Κυριακή 21 Αυγούστου 2022

Καρλ Πόπερ: Οι Αρχές της Διαψευσιμότητας

«Οι Κέπλερ και Γαλιλαίος προχώρησαν από την παρατήρηση μεμονωμένων γεγονότων στην διατύπωση ακριβών ποσοτικών νόμων, που με την βοήθειά τους μπορούσαν να προβλεφθούν μελλοντικά λεπτομερειακά γεγονότα. Αναστάτωσαν βαθιά τους συγχρόνους τους, εν μέρει γιατί τα συμπεράσματά τους έρχονταν σε συνταρακτική αντίθεση προς τις πεποιθήσεις της εποχής, αλλά και εν μέρει γιατί η τυφλή πίστη σε μία αυθεντία επέτρεπε στους σοφούς να περιορίζουν τις έρευνές τους στις βιβλιοθήκες και οι καθηγητές πολύ ταράχτηκαν στην ιδέα ότι θα ήταν αναγκαίο να παρατηρούν τον κόσμο για να μάθουν πως είναι.»

Η Αρχή της Επαληθευσιμότητας είναι ένα κριτήριο με το οποίο βλέπουμε αν το νόημα μιας επιστημονικής πρότασης ή κάποιας κρίσης είναι επαληθεύσιμο. Αυτή η αρχή έχει προκύψει από τους φιλόσοφους του κύκλου της Βιέννης.

Κατά την κλασική διατύπωση της αρχής της επαληθευσιμότητας, όπως την εξέφρασε ο Άγγλος φιλόσοφος Alfred Ayer (που εισήγαγε στον αγγλόφωνο κόσμο την Θεωρία του Λογικού Θετικισμού)

«μια πρόταση θεωρείται ότι κυριολεκτικά έχει νόημα, εάν, και μόνον εάν, είναι αναλυτική ή είναι εμπειρικός επαληθεύσιμη».

Με την έκφραση «κυριολεκτικά έχει νόημα» ο Ayer εξήγησε ότι εννοεί «να μπορεί να δειχθεί ως αληθής ή ψευδής».

Θα πρέπει εδώ να γίνει σαφές ότι η αρχή της επαληθευσιμότητας, κατά τους εισηγητές της, αφορά μόνο σε γνωστικού περιεχομένου προτάσεις, δηλαδή σε προτάσεις που προβάλλονται ως αληθείς ή ως ψευδείς.

Γιατί, ασφαλώς, υπάρχουν και εκφράσεις με τις οποίες ο ομιλητής δεν υποστηρίζει κάτι που είναι αλήθεια ή ψέματα, αλλά π.χ. εκφράζει ένα συναίσθημα του ή διατυπώνει κάποια επιταγή, όπως στην περίπτωση, ας πούμε, που λέει «Τι υπέροχη βραδιά!», «Κλείσε την πόρτα». H αρχή της επαληθευσιμότητας δεν αναφέρεται σε αυτού του είδους τις προτάσεις, στις προτάσεις που δεν προβάλλονται από τους χειριστές των ως αληθείς ή ως ψευδείς.

Επειδή στόχος της επιστήμης είναι η κατοχύρωση της αλήθειας και η απεμπόληση του ψεύδους, έπεται ότι η αρχή της επαληθευσιμότητας, κατά τους εισηγητές της, στοχεύει στην διασφάλιση του κύρους των προτάσεων της επιστήμης. Κατά τους φιλοσόφους του κύκλου της Βιέννης, όλες οι επιστημονικές προτάσεις πέραν των λογικών και των μαθηματικών οφείλουν να είναι εμπειρικές προτάσεις, να είναι δυνατόν να αποδειχθεί η αλήθεια ή το ψεύδος τους μέσω της παρατήρησης, της εμπειρίας και των αισθήσεων.

O σκοπός των φιλοσόφων του κύκλου της Βιέννης ήταν, με την εισαγωγή της αρχής της επαληθευσιμότητας, να προστατεύσουν τις προτάσεις της επιστήμης από άλλες προτάσεις που προβάλλονται ως αληθείς ή ψευδείς χωρίς να πληρούν το κριτήριο της αναλυτικότητας ή της εμπειρικής διαπιστωσιμότητας. H πρόταση, π.χ., «Ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο», που προβάλλεται από τους πιστούς του θεϊσμού ως αληθής, βάσει της αρχής της επαληθευσιμότητας στερείται νοήματος, επειδή ούτε ως αναλυτική μπορεί να θεωρηθεί – η άρνηση της, «Ο Θεός δεν δημιούργησε τον κόσμο», δεν είναι αντιφατική, όπως απαιτεί μία αναλυτική πρόταση – ούτε ως εμπειρικός επαληθεύσιμη μπορεί να υπολογισθεί, μια και ουδείς ποτέ παρατήρησε τον Θεό να δημιουργεί τον κόσμο.

Όλες οι προτάσεις που, χωρίς να είναι αναλυτικές ή εμπειρικός επαληθεύσιμες, προβάλλονται ως αληθείς συγκροτούν την κατηγορία των μεταφυσικών προτάσεων, οι οποίες στερούνται νοήματος. Αυτές τις μεταφυσικές προτάσεις θέλησαν οι εισηγητές της αρχής της επαληθευσιμότητας να απομακρύνουν από το πεδίο της επιστήμης.

Ωστόσο, μεταξύ των επιφυλάξεων που έχουν διατυπωθεί σε σχέση προς την ισχύ της αρχής της επαληθευσιμότητας, είναι το γεγονός ότι τόσο οι φυσικοί νόμοι, πάνω στους οποίους στηρίζονται οι επιστήμες, όσο και η ίδια η διατύπωση της αρχής της επαληθευσιμότητας δεν πληρούν το κριτήριο της αρχής της επαληθευσιμότητας.

Οι φυσικοί νόμοι αποτελούν αφενός μεν συμπυκνωμένες περιγραφές της εμπειρίας του παρελθόντος αφετέρου δε προβλέψεις του μέλλοντος. Έτσι, η πρόταση π.χ. ότι ο ήλιος ανατέλλει κάθε πρωί, από την μια πλευρά μεν περικλείει ό,τι ο κάθε άνθρωπος έχει παρατηρήσει έως τώρα – ότι, δηλαδή, κατά το παρελθόν ο ήλιος ανέτελλε κάθε πρωί -, από την άλλη δε πλευρά σημαίνει ότι και στο μέλλον ο ήλιος θα πρέπει να συνεχίσει να ανατέλλει κάθε πρωί. H πρόβλεψη αυτή, όμως – και, κατ’ επέκταση, ο νόμος ότι ο ήλιος ανατέλλει κάθε πρωί – έχει ισχύ υπό την προϋπόθεση ότι είναι αληθής η αρχή της ομοιομορφίας της φύσης, ότι το μέλλον της φύσης θα είναι το ίδιο με το παρελθόν της.

H διατύπωση της αρχής της επαληθευσιμότητας – σύμφωνα με την οποία «μία πρόταση θεωρείται ότι κυριολεκτικά έχει νόημα, εάν, και μόνον εάν, είναι αναλυτική ή είναι εμπειρικός επαληθεύσιμη» – δεν μπορεί να θεωρηθεί αναλυτική ή εμπειρικός επαληθεύσιμη και, ως εκ τούτου, βάσει του ίδιου του κριτηρίου της επαληθευσιμότητας που εισηγήθηκαν οι φιλόσοφοι του κύκλου της Βιέννης, στερείται νοήματος!

Ο Καντ έγραψε ότι για να είναι αληθής μία πρόταση πρέπει να είναι αναγκαστικής και παγκόσμιας ισχύος.

Αλλά τέτοιες προτάσεις είναι μόνον οι ταυτολογικές (a priori). Π. χ. κάτι σιδερένιο είναι από σίδερο. Οι εμπειρικές, που εισάγουν κάποιο πρόσθετο στοιχείο, μπορεί πάντα να είναι λανθασμένες. Όπως είπε ο Popper, η πρόταση: «Όλοι οι κύκνοι είναι άσπροι» ισχύει μόνο εφόσον δεν έχει εμφανιστεί ένας μαύρος κύκνος. Κι επειδή η εμπειρία δεν τελειώνει ποτέ, όλες οι αλήθειες – και οι επιστημονικές – είναι προσωρινές.

Αρχή της διαψευσιμότητας

Έτσι στην επιστήμη δεν μιλάμε για επαλήθευση αλλά για επιβεβαίωση. Η δε επιστημονική πρόοδος δεν συντελείται με αποδείξεις, αλλά με διαψεύσεις. Είναι η αρχή της διαψευσιμότητας ή της ελέγξιμότητας που διατύπωσε o Karl Popper που ήταν η κυρίαρχη μορφή στην άσκηση κριτικής για το μοντέλο των επαγωγιστών – θετικιστών. Γι’ αυτόν επιστημονική είναι μόνο μία πρόταση που μπορεί να διαψευσθεί – δηλαδή που περιέχει τα κριτήρια για τον έλεγχό της. Ο στίχος από ένα ποίημα, ή μία θρησκευτική μυστική εμπειρία δεν είναι επιστημονικές προτάσεις και δεν υπόκεινται σε έλεγχο εγκυρότητας.

Την αρχή της διαψευσιμότητας για πρώτη φορά ο Καρλ Πόππερ την συζήτησε το 1919-20 και την ξαναδιατύπωσε την δεκαετία του ‘60. Σύμφωνα με αυτή, για να είναι χρήσιμη (ή έστω επιστημονική) μια επιστημονική θέση (θεωρία, “νόμος”, αρχή κ.λ.π.) πρέπει να είναι διαψεύσιμη, δηλαδή να μπορεί να ελεγχθεί και να αποδειχτεί λανθασμένη.

Ο Πόππερ περιέγραψε την διαψευσιμότητα το 1963 χρησιμοποιώντας μεταξύ των οποίων και τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
  • Κάθε γνήσιος έλεγχος μιας θεωρίας είναι μια προσπάθεια να την διαψεύσουμε ή να την αντικρούσουμε. Οι θεωρίες που παίρνουν μεγαλύτερα “ρίσκα” είναι πιο επιδεκτικές στον έλεγχο, πιο πολύ εκτεθειμένες στην διάψευση.
  • Τα τεκμήρια επιβεβαίωσης μιας θεωρίας είναι αξιόλογα μόνο όταν έχουν προκύψει από έναν γνήσιο έλεγχο της θεωρίας. “Γνήσιος” σε αυτή την περίπτωση σημαίνει ότι είναι αποτέλεσμα μιας σοβαρής μα αποτυχημένης προσπάθειας να διαψευσθεί η θεωρία.
Αυτές οι παρατηρήσεις είναι μέρος των επιχειρημάτων του Πόππερ για την υπεράσπιση της άποψης ότι αυτό που κάνει μια θεωρία επιστημονική είναι η διαψευσιμότητα ή ελέγξιμότητά της.

Ο Αυστριακός φιλόσοφος Καρλ Πόπερ (1902 – 1994)

(Γερμανικά: Karl Raimund Popper)

Καταγόταν από εβραϊκή οικογένεια ευρείας μόρφωσης και κοινωνικής δραστηριότητας. Στην οικογένειά του υπήρχε μουσική παράδοση και ο ίδιος καλλιεργούσε την μουσική. Ενάντια στην απαισιοδοξία που ακολούθησε την κατάρρευση της αυστρο-ουγγρικής αυτοκρατορίας και για να διαφοροποιήσει τον εαυτό του από τους αλαζονικούς διανοούμενους της εποχής, αποφάσισε ο Πόπερ να γίνει εργάτης και να μάθει χειρωνακτικό επάγγελμα. Έτσι, παράλληλα με τις σπουδές τού εκπαιδευτικού θετικών επιστημών, έγινε και μαραγκός. Στην συνέχεια δίδαξε σε Γυμνάσια της Βιέννης Μαθηματικά και Φυσική.

Ο Πόπερ έγραψε ότι την ζωή του χάραξαν τρεις εμπειρίες, οι οποίες τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει κάποια οριστική και αμετάβλητη αλήθεια και ότι ο δογματισμός πρέπει να απορρίπτεται. Οι εμπειρίες αυτές ήταν: Ο θάνατος περίπου 20 νεαρών εργατών και ο βαρύς τραυματισμός άλλων 70 το 1919 κατά τις οδομαχίες στην Βιέννη για την απελευθέρωση εργατών που είχαν συλληφθεί σε διαδηλώσεις και ήταν κρατούμενοι σε ένα αστυνομικό τμήμα, η «Θεωρία της Σχετικότητας» του Αϊνστάιν και η συνάντησή του με τον Άλφρεντ Άντλερ.

Οι φιλοσοφικές και επιστημονικές ανησυχίες του Πόπερ και οι πνευματικές του ικανότητες δεν του επέτρεψαν να επαναπαυτεί στο επάγγελμα του εκπαιδευτικού και τον οδήγησαν σε συμπληρωματικές σπουδές και μελέτες, με αποτέλεσμα να αναδειχθεί σ’ έναν από τους σημαντικότερους θεωρητικούς της γνωσιολογίας και της κοινωνιολογίας του 20ού αιώνα, με έργο που καλύπτει τη φιλοσοφία των επιστημών, τη λογική, τη φιλοσοφία των μαθηματικών, της φυσικής και της βιολογίας, τη φιλοσοφία του νου, την πολιτική και την κοινωνική φιλοσοφία, τη φιλοσοφία της τέχνης, την ηθική φιλοσοφία και τη φιλοσοφία του αρχαίου ελληνικού κόσμου.

Την δεκαετία του 1930 ο Πόπερ ταξίδευσε στην Αγγλία, όπου συναντήθηκε με τους Schroedinger, Russell, Hayek και Gombrich, με τους οποίους είχε σημαντικές συζητήσεις για τη σύγχρονη φυσική της εποχής. Επισκέφτηκε, επίσης, την Κοπεγχάγη όπου γνώρισε τον Niels Bohr και εντυπωσιάστηκε από το επίπεδο ανάπτυξης της κβαντικής φυσικής στον κύκλο του, αν και ο ίδιος ο Πόπερ υποστήριζε μια διαφορετική εκδοχή αυτού του επιστημονικού τομέα.

Το έτος 1937 όμως ο Πόπερ κατέφυγε στο εξωτερικό, αρχικά στη Νέα Ζηλανδία, για να αποφύγει τις μεγάλες διώξεις των Εβραίων που ετοίμαζε το ναζιστικό κόμμα στην ενοποιημένη πλέον Γερμανία-Αυστρία. Από το 1946 μέχρι το θάνατό του ζούσε ο Πόπερ στην Αγγλία, όπου δίδασκε ως καθηγητής στο «London School of Economics and Political Sciences».

Η ανοικτή και κλειστή κοινωνία κατά τον Popper

Ο Πόπερ εισήγαγε και καθιέρωσε με το βιβλίο του «Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της», το οποίο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1945 και επανεκδόθηκε συμπληρωμένο το 1952, τις έννοιες της ανοικτής και κλειστής κοινωνίας. Ως το αρχέτυπο της «κλειστής κοινωνίας», κατά τον Πόπερ, ορίζεται η κοινότητα του γένους ή της φυλής, στην οποία τα πάντα ρυθμίζονται από την θρησκεία, τις μαγικοθρησκευτικές απαγορεύσεις και όπου η εξουσία και η γενικότερη κοινωνική ζωή λειτουργεί με τέτοιους όρους, ώστε δεν υπάρχει η δυνατότητα ανάληψης πρωτοβουλιών από τα άτομα. Η κοινότητα-κοινωνία δηλαδή, λειτουργεί σχεδόν σαν βιολογικός οργανισμός, στον οποίο τα άτομα παίζουν το ρόλο των σωματικών μελών, όπου τα πάντα παραμένουν ομοιόμορφα, σταθερά και αναλλοίωτα και όπου δεν υπάρχει ούτε ατομική ελευθερία, ούτε δημιουργικότητα, ούτε δυνατότητα εξέλιξης προς ανώτερες κοινωνικές μορφές.

Δηλαδή, στο βιβλίο “Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της” ο κριτικός ορθολογισμός του Πόπερ επεκτείνεται όχι μόνο στα επιστημονικά μέχρι τότε πεδία, αλλά και στα κοινωνικά πράγματα. Σύμφωνα με τον Γερμανό φιλόσοφο Χανς Άλμπερτ

«Η Ανοιχτή κοινωνία, σχετίζεται με την Λογική της επιστημονικής ανακάλυψης, καθώς η κριτική διάθεση απέναντι στην επιστήμη επεκτείνεται σε ολόκληρη την κοινωνία. Μια ανοιχτή κοινωνία είναι μια κοινωνία στην οποία είναι δυνατή η κριτική σε σχέση όχι μόνο με τους επιστημονικούς ισχυρισμούς αλλά και με τις πολιτικές προτάσεις. (…) Η ίδια η επιστήμη αντιπροσωπεύει ένα μοντέλο ανοιχτής κοινωνίας. Η θεωρία της επιστήμης βρίσκεται αναμφίβολα στο βάθος της ανοιχτής κοινωνίας» (συνέντευξη στο περιοδικό «Reset»).

Ο μεγαλύτερος εχθρός μιας ανοιχτής κοινωνίας είναι οι μεταφυσικές προτάσεις, εκείνες που δεν μπορούν να κριθούν από την πραγματικότητα. Αν αυτές, μάλιστα, γίνουν πλειοψηφικές τότε οδηγούμαστε στον ολοκληρωτισμό. Δεν υπάρχει επιχείρημα ανατροπής τους. Και ο δρόμος προς την δουλεία έχει πάρει ιστορικά πολλές μορφές, αλλά πάντα είχε ένα αποτέλεσμα.

Η κλειστή κοινωνία – Σπάρτη, απολυταρχικά σοβιετικού τύπου καθεστώτα, Πλάτων, Hegel

Η «κλειστή» αυτή κοινωνία είναι από την φύση της συντηρητική-αντιδραστική και η άσκηση της εξουσίας σε αυτήν είναι προσανατολισμένη ακριβώς στην κατάπνιξη οποιασδήποτε διάθεσης για αλλαγή. Η «κλειστή κοινωνία» ανατράπηκε δύο φορές στην ιστορία: στην ελληνική κλασική Αρχαιότητα, στην πόλη-κράτος της Αθήνας του 5ου αιώνα π.κ.ε. και στους νεότερους χρόνους, μετά την Αναγέννηση, με την ανάπτυξη των ελεύθερων κοινωνικών σχέσεων, του ανθρωπισμού και της δημοκρατίας. Και στις δύο ιστορικές περιπτώσεις, σημαντικό ρόλο για την εμφάνιση της νέας «ανοιχτής κοινωνίας» έπαιξε η ανάπτυξη του εμπορίου και της επικοινωνίας ανάμεσα στους λαούς, των τεχνικών εφευρέσεων και της επιστήμης, της κοσμικής (=μη θρησκευτικής) σκέψης και της πολιτικής.

Εξ αντιδιαστολής, ως «ανοιχτή» νοείται η κοινωνία, στο πλαίσιο της οποίας τα άτομα δικαιούνται και συχνά είναι υποχρεωμένα να λαμβάνουν προσωπικές αποφάσεις για όλα τα ζητήματα. Η εμφάνιση της «ανοιχτής κοινωνίας», κατά τον Πόπερ, αποτελεί μια τεράστια επανάσταση στον τρόπο δόμησης της κοινωνικής ζωής και δραστηριότητας, η οποία βέβαια συναντά την αντίδραση των «κλειστών κοινωνιών» που προϋπάρχουν και στηρίζονται από δύο κατηγορίες ανθρώπων, ανασφαλείς και ιδιοτελείς.

Έτσι η εμφάνιση της ανοιχτής κοινωνίας της κλασικής αρχαίας Αθήνας προκάλεσε την αντίδραση των κλειστών (ολιγαρχικών) κοινωνιών της ελληνικής Αρχαιότητας, επικεφαλής των οποίων τέθηκε η Σπάρτη. Σύμφωνα με τον Πόπερ η πολιτική της Σπάρτης βασιζόταν στις ακόλουθες αρχές, οι οποίες χαρακτηρίζουν και όλες τις κλειστές κοινωνίες:

*Υπεράσπιση της εσωτερικής οργάνωσης της κοινωνίας και αποφυγή κάθε είδους εξωτερικών επιδράσεων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην χαλάρωση των αυστηρών μαγικοθρησκευτικών κοινοτικών ταμπού, με βάση τα οποία ήταν δομημένη.
*Αντιανθρωπισμός (αντιουμανισμός), δηλαδή προστασία/διαφύλαξη της κοινότητας από κάθε είδους εξισωτικές, δημοκρατικές και άλλες ιδεολογίες ατομικής προόδου.
*Αυτάρκεια του κράτους, δηλαδή ανεξαρτησία από το εμπόριο και τις ανταλλαγές.
*Αντιοικουμενισμός, δηλαδή διατήρηση της διαφοράς μεταξύ της «δικής μας» φυλής και όλων των υπολοίπων, καθώς και αποφυγή της επιμιξίας με τις υποταγμένες (κατώτερες) φυλές.
*Κυριαρχία και υποδούλωση γειτονικών κοινοτήτων, κρατών και λαών.
*Αποφυγή υπερβολικής επέκτασης του κράτους, ώστε να μη χάνει τον ενιαίο χαρακτήρα του.

Ο Πόπερ συμπληρώνει ότι οι προαναφερόμενες έξι αρχές, στις οποίες βασιζόταν η πολιτική της αρχαίας Σπάρτης είναι και οι αρχές της πολιτικής των σύγχρονων «κλειστών» κοινωνιών του 20ού αιώνα, έχοντας υπόψη του κυρίως τις λεγόμενες, μέχρι τα τέλη της δεκαετία του 1980, «σοσιαλιστικές κοινωνίες», του τέως σοβιετικού πολιτικού μπλοκ. Σήμερα γνωρίζουμε ότι, όποτε τα μετα-σπαρτιατικά κράτη, κυρίως οι αυτοκρατορίες (μακεδονική, ρωμαϊκή, βυζαντινή, οθωμανική κλπ.) παρέβησαν αυτούς τους κανόνες σε σημαντικό βαθμό, υπέστησαν διαλυτικές επιρροές.

Αλλά και στην σημερινή εποχή, μπορούμε να εκτιμήσουμε ότι η σοβιετική «κλειστή κοινωνία» απέτυχε τελικά, επειδή έγινε επεκτατική. Το σοβιετικό καθεστώς «επιθυμούσε» ή «αισθανόταν υποχρεωμένο» να επεκταθεί, αναιρώντας τις δυτικές «ανοιχτές κοινωνίες» που συνιστούσαν απειλή γι’ αυτό. Αυτή η αναγκαιότητα για επέκταση προέκυπτε, γιατί οι τεχνολογικές εξελίξεις δεν επέτρεπαν πλέον την τήρηση των όρων για «αποφυγή εξωτερικών επιδράσεων» και για «αυτάρκεια του κράτους».

Ο Πόπερ τοποθετεί τους Πλάτωνα κι Αριστοτέλη, Hegel και Marx, ως διανοούμενους που προώθησαν ολοκληρωτικά πολιτικά συστήματα, τις «κλειστές κοινωνίες» που προαναφέρθηκαν. Οι κοινωνίες, γράφει ο Πόπερ, αναφερόμενος σε όλους τους «σχεδιαστές» κοινωνικών μοντέλων, δεν καταστρώνονται στο γραφείο, αλλά δημιουργούνται στην πράξη. Εξελίσσονται δε, αν δεν τους επιβληθεί δια της βίας κάποιο μοντέλο, μέσα από διαρκείς, πλουραλιστικές διεργασίες, με βελτιώσεις και διορθώσεις σφαλμάτων.

Ειδικότερα για τον Πλάτωνα, γράφει ο Πόπερ, ότι με τα ύστερα έργα του, «Πολιτεία» και «Νόμοι», επεξεργάζεται και προπαγανδίζει το θεμελιώδες μοντέλο του ολοκληρωτικού κράτους. Ο Πλάτων διαδίδει επίσης την «θεωρία της παρακμής», η οποία υιοθετήθηκε κατά καιρούς και μέχρι των ημερών μας από όλα τα αυταρχικά καθεστώτα, με αναφορές στον διάσημο εμπνευστή της. Σύμφωνα με αυτή την θεωρία, αρχικά λειτουργούσε μια καλή και αποδοτική κοινωνία των πρωτογόνων ανθρώπων με σταθερά ήθη και έθιμα, αλλά στην πορεία προέκυψε άνοιγμα προς νέα ήθη, μια φιλελευθεροποίηση και απελευθέρωση, η οποία οδήγησε στην παρακμή ή ό,τι αντιλαμβάνεται ο Πλάτων ως «παρακμή»!

Η απόρριψη της Αττικής Δημοκρατίας από τον Πλάτωνα, αλλά αργότερα κι από τον Αριστοτέλη, και η προτίμησή του σε ένα αυταρχικό καθεστώς που θα στηρίζεται σε «βασιλιάδες-φιλοσόφους», αναδεικνύουν τον εμπνευστή αυτών των ιδεών ως τον πρώτο συνειδητό υποστηρικτή και προπαγανδιστή δικτατορικών καθεστώτων. Έτσι, προδίδει ο Πλάτων και τον δάσκαλό του Σωκράτη, ο οποίος δεν θα γινόταν αποδεκτός στην πλατωνική «ιδανική πολιτεία».

Για τον Hegel έχει ο Πόπερ μόνο χλευαστικά σχόλια και τον αποκαλεί πρωτίστως «απατεώνα» και κατά δεύτερο λόγο «απολογητή της κρατικής εξουσίας». Η κατηγορία της απάτης κατά του Hegel, στοιχειοθετείται κατά τον Πόπερ με τις «διαλεκτικές μεθόδους» της εγελιανής φιλοσοφίας. Αυτές οι μέθοδοι έχουν διατυπωθεί, στον βαθμό που μπορούν να γίνουν κατανοητές, με σκοπό να αναιρέσουν τους κανόνες της λογικής και να αγιογραφήσουν την αυταρχική Πρωσία ως υλοποίηση της ελευθερίας. Ο Hegel ήταν, κατά την αντίληψη του Πόπερ, ένας επίσημος «κρατικός φιλόσοφος», ο οποίος επέλεγε να γράφει ορισμένα θέματά του επί τούτου ακατανόητα, ώστε να μην είναι δυνατή η άσκηση κριτικής από άλλους διανοούμενους.

Αυτές οι τεχνικές της επιτηδευμένης συγγραφής ώστε να προκύπτουν κατά το δυνατόν δυσνόητα κείμενα, μια διαδεδομένη τεχνική σε κύκλους των φιλοσοφικών και φιλολογικών επιστημών, φαίνεται να εκνεύριζε τον Πόπερ.

Δημοσίευσε μάλιστα και μια «συνταγή», πώς να κολακέψει ένας συγγραφέας τους αναγνώστες του: «Γράφεις δυσνόητες, στομφώδεις εκφράσεις και σταδιακά προσθέτεις τετριμμένες, καθημερινές κουβέντες. Έτσι χαίρεται ο ανίδεος αναγνώστης που βρίσκει σε υψηλά κείμενα ιδέες, τις οποίες σκέφτηκε και ο ίδιος…».

Στην δεκαετία του 1960 «μετέφρασε» ο Πόπερ κείμενα των γνωστών κοινωνιολόγων της εποχής Adorno και Habermas σε κατανοητά γερμανικά. Όπως έγραψαν σε κόσμιο ύφος σχολιαστές εκείνης της εποχής, τα κείμενα αυτά αποδείχθηκε ότι είχαν «μειωμένο πληροφοριακό περιεχόμενο» δηλαδή, σε απλή γλώσσα, δεν «έλεγαν» περίπου τίποτα.

Αν και για τον Μαρξ έχει ο Πόπερ πιο ήπια σχόλια και τον αναγνωρίζει ως σημαντικό οικονομολόγο και κοινωνιολόγο του 19ου αιώνα, τον κατακρίνει για την υιοθέτηση των εγελιανών διαλεκτικών και ιστορικιστικών μεθόδων, οι οποίες οδηγούν σε ένα κατασκεύασμα «κλειστής κοινωνίας». Θεωρεί ότι η μαρξιστική θεωρία για τον καπιταλισμό αποδείχθηκε λανθασμένη, σημειώνει όμως την οξυδέρκεια του Μαρξ να έχει προβλέψει και μη επαναστατικές διαδρομές για την επίτευξη του κομμουνιστικού οράματος. Επίσης, αναγνωρίζει στον Μαρξ ότι ασχολήθηκε με τα πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα της εποχής του, όχι ως απόμακρος διανοούμενος, αλλά με προσωπική συμπάθεια για την διαβίωση των εξαθλιωμένων ανθρώπων της εργασίας.

Η καθοριστική επίδραση του Καντ

Η ιδέα της κριτικής διατρέχει το σύνολο του φιλοσοφικού έργου του Καρλ Πόπερ. Σε μεγάλο βαθμό αυτό οφείλεται στην επιρροή του Καντ η οποία έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση της σκέψης του Πόπερ. To γεγονός ότι ο Καντ συνδέει την ανάγκη για ελευθερία με την αναγκαιότητα κριτικής του ίδιου του Λόγου σχετίζεται με την αρχή του Διαφωτισμού, όπως ο Γερμανός φιλόσοφος την εξαγγέλλει στο δοκίμιο του «Απάντηση στο ερώτημα -Τι είναι ο Διαφωτισμός». Στο κείμενο αυτό ο Καντ αναπτύσσει τις αρχές της αυτονομίας του ατόμου και της δημοσιότητας (Öffentlichkeit) που είναι βασικές στην σκέψη τόσο την δική του όσο και του Πόπερ και συνδέονται άμεσα με το Διαφωτισμό, ο οποίος αναγγέλλει την ανάγκη χειραφέτησης του ανθρώπου. Κατά τον Καντ –και όσους άλλους όπως ο Πόπερ ακολουθούν το «πρόγραμμα» του Διαφωτισμού– ο άνθρωπος μπορεί να καθοδηγηθεί από τον Λόγο, αποδεχόμενος ελεύθερα τις αρχές του που δεν επιβάλλονται πια από μια υποτιθέμενα ανώτερη εξουσία. Το άτομο θεωρείται ότι κατέχει την δυνατότητα ορθολογικής κριτικής, που προϋποθέτει ότι του πνεύμα του είναι αυτενεργό και ότι δεν δέχεται παθητικά κάποιο δόγμα ή οποιοδήποτε πρόσταγμα του δίδεται άνωθεν.

Τόσο στον Καντ όσο και στον Πόπερ, 9και στον Ηράκλειτο) κυριαρχεί ο Λόγος, όχι ως δύναμη που επιβάλλεται εκ των άνω, αλλά λόγω της δυνατότητας να υποβάλει τα πάντα σε κριτική, ακόμα και τον εαυτό του. Υπό αυτές τις συνθήκες μπορεί να υπάρξει και ανοιχτή κοινωνία, που είναι η δυνατότητα αυτοθέσπισης της τελευταίας. Ο άνθρωπος γίνεται νομοθέτης του εαυτού του, όπως λέει ο Καντ, και οι αρχές του δεν επιβάλλονται ούτε νομιμοποιούνται με την χρήση βίας, αλλά στο δικαστήριο του Λόγου.

Και ο Πόπερ συντάσσεται με το «πρόγραμμα» του Καντ που είναι συνυφασμένο με την ανάγκη δημιουργίας και διατήρησης κατάλληλων θεσμών που επιτρέπουν και προωθούν την κριτική μέσω της δημόσιας συζήτησης. Και η δυνατότητα δημόσιας συζήτησης απαιτεί την θέσπιση κανόνων διεξαγωγής της και την αναγνώριση αρχών που την διέπουν. Η ελεγξιμότητα των πολιτικών αποφάσεων και των επιστημονικών θεωριών προϋποθέτουν την κριτική συζήτηση και τον δημόσιο χαρακτήρα της γνώσης και των πολιτικών αποφάσεων.

Οι προϋποθέσεις αυτές της ανοιχτής κοινωνίας συνυφαίνονται τόσο με την επιστημολογία όσο και με την ηθική και πολιτική φιλοσοφία του Καρλ Πόπερ.

Σε τι συνίσταται, όμως, η κριτική ως γενική αρχή;

Ο Καντ την ορίζει ως προσπάθεια ανακάλυψης των ορίων του Λόγου, αποδίδοντας στον τελευταίο όχι συγκροτησιακό αλλά ρυθμιστικό ρόλο που συνυφαίνεται με την δυνατότητα που έχει να υποβληθεί σε ορθολογική κριτική. Από την στιγμή που ο Λόγος παίρνει τις αποστάσεις του από τον δογματισμό, ολοκληρώνει την πιο δύσκολη αποστολή του που είναι η αυτογνωσία του. Με άλλα λόγια, ο Καντ κληροδοτεί στον Πόπερ ένα φιλοσοφικό και πολιτικό ήθος που σχετίζεται άμεσα με την σημασία που έχει το κριτικό πνεύμα στο έργο των δύο φιλοσόφων.

Η κριτική μπορεί και πρέπει να αντικαταστήσει την βία ως τρόπος εφαρμογής λύσεων στα προβλήματα του ανθρώπου.

Αυτό είναι το μήνυμα του Καντ όσον αφορά την σχέση του Λόγου και της κριτικής με τις ανθρώπινες επιλογές σε συνθήκες κάτω από τις οποίες αναγνωρίζεται η χειραφέτηση του ανθρώπου ως φορέα Λόγου που έχει επίγνωση αυτής του της ιδιότητας και των συνεπειών της. Αυτό δεν διέφυγε από την προσοχή του Πόπερ ο οποίος τονίζει την ανάγκη αντικατάστασης του εξαλειπτικού ρόλου της βίας με τον εξαλειπτικό ρόλο της ορθολογικής κριτικής. Το τελευταίο τονίζει και συμπυκνώνει όλο το νόημα της «Ανοιχτής κοινωνίας» (1945).

Ο ρόλος της κριτικής: επιστήμη και κοινωνία

To έργο αυτό καθιέρωσε τον Πόπερ ως σημαντικό στοχαστή κοινωνικών και πολιτικών πραγμάτων, πολύ πριν αναγνωριστεί η αξία της καθαρά επιστημολογικής του συμβολής. Το σημαντικό είναι ότι κεντρικό ρόλο παίζει η ιδέα της κριτικής, τόσο στην επιστημολογία όσο και στην πολιτική και κοινωνική σκέψη του Καρλ Πόπερ. Όμως, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι ακόμα και η «Ανοιχτή κοινωνία», έργο κατ’ εξοχήν πολεμικό κατά της σκέψης που συνδέθηκε κατά τον συγγραφέα της με την έλευση του ολοκληρωτισμού, περιέχει πολλά γνωσιοθεωρητικά στοιχεία.

Ασφαλώς, αναγνωρίζει τον κοινωνικό χαρακτήρα της γνώσης και της επιστήμης: όχι με την έννοια ότι οι κοινωνικές ανάγκες καθορίζουν το περιεχόμενο της γνώσης ή ότι η κοινωνία ορίζει τι είναι γνώση, ή οποιαδήποτε από τις αιτιάσεις της «κοινωνιολογίας της γνώσης», αλλά το αντίθετο: η επιστήμη, όπως γράφει ο Ian Jarvie είναι κοινωνική δραστηριότητα με την έννοια των διϋποκειμενικών ελέγχων στους οποίους οι επιστήμονες υποβάλλουν την έρευνά τους και το θεσμικό χαρακτήρα της γενικότερα.

Ο Πόπερ αντιλαμβάνεται την κοινωνική φύση της επιστήμης σε σχέση με τον θεσμικό χαρακτήρα των κριτηρίων κριτικής και διάψευσης. Η επιστήμη είναι μια δημιουργική διαδικασία η οποία προϋποθέτει τον διϋποκειμενικό έλεγχο –κριτική– με αντικειμενικά κριτήρια, παραδεδεγμένες δηλαδή αρχές που σχετίζονται αποκλειστικά με την πρόοδο και την εγκυρότητα της γνώσης, απεμπλεγμένα από το συμφέρον ή το συναίσθημα.

Ο θεσμικός χαρακτήρας των κριτηρίων της κριτικής συνίσταται στο γεγονός ότι αυτά εκτός από αντικειμενικά (απρόσωπα) είναι και αυτόνομα ρυθμιστικά. Γίνονται δηλαδή αποδεκτά χωρίς να υπάρχει αναγκαστικά κεντρική απόφαση που να επιβάλλει την μονιμοποίηση τους. Η προσπάθεια διάψευσης μιας θεωρίας είναι επομένως μια κοινωνική δραστηριότητα που πραγματοποιείται μέσ από τον τιθασευμένο ανταγωνισμό –την κατά τον Πόπερ «φιλική-εχθρική συνεργασία»– των μελών της επιστημονικής κοινότητας.

Αυτό που ορθά τονίζει ο Jarvie είναι ότι οι κανόνες της επιστημονικής έρευνας που προκύπτουν από την εφαρμογή ορθολογικών κριτηρίων επιστημονικής εγκυρότητας είναι στην σκέψη του Πόπερ κατά βάσιν κοινωνικοί, για έναν απλό λόγο: ότι προϋποθέτουν την αρχή της διαψευσιμότητας, έναν «υπερκανόνα» που λειτουργεί ως «μετακανόνας» και που υποβάλλεται από τον Πόπερ ως πρόταση στην αρχική του επιστημολογική μελέτη (Logic of Scientific Discovery)

Την πρόταση – τη «σύμβαση» – αυτή την δέχεται κανείς ή δεν την δέχεται και είναι θέμα κοινωνικό, αν γίνεται αποδεκτή, διότι ενώ η διαψευσιμότητα είναι ιδιότητα μιας θεωρίας, η διάψευση είναι απόφαση που θα πάρουν τα μέλη μιας κοινότητας εφαρμόζοντας ορισμένα κριτήρια. Αυτό σημαίνει ότι η κοινότητα των επιστημόνων θα εφαρμόσει την αρχή της διαψευσιμότητας επειδή διέπεται από ορισμένες αρχές που την καθιστούν ανοιχτή κοινωνία. Αυτό συμβαίνει από τη στιγμή που η επιστημονική κοινότητα δεν αντιμετωπίζεται ως συλλογική οντότητα, αλλά ως ένα θεσμικό δίκτυο διαδράσεων εντός του οποίου λειτουργούν διϋποκειμενικοί έλεγχοι με αποδεγμένους κανόνες και ορθολογικά κριτήρια αξιολόγησης.

Η ανάπτυξη της γνώσης και η θεωρία των τριών κόσμων

Κύριο μέλημα του Πόπερ όσον αφορά στην επιστήμη είναι η ανάπτυξή της. Έχει σημασία ο τίτλος του μείζονος επιστημολογικού του έργου, όπως ο ίδιος τον έδωσε στην αναθεωρημένη και συμπληρωμένη από τον ίδιο μετάφραση του πρωτότυπου έργου του 1934, και που είναι η λογική της επιστημονικής ανακάλυψης. Δεν είναι ένας «οδηγός» για να ανακαλύπτει κανείς νέες επιστημονικές θεωρίες, αλλά μια αναζήτηση της εσωτερικής λογικής μιας συνεχούς διαδικασίας διαδοχικών ανακαλύψεων που συνιστούν την ανάπτυξη της επιστημονικής γνώσης.

Δεν είναι μια ανασκόπηση της ιστορίας της επιστήμης ή μια διερεύνηση του συνήθους τρόπου με τον οποίο πραγματοποιούν οι επιστήμονες την έρευνά τους. Σ’ αυτό είναι εντελώς διαφορετική η προοπτική του Πόπερ από εκείνου του Τόμας Κουν, ο οποίος του ασκεί κριτική. Ο Πόπερ αναφέρεται στις αρχές που διέπουν την επιστημονική έρευνα αποκαλύπτοντας την δυναμική της. Δεν περιγράφει μια πρακτική των επιστημόνων ή της «επιστημονικής κοινότητας», όπως κάνει ο Κουν στο έργο του για τις επιστημονικές επαναστάσεις. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο νομπελίστες επιστήμονες, όπως ο Τζον Εκλς, ο Πίτερ Μένταουαρ, ο Χέρμαν Μπόντι, ο Κόνραντ Λόρεντς, ο Ζακ Μονόντ ο Φρίντριχ Χάγιεκ και άλλοι μελέτησαν και σχολίασαν θετικά το έργο του Πόπερ.

Ο Πόπερ θα εντάξει την επιστημονική του μεθοδολογία σε ένα ευρύτερο μεταφυσικό σχήμα που συνδέεται με την εξελικτική επιστημολογία και την θεωρία των «τριών κόσμων». Σύμφωνα με τον Καρλ Πόπερ ο επιστήμονας όπως και ένας έμβιος οργανισμός καλείται να λύσει κάποιο πρόβλημα. Ως επιλύτης προβλημάτων, κάθε έμβιος οργανισμός κατέχει γνώση. Μπορεί να μαθαίνει από τα λάθη του, από τις ματαιωμένες προσδοκίες του δημιουργώντας νέες «θεωρίες». Μπορεί, όμως, και να μην μάθει και να πεθάνει με το λάθος του. Η αναίρεση του λάθους παίρνει την μορφή εξάλειψης του ίδιου του φορέα δράσης, του ίδιου του γνωστικού υποκειμένου. Το περιβάλλον αναιρεί την αφετηριακή «υπόθεση» εξαλείφοντας τον φορέα.

Ο άνθρωπος, όμως, μπορεί να αυτονομεί τις υποθέσεις του με την χρήση της γλώσσας, του Λόγου. Διατυπώνει μια θεωρία ή μια πρόθεση γλωσσικά και την συζητάει, με σκοπό να κάνει μια ορθολογική επιλογή της καταλληλότερης λύσης στο πρόβλημα που αντιμετωπίζει. Είναι σαν να λέει «Ας πεθάνει μια θεωρία στην θέση μου». Η κριτική έρχεται να αντικαταστήσει την εξάλειψη δια της καταστροφής.

Αυτή η θεωρία του Πόπερ συνδέεται με την ύστερη επιστημολογία του Καρλ Πόπερ που συνίσταται στην θεωρία των «τριών κόσμων» και την εξελικτική επιστημολογία.

Οι «τρεις κόσμοι» του Πόπερ είναι (1) ο κόσμος των υλικών αντικειμένων (2) ο κόσμος υποκειμενικών σκέψεων και συναισθημάτων (3), ο κόσμος των αντικειμενικών οντοτήτων.

Ο κόσμος αυτός υφίσταται ανεξάρτητα από τους υποκειμενικούς φορείς που τον δημιούργησαν και από εκείνους που τον αντιλαμβάνονται. Η «αντικειμενική γνώση» που ανήκει σε αυτόν καταγράφεται ανεξάρτητα ως αποσυνδεδεμένο από το γνωστικό υποκείμενο. Ας σημειωθεί, όμως, ότι ο «κόσμος 3» των αντικειμενικών γνώσεων, όσο και αν αποτελεί αφαίρεση, είναι ανθρώπινο δημιούργημα και προϊόν της αέναης προσπάθειας του ανθρώπου να λύσει τα προβλήματα του.

Είναι προβλήματα επιβίωσης, προσαρμογής στο περιβάλλον. Ως τέτοια εντάσσονται σε ένα βιολογικό πλαίσιο. Εδώ είναι που η ύστερη επιστημολογία του Καρλ Πόπερ συνδέεται με την βιολογία και την θεωρία της εξέλιξης. Όλοι οι έμβιοι οργανισμοί είναι υποχρεωμένοι να λύσουν προβλήματα για να επιβιώσουν, όπως ο επιστήμονας αποκτά γνώση λύνοντας τα εκάστοτε προβλήματα που προκύπτουν αντικειμενικά δηλαδή από την ίδια την πορεία της έρευνας και την κριτική αποτίμηση των εκάστοτε ανακαλύψεών της στο πλαίσιο της επιστημονικής κοινότητας.

Η σύγκριση αυτή δεν είναι αποτέλεσμα εκλεκτικής συγγένειας μεταξύ προσαρμογής των ειδών στο περιβάλλον τους και επιστημονικής εργασίας. Έχει βαθύτερο χαρακτήρα. Οι έμβιοι οργανισμοί χρησιμοποιούν «θεωρίες» δηλαδή δοκιμαστικές λύσεις στο πρόβλημα προσαρμογής τους, οι οποίες μπορούν να θεωρηθούν ως εικόνες που σχηματίζει ο οργανισμός για το περιβάλλον του, για τον κόσμο του. Οι επιστημονικές θεωρίες διαφέρουν κατά το γεγονός ότι δεν είναι γενετικά προκατασκευασμένες και δεν σχηματίζονται φυλογενετικά αλλά συνειδητά.

Αν δεχθούμε τον παραδοσιακό ορισμό της γνώσης ως δικαιολογημένης ή θεμελιωμένης πίστης, είναι σαφές αφορά το υποκείμενο: δεν υφίσταται χωρίς το τελευταίο. Επειδή πρέπει να είναι «θεμελιωμένη», θα πρέπει να ανάγεται σε θεωρητικές προτάσεις που να είναι έγκυρες.

Ο «κόσμος 3» ,όμως, της αντικειμενικής γνώσης, περιλαμβάνει κάθε μορφή πληροφόρησης, που είναι απρόσωπη, αποθηκευμένη, καταγραμμένη σε πίνακες, βιβλία, υπολογιστές, έργα τέχνης κλπ. Δεν προϋποθέτει γνωστικά υποκείμενα. Ακριβέστερα, υπάρχει ανεξάρτητα από τα γνωστικά υποκείμενα. Συνεχίζει να υπάρχει και όταν δεν υπάρχουν τα γνωστικά υποκείμενα. Το status τους είναι αντικειμενικό. Επιπλέον, είναι κατασκευασμένος από τον άνθρωπο στην προσπάθεια προσαρμογής του στο περιβάλλον του.

Ανάλογη προσπάθεια καταβάλλουν όλοι οι έμβιοι οργανισμοί. Με αυτόν τον τρόπο σχηματίζουν «γνώση» δηλαδή αποκτούν πληροφόρηση μέσα από σήματα στα οποία έχει μάθει ο γενετικός τους κώδικας να αντιδρά φυλογενετικά – δηλαδή από γενιά σε γενιά δια της εξελίξεως.

Τα ανώτερα βιολογικά είδη – αυτά που συνήθως αποκαλούμε «ευφυή ζώα», όπως τα τετράποδα, ορισμένα πτηνά και τα ανθρωποειδή – μαθαίνουν και οντογενετικά, δηλαδή το καθένα στην διάρκεια της ζωής του.

Αυτό που έχει κατορθώσει ο άνθρωπος είναι να αυτονομήσει την γνώση του και να την αποσυνδέσει όχι μόνον από το γενετικό του κώδικα, αλλά από διαφορετικά περιβάλλοντα, διαφορετικές καταστάσεις.

Μπορούμε να πούμε ότι ο «κόσμος 3» είναι το σύνολο του πολιτισμού μας και η επέκταση του «κόσμου 3» ισοδυναμεί με την πολιτιστική πρόοδο. Αλλά και ο πολιτισμός έχει βιολογική βάση: αποτελεί την ανθρώπινη απάντηση στην πρόκληση του περιβάλλοντος. Όσο πιο πολιτισμένη είναι μια κοινωνία, τόσο καλύτερη, τόσο πιο δυνατή για το καθένα από τα μέλη της, η ζωή, δηλαδή η προσαρμογή σε περιβάλλον.

Η εξελικτική επιστημολογία αντικαθιστά την καντιανή υπερβατικότητα με την βιολογική αναγκαιότητα. Τα όργανα του ανθρώπου είναι ενσαρκωμένες θεωρίες που είναι σε μεγάλο ποσοστό «ορθές», αλλιώς θα του έδιναν λανθασμένη πληροφόρηση και δεν θα είχε επιβιώσει το ανθρώπινο είδος.

Το καντιανό a priori αντικαθίσταται από το γενετικό a priori που κληρονομεί ο οργανισμός. Αλλά και αυτό το a priori στον άνθρωπο αποσυνδέεται από τους φορείς του και τροποποιείται μετά από κριτική συζήτηση. Και η καταγραφή του τροποποιημένου a priori στον «κόσμο 3» λειτουργεί ανατροφοδοτικά τόσο στο πολιτιστικό όσο και στο θεσμικό επίπεδο – τόσο στις τέχνες και τα γράμματα, όσο και στους νόμους και την πολιτική παράδοση.

Γιατί η κριτική είναι τόσο σημαντική

Πιο αναλυτικά σύμφωνα με την αρχή της διαψευσιμότητας μια πρόταση έχει νόημα όχι όταν επαληθεύεται, αλλά όταν εξακολουθεί να ισχύει παρ’ όλες τις αλλεπάλληλες και συστηματικές απόπειρες διάψευσής της. Όταν δηλαδή επιχειρούμε με διάφορες δοκιμασίες να κλονίσουμε το κύρος και την αλήθεια της. Για παράδειγμα, η πρόταση «Όλοι οι κύκνοι είναι λευκοί» ισχύει εφόσον αντέχει στις απόπειρές μας να την διαψεύσουμε. Όταν δηλαδή αναζητούμε κύκνους που δεν είναι λευκοί και δεν τους βρίσκουμε.

Παρά την λογική της δύναμη, η θεωρία του Πόπερ δεν φαίνεται να συμπίπτει με αυτό που έχουν την εντύπωση ότι κάνουν οι ίδιοι οι επιστήμονες, τουλάχιστον οι ασχολούμενοι με τις φυσικές επιστήμες. Οι ίδιοι θεωρούν ότι μια θεωρία τους «ισχύει» και «επαληθεύεται», έστω και μέχρις αποδείξεως του εναντίον. Και τελικά, αντιμετωπίζεται το ζήτημα σε ωφελιμιστική βάση, εφόσον η επιστήμη, έστω και χωρίς επιστημολογική τεκμηρίωση, οδηγεί σε βελτιώσεις (υγεία, μεταφορές, επικοινωνίες κ.ά.), οπότε γίνεται αποδεκτή ως ορθή, αφενός επειδή προέρχεται από επιστήμονες που έχουν τίτλους σπουδών και δουλεύουν μέσα σε πανεπιστημιακά εργαστήρια και ερευνητικά κέντρα κι άρα εγγυώνται μια «ποιότητα», και αφετέρου επειδή αξιοποιούνται τα αποτελέσματα αυτών των εργασιών από όλους, χωρίς επιστημολογικούς προβληματισμούς.

Αυτή η αντίληψη δεν διαφέρει φυσικά από εκείνη που προβάλλει κάθε θρησκευτικό ιερατείο για τον ρόλο του και κάθε ομάδα αστρολόγων για τις προβλέψεις του μέλλοντος – μόνο που, βέβαια, με την θρησκεία και την αστρολογία δεν βελτιώθηκε τίποτα στην ζωή των ανθρώπων. Η επιστημολογία (κι όχι η επιστήμη) είναι, όμως, ουδέτερη και διατείνεται ότι τίποτα δεν μας βεβαιώνει ότι μελλοντικά δεν θα ανατραπούν οι μέχρι σήμερα γνώσεις, π.χ. να εμφανιστεί ένας άσπρος κόρακας, και δεν θα επαληθευτούν οι υποσχέσεις των θρησκευτικών ιερατείων ή οι προβλέψεις του μέλλοντος από τους αστρολόγους.

Ο φιλόσοφος Καρλ Πόπερ πρότεινε έναν απλό τρόπο για να ξεχωρίζουμε την επιστήμη από την μεταφυσική. Στο βιβλίο του «Η λογική της επιστημονικής ανακάλυψης» εισάγει την έννοια της «διαψευσιμότητας». Για να είναι μια θεωρία επιστημονική πρέπει και να μπορεί να διαψευσθεί. Αλλιώς είναι μεταφυσική.

Για παράδειγμα, η θεωρία της εξέλιξης του Κάρολου Δαρβίνου είναι επιστημονική διότι εμπεριέχει τα εργαλεία διάψευσής της. Όταν ρωτήθηκε ο Βρετανός γενετιστής J.B.S. Haldane τι είδους αποδείξεις θα μπορούσαν να αντικρούσουν την εξέλιξη, απάντησε απλά: «Απολιθώματα κουνελιών την προκάμβρια περίοδο».

Η θεωρία της δημιουργίας δεν είναι επιστημονική διότι τα πάντα «είναι θέλημα Θεού». Το γεγονός ότι δεν υπάρχουν δεινόσαυροι σήμερα είναι θέλημα Θεού. Το γεγονός ότι υπάρχουν χελώνες, οι οποίες είναι απαράλλαχτες από την εποχή των δεινοσαύρων είναι επίσης θέλημα Θεού. Όταν τα πάντα είναι θέλημα Θεού, αυτό το θέλημα δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.

Ο Πόπερ δεν κάνει διάκριση στις αναλύσεις του μεταξύ φύσης και κοινωνίας, κατανοεί τις κοινωνικές διαδικασίες όπως τις φυσικές. Θεωρεί ότι δεν υπάρχει, ούτε στην φύση ούτε στην κοινωνία κάποιος μοιραίος ντετερμινισμός και υποστηρίζει ότι η γνώση υπάρχει μόνο στην μορφή της υπόθεσης, της εικασίας, οπότε ο άνθρωπος δεν μπορεί να ανακαλύψει τους νόμους της κοινωνικής εξέλιξης.

Με βάση αυτή την ιδέα, η οποία ενισχύθηκε στην αντίληψη του Πόπερ από τα πορίσματα της Κβαντομηχανικής, κάθε θεωρία που διατείνεται ότι μπορεί να αποκαλύψει τις νομοτέλειες που διέπουν την ανάπτυξη της κοινωνίας, είναι «προφητισμός», μια θρησκευτική απόπειρα για πρόβλεψη του μέλλοντος. αυτές οι προβλέψεις γίνονται κατά προτίμηση με τρόπο που να ικανοποιούν τις κοινωνικοψυχολογικές ανάγκες του σήμερα. Πρόκειται δηλαδή για μια ανορθολογική προσπάθεια, ένα βλαβερό όνειρο που αποπροσανατολίζει από τα τρέχοντα προβλήματα και μεταφέρει την λύση τους στο εγγύς ή το απώτερο μέλλον – ο επουράνιος παράδεισος των θρησκειών σε «επίγεια» εκδοχή. Έτσι, ο μαρξισμός ταυτίζεται, ως «προφήτης» μια αταξικής, δίκαιης κοινωνίας, με την μεταφυσική μοιρολατρεία.

Οι επιστημολογικές απόψεις του Πόπερ βρέθηκαν αντιμέτωπες, με διαφορετική επιχειρηματολογία, με τις σχετικιστικές θέσεις του Thomas Kuhn και του Paul Feyerabend. Ο τελευταίος αμφέβαλε μάλιστα για την σκοπιμότητα και την αξία της επιστημολογίας γενικότερα. Ο Imre Lakatos διατύπωσε μια ανανεωμένη αντίληψη για της θεωρία της διαψευσιμότητας του Πόπερ, λαμβάνοντας υπόψη την κριτική του Kuhn.

Ο ίδιος ο Πόπερ δεν ήθελε να θεωρείται φιλόσοφος, γιατί πίστευε ότι με πρόσχημα την φιλοσοφία έγιναν τόσες παραπλανήσεις, ώστε θα έπρεπε να ντρέπεται κανείς … Ήταν ένας δύσκολος άνθρωπος και, όπως λένε οι παλιοί συνεργάτες του, στις συζητήσεις ήταν ένας σφοδρός αντίπαλος. Αν και πεπεισμένος για την αξία του ορθολογισμού και την ανεκτινότητας, ήταν συχνά εκ προοιμίου βέβαιος ότι τα επιχειρήματά του ήταν τέτοια, ώστε ο συνομιλητής έπρεπε υποχρεωτικά να τα δεχθεί. Όταν συζητητές του ακόμη και μαθητές του εξέφραζαν διαφορετική άποψη, ο Πόπερ οργιζόταν αλλά μετά ζητούσε συγνώμη για την οργή του.

«Ας πεθάνουν οι θεωρίες στην θέση των ανθρώπων».

Η έννοια της ορθολογικής κριτικής σε συνδυασμό με την αρχή της σφαλερότητας μετατοπίζει το βάρος από την επιβολή στην βούληση και από την βία στο θεσμικό διάλογο που διεξάγεται αποκλειστικά μεταξύ «χειραφετημένων» ατόμων και με μοναδικό σκοπό την προσέγγιση της αλήθειας. Όλο το νόημα της «Ανοιχτής κοινωνίας» βρίσκεται στη στάση αυτή και στην πολεμική εναντίον εξουσιών και καθεστώτων που εμπνέονται από φιλοσοφίες οι οποίες στηρίζουν δογματικές στάσεις.

Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να αναρωτηθούμε γιατί η κριτική παίζει τόσο κεντρικό ρόλο στο σύστημα ιδεών του Πόπερ και γιατί η ανοιχτή κοινωνία ως οικολογική της εστία συνδέεται με την νεωτερικότητα και τον Διαφωτισμό;

Η σημασία της κριτικής για τον Πόπερ έγκειται σε μια πολύ απλή αρχή, η οποία όμως, όπως αποδείχθηκε, έχει μεγάλη δύναμη. Η αρχή περιέχεται σε μια φράση: «Ας πεθάνουν οι θεωρίες στην θέση των ανθρώπων».

Η κριτική νοείται ως θεσμική εφεύρεση για να διαχωρίζει ο (άνθρωπος) φορέας μιας θεωρίας (ιδεολογίας, προτεινόμενης λύσης κλπ.) από την ίδια την θεωρία. Αν μέσω της κριτικής εξέτασης θεωρηθεί λανθασμένη, εγκαταλείπεται (αναιρείται) χωρίς να θυσιαστεί ο φορέας ή οι φορείς της.

Η αποδοχή αυτής της αρχής σημαίνει – πέρα από οτιδήποτε άλλο –μια μεγάλη εξοικονόμηση δυνάμεων. Διότι δεν συνεπάγεται μόνον την επιβίωση των φορέων μιας (θεωρούμενης ως) λανθασμένης υπόθεσης, αλλά και την αντικατάσταση της πρακτικής εφαρμογής της με την κριτική συζήτηση. Η θεωρία καλείται να αποδείξει την ισχύ της, όχι θέτοντας σε δοκιμασία τον φορέα της, ούτε εφαρμόζοντάς την απευθείας και μετρώντας το κόστος της ενδεχόμενης αποτυχίας της, αλλά συζητώντας κριτικά πάνω σ’ αυτήν.

Αυτό, όμως, σημαίνει πάνω απ’ όλα την αποδοχή της αλήθειας ως τελικού κριτηρίου για την αποδοχή ή την απόρριψη μιας θεωρίας ή ιδεολογίας ή προτεινόμενης λύσης σε κάποιο πρόβλημα. Αυτό δεν συνειδητοποιείται πάντα, ίσως διότι η κριτική έχει ευρύτερο πεδίο δράσης από την διάψευση, εφόσον ασκείται όχι μόνο με μέτρο την αλήθεια, αλλά την εγκυρότητα, την απλότητα, το πληροφοριακό περιεχόμενο, την σαφήνεια διατύπωσης, την χρησιμότητα κλπ. μιας πρότασης ή μιας θεωρίας.

Η αντίσταση στην κριτική και στην ανοιχτή κοινωνία είναι φυσιολογική αντίδραση του ανθρώπου και παρατηρείται συχνά στην ιστορία, αλλά και στις καθημερινές του εμπειρίες. Η θεσμοθέτηση της δυνατότητας κριτικής, δηλαδή η εγκαθίδρυση της ανοιχτής κοινωνίας, είναι εκείνο που δημιουργεί πολιτικό και συγχρόνως πολιτιστικό πρόβλημα. Και η αντίσταση σ’ αυτήν ισοδυναμεί με καταπολέμηση ενός ανορθολογιστικού προτύπου οργάνωσης της κοινωνίας που επιτρέπει την εναλλακτικότητα των λύσεων, των θεσμών, των πεποιθήσεων, των γνώσεων και επομένως, την δυνατότητα αμφισβήτησης, την κινητικότητα και αντικαταστασιμότητα των υποθέσεων.

Ο Πόπερ τιμήθηκε με αναρίθμητα βραβεία σε πολλές χώρες και του απενεμήθη ο τίτλος του επίτιμου διδάκτορα σε δεκάδες πανεπιστήμια.(Ένα από αυτά ήταν και το Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1993). Τα έργα του μεταφράστηκαν σε σαράντα γλώσσες. Και πολλοί είναι οι ηγέτες που τον συνάντησαν με δική τους πρωτοβουλία: οι Γερμανοί καγκελάριοι Χέλμουτ Σμιτ και Χέλμουτ Κολ, όπως και ο Γερμανός πρόεδρος Ρίχαρντ φον Βάιτσεκερ, ο αυτοκράτορας της Ιαπωνίας Ακιχίτο, ο πρωθυπουργός της Πορτογαλίας Μάριο Σοάρες, καθώς και ο πρωθυπουργός της Τσεχικής Δημοκρατίας Βάτσλαβ Χάβελ.

Ο Καρλ Πόπερ πέθανε στις 17 Σεπτεμβρίου του 1994. Είναι θαμμένος στο νεκροταφείο Λάνιτσερ της Βιέννης.

Τα σοφότερα λόγια του Καρλ Πόπερ

«Στην ζωή υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων: οι αισιόδοξοι και οι απαισιόδοξοι. Οι απαισιόδοξοι έχουν συνήθως δίκιο. Αν όμως η ανθρωπότητα έφτασε ως εδώ, αυτό το χρωστάει στους αισιόδοξους.»

«Είναι αδύνατο να μιλήσεις με τέτοιον τρόπο ώστε να μην μπορείς να παρεξηγηθείς.»

«Πρέπει να επιδιώκουμε την ελευθερία και όχι μόνο την ασφάλεια, αν όχι για κάποιον άλλο λόγο, επειδή μόνο η ελευθερία μπορεί να καταστήσει την ασφάλεια ασφαλή.»

«Η γνώση μας μπορεί να είναι πεπερασμένη, ενώ η άγνοιά μας πρέπει απαραιτήτως να είναι άπειρη.»

«Η προσπάθεια να φέρουμε τον παράδεισο στην γη, οδηγεί, χωρίς εξαίρεση, στην κόλαση.»

«Η επιστήμη μπορεί να περιγραφεί σαν η τέχνη της συστηματικής υπεραπλούστευσης.»

«Μίλησα με τον Αϊνστάιν και παραδέχτηκε ότι η θεωρία του, στην πραγματικότητα, δεν είναι διαφορετική από αυτήν του Παρμενίδη.»

«Αν θα μπορούσε να υπάρχει σοσιαλισμός συνδυασμένος με την ατομική ελευθερία θα ήμουν ακόμη σοσιαλιστής. Τίποτα δεν είναι ωραιότερο από το να ζει κανείς ελεύθερα μέσα σε μια κοινωνία ισότητας. Πέρασε καιρός μέχρι να καταλάβω ότι αυτό δεν ήταν παρά ένα ωραίο όνειρο.»

«Η πραγματική άγνοια δεν είναι η απουσία γνώσης, αλλά η άρνηση να αποκτηθεί η γνώση.»

«Κάθε φορά που μια θεωρία εμφανίζεται ως η μόνη δυνατή, θεωρήστε το ως σημάδι ότι δεν έχετε καταλάβει ούτε την θεωρία ούτε το πρόβλημα που σκοπεύει να λύσει.»

«Η επιστήμη πρέπει να ξεκινά με μύθους και την κριτική αυτών των μύθων.»

«Ο καλύτερος τρόπος για να αξιολογείς μια ηγεσία είναι να διερωτάσαι τι σφάλματα είναι ικανοί να κάνουν.»

Nietzsche: Να φιλοσοφούμε με το σφυρί

Φρίντριχ Νίτσε: 1844‒1900

Λυκόφως των Ειδώλων:

Τι σημαίνει να φιλοσοφούμε με το σφυρί

§1

Ο τελευταίος χρόνος της διαύγειας του Νίτσε, το 1888, ήταν μια περίοδος έντονης πνευματικής παραγωγής. Κατά τη διάρκεια της κυοφορίας της υπόθεσης Βάγκνερ, που εμφανίστηκε στα μέσα Σεπτεμβρίου, ο Νίτσε πολλαπλασίασε τις βασικές του προσπάθειες και τα σχεδιαγράμματά του για ένα σπουδαίο έργο συνθετικής παρουσίασης της φιλοσοφίας του με τον τίτλο: Η βούληση για δύναμη. Μια απόπειρα μεταστοιχείωσης όλων των αξιών. Αυτό το έργο δεν θα δει ποτέ το φως της δημοσιότητας (παρά τις μετέπειτα απάτες και τα ψέματα της αδερφής του). Το παράτησε στις αρχές Σεπτεμβρίου για να δημοσιεύσει τη φιλοσοφία του «in nuce (=εν συντομία), πάρα πολλά σε έναν μικρό χώρο» (επιστολή προς τον Peter Gast, 14 Οκτωβρίου 1888) και χρησιμοποίησε «αποσπάσματα» από το υλικό που ήδη είχε επεξεργαστεί για αυτό το σπουδαίο έργο. Αυτό θα είναι το βιβλίο που την πρώτη φορά θα φέρει τον τίτλο Ένας ψυχολόγος σε ώρα αργίας, το οποίο θα ξανατιτλοδοτήσει στις 27 Σεπτεμβρίου με την ονομασία: Το Λυκόφως των Ειδώλων. Ένα άλλο μέρος αυτού χρησιμοποιείται για ένα έργο που προβλέπει υπό τον τίτλο Ανατροπή και επαναθεμελίωση όλων των αξιών, το πρώτο βιβλίο του οποίου θα ήταν ο Αντίχριστος. Όπως και τα άλλα έργα της ίδιας περιόδου, το Λυκόφως των Ειδώλων με τον δικό του τρόπο είναι μια ευσύνοπτη και τέλεια παρουσίαση της φιλοσοφίας του Νίτσε. Ανήκει στα πιο συναρπαστικά αλλά και εξόχως πολεμικά έργα της τελευταίας περιόδου της ζωής του. Είναι που με το έργο αυτό προσδιορίζει τον εαυτό του ως αυτόν που φιλοσοφεί με το σφυρί. Γι’ αυτό προσθέτει διαζευκτικά στον προαναφερθέντα τίτλο και τον ως άνω υπότιτλο ως επεξηγηματικό μάλλον για την πεμπτουσία του εν λόγω έργου.

§2

Το σφυρί, ως φιλοσοφικό σύμβολο, είναι το εργαλείο, με το οποίο ο Νίτσε εξετάζει όλα τα είδωλα των ανθρώπων, δηλ. εκείνη την φαντασιακή οντογένεση των ειδώλων, στην οποία πίστευαν και εξακολουθούν να πιστεύουν οι άνθρωποι:

«υπάρχουν πιο πολλά είδωλα παρά ρεαλιστικές πραγματικότητες στον κόσμο … Να θέτω εδώ ερωτήματα με το σφυρί και να ακούω ως απάντηση ίσως εκείνον τον περίφημο υπόκωφο ήχο που βγαίνει μέσα από παραφουσκωμένα έντερα … δεν μπορεί παρά να ακουστεί δυνατά… Το μικρό αυτό γραφτό αποτελεί μια μεγάλη κήρυξη πολέμου· όσο δε για την ακρόαση, τώρα δεν εξετάζονται είδωλα της εποχής παρά αιώνια είδωλα, τα οποία εξετάζονται δια κρούσεως: με σφυρί, σαν με διαπασών, ‒δεν υπάρχουν πιο παλιά, πιο πειστικά, πιο φουσκωμένα. Και πιο κούφια. Αυτό ωστόσο δεν εμποδίζει τους ανθρώπους να πιστεύουν σ’ αυτά με όλη τη δύναμη της ψυχής τους. Και μάλιστα –το σπουδαιότερο όλων‒ δεν τα αποκαλούν είδωλα»[1].

Τα είδωλα είναι ψεύτικοι θεοί, ειδικά στο χριστιανικό λεξιλόγιο, που τους κατασκεύασαν οι άνθρωποι για να τους λατρεύουν. Στην πραγματικότητα αποτελούν μια προβολή του εαυτού τους και παραπέμπουν στην εικόνα των ονείρων τους, των επιθυμιών τους ή κάθε είδους ανεπάρκειάς τους· με μια λέξη ενσαρκώνουν την πλήρη αδυναμία των ανθρώπων. Με τα είδωλα ο φιλόσοφος θέλει να διακρίνει αυστηρά το βιβλικό (οι προφήτες) και ειδικά το ευαγγελικό μήνυμα (αντι-νομιμοποίηση του Ιησού) από τη δεισιδαιμονία και την απιστία, την αληθινή πίστη από τις ψευδαισθήσεις, είτε πρόκειται για τους ειδωλολάτρες, τους ασεβείς ή ακόμη και για τα λάθη και τις αμαρτίες των νομοταγών Φαρισαίων, που αγνοούν την αγάπη του γείτονα.

§3

Με τον όρο: είδωλα, ο Νίτσε στρέφεται ενάντια σε όλες τις «φανταστικές έννοιες»[2] της χριστιανικής ηθικής καθώς και εναντίον όλων των «ιδεών» που είναι «σύγχρονες ιδέες», συμπεριλαμβανομένων κι εκείνων των «ιδεών» των άθεων και των ελεύθερων στοχαστών, ακόμη και όλων των αξιών του δυτικού πολιτισμού, από τον Σωκράτη έως τον Σοπενχάουερ. Ο τίτλος και ο υπότιτλος του έργου προσθέτουν και μια άλλη θεμελιώδη διάσταση, που υποδηλώνεται από την εικόνα του λυκόφωτος και εκείνης του σφυριού. Το ζήτημα δεν είναι μόνο η καταστροφή των ειδώλων με το σφυρί, όπως έκανε ο Μωυσής με το χρυσό μοσχάρι όταν κατέβηκε από το Σινά[3], ούτε «πόλεμος» εναντίον τους, αλλά και η υπέρβαση του μηδενισμού, που αφήνουν πίσω τους τα είδωλα. Κατ’ αυτό το πνεύμα, ο Νίτσε δεν χρησιμοποιεί αυτό το σφυρί για να προκαλέσει μόνο τον όλεθρο, δηλ. να αναποδογυρίσει το υφιστάμενο οικοδόμημα των αξιών, αλλά και για να διαγνώσει ποια είναι η κατάσταση αυτών των ειδώλων και για μια εξαρχής επαναθεμελίωση των αξιών. Στο Λυκόφως των ειδώλων βρίσκουμε εκείνη τη αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η φιλοσοφία νοείται ως μια διαγνωστική διεργασία, ως ένα ασταμάτητο σφυροκόπημα διαφόρων φιλοσοφικών, ηθικολογικών ή συστηματικών θεωρήσεων. Στο πρώτο κεφάλαιο του έργου είναι συγκεντρωμένες 44 σύντομες αφοριστικές ρήσεις, που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα θεμάτων και αντιμετωπίζουν αιχμηρά πράγματα και καταστάσεις. Επωδός όλων των αιχμηρών ρήσεων είναι η καταστροφική διάσταση της ηθικής.

§4

Με το σφυρί ακόμη υπονοεί τη σμίλη, με την οποία ο γλύπτης κατεργάζεται την πέτρα και τη μετατρέπει σε γλυπτό, σε καλλιτέχνημα. Τούτο τον υπαινιγμό για το σφυρί τον αντλεί από τη σχετική περιγραφή του Μ. Άγγελου. Επομένως ο Νίτσε είναι ο φιλόσοφος-γλύπτης, που απελευθερώνει την ψυχή και το πνεύμα των ανθρώπων από την πέτρινη πραγματικότητα των ειδώλων. Μια ακόμη συμβολική σημασία για το σφυρί αντλεί από τον Λούθηρο, σύμφωνα με τον οποίο ο θεός συνθλίβει με ένα πανίσχυρο σφυρί τη φαρισαϊκή περηφάνια του αμαρτωλού, προκειμένου να τον εξωθήσει στην απελπισία και μέσα απ’ αυτή την εμπειρική κατάσταση να τον κάνει να δεχθεί τη χάρη του μέσα στην ψυχή του. Έτσι, ο θεός καταφάσκει τη ζωή, καθώς αποδυναμώνει και εκριζώνει από τον δρόμο του ανθρώπου την απόγνωση, την απελπισία. Κατά παρόμοιο τρόπο και ο Νίτσε, ως άλλος φιλοσοφικός «θεός», με το σφυρί φέρνει τη λύτρωση στον άνθρωπο, όχι τοποθετώντας στο κέντρο της ζωής του έναν άλλο θεό αλλά γκρεμίζοντας τα είδωλα, που συνθέτουν τη φαρισαϊκή περηφάνια των ηθικολόγων. O φιλόσοφος αποκαλύπτει με το σφυρί αυτό που κρύβεται, όπως ο γιατρός χρησιμοποιεί το στηθοσκόπιο για να δει τι κρύβεται μέσα στο σώμα του ανθρώπου. Αποκαλύπτοντας έτσι αυτό που κρύβεται, είναι γιατρός, φυσιολόγος, εν συντομία, αυτός που αναζητεί γενεαλογικά την εσωτερική «ασθένεια» του ανθρώπου· αυτός που γνωρίζει πώς να αντιληφθεί ποια ασθένεια μιλά κρυφά πίσω από την εξωτερική σιωπή του σώματος. Ωστόσο, είναι πράγματι ζήτημα ακρόασης, όπως ο γιατρός ακροάται τον ασθενή, επειδή το αυτί πρέπει να αντικαταστήσει το όμμα, το όραμα, καθώς, σύμφωνα με την κλασική βιβλική φόρμουλα,

«οι θεοί που μας κληροδότησαν οι πρόγονοί μας δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ψεύτικα, μάταια κι άχρηστα είδωλα»[4].

§5

Αυτά τα είδωλα, επομένως, κρύβουν την κατάστασή τους και με τον ερχομό του σούρουπου, όπου τίποτα δεν μπορεί να φανεί. Αλλά, όπως πάντα σύμφωνα με τη βιβλική έκφραση, παράγουν ισχυρή αντήχηση, όταν χτυπηθούν με το σφυρί. Μέσα από τις πολλαπλές μεταφορικές υποδηλώσεις στο εν λόγω έργο ο Νίτσε επιχειρεί να δείξει πως η γενεαλογία, η τέχνη της ακρόασης, που είναι τέχνη της προ-φητείας, το «κακό αυτί»[5], πρέπει να αντικαταστήσει την παραδοσιακή φιλοσοφική μέθοδο, που έχει ως θεμελιακή της βάση τη μεταφορική όραση, όπως εποπτεία, θεωρία, ιδέα, διαφωτισμός κ.λπ. Η γενεαλογία είναι εκείνη η μεθοδολογική δυνατότητα, που επιτρέπει να ανακαλύπτουμε ό,τι καλύπτουν [=σημαίνουν] τα είδωλα, τα ιδανικά και οι ιδέες της ηθικής και του πλατωνισμού-χριστιανισμού και ακόμη πως όλα αυτά τα είδωλα αποτελούν παθολογικές προβολές της αδυναμίας των ανθρώπων και χρησιμεύουν για να αρνούνται, να εκκενώνουν την πραγματικότητα. Επομένως δεν είναι παρά ένα μηδέν, το μηδέν του μηδενισμού. Μεθερμηνεύοντας λοιπόν τον τίτλο του έργου: Λυκόφως των ειδώλων ακούμε να μας λέει ο Νίτσε πως όλα τα είδωλα και δη αυτά που περνούν για αυθεντίες, όλα τα «πιο φουσκωμένα», τα πιο άδεια, τα πιο άρρωστα δεν είναι στην πραγματικότητα παρά ένα μηδέν. Τούτο σημαίνει: ο θεός είναι νεκρός. Ως θεός είναι λάθος του ανθρώπου[6]. Στο πνεύμα ενός τέτοιου πλαισίου τον απασχολεί στο δεύτερο κεφάλαιο η περίπτωση του Σωκράτη (=Το πρόβλημα του Σωκράτη). Ο Σωκράτης είναι η πρώτη εξέχουσα φιγούρα της φιλοσοφίας, που εξετάζει κριτικά και πάλι ο Νίτσε, συνεχίζοντας την κριτική που διατύπωσε για πρώτη φορά στο έργο του: η γέννηση της τραγωδίας.

§6

Συνολικά, το Λυκόφως των ειδώλων αποτελείται από δέκα κεφάλαια άνισης έκτασης, πέρα από τον πρόλογο και το τελικό απόσπασμα (=Το σφυρί μιλάει) από το Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα. Το μεγαλύτερο κεφάλαιο είναι οι Ακροβολισμοί ενός άκαιρου, που περιλαμβάνει 51 παραγράφους , ενώ το πιο σύντομο το: Πώς ο “αληθινός κόσμος” μετατράπηκε τελικά σε μύθο. Το έργο προσφέρει εν γένει μια γενεαλογία του ιδεαλισμού και της ηθικής, μια ψυχολογική και φυσιολογική ανάλυση όλου του δυτικού πολιτισμού. Με τον ισχυρό ειρωνικό και πολεμικό του τρόπο συνιστά μια σύνοψη όλων των σκέψεων του Νίτσε για το κεντρικό και σταθερό του θέμα: το πρόβλημα του πολιτισμού. Αυτός ο τελευταίος, από τον Σωκράτη έως και σήμερα, κατανοείται ως ηθικός, με την έννοια της χριστιανικής ηθικής. Αυτό που αμφισβητείται και παρουσιάζεται ως αδύναμο και νοσηρό, με μια λέξη: παρακμιακό, είναι αυτό που ο Νίτσε αποκαλεί ιδεαλισμό, δηλαδή τα ιδανικά του πλατωνισμού-χριστιανισμού (= τα αιώνια είδωλα). Προέκταση τούτων-εδώ είναι τα είδωλα της εποχής, δηλ. οι σύγχρονες ιδέες που για τους λεγόμενους ελεύθερους στοχαστές λογίζονται ως άθεες, αλλά στην πραγματικότητα είναι είδωλα της χριστιανικής ηθικής: η ηθική του οίκτου, η πρόοδος, η ισότητα, ο σοσιαλισμός, η επιστήμη και η αλήθεια, η αντικειμενικότητα , ο φεμινισμός κ.λπ. Ο φιλόσοφος δεν μένει στην επιφάνεια όλων αυτών των «ιδεωδών», όπως συμβαίνει κατά κόρον στις εποχές μας από τους επιτήδειους θορυβοποιούς της μαζικής κουλτούρας, ήτοι από τα πιο νοσηρά μυαλά, αλλά προχωρεί στα θεμέλιά τους, ιστορικά, ψυχολογικά, φυσιολογικά κ.λπ. και κατορθώνει να δείξει πως η ηθική δεν είναι παρά ένα σύστημα σημείων, μια συμπτωματολογία, μια κωδικοποιημένη γλώσσα ορμών και παθών, που δεν εκφράζουν καμιά αλήθεια παρά μόνο την επίμονη άρνηση της ζωής και τη μνησικακία για το σώμα και για τη βούληση για δύναμη[7].
----------------------------------
[1] Kritische Studienausgabe 6 (KSA), σσ. 57-58.

[2] Ο Αντίχριστος, §15.

[3] Έξοδος XXXII, 1-35.

[4] Ιερεμίας ΧVI, 19κ.εξ.

[5] KSA, ό.π., σ. 57.

[6] Ό.π., σ. 60.

[7] Ό.π., σσ. 98κ.εξ.

Καρλ Μαρξ: Η διαφορά της Δημοκρίτειας και Επικούρειας φυσικής φιλοσοφίας

Το πρώτο μέρος από τη διατριβή του Karl Marx με θέμα τη διαφορά της δημοκρίτειας με την επικούρεια φυσική φιλοσοφία

Η διαφορά της δημοκρίτειας κι επικούρειας φυσική φιλοσοφίας σε γενικές γραμμές

I. Αντικείμενο τής πραγματείας.

Στην ελληνική φιλοσοφία φαίνεται να συντυχαίνει ό,τι δεν επιτρέπεται να συντύχει σε μια καλή τραγωδία, δηλ. ένα άτονο τέλος. Με τον Αριστοτέλη, τον Μακεδόνα Αλέξανδρο τής ελληνικής φιλοσοφίας, η αντικειμενική ιστορία τής φιλοσοφίας στην Ελλάδα φαίνεται να σταματά και να μην καταφέρνουν ούτε καν οι ανδροπρεπείς Στωικοί ό,τι είχαν κατορθώσει οι Σπαρτιάτες στους ναούς τους, δηλ. να δέσουν την Αθηνά στον Ηρακλή έτσι ώστε δεν μπορούσε να δραπετεύσει.

Επικούρειοι, Στωικοί και Σκεπτικοί θεωρούνται σχεδόν αταίριαστη προσθήκη, ολότελα άσχετη με τα επιβλητικά της προηγούμενα. Η επικούρεια φιλοσοφία, ακούμε να λέγεται, είναι συγκρητιστικό συνονθύλευμα δημοκρίτειας φυσικής και κυρηναϊκής ηθικής, ο στωικισμός αποτελεί σύμφυρμα ηρακλείτειων φυσικοφιλοσοφικών θεωριών, κυνικής ηθικής και ίσως-ίσως αριστοτελικής λογικής, ενώ τέλος ο σκεπτικισμός είναι το αναγκαίο κακό, που αντιτάχθηκε σ’ όλους αυτούς τούς δογματισμούς. Έτσι, τούτες οι φιλοσοφίες ασυνείδητα συνδέονται με τις αλεξανδρινές, αφού βλέπονται αποκλειστικά ως μονόπλευρος και μεροληπτικές εκλεκτικισμός. Και τέλος η ίδια η αλεξανδρινή φιλοσοφία θεωρείται απ’ άκρη σ* άκρη φαντασιοκοπία και ταραχή φρενών — σύγχιση, στην οποία το πολύ-πολύ μπορεί ν’ αναγνωριστεί η πρόθεση δημιουργίας μιας καθολικής φιλοσοφίας.

Είναι, βέβαια, μια πολύ κοινότοπη αλήθεια, ότι γένεση, ακμή και παρακμή αποτελούν τον σιδερένιο κύκλο, στον οποίο εντάσσεται κάθε τι το ανθρώπινο και τον οποίο πρέπει να διατρέξει. Δεν θάταν λοιπόν αξιοπερίεργο, αν η ελληνική φιλοσοφία μαραινόταν, αφού πια έφτασε στην ύψιστη ακμή της με τον Αριστοτέλη. Ωστόσο ο θάνατος των ηρώων μοιάζει με το γέρμα τού ήλιου κι όχι με το σκάσιμο ενός παραφουσκωμένου βατράχου.

Κι έπειτα: γένεση, ακμή και παρακμή είναι ολότελα γενικές κι αόριστες παραστάσεις, στις οποίες τα πάντα μπορούν να ενταχθούν, με τις οποίες όμως τίποτε δεν είναι δυνατό να κατανοηθεί. Κι η ίδια η παρακμή προδιαμορφώνεται μέσα σ’ ό,τι ζεί επομένως θα ήταν δυνατό να συλληφθεί η μορφή της στα ειδοποιά της γνωρίσματα, εξίσου όπως [συλλαμβάνεται] κι η μορφή τής ζωής.

Και τέλος, αν ρίξουμε μια ματιά στην ιστορία, αποτελούν [πράγματι] ο επικουρισμός, ο στωικισμός κι ο σκεπτικισμός μεμονωμένα φαινόμενα; Δεν είναι οι αρχέγονοι τύποι τού ρωμαϊκού πνεύματος κι η μορφή, με την οποία η Ελλάδα μεταναστεύει στη Ρώμη; Κι η υφή τους δεν είναι τόσο αδρά χαρακτηριστική, τόσο έντονη κι αιώνια, που κι ο σύγχρονος ακόμα κόσμος θάπρεπε να τούς πολιτογραφήσει πνευματικά με πλήρη δικαιώματα;


Αυτό το τονίζω μόνο και μόνο για να θυμίσω την ιστορική σπουδαιότητα τούτων των συστημάτων, όμως εδώ δεν ενδιαφερόμαστε για την γενική τους σημασία στο χώρο τής παιδείας, παρά για την συνάφειά τους με την παλαιότερη ελληνική φιλοσοφία.

Ως προς την σχέση τούτη, δεν θά 'πρεπε ν’ αποτελέσει ερεθισμό για παραπέρα έρευνα ήδη το γεγονός, ότι η ελληνική φιλοσοφία κλείνει με δυο διαφορετικές ομάδες εκλεκτικών συστημάτων, από τις οποίες η πρώτη συνιστά τον κύκλο τής επικούρειας, στωικής και σκεπτικής φιλοσοφίας, ενώ η άλλη συνοψίζεται κάτω απ’ το όνομα τού αλεξανδρινού ενατενιστικού στοχασμού (Spekulation); Και δεν είναι περίεργο φαινόμενο, ότι μετά την πλατωνική και την αριστοτελική φιλοσοφία, οι οποίες φτάνουν ν’ αποτελόσουν [οργανωμένες εννοιολογικές] ολότητες, προβάλλουν καινούργια συστήματα που δεν στηρίζονται στις πλούσιες εκείνες μορφές τού πνεύματος παρά, γυρίζοντας πολύ πιο πίσω το βλέμμα, τρέπονται προς τις απλούστερες ανάμεσα σ’ όλες τις φιλοσοφικές σχολές, δηλ. τούς φυσικούς φιλοσόφους (ως προς την φυσική) και τούς σωκρατικούς (ως προς την ηθική); Πού οφείλεται το ότι τα μετα-αριστοτελικά συστήματα βρίσκουν, θα λέγαμε, τα θεμέλιά τους έτοιμα στο παρελθόν; Ότι ο Δημόκριτος συνδυάζεται με τούς κυρηναϊκούς κι ο Ηράκλειτος με τούς κυνικούς; Είναι σύμπτωση, ότι στους επικούρειους, στωικούς και σκεπτικούς εκπροσωπούνται με πληρότητα όλα τα στοιχεία τής αυτοσυνειδησίας, μόνο που το καθένα τους εμφανίζεται ως ιδιαίτερη ύπαρξη; Ότι τα συστήματα τούτα, αν τα πάρουμε στο σύνολό τους, συναποτελούν* το οικοδόμημα τής αυτοσυνειδησίας σ όλη του την πληρότητα; Και, τέλος, είναι τυχαίο που μέσα στα συστήματα αυτά θεωρείται ως [απτή] πραγματικότητα τής αληθινής γνώσης ο χαρακτήρας τού σοφού, δηλ. ο χαρακτήρας εκείνος, από τον οποίο ξεκινά μυθικά η ελληνική φιλοσοφία με τούς επτά σοφούς κι ο οποίος, ενσαρκωμένος στον Σωκράτη, στέκει κατά κάποιον τρόπο στο επίκεντρό της ως πλαστουργός της;

Μού φαίνεται ότι, αν τα προγενέστερα συστήματα είναι πιο σημαντικά κι ενδιαφέροντα σε σχέση με το περιεχόμενο τής ελληνικής φιλοσοφίας, τα μετααριστοτελικά, κι ιδιαίτερα ο κύκλος τής επικούρειας, στωικής και σκεπτικής σχολής, είναι εξίσου [πιο σημαντικά κι ενδιαφέροντα] σε σχέση με την υποκειμενική της μορφή, με την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της. Όμως ακριβώς τούτη εδώ η υποκειμενική μορφή, το πνευματικό έρεισμα των φιλοσοφικών [τούτων] συστημάτων, ίσαμε σήμερα λησμονήθηκε σχεδόν ολότελα για χάρη των μεταφυσικών επόψεών τους.

Επιφυλάσσω σε μια διεξοδικότερη μελέτη την παρουσίαση τής επικούρειας, στωικής και σκεπτικής φιλοσοφίας στην ολότητά της και στη συνολική της σχέση προς την προγενέστερη και τη μεταγενέστερη ελληνική φιλοσοφική θεωρητική σκέψη (Spekulation).

Εδώ ας θεωρηθεί αρκετή η διεξοδική παρουσίαση τής σχέσης τούτης σ’ ένα μόνο παράδειγμα και ως προς την μια της μόνο πλευρά, δηλ. ως προς την συνάφεια [της] με την προγενέστερη φιλοσοφική θεωρητική σκέψη.

Σαν τέτοιο παράδειγμα επιλέγω την σχέση τής επικούρειας με την δημοκρίτεια φυσική φιλοσοφία. Δεν πιστεύω ότι αποτελεί και το βολικότερο σημείο για την πρόσβαση τού προβλήματος. Γιατί από την μια πλευρά η ταύτιση δημοκρίτειας κι επικούρειας φυσικής είναι παλιά και ριζωμένη προκατάληψη, έτσι ώστε οι μετατροπές τού Επικούρου [στην πρώτη] θεωρούνται αυθαίρετες εμπνεύσεις τής στιγμής* από την άλλη πλευρά, είμαι αναγκασμένος, όσο αφορά στα καθέκαστα, να υπεισέλθω σε λεπτομέρειες που θα φανούν ψιλολογήματα. Επειδή όμως η παραπάνω προκατάληψη είναι εξίσου παλιά με την ιστορία τής φιλοσοφίας κι επειδή οι διαφορές παραμένουν τόσο κρυμμένες, που θα έλεγες ότι μόνο με το μικροσκόπιο ανακαλύπτονται, θάναι ακόμα πιο σημαντικό να καταδειχθεί μια ουσιαστική κι εκτεινόμενη ίσαμε την τελευταία λεπτομέρεια διαφορά ανάμεσα στην δημοκρίτεια και στην επικούρεια φυσική, παρόλη τους την συνάφεια. Ό,τι μπορεί να καταδειχθεί στις λεπτομέρειες δείχνεται ακόμα ευκολότερα όταν τα πράγματα συλλαμβάνονται σε αδρές γραμμές, ενώ αντίστροφα οι εντελώς γενικές παρατηρήσεις αφήνουν πίσω τους την αμφιβολία για το αν το πόρισμα τής έρευνας θα επιβεβαιωθεί στα καθέκαστα.

ΙΙ. Κρίσεις για την σχέση δημοκρίτειας κι επικούρειας φυσικής.

Η γενική τοποθέτηση τής δικής μου άποψης απέναντι στις προγενέστερες γίνεται πρόδηλη, αν επισκοπηθούν φευγαλέα οι κρίσεις των αρχαίων για την σχέση δημοκρίτειας κι επικούρειας φυσικής.

Ο Ποσειδώνιος ο Στωικός, ο Νικόλαος [Δαμασκηνός] και ο Σωτίων κατηγορούν τον Επίκουρο, ότι παρουσίασε για δική του την διδασκαλία τού Δημοκρίτου για τα άτομα κι εκείνη τού Αριστίππου για την ηδονή). Ο ακαδημαϊκός Κόττας (Cotta) εμφανίζεται σ’ ένα έργο τού Κικέρωνα να ρωτά: «Υπάρχει τίποτε στην φυσική τού Επικούρου που να μην ανήκει στον Δημόκριτο; Αλλάζει βέβαια κάτι μικροπράγματα, τα πιο πολλά όμως τα παραλαβαίνει αυτούσια». Κι ο ίδιος ο Κικέρωνας λέει: «Στον χώρο τής φυσικής, όπου κομπάζει και περισσότερο, ο Επίκουρος δεν έχει την παραμικρή ιδέα. Στα πλείστα ακολουθεί τον Δημόκριτο, κι όταν ξεκόβει απ’ αυτόν, θέλοντας κάτι να διορθώσει, εκεί τα κάνει χειρότερα».

Μολονότι, πάντως, πολλοί μέμφονται τον Επίκουρο για λοιδωρίες εναντίον τού Δημοκρίτου, ωστόσο ο Λεόντιος, σύμφωνα με τα όσα παραδίδει ο Πλούταρχος, ισχυρίζεται, ότι ο Επίκουρος τιμούσε τον Δημόκριτο, γιατί είχε ενστερνιστεί πρωτύτερα κι από αυτόν τον ίδιο την ορθή διδασκαλία κι είχε ανακαλύψει προηγούμενα τις αρχές τής φύσης). Στο έργο De placitis philosophorum ο Επίκουρος χαρακτηρίζεται ως φιλόσοφος που ακολούθησε τον Δημόκριτο). Ο Πλούταρχος στον «Κωλώτη» του προχωρεί ακόμα περισσότερο. Συγκρίνει τον Επίκουρο, κατά σειρά, με τον Δημόκριτο, τον Εμπεδοκλή, τον Παρμενίδη, τον Πλάτωνα, τον Σωκράτη, τον Στίλπωνα, τούς Κυρηναϊκούς και τούς Ακαδημεικούς, επιδιώκοντας να φτάσει στο συμπέρασμα, ότι «από ολόκληρη την ελληνική φιλοσοφία ο Επίκουρος ιδιοποιήθηκε ό,τι ήταν λαθεμένο, ενώ δεν κατάλαβε ό,τι ήταν αληθινό». Από παρόμοιες εχθρικές νύξεις βρίθει και η πραγματεία [του] De eo, quod secundum Epicurum non beate vivi possit.

Η δυσμενής τούτη αντίληψη των παλαιότερων συγγραφέων παραμένει αναλλοίωτη και στους πατέρες τής Εκκλησίας. Παραθέτω σε σημείωση μια περικοπή τού Κλήμεντα τού Αλεξανδρέα), ενός εκκλησιαστικού πατέρα δηλ., ο οποίος αξίζει ξεχωριστή μνεία σε σχέση με τον Επίκουρο, γιατί την προειδοποίηση τού Αποστόλου Παύλου απέναντι στους κινδύνους τής φιλοσοφίας γενικά την ερμηνεύει, μεταβάλλοντας το νόημά της, ως [αποκλειστική] προειδοποίηση απέναντι στους κινδύνους τής επικούρειας φιλοσοφίας, αφού τούτη εδώ, καθώς λέει, δεν φαντασιοκόπησε σχετικά με την θεία πρόνοια και τα παρόμοια). Η γενική τάση να κατηγορείται ο Επίκουρος για λογοκλοπές φαίνεται καθαρότερα από παντού αλλού στον Σέξτο τον Εμπειρικό, που προσπαθεί να μετατρέψει σε βασικές πηγές τής επικούρειας φιλοσοφίας κάτι ολότελα άσχετα χωρία τού Ομήρου και τού Επιχάρμου.

Είναι γνωστό, ότι και οι νεότεροι συγγραφείς στο σύνολό τους θεωρούν τον Επίκουρο, ως φυσικό φιλόσοφο, απλό αντιγραφέα τού Δημοκρίτου. Ως αντιπροσωπευτικό για την γενική τους κρίση ας παρατεθεί εδώ ένα απόφθεγμα τού Leibniz:

«Nous ne savons presque de ce grand homme» (Democrite), «que ce qu’Epicure en a emprunte, qui n’etait pas capable d’en prendre toujours le meilleur».

Έτσι, αν ο Κικέρωνας παρουσιάζει τον Επίκουρο να διαφθείρει την δημοκρίτεια διδασκαλία, αναγνωρίζοντάς του όμως τουλάχιστο την πρόθεση να την βελτιώσει και την ικανότητα να διαπιστώσει τις ελλείψεις της, κι αν ο Πλούταρχος τού αποδίδει ασυνέπεια και προδιαγραμμένη ροπή προς το χειρότερο, θεωρώντας κι αυτός ύποπτες τις προθέσεις του — ο Leibniz τού αρνιέται ακόμα και την ικανότητα ν’ αντιγράψει επιδέξια τον Δημόκριτο.

Όλοι πάντως συμφωνούν, ότι ο Επίκουρος ξεσήκωσε την φυσική του από τον Δημόκριτο.

III. Δυσκολίες που αντιμετωπίζει η [θέση για την] ταυτότητα τής δημοκρίτειας και τής επικούρειας φυσικής φιλοσοφίας.

Εκτός από τις ιστορικές μαρτυρίες, και πολλά άλλα στοιχεία ακόμη φαίνονται να επιβεβαιώνουν την ταυτότητα δημοκρίτειας κι επικούρειας φυσικής φιλοσοφίας. Οι αρχές (Prinzipien) —τα άτομα και το κενό— είναι αναμφισβήτητα οι ίδιες. Μονάχα σε ορισμένα σημεία φαίνονται να επικρατούν αυθαίρετες κι επομένως [θεωρητικά] ασήμαντες διαφορές.

Αν δούμε έτσι τα πράγματα, τότε έχουμε να κάνουμε μ’ ένα αλλόκοτο κι άλυτο αίνιγμα. Δυο φιλόσοφοι διδάσκουν την ίδια ακριβώς επιστήμη και με τον ίδιον ακριβώς τρόπο, όμως —πόση ασυνέπεια! – αντιτίθενται διαμετρικά σ’ ό,τι αφορά την αλήθεια, την βεβαιότητα και την εφαρμογή τούτης τής επιστήμης και γενικά τις σχέσεις σκέψης και πραγματικότητας. Ισχυρίζομαι, ότι αντιτίθενται διαμετρικά, και θα προσπαθήσω τώρα να τ’ αποδείξω.

Α. Φαίνεται δύσκολο να εξακριβωθεί η [πραγματική] γνώμη τού Δημοκρίτου για την αλήθεια και την βεβαιότητα τής ανθρώπινης γνώσης. Υπάρχουν αντιφατικές περικοπές, ή μάλλον αντιφατικές δεν είναι οι περικοπές, παρά οι ίδιες οι αντιλήψεις τού Δημοκρίτου. Γιατί ο ισχυρισμός τού Trendelenburg (στα σχόλιά του πάνω στην αριστοτελική ψυχολογία), ότι μια τέτοια αντίφαση γίνεται αντιληπτή από μεταγενέστερους συγγραφείς κι όχι τον Αριστοτέλη, δείχνεται από τα ίδια τα πράγματα εσφαλμένος. ‘Ετσι, στην ψυχολογία τού Αριστοτέλη διαβάζουμε: «Ο Δημόκριτος ταυτίζει ψυχή και νού, γιατί θεωρεί ότι φαινόμενο και αλήθεια συμπίπτουν», ενώ αντίθετα στα «Μετά τα Φυσικά» λέει:

«Ο Δημόκριτος ισχυρίζεται ότι ή δεν υπάρχει αλήθεια ή παραμένει κρυμμένη για μάς».

Δεν αντιφάσκουν τούτες οι περικοπές τού Αριστοτέλη; Αν το φαινόμενο είναι η αλήθεια, τότε μπορεί η αλήθεια να κρύβεται; Η απόκρυψη αρχίζει εκεί, όπου φαινόμενο και αλήθεια χωρίζονται.* Όμως ο Διογένης ο Λαέρτιος αναφέρει, ότι πολλοί συγκατέλεγαν τον Δημόκριτο στους σκεπτικούς. Αναφέρεται το απόφθεγμά του:

«Στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουμε τίποτε, γιατί η αλήθεια βρίσκεται στα βάθη».

Παρόμοια πράγματα διαβάζουμε στον Σέξτο τον Εμπειρικό. Αυτή η σκεπτική, ανασφαλής και εσωτερικά αντιφατική άποψη τού Δημοκρίτου αναπτύσσεται παραπέρα στον τρόπο, με τον οποίο ορίζεται η σχέση ανάμεσα στο άτομο και στον αισθητό φαινόμενο κόσμο.

Από την μια πλευρά, τα άτομα δεν εμφανίζονται στις αισθήσεις. Το αισθητό δεν αποτελεί αντικειμενικό φαινόμενο, παρά υποκειμενική επίφαση. «Οι αληθινές αρχές είναι τα άτομα και το κενό όλα τα άλλα είναι υποκειμενική γνώμη κι επίφαση». «Το ψυχρό και το θερμό υπάρχουν μονάχα για την υποκειμενική μας αντίληψη, στην πραγματικότητα υπάρχουν τα άτομα και το κενό». Γι αυτό και στην πραγματικότητα τα πολλά άτομα δεν συναπαρτίζουν ένα ενιαίο πράγμα, παρά «χάρη στη συνένωσή τους φαίνεται κάθε πράγμα να γίνεται ενιαίο».

Ο Λόγος συλλαμβάνει μονάχα τις αρχές, οι οποίες ήδη εξαιτίας τού μικρού μεγέθους τους είναι απρόσιτες για το μάτι των αισθήσεων γι’ αυτό ονομάζονται μάλιστα και ιδέες). Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, το αισθητό φαινόμενο αποτελεί το μοναδικό αληθινό αντικείμενο, η αισθησις είναι η φρόνησις, όμως το αληθινό τούτο αντικείμενο είναι μεταβλητό κι άστατο, [είναι δηλ. ακριβώς] φαινόμενο. Αλλά είναι αντίφαση το να λέγεται, ότι φαινόμενο και αλήθεια συμπίπτουν). Έτσι, άλλοτε αναγορεύεται η μια πλευρά σε αντικειμενικό ή υποκειμενικό στοιχείο κι άλλοτε η άλλη. Η αντίφαση φαίνεται να εξομαλύνεται καθώς τα δυο σκέλη της εντάσσονται σε δυο διαφορετικούς κόσμους. Ο Δημόκριτος μετατρέπει λοιπόν την αισθητή πραγματικότητα σε υποκειμενική επίφαση* όμως η αντινομία, διωγμένη από τον κόσμο των αντικειμένων, υπάρχει τώρα μέσα στην ίδια του την αυτοσυνειδησία, όπου συγκρούεται εχθρικά η έννοια τού ατόμου με την εποπτεία των αισθήσεων (sinnliche Anschauung).

Ο Δημόκριτος, λοιπόν, δεν ξεφεύγει από την αντινομία. Δεν είναι ακόμη εδώ ο τόπος για να την εξηγήσουμε μάς αρκεί η διαπίστωση, ότι η ύπαρξή της είναι αδιαμφισβήτητη.

Ας ακούσουμε τώρα τις αντίθετες απόψεις τού Επικούρου. Ο σοφός, λέει, υιοθετεί στάση δογματική κι όχι σκεπτική). Από τον υπόλοιπο κόσμο τον ξεχωρίζει ακριβώς το γεγονός, ότι αυτός γνωρίζει με απόλυτη βεβαιότητα). «Όλες οι αισθήσεις είναι αγγελιαφόροι τής αλήθειας»).

«Τίποτε δεν μπορεί ν ανασκευάσει την αισθητήρια αντίληψη ούτε η ομοιογενής [αισθητήρια αντίληψη] την ομοιογενή της, αφού κι οι δυο τους ισχύουν εξίσου, ούτε η ανομοιογενής την ανομοιογενή, αφού οι δυο αυτές αναφέρονται σε διαφορετικό αντικείμενο, αλλά ούτε και η έννοια (Begriff) μπορεί ν ανασκευάσει τις αισθητήριες αντιλήψεις, αφού εξαρτάται από τούτες»,

γράφει ο [επικούρειος] Κανόνας. Ενώ όμως ο Δημόκριτος κάνει τον αισθητό κόσμο υποκειμενική επίφαση, ο Επίκουρος τον κάνει αντικειμενικό φαινόμενο. Και διαχωρίζει συνειδητά την θέση του, όταν διατείνεται, ότι συμμερίζεται τις ίδιες αρχές [με τον Δημόκριτο], όμως δεν θεωρεί τις αισθητές ιδιότητες απλή υποκειμενική εντύπωση).

Αν λοιπόν το κριτήριο τού Επικούρου ήταν η αισθητήρια αντίληψη κι αν σε τούτη αντιστοιχεί το αντικειμενικό φαινόμενο, τότε μπορεί να θεωρηθεί απλώς ως [λογικά] ορθό πόρισμα εκείνο που προκαλεί την περιφρόνηση τού Κικέρωνα:

«Ο ήλιος φαίνεται μεγάλος στον Δημόκριτο, επειδή είναι άνθρωπος με επιστημονική μόρφωση και τέλειες γεωμετρικές γνώσεις στον Επίκουρο [φαίνεται] δυο πόδια, επειδή κρίνει ότι είναι εξίσου μεγάλος όσο φαίνεται».

Β. Τούτη η διαφορά των θεωρητικών αντιλήψεων τού Δημοκρίτου και τού Επικούρου ως προς την βεβαιότητα τής γνώσης και την αλήθεια των αντικειμένων της παίρνει εμπράγματη μορφή στην ανομοιότητα τής επιστημονικής δραστηριότητας και πρακτικής των δυο ανδρών.

Ο Δημόκριτος, που πιστεύει ότι η αρχή [άτομα και κενό] δεν παρουσιάζεται μέσα στον κόσμο των φαινομένων, παραμένοντας έτσι δίχως [χειροπιαστή] πραγματικότητα και ύπαρξη, αντιπαραθέτει σ’ αυτήν, ως πραγματικό και μεστό περιεχομένου κόσμο, τον κόσμο τής αισθητήριας αντίληψης. Τούτος αποτελεί βέβαια υποκειμενική επίφαση, όμως ακριβώς γι’ αυτό αποκόπτεται από την παραπάνω αρχή και θεωρείται αυτοτελής πραγματικότητα όντας το μόνο πραγματικό αντικείμενο, έχει σαν τέτοιος αξία και σημασία.

Έτσι ο Δημόκριτος ωθείται στην εμπειρική παρατήρηση. Ανικανοποίητος από την φιλοσοφία, ρίχνεται στην αγκαλιά τής θετικής γνώσης. Είδαμε κιόλας, ότι για τον Κικέρωνα είναι ένας vir eruditus . Έχει ενδιατρίψει στην φυσική, στην ηθική, στα μαθηματικά, στις εγκύκλιες σπουδές και σ’ όλες τις τέχνες. Ήδη ο κατάλογος των βιβλίων, που βρίσκουμε στον Διογένη Λαέρτιο, μαρτυρεί την λογιοσύνη του). Όμως η λογιοσύνη χαρακτηρίζεται από την έρευνα σε πλάτος, την συλλογή υλικού και την αναζήτηση στοιχείων τού εξωτερικού κόσμου έτσι, ο Δημόκριτος περιηγείται την μισή υφήλιο για ν’ ανταλλάξει εμπειρίες, γνώσεις και παρατηρήσεις.

«Από όλους τούς συγχρόνους μου», καυχιέται, «εγώ γύρισα το πιο μεγάλο κομμάτι τής γης, μελετώντας τα πιο απόμακρα πράγματα είδα τούς περισσότερους ουρανούς και τις πιο πολλές χώρες κι άκουσα τούς περισσότερους σοφούς και στη γεωμετρία κανείς δεν με ξεπέρασε, ούτε καν οι λεγόμενοι Αρσιπεδονάπτες από την Αίγυπτο».

Ο Δημήτριος (Ομώνυμα) κι ο Αντισθένης (Διαδοχαί [φιλοσόφων]) διηγούνται, ότι ταξίδεψε στην Αίγυπτο, στους ιερείς, για να μάθει γεωμετρία, και στους Χαλδαίους, στην Περσία, κι ότι έφτασε ίσαμε την Ερυθρά Θάλασσα. Μερικοί ισχυρίζονται, ότι συναντήθηκε με τούς γυμνοσοφιστές στις Ινδίες και πάτησε το πόδι του και στην Αιθιοπία. Η ηδονή τής γνώσης δεν τον αφήνει σε ησυχία στην έρευνα κατά πλάτος τον σπρώχνει όμως και το αίσθημα τού ανικανοποίητου από την αληθινή, δηλ. φιλοσοφική γνώση. Η γνώση, την οποία θεωρεί αληθινή, δεν έχει περιεχόμενο κι η γνώση, η οποία τού προσφέρει περιεχόμενο, είναι δίχως αλήθεια.

Το αρχαίο ανέκδοτο ίσως και νάναι μύθος, όμως είναι μύθος αληθινός, γιατί παρασταίνει γλαφυρά την αντιφατικότητα τού χαρακτήρα του. Λέγεται, λοιπόν, ότι ο Δημόκριτος τυφλώθηκε μοναχός του, για να μην επικαλύπτεται η οξύτητα τού πνεύματός του από το αισθητό φως. Αυτός ο ίδιος άνθρωπος είχε γυρίσει την μισή υφήλιο, καθώς διηγείται ο Κικέρωνας. Όμως δεν είχε βρει ό,τι ζητούσε.

Αντίθετος παρουσιάζεται ο χαρακτήρας τού Επικούρου.

Ο Επίκουρος είναι ικανοποιημένος και μακάριος με την φιλοσοφία. «Πρέπει να θητεύεις στην φιλοσοφία», γράφει, «για να σού πέσει ο κλήρος τής αληθινής ελευθερίας. Όποιος υποτάχθηκε και παραδόθηκε στη φιλοσοφία δε χρειάζεται να περιμένει, παρά αποκτά αμέσως την ελευθερία του. Γιατί ελευθερία είναι ακριβώς το να θητεύεις στην φιλοσοφία». Διδάσκει λοιπόν ο Επίκουρος:

«Ούτε ο νέος [πρέπει] να διστάζει να φιλοσοφήσει ούτε και ο γέρος [πρέπει] να σταματά. Γιατί κανένας δεν είναι ανώριμος ή υπερώριμος προκειμένου ν’ αποκτήσει την υγεία τής ψυχής του. Όποιος λέει, ότι η ώρα τής φιλοσοφίας ή δεν ήρθε ακόμα ή πέρασε, αυτός μοιάζει με κάποιον που ισχυρίζεται, ότι η ώρα τής ευδαιμονίας δεν έφτασε ακόμη ή έφυγε πια».

Ενώ ο Δημόκριτος, ανικανοποίητος από την φιλοσοφία, ρίχνεται στην αγκαλιά τής εμπειρικής γνώσης, ο Επίκουρος περιφρονεί τις θετικές επιστήμες, αφού, όπως λέει, δεν συμβάλλουν τίποτε στην αληθινή τελείωση τού ανθρώπου. Τον αποκαλούν εχθρό τής επιστήμης και καταφρονητή τής γραμματικής. Τον κατηγορούν ακόμη και για αμάθεια’ «όμως», λέει κάποιος επικούρειος σ’ ένα έργο τού Κικέρωνα, «αγράμματος δεν ήταν ο Επίκουρος, παρά [αμόρφωτος είναι] όποιος νομίζει, ότι όσα είναι ντροπή να μην τα ξέρουν ακόμη και τα παιδιά πρέπει να τα μαθαίνει κανείς ως τα γηρατειά του».

Ενώ όμως ο Δημόκριτος πασχίζει να μάθει από Αιγύπτιους ιερείς, Πέρσες αστρολόγους και Ινδούς γυμνοσοφιστές, ο Επίκουρος καυχιέται, ότι δεν είχε ποτέ του κανένα δάσκαλο κι ότι είναι αυτοδίδακτος. Μερικοί, λέει (σύμφωνα με τα γραφόμενα τού Σενέκα), αγωνίζονται να βρουν την αλήθεια δίχως καμμιά βοήθεια. Παρόμοια άνοιξε κι αυτός μονάχος τον δρόμο του. Τούς αυτοδίδακτους τούς επαινεί πάνω απ όλους. Οι υπόλοιποι τού φαίνονται υποδεέστερα πνεύματα. Ενώ ο Δημόκριτος τρέχει σ’ όλες τις μεριές τού κόσμου, ο Επίκουρος μόλις που φεύγει δυο ή τρεις φορές από τον κήπο του στην Αθήνα και ταξιδεύει στην Ιωνία, όχι για να κάμει έρευνες, παρά για να επισκεφθεί φίλους. Ενώ τέλος ο Δημόκριτος, απαυδίζοντας από την γνώση, αυτοτυφλώνεται, ο Επίκουρος, νιώθοντας να πλησιάζει η ώρα τού θανάτου, μπαίνει σ’ ένα ζεστό λουτρό, ορέγεται άκρατον οίνο, και συμβουλεύει τούς φίλους του να παραμείνουν πιστοί στην φιλοσοφία.

Γ. Οι παραπάνω διαφορές δεν μπορούν ν’ αποδοθούν στον τυχαίο ατομικό χαρακτήρα των δυο φιλοσόφων σ’ αυτές ενσαρκώνονται δυο αντίθετες τάσεις. Ό,τι εκδηλώθηκε παραπάνω ως διαφορά τής θεωρητικής συνείδησης το βλέπουμε να εμφανίζεται και ως διαφορά στην πρακτική δραστηριότητα.

Εξετάζουμε, τέλος, την μορφή τού φιλοσοφικού στοχασμού (Reflexionsform), στην οποία εκτίθεται ο τρόπος, με τον οποίο η νόηση αναφέρεται στο Είναι, καθώς κι η αμοιβαία τους σχέση. Στην γενική σχέση, την οποία αποκαθιστά ο φιλόσοφος ανάμεσα στον κόσμο και στην σκέψη, εξαντικειμενικεύεται κι ο ίδιος, αλλά μονάχα κατά τον τρόπο, με τον οποίο η προσωπική του συνείδηση σχετίζεται προς τον πραγματικό κόσμο.

Ως μορφή φιλοσοφικού στοχασμού (Reflexionsform) [ικανού να συλλάβει το ουσιώδες στοιχείο] τής πραγματικότητας ο Δημόκριτος χρησιμοποιεί την αναγκαιότητα). Ο Αριστοτέλης λέει γι’ αυτόν, ότι ανάγει τα πάντα στην αναγκαιότητα. Ο Διογένης ο Λαέρτιος αναφέρει, ότι η δίνη των ατόμων, από την οποία γεννιούνται όλα τα πράγματα, είναι η δημοκρίτεια αναγκαιότητα. Ευκρινέστερα πάνω στο σημείο τούτο μιλά ο συγγραφέας τού De placitis philosophorume’: σύμφωνα με τον Δημόκριτο, λέει, η αναγκαιότητα είναι ειμαρμένη, δίκη, πρόνοια και δημιουργός τού κόσμου το ουσιαστικό στοιχείο τούτης τής αναγκαιότητας είναι πάντως η αντίσταση, η κίνηση και το αντιχτύπημα τής ύλης.

Μια παρόμοια περικοπή βρίσκουμε στις φυσικές Εκλογές τού Στοβαίου και στο έκτο βιβλίο τής Praeparatio evangelica τού Ευσεβίου. Στις ηθικές Εκλογές τού Στοβαίου διασώζεται η παρακάτω φράση τού Δημοκρίτου, που επαναλαμβάνεται σχεδόν αυτούσια και στο δέκατο τέταρτο βιβλίο τού Ευσεβίου, ότι δηλ. οι άνθρωποι πλάθουν με την φαντασία τους την ψεύτικη εικόνα τού τυχαίου — πράγμα που φανερώνει την δική τους την αμηχανία γιατί το τυχαίο αντιστρατεύεται την ρωμαλέα σκέψη. Παρόμοια ο Σιμπλίκιος εικάζει, ότι ο Αριστοτέλης υπαινίσσεται τον Δημόκριτο, όταν σε μια περικοπή μιλά για την παλιά εκείνη διδασκαλία που καταργεί το τυχαίο.

Αντίθετα ο Επίκουρος:

Η αναγκαιότητα, που από μερικούς θεωρείται μόνη αφέντρα, δεν υπάρχει μερικά πράγματα είναι τυχαία κι άλλα εξαρτιούνται από την θέλησή μας. Η αναγκαιότητα δεν καταλαβαίνει από πειθώ, ενώ το τυχαίο είναι άστατο. Καλύτερο θάταν να πιστέψουμε το παραμύθι για τούς θεούς, παρά να δεχόμαστε τυφλά την ειμαρμένη των φυσικών [φιλοσόφων]. Γιατί το πρώτο μας αφήνει την ελπίδα τού ελέους, όταν τιμούμε τούς θεούς, ενώ η δεύτερη είναι η ίδια η αμείλικτη αναγκαιότητα. Το τυχαίο πρέπει να δεχτούμε, κι όχι τον θεό, όπως πιστεύει το πλήθος».

«Είναι δυστυχία να ζεις μέσα στην αναγκαιότητα, όμως δεν αποτελεί αναγκαιότητα το να ζεις μέσα στην αναγκαιότητα. Παντού στέκουν ανοιχτοί τής ελευθερίας οι δρόμοι, πολλοί, σύντομοι κι εύκολοι. Ας ευχαριστούμε λοιπόν τον θεό που κανείς δεν είναι δυνατό να κρατηθεί με την βία στη ζωή. Μάς επιτρέπεται να δαμάζουμε την ίδια την αναγκαιότητα».

Παρόμοια μιλά στον [διάλογο τού] Κικέρωνα ο επικούρειος Βελλήιος (Vellejus) για την στωική φιλοσοφία: «Τί να πεις για μιαν φιλοσοφία, που· πιστεύει, το ίδιο καθώς και τα γραΐδια, και μάλιστα τα αγράμματα, ότι όλα γίνονται όπως το θέλει η μοίρα;… ο Επίκουρος μάς λύτρωσε, αυτός μάς απελευθέρωσε».

Ο Επίκουρος αρνιέται ακόμα και την διαζευκτική κρίση, για να μη χρειαστεί ν αναγνωρίσει οποιαδήποτε αναγκαιότητα.

Λέγεται, βέβαια, ότι κι ο Δημόκριτος χρησιμοποίησε την θεωρία τού τυχαίου. Όμως από τις δυο σχετικές περικοπές, τις οποίες βρίσκουμε στον Σιμπλίκιο, η μια κάνει την άλλη ύποπτη, γιατί δείχνει ξεκάθαρα, ότι δεν χρησιμοποιεί ο ίδιος ο Δημόκριτος το τυχαίο ως [λογική] κατηγορία, παρά ο Σιμπλίκιος τού αποδίδει την χρήση αυτή ως λογική συνέπεια των λεγομένων του. Γράφει δηλ. ο Σιμπλίκιος: ο Δημόκριτος δεν κατονομάζει κάποια συγκεκριμένη αιτία τής γένεσης τού κόσμου: φαίνεται, λοιπόν, ότι σαν τέτοια αιτία θεωρεί το τυχαίο. Όμως εδώ δεν ενδιαφέρει ο προσδιορισμός τού περιεχομένου, παρά η [θεωρητική] μορφή που χρησιμοποίησε συνειδητά ο Δημόκριτος. Το ίδιο ισχύει και για τα όσα εκθέτει ο Ευσέβιος, σύμφωνα με τον οποίο ο Δημόκριτος έβαλε το τυχαίο πάνω από το Γενικό και το θείο κι ισχυρίστηκε, ότι στον χώρο τούτο τα πάντα γίνονται χάρη στη δύναμή του, ενώ συνάμα το απέκλεισε από το χώρο των ανθρώπινων πραγμάτων και τής εμπειρικής φύσης, ψέγοντας ως ανόητους τούς υποστηρικτές του.

Εδώ εν μέρει βλέπουμε μόνο και μόνο την προσπάθεια τού χριστιανού επισκόπου Διονυσίου να φέρει τις απόψεις τού Δημοκρίτου ως την λογική τους απόληξη κι εν μέρει [βλέπουμε] ότι η δημοκρίτεια έννοια τής αναγκαιότητας παύει να διαφέρει από το τυχαίο εκεί όπου αρχίζει ο χώρος τού Γενικού και τού θείου.

Ιστορικά βέβαιο είναι το εξής: ο Δημόκριτος χρησιμοποιεί την κατηγορία τής αναγκαιότητας, ενώ ο Επίκουρος την κατηγορία τού τυχαίου, και μάλιστα ο καθένας τους απορρίπτει την αντίθετη άποψη με πολεμικό μένος.

Η θεμελιώδης συνέπεια τούτης τής διαφοράς μάς φανερώνεται στον τρόπο εξήγησης των επιμέρους φυσικών φαινομένων.

Στην πεπερασμένη φύση δηλ. η αναγκαιότητα παρουσιάζεται ως σχετική αναγκαιότητα (relative Notwendigkeit), ως ντετερμινισμός. Η σχετική αναγκαιότητα μπορεί να συναχθεί μονάχα από την πραγματική δυνατότητα (reale Moglich-keit), δηλ. από ένα σύνολο όρων, αιτίων, λόγων κτλ., με την διαμεσολάβηση των οποίων δρα η παραπάνω αναγκαιότητα. Η πραγματική δυνατότητα αποτελεί την αναλυτική εκφορά (Explikation) τής σχετικής αναγκαιότητας. Αυτήν ακριβώς χρησιμοποιεί ο Δημόκριτος. Αναφέρουμε μερικά τεκμήρια παρμένα από τον Σιμπλίκιο.

Όταν κάποιος διψά και πίνει και ξανάρχεται στην φυσιολογική του κατάσταση, ο Δημόκριτος δεν θεωρεί ως αιτία το τυχαίο, παρά την δίψα. Μολονότι φαινόταν να καταφεύγει στο τυχαίο για να εξηγήσει τη γένεση τού κόσμου, ωστόσο διατείνεται, ότι το τυχαίο δεν αποτελεί την αιτία κανενός συγκεκριμένου φαινομένου, παρά μάς παραπέμπει σε άλλες αιτίες. Έτσι π.χ. το σκάψιμο είναι η αιτία τής εύρεσης ενός θησαυρού και η αύξηση η αιτία τής ελιάς).

Ο ενθουσιασμός και η σοβαρότητα, με την οποία ο Δημόκριτος εισάγει τούτο τον τρόπο εξήγησης στην θεώρηση τής φύσης, καθώς και η σπουδαιότητα, την οποία αποδίδει στην ροπή τής αιτιολόγησης [των πραγμάτων], εκφράζονται με αφέλεια στην εξής ομολογία πίστεως: “Προτιμώ να βρω μια καινούργια αιτιολογία παρά ν’ αποκτήσω την βασιλεία των Περσών !”.

Και πάλι εδώ ο Επίκουρος αντιτίθεται διαμετρικά στον Δημόκριτο. Το τυχαίο είναι μια πραγματικότητα, η οποία έχει απλώς την αξία μιας δυνατότητας. Όμως η αφηρημένη δυνατότητα αποτελεί ακριβώς τον αντίποδα τής πραγματικής. Η τελευταία τούτη περιορίζεται μέσα σε αδρά όρια, όπως η νόηση* η πρώτη δεν έχει κανένα όριο, όπως η φαντασία. Η πραγματική δυνατότητα προσπαθεί να αιτιολογήσει την αναγκαιότητα και την πραγματικότητα τού αντικειμένου της, ενώ η αφηρημένη δεν γνοιάζεται για το αντικείμενο, το οποίο εξηγείται, παρά για το υποκείμενο, το οποίο εξηγεί. Το αντικείμενό της οφείλει απλώς νάναι δυνατό, νοητό. Ό,τι είναι αφηρημένα δυνατό κι ό,τι μπορεί να νοηθεί, αυτό δεν έρχεται σε αντίθεση με το διανοούμενο υποκείμενο ούτε κι αποτελεί όριο ή πέτρα σκανδάλου για τούτο. Αν η δυνατότητα είναι ή όχι πραγματική, παραμένει αδιάφορο, γιατί εδώ δεν ενδιαφέρει το αντικείμενο ως αντικείμενο.

Έτσι, ο Επίκουρος επιχειρεί με απεριόριστη ανεμελιά την εξήγηση των επιμέρους φυσικών φαινομένων.

Αυτό θα φανεί καλύτερα από την επιστολή του στον Πυθοκλή, για την οποία θα μιλήσουμε παρακάτω. Εδώ αρκεί να τονίσουμε την σχέση του πρός τις γνώμες προγενέστερων φυσικών. Εκεί όπου ο συγγραφέας τού De placitis philosophorum και ο Στοβαίος αναφέρουν τις διάφορες απόψεις των φιλοσόφων για την υφή των άστρων, το μέγεθος και το σχήμα τού ήλιου και τα παρόμοια, διαβάζουμε πάντοτε για τον Επίκουρο, ότι καμμιάν από τις παραπάνω απόψεις δεν απορρίπτει, ότι όλες [κατά την γνώμη του] θα μπορούσαν νάναι σωστές κι ότι αυτός εμμένει στην έννοια τού δυνατού). Μάλιστα ο Επίκουρος ασκεί και πολεμική εναντίον τού τρόπου εξήγησης των πραγμάτων με βάση την έννοια τής πραγματικής δυνατότητας, τρόπου που χρησιμοποιεί [αποκλειστικά] νοητικούς προσδιορισμούς και γι’ αυτό είναι μονόπλευρος.

Έτσι, ο Σενέκας γράφει στις Quaestiones naturales:

ο Επίκουρος ισχυρίζεται, ότι όλες εκείνες οι αιτίες θα μπορούσαν να υπάρχουν, κι επιπλέον επιχειρεί και πολλές άλλες εξηγήσεις, ψέγοντας όσους διατείνονται ότι κάποια απ’ όλες ευσταθεί αποκλειστικά, αφού είναι παράτολμο να διατυπώνεις αποδεικτικές κρίσεις για πράγματα που συμπεραίνονται εικοτολογικά και μόνο.

Όπως βλέπουμε, ο Επίκουρος δεν ενδιαφέρεται στο παραμικρό να ερμηνεύσει τις πραγματικές αιτίες των αντικειμένων. Το πρόβλημά του είναι μονάχα ο καθησυχασμός τού υποκειμένου που ζητά να βρει τις παραπάνω αιτίες. Όταν κάθε τι δυνατό γίνεται δεκτό ως δυνατό (πράγμα σύμφωνο με τον χαρακτήρα τής αφηρημένης δυνατότητας), τότε προφανώς το τυχαίο τού Είναι απλώς μεταφράζεται στο τυχαίο τής νόησης.

Ο μόνος κανόνας που διατυπώνει ο Επίκουρος, ότι δηλ. “η εξήγηση δεν επιτρέπεται ν* αντιφάσκει στην αισθητήρια αντίληψη”, είναι αυτονόητος: γιατί η αφηρημένη δυνατότητα χαρακτηρίζεται ακριβώς από το ότι δεν παρουσιάζει καμιά λογική αντίφαση, κι έτσι αυτή πρέπει να αποτρέπεται). Τέλος, ο Επίκουρος ομολογεί, ότι ο τρόπος του να εξηγεί τα πράγματα αποσκοπεί μονάχα στην αταραξία τής αυτοσυνειδησίας κι όχι στη γνώση τής φύσης καθαυτή).

Δεν χρειάζεται βέβαια να δείξουμε διεξοδικά την διαμετρική του αντίθεση προς τον Δημόκριτο και στο σημείο αυτό.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι οι δυο άντρες βρίσκονται αντιμέτωποι στο κάθε τους βήμα. Ο ένας είναι σκεπτικός, ο άλλος δογματικός ο ένας θεωρεί τον αισθητό κόσμο υποκειμενική επίφαση, ενώ ο άλλος αντικειμενικό φαινόμενο. Εκείνος που θεωρεί τον κόσμο υποκειμενική επίφαση στρέφεται στην εμπειρική φυσική επιστήμη και στις θετικές γνώσεις, εκφράζοντας την ανησυχία τού παρατηρητή που πειραματίζεται, που μαθαίνει από τα πάντα και που ξανοίγεται σε όλο και μεγαλύτερο πλάτος. Ο άλλος, ο οποίος θεωρεί τον φαινόμενο κόσμο πραγματικό, περιφρονεί την εμπειρία κι ενσαρκώνει την γαλήνη τής ικανοποιημένης μέσα στον εαυτό της νόησης και την αυτοτέλεια εκείνη, που αντλεί την γνώση της ex principio interno.

Όμως η αντίθεση γίνεται ακόμα πιο έντονη. Ο σκεπτικός και εμπειρικός, που θεωρεί την αισθητή φύση υποκειμενική επίφαση, την βλέπει από την σκοπιά τής αναγκαιότητας κι επιδιώκει να εξηγήσει και να συλλάβει την πραγματική ύπαρξη των πραγμάτων. Απεναντίας, ο φιλόσοφος και δογματικός, που θεωρεί το φαινόμενο πραγματικό, βλέπει παντού το τυχαίο, κι ο τρόπος με τον οποίο εξηγεί την φύση κατατείνει στην άρνηση τής αντικειμενικής της πραγματικότητας. Αποκομίζουμε την εντύπωση, ότι μέσα από τις αντιθέσεις τούτες η φυσική σειρά των πραγμάτων έχει κατά κάποιον τρόπο αναποδογυριστεί.

Μετά απ’ έλα αυτά δύσκολα θα είκαζε κανείς, ότι οι δυο αυτοί άνδρες, που σε όλα τους αντιφάσκουν, θα πρέσβευαν την ίδια διδασκαλία. Κι όμως, μοιάζουν ο ένας δεμένος με τον άλλο.

Καρλ Μαρξ, Η διαφορά της δημοκρίτειας και επικούρειας φυσική φιλοσοφίας

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, ΠΡΟΟΙΜΙΑ

ΔΗΜ πρ 30.1–3

Η υφιστάμενη αδιαφορία για την κατάλληλη πολεμική προετοιμασία και ο απαιτούμενος ζήλος γι' αυτήν

[1] Ἔδει μέν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πρὸ τοῦ πολεμεῖν ἐσκέφθαι
τίς ὑπάρξει παρασκευὴ τῷ γενησομένῳ πολέμῳ· εἰ δ’ ἄρα
μὴ πρόδηλος ἦν, ὅτε πρῶτον ἐβουλεύεσθ’ ὑπὲρ αὐτοῦ φανε-
ροῦ γενομένου, τότε καὶ περὶ τῆς παρασκευῆς ἐσκέφθαι. εἰ
δὲ φήσετε πολλὰς ἐγκεχειρικέναι δυνάμεις, ἃς λελυμάνθαι
τοὺς ἐπιστάντας, οὐκ ἀποδέξεται τοῦθ’ ὑμῶν οὐδείς· οὐ γάρ
ἐστι τῶν αὐτῶν τούς <τ’> ἐπὶ τῶν πραγμάτων ἀπολύειν καὶ
λέγειν ὡς διὰ τούτους κακῶς ταῦτ’ ἔχει. [2] ἐπειδὴ δὲ τὰ μὲν
παρεληλυθότ’ οὐκ ἂν ἄλλως ἔχοι δεῖ δ’ ἐκ τῶν παρόντων
ἐπαμῦναι τοῖς πράγμασι, τοῦ μὲν κατηγορεῖν οὐδένα καιρὸν
ὁρῶ, πειράσομαι δ’ ἃ κράτιστα νομίζω συμβουλεῦσαι. πρῶ-
τον μὲν οὖν ὑμᾶς ἐκεῖν’ ἐγνωκέναι δεῖ, ὅτι τὴν ἴσην ὑπερ-
βολὴν τῆς σπουδῆς καὶ φιλονικίας ἐπὶ τοῖς πράγμασι πάντ’
ἄνδρα παρασχέσθαι δεῖ ὅσηνπερ ἐκ τῶν ἄνωθεν χρόνων
ἀμελείας· μόλις γὰρ οὕτως ἐλπὶς ἐκ πολλοῦ διώκοντας τὰ
προειμέν’ ἑλεῖν δυνηθῆναι. [3] ἔπειτ’ οὐκ ἀθυμητέον τοῖς γεγε-
νημένοις· ὃ γάρ ἐστι τῶν παρεληλυθότων χείριστον, τοῦτο
πρὸς τὰ μέλλοντα βέλτιστον ὑπάρχει. τί οὖν τοῦτ’ ἔστιν,
[ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι]; ὅτι οὐδὲν ὑμῶν τῶν δεόντων ποιούν-
των κακῶς ἔχει τὰ πράγματα· ἐπεὶ εἴ γε πάνθ’ ἃ προσῆκε
πραττόντων οὕτως εἶχεν, οὐδ’ ἂν ἐλπὶς ἦν αὐτὰ γενέσθαι
βελτίω.

***
[1] Έπρεπε μεν, άνδρες Αθηναίοι, προτού αναλάβετε τον πόλεμον να έχετε σκεφθή, ποία προπαρασκευή έπρεπε να γίνη διά τον μέλλοντα να διεξαχθή πόλεμον· εάν δε δεν ήτο δυνατόν να προβλεφθή ο πόλεμος, αφού όμως έγινε φανερός και συνεσκέπτεσθε περί αυτού, τότε έπρεπε να έχετε σκεφθή και περί της αναγκαίας δι' αυτόν προπαρασκευής. Εάν δε πάλιν υποστηρίξετε, ότι έχετε χορηγήσει εις τους στρατηγούς πολλάς δυνάμεις, τας οποίας έχουν καταστρέψει οι επί κεφαλής τούτων, τούτο δεν θα αποδεχθή κανείς από σας· διότι δεν είναι έργον των ιδίων ανθρώπων και να απολύουν τους υπευθύνους διά τας επιχειρήσεις και να υποστηρίζουν, ότι αύται εξ αιτίας αυτών ευρίσκονται εις κακήν κατάστασιν. [2] Επειδή όμως τα μεν παρελθόντα δεν δύνανται να έχουν άλλως, πρέπει δε εκ των παρόντων να βοηθήσωμεν τα πράγματα, δεν βλέπω καμμίαν μεν ευκαιρίαν τού να κατηγορώ, θα προσπαθήσω δε να σας συμβουλεύσω εκείνα, τα οποία θεωρώ άριστα. Πρώτον μεν λοιπόν εκείνην την γνώμην να έχετε σχηματίσει, ότι δηλαδή τον ίδιον υπερβολικόν ζήλον και φιλοδοξίαν πρέπει να δείξη καθ' ένας διά τας υποθέσεις όσην εδείξατε αμέλειαν κατά τον προηγούμενον χρόνον· διότι μόλις και μετά βίας τοιουτοτρόπως υπάρχει ελπίς να γίνετε πάλιν διά συνεχούς προσπαθείας κύριοι τούτων, τα οποία έχετε χάσει. [3] Έπειτα δεν πρέπει να στενοχωρήσθε δι' εκείνα, τα οποία έχουν συμβή· διότι εκείνο, το οποίον είναι χείριστον κατά τον παρελθόντα χρόνον, τούτο είναι βέλτιστον διά τα παρόντα. Ποίον λοιπόν είναι τούτο άνδρες Αθηναίοι; Το ότι τα πράγματα ευρίσκονται εις κακήν κατάστασιν, διότι σεις δεν πράττετε τίποτε από όσα πρέπει· διότι, εάν τα πράγματα ευρίσκοντο εις την κατάστασιν αυτήν, καίτοι σεις επράττετε όλα όσα έπρεπε, δεν θα υπήρχε πλέον καμμία ελπίς να γίνουν αυτά καλύτερα.

Σάββατο 20 Αυγούστου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (11.150-11.224)

150 Ὣς φαμένη ψυχὴ μὲν ἔβη δόμον Ἄϊδος εἴσω
Τειρεσίαο ἄνακτος, ἐπεὶ κατὰ θέσφατ᾽ ἔλεξεν·
αὐτὰρ ἐγὼν αὐτοῦ μένον ἔμπεδον, ὄφρ᾽ ἐπὶ μήτηρ
ἤλυθε καὶ πίεν αἷμα κελαινεφές· αὐτίκα δ᾽ ἔγνω,
καί μ᾽ ὀλοφυρομένη ἔπεα πτερόεντα προσηύδα·
155 «Τέκνον ἐμόν, πῶς ἦλθες ὑπὸ ζόφον ἠερόεντα
ζωὸς ἐών; χαλεπὸν δὲ τάδε ζωοῖσιν ὁρᾶσθαι.
μέσσῳ γὰρ μεγάλοι ποταμοὶ καὶ δεινὰ ῥέεθρα,
Ὠκεανὸς μὲν πρῶτα, τὸν οὔ πως ἔστι περῆσαι
πεζὸν ἐόντ᾽, ἢν μή τις ἔχῃ εὐεργέα νῆα.
160 ἦ νῦν δὴ Τροίηθεν ἀλώμενος ἐνθάδ᾽ ἱκάνεις
νηΐ τε καὶ ἑτάροισι πολὺν χρόνον; οὐδέ πω ἦλθες
εἰς Ἰθάκην, οὐδ᾽ εἶδες ἐνὶ μεγάροισι γυναῖκα;»
Ὣς ἔφατ᾽, αὐτὰρ ἐγώ μιν ἀμειβόμενος προσέειπον·
«μῆτερ ἐμή, χρειώ με κατήγαγεν εἰς Ἀΐδαο
165 ψυχῇ χρησόμενον Θηβαίου Τειρεσίαο·
οὐ γάρ πω σχεδὸν ἦλθον Ἀχαιΐδος, οὐδέ πω ἁμῆς
γῆς ἐπέβην, ἀλλ᾽ αἰὲν ἔχων ἀλάλημαι ὀϊζύν,
ἐξ οὗ τὰ πρώτισθ᾽ ἑπόμην Ἀγαμέμνονι δίῳ
Ἴλιον εἰς εὔπωλον, ἵνα Τρώεσσι μαχοίμην.
170 ἀλλ᾽ ἄγε μοι τόδε εἰπὲ καὶ ἀτρεκέως κατάλεξον·
τίς νύ σε κὴρ ἐδάμασσε τανηλεγέος θανάτοιο;
ἢ δολιχὴ νοῦσος, ἦ Ἄρτεμις ἰοχέαιρα
οἷς ἀγανοῖς βελέεσσιν ἐποιχομένη κατέπεφνεν;
εἰπὲ δέ μοι πατρός τε καὶ υἱέος, ὃν κατέλειπον,
175 ἢ ἔτι πὰρ κείνοισιν ἐμὸν γέρας, ἦέ τις ἤδη
ἀνδρῶν ἄλλος ἔχει, ἐμὲ δ᾽ οὐκέτι φασὶ νέεσθαι.
εἰπὲ δέ μοι μνηστῆς ἀλόχου βουλήν τε νόον τε,
ἠὲ μένει παρὰ παιδὶ καὶ ἔμπεδα πάντα φυλάσσει
ἦ ἤδη μιν ἔγημεν Ἀχαιῶν ὅς τις ἄριστος.»
180 Ὣς ἐφάμην, ἡ δ᾽ αὐτίκ᾽ ἀμείβετο πότνια μήτηρ·
«καὶ λίην κείνη γε μένει τετληότι θυμῷ
σοῖσιν ἐνὶ μεγάροισιν· ὀϊζυραὶ δέ οἱ αἰεὶ
φθίνουσιν νύκτες τε καὶ ἤματα δάκρυ χεούσῃ.
σὸν δ᾽ οὔ πώ τις ἔχει καλὸν γέρας, ἀλλὰ ἕκηλος
185 Τηλέμαχος τεμένεα νέμεται καὶ δαῖτας ἐΐσας
δαίνυται, ἃς ἐπέοικε δικασπόλον ἄνδρ᾽ ἀλεγύνειν·
πάντες γὰρ καλέουσι. πατὴρ δὲ σὸς αὐτόθι μίμνει
ἀγρῷ, οὐδὲ πόλινδε κατέρχεται· οὐδέ οἱ εὐναὶ
δέμνια καὶ χλαῖναι καὶ ῥήγεα σιγαλόεντα,
190 ἀλλ᾽ ὅ γε χεῖμα μὲν εὕδει ὅθι δμῶες ἐνὶ οἴκῳ
ἐν κόνι ἄγχι πυρός, κακὰ δὲ χροῒ εἵματα εἷται·
αὐτὰρ ἐπὴν ἔλθῃσι θέρος τεθαλυῖά τ᾽ ὀπώρη,
πάντῃ οἱ κατὰ γουνὸν ἀλῳῆς οἰνοπέδοιο
φύλλων κεκλιμένων χθαμαλαὶ βεβλήαται εὐναί·
195 ἔνθ᾽ ὅ γε κεῖτ᾽ ἀχέων, μέγα δὲ φρεσὶ πένθος ἀέξει
σὸν νόστον ποθέων· χαλεπὸν δ᾽ ἐπὶ γῆρας ἱκάνει.
οὕτω γὰρ καὶ ἐγὼν ὀλόμην καὶ πότμον ἐπέσπον·
οὔτ᾽ ἐμέ γ᾽ ἐν μεγάροισιν ἐΰσκοπος ἰοχέαιρα
οἷς ἀγανοῖς βελέεσσιν ἐποιχομένη κατέπεφνεν,
200 οὔτε τις οὖν μοι νοῦσος ἐπήλυθεν, ἥ τε μάλιστα
τηκεδόνι στυγερῇ μελέων ἐξείλετο θυμόν·
ἀλλά με σός τε πόθος σά τε μήδεα, φαίδιμ᾽ Ὀδυσσεῦ,
σή τ᾽ ἀγανοφροσύνη μελιηδέα θυμὸν ἀπηύρα.»
Ὣς ἔφατ᾽, αὐτὰρ ἐγώ γ᾽ ἔθελον φρεσὶ μερμηρίξας
205 μητρὸς ἐμῆς ψυχὴν ἑλέειν κατατεθνηυίης.
τρὶς μὲν ἐφωρμήθην, ἑλέειν τέ με θυμὸς ἀνώγει,
τρὶς δέ μοι ἐκ χειρῶν σκιῇ εἴκελον ἢ καὶ ὀνείρῳ
ἔπτατ᾽· ἐμοὶ δ᾽ ἄχος ὀξὺ γενέσκετο κηρόθι μᾶλλον,
καί μιν φωνήσας ἔπεα πτερόεντα προσηύδων·
210 «Μῆτερ ἐμή, τί νύ μ᾽ οὐ μίμνεις ἑλέειν μεμαῶτα,
ὄφρα καὶ εἰν Ἀΐδαο φίλας περὶ χεῖρε βαλόντε
ἀμφοτέρω κρυεροῖο τεταρπώμεσθα γόοιο;
ἦ τί μοι εἴδωλον τόδ᾽ ἀγαυὴ Περσεφόνεια
ὄτρυν᾽, ὄφρ᾽ ἔτι μᾶλλον ὀδυρόμενος στεναχίζω;»
215 Ὣς ἐφάμην, ἡ δ᾽ αὐτίκ᾽ ἀμείβετο πότνια μήτηρ·
«ὤ μοι, τέκνον ἐμόν, περὶ πάντων κάμμορε φωτῶν,
οὔ τί σε Περσεφόνεια, Διὸς θυγάτηρ, ἀπαφίσκει,
ἀλλ᾽ αὕτη δίκη ἐστὶ βροτῶν, ὅτε τίς κε θάνῃσιν·
οὐ γὰρ ἔτι σάρκας τε καὶ ὀστέα ἶνες ἔχουσιν,
220 ἀλλὰ τὰ μέν τε πυρὸς κρατερὸν μένος αἰθομένοιο
δαμνᾷ, ἐπεί κε πρῶτα λίπῃ λεύκ᾽ ὀστέα θυμός,
ψυχὴ δ᾽ ἠΰτ᾽ ὄνειρος ἀποπταμένη πεπότηται.
ἀλλὰ φόωσδε τάχιστα λιλαίεο· ταῦτα δὲ πάντα
ἴσθ᾽, ἵνα καὶ μετόπισθε τεῇ εἴπῃσθα γυναικί.»

***
150 Αυτά μου μήνυσε η ψυχή του μάντη Τειρεσία, και πίσω κίνησε
για το παλάτι του Άδη, αφού τα θέσφατα προφήτεψε.
Όσο για μένα, ακίνητος στεκόμουν. Οπότε η μάνα μου
πλησίασε, ήπιε το μαύρο αίμα, κι αμέσως με αναγνώρισε,
ολοφυρόμενη πήρε να μου μιλά και πέταξαν τα λόγια της σαν τα πουλιά:
«Γιε μου, πώς ήλθες ζωντανός σ᾽ αυτό το ζοφερό σκοτάδι;
Δύσκολο όσοι ζουν να δουν τον κόσμο μας, και πώς!
Μεγάλοι μας χωρίζουν ποταμοί, φριχτά νερά,
ο ίδιος ο Ωκεανός, που ένας πεζός δεν το μπορεί
να τον περάσει, εκτός κι αν έχει πλοίο ακαταμάχητο.
160 Ή μήπως έρχεσαι στον κάτω κόσμο από την Τροία,
χρόνια ολόκληρα παραδαρμένος, με το καράβι σου
και τους συντρόφους; ίσως δεν πήγες στην Ιθάκη καν·
δεν είδες τη γυναίκα σου στο αρχοντικό σου;»
Ρωτούσε εκείνη, κι εγώ της αποκρίθηκα:
«Μάνα, το χρέος μ᾽ έφερε κάτω στον Άδη,
χρησμό γυρεύοντας απ᾽ του θηβαίου Τειρεσία την ψυχή.
Όχι, ακόμη δεν ακούμπησα των Αχαιών τη χώρα, μήτε και πάτησα
το χώμα της πατρίδας· χρόνια πολλά
παραδαρμένος, στη συμφορά μου βυθισμένος ζω, αφότου
τότε, στην αρχή, κινούσα, τον θεϊκό Αγαμέμνονα ακολουθώντας,
και βρέθηκα στο Ίλιο με τις καλές φοράδες, τους Τρώες να πολεμώ.
170 Άλλο γυρεύω τώρα να μου πεις, μην κρύψεις την αλήθεια·
ποια μοίρα τάχα να σε δάμασε αμείλικτου θανάτου;
αρρώστια που δεν έχει τελειωμό; η Άρτεμη, που ξέρει πυκνά τα βέλη της
να ρίχνει, σε βρήκε και σε σκότωσε;
Πες μου ακόμη και για τον πατέρα μου, τον γιο μου που εγκατέλειψα·
τη βασιλεία μου κρατούν ακόμη εκείνοι; ή μήπως κιόλας έπεσε
σε ξένα χέρια, που λεν πως πια δεν θα γυρίσω πίσω.
Πες και για τη γυναίκα που παντρεύτηκα, μίλησε για το φρόνημα
και τη βουλή της· στέκει στο πλάι του γιου της, φύλακας σταθερός
των αγαθών μου; ή μήπως την πήρε κιόλας άλλος στο κρεβάτι του,
από τους Αχαιούς ο πιο καλός κι ωραίος;»
180 Αυτά τη ρώτησα, κι ευθύς μου απάντησε η σεβαστή μου μάνα:
«Ησύχασε, εκείνη μένει εκεί, και κάνει υπομονή,
στο σπίτι σου κλεισμένη· στη θλίψη
σβήνουν, χάνονται οι μέρες όλες κι όλες της οι νύχτες,
πνίγεται στο κλάμα.
Για τη βασιλική τιμή σου· όχι, κανείς ακόμη δεν την άρπαξε·
ήσυχος ο Τηλέμαχος ορίζει τα μετόχια και στα τραπέζια παίρνει
άρτιο το μερτικό του, όπως ταιριάζει σ᾽ όποιον το δίκιο κρίνει και μοιράζει,
γιατί ακόμη όλοι τον καλούν.
Όσο για τον πατέρα σου, αυτός αδιάκοπα μένει έξω στα χωράφια·
δεν κατεβαίνει πια στην πόλη· δεν έχει να πλαγιάσει
καλοστρωμένη κλίνη, με φλοκάτες, σεντόνια αστραφτερά.
190 Σαν βαρυχειμωνιάσει, κοιμάται στο υποστατικό, μαζί με δούλους,
καταγής, πλάι στη φωτιά, ντυμένος στα κουρέλια του.
Όταν καλοκαιριάζει πάλι, έρχεται ο θέρος, μεστώνουν οι καρποί,
τότε παντού, όπου βρεθεί, στους κήπους, σε πλαγιές κι αμπέλια,
μαζεύει τα πεσμένα φύλλα, και κουρνιάζει ταπεινά.
Κείτεται εκεί περίλυπος, το πένθος μέσα του
μέρα τη μέρα μεγαλώνει, ποθώντας τον δικό σου νόστο,
και τον βαραίνουν τα γεράματα.
Έτσι κι εμένα χάθηκε η ζωή μου, έτσι με βρήκε ο θάνατος.
Όχι, μες στο παλάτι δεν με πέτυχε η θεά
που, σημαδεύοντας καλά, βρίσκει παντού τον στόχο της·
200 δεν πήγα απ᾽ τα πυκνά δικά της βέλη, μήτε κι έπεσε πάνω μου
αρρώστια μισητή, αυτή που μαραζώνει το κορμί του ανθρώπου
και βγάζει την ψυχή του.
Μόνο ο πόθος μου για σένα, το ξύπνιο σου μυαλό, λαμπρέ Οδυσσέα,
για την ευγενική σου καλοσύνη — αυτά μου στέρησαν
τη γλύκα της ζωής.»
Τόσα μου είπε, όμως κι εγώ, μέσα μου ταραγμένος,
θέλησα τον ίσκιο της ν᾽ αγκαλιάσω, της πεθαμένης μάνας μου·
όρμησα τρεις φορές, ποθώντας να τη σφίξω επάνω μου,
και τρεις φορές μέσα απ᾽ τα χέρια, σαν τη σκιά, σαν όνειρο,
μου πέταξε. Κάθε φορά και πιο πολύ έσφαζε ο πόνος την καρδιά μου,
ώσπου της μίλησα φωνάζοντας, με λόγια που πετούσαν σαν πουλιά:
210 «Μάνα μου, πώς δεν στέκεις να σε πιάσω, που σε λαχταρώ;
Έλα, κι εδώ στον Άδη, δένοντας χέρια να σφιχταγκαλιαστούμε
οι δυο μας, παρηγοριά να βρούμε στον φριχτό μας θρήνο.
Εκτός και αν αγέρωχη η Περσεφόνη μόνο τον άδειον ίσκιο σου
μου στέλνει, να οδύρομαι βαριά, και πιο πολύ ν᾽ αναστενάζω.»
Έτσι της μίλησα, κι η σεβαστή μου μάνα τότε μου αποκρίθηκε:
«Αλίμονο, παιδί μου δύσμοιρο όσο κανείς άλλος στον κόσμο,
όχι, δεν σ᾽ απατά η Περσεφόνη, η θυγατέρα του Διός.
Αυτή είναι η μοίρα των βροτών, όταν κάποιος πεθαίνει:
δεν συγκρατούνε πια τα νεύρα του τις σάρκες και τα κόκαλά του·
220 όλα τους τα δαμάζει το μένος της πυράς
που λαμπαδιάζει, αφού η ζωή του φύγει κι αφήσει τα λευκά του οστά —
μόνο η ψυχή πάει πέταξε, σαν όνειρο, και φτερουγίζει.
Ωστόσο είναι πια καιρός το φως να επιθυμήσεις,
και μην αργείς· μάθε κι αυτά, όλα που βλέπεις γύρω σου,
για να μπορείς να τα ιστορήσεις κάποτε στη γυναίκα σου.»

Η σχέση, έχει τελειώσει πολύ πριν το αντίο

Τον άνθρωπο που φεύγει από την ζωή σου, δεν τον χάνεις ποτέ εκείνη την στιγμή.
Είτε τον έχεις χάσει καιρό πριν, ή θα τον χάσεις καιρό μετά.

Καμία σχέση δεν φτάνει στο τέρμα της ουσιαστικά, την ώρα του αντίο.
Συνήθως αυτό έχει συμβεί καιρό πριν, αλλά δεν θέλουμε να δούμε τα σημάδια ή να το παραδεχτούμε.
Όταν αρχίζει να πέφτει η αυλαία του τέλους, αυτή είναι η επιβεβαίωση ότι έχει προηγηθεί καιρό πριν κάτι άλλο.

Απλά ίσως εμείς δεν είμαστε έτοιμοι για κάτι τέτοιο ,ίσως δεν είναι επιλογή μας ,ή ακόμα μπορεί και να βολευόμαστε μέσα σε μία κατάσταση που δεν οδηγεί πουθενά.

Την ώρα το αντίο απλά κόβεται ο ομφάλιος λώρος και αποδεσμεύονται και οι δύο.

Αν όμως δεν είναι επιλογή αυτό το αντίο, τότε ο ουσιαστικός χωρισμός θα έρθει καιρό μετά.

Όταν θα σταματήσεις να σκέφτεσαι, να αναζητάς, να αναφέρεις τον άλλον άνθρωπο.
Όταν θα απαλύνουν οι θύμησες, τα αγγίγματα, οι ματιές.
Όταν ξεθυμάνει ο πόθος και την θέση του πάρει η παραδοχή.
Όλα τελειώνουν μόνο όταν τελειώνουν και μέσα μας.

Γι’ αυτό την ώρα του αντίο σκέψου διπλά, αν έχεις χάσει κάτι από καιρό ή έχεις χαθεί εσύ πρώτα.
Όπως και να έχει αποδέσμευσε και αποδεσμεύσου, τίποτα δεν μένει κοντά μας με το ζόρι και ότι τελειώνει τελειώνει για να αρχίσει κάτι άλλο.

Παρατήρησε τα σημάδια είναι πάντα εκεί και μας δίνουν μηνύματα.

Χωρίς τον ερωτισμό ο άνθρωπος δεν θα ήταν άνθρωπος

Χωρίς τον ερωτισμό ο άνθρωπος δεν θα ήταν άνθρωπος.

Προσοχή όμως: ο ερωτισμός δεν είναι ξέφρενη ακολασία, ξέφραγη ασέλγεια, κουτή και κούφια κραιπάλη.

Ο ερωτισμός είναι μοναξιά, σιωπή, αγωνία, τρόμος κι αντιμετώπιση της ακρότητας, δηλαδή του θανάτου.

Ο ερωτισμός δεν είναι ηδονισμός χαρούμενος, επιπόλαιος και εύκολος, δεν είναι ικανοποίηση των ενστίκτων, χορτασμός των ορμών, παιχνίδι των ιδιόρρυθμων τάσεων, ανακούφιση μιας επιτακτικής φυσικής ανάγκης, χαλάρωση της έντασης του πόθου και κατευνασμός του πάθους, μηχανική εκσπερμάτωση, το σύνολο των «διαστροφών», και κάποιος ιδιωτικός ή κοινωνικός τίτλος τιμής που κάνει τα άτομα να ξιπάζονται και να αισθάνονται απαλλαγμένα από τα «περιττά βάρη» ή βασανιστικά συμπλέγματα.

Ο ερωτισμός δεν είναι απελευθέρωση.

Ο ερωτισμός είναι μια συμπεριφορά, που οδηγεί στα άκρα, δηλαδή στην αγωνία και στην πτώση, στη διακύβευση της ακεραιότητας, στο διασυρμό των αξιών, στην απώλεια, στην παράδοση άνευ όρων στα χέρια της τύχης και στην καταστροφή.

Η καταστροφή, εδώ, έχει το νόημα που έχει στην τραγωδία. Η «καταστροφή», μέσα από τη διάσταση του ερωτισμού, παίρνει έναν καθολικό χαρακτήρα και σημαδεύει καίρια την ανθρώπινη ζωή, ξεγυμνώνοντάς της απ’ όλες της τις αυταπάτες και δείχνοντάς της, μέσα σε κατάσταση ιλίγγου και έξαρσης, το αβυσσαλέο βάθος των αποθεμάτων της…

Ο ερωτισμός είναι απόλυτο κι απεριόριστο ξόδεμα όλων των δυνάμεων, ένας παροξυσμός τους, μια δαπάνη του ανθρώπινου δυναμικού που δεν έχει σχέση ούτε με τη διαλεκτική ούτε με το δυϊσμό, αλλά κατευθύνεται ίσια και προς ένα μοναδικό σημείο όπου ο άνθρωπος τα παίζει όλα για όλα, γι αυτό και η κατεύθυνσή του είναι πρόσ-τυχη, μια κατεύθυνση δηλαδή που οδηγεί μόνη αυτή στην κυριαρχία του ανθρώπου και στην υπέρτατη κατάκτησή του, που δεν είναι άλλη από την ακραία βίωση της πληγής του, η οποία δεν κλείνει ποτέ και με τίποτα”.

Διότι η ερωτική πράξη μπορεί να επέλθει με οιονδήποτε, ο οργασμός όμως, ο αφανισμός του ενός σώματος μέσα στο άλλο, ο σχεδόν θανατηφόρος σπασμός του, δεν μπορεί να «επιτευχθεί με οιονδήποτε.

Όπως γράφει και ο Βίλχελμ Ράιχ, “βιοενεργητικά, ο οργασμός σημαίνει απώλεια της ατομικότητας του ανθρώπου μέσα σε μια διαφορετική κατάσταση ύπαρξης”.

Νίτσε: Η εργασία και η ανία

Η εργασία και η ανία

Σήμερα, με το να ζητάμε μια εργασία με σκοπό να κερδίσουμε χρήματα, είναι μια κοινή φροντίδα για όλους τους ανθρώπους που ζουν σε μια πολιτισμένη χώρα.

Γι’ αυτούς τους ανθρώπους η εργασία είναι ένα μέσο, κι έχει σταματήσει πια να είναι αυτοσκοπός, γι’ αυτό και δεν είναι πολύ δύσκολοι στο θέμα εκλογής της εργασίας τους, φτάνει αυτή να τους εξασφαλίζει ικανοποιητικά κέρδη.

Υπάρχουν όμως και άνθρωποι που προτιμούν να πεθάνουν παρά να εργαστούν χωρίς χαρά.

Άνθρωποι δύσκολοι, που δεν αρκούνται στα λίγα και που τα πολλά κέρδη δεν τους ικανοποιούν, όσο δεν θεωρούν την ίδια εργασία σαν το ανώτερο κέρδος.

Ένα μέρος της σπάνιας αυτής κατηγορίας είναι οι διάφοροι καλλιτέχνες και στοχαστές.

Αλλά τέτοιοι είναι κι εκείνοι οι αργόσχολοι που περνούν τη ζωή τους κυνηγώντας ή κάνοντας ταξίδια και που ασχολούνται με τον έρωτα ή με άλλες περιπέτειες.

Όλοι τους ψάχνουν την εργασία και τον κόπο, αλλά μονάχα μέχρι το σημείο εκείνο που η εργασία και ο κόπος μπορούν να συνδέονται με την ηδονή, και, αν είναι ανάγκη, ας είναι και η σκληρότερη εργασία και ο χειρότερος κόπος.

Όταν όμως βγουν από εκεί, τότε εκδηλώνουν αποφασιστική τεμπελιά, έστω κι αν η τεμπελιά αυτή τους οδηγεί στην καταστροφή, την ατίμωση, κι ακόμα έστω κι αν κινδυνεύουν να αρρωστήσουν ή και να πεθάνουν.

Οι άνθρωποι αυτοί δεν φοβούνται τόσο την ανία, όσο φοβούνται την άχαρη εργασία.

Και μάλιστα, πρέπει να νοιώθουν μεγάλη πλήξη για να πετύχει η δουλειά τους.

Ενώ, για τον στοχαστή και το εφευρετικό πνεύμα, πλήξη είναι εκείνη η «επίπεδη ηρεμία» της ψυχής, εκείνη η «επίπεδη ηρεμία» που αισθανόμαστε πριν από κάθε ευχάριστο ταξίδι και που πρέπει να ανεχθεί αυτή την ηρεμία, ο άνθρωπος, και να περιμένει τα αποτελέσματά της μέσα του.

Εδώ είναι το δύσκολο. Αυτό ακριβώς δεν είναι σε θέση να πετύχουν οι λιγότερο υψηλές ανθρώπινες φύσεις!

Είναι χυδαίο να απομακρύνεις με κάθε τρόπο και θυσία την πλήξη, όπως είναι το ίδιο να εργάζεσαι χωρίς ευχαρίστηση.

Φρίντριχ Νίτσε, Η θεωρία του σκοπού της ζωής

Μπέρτραντ Ράσελ: Η αίσθηση της αμαρτίας

Η αίσθηση της αμαρτίας, είναι μία από τις σπουδαιότερες ψυχολογικές αιτίες δυστυχίας στην ενήλικο ζωή. Υπάρχει μία παραδοσιακή θρησκευτική ψυχολογία της αμαρτίας, την οποία κανείς σύγχρονος ψυχολόγος δεν μπορεί να δεχθεί.

Υποτίθεται, ιδιαίτερα κατά τους προτεστάντες, ότι η συνείδηση αποκαλύπτει στον κάθε άνθρωπο, το πότε μια πράξη, την οποία μπαίνει στον πειρασμό να διαπράξει, είναι αμαρτωλή, και ότι μετά τη διάπραξή της βιώνει ένα από δύο οδυνηρά συναισθήματα, εκ των οποίων το ένα λέγεται "τύψη", και δεν έχει καμία αξία, και το άλλο λέγεται "μετάνοια", που είναι ικανό να σβήσει την ενοχή του. Στις προτεσταντικές χώρες, ακόμη και εκείνοι που έχασαν την πίστη τους, συνέχισαν για αρκετό καιρό να δέχονται, με κάποιες τροποποιήσεις, την ορθόδοξη άποψη της αμαρτίας.

Στις μέρες μας, εν μέρει εξαιτίας της ψυχανάλυσης, έχουμε την αντίθετη κατάσταση: Το παλαιό δόγμα της αμαρτίας το απορρίπτουν, όχι μόνο όσοι δεν πιστεύουν, αλλά και πολλοί από αυτούς που παραμένουν ακόμη πιστοί. Η συνείδηση έπαυσε να είναι κάτι το μυστηριώδες το οποίο, λόγω του μυστηρίου του, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι είναι η φωνή του Θεού.

Γνωρίζουμε ότι η συνείδηση επιβάλλει διαφορετικά πράγματα σε διαφορετικά μέρη του κόσμου και ότι σε γενικές γραμμές συμφωνεί με τα έθιμα της φυλής. Τί συμβαίνει λοιπόν όταν η συνείδηση ενός ανθρώπου τον τύπτει;

Η λέξη "συνείδηση" στην πραγματικότητα καλύπτει διαφορετικά συναισθήματα· το απλούστερο από αυτά είναι ο φόβος να μη σε ανακαλύψουν.

Εσύ, αναγνώστη μου, είμαι βέβαιος ότι έχεις ζήσει μια άμεμπτη ζωή, αλλά αν ρωτήσεις κάποιον που κάποτε έκανε μια πράξη για την οποία θα τιμωρούνταν αν τον πιάνανε, θα διαπιστώσεις ότι αν η ανακάλυψη ήταν επικείμενη, το εν λόγω πρόσωπο ήταν έτοιμο να μετανοήσει για την πράξη του.

Δεν εννοώ ότι αυτό ισχύει για τον επαγγελματία κλέφτη, ο οποίος ούτως ή άλλως περιμένει κάποια φυλακή αν τον πιάσουν, γιατί έχει αποδεχθεί τον κίνδυνο της δραστηριότητάς του· ισχύει όμως για αυτόν που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε ευυπόληπτο παραβάτη, όπως ο τραπεζικός που υπεξαίρεσε χρήματα σε άσχημη στιγμή, ή ο κληρικός που υπέκυψε στον πειρασμό να διαπράξει κάποια ασελγή πράξη.

Οι άνθρωποι αυτοί θα ξεχάσουν το έγκλημά τους, αν οι πιθανότητες να τους ανακαλύψουν είναι ελάχιστες, αλλά αν τους πιάσουν ή επίκειται η σύλληψή τους θα εύχονταν να είχαν υπάρξει ηθικότεροι, και αυτή η ευχή τούς δίνει μια έντονη αίσθηση της αμαρτίας που διέπραξαν. Συναφής με αυτό το συναίσθημα είναι ο φόβος να γίνουν απόβλητοι της αγέλης.

Ο άνθρωπος που κλέβει στα χαρτιά ή δεν πληρώνει τα χρέη του, δεν έχει τίποτα μέσα του που θα τον βοηθήσει να αντιμετωπίσει την αποδοκιμασία της αγέλης όταν τον ανακαλύψουν. Ως προς αυτό, δεν μοιάζει καθόλου με τον θρησκευτικό καινοτόμο, τον αναρχικό και τον επαναστάτη, οι οποίοι αισθάνονται ότι, όποια και αν είναι η τύχη τους στο παρόν, το μέλλον είναι μαζί τους και θα τους τιμήσει τόσο, όσο το παρόν τους απεχθάνεται.

Οι άνθρωποι αυτοί, παρά την εχθρότητα της αγέλης, δεν αισθάνονται ότι είναι αμαρτωλοί· ο άνθρωπος όμως που αποδέχεται εξ ολοκλήρου την ηθική της αγέλης, ενώ την παραβαίνει είναι δυστυχής όταν ξεπέσει κοινωνικά, και ο φόβος αυτής της συμφοράς ή η οδύνη όταν συμβεί μπορούν εύκολα να τον κάνουν να θεωρήσει τις πράξεις του αμαρτωλές.

Αλλά η αίσθηση της αμαρτίας στις σημαντικότερες μορφές της πηγαίνει βαθύτερα. Έχει τις ρίζες της στο ασυνείδητο και δεν εμφανίζεται στη συνείδηση σαν φόβος της αποδοκιμασίας των άλλων. Στη συνείδηση ορισμένα είδη πράξεων θεωρούνται αμαρτία χωρίς κανέναν προφανή λόγο.

Όταν κάποιος διαπράξει αυτές τις πράξεις, αισθάνεται άβολα χωρίς να ξέρει ακριβώς γιατί. Θα ήθελε να είναι το είδος του ανθρώπου που μπορεί να απέχει από αυτό που πιστεύει ότι είναι αμαρτία. Θαυμάζει από ηθική άποψη μόνο εκείνους των οποίων η καρδιά, καθώς πιστεύει, είναι αγνή. Αναγνωρίζει, και λυπάται λίγο ή πολύ, που δεν έχει τη στόφα του αγίου. Η αντίληψη που έχει για την αγιοσύνη είναι, βέβαια, κάτι σχεδόν αδύνατον να πραγματοποιηθεί στον κοινό καθημερινό βίο. Κατά συνέπεια, ζει με μια αίσθηση ενοχής, νιώθοντας ότι αυτά δεν είναι για αυτόν και οι καλύτερες στιγμές του είναι οι στιγμές της μεμψίμοιρης μετάνοιας.

Πηγή όλων αυτών, είναι σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, η ηθική διδασκαλία που έλαβε προτού γίνει έξι χρονών στα χέρια της μητέρας του ή της νταντάς του. Έμαθε πριν από αυτή την ηλικία, ότι είναι κακό να βρίζεις και δεν είναι ωραίο να χρησιμοποιείς άλλη γλώσσα από αυτή που αρμόζει στις κυρίες, ότι μόνοι οι κακοί άνθρωποι πίνουν και ότι το κάπνισμα είναι ασυμβίβαστο με την αρετή. Έμαθε ότι ποτέ δεν πρέπει να λέει ψέμματα.

Πάνω απ' όλα, έμαθε ότι το ενδιαφέρον για τα γεννητικά όργανα είναι απεχθές. Ήξερε ότι αυτά είναι απόψεις της μητέρας του και πίστευε ότι είναι απόψεις του Δημιουργού του.

Η μεγαλύτερη ευχαρίστησή του ήταν να του φέρεται στοργικά η μητέρα του ή, αν τον παραμελούσε, η νταντά του, και ήξερε ότι αυτή η στοργή θα του δοθεί μόνο όταν είναι σαφές ότι δεν έχει παραβεί τον ηθικό κώδικα. Ως εκ τούτου έμαθε να συνδέει κάτι αόριστα φοβερό με οποιαδήποτε συμπεριφορά που την αποδοκιμάζουν η μητέρα του ή η νταντά του. Σιγά-σιγά, μεγαλώνοντας, ξέχασε την προέλευση του ηθικού του κώδικα και ποια ήταν αρχικά η τιμωρία της παράβασης· δεν ξέχασε όμως τον ηθικό κώδικα και δεν έπαυσε να αισθάνεται ότι κάτι φοβερό θα του συμβεί αν τον παραβεί.

Πολλές εντολές αυτής της νηπιακής ηθικής διδασκαλίας στερούνται εντελώς έλλογης θεμελίωσης και ως εκ τούτου δεν μπορούν να ισχύσουν στην κανονική συμπεριφορά των κανονικών ανθρώπων. Για παράδειγμα, ένας άνθρωπος που χρησιμοποιεί αυτό που λένε "κακή γλώσσα", λογικά δεν είναι χειρότερος από αυτόν που δεν τη χρησιμοποιεί. Ωστόσο, αν ζητήσεις να σου πουν τι κάνει έναν άγιο, σχεδόν όλοι θα θεωρήσουν ότι η αποχή από την κακή γλώσσα είναι ουσιώδες στοιχείο. Υπό το πρίσμα της λογικής, αυτό είναι καθαρή ανοησία. Το ίδιο ισχύει και με το αλκοόλ και το κάπνισμα.

Ως προς το αλκοόλ, αυτή η αίσθηση είναι ανύπαρκτη στις νότιες χώρες· υπάρχει εκεί πράγματι ένα στοιχείο ασέβειας ως προς την οινοποσία καθόσον είναι γνωστό ότι ο Κύριός μας και οι Απόστολοι έπιναν κρασί.

Ως προς το κάπνισμα, είναι ευκολότερο να έχεις αρνητική θέση, διότι όλοι οι μεγάλοι άγιοι έζησαν προτού γίνει γνωστή η συνήθεια. Αλλά και εδώ το επιχείρημα πάσχει λογικά. Η άποψη ότι κανένας άγιος δεν θα κάπνιζε, βασίζεται σε τελευταία ανάλυση στην άποψη, ότι κανένας άγιος δεν θα έκανε τίποτα απλώς και μόνον χάριν της ευχαρίστησης.

Αυτό το ασκητικό στοιχείο στην κοινή ηθική, έχει γίνει σχεδόν ασυνείδητο αλλά λειτουργεί με διάφορες μορφές που κάνουν τον ηθικό μας κώδικα παράλογο. Σε μια έλλογη ηθική θα ήταν αξιέπαινο να δίνεις ευχαρίστηση σε οποιονδήποτε, ακόμη και στον εαυτό σου, υπό τον όρο ότι δεν υπάρχει αντισταθμιστικό άλγος στον εαυτό σου ή στους άλλους.

Ο ιδανικός ενάρετος άνθρωπος, αν απαλλαγούμε από τα ιδεώδη του ασκητισμού, είναι αυτός που επιτρέπει την απόλαυση όλων των καλών πραγμάτων, όταν δεν υπάρχουν βλαβερές συνέπειες που ξεπερνούν την απόλαυση.

Ας πάρουμε τα ψέμματα. Δεν αρνούμαι ότι κυκλοφορεί πολύ ψέμμα στον κόσμο και ότι όλοι θα ήμασταν καλύτεροι αν υπήρχε περισσότερη φιλαλήθεια· αρνούμαι όμως, όπως πιστεύω κάθε λογικός άνθρωπος, ότι το ψέμμα δεν είναι δικαιολογημένο σε καμμία περίπτωση.

Κάποτε, σε έναν περίπατο στην εξοχή, είδα μια αλεπού στα όρια της εξάντλησης που πάλευε ακόμη να τρέξει. Λίγα λεπτά αργότερα συνάντησα τους κυνηγούς. Με ρώτησαν αν είχα δει την αλεπού και απάντησα ναι. Τότε με ρώτησαν προς τα πού πήγε και τους είπα ψέμματα. Δεν νομίζω ότι θα ήμουν καλύτερος άνθρωπος αν τους είχα πει την αλήθεια.

Αλλά είναι κυρίως στο θέμα του σεξ, που η ηθική διδασκαλία προκαλεί τη μεγαλύτερη βλάβη.

Αν ένα παιδί ανατραφεί συμβατικά από αυστηρούς γονείς ή νταντάδες, η σύνδεση μεταξύ αμαρτίας και γεννητικών οργάνων έχει εδραιωθεί τόσο σταθερά στην ηλικία των έξι ετών, ώστε είναι απίθανο να ξεριζωθεί εντελώς σε όλη την υπόλοιπη ζωή του. Αυτή η αίσθηση ενισχύεται, φυσικά, από το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, διότι η πιο αξιαγάπητη γυναίκα στην παιδική ηλικία, είναι αυτή με την οποία οι σεξουαλικές ελευθερίες είναι αδύνατες.

Το αποτέλεσμα είναι ότι οι ενήλικοι αισθάνονται πως οι γυναίκες εξευτελίζονται με το σεξ και δεν σέβονται τις συζύγους τους, εκτός εάν αυτές απεχθάνονται τη σεξουαλική επαφή. Αλλά, ο άντρας που η γυναίκα του είναι ψυχρή, θα αναζητήσει ενστικτωδώς την ικανοποίηση του ενστίκτου αλλού.

Ωστόσο, η ενστικτώδης ικανοποίησή του, ακόμη και αν την βρει προς στιγμήν, θα δηλητηριαστεί από μια αίσθηση ενοχής, με αποτέλεσμα να μην είναι ευτυχής σε καμμία σχέση με καμμία γυναίκα, είτε εντός είτε εκτός γάμου. Από την πλευρά της γυναίκας συμβαίνει το ίδιο, εφ' όσον της δίδαξαν εμφατικά να είναι αυτό που λένε "αγνή".

Ενστικτωδώς, συγκρατιέται κατά τις συνευρέσεις με τον άντρα της και φοβάται να αντλήσει ικανοποίηση. Σήμερα, ωστόσο, αυτό έχει ελαττωθεί από την πλευρά των γυναικών σε σχέση με το τι συνέβαινε πενήντα χρόνια πριν. Θα έλεγα πως σήμερα, μεταξύ των μορφωμένων, η σεξουαλική ζωή των ανδρών είναι πιο παραμορφωμένη και πιο δηλητηριασμένη με την αίσθηση της αμαρτίας από τη σεξουαλική ζωή των γυναικών.

Έχει αρχίσει να γίνεται ευρύτερα αντιληπτό -αν και όχι, φυσικά, εκ μέρους των δημοσίων αρχών- το κακό που έχει προκαλέσει η παραδοσιακή σεξουαλική αγωγή στα παιδιά. Ο ορθός κανόνας είναι απλός: Ωσότου το παιδί φτάσει στην εφηβεία, μην του διδάξεις καμμία σεξουαλική ηθική και απόφυγε επιμελώς να του ενσταλάξεις την ιδέα ότι υπάρχει κάτι το αηδιαστικό στις φυσικές σωματικές λειτουργίες.

Όταν φτάσει ο καιρός που είναι αναγκαία η σεξουαλική αγωγή, πρόσεξε ό,τι θα πεις να είναι έλλογο και να το στηρίζεις με επιχειρήματα. Αλλά δεν είναι ο σκοπός μου να μιλήσω για την αγωγή. Αυτό που με απασχολεί εδώ, είναι το τι μπορεί να κάνει ένας ενήλικος για να ελαχιστοποιήσει τα κακά αποτελέσματα μιας ασύνετης αγωγής που επέφερε την παράλογη αίσθηση της αμαρτίας.

Το πρόβλημα είναι το πώς θα εξαναγκάσουμε το ασυνείδητο να λάβει υπ' όψιν του τις έλλογες αντιλήψεις που ελέγχουν τη συνειδητή σκέψη μας. Δεν πρέπει να αφήνουμε τις διαθέσεις μας να μας εξουσιάζουν, να πιστεύουμε ένα πράγμα τη μία στιγμή και άλλο την άλλη.

Η αίσθηση της αμαρτίας οξύνεται σε στιγμές που το συνειδητό αποδυναμώνεται από κόπωση, αρρώστια, ποτό, ή άλλη αιτία. Αυτό που νιώθει κανείς σε αυτές τις στιγμές (εκτός και αν προκαλείται από το ποτό) υποτίθεται ότι είναι μια αποκάλυψη του ανώτερου εγώ. "Ο Διάβολος είναι άρρωστος, ο Διάβολος θα γίνει άγιος".

Αλλά, είναι παράλογο να υποθέσουμε ότι οι στιγμές της αδυναμίας οξύνουν την αντιληπτικότητά μας, περισσότερο από τις στιγμές που έχουμε όλες μας τις δυνάμεις. Στις στιγμές της αδυναμίας είναι δύσκολο να αντισταθούμε σε παιδαριώδεις ιδέες του ασυνείδητου, αλλά δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να θεωρήσουμε αυτές τις ιδέες καλύτερες από τις πεποιθήσεις του ώριμου ανθρώπου με όλες του τις διανοητικές δυνάμεις σε λειτουργία.

Αντιθέτως, αυτό που πιστεύει ακράδαντα ένας άνθρωπος όταν είναι ακμαίος θα έπρεπε να αποτελεί γι' αυτόν, τον κανόνα τού τι πρέπει να πιστεύει πάντα. Μπορούμε να ξεπεράσουμε αυτές τις παιδαριώδεις υποβολές του ασυνείδητου, εφαρμόζοντας τη σωστή τεχνική. Όποτε αρχίσεις να αισθάνεσαι τύψεις για κάτι που η λογική σού λέει ότι δεν είναι κακό, εξέτασε εξονυχιστικά τις αιτίες των τύψεών σου και εξήγησε στον εαυτό σου πόσο παράλογες είναι. Οι συνειδητές πεποιθήσεις σου ας είναι ισχυρές και ακράδαντες ώστε να εντυπωθούν στο ασυνείδητό σου και να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν με επιτυχία τις εντυπώσεις που σχηματίστηκαν εκεί από τη νταντά σου ή τη μητέρα σου όταν ήσουν νήπιο.

Μην εφησυχάζεις με την εναλλαγή μεταξύ των στιγμών της λογικής και των στιγμών του παράλογου. Εξέτασε προσεκτικά το παράλογο με την απόφαση να μην το σεβαστείς και να μην το αφήσεις να σε κυριεύσει. Όποτε ρίχνει παράλογες ιδέες ή συναισθήματα στη συνείδησή σου, ξερίζωσέ τα, εξέτασέ τα και απόρριψέ τα.

Μην αφήσεις τον εαυτό σου να ταλαντεύεται ανάμεσα στη λογική και τις παιδιάστικες χαζομάρες. Μην φοβάσαι ότι θα ασεβήσεις στη μνήμη αυτών που ήλεγχαν τη παιδική σου ηλικία. Τότε σου φαίνονταν δυνατοί και σοφοί γιατί ήσουν εσύ αδύναμος και χαζός· τώρα που δεν είσαι ούτε το ένα ούτε το άλλο, θα πρέπει να εξετάσεις τη φαινομενική δύναμη και σοφία τους, να σκεφτείς αν πράγματι αξίζουν τον σεβασμό που από συνήθεια τρέφεις ακόμη για αυτούς.

Αναρωτήσου σοβαρά, αν ο κόσμος είναι καλύτερος με την ηθική αγωγή που δόθηκε στα παιδιά. Σκέψου πόση καθαρή δεισιδαιμονία υπάρχει στην ψυχοσύνθεση του συμβατικά ηθικού ατόμου, και συλλογίσου ότι, ενώ φανταστικοί ηθικοί κίνδυνοι κάθε είδους είχαν αποσοβηθεί με απίστευτα ανόητες απαγορεύσεις, οι πραγματικοί ηθικοί κίνδυνοι στους οποίους εκτίθενται οι ενήλικοι δεν μνημονεύονταν καν.

Ποιές είναι οι πραγματικά κακές πράξεις που δελεάζουν έναν ενήλικο; Ανέντιμες πρακτικές στις εμπορικές δοσοληψίες που δεν τιμωρούνται από τον νόμο, σκληρή μεταχείριση των υφισταμένων σου, σκληρότητα στη γυναίκα σου και στα παιδιά σου, κακεντρέχεια στους ανταγωνιστές σου, αγριότητα στις πολιτικές συγκρούσεις -αυτές είναι οι όντως βλαβερές αμαρτωλές πράξεις που ενδημούν στους κύκλους των ευυπόληπτων πολιτών.

Με αυτές τις πράξεις, ένας άνθρωπος σκορπίζει τη δυστυχία στον άμεσο κύκλο του και βάζει ένα χεράκι στην καταστροφή του πολιτισμού. Και ωστόσο, δεν είναι αυτά τα πράγματα που τον κάνουν, όταν είναι άρρωστος, να θεωρεί τον εαυτό του απόβλητο που έχασε κάθε δικαίωμα στην θεία εύνοια. Δεν είναι αυτά τα πράγματα που τον κάνουν να έχει εφιάλτες και να οραματίζεται τη μητέρα του να σκύβει από πάνω του ρίχνοντας επιτιμητικά βλέμματα.

Γιατί η υποσυνείδητη ηθική έχει πάρει διαζύγιο από τη λογική; Διότι η ηθική στην οποία πίστευαν αυτοί που τον ανέθρεψαν ήταν ανόητη· διότι δεν απέρρεε από τη μελέτη των καθηκόντων του ατόμου έναντι της κοινωνίας· διότι ήταν φτιαγμένη από υπολείμματα παράλογων ταμπού· και διότι περιείχε στοιχεία νοσηρά, μακάβρια, κληρονομημένα από τον επιθανάτιο ρόγχο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Η κατ' όνομα ηθική μας, έχει φτιαχτεί από παπάδες και διανοητικά υποδουλωμένες γυναίκες. Όσοι πρέπει να αναλάβουν έναν φυσιολογικό ρόλο στη φυσιολογική ζωή του κόσμου, είναι καιρός να εξεγερθούν ενάντια σε αυτές τις νοσηρές σαχλαμάρες.

Αλλά για να επιτύχει αυτή η επανάσταση, για να φέρει την ατομική ευτυχία και να καταστήσει τον άνθρωπο ικανό να ζήσει με συνέπεια με ένα πρότυπο και να μην ταλαντεύεται ανάμεσα σε δύο, είναι αναγκαίο να σκεφτούμε και να αισθανθούμε βαθιά, τι μας λέει η λογική.

Οι περισσότεροι, αφού απορρίψουν επιφανειακά τις δεισιδαιμονίες της παιδικής τους ηλικίας, νομίζουν ότι αυτό ήταν όλο κι όλο. Δεν συνειδητοποιούν ότι αυτές οι δεισιδαιμονίες καραδοκούν ακόμη στο βάθος.

Όταν φτάσουμε σε μια έλλογη πεποίθηση, είναι ανάγκη να την σκεφτούμε σοβαρά, να φανταστούμε τις συνέπειές της, να διερευνήσουμε ποιες πεποιθήσεις που είναι ασυμβίβαστες με τη νέα αντίληψη θα μπορούσαν να επιβιώσουν, και όταν η αίσθηση της αμαρτίας δυναμώνει, όπως συμβαίνει από καιρού εις καιρόν, να την αντιμετωπίσουμε όχι σαν αποκάλυψη και έκκληση για πράγματα ανώτερα, αλλά σαν αρρώστια και αδυναμία, εκτός βέβαια αν προκαλείται από κάποια πράξη που η ορθολογική ηθική θα καταδίκαζε.

Δεν εννοώ ότι θα πρέπει να είμαστε άμοιροι ηθικής -εννοώ ότι θα πρέπει να είμαστε άμοιροι δεισιδαίμονος ηθικής, που είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.

Αλλά ακόμη και αν κάποιος παραβεί τον ίδιο τον δικό του έλλογο κώδικα, αμφιβάλλω αν η αίσθηση της αμαρτίας είναι η καλύτερη μέθοδος για να επιτύχει μια καλύτερη ζωή. Υπάρχει στην αίσθηση της αμαρτίας κάτι το απεχθές, κάτι αναξιοπρεπές. Κανείς πού έχασε την αξιοπρέπειά του δεν κέρδισε τίποτα. Ο έλλογος άνθρωπος θα πρέπει να βλέπει τις άτοπες πράξεις του όπως βλέπει και κρίνει τις άτοπες πράξεις των άλλων, ως πράξεις τις οποίες προκάλεσαν οι περιστάσεις και πρέπει να αποφεύγονται είτε με τη συνειδητοποίηση ότι είναι άτοπες είτε, όταν είναι εφικτό, με την αποφυγή των περιστάσεων που τις προκάλεσαν.

Είναι γεγονός ότι η αίσθηση της αμαρτίας όχι μόνο δεν συμβάλλει σε μια καλή ζωή, αλλά προκαλεί το αντίθετο: Κάνει τον άνθρωπο δυστυχή και τον κάνει να νιώθει κατώτερος.

Όντας δυστυχής, θα είναι απαιτητικός και φορτικός και δεν θα μπορεί να χαρεί τις προσωπικές του σχέσεις. Νιώθοντας κατώτερος, θα μισεί αυτούς που του φαίνονται ανώτεροι. Ο θαυμασμός θα του είναι δύσκολος και η ζήλια εύκολη. Θα γίνει αντιπαθητικό άτομο και κανείς δεν θα τον κάνει παρέα.

Μια ανοιχτή και γενναιόδωρη στάση προς τους άλλους, όχι μόνο τους δίνει χαρά, αλλά κάνει και σένα ευτυχή διότι είσαι αρεστός. Η στάση όμως αυτή δεν είναι εφικτή για τον άνθρωπο που κατατρέχεται από την αίσθηση της αμαρτίας. Είναι αποτέλεσμα ψυχικής ισορροπίας και αυτοπεποίθησης· απαιτεί αυτό που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ψυχική ολοκλήρωση, όπου τα διάφορα στρώματα του χαρακτήρα του ατόμου, η συνείδηση, το υποσυνείδητο και το ασυνείδητο, συνυπάρχουν αρμονικά και δεν μάχονται το ένα το άλλο.

Την αρμονία αυτή μπορεί να την επιτύχει στις περισσότερες περιπτώσεις η σωστή ανατροφή, αλλά όταν η ανατροφή ήταν απερίσκεπτη η θεραπεία είναι πιο δύσκολη. Αυτή τη θεραπεία εφαρμόζουν οι ψυχαναλυτές, νομίζω όμως ότι σε πάρα πολλές περιπτώσεις ο ίδιος ο ασθενής μπορεί να αναλάβει ο ίδιος το έργο που, στις σοβαρές περιπτώσεις, απαιτεί τη βοήθεια του ειδικού. Μην πεις: "Δεν έχω καιρό για αυτές τις ψυχολογικές ωδίνες, είμαι πολυάσχολος, άσε το υποσυνείδητό μου να παίζει τα κόλπα του". Τίποτα δεν περιορίζει τόσο την ατομική ευτυχία αλλά και την αποδοτικότητα όσο μια διχασμένη προσωπικότητα.

Ο χρόνος που θα διαθέσεις για να εναρμονίσεις τα διάφορα μέρη της προσωπικότητάς σου δεν είναι χρόνος χαμένος. Δεν εννοώ ότι πρέπει κανείς να διαθέτει μία ώρα, ας πούμε, την ημέρα για αυτοανάλυση. Πιστεύω ότι δεν είναι αυτή η καλύτερη μέθοδος, διότι εντείνει τον εγωκεντρισμό, που είναι μέρος της ασθένειας που πρέπει να θεραπευθεί, διότι μια ισορροπημένη προσωπικότητα είναι στραμμένη προς τα έξω.

Αυτό που εννοώ είναι ότι πρέπει κανείς να αποφασίσει τι ακριβώς πιστεύει με τη λογική του και να μην αφήνει παράλογες ιδέες να περνούν ανενόχλητες ή και να τον κυριεύουν, έστω και για λίγο. Το ζήτημα είναι να πείσεις με λογικά επιχειρήματα τον εαυτό σου τις στιγμές εκείνες που παρασύρεσαι σε ένα παιδισμό, αλλά η επιχειρηματολογία, αν είναι αρκετά εμφατική, μπορεί να είναι σύντομη.

Πολλοί άνθρωποι αντιπαθούν την έλλογη σκέψη, και όσα λέω μπορεί να φανούν σε αυτούς άσχετα ή άνευ σημασίας. Υπάρχει μια άποψη, ότι η λογική, αν την αφήσουμε ελεύθερη, θα σκοτώσει τα βαθύτερα συναισθήματα. Νομίζω ότι η αντίληψη αυτή, οφείλεται σε μία εντελώς λανθασμένη έννοια της λειτουργίας της λογικής στην ανθρώπινη ζωή. Δεν είναι δουλειά της λογικής να γεννά συναισθήματα, αν και μέρος της λειτουργίας της μπορεί να είναι το να βρίσκει τρόπους να μην αφήνει αυτά τα συναισθήματα να αναστατώσουν τη ζωή μας.

Το να βρίσκει τρόπους να ελέγξει το μίσος και τον φθόνο, είναι αναμφίβολα αρμοδιότητα μιας έλλογης ψυχολογίας. Αλλά είναι λάθος να υποθέσουμε ότι ελέγχοντας αυτά τα πάθη, θα περιορίσουμε ταυτόχρονα τη δύναμή τους, την οποία η λογική δεν καταδικάζει. Στον φλογερό έρωτα, στη στοργή για τα παιδιά, στη φιλία, στην αγαθοεργία, στην αφοσίωση στην επιστήμη ή στην τέχνη, δεν υπάρχει τίποτα που να θέλει η λογική να το ελέγξει.

Ο λογικός άνθρωπος, όταν νιώθει αυτά τα πάθη, ευχαριστείται που τα νιώθει και δεν θα κάνει τίποτα για να μειώσει τη δύναμή τους, διότι όλα αυτά τα συναισθήματα αποτελούν στοιχεία της καλής ζωής, της ζωής, δηλαδή, που συμβάλλει στην ευτυχία, τη δική μας και των άλλων.

Δεν υπάρχει τίποτα το παράλογο στα πάθη καθεαυτά, και πολύ παράλογοι άνθρωποι κατέχονται μόνο από τα πιο ασήμαντα πάθη. Κανείς να μη φοβάται ότι αν γίνει λογικός, η ζωή του θα είναι ανιαρή.

Αντιθέτως, εφόσον η λογική υπηρετεί πρωτίστως την εσωτερική αρμονία, ο άνθρωπος που τη διαθέτει είναι πιο ελεύθερος, στον τρόπο που βλέπει τον κόσμο και στην αξιοποίηση των δυνάμεών του για να επιτύχει εξωτερικούς στόχους, από τον άνθρωπο που εμποδίζεται συνεχώς από εσωτερικές διαμάχες.

Τίποτα το πιο βαρετό από το να είσαι κλεισμένος στον εαυτό σου, τίποτα πιο συναρπαστικό από το να στρέφεις την προσοχή σου και τις δυνάμεις σου προς τα έξω.

Η παραδοσιακή μας ηθική, υπήρξε πάντα λίαν εγωκεντρική και η έννοια της αμαρτίας είναι στοιχείο αυτής της άσκεφτης εστίασης στο εγώ. Γι' αυτούς που ποτέ δεν ένιωσαν την αθυμία που προκαλεί αυτή η λαθεμένη ηθική, η λογική μπορεί να μην είναι απαραίτητη. Αλλά για όσους πέρασαν αυτή την αρρώστια, έστω και μία φορά, η λογική είναι αναγκαία για θεραπεία. Και δεν αποκλείεται, η αρρώστια να είναι ένα αναγκαίο στάδιο στη διανοητική ανάπτυξη.

Τείνω να πιστέψω ότι ο άνθρωπος που την ξεπέρασε με τη βοήθεια της λογικής έφτασε σε ένα ανώτερο επίπεδο, που δεν το έφτασε εκείνος που ποτέ δεν βίωσε ούτε την αρρώστια ούτε τη θεραπεία.

Το μίσος της λογικής, που είναι κοινό στην εποχή μας, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι το έργο της λογικής δεν έχει κατανοηθεί επαρκώς.

Ο διχασμένος άνθρωπος αναζητεί ζωηρές συγκινήσεις και διασκεδάσεις· του αρέσουν τα έντονα πάθη, όχι για ουσιαστικούς λόγους, αλλά διότι μπορούν να τον βγάλουν προς στιγμήν από τον εαυτό του και να αποτρέψουν την οδυνηρή αναγκαιότητα της σκέψης. Κάθε πάθος είναι για αυτόν ένα είδος μέθης, και εφ' όσον δεν μπορεί να συλλάβει την ουσιαστική ευτυχία, η μόνη ανακούφιση από τον πόνο που του φαίνεται εφικτή είναι με τη μέθη. Αλλά αυτό είναι σύμπτωμα μιας βαθιά ριζωμένης ασθένειας.

Όπου δεν υπάρχει αυτή η κακοδαιμονία, η μεγαλύτερη ευτυχία έρχεται με την πλήρη ανάπτυξη των δυνάμεών σου. Στις στιγμές που ο νους βρίσκεται σε πλήρη δράση και τα πιο ελάχιστα πράγματα ξεχνιούνται, στις στιγμές αυτές βιώνονται οι πιο έντονες χαρές. Αυτό είναι η λυδία λίθος της ευτυχίας. Η ευτυχία που χρειάζεται τη μέθη, οποιασδήποτε μορφής, είναι κίβδηλη και ανεπαρκής.

Η αυθεντική ευτυχία συνοδεύεται από την πλήρη άσκηση των δυνάμεών μας και την πλήρη κατανόηση του κόσμου στον οποίο ζούμε.

Μπέρτραντ Ράσελ, Κείμενα για τη θρησκεία

Oscar Wilde: Μαθήματα ισόβιας ευτυχίας

Εκτός από σπουδαίος συγγραφέας, δραματουργός και αμφισβητίας, ο Όσκαρ Ουάιλντ θεωρείται ο καλύτερος δημιουργός αφορισμών της σύγχρονης ιστορίας.

Οι διάσημοι συλλογισμοί που συμπύκνωνε σε μία και μόνη φράση είναι ανατρεπτικοί και βαθυστόχαστοι μαζί.

«Η καθαρή και απλή αλήθεια σπάνια είναι καθαρή και ποτέ δεν είναι απλή».

Η αφετηρία των περισσότερων τριβών μεταξύ των ανθρώπινων πλασμάτων είναι ότι πιστεύουμε πως η αλήθεια μας είναι αλάνθαστη και βρίσκεται πάνω από την αλήθεια κάθε άλλου ανθρώπου.

Η στάση αυτή μάς κάνει να φερόμαστε με ακαμψία και να δείχνουμε ελάχιστη συναισθηματική κατανόηση για τους άλλους.

Το να βαδίζεις στη ζωή με βεβαιότητες είναι ο καλύτερος τρόπος να καταλήξεις θυμωμένος με όλο τον κόσμο.

Για να καταπολεμήσει τον πειρασμό της μονοσήμαντης σκέψης, ο διάσημος ψυχολόγος Έντουαρντ ντε Μπόνο μάς προτείνει τα παρακάτω εργαλεία για να αναπτύξουμε την παράπλευρη σκέψη:

-Να αλλάξουμε την ορθολογική ανάλυση με πρόκληση. Αντί να εκτιμούμε πώς είναι τα πράγματα, ας παίξουμε με το πώς θα μπορούσαν να είναι αν...

-Να είμαστε αυθόρμητοι και να «ανοίγουμε τα φράγματα» για να μπαίνουν κάθε είδους ιδέες, όπως συμβαίνει σε μια συνεδρία brain-storming.

-Να αφήνουμε κατά μέρος τις παλιές εκτιμήσεις ή κρίσεις, δηλαδή: να παράγουμε ιδέες χωρίς προκαταλήψεις.

-Να αποδεχόμαστε όλους τους πιθανούς δρόμους και να αποφεύγουμε τις ετικέτες στην άσκηση της σκέψης.

«Η καρδια ειναι φτιαγμένη για να ραγίζει».

Ο Όσκαρ Ουάιλντ αγάπησε με πάθος επειδή ήξερε πως κανένα παιχνίδι δεν συγκρίνεται με το παιχνίδι δύο ανθρώπων που αγγίζονται και γνωρίζονται, δύο πλασμάτων που προσπαθούν να προσεγγίσουν το ένα το άλλο, διακινδυνεύοντας έτσι να πληγωθούν βαθιά.

Ωστόσο, όπως επανειλημμένα έλεγε, υπάρχει σ' αυτά τα βάσανα μια ομορφιά.

Το ίδιο διαβεβαιώνει και ο Τζιάκομο Λεοπάρντι σ' ένα από τα πιο γνωστά του ποιήματα:

Τα μυστικά της ανθρώπινης καρδιάς
είναι κάποτε τόσο βαθιά
που δεν μπορείς εύκολα να τα κατανοήσεις·
γι' αυτόν τον λόγο,
οι καλύτερες στιγμές ενός έρωτα
είναι όταν σε κυριεύει μια ήρεμη, γλυκιά μελαγχολία·
όταν κλαις και δεν ξέρεις γιατί·

όταν αβίαστα υποκύπτεις μπροστά σε μια συμφορά
χωρίς να ξέρεις ποια είναι·
όταν ευφραίνεσαι μ' ένα τίποτα και χαμογελάς με ακόμα λιγότερα...

Μπορεί όταν παραδινόμαστε σε κάποιον που αγαπάμε
να εκθέτουμε το πιο ευαίσθητο όργανό μας,
δεν πρέπει όμως να φοβόμαστε τον τρελό έρωτα.

«Η πραγματική ζωή είναι πολύ συχνά η ζωή που δεν ζούμε».

Το δράμα πολλών ζωών είναι η αναμονή για κάτι εξαιρετικό ή διαφορετικό, που θα μας επιτρέψει να ΖΗΣΟΥΜΕ με κεφαλαία.

Ωστόσο, αυτή ακριβώς η παθητική στάση είναι που εμποδίζει τη ζωή που επιθυμούμε επιτέλους να ξεκινήσει.

«Αντί να κλείνεται σ' ένα φρούριο περιμένοντας να δει πώς θα πάνε τα πράγματα, ο συβαρίτης της ζωής κοιτάζει γύρω του για να γευτεί τους καρπούς κάθε στιγμής».