Ο Φρίντριχ Βίλχελμ Νίτσε (γερμ. Friedrich Wilhelm Nietzsche) (15 Οκτωβρίου 1844 – 25 Αυγούστου 1900) ήταν Γερμανός φιλόσοφος, ποιητής, συνθέτης και φιλόλογος. Έγραψε κριτικά δοκίμια πάνω στην θρησκεία, την ηθική, τον πολιτισμό, την φιλοσοφία και τις επιστήμες, δείχνοντας ιδιαίτερη κλίση προς την χρήση μεταφορών, ειρωνείας και αφορισμών. Αναφέρεται συχνά ως ένας από τους πρώτους «υπαρξιστές» φιλοσόφους. Η ριζική αμφισβήτηση από μέρους του της αξίας και της αντικειμενικότητας της αλήθειας έχει οδηγήσει σε αμέτρητες διαμάχες και η επίδρασή του παραμένει ουσιαστική, κυρίως στους κλάδους του υπαρξισμού, του μεταμοντερνισμού και του μεταστρουκτουραλισμού.
Ξεκίνησε την καριέρα του σαν κλασικός φιλόσοφος, κάνοντας κριτικές αναλύσεις σε αρχαιοελληνικά και Ρωμαϊκά κείμενα, προτού εντρυφήσει στην φιλοσοφία. Το 1869, σε ηλικία 24 ετών, διορίστηκε καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Βασιλείας, στην έδρα της Κλασικής Φιλολογίας, όντας ο νεότερος που έχει πετύχει κάτι ανάλογο.
Ο Νίτσε γεννήθηκε στις 15 Οκτωβρίου 1844 και μεγάλωσε στην πόλη Ρέκεν(Röcken), κοντά στη Λειψία στην ευρύτερη πρωσική επαρχία της Σαξωνίας. Ο πατέρας του, Καρλ Λούντβιχ Νίτσε (1813-1849), ήταν λουθηρανός πάστορας, ενώ η μητέρα του, Φραντσίσκα Αίλερ (1826-1897) ήταν κόρη του πάστορα Ντάβιντ Φρήντριχ Αίλερ. Στις 7 Σεπτεμβρίου του 1864 ξεκίνησε σπουδές κλασικής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο της Βόννης. Πριν ακόμα αποκτήσει τον διδακτορικό του τίτλο, ο Νίτσε επιλέχθηκε για να καταλάβει την έδρα της κλασικής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο της Βασιλείας. Ως καθηγητής παρέδιδε αρχικά διαλέξεις για την ιστορία της αρχαίας ελληνικής ποίησης και για τις Χοηφόρες του Αισχύλου, ωστόσο αργότερα καταπιάστηκε και με θέματα που άπτονταν των προσωπικών του ενδιαφερόντων.O ενθουσιασμός του για τον Σοπενχάουερ, ο θαυμασμός του για το έργο του Βάγκνερ και οι φιλολογικές σπουδές και μελέτες του συνδυάστηκαν για την έκδοση του πρώτου βιβλίου του, με τίτλο Η Γέννηση της Τραγωδίας (1872). Το 1878, κατά την τελευταία περίοδο της πανεπιστημιακής του σταδιοδρομίας, ο Νίτσε ολοκλήρωσε το βιβλίο με τίτλο Ανθρώπινο, υπερβολικά ανθρώπινο (Menschliches, Allzumenschliches), σηματοδοτώντας συγχρόνως μία μεταστροφή και διαφοροποίηση των φιλοσοφικών του ιδεών. Το επόμενο διάστημα, η υγεία του κλονίστηκε σοβαρά: υπέφερε από ημικρανίες, που οφείλονταν σε βλάβη του αμφιβληστροειδούς και στα δύο μάτια του, γεγονός που τον ανάγκασε τελικά να υποβάλει παραίτηση από το πανεπιστήμιο, στις 2 Μαΐου του 1879, καθώς αδυνατούσε να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις του.
Από το 1881, δημοσίευε ένα ολοκληρωμένο βιβλίο, ή σημαντικό μέρος του, ανά έτος, μέχρι το 1888. Στο διάστημα αυτό ολοκλήρωσε μερικά από τα σημαντικότερα έργα του, όπως η Αυγή (1881), η Χαρούμενη επιστήμη (1882), Τάδε έφη Ζαρατούστρα (1883-85), Πέρα από το καλό και το κακό (1886) και Η Γενεαλογία της Ηθικής (1887). Τα τελευταία δημιουργικά του χρόνια συνέπεσαν με την ολοκλήρωση και έκδοση των έργων Το Λυκόφως των Ειδώλων (Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1888), Αντίχριστος (Σεπτέμβριος 1888), Ίδε ο άνθρωπος (Οκτώβριος-Νοέμβριος 1888) και Νίτσε εναντίον Βάγκνερ (Δεκέμβριος 1888).
Όταν πέθανε στα 1900, μόνος, είχε την πεποίθηση ότι δεν πρόφτασε να ολοκληρώσει το φιλοσοφικό του έργο. Αυτά που είπε στους ανθρώπους τα παρομοίαζε με πρωτόγνωρα λόγια του ανέμου, με πρωτόγνωρα και γνήσια τραγούδια κάποιου βραχνού χωριάτη. Ήταν ριζωμένη βαθιά στη συνείδησή του η αδυναμία κατανόησης των «ασμάτων» του από τους άλλους: “Αυτά που θα ακούσετε, θα είναι τουλάχιστον καινούργια. Κι αν δεν το καταλαβαίνετε, αν δεν καταλαβαίνετε τον τραγουδιστή, τόσο το χειρότερο! Μη δεν είναι αυτός ο κλήρος του; Μη δεν είναι αυτό που ονομάσανε ‘Κατάρα του Τροβαδούρου’;”
Δεν πρόφτασε να χτίσει εκείνη τη γέφυρα που πάντα επιθυμούσε, από τον άνθρωπο στον Υπεράνθρωπο. Οι προσδοκίες του όμως από το ανθρώπινο είδος δε σταμάτησαν ποτέ να είναι μεγάλες. Όταν ρωτήθηκε για το τι είναι αυτό που αγαπάει στους άλλους, απάντησε: «Τις ελπίδες μου».
Επόμενος σταθμός μας με την Μηχανή του Χρόνου είναι η πόλη Ράικεν της Σαξονίας, ο τόπος όπου γεννήθηκε ο Νίτσε. Βρισκόμαστε στο έτος 1898.
Κύριε Νίτσε,αισθάνομαι πολύ περίεργα έχοντας σας απέναντι μου. Είστε ίσως ο φιλόσοφος το έργο του οποίου προκάλεσε, αμφισβητήθηκε ,παραφράστηκε και δαιμονοποιήθηκε περισσότερο από κάθε άλλου στην ανθρώπινη ιστορία. Τα δύο βασικότερα σημεία που χαρακτηρίζουν την σκέψη σας είναι η πίστη σας στον Υπεράνθρωπο και η απουσία πίστης σε έναν Θεό. Για τον Υπεράνθρωπο θα μιλήσουμε αργότερα …μιλήστε μου όμως για τους λόγους τους οποίους απορρίπτεται τις θρησκείες;
Ακούστε, πίστη είναι το να μη θέλεις να γνωρίζεις την αλήθεια. Όμως κι αν ακόμα ένας άνθρωπος έχει ακλόνητη πίστη, μπορεί κάποια στιγμή της ζωής του να εμπλακεί στη γοητεία της αμφιβολίας. Από εκείνη την στιγμή και μετά πολύ εύκολα θα καταλάβει ότι δεν έχει κανένα απολύτως νόημα να εφευρίσκουμε μύθους για έναν κόσμο διαφορετικό από αυτόν εδώ, εκτός κι αν έχει επικρατήσει μέσα μας ένα ένστικτο δυσφήμισης, υποτίμησης, υποψίας απέναντι στη ζωή με τη φαντασμαγορία μιας ‘άλλης’ ,μιας «καλύτερης» ζωής.
Ο παραπάνω συλλογισμός σας, όμως δεν αποκλείει την πιθανότητα ύπαρξης ενός Θεού…
Συγχωρέστε με αλλά δεν μπορώ να πιστέψω σε ένα Θεό που θέλει να τον υμνούν όλη την ώρα και έχει επιλέξει να είναι τιμωρός του κόσμου.Τα αποτελέσματα που έχει η τιμωρία στους ανθρώπους και στα ζώα είναι η αύξηση του φόβου, η όξυνση της πονηριάς, ο έλεγχος των επιθυμιών. Η τιμωρία δαμάζει τον άνθρωπο, αλλά δεν τον κάνει καλύτερο.
Δεν αποδέχονται όλες οι θρησκείες την λογική ενός Θεού τιμωρού, πολλές μιλάνε για έναν Θεό που δημιούργησε τον κόσμο από και με αγάπη…
Η αγάπη για έναν μόνον άνθρωπο είναι βαρβαρότητα, επειδή ασκείται σε βάρος όλων των άλλων. Πόσο μάλλον η αγάπη για τον Θεό.
Θεωρώ υπερβολική την θέση σας αυτή.
Ίσα-ίσα,πιστεύω ότι αυτήν εκτιμά και σέβεται περισσότερο τον Θεό. Την περισσότερη ανεντιμότητα τη δείχνουμε απέναντι στο Θεό όταν δεν του επιτρέπουμε να αμαρτήσει.
Νομίζω ότι η άποψη σας για τις θρησκείες είναι ακραία και θα διαφωνήσω μαζί σας. Μόλις μου φέρατε στο μυαλό ένα σύνθημα το οποίο γράφεται στους τοίχους και είναι ευρέως διαδεδομένο στην εποχή μου.
Νίτσε: Ο Θεός πέθανε.
Θεός: Ο Νίτσε πέθανε.
(Γέλια)! Κάλιο να πεθαίνεις περήφανα όταν δεν είναι πια μπορετό να ζεις περήφανα.
Το σημαντικότερο έργο σας ,ακόμη και στην εποχή μου είναι το «Τάδε εφη Ζαρατούστρα»,όπου αναπτύσσετε την έννοια του Υπερανθρώπου. Ποια είναι η διαφορά του Υπερανθρώπου από τον Άνθρωπο;
Τι είναι ο πίθηκος για τον άνθρωπο; Ένα αντικείμενο για περίγελο ή μια επώδυνη ντροπή. Και ακριβώς το ίδιο πρέπει να είναι ο άνθρωπος για τον Υπεράνθρωπο: ένα αντικείμενο για περίγελο ή μια επώδυνη ντροπή. Ο άνθρωπος είναι ένα σκοινί τεντωμένο ανάμεσα στο ζώο και τον υπεράνθρωπο, ένα σκοινί πάνω από την άβυσσο.
Σας διδάσκω τον Υπεράνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι κάτι που πρέπει να ξεπεραστεί. Εσείς τι έχετε κάνει για να τον ξεπεράσετε;
Ίσως μπορούσα να σας απαντήσω αν μου εξηγούσατε πώς ορίζετε εσείς τον άνθρωπο και κατ’επέκταση την υπέρβαση του…
Ο άνθρωπος είναι ένα ον το οποίο εκπαιδεύτηκε από τις πλάνες του: Πρώτον, πάντα έβλεπε τον εαυτό του ως ατελή, δεύτερον, προίκιζε τον εαυτό του με φανταστικές ιδιότητες, τρίτον, έβαζε τον εαυτό του στην ιεραρχία των όντων σε λάθος βαθμίδα ανάμεσα στο ζώο και τη φύση, τέταρτον, επινοούσε συνεχώς καινούριους πίνακες των καλών και τους δεχόταν για ένα διάστημα ως αιώνιους και μη εξαρτώμενους από όρους . Το αποτέλεσμα ήταν πως άλλοτε η μια και άλλοτε η άλλη ανθρώπινη ενόρμηση και κατάσταση έπαιρνε την πρώτη θέση και εξευγενιζόταν λόγω αυτής της εκτίμησης.
Αφού όπως λέτε είμαστε εκπαιδευμένοι από τις πλάνες μας με ποιον τρόπο μπορούμε να τις ξεδιαλύνουμε ώστε να αποκτήσουμε επίγνωση της πραγματικότητας;
Θα σας απαντήσω με ερωτήσεις.
Τρέχεις μπροστά; Το κάνεις σα βοσκός; Ή σαν εξαίρεση; Μια τρίτη περίπτωση θα ‘ταν ο φυγάς… Πρώτο ζήτημα συνείδησης.
Είσαι γνήσιος; ‘Η μόνο ένας ηθοποιός; Ένας αντιπρόσωπος; Ή μήπως είσαι αυτό που αντιπροσωπεύεται; – Τελικά ίσως να ‘ σαι απλώς ένα αντίγραφο ενός ηθοποιού… Δεύτερο ζήτημα συνείδησης.
Είσαι κάποιος που κοιτάει δίχως να συμμετέχει; Η κάποιος που δίνει χείρα βοηθείας, Η μήπως κάποιος που αποστρέφει το βλέμμα του και προσπερνάει; Τρίτο ζήτημα συνείδησης!
Θέλεις να προχωράς μαζί μ’ άλλους; Ή να προχωράς μπροστά; Η να προχωράς μόνος σου; … Πρέπει να ξέρει κανείς τι θέλει και ότι το θέλει. Τέταρτο ζήτημα συνείδησης.
Αρκεί η κατανόηση αυτών των τεσσάρων ζητημάτων συνείδησης για να αρχίσεις να ξεπερνάς τον «άνθρωπο»;
Όχι φυσικά. Δεν αρκεί η απλή κατανόηση αλλά επιβάλλεται και η εφαρμογή των συμπερασμάτων τα οποία απορρέουν από αυτά στην καθημερινή ζωή.
Δηλαδή;
Μη μένεις κάτω στη γη και μην ανεβαίνεις πολύ ψηλά στον ουρανό! Ωραιότερος φαίνεται ο κόσμος από ένα ύψος κάπου στα μισά. Εκεί που βρίσκονται οι κορυφές των βουνών.Στα βουνά όμως, ο πιο κοντινός δρόμος είναι από κορυφή σε κορυφή, αλλά γι αυτό πρέπει να έχεις μεγάλα πόδια. Οι αφορισμοί θα πρέπει να είναι οι κορυφές, κι εκείνοι που τους χρησιμοποιούν, θα πρέπει να είναι γίγαντες.
Το να περπατάς όμως από κορυφή σε κορυφή προϋποθέτει πέρα από την ικανότητα, τύχη και δύναμη…
Κανένας νικητής δεν πιστεύει στην τύχη.
Δύναμη προφανώς! Ένας δυνατός και συγκροτημένος άνθρωπος χωνεύει τις εμπειρίες του, όπως και τα επιτεύγματα και τα παραπτώματά του, όπως χωνεύει το κρέας, ακόμα κι όταν αναγκάζεται να καταπιεί μερικά σκληρά κομμάτια.
Η δύσκολη αυτή περιπλάνηση όμως απαιτεί και συνοδοιπόρους, οι οποίοι θα σε βοηθήσουν, αν και όποτε χρειαστεί…
Κανείς δεν μπορεί, για χάρη σου, να χτίσει τη γέφυρα που πάνω της ακριβώς πρέπει να βαδίσεις, πάνω απ’ το ποτάμι της ζωής· κανείς, εκτός από σένα και μόνο. Βλέπε προς τα πάνω, όταν ποθείς την ανύψωση και όχι δίπλα σου. Αλλά προσοχή μην ξεχάσεις ποτέ ότι: Όσο πιο ψηλά πετάς, τόσο πιο μικρός φαντάζεις σ’ εκείνους που δεν μπορούν να πετάξουν.
Πώς θα μπορέσω ν’ ανέβω στην κορφή του βουνού;.
Από τότε που κουράστηκα να ψάχνω, έμαθα να βρίσκω και από τότε που μου εναντιώθηκε ο άνεμος,έμαθα να σαλπάρω με όλους τους ανέμους.Ανέβα λοιπόν τώρα και μην το σκέφτεσαι πολύ. Οι σκέψεις είναι πάντα σκιές των συναισθημάτων μας ,πάντα σκοτεινότερες, κενότερες και απλούστερες απ᾽αυτά.
Ποιοι είναι οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι με τους οποίους μπορεί να έρθει αντιμέτωπος ένας Υπεράνθρωπος;
Ο μεγαλοφυής άνθρωπος είναι ανυπόφορος όταν δεν έχει, εκτός από τη μεγαλοφυΐα, τρία τουλάχιστον άλλα πράγματα: ευγνωμοσύνη , καθαρότητα και ρεαλισμό. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι να υποπέσεις στην παγίδα του φαινομενικούηρωισμούόπουμετατρέπεσαι σε έναν ηθοποιό του ιδίου του ιδανικού. Το να ριχτείς στην καρδιά της μάχης μπορεί να είναι σημάδι δειλίας. Αν δεν θες να χάσεις τα μάτια και το μυαλό σου, να ακολουθείς τον ήλιο περπατώντας στη σκιά.
Δεν πληρούν όμως όλοι τα κριτήρια που θέτετε για να γίνουν υπεράνθρωποι. Σε αυτούς τι λέτε;
Αυτοί ας παραμείνουν ταπεινοί.Το σκουλήκι μαζεύεται όταν το πατούν. Αυτό είναι έξυπνο. Με τούτο τον τρόπο μειώνει τις πιθανότητες να το πατήσουν πάλι. Στη γλώσσα της ηθικής αυτό λέγεται ταπεινοφροσύνη. Και εξάλλου όσοι δεν μπορούν να ανέβουν ψηλά στα βουνά ας σκάψουν βαθιά στη γη. Υπαρχουν και κάτω πηγες. Άς αφήσουν τους σκοταδιστές να φωνάζουν πως “κάτω είναι η κόλαση”.
Πέρα όμως από αυτούς που δεν μπορούν, υπάρχουν και αυτοί που δεν θέλουν να γίνουν, ενώ μπορούν.Σε αυτούς τι έχετε να πείτε…
Η συνείδησή κάθε ανθρώπου λέει : «Πρέπει να γίνεις αυτός που είσαι.» .Το αυτί αυτών των ανθρώπων δεν ακούει την μουσική της ύπαρξης τους που εκπέμπει το σύμπαν για χάρη τους. Αυτοί ζουν μία βουβή ζωή. Όσοι έχουν αυτιά ας ακούσουν.
Πρέπει να έχει κανείς χάος μέσα του για να μπορέσει να γεννήσει ένα αστέρι που χορεύει.
Μα το χάος γεννάει χάος…
Όχι αγαπητέ μου το χάος γεννάει τάξη.
Και πώς το εσωτερικό χάος μετατρέπεται σε τάξη; Με ποιον μηχανισμό; Μήπως μέσω της ηθικής;
Φυσικά και όχι μέσω της ηθικής…. Μα μόνο μέσω συνειδητοποίησης της έννοιας της ελευθέριας . Η ηθική είναι ανθρώπινη εφεύρεση. Η ελευθερία είναι ανθρώπινο ένστικτο. Και μόνο ότι είναι ένστικτο είναι και αληθινό.
Η έννοια της λέξης ελευθερία είναι πολύ ευρεία. Εσείς τι εννοείτε όταν την χρησιμοποιείτε;
Ελευθερία είναι το να έχεις τη θέληση να αναλάβεις ευθύνη για τον εαυτό σου.
Ελευθερία είναι το να διατηρείς την απόσταση που σε χωρίζει από τους άλλους.
Ελευθερία είναι το να γίνεσαι πιο αδιάφορος απέναντι στις δυσκολίες, στις ταλαιπωρίες, στη στέρηση, ακόμη και στην ίδια τη ζωή.
Και ηθική τι σημαίνει για εσάς;
Η ηθική είναι ένα ψεύτικο ανθρώπινο κατασκεύασμα. Τελικά, τι είναι οι ανθρώπινες αλήθειες; Είναι αδιάψευστες ανθρώπινες παραπλανήσεις. Δεν υπάρχουν καθόλου ηθικά φαινόμενα, αλλά μόνο μια ηθική ερμηνεία των φαινομένων. Κάθε ηθική είναι ένα κομμάτι τυραννίας εναντίον της φύσης, καθώς και εναντίον της λογικής.
Για αυτόν ακριβώς τον λόγο έχει αποτελέσει τον πιο αποτελεσματικό μηχανισμό για να σέρνεις την ανθρωπότητα από τη μύτη.
Και τότε τι είναι καλό και τι είναι κακό;
Ό,τι θεωρεί κακό μια εποχή είναι συνήθως ένα ανεπίκαιρο κατάλοιπο αυτού που άλλοτε θεωρούνταν καλό – ο αταβισμός ενός παλιότερου ιδανικού και αντίστροφα.Διατάραξα τούτη την ανθρώπινη υπνηλία όταν δίδαξα ότι κανένας ακόμη δεν ξέρει τι είναι Καλό και Κακό,-εκτός κι αν είναι ο δημιουργός. Δεν υπάρχει αντικειμενικός ορισμός τους.
Ο υποκειμενικός ορισμός τους σύμφωνα με εσάς ποιος είναι;
Καλό είναι ο,τι ανυψώνει στον άνθρωπο το αίσθημα της δύναμης, τη θέληση για απόκτηση δύναμης, την ίδια τη δύναμη. Κακό ο,τι γεννιέται απ’ την αδυναμία. Αλλά δυστυχώς πολλοί έχουν δαιμονοποιήσει την παραπάνω θεώρηση μου.
«Αγωνιζόμαστε για το απαγορευμένο»: μ’ αυτό το έμβλημα η φιλοσοφία μου θα θριαμβεύσει μια μέρα, γιατί αυτό που έχει απαγορευτεί μέχρι σήμερα είναι μόνο η αλήθεια.
Τώρα που είπατε αλήθεια, η αλήθεια πιστεύετε ότι είναι αντικειμενική έννοια;
Δεν υπάρχουν υποκειμενικές αλήθειες. Η αλήθεια είναι πάντα μία, απλώς υπάρχουν κάποιοι οι οποίοι κατασκευάζουν ψεύτικες αλήθειες ώστε να καθοδηγούν τις μάζες αφού προηγουμένως τις έχουν συντηρητικοποίησει.
Και πώς το κάνουν αυτό;
Εκμεταλλευόμενοι την δύναμη της συνήθειας. Οι λόγοι και οι προθέσεις που υπάρχουν πίσω από τη συνήθεια προστίθενται σε αυτήν μέσω ενός ψέματος, μόλις κάποιοι αρχίσουν να αμφισβητούν τη συνήθεια και να ρωτούν για τις προθέσεις και τους σκοπούς της. Εδώ έγκειται η μεγάλη ανεντιμότητα των οπισθοδρομικών όλων των εποχών: είναι αυτοί που προσθέτουν ψέματα μεταμφιεσμένα σε πεποιθήσεις.
Οι πεποιθήσεις είναι μεγαλύτεροι αντίπαλοι της αλήθειας από τα ψέματα. Αυτός είναι και ο λόγος που η αξία ενός ανθρώπου μετριέται με το πόση αλήθεια μπορεί να σηκώσει.
Είναι γνωστό ότι λόγω του έργου σας έχετε αποκτήσει πολλούς οπαδούς αλλά και πολλούς εχθρούς. Πως αντιμετωπίζετε τους εχθρούς σας;
Πρέπει να έχετε μόνο εχθρούς που αξίζει να μισείτε, όχι όμως εχθρούς για να τους περιφρονείτε. Πρέπει να είστε περήφανοι για τους εχθρούς σας: γιατί τότε τα κατορθώματα του εχθρού σας θα είναι και δικά σας. Και να έχετε πάντα στο μυαλό σας ότι αυτός που ζει από τη μάχη με έναν εχθρό, έχει προσωπικό ενδιαφέρον να διατηρήσει τον εχθρό του ζωντανό.
Είστε υπέρ ή κατά της εκδίκησης;
Μια μικρή εκδίκηση είναι ανθρωπινότερη από καθόλου εκδίκηση. Σκοπός της εκδίκησης ή της τιμωρίας είναι να κάνει καλύτερους εκείνους που τιμωρούν η εκδικούνται.Όποιος τιμωρείται, δεν είναι ποτέ εκείνος που έχει κάνει την πράξη. Είναι πάντα ο αποδιοπομπαίος τράγος.
Η γνώμη σας για την φιλία ποια είναι;
Πιστεύω στην πραγματική φιλία αλλά είναι ένα σπάνιο φαινόμενο και κτίζεται επώδυνα και σε βάθος χρόνου.Δεν είναι η δύναμη των αισθημάτων που κάνει ανώτερη μια ανθρώπινη σχέση αλλά η διάρκεια τους.
Και πότε μια φιλία δεν είναι αληθινή;
Όταν ο ένας πιστεύει ότι έχει παραγνωριστεί πάρα πολύ, και ο άλλος ότι είχε αναγνωριστεί πάρα πολύ – και επ’ αυτού εξαπατούνται και οι δύο! – διότι κανένας τους δε γνωρίζει τελικά αρκετά τον εαυτό του.Καλύτερα μια ολόψυχη έχθρα παρά μια φιλία κολλημένη με κόλλα.
Γιατί το λέτε αυτό;
Πολλές φορές ξεχνάει κανείς τα λάθη του, όταν τα εξομολογείται σε κάποιον άλλον. Ο άλλος, όμως, δεν τα ξεχνάει. Γι αυτό η αρχή της αγάπης προς τον πλησίον λέει :Βοήθησε ο ίδιος τον εαυτό σου και τότε θα σε βοηθήσουν όλοι. Ποτέ σου μη ζητάς. Παράτα τα κλαψουρίσματα. Μην επιτρέψεις ποτέ κανέναν να σε συμπονέσει. Το χρυσό θηκάρι της συμπόνιας κρύβει κάποτε το λεπίδι της ζηλοφθονίας.
Πολλοί νέοι άνθρωποι σας θαυμάζουν, πώς το αντιμετωπίζετε αυτό;
Υπάρχει κάποια αθωότητα στο θαυμασμό: η αθωότητα του ανθρώπου που δεν αντιμετωπίζει την πιθανότητα πως κι αυτός ίσως θα μπορούσε να γίνει κάποια μέρα αντικείμενο θαυμασμού.
Επίσης για αρκετούς από αυτούς είστε δάσκαλος. Πως αισθάνεστε για αυτό;
«Εσύ, μεγάλο άστρο! Αν δεν είχες αυτούς που φωτίζεις, τι θα ήταν η ευτυχία σου;»
Αγαπάμε ακόμα περισσότερο τη γνώση μας όταν την μεταδίδουμε και σε άλλους. Από την άλλη υπάρχουν άνθρωποι που αξίζουν να φτάσουν στην κορυφή αλλά δεν μπορούν να ελευθερωθούν από τις δικές τους αλυσίδες και χρειάζονται κάποιον να τους ελευθερώσει.
Όταν πρέπει να διδάξετε δυσνόητες αλήθειες πως τα καταφέρνετε;
Όσο πιο αφηρημένη είναι η αλήθεια που θέλεις να διδάξεις τόσο περισσότερο πρέπει να ξελογιάσεις τις αισθήσεις με αυτή. Δεν αρκεί να αποδεικνύουμε ένα πράγμα, πρέπει επίσης να παρασύρουμε ή να ανεβάζουμε τους ανθρώπους προς αυτό. Γι’ αυτό πρέπει να μάθει ο γνώστης να λέει τη σοφία του: και συχνά με τρόπο που να ηχεί σαν τρέλα!
Τι πρέπει να προσέξει περισσότερο από όλα ένας άνθρωπος που διδάσκει νέους;
Το γεγονός ότι ο πιο σίγουρος τρόπος για να καταστρέψεις έναν νέο είναι να του διδάξεις να εκτιμάει περισσότερο εκείνους που σκέφτονται σαν αυτόν από εκείνους που σκέφτονται διαφορετικά απ’ αυτόν.
Προτιμάτε να έχετε οπαδούς η μαθητές;
Μαθητές προφανώς.
Τι; Ψάχνεις για οπαδούς; Θέλεις να πολλαπλασιαστείς επί δέκα, επί εκατό; -Ψάξε για μηδενικά!
Είστεδηλαδή κατά του φανατισμού;
Ο φανατισμός είναι χρήσιμος μόνο όταν είσαιαδύνατος. Είναι η μόνη μορφή θέλησης που μπορεί να διαπνέει τους αδύναμους και τους ντροπαλούς.
Θεωρείτε τον εαυτό σας ιδεαλιστή;
Σε καμίαπερίπτωση. Οι ιδεαλιστές είναι αδιόρθωτοι, αν τους διώξουν από τον παράδεισό τους, εξιδανικεύουν την κόλαση.
Οι λαοί ή οι ηγέτες πιστεύετε παίζουν μεγαλύτερο ρόλο στην διαμόρφωση της ανθρώπινης ιστορίας;
Λαός είναι το τέχνασμα της φύσης για να φτάσει σε έξι ή επτά μεγάλους άνδρες και ύστερα να τους αφήσει στα μισά του δρόμου. Οι λαοί κάνουν τα πάντα για να μην έχουν μεγάλους ανθρώπους. Ο μεγάλος άνθρωπος πρέπει επομένως, για να υπάρξει, να αναλάβει μια δύναμη που να είναι μεγαλύτερη από τη δύναμη αντίστασης, η οποία αναπτύσσεται από εκατομμύρια ατόμων. Ως εκ τούτου η ιστορία προχωραει μπροστάμέσα από την σύγκρουση του λαού με τους ηγέτες και των ηγετών με τον λαό.
Η ανάγκη τι ρόλο παίζει στην σύγκρουση αυτήν;
Η ανάγκη θεωρείται αιτία της εμφάνισης κάποιου πράγματος: στην πραγματικότητα όμως είναι συχνά μόνο ένα αποτέλεσμα κάποιου πράγματος που έχει ήδη εμφανιστεί.
Για παράδειγμα η εφεύρεση ενός δυναστευτικού πολιτικού συστήματος έχει ως αποτέλεσμα την ανάγκη της ύπαρξηςπεινασμένων στα όρια του ώστε αυτό να μπορείεύκολα να ετεροκατευθυνθεί.Η κοιλιά είναι ο λόγος για τον οποίο ο άνθρωπος δεν νομίζει εύκολα πως είναι ημίθεος.
Ας ελαφρύνουμε λίγο την συζήτηση…Τι είναι ο έρωτας για εσάς;
Ο έρωτας είναι μια παραφροσύνη που μπορεί να σε αρρωστήσει. Αλλά πάντα υπάρχει και λίγη λογική στην παραφροσύνη. Η γιατρειά για τον έρωτα εξακολουθεί να είναι στις περισσότερες περιπτώσεις εκείνο το παλιό δραστικό φάρμακο: ‘ η ανταπόδοση αγάπης’.
Ποιος είναι ο ρόλος της σαρκικής επαφής στον έρωτα;
Είναι πολύ σημαντικός. Κάθε είδος περιφρόνησης του σεξ, κάθε βρώμισμα του μέσω της έννοιας «ακάθαρτο», είναι το κατ’ εξοχήν έγκλημα εναντίον της ζωής.
Ποια είναι η άποψη σας για το ωραίο φύλο;
Δύο πράγματα θέλει ο άντρας, κινδύνους και παιχνίδια. Γι’ αυτό ζητάει τη γυναίκα, γιατί είναι το πιο επικίνδυνο παιχνίδι.Στο μίσος και στον έρωτα η γυναίκα είναι περισσότερο βάρβαρη από τον άντρα.
Σας εντυπωσιάζει περισσότερο η εμφάνιση ή η ευφυΐα σε μια γυναίκα;
Προτιμώ η γυναίκα να είναι όμορφη και έξυπνηταυτόχρονα. Και που να δείτε, αυτές οι γυναίκες,πόσο εξυπνότερες θα είχαν γίνει, αν δεν ήταν όμορφες!
Ποια η γνώμη σας για τις καταχρήσεις;
Μερικές φορές μας συναρπάζουν περισσότερο οι ίδιες οι επιθυμίες μας παρά το αντικείμενό τους.
Από ότι ξέρω σας αρέσει πολύ η μουσική…
Μα φυσικά… Χωρίς Μουσική η ζωή θα ήταν λάθος.
Ποια έργα άλλων μεγάλων συγγραφέων σας έχουν καθορίσει;
Δεν θα σας μιλήσω για κάποιο συγκεκριμένο αλλά θα σας πω ότι από όλα όσα έχουν γραφτεί, αγαπώ μόνο αυτό που γράφει κανείς με το αίμα του.
Ποια πόλη της Ευρώπης είναι η αγαπημένη σας;
Ένας καλλιτέχνης δεν έχει πατρίδα στην Ευρώπη, εκτός από το Παρίσι.
Ποιος είναι ο μεγαλύτερος σας φόβος;
Δεν φοβάμαι τίποτα παρά μοναχά τον εαυτό μου. Όποιος δεν φοβάται τον εαυτό του, δεν μπορεί να προκαλέσει φόβο.
Αισθάνεστε γερασμένος;
Όχι καθόλου. Απλώς αισθάνομαι ώριμος. Ωριμότητα είναι να ξαναβρίσκεις τη σοβαρότητα που είχες παιδί, όταν έπαιζες. Και η παιδική ηλικία είναι η πιο ξέγνοιαστη, γιατί απλώς δεν είχαμε προλάβει να φτιάξουμε αναμνήσεις.
Σε αυτήν την ηλικία νιώθετε καθόλου μοναξιά;
Μερικές φορές.Η μοναξιά είναι για το πνεύμα ό,τι η δίαιτα για το σώμα.
Και πώς περνάνε τα βράδια παρέα με την μοναξιά;
Βλέποντας όνειρα. Ξέρετε ότι τα όνειρα είναι η ρίζα της μεταφυσικής, η πηγή της ιδέας ότι ψυχή και σώμα είναι ξεχωριστά.
Ποια είναι τα μεγαλύτερα μαθήματα που πήρατε από την ζωή;
Δεν είναι στο χέρι μας να εμποδίσουμε τη γέννησή μας: μπορούμε όμως να διορθώσουμε αυτό το λάθος – γιατί πολλές φορές είναι λάθος. Όταν καταργεί κανείς τον εαυτό του, κάνει το πιο αξιοπρόσεκτο πράγμα που υπάρχει.Με αυτό κερδίζει σχεδόν το δικαίωμα να ζει.Για αυτές τις μεγάλες ψυχές, η γη είναι ακόμη ελεύθερη. Για αυτές τις μεγάλες ψυχές, ελεύθερη είναι ακόμη μια ελεύθερη ζωή.Αληθινά, όποιος κατέχει λίγα, κατέχεται εξίσου λίγο. Και να μην ξεχνάτε το μεγαλύτερο μάθημα από το πολεμικό σχολείο της ζωής: Ό,τι δε με σκοτώνει με κάνει πιο δυνατό.
Υπάρχουν πράγματα στην ζωή σας για τα οποία αισθάνεστε τύψεις;
Η αμφιβολία δηλητηριάζει τα πάντα, χωρίς να σκοτώνει τίποτα. Δενπρέπει να αμφιβάλλετε για ότι έχετε πράξει. Μη δείχνετε δειλία απέναντι στις πράξεις σας! Μην τις αφήνετε να παραπαίουν μετά! Οι τύψεις της συνείδησης είναι ανάρμοστες.
Τί θα θέλατε να αφήσετε πίσω σας όταν εγκαταλείψετε αυτόν τον κόσμο;
Πρέπει να φεύγουμε από τη ζωή όπως έφυγε ο Οδυσσέας από τη Ναυσικά, ευλογώντας την παρά ερωτευμένος μαζί της. Πεθαίνοντας θα προσφέρω στους ανθρώπους τα πιο πλούσια δώρα μου. Αυτό έμαθα απ’ τον ήλιο, που όταν δύει είναι τόσο λαμπρός και με τους ανεξάντλητους θησαυρούς του βυθίζεται στη θάλασσα, έτσι που κάνει το φτωχό ψαρά να κωπηλατεί με χρυσωμένα κουπιά.
Θέλετε να πείτε κάτι τελευταίο πριν κλείσουμε;
Όποιος παλεύει με τέρατα, πρέπει να προσέξει να μη γίνει ο ίδιος τέρας. Κι όταν κοιτάς πολλή ώρα μέσα σε μια άβυσσο, κοιτάει και η άβυσσος μέσα σε σένα. Μην ξεχνάτε ποτέ ότι η πιο μεγάλη τέχνη είναι να ξέρεις να αποχωρείς την κατάλληλη στιγμή.
Σας ευχαριστώ…
Και εγώ σας ευχαριστώ.
------------------------
Η παραπάνω συνέντευξη δεν είναι αυθεντική αλλά προσπαθεί να προσωπογραφήσει τον Νίτσε. Όλες οι απαντήσεις είναι στο σύνολο τους απόψεις και θέσεις του ιδίου και διαμορφώθηκαν, για να συνδυαστούν εν αρμονία, ώστε να δίνεται η εντύπωση μιας συνέντευξης με συνεχή ροή.
Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2022
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΣ
ΙΣΟΚΡ 12.26–34
Στον λόγο του αυτόν, τον οποίον ξεκίνησε να γράφει σε ηλικία ενενήντα τεσσάρων ετών, ο Ισοκράτης επαινεί την Αθήνα, παρουσιάζει και υπερασπίζεται το έργο του και προβληματίζεται αναφορικά με το ιδανικό πολίτευμα. Ξεκινώντας το εκτενές προοίμιον (ΙΣΟΚΡ 12.1–40), ο ρήτορας επιχείρησε μια αποτίμηση του βίου του: αναφέρθηκε στα φυσικά του προτερήματα και ελαττώματα, που καθόρισαν και τον τρόπο ενασχόλησής του με τη ρητορική και την πολιτική, καθώς και σε όσους συκοφάντησαν κατ' επανάληψη τα έργα του και τον κατηγόρησαν ότι απέρριπτε όλες τις πνευματικές ενασχολήσεις και δημιουργήματα εκτός από τα δικά του. Και συνεχίζει:
[26] Τῆς μὲν οὖν παιδείας τῆς ὑπὸ τῶν προγόνων
καταλειφθείσης τοσούτου δέω καταφρονεῖν, ὥστε καὶ τὴν
ἐφ’ ἡμῶν κατασταθεῖσαν ἐπαινῶ, λέγω δὲ τήν τε γεωμε-
τρίαν καὶ τὴν ἀστρολογίαν καὶ τοὺς διαλόγους τοὺς
ἐριστικοὺς καλουμένους, οἷς οἱ μὲν νεώτεροι μᾶλλον
χαίρουσι τοῦ δέοντος, τῶν δὲ πρεσβυτέρων οὐδεὶς ἔστιν
ὅστις ἂν ἀνεκτοὺς αὐτοὺς εἶναι φήσειεν. [27] ἀλλ’ ὅμως
ἐγὼ τοῖς ὡρμημένοις ἐπὶ ταῦτα παρακελεύομαι πονεῖν
καὶ προσέχειν τὸν νοῦν ἅπασι τούτοις, λέγων ὡς εἰ καὶ
μηδὲν ἄλλο δύναται τὰ μαθήματα ταῦτα ποιεῖν ἀγαθόν,
ἀλλ’ οὖν ἀποτρέπει γε τοὺς νεωτέρους πολλῶν ἄλλων ἁμαρ-
τημάτων. τοῖς μὲν οὖν τηλικούτοις οὐδέποτ’ ἂν εὑρεθῆναι
νομίζω διατριβὰς ὠφελιμωτέρας τούτων οὐδὲ μᾶλλον πρε-
πούσας· [28] τοῖς δὲ πρεσβυτέροις καὶ τοῖς εἰς ἄνδρας δεδοκι-
μασμένοις οὐκέτι φημὶ τὰς μελέτας ταύτας ἁρμόττειν.
ὁρῶ γὰρ ἐνίους τῶν ἐπὶ τοῖς μαθήμασι τούτοις οὕτως
ἀπηκριβωμένων ὥστε καὶ τοὺς ἄλλους διδάσκειν, οὔτ’
εὐκαίρως ταῖς ἐπιστήμαις αἷς ἔχουσι χρωμένους, ἔν τε
ταῖς ἄλλαις πραγματείαις ταῖς περὶ τὸν βίον ἀφρονεστέ-
ρους ὄντας τῶν μαθητῶν· ὀκνῶ γὰρ εἰπεῖν τῶν οἰκετῶν.
[29] τὴν αὐτὴν δὲ γνώμην ἔχω καὶ περὶ τῶν δημηγορεῖν
δυναμένων καὶ τῶν περὶ τὴν γραφὴν τὴν τῶν λόγων εὐδο-
κιμούντων, ὅλως δὲ περὶ ἁπάντων τῶν περὶ τὰς τέχνας
καὶ τὰς ἐπιστήμας καὶ τὰς δυνάμεις διαφερόντων. οἶδα
γὰρ καὶ τούτων τοὺς πολλοὺς οὔτε τὰ περὶ σφᾶς αὐτοὺς
καλῶς διῳκηκότας οὔτ’ ἐν ταῖς ἰδίαις συνουσίαις ἀνεκ-
τοὺς ὄντας, τῆς τε δόξης τῆς τῶν συμπολιτευομένων ὀλι-
γωροῦντας, ἄλλων τε πολλῶν καὶ μεγάλων ἁμαρτημάτων
γέμοντας· ὥστ’ οὐδὲ τούτους ἡγοῦμαι μετέχειν τῆς ἕξεως
περὶ ἧς ἐγὼ τυγχάνω διαλεγόμενος.
[30] Τίνας οὖν καλῶ πεπαιδευμένους, ἐπειδὴ τὰς
τέχνας καὶ τὰς ἐπιστήμας καὶ τὰς δυνάμεις ἀποδοκιμάζω;
πρῶτον μὲν τοὺς καλῶς χρωμένους τοῖς πράγμασι τοῖς
κατὰ τὴν ἡμέραν ἑκάστην προσπίπτουσι, καὶ τὴν δόξαν
ἐπιτυχῆ τῶν καιρῶν ἔχοντας καὶ δυναμένην ὡς ἐπὶ τὸ
πολὺ στοχάζεσθαι τοῦ συμφέροντος· [31] ἔπειτα τοὺς
πρεπόντως καὶ δικαίως ὁμιλοῦντας τοῖς ἀεὶ πλησιάζουσι,
καὶ τὰς μὲν τῶν ἄλλων ἀηδίας καὶ βαρύτητας εὐκόλως
καὶ ῥᾳδίως φέροντας, σφᾶς δ’ αὐτοὺς ὡς δυνατὸν ἐλαφρο-
τάτους καὶ μετριωτάτους τοῖς συνοῦσι παρέχοντας· ἔτι
τοὺς τῶν μὲν ἡδονῶν ἀεὶ κρατοῦντας, τῶν δὲ συμφορῶν
μὴ λίαν ἡττωμένους, ἀλλ’ ἀνδρωδῶς ἐν αὐταῖς διακειμέ-
νους καὶ τῆς φύσεως ἀξίως ἧς μετέχοντες τυγχάνομεν·
[32] τέταρτον, ὅπερ μέγιστον, τοὺς μὴ διαφθειρομένους
ὑπὸ τῶν εὐπραγιῶν μηδ’ ἐξισταμένους αὑτῶν μηδ’ ὑπερη-
φάνους γιγνομένους, ἀλλ’ ἐμμένοντας τῇ τάξει τῇ τῶν
εὖ φρονούντων, καὶ μὴ μᾶλλον χαίροντας τοῖς διὰ τύχην
ὑπάρξασιν ἀγαθοῖς ἢ τοῖς διὰ τὴν αὑτῶν φύσιν καὶ φρό-
νησιν ἐξ ἀρχῆς γιγνομένοις. τοὺς δὲ μὴ μόνον πρὸς ἓν
τούτων ἀλλὰ καὶ πρὸς ἅπαντα ταῦτα τὴν ἕξιν τῆς ψυχῆς
εὐάρμοστον ἔχοντας, τούτους φημὶ καὶ φρονίμους εἶναι
καὶ τελέους ἄνδρας καὶ πάσας ἔχειν τὰς ἀρετάς.
[33] Περὶ μὲν οὖν τῶν πεπαιδευμένων τυγχάνω
ταῦτα γιγνώσκων. περὶ δὲ τῆς Ὁμήρου καὶ τῆς Ἡσιόδου
καὶ τῆς τῶν ἄλλων ποιήσεως ἐπιθυμῶ μὲν εἰπεῖν, οἶμαι
γὰρ ἂν παῦσαι τοὺς ἐν τῷ Λυκείῳ ῥαψῳδοῦντας τἀκεί-
νων καὶ ληροῦντας περὶ αὐτῶν, αἰσθάνομαι δ’ ἐμαυτὸν
ἔξω φερόμενον τῆς συμμετρίας τῆς συντεταγμένης
τοῖς προοιμίοις. [34] ἔστι δ’ ἀνδρὸς νοῦν ἔχοντος μὴ
τὴν εὐπορίαν ἀγαπᾶν, ἢν ἔχῃ τις περὶ τῶν αὐτῶν
πλείω τῶν ἄλλων εἰπεῖν, ἀλλὰ τὴν εὐκαιρίαν διαφυ-
λάττειν ὑπὲρ ὧν ἂν ἀεὶ τυγχάνῃ διαλεγόμενος· ὅπερ
ἐμοὶ ποιητέον ἐστίν. περὶ μὲν οὖν τῶν ποιητῶν αὖθις
ἐροῦμεν, ἢν μή με προανέλῃ τὸ γῆρας, ἢ περὶ σπου-
δαιοτέρων πραγμάτων ἔχω τι λέγειν ἢ τούτων.
ΙΣΟΚΡ 12.26–34
Ο ορθώς πεπαιδευμένος άνδρας
Στον λόγο του αυτόν, τον οποίον ξεκίνησε να γράφει σε ηλικία ενενήντα τεσσάρων ετών, ο Ισοκράτης επαινεί την Αθήνα, παρουσιάζει και υπερασπίζεται το έργο του και προβληματίζεται αναφορικά με το ιδανικό πολίτευμα. Ξεκινώντας το εκτενές προοίμιον (ΙΣΟΚΡ 12.1–40), ο ρήτορας επιχείρησε μια αποτίμηση του βίου του: αναφέρθηκε στα φυσικά του προτερήματα και ελαττώματα, που καθόρισαν και τον τρόπο ενασχόλησής του με τη ρητορική και την πολιτική, καθώς και σε όσους συκοφάντησαν κατ' επανάληψη τα έργα του και τον κατηγόρησαν ότι απέρριπτε όλες τις πνευματικές ενασχολήσεις και δημιουργήματα εκτός από τα δικά του. Και συνεχίζει:
[26] Τῆς μὲν οὖν παιδείας τῆς ὑπὸ τῶν προγόνων
καταλειφθείσης τοσούτου δέω καταφρονεῖν, ὥστε καὶ τὴν
ἐφ’ ἡμῶν κατασταθεῖσαν ἐπαινῶ, λέγω δὲ τήν τε γεωμε-
τρίαν καὶ τὴν ἀστρολογίαν καὶ τοὺς διαλόγους τοὺς
ἐριστικοὺς καλουμένους, οἷς οἱ μὲν νεώτεροι μᾶλλον
χαίρουσι τοῦ δέοντος, τῶν δὲ πρεσβυτέρων οὐδεὶς ἔστιν
ὅστις ἂν ἀνεκτοὺς αὐτοὺς εἶναι φήσειεν. [27] ἀλλ’ ὅμως
ἐγὼ τοῖς ὡρμημένοις ἐπὶ ταῦτα παρακελεύομαι πονεῖν
καὶ προσέχειν τὸν νοῦν ἅπασι τούτοις, λέγων ὡς εἰ καὶ
μηδὲν ἄλλο δύναται τὰ μαθήματα ταῦτα ποιεῖν ἀγαθόν,
ἀλλ’ οὖν ἀποτρέπει γε τοὺς νεωτέρους πολλῶν ἄλλων ἁμαρ-
τημάτων. τοῖς μὲν οὖν τηλικούτοις οὐδέποτ’ ἂν εὑρεθῆναι
νομίζω διατριβὰς ὠφελιμωτέρας τούτων οὐδὲ μᾶλλον πρε-
πούσας· [28] τοῖς δὲ πρεσβυτέροις καὶ τοῖς εἰς ἄνδρας δεδοκι-
μασμένοις οὐκέτι φημὶ τὰς μελέτας ταύτας ἁρμόττειν.
ὁρῶ γὰρ ἐνίους τῶν ἐπὶ τοῖς μαθήμασι τούτοις οὕτως
ἀπηκριβωμένων ὥστε καὶ τοὺς ἄλλους διδάσκειν, οὔτ’
εὐκαίρως ταῖς ἐπιστήμαις αἷς ἔχουσι χρωμένους, ἔν τε
ταῖς ἄλλαις πραγματείαις ταῖς περὶ τὸν βίον ἀφρονεστέ-
ρους ὄντας τῶν μαθητῶν· ὀκνῶ γὰρ εἰπεῖν τῶν οἰκετῶν.
[29] τὴν αὐτὴν δὲ γνώμην ἔχω καὶ περὶ τῶν δημηγορεῖν
δυναμένων καὶ τῶν περὶ τὴν γραφὴν τὴν τῶν λόγων εὐδο-
κιμούντων, ὅλως δὲ περὶ ἁπάντων τῶν περὶ τὰς τέχνας
καὶ τὰς ἐπιστήμας καὶ τὰς δυνάμεις διαφερόντων. οἶδα
γὰρ καὶ τούτων τοὺς πολλοὺς οὔτε τὰ περὶ σφᾶς αὐτοὺς
καλῶς διῳκηκότας οὔτ’ ἐν ταῖς ἰδίαις συνουσίαις ἀνεκ-
τοὺς ὄντας, τῆς τε δόξης τῆς τῶν συμπολιτευομένων ὀλι-
γωροῦντας, ἄλλων τε πολλῶν καὶ μεγάλων ἁμαρτημάτων
γέμοντας· ὥστ’ οὐδὲ τούτους ἡγοῦμαι μετέχειν τῆς ἕξεως
περὶ ἧς ἐγὼ τυγχάνω διαλεγόμενος.
[30] Τίνας οὖν καλῶ πεπαιδευμένους, ἐπειδὴ τὰς
τέχνας καὶ τὰς ἐπιστήμας καὶ τὰς δυνάμεις ἀποδοκιμάζω;
πρῶτον μὲν τοὺς καλῶς χρωμένους τοῖς πράγμασι τοῖς
κατὰ τὴν ἡμέραν ἑκάστην προσπίπτουσι, καὶ τὴν δόξαν
ἐπιτυχῆ τῶν καιρῶν ἔχοντας καὶ δυναμένην ὡς ἐπὶ τὸ
πολὺ στοχάζεσθαι τοῦ συμφέροντος· [31] ἔπειτα τοὺς
πρεπόντως καὶ δικαίως ὁμιλοῦντας τοῖς ἀεὶ πλησιάζουσι,
καὶ τὰς μὲν τῶν ἄλλων ἀηδίας καὶ βαρύτητας εὐκόλως
καὶ ῥᾳδίως φέροντας, σφᾶς δ’ αὐτοὺς ὡς δυνατὸν ἐλαφρο-
τάτους καὶ μετριωτάτους τοῖς συνοῦσι παρέχοντας· ἔτι
τοὺς τῶν μὲν ἡδονῶν ἀεὶ κρατοῦντας, τῶν δὲ συμφορῶν
μὴ λίαν ἡττωμένους, ἀλλ’ ἀνδρωδῶς ἐν αὐταῖς διακειμέ-
νους καὶ τῆς φύσεως ἀξίως ἧς μετέχοντες τυγχάνομεν·
[32] τέταρτον, ὅπερ μέγιστον, τοὺς μὴ διαφθειρομένους
ὑπὸ τῶν εὐπραγιῶν μηδ’ ἐξισταμένους αὑτῶν μηδ’ ὑπερη-
φάνους γιγνομένους, ἀλλ’ ἐμμένοντας τῇ τάξει τῇ τῶν
εὖ φρονούντων, καὶ μὴ μᾶλλον χαίροντας τοῖς διὰ τύχην
ὑπάρξασιν ἀγαθοῖς ἢ τοῖς διὰ τὴν αὑτῶν φύσιν καὶ φρό-
νησιν ἐξ ἀρχῆς γιγνομένοις. τοὺς δὲ μὴ μόνον πρὸς ἓν
τούτων ἀλλὰ καὶ πρὸς ἅπαντα ταῦτα τὴν ἕξιν τῆς ψυχῆς
εὐάρμοστον ἔχοντας, τούτους φημὶ καὶ φρονίμους εἶναι
καὶ τελέους ἄνδρας καὶ πάσας ἔχειν τὰς ἀρετάς.
[33] Περὶ μὲν οὖν τῶν πεπαιδευμένων τυγχάνω
ταῦτα γιγνώσκων. περὶ δὲ τῆς Ὁμήρου καὶ τῆς Ἡσιόδου
καὶ τῆς τῶν ἄλλων ποιήσεως ἐπιθυμῶ μὲν εἰπεῖν, οἶμαι
γὰρ ἂν παῦσαι τοὺς ἐν τῷ Λυκείῳ ῥαψῳδοῦντας τἀκεί-
νων καὶ ληροῦντας περὶ αὐτῶν, αἰσθάνομαι δ’ ἐμαυτὸν
ἔξω φερόμενον τῆς συμμετρίας τῆς συντεταγμένης
τοῖς προοιμίοις. [34] ἔστι δ’ ἀνδρὸς νοῦν ἔχοντος μὴ
τὴν εὐπορίαν ἀγαπᾶν, ἢν ἔχῃ τις περὶ τῶν αὐτῶν
πλείω τῶν ἄλλων εἰπεῖν, ἀλλὰ τὴν εὐκαιρίαν διαφυ-
λάττειν ὑπὲρ ὧν ἂν ἀεὶ τυγχάνῃ διαλεγόμενος· ὅπερ
ἐμοὶ ποιητέον ἐστίν. περὶ μὲν οὖν τῶν ποιητῶν αὖθις
ἐροῦμεν, ἢν μή με προανέλῃ τὸ γῆρας, ἢ περὶ σπου-
δαιοτέρων πραγμάτων ἔχω τι λέγειν ἢ τούτων.
***
Το μεν λοιπόν σύστημα αγωγής, το οποίον μας άφησαν οι πρόγονοί μας πολύ απέχω από του να το καταφρονώ, ώστε επαινώ και το καθιερωθέν σύστημα επί των ημερών μας, εννοώ δε το σύστημα, το οποίον επιτρέπει την μελέτην της γεωμετρίας και της αστρολογίας και των λόγων των καλουμένων εριστικών, με τους οποίους οι μεν νεώτεροι ευχαριστούνται περισσότερον από ό,τι πρέπει και τους οποίους κανείς από τους πρεσβυτέρους δεν ήθελε θεωρήσει ανεκτούς.
Αλλ' όμως εγώ προτρέπω εκείνους, οι οποίοι αισθάνονται ευχαρίστησιν με τας μελέτας ταύτας, να αφιερώνουν εις αυτάς τους κόπους και τας πνευματικάς των ικανότητας, διότι αι τοιούτου είδους γνώσεις, και αν δεν έχουν κανέν άλλο αποτέλεσμα, πάντως όμως αποτρέπουν τους νεωτέρους από πολλά άλλα αμαρτήματα. Διά τους νεωτέρους μεν λοιπόν νομίζω ότι ουδέποτε ήθελον ευρευθή ασχολίαι ωφελιμώτεραι και μάλλον αρμόζουσαι εις αυτούς· εις τους πρεσβυτέρους όμως και εκείνους οι οποίοι έφθασαν εις την ανδρικήν ηλικίαν λέγω ότι αι ασκήσεις αύται δεν αρμόζουν πλέον. Βλέπω πράγματι μερικούς από εκείνους, οι οποίοι ενεβάθυναν εις τας γνώσεις ταύτας τόσον, ώστε να δύνανται να τας διδάσκουν και εις τους άλλους, να μη δύνανται να μεταχειρισθούν εις την κατάλληλον περίστασιν τας γνώσεις, τας οποίας απέκτησαν, και να δεικνύουν εις τας υποθέσεις της ζωής ολιγωτέραν σωφροσύνην από τους μαθητάς των, διότι διστάζω να είπω από τους δούλους των. Την αυτήν δε γνώμην έχω και περί εκείνων, οι οποίοι δύναται να ομιλούν ενώπιον του λαού και γίνονται ένδοξοι από τους λόγους, τους οποίους γράφουν, και εν γένει περί εκείνων, οι οποίοι διακρίνονται διά της ανωτερότητός των εις τας επιστήμας, τας τέχνας, και διά της αναπτύξεως μιας ικανότητός των. Διότι γνωρίζω ότι και εκ τούτων πολλοί ούτε τας ιδιωτικάς των υποθέσεις καλώς διεχειρίσθησαν, ούτε εις τας ιδιωτικάς συναναστροφάς είναι ανεκτοί, ότι δεν δίδουν καμμίαν σημασίαν εις τας κρίσεις των συμπολιτών των και ότι είναι γεμάτοι από πλήθος ελαττωμάτων· ώστε νομίζω ότι ουδέ ούτοι μετέχουν της επιστήμης (μαθήσεως) περί της οποίας ομιλώ τώρα.
Ποίους λοιπόν καλώ πεπαιδευμένους, αφού αποδοκιμάζω τας επιστήμας, τας τέχνας και τας ιδιαιτέρας εκάστου ικανότητας (τάλαντα); Πρώτον εκείνους, οι οποίοι ενεργούν με σωφροσύνην εις τας υποθέσεις που παρουσιάζονται κάθε ημέραν και οι οποίοι εκφέρουν διά τα γεγονότα κρίσιν φωτεινήν και δυναμένην να επιτύχη ως επί το πολύ το συμφέρον· έπειτα θεωρώ αληθώς πεπαιδευμένους εκείνους, οι οποίοι συναναστρέφονται δικαίως και πρεπόντως τους εκάστοτε φίλους των και οι οποίοι υποφέρουν με υπομονήν και γλυκύτητα το ενοχλητικόν ύφος των άλλων και την τραχύτητά των, παρέχουν δε τους εαυτούς των εις τους συναναστρεφομένους αυτούς όσον το δυνατόν επιεικείς και ευκόλους εις τας συνηθείας της ζωής· προσέτι δε εκείνους, οι οποίοι είναι κύριοι των ηδονών και δεν καταβάλλονται υπό των συμφορών, αλλά γνωρίζουν να τας αντικρύζουν ανδρικά και κατά τρόπον άξιον προς την φύσιν, της οποίας μετέχομεν· τέταρτον, όπερ και σπουδαιότατον, εκείνους, οι οποίοι δεν διαφθείρονται από τας ευτυχίας, οι οποίοι δεν απομακρύνονται του χαρακτήρος των, ούτε γίνονται υπερήφανοι, αλλ' εκείνους οι οποίοι γνωρίζοντες να συγκρατούνται εις τα όρια του μέτρου, δεν αποδίδουν μεγαλυτέραν αξίαν εις την εύνοιαν της τύχης παρά εις τας ωφελείας, αι οποίαι προέρχονται εκ της φύσεως ή της ιδίας των φρονήσεως. Όσον αφορά δε εκείνους, εις τους οποίους αι ικανότητες της ψυχής ευρίσκονται εις ευτυχή αρμονίαν, όχι μόνον προς μίαν μόνην των ικανοτήτων τούτων, αλλά προς όλας, τούτους καλώ αληθώς σοφούς, τελείους ανθρώπους και προικισμένους με όλας τας αρετάς. Αυτή λοιπόν είναι η γνώμη μου όσον αφορά τους αληθώς μορφωμένους ανθρώπους.
Όσον αφορά δε τα ποιήματα του Ομήρου και του Ησιόδου και των άλλων ποιητών, επιθυμώ μεν να είπω την γνώμην μου περί αυτών ―διότι νομίζω ότι θα ηνάγκαζον εκείνους, οι οποίοι εις το Λύκειον απαγγέλουν ως ραψωδοί αποσπάσματα εκ των ποιημάτων των ποιητών τούτων και ανοηταίνουν σχολιάζοντες αυτά, να σιωπήσουν― αλλά νομίζω ότι εξέρχομαι από τα καθωρισμένα όρια δι' έν προοίμιον. Είναι λοιπόν έργον ανδρός σώφρονος να μη παρασύρεται από την ευκολίαν του να λέγη περισσότερα από τους άλλους επί του ιδίου θέματος, αλλά να περιμένη την ευνοϊκήν περίστασιν διά να ομιλήση περί των πραγμάτων, περί των οποίων είναι πάντοτε κατάλληλος η περίστασις να ομιλήση, πράγμα το οποίον, πρέπει και εγώ να κάμω. Περί μεν λοιπόν των ποιητών θα ομιλήσωμεν πάλιν, αν το γήρας δεν θέση παράκαιρα τέρμα εις την ζωήν μου ή εάν δεν έχω να ομιλώ περί σπουδαιοτέρων ζητημάτων.
Το μεν λοιπόν σύστημα αγωγής, το οποίον μας άφησαν οι πρόγονοί μας πολύ απέχω από του να το καταφρονώ, ώστε επαινώ και το καθιερωθέν σύστημα επί των ημερών μας, εννοώ δε το σύστημα, το οποίον επιτρέπει την μελέτην της γεωμετρίας και της αστρολογίας και των λόγων των καλουμένων εριστικών, με τους οποίους οι μεν νεώτεροι ευχαριστούνται περισσότερον από ό,τι πρέπει και τους οποίους κανείς από τους πρεσβυτέρους δεν ήθελε θεωρήσει ανεκτούς.
Αλλ' όμως εγώ προτρέπω εκείνους, οι οποίοι αισθάνονται ευχαρίστησιν με τας μελέτας ταύτας, να αφιερώνουν εις αυτάς τους κόπους και τας πνευματικάς των ικανότητας, διότι αι τοιούτου είδους γνώσεις, και αν δεν έχουν κανέν άλλο αποτέλεσμα, πάντως όμως αποτρέπουν τους νεωτέρους από πολλά άλλα αμαρτήματα. Διά τους νεωτέρους μεν λοιπόν νομίζω ότι ουδέποτε ήθελον ευρευθή ασχολίαι ωφελιμώτεραι και μάλλον αρμόζουσαι εις αυτούς· εις τους πρεσβυτέρους όμως και εκείνους οι οποίοι έφθασαν εις την ανδρικήν ηλικίαν λέγω ότι αι ασκήσεις αύται δεν αρμόζουν πλέον. Βλέπω πράγματι μερικούς από εκείνους, οι οποίοι ενεβάθυναν εις τας γνώσεις ταύτας τόσον, ώστε να δύνανται να τας διδάσκουν και εις τους άλλους, να μη δύνανται να μεταχειρισθούν εις την κατάλληλον περίστασιν τας γνώσεις, τας οποίας απέκτησαν, και να δεικνύουν εις τας υποθέσεις της ζωής ολιγωτέραν σωφροσύνην από τους μαθητάς των, διότι διστάζω να είπω από τους δούλους των. Την αυτήν δε γνώμην έχω και περί εκείνων, οι οποίοι δύναται να ομιλούν ενώπιον του λαού και γίνονται ένδοξοι από τους λόγους, τους οποίους γράφουν, και εν γένει περί εκείνων, οι οποίοι διακρίνονται διά της ανωτερότητός των εις τας επιστήμας, τας τέχνας, και διά της αναπτύξεως μιας ικανότητός των. Διότι γνωρίζω ότι και εκ τούτων πολλοί ούτε τας ιδιωτικάς των υποθέσεις καλώς διεχειρίσθησαν, ούτε εις τας ιδιωτικάς συναναστροφάς είναι ανεκτοί, ότι δεν δίδουν καμμίαν σημασίαν εις τας κρίσεις των συμπολιτών των και ότι είναι γεμάτοι από πλήθος ελαττωμάτων· ώστε νομίζω ότι ουδέ ούτοι μετέχουν της επιστήμης (μαθήσεως) περί της οποίας ομιλώ τώρα.
Ποίους λοιπόν καλώ πεπαιδευμένους, αφού αποδοκιμάζω τας επιστήμας, τας τέχνας και τας ιδιαιτέρας εκάστου ικανότητας (τάλαντα); Πρώτον εκείνους, οι οποίοι ενεργούν με σωφροσύνην εις τας υποθέσεις που παρουσιάζονται κάθε ημέραν και οι οποίοι εκφέρουν διά τα γεγονότα κρίσιν φωτεινήν και δυναμένην να επιτύχη ως επί το πολύ το συμφέρον· έπειτα θεωρώ αληθώς πεπαιδευμένους εκείνους, οι οποίοι συναναστρέφονται δικαίως και πρεπόντως τους εκάστοτε φίλους των και οι οποίοι υποφέρουν με υπομονήν και γλυκύτητα το ενοχλητικόν ύφος των άλλων και την τραχύτητά των, παρέχουν δε τους εαυτούς των εις τους συναναστρεφομένους αυτούς όσον το δυνατόν επιεικείς και ευκόλους εις τας συνηθείας της ζωής· προσέτι δε εκείνους, οι οποίοι είναι κύριοι των ηδονών και δεν καταβάλλονται υπό των συμφορών, αλλά γνωρίζουν να τας αντικρύζουν ανδρικά και κατά τρόπον άξιον προς την φύσιν, της οποίας μετέχομεν· τέταρτον, όπερ και σπουδαιότατον, εκείνους, οι οποίοι δεν διαφθείρονται από τας ευτυχίας, οι οποίοι δεν απομακρύνονται του χαρακτήρος των, ούτε γίνονται υπερήφανοι, αλλ' εκείνους οι οποίοι γνωρίζοντες να συγκρατούνται εις τα όρια του μέτρου, δεν αποδίδουν μεγαλυτέραν αξίαν εις την εύνοιαν της τύχης παρά εις τας ωφελείας, αι οποίαι προέρχονται εκ της φύσεως ή της ιδίας των φρονήσεως. Όσον αφορά δε εκείνους, εις τους οποίους αι ικανότητες της ψυχής ευρίσκονται εις ευτυχή αρμονίαν, όχι μόνον προς μίαν μόνην των ικανοτήτων τούτων, αλλά προς όλας, τούτους καλώ αληθώς σοφούς, τελείους ανθρώπους και προικισμένους με όλας τας αρετάς. Αυτή λοιπόν είναι η γνώμη μου όσον αφορά τους αληθώς μορφωμένους ανθρώπους.
Όσον αφορά δε τα ποιήματα του Ομήρου και του Ησιόδου και των άλλων ποιητών, επιθυμώ μεν να είπω την γνώμην μου περί αυτών ―διότι νομίζω ότι θα ηνάγκαζον εκείνους, οι οποίοι εις το Λύκειον απαγγέλουν ως ραψωδοί αποσπάσματα εκ των ποιημάτων των ποιητών τούτων και ανοηταίνουν σχολιάζοντες αυτά, να σιωπήσουν― αλλά νομίζω ότι εξέρχομαι από τα καθωρισμένα όρια δι' έν προοίμιον. Είναι λοιπόν έργον ανδρός σώφρονος να μη παρασύρεται από την ευκολίαν του να λέγη περισσότερα από τους άλλους επί του ιδίου θέματος, αλλά να περιμένη την ευνοϊκήν περίστασιν διά να ομιλήση περί των πραγμάτων, περί των οποίων είναι πάντοτε κατάλληλος η περίστασις να ομιλήση, πράγμα το οποίον, πρέπει και εγώ να κάμω. Περί μεν λοιπόν των ποιητών θα ομιλήσωμεν πάλιν, αν το γήρας δεν θέση παράκαιρα τέρμα εις την ζωήν μου ή εάν δεν έχω να ομιλώ περί σπουδαιοτέρων ζητημάτων.
Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2022
Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια - 1. Εισαγωγή
1.7. Ιλιάδα και Οδύσσεια: αναλογίες και διαφορές
Καίρια ερωτήματα που αφορούν τις σχέσεις των δύο επών (λ.χ., ποιο από τα δύο έπη προηγείται και ποιο ακολουθεί; ανήκουν η Ιλιάδα και η Οδύσσεια στον ίδιο ή σε διαφορετικό ποιητή; οι ομοιότητες στη γλώσσα και στα παράλληλα θέματα είναι προϊόντα απευθείας μίμησης του ενός έπους από το άλλο ή θα πρέπει να αναχθούν στην προφορική παράδοση;) δύσκολα μπορούν να απαντηθούν με βέβαιο και κατηγορηματικό τρόπο. Παρ' όλα αυτά, με βάση χαρακτηριστικές ενδείξεις, μερικές από τις οποίες σχολιάζονται στη συνέχεια, γίνεται δεκτό σήμερα από πολλούς ομηριστές ότι η Οδύσσεια είναι μεταγενέστερη, που σημαίνει ότι προϋποθέτει την Ιλιάδα, συχνά τη «μιμείται» και σκόπιμα τη συναγωνίζεται. Μια τέτοια σχέση προϋποθέτει ότι τα δύο έπη παρουσιάζουν προφανείς αναλογίες αλλά και χαρακτηριστικές διαφορές.
Στην κάπως άνιση έκταση των δύο επών -η Ιλιάδα αποτελείται από 15.693 και η Οδύσσεια από 12.110 στίχους- αντιστοιχεί το διαφορετικό θεματικό τους περιβάλλον. Η Ιλιάδα είναι κυρίως πολεμικό και δραματικό ποίημα, ενώ η Οδύσσεια, δίχως να αποκλείει τα πολεμικά επεισόδια, όπως είναι η «Μνηστηροφονία», παραμένει κατά βάση μεταπολεμικό έπος, του νόστου και της επανένωσης με τους οικείους. Στη συμπληρωματικού τύπου αυτή αντίθεση υπεισέρχονται άλλες ειδικότερες. Στην Ιλιάδα δεσπόζει η προβολή της αγριότητας της μάχης και των συνεπειών της, ενώ, παρά το συμφιλιωτικό της επιλογικό μέρος ανάμεσα στον Αχιλλέα και στον Πρίαμο, πάνω από τα κεφάλια των ηρώων αιωρούνται η απειλή του θανάτου και η άλωση της Τροίας. Ο μύθος της Οδύσσειας εξελίσσεται πιο αισιόδοξα: η αναρχία και η αταξία, που κυριαρχούν στην Ιθάκη κατά το διάστημα της απουσίας του Οδυσσέα, τερματίζονται με τον νόστο του πρωταγωνιστή της, ο οποίος τιμωρεί τους μνηστήρες της Πηνελόπης και αναγνωρίζεται από τον γιο, τη γυναίκα και τον γέροντα πατέρα του. Η συμφιλίωση που επιβάλλεται από τους θεούς ανάμεσα στον Οδυσσέα, στους συμμάχους του και στους συγγενείς των εξοντωμένων μνηστήρων στο τέλος της Οδύσσειας είναι ασφαλώς πιο αισιόδοξη από ό,τι η μάλλον πένθιμη της Ιλιάδας. Τέλος, ο επιλογικός ορίζοντας και των δύο επών παραμένει ανοιχτός: στην Ιλιάδα εκκρεμεί η συνέχιση του πολέμου με τα δραματικά του παρεπόμενα, ενώ στην Οδύσσεια ο αναγνωρισμός του Οδυσσέα από την Πηνελόπη σκιάζεται από τις νέες περιπέτειες που περιμένουν τον σύζυγο από μια δεύτερη αποδημία.
Και στα δύο έπη, εκτός από τις ισχυρές, παθολογικές και άνισες, σχέσεις ανάμεσα σε συμπολεμιστές και εταίρους, τονίζεται το σύνθετο πλέγμα των στενών οικογενειακών δεσμών (Πηλέας-Θέτιδα και Αχιλλέας· Πρίαμος-Εκάβη και Έκτορας-Ανδρομάχη-Αστυάναξ· Λαέρτης-Αντίκλεια και Πηνελόπη-Οδυσσέας-Τηλέμαχος). Ο επιτονισμός αυτός, κυρίως στην Οδύσσεια, επιτυγχάνεται με την αντιπαράθεση ανάμεσα σε έμπιστα ζεύγη (Οδυσσέας-Πηνελόπη), σε παρασυζυγικά (Ελένη-Πάρης), σε άπιστα (Αγαμέμνονας-Κλυταιμνήστρα) ή κάπως ψυχρά (Μενέλαος-Ελένη). Ο πόλεμος στην Ιλιάδα διαλύει κοινωνικές, φιλικές, οικογενειακές και συζυγικές σχέσεις -η συμφιλίωση ανάμεσα στον Αχιλλέα και στον Πρίαμο είναι ασφαλώς λαμπρή εξαίρεση-, ενώ στην Οδύσσεια ο νόστος, παρά την απώλεια των εταίρων, τις εδραιώνει.
Οι σχέσεις ανάμεσα σε φίλους και εχθρούς, στον άντρα και στη γυναίκα, στους επώνυμους ήρωες και στο ανώνυμο πλήθος στο πολεμικό σκηνικό της Ιλιάδας είναι περιορισμένες και δεδομένες. Στην Οδύσσεια αντίθετα οι σχέσεις μεταξύ των θνητών διευρύνονται με την αναβαθμισμένη εκπροσώπηση των γυναικών, των απλών ανθρώπων και των δούλων. Σκηνές της καθημερινής ζωής αφθονούν στην Οδύσσεια, ενώ στην Ιλιάδα μετατοπίζονται στον χώρο της παρομοίωσης. Το πολιτικό στοιχείο αναδεικνύεται περισσότερο στην Οδύσσεια από ό,τι στην Ιλιάδα, όπου το μένος του πολεμιστή αποκλείει κατά κανόνα τη διαπραγμάτευση. Η ορθή κρίση και η συμβουλή στο πλαίσιο της συνέλευσης, και θεσμοί, όπως η φιλοξενία, συντηρούνται επίσης στην Ιλιάδα, έρχονται ωστόσο σε δεύτερη μοίρα.
Ανάλογα προβάλλονται και οι διαφορετικές αξίες που στηρίζουν την ιδεολογία των δύο επών. Το θέμα της τιμής του Αχιλλέα στην Ιλιάδα αντιπαραβάλλεται στον αγώνα που δίνει ο Οδυσσέας για την υπεράσπιση της ιδιοκτησίας του στην Οδύσσεια. Η κατάκτηση του κλέους (φήμης και δόξας) αφορά και στους δύο βασικούς πρωταγωνιστές των επών. Όμως, ενώ για τον ιλιαδικό πολεμιστή το κλέος συνδέεται με τον θάνατό του στο πεδίο της μάχης και τη στέρηση του νόστου, στην Οδύσσεια το κλέος του πρωταγωνιστή της προϋποθέτει την έξοδο από τον θάνατο -χαρακτηριστικό παράδειγμα η «Νέκυια»- και εδραιώνεται με την επιστροφή στην πατρίδα του.
Στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια οι βασικοί πρωταγωνιστές της, ο Αχιλλέας και ο Οδυσσέας, αποσύρονται στην αρχή, για διαφορετικούς βέβαια λόγους, από το προσκήνιο της αφηγηματικής δράσης, επιτρέποντας έτσι σε άλλους ήρωες (στον Αγαμέμνονα, στον Διομήδη, στον Πάτροκλο στην Ιλιάδα· στον Τηλέμαχο στην Οδύσσεια) να τους υποκαταστήσουν, όχι όμως και με αποτελεσματικό τρόπο. Η απουσία των δύο ηρώων από τα αφηγηματικά δρώμενα προκαλεί αναπόφευκτα βάσανα και οδύνη στους συμπολεμιστές και στην οικογένειά τους. Καθυστερημένα Αχιλλέας και Οδυσσέας, έχοντας απαρνηθεί ο πρώτος άδοξη ζωή και νόστο, ο δεύτερος τη φυλακισμένη αθανασία που του υπόσχεται η Καλυψώ, επιστρέφουν τελικά στο προσκήνιο της δράσης και εκδικούνται τους μισητούς εχθρούς τους: τον Έκτορα ο Αχιλλέας· τους μνηστήρες ο Οδυσσέας. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα δύο κεντρικά φονικά επεισόδια εμφανίζονται στην εικοστή δεύτερη ραψωδία της Ιλιάδας και της Οδύσσειας.
Ανάμεσα ωστόσο στους δύο ήρωες υπάρχουν χαρακτηριστικές διαφορές: ο Αχιλλέας είναι πιο αυθόρμητος, ευθύς στα λόγια και ήρωας της βίας, του πάθους και της πράξης. Ο Οδυσσέας είναι πιο επιφυλακτικός και ικανός ρήτορας, ήρωας κατεξοχήν της πανουργίας και του δόλου. Το ήθος και των δύο αντιστοιχεί στη διαφορετική θεματολογία και ιδεολογία των δύο επών: στη βία της ιλιαδικής ανοικτής μάχης, όπου η τιμή του πολεμιστή επιβάλλει την αντιμετώπιση του αντιπάλου σώμα με σώμα, αντιβάλλονται η εφαρμογή της οδυσσειακής ενέδρας, η χρήση του αντιηρωικού τόξου από τον Οδυσσέα στη μνηστηροφονία, τα πλανερά λόγια ή και το ψέμα. Από τον τραγικό κόσμο της Ιλιάδας περνάμε στον κατεξοχήν ειρωνικό της Οδύσσειας, όπου η εξέλιξη της δράσης, μέσω κυρίως των πρωτεϊκών μεταμορφώσεων του πρωταγωνιστή της, στηρίζεται στην αντίθεση ανάμεσα στην άγνοια και στη γνώση, στην αποκάλυψη και στην απόκρυψη, στον λόγο και στην πράξη.
Χαρακτηριστική είναι επίσης και στα δύο έπη η παρουσία και εμπλοκή των θεών και δαιμόνων στον χώρο των θνητών. Γενικά, ο κόσμος των αθανάτων Ολυμπίων στα δύο έπη αντιπαρατίθεται έντονα προς τον κόσμο των θνητών. Για παράδειγμα, οι έριδες για τους πρώτους παίρνουν τις διαστάσεις της παρωδίας και του κωμικού, ενώ για τους δεύτερους έχουν τραγικές συνέπειες. Στην Ιλιάδα οι θεοί παρουσιάζονται πιο συχνά με τα ελαττώματα των ηρώων -για παράδειγμα ερίζουν εξαιτίας τους- μοιρασμένοι στα αντίπαλα στρατόπεδα, παρεμβαίνουν περισσότερο και πιο συχνά στον χώρο των θνητών και συμβάλλουν, καθοριστικά και με ύπουλο τρόπο, στον θάνατο συμπαθητικών ηρώων (του Πατρόκλου και του Έκτορα). Αντίθετα στην Οδύσσεια οι θεοί εμπλέκονται λιγότερο και αραιότερα στην αφηγηματική δράση -κατεξοχήν ο Δίας και η Αθηνά, και σποραδικά ο Ερμής- και επεμβαίνουν κυρίως όταν πρόκειται να αποκαταστήσουν τη δικαιοσύνη στον χώρο των θνητών. Καταδικάζουν την αλαζονεία του Αιγίσθου και των μνηστήρων και επιβάλλουν το δίκιο, μαζί με το αίσιο τέλος του οδυσσειακού έπους, μέσω της παρέμβασης της θεάς Αθηνάς. Αν και στο οδυσσειακό έπος ο Ποσειδώνας, εχθρός του Οδυσσέα, καθυστερεί τον νόστο του, η γενικότερη, πιο εξελιγμένη, ηθική και θεοδικία που παρουσιάζει η Οδύσσεια έναντι της Ιλιάδας, αποδίδεται στον μεταγενέστερο χρόνο της σύνθεσής της.
Γενικότερα, η Οδύσσεια φαντάζει σε πολλά της σημεία ἐπίλογος της Ιλιάδας (Λογγίνος, 1ος αι. μ.Χ., Περί Ύψους 9.12). Ο θάνατος του Αχιλλέα, ο δούρειος ίππος και η άλωση της Τροίας, η επιστροφή της Ελένης, η δολοφονία του Αγαμέμνονα, τα βάσανα και οι περιπλανήσεις του νόστου των Αχαιών εμφανίζονται, έμμεσα ή άμεσα, στην Οδύσσεια, ώστε δύσκολα θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι το οδυσσειακό έπος, αν και δεν αναφέρεται ρητά σε επεισόδια του ιλιαδικού, το αγνοεί πλήρως.
Ως προς τον τρόπο με τον οποίο συντάσσεται το αφηγηματικό υλικό στα δύο έπη, ο Αριστοτέλης στην Ποιητική του (23.2) αναφέρει: «Έτσι, και τα ποιήματά του [ενν. ο Όμηρος] το ένα, την Ιλιάδα, το σύνθεσε απλό και γεμάτο παθήματα, και την Οδύσσεια, τη σύνθεσε περίπλοκη (γεμάτη αναγνωρίσεις από την αρχή έως το τέλος) και με χαρακτήρες.» (μτφρ. Σ. Δρομάζος) Εξειδικεύοντας κάπως την «απλή» σύνθεση, θα λέγαμε ότι η σύνταξη της αφηγηματικής δράσης της Ιλιάδας, δίχως να στερείται τη συμμετρία στη σύνθεση (που εξασφαλίζεται με παραλληλισμούς και αντιθέσεις), είναι γραμμική και προοδευτική: αρχίζει με τη σύγκρουση Αχιλλέα και Αγαμέμνονα, εξελίσσεται με τον θάνατο του Πατρόκλου, κορυφώνεται με την εξόντωση του Έκτορα και κατευθύνεται, στον χώρο πλέον του μεταϊλιαδικού μύθου, προς τον θάνατο του Αχιλλέα και την άλωση της Τροίας. Έναντι της κάπως απλούστερης δομής της Ιλιάδας η αντίστοιχη της Οδύσσειας αποδεικνύεται πράγματι συνθετότερη και πολύπλοκη. Ο ευρύτερος χώρος μέσα στον οποίο εκτυλίσσεται η αφηγηματική δράση του οδυσσειακού έπους επιτρέπει την απότομη εναλλαγή των σκηνών και τη συχνότερη μετατόπιση των αφηγηματικών δρωμένων στον χώρο και στον χρόνο. Κυρίαρχο αφηγηματικό τέχνασμα οι «Απόλογοι» του Οδυσσέα, στο πλαίσιο των οποίων το έπος απλώνεται στον κόσμο του παραμυθιού. Εδώ τα γεγονότα μπορεί να φαίνονται «λιγότερο πιθανά» από ό,τι οι ηρωικές μάχες της Ιλιάδας, υψώνονται ωστόσο στη σφαίρα της αφηγηματικής τέχνης και, γενικότερα, της καλλιτεχνικής φαντασίας. Στην Ιλιάδα οι διεξοδικές πρωτοπρόσωπες διηγήσεις ηρώων είναι περιορισμένες και λειτουργούν συχνά ως μυθολογικά παραδείγματα που αποσκοπούν στην παραίνεση ενός ήρωα για να δράσει.
Γενικότερα, η Οδύσσεια μας δίνει μια πιο παραστατική, έναντι της Ιλιάδας, εικόνα για την αφηγηματική τέχνη και την ποίηση ειδικότερα. Αν και στα δύο έπη οι Μούσες είναι που υποστηρίζουν το έργο του αφηγητή στη διήγηση, η Οδύσσεια παρουσιάζει όχι μόνο τον βασικό της πρωταγωνιστή ως δεξιοτέχνη αφηγητή, αλλά διαθέτει επώνυμους και δεξιοτέχνες αοιδούς, τον Φήμιο στην Ιθάκη και τον Δημόδοκο στη Σχερία, με ιδεατούς ακροατές τους απόκοσμους Φαίακες. Η αφηγηματική δράση στην Ιλιάδα είναι καθοριστικά ριζωμένη στην πραγματικότητα του πολέμου και στο αναπότρεπτο του θανάτου. Στην Οδύσσεια αντίθετα οι ήρωες βρίσκουν συχνά την ευκαιρία να μετατρέπουν τα βάσανα της ζωής τους σε ιστορίες που τέρπουν και θέλγουν. Και τα δύο ωστόσο έπη εδραιώθηκαν στην ελληνική και στην παγκόσμια λογοτεχνία όχι τόσο εξαιτίας των αναλογιών και των διαφορών που παρουσιάζουν μεταξύ τους, αλλά επειδή έθεσαν με καίριο τρόπο κρίσιμα προβλήματα του ανθρώπου, τα οποία προσπάθησαν να κατανοήσουν και να εξηγήσουν.
Καίρια ερωτήματα που αφορούν τις σχέσεις των δύο επών (λ.χ., ποιο από τα δύο έπη προηγείται και ποιο ακολουθεί; ανήκουν η Ιλιάδα και η Οδύσσεια στον ίδιο ή σε διαφορετικό ποιητή; οι ομοιότητες στη γλώσσα και στα παράλληλα θέματα είναι προϊόντα απευθείας μίμησης του ενός έπους από το άλλο ή θα πρέπει να αναχθούν στην προφορική παράδοση;) δύσκολα μπορούν να απαντηθούν με βέβαιο και κατηγορηματικό τρόπο. Παρ' όλα αυτά, με βάση χαρακτηριστικές ενδείξεις, μερικές από τις οποίες σχολιάζονται στη συνέχεια, γίνεται δεκτό σήμερα από πολλούς ομηριστές ότι η Οδύσσεια είναι μεταγενέστερη, που σημαίνει ότι προϋποθέτει την Ιλιάδα, συχνά τη «μιμείται» και σκόπιμα τη συναγωνίζεται. Μια τέτοια σχέση προϋποθέτει ότι τα δύο έπη παρουσιάζουν προφανείς αναλογίες αλλά και χαρακτηριστικές διαφορές.
Στην κάπως άνιση έκταση των δύο επών -η Ιλιάδα αποτελείται από 15.693 και η Οδύσσεια από 12.110 στίχους- αντιστοιχεί το διαφορετικό θεματικό τους περιβάλλον. Η Ιλιάδα είναι κυρίως πολεμικό και δραματικό ποίημα, ενώ η Οδύσσεια, δίχως να αποκλείει τα πολεμικά επεισόδια, όπως είναι η «Μνηστηροφονία», παραμένει κατά βάση μεταπολεμικό έπος, του νόστου και της επανένωσης με τους οικείους. Στη συμπληρωματικού τύπου αυτή αντίθεση υπεισέρχονται άλλες ειδικότερες. Στην Ιλιάδα δεσπόζει η προβολή της αγριότητας της μάχης και των συνεπειών της, ενώ, παρά το συμφιλιωτικό της επιλογικό μέρος ανάμεσα στον Αχιλλέα και στον Πρίαμο, πάνω από τα κεφάλια των ηρώων αιωρούνται η απειλή του θανάτου και η άλωση της Τροίας. Ο μύθος της Οδύσσειας εξελίσσεται πιο αισιόδοξα: η αναρχία και η αταξία, που κυριαρχούν στην Ιθάκη κατά το διάστημα της απουσίας του Οδυσσέα, τερματίζονται με τον νόστο του πρωταγωνιστή της, ο οποίος τιμωρεί τους μνηστήρες της Πηνελόπης και αναγνωρίζεται από τον γιο, τη γυναίκα και τον γέροντα πατέρα του. Η συμφιλίωση που επιβάλλεται από τους θεούς ανάμεσα στον Οδυσσέα, στους συμμάχους του και στους συγγενείς των εξοντωμένων μνηστήρων στο τέλος της Οδύσσειας είναι ασφαλώς πιο αισιόδοξη από ό,τι η μάλλον πένθιμη της Ιλιάδας. Τέλος, ο επιλογικός ορίζοντας και των δύο επών παραμένει ανοιχτός: στην Ιλιάδα εκκρεμεί η συνέχιση του πολέμου με τα δραματικά του παρεπόμενα, ενώ στην Οδύσσεια ο αναγνωρισμός του Οδυσσέα από την Πηνελόπη σκιάζεται από τις νέες περιπέτειες που περιμένουν τον σύζυγο από μια δεύτερη αποδημία.
Και στα δύο έπη, εκτός από τις ισχυρές, παθολογικές και άνισες, σχέσεις ανάμεσα σε συμπολεμιστές και εταίρους, τονίζεται το σύνθετο πλέγμα των στενών οικογενειακών δεσμών (Πηλέας-Θέτιδα και Αχιλλέας· Πρίαμος-Εκάβη και Έκτορας-Ανδρομάχη-Αστυάναξ· Λαέρτης-Αντίκλεια και Πηνελόπη-Οδυσσέας-Τηλέμαχος). Ο επιτονισμός αυτός, κυρίως στην Οδύσσεια, επιτυγχάνεται με την αντιπαράθεση ανάμεσα σε έμπιστα ζεύγη (Οδυσσέας-Πηνελόπη), σε παρασυζυγικά (Ελένη-Πάρης), σε άπιστα (Αγαμέμνονας-Κλυταιμνήστρα) ή κάπως ψυχρά (Μενέλαος-Ελένη). Ο πόλεμος στην Ιλιάδα διαλύει κοινωνικές, φιλικές, οικογενειακές και συζυγικές σχέσεις -η συμφιλίωση ανάμεσα στον Αχιλλέα και στον Πρίαμο είναι ασφαλώς λαμπρή εξαίρεση-, ενώ στην Οδύσσεια ο νόστος, παρά την απώλεια των εταίρων, τις εδραιώνει.
Οι σχέσεις ανάμεσα σε φίλους και εχθρούς, στον άντρα και στη γυναίκα, στους επώνυμους ήρωες και στο ανώνυμο πλήθος στο πολεμικό σκηνικό της Ιλιάδας είναι περιορισμένες και δεδομένες. Στην Οδύσσεια αντίθετα οι σχέσεις μεταξύ των θνητών διευρύνονται με την αναβαθμισμένη εκπροσώπηση των γυναικών, των απλών ανθρώπων και των δούλων. Σκηνές της καθημερινής ζωής αφθονούν στην Οδύσσεια, ενώ στην Ιλιάδα μετατοπίζονται στον χώρο της παρομοίωσης. Το πολιτικό στοιχείο αναδεικνύεται περισσότερο στην Οδύσσεια από ό,τι στην Ιλιάδα, όπου το μένος του πολεμιστή αποκλείει κατά κανόνα τη διαπραγμάτευση. Η ορθή κρίση και η συμβουλή στο πλαίσιο της συνέλευσης, και θεσμοί, όπως η φιλοξενία, συντηρούνται επίσης στην Ιλιάδα, έρχονται ωστόσο σε δεύτερη μοίρα.
Ανάλογα προβάλλονται και οι διαφορετικές αξίες που στηρίζουν την ιδεολογία των δύο επών. Το θέμα της τιμής του Αχιλλέα στην Ιλιάδα αντιπαραβάλλεται στον αγώνα που δίνει ο Οδυσσέας για την υπεράσπιση της ιδιοκτησίας του στην Οδύσσεια. Η κατάκτηση του κλέους (φήμης και δόξας) αφορά και στους δύο βασικούς πρωταγωνιστές των επών. Όμως, ενώ για τον ιλιαδικό πολεμιστή το κλέος συνδέεται με τον θάνατό του στο πεδίο της μάχης και τη στέρηση του νόστου, στην Οδύσσεια το κλέος του πρωταγωνιστή της προϋποθέτει την έξοδο από τον θάνατο -χαρακτηριστικό παράδειγμα η «Νέκυια»- και εδραιώνεται με την επιστροφή στην πατρίδα του.
Στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια οι βασικοί πρωταγωνιστές της, ο Αχιλλέας και ο Οδυσσέας, αποσύρονται στην αρχή, για διαφορετικούς βέβαια λόγους, από το προσκήνιο της αφηγηματικής δράσης, επιτρέποντας έτσι σε άλλους ήρωες (στον Αγαμέμνονα, στον Διομήδη, στον Πάτροκλο στην Ιλιάδα· στον Τηλέμαχο στην Οδύσσεια) να τους υποκαταστήσουν, όχι όμως και με αποτελεσματικό τρόπο. Η απουσία των δύο ηρώων από τα αφηγηματικά δρώμενα προκαλεί αναπόφευκτα βάσανα και οδύνη στους συμπολεμιστές και στην οικογένειά τους. Καθυστερημένα Αχιλλέας και Οδυσσέας, έχοντας απαρνηθεί ο πρώτος άδοξη ζωή και νόστο, ο δεύτερος τη φυλακισμένη αθανασία που του υπόσχεται η Καλυψώ, επιστρέφουν τελικά στο προσκήνιο της δράσης και εκδικούνται τους μισητούς εχθρούς τους: τον Έκτορα ο Αχιλλέας· τους μνηστήρες ο Οδυσσέας. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα δύο κεντρικά φονικά επεισόδια εμφανίζονται στην εικοστή δεύτερη ραψωδία της Ιλιάδας και της Οδύσσειας.
Ανάμεσα ωστόσο στους δύο ήρωες υπάρχουν χαρακτηριστικές διαφορές: ο Αχιλλέας είναι πιο αυθόρμητος, ευθύς στα λόγια και ήρωας της βίας, του πάθους και της πράξης. Ο Οδυσσέας είναι πιο επιφυλακτικός και ικανός ρήτορας, ήρωας κατεξοχήν της πανουργίας και του δόλου. Το ήθος και των δύο αντιστοιχεί στη διαφορετική θεματολογία και ιδεολογία των δύο επών: στη βία της ιλιαδικής ανοικτής μάχης, όπου η τιμή του πολεμιστή επιβάλλει την αντιμετώπιση του αντιπάλου σώμα με σώμα, αντιβάλλονται η εφαρμογή της οδυσσειακής ενέδρας, η χρήση του αντιηρωικού τόξου από τον Οδυσσέα στη μνηστηροφονία, τα πλανερά λόγια ή και το ψέμα. Από τον τραγικό κόσμο της Ιλιάδας περνάμε στον κατεξοχήν ειρωνικό της Οδύσσειας, όπου η εξέλιξη της δράσης, μέσω κυρίως των πρωτεϊκών μεταμορφώσεων του πρωταγωνιστή της, στηρίζεται στην αντίθεση ανάμεσα στην άγνοια και στη γνώση, στην αποκάλυψη και στην απόκρυψη, στον λόγο και στην πράξη.
Χαρακτηριστική είναι επίσης και στα δύο έπη η παρουσία και εμπλοκή των θεών και δαιμόνων στον χώρο των θνητών. Γενικά, ο κόσμος των αθανάτων Ολυμπίων στα δύο έπη αντιπαρατίθεται έντονα προς τον κόσμο των θνητών. Για παράδειγμα, οι έριδες για τους πρώτους παίρνουν τις διαστάσεις της παρωδίας και του κωμικού, ενώ για τους δεύτερους έχουν τραγικές συνέπειες. Στην Ιλιάδα οι θεοί παρουσιάζονται πιο συχνά με τα ελαττώματα των ηρώων -για παράδειγμα ερίζουν εξαιτίας τους- μοιρασμένοι στα αντίπαλα στρατόπεδα, παρεμβαίνουν περισσότερο και πιο συχνά στον χώρο των θνητών και συμβάλλουν, καθοριστικά και με ύπουλο τρόπο, στον θάνατο συμπαθητικών ηρώων (του Πατρόκλου και του Έκτορα). Αντίθετα στην Οδύσσεια οι θεοί εμπλέκονται λιγότερο και αραιότερα στην αφηγηματική δράση -κατεξοχήν ο Δίας και η Αθηνά, και σποραδικά ο Ερμής- και επεμβαίνουν κυρίως όταν πρόκειται να αποκαταστήσουν τη δικαιοσύνη στον χώρο των θνητών. Καταδικάζουν την αλαζονεία του Αιγίσθου και των μνηστήρων και επιβάλλουν το δίκιο, μαζί με το αίσιο τέλος του οδυσσειακού έπους, μέσω της παρέμβασης της θεάς Αθηνάς. Αν και στο οδυσσειακό έπος ο Ποσειδώνας, εχθρός του Οδυσσέα, καθυστερεί τον νόστο του, η γενικότερη, πιο εξελιγμένη, ηθική και θεοδικία που παρουσιάζει η Οδύσσεια έναντι της Ιλιάδας, αποδίδεται στον μεταγενέστερο χρόνο της σύνθεσής της.
Γενικότερα, η Οδύσσεια φαντάζει σε πολλά της σημεία ἐπίλογος της Ιλιάδας (Λογγίνος, 1ος αι. μ.Χ., Περί Ύψους 9.12). Ο θάνατος του Αχιλλέα, ο δούρειος ίππος και η άλωση της Τροίας, η επιστροφή της Ελένης, η δολοφονία του Αγαμέμνονα, τα βάσανα και οι περιπλανήσεις του νόστου των Αχαιών εμφανίζονται, έμμεσα ή άμεσα, στην Οδύσσεια, ώστε δύσκολα θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι το οδυσσειακό έπος, αν και δεν αναφέρεται ρητά σε επεισόδια του ιλιαδικού, το αγνοεί πλήρως.
Ως προς τον τρόπο με τον οποίο συντάσσεται το αφηγηματικό υλικό στα δύο έπη, ο Αριστοτέλης στην Ποιητική του (23.2) αναφέρει: «Έτσι, και τα ποιήματά του [ενν. ο Όμηρος] το ένα, την Ιλιάδα, το σύνθεσε απλό και γεμάτο παθήματα, και την Οδύσσεια, τη σύνθεσε περίπλοκη (γεμάτη αναγνωρίσεις από την αρχή έως το τέλος) και με χαρακτήρες.» (μτφρ. Σ. Δρομάζος) Εξειδικεύοντας κάπως την «απλή» σύνθεση, θα λέγαμε ότι η σύνταξη της αφηγηματικής δράσης της Ιλιάδας, δίχως να στερείται τη συμμετρία στη σύνθεση (που εξασφαλίζεται με παραλληλισμούς και αντιθέσεις), είναι γραμμική και προοδευτική: αρχίζει με τη σύγκρουση Αχιλλέα και Αγαμέμνονα, εξελίσσεται με τον θάνατο του Πατρόκλου, κορυφώνεται με την εξόντωση του Έκτορα και κατευθύνεται, στον χώρο πλέον του μεταϊλιαδικού μύθου, προς τον θάνατο του Αχιλλέα και την άλωση της Τροίας. Έναντι της κάπως απλούστερης δομής της Ιλιάδας η αντίστοιχη της Οδύσσειας αποδεικνύεται πράγματι συνθετότερη και πολύπλοκη. Ο ευρύτερος χώρος μέσα στον οποίο εκτυλίσσεται η αφηγηματική δράση του οδυσσειακού έπους επιτρέπει την απότομη εναλλαγή των σκηνών και τη συχνότερη μετατόπιση των αφηγηματικών δρωμένων στον χώρο και στον χρόνο. Κυρίαρχο αφηγηματικό τέχνασμα οι «Απόλογοι» του Οδυσσέα, στο πλαίσιο των οποίων το έπος απλώνεται στον κόσμο του παραμυθιού. Εδώ τα γεγονότα μπορεί να φαίνονται «λιγότερο πιθανά» από ό,τι οι ηρωικές μάχες της Ιλιάδας, υψώνονται ωστόσο στη σφαίρα της αφηγηματικής τέχνης και, γενικότερα, της καλλιτεχνικής φαντασίας. Στην Ιλιάδα οι διεξοδικές πρωτοπρόσωπες διηγήσεις ηρώων είναι περιορισμένες και λειτουργούν συχνά ως μυθολογικά παραδείγματα που αποσκοπούν στην παραίνεση ενός ήρωα για να δράσει.
Γενικότερα, η Οδύσσεια μας δίνει μια πιο παραστατική, έναντι της Ιλιάδας, εικόνα για την αφηγηματική τέχνη και την ποίηση ειδικότερα. Αν και στα δύο έπη οι Μούσες είναι που υποστηρίζουν το έργο του αφηγητή στη διήγηση, η Οδύσσεια παρουσιάζει όχι μόνο τον βασικό της πρωταγωνιστή ως δεξιοτέχνη αφηγητή, αλλά διαθέτει επώνυμους και δεξιοτέχνες αοιδούς, τον Φήμιο στην Ιθάκη και τον Δημόδοκο στη Σχερία, με ιδεατούς ακροατές τους απόκοσμους Φαίακες. Η αφηγηματική δράση στην Ιλιάδα είναι καθοριστικά ριζωμένη στην πραγματικότητα του πολέμου και στο αναπότρεπτο του θανάτου. Στην Οδύσσεια αντίθετα οι ήρωες βρίσκουν συχνά την ευκαιρία να μετατρέπουν τα βάσανα της ζωής τους σε ιστορίες που τέρπουν και θέλγουν. Και τα δύο ωστόσο έπη εδραιώθηκαν στην ελληνική και στην παγκόσμια λογοτεχνία όχι τόσο εξαιτίας των αναλογιών και των διαφορών που παρουσιάζουν μεταξύ τους, αλλά επειδή έθεσαν με καίριο τρόπο κρίσιμα προβλήματα του ανθρώπου, τα οποία προσπάθησαν να κατανοήσουν και να εξηγήσουν.
Εκείνοι που θέλουν να δεθούν, όμως όλο κάτι τους σταματάει
Υπάρχουν άνθρωποι που όσο κι αν θέλουν να χτίσουν εκείνο το μαζί και περάσουν μια ζωή παρέα μ’ ένα άλλο πρόσωπο, τους κατακλύζει ένας φόβος και κάτι τους σταματάει απ’ το να δεθούν και να αναπτύξουν βαθύτερα συναισθήματα. Όσο περίεργο κι αν φαίνεται, είναι άτομα που όντως προσπαθούν πολύ και μπαίνουν στη διαδικασία να το ζήσουν, έχουν όμως στο πίσω μέρος του μυαλού τους ότι ανά πάσα στιγμή κάτι μπορεί να χαλάσει. Αφήνουν χώρο για την ανασφάλεια μπροστά στα αισθήματά τους και αυτή συχνά τους καθοδηγεί.
Γιατί όμως να νιώθουμε ανασφαλείς, παρ’ όλο που θέλουμε τόσο το άτομο που έχουμε απέναντί μας; Είμαι με κάποιον σημαίνει «αφήνομαι, το ζω, εκφράζομαι, μοιράζομαι τα συναισθήματά μου, εμπιστεύομαι». Κάθε σχέση χρειάζεται ένα πλαίσιο ασφαλείας, που θα σε κάνει να νιώθεις οικεία, ότι μπορείς να μιλήσεις για οτιδήποτε σε απασχολεί. Όταν δεν υπάρχει το πλαίσιο αυτό, σε κυριεύει η αμφιβολία και η ανησυχία. Όσο θέλεις να δώσεις και να αφεθείς, άλλο τόσο κάτι σε σταματάει, σε κάνει να σκέφτεσαι πως δεν είναι αυτή η συνθήκη για σένα, πως κάποιον θα πληγώσεις ή θα πληγωθείς και όλο αυτό θα πάψει να είναι όμορφο.
Η συναισθηματική ανασφάλεια που νιώθεις συνδέεται ίσως με γνώριμα συναισθήματα από το παρελθόν, με τα οποία πρέπει να παλέψεις, ώστε να φτάσεις στο σημείο της αποδοχής και της διαχείρισης. Έχεις την εντύπωση ότι δε θα είσαι αρκετός, ότι θα πρέπει συνέχεια να δίνεις και να δίνεσαι. Κι όλο αυτό σε κουράζει, νιώθεις πως αδειάζεις και δεν έχεις την ψυχική δύναμη να μείνεις. Μα πώς γίνεται να νιώθεις και να τ’ αφήνεις όλα να χάνονται; Απομακρύνεσαι από όμορφες στιγμές που μπορείς να ζήσεις, νομίζοντας ότι η λύση είναι να κρατήσεις αποστάσεις ασφαλείας.
Αυτή η στάση κατά κανόνα δεν έχει να κάνει με την προσωπικότητά σου, δεν είναι κάτι που εκ γενετής έχεις ή δεν έχεις μέσα σου. Την απέκτησες από ιστορίες με φινάλε διαφορετικό από εκείνο που φαντάστηκες, από συνθήκες μη ξεκάθαρες που σε έχουν μπερδέψει και σε έχουν κάνει επιφυλακτικό και πιο ανασφαλή απ’ όσο μπορεί να ήσουν. Όσοι βιώνουν παρόμοια συναισθήματα δε δείχνουν κατ’ ανάγκη σκυθρωποί, δε σημαίνει ότι θα τους δεις να κλαίνε, μα στα μάτια τους θα διακρίνεις μια μελαγχολία και μια σπίθα που εκπέμπει κάτι αλλιώτικο. Θέλουν να δεθούν -και ενδόμυχα δένονται- μα έχουν παράλληλα κι έναν δισταγμό, το κρατάνε μόνο για τον εαυτό τους και συχνά δείχνουν άλλα απ’ αυτά που έχουν στο μυαλό και την καρδιά τους. Σκέφτονται τα ίδια ξανά και ξανά, κάθε τους λέξη, κάθε υπόσχεση που έχουν δώσει. Δυσκολεύονται να αφεθούν, να κάνουν την υπέρβαση, λες και βάζουν φρένο και όρια στον εαυτό τους στο μέχρι πού και πόσο του επιτρέπουν να νιώσει.
Τα άτομα αυτά τρέμουν να εκτεθούν για ακόμη μια φορά. Μπορεί να σε προειδοποιήσουν πως δεν είναι για πολλά και σίγουρα θα φροντίσουν να σου δημιουργήσουν εξαρχής ένα αίσθημα αβεβαιότητας, ώστε να είσαι επιφυλακτικός μαζί τους. Ακόμα δεν έχει βρεθεί ο χρυσός τρόπος για να τους πείσεις πως για να ‘σαι εκεί, πάει να πει πως θες να αγκαλιάσεις και αυτούς και τις ανασφάλειές τους. Είναι δύσκολο να διαλύσεις όσα έχουν στο μυαλό τους, όμως όχι αδύνατον, αρκεί να τους καταλάβεις και να τους σταθείς.
Γιατί όμως να νιώθουμε ανασφαλείς, παρ’ όλο που θέλουμε τόσο το άτομο που έχουμε απέναντί μας; Είμαι με κάποιον σημαίνει «αφήνομαι, το ζω, εκφράζομαι, μοιράζομαι τα συναισθήματά μου, εμπιστεύομαι». Κάθε σχέση χρειάζεται ένα πλαίσιο ασφαλείας, που θα σε κάνει να νιώθεις οικεία, ότι μπορείς να μιλήσεις για οτιδήποτε σε απασχολεί. Όταν δεν υπάρχει το πλαίσιο αυτό, σε κυριεύει η αμφιβολία και η ανησυχία. Όσο θέλεις να δώσεις και να αφεθείς, άλλο τόσο κάτι σε σταματάει, σε κάνει να σκέφτεσαι πως δεν είναι αυτή η συνθήκη για σένα, πως κάποιον θα πληγώσεις ή θα πληγωθείς και όλο αυτό θα πάψει να είναι όμορφο.
Η συναισθηματική ανασφάλεια που νιώθεις συνδέεται ίσως με γνώριμα συναισθήματα από το παρελθόν, με τα οποία πρέπει να παλέψεις, ώστε να φτάσεις στο σημείο της αποδοχής και της διαχείρισης. Έχεις την εντύπωση ότι δε θα είσαι αρκετός, ότι θα πρέπει συνέχεια να δίνεις και να δίνεσαι. Κι όλο αυτό σε κουράζει, νιώθεις πως αδειάζεις και δεν έχεις την ψυχική δύναμη να μείνεις. Μα πώς γίνεται να νιώθεις και να τ’ αφήνεις όλα να χάνονται; Απομακρύνεσαι από όμορφες στιγμές που μπορείς να ζήσεις, νομίζοντας ότι η λύση είναι να κρατήσεις αποστάσεις ασφαλείας.
Αυτή η στάση κατά κανόνα δεν έχει να κάνει με την προσωπικότητά σου, δεν είναι κάτι που εκ γενετής έχεις ή δεν έχεις μέσα σου. Την απέκτησες από ιστορίες με φινάλε διαφορετικό από εκείνο που φαντάστηκες, από συνθήκες μη ξεκάθαρες που σε έχουν μπερδέψει και σε έχουν κάνει επιφυλακτικό και πιο ανασφαλή απ’ όσο μπορεί να ήσουν. Όσοι βιώνουν παρόμοια συναισθήματα δε δείχνουν κατ’ ανάγκη σκυθρωποί, δε σημαίνει ότι θα τους δεις να κλαίνε, μα στα μάτια τους θα διακρίνεις μια μελαγχολία και μια σπίθα που εκπέμπει κάτι αλλιώτικο. Θέλουν να δεθούν -και ενδόμυχα δένονται- μα έχουν παράλληλα κι έναν δισταγμό, το κρατάνε μόνο για τον εαυτό τους και συχνά δείχνουν άλλα απ’ αυτά που έχουν στο μυαλό και την καρδιά τους. Σκέφτονται τα ίδια ξανά και ξανά, κάθε τους λέξη, κάθε υπόσχεση που έχουν δώσει. Δυσκολεύονται να αφεθούν, να κάνουν την υπέρβαση, λες και βάζουν φρένο και όρια στον εαυτό τους στο μέχρι πού και πόσο του επιτρέπουν να νιώσει.
Τα άτομα αυτά τρέμουν να εκτεθούν για ακόμη μια φορά. Μπορεί να σε προειδοποιήσουν πως δεν είναι για πολλά και σίγουρα θα φροντίσουν να σου δημιουργήσουν εξαρχής ένα αίσθημα αβεβαιότητας, ώστε να είσαι επιφυλακτικός μαζί τους. Ακόμα δεν έχει βρεθεί ο χρυσός τρόπος για να τους πείσεις πως για να ‘σαι εκεί, πάει να πει πως θες να αγκαλιάσεις και αυτούς και τις ανασφάλειές τους. Είναι δύσκολο να διαλύσεις όσα έχουν στο μυαλό τους, όμως όχι αδύνατον, αρκεί να τους καταλάβεις και να τους σταθείς.
Το Γκρι δε σημαίνει μετριότητα αλλά συναισθηματική εγρήγορση
Όλα είναι υπό έλεγχο. Ή μάλλον όλα είναι υπό τον ανθρώπινο έλεγχο. Ή έτσι θέλουμε να πιστεύουμε για να μην αναστατώνουμε την τέλεια προγραμματισμένη ζωή μας. Τοποθετούμε τα πάντα σε κουτάκια και καλούμαστε να βάζουμε τικ. Τα καταφέρνουμε μια χαρά. Άλλωστε μια ζωή χωρίς οργάνωση -πρακτική, συναισθηματική, επαγγελματική- πώς μπορεί να πάει μπροστά; Μια ζωή χωρίς ξεκάθαρες καταστάσεις και πλαίσια είναι μια ζωή αλλόκοτη, μπερδεμένη, αλλοπρόσαλλη. Ή μήπως αν αλλάξουμε την οπτική μας, τότε αλλάζει κι η ζωή;
Άραγε υπάρχει κάτι που να μην καταφέρνουμε -όσο κι αν προσπαθούμε- να το έχουμε υπό έλεγχο; Υπάρχει κάτι ειλικρινά που να μας βγάζει εκτός προγράμματος; Κάτι που να μας αναστατώνει τόσο που να μην μπορούμε να το διαχειριστούμε με τη λογική; Κάτι που να ξεπερνάει κάθε συναισθηματικό όριο; Κάθε πιθανή ηθική και ιδεολογία; Κάτι που μπροστά του να νιώθουμε μικροί; Bρεθήκαμε ποτέ αντιμέτωποι με τον ίδιο μας τον εαυτό και με την επί χρόνια σταθερά δομημένη μας ρουτίνα; Κοντράραμε ποτέ το εγώ μας με κάτι μεγαλύτερο; Υπάρχει κάτι μεγαλύτερο; Υπάρχουν καταστάσεις που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε; Καταστάσεις που μάθαμε από μικροί να θεωρούμε λάθος αλλά τελικά επιλέγουμε να ζούμε; Συναισθήματα που μας κάνουν να νιώθουμε τρελοί ή και παρανοϊκοί;
Συνηθίζουμε να αναφερόμαστε σε όλες τις έννοιες της ζωής μας με μια απολυτότητα που μας οργανώνει σε τέτοιο βαθμό που οτιδήποτε έξω από αυτές θεωρείται λάθος και πρέπει να ελέγχεται, να ξεκαθαρίζεται ή να κόβεται. Χωρίζουμε τους ανθρώπους σε αισιόδοξους και απαισιόδοξους, σε ώριμους και ανώριμους, σε ηθικούς και ανήθικους, σε ευτυχισμένους και δυστυχισμένους, σε σωστούς και λάθος, σε όμορφους και άσχημους, σε εργασιομανείς και άεργους, σε επιτυχημένους και αποτυχημένους. Στο μυαλό μας υπάρχει ο άνθρωπος που αγαπάει και ο άνθρωπος που μισεί, αυτός που προσπαθεί και αυτός που τα παρατάει, αυτός που είναι εγωιστής και αυτός που δεν είναι, αυτός που είναι οργανωτικός και αυτός που είναι της τελευταίας στιγμής. Αυτός που έχει αυτοσυγκράτηση και αυτοέλεγχο κι απ’ την άλλη ο επιπόλαιος και απερίσκεπτος. Κατατάσσουμε τα πάντα σε κατηγορίες και με αυτόν τον τρόπο πορευόμαστε, κρίνουμε, ελέγχουμε, απωθούμε και λαμβάνουμε αποφάσεις. Είναι σίγουρα ανθρώπινο, αλλά ας προσπαθήσουμε να δώσουμε περισσότερη σημασία σε αυτά που ξεπερνάνε την ανθρώπινη λογική.
Είναι τόσο κουραστικά τα κουτάκια που έχουμε στο μυαλό μας. Αντικρύσατε ποτέ κάποιον άνθρωπο που μέσα στα σκοτάδια του να έχει φως; Κάποιον που να είναι απαισιόδοξα αισιόδοξος; Κάνατε ποτέ βολικά άβολες συζητήσεις; Συναντήσατε κάποιον ρομαντικά κυνικό ή κάποιον προσγειωμένο ονειροπόλο; Κάποιον τακτικό τσαπατσούλη; Κάποιον που να λατρεύει και να επιλέγει τη μοναξιά του, μα τα βράδια να θέλει να κοιμάται αγκαλιά με τον άνθρωπό του; Άραγε σταθήκατε μπροστά από ζευγάρια χωρισμένα μα ακόμα ερωτευμένα ή μπροστά από ζευγάρια παντρεμένα μα δυστυχισμένα; Μιλήσατε με κενό συναισθηματικά άνθρωπο για έρωτα; Ξαπλώσατε ποτέ στο κρεβάτι κλαίγοντας αλλά ευτυχισμένοι; Θεωρήσατε ποτέ κάποιον τόσο τρελό όσο και λογικό; Είδατε κάποιον εργασιομανή να τεμπελιάζει; Υπάρχουν άνθρωποι και καταστάσεις που σας μπερδεύουν και σας βγάζουν εκτός ορίων; Καταστάσεις που θα κρίναμε αλλόκοτες και ανθρώπους που θα χαρακτηρίζαμε ασταθείς επειδή ξεφεύγουν από τη σφαίρα του ξεκάθαρου;
Ανάμεσα στο άσπρο και το μαύρο υπάρχει και το γκρι και παρ’ όλο που στα μάτια μας είναι συνυφασμένο με τη μετριότητα εγώ θα το βαφτίσω πιθανή -ή και μόνη- επιλογή. Το άσπρο συνήθως το επιλέγουμε και το μαύρο το απωθούμε. Στο γκρι θα ορίσουμε ό,τι δεν μπορούμε να ελέγξουμε και να εξηγήσουμε. Στο γκρι θα βρούμε το άσπρο και το μαύρο μαζί. Το γκρι δε θα μας κρατάει στη μετριότητα -όπως πολλοί υποστηρίζουν- αλλά σε συναισθηματική εγρήγορση μπερδεμένων αντιθετικών συναισθημάτων που θα μας υπενθυμίζουν ότι ζούμε πραγματικά. Στο γκρι θα ορίσουμε τις στιγμές που φαίνονταν αλλόκοτες αλλά ήταν οι πιο ξεκάθαρες αρκεί να αλλάζαμε την οπτική μας. Στο γκρι θα βάλουμε τα ανεξήγητα, τα οξύμωρα, τα αδιέξοδα, τα ανάποδα ή όλα μαζί. Μα το πιο σημαντικό είναι πως στο γκρι θα βάλουμε τις καινούργιες επιλογές και τα μονοπάτια που εμείς θα δημιουργήσουμε που δε θα είναι ούτε μαύρα, ούτε άσπρα. Θα είναι μοναδικά και δικά μας.
Σε μια ζωή γεμάτη αντιθέσεις και σε έναν κόσμο που επιζητά τα ξεκάθαρα, εμείς θα σχεδιάζουμε το τέλειο και κάθε ατέλειά μας. Το σπάνιο, με την αγάπη και το μίσος μαζί. Το αμοιβαίο, με τον φόβο και τη θέληση. Την πρόοδο, με δέκα βήματα μπροστά και έντεκα πίσω. Τη χαρά με μια στιγμή γέλιου και δεκάδες κλάματος. Εμείς θα επιλέγουμε και θα φτιάχνουμε την ευτυχία μόνοι μας. Όχι όμως σύμφωνα με τα πρότυπα ενός ευτυχισμένου ανθρώπου. Εμείς θα επιλέγουμε το γκρι. Θα είμαστε ευτυχισμένα δυστυχισμένοι ή δυστυχισμένα ευτυχισμένοι και στο δικό μας κόσμο αυτό θα βγάζει νόημα.
Άραγε υπάρχει κάτι που να μην καταφέρνουμε -όσο κι αν προσπαθούμε- να το έχουμε υπό έλεγχο; Υπάρχει κάτι ειλικρινά που να μας βγάζει εκτός προγράμματος; Κάτι που να μας αναστατώνει τόσο που να μην μπορούμε να το διαχειριστούμε με τη λογική; Κάτι που να ξεπερνάει κάθε συναισθηματικό όριο; Κάθε πιθανή ηθική και ιδεολογία; Κάτι που μπροστά του να νιώθουμε μικροί; Bρεθήκαμε ποτέ αντιμέτωποι με τον ίδιο μας τον εαυτό και με την επί χρόνια σταθερά δομημένη μας ρουτίνα; Κοντράραμε ποτέ το εγώ μας με κάτι μεγαλύτερο; Υπάρχει κάτι μεγαλύτερο; Υπάρχουν καταστάσεις που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε; Καταστάσεις που μάθαμε από μικροί να θεωρούμε λάθος αλλά τελικά επιλέγουμε να ζούμε; Συναισθήματα που μας κάνουν να νιώθουμε τρελοί ή και παρανοϊκοί;
Συνηθίζουμε να αναφερόμαστε σε όλες τις έννοιες της ζωής μας με μια απολυτότητα που μας οργανώνει σε τέτοιο βαθμό που οτιδήποτε έξω από αυτές θεωρείται λάθος και πρέπει να ελέγχεται, να ξεκαθαρίζεται ή να κόβεται. Χωρίζουμε τους ανθρώπους σε αισιόδοξους και απαισιόδοξους, σε ώριμους και ανώριμους, σε ηθικούς και ανήθικους, σε ευτυχισμένους και δυστυχισμένους, σε σωστούς και λάθος, σε όμορφους και άσχημους, σε εργασιομανείς και άεργους, σε επιτυχημένους και αποτυχημένους. Στο μυαλό μας υπάρχει ο άνθρωπος που αγαπάει και ο άνθρωπος που μισεί, αυτός που προσπαθεί και αυτός που τα παρατάει, αυτός που είναι εγωιστής και αυτός που δεν είναι, αυτός που είναι οργανωτικός και αυτός που είναι της τελευταίας στιγμής. Αυτός που έχει αυτοσυγκράτηση και αυτοέλεγχο κι απ’ την άλλη ο επιπόλαιος και απερίσκεπτος. Κατατάσσουμε τα πάντα σε κατηγορίες και με αυτόν τον τρόπο πορευόμαστε, κρίνουμε, ελέγχουμε, απωθούμε και λαμβάνουμε αποφάσεις. Είναι σίγουρα ανθρώπινο, αλλά ας προσπαθήσουμε να δώσουμε περισσότερη σημασία σε αυτά που ξεπερνάνε την ανθρώπινη λογική.
Είναι τόσο κουραστικά τα κουτάκια που έχουμε στο μυαλό μας. Αντικρύσατε ποτέ κάποιον άνθρωπο που μέσα στα σκοτάδια του να έχει φως; Κάποιον που να είναι απαισιόδοξα αισιόδοξος; Κάνατε ποτέ βολικά άβολες συζητήσεις; Συναντήσατε κάποιον ρομαντικά κυνικό ή κάποιον προσγειωμένο ονειροπόλο; Κάποιον τακτικό τσαπατσούλη; Κάποιον που να λατρεύει και να επιλέγει τη μοναξιά του, μα τα βράδια να θέλει να κοιμάται αγκαλιά με τον άνθρωπό του; Άραγε σταθήκατε μπροστά από ζευγάρια χωρισμένα μα ακόμα ερωτευμένα ή μπροστά από ζευγάρια παντρεμένα μα δυστυχισμένα; Μιλήσατε με κενό συναισθηματικά άνθρωπο για έρωτα; Ξαπλώσατε ποτέ στο κρεβάτι κλαίγοντας αλλά ευτυχισμένοι; Θεωρήσατε ποτέ κάποιον τόσο τρελό όσο και λογικό; Είδατε κάποιον εργασιομανή να τεμπελιάζει; Υπάρχουν άνθρωποι και καταστάσεις που σας μπερδεύουν και σας βγάζουν εκτός ορίων; Καταστάσεις που θα κρίναμε αλλόκοτες και ανθρώπους που θα χαρακτηρίζαμε ασταθείς επειδή ξεφεύγουν από τη σφαίρα του ξεκάθαρου;
Ανάμεσα στο άσπρο και το μαύρο υπάρχει και το γκρι και παρ’ όλο που στα μάτια μας είναι συνυφασμένο με τη μετριότητα εγώ θα το βαφτίσω πιθανή -ή και μόνη- επιλογή. Το άσπρο συνήθως το επιλέγουμε και το μαύρο το απωθούμε. Στο γκρι θα ορίσουμε ό,τι δεν μπορούμε να ελέγξουμε και να εξηγήσουμε. Στο γκρι θα βρούμε το άσπρο και το μαύρο μαζί. Το γκρι δε θα μας κρατάει στη μετριότητα -όπως πολλοί υποστηρίζουν- αλλά σε συναισθηματική εγρήγορση μπερδεμένων αντιθετικών συναισθημάτων που θα μας υπενθυμίζουν ότι ζούμε πραγματικά. Στο γκρι θα ορίσουμε τις στιγμές που φαίνονταν αλλόκοτες αλλά ήταν οι πιο ξεκάθαρες αρκεί να αλλάζαμε την οπτική μας. Στο γκρι θα βάλουμε τα ανεξήγητα, τα οξύμωρα, τα αδιέξοδα, τα ανάποδα ή όλα μαζί. Μα το πιο σημαντικό είναι πως στο γκρι θα βάλουμε τις καινούργιες επιλογές και τα μονοπάτια που εμείς θα δημιουργήσουμε που δε θα είναι ούτε μαύρα, ούτε άσπρα. Θα είναι μοναδικά και δικά μας.
Σε μια ζωή γεμάτη αντιθέσεις και σε έναν κόσμο που επιζητά τα ξεκάθαρα, εμείς θα σχεδιάζουμε το τέλειο και κάθε ατέλειά μας. Το σπάνιο, με την αγάπη και το μίσος μαζί. Το αμοιβαίο, με τον φόβο και τη θέληση. Την πρόοδο, με δέκα βήματα μπροστά και έντεκα πίσω. Τη χαρά με μια στιγμή γέλιου και δεκάδες κλάματος. Εμείς θα επιλέγουμε και θα φτιάχνουμε την ευτυχία μόνοι μας. Όχι όμως σύμφωνα με τα πρότυπα ενός ευτυχισμένου ανθρώπου. Εμείς θα επιλέγουμε το γκρι. Θα είμαστε ευτυχισμένα δυστυχισμένοι ή δυστυχισμένα ευτυχισμένοι και στο δικό μας κόσμο αυτό θα βγάζει νόημα.
Από θύματα γινόμαστε πολεμιστές
"Η βασική διαφορά ανάμεσα σε ένα συνηθισμένο άτομο και σ' έναν πολεμιστή είναι ότι ο πολεμιστής αντιμετωπίζει τα πάντα ως πρόκληση, ενώ ένα συνηθισμένο άτομο τα θεωρεί ευλογία ή κατάρα". -Carlos Castaneda
Η ζωή άλλοτε είναι υπέρ μας και άλλοτε κατά. Και κάποιες φορές ίσως νιώθουμε ολόκληρο τον κόσμο εναντίον μας. Το θετικό είναι ότι ο τρόπος διαχείρισης είναι δική μας απόφαση: μπορούμε να επιλέξουμε ανάμεσα στο θύμα ή τον πολεμιστή. Κι αυτό όμως δεν είναι πάντα εύκολο.
Η πρόκληση βρίσκεται στην ώριμη αντιμετώπιση και τη συνειδητοποίηση ότι δεν είμαστε θύμα του κόσμου να συνειδητοποιήσουμε ότι είμαστε πραγματικά ο κόσμος. Αν προηγουμένως έχουμε αξιολογήσει σωστά τι σημαίνει για τον καθένα από μας καλή και τι κακή ζωή.
Ο Carl Jung έγραψε "η διαφορά ανάμεσα σε μια καλή ζωή και μια κακή ζωή είναι πόσο καλά μπορείς να διασχίσεις μια φωτιά". Ο Άμλετ του Σαίξπηρ είπε ότι "δεν υπάρχει τίποτα είτε καλό ή κακό, αλλά είναι η σκέψη που το κάνει έτσι". Συνεπώς η διάθεση και η στάση μας απέναντι στα πράγματα, τα σημασιοδοτούν ως ευχάριστα ή δυσάρεστα. Το θύμα περπατά μέσα στη φωτιά, κλαίγοντας για τον πόνο και θρηνώντας για τα σημάδια του. Ο πολεμιστής μαθαίνει μέσα από τη φωτιά και διδάσκεται από τον πόνο και στη συνέχεια τον χρησιμοποιεί ως σκαλοπάτι για μια υψηλότερη κατάσταση της συνείδησης, θεωρώντας τα σημάδια του τρόπαια.
Κατά την Elizabeth Gilbert "η καταστροφή είναι ένα δώρο, είναι ο δρόμος για την αλλαγή". Ο πολεμιστής εξελίσσεται μέσα από τις δυσκολίες, επιλέγει ανάμεσα στο θάρρος και τη δειλία. Η δειλία ίσως είναι ευκολότερη, αλλά οδηγεί στη θυματοποίηση. Το θάρρος είναι πάντα πιο δύσκολο αλλά ταυτόχρονα μια μεγάλη επιβράβευση.
Να ελπίζουμε για το καλύτερο αλλά να είμαστε προετοιμασμένοι και για το χειρότερο.
Όσο κι αν ακούγεται εύκολο στη θεωρία, στην πράξη δεν είναι! Η αδικαιολόγητα υψηλή προσδοκία είναι ένας από τους κύριους λόγους. Το σύμπαν όμως δεν είναι σχεδιασμένο για να ταιριάζει με τις προσδοκίες μας.
Ο David McRaney είπε πως "δεν μπορείς να βελτιώσεις τα πράγματα που αγαπάς αν ποτέ δεν επιτρέπεις να είναι ατελή. Πρέπει να επιτρέψουμε στους εαυτούς μας να μην είναι τέλειοι. Και αυτό σημαίνει να παραιτηθούμε από τις προσδοκίες μας. "Όσο αποπροσανατολιστικά, δύσκολα ή ταπεινωτικά μπορεί να είναι τα λάθη μας" κατά την Katheryn Schultz, "είναι τελικά εκείνα μέσα από τα οποία μαθαίνουμε ποιοι πραγματικά είμαστε".
Αν ο μεγαλύτερος εχθρός της φαντασίας είναι η προσδοκία και ο μεγαλύτερος σύμματος είναι ο αποπροσανατολισμός, τότε είναι ζήτημα λογικής να "σπάσουμε" τον φαύλο κύκλο του να είμαστε τα θύματα, συμβιβαζόμενοι με την πιθανή σύγχυση και την αβεβαιότητα, αναμιγνύοντάς τες με παράλογες προσδοκίες ώστε να βελιτωθεί η φαντασία μας. Αν δεν μπορούμε να το πετύχουμε αυτό θα οδηγηθούμε σε άγχος. Αν όμως το καταφέρουμε τότε θα είμαστε ευχαριστημένοι από την κάθε στιγμή αντί να υποφέρουμε από ματαιωμένες προσδοκίες. 'Ετσι η ψυχή ανθίζει και καρποφορεί ανεξάρτητα από τις προσδοκίες του εγώ μας.
Το να πούμε όμως "ναι" στην ψυχή δεν είναι ένας εύκολος στόχος για κανέναν. Η Marianne Williamson γράφει πως "βαθύτερος φόβος μας δεν είναι ότι είμαστε ανεπαρκείς, είναι ότι είμαστε ισχυροί πέρα από το μέτρο". Το ενδιαφέρον είναι ότι όλοι γνωρίζουμε ότι αυτό είναι αλήθεια. Όλοι γνωρίζουμε πως είμαστε πιο ισχυροί από ό, τι επιτρέπουμε στον εαυτό μας. Ο φόβος μάς παραλύει με δύο τρόπους, είτε ως θύματα είτε ως εν δυνάμει πολεμιστές. Αυτό συμβαίνει γιατί έχουμε βασίσει την ταυτότητά μας με την ταύτιση με κάποια εξουσία, οπότε η ελευθερία προκαλεί άγχος.
Έτσι αποκρύπτουμε τον ισχυρό πολεμιστή και την ίδια στιγμή θυματοποιούμαστε, ανακουφίζοντας έτσι τον εαυτό μας από το άγχος που έρχεται με την αληθινή ελευθερία. Είναι μια εντυπωσιακή πτυχή της ανθρώπινης φύσης. Έτσι, δεν θα πρέπει να ανησυχούμε για τα παιδιά που φοβούνται το σκοτάδι, αλλά περισσότερο για τους ενήλικες οι οποίοι φοβούνται το φως.
Εν τέλει ο πόνος προκαλείται όταν επιθυμούμε η παροδικότητα του κόσμου να είναι μόνιμη. Όπως Neil Gaiman έγραψε "κόλαση είναι κάτι που κουβαλάς μαζί σου, όχι κάποιο μέρος όπου πηγαίνεις". Η μόνη κόλαση είναι η εξωπραγματική προσδοκία. Αν θυσιάσουμε την ανάγκη για μονιμότητα και αγκαλιάσουμε την περιπέτεια και την απρόσμενη αλλαγή, τότε θα καταφέρουμε να διαφεύγουμε από την "κόλαση".
Ας ξεφύγουμε από την τυραννία του γραμμικού και ας ανακαλύψουμε τον κύκλο. Ας απαλλάξουμε τους εαυτούς μας από τα νεκρό βλέμμα του θύματος που εμπεριέχει και εξαπάτηση, και την υποσυνείδητη επιθυμία να προσαρμόσουμε τα πάντα στα δικά μας "θέλω". Ας προχωρήσουμε με ανοικτό βλέμμα του πολεμιστή και την ολιστική επιθυμία να ενώσει ανθρώπους και φύση. Τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι ευκολότερο, και όμως, φαίνεται πως τελικά είναι πολύ δύσκολο.
Η ζωή άλλοτε είναι υπέρ μας και άλλοτε κατά. Και κάποιες φορές ίσως νιώθουμε ολόκληρο τον κόσμο εναντίον μας. Το θετικό είναι ότι ο τρόπος διαχείρισης είναι δική μας απόφαση: μπορούμε να επιλέξουμε ανάμεσα στο θύμα ή τον πολεμιστή. Κι αυτό όμως δεν είναι πάντα εύκολο.
Η πρόκληση βρίσκεται στην ώριμη αντιμετώπιση και τη συνειδητοποίηση ότι δεν είμαστε θύμα του κόσμου να συνειδητοποιήσουμε ότι είμαστε πραγματικά ο κόσμος. Αν προηγουμένως έχουμε αξιολογήσει σωστά τι σημαίνει για τον καθένα από μας καλή και τι κακή ζωή.
Ο Carl Jung έγραψε "η διαφορά ανάμεσα σε μια καλή ζωή και μια κακή ζωή είναι πόσο καλά μπορείς να διασχίσεις μια φωτιά". Ο Άμλετ του Σαίξπηρ είπε ότι "δεν υπάρχει τίποτα είτε καλό ή κακό, αλλά είναι η σκέψη που το κάνει έτσι". Συνεπώς η διάθεση και η στάση μας απέναντι στα πράγματα, τα σημασιοδοτούν ως ευχάριστα ή δυσάρεστα. Το θύμα περπατά μέσα στη φωτιά, κλαίγοντας για τον πόνο και θρηνώντας για τα σημάδια του. Ο πολεμιστής μαθαίνει μέσα από τη φωτιά και διδάσκεται από τον πόνο και στη συνέχεια τον χρησιμοποιεί ως σκαλοπάτι για μια υψηλότερη κατάσταση της συνείδησης, θεωρώντας τα σημάδια του τρόπαια.
Κατά την Elizabeth Gilbert "η καταστροφή είναι ένα δώρο, είναι ο δρόμος για την αλλαγή". Ο πολεμιστής εξελίσσεται μέσα από τις δυσκολίες, επιλέγει ανάμεσα στο θάρρος και τη δειλία. Η δειλία ίσως είναι ευκολότερη, αλλά οδηγεί στη θυματοποίηση. Το θάρρος είναι πάντα πιο δύσκολο αλλά ταυτόχρονα μια μεγάλη επιβράβευση.
Να ελπίζουμε για το καλύτερο αλλά να είμαστε προετοιμασμένοι και για το χειρότερο.
Όσο κι αν ακούγεται εύκολο στη θεωρία, στην πράξη δεν είναι! Η αδικαιολόγητα υψηλή προσδοκία είναι ένας από τους κύριους λόγους. Το σύμπαν όμως δεν είναι σχεδιασμένο για να ταιριάζει με τις προσδοκίες μας.
Ο David McRaney είπε πως "δεν μπορείς να βελτιώσεις τα πράγματα που αγαπάς αν ποτέ δεν επιτρέπεις να είναι ατελή. Πρέπει να επιτρέψουμε στους εαυτούς μας να μην είναι τέλειοι. Και αυτό σημαίνει να παραιτηθούμε από τις προσδοκίες μας. "Όσο αποπροσανατολιστικά, δύσκολα ή ταπεινωτικά μπορεί να είναι τα λάθη μας" κατά την Katheryn Schultz, "είναι τελικά εκείνα μέσα από τα οποία μαθαίνουμε ποιοι πραγματικά είμαστε".
Αν ο μεγαλύτερος εχθρός της φαντασίας είναι η προσδοκία και ο μεγαλύτερος σύμματος είναι ο αποπροσανατολισμός, τότε είναι ζήτημα λογικής να "σπάσουμε" τον φαύλο κύκλο του να είμαστε τα θύματα, συμβιβαζόμενοι με την πιθανή σύγχυση και την αβεβαιότητα, αναμιγνύοντάς τες με παράλογες προσδοκίες ώστε να βελιτωθεί η φαντασία μας. Αν δεν μπορούμε να το πετύχουμε αυτό θα οδηγηθούμε σε άγχος. Αν όμως το καταφέρουμε τότε θα είμαστε ευχαριστημένοι από την κάθε στιγμή αντί να υποφέρουμε από ματαιωμένες προσδοκίες. 'Ετσι η ψυχή ανθίζει και καρποφορεί ανεξάρτητα από τις προσδοκίες του εγώ μας.
Το να πούμε όμως "ναι" στην ψυχή δεν είναι ένας εύκολος στόχος για κανέναν. Η Marianne Williamson γράφει πως "βαθύτερος φόβος μας δεν είναι ότι είμαστε ανεπαρκείς, είναι ότι είμαστε ισχυροί πέρα από το μέτρο". Το ενδιαφέρον είναι ότι όλοι γνωρίζουμε ότι αυτό είναι αλήθεια. Όλοι γνωρίζουμε πως είμαστε πιο ισχυροί από ό, τι επιτρέπουμε στον εαυτό μας. Ο φόβος μάς παραλύει με δύο τρόπους, είτε ως θύματα είτε ως εν δυνάμει πολεμιστές. Αυτό συμβαίνει γιατί έχουμε βασίσει την ταυτότητά μας με την ταύτιση με κάποια εξουσία, οπότε η ελευθερία προκαλεί άγχος.
Έτσι αποκρύπτουμε τον ισχυρό πολεμιστή και την ίδια στιγμή θυματοποιούμαστε, ανακουφίζοντας έτσι τον εαυτό μας από το άγχος που έρχεται με την αληθινή ελευθερία. Είναι μια εντυπωσιακή πτυχή της ανθρώπινης φύσης. Έτσι, δεν θα πρέπει να ανησυχούμε για τα παιδιά που φοβούνται το σκοτάδι, αλλά περισσότερο για τους ενήλικες οι οποίοι φοβούνται το φως.
Εν τέλει ο πόνος προκαλείται όταν επιθυμούμε η παροδικότητα του κόσμου να είναι μόνιμη. Όπως Neil Gaiman έγραψε "κόλαση είναι κάτι που κουβαλάς μαζί σου, όχι κάποιο μέρος όπου πηγαίνεις". Η μόνη κόλαση είναι η εξωπραγματική προσδοκία. Αν θυσιάσουμε την ανάγκη για μονιμότητα και αγκαλιάσουμε την περιπέτεια και την απρόσμενη αλλαγή, τότε θα καταφέρουμε να διαφεύγουμε από την "κόλαση".
Ας ξεφύγουμε από την τυραννία του γραμμικού και ας ανακαλύψουμε τον κύκλο. Ας απαλλάξουμε τους εαυτούς μας από τα νεκρό βλέμμα του θύματος που εμπεριέχει και εξαπάτηση, και την υποσυνείδητη επιθυμία να προσαρμόσουμε τα πάντα στα δικά μας "θέλω". Ας προχωρήσουμε με ανοικτό βλέμμα του πολεμιστή και την ολιστική επιθυμία να ενώσει ανθρώπους και φύση. Τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι ευκολότερο, και όμως, φαίνεται πως τελικά είναι πολύ δύσκολο.
Η επιθυμία αποκτά νόημα όταν είμαι σε θέση να τη μετατρέψω σε πράξη
Αν «είμαι ή δεν είμαι» ευτυχισμένος, το θέμα είναι τι κάνω με τα όνειρά μου.
Γιατί όλοι έχουμε όνειρα: όνειρα δικά μας και όνειρα δανεικά, όνειρα ταπεινά και όνειρα για μεγαλεία, όνειρα επιβεβλημένα και όνειρα ξεχασμένα, όνειρα τρομακτικά και όνειρα συναρπαστικά.
Η ζωή μας είναι γεμάτη όνειρα.
Ωστόσο, άλλο είναι να ονειρεύεσαι κι άλλο να δεις τι θα κάνεις με τα όνειρά σου.
Το όνειρο για το οποίο μιλάμε δεν είναι κάτι μεγάλο: είναι, απλώς, η εικόνα ενός πράγματος που φαίνεται ελκυστικό, επιθυμητό, ή τουλάχιστον φορτισμένο με κάποια ενέργεια δική μας ή ξένη, και η εικόνα αυτή παρουσιάζεται στον κόσμο της φαντασίας.
Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο.
Αν αφήσω το όνειρο να με γοητεύσει, αν αρχίσω να σκέφτομαι «τι ωραία που θα ήταν», αυτό το όνειρο μπορεί να μετατραπεί σε φαντασίωση.
Δεν είναι πια το όνειρο που βλέπω όταν κοιμάμαι.
Η φαντασίωση είναι το όνειρο που βλέπω ξύπνιος, που μπορώ να ανακαλώ, να συλλογίζονται, μέχρι και να το μοιράζομαι με κάποιον.
Πράγματι είμαστε γεμάτοι επιθυμίες, αυτές όμως, από μόνες τους δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να συσσωρεύουν μια ποσότητα ενέργειας η οποία είναι απαραίτητη για ν’ αρχίσει η διαδικασία που θα οδηγήσει στη δράση.
Γιατί τι θα γινόταν με τις επιθυμίες αν δεν έφταναν ποτέ στο σημείο να μετατραπούν σε δράση;
Απλώς θα συσσωρεύαμε όλο και περισσότερη εσωτερική ενέργεια, η οποία, μην έχοντας διέξοδο, αργά ή γρήγορα θα ξέσπαγε σε μια πράξη που θα λειτουργούσε σαν υποκατάστατο.
Η επιθυμία δεν είναι τίποτα παραπάνω από την μπαταρία, την τροφή, το καύσιμο για κάθε ενέργειά μου.
Η επιθυμία αποκτά νόημα όταν είμαι σε θέση να τη μετατρέψω σε πράξη.
Για καθετί που κάνω και καθετί που αποφασίζω να μην κάνω με παρακινεί μια επιθυμία, είτε την αναγνωρίζω είτε όχι.
Να βρούμε το δρόμο που μας έταξαν τα όνειρα.
Γιατί όλοι έχουμε όνειρα: όνειρα δικά μας και όνειρα δανεικά, όνειρα ταπεινά και όνειρα για μεγαλεία, όνειρα επιβεβλημένα και όνειρα ξεχασμένα, όνειρα τρομακτικά και όνειρα συναρπαστικά.
Η ζωή μας είναι γεμάτη όνειρα.
Ωστόσο, άλλο είναι να ονειρεύεσαι κι άλλο να δεις τι θα κάνεις με τα όνειρά σου.
Το όνειρο για το οποίο μιλάμε δεν είναι κάτι μεγάλο: είναι, απλώς, η εικόνα ενός πράγματος που φαίνεται ελκυστικό, επιθυμητό, ή τουλάχιστον φορτισμένο με κάποια ενέργεια δική μας ή ξένη, και η εικόνα αυτή παρουσιάζεται στον κόσμο της φαντασίας.
Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο.
Αν αφήσω το όνειρο να με γοητεύσει, αν αρχίσω να σκέφτομαι «τι ωραία που θα ήταν», αυτό το όνειρο μπορεί να μετατραπεί σε φαντασίωση.
Δεν είναι πια το όνειρο που βλέπω όταν κοιμάμαι.
Η φαντασίωση είναι το όνειρο που βλέπω ξύπνιος, που μπορώ να ανακαλώ, να συλλογίζονται, μέχρι και να το μοιράζομαι με κάποιον.
Πράγματι είμαστε γεμάτοι επιθυμίες, αυτές όμως, από μόνες τους δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να συσσωρεύουν μια ποσότητα ενέργειας η οποία είναι απαραίτητη για ν’ αρχίσει η διαδικασία που θα οδηγήσει στη δράση.
Γιατί τι θα γινόταν με τις επιθυμίες αν δεν έφταναν ποτέ στο σημείο να μετατραπούν σε δράση;
Απλώς θα συσσωρεύαμε όλο και περισσότερη εσωτερική ενέργεια, η οποία, μην έχοντας διέξοδο, αργά ή γρήγορα θα ξέσπαγε σε μια πράξη που θα λειτουργούσε σαν υποκατάστατο.
Η επιθυμία δεν είναι τίποτα παραπάνω από την μπαταρία, την τροφή, το καύσιμο για κάθε ενέργειά μου.
Η επιθυμία αποκτά νόημα όταν είμαι σε θέση να τη μετατρέψω σε πράξη.
Για καθετί που κάνω και καθετί που αποφασίζω να μην κάνω με παρακινεί μια επιθυμία, είτε την αναγνωρίζω είτε όχι.
Να βρούμε το δρόμο που μας έταξαν τα όνειρα.
Είναι η αισιοδοξία πάντα η λύση;
Η αισιοδοξία συγκαταλέγεται ανάμεσα στα πιο ευπρόσδεκτα ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Πολλές έρευνες έχουν δείξει ότι οι αισιόδοξοι τείνουν να τα πηγαίνουν καλύτερα στη ζωή από τους απαισιόδοξους φίλους τους – τουλάχιστον όσον αφορά στη σωματική και ψυχική υγεία, την ανθεκτικότητα, τις σχέσεις, την καριέρα, τη διαχείριση του πόνου, ακόμα και τη μακροζωία. Τα επιστημονικά και πολιτισμικά δόγματα μας επαναλαμβάνουν και μας βεβαιώνουν ότι η καλή διάθεση και η αναμονή της καλύτερης έκβασης μας οδηγούν στον καλύτερο δρόμο.
Όμως, είναι όλα πράγματι τόσο ξεκάθαρα; Είναι η αισιοδοξία τόσο προσαρμοστική και δεν υπάρχει απολύτως τίποτα καλό στο να είναι κανείς απαισιόδοξος; Η έρευνα της ψυχολόγου Julie Norem υποστηρίζει το αντίθετο.
Για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, η Dr. Norem μελετά το φαινόμενο της αμυντικής απαισιοδοξίας – η γνωστική στρατηγική κατά την οποία θέτουμε χαμηλές προσδοκίες και εξετάζουμε τα χειρότερα δυνατά σενάρια για μελλοντικά γεγονότα. Αποδεικνύεται ότι η συνήθεια του να μην περιμένουμε πολλά από μια κατάσταση μπορεί να βοηθήσει στη διαχείριση του άγχους και στην απόκτηση μιας αίσθησης ελέγχου.
Συγκεκριμένα, στην τελευταία της έρευνα η Dr. Norem βρήκε ότι η χρήση αμυντικής απαισιοδοξίας συσχετιζόταν με τη λήψη περισσότερων μέτρων ασφαλείας και με λιγότερο ριψοκίνδυνες συμπεριφορές. «Αναμφίβολα, οι αμυντικοί πεσιμιστές είναι πιο αγχώδεις από τους αισιόδοξους», εξηγεί η Dr. Norem «αλλά κάνουν επίσης μεγαλύτερη προσπάθεια να διαχειριστούν τον κίνδυνο».
Μία από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις με την οποία ήρθε αντιμέτωπη η Dr. Norem είναι ο δισταγμός του κόσμου απέναντι στην πιθανότητα να υπάρχει κάτι θετικό στην απαισιοδοξία. Κι όμως, η ειρωνεία είναι πως όταν οι άνθρωποι ανακαλύπτουν ότι είναι αμυντικοί πεσιμιστές, πολλοί αναφέρουν ότι νιώθουν ανακούφιση και επιβεβαίωση. Γι’ αυτό και η Dr.Norem έχει συλλέξει κάποιους βασικούς μύθους για την αισιοδοξία και την απαισιοδοξία που καταρρίπτονται, αλλά και ορισμένες αλήθειες.
Αισιοδοξία vs απαισιοδοξία: 6 μύθοι και αλήθειες
1. Είμαστε είτε αισιόδοξοι είτε απαισιόδοξοι
Λάθος. Η οπτική ενός ατόμου ποικίλλει από κατάσταση σε κατάσταση. Για παράδειγμα, μπορεί να είστε αισιόδοξοι στην κοινωνική σας ζωή και απαισιόδοξοι στην εργασία σας. Επιπλέον, μπορούμε να αντιληφθούμε το δίπολο ως μια τάση να αναμένουμε καλά ή άσχημα πράγματα ή πόσο επιρρεπείς είμαστε στο να βιώνουμε θετικό-αρνητικό συναίσθημα.
Πρόκειται απλώς για τάσεις – δεν είναι ντετερμινιστικές σε συγκεκριμένες καταστάσεις. Αν κι αυτές οι τάσεις μπορούν να επηρεαστούν από την κληρονομικότητα, απλώς μας δείχνουν μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Έχουμε ακόμα την ελευθερία να κινούμαστε όπως επιθυμούμε.
2. Αισιόδοξοι γεννιόμαστε, δεν γινόμαστε
Αυτός ο μύθος είναι πολύ γενικευμένος για να είναι αληθινός. Αν και δεν έχουμε πολλά στοιχεία που να δείχνουν με απόλυτη βεβαιότητα ότι μπορούμε να ξεφορτωθούμε τις τάσεις μας να βιώνουμε αρνητικό συναίσθημα, οι μελέτες πάνω στη γνωστική θεραπεία αναφέρουν ότι οι άνθρωποι μπορούν να μάθουν να επανεξετάζουν πώς βλέπουν τις καταστάσεις. Δεν είναι εύκολο, αλλά είναι δυνατό.
3. Η αισιοδοξία είναι πάντα καλύτερη από την απαισιοδοξία
Λάθος. Έρευνα από Πανεπιστήμιο της Ιαπωνίας βρήκε ότι οι αμυντικοί απαισιόδοξοι τα καταφέρνουν καλύτερα από τους αισιόδοξους ως προς το συναίσθημα και την πραγματική απόδοση. Άλλες μελέτες από τις ΗΠΑ δείχνουν ότι κατά μέσο όρο οι αμυντικοί πεσιμιστές τα καταφέρνουν εξίσου καλά με τους αισιόδοξους. Οι πρώτοι έχουν πιο έντονο το αρνητικό συναίσθημα, αλλά αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχουν λιγότερο θετικό συναίσθημα ή λιγότερη θετική θέαση του κόσμου.
Στον δυτικό κόσμο, η θετική προδιάθεση και το θετικό συναίσθημα σημαίνουν αυτόματα και περισσότερα κίνητρα και συνεπώς επιτυχία. Σε άλλες κουλτούρες, όπως στης Ιαπωνία, η ιδανική συναισθηματική ζωή είναι η πιο ισορροπημένη. Ένα επαρκώς προσαρμοσμένο άτομο αναγνωρίζει ότι υπάρχουν τόσο αρνητικά όσο και θετικά στα περισσότερα πράγματα στη ζωή.
4. Οι απαισιόδοξοι είναι πιθανότερο να εμφανίσουν κατάθλιψη συγκριτικά με τους αισιόδοξους
Πράγματι, υπό όρους γενικών χαρακτηριστικών, οι απαισιόδοξοι βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης κατάθλιψης. Εντούτοις, η συνολική εικόνα είναι πιο περίπλοκη. Η επιστήμη, συγκεκριμένα, υποδεικνύει ότι οι αμυντικοί πεσιμιστές έχουν λιγότερες πιθανότητες να αναπτύξουν κατάθλιψη συγκριτικά με τους άλλους απαισιόδοξους και όχι σημαντικά περισσότερες πιθανότητες από τους αισιόδοξους. Αυτό που αυξάνει τις πιθανότητες είναι ο συνδυασμός του πεσιμισμού με την απελπισία/ αβοηθησία, όταν δηλαδή τα άτομα αυτά νιώθουν ότι δεν έχουν κανένα έλεγχο πάνω στις συνθήκες της ζωής τους.
Εδώ είναι σημαντική η διάκριση ανάμεσα στον αμυντικό και τον φαταλιστικό πεσιμισμό. Ο πρώτος προσανατολίζεται προς τη βελτίωση συνθηκών και την ολοκλήρωση εργασιών. Η φαταλιστική απαισιοδοξία, από την άλλη πλευρά, αν και έχει επίσης την τάση να προκαλεί αρνητικά συναισθήματα, προκαλεί την αίσθηση ότι κανείς είναι καταδικασμένος να μην έχει ελπίδα αλλαγής σε αυτό τον κόσμο. Αυτό το τελευταίο είναι συνήθως το μονοπάτι προς την κατάθλιψη.
5. Οι αισιόδοξοι μπορούν επίσης να είναι ευτυχισμένοι
Αυτό είναι αλήθεια. Η αξία με την οποία οι άνθρωποι επενδύουν την ευτυχία ως αποτέλεσμα ποικίλλει. Οι αμυντικοί απαισιόδοξοι έχουν φυσικά πολλές στιγμές ευτυχίας και απολαμβάνουν πολλά πράγματι στη ζωή τους. Όμως, δεν εστιάζουν εκεί. Αντιθέτως, θέλουν να μη μετανιώνουν για τίποτα και να εργάζονται προς την επίτευξη των στόχων τους. Θέλουν επίσης να νιώθουν ότι έχουν βάλει τα δυνατά τους σε κάθε κατάσταση και να διαχειρίζονται το άγχος τους ώστε να μην αλληλεπιδρά αυτό με τους στόχους τους.
Επιπλέον, οι αμυντικοί απαισιόδοξοι έχουν την ικανότητα να αντέχουν τα αρνητικά συναισθήματα. Πολλοί άνθρωποι, αφού αναγνωρίσουν ότι είναι αγχωμένοι, ο κύριος στόχος τους είναι να ξεφορτωθούν το άγχος τους και να νιώσουν χαρούμενοι. Η δύναμη του αμυντικού απαισιόδοξοι βρίσκεται στην ικανότητα να πει: «Αναγνωρίζω ότι νιώθω άγχος, ξέρω τι να κάνω με αυτό το άγχος και δεν θα του επιτρέψω να με κυριεύσει». Είναι διαφορετικό από το να το αρνούμαστε ή να προσπαθούμε να το καταπιέσουμε/ αποφύγουμε.
6. Δεν υπάρχουν μειονεκτήματα στην αισιοδοξία
Λάθος. Με μια πρώτη ματιά, η αισιοδοξία σχεδόν πάντα φαίνεται καλή, επειδή σχετίζεται ισχυρά με το χαρούμενο. Το μειονέκτημα της αισιοδοξίας διαφαίνεται στο πώς σχεδιάζουμε και αναμένουμε μελλοντικά γεγονότα. Οι πεσιμιστές δεν εκπλήσσονται ποτέ όταν τα πράγματα πάνε στραβά, ενώ οι αισιόδοξοι συχνά απογοητεύονται πολύ από τα εμπόδια.
Ένα απροσδόκητο αρνητικό αποτέλεσμα συνήθως βιώνεται ως πιο αρνητικό για έναν αισιόδοξο. Αν συνεχώς αναμένετε ότι θα συμβούν υπέροχα πράγματα και συνεχώς απογοητεύεστε, αυτό δεν είναι και πολύ προσαρμοστικό. Ένα άλλο μειονέκτημα της αισιοδοξίας είναι ότι αν συνεχώς σκεφτόμαστε μόνο θετικά, νιώθουμε δικαίως και μια έντονη αυτοπεποίθηση. Όμως αυτό μπορεί να μας οδηγήσει στο να αγνοούμε πιθανούς κινδύνους και προβλήματα που χρειάζεται να λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη.
Όμως, είναι όλα πράγματι τόσο ξεκάθαρα; Είναι η αισιοδοξία τόσο προσαρμοστική και δεν υπάρχει απολύτως τίποτα καλό στο να είναι κανείς απαισιόδοξος; Η έρευνα της ψυχολόγου Julie Norem υποστηρίζει το αντίθετο.
Για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, η Dr. Norem μελετά το φαινόμενο της αμυντικής απαισιοδοξίας – η γνωστική στρατηγική κατά την οποία θέτουμε χαμηλές προσδοκίες και εξετάζουμε τα χειρότερα δυνατά σενάρια για μελλοντικά γεγονότα. Αποδεικνύεται ότι η συνήθεια του να μην περιμένουμε πολλά από μια κατάσταση μπορεί να βοηθήσει στη διαχείριση του άγχους και στην απόκτηση μιας αίσθησης ελέγχου.
Συγκεκριμένα, στην τελευταία της έρευνα η Dr. Norem βρήκε ότι η χρήση αμυντικής απαισιοδοξίας συσχετιζόταν με τη λήψη περισσότερων μέτρων ασφαλείας και με λιγότερο ριψοκίνδυνες συμπεριφορές. «Αναμφίβολα, οι αμυντικοί πεσιμιστές είναι πιο αγχώδεις από τους αισιόδοξους», εξηγεί η Dr. Norem «αλλά κάνουν επίσης μεγαλύτερη προσπάθεια να διαχειριστούν τον κίνδυνο».
Μία από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις με την οποία ήρθε αντιμέτωπη η Dr. Norem είναι ο δισταγμός του κόσμου απέναντι στην πιθανότητα να υπάρχει κάτι θετικό στην απαισιοδοξία. Κι όμως, η ειρωνεία είναι πως όταν οι άνθρωποι ανακαλύπτουν ότι είναι αμυντικοί πεσιμιστές, πολλοί αναφέρουν ότι νιώθουν ανακούφιση και επιβεβαίωση. Γι’ αυτό και η Dr.Norem έχει συλλέξει κάποιους βασικούς μύθους για την αισιοδοξία και την απαισιοδοξία που καταρρίπτονται, αλλά και ορισμένες αλήθειες.
Αισιοδοξία vs απαισιοδοξία: 6 μύθοι και αλήθειες
1. Είμαστε είτε αισιόδοξοι είτε απαισιόδοξοι
Λάθος. Η οπτική ενός ατόμου ποικίλλει από κατάσταση σε κατάσταση. Για παράδειγμα, μπορεί να είστε αισιόδοξοι στην κοινωνική σας ζωή και απαισιόδοξοι στην εργασία σας. Επιπλέον, μπορούμε να αντιληφθούμε το δίπολο ως μια τάση να αναμένουμε καλά ή άσχημα πράγματα ή πόσο επιρρεπείς είμαστε στο να βιώνουμε θετικό-αρνητικό συναίσθημα.
Πρόκειται απλώς για τάσεις – δεν είναι ντετερμινιστικές σε συγκεκριμένες καταστάσεις. Αν κι αυτές οι τάσεις μπορούν να επηρεαστούν από την κληρονομικότητα, απλώς μας δείχνουν μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Έχουμε ακόμα την ελευθερία να κινούμαστε όπως επιθυμούμε.
2. Αισιόδοξοι γεννιόμαστε, δεν γινόμαστε
Αυτός ο μύθος είναι πολύ γενικευμένος για να είναι αληθινός. Αν και δεν έχουμε πολλά στοιχεία που να δείχνουν με απόλυτη βεβαιότητα ότι μπορούμε να ξεφορτωθούμε τις τάσεις μας να βιώνουμε αρνητικό συναίσθημα, οι μελέτες πάνω στη γνωστική θεραπεία αναφέρουν ότι οι άνθρωποι μπορούν να μάθουν να επανεξετάζουν πώς βλέπουν τις καταστάσεις. Δεν είναι εύκολο, αλλά είναι δυνατό.
3. Η αισιοδοξία είναι πάντα καλύτερη από την απαισιοδοξία
Λάθος. Έρευνα από Πανεπιστήμιο της Ιαπωνίας βρήκε ότι οι αμυντικοί απαισιόδοξοι τα καταφέρνουν καλύτερα από τους αισιόδοξους ως προς το συναίσθημα και την πραγματική απόδοση. Άλλες μελέτες από τις ΗΠΑ δείχνουν ότι κατά μέσο όρο οι αμυντικοί πεσιμιστές τα καταφέρνουν εξίσου καλά με τους αισιόδοξους. Οι πρώτοι έχουν πιο έντονο το αρνητικό συναίσθημα, αλλά αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχουν λιγότερο θετικό συναίσθημα ή λιγότερη θετική θέαση του κόσμου.
Στον δυτικό κόσμο, η θετική προδιάθεση και το θετικό συναίσθημα σημαίνουν αυτόματα και περισσότερα κίνητρα και συνεπώς επιτυχία. Σε άλλες κουλτούρες, όπως στης Ιαπωνία, η ιδανική συναισθηματική ζωή είναι η πιο ισορροπημένη. Ένα επαρκώς προσαρμοσμένο άτομο αναγνωρίζει ότι υπάρχουν τόσο αρνητικά όσο και θετικά στα περισσότερα πράγματα στη ζωή.
4. Οι απαισιόδοξοι είναι πιθανότερο να εμφανίσουν κατάθλιψη συγκριτικά με τους αισιόδοξους
Πράγματι, υπό όρους γενικών χαρακτηριστικών, οι απαισιόδοξοι βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης κατάθλιψης. Εντούτοις, η συνολική εικόνα είναι πιο περίπλοκη. Η επιστήμη, συγκεκριμένα, υποδεικνύει ότι οι αμυντικοί πεσιμιστές έχουν λιγότερες πιθανότητες να αναπτύξουν κατάθλιψη συγκριτικά με τους άλλους απαισιόδοξους και όχι σημαντικά περισσότερες πιθανότητες από τους αισιόδοξους. Αυτό που αυξάνει τις πιθανότητες είναι ο συνδυασμός του πεσιμισμού με την απελπισία/ αβοηθησία, όταν δηλαδή τα άτομα αυτά νιώθουν ότι δεν έχουν κανένα έλεγχο πάνω στις συνθήκες της ζωής τους.
Εδώ είναι σημαντική η διάκριση ανάμεσα στον αμυντικό και τον φαταλιστικό πεσιμισμό. Ο πρώτος προσανατολίζεται προς τη βελτίωση συνθηκών και την ολοκλήρωση εργασιών. Η φαταλιστική απαισιοδοξία, από την άλλη πλευρά, αν και έχει επίσης την τάση να προκαλεί αρνητικά συναισθήματα, προκαλεί την αίσθηση ότι κανείς είναι καταδικασμένος να μην έχει ελπίδα αλλαγής σε αυτό τον κόσμο. Αυτό το τελευταίο είναι συνήθως το μονοπάτι προς την κατάθλιψη.
5. Οι αισιόδοξοι μπορούν επίσης να είναι ευτυχισμένοι
Αυτό είναι αλήθεια. Η αξία με την οποία οι άνθρωποι επενδύουν την ευτυχία ως αποτέλεσμα ποικίλλει. Οι αμυντικοί απαισιόδοξοι έχουν φυσικά πολλές στιγμές ευτυχίας και απολαμβάνουν πολλά πράγματι στη ζωή τους. Όμως, δεν εστιάζουν εκεί. Αντιθέτως, θέλουν να μη μετανιώνουν για τίποτα και να εργάζονται προς την επίτευξη των στόχων τους. Θέλουν επίσης να νιώθουν ότι έχουν βάλει τα δυνατά τους σε κάθε κατάσταση και να διαχειρίζονται το άγχος τους ώστε να μην αλληλεπιδρά αυτό με τους στόχους τους.
Επιπλέον, οι αμυντικοί απαισιόδοξοι έχουν την ικανότητα να αντέχουν τα αρνητικά συναισθήματα. Πολλοί άνθρωποι, αφού αναγνωρίσουν ότι είναι αγχωμένοι, ο κύριος στόχος τους είναι να ξεφορτωθούν το άγχος τους και να νιώσουν χαρούμενοι. Η δύναμη του αμυντικού απαισιόδοξοι βρίσκεται στην ικανότητα να πει: «Αναγνωρίζω ότι νιώθω άγχος, ξέρω τι να κάνω με αυτό το άγχος και δεν θα του επιτρέψω να με κυριεύσει». Είναι διαφορετικό από το να το αρνούμαστε ή να προσπαθούμε να το καταπιέσουμε/ αποφύγουμε.
6. Δεν υπάρχουν μειονεκτήματα στην αισιοδοξία
Λάθος. Με μια πρώτη ματιά, η αισιοδοξία σχεδόν πάντα φαίνεται καλή, επειδή σχετίζεται ισχυρά με το χαρούμενο. Το μειονέκτημα της αισιοδοξίας διαφαίνεται στο πώς σχεδιάζουμε και αναμένουμε μελλοντικά γεγονότα. Οι πεσιμιστές δεν εκπλήσσονται ποτέ όταν τα πράγματα πάνε στραβά, ενώ οι αισιόδοξοι συχνά απογοητεύονται πολύ από τα εμπόδια.
Ένα απροσδόκητο αρνητικό αποτέλεσμα συνήθως βιώνεται ως πιο αρνητικό για έναν αισιόδοξο. Αν συνεχώς αναμένετε ότι θα συμβούν υπέροχα πράγματα και συνεχώς απογοητεύεστε, αυτό δεν είναι και πολύ προσαρμοστικό. Ένα άλλο μειονέκτημα της αισιοδοξίας είναι ότι αν συνεχώς σκεφτόμαστε μόνο θετικά, νιώθουμε δικαίως και μια έντονη αυτοπεποίθηση. Όμως αυτό μπορεί να μας οδηγήσει στο να αγνοούμε πιθανούς κινδύνους και προβλήματα που χρειάζεται να λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη.
Έχετε τάσεις ενοχής;
Υπάρχει μια σειρά μελετών που έχει διερευνήσει τους λόγους που οι άνθρωποι εμπιστεύονται ή δεν εμπιστεύονται τους άλλους, αλλά ελάχιστες έρευνες έχουν επιχειρήσει να εντοπίσουν τι ακριβώς είναι αυτό που κάνει κάποιον άξιο εμπιστοσύνης. Μια πρόσφατη έρευνα όμως υποστηρίζει ότι αν θέλουμε να διακρίνουμε ποιος αξίζει την εμπιστοσύνη μας, καλύτερα να εξετάσουμε όσους νιώθουν ενοχές.
Το Πανεπιστήμιο του Chicago (Booth School of Business) στο Illinois με κύρια ερευνήτρια την Emma Levine εξέτασε τι καθιστά έναν άνθρωπο άξιο εμπιστοσύνης. Αφού διεξήγαγαν διάφορα πειράματα, η ερευνητική ομάδα αναγνώρισε ένα βασικό χαρακτηριστικό, έναν ισχυρό προβλεπτικό παράγοντα που μπορεί να προβλέψει αν ένας άνθρωπος είναι αξιόπιστος: η τάση προς την ενοχή. Σε αντίθεση με το ίδιο το συναίσθημα της ενοχής, που είναι πιθανό να εμφανιστεί μετά από μια συγκεκριμένη πράξη που έχει τελεστεί και να οδηγήσει σε επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές, η τάση προς ενοχή προηγείται χρονικά της πράξης που μπορεί να οδηγήσει σε ενοχή.
Όπως εξηγούν οι ερευνητές, οι άνθρωποι που επιδεικνύουν αυτή την τάση αναμένουν ότι θα νιώθουν ενοχές ως αποτέλεσμα της εκτέλεσης μιας συγκεκριμένης πράξης, κάτι που θα τους αποθαρρύνει από την κάνουν τελικά. Εν συντομία, είναι πολύ πιθανότερο να νιώσουν υπεύθυνοι και γι’ αυτό να αποφύγουν μια κακή ή λάθος πράξη. Τα ευρήματα της ομάδας βρίσκονται δημοσιευμένα στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Personality and Social Psychology.
Ποιος είναι άξιος εμπιστοσύνης;
Η Levine και οι συνάδελφοί της έτρεξαν έξι διαφορετικά πειράματα που περιελάμβαναν παιχνίδια με χρήματα και έρευνες που αξιολογούσαν αν οι συμμετέχοντες παρουσίαζαν συμπεριφορές που εμπνέουν εμπιστοσύνη και αν επεδείκνυαν έντιμες προθέσεις. Ουσιαστικά, αυτό που εντόπισαν ήταν οι ότι άνθρωποι με υψηλά επίπεδα τάσης ενοχής ήταν πιθανότερο να επιστρέψουν υψηλότερα ποσοστά χρημάτων σε άλλους, σε σύγκριση με τους συμμετέχοντες που έδειχναν χαμηλά επίπεδα τάσης ενοχής.
Επιπλέον, η τάση ενοχής βρέθηκε ότι είναι καλύτερος προβλεπτικός παράγοντας της αξιοπιστίας ενός ανθρώπου σε σύγκριση με άλλα χαρακτηριστικά προσωπικότητας, συμπεριλαμβανομένων των χαρακτηριστικών εξωστρέφειας, δεκτικότητας, τάσης προς νευρωτισμό, σχολαστικότητας και της ευχάριστης παρέας. «Τα ευρήματά μας» λένε οι συγγραφείς της έρευνας «εμπλουτίζουν την σημαντική βιβλιογραφία πάνω στην εμπιστοσύνη, εμβαθύνοντας την κατανόηση που έχουμε για την έννοια της αξιοπιστίας: όταν αποφασίζετε ποιον να εμπιστευθείτε, εμπιστευθείτε την τάση ενοχής». Αυτή η σύνδεση έχει σημαντικές συνέπειες για τους εργοδότες και τους αρχηγούς ομάδας, όσον αφορά στην επιλογή συνεργατών και μελών ομάδας.
Σημαντικές συνέπειες για τους εργοδότες
Ένα πείραμα, για παράδειγμα, έδειξε ότι τα άτομα μπορούν να «καθοδηγηθούν» στο να νιώσουν πιο υπεύθυνοι για τις δικές τους πράξεις και για το πώς μπορούν να επηρεάσουν άλλους ανθρώπους. Οι συμμετέχοντες, από τους οποίους ζητήθηκε να διαβάσουν ένα κώδικα συμπεριφοράς, επέδειξαν μεγαλύτερη ευθύνη και ήταν πιο πιθανό να επιστρέψουν χρήματα σε συμπαίκτες τους, σε σύγκριση με τους συμμετέχοντες από τους οποίους ζητήθηκε να διαβάσουν για το πόσο σημαντικό είναι να υποστηρίζουμε τον εαυτό μας.
«Η εμπιστοσύνη και η αξιοπιστία είναι σημαντικά στοιχεία για αποτελεσματικές σχέσεις και αποτελεσματικούς οργανισμούς» ισχυρίζονται οι ερευνητές. «Μπορεί να προκληθεί μεγάλη ζημιά σε μια εταιρία, όταν χάνεται η εμπιστοσύνη, αλλά οι άνθρωποι μπορούμε να περιορίσουμε τέτοια κόστη, αν αφοσιωθούμε και επενδύσουμε σε αξιόπιστους ανθρώπους», προσθέτουν. Η Levine υποστηρίζει ότι οι εργοδότες θα μπορούσαν να ωφεληθούν από τέτοια ευρήματα και να διασφαλίσουν ότι οι άνθρωποι που παίρνουν στις ομάδες του έχουν μια ισχυρή αίσθηση ευθύνης σε σχέση με άλλους.
Το Πανεπιστήμιο του Chicago (Booth School of Business) στο Illinois με κύρια ερευνήτρια την Emma Levine εξέτασε τι καθιστά έναν άνθρωπο άξιο εμπιστοσύνης. Αφού διεξήγαγαν διάφορα πειράματα, η ερευνητική ομάδα αναγνώρισε ένα βασικό χαρακτηριστικό, έναν ισχυρό προβλεπτικό παράγοντα που μπορεί να προβλέψει αν ένας άνθρωπος είναι αξιόπιστος: η τάση προς την ενοχή. Σε αντίθεση με το ίδιο το συναίσθημα της ενοχής, που είναι πιθανό να εμφανιστεί μετά από μια συγκεκριμένη πράξη που έχει τελεστεί και να οδηγήσει σε επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές, η τάση προς ενοχή προηγείται χρονικά της πράξης που μπορεί να οδηγήσει σε ενοχή.
Όπως εξηγούν οι ερευνητές, οι άνθρωποι που επιδεικνύουν αυτή την τάση αναμένουν ότι θα νιώθουν ενοχές ως αποτέλεσμα της εκτέλεσης μιας συγκεκριμένης πράξης, κάτι που θα τους αποθαρρύνει από την κάνουν τελικά. Εν συντομία, είναι πολύ πιθανότερο να νιώσουν υπεύθυνοι και γι’ αυτό να αποφύγουν μια κακή ή λάθος πράξη. Τα ευρήματα της ομάδας βρίσκονται δημοσιευμένα στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Personality and Social Psychology.
Ποιος είναι άξιος εμπιστοσύνης;
Η Levine και οι συνάδελφοί της έτρεξαν έξι διαφορετικά πειράματα που περιελάμβαναν παιχνίδια με χρήματα και έρευνες που αξιολογούσαν αν οι συμμετέχοντες παρουσίαζαν συμπεριφορές που εμπνέουν εμπιστοσύνη και αν επεδείκνυαν έντιμες προθέσεις. Ουσιαστικά, αυτό που εντόπισαν ήταν οι ότι άνθρωποι με υψηλά επίπεδα τάσης ενοχής ήταν πιθανότερο να επιστρέψουν υψηλότερα ποσοστά χρημάτων σε άλλους, σε σύγκριση με τους συμμετέχοντες που έδειχναν χαμηλά επίπεδα τάσης ενοχής.
Επιπλέον, η τάση ενοχής βρέθηκε ότι είναι καλύτερος προβλεπτικός παράγοντας της αξιοπιστίας ενός ανθρώπου σε σύγκριση με άλλα χαρακτηριστικά προσωπικότητας, συμπεριλαμβανομένων των χαρακτηριστικών εξωστρέφειας, δεκτικότητας, τάσης προς νευρωτισμό, σχολαστικότητας και της ευχάριστης παρέας. «Τα ευρήματά μας» λένε οι συγγραφείς της έρευνας «εμπλουτίζουν την σημαντική βιβλιογραφία πάνω στην εμπιστοσύνη, εμβαθύνοντας την κατανόηση που έχουμε για την έννοια της αξιοπιστίας: όταν αποφασίζετε ποιον να εμπιστευθείτε, εμπιστευθείτε την τάση ενοχής». Αυτή η σύνδεση έχει σημαντικές συνέπειες για τους εργοδότες και τους αρχηγούς ομάδας, όσον αφορά στην επιλογή συνεργατών και μελών ομάδας.
Σημαντικές συνέπειες για τους εργοδότες
Ένα πείραμα, για παράδειγμα, έδειξε ότι τα άτομα μπορούν να «καθοδηγηθούν» στο να νιώσουν πιο υπεύθυνοι για τις δικές τους πράξεις και για το πώς μπορούν να επηρεάσουν άλλους ανθρώπους. Οι συμμετέχοντες, από τους οποίους ζητήθηκε να διαβάσουν ένα κώδικα συμπεριφοράς, επέδειξαν μεγαλύτερη ευθύνη και ήταν πιο πιθανό να επιστρέψουν χρήματα σε συμπαίκτες τους, σε σύγκριση με τους συμμετέχοντες από τους οποίους ζητήθηκε να διαβάσουν για το πόσο σημαντικό είναι να υποστηρίζουμε τον εαυτό μας.
«Η εμπιστοσύνη και η αξιοπιστία είναι σημαντικά στοιχεία για αποτελεσματικές σχέσεις και αποτελεσματικούς οργανισμούς» ισχυρίζονται οι ερευνητές. «Μπορεί να προκληθεί μεγάλη ζημιά σε μια εταιρία, όταν χάνεται η εμπιστοσύνη, αλλά οι άνθρωποι μπορούμε να περιορίσουμε τέτοια κόστη, αν αφοσιωθούμε και επενδύσουμε σε αξιόπιστους ανθρώπους», προσθέτουν. Η Levine υποστηρίζει ότι οι εργοδότες θα μπορούσαν να ωφεληθούν από τέτοια ευρήματα και να διασφαλίσουν ότι οι άνθρωποι που παίρνουν στις ομάδες του έχουν μια ισχυρή αίσθηση ευθύνης σε σχέση με άλλους.
Τα παιδιά μαθαίνουν αυτό που ζουν
Κανένας γονιός δεν βάζει εσκεμμένα σαν σκοπό του να επικρίνει τα παιδιά του, να τα μειώσει. Κι, όμως, πολλοί γονείς το κάνουν, αλλά όχι επίτηδες. Συνήθως, περνούν στα παιδιά τις αντιλήψεις που κληρονόμησαν, καθώς και τις συναισθηματικές τους εκκρεμότητες, από άγνοια και φόβο. Όλοι οι γονείς, όμως, θέλουν να δουν τα παιδιά τους θαρραλέα, με πίστη στον εαυτό τους κι ευτυχισμένα. Να δίνουν και να παίρνουν αγάπη.
Αυτά αναφέρει η Dorothy Law Nolte στο βιβλίο της «Τα παιδιά μαθαίνουν αυτό που ζουν». Και συνεχίζει λέγοντας: «Μετά μεγαλώνουν και ζουν αυτό που έμαθαν».
Ας εμπνεύσουμε, λοιπόν, στα παιδιά αυτές τις αξίες μέσα από το παράδειγμά μας. Γιατί:
Αν τα παιδιά ζουν με επικρίσεις, μαθαίνουν να καταδικάζουν.
Αν τα παιδιά ζουν με εχθρότητα, μαθαίνουν να πολεμούν.
Αν τα παιδιά ζουν με φόβο, μαθαίνουν να φοβούνται.
Αν τα παιδιά ζουν με οίκτο, μαθαίνουν να λυπούνται τον εαυτό τους.
Αν τα παιδιά ζουν με χλευασμούς, μαθαίνουν να ντρέπονται.
Αν τα παιδιά ζουν με φθόνο, μαθαίνουν τι είναι η ζήλια.
Αν τα παιδιά ζουν με ντροπή, μαθαίνουν να νιώθουν ένοχα.
Αν τα παιδιά ζουν με ανοχή, μαθαίνουν να είναι υπομονετικά.
Αν τα παιδιά ζουν με ενθάρρυνση, μαθαίνουν να έχουν αυτοπεποίθηση.
Αν τα παιδιά ζουν με έπαινο, μαθαίνουν να εκτιμούν.
Αν τα παιδιά ζουν με επιδοκιμασία, μαθαίνουν να τους αρέσει ο εαυτός τους.
Αν τα παιδιά ζουν με αποδοχή, μαθαίνουν να βρίσκουν αγάπη στον κόσμο.
Αν τα παιδιά ζουν με αναγνώριση, μαθαίνουν να έχουν έναν σκοπό.
Αν τα παιδιά ζουν μαθαίνοντας να μοιράζονται, μαθαίνουν να είναι γενναιόδωρα.
Αν τα παιδιά ζουν με ειλικρίνεια και αμεροληψία, μαθαίνουν τι είναι αλήθεια και δικαιοσύνη.
Αν τα παιδιά ζουν με ασφάλεια, μαθαίνουν να πιστεύουν στον εαυτό τους και στους ανθρώπους που βρίσκονται γύρω τους.
Αν τα παιδιά ζουν με φιλικότητα, μαθαίνουν ότι ο κόσμος που ζούμε είναι όμορφος.
Αν τα παιδιά ζουν με ηρεμία, μαθαίνουν να είναι ήρεμα και γαλήνια.
Με ποια από όλα αυτά ζουν τα δικά σας παιδιά;
Αυτά αναφέρει η Dorothy Law Nolte στο βιβλίο της «Τα παιδιά μαθαίνουν αυτό που ζουν». Και συνεχίζει λέγοντας: «Μετά μεγαλώνουν και ζουν αυτό που έμαθαν».
Ας εμπνεύσουμε, λοιπόν, στα παιδιά αυτές τις αξίες μέσα από το παράδειγμά μας. Γιατί:
Αν τα παιδιά ζουν με επικρίσεις, μαθαίνουν να καταδικάζουν.
Αν τα παιδιά ζουν με εχθρότητα, μαθαίνουν να πολεμούν.
Αν τα παιδιά ζουν με φόβο, μαθαίνουν να φοβούνται.
Αν τα παιδιά ζουν με οίκτο, μαθαίνουν να λυπούνται τον εαυτό τους.
Αν τα παιδιά ζουν με χλευασμούς, μαθαίνουν να ντρέπονται.
Αν τα παιδιά ζουν με φθόνο, μαθαίνουν τι είναι η ζήλια.
Αν τα παιδιά ζουν με ντροπή, μαθαίνουν να νιώθουν ένοχα.
Αν τα παιδιά ζουν με ανοχή, μαθαίνουν να είναι υπομονετικά.
Αν τα παιδιά ζουν με ενθάρρυνση, μαθαίνουν να έχουν αυτοπεποίθηση.
Αν τα παιδιά ζουν με έπαινο, μαθαίνουν να εκτιμούν.
Αν τα παιδιά ζουν με επιδοκιμασία, μαθαίνουν να τους αρέσει ο εαυτός τους.
Αν τα παιδιά ζουν με αποδοχή, μαθαίνουν να βρίσκουν αγάπη στον κόσμο.
Αν τα παιδιά ζουν με αναγνώριση, μαθαίνουν να έχουν έναν σκοπό.
Αν τα παιδιά ζουν μαθαίνοντας να μοιράζονται, μαθαίνουν να είναι γενναιόδωρα.
Αν τα παιδιά ζουν με ειλικρίνεια και αμεροληψία, μαθαίνουν τι είναι αλήθεια και δικαιοσύνη.
Αν τα παιδιά ζουν με ασφάλεια, μαθαίνουν να πιστεύουν στον εαυτό τους και στους ανθρώπους που βρίσκονται γύρω τους.
Αν τα παιδιά ζουν με φιλικότητα, μαθαίνουν ότι ο κόσμος που ζούμε είναι όμορφος.
Αν τα παιδιά ζουν με ηρεμία, μαθαίνουν να είναι ήρεμα και γαλήνια.
Με ποια από όλα αυτά ζουν τα δικά σας παιδιά;
Η μοίρα φέρνει δύο ανθρώπους μαζί, μόνο η αγάπη τους όμως μπορεί να τους κρατήσει μαζί για πάντα
Πεπρωμένο…
Είναι το καθορισμένο από τη μοίρα, το προδιαγεγραμμένο… Αυτό που κατευθύνει τον ανθρώπινο βίο, χωρίς ο άνθρωπος να είναι σε θέση να αντιδράσει. Γιατί η μοίρα είναι εκείνη που έχει καθορίσει το μέλλον και την εξέλιξή του. Ο συγκεκριμένος όρος προέρχεται από το πέπρωται, που σημαίνει: αυτό που έχει καθοριστεί από τη μοίρα. H λέξη αυτή απαντά σε στίχο του Ομήρου: «Όπποτέρω θανάτοιο πεπρωμένον εστίν».
O όρος μοίρα είναι παράγωγο ουσιαστικό από το αρχαίο ρήμα μείρομαι. Αυτό σημαίνει: λαμβάνω μέρος, μετέχω στην κλήρωση. Στη νεότερη γλώσσα, συνώνυμα θεωρούνται οι περιφράσεις: το μέρος (μοίρα), που αναλογεί στον καθένα. Μεταφορικά είναι το αναπόφευκτο, το γραφτό, το ριζικό, το τυχερό, ο κλήρος. Η μοίρα ωστόσο δεν πρέπει να συγχέεται με την τύχη. Οι ανατολικοί λαοί θεωρούν ότι η τύχη δεν προκαλεί τις συμφορές, αλλά τα ευτυχή γεγονότα, αποδίδοντας ιδιαίτερη σημασία στο «Κισμέτ».
Οι όροι πεπρωμένο και μοίρα μπορεί να σχετίζονται, αλλά δεν ταυτίζονται καθώς η μοίρα προηγείται του πεπρωμένου.
Μοίρα θεωρείται η υπερφυσική δύναμη, «υπερθεότητα» που διαμοιράζει στον κόσμο τα καλά και τα κακά. To πεπρωμένο επαγρυπνεί ώστε να τηρούνται αυστηρά όλα όσα προδιεγράφησαν από τη μοίρα. Συνεπάγεται, λοιπόν, ότι το πεπρωμένο είναι, κατά κάποιον τρόπο, το επιγέννημα της μοίρας.
Ακολουθούν 19 σοφά αποφθέγματα για τη μοίρα και το πεπρωμένο…
Είναι το καθορισμένο από τη μοίρα, το προδιαγεγραμμένο… Αυτό που κατευθύνει τον ανθρώπινο βίο, χωρίς ο άνθρωπος να είναι σε θέση να αντιδράσει. Γιατί η μοίρα είναι εκείνη που έχει καθορίσει το μέλλον και την εξέλιξή του. Ο συγκεκριμένος όρος προέρχεται από το πέπρωται, που σημαίνει: αυτό που έχει καθοριστεί από τη μοίρα. H λέξη αυτή απαντά σε στίχο του Ομήρου: «Όπποτέρω θανάτοιο πεπρωμένον εστίν».
O όρος μοίρα είναι παράγωγο ουσιαστικό από το αρχαίο ρήμα μείρομαι. Αυτό σημαίνει: λαμβάνω μέρος, μετέχω στην κλήρωση. Στη νεότερη γλώσσα, συνώνυμα θεωρούνται οι περιφράσεις: το μέρος (μοίρα), που αναλογεί στον καθένα. Μεταφορικά είναι το αναπόφευκτο, το γραφτό, το ριζικό, το τυχερό, ο κλήρος. Η μοίρα ωστόσο δεν πρέπει να συγχέεται με την τύχη. Οι ανατολικοί λαοί θεωρούν ότι η τύχη δεν προκαλεί τις συμφορές, αλλά τα ευτυχή γεγονότα, αποδίδοντας ιδιαίτερη σημασία στο «Κισμέτ».
Οι όροι πεπρωμένο και μοίρα μπορεί να σχετίζονται, αλλά δεν ταυτίζονται καθώς η μοίρα προηγείται του πεπρωμένου.
Μοίρα θεωρείται η υπερφυσική δύναμη, «υπερθεότητα» που διαμοιράζει στον κόσμο τα καλά και τα κακά. To πεπρωμένο επαγρυπνεί ώστε να τηρούνται αυστηρά όλα όσα προδιεγράφησαν από τη μοίρα. Συνεπάγεται, λοιπόν, ότι το πεπρωμένο είναι, κατά κάποιον τρόπο, το επιγέννημα της μοίρας.
Ακολουθούν 19 σοφά αποφθέγματα για τη μοίρα και το πεπρωμένο…
- Είναι αδύνατο να ξεφύγεις από ό,τι σου γράφει η μοίρα σου. – Αισχύλος
- Η μοίρα τα ορίζει και τα κατεργάζεται όλα. – Πίνδαρος
- Οι σκέψεις σου είναι ο αρχιτέκτονας του πεπρωμένου σου. – Davide O. Mc Kay
- Είμαι ο κυρίαρχος της μοίρας μου και ο καπετάνιος του πεπρωμένου μου. – Nelson Mandela
- Η σημερινή σου πίστη ελέγχει το αυριανό σου πεπρωμένο. – Fred Phillips
- Η αγάπη είναι το αληθινό μας πεπρωμένο. Δεν βρίσκουμε το νόημα της ζωής μόνοι μας, αλλά πάντα με ανθρώπους γύρω μας . – Thomas Merton
- Κάθε πάθος έχει το πεπρωμένο του. – Billy Millis
- Μία αγάπη, μία καρδιά, ένα πεπρωμένο. – Bob Marley
- Αφήνοντας κάποιους ανθρώπους να φύγουν από το ζωή σου σημαίνει ότι συνειδητοποιείς ότι υπήρξαν μέρος της ιστορίας σου, αλλά όχι μέρος του πεπρωμένου σου! – Steve Maraboli
- Μερικά πράγματα είναι γραφτό να γίνουν, το μόνο που χρειάζεται είναι μερικές προσπάθειες για να φτάσεις σε αυτά! – J.R. Ward, Lover Mine
- Το πεπρωμένο δεν είναι θέμα ευκαιρίας, αλλά επιλογής! Δεν το περιμένεις αλλά το κερδίζεις. – William Jennings Bryan
- Συχνά συναντάς την μοίρα σου στο μονοπάτι που αποφεύγεις. – Goldie Hawn
- Οφείλουμε να αποδεχόμαστε το πεπρωμένο μας με κουράγιο. – Friedrich Nietzsche
- Οι μοίρα φανερώνεται κάτω απο πολύ διαφορετικές μορφές, οι θεοί αποτελειώνουν πολλά πράγματα κόντρα στη δική μας προσδοκία, κι εκείνα που τα περιμένουμε δεν έρχονται. Μα ο Θεός ανοίγει το δρόμο σε απρόβλεπτα γεγονότα… – Ευριπίδης
- Δεν υπάρχουν συμπτώσεις, ούτε στη ζωή, ούτε στη μοίρα κάποιου. Ο άνθρωπος φτιάχνει το πεπρωμένο του. – Αμπέλ Φρανσουά Βιλμέν
- Η μοίρα οδηγεί εκείνον που την ακολουθεί και σέρνει εκείνον που αντιστέκεται. – Πλούταρχος
- Η μοίρα φροντίζει για μας περισσότερο απ` ό,τι εμείς για τον εαυτό μας. – Δημοσθένης
- Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από το πεπρωμένο του. – Πλάτωνας
- Ο χαρακτήρας κάθε ανθρώπου είναι η μοίρα του. – Ηράκλειτος
Να πούμε μια για πάντα τα πράγματα με το όνομά τους
Η κοινή διαπίστωση ότι η ζωή μοιάζει με θεατρική παράσταση επιβεβαιώνεται κυρίως από το ότι οι άνθρωποι αλλιώς μιλούν και διαφορετικά ενεργούν: πρόκειται για μια κωμωδία στην οποία όλοι σήμερα είναι ηθοποιοί, γιατί όλοι μιλούν την ίδια γλώσσα, ενώ κανείς σχεδόν δεν είναι θεατής, αφού όλη αυτή η φλυαρία ξεγελά πια μόνο τα παιδιά και τους ανόητους.
Είναι μια παράσταση εντελώς ερασιτεχνική, αφόρητα παράλογη και βαρετή. Κι ωστόσο, θα άξιζε να προσπαθήσουμε σε τούτο τον αιώνα να κάνουμε τη ζωή μας μια αληθινή και όχι προσποιητή πράξη και να λύσουμε για πρώτη φορά στην ιστορία την περίφημη αντίθεση ανάμεσα στα λόγια και στις πράξεις.
Αλλά, όπως μας διδάσκει η πείρα, αυτά δε διορθώνονται και, καθώς δεν μπορούμε να αξιώσουμε από τους ανθρώπους να εξαντληθούν επιχειρώντας το αδύνατο, μας απομένει ένα μέσο μοναδικό και συγχρόνως πολύ απλό, αν και αναξιοποίητο μέχρι σήμερα: να χρησιμοποιήσουμε αλλιώς τις λέξεις και να πούμε μια για πάντα τα πράγματα με το όνομά τους.
Αλλά, όπως μας διδάσκει η πείρα, αυτά δε διορθώνονται και, καθώς δεν μπορούμε να αξιώσουμε από τους ανθρώπους να εξαντληθούν επιχειρώντας το αδύνατο, μας απομένει ένα μέσο μοναδικό και συγχρόνως πολύ απλό, αν και αναξιοποίητο μέχρι σήμερα: να χρησιμοποιήσουμε αλλιώς τις λέξεις και να πούμε μια για πάντα τα πράγματα με το όνομά τους.
Η καθαρή και απλή αλήθεια σπάνια είναι καθαρή και ποτέ δεν είναι απλή
Η αφετηρία των περισσότερων τριβών μεταξύ των ανθρώπινων πλασμάτων είναι ότι πιστεύουμε πως η αλήθεια μας είναι αλάνθαστη και βρίσκεται πάνω από την αλήθεια κάθε άλλου ανθρώπου. Η στάση αυτή μας κάνει να φερόμαστε με ακαμψία και να δείχνουμε ελάχιστη συναισθηματική κατανόηση για τους άλλους.
Το να βαδίζεις στη ζωή με βεβαιότητες είναι ο καλύτερος τρόπος να καταλήξεις θυμωμένος με όλο τον κόσμο.
Για να καταπολεμήσει τον πειρασμό της μονοσήμαντης σκέψης, ο διάσημος ψυχολόγος Έντουαρντ ντε Μπόνο μας προτείνει τα παρακάτω εργαλεία για να αναπτύξουμε την παράπλευρη σκέψη.
Το να βαδίζεις στη ζωή με βεβαιότητες είναι ο καλύτερος τρόπος να καταλήξεις θυμωμένος με όλο τον κόσμο.
Για να καταπολεμήσει τον πειρασμό της μονοσήμαντης σκέψης, ο διάσημος ψυχολόγος Έντουαρντ ντε Μπόνο μας προτείνει τα παρακάτω εργαλεία για να αναπτύξουμε την παράπλευρη σκέψη.
- Να αλλάξουμε την ορθολογική ανάλυση με πρόκληση. Αντί να εκτιμούμε πώς είναι τα πράγματα, ας παίξουμε με το πώς θα μπορούσαν να είναι αν…
- Να είμαστε αυθόρμητοι και να «ανοίγουμε τα φράγματα» για να μπαίνουν κάθε είδους ιδέες, όπως συμβαίνει σε μια συνεδρία brain–storming.
- Να αφήνουμε κατά μέρος τις παλιές εκτιμήσεις ή κρίσεις, δηλαδή: να παράγουμε ιδέες χωρίς προκαταλήψεις.
- Να αποδεχόμαστε όλους τους πιθανούς δρόμους και να αποφεύγουμε τις ετικέτες στην άσκηση της σκέψης.
Καταστείλατε ακόμη και το γέλιο σας
Εκατομμύρια εμπειρίες είναι μέσα σας, περιμένοντας την ολοκλήρωσή τους. Θέλατε να γελάσετε, αλλά η κοινωνία δεν το επέτρεπε. Το καταστείλατε. Αυτό το γέλιο περιμένει εκεί σαν πληγή. Τι άθλια κατάσταση – ακόμα και το γέλιο γίνεται πληγή! Όταν δεν σας επιτρέπεται το γέλιο, γίνεται μια πληγή, ένα ατελές πράγμα μέσα σας που περιμένει κάποια μέρα να ολοκληρωθεί.
Αγαπούσατε κάποιον, αλλά δεν μπορούσατε να αγαπήσετε πλήρως, ο χαρακτήρας σας το απαγόρευε, η συνείδησή σας δεν το επέτρεψε. Ακόμα και όταν είστε με την αγαπημένη σας στη σκοτεινή νύχτα, μόνοι στο δωμάτιό σας, η κοινωνία είναι παρούσα. Ο αστυφύλακας στέκεται εκεί και παρακολουθεί. Δεν είστε μόνοι. Έχετε συνείδηση, η αγαπημένη σας έχει συνείδηση: Πώς μπορείτε να είστε μόνοι; Όλη η κοινωνία είναι εκεί, βρίσκεται παντού γύρω σας.
Δεν μπορείτε καν να αγαπήσετε ολοκληρωτικά, δεν μπορείτε να μισήσετε απόλυτα, δεν μπορείτε να είστε εντελώς θυμωμένοι. Δεν μπορείτε να είστε απόλυτοι σε τίποτα.
Τρώτε με μισή καρδιά, περπατάτε με μισή καρδιά, γελάτε με μισή καρδιά. Δεν μπορείτε να κλάψετε – κρατάτε χιλιάδες δάκρυα στα μάτια σας. Όλα είναι φορτωμένα, βαριά από όλο το παρελθόν που κουβαλάτε άσκοπα. Και αυτός είναι ο χαρακτήρας σας.
Ένας σοφός δεν έχει χαρακτήρα γιατί είναι ρευστός, ευέλικτος. Ο χαρακτήρας σημαίνει ακαμψία. Είναι σαν πανοπλία. Σας προστατεύει από ορισμένα πράγματα, αλλά μετά σκοτώνει κι εσάς.
Αγαπούσατε κάποιον, αλλά δεν μπορούσατε να αγαπήσετε πλήρως, ο χαρακτήρας σας το απαγόρευε, η συνείδησή σας δεν το επέτρεψε. Ακόμα και όταν είστε με την αγαπημένη σας στη σκοτεινή νύχτα, μόνοι στο δωμάτιό σας, η κοινωνία είναι παρούσα. Ο αστυφύλακας στέκεται εκεί και παρακολουθεί. Δεν είστε μόνοι. Έχετε συνείδηση, η αγαπημένη σας έχει συνείδηση: Πώς μπορείτε να είστε μόνοι; Όλη η κοινωνία είναι εκεί, βρίσκεται παντού γύρω σας.
Δεν μπορείτε καν να αγαπήσετε ολοκληρωτικά, δεν μπορείτε να μισήσετε απόλυτα, δεν μπορείτε να είστε εντελώς θυμωμένοι. Δεν μπορείτε να είστε απόλυτοι σε τίποτα.
Τρώτε με μισή καρδιά, περπατάτε με μισή καρδιά, γελάτε με μισή καρδιά. Δεν μπορείτε να κλάψετε – κρατάτε χιλιάδες δάκρυα στα μάτια σας. Όλα είναι φορτωμένα, βαριά από όλο το παρελθόν που κουβαλάτε άσκοπα. Και αυτός είναι ο χαρακτήρας σας.
Ένας σοφός δεν έχει χαρακτήρα γιατί είναι ρευστός, ευέλικτος. Ο χαρακτήρας σημαίνει ακαμψία. Είναι σαν πανοπλία. Σας προστατεύει από ορισμένα πράγματα, αλλά μετά σκοτώνει κι εσάς.
Οι αρσενικές σφήκες μπορούν να τσιμπήσουν τον «εχθρό» με τα γεννητικά τους όργανα
Οι αρσενικές σφήκες μπορεί να μη διαθέτουν κεντρί, όμως το πέος τους έχει πολύ αποτελεσματικά αγκάθια, τα οποία χρησιμοποιούν για να μην καταλήξουν γεύμα των αρπακτικών, αποκαλύπτει μια έρευνα που δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα.
Χάρη σε ένα τυχαίο τσίμπημα, Ιάπωνες επιστήμονες ανακάλυψαν αυτόν τον αμυντικό μηχανισμό των αρσενικών που, σε αντίθεση με τις θηλυκές, δεν διαθέτουν κεντρί-φόβητρο με δηλητήριο.
Παρά την αδυναμία τους αυτή ωστόσο καταφέρνουν και ξεφεύγουν από τους διώκτες τους χάρη σε μια συμπεριφορά που δεν είχε γίνει πλήρως κατανοητή μέχρι σήμερα.
Οι επιστήμονες υπέθεταν ότι ορισμένα αρσενικά έντομα μπορούν να «τσιμπήσουν» με τα γεννητικά τους όργανα αλλά δεν είχαν αποδείξεις, εξήγησε ο Σίντζι Σουγκιούρα, του Πανεπιστημίου του Κόμπε, εκ των συγγραφέων της μελέτης που δημοσιεύτηκε στην επιστημονική επιθεώρηση Current Biology.
Ο Σουγκιούρα, που είναι ειδικός στην «αμυντική στρατηγική» των ζώων απέναντι στα αρπακτικά, ήταν παρών όταν μια φοιτήτριά του, η Μισάκι Τσούτζι (συνυπογράφει επίσης τη μελέτη) τσιμπήθηκε από μια αρσενική σφήκα. «Προσπάθησα κι εγώ να τσιμπηθώ και, καθώς πίστευα ότι οι αρσενικές είναι άκακες, αιφνιδιάστηκα όταν αισθάνθηκα τον πόνο του τσιμπήματος», είπε στο Γαλλικό Πρακτορείο.
Ο καθηγητής υποψιάστηκε ότι για το τσίμπημα που αισθάνθηκε ευθύνονταν τα δύο μεγάλα αγκάθια εκατέρωθεν του πέους του αρσενικού.
Και αποφάσισε να δοκιμάσει αυτή τη θεωρία στο εργαστήριο, προσφέροντας αρσενικές σφήκες ως γεύμα σε δύο είδη βατράχων. «Παρατηρήσαμε πολλές αρσενικές που, τη στιγμή της επίθεσης, τσιμπούσαν το στόμα ή άλλα μέρη του σώματος του βατράχου με τα γεννητικά τους όργανα», περιέγραψε.
Ένας άτυχος βάτραχος να προσπαθεί, εις μάτην, να μασουλήσει το έντομο, μέχρι που το βγάζει απότομα από το στόμα του, χρησιμοποιώντας το μπροστινό πόδι του.
Περισσότερα από ένα στα τρία αρπακτικά «έφτυναν» τις αρσενικές σφήκες εξαιτίας των τσιμπημάτων που δέχονταν. Το πείραμα επαναλήφθηκε με σφήκες από τις οποίες είχαν αφαιρέσει τα γεννητικά όργανα: οι βάτραχοι τις έκαναν μια μπουκιά.
Η διαφορά ήταν «στατιστικά σημαντική», κάτι που υποδηλώνει ότι αυτή η στρατηγική επιβίωσης στις αρσενικές σφήκες έπαιξε κάποιον ρόλο στην εξέλιξη του εντόμου.
Τα γεννητικά όργανα των εντόμων, αν εξαιρέσει κανείς τον αναπαραγωγικό ρόλο τους, δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς μέχρι σήμερα. Παλαιότερες έρευνες έδειξαν ότι λεπιδόπτερα της οικογένειας των σφιγγίδων χρησιμοποιούσαν τα γεννητικά τους όργανα για να εκπέμψουν υπέρηχους που έδιωχναν τις νυχτερίδες.
Ο Σίντζι Σουγκιούρα έχει κάνει ο ίδιος μελέτες για τον τρόπο με τον οποίο ορισμένα κολεόπτερα, αφού καταποθούν από τον «εχθρό», καταφέρνουν και βγαίνουν ζωντανά από τον πρωκτό του. Ο βιολόγος ελπίζει τώρα να συνεχίσει τις έρευνές του για να διαπιστώσει αν και άλλα είδη σφήκας έχουν τον ίδιο αμυντικό μηχανισμό
Χάρη σε ένα τυχαίο τσίμπημα, Ιάπωνες επιστήμονες ανακάλυψαν αυτόν τον αμυντικό μηχανισμό των αρσενικών που, σε αντίθεση με τις θηλυκές, δεν διαθέτουν κεντρί-φόβητρο με δηλητήριο.
Παρά την αδυναμία τους αυτή ωστόσο καταφέρνουν και ξεφεύγουν από τους διώκτες τους χάρη σε μια συμπεριφορά που δεν είχε γίνει πλήρως κατανοητή μέχρι σήμερα.
Οι επιστήμονες υπέθεταν ότι ορισμένα αρσενικά έντομα μπορούν να «τσιμπήσουν» με τα γεννητικά τους όργανα αλλά δεν είχαν αποδείξεις, εξήγησε ο Σίντζι Σουγκιούρα, του Πανεπιστημίου του Κόμπε, εκ των συγγραφέων της μελέτης που δημοσιεύτηκε στην επιστημονική επιθεώρηση Current Biology.
Ο Σουγκιούρα, που είναι ειδικός στην «αμυντική στρατηγική» των ζώων απέναντι στα αρπακτικά, ήταν παρών όταν μια φοιτήτριά του, η Μισάκι Τσούτζι (συνυπογράφει επίσης τη μελέτη) τσιμπήθηκε από μια αρσενική σφήκα. «Προσπάθησα κι εγώ να τσιμπηθώ και, καθώς πίστευα ότι οι αρσενικές είναι άκακες, αιφνιδιάστηκα όταν αισθάνθηκα τον πόνο του τσιμπήματος», είπε στο Γαλλικό Πρακτορείο.
Ο καθηγητής υποψιάστηκε ότι για το τσίμπημα που αισθάνθηκε ευθύνονταν τα δύο μεγάλα αγκάθια εκατέρωθεν του πέους του αρσενικού.
Και αποφάσισε να δοκιμάσει αυτή τη θεωρία στο εργαστήριο, προσφέροντας αρσενικές σφήκες ως γεύμα σε δύο είδη βατράχων. «Παρατηρήσαμε πολλές αρσενικές που, τη στιγμή της επίθεσης, τσιμπούσαν το στόμα ή άλλα μέρη του σώματος του βατράχου με τα γεννητικά τους όργανα», περιέγραψε.
Ένας άτυχος βάτραχος να προσπαθεί, εις μάτην, να μασουλήσει το έντομο, μέχρι που το βγάζει απότομα από το στόμα του, χρησιμοποιώντας το μπροστινό πόδι του.
Περισσότερα από ένα στα τρία αρπακτικά «έφτυναν» τις αρσενικές σφήκες εξαιτίας των τσιμπημάτων που δέχονταν. Το πείραμα επαναλήφθηκε με σφήκες από τις οποίες είχαν αφαιρέσει τα γεννητικά όργανα: οι βάτραχοι τις έκαναν μια μπουκιά.
Η διαφορά ήταν «στατιστικά σημαντική», κάτι που υποδηλώνει ότι αυτή η στρατηγική επιβίωσης στις αρσενικές σφήκες έπαιξε κάποιον ρόλο στην εξέλιξη του εντόμου.
Τα γεννητικά όργανα των εντόμων, αν εξαιρέσει κανείς τον αναπαραγωγικό ρόλο τους, δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς μέχρι σήμερα. Παλαιότερες έρευνες έδειξαν ότι λεπιδόπτερα της οικογένειας των σφιγγίδων χρησιμοποιούσαν τα γεννητικά τους όργανα για να εκπέμψουν υπέρηχους που έδιωχναν τις νυχτερίδες.
Ο Σίντζι Σουγκιούρα έχει κάνει ο ίδιος μελέτες για τον τρόπο με τον οποίο ορισμένα κολεόπτερα, αφού καταποθούν από τον «εχθρό», καταφέρνουν και βγαίνουν ζωντανά από τον πρωκτό του. Ο βιολόγος ελπίζει τώρα να συνεχίσει τις έρευνές του για να διαπιστώσει αν και άλλα είδη σφήκας έχουν τον ίδιο αμυντικό μηχανισμό
Νίτσε: Η παρανόηση των ονείρων
Σε εποχές ακατέργαστων, αρχέγονων κουλτουρών, ο άνθρωπος πίστευε ότι μπορούσε να ανακαλύψει στα όνειρα έναν δεύτερο πραγματικό κόσμο: αυτή είναι η καταγωγή κάθε μεταφυσικής. Χωρίς τα όνειρα ο άνθρωπος δεν θα᾿βρισκε κανένα κίνητρο για να χωρίσει τον κόσμο στα δύο. Ο χωρισμός σε ψυχή και σώμα συνδέεται επίσης με τις αρχαιότερες απόψεις για τα όνειρα, όπως είναι η παραδοχή της ύπαρξης ενός ενσώματου ομοιώματος της ψυχής. Η παραδοχή αυτή δεν είναι παρά η ρίζα κάθε πίστης στα φαντάσματα και πιθανόν στους θεούς. «Ο νεκρός εξακολουθεί να ζει, επειδή εμφανίζεται στα όνειρα των ζωντανών». Σ’ αυτό το συμπέρασμα κατέληγαν οι άνθρωποι παλιότερα, για πολλές χιλιετηρίδες.
Όνειρο και κουλτούρα: Η εγκεφαλική λειτουργία που βλάπτεται περισσότερο από τον ύπνο είναι η μνήμη: όχι ότι σταματάει εντελώς, αλλά οδηγείται πίσω σε μια κατάσταση ατέλειας, όμοια μ’ εκείνη που υπήρχε στον καθένα, όταν ήταν ξυπνητός και σ’ όλη τη διάρκεια της μέρας, κατά την αρχέγονη περίοδο της ανθρωπότητας. Αυθαίρετη και συγκεχυμένη καθώς είναι, μπερδεύει συνεχώς τα πράγματα στηριζόμενη στους πιο φευγαλέες ομοιότητες· με την ίδια όμως αυθαιρεσία και σύγχυση δημιούργησαν οι λαοί τις μυθολογίες τους, και ακόμη και σήμερα ταξιδιώτες παρατηρούν πόσο κλίνει προς τη λήθη ο άγριος, πως αρχίζει το πνεύμα του, μετά από μια σύντομη ένταση της μνήμης, να τρεκλίζει πέρα δώθε, και παράγει ψέματα και λόγια δίχως νόημα επειδή απλώς έχει ατονία.
Η τέλεια καθαρότητα όλων των ονειρικών παραστάσεων, που προϋποθέτει μιαν απόλυτη πίστη στην πραγματικότητά τους, μας θυμίζει άλλη μια φορά την κατάσταση της παλαιότερης ανθρωπότητας, όπου οι ψευδαισθήσεις ήταν εξαιρετικά συχνές, και μερικές στιγμές καταλάμβαναν ολόκληρες κοινότητες, ολόκληρα έθνη την ίδια στιγμή. Έτσι λοιπόν, στον ύπνο και στα όνειρα ξανακάνουμε άλλη μια φορά, απ’ την αρχή ως το τέλος, τη σχολική δουλειά της παλαιότερης ανθρωπότητας.
Η λογική των ονείρων: Όταν κοιμόμαστε, το νευρικό μας σύστημα διεγείρεται συνεχώς από διάφορες εσωτερικές αιτίες: όλα σχεδόν τα όργανα εκκρίνουν και είναι ενεργά· το αίμα κάνει την ορμητική περιφορά του· η θέση του κοιμωμένου πιέζει ορισμένα μέλη· τα σκεπάσματα του επηρεάζουν την αίσθηση με διάφορους τρόπους· το στομάχι χωνεύει και έτσι ενοχλεί άλλα όργανα με τις κινήσεις του· τα έντερα συστρέφονται· η θέση του κεφαλιού προκαλεί ασυνήθιστες στάσεις των μυώνων· τα πόδια, δίχως παπούτσια, με τα πέλματα τους να μην πατούν στο έδαφος, προκαλούν ένα ασυνήθιστο αίσθημα, όπως και η διαφορετική ενδυμασία όλου του σώματος – όλα αυτά, μετά την αλλαγή και την ποικιλία που έχει υπάρξει στο διάστημα της μέρας, διεγείρουν με τον ασυνήθιστο χαρακτήρα τους όλο το σύστημα, συμπεριλαμβανομένης και της λειτουργίας του εγκεφάλου. Κι έτσι υπάρχουν εκατό αιτίες για να εκπλήσσεται το πνεύμα και για να αναζητά λόγους γι’ αυτήν τη διέγερση.
Το όνειρο όμως είναι εκείνο που αναζητά και αναπαριστά τις αιτίες γι’ αυτά τα υποκινούμενα συναισθήματα, δηλαδή τις υποτιθέμενες αιτίες.
Πως γίνεται όμως να πλανάται τόσο πολύ το πνεύμα του ονειρευόμενου, στο βαθμό που όταν είναι ξυπνητό τείνει να είναι τόσο νηφάλιο, προσεκτικό και σκεπτικιστικό απέναντι στις υποθέσεις; Πως φτάνει να σκεφτεί ότι η πρώτη καλή υπόθεση για την εξήγηση ενός συναισθήματος είναι αρκετή για να το κάνει να πιστέψει στην αλήθεια της; (Γιατί όταν ονειρευόμαστε πιστεύουμε στο όνειρο σα να ήταν πραγματικότητα· δηλαδή θεωρούμε την υπόθεσή μας πλήρως αποδεδειγμένη).
Φρονώ ότι ο άνθρωπος βγάζει συμπεράσματα στο όνειρό του με τον τρόπο που έβγαζε άλλοτε συμπεράσματα η ανθρωπότητα σε κατάσταση εγρήγορσης, για πολλές χιλιάδες χρόνια.
Η πρώτη αιτία που ερχόταν στο πνεύμα για να εξηγήσει κάτι που χρειαζόταν εξήγηση ήταν αρκετή και ίσχυε ως αλήθεια. Αυτή η παμπάλαια πλευρά της ανθρώπινης ιδιότητας επιβιώνει σε μας στα όνειρά μας, επειδή είναι η βάση πάνω στην οποία αναπτύχθηκε το ανώτερο λογικό και εξακολουθεί να αναπτύσσεται σε κάθε άνθρωπο: το όνειρό μας ξαναγυρίζει σε απομακρυσμένα στάδια της ανθρώπινης κουλτούρας και μας παρέχει ένα μέσο για να τα καταλάβουμε καλύτερα.
Η ονειρική σκέψη μας είναι σήμερα τόσο εύκολη επειδή κατά τη διάρκεια τεράστιων περιόδων ανάπτυξης της ανθρωπότητας ήμασταν τόσο καλά εκπαιδευμένοι σ’ αυτήν ακριβώς τη μορφή της φανταστικής και φτηνής εξήγησης από την πρώτη τυχούσα ιδέα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το όνειρο είναι ανάκτηση δυνάμεων για έναν εγκέφαλο, ο οποίος έχει κατά τη διάρκεια της ημέρας να ικανοποιήσει τις αυστηρότερες απαιτήσεις που θέτει η ανώτερη κουλτούρα στη σκέψη.
Απ’ αυτές τις διαδικασίες μπορούμε να συμπεράνουμε πόσο αργά αναπτύχθηκε η πιο οξεία, λογική σκέψη, η αυστηρή διάκριση αιτίας και αποτελέσματος· ακόμη και τώρα οι λειτουργίες του λογικού και της διάνοιάς ξαναγυρίζουν ασυναίσθητα σ’ αυτές τις πρωτόγονες μορφές συναγωγής συμπεράσματος, και ζούμε το μισό πάνω κάτω της ζωής μας μέσα σ’ αυτήν την κατάσταση. Κι ο ποιητής επίσης, ο καλλιτέχνης, αποδίδει τις διαθέσεις και τις καταστάσεις του σε αιτίες που δεν είναι καθόλου οι αληθινές· στο βαθμό αυτό μας θυμίζει ένα παλιότερο στάδιο της ανθρώπινης ιδιότητας και μπορεί να μας βοηθήσει να το κατανοήσουμε.
Νίτσε, Ανθρώπινο πολύ ανθρώπινο
Όνειρο και κουλτούρα: Η εγκεφαλική λειτουργία που βλάπτεται περισσότερο από τον ύπνο είναι η μνήμη: όχι ότι σταματάει εντελώς, αλλά οδηγείται πίσω σε μια κατάσταση ατέλειας, όμοια μ’ εκείνη που υπήρχε στον καθένα, όταν ήταν ξυπνητός και σ’ όλη τη διάρκεια της μέρας, κατά την αρχέγονη περίοδο της ανθρωπότητας. Αυθαίρετη και συγκεχυμένη καθώς είναι, μπερδεύει συνεχώς τα πράγματα στηριζόμενη στους πιο φευγαλέες ομοιότητες· με την ίδια όμως αυθαιρεσία και σύγχυση δημιούργησαν οι λαοί τις μυθολογίες τους, και ακόμη και σήμερα ταξιδιώτες παρατηρούν πόσο κλίνει προς τη λήθη ο άγριος, πως αρχίζει το πνεύμα του, μετά από μια σύντομη ένταση της μνήμης, να τρεκλίζει πέρα δώθε, και παράγει ψέματα και λόγια δίχως νόημα επειδή απλώς έχει ατονία.
Η τέλεια καθαρότητα όλων των ονειρικών παραστάσεων, που προϋποθέτει μιαν απόλυτη πίστη στην πραγματικότητά τους, μας θυμίζει άλλη μια φορά την κατάσταση της παλαιότερης ανθρωπότητας, όπου οι ψευδαισθήσεις ήταν εξαιρετικά συχνές, και μερικές στιγμές καταλάμβαναν ολόκληρες κοινότητες, ολόκληρα έθνη την ίδια στιγμή. Έτσι λοιπόν, στον ύπνο και στα όνειρα ξανακάνουμε άλλη μια φορά, απ’ την αρχή ως το τέλος, τη σχολική δουλειά της παλαιότερης ανθρωπότητας.
Η λογική των ονείρων: Όταν κοιμόμαστε, το νευρικό μας σύστημα διεγείρεται συνεχώς από διάφορες εσωτερικές αιτίες: όλα σχεδόν τα όργανα εκκρίνουν και είναι ενεργά· το αίμα κάνει την ορμητική περιφορά του· η θέση του κοιμωμένου πιέζει ορισμένα μέλη· τα σκεπάσματα του επηρεάζουν την αίσθηση με διάφορους τρόπους· το στομάχι χωνεύει και έτσι ενοχλεί άλλα όργανα με τις κινήσεις του· τα έντερα συστρέφονται· η θέση του κεφαλιού προκαλεί ασυνήθιστες στάσεις των μυώνων· τα πόδια, δίχως παπούτσια, με τα πέλματα τους να μην πατούν στο έδαφος, προκαλούν ένα ασυνήθιστο αίσθημα, όπως και η διαφορετική ενδυμασία όλου του σώματος – όλα αυτά, μετά την αλλαγή και την ποικιλία που έχει υπάρξει στο διάστημα της μέρας, διεγείρουν με τον ασυνήθιστο χαρακτήρα τους όλο το σύστημα, συμπεριλαμβανομένης και της λειτουργίας του εγκεφάλου. Κι έτσι υπάρχουν εκατό αιτίες για να εκπλήσσεται το πνεύμα και για να αναζητά λόγους γι’ αυτήν τη διέγερση.
Το όνειρο όμως είναι εκείνο που αναζητά και αναπαριστά τις αιτίες γι’ αυτά τα υποκινούμενα συναισθήματα, δηλαδή τις υποτιθέμενες αιτίες.
Πως γίνεται όμως να πλανάται τόσο πολύ το πνεύμα του ονειρευόμενου, στο βαθμό που όταν είναι ξυπνητό τείνει να είναι τόσο νηφάλιο, προσεκτικό και σκεπτικιστικό απέναντι στις υποθέσεις; Πως φτάνει να σκεφτεί ότι η πρώτη καλή υπόθεση για την εξήγηση ενός συναισθήματος είναι αρκετή για να το κάνει να πιστέψει στην αλήθεια της; (Γιατί όταν ονειρευόμαστε πιστεύουμε στο όνειρο σα να ήταν πραγματικότητα· δηλαδή θεωρούμε την υπόθεσή μας πλήρως αποδεδειγμένη).
Φρονώ ότι ο άνθρωπος βγάζει συμπεράσματα στο όνειρό του με τον τρόπο που έβγαζε άλλοτε συμπεράσματα η ανθρωπότητα σε κατάσταση εγρήγορσης, για πολλές χιλιάδες χρόνια.
Η πρώτη αιτία που ερχόταν στο πνεύμα για να εξηγήσει κάτι που χρειαζόταν εξήγηση ήταν αρκετή και ίσχυε ως αλήθεια. Αυτή η παμπάλαια πλευρά της ανθρώπινης ιδιότητας επιβιώνει σε μας στα όνειρά μας, επειδή είναι η βάση πάνω στην οποία αναπτύχθηκε το ανώτερο λογικό και εξακολουθεί να αναπτύσσεται σε κάθε άνθρωπο: το όνειρό μας ξαναγυρίζει σε απομακρυσμένα στάδια της ανθρώπινης κουλτούρας και μας παρέχει ένα μέσο για να τα καταλάβουμε καλύτερα.
Η ονειρική σκέψη μας είναι σήμερα τόσο εύκολη επειδή κατά τη διάρκεια τεράστιων περιόδων ανάπτυξης της ανθρωπότητας ήμασταν τόσο καλά εκπαιδευμένοι σ’ αυτήν ακριβώς τη μορφή της φανταστικής και φτηνής εξήγησης από την πρώτη τυχούσα ιδέα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το όνειρο είναι ανάκτηση δυνάμεων για έναν εγκέφαλο, ο οποίος έχει κατά τη διάρκεια της ημέρας να ικανοποιήσει τις αυστηρότερες απαιτήσεις που θέτει η ανώτερη κουλτούρα στη σκέψη.
Απ’ αυτές τις διαδικασίες μπορούμε να συμπεράνουμε πόσο αργά αναπτύχθηκε η πιο οξεία, λογική σκέψη, η αυστηρή διάκριση αιτίας και αποτελέσματος· ακόμη και τώρα οι λειτουργίες του λογικού και της διάνοιάς ξαναγυρίζουν ασυναίσθητα σ’ αυτές τις πρωτόγονες μορφές συναγωγής συμπεράσματος, και ζούμε το μισό πάνω κάτω της ζωής μας μέσα σ’ αυτήν την κατάσταση. Κι ο ποιητής επίσης, ο καλλιτέχνης, αποδίδει τις διαθέσεις και τις καταστάσεις του σε αιτίες που δεν είναι καθόλου οι αληθινές· στο βαθμό αυτό μας θυμίζει ένα παλιότερο στάδιο της ανθρώπινης ιδιότητας και μπορεί να μας βοηθήσει να το κατανοήσουμε.
Νίτσε, Ανθρώπινο πολύ ανθρώπινο
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΚΑΤΑ ΛΟΧΙΤΟΥ
ΙΣΟΚΡ 20.9–14
Το ολιγαρχικό ήθος του Λοχίτη – Η τιμωρία του ασπίδα για τη δημοκρατία
Ο κατήγορος δέχτηκε επίθεση από έναν νεαρό αριστοκράτη, τον Λοχίτη, και τον οδήγησε σε δίκην αἰκίας. Αρχικά υποστήριξε ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων ύβρεως αποδεικνυόταν από την αυστηρότητα των δικονομικών διατάξεων και των προβλεπόμενων ποινών, καθώς εκτός από τις σωματικές βλάβες που προκαλούνταν θίγονταν η τιμή και η υπόληψη του θύματος. Συνεχίζοντας προσέδωσε στην υπόθεση και πολιτική χροιά. Το απόσπασμα είναι από τον ἐπίλογον του λόγου (άλλωστε, λείπουν τα υπόλοιπα μέρη του).
[9] Ἡγοῦμαι δ’ ὑμᾶς οὕτως ἂν ἀξίως ὀργισθῆναι τοῦ
πράγματος, εἰ διεξέλθοιτε πρὸς ὑμᾶς αὐτοὺς ὅσῳ μεῖζόν
ἐστι τοῦτο τῶν ἄλλων ἁμαρτημάτων. εὑρήσετε γὰρ τὰς
μὲν ἄλλας ἀδικίας μέρος τι τοῦ βίου βλαπτούσας, τὴν δ’
ὕβριν ὅλοις τοῖς πράγμασι λυμαινομένην, καὶ πολλοὺς μὲν
οἴκους δι’ αὐτὴν διαφθαρέντας, πολλὰς δὲ πόλεις ἀνα-
στάτους γεγενημένας. [10] καὶ τί δεῖ τὰς τῶν ἄλλων
συμφορὰς λέγοντα διατρίβειν; αὐτοὶ γὰρ ἡμεῖς δὶς ἤδη τὴν
δημοκρατίαν ἐπείδομεν καταλυθεῖσαν καὶ δὶς τῆς ἐλευ-
θερίας ἀπεστερήθημεν, οὐχ ὑπὸ τῶν ταῖς ἄλλαις πονηρίαις
ἐνόχων ὄντων, ἀλλὰ διὰ τοὺς καταφρονοῦντας τῶν νόμων
καὶ βουλομένους τοῖς μὲν πολεμίοις δουλεύειν, τοὺς δὲ
πολίτας ὑβρίζειν. [11] ὧν οὗτος εἷς ὢν τυγχάνει. καὶ
γὰρ εἰ τῶν τότε κατασταθέντων νεώτερός ἐστιν, ἀλλὰ τόν
γε τρόπον ἔχει τὸν ἐξ ἐκείνης τῆς πολιτείας. αὗται γὰρ αἱ
φύσεις εἰσὶν αἱ παραδοῦσαι μὲν τὴν δύναμιν τὴν ἡμετέραν
τοῖς πολεμίοις, κατασκάψασαι δὲ τὰ τείχη τῆς πατρίδος,
πεντακοσίους δὲ καὶ χιλίους ἀκρίτους ἀποκτείνασαι τῶν
πολιτῶν.
[12] Ὧν εἰκὸς ὑμᾶς μεμνημένους τιμωρεῖσθαι μὴ μόνον
τοὺς τότε λυμηναμένους ἀλλὰ καὶ τοὺς νῦν βουλομένους
οὕτω διαθεῖναι τὴν πόλιν, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον τοὺς ἐπι-
δόξους γενήσεσθαι πονηροὺς τῶν πρότερον ἡμαρτηκότων,
ὅσῳ περ κρεῖττόν ἐστι τῶν μελλόντων κακῶν ἀποτροπὴν
εὑρεῖν ἢ τῶν ἤδη γεγενημένων δίκην λαβεῖν. [13] καὶ μὴ
περιμείνηθ’ ἕως ἂν ἀθροισθέντες καὶ καιρὸν λαβόντες εἰς
ὅλην τὴν πόλιν ἐξαμάρτωσιν, ἀλλ’ ἐφ’ ἧς ἂν ὑμῖν προ-
φάσεως παραδοθῶσιν, ἐπὶ ταύτης αὐτοὺς τιμωρεῖσθε,
νομίζοντες εὕρημ’ ἔχειν ὅταν τινὰ λάβητ’ ἐν μικροῖς
πράγμασιν ἐπιδεδειγμένον ἅπασαν τὴν αὑτοῦ πονηρίαν.
[14] κράτιστον μὲν γὰρ ἦν, εἴ τι προσῆν ἄλλο σημεῖον τοῖς
πονηροῖς τῶν ἀνθρώπων, πρὶν ἀδικηθῆναί τινα τῶν πολι-
τῶν, πρότερον κολάζειν αὐτούς· ἐπειδὴ δ’ οὐχ οἷόν τ’ ἐστὶν
αἰσθέσθαι πρὶν κακῶς τινὰ παθεῖν ὑπ’ αὐτῶν, ἀλλ’ οὖν γ’
ἐπειδὰν γνωρισθῶσι, προσήκει πᾶσι μισεῖν τοὺς τοιούτους
καὶ κοινοὺς ἐχθροὺς νομίζειν.
ΙΣΟΚΡ 20.9–14
Το ολιγαρχικό ήθος του Λοχίτη – Η τιμωρία του ασπίδα για τη δημοκρατία
Ο κατήγορος δέχτηκε επίθεση από έναν νεαρό αριστοκράτη, τον Λοχίτη, και τον οδήγησε σε δίκην αἰκίας. Αρχικά υποστήριξε ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων ύβρεως αποδεικνυόταν από την αυστηρότητα των δικονομικών διατάξεων και των προβλεπόμενων ποινών, καθώς εκτός από τις σωματικές βλάβες που προκαλούνταν θίγονταν η τιμή και η υπόληψη του θύματος. Συνεχίζοντας προσέδωσε στην υπόθεση και πολιτική χροιά. Το απόσπασμα είναι από τον ἐπίλογον του λόγου (άλλωστε, λείπουν τα υπόλοιπα μέρη του).
[9] Ἡγοῦμαι δ’ ὑμᾶς οὕτως ἂν ἀξίως ὀργισθῆναι τοῦ
πράγματος, εἰ διεξέλθοιτε πρὸς ὑμᾶς αὐτοὺς ὅσῳ μεῖζόν
ἐστι τοῦτο τῶν ἄλλων ἁμαρτημάτων. εὑρήσετε γὰρ τὰς
μὲν ἄλλας ἀδικίας μέρος τι τοῦ βίου βλαπτούσας, τὴν δ’
ὕβριν ὅλοις τοῖς πράγμασι λυμαινομένην, καὶ πολλοὺς μὲν
οἴκους δι’ αὐτὴν διαφθαρέντας, πολλὰς δὲ πόλεις ἀνα-
στάτους γεγενημένας. [10] καὶ τί δεῖ τὰς τῶν ἄλλων
συμφορὰς λέγοντα διατρίβειν; αὐτοὶ γὰρ ἡμεῖς δὶς ἤδη τὴν
δημοκρατίαν ἐπείδομεν καταλυθεῖσαν καὶ δὶς τῆς ἐλευ-
θερίας ἀπεστερήθημεν, οὐχ ὑπὸ τῶν ταῖς ἄλλαις πονηρίαις
ἐνόχων ὄντων, ἀλλὰ διὰ τοὺς καταφρονοῦντας τῶν νόμων
καὶ βουλομένους τοῖς μὲν πολεμίοις δουλεύειν, τοὺς δὲ
πολίτας ὑβρίζειν. [11] ὧν οὗτος εἷς ὢν τυγχάνει. καὶ
γὰρ εἰ τῶν τότε κατασταθέντων νεώτερός ἐστιν, ἀλλὰ τόν
γε τρόπον ἔχει τὸν ἐξ ἐκείνης τῆς πολιτείας. αὗται γὰρ αἱ
φύσεις εἰσὶν αἱ παραδοῦσαι μὲν τὴν δύναμιν τὴν ἡμετέραν
τοῖς πολεμίοις, κατασκάψασαι δὲ τὰ τείχη τῆς πατρίδος,
πεντακοσίους δὲ καὶ χιλίους ἀκρίτους ἀποκτείνασαι τῶν
πολιτῶν.
[12] Ὧν εἰκὸς ὑμᾶς μεμνημένους τιμωρεῖσθαι μὴ μόνον
τοὺς τότε λυμηναμένους ἀλλὰ καὶ τοὺς νῦν βουλομένους
οὕτω διαθεῖναι τὴν πόλιν, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον τοὺς ἐπι-
δόξους γενήσεσθαι πονηροὺς τῶν πρότερον ἡμαρτηκότων,
ὅσῳ περ κρεῖττόν ἐστι τῶν μελλόντων κακῶν ἀποτροπὴν
εὑρεῖν ἢ τῶν ἤδη γεγενημένων δίκην λαβεῖν. [13] καὶ μὴ
περιμείνηθ’ ἕως ἂν ἀθροισθέντες καὶ καιρὸν λαβόντες εἰς
ὅλην τὴν πόλιν ἐξαμάρτωσιν, ἀλλ’ ἐφ’ ἧς ἂν ὑμῖν προ-
φάσεως παραδοθῶσιν, ἐπὶ ταύτης αὐτοὺς τιμωρεῖσθε,
νομίζοντες εὕρημ’ ἔχειν ὅταν τινὰ λάβητ’ ἐν μικροῖς
πράγμασιν ἐπιδεδειγμένον ἅπασαν τὴν αὑτοῦ πονηρίαν.
[14] κράτιστον μὲν γὰρ ἦν, εἴ τι προσῆν ἄλλο σημεῖον τοῖς
πονηροῖς τῶν ἀνθρώπων, πρὶν ἀδικηθῆναί τινα τῶν πολι-
τῶν, πρότερον κολάζειν αὐτούς· ἐπειδὴ δ’ οὐχ οἷόν τ’ ἐστὶν
αἰσθέσθαι πρὶν κακῶς τινὰ παθεῖν ὑπ’ αὐτῶν, ἀλλ’ οὖν γ’
ἐπειδὰν γνωρισθῶσι, προσήκει πᾶσι μισεῖν τοὺς τοιούτους
καὶ κοινοὺς ἐχθροὺς νομίζειν.
***
Νομίζω δε ότι σεις τότε θα ωργίζεσθε όσον αρμόζει εις την υπόθεσιν αυτήν, αν ηθέλετε εξετάσει βαθιά πόσον μεγαλύτερον είναι το αδίκημα τούτο από τα άλλα. Θα εύρετε δηλαδή ότι αι μεν άλλαι αδικίαι βλάπτουν ένα μικρόν μέρος της ζωής, η δε κακοποίησις καταστρέφει τα πάντα, και ότι πολλαί μεν οικογένειαι εξ αιτίας αυτής ηφανίσθησαν, πολλαί δε πόλεις ανεστατώθησαν.
Αλλά ποία η ανάγκη να χάνω την ώραν μου αναφέρων τας συμφοράς των άλλων; Επειδή εμείς οι ίδιοι είδομεν δύο φοράς μέχρι τώρα να καταργήται η δημοκρατία και δύο φοράς εχάσαμεν την ελευθερίαν μας όχι από εκείνους οι οποίοι ημπορεί να κατηγορηθούν διά τας άλλας των πανουργίας, αλλά εξ αιτίας αυτών που περιφρονούν τους νόμους και που θέλουν να είναι δούλοι εις τους εχθρούς και να κακοποιούν τους συμπολίτας των. Ένας εκ τούτων τυγχάνει να είναι και αυτός (εδώ). Διότι και αν είναι νεώτερος από εκείνους οι οποίοι τότε κατέλαβον την εξουσίαν, πάντως έχει τον χαρακτήρα που διεμορφώθη από το πολίτευμα εκείνο. Επειδή οι τέτοιοι τύποι είναι που παρέδωσαν μεν τον στρατόν μας εις τους εχθρούς, εγκρέμισαν δε από θεμελίων τα τείχη της πατρίδος, εφόνευσαν δε χιλίους πεντακοσίους συμπολίτας χωρίς να τους δικάσουν.
Αυτά όταν ενθυμηθήτε, είναι φυσικόν να επιδιώκετε να τιμωρήτε όχι μόνον εκείνους οι οποίοι τότε έβλαψαν, αλλά και εκείνους που θέλουν τώρα να φέρουν την πατρίδα εις την ιδίαν κατάστασιν· και τόσον περισσότερον εκείνους οι οποίοι υπάρχει υποψία ότι θα γίνουν κακοί, παρά εκείνους που έχουν αδικήσει προηγουμένως, όσον βεβαίως είναι προτιμότερον να εύρετε τρόπον να αποφευχθούν αι μελλοντικαί συμφοραί παρά να τιμωρήσετε διά πράξεις αι οποίαι έχουν γίνει πλέον. Και μη περιμένετε μέχρις ότου βλάψουν ολόκληρον την πατρίδα, αφού συγκεντρωθούν και εύρουν κατάλληλον στιγμήν, αλλά με την αφορμήν με την οποίαν θα σας παραδοθούν, με αυτήν να τους τιμωρήτε, νομίζοντες ότι έχετε εύρημα όταν συλλάβετε κανένα να έχη δείξει όλην του την κακίαν εις μικροζητήματα. Διότι πάρα πολύ καλόν μεν θα ήτο αν υπήρχε κάποιο άλλο σημάδι εις τους κακούς ανθρώπους, ώστε να τους τιμωρούμεν προηγουμένως, προτού δηλαδή αδικηθή (υπ' αυτών) κανένας από τους πολίτας· επειδή όμως δεν είναι δυνατόν να τους καταλάβωμεν προτού μερικοί κακοποιηθούν υπ' αυτών, πρέπει τουλάχιστον όταν τους γνωρίσωμεν, όλοι να τους μισούμεν και να τους θεωρούμεν κοινούς εχθρούς
Νομίζω δε ότι σεις τότε θα ωργίζεσθε όσον αρμόζει εις την υπόθεσιν αυτήν, αν ηθέλετε εξετάσει βαθιά πόσον μεγαλύτερον είναι το αδίκημα τούτο από τα άλλα. Θα εύρετε δηλαδή ότι αι μεν άλλαι αδικίαι βλάπτουν ένα μικρόν μέρος της ζωής, η δε κακοποίησις καταστρέφει τα πάντα, και ότι πολλαί μεν οικογένειαι εξ αιτίας αυτής ηφανίσθησαν, πολλαί δε πόλεις ανεστατώθησαν.
Αλλά ποία η ανάγκη να χάνω την ώραν μου αναφέρων τας συμφοράς των άλλων; Επειδή εμείς οι ίδιοι είδομεν δύο φοράς μέχρι τώρα να καταργήται η δημοκρατία και δύο φοράς εχάσαμεν την ελευθερίαν μας όχι από εκείνους οι οποίοι ημπορεί να κατηγορηθούν διά τας άλλας των πανουργίας, αλλά εξ αιτίας αυτών που περιφρονούν τους νόμους και που θέλουν να είναι δούλοι εις τους εχθρούς και να κακοποιούν τους συμπολίτας των. Ένας εκ τούτων τυγχάνει να είναι και αυτός (εδώ). Διότι και αν είναι νεώτερος από εκείνους οι οποίοι τότε κατέλαβον την εξουσίαν, πάντως έχει τον χαρακτήρα που διεμορφώθη από το πολίτευμα εκείνο. Επειδή οι τέτοιοι τύποι είναι που παρέδωσαν μεν τον στρατόν μας εις τους εχθρούς, εγκρέμισαν δε από θεμελίων τα τείχη της πατρίδος, εφόνευσαν δε χιλίους πεντακοσίους συμπολίτας χωρίς να τους δικάσουν.
Αυτά όταν ενθυμηθήτε, είναι φυσικόν να επιδιώκετε να τιμωρήτε όχι μόνον εκείνους οι οποίοι τότε έβλαψαν, αλλά και εκείνους που θέλουν τώρα να φέρουν την πατρίδα εις την ιδίαν κατάστασιν· και τόσον περισσότερον εκείνους οι οποίοι υπάρχει υποψία ότι θα γίνουν κακοί, παρά εκείνους που έχουν αδικήσει προηγουμένως, όσον βεβαίως είναι προτιμότερον να εύρετε τρόπον να αποφευχθούν αι μελλοντικαί συμφοραί παρά να τιμωρήσετε διά πράξεις αι οποίαι έχουν γίνει πλέον. Και μη περιμένετε μέχρις ότου βλάψουν ολόκληρον την πατρίδα, αφού συγκεντρωθούν και εύρουν κατάλληλον στιγμήν, αλλά με την αφορμήν με την οποίαν θα σας παραδοθούν, με αυτήν να τους τιμωρήτε, νομίζοντες ότι έχετε εύρημα όταν συλλάβετε κανένα να έχη δείξει όλην του την κακίαν εις μικροζητήματα. Διότι πάρα πολύ καλόν μεν θα ήτο αν υπήρχε κάποιο άλλο σημάδι εις τους κακούς ανθρώπους, ώστε να τους τιμωρούμεν προηγουμένως, προτού δηλαδή αδικηθή (υπ' αυτών) κανένας από τους πολίτας· επειδή όμως δεν είναι δυνατόν να τους καταλάβωμεν προτού μερικοί κακοποιηθούν υπ' αυτών, πρέπει τουλάχιστον όταν τους γνωρίσωμεν, όλοι να τους μισούμεν και να τους θεωρούμεν κοινούς εχθρούς
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)














