Το διάστημα θεωρείται γενικά ένα πολύ κρύο μέρος.
Η θερμοκρασία του μπορεί να φτάσει έως τους 270,45 βαθμούς Κελσίου υπό το μηδέν.
Ωστόσο, αυτή η θερμοκρασία δεν παρατηρείται σε όλο το ηλιακό σύστημα ομοιόμορφα. Ο λεγόμενος «άδειος» χώρος (αν και στην πραγματικότητα δεν είναι κενός) είναι πολύ πιο κρύος από πλανήτες, φεγγάρια ή αστεροειδείς, επειδή δεν υπάρχει (πρακτικά) τίποτα που να απορροφά την ενέργεια που προέρχεται από τον ήλιο.
Ωστόσο, μη συμπεριλαμβανομένου του «κενού» χώρου, ποιο είναι το πιο κρύο μέρος στο ηλιακό σύστημα;
«Οι θερμοκρασίες μπορούν να μετρηθούν παρατηρώντας την ένταση της υπέρυθρης και μικροκυματικής ακτινοβολίας που εκπέμπεται από τις επιφάνειες», αναφέρει ο Ίαν Κρόφορντ, καθηγητής πλανητικής επιστήμης και αστροβιολογίας στο Birkbeck στο Ηνωμένο Βασίλειο.
«Ελλείψει τέτοιων μετρήσεων, οι θερμοκρασίες μπορούν να εκτιμηθούν με βάση την ποσότητα του ηλιακού φωτός που δέχονται», πρόσθεσε.
Το 2009, το Lunar Reconnaissance Orbiter, ένα ρομποτικό διαστημόπλοιο της NASA που σχεδιάστηκε για να βοηθήσει τους επιστήμονες να κατανοήσουν καλύτερα τις συνθήκες στο φεγγάρι, παρουσίασε δεδομένα που υποδηλώνουν ότι οι «σκιασμένοι κρατήρες» στον σεληνιακό νότιο πόλο θα μπορούσαν να είναι το πιο κρύο μέρος στο ηλιακό σύστημα.
Αυτή η θεωρία ενισχύθηκε αργότερα από τον μεταπτυχιακό φοιτητή Patrick O’Brien και τον σύμβουλό του Shane Byrne, πλανητικούς ερευνητές στο Πανεπιστήμιο της Αριζόνα.
Κατά τη διάρκεια μιας ομιλίας στο Συνέδριο της Σεληνιακής και Πλανητικής Επιστήμης του 2022, οι O’Brien και Byrne εκτίμησαν ότι οι «διπλά σκιασμένοι» κρατήρες του φεγγαριού θα μπορούσαν πράγματι να είναι «οι πιο κρύες τοποθεσίες στο ηλιακό σύστημα».
Σύμφωνα με τους O’Brien και Byrne, αυτοί οι κρατήρες εκτιμάται ότι έχουν θερμοκρασίες περίπου μείον 248,15 Κελσίου αλλά θα μπορούσαν να είναι και πιο ψυχροί.
Αυτοί οι διπλά σκιασμένοι κρατήρες μπορεί να μην είναι όμως τόσο κρύοι όσο το σύννεφο Oort, ένα κέλυφος παγωμένων διαστημικών απορριμμάτων που βρίσκεται πολύ πέρα από την τροχιά του Ποσειδώνα.
Το θέμα ωστόσο είναι αν συμπεριλαμβάνουμε το σύννεφο Oort όταν συζητάμε για το ηλιακό μας σύστημα.
Το σύννεφο Oort θεωρείται ταυτόχρονα ως η «πιο απομακρυσμένη περιοχή του ηλιακού μας συστήματος» από τη NASA, αλλά και «πέραν» του ηλιακού μας συστήματος.
Αυτή η έλλειψη σαφήνειας σημαίνει ότι μερικές φορές θεωρείται μέρος του ηλιακού συστήματος και σε άλλες ορίζεται ως το όριο μεταξύ του ηλιακού μας συστήματος και του διαστρικού χώρου.
Το σύννεφο Oort θεωρείται ότι είναι μόνο «ελάχιστα συνδεδεμένο με το ηλιακό σύστημα».
Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2022
Οδηγίες προς ανθρώπους
Αν παρατηρήσεις από κοντά, οι σχέσεις είναι κάτι πολύ πιο λεπτό, κάτι πιο γοργό κι από την αστραπή, πιο αχανές κι από την γη, γιατί οι σχέσεις είναι η ζωή. Η ζωή είναι σύγκρουση, ανταγωνισμός, πόλεμος, παιχνίδι… Θέλεις όμως, να κάνεις τις σχέσεις χοντροκομμένες, ωμές, εύκολες, μηχανιστικές. Έτσι χάνουν την ευωδιά τους, την ομορφιά τους. Όλα τούτα συμβαίνουν γιατί δεν αγαπάς και η αγάπη, φυσικά, είναι το σπουδαιότερο απ’ όλα, γιατί μέσα σ’ αυτή πρέπει να εγκαταλείψει κανείς ολοκληρωτικά τον εαυτό του. (το εγώ του)
Αυτή ακριβώς η ιδιότητα της φρεσκάδας, του καινούριου, είναι ουσιαστική, αλλιώς η ζωή γίνεται ρουτίνα, συνήθεια, μόνο που η αγάπη δεν είναι συνήθεια, δεν είναι κάτι βαρετό. Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν χάσει το αίσθημα της έκπληξης, του θαυμαστού. Θεωρούν τα πάντα δεδομένα κι αυτή η αίσθηση της ασφάλειας καταστρέφει την ελευθερία και τις εκπλήξεις της αβεβαιότητας.
Σχεδιάζουμε πράγματα για το μακρινό μέλλον μακριά από το παρόν. Αλλά η προσοχή που χρειάζεται για να κατανοήσει κανείς βρίσκεται πάντα στο παρόν. Στην προσοχή υπάρχει πάντα μια αίσθηση αμεσότητας. Το να είναι κανείς ξεκάθαρος στις προθέσεις του είναι πολύ επίπονη απασχόληση- η πρόθεση είναι σαν μια φλόγα, που προτρέπει κάποιον ακατάπαυτα να κατανοήσει. Να ‘σαι ξεκάθαρος στις προθέσεις σου και θα δεις, τα πράγματα θα κυλήσουν από μόνα τους.
Αυτός είναι ένας πρόχειρος χάρτης-οδηγός στο μονοπάτι του πολεμιστή-ταξιδιώτη:
* Ν’ αγαπάς σημαίνει να έχεις επίγνωση και θαυμασμό της αιωνιότητας.
*Ολοι οι άνθρωποι είναι ίδιοι. Ας κάνουν ό,τι μπορούν για να φαντασιώνονται πως είναι διαφορετικοί, μοναδικοί, τέλειοι.
*Κάθε άνθρωπος διαθέτει, προσωπική δύναμη και ταλέντο. Η προσωπική του δύναμη του τον οδηγεί να συναντήσει την Δύναμη, το ταλέντο του τον υποχρεώνει να το μοιραστεί με το περιβάλλον του. Ο καθένας πρέπει να γνωρίζει πότε (χρόνος) να χρησιμοποιεί το ένα και πότε το άλλο.
*Κάθε άνθρωπος διαθέτει μια δυναμική: την ικανότητα να επιλέγει. Για όποιον δεν χρησιμοποιεί αυτή την αρετή, μετατρέπεται σε κατάρα και οι άλλοι επιλέγουν για λογαριασμό του.
*Κάθε άνθρωπος έχει τον προσωπικό του Μύθο-Σκοπό να υλοποιήσει κι αυτός είναι ο λόγος που έρχεται στον κόσμο. Ο Προσωπικός Σκοπός εκδηλώνεται στον ενθουσιασμό, στον θαυμασμό, στην ποιότητα, στην αισθητική και στο πάθος του για όσα κάνει στην καθημερινότητα του.
*Κάθε άνθρωπος πρέπει να γνωρίζει δύο γλώσσες: την γλώσσα της κοινωνίας και την γλώσσα των οιωνών. Η πρώτη εξυπηρετεί την επικοινωνία με τους άλλους. Η δεύτερη χρησιμοποιείται για να εξηγεί τα μηνύματα από την Δύναμη, τον αληθινό του εαυτό, το ΕΙΝΑΙ.
*Κάθε άνθρωπος οφείλει να αναζητά την απόλαυση, αυτό δηλαδή που δίνει σ’ εκείνον χαρά κι όχι κατ’ ανάγκη και στους άλλους.
*Κάθε άνθρωπος πρέπει να διατηρεί ζωντανή μέσα του την ιερή φλόγα της τρέλας και να την ελέγχει. Ταυτόχρονα να συμπεριφέρεται σαν κανονικός άνθρωπος.
*Τα μόνα σφάλματα που θεωρούνται σοβαρά είναι τα εξής: να μην σέβεσαι, να μην είσαι ευγνώμων, να παραλύεις από τον φόβο, να νιώθεις ενοχές, να νομίζεις ότι δεν αξίζεις ό,τι καλό και κακό σου συμβαίνει στην ζωή και να είσαι δειλός.
*Εσύ να διαλέγεις τους εχθρούς σου και το πεδίο της μάχης κι όχι αντίστροφα.
*Να αγαπάς (επίγνωση) τους εχθρούς σου, αλλά να μην κάνεις συμμαχίες μαζί τους και να τους κρατάς μακριά σου. Βρίσκονται στον δρόμο σου για να δοκιμάσουν το σπαθί σου (την Δύναμη σου) και αξίζουν, τουλάχιστον, τον σεβασμό της μάχης.
*Ο,τι κάνεις, σκέφτεσαι, λες, αισθάνεσαι, στο παρόν επηρεάζει το μέλλον σου ως Αιτία και το παρελθόν σου ως Αποτέλεσμα.
*Το παρόν είναι το μέλλον του παρελθόντος σου. Πορεύσου ανάλογα.
Αυτή ακριβώς η ιδιότητα της φρεσκάδας, του καινούριου, είναι ουσιαστική, αλλιώς η ζωή γίνεται ρουτίνα, συνήθεια, μόνο που η αγάπη δεν είναι συνήθεια, δεν είναι κάτι βαρετό. Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν χάσει το αίσθημα της έκπληξης, του θαυμαστού. Θεωρούν τα πάντα δεδομένα κι αυτή η αίσθηση της ασφάλειας καταστρέφει την ελευθερία και τις εκπλήξεις της αβεβαιότητας.
Σχεδιάζουμε πράγματα για το μακρινό μέλλον μακριά από το παρόν. Αλλά η προσοχή που χρειάζεται για να κατανοήσει κανείς βρίσκεται πάντα στο παρόν. Στην προσοχή υπάρχει πάντα μια αίσθηση αμεσότητας. Το να είναι κανείς ξεκάθαρος στις προθέσεις του είναι πολύ επίπονη απασχόληση- η πρόθεση είναι σαν μια φλόγα, που προτρέπει κάποιον ακατάπαυτα να κατανοήσει. Να ‘σαι ξεκάθαρος στις προθέσεις σου και θα δεις, τα πράγματα θα κυλήσουν από μόνα τους.
Αυτός είναι ένας πρόχειρος χάρτης-οδηγός στο μονοπάτι του πολεμιστή-ταξιδιώτη:
* Ν’ αγαπάς σημαίνει να έχεις επίγνωση και θαυμασμό της αιωνιότητας.
*Ολοι οι άνθρωποι είναι ίδιοι. Ας κάνουν ό,τι μπορούν για να φαντασιώνονται πως είναι διαφορετικοί, μοναδικοί, τέλειοι.
*Κάθε άνθρωπος διαθέτει, προσωπική δύναμη και ταλέντο. Η προσωπική του δύναμη του τον οδηγεί να συναντήσει την Δύναμη, το ταλέντο του τον υποχρεώνει να το μοιραστεί με το περιβάλλον του. Ο καθένας πρέπει να γνωρίζει πότε (χρόνος) να χρησιμοποιεί το ένα και πότε το άλλο.
*Κάθε άνθρωπος διαθέτει μια δυναμική: την ικανότητα να επιλέγει. Για όποιον δεν χρησιμοποιεί αυτή την αρετή, μετατρέπεται σε κατάρα και οι άλλοι επιλέγουν για λογαριασμό του.
*Κάθε άνθρωπος έχει τον προσωπικό του Μύθο-Σκοπό να υλοποιήσει κι αυτός είναι ο λόγος που έρχεται στον κόσμο. Ο Προσωπικός Σκοπός εκδηλώνεται στον ενθουσιασμό, στον θαυμασμό, στην ποιότητα, στην αισθητική και στο πάθος του για όσα κάνει στην καθημερινότητα του.
*Κάθε άνθρωπος πρέπει να γνωρίζει δύο γλώσσες: την γλώσσα της κοινωνίας και την γλώσσα των οιωνών. Η πρώτη εξυπηρετεί την επικοινωνία με τους άλλους. Η δεύτερη χρησιμοποιείται για να εξηγεί τα μηνύματα από την Δύναμη, τον αληθινό του εαυτό, το ΕΙΝΑΙ.
*Κάθε άνθρωπος οφείλει να αναζητά την απόλαυση, αυτό δηλαδή που δίνει σ’ εκείνον χαρά κι όχι κατ’ ανάγκη και στους άλλους.
*Κάθε άνθρωπος πρέπει να διατηρεί ζωντανή μέσα του την ιερή φλόγα της τρέλας και να την ελέγχει. Ταυτόχρονα να συμπεριφέρεται σαν κανονικός άνθρωπος.
*Τα μόνα σφάλματα που θεωρούνται σοβαρά είναι τα εξής: να μην σέβεσαι, να μην είσαι ευγνώμων, να παραλύεις από τον φόβο, να νιώθεις ενοχές, να νομίζεις ότι δεν αξίζεις ό,τι καλό και κακό σου συμβαίνει στην ζωή και να είσαι δειλός.
*Εσύ να διαλέγεις τους εχθρούς σου και το πεδίο της μάχης κι όχι αντίστροφα.
*Να αγαπάς (επίγνωση) τους εχθρούς σου, αλλά να μην κάνεις συμμαχίες μαζί τους και να τους κρατάς μακριά σου. Βρίσκονται στον δρόμο σου για να δοκιμάσουν το σπαθί σου (την Δύναμη σου) και αξίζουν, τουλάχιστον, τον σεβασμό της μάχης.
*Ο,τι κάνεις, σκέφτεσαι, λες, αισθάνεσαι, στο παρόν επηρεάζει το μέλλον σου ως Αιτία και το παρελθόν σου ως Αποτέλεσμα.
*Το παρόν είναι το μέλλον του παρελθόντος σου. Πορεύσου ανάλογα.
Ανυπαρξία Επιθυμιών – Ενοχών & Τύψεων
«Η ανθρωπότητα έρχεται αντιμέτωπη με έναν ανθρώπινο τύπο ο οποίος δεν επιθυμεί τίποτα, δεν έχει ενοχές ούτε τύψεις»
Όταν το «Εν Ψυχρώ» του Τρούμαν Καπότε και το «Έγκλημα και Τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι γίνονται οδυνηρά επίκαιρα.
Αν το παιδί μου στεκόταν αναποφάσιστο ανάμεσα στο «Έγκλημα και Τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι και το «Εν Ψυχρώ» του Τρούμαν Καπότε, εγώ θα του σύστηνα το δεύτερο. Δεν έχει να κάνει με την αξία του συγγραφέα, αλλά με το γεγονός ότι ακόμα και τον κόσμο του παρελθόντος τον κατανοείς καλύτερα όσο πιο καλά κατέχεις τον κόσμο του παρόντος κι ας μας λένε ότι πάει αντίστροφα. Ξεκινάς από το γνωστό, και το παρελθόν σε σταθεροποιεί. Επιπλέον έχει να κάνει με τα κίνητρα, καθότι τα κίνητρα του συγγραφέα είναι εξίσου σημαντικά με τα κίνητρα του νομοθέτη, επειδή και στην μια και στην άλλη περίπτωση η καινούρια κατασκευή έχει στη βάση της την ηθική του ίδιου αλλά και την ηθική της εποχής του.
Ο Τρούμαν Καπότε μεταβαίνει στον νότο της Αμερικής για να καλύψει για την εφημερίδα ένα αληθινό γεγονός, την δολοφονία μιας συνηθισμένης τετραμελούς οικογένειας, μια συνηθισμένη νύχτα, σε μια συνηθισμένη ήσυχη επαρχία. Τότε δεν συνέβαιναν τέτοια εγκλήματα, επειδή τότε βρισκόταν στα σπάργανα το μοντέλο ζωής που, τελειοποιημένο πλέον, παράγει σωρηδόν τέτοια εγκλήματα και τέτοιους εγκληματίες. Στην εποχή της χαρακτηρίστηκε ανθρωποκτονία χωρίς φανερό κίνητρο -μια μελέτη στην αποδιοργάνωση της προσωπικότητας. Κι αν αυτό ακούγεται βαρύγδουπο, τα παρακάτω είναι πιο κατανοητά.
Μετά από έρευνες συνελήφθησαν οι φονιάδες.
Ήταν δυο λευκοί άντρες (είχε σημασία τότε αυτό στην Αμερική), στο ιστορικό των οποίων υπήρχε υπερβολική γονεϊκή βία. Επιπλέον υπήρχε στην παιδική τους ηλικία παρατεταμένη αποστέρηση του ενός ή των δύο γονιών και χαοτική οικογενειακή ζωή. Είχαν ρηχά συναισθήματα, και αυτά δεν είχαν να κάνουν μόνο με τους άλλους, αλλά και με την ίδια τους την μοίρα, δεν διαμαρτύρονταν υπερβολικά γι’ αυτήν. Παρότι το αρχικό κίνητρο για να μπουν στο ξένο σπίτι ήταν τα λεφτά, δολοφονούν όλα τα μέλη της οικογένειας χωρίς να είναι προσχεδιασμένο, και στην συνέχεια, ακόμα και πολύ καιρό μετά, δεν νιώθουν ενοχή απέναντι στα θύματά τους.
Η ανθρωπότητα έρχεται αντιμέτωπη με έναν ανθρώπινο τύπο ο οποίος δεν επιθυμεί τίποτα, δεν διαμαρτύρεται, ακόμα κι όταν έρχεται αντιμέτωπος με την θανατική του καταδίκη, δεν έχει ενοχές, ούτε τύψεις, δεν σέβεται την ανθρώπινη ζωή, ούτε καν την δική του.
Το θέμα με αυτό το βιβλίο είναι ότι ο συγγραφέας δεν σε αφήνει αυτούς τους φονιάδες να τους μισήσεις ολόψυχα, τουλάχιστον τον ένα από αυτούς, επειδή «…τα ποδαράκια του» μπροστά στον ανακριτή, μικρόσωμος και νέος όπως ήταν, «δεν αγγίζουν καλά καλά το δάπεδο».
«Πάντα τον φοβόμουν» λέει η μητέρα του, «μπορεί να δείχνει τόσο καλόκαρδος και συμπαθητικός. Ευγενικός. Κλαίει τόσο εύκολα. Μερικές φορές η μουσική τον αναστατώνει και όταν ήταν μικρός έκλαιγε γιατί το ηλιοβασίλεμα του φαινόταν όμορφο». «Με ξυλοφόρτωναν κάθε φορά που γυρνούσα την πλάτη» λέει αυτός. «Μεγάλωσε χωρίς καθοδήγηση, χωρίς αγάπη, χωρίς καν να του δοθεί κάποια στέρεη αίσθηση των ηθικών αξιών» λέει ο ψυχίατρος στην δίκη.
Το κίνητρο ήταν το υπόβαθρο, οικογενειακό και κοινωνικό, που γέννησε αυτούς τους εγκληματίες.
Αντίθετα ο Ντοστογιέφσκι, ο οποίος ζει σε μια εποχή και σε μια χώρα όπου ξεσπάει η Οκτωβριανή Επανάσταση και όπου ο Ρωσικός σοσιαλισμός ασχολείται με το ερώτημα αν υπάρχει ή όχι Θεός, καταλήγει να αντιμετωπίζει την επαναστατικότητα με κριτήρια μεταφυσικά και θρησκευτικά, επειδή δεν θέλει να πιστέψει (ούτε να αφήσει εμάς να πιστεύουμε) ότι το κακό εξοντώνει ολοκληρωτικά τον άνθρωπο. Στο ερώτημα αν υπάρχει Θεός, ο Ντοστογιέφσκι καταφάσκει, γι’ αυτό και ο δικός του δολοφόνος στο «Έγκλημα και Τιμωρία» μετά την πράξη του συναισθάνεται το μέγεθος του εγκλήματος.
Στον Ντοστογιέφσκι ο δικός του δολοφόνος στο «Έγκλημα και Τιμωρία» μετά την πράξη του συναισθάνεται το μέγεθος του εγκλήματος. Πιστεύει ότι μέσω της εσωτερικής καταστροφής το κακό μπορεί να μεταμορφωθεί σε καλό, και δεν μας στερεί την ελπίδα. Ο δικός του δολοφόνος μετανοεί, σπαράζει για την ανθρώπινη φύση, συναισθάνεται τα ανθρώπινα δεινά, αποκηρύσσει την πράξη του. Αν μπορούσε να γυρίσει το χρόνο πίσω, δεν θα ήταν δολοφόνος. Κατά κάποιον τρόπο μοιάζει να έχει την μοίρα του στα χέρια του, η μοίρα του μοιάζει σαν αποτέλεσμα διανοητικής και ψυχικής διεργασίας, της οποίας όμως είναι κύριος.
Αντίθετα, οι δολοφόνοι του Τρούμαν Καπότε παρουσιάζονται σαν να μην είναι κύριοι της μοίρας τους. Προκειμένου εκείνοι να μην διαπράξουν το έγκλημά τους, δεν αρκεί να γυρίσουμε το χρόνο πίσω, πρέπει να αλλάξουμε κάθε τι που αφορά την γονεϊκή τους σχέση και την οικογενειακή τους κατάσταση, καθώς και την κατάσταση στην πολιτική και την κοινωνία. Το έγκλημα στο «Εν Ψυχρώ» είναι δημιούργημα εντελώς ανθρώπινων διεργασιών και παρότι εδώ τον Θεό κανείς δεν τον έχει εξορίσει, καθώς η Αμερική έχει περίσσιο πίστης στον Θεό, αυτό δεν παίζει κανένα ρόλο και δεν αλλάζει τίποτα στην πορεία των ηρώων του.
Όταν το «Εν Ψυχρώ» του Τρούμαν Καπότε και το «Έγκλημα και Τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι γίνονται οδυνηρά επίκαιρα.
Αν το παιδί μου στεκόταν αναποφάσιστο ανάμεσα στο «Έγκλημα και Τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι και το «Εν Ψυχρώ» του Τρούμαν Καπότε, εγώ θα του σύστηνα το δεύτερο. Δεν έχει να κάνει με την αξία του συγγραφέα, αλλά με το γεγονός ότι ακόμα και τον κόσμο του παρελθόντος τον κατανοείς καλύτερα όσο πιο καλά κατέχεις τον κόσμο του παρόντος κι ας μας λένε ότι πάει αντίστροφα. Ξεκινάς από το γνωστό, και το παρελθόν σε σταθεροποιεί. Επιπλέον έχει να κάνει με τα κίνητρα, καθότι τα κίνητρα του συγγραφέα είναι εξίσου σημαντικά με τα κίνητρα του νομοθέτη, επειδή και στην μια και στην άλλη περίπτωση η καινούρια κατασκευή έχει στη βάση της την ηθική του ίδιου αλλά και την ηθική της εποχής του.
Ο Τρούμαν Καπότε μεταβαίνει στον νότο της Αμερικής για να καλύψει για την εφημερίδα ένα αληθινό γεγονός, την δολοφονία μιας συνηθισμένης τετραμελούς οικογένειας, μια συνηθισμένη νύχτα, σε μια συνηθισμένη ήσυχη επαρχία. Τότε δεν συνέβαιναν τέτοια εγκλήματα, επειδή τότε βρισκόταν στα σπάργανα το μοντέλο ζωής που, τελειοποιημένο πλέον, παράγει σωρηδόν τέτοια εγκλήματα και τέτοιους εγκληματίες. Στην εποχή της χαρακτηρίστηκε ανθρωποκτονία χωρίς φανερό κίνητρο -μια μελέτη στην αποδιοργάνωση της προσωπικότητας. Κι αν αυτό ακούγεται βαρύγδουπο, τα παρακάτω είναι πιο κατανοητά.
Μετά από έρευνες συνελήφθησαν οι φονιάδες.
Ήταν δυο λευκοί άντρες (είχε σημασία τότε αυτό στην Αμερική), στο ιστορικό των οποίων υπήρχε υπερβολική γονεϊκή βία. Επιπλέον υπήρχε στην παιδική τους ηλικία παρατεταμένη αποστέρηση του ενός ή των δύο γονιών και χαοτική οικογενειακή ζωή. Είχαν ρηχά συναισθήματα, και αυτά δεν είχαν να κάνουν μόνο με τους άλλους, αλλά και με την ίδια τους την μοίρα, δεν διαμαρτύρονταν υπερβολικά γι’ αυτήν. Παρότι το αρχικό κίνητρο για να μπουν στο ξένο σπίτι ήταν τα λεφτά, δολοφονούν όλα τα μέλη της οικογένειας χωρίς να είναι προσχεδιασμένο, και στην συνέχεια, ακόμα και πολύ καιρό μετά, δεν νιώθουν ενοχή απέναντι στα θύματά τους.
Η ανθρωπότητα έρχεται αντιμέτωπη με έναν ανθρώπινο τύπο ο οποίος δεν επιθυμεί τίποτα, δεν διαμαρτύρεται, ακόμα κι όταν έρχεται αντιμέτωπος με την θανατική του καταδίκη, δεν έχει ενοχές, ούτε τύψεις, δεν σέβεται την ανθρώπινη ζωή, ούτε καν την δική του.
Το θέμα με αυτό το βιβλίο είναι ότι ο συγγραφέας δεν σε αφήνει αυτούς τους φονιάδες να τους μισήσεις ολόψυχα, τουλάχιστον τον ένα από αυτούς, επειδή «…τα ποδαράκια του» μπροστά στον ανακριτή, μικρόσωμος και νέος όπως ήταν, «δεν αγγίζουν καλά καλά το δάπεδο».
«Πάντα τον φοβόμουν» λέει η μητέρα του, «μπορεί να δείχνει τόσο καλόκαρδος και συμπαθητικός. Ευγενικός. Κλαίει τόσο εύκολα. Μερικές φορές η μουσική τον αναστατώνει και όταν ήταν μικρός έκλαιγε γιατί το ηλιοβασίλεμα του φαινόταν όμορφο». «Με ξυλοφόρτωναν κάθε φορά που γυρνούσα την πλάτη» λέει αυτός. «Μεγάλωσε χωρίς καθοδήγηση, χωρίς αγάπη, χωρίς καν να του δοθεί κάποια στέρεη αίσθηση των ηθικών αξιών» λέει ο ψυχίατρος στην δίκη.
Το κίνητρο ήταν το υπόβαθρο, οικογενειακό και κοινωνικό, που γέννησε αυτούς τους εγκληματίες.
Αντίθετα ο Ντοστογιέφσκι, ο οποίος ζει σε μια εποχή και σε μια χώρα όπου ξεσπάει η Οκτωβριανή Επανάσταση και όπου ο Ρωσικός σοσιαλισμός ασχολείται με το ερώτημα αν υπάρχει ή όχι Θεός, καταλήγει να αντιμετωπίζει την επαναστατικότητα με κριτήρια μεταφυσικά και θρησκευτικά, επειδή δεν θέλει να πιστέψει (ούτε να αφήσει εμάς να πιστεύουμε) ότι το κακό εξοντώνει ολοκληρωτικά τον άνθρωπο. Στο ερώτημα αν υπάρχει Θεός, ο Ντοστογιέφσκι καταφάσκει, γι’ αυτό και ο δικός του δολοφόνος στο «Έγκλημα και Τιμωρία» μετά την πράξη του συναισθάνεται το μέγεθος του εγκλήματος.
Στον Ντοστογιέφσκι ο δικός του δολοφόνος στο «Έγκλημα και Τιμωρία» μετά την πράξη του συναισθάνεται το μέγεθος του εγκλήματος. Πιστεύει ότι μέσω της εσωτερικής καταστροφής το κακό μπορεί να μεταμορφωθεί σε καλό, και δεν μας στερεί την ελπίδα. Ο δικός του δολοφόνος μετανοεί, σπαράζει για την ανθρώπινη φύση, συναισθάνεται τα ανθρώπινα δεινά, αποκηρύσσει την πράξη του. Αν μπορούσε να γυρίσει το χρόνο πίσω, δεν θα ήταν δολοφόνος. Κατά κάποιον τρόπο μοιάζει να έχει την μοίρα του στα χέρια του, η μοίρα του μοιάζει σαν αποτέλεσμα διανοητικής και ψυχικής διεργασίας, της οποίας όμως είναι κύριος.
Αντίθετα, οι δολοφόνοι του Τρούμαν Καπότε παρουσιάζονται σαν να μην είναι κύριοι της μοίρας τους. Προκειμένου εκείνοι να μην διαπράξουν το έγκλημά τους, δεν αρκεί να γυρίσουμε το χρόνο πίσω, πρέπει να αλλάξουμε κάθε τι που αφορά την γονεϊκή τους σχέση και την οικογενειακή τους κατάσταση, καθώς και την κατάσταση στην πολιτική και την κοινωνία. Το έγκλημα στο «Εν Ψυχρώ» είναι δημιούργημα εντελώς ανθρώπινων διεργασιών και παρότι εδώ τον Θεό κανείς δεν τον έχει εξορίσει, καθώς η Αμερική έχει περίσσιο πίστης στον Θεό, αυτό δεν παίζει κανένα ρόλο και δεν αλλάζει τίποτα στην πορεία των ηρώων του.
Το Καθήκον της Ευτυχίας
«Υπάρχουν πλάσματα που η ευτυχία πέφτει μανιασμένα επάνω τους σαν να ήταν δυστυχία, και πράγματι αυτό είναι». Φρανσουά Μιυριάκ
Τα Παράδοξα Εμπόδια της Ευτυχίας.
Η επιδίωξή μας για ευτυχία συναντά τρία παράδοξα. Ο στόχος της είναι τόσο ακαθόριστος, ώστε να γίνεται αποθαρρυντικός λόγω της ασάφειάς του. Η πραγματοποίησή της έχει ως αποτέλεσμα την πλήξη ή την απάθεια (υπό αυτή την έννοια, η ιδανική ευτυχία θα ήταν μια ευτυχία διαρκώς πραγματοποιούμενη και διαρκώς αναγεννώμενη, πράγμα που θα μας απάλλασσε από την διπλή παγίδα της απογοήτευσης και του κορεσμού). Και, τέλος, η επιδίωξη αυτή παραβλέπει την οδύνη σε σημείο να βρισκόμαστε εντελώς άοπλοι απέναντι της όταν εμφανιστεί μπροστά μας.
Στην πρώτη περίπτωση ο ίδιος ο αφηρημένος χαρακτήρας της ευτυχίας εξηγεί τη γοητεία που εξασκεί επάνω μας και την αγωνία που μας προκαλεί. Όχι μόνο δυσπιστούμε απέναντι στους προκατασκευασμένους παραδείσους, αλλά δεν είμαστε ποτέ σίγουροι πως είμαστε πραγματικά ευτυχισμένοι. Όταν αναρωτιόμαστε αν είμαστε ή όχι, έχουμε αυτομάτως παύσει να είμαστε. Εξ ου και το πάθιασμά μας με αυτή την κατάσταση συνδέεται επίσης με δυο στάσεις, τον κομφορμισμό και τον φθόνο, τις δυο ασθένειες της δημοκρατικής κουλτούρας: την ευθυγράμμιση με τις ηδονές της πλειονότητας και τον υπερβολικό θαυμασμό για τους εκλεκτούς, τους ευνοούμενους της τύχης.
Στην δεύτερη περίπτωση, η επιδίωξη της ευτυχίας, στη λαϊκή της μορφή, στην Ευρώπη συμπίπτει με την έλευση της πεζότητας αυτού του καινούριου εγκόσμιου καθεστώτος που εγκαθιδρύεται στην αυγή της σύγχρονης εποχής όπου, μετά την απόσυρση του Θεού, έχουμε τον θρίαμβο της άθρησκης ζωής συρρικνωμένης στην απόλυτη πεζότητά της.
Η πεζότητα ή η νίκη της αστικής τάξης: μετριότητα, ανουσιότητα, χυδαιότητα.
Τέλος, ένας τέτοιος σκοπός όπως είναι η ευτυχία, καθώς αποβλέπει στην εξαφάνιση της οδύνης, την μεταθέτει ακούσια στο κέντρο του συστήματος. Σε σημείο που ο σημερινός άνθρωπος υποφέρει επίσης κι από την επιθυμία του να μην θέλει πια να υποφέρει, έτσι καθώς μπορούμε να αρρωστήσουμε επιζητώντας επίμονα την τέλεια υγεία.
Η εποχή μας αφηγείται μια αλλόκοτη ιστορία: την ιστορία μιας κοινωνίας απόλυτα δοσμένης στον ηδονισμό, για την οποία τα πάντα γίνονται δυσφορία, μαρτύριο. Η δυστυχία δεν είναι πια απλώς και μόνον η δυστυχία: ακόμα χειρότερα, είναι η αποτυχία της ευτυχίας.
Σαν καθήκον για ευτυχία, εννοώ λοιπόν αυτή την κυρίαρχη ιδεολογία του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα, που μας ωθεί να αξιολογούμε τα πάντα από την οπτική γωνία της ευχαρίστησης και της δυσαρέσκειας, αυτήν την κλήτευση στην ευφορία, που ρίχνει στην ντροπή και στη δυσφορία εκείνους που δεν την προσυπογράφουν.
Διπλή επιταγή: από την μια, πρέπει να αντλούμε ό,τι το καλύτερο από την ζωή• από την άλλη, να θλιβόμαστε, να τιμωρούμαστε αν δεν τα καταφέρουμε.
Διαστροφή μιας από τις ωραιότερες ιδέες: πως ο καθένας μας έχει την δυνατότητα να διαχειρίζεται το πεπρωμένο του και να βελτιώνει τη ζωή του. Πώς ένα χειραφετικό σύνθημα του Διαφωτισμού, το δικαίωμα στην ευτυχία, μπόρεσε να μεταμορφωθεί σε σκληροπυρηνικό δόγμα; Αυτή είναι η περιπέτεια που θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε.
Το Υπέρτατο Αγαθό έχει τόσα πολλά νοήματα, ώστε το κολλάμε επάνω σε ορισμένα συλλογικά ιδανικά: την υγεία, τον πλούτο, το σώμα, τις ανέσεις, την ευμάρεια, όλα αυτά τα βλέπουμε σαν τάλισμαν που πάνω τους το Υπέρτατο Αγαθό θα επικαθίσει σαν πουλί σε ξόβεργα. Τα μέσα γίνονται σκοποί κι αποκαλύπτουν την ανεπάρκειά τους όταν η αναμενόμενη αγαλλίαση δεν εμφανιστεί στο ραντεβού. Τόσο ώστε -τι παρανόηση- συχνά μας απομακρύνουν από την ευτυχία ακριβώς εκείνα τα μέσα που υποτίθεται πως θα μας βοηθούσαν να την προσεγγίσουμε.
Εξ ου και οι συχνές παρανοήσεις σχετικά με αυτήν: πως πρέπει να την διεκδικήσουμε σαν κάτι που μας το οφείλουν, να τη μάθουμε σαν μια σχολική ύλη, να την κατασκευάσουμε όπως χτίζεται ένα σπίτι• πως είναι κάτι που αγοράζεται, που μεταφράζεται σε χρήμα, πως κάποιοι την κατέχουν από σίγουρη πηγή και πως αρκεί να τους μιμηθούμε για να μας αγκαλιάσει κι εμάς η αύρα που τους τυλίγει.
Αντίθετα με μια κοινοτοπία που επαναλαμβάνεται ακούραστα από τον Αριστοτέλη ως σήμερα (αλλά στον Αριστοτέλη ο όρος είχε άλλη σημασία), δεν είναι αλήθεια πως όλοι μας επιζητούμε την ευτυχία, η οποία αποτελεί μια δυτική αξία, ιστορικά χρονολογημένη. Υπάρχουν και άλλες, η ελευθερία, η δικαιοσύνη, ο έρωτας, η φιλία, που μπορούν να τεθούν πάνω από την ευτυχία- και πώς να γνωρίζουμε τι επιζητούν όλοι οι άνθρωποι από τότε που υπάρχουν; Απλώς διατυπώνουμε κούφιες γενικεύσεις.
Δεν είμαστε εναντίον της ευτυχίας, αλλά εναντίον της μεταλλαγής αυτού του εύθραυστου συναισθήματος σε ένα πραγματικό συλλογικό ναρκωτικό -κάτω από χημικές, πνευματικές, ψυχολογικές, θρησκευτικές μορφές- στο οποίο θα πρέπει να εθιστούμε όλοι μας. Οι πιο προχωρημένες φιλοσοφίες και επιστήμες οφείλουν να ομολογήσουν την αδυναμία τους να εγγυηθούν την ευδαιμονία των λαών ή των προσώπων. Κάθε φορά που η ευτυχία μάς αγγίζει, είναι η έκφραση μιας δωρεάς, μιας εύνοιας κι όχι αποτέλεσμα ενός υπολογισμού, μιας ειδικής συμπεριφοράς. Κι ίσως να γνωρίζουμε πολύ περισσότερο τις χαρές αυτού του κόσμου, την καλοτυχία, τις ηδονές, τις επιτυχίες, όταν παραιτηθούμε από το όνειρο να συναντήσουμε την μακαριότητα με κεφαλαίο Μ.
Σήμερα νιώθουμε την επιθυμία να απαντήσουμε στον νεαρό Μιραμπώ: “αγαπώ πάρα πολύ την ζωή για να θέλω να είμαι μονάχα ευτυχισμένος”
Τα Παράδοξα Εμπόδια της Ευτυχίας.
Η επιδίωξή μας για ευτυχία συναντά τρία παράδοξα. Ο στόχος της είναι τόσο ακαθόριστος, ώστε να γίνεται αποθαρρυντικός λόγω της ασάφειάς του. Η πραγματοποίησή της έχει ως αποτέλεσμα την πλήξη ή την απάθεια (υπό αυτή την έννοια, η ιδανική ευτυχία θα ήταν μια ευτυχία διαρκώς πραγματοποιούμενη και διαρκώς αναγεννώμενη, πράγμα που θα μας απάλλασσε από την διπλή παγίδα της απογοήτευσης και του κορεσμού). Και, τέλος, η επιδίωξη αυτή παραβλέπει την οδύνη σε σημείο να βρισκόμαστε εντελώς άοπλοι απέναντι της όταν εμφανιστεί μπροστά μας.
Στην πρώτη περίπτωση ο ίδιος ο αφηρημένος χαρακτήρας της ευτυχίας εξηγεί τη γοητεία που εξασκεί επάνω μας και την αγωνία που μας προκαλεί. Όχι μόνο δυσπιστούμε απέναντι στους προκατασκευασμένους παραδείσους, αλλά δεν είμαστε ποτέ σίγουροι πως είμαστε πραγματικά ευτυχισμένοι. Όταν αναρωτιόμαστε αν είμαστε ή όχι, έχουμε αυτομάτως παύσει να είμαστε. Εξ ου και το πάθιασμά μας με αυτή την κατάσταση συνδέεται επίσης με δυο στάσεις, τον κομφορμισμό και τον φθόνο, τις δυο ασθένειες της δημοκρατικής κουλτούρας: την ευθυγράμμιση με τις ηδονές της πλειονότητας και τον υπερβολικό θαυμασμό για τους εκλεκτούς, τους ευνοούμενους της τύχης.
Στην δεύτερη περίπτωση, η επιδίωξη της ευτυχίας, στη λαϊκή της μορφή, στην Ευρώπη συμπίπτει με την έλευση της πεζότητας αυτού του καινούριου εγκόσμιου καθεστώτος που εγκαθιδρύεται στην αυγή της σύγχρονης εποχής όπου, μετά την απόσυρση του Θεού, έχουμε τον θρίαμβο της άθρησκης ζωής συρρικνωμένης στην απόλυτη πεζότητά της.
Η πεζότητα ή η νίκη της αστικής τάξης: μετριότητα, ανουσιότητα, χυδαιότητα.
Τέλος, ένας τέτοιος σκοπός όπως είναι η ευτυχία, καθώς αποβλέπει στην εξαφάνιση της οδύνης, την μεταθέτει ακούσια στο κέντρο του συστήματος. Σε σημείο που ο σημερινός άνθρωπος υποφέρει επίσης κι από την επιθυμία του να μην θέλει πια να υποφέρει, έτσι καθώς μπορούμε να αρρωστήσουμε επιζητώντας επίμονα την τέλεια υγεία.
Η εποχή μας αφηγείται μια αλλόκοτη ιστορία: την ιστορία μιας κοινωνίας απόλυτα δοσμένης στον ηδονισμό, για την οποία τα πάντα γίνονται δυσφορία, μαρτύριο. Η δυστυχία δεν είναι πια απλώς και μόνον η δυστυχία: ακόμα χειρότερα, είναι η αποτυχία της ευτυχίας.
Σαν καθήκον για ευτυχία, εννοώ λοιπόν αυτή την κυρίαρχη ιδεολογία του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα, που μας ωθεί να αξιολογούμε τα πάντα από την οπτική γωνία της ευχαρίστησης και της δυσαρέσκειας, αυτήν την κλήτευση στην ευφορία, που ρίχνει στην ντροπή και στη δυσφορία εκείνους που δεν την προσυπογράφουν.
Διπλή επιταγή: από την μια, πρέπει να αντλούμε ό,τι το καλύτερο από την ζωή• από την άλλη, να θλιβόμαστε, να τιμωρούμαστε αν δεν τα καταφέρουμε.
Διαστροφή μιας από τις ωραιότερες ιδέες: πως ο καθένας μας έχει την δυνατότητα να διαχειρίζεται το πεπρωμένο του και να βελτιώνει τη ζωή του. Πώς ένα χειραφετικό σύνθημα του Διαφωτισμού, το δικαίωμα στην ευτυχία, μπόρεσε να μεταμορφωθεί σε σκληροπυρηνικό δόγμα; Αυτή είναι η περιπέτεια που θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε.
Το Υπέρτατο Αγαθό έχει τόσα πολλά νοήματα, ώστε το κολλάμε επάνω σε ορισμένα συλλογικά ιδανικά: την υγεία, τον πλούτο, το σώμα, τις ανέσεις, την ευμάρεια, όλα αυτά τα βλέπουμε σαν τάλισμαν που πάνω τους το Υπέρτατο Αγαθό θα επικαθίσει σαν πουλί σε ξόβεργα. Τα μέσα γίνονται σκοποί κι αποκαλύπτουν την ανεπάρκειά τους όταν η αναμενόμενη αγαλλίαση δεν εμφανιστεί στο ραντεβού. Τόσο ώστε -τι παρανόηση- συχνά μας απομακρύνουν από την ευτυχία ακριβώς εκείνα τα μέσα που υποτίθεται πως θα μας βοηθούσαν να την προσεγγίσουμε.
Εξ ου και οι συχνές παρανοήσεις σχετικά με αυτήν: πως πρέπει να την διεκδικήσουμε σαν κάτι που μας το οφείλουν, να τη μάθουμε σαν μια σχολική ύλη, να την κατασκευάσουμε όπως χτίζεται ένα σπίτι• πως είναι κάτι που αγοράζεται, που μεταφράζεται σε χρήμα, πως κάποιοι την κατέχουν από σίγουρη πηγή και πως αρκεί να τους μιμηθούμε για να μας αγκαλιάσει κι εμάς η αύρα που τους τυλίγει.
Αντίθετα με μια κοινοτοπία που επαναλαμβάνεται ακούραστα από τον Αριστοτέλη ως σήμερα (αλλά στον Αριστοτέλη ο όρος είχε άλλη σημασία), δεν είναι αλήθεια πως όλοι μας επιζητούμε την ευτυχία, η οποία αποτελεί μια δυτική αξία, ιστορικά χρονολογημένη. Υπάρχουν και άλλες, η ελευθερία, η δικαιοσύνη, ο έρωτας, η φιλία, που μπορούν να τεθούν πάνω από την ευτυχία- και πώς να γνωρίζουμε τι επιζητούν όλοι οι άνθρωποι από τότε που υπάρχουν; Απλώς διατυπώνουμε κούφιες γενικεύσεις.
Δεν είμαστε εναντίον της ευτυχίας, αλλά εναντίον της μεταλλαγής αυτού του εύθραυστου συναισθήματος σε ένα πραγματικό συλλογικό ναρκωτικό -κάτω από χημικές, πνευματικές, ψυχολογικές, θρησκευτικές μορφές- στο οποίο θα πρέπει να εθιστούμε όλοι μας. Οι πιο προχωρημένες φιλοσοφίες και επιστήμες οφείλουν να ομολογήσουν την αδυναμία τους να εγγυηθούν την ευδαιμονία των λαών ή των προσώπων. Κάθε φορά που η ευτυχία μάς αγγίζει, είναι η έκφραση μιας δωρεάς, μιας εύνοιας κι όχι αποτέλεσμα ενός υπολογισμού, μιας ειδικής συμπεριφοράς. Κι ίσως να γνωρίζουμε πολύ περισσότερο τις χαρές αυτού του κόσμου, την καλοτυχία, τις ηδονές, τις επιτυχίες, όταν παραιτηθούμε από το όνειρο να συναντήσουμε την μακαριότητα με κεφαλαίο Μ.
Σήμερα νιώθουμε την επιθυμία να απαντήσουμε στον νεαρό Μιραμπώ: “αγαπώ πάρα πολύ την ζωή για να θέλω να είμαι μονάχα ευτυχισμένος”
Διόδοτος: Για την αποστασία
Ο Θουκυδίδης, ο Διόδοτος και ο ανθρωπισμός μέσα στην Λογική (Λόγο).
Οι γνώσεις μας για το Διόδοτο είναι σχεδόν μηδαμινές. Το σίγουρο είναι ότι παίρνει το λόγο όταν συγκεντρώνεται η εκκλησία του Δήμου για να συζητήσει την αναθεώρηση της εξοντωτικής απόφασης εναντίον των Μυτιληναίων για την αποστασία τους. Ο Θουκυδίδης παρουσιάζει τον λόγο του αμέσως μετά τον εμπρηστικό λόγο του Κλέωνα (που δικαίωνε την ολοκληρωτική καταστροφή των Μυτιληναίων) ως αντίβαρο επιείκειας και λογικής απέναντι στην τυφλή, ισοπεδωτική ορμή της προηγούμενης εκδικητικής απόφασης. Όμως ο λόγος του Διόδοτου είναι Λογικός. Είναι δηλαδή προορισμένος να καταδείξει το συμφέρον της πόλης. Υπό αυτούς τους όρους κάθε συναισθηματισμός ή ανθρωπιστική διάθεση δεν μπορούν να έχουν καμία ισχύ, αφού εδώ μιλάμε για τον ξερό ωφελιμισμό της πόλης, που οφείλει να βγει κερδισμένη από τις περιστάσεις.
Εξάλλου, η ίδια η έννοια της αθηναϊκής ηγεμονίας, που ούτε απαρνείται ούτε καταδικάζει ο Διόδοτος, είναι η πιστοποίηση της αδικίας, που όμως θεωρείται αυτονόητη -κι ως εκ τούτου δίκαιη- αφού δεν υπάρχει κανένας πιο αυτονόητος νόμος από το δίκιο του ισχυρού. Οι Αθηναίοι δεν χρειάζεται να έχουν καμία ενοχή για την συμπεριφορά τους προς τους συμμάχους, αφού είναι βέβαιο ότι αν είχαν το πάνω χέρι εκείνοι θα έκαναν τα ίδια, για να μην πούμε χειρότερα.
Ο Διόδοτος, αν θέλει να γίνει πιστευτός, οφείλει να αποδείξει τα χειροπιαστά οφέλη του ανθρωπισμού ή αλλιώς την συμφεροντολογική οπτική της ανθρωπιάς, τοποθετώντας το ανθρωπιστικό ιδεώδες στο σκληρό, κυνικό, πλαίσιο της Λογικής. Οφείλει δηλαδή να καταδείξει τα πολιτικά οφέλη του ανθρωπισμού ή, ακόμα καλύτερα, τα οικονομικά οφέλη, αφού, επί της ουσίας, τα πολιτικά οφέλη μιας πόλης (κράτους) μόνο ως οικονομική υπεροχή μπορούν να νοηματοδοτηθούν (ή στρατιωτική, που σε τελική ανάλυση είναι το ίδιο):
«Το κύριο επιχείρημα του Κλέωνα είναι ότι σας συμφέρει, για να αποστατούν στο μέλλον λιγότερο συχνά οι σύμμαχοί σας, να ορίσετε προκαταβολικά ως ποινή τον θάνατο. Αλλά εγώ, που νοιάζομαι το ίδιο για το μελλοντικό συμφέρον της πόλης, έχω την αντίθετη γνώμη. Κι έχω την απαίτηση να μην απορρίψετε την χρησιμότητα του δικού μου λόγου παρασυρμένοι από την δική του εντυπωσιακή επιχειρηματολογία». (βιβλίο τρίτο, παράγραφος 44).
Η ανάκληση της παράλογης τιμωρίας των Μυτιληναίων, όχι μόνο δεν θα βλάψει την ηγεμονία, αλλά θα την τονώσει λειτουργώντας καθησυχαστικά στα υπόλοιπα μέλη, που σε κάθε περίπτωση πρέπει να τρέφουν την ψευδαίσθηση της εμπιστοσύνης και της ελευθερίας.
Το εξ’ αρχής ξεκαθάρισμα του Διόδοτου ότι ενδιαφέρεται αποκλειστικά για το συμφέρον της πόλης, δεν είναι τίποτε άλλο από την τοποθέτηση του λόγου του στην ορθή πολιτική – Λογική βάση. Γιατί δεν πρέπει να υπάρξει καμία υπόνοια για το αντίθετο. Γιατί οποιαδήποτε τέτοια υπόνοια θα διέλυε, από θέση αρχής, κάθε αξιοπιστία:
«Σκεφτείτε πως σήμερα, αν κάποια πόλη αποστατήσει κι ύστερα καταλάβει ότι δεν θα υπερισχύσει, μπορεί να συνθηκολογήσει, ενώ ακόμη είναι σε θέση να δώσει πολεμική αποζημίωση και να πληρώνει μελλοντικά τον φόρο υποτέλειας. Αν όμως αλλάξτε πολιτική, ποια πόλη νομίζετε πως θα βρεθεί που δεν θα ετοιμαστεί καλύτερα από ό,τι ως σήμερα για να αποστατήσει και σε μια πολιορκία δεν θα παρατείνει την αντίστασή της ως τα έσχατα, αν ξέρει ότι μια αργότερη ή νωρίτερη συνθηκολόγηση θα έχει τις ίδιες συνέπειες; Αλλά και για μας δεν θα ‘ταν ζημιά να ξοδευτούμε σε μια μακροχρόνια πολιορκία της – αφού θα ήταν αδύνατη η συνθηκολόγηση – κι αν την κυριέψουμε, να πάρουμε μια πόλη κατεστραμμένη και χωρίς την δυνατότητα να ‘χουμε στο μέλλον έσοδα απ’ αυτή; Κι ήμαστε ισχυροί απέναντι στους εχθρούς μας ακριβώς χάρη στα έσοδα αυτά». (βιβλίο τρίτο, παράγραφος 46).
Βρισκόμαστε μπροστά στην πιο ορθολογική διαχείριση της εξουσίας, που επιβάλλει ότι τους αδύναμους δεν πρέπει να τους εξοντώνει ο ισχυρός, αλλά να τους απομυζεί. Οι αποστάτες πρέπει να επιστρέφουν στην ηγεμονία – με την ουρά στα σκέλια – όσο το δυνατό πιο σύντομα και πιο ανέξοδα. Η εκ των προτέρων καθορισμένη θανατική ποινή σε βάρος τους είναι προφανές ότι δεν εξυπηρετεί αυτόν τον προσανατολισμό, καθώς θα εξαναγκάσει τους αποστάτες να αγωνιστούν μέχρις εσχάτων φέρνοντας ζημιές στρατιωτικές (αφού οι μάχες θα παραταθούν μέχρι τα πιο ακραία όριά τους) και ματαιώνοντας την ίδια την έννοια της νίκης (αφού μια ισοπεδωμένη πόλη δεν μπορεί να προσφέρει τίποτα).
Η σύνεση, ως παντοδύναμο πολιτικό όπλο των ισχυρών, καθιστά σαφές ότι δεν υπάρχει πιο σώφρων πολιτικός δρόμος από την κερδοφορία που τελεί εν ειρήνη. Οι εξάρσεις και οι αποστασίες δεν συμφέρουν τους ισχυρούς. Πόσο μάλλον η χρονική παράτασή τους. Ο ανθρωπισμός οφείλει να προβάλλεται ως ύψιστη γενναιοδωρία. Αν η ισχύς καταφέρει και φορέσει πειστικά το ουμανιστικό προσωπείο, θα διαρκέσει επ’ άπειρο, αφού θα έχει ματαιώσει όλες τις αντιστάσεις.
Ο υποτελής πρέπει να νιώθει προστατευμένος από τον ισχυρό και – αν είναι δυνατό – να μην αντιλαμβάνεται την εκμετάλλευση που υφίσταται. Η ανάκληση της παράλογης τιμωρίας των Μυτιληναίων, όχι μόνο δεν θα βλάψει την ηγεμονία, αλλά θα την τονώσει λειτουργώντας καθησυχαστικά στα υπόλοιπα μέλη, που σε κάθε περίπτωση πρέπει να τρέφουν την ψευδαίσθηση της εμπιστοσύνης και της ελευθερίας. Η λογική τιμωρία θα μεταφραστεί ως δικαιοσύνη.
Η συλλήβδην εξόντωση του πληθυσμού όμως δεν μπορεί να πείσει κανένα. Αντιθέτως, θα γεννήσει την ανασφάλεια που διαλύει όλες τις ψευδαισθήσεις. Γιατί κάθε ηγεμονία εγκαθιδρύει προτεκτοράτα, και κάθε προτεκτοράτο οφείλει να κινείται από τις πολιτικές αποφάσεις των ιθυνόντων, που πρέπει να φαίνονται ανεξάρτητοι. Κι αυτή είναι η μαγική ισορροπία της υποτέλειας. Η πολιτική σκηνή να διαμορφώνεται από τους κατάλληλους προς την ηγεμονία ανθρώπους και ταυτόχρονα ο λαός να θεωρεί ότι κρατά την τύχη του στα χέρια του. Γι’ αυτό οι ντόπιοι πολιτικοί εκφραστές της ηγεμονίας πρέπει πάνω απ’ όλα να νιώθουν ασφαλείς:
«Αν όμως εξοντώσετε τους δημοκρατικούς της Μυτιλήνης, που όχι μόνο δεν πήραν μέρος στην αποστασία, αλλά και όταν πέτυχαν να τους δοθούν όπλα, σας παραδώσανε θεληματικά την πόλη τους, πρώτο θα κάμετε έγκλημα σκοτώνοντας τους ευεργέτες σας, κι ύστερα θα εξασφαλίσετε στους ολιγαρχικούς αυτό που πάνω απ’ όλα θέλουν: στις αποστασίες που θα προκαλούν στις πόλεις τους, να ‘χουν αμέσως συμμάχους τους δημοκρατικούς, μια κι εσείς θα ‘χετε δείξει σ’ όλους πανηγυρικά ότι η ίδια τιμωρία περιμένει και τους ενόχους και τους αθώους. Οφείλεται λοιπόν, κι αν ακόμη σας αδίκησαν, να προσποιηθείτε πως δεν το καταλάβατε, για να μη γίνει εχθρικό το μόνο μέρος του πληθυσμού που είναι ακόμη φιλικό απέναντί σας». (βιβλίο τρίτο, παράγραφος 47).
Όμως ο Διόδοτος δεν σταματά εδώ, αλλά προχωρά ακόμη βαθύτερα αναλύοντας την ίδια τη φύση της θανατικής ποινής:
«Κι είναι πιθανό, παλιότερα, οι ποινές για τα βαρύτερα εγκλήματα να ήταν πιο ελαφριές, επειδή όμως οι παρανομίες συνεχίζονταν, με τον καιρό οι περισσότερες ποινές έφτασαν να είναι ο θάνατος. Αλλά παρόλα αυτά τα εγκλήματα συνεχίζονται. Ή, λοιπόν, πρέπει να βρούμε κάποιο σκιάχτρο πιο φοβερό απ’ το θάνατο ή να παραδεχτούμε πως αυτός δεν σταματά το έγκλημα. Γιατί οι άνθρωποι, είτε από τόλμη που την γεννά η φτώχεια με τις πιεστικές ανάγκες, είτε από πλεονεξία που την προκαλεί η δύναμη και την κάνει ακόρεστη η αλαζονεία και η αυτοπεποίθηση, είτε από τα πάθη που κάθε φορά πια ακατανίκητα τους εξουσιάζουν στις διάφορες περιστάσεις του βίου, παρασύρονται σ’ επικίντυνες περιπέτειες». (βιβλίο τρίτο, παράγραφος 45).
Παρακολουθούμε την πιο ανόθευτη ανθρωπιστική πρόταση, η οποία κατατίθεται όχι ως διάλεξη ή φιλοσοφική τοποθέτηση ή καλλιτεχνικό έργο – που, από θέση αρχής, μπορούν να κινηθούν πιο ελεύθερα – αλλά ως επιχείρημα μέσα σε πολιτικό λόγο, που οφείλει να εξυπηρετήσει συγκεκριμένες γραμμές, που οφείλει δηλαδή να διαμορφώσει την άποψη του κοινού ώστε να ψηφιστούν τα προτεινόμενα.
Ο ανεπιτήδευτος συνδυασμός της πολιτικής πειθούς με το ανθρωπιστικό ιδεώδες ξεπερνά όλα τα ρητορικά καλούπια, όχι επειδή επικαλείται μια προοδευτική ιδέα ως πολιτικό όπλο, αλλά γιατί εντάσσει μια ολόκληρη κοινωνική αντίληψη περί τιμωρίας (που δεν είναι βέβαιο ότι την ασπάζεται το κοινό) στο πλαίσιο μιας ρητορικής που επιδιώκει να κατευθύνει άμεσα προς μια συγκεκριμένη πολιτική απόφαση. Ο Διόδοτος, αφού χειριστεί επαρκώς τα ωφελιμιστικά πρότυπα που επιβάλλει ο πολιτικός λόγος, προχωράει σε ατόφιες ανθρωπιστικές αξίες, που, εμμέσως πλην σαφώς, καταθέτει επίσης προς ψήφιση.
Πετυχαίνει δηλαδή δύο στόχους, αφού το κοινό δεν θα αποδεχτεί απλώς μια περιστασιακά επικερδή πρόταση, αλλά μια σταθερή πολιτική αντίληψη, που εστιάζει στην αγάπη προς τον συνάνθρωπο και το σεβασμό της ζωής. Γιατί η απονομή των ποινών, από την φύση της, εμπεριέχει τον αγώνα του ανθρώπου να εκπολιτιστεί. Τον αγώνα να ξεπεράσει τα πηγαία εκδικητικά του συναισθήματα. Τον αγώνα της πίστης στην αναμόρφωση του ανθρώπου, που δεν χρειάζεται να πεθάνει.
Τον αγώνα για την συνύπαρξη. Γι’ αυτό ο Διόδοτος μιλά για τα ανθρώπινα πάθη. Γι’ αυτό επικαλείται την φτώχεια και τις πιεστικές ανάγκες. Γι’ αυτό αναφέρεται στο ακατανίκητο των συναισθημάτων. Γιατί ξέρει ότι οι αυστηρές – εξοντωτικές ποινές δεν μπορούν να τα νικήσουν. (Εξάλλου, έχουν ήδη αποτύχει). Γιατί ξέρει ότι ο άνθρωπος πρέπει να απευθυνθεί αλλού, αν θέλει να τα δαμάσει:
«Κοντολογίς, είναι αδύνατο – κι είναι πολύ ανόητος όποιος πιστεύει το αντίθετο – η ανθρώπινη φύση, όταν σπρώχνεται από το πάθος να πράξει κάτι, να συγκρατηθεί από αυστηρούς νόμους ή από κάποιον άλλο φόβο». (βιβλίο τρίτο, παράγραφος 45).
Οι γνώσεις μας για το Διόδοτο είναι σχεδόν μηδαμινές. Το σίγουρο είναι ότι παίρνει το λόγο όταν συγκεντρώνεται η εκκλησία του Δήμου για να συζητήσει την αναθεώρηση της εξοντωτικής απόφασης εναντίον των Μυτιληναίων για την αποστασία τους. Ο Θουκυδίδης παρουσιάζει τον λόγο του αμέσως μετά τον εμπρηστικό λόγο του Κλέωνα (που δικαίωνε την ολοκληρωτική καταστροφή των Μυτιληναίων) ως αντίβαρο επιείκειας και λογικής απέναντι στην τυφλή, ισοπεδωτική ορμή της προηγούμενης εκδικητικής απόφασης. Όμως ο λόγος του Διόδοτου είναι Λογικός. Είναι δηλαδή προορισμένος να καταδείξει το συμφέρον της πόλης. Υπό αυτούς τους όρους κάθε συναισθηματισμός ή ανθρωπιστική διάθεση δεν μπορούν να έχουν καμία ισχύ, αφού εδώ μιλάμε για τον ξερό ωφελιμισμό της πόλης, που οφείλει να βγει κερδισμένη από τις περιστάσεις.
Εξάλλου, η ίδια η έννοια της αθηναϊκής ηγεμονίας, που ούτε απαρνείται ούτε καταδικάζει ο Διόδοτος, είναι η πιστοποίηση της αδικίας, που όμως θεωρείται αυτονόητη -κι ως εκ τούτου δίκαιη- αφού δεν υπάρχει κανένας πιο αυτονόητος νόμος από το δίκιο του ισχυρού. Οι Αθηναίοι δεν χρειάζεται να έχουν καμία ενοχή για την συμπεριφορά τους προς τους συμμάχους, αφού είναι βέβαιο ότι αν είχαν το πάνω χέρι εκείνοι θα έκαναν τα ίδια, για να μην πούμε χειρότερα.
Ο Διόδοτος, αν θέλει να γίνει πιστευτός, οφείλει να αποδείξει τα χειροπιαστά οφέλη του ανθρωπισμού ή αλλιώς την συμφεροντολογική οπτική της ανθρωπιάς, τοποθετώντας το ανθρωπιστικό ιδεώδες στο σκληρό, κυνικό, πλαίσιο της Λογικής. Οφείλει δηλαδή να καταδείξει τα πολιτικά οφέλη του ανθρωπισμού ή, ακόμα καλύτερα, τα οικονομικά οφέλη, αφού, επί της ουσίας, τα πολιτικά οφέλη μιας πόλης (κράτους) μόνο ως οικονομική υπεροχή μπορούν να νοηματοδοτηθούν (ή στρατιωτική, που σε τελική ανάλυση είναι το ίδιο):
«Το κύριο επιχείρημα του Κλέωνα είναι ότι σας συμφέρει, για να αποστατούν στο μέλλον λιγότερο συχνά οι σύμμαχοί σας, να ορίσετε προκαταβολικά ως ποινή τον θάνατο. Αλλά εγώ, που νοιάζομαι το ίδιο για το μελλοντικό συμφέρον της πόλης, έχω την αντίθετη γνώμη. Κι έχω την απαίτηση να μην απορρίψετε την χρησιμότητα του δικού μου λόγου παρασυρμένοι από την δική του εντυπωσιακή επιχειρηματολογία». (βιβλίο τρίτο, παράγραφος 44).
Η ανάκληση της παράλογης τιμωρίας των Μυτιληναίων, όχι μόνο δεν θα βλάψει την ηγεμονία, αλλά θα την τονώσει λειτουργώντας καθησυχαστικά στα υπόλοιπα μέλη, που σε κάθε περίπτωση πρέπει να τρέφουν την ψευδαίσθηση της εμπιστοσύνης και της ελευθερίας.
Το εξ’ αρχής ξεκαθάρισμα του Διόδοτου ότι ενδιαφέρεται αποκλειστικά για το συμφέρον της πόλης, δεν είναι τίποτε άλλο από την τοποθέτηση του λόγου του στην ορθή πολιτική – Λογική βάση. Γιατί δεν πρέπει να υπάρξει καμία υπόνοια για το αντίθετο. Γιατί οποιαδήποτε τέτοια υπόνοια θα διέλυε, από θέση αρχής, κάθε αξιοπιστία:
«Σκεφτείτε πως σήμερα, αν κάποια πόλη αποστατήσει κι ύστερα καταλάβει ότι δεν θα υπερισχύσει, μπορεί να συνθηκολογήσει, ενώ ακόμη είναι σε θέση να δώσει πολεμική αποζημίωση και να πληρώνει μελλοντικά τον φόρο υποτέλειας. Αν όμως αλλάξτε πολιτική, ποια πόλη νομίζετε πως θα βρεθεί που δεν θα ετοιμαστεί καλύτερα από ό,τι ως σήμερα για να αποστατήσει και σε μια πολιορκία δεν θα παρατείνει την αντίστασή της ως τα έσχατα, αν ξέρει ότι μια αργότερη ή νωρίτερη συνθηκολόγηση θα έχει τις ίδιες συνέπειες; Αλλά και για μας δεν θα ‘ταν ζημιά να ξοδευτούμε σε μια μακροχρόνια πολιορκία της – αφού θα ήταν αδύνατη η συνθηκολόγηση – κι αν την κυριέψουμε, να πάρουμε μια πόλη κατεστραμμένη και χωρίς την δυνατότητα να ‘χουμε στο μέλλον έσοδα απ’ αυτή; Κι ήμαστε ισχυροί απέναντι στους εχθρούς μας ακριβώς χάρη στα έσοδα αυτά». (βιβλίο τρίτο, παράγραφος 46).
Βρισκόμαστε μπροστά στην πιο ορθολογική διαχείριση της εξουσίας, που επιβάλλει ότι τους αδύναμους δεν πρέπει να τους εξοντώνει ο ισχυρός, αλλά να τους απομυζεί. Οι αποστάτες πρέπει να επιστρέφουν στην ηγεμονία – με την ουρά στα σκέλια – όσο το δυνατό πιο σύντομα και πιο ανέξοδα. Η εκ των προτέρων καθορισμένη θανατική ποινή σε βάρος τους είναι προφανές ότι δεν εξυπηρετεί αυτόν τον προσανατολισμό, καθώς θα εξαναγκάσει τους αποστάτες να αγωνιστούν μέχρις εσχάτων φέρνοντας ζημιές στρατιωτικές (αφού οι μάχες θα παραταθούν μέχρι τα πιο ακραία όριά τους) και ματαιώνοντας την ίδια την έννοια της νίκης (αφού μια ισοπεδωμένη πόλη δεν μπορεί να προσφέρει τίποτα).
Η σύνεση, ως παντοδύναμο πολιτικό όπλο των ισχυρών, καθιστά σαφές ότι δεν υπάρχει πιο σώφρων πολιτικός δρόμος από την κερδοφορία που τελεί εν ειρήνη. Οι εξάρσεις και οι αποστασίες δεν συμφέρουν τους ισχυρούς. Πόσο μάλλον η χρονική παράτασή τους. Ο ανθρωπισμός οφείλει να προβάλλεται ως ύψιστη γενναιοδωρία. Αν η ισχύς καταφέρει και φορέσει πειστικά το ουμανιστικό προσωπείο, θα διαρκέσει επ’ άπειρο, αφού θα έχει ματαιώσει όλες τις αντιστάσεις.
Ο υποτελής πρέπει να νιώθει προστατευμένος από τον ισχυρό και – αν είναι δυνατό – να μην αντιλαμβάνεται την εκμετάλλευση που υφίσταται. Η ανάκληση της παράλογης τιμωρίας των Μυτιληναίων, όχι μόνο δεν θα βλάψει την ηγεμονία, αλλά θα την τονώσει λειτουργώντας καθησυχαστικά στα υπόλοιπα μέλη, που σε κάθε περίπτωση πρέπει να τρέφουν την ψευδαίσθηση της εμπιστοσύνης και της ελευθερίας. Η λογική τιμωρία θα μεταφραστεί ως δικαιοσύνη.
Η συλλήβδην εξόντωση του πληθυσμού όμως δεν μπορεί να πείσει κανένα. Αντιθέτως, θα γεννήσει την ανασφάλεια που διαλύει όλες τις ψευδαισθήσεις. Γιατί κάθε ηγεμονία εγκαθιδρύει προτεκτοράτα, και κάθε προτεκτοράτο οφείλει να κινείται από τις πολιτικές αποφάσεις των ιθυνόντων, που πρέπει να φαίνονται ανεξάρτητοι. Κι αυτή είναι η μαγική ισορροπία της υποτέλειας. Η πολιτική σκηνή να διαμορφώνεται από τους κατάλληλους προς την ηγεμονία ανθρώπους και ταυτόχρονα ο λαός να θεωρεί ότι κρατά την τύχη του στα χέρια του. Γι’ αυτό οι ντόπιοι πολιτικοί εκφραστές της ηγεμονίας πρέπει πάνω απ’ όλα να νιώθουν ασφαλείς:
«Αν όμως εξοντώσετε τους δημοκρατικούς της Μυτιλήνης, που όχι μόνο δεν πήραν μέρος στην αποστασία, αλλά και όταν πέτυχαν να τους δοθούν όπλα, σας παραδώσανε θεληματικά την πόλη τους, πρώτο θα κάμετε έγκλημα σκοτώνοντας τους ευεργέτες σας, κι ύστερα θα εξασφαλίσετε στους ολιγαρχικούς αυτό που πάνω απ’ όλα θέλουν: στις αποστασίες που θα προκαλούν στις πόλεις τους, να ‘χουν αμέσως συμμάχους τους δημοκρατικούς, μια κι εσείς θα ‘χετε δείξει σ’ όλους πανηγυρικά ότι η ίδια τιμωρία περιμένει και τους ενόχους και τους αθώους. Οφείλεται λοιπόν, κι αν ακόμη σας αδίκησαν, να προσποιηθείτε πως δεν το καταλάβατε, για να μη γίνει εχθρικό το μόνο μέρος του πληθυσμού που είναι ακόμη φιλικό απέναντί σας». (βιβλίο τρίτο, παράγραφος 47).
Όμως ο Διόδοτος δεν σταματά εδώ, αλλά προχωρά ακόμη βαθύτερα αναλύοντας την ίδια τη φύση της θανατικής ποινής:
«Κι είναι πιθανό, παλιότερα, οι ποινές για τα βαρύτερα εγκλήματα να ήταν πιο ελαφριές, επειδή όμως οι παρανομίες συνεχίζονταν, με τον καιρό οι περισσότερες ποινές έφτασαν να είναι ο θάνατος. Αλλά παρόλα αυτά τα εγκλήματα συνεχίζονται. Ή, λοιπόν, πρέπει να βρούμε κάποιο σκιάχτρο πιο φοβερό απ’ το θάνατο ή να παραδεχτούμε πως αυτός δεν σταματά το έγκλημα. Γιατί οι άνθρωποι, είτε από τόλμη που την γεννά η φτώχεια με τις πιεστικές ανάγκες, είτε από πλεονεξία που την προκαλεί η δύναμη και την κάνει ακόρεστη η αλαζονεία και η αυτοπεποίθηση, είτε από τα πάθη που κάθε φορά πια ακατανίκητα τους εξουσιάζουν στις διάφορες περιστάσεις του βίου, παρασύρονται σ’ επικίντυνες περιπέτειες». (βιβλίο τρίτο, παράγραφος 45).
Παρακολουθούμε την πιο ανόθευτη ανθρωπιστική πρόταση, η οποία κατατίθεται όχι ως διάλεξη ή φιλοσοφική τοποθέτηση ή καλλιτεχνικό έργο – που, από θέση αρχής, μπορούν να κινηθούν πιο ελεύθερα – αλλά ως επιχείρημα μέσα σε πολιτικό λόγο, που οφείλει να εξυπηρετήσει συγκεκριμένες γραμμές, που οφείλει δηλαδή να διαμορφώσει την άποψη του κοινού ώστε να ψηφιστούν τα προτεινόμενα.
Ο ανεπιτήδευτος συνδυασμός της πολιτικής πειθούς με το ανθρωπιστικό ιδεώδες ξεπερνά όλα τα ρητορικά καλούπια, όχι επειδή επικαλείται μια προοδευτική ιδέα ως πολιτικό όπλο, αλλά γιατί εντάσσει μια ολόκληρη κοινωνική αντίληψη περί τιμωρίας (που δεν είναι βέβαιο ότι την ασπάζεται το κοινό) στο πλαίσιο μιας ρητορικής που επιδιώκει να κατευθύνει άμεσα προς μια συγκεκριμένη πολιτική απόφαση. Ο Διόδοτος, αφού χειριστεί επαρκώς τα ωφελιμιστικά πρότυπα που επιβάλλει ο πολιτικός λόγος, προχωράει σε ατόφιες ανθρωπιστικές αξίες, που, εμμέσως πλην σαφώς, καταθέτει επίσης προς ψήφιση.
Πετυχαίνει δηλαδή δύο στόχους, αφού το κοινό δεν θα αποδεχτεί απλώς μια περιστασιακά επικερδή πρόταση, αλλά μια σταθερή πολιτική αντίληψη, που εστιάζει στην αγάπη προς τον συνάνθρωπο και το σεβασμό της ζωής. Γιατί η απονομή των ποινών, από την φύση της, εμπεριέχει τον αγώνα του ανθρώπου να εκπολιτιστεί. Τον αγώνα να ξεπεράσει τα πηγαία εκδικητικά του συναισθήματα. Τον αγώνα της πίστης στην αναμόρφωση του ανθρώπου, που δεν χρειάζεται να πεθάνει.
Τον αγώνα για την συνύπαρξη. Γι’ αυτό ο Διόδοτος μιλά για τα ανθρώπινα πάθη. Γι’ αυτό επικαλείται την φτώχεια και τις πιεστικές ανάγκες. Γι’ αυτό αναφέρεται στο ακατανίκητο των συναισθημάτων. Γιατί ξέρει ότι οι αυστηρές – εξοντωτικές ποινές δεν μπορούν να τα νικήσουν. (Εξάλλου, έχουν ήδη αποτύχει). Γιατί ξέρει ότι ο άνθρωπος πρέπει να απευθυνθεί αλλού, αν θέλει να τα δαμάσει:
«Κοντολογίς, είναι αδύνατο – κι είναι πολύ ανόητος όποιος πιστεύει το αντίθετο – η ανθρώπινη φύση, όταν σπρώχνεται από το πάθος να πράξει κάτι, να συγκρατηθεί από αυστηρούς νόμους ή από κάποιον άλλο φόβο». (βιβλίο τρίτο, παράγραφος 45).
Ο Ελληνικός πολιτισμός καταφύγιο από τον δογματισμό
Ο Ελληνικός πολιτισμός είναι το καταφύγιο απέναντι σε κάθε σύγχρονο δογματισμό, ένα ισχυρό αντίδοτο σε κάθε θρησκευτικό φανατισμό, Η μεγαλύτερη συμβολή του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού είναι η συμμετοχή στις αποφάσεις. Είναι η δημοκρατία. Δεν είμαι Πυθία, δεν είμαι Απόλλωνας. Αγωνίζομαι, για να υπάρξουν αυτές οι αξίες.
Ο Ελληνικός πολιτισμός είναι η ελευθερία του πνεύματος, η σκέψη, ο διάλογος, η κατάφαση της αλήθειας απέναντι στην πίστη των πολλών! Είναι η δημοκρατία, ένας έγκυρος δρόμος ώστε να μην παρεμβαίνουν κάποιοι για να υπαγορεύσουν τα όνειρα της κοινωνίας.
Η αρχαία Ελλάδα έχει μελετηθεί κατά κόρον. Υπάρχει ακόμα κάτι που μπορεί να προσφέρει η μελέτη του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού:
Υπάρχουν δυο ακραίες θέσεις. Ότι οι Έλληνες τα έχουν πει όλα και είναι το αιώνιο πρότυπο για κάθε άποψη του πολιτισμού. Η δεύτερη είναι ότι σήμερα δεν έχει τίποτα να δώσει προς την κατεύθυνση του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Ότι είναι μια γλώσσα νεκρή. Ο κλασικός Ελληνικός πολιτισμός δεν είναι νεκρός. Όχι διότι προσφέρει μια έγκυρη λύση με παγκόσμιο τρόπο, αλλά αντίθετα γιατί αντιπροσωπεύει μια μορφή ιδιαιτερότητας. Ένα δρόμο που ανοίχθηκε ήδη γύρω από τη Μεσόγειο και που είναι διαφορετικός από τους άλλους μεγάλους ισχυρούς πολιτισμούς της Ινδίας, της Αφρικής κ.α.
Ο Ελληνικός πολιτισμός είναι η ελευθερία του πνεύματος, η σκέψη, ο διάλογος, η κατάφαση της αλήθειας απέναντι στην πίστη των πολλών! Είναι η δημοκρατία, ένας έγκυρος δρόμος ώστε να μην παρεμβαίνουν κάποιοι για να υπαγορεύσουν τα όνειρα της κοινωνίας.
Η αρχαία Ελλάδα έχει μελετηθεί κατά κόρον. Υπάρχει ακόμα κάτι που μπορεί να προσφέρει η μελέτη του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού:
Υπάρχουν δυο ακραίες θέσεις. Ότι οι Έλληνες τα έχουν πει όλα και είναι το αιώνιο πρότυπο για κάθε άποψη του πολιτισμού. Η δεύτερη είναι ότι σήμερα δεν έχει τίποτα να δώσει προς την κατεύθυνση του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Ότι είναι μια γλώσσα νεκρή. Ο κλασικός Ελληνικός πολιτισμός δεν είναι νεκρός. Όχι διότι προσφέρει μια έγκυρη λύση με παγκόσμιο τρόπο, αλλά αντίθετα γιατί αντιπροσωπεύει μια μορφή ιδιαιτερότητας. Ένα δρόμο που ανοίχθηκε ήδη γύρω από τη Μεσόγειο και που είναι διαφορετικός από τους άλλους μεγάλους ισχυρούς πολιτισμούς της Ινδίας, της Αφρικής κ.α.
Η Ελλάδα αντιπροσωπεύει μια ιδιαίτερη εμπειρία, έναν ιδιαίτερο τρόπο να σκεπτόμαστε τον άνθρωπο, την κοινωνία, τη φύση, τον θεό. Η ιδιαιτερότητα αυτή δεν μπορεί και δεν πρέπει να ξεχασθεί, διότι αυτή εξηγεί τη ρίζα του πολιτισμού, για να καταλάβουμε την τέχνη, τη λογοτεχνία, τη φιλοσοφική σκέψη, την επιστήμη, την πολιτική και κοινωνική ζωή. Είναι το πώς να τακτοποιούμε τα προβλήματα με τον διάλογο. Είναι να μην υπαγορεύουν και να μην παρεμβαίνουν κάποιοι στα όνειρα της κοινωνίας, στα όνειρά μας. Όλοι έχουν το ίδιο δικαίωμα να συμμετέχουν στις αποφάσεις. Είναι η δημοκρατία.
Μπορεί η μελέτη της Ελλάδας να προσφέρει κάτι ή όλα έχουν λεχθεί την εποχή της παγκοσμιοποίησης;
Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης στην ισορροπία των πολιτισμών, η Ελλάδα εκφράζει την ελεύθερη πνευματικότητα. Είναι ένα καταφύγιο από κάθε δογματισμό, ακόμα και τον θρησκευτικό, μια πνευματική αναζήτηση που ανοίγεται σ' όλα τα επίπεδα.
Σ' αυτόν εναντιώνει την ελευθερία του κριτικού πνεύματος. Ρωτά για τα πάντα. Προσπαθεί να καταλάβει όλα τα προβλήματα. Ελλάδα είναι η ιδέα της γνώσης σε αντίθεση με την πίστη, την πεποίθηση της κοινής γνώμης. Είναι η κατάφαση ενός ανθρώπου που σκέπτεται ελεύθερα.
Αυτό είναι πολύ σημαντικό τώρα, γιατί τώρα αυτή η ελευθερία φαίνεται να κινδυνεύει περισσότερο παρά ποτέ, είτε από τον θρησκευτικό φανατισμό, είτε από μια κοινή επίσημη σκέψη που καταπιέζει τα κράτη.
Στα μεγάλα προβλήματα δεν υπάρχει πια πολιτική σκέψη, σοβαρός πολιτικός σχολιασμός. Υπάρχει η αλήθεια του πιο ισχυρού.
Και από την άλλη, η ανελευθερία του θρησκευτικού φανατισμού, που μπορεί να σφαγιάζει ανθρώπους και θέλει να κυριαρχήσει στους ανθρώπους, απέναντι στις δηλώσεις του κ. Μπους, ο οποίος πιστεύει ότι είναι η ενσάρκωση του καλού, μ' έναν εξίσου στενόμυαλο φανατισμό, παραμερίζοντας όλα τα βασικά προβλήματα της φτώχειας, της ισορροπίας του περιβάλλοντος.
Το μάθημα που μας έδωσαν οι Έλληνες είναι ότι υπάρχουν αξίες που διατηρούνται. Ιδιαίτερα η ελευθερία του κριτικού νου. Να σερβίρεσαι από το κεφάλι σου, να προσπαθείς να καταλάβεις τι συμβαίνει, να είμαστε ταυτόχρονα πολίτες του κόσμου που επικοινωνούν.
Όλα αυτά έχουν ήδη εμπεδωθεί στην ευρωπαϊκή σκέψη. Όμως γιατί να διαβάζει κάποιος τον Όμηρο σήμερα;
Στον Όμηρο υπάρχει ο αληθινός ηρωισμός, ο κίνδυνος που εκρήγνυται όταν οι μαχητές θέλουν να ακρωτηριάσουν, να σκοτώσουν τον άνθρωπο μέσα στον αντίπαλο. Υπάρχει το καλό και το κακό. Ο Αχιλλέας πεθαίνει νωρίς, είναι ήρωας γιατί έρχεται σε αντίθεση με τον Οδυσσέα που θέλει να γυρίσει στη γυναίκα του. Ο πολεμικός ήρωας είναι πιστός στον εαυτό του, πιστεύει σ' έναν κόσμο που δεν είναι ανθρώπινος, τον αρνείται, ενώ αυτό που θέλει ο άλλος είναι να ζήσει με την Πηνελόπη. Συνεπώς ακόμη και στα έπη υπάρχει το ερώτημα για το νόημα της ζωής και του θανάτου. Ακόμα και στο ποίημα που υμνεί την αθάνατη δόξα του ήρωα, την ανατρέπει.
Τι βλέπουμε στη σύγχρονη Ελλάδα;
Δεν σταματώ να βλέπω το φως, το τοπίο, την ευγένεια των ανθρώπων, δεν σταματώ να διαβάζω τη Σαπφώ... αλλά με τους σύγχρονους Έλληνες υπάρχει μια ανισορροπία. Η σημερινή τους θέση είναι ασύγκριτα υποδεέστερη από την αρχαιότητα κι αυτό καταλήγει με μια υποψία, ότι σαν η σημερινή Ελλάδα να υπάρχει μόνο γιατί υπήρχε η άλλη Ελλάδα, βρίσκονται σ' ένα βαθύ εθνικισμό. Σας θυμίζω τη θέση πολλών προοδευτικών κατά τα άλλα ανθρώπων στην υπόθεση με τα Σκόπια για το όνομα της Μακεδονίας. Η διαφορά οφείλεται στην ορθοδοξία, στη θρησκεία. Οι αρχαίοι Έλληνες ήταν πολυθεϊστές. Είναι ένα δυστύχημα της ιστορίας ότι η Εκκλησία έκανε κατοχή επί της Ελλάδας για πολλά χρόνια, σαν να διαδέχθηκε το κράτος.
Μπορεί η μελέτη της Ελλάδας να προσφέρει κάτι ή όλα έχουν λεχθεί την εποχή της παγκοσμιοποίησης;
Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης στην ισορροπία των πολιτισμών, η Ελλάδα εκφράζει την ελεύθερη πνευματικότητα. Είναι ένα καταφύγιο από κάθε δογματισμό, ακόμα και τον θρησκευτικό, μια πνευματική αναζήτηση που ανοίγεται σ' όλα τα επίπεδα.
Σ' αυτόν εναντιώνει την ελευθερία του κριτικού πνεύματος. Ρωτά για τα πάντα. Προσπαθεί να καταλάβει όλα τα προβλήματα. Ελλάδα είναι η ιδέα της γνώσης σε αντίθεση με την πίστη, την πεποίθηση της κοινής γνώμης. Είναι η κατάφαση ενός ανθρώπου που σκέπτεται ελεύθερα.
Αυτό είναι πολύ σημαντικό τώρα, γιατί τώρα αυτή η ελευθερία φαίνεται να κινδυνεύει περισσότερο παρά ποτέ, είτε από τον θρησκευτικό φανατισμό, είτε από μια κοινή επίσημη σκέψη που καταπιέζει τα κράτη.
Στα μεγάλα προβλήματα δεν υπάρχει πια πολιτική σκέψη, σοβαρός πολιτικός σχολιασμός. Υπάρχει η αλήθεια του πιο ισχυρού.
Και από την άλλη, η ανελευθερία του θρησκευτικού φανατισμού, που μπορεί να σφαγιάζει ανθρώπους και θέλει να κυριαρχήσει στους ανθρώπους, απέναντι στις δηλώσεις του κ. Μπους, ο οποίος πιστεύει ότι είναι η ενσάρκωση του καλού, μ' έναν εξίσου στενόμυαλο φανατισμό, παραμερίζοντας όλα τα βασικά προβλήματα της φτώχειας, της ισορροπίας του περιβάλλοντος.
Το μάθημα που μας έδωσαν οι Έλληνες είναι ότι υπάρχουν αξίες που διατηρούνται. Ιδιαίτερα η ελευθερία του κριτικού νου. Να σερβίρεσαι από το κεφάλι σου, να προσπαθείς να καταλάβεις τι συμβαίνει, να είμαστε ταυτόχρονα πολίτες του κόσμου που επικοινωνούν.
Όλα αυτά έχουν ήδη εμπεδωθεί στην ευρωπαϊκή σκέψη. Όμως γιατί να διαβάζει κάποιος τον Όμηρο σήμερα;
Στον Όμηρο υπάρχει ο αληθινός ηρωισμός, ο κίνδυνος που εκρήγνυται όταν οι μαχητές θέλουν να ακρωτηριάσουν, να σκοτώσουν τον άνθρωπο μέσα στον αντίπαλο. Υπάρχει το καλό και το κακό. Ο Αχιλλέας πεθαίνει νωρίς, είναι ήρωας γιατί έρχεται σε αντίθεση με τον Οδυσσέα που θέλει να γυρίσει στη γυναίκα του. Ο πολεμικός ήρωας είναι πιστός στον εαυτό του, πιστεύει σ' έναν κόσμο που δεν είναι ανθρώπινος, τον αρνείται, ενώ αυτό που θέλει ο άλλος είναι να ζήσει με την Πηνελόπη. Συνεπώς ακόμη και στα έπη υπάρχει το ερώτημα για το νόημα της ζωής και του θανάτου. Ακόμα και στο ποίημα που υμνεί την αθάνατη δόξα του ήρωα, την ανατρέπει.
Τι βλέπουμε στη σύγχρονη Ελλάδα;
Δεν σταματώ να βλέπω το φως, το τοπίο, την ευγένεια των ανθρώπων, δεν σταματώ να διαβάζω τη Σαπφώ... αλλά με τους σύγχρονους Έλληνες υπάρχει μια ανισορροπία. Η σημερινή τους θέση είναι ασύγκριτα υποδεέστερη από την αρχαιότητα κι αυτό καταλήγει με μια υποψία, ότι σαν η σημερινή Ελλάδα να υπάρχει μόνο γιατί υπήρχε η άλλη Ελλάδα, βρίσκονται σ' ένα βαθύ εθνικισμό. Σας θυμίζω τη θέση πολλών προοδευτικών κατά τα άλλα ανθρώπων στην υπόθεση με τα Σκόπια για το όνομα της Μακεδονίας. Η διαφορά οφείλεται στην ορθοδοξία, στη θρησκεία. Οι αρχαίοι Έλληνες ήταν πολυθεϊστές. Είναι ένα δυστύχημα της ιστορίας ότι η Εκκλησία έκανε κατοχή επί της Ελλάδας για πολλά χρόνια, σαν να διαδέχθηκε το κράτος.
Ο Ελληνικός πολιτισμός έχει γεύση ελευθερίας
Για τους Έλληνες, ο πολιτισμός περιστρέφεται γύρω από την ομορφιά. Ο Όμηρος - το αν υπήρξε είναι αδιάφορο - άφησε ένα είδος οικουμενικής γνώσης και η ελληνική μυθολογία μια - μη θρησκευτική - ηθική αξιών
Το να μυηθείς στην Ελληνική κουλτούρα σού επιτρέπει να απελευθερωθείς από την αταξία των σύγχρονων αξιών, όπου βασιλεύουν ο ανταγωνισμός και η ωμότητα. Στην ελληνική μυθολογία βλέπουμε έναν άλλο ουμανισμό, μία διαφορετική θέαση του κόσμου.
Ο Ελληνικός πολιτισμός μας κάνει να αντιληφθούμε ότι στη ζωή μας έχουμε ανάγκη από κάτι που δεν είναι άμεσα χρήσιμο, αλλά τάξεως αισθητικής. Στους Έλληνες, όλος ο πολιτισμός περιστρέφεται γύρω από την ομορφιά. Αυτό που υπερισχύει δεν είναι η χρησιμοθηρία ούτε κάποια αρετή υπαγορευμένη από το υπερπέραν, αλλά η γεύση της ελευθερίας και της πνευματικής μάχης που κάνουν τη ζωή πιο όμορφη. Ακριβώς στο σημείο αυτό είναι που ο ελληνικός πολιτισμός διαφοροποιείται από τον αιγυπτιακό ή τον βαβυλώνιο. H μυθολογία επιβεβαιώνει την ιδέα ότι δεν υπάρχει πρόβλημα που να μη μπορεί να επιλυθεί μέσω της διανοητικής έρευνας και του πολιτισμικού διαλόγου.
Τον 4ο αιώνα ο Πλάτωνας θα πει ότι στον Όμηρο βρίσκονται τα πάντα: η ηθική, η πολιτική, αυτό που είναι οι θεοί, πώς φτιάχονται τα πλοία, πώς πολεμούμε, πώς οργώνουμε ή μιλάμε... Ο Όμηρος είναι ένα είδος οικουμενικής γνώσης. Ακόμη και στον Μεσαίωνα, όλα τα έπη επηρεάστηκαν από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Πρόκειται για το θεμέλιο του πολιτισμού μας.
Η Οδύσσεια είναι «μια Ιλιάδα αντεστραμμένη», κατά κάποιο τρόπο «μία αντι-Ιλιάδα». Το κεντρικό στοιχείο στο οποίο βασίζεται η Ιλιάδα είναι ο ηρωισμός, ως απάντηση στο πρόβλημα της έννοιας της ζωής και του θανάτου. Ο Αχιλλέας πρέπει να επιλέξει ανάμεσα σε μία ζωή ήσυχη μέχρι μία προχωρημένη ηλικία, και σε μία ζωή πολύ σύντομη. «Στην πρώτη περίπτωση», θα ζήσει πολύ αλλά δεν θα αφήσει τίποτα μετά τον θάνατό του. Θα σβηστεί σαν να μην υπήρξε ποτέ. Στη δεύτερη περίπτωση, θα πρέπει να βάζει συνεχώς τη ζωή του σε κίνδυνο, αλλά αν πεθάνει, θα επιζήσει διότι θα κατακτήσει τη δόξα ενώπιον των ανθρώπων. Τι είναι λοιπόν η ζωή χωρίς τη δόξα; Ο Αχιλλέας επιλέγει τη δεύτερη λύση. Στα μάτια των Ελλήνων δεν υπάρχεις παρά υπό τον όρο ότι θα γνωρίσεις τη δόξα. Δεν πρέπει να συντηρείς απλώς τη ζωή, αλλά να την κατακτάς. Και ο μόνος τρόπος να την κατακτήσεις είναι ο θάνατος. Ο θάνατος ως μέσον πραγματοποίησης ενός ένδοξου μη θανάτου, ιδού η ελληνική επινόηση. Αλλά στην Οδύσσεια, όταν ο Οδυσσέας μπαίνει στον Άδη και συναντά τη σκιά τού Αχιλλέα που έχει πεθάνει στη μάχη, ο τελευταίος επανέρχεται στο θέμα της επιλογής που έκανε και του λέει ότι θα προτιμούσε να είναι ο τελευταίος των κακομοίρηδων και να είναι στη ζωή, παρά ο πρώτος των νεκρών. H Ιλιάδα και η Οδύσσεια συνομιλούν με τρόπο συναρπαστικό.
Τι κι αν δεν υπήρξε ο Όμηρος; Στην επισήμανση ότι κάποιες πρόσφατες ιστορικές μελέτες λένε ότι ο Όμηρος ίσως και να μην υπήρξε ποτέ, απαντάμε: Ειλικρινά, αυτό με αφήνει παντελώς αδιάφορο! Εκείνο που μετράει είναι τα υπέροχα κείμενα και ο απόηχός τους. Το ίδιο αιρετικά απαντά και στο ερώτημα ποια είναι η χρησιμότητα των Αρχαίων Ελληνικών. Όταν με ρωτούν σχετικά, απαντώ: σε τίποτα! Όχι περισσότερο από τα σύγχρονα Μαθηματικά ή την Κβαντική Μηχανική. Δεν χρησιμεύουν σε τίποτα, πέρα από το να δίνουν μορφή στον εγκέφαλό μας, να συνθέτουν αυτό που ονομάζουμε κουλτούρα. H επαφή με την ελληνική φιλολογία δεν έχει σχέση με κάποιου είδους χρησιμότητα, αλλά με το συναίσθημα και την ομορφιά.
«Είμαστε όλοι Έλληνες»
H προσέγγιση του μύθου, είναι πολύ διαφορετική από εκείνη στην οποία ο πολιτισμός μας σήμερα μας έχει συνηθίσει: παίρνει αποστάσεις από εκείνο που σήμερα μας φαίνεται προφανές. Για παράδειγμα, ο θάνατος είναι αυτό που αδυνατούμε και να το σκεφθούμε, ακόμη περισσότερο που ο πολιτισμός μας βασίζεται στην ιδέα ότι κάθε ον είναι μοναδικό και αναντικατάστατο. H μυθολογία παρουσιάζει μία πιθανή απάντηση, με τη μορφή μιας όμορφης ιστορίας, που σε σημαδεύει πολύ περισσότερο από μια θεωρία. H μυθολογία προτείνει λοιπόν μία στρατηγική απέναντι στον θάνατο. Προτείνει έναν τρόπο να βλέπεις τον εαυτό σου μέσα στον κόσμο.
H ηθική που ξεπηδάει μέσα από τον μύθο είναι πολύ διαφορετική από την ηθική όπως την εννοούμε σήμερα. «Δεν πρόκειται για ηθική της απαγόρευσης, της αμαρτίας, της τύψης ή της ενοχής. Είναι μια ηθική των αξιών. Και αξία για τους Έλληνες είναι το αγαθόν. H ουσία βρίσκεται στον τρόπο που ζεις, που δρας, που μιλάς, που υποδέχεσαι τον άλλον, που συμπεριφέρεσαι απέναντι σε εχθρούς και φίλους. Όλα αυτά καθορίζουν ό,τι οι Έλληνες αποκαλούν "καλό καγαθό". Όσο για την πίστη: H θρησκευτική πίστη είναι εντελώς απούσα από την ελληνική θρησκεία. Δεν ομιλούμε για θρησκευτική πίστη ως ένταξη σε μια Αλήθεια που μας ξεπερνά και επιβάλλεται από τη συμμετοχή μας σε μια Εκκλησία. Οι Ελληνικοί μύθοι δεν συνιστούν αλήθειες στις οποίες πρέπει να ενταχθείς. Τις υιοθετούμε και τις αφήνουμε, τις πιστεύουμε χωρίς να τις πιστεύουμε, τις πιστεύουμε γιατί όλοι οι Έλληνες τις πιστεύουν και γιατί είμαστε Έλληνες.
Επιπλέον, υπάρχουν πολλές παραλλαγές σε κάθε μύθο. Οι μύθοι είναι πάνω απ' όλα λογοτεχνικές αφηγήσεις. Όπως σήμερα συμβαίνει με τα μυθιστορήματα, που άλλα δεν είναι πιστευτά και άλλα τα πιστεύεις σαν να ήταν αλήθεια. Οι Έλληνες μάθαιναν την Ιλιάδα και την Οδύσσεια απ' έξω. Αλλά τις πίστευαν; Ναι, εφόσον σκέπτονταν ότι αυτοί οι ήρωες είχαν υπάρξει. Ταυτόχρονα όμως ήξεραν πολύ καλά ότι δεν επρόκειτο παρά για λογοτεχνία.
Παράλογος ο... Καρτέσιος
Όταν ήμουν νέος, πίστευα για καιρό στην ιδέα της προόδου. «Στην ιδέα ότι η επιστήμη και η τεχνική θα καταργούσαν μια μέρα όλες τις προλήψεις. Αν είχα περισσότερο εντρυφήσει στους αρχαίους μύθους, θα είχα καταλάβει νωρίτερα ότι αυτή η ιδέα τού να γίνουμε "κύριοι και κάτοχοι της φύσης" - για να θυμηθούμε τον Καρτέσιο - είναι παράλογη. Πώς θα μπορούσαμε να επιβληθούμε στη φύση αφού είμαστε μέρος της; Για τους Έλληνες, ο άνθρωπος είναι περιορισμένος στον χώρο. Και δεν μπορεί να τον προσπελάσει παρά μόνον αντιλαμβανόμενος ποια είναι η θέση του στον κόσμο και όχι πιστεύοντας ότι μπορεί να πάρει εκείνος τη θέση του κόσμου.
Το να μυηθείς στην Ελληνική κουλτούρα σού επιτρέπει να απελευθερωθείς από την αταξία των σύγχρονων αξιών, όπου βασιλεύουν ο ανταγωνισμός και η ωμότητα. Στην ελληνική μυθολογία βλέπουμε έναν άλλο ουμανισμό, μία διαφορετική θέαση του κόσμου.
Ο Ελληνικός πολιτισμός μας κάνει να αντιληφθούμε ότι στη ζωή μας έχουμε ανάγκη από κάτι που δεν είναι άμεσα χρήσιμο, αλλά τάξεως αισθητικής. Στους Έλληνες, όλος ο πολιτισμός περιστρέφεται γύρω από την ομορφιά. Αυτό που υπερισχύει δεν είναι η χρησιμοθηρία ούτε κάποια αρετή υπαγορευμένη από το υπερπέραν, αλλά η γεύση της ελευθερίας και της πνευματικής μάχης που κάνουν τη ζωή πιο όμορφη. Ακριβώς στο σημείο αυτό είναι που ο ελληνικός πολιτισμός διαφοροποιείται από τον αιγυπτιακό ή τον βαβυλώνιο. H μυθολογία επιβεβαιώνει την ιδέα ότι δεν υπάρχει πρόβλημα που να μη μπορεί να επιλυθεί μέσω της διανοητικής έρευνας και του πολιτισμικού διαλόγου.
Τον 4ο αιώνα ο Πλάτωνας θα πει ότι στον Όμηρο βρίσκονται τα πάντα: η ηθική, η πολιτική, αυτό που είναι οι θεοί, πώς φτιάχονται τα πλοία, πώς πολεμούμε, πώς οργώνουμε ή μιλάμε... Ο Όμηρος είναι ένα είδος οικουμενικής γνώσης. Ακόμη και στον Μεσαίωνα, όλα τα έπη επηρεάστηκαν από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Πρόκειται για το θεμέλιο του πολιτισμού μας.
Η Οδύσσεια είναι «μια Ιλιάδα αντεστραμμένη», κατά κάποιο τρόπο «μία αντι-Ιλιάδα». Το κεντρικό στοιχείο στο οποίο βασίζεται η Ιλιάδα είναι ο ηρωισμός, ως απάντηση στο πρόβλημα της έννοιας της ζωής και του θανάτου. Ο Αχιλλέας πρέπει να επιλέξει ανάμεσα σε μία ζωή ήσυχη μέχρι μία προχωρημένη ηλικία, και σε μία ζωή πολύ σύντομη. «Στην πρώτη περίπτωση», θα ζήσει πολύ αλλά δεν θα αφήσει τίποτα μετά τον θάνατό του. Θα σβηστεί σαν να μην υπήρξε ποτέ. Στη δεύτερη περίπτωση, θα πρέπει να βάζει συνεχώς τη ζωή του σε κίνδυνο, αλλά αν πεθάνει, θα επιζήσει διότι θα κατακτήσει τη δόξα ενώπιον των ανθρώπων. Τι είναι λοιπόν η ζωή χωρίς τη δόξα; Ο Αχιλλέας επιλέγει τη δεύτερη λύση. Στα μάτια των Ελλήνων δεν υπάρχεις παρά υπό τον όρο ότι θα γνωρίσεις τη δόξα. Δεν πρέπει να συντηρείς απλώς τη ζωή, αλλά να την κατακτάς. Και ο μόνος τρόπος να την κατακτήσεις είναι ο θάνατος. Ο θάνατος ως μέσον πραγματοποίησης ενός ένδοξου μη θανάτου, ιδού η ελληνική επινόηση. Αλλά στην Οδύσσεια, όταν ο Οδυσσέας μπαίνει στον Άδη και συναντά τη σκιά τού Αχιλλέα που έχει πεθάνει στη μάχη, ο τελευταίος επανέρχεται στο θέμα της επιλογής που έκανε και του λέει ότι θα προτιμούσε να είναι ο τελευταίος των κακομοίρηδων και να είναι στη ζωή, παρά ο πρώτος των νεκρών. H Ιλιάδα και η Οδύσσεια συνομιλούν με τρόπο συναρπαστικό.
Τι κι αν δεν υπήρξε ο Όμηρος; Στην επισήμανση ότι κάποιες πρόσφατες ιστορικές μελέτες λένε ότι ο Όμηρος ίσως και να μην υπήρξε ποτέ, απαντάμε: Ειλικρινά, αυτό με αφήνει παντελώς αδιάφορο! Εκείνο που μετράει είναι τα υπέροχα κείμενα και ο απόηχός τους. Το ίδιο αιρετικά απαντά και στο ερώτημα ποια είναι η χρησιμότητα των Αρχαίων Ελληνικών. Όταν με ρωτούν σχετικά, απαντώ: σε τίποτα! Όχι περισσότερο από τα σύγχρονα Μαθηματικά ή την Κβαντική Μηχανική. Δεν χρησιμεύουν σε τίποτα, πέρα από το να δίνουν μορφή στον εγκέφαλό μας, να συνθέτουν αυτό που ονομάζουμε κουλτούρα. H επαφή με την ελληνική φιλολογία δεν έχει σχέση με κάποιου είδους χρησιμότητα, αλλά με το συναίσθημα και την ομορφιά.
«Είμαστε όλοι Έλληνες»
H προσέγγιση του μύθου, είναι πολύ διαφορετική από εκείνη στην οποία ο πολιτισμός μας σήμερα μας έχει συνηθίσει: παίρνει αποστάσεις από εκείνο που σήμερα μας φαίνεται προφανές. Για παράδειγμα, ο θάνατος είναι αυτό που αδυνατούμε και να το σκεφθούμε, ακόμη περισσότερο που ο πολιτισμός μας βασίζεται στην ιδέα ότι κάθε ον είναι μοναδικό και αναντικατάστατο. H μυθολογία παρουσιάζει μία πιθανή απάντηση, με τη μορφή μιας όμορφης ιστορίας, που σε σημαδεύει πολύ περισσότερο από μια θεωρία. H μυθολογία προτείνει λοιπόν μία στρατηγική απέναντι στον θάνατο. Προτείνει έναν τρόπο να βλέπεις τον εαυτό σου μέσα στον κόσμο.
H ηθική που ξεπηδάει μέσα από τον μύθο είναι πολύ διαφορετική από την ηθική όπως την εννοούμε σήμερα. «Δεν πρόκειται για ηθική της απαγόρευσης, της αμαρτίας, της τύψης ή της ενοχής. Είναι μια ηθική των αξιών. Και αξία για τους Έλληνες είναι το αγαθόν. H ουσία βρίσκεται στον τρόπο που ζεις, που δρας, που μιλάς, που υποδέχεσαι τον άλλον, που συμπεριφέρεσαι απέναντι σε εχθρούς και φίλους. Όλα αυτά καθορίζουν ό,τι οι Έλληνες αποκαλούν "καλό καγαθό". Όσο για την πίστη: H θρησκευτική πίστη είναι εντελώς απούσα από την ελληνική θρησκεία. Δεν ομιλούμε για θρησκευτική πίστη ως ένταξη σε μια Αλήθεια που μας ξεπερνά και επιβάλλεται από τη συμμετοχή μας σε μια Εκκλησία. Οι Ελληνικοί μύθοι δεν συνιστούν αλήθειες στις οποίες πρέπει να ενταχθείς. Τις υιοθετούμε και τις αφήνουμε, τις πιστεύουμε χωρίς να τις πιστεύουμε, τις πιστεύουμε γιατί όλοι οι Έλληνες τις πιστεύουν και γιατί είμαστε Έλληνες.
Επιπλέον, υπάρχουν πολλές παραλλαγές σε κάθε μύθο. Οι μύθοι είναι πάνω απ' όλα λογοτεχνικές αφηγήσεις. Όπως σήμερα συμβαίνει με τα μυθιστορήματα, που άλλα δεν είναι πιστευτά και άλλα τα πιστεύεις σαν να ήταν αλήθεια. Οι Έλληνες μάθαιναν την Ιλιάδα και την Οδύσσεια απ' έξω. Αλλά τις πίστευαν; Ναι, εφόσον σκέπτονταν ότι αυτοί οι ήρωες είχαν υπάρξει. Ταυτόχρονα όμως ήξεραν πολύ καλά ότι δεν επρόκειτο παρά για λογοτεχνία.
Παράλογος ο... Καρτέσιος
Όταν ήμουν νέος, πίστευα για καιρό στην ιδέα της προόδου. «Στην ιδέα ότι η επιστήμη και η τεχνική θα καταργούσαν μια μέρα όλες τις προλήψεις. Αν είχα περισσότερο εντρυφήσει στους αρχαίους μύθους, θα είχα καταλάβει νωρίτερα ότι αυτή η ιδέα τού να γίνουμε "κύριοι και κάτοχοι της φύσης" - για να θυμηθούμε τον Καρτέσιο - είναι παράλογη. Πώς θα μπορούσαμε να επιβληθούμε στη φύση αφού είμαστε μέρος της; Για τους Έλληνες, ο άνθρωπος είναι περιορισμένος στον χώρο. Και δεν μπορεί να τον προσπελάσει παρά μόνον αντιλαμβανόμενος ποια είναι η θέση του στον κόσμο και όχι πιστεύοντας ότι μπορεί να πάρει εκείνος τη θέση του κόσμου.
Αριστοτέλης: η ἐντελέχεια ως μέγιστη αρχή της ζωής
Αριστοτέλης: 384-322 π.Χ.
Τι είναι η ἐντελέχεια;
§1 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
Θα μιλήσουμε για την εντελέχεια στον Αριστοτέλη, μια από τις πιο δύσκολες αλλά και πιο ουσιαστικές έννοιες για να πλησιάσουμε τον πυρήνα της σκέψης του. Η εν λόγω έννοια συμπλέκεται πραγματικά με το σύνολο σχεδόν της αριστοτελικής φιλοσοφίας και αποτελεί έναν όρο με πολύτροπες σημάνσεις και υποδηλώσεις. Κάθε επομένως προσέγγισή της απαιτεί από τον έναν ή τον άλλο μελετητή της αριστοτελικής φιλοσοφίας μια σταθερή προσήλωση στο γνήσια φιλοσοφικό πνεύμα της και όχι απλώς στον ρόλο της ως τεχνικού όρου· μια τέτοια δηλ. προσήλωση στη βαθύτερη κατανόηση των εσωτερικών της σχέσεων εντός των αριστοτελικών κειμένων, ώστε μια στοιχειωδώς ευπρόσωπη ερμηνεία να μην είναι κάτι σαν επιπόλαια και επιφανειακή γνώμη ή στερεότυπη άποψη, άκρως καταστροφική για την ουσία της φιλοσοφίας και κατ’ επέκταση για το νόημα του ευ ζην· απεναντίας να εισδύει στο λεχθέν, να αναστοχάζεται και να μεταστοχάζεται ενεργά επί του ήδη υπαρκτού σκέπτεσθαι, με απώτερο επίτευγμα την ανάδειξη των πιο ευαγγελισμένων πτυχών του ανθρώπινου Dasein, της ανθρώπινης ύπαρξης.
§2 Προς μια μεθ-οδική προσέγγιση της ἐντελέχειας
Ι. Είναι μια φιλοσοφική έννοια, εκ πρώτης όψεως τεχνικός όρος, που χρησιμοποιεί ο Αριστοτέλης για να δηλώσει μια κατάσταση ολοκλήρωσης, τελείωσης: την πλήρη, την τέλεια ανάπτυξη ενός όντος, την ενεργώς πραγματική παρουσία ενός τέλους, μιας απο-τελειωμένης, απο-τετελεσμένης, ολοκληρωμένης μορφής. Κατ’ αυτό το πνεύμα παραπέμπει στην ολοκλήρωση και στην εντελή μορφή της ενεργού πραγματικότητας (Wirklichkeit) ενός όντος, δηλαδή της ἐνέργειας ενός οποιουδήποτε Κάτι· συναφώς στο πλήρες απο-τέλεσμα, που προκύπτει από την ἐνέργεια, ήτοι επενέργεια μιας μορφής, υπό την έννοια του είδους.
ΙΙ. Ως προς το ζήτημα, ποιος έπλασε αυτό τον όρο, δεν υπάρχει ομοφωνία ανάμεσα στους μελετητές της αριστοτελικής και γενικότερα της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας. Από τη μια πλευρά, η εισαγωγή του όρου στη φιλοσοφία, η εφεύρεσή του αποδίδεται στον Αριστοτέλη. Αυτή η εκτίμηση μοιάζει να επικρατεί. Υπάρχουν ωστόσο και μελετητές που υποστηρίζουν πως ο Αριστοτέλης βρήκε αυτό τον όρο στην Ακαδημία του Πλάτωνος, όπου σπούδαζε. Άρα μια πρώτη συγκρότηση και χρήση αυτού του όρου, με τις ανάλογες και για την πλατωνική σκέψη σημασίες, ανιχνεύεται στις προφορικές συζητήσεις της πλατωνικής Ακαδημίας.
ΙΙΙ. Σχετικά με την ετυμολογική προέλευση του συγκεκριμένου όρου, η έρευνα τείνει να αποδέχεται ως πιο πιθανή εκδοχή την παραγωγή του από το ἐντελής/ῶς ἔχειν ή από το ἐν-τέλος-ἔχειν, με το νόημα της πραγματοποιημένης παρουσίας ενός τέλους, δηλαδή ενός σκοπού ή κατά λέξη: «έχω ένα τέλος [=σκοπό] σε κάτι παρόν (ἔν τινι)». Σε άλλο σημείο, αποσαφηνίζοντας ούτως ειπείν τούτη την τελευταία φράση: «έχω … παρόν» αναφέρει ο Αριστοτέλης:
«αυτό που έχει γίνει, υπάρχει ήδη μέσα σε κάτι παρόν»[1].
Σε κάθε περίπτωση δίνεται έμφαση στην επιτέλεση της ολοκλήρωσης ή τελείωσης, στην ολοκλήρωση του επιτευχθέντος τέλους [=σκοπού], ενώ σωστά απορρίπτεται κάθε ταύτιση της ἐντελέχειας με τη λέξη ἐνδελέχεια, που σημαίνει: διάρκεια, συνεχής ενέργεια ή επενέργεια.
§3 Προς την ουσία της ἐντελέχειας
Ι. Στα αριστοτελικά κείμενα, η ἐντελέχεια εμφανίζεται γενικώς με δυο σημασίες: α) ως συνώνυμη με την ἐνέργειαν: η ενέργεια π.χ. για την κατασκευή ενός αγάλματος. Η έννοια της ενέργειας είναι αδιαχώριστη από την έννοια της δυνάμεως, πράγμα που σημαίνει ότι η ενέργεια ενός πράγματος περνά από μια δυνητική κατάσταση σε μια πραγματική τοιαύτη. Όταν επιτευχθεί η κατάσταση της πλήρους ενέργειας, τότε ο Αριστοτέλης μιλάει για εντελέχεια. β) Επομένως πρόκειται για μια τελείωση, ολοκλήρωση της ἐνέργειας, άρα για το αποτέλεσμα της διεργασίας ή διαδικασίας που εκφράζει η ενέργεια. Π.χ. το άγαλμα ως συγκεκριμένο καλλιτέχνημα. Γράφει ανάμεσα στα άλλα ο Αριστοτέλης:
«αφού λοιπόν το ον λέγεται όχι μόνο με τη σημασία του τι [= τι εστί] ή του ποιού ή του ποσού, αλλά και με εκείνη της δύναμης και της εντελέχειας και του έργου [=της ενέργειας], ας προσδιορίσουμε τα σχετικά με τη δύναμη και την εντελέχεια»[2].
ΙΙ. Εδώ, ο κορυφαίος Έλληνας φιλόσοφος θεματοποιεί την εντελέχεια ως σχετικώς αντίθετη με τη δύναμη και ως ισοδύναμη με την ενέργεια. Στο πλαίσιο της εξεταζόμενης σχέσης ανάμεσα στη δύναμη και την ενέργεια επανέρχεται, στη συνέχεια, και παρουσιάζει την ενέργεια ως λογικά συσχετιζόμενη, δηλαδή σε ενδοσυνάφεια, με την εντελέχεια:
«η ενέργεια, που είναι συνυφασμένη με την εντελέχεια, πήρε το όνομα της από την περιοχή των κινήσεων, στην οποία κυριολεκτικά ανήκει και επεκτάθηκε απ’ αυτή στα άλλα πράγματα· γιατί η ενέργεια, κατά κοινή παραδοχή, είναι κατ’ εξοχήν κίνηση. Γι’ αυτό και στα μη όντα δεν αποδίδουμε κίνηση … Διότι μερικά από τα μη όντα υπάρχουν δυνάμει· δεν υπάρχουν πραγματικά, επειδή δεν υπάρχουν ἐντελεχείᾳ»[3].
ΙΙΙ. Με βάση την ετυμολογία των δυο εννοιών: ἐντελέχεια και ἐνέργεια, μπορεί κανείς να εντοπίσει τα σημεία στα οποία διαφέρουν: η εντελέχεια σχετίζεται περισσότερο με τον χαρακτήρα του τέλους, δηλαδή του σκοπού, και συναφώς χαρακτηρίζει την επιτευχθείσα ενέργεια. Π.χ. όχι το άγαλμα, ως γενικό καλλιτεχνικό επίτευγμα αλλά ως καθορισμένο και επί μέρους εξειδικευμένο, ας πούμε άγαλμα ανθρώπινης μορφής ή ζώου κ.λπ. Η ενέργεια σχετίζεται εν πολλοίς με το έργο, με την εν έργω διαδικασία πραγμάτωσης ή ολοκλήρωσης. Αλλά και τούτη η διάκριση είναι ρευστή και ισχύει πάντα στο πλαίσιο των εκάστοτε συγκεκριμένων διανοημάτων των συμφραζομένων.
IV. Στα Φυσικά η εντελέχεια νοείται για τον Αριστοτέλη όχι μόνο ως επιτευχθείσα τελείωση, ενέργεια, αλλά κυρίως ως η διαδικασία πραγμάτωσης, ως η ενεργοποίηση δυνατοτήτων, ως ο δρόμος προς ένα σκοπό που δεν έχει επιτευχθεί ακόμη. Εάν σε κάθε γένος του όντος, μας λέει ο Αριστοτέλης[4], συμβαίνει να διαφοροποιείται το εντελεχείᾳ υπάρχον από το δυνάμει, η κίνηση είναι η εντελέχεια του δυνάμει όντως· ή με άλλα λόγια, η εντελέχεια του δυνάμει όντος, όταν τούτο ενεργεί ως κινητό [=αντικείμενο κινήσεως] και όχι ως τέτοιο που υπάρχει, ως αυτό τούτο, δηλ. ως υποκείμενο κινήσεως, είναι κίνηση. Π.χ.: ο χαλκός είναι όντως δυνάμει ανδριάντας και ως τέτοιος είναι κίνηση· δεν είναι όμως κίνηση ως χαλκός, δηλαδή η εντελέχεια του χαλκού. Με βάση ένα τέτοιο πνεύμα θα ορίσει στο Περί Ψυχής την ψυχή ως
«είδος πρώτης εντελέχειας ενός φυσικού σώματος, που διαθέτει δυνάμει ζωή, δηλαδή ενός οργανικού σώματος. Τέτοιου είδους …είναι το σώμα που συμβαίνει να είναι οργανικό… Αν λοιπόν χρειαζόταν να αποδώσουμε κάτι κοινό σε κάθε ψυχή, τότε θα ήταν η πρώτη εντελέχεια»[5].
Με βάση αυτή την έννοια της εντελέχειας προβαίνει στη συνέχεια ο Αριστοτέλης σε μια λελογισμένη διαφοροποίηση διαφόρων βαθμίδων της πραγμάτωσης και των τροπικών βαθμίδων προς μια τέτοια πραγμάτωση εν-ότητας σώματος και ψυχής. Η τελευταία, καθ’ όλη τούτη τη διαδικασία, αποτελεί την αξιωματική αρχή κάθε ενέργειας και ως τέτοια είναι κάτι περισσότερο από μια προκαταρκτική προϋπόθεση για την ως άνω πραγμάτωση. Ταυτόχρονα όμως, αυτή καθεαυτήν, δεν αποτελεί ποτέ την τελική ενέργεια, την ολοκληρωμένη ενεργό πραγματικότητα, καθώς ένα έμβιο ον, ακόμη και στον ύπνο που δεν είναι ενεργοποιημένο, λογίζεται έμψυχο, δεν χάνει την ψυχή του.
---------------------------
[1] Μετά τα Φυσικά Ε, 1027b 7-8.
[2] Μετά τα Φυσικά Θ, 1045b 32-35.
[3] Ό.π., 1047a 30-b2
[4] Φυσικά ΙΙΙ, 201a 10 κ.εξ.
[5] Περί ψυχής 412a 27 κ.εξ.
Τι είναι η ἐντελέχεια;
§1 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
Θα μιλήσουμε για την εντελέχεια στον Αριστοτέλη, μια από τις πιο δύσκολες αλλά και πιο ουσιαστικές έννοιες για να πλησιάσουμε τον πυρήνα της σκέψης του. Η εν λόγω έννοια συμπλέκεται πραγματικά με το σύνολο σχεδόν της αριστοτελικής φιλοσοφίας και αποτελεί έναν όρο με πολύτροπες σημάνσεις και υποδηλώσεις. Κάθε επομένως προσέγγισή της απαιτεί από τον έναν ή τον άλλο μελετητή της αριστοτελικής φιλοσοφίας μια σταθερή προσήλωση στο γνήσια φιλοσοφικό πνεύμα της και όχι απλώς στον ρόλο της ως τεχνικού όρου· μια τέτοια δηλ. προσήλωση στη βαθύτερη κατανόηση των εσωτερικών της σχέσεων εντός των αριστοτελικών κειμένων, ώστε μια στοιχειωδώς ευπρόσωπη ερμηνεία να μην είναι κάτι σαν επιπόλαια και επιφανειακή γνώμη ή στερεότυπη άποψη, άκρως καταστροφική για την ουσία της φιλοσοφίας και κατ’ επέκταση για το νόημα του ευ ζην· απεναντίας να εισδύει στο λεχθέν, να αναστοχάζεται και να μεταστοχάζεται ενεργά επί του ήδη υπαρκτού σκέπτεσθαι, με απώτερο επίτευγμα την ανάδειξη των πιο ευαγγελισμένων πτυχών του ανθρώπινου Dasein, της ανθρώπινης ύπαρξης.
§2 Προς μια μεθ-οδική προσέγγιση της ἐντελέχειας
Ι. Είναι μια φιλοσοφική έννοια, εκ πρώτης όψεως τεχνικός όρος, που χρησιμοποιεί ο Αριστοτέλης για να δηλώσει μια κατάσταση ολοκλήρωσης, τελείωσης: την πλήρη, την τέλεια ανάπτυξη ενός όντος, την ενεργώς πραγματική παρουσία ενός τέλους, μιας απο-τελειωμένης, απο-τετελεσμένης, ολοκληρωμένης μορφής. Κατ’ αυτό το πνεύμα παραπέμπει στην ολοκλήρωση και στην εντελή μορφή της ενεργού πραγματικότητας (Wirklichkeit) ενός όντος, δηλαδή της ἐνέργειας ενός οποιουδήποτε Κάτι· συναφώς στο πλήρες απο-τέλεσμα, που προκύπτει από την ἐνέργεια, ήτοι επενέργεια μιας μορφής, υπό την έννοια του είδους.
ΙΙ. Ως προς το ζήτημα, ποιος έπλασε αυτό τον όρο, δεν υπάρχει ομοφωνία ανάμεσα στους μελετητές της αριστοτελικής και γενικότερα της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας. Από τη μια πλευρά, η εισαγωγή του όρου στη φιλοσοφία, η εφεύρεσή του αποδίδεται στον Αριστοτέλη. Αυτή η εκτίμηση μοιάζει να επικρατεί. Υπάρχουν ωστόσο και μελετητές που υποστηρίζουν πως ο Αριστοτέλης βρήκε αυτό τον όρο στην Ακαδημία του Πλάτωνος, όπου σπούδαζε. Άρα μια πρώτη συγκρότηση και χρήση αυτού του όρου, με τις ανάλογες και για την πλατωνική σκέψη σημασίες, ανιχνεύεται στις προφορικές συζητήσεις της πλατωνικής Ακαδημίας.
ΙΙΙ. Σχετικά με την ετυμολογική προέλευση του συγκεκριμένου όρου, η έρευνα τείνει να αποδέχεται ως πιο πιθανή εκδοχή την παραγωγή του από το ἐντελής/ῶς ἔχειν ή από το ἐν-τέλος-ἔχειν, με το νόημα της πραγματοποιημένης παρουσίας ενός τέλους, δηλαδή ενός σκοπού ή κατά λέξη: «έχω ένα τέλος [=σκοπό] σε κάτι παρόν (ἔν τινι)». Σε άλλο σημείο, αποσαφηνίζοντας ούτως ειπείν τούτη την τελευταία φράση: «έχω … παρόν» αναφέρει ο Αριστοτέλης:
«αυτό που έχει γίνει, υπάρχει ήδη μέσα σε κάτι παρόν»[1].
Σε κάθε περίπτωση δίνεται έμφαση στην επιτέλεση της ολοκλήρωσης ή τελείωσης, στην ολοκλήρωση του επιτευχθέντος τέλους [=σκοπού], ενώ σωστά απορρίπτεται κάθε ταύτιση της ἐντελέχειας με τη λέξη ἐνδελέχεια, που σημαίνει: διάρκεια, συνεχής ενέργεια ή επενέργεια.
§3 Προς την ουσία της ἐντελέχειας
Ι. Στα αριστοτελικά κείμενα, η ἐντελέχεια εμφανίζεται γενικώς με δυο σημασίες: α) ως συνώνυμη με την ἐνέργειαν: η ενέργεια π.χ. για την κατασκευή ενός αγάλματος. Η έννοια της ενέργειας είναι αδιαχώριστη από την έννοια της δυνάμεως, πράγμα που σημαίνει ότι η ενέργεια ενός πράγματος περνά από μια δυνητική κατάσταση σε μια πραγματική τοιαύτη. Όταν επιτευχθεί η κατάσταση της πλήρους ενέργειας, τότε ο Αριστοτέλης μιλάει για εντελέχεια. β) Επομένως πρόκειται για μια τελείωση, ολοκλήρωση της ἐνέργειας, άρα για το αποτέλεσμα της διεργασίας ή διαδικασίας που εκφράζει η ενέργεια. Π.χ. το άγαλμα ως συγκεκριμένο καλλιτέχνημα. Γράφει ανάμεσα στα άλλα ο Αριστοτέλης:
«αφού λοιπόν το ον λέγεται όχι μόνο με τη σημασία του τι [= τι εστί] ή του ποιού ή του ποσού, αλλά και με εκείνη της δύναμης και της εντελέχειας και του έργου [=της ενέργειας], ας προσδιορίσουμε τα σχετικά με τη δύναμη και την εντελέχεια»[2].
ΙΙ. Εδώ, ο κορυφαίος Έλληνας φιλόσοφος θεματοποιεί την εντελέχεια ως σχετικώς αντίθετη με τη δύναμη και ως ισοδύναμη με την ενέργεια. Στο πλαίσιο της εξεταζόμενης σχέσης ανάμεσα στη δύναμη και την ενέργεια επανέρχεται, στη συνέχεια, και παρουσιάζει την ενέργεια ως λογικά συσχετιζόμενη, δηλαδή σε ενδοσυνάφεια, με την εντελέχεια:
«η ενέργεια, που είναι συνυφασμένη με την εντελέχεια, πήρε το όνομα της από την περιοχή των κινήσεων, στην οποία κυριολεκτικά ανήκει και επεκτάθηκε απ’ αυτή στα άλλα πράγματα· γιατί η ενέργεια, κατά κοινή παραδοχή, είναι κατ’ εξοχήν κίνηση. Γι’ αυτό και στα μη όντα δεν αποδίδουμε κίνηση … Διότι μερικά από τα μη όντα υπάρχουν δυνάμει· δεν υπάρχουν πραγματικά, επειδή δεν υπάρχουν ἐντελεχείᾳ»[3].
ΙΙΙ. Με βάση την ετυμολογία των δυο εννοιών: ἐντελέχεια και ἐνέργεια, μπορεί κανείς να εντοπίσει τα σημεία στα οποία διαφέρουν: η εντελέχεια σχετίζεται περισσότερο με τον χαρακτήρα του τέλους, δηλαδή του σκοπού, και συναφώς χαρακτηρίζει την επιτευχθείσα ενέργεια. Π.χ. όχι το άγαλμα, ως γενικό καλλιτεχνικό επίτευγμα αλλά ως καθορισμένο και επί μέρους εξειδικευμένο, ας πούμε άγαλμα ανθρώπινης μορφής ή ζώου κ.λπ. Η ενέργεια σχετίζεται εν πολλοίς με το έργο, με την εν έργω διαδικασία πραγμάτωσης ή ολοκλήρωσης. Αλλά και τούτη η διάκριση είναι ρευστή και ισχύει πάντα στο πλαίσιο των εκάστοτε συγκεκριμένων διανοημάτων των συμφραζομένων.
IV. Στα Φυσικά η εντελέχεια νοείται για τον Αριστοτέλη όχι μόνο ως επιτευχθείσα τελείωση, ενέργεια, αλλά κυρίως ως η διαδικασία πραγμάτωσης, ως η ενεργοποίηση δυνατοτήτων, ως ο δρόμος προς ένα σκοπό που δεν έχει επιτευχθεί ακόμη. Εάν σε κάθε γένος του όντος, μας λέει ο Αριστοτέλης[4], συμβαίνει να διαφοροποιείται το εντελεχείᾳ υπάρχον από το δυνάμει, η κίνηση είναι η εντελέχεια του δυνάμει όντως· ή με άλλα λόγια, η εντελέχεια του δυνάμει όντος, όταν τούτο ενεργεί ως κινητό [=αντικείμενο κινήσεως] και όχι ως τέτοιο που υπάρχει, ως αυτό τούτο, δηλ. ως υποκείμενο κινήσεως, είναι κίνηση. Π.χ.: ο χαλκός είναι όντως δυνάμει ανδριάντας και ως τέτοιος είναι κίνηση· δεν είναι όμως κίνηση ως χαλκός, δηλαδή η εντελέχεια του χαλκού. Με βάση ένα τέτοιο πνεύμα θα ορίσει στο Περί Ψυχής την ψυχή ως
«είδος πρώτης εντελέχειας ενός φυσικού σώματος, που διαθέτει δυνάμει ζωή, δηλαδή ενός οργανικού σώματος. Τέτοιου είδους …είναι το σώμα που συμβαίνει να είναι οργανικό… Αν λοιπόν χρειαζόταν να αποδώσουμε κάτι κοινό σε κάθε ψυχή, τότε θα ήταν η πρώτη εντελέχεια»[5].
Με βάση αυτή την έννοια της εντελέχειας προβαίνει στη συνέχεια ο Αριστοτέλης σε μια λελογισμένη διαφοροποίηση διαφόρων βαθμίδων της πραγμάτωσης και των τροπικών βαθμίδων προς μια τέτοια πραγμάτωση εν-ότητας σώματος και ψυχής. Η τελευταία, καθ’ όλη τούτη τη διαδικασία, αποτελεί την αξιωματική αρχή κάθε ενέργειας και ως τέτοια είναι κάτι περισσότερο από μια προκαταρκτική προϋπόθεση για την ως άνω πραγμάτωση. Ταυτόχρονα όμως, αυτή καθεαυτήν, δεν αποτελεί ποτέ την τελική ενέργεια, την ολοκληρωμένη ενεργό πραγματικότητα, καθώς ένα έμβιο ον, ακόμη και στον ύπνο που δεν είναι ενεργοποιημένο, λογίζεται έμψυχο, δεν χάνει την ψυχή του.
---------------------------
[1] Μετά τα Φυσικά Ε, 1027b 7-8.
[2] Μετά τα Φυσικά Θ, 1045b 32-35.
[3] Ό.π., 1047a 30-b2
[4] Φυσικά ΙΙΙ, 201a 10 κ.εξ.
[5] Περί ψυχής 412a 27 κ.εξ.
Νίτσε: Δεν γνωρίζουμε τον εαυτό μας
«Κανένας δεν είναι πιο ξένος προς τον εαυτό του από τον εαυτό του». Ένα απόσπασμα του μεγάλου φιλοσόφου για την αυτογνωσία.
ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ, ΕΜΕΙΣ ΠΟΥ ΑΝΑΖΗΤΟΥΜΕ ΤΗ ΓΝΩΣΗ αγνοούμε τον εαυτό μας: κι αυτό έχει τον λόγο του. Ποτέ δεν αναζητήσαμε τον εαυτό μας -πώς θα μπορούσε να συμβεί να τον βρούμε μια μέρα;
ΔΙΚΑΙΑ ΕΙΠΩΘΗΚΕ: «Εκεί που είναι ο θησαυρός σας, εκεί είναι και η καρδιά σας» -ο δικός μας θησαυρός είναι εκεί όπου βρίσκονται οι κυψέλες της γνώσης μας. Πάντα προς αυτές πηγαίνουμε, σαν να ‘μασταν από γεννησιμιού μας φτερωτά έντομα και συλλέκτες του μελιού της γνώσης, νοιαζόμαστε, με όλη τη δύναμη της καρδιάς μας, μόνο για ένα πράγμα -«να φέρουμε κάτι στο σπίτι».
ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΩΡΑ ΣΤΗ ΖΩΗ, στα λεγόμενα «βιώματα» -ποιος από μας έχει αρκετή σοβαρότητα και γι’ αυτό; Ή αρκετό χρόνο; Φοβάμαι πως για τέτοιες υποθέσεις δεν ενδιαφερόμασταν ποτέ: δεν έχουμε την καρδιά μας εκεί -ούτε καν τα αφτιά μας! Μοιάζουμε μάλλον με έναν θεϊκά αφηρημένο και βυθισμένο στον εαυτό του Άνθρωπο, που η καμπάνα του μεσημεριού χτύπησε με όλη της τη δύναμη τους δώδεκά της χτύπους του μεσημεριού, κι εκείνος με μιας αναπηδά και αναρωτιέται: «Τι ώρα χτύπησε;».
ΕΤΣΙ ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΤΡΙΒΟΥΜΕ ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ Τ’ ΑΦΤΙΑ ΜΑΣ εκ των υστέρων και ρωτάμε, εντελώς σαστισμένοι, εντελώς μπερδεμένοι, «τι ήταν στ’ αλήθεια αυτό που μόλις βιώσαμε;». Ακόμη περισσότερο, «ποιοι είμαστε τελικά;» Τότε μετράμε εκ των υστέρων, όπως είπαμε, όλους τους δονούμενους ακόμη χτύπους της καμπάνας του βιώματός μας, της ζωής μας, του Είναι μας -αχ! και κάνουμε λάθος στο μέτρημα…
ΜΕΝΟΥΜΕ ΚΑΤ’ ΑΝΑΓΚΗΝ ΞΕΝΟΙ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ, δεν τον καταλαβαίνουμε, συγχέουμε τον εαυτό μας με άλλους· για μας ισχύει ο νόμος στους αιώνες των αιώνων: «Κανένας δεν είναι πιο ξένος προς τον εαυτό του από τον εαυτό του», όσον αφορά στον εαυτό μας, δεν είμαστε από εκείνους που «αναζητούν τη γνώση».
Φ. Νίτσε, Η Γενεαλογία της Ηθικής
ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ, ΕΜΕΙΣ ΠΟΥ ΑΝΑΖΗΤΟΥΜΕ ΤΗ ΓΝΩΣΗ αγνοούμε τον εαυτό μας: κι αυτό έχει τον λόγο του. Ποτέ δεν αναζητήσαμε τον εαυτό μας -πώς θα μπορούσε να συμβεί να τον βρούμε μια μέρα;
ΔΙΚΑΙΑ ΕΙΠΩΘΗΚΕ: «Εκεί που είναι ο θησαυρός σας, εκεί είναι και η καρδιά σας» -ο δικός μας θησαυρός είναι εκεί όπου βρίσκονται οι κυψέλες της γνώσης μας. Πάντα προς αυτές πηγαίνουμε, σαν να ‘μασταν από γεννησιμιού μας φτερωτά έντομα και συλλέκτες του μελιού της γνώσης, νοιαζόμαστε, με όλη τη δύναμη της καρδιάς μας, μόνο για ένα πράγμα -«να φέρουμε κάτι στο σπίτι».
ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΩΡΑ ΣΤΗ ΖΩΗ, στα λεγόμενα «βιώματα» -ποιος από μας έχει αρκετή σοβαρότητα και γι’ αυτό; Ή αρκετό χρόνο; Φοβάμαι πως για τέτοιες υποθέσεις δεν ενδιαφερόμασταν ποτέ: δεν έχουμε την καρδιά μας εκεί -ούτε καν τα αφτιά μας! Μοιάζουμε μάλλον με έναν θεϊκά αφηρημένο και βυθισμένο στον εαυτό του Άνθρωπο, που η καμπάνα του μεσημεριού χτύπησε με όλη της τη δύναμη τους δώδεκά της χτύπους του μεσημεριού, κι εκείνος με μιας αναπηδά και αναρωτιέται: «Τι ώρα χτύπησε;».
ΕΤΣΙ ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΤΡΙΒΟΥΜΕ ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ Τ’ ΑΦΤΙΑ ΜΑΣ εκ των υστέρων και ρωτάμε, εντελώς σαστισμένοι, εντελώς μπερδεμένοι, «τι ήταν στ’ αλήθεια αυτό που μόλις βιώσαμε;». Ακόμη περισσότερο, «ποιοι είμαστε τελικά;» Τότε μετράμε εκ των υστέρων, όπως είπαμε, όλους τους δονούμενους ακόμη χτύπους της καμπάνας του βιώματός μας, της ζωής μας, του Είναι μας -αχ! και κάνουμε λάθος στο μέτρημα…
ΜΕΝΟΥΜΕ ΚΑΤ’ ΑΝΑΓΚΗΝ ΞΕΝΟΙ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ, δεν τον καταλαβαίνουμε, συγχέουμε τον εαυτό μας με άλλους· για μας ισχύει ο νόμος στους αιώνες των αιώνων: «Κανένας δεν είναι πιο ξένος προς τον εαυτό του από τον εαυτό του», όσον αφορά στον εαυτό μας, δεν είμαστε από εκείνους που «αναζητούν τη γνώση».
Φ. Νίτσε, Η Γενεαλογία της Ηθικής
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΑΙ
ΘΟΥΚ 8.52.1–8.54.4
ΘΟΥΚ 8.52.1–8.54.4
(ΘΟΥΚ 8.47.1–8.59.1: Η δράση του Αλκιβιάδη στην Ιωνία)
Ο Αλκιβιάδης εντείνει τις προσπάθειές του – Πρόταση του Πείσανδρου για επιβολή ολιγαρχικού πολιτεύματος
[8.52.1] Μετὰ δὲ τοῦτο Ἀλκιβιάδης μὲν Τισσαφέρνην παρε-
σκεύαζε καὶ ἀνέπειθεν ὅπως φίλος ἔσται τοῖς Ἀθηναίοις,
δεδιότα μὲν τοὺς Πελοποννησίους, ὅτι πλέοσι ναυσὶ τῶν
Ἀθηναίων παρῆσαν, βουλόμενον δὲ ὅμως, εἰ δύναιτό πως,
πεισθῆναι, ἄλλως τε καὶ ἐπειδὴ τὴν ἐν τῇ Κνίδῳ διαφορὰν
περὶ τῶν Θηριμένους σπονδῶν ᾔσθετο τῶν Πελοποννησίων
(ἤδη γὰρ κατὰ τοῦτον τὸν καιρὸν ἐν τῇ Ῥόδῳ ὄντων αὐτῶν
ἐγεγένητο)· ἐν ᾗ τὸν τοῦ Ἀλκιβιάδου λόγον πρότερον εἰρη-
μένον περὶ τοῦ ἐλευθεροῦν τοὺς Λακεδαιμονίους τὰς ἁπάσας
πόλεις ἐπηλήθευσεν ὁ Λίχας, οὐ φάσκων ἀνεκτὸν εἶναι
ξυγκεῖσθαι κρατεῖν βασιλέα τῶν πόλεων ὧν ποτὲ καὶ πρό-
τερον ἢ αὐτὸς ἢ οἱ πατέρες ἦρχον. καὶ ὁ μὲν Ἀλκιβιάδης,
ἅτε περὶ μεγάλων ἀγωνιζόμενος, προθύμως τὸν Τισσαφέρνην
θεραπεύων προσέκειτο· [8.53.1] οἱ δὲ μετὰ τοῦ Πεισάνδρου πρέσβεις
τῶν Ἀθηναίων ἀποσταλέντες ἐκ τῆς Σάμου ἀφικόμενοι ἐς
τὰς Ἀθήνας λόγους ἐποιοῦντο ἐν τῷ δήμῳ κεφαλαιοῦντες
ἐκ πολλῶν, μάλιστα δὲ ὡς ἐξείη αὐτοῖς Ἀλκιβιάδην κατα-
γαγοῦσι καὶ μὴ τὸν αὐτὸν τρόπον δημοκρατουμένοις βασιλέα
τε ξύμμαχον ἔχειν καὶ Πελοποννησίων περιγενέσθαι. [8.53.2] ἀντι-
λεγόντων δὲ πολλῶν καὶ ἄλλων περὶ τῆς δημοκρατίας καὶ
τῶν Ἀλκιβιάδου ἅμα ἐχθρῶν διαβοώντων ὡς δεινὸν εἴη
εἰ τοὺς νόμους βιασάμενος κάτεισι, καὶ Εὐμολπιδῶν καὶ
Κηρύκων περὶ τῶν μυστικῶν δι’ ἅπερ ἔφυγε μαρτυρομένων
καὶ ἐπιθειαζόντων μὴ κατάγειν, ὁ Πείσανδρος παρελθὼν
πρὸς πολλὴν ἀντιλογίαν καὶ σχετλιασμὸν ἠρώτα ἕνα ἕκαστον
παράγων τῶν ἀντιλεγόντων, εἴ τινα ἐλπίδα ἔχει σωτηρίας
τῇ πόλει, Πελοποννησίων ναῦς τε οὐκ ἐλάσσους σφῶν ἐν
τῇ θαλάσσῃ ἀντιπρῴρους ἐχόντων καὶ πόλεις ξυμμαχίδας
πλείους, βασιλέως τε αὐτοῖς καὶ Τισσαφέρνους χρήματα
παρεχόντων, σφίσι τε οὐκέτι ὄντων, εἰ μή τις πείσει
βασιλέα μεταστῆναι παρὰ σφᾶς. [8.53.3] ὁπότε δὲ μὴ φαῖεν ἐρω-
τώμενοι, ἐνταῦθα δὴ σαφῶς ἔλεγεν αὐτοῖς ὅτι «τοῦτο τοίνυν
οὐκ ἔστιν ἡμῖν γενέσθαι, εἰ μὴ πολιτεύσομεν τε σωφρονέσ-
τερον καὶ ἐς ὀλίγους μᾶλλον τὰς ἀρχὰς ποιήσομεν, ἵνα
πιστεύῃ ἡμῖν βασιλεύς, καὶ μὴ περὶ πολιτείας τὸ πλέον
βουλεύσομεν ἐν τῷ παρόντι ἢ περὶ σωτηρίας (ὕστερον γὰρ
ἐξέσται ἡμῖν καὶ μεταθέσθαι, ἢν μή τι ἀρέσκῃ), Ἀλκιβιάδην
τε κατάξομεν, ὃς μόνος τῶν νῦν οἷός τε τοῦτο κατεργάσασθαι.»
[8.54.1] ὁ δὲ δῆμος τὸ μὲν πρῶτον ἀκούων χαλεπῶς ἔφερε τὸ περὶ
τῆς ὀλιγαρχίας· σαφῶς δὲ διδασκόμενος ὑπὸ τοῦ Πεισάν-
δρου μὴ εἶναι ἄλλην σωτηρίαν, δείσας καὶ ἅμα ἐπελπίζων
ὡς καὶ μεταβαλεῖται, ἐνέδωκεν. [8.54.2] καὶ ἐψηφίσαντο πλεύ-
σαντα τὸν Πείσανδρον καὶ δέκα ἄνδρας μετ’ αὐτοῦ πράσσειν
ὅπῃ [ἂν] αὐτοῖς δοκοίη ἄριστα ἕξειν τά τε πρὸς τὸν Τισ-
σαφέρνην καὶ τὸν Ἀλκιβιάδην. [8.54.3] ἅμα τε διαβαλόντος καὶ
Φρύνιχον τοῦ Πεισάνδρου παρέλυσεν ὁ δῆμος τῆς ἀρχῆς
καὶ τὸν ξυνάρχοντα Σκιρωνίδην, ἀντέπεμψαν δὲ στρατηγοὺς
ἐπὶ τὰς ναῦς Διομέδοντα καὶ Λέοντα. τὸν δὲ Φρύνιχον ὁ
Πείσανδρος φάσκων Ἴασον προδοῦναι καὶ Ἀμόργην διέ-
βαλεν, οὐ νομίζων ἐπιτήδειον εἶναι τοῖς πρὸς τὸν Ἀλκιβιάδην
πρασσομένοις. [8.54.4] καὶ ὁ μὲν Πείσανδρος τάς τε ξυνωμοσίας,
αἵπερ ἐτύγχανον πρότερον ἐν τῇ πόλει οὖσαι ἐπὶ δίκαις
καὶ ἀρχαῖς, ἁπάσας ἐπελθὼν καὶ παρακελευσάμενος ὅπως
ξυστραφέντες καὶ κοινῇ βουλευσάμενοι καταλύσουσι τὸν
δῆμον, καὶ τἆλλα παρασκευάσας ἐπὶ τοῖς παροῦσιν ὥστε
μηκέτι διαμέλλεσθαι, αὐτὸς μετὰ τῶν δέκα ἀνδρῶν τὸν
πλοῦν ὡς τὸν Τισσαφέρνην ποιεῖται.
[8.52.1] Μετὰ δὲ τοῦτο Ἀλκιβιάδης μὲν Τισσαφέρνην παρε-
σκεύαζε καὶ ἀνέπειθεν ὅπως φίλος ἔσται τοῖς Ἀθηναίοις,
δεδιότα μὲν τοὺς Πελοποννησίους, ὅτι πλέοσι ναυσὶ τῶν
Ἀθηναίων παρῆσαν, βουλόμενον δὲ ὅμως, εἰ δύναιτό πως,
πεισθῆναι, ἄλλως τε καὶ ἐπειδὴ τὴν ἐν τῇ Κνίδῳ διαφορὰν
περὶ τῶν Θηριμένους σπονδῶν ᾔσθετο τῶν Πελοποννησίων
(ἤδη γὰρ κατὰ τοῦτον τὸν καιρὸν ἐν τῇ Ῥόδῳ ὄντων αὐτῶν
ἐγεγένητο)· ἐν ᾗ τὸν τοῦ Ἀλκιβιάδου λόγον πρότερον εἰρη-
μένον περὶ τοῦ ἐλευθεροῦν τοὺς Λακεδαιμονίους τὰς ἁπάσας
πόλεις ἐπηλήθευσεν ὁ Λίχας, οὐ φάσκων ἀνεκτὸν εἶναι
ξυγκεῖσθαι κρατεῖν βασιλέα τῶν πόλεων ὧν ποτὲ καὶ πρό-
τερον ἢ αὐτὸς ἢ οἱ πατέρες ἦρχον. καὶ ὁ μὲν Ἀλκιβιάδης,
ἅτε περὶ μεγάλων ἀγωνιζόμενος, προθύμως τὸν Τισσαφέρνην
θεραπεύων προσέκειτο· [8.53.1] οἱ δὲ μετὰ τοῦ Πεισάνδρου πρέσβεις
τῶν Ἀθηναίων ἀποσταλέντες ἐκ τῆς Σάμου ἀφικόμενοι ἐς
τὰς Ἀθήνας λόγους ἐποιοῦντο ἐν τῷ δήμῳ κεφαλαιοῦντες
ἐκ πολλῶν, μάλιστα δὲ ὡς ἐξείη αὐτοῖς Ἀλκιβιάδην κατα-
γαγοῦσι καὶ μὴ τὸν αὐτὸν τρόπον δημοκρατουμένοις βασιλέα
τε ξύμμαχον ἔχειν καὶ Πελοποννησίων περιγενέσθαι. [8.53.2] ἀντι-
λεγόντων δὲ πολλῶν καὶ ἄλλων περὶ τῆς δημοκρατίας καὶ
τῶν Ἀλκιβιάδου ἅμα ἐχθρῶν διαβοώντων ὡς δεινὸν εἴη
εἰ τοὺς νόμους βιασάμενος κάτεισι, καὶ Εὐμολπιδῶν καὶ
Κηρύκων περὶ τῶν μυστικῶν δι’ ἅπερ ἔφυγε μαρτυρομένων
καὶ ἐπιθειαζόντων μὴ κατάγειν, ὁ Πείσανδρος παρελθὼν
πρὸς πολλὴν ἀντιλογίαν καὶ σχετλιασμὸν ἠρώτα ἕνα ἕκαστον
παράγων τῶν ἀντιλεγόντων, εἴ τινα ἐλπίδα ἔχει σωτηρίας
τῇ πόλει, Πελοποννησίων ναῦς τε οὐκ ἐλάσσους σφῶν ἐν
τῇ θαλάσσῃ ἀντιπρῴρους ἐχόντων καὶ πόλεις ξυμμαχίδας
πλείους, βασιλέως τε αὐτοῖς καὶ Τισσαφέρνους χρήματα
παρεχόντων, σφίσι τε οὐκέτι ὄντων, εἰ μή τις πείσει
βασιλέα μεταστῆναι παρὰ σφᾶς. [8.53.3] ὁπότε δὲ μὴ φαῖεν ἐρω-
τώμενοι, ἐνταῦθα δὴ σαφῶς ἔλεγεν αὐτοῖς ὅτι «τοῦτο τοίνυν
οὐκ ἔστιν ἡμῖν γενέσθαι, εἰ μὴ πολιτεύσομεν τε σωφρονέσ-
τερον καὶ ἐς ὀλίγους μᾶλλον τὰς ἀρχὰς ποιήσομεν, ἵνα
πιστεύῃ ἡμῖν βασιλεύς, καὶ μὴ περὶ πολιτείας τὸ πλέον
βουλεύσομεν ἐν τῷ παρόντι ἢ περὶ σωτηρίας (ὕστερον γὰρ
ἐξέσται ἡμῖν καὶ μεταθέσθαι, ἢν μή τι ἀρέσκῃ), Ἀλκιβιάδην
τε κατάξομεν, ὃς μόνος τῶν νῦν οἷός τε τοῦτο κατεργάσασθαι.»
[8.54.1] ὁ δὲ δῆμος τὸ μὲν πρῶτον ἀκούων χαλεπῶς ἔφερε τὸ περὶ
τῆς ὀλιγαρχίας· σαφῶς δὲ διδασκόμενος ὑπὸ τοῦ Πεισάν-
δρου μὴ εἶναι ἄλλην σωτηρίαν, δείσας καὶ ἅμα ἐπελπίζων
ὡς καὶ μεταβαλεῖται, ἐνέδωκεν. [8.54.2] καὶ ἐψηφίσαντο πλεύ-
σαντα τὸν Πείσανδρον καὶ δέκα ἄνδρας μετ’ αὐτοῦ πράσσειν
ὅπῃ [ἂν] αὐτοῖς δοκοίη ἄριστα ἕξειν τά τε πρὸς τὸν Τισ-
σαφέρνην καὶ τὸν Ἀλκιβιάδην. [8.54.3] ἅμα τε διαβαλόντος καὶ
Φρύνιχον τοῦ Πεισάνδρου παρέλυσεν ὁ δῆμος τῆς ἀρχῆς
καὶ τὸν ξυνάρχοντα Σκιρωνίδην, ἀντέπεμψαν δὲ στρατηγοὺς
ἐπὶ τὰς ναῦς Διομέδοντα καὶ Λέοντα. τὸν δὲ Φρύνιχον ὁ
Πείσανδρος φάσκων Ἴασον προδοῦναι καὶ Ἀμόργην διέ-
βαλεν, οὐ νομίζων ἐπιτήδειον εἶναι τοῖς πρὸς τὸν Ἀλκιβιάδην
πρασσομένοις. [8.54.4] καὶ ὁ μὲν Πείσανδρος τάς τε ξυνωμοσίας,
αἵπερ ἐτύγχανον πρότερον ἐν τῇ πόλει οὖσαι ἐπὶ δίκαις
καὶ ἀρχαῖς, ἁπάσας ἐπελθὼν καὶ παρακελευσάμενος ὅπως
ξυστραφέντες καὶ κοινῇ βουλευσάμενοι καταλύσουσι τὸν
δῆμον, καὶ τἆλλα παρασκευάσας ἐπὶ τοῖς παροῦσιν ὥστε
μηκέτι διαμέλλεσθαι, αὐτὸς μετὰ τῶν δέκα ἀνδρῶν τὸν
πλοῦν ὡς τὸν Τισσαφέρνην ποιεῖται.
***
[8.52.1] Ύστερ' απ' αυτά εξακολούθησε ο Αλκιβιάδης να προετοιμάζει και να δασκαλεύει τον Τισσαφέρνη, με ποιον τρόπο να μεταγυρίσει τη φιλία του προς τους Αθηναίους· ο Τισσαφέρνης είχε αρχίσει να φοβάται κι αυτούς τους Λακεδαιμονίους, γιατί βρίσκονταν στα λημέρια του με περισσότερα καράβια παρά οι Αθηναίοι, και ήθελε ν' ακολουθήσει τις ορμήνειες του Αλκιβιάδη, αν μπορούσε με κάποιον τρόπο να πειστεί με ισχυρά επιχειρήματα τόσο γι' άλλους λόγους όσο και γιατί είχε μάθει τη διένεξη στην Κνίδο ανάμεσα στους Πελοποννησίους ως για τις σπονδές του Θηριμένη (γιατί είχε ξεσπάσει στο κεφάλι του την εποχή που βρίσκονταν οι Λακεδαιμόνιοι στη Ρόδο)· εκεί ο Λίχας είχε επικυρώσει με τις δηλώσεις του όσα του είχε πει προτήτερα ο Αλκιβιάδης, πως πολιτική των Λακεδαιμονίων ήταν να ελευθερώσουν όλες τις Ελληνικές πολιτείες χωρίς εξαίρεση, λέγοντας πως ήταν αβάσταχτο να υπάρχουνε συνθήκες που έδιναν στο βασιλιά της Περσίας την επικυριαρχία σε όσες πολιτείες εξουσίασε ποτέ ή αυτός ο ίδιος ή οι πρόγονοί του. Και τώρα βέβαια ο Αλκιβιάδης, που τα έπαιζε όλα για όλα κολάκευε κι ορμήνευε τον Τισσαφέρνη με ζήλο πολύ κ' επιμονή.
[8.53.1] Οι πρέσβεις τώρα που είχανε στείλει από τη Σάμο οι Αθηναίοι με αρχηγό τον Πείσανδρο, όταν έφτασαν στην Αθήνα, μίλησαν μπροστά στην σύναξη του λαού, συγκεφαλαιώνοντας πολλά επιχειρήματα και τονίζοντας πως είχαν τώρα οι Αθηναίοι τη δυνατότητα, αν ξανάφερναν πίσω τον Αλκιβιάδη και δεν κρατούσαν το ίδιο δημοκρατικό πολίτευμα, να κερδίσουν τη συμμαχία του Πέρση βασιλιά, και να νικήσουν τους Πελοποννησίους. [8.53.2] Ενώ όμως πολλοί διαμαρτύρονταν, άλλοι υπερασπίζοντας τη δημοκρατία, κ' οι προσωπικοί εχτροί του Αλκιβιάδη φωνάζοντας πως θα ήταν φοβερό να γυρίσει αυτός πίσω πατώντας τους νόμους, και ενώ οι Ευμολπίδες κ' οι Κήρυκες μιλούσαν για τα μυστήρια που για την παράβασή τους είχε εξοριστεί, κ' επικαλούνταν τη μαρτυρία των θεών κ' εξόρκιζαν τον κόσμο να μην τον επαναπατρίσουν, ανέβηκε στο βήμα ο Πείσανδρος, και μιλώντας προς το καταταραγμένο πλήθος κι ακούγοντας από παντού βρισιές κι αντιλογίες, άρχισε να ρωτάει έναν–έναν όσους αντιμιλούσαν, ανεβάζοντάς τους διαδοχικά στο βήμα, τι ελπίδες είχε να σωθεί η πολιτεία τώρα που οι Πελοποννήσιοι είχανε στη θάλασσα καράβια όχι λιγότερα από τα δικά τους, που μπορούν να τους αντιμετωπίσουν πλώρη με πλώρη, καθώς και περισσότερες συμμαχικές πολιτείες απ' αυτούς, και που τους έδιναν χρήματα ο βασιλιάς κι ο Τισσαφέρνης, ενώ οι Αθηναίοι δεν είχαν πια καθόλου, εξόν αν βρισκόταν κάποιος να πείσει το βασιλιά ν' αλλάξει πολιτική και να 'ρθει με το μέρος τους. [8.53.3] Και κάθε φορά που δε μπορούσε ν' απαντήσει ο άλλος παρά πως δεν υπήρχε άλλη ελπίδα, τους έλεγε καθαρά και ξάστερα: «Αυτό λοιπόν δεν μπορεί να μας έρθει αν δεν πολιτευθούμε πιο λογικά κι αν δε δώσουμε την εξουσία στους ολιγαρχικούς για να μας δώσει την εμπιστοσύνη του ο βασιλιάς· (και δε συζητούμε αυτή τη στιγμή για πολίτευμα, παρά για την ίδια την επιβίωσή μας· αργότερα θα γίνει ίσως δυνατό να το γυρίσομε πάλι στη δημοκρατία, αν δε μείνομε ευχαριστημένοι με την αλλαγή), κι αν δε φέρομε πίσω τον Αλκιβιάδη, που είναι ο μόνος από τους συγχρόνους μας που μπορεί να το καταφέρει αυτό».
[8.54.1] Ο λαός όμως, μόλις το πρωτάκουσε για την ολιγαρχία, αγανάχτησε, με την καθαρή όμως ανάπτυξη του Πεισάνδρου πως δεν είναι άλλος τρόπος να σωθούν, και φοβισμένος σύγκαιρα ελπίζοντας πως θα μπορέσει να μεταλλάξει πάλι τα πράματα, υποχώρησε. [8.54.2] Και ψήφισαν να φύγει ο Πείσανδρος και δέκα άλλοι άντρες μαζί του και να διαπραγματευθούν όπως τους φανεί πιο σωστό ως για τις σχέσεις με τον Τισσαφέρνη και με τον Αλκιβιάδη. [8.54.3] Συγχρόνως, επειδή τους συκοφάντησε αυτός το Φρύνιχο, τον έπαψαν από στρατηγό καθώς και το συστράτηγό του το Σκιρωνίδη κ' έστειλαν στη θέση τους στρατηγούς στα καράβια το Διομέδοντα και το Λέοντα. Το Φρύνιχο τον συκοφάντησε ο Πείσανδρος λέγοντας πως είχε προδώσει την Ίασο και την Αμόργη, επειδή δεν τον θεωρούσε ευνοϊκό προς τις διαπραγματεύσεις με τον Αλκιβιάδη. [8.54.4] Και ο Πείσανδρος πήγε σ' όλες τις λέσχες και τους συνδέσμους που υπήρχαν προτήτερα στην πολιτεία για να επηρεάζουν τα δικαστήρια και την εκλογή των αρχόντων και τους ορμήνεψε να ενωθούν όλοι μαζί και να πάρουν κοινά μέτρα για να καταλύσουν τη δημοκρατία· κι αφού προετοίμασε όλες τις άλλες ενέργειες, ώστε να μη καθυστερήσει η εξέλιξη των πραγμάτων, ξεκίνησε με τους δέκα άντρες στο ταξίδι του προς τον Τισσαφέρνη.
[8.52.1] Ύστερ' απ' αυτά εξακολούθησε ο Αλκιβιάδης να προετοιμάζει και να δασκαλεύει τον Τισσαφέρνη, με ποιον τρόπο να μεταγυρίσει τη φιλία του προς τους Αθηναίους· ο Τισσαφέρνης είχε αρχίσει να φοβάται κι αυτούς τους Λακεδαιμονίους, γιατί βρίσκονταν στα λημέρια του με περισσότερα καράβια παρά οι Αθηναίοι, και ήθελε ν' ακολουθήσει τις ορμήνειες του Αλκιβιάδη, αν μπορούσε με κάποιον τρόπο να πειστεί με ισχυρά επιχειρήματα τόσο γι' άλλους λόγους όσο και γιατί είχε μάθει τη διένεξη στην Κνίδο ανάμεσα στους Πελοποννησίους ως για τις σπονδές του Θηριμένη (γιατί είχε ξεσπάσει στο κεφάλι του την εποχή που βρίσκονταν οι Λακεδαιμόνιοι στη Ρόδο)· εκεί ο Λίχας είχε επικυρώσει με τις δηλώσεις του όσα του είχε πει προτήτερα ο Αλκιβιάδης, πως πολιτική των Λακεδαιμονίων ήταν να ελευθερώσουν όλες τις Ελληνικές πολιτείες χωρίς εξαίρεση, λέγοντας πως ήταν αβάσταχτο να υπάρχουνε συνθήκες που έδιναν στο βασιλιά της Περσίας την επικυριαρχία σε όσες πολιτείες εξουσίασε ποτέ ή αυτός ο ίδιος ή οι πρόγονοί του. Και τώρα βέβαια ο Αλκιβιάδης, που τα έπαιζε όλα για όλα κολάκευε κι ορμήνευε τον Τισσαφέρνη με ζήλο πολύ κ' επιμονή.
[8.53.1] Οι πρέσβεις τώρα που είχανε στείλει από τη Σάμο οι Αθηναίοι με αρχηγό τον Πείσανδρο, όταν έφτασαν στην Αθήνα, μίλησαν μπροστά στην σύναξη του λαού, συγκεφαλαιώνοντας πολλά επιχειρήματα και τονίζοντας πως είχαν τώρα οι Αθηναίοι τη δυνατότητα, αν ξανάφερναν πίσω τον Αλκιβιάδη και δεν κρατούσαν το ίδιο δημοκρατικό πολίτευμα, να κερδίσουν τη συμμαχία του Πέρση βασιλιά, και να νικήσουν τους Πελοποννησίους. [8.53.2] Ενώ όμως πολλοί διαμαρτύρονταν, άλλοι υπερασπίζοντας τη δημοκρατία, κ' οι προσωπικοί εχτροί του Αλκιβιάδη φωνάζοντας πως θα ήταν φοβερό να γυρίσει αυτός πίσω πατώντας τους νόμους, και ενώ οι Ευμολπίδες κ' οι Κήρυκες μιλούσαν για τα μυστήρια που για την παράβασή τους είχε εξοριστεί, κ' επικαλούνταν τη μαρτυρία των θεών κ' εξόρκιζαν τον κόσμο να μην τον επαναπατρίσουν, ανέβηκε στο βήμα ο Πείσανδρος, και μιλώντας προς το καταταραγμένο πλήθος κι ακούγοντας από παντού βρισιές κι αντιλογίες, άρχισε να ρωτάει έναν–έναν όσους αντιμιλούσαν, ανεβάζοντάς τους διαδοχικά στο βήμα, τι ελπίδες είχε να σωθεί η πολιτεία τώρα που οι Πελοποννήσιοι είχανε στη θάλασσα καράβια όχι λιγότερα από τα δικά τους, που μπορούν να τους αντιμετωπίσουν πλώρη με πλώρη, καθώς και περισσότερες συμμαχικές πολιτείες απ' αυτούς, και που τους έδιναν χρήματα ο βασιλιάς κι ο Τισσαφέρνης, ενώ οι Αθηναίοι δεν είχαν πια καθόλου, εξόν αν βρισκόταν κάποιος να πείσει το βασιλιά ν' αλλάξει πολιτική και να 'ρθει με το μέρος τους. [8.53.3] Και κάθε φορά που δε μπορούσε ν' απαντήσει ο άλλος παρά πως δεν υπήρχε άλλη ελπίδα, τους έλεγε καθαρά και ξάστερα: «Αυτό λοιπόν δεν μπορεί να μας έρθει αν δεν πολιτευθούμε πιο λογικά κι αν δε δώσουμε την εξουσία στους ολιγαρχικούς για να μας δώσει την εμπιστοσύνη του ο βασιλιάς· (και δε συζητούμε αυτή τη στιγμή για πολίτευμα, παρά για την ίδια την επιβίωσή μας· αργότερα θα γίνει ίσως δυνατό να το γυρίσομε πάλι στη δημοκρατία, αν δε μείνομε ευχαριστημένοι με την αλλαγή), κι αν δε φέρομε πίσω τον Αλκιβιάδη, που είναι ο μόνος από τους συγχρόνους μας που μπορεί να το καταφέρει αυτό».
[8.54.1] Ο λαός όμως, μόλις το πρωτάκουσε για την ολιγαρχία, αγανάχτησε, με την καθαρή όμως ανάπτυξη του Πεισάνδρου πως δεν είναι άλλος τρόπος να σωθούν, και φοβισμένος σύγκαιρα ελπίζοντας πως θα μπορέσει να μεταλλάξει πάλι τα πράματα, υποχώρησε. [8.54.2] Και ψήφισαν να φύγει ο Πείσανδρος και δέκα άλλοι άντρες μαζί του και να διαπραγματευθούν όπως τους φανεί πιο σωστό ως για τις σχέσεις με τον Τισσαφέρνη και με τον Αλκιβιάδη. [8.54.3] Συγχρόνως, επειδή τους συκοφάντησε αυτός το Φρύνιχο, τον έπαψαν από στρατηγό καθώς και το συστράτηγό του το Σκιρωνίδη κ' έστειλαν στη θέση τους στρατηγούς στα καράβια το Διομέδοντα και το Λέοντα. Το Φρύνιχο τον συκοφάντησε ο Πείσανδρος λέγοντας πως είχε προδώσει την Ίασο και την Αμόργη, επειδή δεν τον θεωρούσε ευνοϊκό προς τις διαπραγματεύσεις με τον Αλκιβιάδη. [8.54.4] Και ο Πείσανδρος πήγε σ' όλες τις λέσχες και τους συνδέσμους που υπήρχαν προτήτερα στην πολιτεία για να επηρεάζουν τα δικαστήρια και την εκλογή των αρχόντων και τους ορμήνεψε να ενωθούν όλοι μαζί και να πάρουν κοινά μέτρα για να καταλύσουν τη δημοκρατία· κι αφού προετοίμασε όλες τις άλλες ενέργειες, ώστε να μη καθυστερήσει η εξέλιξη των πραγμάτων, ξεκίνησε με τους δέκα άντρες στο ταξίδι του προς τον Τισσαφέρνη.
Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2022
ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (21.80-21.162)
80 Ὣς φάτο, καί ῥ᾽ Εὔμαιον ἀνώγει, δῖον ὑφορβόν,
τόξον μνηστήρεσσι θέμεν πολιόν τε σίδηρον.
δακρύσας δ᾽ Εὔμαιος ἐδέξατο καὶ κατέθηκε·
κλαῖε δὲ βουκόλος ἄλλοθ᾽, ἐπεὶ ἴδε τόξον ἄνακτος.
Ἀντίνοος δ᾽ ἐνένιπεν ἔπος τ᾽ ἔφατ᾽ ἔκ τ᾽ ὀνόμαζε·
85 «νήπιοι ἀγροιῶται, ἐφημέρια φρονέοντες,
ἆ δειλώ, τί νυ δάκρυ κατείβετον ἠδὲ γυναικὶ
θυμὸν ἐνὶ στήθεσσιν ὀρίνετον; ᾗ τε καὶ ἄλλως
κεῖται ἐν ἄλγεσι θυμός, ἐπεὶ φίλον ὤλεσ᾽ ἀκοίτην.
ἀλλ᾽ ἀκέων δαίνυσθε καθήμενοι, ἠὲ θύραζε
90 κλαίετον ἐξελθόντε, κατ᾽ αὐτόθι τόξα λιπόντε,
μνηστήρεσσιν ἄεθλον ἀάατον· οὐ γὰρ ὀΐω
ῥηϊδίως τόδε τόξον ἐΰξοον ἐντανύεσθαι.
οὐ γάρ τις μέτα τοῖος ἀνὴρ ἐν τοίσδεσι πᾶσιν
οἷος Ὀδυσσεὺς ἔσκεν· ἐγὼ δέ μιν αὐτὸς ὄπωπα,
95 καὶ γὰρ μνήμων εἰμί, πάϊς δ᾽ ἔτι νήπιος ἦα.»
Ὣς φάτο, τῷ δ᾽ ἄρα θυμὸς ἐνὶ στήθεσσιν ἐώλπει
νευρὴν ἐντανύειν διοϊστεύσειν τε σιδήρου.
ἦ τοι ὀϊστοῦ γε πρῶτος γεύσεσθαι ἔμελλεν
ἐκ χειρῶν Ὀδυσῆος ἀμύμονος, ὃν τότ᾽ ἀτίμα
100 ἥμενος ἐν μεγάροις, ἐπὶ δ᾽ ὄρνυε πάντας ἑταίρους.
τοῖσι δὲ καὶ μετέειφ᾽ ἱερὴ ἲς Τηλεμάχοιο·
«ὢ πόποι, ἦ μάλα με Ζεὺς ἄφρονα θῆκε Κρονίων·
μήτηρ μέν μοί φησι φίλη, πινυτή περ ἐοῦσα,
ἄλλῳ ἅμ᾽ ἕψεσθαι νοσφισσαμένη τόδε δῶμα·
105 αὐτὰρ ἐγὼ γελόω καὶ τέρπομαι ἄφρονι θυμῷ.
ἀλλ᾽ ἄγετε, μνηστῆρες, ἐπεὶ τόδε φαίνετ᾽ ἄεθλον,
οἵη νῦν οὐκ ἔστι γυνὴ κατ᾽ Ἀχαιΐδα γαῖαν,
οὔτε Πύλου ἱερῆς οὔτ᾽ Ἄργεος οὔτε Μυκήνης·
οὔτ᾽ αὐτῆς Ἰθάκης οὔτ᾽ ἠπείροιο μελαίνης·
110 καὶ δ᾽ αὐτοὶ τόδε ἴστε· τί με χρὴ μητέρος αἴνου;
ἀλλ᾽ ἄγε μὴ μύνῃσι παρέλκετε μηδ᾽ ἔτι τόξου
δηρὸν ἀποτρωπᾶσθε τανυστύος, ὄφρα ἴδωμεν.
καὶ δέ κεν αὐτὸς ἐγὼ τοῦ τόξου πειρησαίμην·
εἰ δέ κεν ἐντανύσω διοϊστεύσω τε σιδήρου,
115 οὔ κέ μοι ἀχνυμένῳ τάδε δώματα πότνια μήτηρ
λείποι ἅμ᾽ ἄλλῳ ἰοῦσ᾽, ὅτ᾽ ἐγὼ κατόπισθε λιποίμην
οἷός τ᾽ ἤδη πατρὸς ἀέθλια κάλ᾽ ἀνελέσθαι.»
Ἦ καὶ ἀπ᾽ ὤμοιϊν χλαῖναν θέτο φοινικόεσσαν
ὀρθὸς ἀναΐξας, ἀπὸ δὲ ξίφος ὀξὺ θέτ᾽ ὤμων.
120 πρῶτον μὲν πελέκεας στῆσεν, διὰ τάφρον ὀρύξας
πᾶσι μίαν μακρήν, καὶ ἐπὶ στάθμην ἴθυνεν,
ἀμφὶ δὲ γαῖαν ἔναξε· τάφος δ᾽ ἕλε πάντας ἰδόντας,
ὡς εὐκόσμως στῆσε· πάρος δ᾽ οὔ πώ ποτ᾽ ὀπώπει.
στῆ δ᾽ ἄρ᾽ ἐπ᾽ οὐδὸν ἰὼν καὶ τόξου πειρήτιζε.
125 τρὶς μέν μιν πελέμιξεν ἐρύσσασθαι μενεαίνων,
τρὶς δὲ μεθῆκε βίης, ἐπιελπόμενος τό γε θυμῷ
νευρὴν ἐντανύειν διοϊστεύσειν τε σιδήρου.
καί νύ κε δὴ ῥ᾽ ἐτάνυσσε βίῃ τὸ τέταρτον ἀνέλκων,
ἀλλ᾽ Ὀδυσεὺς ἀνένευε καὶ ἔσχεθεν ἱέμενόν περ.
130 τοῖς δ᾽ αὖτις μετέειφ᾽ ἱερὴ ἲς Τηλεμάχοιο·
«ὢ πόποι, ἦ καὶ ἔπειτα κακός τ᾽ ἔσομαι καὶ ἄκικυς,
ἠὲ νεώτερός εἰμι καὶ οὔ πω χερσὶ πέποιθα
ἄνδρ᾽ ἀπαμύνασθαι, ὅτε τις πρότερος χαλεπήνῃ.
ἀλλ᾽ ἄγεθ᾽, οἵ περ ἐμεῖο βίῃ προφερέστεροί ἐστε,
135 τόξου πειρήσασθε, καὶ ἐκτελέωμεν ἄεθλον.»
Ὣς εἰπὼν τόξον μὲν ἀπὸ ἕο θῆκε χαμᾶζε,
κλίνας κολλητῇσιν ἐϋξέστῃς σανίδεσσιν,
αὐτοῦ δ᾽ ὠκὺ βέλος καλῇ προσέκλινε κορώνῃ,
ἂψ δ᾽ αὖτις κατ᾽ ἄρ᾽ ἕζετ᾽ ἐπὶ θρόνου, ἔνθεν ἀνέστη.
140 τοῖσιν δ᾽ Ἀντίνοος μετέφη, Εὐπείθεος υἱός·
«ὄρνυσθ᾽ ἑξείης ἐπιδέξια πάντες ἑταῖροι,
ἀρξάμενοι τοῦ χώρου, ὅθεν τέ περ οἰνοχοεύει.»
Ὣς ἔφατ᾽ Ἀντίνοος, τοῖσιν δ᾽ ἐπιήνδανε μῦθος.
Ληώδης δὲ πρῶτος ἀνίστατο, Οἴνοπος υἱός,
145 ὅ σφι θυοσκόος ἔσκε, παρὰ κρητῆρα δὲ καλὸν
ἷζε μυχοίτατος αἰεί· ἀτασθαλίαι δέ οἱ οἴῳ
ἐχθραὶ ἔσαν, πᾶσιν δὲ νεμέσσα μνηστήρεσσιν·
ὅς ῥα τότε πρῶτος τόξον λάβε καὶ βέλος ὠκύ.
στῆ δ᾽ ἄρ᾽ ἐπ᾽ οὐδὸν ἰὼν καὶ τόξου πειρήτιζεν,
150 οὐδέ μιν ἐντάνυσε· πρὶν γὰρ κάμε χεῖρας ἀνέλκων
ἀτρίπτους ἁπαλάς· μετὰ δὲ μνηστῆρσιν ἔειπεν·
«ὦ φίλοι, οὐ μὲν ἐγὼ τανύω, λαβέτω δὲ καὶ ἄλλος.
πολλοὺς γὰρ τόδε τόξον ἀριστῆας κεκαδήσει
θυμοῦ καὶ ψυχῆς, ἐπεὶ ἦ πολὺ φέρτερόν ἐστι
155 τεθνάμεν ἢ ζώοντας ἁμαρτεῖν, οὗ θ᾽ ἕνεκ᾽ αἰεὶ
ἐνθάδ᾽ ὁμιλέομεν, ποτιδέγμενοι ἤματα πάντα.
νῦν μέν τις καὶ ἔλπετ᾽ ἐνὶ φρεσὶν ἠδὲ μενοινᾷ
γῆμαι Πηνελόπειαν, Ὀδυσσῆος παράκοιτιν.
αὐτὰρ ἐπὴν τόξου πειρήσεται ἠδὲ ἴδηται,
160 ἄλλην δή τιν᾽ ἔπειτα Ἀχαιϊάδων εὐπέπλων
μνάσθω ἐέδνοισιν διζήμενος· ἡ δέ κ᾽ ἔπειτα
γήμαιθ᾽ ὅς κε πλεῖστα πόροι καὶ μόρσιμος ἔλθοι.»
τόξον μνηστήρεσσι θέμεν πολιόν τε σίδηρον.
δακρύσας δ᾽ Εὔμαιος ἐδέξατο καὶ κατέθηκε·
κλαῖε δὲ βουκόλος ἄλλοθ᾽, ἐπεὶ ἴδε τόξον ἄνακτος.
Ἀντίνοος δ᾽ ἐνένιπεν ἔπος τ᾽ ἔφατ᾽ ἔκ τ᾽ ὀνόμαζε·
85 «νήπιοι ἀγροιῶται, ἐφημέρια φρονέοντες,
ἆ δειλώ, τί νυ δάκρυ κατείβετον ἠδὲ γυναικὶ
θυμὸν ἐνὶ στήθεσσιν ὀρίνετον; ᾗ τε καὶ ἄλλως
κεῖται ἐν ἄλγεσι θυμός, ἐπεὶ φίλον ὤλεσ᾽ ἀκοίτην.
ἀλλ᾽ ἀκέων δαίνυσθε καθήμενοι, ἠὲ θύραζε
90 κλαίετον ἐξελθόντε, κατ᾽ αὐτόθι τόξα λιπόντε,
μνηστήρεσσιν ἄεθλον ἀάατον· οὐ γὰρ ὀΐω
ῥηϊδίως τόδε τόξον ἐΰξοον ἐντανύεσθαι.
οὐ γάρ τις μέτα τοῖος ἀνὴρ ἐν τοίσδεσι πᾶσιν
οἷος Ὀδυσσεὺς ἔσκεν· ἐγὼ δέ μιν αὐτὸς ὄπωπα,
95 καὶ γὰρ μνήμων εἰμί, πάϊς δ᾽ ἔτι νήπιος ἦα.»
Ὣς φάτο, τῷ δ᾽ ἄρα θυμὸς ἐνὶ στήθεσσιν ἐώλπει
νευρὴν ἐντανύειν διοϊστεύσειν τε σιδήρου.
ἦ τοι ὀϊστοῦ γε πρῶτος γεύσεσθαι ἔμελλεν
ἐκ χειρῶν Ὀδυσῆος ἀμύμονος, ὃν τότ᾽ ἀτίμα
100 ἥμενος ἐν μεγάροις, ἐπὶ δ᾽ ὄρνυε πάντας ἑταίρους.
τοῖσι δὲ καὶ μετέειφ᾽ ἱερὴ ἲς Τηλεμάχοιο·
«ὢ πόποι, ἦ μάλα με Ζεὺς ἄφρονα θῆκε Κρονίων·
μήτηρ μέν μοί φησι φίλη, πινυτή περ ἐοῦσα,
ἄλλῳ ἅμ᾽ ἕψεσθαι νοσφισσαμένη τόδε δῶμα·
105 αὐτὰρ ἐγὼ γελόω καὶ τέρπομαι ἄφρονι θυμῷ.
ἀλλ᾽ ἄγετε, μνηστῆρες, ἐπεὶ τόδε φαίνετ᾽ ἄεθλον,
οἵη νῦν οὐκ ἔστι γυνὴ κατ᾽ Ἀχαιΐδα γαῖαν,
οὔτε Πύλου ἱερῆς οὔτ᾽ Ἄργεος οὔτε Μυκήνης·
οὔτ᾽ αὐτῆς Ἰθάκης οὔτ᾽ ἠπείροιο μελαίνης·
110 καὶ δ᾽ αὐτοὶ τόδε ἴστε· τί με χρὴ μητέρος αἴνου;
ἀλλ᾽ ἄγε μὴ μύνῃσι παρέλκετε μηδ᾽ ἔτι τόξου
δηρὸν ἀποτρωπᾶσθε τανυστύος, ὄφρα ἴδωμεν.
καὶ δέ κεν αὐτὸς ἐγὼ τοῦ τόξου πειρησαίμην·
εἰ δέ κεν ἐντανύσω διοϊστεύσω τε σιδήρου,
115 οὔ κέ μοι ἀχνυμένῳ τάδε δώματα πότνια μήτηρ
λείποι ἅμ᾽ ἄλλῳ ἰοῦσ᾽, ὅτ᾽ ἐγὼ κατόπισθε λιποίμην
οἷός τ᾽ ἤδη πατρὸς ἀέθλια κάλ᾽ ἀνελέσθαι.»
Ἦ καὶ ἀπ᾽ ὤμοιϊν χλαῖναν θέτο φοινικόεσσαν
ὀρθὸς ἀναΐξας, ἀπὸ δὲ ξίφος ὀξὺ θέτ᾽ ὤμων.
120 πρῶτον μὲν πελέκεας στῆσεν, διὰ τάφρον ὀρύξας
πᾶσι μίαν μακρήν, καὶ ἐπὶ στάθμην ἴθυνεν,
ἀμφὶ δὲ γαῖαν ἔναξε· τάφος δ᾽ ἕλε πάντας ἰδόντας,
ὡς εὐκόσμως στῆσε· πάρος δ᾽ οὔ πώ ποτ᾽ ὀπώπει.
στῆ δ᾽ ἄρ᾽ ἐπ᾽ οὐδὸν ἰὼν καὶ τόξου πειρήτιζε.
125 τρὶς μέν μιν πελέμιξεν ἐρύσσασθαι μενεαίνων,
τρὶς δὲ μεθῆκε βίης, ἐπιελπόμενος τό γε θυμῷ
νευρὴν ἐντανύειν διοϊστεύσειν τε σιδήρου.
καί νύ κε δὴ ῥ᾽ ἐτάνυσσε βίῃ τὸ τέταρτον ἀνέλκων,
ἀλλ᾽ Ὀδυσεὺς ἀνένευε καὶ ἔσχεθεν ἱέμενόν περ.
130 τοῖς δ᾽ αὖτις μετέειφ᾽ ἱερὴ ἲς Τηλεμάχοιο·
«ὢ πόποι, ἦ καὶ ἔπειτα κακός τ᾽ ἔσομαι καὶ ἄκικυς,
ἠὲ νεώτερός εἰμι καὶ οὔ πω χερσὶ πέποιθα
ἄνδρ᾽ ἀπαμύνασθαι, ὅτε τις πρότερος χαλεπήνῃ.
ἀλλ᾽ ἄγεθ᾽, οἵ περ ἐμεῖο βίῃ προφερέστεροί ἐστε,
135 τόξου πειρήσασθε, καὶ ἐκτελέωμεν ἄεθλον.»
Ὣς εἰπὼν τόξον μὲν ἀπὸ ἕο θῆκε χαμᾶζε,
κλίνας κολλητῇσιν ἐϋξέστῃς σανίδεσσιν,
αὐτοῦ δ᾽ ὠκὺ βέλος καλῇ προσέκλινε κορώνῃ,
ἂψ δ᾽ αὖτις κατ᾽ ἄρ᾽ ἕζετ᾽ ἐπὶ θρόνου, ἔνθεν ἀνέστη.
140 τοῖσιν δ᾽ Ἀντίνοος μετέφη, Εὐπείθεος υἱός·
«ὄρνυσθ᾽ ἑξείης ἐπιδέξια πάντες ἑταῖροι,
ἀρξάμενοι τοῦ χώρου, ὅθεν τέ περ οἰνοχοεύει.»
Ὣς ἔφατ᾽ Ἀντίνοος, τοῖσιν δ᾽ ἐπιήνδανε μῦθος.
Ληώδης δὲ πρῶτος ἀνίστατο, Οἴνοπος υἱός,
145 ὅ σφι θυοσκόος ἔσκε, παρὰ κρητῆρα δὲ καλὸν
ἷζε μυχοίτατος αἰεί· ἀτασθαλίαι δέ οἱ οἴῳ
ἐχθραὶ ἔσαν, πᾶσιν δὲ νεμέσσα μνηστήρεσσιν·
ὅς ῥα τότε πρῶτος τόξον λάβε καὶ βέλος ὠκύ.
στῆ δ᾽ ἄρ᾽ ἐπ᾽ οὐδὸν ἰὼν καὶ τόξου πειρήτιζεν,
150 οὐδέ μιν ἐντάνυσε· πρὶν γὰρ κάμε χεῖρας ἀνέλκων
ἀτρίπτους ἁπαλάς· μετὰ δὲ μνηστῆρσιν ἔειπεν·
«ὦ φίλοι, οὐ μὲν ἐγὼ τανύω, λαβέτω δὲ καὶ ἄλλος.
πολλοὺς γὰρ τόδε τόξον ἀριστῆας κεκαδήσει
θυμοῦ καὶ ψυχῆς, ἐπεὶ ἦ πολὺ φέρτερόν ἐστι
155 τεθνάμεν ἢ ζώοντας ἁμαρτεῖν, οὗ θ᾽ ἕνεκ᾽ αἰεὶ
ἐνθάδ᾽ ὁμιλέομεν, ποτιδέγμενοι ἤματα πάντα.
νῦν μέν τις καὶ ἔλπετ᾽ ἐνὶ φρεσὶν ἠδὲ μενοινᾷ
γῆμαι Πηνελόπειαν, Ὀδυσσῆος παράκοιτιν.
αὐτὰρ ἐπὴν τόξου πειρήσεται ἠδὲ ἴδηται,
160 ἄλλην δή τιν᾽ ἔπειτα Ἀχαιϊάδων εὐπέπλων
μνάσθω ἐέδνοισιν διζήμενος· ἡ δέ κ᾽ ἔπειτα
γήμαιθ᾽ ὅς κε πλεῖστα πόροι καὶ μόρσιμος ἔλθοι.»
***
80 Αυτά τους είπε, κι ευθύς δίνει στον Εύμαιο, θείο χοιροβοσκό,
την εντολή μπροστά τους ν᾽ αποθέσει το δοξάρι, εκεί
και τα πελέκια από γκρίζο σίδερο.
Το πήρε ο Εύμαιος και δακρυσμένος το ᾽βαλε στη μέση·
το τόξο βλέποντας του βασιλιά, θρηνούσε πλάι του
δεύτερος τώρα κι ο βουκόλος, οπότε ο Αντίνοος τους αποπήρε και τους δυο,
ξεστόμισε λόγια βαριά μιλώντας:
«Μικροί χωριάτες, το μυαλό σας μόνο στο σήμερα κολλά!
Γιατί, βρε μίζεροι, το ρίξατε στα κλαψουρίσματα, γιατί ταράζετε
στα στήθη την καρδιά μιας δύστυχης γυναίκας;
Έτσι κι αλλιώς της τρώει ο πόνος την ψυχή, αφότου έχασε
ομόκλινο το αγαπημένο ταίρι της.
Βγάλετε λέω τον σκασμό και τρώτε αμίλητοι· αλλιώς έξω από δω,
90 κι εκεί το κλάμα συνεχίζετε. Όσο για τούτο το δοξάρι,
τ᾽ αφήνετε επιτόπου, άθλημα στους μνηστήρες ριψοκίνδυνο.
Δεν το φαντάζομαι πως τούτο το καλοξυσμένο τόξο
εύκολα κάποιος θα τανύσει, αφού σ᾽ όλους εδώ άντρας δεν βρίσκεται
του Οδυσσέα αντάξιος.
Εγώ τον είδα με τα μάτια μου και δεν μου βγαίνει απ᾽ το μυαλό —
ήμουνα τότε ανέμελο παιδάκι ακόμη.»
Έτσι τους μίλησε, μέσα του όμως έκρυβε κρυφή ελπίδα
πως θα τεντώσει τη χορδή, πως θα περάσει τη σαΐτα στα πελέκια.
Πράγματι, αυτός έμελλε πρώτος να γευτεί το βέλος,
αμολημένο από το χέρι του άψογου Οδυσσέα· που τώρα,
αραγμένος στο παλάτι, τον καταφρονούσε, γυρεύοντας
100 να ξεσηκώσει τους συντρόφους.
Στο μεταξύ μπήκε στη μέση ο γενναίος Τηλέμαχος μιλώντας:
«Αλίμονό μου, σίγουρα μου πήρε τα μυαλά ο γιος του Κρόνου, ο Δίας!
Ενώ η καλή μου μάνα, που είναι γνωστική, το λέει πια, μ᾽ άλλον θα πάει,
θ᾽ αφήσει τούτο το παλάτι, εγώ ο μωρός γελώ και το γλεντώ.
Όμως κοπιάστε τώρα, σας περιμένει το έπαθλο, μνηστήρες.
Τέτοια γυναίκα άλλη δεν υπάρχει στων Αχαιών τη χώρα·
μήτε στην Πύλο, στο Άργος, στις Μυκήνες, μήτε και μέσα
στην Ιθάκη ή στην αντικρινή σκουρόχρωμη στεριά.
110 Αυτό το ξέρετε καλά κι εσείς· ποιος λόγος να παινεύω εγώ τη μάνα μου;
Εμπρός λοιπόν, αφήστε τις προφάσεις, μην το χασομεράτε,
το τόξο αυτό δεν πρέπει κι άλλο να μείνει ατάνυστο,
ας δούμε τέλος τ᾽ αποτέλεσμα.
Αλήθεια, θα ᾽θελα να δοκιμαστώ κι ο ίδιος με τούτο το δοξάρι.
Αν το κατόρθωνα να το τεντώσω και να περάσω τη σαΐτα
στα πελέκια, τότε δεν θα μου πλάκωνε τόσο το βάρος την καρδιά,
που η σεμνή μου μάνα θ᾽ άφηνε το παλάτι, μ᾽ άλλον
πηγαίνοντας να ζήσει· θα ᾽μενα εδώ μόνος εγώ, άξιος όμως
να σηκώνω πια άρματα κι άθλα του πατέρα μου.»
Είπε, κι ορθός τινάχτηκε, πέταξε από πάνω του την πορφυρή του χλαίνη,
από τους ώμους τράβηξε το κοφτερό σπαθί.
120 Μετά σε μάκρος, από τη μια μεριά στην άλλη, άνοιξε αυλάκι,
έστησε τα πελέκια εκεί, τα στάθμισε, για να ᾽ναι ίσα,
και πάτησε το χώμα γύρω τους.
Τον έβλεπαν οι άλλοι κι όλοι αποσβολώθηκαν, με πόση τάξη
τα συνταίριαξε, ενώ δεν είχε δει ποτέ του ως τώρα ο νέος τέτοιο πράγμα.
Τέλος, στητός επάνω στο κατώφλι, πήρε να δοκιμάζει το δοξάρι.
Δοκίμασε να το τραβήξει τρεις φορές μ᾽ όλη τη δύναμή του,
και τρεις φορές κόπηκε η φόρα του· ωστόσο μέσα του
κρατούσε ακόμη την ελπίδα πως θα μπορέσει να τανύσει τη νευρή
και να περάσει πέρα ως πέρα τα πελέκια.
Αν το τραβούσε τέταρτη φορά, βάζοντας κι άλλη δύναμη,
σίγουρα θα κατόρθωνε να το τεντώσει· αλλά στο μεταξύ τού κάνει
ο Οδυσσέας νεύμα, που τον συγκράτησε επάνω στη μεγάλη ορμή του.
130 Οπότε γύρισε προς τους μνηστήρες, μιλώντας ο γενναίος Τηλέμαχος:
«Αίσχος, για πάντα αδύναμος κι ανίκανος θα μείνω!
Εκτός κι αν φταίει που είμαι νιούτσικος, μου λείπει εμπιστοσύνη
πως με τα χέρια μου μπορώ κι εγώ να τον στριμώξω
κάποιον που πρώτος κάνει τον καμπόσο.
Όμως τώρα σειρά σας, είσαστε εσείς πιο δυνατοί από μένα, μπρατσωμένοι·
πιάστε λοιπόν και δοκιμάσετε το τόξο, να δούμε ποιος θα πάρει το έπαθλο.»
Τέλειωσε με τα λόγια αυτά κι άφησε κάτω το δοξάρι, το ᾽γειρε
στα πορτόφυλλα με τις καλάρμοστες γυαλιστερές σανίδες
και πάνω στην ωραία κορώνη στήριξε και τη γρήγορη σαΐτα.
Μετά πήγε και κάθησε ξανά στον δίφρο απ᾽ όπου ανασηκώθηκε.
140 Τον λόγο πήρε τότε ο γιος του Ευπείθη, ο Αντίνοος:
«Σύντροφοι, σηκωθείτε, όλοι με τη σειρά, από δεξιά αρχίζοντας,
όπως κι ο οινοχόος μάς κερνά κρασί.»
Έτσι τους μίλησε ο Αντίνοος, κι άρεσε ο λόγος του.
Πρώτος λοιπόν σηκώθηκε ο Ληώδης, ο γιος του Οίνοπα·
αυτός στα σφάγια τους μάντευε, πάντοτε καθισμένος
πέρα στο βάθος, στον όμορφο κρατήρα πλάι — ήταν ο μόνος που μισούσε
τ᾽ ατάσθαλα έργα κι αγανακτούσε μ᾽ όλους τους μνηστήρες.
Αυτός πήρε στα χέρια του πρώτος το τόξο και τη γρήγορη σαΐτα,
στήθηκε πάνω στο κατώφλι, με το δοξάρι πάλευε·
150 όμως δεν μπόρεσε να το τανύσει, γιατί, τραβώντας τη νευρή,
του κόπηκαν τα χέρια — χέρια απαλά κι αδούλευτα.
Οπότε στους μνηστήρες γύρισε μιλώντας:
«Φίλοι, δεν το τεντώνω εγώ, άλλος ας έλθει να το πιάσει.
Κι όμως προβλέπω το τόξο τούτο θα στερήσει σ᾽ ανδρείους πολλούς
και την ορμή και τη ζωή τους.
Και μολαταύτα, ο θάνατος καλύτερος, παρά να ζούμε
στερημένοι συνεχώς απ᾽ ό,τι κάθε μέρα μάς μαζεύει εδώ,
και περιμένουμε πάντα να γίνει.
Προς το παρόν κάποιος ακόμη μέσα του μελετά κι ελπίζει
την Πηνελόπη να κερδίσει, γυναίκα του Οδυσσέα ομόκλινη.
Κι όμως, όταν δοκιμαστεί με το δοξάρι και δει τι γίνεται,
τότε ας γυρέψει λέω αλλού, δίνοντας και γαμήλια δώρα,
160 άλλη γυναίκα ταίρι του να κάνει από των Αχαιών τις πεπλοφόρες κόρες —
εκείνη θα διαλέξει όποιον της δώσει περισσότερα κι είναι της μοίρας της αυτός.»
80 Αυτά τους είπε, κι ευθύς δίνει στον Εύμαιο, θείο χοιροβοσκό,
την εντολή μπροστά τους ν᾽ αποθέσει το δοξάρι, εκεί
και τα πελέκια από γκρίζο σίδερο.
Το πήρε ο Εύμαιος και δακρυσμένος το ᾽βαλε στη μέση·
το τόξο βλέποντας του βασιλιά, θρηνούσε πλάι του
δεύτερος τώρα κι ο βουκόλος, οπότε ο Αντίνοος τους αποπήρε και τους δυο,
ξεστόμισε λόγια βαριά μιλώντας:
«Μικροί χωριάτες, το μυαλό σας μόνο στο σήμερα κολλά!
Γιατί, βρε μίζεροι, το ρίξατε στα κλαψουρίσματα, γιατί ταράζετε
στα στήθη την καρδιά μιας δύστυχης γυναίκας;
Έτσι κι αλλιώς της τρώει ο πόνος την ψυχή, αφότου έχασε
ομόκλινο το αγαπημένο ταίρι της.
Βγάλετε λέω τον σκασμό και τρώτε αμίλητοι· αλλιώς έξω από δω,
90 κι εκεί το κλάμα συνεχίζετε. Όσο για τούτο το δοξάρι,
τ᾽ αφήνετε επιτόπου, άθλημα στους μνηστήρες ριψοκίνδυνο.
Δεν το φαντάζομαι πως τούτο το καλοξυσμένο τόξο
εύκολα κάποιος θα τανύσει, αφού σ᾽ όλους εδώ άντρας δεν βρίσκεται
του Οδυσσέα αντάξιος.
Εγώ τον είδα με τα μάτια μου και δεν μου βγαίνει απ᾽ το μυαλό —
ήμουνα τότε ανέμελο παιδάκι ακόμη.»
Έτσι τους μίλησε, μέσα του όμως έκρυβε κρυφή ελπίδα
πως θα τεντώσει τη χορδή, πως θα περάσει τη σαΐτα στα πελέκια.
Πράγματι, αυτός έμελλε πρώτος να γευτεί το βέλος,
αμολημένο από το χέρι του άψογου Οδυσσέα· που τώρα,
αραγμένος στο παλάτι, τον καταφρονούσε, γυρεύοντας
100 να ξεσηκώσει τους συντρόφους.
Στο μεταξύ μπήκε στη μέση ο γενναίος Τηλέμαχος μιλώντας:
«Αλίμονό μου, σίγουρα μου πήρε τα μυαλά ο γιος του Κρόνου, ο Δίας!
Ενώ η καλή μου μάνα, που είναι γνωστική, το λέει πια, μ᾽ άλλον θα πάει,
θ᾽ αφήσει τούτο το παλάτι, εγώ ο μωρός γελώ και το γλεντώ.
Όμως κοπιάστε τώρα, σας περιμένει το έπαθλο, μνηστήρες.
Τέτοια γυναίκα άλλη δεν υπάρχει στων Αχαιών τη χώρα·
μήτε στην Πύλο, στο Άργος, στις Μυκήνες, μήτε και μέσα
στην Ιθάκη ή στην αντικρινή σκουρόχρωμη στεριά.
110 Αυτό το ξέρετε καλά κι εσείς· ποιος λόγος να παινεύω εγώ τη μάνα μου;
Εμπρός λοιπόν, αφήστε τις προφάσεις, μην το χασομεράτε,
το τόξο αυτό δεν πρέπει κι άλλο να μείνει ατάνυστο,
ας δούμε τέλος τ᾽ αποτέλεσμα.
Αλήθεια, θα ᾽θελα να δοκιμαστώ κι ο ίδιος με τούτο το δοξάρι.
Αν το κατόρθωνα να το τεντώσω και να περάσω τη σαΐτα
στα πελέκια, τότε δεν θα μου πλάκωνε τόσο το βάρος την καρδιά,
που η σεμνή μου μάνα θ᾽ άφηνε το παλάτι, μ᾽ άλλον
πηγαίνοντας να ζήσει· θα ᾽μενα εδώ μόνος εγώ, άξιος όμως
να σηκώνω πια άρματα κι άθλα του πατέρα μου.»
Είπε, κι ορθός τινάχτηκε, πέταξε από πάνω του την πορφυρή του χλαίνη,
από τους ώμους τράβηξε το κοφτερό σπαθί.
120 Μετά σε μάκρος, από τη μια μεριά στην άλλη, άνοιξε αυλάκι,
έστησε τα πελέκια εκεί, τα στάθμισε, για να ᾽ναι ίσα,
και πάτησε το χώμα γύρω τους.
Τον έβλεπαν οι άλλοι κι όλοι αποσβολώθηκαν, με πόση τάξη
τα συνταίριαξε, ενώ δεν είχε δει ποτέ του ως τώρα ο νέος τέτοιο πράγμα.
Τέλος, στητός επάνω στο κατώφλι, πήρε να δοκιμάζει το δοξάρι.
Δοκίμασε να το τραβήξει τρεις φορές μ᾽ όλη τη δύναμή του,
και τρεις φορές κόπηκε η φόρα του· ωστόσο μέσα του
κρατούσε ακόμη την ελπίδα πως θα μπορέσει να τανύσει τη νευρή
και να περάσει πέρα ως πέρα τα πελέκια.
Αν το τραβούσε τέταρτη φορά, βάζοντας κι άλλη δύναμη,
σίγουρα θα κατόρθωνε να το τεντώσει· αλλά στο μεταξύ τού κάνει
ο Οδυσσέας νεύμα, που τον συγκράτησε επάνω στη μεγάλη ορμή του.
130 Οπότε γύρισε προς τους μνηστήρες, μιλώντας ο γενναίος Τηλέμαχος:
«Αίσχος, για πάντα αδύναμος κι ανίκανος θα μείνω!
Εκτός κι αν φταίει που είμαι νιούτσικος, μου λείπει εμπιστοσύνη
πως με τα χέρια μου μπορώ κι εγώ να τον στριμώξω
κάποιον που πρώτος κάνει τον καμπόσο.
Όμως τώρα σειρά σας, είσαστε εσείς πιο δυνατοί από μένα, μπρατσωμένοι·
πιάστε λοιπόν και δοκιμάσετε το τόξο, να δούμε ποιος θα πάρει το έπαθλο.»
Τέλειωσε με τα λόγια αυτά κι άφησε κάτω το δοξάρι, το ᾽γειρε
στα πορτόφυλλα με τις καλάρμοστες γυαλιστερές σανίδες
και πάνω στην ωραία κορώνη στήριξε και τη γρήγορη σαΐτα.
Μετά πήγε και κάθησε ξανά στον δίφρο απ᾽ όπου ανασηκώθηκε.
140 Τον λόγο πήρε τότε ο γιος του Ευπείθη, ο Αντίνοος:
«Σύντροφοι, σηκωθείτε, όλοι με τη σειρά, από δεξιά αρχίζοντας,
όπως κι ο οινοχόος μάς κερνά κρασί.»
Έτσι τους μίλησε ο Αντίνοος, κι άρεσε ο λόγος του.
Πρώτος λοιπόν σηκώθηκε ο Ληώδης, ο γιος του Οίνοπα·
αυτός στα σφάγια τους μάντευε, πάντοτε καθισμένος
πέρα στο βάθος, στον όμορφο κρατήρα πλάι — ήταν ο μόνος που μισούσε
τ᾽ ατάσθαλα έργα κι αγανακτούσε μ᾽ όλους τους μνηστήρες.
Αυτός πήρε στα χέρια του πρώτος το τόξο και τη γρήγορη σαΐτα,
στήθηκε πάνω στο κατώφλι, με το δοξάρι πάλευε·
150 όμως δεν μπόρεσε να το τανύσει, γιατί, τραβώντας τη νευρή,
του κόπηκαν τα χέρια — χέρια απαλά κι αδούλευτα.
Οπότε στους μνηστήρες γύρισε μιλώντας:
«Φίλοι, δεν το τεντώνω εγώ, άλλος ας έλθει να το πιάσει.
Κι όμως προβλέπω το τόξο τούτο θα στερήσει σ᾽ ανδρείους πολλούς
και την ορμή και τη ζωή τους.
Και μολαταύτα, ο θάνατος καλύτερος, παρά να ζούμε
στερημένοι συνεχώς απ᾽ ό,τι κάθε μέρα μάς μαζεύει εδώ,
και περιμένουμε πάντα να γίνει.
Προς το παρόν κάποιος ακόμη μέσα του μελετά κι ελπίζει
την Πηνελόπη να κερδίσει, γυναίκα του Οδυσσέα ομόκλινη.
Κι όμως, όταν δοκιμαστεί με το δοξάρι και δει τι γίνεται,
τότε ας γυρέψει λέω αλλού, δίνοντας και γαμήλια δώρα,
160 άλλη γυναίκα ταίρι του να κάνει από των Αχαιών τις πεπλοφόρες κόρες —
εκείνη θα διαλέξει όποιον της δώσει περισσότερα κι είναι της μοίρας της αυτός.»
Τολμώντας την αποδόμηση
Η αποδόμηση της ταυτότητας είναι πλέον αναπόφευκτη.
Όλα όσα νομίζουμε, πιστεύουμε ότι είμαστε, θα πρέπει να θυσιαστούν στο βωμό της έκφρασης του αληθινού Είναι μας.
Πώς όμως να συμβεί όταν όλες οι έννοιες έχουν διαστρεβλωθεί, όταν το μόνο που εμπιστευόμαστε είναι το νου που δημιούργησε την ταυτότητά μας αρχικά;
Οι άνθρωποι όλοι δεν είναι όπως εμείς αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας ή όπως τους βλέπουμε και μας αρέσει να τους τοποθετούμε. Χρειάζεται «απλά» να αναλάβουμε την ευθύνη να εξετάσουμε τη δική μας όραση, την δική μας κατανόηση και τοποθέτηση των πάντων, έτσι όπως έχει καταχωρηθεί και βολεύει το δομημένο μας εγώ.
Δύσκολη υπόθεση για όποιον θέλει να διατηρεί την ταυτότητά του και όλα όσα νομίζει πως γνωρίζει. Ομολογουμένως έχουμε σπαταλήσει άπειρη ενέργεια για να χτίσουμε αυτό που τώρα πρέπει να γκρεμίσουμε. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και στη συλλογική, κοινωνική μας πραγματικότητα.
Η ενστικτώδης αντίδρασή μας είναι να προσπαθήσουμε να διατηρήσουμε όσο μπορούμε αυτό το οικοδόμημα που η πλήρης καταστροφή του φαίνεται να απειλή την ίδια την ύπαρξή μας. Θα το «καθυστερήσουμε» όσο μπορούμε, παίζοντας ουσιαστικά με διάφορες θεωρίες και χειρισμούς που ωραιοποιούν και δικαιολογούν αυτό που πιστεύουμε ότι είμαστε.
Όμως η ζωή είναι δίκαιη και «ανταμείβει» τους τολμηρούς με καθαρή όραση, ενώ ωθεί τους φοβικούς σε ραγδαίες αλλαγές που δεν προλαβαίνουν να συνειδητοποιήσουν ή να χειραγωγήσουν. Γιατί; Μα επειδή φυσικά ο κόσμος, η ύπαρξη, η ζωή δεν μας ανήκει προσωπικά, δεν ανταποκρίνεται στα εγωιστικά θέλω μας, δεν εξαρτάται από την άποψή μας για αυτήν. Είμαστε συνδεδεμένοι, είμαστε κομμάτια – μέρη του Όλου, του Ενός, που διαστέλλεται, εξελίσσεται, επεκτείνεται, με βάσει τους συμπαντικούς νόμους που το εγώ αδυνατεί να αποδεχτεί καθώς απειλούν την ίδια την κυριαρχία του επάνω στη συνειδητότητα.
Τι σημαίνει όμως πραγματικά η «αποδόμηση» που τόσο συχνά και με τόσους διαφορετικούς τρόπους έχουμε όλοι διαβάσει ή ακούσει; Πολύ απλά, σημαίνει να κοιτάξουμε ταπεινά και με θάρρος τον ίδιο μας τον εαυτό – κάτι που ΣΑΦΩΣ δεν έχουμε εκπαιδευτεί να κάνουμε – για να ανακαλύψουμε όλα όσα θέλαμε να διατηρούμε κρυμμένα από τη συνειδητότητά μας.
Πολλοί πιστεύουν ότι γνωρίζουν τον εαυτό τους, έχοντας παγιωμένες απόψεις για το ποιοι είναι και πώς λειτουργούν. Η πειθαρχημένη παρατήρηση και η καθημερινή αφοσίωση σε αυτήν, σύντομα αποδεικνύουν ότι οι απόψεις και οι ιδέες μας για τον εαυτό μας, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Είναι σίγουρο αυτό; Ναι είναι, γιατί έχουμε καταβάλει μεγάλες προσπάθειες, ασυνείδητα ως επί το πλείστον, να κρατάμε κρυφά πολλά κομμάτια του εαυτού μας, που αναπόφευκτα βρίσκονται σε αντιπαράθεση, ζητάνε την προσοχή μας και χρειάζεται να αποδεχτούμε.
Άλλοι πάλι θέλουν επίμονα να αλλάξουν τον εαυτό τους επειδή έχουν αποφασίσει πως δεν τον αποδέχονται και πως αποτελεί εμπόδιο στους στόχους τους. Αυτή είναι μια εξίσου «άκυρη» διαδικασία και επίπονη, άσκοπη προσπάθεια αφού κάθε τέτοια απόπειρα πέφτει αναπόφευκτα στο κενό. Όχι μόνο γιατί η συμπεριφορά είναι αποτέλεσμα προγραμματισμού (μηχανισμοί αντίδρασης δηλαδή), αλλά κυρίως επειδή ο προγραμματισμός αυτός σε έχει πείσει ότι «για όλα φταίει ο εαυτός σου». Η όποια συμπεριφορά είναι όπως τα σωματικά συμπτώματα που έχουμε κατά καιρούς. Η καταστολή των συμπτωμάτων είναι σχετικά εύκολη υπόθεση και πάγια πρακτική σύμφωνα με το σύστημα εκπαίδευσης που έχουμε όλοι υποστεί. Οι πραγματικές αιτίες όμως κρύβονται πάντα πίσω από την επιφάνεια, που στην προκειμένη περίπτωση, είναι ο προγραμματισμός του νου.
Οι πεποιθήσεις που κατά κύριο λόγο περνάνε αθέατες από τον επιφανειακό, γραμμικό νου, αποτελούν τη δομή του συστήματος σκέψης που μας παγιδεύει γιατί μας περιορίζει σε ιδέες βασισμένες σε ερμηνείες του παρελθόντος και σε διδαχές που ποτέ δεν αμφισβητήσαμε σοβαρά, συνειδητά. Δεν αφορούν μόνο τον εαυτό μας αλλά και τους άλλους, τον κόσμο γύρω μας, έτσι όπως τον αντιλαμβανόμαστε, πιστεύοντας ότι βλέπουμε αντικειμενικά.
Είναι σίγουρα άβολη κατάσταση και πραγματικό ξεβόλεμα για όποιον θέλει πραγματικά να απελευθερωθεί από τους περιορισμούς του και τα γρανάζια του νου του. Είναι μια διαδικασία που σίγουρα δεν έχει γυρισμό, όσο κι αν την «τρενάρουμε» όσο κι αν φοβόμαστε κατά καιρούς να προχωρήσουμε. Δεν γίνεται δηλαδή, όταν αρχίσεις να βλέπεις καθαρότερα να προσποιείσαι ότι είσαι τυφλός. Όσο απελευθερωνόμαστε από τα δεσμά μας, τόσο αυξάνεται η ευθύνη μας να είμαστε σε κάθε φάση και στάση της ζωής μας αληθινοί.
Η ευθύνη είναι κάτι που οι περισσότεροι φοβούνται και αρνούνται να αναλάβουν, επειδή έχει επιβαρυνθεί με την ερμηνεία που εξυπηρετεί την επικράτηση του προγραμματισμού του εγώ και την κυριαρχία του συστήματος της υποδούλωσης του ανθρώπου. Πιστεύουμε ότι η υπευθυνότητα είναι κόντρα σε ό,τι θέλουμε, ότι είμαστε. Επικαλύπτεται με το ένδυμα της τιμωρίας, των συνεπειών, της ανταμοιβής και πολλά άλλα ψεύτικα προσωπεία και προγραμματισμούς που μας εμποδίζουν να αναγνωρίσουμε το λυτρωτικό νόημά της και να αναλάβουμε την έκφραση του πραγματικού μας εαυτού.
Βρισκόμαστε ίσως σε ένα κομβικό σημείο της εξέλιξής μας ως ανθρωπότητα, όπου η αναβολή της ανάληψης της ευθύνης του εαυτού μας γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος προς την ελευθερία και προς τη δημιουργία μας ανθρωπότητας χτισμένης σε διαφορετικές, αξιοκρατικές και δημιουργικές, συνειδησιακά ανυψωμένες βάσεις.
Οι άπειροι ειδικοί και μη, ζουν αυτή τη στιγμή στο έπακρο της επιτυχίας και της δόξας τους, προσφέροντας έτοιμες απαντήσεις στα διψασμένα εγώ και πάμπολλες πληροφορίες που ικανοποιούν τις ίδιες διαμορφωμένες πεποιθήσεις τους. Αναπόφευκτα, γυρνάμε γύρω γύρω, αναζητώντας εύκολες λύσεις, ανώδυνες πρακτικές, όπως κάνουμε και με το σώμα μας, μέχρι να συνειδητοποιήσουμε, ο καθένας για τον εαυτό του, ότι όλα όσα υπάρχουν και προσφέρονται απλόχερα εκεί έξω, αποτελούν μόνο την επιφάνεια της ουσίας, μας διατηρούν σε ένα κυνήγι γνώσης αλλά ουσιαστικά δεν αλλάζουν την πραγματικότητά μας παρά μόνο προσωρινά και επιφανειακά.
Δεν είναι καμία επιστήμη να εισχωρήσεις συνειδητά στον εαυτό σου, να μάθεις τα κρυμμένα σου μυστικά και να ενοποιήσεις τα κομμάτια σου. Έχεις όμως εκπαιδευτεί, σε όλα τα ιδρύματα του υπάρχοντος συστήματος, να κοιτάς έξω και μακριά από τον ίδιο σου το νου για απαντήσεις που μπορείς να βρεις ο ίδιος, εισχωρώντας πέρα από τον προγραμματισμό σου και έχοντας επαφή με την ουσία σου.
Δεν είναι μόνο το άγνωστο που σε απειλεί, είναι πολλά. Φοβάσαι να χάσεις όλα όσα μέχρι τώρα έχεις αποκτήσει, χωρίς να διερωτάσαι ή να τολμάς να παραδεχτείς ΤΙ έχεις ουσιαστικά που φοβάσαι να χάσεις, εκτός από την ασφάλεια που σου προσφέρει το γνώριμο και το σταθερό. Φοβάσαι να δεις κάποιες πτυχές ή κομμάτια του εαυτού σου που «δεν θ’ αποδεχτείς» απλά επειδή τα έχεις κατατάξει ως αρνητικά και απορριπτέα και τα κατακρίνεις στους άλλους. Φοβάσαι να διαφέρεις από τους γύρω σου και να τολμήσεις τη ζωή που ονειρεύτηκες ή που δεν θα έμοιαζε με όλα όσα έχεις τώρα να σε περιτριγυρίζουν. Φοβάσαι να αφήσεις το παλιό να πεθάνει γιατί δεν βλέπεις το καινούργιο ν’ αναδύεται. Πάνω απ’ όλα όμως φοβάσαι να ζήσεις, έστω κι αν δεν το έχεις σκεφτεί συνειδητά ποτέ. Φοβάσαι ακριβώς όλ’ αυτά που λες ότι θέλεις και κυνηγάς: ευτυχία, αυτάρκεια, αφθονία…
Και φυσικά, στη βάση του προγραμματισμού σου υπάρχει ένα αδιάψευστο μίσος για τον εαυτό σου, κρυμμένες ενοχές που σου απαγορεύουν να έχεις, να είσαι, να γίνεις. Το πέπλο της απάτης της ενοχοποίησής σου βαραίνει πολύ πειστικά μπροστά σου, για να έχεις την ευκαιρία ακόμα και να διανοηθείς οτιδήποτε διαφορετικό.
Το έχω ξαναγράψει: ο φόβος δεν σε απειλεί. Τον φόβο πρέπει να τον σέβεσαι και να τον κοιτάς κατάματα για να τον κατανοήσεις, να τον ξεπεράσεις και να ελευθερωθείς μεταμορφωμένος. Ο φόβος σου δείχνει ότι μετακινείσαι προς άγνωστες περιοχές. Σε προκαλεί να σπάσεις τα όριά σου, να ξεπεράσεις το γνώριμο, αυτό που έχεις ήδη κατακτήσει και να προχωρήσεις ανακαλύπτοντας νέους ορίζοντες, νέες εμπειρίες, που διαφορετικά σου διαφεύγουν. Δες το και διαφορετικά… αν εξακολουθείς να φοβάσαι το φόβο, θα είσαι πάντα δέσμιός του, μιας αόρατης σκιάς που γίνεται εφιάλτης και στον ύπνο αλλά και στον ξύπνιο σου.
Πολλές φορές η λογική θα σου υπαγορεύει άλλα, το ένστικτό σου άλλα, ο φόβος άλλα, η παρόρμησή σου άλλα κ.ο.κ. Τι θ’ ακούσεις; Από ποιον θα ζητήσεις απαντήσεις αν δεν έχεις μάθει να δια-λογίζεσαι με τον Εαυτό σου; Με ποιους και με πόσους πρέπει να συζητάς για να καταλήξεις σε μια απόφαση την οποία θα μετανοιώσεις μετά ή θα αναθεωρείς συνεχώς γιατί δεν θα μπορείς να αφοσιώνεσαι σε αυτήν; Ποιους θα θεωρείς υπεύθυνους για την πραγματικότητά σου, αν εσύ δεν αναλάβεις την ευθύνη να αποκτήσεις μια σχέση υγιή και ενοποιημένη με την ουσία σου;
Όλα όσα νομίζουμε, πιστεύουμε ότι είμαστε, θα πρέπει να θυσιαστούν στο βωμό της έκφρασης του αληθινού Είναι μας.
Πώς όμως να συμβεί όταν όλες οι έννοιες έχουν διαστρεβλωθεί, όταν το μόνο που εμπιστευόμαστε είναι το νου που δημιούργησε την ταυτότητά μας αρχικά;
Οι άνθρωποι όλοι δεν είναι όπως εμείς αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας ή όπως τους βλέπουμε και μας αρέσει να τους τοποθετούμε. Χρειάζεται «απλά» να αναλάβουμε την ευθύνη να εξετάσουμε τη δική μας όραση, την δική μας κατανόηση και τοποθέτηση των πάντων, έτσι όπως έχει καταχωρηθεί και βολεύει το δομημένο μας εγώ.
Δύσκολη υπόθεση για όποιον θέλει να διατηρεί την ταυτότητά του και όλα όσα νομίζει πως γνωρίζει. Ομολογουμένως έχουμε σπαταλήσει άπειρη ενέργεια για να χτίσουμε αυτό που τώρα πρέπει να γκρεμίσουμε. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και στη συλλογική, κοινωνική μας πραγματικότητα.
Η ενστικτώδης αντίδρασή μας είναι να προσπαθήσουμε να διατηρήσουμε όσο μπορούμε αυτό το οικοδόμημα που η πλήρης καταστροφή του φαίνεται να απειλή την ίδια την ύπαρξή μας. Θα το «καθυστερήσουμε» όσο μπορούμε, παίζοντας ουσιαστικά με διάφορες θεωρίες και χειρισμούς που ωραιοποιούν και δικαιολογούν αυτό που πιστεύουμε ότι είμαστε.
Όμως η ζωή είναι δίκαιη και «ανταμείβει» τους τολμηρούς με καθαρή όραση, ενώ ωθεί τους φοβικούς σε ραγδαίες αλλαγές που δεν προλαβαίνουν να συνειδητοποιήσουν ή να χειραγωγήσουν. Γιατί; Μα επειδή φυσικά ο κόσμος, η ύπαρξη, η ζωή δεν μας ανήκει προσωπικά, δεν ανταποκρίνεται στα εγωιστικά θέλω μας, δεν εξαρτάται από την άποψή μας για αυτήν. Είμαστε συνδεδεμένοι, είμαστε κομμάτια – μέρη του Όλου, του Ενός, που διαστέλλεται, εξελίσσεται, επεκτείνεται, με βάσει τους συμπαντικούς νόμους που το εγώ αδυνατεί να αποδεχτεί καθώς απειλούν την ίδια την κυριαρχία του επάνω στη συνειδητότητα.
Τι σημαίνει όμως πραγματικά η «αποδόμηση» που τόσο συχνά και με τόσους διαφορετικούς τρόπους έχουμε όλοι διαβάσει ή ακούσει; Πολύ απλά, σημαίνει να κοιτάξουμε ταπεινά και με θάρρος τον ίδιο μας τον εαυτό – κάτι που ΣΑΦΩΣ δεν έχουμε εκπαιδευτεί να κάνουμε – για να ανακαλύψουμε όλα όσα θέλαμε να διατηρούμε κρυμμένα από τη συνειδητότητά μας.
Πολλοί πιστεύουν ότι γνωρίζουν τον εαυτό τους, έχοντας παγιωμένες απόψεις για το ποιοι είναι και πώς λειτουργούν. Η πειθαρχημένη παρατήρηση και η καθημερινή αφοσίωση σε αυτήν, σύντομα αποδεικνύουν ότι οι απόψεις και οι ιδέες μας για τον εαυτό μας, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Είναι σίγουρο αυτό; Ναι είναι, γιατί έχουμε καταβάλει μεγάλες προσπάθειες, ασυνείδητα ως επί το πλείστον, να κρατάμε κρυφά πολλά κομμάτια του εαυτού μας, που αναπόφευκτα βρίσκονται σε αντιπαράθεση, ζητάνε την προσοχή μας και χρειάζεται να αποδεχτούμε.
Άλλοι πάλι θέλουν επίμονα να αλλάξουν τον εαυτό τους επειδή έχουν αποφασίσει πως δεν τον αποδέχονται και πως αποτελεί εμπόδιο στους στόχους τους. Αυτή είναι μια εξίσου «άκυρη» διαδικασία και επίπονη, άσκοπη προσπάθεια αφού κάθε τέτοια απόπειρα πέφτει αναπόφευκτα στο κενό. Όχι μόνο γιατί η συμπεριφορά είναι αποτέλεσμα προγραμματισμού (μηχανισμοί αντίδρασης δηλαδή), αλλά κυρίως επειδή ο προγραμματισμός αυτός σε έχει πείσει ότι «για όλα φταίει ο εαυτός σου». Η όποια συμπεριφορά είναι όπως τα σωματικά συμπτώματα που έχουμε κατά καιρούς. Η καταστολή των συμπτωμάτων είναι σχετικά εύκολη υπόθεση και πάγια πρακτική σύμφωνα με το σύστημα εκπαίδευσης που έχουμε όλοι υποστεί. Οι πραγματικές αιτίες όμως κρύβονται πάντα πίσω από την επιφάνεια, που στην προκειμένη περίπτωση, είναι ο προγραμματισμός του νου.
Οι πεποιθήσεις που κατά κύριο λόγο περνάνε αθέατες από τον επιφανειακό, γραμμικό νου, αποτελούν τη δομή του συστήματος σκέψης που μας παγιδεύει γιατί μας περιορίζει σε ιδέες βασισμένες σε ερμηνείες του παρελθόντος και σε διδαχές που ποτέ δεν αμφισβητήσαμε σοβαρά, συνειδητά. Δεν αφορούν μόνο τον εαυτό μας αλλά και τους άλλους, τον κόσμο γύρω μας, έτσι όπως τον αντιλαμβανόμαστε, πιστεύοντας ότι βλέπουμε αντικειμενικά.
Είναι σίγουρα άβολη κατάσταση και πραγματικό ξεβόλεμα για όποιον θέλει πραγματικά να απελευθερωθεί από τους περιορισμούς του και τα γρανάζια του νου του. Είναι μια διαδικασία που σίγουρα δεν έχει γυρισμό, όσο κι αν την «τρενάρουμε» όσο κι αν φοβόμαστε κατά καιρούς να προχωρήσουμε. Δεν γίνεται δηλαδή, όταν αρχίσεις να βλέπεις καθαρότερα να προσποιείσαι ότι είσαι τυφλός. Όσο απελευθερωνόμαστε από τα δεσμά μας, τόσο αυξάνεται η ευθύνη μας να είμαστε σε κάθε φάση και στάση της ζωής μας αληθινοί.
Η ευθύνη είναι κάτι που οι περισσότεροι φοβούνται και αρνούνται να αναλάβουν, επειδή έχει επιβαρυνθεί με την ερμηνεία που εξυπηρετεί την επικράτηση του προγραμματισμού του εγώ και την κυριαρχία του συστήματος της υποδούλωσης του ανθρώπου. Πιστεύουμε ότι η υπευθυνότητα είναι κόντρα σε ό,τι θέλουμε, ότι είμαστε. Επικαλύπτεται με το ένδυμα της τιμωρίας, των συνεπειών, της ανταμοιβής και πολλά άλλα ψεύτικα προσωπεία και προγραμματισμούς που μας εμποδίζουν να αναγνωρίσουμε το λυτρωτικό νόημά της και να αναλάβουμε την έκφραση του πραγματικού μας εαυτού.
Βρισκόμαστε ίσως σε ένα κομβικό σημείο της εξέλιξής μας ως ανθρωπότητα, όπου η αναβολή της ανάληψης της ευθύνης του εαυτού μας γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος προς την ελευθερία και προς τη δημιουργία μας ανθρωπότητας χτισμένης σε διαφορετικές, αξιοκρατικές και δημιουργικές, συνειδησιακά ανυψωμένες βάσεις.
Οι άπειροι ειδικοί και μη, ζουν αυτή τη στιγμή στο έπακρο της επιτυχίας και της δόξας τους, προσφέροντας έτοιμες απαντήσεις στα διψασμένα εγώ και πάμπολλες πληροφορίες που ικανοποιούν τις ίδιες διαμορφωμένες πεποιθήσεις τους. Αναπόφευκτα, γυρνάμε γύρω γύρω, αναζητώντας εύκολες λύσεις, ανώδυνες πρακτικές, όπως κάνουμε και με το σώμα μας, μέχρι να συνειδητοποιήσουμε, ο καθένας για τον εαυτό του, ότι όλα όσα υπάρχουν και προσφέρονται απλόχερα εκεί έξω, αποτελούν μόνο την επιφάνεια της ουσίας, μας διατηρούν σε ένα κυνήγι γνώσης αλλά ουσιαστικά δεν αλλάζουν την πραγματικότητά μας παρά μόνο προσωρινά και επιφανειακά.
Δεν είναι καμία επιστήμη να εισχωρήσεις συνειδητά στον εαυτό σου, να μάθεις τα κρυμμένα σου μυστικά και να ενοποιήσεις τα κομμάτια σου. Έχεις όμως εκπαιδευτεί, σε όλα τα ιδρύματα του υπάρχοντος συστήματος, να κοιτάς έξω και μακριά από τον ίδιο σου το νου για απαντήσεις που μπορείς να βρεις ο ίδιος, εισχωρώντας πέρα από τον προγραμματισμό σου και έχοντας επαφή με την ουσία σου.
Δεν είναι μόνο το άγνωστο που σε απειλεί, είναι πολλά. Φοβάσαι να χάσεις όλα όσα μέχρι τώρα έχεις αποκτήσει, χωρίς να διερωτάσαι ή να τολμάς να παραδεχτείς ΤΙ έχεις ουσιαστικά που φοβάσαι να χάσεις, εκτός από την ασφάλεια που σου προσφέρει το γνώριμο και το σταθερό. Φοβάσαι να δεις κάποιες πτυχές ή κομμάτια του εαυτού σου που «δεν θ’ αποδεχτείς» απλά επειδή τα έχεις κατατάξει ως αρνητικά και απορριπτέα και τα κατακρίνεις στους άλλους. Φοβάσαι να διαφέρεις από τους γύρω σου και να τολμήσεις τη ζωή που ονειρεύτηκες ή που δεν θα έμοιαζε με όλα όσα έχεις τώρα να σε περιτριγυρίζουν. Φοβάσαι να αφήσεις το παλιό να πεθάνει γιατί δεν βλέπεις το καινούργιο ν’ αναδύεται. Πάνω απ’ όλα όμως φοβάσαι να ζήσεις, έστω κι αν δεν το έχεις σκεφτεί συνειδητά ποτέ. Φοβάσαι ακριβώς όλ’ αυτά που λες ότι θέλεις και κυνηγάς: ευτυχία, αυτάρκεια, αφθονία…
Και φυσικά, στη βάση του προγραμματισμού σου υπάρχει ένα αδιάψευστο μίσος για τον εαυτό σου, κρυμμένες ενοχές που σου απαγορεύουν να έχεις, να είσαι, να γίνεις. Το πέπλο της απάτης της ενοχοποίησής σου βαραίνει πολύ πειστικά μπροστά σου, για να έχεις την ευκαιρία ακόμα και να διανοηθείς οτιδήποτε διαφορετικό.
Το έχω ξαναγράψει: ο φόβος δεν σε απειλεί. Τον φόβο πρέπει να τον σέβεσαι και να τον κοιτάς κατάματα για να τον κατανοήσεις, να τον ξεπεράσεις και να ελευθερωθείς μεταμορφωμένος. Ο φόβος σου δείχνει ότι μετακινείσαι προς άγνωστες περιοχές. Σε προκαλεί να σπάσεις τα όριά σου, να ξεπεράσεις το γνώριμο, αυτό που έχεις ήδη κατακτήσει και να προχωρήσεις ανακαλύπτοντας νέους ορίζοντες, νέες εμπειρίες, που διαφορετικά σου διαφεύγουν. Δες το και διαφορετικά… αν εξακολουθείς να φοβάσαι το φόβο, θα είσαι πάντα δέσμιός του, μιας αόρατης σκιάς που γίνεται εφιάλτης και στον ύπνο αλλά και στον ξύπνιο σου.
Πολλές φορές η λογική θα σου υπαγορεύει άλλα, το ένστικτό σου άλλα, ο φόβος άλλα, η παρόρμησή σου άλλα κ.ο.κ. Τι θ’ ακούσεις; Από ποιον θα ζητήσεις απαντήσεις αν δεν έχεις μάθει να δια-λογίζεσαι με τον Εαυτό σου; Με ποιους και με πόσους πρέπει να συζητάς για να καταλήξεις σε μια απόφαση την οποία θα μετανοιώσεις μετά ή θα αναθεωρείς συνεχώς γιατί δεν θα μπορείς να αφοσιώνεσαι σε αυτήν; Ποιους θα θεωρείς υπεύθυνους για την πραγματικότητά σου, αν εσύ δεν αναλάβεις την ευθύνη να αποκτήσεις μια σχέση υγιή και ενοποιημένη με την ουσία σου;
Λέων Τολστόι: Η ζωή δεν έχει κανένα νόημα
Πολλές φορές είπα στον εαυτό μου: «Μα ίσως κάτι μου διαφεύγει, ίσως κάτι δεν μπόρεσα να καταλάβω. Δεν είναι δυνατόν αυτή η κατάσταση της απόγνωσης να είναι κοινή σε όλους τους ανθρώπους».
Κι έψαξα να βρω μια απάντηση στα ερωτήματα μου σ’ όλους τους κλάδους της γνώσης που κατέκτησε ο άνθρωπος.
Ερεύνησα για πολύ καιρό και με πολύ κόπο.
Δεν το έκανα με μισή καρδιά ή από επιπόλαιη περιέργεια, αλλά βασανιστικά, επίμονα, μέρα και νύχτα, σαν τον ετοιμοθάνατο που γυρεύει τη σωτηρία, αλλά δε βρήκα τίποτα.
Έψαξα σ’ όλους τους κλάδους της γνώσης και όχι μόνο δε βρήκα τίποτα αλλά πείστηκα πως όλοι όσοι είχαν ερευνήσει, όπως κι εγώ, τις περιοχές της γνώσης, δεν είχαν ούτε εκείνοι βρει τίποτα.
Κι όχι μόνο δεν είχαν βρει τίποτα, αλλά είχαν παραδεχτεί ξεκάθαρα το ίδιο πράγμα που με είχε οδηγήσει στην απόγνωση: ότι η ζωή δεν έχει κανένα νόημα, κι ότι αυτή είναι, χωρίς αμφιβολία, η μόνη αδιαφιλονίκητη γνώση που διαθέτει ο άνθρωπος.
Λέων Τολστόι, Μία εξομολόγηση
Κι έψαξα να βρω μια απάντηση στα ερωτήματα μου σ’ όλους τους κλάδους της γνώσης που κατέκτησε ο άνθρωπος.
Ερεύνησα για πολύ καιρό και με πολύ κόπο.
Δεν το έκανα με μισή καρδιά ή από επιπόλαιη περιέργεια, αλλά βασανιστικά, επίμονα, μέρα και νύχτα, σαν τον ετοιμοθάνατο που γυρεύει τη σωτηρία, αλλά δε βρήκα τίποτα.
Έψαξα σ’ όλους τους κλάδους της γνώσης και όχι μόνο δε βρήκα τίποτα αλλά πείστηκα πως όλοι όσοι είχαν ερευνήσει, όπως κι εγώ, τις περιοχές της γνώσης, δεν είχαν ούτε εκείνοι βρει τίποτα.
Κι όχι μόνο δεν είχαν βρει τίποτα, αλλά είχαν παραδεχτεί ξεκάθαρα το ίδιο πράγμα που με είχε οδηγήσει στην απόγνωση: ότι η ζωή δεν έχει κανένα νόημα, κι ότι αυτή είναι, χωρίς αμφιβολία, η μόνη αδιαφιλονίκητη γνώση που διαθέτει ο άνθρωπος.
Λέων Τολστόι, Μία εξομολόγηση
Να σκεφτείς το “μετά” με κάποιον που αξίζει το “μετά” σου
Αν σε ρωτούσε κάποιος για τις σχέσεις, θα έλεγες ότι πρέπει να είναι διαδραστικές, πρέπει να είναι αμφίδρομες, πρέπει να εισπράττεις θαυμασμό, αγάπη και να νιώθεις ασφάλεια…
Συχνά συζητάμε για την τοξικότητα κάποιων ανθρώπων ή εν πάση περιπτώσει για αυτό που εμείς εισπράττουμε ως τοξική συμπεριφορά απέναντί μας…
Σκέψου όμως το εξής…
Γιατί προτιμάς να μένεις σε μία τοξική κατάσταση, σε μία τοξική σχέση, παρά να φύγεις;
Και αν σκέφτεσαι ότι φοβάσαι, υπενθύμισε στον εαυτό σου ότι ο φόβος τρέφει το φόβο και συχνά φοβόμαστε το φόβο μας…
Άρα αντικειμενικά μένοντας σε μία δυσλειτουργική σχέση, δεν κερδίζεις χρόνο, όπως πιθανώς να λες στον εαυτό σου ούτε δυναμώνεις….
Μάλλον το αντίθετο… μένεις σε αυτή τη σχέση πλήττοντας την αυτοεικόνα και την αυτοπεποίθησή σου, μένεις σε αυτή τη σχέση αμφισβητώντας τον εαυτό σου, μένεις σε αυτή τη σχέση ακούγοντας λόγια σχεδόν κακοποιητικά για εσένα…
Και έχεις σκεφτεί ποτέ ότι μένεις σε αυτή τη σχέση δικαιολογώντας τον άλλο και προσπαθώντας να κατανοήσεις τη συμπεριφορά του;
Έχεις σκεφτεί ότι μένεις σε αυτή τη σχέση προσπαθώντας να πείσεις τον άλλον να μοιραστεί στιγμές μαζί σου, να κάνει πράγματα μαζί σου;
Και αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, εκείνος άραγε προσπαθεί το ίδιο;
Γιατί το αξίζεις…
Εξάλλου… σκεφτόμαστε συνήθως «μου αξίζει;». Πόσες φορές έχουμε σκεφτεί «του αξίζω;»
Γιατί λοιπόν να προσπαθείς να σώσεις κάποιον, που δεν προσπαθεί για σένα;
Γιατί να προσπαθείς να σώσεις μία σχέση με κάποιον, που δεν φροντίζει εσένα, τουλάχιστον όπως θα επιθυμούσες ή όπως θα συμβούλευες τους φίλους σου να κάνουν;
Γιατί να προσπαθείς να βοηθήσεις μία σχέση που ο σύντροφος σου δεν σε βοηθάει, δεν επικοινωνείτε και δεν συμπάσχει μαζί σου;
Και αν είναι το άγχος της μοναξιάς ή η ανασφάλεια οι απαντήσεις που δίνεις στον εαυτό σου, να σου υπενθυμίζεις πως πρέπει να αντιμετωπίσεις τους φόβους και να νιώσεις τη δύναμη που κρύβεις μέσα σου…
Ο χρόνος μας είναι πολύτιμος και είναι ουσιαστικά η ζωή μας…
Να σκεφτείς το μετά με κάποιον που αξίζει το μετά σου…
Συχνά συζητάμε για την τοξικότητα κάποιων ανθρώπων ή εν πάση περιπτώσει για αυτό που εμείς εισπράττουμε ως τοξική συμπεριφορά απέναντί μας…
Σκέψου όμως το εξής…
Γιατί προτιμάς να μένεις σε μία τοξική κατάσταση, σε μία τοξική σχέση, παρά να φύγεις;
Και αν σκέφτεσαι ότι φοβάσαι, υπενθύμισε στον εαυτό σου ότι ο φόβος τρέφει το φόβο και συχνά φοβόμαστε το φόβο μας…
Άρα αντικειμενικά μένοντας σε μία δυσλειτουργική σχέση, δεν κερδίζεις χρόνο, όπως πιθανώς να λες στον εαυτό σου ούτε δυναμώνεις….
Μάλλον το αντίθετο… μένεις σε αυτή τη σχέση πλήττοντας την αυτοεικόνα και την αυτοπεποίθησή σου, μένεις σε αυτή τη σχέση αμφισβητώντας τον εαυτό σου, μένεις σε αυτή τη σχέση ακούγοντας λόγια σχεδόν κακοποιητικά για εσένα…
Και έχεις σκεφτεί ποτέ ότι μένεις σε αυτή τη σχέση δικαιολογώντας τον άλλο και προσπαθώντας να κατανοήσεις τη συμπεριφορά του;
Έχεις σκεφτεί ότι μένεις σε αυτή τη σχέση προσπαθώντας να πείσεις τον άλλον να μοιραστεί στιγμές μαζί σου, να κάνει πράγματα μαζί σου;
Και αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, εκείνος άραγε προσπαθεί το ίδιο;
Γιατί το αξίζεις…
Εξάλλου… σκεφτόμαστε συνήθως «μου αξίζει;». Πόσες φορές έχουμε σκεφτεί «του αξίζω;»
Γιατί λοιπόν να προσπαθείς να σώσεις κάποιον, που δεν προσπαθεί για σένα;
Γιατί να προσπαθείς να σώσεις μία σχέση με κάποιον, που δεν φροντίζει εσένα, τουλάχιστον όπως θα επιθυμούσες ή όπως θα συμβούλευες τους φίλους σου να κάνουν;
Γιατί να προσπαθείς να βοηθήσεις μία σχέση που ο σύντροφος σου δεν σε βοηθάει, δεν επικοινωνείτε και δεν συμπάσχει μαζί σου;
Και αν είναι το άγχος της μοναξιάς ή η ανασφάλεια οι απαντήσεις που δίνεις στον εαυτό σου, να σου υπενθυμίζεις πως πρέπει να αντιμετωπίσεις τους φόβους και να νιώσεις τη δύναμη που κρύβεις μέσα σου…
Ο χρόνος μας είναι πολύτιμος και είναι ουσιαστικά η ζωή μας…
Να σκεφτείς το μετά με κάποιον που αξίζει το μετά σου…
Δύσκολες καταστάσεις στη ζωή: Τελικά είναι προβλήματα ή λύσεις;
Έχουμε κατανοήσει όλοι ότι η ζωή είναι ένα ταξίδι γεμάτο περιπέτειες στο οποίο ο καθένας από μας θα έρθει αντιμέτωπος με διάφορα φαινόμενα άλλοτε ευχάριστα κι άλλοτε δυσάρεστα.
Αυτό το ταξίδι εν πολλοίς δεν είναι συνειδητό κι αυτό έχει ως συνέπεια συχνά να μας αιφνιδιάζουν διάφορα γεγονότα που εμφανίζονται απρόσμενα, θα λέγαμε, και να διαταράσσουν τη ψυχική μας ηρεμία.
Ωστόσο ένα περιπετειώδες ταξίδι όπως είναι η ζωή δεν θα μπορούσε να μη περιέχει απροσδόκητες καταστάσεις και δυσκολίες. Άλλωστε η ζωή δεν είναι απλά ένα ταξίδι αλλά ένα τεράστιο πεδίο άσκησης κι αν έχουμε αυτό κατά νου τότε ένα φαινόμενο όσο παράδοξο, όσο ανεπιθύμητο κι αν φαντάζει θα ήταν τελικά αναμενόμενο. Όχι μόνο ως μέσο εξάσκησης κι αυτοβελτίωσης αλλά κι ως αποτέλεσμα επιλογών που κάναμε σε προηγούμενους σταθμούς ακόμη κι αν η λήθη τις έχει σκεπάσει.
Αν δούμε από αυτή την οπτική ένα οδυνηρό φαινόμενο που εμφανίζεται καθώς διανύουμε τη καθημερινότητα μας ίσως είναι πιο εύκολο να δεχθούμε ότι το πρόβλημα που περιέχει και θα κληθούμε να διαχειριστούμε είναι τελικά η λύση κι όχι το πρόβλημα. Ηχεί παράδοξα στ’ αυτιά μας ότι αυτό που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε ως πρόβλημα δεν είναι πρόβλημα αλλά η λύση ενός προβλήματος το οποίο όμως διαφεύγει της μνήμης μας.
Θα έχετε ακούσει ότι τα ψυχοσωματικά προβλήματα είναι η καλύτερη λύση που βρήκε το υποσυνείδητο ώστε να εκφράσει μια εσωτερική σύγκρουση ή μια εσωτερική ανισορροπία. Δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα απ’ αυτό για να αντιληφθούμε πως ακριβώς λειτουργούν οι νόμοι της ζωής μέσα στην απλή καθημερινότητα.
Εκτός από αληθινή, η παραπάνω συνθήκη, είναι κι ευφυής καθώς επιλέγει τη καλύτερη διαδρομή για να εκφραστεί πάνω στο σώμα και μάλιστα στο κατάλληλο όργανο που σχετίζεται με την εσωτερική διαμάχη. Μια διαμάχη που πολλές φορές αντιλαμβανόμαστε ωστόσο αγνοούμε άλλες φορές επιτηδευμένα κι άλλες φορές επειδή η καθημερινότητα θεωρείται πιο σπουδαία από τον εσωτερικό μας κόσμο.
Όπως λοιπόν ένα αυτοάνοσο ή ένα σύμπτωμα είναι το φαινόμενο μιας αόρατης για μας κατάστασης που ξεκινά στο ψυχονοητικό πεδίο μας για να καταλήξει στο σώμα, έτσι κι ένα φαινόμενο που εμφανίζεται στη ζωή μας είναι το αποτέλεσμα μιας κατάστασης που συντελείται επίσης στο ψυχονοητικό αλλά και συμπεριφορικό παρελθόν μας.
Το γιατί ένα αυτοάνοσο ή ένα σύμπτωμα διαλέγει συγκεκριμένο σημείο πάνω στο σώμα μας ή ένα φαινόμενο επιλέγει να μας συναντήσει σε συγκεκριμένο σταθμό της ζωής μας, είναι θέματα που θα αναλύσουμε σε επόμενα άρθρα, μέχρι τότε κάντε στο μυαλό σας μια αναλογία της καθημερινότητας με το σώμα σας.
Το σώμα είναι το πεδίο εγγραφής του εσωτερικού μας κόσμου, είχε πει ο Λακάν Γαλλος ψυχαναλυτής, συνεχιστής του Φρόυντ, και η καθημερινότητα κατ’ αναλογία είναι το πεδίο εγγραφής του ψυχονοητικού και συμπεριφορικού μας κόσμου.
Αν θέλουμε να κατανοήσουμε τι συμβαίνει γύρω μας ή τι συμβαίνει μέσα μας , ήρθε η ώρα να αναποδογυρίσουμε την οπτική μας και να βαδίσουμε νοητικά προς τα πίσω ιχνηλατώντας από το σύμπτωμα-φαινόμενο προς τη πηγή που το ανέβλυσε και τότε θα αντιληφθούμε ότι το σημερινό πρόβλημα είναι η λύση που βρήκε το χθες. Αν θέλουμε να αλλάξουμε το αποτέλεσμα μιας εξίσωσης θα πρέπει να αλλάξουμε κάτι από τους παράγοντες που βρίσκονται στην άλλη πλευρά, για παράδειγμα αν 1+1=2 αλλά δεν μας αρέσει το 2, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η αλλαγή πρέπει να γίνει κάπου ανάμεσα στο 1+1 είτε αλλάζοντας τους αριθμούς είτε το πρόσημο με το οποίο συνδέονται.
Αυτό το ταξίδι εν πολλοίς δεν είναι συνειδητό κι αυτό έχει ως συνέπεια συχνά να μας αιφνιδιάζουν διάφορα γεγονότα που εμφανίζονται απρόσμενα, θα λέγαμε, και να διαταράσσουν τη ψυχική μας ηρεμία.
Ωστόσο ένα περιπετειώδες ταξίδι όπως είναι η ζωή δεν θα μπορούσε να μη περιέχει απροσδόκητες καταστάσεις και δυσκολίες. Άλλωστε η ζωή δεν είναι απλά ένα ταξίδι αλλά ένα τεράστιο πεδίο άσκησης κι αν έχουμε αυτό κατά νου τότε ένα φαινόμενο όσο παράδοξο, όσο ανεπιθύμητο κι αν φαντάζει θα ήταν τελικά αναμενόμενο. Όχι μόνο ως μέσο εξάσκησης κι αυτοβελτίωσης αλλά κι ως αποτέλεσμα επιλογών που κάναμε σε προηγούμενους σταθμούς ακόμη κι αν η λήθη τις έχει σκεπάσει.
Αν δούμε από αυτή την οπτική ένα οδυνηρό φαινόμενο που εμφανίζεται καθώς διανύουμε τη καθημερινότητα μας ίσως είναι πιο εύκολο να δεχθούμε ότι το πρόβλημα που περιέχει και θα κληθούμε να διαχειριστούμε είναι τελικά η λύση κι όχι το πρόβλημα. Ηχεί παράδοξα στ’ αυτιά μας ότι αυτό που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε ως πρόβλημα δεν είναι πρόβλημα αλλά η λύση ενός προβλήματος το οποίο όμως διαφεύγει της μνήμης μας.
Θα έχετε ακούσει ότι τα ψυχοσωματικά προβλήματα είναι η καλύτερη λύση που βρήκε το υποσυνείδητο ώστε να εκφράσει μια εσωτερική σύγκρουση ή μια εσωτερική ανισορροπία. Δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα απ’ αυτό για να αντιληφθούμε πως ακριβώς λειτουργούν οι νόμοι της ζωής μέσα στην απλή καθημερινότητα.
Εκτός από αληθινή, η παραπάνω συνθήκη, είναι κι ευφυής καθώς επιλέγει τη καλύτερη διαδρομή για να εκφραστεί πάνω στο σώμα και μάλιστα στο κατάλληλο όργανο που σχετίζεται με την εσωτερική διαμάχη. Μια διαμάχη που πολλές φορές αντιλαμβανόμαστε ωστόσο αγνοούμε άλλες φορές επιτηδευμένα κι άλλες φορές επειδή η καθημερινότητα θεωρείται πιο σπουδαία από τον εσωτερικό μας κόσμο.
Όπως λοιπόν ένα αυτοάνοσο ή ένα σύμπτωμα είναι το φαινόμενο μιας αόρατης για μας κατάστασης που ξεκινά στο ψυχονοητικό πεδίο μας για να καταλήξει στο σώμα, έτσι κι ένα φαινόμενο που εμφανίζεται στη ζωή μας είναι το αποτέλεσμα μιας κατάστασης που συντελείται επίσης στο ψυχονοητικό αλλά και συμπεριφορικό παρελθόν μας.
Το γιατί ένα αυτοάνοσο ή ένα σύμπτωμα διαλέγει συγκεκριμένο σημείο πάνω στο σώμα μας ή ένα φαινόμενο επιλέγει να μας συναντήσει σε συγκεκριμένο σταθμό της ζωής μας, είναι θέματα που θα αναλύσουμε σε επόμενα άρθρα, μέχρι τότε κάντε στο μυαλό σας μια αναλογία της καθημερινότητας με το σώμα σας.
Το σώμα είναι το πεδίο εγγραφής του εσωτερικού μας κόσμου, είχε πει ο Λακάν Γαλλος ψυχαναλυτής, συνεχιστής του Φρόυντ, και η καθημερινότητα κατ’ αναλογία είναι το πεδίο εγγραφής του ψυχονοητικού και συμπεριφορικού μας κόσμου.
Αν θέλουμε να κατανοήσουμε τι συμβαίνει γύρω μας ή τι συμβαίνει μέσα μας , ήρθε η ώρα να αναποδογυρίσουμε την οπτική μας και να βαδίσουμε νοητικά προς τα πίσω ιχνηλατώντας από το σύμπτωμα-φαινόμενο προς τη πηγή που το ανέβλυσε και τότε θα αντιληφθούμε ότι το σημερινό πρόβλημα είναι η λύση που βρήκε το χθες. Αν θέλουμε να αλλάξουμε το αποτέλεσμα μιας εξίσωσης θα πρέπει να αλλάξουμε κάτι από τους παράγοντες που βρίσκονται στην άλλη πλευρά, για παράδειγμα αν 1+1=2 αλλά δεν μας αρέσει το 2, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η αλλαγή πρέπει να γίνει κάπου ανάμεσα στο 1+1 είτε αλλάζοντας τους αριθμούς είτε το πρόσημο με το οποίο συνδέονται.
ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ: Φόβο και ανασφάλεια ένιωθα τις ώρες εκείνες της κατεστραμμένης παιδικής ευτυχίας
Όπως και να την έβλεπα, η μέρα τούτη της ζωής μου μού φαινόταν, για μια ακόμη φορά, απελπιστικά ανούσια, έμοιαζε λίγο με τις Δευτέρες παρόλο που ήταν Σάββατο. Μύριζε δευτεριάτικα, τρεις φορές μεγαλύτερη και τρεις φορές πιο κουραστική από κάθε άλλη μέρα. Καταραμένη και πνιγηρή ήταν αυτή η ζωή, ψεύτικη και σιχαμερή. Οι μεγάλοι έκαναν τάχα σαν η ζωή να ήταν τέλεια και οι ίδιοι ημίθεοι, ενώ εμείς, τ’ αγόρια, δεν ήμασταν άλλο τίποτα από φτύσματα κι απόβγαλτα.
Κι αυτοί οι δάσκαλοι! Είχες την επιθυμία να πας μπροστά, έκανες κάθε προσπάθεια να ‘σαι καλός -είτε ήταν αυτό για να μάθεις τα ανώμαλα ρήματα στα αρχαία ελληνικά είτε για να κρατήσεις τα ρούχα σου καθαρά, ή πάλι να είσαι υπάκουος στους γονείς σου και να υποφέρεις σιωπηλά, ηρωικά, κάθε πόνο και ταπείνωση – προσπαθούσες ν’ ακολουθήσεις τον ιδανικό και αγαθό δρόμο προς την αρετή, να υπομείνεις αγόγγυστα το κακό, να βοηθάς το συνάνθρωπό σου! Άδικος ο κόπος! Πάντα, μα πάντα όλα έμεναν ένα ξεκίνημα, μια προσπάθεια, ένα μικρό πέταγμα! Γιατί πάντα, μετά λίγες μέρες, λίγες ώρες, κάτι θα συνέβαίνε που θα έπρεπε να μην είχε συμβεί, κάτι τρομερό, λυπηρό, ντροπιαστικό. Πάντα ξανάπεφτες, αναπόφευκτα, από τις πιο περήφανες κι ενάρετες υποσχέσεις στην αμαρτία και την αθλιότητα, στις καθημερινές κακές συνήθειες. Τι χρειαζόταν, λοιπόν, να γνωρίζει κανείς στο βάθος της ψυχής του τι είναι όμορφο και σωστό, αφού οι γύρω μας (συμπεριλαμβανομένων και των γονιών) έμεναν βουτηγμένοι στην καθημερινή αθλιότητα και όλα ήταν έτσι οργανωμένα ώστε να επιτρέπουν να θριαμβεύει η κακία κι η αθλιότητα. Πώς γινόταν το πρωί, γονατιστός μπροστά στο κρεβάτι, ή το βράδυ, μπροστά σε αναμμένο κερί, ν’ αφιερώνεις τον εαυτό σου στο καλό, να ζητάς απ’ το θεό άφεση αμαρτιών, και μετά -ίσως μόλις λίγες ώρες αργότερα- να προδίδεις όλες σου τις καλές προθέσεις και τους όρκους επειδή άφησες να σε ξελογιάσει ένα πονηρό χαμόγελο ή στήνοντας αυτί παρακολούθησες ένα βρώμικο ανέκδοτο που σιγοψιθύρισαν οι συμμαθητές σου στην τάξη; Μα γιατί είχαν έτσι τα πράγματα; Να ήταν τάχα η ζωή διαφορετική για τους άλλους;
Όλοι εκείνοι οι ήρωες, οι Ρωμαίοι και οι Έλληνες, οι ιππότες κι οι πρώτοι χριστιανοί, ήταν τάχα όλοι αυτοί διαφορετικοί από μένα, ήταν καλύτεροι, πιο σωστοί, χωρίς κακά ένστικτα, διέθεταν τάχα κάτι που εγώ δεν είχα, που μ’ εμπόδιζε, που με γκρέμιζε πίσω -πάλι και πάλι- απ’ τον ουρανό στη γη, από την έπαρση στη λάσπη; Το προπατορικό αμάρτημα ήταν τάχα άγνωστο σε κείνους τους ήρωες και τους άγιους; Μήπως μονάχα λίγοι κι εκλεκτοί έπρεπε να γνωρίζουν το ιερό και ευγενικό; Μα τότε, αν εγώ δεν ήμουν απ’ τους εκλεκτούς, γιατί να γνώριζα εκείνη την ώθηση για το ωραίο, το ευγενικό, εκείνο τον άγριο πόθο για την αγνότητα, την καλοσύνη, την αρετή; Δεν ήταν αυτό μια κοροϊδία; Ήταν σωστό να συμβαίνει κάτι τέτοιο στον κόσμο του θεού; Ένας άνθρωπος, ένα αγόρι, να’ χει μέσα του συγχρόνως όλες τις καλές και κακές τάσεις, να ‘πρεπε να υποφέρει και ν’ απογοητεύεται σαν ένα τραγικό και κωμικό πλάσμα, για τη διασκέδαση και μόνο Εκείνου που όλα τα βλέπει; Υπήρχε τάχα κάτι τέτοιο; Και τότε δεν ήταν – ναι, δεν ήταν όλη η γη ένας διαβολότοπος που δεν άξιζε παρά να φτύνεις; Δεν ήταν τότε κι ο ίδιος ο θεός ένα τέρας, ένα τέρας παράλογο, κουτό κι αντιπαθητικό; Κι ενώ ένιωθα ακόμα τη γεύση της επανάστασης στην ψυχή, η καρδιά μου άρχιζε ήδη να τρεμουλιάζει από φόβο για τη βλασφημία.
Με τι ακρίβεια βλέπω ακόμα και σήμερα μπροστά μου, μετά τριάντα χρόνια, εκείνη τη σκοτεινή, ψηλοτάβανη αυλή με τα ασπρισμένα ξύλινα σκαλοπάτια και την αστραφτερή, από τις πολλές τσουλήθρες, κουπαστή. Όσο κι αν μου φαίνεται μακρινή η παιδική μου ηλικία, όσο κι αν μοιάζει με άπιαστο παραμύθι, νιώθω ακόμη ξεκάθαρα όλο εκείνο τον πόνο και την αμφιβολία που από τότε με βασάνιζαν. Όλα αυτά τα συναισθήματα ήταν και έμειναν τα ίδια μέχρι σήμερα, όπως έμεινε η αμφιβολία για την ίδια μου την αξία, η αμφιταλάντευση μεταξύ θάρρους και δειλίας, μεταξύ ιδεαλισμού και αισθησιασμού και σαν τότε, έτσι κι αργότερα, είδα τις ροπές αυτές του χαρακτήρα μου άλλοτε σαν μια βρωμερή αρρώστια κι άλλοτε σαν επιβράβευση. Ώρες ώρες, πίστευα ότι ο θεός με οδήγησε στο δύσκολο αυτό δρόμο προκειμένου να απομονωθώ και να δω βαθιά μέσα μου. Άλλοτε πάλι έβρισκα στις ροπές μου αυτές σημάδια ενός αδύνατου χαρακτήρα, ενός νευρωτικού, όπως τόσοι άλλοι που σέρνονται σ’ αυτή τη ζωή.
Αν βρισκόμουν στην ανάγκη να δώσω ένα όνομα σ’ όλα εκείνα τα συναισθήματα και τις βασανιστικές αντιθέσεις, δε θα έβρισκα άλλο πιο κατάλληλο από το «φόβος»! Φόβος ήταν, φόβο και ανασφάλεια ένιωθα τις ώρες εκείνες της κατεστραμμένης παιδικής ευτυχίας: φόβος για την τιμωρία, φόβος ενοχής, φόβος για τις ροπές του χαρακτήρα μου, ροπές που έκρινα απαγορευμένες κι εγκληματικές.
ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ, Το τελευταίο καλοκαίρι του Κλίνκσορ
Κι αυτοί οι δάσκαλοι! Είχες την επιθυμία να πας μπροστά, έκανες κάθε προσπάθεια να ‘σαι καλός -είτε ήταν αυτό για να μάθεις τα ανώμαλα ρήματα στα αρχαία ελληνικά είτε για να κρατήσεις τα ρούχα σου καθαρά, ή πάλι να είσαι υπάκουος στους γονείς σου και να υποφέρεις σιωπηλά, ηρωικά, κάθε πόνο και ταπείνωση – προσπαθούσες ν’ ακολουθήσεις τον ιδανικό και αγαθό δρόμο προς την αρετή, να υπομείνεις αγόγγυστα το κακό, να βοηθάς το συνάνθρωπό σου! Άδικος ο κόπος! Πάντα, μα πάντα όλα έμεναν ένα ξεκίνημα, μια προσπάθεια, ένα μικρό πέταγμα! Γιατί πάντα, μετά λίγες μέρες, λίγες ώρες, κάτι θα συνέβαίνε που θα έπρεπε να μην είχε συμβεί, κάτι τρομερό, λυπηρό, ντροπιαστικό. Πάντα ξανάπεφτες, αναπόφευκτα, από τις πιο περήφανες κι ενάρετες υποσχέσεις στην αμαρτία και την αθλιότητα, στις καθημερινές κακές συνήθειες. Τι χρειαζόταν, λοιπόν, να γνωρίζει κανείς στο βάθος της ψυχής του τι είναι όμορφο και σωστό, αφού οι γύρω μας (συμπεριλαμβανομένων και των γονιών) έμεναν βουτηγμένοι στην καθημερινή αθλιότητα και όλα ήταν έτσι οργανωμένα ώστε να επιτρέπουν να θριαμβεύει η κακία κι η αθλιότητα. Πώς γινόταν το πρωί, γονατιστός μπροστά στο κρεβάτι, ή το βράδυ, μπροστά σε αναμμένο κερί, ν’ αφιερώνεις τον εαυτό σου στο καλό, να ζητάς απ’ το θεό άφεση αμαρτιών, και μετά -ίσως μόλις λίγες ώρες αργότερα- να προδίδεις όλες σου τις καλές προθέσεις και τους όρκους επειδή άφησες να σε ξελογιάσει ένα πονηρό χαμόγελο ή στήνοντας αυτί παρακολούθησες ένα βρώμικο ανέκδοτο που σιγοψιθύρισαν οι συμμαθητές σου στην τάξη; Μα γιατί είχαν έτσι τα πράγματα; Να ήταν τάχα η ζωή διαφορετική για τους άλλους;
Όλοι εκείνοι οι ήρωες, οι Ρωμαίοι και οι Έλληνες, οι ιππότες κι οι πρώτοι χριστιανοί, ήταν τάχα όλοι αυτοί διαφορετικοί από μένα, ήταν καλύτεροι, πιο σωστοί, χωρίς κακά ένστικτα, διέθεταν τάχα κάτι που εγώ δεν είχα, που μ’ εμπόδιζε, που με γκρέμιζε πίσω -πάλι και πάλι- απ’ τον ουρανό στη γη, από την έπαρση στη λάσπη; Το προπατορικό αμάρτημα ήταν τάχα άγνωστο σε κείνους τους ήρωες και τους άγιους; Μήπως μονάχα λίγοι κι εκλεκτοί έπρεπε να γνωρίζουν το ιερό και ευγενικό; Μα τότε, αν εγώ δεν ήμουν απ’ τους εκλεκτούς, γιατί να γνώριζα εκείνη την ώθηση για το ωραίο, το ευγενικό, εκείνο τον άγριο πόθο για την αγνότητα, την καλοσύνη, την αρετή; Δεν ήταν αυτό μια κοροϊδία; Ήταν σωστό να συμβαίνει κάτι τέτοιο στον κόσμο του θεού; Ένας άνθρωπος, ένα αγόρι, να’ χει μέσα του συγχρόνως όλες τις καλές και κακές τάσεις, να ‘πρεπε να υποφέρει και ν’ απογοητεύεται σαν ένα τραγικό και κωμικό πλάσμα, για τη διασκέδαση και μόνο Εκείνου που όλα τα βλέπει; Υπήρχε τάχα κάτι τέτοιο; Και τότε δεν ήταν – ναι, δεν ήταν όλη η γη ένας διαβολότοπος που δεν άξιζε παρά να φτύνεις; Δεν ήταν τότε κι ο ίδιος ο θεός ένα τέρας, ένα τέρας παράλογο, κουτό κι αντιπαθητικό; Κι ενώ ένιωθα ακόμα τη γεύση της επανάστασης στην ψυχή, η καρδιά μου άρχιζε ήδη να τρεμουλιάζει από φόβο για τη βλασφημία.
Με τι ακρίβεια βλέπω ακόμα και σήμερα μπροστά μου, μετά τριάντα χρόνια, εκείνη τη σκοτεινή, ψηλοτάβανη αυλή με τα ασπρισμένα ξύλινα σκαλοπάτια και την αστραφτερή, από τις πολλές τσουλήθρες, κουπαστή. Όσο κι αν μου φαίνεται μακρινή η παιδική μου ηλικία, όσο κι αν μοιάζει με άπιαστο παραμύθι, νιώθω ακόμη ξεκάθαρα όλο εκείνο τον πόνο και την αμφιβολία που από τότε με βασάνιζαν. Όλα αυτά τα συναισθήματα ήταν και έμειναν τα ίδια μέχρι σήμερα, όπως έμεινε η αμφιβολία για την ίδια μου την αξία, η αμφιταλάντευση μεταξύ θάρρους και δειλίας, μεταξύ ιδεαλισμού και αισθησιασμού και σαν τότε, έτσι κι αργότερα, είδα τις ροπές αυτές του χαρακτήρα μου άλλοτε σαν μια βρωμερή αρρώστια κι άλλοτε σαν επιβράβευση. Ώρες ώρες, πίστευα ότι ο θεός με οδήγησε στο δύσκολο αυτό δρόμο προκειμένου να απομονωθώ και να δω βαθιά μέσα μου. Άλλοτε πάλι έβρισκα στις ροπές μου αυτές σημάδια ενός αδύνατου χαρακτήρα, ενός νευρωτικού, όπως τόσοι άλλοι που σέρνονται σ’ αυτή τη ζωή.
Αν βρισκόμουν στην ανάγκη να δώσω ένα όνομα σ’ όλα εκείνα τα συναισθήματα και τις βασανιστικές αντιθέσεις, δε θα έβρισκα άλλο πιο κατάλληλο από το «φόβος»! Φόβος ήταν, φόβο και ανασφάλεια ένιωθα τις ώρες εκείνες της κατεστραμμένης παιδικής ευτυχίας: φόβος για την τιμωρία, φόβος ενοχής, φόβος για τις ροπές του χαρακτήρα μου, ροπές που έκρινα απαγορευμένες κι εγκληματικές.
ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ, Το τελευταίο καλοκαίρι του Κλίνκσορ
Η διαφορά της ελευθερίας με την αυθαιρεσία
Από την ώρα που οι αρχές και οι κανόνες, τα παραγγέλματα και οι εντολές μας έρχονται απ’ έξω και οι κυρώσεις, θετικές ή αρνητικές, έπαινος ή ψόγος, αμοιβή ή ποινή επιβάλλονται πάλι απ’ έξω, από την ώρα που δεν κρίναμε εμείς και δεν αναδεχτήκαμε εμείς ολόκληρο το βάρος της εκλογής και της πράξης μας, δεν επήραμε μόνοι και ακέραια την απόφασή μας, η ευθύνη μας είναι περιορισμένη. Άλλο αν είναι και για το θετό Δίκαιο η ευθύνη μας στην περίπτωση αυτή πλήρης ή όχι. Εγώ μιλώ για την ηθική ευθύνη. Πλήρης είναι η ευθύνη μόνο στις πράξεις της αυτόνομης βούλησης. Πλήρως υπεύθυνος είμαι κατά το μέτρο που η πράξη είναι δική μου, κατά το μέτρο που η πράξη απέρρευσε από μένα τον ίδιο. Όσο δεν είναι δική μου με το νόημα αυτό, άλλο τόσο δεν υπέχω κι εγώ την πλήρη ευθύνη για τη σύλληψη και την εκτέλεσή της.
Ελευθερία όμως ηθική δεν θα πει αυθαιρεσία. Να μια παρεξήγηση που πρέπει να την αποφύγουμε. Άλλο ελευθερία και άλλο αναρχία. Επομένως και η ηθική αυτονομία αντιδιαστέλλεται ριζικά και σαφώς προς την αυθαιρεσία. Αυθαίρετη είναι η αναρχούμενη, όχι η ελεύθερη βούληση. Αυτονομούμενη είναι η βούληση που προστάζεται από το δικό της νόμο, όχι εκείνη που δεν αναγνωρίζει κανένα νόμο. Τέτοια είναι η αυθαίρετη, η αναρχούμενη βούληση. Η αυτονομούμενη βούληση ενεργεί σύμφωνα με τη δική της αξιοθεσία, με τη δική της ιεράρχηση των αξιών, πέρα από κάθε δέσμευση. Ενεργεί πέρα από κάθε δέσμευση, εκτός από μία. Όλες τις άλλες δεσμεύσεις μπορεί να τις αγνοήσει. Να τις καταλύσει. Μιαν όμως δέσμευση δεν μπορεί η αυτονομούμενη βούληση να την αρνηθεί ή να την αναιρέσει: τον αυτοσεβασμό. Να η διαφορά μεταξύ της αυθαίρετης και της ελεύθερης βούλησης.
Η αυθαίρετη βούληση δεν πειθαρχεί πουθενά, δεν σέβεται κανένα νόμο, και κατά τούτο ακριβώς είναι αυθαίρετη ότι δεν πειθαρχεί στον εαυτό της. Δεν έχει καμιά δυσκολία να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Ή να μη σας δώσει κανένα λόγο. «Έκανα άλλοτε έτσι, αυτό τώρα το κάνω αλλιώς». Γιατί; «Γιατί έτσι θέλω». Ούτε αυτοσεβασμός, ούτε αυτοπειθαρχία. Ελευθερία όμως δεν θα πει να ενεργείς από καπρίτσιο ή ελεύθερα. Ελευθερία θα πει να ενεργείς από σεβασμό προς ένα νόμο που έχεις δώσει ο ίδιος στον εαυτό σου και να αισθάνεσαι την υποχρέωση πρώτος εσύ να τον τηρήσεις. Όχι κατά σύμπτωση. Όχι κατ’ εξαίρεση. Αλλά ως σταθερό και αμετακίνητο κανόνα βίου. Γι’ αυτό λέμε: ελεύθερη βούληση είναι εκείνη που δεν δεσμεύεται από τίποτα εκτός από τον ίδιο τον εαυτό της. Να σέβεται τον εαυτό της και να πειθαρχεί σ’ αυτόν είναι η αρχή της.
Οι οσφυοκάμπτες
Είναι εκείνοι που κολακεύουν όποιον θεωρούν «ανώτερο» με σκοπό να αποκομίσουν όφελος κοινωνικό, οικονομικό ή επαγγελματικό.
Ο στόχος τους είναι ο ανώτερος να απολαμβάνει τη συντροφιά τους.
Χασκογελούν με όλα τα αστεία του. Αν ο ανώτερος είναι δύσθυμος ή βαρύς χαρακτήρας, τότε οι οσφυοκάμπτες αναλαμβάνουν την ψυχική του ανάταση πλημμυρίζοντας τον χρόνο και τον χώρο του με δικά τους σαχλά αστεία ή χονδροειδείς διηγήσεις.
Τροφοδοτούν τον ανώτερο με όλα τα φρέσκα κουτσομπολιά (ή και τα παλαιότερα αν αντιληφθούν πως δεν είναι ενημερωμένος σχετικά).
Σχολιάζουν πάντα με κακοήθεια τους μη παρόντες και δεν διστάζουν να συμπεριλάβουν σε όσους κακολογούν και άτομα της οικογένειάς τους ή ΄‘φίλους΄΄τους προκειμένου να γίνουν πιστευτοί και οικείοι.
Καλλιεργούν κλίμα έντασης σε όσους αντιλαμβάνονται ως ανταγωνιστές του ανώτερου. Αν βέβαια κρίνουν τους ανταγωνιστές εξίσου σημαντικούς με εκείνον τότε παίζουν διπλό παιχνίδι.
Δεν έχουν αξιοπρέπεια. Αν ο ανώτερος τους προσβάλλει (και όταν οι ανώτεροι είναι ανόητοι απολαμβάνουν να προσβάλλουν χωρίς λόγο τους οσφυόκαμπτες) καταπίνουν την προσβολή χαμογελώντας ευδιάθετα προσποιούμενοι πως δεν την κατάλαβαν.
Τον κολακεύουν διαρκώς.
Δεν διαφωνούν μαζί του παρά μόνο τεχνητά ελάχιστες φορές , όπου στο τέλος αναγνωρίζουν πως η δική τους άποψη είναι η λανθασμένη.
Δεν φέρουν ποτέ αντίρρηση στο πρόγραμμα που προτείνει ο ανώτερος. Είναι πάντα διαθέσιμοι και σε μεγάλο κέφι.
Όλη αυτή την κακοποίηση της προσωπικότητάς τους, που υφίστανται με δική τους βούληση, την μεταβιβάζουν ανενδοίαστα σε όσους θεωρούν κατώτερους από εκείνους. Η τεράστια ποσότητα πίκρας και απόρριψης που είναι συγκεντρωμένη στην ψυχή τους μετατρέπεται σε πυκνό δηλητήριο απέναντι σε όποιον ανίσχυρο βρεθεί στον δρόμο τους.
Δυστυχώς οι περισσότεροι οσφυοκάμπτες ξοδεύουν κατ’ αυτόν τον τρόπο τη ζωή τους χωρίς ποτέ να αισθανθούν ίχνος ντροπής για το κατάντημα στο οποίο υποβάλλουν οι ίδιοι τον εαυτό τους.
Θεωρούν μάλιστα πως είναι επιτυχημένοι .
Και χασκογελούν αντί να κλαίνε.
Συνεχώς χασκογελούν …
Ο στόχος τους είναι ο ανώτερος να απολαμβάνει τη συντροφιά τους.
Χασκογελούν με όλα τα αστεία του. Αν ο ανώτερος είναι δύσθυμος ή βαρύς χαρακτήρας, τότε οι οσφυοκάμπτες αναλαμβάνουν την ψυχική του ανάταση πλημμυρίζοντας τον χρόνο και τον χώρο του με δικά τους σαχλά αστεία ή χονδροειδείς διηγήσεις.
Τροφοδοτούν τον ανώτερο με όλα τα φρέσκα κουτσομπολιά (ή και τα παλαιότερα αν αντιληφθούν πως δεν είναι ενημερωμένος σχετικά).
Σχολιάζουν πάντα με κακοήθεια τους μη παρόντες και δεν διστάζουν να συμπεριλάβουν σε όσους κακολογούν και άτομα της οικογένειάς τους ή ΄‘φίλους΄΄τους προκειμένου να γίνουν πιστευτοί και οικείοι.
Καλλιεργούν κλίμα έντασης σε όσους αντιλαμβάνονται ως ανταγωνιστές του ανώτερου. Αν βέβαια κρίνουν τους ανταγωνιστές εξίσου σημαντικούς με εκείνον τότε παίζουν διπλό παιχνίδι.
Δεν έχουν αξιοπρέπεια. Αν ο ανώτερος τους προσβάλλει (και όταν οι ανώτεροι είναι ανόητοι απολαμβάνουν να προσβάλλουν χωρίς λόγο τους οσφυόκαμπτες) καταπίνουν την προσβολή χαμογελώντας ευδιάθετα προσποιούμενοι πως δεν την κατάλαβαν.
Τον κολακεύουν διαρκώς.
Δεν διαφωνούν μαζί του παρά μόνο τεχνητά ελάχιστες φορές , όπου στο τέλος αναγνωρίζουν πως η δική τους άποψη είναι η λανθασμένη.
Δεν φέρουν ποτέ αντίρρηση στο πρόγραμμα που προτείνει ο ανώτερος. Είναι πάντα διαθέσιμοι και σε μεγάλο κέφι.
Όλη αυτή την κακοποίηση της προσωπικότητάς τους, που υφίστανται με δική τους βούληση, την μεταβιβάζουν ανενδοίαστα σε όσους θεωρούν κατώτερους από εκείνους. Η τεράστια ποσότητα πίκρας και απόρριψης που είναι συγκεντρωμένη στην ψυχή τους μετατρέπεται σε πυκνό δηλητήριο απέναντι σε όποιον ανίσχυρο βρεθεί στον δρόμο τους.
Δυστυχώς οι περισσότεροι οσφυοκάμπτες ξοδεύουν κατ’ αυτόν τον τρόπο τη ζωή τους χωρίς ποτέ να αισθανθούν ίχνος ντροπής για το κατάντημα στο οποίο υποβάλλουν οι ίδιοι τον εαυτό τους.
Θεωρούν μάλιστα πως είναι επιτυχημένοι .
Και χασκογελούν αντί να κλαίνε.
Συνεχώς χασκογελούν …
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)













