Κυριακή 13 Μαρτίου 2022

Ο Αόρατος Κόσμος & οι Αόρατο

Τα περισσότερα πράγματα από τα οποία αποτελείται ο κόσμος είναι αόρατα για εμάς, διότι η όρασή μας βλέπει έναν πολύ περιορισμένο αριθμό πραγμάτων, όσο μεγάλος κι αν είναι, το ορατό είναι πολύ λιγότερο σε σύγκριση με το αόρατο.

Δεν βλέπουν τα μάτια μας τον κόσμο.

Το μυαλό μας είναι που τον βλέπει.

Και δεν τον βλέπει έτσι απλά, τον επεξεργάζεται κι έπειτα μας δίνει την εικόνα. Τον επεξεργάζεται σύμφωνα με τις τράπεζες των δεδομένων που ήδη έχει, τράπεζες που στην πλειοψηφία τους φιλοξενούν δεδομένα που κατατέθηκαν από την παραισθητική κοινωνική πραγματικότητα, η οποία είναι κατασκευασμένη, είναι τεχνητή, δεν είναι η φυσική πραγματικότητα. Δεν είναι η αληθινή πραγματικότητα. Δεν βλέπουμε τον κόσμο. Βλέπουμε μία εικόνα συνδυασμένη με ό,τι άλλο έχουμε μέσα στο κεφάλι μας, πλήρως επεξεργασμένη, η οποία τελικά συνθέτει ΕΝΑΝ κόσμο, και όχι ΤΟΝ κόσμο.

Ο κόσμος που βλέπουμε γύρω μας δεν είναι στ’ αλήθεια γύρω μας, αλλά μέσα στο μυαλό μας. Δεν βλέπουν τα μάτια μας τον κόσμο. Το μυαλό μας είναι που τον βλέπει. Λέμε ότι κάτι «το είδα με τα μάτια μου», ενώ πρέπει να λέμε ότι «τα μάτια μου το είδαν» και έπειτα «εγώ το συνειδητοποίησα (ποίησα συν είδηση), διότι εγώ είμαι το μυαλό μου, και τα μάτια μου στέλνουν το σήμα στο μυαλό μου, το μυαλό μου επεξεργάζεται την εικόνα και τελικά τη «βλέπω» (δηλαδή κοιτώ μέσα στο σινεμά του μυαλού μου). Βλέπω τον κόσμο με τα μάτια του νου μου και όχι με τα εξωτερικά μου μάτια, ο οφθαλμός είναι απλώς ένα μέσο που συμμετέχει στην όλη διαδικασία. Το ίδιο ισχύει και για τις άλλες αισθήσεις μου. Ό,τι βλέπω και αισθάνομαι είναι μέσα στο κεφάλι μου.

Κατά τα φαινόμενα, υπάρχει μπροστά μου ένα «αντικείμενο» (κάτι που «αντίκειται»), ή, για να είμαι πιο ακριβής, ένα χωροχρονικό συμβάν. Οι ακτίνες του φωτός που ανακλούν πάνω σ’ αυτήν τη δέσμη ύπαρξης ή σ’ αυτό το ενεργειακό σύμπλεγμα, ταξιδεύουν μέχρι τον φακό του ματιού μου, ο οποίος, σαν όλους τους φακούς, τις αντιστρέφει, και ο αμφιβληστροειδής μου καταγράφει την αντεστραμμένη «εικόνα».

Δεν βλέπω τα πράγματα αναποδογυρισμένα, επειδή ο αμφιβληστροειδής είναι μέρος του συνεργατικού συστήματος οφθαλμού-εγκεφάλου, και πριν αποκτήσω συνειδητή αντίληψη του ενεργειακού συμπλέγματος που βλέπω, ο εγκέφαλος μου έχει ήδη επεξεργαστεί και ερμηνεύσει το οπτικό σήμα, με το σύστημα ταξινόμησής του, το οποίο συμπεριλαμβάνει μία ολόκληρη κυκλοφορία σύνδεσης με το γενικό σύστημα γεωμετρικών συντεταγμένων που ο εγκέφαλος χρησιμοποιεί για να καταχωρεί τα δεδομένα, παράλληλα με τη διεργασία έρευνας και αναφορικής σύνδεσης με δεδομένα που κρίνονται συγγενικά, για διάφορους πολύπλοκους λόγους. Όταν αυτή η αστραπιαία διαδικασία ολοκληρωθεί, τότε εγώ «βλέπω» το αντικείμενο. Το βλέπω μέσα στο κεφάλι μου!

Όταν θέλω να δω απείρως πιο πολύπλοκα πράγματα από αυτό το απλό χωροχρονικό συμβάν ή ενεργειακό σύμπλεγμα που είναι ένα απλό αντικείμενο, όπως όταν θέλω να δω μία τεράστια σύνθεση από τέτοια που εγώ την ονομάζω «περιβάλλον» ή «κόσμο», η παραπάνω διαδικασία είναι απείρως πιο πολύπλοκη, και συμπεριλαμβάνει μία απείρως πιο πολύπλοκη επεξεργαστική επέμβαση. Επίσης, ανάλογα με την περίσταση, ο εγκέφαλος κρίνει ποια θα είναι και η τελική ερμηνεία του χωροχρονικού συμβάντος ή της πολύπλοκης σύνθεσης των χωροχρονικών συμβάντων… Απλοποιημένα, αυτή είναι η διαδικασία.

Οι αρχαίοι φιλόσοφοι κατανοούσαν αυτή την γενική αρχή αρκετά καλά ώστε να δηλώσουν ότι η λέξη «βλέπω» είναι μία λανθασμένη έκφραση και ότι η σωστή είναι «είδα». Υπάρχει πάντοτε χρόνος –όσο απειροελάχιστος κι αν είναι– που μεσολαβεί μεταξύ της κρούσης του σήματος στο μάτι μας και της αντίληψης ή «εικόνας» (ή «είδησης») στον εγκέφαλό μας. Σ’ αυτό το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, ο εγκέφαλος επιβάλλει σχήμα, μορφή, χρώμα, νόημα, και πάρα πολλά άλλα, στο σήμα.

Όταν λαμβάνουμε πληροφορίες από το περιβάλλον μας, δεν είναι ούτε καλές ούτε κακές, ούτε χρήσιμες ούτε άχρηστες, ούτε σωστές ούτε λανθασμένες, ούτε αληθινές ούτε ψεύτικες, μέχρι να ξεκαθαρίσουμε την στενή σχέση μας με αυτές. Ο εγκέφαλος έχει γνώμη για τα πάντα, αλλά δεν μας ενημερώνει για αυτήν, μας την παρουσιάζει συνδυασμένη με τις εικόνες. Η γνώμη του είναι η πραγματικότητά μας, κι αυτό λέγεται «εικονική πραγματικότητα». Ζούμε μέσα σε μία καθημερινότητα «περιορισμένης ορατότητας», κατασκευασμένη από ένα αντιληπτικό σύστημα «εικονικής ορατότητας».

Το αόρατο δεν είναι τίποτε άλλο από το απαράδεκτο για το κοινωνικό μας σύστημα, από το σπάνιο ή παρεξηγημένο από τις αισθήσεις μας, από το άγνωστο για τον νου μας.

Αν αυτό που δεν το βλέπουμε, δεν υπάρχει, τότε αυτό που δεν γνωρίζουμε δεν μπορούμε να το αναγνωρίσουμε, αφού βλέπουμε και καταλαβαίνουμε αληθινά μονάχα ό,τι αναγνωρίζουμε. Το αγνώριστο είναι αόρατο.

Κάτι που θα είναι τελείως μα τελείως άγνωστο για το αντιληπτικό μας σύστημα αναγνώρισης, δεν θα μπορέσουμε να το συνθέσουμε σε μία λογική εικόνα, δεν θα το προσέξουμε, δεν θα το δούμε καν, θα είναι αόρατο. Για παράδειγμα, ένας εξωγήινος που θα είναι ολότελα «ξένος» για τη δική μας πραγματικότητα, θα κυκλοφορεί ανάμεσά μας τελείως αόρατος.

Πέρα από όλα αυτά, (τα οποία –κατά τη γνώμη μου– είναι σημαντικές επισημάνσεις για κάποιον που θέλει να προβληματιστεί σοβαρά πάνω στο ζήτημα), η αορατότητα είναι δεδομένη στον κόσμο μας. Δεν μπορούμε να δούμε την ενέργεια. Δεν μπορούμε να δούμε τον αέρα, τον άνεμο, τον ηλεκτρισμό. Δεν μπορούμε να δούμε τον χρόνο, τα συναισθήματα, την εντροπία, αμέτρητα άλλα πράγματα, ακόμη και την ίδια την κατασκευαστική δομή του κόσμου μας. Όλα αυτά μπορούμε να τα αντιληφθούμε μονάχα από τις επιδράσεις τους σε άλλα πράγματα, μπορούμε να δούμε μόνο τα αποτελέσματα τους πάνω στο περιβάλλον μας, (π.χ. να «δούμε» τον άνεμο επειδή λικνίζει τα κλαδιά των δέντρων ή θροΐζει τα φυλλώματα τους. Σ’ αυτό, χρησιμοποιούμε μία «εσωτερική» όραση, μία «συμπερασματική» όραση).

Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, συχνά μπορούν να γίνουν «ορατά» σ’ εμάς και πολλά μυστηριώδη και αόρατα πράγματα και όντα, από τις επιδράσεις τους πάνω σε άλλα πράγματα και όντα (και ουσιαστικά, αυτή είναι η κοινώς αποδεκτή κοσμοθέαση που επικρατούσε για χιλιάδες χρόνια στην ανθρωπότητα. Δείτε για παράδειγμα τον τρόπο με τον οποίο γίνονταν ορατοί οι αόρατοι «θεοί» κατά την αρχαιότητα).

Τα περισσότερα μεγέθη στο Σύμπαν μας είναι αόρατα, από τις περισσότερες διαβαθμίσεις του μικροσκοπικού μέχρι τις περισσότερες διαβαθμίσεις του τεράστιου, ακόμη και τα περισσότερα μεγέθη αποστάσεων είναι αόρατα. Επίσης, στην καθημερινή μας ζωή, το αόρατο εναλλάσσεται συνεχώς με το ορατό, αφού, για παράδειγμα, δεν μπορούμε να δούμε μέσα από τους τοίχους. Στα όνειρά μας βιώνουμε μία πραγματικότητα αόρατη από όλους τους άλλους, συνήθως αόρατη και από τον ίδιο μας τον συνειδητό εαυτό. Η ίδια μας η ψυχή είναι αόρατη για εμάς τους ίδιους, και γίνεται ορατή μόνο με τους τρόπους της ψυχεδέλειας (μια όμορφη λέξη που σημαίνει «φανέρωση της ψυχής»).

Ξέρουμε ήδη ότι η φύση χρησιμοποιεί τον δικό της τρόπο αορατότητας: το καμουφλάζ. Αν κάποιος έχει δοκιμάσει να δει μία καφετιά πεταλούδα στο έδαφος, πάνω σε ένα στρώμα από πεσμένα φθινοπωρινά φύλλα, αναγνωρίζει έναν απ’ αυτούς τους φυσικούς τρόπους αορατότητας: δεν την έχει δει. Οι ικανότητες αορατότητας του χαμαιλέοντα είναι πολλές και αξιοσημείωτες, το ίδιο και πολλών ψαριών, κάποια από τα οποία μάλιστα φτάνουν στο σημείο να είναι διπλά αόρατα, αόρατα για κάποιον που τα κοιτά από την επιφάνεια, καθώς εξομοιώνουν τον βυθό στο πάνω μέρος τους, και αόρατα για κάποιον που τα κοιτά από τον βυθό, καθώς εξομοιώνουν την επιφάνεια της θάλασσας στο κάτω μέρος τους.

Η διαφάνεια, επίσης, ως ιδιότητα, είναι συγγενική της αορατότητας. Διαφανή υλικά και διαφανή όντα, συχνά είναι τελείως αόρατα για το μάτι. Η φύση κάνει τα πάντα για να ξεγελάσει τις αισθήσεις: στη βάση της είναι αφοσιωμένη στη δημιουργία παραισθήσεων και ψευδών εντυπώσεων. Βλέπετε, εκτός από τη φυσική αίσθηση υπάρχει και η φυσική παραίσθηση. («Το φυσικό είναι το τεχνητό της φύσης», έλεγε ο Brion Gysin).

Κάποιος που θα καταδυθεί στο βυθό αυτών των ζητημάτων, θα ανακαλύψει πως τελικά δεν είναι καθόλου ξεκάθαρο αν η «αορατότητα» έγκειται στον παρατηρητή ή στο παρατηρήσιμο αντικείμενο. Άραγε, πρόκειται για μια αδυναμία του παρατηρητή ή για μία δυνατότητα/ιδιότητα του παρατηρήσιμου αντικειμένου;

Όταν ο Αόρατος Άνθρωπος του H. G. Wells, ξετύλιγε τους επιδέσμους γύρω από το κεφάλι του για να αποκαλυφθεί το κενό από κάτω τους, άραγε αυτό συνέβαινε γιατί ο ίδιος είχε επιτύχει την αορατότητα –μια ανήκουστη ιδιότητα– ή γιατί εμείς δεν μπορούσαμε να τον δούμε;

Σύμφωνα με τον Marshal MacLuhan, προεκτείνουμε τον εαυτό μας μέσα από την τεχνολογία και τα media. Το φτυάρι προεκτείνει το χέρι μας δημιουργώντας μία νέα τεχνητή άρθρωση στη γροθιά μας, το τηλέφωνο προεκτείνει το αυτί μας, το αυτοκίνητο προεκτείνει τη σεξουαλικότητά μας. Ο σύγχρονος άνθρωπος προεκτείνει το μάτι του με μια συσκευή που λέγεται «τηλεόραση» (μια λέξη που σημαίνει «μακρινή όραση»). Κάποιος που δεν έχει εμφανιστεί ποτέ στην τηλεόραση είναι «τηλεαόρατος», κάτι που μας έχει αποκρυφτεί και δεν έχει παρουσιαστεί ποτέ στην τηλεόραση, είναι «τηλεαόρατο», (αυτή η κατάσταση πληροφοριακής ανυπαρξίας λέγεται τηλεαορατότητα).

Υπάρχουν αόρατα όντα γύρω μας;

Γιατί να πιστεύουμε ότι είμαστε –εμείς και τα άλλα πλάσματα που εμείς παρατηρούμε– οι μόνες οντολογικές ιεραρχίες αυτο-συντηρούμενης αυτόματης τάξης σε μορφή οργανισμών, που έχουν αποκτήσει συνείδηση; Μπορεί να υπάρχουν μορφές ζωής που δεν βασίζονται στη χημεία, στα άτομα, ή ακόμη και μορφές ζωής που δεν είναι εστιασμένες σε ένα συγκεκριμένο σημείο στο Χώρο και στο Χρόνο. Είναι πιο πιθανό οι ιεραρχίες των οντοτήτων να συνεχίζουν ακόμη πιο μακριά προς τα πάνω και προς τα κάτω στις διαστάσεις, πέρα από τις ορατές διαστάσεις που εμείς αντιλαμβανόμαστε, παρά να μη συμβαίνει αυτό.

Ακόμη και το ίδιο το Σύμπαν μέσα στο οποίο ζούμε, μπορεί να ιδωθεί ως μία αόρατη ζωντανή οντότητα, κινούμενη και εξελισσόμενη, κι εμείς να μην είμαστε παρά απλώς μικρά τμήματα αυτής της εξέλιξης, αυτού του υπερ-οργανισμού. Το Σύμπαν μπορεί να είναι –κι αυτό κατά τη γνώμη μου είναι το πιο πιθανό– μία αόρατη πολυδιαστασιακή υπερ-οντότητα.

Και μπορεί να υπάρχουν άλλα τμήματα αυτής της εξελικτικής διαδικασίας, που ξεφεύγουν της περιορισμένης –και «χαμηλής», λόγω θέσης– όρασης, παρατήρησης και εποπτείας μας. Είναι πιο πιθανό να συμβαίνει αυτό, παρά να μη συμβαίνει. Οι οντότητες που θα κατοικούν στους χωροχρόνους που περιγράφονται ως άλλα τμήματα της συμπαντικής εξελικτικής διαδικασίας, ή ακόμη και αυτής του ίδιου μας του κόσμου, θα είναι τελείως ξένες για τον τρόπο αντίληψης και σκέψης μας, αόρατες από εμάς, αγνώριστες, μη-ανιχνεύσιμες…

Η κρίσιμη ερώτηση είναι: μπορεί ένας άνθρωπος να επιτύχει την αορατότητα;

Η απάντηση είναι: ναι.

Αφού υπάρχουν τεχνικές που μπορούν να φέρουν κάποιον ένα βήμα πριν την ουσιαστική αορατότητα, που μπορούν να καθιστούν κάποιον αόρατο για τους υπόλοιπους. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με: επιτηδευμένο καμουφλάζ, ειδική εκπαίδευση και τεχνικές stealth, χειρισμό της αντιληπτικής ικανότητας του νου του παρατηρητή, έντεχνη δημιουργία παραισθήσεων και ψευδαισθήσεων, καθρέφτες, ειδικά ηλεκτρονικά μέσα, ειδικά κατασκευασμένα ενδύματα, σαμανικές και «μαγικές» τεχνικές, ειδικούς τρόπους απαρατήρητης κίνησης μέσα στο πλήθος, ηλεκτρομαγνητικά πεδία, οχήματα και σκάφη που γίνονται αόρατα για το μάτι και ακόμη και για τα ραντάρ, ειδικές χημικές ουσίες επάλειψης επιφανειών και σωμάτων, χειρισμούς της επιλεκτικής προσοχής του εγκεφάλου του παρατηρητή, ολογράμματα, συστήματα virtual reality, αλλά και, επιπλέον, με ένα σωρό αμφιλεγόμενους εκκεντρικούς θεωρητικούς τρόπους (που τελικά ίσως να λειτουργούν πρακτικά για κάποιον και όχι για όλους, ακόμη και τελείως υποκειμενικά) που όμως επίσης παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον.

Έτσι κι αλλιώς, το να είναι κανείς αόρατος, αποτελεί την ύστατη φαντασίωση. Μελέτες ψυχολόγων έχουν καταδείξει στατιστικά ότι η αορατότητα είναι η πιο δημοφιλής φαντασίωση των ανθρώπων, (και ακολουθεί το να μπορείς να πετάς, και το να έχεις όποιον σεξουαλικό σύντροφο επιθυμείς). Αν μπορείς να είσαι αόρατος, μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις, να μπαίνεις όπου θέλεις, να ακούς τι λένε οι άλλοι για σένα, να παίρνεις ό,τι θέλεις χωρίς να γίνεσαι αντιληπτός, να μαθαίνεις μυστικά, να βλέπεις όλα εκείνα που είναι απαγορευμένα για τα μάτια σου, να είσαι ανίκητος στη μάχη, να παίζεις όλων των ειδών τα παιχνίδια, να διασκεδάζεις κάνοντας φάρσες: δεν υπάρχει όριο για σένα αν είσαι αόρατος. Έτσι, η αορατότητα είναι ψυχολογικά ταυτισμένη με την απόλυτη ελευθερία.

Κατ’ επέκταση, η αορατότητα έχει ταξιδεύσει από τα όνειρα των ανθρώπων ως τα βιβλία, και πολλές σκέψεις πάνω σ’ αυτό το ζήτημα, μας τις έχει χαρίσει η φανταστική λογοτεχνία. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έχουν γραφτεί και πάρα πολλά γοητευτικές μελέτες και δοκίμια, που εξερευνούν το παράξενο ζήτημα της αορατότητας, ενώ δεν είναι πολύ γνωστό ότι έχει γίνει και ένας πολύ μεγάλος αριθμός επιστημονικών πειραμάτων (παρ’ όλα αυτά, η επιστημονική βιβλιογραφία πάνω στο ζήτημα είναι εξαιρετικά σπάνια, και δεν θα υπερέβαλλα αν την χαρακτήριζα «απαγορευμένη»).

Τα περισσότερα αέρια είναι αόρατα, το ίδιο και αρκετά υγρά, ακόμη και μερικά στερεά μπορούν να είναι αόρατα κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες ή περιστάσεις. Δεν είχα ποτέ την πολυτέλεια να ψάξω για ένα μεγάλο διαμάντι μέσα σε μία πισίνα (που είναι το ίδιο με το να ψάχνεις για το τίποτα), αλλά έχω ψάξει για ένα φακό επαφής μέσα σε μια μπανιέρα με νερό, κι έτσι έχω πάρει τουλάχιστον μία γεύση της αναζήτησης του αόρατου.

Άλλωστε, πολλοί από εμάς έχουν δει κάποιους εργάτες να μεταφέρουν ένα μεγάλο τζάμι που κανείς μας δεν το έβλεπε: όταν το γυαλί είναι πολύ καθαρό ή διαθέτει μια αντι-ανακλαστική στρώση, είναι αόρατο σαν τον αέρα (άλλωστε και οι διαφημίσεις των υγρών καθαρισμού για τζάμια, υποστηρίζουν ότι «τα κάνει αόρατα»). Επίσης, οι ιδέες, τα συναισθήματα, όλα τα νοητικά πράγματα, είναι αόρατα. Τέλος, πολλά όντα της φύσης μπορούν –με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο– να γίνονται αόρατα. Το ίδιο το πνεύμα μου που γράφει αυτές τις γραμμές, είναι αόρατο.

Όμως, μπορεί ένας άνθρωπος να γίνει αόρατος;

Στη νουβέλα The Invisible Man (Ο Αόρατος Άνθρωπος) του H. G. Wells, ο ήρωας δεν είχε παρά να εφεύρει και να πιει ένα ελιξίριο αορατότητας, το οποίο δίνει στο σώμα του τις ίδιες οπτικές ιδιότητες που έχει ο αέρας, κι έτσι γίνεται αόρατος. Όμως, δυστυχώς ή ευτυχώς, αυτό μάλλον δεν είναι δυνατόν να συμβεί έξω από τις σελίδες της φανταστικής λογοτεχνίας, και είναι εύκολο να εξηγήσουμε γιατί: Η μόνη ρεαλιστική και ουσιαστική μορφή αορατότητας, η μόνη που μπορεί να γίνει αποδεκτή επιστημονικά, είναι η διαφάνεια. Ένα διαφανές σώμα είναι ένα αόρατο σώμα. Αν θα μπορούσε ένας άνθρωπος να γίνει τελείως διαφανής, θα ήταν ο αόρατος άνθρωπος.

Η διαφάνεια είναι μια πολύ ασυνήθιστη ιδιότητα κάποιων λιγοστών ουσιών, η οποία προκύπτει από την εσωτερική διάταξη των ατόμων τους. Αν τα άτομά τους ήταν τακτοποιημένα διαφορετικά, δεν θα ήταν πια διαφανείς, αλλά και δεν θα ήταν πια οι ίδιες ουσίες. Δεν μπορείς να πάρεις μια ουσία και να την αναγκάσεις να γίνει διαφανής, τουλάχιστον όχι χωρίς να τη μεταλλάξεις ολοκληρωτικά. Αλλά ακόμη κι αν το πετύχαινες ομαλά σε μία ιδιαίτερη και συγκεκριμένη περίπτωση, δεν θα είχες ανακαλύψει τον τρόπο να κάνεις έναν άνθρωπο διαφανή και άρα αόρατο, διότι υπάρχουν κυριολεκτικά τρισεκατομμύρια ξεχωριστά και απίστευτα πολύπλοκα χημικά στοιχεία και ουσίες στο ανθρώπινο σώμα.

Επιπλέον, οι βασικές λειτουργίες πολλών χημικών στοιχείων και ουσιών, βασίζονται ακριβώς στο γεγονός ότι δεν είναι διαφανείς. Για παράδειγμα, οι φωτοευαίσθητες χημικές ουσίες που βρίσκονται στο πίσω μέρος των ματιών μας, από τις οποίες εξαρτάται η όρασή μας, αν γίνονταν διαφανείς δεν θα παγίδευαν πλέον το φως, κι έτσι δεν θα μπορούσαμε να δούμε. Αν η σάρκα μας γινόταν διαφανής, τα μάτια μας δεν θα μπορούσαν πλέον να λειτουργήσουν, αφού θα πλημμύριζαν από ακτινοβολία. Για τον ίδιο λόγο, δεν μπορείς να φτιάξεις μία φωτογραφική κάμερα από καθαρό γυαλί.

Ο άνθρωπος που θα ανακάλυπτε ένα ελιξίριο που με κάποιον τελείως παράδοξο τρόπο θα έκανε το σώμα του διαφανές, θα ήταν ένας τυφλός αόρατος άνθρωπος. Επιπλέον, θα ήταν ένας νεκρός τυφλός αόρατος άνθρωπος, αφού οι αμέτρητες βιοχημικές αντιδράσεις του ανθρωπίνου σώματος, από τις οποίες εξαρτάται η ζωή, θα έχαναν όλη την ισορροπία τους ή θα έπαυαν τελείως, αν τα μόρια που συμμετείχαν σε αυτές ξαφνικά γινόντουσαν διαφανή.

Έτσι, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει μία χημική ουσία ή ένα φάρμακο διαφάνειας, ένα ελιξίριο αορατότητας (όπως αυτό στην νουβέλα του Wells), αλλά ακόμη κι αν θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει κάτι ανάλογο, ο άνθρωπος που θα το δοκίμαζε απλώς θα αυτοκτονούσε και το μόνο που θα πετύχαινε θα ήταν να είναι αόρατος στην κηδεία του…

Λοιπόν, αν δεν μπορεί κανείς να βρει κάποιο από εκείνα τα μαγικά αντικείμενα των θρύλων που σου δίνουν την ικανότητα να γίνεσαι αόρατος, αν δεν μπορεί να αποκτήσει το Tarnkappe, εκείνον τον μαγικό μανδύα των Νορβηγών Βίκινγκς που έκανε αόρατο όποιον τον φορούσε, ή τα δαχτυλίδια του Fulla και της Luned των κελτικών θρύλων, ή έστω το μαγικό tartan του Βασιλιά Αρθούρου, την περικεφαλαία του Άδη ή την εύνοια του αόρατου ματιού του Ώρου (ή, τέλος πάντων, τη φαντασία του H. G. Wells), αν δεν μπορεί κανείς να αποκτήσει κάτι από όλα αυτά για να γίνει αόρατος, μπορεί έστω να υπολογίζει στην πιθανότητα να μην τον προσέξουν και να περάσει απαρατήρητος.

Αν έχουν δίκιο όλοι εκείνοι οι παράξενοι άνθρωποι που έχουν ασχοληθεί με το ζήτημα, η αορατότητα μπορεί να επιτευχθεί σταδιακά:

Πρώτα κάποιος μαθαίνει πώς να περνά απαρατήρητος μέσα από το πλήθος, πώς να μιμείται, να καμουφλάρεται, πώς να γίνεται ένα με τις κινήσεις των υπολοίπων σε μία κοσμοσυρροή, πώς να κινείται με συγκεκριμένους τρόπους και βαδίσματα. Έπειτα, μαθαίνει κανείς πώς να περνά πολύ γρήγορα κάτω από το προσεκτικό βλέμμα των φρουρών και όλων εκείνων που η δουλειά τους είναι να εξετάζουν στενά τους πάντες.

Έπειτα, κάποιος μαθαίνει πώς να στέκεται τελείως ακίνητος σε συγκεκριμένα σημεία και να γίνεται ένα με τις σκιές της νύχτας, ή πώς να καταφέρνει να εξομοιώνει ένα άψυχο αντικείμενο το οποίο όλοι θα εκλάβουν ως δεδομένο, ως στοιχείο του περιβάλλοντος και όχι ως άνθρωπο.

Έπειτα, μαθαίνει κανείς το χειρισμό των οπτικών πεδίων, των συντεταγμένων του χώρου, και των λεγόμενων «σημείων αορατότητας» ή «τυφλών σημείων» (blind spots), εκεί που οι παρατηρητές δεν μπορούν να τον δουν, αφού μαθαίνει πώς να εκμεταλλεύεται τη γεωμετρία του χώρου και το οπτικό πεδίο των παρατηρητών. Τέλος, είναι δυνατόν, αν είναι ιδιαίτερα επίμονος και χαρισματικός, να μάθει κάποιος την τέχνη παραγωγής νεφών ή σκιών, δηλαδή πώς να παράγει σκοτάδι γύρω του ή πώς να καλύπτεται μέσα σε ένα σύννεφο θολούρας το οποίο δημιουργεί ο ίδιος με τα χέρια του!

Μια θρυλική τεχνική αορατότητας είναι εκείνη που προκαλεί μία «νοητική σύγχυση» στον παρατηρητή, με αποτέλεσμα εκείνος που εφαρμόζει την τεχνική να περνά τελείως απαρατήρητος ή να περνά για κάποιος άλλος. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με ένα είδος «νοητικής ομίχλης» που εκπέμπεται στο νου του παρατηρητή με διάφορα τρικ υποβολής, άμεσα ή έμμεσα.

Αυτά μάλλον εκμεταλλεύονται το γεγονός ότι ο εγκέφαλος συνήθως δεν επιθυμεί να επεξεργαστεί οτιδήποτε που δεν ταιριάζει άμεσα με τη δεδομένη κοσμοθέαση της πραγματικότητας του παρατηρητή, όπως μία εξαιρετικά πολύπλοκη ή χαοτική εικόνα. Όταν το μάτι κοιτά σε μια τέτοια περιοχή του οπτικού πεδίου, με αυτόματη εντολή του εγκεφάλου θα προσπεράσει την υπερ-πολύπλοκη εικόνα, αναζητώντας μια πιο οικεία οπτική περιοχή που δεν θα απαιτεί τόσο υψηλό βαθμό επεξεργαστικής ανάλυσης (ο εγκέφαλος διαθέτει ένα αυτόματο σύστημα για την εξοικονόμηση ενέργειας, το οποίο άλλωστε ευθύνεται και για το φαινόμενο της ύπνωσης).

Ένα σύνηθες παράδειγμα που κατατίθεται για αυτό το φαινόμενο, είναι ότι οι Ινδιάνοι δεν μπορούσαν να δουν τα πρώτα ισπανικά πλοία που ήταν ξεκάθαρα ορατά στις ακτές του Νέου Κόσμου, και μόνο όταν κάποιοι άλλοι τους εξήγησαν τι ήταν αυτό που έβλεπαν, μπόρεσαν να δουν την πραγματικότητα. Ένα άλλο παράδειγμα, πιο έγκυρο από το προηγούμενο, υποδεικνύει καλύτερα αυτήν την «εξοικονόμηση ενέργειας» του συστήματος επεξεργασίας του εγκεφάλου:

Αν βρίσκεσαι μπροστά σε 200 ανθρώπους, από τους οποίους οι 199 φορούν όλοι από ένα ψάθινο καπέλο, χαμογελούν και κρατούν από μία πάπια, ενώ ο 200ός δεν φορά καπέλο, είναι θλιμμένος και κρατάει ένα πολυβόλο, καθώς θα κοιτάς αυτό το πλήθος, το πιθανότερο είναι ότι αυτός ο τελευταίος θα είναι για σένα αόρατος. Ο εγκέφαλός σου δεν θα μπει στον κόπο να τους εξετάσει όλους έναν-έναν και να επεξεργαστεί το κάθε στοιχείο της πολύπλοκης εικόνας, εφόσον έχει διαπιστώσει ότι το κάθε στοιχείο είναι όμοιο με όλα τα υπόλοιπα, αντίθετα θα σου παρουσιάσει μία γενική εικόνα της κατάστασης, που φυσικά δεν θα συμπεριλαμβάνει την εξαίρεση…

Αναζητώντας περισσότερες πληροφορίες για την τεχνική αορατότητας που προκαλεί μία «νοητική σύγχυση» στον παρατηρητή, έπεσα πάνω σε κάποιες αναφορές σε ένα σπάνιο βιβλίο που διηγείται την ιστορία του Ρώσου ερευνητή της παραψυχολογίας, Grigori Vasiliev. Ο Vasiliev μιλά για το πώς έδωσε ένα λευκό κομμάτι χαρτί στον ταμία μίας τράπεζας κι εκείνος του πλήρωσε χίλια ρούβλια. O Vasiliev εξηγεί ότι πρόβαλε στο νου του ταμία την εικόνα ότι το λευκό χαρτί ήταν μία επιταγή με το ποσό των χιλίων ρουβλιών, (και προσθέτει ότι τα χρήματα επιστράφηκαν στον ταμία αφότου μάρτυρες επιβεβαίωσαν την επιτυχία του πειράματος).

Ένα άλλο πείραμα του Vasiliev βασίστηκε σε ένα στοίχημα που ο ίδιος έβαλε μαζί με τον Στάλιν:

Ο Vasiliev και οι συνεργάτες του ήθελαν να ιδρύσουν ένα ερευνητικό ινστιτούτο παραψυχολογίας χρηματοδοτημένο από το κράτος, αλλά πολλοί Ρώσοι επιστήμονες δεν αποδέχονταν τις παραψυχολογικές έρευνες και προσπαθούσαν να εμποδίσουν την ίδρυση του ινστιτούτου, σαμποτάροντας την έγκριση από το κράτος και δυσφημώντας τον Vasiliev στον Στάλιν.

Ο Στάλιν, τότε, ζήτησε να συναντηθεί με τον Vasiliev για να κρίνει από μόνος του. Κατά τη συνάντησή τους, ο Vasiliev έβαλε ένα στοίχημα με τον Στάλιν: αν κατάφερνε να εμφανιστεί από το πουθενά μέσα στο προσωπικό γραφείο του Στάλιν, ακριβώς στις οκτώ το βράδυ μιας προσυμφωνημένης ημέρας, τότε ο Στάλιν θα συμφωνούσε να ιδρύσει ένα ινστιτούτο παραψυχολογικών ερευνών. Ο Στάλιν πάντοτε φρουρούταν πάρα πολύ καλά, ακόμη και στο σπίτι του, κι έτσι ήταν βέβαιος ότι δεν θα μπορούσε κάποιος να μπει απρόσκλητος στο ιδιαίτερο γραφείο του, άρα ήταν επίσης βέβαιος ότι θα κέρδιζε το στοίχημα, ο Vasiliev δεν θα μπορούσε να εμφανιστεί εκεί, εκτός αν μπορούσε να γίνει αόρατος…

Την προκαθορισμένη νύχτα, ο Στάλιν καθόταν μπροστά στο τζάκι του και διάβαζε ένα βιβλίο. Όταν το ρολόι χτύπησε οκτώ, άκουσε κάποιον να ξεροβήχει, ανασήκωσε το βλέμμα του ξαφνιασμένος και είδε τον Vasiliev να κάθεται στην πολυθρόνα απέναντί του! Ο Στάλιν κάλεσε αμέσως τους φρουρούς και απαίτησε να μάθει πως ήταν δυνατόν να έχει περάσει ο Vasiliev χωρίς να τον εμποδίσουν. Όλοι τους αρνήθηκαν ότι τον είχαν δει εκείνο το βράδυ.

Τελικά, λίγο πριν ο Στάλιν αρχίσει να μοιράζει θανατικές ποινές σε όλους τους φρουρούς του, ο Vasiliev εξήγησε ότι είχε προβάλει στον νου των φρουρών την εικόνα ενός από τους πιο έμπιστους συμβούλους του Στάλιν, καθώς περνούσε από ανάμεσά τους ανενόχλητος. Εκείνος ο σύμβουλος είχε τόσο υψηλό αξίωμα, που του επιτρεπόταν να έρχεται και να φεύγει χωρίς να τον ελέγχουν οι στρατιώτες. Σ’ αυτό το σημείο, ο Στάλιν πείστηκε για τη μεγάλη χρησιμότητα των παραψυχολογικών ερευνών και δέχθηκε να χρηματοδοτήσει τις τόσο αποτελεσματικές ρωσικές έρευνες στην παραψυχολογία.

Αυτή η ιστορία, αποτελεί το παρασκήνιο της ίδρυσης του παγκοσμίως γνωστού Σοβιετικού Ινστιτούτου Παραψυχολογικών Ερευνών, που –αν δεν κάνω λάθος– ήταν το πρώτο στον κόσμο με κρατική έγκριση και χρηματοδότηση (πολλές από τις εργασίες του οποίου εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο οι σοβιετικές μυστικές υπηρεσίες, αναγκάζοντας τις αντίστοιχες αμερικανικές να τις μιμηθούν).

Ένα πολύ σπάνιο βιβλίο –ίσως το πιο θρυλικό που μπορεί να εντοπίσει κανείς– στο οποίο θα έλεγε κανείς ότι περιέχονται «New Age» τεχνικές αορατότητας, είναι το Invisibility: Mastering the Art of Vanishing (Αορατότητα: Κατακτώντας την Τέχνη της Εξαφάνισης) του Steve Richards (AquArt of Vanishingarian Press, 1982).

Παρ’ όλο που το βιβλίο αυτό είναι εξαιρετικά δημοφιλές στους χώρους του Παράξενου, παραδόξως είναι εξαντλημένο και είναι πολύ δύσκολο να το βρει κανείς, εκτός κι αν έχει την διάθεση να πληρώσει ένα αρκετά μεγάλο χρηματικό ποσό στην περίπτωση που εντοπίσει ένα μεταχειρισμένο αντίτυπο. Κανείς δεν ξέρει ποιος είναι ο συγγραφέας του, το όνομα Steve Richards είναι ψευδώνυμο, και το μόνο που κατάφερα να μάθω γι’ αυτόν είναι ότι είναι Αμερικανός και κατοικεί στο Ντάλας του Τέξας, κι ότι ο ίδιος έχει ισχυριστεί στους εκδότες του ότι διατηρεί μυστική την ταυτότητά του διότι προδίδει μυστικά αορατότητας τα οποία διδάχθηκε ως μυημένος σε κάποια αποκρυφιστικά τάγματα…

Από αυτό το βιβλίο προέρχεται η τεχνική της πρόκλησης «νοητικής σύγχυσης» στον παρατηρητή, έτσι ώστε να καθιστά αόρατο αυτόν που την εφαρμόζει για τον παρατηρητή. O Steve Richards, επίσης, μεταξύ άλλων παράδοξων τεχνικών, περιγράφει τεχνικές τόσο έντονης αυτοσυγκέντρωσης που μπορούν να φτάσουν στο σημείο να μην είναι άμεσα παρατηρήσιμος αυτός που τις εφαρμόζει, ακόμη και για ένα ολόκληρο πλήθος, ενώ από το βιβλίο του αυτό (που σήμερα είναι cult στους underground κύκλους) προέρχεται και η πολυσυζητημένη τεχνική της δημιουργίας ενός σύννεφου σύγχυσης («cloud of confusion») στην αντίληψη των παρατηρητών, που, όπως ισχυρίζεται ο συγγραφέας, μπορεί να φτάσει και στο σημείο να δημιουργηθεί ένα υλικό σύννεφο το οποίο να περιτυλίξει τον πειραματιστή καθιστώντας τον αόρατο, οπότε και θα μπορεί πλέον να εισέλθει σε εκείνο το στάδιο μύησης που απαιτείται για να δημιουργεί σκοτάδι γύρω του, σκιές που να τον περιβάλλουν, και ουσιαστικά να εξαφανίζεται κανονικά μπροστά στα μάτια των ανίδεων παρατηρητών.

Οι –ουσιαστικά μαγικές– τεχνικές αυτές δεν είναι σε καμία περίπτωση σύγχρονες, και φυσικά δεν αποτελούν πρωτότυπη γνώση κανενός από τους θιασώτες του δυτικού «New Age», αφού εφαρμόζονταν με διαφορετικό πνεύμα πριν από χιλιάδες χρόνια, και οι περισσότερες είναι ανατολικής προέλευσης.

Οι Βέδες, τα ιερά κείμενα που σχηματίζουν τη βάση του Ινδουισμού, υποτίθεται ότι προέρχονται από τις διδασκαλίες των σοφών Rishis, και χρονολογούνται από το 1000 π.κ.ε. τουλάχιστον. Σε αυτά τα κείμενα βρίσκουμε λεπτομερείς περιγραφές των τελετών των Hindu ιερέων, που είναι σχεδόν πανομοιότυπες με τις μαγικές και σαμανιστικές πρακτικές των παλιών μάγων του δυτικού κόσμου.

Λίγο αργότερα στην ιστορία του Ινδουισμού, ανάμεσα στο 700 και στο 300 π.κ.ε. εμφανίζονται οι μυστικές μαγικές διδασκαλίες που φέρουν τον τίτλο Ουπανισάδες (Upanishads), οι οποίες έχουν γραφτεί για τους μαθητές των Ινδουιστών μυστών. Στις Ουπανισάδες υπάρχει ένα τμήμα που τιτλοφορείται Yogatattva, στο οποίο βρίσκουμε με πολλές λεπτομέρειες τη μυστική φιλοσοφία της θεωρίας και της πρακτικής για την κατάκτηση της ουσίας του Θεού. Η Raja-Yoga, που έχει βασιστεί πάνω σ’ αυτή τη μυστική φιλοσοφία, διδάσκει από το 300 π.Χ. ότι υπάρχουν κάποιες συγκεκριμένες υπερφυσικές δυνάμεις, που τις αποκαλούν Siddhas, οι οποίες κατακτούνται ως φυσικό επακόλουθο του ελέγχου του νου αλλά και του περιβάλλοντος, από τον μαθητή, και αποτελούν ενδείξεις βαθμίδων για την πνευματική του εξέλιξη.

Μία από αυτές τις Siddhas ήταν η ανθρώπινη αορατότητα.

Ο Patanjali, συγγραφέας του Yoga-Shutra –το οποίο είναι μία από τις πρώτες πραγματείες των αρχαίων ινδικών κειμένων– επιχειρεί να περιγράψει τη διαδικασία μέσω της οποίας επιτυγχάνεται η ανθρώπινη αορατότητα. Λέει ότι η αυτοσυγκέντρωση και ο διαλογισμός μπορούν να φτάσουν στο σημείο να κάνουν το ανθρώπινο σώμα του γιόγκι τελείως αόρατο για τους άλλους ανθρώπους, ο παρατηρητής δεν βλέπει τίποτε απολύτως (η άσκηση samyama). Αναφέρει ότι αυτό συμβαίνει είτε επειδή το σώμα αποκτά την ιδιότητα του αόρατου (με αποϋλοποίηση;) με τον βαθύτατο διαλογισμό, είτε επειδή με τη δυναμική αυτοσυγκέντρωση επιβάλλεται στο νου των παρατηρητών η εικόνα ενός σύννεφου ή μιας θολούρας στη θέση του παρατηρούμενου σώματος.

Αλλά, σε όλα αυτά τα κείμενα, δεν γράφεται ο ακριβής τρόπος εφαρμογής των τεχνικών αυτών. Η διαδικασία της ανθρώπινης αορατότητας ήταν απόκρυφη (και άρα απαγορευόταν να γραφτεί) και η διδασκαλία των τεχνικών ήταν προφορική, από τον δάσκαλο στο μαθητή. (Στο κενό που αφηνόταν σχετικά με την ακριβή διαδικασία, μπορούσαν πλέον να αυτοσχεδιάσουν διδασκαλίες οι σύγχρονοι γκουρού του «New Age»).

Ο Κορνήλιος Αγρίππας στο De Occulta Philosophia αναφέρεται σε κολλύρια που μπορεί ο μάγος να ρίξει πάνω στα μάτια των παρατηρητών κι έτσι να γίνει ο ίδιος αόρατος γι’ αυτούς, προκαλώντας ένα σύννεφο στην όραση τους, το οποίο παίρνει τη θέση του σώματος του μάγου στο οπτικό τους πεδίο. Στα πρώτα κείμενα της μυστικής Ροδοσταυρικής Αδελφότητας του 15ου αιώνα, υπάρχουν πολλές αναφορές στην αορατότητα, και στις δημοσιεύσεις των πρώτων ανώνυμων Ροδόσταυρων αδελφών συμπεριλαμβάνονται συγγράμματα για το «πώς να περπατάς αόρατος ανάμεσα στους ανθρώπους, τυλιγμένος με το σύννεφο των σοφών».

Ο H. Spencer Lewis, ο αμφιλεγόμενος ιδρυτής του νέο-ροδοσταυρικού τάγματος Ancient and Mystical Order Rosae Crucis στο Σαν Χοσέ της Καλιφόρνια, έχει γράψει ότι κάποιος μπορεί να αποκτήσει αορατότητα «με τη χρήση σύννεφων». Προσθέτει ότι μπορεί κανείς να «επικαλεστεί» σύννεφα ή σώματα ομίχλης από το αόρατο, για να περιτυλίξουν έναν άνθρωπο κι έτσι να τον αποκλείσουν από την όραση των άλλων.

Φυσικά, δεν περιγράφει την ακριβή τεχνική (και δεν γνωρίζουμε αν αυτές οι ροδοσταυρικές μαγικές τεχνικές ταυτίζονται με αυτές που περιγράφει στο σπάνιο βιβλίο του ο Steve Richards). Γενικά, η διαθέσιμη λογοτεχνία πάνω στο θέμα, υποστηρίζει ότι το «σύννεφο» είναι η βάση του ροδοσταυρικού μυστικού της αορατότητας.

Το θρυλικό Hermetic Order of the Golden Dawn (Ερμητικό Τάγμα της Χρυσής Αυγής) του 19ου αιώνα (μία decadent αδελφότητα ροδοσταυρικής προέλευσης), άφησε χειρόγραφα που περιγράφουν το Ritual of Invisibility (Τελετουργικό της Αορατότητας), στα οποία αναφέρεται ότι ο τελετουργός περιβάλλει τον εαυτό του με ένα «σάβανο», το οποίο περιγράφεται ότι «μοιάζει με ένα σύννεφο». Επίσης, λέγεται ότι η Μαντάμ Μπλαβάτσκυ, η ιδρύτρια της Θεοσοφικής Εταιρίας, ήταν μάρτυρας αυτής της συννεφο-αορατότητας και της παραδόθηκε το μυστικό της διαδικασίας, οπότε το εφάρμοσε και η ίδια σε πολλές περιπτώσεις μπροστά σε μάρτυρες.

Λοιπόν, τι είναι αυτό το «σύννεφο»;

Προφανώς πρόκειται για κάτι που είναι ανάμεσα στο κενό και στην ύλη, κάτι αόρατο για το ανθρώπινο μάτι αλλά παρ’ όλα αυτά υπαρκτό (;). Ένα ηλεκτρομαγνητικό πεδίο; Μία «Αύρα»; Μία αιθερική προβολή; Μια παραβολή, μια μυστικιστική αλληγορία; Ή μήπως μία παραίσθηση, μία υποβολή, ένα υπνωτιστικό τρικ;

Προσπαθώντας να μάθω περισσότερα γι’ αυτό το «σύννεφο αορατότητας» (που σύντομα μου θύμισε και το θρυλικό «Πείραμα της Φιλαδέλφειας», αλλά και το Cloak of Invisibility των Role Playing Games), έπεσα πάνω σε κάποιες πληροφορίες από κάποιους σχετικούς κύκλους ανθρώπων, που υποστήριζαν ότι η εξήγηση είναι η ακόλουθη:

«Η πρώτη μορφή στην οποία συγκεντρώνεται η πνευματική ουσία, προκαταρκτικά πριν από την υλοποίησή της, είναι τα ηλεκτρόνια. Όταν η πνευματική ουσία συγκεντρώνεται σε μικρά εστιακά σημεία ηλεκτρικών φορτίων, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, δημιουργούνται ηλεκτρόνια. Οι επιστήμονες αναφέρουν ότι ένα τέτοιο σύννεφο από ελεύθερα ηλεκτρόνια θα απορροφήσει κάθε φως που εισάγεται σε αυτό, και δεν θα ανακλάσει ούτε θα διαθλάσει τα κύματα του φωτός, ούτε τα κύματα του φωτός θα μπορούν να περάσουν μέσα από ένα ανθρώπινο ον, αν αυτό περιβάλλεται από ένα τέτοιο σύννεφο ελεύθερων ηλεκτρονίων. Έτσι, τα μάτια του παρατηρητή δεν βλέπουν τίποτε εκεί, και το άτομο που είναι περιτυλιγμένο από ένα τέτοιο σύννεφο, είναι αόρατο. Αφού το φως είναι απαραίτητο για την ανθρώπινη όραση, όταν δεν υπάρχει ανάκλαση ή διάθλαση κυμάτων φωτός να χτυπούν πάνω σε ένα πρόσωπο και έπειτα να χτυπούν πάνω στον αμφιβληστροειδή του ματιού του παρατηρητή, το πρόσωπο δεν είναι δυνατόν να ειδωθεί και δεν είναι ορατό υπό κανονικές συνθήκες…»

Εντάξει, αλλά πώς δημιουργείται ένα τέτοιο σύννεφο κατά βούληση; Η τεχνική υποτίθεται ότι αποτελεί καλά φυλαγμένο μυστικό συγκεκριμένων μυστικών εταιριών και ταγμάτων, κι έτσι το μυστήριο παραμένει άλυτο…

Ένας ειδικός υπνωτιστής μπορεί να υπνωτίσει ένα άτομο, και να το πείσει να μην βλέπει έναν συγκεκριμένο άνθρωπο. Τότε, για τον υπνωτισμένο, αυτός ο συγκεκριμένος άνθρωπος θα είναι αόρατος. Δεν θα τον βλέπει ακόμη κι αν εκείνος είναι μπροστά του σε πλήρη θέα. Ο υπνωτισμένος θα καταβάλει πολύ μεγάλη προσπάθεια για να εξηγήσει με άλλους τρόπους τη θέα του αόρατου ανθρώπου, ακόμη κι αν εκείνος επιχειρήσει να κάνει πολύ αισθητή την παρουσία του. Ο υπνωτισμένος μπορεί να περιπέσει σε κατάσταση κανονικού σοκ, αν, για παράδειγμα, δει αυτό που εκείνος πιστεύει ότι είναι μία πολυθρόνα και ένα τραπεζάκι να κινούνται νευρικά ολόγυρά του στο δωμάτιο μιλώντας με ανθρώπινη φωνή…

Τέτοια υπνωτιστικά πειράματα αορατότητας έχουν κινηματογραφηθεί, και είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακά. Και υπενθυμίζω το γεγονός ότι ένας άνθρωπος μπορεί να υπνωτιστεί και παρά τη θέλησή του, και να είναι τελείως ανίδεος για το τι ακριβώς συμβαίνει…

Υπάρχει ένα ειδικό γυάλινο κουτί, σε μέγεθος και σχήμα φέρετρου, που αποτελείται από πρίσματα που αντανακλούν το εξωτερικό περιβάλλον γύρω τους, ενώ το εσωτερικό του είναι άδειο, μέσα στο οποίο ένας άνθρωπος μπορεί να κρυφτεί και να είναι αόρατος για τους θεατές. Με τις κατάλληλες συνθήκες φωτισμού, ο παρατηρητής δεν βλέπει τίποτε, ούτε κουτί, ούτε άνθρωπο, ενώ με την καλύτερη δυνατή παρατήρηση και φωτισμό, βλέπει ένα άδειο γυάλινο μπαούλο ή ενυδρείο. (Αυτή είναι μια πολύ χρήσιμη κατασκευή για κατασκόπους και για λαθρέμπορους).

Υπάρχει και η ηλεκτρονική εκδοχή του πρισματικού φέρετρου. Φανταστείτε έναν άνθρωπο ανάμεσα από ένα «σάντουιτς» καμουφλαρισμένων τηλεοπτικών οθονών και καμερών, καθώς η κάθε μια από τις οθόνες δείχνει το σημείο του περιβάλλοντος που κινηματογραφεί η απέναντι απ’ αυτήν κάμερα. Για έναν παρατηρητή που θα είναι ακίνητος σε ένα σημείο μέσα στο χώρο (αφού αν μετακινηθεί θα αντιληφθεί ότι κάτι δεν πάει καλά), ο κρυμμένος άνθρωπος θα είναι αόρατος, αφού θα στέκει μέσα σε ένα virtual κρησφύγετο το οποίο θα παρουσιάζει μία κατάσταση «ηλεκτρονικής διαφάνειας».

Υπάρχει και η δονητική αορατότητα, όλοι ξέρουμε πως ο έλικας ενός ηλεκτρικού ανεμιστήρα εξαφανίζεται από τα μάτια μας μόλις βάλουμε μπροστά το μοτέρ. Αν όλα τα άτομα του σώματος μας μπορούσαν να δονηθούν σε μια πολύ υψηλή συχνότητα, θα γινόμασταν με τον ίδιο τρόπο αόρατοι. Αλλά, αν καταφέρναμε κάτι τέτοιο, επειδή η υψηλή δόνηση σημαίνει και υψηλή θερμότητα, θα γινόμασταν ψητοί καθώς θα ήμασταν αόρατοι και δεν θα μπορούσε και κανείς να μας δει για να μας βοηθήσει και να μας σβήσει…

Υπάρχουν πολλοί τρόποι –είτε ασφαλείς είτε εξαιρετικά επικίνδυνοι– για να εξαφανιστούμε από την αντιληπτική πραγματικότητα των υπόλοιπων ανθρώπων, να χαθούμε από τον κόσμο μας. Ίσως μάλιστα να καταφέρουμε να χάσουμε και τον εαυτό μας…

Άλλωστε, όλοι έχουμε προσέξει την τάση που έχουμε μερικές φορές στο να χάνουμε πράγματα μέσα στο σπίτι μας. Απλά δεν είναι εκεί που θυμόμαστε ότι τα βάλαμε. Έπειτα από εξονυχιστική έρευνα (που πολλές φορές φτάνει και στην παράδοξη ιδέα π.χ. να ψάξεις για τα χαμένα κλειδιά μέσα στο ψυγείο), ξαναγυρνάμε σε ένα σημείο που το είχαμε ερευνήσει πριν από πέντε λεπτά και…το αντικείμενο που ψάχνουμε ξαφνικά είναι εκεί! Πιο πριν δεν ήταν, είμαστε σίγουροι γι’ αυτό, αλλά τώρα είναι!

Πριν αποδώσουμε τις μυστηριώδεις αυτές εξαφανίσεις και επανεμφανίσεις αντικειμένων σε ξωτικά, poltergeists, χωροχρονικές διαταραχές, κλπ, ίσως πρέπει να αναλογιστούμε αν αυτό το φαινόμενο δεν είναι παρά ένα είδος «αρνητικής ψευδαίσθησης» (ανεξήγητο παραισθητικό φαινόμενο κατά το οποίο δεν βλέπεις κάτι που υπάρχει, αντί να βλέπεις κάτι που δεν υπάρχει), που προκαλείται από το «άγχος» της συγκέντρωσης, εμποδίζοντας μας να δούμε μπροστά μας κάτι που το χρειαζόμαστε άμεσα εκείνη τη στιγμή και αγωνιούμε για να το βρούμε, (ενώ αυτό επιστρέφει σε μια άλλη στιγμή όταν δεν «πιέζουμε την κατάσταση» τόσο πολύ).

Και είναι φυσικό, το ίδιο ακριβώς να μπορεί να συμβεί όχι μόνο με αντικείμενα, αλλά και με ανθρώπους, κι αυτό ίσως να συνδέεται με το παράξενο φαινόμενο που από κάποιους έχει ονομαστεί Human Spontaneous Involuntary Invisibility (Ανθρώπινη Αυτόματη Ακούσια Αορατότητα, μάλλον κατά το Spontaneous Human Combustion, Ανθρώπινη Αυτόματη Ανάφλεξη).

Άνθρωποι που χωρίς να το θέλουν και χωρίς να το καταλαβαίνουν, γίνονται αόρατοι για ένα χρονικό διάστημα. Από την οπτική γωνία του αόρατου ανθρώπου, ο κόσμος μοιάζει κανονικός και δεν έχουν την παραμικρή ιδέα ότι οι άλλοι γύρω τους δεν μπορούν να τους δουν ή ακόμη και δεν μπορούν να τους ακούσουν. (Κάποιος μπαίνει μέσα σε ένα εστιατόριο και κανείς δεν του δίνει σημασία, είναι σαν να μην τον βλέπουν, οι σερβιτόροι τον αγνοούν τελείως, οι υπόλοιποι θαμώνες δεν του ρίχνουν ούτε ένα βλέμμα, παρ’ όλο που εκείνος προσπαθεί να κάνει την παρουσία του αισθητή. Κάποιος άλλος δίνει ένα ραντεβού με έναν φίλο του, πηγαίνει εκεί στην ώρα του, ο φίλος έρχεται, αλλά δεν τον βλέπει, είναι αόρατος για λίγη ώρα… Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν συνεχώς τέτοιες παρόμοιες ανεξήγητες εμπειρίες).

Αυτοί οι άνθρωποι, άραγε, φτιάχνουν αθέλητα το «σύννεφο αορατότητας»;

Ο διάσημος Ρουμάνος θρησκειολόγος-ανθρωπολόγος Mircea Eliade, ασκούμενος για καιρό στα μυστικά της γιόγκα και σε διάφορες σαμανιστικές πρακτικές, βίωσε πολύ παράξενες εμπειρίες, τις οποίες παρουσίασε μεταμφιεσμένες στη μορφή ενός μικρού μυθιστορήματος του Φανταστικού, με τον τίτλο Secretul Doctorului Honigberger (Το Μυστικό του Δόκτορος Χόνιχμπέργκερ), όπου διηγείται σε ημερολογιακές σημειώσεις τις εμπειρίες του καθώς ασκείται για να γίνει αόρατος και…για να αποκτήσει πρόσβαση στην αόρατη πόλη της Σαμπάλα.

«19 Αυγούστου: Ξύπνησα και πάλι αόρατος και τρόμαξα πάρα πολύ, πόσο μάλλον που δεν είχα κάνει τίποτα ώστε να μεταβώ σε αυτήν την κατάσταση. Ώρες ολόκληρες έκανα βόλτες στην αυλή και απέκτησα εντελώς τυχαία την επίγνωση ότι είμαι αόρατος. Οι υπηρέτες μου περνούσαν από δίπλα μου δίχως να με βλέπουν.

Στην αρχή νόμισα ότι δεν με είχαν προσέξει, αλλά κοιτάζοντας γύρω μου δεν είδα τον ίσκιο μου. Ακολούθησα έναν από τους σταβλίτες που πήγαινε στους στάβλους. Ήταν σαν να ένιωθε κάτι ύποπτο πίσω του, γιατί στράφηκε επανειλημμένα με βλέμμα τρομαγμένο και τελικά τάχυνε το βήμα του κάνοντας το σταυρό του. Παρ’ όλες τις προσπάθειές μου δεν κατάφερα να ξαναγίνω ορατός πριν από τα μεσάνυχτα, οπότε και βρέθηκα εξαντλημένος στο κρεβάτι. Πιστεύω πως η εξοντωτική κούραση που ακολούθησε οφείλεται ειδικά στην προσπάθειά μου να ξαναγίνω ορατός. Διότι αόρατος είχα γίνει τυχαία, δίχως να το θέλω και δίχως να το πάρω είδηση.»

Νιώθουμε κουρασμένοι

Αυτή η κούραση είναι «χωρίς αιτία». Δεν έχει καμία σχέση με την μυϊκή και ενεργειακή κούραση. Δεν προέρχεται από σωματικό ξόδεμα. Μιλούνε βέβαια αυθόρμητα για «νευρικό ξόδεμα», για «κατάθλιψη» και για ψυχοσωματική μεταστροφή. Αυτού του τύπου η εξήγηση αποτελεί τώρα μέρος της μαζικής κουλτούρας: υπάρχει σε όλες τις εφημερίδες (και σε όλα τα συνέδρια). Ο καθένας μπορεί να οχυρωθεί πίσω της σαν πίσω από μια καινούρια προδηλότητα, με την κατηφή χαρά ότι τον πρόδωσαν τα νεύρα του. Βέβαια, αυτή η κούραση σημαίνει τουλάχιστον ένα πράγμα (ίδια λειτουργία αποκαλυπτική όπως η βία και η μη βία): ότι αυτή η κοινωνία που προβάλλεται και βλέπει τον εαυτό της πάντα σε συνεχή πρόοδο προς την κατάργηση της προσπάθειας, τη λύση των εντάσεων, προς μεγαλύτερη ευκολία και αυτοματισμό, είναι στην πραγματικότητα μια κοινωνία του stress, της έντασης, του doping, στην οποία ο συνολικός ισολογισμός ικανοποίησης δίνει ένα ολοένα μεγαλύτερο έλλειμμα, στην οποία η ατομική και συλλογική ισορροπία καταστρέφεται ολοένα περισσότερο όσο πολλαπλασιάζονται οι τεχνικές προϋποθέσεις της πραγματοποίησής της.

Οι ήρωες της κατανάλωσης είναι κουρασμένοι. Μπορούμε να προβάλλουμε διάφορες ερμηνείες στο ψυχο-κοινωνιολογικό επίπεδο. Αντί να εξισώνει τις ευκαιρίες και να ειρηνεύει τον κοινωνικό (οικονομικό, κύρους) ανταγωνισμό, η καταναλωτική διαδικασία κάνει πιο βίαιο, πιο οξύ τον ανταγωνισμό σε όλες του τις μορφές. Με την κατανάλωση, είμαστε επιτέλους μόνο μέσα σε μια κοινωνία γενικευμένου,ολοκληρωτικούανταγωνισμού, που παίζει σε όλα τα επίπεδα, οικονομικό, γνώση, πόθο, σώμα, σημεία και ενορμήσεις, και όλα τα πράγματα στο εξήςπαράγονταιως ανταλλακτική αξία σε μιαν ακατάπαυστη διαδικασία διαφοροποίησης και υπερ-διαφοροποίησης.

Μαζί με τον Chobart de Lawe, μπορούμε να δεχτούμε και ότι, αντί να συνταιριάζει, όπως προσποιείται πως κάνει, «τις βλέψεις, τις ανάγκες και τις ικανοποιήσεις», η κοινωνία αυτή δημιουργεί ολοένα μεγαλύτερες διαστρεβλώσεις, στα άτομα καθώς και στις κοινωνικές κατηγορίες, που διαφωνούν με την επιταγή του ανταγωνισμού και της ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας, και συγχρόνως με την στο εξής σφόδρα εσωτερικευμένη επιταγή να μεγιστοποιήσουν τις απολαύσεις.

Με τόσους αντίθετους καταναγκασμούς, το άτομο διαλύεται. Η κοινωνική διαστρέβλωση των ανισοτήτων προστίθεται στην εσωτερική διαστρέβλωση ανάμεσα σε ανάγκες και βλέψεις, για να κάνει αυτήν την κοινωνία μια κοινωνία ολοένα περισσότερο ασυμφιλίωτη, αποσυντεθειμένη, σε κατάσταση «δυσφορίας». Η κούραση (ή «ασθένεια») θα ερμηνευτεί τότε σαν απάντηση, με μορφή παθητικής άρνησης, του σύγχρονου ανθρώπου σ’ αυτές τις συνθήκες ύπαρξης. Αλλά θα πρέπει να καταλάβουμε καλά ότι αυτή η «παθητική άρνηση» είναι στην πραγματικότηταλανθάνουσα βία, και ως τέτοια, είναι μια μόνον από τις εφικτές απαντήσεις, που οι άλλες μορφές της είναι της ανοιχτής βίας. Και εδώ πάλι, πρέπει να ανασυστήσουμε την αρχή της αμφισημαντότητας. Κούραση, κατάθλιψη, νεύρωση μπορούν πάντα να μετατραπούν σε ανοιχτή βία, και αντιστρόφως. Η κούραση του πολίτη της μετα-βιομηχανικής κοινωνίας δεν απέχει πολύ από την καλυμμένη απεργία, το φρενάρισμα, το «slowing down» των εργατών στα εργοστάσια, ούτε από την «ανία» του σχολείου. Όλα αυτά είναι μορφές παθητικής αντίστασης, «εσωστρεφούς» με την έννοια που μιλούμε για «εσωστρεφές νύχι», που αναπτύσσεται μέσα στην σάρκα, προς το εσωτερικό.

Πράγματι, θα πρέπει να αντιστρέψουμε όλους τους όρους της αυθόρμητης όρασης: η κούραση δεν είναι η παθητικότητα ως αντίθεση στην εξωτερική κοινωνική υπερκινητικότητα· είναι, απεναντίας,η μοναδική μορφή δραστηριότηταςπου μπορεί να εναντιωθεί, σε ορισμένες συνθήκες, στον καταναγκασμό της γενικής παθητικότητας που είναι ο καταναγκασμός των παρουσών κοινωνικών σχέσεων. Ο κουρασμένος μαθητής είναι εκείνος που υφίσταται παθητικά τον λόγο του καθηγητή. Ο κουρασμένος εργάτης, ο κουρασμένος γραφειοκράτης είναι εκείνοι που από τη δουλειά τους έχει αφαιρεθεί κάθε υπευθυνότητα. Η πολιτική «αδιαφορία», αυτή η κατατονία του σύγχρονου πολίτη, είναι η αδιαφορία του ανθρώπου που δεν λαμβάνει καμία απόφαση και διατηρεί μόνο την κοροϊδία του καθολικού δικαιώματος ψήφου. Και η αλήθεια είναι ότι αυτό συμβαίνει σήμερα με την σωματική και ψυχική μονοτονία της δουλειάς στον ιμάντα μεταφοράς και στο γραφείο, με την μυική, αγγειακή, φυσιολογική καταληψία των επιβεβλημένων όρθιων ή καθιστών στάσεων, των στερεότυπων κινήσεων, όλης της χρόνιας αδράνειας και υποαπασχόλησης του σώματος στις κοινωνίες μας. Αλλά δεν είναι αυτό η ουσία, γι’ αυτό και ποτέ δεν θα γιατρέψουν την «παθολογική» κούραση με την άθληση και την μυική άσκηση, όπως λένε οι απλοϊκοί ειδήμονες (ούτε με τα ηρεμιστικά ή τα διεγερτικά). Γιατί η κούραση είναι μια καλυμμένη αμφισβήτηση, που στρέφεται εναντίον του εαυτού της και «εσωστρέφεται» στο σώμα της επειδή, σε ορισμένες συνθήκες, είναι το μοναδικό πράγμα που μπορεί να κάνει το στερημένο άτομο. Όπως οι Μαύροι που εξεγείρονται στις πόλεις της Αμερικής ξεκινούν καίγοντας τις δικές τους συνοικίες.Η αληθινή παθητικότητα υπάρχει στη χαρούμενη συμμόρφωση στο σύστημα, στο «δυναμικό» στέλεχος, με το ζωηρό μάτι και τους φαρδιούς ώμους, που είναι τέλεια προσαρμοσμένο στην συνεχή του δραστηριότητα. Η κούραση είναι μια δραστηριότητα, μια λανθάνουσα, ενδημική, χωρίς αυτοσυνειδησία εξέγερση. Έτσι διασαφηνίζεται η λειτουργία της: το «slowing down» σε όλες του τις μορφές είναι (όπως η νεύρωση) η μοναδική διέξοδος για ν’ αποφύγουμε την πλήρη και γνήσια «break down». Και επειδή ακριβώς είναι μια (λανθάνουσα) δραστηριότητα μπορεί ξαφνικά να μετατραπεί σε ανοιχτή εξέγερση, όπως έδειξαν παντού τα γεγονότα του Μάη [του 1968]. Η αυθόρμητη, ολική μόλυνση, η «έκρηξη» του κινήματος του Μάη γίνεται κατανοητή μόνο με την ακόλουθη υπόθεση: αυτό που εκλαμβάναμε για ατονία, για απόλυτη αδράνεια, για γενικευμένη παθητικότητα ήταν στην πραγματικότητα ένα δυναμικό δυνάμεωνενεργώνως και μες στην παραίτησή τους, στην κούρασή τους, στην αμπωτίδα τους και άρα αμέσως διαθέσιμων δυνάμεων. Δεν έγινε θαύμα. Και η αμπωτίδα από τον Μάη και μετά δεν είναι, ούτε αυτή, μια ανεξήγητη «αντιστροφή» της διαδικασίας, είναι η μεταστροφή μιας μορφής ανοιχτής εξέγερσης σ’ έναν τρόπο λανθάνουσας αμφισβήτησης (και άλλωστε ο όρος «αμφισβήτηση» θα ίσχυε αυστηρά μόνο για τούτη την τελευταία μορφή: ορίζει τις πολλαπλές μορφές άρνησης που στιγμιαία διακόπτονται από μια πρακτική ριζικής αλλαγής).

Οπότε, για να συλλάβουμε το νόημα της κούρασης πρέπει, πέρα από τις ψυχο-κοινωνιολογικές ερμηνείες, να την ξανατοποθετήσουμε μέσα στη γενική δομή των καταθλιπτικών καταστάσεων. Αϋπνίες, ημικρανίες, κεφαλαλγίες, παθολογική βουλιμία ή ανορεξία, ατονία ή καταναγκαστική υπερδραστηριότητα: τυπικά διαφορετικά ή αντίθετα, τα συμπτώματα αυτά μπορούν στην πραγματικότητα να εναλλαγούν, να αντικαταστήσουν τα μεν τα δε –καθώς η σωματική «μεταστροφή» συνοδεύεται πάντα, και φτάνει μάλιστα να ορίζεται από την δυνητική «μετατρεψιμότητα» όλων των συμπτωμάτων. Ε λοιπόν –κι αυτό ακριβώς είναι το κεφαλαιώδες– αυτή η λογική της κατάθλιψης (δηλαδή, το ότι τα συμπτώματα «περιφέρονται», καθώς πια δεν συνδέονται με οργανικές βλάβες ή με πραγματικές δυσλειτουργίες) απηχεί τη λογική της κατανάλωσης (δηλαδή, το ότι, καθώς πια δεν συνδέονται με την αντικειμενική λειτουργία των αντικειμένων, ανάγκες και ικανοποιήσεις διαδέχονται άλληλες, παραπέμπουν οι μεν στις δε, αντικαθιστούν οι μεν τις δε σε συνάρτηση με μια θεμελιώδη ανικανοποίηση). Ο ίδιος ασύλληπτος, απεριόριστος χαρακτήρας, η ίδια συστηματική μετατρεψιμότητα διέπει την πλημμυρίδα των αναγκών και την «ρευστότητα» των συμπτωμάτων κατάθλιψης. Θα επανέλθουμε εδώ στην αρχή της αμφισημαντότητας, για να συνοψίσουμε την ολική, δομική εμπλοκή του συστήματος της κατανάλωσης και του συστήματος της σωματοποίησης (που μόνο μια πτυχή του αποτελεί η κούραση). Όλες οι διαδικασίες των κοινωνιών μας πηγαίνουν προς την κατεύθυνση μιας αποδόμησης, μιας διάλυσης της αμφισημαντότητας του πόθου. Καθώς ολοκληρώνεται στην ηδονή και στη συμβολική λειτουργία, η αμφισημαντότητα αυτή ξεφορτώνεται, αλλά με την ίδια λογική στις δυο έννοιες: όλη η θετικότητα του πόθου περνά μέσα στην αλυσίδα των αναγκών και των ικανοποιήσεων, όπου μεταβάλλεται σύμφωνα με έναν κατευθυνόμενο στόχο –όλη η αρνητικότητα του πόθου περνά στην ανεξέλεγκτη σωματοποίηση ή στην acting out της βίας. Έτσι φωτίζεται η βαθιά ενότητα όλης της διαδικασίας: καμία άλλη υπόθεση δεν μπορεί να εξηγήσει την πολλαπλότητα ξεκάρφωτων φαινομένων (αφθονία, βία, ευφορία, κατάθλιψη) που χαρακτηρίζουν όλα μαζί την «καταναλωτική κοινωνία» και που τα νιώθουμε πως όλα αναγκαστικά συνδέονται, αλλά που η λογική τους μένει ανεξήγητη στην οπτική μιας κλασικής ανθρωπολογίας.

Θα έπρεπε –αλλά δεν είναι εδώ το κατάλληλο μέρος– να προχωρήσουμε ακόμα περισσότερο την ανάλυση:

1.Της κατανάλωσης ως συνολικής διαδικασίας «μετατροπής», δηλαδή «συμβολικής» μεταβίβασης μιας έλλειψης σε μιαν ολόκληρη αλυσίδα σημαινόντων/αντικειμένων, που επενδύονται διαδοχικά ως επιμέρους αντικείμενα.

2.Να γενικεύσουμε τη θεωρία του επιμέρους αντικειμένου στις διαδικασίες σωματοποίησης –κι εδώ συμβολική μετατόπιση και επένδυση– πάνω στη βάση μιας θεωρίας του σώματος και της θέσης που αυτό κατέχει ως αντικείμενο στο σύστημα της νεοτερικότητας. Έχουμε δει ότι αυτή η θεωρία του σώματος είναι ουσιώδης για τη θεωρία της κατανάλωσης –αφού το σώμα είναι μια συνόψιση όλων αυτών των αμφισήμαντων διαδικασιών: επενδύεται ναρκισσιστικά ως αντικείμενο εξερωτισμένης μέριμνας και συγχρόνως επενδύεται «σωματικά» ως αντικείμενο ανησυχίας και επιθετικότητας.

«Είναι εντελώς κλασικό, σχολιάζει ένας ψυχο-σωματολόγος: βρίσκετε καταφύγιο στην κεφαλαλγία σας. Θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε άλλο: λόγου χάρη μια κολίτιδα, αϋπνίες, διάφορα εξανθήματα ή εκζέματα, σεξουαλικές διαταραχές, βουλιμία, διαταραχές αναπνευστικές, πεπτικές, καρδιοαγγειακές…ή απλούστατα και το πιο συχνό: μια ακαταμάχητη κούραση».

Η κατάθλιψη ξεπροβάλλει, και έχει σημασία αυτό, εκεί που παύουν οι εργασιακοί καταναγκασμοί και αρχίζει (θα έπρεπε να αρχίζει) ο χρόνος της ικανοποίησης (ημικρανίες των γενικών διευθυντών από την Παρασκευή το βράδυ μέχρι τη Δευτέρα το πρωί, αυτοκτονίες ή γρήγορος θάνατος «συνταξιούχων» κτλ.). Είναι διαβοήτο και ότι ο «χρόνος της σχόλης» βλέπει να αναπτύσσεται, πίσω από την θεσμική, τελετουργική σήμερα ζήτηση ελεύθερου χρόνου, μια αύξουσα ζήτηση για εργασία, για δραστηριότητα, μια καταναγκαστική ανάγκη να «κάνουμε», να «πράξουμε», πράγμα που έκαμε τους ευσεβείς ηθικολόγους μας να δουν σ’ αυτό μιαν απόδειξη ότι η εργασία είναι μια «φυσική τάση» του ανθρώπου. Πρέπει μάλλον να πιστέψουμε ότι σ’ αυτήν την μη οικονομική ζήτηση για εργασία εκφράζεται όλη η επιθετικότητα που μένει ανικανοποίητη στην ικανοποίηση και τη σχόλη. Αλλά δεν θα μπορούσε να λυθεί μ’ αυτό, αφού, καθώς έρχεται από το βάθος της αμφισημαντότητας του πόθου, αναδιατυπώνεται μ’ αυτό σε απαίτηση, σε «ανάγκη» για εργασία, και συνεπώς επανολοκληρώνει τον κύκλο των αναγκών, που ως γνωστόν είναι αδιέξοδος για τον πόθο.

Όπως η βία μπορεί να γίνει οικιακής χρήσεως, για να εξυμνήσει την ασφάλεια, έτσι και η κούραση καθώς και η νεύρωση μπορούν να ξαναγίνουν πολιτισμικό γνώρισμα διάκρισης. Κινητοποιείται τότε όλο το τελετουργικό της κούρασης και της ικανοποίησης, κατά προτίμηση στους καλλιεργημένους και τους προνομιούχους (μα η διάχυση αυτού του πολιτισμικού «άλλοθι» γίνεται πολύ γρήγορα). Στο στάδιο αυτό, η κούραση δεν είναι πια καθόλου ανομική, και τίποτε από τα όσα έχουμε πει δεν ισχύει γι’ αυτήν την «υποχρεωτική» κούραση: είναι κούραση «καταναλωνόμενη» και επιστρέφει στο κοινωνικό τελετουργικό ανταλλαγής ή standing.

ECKHART TOLLE: Αν τα ασήμαντα πράγματα έχουν τη δύναμη να με ενοχλούν, τότε είμαι ακριβώς τούτο: ασήμαντος

Γνῶθι σ'αὐτόν. Αυτή η φράση ήταν γραμμένη επάνω από την είσοδο του ναού του Απόλλωνα στους Δελφούς, όπου βρισκόταν το ιερό μαντείο. Στην αρχαία Ελλάδα, οι άνθρωποι επισκέπτονταν το μαντείο προσδοκώντας να μάθουν τι τους επιφύλασσε η μοίρα ή τι έπρεπε να κάνουν σε μια συγκεκριμένη περίσταση. Είναι πιθανό οι περισσότεροι επισκέπτες μπαίνοντας στο οίκημα να διάβαζαν αυτά τα λόγια, χωρίς να συνειδητοποιούν ότι τους υποδείκνυαν μια αλήθεια πολύ πιο βαθιά από οτιδήποτε μπορούσε να τους πει το μαντείο. Εξίσου πιθανό είναι να μη συνειδητοποιούσαν ότι, ανεξάρτητα από το πόσο σπουδαία θα ήταν η αποκάλυψη ή πόσο ακριβής θα ήταν η πληροφορία που θα έπαιρναν, αυτή δεν θα τους χρησίμευε σε τίποτα, δεν θα απέτρεπε τη δυστυχία και την αυτοπροκαλούμενη οδύνη, αν δεν κατόρθωναν να ανακαλύψουν την αλήθεια που υπήρχε κρυμμένη σε αυτή την οδηγία – Γνῶθι σαὐτόν. Η φράση αυτή υπαινίσσεται ότι προτού θέσουμε οποιαδήποτε άλλη ερώτηση, πρέπει πρώτα να απευθύνουμε στον εαυτό μας το πιο θεμελιώδες ερώτημα της ζωής μας: Ποιος είμαι;

Οι μη συνειδητοί άνθρωποι και πολλοί παραμένουν μη συνειδητοί, δέσμιοι στο εγώ τους για ολόκληρη τη ζωή τους θα απαντήσουν αμέσως ποιοι είναι. Θα πουν το όνομα, το επάγγελμα, την προσωπική τους ιστορία, τον σωματότυπο ή την κατάσταση της υγείας τους και καθετί άλλο με το οποίο ταυτίζονται. Άλλοι μπορεί να φαίνονται πιο εξελιγμένοι, καθώς αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως αθάνατη ψυχή ή θεϊκό πνεύμα. Γνωρίζουν όμως στ’ αλήθεια τον εαυτό τους ή έχουν μόνο προσθέσει στο περιεχόμενο του νου τους μερικές έννοιες που απηχούν κάποια πνευματικότητα;

Το να γνωρίζουμε τον εαυτό μας είναι κάτι πολύ βαθύτερο από την υιοθέτηση μιας κοσμοθεωρίας. Οι πνευματικές ιδέες και πεποιθήσεις μπορεί να αποτελούν, στην καλύτερη των περιπτώσεων, χρήσιμους δείκτες, από μόνες τους όμως σπάνια αποδεικνύονται ικανές να κλονίσουν τις σταθερά εδραιωμένες πυρηνικές αντιλήψεις για τον εαυτό μας, οι οποίες αποτελούν μέρος της επίκτητης γνώσης του ανθρώπινου νου. Το να γνωρίζουμε βαθιά τον εαυτό μας δεν έχει καμιά σχέση με οποιεσδήποτε ιδέες περιδιαβαίνουν άσκοπα στο μυαλό μας. Το να γνωρίζουμε τον εαυτό μας σημαίνει να έχουμε σταθερά θεμέλια στο Υπάρχειν, αντί να πελαγοδρομούμε μέσα στον νου μας.

Το προσωπικό αίσθημα του ποιοι είμαστε καθορίζει όσα αντιλαμβανόμαστε ως προσωπικές μας ανάγκες και ως σημαντικά στη ζωή μας — και οτιδήποτε έχει σημασία για εμάς θα έχει τη δύναμη να μας αναστατώνει και να μας ενοχλεί. Το παραπάνω μπορούμε να το χρησιμοποιήσουμε ως κριτήριο για να διαπιστώσουμε πόσο βαθιά γνωρίζουμε τον εαυτό μας. Αυτό που έχει σημασία για εμάς δεν είναι κατ’ ανάγκην αυτό που λέμε ή πιστεύουμε, αλλά αυτό που οι πράξεις και οι αντιδράσεις μας αποκαλύπτουν ως σημαντικό και σοβαρό για εμάς. Ίσως λοιπόν θελήσουμε να θέσουμε στον εαυτό μας το ερώτημα: Ποια είναι τα πράγμα τα που με αναστατώνουν και με ενοχλούν; Αν τα ασήμαντα πράγματα έχουν τη δύναμη να με ενοχλούν, τότε αυτός που πιστεύω ότι είμαι είναι ακριβώς τούτο: ασήμαντος. Αυτή θα είναι η μη συνειδητή πεποίθησή μου. Και ποια είναι τα ασήμαντα πράγματα; Σε τελική ανάλυση, όλα τα πράγματα είναι ασήμαντα, γιατί όλα τα πράγματα είναι προσωρινά.

Μπορεί να πούμε: «Ξέρω ότι είμαι μια αθάνατη ψυχή» ή «Κουράστηκα από τον παλιόκοσμο, θέλω μόνο να ηρεμήσω» – μέχρι να χτυπήσει το τηλέφωνο. Άσχημα νέα; το χρηματιστήριο κατέρρευσε η συμφωνία μπορεί να μην κλείσει· μου έκλεψαν το αυτοκίνητο κατέφθασε η επικριτική πεθερά μου· το ταξίδι ακυρώθηκε το συμβόλαιο λύθηκε ο σύντροφός μου με χώρισε· μου ζητούν περισσότερα χρήματα· λένε ότι φταίω εγώ. Ξαφνικά ο θυμός και το άγχος μάς κατακλύζουν. Η φωνή μας γίνεται σκληρή: «Δεν αντέχω άλλο». Κατηγορούμε και καταγγέλλουμε, περνάμε στην επίθεση, υπερασπιζόμαστε ή δικαιολογούμε τον εαυτό μας, τα πάντα συμβαίνουν σαν να βρισκόμαστε στον αυτόματο πιλότο. Προφανώς, τώρα υπάρχει κάτι που για εμάς είναι πολύ πιο σημαντικό από την ψυχική μας ηρεμία, που πριν λίγο ισχυριζόμασταν ότι είναι το μόνο που θέλουμε, και δεν είμαστε πλέον μια αθάνατη ψυχή. Η συμφωνία, τα χρήματα, το συμβόλαιο, η απώλεια, ακόμα και η επαπειλούμενη απώλεια είναι πιο σημαντικά. Για ποιον; Για το αθάνατο πνεύμα που δηλώσαμε ότι είμαστε; Όχι, για εμάς προσωπικά. Εμάς τους ασήμαντους, που αναζητούμε ασφάλεια ή ολοκλήρωση μέσα σε πράγματα που είναι προσωρινά, και αγχωνόμαστε ή θυμώνουμε γιατί δεν κατορθώνουμε να τα βρούμε. Τουλάχιστον τώρα ξέρουμε ποιοι πραγματικά είμαστε.

ECKHART TOLLE, ΜΙΑ ΝΕΑ ΖΩΗ

Οι πρώτοι αριθμοί του Mersenne

Ο Martin Mersenne (Μερσέν) (1588-1648) ήταν ένας Γάλλος καλόγερος που τα ενδιαφέροντά του δεν περιορίζονταν μόνο σε θρησκευτικά θέματα!

Ήταν θεολόγος, φιλόσοφος, μαθηματικός και θεωρητικός της μουσικής.

Λάτρευε τη μουσική και ήταν ο πρώτος που ανέπτυξε μια ολοκληρωμένη θεωρία αρμονίας, έτσι συχνά αναφέρεται και ως ο «πατέρας της ακουστικής»

Ένας τομέας των ενδιαφερόντων του ήταν και τα μαθηματικά. Αλληλογραφούσε πολύ συχνά με το Φερμά (Fermat) και ήταν αυτός που δημοσιοποίησε πολλούς από τους ισχυρισμούς του καθώς και με τους Γαλιλαίο, Πασκάλ και πολλούς ακόμα μεγάλους μαθηματικούς της εποχής του.

Ο Μερσέν έδειξε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για τους πρώτους αριθμούς (πρώτος είναι ένας αριθμός που διαιρείται μόνο από την μονάδα και τον εαυτό του) και έφτιαξε ένα μηχανισμό με τον οποίο προσπαθούσε να τους παράγει.

Η ιδέα του Μερσέν ήταν πάρα πολύ απλή. Προσπαθούσε να φτιάξει πρώτους αριθμούς πολλαπλασιάζοντας το 2 πολλές φορές με τον εαυτό του και αφαιρώντας την μονάδα (2^N–1) για παράδειγμα 2x2x2x2x2 – 1 = 31 που είναι πρώτος αριθμός.

Βέβαια ο μηχανισμός αυτός δεν έδινε πάντα πρώτους αριθμούς, ο αριθμός 2x2x2x2 – 1 = 15 δεν είναι πρώτος αριθμός.

Γρήγορα κατάλαβε πως για να είναι ο 2^N–1 πρώτος αριθμός έπρεπε και το N να είναι πρώτος αριθμός. Ο αριθμός 2^4–1 δεν είναι πρώτος αφού το 4 είναι σύνθετος αριθμός (όχι πρώτος).

Η κατάσταση έγινε ακόμα πιο πολύπλοκη όταν αντιλήφθηκε ότι ακόμα και αν ο εκθέτης N είναι πρώτος αριθμός, ο αριθμός 2^N–1 δεν είναι υποχρεωτικά πρώτος αριθμός. Ο αριθμός 2^11–1=2047=23∗89 είναι σύνθετος παρόλο που το 11 είναι πρώτος αριθμός.

Μέσα από την μελέτη αυτών των αριθμών ο Μερσέν κάνει μία πρόβλεψη:
Ο αριθμός 2^N–1 είναι πρώτος αριθμός για τις τιμές του N 2, 3, 5, 7, 13, 17, 19, 31, 67, 127, 257

Ο αριθμός 2^257–1 είναι τόσο μεγάλος που πάρα πολύ δύσκολα κάποιος θα μπορούσε να αμφισβητήσει την πρόβλεψή του.

Το 1857 ο Γάλλος μαθηματικός Edouard Lucas (1842 – 1891) σε ηλικία 15 ετών άρχισε να ελέγχει τον αριθμό 2^127–1 για να δει αν είναι πρώτος, χρησιμοποιώντας μια μέθοδο που ο ίδιος είχε ανακαλύψει. Το 1876 μετά από 19 χρόνια δοκιμών και μάλιστα με το χέρι, ο Lucas απόδειξε ότι ο αριθμός 2^127–1 που έχει 39 ψηφία, είναι πρώτος. Χρησιμοποιώντας την ίδια μέθοδο, ο Lucas απέδειξε πως ο Mersenne είχε παραλείψει από τον κατάλογο των αριθμών N για τους οποίους ο 2^N–1 είναι πρώτος, τους 61, 89 και 107 ενώ είχε συμπεριλάβει λανθασμένα το 67.

Παρόλη τη σημαντική δουλειά του Lucas στους πρώτους αριθμούς του Mersenne, ο αριθμός 2^257–1 ήταν ακόμα ένα απόρθητο κάστρο, ώσπου το 1930 ένας Αμερικανός μαθηματικός ο Derrick Henry Lehmer σε ηλικία 25 ετών, βελτιώνοντας την μέθοδο του Lucas να ρίξει λίγη σκιά στη λαμπερή φήμη του Mersenne αποδεικνύοντας ότι ο αριθμός 2257–1 δεν είναι πρώτος αριθμός .

Η μέθοδος του Lehmer είναι απλή στην υλοποίηση αλλά καταπληκτική στη σύλληψή της. Ο Lehmer απέδειξε ότι ο αριθμός 2^N–1 με Ν πρώτο αριθμό, είναι πρώτος αριθμός αν διαιρεί έναν άλλο αριθμό που ονομάστηκε αριθμός Lucas – Lehmer και συμβολίζεται με L(N).

Οι αριθμοί Lucas – Lehmer ορίζονται με αναδρομικό τρόπο. Έτσι για να βρούμε τον L(N) υψώνουμε τον προηγούμενό του στο τετράγωνο και αφαιρούμε το 2, δηλαδή
L(N)=L(N–1)^2–2.

Για παράδειγμα για Ν = 3 θέτουμε σημείο εκκίνησης L(3) = 14 και συνεπώς:

$L(4) = 14^2 – 2 = 194, L(5) = 194^2 – 2 = 37634, L(6) = 37634^2 – 2 = 1416317955$,…
Ο αριθμός λοιπόν 2^5–1=31 διαιρεί τον L(5) = 37634 και συνεπώς είναι πρώτος.

Με αυτό τον τρόπο κλείνει ο κύκλος των προβλέψεων του Mersenne και ανοίγει ο δρόμος για την ανακάλυψη και άλλων πρώτων αριθμών του Mersenne που λόγω της μορφής τους φτάνουν σε απίστευτο αριθμό ψηφίων, μόνο που τώρα οι μαθηματικοί εκτός της μεθόδου Lucas – Lehmer ( Lucas – Lehmer primality test ) έχουν συμμάχους τους και τους υπολογιστές. Με την βοήθειά τους σήμερα είναι γνωστοί 48 αριθμοί του Mersenne εκ των οποίων ο τελευταίος είναι ο 2^57885161–1 που έχει 17.425.170 ψηφία!!

Κάθε σύμπαν έχει τον δικό του χρόνο του οποίου το τέλος ουσιαστικά αντιπροσωπεύει μια νέα αρχή

Από την πρώτη στιγμή, της θεωρίας των υπερχορδών, καθώς διαβλέπαμε, ήδη από τότε, ότι αυτή η νέα επαναστατική θεωρία περιείχε πρώτα το μποζόνιο Higgs και μετά τα υπερσυμμετρικά σωματίδια.

Η βασική παραδοχή της θεωρίας των υπερχορδών (Super-strings) είναι ότι όλα τα σωματίδια δεν είναι σημειακά αλλά έχουν μονοδιάστατη υπόσταση. Είναι μικροσκοπικές χορδές, μεγέθους 1 string = Θ (10-30 cm), μεγέθους δηλαδή περίπου είκοσι τάξεις μικρότερες από τη διάσταση του ατομικού πυρήνα (10-13 cm). Το λιλιπούτειο μέγεθος των υπερχορδών οφείλεται στη στενή σχέση που υπάρχει μεταξύ των υπερχορδών και της παγκόσμιας (βαρυτικής) σταθεράς του Νεύτωνα G8: 1string = θ(vGN) = θ (10-30 cm). Το πρόθεμα υπερ (Super) αναφέρεται στην υπερσυμμετρία (Supersymmetry), που είναι sine qua non για την αυτοσυνέπεια των υπερχορδών.

Η πρώτη επανάσταση. λοιπόν, με τη θεωρία των υπερχορδών έγινε το 1984 (και χρησιμοποιήσαμε γι’ αυτό τη λεγόμενη θεωρία των διαταραχών), όμως, όπως συμβαίνει σχεδόν σε κάθε είδους επανάσταση, μετά τα πρώτα βήματα χρειάστηκε αναπροσαρμογή. Καταλάβαμε πως η θεωρία των υπερχορδών περιείχε αναγκαστικά μέσα της κάτι το μη διαταρακτικό. ‘Ετσι το 1994 έγινε η δεύτερη επανάσταση, με τις μη διαταρακτικές μεθόδους, όταν ανακαλύψαμε ότι οι «λύσεις» της αρχικής εξίσωσης του Πολυσύμπαντος είχαν έντεκα διαστάσεις και συνδέονταν μεταξύ τους με ορισμένες «συμμετρίες», που ονομάζονται dualities (δυϊκότητες).

Σύμφωνα με τη θεωρία των υπερχορδών, υπάρχουν έντεκα διαστάσεις. Πρέπει να πούμε ωστόσο ότι η ενδέκατη διάσταση ενώνεται με τη δέκατη με προκαθορισμένο τρόπο, ο οποίος μας είναι γνωστός και προκύπτει από τα μαθηματικά της θεωρίας. Απομένουν έτσι δέκα τελικές διαστάσεις. Στο δικό μας Σύμπαν αντιλαμβανόμαστε μόνο τις τέσσερις —τρεις διαστάσεις χώρου και μία χρονική—, επειδή οι υπόλοιπες έξι χωρικές έχουν «διπλωθεί», όπως λέμε, σε εξαιρετικά μικροσκοπικούς χώρους. Τους χώρους αυτούς τους ονομάζουμε Calabi-Yau, από τον Ιταλό Εugenίο Calabi Και τον Κινέζο Shίng Τυηg Yaυ, τους δυο μαθηματικούς που τους ανακάλυψαν μεταξύ των δεκαετιών ’50-’70, χωρίς ωστόσο να γνωρίζουν τη μελλοντική αξία τους.

Ο λόγος που στο δικό μας σύμπαν υπάρχουν έξι “διπλωμένες” διαστάσεις, και όχι επτά ή μία, ή κάποιος άλλος αριθμός, είναι καθαρά τυχαίος. Ωστόσο, ο τρόπος που έγινε το «δίπλωμά» τους δεν είναι τυχαίος. Με βάση αυτές τις δέκα τελικές διαστάσεις, ο συνολικός αριθμός των συνδυασμών «ανοιχτών-διπλωμένων» που μπορεί να προκύψουν είναι 10506. Με άλλα λόγια, υπάρχουν 10506 πιθανά διαφορετικά είδη συμπάντων. Ο λόγος που χρησιμοποιούμε τη λέξη «πιθανά» είναι γιατί πάντα υπάρχει η έστω και απειροελάχιστη πιθανότητα κάποιος από αυτούς τους συνδυασμούς να μην έχει «προκύψει», άρα να μην έχει δημιουργηθεί το αντίστοιχο σύμπαν. Τα σύμπαντα που θα μπορούσαν να υπάρξουν αλλά δεν δημιουργήθηκαν ποτέ, η Θεωρητική φυσική τα θεωρεί «αποτυχημένα». Από την άλλη, όσα υπάρχουν είναι «επιτυχημένα», και ο όποιος συνδυασμός ανοιχτών-διπλωμένων διαστάσεων υφίσταται, είναι αυτός ο οποίος δίνει τους φυσικούς νόμους που ισχύουν σε αυτό. Είναι πολύ εύκολο να συνειδητοποιήσουμε ξεκάθαρα ότι οι μικροσκοπικοί, διπλωμένοι, εξαδιάστατοι «χωρίσκοι», που προβλέπουν οι υπερχορδές, καθορίζουν τους φυσικούς νόμους του τετρα-διάστατου σύμπαντός μας. Αυτό συμβαίνει ως εξής: Τα διάφορα σωματίδια/πεδία που εμφανίζονται στο Σύμπαν μας δεν κινούνται μόνο στις τρεις μεγάλες διαστάσεις, αλλά και στις έξι μικροσκοπικές/φραγμένες διαστάσεις. Επειδή οι μικροσκοπικές/διπλωμένες διαστάσεις έχουν καθορισμένο σχήμα, μόνο σωματίδια/πεδία με συγκεκριμένες ιδιότητες και αλληλεπιδράσεις μπορούν να «κυκλοφορούν», άρα οι φυσικοί νόμοι και οι φυσικές σταθερές αυτού του σύμπαντος εξαρτώνται άμεσα και ευθέως από τον τρόπο διπλώματος των έξτρα διαστάσεων. Διαφορετικό «δίπλωμα» των έξτρα διαστάσεων συνεπάγεται διαφορετικούς φυσικούς νόμους· αυτός είναι ο τρόπος που η φύση εφοδιάζει το καθένα από τα 10506 είδη συμπάντων με τους δικούς του φυσικούς νόμους. Εδώ νομίζω ότι ταιριάζει σε παράφραση η σκέψη με την οποία ο Δαρβίνος κλείνει την Καταγωγή των ειδών: «There is grandeur in this view οf the universe[s]» (Υπάρχει ένα μεγαλείο σ’ αυτή τη θεώρηση του σύμπαντος)…

Στο Πολυσύμπαν, η «αποτυχία» και η «επιτυχία» δεν έχουν σχέση με την ανθρώπινη τάση να χαρακτηρίζουμε κάτι «καλό» ή «κακό». Στο Πολυσύμπαν δεν υφίσταται τέτοιου είδους ηθικός διαχωρισμός.

Δεν γνωρίζουμε ακόμα πόσα σύμπαντα υπάρχουν φαίνεται πάντως εύλογο να υποθέσουμε ότι υπάρχουν όσα προβλέπει η θεωρητική φυσική.

Η στιγμή της δικαίωσης, η στιγμή που ήξερα πέρα από κάθε αμφιβολία ότι ήμασταν στον σωστό δρόμο, ήρθε έναν χρόνο μετά τη δημοσίευση του paper «Νο-scale Supergravity», στις αρχές Νοεμβρίου του 1984. Κατά σύμπτωση. ήταν και πάλι την ώρα του μεσημεριανού φαγητού στο εστιατόριο του CΕRΝ. Εκεί που καθόμουν, με πλησίασε ένας άλλος Ιταλός φυσικός, με τον οποίο δεν είχαμε ιδιαίτερη επαφή, και μου είπε: «πριν από λίγο ήρθε ένα paper στο γραφείο μου από τον Edward Witten, που θα σε χαροποιήσει πολύ. Ο Witten απέδειξε ότι πράγματι από τις υπερχορδές παίρνεις τη Νο-scαle Supergravity. Το απέδειξε όπως το κάνατε εσείς».

Ένιωσα τόση ευτυχία, ώστε ξαφνικά χόρτασα, παράτησα το φαγητό και τρέξαμε στο γραφείο του για να δω το paper με τα ίδια μου τα μάτια. Ήταν φανερό ότι η κοινότητα της φυσικής είχε μπει στον δρόμο για την Τελική Γνώση.

Είναι νομοτελειακό: στο τέλος θα κατανοήσουμε τα πάντα γύρω από τη Δημιουργία. Για την επιστήμη δεν έχει σημασία με ποιον τρόπο προοδεύουν τα πράγματα, ούτε ποια άτομα συμμετέχουν. Η μοναδική απαίτηση είναι να υπάρχει πρόοδος προς την Τελική Γνώση. Στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο η δουλειά προχώρησε με αυτό τον τρόπο. Απώτατος στόχος και βαθιά λαχτάρα κάθε θεωρητικού Φυσικού είναι να βρει τη Βασική Εξίσωση της Δημιουργίας του Πολυσύμπαντος. Πρόκειται για μια μαθηματική διατύπωση της οποίας κάθε διαφορετική λύση αντιστοιχεί σε ξεχωριστό σύμπαν, όπως αυτό στο οποίο κατοικούμε εμείς. Αυτή η Βασική Εξίσωση είναι η πηγή των Πάντων η αιτία που υπάρχουμε όλοι μας και όλα τα 10506 «παράλληλα» σύμπαντα.

Μερικά από τα παράλληλα σύμπαντα Θα είναι ποικιλότροπα, όπως το δικό μας. Άλλα ενδέχεται να μην εμπεριέχουν τίποτα. Όσον αφορά τον χρόνο δημιουργίας τους, μερικά Θα «προέκυψαν» νωρίτερα. ενώ άλλα αργότερα από το δικό μας. Μερικά ίσως βρίσκονται εδώ, δίπλα μας, αλλά δεν μπορούμε να τα αντιληφθούμε, και πιθανότατα ούτε αυτά εμάς. Ορισμένες οντότητες σε μερικά από αυτά τα «παράλληλα σύμπαντα» θα έχουν την ίδια γνώση με μας, ότι δηλαδή υπάρχουν 10506 σύμπαντα, και ίσως κάνουν τις ίδιες συζητήσεις με τις δικές μας. Κάθε επιμέρους σύμπαν του γενικού Πολυσύμπαντος θα μπορούσε να παρομοιαστεί με τη βελόνα από το κλαδί ενός χριστουγεννιάτικου δέντρου, του οποίου όλες μαζί οι βελόνες είναι στραμμένες προς τη μία και μοναδική κορυφή του. Να μια πολύ ακριβής παρομοίωση για τη unified (ενοποιημένη) θεωρία.

Έχουν γίνει σημαντικά βήματα στην κατεύθυνση της εύρεσης της Βασικής Εξίσωσης. Για παράδειγμα, γνωρίζουμε τον δρόμο που θα χρειαστεί να ακολουθήσουμε προκειμένου να φτάσουμε σε αυτήν. Το καθοριστικό χαρακτηριστικό της είναι ότι πρέπει να διαθέτει «αυτοσυνέπεια».

Αυτή η απαραίτητη «αυτοσυνέπεια» μας ώθησε να διατυπώσουμε ως τελική θεωρία της Δημιουργίας των Πάντων τη θεωρία των υπερχορδών. Καθώς αναζητούσαμε έναν τρόπο ενοποίησης, της θεωρίας της σχετικότητας με τη φυσική των στοιχειωδών σωματιδίων, μοιραία οδηγηθήκαμε στη θεωρία των υπερχορδών και σε όσα τη συνοδεύουν.

Αυτό που περιμένουμε τώρα πλέον είναι η πειραματική επιβεβαίωση. ‘Όλα όσα ήταν οι κεντρικές μας επιστημονικές αναζητήσεις τις προηγούμενες δεκαετίες είναι πλέον δεδομένα στο επίπεδο της θεωρίας, και το μόνο που απομένει είναι η πειραματική επαλήθευση. Τελευταία, με τους John Ellis, Μarcos Garcia και Keith Olίνe, ετοιμάζουμε μία εργασία (paper) με τον τίτλο: «From String το the LHC, via Νο-scale Inflation» (Από τις υπερχορδές στο LHC, μέσω no-scale πληθωρισμού). Δείχνουμε πως είναι δυνατό μέσα στο πλαίσιο της Νο-scale Supergravity, για την οποία μίλησα παραπάνω, να χρησιμοποιήσουμε κοσμολογικές παρατηρήσεις από το διαστημικό τηλεσκόπιο PLANCK, σε συνδυασμό με τα αποτελέσματα από το LHC, για να ελέγξουμε ευθέως μερικές όψεις της Θεωρίας υπερχορδών. Όταν συμβεί αυτό, θα έχουμε φτάσει στην ανακάλυψη της κορυφαίας των ανθρώπινων αναζητήσεων επί αιώνες.

Αμέσως μετά, θα αρχίσει η συζήτηση για το «τι θα γινόταν αν η Βασική Εξίσωση της Δημιουργίας ήταν άλλη από εκείνη που βρήκαμε». Επίσης, πολλοί περιμένουν μια οριστική εκτίμηση για το χρονικό σημείο εξέλιξης στο οποίο βρίσκεται σήμερα το Σύμπαν μας.

Το τελευταίο ερώτημα μάλλον δεν έχει και πολύ νόημα, αφού η έννοια του απόλυτου χρόνου δεν υφίσταται. Κάθε σύμπαν έχει τον δικό του χρόνο, ενώ το τέλος του δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, δεδομένου ότι ουσιαστικά αντιπροσωπεύει μια νέα αρχή…

Να αισθανθώ ή όχι;

Τα τέσσερα βασικά συναισθήματα, φόβος, χαρά, λύπη και θυμός (για άλλους πέντε με την αηδία) με τις αποχρώσεις, τις εντάσεις και τις διακυμάνσεις τους δημιουργούν το πιο υπέροχο ουράνιο τόξο της ζωή μας. Αυτό που εμφανίζεται όταν γεννιόμαστε και φεύγει όταν πεθαίνουμε. Γιατί, όμως, δεν μας αφήνουν να το ευχαριστηθούμε; Τελικά, να αισθανθώ ή όχι;

“Μη θυμώνεις, μη φοβάσαι, μη λυπάσαι μόνο να χαίρεσαι, να γελάς και να είσαι ευτυχισμένος”. Μια κοινωνία που μας εκπαιδεύει από μικρούς να δεχόμαστε μόνο τη χαρά και να απομονώνουμε τους υπόλοιπους παίκτες της συναισθηματικής μας ζωής. Μια κοινωνία που μας ετοιμάζει για μελλοντικούς κλόουν με ένα μόνιμο χαμόγελο στο πρόσωπο μας.

Φανταστείτε τους προγόνους μας να κάθονται σε μια σπήλια και μόνο να χαίρονται, χωρίς φόβο, θυμό, λύπη. Θα κατάφερναν να επιβιώσουν; Σίγουρα όχι, αφού όλα τα συναισθήματα υπάρχουν για κάποιο λόγο. Βοήθησαν τον πρωτόγονο άνθρωπο να εξελιχθεί και συνεχίζουν να το κάνουν και στη σημερινή εποχή. Ας δούμε, λοιπόν, κάποια χαρακτηριστικά των βασικών συναισθημάτων και περισσότερο αυτών που έχουν αδίκως χαρακτηριστεί ως αρνητικά και μη αποδεκτά συναισθήματα.

Ο φόβος, αυτός ο κύριος που τόσο έχει κατηγορηθεί, ετοιμάζει στέλνοντας το αίμα στους μεγάλους σκελετικούς μυς, το σώμα να αντιδράσει είτε φεύγοντας από τον επερχόμενο κίνδυνο είτε μένοντας και αντιμετωπίζοντας τον. Και μπορεί να μην δεχόμαστε επίθεση από άγρια ζώα συνήθως στη σημερινή εποχή, αλλά ερχόμαστε αντιμέτωποι με διάφορους κινδύνους στη ζωή μας. Γιατί, λοιπόν, μαθαίνουμε το “μη φοβάσαι” και ενοχοποιούμαστε για ένα συναίσθημα που μας βοηθάει να επιβιώσουμε; Και όταν ο κίνδυνος έχει περάσει και ο φόβος συνεχίζει να υπάρχει; Αν δεν πρόκειται για φοβίες, που είναι μια διαταραχή και πραγματικά σε αυτές τις περιπτώσεις χρειάζεται άλλη αντιμετώπιση, θα πρέπει να ψάξουμε βαθύτερα και να δούμε τι πραγματικά θέλει να πει ο φόβος μας για αυτά που θεωρούμε ως απειλή στη ζωή μας.

Ο θυμός, τώρα, άλλος παρεξηγημένος. Ετοιμάζει το σώμα και κυρίως τα χέρια μας για ενεργό δράση. Δράση προς κάτι που μας έχει ενοχλήσει και μπορεί να είναι από το πιο απλό, ένα κατά λάθος σπρώξιμο κάποιου αγνώστου στο δρόμο, μια προσβολή ή κριτική, μέχρι οτιδήποτε άλλο νιώθουμε ότι θίγει την ύπαρξη μας. Γίνεται να μην θυμώσουμε και να μην δράσουμε; Πραγματικά είναι πολύ καλύτερα να νιώσουμε το θυμό από το να τον καταπιούμε. Πως όμως; Ο θυμός μοιάζει καταστροφικός. Οι τεχνικές διαχείρισης θύμου είναι αυτές που μας επιτρέπουν και να τον βιώσουμε, πράγμα πολύ καλύτερο ακόμα και για την υγεία μας από το να τον πνίγουμε ή να τον σκορπάμε ανεξέλεγκτα, αλλά και να επωφεληθούμε από αυτόν.

Η λύπη, πάλι, είναι αυτή που μας βοηθάει να ξεπεράσουμε μια απώλεια. Να θρηνήσουμε από το πιο μικρό, το χάσιμο ενός αγαπημένου αντικειμένου, μέχρι το πιο μεγάλο, το χάσιμο ενός αγαπημένου προσώπου. Χαρακτηριστικά της; Εσωστρεφής απομόνωση, χαμηλός μεταβολισμός, ελάττωση ενέργειας και απολογισμός της κατάστασης. Έτσι δίνεται ο απαραίτητος χρόνος, που χρειάζεται κάποιος να δεχτεί τη πραγματικότητα όσο οδυνηρή και να είναι, να την ξεπεράσει και να προχωρήσει παρακάτω. Με εξαίρεση την κατάθλιψη που βρίσκεται στη σφαίρα της ψυχοπαθολογία και χρειάζεται συγκεκριμένη αντιμετώπιση, η λύπη μόνο αρνητική δε μπορεί να χαρακτηριστεί. Όσο μεγάλος είναι ο πόνος που νιώθουμε η λύπη έρχεται για να μας βοηθήσει να προχωρήσουμε μπροστά. Βουτήξτε άφοβα μέσα της και σίγουρα κάποια στιγμή θα έρθει η ανάδυση στην επιφάνεια και στον ήλιο.

Για τη χαρά δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις. Άλλωστε αυτή έχουμε μάθει ως αποδεκτή. Άντε και λίγο θυμό, όταν υπάρχει λόγος που εγκρίνει το κοινωνικό πλαίσιο. Τη χαρά τη ζητάμε όλοι και τη θεωρούμε σαν το μοναδικό συναίσθημα που έχει να προσφέρει κάτι. Δεν είναι τυχαίο που υπάρχει αυτή η σύνδεση. Βιώνοντας τη χαρά οι αρνητικές σκέψεις φεύγουν, η ήρεμη κατάσταση που ακολουθεί προσφέρει την ξεκούραση που τόσο έχει ανάγκη το σώμα μας και έτσι γεμίζουμε με την απαραίτητη ενέργεια για τη συνέχεια και την επίτευξή των στόχων μας. Ακούγεται και είναι θαυμάσιο όμως για να έρθει η χαρά, μερικές φορές πρέπει να έχει προηγηθεί η λύπη, ο φόβος, ο θυμός και τότε είναι που η χαρά είναι πιο δυνατή και τη νιώθουμε να μας κυριεύει.

Είναι αποδεκτά λοιπόν όλα τα συναισθήματα; Η απάντηση είναι ναι. Και όχι μόνο. Είναι δικά μας και χρειάζεται να τα βιώνουμε όταν πρέπει και να μην τα λογοκρίνουμε. Εμφανίζονται όταν είναι αναγκαίο και στέλνουν ένα μήνυμα ακόμα και όταν αυτό δεν είναι προφανές. Πρέπει να τα ζήσουμε, να τα ακούσουμε, να τα επεξεργαστούμε, να νιώσουμε το σώμα μας όταν λυπάται, θυμώνει, χαίρεται, φοβάται χωρίς να κατακρίνουμε το συναίσθημα μας. Να επεξεργαστούμε το φόβο μας, να δημιουργήσουμε με το θυμό μας και να βουτήξουμε στη λύπη μας χωρίς ενοχές. Δύσκολο, αλλά έτσι θα είμαστε άνθρωποι με συναισθηματικοί νοημοσύνη και συνειδητή ζωή.

Οσα κλείνει –ακόμα– η πόρτα μας;

«'Οσα κλείνει η πόρτα σου», έλεγαν συχνά οι μεγαλύτεροι στους νέους, τις εποχές που η σοφία μεταλαμπαδευόταν από στόμα σε στόμα, από γιαγιά σε εγγονή, από πατέρα σε γιο. Και ως φράση ήταν ό,τι πιο πολύτιμο μπορούσε να συμβουλεύσει ένας έμπειρος στη ζωή άνθρωπος, συχνά ταλαιπωρημένος, ενίοτε αδικημένος και πάντα μα πάντα επαγρυπνών, διότι η Ιστορία στο συλλογικό ασυνείδητο επαναλαμβάνεται. Γιατί τι μπορεί να πάει στραβά εάν δημιουργήσεις την εσωτερική σου ασφάλεια, μεγαλώσεις με χρηστό τρόπο τα παιδιά σου, κοιτάζεις μόνο τη δουλειά σου; Για τα άλλα ας νοιαστούν άλλοι, ας κοιτάξει ο καθένας το κονάκι του.

Η ανάγκη σε μια μετεμφυλιακή Ελλάδα να μην ενοχλείς, να μη θίγεις κακώς κείμενα και κυρίως να μην ανακατεύεσαι, ακόμα και εάν βλέπεις ή ακούς κάτι που δεν σου ταιριάζει, ερχόταν απευθείας από την ανάγκη της επιβίωσης, από τον συνεχή κίνδυνο που υπήρχε ότι εάν ανακατεύεσαι θα στοχοποιηθείς. Αδικίες συνέβαιναν και θα συμβαίνουν, αλλά κανείς δεν άντεχε σε μια ταλανισμένη, φτωχή, ορφανή χώρα να σηκώσει στις πλάτες του το δίκαιο τούτου του κόσμου. Η φράση της μετεμφυλιακής Ελλάδας «όσα κλείνει η πόρτα σου» έδωσε σιγά σιγά τη θέση της στη φράση «δεν ξέρεις τι γίνεται πίσω από τις κλειστές πόρτες». Αυτό πολλές φορές λειτουργούσε και καθαρτικά, τα όσα στραβά συνέβαιναν στη δική σου οικογένεια δεν θα συγκρίνονταν με τα άλλα, που ήταν πάντα περισσότερα, και ας μη φαίνονταν προς τα έξω. Και ήταν καθησυχαστικό. Σαν νανούρισμα. Ούτε να ψάξουμε τα εντός μας, ούτε λόγος φυσικά για να κοιτάξουμε τα εκτός μας. Ποιος λόγος θα μας έπεφτε; Η ζωή άλλωστε είναι τόσο μικρή και οι οδύνες συνέβαιναν μακριά από εμάς.

Από «πόρτα» σε «πόρτα» φαίνεται ότι σκάσαμε σε τοίχο. Η σημερινή κατάσταση μας φέρνει καθημερινά αντιμέτωπους και με τις δύο εκφράσεις. «Εγκλήματα τιμής», «εγκλήματα πάθους», γυναίκες που σκοτώνονται καθημερινά, παιδιά που τσιμεντώνονται από ακατάλληλες οικογένειες, παιδιά που βρίσκονται νεκρά υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, πατεράδες που λυγίζουν από το βάρος μιας αποκάλυψης. Οι κοινωνίες της «τιμής» έχουν δώσει τη θέση τους στις κοινωνίες της «ντροπής». Γιατί αυτό που ζούμε τα τελευταία χρόνια μάς θέτει όλους προ των ευθυνών μας. Πώς φτάσαμε μέχρις εδώ;

Μια γειτόνισσα ακούει στον κάτω όροφο ένα παιδί να κλαίει σπαρακτικά. Ο πατέρας το χτυπάει, δεν είναι η πρώτη φορά. Όταν το αναφέρει, της λένε να κοιτάει τη δουλειά της. Μια ψυχολόγος δέχεται καθημερινά στο ειδικό σχολείο που δουλεύει ένα παιδί με εμφανή τα σημάδια της κακοποίησης. Το λέει στον πατέρα, που μάλλον είναι ο κακοποιητής, αυτός την εκφοβίζει. Παίρνει μια σύνταξη εκείνος εξαιτίας της αναπηρίας του παιδιού, δεν διανοείται να τη χάσει. Η ψυχολόγος θέλει να το προχωρήσει το θέμα, όλο όμως το σχολείο είναι εναντίον της. Θα τους εκθέσει, της λένε. Ένα μεγάλο σκάνδαλο ξεσπάει σε οικοτροφείο. Τι συμβαίνει με τους υπεύθυνους εκεί; Τι μοίρα έχουν τα παιδιά; Μια δασκάλα που έχει μαθητή ένα από αυτά τα παιδιά αγωνιά. Θέλει να μάθει πού είναι το παιδί, πώς να το βοηθήσει. Η διεύθυνση όμως του σχολείου δεν θέλει να θίξει το θέμα, να αγγίξουν ευαίσθητα θέματα που έχουν πάρει τον δρόμο της Δικαιοσύνης.

Η πραγματικότητα μας γονατίζει, αλλά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θεριεύουμε. Εκεί οι άνθρωποι παίρνουμε φωτιά. Ο καθένας κάνει και μια καταγγελία στον προσωπικό του λογαριασμό. Μιλάμε ανοιχτά, έχουμε όλοι ή σχεδόν όλοι γνώμη. Ακυρώνουμε πρόσωπα και πράγματα, επιτιθέμεθα, αποδοκιμάζουμε, αφανίζουμε. «Να το κακό», σαν μια ορδή αναφωνούμε και το σκοτώνουμε. Από το πληκτρολόγιο. Γινόμαστε γιατροί, ψυχολόγοι, δικαστές, ιεροκήρυκες. Πατάσσεται η αδικία. Είμαστε όμως όλοι παιδιά και της μιας πόρτας και της άλλης. Παιδιά της παράδοσης και του πληκτρολογίου. Είμαστε παιδιά της «τιμής» και της «ντροπής». Έτσι μεγαλώσαμε. 'Ολοι μας βεβαρημένοι με προσωπικά τραύματα, συμπεριφερθήκαμε σαν ιδιώτες μέσα στην κοινωνία και όχι ως πολίτες. Στη δουλειά μας, στην πολυκατοικία, στη γειτονιά, δεν υπερασπιστήκαμε τον αδύνατο όταν έπρεπε, και δεν χάσαμε τη δουλειά μας όταν έπρεπε να υπερασπιστούμε το δίκαιο. Γιατί είχε κόστος. Το γάλα του παιδιού μας. Και είναι θεμιτό.

Το ζήτημα πλέον όμως που τίθεται τώρα που αγρίεψε η κατάσταση είναι να μην αρκεστούμε στο να πληκτρολογούμε μόνο, και να αναλάβουμε το ρίσκο να κοιταχτούμε στον καθρέφτη. Να συνειδητοποιήσουμε ότι ταυτίσαμε την πρόοδό μας με το προφίλ μας στο fb, ανοίξαμε μια «πόρτα» στον κόσμο για να παινέψουμε τα παιδιά μας, να αναζητήσουμε φίλους και συντρόφους, να πάρουμε likes για την άποψή μας, ή για τα τραύματά μας, αλλά από αυτό το σημείο μέχρι να καταφέρουμε να γίνουμε υπεύθυνοι, συνετοί, ώριμοι πολίτες απέχουμε πολύ. Γιατί η δουλειά που πρέπει να γίνει δεν αφορά το έξω μας, αλλά κάτι πολύ βαθύτερο. Αχνό αλλά πολύ στέρεο. Το ότι η κάθε «πόρτα» μας ανοίγει με ευκολία όταν δεν υπάρχει κόστος. Όταν όμως στο τέλος έρχεται ένας λογαριασμός και μια συνέπεια για την πράξη μας, παρά το ανοιχτό Facebook, οι πόρτες μας κλείνουν. Ας δούμε στα σοβαρά τι χρειάζεται για να ξαναχτιστεί η αλυσίδα που λέγεται κοινωνία.

Είναι αδύνατο να τακτοποιήσει τα κομμάτια (του εαυτού του και της ζωής του), όποιος δεν έχει μια εικόνα του συνόλου στο κεφάλι του

Ντροπαλός, αυθάδης· αγνός, ακόλαστος· πολυλογάς, λιγόλογος· σκληρός, λεπτός· έξυπνος, αποβλακωμένος· βαρύθυμος, εύθυμος· ψεύτης, αληθινός· γνώστης, αμαθής και απλόχερος και τσιγκούνης και άσωτος: όλα αυτά τα βλέπω διαδοχικά μέσα μου, ανάλογα κατά που στρίβω· και όποιος πολύ προσεκτικά μελετάει τον εαυτό του βρίσκει μέσα του, ακόμα και σε αυτή την ίδια του την κρίση, παρόμοιο ανεμοδούρι και τέτοια παραφωνία. Τίποτα δεν έχω να πω για τον εαυτό μου ολοκληρωτικά, απλά και σταθερά, χωρίς μπέρδεμα και χωρίς ανακάτεμα. Αν και είμαι πάντα της γνώμης να λέω καλό για το καλό και ευνοϊκά μάλλον να ερμηνεύω τα πράγματα που έτσι μπορούν να ερμηνευθούν, ωστόσο το περίεργο της κατάστασης μάς κάνει συχνά να σπρωχνόμαστε από το ίδιο το κακό σε καλή πράξη – αν η καλή πράξη δεν κρινόταν από τη διάθεσή μας και μόνο. Οπότε ένα τολμηρό κατόρθωμα δεν πρέπει να οδηγεί στο συμπέρασμα πως ένας άντρας είναι παλικάρι· όποιος θα ήταν παλικάρι, πάντα θα ήταν έτσι και σε όλες τις περιπτώσεις. 

Αν η ανδρεία ήταν συνήθης αρετή και όχι σκίρτημα, θα καθιστούσε έναν άνθρωπο εξίσου αποφασιστικό σε όλα τα ενδεχόμενα, είτε ήταν μόνος του είτε με συντροφιά, το ίδιο αν βρισκόταν σε περιχαρακωμένο στρατόπεδο ή στο πεδίο της μάχης· γιατί, ό,τι κι αν λέγετε δεν υπάρχει άλλη παλικαριά στα καλντερίμια [της πόλης] και άλλη στη μάχη. Με την ίδια τόλμη θα ανεχόταν μια αρρώστια στο κρεβάτι του, όπως μια πληγή στη μάχη και δεν θα φοβόταν το θάνατο, ούτε στο σπίτι του ούτε στην επίθεση.Οι πράξεις μας δεν είναι παρά ψηφίδες ετερόκλητες –

την ηδονή περιφρονούν, στον πόνο λιποψυχούν· για την δόξα αδιαφορούν, η δυσμένεια τους καταβάλλει (ΚΙΚΕΡΩΝ),

και θέλουμε να αποκτήσουμε τιμή με ψεύτικα πιστοποιητικά. Η αρετή δεν θέλει να την ακολουθούμε παρά μόνο για αυτή την ίδια· και αν καμιά φορά δανειζόμαστε το προσωπείο της για άλλο σκοπό, μας το αποσπά αμέσως από τα μούτρα.

Να γιατί, για να κρίνουμε έναν άνθρωπο, πρέπει να ακολουθήσουμε για καιρό και με προσοχή τα ίχνη του· αν σε αυτά η σταθερότητα δεν στέκεται στα ίδια της τα θεμέλια,

έχοντας έναν τρόπο ζωής που εξέτασε και προετοίμασε (ΚΙΚΕΡΩΝ),

αν η ποικιλία των περιστάσεων τον κάνει να αλλάζει βηματισμό (“μονοπάτι”, εννοώ, γιατί το βήμα μπορεί να ταχύνει ή να βραδύνει), αφήστε τον να τρέχει· αυτός ο άνθρωπος πάει κατά πως φυσάει ο άνεμος.

Δεν μας εκπλήσσει, λέει ένας αρχαίος, που το τυχαίο έχει τόση ισχύ πάνω μας, αφού ζούμε κατά τύχη. Όποιος δεν κατηύθυνε τη ζωή του ως σύνολο προς έναν ορισμένο στόχο, είναι αδύνατο να βάλει τις μεμονωμένες πράξεις του στη σειρά. Είναι αδύνατο να τακτοποιήσει τα κομμάτια, όποιος δεν έχει μια εικόνα του συνόλου στο κεφάλι του. Ποιος ο λόγος να προμηθευτεί χρώματα, όποιος δεν ξέρει τι πρέπει να ζωγραφίσει; Κανείς δεν φτιάχνει ορισμένο σχέδιο της ζωής του· και σε αυτό το ζήτημα αποφασίζουμε κομματιαστά. Ο τοξότης πρέπει κατ’ αρχάς να ξέρει που στοχεύει και ύστερα να ταιριάξει το χέρι, το τόξο, τη χορδή, το βέλος και τις κινήσεις. Τα σχέδια μας εκτρέπονται, γιατί δεν έχουν κατεύθυνση και στόχο. Κανένας άνεμος δεν βολεύει όποιον δε έχει λιμάνι προορισμού.

Δεν συμφωνώ με την κρίση που βγήκε υπέρ του Σοφοκλή, που τον αποδείκνυε επαρκή για το χειρισμό των υποθέσεων του σπιτικού του και απέρριπτε την κατηγορία του γιου του περί του αντιθέτου, αφού προηγουμένως οι κριτές είχαν δει μια τραγωδία του. (ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ)

Ούτε βρίσκω πως όσα στοχάστηκαν οι Πάριοι, σταλμένοι για να διορθώσουν τους Μιλήσιους, είναι αρκετά για το συμπέρασμα που έβγαλαν.

Επισκεπτόμενοι το νησί, παρατήρησαν τα πιο καλοκαλλιεργημένα χωράφια και τα πιο νοικοκυρεμένα αγροτόσπιτα· και αφού κατέγραψαν τα ονόματα των κατόχων αυτών των πραγμάτων, όταν συνάθροισαν τους πολίτες της πόλης, ονόμασαν εκείνα εκεί τα αφεντικά νέους κυβερνήτες και άρχοντες, κρίνοντας ότι, προσεκτικοί στις ιδιωτικές τους υποθέσεις, θα ήταν προσεκτικοί και στις δημόσιες. (ΗΡΟΔΟΤΟΣ)

Είμαστε ολόκληροι καμωμένοι από κομμάτια και κομματάκια, ραμμένα μαζί τόσο διαφορετικά και τόσο κακόσχημα, έτσι που κάθε κομμάτι, κάθε στιγμή, παίζει το δικό του παιχνίδι. Και βρίσκεται τόση διαφορά ανάμεσα σε εμάς και στους εαυτούς μας, όση ανάμεσα σε εμάς και στους άλλους.

Άφησέ με να σε πείσω πως είναι σπουδαία υπόθεση να είσαι πάντα ο ίδιος άνθρωπος. (ΣΕΝΕΚΑΣ)

Δεν είναι αρκετό για μυαλό κατακαθισμένο να μας κρίνει απλώς και μόνο από τις εξωτερικές πράξεις· πρέπει να βυθομετρήσουμε ως τα κατάβαθα και να δούμε μέσα από ποια ελατήρια δίνεται κίνηση στα πράγματα. Δεδομένου όμως ότι πρόκειται για ριψοκίνδυνη και δεινή επιχείρηση, θα ήθελα λιγότεροι άνθρωποι να ανακατεύονταν με αυτή.

Ο Σύλλογος της Ελπίδας

Η φυλακή μας δεν μου αρέσει καθόλου, αλλά έχω μερικούς καλούς συγκρατούμενους.

Δεν υπάρχουν και πολλά πράγματα για να μας κάνουν αισιόδοξους. Ζούμε σε μία τραγωδία. Ο Πλίνιος έχει περιγράψει πολύ καλά την κατάστασή μας των ανθρώπων. Στην Φυσική Ιστορία του λέει ότι, ο Άνθρωπος, το μόνο που ξέρει να κάνει από γεννησιμιού του είναι να κλαίει…

Είμαστε όλοι φυλακισμένοι εδώ πέρα, και όποιοι αναζητούν τη γνώση ανακαλύπτουν συνέχεια τη θλίψη πίσω από τα πάντα. Το ιδιόμορφό μας πρόβλημα έγκειται κυρίως στο ότι αρνούμαστε να αποδεχθούμε ότι είμαστε μηδαμινοί, σκουπίδια, αμελητέα περαστικά γεγονότα, ανήμποροι και παθητικοί, ανάξιοι και ανόητοι, ίσως και γελοίοι. Αλλά, στην ουσία, αυτό είμαστε. (Αυτός που το γνωρίζει και το καταλαβαίνει πολύ καλά αυτό, δεν είναι λιγότερο απ’ τους άλλους, ίσως μάλιστα να είναι και περισσότερο).

Το μόνο που μας παρηγορεί καμιά φορά είναι το ότι, π.χ. αν βρέθηκε όντως ο Θεός ανάμεσά μας, ένιωσε το ίδιο και την ίδια απελπισία με εμάς, και βασανίστηκε μέχρι θανάτου. Α, κι επίσης, εμένα προσωπικά με παρηγορεί πολύ εκείνη η ρήση του Μπλέηζ Πασκάλ, «Ο άνθρωπος δεν είναι παρά μια καλαμιά, η πιο ευαίσθητη της φύσης, αλλά είναι μια σκεπτόμενη καλαμιά…»)

Επίσης, εμένα με παρηγορούν οι ζωές, τα έργα και οι ημέρες, διαφόρων «larger than life» ανθρώπων, όπως π.χ. του Λοχαγού Richard F. Burton, του Jack London, και άλλων. Και με παρηγορούν και τα βάσανα και οι ταλαιπωρίες των –αξιότερων από εμάς– αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων. Αλλά χάθηκαν ακόμη και αυτοί.

Έχει ειπωθεί ότι η Βασιλεία των Ουρανών (δηλαδή το διάστημα) βρίσκεται μέσα μας, κάτι που όλοι αποφεύγουν να το συζητάνε και την περιμένουν να προσγειωθεί ή να απαχθούν προς τους ουρανούς, γιατί αν είναι μέσα μας τότε εμείς έχουμε όλη την ευθύνη, μια ευθύνη που κανείς δεν την θέλει…

Φαντάζομαι την Φαντασία μας σαν ένα φως που υπάρχει μέσα στο κεφάλι μας, μια δέσμη φωτός που φωτίζει σκοτεινούς και μακρινούς ορίζοντες, κι έτσι μπορούμε να ρίξουμε μια βιαστική ματιά προς τα εκεί, και κάτι να ψιθυρίσουμε από εκείνο το φως, πριν μας αντιληφθούν οι άλλοι και μας κρεμάσουν επί παραδειγματισμό…

Θυμάμαι τον Παράκελσο, που από τις πολλές περιπλανήσεις και τις διώξεις και τους χλευασμούς και τις δυσκολίες, έχασε το βροντερό γέλιο του, δεν είχε κανέναν φίλο, και μια ιστορία λέει ότι επειδή δεν είχε κανέναν για να του μιλήσει, είχε αρχίσει να συνομιλεί με την σκιά του. Άναβε ένα κηροπήγιο, καθόταν μπροστά σε έναν τοίχο και συνομιλούσε με την σκιά του σαν να ήταν άνθρωπος. Πολλές φορές τον άκουγαν να φωνάζει μόνος του.

Εκείνη την εποχή έγραψε το μεγαλύτερο αριστούργημα του, το Signa Rerum. Δυστυχώς, σώζονται μόνο τα τελευταία κεφάλαια του, γιατί ο Παράκελσος κάθε βράδυ έσχιζε μερικές σελίδες, τις έβαζε φωτιά και τις πετούσε από το παράθυρο «για να δουν λίγο φως μέσα στην νύχτα επιτέλους οι άνθρωποι…»

Είναι νύχτες σαν κι αυτήν που σκέφτομαι ότι δεν έχουμε καμία ελπίδα. Ότι η Ανθρωπότητα, εγώ, εσύ, εμείς, δεν έχουμε καμία ελπίδα, είμαστε εδώ τώρα επειδή έχει γίνει κάποιο φριχτό λάθος…

Αλλά…

Ένα μεσημέρι κάποτε, θυμάμαι, ήρθε ο μακαρίτης πολύ καλός φίλος μου Νικόλας Ορφανουδάκης στο γραφείο μας στο περιοδικό, ένας πολύ ιδιαίτερος άνθρωπος, ψηλός μέχρι το ταβάνι, όλο καρδιά και γνώσεις, (θυμάμαι κάποτε πυροβολούσαμε μέσα στη νύχτα με κανόνια «υγρού πυρός» που είχε κατασκευάσει κατά τα πρότυπα των Βυζαντινών, και του άρεσαν πολύ τα συναρμολογούμενα και οι μακέτες, συζητούσαμε για τον μυστικισμό, και για πολλά ιδιαίτερα πράγματα πάντοτε, αλλά τον περικύκλωσε ο δράκος της καθημερινότητας και τον πίεζε και μια νύχτα πέθανε).

Ήρθε, λοιπόν, ο Νίκος στο γραφείο και μας λέει:

«Παιδιά, σήμερα κιόλας πρέπει να φτιάξουμε έναν “Σύλλογο για την Μετανάστευση σε Άλλους Πλανήτες”»

Εμείς του λέμε, γελώντας: «Τι λες τώρα ρε Νίκο, γιατί να το κάνουμε αυτό;»

Εκείνος με το πιο απλοϊκό ύφος του κόσμου απάντησε: «Μα, για να μεταναστεύσουμε σε άλλους πλανήτες, να οργανωθούμε λίγο.»

Εμείς απαντήσαμε: «Μα, αφού το ξέρεις ότι είναι τελείως ουτοπικό Νικόλα, και δεν είναι στο χέρι μας να μεταναστεύσει η ανθρωπότητα σε άλλους πλανήτες. Τί μπορούμε να κάνουμε εμείς;; Άλλωστε, ποιος θα γίνει μέλος και γιατί να γίνει; Ποιος νοιάζεται στ’ αλήθεια για όλα αυτά;»

«Εμείς!!» είπε εκείνος τελείως φυσικά και με απορία για την αντίδρασή μας. «Δεν έχει σημασία αυτό που μου λέτε, μού είναι αδιάφορο. Πρέπει κάποτε να μεταναστεύσουμε, να φύγουμε από εδώ, να πάμε σε άλλους πλανήτες, να εξερευνήσουμε το Σύμπαν. Γι’ αυτό, λοιπόν, ελάτε τώρα αμέσως να φτιάξουμε τον σύλλογο, κι όλα τα άλλα θα έρθουν από μόνα τους.»

«Χαλάρωσε Νικόλα», του λέμε συγκαταβατικά, «δεν γίνονται έτσι αυτά τα πράγματα, τι μπορούμε να κάνουμε εμείς;»

Ο ενθουσιασμός του ήταν πολύ μεγάλος, κουνούσε τα χέρια του πάνω κάτω, πήγαινε πέρα-δώθε, μιλούσε με βλέμμα χαμένο στα άστρα. Έμοιαζε σαν να είναι έτοιμος να φύγει εκείνη την στιγμή και απλά μάς προσκαλούσε στο διαστημόπλοιο, έμοιαζε απλά να υπήρχαν κάποια γραφειοκρατικά ζητήματα, όπως, ας πούμε, ένας σύλλογος για να αναλάβει το εγχείρημα. Προσπαθήσαμε να τον συνεφέρουμε και να τον «προσγειώσουμε», θυμάμαι ότι σχεδόν θύμωσε μαζί μας.

«Παιδιά, δεν είμαι χαζός, τα ξέρω αυτά που μου λέτε! Δεν τα ξέρω;; Αλλά, αν δεν γίνει ένας σύλλογος για την διαπλανητική μετανάστευση, να προετοιμάσει το έδαφος, πώς θα μπορέσει κάποτε να γίνει πραγματικότητα κάτι τέτοιο; Είναι απίθανο λέτε. Ωραία!! Ας κάνουμε ένα σύλλογο για το Απίθανο, τότε!

»Μα, δεν καταλαβαίνετε; Θα κάνουμε τον σύλλογο, θα κάνουμε βραδιές συζητήσεων, θα επιλέξουμε προτεινόμενους προορισμούς, θα διαδώσουμε την σχετική λογοτεχνία, θα βραβεύουμε ανθρώπους που συνεισφέρουν στην προσπάθεια, θα λέμε καμιά καλή κουβέντα, θα εκπέμπουμε την αισιοδοξία ότι γίνεται κάτι τέτοιο, ότι είναι απλό, είναι εύκολο, να, ορίστε, κάναμε και σύλλογο, μοιάζει για τελείως τρελό αλλά δεν είναι, όλο και περισσότεροι άνθρωποι ασχολούνται, θα γίνει λιγότερο τρελό, θα φαντάζει λιγότερο απίθανο. Με καταλαβαίνετε παιδιά; Θέλετε να μού πείτε ότι είναι το ίδιο με το να μην υπάρχει ο σύλλογος; Δεν θα είναι το ίδιο!! Θα κάνουμε την αρχή, κι έτσι, σιγά-σιγά, θα πάμε! Θα πάμε ρε! Θα γίνει πραγματικότητα! Μπορεί να μην το προλάβουμε εμείς, αλλά θα γίνει για τα παιδιά μας ή για τα εγγόνια μας, και μέσω αυτών θα είμαστε κι εμείς εκεί, εμείς, που τα ξεκινήσαμε όλα αυτά μαζί με τους φίλους μας…»

Ο Νικόλας έφυγε, χάθηκε, αλλά κάποτε θα κάνουμε έναν σύλλογο για την μετανάστευση σε άλλους πλανήτες, και θα δώσουμε το όνομά του στο σύλλογο, και έτσι εκείνο το μεσημέρι δεν θα ξεχαστεί ποτέ. Έτσι λέμε. Αλλά δεν το κάναμε ακόμη, μόνο το λέμε. Ίσως να μην το κάνουμε ποτέ. Χωρίς τον Νικόλα δεν είναι το ίδιο. Πώς να το κάνεις χωρίς τον Νικόλα; Είμαστε τιποτένιοι! (Δεν είμαστε καν πια μαζί τώρα εκείνοι που ήμασταν τότε εκεί).

Καταλαβαίνετε τι λέω;; Η ελπίδα μας, η αισιοδοξία μας, είναι οι Νικόλες αυτού του κόσμου, χωρίς αυτούς είμαστε σκουπίδια για πέταμα, δεν είμαστε τίποτα.

Και υπάρχει κάτι που εντοπίζει τους Νικόλες και τους εμποδίζει, τους επιτίθεται, τους στριμώχνει στην γωνία, τους απογοητεύει, τους εξολοθρεύει! Υπάρχει πόλεμος!! Δεν το καταλαβαίνετε; Πρέπει να ρίξουμε κι εμείς καμιά πιστολιά! Αλλιώς οι Νικόλες είναι μόνοι τους, ολομόναχοι μέσα στην νύχτα, παραδίνονται, πεθαίνουν αβοήθητοι και μάς αφήνουν ορφανούς. Κι εμείς καταλαβαίνουμε πολύ αργά πια τι συνέβαινε…

Κάτι αφηρημένο λειτουργούσε μέσα από τον φίλο μου τον Νικόλα, κάτι απρόσωπο που προσωποποιούταν σε αυτόν, και λειτουργούσε μέσα από αυτόν, ανάμεσα σε άλλους που τους συνέβαινε το ίδιο. Και κάτι αφηρημένο, απρόσωπο, λειτουργεί και προσωποποιείται μέσα σε τυχαίους ανθρώπους που ευχαρίστως θα επιτίθονταν στον οποιονδήποτε αντίστοιχο Νικόλα για να τον εξευτελίσουν, να τον συκοφαντήσουν, να τον προβληματίσουν, να τον εξολοθρεύσουν.

Το βλέπουμε γύρω μας παντού αυτό, είναι κοσμοϊστορικός πόλεμος, αγνώστου προελεύσεως.

Το έργο τους, ανθρώπων σαν τον φίλο μου τον Νικόλα, συνεχίζεται, αλλά οι απώλειες είναι πολύ μεγάλες.

Κι όμως, θα τα καταφέρουμε…

Το μεγάλο μυστικό το τραγουδάει ένα παλιό ροκ’ν’ρολλ τραγούδι, το White Lightning (Λευκή Αστραπή):

….Lived my pappy and he had him a still.
He brewed white lightning ’till the sun went down,
And then he’d fill him a jug, an’ pass it around….
Yeah, G-men, T-men, revenuers too,
Searchin’ for the place where he made his brew.
They were lookin’, tryin’ to cut him,
But my pappy kept on cookin’
White Lightning

Spinoza: Φιλοσοφία της ελευθερίας

Μπαρούχ Σπινόζα: 1632–1677

Φιλοσοφία της επιθυμίας και της πράξης

1. Η φιλοσοφία του Σπινόζα έχει έναν πολυδιάστατο χαρακτήρα με κεντρικό άξονα το κύριο έργο του, που είναι η Ηθική και η οποία μας καλεί να ακολουθήσουμε ένα ταξίδι από τη γνώση του θεού στην ανθρώπινη ελευθερία. Έτσι, το έργο αυτό αρχικά παρουσιάζεται ως μια πραγματεία για τη μεταφυσική, αλλά στην πραγματικότητα συνδέει το όνομά του με το γεγονός ότι καθιστά δυνατό να κατανοήσουμε πώς μπορεί ο άνθρωπος να κατακτήσει την ελευθερία του, όταν αποτελεί μόνο ένα μέρος του Θεού-Φύσης, στο εσωτερικό του οποίου καθορίζεται από σταθερούς και αιώνιους νόμους, που πάνω τους δεν μπορεί να έχει καμιά δύναμη δράσης. Πώς να σκεφτεί κανείς την ελευθερία στο πλαίσιο του καθολικού ντετερμινισμού; Τέτοια θα μπορούσε να είναι, συνοπτικά, η προβληματική που αντιμετωπίζει ο Σπινόζα στην Ηθική.

2. Η Ηθική παρουσιάζεται ως το θεμελιώδες κείμενο ενός ολόκληρου συστήματος σκέψης, που δομείται από έργα της νεότητας, εκτείνεται επίσης προς τη σφαίρα της πολιτικής και που περιστρέφεται κυρίως γύρω από το ζήτημα της ελευθερίας: ηθική ελευθερία του ανθρώπου, νοούμενου ως μέρους της φύσης, πολιτική ελευθερία του πολίτη. Πρόκειται για δυο προσεγγίσεις του προβλήματος της ελευθερίας, που δεν αποτελούν δυο διαφορετικά πράγματα αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους. Και τούτο σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η ίδια η κοινωνία γίνεται αντιληπτή ως ένα άτομο που συγκροτείται από μια πληθώρα άλλων ατόμων και ως ένα μέρος της φύσης. Για να βασιλέψει εδώ η ελευθερία χρειάζεται να κατανοήσουμε τους νόμους που καθορίζουν τη σύστασή του και την ανάπτυξή του.

3. Σε τούτο τον τρόπο σύλληψης της ανθρώπινης κοινωνίας έγκειται κυριολεκτικά η πρωτοτυπία της φιλοσοφίας του Σπινόζα και δη της πολιτικής του φιλοσοφίας. Πράγματι, ο φιλόσοφος δεν θεωρεί τη ζωή στην κοινωνία ως τεχνούργημα, με το οποίο ο άνθρωπος θα είχε αναδυθεί από την κατάσταση της φύσης, αλλά ως συνέπεια μιας φυσικής διαδικασίας που προέρχεται από τη δύναμη, την ισχύ, που επιτρέπει στους ανθρώπους να εμμένουν στη διατήρηση του Είναι τους. Τούτο σημαίνει περαιτέρω πως κάθε άτομο στη φύση προορίζεται να είναι και να ενεργεί σύμφωνα με αυτό που ο Σπινόζα δηλώνει με τον λατινικό όρο conatus: «προσπάθεια κάθε πράγματος να διατηρείται, να εμμένει στην ύπαρξη, στο Είναι σου»[1]. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να θεωρείται ως καμία ζωτική αρχή και ακόμη λιγότερο ως μια δύναμη που προέρχεται από τη βούληση ενός ελεύθερου και αυτόνομου υποκειμένου. Το conatus παραπέμπει, επομένως, σε αυτό που συνεπάγεται η συμφωνία μεταξύ όλων των μερών που συνιστούν ένα άτομο. Στη συνάφεια τούτη έχουμε τόσο ένα conatus του ανθρώπινου ατόμου όσο και της κοινωνίας που αποτελείται από μια πολλότητα ανθρώπων.

4. Κατ’ αυτό το πνεύμα, οι άνθρωποι σχηματίζουν κοινωνίες για να διατηρήσουν την ελευθερία τους, που απειλείται από την τάση τους να αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλον στη φυσική κατάσταση. Συμβαίνει, συνεπώς, μέσω της δράσης του conatus των ατόμων να συγκροτούνται κοινωνίες, δηλαδή μεγαλύτερα άτομα που καθορίζονται από το δικό τους conatus. Σε αυτή την προσπάθεια εμμονής στην ύπαρξη, στο Είναι, ριζώνεται η ανθρώπινη δύναμη, που είναι η δύναμη της επιθυμίας, αφού με αυτή τη μορφή το conatus εκδηλώνεται στον άνθρωπο ως ένα αυτοσυνείδητο ορέγεσθαι του ανθρώπου. Ο άνθρωπος είναι ένα ον της επιθυμίας και η ελευθερία του συνίσταται στην ελεύθερη εκδήλωση αυτής της επιθυμίας που δεν σημαίνει υποταγή σε ανεξέλεγκτες ορμές, αλλά αντίθετα, έκφραση αυτής της δύναμης φωτισμένης από τον λόγο. Όταν ο άνθρωπος καθοδηγείται από τον λόγο, υπακούει στην αποκλειστική ανάγκη της φύσης του και ενεργεί ελεύθερα.

5. Το ζήτημα της ελεύθερης δράσης είναι επομένως κεντρικό εδώ, γι’ αυτό και ο Gilles Deleuze παρουσιάζει τη σκέψη του Σπινόζα, στο σχετικό βιβλίο του, με τον τίτλο: Πρακτική Φιλοσοφία. Η φιλοσοφία του Σπινόζα είναι, στην πραγματικότητα, πάνω απ' όλα μια φιλοσοφία της δράσης, δηλαδή μια φιλοσοφία που έχει ως στόχο να σκεφτεί τις προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να εκπληρωθούν για να μπορέσουν οι άνθρωποι να μην είναι πλέον παθητικοί, να μην ζουν πλέον βυθισμένοι στη δουλεία, δηλαδή στην υποταγή σε εξωτερικές αιτίες που ενεργούν πάνω τους χωρίς καν οι ίδιοι να το γνωρίζουν. Αυτή η άγνοια των αιτιών που μας καθορίζουν και που χαρακτηρίζουν την αρχική κατάσταση των ανθρώπων, μπορεί να ξεπεραστεί με αναστοχασμό, καθώς ο τελευταίος τούτος τους επιτρέπει να κατανοήσουν καλύτερα τους δεσμούς που τους ενώνουν με τη φύση. Η φύση, όπως αποδεικνύει ο Σπινόζα, δεν είναι άλλη από τον θεό που δεν μπορεί πλέον να γίνει αντιληπτός ως μια εξωτερική δύναμη που βασιλεύει στο σύμπαν, σαν μονάρχης στο βασίλειό του, αλλά ως η εσωτερική δύναμη, η έμφυτη δύναμη που συντελεί ώστε όλα τα ενικά πράγματα να είναι, να υπάρχουν, και να ενεργούν.

6. Στην πραγματικότητα, για να επιτύχουμε μια καλύτερη κατανόηση του θεού ή της φύσης και τη βέλτιστη κατανόηση της θέσης του ανθρώπου εδώ, πρέπει να γνωρίζουμε τις αιτίες των ανθρώπινων παθών που δεν γίνονται πλέον αντιληπτά από ηθική άποψη, όπως οι κακίες της ανθρώπινης φύσης, αλλά ως συνέπεια ορισμένων φυσικών μηχανισμών στους οποίους υπόκειται ο άνθρωπος. Ο Σπινόζα, αν και αναγνωρίζει εδώ ότι αυτή η θέση του είναι ίδια με εκείνη που ο Καρτέσιος υιοθετεί στην πραγματεία του με τίτλο: τα πάθη της ψυχής, ωστόσο θεωρεί πως η καρτεσιανή λύση δεν ικανοποιεί τον λόγο, γιατί προϋποθέτει τη δυνατότητα μιας δράσης του σώματος πάνω στο πνεύμα. Σώμα και πνεύμα είναι δύο ξεχωριστές εκφράσεις του ενός και του αυτού πράγματος. Δεν μπορεί λοιπόν να υπάρχει ενέργεια, δράση του ενός επί του άλλου και η εξήγηση των παθών με τη ενέργεια, δράση του σώματος επί του πνεύματος δεν ισχύει πλέον.

7. Τα πάθη μας προκύπτουν στην πραγματικότητα από τη δράση εξωτερικών αιτιών. Αυτές μας επηρεάζουν και παράγουν μέσα μας αναπαραστάσεις και επιδράσεις που δεν μπορούμε να διαχειριστούμε, μέχρι να μπορέσουμε να συλλάβουμε μια σαφή και ξεκάθαρη ιδέα για αυτά. Έτσι βρισκόμαστε υπό την επιρροή των παθών, όταν επηρεαζόμαστε από εξωτερικές αιτίες, των οποίων αγνοούμε την ύπαρξη ή για τις οποίες έχουμε μια σκοτεινή και συγκεχυμένη ιδέα. Κατά συνέπεια, η δύναμη ενός πάθους δεν προκύπτει από τη δύναμη του conatus, δηλαδή από την προσπάθεια να εμμένει κανείς στην ύπαρξη εκείνου που βρίσκεται υπό την επιρροή αυτού του πάθους, αλλά προκύπτει από τη δύναμη της εξωτερικής αιτίας που δρα σε αυτό και το κάνει παθητικό, δηλαδή το κάνει να υποτάσσεται. Από την άλλη, γινόμαστε ενεργοί, όταν είμαστε σε θέση να συλλάβουμε ξεκάθαρα τις αιτίες που μας καθορίζουν. Γι' αυτό, στη φιλοσοφία του Σπινόζα, η αληθινή γνώση γίνεται αντιληπτή πάντα ως λυτρωτική στο βαθμό που παράγει μέσα μας ένα αποτέλεσμα, που δεν είναι πλέον συνέπεια της δράσης μιας εξωτερικής αιτίας, αλλά της κατανόησης των πραγμάτων από τη λογική σύμφωνα με φυσική τάξη. Ο άνθρωπος που φτάνει σε αυτόν τον βαθμό κατανόησης δεν καθοδηγείται πλέον από τη λογική του μόνο, δεν υπακούει πια σε μια εξωτερική αναγκαιότητα, αλλά σκέφτεται και ενεργεί σύμφωνα με την αποκλειστική ανάγκη της φύσης του. Είναι επομένως ελεύθερος στο βαθμό που δεν υπόκειται πλέον σε έναν εξωτερικό περιορισμό, αλλά επιτρέπει στη μοναδική δύναμη του σώματός του και του πνεύματός του να εκφραστούν, έχοντας ενσωματώσει πλήρως τους νόμους της φύσης και κατά συνέπεια της φύσης του.
---------------------------------
[1] Ethica, μέρος τρίτο, πρόταση 7.

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της

7.3.1. Πελίκη του «ζωγράφου του Μαρσύα»


Η πελίκη του «ζωγράφου του Μαρσύα», σήμερα στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου, προέρχεται από την Κάμιρο της Ρόδου και είναι ένα αγγείο αντιπροσωπευτικό της αττικής παραγωγής του 4ου αιώνα π.Χ. και ειδικότερα του ρυθμού Κερτς· χρονολογείται κοντά στα μέσα του αιώνα (360-350 π.Χ.). 

Η παράσταση της κύριας όψης εικονίζει ένα αρκετά αγαπητό μυθολογικό θέμα, την αρπαγή της Θέτιδας από τον Πηλέα. Η Θέτις ήταν μια από τις Νηρηίδες, τις κόρες του θαλάσσιου θεού Νηρέα, τόσο όμορφη που ο Δίας και ο Ποσειδώνας ήθελαν να την κάνουν δική τους. Επειδή όμως, σύμφωνα με έναν χρησμό της Θέμιδας, ο γιος που θα γεννούσε η Θέτις θα γινόταν πιο δυνατός από τον πατέρα του, οι δύο θεοί άφησαν να την ερωτευθεί και να την παντρευτεί ένας θνητός, ο Πηλέας, γιος του Αιακού από τη Φθία στη νότια Θεσσαλία. Δεν ήταν όμως εύκολο να πλησιάσει ο Πηλέας τη νεαρή θεά και γι᾽ αυτό παραφύλαξε την ώρα που λουζόταν στην ακροθαλασσιά, την άρπαξε και την κράτησε σφιχτά, παρόλο που αυτή μεταμορφωνόταν σε διάφορα ζώα για να του ξεφύγει, ώσπου δέχτηκε να τον ακολουθήσει. 

Στην κύρια όψη του αγγείου βλέπουμε τη Θέτιδα γονατιστή δίπλα στη θάλασσα, που δηλώνεται με μια κυματιστή γραμμή και με την παρουσία ενός δελφινιού, να κρατάει με το αριστερό της χέρι το ένδυμά της· το δεξί της χέρι το κρατάει σφιχτά ο Πηλέας, που εικονίζεται ως έφηβος με πλατύγυρο καπέλο (πέτασο) στο κεφάλι και χλαμύδα, και δεν την αφήνει να φύγει, παρόλο που ένας ιππόκαμπος του δαγκώνει το πόδι — αναφορά στις μεταμορφώσεις της νεαρής θεάς. Επάνω από τον Πηλέα κάθεται η Αφροδίτη, που έχει δίπλα της τη σύντροφό της την Πειθώ. Η θεά έχει στείλει τον φτερωτό Έρωτα, που τον βλέπουμε να απλώνει τα χέρια του επάνω από το κεφάλι του νεαρού άνδρα δείχνοντας ότι τον εξουσιάζει. Στην άλλη πλευρά της παράστασης εικονίζονται τρεις Νηρηίδες, αδελφές της Θέτιδας. Αξιοσημείωτη είναι η μορφή της Νηρηίδας επάνω δεξιά, η οποία τρέχει γυμνή και εικονίζεται από πίσω με έντονη συστροφή και τολμηρές προοπτικές βραχύνσεις. Η μορφή αυτή είναι πιθανότατα παρμένη από τη μεγάλη ζωγραφική της εποχής. Στην παράσταση προβάλλεται έντονα το ερωτικό στοιχείο.

Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι: ΙI. ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΩΚΡΑΤΙΚΟΥΣ ΣΤΗΝ ΥΣΤΕΡΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

15.12. Πλωτίνος και Ωριγένης: μια συνάντηση που δεν έγινε


«Όταν κάποτε εμφανίστηκε στο μάθημά του ο Ωριγένης, ο Πλωτίνος έγινε κατακόκκινος και ήθελε να σηκωθεί όρθιος και να φύγει. Ο Ωριγένης του ζήτησε να συνεχίσει να μιλά, αλλά αυτός είπε ότι η επιθυμία να μιλήσεις χάνεται όταν γνωρίζεις ότι μιλάς σε ανθρώπους που ήδη γνωρίζουν όσα πρόκειται να πεις. Αυτά τα λίγα αντάλλαξαν και ο Πλωτίνος σηκώθηκε κι έφυγε.»

Την ιστορία αυτή διηγήθηκε ο βιογράφος του Πλωτίνου, ο Πορφύριος (Βίος Πλωτίνου 14.20-25), και την επανέλαβαν πολλές φορές οι χριστιανοί. Ιδού: ο μέγιστος των Πλατωνικών δεν μπορεί παρά να σιωπήσει μπροστά στον μέγιστο των χριστιανών. Δύο αιγύπτιοι-έλληνες φιλόσοφοι συναντιούνται στην πρωτεύουσα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας γύρω στο 245 μ.Χ., και ο ένας νιώθει την αδυναμία του και αποχωρεί, αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο δράσης στον άλλο. Συμβολικό και προφητικό το επεισόδιο. Οι ίδιοι οι χριστιανοί να το επινοούσαν, δεν θα τα κατάφερναν καλύτερα.

Η πραγματικότητα είναι διαφορετική, όχι ως προς την υποχώρηση των αντιπάλων του χριστιανισμού, αλλά ως προς την ταυτότητα του Ωριγένη. Πρόκειται, ασφαλώς, για τον Ωριγένη που ήταν συμμαθητής του Πλωτίνου στη σχολή του Αμμωνίου. Μάλλον έτσι εξηγείται το κοκκίνισμα του νέου ακόμη δάσκαλου Πλωτίνου: δεν μπορούσε στον παλιό του συμμαθητή να παρουσιάζει για δικά του τα όσα είχαν ακούσει από τον δάσκαλό τους.

Μα, δεν ήταν ο χριστιανός Ωριγένης μαθητής του Αμμωνίου; Ο εθνικός Πορφύριος το βεβαιώνει αυτό, κρίνοντας ότι ωφελήθηκε πολύ από την εκεί μαθητεία του. Μήπως τον συγχέει με άλλον Αμμώνιο; Ο ίδιος ο Ωριγένης έγραψε ότι σπούδασε στην Αλεξάνδρεια στον «δάσκαλο των φιλοσοφικών διδασκαλιών», δεν μας αποκάλυψε όμως το όνομά του. Πάντως, και να είχε περάσει από τη σχολή του Αμμωνίου, θα ήταν απλός ακροατής και όχι ζηλωτής. Γιατί το έργο του δεν φαίνεται να επηρεάστηκε από το είδος του πλατωνισμού που θα οδηγούσε στον Πλωτίνο - κάτι πέρα από τον μέσο πλατωνισμό. Δεν είναι απίθανο ο Πλωτίνος και ο Ωριγένης να ήταν μαθητές του Αμμωνίου. Αλλά συμμαθητές δεν ήταν: όταν ερχόταν ο νέος, έφευγε ο παλιός (ο Ωριγένης).

Συνεπώς, δύο δάσκαλοι με το όνομα Αμμώνιος: ο ένας χριστιανός, ο άλλος πρώην χριστιανός και μετά εθνικός (ο Σακκάς). Δύο μαθητές και δάσκαλοι με το όνομα Ωριγένης: ο ένας χριστιανός, ο άλλος εθνικός - ο δεύτερος σίγουρα μαθητής του δεύτερου Αμμωνίου, ο πρώτος ίσως. Πραγματικά, ήταν πολύ μπερδεμένα τα πράγματα (ακόμη και τα ονόματα) στην Αλεξάνδρεια του 3ου αιώνα!