Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2021

Η γενιά του Ghosting

Όλα γύρω μοιάζουν εντάξει· έχεις γνωρίσει έναν υπέροχο άνθρωπο και είστε μαζί ώσπου ξαφνικά, και ίσως χωρίς καμιά απολύτως προειδοποίηση, η/ο σύντροφός σου φαίνεται να έχει εξαφανιστεί από προσώπου γης!

Κάνεις σενάρια μήπως, ένα ωραίο πρωινό ο σύντροφος σου να την έκανε αεροπορικώς για Βραζιλία ή κι’ ακόμα να έχει πάθει ολική αμνησία έπειτα από τυχαία συνάντηση με εξωγήινο, ωστόσο γνωρίζεις πολύ καλά ότι όλα αυτά δεν παίζουν. Μάλλον, απλώς επέλεξε να τελειώσει τη σχέση σας χωρίς να μπει στον κόπο να σου εξηγήσει ή έστω να σε ενημερώσει. Το τηλέφωνό σου δε χτυπά πια, καμιά επικοινωνία, καμιά ειδοποίηση και το κυριότερο καμιά απάντηση σε κάποιο από τα μηνύματά που έστειλες σε εκείνη/ο.

Γιατί όμως κάποιος να επιλέξει να εξαφανιστεί από τη ζωή ενός ανθρώπου που μέχρι χθες ήταν μέρος της δικής του ενώ θα μπορούσε τουλάχιστον, να κάνει μια συζήτηση για να τερματίσει την όποια σχέση; Μάλλον δεν θα μάθεις ποτέ τον λόγο που έτσι ξαφνικά μεταμορφώθηκες σε φάντασμα του παρελθόντος κάποιου που μοιράστηκες εμπειρίες και όμορφες στιγμές μαζί του.

Αυτό που μπορώ να σου πω όμως με σιγουριά, είναι πως μια τέτοια συμπεριφορά είναι σημείο των καιρών. Είναι το δείγμα μιας εποχής όπου σχεδόν τα περισσότερα πράγματα πια στη ζωή είναι αναλώσιμα. Έτσι είναι και οι σχέσεις. Άνθρωποι έρχονται και φεύγουν από τις ζωές μας, δυστυχώς, χωρίς κόπο αλλά με μεγάλη ευκολία.

Μεγάλωσε και ίσως συνεχίζει να μεγαλώνει μια γενιά που έχει ως χαρακτηριστικό της την άτακτη φυγή απέναντι στα δύσκολα. Άνθρωποι μιας γενιάς που διστάζουν ή δειλιάζουν να δημιουργήσουν δεσμούς με άλλους ίσως επειδή δεν το μάθανε και ποτέ από μικροί.

Άραγε αυτοί που τερματίζουν τις σχέσεις τους γινόμενοι «καπνός» έχουν βιώσει μια τέτοιου είδους απόρριψη οι ίδιοι, δηλαδή να μείνουν σε χλωρό κλαρί χωρίς καμία εξήγηση; Εάν ναι, τότε ξέρουν καλά πώς είναι να τελειώνει μια σχέση ξαφνικά, απότομα και χωρίς εξήγηση. Ξέρουν πως είναι, όμως δεν δείχνουν καμία ενσυναίσθηση προς τον άλλον, κι ας το έχουν βιώσει οι ίδιοι στο παρελθόν. Μάλλον δεν έχουν αισθήματα ενοχής για τη συμπεριφορά τους απέναντι στους άλλους.

Είναι απλώς άνθρωποι που άλλοτε είναι απρόθυμοι να έρθουν πολύ κοντά και να συνδεθούν με οποιονδήποτε λόγω της απουσίας εμπιστοσύνης και που άλλοτε χρησιμοποιούν έμμεσες και ανορθόδοξες μεθόδους για να τερματίσουν τις σχέσεις τους με τους γύρω όταν αυτό συμβεί.

Εάν σου έτυχε ποτέ να το πάθεις, τότε ξέρεις. Εάν από την άλλη όχι, τότε θα σου έλεγα πως είναι οδυνηρό. Είναι σαν να έχεις χάσει έναν άνθρωπο δικό σου αλλά δεν σου δίνουν την δυνατότητα και το δικαίωμα να τον θρηνήσεις. Στην ουσία γι’ αυτόν που το βιώνει, το φαινόμενο “ghosting” είναι ένας μικρός θάνατος.

Οφείλω να πω πως ένα τέτοιο φαινόμενο δεν περιορίζεται σε καμία περίπτωση μόνο σε αισθηματικές ή μακροχρόνιες σχέσεις. Γιατί για το άτομο που λειτουργεί έτσι, μια απλή εξαφάνιση από οποιαδήποτε διαπροσωπική σχέση ή ακόμη και μια απλή γνωριμία, είναι απλώς η γνωστή διέξοδος. Εύκολα και γρήγορα δίχως καμιά ανάγκη να δώσει απαντήσεις και κυρίως καμιά ανάγκη να ασχοληθεί με τα συναισθήματα ενός άλλου ανθρώπου.

Σίγουρα, είναι εύκολη η αποφυγή μιας άβολης και άχαρης στιγμής όταν εξαφανίζεσαι, δεν βοηθά όμως σε τίποτα να γίνεις καλύτερος σε μια πιθανή νέα σχέση στο μέλλον.

HERMANN HESSE: Με το χιούμορ είναι δυνατό όχι μόνο να συμφιλιωθούν το άγιο και το άσωτο

Ο άνθρωπος της εξουσίας καταστρέφεται από την εξουσία, ο άνθρωπος του χρήματος από το χρήμα, ο υποτελής από την υποτέλεια, ο φιλήδονος από την ηδονή. Έτσι και Λύκος της Στέπας καταστράφηκε από την ανεξαρτησία του. Πέτυχε το σκοπό του, γινόταν ολοένα και πιο ανεξάρτητος, κανείς δεν τον διέταζε, σε κανέναν δεν είχε να δώσει λογαριασμό, ήταν ελεύθερος και μόνος του καθόριζε κάθε του πράξη. Γιατί ο κάθε δυνατός άνθρωπος πτωχαίνει αυτό που μια γνήσια παρόρμηση τον κάνει να αποζητάει. Έχοντας αποκτήσει την ελευθερία του όμως, ο Χάρυ ένιωσε ξαφνικά πως η ελευθερία του ήταν ένας θάνατος, πως ήταν πια μόνος, πως ο κόσμος μ’ έναν απαίσιο τρόπο τον είχε αφήσει στην ησυχία του, πως οι άνθρωποι δεν τον αφορούσαν, πως δεν τον αφορούσε ούτε ο εαυτός του, πως σιγά σιγά αυτή η έλλειψη σχέσεων και η απομόνωση τον έπνιγαν. Τώρα πια η μοναξιά και η ανεξαρτησία είχαν πάψει να είναι επιθυμία και σκοπός, ήταν η μοίρα και η καταδίκη του, η μαγική του επιθυμία είχε πραγματοποιηθεί και δεν ακυρωνόταν και δεν ωφελούσε ν’ απλώνει με λαχτάρα και καλή θέληση τα χέρια του και να αποζητάει συντροφικότητα και κοινωνικότητα: όλοι τον είχαν αφήσει μόνο του. Οι άλλοι άνθρωποι ωστόσο ούτε τον μίσησαν, ούτε και τον αποστρέφονταν. Απεναντίας, είχε πάρα πολλούς φίλους. Άρεσε σε πoλλoύς. Αλλά πάντα συναντούσε απλώς συμπάθεια και φιλική διάθεση, τον προσκαλούσαν, του έκαναν δώρα, του έγραφαν ευγενικά γράμματα, αλλά κανείς δεν τον προσέγγιζε πιο πολύ, κανείς δεν δενόταν μαζί του, κανείς δεν ήθελε ούτε και μπορούσε να μοιραστεί τη ζωή μαζί του. Τον τριγύριζε πάντοτε ο αέρας της μοναξιάς, μια ήρεμη ατμόσφαιρα, ο κόσμος τον απόφευγε, δεν μπορούσε να κάνει σχέσεις ,και αυτό καμιά θέληση και καμιά λαχτάρα δεν μπορούσε να το αλλάξει. Η κατάσταση αυτή ήταν ένα από τα πιο σοβαρά χαρακτηριστικά της ζωής του…

Οι μοναχικοί Λύκοι της Στέπας, που υποφέρουν διαρκώς τα μέγιστα χωρίς να γαληνεύουν ποτέ, που δεν διαθέτουν ποτέ την απαιτούμενη ορμή να πορευτούν προς το τραγικό, να διαφύγουν στον αστρικό κόσμο, που θεωρούν τον εαυτό τους προορισμένο γιο το απόλυτο, κι ωστόσο δεν μπορούν να ζήσουν σ’ αυτό: αυτοί λοιπόν, που το πνεύμα τους έγινε ελαστικό και δυνατό στον πόνο, βρίσκουν μια ανακουφιστική διέξοδο στο χιούμορ. Το χιούμορ όμως κατά κάποιο τρόπο παραμένει πάντοτε αστικό, παρόλο που ο γνήσιος αστός δεν μπορεί να το καταλάβει. Στη φανταστική του σφαίρα πραγματώνεται τα περίπλοκα και μπερδεμένα ιδεώδη όλων των Λύκων της Στέπας: με το χιούμορ είναι δυνατό όχι μόνο να συμφιλιωθούν το άγιο και το άσωτο, να σμίξουν τα δύο άκρα, αλλά και ο ίδιος ο αστός να ενταχθεί σ’ αυτή την κατάφαση. Εκεί μπορεί ο θεοσεβούμενος να αποδεχτεί τον εγκληματία, και το αντίστροφο, αυτοί οι δύο όμως, όπως και όλοι, που ζουν στο απόλυτο, δεν μπορούν ποτέ να αποδεχτούν αυτό τον ουδέτερο και χλιαρό κόσμο ανάμεσά τους, τον αστικό κόσμο. Μόνο το χιούμορ, αυτή η μεγαλοφυής επινόηση των προορισμένων στην πιο μεγάλη καταπίεση, των σχεδόν τραγικών τύπων, των δυστυχισμένων ανθρώπων, που η μοίρα ωστόσο τους έχει προικίσει με υψηλά χαρίσματα, μόνο το χιούμορ (ίσως η πιο χαρακτηριστική και μεγαλοφυής επίδοση της ανθρωπότητας) κατορθώνει το αδύνατο, υπερβαίνει και ενώνει όλες τις περιοχές της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα στις ακτίνες του πρίσματός της. Για να ζήσει κανείς στον κόσμο, σαν να μην ανήκει σ’ αυτόν, να σέβεται το νόμο και ταυτόχρονα να τον ξεπερνά, να κατέχει «ως μη κατέχων» να παραιτείται, χωρίς να υπάρχει παραίτηση -όλα αυτά τα προσφιλή και συχνά διατυπωμένα αξιώματα μιας σοφίας στη ζωή, μόνο το χιούμορ μπορεί να τα πραγματώσει.

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ, Ο Λύκος της Στέπας

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της

1.5. Το εμπόριο, ο πρώτος αποικισμός και οι σχέσεις με την Εγγύς Ανατολή


Μια άλλη διαπίστωση που προκύπτει από την αρχαιολογική έρευνα είναι ότι η οικονομία των οικισμών στην περίοδο που εξετάζουμε δεν βασιζόταν μόνο στη γεωργία και στην κτηνοτροφία, αλλά επίσης (και ίσως ακόμη περισσότερο) στο εμπόριο, και μάλιστα το θαλάσσιο, η σημασία του οποίου αυξήθηκε ραγδαία από τον 9ο αιώνα και έπειτα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του οικισμού της Ζαγοράς στη δυτική ακτή της Άνδρου, που είναι χτισμένος σε μια μικρή χερσόνησο περιτριγυρισμένη από θάλασσα, χωρίς εύκολη πρόσβαση σε καλλιεργήσιμη γη ή βοσκοτόπια. Η έκταση και η σημασία του εμπορίου γίνονται φανερές από την ανεύρεση σε οικισμούς και ιερά της ηπειρωτικής και της νησιωτικής Ελλάδας αντικειμένων που προέρχονται από περιοχές όπως η Συρία, η Φοινίκη και η Αίγυπτος. Ενδεικτικό είναι επίσης το γεγονός ότι γύρω στα εκατό αττικά αγγεία του τέλους του 10ου και του 9ου αιώνα βρέθηκαν σε τάφους στην Κνωσό της Κρήτης.

Το κυριότερο όμως τεκμήριο για τη βαθμιαία ανάπτυξη οργανωμένου εμπορίου είναι η παρουσία αντικειμένων από χρυσό, η ανάπτυξη της κατεργασίας μετάλλων που συχνά έρχονται από μακρινές περιοχές (όπως ο χαλκός, ο σίδηρος και ακόμη περισσότερο ο κασσίτερος) καθώς και η εμφάνιση σπάνιων και πολύτιμων υλικών, όπως το ελεφαντόδοντο. Τα πολύτιμα υλικά έρχονταν κυρίως από την Ανατολή, τη Μεσοποταμία και τη Συρία. Οι έμποροι που τα μετέφεραν ήταν συχνά Φοίνικες (που αναφέρονται ήδη στην Οδύσσεια), αλλά πιθανόν και Έλληνες που έφταναν με τα πλοία τους ως τις ακτές της Συρίας. Εκεί, στις εκβολές του ποταμού Ορόντη, στη σημερινή Al Mina, έχει ανασκαφεί μια εγκατάσταση που, όπως δείχνουν τα ευρήματα, ίσως ήταν εμπορικός σταθμός Ελλήνων. Σημαντικό ρόλο στις εμπορικές επαφές με την Ανατολή έπαιζε η Κύπρος, όπου οι Έλληνες είχαν εγκατασταθεί από το τέλος του 12ου αιώνα π.Χ. Τη γνώση της κατεργασίας των μετάλλων και του ελεφαντόδοντου οι Έλληνες πρέπει να τη χρωστούσαν σε μεγάλο βαθμό στις στενές επαφές τους με τεχνίτες της Ανατολής. Οι επαφές αυτές οδήγησαν άλλωστε και σε μιαν άλλη εξαιρετικά σημαντική εξέλιξη, τη δημιουργία της ελληνικής αλφαβητικής γραφής.

Ανάμεσα σε αυτούς που ασχολούνταν συστηματικά με το εμπόριο και τη ναυτιλία στα πρώιμα αυτά χρόνια σημαντική θέση φαίνεται ότι κατείχαν οι Ευβοείς. Δεν είναι τυχαίο ότι αντικείμενα συριακής και αιγυπτιακής προέλευσης του 9ου και του 8ου αιώνα π.Χ. έχουν βρεθεί στην Εύβοια. Δεν αποκλείεται οι πρώτοι Ίωνες που γνώρισαν οι λαοί της Ανατολής και έδωσαν το όνομά τους σε όλους τους Έλληνες (Jaunas, Junani κτλ.) να ήταν Ευβοείς και όχι Ίωνες της Μικράς Ασίας, όπως υπέθεταν παλαιότερα. Έχουμε επίσης λόγους να πιστεύουμε ότι οι Ευβοείς ήταν οι πρώτοι που ξεκίνησαν τον αποικισμό, σε μια εποχή παλαιότερη από εκείνη στην οποία αναφέρεται, όπως είδαμε, ο Θουκυδίδης. Πρόσφατες αρχαιολογικές έρευνες έδειξαν ότι ο αποικισμός της βόρειας ακτής του Αιγαίου και ειδικότερα της Χαλκιδικής άρχισε ήδη τον 11ο αιώνα π.Χ. και ίσως ακόμη παλαιότερα. Οι πρώτοι ιδρυτές αποικιών στην περιοχή φαίνεται ότι ήταν Ευβοείς. Η εγκατάστασή τους αποσκοπούσε πιθανότατα στην εκμετάλλευση εμπορεύσιμων πρώτων υλών που ξέρουμε ότι διέθετε η Χαλκιδική, ιδιαίτερα οικοδομήσιμη και ναυπηγήσιμη ξυλεία καθώς και μεταλλεύματα.

Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι: Ι. ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΛΗ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

7.3. Ο Πλάτων, η πολιτική και η Ακαδημία


Ο Πλάτων γεννήθηκε στην Αθήνα το 428 π.Χ. και ανδρώθηκε μέσα στην ταραγμένη περίοδο του Πελοποννησιακού Πολέμου και των δραματικών γεγονότων που ακολούθησαν την ήττα των Αθηναίων. Η οικογένειά του ήταν μία από τις πιο γνωστές και παλιές οικογένειες της Αθήνας, με ιδιαίτερη παρουσία στα πολιτικά πράγματα, πάντοτε στο πλευρό των ολιγαρχικών. Για τον νεαρό Πλάτωνα καθοριστική θα πρέπει να υπήρξε η άνοδος και η πτώση του Κριτία, εξαδέλφου της μητέρας του και ηγέτη των Τριάκοντα τυράννων. Ο Κριτίας, όπως ο Χαρμίδης και ο Αλκιβιάδης, ήταν σημαίνοντα στελέχη της αντιδημοκρατικής παράταξης. Ανήκαν όλοι στον στενό κύκλο του Σωκράτη, και στους πλατωνικούς διάλογους εμφανίζονται με θετικό τρόπο, ως προικισμένοι και φερέλπιδες νέοι.

Λογικό είναι να υποθέσουμε ότι ο Πλάτων θα είδε καταρχήν με ευνοϊκό μάτι την κίνηση των Τριάκοντα το 404 π.Χ., η οποία προωθούσε την εγκαθίδρυση ενός αριστοκρατικού καθεστώτος και απέδιδε την ήττα του πολέμου στον εκφυλισμό της αθηναϊκής δημοκρατίας. Η ωμή βία ωστόσο που επέβαλε το απολυταρχικό καθεστώς και ο κύκλος του αίματος στον οποίο οδήγησε, έπεισαν τον Πλάτωνα ότι κανένα πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να θεμελιωθεί μόνο στον καταναγκασμό. Η συναίνεση των πολιτών και ο σεβασμός των νόμων αποτελούν θεμέλια του δίκαιου πολιτεύματος. Από την άλλη μεριά, ο Πλάτων ουδέποτε αποδέχθηκε την εξισωτική λογική της άμεσης δημοκρατίας, η οποία, κατά τη γνώμη του, απομακρύνει τους έντιμους και τους άξιους πολίτες από την εξουσία και φέρνει στο προσκήνιο τους επιτήδειους και τους δημαγωγούς. Η αρνητική του γνώμη για τη δημοκρατία εδραιώθηκε, όταν είδε τους ηγέτες της παλινόρθωσης, μετά τη πτώση των Τριάκοντα, να σέρνουν σε δίκη τον Σωκράτη το 399 π.Χ. και να τον οδηγούν στον θάνατο.

Απογοητευμένος τόσο από τη δημοκρατία όσο και από την υπαρκτή ολιγαρχία, ο Πλάτων θα μπορούσε να οδηγηθεί στην πολιτική αποχή. Ο φιλόσοφος, ακόμη κι αν ενδιαφέρεται για την πολιτική όπως ο Πλάτων, έχει πάντοτε τη δυνατότητα να καταφύγει στην ασφάλεια που προσφέρει η καθαρή θεωρία - η ιδανική πλατωνική πολιτεία είναι άραγε τίποτε περισσότερο από μια τολμηρή ουτοπία; Ωστόσο ο Πλάτων προσπάθησε να συνδέσει τη θεωρία και την πράξη. Αυτό μαρτυρούν τα αποτυχημένα ταξίδια του στη Σικελία. Αυτό μαρτυρεί και η καθοριστική του απόφαση να ιδρύσει την Ακαδημία.

Εκείνο που βάρυνε στη σκέψη μου ήταν ότι, αν επρόκειτο κάποτε να επιχειρήσω να εφαρμόσω όσα είχα σκεφτεί για τους νόμους και την πολιτεία, η δοκιμή έπρεπε να γίνει τώρα. Ξεκίνησα λοιπόν από την πατρίδα μου κυρίως γιατί ντρεπόμουν τον ίδιο μου τον εαυτό, μήπως φανεί ότι δεν είμαι παρά μόνο σκέτη θεωρία και ότι ουδέποτε επιλέγω να καταπιαστώ με κάποια πράξη.
Πλάτων, 7η Επιστολή 328b-c

Αν δεν συμβεί αυτό, ή να κυβερνήσουν στις πολιτείες οι φιλόσοφοι ή να ασχοληθούν με τη φιλοσοφία αυτοί που τώρα ονομάζουμε βασιλείς και δυνάστες, έτσι ώστε η πολιτική δύναμη και η φιλοσοφία να συμπέσουν στο ίδιο πρόσωπο, δεν θα έχουν τελειωμό οι συμφορές στις πολιτείες ούτε ακόμη και στο ανθρώπινο γένος, κι ούτε τούτο το πολίτευμα που περιγράψαμε στη θεωρία θα λάβει πραγματική υπόσταση και θα βγει στο φως του ήλιου.
Πλάτων, Πολιτεία 473c-d

Στην ισχυρότερη πόλη της Σικελίας, τις Συρακούσες, ο Πλάτων πήγε τρεις φορές, μετά από πρόσκληση των τυράννων της πόλης. Η ελπίδα του ήταν ότι σε αυτή την περιοχή του ελληνισμού, όπου η πυθαγόρεια παράδοση είχε διατηρηθεί ακόμη ζωντανή, θα μπορούσε να επιτευχθεί η ουσιαστική σύζευξη εξουσίας και γνώσης την οποία είχε οραματιστεί. Ένας τρόπος για να έρθουν οι φιλόσοφοι στην εξουσία θα ήταν να δεχτούν οι πολιτικοί ηγεμόνες να γίνουν οι ίδιοι φιλόσοφοι, ή τουλάχιστον να ανεχτούν μια μορφή παρασκηνιακής καθοδήγησης από τους πραγματικούς φιλοσόφους. Οι ελπίδες του Πλάτωνα διαψεύστηκαν και τις τρεις φορές οικτρά, λέγεται μάλιστα ότι μετά το πρώτο του ταξίδι το 388 π.Χ. κατέληξε να πουληθεί δούλος και σώθηκε εντελώς τυχαία, όταν κάποιος γνωστός του τον αναγνώρισε στην Αίγινα.

Η αρνητική εμπειρία του πρώτου σικελικού ταξιδιού έκανε τον Πλάτωνα να αναζητήσει μια εναλλακτική διέξοδο. Αν το όραμα του συνολικού μετασχηματισμού της κοινωνίας έμοιαζε ανέφικτο, αφού θα προσέκρουε πάντοτε στα συμφέροντα των αντίθετων ομάδων και στις φιλοδοξίες των ισχυρών, θα μπορούσε τουλάχιστον να δημιουργηθεί μια μικρογραφία της ιδανικής πολιτείας μέσα στην Αθήνα, ένας πυρήνας αντίστασης στα επικρατούντα ήθη. Έτσι γεννήθηκε η ιδέα της ίδρυσης της πλατωνικής Ακαδημίας το 387 π.Χ. Η Ακαδημία υπήρξε ένας θεσμός καινοτομικός. Θα πρέπει να τη φανταστούμε σαν μια κλειστή οργάνωση ομοϊδεατών, που αποφάσισαν να ζήσουν από κοινού μια ζωή αφοσιωμένη στη φιλοσοφία και στην επιστημονική γνώση. Υπήρξε κατά κάποιο τρόπο το πρώτο πανεπιστήμιο της αρχαιότητας, μια κλειστή σχολή φιλοσοφίας: είχε ιεραρχική δομή με επικεφαλής έναν σχολάρχη, ειδικευμένους ερευνητές, δασκάλους και μαθητές, τακτικά και δόκιμα μέλη. Το γνωστικό ιδεώδες, η αναζήτηση της αλήθειας, λειτουργούσε ως συνεκτικός δεσμός των μελών της πλατωνικής Ακαδημίας. Για τον Πλάτωνα ωστόσο η γνώση είχε αξία μόνο αν οδηγούσε στην ηθική βελτίωση των ατόμων και στην ευδαιμονία του συνόλου. Το κυρίαρχο λοιπόν στοιχείο της Ακαδημίας ήταν ο κοινός τρόπος ζωής των μελών της, η κοινή αναζήτηση, ο δημιουργικός διάλογος, μέσα από τον οποίο η νέα γενιά των μαθητών έβρισκε τον δρόμο της.

Στην Ακαδημία συσπειρώθηκαν ορισμένα από τα πιο δημιουργικά μυαλά του 4ου αιώνα: ο μαθηματικός Θεαίτητος, οι αστρονόμοι Εύδοξος, Κάλλιππος και Ηρακλείδης, οι φιλόσοφοι Σπεύσιππος, Ξενοκράτης, Φίλιππος και, φυσικά, ο Αριστοτέλης, ο οποίος πέρασε είκοσι ολόκληρα χρόνια στο εσωτερικό της Ακαδημίας. Στο δημιουργικό αυτό περιβάλλον βρήκε διέξοδο η ενεργητικότητα του Πλάτωνα μέχρι τον θάνατό του το 347 π.Χ. Με δεδομένη την προτίμησή του για την προφορική επικοινωνία, υποθέτουμε ότι το μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητάς του αφιερώθηκε στη διδασκαλία και στη διάπλαση των μαθητών του. Λέγεται μάλιστα ότι τα πιο δύσκολα και κεντρικά ζητήματα της πλατωνικής φιλοσοφίας, αν και αποτελούσαν αντικείμενο διδασκαλίας και συζήτησης σε στενό κύκλο προχωρημένων μαθητών, δεν πήραν ποτέ γραπτή μορφή, για να μην προδοθούν τα νοήματά τους. Το σίγουρο πάντως είναι ότι όλοι οι διάλογοι της ωριμότητας του Πλάτωνα γράφηκαν, διαβάστηκαν και συζητήθηκαν μέσα στην Ακαδημία.

Για την ιστορία της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας η ίδρυση και η εδραίωση της πλατωνικής Ακαδημίας αποτελεί σημείο καμπής. Έκτοτε είναι αδιανόητη η μοναχική άσκηση της φιλοσοφίας. Ήδη στο τέλος του 4ου αιώνα, λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του Πλάτωνα, στην Αθήνα λειτουργούν άλλες τρεις σημαντικές φιλοσοφικές σχολές, πλήρως οργανωμένες (το Λύκειο του Αριστοτέλη, η Στοά, και ο Κήπος του Επίκουρου), χωρίς να υπολογίσουμε τους πολυάριθμους κύκλους των σωκρατικών, οι οποίοι μάλλον δεν απέκτησαν ποτέ αυστηρή οργάνωση. Ο επίδοξος φιλόσοφος σπουδάζει λοιπόν σε κάποια σχολή και, κατά κανόνα, διατηρεί τον δεσμό του με τη σχολή αυτή. Ακόμη όμως κι αν είναι αυτοδίδακτος ή αν έχει διαρρήξει τους δεσμούς του με τους δασκάλους του, αισθάνεται και τότε υποχρεωμένος να ενταχθεί σε μια ομάδα. Η ιστορία της αρχαίας φιλοσοφίας γίνεται πλέον η ιστορία των αντιμαχόμενων φιλοσοφικών σχολών.

Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Φιλοκτήτης (730-778)

730 ΝΕ. ἕρπ᾽, εἰ θέλεις. τί δή ποθ᾽ ὧδ᾽ ἐξ οὐδενὸς

λόγου σιωπᾷς κἀπόπληκτος ὧδ᾽ ἔχῃ;
ΦΙ. ἆ ἆ ἆ ἆ.
ΝΕ. τί ἔστιν; ΦΙ. οὐδὲν δεινόν. ἀλλ᾽ ἴθ᾽, ὦ τέκνον.
ΝΕ. μῶν ἄλγος ἴσχεις τῆς παρεστώσης νόσου;
735 ΦΙ. οὐ δῆτ᾽ ἔγωγ᾽, ἀλλ᾽ ἄρτι κουφίζειν δοκῶ.
ἰὼ θεοί.
ΝΕ. τί τοὺς θεοὺς οὕτως ἀναστένων καλεῖς;
ΦΙ. σωτῆρας αὐτοὺς ἠπίους θ᾽ ἡμῖν μολεῖν.
ἆ ἆ ἆ ἆ.
740 ΝΕ. τί ποτε πέπονθας; οὐκ ἐρεῖς, ἀλλ᾽ ὧδ᾽ ἔσῃ
σιγηλός; ἐν κακῷ δέ τῳ φαίνῃ κυρῶν.
ΦΙ. ἀπόλωλα, τέκνον, κοὐ δυνήσομαι κακὸν
κρύψαι παρ᾽ ὑμῖν, ἀτταταῖ· διέρχεται
διέρχεται. δύστηνος, ὦ τάλας ἐγώ.
745 ἀπόλωλα, τέκνον· βρύκομαι, τέκνον· παπαῖ,
ἀπαππαπαῖ, παπᾶ παπᾶ παπᾶ παπαῖ.
πρὸς θεῶν, πρόχειρον εἴ τί σοι, τέκνον, πάρα
ξίφος χεροῖν, πάταξον εἰς ἄκρον πόδα·
ἀπάμησον ὡς τάχιστα· μὴ φείσῃ βίου.
750 ἴθ᾽, ὦ παῖ.
ΝΕ. τί δ᾽ ἔστιν οὕτω νεοχμὸν ἐξαίφνης, ὅτου
τοσήνδ᾽ ἰυγὴν καὶ στόνον σαυτοῦ ποῇ;
ΦΙ. οἶσθ᾽, ὦ τέκνον. ΝΕ. τί ἔστιν; ΦΙ. οἶσθ᾽, ὦ παῖ. ΝΕ. τί σοί;
οὐκ οἶδα. ΦΙ. πῶς οὐκ οἶσθα; παππαπαππαπαῖ.
755 ΝΕ. δεινόν γε τοὐπίσαγμα τοῦ νοσήματος.
ΦΙ. δεινὸν γὰρ οὐδὲ ῥητόν· ἀλλ᾽ οἴκτιρέ με.
ΝΕ. τί δῆτα δράσω; ΦΙ. μή με ταρβήσας προδῷς·
ἥκει γὰρ αὕτη διὰ χρόνου πλάνοις ἴσως
ὡς ἐξεπλήσθη. ΝΕ. ἰὼ ἰὼ δύστηνε σύ,
760 δύστηνε δῆτα διὰ πόνων πάντων φανείς.
βούλῃ λάβωμαι δῆτα καὶ θίγω τί σου;
ΦΙ. μὴ δῆτα τοῦτό γ᾽· ἀλλά μοι τὰ τόξ᾽ ἑλὼν
τάδ᾽, ὥσπερ ᾐτοῦ μ᾽ ἀρτίως, ἕως ἀνῇ
765 τὸ πῆμα τοῦτο τῆς νόσου τὸ νῦν παρόν,
σῷζ᾽ αὐτὰ καὶ φύλασσε. λαμβάνει γὰρ οὖν
ὕπνος μ᾽, ὅταν περ τὸ κακὸν ἐξίῃ τόδε·
κοὐκ ἔστι λῆξαι πρότερον· ἀλλ᾽ ἐᾶν χρεὼν
ἕκηλον εὕδειν. ἢν δὲ τῷδε τῷ χρόνῳ
770 μόλωσ᾽ ἐκεῖνοι, πρὸς θεῶν, ἐφίεμαι
ἑκόντα μήδ᾽ ἄκοντα μηδέ τῳ τέχνῃ
κείνοις μεθεῖναι ταῦτα, μὴ σαυτόν θ᾽ ἅμα
κἄμ᾽, ὄντα σαυτοῦ πρόστροπον, κτείνας γένῃ.
ΝΕ. θάρσει προνοίας οὕνεκ᾽. οὐ δοθήσεται
775 πλὴν σοί τε κἀμοί· ξὺν τύχῃ δὲ πρόσφερε.
ΦΙ. ἰδού, δέχου, παῖ· τὸν φθόνον δὲ πρόσκυσον,
μή σοι γενέσθαι πολύπον᾽ αὐτά, μηδ᾽ ὅπως
ἐμοί τε καὶ τῷ πρόσθ᾽ ἐμοῦ κεκτημένῳ.

***
ΝΕΟ. Ας προχωρούμε αν θέλεις· μα πώς έτσι
730 χωρίς κανένα λόγο στέκεσαι
αμίλητος και σαν αλλοπαρμένος;
ΦΙΛ. Άα, άα! ΝΕΟ. Τί τρέχει; ΦΙΛ. Τίποτα δεν είναι·
έλα, πάμε, παιδί μου. ΝΕΟ. Μήπως σου ήρθε
κανένας πόνος από την πληγή σου;
ΦΙΛ. Όχι, όχι· μάλιστα σα να τη νιώθω
πολύ τώρα καλύτερα. — — Θεέ μου!
ΝΕΟ. Τί κράζεις το Θεό κι αναστενάζεις;
ΦΙΛ. Να φανεί σπλαχνικός και να μας σώσει.
Άα, άα!
740 ΝΕΟ. Μα τί έχεις πάθει; δε θα πεις; θα μένεις
έτσι λοιπόν αμίλητος; μα εσύ
πολύ υποφέρεις, φαίνεται. ΦΙΛ. Παιδί μου,
χάνομαι, πάω και δε θα μπορέσω
να κρύψω το κακό από σας. Πωπώπω!
Με περνά, με σουβλίζει· οϊμένα, ο μαύρος,
χάθηκα, μ᾽ έφαγε, με ρούφηξε,
παιδί μου, ω πώπω, πω, πωπώ, πωπώπω!
Για όνομα του Θεού, παιδί μου, αν έχεις
κανένα σπαθί πρόχειρο μαζί σου,
χτύπα, κόψε μου αμέσως απ᾽ την άκρη
το πόδι· μη λυπάσαι τη ζωή μου.
750 Έλα, παιδί! ΝΕΟ. Μα τί κακό ᾽ναι τούτο
το ξαφνικό, που τόσο να βογκάς
σε κάνει και να κλαις τον εαυτό σου;
ΦΙΛ. Ξέρεις, παιδί. ΝΕΟ. Τί ᾽ναι που ξέρω; ΦΙΛ. Ξέρεις.
ΝΕΟ. Τί έχεις; δεν ξέρω. ΦΙΛ. Μα πώς να μην ξέρεις;
Ω πώπω, πώπω! ΝΕΟ. Φοβερό είν᾽ αλήθεια
κι ασήκωτο φορτιό το πάθημά σου.
ΦΙΛ. Φοβερ᾽ όσο δε λέγεται· μα ελέησέ με…
ΝΕΟ. Τί θες να κάμω; ΦΙΛ. Κοίτα μη σε πιάσει
φόβος και με προδώσεις· γιατ᾽ η αρρώστια
ξανάρχεται πολύν καιρό κατόπι
κι αφού χορτάσει αλλού ίσως να γυρίζει.
ΝΕΟ. Ω τί δυστυχισμένος που είσαι, αλήθεια
δυστυχισμένος, πὄχεις περασμένα
760 όλα τα βάσανα του κόσμου· θέλεις
να σε πιάσω; να σε στηρίξω κάπως;
ΦΙΛ. Όχι, άφησέ με· μόνο αυτά τα τόξα,
καθώς μου τα ζητούσες πριν, να, πάρ᾽ τα
ώς να περάσ᾽ η κρίση της αρρώστιας,
που τώρα με βαστά, και φύλαξέ τα
και σώσε μού τα· γιατί, σα μ᾽ αφήνει
πια το κακό, με κυριεύει ο ύπνος
και δε μπορεί να πάψει πριν, μα πρέπει
ήσυχο να μ᾽ αφήσουν να κοιμούμαι.
Κι αν στ᾽ αναμεταξύ φτάσουν εκείνοι,
770 στους θεούς σε ξορκίζω, να μην τύχει
και τους τα παραδώσεις, μήτε μόνος
με θέλημά σου, μήτε με τη βία,
μήτε μ᾽ άλλο κανένα τρόπο, αν θέλεις
να μη γενείς αιτία και του δικού σου
χαμού και μένα, που σου είμαι ικέτης.
ΝΕΟ. Έγνοια σου και το νου μου θα ᾽χω· σ᾽ άλλου
χέρια δεν πάνε, εκτός απ᾽ τα δικά μου
και τα δικά σου· δώσε τα κι ας είναι
η ώρα η καλή. ΦΙΛ. Νά, πάρε τα, παιδί μου,
και το Φθόνο προσκύνα, μη σου γίνουν
και σένα πολυστέναχτα, όπως ήταν
σε μένα και τον πρώτο κάτοχό τους.

ΟΜΗΡΟΣ: Ἰλιάς (7.303-7.364)

Ὣς ἄρα φωνήσας δῶκε ξίφος ἀργυρόηλον,
σὺν κολεῷ τε φέρων καὶ ἐϋτμήτῳ τελαμῶνι·
305 Αἴας δὲ ζωστῆρα δίδου φοίνικι φαεινόν.
τὼ δὲ διακρινθέντε ὁ μὲν μετὰ λαὸν Ἀχαιῶν
ἤϊ᾽, ὁ δ᾽ ἐς Τρώων ὅμαδον κίε· τοὶ δὲ χάρησαν,
ὡς εἶδον ζωόν τε καὶ ἀρτεμέα προσιόντα,
Αἴαντος προφυγόντα μένος καὶ χεῖρας ἀάπτους·
310 καί ῥ᾽ ἦγον προτὶ ἄστυ, ἀελπτέοντες σόον εἶναι.
Αἴαντ᾽ αὖθ᾽ ἑτέρωθεν ἐϋκνήμιδες Ἀχαιοὶ
εἰς Ἀγαμέμνονα δῖον ἄγον, κεχαρηότα νίκῃ.
Οἱ δ᾽ ὅτε δὴ κλισίῃσιν ἐν Ἀτρεΐδαο γένοντο,
τοῖσι δὲ βοῦν ἱέρευσεν ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγαμέμνων
315 ἄρσενα πενταέτηρον ὑπερμενέϊ Κρονίωνι.
τὸν δέρον ἀμφί θ᾽ ἕπον, καί μιν διέχευαν ἅπαντα,
μίστυλλόν τ᾽ ἄρ᾽ ἐπισταμένως πεῖράν τ᾽ ὀβελοῖσιν,
ὄπτησάν τε περιφραδέως, ἐρύσαντό τε πάντα.
αὐτὰρ ἐπεὶ παύσαντο πόνου τετύκοντό τε δαῖτα,
320 δαίνυντ᾽, οὐδέ τι θυμὸς ἐδεύετο δαιτὸς ἐΐσης·
νώτοισιν δ᾽ Αἴαντα διηνεκέεσσι γέραιρεν
ἥρως Ἀτρεΐδης, εὐρὺ κρείων Ἀγαμέμνων.
αὐτὰρ ἐπεὶ πόσιος καὶ ἐδητύος ἐξ ἔρον ἕντο,
τοῖς ὁ γέρων πάμπρωτος ὑφαίνειν ἤρχετο μῆτιν
325 Νέστωρ, οὗ καὶ πρόσθεν ἀρίστη φαίνετο βουλή·
ὅ σφιν ἐϋφρονέων ἀγορήσατο καὶ μετέειπεν·
«Ἀτρεΐδη τε καὶ ἄλλοι ἀριστῆες Παναχαιῶν,
πολλοὶ γὰρ τεθνᾶσι κάρη κομόωντες Ἀχαιοί,
τῶν νῦν αἷμα κελαινὸν ἐΰρροον ἀμφὶ Σκάμανδρον
330 ἐσκέδασ᾽ ὀξὺς Ἄρης, ψυχαὶ δ᾽ Ἄϊδόσδε κατῆλθον·
τῶ σε χρὴ πόλεμον μὲν ἅμ᾽ ἠοῖ παῦσαι Ἀχαιῶν,
αὐτοὶ δ᾽ ἀγρόμενοι κυκλήσομεν ἐνθάδε νεκροὺς
βουσὶ καὶ ἡμιόνοισιν· ἀτὰρ κατακήομεν αὐτοὺς
τυτθὸν ἀποπρὸ νεῶν, ὥς κ᾽ ὀστέα παισὶν ἕκαστος
335 οἴκαδ᾽ ἄγῃ, ὅτ᾽ ἂν αὖτε νεώμεθα πατρίδα γαῖαν.
τύμβον δ᾽ ἀμφὶ πυρὴν ἕνα χεύομεν ἐξαγαγόντες
ἄκριτον ἐκ πεδίου· ποτὶ δ᾽ αὐτὸν δείμομεν ὦκα
πύργους ὑψηλούς, εἶλαρ νηῶν τε καὶ αὐτῶν.
ἐν δ᾽ αὐτοῖσι πύλας ποιήσομεν εὖ ἀραρυίας,
340 ὄφρα δι᾽ αὐτάων ἱππηλασίη ὁδὸς εἴη·
ἔκτοσθεν δὲ βαθεῖαν ὀρύξομεν ἐγγύθι τάφρον,
ἥ χ᾽ ἵππον καὶ λαὸν ἐρυκάκοι ἀμφὶς ἐοῦσα,
μή ποτ᾽ ἐπιβρίσῃ πόλεμος Τρώων ἀγερώχων.»
Ὣς ἔφαθ᾽, οἱ δ᾽ ἄρα πάντες ἐπῄνησαν βασιλῆες.
345 Τρώων αὖτ᾽ ἀγορὴ γένετ᾽ Ἰλίου ἐν πόλει ἄκρῃ,
δεινὴ τετρηχυῖα, παρὰ Πριάμοιο θύρῃσι·
τοῖσιν δ᾽ Ἀντήνωρ πεπνυμένος ἦρχ᾽ ἀγορεύειν·
«κέκλυτέ μευ, Τρῶες καὶ Δάρδανοι ἠδ᾽ ἐπίκουροι,
ὄφρ᾽ εἴπω τά με θυμὸς ἐνὶ στήθεσσι κελεύει.
350 δεῦτ᾽ ἄγετ᾽, Ἀργείην Ἑλένην καὶ κτήμαθ᾽ ἅμ᾽ αὐτῇ
δώομεν Ἀτρεΐδῃσιν ἄγειν· νῦν δ᾽ ὅρκια πιστὰ
ψευσάμενοι μαχόμεσθα· τῶ οὔ νύ τι κέρδιον ἡμῖν
ἔλπομαι ἐκτελέεσθαι, ἵνα μὴ ῥέξομεν ὧδε.»
Ἤτοι ὅ γ᾽ ὣς εἰπὼν κατ᾽ ἄρ᾽ ἕζετο· τοῖσι δ᾽ ἀνέστη
355 δῖος Ἀλέξανδρος, Ἑλένης πόσις ἠϋκόμοιο,
ὅς μιν ἀμειβόμενος ἔπεα πτερόεντα προσηύδα·
«Ἀντῆνορ, σὺ μὲν οὐκέτ᾽ ἐμοὶ φίλα ταῦτ᾽ ἀγορεύεις·
οἶσθα καὶ ἄλλον μῦθον ἀμείνονα τοῦδε νοῆσαι.
εἰ δ᾽ ἐτεὸν δὴ τοῦτον ἀπὸ σπουδῆς ἀγορεύεις,
360 ἐξ ἄρα δή τοι ἔπειτα θεοὶ φρένας ὤλεσαν αὐτοί.
αὐτὰρ ἐγὼ Τρώεσσι μεθ᾽ ἱπποδάμοις ἀγορεύσω·
ἀντικρὺ δ᾽ ἀπόφημι, γυναῖκα μὲν οὐκ ἀποδώσω·
κτήματα δ᾽ ὅσσ᾽ ἀγόμην ἐξ Ἄργεος ἡμέτερον δῶ
πάντ᾽ ἐθέλω δόμεναι καὶ οἴκοθεν ἄλλ᾽ ἐπιθεῖναι.»

***
Και ως είπε του επρόσφερεν αργυροκαρφωμένο
ξίφος με το θηκάρι του και κρεμαστήρι ωραίο·
305 ζώνην με κόκκινην βαφήν του χάρισεν ο Αίας·
και αποχωρήσαν στον λαόν των Αχαιών ο Αίας,
ο Έκτωρ εις τον Τρωικόν, κι εχάρηκαν οι Τρώες,
ως ζωντανόν και αλάβωτον τον είδαν αφού μόλις
εξέφυγε απ᾽ του Αίαντος τα χέρια τ᾽ ανδρειωμένα
310 ανέλπιστα, και όλοι φαιδροί στην πόλιν τον επήραν.
Κι οι Αχαιοί τον Αίαντα, φαιδρόν από την νίκην,
του θείου Αγαμέμνονος εις την σκηνήν επήραν·
και του Ατρείδη ότ᾽ έφθασαν εις τες σκηνές εκείνοι
βόδι εθυσίασε δι᾽ αυτούς ο μέγας βασιλέας
315 αρσενικό πεντάχρονο στον ύψιστον Κρονίδην.
Το γδάραν, το συγύρισαν και αφού το τεταρτιάσαν,
με τέχνην το ελιάνισαν, το πέρασαν στες σούβλες
και αφού το ψήσαν εύμορφα χωρίσαν τες μερίδες
και άμ᾽ απ᾽ τον κόπον έπαυσαν κι ετοίμασαν το γεύμα,
320 ετρώγαν και όλ᾽ ισόμοιρα χαρήκαν το τραπέζι.
Τότε τον θείον Αίαντα ο μέγας Αγαμέμνων
μ᾽ όλόκληρην ετίμησε την νεφραμιά του μόσχου·
και του φαγιού και του πιοτού την όρεξη αφού σβήσαν,
πρώτος ο γέρος άρχισε σκέψιν εμπρός να φέρει
325 ο Νέστωρ, οπού η γνώμη του ως πρώτα επροτιμήθη·
εκείνος τους αγόρευσε καλόγνωμα και είπε:
«Ατρείδη, των Παναχαιών σεις άλλοι πολεμάρχοι,
των ανδρειωμένων Αχαιών πολλοί ᾽ναι αποθαμένοι,
που με το μαύρον αίμα τους τες όχθες του Σκαμάνδρου
330 έβαψ᾽ ο Άρης κι οι ψυχές κατέβηκαν στον Άδην·
όθεν από τον πόλεμον θα παύσεις· και άμα φέξει
εδώ θα μεταφέρουμε με αμάξια τους νεκρούς μας·
και θα τους καύσομε μακράν ολίγο από τα πλοία,
και των αγαπημένων του τα κόκαλα θα πάρει
335 καθείς όταν γυρίσουμε στην ποθητήν πατρίδα·
και απ᾽ το πεδίον πάγκοινον θα υψώσουμ᾽ έναν τάφον
εις την πυράν ολόγυρα, και θα κτισθούν στο πλάγι
πύργ᾽ υψηλοί, προφυλακή σ᾽ εμάς και στα καράβια.
Πύλες κατόπιν στερεές θα κάμουμε στους πύργους,
340 πλατιές, δια να ᾽χουν διάβασιν τ᾽ αμάξια με τους ίππους,
κι εγγύς των πύργων έξωθεν βαθύς να γίνει λάκκος,
που τον λαόν και τ᾽ άλογα θέν᾽ ασφαλίσει οπόταν
ορμήσει πόλεμος βαρύς των αγερώχων Τρώων».
Έπαυσε και όλ᾽ οι βασιλείς ό,τ᾽ είπεν εδεχθήκαν·
345 και ωστόσο στην ακρόπολιν, στες πύλες του Πριάμου,
με κρότον και με θόρυβον συνάζονταν οι Τρώες.
Τον λόγον πήρε ο φρόνιμος Αντήνωρ και τους είπε:
«Ακούτε, Τρώες, Δάρδανοι, κι όσ᾽ είσθε βοηθοί μας,
ό,τι στα στήθη μου η ψυχή να ειπώ παρακινεί με.
350 Ελάτ᾽ ευθύς, των Ατρειδών την Άργισσαν Ελένην
μ᾽ όλα τα πλούτη ας δώσομε· πατήσαμε τους όρκους
και πολεμούμ᾽ επίορκα· δια τούτο αν πράξομ᾽ άλλο
απ᾽ ό,τι λέγω, όχι καλό το τέλος μας προβλέπω».
Είπεν αυτός κι εκάθισε· κι ευθύς σηκώθη ο θείος
355 Αλέξανδρος ο σύντροφος της εύμορφης Ελένης
κι εκείνον επροσφώνησε με λόγια φτερωμένα:
«Αντήνορ, δεν αρέσκομαι ποσώς σ᾽ αυτά που λέγεις·
και λόγον τούτου ορθότερον να βγάλ᾽ ηξεύρει ο νους σου.
Αλλ᾽ αν τον λέγεις σοβαρά και μέτωρο δεν είναι,
360 τότε θα ειπώ, πως οι θεοί τα λογικά σού πήραν·
και θα ομιλήσω καθαρά των ιπποδάμων Τρώων·
το λέγω κατά πρόσωπον δεν δίδω εγώ την νέαν,
όμως να δώσω είμ᾽ έτοιμος τους θησαυρούς που επήρα
από το Άργος και πολλά δικά μου να προσθέσω».

Η Ρώμη και ο κόσμος της: 4. Πώς να γίνετε πλανητάρχης

4.7. Carpe diem!

Φεβρουάριος του 13 μ.Χ. Λίγους μήνες πριν πεθάνει, ο Αύγουστος, φανερά καταπονημένος (είναι τώρα 78 χρόνων), συζητάει με τον Τίτο Λίβιο, τον μεγαλύτερο ιστορικό αυτής της περιόδου, που έχει ήδη συγγράψει 142 τόμους για την ιστορία της Ρώμης, από την ίδρυσή της μέχρι και τα χρόνια του Αυγούστου. Του μιλάει για τα χρόνια που κύλησαν, για το αβάσταχτο βάρος της διοίκησης μιας απέραντης αυτοκρατορίας, για όλα αυτά που ήθελε αλλά δεν μπόρεσε να κάνει. Θυμάται περασμένα μεγαλεία, πρόσωπα δικά του αγαπημένα που έφυγαν για πάντα. Και πάνω απ᾽ όλα, αναπολεί τους λίγους καλούς φίλους που συντρόφεψαν τη μοναξιά της απεριόριστης εξουσίας του. Μετράει: ο Βιργίλιος βιάστηκε να φύγει πρώτος, πριν από τριάντα δύο ολόκληρα χρόνια· ο Αγρίππας τον ακολούθησε μετά από λίγα χρόνια. Ο Μαικήνας απών, πάνε είκοσι τόσα χρόνια τώρα· και αμέσως μετά τον Μαικήνα, σαν να είχαν συνωμοτήσει οι δυο τους να τον αφήσουν μόνο, ο Οράτιος. «Και τώρα οι δυο μας, Λίβιε,» λέει κάποια στιγμή με ένα αχνό χαμόγελο ο αυτοκράτορας. Ο ιστορικός είναι πιο ρεαλιστής, και βρίσκει την ευκαιρία να πει για πολλοστή φορά ότι δεν μετανιώνει για τη ζωή που του έλαχε και ότι νιώθει προνομιούχος που έζησε και έγραψε στα ευλογημένα χρόνια της ειρήνης, μετά το Άκτιο. Ο ίδιος είναι 72 χρόνων, αλλά φαίνεται ακμαίος και διατηρεί ακόμη κάτι από τον δυναμισμό της βορεινής ιταλικής επαρχίας όπου γεννήθηκε. Οι λόγιοι της Ρώμης πιστεύουν ότι το ιστορικό του έργο είναι τόσο πολύτιμο όσο και το μεγάλο έπος του Βιργιλίου.

Ένα απαλό, χλομό φως απλωνόταν στη δυτική αίθουσα του ανακτόρου. Ο Λίβιος συνέχιζε να μιλάει, πιο δυνατά από ό,τι συνήθιζε, για να τον ακούει ο αυτοκράτορας. «Σκέφτομαι καμιά φορά ότι ήσουν πολύ τυχερός, Αύγουστε, που ευτύχησες να έχεις κοντά σου τους δυο μεγαλύτερους τεχνίτες του ποιητικού λόγου που γέννησε η Ιταλία - μεγάλοι ποιητές και σπουδαίοι άνθρωποι. Πρέπει να πω ότι σε ζηλεύω.» Ο Αύγουστος ανασηκώθηκε με δυσκολία από το κάθισμα του. «Δεν έχω παράπονο από την Τύχη, αγαπητέ μου Λίβιε!» Σιώπησε για λίγο, καθώς πάσχιζε να θυμηθεί το πιο αγαπημένο του από τα ποιήματα που είχε γράψει προς τιμή του ο Οράτιος, λίγα χρόνια μετά τη ναυμαχία του Ακτίου. Δεν τον βοηθούσε η μνήμη του, θυμόταν μέσες άκρες, και σχεδόν ψέλλιζε:

Γλεντήστε, σύντροφοι, και πιάστε το χορό!
Νικήθηκε του Νείλου η φοβέρα,
αυτή που ετοίμαζε της Ρώμης το χαμό.
Της λευτεριάς ξημέρωσε η μέρα!

Ξεδιάντροπη, φτηνή κι αμαρτωλή,
σερνάμενη σε ατέλειωτο μεθύσι,
ασκέρι μάζωνε στη λάγνα Ανατολή
κι ορέγονταν η άμυαλη τη Δύση.

Μάταια όνειρα! Ανώφελοι καημοί,
που σκόρπισαν στο κύμα και τ᾽ αγέρι!
Δε στέρξανε της Ρώμης οι θεοί·
τη δάμασε του Καίσαρα το χέρι.

Αλλά γενναία στα στερνά της συμφοράς,
σκλάβα δεν καταδέχεται να γίνει.
Τρανή βασίλισσα βασιλικιάς οχιάς
μέσα στις φλέβες της φαρμάκι χύνει.


Τα μάτια του, πριν θολά, τώρα έχουν πάρει μια απρόσμενη λάμψη. «Σπουδαίο ποίημα,» συμφωνεί χαμηλόφωνα ο ιστορικός, «αλλά ο Οράτιος ήξερε καλύτερα από όλους μας ότι την ώρα που η ζωή κολακεύει τη νιότη μας, ο χρόνος βιάζεται να κάνει αναμνήσεις τα καλύτερά μας χρόνια. Δεν θυμάμαι ποια ήταν η Λευκονόη ούτε αν υπήρξε ποτέ πραγματικό πρόσωπο· θυμάμαι όμως ακριβώς τους στίχους που έγραψε γι᾽ αυτήν. Το δικό μου αγαπημένο, Αύγουστε:

Ποιο τέλος όρισε για σένα η μοίρα, ποιο για μένα,
μην το ρωτάς ποτέ, καλή μου Λευκονόη· η γνώση απαγορευμένη.
Και μη ρωτάς τι λένε τ᾽ άστρα.
Μπορεί χειμώνες κι άλλους να ᾽γραψε στο μερτικό μας ο θεός,
μπορεί ετούτος που ταράζει τώρα πέλαγα να ᾽ναι ο στερνός μας -
μη νοιάζεσαι· κράτα την κρίση σου σωστή,
σήκωσε το ποτήρι στην υγειά μας.
Μικρή η αυγούλα μας ζωή, κόψε στα μέτρα της ελπίδα.
Κάνει ο καιρός φτερά καθώς μιλάμε -
δρέψε το σήμερα, στο αύριο μην πολυπιστεύεις.


«Δρέψε τη μέρα» («carpe diem»), επανέλαβε αργά αργά ο Αύγουστος, «αυτό το θυμάμαι. Ήταν σοφός ο φίλος μας. Οι καλύτερες μέρες είναι πίσω μας, Λίβιε. Ο καιρός τώρα, θαρρείς, φτερουγίζει πιο δυνατά, και μετράμε μία μία τις μέρες που απόμειναν.» Σπάνια δάκρυζε ο Οκταβιανός Αύγουστος. Τουλάχιστον ο Λίβιος έβλεπε για πρώτη φορά δάκρυα στα μάτια του Αυγούστου.

Πνευματικές Εμπειρίες

Φώτιση

Όταν πριν 25 αιώνες ο Σιντάρτα Γκοτάμα έλεγε ότι τα πάντα είναι οδύνη, δεν αναφερόταν, ούτε σε μία προσωπική διάθεση, ούτε στην κατάσταση της Ινδίας εκείνης της εποχής... αναφερόταν στην ανθρώπινη κατάσταση διαχρονικά.

Όλα όσα μπορούμε να αντιληφθούμε, υλικά πράγματα, αισθήσεις, αντιλήψεις, νοητικές διαδικασίες, συνείδηση του εγώ, είναι εξελικτικές διαδικασίες, που ρέουν συνεχώς. Η εμμονή σε αυτά μπορεί να διατηρήσει την ροή τους (και την ψευδαίσθηση μίας προσωπικής ύπαρξης) μέχρι την φυσική τους εξάντληση (που μπορεί να διαρκέσει εκατοντάδες ζωές, στον υλικό, και σε άλλους κόσμους).

Η Αλήθεια όμως (σαν Υπερβατικό Βίωμα της Πραγματικότητας, κι όχι σαν νοητική σύλληψη), δεν μπορεί να βρεθεί σε όλες αυτές τις εξωτερικές δραστηριότητες. Η Άπειρη Πραγματικότητα αποκαλύπτεται όταν σβήσουν όλα αυτά. Κι αυτό (το νιρβάνα, το σβήσιμο της ροής μίας προσωπικής ύπαρξης), μπορεί να συμβεί ενόσω ζούμε. Η Βίωση λοιπόν της Υπερβατικής Πραγματικότητας (εφόσον πραγματοποιείται εν ζωή) σημαίνει την πραγματοποίηση μίας «ανώτερης επίγνωση» κι όχι εξαφανισμό της ύπαρξης.

Τι είναι λοιπόν, Φώτιση; Από την άποψη της «βουδιστικής ορθοδοξίας» το να μιλάμε για «Φώτιση» είναι ανόητο. Δεν υπάρχει «κάποιος» να φωτισθεί, δεν υπάρχει «κάτι» να πραγματοποιηθεί. Τότε λοιπόν; Είμαστε όλοι φωτισμένοι, και δεν χρειάζεται να κάνουμε τίποτα; Όχι ακριβώς. Στην πραγματικότητα, όλα τα πλάσματα, ήδη, κάνουν κάτι, είναι σε διαδικασία, σε τροχιά σύγχυσης (μεταφυσικής άγνοιας)... Δεν χρειάζεται λοιπόν να φτάσουμε στην Φώτιση, να πραγματοποιήσουμε κάτι, χρειάζεται μόνο να σταματήσουμε τις διαδικασίες σύγχυσης... Ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε, ο τρόπος που σκεφτόμαστε, ο τρόπος που διαχωρίζουμε το εγώ από τον κόσμο, όλα αυτά οδηγούν στην παραποίηση της τελικής αντίληψης που έχουμε για τον κόσμο. Όλα αυτά πρέπει να αλλάξουν... Να βλέπουμε «αυτό που είναι πραγματικά», να μην «σχολιάζουμε» διανοητικά, να «αναφέρουμε «ό,τι συμβαίνει» στην «επίγνωση» κι όχι στο «εγώ»... Αυτό είναι στάση ζωής, εσωτερική εργασία, διαλογισμός, (πείτε το όπως θέλετε)... Το νήμα προς την Αλήθεια, την έξοδο από τον «λαβύρινθο της σκέψης», θα τον βρούμε μέσα μας, ούτε σε δασκάλους, ούτε σε ειδήμονες, ούτε σε εξωτερικές δραστηριότητες, ούτε σε εξωτερικές ασκήσεις, ούτε πληρώνοντας κάποιους, να κάνουν τη «δουλειά» για μας...

Αλλά ποιος νοιάζεται για την Απώτερη Πραγματικότητα; Είμαστε τόσο άρρωστοι κι αγαπάμε τόσο πολύ την αρρώστια μας που είμαστε ευχαριστημένοι μέσα στην δυστυχία μας. Κι οι μεταφυσικοί προβληματισμοί μας δεν πάνε ποτέ πέρα από την περιστασιακή περιέργεια...

Ποιος νοιάζεται για την Φώτιση;

Μη-Νους

Ο Λάο-Τσε ήταν ένας κινέζος Σοφός (ή ηλίθιος, κατά τα λεγόμενά του: Ταό Τε Κινγκ, 20), που δεν «έκανε» τίποτα, κι «άφηνε» τα πράγματα να τραβούν το δρόμο τους... Αν νομίζετε πως αυτό είναι εύκολο, δοκιμάστε! Δοκιμάστε να καθίστε ήσυχα και να μην κάνετε τίποτα, και να αφήσετε το νου να «ρέει» ελεύθερα, χωρίς να αρπάζεστε από πουθενά, χωρίς να καθυστερείτε πουθενά. Θα δείτε ότι είναι αδύνατο!

Κατ’ αρχήν ο νους είναι όχι απλά αρπαγμένος, αλλά «φρεναρισμένος», σε μία ηλίθια αντίληψη περί εαυτού, γύρω από την οποία συγκεντρώνεται ένα πλήθος από ψυχολογικά συμπλέγματα, αντιλήψεις, δραστηριότητες, συνήθειες. Μετά ο νους αρπάζεται και καθυστερεί σε διάφορες αντιλήψεις, σε ανθρώπους, σε σχέδια, σε δραστηριότητες, στο παρελθόν, στο μέλλον...

Το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο, τελικά, είναι να αφήσουμε το νου να ρέει ελεύθερα, να ανυψωθεί, χωρίς τα φορτία της έγνοιας, της μνήμης, των δεσμεύσεων, στον ελεύθερο ουρανό του Τώρα, που δεν γνωρίζει προέλευση, δεν γνωρίζει προορισμό, όπου είσαι ελεύθερος να πας όπου θες, όπου όλοι οι ορίζοντες είναι δικοί σου...

Κι όμως Εδώ βρίσκεται η Αλήθεια, Εδώ Αποκαλύπτεται η Πραγματικότητα... Όταν ο νους σκαλώνει η Πραγματικότητα παραμορφώνεται και δημιουργούνται επιπλοκές... όλο το σύμπαν πηγαίνει κουτρουβαλώντας.

Το να είσαι Ελεύθερος δεν είναι απλά το σημαντικότερο πράγμα στον κόσμο, φαίνεται να είναι και τρομερά δύσκολο! Και που είναι η δυσκολία; Μόνο στην εμμονή μας στον «εαυτό», στην φαντασία μας... Περίεργο πράγμα ο νους... Οι ανόητοι νομίζουν ότι με την σκέψη θα πετύχουν κάτι, και το μόνο που πετυχαίνουν είναι να μπλέκονται όλο και πιο πολύ στα δίχτυα της σκέψης... Και το να είσαι σοφός, όπως ο Λάο-Τσε, ή ηλίθιος κατά τους ανθρώπους του κόσμου, ελεύθερος, τελείως ελεύθερος από όλα, έχει πλάκα.. Τόσο που μπορεί να σε δουν να χορεύεις μόνος κάτω από τον ουρανό, ή να πηγαίνεις στο δρόμο χοροπηδώντας, ή να απαγγέλεις ποίηση στο φως των αστεριών... Ηλίθιος είσαι, ό,τι θέλεις κάνεις...

Η Βασιλεία των Ουρανών

Πριν δύο χιλιάδες χρόνια ο χριστιανισμός μιλούσε για την «βασιλεία των ουρανών»...

Δύο χιλιάδες χρόνια μετά, ελάχιστοι «εισήλθαν» σε αυτή την πνευματική κατάσταση της «Ένωσης με τον Θεό», της «θέωσης»... Κι αμφιβάλλουμε, αν σήμερα, ανάμεσα στα εκατομμύρια των ονομαζόμενων χριστιανών (από τους πατριάρχες μέχρι τους απλούς χριστιανούς του χωριού) μπορεί κάποιος να το ισχυριστεί...

Η «Βασιλεία των Ουρανών», εκτός χώρου και χρόνου, είναι Εδώ, σε απόσταση αναπνοής. Δεν έρχεται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο... Εμφανίζεται διά μιας, ξαφνικά «μέσα μας» όταν... Όταν;

Νοιάζεται κανείς; Νομιμοποιείται κάποιος, όταν απλά «ισχυρίζεται» ότι εκπροσωπεί το «Χριστό», ή ότι είναι οπαδός του, αλλά δεν έχει πραγματοποιήσει την «Ένωση με τον Θεό»; την «θέωση»; Όλοι αυτοί είναι οι «πρώτοι» που μπροστά στο Θεό αποκαλύπτονται «έσχατοι»...

Η «Βασιλεία των Ουρανών», σαν Κατάσταση, σαν «Ένωση με τον Θεό», σαν Βίωση μίας υπερβατικής κατάστασης, είναι μία πνευματική κατάσταση, και δεν έχει σχέση ούτε με θρησκευτικούς οργανισμούς, ούτε με «θείες έδρες», ούτε με «επισκοπικούς θρόνους», ούτε με ομολογίες, ούτε με ναούς, ούτε με τελετουργίες, ούτε με τίποτα εξωτερικό...

Ο Θεός Είναι Ζωντανός! Είναι Παρών! Γιατί συμπεριφερόμαστε σαν να Είναι Απών; Μήπως τον νοιώθουμε Απόντα; Έτσι μπορούμε να ψευδόμαστε ότι Τον εκπροσωπούμε, ότι είμαστε οπαδοί Του, να κάνουμε άλλα από αυτά που Εκείνος «εντέλλεται»! Δεν είναι αυτό βλαστήμια; Γιατί όλοι οι κατ’ όνομα χριστιανοί είναι βλάσφημοι;

Η «ουσία» του Μηνύματος είναι αυτή: «Εισέλθετε στην βασιλεία των ουρανών. Βιαστείτε»!... Όλα τα άλλα είναι ανοησίες. Δύο χιλιάδες χρόνια ανοησίες...

Ας είναι ευλογημένη η σιωπή! Γιατί μέσα σ’ αυτήν θα μ’ ακούσεις να μιλώ

Σιωπή!!! Πώς να ορίσεις τη σιωπή; Από πού να αρχίσεις και πως να προχωρήσεις, μη γνωρίζοντας τι θα συναντήσεις στην πορεία; Πρόκειται άραγε για τη σιωπή του πνεύματος και δεν έχει να κάνει με την ομιλία ή την ομολογία; Είναι η σιωπή που βασιλεύει μέσα στα μυαλά και στις ψυχές και όχι η σιωπή που σφραγίζει το στόμα κάποιου για να μη μεταδώσει τη γνώση;

Πώς να κατορθώσουμε να ζήσουμε την εσωτερική σιωπή; Κάποιες φορές σιωπούμε, αλλά μέσα μας, συζητούμε έντονα, αντιμετωπίζοντας φανταστικούς αντιπάλους η παλεύοντας με τον ίδιο μας τον εαυτό. Ο καθένας μας προσπαθεί να ακούσει μια ψιθυριστή φωνή, μέσα στη σιωπή του κεφαλιού του, που ακόμα και να του μιλήσει, δεν μπορεί να μεταδώσει τα λόγια της, παρά μόνο σε αυτούς που την ακούν κι οι ίδιοι. Αυτό δεν είναι νόμος, αλλά η πιο μοναχική αλήθεια.

Οι αρχαίοι Έλληνες δίδασκαν τη σιωπή ως την ύψιστη αρετή. Σε μια απ’ τις συγκρούσεις Ελλήνων και Τρώων ο Όμηρος αναφέρει, ότι οι Τρώες, ως απολίτιστοι και βάρβαροι, με κραυγές και φωνές και θόρυβο επιτίθεντο, ενώ οι Έλληνες, οι έχοντες ανώτερο ήθος και γενικά πολιτισμό, βάδιζαν στη φοβερή σύγκρουση με απόλυτη σιγή μέσα τους, στη ψυχή τους «μένεα πνέοντες» αλλά και με απόλυτη αυτοκυριαρχία, οπλισμένοι με αδάμαστη και άκαμπτη αποφασιστικότητα να αγωνιστούν γενναία και να νικήσουν.

Ο μεγάλος φιλόσοφος και μύστης Πυθαγόρας, επέβαλε στους μαθητές του επί δύο έως τέσσερα χρόνια την απόλυτη σιωπή. Απαγορευόταν όχι μόνο η ομιλία, αλλά και η πιο απλή ερώτηση, με ποινή την αποβολή τους απ’ τη Σχολή του. Με τον τρόπο αυτόν πίστευε, ότι όχι μόνο έλεγχε την ικανότητα των μαθητών του, αλλά και τους ασκούσε στην αυτοκυριαρχία και στην αυτοεπιβολή, στην αυτοενδοσκόπηση και στην αυτογνωσία, στην αυτοσυκέντρωση και στη θεληματική χρήση του νου και γενικά της δυναμικότητας του Εγώ τους.

Ποιήματα και στίχοι για τη Σιωπή

Νικηφόρος Βρεττάκος – Η σιωπή μου

Οι πρώτοι φθόγγοι που άκουσα στη ζωή μου, οι πρώτες λέξεις
δεν ήταν το νανούρισμα της μάνας μου και το κελάηδημα της σιταρήθρας.
Πάνω απ’ το λίκνο μου άρθρωνε ρήματα το γαλάζιο
κι έμπαζε μέσ’ απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο η σιωπή
ένα ποτάμι υπέροχα λόγια. Μιας θαυμαστής
γλώσσας το χρυσό αλφάβητο διακλαδιζόταν μέσα μου.
Περνώντας μέσ’ από κοιτάσματα χρυσαφιού
στα βάθη μου εξακολουθεί το θείο αυτό ποτάμι
να ρέει, σιγά, σαν τα νερά των βυθισμένων ποταμιών,
που τρέχαν μ’ ένα βούισμα μελισσιών κάτω απ’ τους βράχους
του Ταϋγέτου, όταν οι ωραίες νύχτες τον νανουρίζαν
σαν ένα βρέφος κι ο λαγός όρθιος άκουγε το άπειρο!
Ό,τι καλύτερο άκουσα στον κόσμο αυτό δεν ήταν
παρά τα δάκρυα των απλών ανθρώπων κι η σιωπή.
Ακούστε το παλλόμενο πρωινό χαμόγελό μου!
Είμαι μια τόσο φλύαρη ψυχή! Ω, μη μου λέτε
πως δε μιλώ. Ούτε στιγμή δε σταματά η φωνή μου.
Σύννεφο εντός μου υψώνονται του θέρου οι σιταρήθρες
όταν σιωπώντας σας κοιτώ στα μάτια. Ένα μελτέμι
που βγαίνει μέσ’ από χρυσά φλάουτα είναι η σιωπή μου.
Η κάθε λέξη της σιωπής μου ανθίζει άγραφα χρώματα
κι είναι στημένα μέσα μου άπειρα ουράνια τόξα
που βρέχουνε χρωματιστές λέξεις μες στη σιωπή μου.

Έγινε ξαφνικά μια σιωπή, που όλα φώναζαν
μές στο σπίτι βοήθεια. Εγώ ψύχραιμος, όσο
κι’ αν έτρεμαν όλα μέσα μου, όσο
κι’ αν είχα το πρόσωπο κίτρινο και άσπρο,
περίμενα πάντοτε πως κάτι θα σάλευε πριν
αρχίσουν να λιώνουν κερί και νερό
τα χαρτιά, τα βιβλία μου

Πρίν οι εικόνες στον τοίχο σκύψουν τα πρόσωπα.
Δυό γαρούφαλα έριξαν κιόλας στον τοίχο
τα κεφάλια λιπόθυμα. Βοήθησε, Κύριε!
Βρέξε να σβύσεις το σκοτάδι που καίει,
τη σιωπή που ανεβαίνει απ’ τις τέσσερες
γωνιές του σπιτιού. Ένας κόμπος φωνής
θα ριχνε άπλετο φως.

Ορέστης Αλεξάκης – Ναι, μόνο στη σιωπή σου υπάρχεις

Ναι, μόνο στη σιωπή σου υπάρχεις
και μόνον απ’ την ίδια σου σιωπή
το λάλον ύδωρ αναβλύζει εντός μου
κι αυτό το φέγγος που
σε περιβάλλει
που μέσα του ενοικείς και κυοφορείσαι
θαρρώ σιωπής εμφάνεια είναι
θαρρώ τους δυο μες στη σιωπή συμπλέκεις κόσμους
κι ο τόπος σου
είναι ο τόπος όπου σμίγουν
ζόφος και φως
κι εσύ
με φως και ζόφο
πλάθεσαι και κυριαρχείς
στα σιωπηλά σκιόφωτα του ονείρου
και ιδού
τα μέσα στο βυθό τοπία
ξυπνούν κι ανθίζουν με
τον ερχομό σου
στολίζονται άστρα και όστρακα
κι αργά
προς τον δικό μας αναδύονται κόσμο.

Γιώργος Σεφέρης, Κράτησα τη ζωή μου

Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή,
δεν ξέρω πια να μιλήσω, μήτε να συλλογιστώ ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα χαλίκια
σαν την ανάμνηση της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».
Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των νερών
κάτω απ τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλειστά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες πού μου ξεφεύγουν
εκεί πού τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ό άνθρωπος
πού βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής.

Οδυσσέας Ελύτης – Επτά νυχτερινά επτάστιχα

II
Ευνοϊκές αστροφεγγιές έφεραν τη σιωπή
Και πίσω απ’ τη σιωπή μια μελωδία παρείσαχτη
Ερωμένη
Αλλοτινών ήχων γόησσα
Μένει τώρα ο ίσκιος που ατονεί
Και η ραϊσμένη εμπιστοσύνη του
Και η αθεράπευτη σκοτοδίνη του – εκεί.

III
Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα
Όλα τα δάχτυλα
Σιωπή
Έξω από τ’ ανοιχτό παράθυρο του ονείρου
Σιγά σιγά ξετυλίγεται
Η εξομολόγηση
Και σαν θωριά λοξοδρομάει προς τ’ άστρα!

Κική Δημουλά – Η περιφραστική πέτρα

Μίλα.
Πες «αστέρι», που σβήνει.
Δεν λιγοστεύει η σιωπή με μια λέξη.
Πες «πέτρα»,
που είναι άσπαστη λέξη.
Έτσι, ίσα-ίσα,
να βάλω έναν τίτλο
σ’ αυτή τη βόλτα την παραθαλάσσια.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Έξοδος

Στον άγλωσσο τούτο κόσμο
που ήρθα για βουβές σπουδές
είναι οι ασκήσεις μου εκκωφαντικές
ξέρω, δεν ρέει ακόμα
δεν ρέει φυσικά η σιωπή μου.

Μ. Αναγνωστάκης – Θα ῾ρθει μια μέρα

Θα ῾ρθει μια μέρα που δε θα ῾χουμε πια τί να πούμε
Θα καθόμαστε απέναντι και θα κοιταζόμαστε στα μάτια
Ἡ σιωπή μου θα λέει: Πόσο είσαι όμορφη, μα δε
βρίσκω άλλο τρόπο να στο πω.

Ανδρέας Εμπειρίκος – Η σιωπή

Ὅσο και αν μένουν ανεκτέλεστα τα έργα, όσο και αν είναι πλήρης η σιγή (η σφύζουσα εντούτοις) και τον μηδέν αν διαγράφεται στρογγύλον, ως άφωνον στόμα ανοικτόν, πάντα, μα πάντα, η σιγή και τα ανεκτέλεστα όλα, θα περιέχουν εν μέγα μυστήριον γιομάτο, ένα μυστήριον υπερπλήρες, χωρίς κενά και δίχως απουσίαν, εν μέγα μυστήριον (ως το μυστήριον της ζωής εν τάφω) – το φανερόν το τηλαυγές, το πλήρες μυστήριον της υπάρξεως της ζωής, Ἄλφα-Ὠμέγα.

Νίκος Καρούζος – Αντι – νεφέλωμα

Η σιωπή δεν είναι λευτεριά,
η σιωπή δεν είναι αιχμαλωσία
η σιωπή δεν είναι δωρεά, η σιωπή
δεν είναι ιδιοκτησία
η σιωπή είναι ένα καναρίνι στο μικρόφωνο
η σιωπή είναι ντελάλης από στάχτη
κάθε ρυάκι της κραυγάζει πως μονάχα η σιγή μιλιέται
κάθε στιγμή της χαστουκίζει τα ρολόγια
καταρρέουν ελατήρια ο καιρός παξιμάδια και βίδες
η σιωπή περιπαίζει τα αδιέξοδα
η σιωπή δεν κατάγεται από την Κίνα, η σιωπή
τη γλώσσα της φασκιώνει με συνταχτικό και κανόνες
αναπαύεται στα ανώμαλα ρήματα ερωτεύεται επιρρήματα
στους ρήτορες οπού σείουν τα μπαλκόνια συσσωρεύεται
πηγαίνει τις Κυριακάδες στην εκκλησία για να ψάλλει
συχνά τηγανίζει πατάτες
τα τύμπανα δικά της είναι, οι γενετήσιοι
σπασμοί της αγάπης
τα ουρλιάσματα των γυναικώνε στα μαιευτήρια
όλα τα κλάματα δικά της είναι κι όλα τα ξεφαντώματα
μα όμως τι όλεθρος
η σιωπή δε βρίσκει πουθενά το όνομά της.

Διάβασα πάλι όλα μου τα ποιήματα
που έχω γράψει για σένα.
Τόσα πολλά λόγια
και τόσα λίγα τα ειπωμένα, τόσα στο βάθος τ’ ανείπωτα.
Όμως εσύ που μπορείς να διαβάσεις
τους άγραφους νόμους του μέσα μου σύμπαντος
εσύ που έχεις ακούσει το μοναχικό τριζόνι της νύχτας
που είδες το αόρατο φέγγος μιας τρομερής αποκάλυψης
εσύ, προπάντων εσύ
που συνεχίζεις ν’ ανθίζεις
πάνω στο μαύρο χιόνι που απλώνεται γύρω μου
μη βιαστείς να με κρίνεις να κλείσεις τους δρόμους, να διαβάσεις λάθος το μήνυμα.
Κοίταξέ με μόνο στα μάτια
μέτρησε τη βαθιά πληγή που ανοίγεται μέσα τους
άκου τη σιωπή που κάνει να τρίζουν τα φύλλα στις αστροφεγγιές τους
κι όταν ημερέψεις το φόβο
που σαν το παγιδευμένο αγρίμι ουρλιάζει
τότε θα καταλάβεις.
Θα δεις τι πόθοι ασφυκτιούν
το πάθος συντηρούν στις κρύπτες τους
τα ζυγιασμένα λόγια.

Τάσος Λειβαδίτης – Αυτός που σωπαίνει

Το σούρουπο έχει πάντα τη θλίψη
ενός ατελείωτου χωρισμού
Κι εγώ έζησα σε νοικιασμένα δωμάτια
με τις σκοτεινές σκάλες τους
που οδηγούνε
άγνωστο πού…
Με τις μεσόκοπες σπιτονοικοκυρές
πού αρνούνται
κλαίνε λίγο
κι ύστερα ενδίδουν
και τ᾿ άλλο πρωί,
αερίζουν το σπίτι
απ᾿ τους μεγάλους στεναγμούς…
Στα παλαιικά κρεβάτια
με τα πόμολα στις τέσσερις άκρες
πλάγιασαν κι ονειρεύτηκαν
πολλοί περαστικοί αυτού του κόσμου
κι ύστερα αποκοιμήθηκαν
γλυκείς κι απληροφόρητοι
σαν τους νεκρούς στα παλιά κοιμητήρια.
Όμως εσύ σωπαίνεις…
Γιατί δε μιλάς;
Πες μου!
Γιατί ήρθαμε εδώ;
Από που ήρθαμε;
Κι αυτά τα ιερογλυφικά της βροχής πάνω στο χώμα;
Τι θέλουν να πουν;
Ω, αν μπορούσες να τα διαβάσεις!!!
Όλα θα άλλαζαν…
Όταν τέλος, ύστερα από χρόνια ξαναγύρισα…
δε βρήκα παρά τους ίδιους έρημους δρόμους,
το ίδιο καπνοπωλείο στη γωνιά…
Κι ολόκληρο το άγνωστο
την ώρα που βραδιάζει…

Μελισσάνθη – Η χώρα της σιωπής

Η χώρα της σιωπής είναι από κρύσταλλο –
γαλάζιο κρύσταλλο, σαν από πάγο.
Εκείν χορεύουνε τα πάντα αθόρυβα
κι όλες οι εικόνες διαθλώνται στο άπειρο.
Ταν δάκρυα των παιδιών και τα παράπονα
αφήνουν το λεπτό ήχο της κιθάρας
Των σιωπηλών πλασμάτων τα χαμόγελα
ρόδινη ανταύγεια υψώνουν στα μεσούρανα
και τα βαθιά βλέμματα της αγάπης
ανάβουν φλόγες πυρκαγιάς γαλάζιες.
Στη χώρα της σιωπής ό,τι είναι γνήσιο
σαν μια καμπάνα ακούγεται γιορτάσιμη
που ανοίγει βουερούς θόλους στα ουράνια.
Στη χώρα της σιωπής συχνά ακροάστηκα
τις ασημένιες κωδωνοκρουσίες
που υψώνει κάποιο σμήνος γερανών.
Σε γάμους μυστικούς, σὲ λιτανείες,
σε τελετές ουράνιες παρευρέθηκα
στη χώρα της σιωπής που είναι από κρύσταλλο,
γαλάζιο κρύσταλλο σαν από πάγο…

Βύρων Λεοντάρης – Η σιωπή που ακολουθεί

Όχι μόνο τ` αθώα παράπονα,
που αναποδογυρίζουνε
με μια κλοτσιά στο στήθος,
όχι μόνο οι φωνές,
που τις ξαπλώνουν στις πλατείες,
όχι μόνο οι ανύποπτοι ενθουσιασμοί.
Πιο δυνατή είναι, πιότερο βαραίνει
η σιωπή που ακολουθεί,
η σιωπή των πεισμωμένων δρόμων,
των κλειστών παραθυριών,
η σιωπή των παιδιών
μπροστά στον πρώτο σκοτωμένο,
η σιωπή μπροστά στην ξαφνική ατιμία,
η σιωπή του δάσους,
η σιωπή του αλόγου δίπλα στο ποτάμι,
η σιωπή ανάμεσα σε δυό στόματα,
που δεν μπορούν να φιληθούν,
κι εκείνη η “ενός λεπτού σιγή”,
που παρατείνεται και γιγαντώνεται
μες στις καρδιές, μες στους αιώνες,
η σιωπή που αποφασίζει
τι είναι να μείνει, τι είναι να χαθεί.

Γιώργης Παυλόπουλος – Η σιωπή

Η Σιωπή είναι μια άγνωστη
που έρχεται τη νύχτα.
Ανεβαίνει τη σκάλα
χωρίς νʼ ακούγονται πατήματα
μπαίνει στην κάμαρα
και κάθεται στο κρεβάτι μου.
Μου φοράει το δαχτυλίδι της
και με φιλεί στο στόμα.
Τη γδύνω.
Μου δίνει τότε τις βελόνες
και τα τρία χρώματα
το κόκκινο το μαύρο και το κίτρινο.
Κι αρχίζω να κεντάω
πάνω στο δέρμα της
όλα όσα δε σου είπα
και ποτέ πια δε θα σου πω.

Μαρία Καραγιάννη, Κερδισμένη σιωπή

Χειρονομίες απλώνουν τρυφερά οι λέξεις
στον πληγωμένο αέρα
Κερδισμένη σιωπή
Σκεπασμένοι καθρέφτες
σε μέρα ξαφνικής ταφής
Και τα μάτια
να καλούν σα ρόπτρα σφραγισμένης θύρας
στις μέσα αυλές με τα βαθιά πηγάδια
και τα πνιγμένα βρέφη

Μαρία Καραγιάννη, Η κατάδυση και ο πυθμένας

Το πιο όμορφό μου ποίημα
Με τη σιωπή μου το ‘γραψα
Βουλιάζοντας ηδυπαθώς
Και καθ’ ολοκληρίαν
Μέσα στ’ απύθμενα τα μάτια σου
Εκεί όπου συνάντησα
Τις πιο κραταιές λέξεις.

Μάνος Ξυδούς, Το σχήμα της σιωπής μου

Τα μάτια σου απλώθηκαν στο σχήμα της σιωπής μου
κι ένιωσα τον άνεμο να τρέχει σαν τρελός.
Να καταστρέψεις ήθελες το τσίρκο της ζωής μου,
μα ύστερα μετάνιωσες και είπες «δυστυχώς».

Σαν ήρωας του Λωτρεαμόν σε απόκρυφο βιβλίο,
παιδί της επανάστασης με τάσεις μυστικές.
Ακροβατούσα συνεχώς στα όρια της τρέλας
μέσα σε κόσμο αδιάφορο με Σάρτρ και με Μπωντλέρ.

Από μπροστά μου πέρασαν χορεύοντας εικόνες,
κάποια κομμάτια απ’ τον παλιό χαμένο μου εαυτό.
Τον κόσμο μου τον έκλεισα σε ψευτοθεωρίες,
συμβιβασμούς, χαμόγελα και αυτοκριτικές.

Μα δωσ’ μου μόνο ένα λεπτό κρυφής απολογίας,
αφού ο Θεός σου θέλησε να είσαι ο δικαστής.
Και μην το πάρεις πως ζητώ καλή δικαιολογία,
ν’ αλλάξεις την απόφαση την ύστατη στιγμή.

Τώρα στη νύχτα της σιωπής και της απελπισίας,
τα μάτια σου μια υπόσχεση που αργεί πολύ να βγει.
Βέλη θα ρίξει πίσω μου μια παιδική οπτασία
κι αθόρυβα ξανά μέσα στην πόλη θα χαθεί.

Μάνος Ξυδούς, Γέφυρες με πέτρες της σιωπής

Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτή τη νύχτα απ’ την ψυχή μου
σ’ ευχαριστώ για ό,τι περάσαμε μαζί
Όμως θα φύγω γιατί αυτή είν’ η ζωή μου
να κλείνω γέφυρες με πέτρες της σιωπής

Σ’ ευχαριστώ για ό,τι μου χάρισες απόψε
μα τα λουλούδια κοιμούνται το πρωί
Ένα «αντίο» που θυμάμαι πότε-πότε
κλείνει τις γέφυρες με πέτρες της σιωπής.

Παρασκευάς Καρασούλας, Ο λόγος της σιωπής

Αφού δεν του έμεινε κανείς
μαζί του να μιλάει
Άρχισε να ξεχνάει τις διαδρομές της λογικής
Κι αφού στα λόγια του κανείς
ποτέ δεν απαντούσε
μόνος του όπως ζούσε
βρήκε την γλώσσα της σιωπής.

Κι είπε το θάνατο αρχή
Τον έρωτα είπε φόβο
Την πόλη έλεγε σιωπή
Τη θάλασσα είπε δρόμο
Μα δεν μπορούσε την σιωπή
κι έτσι όπως ζούσε μόνος
φοβότανε το φόβο
πήρε το τέλος σαν αρχή.

Κώστας Κωτούλας, Με πνίγει τούτη η σιωπή

Πικρό το βράδυ σκυθρωπό
αργεί να ξημερώσει
στο σπίτι μέσα το κλειστό
ερημιά έχει φυτρώσει
Με πνίγει τούτη η σιωπή
τούτη η στενοχώρια
στο δρόμο να `χουνε γιορτή
κι εμείς να ζούμε χώρια
Αυτό το βράδυ δεν μπορώ
γωνιά να βρω ν’ αράξω
στο δρόμο τον ερημικό
να βγω και να φωνάξω
Με πνίγει τούτη η σιωπή
τούτη η στενοχώρια
στο δρόμο να `χουνε γιορτή
κι εμείς να ζούμε χώρια.

Πάμπλο Νερούντα – Μ’ αρέσει άμα σωπαίνεις

Μ’ αρέσει άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία
κι ενώ μεν απ’ τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δε σε φτάνει.
Μου φαίνεται ακόμα ότι τα μάτια μου σε σκεπάζουν πετώντας
κι ότι ένα φιλί, μου φαίνεται,
στα χείλη σου τη σφραγίδα του βάνει.
Κι όπως τα πράγματα όλα ποτισμένα είναι από την ψυχή μου,
έτσι αναδύεσαι κι εσύ μες απ’ τα πράγματα,
ποτισμένη απ’ τη δική μου ψυχή.
Σου ονείρου πεταλούδα, της ψυχής μου εσύ της μοιάζεις έτσι,
σαν όπως μοιάζεις και στη λέξη μελαγχολία, καθώς ηχεί.
Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν ξενιτιά.
Κι άμα κλαις μου αρέσεις,
απ’ την κούνια σου πεταλούδα μικρή μου εσύ.
Κι ενώ μεν απ’ τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δεν μπορεί να σ’ αγγίξει:
Άσε με τώρα να βυθιστώ κι εγώ σωπαίνοντας
μες στη δική σου σιωπή.
Άσε με τώρα να σου μιλήσω κι εγώ με τη σιωπή
τη δικιά σου
που είναι απέριττη σα δαχτυλίδι αρραβώνων
και που λάμπει σαν αστραπή.
Είσαι όμοια η νύχτα, αγάπη μου,
η νύχτα που κατηφορίζει έναστρη.
Απόμακρη και τόση δα κι απ’ αστέρια φτιαγμένη
είναι η δικιά σου σιωπή.
Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία.
Μακρινή κι απαρηγόρητη, σα να σε σκέπασε χώμα.
Μια λέξη μόνο αν πεις, ένα χαμόγελο – μου αρκεί
για να πανηγυρίσω που είσαι εδώ κοντά μου ακόμα.

Όσκαρ Ουάιλντ – Η σιωπή του έρωτα

Έτσι όπως συχνά ο ήλιος με την εντυπωσιακή του λάμψη
διώχνει το θαμπό φεγγάρι, όσο και αν αντιστέκεται
στη σκοτεινή σπηλιά του, χωρίς να ακούσει
ούτε ένα τραγούδι από το αηδόνι
έτσι η ομορφιά σου μου σφραγίζει τα χείλη
και κάνει παράφωνα για μένα τα πιο όμορφα τραγούδια
Κι όπως την αυγή πάνω από τα λιβάδια
περνά ο άνεμος με τα ορμητικά του φτερά
και σπάει τα καλάμια με τα δυνατά φιλιά του
που αυτά μόνο, μπορούν να γίνουν όργανα τραγουδιού
έτσι τα ορμητικά μου πάθη, παραδέρνουν συνέχεια μέσα μου
και η τόσο μεγάλη αγάπη κάνει την αγάπη μου βουβή
Όμως τα μάτια μου σου έδειξαν εσένα
γιατί είμαι σιωπηλός και η λύρα μου ακούρδιστη
πριν γίνει ο χωρισμός μας μοιραίος
και πριν μας αναγκάσει να φύγουμε
εσύ για άλλα χείλη που τραγουδούν με αρμονία
κι εγώ εδώ να αναπολώ μάταια
φιλιά που δεν έδωσα, τραγούδια που δεν είπα.

Αζίζ Νεσίν – Σώπα, μη μιλάς…

Σώπα, μη μιλάς, είναι ντροπή
κόψ’ τη φωνή σου
σώπασε επιτέλους
κι αν ο λόγος είναι αργυρός
η σιωπή είναι χρυσός.
Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί
έκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα μου λέγανε:
«σώπα».
Στο σχολείο μου κρύψαν την αλήθεια τη μισή,
μου λέγανε :»εσένα τι σε νοιάζει ; Σώπα!»
Με φιλούσε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
«κοίτα μην πεις τίποτα, σσσσ….σώπα!»
Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα είκοσί μου χρόνια.
Ο λόγος του μεγάλου
η σιωπή του μικρού.
Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
«Τι σε νοιάζει εσένα;», μου λέγανε,
«θα βρεις το μπελά σου, σώπα».
Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι
«Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, σώπα»
Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά,
η γυναίκα μου ήταν τίμια κι εργατική και
ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή, που της έλεγε «Σώπα».
Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε :
«Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα»
Μπορεί να μην είχαμε με δαύτους γνωριμίες ζηλευτές,
με τους γείτονες, μας ένωνε , όμως, το Σώπα.
Σώπα ο ένας, σώπα ο άλλος σώπα οι επάνω, σώπα οι κάτω,
σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσά μας.
Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του «Σώπα».
και μαζευτήκαμε πολλοί
μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη, αλλά μουγκή!
Πετύχαμε πολλά, φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα,
τα πάντα κι όλα πολύ
εύκολα, μόνο με το Σώπα.
Μεγάλη τέχνη αυτό το «Σώπα».
Μάθε το στη γυναίκα σου, στο παιδί σου, στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσα σου
και κάν’ την να σωπάσει.
Κόψ’ την σύρριζα.
Πέτα την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.
Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες , τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις από το βραχνά να μιλάς ,
χωρίς να μιλάς να λες «έχετε δίκιο, είμαι σαν κι εσάς»
Αχ! Πόσο θα ‘θελα να μιλήσω ο κερατάς.
Και δεν θα μιλάς,
θα γίνεις φαφλατάς,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς.
Κόψε τη γλώσσά σου, κόψ’ την αμέσως.

Δεν έχεις περιθώρια.
Γίνε μουγκός.
Αφού δε θα μιλήσεις , καλύτερα να το τολμήσεις. Κόψε τη γλώσσα σου.
Για να είμαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου
ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσα μου,
γιατί νομίζω πως θα’ ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο ,
με έναν ψίθυρο , με ένα τραύλισμα , με μια κραυγή που θα μου λέει:
ΜΙΛΑ!…

Συγκρούσεις στις σχέσεις: Μην τις φοβάστε!

Όσο υπάρχουν άνθρωποι θα υπάρχουν και συγκρούσεις. Όσο οι άνθρωποι σχετίζονται θα υπάρχουν και συγκρούσεις. Το «σχετίζεσθαι» περιλαμβάνει μια αλληλεπίδραση ανάμεσα σε ανθρώπους με διαφορετικές ιδέες, απόψεις, επιθυμίες, πιστεύω και ανάγκες.

Μπορεί να διαφωνήσουμε για τις ιδέες μας («έχω την εντύπωση ότι δεν μου μίλησες καλά» «όχι μια χαρά σου μίλησα», τα πιστεύω μας («πιστεύω στο Θεό», «όχι πιστεύω στην επιστήμη»), τις αξίες μας («το να απατήσεις τον άντρα σου με τον καλύτερο του φίλο δεν σημαίνει ότι τον πρόδωσες. Αυτό θα γινόταν αν το μάθαινε», «τι λές; είναι η εσχάτη προδοσία!», τις επιθυμίες μας («θέλω βουνό για διακοπές», «θέλω θάλασσα για διακοπές») κ.λ.π.

Πολλοί τρέμουν στην ιδέα να συγκρουστούν με τους άλλους. Φοβούνται ότι η σύγκρουση θα φέρει αρνητικά συναισθήματα όπως άγχος, λύπη, θυμό ή χειρότερα θα οδηγήσει στην λήξη της σχέσης.

Η αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι από εμάς, εκτός απο κάποιες ακραίες ψυχοπαθολογικές καταστάσεις, έχουμε την τάση να κυνηγάμε την ευχαρίστηση και να αποφεύγουμε τις δυσάρεστες καταστάσεις που θα μας φέρουν σε δύσκολη θέση και θα μας κάνουν να αισθανθούμε αμηχανία, ντροπή, θυμό ή άγχος.

Από την άλλη φανταστείτε για λίγο έναν κόσμο όπου όλοι θα συμφωνούσαμε μεταξύ μας, θα είχαμε τις ίδιες επιθυμίες, ανάγκες, και πιστεύω. Πως θα ήταν η καθημερινότητα μας, ο κόσμος μας, οι σχέσεις μας;

Οι συγκρούσεις είναι δημιουργικές, παραγωγικές, μας πηγαίνουν μπροστά, οδηγούν στην πρόοδο της κοινωνίας, του κόσμου γενικά και των σχέσεων ειδικότερα. Μας είναι χρήσιμες γιατί μας κινητοποιούν να βρούμε λύσεις, να πάρουμε αποφάσεις, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τους άλλους, να μας αγαπήσουμε και να αγαπήσουμε τους άλλους.

Σκεφτείτε για λίγο με ποιους ανθρώπους στη ζωή σας έχετε πιο έντονες, πιο ειλικρινείς, πιο αγαπησιάρικες σχέσεις και παράλληλα με ποιους έχετε έντονες συγκρούσεις;

Με ποιους νιώθετε ότι είστε πιο κοντά, πιο ασφαλείς;
 
Είναι η μαμά του συμμαθητή του γιού σας, ο μπακάλης της γειτονιάς, ο άγνωστος συνάδελφος στο γραφείο ή μήπως αυτοί που έχετε τις πιο έντονες συγκρούσεις, όπως οι γονείς σας, τα αδέλφια σας, οι κολλητοί σας;

'Οσο πιο σημαντική η σχέση τόσο πιο αναπόφευκτη η σύγκρουση. Γιατί όσο κάτι δεν μας αφορά πολύ δεν ασχολούμαστε. Πολλές φορές στη θεραπεία ζεύγους, το ένα μέλος ή και τα δύο αναφέρουν το εξής παράδοξο: «δεν ξέρω γιατί οδηγηθήκαμε εδώ. Εμείς δεν τσακωνόμαστε ποτέ!».

Εμείς ξέρουμε ότι αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα!.

Η έλλειψη ειλικρίνειας, οικειότητας και εμπιστοσύνης οδηγεί το ζευγάρι στην έλλειψη επικοινωνίας και άρα στην απουσία συγκρούσεων.

Το παραπάνω είναι ένα τυπικό παράδειγμα ότι η έλλειψη συγκρούσεων δεν σημαίνει απαραίτητα λειτουργική σχέση. Κάποιες φορές δηλώνει το ακριβώς αντίθετο.

Αφού είμαστε άνθρωποι λοιπόν και αφού δεν ζούμε στον «ιδανικό κόσμο» που αναφέραμε, ας δούμε τι μπορούμε να κάνουμε για να ξεπεράσουμε τον φόβο για τις συγκρούσεις καθώς και τους τρόπους για να τις αντιμετωπίσουμε με τρόπο που να είναι παραγωγικές παίρνοντας ιδέες από επικοινωνιακά στοιχεία που αναφέρονται στο βιβλίο του Rudolph Verderber, Η Τέχνη της Επικοινωνίας.

Η λύση δεν είναι η απουσία συγκρούσεων αλλά η διαχείριση τους με τρόπο που να καθίστανται παραγωγικές. Ας ξεχωρίσουμε όμως πρώτα τους μη παραγωγικούς τρόπους αντιμετώπισης από τους παραγωγικούς

Μη παραγωγικοί τρόποι τρόποι αντιμετώπισης σύγκρουσης

Υποχώρηση

Η υποχώρηση είναι μια παθητική συμπεριφορά με την έννοια ότι επιλέγουμε σωματικά και ψυχολογικά να μην εμπλακούμε καθόλου στην κατάσταση. Έτσι, είτε φεύγουμε από τον χώρο με φράσεις και συμπεριφορές του τύπου: «δεν θέλω να το συζητήσω...» και απομακρυνόμαστε, είτε σιωπούμε. Ποιός δεν έχει καταφύγει σε αυτού του τύπου την συμπεριφορά κάποια στιγμή ή και μόνιμα;

Κάποιες φορές η υποχώρηση ή καλύτερα ή προσωρινή απομάκρυνση είναι προτιμότερη, για παράδειγμα όταν υπάρχει ένταση και πρέπει να «ηρεμήσουν τα πνεύματα» για να επανέλθει το θέμα σε ηπιότερο κλίμα και να παρθούν πιο σωστές αποφάσεις ή όταν αποφασίζετε ότι ο λόγος διαμάχης δεν είναι τόσο σημαντικός για εσάς.

Όταν όμως αυτός ο τρόπος είναι μόνιμος τρόπος αντιμετώπισης γίνεται δυσλειτουργικός και οδηγεί σε παρεξηγήσεις, απομάκρυνση και ίσως διάλυση της σχέσης. Συνήθως αυτός που υποχωρεί, παίρνει μόνιμα αυτό το ρόλο και ενώ αρχικά ανακουφίζεται από την αποφυγή της σύγκρουσης μακροπρόθεσμα αναπτύσσει αισθήματα θυμού για το άλλο μέλος, υποτίμησης εαυτού, άγχος, κατάθλιψη.

Υποταγή

Η υποταγή είναι μια άμεση υποχώρηση στα θέλω του άλλου με σκοπό την αποφυγή οποιασδήποτε σύγκρουσης. Π.χ Φέρτε στο νού σας μια περίσταση κατά την οποία ας πούμε ότι εσείς θέλετε να φάτε σε ένα ιταλικό εστιατόριο και η φίλη σας σε κινέζικο. Το λέτε αυτό στη φίλη σας και εκείνη απαντά ότι θα ήθελε να δοκιμάσει το ιταλικό αλλά ότι έχει ακούσει ότι ο σεφ στο κινέζικο είναι πολύ καλός και διάσημος και τότε της λέτε «ωραία τότε δεν έχω πρόβλημα» παρόλο που θα θέλατε να πάτε στο ιταλικό. Με τον ίδιο τρόπο που είδαμε παραπάνω αρχικά υπάρχει ανακούφιση γιατί αποφεύγεται η σύγκρουση αλλά μακροπρόθεσμα αναπτύσσονται όλα τα αρνητικά συναισθήματα που αναφέρθηκαν.

Επίθεση

Είναι όντως «η καλύτερη άμυνα η επίθεση»; Ναι, όταν θέλουμε να αποφύγουμε την επίλυση της σύγκρουσης. Η επίθεση, με την έννοια του εξαναγκασμού του άλλου να υποχωρήσει στην διαφωνία με κάθε τρόπο, ενέχει τον κίνδυνο τα πράγματα να παρεκτραπούν και να υπάρξουν ξεσπάσματα σωματικά ή ψυχολογικά. Στη περίπτωση αυτή τα συναισθήματα και των δύο μερών της σύγκρουσης είναι αρνητικά όπως θυμός, φόβος, ντροπή και η σχέση κινδυνεύει.

Παραγωγικοί τρόποι αντιμετώπισης σύγκρουσης

Παρακίνηση

Η προσπάθεια να πείσω το μέλος που διαφωνεί ότι μια στάση ή συμπεριφορά είναι σωστή. Για παράδειγμα σκεφτείτε ότι διαφωνείτε με τον σύζυγο σας για το μέρος που θέλετε να πάτε διακοπές και ενώ εσείς λέτε «μήπως να πάμε φέτος στο εξωτερικό;» ο σύζυγος απαντά «και στο εξοχικό μας μια χαρά θα ήμαστε». Εδώ, ανάλογα με την απάντηση σας, μπορεί να πυροδοτηθεί μια σύγκρουση παρά να επιλυθεί αποτελεσματικά.

Αν όμως εσείς πείτε: «ναι αλλά θυμάσαι που συζητούσαμε να πάμε τον επόμενο χρόνο στο εξωτερικό και πόσο ήθελες να πάμε στο Λονδίνο; Και μου έλεγες ότι είναι ακριβά. Τώρα βρήκα μια καλή προσφορά για Λονδίνο και θα μπορούμε να μείνουμε στους φίλους μας που θα είναι εκεί την ίδια περίοδο». Αυτός ο τρόπος ενώ φαίνεται εκ πρώτης όψης ότι θα διαιωνίσει μια σύγκρουση, βασίζεται πολύ στην επιχειρηματολογία οπότε το πιθανότερο είναι να βοηθήσει στην επίλυση συγκρούσεων.

Συζήτηση

Η πιο αποτελεσματική μέθοδος επίλυσης συγκρούσεων είναι η συζήτηση γιατί εμπεριέχει τα στοιχεία του διαλόγου και της ισότητας. Βέβαια είναι δύσκολο να επιτευχθεί μια παραγωγική συζήτηση γιατί προϋποθέτει ωριμότητα, αντικειμενικότητα και ειλικρίνεια από την πλευρά των μελών στην συζήτηση. Προσεγγίστε την συζήτηση σαν να προσπαθείτε να επιλύσετε ένα πρόβλημα. Καθορίστε το θέμα της συζήτησης, αναλύστε τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα στις ιδέες σας, επιλέξετε από κοινού την καλύτερη λύση και πειραματιστείτε σε αυτήν. Αφού την βάλετε σε εφαρμογή εξετάστε από κοινού αν είναι όντως η καλύτερη λύση και αν όχι διαπραγματευτείτε ξανά. Το κλειδί επιτυχίας της σύγκρουσης είναι η αμοιβαία θέληση να διαπραγματευτείτε και να «δουλέψετε» σε μια κοινή προσπάθεια για να ικανοποιήσετε τις ανάγκες και επιθυμίες σας και όχι η επιβολή εξουσίας.

Αναλυτικότερα θα συνοψίζαμε σε οκτώ βασικές αρχές στις οποίες πρέπει να βασίζεται η αποτελεσματική συζήτηση που θα φέρει και την επίλυση της σύγκρουσης.

1. Αμοιβαία επιθυμία επίλυσης της σύγκρουσης και διατήρησης της σχέσης. Όταν και τα δύο μέλη μιας σύγκρουσης θέλουν να συνεχίσουν να έχουν αυτήν την σχέση οι πιθανότητες επίλυσης είναι μεγάλες.

2. Το σωστό timing. Η συζήτηση για επίλυση των συγκρούσεων φέρνει αποτελέσματα όταν γίνεται την κατάλληλη ώρα και στο κατάλληλο μέρος. Π.χ δεν ανοίγω μια συζήτηση όταν κάποιος είναι κουρασμένος/η, θυμωμένος/η ή απασχολημένος/η. Κλείστε ραντεβού για να συζητήσετε.

3. Συνεργασία και όχι ανταγωνισμός. Όταν αντιμετωπίζουμε μια διαμάχη ανταγωνιστικά με σκοπό την επιβολή δύναμης τότε εκ των προτέρων αντιμετωπίζουμε τον άλλο εχθρικά και απομακρυνόμαστε από την ουσία της σύγκρουσης και άρα από την επίλυσης της. Στην θεραπεία ζεύγους για παράδειγμα, αυτό επιτυγχάνεται με την λεγόμενη «αρχή της αμοιβαίας συνεργασίας» που στην ουσία είναι μια παραδοχή και συμφωνία και από τα δύο μέλη ότι αναλαμβάνουν την ευθύνη, που αναλογεί στο κάθε μέλος, των ενεργειών τους σε μια κοινή προσπάθεια επίλυσης της διαφωνίας και διατήρηση της σχέσης. Έτσι πείτε για παράδειγμα: «...με ενδιαφέρει να λύσουμε την διαφωνία. Ξέρω ότι και εγώ μπορεί να κάνω κάποιο λάθος σε αυτό που υποστηρίζω, ας το δούμε καλύτερα...» αντί: «…εσύ φταίς που δεν καταλαβαίνεις τί σου λέω...».

4. Κατανόηση μη λεκτικής συμπεριφοράς. Μάθετε να διαβάζετε τα συναισθήματα του συνομιλητή σας μέσα από τον τόνο φωνής, τις χειρονομίες του, τις εκφράσεις του, την στάση σώματος για να αποφύγετε παρεξηγήσεις. Για παράδειγμα προτείνετε να πάτε σινεμά σε ένα έργο που ο σύζυγος το θεωρεί πολύ κουλτούρα για τα γούστα του και σας λέει :“..αμάν πια! Με έχεις κουράσει με τα κουλτουριάρικα σου!” Η εξέλιξη αυτού του διαλόγου θα εξαρτηθεί από τις υπόλοιπες μη λεκτικές πληροφορίες. Αν μείνετε στις λέξεις μόνο, πιθανόν να αισθανθείτε υποτίμηση, απόρριψη ή ντροπή. Ο τόνος της φωνής του συζύγου, η έκφραση στο πρόσωπο του, οι χειρονομίες του συμφωνούν με αυτά τα συναισθήματα που σας γεννούν ή είναι αντίθετες και δηλώνουν μια επιθυμία του συζύγου να επιλύσετε την διαφορά με χιούμορ;

5. Χιούμορ. Αν και η αποτελεσματικότητα αυτής της αρχής βασίζεται στην ποιότητα της σχέσης στο σύνολο της, πολλές φορές δρά πυροσβεστικά και εξομαλύνει διαφωνίες χωρίς ταυτόχρονα να αισθάνεται κάποιο μέλος απειλητικά. Στο παραπάνω παράδειγμα με το σινεμά, αν εκλάβετε τη διάθεση ως χιουμοριστική και τις προθέσεις του συζύγου θετικές μπορείτε να απαντήσετε ανάλογα χιουμοριστικά και θετικά π.χ ”..για αυτό με παντρεύτηκες αγάπη μου. Για να πάρουμε το 'Οσκαρ!”.

6. Διαπραγμάτευση. Αποτελεί μεγάλη δεξιότητα να ξέρουμε να διαπραγματευόμαστε. Σχεδόν καθημερινά κάνουμε διαπραγματεύσεις από τα πολύ απλά, όπως τι θα φάμε σήμερα, μέχρι τα πιο πολύπλοκα θέματα όπως π.χ αν τα παιδιά θα πάνε σε δημόσιο ή ιδιωτικό σχολείο. Όταν δώσουμε εναλλακτική στο άλλο μέλος έτσι ώστε να αισθανθεί ότι δεν είναι χαμένο αλλά ότι και οι δύο είμαστε ισάξια κερδισμένοι από την διαμάχη έχουμε πολλές πιθανότητες να λύσουμε την σύγκρουση.

7. Εξωτερική βοήθεια. Όταν δεν μπορείτε να λύσετε την διαφωνία τότε ίσως ήρθε η στιγμή να ζητήσετε βοήθεια από κάποιο τρίτο άτομο που είναι αντικειμενικό, που εμπιστεύεστε από κοινού την αμεροληψία και την κρίση του για να σας βοηθήσει να λύσετε την σύγκρουση. Το ρόλο αυτό παίζουμε εμείς οι ψυχολόγοι, στην θεραπεία ζεύγους.

8. Αυτό-αξιολόγηση. Παρά τις προσπάθειες κάποιες φορές υπάρχουν μεγάλα χάσματα στις απόψεις, πεποιθήσεις, επιθυμίες και ανάγκες των ανθρώπων που οποιαδήποτε προσπάθεια επίλυσης της σύγκρουσης πέφτει στο κενό. Μην απογοητεύεστε. Σκεφτείτε τί πήγε λάθος και αναλύστε το. Να θυμάστε ότι αυτό που έχει σημασία δεν είναι τόσο πολύ να συμφωνήσουν οι άλλοι μαζί σας αλλά το πώς νιώθετε εσείς μέσα σας. Να έχετε θετικά συναισθήματα για τον εαυτό σας και όσο μπορείτε που ομολογουμένως όταν είμαστε θυμωμένοι δεν είναι πάντα εύκολο, να αισθάνεστε θετικά και για τους άλλους.

Το ηθικό καθεστώς της δουλείας στα Πολιτικά του Αριστοτέλη

Η δουλεία αποτέλεσε μια ιστορική πραγματικότητα για την πόλη-κράτος της Αθήνας.[1] Οι δούλοι συνιστούσαν θεσμό της οι­κονομίας της πόλης-κράτους, ενώ δεν είχαν καμία πολιτική υπόσταση.[2] Το ζήτημα της δουλείας αποτέλεσε ένα αμφιλεγόμενο ζή­τημα μεταξύ στοχαστών και φιλοσόφων της αρχαιότητας, ενώ λίγοι ήταν εκείνοι που αναφέρονταν στη σχέση άρχοντος-αρχομένου.

Στην Νεωτερικότητα η δουλεία συνδέθηκε με την ανθρώπινη αξία, ενώ απασχόλησε πολιτικούς φιλοσόφους, όπως tov Locke και τον Rousseau. Σήμερα, θεωρούμε πως τα σύγχρονα δημοκρατικά κράτη έχουν θεσπίσει μια σειρά συνταγματικών διατάξεων που μας επιτρέ­πουν να μιλάμε για την κατάργηση αυτού του θεσμού. Οι εγγενείς αξίες της δημοκρατικής διαδικασίας (ελευθερία και ισότητα) κατήργησαν τις ανθρώπινες ιεραρχίες.

Στην αρχαιότητα, ο Αριστοτέλης είναι ο πρώτος που δίνει ένα σα­φές πλαίσιο και μια συνολική εικόνα πάνω στην οποία οικοδομεί τη σκέψη του για τον φύσει δούλο στα Πολίτικά.

Οι σύγχρονες αντιλήψεις αποδοκιμάζουν τον δουλοκτητικό θεσμό και κατακρίνουν τις ιδέες της αρχαίας Αθήνας η οποία υιοθέτησε ένα μοντέλο που βασίστηκε στην ενασχόληση των πολιτών με την δημόσια ζωή, ενώ οι δούλοι ήταν γεωργοί, αγρότες, κατασκευαστές για τον οίκο των ελεύθερων ανθρώπων.

Ο σύγχρονος κόσμος αποδοκιμάζει τη δουλεία, γιατί τη θεωρεί αντιδημοκρατικό θεσμό, που ενθαρρύνει τους ελεύθερους άνδρες να συμπεριφέρονται σε ανθρώπους σα να ήταν απλά εργαλεία που ο λό­γος ύπαρξής τους είναι η εκπλήρωση των αναγκών του άρχοντος. Η μετατροπή του ανθρώπου σε κτήμα είναι εκείνο που κάνει τη δουλεία αποκρουστική στις μέρες μας, αλλά και εκείνο το χαρακτηριστικό που απέδωσαν φιλόσοφοι και στοχαστές της Νεωτερικής Εποχής ως τη με­λανή κηλίδα της Δημοκρατίας στην αρχαία Ελλάδα.

Ο Αριστοτέλης δεν ξεφεύγει από την κριτική αυτή, καθώς θεωρεί­ται πως ενθάρρυνε την αντίληψη ότι οι δούλοι δεν είναι δεκτικοί ηθικής τελείωσης αλλά και της ιεράρχησης ανάμεσα στους ανθρώπους. Με γνώμονα το «άρχειν» και το «άρχεσθαι» διατυπώνει τη θεώρησή του για τον συγκεκριμένο θεσμό, στηριζόμενος πάνω στην τελεολογική αντίληψη που είχε για τον κόσμο.

Πίστευε πως κάθε γεγονός στον κόσμο είναι συνδεδεμένο με κά­ποιο σκοπό (τέλος). Έτσι, θεωρούσε πως η σχέση εξουσιάζοντος-εξουσιαζόμενου είναι μια σχέση που αποβλέπει στο αμοιβαίο συμφέρον. Είναι απαραίτητη και δεν έχει σχέση με κάποιο είδος εκμετάλλευσης.

Ι. Πόλις: Η τέλεια κοινωνία

Ο Αριστοτέλης οικοδομεί την πολιτική του σκέψη πάνω στην πόλη-κράτος. Η πόλη-κράτος αποτελεί την τελειότερη μορφή κοινωνικής συνύπαρξης.[3] Ήταν ένα «όλον», που συνίστατο από κώμες. Η κώμη είναι οικογενειακή αποικία, μια φυσική επέκταση της οικογένειας. Ο οίκος είναι η πρώτη κοινωνική ομάδα, καθώς συγκροτείται τόσο από την ανάγκη τεκνοποίησης όσο και από την ανάγκη αυτοσυντήρησης.

Η πόλις είναι ένα όλον, που συγκροτείται από μέρη. Είναι η ύψιστη μορφή κοινωνίας, καθώς δεν υπερέχει μόνο αριθμητικά από τις διά­φορες άλλες μορφές κοινωνικής συμβίωσης, αλλά θέτει ως στόχο, το ύψιστο αγαθό: τη συλλογική ευδαιμονία.

Η ευδαιμονία παρουσιάζεται ως ο υπέρτατος σκοπός στον Αριστο­τέλη, προς την οποία κατευθύνει μόνο η πόλη-κράτος τους πολίτες της. Η ευδαιμονία είναι εφικτή στο πλαίσιο της πόλης-κράτους και μπορεί να νοηθεί τόσο συλλογικά όσο και ατομικά. Η ευδαιμονία είναι το απο­τέλεσμα της απόλυτης ανεξαρτησίας, της αυτάρκειας.

ΙΙ. Δούλος και εξουσιαζόμενος

Ο Αριστοτέλης αναφέρει:

«Ό,τι μπορεί και προβλέπει με τη διάνοια είναι από τη φύση του κυρίαρχο και δεσπόζον, ενώ το άλλο, που μπορεί να εκτελεί με το σώμα, είναι εξουσιαζόμενο και από τη φύση του υπό­δουλο. Γι' αυτό συμπίπτουν τα συμφέροντα κυρίου και δούλου.

Η φύση λοιπόν έχει καθορίσει τον προορισμό της γυναίκας και του δούλου...»[4]

Στην αναφορά αυτή του Αριστοτέλη φαίνεται η τελεολογική σκέψη που τον διακατέχει. Η φυσική τάξη έχει διαμορφώσει δύο κατηγορίες ανθρώπων, εκείνους που προορίζονται να άρχουν και εκείνους που θα εξουσιάζονται. Ο Αριστοτέλης τοποθετεί ως κριτήριο διάκρισης ανά­μεσα στους ανθρώπους τις νοητικές ικανότητες (διάνοιαν).

Ο δούλος δεν μπορεί να προβλέψει. Η φύση τον έχει προορίσει να εκτελεί τις εργασίες με το σώμα του.[5] Η φύση τον έχει διαμορφώσει ώστε να ζει με αυτόν τον τρόπο. Ο κύριος, λόγω των νοητικών του ικα­νοτήτων, είναι ο εξουσιάζων. Οι σχέσεις και των δύο ρυθμίζονται από τη φύση. Ο κύριος είναι προικισμένος με διάνοια, ενώ ο δούλος με σω­ματική δύναμη. Είναι ευδιάκριτη η ιεραρχία, όπως την παρουσιάζει ο Αριστοτέλης.

Η σχέση κυρίου-δούλου είναι λειτουργική και εργαλειακή. Η σχέ­ση αυτή εξυπηρετεί το αμοιβαίο συμφέρον. Η φύση έχει δημιουργήσει τα πλάσματα και το καθένα από αυτά υπηρετεί ένα μόνο σκοπό.[6] Ο δούλος οφείλει να υπηρετεί τον αφέντη του, γιατί μόνο έτσι μπορεί ο ίδιος να εξασφαλίσει την επιβίωσή (το ζην) του. Είναι μία από τις τρεις σχέσεις που αναπτύσσονται εντός του οίκου, που σκοπός είναι το ζην. Το ζην εξασφαλίζεται μέσα από τον οίκο και αποτελεί το πρώτο στάδιο στην πορεία απόκτησης της ευδαιμονίας (το ευ ζην), όπου είναι αντι­κείμενο ασχολίας του δεσπότη. Επομένως, η τέλεια οικογένεια αποτε­λείται από δούλους και ελεύθερους.

Προτού ξεκινήσει ο φιλόσοφος να παρουσιάζει τις απόψεις του στο ακροατήριο, ο ίδιος αποδοκιμάζει, μέσω της ηθικής του θεώρησης, την αντίληψη πως η δουλεία δεν είναι αποτέλεσμα ή συνέπεια της φυσικής τάξης των πραγμάτων, αλλά είναι ο νόμος που κατηγοριοποίησε τους ανθρώπους σε δούλους και ελεύθερους.

ΙΙΙ. Σκιαγραφώντας τον υπηρέτη

Ο Αριστοτέλης δηλώνει:

«Όπως για κάθε συγκεκριμένη τέχνη είναι απαραίτητο να υπάρχουν τα κατάλληλα μέσα για την ολοκλήρωση του έργου, έτσι και στην τέχνη της διοίκησης του οίκου είναι απαραίτητα τα κατάλληλα μέσα. Από τα μέσα ετούτα, άλλα είναι άψυχα, άλλα έμψυχα... Στις τέχνες ο υπηρέτης θεωρείται είδος μέσου, έτσι και το κτήμα είναι μέσο ζωής, η κτήση πλούτου είναι κτή­ση πλήθους από μέσα και ο δούλος είναι έμψυχο κτήμα. Αλλά ο υπηρέτης είναι το σημαντικότερο απ' όλα τα μέσα».[7] [8]

Η κάθε τέχνη πρέπει να αποβλέπει στην ολοκλήρωση του έργου που έχει αναλάβει. Προς εκπλήρωση του σκοπού ύπαρξης, η χρήση των κατάλληλων μέσων είναι απαραίτητη. Το έργο της τέχνης δεν μπο­ρεί να βασιστεί στην καλή θέληση του υπευθύνου. Χρειάζεται κάποια μέσα. Τα μέσα διακρίνονται σε άψυχα και έμψυχα. Τα άψυχα μέσα εί­ναι εργαλεία που κάνουν την εργασία ευκολότερη, ενώ τα έμψυχα εί­ναι το ανθρώπινο δυναμικό.

Στην τέχνη της διοίκησης του οίκου, ο υπηρέτης είναι το έμψυχο μέρος που θα αναλάβει τις εργασίες. Ο Αριστοτέλης τον χαρακτηρίζει έμψυχο κτήμα, προσδίδοντάς του έναν αναγκαίο χαρακτήρα ύπαρξης, καθώς η μη ύπαρξη δούλου καθιστά ανέφικτη και δύσκολη μια αποτε­λεσματική και αποδοτική διαχείριση της τέχνης του οίκου. Ο χαρακτη­ρισμός του ως κτήμα έχει διττό χαρακτήρα. Από τη μία δηλώνει πως είναι απαραίτητη η οντότητά του (καθώς χωρίς αυτόν δεν μπορεί να εξασφαλιστεί το ζην), και από την άλλη η ουδετεροποίησή του υποδη­λώνει πως δεν μπορεί να αποκτήσει ούτε αυτάρκεια ούτε ευδαιμονία ούτε ελευθερία. Έχει ανάγκη από την ύπαρξη μιας άλλης οντότητας ώστε να επέλθει η προσωπική του ευτυχία, που είναι ο δεσπότης του.

Ο δούλος του οίκου είναι, όπως ακριβώς ο ναύκληρος για τον κυ­βερνήτη του, ένα είδος έμβιας ιδιοκτησίας, που επιτρέπει στον δεσπότη του να ζει. Όμως, δεν μπορεί να αποκτήσει την προσωπική του ευδαι­μονία.

Έτσι, είναι άξιο αναφοράς:

«Ο δούλος εξυπηρετεί τις ανάγκες πράξης του αφέντη του.

Το κτήμα νοείται όπως και το μέρος. Όπως το μέρος δεν είναι μόνο τμήμα του συνόλου, αλλά του ανήκει απόλυτα, έτσι και το κτήμα».8

Ο δούλος λειτουργεί προς όφελος του αφέντη του. Ο χαρακτηρι­σμός του ως κτήμα και η ταύτισή του με μέρος δείχνει πως δεν είναι μια αυτοτελή οντότητα. Το μέρος ανήκει στο σύνολο. Έτσι και ο δούλος δεν μπορεί να νοηθεί ξεχωριστά από τον αφέντη του. Άρα, δούλος είναι όποιος ανήκει σε άλλον άνθρωπο.

Αφού ο Αριστοτέλης κατέδειξε πως στην ουσία δούλος είναι μια υποδεέστερη μορφή ανθρώπου, αφού ανήκει σε έναν άλλον άνθρωπο, προκαλεί αντίφαση το γεγονός πως γράφει στη συνέχεια:

«αν και είναι άνθρωπος (εννοώντας τον δούλο) είναι κτήμα πράξης και κτήμα είναι ό,τι είναι εργαλείο, και ξέχωρο από τον ιδιοκτήτη».[9] [10]

Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει αντίφαση, αλλά πρόκειται για ένα σωστά διατυπωμένο ισχυρισμό. Ο δεσπότης και ο δούλος έχουν αναπτύξει μια σχέση λειτουργική, η οποία αποβλέπει σε μια ενότητα ή αλλιώς οικοδομούν μεταξύ τους μια μορφή «συνεργασίας». Αυτή η ενότητα αποβλέπει σε ένα σκοπό και τα συμβαλλόμενα μέρη προσπα­θούν να χτίσουν το «όλον». Η χρήση της φράσης ξέχωρο από τον ιδι­οκτήτη υποδεικνύει την ξεχωριστή ύπαρξη της οντότητας του δούλου. Το κάθε μέρος έχει μια ξεχωριστή εργασία που πρέπει να εκτελέσει. Ο δούλος είναι κτήμα του αφεντικού του και η εργασία του περικλείεται στα του οίκου του αφέντη του. Είναι ένα εργαλείο (όπως το κάθε μέλος του ανθρώπινου σώματος που χρησιμοποιείται για έναν ιδιαίτερο σκο­πό) πολύ χρήσιμο στην καθημερινή ζωή του δεσπότη.

VΙ. Εκ φύσεως δούλος

Ο Αριστοτέλης διευρύνει τον ορισμό του εκ φύσεως δούλου[11] και δηλώνει πως:

«Εκ φύσεως δούλος είναι όποιος μπορεί να είναι κτήμα κά­ποιου άλλου (και γι’ αυτό είναι κτήμα άλλου) και τέτοιος άν­θρωπος είναι όποιος έχει όσο λογικό χρειάζεται μόνο για να έχει την αίσθηση, όχι όμως και τη νόηση».[12]

Θεωρεί πως ο δούλος διαθέτει κάποιας μορφής λογική δύναμη. Η λογική δύναμη, όμως, που διαθέτει δεν είναι αρκετή. Ο φύσει δούλος είναι σε θέση να διακρίνει το λογικό και το μη λογικό, αλλά και να μπορεί να υπακούει στις επιταγές του λόγου του δεσπότη του ώστε να ολοκληρώσει τις εργασίες που η φύση τον έχει προορίσει να εκτελέσει. Άρα, ο εκ φύσεως δούλος είναι ένα έμψυχο κτήμα που διαθέτει μια ελάχιστη λογική δύναμη ικανή να υπακούει και να πειθαρχεί στα δι­ατάγματα του αφέντη του. Ο δεσπότης είναι ανώτερο λογικό ον. Αυτή είναι η ελαττωματική φύσις του δούλου, η οποία, όμως, αναβαθμίζεται με τη συμμετοχή του στις πράξεις του δεσπότη του.

Ο Αριστοτέλης, αναφερόμενος στη φυσική τάξη των πραγμάτων, υποστηρίζει πως η φύση με ένα αρμονικό τρόπο έχει πλάσει το σώμα του κάθε ανθρώπου. Ο δούλος έχει ένα δυνατό σώμα, αφού το απαι­τούν οι εργασίες του οίκου, ενώ ο ελεύθερος άνθρωπος έχει ένα σώμα άχρηστο για τέτοιου είδους εργασίες. Επομένως, το σώμα του κάθε αν­θρώπου εξυπηρετεί τους σκοπούς της φύσης για τους οποίους τον έχει δημιουργήσει. Γι' αυτό, είναι δίκαιο και επωφελές ο καθένας να ασκεί την εργασία του, με βάση το σώμα με το οποίο έχει προικιστεί.

Έτσι, βγαίνει εύλογα το συμπέρασμα πως ο Αριστοτέλης θεωρεί άδικο και μη ηθικό να βρίσκεται σε κατάσταση δουλείας ο πνευματικά ισχυρός, αυτός που η φύση τον έχει προορίσει να διαθέτει ισχυρόν βου­λευτικόν.[13]

Επαναλαμβάνει την άποψή του ο Αριστοτέλης πως:

«και είναι δίκαιο, αλλά και πρέπει, άλλος να υπακούει και άλ­λος να ασκεί την εξουσία, για την οποία γεννήθηκε, άρα και την εξουσία του κυρίου. Αλλά η κακή χρήση της εξουσία βλάπτει και τους δύο».

Η δουλεία και η εξουσία εκφράζουν γνήσια δεδομένα της φύσης. Δεν είναι κοινωνικοί θεσμοί που προήλθαν από έναν ανώτατο ηγέτη. Απλά η φύση έχει ιεραρχήσει τα ανθρώπινα όντα και αυτή η ιεραρχία είναι προς όφελος όλων. Άλλοι έχουν χρέος να διοικήσουν σωστά την πόλη-κράτος, ενώ άλλοι να φέρουν εις πέρας τις χειρωνακτικές εργα­σίες.

Μέσα από το γνωμικό αυτό του Αριστοτέλη φαίνεται ξεκάθαρα πως ο δεσπότης είναι εκείνος που πρέπει να διοικεί σωστά. Οφείλει ο δεσπότης να εξουσιάζει με τρόπο σωστό. Ένας άσχημος τρόπος διαχεί­ρισης της εξουσίας δεν κατευθύνεται προς όφελος του όλου.

V. Εξουσία του αφέντη

Ο Αριστοτέλης θεωρεί πως η εξουσία του κυρίου είναι διαφορετική απέναντι στον δούλο σε σχέση με την πολιτική. Συγκεκριμένα, θεωρεί πως η πολιτική είναι μια διάδραση ανάμεσα σε ελεύθερους και ίσους πολίτες. Η πολιτική ως δραστηριότητα δομείται γύρω από αυτές τις δύο έννοιες, ενώ η διοίκηση εντός του οίκου είναι μια μοναρχία.

Ο Αριστοτέλης πιστεύει ακόμη πως η ελευθερία και η ισότητα πρέ­πει να διαρρυθμίζουν την κοινωνική συνοχή. Ελεύθεροι και ίσοι πολί­τες πρέπει να συζητούν δημόσια τα της πόλεως. Στη διοίκηση του οίκου η εξουσία πρέπει να ανάγεται στη μοναρχία.

Θεωρεί, επίσης, πως ο αφέντης πρέπει να είναι κάτοχος γνώσης. Αλλά αυτή η γνώση περιορίζεται αποκλειστικά στο πώς θα διατάζει τους δούλους και πώς θα τους χρησιμοποιεί. Ο ελεύθερος άνδρας είναι κυρίαρχος και όλοι μέσα στον οίκο του πρέπει να τον υπακούν.

Η συντήρηση του οίκου θεωρείται η εξασφάλιση του ζην. Ο οίκος είναι ένα όλον που δομείται από την εξουσιαστική, συζυγική και πα­τρική εξουσία. Ο άνδρας, ο οποίος έχει φθάσει στην ηθική του τελεί­ωση (αυτάρκης αρχηγός οίκου), πρέπει να γνωρίζει πως ο οίκος του πρέπει διατηρηθεί. Έτσι, επιλέγει έναν επιστάτη, ο οποίος θα διατάζει τους δούλους. Στην ουσία, μιλάμε για έναν μονάρχη εντός του οίκου, ο οποίος μεταβιβάζει την εξουσία του να διατάζει τους δούλους σε έναν τρίτο. Ο λόγος είναι προφανής. Ο δεσπότης πρέπει να διαθέτει ελεύθε­ρο χρόνο ώστε να ασχοληθεί με την πολιτική και τη φιλοσοφία. Άρα, ο επιστάτης (που παίρνει την εξουσία του όταν απουσιάζει ο δεσπό­της) είναι υπεύθυνος για το ζην των ανθρώπων, ενώ ο δεσπότης με τις πνευματικές ενασχολήσεις του (πολιτική, φιλοσοφία) θα επιδιώξει την ευδαιμονία, το ευ ζην, που είναι ένας στόχος που υπερβαίνει τη διοίκη­ση και την εξασφάλιση της αυτάρκειας του οίκου.

Άρα, η ζωή του είλωτα είναι συνυφασμένη με περιορισμένες ερ­γασίες (γεωργικά και κτηνοτροφικά έργα), που βοηθούν τα άλλα μέλη του οίκου να ζήσουν. Η δραστηριότητά τους αυτή δίνει τη δυνατότητα στον αρχηγό του οίκου να συμμετάσχει στις πραγματικές ανθρώπινες λειτουργίες στο πλαίσιο της πόλης.

VI. Ο φύσει δούλος[14] διαθέτει ηθικές αξίες;

Ο Αριστοτέλης αφού έβαλε τις βάσεις για την οντολογική θεώρηση και χρησιμότητα του δούλου, προχωράει στην ηθική του αξιολόγηση. Υπάρχουν αξίες σε ένα δούλο, σε έναν άνθρωπο που αποτελεί έμψυχο αντικείμενο ιδιοκτησίας και ασχολείται με τα του οίκου; Για να απα­ντήσει βάζει ένα ερώτημα:

«Για τους δούλους, θα μπορούσε κάποιος να απορήσει αν έχουν άλλη, σημαντικότερη αρετή του οργάνου και του υπη­ρέτη, όπως για παράδειγμα σωφροσύνη και ανδρεία και δικαι­οσύνη και άλλες παρόμοιες, ή δεν υπάρχει καμία άλλη εκτός από τη σωματική εργασία (η απορία γεννιέται αναφορικά και με τις δύο εκδοχές. Αν ναι, τότε σε τι διαφέρουν οι δούλοι από τους ελεύθερους; Αν όχι, αυτό θα ήταν άτοπο, αφού και άν­θρωποι είναι και λογικό διαθέτουν)».[15]

Ο Σταγειρίτης φιλόσοφος διερωτάται εάν ο δούλος χαρακτηρίζεται από αρετές[16], όπως η σωφροσύνη, η ανδρεία και η δικαιοσύνη. Είναι αρετές που μπορεί να τις αποκτήσει ο εξουσιάζων; Οι δούλοι μπορούν να τις αποκτήσουν;

Αυτό είναι ένα ερώτημα. Γιατί εάν ο φιλόσοφος απαντήσει πως οι δούλοι είναι σε θέση να αποκτούν τέτοιου είδους αρετές, θα πρέπει να εξηγήσει ποια είναι η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα σε δούλο και εξουσιάζοντα. Αφού μας παρείχε την οντολογική ταυτότητα του κάθε μέλους του οίκου, είναι σκόπιμο να αναφερθεί στην ηθική ταυτότητα του κα- θενός, σε περίπτωση που υπάρξει αποδοχή της άποψης πως ο δούλος διαθέτει ηθικά στοιχεία που τον διαφοροποιούν από τα υπόλοιπα ζώα.

Ο Αριστοτέλης απαντάει καταφατικά. Ο δούλος έχει ενσωματωμέ­νες ηθικές αξίες. Στην τελευταία πρόταση, ουσιαστικά, θεωρεί πως οι δούλοι είναι ανθρώπινα πλάσματα και διαθέτουν λογικό[17] (ελάχιστο). Εάν δε διέθεταν λογική, δε θα μπορούσαν να υπακούσουν στις διατα­γές του αρχηγού τους. Άρα, είναι άτοπη η συζήτηση που παρουσιάζει τον δούλο να μη διαθέτει ηθικές αξίες.

Και ο εξουσιάζων και ο δούλος διαθέτουν αρετές, αλλά οι αρετές τούτες διαφέρουν, όπως διαφέρουν τα είδη που από τη φύση είναι προ­ορισμένα να εξουσιάζουν.

Από την αρχή στα Πολίτικά ο Αριστοτέλης διέκρινε πως η φύση έχει ιεραρχήσει τα ανθρώπινα πλάσματα. Η ιεράρχηση είναι αναπό­φευκτη και είναι προς το κοινό τους συμφέρον. Το ίδιο συμβαίνει στην ψυχή του κάθε ανθρώπου. Η ψυχή έχει δύο μέρη[18], το ένα προστάζει (έλλογο) και το άλλο εξουσιάζεται (άλογο μέρος). Το εξουσιαζόμενο μέρος πρέπει να υπακούει στο εξουσιάζον μέρος της ψυχής. Έτσι, η ψυχή χαρακτηρίζεται από ισορροπία.

Ο Αριστοτέλης βάζει εν συνεχεία το κριτήριο της αρετής της θέλη­σης και αξιολογεί τα μέλη του οίκου. Είναι το «βουλευτικόν». Ο δούλος στερείται παντελώς την αρετή αυτή, η γυναίκα την έχει σε ένα ατελή βαθμό και το παιδί είναι ένας δυνάμει φορέας της.

Ο φιλόσοφος αναφέρει παρακάτω:

«Ομοίως, το ίδιο πρέπει να δεχθούμε και για τις ηθικές αρε­τές[19], ότι δηλαδή τις διαθέτουν όλοι, όχι όμως με τον ίδιο τρόπο, αλλά όσο χρειάζεται για καθενός τον προορισμό».[20]

Ο φύσει δούλος, επομένως, είναι φορέας ηθικών αρετών στον βαθ­μό που μπορεί ο ίδιος να εκπληρώνει με ικανοποιητικό τρόπο το έργο που του έχει αναθέσει ο αρχηγός του οίκου. Δηλαδή, οι ηθικές αρετές που διαθέτει (δοσμένες από τη φύση) αποσκοπούν στην εκπλήρωση του έργου.

Ο υπηρέτης δεν μπορεί να γίνει κάτοχος άλλων ηθικών αρετών πέραν της εγκράτειας και της ανδρείας. Συγκεκριμένα, θεωρεί πως η ακολασία και η δειλία είναι δύο βασικές αιτίες που μπορούν να απομα­κρύνουν τον υπηρέτη από το τέλος του έργου του. Έτσι, ένας υπηρέτης πρέπει να είναι εξοπλισμένος με ανδρεία και να μπορεί να αυτοπειθαρχείται.

VII. Επίλογος

Ο Αριστοτέλης μέσα από τη θέση που εκφράζει για τη δουλεία στα Πολίτικά έρχεται να αντιπαλέψει τη σοφιστική αντίληψη που υποστη­ρίζει πως η ανισότητα ανάμεσα στον δούλο και στον ελεύθερο βασίζε­ται στον νόμο. Παράλληλα, προσπαθεί να δικαιολογήσει την ιστορική πραγματικότητα έτσι όπως αντανακλάται μπροστά του.

Ο Αριστοτέλης, όμως, θεωρεί πως η δουλεία είναι ένα φαινόμενο που ανάγεται στην ικανότητα της φύσης να καθορίζει και να διακρί­νει τα ανθρώπινα πλάσματα. Η φύση έχει δημιουργήσει μια ιεραρχία ορθολογικά δομημένη και αναγκαία. Ο δούλος εκλαμβάνεται ως ένας αναγκαίος όρος αναπαραγωγής της ίδιας της πολιτικής σχέσης.

Ο δούλος ανήκει στο πεδίο της παραγωγής. Ο κύριος ή αλλιώς ο δεσπότης δεν παράγει, αλλά πράττει. Ο κύριος ανήκει στο πεδίο της ελευθερίας, δηλαδή τον ενδιαφέρει η άσκηση της πολιτικής και της φι­λοσοφίας. Και οι δύο αυτές δραστηριότητες είναι τα μέσα για την εξα­σφάλιση της προσωπικής και συλλογικής ευδαιμονίας, μιας έννοιας που απασχόλησε την ηθική φιλοσοφία της αρχαιότητας.

Ο δούλος ανήκει στον ιδιωτικό βίο του οίκου και διαθέτει αρετές. Ο δούλος δεν στερείται εντελώς λογικών δυνάμεων, απλά αυτές είναι ασθενικές. Ο δούλος μπορεί μόνο να φέρει εις πέρας τις διαταγές του κυρίου του. Δε μπορεί να παίρνει, όμως, πρωτοβουλίες και να προγραμ­ματίζει μακροπρόθεσμα το μέλλον του. Το μέλλον του επαφίεται στον κύριο του, καθόσον αυτός έχει την ικανότητα να διοικεί, να εξουσιάζει και να προνοεί.

Ο κύριος επωμίζεται το καθήκον να νουθετεί τους δούλους (επειδή αυτοί δεν έχουν το βουλευτικόν) και δεν σκιαγραφείται ως τύραννος που δίνει διαταγές ακατάπαυστα στους δούλους, περιφρονώντας τους. Η διδασκαλία του δούλου από τον κύριό του είναι δείγμα της αναγνώ­ρισης του φιλοσόφου πως ο δούλος διαθέτει αξιοπρέπεια.

Ακόμη, ο Αριστοτέλης θεωρώντας τους δούλους ανθρώπινα πλά­σματα διατείνεται πως είναι ικανοί να αναπτύξουν την αρετή, αλλά αυτή η αρετή θα πρέπει να είναι τόση ώστε να τους απομακρύνει από την ακολασία και την ανανδρία.

Συγκεκριμένα, ο Σταγειρίτης φιλόσοφος πιστεύει πως ο κύριος οφείλει να διδάσκει στους δούλους την συνήθεια να αυτοπειθαρχούνται και να είναι πρόθυμοι να εκτελούν τις διαταγές του.

Ο δούλος δεν είναι ένα θεωρητικό κατασκεύασμα του Αριστοτέ­λη, αλλά μια φυσική πραγματικότητα. Ο θεωρητικός στοχασμός πάνω στη διάκριση ελεύθερου-δούλου, αλλά και στο καθήκον του δούλου ως μέλος του οίκου, χαρακτηρίζονται από τελολογική νομοτέλεια.[21] Είναι μια δίκαιη ανισότητα. Η ανισότητα κατάγεται από τα οντολογικά κρι­τήρια της φύσης, που διαμορφώνουν κοινωνικές, ηθικές και πολιτικές προεκτάσεις.
----------------------
[1] M. M Austin και P. Vidal-Naquet, Οικονομία και Κοινωνία στην Αρχαία Ελλάδα, μετάφραση Τ. Κουκολιός (Αθήνα: Δαίδαλος-Ι. Ζαχαρόπουλος, 1998).


[2] Π. Κουφοπούλου, «Η κατ' Αριστοτέλη Πολιτική Ισότητα και Δικαιοσύνη και τα Προβλήματα της Σύγχρονης Κοινωνίας». Στο Πρακτικά Γ' Διεθνούς Συνεδρίου Αριστοτελικής Φιλοσοφίας (Αθήνα: Εταιρεία Αριστοτελικών Μελετών Το Λύκειον, 2000), 347.

[3] J. Coleman, Ιστορία της Πολιτικής Σκέψης, μετάφραση Γ. Χρηστίδης (Αθήνα: Κριτική, 2004), 384-386.

[4] Αριστοτέλης, Πολιτικά, Βιβλίο Α (Αθήνα: Κάκτος, 1993), 51.

[5] Αύγουστος Μπαγιονάς, Ελευθερία και Δονλεία στον Αριστοτέλη (Θεσσαλονίκη: Ζήτρος, 2003), 52.

[6] Coleman, 390-391.

[7] Αριστοτέλης, Πολιτικά, 59-61.

[8] Αυτόθι, 61.

[9] Αυτόθι

[10] Αυτόθι

[11] Coleman, 387-400.

[12] Αριστοτέλης, Πολιτικά, 65.

[13] Ισχυρόν βουλευτικόν είναι η ικανότητα σχηματισμού έλλογων κρίσεων (διάνοια) και είναι το έλλογο μέρος της ψυχής.

[14] Δημήτριος Παπαδής, «Το Πρόβλημα του Φύσει Δούλου στα Πολιτικά του Αριστοτέλη», Δευκαλίων 19, no. 2 (2001): 173-202, 175.

[15] Αριστοτέλης, Πολιτικά, 97.

[16] O Αριστοτέλης στα Ηθικά Νικομάχεια, αναφέρει: «Διττής δή της αρετής ουσης, της μέν διανοητικής της δέ ηθικής, ή μέν διανοητική το πλεΐον εκ διδασκαλίας εχει καί τήν γένεσιν καί τήν αυξησιν, διόπερ εμπειρίας δεΐται καί χρόνου, ή δ’ ηθική εξ εθους περιγίνεται, οθεν καί τουνομα εσχηκε μικρον παρεκ- κλΐνον απο τού εθους. εξ ού καί δήλον οτι ούδεμία των ηθικών αρετών φύσει ήμΐν εγγίνεται». Οι αρετές στον Αριστοτέλη διακρίνονται σε ηθικές και διανοητικές. Των διανοητικών αρετών το κύριο γνώρισμα είναι ότι το πλεΐον εκ διδασκαλίας εχουσι καί τήν γένεσιν καί τήν αυξησιν (= αναπτύσσονται μέσω της διδασκαλίας που παρέχεται στο άτομο)και επομένως η απόκτησή τους προϋποθέτει εμπειρίαν καί χρόνον. Σε αντίθεση με αυτές οι ηθικές αρετές περιγίνονται εξ εθους (= είναι αποτέλεσμα εθισμού, συ­νήθειας): είναι φανερό ότι στην περίπτωση αυτή το βάρος πέφτει κατά κύριο λόγο στο ίδιο το άτομο που ενδιαφέρεται για την απόκτηση αυτών των αρετών, αφού -σε τελευταία ανάλυση- αυτή εξαρτάται από τη δική του αδιάκοπη άσκηση. Ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά θεωρεί πως ο δούλος πρέπει να έχει τόση αρετή ώστε να μην τον αποσπά από την κατάσταση αυτή ούτε η ακολασία ούτε η δειλία. Γι' αυτό θεωρεί πως είναι απαραίτητο και αναγκαίο, ο κύριος να νουθετεί το δούλο. Ο δούλος χρειάζεται νουθεσία και ο κύριος οφείλει να του την παρέχει. Η νουθεσία έχει τη μορφή διδασκαλίας, Γι' αυτό και θεωρεί λανθα­σμένη την αντίληψη πως ο δούλος πρέπει να καθοδηγείται αποκλειστικά με εντολές.]

[17] Η γυναίκα και το παιδί έχουν δυνάμει βουλευτική ικανότητα. Η τοποθέτηση του δούλου δίπλα στη γυναίκα και το παιδί προοικονομεί την αναγνώριση της ανθρώπινης ιδιότητας του εξουσιαζόμενου.

[18] Στο άλογο μέρος της ψυχής ανήκουν: α) το φυτικόν ή θρεπτικόν, (ικανότητα θρέψης που μπορεί να εμφανιστεί με τρόπο αυτόνομο), β) το αισθητικόν, (η ικανότητα συνείδησης αντικειμένων) γ) το ορε­κτικόν (ικανότητα προσανατολισμού προς τα αντικείμενα). Ο Αριστοτέλης θεωρεί πως παρ' όλο που το ορεκτικόν ανήκει στο άλογο μέρος της ψυχής, εντούτοις μετέχει του Λόγου. Στο έλλογο εντοπίζεται το διανοητικόν, που είναι η ικανότητα εκείνη που ξεχωρίζει ανθρώπους από τα ζώα.

[19] Οι ηθικές αρετές στον Αριστοτέλη συνιστούν ένα αποτέλεσμα συνεργασίας μεταξύ του ορεκτικού μέ­ρους της ψυχής (είναι άλογο και κατευθύνει το άτομο σε επιθυμίες) και του διανοητικού (ικανότητα σχηματισμού έλλογων κρίσεων).

[20] Αριστοτέλης, Πολίτικά, 99.

[21] Ειρήνη Παπά, «Η Θεωρία του Αριστοτέλη για τον Θεσμό της Δουλείας». Στο Αριστοτέλης: Αφιέρωμα στον J. P. Anton (Πενήντα Τρεις Ομόκεντρες Μελέτες), επιμέλεια Δημήτριος Ανδριόπουλος. Θεσσαλο­νίκη, 2003, 365