυτός ο τελικός σκοπός δεν είναι άλλος από το καλό)· έτσι είναι φανερό ότι και η ανδρεία, ως αρετή που είναι, με κάποιο τελικό σκοπό θα μας κάνει να αντέχουμε το φόβο» (1230a 36-40).
Το τελικό συμπέρασμα προκύπτει αβίαστα: «Άρα, ούτε από άγνοια (τουναντίον, μας κάνει να κρίνουμε σωστά) ούτε από ηδονή, αλλά για το καλό γινόμαστε ανδρείοι, αφού αν δεν είναι για το καλό μα για μια τρέλα, δεν μπαίνει κανείς σε κίνδυνο, πράγμα που θα ήταν αισχρό» (1230a 41-44).
Κι αφού εξετάστηκε επαρκώς το ζήτημα της ανδρείας, σειρά έχει η διερεύνηση της ακολασίας: «… ενώ υπάρχουν πολλές σημασίες της λέξης ακολασία, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αυτή σχετίζεται σε κάθε περίπτωση με ορισμένες ηδονές και λύπες· και ανάλογα με τον τρόπο της σχέσης, διακρίνονται είδη ακολασίας αλλά και η ίδια η ακολασία από άλλες κακίες» (1230b 9-13).
Με δεδομένο ότι η ακολασία έγκειται στο εσφαλμένο πεδίο της υπερβολής, η αναισθησία βρίσκεται στο άλλο άκρο της έλλειψης: «Απέναντι, λοιπόν, στις ηδονές των ακόλαστων κάποιοι από αναισθησία παραμένουν απαθείς· αυτούς άλλοι τους λένε αναίσθητους, άλλοι αλλιώς. Όμως αυτό το πάθος δεν το βλέπουμε εύκολα ούτε είναι και πολύ συνηθισμένο, αφού όλοι τείνουν πιο πολύ προς το αντίθετο σφάλμα, και στη φύση όλων είναι να νικιούνται από αυτές τις ηδονές και να τις βιώνουν» (1230b 14-21).
Η μεσότητα της αρετής ανάμεσα στα άκρα της ακολασίας και της αναισθησίας εκφράζεται από τη σύνεση του φρόνιμου ανθρώπου: «Αφού, τώρα, ο σώφρων έχει να κάνει με ορισμένες ηδονές, υποχρεωτικά θα έχει να κάνει και με τις αντίστοιχες επιθυμίες. Πρέπει, λοιπόν, να δούμε ποιες είναι αυτές. Διότι ο σώφρων δε χαρακτηρίζεται έτσι για τη στάση απέναντι σε οποιαδήποτε ηδονή και σε οτιδήποτε ηδύ, αλλά –έτσι θεωρείται– απέναντι σε δύο μόνο αντικείμενα της αίσθησης, το αντικείμενο της γεύσης και το αντικείμενο της αφής, στην ουσία όμως μόνο της αφής» (1230b 24-29).
Για τον Αριστοτέλη οι αισθήσεις που ωθούν στην ακολασία είναι η γεύση και η αφή και πρωτίστως η αφή, αφού ακόμη και για τις γαστριμαργικές καταχρήσεις το όργανο που προσφέρει τη μεγαλύτερη ηδονή είναι ο φάρυγγας: «Όσον αφορά τις ηδονές της γεύσης, τα άγρια ζώα δεν τα αγγίζουν όλες οι ηδονές, ειδικά εκείνες στις οποίες το αίσθημα εντοπίζεται μόνο στο άκρο της γλώσσας, αλλά όσες προκαλούν αίσθηση στο φάρυγγα. Και το αίσθημα ταιριάζει πιο πολύ στην αφή παρά στη γεύση. Γι’ αυτό και οι λαίμαργοι δεν εύχονται να έχουν γλώσσα μακριά αλλά φάρυγγα γερανού» (1231a 16-21).
Για να συνοψίσει: «Με ένα λόγο, λοιπόν, με την αφή έχει να κάνει η ακολασία, και αντίστοιχα με τις ηδονές της αφής ο ακόλαστος. Η ασυδοσία στο πιοτό, δηλαδή, και η γαστριμαργία και η λαγνεία και η λαιμαργία και όλα τα παρόμοια σχετίζονται με αισθήματα γεύσης ή αφής, και αντίστοιχα προκύπτουν και τα είδη της ακολασίας» (1231a 23-28).
Οι άλλες αισθήσεις κρίνονται ουδέτερες από άποψη αρετής, αφού δεν επισύρονται χαρακτηρισμοί ηθικής ποιότητας ούτε για λόγους ακοής ούτε για λόγους όσφρησης ή όρασης: «Δε μιλάμε, δηλαδή, για άνθρωπο σώφρονα όταν πρόκειται για την οπτική ηδονή από τα ωραία (αρκεί να μην υπάρχει ερωτική επιθυμία) ή τη λύπη για τα άσχημα· ούτε όταν πρόκειται για την ακουστική ηδονή ή λύπη από την ηχητική αρμονία ή δυσαρμονία· ούτε για την οσφρητική ηδονή ή λύπη από τα ευώδη ή τα δυσώδη. Εξάλλου, ούτε για τον ακόλαστο μιλάμε στις αντίστοιχες περιπτώσεις» (1230b 30-37).
Κανείς δε θεωρείται σώφρων ή ακόλαστος από τα ακούσματα ή τα θεάματα που τον ευχαριστούν, «αρκεί να μην υπάρχει ερωτική επιθυμία». (Αν το θέαμα ή το ακρόαμα έχει να κάνει με την καθαρά σαρκική εκδοχή του έρωτα, τότε ασφαλώς τίθεται στο πλευρό της ακολασίας): «Εάν κάποιος θεάται έναν ωραίο ανδριάντα ή ίππο ή άνθρωπο, ή εάν ακούει έναν τραγουδιστή, και δεν επιθυμεί ούτε να φάει ούτε να πιεί ούτε να προβεί σε ερωτικές πράξεις, αλλά μόνο να θεάται το ωραίο και να ακούει το τραγούδι, δεν μπορεί να θεωρηθεί ακόλαστος» (1230b 37-41).
Σε τελική ανάλυση, η ακολασία δεν μπορεί παρά να σχετίζεται με το ζωώδες. Αυτός είναι και ο λόγος που αφορά τη γεύση και πρωτίστως την αφή: «Η ακολασία συνδέεται μόνο με δύο αντικείμενα των αισθήσεων, με εκείνα που και τα άγρια ζώα συμβαίνει να αισθάνονται απόλαυση ή λύπη, δηλαδή τα αντικείμενα της γεύσης και της αφής. Απέναντι σε ηδονικά αντικείμενα των άλλων αισθήσεων όλα τα ζώα παρομοίως φαίνονται αναίσθητα, π.χ. απέναντι στην ηχητική αρμονία ή το οπτικό κάλλος. Με τη θεωρία των ωραίων και την ακρόαση των αρμονιών δε φαίνεται να νιώθουν τίποτε άξιο λόγου, εκτός αν συμβαίνει κάτι τελείως αφύσικο» (1230b 43-46 και 1231a 1-6).
Το ότι σύγχρονες μελέτες έχουν καταδείξει ότι και κάποια ζώα είναι σε θέση να αντιλαμβάνονται τις μουσικές αρμονίες κι (ενδεχομένως) να επηρεάζονται από αυτές δεν αναιρεί ότι η μουσικότητα αφορά πρωτίστως τους ανθρώπους. Η ουσία του αριστοτελικού συλλογισμού που θέλει την ακολασία να προσδιορίζεται από το ζωώδες παραμένει αναλλοίωτη. Και βέβαια, η απόλαυση της μουσικής αρμονίας είναι αδύνατο να σχετίζεται με το ζωώδες. Ακόμα και στην περίπτωση που κάποιος ευχαριστιέται με ακροάματα χαμηλού επιπέδου, θα ήταν παράλογο να χαρακτηριστεί ακόλαστος.
Το ίδιο και με την όσφρηση: «το ίδιο ισχύει και με τα ευώδη και δυσώδη, παρόλο που τα ζώα έχουν οξύτερες από τον άνθρωπο αισθήσεις. Και από τις οσμές τα ζώα απολαμβάνουν όσες τα ευφραίνουν όχι αυτές καθαυτές αλλά κάτι τυχαίο που συνδέεται με αυτές» (1231a 6-10).
Για να διευκρινιστεί αμέσως: «όταν λέω “όχι αυτές καθαυτές”, εννοώ αυτές που τις απολαμβάνουμε με την ελπίδα για κάτι άλλο ή τη μνήμη, π.χ. τις οσμές των φαγητών και των ποτών τις απολαμβάνουμε λόγω μιας άλλης ηδονής, να φάμε ή να πιούμε· ενώ με το “αυτές καθαυτές” εννοώ οσμές σαν αυτές των λουλουδιών» (1231a 10-14).
Πράγματι, μια καθαυτή οσμή, όπως των λουλουδιών είναι αδύνατο να επισύρει ηθικούς προσδιορισμούς. Οι ηθικοί προσδιορισμοί έχουν να κάνουν με την άσκηση της αρετής που υποδεικνύεται από τη μεσότητα μέσα στο πλαίσιο της λογικής. Το άρωμα των λουλουδιών, καθώς και οι σχετικές προτιμήσεις που μπορεί να έχει κάθε άνθρωπος, δεν εντάσσονται σε αυτό το πλαίσιο.
Ο ακόλαστος χαρακτηρίζεται από την έλλειψη εγκράτειας σε ζητήματα που εν τέλει είναι ικανά να βλάψουν τον εαυτό του. Κι αυτή είναι η δυστυχία του. Αν και γνωρίζει ότι σφάλλει, είναι αδύναμος να επιδείξει την πρέπουσα θέληση, ώστε να καταφέρει να επιβληθεί στα πάθη του. Δεν είναι απίθανο να τα ιδεολογικοποιήσει κιόλας επικαλούμενος το εφήμερο της ζωής και την αξία των απολαύσεων. Αναγκαστικά θα παρουσιάσει τον εγκρατή για αναίσθητο, ανίκανο να αισθανθεί τις χαρές της ζωής. Κάθε τέτοια προσπάθεια προϋποθέτει τη διαστρέβλωση των εννοιών.
Το βέβαιο είναι ότι παρόλο που τοποθετεί τις απολαύσεις σε αξία ζωής ουσιαστικά αποκλείει τον εαυτό του από τις σπουδαιότερες, αφού επιδίδεται διαρκώς στις ηδονές που αφορούν και τα ζώα. Οι απολαύσεις του έρωτα και του φαγητού, ως κυρίαρχες ασχολίες του ακόλαστου, έχουν να κάνουν με το ζωώδες, καθώς απευθύνονται εξίσου και σε αυτά. Οι πνευματικές απολαύσεις που διαχωρίζουν τον άνθρωπο από τα ζώα καθιστώντας τον ανώτερο συνήθως δεν ενδιαφέρουν τον ακόλαστο που καταδικάζεται στην ευτέλεια της ζωώδους χαράς. Κι αυτή είναι η ύψιστη δυστυχία του.
Αριστοτέλης, Ηθικά Ευδήμια
Μπορεί κανείς να δείξει εγκράτεια στο φαγητό τρώγοντας αυτά που πρέπει χωρίς υπερβολές, όχι επειδή αρνείται την ηδονή της τροφής, αλλά γιατί με αυτό τον τρόπο επενδύει στην υγεία του. Η καλή υγεία που εξασφαλίζει η σωστή διατροφή θα επιφέρει σωματική ευεξία και τη δυνατότητα να συνεχίζει κανείς να απολαμβάνει το φαγητό για πολύ μεγαλύτερο διάστημα. Από την άλλη, ο ακόλαστος αδυνατώντας να αντισταθεί στις γαστριμαργικές ηδονές υπερβάλλει στο φαγητό υπονομεύοντας την υγεία του και εκτιθέμενος στον κίνδυνο να το στερηθεί υπακούοντας στις οδηγίες του γιατρού του. (Εκτός εάν προτιμήσει τον πρόωρο θάνατο).
Από αυτή την άποψη, τα κίνητρα είναι τα ίδια και για τον ακόλαστο και για τον εγκρατή. Αυτό που διαφέρει είναι η αντίληψη για τον τρόπο ζωής που θα επιφέρει τις μεγαλύτερες και διαρκέστερες ηδονές.
Η προτίμηση του Αριστοτέλη για τις πνευματικές ηδονές θα πρέπει να ερμηνευτεί με τον ίδιο τρόπο. Δεν πρόκειται για άρνηση των σωματικών ηδονών –κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο με τη φύση– αλλά για την ιεράρχηση των απολαύσεων στο σύνολό τους καταδεικνύοντας το αστείρευτο το πνευματικών ηδονών σε αντίθεση με το πεπερασμένο της ευχαρίστησης (και χρονικά και ποσοτικά και ποιοτικά) που μπορεί να προσφέρει το σώμα.
Το κίνητρο της ηδονής είναι κοινό και για τις ενάρετες πράξεις και για τις αντίθετες με την αρετή, αφού και ο ανδρείος και ο θρασύς νιώθουν ευχαρίστηση από τη συμπεριφορά τους. Η ίδια η αίσθηση του κινδύνου ενδέχεται για κάποιους να λειτουργεί ηδονικά: «Μερικοί, πάλι, αντέχουν το φόβο λόγω κάποιων ηδονών σαν το αίσθημα του θυμού· γιατί και ο θυμός προκαλεί κάποια ηδονή, αφού συνδέεται με την ελπίδα της εκδίκησης» (1229b 39-41).
Όμως, ο ανδρείος δεν πρέπει να ορίζεται με τέτοια κριτήρια ευχαρίστησης. Ο θυμός και η εκδίκηση δεν αρμόζουν στο πλαίσιο της αρετής. Μια τέτοια εκδοχή ευχαρίστησης αρμόζει περισσότερο στη ρηχότητα του θράσους: «Αλλά το χαρακτηρισμό του ανδρείου δεν το δικαιούται κανένας από όσους αντέχουν του θάνατο χάριν αυτής της ηδονής ή κάποιας άλλης ή για να αποφύγουν ακόμα πιο μεγάλο πόνο» (1229b 41-44).
Με δυο λόγια, ανδρείος δεν είναι εκείνος που κινείται από τα ευτελή κίνητρα της εκδίκησης ή της χαράς του κινδύνου. Ανδρείος είναι ο άνθρωπος που ξέρει να αντέχει το φόβο του θανάτου προκειμένου να υπερασπίσει τις αξίες που ορίζονται από το πνεύμα της αρετής κι αυτός είναι ο λόγος που η ανδρεία διέπεται απόλυτα από το μέτρο και τη λογική.
Όσο για εκείνον που προτιμά το θάνατο για να αποφύγει χειρότερες συμφορές, η πράξη του αποτελεί περισσότερο τρόπο διαφυγής παρά γενναιότητα. Οι αφόρητοι πόνοι που καθιστούν το θάνατο προτιμότερο δεν καταδεικνύουν το θάρρος του ανθρώπου που επιλέγει να πεθάνει αλλά το αδιέξοδο της ζωής του. Το μέγεθος μιας τέτοιας οδύνης μπορεί να επιφέρει τη λύπη για τα άτομα που την υφίστανται αλλά δε σηματοδοτούν την ανδρεία.
Μια τέτοια επιλογή όμως, δε σημαίνει ότι ο θάνατος πρέπει να εκληφθεί ως κάτι ευχάριστο: «Δεν είναι, βέβαια, ηδύ ο ίδιος ο θάνατος, αφού τότε οι ακόλαστοι, από αδυναμία θέλησης, θα διάλεγαν πολλές φορές να πεθάνουν· και ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι ηδύς ο ίδιος ο θάνατος αλλά μερικά απ’ αυτά που τον προκαλούν, πολλοί από αδυναμία πέφτουν εν γνώσει τους σε αυτά· κανέναν από αυτούς δε θα τον χαρακτηρίζαμε ανδρείο, μολονότι είναι απολύτως έτοιμος να πεθάνει» (1229b 44-50).
Το συμπέρασμα του Αριστοτέλη είναι ότι η ανδρεία πριν από όλα πρέπει να σχετίζεται με το αίσθημα της αιδούς: «Αλλά από όλες τις περιπτώσεις ανδρείων που αναφέραμε, πιο πολύ φαίνονται ανδρείοι όσοι από αιδώ αντέχουν το φόβο, όπως ο Έκτορας που λέει ο Όμηρος ότι άντεξε το φόβο του για τον Αχιλλέα: “αιδώς κυρίεψε τον Έκτορα και πρώτος ο Πολυδάμαντας θα βγει να με ντροπιάσει”, και αυτή είναι η πολιτική ανδρεία» (1230a 22-29).
Ωστόσο, το αναμφισβήτητο ότι η εκδοχή της ανδρείας με γνώμονα την αιδώ υπερέχει όλων των άλλων δε σημαίνει ότι κρίνεται και ως ιδανική: «Αλλά η αληθινή ανδρεία δεν είναι ούτε η πολιτική ούτε καμία από τις υπόλοιπες· μοιάζει, βέβαια, με αυτές, όπως μοιάζει και η ανδρεία των θηρίων που ορμούν εξαγριωμένα εκεί που θα δεχτούν το χτύπημα. Δεν πρέπει κανείς να μπαίνει σε κίνδυνο ούτε από ντροπή ούτε από οργή ούτε επειδή πιστεύει πως δε θα πεθάνει ούτε επειδή έχει δύναμη να προφυλαχτεί. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ούτε καν υπόνοια πραγματικού φόβου δε θα έχει» (1230a 30-35).
Σε τελική ανάλυση, ως ανδρεία ορίζεται η δυνατότητα χαλιναγώγησης του φόβου για το θάνατο. Η ασφάλεια της σωστής στρατιωτικής θέσης και της πολεμικής πείρας που εν τέλει εκμηδενίζουν τον κίνδυνο είναι αδύνατο να θεωρηθούν ανδρεία, αφού δεν υπάρχει ούτε η υπόνοια του θανάτου. Από την άλλη, οι συναισθηματικές εξάρσεις (είτε της ντροπής, είτε της εκδίκησης, είτε της απώλειας, είτε της οργής) που αδρανοποιούν τη λογική αφαιρούν κάθε έννοια συνείδησης με αποτέλεσμα η δράση να είναι αντανακλαστική, όπως και του θηρίου.
Η ανδρεία ορίζεται μόνο μέσα στο πλαίσιο της λογικής που πιστοποιεί τη συνειδητή πράξη. Κι αυτό εξασφαλίζεται από την προϋπόθεση της ελεύθερης βούλησης. Τα άτομα που ενεργούν σε συναισθηματική έξαρση δε λειτουργούν ελεύθερα, αλλά κατευθύνονται με τρόπο αυτόματο από τα συναισθήματά τους. Κατά κάποιο τρόπο είναι σαν να χάνουν τον εαυτό τους. Γι’ αυτό κι ενδέχεται να προβούν σε πράξεις για τις οποίες θα μετανιώσουν. Μια τέτοια συμπεριφορά είναι αδύνατο να εκληφθεί ως ανδρεία.
Ο Αριστοτέλης είναι σαφής: «κάθε αρετή βασίζεται στην προαίρεση (έλλογη προτίμηση) (πώς το εννοούμε αυτό, το είπαμε προηγουμένως: με κάποιο τελικό σκοπό μάς οδηγεί η αρετή σε όλες τις επιλογές μας, και αυτός ο τελικός σκοπός δεν είναι άλλος από το καλό)· έτσι είναι φανερό ότι και η ανδρεία, ως αρετή που είναι, με κάποιο τελικό σκοπό θα μας κάνει να αντέχουμε το φόβο» (1230a 36-40).
Το τελικό συμπέρασμα προκύπτει αβίαστα: «Άρα, ούτε από άγνοια (τουναντίον, μας κάνει να κρίνουμε σωστά) ούτε από ηδονή, αλλά για το καλό γινόμαστε ανδρείοι, αφού αν δεν είναι για το καλό μα για μια τρέλα, δεν μπαίνει κανείς σε κίνδυνο, πράγμα που θα ήταν αισχρό» (1230a 41-44).
Κι αφού εξετάστηκε επαρκώς το ζήτημα της ανδρείας, σειρά έχει η διερεύνηση της ακολασίας: «… ενώ υπάρχουν πολλές σημασίες της λέξης ακολασία, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αυτή σχετίζεται σε κάθε περίπτωση με ορισμένες ηδονές και λύπες· και ανάλογα με τον τρόπο της σχέσης, διακρίνονται είδη ακολασίας αλλά και η ίδια η ακολασία από άλλες κακίες» (1230b 9-13).
Με δεδομένο ότι η ακολασία έγκειται στο εσφαλμένο πεδίο της υπερβολής, η αναισθησία βρίσκεται στο άλλο άκρο της έλλειψης: «Απέναντι, λοιπόν, στις ηδονές των ακόλαστων κάποιοι από αναισθησία παραμένουν απαθείς· αυτούς άλλοι τους λένε αναίσθητους, άλλοι αλλιώς. Όμως αυτό το πάθος δεν το βλέπουμε εύκολα ούτε είναι και πολύ συνηθισμένο, αφού όλοι τείνουν πιο πολύ προς το αντίθετο σφάλμα, και στη φύση όλων είναι να νικιούνται από αυτές τις ηδονές και να τις βιώνουν» (1230b 14-21).
Η μεσότητα της αρετής ανάμεσα στα άκρα της ακολασίας και της αναισθησίας εκφράζεται από τη σύνεση του φρόνιμου ανθρώπου: «Αφού, τώρα, ο σώφρων έχει να κάνει με ορισμένες ηδονές, υποχρεωτικά θα έχει να κάνει και με τις αντίστοιχες επιθυμίες. Πρέπει, λοιπόν, να δούμε ποιες είναι αυτές. Διότι ο σώφρων δε χαρακτηρίζεται έτσι για τη στάση απέναντι σε οποιαδήποτε ηδονή και σε οτιδήποτε ηδύ, αλλά –έτσι θεωρείται– απέναντι σε δύο μόνο αντικείμενα της αίσθησης, το αντικείμενο της γεύσης και το αντικείμενο της αφής, στην ουσία όμως μόνο της αφής» (1230b 24-29).
Για τον Αριστοτέλη οι αισθήσεις που ωθούν στην ακολασία είναι η γεύση και η αφή και πρωτίστως η αφή, αφού ακόμη και για τις γαστριμαργικές καταχρήσεις το όργανο που προσφέρει τη μεγαλύτερη ηδονή είναι ο φάρυγγας: «Όσον αφορά τις ηδονές της γεύσης, τα άγρια ζώα δεν τα αγγίζουν όλες οι ηδονές, ειδικά εκείνες στις οποίες το αίσθημα εντοπίζεται μόνο στο άκρο της γλώσσας, αλλά όσες προκαλούν αίσθηση στο φάρυγγα. Και το αίσθημα ταιριάζει πιο πολύ στην αφή παρά στη γεύση. Γι’ αυτό και οι λαίμαργοι δεν εύχονται να έχουν γλώσσα μακριά αλλά φάρυγγα γερανού» (1231a 16-21).
Για να συνοψίσει: «Με ένα λόγο, λοιπόν, με την αφή έχει να κάνει η ακολασία, και αντίστοιχα με τις ηδονές της αφής ο ακόλαστος. Η ασυδοσία στο πιοτό, δηλαδή, και η γαστριμαργία και η λαγνεία και η λαιμαργία και όλα τα παρόμοια σχετίζονται με αισθήματα γεύσης ή αφής, και αντίστοιχα προκύπτουν και τα είδη της ακολασίας» (1231a 23-28).
Οι άλλες αισθήσεις κρίνονται ουδέτερες από άποψη αρετής, αφού δεν επισύρονται χαρακτηρισμοί ηθικής ποιότητας ούτε για λόγους ακοής ούτε για λόγους όσφρησης ή όρασης: «Δε μιλάμε, δηλαδή, για άνθρωπο σώφρονα όταν πρόκειται για την οπτική ηδονή από τα ωραία (αρκεί να μην υπάρχει ερωτική επιθυμία) ή τη λύπη για τα άσχημα· ούτε όταν πρόκειται για την ακουστική ηδονή ή λύπη από την ηχητική αρμονία ή δυσαρμονία· ούτε για την οσφρητική ηδονή ή λύπη από τα ευώδη ή τα δυσώδη. Εξάλλου, ούτε για τον ακόλαστο μιλάμε στις αντίστοιχες περιπτώσεις» (1230b 30-37).
Κανείς δε θεωρείται σώφρων ή ακόλαστος από τα ακούσματα ή τα θεάματα που τον ευχαριστούν, «αρκεί να μην υπάρχει ερωτική επιθυμία». (Αν το θέαμα ή το ακρόαμα έχει να κάνει με την καθαρά σαρκική εκδοχή του έρωτα, τότε ασφαλώς τίθεται στο πλευρό της ακολασίας): «Εάν κάποιος θεάται έναν ωραίο ανδριάντα ή ίππο ή άνθρωπο, ή εάν ακούει έναν τραγουδιστή, και δεν επιθυμεί ούτε να φάει ούτε να πιεί ούτε να προβεί σε ερωτικές πράξεις, αλλά μόνο να θεάται το ωραίο και να ακούει το τραγούδι, δεν μπορεί να θεωρηθεί ακόλαστος» (1230b 37-41).
Σε τελική ανάλυση, η ακολασία δεν μπορεί παρά να σχετίζεται με το ζωώδες. Αυτός είναι και ο λόγος που αφορά τη γεύση και πρωτίστως την αφή: «Η ακολασία συνδέεται μόνο με δύο αντικείμενα των αισθήσεων, με εκείνα που και τα άγρια ζώα συμβαίνει να αισθάνονται απόλαυση ή λύπη, δηλαδή τα αντικείμενα της γεύσης και της αφής. Απέναντι σε ηδονικά αντικείμενα των άλλων αισθήσεων όλα τα ζώα παρομοίως φαίνονται αναίσθητα, π.χ. απέναντι στην ηχητική αρμονία ή το οπτικό κάλλος. Με τη θεωρία των ωραίων και την ακρόαση των αρμονιών δε φαίνεται να νιώθουν τίποτε άξιο λόγου, εκτός αν συμβαίνει κάτι τελείως αφύσικο» (1230b 43-46 και 1231a 1-6).
Το ότι σύγχρονες μελέτες έχουν καταδείξει ότι και κάποια ζώα είναι σε θέση να αντιλαμβάνονται τις μουσικές αρμονίες κι (ενδεχομένως) να επηρεάζονται από αυτές δεν αναιρεί ότι η μουσικότητα αφορά πρωτίστως τους ανθρώπους. Η ουσία του αριστοτελικού συλλογισμού που θέλει την ακολασία να προσδιορίζεται από το ζωώδες παραμένει αναλλοίωτη. Και βέβαια, η απόλαυση της μουσικής αρμονίας είναι αδύνατο να σχετίζεται με το ζωώδες. Ακόμα και στην περίπτωση που κάποιος ευχαριστιέται με ακροάματα χαμηλού επιπέδου, θα ήταν παράλογο να χαρακτηριστεί ακόλαστος.
Το ίδιο και με την όσφρηση: «το ίδιο ισχύει και με τα ευώδη και δυσώδη, παρόλο που τα ζώα έχουν οξύτερες από τον άνθρωπο αισθήσεις. Και από τις οσμές τα ζώα απολαμβάνουν όσες τα ευφραίνουν όχι αυτές καθαυτές αλλά κάτι τυχαίο που συνδέεται με αυτές» (1231a 6-10).
Για να διευκρινιστεί αμέσως: «όταν λέω “όχι αυτές καθαυτές”, εννοώ αυτές που τις απολαμβάνουμε με την ελπίδα για κάτι άλλο ή τη μνήμη, π.χ. τις οσμές των φαγητών και των ποτών τις απολαμβάνουμε λόγω μιας άλλης ηδονής, να φάμε ή να πιούμε· ενώ με το “αυτές καθαυτές” εννοώ οσμές σαν αυτές των λουλουδιών» (1231a 10-14).
Πράγματι, μια καθαυτή οσμή, όπως των λουλουδιών είναι αδύνατο να επισύρει ηθικούς προσδιορισμούς. Οι ηθικοί προσδιορισμοί έχουν να κάνουν με την άσκηση της αρετής που υποδεικνύεται από τη μεσότητα μέσα στο πλαίσιο της λογικής. Το άρωμα των λουλουδιών, καθώς και οι σχετικές προτιμήσεις που μπορεί να έχει κάθε άνθρωπος, δεν εντάσσονται σε αυτό το πλαίσιο.
Ο ακόλαστος χαρακτηρίζεται από την έλλειψη εγκράτειας σε ζητήματα που εν τέλει είναι ικανά να βλάψουν τον εαυτό του. Κι αυτή είναι η δυστυχία του. Αν και γνωρίζει ότι σφάλλει, είναι αδύναμος να επιδείξει την πρέπουσα θέληση, ώστε να καταφέρει να επιβληθεί στα πάθη του. Δεν είναι απίθανο να τα ιδεολογικοποιήσει κιόλας επικαλούμενος το εφήμερο της ζωής και την αξία των απολαύσεων. Αναγκαστικά θα παρουσιάσει τον εγκρατή για αναίσθητο, ανίκανο να αισθανθεί τις χαρές της ζωής. Κάθε τέτοια προσπάθεια προϋποθέτει τη διαστρέβλωση των εννοιών.
Το βέβαιο είναι ότι παρόλο που τοποθετεί τις απολαύσεις σε αξία ζωής ουσιαστικά αποκλείει τον εαυτό του από τις σπουδαιότερες, αφού επιδίδεται διαρκώς στις ηδονές που αφορούν και τα ζώα. Οι απολαύσεις του έρωτα και του φαγητού, ως κυρίαρχες ασχολίες του ακόλαστου, έχουν να κάνουν με το ζωώδες, καθώς απευθύνονται εξίσου και σε αυτά. Οι πνευματικές απολαύσεις που διαχωρίζουν τον άνθρωπο από τα ζώα καθιστώντας τον ανώτερο συνήθως δεν ενδιαφέρουν τον ακόλαστο που καταδικάζεται στην ευτέλεια της ζωώδους χαράς. Κι αυτή είναι η ύψιστη δυστυχία του.
Αριστοτέλης, Ηθικά Ευδήμια
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΛΥΣΙΑΣ, ΚΑΤΑ ΕΡΑΤΟΣΘΕΝΟΥΣ
ΛΥΣ 12.1–13
Ο Λυσίας κατηγορεί τον Ερατοσθένη ότι ως ένας από τους Τριάκοντα προκάλεσε τον φόνο του αδελφού του, του Πολέμαρχου. Ο λόγος εκφωνήθηκε το 403 π.Χ. από τον ίδιο τον ρήτορα.
[1] Οὐκ ἄρξασθαί μοι δοκεῖ ἄπορον εἶναι, ὦ ἄνδρες δι-
κασταί, τῆς κατηγορίας, ἀλλὰ παύσασθαι λέγοντι· τοιαῦτα
αὐτοῖς τὸ μέγεθος καὶ τοσαῦτα τὸ πλῆθος εἴργασται, ὥστε
μήτ’ ἂν ψευδόμενον δεινότερα τῶν ὑπαρχόντων κατηγορῆ-
σαι, μήτε τἀληθῆ βουλόμενον εἰπεῖν ἅπαντα δύνασθαι,
ἀλλ’ ἀνάγκη ἢ τὸν κατήγορον ἀπειπεῖν ἢ τὸν χρόνον ἐπι-
λιπεῖν. [2] τοὐναντίον δέ μοι δοκοῦμεν πείσεσθαι ἢ ἐν τῷ πρὸ
τοῦ χρόνῳ. πρότερον μὲν γὰρ ἔδει τὴν ἔχθραν τοὺς κατη-
γοροῦντας ἐπιδεῖξαι, ἥτις εἴη πρὸς τοὺς φεύγοντας· νυνὶ
δὲ παρὰ τῶν φευγόντων χρὴ πυνθάνεσθαι ἥτις ἦν αὐτοῖς
πρὸς τὴν πόλιν ἔχθρα, ἀνθ’ ὅτου τοιαῦτα ἐτόλμησαν εἰς
αὐτὴν ἐξαμαρτάνειν. οὐ μέντοι ὡς οὐκ ἔχων οἰκείας ἔχθρας
καὶ συμφορὰς τοὺς λόγους ποιοῦμαι, ἀλλ’ ὡς ἅπασι πολ-
λῆς ἀφθονίας οὔσης ὑπὲρ τῶν ἰδίων ἢ ὑπὲρ τῶν δημοσίων
ὀργίζεσθαι. [3] ἐγὼ μὲν οὖν, ὦ ἄνδρες δικασταί, οὔτ’ ἐμαυτοῦ
πώποτε οὔτε ἀλλότρια πράγματα πράξας νῦν ἠνάγκασμαι
ὑπὸ τῶν γεγενημένων τούτου κατηγορεῖν, ὥστε πολλάκις
εἰς πολλὴν ἀθυμίαν κατέστην, μὴ διὰ τὴν ἀπειρίαν ἀνα-
ξίως καὶ ἀδυνάτως ὑπὲρ τοῦ ἀδελφοῦ καὶ ἐμαυτοῦ τὴν κα-
τηγορίαν ποιήσομαι. ὅμως δὲ πειράσομαι ὑμᾶς ἐξ ἀρχῆς
ὡς ἂν δύνωμαι δι’ ἐλαχίστων διδάξαι.
[4] Οὑμὸς πατὴρ Κέφαλος ἐπείσθη μὲν ὑπὸ Περικλέους
εἰς ταύτην τὴν γῆν ἀφικέσθαι, ἔτη δὲ τριάκοντα ᾤκησε,
καὶ οὐδενὶ πώποτε οὔτε ἡμεῖς οὔτε ἐκεῖνος δίκην οὔτε
ἐδικασάμεθα οὔτε ἐφύγομεν, ἀλλ’ οὕτως ᾠκοῦμεν δημο-
κρατούμενοι ὥστε μήτε εἰς τοὺς ἄλλους ἐξαμαρτάνειν μήτε
ὑπὸ τῶν ἄλλων ἀδικεῖσθαι. [5] ἐπειδὴ δ’ οἱ τριάκοντα πονηροὶ
[μὲν] καὶ συκοφάνται ὄντες εἰς τὴν ἀρχὴν κατέστησαν,
φάσκοντες χρῆναι τῶν ἀδίκων καθαρὰν ποιῆσαι τὴν πόλιν
καὶ τοὺς λοιποὺς πολίτας ἐπ’ ἀρετὴν καὶ δικαιοσύνην τρα-
πέσθαι, [καὶ] τοιαῦτα λέγοντες οὐ τοιαῦτα ποιεῖν ἐτόλμων,
ὡς ἐγὼ περὶ τῶν ἐμαυτοῦ πρῶτον εἰπὼν καὶ περὶ τῶν
ὑμετέρων ἀναμνῆσαι πειράσομαι. [6] Θέογνις γὰρ καὶ Πείσων
ἔλεγον ἐν τοῖς τριάκοντα περὶ τῶν μετοίκων, ὡς εἶέν τινες
τῇ πολιτείᾳ ἀχθόμενοι· καλλίστην οὖν εἶναι πρόφασιν τι-
μωρεῖσθαι μὲν δοκεῖν, τῷ δ’ ἔργῳ χρηματίζεσθαι· πάντως
δὲ τὴν μὲν πόλιν πένεσθαι τὴν <δ’> ἀρχὴν δεῖσθαι χρη-
μάτων. [7] καὶ τοὺς ἀκούοντας οὐ χαλεπῶς ἔπειθον· ἀποκτιν-
νύναι μὲν γὰρ ἀνθρώπους περὶ οὐδενὸς ἡγοῦντο, λαμβάνειν
δὲ χρήματα περὶ πολλοῦ ἐποιοῦντο. ἔδοξεν οὖν αὐτοῖς δέκα
συλλαβεῖν, τούτων δὲ δύο πένητας, ἵνα αὐτοῖς ᾖ πρὸς τοὺς
ἄλλους ἀπολογία, ὡς οὐ χρημάτων ἕνεκα ταῦτα πέπρακ-
ται, ἀλλὰ συμφέροντα τῇ πολιτείᾳ γεγένηται, ὥσπερ τι
τῶν ἄλλων εὐλόγως πεποιηκότες. [8] διαλαβόντες δὲ τὰς οἰκίας
ἐβάδιζον· καὶ ἐμὲ μὲν ξένους ἑστιῶντα κατέλαβον, οὓς
ἐξελάσαντες Πείσωνί με παραδιδόασιν· οἱ δὲ ἄλλοι εἰς τὸ
ἐργαστήριον ἐλθόντες τὰ ἀνδράποδα ἀπεγράφοντο. ἐγὼ δὲ
Πείσωνα μὲν ἠρώτων εἰ βούλοιτό με σῶσαι χρήματα λαβών.
[9] ὁ δ’ ἔφασκεν, εἰ πολλὰ εἴη. εἶπον οὖν ὅτι τάλαντον ἀργυ-
ρίου ἕτοιμος εἴην δοῦναι· ὁ δ’ ὡμολόγησε ταῦτα ποιήσειν.
ἠπιστάμην μὲν οὖν ὅτι οὔτε θεοὺς οὔτ’ ἀνθρώπους νομίζει,
ὅμως δ’ ἐκ τῶν παρόντων ἐδόκει μοι ἀναγκαιότατον εἶναι
πίστιν παρ’ αὐτοῦ λαβεῖν. [10] ἐπειδὴ δὲ ὤμοσεν, ἐξώλειαν
ἑαυτῷ καὶ τοῖς παισὶν ἐπαρώμενος, λαβὼν τὸ τάλαντόν
με σώσειν, εἰσελθὼν εἰς τὸ δωμάτιον τὴν κιβωτὸν ἀνοίγνυμι.
Πείσων δ’ αἰσθόμενος εἰσέρχεται, καὶ ἰδὼν τὰ ἐνόντα καλεῖ
τῶν ὑπηρετῶν δύο, καὶ τὰ ἐν τῇ κιβωτῷ λαβεῖν ἐκέλευσεν.
[11] ἐπεὶ δὲ οὐχ ὅσον ὡμολόγητο εἶχεν, ὦ ἄνδρες δικασταί,
ἀλλὰ τρία τάλαντα ἀργυρίου καὶ τετρακοσίους κυζικηνοὺς
καὶ ἑκατὸν δαρεικοὺς καὶ φιάλας ἀργυρᾶς τέτταρας, ἐδεό-
μην αὐτοῦ ἐφόδιά μοι δοῦναι, ὁ δ’ ἀγαπήσειν με ἔφασκεν,
εἰ τὸ σῶμα σώσω. [12] ἐξιοῦσι δ’ ἐμοὶ καὶ Πείσωνι ἐπιτυγχάνει
Μηλόβιός τε καὶ Μνησιθείδης ἐκ τοῦ ἐργαστηρίου ἀπιόν-
τες, καὶ καταλαμβάνουσι πρὸς αὐταῖς ταῖς θύραις, καὶ
ἐρωτῶσιν ὅποι βαδίζοιμεν· ὁ δ’ ἔφασκεν εἰς [τὰ] τοῦ ἀδελ-
φοῦ τοῦ ἐμοῦ, ἵνα καὶ τὰ ἐν ἐκείνῃ τῇ οἰκίᾳ σκέψηται.
ἐκεῖνον μὲν οὖν ἐκέλευον βαδίζειν, ἐμὲ δὲ μεθ’ αὑτῶν ἀκο-
λουθεῖν εἰς Δαμνίππου. [13] Πείσων δὲ προσελθὼν σιγᾶν μοι
παρεκελεύετο καὶ θαρρεῖν, ὡς ἥξων ἐκεῖσε. καταλαμβάνο-
μεν δὲ αὐτόθι Θέογνιν ἑτέρους φυλάττοντα· ᾧ παραδόντες
ἐμὲ πάλιν ᾤχοντο. ἐν τοιούτῳ δ’ ὄντι μοι κινδυνεύειν
ἐδόκει, ὡς τοῦ γε ἀποθανεῖν ὑπάρχοντος ἤδη.
ΛΥΣ 12.1–13
Προοίμιον: Η ιδιομορφία της συγκεκριμένης δίκης – Η αρχή της διηγήσεως: Τα αληθινά κίνητρα των Τριάκοντα – Η φιλαργυρία του Πείσωνα
Ο Λυσίας κατηγορεί τον Ερατοσθένη ότι ως ένας από τους Τριάκοντα προκάλεσε τον φόνο του αδελφού του, του Πολέμαρχου. Ο λόγος εκφωνήθηκε το 403 π.Χ. από τον ίδιο τον ρήτορα.
[1] Οὐκ ἄρξασθαί μοι δοκεῖ ἄπορον εἶναι, ὦ ἄνδρες δι-
κασταί, τῆς κατηγορίας, ἀλλὰ παύσασθαι λέγοντι· τοιαῦτα
αὐτοῖς τὸ μέγεθος καὶ τοσαῦτα τὸ πλῆθος εἴργασται, ὥστε
μήτ’ ἂν ψευδόμενον δεινότερα τῶν ὑπαρχόντων κατηγορῆ-
σαι, μήτε τἀληθῆ βουλόμενον εἰπεῖν ἅπαντα δύνασθαι,
ἀλλ’ ἀνάγκη ἢ τὸν κατήγορον ἀπειπεῖν ἢ τὸν χρόνον ἐπι-
λιπεῖν. [2] τοὐναντίον δέ μοι δοκοῦμεν πείσεσθαι ἢ ἐν τῷ πρὸ
τοῦ χρόνῳ. πρότερον μὲν γὰρ ἔδει τὴν ἔχθραν τοὺς κατη-
γοροῦντας ἐπιδεῖξαι, ἥτις εἴη πρὸς τοὺς φεύγοντας· νυνὶ
δὲ παρὰ τῶν φευγόντων χρὴ πυνθάνεσθαι ἥτις ἦν αὐτοῖς
πρὸς τὴν πόλιν ἔχθρα, ἀνθ’ ὅτου τοιαῦτα ἐτόλμησαν εἰς
αὐτὴν ἐξαμαρτάνειν. οὐ μέντοι ὡς οὐκ ἔχων οἰκείας ἔχθρας
καὶ συμφορὰς τοὺς λόγους ποιοῦμαι, ἀλλ’ ὡς ἅπασι πολ-
λῆς ἀφθονίας οὔσης ὑπὲρ τῶν ἰδίων ἢ ὑπὲρ τῶν δημοσίων
ὀργίζεσθαι. [3] ἐγὼ μὲν οὖν, ὦ ἄνδρες δικασταί, οὔτ’ ἐμαυτοῦ
πώποτε οὔτε ἀλλότρια πράγματα πράξας νῦν ἠνάγκασμαι
ὑπὸ τῶν γεγενημένων τούτου κατηγορεῖν, ὥστε πολλάκις
εἰς πολλὴν ἀθυμίαν κατέστην, μὴ διὰ τὴν ἀπειρίαν ἀνα-
ξίως καὶ ἀδυνάτως ὑπὲρ τοῦ ἀδελφοῦ καὶ ἐμαυτοῦ τὴν κα-
τηγορίαν ποιήσομαι. ὅμως δὲ πειράσομαι ὑμᾶς ἐξ ἀρχῆς
ὡς ἂν δύνωμαι δι’ ἐλαχίστων διδάξαι.
[4] Οὑμὸς πατὴρ Κέφαλος ἐπείσθη μὲν ὑπὸ Περικλέους
εἰς ταύτην τὴν γῆν ἀφικέσθαι, ἔτη δὲ τριάκοντα ᾤκησε,
καὶ οὐδενὶ πώποτε οὔτε ἡμεῖς οὔτε ἐκεῖνος δίκην οὔτε
ἐδικασάμεθα οὔτε ἐφύγομεν, ἀλλ’ οὕτως ᾠκοῦμεν δημο-
κρατούμενοι ὥστε μήτε εἰς τοὺς ἄλλους ἐξαμαρτάνειν μήτε
ὑπὸ τῶν ἄλλων ἀδικεῖσθαι. [5] ἐπειδὴ δ’ οἱ τριάκοντα πονηροὶ
[μὲν] καὶ συκοφάνται ὄντες εἰς τὴν ἀρχὴν κατέστησαν,
φάσκοντες χρῆναι τῶν ἀδίκων καθαρὰν ποιῆσαι τὴν πόλιν
καὶ τοὺς λοιποὺς πολίτας ἐπ’ ἀρετὴν καὶ δικαιοσύνην τρα-
πέσθαι, [καὶ] τοιαῦτα λέγοντες οὐ τοιαῦτα ποιεῖν ἐτόλμων,
ὡς ἐγὼ περὶ τῶν ἐμαυτοῦ πρῶτον εἰπὼν καὶ περὶ τῶν
ὑμετέρων ἀναμνῆσαι πειράσομαι. [6] Θέογνις γὰρ καὶ Πείσων
ἔλεγον ἐν τοῖς τριάκοντα περὶ τῶν μετοίκων, ὡς εἶέν τινες
τῇ πολιτείᾳ ἀχθόμενοι· καλλίστην οὖν εἶναι πρόφασιν τι-
μωρεῖσθαι μὲν δοκεῖν, τῷ δ’ ἔργῳ χρηματίζεσθαι· πάντως
δὲ τὴν μὲν πόλιν πένεσθαι τὴν <δ’> ἀρχὴν δεῖσθαι χρη-
μάτων. [7] καὶ τοὺς ἀκούοντας οὐ χαλεπῶς ἔπειθον· ἀποκτιν-
νύναι μὲν γὰρ ἀνθρώπους περὶ οὐδενὸς ἡγοῦντο, λαμβάνειν
δὲ χρήματα περὶ πολλοῦ ἐποιοῦντο. ἔδοξεν οὖν αὐτοῖς δέκα
συλλαβεῖν, τούτων δὲ δύο πένητας, ἵνα αὐτοῖς ᾖ πρὸς τοὺς
ἄλλους ἀπολογία, ὡς οὐ χρημάτων ἕνεκα ταῦτα πέπρακ-
ται, ἀλλὰ συμφέροντα τῇ πολιτείᾳ γεγένηται, ὥσπερ τι
τῶν ἄλλων εὐλόγως πεποιηκότες. [8] διαλαβόντες δὲ τὰς οἰκίας
ἐβάδιζον· καὶ ἐμὲ μὲν ξένους ἑστιῶντα κατέλαβον, οὓς
ἐξελάσαντες Πείσωνί με παραδιδόασιν· οἱ δὲ ἄλλοι εἰς τὸ
ἐργαστήριον ἐλθόντες τὰ ἀνδράποδα ἀπεγράφοντο. ἐγὼ δὲ
Πείσωνα μὲν ἠρώτων εἰ βούλοιτό με σῶσαι χρήματα λαβών.
[9] ὁ δ’ ἔφασκεν, εἰ πολλὰ εἴη. εἶπον οὖν ὅτι τάλαντον ἀργυ-
ρίου ἕτοιμος εἴην δοῦναι· ὁ δ’ ὡμολόγησε ταῦτα ποιήσειν.
ἠπιστάμην μὲν οὖν ὅτι οὔτε θεοὺς οὔτ’ ἀνθρώπους νομίζει,
ὅμως δ’ ἐκ τῶν παρόντων ἐδόκει μοι ἀναγκαιότατον εἶναι
πίστιν παρ’ αὐτοῦ λαβεῖν. [10] ἐπειδὴ δὲ ὤμοσεν, ἐξώλειαν
ἑαυτῷ καὶ τοῖς παισὶν ἐπαρώμενος, λαβὼν τὸ τάλαντόν
με σώσειν, εἰσελθὼν εἰς τὸ δωμάτιον τὴν κιβωτὸν ἀνοίγνυμι.
Πείσων δ’ αἰσθόμενος εἰσέρχεται, καὶ ἰδὼν τὰ ἐνόντα καλεῖ
τῶν ὑπηρετῶν δύο, καὶ τὰ ἐν τῇ κιβωτῷ λαβεῖν ἐκέλευσεν.
[11] ἐπεὶ δὲ οὐχ ὅσον ὡμολόγητο εἶχεν, ὦ ἄνδρες δικασταί,
ἀλλὰ τρία τάλαντα ἀργυρίου καὶ τετρακοσίους κυζικηνοὺς
καὶ ἑκατὸν δαρεικοὺς καὶ φιάλας ἀργυρᾶς τέτταρας, ἐδεό-
μην αὐτοῦ ἐφόδιά μοι δοῦναι, ὁ δ’ ἀγαπήσειν με ἔφασκεν,
εἰ τὸ σῶμα σώσω. [12] ἐξιοῦσι δ’ ἐμοὶ καὶ Πείσωνι ἐπιτυγχάνει
Μηλόβιός τε καὶ Μνησιθείδης ἐκ τοῦ ἐργαστηρίου ἀπιόν-
τες, καὶ καταλαμβάνουσι πρὸς αὐταῖς ταῖς θύραις, καὶ
ἐρωτῶσιν ὅποι βαδίζοιμεν· ὁ δ’ ἔφασκεν εἰς [τὰ] τοῦ ἀδελ-
φοῦ τοῦ ἐμοῦ, ἵνα καὶ τὰ ἐν ἐκείνῃ τῇ οἰκίᾳ σκέψηται.
ἐκεῖνον μὲν οὖν ἐκέλευον βαδίζειν, ἐμὲ δὲ μεθ’ αὑτῶν ἀκο-
λουθεῖν εἰς Δαμνίππου. [13] Πείσων δὲ προσελθὼν σιγᾶν μοι
παρεκελεύετο καὶ θαρρεῖν, ὡς ἥξων ἐκεῖσε. καταλαμβάνο-
μεν δὲ αὐτόθι Θέογνιν ἑτέρους φυλάττοντα· ᾧ παραδόντες
ἐμὲ πάλιν ᾤχοντο. ἐν τοιούτῳ δ’ ὄντι μοι κινδυνεύειν
ἐδόκει, ὡς τοῦ γε ἀποθανεῖν ὑπάρχοντος ἤδη.
***
Κύριοι δικασταί μου φαίνεται ότι δεν είναι δύσκολον να αρχίσω κατηγορίαν, αλλά ότι δύσκολον είναι να παύσω ομιλών. Τόσον μεγάλα και τόσον πολλά εγκλήματα υπ' αυτών (των Τριάκοντα) έχουν διαπραχθή, ώστε ούτε, εάν ψεύδεται τις είναι δυνατόν να αποδώση εις τους κατηγορουμένους φοβερωτέρας κατηγορίας από τας πραγματικάς, ούτε, αν θέλη να είπη την αλήθειαν, δύναται να απαριθμήση όλα τα εγκλήματά των, αλλ' είναι ανάγκη ή ο κατήγορος να κουρασθή ή ο χρόνος να μη εξαρκέση. Νομίζω ότι θα συμβή εις υμάς το αντίθετον από εκείνο που εγίνετο εις το παρελθόν. Πρότερον δηλαδή οι κατηγορούντες ώφειλον να δείξουν την αιτίαν της έχθρας των προς τους κατηγορουμένους. Τώρα όμως πρέπει να ζητήται από τους κατηγορουμένους να σας εκθέσουν, ποία ήτο η αιτία της έχθρας των εναντίον της πόλεως διά την διάπραξιν τόσων φοβερών εγκλημάτων εναντίον αυτής. Ομιλώ δε κατ' αυτόν τρόπον όχι διότι δεν έχω προσωπικάς έχθρας εναντίον των κατηγορουμένων και συμφοράς εξ αιτίας αυτών, αλλά διότι υπάρχει πολλή αφθονία εις όλους ώστε να αγανακτούν και διά τας ατομικάς των συμφοράς και διά τας συμφοράς της πόλεως. Εγώ λοιπόν, κύριοι δικασταί, ούτε δι' ατομικήν μου υπόθεσιν ούτε διά ξένην παρουσιασθείς ενώπιον δικαστηρίου τώρα είμαι ηναγκασμένος υπό των περιστάσεων να κατηγορώ αυτόν, ώστε πολλάκις εστενοχωρήθην πολύ φοβούμενος μήπως δεν δυνηθώ να κατηγορήσω αυτόν διά τον φόνον του αδελφού μου και τα ιδικά μου παθήματα όσον αξίζει να κατηγορήση τις τοιαύτην υπόθεσιν· αλλά μ' όλα ταύτα θα προσπαθήσω να σας εκθέσω την υπόθεσιν εξ αρχής λίαν συντόμως.
Ο πατήρ μου Κέφαλος επείσθη μεν υπό του Περικλέους να έλθη εις ταύτην την πόλιν, κατώκησε δε επί τριάκοντα έτη, κατά το διάστημα των οποίων ούτε αυτός, ούτε εγώ, ούτε οι αδελφοί μου παρουσιάσθημεν εις δικαστήριον ως κατήγοροι ή κατηγορούμενοι, αλλά τοιουτοτρόπως εζώμεν ως καλοί πολίται της δημοκρατίας, ώστε ούτε τους άλλους εβλάπτομεν ούτε υπό άλλων ηδικούμεθα. Όταν όμως οι Τριάκοντα, πονηροί και συκοφάνται όντες κατέλαβον την εξουσίαν και έλεγον ότι χρειάζεται να καθαρίσουν την πόλιν από τους αδίκους, διά να κάμουν και τους άλλους πολίτας να τραπούν εις την αρετήν και την δικαιοσύνην, αν και έλεγον όμως τοιαύτα, δεν είχον το θάρρος και να τα πράττουν, καθώς εγώ, αφού ομιλήσω πρώτον διά τα συμβάντα εις εμέ, θα προσπαθήσω να σας υπενθυμίσω και τα ιδικά σας. Ο Θέογνις δηλαδή και ο Πείσων ωμίλουν εις τας συνεδριάσεις των Τριάκοντα περί των μετοίκων λέγοντες ότι υπάρχουν τινές οι οποίοι αντιτίθενται εις το πολίτευμα· υπεστήριζον λοιπόν ότι είναι καλλίστη πρόφασις να φαίνωνται μεν ότι τιμωρούν, πραγματικώς δε να χρηματίζωνται· (έλεγον) δε ότι αυτοί πένονται και ότι οι άρχοντες έχουν ανάγκην χρημάτων. Και τους ακούοντας ευκόλως έπειθον· διότι ουδεμίαν σημασίαν απέδιδον εις το να φονεύουν ανθρώπους, πολύ όμως εφρόντιζον να λαμβάνουν χρήματα. Απεφάσισαν λοιπόν να συλλάβουν δέκα μετοίκους, δύο δε από αυτούς να είναι πένητες, διά να έχουν δικαιολογίαν προς τους άλλους, ότι δεν πράττουν ταύτα χάριν χρημάτων, αλλά χάριν του συμφέροντος του κράτους, ωσάν να είχον πράξει και οιονδήποτε άλλο με εύλογον δικαιολογίαν. Διαμοιράσαντες δε τας οικίας εβάδιζον εις αυτάς· και εμέ μεν εύρον εν τη οικία μου φιλοξενούντα φίλους τινάς, τους οποίους εξεδίωξαν, και με παρέδωσαν εις τον Πείσωνα, οι δε άλλοι μεταβάντες εις το εργοστάσιόν μου κατέγραφον τους δούλους. Εγώ δε ηρώτων μεν τον Πείσωνα αν είναι διατεθειμένος να με σώση λαμβάνων χρήματα εκείνος δε παρεδέχετο να με σώση, αν έδιδον πολλά. Είπον λοιπόν ότι είμαι έτοιμος να του δώσω έν αργυρούν τάλαντον εκείνος δε παρεδέχθη να με σώση. Εγνώριζον βεβαίως ότι ούτε τους θεούς σέβεται ούτε τους ανθρώπους λογαριάζει, αλλ' όμως υπό τας συνθήκας τας οποίας ευρισκόμην εθεώρησα αναγκαιότατον να λάβω παρ' αυτού ένορκον διαβεβαίωσιν. Όταν δε ωρκίσθη ότι θα με σώση, αν λάβη το τάλαντον, επικαλούμενος μάρτυρας τους θεούς και ευχόμενος καταστροφήν του εαυτού του και των τέκνων του, αν παραβή τον όρκον του, εισελθών εις τον κοιτώνα μου ανοίγω το κιβώτιον· ο Πείσων δε εννοήσας τούτο εισέρχεται εις τον κοιτώνα, και αφού είδε τα υπάρχοντα εντός του κιβωτίου καλεί δύο από τους υπηρέτας του, και διατάσσει να πάρουν όλα τα εντός αυτού ευρισκόμενα. Επειδή δε, κύριοι δικασταί, είχε όχι όσα είχομεν συμφωνήσει, αλλά τρία αργυρά τάλαντα και τετρακόσια χρυσά νομίσματα της Κυζίκου και εκατόν δαρεικούς και τέσσαρα αργυρά ποτήρια, τον παρεκάλουν να μου δώση τα έξοδα του ταξιδίου μου, εκείνος δε μου έλεγεν ότι πρέπει να είμαι ευχαριστημένος, εάν σώσω την ζωήν μου. Όταν εξηρχόμεθα από την οικίαν μου εγώ και ο Πείσων μας συναντούν εις την θύραν επανερχόμενοι εκ του εργοστασίου μου ο Μηλόβιος και ο Μνησιθείδης και μας ερωτούν πού πηγαίνομεν. Ο δε Πείσων έλεγεν ότι πηγαίνομεν εις την οικίαν του αδελφού μου διά να κάμη έρευναν και εις αυτήν. Εκείνοι λοιπόν είπον εις τον Πείσωνα μεν να υπάγη εις την οικίαν του αδελφού μου, εμέ δε διέτασσον να τους ακολουθήσω εις την οικίαν του Δαμνίππου. Ο Πείσων δε με επλησίασε και με συνεβούλευσε να μη είπω τίποτα, και με προέτρεπε να έχω θάρρος βεβαιών με ότι θα έλθη εις την οικίαν του Δαμνίππου.
Ευρίσκομεν δε εκεί τον Θέογνιν φυλάττοντα άλλους· αφού με παρέδωσαν εις αυτόν ανεχώρησαν. Εις τοιαύτην ευρισκόμενος θέσιν απεφάσισα να ριψοκινδυνεύσω, διότι επίστευον ότι ο θάνατος επεκρέματο πλέον.
Κύριοι δικασταί μου φαίνεται ότι δεν είναι δύσκολον να αρχίσω κατηγορίαν, αλλά ότι δύσκολον είναι να παύσω ομιλών. Τόσον μεγάλα και τόσον πολλά εγκλήματα υπ' αυτών (των Τριάκοντα) έχουν διαπραχθή, ώστε ούτε, εάν ψεύδεται τις είναι δυνατόν να αποδώση εις τους κατηγορουμένους φοβερωτέρας κατηγορίας από τας πραγματικάς, ούτε, αν θέλη να είπη την αλήθειαν, δύναται να απαριθμήση όλα τα εγκλήματά των, αλλ' είναι ανάγκη ή ο κατήγορος να κουρασθή ή ο χρόνος να μη εξαρκέση. Νομίζω ότι θα συμβή εις υμάς το αντίθετον από εκείνο που εγίνετο εις το παρελθόν. Πρότερον δηλαδή οι κατηγορούντες ώφειλον να δείξουν την αιτίαν της έχθρας των προς τους κατηγορουμένους. Τώρα όμως πρέπει να ζητήται από τους κατηγορουμένους να σας εκθέσουν, ποία ήτο η αιτία της έχθρας των εναντίον της πόλεως διά την διάπραξιν τόσων φοβερών εγκλημάτων εναντίον αυτής. Ομιλώ δε κατ' αυτόν τρόπον όχι διότι δεν έχω προσωπικάς έχθρας εναντίον των κατηγορουμένων και συμφοράς εξ αιτίας αυτών, αλλά διότι υπάρχει πολλή αφθονία εις όλους ώστε να αγανακτούν και διά τας ατομικάς των συμφοράς και διά τας συμφοράς της πόλεως. Εγώ λοιπόν, κύριοι δικασταί, ούτε δι' ατομικήν μου υπόθεσιν ούτε διά ξένην παρουσιασθείς ενώπιον δικαστηρίου τώρα είμαι ηναγκασμένος υπό των περιστάσεων να κατηγορώ αυτόν, ώστε πολλάκις εστενοχωρήθην πολύ φοβούμενος μήπως δεν δυνηθώ να κατηγορήσω αυτόν διά τον φόνον του αδελφού μου και τα ιδικά μου παθήματα όσον αξίζει να κατηγορήση τις τοιαύτην υπόθεσιν· αλλά μ' όλα ταύτα θα προσπαθήσω να σας εκθέσω την υπόθεσιν εξ αρχής λίαν συντόμως.
Ο πατήρ μου Κέφαλος επείσθη μεν υπό του Περικλέους να έλθη εις ταύτην την πόλιν, κατώκησε δε επί τριάκοντα έτη, κατά το διάστημα των οποίων ούτε αυτός, ούτε εγώ, ούτε οι αδελφοί μου παρουσιάσθημεν εις δικαστήριον ως κατήγοροι ή κατηγορούμενοι, αλλά τοιουτοτρόπως εζώμεν ως καλοί πολίται της δημοκρατίας, ώστε ούτε τους άλλους εβλάπτομεν ούτε υπό άλλων ηδικούμεθα. Όταν όμως οι Τριάκοντα, πονηροί και συκοφάνται όντες κατέλαβον την εξουσίαν και έλεγον ότι χρειάζεται να καθαρίσουν την πόλιν από τους αδίκους, διά να κάμουν και τους άλλους πολίτας να τραπούν εις την αρετήν και την δικαιοσύνην, αν και έλεγον όμως τοιαύτα, δεν είχον το θάρρος και να τα πράττουν, καθώς εγώ, αφού ομιλήσω πρώτον διά τα συμβάντα εις εμέ, θα προσπαθήσω να σας υπενθυμίσω και τα ιδικά σας. Ο Θέογνις δηλαδή και ο Πείσων ωμίλουν εις τας συνεδριάσεις των Τριάκοντα περί των μετοίκων λέγοντες ότι υπάρχουν τινές οι οποίοι αντιτίθενται εις το πολίτευμα· υπεστήριζον λοιπόν ότι είναι καλλίστη πρόφασις να φαίνωνται μεν ότι τιμωρούν, πραγματικώς δε να χρηματίζωνται· (έλεγον) δε ότι αυτοί πένονται και ότι οι άρχοντες έχουν ανάγκην χρημάτων. Και τους ακούοντας ευκόλως έπειθον· διότι ουδεμίαν σημασίαν απέδιδον εις το να φονεύουν ανθρώπους, πολύ όμως εφρόντιζον να λαμβάνουν χρήματα. Απεφάσισαν λοιπόν να συλλάβουν δέκα μετοίκους, δύο δε από αυτούς να είναι πένητες, διά να έχουν δικαιολογίαν προς τους άλλους, ότι δεν πράττουν ταύτα χάριν χρημάτων, αλλά χάριν του συμφέροντος του κράτους, ωσάν να είχον πράξει και οιονδήποτε άλλο με εύλογον δικαιολογίαν. Διαμοιράσαντες δε τας οικίας εβάδιζον εις αυτάς· και εμέ μεν εύρον εν τη οικία μου φιλοξενούντα φίλους τινάς, τους οποίους εξεδίωξαν, και με παρέδωσαν εις τον Πείσωνα, οι δε άλλοι μεταβάντες εις το εργοστάσιόν μου κατέγραφον τους δούλους. Εγώ δε ηρώτων μεν τον Πείσωνα αν είναι διατεθειμένος να με σώση λαμβάνων χρήματα εκείνος δε παρεδέχετο να με σώση, αν έδιδον πολλά. Είπον λοιπόν ότι είμαι έτοιμος να του δώσω έν αργυρούν τάλαντον εκείνος δε παρεδέχθη να με σώση. Εγνώριζον βεβαίως ότι ούτε τους θεούς σέβεται ούτε τους ανθρώπους λογαριάζει, αλλ' όμως υπό τας συνθήκας τας οποίας ευρισκόμην εθεώρησα αναγκαιότατον να λάβω παρ' αυτού ένορκον διαβεβαίωσιν. Όταν δε ωρκίσθη ότι θα με σώση, αν λάβη το τάλαντον, επικαλούμενος μάρτυρας τους θεούς και ευχόμενος καταστροφήν του εαυτού του και των τέκνων του, αν παραβή τον όρκον του, εισελθών εις τον κοιτώνα μου ανοίγω το κιβώτιον· ο Πείσων δε εννοήσας τούτο εισέρχεται εις τον κοιτώνα, και αφού είδε τα υπάρχοντα εντός του κιβωτίου καλεί δύο από τους υπηρέτας του, και διατάσσει να πάρουν όλα τα εντός αυτού ευρισκόμενα. Επειδή δε, κύριοι δικασταί, είχε όχι όσα είχομεν συμφωνήσει, αλλά τρία αργυρά τάλαντα και τετρακόσια χρυσά νομίσματα της Κυζίκου και εκατόν δαρεικούς και τέσσαρα αργυρά ποτήρια, τον παρεκάλουν να μου δώση τα έξοδα του ταξιδίου μου, εκείνος δε μου έλεγεν ότι πρέπει να είμαι ευχαριστημένος, εάν σώσω την ζωήν μου. Όταν εξηρχόμεθα από την οικίαν μου εγώ και ο Πείσων μας συναντούν εις την θύραν επανερχόμενοι εκ του εργοστασίου μου ο Μηλόβιος και ο Μνησιθείδης και μας ερωτούν πού πηγαίνομεν. Ο δε Πείσων έλεγεν ότι πηγαίνομεν εις την οικίαν του αδελφού μου διά να κάμη έρευναν και εις αυτήν. Εκείνοι λοιπόν είπον εις τον Πείσωνα μεν να υπάγη εις την οικίαν του αδελφού μου, εμέ δε διέτασσον να τους ακολουθήσω εις την οικίαν του Δαμνίππου. Ο Πείσων δε με επλησίασε και με συνεβούλευσε να μη είπω τίποτα, και με προέτρεπε να έχω θάρρος βεβαιών με ότι θα έλθη εις την οικίαν του Δαμνίππου.
Ευρίσκομεν δε εκεί τον Θέογνιν φυλάττοντα άλλους· αφού με παρέδωσαν εις αυτόν ανεχώρησαν. Εις τοιαύτην ευρισκόμενος θέσιν απεφάσισα να ριψοκινδυνεύσω, διότι επίστευον ότι ο θάνατος επεκρέματο πλέον.
Τετάρτη 8 Μαρτίου 2023
Αρχές Σύνταξης της Αρχαιοελληνικής Γλώσσας: 1. Η ΑΠΛΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΟΡΟΙ ΤΗΣ
ΕΙΣΑΓΩΓH
§1.0. Η πιο απλή μορφή πρότασης της αρχαίας ελληνικής αποτελείται, όπως και στα νέα ελληνικά, από δύο όρους: το υποκείμενο και το κατηγόρημα, π.χ. Σωκράτης ἀπῆλθε, Κῦρος ἦν φιλομαθέστατος.
§1.0. Η πιο απλή μορφή πρότασης της αρχαίας ελληνικής αποτελείται, όπως και στα νέα ελληνικά, από δύο όρους: το υποκείμενο και το κατηγόρημα, π.χ. Σωκράτης ἀπῆλθε, Κῦρος ἦν φιλομαθέστατος.
Το υποκείμενο δηλώνει αυτό για το οποίο γίνεται λόγος στην πρόταση, όπως τα κύρια ονόματα Σωκράτης και Κῦρος στα προηγούμενα παραδείγματα.
Κατηγόρημα ονομάζεται οτιδήποτε λέγεται στην πρόταση για το υποκείμενο και μπορεί είτε να εκφέρεται μόνο με έναν ρηματικό τύπο π.χ. ἀπῆλθε (μονολεκτικό κατηγόρημα), είτε να αποτελείται από έναν τύπο του ρήματος εἰμί ή συγγενικού ρήματος και ένα επίθετο ή ουσιαστικό το οποίο χαρακτηρίζει το υποκείμενο π.χ. ἦν φιλομαθέστατος (περιφραστικό κατηγόρημα).
Στο περιφραστικό κατηγόρημα το επίθετο ή το ουσιαστικό που χαρακτηρίζει το υποκείμενο λέγεται κατηγορούμενο, ενώ το ρήμα που συνδέει το υποκείμενο με τη χαρακτηριστική ιδιότητά του ονομάζεται συνδετικό ρήμα.
Θέατρα ελέγχου: Ρόλοι που παίζουμε ασυνείδητα
Μαύρος μάγος γίνεται κανείς όταν παίζει ρόλους μέσα από τους οποίους προσπαθεί να αφαιρέσει ενέργεια από τους άλλους και όχι να δώσει.
Υπάρχουν πολλές καθημερινές ασυνείδητες και συνειδητές τεχνικές που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι ώστε να αφαιρούν ενέργεια από τους άλλους.
Η κατηγοριοποίηση αυτών των ρόλων. Είναι τέσσερις.
Ο πρώτος, είναι ο ρόλος του «θύματος» μέσα από τον οποίο το άτομο προσπαθεί με τεχνικές του τύπου «λυπηθείτε με τον κακόμοιρο», ή «εγώ ο αδικημένος» κ.λπ., να τραβήξει την προσοχή των άλλων, άρα την ενέργεια τους. Συχνά οι ασθενείς έχουν τέτοια συμπεριφορά.
Ο δεύτερος, είναι ο ρόλος του «απόμακρου» που δεν μιλάει πολύ, ή κάνει τον αδιάφορο, ή φεύγει (ώστε να τρέχουν πίσω του και να ασχολούνται μαζί του) προσπαθώντας να τραβήξει την προσοχή, άρα και την ενέργεια των άλλων.
Ο τρίτος, είναι ο ρόλος του «ανακριτή», εκείνου δηλαδή που προσπαθεί να βάλει τον άλλον σε θέση απολογητική, να τον καταστήσει υπόλογο, να του αφαιρέσει δηλαδή την εξουσία, άρα και την ενέργεια του. Πολλοί γίνονται ανακριτικοί όταν προσπαθούν ασυνείδητα να απεκδυθούν τις ευθύνες τους. Επίσης ανακριτής είναι εκείνος που υποδεικνύει στους άλλους τα σφάλματα τους κάνοντας τους να νιώθουν «μικρότεροι». Μία ακόμα ανακριτική τεχνική είναι να υποβάλει κανείς πολλές ερωτήσεις απαιτώντας απαντήσεις! Με αυτό τον τρόπο ένας «ανακριτής» σε «ρουφάει»…
Ο τέταρτος, είναι ο ρόλος του «τρομοκράτη», ο οποίος με τη βία και με τις φωνές προσπαθεί να πάρει τον έλεγχο, με ψυχολογικούς εκβιασμούς κ.λπ. Συνήθως τα «θύματα» έλκουν «τρομοκράτες» και αντιστρόφως, ενώ οι «απόμακροι» έλκουν «ανακριτές» και αντιστρόφως. Κάποιος, ας πούμε, γίνεται δειλός γιατί φοβάται να αντιμετωπίσει έναν «τρομοκράτη» κάνοντας τον έτσι να τον τρομοκρατεί ακόμα περισσότερο. Ο «τρομοκράτης» προκαλεί περισσότερο στον άλλον την συμπεριφορά του θύματος, και έτσι δημιουργείται μεταξύ τους ενεργειακή σχέση εξουσίας- ελέγχου, ένας δεσμός σαν ενεργειακά πλοκάμια μεταξύ των τριών κάτω chakras των εμπλεκομένων ατόμων.
Ο «ανακριτής», από την άλλη, απευθύνεται με ερωτήσεις στον «απόμακρο», του τύπου «μα τι έχεις, πες μου, πες μου», όπως κάνουν πολλά ζευγαράκια μεταξύ τους. Κι έτσι τον κάνει ακόμα πιο απόμακρο.
Το ζητούμενο είναι να ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΟΥΜΕ αυτούς τους ρόλους, και εμείς οι ίδιοι να ΜΗΝ παίρνουμε μέρος σε τέτοιους ανταγωνισμούς ενέργειας! Να μην κανακεύουμε, ας πούμε, έναν άρρωστο που συνεχώς κλαίγεται. Γιατί έτσι βολεύεται στην ασθένειά του και του αρέσει, πράγμα καθόλου τιμητικό για την ολότητα του εαυτού του . Ή να μην ρωτάμε έναν απόμακρο συνεχώς τι έχει.
Να διατηρούμε σε κάθε περίπτωση την αυτοπεποίθησή μας χωρίς να φοβόμαστε ότι ο άλλος μπορεί να παρεξηγηθεί. Και βεβαίως να μην είμαστε ανακριτικοί για όσα λάθη νομίζουμε ότι βλέπουμε, ούτε να εμπλεκόμαστε σε ψυχολογικούς εκβιασμούς κ.λπ.
Ένα ΠΟΛΥ σημαντικό στοιχείο είναι να έχουμε αυτοπεποίθηση. Να είμαστε στο κέντρο μας χωρίς να επηρεαζόμαστε από τις συμπεριφορές των άλλων οι οποίοι άλλοτε πάνε να μας «ψαρώσουν», άλλοτε να μας θυμώσουν κ.λπ. Το ζήτημα δεν βρίσκεται στο να αποβάλλουμε ό,τι θεωρούμε αρνητικό, αλλά στο να ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΜΕ εμείς διαρκώς θετικότητα. Με αυτό τον τρόπο, αν δεν ποτίζουμε τα ζιζάνια, αυτά απλώς θα μαραθούν!
Υπάρχουν πολλές καθημερινές ασυνείδητες και συνειδητές τεχνικές που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι ώστε να αφαιρούν ενέργεια από τους άλλους.
Η κατηγοριοποίηση αυτών των ρόλων. Είναι τέσσερις.
Ο πρώτος, είναι ο ρόλος του «θύματος» μέσα από τον οποίο το άτομο προσπαθεί με τεχνικές του τύπου «λυπηθείτε με τον κακόμοιρο», ή «εγώ ο αδικημένος» κ.λπ., να τραβήξει την προσοχή των άλλων, άρα την ενέργεια τους. Συχνά οι ασθενείς έχουν τέτοια συμπεριφορά.
Ο δεύτερος, είναι ο ρόλος του «απόμακρου» που δεν μιλάει πολύ, ή κάνει τον αδιάφορο, ή φεύγει (ώστε να τρέχουν πίσω του και να ασχολούνται μαζί του) προσπαθώντας να τραβήξει την προσοχή, άρα και την ενέργεια των άλλων.
Ο τρίτος, είναι ο ρόλος του «ανακριτή», εκείνου δηλαδή που προσπαθεί να βάλει τον άλλον σε θέση απολογητική, να τον καταστήσει υπόλογο, να του αφαιρέσει δηλαδή την εξουσία, άρα και την ενέργεια του. Πολλοί γίνονται ανακριτικοί όταν προσπαθούν ασυνείδητα να απεκδυθούν τις ευθύνες τους. Επίσης ανακριτής είναι εκείνος που υποδεικνύει στους άλλους τα σφάλματα τους κάνοντας τους να νιώθουν «μικρότεροι». Μία ακόμα ανακριτική τεχνική είναι να υποβάλει κανείς πολλές ερωτήσεις απαιτώντας απαντήσεις! Με αυτό τον τρόπο ένας «ανακριτής» σε «ρουφάει»…
Ο τέταρτος, είναι ο ρόλος του «τρομοκράτη», ο οποίος με τη βία και με τις φωνές προσπαθεί να πάρει τον έλεγχο, με ψυχολογικούς εκβιασμούς κ.λπ. Συνήθως τα «θύματα» έλκουν «τρομοκράτες» και αντιστρόφως, ενώ οι «απόμακροι» έλκουν «ανακριτές» και αντιστρόφως. Κάποιος, ας πούμε, γίνεται δειλός γιατί φοβάται να αντιμετωπίσει έναν «τρομοκράτη» κάνοντας τον έτσι να τον τρομοκρατεί ακόμα περισσότερο. Ο «τρομοκράτης» προκαλεί περισσότερο στον άλλον την συμπεριφορά του θύματος, και έτσι δημιουργείται μεταξύ τους ενεργειακή σχέση εξουσίας- ελέγχου, ένας δεσμός σαν ενεργειακά πλοκάμια μεταξύ των τριών κάτω chakras των εμπλεκομένων ατόμων.
Ο «ανακριτής», από την άλλη, απευθύνεται με ερωτήσεις στον «απόμακρο», του τύπου «μα τι έχεις, πες μου, πες μου», όπως κάνουν πολλά ζευγαράκια μεταξύ τους. Κι έτσι τον κάνει ακόμα πιο απόμακρο.
Το ζητούμενο είναι να ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΟΥΜΕ αυτούς τους ρόλους, και εμείς οι ίδιοι να ΜΗΝ παίρνουμε μέρος σε τέτοιους ανταγωνισμούς ενέργειας! Να μην κανακεύουμε, ας πούμε, έναν άρρωστο που συνεχώς κλαίγεται. Γιατί έτσι βολεύεται στην ασθένειά του και του αρέσει, πράγμα καθόλου τιμητικό για την ολότητα του εαυτού του . Ή να μην ρωτάμε έναν απόμακρο συνεχώς τι έχει.
Να διατηρούμε σε κάθε περίπτωση την αυτοπεποίθησή μας χωρίς να φοβόμαστε ότι ο άλλος μπορεί να παρεξηγηθεί. Και βεβαίως να μην είμαστε ανακριτικοί για όσα λάθη νομίζουμε ότι βλέπουμε, ούτε να εμπλεκόμαστε σε ψυχολογικούς εκβιασμούς κ.λπ.
Ένα ΠΟΛΥ σημαντικό στοιχείο είναι να έχουμε αυτοπεποίθηση. Να είμαστε στο κέντρο μας χωρίς να επηρεαζόμαστε από τις συμπεριφορές των άλλων οι οποίοι άλλοτε πάνε να μας «ψαρώσουν», άλλοτε να μας θυμώσουν κ.λπ. Το ζήτημα δεν βρίσκεται στο να αποβάλλουμε ό,τι θεωρούμε αρνητικό, αλλά στο να ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΜΕ εμείς διαρκώς θετικότητα. Με αυτό τον τρόπο, αν δεν ποτίζουμε τα ζιζάνια, αυτά απλώς θα μαραθούν!
Υπομονή: Μια υπερδύναμη που πρέπει να καλλιεργηθεί
Κάποιος είπε πώς η επιμονή είναι δύναμη. Σε συνδυασμό με την υπομονή, είναι υπερδύναμη!
Η υπομονή, είναι ένα βασικό στοιχείο το οποίο πρέπει να έχουμε όλοι μας, αλλά κάποια στιγμή αισθανόμαστε ότι φτάνουμε στα όρια μας. Είναι εκεί που λέμε στον εαυτό μας, τέρμα! Δεν αντέχεις άλλο! Μαζεύεις, μαζεύεις… και ξαφνικά έρχεται κάποια στιγμή που λές, φτάνει, μέχρι εδώ ήτανε! Μετά εκνευρίζεσαι γιατί δεν τα κατάφερες, χάνεις μία δύσκολη μάχη και θέλεις να σπάσεις ότι βρίσκεις μπροστά σου. Ωστόσο, σου φταίνε όλα, ακόμα και τα πιο μικρά πράγματα, αισθάνεσαι ότι η υπομονή σου αρχίζει να εξαντλείται και αδιαφορείς για τις συνέπειες.
Η υπομονή είναι μία τεράστια αρετή, που πρέπει καθημερινά να την καλλιεργούμε μέχρι να φτάσουμε στο σημείο που να μην επιτρέπουμε στον εαυτό μας να εκτροχιάζεται.
Το κάθε τι που κάνεις, χρειάζεται χρόνο, καθημερινή προσπάθεια και επιμονή για να το κάνεις κτήμα σου. Είναι πραγματικός πλούτος η αρετή της υπομονής, γιατί μας βοηθά να αντιμετωπίζουμε προβλήματα που καθημερινά συναντάμε στην ζωή μας, με ηρεμία, ψυχραιμία, με αισιοδοξία, με χιούμορ πολλές φορές και ενδεχομένως συχνά να μας γλυτώσει από μπελάδες.
Ένας καλός τρόπος να καλλιεργηθεί η υπομονή, είναι να σκεφτόμαστε πώς γύρω μας υπάρχουν τόσα όμορφα πράγματα που αν τα υιοθετήσουμε, θα μας χαρίσουν χαλάρωση και εσωτερική ηρεμία. Όπως για παράδειγμα, να βγεις για περπάτημα στη φύση και να μυρίσεις τα λουλούδια, αναπνέοντας καθαρό οξυγόνο. Να παρατηρήσεις το ηλιοβασίλεμα. να θαυμάσεις τα υπέροχα πορτοκαλοκίτρινα χρώματα που δημιουργούνται και να σκεφτείς πως όπως ο ήλιος ανατέλλει κάθε πρωί και δύει κάθε απόγευμα, έτσι τα προβλήματα και οι αναποδιές και όλα τα δύσκολα στην ζωή, ποτέ δεν είναι στάσιμα. Όλα κάνουν τον κύκλο τους.
Μπορείς να βάλεις μουσική να χορέψεις. Ή να κλείσεις τα μάτια και να σε ταξιδέψει σε μέρη γνωστά και άγνωστα. Έτσι θα φύγουν μακριά, αγχολυτικές και αρνητικές σκέψεις και θα οπλιστείς με ελπίδα και υπομονή. Να βρεις πράγματα που θα κάνουν τον χρόνο σου ευχάριστο, δημιουργικό, χαρούμενο, και όμορφο. Η συντροφιά κάποιου καλού βιβλίου, η ζωγραφική, η γυμναστική, όλα αυτά θα βοηθήσουν στο να γίνει καλύτερος ο εσωτερικός κόσμος του καθενός μας. Ακόμα, μπορείς να ταξιδέψεις ψηφιακά και να γνωρίσεις την ιστορία και τον πολιτισμό ξένων χωρών.
Ο κάθε ένας να θυμάται, η γνώση είναι δύναμη και η υπομονή υπερδύναμη.
Η υπομονή, είναι ένα βασικό στοιχείο το οποίο πρέπει να έχουμε όλοι μας, αλλά κάποια στιγμή αισθανόμαστε ότι φτάνουμε στα όρια μας. Είναι εκεί που λέμε στον εαυτό μας, τέρμα! Δεν αντέχεις άλλο! Μαζεύεις, μαζεύεις… και ξαφνικά έρχεται κάποια στιγμή που λές, φτάνει, μέχρι εδώ ήτανε! Μετά εκνευρίζεσαι γιατί δεν τα κατάφερες, χάνεις μία δύσκολη μάχη και θέλεις να σπάσεις ότι βρίσκεις μπροστά σου. Ωστόσο, σου φταίνε όλα, ακόμα και τα πιο μικρά πράγματα, αισθάνεσαι ότι η υπομονή σου αρχίζει να εξαντλείται και αδιαφορείς για τις συνέπειες.
Η υπομονή είναι μία τεράστια αρετή, που πρέπει καθημερινά να την καλλιεργούμε μέχρι να φτάσουμε στο σημείο που να μην επιτρέπουμε στον εαυτό μας να εκτροχιάζεται.
Το κάθε τι που κάνεις, χρειάζεται χρόνο, καθημερινή προσπάθεια και επιμονή για να το κάνεις κτήμα σου. Είναι πραγματικός πλούτος η αρετή της υπομονής, γιατί μας βοηθά να αντιμετωπίζουμε προβλήματα που καθημερινά συναντάμε στην ζωή μας, με ηρεμία, ψυχραιμία, με αισιοδοξία, με χιούμορ πολλές φορές και ενδεχομένως συχνά να μας γλυτώσει από μπελάδες.
Ένας καλός τρόπος να καλλιεργηθεί η υπομονή, είναι να σκεφτόμαστε πώς γύρω μας υπάρχουν τόσα όμορφα πράγματα που αν τα υιοθετήσουμε, θα μας χαρίσουν χαλάρωση και εσωτερική ηρεμία. Όπως για παράδειγμα, να βγεις για περπάτημα στη φύση και να μυρίσεις τα λουλούδια, αναπνέοντας καθαρό οξυγόνο. Να παρατηρήσεις το ηλιοβασίλεμα. να θαυμάσεις τα υπέροχα πορτοκαλοκίτρινα χρώματα που δημιουργούνται και να σκεφτείς πως όπως ο ήλιος ανατέλλει κάθε πρωί και δύει κάθε απόγευμα, έτσι τα προβλήματα και οι αναποδιές και όλα τα δύσκολα στην ζωή, ποτέ δεν είναι στάσιμα. Όλα κάνουν τον κύκλο τους.
Μπορείς να βάλεις μουσική να χορέψεις. Ή να κλείσεις τα μάτια και να σε ταξιδέψει σε μέρη γνωστά και άγνωστα. Έτσι θα φύγουν μακριά, αγχολυτικές και αρνητικές σκέψεις και θα οπλιστείς με ελπίδα και υπομονή. Να βρεις πράγματα που θα κάνουν τον χρόνο σου ευχάριστο, δημιουργικό, χαρούμενο, και όμορφο. Η συντροφιά κάποιου καλού βιβλίου, η ζωγραφική, η γυμναστική, όλα αυτά θα βοηθήσουν στο να γίνει καλύτερος ο εσωτερικός κόσμος του καθενός μας. Ακόμα, μπορείς να ταξιδέψεις ψηφιακά και να γνωρίσεις την ιστορία και τον πολιτισμό ξένων χωρών.
Ο κάθε ένας να θυμάται, η γνώση είναι δύναμη και η υπομονή υπερδύναμη.
Ο φθόνος είναι μία από τις πιο δυνατές αιτίες δυστυχίας
Ο φθόνος είναι, νομίζω, ένα από τα πιο βαθιά ριζωμένα στον άνθρωπο πάθη. Το βρίσκουμε συχνά στα βρέφη κάτω του ενός έτους, και πρέπει ν’ αντιμετωπίζεται με πολύ λεπτότητα και τρυφερότητα από τους παιδαγωγούς. Η παραμικρή ένδειξη εύνοιας προς ένα παιδί σε βάρος άλλου, παρατηρείται και γεννάει μνησικακίες. Απόλυτη αμεροληψία πρέπει να τηρεί όποιος έχει να κάνει με παιδιά. Το συναίσθημα είναι τόσο πολύ ισχυρό στο παιδί, όσο στους μεγάλους.
Ο φθόνος παίζει σημαντικό ρόλο στις περισσότερες ευυπόληπτες γυναίκες. Αν στον υπόγειο σιδηρόδρομο δείτε να μπαίνει στο βαγόνι σας μια κομψοντυμένη γυναίκα, προσέξτε τα βλέμματα των άλλων γυναικών. Θα δείτε πως όλες τους, εκτός ίσως από κείνες που ’ναι ακόμα πιο κομψοντυμένες, θα την κοιτάξουν με κακία και θα κάμουν το καθετί για να βγάλουν συμπεράσματα ταπεινωτικά για το άτομό της. Η αγάπη του σκανδάλου είναι μια εκδήλωση αυτής της γενικής μοχθηρίας: κάθε ιστορία που θα βγει σε βάρος μιας άλλης γυναίκας θα γίνει αμέσως πιστευτή, όσο λίγες αποδείξεις κι αν υπάρχουν. Μια πολύ αυστηρή ηθική χρησιμοποιείται για τους ίδιους σκοπούς: εκείνοι που είχαν την ευκαιρία να αμαρτήσουν σε βάρος της γεννούν το φθόνο και θεωρείται τίμιο να τους τιμωρήσει κανείς γι’ αυτό τους το αμάρτημα.
Το ίδιο μπορεί να παρατηρηθεί και στους άντρες, αλλά με τη διαφορά πως οι γυναίκες θεωρούν όλες τις άλλες γυναίκες ως ανταγωνίστριες, ενώ, γενικά, οι άνδρες δεν υιοθετούν αυτή τη στάση παρά μονάχα απέναντι σε κείνους που έχουν το ίδιο επάγγελμα. Σου έτυχε ποτέ, αναγνώστη μου, να κάνεις την απρονοησία να εγκωμιάσεις το έργο ενός καλλιτέχνη μπροστά σε άλλον καλλιτέχνη; Είπες ποτέ καλά λόγια για έναν πολιτικό, μπροστά σε άλλον πολιτικό του ίδιου κόμματος; Παινέψατε ποτέ έναν αιγυπτιολόγο μπροστά σε άλλον αιγυπτιολόγο; Αν ναι, τότε στις ενενήντα εννιά περιπτώσεις μέσα στις εκατό θα έχετε προκαλέσει έκρηξη ζήλιας. Στην αλληλογραφία του Λάιμπνιτς με το Χόυγκενς, υπάρχουν γράμματα που θρηνούν για την υποτιθέμενη ψυχοπάθεια του Νεύτωνα: «Δεν είναι θλιβερό, γράφουν, η ασύγκριτη μεγαλοφυΐα του Νεύτωνα να σκοτισθεί από την παραφροσύνη;». Και οι δύο αυτοί μεγάλοι άνθρωποι, μέσα στα πολυάριθμα γράμματά τους χύνουν κροκοδείλια δάκρυα με μιαν ολοφάνερη ευχαρίστηση. Στην πραγματικότητα, το κακό για το οποίο θρηνούν δε συνέβη, αλλά μονάχα οι εκκεντρικότητες του Νεύτωνα δώσανε λαβή σε τέτοιες φήμες.
Από όλα τα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης, ο φθόνος είναι το πιο βασανιστικό. Ο φθονερός όχι μόνο θέλει να προκαλέσει τη δυστυχία και το κάνει κάθε φορά που το μπορεί ατιμώρητα, αλλά και ο ίδιος γίνεται δυστυχής με το φθόνο του. Αντί ν’ αντλεί χαρά από κείνο που έχει, αντλεί πόνο από κείνο που έχουν οι άλλοι. Αν μπορεί, στερεί τους άλλους από τα πλεονεκτήματά τους, πράγμα που του είναι τόσο επιθυμητό, όσο το να εξασφαλίσει ο ίδιος αυτά τα πλεονεκτήματα. Αν δώσει ελεύθερη διέξοδο στο πάθος του, γίνεται ολέθριο σε κάθε σοβαρή προσπάθεια και εμποδίζει μια καλή εφαρμογή ενός γερού ταλέντου. Γιατί ο γιατρός να πηγαίνει στους αρρώστους του με αυτοκίνητο και ο εργάτης να πηγαίνει στη δουλειά του με τα πόδια; Γιατί ένας καθηγητής πανεπιστημίου να κάθεται σ’ ένα ζεστό σπίτι, όταν άλλοι άνθρωποι είναι απροστάτευτοι από τις κακοκαιρίες; Γιατί ένας άνθρωπος που κατέχει ένα σπάνιο ταλέντο, μεγάλης αξίας για τον κόσμο, να γλιτώνει από την αγγαρεία της καθημερινής σπιτικής δουλειάς; Στα ερωτήματα αυτά ο φθόνος δε βρίσκει καμιά απάντηση. Το καλό όμως είναι πως μέσα στην ανθρώπινη ψυχή υπάρχει ένα αντίρροπο πάθος: ο θαυμασμός. Εκείνοι που θέλουν ν’ αυξήσουν την ανθρώπινη ευτυχία πρέπει να επιζητούνε την αύξηση του θαυμασμού και την ελάττωση του φθόνου.
Τι φάρμακο υπάρχει για το φθόνο; Ο άγιος δεν τον θεραπεύει ούτε με την απάρνηση του εαυτού του, όπου ακόμα και ανάμεσα στους αγίους ο φθόνος για άλλους αγίους είναι κάτι το σύνηθες. Δεν είμαι απόλυτα βέβαιος πως ο Άγιος Συμεών ο Στυλίτης, θα ένοιωθε μεγάλη χαρά μαθαίνοντας ότι ένας άλλος άγιος έμεινε περισσότερο καιρό επάνω σε πιο στενό στύλο. Αλλά αν αφήσουμε στην μπάντα τους αγίους, το μόνο αποτελεσματικό φάρμακο για τους συνηθισμένους άνδρες και γυναίκες είναι η ευτυχία. Και το κακό είναι ότι ο φθόνος αυτός καθαυτόν είναι ένα τρομερό εμπόδιο στην ευτυχία. Πιστεύω πως ο φθόνος αναπτύσσεται τεράστια από τις ατυχίες της παιδικής ηλικίας. Το παιδί που βλέπει έναν αδελφό του ή αδελφή του να τον προτιμάν απ’ αυτόν, αποκτά τη συνήθεια του φθόνου και όταν μεγαλώσει περιμένει καινούργιες αδικίες, που σαν έλθουν τις οσφραίνεται αμέσως και αν δεν έλθουν τις φαντάζεται. Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι αναπόφευκτα δυστυχής και καταντάει αληθινή πληγή για τους φίλους του, που με όλη την καλή θέληση του κόσμου δεν μπορούν να του βγάλουν από το μυαλό ότι δεν έχουν καμιά προκατάληψη εναντίον του και καμιά διάθεση να τον πληγώσουν.
Έχοντας την έμμονη ιδέα πως κανείς δεν τον αγαπά, καταλήγει να δικαιώσει αυτή του την πεποίθηση με τη διαγωγή του. Ένα άλλο ατύχημα της παιδικής ηλικίας, που οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα, είναι να έχει κανείς γονείς δίχως ίχνος τρυφερότητας. Ακόμα και δίχως να ’χει έναν αδελφό ή μια αδελφή άδικα ευνοούμενη από τους γονείς του, το παιδί που θα ιδεί πως άλλα παιδάκια αγαπιούνται περισσότερο από τους γονείς τους, θ’ αρχίσει να τα μισεί και αυτά και τους δικούς του γονείς και όταν μεγαλώσει θα νοιώθει σαν τον Ισμαήλ, γιο του Αβραάμ. Ορισμένα είδη ευτυχίας αποτελούν φυσικό δικαίωμα του κάθε ανθρώπου και εκείνος που θα τα στερηθεί δεν μπορεί παρά να γεμίσει από πίκρα και μνησικακία.
Μα ο φθονερός μπορεί ν’ απαντήσει: «Και τι μ’ ωφελεί που μου λέτε πως το φάρμακο του φθόνου είναι η ευτυχία; Εγώ δεν μπορώ να νοιώσω ευτυχία, όσο με τρώει ο φθόνος και σεις μου λέτε πως δε θα μπορέσω να πάψω να ’μαι φθονερός, όσο δε βρίσκω την ευτυχία». Μα η πραγματική ζωή έχει τη δική της λογική. Και μόνο να συνειδητοποιήσεις τις αιτίες του φθόνου, είναι ένα μεγάλο βήμα προς τη θεραπεία. Η συνήθεια να σκέπτεσαι με συγκρίσεις είναι ολέθρια. Κάθε γεγονός ευχάριστο πρέπει να το χαιρόμαστε στο ακέραιο, δίχως να σταματάμε για να σκεφθούμε ότι αυτή η ευχαρίστηση δεν είναι και τόσο μεγάλη, όσο εκείνη που μπορεί να χαίρεται κάποιος άλλος.
Για να βρει το δρόμο που θα τον έβγαζε απ’ αυτόν τον κόσμο της απελπισίας, ο άνθρωπος ο πολιτισμένος οφείλει να πλουτίσει την καρδιά του, όπως πλάτυνε το πνεύμα του. Οφείλει να μάθει να ξεπερνά τον εαυτό του και, κάνοντάς το να κατακτά την ελευθερία του σύμπαντος.
Ο φθόνος παίζει σημαντικό ρόλο στις περισσότερες ευυπόληπτες γυναίκες. Αν στον υπόγειο σιδηρόδρομο δείτε να μπαίνει στο βαγόνι σας μια κομψοντυμένη γυναίκα, προσέξτε τα βλέμματα των άλλων γυναικών. Θα δείτε πως όλες τους, εκτός ίσως από κείνες που ’ναι ακόμα πιο κομψοντυμένες, θα την κοιτάξουν με κακία και θα κάμουν το καθετί για να βγάλουν συμπεράσματα ταπεινωτικά για το άτομό της. Η αγάπη του σκανδάλου είναι μια εκδήλωση αυτής της γενικής μοχθηρίας: κάθε ιστορία που θα βγει σε βάρος μιας άλλης γυναίκας θα γίνει αμέσως πιστευτή, όσο λίγες αποδείξεις κι αν υπάρχουν. Μια πολύ αυστηρή ηθική χρησιμοποιείται για τους ίδιους σκοπούς: εκείνοι που είχαν την ευκαιρία να αμαρτήσουν σε βάρος της γεννούν το φθόνο και θεωρείται τίμιο να τους τιμωρήσει κανείς γι’ αυτό τους το αμάρτημα.
Το ίδιο μπορεί να παρατηρηθεί και στους άντρες, αλλά με τη διαφορά πως οι γυναίκες θεωρούν όλες τις άλλες γυναίκες ως ανταγωνίστριες, ενώ, γενικά, οι άνδρες δεν υιοθετούν αυτή τη στάση παρά μονάχα απέναντι σε κείνους που έχουν το ίδιο επάγγελμα. Σου έτυχε ποτέ, αναγνώστη μου, να κάνεις την απρονοησία να εγκωμιάσεις το έργο ενός καλλιτέχνη μπροστά σε άλλον καλλιτέχνη; Είπες ποτέ καλά λόγια για έναν πολιτικό, μπροστά σε άλλον πολιτικό του ίδιου κόμματος; Παινέψατε ποτέ έναν αιγυπτιολόγο μπροστά σε άλλον αιγυπτιολόγο; Αν ναι, τότε στις ενενήντα εννιά περιπτώσεις μέσα στις εκατό θα έχετε προκαλέσει έκρηξη ζήλιας. Στην αλληλογραφία του Λάιμπνιτς με το Χόυγκενς, υπάρχουν γράμματα που θρηνούν για την υποτιθέμενη ψυχοπάθεια του Νεύτωνα: «Δεν είναι θλιβερό, γράφουν, η ασύγκριτη μεγαλοφυΐα του Νεύτωνα να σκοτισθεί από την παραφροσύνη;». Και οι δύο αυτοί μεγάλοι άνθρωποι, μέσα στα πολυάριθμα γράμματά τους χύνουν κροκοδείλια δάκρυα με μιαν ολοφάνερη ευχαρίστηση. Στην πραγματικότητα, το κακό για το οποίο θρηνούν δε συνέβη, αλλά μονάχα οι εκκεντρικότητες του Νεύτωνα δώσανε λαβή σε τέτοιες φήμες.
Από όλα τα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης, ο φθόνος είναι το πιο βασανιστικό. Ο φθονερός όχι μόνο θέλει να προκαλέσει τη δυστυχία και το κάνει κάθε φορά που το μπορεί ατιμώρητα, αλλά και ο ίδιος γίνεται δυστυχής με το φθόνο του. Αντί ν’ αντλεί χαρά από κείνο που έχει, αντλεί πόνο από κείνο που έχουν οι άλλοι. Αν μπορεί, στερεί τους άλλους από τα πλεονεκτήματά τους, πράγμα που του είναι τόσο επιθυμητό, όσο το να εξασφαλίσει ο ίδιος αυτά τα πλεονεκτήματα. Αν δώσει ελεύθερη διέξοδο στο πάθος του, γίνεται ολέθριο σε κάθε σοβαρή προσπάθεια και εμποδίζει μια καλή εφαρμογή ενός γερού ταλέντου. Γιατί ο γιατρός να πηγαίνει στους αρρώστους του με αυτοκίνητο και ο εργάτης να πηγαίνει στη δουλειά του με τα πόδια; Γιατί ένας καθηγητής πανεπιστημίου να κάθεται σ’ ένα ζεστό σπίτι, όταν άλλοι άνθρωποι είναι απροστάτευτοι από τις κακοκαιρίες; Γιατί ένας άνθρωπος που κατέχει ένα σπάνιο ταλέντο, μεγάλης αξίας για τον κόσμο, να γλιτώνει από την αγγαρεία της καθημερινής σπιτικής δουλειάς; Στα ερωτήματα αυτά ο φθόνος δε βρίσκει καμιά απάντηση. Το καλό όμως είναι πως μέσα στην ανθρώπινη ψυχή υπάρχει ένα αντίρροπο πάθος: ο θαυμασμός. Εκείνοι που θέλουν ν’ αυξήσουν την ανθρώπινη ευτυχία πρέπει να επιζητούνε την αύξηση του θαυμασμού και την ελάττωση του φθόνου.
Τι φάρμακο υπάρχει για το φθόνο; Ο άγιος δεν τον θεραπεύει ούτε με την απάρνηση του εαυτού του, όπου ακόμα και ανάμεσα στους αγίους ο φθόνος για άλλους αγίους είναι κάτι το σύνηθες. Δεν είμαι απόλυτα βέβαιος πως ο Άγιος Συμεών ο Στυλίτης, θα ένοιωθε μεγάλη χαρά μαθαίνοντας ότι ένας άλλος άγιος έμεινε περισσότερο καιρό επάνω σε πιο στενό στύλο. Αλλά αν αφήσουμε στην μπάντα τους αγίους, το μόνο αποτελεσματικό φάρμακο για τους συνηθισμένους άνδρες και γυναίκες είναι η ευτυχία. Και το κακό είναι ότι ο φθόνος αυτός καθαυτόν είναι ένα τρομερό εμπόδιο στην ευτυχία. Πιστεύω πως ο φθόνος αναπτύσσεται τεράστια από τις ατυχίες της παιδικής ηλικίας. Το παιδί που βλέπει έναν αδελφό του ή αδελφή του να τον προτιμάν απ’ αυτόν, αποκτά τη συνήθεια του φθόνου και όταν μεγαλώσει περιμένει καινούργιες αδικίες, που σαν έλθουν τις οσφραίνεται αμέσως και αν δεν έλθουν τις φαντάζεται. Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι αναπόφευκτα δυστυχής και καταντάει αληθινή πληγή για τους φίλους του, που με όλη την καλή θέληση του κόσμου δεν μπορούν να του βγάλουν από το μυαλό ότι δεν έχουν καμιά προκατάληψη εναντίον του και καμιά διάθεση να τον πληγώσουν.
Έχοντας την έμμονη ιδέα πως κανείς δεν τον αγαπά, καταλήγει να δικαιώσει αυτή του την πεποίθηση με τη διαγωγή του. Ένα άλλο ατύχημα της παιδικής ηλικίας, που οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα, είναι να έχει κανείς γονείς δίχως ίχνος τρυφερότητας. Ακόμα και δίχως να ’χει έναν αδελφό ή μια αδελφή άδικα ευνοούμενη από τους γονείς του, το παιδί που θα ιδεί πως άλλα παιδάκια αγαπιούνται περισσότερο από τους γονείς τους, θ’ αρχίσει να τα μισεί και αυτά και τους δικούς του γονείς και όταν μεγαλώσει θα νοιώθει σαν τον Ισμαήλ, γιο του Αβραάμ. Ορισμένα είδη ευτυχίας αποτελούν φυσικό δικαίωμα του κάθε ανθρώπου και εκείνος που θα τα στερηθεί δεν μπορεί παρά να γεμίσει από πίκρα και μνησικακία.
Μα ο φθονερός μπορεί ν’ απαντήσει: «Και τι μ’ ωφελεί που μου λέτε πως το φάρμακο του φθόνου είναι η ευτυχία; Εγώ δεν μπορώ να νοιώσω ευτυχία, όσο με τρώει ο φθόνος και σεις μου λέτε πως δε θα μπορέσω να πάψω να ’μαι φθονερός, όσο δε βρίσκω την ευτυχία». Μα η πραγματική ζωή έχει τη δική της λογική. Και μόνο να συνειδητοποιήσεις τις αιτίες του φθόνου, είναι ένα μεγάλο βήμα προς τη θεραπεία. Η συνήθεια να σκέπτεσαι με συγκρίσεις είναι ολέθρια. Κάθε γεγονός ευχάριστο πρέπει να το χαιρόμαστε στο ακέραιο, δίχως να σταματάμε για να σκεφθούμε ότι αυτή η ευχαρίστηση δεν είναι και τόσο μεγάλη, όσο εκείνη που μπορεί να χαίρεται κάποιος άλλος.
Για να βρει το δρόμο που θα τον έβγαζε απ’ αυτόν τον κόσμο της απελπισίας, ο άνθρωπος ο πολιτισμένος οφείλει να πλουτίσει την καρδιά του, όπως πλάτυνε το πνεύμα του. Οφείλει να μάθει να ξεπερνά τον εαυτό του και, κάνοντάς το να κατακτά την ελευθερία του σύμπαντος.
ΞΕΝΟΦΩΝ: ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΗ
Ξενοφών (περ. 430 – μετά το 355 πΧ)
Απομνημονεύματα 1. 2. 23
Γιατί στο ίδιο σώμα συνυπάρχουν εκ φύσεως μαζί με την ψυχή οι κακές επιθυμίες που την πείθουν να μην είναι συνετή αλλά να ικανοποιεί ταχύτατα αυτές και το σώμα.
Απομνημονεύματα 1. 2. 53
Όταν η ψυχή βγει από το σώμα, που μόνο αυτή έχει φρόνηση, οι συγγενείς εξαφανίζουν το ταχύτερο το σώμα του πιο αγαπημένου τους ανθρώπου, αφού κάνουν την εκφορά του.
Άσκησε την ψυχή και το σώμα με τέτοιο τρόπο ζωής, τον οποίον εφαρμόζοντας κάποιος θα μπορούσε να περάσει τη ζωή του με θάρρος και ασφάλεια.
Απομνημονεύματα Α’ 4. 13
Δεν ήταν όμως αρκετό για τον θεό να φροντίσει μόνο το σώμα αλλά, το σπουδαιότερο, εμφύτευσε στον άνθρωπο την ισχυρότατη ψυχή. Γιατί ποιου άλλου ζώου η ψυχή έχει πρώτα-πρώτα τη γνώση ότι υπάρχουν θεοί που δημιούργησαν με τάξη τα σπουδαιότερα και ωραιότερα; Ποιο άλλο ζωικό είδος λατρεύει θεούς, αν όχι οι άνθρωποι; Ποια άλλη ψυχή, αν όχι η ανθρώπινη, είναι ικανότερη να παρέχει προφυλάξεις από την πείνα, τη δίψα, το κρύο ή τη ζέστη ή να προσφέρει βοήθεια σε ασθένειες ή να ασκεί στη ρώμη ή να κοπιάζει για μάθηση ή να είναι ικανότερη να διατηρεί στη μνήμη όσα τυχόν ακούσει, δει ή μάθει;
Απομνημονεύματα A’ 5. 5
Δεν πρέπει άραγε κάθε άνθρωπος που θεωρεί την εγκράτεια βάσει της αρετής, αυτήν πρώτα να εγκαθιδρύει στην ψυχή του; Γιατί ποιος θα μπορούσε χωρείς αυτή να μάθει κάτι καλό ή να το μελετήσει ιδιαίτερα; Ή ποιος υποδουλωμένος δεν θα είχε το σώμα του και την ψυχή σε αισχρή κατάσταση;
Απομνημονεύματα Δ’ 3. 14
Αλλά βέβαια και η ανθρώπινη ψυχή, που μετέχει στο θείο περισσότερο από καθετί άλλο ανθρώπινο, είναι φανερό ότι βασιλεύει μέσα μιας, ούτε και αυτή όμως ορατή.
Απομνημονεύματα 1. 2. 23
Γιατί στο ίδιο σώμα συνυπάρχουν εκ φύσεως μαζί με την ψυχή οι κακές επιθυμίες που την πείθουν να μην είναι συνετή αλλά να ικανοποιεί ταχύτατα αυτές και το σώμα.
Απομνημονεύματα 1. 2. 53
Όταν η ψυχή βγει από το σώμα, που μόνο αυτή έχει φρόνηση, οι συγγενείς εξαφανίζουν το ταχύτερο το σώμα του πιο αγαπημένου τους ανθρώπου, αφού κάνουν την εκφορά του.
Άσκησε την ψυχή και το σώμα με τέτοιο τρόπο ζωής, τον οποίον εφαρμόζοντας κάποιος θα μπορούσε να περάσει τη ζωή του με θάρρος και ασφάλεια.
Απομνημονεύματα Α’ 4. 13
Δεν ήταν όμως αρκετό για τον θεό να φροντίσει μόνο το σώμα αλλά, το σπουδαιότερο, εμφύτευσε στον άνθρωπο την ισχυρότατη ψυχή. Γιατί ποιου άλλου ζώου η ψυχή έχει πρώτα-πρώτα τη γνώση ότι υπάρχουν θεοί που δημιούργησαν με τάξη τα σπουδαιότερα και ωραιότερα; Ποιο άλλο ζωικό είδος λατρεύει θεούς, αν όχι οι άνθρωποι; Ποια άλλη ψυχή, αν όχι η ανθρώπινη, είναι ικανότερη να παρέχει προφυλάξεις από την πείνα, τη δίψα, το κρύο ή τη ζέστη ή να προσφέρει βοήθεια σε ασθένειες ή να ασκεί στη ρώμη ή να κοπιάζει για μάθηση ή να είναι ικανότερη να διατηρεί στη μνήμη όσα τυχόν ακούσει, δει ή μάθει;
Απομνημονεύματα A’ 5. 5
Δεν πρέπει άραγε κάθε άνθρωπος που θεωρεί την εγκράτεια βάσει της αρετής, αυτήν πρώτα να εγκαθιδρύει στην ψυχή του; Γιατί ποιος θα μπορούσε χωρείς αυτή να μάθει κάτι καλό ή να το μελετήσει ιδιαίτερα; Ή ποιος υποδουλωμένος δεν θα είχε το σώμα του και την ψυχή σε αισχρή κατάσταση;
Απομνημονεύματα Δ’ 3. 14
Αλλά βέβαια και η ανθρώπινη ψυχή, που μετέχει στο θείο περισσότερο από καθετί άλλο ανθρώπινο, είναι φανερό ότι βασιλεύει μέσα μιας, ούτε και αυτή όμως ορατή.
Σπεύσιππος: Η αμφιλεγόμενη προσωπικότητα της Αρχαίας Ελλάδας
Ο Σπεύσιππος (γεννήθηκε το 408 π.Χ. στην Αθήνα και πέθανε μεταξύ 339 και 338 π.Χ. στην Αθήνα ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος και μαθηματικός και πρώτος σχολάρχης της Πλατωνικής Ακαδημίας για περίπου 10 χρόνια, μετά τον θάνατο του Πλάτωνα το 347 π.Χ.
Η ζωή του
Ο Σπεύσιππος ήταν ανιψιός του Πλάτωνα από την αδελφή του Πωτώνη και ο πατέρας του ήταν ο Ευρυμέδοντας ο Μυρρινούσιος. Είχε συνοδεύσει τον Πλάτωνα στο ταξίδι του στη Σικελία το 361 π.Χ. και ήταν σαφής υποστηρικτής του, στην πολιτική φιλικής προσέγγισης και προσεταιρισμού σε πολιτικές προσωπικότητες της εποχής, μεταξύ αυτών και του Διονυσίου του Β´ των Συρακουσών.
Ορίστηκε ως διάδοχος και σχολάρχης της Ακαδημίας από τον Πλάτωνα με το σκεπτικό ότι δεν ήταν «ξένος» αλλά Αθηναίος πολίτης. Ανέλαβε μετά το θάνατο του θείου του, σε ηλικία περίπου 60 ετών. Διάδοχος του στην Ακαδήμεια μετά τον θάνατο του, εκλέχτηκε ο Ξενοκράτης
Ως προσωπικότητα υπήρξε φιλάσθενος, ιδιότροπος και αμφιλεγόμενος. Στη φιλάσθενη φύση του, αποδίδεται πιθανότατα, η άρνηση του να διαμένει στους χώρους της Ακαδημίας όταν τη διηύθυνε εν αντιθέσει με τους υπόλοιπους, ενδεχομένως λόγω του υγρού κλίματος. Η αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του φαίνεται και από τη βιογραφία του αλλά και από μία επιστολή του που απευθύνεται στον βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππο.
Υπήρξε ο πρώτος που εγκωμίασε τον Πλάτωνα και το έργο του, υπαινισσόμενος μάλιστα ότι ήταν γιος του Απόλλωνος.
Τα έργα του
Από τα έργα του Σπεύσιππου, διασώζεται ένα εκτεταμένο τμήμα σε σχέση με τους Πυθαγόρειους αριθμούς, ορισμένα αποσπάσματα από τα υπόλοιπα και αναφορές του σε άλλους φιλοσόφους. Το έργο του «Όμοια» μια συγκριτική μελέτη φυσιολογίας φυτών και ζώων είναι πιθανότατα αντάξιο με το αντίστοιχο έργο του Αριστοτέλη «Περί ζώων ιστορίαι».
Θεωρείται επίσης ως ο πιθανός συγγραφέας του φιλοσοφικού λεξικού Όροι, αντί για τον Πλάτωνα.
Η φιλοσοφική του σκέψη
Ο Σπεύσιππος επηρεασμένος από την πυθαγόρεια σκέψη (όπως και αρκετοί από τους διαδόχους του), προσέδιδε μεγάλη σημασία στο φιλοσοφικό βάρος των πραγματικών αριθμών, μειώνοντας έτσι στην κοσμοθεωρία του, εμμέσως την σημασία των ιδεατών αριθμών και του κόσμου των Ιδεών του Πλάτωνα. Ισχυρή ένδειξη των ανωτέρω ήταν η προσήλωση του στην τελειότητα του αριθμού 10.
Η φιλοσοφία του είχε ως βασικούς πυλώνες το «Εν» και τη «δυάδα». Το «Εν» αντιπροσώπευε την ενότητα και ολότητα του σύμπαντος, ενώ η «δυάδα» την ποικιλομορφία και πολλαπλότητα των μορφών του.
Το «Εν» και η «δυάδα», κατά τον Σπεύσιππο, όχι μόνο ήταν οι γεννήτορες κάθε οντότητας (φυσικής ή πνευματικής) στον κόσμο, αλλά στερούντο οιασδήποτε ηθικής αξίας. Εν αντιθέσει οι συνάδελφοι του, αυτοί που αποδέχονταν αυτού του είδους τον δυισμό (Εν, δυάδα), προσέδιδαν σε αυτόν τις έννοιες του καλού και του κακού.
Ο Σπεύσιππος οργάνωσε τον κόσμο, με μαθηματικούς όρους, σε δέκα σφαίρες, με ταξινόμηση βάσει της πνευματικότητας που εμπεριείχοντο σε αυτές.
Ανάμεσα στις σφαίρες των πραγματικών αριθμών και τις σφαίρες των αισθητών τοποθέτησε σε περίοπτη θέση τη σφαίρα της ψυχής την οποία θεωρούσε αθάνατη τόσο εν όλω όσο και εν μέρει.
Ο Σπεύσιππος θεωρούσε εκ των ων ουκ άνευ τη γνώση και ταξινόμηση όλων των πραγμάτων, ώστε να περατωθεί με επιτυχία ο ορισμός ενός οποιουδήποτε εξ αυτών. Επομένως ο ορισμός οιασδήποτε έννοιας απαιτούσε μια σφαιρική αντίληψη του κόσμου, και συνακόλουθα την ταξινόμηση της σε σχέση με όλες τις υπόλοιπες έννοιες.
Τέλος ο Σπεύσιππος συστηματοποίησε και επεξεργάστηκε τη σκέψη του Πλάτωνα (αν και φαίνεται πως διαφωνούσε σε μερικά σημεία με αυτήν), διαχώρισε το Αγαθό τόσο από το «Εν» όσο και από τη «Θεότητα», ενώ απέρριπτε την «Ηδονή» περισσότερο και από τον δάσκαλο του.
Θεωρείται πως η ανασύνθεση και ενσωμάτωση της Πυθαγόρειας σκέψης στον κόσμο των Ιδεών του Πλάτωνα υπήρξε εν πολλοίς καταχρηστική και αντίθετη με το σύστημα σκέψης του. Ωστόσο είναι σαφές πως επηρέασε τον Αριστοτέλη στην συγγραφή του έργου του σε σχέση με την αρχή της Φιλοσοφίας του Πλάτωνος.
Η ζωή του
Ο Σπεύσιππος ήταν ανιψιός του Πλάτωνα από την αδελφή του Πωτώνη και ο πατέρας του ήταν ο Ευρυμέδοντας ο Μυρρινούσιος. Είχε συνοδεύσει τον Πλάτωνα στο ταξίδι του στη Σικελία το 361 π.Χ. και ήταν σαφής υποστηρικτής του, στην πολιτική φιλικής προσέγγισης και προσεταιρισμού σε πολιτικές προσωπικότητες της εποχής, μεταξύ αυτών και του Διονυσίου του Β´ των Συρακουσών.
Ορίστηκε ως διάδοχος και σχολάρχης της Ακαδημίας από τον Πλάτωνα με το σκεπτικό ότι δεν ήταν «ξένος» αλλά Αθηναίος πολίτης. Ανέλαβε μετά το θάνατο του θείου του, σε ηλικία περίπου 60 ετών. Διάδοχος του στην Ακαδήμεια μετά τον θάνατο του, εκλέχτηκε ο Ξενοκράτης
Ως προσωπικότητα υπήρξε φιλάσθενος, ιδιότροπος και αμφιλεγόμενος. Στη φιλάσθενη φύση του, αποδίδεται πιθανότατα, η άρνηση του να διαμένει στους χώρους της Ακαδημίας όταν τη διηύθυνε εν αντιθέσει με τους υπόλοιπους, ενδεχομένως λόγω του υγρού κλίματος. Η αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του φαίνεται και από τη βιογραφία του αλλά και από μία επιστολή του που απευθύνεται στον βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππο.
Υπήρξε ο πρώτος που εγκωμίασε τον Πλάτωνα και το έργο του, υπαινισσόμενος μάλιστα ότι ήταν γιος του Απόλλωνος.
Τα έργα του
Από τα έργα του Σπεύσιππου, διασώζεται ένα εκτεταμένο τμήμα σε σχέση με τους Πυθαγόρειους αριθμούς, ορισμένα αποσπάσματα από τα υπόλοιπα και αναφορές του σε άλλους φιλοσόφους. Το έργο του «Όμοια» μια συγκριτική μελέτη φυσιολογίας φυτών και ζώων είναι πιθανότατα αντάξιο με το αντίστοιχο έργο του Αριστοτέλη «Περί ζώων ιστορίαι».
Θεωρείται επίσης ως ο πιθανός συγγραφέας του φιλοσοφικού λεξικού Όροι, αντί για τον Πλάτωνα.
Η φιλοσοφική του σκέψη
Ο Σπεύσιππος επηρεασμένος από την πυθαγόρεια σκέψη (όπως και αρκετοί από τους διαδόχους του), προσέδιδε μεγάλη σημασία στο φιλοσοφικό βάρος των πραγματικών αριθμών, μειώνοντας έτσι στην κοσμοθεωρία του, εμμέσως την σημασία των ιδεατών αριθμών και του κόσμου των Ιδεών του Πλάτωνα. Ισχυρή ένδειξη των ανωτέρω ήταν η προσήλωση του στην τελειότητα του αριθμού 10.
Η φιλοσοφία του είχε ως βασικούς πυλώνες το «Εν» και τη «δυάδα». Το «Εν» αντιπροσώπευε την ενότητα και ολότητα του σύμπαντος, ενώ η «δυάδα» την ποικιλομορφία και πολλαπλότητα των μορφών του.
Το «Εν» και η «δυάδα», κατά τον Σπεύσιππο, όχι μόνο ήταν οι γεννήτορες κάθε οντότητας (φυσικής ή πνευματικής) στον κόσμο, αλλά στερούντο οιασδήποτε ηθικής αξίας. Εν αντιθέσει οι συνάδελφοι του, αυτοί που αποδέχονταν αυτού του είδους τον δυισμό (Εν, δυάδα), προσέδιδαν σε αυτόν τις έννοιες του καλού και του κακού.
Ο Σπεύσιππος οργάνωσε τον κόσμο, με μαθηματικούς όρους, σε δέκα σφαίρες, με ταξινόμηση βάσει της πνευματικότητας που εμπεριείχοντο σε αυτές.
Ανάμεσα στις σφαίρες των πραγματικών αριθμών και τις σφαίρες των αισθητών τοποθέτησε σε περίοπτη θέση τη σφαίρα της ψυχής την οποία θεωρούσε αθάνατη τόσο εν όλω όσο και εν μέρει.
Ο Σπεύσιππος θεωρούσε εκ των ων ουκ άνευ τη γνώση και ταξινόμηση όλων των πραγμάτων, ώστε να περατωθεί με επιτυχία ο ορισμός ενός οποιουδήποτε εξ αυτών. Επομένως ο ορισμός οιασδήποτε έννοιας απαιτούσε μια σφαιρική αντίληψη του κόσμου, και συνακόλουθα την ταξινόμηση της σε σχέση με όλες τις υπόλοιπες έννοιες.
Τέλος ο Σπεύσιππος συστηματοποίησε και επεξεργάστηκε τη σκέψη του Πλάτωνα (αν και φαίνεται πως διαφωνούσε σε μερικά σημεία με αυτήν), διαχώρισε το Αγαθό τόσο από το «Εν» όσο και από τη «Θεότητα», ενώ απέρριπτε την «Ηδονή» περισσότερο και από τον δάσκαλο του.
Θεωρείται πως η ανασύνθεση και ενσωμάτωση της Πυθαγόρειας σκέψης στον κόσμο των Ιδεών του Πλάτωνα υπήρξε εν πολλοίς καταχρηστική και αντίθετη με το σύστημα σκέψης του. Ωστόσο είναι σαφές πως επηρέασε τον Αριστοτέλη στην συγγραφή του έργου του σε σχέση με την αρχή της Φιλοσοφίας του Πλάτωνος.
Τι είναι η κοσμική σκόνη και πώς δημιουργείται;
Η κοσμική σκόνη ή διαστημική σκόνη αποτελείται από σωματίδια ύλης σε στερεά κατάσταση, που βρίσκονται στον πέρα από τη Γη διαστημικό χώρο.
Η μέση διάμετρος αυτών των σωματιδίων κυμαίνεται από συσσωματώματα λίγων μορίων μέχρι 0,1 χιλιοστόμετρο.
Η κοσμική σκόνη διακρίνεται με βάση τη θέση της σε διαγαλαξιακή, διαστρική ή μεσοαστρική, διαπλανητική και σκόνη που περιφέρεται γύρω από πλανήτες. Η διαπλανητική σκόνη που βρίσκεται στον χώρο μεταξύ των πλανητών του Ηλιακού μας Συστήματος προκαλεί τα αστρονομικά φαινόμενα του ζωδιακού και του αντιζωδιακού φωτός.
Κάποτε η κοσμική σκόνη θεωρείτο μόνο μία ενόχληση για τους αστρονόμους, καθώς μειώνει το φως που δεχόμαστε από τα ουράνια σώματα: Είναι γνωστή η διαστρική απορρόφηση ή μεσοαστρική απορρόφηση του φωτός των αστέρων του Γαλαξία που προκαλεί η διαστρική σκόνη, για την οποία έχουν προταθεί διάφοροι εμπειρικοί νόμοι.
Ωστόσο, όταν ήλθε η εποχή των αστρονομικών παρατηρήσεων στο υπέρυθρο, τα σωματίδια της κοσμικής σκόνης ανακαλύφθηκε ότι διαδραματίζουν ζωτικό ρόλο σε αστροφυσικές διεργασίες.
Π.χ. η σκόνη παίζει ρόλο στα πρώτα στάδια του σχηματισμού ενός νέου αστέρα και στο σχηματισμό πλανητών. Στο Ηλιακό Σύστημα η μελέτη της είναι απαραίτητη για την κατανόηση των εξωτερικών διάχυτων δακτυλίων του Δία, του Κρόνου, του Ουρανού και του Ποσειδώνα, καθώς και των κομητών.
Η μελέτη της διαστημικής σκόνης συνιστά ένα πολύπλευρο επιστημονικό ζήτημα, που άπτεται αρκετών διαφορετικών επιστημονικών κλάδων: της Φυσικής (Φυσική Στερεάς Καταστάσεως, Ηλεκτρομαγνητισμός, Στατιστική Φυσική, διάδοση της θερμότητας), των Μαθηματικών (φράκταλς), της Χημείας, της Μετεωριτολογίας και όλων των κλάδων της Αστρονομίας και της Αστροφυσικής.
Πραγματικά, οι κόκκοι της κοσμικής σκόνης εξελίσσονται κυκλικά: χημικώς, φυσικώς και δυναμικώς.
Η εξέλιξή τους ακολουθεί τα μονοπάτια δια των οποίων το Σύμπαν ανακυκλώνει την ύλη με διαδικασίες ανάλογες με αυτές που εμείς οι άνθρωποι ανακυκλώνουμε υλικά: παραγωγή, αποθήκευση, μεταλλαγή, διαφοροποίηση, κατανάλωση και απόρριψη.
Αυτά στο Σύμπαν συμβαίνουν σε περιοχές όπως τα διάχυτα νεφελώματα, τα ψυχρά μοριακά νέφη οι περιαστρικοί δίσκοι γύρω από νεογέννητους αστέρες, και αλλού.
Η μέση διάμετρος αυτών των σωματιδίων κυμαίνεται από συσσωματώματα λίγων μορίων μέχρι 0,1 χιλιοστόμετρο.
Η κοσμική σκόνη διακρίνεται με βάση τη θέση της σε διαγαλαξιακή, διαστρική ή μεσοαστρική, διαπλανητική και σκόνη που περιφέρεται γύρω από πλανήτες. Η διαπλανητική σκόνη που βρίσκεται στον χώρο μεταξύ των πλανητών του Ηλιακού μας Συστήματος προκαλεί τα αστρονομικά φαινόμενα του ζωδιακού και του αντιζωδιακού φωτός.
Κάποτε η κοσμική σκόνη θεωρείτο μόνο μία ενόχληση για τους αστρονόμους, καθώς μειώνει το φως που δεχόμαστε από τα ουράνια σώματα: Είναι γνωστή η διαστρική απορρόφηση ή μεσοαστρική απορρόφηση του φωτός των αστέρων του Γαλαξία που προκαλεί η διαστρική σκόνη, για την οποία έχουν προταθεί διάφοροι εμπειρικοί νόμοι.
Ωστόσο, όταν ήλθε η εποχή των αστρονομικών παρατηρήσεων στο υπέρυθρο, τα σωματίδια της κοσμικής σκόνης ανακαλύφθηκε ότι διαδραματίζουν ζωτικό ρόλο σε αστροφυσικές διεργασίες.
Π.χ. η σκόνη παίζει ρόλο στα πρώτα στάδια του σχηματισμού ενός νέου αστέρα και στο σχηματισμό πλανητών. Στο Ηλιακό Σύστημα η μελέτη της είναι απαραίτητη για την κατανόηση των εξωτερικών διάχυτων δακτυλίων του Δία, του Κρόνου, του Ουρανού και του Ποσειδώνα, καθώς και των κομητών.
Η μελέτη της διαστημικής σκόνης συνιστά ένα πολύπλευρο επιστημονικό ζήτημα, που άπτεται αρκετών διαφορετικών επιστημονικών κλάδων: της Φυσικής (Φυσική Στερεάς Καταστάσεως, Ηλεκτρομαγνητισμός, Στατιστική Φυσική, διάδοση της θερμότητας), των Μαθηματικών (φράκταλς), της Χημείας, της Μετεωριτολογίας και όλων των κλάδων της Αστρονομίας και της Αστροφυσικής.
Πραγματικά, οι κόκκοι της κοσμικής σκόνης εξελίσσονται κυκλικά: χημικώς, φυσικώς και δυναμικώς.
Η εξέλιξή τους ακολουθεί τα μονοπάτια δια των οποίων το Σύμπαν ανακυκλώνει την ύλη με διαδικασίες ανάλογες με αυτές που εμείς οι άνθρωποι ανακυκλώνουμε υλικά: παραγωγή, αποθήκευση, μεταλλαγή, διαφοροποίηση, κατανάλωση και απόρριψη.
Αυτά στο Σύμπαν συμβαίνουν σε περιοχές όπως τα διάχυτα νεφελώματα, τα ψυχρά μοριακά νέφη οι περιαστρικοί δίσκοι γύρω από νεογέννητους αστέρες, και αλλού.
Ο Άδωνις ήταν ζωντανός όταν ήταν με την Αφροδίτη, αλλά μετά επέστρεφε στο βασίλειο των νεκρών με την Περσεφόνη
Ο Άδωνις ήταν ένας όμορφος θνητός κυνηγός που τον ερωτεύτηκαν η Αφροδίτη, η θεά του έρωτα, και η Περσεφόνη, η θεά του Άδη. Ο Άρης ζήλεψε τη σχέση του Άδωνι με την Αφροδίτη και μεταμορφώθηκε σε αγριόχοιρο που σκότωσε τον δύστυχο νέο.
Η Αφροδίτη και η Περσεφόνη ήθελαν τον νεκρό καθεμιά για τον εαυτό της και έπεισαν τον Δία να τον μοιράζονται μεταξύ τους.
Μετά την ανάστασή του ο Άδωνις θα περνούσε τον μισό χρόνο με την Αφροδίτη και τον άλλο μισό με τη βασίλισσα του Άδη. Μυθολογικά, ο Άδωνις έγινε ένα παράδειγμα θεού της βλάστησης, η οποία άνθιζε για ένα μέρος του χρόνου και πέθαινε τον υπόλοιπο, όπως ο Άδωνις είναι ζωντανός για ένα διάστημα με την Αφροδίτη αλλά μετά πρέπει να γυρίσει στο βασίλειο των νεκρών με την Περσεφόνη. Όπως η βλάστηση, έτσι και ο Άδωνις πέθαινει και ξαναζωντάνευει σε έναν ατέρμονο κύκλο.
Μήπως το σύμπαν ξεκίνησε με ένα σκοτεινό Big Bang;
Το καθιερωμένο μοντέλο του σύμπαντος αναφέρει πως ξεκίνησε με ένα Big Bang, περνώντας σε μία σύντομη περίοδο ταχείας επέκτασης.
Μόλις 20 λεπτά μετά το Big Bang, ξεκίνησε η ύπαρξη των πρώτων πρωτονίων και φωτονίων σε μία διαδικασία που ονομάζουμε νουκλεοσύνθεση.
Παρόλο όμως το γεγονός πως το μοντέλο αυτό μπορεί να προβλέψει με ακρίβεια το ποσό του υδρογόνου και του ηλίου στο σύμπαν, ακόμα δεν καταλαβαίνουμε τη σκοτεινή ύλη, αυτή τη μυστηριώδη και αόρατη μορφή ύλης που καταλαμβάνει την πλειονότητα της μάζας του σύμπαντος.
Μία ομάδα ερευνητών προτείνει τώρα μία νέα ιδέα, όπου η εποχή της ταχείας επέκτασης του σύμπαντος και της νουκλεοσύνθεσης δεν ήταν μόνες τους.
Σύμφωνα με τη νέα υπόθεση, η σκοτεινή ύλη εξελίχθηκε ταυτόχρονα αλλά σε μία εντελώς διαφορετική τροχιά.
Σε αυτό το σενάριο, όταν σταμάτησε η αρχική ταχεία επέκταση και το σύμπαν γέμισε με σωματίδια και ακτινοβολία, η σκοτεινή ύλη συνέχισε να παραμένει σε κάποιου είδους κβαντικού πεδίου.
Καθώς το σύμπαν επεκτεινόταν και ψύχραινε, αυτό το κβαντικό πεδίο άλλαξε, οδηγώντας στο σχηματισμό της σκοτεινής ύλης.
Το πλεονέκτημα αυτής της προσέγγισης είναι καταρχάς πως αποδεσμεύει την εξέλιξη της σκοτεινής ύλης από την κανονική ύλη. Έτσι, η κατανόηση της νουκλεοσύνθεσης του Big Bang όπως την ξέρουμε δεν αλλάζει, ενώ η σκοτεινή ύλη εξελίσσεται σε ένα διαφορετικό μονοπάτι.
Επιπλέον, η νέα υπόθεση ανοίγει νέες οδούς εξερεύνησης σε μία ποικιλία θεωρητικών μοντέλων της σκοτεινής ύλης, λόγω του ξεχωριστού εξελικτικού μονοπατιού της, κάνοντας ευκολότερους τους υπολογισμούς και γενικότερα το πώς αντιμετωπίζουμε τη σκοτεινή ύλη σε σχέση με τις παρατηρήσεις μας.
Για παράδειγμα, η ομάδα των ερευνητών υπολόγισε πως αν όντως υπήρξε ένα Σκοτεινό Big Bang, αυτό έγινε όταν το σύμπαν μας ήταν μόλις ενός μηνός σε ηλικία.
Οι επιστήμονες θεωρούν πως μπορούν να εντοπίσουν το Σκοτεινό Big Bang μέσω των βαρυτικών κυμάτων, αφού αν όντως υπήρξε, θα απελευθέρωσε ισχυρά βαρυτικά κύματα με μοναδική υπογραφή.
Μόλις 20 λεπτά μετά το Big Bang, ξεκίνησε η ύπαρξη των πρώτων πρωτονίων και φωτονίων σε μία διαδικασία που ονομάζουμε νουκλεοσύνθεση.
Παρόλο όμως το γεγονός πως το μοντέλο αυτό μπορεί να προβλέψει με ακρίβεια το ποσό του υδρογόνου και του ηλίου στο σύμπαν, ακόμα δεν καταλαβαίνουμε τη σκοτεινή ύλη, αυτή τη μυστηριώδη και αόρατη μορφή ύλης που καταλαμβάνει την πλειονότητα της μάζας του σύμπαντος.
Μία ομάδα ερευνητών προτείνει τώρα μία νέα ιδέα, όπου η εποχή της ταχείας επέκτασης του σύμπαντος και της νουκλεοσύνθεσης δεν ήταν μόνες τους.
Σύμφωνα με τη νέα υπόθεση, η σκοτεινή ύλη εξελίχθηκε ταυτόχρονα αλλά σε μία εντελώς διαφορετική τροχιά.
Σε αυτό το σενάριο, όταν σταμάτησε η αρχική ταχεία επέκταση και το σύμπαν γέμισε με σωματίδια και ακτινοβολία, η σκοτεινή ύλη συνέχισε να παραμένει σε κάποιου είδους κβαντικού πεδίου.
Καθώς το σύμπαν επεκτεινόταν και ψύχραινε, αυτό το κβαντικό πεδίο άλλαξε, οδηγώντας στο σχηματισμό της σκοτεινής ύλης.
Το πλεονέκτημα αυτής της προσέγγισης είναι καταρχάς πως αποδεσμεύει την εξέλιξη της σκοτεινής ύλης από την κανονική ύλη. Έτσι, η κατανόηση της νουκλεοσύνθεσης του Big Bang όπως την ξέρουμε δεν αλλάζει, ενώ η σκοτεινή ύλη εξελίσσεται σε ένα διαφορετικό μονοπάτι.
Επιπλέον, η νέα υπόθεση ανοίγει νέες οδούς εξερεύνησης σε μία ποικιλία θεωρητικών μοντέλων της σκοτεινής ύλης, λόγω του ξεχωριστού εξελικτικού μονοπατιού της, κάνοντας ευκολότερους τους υπολογισμούς και γενικότερα το πώς αντιμετωπίζουμε τη σκοτεινή ύλη σε σχέση με τις παρατηρήσεις μας.
Για παράδειγμα, η ομάδα των ερευνητών υπολόγισε πως αν όντως υπήρξε ένα Σκοτεινό Big Bang, αυτό έγινε όταν το σύμπαν μας ήταν μόλις ενός μηνός σε ηλικία.
Οι επιστήμονες θεωρούν πως μπορούν να εντοπίσουν το Σκοτεινό Big Bang μέσω των βαρυτικών κυμάτων, αφού αν όντως υπήρξε, θα απελευθέρωσε ισχυρά βαρυτικά κύματα με μοναδική υπογραφή.
Ο Αριστοτέλης, η πραότητα, η ανεξαρτησία ως προς το χρήμα και η μεγαλοψυχία
Συνεχίζοντας το τρίτο βιβλίο από τα «Ηθικά Ευδήμια» ο Αριστοτέλης προχωρά στη διερεύνηση της πραότητας: «Με τον ίδιο τρόπο πρέπει να προσεγγίσουμε και το θέμα της πραότητας και της σκληρότητας. Βλέπουμε πως ο πράος έχει να κάνει με τη λύπη που προκαλεί ο θυμός» (1231b 7-9).
Ο θυμός, ως συναίσθημα αλληλένδετο με την ανθρώπινη φύση, έχει διαβαθμίσεις –όπως όλα τα συναισθήματα– και παράγοντες που το καθορίζουν. Ο ενάρετος άνθρωπος οφείλει να το διαχειριστεί με γνώμονα τη μεσότητα, αφού η υπερβολή και η έλλειψη θα οδηγήσουν σε στρεβλώσεις υπονομεύοντας την ορθότητα της συμπεριφοράς: «Διότι, όσον αφορά τη λύπη που αποκαλούμε θυμό, αντιτίθεται κατά την εκδήλωσή του η ταχύτητα στη βραδύτητα, η σφοδρότητα στην ηπιότητα, και η μεγάλη διάρκεια στη μικρή. Και στην περίπτωση του θυμού συναντάται υπερβολή και έλλειψη (σκληρός είναι αυτός που βιώνει το πάθος του θυμού πιο γρήγορα και πιο σφοδρά και για μεγαλύτερη διάρκεια, και τη στιγμή που δεν πρέπει και ενάντια σε αυτούς που δεν πρέπει και για το παραμικρό, ενώ ο δουλικός το αντίθετο). Οπότε διαπιστώνουμε ότι συναντάται και εκείνος που βρίσκεται στο μέσον της αντίθεσης αυτής» (1231b 17-26).
Από τη στιγμή που ο πράος είναι ο άνθρωπος που εκπληρώνει την αρετή σε σχέση με το θυμό ακολουθώντας το δρόμο της μεσότητας γίνεται αντιληπτό ότι η υπερβολή εκπροσωπείται από τον οργίλο-σκληρό και η έλλειψη από τον δουλικό-υποτονικό: «Και αφού οι δύο προηγούμενες έξεις είναι κακίες, η αρετή προφανώς βρίσκεται στο μέσον τους· δεν προτρέχει και δεν καθυστερεί ούτε οργίζεται με αυτά που δεν πρέπει ούτε παραλείπει να οργιστεί όταν πρέπει» (1231b 26-29).
Ο δουλικός αντιτίθεται στην αρετή από τη μεριά της έλλειψης, αφού είναι αδύνατο να διεκδικήσει αυτά που του αξίζουν επιτρέποντας στους άλλους να τον μεταχειρίζονται προσβλητικά και να τον καθιστούνε θύμα χωρίς να ορθώνει το ανάστημά του. Ο άνθρωπος αυτός χαρακτηρίζεται από τον Αριστοτέλης «ανδραποδώδης» και «ανόητος» (1231b 13), επίθετα που ο μεταφραστής Βασίλης Μπετσάκος αποδίδει με τους όρους «δουλικός» και «αναίσθητος»: «Αυτά κατεξοχήν είναι τα επίθετα με τα οποία χαρακτηρίζονται όσοι δε θυμώνουν ούτε όταν πρέπει, αλλά δέχονται αδιαμαρτύρητα τους προπηλακισμούς και βγαίνουν ταπεινωμένοι όταν δέχονται περιφρόνηση» (1231b 14-17).
Το συμπέρασμα είναι πλέον προφανές: «Συμπεραίνουμε ότι η άριστη έξη ως προς αυτά τα πάθη είναι η πραότητα, και ότι θα είναι κι αυτή μια μεσότητα, και ότι ο πράος είναι στο μέσον του σκληρού και του δουλικού» (1231b 29-32).
Από κει και πέρα ο Αριστοτέλης θα ασχοληθεί με τη μεγαλοψυχία που (ασφαλώς) θα τεθεί ως μεσότητα: «Επίσης μεσότητες είναι η μεγαλοψυχία, η μεγαλοπρέπεια και η ανεξαρτησία» (1231b 33-34). Για να δοθούν αμέσως εξηγήσεις: «Συγκεκριμένα πρόκειται για ανεξαρτησία εν σχέσει με την απόκτηση και τη δαπάνη χρημάτων» (1231b 35-36).
Για τον Αριστοτέλη η επιθυμία και η διαχείριση του χρήματος αποτελεί πεδίο της αρετής, αφού η σχέση με το χρήμα επηρεάζει ξεκάθαρα την ανθρώπινη συμπεριφορά και είναι σε θέση να επιφέρει ακόμη και ακραίες καταστάσεις οδηγώντας το άτομο στη δυστυχία κι επιβαρύνοντας το σύνολο της πόλης. Σε μια τέτοια διερεύνηση αυτό που πρέπει να ξεκαθαριστεί από την αρχή είναι το πλαίσιο των εννοιών προς πλήρη αποσαφήνιση όσων θα ειπωθούν.
Ο Αριστοτέλης εξηγεί: «Αυτός, λοιπόν, που με οποιαδήποτε απόκτηση χρημάτων χαίρεται περισσότερο από όσο πρέπει, και με οποιαδήποτε δαπάνη λυπάται περισσότερο από όσο πρέπει, είναι εξαρτημένος από το χρήμα· ενώ αυτός που χαίρεται και λυπάται λιγότερο από όσο πρέπει, είναι άσωτος· αυτός όμως που χαίρεται και λυπάται όπως πρέπει, είναι ανεξάρτητος» (1231b 36-39).
Με άλλα λόγια, η χρήση του χρήματος θα καθορίσει την ποιότητα του ανθρώπου, η οποία για μια ακόμη φορά θα εξασφαλιστεί από την τήρηση της μεσότητας. Αυτός που ενδιαφέρεται να συλλέξει το χρήμα και χαίρεται υπερβολικά όταν το εισπράττει, ενώ λυπάται υπερβολικά όταν το ξοδεύει είναι εξαρτημένος από αυτό, αφού ζει στη στρέβλωση της χρηματικής εξάρτησης σαν να πρόκειται για κάτι που έχει αξία καθαυτό.
Πρόκειται για τον άνθρωπο που ανάγει το χρήμα σε σκοπό της ζωής, γι’ αυτό και θεοποιεί τη συσσώρευσή του. Η μετατροπή του χρήματος από μέσο για να ζήσει κανείς καλύτερα σε αυτοσκοπό αποτελεί κατάφωρη διαστρέβλωση, καθώς μετατρέπει το εργαλείο σε τελικό σκοπό. Το χρήμα έχει αξία μόνο όταν χρησιμοποιείται ομορφαίνοντας τη ζωή. Η απλή του συσσώρευση το αχρηστεύει.
Κι εδώ, βέβαια, δε γίνεται λόγος για το χρήμα που πρέπει να υπάρχει αποταμιευμένο ως ασφάλεια για κάποια δύσκολη στιγμή, αλλά για την αρρωστημένη εκδοχή της δυστυχίας κάθε στιγμή που προκύπτουν έξοδα. Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι αδύνατο να νιώσει ευτυχής, αφού είναι πρόθυμος να αρνηθεί όλες τις ανθρώπινες χαρές στο βωμό ενός πάθους.
Η σχέση του με τους άλλους ανθρώπους γίνεται δύσκολη, αφού ακόμη και η συναναστροφή αποδεικνύεται πολυέξοδη. Όσο πιο μεγάλος είναι ο βαθμός της εξάρτησης από το χρήμα, δηλαδή όσο περισσότερο βρίσκεται κανείς στη μεριά της υπερβολής, τόσο μεγαλύτερη και η αποξένωση. Σε τελική ανάλυση, δεν υπάρχει τίποτε πιο ανέξοδο από την απομόνωση μέσα στο σπίτι.
Από την άλλη, ο άσωτος είναι αυτός που δεν αισθάνεται καμία λύπη όταν ξοδεύει το χρήμα κινούμενος στη μεριά της έλλειψης. Αυτού του είδους η αδυναμία στη διαχείριση του χρήματος, εν τέλει, θα επιφέρει δυσάρεστα αποτελέσματα, αφού ένας τέτοιος άνθρωπος είναι αδύνατο να έχει χρήματα, όταν θα του χρειαστούν για κάποια επείγουσα ανάγκη.
Ο άσωτος εισπράττει χαρά ξοδεύοντας, γεγονός που τον κάνει, επίσης, να κυνηγά το χρήμα προκειμένου, όμως, να εξυπηρετήσει άλλους σκοπούς. Ενώ ο εξαρτημένος κυνηγά το χρήμα για να το μαζέψει, ο άσωτος το κυνηγά με την ίδια ένταση για να εξαγοράσει αμέσως ανάξιες ηδονές. Από αυτή την άποψη, και ο άσωτος υποδουλώνεται στο χρήμα.
Ο Αριστοτέλης ξεκαθαρίζει ότι πρέπει να διαχειρίζεται κανείς το χρήμα «όπως πρέπει»: «Κι όταν λέω “όπως πρέπει” εννοώ, τόσο εν σχέσει με το χρήμα όσο και στις άλλες πριπτώσεις, το “όπως ορίζει ο ορθός λόγος”» (1231b 39-41).
Η λογική αποτελεί το μοναδικό κριτήριο που θα επιδείξει τη μεσότητα με τον τρόπο που ορίζει η αρετή. Κι αυτός είναι ο λόγος που η φρόνηση, ως διανοητική κι όχι ηθική αρετή, τίθεται ως θεμέλιο για την κατανόηση και την κατάκτηση της ηθικής αρετής. Ο άφρων είναι αδύνατο να συμπεριφερθεί με τον τρόπο που ορίζει η μεσότητα σε όλα τα επίπεδα (διαχείριση θυμού, φόβου κλπ.) πολύ περισσότερο στον τρόπο που θα αξιοποιήσει τα λεφτά του. Από αυτή την άποψη, ο άφρων δεν έχει μεγάλες πιθανότητες να ευτυχήσει.
Η μεσότητα τίθεται ως μοναδική διέξοδος για τη δέουσα (σε κάθε περίπτωση) συμπεριφορά που θα προκύψει από την αρμονία της ψυχής. Υπό αυτή τη συνθήκη, είναι φανερό ότι η ευτυχία προέρχεται από την ψυχική ισορροπία που θα επιφέρει τις πράξεις που αρμόζουν. Ο τρόπος που αντιμετωπίζει κανείς το χρήμα δεν αποτελεί εξαίρεση αυτού του κανόνα.
Ο Αριστοτέλης θα κάνει τον τελικό διαχωρισμό των εννοιών: «Με δεδομένα αφενός ότι ο εξαρτημένος από το χρήμα και ο άσωτος βρίσκονται στην υπερβολή και την έλλειψη, αφετέρου ότι όπου υπάρχουν άκρα υπάρχει και μέσον, που είναι το άριστο άρα και το μοναδικό σε κάθε περίπτωση, προκύπτει υποχρεωτικά το συμπέρασμα ότι η ανεξαρτησία στο θέμα της απόκτησης και δαπάνης χρημάτων είναι μεσότητα μεταξύ ασωτίας και εξάρτησης» (1231b 41-46).
Φυσικά, οι αποκλείσεις στα άκρα της υπερβολής και της έλλειψης είναι διαβαθμισμένες: «Υπάρχουν ποσοτικές διαβαθμίσεις του εξαρτημένου από το χρήμα και του ασώτου και αντίστοιχη κλιμάκωση στα είδη των ανθρώπων. Έτσι, στην περίπτωση του εξαρτημένου μιλάμε για τον σφιχτό, το σπαγκοραμμένο, τον αισχροκερδή. Σφιχτό λέμε τον ένα, διότι δεν αφήνει τίποτε να του φύγει· αισχροκερδή τον άλλο, διότι τα αρπάζει από οπουδήποτε· και τον σπαγκοραμμένο, επειδή αφοσιώνεται και σε πράγματα αξίας μηδαμινής» (1232a 12-17).
Δε λείπουν, όμως, και ακόμη πιο ακραίες περιπτώσεις: «Υπάρχει και ο απατεώνας και ο κλέφτης· αυτοί είναι τόσο εξαρτημένοι από το χρήμα, που φτάνουν στην παρανομία» (1232a 18-19). Το γεγονός ότι και ο άσωτος ενδέχεται να καταφύγει στην παρανομία προς εξασφάλιση χρημάτων, τα οποία θα ξοδέψει ασύστολα, καταδεικνύει ότι οι περιπτώσεις του εξαρτημένου και του ασώτου, αν και έχουν άκρως αντίθετες αφετηρίες, ουσιαστικά συγγενεύουν ως διαστρεβλωμένες αντιλήψεις για το χρήμα που οδηγούν στη θεοποίησή του.
Από την άλλη, οι διαβαθμίσεις της ασωτίας έχουν ως εξής: «Στην περίπτωση, αντίστοιχα, του ασώτου συναντώνται ο καταβροχθιστής, αυτός που καταναλώνει τα πάντα χωρίς ενδοιασμό, και εκείνος που ξοδεύει αλόγιστα, γιατί δεν αντέχει τη στεναχώρια που συνεπάγονται οι λογαριασμοί» (1232a 19-21).
Το δεδομένο ότι στο πρωτότυπο ο Αριστοτέλης ονομάζει τον υπέρτατα σπάταλο «αλόγιστο» (ο μεταφραστής Βασίλης Μπετσάκος αποδίδει την έννοια περιφραστικά «ξοδεύει αλόγιστα») καθιστά σαφές ότι η αριστοτελική φράση «μη υπομένειν την από λογισμού λύπην» (που ο Μπετσάκος αποδίδει «δεν αντέχει τη στεναχώρια που συνεπάγονται οι λογαρισμοί») δεν αφορά λογαριασμούς με την τρέχουσα έννοια της οφειλής, αλλά τους υπολογισμούς, τις σκέψεις που πρέπει να κάνει κανείς προκειμένου να προχωρήσει ή όχι σε μια δαπάνη..
Από την άλλη, η έννοια του μεγαλόψυχου δεν έχει να κάνει μόνο με τον τρόπο που διατίθεται κανείς να χειριστεί το χρήμα. Ο μεγαλόψυχος είναι έννοια βαθύτερη και πιο συνολική εμπεριέχοντας σχεδόν όλα τα πεδία της ανθρώπινης συμπεριφοράς: «… όταν λέμε μεγαλόψυχος, το εννοούμε όπως προκύπτει από το όνομά του: έχει μεγάλο μέγεθος η ψυχή του, και μεγάλη δύναμη. Έτσι, φαίνεται να μοιάζει με το σεβάσμιο και τον μεγαλοπρεπή, καθώς έχει γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν μάλιστα όλες τις αρετές» (1232a 33-37).
Στην ουσία ο μεγαλόψυχος είναι ο άνθρωπος που ξέρει να ακολουθεί τη μεσότητα σε όλες τις προκλήσεις της ζωής, που κατέχει δηλαδή όλες τις αρετές, έχοντας την ορθή κρίση να διαχωρίζει τα σπουδαία από τα λιγότερο σημαντικά: «Το να κρίνει ορθά κανείς ποια είναι τα μεγάλα αγαθά και ποια τα μικρά, όλοι το επαινούν. Και θεωρούνται μεγάλα αυτά που επιζητά ειδικά ο άριστος στην κρίση ποια είναι ευχάριστα. Και άριστος σ’ αυτή την κρίση είναι ο μεγαλόψυχος. Καθώς η κάθε αρετή κρίνει σε κάθε περίπτωση ορθά ποιο είναι το μείζον και ποιο το έλασσον, αυτά δηλαδή που θα επέβαλλε ο άνθρωπος της φρόνησης και η αρετή, είτε όλες οι επιμέρους αρετές έρχονται ως επακόλουθο της μεγαλοψυχίας, είτε αυτή αποτελεί το επακόλουθό τους» (1232a 38-45).
Ο μεγαλόψυχος είναι ο εκπρόσωπος της φρόνησης που κατέχει όλες τις ηθικές αρετές. Ο προβληματισμός για το αν όλες οι αρετές επέρχονται από τη μεγαλοψυχία ή αν η μεγαλοψυχία επισφραγίζει την κατοχή των άλλων αρετών καταδεικνύει ότι σε κάθε περίπτωση η μεγαλοψυχία ταυτίζεται με το σύνολο των ηθικών αρετών που οπωσδήποτε κατέχει κανείς. Αυτός είναι και ο λόγος που πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στον ακριβή ορισμό της, ώστε να αποφευχθεί οποιαδήποτε παρανόηση που θα λειτουργήσει διαστρεβλωτικά και στην αντίληψη των άλλων αρετών.
Ο Αριστοτέλης είναι σαφής: «συμβαίνει και με τη μεγαλοψυχία ό,τι και με άλλες αρετές: μας διαφεύγουν τα γνωρίσματά της, όσο πλησιάζουν και γειτνιάζουν και συγχέονται με γνωρίσματα άλλων αρετών. Γι’ αυτό και χαρακτήρες αντίθετοι μεταξύ τους συμβαίνει να ισχυρίζονται πως είναι όμοιοι, π.χ. ο άσωτος με τον ανεξάρτητο, και ο ηγεμονικός με τον σεβάσμιο, και ο θρασύς με τον ανδρείο. Έχουν να κάνουν με τα ίδια και γειτνιάζουν μέχρις ένα σημείο· ο ανδρείος, π.χ., δείχνει αντοχή στους κινδύνους σαν το θρασύ, μόνο που για τον καθένα τους αλλάζει ο τρόπος, πράγμα βέβαια που κάνει τη διαφορά» (1232a 24-32).
Η σύγχυση των εννοιών κρίνεται ιδιαιτέρως επικίνδυνη, αφού, εν τέλει, θα μετατραπεί σε διαστρέβλωση της ορθής συμπεριφοράς. Η κοινωνία που δεν καθορίζει με αυστηρότητα τις δικλείδες των εννοιών θα φέρει στο προσκήνιο το θρασύ που παριστάνει τον ανδρείο διαμορφώνοντας και τα αντίστοιχα πρότυπα.
Στην ουσία, μια τέτοια εκδοχή συνεπάγεται την κατάλυση της αρετής που θα επιτευχθεί με την ακύρωση του ορθού λόγου. Η πόλη που έχει ως πρότυπο ανεξαρτησίας (σε σχέση με το χρήμα) τον άσωτο που θέλει να επιδειχτεί έχει χάσει κάθε αίσθηση του μέτρου. Μια τέτοια πόλη δεν μπορεί να ελπίζει σε λαμπρό μέλλον.
Το χαρακτηριστικό που καθιστά κάποιον μεγαλόψυχο είναι ότι ξέρει να καταφρονεί: «Επιπλέον γνώρισμα του μεγαλόψυχου θεωρείται η καταφρόνηση· όλες, εξάλλου, οι αρετές κάνουν τους φορείς τους να καταφρονούν πράγματα μεγάλα μεν, ασύμβατα όμως με τη λογική. Η ανδρεία, π.χ., φέρνει την καταφρόνηση μεγάλων κινδύνων (ο ανδρείος δε θεωρεί μεγάλο κανένα από όσα φέρνουν αισχύνη, και το αντίπαλο πλήθος όχι και τόσο φοβερό). Η σωφροσύνη φέρνει την καταφρόνηση μεγάλων και πολλών ηδονών. Το ίδιο με τα χρήματα και η ανεξαρτησία» (1232a 45-47 και 1232b 1-4).
Και βέβαια, η καταφρόνηση αυτή γεννιέται από την επιθυμία της άριστης πράξης: «Το γνώρισμα της καταφρόνησης αποδίδεται στο μεγαλόψυχο, για το λόγο ότι νοιάζεται πραγματικά για λίγα και αυτά μεγάλα, και αδιαφορεί για το τι κάνουν οι άλλοι· τον μεγαλόψυχο πιο πολύ τον ενδιαφέρει τι πιστεύει ένας άνδρας εξαίρετος παρά οι πολλοί τυχόντες» (1232b 5-9).
Ωστόσο, η διαρκής αναζήτηση του άριστου που λειτουργεί επιλεκτικά καταφρονώντας πράγματα που ενδεχομένως είναι αρεστά στους πολλούς δεν πρέπει να εκληφθεί ως μορφή ελιτισμού ή υπεροψίας (πολύ περισσότερο αλαζονείας) σε σχέση με τους άλλους ανθρώπους. Μια τέτοια συμπεριφορά εντάσσεται ξεκάθαρα στην υπερβολή και αντίκειται στους κανόνες του μέτρου και της λογικής. Η καταφρόνηση του μεγαλόψυχου δεν αφορά την κατάδειξη της υπεροχής στις καθημερινές σχέσεις (αυτό επιδιώκει ο ματαιόδοξος), αλλά το ανόθευτο της άριστης πράξης ακόμη και σε περιπτώσεις που θα επιφέρουν τη δυσαρέσκεια των πολλών.
Ο μεγαλόψυχος δεν πρόκειται να φερθεί με τρόπο λαϊκιστικό, ενισχύοντας εσφαλμένες επιλογές ή πράξεις προκειμένου να κερδίσει την εύνοια του πλήθους. Αν τον ενδιέφερε αυτό δε θα ήταν μεγαλόψυχος. Γι’ αυτό και δεν ενδιαφέρεται για τον έπαινο με την καθολική έννοια της επικρότησης. Ο μεγαλόψυχος θα συμπεριφερθεί πάντα με τον τρόπο που πρέπει, αφού ενδιαφέρεται μονάχα για τον έπαινο των ανθρώπων που ο ίδιος θεωρεί άριστους.
Ο Αριστοτέλης είναι σαφής: «Η τιμή, λοιπόν, μεγάλη και μικρή, είναι δυο ειδών. Από τη μία η τιμή των πολλών τυχόντων, από την άλλη η τιμή των σπουδαίων. Αλλά και με άλλο κριτήριο υπάρχουν διαφορές τιμής ανάλογα με το λόγο για τον οποίο τιμάται κανείς. Έτσι, μια τιμή μπορεί να είναι μεγάλη ή όχι μόνο για το πλήθος όσων την αποδίδουν ούτε για τη δική της ποιότητα αλλά και γιατί αφορά κάτι πολύτιμο» (1232b 20-25).
Κι αυτή ακριβώς είναι η διαχωριστική γραμμή που καθιστά αποδεκτή μια τιμή (ή ένα αξίωμα) για το μεγαλόψυχο. Η τιμή που αναζητά ο μεγαλόψυχος δε σχετίζεται με το πλήθος που θα την αποδώσει αλλά με την ποιότητα της πράξης που θα την επιφέρει, δηλαδή με την αρετή που θα υπηρετηθεί.
Εδώ βρίσκεται η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στο μεγαλόψυχο και το ματαιόδοξο, αφού ο ματαιόδοξος ενδιαφέρεται πρωτίστως για την προβολή του εαυτού του, ενώ ο μεγαλόψυχος όχι: «Στην πραγματικότητα, όμως, και τα αξιώματα και τα υπόλοιπα αγαθά είναι πολυτίμητα και σπουδαία, μόνο όταν είναι όντως μεγάλα· άρα και αρετή που δεν είναι μεγάλη, δε νοείται» (1232b 26-28).
Αριστοτέλης, Ηθικά Ευδήμια
Ο θυμός, ως συναίσθημα αλληλένδετο με την ανθρώπινη φύση, έχει διαβαθμίσεις –όπως όλα τα συναισθήματα– και παράγοντες που το καθορίζουν. Ο ενάρετος άνθρωπος οφείλει να το διαχειριστεί με γνώμονα τη μεσότητα, αφού η υπερβολή και η έλλειψη θα οδηγήσουν σε στρεβλώσεις υπονομεύοντας την ορθότητα της συμπεριφοράς: «Διότι, όσον αφορά τη λύπη που αποκαλούμε θυμό, αντιτίθεται κατά την εκδήλωσή του η ταχύτητα στη βραδύτητα, η σφοδρότητα στην ηπιότητα, και η μεγάλη διάρκεια στη μικρή. Και στην περίπτωση του θυμού συναντάται υπερβολή και έλλειψη (σκληρός είναι αυτός που βιώνει το πάθος του θυμού πιο γρήγορα και πιο σφοδρά και για μεγαλύτερη διάρκεια, και τη στιγμή που δεν πρέπει και ενάντια σε αυτούς που δεν πρέπει και για το παραμικρό, ενώ ο δουλικός το αντίθετο). Οπότε διαπιστώνουμε ότι συναντάται και εκείνος που βρίσκεται στο μέσον της αντίθεσης αυτής» (1231b 17-26).
Από τη στιγμή που ο πράος είναι ο άνθρωπος που εκπληρώνει την αρετή σε σχέση με το θυμό ακολουθώντας το δρόμο της μεσότητας γίνεται αντιληπτό ότι η υπερβολή εκπροσωπείται από τον οργίλο-σκληρό και η έλλειψη από τον δουλικό-υποτονικό: «Και αφού οι δύο προηγούμενες έξεις είναι κακίες, η αρετή προφανώς βρίσκεται στο μέσον τους· δεν προτρέχει και δεν καθυστερεί ούτε οργίζεται με αυτά που δεν πρέπει ούτε παραλείπει να οργιστεί όταν πρέπει» (1231b 26-29).
Ο δουλικός αντιτίθεται στην αρετή από τη μεριά της έλλειψης, αφού είναι αδύνατο να διεκδικήσει αυτά που του αξίζουν επιτρέποντας στους άλλους να τον μεταχειρίζονται προσβλητικά και να τον καθιστούνε θύμα χωρίς να ορθώνει το ανάστημά του. Ο άνθρωπος αυτός χαρακτηρίζεται από τον Αριστοτέλης «ανδραποδώδης» και «ανόητος» (1231b 13), επίθετα που ο μεταφραστής Βασίλης Μπετσάκος αποδίδει με τους όρους «δουλικός» και «αναίσθητος»: «Αυτά κατεξοχήν είναι τα επίθετα με τα οποία χαρακτηρίζονται όσοι δε θυμώνουν ούτε όταν πρέπει, αλλά δέχονται αδιαμαρτύρητα τους προπηλακισμούς και βγαίνουν ταπεινωμένοι όταν δέχονται περιφρόνηση» (1231b 14-17).
Το συμπέρασμα είναι πλέον προφανές: «Συμπεραίνουμε ότι η άριστη έξη ως προς αυτά τα πάθη είναι η πραότητα, και ότι θα είναι κι αυτή μια μεσότητα, και ότι ο πράος είναι στο μέσον του σκληρού και του δουλικού» (1231b 29-32).
Από κει και πέρα ο Αριστοτέλης θα ασχοληθεί με τη μεγαλοψυχία που (ασφαλώς) θα τεθεί ως μεσότητα: «Επίσης μεσότητες είναι η μεγαλοψυχία, η μεγαλοπρέπεια και η ανεξαρτησία» (1231b 33-34). Για να δοθούν αμέσως εξηγήσεις: «Συγκεκριμένα πρόκειται για ανεξαρτησία εν σχέσει με την απόκτηση και τη δαπάνη χρημάτων» (1231b 35-36).
Για τον Αριστοτέλη η επιθυμία και η διαχείριση του χρήματος αποτελεί πεδίο της αρετής, αφού η σχέση με το χρήμα επηρεάζει ξεκάθαρα την ανθρώπινη συμπεριφορά και είναι σε θέση να επιφέρει ακόμη και ακραίες καταστάσεις οδηγώντας το άτομο στη δυστυχία κι επιβαρύνοντας το σύνολο της πόλης. Σε μια τέτοια διερεύνηση αυτό που πρέπει να ξεκαθαριστεί από την αρχή είναι το πλαίσιο των εννοιών προς πλήρη αποσαφήνιση όσων θα ειπωθούν.
Ο Αριστοτέλης εξηγεί: «Αυτός, λοιπόν, που με οποιαδήποτε απόκτηση χρημάτων χαίρεται περισσότερο από όσο πρέπει, και με οποιαδήποτε δαπάνη λυπάται περισσότερο από όσο πρέπει, είναι εξαρτημένος από το χρήμα· ενώ αυτός που χαίρεται και λυπάται λιγότερο από όσο πρέπει, είναι άσωτος· αυτός όμως που χαίρεται και λυπάται όπως πρέπει, είναι ανεξάρτητος» (1231b 36-39).
Με άλλα λόγια, η χρήση του χρήματος θα καθορίσει την ποιότητα του ανθρώπου, η οποία για μια ακόμη φορά θα εξασφαλιστεί από την τήρηση της μεσότητας. Αυτός που ενδιαφέρεται να συλλέξει το χρήμα και χαίρεται υπερβολικά όταν το εισπράττει, ενώ λυπάται υπερβολικά όταν το ξοδεύει είναι εξαρτημένος από αυτό, αφού ζει στη στρέβλωση της χρηματικής εξάρτησης σαν να πρόκειται για κάτι που έχει αξία καθαυτό.
Πρόκειται για τον άνθρωπο που ανάγει το χρήμα σε σκοπό της ζωής, γι’ αυτό και θεοποιεί τη συσσώρευσή του. Η μετατροπή του χρήματος από μέσο για να ζήσει κανείς καλύτερα σε αυτοσκοπό αποτελεί κατάφωρη διαστρέβλωση, καθώς μετατρέπει το εργαλείο σε τελικό σκοπό. Το χρήμα έχει αξία μόνο όταν χρησιμοποιείται ομορφαίνοντας τη ζωή. Η απλή του συσσώρευση το αχρηστεύει.
Κι εδώ, βέβαια, δε γίνεται λόγος για το χρήμα που πρέπει να υπάρχει αποταμιευμένο ως ασφάλεια για κάποια δύσκολη στιγμή, αλλά για την αρρωστημένη εκδοχή της δυστυχίας κάθε στιγμή που προκύπτουν έξοδα. Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι αδύνατο να νιώσει ευτυχής, αφού είναι πρόθυμος να αρνηθεί όλες τις ανθρώπινες χαρές στο βωμό ενός πάθους.
Η σχέση του με τους άλλους ανθρώπους γίνεται δύσκολη, αφού ακόμη και η συναναστροφή αποδεικνύεται πολυέξοδη. Όσο πιο μεγάλος είναι ο βαθμός της εξάρτησης από το χρήμα, δηλαδή όσο περισσότερο βρίσκεται κανείς στη μεριά της υπερβολής, τόσο μεγαλύτερη και η αποξένωση. Σε τελική ανάλυση, δεν υπάρχει τίποτε πιο ανέξοδο από την απομόνωση μέσα στο σπίτι.
Από την άλλη, ο άσωτος είναι αυτός που δεν αισθάνεται καμία λύπη όταν ξοδεύει το χρήμα κινούμενος στη μεριά της έλλειψης. Αυτού του είδους η αδυναμία στη διαχείριση του χρήματος, εν τέλει, θα επιφέρει δυσάρεστα αποτελέσματα, αφού ένας τέτοιος άνθρωπος είναι αδύνατο να έχει χρήματα, όταν θα του χρειαστούν για κάποια επείγουσα ανάγκη.
Ο άσωτος εισπράττει χαρά ξοδεύοντας, γεγονός που τον κάνει, επίσης, να κυνηγά το χρήμα προκειμένου, όμως, να εξυπηρετήσει άλλους σκοπούς. Ενώ ο εξαρτημένος κυνηγά το χρήμα για να το μαζέψει, ο άσωτος το κυνηγά με την ίδια ένταση για να εξαγοράσει αμέσως ανάξιες ηδονές. Από αυτή την άποψη, και ο άσωτος υποδουλώνεται στο χρήμα.
Ο Αριστοτέλης ξεκαθαρίζει ότι πρέπει να διαχειρίζεται κανείς το χρήμα «όπως πρέπει»: «Κι όταν λέω “όπως πρέπει” εννοώ, τόσο εν σχέσει με το χρήμα όσο και στις άλλες πριπτώσεις, το “όπως ορίζει ο ορθός λόγος”» (1231b 39-41).
Η λογική αποτελεί το μοναδικό κριτήριο που θα επιδείξει τη μεσότητα με τον τρόπο που ορίζει η αρετή. Κι αυτός είναι ο λόγος που η φρόνηση, ως διανοητική κι όχι ηθική αρετή, τίθεται ως θεμέλιο για την κατανόηση και την κατάκτηση της ηθικής αρετής. Ο άφρων είναι αδύνατο να συμπεριφερθεί με τον τρόπο που ορίζει η μεσότητα σε όλα τα επίπεδα (διαχείριση θυμού, φόβου κλπ.) πολύ περισσότερο στον τρόπο που θα αξιοποιήσει τα λεφτά του. Από αυτή την άποψη, ο άφρων δεν έχει μεγάλες πιθανότητες να ευτυχήσει.
Η μεσότητα τίθεται ως μοναδική διέξοδος για τη δέουσα (σε κάθε περίπτωση) συμπεριφορά που θα προκύψει από την αρμονία της ψυχής. Υπό αυτή τη συνθήκη, είναι φανερό ότι η ευτυχία προέρχεται από την ψυχική ισορροπία που θα επιφέρει τις πράξεις που αρμόζουν. Ο τρόπος που αντιμετωπίζει κανείς το χρήμα δεν αποτελεί εξαίρεση αυτού του κανόνα.
Ο Αριστοτέλης θα κάνει τον τελικό διαχωρισμό των εννοιών: «Με δεδομένα αφενός ότι ο εξαρτημένος από το χρήμα και ο άσωτος βρίσκονται στην υπερβολή και την έλλειψη, αφετέρου ότι όπου υπάρχουν άκρα υπάρχει και μέσον, που είναι το άριστο άρα και το μοναδικό σε κάθε περίπτωση, προκύπτει υποχρεωτικά το συμπέρασμα ότι η ανεξαρτησία στο θέμα της απόκτησης και δαπάνης χρημάτων είναι μεσότητα μεταξύ ασωτίας και εξάρτησης» (1231b 41-46).
Φυσικά, οι αποκλείσεις στα άκρα της υπερβολής και της έλλειψης είναι διαβαθμισμένες: «Υπάρχουν ποσοτικές διαβαθμίσεις του εξαρτημένου από το χρήμα και του ασώτου και αντίστοιχη κλιμάκωση στα είδη των ανθρώπων. Έτσι, στην περίπτωση του εξαρτημένου μιλάμε για τον σφιχτό, το σπαγκοραμμένο, τον αισχροκερδή. Σφιχτό λέμε τον ένα, διότι δεν αφήνει τίποτε να του φύγει· αισχροκερδή τον άλλο, διότι τα αρπάζει από οπουδήποτε· και τον σπαγκοραμμένο, επειδή αφοσιώνεται και σε πράγματα αξίας μηδαμινής» (1232a 12-17).
Δε λείπουν, όμως, και ακόμη πιο ακραίες περιπτώσεις: «Υπάρχει και ο απατεώνας και ο κλέφτης· αυτοί είναι τόσο εξαρτημένοι από το χρήμα, που φτάνουν στην παρανομία» (1232a 18-19). Το γεγονός ότι και ο άσωτος ενδέχεται να καταφύγει στην παρανομία προς εξασφάλιση χρημάτων, τα οποία θα ξοδέψει ασύστολα, καταδεικνύει ότι οι περιπτώσεις του εξαρτημένου και του ασώτου, αν και έχουν άκρως αντίθετες αφετηρίες, ουσιαστικά συγγενεύουν ως διαστρεβλωμένες αντιλήψεις για το χρήμα που οδηγούν στη θεοποίησή του.
Από την άλλη, οι διαβαθμίσεις της ασωτίας έχουν ως εξής: «Στην περίπτωση, αντίστοιχα, του ασώτου συναντώνται ο καταβροχθιστής, αυτός που καταναλώνει τα πάντα χωρίς ενδοιασμό, και εκείνος που ξοδεύει αλόγιστα, γιατί δεν αντέχει τη στεναχώρια που συνεπάγονται οι λογαριασμοί» (1232a 19-21).
Το δεδομένο ότι στο πρωτότυπο ο Αριστοτέλης ονομάζει τον υπέρτατα σπάταλο «αλόγιστο» (ο μεταφραστής Βασίλης Μπετσάκος αποδίδει την έννοια περιφραστικά «ξοδεύει αλόγιστα») καθιστά σαφές ότι η αριστοτελική φράση «μη υπομένειν την από λογισμού λύπην» (που ο Μπετσάκος αποδίδει «δεν αντέχει τη στεναχώρια που συνεπάγονται οι λογαρισμοί») δεν αφορά λογαριασμούς με την τρέχουσα έννοια της οφειλής, αλλά τους υπολογισμούς, τις σκέψεις που πρέπει να κάνει κανείς προκειμένου να προχωρήσει ή όχι σε μια δαπάνη..
Από την άλλη, η έννοια του μεγαλόψυχου δεν έχει να κάνει μόνο με τον τρόπο που διατίθεται κανείς να χειριστεί το χρήμα. Ο μεγαλόψυχος είναι έννοια βαθύτερη και πιο συνολική εμπεριέχοντας σχεδόν όλα τα πεδία της ανθρώπινης συμπεριφοράς: «… όταν λέμε μεγαλόψυχος, το εννοούμε όπως προκύπτει από το όνομά του: έχει μεγάλο μέγεθος η ψυχή του, και μεγάλη δύναμη. Έτσι, φαίνεται να μοιάζει με το σεβάσμιο και τον μεγαλοπρεπή, καθώς έχει γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν μάλιστα όλες τις αρετές» (1232a 33-37).
Στην ουσία ο μεγαλόψυχος είναι ο άνθρωπος που ξέρει να ακολουθεί τη μεσότητα σε όλες τις προκλήσεις της ζωής, που κατέχει δηλαδή όλες τις αρετές, έχοντας την ορθή κρίση να διαχωρίζει τα σπουδαία από τα λιγότερο σημαντικά: «Το να κρίνει ορθά κανείς ποια είναι τα μεγάλα αγαθά και ποια τα μικρά, όλοι το επαινούν. Και θεωρούνται μεγάλα αυτά που επιζητά ειδικά ο άριστος στην κρίση ποια είναι ευχάριστα. Και άριστος σ’ αυτή την κρίση είναι ο μεγαλόψυχος. Καθώς η κάθε αρετή κρίνει σε κάθε περίπτωση ορθά ποιο είναι το μείζον και ποιο το έλασσον, αυτά δηλαδή που θα επέβαλλε ο άνθρωπος της φρόνησης και η αρετή, είτε όλες οι επιμέρους αρετές έρχονται ως επακόλουθο της μεγαλοψυχίας, είτε αυτή αποτελεί το επακόλουθό τους» (1232a 38-45).
Ο μεγαλόψυχος είναι ο εκπρόσωπος της φρόνησης που κατέχει όλες τις ηθικές αρετές. Ο προβληματισμός για το αν όλες οι αρετές επέρχονται από τη μεγαλοψυχία ή αν η μεγαλοψυχία επισφραγίζει την κατοχή των άλλων αρετών καταδεικνύει ότι σε κάθε περίπτωση η μεγαλοψυχία ταυτίζεται με το σύνολο των ηθικών αρετών που οπωσδήποτε κατέχει κανείς. Αυτός είναι και ο λόγος που πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στον ακριβή ορισμό της, ώστε να αποφευχθεί οποιαδήποτε παρανόηση που θα λειτουργήσει διαστρεβλωτικά και στην αντίληψη των άλλων αρετών.
Ο Αριστοτέλης είναι σαφής: «συμβαίνει και με τη μεγαλοψυχία ό,τι και με άλλες αρετές: μας διαφεύγουν τα γνωρίσματά της, όσο πλησιάζουν και γειτνιάζουν και συγχέονται με γνωρίσματα άλλων αρετών. Γι’ αυτό και χαρακτήρες αντίθετοι μεταξύ τους συμβαίνει να ισχυρίζονται πως είναι όμοιοι, π.χ. ο άσωτος με τον ανεξάρτητο, και ο ηγεμονικός με τον σεβάσμιο, και ο θρασύς με τον ανδρείο. Έχουν να κάνουν με τα ίδια και γειτνιάζουν μέχρις ένα σημείο· ο ανδρείος, π.χ., δείχνει αντοχή στους κινδύνους σαν το θρασύ, μόνο που για τον καθένα τους αλλάζει ο τρόπος, πράγμα βέβαια που κάνει τη διαφορά» (1232a 24-32).
Η σύγχυση των εννοιών κρίνεται ιδιαιτέρως επικίνδυνη, αφού, εν τέλει, θα μετατραπεί σε διαστρέβλωση της ορθής συμπεριφοράς. Η κοινωνία που δεν καθορίζει με αυστηρότητα τις δικλείδες των εννοιών θα φέρει στο προσκήνιο το θρασύ που παριστάνει τον ανδρείο διαμορφώνοντας και τα αντίστοιχα πρότυπα.
Στην ουσία, μια τέτοια εκδοχή συνεπάγεται την κατάλυση της αρετής που θα επιτευχθεί με την ακύρωση του ορθού λόγου. Η πόλη που έχει ως πρότυπο ανεξαρτησίας (σε σχέση με το χρήμα) τον άσωτο που θέλει να επιδειχτεί έχει χάσει κάθε αίσθηση του μέτρου. Μια τέτοια πόλη δεν μπορεί να ελπίζει σε λαμπρό μέλλον.
Το χαρακτηριστικό που καθιστά κάποιον μεγαλόψυχο είναι ότι ξέρει να καταφρονεί: «Επιπλέον γνώρισμα του μεγαλόψυχου θεωρείται η καταφρόνηση· όλες, εξάλλου, οι αρετές κάνουν τους φορείς τους να καταφρονούν πράγματα μεγάλα μεν, ασύμβατα όμως με τη λογική. Η ανδρεία, π.χ., φέρνει την καταφρόνηση μεγάλων κινδύνων (ο ανδρείος δε θεωρεί μεγάλο κανένα από όσα φέρνουν αισχύνη, και το αντίπαλο πλήθος όχι και τόσο φοβερό). Η σωφροσύνη φέρνει την καταφρόνηση μεγάλων και πολλών ηδονών. Το ίδιο με τα χρήματα και η ανεξαρτησία» (1232a 45-47 και 1232b 1-4).
Και βέβαια, η καταφρόνηση αυτή γεννιέται από την επιθυμία της άριστης πράξης: «Το γνώρισμα της καταφρόνησης αποδίδεται στο μεγαλόψυχο, για το λόγο ότι νοιάζεται πραγματικά για λίγα και αυτά μεγάλα, και αδιαφορεί για το τι κάνουν οι άλλοι· τον μεγαλόψυχο πιο πολύ τον ενδιαφέρει τι πιστεύει ένας άνδρας εξαίρετος παρά οι πολλοί τυχόντες» (1232b 5-9).
Ωστόσο, η διαρκής αναζήτηση του άριστου που λειτουργεί επιλεκτικά καταφρονώντας πράγματα που ενδεχομένως είναι αρεστά στους πολλούς δεν πρέπει να εκληφθεί ως μορφή ελιτισμού ή υπεροψίας (πολύ περισσότερο αλαζονείας) σε σχέση με τους άλλους ανθρώπους. Μια τέτοια συμπεριφορά εντάσσεται ξεκάθαρα στην υπερβολή και αντίκειται στους κανόνες του μέτρου και της λογικής. Η καταφρόνηση του μεγαλόψυχου δεν αφορά την κατάδειξη της υπεροχής στις καθημερινές σχέσεις (αυτό επιδιώκει ο ματαιόδοξος), αλλά το ανόθευτο της άριστης πράξης ακόμη και σε περιπτώσεις που θα επιφέρουν τη δυσαρέσκεια των πολλών.
Ο μεγαλόψυχος δεν πρόκειται να φερθεί με τρόπο λαϊκιστικό, ενισχύοντας εσφαλμένες επιλογές ή πράξεις προκειμένου να κερδίσει την εύνοια του πλήθους. Αν τον ενδιέφερε αυτό δε θα ήταν μεγαλόψυχος. Γι’ αυτό και δεν ενδιαφέρεται για τον έπαινο με την καθολική έννοια της επικρότησης. Ο μεγαλόψυχος θα συμπεριφερθεί πάντα με τον τρόπο που πρέπει, αφού ενδιαφέρεται μονάχα για τον έπαινο των ανθρώπων που ο ίδιος θεωρεί άριστους.
Ο Αριστοτέλης είναι σαφής: «Η τιμή, λοιπόν, μεγάλη και μικρή, είναι δυο ειδών. Από τη μία η τιμή των πολλών τυχόντων, από την άλλη η τιμή των σπουδαίων. Αλλά και με άλλο κριτήριο υπάρχουν διαφορές τιμής ανάλογα με το λόγο για τον οποίο τιμάται κανείς. Έτσι, μια τιμή μπορεί να είναι μεγάλη ή όχι μόνο για το πλήθος όσων την αποδίδουν ούτε για τη δική της ποιότητα αλλά και γιατί αφορά κάτι πολύτιμο» (1232b 20-25).
Κι αυτή ακριβώς είναι η διαχωριστική γραμμή που καθιστά αποδεκτή μια τιμή (ή ένα αξίωμα) για το μεγαλόψυχο. Η τιμή που αναζητά ο μεγαλόψυχος δε σχετίζεται με το πλήθος που θα την αποδώσει αλλά με την ποιότητα της πράξης που θα την επιφέρει, δηλαδή με την αρετή που θα υπηρετηθεί.
Εδώ βρίσκεται η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στο μεγαλόψυχο και το ματαιόδοξο, αφού ο ματαιόδοξος ενδιαφέρεται πρωτίστως για την προβολή του εαυτού του, ενώ ο μεγαλόψυχος όχι: «Στην πραγματικότητα, όμως, και τα αξιώματα και τα υπόλοιπα αγαθά είναι πολυτίμητα και σπουδαία, μόνο όταν είναι όντως μεγάλα· άρα και αρετή που δεν είναι μεγάλη, δε νοείται» (1232b 26-28).
Αριστοτέλης, Ηθικά Ευδήμια
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΛΥΣΙΑΣ, ΚΑΤΑ ΑΛΚΙΒΙΑΔΟΥ ΑΣΤΡΑΤΕΙΑΣ (Β΄)
ΛΥΣ 15.1–12
Ο κατήγορος του Αλκιβιάδη επανέρχεται στην τριτολογία αυτή και τον κατηγορεί ότι αποφεύγοντας να καταταγεί ως οπλίτης διέπραξε το αδίκημα της ἀστρατείας.
[1] Ἐγὼ μέν, ὦ ἄνδρες δικασταί, καὶ ὑμᾶς αἰτοῦμαι τὰ
δίκαια ψηφίσασθαι, καὶ τῶν στρατηγῶν δέομαι, ἐπεὶ καὶ
ἐν τῇ ἄλλῃ ἀρχῇ πολλοῦ ἄξιοι τῇ πόλει γεγόνασι, καὶ
τῶν τῆς ἀστρατείας γραφῶν κοινοὺς εἶναι τῷ τε διώκον-
τι καὶ τῷ φεύγοντι, καὶ μὴ βοηθοῦντας ᾧ ἂν βούλωνται
πᾶσαν προθυμίαν ἔχειν παρὰ τὸ δίκαιον ὑμᾶς ψηφίσασθαι,
[2] ἐνθυμουμένους ὅτι σφόδρ’ ἂν ἠγανακτεῖτε, εἰ <ἐν> τῇ
ὑμετέρᾳ δοκιμασίᾳ οἱ θεσμοθέται ἀναβάντες ὑμῶν ἐδέοντο
καταψηφίσασθαι, ἡγούμενοι δεινὸν εἶναι εἰ οἱ τιθέντες
τὸν ἀγῶνα καὶ τὴν ψῆφον διδόντες παρακελεύσονται τῶν
μὲν μὴ <καταψηφίζεσθαι τῶν δὲ> καταψηφίζεσθαι.
[3] τί δ’ ἂν αἴσχιον ἔθος ἢ δεινότερον πρᾶγμα τούτου <ἐν>
τῇ πόλει γένοιτο, εἰ τολμήσει ὁ μὲν ἄρχων ἐν ταῖς τῶν
ἐπικλήρων δίκαις ἀντιβολεῖν καὶ ἱκετεύειν τοὺς δικαστὰς
ὅ τι ἂν βούληται πραχθῆναι, ὁ δὲ πολέμαρχος καὶ οἱ ἕνδεκα
δεήσονται ἐν ταῖς δίκαις ταῖς ὑφ’ ἑαυτῶν εἰσαγομέναις,
ὥσπερ καὶ νῦν; [4] χρὴ τοίνυν καὶ ὑπὲρ ὑμῶν αὐτῶν τὴν αὐτὴν
γνώμην ἔχειν, ἐνθυμουμένους ὅτι οὐδὲν διοίσει ὑμᾶς ἰδίᾳ
περὶ τῆς ἀστρατείας βοηθεῖν, ἢ τούτων τινὰς δεῖσθαι αὐτοὺς
τὴν ψῆφον διδόντας. [5] σκέψασθε δέ, ὦ ἄνδρες δικασταί, ἐὰν
ἱκανὸν γένηται τεκμήριον ὅτι οὐδείς πω τῶν ἀρχόντων ἐν
τῷ στρατοπέδῳ Ἀλκιβιάδῃ ἦν παρεσκευασμένος. ἐχρῆν
γὰρ αὐτούς, εἴπερ ἀληθῆ λέγουσιν, ἀνακαλεῖν μὲν Πάμ-
φιλον, ὅτι ἀφαιρῶν τὸν ἵππον ἱππέως ἀπεστέρει τὴν πόλιν,
ἐπιβάλλειν δὲ τῷ φυλάρχῳ, ὅτι ἐξελαύνων Ἀλκιβιάδην
ἐκ τῆς φυλῆς ἄκυρον ἐποίει τὴν τούτων τάξιν, κελεύειν
δὲ τὸν ταξίαρχον ἐξαλείφειν αὐτὸν ἐκ τοῦ τῶν ὁπλιτῶν
καταλόγου. [6] νῦν δὲ τούτων οὐδὲν ἐποίησαν, ἀλλ’ ἐν μὲν
τῷ στρατοπέδῳ περιεώρων αὐτὸν ὑπὸ πάντων προπηλα-
κιζόμενον κἀν τοῖς ἱπποτοξόταις ἱππεύοντα, ἐπειδὴ δὲ
ὑμᾶς δεῖ παρὰ τῶν ἀδικούντων δίκην λαμβάνειν, χαριζό-
μενοι μαρτυροῦσιν ὑφ’ ἑαυτῶν αὐτὸν τετάχθαι. καίτοι δει-
νόν, ὦ ἄνδρες δικασταί, αὐτοὺς μὲν τοὺς στρατηγοὺς ὑπὸ
τοῦ δήμου χειροτονηθέντας μὴ ἂν τολμῆσαι πρότερον ἡμῶν
ἡγήσασθαι, ἕως [ἂν] ἐδοκιμάσθησαν κατὰ τοὺς νόμους, Ἀλκι-
βιάδην δὲ τολμᾶν παρὰ τοὺς τῆς πόλεως νόμους ὑπ’ αὐτῶν
ταχθῆναι. [7] δεινὸν δέ μοι δοκεῖ εἶναι, ὦ ἄνδρες δικασταί,
εἰ τῶν μὲν δεδοκιμασμένων ἱππέων οὐκ ἐπὶ τούτοις ἐστὶν
ὅντινα βούλονται αὐτοὶ εἰς τοὺς ὁπλίτας καταλέξαι, τῶν
δὲ ὁπλιτῶν ἀδοκιμάστων ὄντων ἐπὶ τούτοις ἔσται ὅντιν’
ἂν βούλωνται ἱππεύειν. [8] εἰ μὲν τοίνυν, ὦ ἄνδρες δικασταί,
ὄντες κύριοι πολλῶν βουλομένων μηδένα τῶν ἄλλων ἱπ-
πεύειν εἴασαν, οὐκ ἂν δικαίως χαρίζοισθε αὐτοῖς· εἰ δ’ ἄκυ-
ροι ὄντες ὁμολογήσουσι τάξαι, ἐνθυμεῖσθαι χρὴ ὅτι ὀμω-
μόκατε τὰ δίκαια γνώσεσθαι, ἀλλ’ οὐχ ὅ τι ἂν οὗτοι κε-
λεύωσι ψηφιεῖσθαι, ὥστε οὐδένα χρὴ τῶν δεομένων περὶ
πλείονος ὑμῶν αὐτῶν καὶ τῶν ὅρκων ποιεῖσθαι. [9] καὶ μὲν
δή, ὦ ἄνδρες δικασταί, εἴ τῳ δοκεῖ μεγάλη ἡ ζημία εἶναι
καὶ λίαν ἰσχυρὸς ὁ νόμος, μεμνῆσθαι χρὴ ὅτι οὐ νομοθε-
τήσοντες περὶ αὐτῶν ἥκετε, ἀλλὰ κατὰ τοὺς κειμένους νό-
μους ψηφιούμενοι, οὐδὲ τοὺς ἀδικοῦντας ἐλεήσοντες, ἀλλὰ
πολὺ μᾶλλον αὐτοῖς ὀργιούμενοι καὶ ὅλῃ τῇ πόλει βοηθή-
σοντες, εὖ εἰδότες ὅτι ὑπὲρ τῶν παρεληλυθότων ὀλίγους
τιμωρησάμενοι πολλοὺς ποιήσετε κοσμιωτέρους ἐν τοῖς
μέλλουσι κινδυνεύειν. [10] χρὴ δέ, ὦ ἄνδρες δικασταί, ὥσπερ
οὗτος ἀμελήσας τῆς πόλεως τὴν αὑτοῦ σωτηρίαν ἐσκέ-
ψατο, οὕτως ὑμᾶς ἀμελήσαντας τούτου τῇ πόλει τὰ βέλ-
τιστα ψηφίσασθαι, ἄλλως τε καὶ ὅρκους ὀμωμοκότας καὶ
περὶ Ἀλκιβιάδου μέλλοντας ψηφίσασθαι, ὃς ἐὰν ὑμᾶς
ἐξαπατήσῃ, καταγελῶν τῆς πόλεως ἄπεισιν· οὐ γὰρ δὴ
χάριν γε ὑμῖν ἀποδώσει τῇ ψήφῳ κρύβδην εὖ παθών,
ὃς τῶν φίλων τοὺς φανερῶς αὐτὸν εὖ ποιήσαντας κα-
κῶς ποιεῖ. [11] ὑμεῖς οὖν, ὦ ἄνδρες δικασταί, τὰς τούτων δεή-
σεις περὶ ἐλάττονος <τῶν νόμων> ποιησάμενοι τὰ δίκαια
ψηφίσασθε. ἀποδέδεικται δὲ καταλεγεὶς εἰς τοὺς ὁπλί-
τας καὶ λιπὼν τὴν τάξιν καὶ τῶν νόμων κωλυόντων
ἀδοκίμαστος ἱππεύσας, καὶ περὶ ὧν οἱ νόμοι διαρρήδην
οὔτε στρατηγὸν οὔτε ἵππαρχον οὔτε ἄλλον οὐδένα κυ-
ριώτερον ἐκείνων ἀποδεικνύουσι, περὶ τούτων ἰδιώτης ὢν
τὴν ἐξουσίαν αὑτῷ δεδωκώς. [12] ἐγὼ μὲν οὖν καὶ φίλῳ
ὄντι Ἀρχεστρατίδῃ βοηθῶν, καὶ Ἀλκιβιάδην ἐχθρὸν ὄντα
ἐμαυτοῦ τιμωρούμενος, δέομαι τὰ δίκαια ψηφίσασθαι·
ὑμᾶς δὲ χρὴ τὴν αὐτὴν γνώμην ἔχοντας τὴν ψῆφον φέ-
ρειν, ἥνπερ ὅτε ᾤεσθε πρὸς τοὺς πολεμίους διακινδυ-
νεύσειν.
ΛΥΣ 15.1–12
Επίθεση στους υπερασπιστές του κατηγορούμενου – Ανάγκη για δίκαιη απόφαση των δικαστών
Ο κατήγορος του Αλκιβιάδη επανέρχεται στην τριτολογία αυτή και τον κατηγορεί ότι αποφεύγοντας να καταταγεί ως οπλίτης διέπραξε το αδίκημα της ἀστρατείας.
[1] Ἐγὼ μέν, ὦ ἄνδρες δικασταί, καὶ ὑμᾶς αἰτοῦμαι τὰ
δίκαια ψηφίσασθαι, καὶ τῶν στρατηγῶν δέομαι, ἐπεὶ καὶ
ἐν τῇ ἄλλῃ ἀρχῇ πολλοῦ ἄξιοι τῇ πόλει γεγόνασι, καὶ
τῶν τῆς ἀστρατείας γραφῶν κοινοὺς εἶναι τῷ τε διώκον-
τι καὶ τῷ φεύγοντι, καὶ μὴ βοηθοῦντας ᾧ ἂν βούλωνται
πᾶσαν προθυμίαν ἔχειν παρὰ τὸ δίκαιον ὑμᾶς ψηφίσασθαι,
[2] ἐνθυμουμένους ὅτι σφόδρ’ ἂν ἠγανακτεῖτε, εἰ <ἐν> τῇ
ὑμετέρᾳ δοκιμασίᾳ οἱ θεσμοθέται ἀναβάντες ὑμῶν ἐδέοντο
καταψηφίσασθαι, ἡγούμενοι δεινὸν εἶναι εἰ οἱ τιθέντες
τὸν ἀγῶνα καὶ τὴν ψῆφον διδόντες παρακελεύσονται τῶν
μὲν μὴ <καταψηφίζεσθαι τῶν δὲ> καταψηφίζεσθαι.
[3] τί δ’ ἂν αἴσχιον ἔθος ἢ δεινότερον πρᾶγμα τούτου <ἐν>
τῇ πόλει γένοιτο, εἰ τολμήσει ὁ μὲν ἄρχων ἐν ταῖς τῶν
ἐπικλήρων δίκαις ἀντιβολεῖν καὶ ἱκετεύειν τοὺς δικαστὰς
ὅ τι ἂν βούληται πραχθῆναι, ὁ δὲ πολέμαρχος καὶ οἱ ἕνδεκα
δεήσονται ἐν ταῖς δίκαις ταῖς ὑφ’ ἑαυτῶν εἰσαγομέναις,
ὥσπερ καὶ νῦν; [4] χρὴ τοίνυν καὶ ὑπὲρ ὑμῶν αὐτῶν τὴν αὐτὴν
γνώμην ἔχειν, ἐνθυμουμένους ὅτι οὐδὲν διοίσει ὑμᾶς ἰδίᾳ
περὶ τῆς ἀστρατείας βοηθεῖν, ἢ τούτων τινὰς δεῖσθαι αὐτοὺς
τὴν ψῆφον διδόντας. [5] σκέψασθε δέ, ὦ ἄνδρες δικασταί, ἐὰν
ἱκανὸν γένηται τεκμήριον ὅτι οὐδείς πω τῶν ἀρχόντων ἐν
τῷ στρατοπέδῳ Ἀλκιβιάδῃ ἦν παρεσκευασμένος. ἐχρῆν
γὰρ αὐτούς, εἴπερ ἀληθῆ λέγουσιν, ἀνακαλεῖν μὲν Πάμ-
φιλον, ὅτι ἀφαιρῶν τὸν ἵππον ἱππέως ἀπεστέρει τὴν πόλιν,
ἐπιβάλλειν δὲ τῷ φυλάρχῳ, ὅτι ἐξελαύνων Ἀλκιβιάδην
ἐκ τῆς φυλῆς ἄκυρον ἐποίει τὴν τούτων τάξιν, κελεύειν
δὲ τὸν ταξίαρχον ἐξαλείφειν αὐτὸν ἐκ τοῦ τῶν ὁπλιτῶν
καταλόγου. [6] νῦν δὲ τούτων οὐδὲν ἐποίησαν, ἀλλ’ ἐν μὲν
τῷ στρατοπέδῳ περιεώρων αὐτὸν ὑπὸ πάντων προπηλα-
κιζόμενον κἀν τοῖς ἱπποτοξόταις ἱππεύοντα, ἐπειδὴ δὲ
ὑμᾶς δεῖ παρὰ τῶν ἀδικούντων δίκην λαμβάνειν, χαριζό-
μενοι μαρτυροῦσιν ὑφ’ ἑαυτῶν αὐτὸν τετάχθαι. καίτοι δει-
νόν, ὦ ἄνδρες δικασταί, αὐτοὺς μὲν τοὺς στρατηγοὺς ὑπὸ
τοῦ δήμου χειροτονηθέντας μὴ ἂν τολμῆσαι πρότερον ἡμῶν
ἡγήσασθαι, ἕως [ἂν] ἐδοκιμάσθησαν κατὰ τοὺς νόμους, Ἀλκι-
βιάδην δὲ τολμᾶν παρὰ τοὺς τῆς πόλεως νόμους ὑπ’ αὐτῶν
ταχθῆναι. [7] δεινὸν δέ μοι δοκεῖ εἶναι, ὦ ἄνδρες δικασταί,
εἰ τῶν μὲν δεδοκιμασμένων ἱππέων οὐκ ἐπὶ τούτοις ἐστὶν
ὅντινα βούλονται αὐτοὶ εἰς τοὺς ὁπλίτας καταλέξαι, τῶν
δὲ ὁπλιτῶν ἀδοκιμάστων ὄντων ἐπὶ τούτοις ἔσται ὅντιν’
ἂν βούλωνται ἱππεύειν. [8] εἰ μὲν τοίνυν, ὦ ἄνδρες δικασταί,
ὄντες κύριοι πολλῶν βουλομένων μηδένα τῶν ἄλλων ἱπ-
πεύειν εἴασαν, οὐκ ἂν δικαίως χαρίζοισθε αὐτοῖς· εἰ δ’ ἄκυ-
ροι ὄντες ὁμολογήσουσι τάξαι, ἐνθυμεῖσθαι χρὴ ὅτι ὀμω-
μόκατε τὰ δίκαια γνώσεσθαι, ἀλλ’ οὐχ ὅ τι ἂν οὗτοι κε-
λεύωσι ψηφιεῖσθαι, ὥστε οὐδένα χρὴ τῶν δεομένων περὶ
πλείονος ὑμῶν αὐτῶν καὶ τῶν ὅρκων ποιεῖσθαι. [9] καὶ μὲν
δή, ὦ ἄνδρες δικασταί, εἴ τῳ δοκεῖ μεγάλη ἡ ζημία εἶναι
καὶ λίαν ἰσχυρὸς ὁ νόμος, μεμνῆσθαι χρὴ ὅτι οὐ νομοθε-
τήσοντες περὶ αὐτῶν ἥκετε, ἀλλὰ κατὰ τοὺς κειμένους νό-
μους ψηφιούμενοι, οὐδὲ τοὺς ἀδικοῦντας ἐλεήσοντες, ἀλλὰ
πολὺ μᾶλλον αὐτοῖς ὀργιούμενοι καὶ ὅλῃ τῇ πόλει βοηθή-
σοντες, εὖ εἰδότες ὅτι ὑπὲρ τῶν παρεληλυθότων ὀλίγους
τιμωρησάμενοι πολλοὺς ποιήσετε κοσμιωτέρους ἐν τοῖς
μέλλουσι κινδυνεύειν. [10] χρὴ δέ, ὦ ἄνδρες δικασταί, ὥσπερ
οὗτος ἀμελήσας τῆς πόλεως τὴν αὑτοῦ σωτηρίαν ἐσκέ-
ψατο, οὕτως ὑμᾶς ἀμελήσαντας τούτου τῇ πόλει τὰ βέλ-
τιστα ψηφίσασθαι, ἄλλως τε καὶ ὅρκους ὀμωμοκότας καὶ
περὶ Ἀλκιβιάδου μέλλοντας ψηφίσασθαι, ὃς ἐὰν ὑμᾶς
ἐξαπατήσῃ, καταγελῶν τῆς πόλεως ἄπεισιν· οὐ γὰρ δὴ
χάριν γε ὑμῖν ἀποδώσει τῇ ψήφῳ κρύβδην εὖ παθών,
ὃς τῶν φίλων τοὺς φανερῶς αὐτὸν εὖ ποιήσαντας κα-
κῶς ποιεῖ. [11] ὑμεῖς οὖν, ὦ ἄνδρες δικασταί, τὰς τούτων δεή-
σεις περὶ ἐλάττονος <τῶν νόμων> ποιησάμενοι τὰ δίκαια
ψηφίσασθε. ἀποδέδεικται δὲ καταλεγεὶς εἰς τοὺς ὁπλί-
τας καὶ λιπὼν τὴν τάξιν καὶ τῶν νόμων κωλυόντων
ἀδοκίμαστος ἱππεύσας, καὶ περὶ ὧν οἱ νόμοι διαρρήδην
οὔτε στρατηγὸν οὔτε ἵππαρχον οὔτε ἄλλον οὐδένα κυ-
ριώτερον ἐκείνων ἀποδεικνύουσι, περὶ τούτων ἰδιώτης ὢν
τὴν ἐξουσίαν αὑτῷ δεδωκώς. [12] ἐγὼ μὲν οὖν καὶ φίλῳ
ὄντι Ἀρχεστρατίδῃ βοηθῶν, καὶ Ἀλκιβιάδην ἐχθρὸν ὄντα
ἐμαυτοῦ τιμωρούμενος, δέομαι τὰ δίκαια ψηφίσασθαι·
ὑμᾶς δὲ χρὴ τὴν αὐτὴν γνώμην ἔχοντας τὴν ψῆφον φέ-
ρειν, ἥνπερ ὅτε ᾤεσθε πρὸς τοὺς πολεμίους διακινδυ-
νεύσειν.
***
Εγώ μεν, κύριοι δικασταί, και σας παρακαλώ τα δίκαια να ψηφίσετε, και τους στρατηγούς ικετεύω, αφού και εις πάσαν άλλην εξουσίαν, την οποίαν διεχειρίσθησαν, εφάνησαν πολλού λόγου άξιοι εις την πόλιν, να είναι αμερόληπτοι και εις τας περί αποφυγής της στρατιωτικής υπηρεσίας μηνύσεις και διά τον μηνυτήν και διά τον μηνυόμενον, και να μη δεικνύουν πάσαν προθυμίαν να ψηφίσετε σεις παρά το δίκαιον με το να βοηθούν οιονδήποτε, διότι σεις οι στρατηγοί θα εστενοχωρείσθε υπερβολικά, εάν οι θεσμοθέται, κατά την εποχήν που εγίνετο η νόμιμος έρευνα, εάν είχετε τα απαιτούμενα προσόντα, αναβάντες εις το βήμα παρεκάλουν τους δικαστάς να σας καταψηφίσουν, διότι θα ενομίζατε ότι είναι φοβερόν, εάν οι πρόεδροι των δικαστηρίων και επιβλέποντες την ψηφοφορίαν θα παρακαλούσαν άλλους μεν να αθωώνετε, άλλους δε να καταδικάζετε. Ποία δε ασχημοτέρα συνήθεια ή ποίον φοβερώτερον πράγμα από τούτο ημπορεί να συμβή εις την πόλιν, εάν δηλαδή θα τολμήση ο επώνυμος άρχων εις τας δίκας των κληρονόμων περιουσίας να παρακαλή και να ικετεύη τους δικαστάς να πράξουν ό,τι αυτός θέλει, εάν δε ο πολέμαρχος και οι θεσμοθέται αναβάντες εις το βήμα εις τας υπ' αυτών προεδρευομένας δίκας θα παρακαλέσουν τους δικαστάς να πράξουν ό,τι αυτοί επιθυμούν; Πρέπει λοιπόν ομοίως και διά τον εαυτόν σας να σκέπτεσθε, έχοντες υπ' όψιν σας ότι ουδεμίαν θα έχη διαφοράν σεις μεροληπτικώς, καθώς τώρα, να βοηθήτε τους παραβάτας των περί αποφυγής της στρατιωτικής υπηρεσίας νόμων, από του να παρακαλέσετε μερικούς από τους δικαστάς (να ψηφίσουν ό,τι σεις θέλετε), αφού και σεις (όπως και οι πρόεδροι των άλλων δικαστηρίων) θέτετε το ζήτημα εις ψηφοφορίαν. Σκεφθήτε δε, κύριοι δικασταί, εάν σας φαίνεται ότι είναι αρκετή απόδειξις ότι ουδείς από τους στρατηγούς ήτο ακόμη διατεθειμένος να βοηθή τον Αλκιβιάδην εις το στρατόπεδον. Διότι έπρεπε αυτοί (οι στρατηγοί), εάν λέγουν την αλήθειαν, να διατάξουν τον ίππαρχον Πάμφιλον να καλέση (τον Αλκιβιάδην) και να τον αποκαταστήση εις την θέσιν του, διότι αφαιρέσας τον ίππον αυτού εστέρει ενός ιππέως την πόλιν, να επιβάλλουν πρόστιμον δε εις τον φύλαρχον, διότι εκδιώκων τον Αλκιβιάδην από τους ιππείς της φυλής του ηκύρωνε την διαταγήν αυτών, να διατάξουν δε τον αρχηγόν των οπλιτών της φυλής του Αλκιβιάδου να τον σβύση από τον κατάλογον των οπλιτών. Τότε όμως ουδέν εκ τούτων οι στρατηγοί έπραξαν, αλλά εις μεν το στρατόπεδον άφηναν αυτόν να εξευτελίζεται υπό πάντων, και να υπηρετή ως ιππεύς εις το σώμα των ιπποτοξοτών, όταν δε πρέπει σεις να τιμωρήτε τους αδικούντας, τότε χαριζόμενοι εις αυτόν βεβαιώνουν ότι αυτοί τον έταξαν. Και βέβαια είναι φοβερόν, κύριοι δικασταί, αυτοί οι στρατηγοί εκλεγέντες υπό του λαού να μη τολμούν να άρχουν ημών, προτού υποστούν την νόμιμον δοκιμασίαν ενώπιον των αρμοδίων αρχόντων, να τολμούν δε να μαρτυρούν ότι ο Αλκιβιάδης παρά τους νόμους ετάχθη υπ' αυτών (εις τους ιπποτοξότας). Μου φαίνεται δε, κύριοι δικασταί, ότι είναι φοβερόν, εάν από τους δεδοκιμασμένους μεν ιππείς δεν έχουν την εξουσίαν (οι στρατηγοί) να κατατάξουν εις τους οπλίτας όποιον θέλουν, από τους αδοκιμάστους δε οπλίτας θα έχουν την εξουσίαν να διατάσσουν να υπηρετή εις το ιππικόν, όποιον αυτοί θέλουν. Εάν μεν λοιπόν, κύριοι δικασταί, έχοντες εξουσίαν (οι στρατηγοί να κατατάσσουν εις όποιον σώμα θέλουν) δεν επέτρεψαν να υπηρετήση εις το ιππικόν ουδείς από τους πολλούς άλλους τους επιθυμούντας να υπηρετήσουν, δεν ήτο δίκαιον να χαρίζωνται εις αυτόν· εάν δε, ενώ δεν είχον δικαίωμα να το πράξουν, ομολογούν ότι τον κατέταξαν εις το ιππικόν, πρέπει να έχετε υπ' όψιν σας ότι έχετε ορκισθή να ψηφίσετε σύμφωνα με το δίκαιον, και δεν θα ψηφίσετε, ό,τι ούτοι (οι στρατηγοί) σας διατάσσουν να ψηφίσετε, ώστε κανένα από τους παρακαλούντας υμάς δεν πρέπει να θεωρήσετε ανώτερον των όρκων, που εδώσατε, και της ευσυνειδησίας σας. Και βέβαια, κύριοι δικασταί, εάν κανείς φρονεί ότι η τιμωρία είναι μεγάλη, και ο νόμος λίαν αυστηρός, πρέπει να έχετε υπ' όψιν σας, ότι δεν ήλθετε εδώ διά να νομοθετήσετε περί τούτων των πραγμάτων, αλλά διά να εφαρμόσετε τους κειμένους νόμους, ουδέ διά να ευσπλαγχνισθήτε τους αδικούντας, αλλά τουναντίον οργιζόμενοι εναντίον αυτών να βοηθήσετε ολόκληρον την πόλιν, με την πεποίθησιν ότι τιμωρούντες ολίγους διά τα εις το παρελθόν εγκλήματά τους θα κάμετε πολλούς εις το μέλλον κοσμιωτέρους και προθυμοτέρους να κινδυνεύουν. Πρέπει δε, κύριοι δικασταί, καθώς ούτος αδιαφορήσας διά την πόλιν εσκέφθη μόνον διά την σωτηρίαν του, τοιουτοτρόπως και σεις αδιαφορήσαντες διά τούτον να ψηφίσετε εκείνο, που απαιτεί το συμφέρον της πόλεως, και μάλιστα αφού και όρκον έχετε δώσει, και περί του Αλκιβιάδου πρόκειται να ψηφίσετε, ο οποίος, εάν σας εξαπατήση και τον αθωώσετε, θα απέλθη του δικαστηρίου χλευάζων υμάς· διότι ουδεμίαν ασφαλώς χάριν θα σας γνωρίζη διά την κρυφίως διδομένην ψήφον σας, εάν ευεργετηθή υφ' υμών εκείνος, ο οποίος βλάπτει τους φανερώς ευεργετήσαντες αυτόν φίλους του. Σεις λοιπόν, κύριοι δικασταί, μη λαμβάνοντες υπ' όψιν τας παρακλήσεις τούτων, να ψηφίσετε το δίκαιον. Έχει αποδειχθή δε ότι καταταγείς εις τους οπλίτας εγκατέλιπε την τάξιν, και ότι υπηρέτησεν εις το ιππικόν άνευ της νομίμου δοκιμασίας παρά την απαγόρευσιν του νόμου, και ότι, στα όσα οι νόμοι ωρισμένως ούτε στρατηγόν ούτε ίππαρχον, ούτε ουδένα άλλον ανώτερόν τους παραδέχονται, αυτός απλώς ων οπλίτης ιδιοποιήθη την περί τούτων εξουσίαν. Εγώ μεν λοιπόν βοηθών τον φίλον μου Αρχεστρατίδην και εκδικούμενος τον εχθρόν μου Αλκιβιάδην σας παρακαλώ να ψηφίσετε το δίκαιον. Πρέπει δε να ψηφίσετε έχοντες την ιδίαν γνώμην, την οποίαν είχετε, ότε ενομίζετε ότι διετρέχετε κίνδυνον πολεμούντες εναντίον των εχθρών.
Εγώ μεν, κύριοι δικασταί, και σας παρακαλώ τα δίκαια να ψηφίσετε, και τους στρατηγούς ικετεύω, αφού και εις πάσαν άλλην εξουσίαν, την οποίαν διεχειρίσθησαν, εφάνησαν πολλού λόγου άξιοι εις την πόλιν, να είναι αμερόληπτοι και εις τας περί αποφυγής της στρατιωτικής υπηρεσίας μηνύσεις και διά τον μηνυτήν και διά τον μηνυόμενον, και να μη δεικνύουν πάσαν προθυμίαν να ψηφίσετε σεις παρά το δίκαιον με το να βοηθούν οιονδήποτε, διότι σεις οι στρατηγοί θα εστενοχωρείσθε υπερβολικά, εάν οι θεσμοθέται, κατά την εποχήν που εγίνετο η νόμιμος έρευνα, εάν είχετε τα απαιτούμενα προσόντα, αναβάντες εις το βήμα παρεκάλουν τους δικαστάς να σας καταψηφίσουν, διότι θα ενομίζατε ότι είναι φοβερόν, εάν οι πρόεδροι των δικαστηρίων και επιβλέποντες την ψηφοφορίαν θα παρακαλούσαν άλλους μεν να αθωώνετε, άλλους δε να καταδικάζετε. Ποία δε ασχημοτέρα συνήθεια ή ποίον φοβερώτερον πράγμα από τούτο ημπορεί να συμβή εις την πόλιν, εάν δηλαδή θα τολμήση ο επώνυμος άρχων εις τας δίκας των κληρονόμων περιουσίας να παρακαλή και να ικετεύη τους δικαστάς να πράξουν ό,τι αυτός θέλει, εάν δε ο πολέμαρχος και οι θεσμοθέται αναβάντες εις το βήμα εις τας υπ' αυτών προεδρευομένας δίκας θα παρακαλέσουν τους δικαστάς να πράξουν ό,τι αυτοί επιθυμούν; Πρέπει λοιπόν ομοίως και διά τον εαυτόν σας να σκέπτεσθε, έχοντες υπ' όψιν σας ότι ουδεμίαν θα έχη διαφοράν σεις μεροληπτικώς, καθώς τώρα, να βοηθήτε τους παραβάτας των περί αποφυγής της στρατιωτικής υπηρεσίας νόμων, από του να παρακαλέσετε μερικούς από τους δικαστάς (να ψηφίσουν ό,τι σεις θέλετε), αφού και σεις (όπως και οι πρόεδροι των άλλων δικαστηρίων) θέτετε το ζήτημα εις ψηφοφορίαν. Σκεφθήτε δε, κύριοι δικασταί, εάν σας φαίνεται ότι είναι αρκετή απόδειξις ότι ουδείς από τους στρατηγούς ήτο ακόμη διατεθειμένος να βοηθή τον Αλκιβιάδην εις το στρατόπεδον. Διότι έπρεπε αυτοί (οι στρατηγοί), εάν λέγουν την αλήθειαν, να διατάξουν τον ίππαρχον Πάμφιλον να καλέση (τον Αλκιβιάδην) και να τον αποκαταστήση εις την θέσιν του, διότι αφαιρέσας τον ίππον αυτού εστέρει ενός ιππέως την πόλιν, να επιβάλλουν πρόστιμον δε εις τον φύλαρχον, διότι εκδιώκων τον Αλκιβιάδην από τους ιππείς της φυλής του ηκύρωνε την διαταγήν αυτών, να διατάξουν δε τον αρχηγόν των οπλιτών της φυλής του Αλκιβιάδου να τον σβύση από τον κατάλογον των οπλιτών. Τότε όμως ουδέν εκ τούτων οι στρατηγοί έπραξαν, αλλά εις μεν το στρατόπεδον άφηναν αυτόν να εξευτελίζεται υπό πάντων, και να υπηρετή ως ιππεύς εις το σώμα των ιπποτοξοτών, όταν δε πρέπει σεις να τιμωρήτε τους αδικούντας, τότε χαριζόμενοι εις αυτόν βεβαιώνουν ότι αυτοί τον έταξαν. Και βέβαια είναι φοβερόν, κύριοι δικασταί, αυτοί οι στρατηγοί εκλεγέντες υπό του λαού να μη τολμούν να άρχουν ημών, προτού υποστούν την νόμιμον δοκιμασίαν ενώπιον των αρμοδίων αρχόντων, να τολμούν δε να μαρτυρούν ότι ο Αλκιβιάδης παρά τους νόμους ετάχθη υπ' αυτών (εις τους ιπποτοξότας). Μου φαίνεται δε, κύριοι δικασταί, ότι είναι φοβερόν, εάν από τους δεδοκιμασμένους μεν ιππείς δεν έχουν την εξουσίαν (οι στρατηγοί) να κατατάξουν εις τους οπλίτας όποιον θέλουν, από τους αδοκιμάστους δε οπλίτας θα έχουν την εξουσίαν να διατάσσουν να υπηρετή εις το ιππικόν, όποιον αυτοί θέλουν. Εάν μεν λοιπόν, κύριοι δικασταί, έχοντες εξουσίαν (οι στρατηγοί να κατατάσσουν εις όποιον σώμα θέλουν) δεν επέτρεψαν να υπηρετήση εις το ιππικόν ουδείς από τους πολλούς άλλους τους επιθυμούντας να υπηρετήσουν, δεν ήτο δίκαιον να χαρίζωνται εις αυτόν· εάν δε, ενώ δεν είχον δικαίωμα να το πράξουν, ομολογούν ότι τον κατέταξαν εις το ιππικόν, πρέπει να έχετε υπ' όψιν σας ότι έχετε ορκισθή να ψηφίσετε σύμφωνα με το δίκαιον, και δεν θα ψηφίσετε, ό,τι ούτοι (οι στρατηγοί) σας διατάσσουν να ψηφίσετε, ώστε κανένα από τους παρακαλούντας υμάς δεν πρέπει να θεωρήσετε ανώτερον των όρκων, που εδώσατε, και της ευσυνειδησίας σας. Και βέβαια, κύριοι δικασταί, εάν κανείς φρονεί ότι η τιμωρία είναι μεγάλη, και ο νόμος λίαν αυστηρός, πρέπει να έχετε υπ' όψιν σας, ότι δεν ήλθετε εδώ διά να νομοθετήσετε περί τούτων των πραγμάτων, αλλά διά να εφαρμόσετε τους κειμένους νόμους, ουδέ διά να ευσπλαγχνισθήτε τους αδικούντας, αλλά τουναντίον οργιζόμενοι εναντίον αυτών να βοηθήσετε ολόκληρον την πόλιν, με την πεποίθησιν ότι τιμωρούντες ολίγους διά τα εις το παρελθόν εγκλήματά τους θα κάμετε πολλούς εις το μέλλον κοσμιωτέρους και προθυμοτέρους να κινδυνεύουν. Πρέπει δε, κύριοι δικασταί, καθώς ούτος αδιαφορήσας διά την πόλιν εσκέφθη μόνον διά την σωτηρίαν του, τοιουτοτρόπως και σεις αδιαφορήσαντες διά τούτον να ψηφίσετε εκείνο, που απαιτεί το συμφέρον της πόλεως, και μάλιστα αφού και όρκον έχετε δώσει, και περί του Αλκιβιάδου πρόκειται να ψηφίσετε, ο οποίος, εάν σας εξαπατήση και τον αθωώσετε, θα απέλθη του δικαστηρίου χλευάζων υμάς· διότι ουδεμίαν ασφαλώς χάριν θα σας γνωρίζη διά την κρυφίως διδομένην ψήφον σας, εάν ευεργετηθή υφ' υμών εκείνος, ο οποίος βλάπτει τους φανερώς ευεργετήσαντες αυτόν φίλους του. Σεις λοιπόν, κύριοι δικασταί, μη λαμβάνοντες υπ' όψιν τας παρακλήσεις τούτων, να ψηφίσετε το δίκαιον. Έχει αποδειχθή δε ότι καταταγείς εις τους οπλίτας εγκατέλιπε την τάξιν, και ότι υπηρέτησεν εις το ιππικόν άνευ της νομίμου δοκιμασίας παρά την απαγόρευσιν του νόμου, και ότι, στα όσα οι νόμοι ωρισμένως ούτε στρατηγόν ούτε ίππαρχον, ούτε ουδένα άλλον ανώτερόν τους παραδέχονται, αυτός απλώς ων οπλίτης ιδιοποιήθη την περί τούτων εξουσίαν. Εγώ μεν λοιπόν βοηθών τον φίλον μου Αρχεστρατίδην και εκδικούμενος τον εχθρόν μου Αλκιβιάδην σας παρακαλώ να ψηφίσετε το δίκαιον. Πρέπει δε να ψηφίσετε έχοντες την ιδίαν γνώμην, την οποίαν είχετε, ότε ενομίζετε ότι διετρέχετε κίνδυνον πολεμούντες εναντίον των εχθρών.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)















