Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2023
Οι κοινωνικές αξίες αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για την κοινωνική συμβίωση
Είναι γνωστό, τουλάχιστον, στους ειδικούς, ότι η κοινωνική συμβίωση προϋποθέτει έναν ελάχιστο βαθμό συναίνεσης ανάμεσα στα μέλη που απαρτίζουν το κοινωνικό σύστημα. Προϋποθέτει, δηλαδή, επίγνωση πώς πρέπει να συμπεριφέρεται κανείς σε κάθε περίσταση. Το συνεκτικό και ρυθμιστικό αυτόν ρόλο τον παίζουν, σε όλα τα κοινωνικά συστήματα, οι κοινωνικές αξίες, οι οποίες, συνεπικουρούμενες από τους κανόνες, προσδιορίζουν και προσανατολίζουν την κοινωνική συμπεριφορά των ανθρώπων, συμβάλλοντας έτσι στη συνέχιση και τη διάρκεια των σχέσεών τους. Με άλλα λόγια, οι κοινωνικές αξίες αποτελούν «ύψιστα κοινωνικά αγαθά», τα οποία η κάθε κοινωνική ομάδα, αλλά και το ίδιο το άτομο, ταξινομούν και ιεραρχούν με διαφορετικό τρόπο, ανάλογα με το πολιτισμικό και μορφωτικό τους επίπεδο, καθώς και τις χωροχρονικές και λοιπές περιστάσεις.
Στον πυρήνα των αποκαλούμενων οικουμενικών αξιών ανήκουν η ζωή, η δημοκρατία, η ειρήνη, η ψυχική ηρεμία, η συλλογικότητα, η αλληλεγγύη, η παιδεία κ.ο.κ., οι οποίες χαρακτηρίζουν τις εκπαιδευτικές διαδικασίες και τους σκοπούς του σχολείου, τουλάχιστον σε θεωρητική βάση. Επομένως, ο ρόλος της αγωγής και της κοινωνικοποίησης στο θέμα αυτό αναδεικνύεται καθοριστικός για τη διαμόρφωση της κοινωνικής συμπεριφοράς του μαθητή και, συνολικά, της συγκρότησης της προσωπικότητάς του.
Αναμφίβολα, η ανθρώπινη συμπεριφορά και οι κοινωνικές σχέσεις βρίσκονται στην καρδιά της οικογενειακής ζωής, της σχολικής εκπαίδευσης και της κοινωνικής συμβίωσης. Εκεί αποκτούν οι άνθρωποι την κουλτούρα της συμπεριφοράς τους, μέσα από τις πρακτικές και τις εμπειρίες που βιώνουν καθημερινά, περισσότερο ως προϊόν καθημερινού βιώματος και λιγότερο ρητορικής διδασκαλίας και διακήρυξης.
Το σχολείο διακηρύσσει και διδάσκει τις αξίες της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης στις εκπαιδευτικές του διαδικασίες. Ωστόσο, και σύμφωνα με τις έρευνες, στην πράξη μονοπωλούν το εκπαιδευτικό κέντρο βάρους οι ατομικές διαδικασίες μάθησης, εξέτασης και βαθμολόγησης, ενώ μειονεκτούν οι ομαδικές και συλλογικές διαδικασίες που προάγουν τη συνεργασία και την ομαδικότητα ανάμεσα στους μαθητές. Και αυτό φανερώνεται από το γεγονός ότι ο μαθητής ενεργεί και εξετάζεται ατομικά: ατομικά μαθαίνει, ατομικά γράφει, ατομικά επιλύει τις ασκήσεις, αναπτύσσει τις σκέψεις του και, γενικά, διαχειρίζεται όλες τις μαθησιακές διαδικασίες και, τελικά, ατομικά «λογοδοτεί» σε όλα. Με άλλα λόγια, ο μαθητής διαπαιδαγωγείται και κοινωνικοποιείται να δρα και να λειτουργεί με ατομικιστικό τρόπο. Οι εμπειρίες αυτές εκπαίδευσης και μάθησης συμπληρώνουν αυτές που ο μαθητής βιώνει, επίσης, καθημερινά στο οικογενειακό περιβάλλον, στο οποίο κυριαρχεί, κατά κανόνα, η υπερπροστατευτική αγωγή, με το παιδί να απολαμβάνει, χωρίς οριοθετημένους κανόνες, την ικανοποίηση των περισσότερων επιθυμιών του. Για παράδειγμα, του δίνεται η δυνατότητα να οδηγεί, χωρίς κανένα μέτρο ασφάλειας και εκπαίδευσης, ακόμη και δίτροχη μηχανή σε ηλικία μόλις 12 ετών, μια παραχώρηση με την οποία εξοικειώνεται «εγκαίρως» στην παραβατικότητα, έτσι, με την ενηλικίωσή του, να έχουν εδραιωθεί (sic) πρακτικές και νοοτροπίες παραβατικότητας ως αυτονόητες και φυσιολογικές πράξεις.
Επιπλέον, ζήτημα εμπειριών και νοοτροπιών είναι η συμπεριφορά, σύμφωνα με την οποία ο Έλληνας, συνήθως, έχει άποψη επί παντός του επιστητού, με μία απόλυτη ισχυρογνωμοσύνη. Επίσης, σπάνια κάνει λάθος (sic), γι’ αυτό και δεν χρειάζεται να ζητήσει συγγνώμη, η οποία, εξάλλου, εκλαμβάνεται από τον ίδιο και ως υποτιμητική ενέργεια. Χαρακτηριστικό γνώρισμα ατομικισμού αποτελεί η στάση του ότι το δίκιο είναι σχεδόν πάντα με το μέρος του και ότι οι οποιεσδήποτε ευθύνες πρέπει να αναζητηθούν στους άλλους, και με μία επιρρέπεια να ασκεί αβάσιμη κριτική σε όλους και σε όλα. Αυτή η συμπεριφορά αποτελεί, δυστυχώς, στέρεο γνώρισμά του, ενεργώντας χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες των πράξεών του. Γι’ αυτό και εκδηλώνεται με παρορμητισμό, επιθετικότητα και έλλειψη ορθολογικής διαχείρισης σε οποιαδήποτε προστριβή, οδηγούμενος με ευκολία σε αμετροέπειες και σε πλήγματα κατά της αξιοπρέπειας του άλλου.
Κλείνοντας, θα υποστηρίζαμε ότι η πολιτεία οφείλει να αναβαθμίσει το σχολείο ως προς τον παιδευτικό του ρόλο, αποδίδοντας την δέουσα παιδαγωγική σημασία στις εκπαιδευτικές του διαδικασίες και να περιορίσει αποφασιστικά τον γνωσιοκεντρικό, εξετασιοκεντρικό και βαθμοθηρικό του ρόλο, ο οποίος προάγεται και ενισχύεται από την εφαρμοζόμενη εκπαιδευτική πολιτική. Επομένως, και οι εκπαιδευτικοί οφείλουν να αξιοποιούν τις δικές τους δυνατότητες στην κατεύθυνση προαγωγής και ενίσχυσης των διαδικασιών συλλογικότητας και συνεργασίας ανάμεσα στους μαθητές τους. Το παιδί και ο νέος είναι απαραίτητο να διαπαιδαγωγηθούν και κοινωνικοποιηθούν, τόσο στο οικογενειακό όσο και στο σχολικό περιβάλλον, με αξίες, στις οποίες κυρίαρχο ρόλο θα παίζουν πραγματικά η συλλογικότητα, η συνεργασία, ο σεβασμός στον άλλο, στο περιβάλλον και στο διαφορετικό. Αυτό συνεπάγεται, πρωτίστως, ότι και το ίδιο το σχολείο, το οποίο ασκεί πιο συστηματική αγωγή, πρέπει να αναβαθμίσει το ρόλο του στις παιδευτικές διαδικασίες που προάγουν και ενισχύουν την πληρότητα επικοινωνίας και πράξης και, τελικά, τη συγκρότηση της προσωπικότητας του μαθητή. Στην κατεύθυνση αυτή πρέπει να συμβάλλουν, βεβαίως, τα ΜΜΕ και το στενότερο και ευρύτερο πολιτικό και κοινωνικό σύστημα.
Το παράξενο σύμπαν
Τα χρώματα είναι ηλεκτρομαγνητικοί παλμοί. Από μόνα τους δεν έχουν οπτικά χαρακτηριστικά. Όταν κάποιος δεν κοιτάζει, ούτε το ουράνιο τόξο ούτε και ο Άρης έχουν χρώμα. Εμείς αντιδρούμε σε αόρατα ηλεκτρομαγνητικά ερεθίσματα. Οι αμφιβληστροειδείς και το μυαλό μας δημιουργούν τα χρώματα. Δεν υπάρχουν από μόνα τους.
Το ίδιο ισχύει και για όλα τα στερεά. Όταν ακουμπάμε μια πέτρα, τα δάχτυλά μας αντιλαμβάνονται τις ηλεκτρικές απωθητικές δυνάμεις μεταξύ των μορίων της πέτρας και των δικών μας.
Την θεωρούμε στερεή επειδή δεν μπορούμε να εισχωρήσουμε ούτε να δούμε μέσα της. Δεν μπορούμε όμως ποτέ να αγγίξουμε κάτι στερεό. Αντ’ αυτού, νιώθουμε ενεργειακά πεδία.
Τα τηλεσκόπια μας μεταφέρουν πέρα από τις τοπικές μας ψευδαισθήσεις, μόνο και μόνο για μας αποκαλύψουν νέες μεγαλύτερες.
Είναι ο Ήλιος μας πραγματικά κίτρινος όπως αναφέρεται στα βιβλία;
Σε καμία περίπτωση. Οι αστροναύτες τον περιγράφουν λευκό σαν το χιόνι. Το κιτρινωπό χρώμα που αντιλαμβανόμαστε εμείς προκύπτει από την απορρόφηση ενός μέρους του φάσματος του μπλε χρώματος από την ατμόσφαιρά μας και μας δίνει το μπλε του ουρανού (ΟΡΓΟΝΗ). Τα εναπομείναντα κυρίαρχα χρώματα –το πράσινο και το κόκκινο– συνδυάζονται και δημιουργούν το κίτρινο.
Και οι κόκκινοι γίγαντες;
Είναι στ’ αλήθεια κόκκινοι; Κοιτάξτε τον Betelgeuse. Το χρώμα του είναι κίτρινο-πορτοκαλί. Κανείς δεν έχει παρατηρήσει κάποιον κόκκινο γίγαντα που να είναι στην πραγματικότητα κόκκινος.
Και το φεγγάρι μας όταν βρίσκεται χαμηλά στον ορίζοντα φαίνεται τεράστιο. Αυτή η ψευδαίσθηση δημιουργείται από την ατμόσφαιρά μας, η οποία το «μεγαλώνει» όπως πιστεύει ο πολύς κόσμος; Όχι. Τα φαινόμενα απατούν, γιατί το φεγγάρι είναι στην πραγματικότητα μικρότερο όταν βρίσκεται στον ορίζοντα επειδή είναι στην μεγαλύτερή του απόσταση από εμάς.
Και να, τώρα ένας μετεωρίτης διασχίζει τον ουρανό – μόνο που στην πραγματικότητα δεν τον είδατε ποτέ. Κανείς δεν μπορεί να δει ένα αντικείμενο σε μέγεθος μήλου που βρίσκεται 110 χιλιόμετρα μακριά. Αυτό που βλέπετε στην πραγματικότητα είναι υπερθερμασμένα αέρια που περιβάλλουν το αντικείμενο.
Ρίξτε μια ματιά και στο Μεγάλο Νεφέλωμα του Ωρίωνα (Μ42) όπως φαίνεται σε φωτογραφίες από μεγάλα τηλεσκόπια.
Επειδή οι φωτογραφίες αυτές δεν αλλάζουν τα πραγματικά χρώματα, αυτό θα έβλεπαν οι αστροναύτες αν ταξίδευαν τα 1.500 έτη φωτός που μας χωρίζουν και το κοιτούσαν από κοντά. Σωστά; Όχι ακριβώς.
Ένα νεφέλωμα που εμφανίζεται γκρι σε ένα ερασιτεχνικό τηλεσκόπιο (όπως το Μ42), θα εμφανιζόταν με το ίδιο χρώμα από κοντά. Ο λόγος: Καθώς κάποιος πλησιάζει ένα νεφέλωμα αερίων, αυτό τείνει να διασκορπίζεται κι έτσι η πυκνότητα ανά τετραγωνική μοίρα είναι ελάχιστη. Ο αμφιβληστροειδής σας εξακολουθεί να χρησιμοποιεί την ικανότητά του για νυχτερινή όραση, η οποία είναι ασπρόμαυρη.
Οι γαλαξίες και τα νεφελώματα δεν πρόκειται ποτέ να αποκαλύψουν τα πραγματικά τους χρώματα στους επισκέπτες. Είναι λοιπόν τα χρώματα πραγματικά ή όχι;
Οι αστρονόμοι έχουν μια μεγάλη ιστορία κατά την οποία φαντάζονται όλων των ειδών τα αντικείμενα τα οποία στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν.
Το σύμπαν είναι ένας παράξενος χώρος. Όσο τα χρόνια περνούν, ολοένα και περισσότερες ανακαλύψεις οδηγούν στην συνειδητοποίηση του πόσο μικρή είναι η Γη μέσα στο απέραντο σύμπαν που μας περιβάλει. Ένα σύμπαν γεμάτο πράγματα γνωστά και άγνωστα, στο οποίο πολλές φορές λαμβάνουν χώρα περίεργα γεγονότα που δεν έχουν εξηγηθεί.
Μικρές μαύρες τρύπες: Διασκορπισμένες σε όλο το ηλιακό μας σύστημα, υπάρχουν χιλιάδες μικρές μαύρες τρύπες που έχουν το μέγεθος ενός ατομικού πυρήνα. Ονομάζονται επίσης, κβαντικές μηχανικές μαύρες τρύπες ή μίνι μαύρες τρύπες. Πρόκειται ουσιαστικά για αρχέγονα υπολείμματα του πρώιμου σύμπαντος που επηρεάζουν τον χωροχρόνο διαφορετικά, λόγω της στενής τους σχέσης με μια πέμπτη διάσταση. Ανά τα χρόνια έχουν υπάρξει δημοφιλείς ανησυχίες σχετικά με τις μίνι τρύπες. Ανησυχίες που κυρίως αφορούν τα σενάρια για το τέλος του κόσμου. Ωστόσο, τέτοιες κβαντικές τρύπες συνήθως εξατμίζονται αμέσως, είτε εντελώς, είτε αφήνοντας ένα αδύναμο υπόλειμμα. Πολλοί επιστήμονες λένε πως δεν υπάρχουν μαύρες τρύπες.
Κοσμικό υπόβαθρο μικροκυμάτων: Πρόκειται για ένα είδος ακτινοβολίας. Μία αρχέγονη ακτινοβολία που έχει απομείνει από το Bing Bang, κατά το οποίο λένε πως δημιουργήθηκε το σύμπαν. Το συγκεκριμένο φαινόμενο εντοπίστηκε το 1960 σαν θόρυβος ραδιοφώνου που φαινόταν να προέρχεται από όλο το διάστημα. Το κοσμικό υπόβαθρο μικροκυμάτων θεωρείται ένα από τα καλύτερα αποδεικτικά στοιχεία για την θεωρία του Bing Bang. Οι πρόσφατες μετρήσεις υπολογίζουν την θερμοκρασία του στους -270 βαθμούς Κελσίου.
Σκοτεινή ύλη: Ονομάστηκε έτσι διότι δεν φαίνεται να αλληλεπιδρά με το μαγνητικό πεδίο. Αυτό σημαίνει ότι δεν απορροφά, αντανακλά ή εκπέμπει ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία και επομένως, είναι δύσκολο να εντοπιστεί. Οι επιστήμονες θεωρούν ότι η σκοτεινή ύλη αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος της ύλης στο σύμπαν. Θεωρείται πως καλύπτει περίπου το 85% της ύλης του σύμπαντος και το 27% της συνολικής πυκνότητας μάζας. Η παρουσία της υπονοείται από μια ποικιλία αστροφυσικών παρατηρήσεων. Μεταξύ αυτών είναι και οι βαρυτικές επιδράσεις της που δεν μπορούν να εξηγηθούν από τις θεωρίες της βαρύτητας, εκτός αν υπάρχει περισσότερη σκοτεινή ύλη από ότι μπορεί να φανεί. Αυτός είναι και ο λόγος που οι περισσότεροι ειδικοί πιστεύουν ότι η σκοτεινή ύλη είναι άφθονη στο σύμπαν και έχει ισχυρή επιρροή στην δομή και στην εξέλιξή του.
Εξωπλανήτες: Εξωπλανήτης θεωρείται αυτός που βρίσκεται έξω από το ηλιακό σύστημα. Τα πρώτα πιθανά στοιχεία εξωπλανητών εντοπίστηκαν το 1917 αλλά δεν είχαν αναγνωριστεί. Το 1992 έγινε η πρώτη επιβεβαίωση. Από την 1η Μαΐου του 2021 θεωρείται επίσημα πως υπάρχουν 4.719 εξωπλανήτες, σε 3.490 συστήματα, 772 από τα οποία έχουν παραπάνω από έναν πλανήτη. Μπορεί να υποτεθεί ότι υπάρχουν στον γαλαξία μας 11 εκατομμύρια δυνητικοί εξωπλανήτες κατοικήσιμου μεγέθους, όπως αυτό της Γης. Το γεγονός αυτό εντείνει τις αναζητήσεις για μια δεύτερη Γη. Οι αστρονόμοι πιστεύουν ότι η εξέλιξη της τεχνολογίας θα αποκαλύψει τελικά έναν κόσμο παρόμοιο με τον δικό μας.
Κύματα βαρύτητας: Τα κύματα βαρύτητας είναι παραμορφώσεις στον ιστό του χωροχρόνου οι οποίες προβλέπονται από την θεωρία της σχετικότητας. Τα βαρυτικά κύματα ταξιδεύουν με την ταχύτητα του φωτός στο σύμπαν. Λόγω της αδυναμίας τους, οι επιστήμονες αναμένουν να εντοπίσουν εκείνα που δημιουργήθηκαν κατά την διάρκεια κολοσσιαίων κοσμικών γεγονότων. Τα κύματα αυτά δημιουργούνται σε ένα ρευστό μέσο, ή στην διεπαφή μεταξύ δύο μέσων, όταν η δύναμη της βαρύτητας προσπαθεί να αποκαταστήσει την ισορροπία. Ένα παράδειγμα μιας τέτοιας διεπαφής είναι αυτή μεταξύ της ατμόσφαιρας και του ωκεανού, η οποία προκαλεί κύματα ανέμου. Όταν αυτά παράγονται από τον αέρα και εφάπτονται στην επιφάνεια του νερού, προκύπτουν το τσουνάμι και οι παλίρροιες των ωκεανών.
Γαλαξιακός κανιβαλισμός: Όπως συμβαίνει και στην ζωή στην Γη, οι γαλαξίες μπορούν να τρώνε ο ένας τον άλλον και να εξελίσσονται με την πάροδο του χρόνου. Η Ανδρομέδα, για παράδειγμα, τρώει ήδη έναν από τους δορυφόρους του γαλαξία. Πάνω από 12 συστάδες αστεριών είναι διάσπαρτες σε όλη την Ανδρομέδα και αποτελούν υπολείμματα προηγούμενων «γευμάτων». Η σύγκρουση της Ανδρομέδας με τον γαλαξία μας θα λάβει χώρα σε περίπου 3-4 δις χρόνια. Οι γαλαξίες όπως τους γνωρίζουμε δεν θα επιβιώσουν. Στην πραγματικότητα το ηλιακό μας σύστημα θα ξεπεράσει τον γαλαξία μας. Επί του παρόντος, η Ανδρομέδα και ο γαλαξίας απέχουν περίπου 2,5 εκατομμύρια έτη φωτός. Η κατανόηση του γαλαξιακού κανιβαλισμού βοηθάει στο να μπορέσουμε να αποκτήσουμε μεγαλύτερη εικόνα για την πιθανότητα ύπαρξης ενός άλλου πλανήτη, όπως η Γη.
Νετρίνο: Τα νετρίνα είναι ηλεκτρικά ουδέτερα, ουσιαστικά στοιχειώδη σωματίδια, χωρίς μάζα, που μπορούν να περάσουν απρόσκοπτα μίλια μόλυβδου. Μερικά από αυτά, περνούν από το σώμα μας αυτή την στιγμή. Αυτά τα σωματίδια παράγονται στις εσωτερικές πυρκαγιές των υγρών αστεριών, καθώς και από τις εκρήξεις των σουπερνόβα, των αστεριών που πεθαίνουν. Τα νετρίνα περνούν συνήθως από την κανονική ύλη χωρίς εμπόδια και ανιχνεύονται.
Quasars: Αυτοί οι φωτεινοί φάροι – πυρήνες λάμπουν από τις άκρες του φωτεινού σύμπαντος. Θυμίζουν στους επιστήμονες το νηπιακό χάος στο σύμπαν. Τα Κβάζαρ απελευθερώνουν περισσότερη ενέργεια στο σύνολο τους από ότι εκατοντάδες γαλαξίες. Είναι ένα αστρικό αντικείμενο, μία υπερμεγέθης μαύρη τρύπα, που περιβάλλεται από αέριο δίσκο αύξησης και έχει δισεκατομμύρια φορές την μάζα του Ηλίου. Η ισχύς τους είναι τεράστια και τα ισχυρά Κβάζαρ έχουν φωτεινότητα χιλιάδες φορές μεγαλύτερη από τον Γαλαξία.
Η ενέργεια του ενεργού κενού και η σκοτεινή ενέργεια: Η σκοτεινή ενέργεια φαίνεται να συνδυάζεται με το κενό του διαστήματος. Είναι μια εγγενής ιδιότητα του κενού. Δηλαδή, όσο μεγαλύτερος είναι ο όγκος του χώρου, τόσο περισσότερη είναι και η σκοτεινή ενέργεια. Το κενό αυτό στην πραγματικότητα δεν είναι κενό. Αυτό σημαίνει ότι το κενό υπόκειται σε διακυμάνσεις των πεδίων που το διαπερνούν. Η κβαντομηχανική μας λέει ότι δεν υπάρχει κενός χώρος. Ακόμη και το πιο τέλειο κενό, γεμίζει στην πραγματικότητα από ένα σύννεφο σωματιδίων τα οποία φεύγουν και ξεθωριάζουν αμέσως.
Η κλίση του Ουρανού: Πρόκειται για έναν γίγαντα αερίου του εξωτερικού ηλιακού συστήματος. Ο Ουρανός έχει μια κλίση στο πλάι και περιστρέφεται με αυτόν τον τρόπο για λόγους που οι επιστήμονες δεν μπορούν να εξηγήσουν. Μία πιθανή εξήγηση είναι ότι στα αρχαία χρόνια είχε υποστεί κάποιο είδος τιτανικών συγκρούσεων.
Τα ηφαίστεια στον Άρη: Στον πλανήτη Άρη, στο παρελθόν, κάτι προκάλεσε τον σχηματισμό και την έκρηξη τεράστιων ηφαιστείων. Το Olympus Mons, το μεγαλύτερο ηφαίστειο που έχει ανακαλυφθεί στο ηλιακό σύστημα, έχει ύψος 25 χλμ. Τα ηφαίστεια στον Άρη μπορούν να αναπτυχθούν σε τεράστια μεγέθη λόγω της βαρύτητας που είναι ασθενέστερη σε σχέση με αυτή της Γης. Υπό συζήτηση βρίσκεται το ενδεχόμενο του αν ο Άρης διαθέτει ένα παγκόσμιο τεκτονικό σύστημα πλάκας και αν είναι ενεργός.
Η Αφροδίτη και οι δυνατοί άνεμοι: Η Αφροδίτη είναι ένας πλανήτης με περιβάλλον υψηλής θερμοκρασίας και υψηλής πίεσης στην επιφάνειά του. Δέκα από τα πιο βαριά θωρακισμένα διαστημόπλοια της Σοβιετικής Ένωσης, κατάφεραν να παραμείνουν μόλις λίγα λεπτά στην επιφάνειά του, όταν προσγειώθηκαν εκεί την δεκαετία του ’70. Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι οι ανώτεροι άνεμοι του ρέουν 50 φορές πιο γρήγορα από την περιστροφή του πλανήτη. Οι άνεμοι του τυφώνα της Αφροδίτης φαίνονται να γίνονται ισχυρότεροι με την πάροδο του χρόνου.
Το μεγάλο κόκκινο σημείο του Δία συρρικνώνεται: Εκτός του ότι αποτελεί τον μεγαλύτερο πλανήτη του ηλιακού συστήματος, ο Δίας φιλοξενεί επίσης και την μεγαλύτερη καταιγίδα. Πρόκειται για το γνωστό, μεγάλο κόκκινο σημείο που έχει παρατηρηθεί από τηλεσκόπια ήδη από το 1600. Κανείς δεν ξέρει ακόμα γιατί η καταιγίδα μαίνεται εδώ και αιώνες. Τις τελευταίες δεκαετίες έχει παρατηρηθεί ένα άλλο μυστήριο, το σημείο αυτό γίνεται μικρότερο.
Ο Ποσειδώνας εκπέμπει περισσότερη θερμότητα σε σχέση με αυτήν που παίρνει από τον Ήλιο: Ο Ποσειδώνας απέχει πολύ από την Γη. Ο γαλάζιος πλανήτης εκπέμπει περισσότερη θερμότητα από ότι λαμβάνει. Είναι παράξενο, δεδομένου ότι βρίσκεται μακριά από τον Ήλιο. Οι επιστήμονες ψάχνουν την απάντηση γιατί πιστεύουν ότι η τεράστια διαφορά θερμοκρασίας θα μπορούσε να επηρεάσει τις καιρικές διαδικασίες στον πλανήτη.
Ο Ουρανός έχει ένα σπασμένο φεγγάρι: Η Miranda είναι ένα από τα πιο περίεργα φεγγάρια στο εξωτερικό ηλιακό σύστημα. Δυστυχώς, μόνο μία φορά την είδαν οι επιστήμονες, μέσω του Voyager 2 που έφτασε κοντά της το 1986. Έχει περίεργα χαρακτηριστικά, αιχμηρά όρια που χωρίζουν κορυφογραμμές, κρατήρες και άλλα. Είναι πιθανό ότι το φεγγάρι αυτό θα μπορούσε να έχει τεκτονική δραστηριότητα, αλλά το πως μπορεί να συμβαίνει αυτό σε ένα σώμα 500 χλμ., αποτελεί μυστήριο. Οι επιστήμονες δεν είναι σίγουροι για το πως προέκυψε η επιφάνειά του. Ίσως, συνθλίφθηκε και συνενώθηκε ξανά ή ίσως κάποιοι μετεωρίτες έπληξαν την επιφάνεια του και προκάλεσαν προσωρινά τήγματα.
Ο Τιτάνας έχει υγρό κύκλο: Ένα από τα πιο παράξενα φεγγάρια στο σύστημα του Κρόνου είναι ο Τιτάνας, ο οποίος φιλοξενεί έναν υγρό κύκλο που κινείται μεταξύ ατμόσφαιρας και επιφάνειας. Ο Τιτάνας έχει λίμνες γεμάτες με μεθάνιο και αιθάνιο, γεγονός που θυμίζει τα χημικά γεγονότα που συνέβαιναν στην Γη πριν εμφανιστεί ζωή.
Ο Άρης έχει ποικίλες ποσότητες μεθανίου στην ατμόσφαιρά του: Το μεθάνιο είναι μία ουσία που παράγεται από την ζωή, όπως τα μικρόβια, αλλά και από φυσικές διεργασίες, όπως η ηφαιστειακή δραστηριότητα. Το γεγονός ότι εξακολουθεί να κυμαίνεται τόσο πολύ στον Άρη, παραμένει μυστήριο. Στον συγκεκριμένο πλανήτη, έχουν βρεθεί διάφορα επίπεδα μεθανίου, γεγονός που καθιστά δύσκολη την χαρτογράφηση της προέλευσης αυτής της ουσίας.
Η εξαγωνική καταιγίδα του Κρόνου: Το βόρειο ημισφαίριο του Κρόνου μαστίζεται από μία εξαγριωμένη εξαμηνιαία καταιγίδα, που ονομάζεται «εξάγωνο». Το σχήμα της αποτελεί μυστήριο. Είναι γνωστό, ωστόσο, πως αυτό το εξάγωνο έχει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με τους τυφώνες και υπάρχει εδώ και πολλά χρόνια.
Ο πλανήτης Θεία: Οι επιστήμονες πιστεύουν πως κάποτε δεν ήμασταν οι μόνοι που βρίσκονταν σε τροχιά γύρω από τον Ήλιο. Η Γη είχε έναν όμοιο πλανήτη στο μέγεθος του Άρη που ονομαζόταν Θεία και ήταν 60 μοίρες πιο μπροστά ή πιο πίσω από τον πλανήτη μας. Πριν από περίπου 4.533 δις χρόνια, ο πλανήτης Θεία, συγκρούστηκε με την Γη. Το μεγαλύτερο μέρος αυτού του πλανήτη απορροφήθηκε. Ένα μεγάλο μέρος του, σε συνδυασμό με υλικά από τον πλανήτη μας, δημιούργησαν την Σελήνη.
Κι άλλα παράδοξα
Η μέρα δεν έχει 24 ώρες. Ο πραγματικός χρόνος που χρειάζεται ο πλανήτης για να περιστραφεί γύρω από τον άξονά του, είναι 23 ώρες, 56 λεπτά και 4 δευτερόλεπτα.
Το όνομα ‘Γη’ προέρχεται από τους Αγγλοσάξονες και συγκεκριμένα από τη λέξη «Erda» που σημαίνει έδαφος ή χώμα.
Πάνω από το 90% των ωκεανών παραμένει ανεξερεύνητο. Υπάρχουν σχεδόν 25 εκατομμύρια θαλάσσια άγνωστα είδη.
Ο Ποσειδώνας είναι τόσο ελαφρύς και αραιός που θα μπορούσε να επιπλεύσει στην επιφάνεια της θάλασσας.
Αν θέλαμε να μετρήσουμε τα αστέρια θα χρειαζόμασταν 3.000 χρόνια. Και αυτό μόνο για τα αστέρια του δικού μας Γαλαξία.
Ο Δίας περιστρέφεται τόσο γρήγορα που η διάρκεια της ημέρας του είναι μόλις 9 ώρες και 55 λεπτά.
Το Σινικό τείχος δεν είναι η μόνη ανθρώπινη κατασκευή που φαίνεται από το διάστημα. Πράγματα που έχουν χρωματισμούς σε αντίθεση με το έδαφος φαίνονται εξίσου καλά, ίσως και περισσότερο.
Ο William Herschel που ανακάλυψε τον πλανήτη Ουρανό, πίστευε πως κάτω από τα υποτιθέμενα Ηλιακά φωτεινά νέφη υπήρχε ένα προστατευτικό στρώμα. Κάτω απ’ αυτό υπήρχαν χαρούμενα ανθρωποειδή πλάσματα.
Ο Harlow Shapley μίλησε εκ μέρους πολλών αστρονόμων όταν το 1920 δήλωσε πως μακρινοί γαλαξίες δεν υπάρχουν. Όλα αυτά τα σπειροειδή αντικείμενα, επέμενε, είναι απλά μικρά κοντινά νέφη αερίων.
Η περίεργη κίνηση του Ποσειδώνα έκανε τους επιστήμονες να ψάχνουν για τον μυστηριώση Πλανήτη-Χ για περίπου μισό αιώνα. Ο Πλούτωνας που ανακαλύφθηκε αργότερα, δεν ήταν αυτός που έψαχναν. Ο Πλανήτης-Χ ήταν φανταστικός. Οι ιδιαιτερότητες του Ποσειδώνα ήταν απλά ένα λάθος.
Το 340 π.κ.ε. ο Ηρακλείδης είπε πως ο πλανήτης μας περιστρέφεται. Η ιδέα του ήταν απορριπτέα για περίπου 2.000 χρόνια. «Αν η Γη περιστρεφόταν», έλεγαν οι ανόητοι, «όταν κάποιος πηδήξει, θα προσγειωθεί σε διαφορετικό μέρος».
Ο κατάλογος με τα «σίγουρα» αντικείμενα, τα οποία όμως δεν υπάρχουν, είναι ατελείωτος. Οι αστρονόμοι του 10ου αιώνα δήλωναν πως τα νεφελώματα αποτελούνται από μια εξωτική ουσία με το όνομα «nebulium» (σε ελεύθερη μετάφραση: «νεφέλιουμ»).
Οι άνθρωποι πίστευαν πως η Αφροδίτη είναι ένα όμορφο και άνετο μέρος. Και μέχρι περίπου δώδεκα χρόνια πριν, όλοι οι αστρονόμοι ήξεραν πως η διαστολή του Σύμπαντος μειωνόταν.
Ο Αριστοτέλης έλεγε πως η Γη είναι το κέντρο του Σύμπαντος. Ο Νεύτωνας πίστευε στην αλχημεία. Ο Κέπλερ στην αστρολογία. Ο Αϊνστάιν λανθασμένα απέρριψε τις περίεργες ιδιότητες των ζευγών σωματιδίων. Ο Χόκινγκ είπε πως ο χρόνος μπορεί να πάει προς τα πίσω, αλλά αργότερα άλλαξε γνώμη σαν να ήθελε να αποδείξει πως αυτό γίνεται.
Καθώς οι επιστήμες εξελίσσονται με φρενήρη ρυθμό, πολλοί λένε πως δεν θα αργήσει η εποχή που θα βρεθεί μια «Ενοποιημένη Θεωρία των Πάντων». Το πιο πιθανό είναι πως η γνώση θα αποκτάται με εκρήξεις και παρακάμψεις θεωριών. Τα λάθη και οι ψευδαισθήσεις θα συνεχίσουν να υφίστανται ως μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας. Και τα παιδιά θα μεγαλώσουν μαθαίνοντας πως μερικές από τις τωρινές ιερές ‘βεβαιότητες’ θα διαλυθούν όπως κάθε βεβαιότητα που σέβεται τον εαυτό της…
Αριστοτέλης: γιατί οι άνθρωποι φιλοσοφούν;
Διὰ γὰρ τὸ θαυμάζειν οἱ ἄνθρωποι …ἤρξαντο φιλοσοφεῖν
§1
Ο Πλάτων στον Θεαίτητο 155d γράφει τα εξής για την αρχή της φιλοσοφίας:
«Ο Θεόδωρος λοιπόν, φίλε μου, φαίνεται πως δεν μάντεψε άσχημα τη φύση σου. Γιατί ο φιλόσοφος διακρίνεται κατ’ εξοχήν για τούτο το πάθος, δηλ. για την απορία και τον θαυμασμό. Και δεν υπάρχει άλλη αρχή της φιλοσοφίας παρά αυτή».
Ο Αριστοτέλης, ακολουθώντας ουσιαστικά κατά γράμμα την ως άνω άποψη του Πλάτωνα ως προς την αναζήτηση της αρχής του φιλοσοφείν, αποφαίνεται ως ακολούθως:
«Γιατί, όπως και τώρα, οι άνθρωποι άρχισαν να φιλοσοφούν από έκπληξη και θαυμασμό. Στην αρχή θεώρησαν άξια θαυμασμού τα παράξενα της καθημερινής ζωής και προχωρώντας σιγά σιγά κατ’ αυτόν τον τρόπο άρχισαν να εκφράζουν τον προβληματισμό τους και για τα πιο σπουδαία … Αλλ’ αυτός που απορεί και θαυμάζει αναγνωρίζει ότι έχει άγνοια (γι’ αυτό και όποιος αγαπά τους μύθους είναι κατά κάποιο τρόπο και φιλόσοφος· διότι οι μύθοι συντίθενται από γεγονότα θαυμάσια)».
Πώς νοείται αυτό το πάθος του ανθρώπου, δηλ. το θαυμάζειν, ως αρχή της φιλοσοφίας; Νοείται ως εξής: ο άνθρωπος έχει εκ φύσεως το πάθος να γνωρίζειꞏ και τούτο το πάθος προέρχεται από την ικανότητά του να εκπλήσσεται, να απορεί και να ζητεί να μάθει για τον κόσμο. Αυτή την ικανότητα τη διαθέτει μόνο ο άνθρωπος και κανένα άλλο ον, γιατί σκέπτεται. Επειδή ακριβώς σκέπτεται, είναι και το μοναδικό ον που έχει θρησκεία.
§2
Ο Αριστοτέλης αναρωτιέται σχετικά με το τι ωθεί τον άνθρωπο να επιχειρήσει μια φιλοσοφική και επιστημονική διερεύνηση, προκειμένου να συγκροτήσει μια γνώση του σύμπαντος κόσμου. Είναι απαραίτητο να περιγράψει κανείς το πεδίο, στο οποίο εκτείνονται οι διάφορες επιστήμες, όπως τα μαθηματικά, η φυσική ή η πρώτη φιλοσοφία. Ο Αριστοτέλης την ονόμασε πρώτη φιλοσοφία, επειδή πρόκειται για την επιστήμη, που κατέχει την πρώτη θέση από άποψη αξιωματικής αρχής και έχει προτεραιότητα έναντι όλων των άλλων επιστημών. Ασχολείται με τις ύψιστες και πιο γενικές/καθολικές γνώσεις απ’ ό,τι οι άλλες επιστήμες. Αυτές-εδώ συμβαίνει πράγματι να περιορίζονται σε έναν ορισμένο τομέα γνώσης, π.χ. τα μαθηματικά στον τομέα των μαθηματικών αντικειμένων, η φυσική στον αντίστοιχο των φυσικών φαινομένων κ.λπ. Απεναντίας, η πρώτη φιλοσοφία, δηλαδή η μεταφυσική, συνδέει τη λειτουργία της με τον καθορισμό των πρωταρχικών αληθειών, από τις οποίες εκκινώντας μπορεί να δομήσει το σύνολο της γνώσης και να συλλάβει τις καθολικές πραγματικότητεςꞏ να ερευνήσει και να γνωρίσει ολόκληρη την πραγματικότητα, ανάγοντας την εννοιολογική της θεμελίωση, την ενότητά της, στις πρώτες αρχές και τα αίτια, δυνάμει των οποίων καθίσταται δυνατή η ύπαρξη όλων των άλλων όντων. Ο Αριστοτέλης της έδωσε επίσης το όνομα θεολογία, επειδή ανήκει στο πεδίο της και η αναζήτηση της πρώτης αρχής των όντων, που είναι ο θεός. Μεταφυσική ονομάστηκε από μεταγενέστερους φιλοσόφους, λόγω της ενασχόλησής της με τις πέραν της φύσεως υπεραισθητές αρχές των όντων.
§3
Η φιλοσοφική έρευνα δεν συνδέεται με την αναγκαιότητα της βιολογικής ζωής, αλλά προχωρεί πέρα από τις κοινές αντιλήψεις που ισχύουν στο επίπεδο της καθημερινής πραγματικότητας. Στη συνάφεια τούτη, ο Αριστοτέλης διερωτάται από πού προέρχεται η σωστή επιθυμία των ανθρώπων να καθιδρύσουν μια καθολική γνώση του κόσμου, ακόμη δε περισσότερο με δεδομένο ότι αυτή η γνώση δεν επιζητείται χάριν κάποιας χρησιμότητας παρά είναι ένα είδος αυτοσκοπού: η γνώση για τη γνώση. Το πάθος έτσι για τη γνώση είναι ένα πάθος καθαρά πνευματικής ή ορθολογικής ενόρμησης. Γι’ αυτό ανάγει την προέλευσή του στο ιδιαίτερο συναίσθημα της έκπληξης και του θαυμασμούꞏ αρχίζει δε να γίνεται αληθινή φιλοσοφική πράξη, όταν οι άνθρωποι έχουν ικανοποιήσει τις άμεσες ανάγκες τους. Αλλά τι εκφράζει τούτη η έκπληξη; Εκφράζει, πριν απ’ όλα, το γεγονός ότι οι άνθρωποι ευχαριστούνται να ανακαλύπτουν νέα πράγματα. Πρόκειται για την ευχαρίστηση, που έχουν όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με το απροσδόκητο, το νέο, το καινοτόμο, το ανεξήγητο. Όσο πιο πολύ οι άνθρωποι βιώνουν το ανεξήγητο, τόσο πιο ενεργά ωθούνται στο να εξηγήσουν και να κατανοήσουν το φαινόμενο που τους εκπλήσσει. Το φαινόμενο, συνακόλουθα, που μας εκπλήσσει είναι το θέατρο της ύπαρξής μας, το θέαμα που μας δίνει ο κόσμος και το οποίο γίνεται αντικείμενο ενατένισης και θαυμασμού. Γίνεται ένα τέτοιο αντικείμενο ενατένισης, επειδή στις αισθήσεις μας παρουσιάζει μια ομορφιά και μια μορφή αρμονίας.
§4
Είναι αλήθεια πως ο κόσμος παρουσιάζει μια μεγάλη ποικιλία φαινομένων και όντων που αψηφούν την ανθρώπινη γνώση. Έτσι, ο άνθρωπος χρειάζεται, βήμα προς βήμα, να προχωρεί ανοδικά από πρόβλημα σε πρόβλημα μέχρι να φτάσει στα ερωτήματα που είναι πιο απομακρυσμένα από ζωτικές ανάγκες, όπως αυτά που σχετίζονται με την προέλευση του σύμπαντος, την κίνηση και τη φύση των άστρων κ.λπ. Για παράδειγμα, η αστρονομική εμπειρία δείχνει την κανονικότητα των ουράνιων κινήσεων, δείχνει την ομορφιά των φωτεινών και μακρινών όντων που οι άνθρωποι συχνά έχουν μπερδέψει με θεούς. Αυτός ο έναστρος ουρανός ξεδιπλώνεται σαν μια κοσμική αρμονία και προσφέρει στον άνθρωπο ένα θέαμα που τον γεμίζει με θαυμασμό και έκπληξη με τέτοιο τρόπο, που ο άνθρωπος να μην μπορεί παρά να θέλει να το γνωρίσει και να το εξηγήσει με ορθολογισμό. Φυσικά, αυτή η μεταφυσική αμφισβήτηση αναπτύσσεται μόνο αφού ικανοποιηθούν οι πρώτες ανθρώπινες ανάγκες. Η ανθρώπινη γνώση ακολουθεί προοδευτικά στάδια: ξεκινά με την ανακάλυψη τεχνών χρήσιμων για την επιβίωση και τελειώνει με τις πιο αφηρημένες έννοιες και επιστήμες.
§5
Αυτό που θα μπορούσε κανείς να πει εν κατακλείδι είναι ότι αυτή η απόλαυση της γνώσης προϋποθέτει την υλοποίηση ενός σε βάθος αναστοχασμού, η αφετηρία του οποίου βρίσκεται στην αμφισβήτηση. Η αμφισβήτηση είναι ένα προκαταρκτικό βήμα για να γνωρίζει κανείς τα πάντα. Γιατί η αμφισβήτηση, όπως και η κατάπληξη, προϋποθέτει προηγούμενη αναγνώριση της άγνοιάς του. Η έκπληξη συνδέεται με την παρατήρηση ενός απροσδόκητου και άγνωστου γεγονότος. Συνδέεται επομένως με αμφισβήτηση. Επιπλέον, εάν ο άνθρωπος λανθασμένα πιστεύει ότι έχει γνώση του σύμπαντος, δεν θα αναλάβει ποτέ να ερευνήσει περαιτέρω, αλλά θα αρκείται στις δικές του πεποιθήσεις και απόψεις χωρίς ποτέ να τις θέσει εκ νέου σε έλεγχο ή να τις αμφισβητήσει. Στη συνάφεια τούτη πώς κατανοείται η έκπληξη φιλοσοφικά όπως και η άγνοια; Συνήθως, η έκπληξη παραπέμπει σε μια κατάσταση βίαιου αιφνιδιασμού μπροστά σε ένα γεγονός που δεν είναι συνηθισμένο. Εδώ, πιο συγκεκριμένα, ο Αριστοτέλης την εννοεί ως τη φιλοσοφική στάση που συνίσταται στην αμφισβήτηση του συνηθισμένου νοήματος του κόσμου γύρω μας, προκειμένου να τον κατανοήσουμε στην ουσία του. Κατά έναν παρόμοιο περίπου τρόπο, η άγνοια δεν υποδηλώνει μόνο έλλειψη γνώσης, αλλά πάνω από όλα την άκριτη στάση του νου, που συνίσταται στο να πιστεύουμε ότι κατέχουμε τη γνώση χωρίς να αμφισβητούμε την εγκυρότητα των απόψεών μας. Υπό αυτή την έννοια, η άγνοια σχετίζεται με μια ψευδαίσθηση: να πιστεύουμε ψευδώς ότι έχουμε γνώση ενώ δεν έχουμε. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η μη αναγνώριση της άγνοιας εμποδίζει οποιαδήποτε ανάπτυξη της σκέψης.
Nietzsche: φιλοσοφία και ζωή
Ο ηρωικός άνθρωπος ενάντια στον αμόρφωτο ψευτοδιανοητή της εποχής
§1
Ο ίδιος ο Νίτσε γράφει για το εν λόγω έργο του:
«φέρνει στο φως το επικίνδυνο, το διαβρωτικό και δηλητηριώδες για τη ζωή στοιχείο που ενυπάρχει στη μέθοδο της επιστημονικής μας ενασχόλησης: η ζωή είναι άρρωστη από την απάνθρωπη δράση αυτής της μηχανής και του μηχανισμού, από την ‘‘έλλειψη προσωπικότητας’’ του εργάτη, από την ψεύτικη οικονομία της ‘‘κατανομής της εργασίας’’. Ο σκοπός, που είναι ο πολιτισμός, έχει χαθεί: –το μέσο, η σύγχρονη επιστημονική ενασχόληση, έχει εκβαρβαριστεί… Σε τούτο το δοκίμιο η ‘‘ιστορική αίσθηση’’, για την οποία είναι τόσο περήφανος ο αιώνας μας, αναγνωρίζεται για πρώτη φορά ως αρρώστια, ως τυπικό σύμπτωμα της κατάπτωσης…».
Ποια είναι η πεμπτουσία αυτής της αποτίμησης; Εν ολίγοις: η μορφωτική δραστηριότητα, που επιχειρούν οι μηχανισμοί των θεσμών να καθιερώσουν με τη μάσκα της επιστημοσύνης, είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από πραγματική επιστήμη και αντίστοιχη καλλιέργεια των νέων. Περιεχόμενα, μορφές και μέθοδοι μιας τέτοιας δραστηριότητας –με απρόσωπη και γι’ αυτό απάνθρωπη εξειδίκευση, με αποστεωμένο υλικό και με μεθοδολογία δολοφονική για τα δημιουργικά ένστικτα του ανθρώπου– καταληστεύουν τον εσωτερικό του πλούτο και δηλητηριάζουν τη ζωή του παρόντος. Κάθε αληθινή αξία μεταποιείται από το «κοσμοπολίτικο καρναβάλι» των προσκυνημένων διανοουμένων σε πολιτική ιδεολογία, υπό την κατίσχυση της οποίας χαράσσονται ιδιοτελώς πια όχι μόνο οι εκάστοτε πολιτικές κατευθύνσεις, αλλά και όλες όσες αφορούν τη μελέτη της ιστορίας, την τέχνη και κάθε είδους πνευματική απασχόληση.
§2
Το υπό συζήτηση έργο χαρακτηρίζεται από τον ίδιο το φιλόσοφο ως παράκαιρο. Υπό ποια έννοια παράκαιρο; Υπό την έννοια ότι μάχεται κυριολεκτικά ενάντια στο πνεύμα της εποχής του, ενάντια σ’ αυτό που η τελευταία θεωρεί ως το μέγιστο αγαθό της: την ιστορική παιδεία. Όχι όμως γενικά την ιστορική παιδεία, αλλά τον ελλειμματικό τρόπο, με τον οποίο μελετάται το παρελθόν σε βάρος της ζωής του παρόντος και καταπνίγει την «πλαστική δύναμη ενός ανθρώπου, ενός λαού, ενός πολιτισμού» δηλαδή τον εμποδίζει να αναπτύσσεται σύμφωνα με τη δική του φύση, με την εσωτερική του παρόρμηση. Μέσα από τις σχετικές αναπτύξεις του, ο Νίτσε άτυπα, αλλά ουσιαστικά μας προσφέρει ένα είδος φιλοσοφίας της ιστορίας, που έχει ωστόσο ως υπόβαθρο μια εμπνευσμένη φιλοσοφία της ζωής. Βάση της τελευταίας είναι η δημιουργική ανάπτυξη του ενστίκτου του ανθρώπου και δη του νέου ανθρώπου, για τον οποίο προέχει το ποιητικό νόημα της άμεσης ζωής. Αυτό το νόημα τον μετα-μορφώνει σε ελεύθερο και καλλιεργημένο ζωντανό ον, που δεν στέργει να το συνθλίβει το καταθλιπτικό περιβάλλον της λογιοσύνης: «ο προπετής και νεόκοπος σοφός, που φλυαρεί για το κράτος, την εκκλησία και την τέχνη … το άπληστο στομάχι, που όμως δεν ξέρει τι είναι αληθινή πείνα και δίψα». Από τέτοιους προπετείς και νεόκοπους γραφειοκράτες, πρώην αφισοκολλητές με χάρτινα μυαλά και νυν χορτασμένα στομάχια φλυαρούντα αδιάντροπα για την πείνα και τη δίψα των άλλων, έχει πλημμυρίσει το κοινωνικό-πολιτικό σώμα της Ελλάδας.
§3
Ο στοχασμός, για τον Νίτσε, είναι κάτι περισσότερο από μια εξωτερική κατοχή ιδεών και πληροφοριακών γνώσεων, έστω και με άριστο τρόπο δομημένων. Ουσιαστικά σχετίζεται εγγενώς με το Είναι του ανθρώπου και πιο συγκεκριμένα, πρωτίστως, με το ζωντανό του σώμα. Ο άνθρωπος που σκέπτεται είναι σώμα μαζί και ψυχή:
«‘‘Σώμα είμαι και ψυχή’’ –έτσι μιλά το παιδί . Και γιατί να μη μιλήσουμε σαν τα παιδιά; Μα εκείνος που ξύπνησε, εκείνος που ξέρει, λέει: σώμα είμαι πέρα για πέρα, και τίποτε άλλο πέρα από σώμαˑ και ψυχή είναι μόνο μια λέξη για ένα κάτι του σώματος. Το σώμα είναι ένας μεγάλος ορθός λόγος, μια πολλότητα με Ένα νόημα, ένας πόλεμος και μια ειρήνη, ένα κοπάδι και ένας βοσκός. Όργανο του σώματός σου είναι και ο μικρός ορθός λόγος σου, αδελφέ μου, που ‘‘πνεύμα’’ τον ονομάζεις, ένα μικρό εργαλείο και παιχνίδι του μεγάλου ορθού λόγου σου».
Με τούτα τα λόγια μας προ-ειδοποιεί ο Νίτσε πως οι διάφορες ιδέες, πεποιθήσεις, γνώμες μπορούν να αλλάζουν, όπως αλλάζει κανείς κάλτσεςˑ η αληθινή όμως φιλοσοφική γνώση δεν είναι κάτι που απλώς μπορεί να κατέχει κανείς, αλλά εκείνο που συνυφαίνεται με αυτό τούτο το Είναι μας. Η αυθεντική φιλοσοφική γνώση, ως εκ τούτου, είναι η ατμομηχανή της ζωής στο εκάστοτε παρόν. Τούτο σημαίνει περαιτέρω πως η αφηρημένη γνώση –και τέτοια διαθέτει ακόμη και ο τελευταίος ατάλαντος θορυβοποιός της μαζικής κουλτούρας– για το ένα ή το άλλο πράγμα, ας πούμε για την οικονομία, για την ιστορία ή για τη θρησκεία κ.λπ., στην πράξη δεν είναι κάτι, για το οποίο πρέπει να υπερηφανεύεται το ανθρώπινο ον, καθώς σκοτώνει τα ζωντανά του κύτταρα. Μια τέτοια γνώση αρχίζει να είναι αληθινή γνώση, δηλαδή γνώση στην υπηρεσία της ζωής, εφόσον αποτελεί τη βάση, αλλά και τον λόγο, για τον οποίο το ανθρώπινο άτομο μπορεί να βιώνει, πρώτα-πρώτα, έναν ολόκληρο κόσμο. Εδώ ο Νίτσε συναντιέται με τον Πλάτωνα. Για τον τελευταίο, το γεγονός της γνώσης είναι εγγενές στοιχείο της ζωντανής ύπαρξης του ανθρώπου. Εδώ εν-τοπίζεται ορισμένως και το ηρωικό στοιχείο του σύγχρονου ανθρώπου: εάν από παντού τον περικυκλώνουν συρματοπλέγματα μιας σκοταδιστικής παιδείας, ενός βάρβαρου πολιτισμού και του στερούν τη δύναμη να βρίσκει τον εαυτό του μέσα στην κατάφαση της παροντικής ζωής, τότε πρέπει να αγωνίζεται ενάντια στην εποχή του:
«Με καμιά εκατοστή τέτοιους ανθρώπους, που έχουν ανατραφεί με μη-νεωτερικό τρόπο, δηλαδή έχουν γίνει ώριμοι και έχουν εθίσει στο ηρωικό, θα μπορούσε κανείς τώρα να καθηλώσει όλη αυτή τη θορυβώδη ψευτο-παιδεία της εποχής σε αιώνια σιωπή».
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΙΣΟΚΡ 15.75–85
Ο Ισοκράτης προσπάθησε να ανασκευάσει τις κατηγορίες όσων υποστήριζαν ότι διέφθειρε τους νέους διδάσκοντάς τους να κερδίζουν τους δικαστικούς αγώνες με αθέμιτο τρόπο. Υποστήριξε, λοιπόν, ότι ο ίδιος επιδιδόταν στη συγγραφή ενός άλλου είδους λόγων, με συμβουλευτικό και επιδεικτικό περιεχόμενο. Ως τεκμήρια αυτού του ισχυρισμού παρέθεσε αποσπάσματα από τρεις λόγους του, τον Πανηγυρικό, τον Περί Ειρήνης και τον Προς Νικοκλέα. Και συνεχίζει:
[75] Εἶπον δέ που, πρὶν ἀναγιγνώσκεσθαι τούτους, ὡς
ἄξιος εἴην οὐ μόνον, εἰ βλαβεροῖς χρῶμαι τοῖς λόγοις,
δοῦναι δίκην ὑμῖν, ἀλλ’ εἰ μὴ τοιούτοις οἵοις οὐδεὶς ἄλλος,
τῆς μεγίστης τυχεῖν τιμωρίας. εἴ τινες οὖν ὑμῶν ὑπέλαβον
τότε λίαν ἀλαζονικὸν εἶναι καὶ μέγα τὸ ῥηθέν, οὐκ ἂν
δικαίως ἔτι τὴν γνώμην ταύτην ἔχοιεν· οἶμαι γὰρ ἀπο-
δεδωκέναι τὴν ὑπόσχεσιν καὶ τοιούτους εἶναι τοὺς λόγους
τοὺς ἀναγνωσθέντας οἵους περ ἐξ ἀρχῆς ὑπεθέμην.
[76] βούλομαι δ’ ὑμῖν διὰ βραχέων ἀπολογήσασθαι περὶ
ἑκάστου, καὶ ποιῆσαι μᾶλλον ἔτι καταφανὲς ὡς ἀληθῆ καὶ
τότε προεῖπον καὶ νῦν λέγω περὶ αὐτῶν.
Καὶ πρῶτον μὲν ποῖος γένοιτ’ ἂν λόγος ὁσιώτερος ἢ
δικαιότερος τοῦ τοὺς προγόνους ἐγκωμιάζοντος ἀξίως τῆς
ἀρετῆς τῆς ἐκείνων καὶ τῶν ἔργων τῶν πεπραγμένων
αὐτοῖς; [77] ἔπειτα τίς ἂν πολιτικώτερος καὶ μᾶλλον πρέ-
πων τῇ πόλει τοῦ τὴν ἡγεμονίαν ἀποφαίνοντος ἔκ τε τῶν
ἄλλων εὐεργεσιῶν καὶ τῶν κινδύνων ἡμετέραν οὖσαν
μᾶλλον ἢ Λακεδαιμονίων; ἔτι δὲ τίς ἂν περὶ καλλιόνων
καὶ μειζόνων πραγμάτων τοῦ τοὺς Ἕλληνας ἐπί τε τὴν
τῶν βαρβάρων στρατείαν παρακαλοῦντος καὶ περὶ τῆς
πρὸς ἀλλήλους ὁμονοίας συμβουλεύοντος;
[78] Ἐν μὲν τοίνυν τῷ πρώτῳ λόγῳ περὶ τούτων
τυγχάνω διειλεγμένος, ἐν δὲ τοῖς ὑστέροις περὶ ἐλαττό-
νων μὲν ἢ τηλικούτων, οὐ μὴν περὶ ἀχρηστοτέρων οὐδ’
ἧττον τῇ πόλει συμφερόντων. γνώσεσθε δὲ τὴν δύναμιν
αὐτῶν, ἢν παραβάλλητε πρὸς ἕτερα τῶν εὐδοκιμούντων
καὶ τῶν ὠφελίμων εἶναι δοκούντων.
[79] Οἶμαι δὴ πάντας ἂν ὁμολογῆσαι τοὺς νόμους
πλείστων καὶ μεγίστων ἀγαθῶν αἰτίους εἶναι τῷ βίῳ
τῶν ἀνθρώπων· ἀλλ’ ἡ μὲν τούτων χρῆσις τοῦτ’ ὠφελεῖν
μόνον πέφυκεν, τὰ κατὰ τὴν πόλιν καὶ τὰ συμβόλαια τὰ
γιγνόμενα πρὸς ἡμᾶς αὐτούς· εἰ δὲ τοῖς λόγοις πείθοισθε
τοῖς ἐμοῖς, ὅλην τὴν Ἑλλάδα καλῶς ἂν διοικοῖτε καὶ
δικαίως καὶ τῇ πόλει συμφερόντως. [80] χρὴ δὲ τοὺς νοῦν
ἔχοντας περὶ ἀμφότερα μὲν ταῦτα σπουδάζειν, αὐτοῖν δὲ
τούτοιν τὸ μεῖζον καὶ τὸ πλέονος ἄξιον προτιμᾶν, ἔπειτα
κἀκεῖνο γιγνώσκειν, ὅτι νόμους μὲν θεῖναι μυρίοι καὶ τῶν
ἄλλων Ἑλλήνων καὶ τῶν βαρβάρων ἱκανοὶ γεγόνασιν, εἰπεῖν
δὲ περὶ τῶν συμφερόντων ἀξίως τῆς πόλεως καὶ τῆς Ἑλ-
λάδος οὐκ ἂν πολλοὶ δυνηθεῖεν.
[81] Ὧν ἕνεκα τοὺς ἔργον ποιουμένους τοὺς τοιού-
τους λόγους εὑρίσκειν τοσούτῳ χρὴ περὶ πλείονος ποι-
εῖσθαι τῶν τοὺς νόμους τιθέντων καὶ γραφόντων, ὅσῳ
πέρ εἰσι σπανιώτεροι καὶ χαλεπώτεροι καὶ ψυχῆς φρο-
νιμωτέρας δεόμενοι τυγχάνουσιν, ἄλλως τε δὴ καὶ νῦν.
[82] ὅτε μὲν γὰρ ἤρχετο τὸ γένος τὸ τῶν ἀνθρώπων
γίγνεσθαι καὶ συνοικίζεσθαι κατὰ πόλεις, εἰκὸς ἦν παρα-
πλησίαν εἶναι τὴν ζήτησιν αὐτῶν· ἐπειδὴ δ’ ἐνταῦθα προ-
εληλύθαμεν ὥστε καὶ τοὺς λόγους τοὺς εἰρημένους καὶ
τοὺς νόμους τοὺς κειμένους ἀναριθμήτους εἶναι, καὶ τῶν
μὲν νόμων ἐπαινεῖσθαι τοὺς ἀρχαιοτάτους, τῶν δὲ λόγων
τοὺς καινοτάτους, οὐκέτι τῆς αὐτῆς διανοίας ἔργον ἐστίν,
[83] ἀλλὰ τοῖς μὲν τοὺς νόμους τιθέναι προαιρουμένοις
προὔργου γέγονε τὸ πλῆθος τῶν κειμένων (οὐδὲν γὰρ
αὐτοὺς δεῖ ζητεῖν ἑτέρους, ἀλλὰ τοὺς παρὰ τοῖς ἄλλοις
εὐδοκιμοῦντας πειραθῆναι συναγαγεῖν, ὃ ῥᾳδίως ὅστις ἂν
οὖν βουληθεὶς ποιήσειε), τοῖς δὲ περὶ τοὺς λόγους
πραγματευομένοις διὰ τὸ προκατειλῆφθαι τὰ πλεῖστα
τοὐναντίον συμβέβηκε· λέγοντες μὲν γὰρ ταὐτὰ τοῖς
πρότερον εἰρημένοις ἀναισχυντεῖν καὶ ληρεῖν δόξουσι,
καινὰ δὲ ζητοῦντες ἐπιπόνως εὑρήσουσι. διόπερ ἔφα-
σκον ἀμφοτέροις μὲν ἐπαινεῖσθαι προσήκειν, πολὺ δὲ
μᾶλλον τοῖς τὸ χαλεπώτερον ἐξεργάζεσθαι δυναμένοις.
[84] Ἀλλὰ μὴν καὶ τῶν ἐπὶ τὴν σωφροσύνην καὶ τὴν
δικαιοσύνην προσποιουμένων προτρέπειν ἡμεῖς ἂν ἀληθέ-
στεροι καὶ χρησιμώτεροι φανεῖμεν ὄντες. οἱ μὲν γὰρ
παρακαλοῦσιν ἐπὶ τὴν ἀρετὴν καὶ τὴν φρόνησιν τὴν ὑπὸ
τῶν ἄλλων μὲν ἀγνοουμένην, ὑπ’ αὐτῶν δὲ τούτων ἀντιλε-
γομένην, ἐγὼ δ’ ἐπὶ τὴν ὑπὸ πάντων ὁμολογουμένην·
[85] κἀκείνοις μὲν ἀπόχρη τοσοῦτον, ἢν ἐπαγαγέσθαι τινὰς
τῇ δόξῃ τῇ τῶν ὀνομάτων δυνηθῶσιν εἰς τὴν αὑτῶν ὁμιλίαν,
ἐγὼ δὲ τῶν μὲν ἰδιωτῶν οὐδένα πώποτε φανήσομαι παρα-
καλέσας ἐπ’ ἐμαυτόν, τὴν δὲ πόλιν ὅλην πειρῶμαι πείθειν
τοιούτοις πράγμασιν ἐπιχειρεῖν, ἐξ ὧν αὐτοί τ’ εὐδαιμονή-
σουσι καὶ τοὺς ἄλλους Ἕλληνας τῶν παρόντων κακῶν
ἀπαλλάξουσι.
Είπον δε προτού αναγνωσθούν οι λόγοι ούτοι, ότι ήμην άξιος όχι μόνον να τιμωρηθώ από σας, εάν οι λόγοι μου είναι βλαβεροί, αλλά και εάν δεν ήσαν ανώτεροι των λόγων των άλλων, να τιμωρηθώ με την μεγίστην τιμωρίαν. Εάν μεν λοιπόν μερικοί από σας ενόμισαν ότι είναι πολύ αλαζονικοί οι λόγοι μου και πλήρεις κομπορρημοσύνης, δεν θα έχουν σήμερον την γνώμην ταύτην, διότι νομίζω ότι εξεπλήρωσα την υπόσχεσίν μου και ότι οι αναγνωσθέντες λόγοι μου είναι τοιούτοι οποίους εξ αρχής παρουσίασα αυτούς. Εν τούτοις θέλω να απολογηθώ συντομώτατα δι' έκαστον τούτων και να κάμω ακόμη περισσότερον καταφανές ότι και πρότερον και τώρα λέγω την αλήθειαν περί αυτών. Και πρώτον μεν ποίος λόγος δύναται να γίνει ευσεβέστερος και δικαιότερος παρά εκείνος ο οποίος επαινεί τους προγόνους κατά τρόπον άξιον της ανδρείας των και των κατορθωμάτων αυτών; Έπειτα ποίος δύναται να είναι πατριωτικώτερος και περισσότερον αρμόζων εις την πόλιν από εκείνον ο οποίος αποδεικνύει ότι η ηγεμονία είναι μάλλον ιδική μας παρά των Λακεδαιμονίων σύμφωνα προς τας ευεργεσίας μας προς την Ελλάδα και τους κινδύνους που υπέστημεν. Προσέτι ποίος λόγος περί καλυτέρων και σημαντικωτέρων πραγμάτων συμβουλεύει τους έλληνας από εκείνον, ο οποίος τους προτρέπει εις την εκστρατείαν εναντίον των βαρβάρων και τους συμβουλεύει να ομονοούν μεταξύ των; Εις μεν λοιπόν τον πρώτον λόγον αυταί είναι αι ιδέαι που εκθέτω, εις τους επομένους ομιλώ περί ζητημάτων μικροτέρας μεν σημασίας και όχι τόσον μεγάλης, αλλ' όχι ολιγώτερον ωφελίμων, ούτε ολιγώτερον συμφώνων προς τα συμφέροντα της πόλεως. Θα αναγνωρίσετε δε την σημασίαν αυτών, αν τους παραβάλετε προς άλλα έργα ονομαστά και τα οποία θεωρούνται ωφέλιμα.
Νομίζω λοιπόν ότι όλοι μεν ήθελον συμφωνήσει ότι οι νόμοι είναι αίτιοι πλείστων και μεγίστων αγαθών διά την ζωήν των ανθρώπων· αλλ' η φύσις των νόμων είναι τοιαύτη ώστε η χρήσις τούτων εις τούτο μόνον ωφελεί, δηλαδή εις τας υποθέσεις της πόλεως και τας μεταξύ σας σχέσεις· εάν δε ηθέλετε πεισθή εις τους λόγους μου, ηθέλετε διοικεί ολόκληρον την Ελλάδα καλώς και συμφώνως προς το συμφέρον της πόλεως. Πρέπει δε οι σώφρονες άνθρωποι να φροντίζουν και διά τα δύο ταύτα, να προτιμούν δε από αυτά το σπουδαιότερον και το μεγαλυτέρας αξίας, έπειτα δε και εκείνο να γνωρίζουν, ότι νόμους μεν πάρα πολλοί και από τους Έλληνας και από τους βαρβάρους είναι ικανοί να θέσουν, αλλ' ολίγοι ήθελον δυνηθή να ομιλήσουν κατά τρόπον άξιον προς τα συμφέροντα της πόλεως και της Ελλάδος. Ένεκα τούτων οι άνθρωποι, οι οποίοι έχουν ως έργον των να ευρίσκουν τοιούτους λόγους, πρέπει να απολαύουν τόσον μεγαλυτέραν εκτίμησιν από εκείνους, οι οποίοι προτείνουν και καταστρώνουν τους νόμους, όσον τα έργα των είναι σπανιώτερα, δυσκολώτερα να συντεθούν και απαιτούν μεγαλυτέρας πνευματικάς ικανότητας, και μάλιστα σήμερον. Διότι ότε μεν ήρχιζε το ανθρώπινον γένος να γίγνεται και να συνοικίζεται κατά πόλεις, ήτο φυσικόν να ζητώνται εξ ίσου και τα δύο ταύτα· επειδή όμως έχομεν φθάσει εις τοιούτον σημείον, ώστε και οι λόγοι όσοι έχουν λεχθή και οι νόμοι όσοι έχουν τεθή να είναι αναρίθμητοι, και εκ των νόμων μεν να επαινώνται οι αρχαιότατοι, εκ των λόγων δε οι νεώτατοι, τα δύο ταύτα δεν είναι πλέον έργον της αυτής διανοίας· αλλ' εκείνοι μεν οι οποίοι θέλουν να προτείνουν νόμους, ευρίσκουν βοήθειαν εις το πλήθος των νόμων, οι οποίοι υπάρχουν ήδη ―διότι δεν υπάρχει καμμία ανάγκη να αναζητούν άλλους, αλλά να προσπαθούν να συναθροίζουν τους έχοντας μεγάλην υπόληψιν εις τους άλλους, πράγμα το οποίον ευκόλως ήθελεν επιτύχει ο θέλων―, αλλ' εκείνοι, οι οποίοι ασχολούνται με τους λόγους ευρίσκονται εις αντίθετον κατάστασιν, διότι τα περισσότερα των θεμάτων είναι πρότερον διαπραγματευμένα· διότι, εάν μεν επαναλάβουν τα ίδια με όσα ελέχθησαν προηγουμένως, θα θεωρηθούν ως ανόητοι και φλύαροι, εάν δε ζητήσουν νέα θέματα, με δυσκολίαν θα τα εύρουν. Διά τούτο έλεγον ότι αρμόζει και οι δύο να επαινώνται, αλλά πολύ περισσότερον εκείνοι, οι οποίοι δύνανται να φέρουν εις αίσιον πέρας τας δυσκόλους εργασίας.
Προς τούτους ηθέλομεν φανή αληθέστεροι και χρησιμώτεροι εκείνων, οι οποίοι προσποιούνται ότι προτρέπουν προς την δικαιοσύνην και σωφροσύνη. Διότι ούτοι μεν προτρέπουν προς την αρετήν και την φρόνησιν, η οποία υπό των άλλων μεν αγνοείται, υπ' αυτών δε των ιδίων αμφισβητείται, ενώ εγώ προτρέπω προς την υπό πάντων παραδεδεγμένην· και εκείνοι μεν είναι ικανοποιημένοι, εάν δυνηθούν μόνον με την φήμην του ονόματός των να οδηγήσουν μερικούς ανθρώπους εις την μεθ' εαυτόν συναναστροφήν, εγώ δε θα φανώ ότι κανένα ποτέ έως τώρα δεν προσείλκυσα προς τον εαυτόν μου, προσπαθώ δε να πείθω ολόκληρον την πόλιν να επιχειρή τοιαύτας πράξεις, αι οποίαι να συντελέσουν και εις την ιδίαν των ευδαιμονίαν και τους άλλους Έλληνας να απαλλάξουν των παρόντων κακών.
Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2023
Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια - 5. Εξωτερική αφήγηση και εσωτερικές διηγήσεις
Είδαμε μέχρι τώρα ότι κάθε διήγηση έχει τον εναλλακτικό χώρο της (μέσα-έξω, παλάτι-καλύβι), που της εξασφαλίζει την κυκλοφορία της. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τους χρόνους της. Οι χρόνοι αυτοί, που αποτυπώνονται καθαρά στις μεγαλύτερες εσωτερικές διηγήσεις της Οδύσσειας, πάνε αντικριστά με τους χώρους. Γενικά στον εξωτερικό χώρο αναλογεί κατά κανόνα ο ημερήσιος χρόνος, ενώ στον εσωτερικό χώρο κατά προτίμηση ο εσπερινός χρόνος, που μπορεί να εξελιχθεί και σε νυχτερινό.
Έτσι, στην πρώτη μέσα στο έπος, μεγάλης έκτασης, διήγηση του Νέστορα προς τον Τηλέμαχο, διαπιστώνεται ότι στον εξωτερικό χώρο της αναλογεί ο ημερήσιος χρόνος, από την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου. Το ίδιο συμβαίνει και με τη μικρής έκτασης πλαστή διήγηση του Οδυσσέα στον Λαέρτη, η οποία προάγει τον αναγνωρισμό του γιου από τον πατέρα στο δεύτερο μέρος της εικοστής τέταρτης ραψωδίας (ω 244-279). Η συνάντηση και η συνομιλία Οδυσσέα-Λαέρτη πραγματοποιούνται στο πατρικό περιβόλι μέρα. Σ᾽ αυτό το απόμακρο και απόμερο περιβόλι βρίσκει ο Οδυσσέας τον πατέρα του να σκαλίζει ένα δεντράκι, ντυμένος στον κακοραμμένο του λερό χιτώνα, με γιδίσιο σκούφο στο κεφάλι, για να μην τον χτυπά ο ήλιος, βοδίσια δέρματα στις κνήμες και πέτσινα γάντια στο χέρι, για προφύλαξη από τα αγκάθια. Η σύντομη πλαστή διήγηση του Οδυσσέα είναι ένας συμπαθητικός ελιγμός, για να πέσει στα μαλακά ο τελευταίος αυτός αναγνωρισμός του έπους· να μη σοκαριστεί ο γέρος Λαέρτης, απομονωμένος ήδη και ρημαγμένος από τον καημό του γιου του. Συμπέρασμα: η διήγηση, όπως και κάθε συζήτηση στον έξω χώρο, θέλει σύντροφό της το φως της μέρας.
Η προτίμηση του εσπερινού χρόνου στις διηγήσεις εσωτερικού χώρου εγκαινιάζεται στην τέταρτη ραψωδία του έπους, όταν ο νεαρός Τηλέμαχος, παρέα με τον Πεισίστρατο, τον μικρότερο γιο του Νέστορα, φτάνουν, με τη δύση του ήλιου, στη Σπάρτη και πλησιάζουν στο παλάτι του Μενελάου, όπου γιορτάζεται γάμος διπλός: της κόρης του Μενελάου Ερμιόνης με τον Νεοπτόλεμο, και του νόθου γιου του Μεγαπένθη με τη θυγατέρα του Αλέκτορα. Ακολουθεί φιλόξενη υποδοχή των δύο νεαρών: λουτρός, λάδι στο λουσμένο σώμα, ένδυση με καθαρούς χιτώνες και χλαμύδες, νήψιμο χεριών, φαγητό, πιοτό. Μετά αρχίζει η πρώτη αισθηματική διήγηση του Μενελάου, ως ανταπόκριση στον ομολογημένο θαυμασμό του Τηλεμάχου για τη λάμψη και τον πλούτο του παλατιού: μπρούντζος, χρυσάφι, κεχριμπάρι, ασήμι, φίλντισι λαμπρύνουν τον στολισμένο εσωτερικό του χώρο. Και αυτή η διήγηση, όπως κι εκείνη του Νέστορα στην τρίτη ραψωδία, αποτελεί απόλογο του μετατρωικού νόστου του Μενελάου, στον οποίο εμπλέκεται απερίφραστα η συμπάθεια του βασιλιά της Σπάρτης για τον αγνοούμενο Οδυσσέα, που στάθηκε στην Τροία ο πιο πιστός φίλος και σύμμαχός του.
Εσπερινός, που προχωρεί βαθιά μέσα στη νύχτα, είναι και ο χρόνος της πιο μεγάλης εσωτερικής διήγησης του έπους, των «Μεγάλων Απολόγων». Αυτό δηλώνεται στη μέση περίπου της «Νέκυιας», όταν ο Οδυσσέας προτείνει την αναστολή της διήγησης του, με το επιχείρημα ότι πέρασε η ώρα, και είναι καιρός για ύπνο (λ 330-332). Ο Αλκίνοος τότε αντιστέκεται, έχοντας τη συμπαράσταση τόσο της Αρήτης όσο και των Φαιάκων, οι οποίοι γοητευμένοι ακούν τη συναρπαστική αφήγηση του Οδυσσέα λέγοντας (λ 372-376):
Η νύχτα αυτή είναι μεγάλη, ατελείωτη· δεν έφτασε η ώρα
ακόμη να κοιμηθούμε στο παλάτι. Πες μου
λοιπόν τα θαυμαστά σου έργα· κι εγώ θα ᾽μενα ξάγρυπνος,
ώσπου να ξημερώσει η θεία Αυγή, αν δέχεσαι κι εσύ, μέσα στο σπίτι μου
να μου ιστορήσεις τα δικά σου πάθη.
Οπότε ο Οδυσσέας, υποχωρώντας με τον δικό του τρόπο, αποκρίνεται (λ 377-381):
έχουν την ώρα τους κι οι διηγήσεις που μακραίνουν, έχει
την ώρα του κι ο ύπνος. Αν όμως φλέγεσαι κι άλλο ν᾽ ακούσεις,
δεν είμαι εγώ που θα το αρνιόμουν.
Ανάλογη παράταση εσωτερικής διήγησης μέσα στη βαθιά νύχτα έχουμε και στην περίπτωση του Εύμαιου: ο πιστός χοιροβοσκός καλείται από τον αδιάγνωστο ακόμη Οδυσσέα να πει την αυτοβιογραφική του ιστορία. Κι εκείνος πρόθυμος προλέγει (ο 390-394):
Ξένε, αφού με ρώτησες γι᾽ αυτά κι επιθυμείς να μάθεις,
άκουε τώρα αμίλητος, βολέψου πίνοντας κρασί,
κι απόλαυσε. Αυτές οι νύχτες τελειωμό δεν έχουν·
μπορεί κανείς να κοιμηθεί, μπορείς όμως, αν θες,
και να χαρείς ακούγοντας· δεν είναι ανάγκη εξάλλου
να πλαγιάσεις από νωρίς - βάρος κι ο ύπνος ο πολύς.
Ο πρόλογος αυτός του Εύμαιου προσθέτει στον χώρο και στον χρόνο της εσωτερικής διήγησης και κάποιες άλλες ευνοϊκές συνθήκες, που θυμίζουν λίγο πολύ εκείνες οι οποίες συνοδεύουν το τραγούδι του αοιδού. Εκτός από το φαγητό, προτείνονται ως καλοί αγωγοί της διήγησης: το πιοτό, η βολική στάση και η σιωπηλή προσήλωση του ακροατή. Κι ακόμη προβάλλεται ως τελικός καρπός της καλής διήγησης η τέρψη, ενώ ο πρόωρος ύπνος αποκρούεται ως αντίπαλός της. Μιλάμε για αυτονόητες σήμερα συνθήκες σκηνοθεσίας τόσο της προφορικής όσο και της γραπτής διήγησης, προσχηματισμένες με παραδειγματικό τρόπο στην Οδύσσεια.
Γεγονός που επιβεβαιώνεται και στην (εκτενέστερη και πιο σημαντική) προγραμματισμένη συνομιλία του Οδυσσέα με την Πηνελόπη, στο πλαίσιο της δέκατης ένατης ραψωδίας. Κορμός της η πλαστή διήγηση του ήρωα, η οποία φτάνει στο όριο του αναγνωρισμού, χωρίς όμως και να τον πραγματοποιεί. Και εδώ ο χρόνος της αφήγησης αρχίζει εσπερινός και καταλήγει βαθιά νυχτερινός, ενώ συγχρόνως εξασφαλίζεται η πρόσφορη σκηνοθεσία (τ 52-64 και 96-99). Αφήνοντας την κάμαρή της η Πηνελόπη, ωραία στην όψη σαν την Άρτεμη και σαν την Αφροδίτη, κατεβαίνει στην αίθουσα. Για χάρη της οι παρακόρες της στήνουν να καθήσει, πλάι στη φωτιά, ανάκλιντρο, με ασήμι και φίλντισι δουλεμένο, μαζεύουν κούπες κι αποφάγια των μνηστήρων από τις τάβλες, καθαρίζουν τους πυροστάτες σωριάζοντας άφθονα ξύλα, για φως και ζέστη. Στο μεταξύ η Πηνελόπη παραγγέλλει στην Ευρυνόμη να φέρει για τον ξένο ένα σκαμνί, στρωμένο με παχιά προβιά, και να τον βάλει να καθήσει αντίκρυ της. Τέλειο σκηνικό, θυμίζοντας σκηνοθεσία θεάτρου.
Στον κανόνα ωστόσο του εσπερινού και νυχτερινού χρόνου για τις διηγήσεις εσωτερικού χώρου υπάρχουν και εξαιρέσεις. Παράδειγμα ο δεύτερος, μακρύς απόλογος του Μενελάου στον Τηλέμαχο το άλλο πρωί, μετά την προηγούμενη, βραδινή και νυχτερινή τους συνομιλία, ο οποίος εισάγεται με τους επόμενους στίχους (δ 306-311):
Κι όταν ξημέρωσε την άλλη μέρα ροδίζοντας τον ουρανό η Αυγή,
από την κλίνη του πετάχτηκε με τη βαριά φωνή ο Μενέλαος,
το ρούχο του φορώντας πέρασε κοφτερό σπαθί στον ώμο,
έδεσε στα λευκά κι αστραφτερά του πόδια ωραία σαντάλια,
κι από την κάμαρή του βγήκε προχωρώντας σαν θεός·
πήγε μετά και κάθησε πλάι στον Τηλέμαχο, μιλώντας είπε: […].
Μέρα εξάλλου ακούγεται και η διεξοδική πλαστή διήγηση του Οδυσσέα μέσα στο καλύβι του Εύμαιου, στην αρχή της δέκατης τέταρτης ραψωδίας. Παραμορφωμένος ο ήρωας από την Αθηνά σε ρακένδυτο και φαλακρό ζητιάνο, φτάνει στο μαντρί του πιστού χοιροβοσκού, όπου μετά βίας γλιτώνει από τα σκυλιά που ορμούν να τον κατασπαράξουν - τα προλαβαίνει ευτυχώς ο Εύμαιος. Μετά μπάζει τον ξένο στο καλύβι του ο χοιροβοσκός, στρώνει στο χώμα χλωρά κλαδιά και πάνω τους δέρμα άγριας γίδας μαλλιαρής κι εκεί τον βάζει να καθήσει, προσφέροντας ψωμί και κρασί, για να μερώσει κάπως την πείνα του. Σε λίγο σφάζει για χάρη του δυο τρυφερά χοιρίδια, τα λιανίζει, περνά και ψήνει στις σούβλες τα κοψίδια, και τον φιλεύει γενναιόδωρα, ανοίγοντας συνάμα τη συνομιλία τους: νοσταλγικά μιλά για τον καλό του αφέντη, που χρόνια τώρα λείπει, και κανείς δεν ξέρει την τύχη του, αν ζει ή πέθανε. Και τότε μόνο τον ρωτά να φανερώσει κι αυτός τη φύτρα του. Οπότε ο Οδυσσέας αυτοσυστήνεται με μια πολύστιχη πλαστή διήγηση, στην οποία προτάσσει τα ακόλουθα σχόλια (ξ 192-198):
Να ᾽σαι απολύτως βέβαιος, θα σου ομολογήσω όλη την αλήθεια.
Αλλά κι αν είχαμε τον χρόνο με το μέρος μας, άφθονο φαγητό,
γλυκό κρασί σε τούτο το καλύβι· αν μας υπηρετούσαν άλλοι,
κι εμείς οι δυο, δίχως φροντίδες άλλες, το γλεντούσαμε·
πάλι δεν θα ᾽ταν εύκολο, ακόμη κι αν περνούσαμε ολόκληρη χρονιά μαζί,
να λέω εγώ κι εσύ ν᾽ ακούς τα πάθη της ψυχής μου,
όσα και πόσα υπόμεινα, με των θεών το θέλημα.
Υπογραμμισμένες επανέρχονται εδώ οι ευνοϊκές συνθήκες της εσωτερικής διήγησης αλλά και κάθε αφήγησης: πρόθυμη διάθεση του διηγητή, γλυκό κρασί, άφθονο φαγητό, ξεγνοιασιά από φροντίδες άλλες, παιδόπουλα που να εξυπηρετούν, και προπαντός πολύς διαθέσιμος χρόνος. Τώρα μάλιστα ο επιθυμητός χρόνος δεν περιορίζεται στη νύχτα ή στη μέρα· αφήνεται ανοιχτός, περνώντας ακόμη και το όριο της μιας χρονιάς, για να χωρέσει η απεριόριστη σε βιωμένα πάθη διήγηση. Αυτή όμως η απελευθέρωση της διήγησης από τον περιοριστικό χρόνο, της δίνει απόλυτη τιμή. Διήγηση λοιπόν πάνω απ᾽ όλα, αυτή είναι η μεγαλύτερη απόλαυση, φτάνει να εκπληρώνονται οι ευνοϊκές συνθήκες της. Μιλάμε για υπερθετικό έπαινο, που προβάλλεται πανηγυρικά από τον Οδυσσέα στον πρόλογο των «Μεγάλων Απολόγων».
Έτοιμος εκεί να ανταποκριθεί ο ήρωας στην επίμονη ερώτηση του Αλκινόου, ομολογώντας την ταυτότητά του και τα πάθη του, επαινεί πρώτα τον αοιδό Δημόδοκο για το τραγούδι του και αμέσως μετά εκθειάζει κάθε ανάλογη συνεύρεση με απόλυτο τρόπο. Λέει (ι 2-11):
Ευγενικέ μου Αλκίνοε, που ξεχωρίζεις πρώτος στον λαό σου,
ωραίο πράγματι ν᾽ ακούς έναν καλό αοιδό, όπως αυτός εδώ, με θεία θα ᾽λεγες φωνή.
Κι ομολογώ, απόλαυση άλλη δεν υπάρχει πιο χαριτωμένη,
απ᾽ όταν σμίγει ο κόσμος όλος σ᾽ ευφροσύνη· στην αίθουσα
οι καλεσμένοι, καθισμένοι στη σειρά, ακούν τον αοιδό
προσηλωμένοι, και τα τραπέζια εκεί μπροστά γεμάτα
ψωμί και κρέας· ο οινοχόος να τραβά απ᾽ τον κρατήρα
το κρασί και να περνά, να το κερνά στις κούπες.
Βαθιά το αισθάνομαι πως είναι αυτό ό,τι πιο ωραίο υπάρχει.
Οι ταυτολογίες και οι αναλογίες με τον προηγούμενο έπαινο της ευνοημένης διήγησης από τον Οδυσσέα στον Εύμαιο είναι φανερές. Εδώ ωστόσο η ενίσχυση του επαίνου δηλώνεται και με το υπερθετικό κατηγορούμενο (στο πρωτότυπο κείμενο: κάλλιστον). Ένα το κρατούμενο. Το άλλο είναι πιο σημαντικό. Ο υπερθετικός έπαινος αναφέρεται βέβαια αναδρομικά στο τραγούδι του Δημοδόκου, αλλά προδρομικά λειτουργεί και ως πρόλογος της μακράς διήγησης των «Απολόγων» που θα ακολουθήσει αμέσως. Ο Οδυσσέας δηλαδή αξιολογεί προκαταβολικά τη δική του τώρα επικείμενη διήγηση. Με άλλα λόγια: ο έπαινος λαθραία μεταφέρεται από τον αοιδό στον αφηγητή και από την αοιδή στη διήγηση.
Ο Φρόυντ και “His Majesty the Baby”
Ένας αξιόπιστος δείκτης περί τούτου είναι το στοιχείο που δεσπόζει, όπως όλοι γνωρίζουμε, στη συναισθηματική τους στάση: η υπερεκτίμηση, την οποία έχουμε ήδη αναγνωρίσει ως ναρκισσιστικό στίγμα στην περίπτωση της επιλογής αντικειμένου.
Έτσι είναι ψυχικά εξαναγκασμένοι να αποδίδουν στο παιδί κάθε τελειότητα –κάτι το οποίο η νηφάλια παρατήρηση δείχνει ότι ποτέ δεν ισχύει– και να συγκαλύπτουν και να λησμονούν όλα τα ελαττώματά του.
Επιπρόσθετα, τείνουν να αναστέλλουν υπέρ του παιδιού τη λειτουργία όλων των πολιτισμικών κεκτημένων, τα οποία ο δικός τους ναρκισσισμός είχε αναγκαστεί να σεβαστεί, και να ανανεώνουν για λογαριασμό του όλες τις αξιώσεις για προνόμια, από τα οποία οι ίδιοι έχουν προ πολλού παραιτηθεί.
Το παιδί πρέπει να ζήσει καλύτερα απ’ αυτούς και να μην υπόκειται στις αναγκαιότητες που αναγνωρίζονται ως κυρίαρχες στη ζωή.
Η αρρώστια, ο θάνατος, η παραίτηση από απολαύσεις, οι περιορισμοί της προσωπικής του θέλησης δεν πρέπει να ισχύουν για το παιδί· οι νόμοι της φύσης και της κοινωνίας θα καταργηθούν για χάρη του· και το παιδί θα ξαναγίνει πράγματι το επίκεντρο και ο πυρήνας όλης της πλάσης
–His Majesty the Baby[1] (Η Αυτού Μεγαλειότης το Μωρό), όπως ο καθένας νόμιζε κάποτε πως είναι. Το παιδί θα πρέπει να εκπληρώσει τα άπιαστα όνειρα εκείνα που οι γονείς δεν κατόρθωσαν να πραγματοποιήσουν: Το αγόρι πρέπει να γίνει μεγάλος άνδρας και ήρωας στη θέση του πατέρα του, και το κορίτσι να παντρευτεί έναν πρίγκιπα, προσφέροντας έτσι ετεροχρονισμένα αποζημίωση στη μητέρα του.
Και ως προς το πιο ευαίσθητο σημείο του ναρκισσιστικού συστήματος, που είναι η αθανασία του Εγώ, τόσο δεινά δοκιμαζόμενη από την πραγματικότητα, η αναζήτηση καταφυγίου στο παιδί παρέχει την πολυπόθητη ασφάλεια.
Η γονεϊκή αγάπη, τόσο συγκινητική και κατά βάθος τόσο παιδιάστικη, δεν είναι παρά ο αναγεννημένος ναρκισσισμός των γονέων ο οποίος, έτσι μεταμορφωμένος σε αγάπη του αντικειμένου, αποκαλύπτει άσφαλτα την πρότερη φύση του.
Freud, S. (1914). On narcissism: An introduction
---------------------------
[1] Ο Φρόυντ έγραφε στα γερμανικά, αλλά η συγκεκριμένη έκφραση είναι γραμμένη στα αγγλικά στο εν λόγω κείμενο του 1914. Πιθανόν αναφέρεται σε γνωστό πίνακα του Arthur Drummond με αυτόν τον τίτλο, ζωγραφισμένο το 1898, που δείχνει την Αστυνομία να ακινητοποιεί τους πάντες και τα πάντα προκειμένου να διασχίσει τον δρόμο ένα παιδάκι-κέντρο του κόσμου. Σε προηγούμενο κείμενό του (“Δημιουργικοί συγγραφείς και ονειροπόληση” του 1908) ο Φρόυντ χρησιμοποιεί την έκφραση “Η Αυτού Μεγαλειότης το Εγώ”
Ήμαστε στραμμένοι προς τα έξω
Η θάλασσα με περιέβαλε με την δροσερή της απαλότητα. Ο μικρός κόλπος όπου κολυμπούσα έμοιαζε να σχηματίζει μια αγκαλιά γύρω μου. Ο ήλιος είχε κρυφτεί πίσω από τα δέντρα. Το νερό ήταν διαυγές και μπορούσα να κοιτώ μέσα του σε μεγάλο βάθος. Παρατηρούσα το σώμα μου καθώς έπλεε απαλά, την επιφάνεια του νερού που ήταν ελαφρά ρυτιδωμένο, τα βράχια γύρω από τον μικρό κολπίσκο, τα δέντρα του λόφου και το φως της Δύσης που μπλεκόταν μέσα από τα φύλλα τους.
Η κατασκευή του σώματος μας είναι τέτοια ώστε να μην μπορούμε να δούμε το ίδιο μας το πρόσωπο παρά μόνο στον καθρέφτη. Γιατί άραγε;
Είμαστε εξ ολοκλήρου φτιαγμένοι για να αντικρίζουμε τον κόσμο κάθε στιγμή. Είμαστε κατασκευασμένοι έτσι ώστε η επικοινωνία να είναι η πλέον φυσική μας σχέση. Η επικοινωνία με κάθε τι που εκτείνεται μπρος μας, πίσω μας αλλά και μέσα μας. Από την ώρα που ξυπνάμε, αντικρίζουμε τον κόσμο γύρω μας και την στιγμή που το συνειδητοποιούμε αυτό, η επαφή μας με αυτόν τον κόσμο, παίρνει την ουσιαστική της μορφή.
Κάθε στιγμή, είμαστε στραμμένοι προς τον κόσμο των γεγονότων. Με τον φυσικότερο τρόπο. Ακούγοντας, βλέποντας και γευόμενοι τις μυριάδες απολήξεις του δέντρου της ζωής. Είμαστε κατασκευασμένοι για να επικοινωνούμε με το κάθε τι χωρίς διάκριση. Το μόνο γεγονός που μπορεί να μας απομονώσει είναι η συνεχής ενασχόληση μας με τις εξηγήσεις για το πως θα έπρεπε να είναι ο κόσμος. Οι σκέψεις μας μοιάζουν να βράζουν σε ένα καζάνι και κάνουν πολύ θόρυβο. Όσο πιστεύουμε πως αυτό το καζάνι που βράζει είναι η πραγματικότητα και όσο συνεχίσουμε να ζούμε μέσα του δεν θα σηκώσουμε ποτέ το βλέμμα έξω απ΄αυτό. Το καζάνι αυτό έχει την ιδιότητα να ανακατεύει τις πιο πρακτικές μας σκέψεις με άλλες που περιέχουν τοξικά συναισθήματα και άγονες προσδοκίες. Καθώς είναι όλα μπερδεμένα μέσα στο ίδιο δοχείο, οι τοξικές σκέψεις ανακατεύονται με τις πρακτικές. Τότε μοιάζουν όλα να πλέουν στην ίδια σούπα και δύσκολα μπορεί κανείς να αποστασιοποιηθεί και να δει τον κόσμο όπως εκτείνεται έξω από το καζάνι του νου του.
Στην πραγματικότητα έχουμε πλαστεί και είμαστε στραμμένοι, εξ ολοκλήρου, προς την επικοινωνία. Ο κόσμος είναι μπροστά μας, κάθε στιγμή, όπου κι αν στραφούμε. Ο μόνος λόγος που μας κάνει να μην το αντιλαμβανόμαστε είναι επειδή είμαστε χαμένοι στο κλειστό θέατρο των εξηγήσεών μας και ερμηνεύουμε τις εκδηλώσεις του, από κάποιο θεωρείο. Άπαξ και κατανοήσουμε το που πραγματικά βρισκόμαστε, ανοίγει μία πόρτα προς τα έξω.
Κάθε στιγμή που εκτυλίσσεται ένα γεγονός, είναι η ευκαιρία μας να το αντιληφθούμε και να του επιτρέψουμε να μας πει την δική του ιστορία, χωρίς τις παρεμβολές από τον κόσμο του δοχείου που έχουμε στο κεφάλι μας. Τότε δημιουργείται ένας χώρος μέσα μας όπου είναι ανάλογος με την ευρύτητα του γεγονότος που αντιλαμβανόμαστε.
Οι άνθρωποι που επιτρέπουν στα γεγονότα να υπάρξουν αυτούσια μέσα τους, χωρίς χρονικές, κοινωνικές, πολιτικές ή πολιτιστικές κωδικοποιήσεις, αυτοί οι άνθρωποι παίρνουν σιγά σιγά την διάσταση του κόσμου. Μεγαλώνουν για να τον χωρέσουν και μεγαλώνοντας αποταυτίζονται από εκείνον τον μικρό στενό κόσμο που θεωρούσαν παλαιότερα εαυτό τους. Καθρεφτίζουν σιγά σιγά τον κόσμο των γεγονότων και καθώς καθαρίζει ο νους τους ξεθολώνει και ο καθρέφτης όπου επάνω του αποτυπώνεται στιγμιαία το διαρκώς κινούμενο ποτάμι της ύπαρξης.
Όταν πονάει η ψυχή σου κλάψε
Αστρικές «ράβδοι»: Το τηλεσκόπιο Webb αποκαλύπτει γαλαξίες σαν τον δικό μας
Το διαστημικό τηλεσκόπιο James Webb της Nasa βοήθησε τους αστρονόμους να ανακαλύψουν γαλαξίες που μοιάζουν με τον Γαλαξία μας και χρονολογούνται δισεκατομμύρια χρόνια πριν.
Η ανακάλυψη αυτών των νεαρών γαλαξιών θα μπορούσε να βοηθήσει στη βελτίωση των θεωριών για την εξέλιξη του σύμπαντος.
Οι αστρικές δομές που εκτείνονται σα ράβδοι από τα κέντρα έως το εξωτερικό των γαλαξιακών δίσκων, παίζουν ρόλο στην εξέλιξη των γαλαξιών διοχετεύοντας αέριο στις κεντρικές τους περιοχές και ενισχύοντας τον σχηματισμό αστέρων, σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύτηκε στο The Astrophysical Journal Letters.
Πριν από το JWST, οι εικόνες από το διαστημικό τηλεσκόπιο Hubble δεν είχαν ποτέ ανιχνεύσει τέτοιους σχηματισμούς σε τόσο «νεαρές» εποχές του σύμπαντος. Σε μια εικόνα του Hubble, ένας γαλαξίας, ο EGS-23205, είναι κάτι περισσότερο από μια κηλίδα σε σχήμα δίσκου, αλλά στην αντίστοιχη εικόνα του JWST που ελήφθη το περασμένο καλοκαίρι, είναι ένας όμορφος σπειροειδής γαλαξίας.
«Έριξα μια ματιά σε αυτά τα δεδομένα και είπα: “Αφήνουμε όλα τα άλλα!”» δήλωσε ο Shardha Jogee, καθηγητής αστρονομίας στο Πανεπιστήμιο του Τέξας στο Όστιν.
«Οι ράβδοι που ήταν ελάχιστα ορατές στα δεδομένα του Hubble απλά ξεπρόβαλλαν στην εικόνα του JWST, δείχνοντας την τεράστια δύναμη του JWST να διακρίνει την υποκείμενη δομή των γαλαξιών», είπε, περιγράφοντας τα δεδομένα από την Cosmic Evolution Early Release Science Survey (CEERS), με επικεφαλής τον καθηγητή του UT Austin, Steven Finkelstein.
Η ομάδα εντόπισε άλλον ένα ραβδωτό γαλαξία, τον EGS-24268, που επίσης χρονολογείται πριν από περίπου 11 δισεκατομμύρια χρόνια. Είναι οι πιο παλιοί.
Σε ένα άρθρο που έγινε δεκτό για δημοσίευση στο The Astrophysical Journal Letters, αναδεικνύουν αυτούς τους δύο γαλαξίες και παρουσιάζουν παραδείγματα τεσσάρων άλλων ραβδωτών γαλαξιών που χρονολογούνται πριν από περισσότερα από 8 δισεκατομμύρια χρόνια.
«Όλα είναι καινούργια. Είναι σαν να μπαίνουμε σε ένα δάσος στο οποίο κανείς δεν έχει μπει ποτέ», δήλωσε ο Yuchen “Kay” Guo, μεταπτυχιακός φοιτητής που ηγήθηκε της ανάλυσης.
Τι προσφέρουν οι ράβδοι
Οι ράβδοι παίζουν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη των γαλαξιών διοχετεύοντας αέριο στις κεντρικές περιοχές, ενισχύοντας τον σχηματισμό άστρων.
«Οι ράβδοι λύνουν το πρόβλημα της αλυσίδας εφοδιασμού στους γαλαξίες», δήλωσε ο Jogee. «Ακριβώς όπως πρέπει να μεταφέρουμε την πρώτη ύλη από το λιμάνι στα εργοστάσια της ενδοχώρας που παράγουν νέα προϊόντα, μια «ράβδος» μεταφέρει με δύναμη το αέριο στην κεντρική περιοχή όπου το αέριο μετατρέπεται γρήγορα σε νέα αστέρια με ρυθμό συνήθως 10 έως 100 φορές ταχύτερο από ό,τι στον υπόλοιπο γαλαξία».
Οι ράβδοι βοηθούν επίσης στην ανάπτυξη υπερμεγέθων μαύρων τρυπών στα κέντρα των γαλαξιών διοχετεύοντας το αέριο σε ένα μέρος της διαδρομής.
Νέα σενάρια
Η ανακάλυψη των ράβδων κατά τη διάρκεια τόσο πρώιμων εποχών κλονίζει τις θεωρίες εξέλιξης των γαλαξιών με διάφορους τρόπους.
«Αυτή η ανακάλυψη των πρώιμων ράβδων σημαίνει ότι τα μοντέλα εξέλιξης των γαλαξιών έχουν τώρα ένα νέο μονοπάτι μέσω των ράβδων για την επιτάχυνση της παραγωγής νέων άστρων σε πρώιμες εποχές», δήλωσε ο Jogee.
Και η ίδια η ύπαρξη αυτών των πρώιμων ράβδων αποτελεί πρόκληση για τα θεωρητικά μοντέλα, καθώς πρέπει να γνωρίζουν την φυσική των γαλαξιών καλά για να προβλέψουν τη σωστή αφθονία των ράβδων. Η ομάδα θα δοκιμάσει διαφορετικά μοντέλα στις επόμενες εργασίες της.
Τα σύνορα του εγώ και η διαφορά του ερωτικού αισθήματος από την αληθινή αγάπη
Η εμπειρία της αληθινής αγάπης έχει και αυτή να κάνει με σύνορα του εγώ, μιας και συνεπάγεται μιαν επέκταση των ορίων μας. Τα όρια μας είναι τα σύνορα του εγώ μας. Όταν επεκτείνουμε τα όριά μας μέσω της αγάπης, το κάνουμε προσπαθώντας, σαν να λέμε, να τεντωθούμε για να φτάσουμε ως το αγαπημένο μας πρόσωπο, του οποίου επιθυμούμε να βοηθήσουμε την ανάπτυξη. Για να είμαστε σε θέση να το κάνουμε πρέπει πρώτα το αντικείμενο της αγάπης μας να γίνει αγαπημένο σε μας: με άλλα λόγια πρέπει να γοητευτούμε απ’ αυτό, να επενδύσουμε τον εαυτό μας σ’ αυτό και να δεσμευτούμε με αυτό το αντικείμενο που είναι έξω από μας, πέρα από τα δικά μας σύνορα. Οι ψυχίατροι ονομάζουν αυτή τη διαδικασία της προσέλκυσης, επένδυσης και δέσμευσης «κάθεξη», και λέμε ότι εμείς «κατέχουμε» το αγαπημένο αντικείμενο. Αλλά όταν κατέχουμε ένα έξω από μας αντικείμενο, ψυχολογικά ενσωματώνουμε επίσης μιαν ιδέα αυτού του αντικειμένου μέσα μας.
Για παράδειγμα, ας πάρουμε έναν άνθρωπο που έχει πάθος την κηπουρική. Είναι ένα πάθος ικανοποιητικό και πολυέξοδο. Ο άνθρωπος αυτός «αγαπά» να καταγίνεται με τον κήπο του. Ο κήπος του σημαίνει πολλά γι’αυτόν. Αυτός ο άνθρωπος έχει «καθέξει» τον κήπο του. Τον βρίσκει ελκυστικό, έχει «επενδύσει» τον εαυτό του σ’ αυτόν, είναι «δεσμευμένος» με αυτόν – σε τέτοιο βαθμό που μπορεί να πηδάει από το κρεβάτι χαράματα την Κυριακή για να ξαναγυρίσει σ’ αυτόν και ακόμα μπορεί να παραμελήσει τη γυναίκα του γι’ αυτόν. Στη διάρκεια της «κάθεξής» του, και για να καλλιεργήσει τα λουλούδια και τους θάμνους του, μαθαίνει ένα σωρό πράγματα. Αποκτά πολλές γνώσεις σχετικά με την κηπουρική – για τα χώματα, λιπάσματα, για εμφύτευση και κλάδεμα. Και γνωρίζει τον δικό του συγκεκριμένο κήπο: την ιστορία του, τον τύπο των λουλουδιών και των φυτών που έχει, το σχεδιάγραμμά του, τα προβλήματά του και το μέλλον του. Παρά το γεγονός ότι ο κήπος υπάρχει έξω απ’ αυτόν, ωστόσο διαμέσου της κάθεξης έφτασε να υπάρχει μέσα του. Η γνώση που έχει για τον κήπο του και η σημασία που ο κήπος του έχει γι’ αυτόν αποτελούν μέρος του εαυτού του, μέρος της ταυτότητάς του, μέρος της ιστορίας του, μέρος των γνώσεών του. Με το να αγαπά και να κατέχει τον κήπο του, έχει πραγματικά ενσωματώσει τον κήπο μέσα στον εαυτό του και, με αυτή την ενσωμάτωση, ο εαυτός του μεγάλωσε και τα σύνορα του εγώ του επεκτάθηκαν.
Αυτό που συμβαίνει λοιπόν στην πορεία μιας πολύχρονης αγάπης, και της επέκτασης των ορίων μας για τις καθέξεις μας, είναι ένα βαθμιαίο αλλά προοδευτικό μεγάλωμα του εαυτού μας, μια ενσωμάτωση μέσα μας του έξω κόσμου και μια ανάπτυξη, ένα άπλωμα και μια λέπτυνση των συνόρων του εγώ μας. Με τον τρόπο αυτό, όσο περισσότερο και μακρύτερα επεκτείνουμε τον εαυτό μας, τόσο περισσότερο αγαπάμε και τόσο πιο αχνό γίνεται το ξεχώρισμα του εαυτού μας από τον κόσμο. Ταυτιζόμαστε με τον κόσμο. Και καθώς τα σύνορα του εγώ μας γίνονται αχνά και άτονα, αρχίζουμε όλο και περισσότερο να βιώνουμε το ίδιο συναίσθημα έκστασης που έχουμε όταν ένα μέρος από τα σύνορα του εγώ μας καταρρέει και «πέφτουμε στα δίχτυα του έρωτα». Μόνο που, αντί να έχουμε συγχωνευτεί προσωρινά και χιμαιρικά με ένα μόνο αγαπημένο αντικείμενο, έχουμε συγχωνευτεί πραγματικά και πιο μόνιμα με ένα μεγάλο κομμάτι του κόσμου. Μια «μυστική ένωση» μπορεί να εδραιωθεί με ολόκληρο τον κόσμο. Το συναίσθημα της έκστασης ή ευδαιμονίας που συντροφεύει αυτή την ένωση, αν και είναι ίσως ηπιότερο και λιγότερο δραματικό από εκείνο που συντροφεύει το ερωτικό αίσθημα, είναι ωστόσο πολύ πιο σταθερό και διαρκές και τελικά πιο ικανοποιητικό. Η διαφορά ακριβώς μεταξύ της κορυφαίας εμπειρίας που χαρακτηρίζεται από το ερωτικό αίσθημα και της εμπειρίας που ο Αβραάμ Μάσλοου ονομάζει «υψιπεδική εμπειρία». Τα ύψη δεν αντικρίζονται ξαφνικά και χάνονται πάλι από τα μάτια μας· κατακτώνται μια για πάντα.
Είναι φανερό και κατανοητό απ’ όλους ότι η σεξουαλική δραστηριότητα και η αγάπη, ενώ μπορεί να επέλθουν ταυτόχρονα, είναι συχνά ασύνδετες μεταξύ τους γιατί είναι στη βάση τους ξεχωριστά φαινόμενα. Η ίδια η σεξουαλική πράξη δεν είναι πράξη αγάπης. Ωστόσο, η εμπειρία της σεξουαλικής σχέσης και ειδικότερα του οργασμού (ακόμα και στον αυνανισμό) είναι μια εμπειρία που συνδέεται σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό με το γκρέμισμα των συνόρων του εγώ και την έκσταση που επακολουθεί. Ακριβώς λόγω αυτού του γκρεμίσματος των συνόρων του εγώ, συμβαίνει να ξεφωνίσουμε στην κορύφωση του οργασμού «σ’ αγαπώ» ή «Ω, Θεούλη μου!» σε μια πόρνη για την οποία ύστερα από λίγες στιγμές, όταν τα σύνορα του εγώ θα έχουν ξαναγυρίσει στην προτινή θέση τους, μπορεί να μη νιώθουμε ούτε στάλα τρυφερότητα, αρέσκεια ή συναισθηματικό νιώσιμο.
Με αυτό δε θέλω να πω ότι η έκσταση της εμπειρίας του οργασμού δεν μπορεί να αυξηθεί αν τη μοιράζεσαι με κάποιον που αγαπάς· μπορεί. Αλλά ακόμα και χωρίς έναν αγαπημένο σύντροφο ή οποιονδήποτε σύντροφο, το γκρέμισμα των συνόρων του εγώ που συμβαίνει σε συνάφεια με τον οργασμό, μπορεί να είναι ολικό· για ένα δευτερόλεπτο μπορεί να ξεχάσουμε ολοκληρωτικά ποιοι είμαστε, να μην έχουμε καμιά αίσθηση του εαυτού μας, να χαθούμε από το χρόνο και το χώρο, να είμαστε εκτός εαυτού, να είμαστε συνεπαρμένοι. Μπορούμε να γίνουμε ένα με το σύμπαν. Αλλά μόνο για ένα δευτερόλεπτο.
Περιγράφοντας την παρατεταμένη «ενότητα με το σύμπαν» που είναι συνυφασμένη με την αληθινή αγάπη, σε σύγκριση με την προσωρινή ενότητα του οργασμού, χρησιμοποίησα τις λέξεις «μυστική ενότητα». Μυστικισμός είναι ουσιαστικά η πίστη ότι η πραγματικότητα είναι κάτι ενιαίο. Οι πιο συνεπείς μυστικιστές πιστεύουν ότι η συνηθισμένη αντίληψη του σύμπαντος ότι περικλείνει πλήθος ξέχωρα αντικείμενα – αστέρια, πλανήτες, δέντρα, πουλιά, σπίτια, εμάς τους ίδιους -, όλα χωρισμένα το ένα από το άλλο με σύνορα, είναι μια λαθεμένη αντίληψη, μια ψευδαίσθηση. Σε τούτη τη γενική λαθεμένη αντίληψη, στον κόσμο τούτο της ψευδαίσθησης που οι περισσότεροι λαθεμένα τάχα πιστεύουμε πως είναι πραγματικός, ινδουϊστές και οι βουδιστές δίνουν την ονομασία «Μάγια». Αυτοί και άλλοι μυστικιστές πιστεύουν ότι η αληθινή πραγματικότητα μπορεί να γνωσθεί μόνο με την εμπειρία του ενιαίου μέσω της εγκατάλειψης των συνόρων του εγώ. Είναι αδύνατο να δει κανείς πραγματικά την ενότητα του σύμπαντος όσο εξακολουθεί να βλέπει τον εαυτό του σαν ένα ξεχωριστό αντικείμενο αποσπασμένο και διακρινόμενο από το υπόλοιπο σύμπαν με κάποιον τρόπο, σχήμα ή μορφή. Οι ινδουϊστές και οι βουδιστές θεωρούν συχνά, γι’ αυτό το λόγο, ότι το βρέφος πριν αναπτύξει τα σύνορα του εγώ του, γνωρίζει την πραγματικότητα, ενώ οι ενήλικοι δεν τη γνωρίζουν. Μερικοί μάλιστα προτείνουν την άποψη ότι ο δρόμος προς τη φώτιση ή τη γνώση του ενιαίου της πραγματικότητας απαιτεί να πισωδρομήσουμε ή να κάνουμε τους εαυτούς μας νήπια. Αυτό μπορεί να είναι μια επικίνδυνα δελεαστική διδασκαλία για ορισμένους εφήβους και νέους που δεν είναι προετοιμασμένοι να επωμιστούν ευθύνες ενηλίκων, οι οποίες τους φαίνονται τρομακτικές, συντριπτικές, και απαιτητικές πέρα από τις δυνατότητές τους. «Δεν είμαι υποχρεωμένος να περάσω απ’ όλα αυτά», μπορεί να σκέφτεται ένα τέτοιο άτομο. «Μπορώ να παραιτηθώ από την προσπάθεια να γίνω ένας ενήλικος και να εγκαταλείψω τις απαιτήσεις των ενηλίκων καταφεύγοντας στην αγιότητα». Σχιζοφρένεια όμως, μάλλον, παρά αγιότητα πετυχαίνεις, ενεργώντας με βάση αυτή τηνυπόθεση.
Οι περισσότεροι μυστικιστές καταλαβαίνουν την αλήθεια που αναπτύξαμε στο τέλος της ανάλυσης του θέματος της πειθαρχίας: ότι δηλαδή πρέπει να κατέχουμε ή να δημιουργούμε κάτι πριν παραιτηθούμε απ’ αυτό, και μολαταύτα να διατηρούμε τα προσόντα μας και τη βιωσιμότητά μας. Το βρέφος χωρίς τα σύνορα του δικού του εγώ μπορεί να είναι σε πιο στενή επαφή με την πραγματικότητα από τους γονείς του, αλλά είναι ανίκανο να επιβιώσει χωρίς τη φροντίδα αυτών των γονέων, και ανίκανο να μεταδώσει τη σοφία του. Ο δρόμος για την αγιότητα περνάει μέσα από την ενηλικιότητα. Δεν υπάρχουν ευκολοδιάβατοι συντομότεροι δρόμοι. Τα σύνορα του εγώ πρέπει πρώτα να σκληρύνουν για να μπορέσουν κατόπι να απαλυνθούν. Μία ταυτότητα πρέπει πρώτα εδραιωθεί για να μπορέσει κατόπι να γίνει υπερβατή. Πρέπει ένας να βρει τον εαυτό του για να μπορέσει κατόπι να τον χάσει. Η προσωρινή απελευθέρωση από τα σύνορα του εγώ που συνδέεται με το ερωτικό αίσθημα, τη σεξουαλική σχέση ή τη χρησιμοποίηση ορισμένων ψυχοδιεγερτικών ναρκωτικών μπορεί να προσφέρει μια γρήγορη ματιά στη Νιρβάνα, αλλά όχι την ίδια τη Νιρβάνα. Η θέση είναι ότι η Νιρβάνα ή η διαρκής φώτιση ή η αληθινή πνευματική ανάπτυξη μπορούν να επιτευχθούν μόνο μέσω της επίμονης άσκησης της αληθινής αγάπης.
Κοντολογίς, λοιπόν, η προσωρινή απώλεια των συνόρων του εγώ που συνεπάγεται το ερωτικό αίσθημα και η σεξουαλική σχέση, όχι μόνο μας οδηγεί σε δεσμεύσεις με άλλους ανθρώπους με τους οποίους μπορεί να αρχίσει η αληθινή αγάπη, αλλά και μας δίνει μια πρόγευση από (και συνεπώς το κέντρισμα προς) την πιο διαρκή μυστική έκσταση που μπορεί να γίνει δική μας έπειτα από μια ολόκληρη ζωή αγάπης. Από την άποψη αυτή, το ερωτικό αίσθημα, αν και δεν είναι το ίδιο αγάπη, αποτελεί ωστόσο ένα μέρος της μεγάλης και μυστηριακής περιπέτειας της αγάπης.
Nietzsche: Τι είναι το κράτος;
§1 Προ-Κατανοήσεις
Ο σημερινός άνθρωπος είναι τόσο μπερδεμένος, που στην χοντροκομμένη αυταρέσκεια του συνωμοτικού δικαστηρίου της δειλίας, του περιβόητου κράτους, αναζητεί τη δική του ευτυχία. Έτσι θυσιάζει τον εαυτό του για χάρη ενός ειδώλου, που τον απατά και τον ευτελίζει. Συμβαίνει λοιπόν να βασιλεύει πάνω στη γέρικη γη, σύμφωνα με τον Νίτσε, μια τερατώδης πολιτικο-κρατική οντότητα, της οποίας τα κύρια συστατικά συνυφαίνονται με την σκοτεινή φύση των πάσης φύσεως εθνικισμών, δημοκρατιών, σοσιαλισμών και των αντίστοιχων τύπων κυβερνήσεων και διακυβερνήσεων. Αυτή η οντότητα, το σύγχρονο κράτος, είναι στ’ αλήθεια ο Λεβιάθαν, που παρουσιάζεται ως φύλακας των λαών και έτσι αξιώνει να κηδεμονεύει, με τη διαμεσολάβηση των νόμων, τους πάντες και τα πάντα. Αλλά αυτός ο Λεβιάθαν δεν είναι κάποιος θεός, κάποιος σωτήρας ή λυτρωτής των ανθρώπων, παρά ένα τέρας, ένα ψευδολόγο και αρπακτικό θηρίο. Είναι ακριβώς αυτό που διακηρύσσει. Τι διακηρύσσει; Μια ψυχρή λειτουργία και μια απρόσωπη διαχείριση: δρα ύπουλα και δυναστεύει τυφλά τους λαούς, στο όνομα μάλιστα αυτών λαών. Έτσι όπου είναι παρόν το κράτος, ωσεί παρών είναι και ο λαός. Αλλά ποιος λαός; Η αγέλη, που οι αισθήσεις της είναι τυλιγμένες με ψέματα/ψευδαισθήσεις και απάτες αίσθησης.
§2 Κατανοήσεις
Στον Ζαρατούστρα (πρώτο μέρος-ομιλία 11) ο Νίτσε απεικονίζει ως εξής αυτό τον Λεβιάθαν – το Τέρας:
«Υπάρχουν ακόμα κάπου λαοί και αγέλες, όχι όμως σε μας, αδελφοί μου: εδώ υπάρχουν κράτη. Κράτος; Τι είναι αυτό; Λοιπόν! Ανοίξτε τώρα τα αφτιά σας, γιατί θα σας μιλήσω για το θάνατο των λαών. Κράτος λέγεται το πιο ψυχρό απ’ όλα τα ψυχρά τέρατα. Ψυχρά επίσης ψεύδεται και τούτο το ψέμα σέρνεται από το στόμα του: «Εγώ, το κράτος, είμαι ο λαός». Αυτό κι αν είναι Ψέμα! Δημιουργοί ήταν εκείνοι που δημιούργησαν τους λαούς και που κρέμασαν μια πίστη και μια αγάπη από πάνω τους: έτσι υπηρέτησαν τη ζωή. Εξολοθρευτές είναι εκείνοι που στήνουν παγίδες για τους πολλούς και αποκαλούνται κράτος: κρεμούν ένα σπαθί κι εκατό επιθυμίες από πάνω τους. Όπου υπάρχει ακόμη λαός, δεν καταλαβαίνει το κράτος και το μισεί σαν κακό μάτι και σαν αμαρτία έναντι των ηθών και των δικαιωμάτων».
Τι μας λέει εδώ ο Νίτσε; Πως το κράτος, ως το πιο ψυχρό από όλα τα ψυχρά τέρατα, υπονομεύει την αληθινή ύπαρξη των λαών, ταυτίζοντας τον εαυτό του με την έννοια του λαού. Ετούτη η ταύτιση είναι μια παγίδα για τους λαούς, καθώς το κράτος-καταστροφέας εξολοθρεύει τη δημιουργική τους πνοή και τους μετατρέπει σε μια θλιβερή, αυτο-προδομένη μάζα καταπιεσμένων όντων που «εργάζονται» με όλη τους τη «λαϊκουριά» και με περισσό ζήλο για την ευτυχία των καταστροφέων τους. Ό,τι ακριβώς συμβαίνει και στη σημερινή ελλαδική πραγματικότητα: τα πιο αδηφάγα τέρατα της κρατικής μηχανής, όσο πιο αδηφάγα είναι –και μάλιστα με «σοσιαλ-αριστερό» μανδύα– τόσο πιο φιλολαϊκά εμφανίζονται. Έτσι αποκοιμίζουν τον λαό με ψευδαισθήσεις παραμυθίας, οι οποίες τελικά αποβαίνουν ολέθριες για την ίδια την ύπαρξή του, βιοτική και πολιτισμική. Και είναι τότε που από δημιουργικός λαός γίνεται ένας ξέπνοος στυλοβάτης των πιο αντιδραστικών-σκοταδιστικών δυνάμεων: γίνεται ένα άβουλο κυβερνώμενο res, που γελοιοποιεί με την ίδια του τη συμπεριφορά τα πιο ευγενικά του συναισθήματα.
Ιωάννης ο Βαπτιστής και ευαγγελικοί τραγέλαφοι
Όπως μαθαίνουμε από τις «ιερές» γραφές, ο άνθρωπος που προετοίμασε το έδαφος για τον ερχομό και την διδασκαλία του Ιησού, ήταν ο γιος του Ζαχαρία και της Ελισάβετ, ο Ιωάννης. Ο Ιωάννης (που αξίζει ν’ αναφερθεί ότι γεννήθηκε «θαυματουργικώς» από στείρα γυναίκα, μετά από παρέμβαση «αγγέλου Κυρίου») για τον λόγο αυτόν ονομάστηκε «Πρόδρομος». Προς τον σκοπό αυτό, ζώντας σαν ασκητής και τρώγοντας ακρίδες, κήρυττε το «Μετανοείτε, ήγγικεν γαρ η βασιλεία των ουρανών» κι άρχισε να βαπτίζει τον κόσμο και να τον προετοιμάζει για την «βασιλεία των ουρανών». Κατ’ εντολήν του ίδιου του Θεού, ανέλαβε να βαπτίσει τον Ιησού και γι’ αυτό ονομάστηκε και «Βαπτιστής». Πρέπει να τονίσουμε ότι πριν την βάπτιση προηγείται πάντοτε η μύηση (σε τι;) άρα ο Ιωάννης ήταν δάσκαλός του.
Βέβαια, εδώ προκύπτει ένα ουσιώδες ερώτημα: Γιατί θα έπρεπε να βαπτιστεί ο Ιησούς; Ως γνωστόν, η βάπτιση τελείται προς εξαγνισμό των ανθρώπων από το «προπατορικό αμάρτημα», το οποίο -σύμφωνα με την ιουδαιοχριστιανική παράδοση- φέρουν όλοι όσοι έρχονται στη ζωή. Όλοι δηλαδή, οι άνθρωποι, γεννιούνται «αμαρτωλοί» (ψαλ. 50.7). Ο Ιησούς όμως, όπως λένε, δεν γεννήθηκε όπως οι κοινοί θνητοί, αλλά μέσω της «αμώμου συλλήψεως» διά του Αγίου Πνεύματος, από «παρθένα» μητέρα. Αφού λοιπόν ο Ιησούς, ως «μονογενής υιός του Θεού» γεννήθηκε αναμάρτητος, προς τι η χρεία της βάπτισης; Για ποιο πράγμα θα έπρεπε να «μετανοήσει»; Μήπως θα μπορούσε να μας διαφωτίσει σ’ αυτό το σημείο ο «Ύψιστος»; ή μήπως ήταν μύηση; και σε τι;
Ο τραγέλαφος και οι «ιερές» αντιφάσεις όμως, συνεχίζονται λίγο παρακάτω, όπου ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, παρ’ ότι έχει δει αυτά τα θεΐκά σημάδια (ή σύμφωνα με το «Κατά Ιωάννην» δεν τα χρειάστηκε καν), λίγο αργότερα κι ενώ βρίσκεται στη φυλακή, στέλνει δύο απ’ τους μαθητές του Ιησού, να τον ρωτήσουν, τι, λέτε; Άκουσον, άκουσον! Εάν «Εσύ είσαι ο Mεσσίας που είναι να έρθει ή περιμένουμε άλλον;»!!! («Κατά Ματθαίον» 11: 2-3 και «Κατά Λουκάν» 7: 19). Ο άνθρωπος που κατά θείαν εντολή, προετοίμαζε το έδαφος για τον ερχομό του «Μεσσία»· ο άνθρωπος που τον βάπτισε· ο άνθρωπος που είδε -κι όχι μόνο αυτός- το «πουλί» να κάθεται πάνω στον Ιησού· ο άνθρωπος που άκουσε -όπως και όλοι οι παρεβρισκόμενοι- την φωνή του Θεού να εκδηλώνει την εύνοιά του στον «γιο» του, εμφανίζεται κλονισμένος και εκφράζει αμφιβολίες! Γιατί άραγε; Τι άλλο ήθελε για να πειστεί;
Οι ευαγγελικοί τραγέλαφοι δεν σταματούν εδώ. Ο Ιησούς αναλαμβάνει να διαλύσει τις αμφιβολίες του Ιωάννη. Η απλή λογική λέει πως, τι καλύτερο επιχείρημα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει εκτός από τα ίδια τα θεΐκά σημάδια; Το «πουλί» και την «φωνή Κυρίου» που ακούστηκε; Είναι γνωστόν όμως ότι οι «ιερές» γραφές στερούνται πάσης λογικής, οπότε θα ήταν ευσεβής πόθος και κάτι το ανεδαφικό, να την συναντούσαμε εδώ, ακόμη κι απ’ τον ίδιο τον Ιησού. Έτσι, ο «Μεσσίας» αντί να επικαλεστεί αυτά τα «σημάδια», προτιμά να επικαλεστεί τα…ανύπαρκτα «θαύματά» του… («Κατά Ματθαίον» 11: 4-5 και «Κατά Λουκάν» 7: 22-23). Πιάσ’ τ’ αβγό και κούρευ’ το δηλαδή…
Τελικά, αν δεν πάρει κάποιος μερικά χαπάκια ή δεν κτυπήσει ενέσεις, δεν υπάρχει περίπτωση να βρει ειρμό και λογική συνέχεια στις «θεόπνευστες» και «ιερές» γραφές…
ΔΕΣ:
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΙΣΟΚΡ 15.17–23
Σε αυτό το έργο του ο Ισοκράτης, σε ηλικία ογδόντα δύο ετών πια, δανείζεται την εξωτερική τυπολογία ενός λόγου περί αντιδόσεως , για να συνθέσει μια απολογία για τις απόψεις και τον βίο του. Στην αρχή του εκτενούς προοιμίου υποστήριξε ότι η πρόκληση που δέχτηκε από τον Λυσίμαχο για ανταλλαγή των περιουσιών τους (ἀντίδοσις) του δίνει την ευκαιρία να αντικρούσει τις συκοφαντίες όσων τον εχθρεύονταν και να σκιαγραφήσει με σαφήνεια την προσωπικότητα και τη δραστηριότητά του. Συνεχίζοντας έκανε λόγο για τις δυσκολίες που αντιμετώπισε κατά τη συγγραφή εξαιτίας του στόχου του να παραθέσει, πέρα από τα συνηθισμένα δικανικά επιχειρήματα, τις απόψεις του περί "φιλοσοφίας" (με τον όρο ο Ισοκράτης εννοεί την πνευματική καλλιέργεια που προσέφερε ο ίδιος με τη διδασκαλία της ρητορικής, καταρτίζοντας ανθρώπους της δράσεως), αλλά και εξαιτίας των διαβολών που διατύπωσε προηγουμένως ο αντίδικός του.
[17] Δέομαι οὖν ὑμῶν μήτε πιστεύειν πω μήτ’ ἀπιστεῖν
τοῖς εἰρημένοις, πρὶν ἂν διὰ τέλους ἀκούσητε καὶ τὰ παρ’
ἡμῶν, ἐνθυμουμένους ὅτι οὐδὲν ἂν ἔδει δίδοσθαι τοῖς φεύ-
γουσιν ἀπολογίαν, εἴπερ οἷόν τ’ ἦν ἐκ τῶν τοῦ διώκοντος
λόγων ἐψηφίσθαι τὰ δίκαια. νῦν δ’ εἰ μὲν εὖ τυγχάνει
κατηγορηκὼς ἢ κακῶς, οὐδεὶς ἂν τῶν παρόντων ἀγνοή-
σειεν· εἰ δ’ ἀληθέσι κέχρηται τοῖς λόγοις, οὐκέτι τοῦτο τοῖς
κρίνουσι γνῶναι ῥᾴδιον ἐξ ὧν ὁ πρότερος εἴρηκεν, ἀλλ’
ἀγαπητὸν ἢν ἐξ ἀμφοτέρων τῶν λόγων ἐκλαβεῖν δυνηθῶσιν
τὸ δίκαιον.
[18] Οὐ θαυμάζω δὲ τῶν πλείω χρόνον διατριβόντων
ἐπὶ ταῖς τῶν ἐξαπατώντων κατηγορίαις ἢ ταῖς ὑπὲρ
αὑτῶν ἀπολογίαις, οὐδὲ τῶν λεγόντων ὡς ἔστι μέγιστον
κακὸν διαβολή· τί γὰρ ἂν γένοιτο ταύτης κακουργότερον,
ἣ ποιεῖ τοὺς μὲν ψευδομένους εὐδοκιμεῖν, τοὺς δὲ μηδὲν
ἡμαρτηκότας δοκεῖν ἀδικεῖν, τοὺς δὲ δικάζοντας ἐπιορ-
κεῖν, ὅλως δὲ τὴν μὲν ἀλήθειαν ἀφανίζει, ψευδῆ δὲ δόξαν
παραστήσασα τοῖς ἀκούουσιν ὃν ἂν τύχῃ τῶν πολιτῶν
ἀδίκως ἀπόλλυσιν; [19] ἃ φυλακτέον ἐστίν, ὅπως μηδὲν
ὑμῖν συμβήσεται τοιοῦτον, μηδ’ ἃ τοῖς ἄλλοις ἂν ἐπιτι-
μήσαιτε τούτοις αὐτοὶ φανήσεσθε περιπίπτοντες. οἶμαι
δ’ ὑμᾶς οὐκ ἀγνοεῖν ὅτι τῇ πόλει πολλάκις οὕτως ἤδη
μετεμέλησε τῶν κρίσεων τῶν μετ’ ὀργῆς καὶ μὴ μετ’ ἐλέγ-
χου γενομένων, ὥστ’ οὐ πολὺν χρόνον διαλιποῦσα παρὰ
μὲν τῶν ἐξαπατησάντων δίκην λαβεῖν ἐπεθύμησε, τοὺς
δὲ διαβληθέντας ἡδέως ἂν εἶδεν ἄμεινον ἢ πρότερον πράτ-
τοντας.
[20] Ὧν χρὴ μεμνημένους μὴ προπετῶς πιστεύειν τοῖς
τῶν κατηγόρων λόγοις, μηδὲ μετὰ θορύβου καὶ χαλεπότη-
τος ἀκροᾶσθαι τῶν ἀπολογουμένων. καὶ γὰρ αἰσχρὸν ἐπὶ
μὲν τῶν ἄλλων πραγμάτων ἐλεημονεστάτους ὁμολογεῖ-
σθαι καὶ πραοτάτους ἁπάντων εἶναι τῶν Ἑλλήνων, ἐπὶ δὲ
τοῖς ἀγῶσι τοῖς ἐνθάδε γιγνομένοις τἀναντία τῇ δόξῃ
ταύτῃ φαίνεσθαι πράττοντας· [21] καὶ παρ’ ἑτέροις μὲν
ἐπειδὰν περὶ ψυχῆς ἀνθρώπου δικάζωσι, μέρος τι τῶν
ψήφων ὑποβάλλεσθαι τοῖς φεύγουσι, παρ’ ὑμῖν δὲ μηδὲ
τῶν ἴσων τυγχάνειν τοὺς κινδυνεύοντας τοῖς συκοφαντοῦ-
σιν, ἀλλ’ ὀμνύναι μὲν καθ’ ἕκαστον τὸν ἐνιαυτὸν ἦ μὴν
ὁμοίως ἀκροάσεσθαι τῶν κατηγορούντων καὶ τῶν ἀπο-
λογουμένων, [22] τοσοῦτον δὲ τὸ μεταξὺ ποιεῖν, ὥστε τῶν
μὲν αἰτιωμένων ὅ τι ἂν λέγωσιν ἀποδέχεσθαι, τῶν δὲ τού-
τους ἐξελέγχειν πειρωμένων ἐνίοτε μηδὲ τὴν φωνὴν
ἀκούοντας ἀνέχεσθαι, καὶ νομίζειν μὲν ἀοικήτους εἶναι
ταύτας τῶν πόλεων ἐν αἷς ἄκριτοί τινες ἀπόλλυνται τῶν
πολιτῶν, ἀγνοεῖν δ’ ὅτι τοῦτο ποιοῦσιν οἱ μὴ κοινὴν τὴν
εὔνοιαν τοῖς ἀγωνιζομένοις παρέχοντες. [23] ὃ δὲ πάντων
δεινότατον, ὅταν τις αὐτὸς μὲν κινδυνεύων κατηγορῇ τῶν
διαβαλλόντων, ἑτέρῳ δὲ δικάζων μὴ τὴν αὐτὴν ἔχῃ γνώ-
μην περὶ αὐτῶν. καίτοι χρὴ τοὺς νοῦν ἔχοντας τοιούτους
εἶναι κριτὰς τοῖς ἄλλοις, οἵων περ ἂν αὐτοὶ τυγχάνειν
ἀξιώσειαν, λογιζομένους ὅτι διὰ τοὺς συκοφαντεῖν τολ-
μῶντας ἄδηλον ὅστις εἰς κίνδυνον καταστὰς ἀναγκασθή-
σεται λέγειν ἅπερ ἐγὼ νῦν πρὸς τοὺς μέλλοντας περὶ
αὐτοῦ τὴν ψῆφον διοίσειν.
***
Παρακαλώ λοιπόν υμάς να μη δεικνύετε ακόμη εμπιστοσύνην ούτε δυσπιστίαν προς όσα έχουν λεχθή, προτού ακούσητε μέχρι τέλους όλα τα επιχειρήματα ημών, έχοντες υπόψιν σας ότι δεν θα υπήρχε καμμία ανάγκη να δίδεται το δικαίωμα της απολογίας εις τους κατηγορουμένους, εάν βεβαίως ήτο δυνατόν μόνον εκ των λόγων του κατηγόρου να εκδώσετε δικαίαν απόφασιν. Τώρα δε, εάν μεν έχει συνθέσει καλώς ή κακώς την κατηγορίαν του, όλοι οι παρόντες γνωρίζουν, εάν δε οι λόγοι του είναι αληθείς, περί τούτου οι δικασταί να κρίνουν ευκόλως στηριζόμενοι εις τους λόγους, τους οποίους είπεν ο πρώτος, αλλά θα πρέπει να είναι τις ευχαριστημένος, εάν τη βοηθεία των δύο λόγων δυνηθούν να διακρίνουν το δίκαιον.
Δεν παραξενεύομαι δε δι' εκείνους, οι οποίοι καταναλίσκουν περισσότερον χρόνον προς ανασκευήν των κατηγοριών των εξαπατώντων παρά διά την απολογίαν των, ούτε παραξενεύομαι διά τους λέγοντας, ότι είναι μέγιστον κακόν η διαβολή· πράγματι, τι ημπορεί να γίνη επιβλαβέστερον ταύτης; διότι αύτη συντελεί ώστε οι μεν ψευδόμενοι να ευδοκιμούν, οι δε όλως διόλου αθώοι να φαίνωνται ότι είναι ένοχοι, οι δε δικασταί να γίνωνται επίορκοι, εν γένει δε η διαβολή την μεν αλήθειαν εξαφανίζει, σχηματίζουσα δε ψευδή γνώμην εις τους ακούοντας καταστρέφει αδίκως όποιον τύχη εκ των πολιτών. Από αυτά πρέπει να προφυλαχθήτε, πώς δεν θα συμβή τοιούτον τι εις σας, και πώς δεν θα φανήτε ότι περιπίπτετε εις τας αυτάς πλάνας διά τας οποίας ηθέλετε επιτιμήσει τους άλλους. Νομίζω ότι σεις δεν αγνοείτε, ότι η πόλις πολλάκις ήδη τόσον πολύ μετεμελήθη διά τας αποφάσεις τας οποίας έλαβε με οργήν και όχι επί τη βάσει αποδείξεων, ώστε μετ' ολίγον χρόνον επεθύμησε να τιμωρήση εκείνους, οι οποίοι την είχον εξαπατήσει, και με ευχαρίστησιν θα έβλεπε τους συκοφαντουμένους περισσότερον ευτυχείς παρά πρότερον. Ταύτα λοιπόν ενθυμούμενοι πρέπει να μη δίδετε πίστιν ευκόλως εις τους λόγους των κατηγόρων, ούτε να ακούετε τους απολογουμένους με θόρυβον και αυστηρότητα προς αυτούς. Διότι θα ήτο και μεγάλη εντροπή εις μεν τα άλλα ζητήματα να ομολογήται ότι είσθε οι περισσότερον ελεήμονες και πράοι εξ όλων των Ελλήνων, εις δε τους δικαστικούς αγώνας, οι οποίοι γίνονται εδώ, να φαίνεσθε ότι πράττετε τα αντίθετα προς την τοιαύτην περί υμών γνώμην· και εις άλλους μεν λαούς, όταν δικάζουν δίκην κατά την οποίαν κινδυνεύει η ζωή του ανθρώπου, ένα μέρος των ψήφων να προσθέτουν εις τους κατηγορουμένους, εις σας δε να μη τυγχάνουν ούτε ίσης μεταχειρίσεως οι κινδυνεύοντες με τους συκοφάντας των, αλλά να ορκίζεσθε μεν έκαστον έτος ότι θα κρίνετε αμερολήπτως τους κατηγορουμένους και απολογουμένους, κατά τόσον όμως διάφορον τρόπον να δικάζετε αυτούς, ώστε να παραδέχεσθε παν ό,τι λέγουν οι κατηγορούντες, να μη ανέχεσθε όμως να ακούσετε ενίοτε ούτε την φωνήν εκείνων, οι οποίοι προσπαθούν να τους ελέγχουν διά τα ψεύδη των, και να νομίζετε ότι δεν είναι δυνατόν να κατοικηθούν εκείναι αι πόλεις, εις τας οποίας μερικοί πολίται χάνονται άκριτοι, να αγνοήτε δε ότι τούτο πράττουν όσοι δεν δεικνύουν αμεροληψίαν απέναντι των αντιδίκων. Το δε πλέον σκανδαλώδες από όλα είναι τούτο, το να κατηγορεί κανείς ο ίδιος τους συκοφάντας, όταν κινδυνεύη, να μη έχη δε την αυτήν γνώμην περί αυτών όταν κρίνη άλλον. Και όμως πρέπει οι λογικοί άνθρωποι τοιουτοτρόπως να κρίνουν τους άλλους, όπως θα είχαν την αξίωσιν να κρίνωνται αυτοί οι ίδιοι από τους άλλους, σκεπτόμενοι ότι εξ αιτίας των συκοφαντιών είναι άδηλον ποίος ευρεθείς εις κίνδυνον θα αναγκασθή να λέγη εκείνα τα οποία εγώ λέγω τώρα, ενώπιον εκείνων, οι οποίοι θα ψηφίσουν διά την τύχην του.










