«Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον» κι «όλοι έχουμε γραμμένο που το λένε πεπρωμένο», λέμε όταν θέλουμε να πετάξουμε κανένα καλό κλισέ. Κι ίσως να είναι ακριβώς έτσι, αν κι εμένα προσωπικά με καθησυχάζει η ιδέα του να μην ισχύει τίποτα από τα παραπάνω. Ασφαλώς υπάρχουν έννοιες όπως η τύχη, η μοίρα, το πεπρωμένο και το γραφτό -όπως λένε κάποιοι- οπότε ναι, αντιλαμβάνομαι ότι όλοι μας έχουμε ν’ αντιμετωπίσουμε κάποια γεγονότα, θετικά ή αρνητικά, που ονομάζοντάς τα ως προτετελεσμένα, τα καταπίνουμε πιο εύκολα. Υπάρχουν όμως κι οι επιλογές, οι ευκαιρίες, η πράξη ή η αδράνεια, η αντίδραση, η απάθεια, τα οποία οδηγούν, ανατρέπουν και καθορίζουν.
Κρατώντας λοιπόν το δεύτερο, η λέξη «πεπρωμένο» κι ο έρωτας δεν πάνε μαζί, δεν ταιριάζουν με τίποτα κι είναι εκ φύσεως δύο άκρως αντίθετες έννοιες. Γιατί έρωτας σημαίνει πάθος, όμορφη τρέλα, διεκδίκηση, επιθυμία, θέλω, υπερίσχυση του συναισθήματος, βεβιασμένες κινήσεις, ανωριμότητα, υστερία, αγωνία, επιλογή. Εμπεριέχει ακόμα, έννοιες όπως ο αυθορμητισμός κι ο παρορμητισμός, ενώ συνδέεται με λάθη, πράξεις, δράση-αντίδραση, αλλαγές -όχι πάντα υπέρ μας βέβαια-κι απουσία στασιμότητας. Επίσης ο έρωτας μάς ωθεί στα όριά μας, σπρώχνοντάς μας είτε στη θέσπισή τους είτε στο να τα ξεπεράσουμε, μάς ξεβολεύει από κάθε ζώνη ασφαλείας και μάς οδηγεί να μάθουμε πτυχές μας- εκείνες που ούτε εμείς οι ίδιοι γνωρίζαμε. Είναι επίσης αυτός που μάς δίνει κίνητρο, αισιοδοξία, ελπίδα. Είναι ο ίδιος που μας τα στερεί. Μάς μαθαίνει ακόμα να δίνουμε ό,τι καλύτερο έχουμε κι εγωιστικά να το περιμένουμε πίσω. Είναι μια φλούδα ζωής λίγο πριν τον πυρήνα του φρούτου.
Αντίθετα, η λέξη πεπρωμένο κρύβει μέσα της μοιρολατρία, απουσία ευθυνών, παθητικότητα κι απραξία. Αποδεχόμενοι την ύπαρξή της στον έρωτα, κι όσων αυτή συνεπάγεται, αυτόματα χάνουμε μεγάλο μέρος της υπόστασης και φύσης του, αφού πάνω απ’ όλα, η αποδοχή της σημαίνει ότι σύμβουλός μας είναι ο φόβος. Ο φόβος της απόρριψης, της έκθεσης, της δημιουργίας τυχόν νέων τραυμάτων, της ανακάλυψης νέων πτυχών κι ορίων, της ανάληψης ευθυνών, της αντιμετώπισης του εαυτού μας και της πραγματικότητας στα ίσα. Κι είναι τελικά αυτά τα ίδια που μάς οδηγούν «αναγκαστικά» στη λατρεία του «ήταν για να γίνει» στον έρωτα.
Και λέω αναγκαστικά, γιατί κάπως πρέπει να καθησυχάσουμε τον εγωισμό μας, τις ανασφάλειες και τις αδυναμίες μας, ότι εμείς κάνουμε ό,τι είναι δυνατό για τον έρωτα, αλλά μάλλον δεν ήταν γραφτό μας. Κάπως πρέπει να κατευνάσουμε την οργή των απωθημένων μας και τις κραυγές του έρωτα για τον οποίο δεν παλέψαμε αρκετά. Κάπως πρέπει να βολέψουμε τις φοβίες μας ώστε να μη φανούμε αδύναμοι για όσα δεν κυνηγήσαμε όσο πραγματικά θέλαμε.
Ενδόμυχα βέβαια γνωρίζουμε τη σκληρή αλήθεια όλων των παραπάνω, αλλά δεν τολμάμε να την παραδεχτούμε, για ευνόητους λόγους. Μάς αρκεί ν’ αγνοούμε την ανθρώπινη πλευρά μας, η οποία ασφαλώς και φοβάται, φορτώνοντας τις αποτυχίες του έρωτα στην τύχη, αντί ν’ αναλάβουμε τις δικές μας ευθύνες και να πάρουμε τις ανάλογες αποφάσεις που θα μεταφραστούν σε πράξεις. Είναι περισσότερο βολικό να φορτώσουμε λάθη και τυχόν αστοχίες μας στο πεπρωμένο, παρά να σηκώσουμε εμείς το βάρος τους. Με λίγα λόγια λοιπόν, το πεπρωμένο είναι φόβος. Είναι ο φόβος. Κι ας πούμε και μια αλήθεια. Ο φόβος κι ο έρωτας ποτέ δεν κράτησαν παρτίδες για πολύ.
Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2021
Η εξουθένωση των γονέων μπορεί να έχει επικίνδυνες επιπτώσεις και στα παιδιά
Όταν το καθημερινό άγχος των γονέων μετατρέπεται σε εξουθένωση οι γονείς αρχίζουν να αισθάνονται αποξενωμένοι από τα παιδιά τους και αβέβαιοι για τις ικανότητές τους ως γονείς, αποκαλύπτουν νέα ερευνητικά δεδομένα τα οποία επικαλείται η Science Daily.
Τα αποτελέσματα των σχετικών μελετών που δημοσιεύτηκαν στην επιστημονική επιθεώρηση «Clinical Psychological Science» ανέδειξαν ότι αυτή η μορφή της υπερκόπωσης μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις για τους γονείς και τα παιδιά και αυξάνει την γονική αμέλεια, τα τραύματα και τις σκέψεις φυγής.
Η Μόιρα Μικολάγιακ, ερευνήτρια από το Καθολικό Πανεπιστήμιο της Λουβαίν εξηγεί ότι στο παρόν πολιτισμικό πλαίσιο ασκείται τεράστια πίεση στους γονείς.
ΤΟ ΝΑ ΕΙΣΑΙ Ο ΤΕΛΕΙΟΣ ΓΟΝΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΔΥΝΑΤΟ ΚΑΙ ΤΟ ΝΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΕ ΟΔΗΓΗΣΕΙ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΘΕΝΩΣΗ.
“Οτιδήποτε βοηθά τους γονείς να αποφορτίσουν τις μπαταρίες τους και να αποφύγουν την υπερκόπωση είναι καλό για τα παιδιά”, δηλώνει η ίδια.
Οι ερευνητές διεξήγαγαν δύο μελέτες για τις επιπτώσεις της γονικής εξουθένωσης.
Στην πρώτη έρευνα συμμετείχαν κυρίως γαλλόφωνοι γονείς από το Βέλγιο οι οποίοι συμπλήρωσαν ηλεκτρονικά ερωτηματολόγια που αποτελούνταν από 22 ερωτήσεις σχετικά με τη συναισθηματική εξουθένωση, την αποξένωση και τα συναισθήματα ανεπάρκειας των γονέων, 17 ερωτήσεις για την παραμέληση της εκπαίδευσης και των συναισθηματικών αναγκών των παιδιών τους και 15 ερωτήσεις σχετικά με την τάση τους να εμπλέκονται σε περιστατικά λεκτικής, σωματικής ή συναισθηματικής βίας. Σε αυτή τη μελέτη έλαβαν μέρος 2.068 γονείς.
Διαπιστώθηκε στενή συσχέτιση μεταξύ της γονικής εξουθένωσης με τη γονική βία, τη γονική αμέλεια και τον ιδεασμό φυγής. Τα αποτελέσματα, μάλιστα, διατηρήθηκαν ακόμα και όταν οι ερευνητές έλαβαν υπόψη την πιθανότητα οι γονείς να απαντούν με βάση το τι είναι κοινωνικά επιθυμητό.
Η δεύτερη έρευνα, που συμπεριέλαβε κατά κύριο λόγο αγγλόφωνους γονείς από τη Βρετανία, είχε παρόμοια αποτελέσματα.
Η Μικολάγιακ καταλήγει ότι υπάρχει μια ειρωνεία σε αυτά τα ευρήματα και εξηγεί: «Όταν θες πάρα πολύ να κάνεις το καλύτερο οδηγείσαι στο να κάνεις το χειρότερο. Η πίεση των γονιών να είναι τέλειοι τους οδηγεί στην εξουθένωση με καταστροφικές συνέπειες για τους ίδιους και τα παιδιά».
Η ερευνήτρια προτείνει ότι οι υπηρεσίες υγείας οφείλουν να ενθαρρύνουν τους γονείς να φροντίζουν και οι ίδιοι τους εαυτούς τους καθώς αυτό θα κάνει καλό όχι μόνο στους ίδιους αλλά και στα παιδιά τους και τονίζει ότι αυτές είναι υπεύθυνες να προσφέρουν ενημέρωση, ώστε η γονική εξουθένωση να πάψει να αποτελεί θέμα ταμπού και να έχουν οι γονείς την ευχέρεια να ζητήσουν τη βοήθεια που συχνά χρειάζονται.
Τα αποτελέσματα των σχετικών μελετών που δημοσιεύτηκαν στην επιστημονική επιθεώρηση «Clinical Psychological Science» ανέδειξαν ότι αυτή η μορφή της υπερκόπωσης μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις για τους γονείς και τα παιδιά και αυξάνει την γονική αμέλεια, τα τραύματα και τις σκέψεις φυγής.
Η Μόιρα Μικολάγιακ, ερευνήτρια από το Καθολικό Πανεπιστήμιο της Λουβαίν εξηγεί ότι στο παρόν πολιτισμικό πλαίσιο ασκείται τεράστια πίεση στους γονείς.
ΤΟ ΝΑ ΕΙΣΑΙ Ο ΤΕΛΕΙΟΣ ΓΟΝΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΔΥΝΑΤΟ ΚΑΙ ΤΟ ΝΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΕ ΟΔΗΓΗΣΕΙ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΘΕΝΩΣΗ.
“Οτιδήποτε βοηθά τους γονείς να αποφορτίσουν τις μπαταρίες τους και να αποφύγουν την υπερκόπωση είναι καλό για τα παιδιά”, δηλώνει η ίδια.
Οι ερευνητές διεξήγαγαν δύο μελέτες για τις επιπτώσεις της γονικής εξουθένωσης.
Στην πρώτη έρευνα συμμετείχαν κυρίως γαλλόφωνοι γονείς από το Βέλγιο οι οποίοι συμπλήρωσαν ηλεκτρονικά ερωτηματολόγια που αποτελούνταν από 22 ερωτήσεις σχετικά με τη συναισθηματική εξουθένωση, την αποξένωση και τα συναισθήματα ανεπάρκειας των γονέων, 17 ερωτήσεις για την παραμέληση της εκπαίδευσης και των συναισθηματικών αναγκών των παιδιών τους και 15 ερωτήσεις σχετικά με την τάση τους να εμπλέκονται σε περιστατικά λεκτικής, σωματικής ή συναισθηματικής βίας. Σε αυτή τη μελέτη έλαβαν μέρος 2.068 γονείς.
Διαπιστώθηκε στενή συσχέτιση μεταξύ της γονικής εξουθένωσης με τη γονική βία, τη γονική αμέλεια και τον ιδεασμό φυγής. Τα αποτελέσματα, μάλιστα, διατηρήθηκαν ακόμα και όταν οι ερευνητές έλαβαν υπόψη την πιθανότητα οι γονείς να απαντούν με βάση το τι είναι κοινωνικά επιθυμητό.
Η δεύτερη έρευνα, που συμπεριέλαβε κατά κύριο λόγο αγγλόφωνους γονείς από τη Βρετανία, είχε παρόμοια αποτελέσματα.
Η Μικολάγιακ καταλήγει ότι υπάρχει μια ειρωνεία σε αυτά τα ευρήματα και εξηγεί: «Όταν θες πάρα πολύ να κάνεις το καλύτερο οδηγείσαι στο να κάνεις το χειρότερο. Η πίεση των γονιών να είναι τέλειοι τους οδηγεί στην εξουθένωση με καταστροφικές συνέπειες για τους ίδιους και τα παιδιά».
Η ερευνήτρια προτείνει ότι οι υπηρεσίες υγείας οφείλουν να ενθαρρύνουν τους γονείς να φροντίζουν και οι ίδιοι τους εαυτούς τους καθώς αυτό θα κάνει καλό όχι μόνο στους ίδιους αλλά και στα παιδιά τους και τονίζει ότι αυτές είναι υπεύθυνες να προσφέρουν ενημέρωση, ώστε η γονική εξουθένωση να πάψει να αποτελεί θέμα ταμπού και να έχουν οι γονείς την ευχέρεια να ζητήσουν τη βοήθεια που συχνά χρειάζονται.
Η αγάπη μετουσιώνει τα πάντα
Tο συναίσθημα της αγάπης είναι ένα συναίσθημα μεταμορφωτικό, καθώς μπορεί να προσλάβει όλα τα στοιχεία και τις εμπειρίες που κρύβουμε μέσα στην καρδιά μας και να τα μετουσιώσει στην πιο δυνατή μορφή Αναγέννησης.
Η έννοια της μετουσίωσης
Αρχικά, είναι καλό να αναφερθούμε στην έννοια της μετουσίωσης. Η μετουσίωση σχετίζεται με το να μπορεί ένας άνθρωπος μία δύσκολη ή τυχόν τραυματική εμπειρία που έχει βιώσει να την διαμορφώσει προς το καλύτερο, προς κάτι το οποίο είναι περισσότερο λειτουργικό για εκείνον.
Ο κάθε άνθρωπος, όντας πλασμένος με αγάπη αναζητά με κάποιο τρόπο να αισθανθεί άνευ όρων αποδοχή. Ας εξετάσουμε το πώς μπορούν δύο άνθρωποι μαζί να αναγεννηθούν και συμπορευόμενοι να γίνουν ο ένας μοχλός εξέλιξης και αναγέννησης τόσο για τον ίδιο του τον εαυτό όσο και για τον άνθρωπο που αγαπά.
Πρώτα απ’ όλα, σημαντικό στοιχείο στην πορεία της μετουσίωσης των εμπειριών μας είναι ο κάθε άνθρωπος να παρουσιάζει συναισθηματική ωριμότητα, πράγμα που σημαίνει ότι χρειάζεται να έχει ενσκήψει στην αυτογνωσία και στην μελέτη της προσωπικότητάς του.
Είναι εποικοδομητικό να γνωρίζει το ποιός ή ποιά πραγματικά είναι και να μην εξαρτά την προσωπική του ευτυχία και αυτοπραγμάτωση από την αποδοχή των άλλων.
Οι όροι αξίας
Επιπρόσθετα, είναι γνωστό ότι ο καθένας, ιδιαίτερα τα παιδιά, χτίζουν μία υγιή προσωπικότητα με αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση όταν έχουν λάβει από την οικογένειά τους αγάπη , σεβασμό και άνευ όρων αποδοχή .Αρκετές φορές όμως συναντάται στις οικογένειες να υπάρχουν όροι αξίας, πράγμα που σημαίνει ότι ένα παιδί για να γίνει αποδεκτό από τους γονείς του και να λάβει αγάπη ,σεβασμό και αποδοχή χρειάζεται να πορεύεται με βάση τους δικούς τους κανόνες και αξίες και να απεμπολήσει τις προσωπικές επιθυμίες και αξίες.
Αυτό συνεπάγεται ότι το παιδί αναγκάζεται να βάλει στην άκρη τα προσωπικά του όνειρα, του στόχους και τα χαρίσματά του και ουσιαστικά να ζήσει μία ζωή, σύμφωνα με τους κανόνες που του ορίζουν και του επιβάλλουν οι άλλοι, ακόμα και αν αυτοί είναι οι σημαντικοί άλλοι, οι ίδιοι του οι γονείς. Ορισμένοι άνθρωποι, όταν δεν έχουν επεξεργαστεί λειτουργικά τα στοιχεία του χαρακτήρα τους και δεν έχουν αποδεχθεί άνευ όρων τον εαυτό τους, όταν αναλαμβάνουν τον γονεϊκό ρόλο τείνουν να προβάλλουν ανεκπλήρωτα όνειρα και προσωπικές τους επιθυμίες στα παιδιά τους, τα οποία εν πολλοίς θεωρούν εσφαλμένα ως προέκταση του εαυτού τους και όχι ως αυτόνομες προσωπικότητες .
Ενώ λοιπόν διατείνονται ότι νοιάζονται πραγματικά για τα παιδιά τους και επιθυμούν το καλύτερο για εκείνα στην πραγματικότητα το μόνο που πράττουν, έστω και ασυνείδητα, είναι να επιθυμούν να καλύψουν δικά τους προσωπικά κενά, ανασφάλειες και δυσλειτουργικές καταστάσεις, τις οποίες δεν έχουν φέρει σε επίγνωση και δεν έχουν επεξεργαστεί επιτυχώς.
Αγάπη και αυτογνωσία
Όταν λοιπόν ένας άνθρωπος αρχίζει να βιώνει το συναίσθημα της αγάπης τότε έχει την μοναδική ευκαιρία να γνωρίσει πτυχές της προσωπικότητάς του, που υπάρχει περίπτωση μέχρι τότε να μην είχε ανακαλύψει καν ότι υπάρχουν μέσα στην ψυχή του. Η /ο σύντροφος που πορεύεσαι μαζί του μπορεί να σε βοηθήσει στην προσωπική σου εξέλιξη και να λειτουργήσει θεραπευτικά σε τυχόν τραυματικές εμπειρίες που έχεις βιώσει στη ζωή σου .
Η αγάπη μπορεί να μετουσιώσει καθετί ακόμη και τραυματικό σε πηγή δύναμης και χαράς ,μπορεί να απαλύνει κάθε τραύμα και κενό και ως άλλο νέκταρ να ρίξει νέκταρ και βάλσαμο ψυχής σε κάθε αμυχή που φέρει ο καθένας στην καρδιά του .
Περαιτέρω, λόγω της ψυχοσωματικής εγγύτητας που παρουσιάζoυν οι συντροφικές σχέσεις ο κάθε σύντροφος είναι πολύ όμορφο και ψυχικά ενδυναμωτικό να αισθάνεται ότι στο πρόσωπο του ανθρώπου που αγαπά βρίσκει κατανόηση, σεβασμό, εκτίμηση καθώς επίσης και άνευ όρων αποδοχή. Είναι πολύ σημαντικό να νιώθει ότι η /ο σύντροφός του τον αποδέχεται άνευ όρων , έτσι όπως πραγματικά είναι και για αυτό που είναι. Έτσι εκλείπουν οι προσποιήσεις και οικοδομείται αυθεντικότητα και γνησιότητα στην έκφραση του εαυτού και των συναισθημάτων στη σχέση .
Ακόμη, καθένας μπορεί να εκδηλώσει απερίφραστα και άφοβα τον εαυτό του ακόμη και πτυχές της προσωπικότητάς του, που τον κάνουν να αισθάνεται ευάλωτος .
Συμπερασματικά, η αγάπη είναι ευλογία, πηγή δύναμης, εξέλιξης και ζωής .Είναι ένα πολύτιμο δώρο Θεού, που όμως για να βιωθεί με τρόπο που θα χαρίσει την ευτυχία και την εξέλιξη και στους δύο συντρόφους χρειάζεται η συνειδητοποίηση εκ μέρους τους ότι είναι απαραίτητη η μεταξύ τους συνεργασία και καλή επικοινωνία.
Το ζευγάρι αποτελεί μια δυναμική και συνεχώς προδεύουσα θεραπευτική και συντροφική συμμαχία. Κατ΄αυτόν τον τρόπο το συναίσθημα αυτό συνεχίζει να τροφοδοτείται και να αυξάνει μέρα με την ημέρα, στιγμή με τη στιγμή και λεπτό με το λεπτό.
Η αγάπη είναι ρέουσα, είναι πάντοτε εξελισσόμενη. Δεν είναι στατική αλλά ακολουθεί μια εξελικτική πορεία, η οποία έχει αρχή αλλά όχι τέλος.
Η αγάπη έχει αρχή αλλά δεν έχει ποτέ τέλος. Δεν υπάρχουν χρονικοί περιορισμοί στην αγάπη. Διαρκώς αυξάνει και ενδυναμώνεται στις καρδιές, που τολμούν να της παραδοθούν , να της ανοιχτούν και να αφεθούν στην θεραπευτική της ευλογία.
Η έννοια της μετουσίωσης
Αρχικά, είναι καλό να αναφερθούμε στην έννοια της μετουσίωσης. Η μετουσίωση σχετίζεται με το να μπορεί ένας άνθρωπος μία δύσκολη ή τυχόν τραυματική εμπειρία που έχει βιώσει να την διαμορφώσει προς το καλύτερο, προς κάτι το οποίο είναι περισσότερο λειτουργικό για εκείνον.
Ο κάθε άνθρωπος, όντας πλασμένος με αγάπη αναζητά με κάποιο τρόπο να αισθανθεί άνευ όρων αποδοχή. Ας εξετάσουμε το πώς μπορούν δύο άνθρωποι μαζί να αναγεννηθούν και συμπορευόμενοι να γίνουν ο ένας μοχλός εξέλιξης και αναγέννησης τόσο για τον ίδιο του τον εαυτό όσο και για τον άνθρωπο που αγαπά.
Πρώτα απ’ όλα, σημαντικό στοιχείο στην πορεία της μετουσίωσης των εμπειριών μας είναι ο κάθε άνθρωπος να παρουσιάζει συναισθηματική ωριμότητα, πράγμα που σημαίνει ότι χρειάζεται να έχει ενσκήψει στην αυτογνωσία και στην μελέτη της προσωπικότητάς του.
Είναι εποικοδομητικό να γνωρίζει το ποιός ή ποιά πραγματικά είναι και να μην εξαρτά την προσωπική του ευτυχία και αυτοπραγμάτωση από την αποδοχή των άλλων.
Οι όροι αξίας
Επιπρόσθετα, είναι γνωστό ότι ο καθένας, ιδιαίτερα τα παιδιά, χτίζουν μία υγιή προσωπικότητα με αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση όταν έχουν λάβει από την οικογένειά τους αγάπη , σεβασμό και άνευ όρων αποδοχή .Αρκετές φορές όμως συναντάται στις οικογένειες να υπάρχουν όροι αξίας, πράγμα που σημαίνει ότι ένα παιδί για να γίνει αποδεκτό από τους γονείς του και να λάβει αγάπη ,σεβασμό και αποδοχή χρειάζεται να πορεύεται με βάση τους δικούς τους κανόνες και αξίες και να απεμπολήσει τις προσωπικές επιθυμίες και αξίες.
Αυτό συνεπάγεται ότι το παιδί αναγκάζεται να βάλει στην άκρη τα προσωπικά του όνειρα, του στόχους και τα χαρίσματά του και ουσιαστικά να ζήσει μία ζωή, σύμφωνα με τους κανόνες που του ορίζουν και του επιβάλλουν οι άλλοι, ακόμα και αν αυτοί είναι οι σημαντικοί άλλοι, οι ίδιοι του οι γονείς. Ορισμένοι άνθρωποι, όταν δεν έχουν επεξεργαστεί λειτουργικά τα στοιχεία του χαρακτήρα τους και δεν έχουν αποδεχθεί άνευ όρων τον εαυτό τους, όταν αναλαμβάνουν τον γονεϊκό ρόλο τείνουν να προβάλλουν ανεκπλήρωτα όνειρα και προσωπικές τους επιθυμίες στα παιδιά τους, τα οποία εν πολλοίς θεωρούν εσφαλμένα ως προέκταση του εαυτού τους και όχι ως αυτόνομες προσωπικότητες .
Ενώ λοιπόν διατείνονται ότι νοιάζονται πραγματικά για τα παιδιά τους και επιθυμούν το καλύτερο για εκείνα στην πραγματικότητα το μόνο που πράττουν, έστω και ασυνείδητα, είναι να επιθυμούν να καλύψουν δικά τους προσωπικά κενά, ανασφάλειες και δυσλειτουργικές καταστάσεις, τις οποίες δεν έχουν φέρει σε επίγνωση και δεν έχουν επεξεργαστεί επιτυχώς.
Αγάπη και αυτογνωσία
Όταν λοιπόν ένας άνθρωπος αρχίζει να βιώνει το συναίσθημα της αγάπης τότε έχει την μοναδική ευκαιρία να γνωρίσει πτυχές της προσωπικότητάς του, που υπάρχει περίπτωση μέχρι τότε να μην είχε ανακαλύψει καν ότι υπάρχουν μέσα στην ψυχή του. Η /ο σύντροφος που πορεύεσαι μαζί του μπορεί να σε βοηθήσει στην προσωπική σου εξέλιξη και να λειτουργήσει θεραπευτικά σε τυχόν τραυματικές εμπειρίες που έχεις βιώσει στη ζωή σου .
Η αγάπη μπορεί να μετουσιώσει καθετί ακόμη και τραυματικό σε πηγή δύναμης και χαράς ,μπορεί να απαλύνει κάθε τραύμα και κενό και ως άλλο νέκταρ να ρίξει νέκταρ και βάλσαμο ψυχής σε κάθε αμυχή που φέρει ο καθένας στην καρδιά του .
Περαιτέρω, λόγω της ψυχοσωματικής εγγύτητας που παρουσιάζoυν οι συντροφικές σχέσεις ο κάθε σύντροφος είναι πολύ όμορφο και ψυχικά ενδυναμωτικό να αισθάνεται ότι στο πρόσωπο του ανθρώπου που αγαπά βρίσκει κατανόηση, σεβασμό, εκτίμηση καθώς επίσης και άνευ όρων αποδοχή. Είναι πολύ σημαντικό να νιώθει ότι η /ο σύντροφός του τον αποδέχεται άνευ όρων , έτσι όπως πραγματικά είναι και για αυτό που είναι. Έτσι εκλείπουν οι προσποιήσεις και οικοδομείται αυθεντικότητα και γνησιότητα στην έκφραση του εαυτού και των συναισθημάτων στη σχέση .
Ακόμη, καθένας μπορεί να εκδηλώσει απερίφραστα και άφοβα τον εαυτό του ακόμη και πτυχές της προσωπικότητάς του, που τον κάνουν να αισθάνεται ευάλωτος .
Συμπερασματικά, η αγάπη είναι ευλογία, πηγή δύναμης, εξέλιξης και ζωής .Είναι ένα πολύτιμο δώρο Θεού, που όμως για να βιωθεί με τρόπο που θα χαρίσει την ευτυχία και την εξέλιξη και στους δύο συντρόφους χρειάζεται η συνειδητοποίηση εκ μέρους τους ότι είναι απαραίτητη η μεταξύ τους συνεργασία και καλή επικοινωνία.
Το ζευγάρι αποτελεί μια δυναμική και συνεχώς προδεύουσα θεραπευτική και συντροφική συμμαχία. Κατ΄αυτόν τον τρόπο το συναίσθημα αυτό συνεχίζει να τροφοδοτείται και να αυξάνει μέρα με την ημέρα, στιγμή με τη στιγμή και λεπτό με το λεπτό.
Η αγάπη είναι ρέουσα, είναι πάντοτε εξελισσόμενη. Δεν είναι στατική αλλά ακολουθεί μια εξελικτική πορεία, η οποία έχει αρχή αλλά όχι τέλος.
Η αγάπη έχει αρχή αλλά δεν έχει ποτέ τέλος. Δεν υπάρχουν χρονικοί περιορισμοί στην αγάπη. Διαρκώς αυξάνει και ενδυναμώνεται στις καρδιές, που τολμούν να της παραδοθούν , να της ανοιχτούν και να αφεθούν στην θεραπευτική της ευλογία.
Φόβος ή Ελπίδα;
Η ελπίδα και ο φόβος, τα πιο αποτελεσματικά όπλα στα χέρια της εξουσίας, διεκδικούν σε λίγες ώρες την ψήφο μας. Ένα ύποπτο αγαθό σταλμένο απ’ τους θεούς και ο γιος του θεού του πολέμου.
Ο Δίας φρόντισε να τοποθετήσει την ελπίδα μέσα στο πιθάρι της Πανδώρας, μαζί με όλες τις συμφορές που έπληξαν την ανθρωπότητα, όταν εκείνη το άνοιξε. Φροντίζοντας να μείνει η ελπίδα στο πιθάρι και στη διάθεση των ανθρώπων, ο Δίας μπορεί να τους κυβερνήσει ευκολότερα. Ο Ναπολέων Βοναπάρτης ομολογεί πως «ο ηγέτης είναι έμπορος ελπίδας».
Ο φόβος απ’ την άλλη, γιος του Άρη και της Αφροδίτης, μαζί με τον αδελφό του τον Δείμο (τρόμος) συνοδεύουν πάντα τον πατέρα τους στις μάχες. Ο φιλόσοφος Bertrand Russel διαπιστώνει πως «κανένας άνθρωπος ούτε ομάδα ούτε έθνος δεν μπορεί να ενεργήσει ανθρώπινα ή να σκεφθεί σωστά υπό το κράτος ενός μεγάλου φόβου.»
Τι είναι, λοιπόν, πιο επικίνδυνο; Ο φόβος ή η ελπίδα;
Η ελπίδα
«Το όνειρο που βλέπουμε ξυπνητοί είναι η ελπίδα», είπε ο Αριστοτέλης. «Είναι το χειρότερο κακό», είπε ο Νίτσε, «διότι παρατείνει τα βάσανα των ανθρώπων».
Η ελπίδα είναι άτιμο πράγμα. Εύκολα ρίχνει τον άνθρωπο στην αδράνεια και τον κάνει να πιστεύει σε χίμαιρες και Μεσσίες. Τον αποδυναμώνει, τον κάνει να αισθάνεται μικρός κι εξαρτώμενος από εξωτερικούς παράγοντες ή όπως λέει μία γερμανική παροιμία «Οι δυνατοί έχουν θέληση, οι αδύναμοι έχουν ελπίδα».
Η αρχαία ελληνική τραγωδία ήταν θεραπευτική, επειδή μεταξύ άλλων δεν πρόσφερε ελπίδα. Η κάθαρση ήταν το αποτέλεσμα της ταύτισης του θεατή με τον ήρωα, ο οποίος, όποιες κι αν είναι οι επιλογές του, στο τέλος θα υποστεί τις συνέπειες των πράξεών του. Κάποτε, ούτε καν αυτές. Θα υποστεί μέχρι τέλους τις συνέπειες κάποιας κακής συγκυρίας, μιας τυχαιότητας. Η κάθαρση του θεατή επέρχεται ως αποτέλεσμα του συντονισμού του με τις πραγματικότητες της ζωής. Η ελπίδα δεν έχει ρόλο, ούτε όταν ο Ευριπίδης επινόησε τον από μηχανής θεό.
Σήμερα, χρησιμοποιούμε την έκφραση «από μηχανής θεός» για να δηλώσουμε μία απρόσμενη λύση που εμφανίζεται ξαφνικά και λύνει προβλήματα. Στην τραγωδία, όμως, οι θεοί είναι αυτοί που προκάλεσαν τα προβλήματα εξ’ αρχής και ο Ευριπίδης τους «υποχρεώνει» να τα λύσουν. Επιπλέον, εκείνοι οι θεοί δεν έχουν καμία σχέση με ό, τι σήμερα ονομάζουμε θεότητα. Είναι ανθρώπινοι, κάνουν λάθη, μετανιώνουν, θυμώνουν και αγαπούν. Είναι άνθρωποι που ζουν σε άλλη διάσταση. Αυτό λοιπόν που βιώνει ο θεατής, ακόμα και όταν η λύση του δράματος επιτυγχάνεται με την επέμβαση του θεού, είναι η κάθαρση που προσφέρει η αποκατάσταση της κανονικότητας από εκείνον που τη διατάραξε.
Προσέξτε τι έγινε με την Ιφιγένεια. Η μοίρα της άρχισε να γράφεται πριν ακόμα γεννηθεί. Όταν οι τρεις θεές, η Αφροδίτη, η Άρτεμις και η Αθηνά ζητούν από τον Πάρη, τον πρίγκιπα της Τροίας, να επιλέξει μία από τις τρεις. Εκείνος επιλέγει την Αφροδίτη, που του υποσχέθηκε την ομορφότερη γυναίκα του κόσμου. Έτσι, εκείνος έκλεψε την Ελένη, ο άντρας της ο Μενέλαος ζητά εκδίκηση από τους Τρώες και ένας συμμαχικός στρατός ετοιμάζεται να εκστρατεύσει εναντίον της Τροίας. Οι άνεμοι όμως δεν ήταν ευνοϊκοί για τον απόπλου του στόλου και τότε η Άρτεμις ζητά από τον βασιλιά Αγαμέμνονα να θυσιάσει την κόρη του, την Ιφιγένεια. Στη συνέχεια, η θεά αρπάζει την Ιφιγένεια από τον βωμό και τη μεταφέρει στον Ταύρο, όπου υπηρετεί ως ιέρεια στον ναό της.
Εκεί κάποτε φτάνουν ο αδελφός της Ιφιγένειας με τον φίλο του, τον Πυλάδη και μετά από μία σειρά γεγονότων, δραπετεύουν όλοι μαζί από τον αφιλόξενο Ταύρο, αλλά μία κακοκαιρία ρίχνει το καράβι τους και πάλι στη στεριά. Ο θεατής παρατηρεί την αποτυχία των ηρώων με κομμένη την ανάσα. Η ζωή τους πια κινδυνεύει, αν πέσουν στα χέρια του βασιλιά. Ποιος θα τους σώσει; Ο Ευριπίδης εμφανίζει εντελώς ξαφνικά την τρίτη θεά. Η Αφροδίτη έγραψε τον πρόλογο, η Άρτεμις το κυρίως θέμα και η Αθηνά θα γράψει τον επίλογο. Ο από μηχανής θεός λέγεται έτσι επειδή εμφανίζεται στη σκηνή επάνω σ’ έναν γερανό που ονόμαζαν μηχανή. Η εμφάνιση αυτή, όμως, δεν ήταν τόσο απροσδόκητη όσο νομίζουμε σήμερα.
Ο θεατής στην τραγωδία δεν ελπίζει σε μαγική λύση. Αναμένει απλώς να ολοκληρωθεί ο κύκλος των παθημάτων και να επανέλθει η τάξη στη ζωή των ανθρώπων. Η Ιφιγένεια έζησε μία ταλαίπωρη ζωή σε ξένο τόπο, χωρίς δική της υπαιτιότητα, και όταν σώζεται από τη θεά Αθηνά και επιστρέφει στην Ελλάδα, και πάλι είναι υποχρεωμένη να υπηρετεί στον ναό της Αρτέμιδος στη Βραυρώνα.
Ο θεατής της τραγωδίας δεν ελπίζει, όμως φοβάται. Μάλιστα, ο οίκτος και ο φόβος είναι τα μέσα που χρησιμοποιεί ο ποιητής για να οδηγήσει τον θεατή στην κάθαρση.
Ο φόβος και ο οίκτος
Ο Αριστοτέλης εξηγεί στην «Ποιητική» του, ότι τα δύο αυτά συναισθήματα προκαλούνται μόνο όταν αισθανόμαστε όμοιοι με εκείνα που βλέπουμε και όταν οι δυστυχίες που παρουσιάζονται δεν είναι τερατώδεις. Οι τερατώδεις δυστυχίες εκνευρίζουν απλώς και αποσυντονίζουν τον θεατή. Η περίπτωση που εκτινάζει τον φόβο και τον οίκτο στα ύψη είναι όταν κάποιος με τον οποίον ταυτιζόμαστε, ετοιμάζεται να διαπράξει ένα ανεπανόρθωτο σφάλμα από άγνοια. Όπως ο Οιδίποδας, που διέπραξε πατροκτονία και αιμομιξία εν αγνοία του. Ο μόνος τρόπος να ησυχάσει ο θεατής από την ένταση αυτή είναι η αποκάλυψη της αλήθειας. Ο Οιδίποδας κάποια στιγμή μαθαίνει τι έχει διαπράξει, αλλά δεν μπορεί πια να το διορθώσει. Η κάθαρση του θεατή οφείλεται στην εξάλειψη του φόβου, αφού πλέον ο ήρωας γνωρίζει τι έχει συμβεί. Δεν απαλλάσσεται από τις συνέπειες, αλλά γνωρίζει τι συμβαίνει και ο θεατής δεν ανησυχεί πια για το τι θα συμβεί, αν αποκαλυφθεί η αλήθεια. Το βλέπει και απολαμβάνει την ηδονή που προέρχεται από την κατανόηση μίας κατάστασης, το «κατά φύσιν καθίστασθαι», όπως λέει στη «Ρητορική».
Στη «Ρητορική» διαβάζουμε περισσότερα πράγματα για τον οίκτο και τον φόβο. Εκεί, ο Αριστοτέλης εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο ο ρήτορας χρησιμοποιεί τα συναισθήματα αυτά για να πείσει τους ακροατές του. Όπως στο θέατρο οι ηθοποιοί έχουν μεγαλύτερη πέραση από τους συγγραφείς των έργων, έτσι και στην πολιτική, επικράτησε η υποκριτική τέχνη λόγω της αχρειότητας των πολιτών, λέει ο Αριστοτέλης. Την τέχνη αυτή χρησιμοποιούν για να προκαλέσουν, μεταξύ άλλων, τον φόβο.
Η καλλιέργεια του φόβου για να είναι αποτελεσματική, θα πρέπει ο ρήτορας να γνωρίζει καλά την ψυχοσύνθεση του ακροατηρίου του. Ο φόβος είναι μία μορφή έντονης λύπης για ένα δυσάρεστο επερχόμενο, ένα κακό που δεν βλέπουμε, αλλά μπορούμε να φανταστούμε. Κάποιες φορές, ο ρήτορας χρειάζεται να προκαλέσει τον φόβο, κυρίως όταν όσα έχει να πει δεν είναι ευχάριστα. Στη συνέχεια, θα πρέπει να πείσει ότι η πρότασή του θα απαλλάξει τους ακροατές από τον φόβο, πράγμα που προαπαιτεί την καλή γνώση των πραγμάτων που φοβίζουν το συγκεκριμένο κοινό.
Γενικά, οι άνθρωποι φοβόμαστε περισσότερο:
1. Κάτι που μπορεί να μας βλάψει σύντομα και ανεπανόρθωτα ή που μπορεί να διορθωθεί από ανθρώπους που αντιπαθεί (και άρα, να τους ενδυναμώσει).
2. Τους ανθρώπους που έχουν τη δύναμη να προκαλέσουν το κακό που φοβόμαστε και τους φιλοχρήματους, επειδή το χρήμα είναι ισχυρό κίνητρο.
3. Τους ανθρώπους που έχουν προκαλέσει το ίδιο κακό στο παρελθόν και εκείνους των οποίων τα συμφέροντα συγκρούονται με τα δικά μας ή με τα συμφέροντα ισχυρών ανθρώπων που εμπιστευόμαστε.
4. Όσους έχουν αδικηθεί στο παρελθόν και διψούν για εκδίκηση, ειδικά όσους δεν δείχνουν οργισμένοι, οπότε είναι πιθανόν να δράσουν απροσδόκητα.
Ολοκληρώνοντας την ανάλυσή του για το φόβο ο Αριστοτέλης αποκαλύπτει πως, για να καλλιεργηθεί ο φόβος, «δεῖ τινα ἐλπίδα ὑπεῖναι σωτηρίας, περὶ οὖ ἀγωνιῶσιν.» Πρέπει, δηλαδή, να υπάρχει μία ελπίδα, κάτι για το οποίο να αγωνιούν, γιατί αυτός που δεν ελπίζει, δεν φοβάται!
Να φοβάμαι ή να ελπίζω;
Με την ελπίδα που συνοδεύεται από άγνοια, εξαπατά κανείς τον εαυτό του, από φόβο ν’ αντικρίσει την πραγματικότητα. Με τον φόβο συσκοτίζει τη λογική του και παραδίδεται στο έλεος εκείνου που εμπορεύεται την ελπίδα. Σ’ έναν φαύλο κύκλο παθημάτων, η ελπίδα γεννά τον φόβο και κατόπιν τον εμποδίζει να οδηγήσει την ψυχή στην κάθαρση, στην απελευθέρωση, για την οποία απαιτείται η κατανόηση της πραγματικότητας. Ο φόβος εγκλωβισμένος ψάχνει την ελπίδα. Ένας κύκλος ατέρμονης, ανατροφοδοτούμενης σύγχυσης.
Πριν ξεκινήσετε για την κάλπη, αφιερώστε λίγα λεπτά και σκεφτείτε. Απομονωθείτε για λίγο από κάθε περισπασμό και αναλογιστείτε τι ακριβώς μας έχει συμβεί. Πώς έγινε και αποδεχτήκαμε τον παραλογισμό. Γιατί δεν τολμάμε να σκεφτούμε λογικά.
Οι μισοί Έλληνες ψηφίζουμε κυνηγώντας την ελπίδα
Οι άλλοι μισοί ψηφίζουμε για να απαλλαγούμε από τον φόβο.
Κι όλοι μαζί καμαρώνουμε για το ορθολογικό πνεύμα των προγόνων μας, ενώ επαναλαμβάνουμε αμήχανα εκείνο που ποτέ δεν κατανοήσαμε:
Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβάμαι τίποτα, είμαι λεύτερος!
Ο Δίας φρόντισε να τοποθετήσει την ελπίδα μέσα στο πιθάρι της Πανδώρας, μαζί με όλες τις συμφορές που έπληξαν την ανθρωπότητα, όταν εκείνη το άνοιξε. Φροντίζοντας να μείνει η ελπίδα στο πιθάρι και στη διάθεση των ανθρώπων, ο Δίας μπορεί να τους κυβερνήσει ευκολότερα. Ο Ναπολέων Βοναπάρτης ομολογεί πως «ο ηγέτης είναι έμπορος ελπίδας».
Ο φόβος απ’ την άλλη, γιος του Άρη και της Αφροδίτης, μαζί με τον αδελφό του τον Δείμο (τρόμος) συνοδεύουν πάντα τον πατέρα τους στις μάχες. Ο φιλόσοφος Bertrand Russel διαπιστώνει πως «κανένας άνθρωπος ούτε ομάδα ούτε έθνος δεν μπορεί να ενεργήσει ανθρώπινα ή να σκεφθεί σωστά υπό το κράτος ενός μεγάλου φόβου.»
Τι είναι, λοιπόν, πιο επικίνδυνο; Ο φόβος ή η ελπίδα;
Η ελπίδα
«Το όνειρο που βλέπουμε ξυπνητοί είναι η ελπίδα», είπε ο Αριστοτέλης. «Είναι το χειρότερο κακό», είπε ο Νίτσε, «διότι παρατείνει τα βάσανα των ανθρώπων».
Η ελπίδα είναι άτιμο πράγμα. Εύκολα ρίχνει τον άνθρωπο στην αδράνεια και τον κάνει να πιστεύει σε χίμαιρες και Μεσσίες. Τον αποδυναμώνει, τον κάνει να αισθάνεται μικρός κι εξαρτώμενος από εξωτερικούς παράγοντες ή όπως λέει μία γερμανική παροιμία «Οι δυνατοί έχουν θέληση, οι αδύναμοι έχουν ελπίδα».
Η αρχαία ελληνική τραγωδία ήταν θεραπευτική, επειδή μεταξύ άλλων δεν πρόσφερε ελπίδα. Η κάθαρση ήταν το αποτέλεσμα της ταύτισης του θεατή με τον ήρωα, ο οποίος, όποιες κι αν είναι οι επιλογές του, στο τέλος θα υποστεί τις συνέπειες των πράξεών του. Κάποτε, ούτε καν αυτές. Θα υποστεί μέχρι τέλους τις συνέπειες κάποιας κακής συγκυρίας, μιας τυχαιότητας. Η κάθαρση του θεατή επέρχεται ως αποτέλεσμα του συντονισμού του με τις πραγματικότητες της ζωής. Η ελπίδα δεν έχει ρόλο, ούτε όταν ο Ευριπίδης επινόησε τον από μηχανής θεό.
Σήμερα, χρησιμοποιούμε την έκφραση «από μηχανής θεός» για να δηλώσουμε μία απρόσμενη λύση που εμφανίζεται ξαφνικά και λύνει προβλήματα. Στην τραγωδία, όμως, οι θεοί είναι αυτοί που προκάλεσαν τα προβλήματα εξ’ αρχής και ο Ευριπίδης τους «υποχρεώνει» να τα λύσουν. Επιπλέον, εκείνοι οι θεοί δεν έχουν καμία σχέση με ό, τι σήμερα ονομάζουμε θεότητα. Είναι ανθρώπινοι, κάνουν λάθη, μετανιώνουν, θυμώνουν και αγαπούν. Είναι άνθρωποι που ζουν σε άλλη διάσταση. Αυτό λοιπόν που βιώνει ο θεατής, ακόμα και όταν η λύση του δράματος επιτυγχάνεται με την επέμβαση του θεού, είναι η κάθαρση που προσφέρει η αποκατάσταση της κανονικότητας από εκείνον που τη διατάραξε.
Προσέξτε τι έγινε με την Ιφιγένεια. Η μοίρα της άρχισε να γράφεται πριν ακόμα γεννηθεί. Όταν οι τρεις θεές, η Αφροδίτη, η Άρτεμις και η Αθηνά ζητούν από τον Πάρη, τον πρίγκιπα της Τροίας, να επιλέξει μία από τις τρεις. Εκείνος επιλέγει την Αφροδίτη, που του υποσχέθηκε την ομορφότερη γυναίκα του κόσμου. Έτσι, εκείνος έκλεψε την Ελένη, ο άντρας της ο Μενέλαος ζητά εκδίκηση από τους Τρώες και ένας συμμαχικός στρατός ετοιμάζεται να εκστρατεύσει εναντίον της Τροίας. Οι άνεμοι όμως δεν ήταν ευνοϊκοί για τον απόπλου του στόλου και τότε η Άρτεμις ζητά από τον βασιλιά Αγαμέμνονα να θυσιάσει την κόρη του, την Ιφιγένεια. Στη συνέχεια, η θεά αρπάζει την Ιφιγένεια από τον βωμό και τη μεταφέρει στον Ταύρο, όπου υπηρετεί ως ιέρεια στον ναό της.
Εκεί κάποτε φτάνουν ο αδελφός της Ιφιγένειας με τον φίλο του, τον Πυλάδη και μετά από μία σειρά γεγονότων, δραπετεύουν όλοι μαζί από τον αφιλόξενο Ταύρο, αλλά μία κακοκαιρία ρίχνει το καράβι τους και πάλι στη στεριά. Ο θεατής παρατηρεί την αποτυχία των ηρώων με κομμένη την ανάσα. Η ζωή τους πια κινδυνεύει, αν πέσουν στα χέρια του βασιλιά. Ποιος θα τους σώσει; Ο Ευριπίδης εμφανίζει εντελώς ξαφνικά την τρίτη θεά. Η Αφροδίτη έγραψε τον πρόλογο, η Άρτεμις το κυρίως θέμα και η Αθηνά θα γράψει τον επίλογο. Ο από μηχανής θεός λέγεται έτσι επειδή εμφανίζεται στη σκηνή επάνω σ’ έναν γερανό που ονόμαζαν μηχανή. Η εμφάνιση αυτή, όμως, δεν ήταν τόσο απροσδόκητη όσο νομίζουμε σήμερα.
Ο θεατής στην τραγωδία δεν ελπίζει σε μαγική λύση. Αναμένει απλώς να ολοκληρωθεί ο κύκλος των παθημάτων και να επανέλθει η τάξη στη ζωή των ανθρώπων. Η Ιφιγένεια έζησε μία ταλαίπωρη ζωή σε ξένο τόπο, χωρίς δική της υπαιτιότητα, και όταν σώζεται από τη θεά Αθηνά και επιστρέφει στην Ελλάδα, και πάλι είναι υποχρεωμένη να υπηρετεί στον ναό της Αρτέμιδος στη Βραυρώνα.
Ο θεατής της τραγωδίας δεν ελπίζει, όμως φοβάται. Μάλιστα, ο οίκτος και ο φόβος είναι τα μέσα που χρησιμοποιεί ο ποιητής για να οδηγήσει τον θεατή στην κάθαρση.
Ο φόβος και ο οίκτος
Ο Αριστοτέλης εξηγεί στην «Ποιητική» του, ότι τα δύο αυτά συναισθήματα προκαλούνται μόνο όταν αισθανόμαστε όμοιοι με εκείνα που βλέπουμε και όταν οι δυστυχίες που παρουσιάζονται δεν είναι τερατώδεις. Οι τερατώδεις δυστυχίες εκνευρίζουν απλώς και αποσυντονίζουν τον θεατή. Η περίπτωση που εκτινάζει τον φόβο και τον οίκτο στα ύψη είναι όταν κάποιος με τον οποίον ταυτιζόμαστε, ετοιμάζεται να διαπράξει ένα ανεπανόρθωτο σφάλμα από άγνοια. Όπως ο Οιδίποδας, που διέπραξε πατροκτονία και αιμομιξία εν αγνοία του. Ο μόνος τρόπος να ησυχάσει ο θεατής από την ένταση αυτή είναι η αποκάλυψη της αλήθειας. Ο Οιδίποδας κάποια στιγμή μαθαίνει τι έχει διαπράξει, αλλά δεν μπορεί πια να το διορθώσει. Η κάθαρση του θεατή οφείλεται στην εξάλειψη του φόβου, αφού πλέον ο ήρωας γνωρίζει τι έχει συμβεί. Δεν απαλλάσσεται από τις συνέπειες, αλλά γνωρίζει τι συμβαίνει και ο θεατής δεν ανησυχεί πια για το τι θα συμβεί, αν αποκαλυφθεί η αλήθεια. Το βλέπει και απολαμβάνει την ηδονή που προέρχεται από την κατανόηση μίας κατάστασης, το «κατά φύσιν καθίστασθαι», όπως λέει στη «Ρητορική».
Στη «Ρητορική» διαβάζουμε περισσότερα πράγματα για τον οίκτο και τον φόβο. Εκεί, ο Αριστοτέλης εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο ο ρήτορας χρησιμοποιεί τα συναισθήματα αυτά για να πείσει τους ακροατές του. Όπως στο θέατρο οι ηθοποιοί έχουν μεγαλύτερη πέραση από τους συγγραφείς των έργων, έτσι και στην πολιτική, επικράτησε η υποκριτική τέχνη λόγω της αχρειότητας των πολιτών, λέει ο Αριστοτέλης. Την τέχνη αυτή χρησιμοποιούν για να προκαλέσουν, μεταξύ άλλων, τον φόβο.
Η καλλιέργεια του φόβου για να είναι αποτελεσματική, θα πρέπει ο ρήτορας να γνωρίζει καλά την ψυχοσύνθεση του ακροατηρίου του. Ο φόβος είναι μία μορφή έντονης λύπης για ένα δυσάρεστο επερχόμενο, ένα κακό που δεν βλέπουμε, αλλά μπορούμε να φανταστούμε. Κάποιες φορές, ο ρήτορας χρειάζεται να προκαλέσει τον φόβο, κυρίως όταν όσα έχει να πει δεν είναι ευχάριστα. Στη συνέχεια, θα πρέπει να πείσει ότι η πρότασή του θα απαλλάξει τους ακροατές από τον φόβο, πράγμα που προαπαιτεί την καλή γνώση των πραγμάτων που φοβίζουν το συγκεκριμένο κοινό.
Γενικά, οι άνθρωποι φοβόμαστε περισσότερο:
1. Κάτι που μπορεί να μας βλάψει σύντομα και ανεπανόρθωτα ή που μπορεί να διορθωθεί από ανθρώπους που αντιπαθεί (και άρα, να τους ενδυναμώσει).
2. Τους ανθρώπους που έχουν τη δύναμη να προκαλέσουν το κακό που φοβόμαστε και τους φιλοχρήματους, επειδή το χρήμα είναι ισχυρό κίνητρο.
3. Τους ανθρώπους που έχουν προκαλέσει το ίδιο κακό στο παρελθόν και εκείνους των οποίων τα συμφέροντα συγκρούονται με τα δικά μας ή με τα συμφέροντα ισχυρών ανθρώπων που εμπιστευόμαστε.
4. Όσους έχουν αδικηθεί στο παρελθόν και διψούν για εκδίκηση, ειδικά όσους δεν δείχνουν οργισμένοι, οπότε είναι πιθανόν να δράσουν απροσδόκητα.
Ολοκληρώνοντας την ανάλυσή του για το φόβο ο Αριστοτέλης αποκαλύπτει πως, για να καλλιεργηθεί ο φόβος, «δεῖ τινα ἐλπίδα ὑπεῖναι σωτηρίας, περὶ οὖ ἀγωνιῶσιν.» Πρέπει, δηλαδή, να υπάρχει μία ελπίδα, κάτι για το οποίο να αγωνιούν, γιατί αυτός που δεν ελπίζει, δεν φοβάται!
Να φοβάμαι ή να ελπίζω;
Με την ελπίδα που συνοδεύεται από άγνοια, εξαπατά κανείς τον εαυτό του, από φόβο ν’ αντικρίσει την πραγματικότητα. Με τον φόβο συσκοτίζει τη λογική του και παραδίδεται στο έλεος εκείνου που εμπορεύεται την ελπίδα. Σ’ έναν φαύλο κύκλο παθημάτων, η ελπίδα γεννά τον φόβο και κατόπιν τον εμποδίζει να οδηγήσει την ψυχή στην κάθαρση, στην απελευθέρωση, για την οποία απαιτείται η κατανόηση της πραγματικότητας. Ο φόβος εγκλωβισμένος ψάχνει την ελπίδα. Ένας κύκλος ατέρμονης, ανατροφοδοτούμενης σύγχυσης.
Πριν ξεκινήσετε για την κάλπη, αφιερώστε λίγα λεπτά και σκεφτείτε. Απομονωθείτε για λίγο από κάθε περισπασμό και αναλογιστείτε τι ακριβώς μας έχει συμβεί. Πώς έγινε και αποδεχτήκαμε τον παραλογισμό. Γιατί δεν τολμάμε να σκεφτούμε λογικά.
Οι μισοί Έλληνες ψηφίζουμε κυνηγώντας την ελπίδα
Οι άλλοι μισοί ψηφίζουμε για να απαλλαγούμε από τον φόβο.
Κι όλοι μαζί καμαρώνουμε για το ορθολογικό πνεύμα των προγόνων μας, ενώ επαναλαμβάνουμε αμήχανα εκείνο που ποτέ δεν κατανοήσαμε:
Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβάμαι τίποτα, είμαι λεύτερος!
Η απαγορευμένη λέξη
Δεν ξέρω που είσαι. Ξέρω που ήσουνα όμως.
Δεν ξέρω τι λες. Θυμάμαι όμως πάντα αυτά που έλεγες.
Δεν ξέρω που κοιμάσαι. Νιώθω απλά ακόμα την ηρεμία όταν ξεκουραζόσουν.
Δεν ξέρω αν γελάς. Ακούω όμως ακόμα τον ήχο απ' το γέλιο σου.
Δεν ξέρω που είμαι. Ίσως γιατί είμαι ακόμα εκεί που ήμουν κι ας είμαι χιλιόμετρα μακριά.
Δεν θέλω να γράψω τίποτα τετριμμένο. Είμαι σίγουρος ότι μπορώ να το αποφύγω, από την άλλη όμως, οτιδήποτε άλλο γράψω δεν θα το καταλάβει κανείς.
Θα το καταλάβεις εσύ, εγώ, και ίσως εγώ κι εσύ.
Θα το καταλάβουν κάτι τοίχοι που άκουγαν, κάτι βρύσες που στάζανε, κάτι λουλούδια που άνθιζαν μέσα στο χειμώνα.
Θα το καταλάβουν κάτι πέτρες και κάτι θάλασσες.
Ούτε αυτές ξέρουν που είσαι, και πώς να σε βρουν μέσα σε τόσους ανθρώπους.
Ελπίζω μόνο να θυμούνται ότι ήμασταν η εξαίρεση μέσα σ ένα μεγάλο κανόνα.
Αυτός ο κανόνας που έκανε ένα μεγάλο κρακ και έσπασε αθόρυβα. Έσπασε σε χίλια κομμάτια κι ας τον ξανακόλλησες μετά.
Δεν θα πάψει ποτέ να είναι ένας άθλια κολλημένος κανόνας προκειμένου ν αποφύγει να γίνει η απόλυτη εξαίρεση.
Δεν μπορώ να σου θυμώσω που έγινες πάλι κανόνας, είναι που θυμώνω με τον εαυτό μου που δεν μπορώ να μην είμαι η εξαίρεση.
Ξέρεις ότι προσπαθώ πολύ να μην πω αυτά που λένε τα αγόρια και τα κοριτσόπουλα στα δεκαπέντε.
Δυσκολεύομαι όμως, γιατί ένιωθα για δεκαπέντε.
Λίγο οι ρυτίδες δίπλα απ' το στόμα που φαίνονταν σαν προέκταση του χαμόγελου, λίγο οι άσπρες τρίχες που στον ήλιο δεν τις ξεχώριζες.
Είναι που η δύναμη της εξαίρεσης σε κάνει να νιώθεις ότι μπορείς να πάρεις όλο τον κόσμο στις πλάτες σου.
Να τον σηκώσεις, να τον στριφογυρίσεις και να τον τοποθετήσεις πάλι στη σωστή του θέση.
Είναι που κάτι λέξεις δεν τις έχεις μάθει ακόμα. Δεν ξέρεις τι σημαίνει «πρέπει», δεν ξέρεις τι σημαίνει «δεν μπορώ».
Τις αγνοείς και προχωράς παρακάτω. Δεν θέλεις να τις μάθεις.
Κοιτάς μπροστά και δεν σε νοιάζει τι υπάρχει πίσω.
Και έχεις δρόμο. Δρόμους. Λεωφόρους.
Και δύναμη, ενέργεια, διάθεση, γνώση μέσα στην άγνοια, επιθυμία, λαχτάρα, Έρωτα.
Να, κοίτα τι κάνεις τώρα, μ έκανες και είπα την απαγορευμένη λέξη.
Αυτήν την τετριμμένη που υποσχέθηκα ότι δεν θα βγάλω απ' το στόμα μου. Αυτή που κάποιοι τη μισούν και άλλοι τη σιχαίνονται. Οι μισοί γιατί δεν την ξέρουν και οι άλλοι μισοί γιατί κάποια στιγμή την γνώρισαν καλά.
Εγώ την γνώρισα να ξέρεις.
Όμως σωστό πόρισμα δεν μπορώ να βγάλω. Δεν μπορώ να την περιγράψω, ούτε να την μεταφέρω αυτούσια.
Είναι σαν να μιλάς για κήπους σ ένα κόσμο από βράχους.
Όσοι είδαν τους κήπους δεν χρειάζονται επεξήγηση. Όσοι ζουν στους βράχους δεν μπορείς να τους εξηγήσεις όσο κι αν προσπαθήσεις.
Θυμάσαι τι σου είπα στην αρχή; Είναι δύσκολο να καταλάβει κάποιος.
Μόνο εγώ. Και εσύ.
Να ξέρεις πάντως ότι εγώ δεν τη μίσησα.
Ίσως γιατί η λέξη από μόνη της δεν έχει καμία αξία.
Ίσως γιατί και να μην υπήρχε, θα την είχαμε φτιάξει εμείς.
Ίσως γιατί σ΄ αγάπησα περισσότερο, απ’ όσο μίσησα την καταστροφή μου.
Δεν ξέρω τι λες. Θυμάμαι όμως πάντα αυτά που έλεγες.
Δεν ξέρω που κοιμάσαι. Νιώθω απλά ακόμα την ηρεμία όταν ξεκουραζόσουν.
Δεν ξέρω αν γελάς. Ακούω όμως ακόμα τον ήχο απ' το γέλιο σου.
Δεν ξέρω που είμαι. Ίσως γιατί είμαι ακόμα εκεί που ήμουν κι ας είμαι χιλιόμετρα μακριά.
Δεν θέλω να γράψω τίποτα τετριμμένο. Είμαι σίγουρος ότι μπορώ να το αποφύγω, από την άλλη όμως, οτιδήποτε άλλο γράψω δεν θα το καταλάβει κανείς.
Θα το καταλάβεις εσύ, εγώ, και ίσως εγώ κι εσύ.
Θα το καταλάβουν κάτι τοίχοι που άκουγαν, κάτι βρύσες που στάζανε, κάτι λουλούδια που άνθιζαν μέσα στο χειμώνα.
Θα το καταλάβουν κάτι πέτρες και κάτι θάλασσες.
Ούτε αυτές ξέρουν που είσαι, και πώς να σε βρουν μέσα σε τόσους ανθρώπους.
Ελπίζω μόνο να θυμούνται ότι ήμασταν η εξαίρεση μέσα σ ένα μεγάλο κανόνα.
Αυτός ο κανόνας που έκανε ένα μεγάλο κρακ και έσπασε αθόρυβα. Έσπασε σε χίλια κομμάτια κι ας τον ξανακόλλησες μετά.
Δεν θα πάψει ποτέ να είναι ένας άθλια κολλημένος κανόνας προκειμένου ν αποφύγει να γίνει η απόλυτη εξαίρεση.
Δεν μπορώ να σου θυμώσω που έγινες πάλι κανόνας, είναι που θυμώνω με τον εαυτό μου που δεν μπορώ να μην είμαι η εξαίρεση.
Ξέρεις ότι προσπαθώ πολύ να μην πω αυτά που λένε τα αγόρια και τα κοριτσόπουλα στα δεκαπέντε.
Δυσκολεύομαι όμως, γιατί ένιωθα για δεκαπέντε.
Λίγο οι ρυτίδες δίπλα απ' το στόμα που φαίνονταν σαν προέκταση του χαμόγελου, λίγο οι άσπρες τρίχες που στον ήλιο δεν τις ξεχώριζες.
Είναι που η δύναμη της εξαίρεσης σε κάνει να νιώθεις ότι μπορείς να πάρεις όλο τον κόσμο στις πλάτες σου.
Να τον σηκώσεις, να τον στριφογυρίσεις και να τον τοποθετήσεις πάλι στη σωστή του θέση.
Είναι που κάτι λέξεις δεν τις έχεις μάθει ακόμα. Δεν ξέρεις τι σημαίνει «πρέπει», δεν ξέρεις τι σημαίνει «δεν μπορώ».
Τις αγνοείς και προχωράς παρακάτω. Δεν θέλεις να τις μάθεις.
Κοιτάς μπροστά και δεν σε νοιάζει τι υπάρχει πίσω.
Και έχεις δρόμο. Δρόμους. Λεωφόρους.
Και δύναμη, ενέργεια, διάθεση, γνώση μέσα στην άγνοια, επιθυμία, λαχτάρα, Έρωτα.
Να, κοίτα τι κάνεις τώρα, μ έκανες και είπα την απαγορευμένη λέξη.
Αυτήν την τετριμμένη που υποσχέθηκα ότι δεν θα βγάλω απ' το στόμα μου. Αυτή που κάποιοι τη μισούν και άλλοι τη σιχαίνονται. Οι μισοί γιατί δεν την ξέρουν και οι άλλοι μισοί γιατί κάποια στιγμή την γνώρισαν καλά.
Εγώ την γνώρισα να ξέρεις.
Όμως σωστό πόρισμα δεν μπορώ να βγάλω. Δεν μπορώ να την περιγράψω, ούτε να την μεταφέρω αυτούσια.
Είναι σαν να μιλάς για κήπους σ ένα κόσμο από βράχους.
Όσοι είδαν τους κήπους δεν χρειάζονται επεξήγηση. Όσοι ζουν στους βράχους δεν μπορείς να τους εξηγήσεις όσο κι αν προσπαθήσεις.
Θυμάσαι τι σου είπα στην αρχή; Είναι δύσκολο να καταλάβει κάποιος.
Μόνο εγώ. Και εσύ.
Να ξέρεις πάντως ότι εγώ δεν τη μίσησα.
Ίσως γιατί η λέξη από μόνη της δεν έχει καμία αξία.
Ίσως γιατί και να μην υπήρχε, θα την είχαμε φτιάξει εμείς.
Ίσως γιατί σ΄ αγάπησα περισσότερο, απ’ όσο μίσησα την καταστροφή μου.
Πως το στρες μπορεί να καταστρέψει τις σχέσεις μας
Το στρες μπορεί να έχει γίνει ένα σχεδόν αποδεκτό μέρος της ζωής μας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν επηρεάζει αρνητικά την καθημερινότητά μας, όταν μένει ανεξέλεγκτο. Δεν είναι όλα τα είδη στρες απαραιτήτως κακά – για παράδειγμα ένα είδος δημιουργικού άγχους έχει τη ικανότητα να μας ωθήσει προς τη δημιουργία και την καινοτομία.
Εντούτοις, τα πράγματα δυσκολεύουν όταν το στρες εισβάλλει στις ερωτικές και συντροφικές μας σχέσεις. Μπορεί να μην το αντιλαμβανόμαστε καν, αλλά αυτός ο εχθρός έχει τη ικανότητα να μας κάνει δυστυχισμένους μέσα σε μια σχέση, αλλά εμείς να πιστεύουμε ότι φταίει η σχέση για τη δυστυχία μας. Ποια είναι λοιπόν τα σημάδια που θα μας δείξουν ότι το στρες έχει εισβάλει στην προσωπική μας ζωή και πώς μπορούμε να το διαχειριστούμε;
1. Ο/Η σύντροφός σας είναι εξαιρετικά απομονωμένος/η
Φυσιολογικά, επικοινωνείτε άνετα μεταξύ σας. Τον τελευταίο όμως καιρό, ο σύντροφός σας είναι ολοένα και πιο σιωπηλός. Ξέρετε ότι κάτι συμβαίνει, αλλά δεν σας μιλά. Ορισμένες φορές, νιώθετε μόνοι. Αυτό δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι δεν σας εμπιστεύεται. Πολλοί άνθρωποι, ειδικά άντρες, αντιμετωπίζουν το στρες απομονωμένοι από τους άλλους. Δεν είναι μια συνειδητή απόφαση, αλλά ένας μηχανισμός άμυνας που τους προστατεύει απέναντι σε περαιτέρω στρεσογόνα ερεθίσματα.
Σε άλλες περιπτώσεις, οι σύντροφοι θα κλειστούν στον εαυτό τους, όχι επειδή είναι στρεσαρισμένοι, αλλά επειδή η άλλη πλευρά είναι. Μία από τις καταστροφικότερες πλευρές του στρες είναι η δύναμή του να «κολλάει» το νου μας σε αρνητικά μοτίβα σκέψης, που προκαλούν δυστυχία και σύγχυση σε δυσανάλογες ποσότητες.
Μία έρευνα του 2019 σε ιατρικό προσωπικό, σε ένα επάγγελμα δηλαδή που εμφανίζει υψηλά επίπεδα στρες, βρήκε μία άμεση σύνδεση ανάμεσα στο στρες και στην σχεσιακή ένταση. Όταν οι συμμετέχοντες εμφάνιζαν επανάληψη αρνητικών μοτίβων, οι σύζυγοί τους απομονώνονταν στον εαυτό τους και η σχεσιακή δυστυχία μεγάλωνε. Για την ακρίβεια, και οι δύο πλευρές ανέφεραν αυξημένη ένταση.
Αν, λοιπόν, παρατηρήσετε ασυνήθιστη σιωπή και απόσταση, ελέγξτε πρώτα τα δικά σας επίπεδα στρες και ύστερα της άλλης πλευράς. Μήπως μεταφέρετε στο σπίτι το άγχος της δουλειάς; Ή μήπως η σύντροφός σας αντιμετωπίζει μια ασθένεια στην οικογένειά της; Μήπως τα οικονομικά σας δυσκολεύουν και σας αγχώνουν; Όποιο κι αν είναι το πρόβλημα, η επικοινωνία είναι το κλειδί.
2. Καυγαδίζετε συχνά για μικρά πράγματα
Είτε είναι το γάλα που έμεινε εκτός ψυγείο, είτε ότι ξέχασε την επέτειό σας, συνεχώς μπλέκεστε σε ατέλειωτους τσακωμούς για πράγματα που φαίνονται ασήμαντα στη μεγάλη εικόνα της σχέσης σας. Αν νιώθετε συνεχώς ότι επικρίνεστε για σημαντικά ζητήματα ή ότι συγχύζεστε για ασήμαντες ανοησίες που έχουν να κάνουν με τον/τη σύντροφο, τότε μπορεί να έχετε πίεση από εξωτερικό στρες.
Σε κανέναν δεν αρέσει να επικρίνεται και υποβαθμίζεται η συμπεριφορά του. Από την άλλη πλευρά, το στρες πραγματικά εξαναγκάζει τον εγκέφαλο να στραφεί σε αρνητικά μοτίβα σκέψης και να εστιάσει σε αρνητικά γεγονότα – ακόμα κι αν είναι ασήμαντα. Σε αυτή την περίπτωση, χρειάζεται να εργαστείτε σκληρά στο πώς επεξεργάζεστε το στρες και επικοινωνείτε τον εκνευρισμό σας. Ή, ίσως χρειαστεί να εμπλακείτε με τον/τη σύντροφό σας σε μια δύσκολη, αλλά εξαιρετικά χρήσιμη συζήτηση για το πώς οι δυσκολίες τους σας επηρεάζουν. Ρωτήστε πώς μπορείτε να βοηθήσετε και στηρίξτε τους εμπράκτως.
3. Ο έρωτας τείνει να σβήνει
Καθώς το παρατεταμένο στρες επηρεάζει άμεσα την λίμπιντο, δεν είναι περίεργο που ένα από τα πρώτα σημάδια επίδρασης του στρες στη σχέση σας εμφανίζεται στην κρεβατοκάμαρά σας. Από εξελικτική σκοπιά, έχει νόημα, αλλά δεν είναι καθόλου χρήσιμη αυτή η παρενέργεια για τη σύγχρονη ύπαρξη. Άλλωστε, η τόνωση που προσφέρει η ερωτική ζωή με την αύξηση της ντοπαμίνης και της σεροτονίνης μπορεί να καταπολεμήσει τις ορμόνες του στρες.
Οι στρεσογόνες περίοδοι τείνουν να συσχετίζονται με λιγότερο ελεύθερο χρόνο. Αν ένας από τους δύο περνά το μεγαλύτερο μέρος της μέρας του στη δουλειά με πολύ πίεση και προθεσμίες, μειώνονται αυτόματα ο κοινός χρόνος.
Είτε πρόκειται για ένα ρομαντικό δείπνο, πίτσα στον καναπέ με ταινία, μία συναυλία ή ένα ξέγνοιαστο σαββατοκύριακο, κάθε ζευγάρι χρειάζεται να επενδύσει χρόνο συνειδητά ώστε να κρατήσει τη φλόγα ζωντανή.
Αν το σεξ είναι το τελευταίο πράγμα που σκέφτεστε, βεβαιωθείτε ότι ο/η σύντροφός σας γνωρίζει το γιατί. Εξηγείστε ότι αντιμετωπίζετε πολύ πίεση και ότι δεν έχετε χάσει το ενδιαφέρον σας για εκείνον/ εκείνη. Επιλύστε τη ρίζα του στρες και αφιερώστε χρόνο στη σχέση σας για να μην καταρρεύσει και τότε αντιληφθείτε ότι είναι πολύ αργά.
Εντούτοις, τα πράγματα δυσκολεύουν όταν το στρες εισβάλλει στις ερωτικές και συντροφικές μας σχέσεις. Μπορεί να μην το αντιλαμβανόμαστε καν, αλλά αυτός ο εχθρός έχει τη ικανότητα να μας κάνει δυστυχισμένους μέσα σε μια σχέση, αλλά εμείς να πιστεύουμε ότι φταίει η σχέση για τη δυστυχία μας. Ποια είναι λοιπόν τα σημάδια που θα μας δείξουν ότι το στρες έχει εισβάλει στην προσωπική μας ζωή και πώς μπορούμε να το διαχειριστούμε;
1. Ο/Η σύντροφός σας είναι εξαιρετικά απομονωμένος/η
Φυσιολογικά, επικοινωνείτε άνετα μεταξύ σας. Τον τελευταίο όμως καιρό, ο σύντροφός σας είναι ολοένα και πιο σιωπηλός. Ξέρετε ότι κάτι συμβαίνει, αλλά δεν σας μιλά. Ορισμένες φορές, νιώθετε μόνοι. Αυτό δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι δεν σας εμπιστεύεται. Πολλοί άνθρωποι, ειδικά άντρες, αντιμετωπίζουν το στρες απομονωμένοι από τους άλλους. Δεν είναι μια συνειδητή απόφαση, αλλά ένας μηχανισμός άμυνας που τους προστατεύει απέναντι σε περαιτέρω στρεσογόνα ερεθίσματα.
Σε άλλες περιπτώσεις, οι σύντροφοι θα κλειστούν στον εαυτό τους, όχι επειδή είναι στρεσαρισμένοι, αλλά επειδή η άλλη πλευρά είναι. Μία από τις καταστροφικότερες πλευρές του στρες είναι η δύναμή του να «κολλάει» το νου μας σε αρνητικά μοτίβα σκέψης, που προκαλούν δυστυχία και σύγχυση σε δυσανάλογες ποσότητες.
Μία έρευνα του 2019 σε ιατρικό προσωπικό, σε ένα επάγγελμα δηλαδή που εμφανίζει υψηλά επίπεδα στρες, βρήκε μία άμεση σύνδεση ανάμεσα στο στρες και στην σχεσιακή ένταση. Όταν οι συμμετέχοντες εμφάνιζαν επανάληψη αρνητικών μοτίβων, οι σύζυγοί τους απομονώνονταν στον εαυτό τους και η σχεσιακή δυστυχία μεγάλωνε. Για την ακρίβεια, και οι δύο πλευρές ανέφεραν αυξημένη ένταση.
Αν, λοιπόν, παρατηρήσετε ασυνήθιστη σιωπή και απόσταση, ελέγξτε πρώτα τα δικά σας επίπεδα στρες και ύστερα της άλλης πλευράς. Μήπως μεταφέρετε στο σπίτι το άγχος της δουλειάς; Ή μήπως η σύντροφός σας αντιμετωπίζει μια ασθένεια στην οικογένειά της; Μήπως τα οικονομικά σας δυσκολεύουν και σας αγχώνουν; Όποιο κι αν είναι το πρόβλημα, η επικοινωνία είναι το κλειδί.
2. Καυγαδίζετε συχνά για μικρά πράγματα
Είτε είναι το γάλα που έμεινε εκτός ψυγείο, είτε ότι ξέχασε την επέτειό σας, συνεχώς μπλέκεστε σε ατέλειωτους τσακωμούς για πράγματα που φαίνονται ασήμαντα στη μεγάλη εικόνα της σχέσης σας. Αν νιώθετε συνεχώς ότι επικρίνεστε για σημαντικά ζητήματα ή ότι συγχύζεστε για ασήμαντες ανοησίες που έχουν να κάνουν με τον/τη σύντροφο, τότε μπορεί να έχετε πίεση από εξωτερικό στρες.
Σε κανέναν δεν αρέσει να επικρίνεται και υποβαθμίζεται η συμπεριφορά του. Από την άλλη πλευρά, το στρες πραγματικά εξαναγκάζει τον εγκέφαλο να στραφεί σε αρνητικά μοτίβα σκέψης και να εστιάσει σε αρνητικά γεγονότα – ακόμα κι αν είναι ασήμαντα. Σε αυτή την περίπτωση, χρειάζεται να εργαστείτε σκληρά στο πώς επεξεργάζεστε το στρες και επικοινωνείτε τον εκνευρισμό σας. Ή, ίσως χρειαστεί να εμπλακείτε με τον/τη σύντροφό σας σε μια δύσκολη, αλλά εξαιρετικά χρήσιμη συζήτηση για το πώς οι δυσκολίες τους σας επηρεάζουν. Ρωτήστε πώς μπορείτε να βοηθήσετε και στηρίξτε τους εμπράκτως.
3. Ο έρωτας τείνει να σβήνει
Καθώς το παρατεταμένο στρες επηρεάζει άμεσα την λίμπιντο, δεν είναι περίεργο που ένα από τα πρώτα σημάδια επίδρασης του στρες στη σχέση σας εμφανίζεται στην κρεβατοκάμαρά σας. Από εξελικτική σκοπιά, έχει νόημα, αλλά δεν είναι καθόλου χρήσιμη αυτή η παρενέργεια για τη σύγχρονη ύπαρξη. Άλλωστε, η τόνωση που προσφέρει η ερωτική ζωή με την αύξηση της ντοπαμίνης και της σεροτονίνης μπορεί να καταπολεμήσει τις ορμόνες του στρες.
Οι στρεσογόνες περίοδοι τείνουν να συσχετίζονται με λιγότερο ελεύθερο χρόνο. Αν ένας από τους δύο περνά το μεγαλύτερο μέρος της μέρας του στη δουλειά με πολύ πίεση και προθεσμίες, μειώνονται αυτόματα ο κοινός χρόνος.
Είτε πρόκειται για ένα ρομαντικό δείπνο, πίτσα στον καναπέ με ταινία, μία συναυλία ή ένα ξέγνοιαστο σαββατοκύριακο, κάθε ζευγάρι χρειάζεται να επενδύσει χρόνο συνειδητά ώστε να κρατήσει τη φλόγα ζωντανή.
Αν το σεξ είναι το τελευταίο πράγμα που σκέφτεστε, βεβαιωθείτε ότι ο/η σύντροφός σας γνωρίζει το γιατί. Εξηγείστε ότι αντιμετωπίζετε πολύ πίεση και ότι δεν έχετε χάσει το ενδιαφέρον σας για εκείνον/ εκείνη. Επιλύστε τη ρίζα του στρες και αφιερώστε χρόνο στη σχέση σας για να μην καταρρεύσει και τότε αντιληφθείτε ότι είναι πολύ αργά.
Οι καλοί άνθρωποι δεν αλλάζουν επειδή σκέφτονται με την καρδιά τους
Κακά πράγματα συμβαίνουν και στους καλούς ανθρώπους. Αυτό γίνεται επειδή το πεπρωμένο δεν είναι αυθαίρετο, ο τυφλός κόσμος και ο εγωισμός είναι συχνά συνδεδεμένοι. Ωστόσο, οι ευγενείς άνθρωποι δεν απαρνιούνται ποτέ τις ρίζες τους παρά τις παραπλανήσεις, επειδή αυτοί που σκέφτονται με την καρδιά τους δεν καταλαβαίνουν από αδυναμίες ούτε από ψυχρή λογική σκέψη.
Όλοι γνωρίζουμε άτομα που ταιριάζουν στην παραπάνω περιγραφή. Επιπλέον, κάθε φορά που βλέπουμε μια καλή πράξη, από αφιλοκερδή αλτρουισμό ή από ηρωισμό, οι περισσότεροι από εμάς αισθανόμαστε εμπνευσμένοι ή ακόμα και συμφιλιωμένοι με τον κόσμο.
«Μια ουγγιά καλοσύνης αξίζει περισσότερο από ένα τόνο νοημοσύνης.» -Alejandro Jodorowsky
Τι είναι καλύτερο; Να νιώθεις καλά ή να κάνεις καλό;
Αυτό το ερώτημα ακούγεται λίγο περίεργο. Τι θα ήταν καλύτερο; Να επενδύουμε στην δική μας ευημερία ή να έχουμε ως προτεραιότητα την ευημερία κάποιου ξένου; Πιθανόν, πολλοί από τους αναγνώστες μας να πουν στον εαυτό τους πως η απάντηση είναι απλή, το να κάνεις κάτι τόσο απλό, όπως το να κάνεις καλό θα επαναφέρει την ισορροπία και την προσωπική ικανοποίηση. Ωστόσο, το συμπέρασμα αυτό δεν είναι τόσο σαφές για τους ειδικούς. Στην πραγματικότητα, αυτή η ιδέα έχει απασχολήσει ειδικούς στην ανθρώπινη συμπεριφορά για πολλά χρόνια.
Τι λένε οι έρευνες
Ερευνητές του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας έκαναν μια ενδιαφέρουσα μελέτη όπου συμπέραναν πως υπάρχουν δύο ζωτικοί σκοποί μέσα σε ένα ανθρώπινο ον και ο καθένας έχει βιολογικές επιπτώσεις.
Αυτά είναι τα δεδομένα:
Πρώτα, υπάρχουν οι άνθρωποι που χαρακτηρίζονται από την φιλοδοξία τους για ηδονική ευημερία. Αυτός είναι ένας τύπος ευτυχίας που προέρχεται αποκλειστικά από την αυτό-ικανοποίηση, στην ζωτική αναζήτηση για την προσωπική μας ευημερία.
Από την άλλη, αυτό που χαρακτηρίζεται ως ευδαιμονική ευημερία επίσης αναγνωρίστηκε. Μιλάμε για ένα άλλο είδος σκοπού, πιο βαθύ και ανυψωμένο όπου κάποιος προσπαθεί να αναπτυχθεί και να ωριμάσει σαν άνθρωπος ώστε να δώσει τον καλύτερο εαυτό του στους άλλους.
Συμπεράσματα
Στην έρευνα, ανακαλύφθηκε πως τα άτομα με ξεκάθαρη ευδαιμονική διάθεση (αυτοί που βάζουν τους άλλους ως προτεραιότητα) έχουν δυνατότερο ανοσοποιητικό σύστημα. Αποδείχθηκε πως έχουν λιγότερη φλεγμονή και υψηλότερο αριθμό αντισωμάτων, συνώνυμα με ένα ισχυρό ανοσοποιητικό σύστημα.
Επιπλέον, σε ψυχολογικό επίπεδο, το προφίλ τους έδειξε πως έχουν δυνατή πίστη. Δεν έχει σημασία πόσες φορές η ζωή τους έριξε κάτω, πόσες φορές εξαπατήθηκαν ή πόσες απώλειες υπέστησαν. Συνέχισαν να σκέφτονται με την καρδιά τους, συνέχισαν να έχουν ως προτεραιότητα τους άλλους και να εμπιστεύονται την ευγένεια των ανθρώπινων όντων.
Τα ηδονικά άτομα αποδείχθηκε πως είχαν χαμηλότερο αριθμό αντισωμάτων, πιο αδύναμο ανοσοποιητικό σύστημα και πιο ασταθή και μεταβλητή προσωπικότητα.
Παρόλα αυτά η σκέψη και η δράση με την καρδιά αξίζει την προσπάθεια και αξίζει την ευτυχία
Είναι πολύ πιθανό πως πολλοί από εμάς έχουν περάσει μια περίοδο όπου ο ζωτικός σκοπός μας ήταν μόνο ηδονικός. Δεν το βλέπουμε σαφώς σαν εγωιστική πράξη, το έχουμε κατανοήσει απλά ως μια ακόμα ευκαιρία για προσωπική ανάπτυξη. Κάποιες φορές, είμαστε απλώς εξερευνητές. Θέλουμε να πειραματιστούμε, να αγκαλιάσουμε την ζωή, να την εισπνεύσουμε, να ικανοποιηθούμε και να την καταναλώσουμε.
«Το μόνο σύμβολο υπεροχής που ξέρω είναι η καλοσύνη.» -Beethoven
Ωστόσο, λίγο-λίγο σκαρφαλώνουμε την πυραμίδα των αναγκών μας μέχρι να καταλάβουμε πως είμαστε όλοι διασυνδεδεμένοι, ένα θαυμάσιο και σύνθετο δίκτυο αλληλένδετων όπου οι πράξεις μας επανέρχονται στους άλλους. Το να κάνουμε καλό και να πράττουμε με την καρδιά μας συμβάλλει στην αρμονία μέσα στο χάος, είναι ένας φάρος στο σκοτάδι της καταστροφής.
Είτε το πιστεύετε είτε όχι, το να είσαι καλός άνθρωπος δεν σημαίνει ότι πρέπει να είσαι ήρωας, δεν απαιτεί το να βάζουμε τον εαυτό μας σε επικίνδυνες καταστάσεις για τους άλλους ή να μας ζητείται να προσπαθήσουμε να κερδίσουμε όλη την ανθρωπότητα. Οι καλοί άνθρωποι βρίσκονται κάθε μέρα, διακριτικοί αλλά φωτεινοί, ήσυχοι αλλά χαρούμενοι, ταπεινοί αλλά τεράστιοι όπως η καρδιά μας.
Αφήστε μας να δείξουμε καλοσύνη και σεβαστείτε τις καθημερινές πράξεις, ας σκεφτούμε τα μικρά πράγματα. Με αυτόν τον τρόπο, όταν η ευκαιρία για μεγάλες αλλαγές παρουσιαστεί η αδράνεια που έχουμε δημιουργήσει θα μας βοηθήσει. Βρίσκεται στον ορίζοντα της καθημερινής δουλειάς όπου η ευδαιμονική ευημερία είναι πολύ πιο πάνω από τον απλό ηδονισμό και όπου μπορούμε να είμαστε η πηγή έμπνευσης η οποία θα είναι μεταδοτική στον κόσμο.
Όλοι γνωρίζουμε άτομα που ταιριάζουν στην παραπάνω περιγραφή. Επιπλέον, κάθε φορά που βλέπουμε μια καλή πράξη, από αφιλοκερδή αλτρουισμό ή από ηρωισμό, οι περισσότεροι από εμάς αισθανόμαστε εμπνευσμένοι ή ακόμα και συμφιλιωμένοι με τον κόσμο.
«Μια ουγγιά καλοσύνης αξίζει περισσότερο από ένα τόνο νοημοσύνης.» -Alejandro Jodorowsky
Τι είναι καλύτερο; Να νιώθεις καλά ή να κάνεις καλό;
Αυτό το ερώτημα ακούγεται λίγο περίεργο. Τι θα ήταν καλύτερο; Να επενδύουμε στην δική μας ευημερία ή να έχουμε ως προτεραιότητα την ευημερία κάποιου ξένου; Πιθανόν, πολλοί από τους αναγνώστες μας να πουν στον εαυτό τους πως η απάντηση είναι απλή, το να κάνεις κάτι τόσο απλό, όπως το να κάνεις καλό θα επαναφέρει την ισορροπία και την προσωπική ικανοποίηση. Ωστόσο, το συμπέρασμα αυτό δεν είναι τόσο σαφές για τους ειδικούς. Στην πραγματικότητα, αυτή η ιδέα έχει απασχολήσει ειδικούς στην ανθρώπινη συμπεριφορά για πολλά χρόνια.
Τι λένε οι έρευνες
Ερευνητές του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας έκαναν μια ενδιαφέρουσα μελέτη όπου συμπέραναν πως υπάρχουν δύο ζωτικοί σκοποί μέσα σε ένα ανθρώπινο ον και ο καθένας έχει βιολογικές επιπτώσεις.
Αυτά είναι τα δεδομένα:
Πρώτα, υπάρχουν οι άνθρωποι που χαρακτηρίζονται από την φιλοδοξία τους για ηδονική ευημερία. Αυτός είναι ένας τύπος ευτυχίας που προέρχεται αποκλειστικά από την αυτό-ικανοποίηση, στην ζωτική αναζήτηση για την προσωπική μας ευημερία.
Από την άλλη, αυτό που χαρακτηρίζεται ως ευδαιμονική ευημερία επίσης αναγνωρίστηκε. Μιλάμε για ένα άλλο είδος σκοπού, πιο βαθύ και ανυψωμένο όπου κάποιος προσπαθεί να αναπτυχθεί και να ωριμάσει σαν άνθρωπος ώστε να δώσει τον καλύτερο εαυτό του στους άλλους.
Συμπεράσματα
Στην έρευνα, ανακαλύφθηκε πως τα άτομα με ξεκάθαρη ευδαιμονική διάθεση (αυτοί που βάζουν τους άλλους ως προτεραιότητα) έχουν δυνατότερο ανοσοποιητικό σύστημα. Αποδείχθηκε πως έχουν λιγότερη φλεγμονή και υψηλότερο αριθμό αντισωμάτων, συνώνυμα με ένα ισχυρό ανοσοποιητικό σύστημα.
Επιπλέον, σε ψυχολογικό επίπεδο, το προφίλ τους έδειξε πως έχουν δυνατή πίστη. Δεν έχει σημασία πόσες φορές η ζωή τους έριξε κάτω, πόσες φορές εξαπατήθηκαν ή πόσες απώλειες υπέστησαν. Συνέχισαν να σκέφτονται με την καρδιά τους, συνέχισαν να έχουν ως προτεραιότητα τους άλλους και να εμπιστεύονται την ευγένεια των ανθρώπινων όντων.
Τα ηδονικά άτομα αποδείχθηκε πως είχαν χαμηλότερο αριθμό αντισωμάτων, πιο αδύναμο ανοσοποιητικό σύστημα και πιο ασταθή και μεταβλητή προσωπικότητα.
Παρόλα αυτά η σκέψη και η δράση με την καρδιά αξίζει την προσπάθεια και αξίζει την ευτυχία
Είναι πολύ πιθανό πως πολλοί από εμάς έχουν περάσει μια περίοδο όπου ο ζωτικός σκοπός μας ήταν μόνο ηδονικός. Δεν το βλέπουμε σαφώς σαν εγωιστική πράξη, το έχουμε κατανοήσει απλά ως μια ακόμα ευκαιρία για προσωπική ανάπτυξη. Κάποιες φορές, είμαστε απλώς εξερευνητές. Θέλουμε να πειραματιστούμε, να αγκαλιάσουμε την ζωή, να την εισπνεύσουμε, να ικανοποιηθούμε και να την καταναλώσουμε.
«Το μόνο σύμβολο υπεροχής που ξέρω είναι η καλοσύνη.» -Beethoven
Ωστόσο, λίγο-λίγο σκαρφαλώνουμε την πυραμίδα των αναγκών μας μέχρι να καταλάβουμε πως είμαστε όλοι διασυνδεδεμένοι, ένα θαυμάσιο και σύνθετο δίκτυο αλληλένδετων όπου οι πράξεις μας επανέρχονται στους άλλους. Το να κάνουμε καλό και να πράττουμε με την καρδιά μας συμβάλλει στην αρμονία μέσα στο χάος, είναι ένας φάρος στο σκοτάδι της καταστροφής.
Είτε το πιστεύετε είτε όχι, το να είσαι καλός άνθρωπος δεν σημαίνει ότι πρέπει να είσαι ήρωας, δεν απαιτεί το να βάζουμε τον εαυτό μας σε επικίνδυνες καταστάσεις για τους άλλους ή να μας ζητείται να προσπαθήσουμε να κερδίσουμε όλη την ανθρωπότητα. Οι καλοί άνθρωποι βρίσκονται κάθε μέρα, διακριτικοί αλλά φωτεινοί, ήσυχοι αλλά χαρούμενοι, ταπεινοί αλλά τεράστιοι όπως η καρδιά μας.
Αφήστε μας να δείξουμε καλοσύνη και σεβαστείτε τις καθημερινές πράξεις, ας σκεφτούμε τα μικρά πράγματα. Με αυτόν τον τρόπο, όταν η ευκαιρία για μεγάλες αλλαγές παρουσιαστεί η αδράνεια που έχουμε δημιουργήσει θα μας βοηθήσει. Βρίσκεται στον ορίζοντα της καθημερινής δουλειάς όπου η ευδαιμονική ευημερία είναι πολύ πιο πάνω από τον απλό ηδονισμό και όπου μπορούμε να είμαστε η πηγή έμπνευσης η οποία θα είναι μεταδοτική στον κόσμο.
Οι σκοποί και τα μέσα είναι ένα αδιαπέραστο δίχτυ
ΤΕΛΕΟΛΟΓΙΑ. Προέρχεται από τη λέξη τέλος, που σημαίνει “σκοπός” ή “επιδίωξη”. Η τελεολογία (ή συνεπειολογία όπως συχνά καλείται) βεβαιώνει ότι καμιά πράξη δεν είναι σωστή ή λανθασμένη από μόνη της, αλλά ότι η ορθότητά της ή όχι εξαρτάται από το καλό ή το κακό των συνεπειών που επιφέρει. Με άλλα λόγια, αν έχεις καλό αποτέλεσμα, έκανες το “σωστό”. Αν έχεις ένα κακό αποτέλεσμα, έκανες το “λάθος”.
Μια από τις επικρατούσες μορφές της τελεολογίας ονομάζεται “ωφελιμισμός της πράξης”. Αν έπρεπε να το συνοψίσετε σε μια πρόταση, θα έλεγε: “Να ενεργείς με έναν τρόπο τέτοιο ώστε να παράγει το μεγαλύτερο καλό για τον μεγαλύτερο αριθμό”. Από αυτή την άποψη, ο Ρομπέν των Δασών είναι σαφώς δικαιολογημένος να κλέβει από τους πλούσιους για να δίνει στους φτωχούς.
Σε τελική ανάλυση, υπάρχουν πολύ περισσότεροι φτωχοί από ό,τι πλούσιοι! Πολλοί περισσότεροι άνθρωποι θα ωφεληθούν παρά θα πληγούν από την “ανακατανομή” του πλούτου που έκανε ο Ρομπέν. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα θεωρία, αυτό είναι ένα καλό αποτέλεσμα. Κι έτσι ο Ρομπέν πράττει σωστά που κλέβει.
Το κύριο προτέρημα της τελεολογίας είναι η απουσία προκατάληψης. Δεν αποδέχεται αλλά ούτε απορρίπτει καμία πράξη εκ των προτέρων, αλλά περιμένει το αποτέλεσμα της προτού εκφέρει γνώμη.
Όμως, αυτό είναι και μια από τις κύριες αδυναμίες της: Σχεδόν κάθε πράξη, ανεξάρτητα από το πόσο αποτρόπαια είναι, μπορεί να δικαιολογηθεί με μια έκκληση στις συνέπειές της. Για παράδειγμα, ο “ωφελιμισμός της πράξης” μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογηθεί το λιντσάρισμα ανθρώπων τους οποίους υποπτεύονται για εγκλήματα, αντί να τους δώσεις την ευκαιρία μιας δίκαιης δίκης. Στο κάτω κάτω, η συμμορία του λιντσαρίσματος είναι ευτυχισμένη με τη συμπεριφορά της, ακόμη κι αν το θύμα δεν είναι. Αν η ευτυχία είναι καλό πράγμα τότε το λιντσάρισμα είναι ένα παράδειγμα του αξιώματος “το μεγαλύτερο καλό για τον μεγαλύτερο αριθμό” και επομένως δικαιολογημένο “ωφελιμιστικά”.
Η χρησιμοποίηση του “ωφελιμισμού” με αυτό τον τρόπο αποτυγχάνει να λάβει υπόψη της τα τεράστια βάσανα του μικρότερου αριθμού, και έτσι επιτρέπει σε μια πλειοψηφία να αγνοεί τα δικαιώματα της μειοψηφίας. Όταν οι θέσεις μιας ομάδας ανατρέπουν τα δικαιώματα ενός ατόμου, η αδικία ακολουθεί κατά πόδας.
Η τελεολογία έχει κι άλλες αδυναμίες επίσης. Προϋποθέτει ότι εμείς γνωρίζουμε πως να μετρήσουμε το “καλό” ή το “κακό” των αποτελεσμάτων, σαν να ήταν λίγο ή πολύ κρέας ή λαχανικά πάνω σε μια ζυγαριά.
Στην πραγματικότητα κανείς δεν έχει ιδέα πώς να μετρήσει το καλό ή το κακό. Έτσι, αν δεν μπορεί να υπάρξει μία γενική συμφωνία πάνω στο τι είναι καλό ή κακό, δεν μπορεί να υπάρξει και συμφωνία για το αν η πράξη που το παρήγαγε είναι σωστή ή λανθασμένη.
Μπορεί να υπάρξει μόνο μία αυτο–δικαιωνόμενη συναίνεση, της οποίας θα γινόταν κατάχρηση για να υποστηριχθούν ακόμα και πολύ κακές πράξεις.
Ο Ρομπέν λοιπόν πρέπει να είναι πολύ προσεκτικός όταν δικαιολογεί τις πράξεις του με την τελεολογία.
Το να σκέφτεται κανείς για τις συνέπειες των πράξεών του είναι σημαντικό, αλλά οι επιδιώξεις δεν είναι ποτέ ανεξάρτητες από τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για να τις επιτύχουμε.
Μια από τις επικρατούσες μορφές της τελεολογίας ονομάζεται “ωφελιμισμός της πράξης”. Αν έπρεπε να το συνοψίσετε σε μια πρόταση, θα έλεγε: “Να ενεργείς με έναν τρόπο τέτοιο ώστε να παράγει το μεγαλύτερο καλό για τον μεγαλύτερο αριθμό”. Από αυτή την άποψη, ο Ρομπέν των Δασών είναι σαφώς δικαιολογημένος να κλέβει από τους πλούσιους για να δίνει στους φτωχούς.
Σε τελική ανάλυση, υπάρχουν πολύ περισσότεροι φτωχοί από ό,τι πλούσιοι! Πολλοί περισσότεροι άνθρωποι θα ωφεληθούν παρά θα πληγούν από την “ανακατανομή” του πλούτου που έκανε ο Ρομπέν. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα θεωρία, αυτό είναι ένα καλό αποτέλεσμα. Κι έτσι ο Ρομπέν πράττει σωστά που κλέβει.
Το κύριο προτέρημα της τελεολογίας είναι η απουσία προκατάληψης. Δεν αποδέχεται αλλά ούτε απορρίπτει καμία πράξη εκ των προτέρων, αλλά περιμένει το αποτέλεσμα της προτού εκφέρει γνώμη.
Όμως, αυτό είναι και μια από τις κύριες αδυναμίες της: Σχεδόν κάθε πράξη, ανεξάρτητα από το πόσο αποτρόπαια είναι, μπορεί να δικαιολογηθεί με μια έκκληση στις συνέπειές της. Για παράδειγμα, ο “ωφελιμισμός της πράξης” μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογηθεί το λιντσάρισμα ανθρώπων τους οποίους υποπτεύονται για εγκλήματα, αντί να τους δώσεις την ευκαιρία μιας δίκαιης δίκης. Στο κάτω κάτω, η συμμορία του λιντσαρίσματος είναι ευτυχισμένη με τη συμπεριφορά της, ακόμη κι αν το θύμα δεν είναι. Αν η ευτυχία είναι καλό πράγμα τότε το λιντσάρισμα είναι ένα παράδειγμα του αξιώματος “το μεγαλύτερο καλό για τον μεγαλύτερο αριθμό” και επομένως δικαιολογημένο “ωφελιμιστικά”.
Η χρησιμοποίηση του “ωφελιμισμού” με αυτό τον τρόπο αποτυγχάνει να λάβει υπόψη της τα τεράστια βάσανα του μικρότερου αριθμού, και έτσι επιτρέπει σε μια πλειοψηφία να αγνοεί τα δικαιώματα της μειοψηφίας. Όταν οι θέσεις μιας ομάδας ανατρέπουν τα δικαιώματα ενός ατόμου, η αδικία ακολουθεί κατά πόδας.
Η τελεολογία έχει κι άλλες αδυναμίες επίσης. Προϋποθέτει ότι εμείς γνωρίζουμε πως να μετρήσουμε το “καλό” ή το “κακό” των αποτελεσμάτων, σαν να ήταν λίγο ή πολύ κρέας ή λαχανικά πάνω σε μια ζυγαριά.
Στην πραγματικότητα κανείς δεν έχει ιδέα πώς να μετρήσει το καλό ή το κακό. Έτσι, αν δεν μπορεί να υπάρξει μία γενική συμφωνία πάνω στο τι είναι καλό ή κακό, δεν μπορεί να υπάρξει και συμφωνία για το αν η πράξη που το παρήγαγε είναι σωστή ή λανθασμένη.
Μπορεί να υπάρξει μόνο μία αυτο–δικαιωνόμενη συναίνεση, της οποίας θα γινόταν κατάχρηση για να υποστηριχθούν ακόμα και πολύ κακές πράξεις.
Ο Ρομπέν λοιπόν πρέπει να είναι πολύ προσεκτικός όταν δικαιολογεί τις πράξεις του με την τελεολογία.
Το να σκέφτεται κανείς για τις συνέπειες των πράξεών του είναι σημαντικό, αλλά οι επιδιώξεις δεν είναι ποτέ ανεξάρτητες από τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για να τις επιτύχουμε.
Το αριστουργηματικό αποτελεί πάντα την εξαίρεση
Όποιος έχει ξυπνήσει από τα πρώτα όνειρα της νιότης` όποιος έχει αναλογιστεί τη δική του εμπειρία και την εμπειρία των άλλων` όποιος έχει εξετάσει τη ζωή στην ιστορία του παρελθόντος και της εποχής του, και τελικά στα έργα των μεγάλων ποιητών, σίγουρα θα μπορεί να επιβεβαιώσει το αποτέλεσμα, αν η κρίση του δεν έχει παραλύσει από κάποια ανεξίτηλα χαραγμένη προκατάληψη, ότι αυτός ο κόσμος των ανθρώπων είναι το βασίλειο του τυχαίου και της πλάνης.
Αυτά τα δύο τον κυβερνούν ανελέητα στα μεγάλα πράγματα αλλά και στα μικρά. Και μαζί μ’ αυτά η ανοησία και η μοχθηρία κρατάνε κι αυτές το δικό τους φραγγέλιο. Βγαίνει λοιπόν αβίαστα το συμπέρασμα ότι καθετί καλύτερο θέλει πολύ κόπο και προσπάθεια για να επικρατήσει` ό, τι είναι ευγενές και σοφό σπάνια εμφανίζεται, σπάνια αναλαμβάνει δράση ή βρίσκει ευήκοα ώτα, ενώ το παράλογο και το διεστραμμένο στον τομέα της σκέψης, το βαρετό και το κακόγουστο στη σφαίρα της τέχνης, το μοχθηρό και το ψευδεπίγραφο στη σφαίρα της δράσης, επιβάλλουν κατά κανόνα την κυριαρχία τους με μικρές μόνο διακοπές. Απ’ την άλλη μεριά, το αριστουργηματικό αποτελεί πάντα την εξαίρεση, μια περίπτωση στο ένα εκατομμύριο` οπότε αν έχει εκφραστεί μέσα σ’ ένα αιώνιο έργο, το έργο αυτό στέκει απομονωμένο, αφού πρώτα βγει αλώβητο από τις κακόβουλες επικρίσεις των συγχρόνων. Διατηρείται σαν τον μετεωρίτη που ήρθε στα μέρη μας από έναν κόσμο διαφορετικό απ’ τον δικό μας.
Όσο αφορά όμως τη ζωή του ατόμου, κάθε προσωπική ιστορία είναι μια ιστορία βασάνων, γιατί κατά κανόνα η ζωή είναι μια συνεχής αλυσίδα από μεγάλες ή μικρές αναποδιές, τις οποίες όλοι κρύβουν όσο μπορούν, γιατί γνωρίζουν ότι οι άλλοι σίγουρα θα νιώσουν ικανοποίηση στο θέαμα κάποιων δεινών απ’ τα οποία εκείνοι τώρα είναι, προσωρινά τουλάχιστον, απαλλαγμένοι` πολύ σπάνια θα νιώσουν συμπόνια ή αλληλεγγύη. Προς το τέλος της ζωής του, ίσως να μην υπάρξει ποτέ άνθρωπος, μυαλωμένος και ειλικρινής, που θα επιθυμούσε να τα ξαναπεράσει όλα αυτά. Απεναντίας, αντ’ αυτού θα επέλεγε σίγουρα την απόλυτη ανυπαρξία.
H ΔΥΣΧΕΡΕΙΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΕΝΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ
Στην Ελλάδα “θεοποιήθηκε” ο Λόγος ως υπέρτατη αξία φιλοσοφική και ο διάλογος ως αξία ιδιαίτερα κοινωνική. Όπως είναι γνωστό, διάλογος είναι η ανταλλαγή σκέψεων και διερεύνηση αντιλήψεων για την εξεύρεση ενός σωστού συμπεράσματος πάνω σ’ ένα θέμα που προβληματίζει τους συζητητές. Είναι η τελειότερη μορφή επικοινωνίας για την ανταλλαγή απόψεων και πληροφοριών, την επίλυση η προσωπικών διαφορών ή συναισθηματικών εξομολογήσεων (ψυχική προσέγγιση). Μετατρέπει την μοναξιά και την αποστασιοποίηση σε συνύπαρξη και φιλία. Κυρίως όμως ο διάλογος είναι σημαντικός όταν αφορά ένα ζωτικό θέμα, πολιτικό, κοινωνικό, ηθικό, θρησκευτικό κ.λπ. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η θεωρητική και πρακτική του αξία είναι μεγάλη, γιατί οι λύσεις στις οποίες θα οδηγήσει δεν αφορούν μόνον τους συνδιαλεγόμενους αλλά και το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο.
Οι προϋποθέσεις ενός γνήσιού και γόνιμου διαλόγου είναι: να είναι ελεύθερος και αντικειμενικός, ανεπηρέαστος και ειλικρινής, αδογμάτιστος και αφανάτιστος, σφαιρικός και πειστικός, ισότιμος προς όλους τους συζητητές (ο ένας να σέβεται την άποψη του άλλου). Να είναι απαλλαγμένος από προκατάληψη, μισαλλοδοξία και ισχυρογνωμοσύνη. Να μη κυριαρχείται από το ένστικτο της επιθετικότητας που στοχεύει στην συντριβή του αντιπάλου και στον θρίαμβο του νικητή. Και προπαντώς να υπάρχει στο βάθος των συζητητών η συνείδηση ότι κανείς δεν μπορεί να έχει εκατό τοις εκατό δίκαιο και κανείς απόλυτο άδικο.
Οι προϋποθέσεις ενός γνήσιού και γόνιμου διαλόγου είναι: να είναι ελεύθερος και αντικειμενικός, ανεπηρέαστος και ειλικρινής, αδογμάτιστος και αφανάτιστος, σφαιρικός και πειστικός, ισότιμος προς όλους τους συζητητές (ο ένας να σέβεται την άποψη του άλλου). Να είναι απαλλαγμένος από προκατάληψη, μισαλλοδοξία και ισχυρογνωμοσύνη. Να μη κυριαρχείται από το ένστικτο της επιθετικότητας που στοχεύει στην συντριβή του αντιπάλου και στον θρίαμβο του νικητή. Και προπαντώς να υπάρχει στο βάθος των συζητητών η συνείδηση ότι κανείς δεν μπορεί να έχει εκατό τοις εκατό δίκαιο και κανείς απόλυτο άδικο.
Η λύση των περισσότερων προβλημάτων βρίσκεται στο “περίπου”, στην εξισορροπημένη συνδιαλλαγή και εναρμόνιση των αντιθέσεων. Δεν υπάρχει στην πράξη απόλυτο καλό και απόλυτο κακό για όλους ανεξαιρέτως. Ο Αριστοτέλης έθεσε σωστά το ζήτημα: “Επεί (δή) εξ ανοιμοίων η Πόλις… ανάγκη (εστί) μη μίαν (μόνον) είναι την αρετήν πάντων των πολιτών” (Πολιτικά 1277α, 6). Στον νεοελληνικό χώρο η δυσκολία ενός τέτοιου διαλόγου είναι παροιμιώδης. Ενώ από έναν συλλογικό διάλογο νικητής πρέπει να βγει η αλή0εια, ο κάθε συνομιλητής μάχεται ν’ αποδείξει ότι αυτός κατέχει την μοναδική αλήθεια και είναι ο νικητής. ‘Έτσι, οι διαφωνίες υπερισχύουν ατό την σύγκλιση των απόψεων, και οι συνομιλητές τελικά αφού “μονολογίσουν” μεταξύ τους, αποχωρούν χωρίς να υποχωρήσουν βήμα από τις προσωπικές θέσεις τους. Την υποχώρηση από τις Πρωταρχικές απόψεις τούς και γνώμες την θεωρούν προσβολή της προσωπικότητάς τους και καταρράκωση της αξιοπρέπειάς τους.’ Έτσι, μένουν άκαμπτοι και ανυποχώρητοι με την πεποίθηση πως η αντίστασή τους τονίζει την προσωπικότητά τους, και ενώ θα έπρεπε να συνυπάρχουν διαφωνούντες, προτιμούν την αποστασιοποίηση και την αντιπάθεια.
Οι αιτίες της ανικανότητας του Νεοέλληνα για διάλογο είναι πολλές- επισημαίνουμε μερικές:
– Ανώριμη κοινωνική συνείδηση συνεργασίας.
– Ανικανότητα για γόνιμη ακρόαση και σιωπή.
– Υπερτροφικός εγωισμός (ατομικοκεντρικότητα) που στοχεύει στην εξασφάλιση υπεροχής και σπουδαιοφάνειας ανάμεσα στους διαλεγόμενους. Ο Έλληνας δεν συζητάει, αποφαίνεται! Δεν αγαπάει την ισηγορία, την πολυφωνία, την συνύπαρξη των αντιθέτων. Απαιτεί την ομοφωνία! Εχθρεύεται τον αντίλογο.
– Υποβαθμισμένη εμπιστοσύνη στην αξία του διαλόγου και της ανταλλαγής ιδεών. ‘Έτσι ο διάλογος καταντάει συρραφή ρητορικών μονολόγων (συχνά άσχετων προς το θέμα). Δηλαδή διάλογος μεταξύ κωφών.
– Ατιθάσευτο ένστικτο ανταγωνιστικότητας, εριστικότητας ναι επιθετικότητας.
– Υποβαθμισμένη πνευματικότητα (που θα υπαγόρευε την ανεκτικότητα, τη μετριοπάθεια και τη διαλακτικότητα του πολιτισμένου ανθρώπου).
-Έλλειψη ικανής παιδείας (που διαμορφώνει τον πλούτο της σκέψης, τη μεθόδευση του λόγου, την όξυνση της κρίσης, τον σεβασμό του συνομιλητή, την ανύψωση του ήθούς, τη δίψα της αλήθειας και μόνο).
– Ο διάλογος με χαρακτήρα συστηματικού αμφισβητία, (επί παντός επιστητού) και απορριπτικού των πάντων.
– Δογματικότητα (που δυσχεραίνει τον διάλογο) ιδίως όταν εκφράζονται πολιτικές απόψεις (κομματική ιδεολογία) ή θρησκευτικές απόψεις (Θεολογική πίστη).
– Σοφιστική ικανότητα. Την χρησιμοποιεί άλλοτε για να επιδείξει “πνεύμα”, άλλοτε για ν’ αποπροσανατολίσει τον συνομιλητή κι άλλοτε για να δικαιολογήσει τις εσφαλμένες απόψεις του.
-Έλλειψη σωστής πληροφόρησης.
– Καχυποψία ότι τα συμπεράσματα του διαλόγου θα είναι βλαπτικά για τα συμφέροντα του διαλεγόμενου, οπότε ο διάλογος έχει χαραχτήρα καιροσκοπικό και παρελκυστικό.
– Προχειρολογία και φλυαρία ανούσια για δευτερεύοντα και εκτός θέματος πράγματα με ασαφή επιχειρήματα.
Ο ‘Ελληνας γενικά είναι κακός συζητητής στο σπίτι του, στις συναναστροφές του, στη δουλειά του, στις δημόσιες συζητήσεις, στο κοινοβούλιο, παντού. Δεν ξέρει να ακούει με προσοχή κάποιον ομιλητή και επιστρατεύει ένα σωρό επιχειρήματα σοφιστικά για να τον ανατρέψει. Όπου δύο Ρωμιοί, ο ένας αυτοσχεδιάζεται σε ρήτορα και ο άλλος αγωνίζεται να τον διακόψει. Τις περισσότερες φορές καταφεύγει σε χειρονομίες και στην υπερύψωση της φωνής για να υπογραμμίσει τις ιδέες του και να πείσει τούς συζητητές για γνώμες που δεν έχουν κανένα λογικό έρεισμα. Αλλά με χειρονομίες και φωνασκίες ο ανόητος λόγος δεν αναβαθμίζεται, υποβαθμίζεται. Τελικά ένας τέτοιος διάλογος καταλήγει σε διαπληκτισμούς – και όχι μόνο φραστικούς. Ο Εμ. Ροίδης έγραφε: “Μεταξύ δύο Ρωμιών διαφωνούντων δια το αν ο ήλιος προβάλλει εξ ανατολών ή εκ δυσμών, δίκαιον έχει ο οπλοφορών”!
Μια ακόμη κακή συνήθεια των Νεοελλήνων είναι η τέλεια έλλειψη διαλόγου ανάμεσα σε νέους και ηλικιωμένους κι αυτό φυσικά αποβαίνει σε βάρος των νέων. Στον διάλογο δεν πρέπει να στέκονται εμπόδιο οι ηλικίες, το χάσμα των γενεών, τα πολιτικά φρονήματα, οι θρησχευτικές πεποιθήσεις. Στον σωστό διάλογο ένα πράγμα πρωτεύει: η συλλογική αναζήτηση της αλήθειας. Τίποτα άλλο. Ο R. Rοllan το είχε επισημάνει: “Όταν συζητάμε δεν υπάρχει ανώτερος και κατώτερος, ούτε τίτλοι, ούτε ηλικία, ούτε όνομα. Τίποτα δεν λογαριάζεται παρά μονάχα η αλήθεια. Και μπροστά σ’ αυτή είναι όλοι ίσοι”. Και o Fr. Bacon παρατήρησε: “Γίνεται κανείς σοφώτερος από διάλογο μιας ώρας παρά από σκέψη μιας ημέρας”.
Φαίνεται όμως ότι η πολιτισμένη συνομιλία, ο διάλογος με βάση την αμοιβαία εμπιστοσύνη, δεν είναι γενικά κάτι το εύκολο, όχι μόνο για τους ‘Έλληνες αλλά και για άλλους λαούς, γιατί και η πιο ψυχρή λογική επηρεάζεται από το θερμό συναίσθημα. Χρειάστηκαν τόσα πολλά χρόνια για να γίνει η κραυγή των ανθρώπων ομιλία και φαίνεται πως δεν φτάνει μια ολόκληρη ζωή για να γίνει η ομιλία αυτή συνομιλία.
Οι αιτίες της ανικανότητας του Νεοέλληνα για διάλογο είναι πολλές- επισημαίνουμε μερικές:
– Ανώριμη κοινωνική συνείδηση συνεργασίας.
– Ανικανότητα για γόνιμη ακρόαση και σιωπή.
– Υπερτροφικός εγωισμός (ατομικοκεντρικότητα) που στοχεύει στην εξασφάλιση υπεροχής και σπουδαιοφάνειας ανάμεσα στους διαλεγόμενους. Ο Έλληνας δεν συζητάει, αποφαίνεται! Δεν αγαπάει την ισηγορία, την πολυφωνία, την συνύπαρξη των αντιθέτων. Απαιτεί την ομοφωνία! Εχθρεύεται τον αντίλογο.
– Υποβαθμισμένη εμπιστοσύνη στην αξία του διαλόγου και της ανταλλαγής ιδεών. ‘Έτσι ο διάλογος καταντάει συρραφή ρητορικών μονολόγων (συχνά άσχετων προς το θέμα). Δηλαδή διάλογος μεταξύ κωφών.
– Ατιθάσευτο ένστικτο ανταγωνιστικότητας, εριστικότητας ναι επιθετικότητας.
– Υποβαθμισμένη πνευματικότητα (που θα υπαγόρευε την ανεκτικότητα, τη μετριοπάθεια και τη διαλακτικότητα του πολιτισμένου ανθρώπου).
-Έλλειψη ικανής παιδείας (που διαμορφώνει τον πλούτο της σκέψης, τη μεθόδευση του λόγου, την όξυνση της κρίσης, τον σεβασμό του συνομιλητή, την ανύψωση του ήθούς, τη δίψα της αλήθειας και μόνο).
– Ο διάλογος με χαρακτήρα συστηματικού αμφισβητία, (επί παντός επιστητού) και απορριπτικού των πάντων.
– Δογματικότητα (που δυσχεραίνει τον διάλογο) ιδίως όταν εκφράζονται πολιτικές απόψεις (κομματική ιδεολογία) ή θρησκευτικές απόψεις (Θεολογική πίστη).
– Σοφιστική ικανότητα. Την χρησιμοποιεί άλλοτε για να επιδείξει “πνεύμα”, άλλοτε για ν’ αποπροσανατολίσει τον συνομιλητή κι άλλοτε για να δικαιολογήσει τις εσφαλμένες απόψεις του.
-Έλλειψη σωστής πληροφόρησης.
– Καχυποψία ότι τα συμπεράσματα του διαλόγου θα είναι βλαπτικά για τα συμφέροντα του διαλεγόμενου, οπότε ο διάλογος έχει χαραχτήρα καιροσκοπικό και παρελκυστικό.
– Προχειρολογία και φλυαρία ανούσια για δευτερεύοντα και εκτός θέματος πράγματα με ασαφή επιχειρήματα.
Ο ‘Ελληνας γενικά είναι κακός συζητητής στο σπίτι του, στις συναναστροφές του, στη δουλειά του, στις δημόσιες συζητήσεις, στο κοινοβούλιο, παντού. Δεν ξέρει να ακούει με προσοχή κάποιον ομιλητή και επιστρατεύει ένα σωρό επιχειρήματα σοφιστικά για να τον ανατρέψει. Όπου δύο Ρωμιοί, ο ένας αυτοσχεδιάζεται σε ρήτορα και ο άλλος αγωνίζεται να τον διακόψει. Τις περισσότερες φορές καταφεύγει σε χειρονομίες και στην υπερύψωση της φωνής για να υπογραμμίσει τις ιδέες του και να πείσει τούς συζητητές για γνώμες που δεν έχουν κανένα λογικό έρεισμα. Αλλά με χειρονομίες και φωνασκίες ο ανόητος λόγος δεν αναβαθμίζεται, υποβαθμίζεται. Τελικά ένας τέτοιος διάλογος καταλήγει σε διαπληκτισμούς – και όχι μόνο φραστικούς. Ο Εμ. Ροίδης έγραφε: “Μεταξύ δύο Ρωμιών διαφωνούντων δια το αν ο ήλιος προβάλλει εξ ανατολών ή εκ δυσμών, δίκαιον έχει ο οπλοφορών”!
Μια ακόμη κακή συνήθεια των Νεοελλήνων είναι η τέλεια έλλειψη διαλόγου ανάμεσα σε νέους και ηλικιωμένους κι αυτό φυσικά αποβαίνει σε βάρος των νέων. Στον διάλογο δεν πρέπει να στέκονται εμπόδιο οι ηλικίες, το χάσμα των γενεών, τα πολιτικά φρονήματα, οι θρησχευτικές πεποιθήσεις. Στον σωστό διάλογο ένα πράγμα πρωτεύει: η συλλογική αναζήτηση της αλήθειας. Τίποτα άλλο. Ο R. Rοllan το είχε επισημάνει: “Όταν συζητάμε δεν υπάρχει ανώτερος και κατώτερος, ούτε τίτλοι, ούτε ηλικία, ούτε όνομα. Τίποτα δεν λογαριάζεται παρά μονάχα η αλήθεια. Και μπροστά σ’ αυτή είναι όλοι ίσοι”. Και o Fr. Bacon παρατήρησε: “Γίνεται κανείς σοφώτερος από διάλογο μιας ώρας παρά από σκέψη μιας ημέρας”.
Φαίνεται όμως ότι η πολιτισμένη συνομιλία, ο διάλογος με βάση την αμοιβαία εμπιστοσύνη, δεν είναι γενικά κάτι το εύκολο, όχι μόνο για τους ‘Έλληνες αλλά και για άλλους λαούς, γιατί και η πιο ψυχρή λογική επηρεάζεται από το θερμό συναίσθημα. Χρειάστηκαν τόσα πολλά χρόνια για να γίνει η κραυγή των ανθρώπων ομιλία και φαίνεται πως δεν φτάνει μια ολόκληρη ζωή για να γίνει η ομιλία αυτή συνομιλία.
ΣΤΩΪΚΟΙ ΚΑΙ ΣΤΩΪΚΙΣΜΟΣ: ΑΡΘΡΑ - Η έννοια του «Θεού» στους Εθνικούς της Ύστερης Αρχαιότητας
Ήδη κάτω από τον Χριστιανισμό και πριν να φανεί ότι πεθαίνει, η παγανιστική σκέψη είχε αρχίσει να εξελίσσεται δυναμικά. Σε όλον τον 4ο αιώνα ο Παγανισμός έχει τρία σημεία στηρίξεως:
1. την αρχαία αριστοκρατία, παγανιστική από παράδοση και από πατριωτισμό («η Ρώμη θα ζήσει όσο θα ζήσουν οι θεοί της»),
2. τους ανωτέρους κρατικούς λειτουργούς που διαμαρτύρονταν ενάντια στην ανατολικοποίηση της Αυτοκρατορίας και στον δεσποτισμό του αυτοκρατορικού καθεστώτος, και τέλος
3. τις ισχυρές φιλοσοφικές σχολές, όπως μαρτυρούν η εκπαίδευση του Ιουλιανού, η σπουδαιότητα του Λιβάνιου στην Νικομήδεια και την Αντιόχεια κ.ο.κ.
Ο Παγανισμός αυτός πότε είναι ευσεβής και πότε, αντίθετα, καθαρά φιλοσοφικός και διανοητικός. Τα υπόλοιπα στοιχεία που συνθέτουν την νέα ευρύτερη «θρησκευτικότητα» της εποχής είναι η άνοδος της λατρείας του αυτοκράτορα, η διόγκωση του Χριστιανισμού και η πλημμυρίδα των ανατολίτικων θρησκευτικών λατρειών. Αλλά εκείνο που παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον είναι ότι απέναντι στην καινούργια θρησκεία του Χριστιανισμού, οι οπαδοί της αρχαίας Θρησκείας φαίνεται να «επανασκέπτονται» το σύστημά τους και να προτείνουν μία πιο πρωτότυπη διατύπωσή του.
Πράγματι, αντίθετα με όσα γράφονται πολύ συχνά, ο «ένας Θεός» τον οποίον επικαλείται γενικολογώντας ο ύστερος Παγανισμός δεν έχει καμμία απολύτως σχέση με τον Θεό του Ιουδαιοχριστιανικού Μονοθεϊσμού. Δεν πρόκειται για κάποιον Θεό ριζικά διάφορο των Θεών του πολυθεϊστικού Πανθέου και της αντίστοιχης Παραδόσεως, αλλά απλώς για την εκπροσώπηση μίας «κοινής αρχής» όλων των επιμέρους Θεών. Ο Στωϊκισμός, του οποίου οι θρησκευτικές βάσεις είναι ουσιαστικές, αποτελεί μία χαρακτηριστική περίπτωση αυτής της αντιλήψεως. Οι Λουί Ζερνέ και Αντρέ Μπουλανζέ παρατηρούν ότι «κανένα άλλο φιλοσοφικό σύστημα δεν έδωσε ποτέ τόση θέση στα θρησκευτικά προβλήματα. Και μπορεί κανείς να πει ότι ολόκληρη η στωϊκή αντίληψη του Σύμπαντος, της Φύσεως και του Πεπρωμένου των ανθρώπων, εξαρτάται από την Θεολογία αυτής της σχολής, ότι το ιδεώδες της ως προς την Σοφία, η ηθική πρακτική της τόσο σε ατομικά όσο και σε συλλογικό επίπεδο, έχουν μία καθαρά θεολογική θεμελίωσή τους» («Η ελληνική μεγαλοφυϊα στην Θρησκεία», εκδόσεις Αλμπέν Μισέλ, 1970).
Ο Θεός των στωϊκών είναι η «ψυχή του κόσμου» και ο κόσμος είναι ένα «Ον πλήρες σοφίας». Ο «Λόγος» (ο θείος ή φιλοσοφικός προσανατολισμός) που του δίνει τις βάσεις του είναι τελείως ομοούσιος μ’ αυτόν και δεν υπάρχει γι’ αυτόν κανένας «άλλος κόσμος». Το Σύμπαν δεν εξαρτάται από ένα άλλο Ον και ο άνθρωπος πρέπει να πραγματοποιήσει το ιδεώδες του αποκλειστικά μέσα σε αυτόν τον Κόσμο. Η Σοφία και η Αρετή συνίστανται στο να ζει κανείς σύμφωνα με την «τάξη» και την «αρμονία» του Σύμπαντος. Και ο Κόσμος, εφ’ όσον συμπεριλαμβάνει και περιέχει όλα τα υπάρχοντα, είναι συνεπώς τέλειος και τίποτα άλλο δεν μπορεί να υπάρχει πέρα και έξω από αυτόν.
Αυτή η «τελευταία» μορφή του αρχαίου Παγανισμού παραμένει πιστή στην αρχή της ανεκτικότητος. Για τους μορφωμένους Εθνικούς όλοι οι Θεοί είναι το ίδιο σεβαστοί, ακριβώς γιατί εκπροσωπούν διαφορετικές φανερώσεις μίας μοναδικής αρχική θεότητος, ενώ αντίθετα οι χριστιανοί δεν έπαψαν ποτέ να θεωρούν τους Θεούς των Εθνικών σαν «είδωλα», «δαίμονες» ή ακόμα και σαν θεοποιημένους ανθρώπους ή ακόμα χειρότερα σαν «ανθρώπους κακούς και αθλίους» όπως έχει γράψει ο Μαρτίνος της Μπράγας. Όταν οι στωϊκοί υποστηρίζουν την ιδέα ενός «μοναδικού Θεού», παραδέχονται ταυτοχρόνως την ύπαρξη των πολλών Θεών, αποδέχονται την ανθρωπόμορφη παράστασή τους και περιορίζονται στο να δώσουν αλληγορικές και συμβολικές ερμηνείες στην θεολογία τους. Εξηγούν λ.χ. ότι ο Θεός Ζευς είναι μία φανέρωση της αιωνίας και πρώτης Αρχής μέσα από την οποία όλα τα πράγματα υπάρχουν και εξελίσσονται, ενώ από την άλλη δέχονται ότι οι άλλοι πολλοί Θεοί εκπροσωπούν τα πολλά ειδικά χαρακτηριστικά της μίας αυτής και πρώτης Αρχής. Ο Διογένης Λαέρτιος σημειώνει πως «ο Θεός, ο Νους, η Ειμαρμένη, ο Ζευς, είναι ένα και το αυτό Ον, το οποίον ονομάζεται και με πολλά ονόματα ακόμη».
Την στιγμή λοιπόν, που ο Αρχαίος Κόσμος φαινόταν πως ναυαγούσε, στην πραγματικότητα ο Παγανισμός εξελισσόταν σημαντικά. Αλλά αν αναφερόταν σε «έναν» Θεό, δεν το έπραττε με την έννοια του Ιουδαιοχριστιανισμού, αλλά ήταν μάλλον ένας Παγανισμός που ερχόταν να διακηρύξει ότι η Θεότητα είναι εν τέλει η Ψυχή του Κόσμου (με την έννοια που και ο Πλάτων αναφέρεται στον «ευαίσθητο Θεό») ή αν θέλει κανείς ήταν ένας ενοποιητικός Συγχρωτισμός που αντιλαμβανόταν έναν ταυτόσημο με τον Κόσμο Θεό ως μία υπέρτατη Αρχή της οποίας οι άλλοι Θεοί είναι διαφορετικές φανερώσεις. Ο ύστερος αυτός Παγανισμός χαρακτηριζόταν «ιδεολογικά» από την ταυτόχρονη ερμηνεία των καθαρά θρησκευτικών και των φιλοσοφικών στοιχείων. Δεν είχε όμως τον καιρό να ριζώσει και αναγκάσθηκε δυστυχώς να εξαφανισθεί. Εάν ο ευρωπαϊκός Παγανισμός είχε αφεθεί να εξελιχθεί μόνος του και είχε κατορθώσει να προφυλαχθεί από την χριστιανική εισβολή, θα είχε ίσως εξελιχθεί ολόκληρος προς αυτή την συγκεκριμένη κατεύθυνση των στωϊκών.
1. την αρχαία αριστοκρατία, παγανιστική από παράδοση και από πατριωτισμό («η Ρώμη θα ζήσει όσο θα ζήσουν οι θεοί της»),
2. τους ανωτέρους κρατικούς λειτουργούς που διαμαρτύρονταν ενάντια στην ανατολικοποίηση της Αυτοκρατορίας και στον δεσποτισμό του αυτοκρατορικού καθεστώτος, και τέλος
3. τις ισχυρές φιλοσοφικές σχολές, όπως μαρτυρούν η εκπαίδευση του Ιουλιανού, η σπουδαιότητα του Λιβάνιου στην Νικομήδεια και την Αντιόχεια κ.ο.κ.
Ο Παγανισμός αυτός πότε είναι ευσεβής και πότε, αντίθετα, καθαρά φιλοσοφικός και διανοητικός. Τα υπόλοιπα στοιχεία που συνθέτουν την νέα ευρύτερη «θρησκευτικότητα» της εποχής είναι η άνοδος της λατρείας του αυτοκράτορα, η διόγκωση του Χριστιανισμού και η πλημμυρίδα των ανατολίτικων θρησκευτικών λατρειών. Αλλά εκείνο που παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον είναι ότι απέναντι στην καινούργια θρησκεία του Χριστιανισμού, οι οπαδοί της αρχαίας Θρησκείας φαίνεται να «επανασκέπτονται» το σύστημά τους και να προτείνουν μία πιο πρωτότυπη διατύπωσή του.
Πράγματι, αντίθετα με όσα γράφονται πολύ συχνά, ο «ένας Θεός» τον οποίον επικαλείται γενικολογώντας ο ύστερος Παγανισμός δεν έχει καμμία απολύτως σχέση με τον Θεό του Ιουδαιοχριστιανικού Μονοθεϊσμού. Δεν πρόκειται για κάποιον Θεό ριζικά διάφορο των Θεών του πολυθεϊστικού Πανθέου και της αντίστοιχης Παραδόσεως, αλλά απλώς για την εκπροσώπηση μίας «κοινής αρχής» όλων των επιμέρους Θεών. Ο Στωϊκισμός, του οποίου οι θρησκευτικές βάσεις είναι ουσιαστικές, αποτελεί μία χαρακτηριστική περίπτωση αυτής της αντιλήψεως. Οι Λουί Ζερνέ και Αντρέ Μπουλανζέ παρατηρούν ότι «κανένα άλλο φιλοσοφικό σύστημα δεν έδωσε ποτέ τόση θέση στα θρησκευτικά προβλήματα. Και μπορεί κανείς να πει ότι ολόκληρη η στωϊκή αντίληψη του Σύμπαντος, της Φύσεως και του Πεπρωμένου των ανθρώπων, εξαρτάται από την Θεολογία αυτής της σχολής, ότι το ιδεώδες της ως προς την Σοφία, η ηθική πρακτική της τόσο σε ατομικά όσο και σε συλλογικό επίπεδο, έχουν μία καθαρά θεολογική θεμελίωσή τους» («Η ελληνική μεγαλοφυϊα στην Θρησκεία», εκδόσεις Αλμπέν Μισέλ, 1970).
Ο Θεός των στωϊκών είναι η «ψυχή του κόσμου» και ο κόσμος είναι ένα «Ον πλήρες σοφίας». Ο «Λόγος» (ο θείος ή φιλοσοφικός προσανατολισμός) που του δίνει τις βάσεις του είναι τελείως ομοούσιος μ’ αυτόν και δεν υπάρχει γι’ αυτόν κανένας «άλλος κόσμος». Το Σύμπαν δεν εξαρτάται από ένα άλλο Ον και ο άνθρωπος πρέπει να πραγματοποιήσει το ιδεώδες του αποκλειστικά μέσα σε αυτόν τον Κόσμο. Η Σοφία και η Αρετή συνίστανται στο να ζει κανείς σύμφωνα με την «τάξη» και την «αρμονία» του Σύμπαντος. Και ο Κόσμος, εφ’ όσον συμπεριλαμβάνει και περιέχει όλα τα υπάρχοντα, είναι συνεπώς τέλειος και τίποτα άλλο δεν μπορεί να υπάρχει πέρα και έξω από αυτόν.
Αυτή η «τελευταία» μορφή του αρχαίου Παγανισμού παραμένει πιστή στην αρχή της ανεκτικότητος. Για τους μορφωμένους Εθνικούς όλοι οι Θεοί είναι το ίδιο σεβαστοί, ακριβώς γιατί εκπροσωπούν διαφορετικές φανερώσεις μίας μοναδικής αρχική θεότητος, ενώ αντίθετα οι χριστιανοί δεν έπαψαν ποτέ να θεωρούν τους Θεούς των Εθνικών σαν «είδωλα», «δαίμονες» ή ακόμα και σαν θεοποιημένους ανθρώπους ή ακόμα χειρότερα σαν «ανθρώπους κακούς και αθλίους» όπως έχει γράψει ο Μαρτίνος της Μπράγας. Όταν οι στωϊκοί υποστηρίζουν την ιδέα ενός «μοναδικού Θεού», παραδέχονται ταυτοχρόνως την ύπαρξη των πολλών Θεών, αποδέχονται την ανθρωπόμορφη παράστασή τους και περιορίζονται στο να δώσουν αλληγορικές και συμβολικές ερμηνείες στην θεολογία τους. Εξηγούν λ.χ. ότι ο Θεός Ζευς είναι μία φανέρωση της αιωνίας και πρώτης Αρχής μέσα από την οποία όλα τα πράγματα υπάρχουν και εξελίσσονται, ενώ από την άλλη δέχονται ότι οι άλλοι πολλοί Θεοί εκπροσωπούν τα πολλά ειδικά χαρακτηριστικά της μίας αυτής και πρώτης Αρχής. Ο Διογένης Λαέρτιος σημειώνει πως «ο Θεός, ο Νους, η Ειμαρμένη, ο Ζευς, είναι ένα και το αυτό Ον, το οποίον ονομάζεται και με πολλά ονόματα ακόμη».
Την στιγμή λοιπόν, που ο Αρχαίος Κόσμος φαινόταν πως ναυαγούσε, στην πραγματικότητα ο Παγανισμός εξελισσόταν σημαντικά. Αλλά αν αναφερόταν σε «έναν» Θεό, δεν το έπραττε με την έννοια του Ιουδαιοχριστιανισμού, αλλά ήταν μάλλον ένας Παγανισμός που ερχόταν να διακηρύξει ότι η Θεότητα είναι εν τέλει η Ψυχή του Κόσμου (με την έννοια που και ο Πλάτων αναφέρεται στον «ευαίσθητο Θεό») ή αν θέλει κανείς ήταν ένας ενοποιητικός Συγχρωτισμός που αντιλαμβανόταν έναν ταυτόσημο με τον Κόσμο Θεό ως μία υπέρτατη Αρχή της οποίας οι άλλοι Θεοί είναι διαφορετικές φανερώσεις. Ο ύστερος αυτός Παγανισμός χαρακτηριζόταν «ιδεολογικά» από την ταυτόχρονη ερμηνεία των καθαρά θρησκευτικών και των φιλοσοφικών στοιχείων. Δεν είχε όμως τον καιρό να ριζώσει και αναγκάσθηκε δυστυχώς να εξαφανισθεί. Εάν ο ευρωπαϊκός Παγανισμός είχε αφεθεί να εξελιχθεί μόνος του και είχε κατορθώσει να προφυλαχθεί από την χριστιανική εισβολή, θα είχε ίσως εξελιχθεί ολόκληρος προς αυτή την συγκεκριμένη κατεύθυνση των στωϊκών.
Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι: Ι. ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΛΗ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ
6.5. Γλώσσα και αλήθεια
Δεν γνωρίζουμε ακριβώς τον τρόπο διδασκαλίας των σοφιστών. Οργανωμένες σχολές μάλλον δεν ίδρυσαν - οι πρώτες φιλοσοφικές σχολές είναι αυτές του Πλάτωνα και του Ισοκράτη στις αρχές του 4ου αιώνα. Το πιο πιθανό είναι ότι παρέδιδαν ιδιαίτερα μαθήματα σε εύπορους νέους. Ο Αριστοτέλης μάς αναφέρει ότι ζητούσαν από τους μαθητές τους να αποστηθίσουν γραπτούς λόγους οι οποίοι ήταν συνθεμένοι με τέτοιο τρόπο ώστε να αναδεικνύεται η ορθή χρήση των επιχειρημάτων και η πειστικότητα (Αριστοτέλης, Σοφιστικοί έλεγχοι 183b36 κ.ε.). Ένα θαυμάσιο δείγμα τέτοιου λόγου, που έχει διασωθεί, είναι το Ελένης Εγκώμιον του Γοργία. Στο κείμενο αυτό ο Γοργίας επιχειρεί με δεξιοτεχνία να ανατρέψει την κοινώς αποδεκτή άποψη ότι η Ωραία Ελένη ευθύνεται για τον Τρωικό Πόλεμο, δείχνοντας ότι η Ελένη εξαναγκάστηκε από υπέρτερες δυνάμεις να ακολουθήσει τον Πάρη στην Τροία (είτε από τον άλογο έρωτα, είτε από τη θεϊκή βούληση, είτε από την «επίδραση της πειθούς των λόγων που έχει την ίδια δύναμη με τον εξαναγκασμό» [§ 12]). Ο Γοργίας δεν διστάζει να κλείσει τον λόγο του χαρακτηρίζοντας τον «παιχνίδι», δείχνοντας ότι δεν τον ενδιαφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση η αλήθεια, αλλά η σωστή διάρθρωση των δυνατών επιχειρημάτων.
Το κείμενο του Γοργία φέρνει στον νου τη διαμάχη του Δίκαιου και του Άδικου Λόγου στις Νεφέλες του Αριστοφάνη. Οι σοφιστές υπερηφανεύονταν ότι σε κάθε ζήτημα ήταν ικανοί να «κάνουν το ανίσχυρο επιχείρημα ισχυρό» (τὸν ἥττω λόγον κρείττω ποιεῖν· Αριστοτέλης, Ρητορική1402a23). Δεν εννοούσαν προφανώς ότι σκοπός τους ήταν η συνειδητή επιδίωξη της αδικίας. Ήθελαν να δείξουν ότι υπάρχει πάντοτε τρόπος να υποστηριχθεί εξίσου καλά μια θέση και η αντίθετή της. Αυτό το περιεχόμενο θα πρέπει να είχαν και ορισμένα συγγράμματα με τίτλο Αντιλογίες ή Δισσοί Λόγοι, που αποδίδονται σε σοφιστές. Μια σημαντική διάσταση της σοφιστικής διδασκαλίας ήταν η εξάσκηση των μαθητών στη «διαλεκτική», στην τεχνική δηλαδή συζήτηση κάθε θέσης με την κατάλληλη διατύπωση ερωτήσεων και απαντήσεων. Είναι προφανές ότι μια τέτοια δεξιότητα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη στα αθηναϊκά δικαστήρια και στην αγορά. Ταυτοχρόνως όμως η διαλεκτική αποτέλεσε και τη νέα μέθοδο της φιλοσοφίας, μια μέθοδο που διεκδικείται τόσο από τους σοφιστές όσο και από τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα.
Η σημασία που αποκτούν κατά τον 5ο αιώνα η ρητορική και η διαλεκτική δημιουργεί ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα γλωσσικά ζητήματα. Αναφέρεται ότι ο Πρωταγόρας καλλιέργησε την «ορθοέπεια», την ορθή δηλαδή χρήση των γλωσσικών τύπων. Στην «ορθοέπεια» του Πρωταγόρα θα πρέπει να αναγνωρίσουμε την πρώτη προσπάθεια διατύπωσης γραμματικών και συντακτικών κανόνων της γλώσσας, σε μια περίοδο όπου η γραπτή έκφραση της γλώσσας κερδίζει συνεχώς έδαφος. Την ίδια εποχή ο Πρόδικος επιχείρησε τις πρώτες αναζητήσεις στην ετυμολογία των λέξεων, ένα πεδίο που θα απασχολήσει ιδιαίτερα και τον Πλάτωνα. Η ιστορία των λέξεων, η ελληνική ή η ξενική καταγωγή τους, η ανάλυση σε συλλαβές και γράμματα, οδηγούν στο κρίσιμο πρόβλημα της σχέσης γλώσσας και πραγματικότητας. Είναι χαρακτηριστικό ότι η αρχαιοελληνική λέξη στοιχεῖον, που στη φιλοσοφική ορολογία παραπέμπει στα πρωταρχικά συστατικά των όντων, αρχικά σήμαινε τα γράμματα του αλφαβήτου. Τι ισχύει λοιπόν; Η γλώσσα αντανακλά πιστά την πραγματικότητα ή έχει τη δική της αυτονομία;
Από τους προηγούμενους φιλοσόφους μόνο ο Παρμενίδης έθεσε εμμέσως ένα τέτοιο ερώτημα, όταν υποστήριξε ότι η σκέψη και η γλώσσα μάς δίνουν πολύ μεγαλύτερη βεβαιότητα από την εμπειρία. Ο Γοργίας θα υιοθετήσει τη συλλογιστική του Παρμενίδη, αποσυνδέοντας πλήρως τη γλώσσα από την εμπειρική πραγματικότητα.
Το μέσο με το οποίο πληροφορούμε τους άλλους για τα πράγματα είναι ο λόγος, και ο λόγος δεν είναι τα όντα που έχουμε μπροστά μας. Δεν παρουσιάζουμε επομένως στους διπλανούς μας τα όντα, αλλά κάποιο λόγο. Κι όπως το ορατό δεν θα μπορούσε να συλληφθεί με την ακοή, έτσι και το ον, που βρίσκεται έξω από εμάς, δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος δικός μας.
Γοργίας, Περί του μη όντος
(Σέξτος Εμπειρικός, Προς μαθηματικούς 7.84)
Επικοινωνούμε με τους άλλους ανθρώπους με τον λόγο, και η επικοινωνία μας αυτή είναι ικανοποιητική. Αυτό ωστόσο δεν σημαίνει ότι μεταφέρουμε με τον λόγο κάποιες αντικειμενικές αλήθειες για τα πράγματα. Η ανθρώπινη εμπειρία είναι αναπόφευκτα υποκειμενική - αυτό αντιλαμβάνεται ο Πρωταγόρας, όταν διατυπώνει το περίφημο πάντων χρημάτων μέτρον ἐστὶν ἄνθρωπος. Η προσωπική μου εμπειρία στηρίζεται στα δεδομένα των δικών μου αισθήσεων, και είναι εξίσου αληθινή με την εμπειρία κάθε άλλου ανθρώπου. Δεν μπορώ να αποδείξω την αντικειμενική της αλήθεια, μπορώ όμως να αντλήσω τα συμπεράσματά μου από αυτήν και να τα κοινοποιήσω με τον καλύτερο τρόπο στους συνομιλητές μου. Ο ανθρώπινος λόγος κρίνεται όχι ως προς την αλήθεια του αλλά ως προς την εσωτερική του συνέπεια και την πειστικότητα.
Μέτρο για όλα τα πράγματα είναι ο άνθρωπος: για όσα υπάρχουν ότι υπάρχουν, και για όσα δεν υπάρχουν ότι δεν υπάρχουν.
Πρωταγόρας, απόσπ. 1
Δεν γνωρίζουμε ακριβώς τον τρόπο διδασκαλίας των σοφιστών. Οργανωμένες σχολές μάλλον δεν ίδρυσαν - οι πρώτες φιλοσοφικές σχολές είναι αυτές του Πλάτωνα και του Ισοκράτη στις αρχές του 4ου αιώνα. Το πιο πιθανό είναι ότι παρέδιδαν ιδιαίτερα μαθήματα σε εύπορους νέους. Ο Αριστοτέλης μάς αναφέρει ότι ζητούσαν από τους μαθητές τους να αποστηθίσουν γραπτούς λόγους οι οποίοι ήταν συνθεμένοι με τέτοιο τρόπο ώστε να αναδεικνύεται η ορθή χρήση των επιχειρημάτων και η πειστικότητα (Αριστοτέλης, Σοφιστικοί έλεγχοι 183b36 κ.ε.). Ένα θαυμάσιο δείγμα τέτοιου λόγου, που έχει διασωθεί, είναι το Ελένης Εγκώμιον του Γοργία. Στο κείμενο αυτό ο Γοργίας επιχειρεί με δεξιοτεχνία να ανατρέψει την κοινώς αποδεκτή άποψη ότι η Ωραία Ελένη ευθύνεται για τον Τρωικό Πόλεμο, δείχνοντας ότι η Ελένη εξαναγκάστηκε από υπέρτερες δυνάμεις να ακολουθήσει τον Πάρη στην Τροία (είτε από τον άλογο έρωτα, είτε από τη θεϊκή βούληση, είτε από την «επίδραση της πειθούς των λόγων που έχει την ίδια δύναμη με τον εξαναγκασμό» [§ 12]). Ο Γοργίας δεν διστάζει να κλείσει τον λόγο του χαρακτηρίζοντας τον «παιχνίδι», δείχνοντας ότι δεν τον ενδιαφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση η αλήθεια, αλλά η σωστή διάρθρωση των δυνατών επιχειρημάτων.
Το κείμενο του Γοργία φέρνει στον νου τη διαμάχη του Δίκαιου και του Άδικου Λόγου στις Νεφέλες του Αριστοφάνη. Οι σοφιστές υπερηφανεύονταν ότι σε κάθε ζήτημα ήταν ικανοί να «κάνουν το ανίσχυρο επιχείρημα ισχυρό» (τὸν ἥττω λόγον κρείττω ποιεῖν· Αριστοτέλης, Ρητορική1402a23). Δεν εννοούσαν προφανώς ότι σκοπός τους ήταν η συνειδητή επιδίωξη της αδικίας. Ήθελαν να δείξουν ότι υπάρχει πάντοτε τρόπος να υποστηριχθεί εξίσου καλά μια θέση και η αντίθετή της. Αυτό το περιεχόμενο θα πρέπει να είχαν και ορισμένα συγγράμματα με τίτλο Αντιλογίες ή Δισσοί Λόγοι, που αποδίδονται σε σοφιστές. Μια σημαντική διάσταση της σοφιστικής διδασκαλίας ήταν η εξάσκηση των μαθητών στη «διαλεκτική», στην τεχνική δηλαδή συζήτηση κάθε θέσης με την κατάλληλη διατύπωση ερωτήσεων και απαντήσεων. Είναι προφανές ότι μια τέτοια δεξιότητα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη στα αθηναϊκά δικαστήρια και στην αγορά. Ταυτοχρόνως όμως η διαλεκτική αποτέλεσε και τη νέα μέθοδο της φιλοσοφίας, μια μέθοδο που διεκδικείται τόσο από τους σοφιστές όσο και από τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα.
Η σημασία που αποκτούν κατά τον 5ο αιώνα η ρητορική και η διαλεκτική δημιουργεί ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα γλωσσικά ζητήματα. Αναφέρεται ότι ο Πρωταγόρας καλλιέργησε την «ορθοέπεια», την ορθή δηλαδή χρήση των γλωσσικών τύπων. Στην «ορθοέπεια» του Πρωταγόρα θα πρέπει να αναγνωρίσουμε την πρώτη προσπάθεια διατύπωσης γραμματικών και συντακτικών κανόνων της γλώσσας, σε μια περίοδο όπου η γραπτή έκφραση της γλώσσας κερδίζει συνεχώς έδαφος. Την ίδια εποχή ο Πρόδικος επιχείρησε τις πρώτες αναζητήσεις στην ετυμολογία των λέξεων, ένα πεδίο που θα απασχολήσει ιδιαίτερα και τον Πλάτωνα. Η ιστορία των λέξεων, η ελληνική ή η ξενική καταγωγή τους, η ανάλυση σε συλλαβές και γράμματα, οδηγούν στο κρίσιμο πρόβλημα της σχέσης γλώσσας και πραγματικότητας. Είναι χαρακτηριστικό ότι η αρχαιοελληνική λέξη στοιχεῖον, που στη φιλοσοφική ορολογία παραπέμπει στα πρωταρχικά συστατικά των όντων, αρχικά σήμαινε τα γράμματα του αλφαβήτου. Τι ισχύει λοιπόν; Η γλώσσα αντανακλά πιστά την πραγματικότητα ή έχει τη δική της αυτονομία;
Από τους προηγούμενους φιλοσόφους μόνο ο Παρμενίδης έθεσε εμμέσως ένα τέτοιο ερώτημα, όταν υποστήριξε ότι η σκέψη και η γλώσσα μάς δίνουν πολύ μεγαλύτερη βεβαιότητα από την εμπειρία. Ο Γοργίας θα υιοθετήσει τη συλλογιστική του Παρμενίδη, αποσυνδέοντας πλήρως τη γλώσσα από την εμπειρική πραγματικότητα.
Το μέσο με το οποίο πληροφορούμε τους άλλους για τα πράγματα είναι ο λόγος, και ο λόγος δεν είναι τα όντα που έχουμε μπροστά μας. Δεν παρουσιάζουμε επομένως στους διπλανούς μας τα όντα, αλλά κάποιο λόγο. Κι όπως το ορατό δεν θα μπορούσε να συλληφθεί με την ακοή, έτσι και το ον, που βρίσκεται έξω από εμάς, δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος δικός μας.
Γοργίας, Περί του μη όντος
(Σέξτος Εμπειρικός, Προς μαθηματικούς 7.84)
Επικοινωνούμε με τους άλλους ανθρώπους με τον λόγο, και η επικοινωνία μας αυτή είναι ικανοποιητική. Αυτό ωστόσο δεν σημαίνει ότι μεταφέρουμε με τον λόγο κάποιες αντικειμενικές αλήθειες για τα πράγματα. Η ανθρώπινη εμπειρία είναι αναπόφευκτα υποκειμενική - αυτό αντιλαμβάνεται ο Πρωταγόρας, όταν διατυπώνει το περίφημο πάντων χρημάτων μέτρον ἐστὶν ἄνθρωπος. Η προσωπική μου εμπειρία στηρίζεται στα δεδομένα των δικών μου αισθήσεων, και είναι εξίσου αληθινή με την εμπειρία κάθε άλλου ανθρώπου. Δεν μπορώ να αποδείξω την αντικειμενική της αλήθεια, μπορώ όμως να αντλήσω τα συμπεράσματά μου από αυτήν και να τα κοινοποιήσω με τον καλύτερο τρόπο στους συνομιλητές μου. Ο ανθρώπινος λόγος κρίνεται όχι ως προς την αλήθεια του αλλά ως προς την εσωτερική του συνέπεια και την πειστικότητα.
Μέτρο για όλα τα πράγματα είναι ο άνθρωπος: για όσα υπάρχουν ότι υπάρχουν, και για όσα δεν υπάρχουν ότι δεν υπάρχουν.
Πρωταγόρας, απόσπ. 1
Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2021
ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Φιλοκτήτης (433-467)
ΦΙ. φέρ᾽ εἰπὲ πρὸς θεῶν, ποῦ γὰρ ἦν ἐνταῦθά σοι
κι ο Πάτροκλος ο πολυαγαπημένος
ο φίλος του πατέρα σου; ΝΕΟ. Και κείνος
είχε πεθάνει· μα θα σου εξηγήσω
με δυο λόγια το παν· ο πόλεμος
δεν αγαπά τους κακούς να ξεκάνει,
μα όλο τους πιο καλούς. ΦΙΛ. Της ίδιας γνώμης
είμαι και ᾽γώ· γι᾽ αυτό θα σε ρωτήσω
για κάποιο ανάξιο βέβαια, μα που είχε
440 φοβερή γλώσσα και κακία. ΝΕΟ. Ποιός άλλος
είν᾽ αυτός που ρωτάς, παρ᾽ ο Οδυσσέας;
ΦΙΛ. Δε λέω αυτόν, μα έναν κάποιο Θερσίτη,
που δεν ήτανε τρόπος να του κλείσει
κανείς το στόμα, μια κι ήθε τ᾽ ανοίξει.
ΝΕΟ. Δεν τον είδα τον ίδιο, μ᾽ άκουγα
να μιλούνε γι᾽ αυτόν. ΦΙΛ. Μα δε μπορούσε
να ᾽ταν κι αλλιώς, αφού ποτέ κανένα
δε χάνεται κακό, μα τα φροντίζουν
καλά οι θεοί και μάλιστα και χαίρουν
ν᾽ αφήνουν τους εξώλεις και προώλεις
να γυρνούν απ᾽ τον Άδη, ενώ τους δίκιους
450 και τους καλούς τούς ξαποστέλλουν πάντα.
Μα τί να λέει κανείς; πώς να το εγκρίνει,
όταν, ενώ επαινεί τα θεία τα έργα,
άδικους τους θεούς βρίσκει μπροστά του;
ΝΕΟ. Μα εγώ, ω βλαστέ πατέρα από την Οίτη,
τα μέτρα μου θα πάρω εδώ και πέρα
ν᾽ ακούω από μακριά Τροία κι Ατρείδες.
Γιατ᾽ όπου έχει πιο πέραση η κακία
και χάνεται η αρετή και θριαμβεύουν
οι άνανδροι — εγώ να ζω εκεί δε θα στρέξω.
Η Σκύρο με τα βράχια της θενά ᾽ναι
για μένα δω και μπρος ο κόσμος όλος,
460 να τον χαίρομαι εκεί στο σπιτικό μου.
Τώρα τραβώ για το καράβι. Χαίρε
λοιπόν του Ποίαντα γιε· σ᾽ αφήνω γεια
κι είθε καθώς το επιθυμά η καρδιά σου
να σ᾽ απαλλάξει ο Θεός απ᾽ την αρρώστια.
Μ᾽ ας πηγαίνομ᾽ εμείς, που μόλις πάρει
πρίμα ο καιρός να ξεκινούμε αμέσως.
ΦΙΛ. Λοιπόν, αλήθεια φεύγετε, παιδί μου;
ΝΕΟ. Μα για ταξίδι, κάλλιο κανείς να ᾽χει
το νου του από κοντά παρ᾽ απ᾽ αλάργα.
Πάτροκλος, ὃς σοῦ πατρὸς ἦν τὰ φίλτατα;
435 ΝΕ. χοὖτος τεθνηκὼς ἦν· λόγῳ δέ σ᾽ ἐν βραχεῖ
τοῦτ᾽ ἐκδιδάξω. πόλεμος οὐδέν᾽ ἄνδρ᾽ ἑκὼν
αἱρεῖ πονηρόν, ἀλλὰ τοὺς χρηστοὺς ἀεί.
ΦΙ. ξυμμαρτυρῶ σοι· καὶ κατ᾽ αὐτὸ τοῦτό γε
ἀναξίου μὲν φωτὸς ἐξερήσομαι,
440 γλώσσῃ δὲ δεινοῦ καὶ σοφοῦ, τί νῦν κυρεῖ.
ΝΕ. ποίου δὲ τούτου πλήν γ᾽ Ὀδυσσέως ἐρεῖς;
ΦΙ. οὐ τοῦτον εἶπον, ἀλλὰ Θερσίτης τις ἦν.
ὃς οὐκ ἂν εἵλετ᾽ εἰσάπαξ εἰπεῖν, ὅπου
μηδεὶς ἐῴη· τοῦτον οἶσθ᾽ εἰ ζῶν κυρεῖ;
445 ΝΕ. οὐκ εἶδον αὐτόν, ᾐσθόμην δ᾽ ἔτ᾽ ὄντα νιν.
ΦΙ. ἔμελλ᾽· ἐπεὶ οὐδέν πω κακόν γ᾽ ἀπώλετο,
ἀλλ᾽ εὖ περιστέλλουσιν αὐτὰ δαίμονες,
καί πως τὰ μὲν πανοῦργα καὶ παλιντριβῆ
χαίρουσ᾽ ἀναστρέφοντες ἐξ Ἅιδου, τὰ δὲ
450 δίκαια καὶ τὰ χρήστ᾽ ἀποστέλλουσ᾽ ἀεί.
ποῦ χρὴ τίθεσθαι ταῦτα, ποῦ δ᾽ αἰνεῖν, ὅταν
τὰ θεῖ᾽ ἐπαινῶν τοὺς θεοὺς εὕρω κακούς;
ΝΕ. ἐγὼ μέν, ὦ γένεθλον Οἰταίου πατρός,
τὸ λοιπὸν ἤδη τηλόθεν τό τ᾽ Ἴλιον
455 καὶ τοὺς Ἀτρείδας εἰσορῶν φυλάξομαι·
ὅπου θ᾽ ὁ χείρων τἀγαθοῦ μεῖζον σθένει
κἀποφθίνει τὰ χρηστὰ χὡ δειλὸς κρατεῖ,
τούτους ἐγὼ τοὺς ἄνδρας οὐ στέρξω ποτέ·
ἀλλ᾽ ἡ πετραία Σκῦρος ἐξαρκοῦσά μοι
460 ἔσται τὸ λοιπόν, ὥστε τέρπεσθαι δόμῳ.
νῦν δ᾽ εἶμι πρὸς ναῦν. καὶ σύ, Ποίαντος τέκνον,
χαῖρ᾽ ὡς μέγιστα, χαῖρε· καί σε δαίμονες
νόσου μεταστήσειαν, ὡς αὐτὸς θέλεις.
ἡμεῖς δ᾽ ἴωμεν, ὡς ὁπηνίκ᾽ ἂν θεὸς
465 πλοῦν ἡμὶν εἴκῃ, τηνικαῦθ᾽ ὁρμώμεθα.
ΦΙ. ἤδη, τέκνον, στέλλεσθε; ΝΕ. καιρὸς γὰρ καλεῖ
πλοῦν μὴ ᾽ξ ἀπόπτου μᾶλλον ἢ ᾽γγύθεν σκοπεῖν.
435 ΝΕ. χοὖτος τεθνηκὼς ἦν· λόγῳ δέ σ᾽ ἐν βραχεῖ
τοῦτ᾽ ἐκδιδάξω. πόλεμος οὐδέν᾽ ἄνδρ᾽ ἑκὼν
αἱρεῖ πονηρόν, ἀλλὰ τοὺς χρηστοὺς ἀεί.
ΦΙ. ξυμμαρτυρῶ σοι· καὶ κατ᾽ αὐτὸ τοῦτό γε
ἀναξίου μὲν φωτὸς ἐξερήσομαι,
440 γλώσσῃ δὲ δεινοῦ καὶ σοφοῦ, τί νῦν κυρεῖ.
ΝΕ. ποίου δὲ τούτου πλήν γ᾽ Ὀδυσσέως ἐρεῖς;
ΦΙ. οὐ τοῦτον εἶπον, ἀλλὰ Θερσίτης τις ἦν.
ὃς οὐκ ἂν εἵλετ᾽ εἰσάπαξ εἰπεῖν, ὅπου
μηδεὶς ἐῴη· τοῦτον οἶσθ᾽ εἰ ζῶν κυρεῖ;
445 ΝΕ. οὐκ εἶδον αὐτόν, ᾐσθόμην δ᾽ ἔτ᾽ ὄντα νιν.
ΦΙ. ἔμελλ᾽· ἐπεὶ οὐδέν πω κακόν γ᾽ ἀπώλετο,
ἀλλ᾽ εὖ περιστέλλουσιν αὐτὰ δαίμονες,
καί πως τὰ μὲν πανοῦργα καὶ παλιντριβῆ
χαίρουσ᾽ ἀναστρέφοντες ἐξ Ἅιδου, τὰ δὲ
450 δίκαια καὶ τὰ χρήστ᾽ ἀποστέλλουσ᾽ ἀεί.
ποῦ χρὴ τίθεσθαι ταῦτα, ποῦ δ᾽ αἰνεῖν, ὅταν
τὰ θεῖ᾽ ἐπαινῶν τοὺς θεοὺς εὕρω κακούς;
ΝΕ. ἐγὼ μέν, ὦ γένεθλον Οἰταίου πατρός,
τὸ λοιπὸν ἤδη τηλόθεν τό τ᾽ Ἴλιον
455 καὶ τοὺς Ἀτρείδας εἰσορῶν φυλάξομαι·
ὅπου θ᾽ ὁ χείρων τἀγαθοῦ μεῖζον σθένει
κἀποφθίνει τὰ χρηστὰ χὡ δειλὸς κρατεῖ,
τούτους ἐγὼ τοὺς ἄνδρας οὐ στέρξω ποτέ·
ἀλλ᾽ ἡ πετραία Σκῦρος ἐξαρκοῦσά μοι
460 ἔσται τὸ λοιπόν, ὥστε τέρπεσθαι δόμῳ.
νῦν δ᾽ εἶμι πρὸς ναῦν. καὶ σύ, Ποίαντος τέκνον,
χαῖρ᾽ ὡς μέγιστα, χαῖρε· καί σε δαίμονες
νόσου μεταστήσειαν, ὡς αὐτὸς θέλεις.
ἡμεῖς δ᾽ ἴωμεν, ὡς ὁπηνίκ᾽ ἂν θεὸς
465 πλοῦν ἡμὶν εἴκῃ, τηνικαῦθ᾽ ὁρμώμεθα.
ΦΙ. ἤδη, τέκνον, στέλλεσθε; ΝΕ. καιρὸς γὰρ καλεῖ
πλοῦν μὴ ᾽ξ ἀπόπτου μᾶλλον ἢ ᾽γγύθεν σκοπεῖν.
***
ΦΙΛ. Μα έλα πε μου να ζεις, πού σού ηταν τότεκι ο Πάτροκλος ο πολυαγαπημένος
ο φίλος του πατέρα σου; ΝΕΟ. Και κείνος
είχε πεθάνει· μα θα σου εξηγήσω
με δυο λόγια το παν· ο πόλεμος
δεν αγαπά τους κακούς να ξεκάνει,
μα όλο τους πιο καλούς. ΦΙΛ. Της ίδιας γνώμης
είμαι και ᾽γώ· γι᾽ αυτό θα σε ρωτήσω
για κάποιο ανάξιο βέβαια, μα που είχε
440 φοβερή γλώσσα και κακία. ΝΕΟ. Ποιός άλλος
είν᾽ αυτός που ρωτάς, παρ᾽ ο Οδυσσέας;
ΦΙΛ. Δε λέω αυτόν, μα έναν κάποιο Θερσίτη,
που δεν ήτανε τρόπος να του κλείσει
κανείς το στόμα, μια κι ήθε τ᾽ ανοίξει.
ΝΕΟ. Δεν τον είδα τον ίδιο, μ᾽ άκουγα
να μιλούνε γι᾽ αυτόν. ΦΙΛ. Μα δε μπορούσε
να ᾽ταν κι αλλιώς, αφού ποτέ κανένα
δε χάνεται κακό, μα τα φροντίζουν
καλά οι θεοί και μάλιστα και χαίρουν
ν᾽ αφήνουν τους εξώλεις και προώλεις
να γυρνούν απ᾽ τον Άδη, ενώ τους δίκιους
450 και τους καλούς τούς ξαποστέλλουν πάντα.
Μα τί να λέει κανείς; πώς να το εγκρίνει,
όταν, ενώ επαινεί τα θεία τα έργα,
άδικους τους θεούς βρίσκει μπροστά του;
ΝΕΟ. Μα εγώ, ω βλαστέ πατέρα από την Οίτη,
τα μέτρα μου θα πάρω εδώ και πέρα
ν᾽ ακούω από μακριά Τροία κι Ατρείδες.
Γιατ᾽ όπου έχει πιο πέραση η κακία
και χάνεται η αρετή και θριαμβεύουν
οι άνανδροι — εγώ να ζω εκεί δε θα στρέξω.
Η Σκύρο με τα βράχια της θενά ᾽ναι
για μένα δω και μπρος ο κόσμος όλος,
460 να τον χαίρομαι εκεί στο σπιτικό μου.
Τώρα τραβώ για το καράβι. Χαίρε
λοιπόν του Ποίαντα γιε· σ᾽ αφήνω γεια
κι είθε καθώς το επιθυμά η καρδιά σου
να σ᾽ απαλλάξει ο Θεός απ᾽ την αρρώστια.
Μ᾽ ας πηγαίνομ᾽ εμείς, που μόλις πάρει
πρίμα ο καιρός να ξεκινούμε αμέσως.
ΦΙΛ. Λοιπόν, αλήθεια φεύγετε, παιδί μου;
ΝΕΟ. Μα για ταξίδι, κάλλιο κανείς να ᾽χει
το νου του από κοντά παρ᾽ απ᾽ αλάργα.
ΟΜΗΡΟΣ: Ἰλιάς (6.390-6.465)
390 Ἦ ῥα γυνὴ ταμίη, ὁ δ᾽ ἀπέσσυτο δώματος Ἕκτωρ
τὴν αὐτὴν ὁδὸν αὖτις ἐϋκτιμένας κατ᾽ ἀγυιάς.
εὖτε πύλας ἵκανε διερχόμενος μέγα ἄστυ
Σκαιάς, τῇ ἄρ᾽ ἔμελλε διεξίμεναι πεδίονδε,
ἔνθ᾽ ἄλοχος πολύδωρος ἐναντίη ἦλθε θέουσα
395 Ἀνδρομάχη, θυγάτηρ μεγαλήτορος Ἠετίωνος,
Ἠετίων, ὃς ἔναιεν ὑπὸ Πλάκῳ ὑληέσσῃ,
Θήβῃ Ὑποπλακίῃ, Κιλίκεσσ᾽ ἄνδρεσσιν ἀνάσσων·
τοῦ περ δὴ θυγάτηρ ἔχεθ᾽ Ἕκτορι χαλκοκορυστῇ.
ἥ οἱ ἔπειτ᾽ ἤντησ᾽, ἅμα δ᾽ ἀμφίπολος κίεν αὐτῇ
400 παῖδ᾽ ἐπὶ κόλπῳ ἔχουσ᾽ ἀταλάφρονα, νήπιον αὔτως,
Ἑκτορίδην ἀγαπητόν, ἀλίγκιον ἀστέρι καλῷ,
τόν ῥ᾽ Ἕκτωρ καλέεσκε Σκαμάνδριον, αὐτὰρ οἱ ἄλλοι
Ἀστυάνακτ᾽· οἶος γὰρ ἐρύετο Ἴλιον Ἕκτωρ.
ἤτοι ὁ μὲν μείδησεν ἰδὼν ἐς παῖδα σιωπῇ·
405 Ἀνδρομάχη δέ οἱ ἄγχι παρίστατο δάκρυ χέουσα,
ἔν τ᾽ ἄρα οἱ φῦ χειρὶ ἔπος τ᾽ ἔφατ᾽ ἔκ τ᾽ ὀνόμαζε·
«δαιμόνιε, φθίσει σε τὸ σὸν μένος, οὐδ᾽ ἐλεαίρεις
παῖδά τε νηπίαχον καὶ ἔμ᾽ ἄμμορον, ἣ τάχα χήρη
σεῦ ἔσομαι· τάχα γάρ σε κατακτανέουσιν Ἀχαιοὶ
410 πάντες ἐφορμηθέντες· ἐμοὶ δέ κε κέρδιον εἴη
σεῦ ἀφαμαρτούσῃ χθόνα δύμεναι· οὐ γὰρ ἔτ᾽ ἄλλη
ἔσται θαλπωρή, ἐπεὶ ἂν σύ γε πότμον ἐπίσπῃς,
ἀλλ᾽ ἄχε᾽· οὐδέ μοι ἔστι πατὴρ καὶ πότνια μήτηρ.
ἤτοι γὰρ πατέρ᾽ ἁμὸν ἀπέκτανε δῖος Ἀχιλλεύς,
415 ἐκ δὲ πόλιν πέρσεν Κιλίκων εὖ ναιετάουσαν,
Θήβην ὑψίπυλον· κατὰ δ᾽ ἔκτανεν Ἠετίωνα,
οὐδέ μιν ἐξενάριξε, σεβάσσατο γὰρ τό γε θυμῷ,
ἀλλ᾽ ἄρα μιν κατέκηε σὺν ἔντεσι δαιδαλέοισιν
ἠδ᾽ ἐπὶ σῆμ᾽ ἔχεεν· περὶ δὲ πτελέας ἐφύτευσαν
420 νύμφαι ὀρεστιάδες, κοῦραι Διὸς αἰγιόχοιο.
οἳ δέ μοι ἑπτὰ κασίγνητοι ἔσαν ἐν μεγάροισιν,
οἱ μὲν πάντες ἰῷ κίον ἤματι Ἄϊδος εἴσω·
πάντας γὰρ κατέπεφνε ποδάρκης δῖος Ἀχιλλεὺς
βουσὶν ἐπ᾽ εἰλιπόδεσσι καὶ ἀργεννῇς ὀΐεσσι.
425 μητέρα δ᾽, ἣ βασίλευεν ὑπὸ Πλάκῳ ὑληέσσῃ,
τὴν ἐπεὶ ἂρ δεῦρ᾽ ἤγαγ᾽ ἅμ᾽ ἄλλοισι κτεάτεσσιν,
ἂψ ὅ γε τὴν ἀπέλυσε λαβὼν ἀπερείσι᾽ ἄποινα,
πατρὸς δ᾽ ἐν μεγάροισι βάλ᾽ Ἄρτεμις ἰοχέαιρα.
Ἕκτορ, ἀτὰρ σύ μοί ἐσσι πατὴρ καὶ πότνια μήτηρ
430 ἠδὲ κασίγνητος, σὺ δέ μοι θαλερὸς παρακοίτης·
ἀλλ᾽ ἄγε νῦν ἐλέαιρε καὶ αὐτοῦ μίμν᾽ ἐπὶ πύργῳ,
μὴ παῖδ᾽ ὀρφανικὸν θήῃς χήρην τε γυναῖκα·
λαὸν δὲ στῆσον παρ᾽ ἐρινεόν, ἔνθα μάλιστα
ἀμβατός ἐστι πόλις καὶ ἐπίδρομον ἔπλετο τεῖχος.
435 τρὶς γὰρ τῇ γ᾽ ἐλθόντες ἐπειρήσανθ᾽ οἱ ἄριστοι
ἀμφ᾽ Αἴαντε δύω καὶ ἀγακλυτὸν Ἰδομενῆα
ἠδ᾽ ἀμφ᾽ Ἀτρεΐδας καὶ Τυδέος ἄλκιμον υἱόν·
ἤ πού τίς σφιν ἔνισπε θεοπροπίων ἐῢ εἰδώς,
ἤ νυ καὶ αὐτῶν θυμὸς ἐποτρύνει καὶ ἀνώγει.»
440 Τὴν δ᾽ αὖτε προσέειπε μέγας κορυθαίολος Ἕκτωρ·
«ἦ καὶ ἐμοὶ τάδε πάντα μέλει, γύναι· ἀλλὰ μάλ᾽ αἰνῶς
αἰδέομαι Τρῶας καὶ Τρῳάδας ἑλκεσιπέπλους,
αἴ κε κακὸς ὣς νόσφιν ἀλυσκάζω πολέμοιο·
οὐδέ με θυμὸς ἄνωγεν, ἐπεὶ μάθον ἔμμεναι ἐσθλὸς
445 αἰεὶ καὶ πρώτοισι μετὰ Τρώεσσι μάχεσθαι,
ἀρνύμενος πατρός τε μέγα κλέος ἠδ᾽ ἐμὸν αὐτοῦ.
εὖ γὰρ ἐγὼ τόδε οἶδα κατὰ φρένα καὶ κατὰ θυμόν·
ἔσσεται ἦμαρ ὅτ᾽ ἄν ποτ᾽ ὀλώλῃ Ἴλιος ἱρὴ
καὶ Πρίαμος καὶ λαὸς ἐϋμμελίω Πριάμοιο.
450 ἀλλ᾽ οὔ μοι Τρώων τόσσον μέλει ἄλγος ὀπίσσω,
οὔτ᾽ αὐτῆς Ἑκάβης οὔτε Πριάμοιο ἄνακτος
οὔτε κασιγνήτων, οἵ κεν πολέες τε καὶ ἐσθλοὶ
ἐν κονίῃσι πέσοιεν ὑπ᾽ ἀνδράσι δυσμενέεσσιν,
ὅσσον σεῦ, ὅτε κέν τις Ἀχαιῶν χαλκοχιτώνων
455 δακρυόεσσαν ἄγηται, ἐλεύθερον ἦμαρ ἀπούρας·
καί κεν ἐν Ἄργει ἐοῦσα πρὸς ἄλλης ἱστὸν ὑφαίνοις,
καί κεν ὕδωρ φορέοις Μεσσηΐδος ἢ Ὑπερείης
πόλλ᾽ ἀεκαζομένη, κρατερὴ δ᾽ ἐπικείσετ᾽ ἀνάγκη·
καί ποτέ τις εἴπῃσιν ἰδὼν κατὰ δάκρυ χέουσαν·
460 “Ἕκτορος ἥδε γυνή, ὃς ἀριστεύεσκε μάχεσθαι
Τρώων ἱπποδάμων, ὅτε Ἴλιον ἀμφεμάχοντο.”
ὥς ποτέ τις ἐρέει· σοὶ δ᾽ αὖ νέον ἔσσεται ἄλγος
χήτεϊ τοιοῦδ᾽ ἀνδρὸς ἀμύνειν δούλιον ἦμαρ.
ἀλλά με τεθνηῶτα χυτὴ κατὰ γαῖα καλύπτοι,
465 πρίν γέ τι σῆς τε βοῆς σοῦ θ᾽ ἑλκηθμοῖο πυθέσθαι.»
τὴν αὐτὴν ὁδὸν αὖτις ἐϋκτιμένας κατ᾽ ἀγυιάς.
εὖτε πύλας ἵκανε διερχόμενος μέγα ἄστυ
Σκαιάς, τῇ ἄρ᾽ ἔμελλε διεξίμεναι πεδίονδε,
ἔνθ᾽ ἄλοχος πολύδωρος ἐναντίη ἦλθε θέουσα
395 Ἀνδρομάχη, θυγάτηρ μεγαλήτορος Ἠετίωνος,
Ἠετίων, ὃς ἔναιεν ὑπὸ Πλάκῳ ὑληέσσῃ,
Θήβῃ Ὑποπλακίῃ, Κιλίκεσσ᾽ ἄνδρεσσιν ἀνάσσων·
τοῦ περ δὴ θυγάτηρ ἔχεθ᾽ Ἕκτορι χαλκοκορυστῇ.
ἥ οἱ ἔπειτ᾽ ἤντησ᾽, ἅμα δ᾽ ἀμφίπολος κίεν αὐτῇ
400 παῖδ᾽ ἐπὶ κόλπῳ ἔχουσ᾽ ἀταλάφρονα, νήπιον αὔτως,
Ἑκτορίδην ἀγαπητόν, ἀλίγκιον ἀστέρι καλῷ,
τόν ῥ᾽ Ἕκτωρ καλέεσκε Σκαμάνδριον, αὐτὰρ οἱ ἄλλοι
Ἀστυάνακτ᾽· οἶος γὰρ ἐρύετο Ἴλιον Ἕκτωρ.
ἤτοι ὁ μὲν μείδησεν ἰδὼν ἐς παῖδα σιωπῇ·
405 Ἀνδρομάχη δέ οἱ ἄγχι παρίστατο δάκρυ χέουσα,
ἔν τ᾽ ἄρα οἱ φῦ χειρὶ ἔπος τ᾽ ἔφατ᾽ ἔκ τ᾽ ὀνόμαζε·
«δαιμόνιε, φθίσει σε τὸ σὸν μένος, οὐδ᾽ ἐλεαίρεις
παῖδά τε νηπίαχον καὶ ἔμ᾽ ἄμμορον, ἣ τάχα χήρη
σεῦ ἔσομαι· τάχα γάρ σε κατακτανέουσιν Ἀχαιοὶ
410 πάντες ἐφορμηθέντες· ἐμοὶ δέ κε κέρδιον εἴη
σεῦ ἀφαμαρτούσῃ χθόνα δύμεναι· οὐ γὰρ ἔτ᾽ ἄλλη
ἔσται θαλπωρή, ἐπεὶ ἂν σύ γε πότμον ἐπίσπῃς,
ἀλλ᾽ ἄχε᾽· οὐδέ μοι ἔστι πατὴρ καὶ πότνια μήτηρ.
ἤτοι γὰρ πατέρ᾽ ἁμὸν ἀπέκτανε δῖος Ἀχιλλεύς,
415 ἐκ δὲ πόλιν πέρσεν Κιλίκων εὖ ναιετάουσαν,
Θήβην ὑψίπυλον· κατὰ δ᾽ ἔκτανεν Ἠετίωνα,
οὐδέ μιν ἐξενάριξε, σεβάσσατο γὰρ τό γε θυμῷ,
ἀλλ᾽ ἄρα μιν κατέκηε σὺν ἔντεσι δαιδαλέοισιν
ἠδ᾽ ἐπὶ σῆμ᾽ ἔχεεν· περὶ δὲ πτελέας ἐφύτευσαν
420 νύμφαι ὀρεστιάδες, κοῦραι Διὸς αἰγιόχοιο.
οἳ δέ μοι ἑπτὰ κασίγνητοι ἔσαν ἐν μεγάροισιν,
οἱ μὲν πάντες ἰῷ κίον ἤματι Ἄϊδος εἴσω·
πάντας γὰρ κατέπεφνε ποδάρκης δῖος Ἀχιλλεὺς
βουσὶν ἐπ᾽ εἰλιπόδεσσι καὶ ἀργεννῇς ὀΐεσσι.
425 μητέρα δ᾽, ἣ βασίλευεν ὑπὸ Πλάκῳ ὑληέσσῃ,
τὴν ἐπεὶ ἂρ δεῦρ᾽ ἤγαγ᾽ ἅμ᾽ ἄλλοισι κτεάτεσσιν,
ἂψ ὅ γε τὴν ἀπέλυσε λαβὼν ἀπερείσι᾽ ἄποινα,
πατρὸς δ᾽ ἐν μεγάροισι βάλ᾽ Ἄρτεμις ἰοχέαιρα.
Ἕκτορ, ἀτὰρ σύ μοί ἐσσι πατὴρ καὶ πότνια μήτηρ
430 ἠδὲ κασίγνητος, σὺ δέ μοι θαλερὸς παρακοίτης·
ἀλλ᾽ ἄγε νῦν ἐλέαιρε καὶ αὐτοῦ μίμν᾽ ἐπὶ πύργῳ,
μὴ παῖδ᾽ ὀρφανικὸν θήῃς χήρην τε γυναῖκα·
λαὸν δὲ στῆσον παρ᾽ ἐρινεόν, ἔνθα μάλιστα
ἀμβατός ἐστι πόλις καὶ ἐπίδρομον ἔπλετο τεῖχος.
435 τρὶς γὰρ τῇ γ᾽ ἐλθόντες ἐπειρήσανθ᾽ οἱ ἄριστοι
ἀμφ᾽ Αἴαντε δύω καὶ ἀγακλυτὸν Ἰδομενῆα
ἠδ᾽ ἀμφ᾽ Ἀτρεΐδας καὶ Τυδέος ἄλκιμον υἱόν·
ἤ πού τίς σφιν ἔνισπε θεοπροπίων ἐῢ εἰδώς,
ἤ νυ καὶ αὐτῶν θυμὸς ἐποτρύνει καὶ ἀνώγει.»
440 Τὴν δ᾽ αὖτε προσέειπε μέγας κορυθαίολος Ἕκτωρ·
«ἦ καὶ ἐμοὶ τάδε πάντα μέλει, γύναι· ἀλλὰ μάλ᾽ αἰνῶς
αἰδέομαι Τρῶας καὶ Τρῳάδας ἑλκεσιπέπλους,
αἴ κε κακὸς ὣς νόσφιν ἀλυσκάζω πολέμοιο·
οὐδέ με θυμὸς ἄνωγεν, ἐπεὶ μάθον ἔμμεναι ἐσθλὸς
445 αἰεὶ καὶ πρώτοισι μετὰ Τρώεσσι μάχεσθαι,
ἀρνύμενος πατρός τε μέγα κλέος ἠδ᾽ ἐμὸν αὐτοῦ.
εὖ γὰρ ἐγὼ τόδε οἶδα κατὰ φρένα καὶ κατὰ θυμόν·
ἔσσεται ἦμαρ ὅτ᾽ ἄν ποτ᾽ ὀλώλῃ Ἴλιος ἱρὴ
καὶ Πρίαμος καὶ λαὸς ἐϋμμελίω Πριάμοιο.
450 ἀλλ᾽ οὔ μοι Τρώων τόσσον μέλει ἄλγος ὀπίσσω,
οὔτ᾽ αὐτῆς Ἑκάβης οὔτε Πριάμοιο ἄνακτος
οὔτε κασιγνήτων, οἵ κεν πολέες τε καὶ ἐσθλοὶ
ἐν κονίῃσι πέσοιεν ὑπ᾽ ἀνδράσι δυσμενέεσσιν,
ὅσσον σεῦ, ὅτε κέν τις Ἀχαιῶν χαλκοχιτώνων
455 δακρυόεσσαν ἄγηται, ἐλεύθερον ἦμαρ ἀπούρας·
καί κεν ἐν Ἄργει ἐοῦσα πρὸς ἄλλης ἱστὸν ὑφαίνοις,
καί κεν ὕδωρ φορέοις Μεσσηΐδος ἢ Ὑπερείης
πόλλ᾽ ἀεκαζομένη, κρατερὴ δ᾽ ἐπικείσετ᾽ ἀνάγκη·
καί ποτέ τις εἴπῃσιν ἰδὼν κατὰ δάκρυ χέουσαν·
460 “Ἕκτορος ἥδε γυνή, ὃς ἀριστεύεσκε μάχεσθαι
Τρώων ἱπποδάμων, ὅτε Ἴλιον ἀμφεμάχοντο.”
ὥς ποτέ τις ἐρέει· σοὶ δ᾽ αὖ νέον ἔσσεται ἄλγος
χήτεϊ τοιοῦδ᾽ ἀνδρὸς ἀμύνειν δούλιον ἦμαρ.
ἀλλά με τεθνηῶτα χυτὴ κατὰ γαῖα καλύπτοι,
465 πρίν γέ τι σῆς τε βοῆς σοῦ θ᾽ ἑλκηθμοῖο πυθέσθαι.»
***
390 Και ως τ᾽ άκουσε επετάχθη ευθύς ο Έκτωρ απ᾽ το δώμα
πάλι στους δρόμους τους λαμπρούς που ᾽χε περάσει πρώτα,
κι έφθασε, την πολύχωρη περνώντας πολιτείαν,
στες Σκαιές πύλες· στην στιγμήν που εκίνα εις το πεδίον,
με ορμήν εμπρός του επρόβαλεν η ασύγκριτη Ανδρομάχη
395 πολύδωρη συμβία του και κόρη του γενναίου
Αετίωνος, που κάτωθεν της δενδρωμένης Πλάκου
της Θήβης εβασίλευε και των Κιλίκων όλων.
Του πολεμάρχου Έκτορος αυτή ᾽ταν η συμβία
που τότε τον απάντησε με την τροφόν σιμά της,
400 οπού βαστούσε το μικρό μονάκριβο παιδί της,
τον Εκτορίδην, όμοιον με εύμορφον αστέρα·
Σκαμάνδριον ο πατέρας του, Αστυάνακτα τα πλήθη
τον λέγαν, ότι έσωζεν ο Έκτωρ την Τρωάδα.
Εκείνος χαμογέλασε κοιτώντας το παιδί του
405 ήσυχα· κι απ᾽ το χέρι του πιασμένη η Ανδρομάχη
εδάκρυσε και του ᾽λεγεν: «Οϊμέ! Θα σ᾽ αφανίσει
τούτη σου η τόλμη, ω τρομερέ· το βρέφος δεν λυπείσαι
τούτο κι εμέ την άμοιρην που χήρα σου θα γίνω
ογρήγορα, ότι ογρήγορα θα ορμήσουν όλοι αντάμα
410 να σε φονεύσουν οι Αχαιοί και άμα σε χάσω, κάτω
στον μαύρον Άδη ας κατεβώ, διότι αν αποθάνεις
και συ, καμιά παρηγοριά δι᾽ εμέ δεν θ᾽ απομείνει,
και πόνοι μόνον· έχασα πατέρα και μητέρα·
τον μέγαν Αετίωνα μου φόνευσεν ο θείος
415 Πηλείδης, όταν έριξε την πόλιν των Κιλίκων,
την Θήβην την υψίπυλον· αλλά τον εσεβάσθη
νεκρόν, δεν τον εγύμνωσε, και μ᾽ όλην την λαμπρήν του
αρματωσιά τον έκαυσε κι εσήκωσέ του μνήμα,
κι ολόγυρά του εφύτευσαν πεύκα μεγάλα οι νύμφες
420 Ορεστιάδες, του Διός αιγιδοφόρου κόρες·
ήσαν επτά στο σπίτι μας γλυκείς αυτάδελφοί μου,
κι εις μιαν ημέραν όλοι ομού ροβόλησαν στον Άδη·
όλους τους εθανάτωσεν ο θείος Αχιλλέας
των μόσχων μέσα εις τες κοπές και των λευκών προβάτων.
425 Και την σεπτήν μητέρα μου, βασίλισσαν στην Θήβην,
δούλην εδώ την έφερε με τ᾽ άλλα λάφυρά του.
Και αφού με δώρ᾽ αμέτρητα κατόπι εξαγοράσθη,
την έσβησεν η Άρτεμις στο σπίτι του πατρός μου.
Έκτωρ, συ είσαι δι᾽ εμέ πατέρας και μητέρα,
430 συ αδελφός, συ ανθηρός της κλίνης σύντροφός μου.
Αλλά λυπήσου μας, και αυτού μείνε στον πύργον, μήπως
ορφανό κάμεις το παιδί και χήραν την γυναίκα.
Κι εκεί στην αγριοσυκιά τους άνδρες στήσε οπού ᾽ναι
η πόλις καλοανέβατη, καλόπαρτο το τείχος·
435 τρεις το δοκίμασαν φορές των Αχαιών οι πρώτοι,
οι Αίαντες, και ο δοξαστός Ιδομενεύς και οι δύο
Ατρείδες και ο ατρόμητος Τυδείδης ενωμένοι·
ή το φανέρωσε σ᾽ αυτούς χρησμών εξαίσιος γνώστης,
ή τους κινεί μόν᾽ η ψυχή σ᾽ αυτό και τους διδάσκει »
440 Και προς αυτήν απάντησεν ο λοφοσείστης Έκτωρ:
«Όλα τα αισθάνομαι κι εγώ, γυνή μου, αλλά φοβούμαι
και των ανδρών το πρόσωπο και των σεμνών μητέρων,
αν μ᾽ έβλεπαν ως άνανδρος να φεύγω από την μάχην·
ούδ᾽ η καρδιά μου θέλει το, που μ᾽ έμαθε να είμαι
445 γενναίος πάντοτε κι εμπρός να μάχομαι των Τρώων
χάριν της δόξας του πατρός και της δικής μου ακόμη·
ότ᾽ είναι τούτο φανερό στα βάθη της ψυχής μου·
θα φθάσ᾽ η μέρα να χαθεί κι η Ίλιος η αγία
και ο Πρίαμος ο δυνατός με όλον τον λαόν του.
450 Αλλά των Τρώων η φθορά δεν με πληγώνει τόσο
και του πατρός μου ο θάνατος και της σεμνής μητρός μου
και των γλυκών μου αδελφών, οπού πολλοί και ανδρείοι
από τες λόγχες των εχθρών θα κυλισθούν στο χώμα
όσ᾽ ο καημός σου, όταν κανείς των Αχαιών σε πάρει
455 εις την δουλείαν, ενώ συ θα οδύρεσαι, θα κλαίεις,
εις τ᾽ Άργος ξένον ύφασμα θα υφαίνεις προσταγμένη·
απ᾽ την Υπέρειαν πηγήν ή από την Μεσσηίδα
νερό θα φέρνεις στανικώς, από σκληρήν ανάγκην·
κι ενώ συ κλαίεις θενά ειπούν: «Ιδέτε την συμβίαν
460 του Έκτορος που πρώτευε των ιπποδάμων Τρώων
στον πόλεμον, που ολόγυρα στην Ίλιον πολεμούσαν».
Αυτά θα ειπούν και μέσα σου θα ξαναζήσει ο πόνος
του ανδρός εκείνου, οπού δεν ζει δια να σε ελευθερώσει.
Αλλά παρά τον θρήνον σου και τ᾽ όνειδος ν᾽ ακούσω
465 βαθιά στην γην καλύτερα να με σκεπάσει ο τάφος».
390 Και ως τ᾽ άκουσε επετάχθη ευθύς ο Έκτωρ απ᾽ το δώμα
πάλι στους δρόμους τους λαμπρούς που ᾽χε περάσει πρώτα,
κι έφθασε, την πολύχωρη περνώντας πολιτείαν,
στες Σκαιές πύλες· στην στιγμήν που εκίνα εις το πεδίον,
με ορμήν εμπρός του επρόβαλεν η ασύγκριτη Ανδρομάχη
395 πολύδωρη συμβία του και κόρη του γενναίου
Αετίωνος, που κάτωθεν της δενδρωμένης Πλάκου
της Θήβης εβασίλευε και των Κιλίκων όλων.
Του πολεμάρχου Έκτορος αυτή ᾽ταν η συμβία
που τότε τον απάντησε με την τροφόν σιμά της,
400 οπού βαστούσε το μικρό μονάκριβο παιδί της,
τον Εκτορίδην, όμοιον με εύμορφον αστέρα·
Σκαμάνδριον ο πατέρας του, Αστυάνακτα τα πλήθη
τον λέγαν, ότι έσωζεν ο Έκτωρ την Τρωάδα.
Εκείνος χαμογέλασε κοιτώντας το παιδί του
405 ήσυχα· κι απ᾽ το χέρι του πιασμένη η Ανδρομάχη
εδάκρυσε και του ᾽λεγεν: «Οϊμέ! Θα σ᾽ αφανίσει
τούτη σου η τόλμη, ω τρομερέ· το βρέφος δεν λυπείσαι
τούτο κι εμέ την άμοιρην που χήρα σου θα γίνω
ογρήγορα, ότι ογρήγορα θα ορμήσουν όλοι αντάμα
410 να σε φονεύσουν οι Αχαιοί και άμα σε χάσω, κάτω
στον μαύρον Άδη ας κατεβώ, διότι αν αποθάνεις
και συ, καμιά παρηγοριά δι᾽ εμέ δεν θ᾽ απομείνει,
και πόνοι μόνον· έχασα πατέρα και μητέρα·
τον μέγαν Αετίωνα μου φόνευσεν ο θείος
415 Πηλείδης, όταν έριξε την πόλιν των Κιλίκων,
την Θήβην την υψίπυλον· αλλά τον εσεβάσθη
νεκρόν, δεν τον εγύμνωσε, και μ᾽ όλην την λαμπρήν του
αρματωσιά τον έκαυσε κι εσήκωσέ του μνήμα,
κι ολόγυρά του εφύτευσαν πεύκα μεγάλα οι νύμφες
420 Ορεστιάδες, του Διός αιγιδοφόρου κόρες·
ήσαν επτά στο σπίτι μας γλυκείς αυτάδελφοί μου,
κι εις μιαν ημέραν όλοι ομού ροβόλησαν στον Άδη·
όλους τους εθανάτωσεν ο θείος Αχιλλέας
των μόσχων μέσα εις τες κοπές και των λευκών προβάτων.
425 Και την σεπτήν μητέρα μου, βασίλισσαν στην Θήβην,
δούλην εδώ την έφερε με τ᾽ άλλα λάφυρά του.
Και αφού με δώρ᾽ αμέτρητα κατόπι εξαγοράσθη,
την έσβησεν η Άρτεμις στο σπίτι του πατρός μου.
Έκτωρ, συ είσαι δι᾽ εμέ πατέρας και μητέρα,
430 συ αδελφός, συ ανθηρός της κλίνης σύντροφός μου.
Αλλά λυπήσου μας, και αυτού μείνε στον πύργον, μήπως
ορφανό κάμεις το παιδί και χήραν την γυναίκα.
Κι εκεί στην αγριοσυκιά τους άνδρες στήσε οπού ᾽ναι
η πόλις καλοανέβατη, καλόπαρτο το τείχος·
435 τρεις το δοκίμασαν φορές των Αχαιών οι πρώτοι,
οι Αίαντες, και ο δοξαστός Ιδομενεύς και οι δύο
Ατρείδες και ο ατρόμητος Τυδείδης ενωμένοι·
ή το φανέρωσε σ᾽ αυτούς χρησμών εξαίσιος γνώστης,
ή τους κινεί μόν᾽ η ψυχή σ᾽ αυτό και τους διδάσκει »
440 Και προς αυτήν απάντησεν ο λοφοσείστης Έκτωρ:
«Όλα τα αισθάνομαι κι εγώ, γυνή μου, αλλά φοβούμαι
και των ανδρών το πρόσωπο και των σεμνών μητέρων,
αν μ᾽ έβλεπαν ως άνανδρος να φεύγω από την μάχην·
ούδ᾽ η καρδιά μου θέλει το, που μ᾽ έμαθε να είμαι
445 γενναίος πάντοτε κι εμπρός να μάχομαι των Τρώων
χάριν της δόξας του πατρός και της δικής μου ακόμη·
ότ᾽ είναι τούτο φανερό στα βάθη της ψυχής μου·
θα φθάσ᾽ η μέρα να χαθεί κι η Ίλιος η αγία
και ο Πρίαμος ο δυνατός με όλον τον λαόν του.
450 Αλλά των Τρώων η φθορά δεν με πληγώνει τόσο
και του πατρός μου ο θάνατος και της σεμνής μητρός μου
και των γλυκών μου αδελφών, οπού πολλοί και ανδρείοι
από τες λόγχες των εχθρών θα κυλισθούν στο χώμα
όσ᾽ ο καημός σου, όταν κανείς των Αχαιών σε πάρει
455 εις την δουλείαν, ενώ συ θα οδύρεσαι, θα κλαίεις,
εις τ᾽ Άργος ξένον ύφασμα θα υφαίνεις προσταγμένη·
απ᾽ την Υπέρειαν πηγήν ή από την Μεσσηίδα
νερό θα φέρνεις στανικώς, από σκληρήν ανάγκην·
κι ενώ συ κλαίεις θενά ειπούν: «Ιδέτε την συμβίαν
460 του Έκτορος που πρώτευε των ιπποδάμων Τρώων
στον πόλεμον, που ολόγυρα στην Ίλιον πολεμούσαν».
Αυτά θα ειπούν και μέσα σου θα ξαναζήσει ο πόνος
του ανδρός εκείνου, οπού δεν ζει δια να σε ελευθερώσει.
Αλλά παρά τον θρήνον σου και τ᾽ όνειδος ν᾽ ακούσω
465 βαθιά στην γην καλύτερα να με σκεπάσει ο τάφος».
Η Ρώμη και ο κόσμος της: 4. Πώς να γίνετε πλανητάρχης
4.6. Τι έκανες στον πόλεμο, Οράτιε;
Πράγματι ο Κάσσιος έφτασε και βρήκε τον Βρούτο στην Αθήνα· πράγματι, οι Αθηναίοι τους τίμησαν ως τυραννοκτόνους με μια σειρά τιμητικών εκδηλώσεων. Και ο Βρούτος, που για ένα διάστημα περιφερόταν ως μεταπτυχιακός φοιτητής στα αθηναϊκά στέκια, κατόρθωσε να εμπνεύσει δημοκρατικό ενθουσιασμό στους νεαρούς Ρωμαίους φοιτητές, οργανώνοντας την αντίστασή του εναντίον των διαδόχων και επίδοξων εκδικητών του Ιουλίου Καίσαρα. Και ο Οράτιος;
Ο Οράτιος, έναν περίπου χρόνο μετά τη συζήτηση που είχε με τον Μάρκο Κικέρωνα, βρέθηκε στην απέναντι πλευρά του Αιγαίου, στην περιοχή της Σμύρνης - και βρέθηκε εκεί ως χιλίαρχος, δηλαδή ανώτερος αξιωματικός του στρατού που ετοίμαζαν οι δημοκρατικοί για να αντιμετωπίσουν τους καισαρικούς. Η ζωή έχει πολλά απρόοπτα - και ο Οράτιος αξιωματικός του στρατού είναι ένα από τα πιο απρόοπτα που μπορεί να επινοήσει η ζωή.
Όπως ξέρουμε κιόλας, οι αντίπαλοι τελικά συγκρούστηκαν γύρω στα μέσα Νοεμβρίου του 42 π.Χ. στους Φιλίππους. Εκείνη τη μέρα ο Οκταβιανός ήταν κρυολογημένος (κι αυτό το ξέρουμε) κι έτσι όλη τη δουλειά την έκανε ο Αντώνιος. Στους Φιλίππους η ιστορία υπέγραψε τη ληξιαρχική πράξη θανάτου της ρωμαϊκής Δημοκρατίας. Τη συνέχεια την ξέρουμε κι αυτή.
Ξέρουμε ακόμη ότι ο Οράτιος, σύμφωνα με δική του δήλωση, εγκατέλειψε το πεδίο της μάχης όταν είδε πού έγειρε η πλάστιγγα. Γύρισε ταπεινωμένος, μαζί με πολλούς άλλους, στη Ρώμη, και ήταν τυχερός που δεν πλήρωσε με τη ζωή του τον νεανικό δημοκρατικό του ενθουσιασμό. Και στη Ρώμη πέρασε δύσκολες μέρες γιατί είχαν καταστραφεί τα οικονομικά του. Τι ακριβώς έκανε; Ο ίδιος μας λέει ότι η φτώχεια τον έσπρωξε να γράψει ποίηση για βιοπορισμό. Μάλλον υπερβολή. Κανένας αρχαίος συγγραφέας δεν έζησε από τα βιβλία του, απλούστατα γιατί στην αρχαιότητα το εμπόριο του βιβλίου είναι υποτυπώδες και τα συγγραφικά δικαιώματα ανύπαρκτα. Αυτό που του έδωσε τα προς το ζην ήταν μια θέση που εξασφάλισε ως υπάλληλος του «υπουργείου οικονομικών» - όσο χρειαζόταν για να ζει και να γράφει.
Προς το παρόν δεν γράφει λυρική ποίηση· αλλά αυτά που γράφει τραβούν την προσοχή του Βιργιλίου, που ανήκει ήδη στον κύκλο του Μαικήνα, και ο Βιργίλιος τον συστήνει στον μεγάλο χορηγό και ευεργέτη του - και εκεί λύνεται οριστικά το βιοποριστικό του πρόβλημα.
Στους Φιλίππους, μας λέει πάλι ο ίδιος, εγκατέλειψε την ασπίδα του. Μπορεί να είναι αλήθεια· αλλά το ίδιο είχαν πει σε κάποια ποιήματα τους και ο Αρχίλοχος και ο Αλκαίος και, πιθανότατα, ο Ανακρέων - και ο Οράτιος τα ποιήματα τους τα ήξερε, βέβαια, απ᾽ έξω. Λοιπόν, ήταν ρίψασπις ή όχι; Αδύνατο να αποφασίσουμε: τα πραγματικά βιώματα και τα λογοτεχνικά βιώματα (αυτά που αποκομίζουμε από την ανάγνωση της λογοτεχνίας) συνδυάζονται πολύ συχνά και μας παίζουν χίλια δυο παιχνίδια. Καλύτερα να είμαστε προσεκτικοί - όπως ήμασταν και στην ιστορία του Αντώνιου και της Κλεοπάτρας.
Εγκατέλειψε την ασπίδα του, αλλά προφανώς δεν άφησε εκεί τη θήκη με τους παπύρους των ελλήνων λυρικών ποιητών. Και φαίνεται ότι ενώ τα βέλη και τα ακόντια έλυναν τους λογαριασμούς της Ρώμης στους Φιλίππους, η ποιητική ιδέα πήγαινε κι ερχόταν μέσα στο μυαλό του χιλίαρχου. Κι όταν έγινε υπάλληλος του «υπουργείου οικονομικών», και κυρίως όταν βρήκε τη σιγουριά στον κύκλο του Μαικήνα, άρχισε να κάνει το σπουδαίο μέρος της λυρικής του ποίησης. Έτσι, καθώς το είχε υποσχεθεί, ο Αλκαίος, η Σαπφώ, ο Πίνδαρος, ο Ανακρέων και άλλα αστέρια της ελληνικής λύρας πέρασαν την Αδριατική και ξαναζωντάνεψαν μετά από 500 σχεδόν χρόνια στη Ρώμη.
Σε πολλά από αυτά τα λυρικά ποιήματα (που τα λέμε συνήθως Ωδές) ο Οράτιος υμνεί τον Αύγουστο, τις παραδοσιακές αρετές του ρωμαϊκού έθνους και την προσπάθεια του αρχηγού του κράτους να αποκαταστήσει την ηθική τάξη στη Ρώμη. Αλλά ο Οράτιος ξέρει να συνδυάζει το «Ίτε παίδες Ρωμαίων!» και το «Παιδιά, της Ιταλίας παιδιά, που σκληρά πολεμάτε» με σκέψεις (άλλοτε μελαγχολικές, άλλοτε ευτράπελες και άλλοτε πάλι ειρωνικές) πάνω στον έρωτα, τον θάνατο, τη λογοτεχνία, τους τρανούς και τους ταπεινούς ανθρώπους. Και τελικά κρατάει μια πολιτισμένη απόσταση από όλα και όλους.
Η ζωή έχει απρόοπτα. Ο νεαρός, ενθουσιώδης φοιτητής της Αθήνας που σήκωσε τα όπλα για χάρη της δημοκρατίας, έγινε ένας από τους πιο έμπιστους και αγαπημένους φίλους του Οκταβιανού Αυγούστου. Βολεύτηκε στο «κατεστημένο», ή κατάλαβε ότι ο Αύγουστος και η ειρήνη που έφερε ήταν προτιμότερη από τη ματωμένη και σπαραγμένη δημοκρατία που γνώρισε ως φοιτητής; Ίσως το πρώτο· μπορεί το δεύτερο· το πιθανότερο και τα δύο.
Πράγματι ο Κάσσιος έφτασε και βρήκε τον Βρούτο στην Αθήνα· πράγματι, οι Αθηναίοι τους τίμησαν ως τυραννοκτόνους με μια σειρά τιμητικών εκδηλώσεων. Και ο Βρούτος, που για ένα διάστημα περιφερόταν ως μεταπτυχιακός φοιτητής στα αθηναϊκά στέκια, κατόρθωσε να εμπνεύσει δημοκρατικό ενθουσιασμό στους νεαρούς Ρωμαίους φοιτητές, οργανώνοντας την αντίστασή του εναντίον των διαδόχων και επίδοξων εκδικητών του Ιουλίου Καίσαρα. Και ο Οράτιος;
Ο Οράτιος, έναν περίπου χρόνο μετά τη συζήτηση που είχε με τον Μάρκο Κικέρωνα, βρέθηκε στην απέναντι πλευρά του Αιγαίου, στην περιοχή της Σμύρνης - και βρέθηκε εκεί ως χιλίαρχος, δηλαδή ανώτερος αξιωματικός του στρατού που ετοίμαζαν οι δημοκρατικοί για να αντιμετωπίσουν τους καισαρικούς. Η ζωή έχει πολλά απρόοπτα - και ο Οράτιος αξιωματικός του στρατού είναι ένα από τα πιο απρόοπτα που μπορεί να επινοήσει η ζωή.
Όπως ξέρουμε κιόλας, οι αντίπαλοι τελικά συγκρούστηκαν γύρω στα μέσα Νοεμβρίου του 42 π.Χ. στους Φιλίππους. Εκείνη τη μέρα ο Οκταβιανός ήταν κρυολογημένος (κι αυτό το ξέρουμε) κι έτσι όλη τη δουλειά την έκανε ο Αντώνιος. Στους Φιλίππους η ιστορία υπέγραψε τη ληξιαρχική πράξη θανάτου της ρωμαϊκής Δημοκρατίας. Τη συνέχεια την ξέρουμε κι αυτή.
Ξέρουμε ακόμη ότι ο Οράτιος, σύμφωνα με δική του δήλωση, εγκατέλειψε το πεδίο της μάχης όταν είδε πού έγειρε η πλάστιγγα. Γύρισε ταπεινωμένος, μαζί με πολλούς άλλους, στη Ρώμη, και ήταν τυχερός που δεν πλήρωσε με τη ζωή του τον νεανικό δημοκρατικό του ενθουσιασμό. Και στη Ρώμη πέρασε δύσκολες μέρες γιατί είχαν καταστραφεί τα οικονομικά του. Τι ακριβώς έκανε; Ο ίδιος μας λέει ότι η φτώχεια τον έσπρωξε να γράψει ποίηση για βιοπορισμό. Μάλλον υπερβολή. Κανένας αρχαίος συγγραφέας δεν έζησε από τα βιβλία του, απλούστατα γιατί στην αρχαιότητα το εμπόριο του βιβλίου είναι υποτυπώδες και τα συγγραφικά δικαιώματα ανύπαρκτα. Αυτό που του έδωσε τα προς το ζην ήταν μια θέση που εξασφάλισε ως υπάλληλος του «υπουργείου οικονομικών» - όσο χρειαζόταν για να ζει και να γράφει.
Προς το παρόν δεν γράφει λυρική ποίηση· αλλά αυτά που γράφει τραβούν την προσοχή του Βιργιλίου, που ανήκει ήδη στον κύκλο του Μαικήνα, και ο Βιργίλιος τον συστήνει στον μεγάλο χορηγό και ευεργέτη του - και εκεί λύνεται οριστικά το βιοποριστικό του πρόβλημα.
Στους Φιλίππους, μας λέει πάλι ο ίδιος, εγκατέλειψε την ασπίδα του. Μπορεί να είναι αλήθεια· αλλά το ίδιο είχαν πει σε κάποια ποιήματα τους και ο Αρχίλοχος και ο Αλκαίος και, πιθανότατα, ο Ανακρέων - και ο Οράτιος τα ποιήματα τους τα ήξερε, βέβαια, απ᾽ έξω. Λοιπόν, ήταν ρίψασπις ή όχι; Αδύνατο να αποφασίσουμε: τα πραγματικά βιώματα και τα λογοτεχνικά βιώματα (αυτά που αποκομίζουμε από την ανάγνωση της λογοτεχνίας) συνδυάζονται πολύ συχνά και μας παίζουν χίλια δυο παιχνίδια. Καλύτερα να είμαστε προσεκτικοί - όπως ήμασταν και στην ιστορία του Αντώνιου και της Κλεοπάτρας.
Εγκατέλειψε την ασπίδα του, αλλά προφανώς δεν άφησε εκεί τη θήκη με τους παπύρους των ελλήνων λυρικών ποιητών. Και φαίνεται ότι ενώ τα βέλη και τα ακόντια έλυναν τους λογαριασμούς της Ρώμης στους Φιλίππους, η ποιητική ιδέα πήγαινε κι ερχόταν μέσα στο μυαλό του χιλίαρχου. Κι όταν έγινε υπάλληλος του «υπουργείου οικονομικών», και κυρίως όταν βρήκε τη σιγουριά στον κύκλο του Μαικήνα, άρχισε να κάνει το σπουδαίο μέρος της λυρικής του ποίησης. Έτσι, καθώς το είχε υποσχεθεί, ο Αλκαίος, η Σαπφώ, ο Πίνδαρος, ο Ανακρέων και άλλα αστέρια της ελληνικής λύρας πέρασαν την Αδριατική και ξαναζωντάνεψαν μετά από 500 σχεδόν χρόνια στη Ρώμη.
Σε πολλά από αυτά τα λυρικά ποιήματα (που τα λέμε συνήθως Ωδές) ο Οράτιος υμνεί τον Αύγουστο, τις παραδοσιακές αρετές του ρωμαϊκού έθνους και την προσπάθεια του αρχηγού του κράτους να αποκαταστήσει την ηθική τάξη στη Ρώμη. Αλλά ο Οράτιος ξέρει να συνδυάζει το «Ίτε παίδες Ρωμαίων!» και το «Παιδιά, της Ιταλίας παιδιά, που σκληρά πολεμάτε» με σκέψεις (άλλοτε μελαγχολικές, άλλοτε ευτράπελες και άλλοτε πάλι ειρωνικές) πάνω στον έρωτα, τον θάνατο, τη λογοτεχνία, τους τρανούς και τους ταπεινούς ανθρώπους. Και τελικά κρατάει μια πολιτισμένη απόσταση από όλα και όλους.
Η ζωή έχει απρόοπτα. Ο νεαρός, ενθουσιώδης φοιτητής της Αθήνας που σήκωσε τα όπλα για χάρη της δημοκρατίας, έγινε ένας από τους πιο έμπιστους και αγαπημένους φίλους του Οκταβιανού Αυγούστου. Βολεύτηκε στο «κατεστημένο», ή κατάλαβε ότι ο Αύγουστος και η ειρήνη που έφερε ήταν προτιμότερη από τη ματωμένη και σπαραγμένη δημοκρατία που γνώρισε ως φοιτητής; Ίσως το πρώτο· μπορεί το δεύτερο· το πιθανότερο και τα δύο.
Εσωτερική Πραγματικότητα
Σύμφωνα με όλες τις θρησκείες, η Πραγματικότητα (για όσους αντιλαμβάνονται πλήρως), η Απώτερη Πραγματικότητα (για όσους διακρίνουν την Πραγματικότητα από το «σχετικό»), η Ύστατη Πραγματικότητα (για όσους εξελίσσονται πέρα από όλες τις σχετικές αντιλήψεις), το Απόλυτο (για κάθε περιορισμένη συνείδηση), αποτελεί το Υπόβαθρο κάθε συνείδησης, το Κέντρο αναφοράς κάθε αντίληψης.
Η Εσωτερική Πραγματικότητα Αναδύεται στο Πράσινο Μη-Δυαδικό Πεδίο
Κάθε περιορισμένη συνείδηση προϋποθέτει πίσω της Αυτό το Υπόβαθρο, την Υπερσυνείδηση, που την στηρίζει και εμπνέει και την καθοδηγεί προς την Ολική Αντίληψη. Η περιορισμένη συνείδηση δεν μπορεί να βρει το αίτιο της ύπαρξης στον εαυτό της, ούτε μπορεί να υποθέσει ότι υπάρχει Κάτι έξω από αυτήν (γιατί αυτό είναι μονάχα μία σύλληψη, μία αντίληψη, μία ιδέα, που όταν υιοθετηθεί οδηγεί όχι στην Αλήθεια, αλλά στην ειδωλολατρία). Η περιορισμένη συνείδηση λοιπόν, μέσα της, στο Βαθύτερο Είναι της, στην Ουσία της, μπορεί να αποκαλύψει το Αίτιο, το Υπόβαθρο, το Απόλυτο, κι όχι κάπου έξω. Ο Εσωτερικός Δρόμος είναι ο μόνος δρόμος.
Όλες οι θρησκείες μιλούν για την Εσωτερική Πραγματικότητα της συνείδησης, για την ανάδυση της περιορισμένης συνείδησης προς το Όλον, για το άπλωμα της περιορισμένης συνείδησης στο Άπειρο, στο Αιώνιο.
Όλες οι πρακτικές που χρησιμοποιούν οι διάφορες θρησκείες (Διαλογισμός, Προσευχή, Γιόγκα, κλπ.), δεν έχουν άλλο προορισμό από το να βοηθήσουν την συνείδηση να ξεπεράσει όλες τις περιοριστικές και περιορισμένες αντιλήψεις, για να αντιληφθεί το Άπειρο Βάθος της. Αυτό σημαίνει ότι η συνείδηση πρέπει να αποδομήσει κάθε εγωική αντίληψη, για να φτάσει στην Καθαρή Αντίληψη, στο Καθαρό Είναι, στο Χωρίς Ιδιότητες, στο Αμετάβλητο, στο Αληθινό.
Στην πραγματικότητα, η Συνείδηση Είναι Μία, Αιώνια, κι όλοι οι περιορισμοί είναι απατηλοί. Για όσους το αντιλαμβάνονται αυτό δεν υπάρχει «πτώση», «εξέλιξη», «φώτιση», τίποτα. Για όσους όμως εμπλέκονται μέσα στο σχετικό υπάρχει εξέλιξη, βαθμίδες προς την Ολοκλήρωση, κλπ.
Πάντως όπως κι αν έχει το Απόλυτο, αποτελεί την Αρχή και το Τέλος, το Όριο της Συνείδησης και Τελικό Προορισμό κάθε συνείδησης.
Η Εσωτερική Πραγματικότητα Αναδύεται στο Πράσινο Μη-Δυαδικό Πεδίο
Κάθε περιορισμένη συνείδηση προϋποθέτει πίσω της Αυτό το Υπόβαθρο, την Υπερσυνείδηση, που την στηρίζει και εμπνέει και την καθοδηγεί προς την Ολική Αντίληψη. Η περιορισμένη συνείδηση δεν μπορεί να βρει το αίτιο της ύπαρξης στον εαυτό της, ούτε μπορεί να υποθέσει ότι υπάρχει Κάτι έξω από αυτήν (γιατί αυτό είναι μονάχα μία σύλληψη, μία αντίληψη, μία ιδέα, που όταν υιοθετηθεί οδηγεί όχι στην Αλήθεια, αλλά στην ειδωλολατρία). Η περιορισμένη συνείδηση λοιπόν, μέσα της, στο Βαθύτερο Είναι της, στην Ουσία της, μπορεί να αποκαλύψει το Αίτιο, το Υπόβαθρο, το Απόλυτο, κι όχι κάπου έξω. Ο Εσωτερικός Δρόμος είναι ο μόνος δρόμος.
Όλες οι θρησκείες μιλούν για την Εσωτερική Πραγματικότητα της συνείδησης, για την ανάδυση της περιορισμένης συνείδησης προς το Όλον, για το άπλωμα της περιορισμένης συνείδησης στο Άπειρο, στο Αιώνιο.
Όλες οι πρακτικές που χρησιμοποιούν οι διάφορες θρησκείες (Διαλογισμός, Προσευχή, Γιόγκα, κλπ.), δεν έχουν άλλο προορισμό από το να βοηθήσουν την συνείδηση να ξεπεράσει όλες τις περιοριστικές και περιορισμένες αντιλήψεις, για να αντιληφθεί το Άπειρο Βάθος της. Αυτό σημαίνει ότι η συνείδηση πρέπει να αποδομήσει κάθε εγωική αντίληψη, για να φτάσει στην Καθαρή Αντίληψη, στο Καθαρό Είναι, στο Χωρίς Ιδιότητες, στο Αμετάβλητο, στο Αληθινό.
Στην πραγματικότητα, η Συνείδηση Είναι Μία, Αιώνια, κι όλοι οι περιορισμοί είναι απατηλοί. Για όσους το αντιλαμβάνονται αυτό δεν υπάρχει «πτώση», «εξέλιξη», «φώτιση», τίποτα. Για όσους όμως εμπλέκονται μέσα στο σχετικό υπάρχει εξέλιξη, βαθμίδες προς την Ολοκλήρωση, κλπ.
Πάντως όπως κι αν έχει το Απόλυτο, αποτελεί την Αρχή και το Τέλος, το Όριο της Συνείδησης και Τελικό Προορισμό κάθε συνείδησης.
De anima beata (=Για μία ευτυχισμένη ψυχή)
«Όποιος έχει θέσει τον εαυτό του πέρα από κάθε επιθυμία, ποιά έλλειψη μπορεί να έχει;
Και, αν κάποιος μέσα του έχει συγκεντρώσει όλα όσα είναι δικά του ποιά ανάγκη έχει από εξωτερική ενίσχυση;» Σενέκας
Όλα τα μεγάλα πνεύματα έχουν καταλήξει στο ότι το να ζει κανείς είναι μια δύσκολη και επίπονη διαδικασία. Αυτό όμως το οδυνηρό της ζωής δεν είναι η φύση της τελευταίας ως φαινόμενο αυτό κάθε αυτό, αλλά η απουσία νοήματος, σκοπού και προορισμού. Είναι η πλεύση προς μια άγνωστη Ιθάκη μέσα στην απέραντη θάλασσα της ύπαρξης. Ένα ανθρώπινο όν μπορεί να πλησιάσει και να κατακτήσει την ευτυχία μόνο αν αναπτύξει μια "θεωρία του σκοπού της ζωής".
Ο σημερινός άνθρωπος απέχει πολύ από τη δημιουργία μια ολιστικής θεώρησης της ζωής, μιας ιδεολογικής προσέγγιση ικανή να μετατρέψει την ύπαρξη του από μηχανιστική σε εμπρόθετη. Αντίθετα, προτιμά να τη ναρκώνει, ευνουχίζοντας κάθε πνευματική ικανότητα βρίσκοντας καταφύγιο σε φαινομενικά επίπλαστες μορφές ευτυχίας. Χαμένος λοιπόν σε ένα ταξίδι δίχως προορισμό, θα αναζητήσει σκοπό στη συσσώρευση υλικών αγαθών ή θα εγκαταλείψει εντελώς τον αγώνα για σκοπό, μέσω της ταύτισης, εξομοίωσης και αλλοτρίωσης του από πολιτικά ή ηθικό-θρησκευτικά κινήματα.
Η στωική κοσμοθεωρία του σκοπού της ζωής θα μπορούσε να αποτελέσει την Ιθάκη του κάθε ορθής σκέψης ιχνηλάτη, μιας Ιθάκης της οποίας όμως προηγείται ένα μακρύ και δύσβατο ταξίδι. Για τον εραστή της στωικής φιλοσοφίας η ορθή σκέψη οδηγεί σε ένα ενάρετο και ευτυχισμένο βίο. Καλό, ηθικό και ωφέλιμο είναι ό,τι συνάδει και είναι εναρμονισμένο με τους νόμους τη φύσης. Θεμέλιος λίθος για μία ευτυχισμένη και εναρμονισμένη με τη φύση ζωής είναι ένα δυνατό, θαρραλέο και υγιές μυαλό (νους) το οποίο φροντίζει τις ανάγκες του σώματος.
Ο στωικός νους είναι γαλήνιος, απερίσπαστος και ελεύθερος. H στωική αταραξία είναι κάτι παραπάνω από την έλλειψη δυσφορίας, είναι ο αποχωρισμός από όλα όσα αναστατώνουν ή φοβίζουν τον ανθρώπινο νου. Όταν λοιπόν απογυμνωθεί από τις επίπλαστες απολαύσεις, το μίσος, το φόβο και κάθε είδους βλαβερή σκέψη, τότε ο άνθρωπος κατακτά τη πραγματική μεγαλοσύνη, την πραότητα και την ελευθερία. Βασική αρχή και προϋπόθεση για την κατάκτηση της αταραξίας είναι η πεποίθηση ότι το καθετί στη ζωή είναι ό,τι σκεφτόμαστε για αυτό. Για τους στωικούς, η κάθε κατάσταση και το κάθε γεγονός στη ζωή είναι ουδέτερα και αχρωμάτιστα. Ο τρόπος που σκεφτόμαστε για αυτά τα κάνει καλά ή κακά, ευχάριστα ή δυσάρεστα. Με άλλα λόγια η ευτυχία και η δυστυχία είναι καταστάσεις του νου και ο κάθε άνθρωπος είναι υπεύθυνος για το πώς επιλέγει να σκέφτεται. Η ποιότητα των σκέψεων του επηρεάζει την ποιότητα της ζωής του.
Ευτυχισμένος λοιπόν είναι αυτός ο οποίος περπατά στο ξέφωτο της αρετής, του ορθού λόγου και του ορθού τρόπου σκέψης. Αυτός, ο οποίος είναι άφθαρτος και απερίσπαστος από τις εξωτερικές επιδράσεις. Αυτός, που στο νου του δεν έχουν θέση η αγωνία, η κακία, ο φθόνος και ο φόβος. Αυτός, για τον οποίο το καλό ταυτίζεται με τον καλό του και το κακό με τον παρηκμασμένο νου. Αυτός, που δεν προσκολλάται σε απολαύσεις αλλά θεωρεί απόλαυση την περιφρόνηση όλων των απολαύσεων.
Αυτός, που ταυτίζει την ελευθερία και τη γαλήνη με την περιφρόνηση των κάθε είδους υλικών αγαθών. Αυτός που ζει με απλότητα και όπως μας λέει ο Μάρκος Αυρήλιος δεν οργίζεται με τους ανθρώπους “ούτε παρεκτρέπεται από τον δρόμο που οδηγεί στο τέλος της ζωής, όπου πρέπει να φθάσει καθαρός, ήρεμος, έτοιμος, αβίαστα προσαρμοσμένος με τη μοίρα του”.
Και, αν κάποιος μέσα του έχει συγκεντρώσει όλα όσα είναι δικά του ποιά ανάγκη έχει από εξωτερική ενίσχυση;» Σενέκας
Όλα τα μεγάλα πνεύματα έχουν καταλήξει στο ότι το να ζει κανείς είναι μια δύσκολη και επίπονη διαδικασία. Αυτό όμως το οδυνηρό της ζωής δεν είναι η φύση της τελευταίας ως φαινόμενο αυτό κάθε αυτό, αλλά η απουσία νοήματος, σκοπού και προορισμού. Είναι η πλεύση προς μια άγνωστη Ιθάκη μέσα στην απέραντη θάλασσα της ύπαρξης. Ένα ανθρώπινο όν μπορεί να πλησιάσει και να κατακτήσει την ευτυχία μόνο αν αναπτύξει μια "θεωρία του σκοπού της ζωής".
Ο σημερινός άνθρωπος απέχει πολύ από τη δημιουργία μια ολιστικής θεώρησης της ζωής, μιας ιδεολογικής προσέγγιση ικανή να μετατρέψει την ύπαρξη του από μηχανιστική σε εμπρόθετη. Αντίθετα, προτιμά να τη ναρκώνει, ευνουχίζοντας κάθε πνευματική ικανότητα βρίσκοντας καταφύγιο σε φαινομενικά επίπλαστες μορφές ευτυχίας. Χαμένος λοιπόν σε ένα ταξίδι δίχως προορισμό, θα αναζητήσει σκοπό στη συσσώρευση υλικών αγαθών ή θα εγκαταλείψει εντελώς τον αγώνα για σκοπό, μέσω της ταύτισης, εξομοίωσης και αλλοτρίωσης του από πολιτικά ή ηθικό-θρησκευτικά κινήματα.
Η στωική κοσμοθεωρία του σκοπού της ζωής θα μπορούσε να αποτελέσει την Ιθάκη του κάθε ορθής σκέψης ιχνηλάτη, μιας Ιθάκης της οποίας όμως προηγείται ένα μακρύ και δύσβατο ταξίδι. Για τον εραστή της στωικής φιλοσοφίας η ορθή σκέψη οδηγεί σε ένα ενάρετο και ευτυχισμένο βίο. Καλό, ηθικό και ωφέλιμο είναι ό,τι συνάδει και είναι εναρμονισμένο με τους νόμους τη φύσης. Θεμέλιος λίθος για μία ευτυχισμένη και εναρμονισμένη με τη φύση ζωής είναι ένα δυνατό, θαρραλέο και υγιές μυαλό (νους) το οποίο φροντίζει τις ανάγκες του σώματος.
Ο στωικός νους είναι γαλήνιος, απερίσπαστος και ελεύθερος. H στωική αταραξία είναι κάτι παραπάνω από την έλλειψη δυσφορίας, είναι ο αποχωρισμός από όλα όσα αναστατώνουν ή φοβίζουν τον ανθρώπινο νου. Όταν λοιπόν απογυμνωθεί από τις επίπλαστες απολαύσεις, το μίσος, το φόβο και κάθε είδους βλαβερή σκέψη, τότε ο άνθρωπος κατακτά τη πραγματική μεγαλοσύνη, την πραότητα και την ελευθερία. Βασική αρχή και προϋπόθεση για την κατάκτηση της αταραξίας είναι η πεποίθηση ότι το καθετί στη ζωή είναι ό,τι σκεφτόμαστε για αυτό. Για τους στωικούς, η κάθε κατάσταση και το κάθε γεγονός στη ζωή είναι ουδέτερα και αχρωμάτιστα. Ο τρόπος που σκεφτόμαστε για αυτά τα κάνει καλά ή κακά, ευχάριστα ή δυσάρεστα. Με άλλα λόγια η ευτυχία και η δυστυχία είναι καταστάσεις του νου και ο κάθε άνθρωπος είναι υπεύθυνος για το πώς επιλέγει να σκέφτεται. Η ποιότητα των σκέψεων του επηρεάζει την ποιότητα της ζωής του.
Ευτυχισμένος λοιπόν είναι αυτός ο οποίος περπατά στο ξέφωτο της αρετής, του ορθού λόγου και του ορθού τρόπου σκέψης. Αυτός, ο οποίος είναι άφθαρτος και απερίσπαστος από τις εξωτερικές επιδράσεις. Αυτός, που στο νου του δεν έχουν θέση η αγωνία, η κακία, ο φθόνος και ο φόβος. Αυτός, για τον οποίο το καλό ταυτίζεται με τον καλό του και το κακό με τον παρηκμασμένο νου. Αυτός, που δεν προσκολλάται σε απολαύσεις αλλά θεωρεί απόλαυση την περιφρόνηση όλων των απολαύσεων.
Αυτός, που ταυτίζει την ελευθερία και τη γαλήνη με την περιφρόνηση των κάθε είδους υλικών αγαθών. Αυτός που ζει με απλότητα και όπως μας λέει ο Μάρκος Αυρήλιος δεν οργίζεται με τους ανθρώπους “ούτε παρεκτρέπεται από τον δρόμο που οδηγεί στο τέλος της ζωής, όπου πρέπει να φθάσει καθαρός, ήρεμος, έτοιμος, αβίαστα προσαρμοσμένος με τη μοίρα του”.
Ένας άνθρωπος που δεν προσδοκά τίποτα δεν απογοητεύεται ποτέ
Γιατί απογοητευόμαστε; Η πηγή κάθε απογοήτευσης είναι οι προσδοκίες από τους άλλους ανθρώπους. Προσδοκούμε την αναγνώριση ενός καλού που κάναμε, μίας προσφοράς, προσδοκούμε την αγάπη, την προσοχή. Για αυτό απογοητευόμαστε. Ένας άνθρωπος που δεν προσδοκά τίποτα δεν απογοητεύεται ποτέ.
Δεν μπορούμε, δυστυχώς, να βασίζουμε την ευτυχία μας επάνω σε άλλους ανθρώπους, διότι αυτό πάντα θα μας πληγώνει. Δεν μπορούμε, δυστυχώς, να είμαστε ποτέ σίγουροι για τους άλλους ανθρώπους, διότι όταν τα γεγονότα αποδείξουν το αντίθετο, τότε θα πληγωθούμε βαθιά. Η απογοήτευση είναι φυσικό επόμενο όταν έχουμε σίγουρη την αναγνώριση από τους άλλους. Μόνο εμείς μπορούμε και οφείλουμε να προσέξουμε τον εαυτό μας, κανένας άλλος δεν θα αντικαταστήσει την αγάπη που εμείς δεν του δίνουμε.
Οφείλουμε να κατανοήσουμε και να αποδεχτούμε το γεγονός ότι ο κάθε άνθρωπος δεν ενεργεί όπως θα θέλαμε εμείς να ενεργεί και, δυστυχώς, δε διαπνέεται πάντα από τις ίδιες συναισθηματικές, ηθικές, τυπικές αξίες που μπορεί κάποιος άλλος να έχει.
Είναι γεγονός λυπηρό αλλά, δυστυχώς, έτσι είναι. Με το να στηρίζουμε διαρκώς την ευτυχία και την αυτοεκτίμησή μας στην αναγνώριση των άλλων, έχουμε καταδικάσει τον εαυτό μας σε μία μιζέρια και σε μία συνεχή απογοήτευση. Δεν ευθύνεται η αχαριστία και η άσχημη συμπεριφορά των ανθρώπων, αλλά η αγνόηση της αχαριστίας και της άσχημης συμπεριφοράς των ανθρώπων.
Ένας διευθυντής μίας μεγάλης τράπεζας μία μέρα ήταν εξαιρετικά πικραμένος. Όταν τον ρώτησαν τι έχει, εκείνος αποκρίθηκε: Έδωσα ένα μεγάλο ποσό επιπλέον σε κάθε υπάλληλό μου ως ένα δώρο Χριστουγέννων και κανείς τους δεν ήρθε να με ευχαριστήσει! ‘’ Ο διευθυντής προσδοκούσε την αναγνώριση των υπαλλήλων οι οποίοι μπορεί τη συγκεκριμένη πράξη του να μην την αντιμετώπισαν ως ευεργεσία, αλλά ως μία δίκαιη ανταμοιβή για τη δουλειά που παρείχαν, με αποτέλεσμα να απογοητευθεί. Άρα η πικρία του δεν οφειλόταν στο ότι πρόσφερε, αλλά στο ότι περίμενε την αναγνώριση για αυτό που πρόσφερε.
Θα πείτε βεβαίως: Καλό να τα γράφεις όλα αυτά, αλλά όταν ζεις τη σκληρότητα και σου φέρονται άσχημα, μπορεί να μην πληγωθείς; Και, φυσικά πληγώνεσαι, όπως έχω πληγωθεί και εγώ άλλωστε. Οφείλουμε όμως να αγαπήσουμε και να αγκαλιάσουμε τον εαυτό μας και να τον προστατέψουμε από την όποια άσχημη και χειριστική συμπεριφορά, διότι μετά η ευθύνη βαραίνει εμάς διότι ανεχόμαστε αυτό που μας πληγώνει. Ας σταματήσουμε να προσδοκούμε. Ας κατανοήσουμε ότι έτσι είναι η ζωή, δυστυχώς, και να μην έχουμε τόσο υψηλές προσδοκίες, τόσο εμείς από τους άλλους, όσο και οι άλλοι από εμάς.
Οι άνθρωποι που πρέπει θα μας αναγνωρίσουν χωρίς να χρειαστεί να καταβάλλουμε κάποια υπεράνθρωπη προσπάθεια. Οι υψηλές προσδοκίες δεν ωφελούν, δυστυχώς, μόνο πληγώνουν. Μόνο εμείς οφείλουμε στον εαυτό μας, κανείς άλλος.
Δεν μπορούμε, δυστυχώς, να βασίζουμε την ευτυχία μας επάνω σε άλλους ανθρώπους, διότι αυτό πάντα θα μας πληγώνει. Δεν μπορούμε, δυστυχώς, να είμαστε ποτέ σίγουροι για τους άλλους ανθρώπους, διότι όταν τα γεγονότα αποδείξουν το αντίθετο, τότε θα πληγωθούμε βαθιά. Η απογοήτευση είναι φυσικό επόμενο όταν έχουμε σίγουρη την αναγνώριση από τους άλλους. Μόνο εμείς μπορούμε και οφείλουμε να προσέξουμε τον εαυτό μας, κανένας άλλος δεν θα αντικαταστήσει την αγάπη που εμείς δεν του δίνουμε.
Οφείλουμε να κατανοήσουμε και να αποδεχτούμε το γεγονός ότι ο κάθε άνθρωπος δεν ενεργεί όπως θα θέλαμε εμείς να ενεργεί και, δυστυχώς, δε διαπνέεται πάντα από τις ίδιες συναισθηματικές, ηθικές, τυπικές αξίες που μπορεί κάποιος άλλος να έχει.
Είναι γεγονός λυπηρό αλλά, δυστυχώς, έτσι είναι. Με το να στηρίζουμε διαρκώς την ευτυχία και την αυτοεκτίμησή μας στην αναγνώριση των άλλων, έχουμε καταδικάσει τον εαυτό μας σε μία μιζέρια και σε μία συνεχή απογοήτευση. Δεν ευθύνεται η αχαριστία και η άσχημη συμπεριφορά των ανθρώπων, αλλά η αγνόηση της αχαριστίας και της άσχημης συμπεριφοράς των ανθρώπων.
Ένας διευθυντής μίας μεγάλης τράπεζας μία μέρα ήταν εξαιρετικά πικραμένος. Όταν τον ρώτησαν τι έχει, εκείνος αποκρίθηκε: Έδωσα ένα μεγάλο ποσό επιπλέον σε κάθε υπάλληλό μου ως ένα δώρο Χριστουγέννων και κανείς τους δεν ήρθε να με ευχαριστήσει! ‘’ Ο διευθυντής προσδοκούσε την αναγνώριση των υπαλλήλων οι οποίοι μπορεί τη συγκεκριμένη πράξη του να μην την αντιμετώπισαν ως ευεργεσία, αλλά ως μία δίκαιη ανταμοιβή για τη δουλειά που παρείχαν, με αποτέλεσμα να απογοητευθεί. Άρα η πικρία του δεν οφειλόταν στο ότι πρόσφερε, αλλά στο ότι περίμενε την αναγνώριση για αυτό που πρόσφερε.
Θα πείτε βεβαίως: Καλό να τα γράφεις όλα αυτά, αλλά όταν ζεις τη σκληρότητα και σου φέρονται άσχημα, μπορεί να μην πληγωθείς; Και, φυσικά πληγώνεσαι, όπως έχω πληγωθεί και εγώ άλλωστε. Οφείλουμε όμως να αγαπήσουμε και να αγκαλιάσουμε τον εαυτό μας και να τον προστατέψουμε από την όποια άσχημη και χειριστική συμπεριφορά, διότι μετά η ευθύνη βαραίνει εμάς διότι ανεχόμαστε αυτό που μας πληγώνει. Ας σταματήσουμε να προσδοκούμε. Ας κατανοήσουμε ότι έτσι είναι η ζωή, δυστυχώς, και να μην έχουμε τόσο υψηλές προσδοκίες, τόσο εμείς από τους άλλους, όσο και οι άλλοι από εμάς.
Οι άνθρωποι που πρέπει θα μας αναγνωρίσουν χωρίς να χρειαστεί να καταβάλλουμε κάποια υπεράνθρωπη προσπάθεια. Οι υψηλές προσδοκίες δεν ωφελούν, δυστυχώς, μόνο πληγώνουν. Μόνο εμείς οφείλουμε στον εαυτό μας, κανείς άλλος.
Οι γυναίκες στην αρχαία φιλοσοφία από τον Σωκράτη έως τον Επίκουρο
«Ω! Εκεί συνάντησα εκείνες τις λίγες συμπαθητικές υπηρέτριες,
Που η αγάπη τις ζέστανε, στις φιλοσοφικές σκιές·
Υπάρχει ακόμη η Λεόντιον, στο στήθος του σοφού της,
Βρήκε γνώση και αγάπη, διδάχτηκε και χαϊδεύτηκε·
Και εκεί η αγκάλη των τρυφερών χεριών της Πυθίας,
Ανταπέδωσε τον ζήλο που θεοποίησε τη γοητεία της.
Ο Αττικός δάσκαλος, στα μάτια της Ασπασίας,
Ξέχασε τον ζυγό των λιγότερο αγαπητών δεσμών,
Ενώ η δίκαιη Θεανώ, αθώα δίκαιη,
Στεφάνωνε παιχνιδιάρικα τα πεταχτά μαλλιά του Σάμιού της,
Του οποίου η ψυχή σταθερή τώρα, οι μετεμψυχώσεις παρήλθαν,
Βρήκε σ’ αυτά τα χέρια, επιτέλους ένα μέρος να αναπαυτεί.»
Thomas Moore, The Grecian Girl’s Dream of the Blessed Islands
Πού βρίσκονται οι γυναίκες φιλόσοφοι στην αρχαία φιλοσοφική παράδοση; Ο Ιρλανδός ποιητής Thomas Moore (1779 – 1852) τις τοποθετεί δίπλα στους άντρες. Είναι μαθήτριες, ερωμένες, θεραπαινίδες αλλά βρίσκονται στη σκιά των μεγάλων φιλοσόφων. Απουσιάζουν από τα συμπόσια και τις πολιτικές αποφάσεις, από τις φιλοσοφικές σχολές και τα γυμναστήρια, καθώς έργο τους είναι η ανατροφή των παιδιών και η διαχείριση του οίκου. Θα μπορούσαν οι γυναίκες να ανταποκριθούν με επιτυχία στις προκλήσεις του πνεύματος; Όπως φαίνεται ναι, αρκεί να τους δινόταν η ευκαιρία. Η εμπλοκή των γυναικών στη φιλοσοφία συνέβη στις περιπτώσεις όπου η οικογένειά τους χάρη στο κλίμα της ελευθερίας και παιδείας που τους παρείχε ανέδειξε τις ικανότητές τους στον φιλοσοφικό, ανδροκρατούμενο χώρο. Πράγματι, οι γυναίκες φιλόσοφοι διδάχτηκαν αλλά και δίδαξαν κατ’ αρχάς το άμεσο οικογενειακό τους περιβάλλον και στη συνέχεια σε σχολές.
Ο Πλάτωνας όχι μόνο τις τοποθετεί πρωταγωνίστριες των έργων του, εξυψώνοντάς τις στην ίδια θέση με τους άντρες αλλά στην Πολιτεία συζητά το θέμα των γυναικών και της εκπαίδευσής τους με κάθε ευκαιρία. Έτσι, στην πλατωνική Πολιτεία ο Σωκράτης (ο οποίος στο Συμπόσιον παραδέχεται ότι διδάχτηκε από μία γυναίκα, τη Διοτίμα) είναι αυτός που θα προτείνει μία ισότιμη εκπαίδευση για τα δύο φύλα προσπαθώντας να πείσει τον Γλαύκωνα για την αμελητέα για τον ίδιο βιολογική διαφορά. Γνωρίζοντας ότι θα συναντήσει αντίσταση, ο Πλάτωνας επιχειρεί να νομοθετήσει την ισότητα των γυναικών, εγκαθιστώντας τη δικαιοσύνη στην Πολιτεία του. Ακόμη και το θέμα τού να γυμνάζονται γυμνές στα γυμναστήρια όπως οι άντρες είναι κάτι που θα πρέπει να το συνηθίσουν όλοι. Το ίδιο δεν συνέβη και με τους άντρες την πρώτη φορά; Οι Κρήτες και Λακεδαιμόνιοι διακωμωδούσαν την Αθηναϊκή συνήθεια να γυμνάζονται γυμνοί οι άντρες (Πλάτωνας, Πολιτεία 452c). Οι γυναίκες πρέπει να ακολουθήσουν την ίδια πορεία με νόμο:
«Να φορέσουν την αρετή αντί για τα ρούχα τους, να συμμετέχουν στον πόλεμο και στη φύλαξη της πόλης και να μην πράττουν άλλα. Ο άντρας δε που γελάει στη θέα γυμνών γυναικών, οι οποίες γυμνάζονται για χάρη του καλύτερου, δρέποντας έναν άγουρο καρπό του γέλιου, όπως φαίνεται, δεν έχει ιδέα για ποιον λόγο γελάει ούτε τι πράττει.» (Πλάτωνας, Πολιτεία 457a-b).
Ο Αριστοτέλης από την άλλη (μία από τις σημαντικότερες πηγές στη φιλοσοφία) δεν λαμβάνει ακόμη θέση υπέρ των γυναικών. Για τον ίδιο, η γυναίκα είναι ένα «ανάπηρο αρσενικό», είναι φτιαγμένη για «να άρχεται και όχι να άρχει» και υπεύθυνη για τα οικονομικά του σπιτιού. Της αναγνωρίζει ότι αγαπάει τα παιδιά της γεγονός που δεν παύει να επαναλαμβάνει, θεωρώντας το ως το ύψιστο είδος φιλίας (αγάπης). Οι πραγματικοί φίλοι αισθάνονται την ανιδιοτελή αγάπη των μητέρων, αλλά ο βιολόγος Αριστοτέλης αποδίδει την ύλη (σώμα) ως κατώτερη στη μητέρα και τη μορφή (ψυχή) στον πατέρα. Η θεωρία των ειδών δεν του αφήνει περιθώριο να κατανοήσει ότι δεν υπολείπεται από το άρρεν στο νοητικό μέρος της ψυχής. Αν και μαθητής του Πλάτωνα, απομακρύνεται από τον δάσκαλό του που όσον αφορά τις γυναίκες καινοτομεί.
Από τον Σωκράτη και μετά οι γυναίκες μπορούν πλέον να βρίσκουν καταφύγιο στη φιλοσοφία. Η θέση τους δεν είναι ισότιμη με εκείνη των αντρών στην κοινωνία, αλλά στις φιλοσοφικές σχολές τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ο σύγχρονος του Σωκράτη Αρίστιππος ίδρυσε την Ηδονιστική σχολή στην Κυρήνη την ηγεσία της οποίας μετά τον θάνατό του ανέλαβε η κόρη του Αρήτη. Ιδού η πρώτη γυναίκα που ηγείτο φιλοσοφικής σχολής (όχι όμως στην Αθήνα) που δίδαξε δεκάδες φιλοσόφους και υπήρξε συγγραφέας 40 έργων (τα οποία φυσικά δεν επέζησαν). Ανάμεσα σε αυτούς που δίδαξε ήταν ο γιος της και διάδοχος στην ηγεσία της σχολής, Αρίστιππος, που ονομάστηκε Μητροδίδακτος, λόγω του ότι είχε διδαχθεί από τη μητέρα του.
Και η αντίθετη σχολή όμως, ο Κυνισμός, δεν απέκλεισε τις γυναίκες. Η Ιππαρχία η Κυνική (3ος π.Χ. αι.) είναι η μόνη γυναίκα στην οποία ο Διογένης Λαέρτιος αφιερώνει ολόκληρο κεφάλαιο. Και δικαίως. Η Ιππαρχία παράτησε τη σίγουρη και εύρωστη ζωή της για να παντρευτεί τον Κράτη (δάσκαλο του Ζήνωνος Κιτιέως) και ασπαστεί την Κυνική φιλοσοφία. Η συνομιλία της με τον Θεόδωρο τον Άθεο μεταφέρεται από τον Διογένη Λαέρτιο, καταδεικνύοντας την καθιερωμένη αντίληψη. Όταν ο Θεόδωρος αστειευόμενος για τη συμμετοχή της σε συμπόσιο επαναφέρει τους κοινωνικούς ρόλους της εποχής («Αυτή είναι που παράτησε σαΐτες και τον αργαλειό;») η Ιππαρχία τον βάζει στη θέση του:
«Εγώ είμαι, είπε, Θεόδωρε, αλλά μήπως νομίζεις ότι κακώς έπραξα, που δεν δαπάνησα το χρόνο μου στον αργαλειό, αλλά τον χρησιμοποίησα για την παιδεία μου;»
Αλλά και οι υπόλοιπες φιλοσοφικές σχολές έκαναν πράξη την ισότητα των γυναικών στη φιλοσοφία. Ο Επίκουρος καλοδέχεται στον κήπο του δούλους και εταίρες, οι οποίες ήταν βέβαια σε ισότιμη θέση με τους άντρες ακόμη και στην προεδρία της Σχολής. Οι επικούρειες φιλόσοφοι δεν υπολείπονταν σε τίποτε από τους άντρες, ακόμη και στη συγγραφική δεινότητα. Η γνωστή Επικούρεια, Λεόντιον, μάλιστα απάντησε στο σύγγραμμα του διακεκριμένου μαθητή του Αριστοτέλη, Θεόφραστου, Περί γάμου, με την πραγματεία (που δεν σώζεται) Κατά Θεοφράστου.
Οι Στωικοί δεν θα μπορούσαν να έχουν διαφορετική αντίληψη. Ο Ζήνων ο Κιτιεύς στην ιδανική του Πολιτεία (Διογένης Λαέρτιος, Βίοι 7.33) προτείνει οι γυναίκες και οι άντρες να φορούν το ίδιο ένδυμα σε μια προσπάθεια να απαλλάξει τις γυναίκες από την επιμέλεια της εξωτερικής τους εμφάνισης και να τις προτρέψει σε σημαντικότερες αναζητήσεις. Τα φύλα δεν έχουν διαφορές στην αρετή, οι άνθρωποι έχουν.
Ο καιρός έχει φτάσει. Η φιλοσοφία όχι μόνο δεν αποκλείει τις γυναίκες αλλά τις προσκαλεί να στοχαστούν. Η Πυθαγόρεια Θεανώ, η Διοτίμα, η Ασπασία, η Αρήτη, η Ιππαρχία, η Λεόντιον δεν αναπαύονταν στη σκιά των δασκάλων τους. Οδηγήθηκαν στη φιλοσοφία αναζητώντας την αλήθεια και την ευδαιμονία. Μητέρες ή όχι, σύζυγοι ή ερωμένες επιλέγουν να φωτίσουν την αλήθεια και όχι να παραμείνουν στο σκοτάδι. Ο ρόλος τους δεν ήταν να υπηρετούν τους άντρες αλλά να είναι ισάξιες συνομιλήτριες στις φιλοσοφικές συζητήσεις.
Έχοντας συμμετάσχει σε όλες τις φιλοσοφικές σχολές της αρχαιότητας, οι γυναίκες έχουν αποδείξει ότι δεν υπολείπονται των αντρών ούτε σε αρετή ούτε σε σοφία. Οι γυναίκες από την αρχαιότητα διδάσκουν και διδάσκονται (Θεανώ), διοικούν σχολές (Αρήτη) και απαντούν με σθένος στην αντρική καθεστηκυία τάξη (Ιππαρχία, Λεόντιον). Οι φιλόσοφοι δεν έκαναν λάθος. Οι γυναίκες είναι ισότιμες. Το πρώτο ρήγμα στους κοινωνικούς ρόλους συνέβη. Πριν από χιλιάδες χρόνια. Χάρη στη φιλοσοφία.
Που η αγάπη τις ζέστανε, στις φιλοσοφικές σκιές·
Υπάρχει ακόμη η Λεόντιον, στο στήθος του σοφού της,
Βρήκε γνώση και αγάπη, διδάχτηκε και χαϊδεύτηκε·
Και εκεί η αγκάλη των τρυφερών χεριών της Πυθίας,
Ανταπέδωσε τον ζήλο που θεοποίησε τη γοητεία της.
Ο Αττικός δάσκαλος, στα μάτια της Ασπασίας,
Ξέχασε τον ζυγό των λιγότερο αγαπητών δεσμών,
Ενώ η δίκαιη Θεανώ, αθώα δίκαιη,
Στεφάνωνε παιχνιδιάρικα τα πεταχτά μαλλιά του Σάμιού της,
Του οποίου η ψυχή σταθερή τώρα, οι μετεμψυχώσεις παρήλθαν,
Βρήκε σ’ αυτά τα χέρια, επιτέλους ένα μέρος να αναπαυτεί.»
Thomas Moore, The Grecian Girl’s Dream of the Blessed Islands
Πού βρίσκονται οι γυναίκες φιλόσοφοι στην αρχαία φιλοσοφική παράδοση; Ο Ιρλανδός ποιητής Thomas Moore (1779 – 1852) τις τοποθετεί δίπλα στους άντρες. Είναι μαθήτριες, ερωμένες, θεραπαινίδες αλλά βρίσκονται στη σκιά των μεγάλων φιλοσόφων. Απουσιάζουν από τα συμπόσια και τις πολιτικές αποφάσεις, από τις φιλοσοφικές σχολές και τα γυμναστήρια, καθώς έργο τους είναι η ανατροφή των παιδιών και η διαχείριση του οίκου. Θα μπορούσαν οι γυναίκες να ανταποκριθούν με επιτυχία στις προκλήσεις του πνεύματος; Όπως φαίνεται ναι, αρκεί να τους δινόταν η ευκαιρία. Η εμπλοκή των γυναικών στη φιλοσοφία συνέβη στις περιπτώσεις όπου η οικογένειά τους χάρη στο κλίμα της ελευθερίας και παιδείας που τους παρείχε ανέδειξε τις ικανότητές τους στον φιλοσοφικό, ανδροκρατούμενο χώρο. Πράγματι, οι γυναίκες φιλόσοφοι διδάχτηκαν αλλά και δίδαξαν κατ’ αρχάς το άμεσο οικογενειακό τους περιβάλλον και στη συνέχεια σε σχολές.
Ο Πλάτωνας όχι μόνο τις τοποθετεί πρωταγωνίστριες των έργων του, εξυψώνοντάς τις στην ίδια θέση με τους άντρες αλλά στην Πολιτεία συζητά το θέμα των γυναικών και της εκπαίδευσής τους με κάθε ευκαιρία. Έτσι, στην πλατωνική Πολιτεία ο Σωκράτης (ο οποίος στο Συμπόσιον παραδέχεται ότι διδάχτηκε από μία γυναίκα, τη Διοτίμα) είναι αυτός που θα προτείνει μία ισότιμη εκπαίδευση για τα δύο φύλα προσπαθώντας να πείσει τον Γλαύκωνα για την αμελητέα για τον ίδιο βιολογική διαφορά. Γνωρίζοντας ότι θα συναντήσει αντίσταση, ο Πλάτωνας επιχειρεί να νομοθετήσει την ισότητα των γυναικών, εγκαθιστώντας τη δικαιοσύνη στην Πολιτεία του. Ακόμη και το θέμα τού να γυμνάζονται γυμνές στα γυμναστήρια όπως οι άντρες είναι κάτι που θα πρέπει να το συνηθίσουν όλοι. Το ίδιο δεν συνέβη και με τους άντρες την πρώτη φορά; Οι Κρήτες και Λακεδαιμόνιοι διακωμωδούσαν την Αθηναϊκή συνήθεια να γυμνάζονται γυμνοί οι άντρες (Πλάτωνας, Πολιτεία 452c). Οι γυναίκες πρέπει να ακολουθήσουν την ίδια πορεία με νόμο:
«Να φορέσουν την αρετή αντί για τα ρούχα τους, να συμμετέχουν στον πόλεμο και στη φύλαξη της πόλης και να μην πράττουν άλλα. Ο άντρας δε που γελάει στη θέα γυμνών γυναικών, οι οποίες γυμνάζονται για χάρη του καλύτερου, δρέποντας έναν άγουρο καρπό του γέλιου, όπως φαίνεται, δεν έχει ιδέα για ποιον λόγο γελάει ούτε τι πράττει.» (Πλάτωνας, Πολιτεία 457a-b).
Ο Αριστοτέλης από την άλλη (μία από τις σημαντικότερες πηγές στη φιλοσοφία) δεν λαμβάνει ακόμη θέση υπέρ των γυναικών. Για τον ίδιο, η γυναίκα είναι ένα «ανάπηρο αρσενικό», είναι φτιαγμένη για «να άρχεται και όχι να άρχει» και υπεύθυνη για τα οικονομικά του σπιτιού. Της αναγνωρίζει ότι αγαπάει τα παιδιά της γεγονός που δεν παύει να επαναλαμβάνει, θεωρώντας το ως το ύψιστο είδος φιλίας (αγάπης). Οι πραγματικοί φίλοι αισθάνονται την ανιδιοτελή αγάπη των μητέρων, αλλά ο βιολόγος Αριστοτέλης αποδίδει την ύλη (σώμα) ως κατώτερη στη μητέρα και τη μορφή (ψυχή) στον πατέρα. Η θεωρία των ειδών δεν του αφήνει περιθώριο να κατανοήσει ότι δεν υπολείπεται από το άρρεν στο νοητικό μέρος της ψυχής. Αν και μαθητής του Πλάτωνα, απομακρύνεται από τον δάσκαλό του που όσον αφορά τις γυναίκες καινοτομεί.
Από τον Σωκράτη και μετά οι γυναίκες μπορούν πλέον να βρίσκουν καταφύγιο στη φιλοσοφία. Η θέση τους δεν είναι ισότιμη με εκείνη των αντρών στην κοινωνία, αλλά στις φιλοσοφικές σχολές τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ο σύγχρονος του Σωκράτη Αρίστιππος ίδρυσε την Ηδονιστική σχολή στην Κυρήνη την ηγεσία της οποίας μετά τον θάνατό του ανέλαβε η κόρη του Αρήτη. Ιδού η πρώτη γυναίκα που ηγείτο φιλοσοφικής σχολής (όχι όμως στην Αθήνα) που δίδαξε δεκάδες φιλοσόφους και υπήρξε συγγραφέας 40 έργων (τα οποία φυσικά δεν επέζησαν). Ανάμεσα σε αυτούς που δίδαξε ήταν ο γιος της και διάδοχος στην ηγεσία της σχολής, Αρίστιππος, που ονομάστηκε Μητροδίδακτος, λόγω του ότι είχε διδαχθεί από τη μητέρα του.
Και η αντίθετη σχολή όμως, ο Κυνισμός, δεν απέκλεισε τις γυναίκες. Η Ιππαρχία η Κυνική (3ος π.Χ. αι.) είναι η μόνη γυναίκα στην οποία ο Διογένης Λαέρτιος αφιερώνει ολόκληρο κεφάλαιο. Και δικαίως. Η Ιππαρχία παράτησε τη σίγουρη και εύρωστη ζωή της για να παντρευτεί τον Κράτη (δάσκαλο του Ζήνωνος Κιτιέως) και ασπαστεί την Κυνική φιλοσοφία. Η συνομιλία της με τον Θεόδωρο τον Άθεο μεταφέρεται από τον Διογένη Λαέρτιο, καταδεικνύοντας την καθιερωμένη αντίληψη. Όταν ο Θεόδωρος αστειευόμενος για τη συμμετοχή της σε συμπόσιο επαναφέρει τους κοινωνικούς ρόλους της εποχής («Αυτή είναι που παράτησε σαΐτες και τον αργαλειό;») η Ιππαρχία τον βάζει στη θέση του:
«Εγώ είμαι, είπε, Θεόδωρε, αλλά μήπως νομίζεις ότι κακώς έπραξα, που δεν δαπάνησα το χρόνο μου στον αργαλειό, αλλά τον χρησιμοποίησα για την παιδεία μου;»
Αλλά και οι υπόλοιπες φιλοσοφικές σχολές έκαναν πράξη την ισότητα των γυναικών στη φιλοσοφία. Ο Επίκουρος καλοδέχεται στον κήπο του δούλους και εταίρες, οι οποίες ήταν βέβαια σε ισότιμη θέση με τους άντρες ακόμη και στην προεδρία της Σχολής. Οι επικούρειες φιλόσοφοι δεν υπολείπονταν σε τίποτε από τους άντρες, ακόμη και στη συγγραφική δεινότητα. Η γνωστή Επικούρεια, Λεόντιον, μάλιστα απάντησε στο σύγγραμμα του διακεκριμένου μαθητή του Αριστοτέλη, Θεόφραστου, Περί γάμου, με την πραγματεία (που δεν σώζεται) Κατά Θεοφράστου.
Οι Στωικοί δεν θα μπορούσαν να έχουν διαφορετική αντίληψη. Ο Ζήνων ο Κιτιεύς στην ιδανική του Πολιτεία (Διογένης Λαέρτιος, Βίοι 7.33) προτείνει οι γυναίκες και οι άντρες να φορούν το ίδιο ένδυμα σε μια προσπάθεια να απαλλάξει τις γυναίκες από την επιμέλεια της εξωτερικής τους εμφάνισης και να τις προτρέψει σε σημαντικότερες αναζητήσεις. Τα φύλα δεν έχουν διαφορές στην αρετή, οι άνθρωποι έχουν.
Ο καιρός έχει φτάσει. Η φιλοσοφία όχι μόνο δεν αποκλείει τις γυναίκες αλλά τις προσκαλεί να στοχαστούν. Η Πυθαγόρεια Θεανώ, η Διοτίμα, η Ασπασία, η Αρήτη, η Ιππαρχία, η Λεόντιον δεν αναπαύονταν στη σκιά των δασκάλων τους. Οδηγήθηκαν στη φιλοσοφία αναζητώντας την αλήθεια και την ευδαιμονία. Μητέρες ή όχι, σύζυγοι ή ερωμένες επιλέγουν να φωτίσουν την αλήθεια και όχι να παραμείνουν στο σκοτάδι. Ο ρόλος τους δεν ήταν να υπηρετούν τους άντρες αλλά να είναι ισάξιες συνομιλήτριες στις φιλοσοφικές συζητήσεις.
Έχοντας συμμετάσχει σε όλες τις φιλοσοφικές σχολές της αρχαιότητας, οι γυναίκες έχουν αποδείξει ότι δεν υπολείπονται των αντρών ούτε σε αρετή ούτε σε σοφία. Οι γυναίκες από την αρχαιότητα διδάσκουν και διδάσκονται (Θεανώ), διοικούν σχολές (Αρήτη) και απαντούν με σθένος στην αντρική καθεστηκυία τάξη (Ιππαρχία, Λεόντιον). Οι φιλόσοφοι δεν έκαναν λάθος. Οι γυναίκες είναι ισότιμες. Το πρώτο ρήγμα στους κοινωνικούς ρόλους συνέβη. Πριν από χιλιάδες χρόνια. Χάρη στη φιλοσοφία.
Ο Έρωτας που σού διαφεύγει
Παραπλανημένοι «σοφοί»...
Λένε, πως αν χάσεις την αγάπη μιας γυναίκας, αν δεν πετύχεις στην αγάπη, γίνεσαι φιλόσοφος… με δικά μου λόγια.
Λένε… Άνδρες λένε. Άνδρες έχουν βγάλει τις περισσότερες ρήσεις.
Τραγικό!
Μόνος, μπορείς να φτάσεις μόνο μέχρι το κατώφλι της ψυχής σου. Δεν μπορείς να ανοίξεις την πόρτα, να εισέλθεις. Είναι αδύνατον!
Δεν υπάρχει τίποτα ανώτερο τίποτα που να ελευθερώνει πραγματικά, από την αληθινή αγάπη μιας θαρραλέας γυναίκας. Τίποτα δεν θα αντικαταστήσει ποτέ αυτή την ιερή ένωση που δίνει φτερά και στους δυο, που δημιουργεί κόσμους καινούργιους.
Έγινες ανέραστος, υποτίμησες τον έρωτα, έμεινες μισός. Αναγκαστικά!
Δημιουργείς ψευδαισθήσεις, στήνεις βάθρα, για τον εαυτού σου επιβάλλοντάς τα όπου μπορείς και αισθάνεσαι ισχυρός, για να μη βλέπεις την πραγματική αδυναμία σου.
Έχεις παγιδευτεί.
Κάπου στην πορεία δείλιασες, χάθηκες. Πίστεψες πως μόνος μπορείς. Έγινες «σπουδαίος» με επίπλαστα ενδύματα για να σκεπάζεις τη γύμνια σου από τα μάτια σου.
Νόμισες πως νίκησες τον Έρωτα, αλλά σε νίκησε η πλάνη σου.
Τίποτα δεν υπάρχει ανώτερο από τον Έρωτα!
Χρειάζεσαι τη Γυναίκα για να δώσεις πνοή και βάθος, έμπνευση και ουσία στα λόγια σου. Αυτή χρειάζεται έναν πραγματικό Άνδρα για να βάλει τάξη και κατανόηση στα χαοτικά λόγια της. Η ένωση τους αυτή είναι και θα παραμείνει πάνω από κάθε περιγραφή, καθώς οι δυο τους δημιουργούν τον κόσμο τους. Έναν κόσμο στον οποίο εισέρχονται μόνο οι όμοιοι τους.
Αυτός τη στηρίζει, την προστατεύει, της επιτρέπει να είναι απόλυτα και αποκαλυπτικά ο Εαυτός της. Αυτή τον οδηγεί με τρυφερότητα και θαυμασμό για το θάρρος του, στα τρίσβαθα της ψυχής του.
Αυτός επιτρέπει στο πνεύμα της να ανοίξει φτερά, αυτή κλείνει με τα δάκρια της τις πληγές του.
Όλα παραμένουν μισά, αθέατα, πριν από μια τέτοια ολιστική ένωση που δεν έχει προηγούμενο, ούτε επόμενο.
Την φοβάσαι. Δειλιάζεις. Νομίζεις πως μπορείς να την αντικαταστήσεις με κάτι προσωρινό, που έφτιαξες εσύ, μόνος σου, μέσα στο μυαλό σου. Όλα θα σου θυμίζουν πως δεν μπορείς, χωρίς να είσαι πρόθυμος να το δεις.
Αυτό θα σε οδηγούσε σε πλήρη γκρέμισμα του εαυτού σου. Κάτι που δεν έχεις την τόλμη να επιτρέψεις, να αναλάβεις.
Είχες τις ευκαιρίες σου. Τις γκρέμισες. Είχες περισσότερο ανάγκη να διατηρήσεις την εξουσία σου, την κυριαρχία. Ποτέ δεν μπορείς όμως να επιβληθείς στον Έρωτα!
Είναι μόνο για τους θαρραλέους, μόνο για τους αληθινά πρόθυμους. Δεν έχεις καν ιδέα τι είναι, εφόσον έχεις δημιουργήσει άπειρους φιλοσόφους (τώρα έχεις γίνει ένας από αυτούς για να αυτό-ορίζεσαι) που σού έχουν ήδη υπαγορεύσει τι είναι. Κι εσύ πίστεψες. Για να υποστηρίξεις τους ομοίους σου.
Καημένο ανθρωπάκι! Δεν ορίζεις τον Έρωτα. Δεν τον κλειδώνεις στις δικές σου ιδέες και προσδοκίες. Δεν τον βάζεις σε πλαίσια και λόγια για να ικανοποιείς την ανάγκη σου να ελέγχεις τον κόσμο σου.
Σε βρίσκει αυτός. Σού χτυπάει την πόρτα όταν δεν το περιμένεις, αλλά έχεις προετοιμαστεί κατάλληλα και ουσιαστικά. Δεν μπορείς να μην ανοίξεις γιατί δεν το αντιλαμβάνεσαι καν! Ακόμα και τον «κεραυνοβόλο έρωτα» που περιγράφουν τα βιβλία σου, δεν τον αναγνωρίζεις, δεν τον ελέγχεις, ενώ τον έχεις αναγκαστικά υποτιμήσει για να διατηρείς την επίπλαστη γνώση σου.
Πάντα μισή… πάντα έξω από την ιερή ένωση που θεοποίησε το «κυρίαρχο αρσενικό» ενώ δημιούργησες θύματα που σε υπηρετούν από τις υποταγμένες γυναίκες που μαζεύεις γύρω σου.
Πάντα ο Έρωτας θα σού χαλάει τα σχέδια! Μόνο αν ήσουνα πραγματικό Αρσενικό θα το επέτρεπες αυτό, ενώ παράλληλα θα είχες κατακτήσει την πραγματική κυριαρχία του Εαυτού σου. Τι να σου λέω τώρα…
Σού μιλάω για τελείως άλλους κόσμους από αυτούς που είσαι ικανός να αντιληφθείς, πνιγμένος με τις σοφιστείες σου που όμως δεν έχουν πνοή, στερούνται Ζωής, παραμένουν μουντές και επιβλητικές.
Γιατί ο Έρωτας θολώνει τα όρια που επιμένεις να διατηρείς. Γκρεμίζει τα τείχη που έχεις ανάγκη να στήνεις. Δεν υπάρχει το «εδώ σταματάει ο ένας και εκεί αρχίζει ο άλλος». Το σώμα του γίνεται προέκταση του δικού σου και αντίστροφα. Χωρίς κτήση! Στην ψυχή του τολμάς να εισχωρείς όπως και στη δική σου, ό,τι κι αν συναντήσεις εκεί. Το πνεύμα του το θαυμάζεις, το καμαρώνεις καθώς πετά ελεύθερο, αδέσμευτο, μαζί με το δικό σου.
Δεν υπάρχει άλλος, λιγότερος Έρωτας. Δεν τον συναντάς προτού γκρεμίσεις τον ψεύτικο, «σοφό» εαυτό σου.
Μέχρι τότε, θα σκοτώνεις τα παιδιά τής γυναίκας που πρόδωσες, θα παραμένεις δέσμιος του αρσενικού που δεν κατάφερες να γίνεις, θα υποτιμάς γιατί φοβάσαι το θηλυκό που απέρριψες...
Χωρίς να καταλαβαίνεις, ενώ θα πιστεύεις πως γνωρίζεις. Οι υποστηρικτές σου, που πάντα θα είναι πολλοί, θα παραμένουν η μόνη σου απόδειξη πως είσαι σωστός, ενώ θα παραμένεις μισός.
Έχω κι άλλα πολλά να πω... αλλά όχι σε σένα...
Λένε, πως αν χάσεις την αγάπη μιας γυναίκας, αν δεν πετύχεις στην αγάπη, γίνεσαι φιλόσοφος… με δικά μου λόγια.
Λένε… Άνδρες λένε. Άνδρες έχουν βγάλει τις περισσότερες ρήσεις.
Τραγικό!
Μόνος, μπορείς να φτάσεις μόνο μέχρι το κατώφλι της ψυχής σου. Δεν μπορείς να ανοίξεις την πόρτα, να εισέλθεις. Είναι αδύνατον!
Δεν υπάρχει τίποτα ανώτερο τίποτα που να ελευθερώνει πραγματικά, από την αληθινή αγάπη μιας θαρραλέας γυναίκας. Τίποτα δεν θα αντικαταστήσει ποτέ αυτή την ιερή ένωση που δίνει φτερά και στους δυο, που δημιουργεί κόσμους καινούργιους.
Έγινες ανέραστος, υποτίμησες τον έρωτα, έμεινες μισός. Αναγκαστικά!
Δημιουργείς ψευδαισθήσεις, στήνεις βάθρα, για τον εαυτού σου επιβάλλοντάς τα όπου μπορείς και αισθάνεσαι ισχυρός, για να μη βλέπεις την πραγματική αδυναμία σου.
Έχεις παγιδευτεί.
Κάπου στην πορεία δείλιασες, χάθηκες. Πίστεψες πως μόνος μπορείς. Έγινες «σπουδαίος» με επίπλαστα ενδύματα για να σκεπάζεις τη γύμνια σου από τα μάτια σου.
Νόμισες πως νίκησες τον Έρωτα, αλλά σε νίκησε η πλάνη σου.
Τίποτα δεν υπάρχει ανώτερο από τον Έρωτα!
Χρειάζεσαι τη Γυναίκα για να δώσεις πνοή και βάθος, έμπνευση και ουσία στα λόγια σου. Αυτή χρειάζεται έναν πραγματικό Άνδρα για να βάλει τάξη και κατανόηση στα χαοτικά λόγια της. Η ένωση τους αυτή είναι και θα παραμείνει πάνω από κάθε περιγραφή, καθώς οι δυο τους δημιουργούν τον κόσμο τους. Έναν κόσμο στον οποίο εισέρχονται μόνο οι όμοιοι τους.
Αυτός τη στηρίζει, την προστατεύει, της επιτρέπει να είναι απόλυτα και αποκαλυπτικά ο Εαυτός της. Αυτή τον οδηγεί με τρυφερότητα και θαυμασμό για το θάρρος του, στα τρίσβαθα της ψυχής του.
Αυτός επιτρέπει στο πνεύμα της να ανοίξει φτερά, αυτή κλείνει με τα δάκρια της τις πληγές του.
Όλα παραμένουν μισά, αθέατα, πριν από μια τέτοια ολιστική ένωση που δεν έχει προηγούμενο, ούτε επόμενο.
Την φοβάσαι. Δειλιάζεις. Νομίζεις πως μπορείς να την αντικαταστήσεις με κάτι προσωρινό, που έφτιαξες εσύ, μόνος σου, μέσα στο μυαλό σου. Όλα θα σου θυμίζουν πως δεν μπορείς, χωρίς να είσαι πρόθυμος να το δεις.
Αυτό θα σε οδηγούσε σε πλήρη γκρέμισμα του εαυτού σου. Κάτι που δεν έχεις την τόλμη να επιτρέψεις, να αναλάβεις.
Είχες τις ευκαιρίες σου. Τις γκρέμισες. Είχες περισσότερο ανάγκη να διατηρήσεις την εξουσία σου, την κυριαρχία. Ποτέ δεν μπορείς όμως να επιβληθείς στον Έρωτα!
Είναι μόνο για τους θαρραλέους, μόνο για τους αληθινά πρόθυμους. Δεν έχεις καν ιδέα τι είναι, εφόσον έχεις δημιουργήσει άπειρους φιλοσόφους (τώρα έχεις γίνει ένας από αυτούς για να αυτό-ορίζεσαι) που σού έχουν ήδη υπαγορεύσει τι είναι. Κι εσύ πίστεψες. Για να υποστηρίξεις τους ομοίους σου.
Καημένο ανθρωπάκι! Δεν ορίζεις τον Έρωτα. Δεν τον κλειδώνεις στις δικές σου ιδέες και προσδοκίες. Δεν τον βάζεις σε πλαίσια και λόγια για να ικανοποιείς την ανάγκη σου να ελέγχεις τον κόσμο σου.
Σε βρίσκει αυτός. Σού χτυπάει την πόρτα όταν δεν το περιμένεις, αλλά έχεις προετοιμαστεί κατάλληλα και ουσιαστικά. Δεν μπορείς να μην ανοίξεις γιατί δεν το αντιλαμβάνεσαι καν! Ακόμα και τον «κεραυνοβόλο έρωτα» που περιγράφουν τα βιβλία σου, δεν τον αναγνωρίζεις, δεν τον ελέγχεις, ενώ τον έχεις αναγκαστικά υποτιμήσει για να διατηρείς την επίπλαστη γνώση σου.
Πάντα μισή… πάντα έξω από την ιερή ένωση που θεοποίησε το «κυρίαρχο αρσενικό» ενώ δημιούργησες θύματα που σε υπηρετούν από τις υποταγμένες γυναίκες που μαζεύεις γύρω σου.
Πάντα ο Έρωτας θα σού χαλάει τα σχέδια! Μόνο αν ήσουνα πραγματικό Αρσενικό θα το επέτρεπες αυτό, ενώ παράλληλα θα είχες κατακτήσει την πραγματική κυριαρχία του Εαυτού σου. Τι να σου λέω τώρα…
Σού μιλάω για τελείως άλλους κόσμους από αυτούς που είσαι ικανός να αντιληφθείς, πνιγμένος με τις σοφιστείες σου που όμως δεν έχουν πνοή, στερούνται Ζωής, παραμένουν μουντές και επιβλητικές.
Γιατί ο Έρωτας θολώνει τα όρια που επιμένεις να διατηρείς. Γκρεμίζει τα τείχη που έχεις ανάγκη να στήνεις. Δεν υπάρχει το «εδώ σταματάει ο ένας και εκεί αρχίζει ο άλλος». Το σώμα του γίνεται προέκταση του δικού σου και αντίστροφα. Χωρίς κτήση! Στην ψυχή του τολμάς να εισχωρείς όπως και στη δική σου, ό,τι κι αν συναντήσεις εκεί. Το πνεύμα του το θαυμάζεις, το καμαρώνεις καθώς πετά ελεύθερο, αδέσμευτο, μαζί με το δικό σου.
Δεν υπάρχει άλλος, λιγότερος Έρωτας. Δεν τον συναντάς προτού γκρεμίσεις τον ψεύτικο, «σοφό» εαυτό σου.
Μέχρι τότε, θα σκοτώνεις τα παιδιά τής γυναίκας που πρόδωσες, θα παραμένεις δέσμιος του αρσενικού που δεν κατάφερες να γίνεις, θα υποτιμάς γιατί φοβάσαι το θηλυκό που απέρριψες...
Χωρίς να καταλαβαίνεις, ενώ θα πιστεύεις πως γνωρίζεις. Οι υποστηρικτές σου, που πάντα θα είναι πολλοί, θα παραμένουν η μόνη σου απόδειξη πως είσαι σωστός, ενώ θα παραμένεις μισός.
Έχω κι άλλα πολλά να πω... αλλά όχι σε σένα...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)














