Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2021

Ο Μισέλ Ονφρέ αναλύει τον Νίτσε - Βιώνοντας μιαν ανώτερη δύναμη

Τι σημαίνει αυτός ο τελευταίος ισχυρισμός: «Η “ανώτερη” δύναμη της φύσης, αφού με κακομεταχειρίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια αυτού του δήθεν καλοκαιριού, με κρατά ακόμα γερά σ’ αυτό το υψόμετρο»; Ποια είναι αυτή η ανώτερη δύναμη; Πώς επιδρά ώστε να καταφέρνει να κρατά κάποιον στο ίδιο μέρος, εκεί που βρίσκεται, και μάλιστα εκεί όπου η δύναμη αυτή ασκεί τον μαγνητισμό της;

Το παζλ αρχίζει να παίρνει μορφή: το άρρωστο κορμί ενός γιου με πατέρα που έπασχε από κάποια ασθένεια στον εγκέφαλο· το κορμί ενός αρρώστου με σύφιλη· ίσως και το άρρωστο κορμί ενός πατέρα ενδεχομένως συφιλιδικού· ένα κορμί άρρωστο από τις θεραπείες· αλλά επίσης και πάνω απ’ όλα, το κορμί ενός σαμάνου που λειτουργεί σαν σεισμογράφος για καθετί που συμβαίνει: όλα αυτά θα φέρουν στην επιφάνεια τις ιδέες και τις διαισθήσεις του φιλοσόφου, τις σκέψεις και τις έννοιές του, τα πρόσωπα και τις εικόνες του. Ιδού η αρχέγονη λάσπη από την οποία θα γεννηθεί η νιτσεϊκή ζωή.

Κάθε μετεωρολογική συνθήκη προβάλλεται στο κλίμα του ίδιου του κορμιού του, άρα και της ψυχής του. Και το κλίμα του Σιλς-Μαρία* είναι ιδιαίτερο. Κι ας περνά εκεί ο Νίτσε μόνο τα καλοκαίρια του, μόλις είδαμε πως το χιόνι και ο παγετός, το κρύο και η βροχή, οι πλημμύρες και τα βαριά σύννεφα επιβαρύνουν τη φυσιολογία του, ακόμα και τη συγκεκριμένη εποχή. Το Σιλς δεν είναι ένα ακίνητο και γαλήνιο τοπίο, μα ένας στρόβιλος, μια δίνη που σφυρηλατεί το ατσάλι των εννοιών.

Το υψόμετρο στο οποίο βρίσκεται ο Νίτσε αποδεικνύεται μια υπαρξιακή συνθήκη, ένα είδος φιλοσοφικής παρουσίας στον κόσμο. Και εκείνος, ως υπερευαίσθητος αισθητήρας, ανταποκρίνεται στις παραμικρές μεταβολές της θερμοκρασίας, της υγρασίας και της ηλιοφάνειας της περιοχής.

Μα πέρα από το κλίμα, ο φιλόσοφος εξελίσσεται ψυχή τε και σώματι μέσα σε μια φύση για την οποία πρέπει να μιλήσει κανείς... Μιας και το Σιλς βρίσκεται στους πρόποδες ενός βουνού σαν αυτό από το οποίο κατεβαίνει μια μέρα ο Ζαρατούστρα για να κηρύξει τον υπεράνθρωπο. Το βουνό παίζει με τον ήλιο, δηλαδή με το φως: το σταματά ή το αντανακλά, το διαθλά και το περιθλά, το συγκρατεί και το φιλτράρει. Το ίδιο κάνει και με τον άνεμο ή τη βροχή, τον υετό, που συνδιαλλάσσονται μαζί του. Τα πάντα ξεδιπλώνονται και απλώνονται στον αέρα σε σχέση μ’ αυτούς τους ορεινούς όγκους.

Στο Σιλς είναι που του έρχεται η ιδέα της αιώνιας επιστροφής. Ο Νίτσε περιγράφει αυτήν την αποκάλυψη στο Ίδε ο άνθρωπος, και συγκεκριμένα σε ένα κεφάλαιο όπου εξηγεί τη γενεαλογία του Τάδε έφη Ζαρατούστρα: «Θα διηγηθώ τώρα την ιστορία του Ζαρατούστρα. Η βασική σύλληψη του έργου αυτού, η ιδέα της αιώνιας επιστροφής, αυτή η ανώτατη διατύπωση της κατάφασης, χρονολογείται από τον Αύγουστο του 1881: γράφτηκε σ’ ένα φύλλο χαρτιού με την υποσημείωση “6.000 πόδια πέρα από τον άνθρωπο και τον χρόνο”. Τη μέρα εκείνη περπατούσα μέσα στο δάσος που βρίσκεται στις όχθες της λίμνης Σιλβαπλάνα· σ’ έναν πελώριο βράχο που έμοιαζε με πυραμίδα σταμάτησα, όχι μακριά από το Σούρλεϊ. Τότε μου ήρθε αυτή η ιδέα.» (Ίδε ο Άνθρωπος, «Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα», §1)3.

Συνθέτει το παρακάτω ποίημα:

ΣΙΛΣ ΜΑΡΙΑ

Εδώ καθόμουν και περίμενα - δίχως να περιμένω τίποτα
Πέρα απ’ το καλό και το κακό, απολαμβάνοντας
Άλλοτε το φως, άλλοτε τις σκιές, όλα ένα παιχνίδι
Όλα λίμνη, όλα μεσημέρι, όλα χρόνος δίχως σκοπό.
Όταν ξαφνικά, φίλη μου, το ένα έγινε δυο –
Κι ο Ζαρατούστρα πέρασε από μπροστά μου.

Ο Νίτσε κάνει λόγο για τοκετό· άρα προϋποθέτει κάποια εγκυμοσύνη. Γνωρίζουμε πως στο Σιλς διαβάζει και κρατά σημειώσεις στα Μαθήματα της Φιλοσοφίας του Όιγκεν Ντύρινγκ, που εκδόθηκαν το 1878. Το βιβλίο έχει διαβαστεί ξανά και ξανά, όπως φαίνεται από τις σημειώσεις στο βιβλίο που του ανήκε. Στη σελίδα 84 του βιβλίου, ο Ντύρινγκ αντικρούει τη θεωρία της αιώνιας επιστροφής στηριζόμενος στις φυσικές επιστήμες· ο Νίτσε υπογραμμίζει και σημειώνει. Δε θα πει τίποτα γι’ αυτήν την κριτική ανάγνωση.

Στο βιβλίο της Ο Νίτσε μέσα από τα έργα του, η Λου Σαλομέ, η οποία υπήρξε επιστήθιά του, καταδεικνύει τη σύμφυση μεταξύ της ζωής και της σκέψης του. Όσον αφορά το ζήτημα της αιώνιας επιστροφής, υποστηρίζει: «Σκόπευε να μιλήσει γι’ αυτήν ανάλογα με το κατά πόσο θα επαληθευόταν επιστημονικά. Είχαμε ανταλλάξει μια σειρά επιστολών πάνω σε αυτό το θέμα, και προέκυπτε πάντα από τα λεγόμενά του ότι πίστευε πως μέσα από τη μελέτη της φυσικής επιστήμης και της δομής του ατόμου θα έβρισκε την ακλόνητη βάση για τη θεωρία του, κάτι για το οποίο έσφαλλε. Τότε ήταν που αποφάσισε να σπουδάσει για δέκα χρόνια φυσικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης ή του Παρισιού. Μόνο μετά από αυτήν την περίοδο σιωπής, και στην περίπτωση επιτυχίας -την οποία περίμενε εναγωνίως- λογάριαζε να επιστρέψει ανάμεσα στους ανθρώπους για να κηρύξει το ευαγγέλιο της αιώνιας επιστροφής.»I Η επιστήμη τελικά αποδεικνύεται αδιέξοδο· η Λου Σαλομέ υποστηρίζει πως τότε έγινε μυστικιστής - αυτή είναι όλη κι όλη η τοποθέτησή της· εγώ από την πλευρά μου πιστεύω πως έγινε ο φιλόσοφος-καλλιτέχνης που εξήγγελλε τη δεκαετία του 1870. Καθόλου μυστικιστής μα εξόχως ποιητικός.

Και πράγματι ο ίδιος παρουσιάζει μια εκδοχή αυτής της αποκάλυψης, που εγώ θα τη χαρακτήριζα ρομαντική, που έχει να κάνει με την έμπνευση του καλλιτέχνη. Γράφει: «Σ’ αυτό το τέλος του 19ου αιώνα υπάρχει κανείς που να έχει σαφή ιδέα αυτού που ονόμαζαν έμπνευση οι ποιητές των δυνατών εποχών; Αν όχι, θα την περιγράψω εγώ. - Αν έχει κανείς μέσα του έστω και το ελάχιστο κατάλοιπο δεισιδαιμονίας, δύσκολα μπορεί να απορρίψει την ιδέα ότι δεν είναι απλή ενσάρκωση, απλό φερέφωνο, απλό μέσο πανίσχυρων δυνάμεων. Η έννοια της αποκάλυψης -με την έννοια ότι ξαφνικά, με απερίγραπτη σιγουριά και λεπτότητα, κάτι γίνεται ορατό, ακουστό, κάτι που μας συγκλονίζει εκ βάθρων και μας αναποδογυρίζει- αυτή μόνο περιγράφει τα γεγονότα. Τότε ακούει κανείς, δεν ψάχνει· παίρνει, δεν ρωτάει ποιος δίνει· σαν αστραπή, μια σκέψη λάμπει, με αναγκαιότητα, χωρίς δισταγμό ως προς τη μορφή της - ποτέ δεν είχα να διαλέξω. Είναι μια έκσταση που η φοβερή της ένταση ξαλαφρώνει καμιά φορά μ’ έναν χείμαρρο δακρύων, όπου το βήμα γίνεται, ασύνειδα, άλλοτε πιο γρήγορο άλλοτε πιο αργό· βρίσκεται κανείς έξω από τον εαυτό του, νιώθει αναρίθμητα λεπτά ρίγη και το δέρμα του να τρέμει ως τις άκρες των δακτύλων του· είναι μια βαθιά ευτυχία μέσα στην οποία ακόμη και το πιο οδυνηρό και σκοτεινό δε φαίνεται να είναι αντίθετο, αλλά μάλλον εξαρτημένο, κάτι που έχει προκληθεί, ένα απαραίτητο χρώμα μέσα σε τούτη την υπεραφθονία φωτός· είναι ένα ένστικτο για ρυθμικές σχέσεις, που επικαλύπτει ευρείς χώρους μορφών - το μήκος, η ανάγκη για έναν ευρύ ρυθμό, είναι σχεδόν το μέτρο για τη δύναμη της έμπνευσης, ένα είδος ισοφάρισης της πίεσης και της έντασης που προκαλεί αυτή... Όλα αυτά γίνονται άθελα στον ανώτατο βαθμό αλλά και σαν μια θύελλα ενός συναισθήματος ελευθερίας, απολυτότητας, δύναμης, θεϊκότητας... Το πιο αξιοσημείωτο είναι ο αθέλητος χαρακτήρας της εικόνας, της μεταφοράς: δεν μπορεί πια να καταλάβει κανείς τι είναι η εικόνα και τι η μεταφορά: το καθετί παρουσιάζεται σαν η πιο κοντινή, η πιο προφανής, η πιο απλή έκφραση. Θα έλεγε κανείς, για να θυμίσω τα λόγια του Ζαρατούστρα, πως τα πράγματα έρχονται και προσφέρονται μόνα τους για να χρησιμέψουν σαν μεταφορές Αυτή είναι η εμπειρία μου για την έμπνευση· δεν αμφιβάλλω καθόλου πως πρέπει κανείς να γυρίσει χιλιάδες χρόνια πίσω για να βρει κάποιον που θα μπορούσε να πει “είναι και δική μου εμπειρία”.»

Αυτό το απόσπασμα του Ίδε ο άνθρωπος («Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα», §3), χωρίς να του φαίνεται, κόβει την ιστορία της φιλοσοφίας στα δύο: στο πριν και στο μετά από αυτόν. Μέχρι τον Νίτσε, οι φιλόσοφοι διατηρούν στενή σχέση με το θείο, το ιερό, το θεολογικό στοιχείο, που με την πένα τους έγιναν η τέλεια σφαίρα, ο κόσμος των ιδεών, το σύμπαν των απόλυτων ουσιών, το πεδίο του σκεπτόμενου όντος, ο λόγος περί υπερβατικότητας, ο χώρος του νοουμένου, το ξέφωτο του Είναι.

Σ’ αυτήν την τάξη ιδεών, ο φιλόσοφος είναι ένας άνθρωπος που χαρακτηρίζεται περισσότερο από καθαρή διανόηση παρά από έμπνευση. Ο Καρτέσιος, που ενώ στο Olympica ομολογεί πως οι σκέψεις του πηγάζουν από τρία όνειρα, δεν αναφέρει τίποτα σχετικά με αυτό στον Λόγο περί της Μεθόδου, αντιθέτως αφήνει να εννοηθεί πως το σύστημά του αποτελεί προϊόν αποκλειστικά και μόνο της λογικής.

Τις περισσότερες φορές στη δυτική ζωγραφική ο φιλόσοφος απεικονίζεται καθισμένος στο γραφείο του, περιχαρακωμένος από τον κόσμο με τη βιβλιοθήκη του, να γράφει, με ένα σωρό ανοιχτά βιβλία ολόγυρά του. Διαβάζει, και το έργο του προκύπτει από τη συνεχή μελέτη των ιερών κειμένων μαζί με τον σχολιασμό τους. Ο φιλόσοφος σχολιάζει τα σχόλια των σχολίων μα δε βλέπει τον κόσμο. Ακόμα και ο Μονταίνιος, που εισάγει ένα ρεύμα ριζοσπαστικής ρήξης με αυτήν τη λογική, υπαγορεύει τα Δοκίμιά του σε έναν πύργο στον επάνω όροφο της βιβλιοθήκης του, που διαθέτει αναρίθμητα συγγράμματα, ξεδιαλέγοντας αρχαία κείμενα πάνω στα οποία αυτοσχεδιάζει με θαυμαστό τρόπο.

Στο Λυκόφως των ειδώλων, ο Νίτσε σχολιάζει αυτήν την περιβόητη ρήση του Φλωμπέρ: «Να σκεφτεί και να γράψει κανείς, μπορεί μόνο καθιστός», ως εξής: «Εδώ σ’ έπιασα, μηδενιστή! Το να στρογγυλοκάθεσαι, να το μεγαλύτερο αμάρτημα απέναντι στο πνεύμα! Μόνο οι σκέψεις που κάνει κανείς ενώ περπατά έχουν κάποια αξία» (Ρητά και Αιχμές, §34). Αυτό ήταν πιθανότατα κάτι που σκέφτηκε ενώ περπατούσε...

Συγκρατώ επίσης και την ιδέα του Νίτσε πως ο ίδιος είναι κάτι σαν απλό μέσο: η εμπειρία του γίνεται θεωρία του, η σκέψη του προέρχεται από αισθήσεις, συναισθήματα και εμπειρικά ερεθίσματα. Προτείνει έναν λόγο περί της μεθόδου, ο οποίος παραμερίζει τη λογική και τη μελέτη που προηγούνται του στοχασμού, προς όφελος μιας παγανιστικής έκστασης: έμπνευση, ενσάρκωση, φερέφωνο και απλό μέσο πανίσχυρων δυνάμεων, αποκάλυψη, έκσταση, αναποδογύρισμα, λάμψη, το να βρίσκεται κανείς έξω από τον εαυτό του, υπεραφθονία φωτός, θύελλα συναισθημάτων, πίεση και ένταση: το λεξιλόγιο είναι θρησκευτικό, παρότι χωρίς Θεό. Ο Νίτσε χρησιμοποιεί μέχρι και τη λέξη «θεϊκότητα»...

Από τον πρόλογο της Χαρούμενης Επιστήμης, δηλαδή το 1882, ο Νίτσε διατυπώνει μιαν αλήθεια που ο θεσμός της φιλοσοφίας ακόμα δεν καταφέρνει να καταπιεί και να χωνέψει. Για τον Νίτσε, κάθε φιλοσοφία αποτελεί την αυτοβιογραφική εξομολόγηση ενός σώματος. Όμως, στα μάτια ενός υπαλλήλου του χώρου, ενός πανεπιστημιακού, ενός καθηγητή, ενός ερευνητή που πληρώνεται από τους φορολογούμενους περισσότερο για να ψάχνει παρά για να βρίσκει, η αλήθεια αυτή ρίχνει άπλετο και αμείλικτο φως στον καθιστικό βίο του χαρτογιακά, εξοστρακίζοντάς τους μακριά από την επιστήμη. Πώς λοιπόν θα μπορούσαν να συνταχθούν με μια τέτοια τοποθέτηση;

Δεν είναι λοιπόν να απορεί κανείς που αυτό το ταξίδι στο Σιλς-Μαρία δεν το έκαναν οι Γάλλοι νιτσεϊστές, βλέπε Ζωρζ Μπατάιγ και Πιερ Κλοσοφσκί, Μισέλ Φουκώ και Ζιλ Ντελέζ, Ζακ Ντεριντά ή ακόμα κι ο Μωρίς ντε Γκαντιγιάκ που μετέφρασε τον Ζαρατούστρα... Αυτοί οι άνθρωποι του γραπτού και του θεσμού, δεν έδειξαν το παραμικρό ενδιαφέρον για τη ζωή του Νίτσε ως υπαρξιακή εμπειρία, που αποδεικνύεται άρρηκτα συνδεδεμένη με τη σκέψη του - εκείνοι είναι περισσότερο έδρα και πνεύμα παρά σάρκα και αίμα.

Πού να φανταστούν πως περισσότερα μαθαίνει κανείς για τον Νίτσε ακολουθώντας τα βήματά του στο Άνω Ενγκαντίν, παρά με το να ψαχουλεύει, όπως προτίμησαν εκείνοι, στον σκουπιδοτενεκέ των δήθεν μεταθανάτιων αποσπασμάτων του - πολλά από τα οποία είναι απλώς σημειώσεις ανάγνωσης ή ακόμη και παραποιήσεις από το χέρι της αδερφής του, αντισημίτισσας και οπαδού των ευρωπαϊκών φασισμών και του εθνικοσοσιαλισμού. Μα το να κινείς προς αναζήτηση των βιογραφικών συνθηκών κάτω από τις οποίες παράγονται οι έννοιες ενός στοχαστή είναι ένα νιτσεϊκό μάθημα επαναστατικό και κεφαλαιώδες.
---------------------
*Το Σιλς-Μαρία είναι ο γενέθλιος τόπος του Ζαρατούστρα. Μες στον αχό των χιονοστιβάδων γεννιέται ο νιτσεϊκός υπεράνθρωπος. Ακολουθώντας τα βήματα του Νίτσε στα μαγευτικά τοπία των Άλπεων, ο Μισέλ Ονφρέ ανακαλύπτει μες στη φύση τις πηγές της όψιμης νιτσεϊκής σκέψης. Και αντίθετα προς τις όποιες φασιστικές και σταλινικές αναγνώσεις, παραμερίζοντας όλες τις ταμπέλες που έχουν αποδοθεί στον μεγάλο φιλόσοφο, ο συγγραφέας δείχνει αυτό που πραγματικά είναι ο υπεράνθρωπος: αυτός που γνωρίζει το πραγματικό και το αγαπά, αυτός που λέει ναι στη ζωή, σ’ ολόκληρη τη ζωή∙ με άλλα λόγια, ο στωικός σοφός, εγκλιματισμένος στους μεταχριστιανικούς, μηδενιστικούς καιρούς μας.

ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ: Δεν αρκεί να σας χτυπήσουν, να σας προσβάλουν ή να σας κάνουν κακό, πρέπει να πιστέψετε ότι σας κάνουν κακό

Ο Αρριανός αναφέρει μια συνάντηση ανάμεσα στον Επίκτητο και σε έναν άντρα που επισκεπτόταν τn σχολή του στη Νικόπολη, που δείχνει ακόμα περισσότερο την ενασχόλησή του με το θέμα του ελέγχου. Ο άντρας ρωτά τον Επίκτητο τι μπορεί να κάνει με τον αδελφό του, που είχε θυμώσει μαζί του. Τι μπορεί να κάνει ο άντρας για τον θυμό του αδελφού του; Η συνήθως εύστοχη απάντηση του Επίκτητου είναι: «Τίποτα. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα». Δεν μπορούμε να ελέγξουμε τα συναισθήματα των άλλων ανθρώπων, γιατί συγκαταλέγονται στην κατηγορία των πραγμάτων που δεν εξαρτώνται από μας. Ο μόνος άνθρωπος που μπορεί να κάνει κάτι για τον θυμό του αδελφού του είναι ο ίδιος ο αδελφός του. Ο Επίκτητος, όμως, δεν σταματάει εκεί. Στρέφει την προσοχή τον άντρα σε αυτό που μπορεί να ελέγξει, δηλαδή στη δική του αντίδραση απέναντι στον θυμό του αδελφού του. Ο άντρας είναι αναστατωμένος από τον θυμό του αδελφού του και ο Επίκτητος υπονοεί ότι αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα, αλλά ότι είναι και κάτι που μπορεί ο άντρας να λύσει μόνος του. Ο άντρας προχώρησε σε μια κρίση για τον θυμό του αδελφού του, και αυτή η κρίση του προκάλεσε ένα συναίσθημα που τον αναστάτωσε. Το άμεσο πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ο αδελφός, αλλά ο άνθρωπος που ήρθε να παραπονεθεί.

Αυτή η μικρή ιστορία αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο τα συναισθήματα —τόσο των άλλων όσο και τα δικά μας— μπορούν να διαμορφώσουν και να επηρεάσουν την αλληλεπίδρασή μας με τους ανθρώπούς γύρω μας. Στα σύγχρονα αγγλικά, η λέξη «stoic» σημαίνει απαθής και αναίσθητος, και αυτό συνήθως θεωρείται κάτι αρνητικό. Τα συναισθήματα σήμερα συνήθως εκλαμβάνονται ως κάτι θετικό: η αγάπη, η συμπόνια, η ενσυναίσθηση είναι σίγουρα πράγματα που ο κόσμος έχει ανάγκη. Αυτή η ιστορία, ωστόσο, τονίζει άλλα συναισθήματα —θυμό, πικρία, ανυπομονησία—, που δεν είναι τόσο γοητευτικά. Όταν οι αρχαίοι Στωικοί έλεγαν ότι ο κόσμος πρέπει να αποφεύγει τα συναισθήματα, είχαν στο μυαλό τους κυρίως τα αρνητικά συναισθήματα.

Η αναφορά των Στωικών στα συναισθήματα είναι, από τη μία, πολύ εύκολο να γίνει κατανοητή, αλλά υπάρχει κι ένας αριθμός σημαντικών ιδιοτήτων πού πρέπει να προσθέσουμε για να την αντιληφθούμε πλήρως. Η βασική άποψη είναι απλώς το εξής: τα συναισθήματά μας είναι το προϊόν των κρίσεών μας. Κατά συνέπεια, ελέγχουμε απόλυτα τα συναισθήματά μας και είμαστε υπεύθυνοι γι αυτά. Ο άντρας είναι αναστατωμένος για τον θυμό του αδελφού του λόγω της στάσης του απέναντι στο γεγονός. Αν το έβλεπε διαφορετικά, δεν θα ήταν αναστατωμένος. Οι Στωικοί υποστηρίζουν —και αυτό είναι σημαντικό— ότι δεν πρέπει να αρνούμαστε ή να καταπιέζουμε τα συναισθήματά μας. Απλώς πρέπει να προσπαθούμε να μην έχουν την πρωτοκαθεδρία. Ένα δεύτερο σημαντικό σημείο είναι ότι οι Στωικοί δεν πιστεύουν πως κάποιος μπορεί απλώς να χτυπήσει τα δάχτυλά του και να κάνει τα συναισθήματα να εξαφανιστούν. Δεν μπορείτε να πείτε «Θα το σκεφτώ διαφορετικά» και να δείτε τον θυμό ή τον πόνο να εξαφανίζονται μαγικά.

Ο Χρύσιππος συνέκρινε τα συναισθήματα με το να τρέχει κάποιος πολύ γρήγορα. Μόλις αποκτήσεις αρκετή φόρα, δεν μπορείς να σταματήσεις. Η κίνησή σου είναι ανεξέλεγκτη, κάτι που συμβαίνει και όταν σε πλημμυρίζει κάποιο συναίσθημα Έτσι, δεν μπορείς να διώξεις ένα ανεπιθύμητο συναίσθημα όποτε θέλεις, αλλά μπορείς να προσπαθήσεις να αποφύγεις να ξεφύγει από τον έλεγχό σου η επόμενη επίθεσή του.

Αυτό είναι ξεκάθαρο στην περίπτωση του θυμού. Όταν καποιος είναι θυμωμένος,πολύ θυμωμένος,το συναίσθημα τον κυριεύει και δεν μπορείς πια να μιλήσεις λογικά μαζί του. Ένας άνθρωπος που το ήξερε αυτό πολύ καλά ήταν ο Λεύκιος Ανναίος Σενέκας, με καταγωγή από την Ισπανία. Η καριέρα του ως συμβούλου στους εσωτερικούς κύκλους της ρωμαϊκής αυτοκρατορικής αυλής περιλάμβανε συχνές αντιπαραθέσεις με ανθρώπους παρασυρμένους από καταστροφικά συναισθήματα, που προέκυπταν από το γεγονός ότι κάποιοι από αυτούς -όπως οι αυτοκράτορες Καλιγούλας, Κλαύδιος και Νέρων- κυριολεκτικά είχαν τη δύναμη να ορίζουν τη ζωή και τον θάνατο αμέτρητων ατόμων, αλλά και του ίδιου του Σενέκα. Ο Καλιγούλας ζήλευε τόσο τα πολλά ταλέντα του Σενέκα, που διέταξε να τον σκοτώσουν κάποια στιγμή, αν και τελικά τον απέτρεψαν οι στενοί του συνεργάτες λόγω της κακής υγεία του Σενέκα.

Στο δοκίμιό του Περί Οργής, ο Σενέκας περιγράφει συναισθήματα όπως ο θυμός και η ζήλια ως προσωρινή τρέλα. Υιοθετώντας την εικόνα του Χρύσιππου για το γρήγορο τρέξιμο, ο Σενέκας συγκρίνει τον θυμό με το να πέφτεις εντελώς ανεξέλεγκτα από τηv κορυφή ενός κτιρίου. Μόλις επικρατήσει ο θυμός, επηρεάζει ολόκληρο το μυαλό. Οι Στωικοί προειδοποιούν για αυτήν ακριβώς τηv κατάσταση στην οποία παίρνει τον έλεγχο ο θυμός. Το να ενοχλείται κάποιος κατά καιρούς αποτελεί απλώς κομμάτι της ζωής και δεν κάνει κακό. Ο τόσο μεγάλος θυμός, που σε κάνει να νιώθεις την ανάγκη να χτυπήσεις κάποιον, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό, και αυτόν θέλουν να αποφύγουν οι Στωικοί.

Ο Σενέκας επιμένει ότι δεν χρειαζόμαστε τον θυμό για να απαντήσουμε σε πράξεις που γίνονται εναντίον μας ή εναντίον των αγαπημένων μας. Πάντα είναι καλύτερο να λειτουργείς ήρεμα, παρακινημένος από το αίσθημα της αφοσίωσης, του καθήκοντος ή της δικαιοσύνης, παρά από τον θυμό σου και τn δίψα για εκδίκηση. Αν, κατά καιρούς, ο θυμός μπορεί να μας παρακινεί να πολεμήσουμε εναντίον κάποιας μεγάλης αδικίας, ας πούμε, ο Σενέκας λέει ότι θα ήταν καλύτερο να κάνουμε το ίδιο πράγμα καθοδηγούμενοι από τις αρετές του θάρρους και της δικαιοσύνης.

Ο Θυμός, όπως όλα τα συναισθήματα, είναι προϊόν μιας κρίσης που έχει γίνει στο μυαλό. Αυτό σημαίνει πως είναι κάτι που μπορούμε να ελέγξουμε, ή έστω είναι κάτι που μπορούμε να αποφύγουμε στο μέλλον. Μόλις, όμως, συμβεί μια κρίση, ο θυμός σύντομα γίνεται κάτι απτό και σωματικό. Ο Σενέκας περιγράφει τον θυμό ως μια ασθένεια του σώματος, που χαρακτηρίζεται από το οίδημα. Όποιο κι αν είναι το συναίσθημα, μπορούμε πιθανότατα να σκεφτούμε δεκάδες σωματικά συμπτώματα: ταχυκαρδία, αύξηση της θερμοκρασίας, τρέμουλο, εφίδρωση και ούτω καθεξής. Μόλις προστεθούν στην εξίσωση, δεν μπορούμε να τα διώξουμε, μπορούμε μόνο να περιμένουμε.

Σε αντίθεση με τη διαδεδομένη εικόνα τούς, οι Στωικοί δεν υπονοούν ότι οι άνθρωποι μπορούν ή Θα έπρεπε να γίνουν αναίσθητα κομμάτια πέτρας. Όλοι οι άνθρωποι Θα βιώσουν αυτό πού ο Σενέκας αποκαλεί «πρώτες κινήσεις». Αυτές προκύπτουν όταν μας συγκινεί κάποια εμπειρία, και μπορεί να νιώσουμε εκνευρισμένοι, σοκαρισμένοι, τρομαγμένοι, ή μπορεί ακόμα και να κλάψουμε. Όλες αυτές είναι απολύτως φυσιολογικές αντιδράσεις. Είναι αντιδράσεις που σχετίζονται με τη φυσιολογία του ανθρώπινου σώματος, αλλά δεν είναι συναισθήματα, με την έννοια που αποδίδουν στη λέξη οι Στωικοί. Κάποιος που είναι εκνευρισμένος και προσωρινά σκέφτεται να πάρει εκδίκηση, αλλά δεν κάνει τίποτα γι’ αυτό, δεν είναι θυμωμένος κατά τον Σενέκα, γιατί διατηρεί τον έλεγχο. Το να φοβάσαι προσωρινά κάτι, αλλά μετά να μένεις αμετακίνητος, δεν είναι φόβος. Για να γίνουν συναισθήματα αυτές οι «πρώτες κινήσεις», πρέπει το μυαλό να κρίνει ότι έχει συμβεί κάτι φρικτό και έπειτα να δράσει. Σύμφωνα με τον Σενέκα, «ο φόβος οδηγεί στη φυγή, ο θυμός στην επίθεση».

Υπάρχουν, λοιπόν, τρία στάδια στη διαδικασία, σύμφωνα με τον Σενέκα: Πρώτον, μια ακούσια πρώτη κίνηση, που είναι μια φυσική αντίδραση της οποίας δεν έχουμε τον έλεγχο. Δεύτερον, μια κρίση ως απάντηση στην εμπειρία, την οποία μπορούμε να ελέγξουμε. Τρίτον, ένα συναίσθημα που, αφού δημιουργηθεί, είναι έξω από τον έλεγχό μας. Μόλις προκύψει το συναίσθημα, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορούμε να κάνουμε πέρα από το να περιμένουμε να υποχωρήσει.

Γιατί προχωράμε στις κρίσεις που προκαλούν αυτά τα επιβλαβή συναισθήματα; Αν νομίζετε ότι έχετε πληγωθεί με κάποιον τρόπο από έναν άλλον άνθρωπο, μπορεί να φαίνεται απόλυτα φυσικό να θυμώσετε μαζί του. Ο Σενέκας λέει πως ο θυμός είναι συνήθως το προϊόν ενός αισθήματος αδικίας. Αυτό που πρέπει να αμφισβητήσουμε είναι η εντύπωση ότι έχει προκύψει κάποιο τραύμα, που ήδη εμπεριέχει μέσα της μια κρίση.

Ο Επίκτητος το θέτει ως εξής:

Μην ξεχνάτε, δεν αρκεί να σας χτυπήσουν, να σας προσβάλουν ή να σας κάνουν κακό, πρέπει να πιστέψετε ότι σας κάνουν κακό. Αν κάποιος καταφέρει να σας προκαλέσει, συνειδητοποιήστε πως το μυαλό σας είναι συνένοχο στην πρόκληση.

Η Μέδουσα, η οφιολατρεία, και οι χθόνιες θεότητες

Στις περισσότερες παραδόσεις του κόσμου, το χθόνιο, προγονικό φίδι ταυτίζεται με τη Γαία, Μητέρα όλων των πραγμάτων, που δίνει ζωή σε όλα όσα υπάρχουν και ύστερα με το θάνατο τα δέχεται στην αγκαλιά της. Στην κλασική Ελλάδα το φίδι που σέρνεται και εισχωρεί βαθιά μέσα στο σώμα της, γνωρίζει τα πάντα και έτσι γίνεται κοινωνός των Χθόνιων μυστικών της.

Λόγω αυτής της συγγένειας, το φίδι, ως κάτοχος μεγάλης Σοφίας απέκτησε, σε μια ύστερη εποχή, μυθολογική συγγένεια και με την Αθηνά, που εκτός από Θεά της Σοφίας ήταν προστάτης της υφαντουργίας, της κεραμικής και πολλών άλλων τεχνών.

Επίσης συγγένευε και με τον Ερμή, θεό του εμπορίου και της πονηριάς, αλλά και με τον Ήφαιστο, θεό της μεταλλουργίας, γιατί πολλά μυστικά των μετάλλων που κρύβονται στη Γη συνδέθηκαν με το φίδι.

Γι αυτό ακριβώς το λόγο, όπως υποστηρίζουν πολλοί αρχαίοι συγγραφείς, αρχικά ο Πύθων, ο φιδο - δράκος των Δελφών ήταν φύλακας του μαντείου, συμβολική ενσάρκωση του Μητρογονικού Γένους και μόνο μετά την έλευση της πατριαρχίας μεταμορφώθηκε σε ένα επικίνδυνο, καταστροφικό φίδι Πύθων, Μέδουσα κ.α, που ζητούσε εκδίκηση και που το νόημα κι η δύναμη του έπρεπε να ξεχαστούν.

Όπως έλεγε ένας χρησμός, ο ο θάνατος του Πύθωνα θα ερχόταν από ένα γιο της Λητώς, όπως και έγινε με τον γιό της Απόλλωνα. Τέσσερις μέρες μετά τη γέννησή του, ο Απόλλωνας θα σκοτώσει τον Πύθωνα με τα βέλη που του χάρισε ο Ήφαιστος αμέσως μετά τη γέννησή του, παίρνοντας έτσι εκδίκηση για τα σχέδια του δράκου εναντίον της μητέρας του.

Ύστερα έκλεισε τα κόκαλα του νεκρού Πύθωνα σε λέβητα, που τον φύλαξε μέσα στον ναό του στους Δελφούς, και καθιέρωσε προς τιμή του νεκρικούς αγώνες, τα γνωστά «Πύθια». Προκειμένου να καθαρθεί από τον φόνο του Πύθωνα ο Απόλλωνας βρέθηκε στην Κρήτη αναζητώντας τον ιερέα Καρμάνορα. Σύμφωνα με άλλες εκδοχές, ο Απόλλωνας εξαγνίστηκε στα νερά των Τεμπών και κάθε οκτώ χρόνια μια γιορτή στους Δελφούς θύμιζε τον φόνο του Πύθωνα και την κάθαρση του θεού.

Ακόμα και ο κατεξοχήν κυρίαρχος θεός του Ολύμπιου Πανθέου και της πατριαρχίας, ο Μειλίχιος Δίας διατηρεί τον χθόνιο χαρακτήρα του, καθώς σε αναθηματικά ανάγλυφα, συνήθως εμφανίζεται όχι με ανθρώπινη μορφή, αλλά ως ένας τεράστιος κουλουριασμένος όφις που ορθώνεται για να συναντήσει τους λάτρεις του. Στην Ελληνική τέχνη, ο όφις ως σύντροφος ή χαρακτηριστικό λατρείας υποδηλώνει ότι η εν λόγω θεότητα ή ήρως ανήκει στον αρχέγονο κάτω κόσμο των προγόνων.

Σε ένα άλλο μύθο αυτόν της εξόντωσης της Μέδουσας, από τον Περσέα με την βοήθεια της Αθηνάς, στην οποία έχω αναφερθεί πολλές φορές, τα φίδια στην κεφαλή της μέδουσας είναι ο πρωταγωνιστής, μία χθόνια θεότητα που έλκει την καταγωγή της από την μεγάλη μητέρα. Στην Κέρκυρα του 6ου αιώνα π.Χ. η Μέδουσα απολάμβανε ακόμη τιμές, ως νικηφόρος θεά, στο ιερό που μοιράζονταν με τη νέα θεά Σελήνη - Άρτεμη, όπως αποδεικνύει το υπέροχο αέτωμα του Ναού της Αρτέμιδας Γοργούς που βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Κέρκυρας.

Θεωρείται το αρχαιότερο σωζόμενο λίθινο αέτωμα κοσμούσε τη δυτική πλευρά του ναού, με την κεντρική παράσταση της Γοργούς και τους λεοντοπάνθηρες εκατέρωθεν της που πλαισιώνονται στις δύο γωνίες του από σκηνές τιτανομαχίας. Κατά την επικρατέστερη άποψη η Γοργώ ταυτίζεται με την Αρτέμιδα με την ιδιότητα της «Πότνιας θηρών», ενώ οι δευτερεύουσες σκηνές απεικονίζουν επεισόδια από την Τιτανομαχία.

Σύμφωνα με τον μύθο της Μέδουσας, ο Περσέας αποκεφάλισε την Μέδουσα, με την βοήθεια του Θεού Ερμή και πρωτίστως της Αθηνάς. Στην συνέχεια η Αθηνά, αφομοιώνει τις χθόνιες δυνάμεις της Μέδουσας, και δίνει τον Ασκληπιό το πολύτιμο αίμα της Μέδουσας.

Το αίμα της Μέδουσας, αυτό που δόθηκε στον Ασκληπιό από την Αθηνά, διαιρείτο σε δύο μέρη, με βάση τη φλέβα από την οποία είχε αναπηδήσει. Το αίμα από τη δεξιά φλέβα θα μπορούσε να θεραπεύσει την ανθρωπότητα, ακόμη και από το θάνατο, ενώ το αίμα από την αριστερή φλέβα μπορούσε να θανατώσει.

Μήπως και εδώ ο Ασκληπιός ως εκφραστής του πολιτισμού και της πατριαρχίας, εκφράζει την αρσενική δύναμη, ενώ η Αθηνά, την θηλυκή μητριαρχική παρελθούσα κοινωνία την οποία φέρει μέσα της αν και θεά της σοφίας, λόγω της καταγωγής της, όπως και όλων των θηλυκών θεοτήτων οι οποίες αποτελούν εκφάνσεις της μεγάλης μητέρας;

Ίσως είναι σημειολογικό πως ο Κένταυρος Χείρωνας πέθανε από βέλη που είχαν εμποτιστεί με το αίμα της Μέδουσας... (υποταγή των φυσικών δυνάμεων από τον άνθρωπο).

Η χθόνια γη δεν θα μπορούσε πλέον να γεννά τέρατα, ο ανθρώπινος πολιτισμός έχει πλέον χειραγωγήσει τις ανεξέλεγκτες και άγνωστες στο παρελθόν φυσικές δυνάμεις.

Δεν είναι ίσως επίσης τυχαίο πως τα περισσότερα τέρατα της Ελληνικής μυθολογίας ήταν θηλυκού γένους, Σφίγγα, Μέδουσα, Σκύλλα και Χάρυβδη, Σειρήνες, Χίμαιρα, Ερυνίες, Κήρες κ.α;

Γιατί ήταν η θηλυκή πλευρά τόσο σημαντική στην ουσία των τεράτων;

Μαρκήσιος ντε Σαντ: πόσο έντιμοι είναι οι δικαστές

Υπάρχουν λοιπόν και παρανομούντες δικαστές, ακριβώς όμοιοι με τους παράνομους που δικάζουν. O παράνομος μπορεί να επικαλεστεί σαν ελαφρυντικό την ψυχολογική σύγχυση. Ο δικαστής που παρανομεί τι μπορεί να επικαλεστεί σαν ελαφρυντικό πέραν της ηθικής σύγχυσης, ή για να το πούμε πιο απλά, πέραν της πλήρους ανυπαρξίας ήθους;

"Του δημοκράτη, μόνος οδηγός είναι η αρετή και μόνο χαλινάρι η συνείδηση". Το λέει ο "θείος" Μαρκήσιος ντε Σαντ στο "Η φιλοσοφία στο μπουντουάρ", βιβλίο τόσο ακραία ενάρετο που θα ήταν παράδοξο αν γινόταν νοητό σαν τέτοιο από ανθρώπους για τους οποίους αρετή είναι η εφαρμογή ενός συνόλου κανόνων συμπεριφοράς, που επιβάλλονται καταναγκαστικά άνωθεν, με την απειλή της κύρωσης.

Στην πυρά, λοιπόν, ο Σαντ. Είναι πολύ ενοχλητικός. Αποδείχνει πως το αίσθημα της Δικαιοσύνης και οι Κανόνες του Δικαίου είναι συχνά πράγματα εντελώς άσχετα μεταξύ τους. Άλλωστε, σ’ όλη του τη ζωή τούτος ο σπαραχτικός και σπαραγμένος άνθρωπος δεν έκανε τίποτα περισσότερο απ’ το να σέβεται τη Δικαιοσύνη και να περιφρονεί επιδεικτικά το Δίκαιο. Βίωσε, ο δύστυχος, την επαγγελία των νικητών αστών της Γαλλικής Επανάστασης για μια "πλήρη απελευθέρωση του ατόμου" με τέτοια συνέπεια που καταστράφηκε: Αυτοί που έβαλαν στο κέντρο του σύμπαντος το άτομο, δηλαδή οι αστοί, ακόμα δεν μπόρεσαν να πιστέψουν πως υπήρξε κάποιος — ο Σαντ— που κατάφερε να οδηγήσει την αστική αντίληψη για την ελευθερία μέχρι τα ακρότατα όριά-της. Κι ωστόσο, το σαντικό όραμα, καλυμμένο και διαστρεβλωμένο υπάρχει πάντα σαν ο κρυφός πυρήνας του αστισμού.

"Καλό είναι ό,τι είναι καλό για μένα", έλεγε ο Σαντ. Το ίδιο δε λένε, πιο καλυμμένα και λιγότερο απροκάλυπτα, όλοι οι ευπρεπείς "καλοί νοικοκυραίοι" για τους οποίους το όριο του κόσμου καθορίζεται απ' το πέρας της μύτης-τους ή καλύτερα από την ακτίνα δράσης της αρπαχτικής χερούκλας τους;

Άλλωστε, όλοι ξέρουν πως το μόνο που χρειάζεται για να πραγματώσει κανείς τα σαντικά σεξουαλικά οράματα είναι πολύ χρήμα και άκρατος εγωισμός. Κάποιοι μεγαλοκαρχαρίες, διαθέτουν εν αφθονία και τα δυο. Το μόνο που δε διαθέτουν είναι η ειλικρίνεια και η εντιμότητα του Σαντ κι εκείνο το βαθύ και πλατύ αίσθημα Δικαιοσύνης που δεν αποκλείει κανέναν απολύτως από τη μεγάλη γιορτή της προσωπικής ευτυχίας.

Κάποιοι μισθοσυντήρητοι δικαστές έχουν καταλάβει πως η ευτυχία του φτωχού είναι σκέτη μεταφυσική και κενό σχήμα. Εφαρμόζοντας το σαντικό πρότυπο, αλλά δολίως και κρυφίως, αποφάσισαν να εξασφαλίσουν "το δικαίωμά-τους στην ηδονή", όπως θα έλεγε ο Σαντ, πουλώντας το Δίκαιο σε καλή τιμή. Κάποιοι άλλοι δικαστές, αυτοί που τις ίδιες μέρες δίκαζαν τον Σαντ με καθυστέρηση 180 χρόνων περίπου, βάλθηκαν ν’ αποδείξουν πως το "δικαίωμα στην ηδονή" είναι ολικά βλαπτική διεκδίκηση. Ανάμεσα στις δυο ομάδες δικαστών φαίνεται να υπάρχει ένα βαθύ χάσμα: Οι πρώτοι μοιάζουν κακοί, οι δεύτεροι μοιάζουν καλοί.

Ωστόσο, έχουμε να κάνουμε εδώ με τους "καλούς" και τους "κακούς" του ίδιου ιστορικού δράματος. Το πρόβλημα είναι πρόβλημα κατανομής ρόλων. Υπάρχει κάτι κοινό ανάμεσα στις δυο ομάδες δικαστών: ο ταρτουφισμός, η βαθιά και ίσως ανίατη υποκρισία και ο εγωισμός του μικροαστού που βαφτίζεται "δημόσιο συμφέρον". Δηλαδή όλα όσα καταμαρτυράει ο "θείος" Μαρκήσιος στους Γάλλους αστούς που τη στιγμή που έπρεπε —στη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης— δεν έκαναν "άλλη μια προσπάθεια για να γίνουν δημοκράτες", όπως τους παρότρυνε ο Σαντ, ο μόνος που όπως είπαμε βίωσε μέχρις εσχάτων τις αρχές και τα δόγματα της "ολικής απελευθέρωσης του ατόμου", που εμφανίζονται στην Ιστορία για πρώτη φορά τότε και που συνεχίζουν να παραμένουν κενό γράμμα.

Ο Σαντ απαιτούσε "μια ισότητα απέναντι στη φύση", δηλαδή το δικαίωμα για τον καθένα να παραμένει ο εαυτός του. Αυτό που σήμερα ονομάζουμε "αλλοτρίωση", δηλαδή αποξένωση απ' τον πραγματικό μας εαυτό, ξέκομμα από την πραγματική μας φύση, ο Σαντ το είχε προβλέψει και το είχε περιγράφει περίπου εκατό χρόνια πριν απ' το νεαρό Μαρξ των "Φιλοσοφικοοικονομικών τετραδίων" και κάπου εκατόν πενήντα χρόνια πριν απ' τον Μαρκούζε του "Μονοδιάστατου ανθρώπου" και του "Έρως και Πολιτισμός". Στο διάστημα που μεσολάβησε, διάστημα πλήρους εδραίωσης του αστικού καθεστώτος, η φύση υποκαταστάθηκα ολικά πια από το Νόμο: Τώρα όλοι είμαστε "ίσοι απέναντι στο Νόμο" και λίγοι αναρωτιούνται όπως ο Σαντ, μπας και τούτος ο Νόμος είναι κάτι "το παρά φύσιν", που εδραιώνει και νομιμοποιεί την ανισότητα.

Γιατί, λοιπόν, παρανομούν οι δικαστές; Γιατί λιγοστεύει σ’ αυτούς το αίσθημα της Δικαιοσύνης που, ωστόσο, το διαφυλάσσουν οι λαϊκοί δικαστές, όντας παντελώς άσχετοι με τον κυκεώνα των Νόμων και των διατάξεων; Γιατί ο ειδικός, και επί του προκειμένου ο νομομαθής, αποδεικνύεται ολοένα και περισσότερο ακατάλληλος για την απονομή Δικαιοσύνης, ενώ ο ανειδίκευτος και επί του προκειμένου ο λαϊκός δικαστής των μεικτών αστικών αλλά και των αμιγών λαϊκών δικαστηρίων, αποδεικνύεται ολοένα και περισσότερο κατάλληλος, για μια "δουλειά" που δεν την ξέρει;

Διότι, απλούστατα, ο δικαστής καλείται να εφαρμόσει Νόμους με τους οποίους δεν έχει καμιά ουσιαστική σχέση. Είναι ένας "τεχνικός", ένας διεκπεραιωτής, ένας μάνατζερ που επιτηρεί την εφαρμογή Νόμων φτιαγμένων από άλλους για λογαριασμό άλλων. Είναι κάτι σαν επιστάτης σε ξένο χωράφι, που επιτελεί έργο ανάλογης σημασίας μ' αυτό του αγροφύλακα και κυρίως του χωροφύλακα. (Η κύρια διαφορά ανάμεσα σ' ένα χωροφύλακα και σ’ ένα δικαστή έγκειται στο ότι ο τελευταίος έχει πάει στο Πανεπιστήμιο και ως εκ τούτου "χαίρει εκτιμήσεως" και "έχει κοινωνικό κύρος" —μέχρι που να οδηγηθεί στη θέση του κατηγορούμενου, όπως γίνεται στη "Σπασμένη στάμνα" του Κλάιστ και να τα χάσει τότε και τα δυο: και το κύρος και την εκτίμηση).

Τίνος υπάλληλος είναι ο δικαστής; Του κοινωνικού συνόλου, θα πουν οι πονηροί και οι αφελείς. Δηλαδή και των αστών και των μικροαστών και των προλετάριων και της κυρά - Κατίνας και του μεγαλοβιομήχανου και του ψιλικατζή της διπλανής γωνίας και του μεγαλοεργολάβου δημοσίων έργων και του μικροεργολάβου κηδειών. Όλοι αυτοί μπορεί να είναι εντελώς άνισοι μεταξύ-τους, το γεγονός όμως πως είναι ίσοι απέναντι στο Νόμο είναι μια σπουδαία παρηγοριά, ίσης αξίας και σημασίας με το γνωστό "καφέ της παρηγοριάς"!

Λοιπόν οι δικαστές, έχοντας στενές σχέσεις με το φάντασμα του Νόμου, καταλαβαίνουν σιγά σιγά μέσα από τη δουλειά πως πρόκειται, ακριβώς, για φάντασμα. Κι όταν πάψεις να φοβάσαι τα φαντάσματα, σεργιανίζεις σφυρίζοντας στα νεκροταφεία.

Είναι δύσκολο να υπηρετείς ανέντιμους και να μην μπεις στον πειρασμό να γίνεις όμοιός τους. (Θυμίζουμε με την ευκαιρία το λεχθέν υπό Μπέρναρντ Σω: "Τα πολλά λεφτά ή θα τα κλέψεις ή θα τα κληρονομήσεις από κάποιον που τα έχει κλέψει")

Βέβαια, εδώ οι κλέφτες δεν είναι ακριβώς όμοιοι με τους γνωστούς: Δεν κλέβουν "πράγματά δηλωμένης αξίας", κλέβουν την αδήλωτη υπεραξία. Και επειδή η υπεραξία δεν είναι πράγμα συγκεκριμένο, για να γίνει νοητή τούτη η έννοια απαιτείται υψηλός βαθμός αφαιρετικής ικανότητας την οποία μπορεί να αποχτήσει κανείς είτε ασκώντας το νου, είτε μέσα απ' την πολύχρονη τριβή με τα πράγματα. Και επειδή δε νομίζουμε πως η τόσο κοπιαστική δουλειά του δικαστή του αφήνει πολύ ελεύθερο χρόνο για την άσκηση του νου (για να διαβάσει κανείς καλά ολόκληρο τον Σαντ χρειάζεται τουλάχιστον δυο μήνες αποκλειστικής ενασχόλησης μαζί-του), πρέπει να άρχισε να καταλαβαίνει ο δικαστής σιγά σιγά, μέσα απ’ την πείρα, τί ακριβώς σημαίνει "κλέπτειν την υπεραξία με τρόπο καθόλα νομότυπο". Και ως γνωστόν, ο πιο καλός απατεώνας είναι αυτός που ξέρει να προφυλάγεται από το Νόμο.

Θεωρούμε όλα αυτά τα κρούσματα δικαστικής "ανηθικότητας" στο έπακρο θετικά και σημάδια εντελώς παρήγορα για το μέλλον του κόσμου. "Ρίξε το βλέμμα-σου σ' αυτούς που καταστρέφονται από τις ατιμίες που συντηρούν την ύπαρξή-σου", λέει ο μεγάλος Σαντ. Τούτη την έξοχη παραίνεση, που θα έπρεπε να καρφωθεί στον τοίχο πάνω από τις δικαστικές έδρες, σίγουρα δεν την έχουν υπ' όψιν-τους οι δικαστές, τουλάχιστον οι Έλληνες. Όμως, με τον καιρό, όσο θα συνειδητοποιούν σε τίνος την υπηρεσία βρίσκονται τόσο θα ρίχνουν το βλέμμα τους πάνω από την έδρα, σ' αυτούς που καταστρέφονται από τις ατιμίες που συντηρούν την ύπαρξή τους. Ο δικαστής που παρανομεί αποκαλύπτει τον κρυμμένο μηχανισμό της γενικευμένης παρανομίας.

Συμπέρασμα: εμείς, το αόρατο και αφανές λαϊκό δικαστήριο, πρέπει να αθωώσουμε τους δικαστές για όλα συλλήβδην τα αμαρτήματά τους. Κόσμος και κόσμος "αμάρτησε για το παιδί-του" ή για το ψωμί-του ή για το παντεσπάνι-του. Γιατί αυτοί πρέπει να είναι αναμάρτητοι; "Άλλωστε, καμιά "αμαρτία" δεν είναι προϊόν κακότητας ή ανηθικότητας. Είναι πάντα γέννημα ενός συγκεκριμένου κοινωνικού χώρου που την εκκολάπτει. Η δικαστική "ανηθικότητα" υπάρχει σαν σπόρος μέσα στην καπιταλιστική ανηθικότητα, απ’ όπου και εκπορεύεται, όπως το Άγιο Πνεύμα εκ του Πατρός. Επιτέλους, πρέπει να σταματήσουμε να χτυπούμε το σαμάρι και να περιαδράξουμε κάποτε το γάιδαρο.

Καταλάβατε, βέβαια, πως τα παραπάνω είναι γραμμένα υπό την επίδραση του Σαντ, σύμφωνα με το πνεύμα (και όχι το γράμμα) του κολοσσιαίου σαντικού έργου. Αν εκπλήττεσθε που δε βρήκατε σε τούτες τις γραμμές τίποτα το "πορνογραφικό" αλά Σαντ, σας πληροφορούμε πως αυτός ο στοχαστής χρησιμοποίησε τη σεξουαλικότητα μόνο σαν όχημα κάποιων ιδεών, που θα παρέμεναν αναποτελεσματικές αν δεν ντύνονταν το ρούχο του πιο κραυγαλέα εγωιστικού ενστίκτου, που φέρνει μόνιμα στην επικαιρότητα το αίτημα για την ολική χειραφέτηση του ατόμου.

Ο Σαντ δεν είναι πορνογράφος, αλλά πολιτικός στοχαστής ή πιο σωστά, ένας παθιασμένος προφήτης της λευτεριάς. Αυτής ακριβώς της λευτεριάς που λείπει από τους δούλους των αφεντάδων-τους που τους υπηρετούν μια ζωή "απονέμοντας δικαιοσύνη", χωρίς καν να υποπτεύονται πως είναι υπηρέτες, όχι βέβαια της Θέμιδας —αυτές είναι ιστορίες για άγριους και για νήπια— αλλά καταπιεστών συγκεκριμένων και ουδόλως μυθικών.

Έγκλημα και τιμωρία: Λειτουργεί η αποτροπή;

ΑΘΗΝΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΣΠΑΡΤΗΣ: Κλέων και Διόδοτος

Στο μεταξύ οι Σπαρτιάτες έκαναν σχέδια για την αμφίβια επιχείρησή τους σε βοήθεια της Μυτιλήνης, την εισβολή στην Αττική και την εκ­στρατεία του στόλου στη Λέσβο. Οι Μυτιληναίοι ήλπιζαν αρκετά βά­σιμα στον στόλο που είχαν υποσχεθεί να στείλουν οι Σπαρτιάτες, αλλά αυτό που έλαβαν ήταν μόνο ένας Σπαρτιάτης, ο Σάλαιθος, που επεδίωξε να ενθαρρύνει τους πολίτες διαβεβαιώνοντάς τους ότι όντως ήταν καθ’ οδόν μία σπαρτιατική δύναμη σωτηρίας.5 Ο χρόνος περνούσε και οι Σπαρτιάτες δεν έρχονταν. Ελπίζοντας να διασπάσει τον αθηναϊκό αποκλεισμό, ο Σάλαιθος αποφάσισε να εφοδιάσει τις κατώτερες τάξεις με όπλα οπλίτη. Σε αυτό το σημείο, οι νέοι «οπλίτες» απαίτησαν και ίση διανομή φαγητού και απείλησαν να παραδώσουν την πόλη στους Αθηναίους αν δε γινόταν αυτό. Φοβούμενοι πολύ ότι οι άλλοι θα έκα­ναν ειρήνη που θα τους εξαιρούσε, οι Μυτιληναίοι ολιγαρχικοί πα­ραδόθηκαν τότε στον Αθηναίο στρατηγό Πάχη. Ο Πάχης έστειλε τον Σάλαιθο στην Αθήνα μαζί με έναν αριθμό Μυτιληναίων τους οποίους θεώρησε υπαίτιους για την εξέγερση, υποσχόμενος ότι δε θα φυλάκι­ζε, δε θα υποδούλωνε και δε θα σκότωνε κανέναν Μυτιληναίο μέχρι να επιστρέψει η πρεσβεία που επέτρεψε να σταλεί από τη Μυτιλήνη στην Αθήνα για να διαπραγματευτεί μια μόνιμη διευθέτηση. Παρ’ όλα αυτά, κάποιοι τρομοκρατημένοι Μυτιληναίοι κατέφυγαν στους βωμούς των θεών για να βρουν άσυλο. Τα γεγονότα που ακολούθησαν απέδει­ξαν πως ήξεραν τι έκαναν.6

Ο σπαρτιατικός στόλος κατέφθασε μόλις μία εβδομάδα μετά την πτώ­ση της Μυτιλήνης και είναι πολύ εύκολο να επιρρίψουμε ευθύνη στον διοικητή του τον Αλκίδα για την καθυστερημένη άφιξή του. Η καθυστέ­ρηση, ωστόσο, μπορεί να οφειλόταν όχι στον αργό πλου, αλλά στην προ­βληματική αναχώρηση από την Πελοπόννησο. Ακριβώς την εποχή που οι σύμμαχοι της Σπάρτης είχαν κουραστεί από τον χερσαίο πόλεμο, μερι­κοί άρχισαν να έχουν δεύτερες σκέψεις σχετικά με τη σχεδιαζόμενη επι­χείρηση στην άλλη άκρη του Αιγαίου. Στο Αιγαίο, άλλωστε, περιπολούσε ο ισχυρός αθηναϊκός στόλος. Επιπλέον, ο Αλκίδας μπορεί να έχασε κάμποσο χρόνο συγκεντρώνοντας διατακτικούς συμμάχους για το ταξί­δι προτού τελικά αναχωρήσει με τη δύναμή του, που αποτελείτο από 40 πλοία.7Οι Πελοποννήσιοι δεν απείχαν πολύ όταν έμαθαν πως η Μυτιλή­νη είχε πέσει και ο Αλκίδας υπέθεσε ότι θα επέστρεφε στην πατρίδα με τον στόλο του. Ο Τευτίαπλος ο Ηλείος όμως είχε ένα πιο τολμηρό σχέ­διο. Ανοησίες! είπε. Έχουμε το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού και θα πρέπει να το αξιοποιήσουμε. Οι Αθηναίοι δεν έχουν ιδέα ότι είμαστε εδώ και το τελευταίο πράγμα που αναμένουν είναι μια επίθεση από τη θάλασσα, όπου, έτσι για αλλαγή, έχουμε ιδιαίτερη δύναμη. Το πεζικό τους είναι επίσης πιθανώς διασκορπισμένο στους καταυλισμούς του και έχει χαλαρώσει την επιφυλακή του έπειτα από τη νίκη του. Στοιχηματί­ζω ότι μπορούμε να καταλάβουμε την πόλη αν πέσουμε πάνω τους ξαφ­νικά τη νύχτα, ιδίως αν έχουμε ακόμη συμμάχους εκεί.8

Μπορεί να ήταν ένα καλό σχέδιο, μπορεί και όχι. Μία αδυναμία του ήταν ότι οι Πελοποννήσιοι δεν είχαν στην πραγματικότητα συμμάχους μέσα στην πόλη· ο Πάχης είχε συλλάβει τους φίλους των Σπαρτιατών εκεί και τους είχε στείλει βόρεια, στο νησί της Τενέδου, προετοιμαζό­μενος να τους μεταφέρει στην Αθήνα. Το σχέδιο όμως θα μπορούσε έστω κι έτσι να αποδώσει και πιθανώς άξιζε να προσπαθήσουν. Ο Αλκίδας ωστόσο (που μπορεί να ήξερε ότι ο Πάχης είχε βγάλει από την πόλη τους φίλους των Σπαρτιατών) δεν πείστηκε. Άλλοι του πρότειναν να καταλάβει κάποια από τις πόλεις της Μικράς Ασίας προκειμένου να υποδαυλίσει εξέγερση εκεί, αλλά και αυτό έμοιαζε πολύ πα­ρακινδυνευμένο: αν αποκλείονταν εκεί από τον αθηναϊκό στόλο, θα ήταν καταστροφικό. Κι έτσι ο Αλκίδας, προσπερνώντας τα πλοία του Πάχη που τον καταδίωξαν κατά πόδας, επέστρεψε στην πατρίδα του.9

Όταν έφθασε στην Αθήνα ο Σάλαιθος μαζί με τους υπόλοιπους αιχ­μαλώτους από τη Μυτιλήνη, ο τρομοκρατημένος Σπαρτιάτης προσέφερε στους Αθηναίους μία συμφωνία: αν του χάριζαν τη ζωή, θα έπει­θε τους συμπατριώτες του να άρουν την πολιορκία των Πλαταιών. Οι Αθηναίοι όμως ήταν πολύ θυμωμένοι με την εξέγερση ενός κράτους που απολάμβανε ειδικά προνόμια, πολύ τρομαγμένοι από το προηγού­μενο της εξέγερσης μέσα στην αυτοκρατορία και πολύ ανήσυχοι που οι Σπαρτιάτες είχαν, για πρώτη φορά στον πόλεμο, διασχίσει τη δική τους θάλασσα, για να σκεφτούν να διαπραγματευτούν με τον Σάλαιθο. και χωρίς χρονοτριβή θανάτωσαν αυτόν τον ταραχοποιό.

Κατόπιν η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από την τύχη των Μυτιληναίων. Σε αυτόν τον διάλογο σχετικά με το τι έπρεπε να κάνουν με τους Μυτιληναίους είναι που ο Θουκυδίδης εισάγει για πρώτη φορά τον Κλέωνα, έναν πολιτικό που προφανώς ήταν στο προσκήνιο για κά­μποσο καιρό, αλλά είχε καταλάβει κυρίαρχη θέση μόνο μετά τον θά­νατο του Περικλή. Σε αντίθεση με άνδρες όπως ο Περικλής και ο Κίμων (και ο Θουκυδίδης), ο Κλέων δεν ανήκε στην αριστοκρατία των γαιοκτημόνων, αλλά στην εμπορική τάξη. Η οικογένειά του είχε στην ιδιοκτησία της ένα βυρσοδεψείο όπου εργάζονταν δούλοι. Το γεγονός ότι δεν ασκούσε απλώς ένα επάγγελμα αλλά κάτι που μύριζε άσχημα προσέβαλε τις σνομπ ευαισθησίες των αριστοκρατών. Αν και ο ίδιος δεν εργαζόταν ως βυρσοδέψης, κυκλοφορούσαν πολλά αστεία για την κυριολεκτικά δύσοσμη οικογένειά του· ο Αριστοφάνης, που τον μισού­σε, ανέφερε συχνά τις σχέσεις του με το βυρσοδεψείο στους Ιππής του το 424 π.Χ., έργο το οποίο χτυπούσε αλύπητα τον Κλέωνα. Όπως λέει ο Θουκυδίδης, ήταν «ο πλέον βίαιος» άνδρας στην πόλη από την άποψη του προσωπικού του στυλ -φωνακλάς και χυδαίος-, αλλά ήταν και αυτός που εμπιστευόταν περισσότερο ο πληθυσμός.10

Με παρότρυνση του Κλέωνος ήταν που έπειτα από κάποια διαβούλευση οι άνδρες της Αθήνας, στην Εκκλησία του Δήμου, ψήφισαν υπέρ της εκτέλεσης όλων των Μυτιληναίων αιχμαλώτων που βρίσκο­νταν στην πόλη - και επιπλέον όλων των ενήλικων αρρένων της Μυτιλή­νης. Οι γυναίκες και τα παιδιά θα πωλούνταν ως δούλοι. Μία τριήρης στάλθηκε αμέσως στον Πάχη με τη διαταγή να σβήσει τη Μυτιλήνη από προσώπου γης. Την επομένη όμως πολλοί είχαν μετανιώσει. Μαθαίνοντάς το αυτό, οι Μυτιληναίοι πρέσβεις που βρίσκονταν στην πόλη βρή­καν συνεργάσιμους Αθηναίους, που έπεισαν τις Αρχές να συγκαλέσουν μία δεύτερη ειδική συνέλευση της Εκκλησίας του Δήμου, για να ξανασκεφτεί το ζήτημα. Εκεί, σε μια ομιλία που πιθανώς άκουσε με τα αυτιά του ο Θουκυδίδης, ο Κλέων επανέλαβε τα σκληρά μέτρα που είχε προτείνει τόσο επιτυχώς την προηγουμένη. Όπως και οι Κορίνθιοι ήταν απαραίτητοι στη Σπάρτη τις παραμονές του πολέμου, έτσι και οι Αθηναίοι, είπε, χρειάζονταν αυτόν για να τους εξηγεί ποια εί­ναι η πραγματικότητα. Ενώ ο Περικλής είχε επαινέσει τη δημοκρατία, ο Κλέων ξεκίνησε την ομιλία του καταφερόμενος εναντίον της. Και άλλοτε πολλές φορές μου δόθηκε η αφορμή να αντιληφθώ, λέει, ότι οι δημοκρατίες είναι ανίκανες να άρχουν άλλων λαών. Συνηθίσατε στον καθημερινό βίο ούτε να φοβάστε ούτε να επιβουλεύεστε οι μεν τους δε, και αυτό είναι καλό- όταν όμως συμπεριφέρεστε και προς τους συμμά­χους επί τη βάσει των ίδιων αρχών, τότε σίγουρα αυτό δεν είναι καλό.

Δε συλλογίζεστε ότι η ηγεμονία σας είναι δεσποτική, ασκούμενη πά­νω σε ανθρώπους οι οποίοι σας επιβουλεύονται και υπόκεινται είτε το θέλουν είτε όχι στην εξουσία σας. Οι άνθρωποι αυτοί υποτάσσο­νται σε εσάς όχι χάρη στις ευεργεσίες που τους κάνετε προς δική σας βλάβη, αλλά λόγω της υπεροχής την οποία σας εξασφαλίζει η δύναμη σας και όχι η εύνοιά τους. Το χειρότερο απ’ όλα θα ήταν αν στο εξής δεν υπάρχει καμία σταθερότητα στις αποφάσεις μας και αν δεν εννοήσουμε ότι είναι ισχυρότερη μία πόλη όταν κυβερνάται με νόμους λιγότερο καλούς αλλά απαραβίαστους, παρά με νόμους καλούς αλλά μη εφαρμοζόμενους...

Κατά κανόνα, οι περισσότεροι απλοί άνθρωποι είναι καλύτεροι πολίτες από τους περισσότερο έξυπνους, διότι οι τελευταίοι θέλουν όχι μόνο να φαίνονται σοφότεροι από τους νόμους, αλλά και σε κάθε διάσκεψη γύρω από τις δημόσιες υποθέσεις να επιβάλλουν τη γνώμη τους, σαν να μην επρόκειτο να παρουσιαστεί ποτέ άλλο ζήτημα σπουδαιότερο στο οποίο να δείξουν τη σοφία τους, και συνέπεια τούτου είναι ότι οδηγούν συνήθως τις πόλεις τους στην καταστροφή.11

Ο Περικλής είχε αναγνωρίσει παλαιότερα ότι η Αθηναϊκή Αυτο­κρατορία έμοιαζε μάλλον με τυραννία, αλλά δεν είχε πει ποτέ πως ήταν όντως τέτοια ούτε επικαλέστηκε το άξεστο επιχείρημα ότι οι κακοί νό­μοι και η άγνοια θα μπορούσαν ποτέ να επισκιάσουν τους καλούς νόμους και την ευφυΐα.12 Όπως το συνήθιζε, ο Θουκυδίδης παρουσία­σε μόνο άλλον έναν ομιλητή, αν και αναγνωρίζει ότι εκφωνήθηκαν και άλλοι λόγοι. Ο Διόδοτος, γιος του Ευκράτη, είχε μιλήσει και στην προηγούμενη συνέλευση. Μπορεί να κατείχε κάποιο δημόσιο αξίωμα ή να ήταν απλώς ένα μέλος της Εκκλησίας του Δήμου- δε γνωρίζουμε. Δεν εμφανίζεται πουθενά αλλού στο ιστορικό χρονικό. Όπως και ο Κλέων, ο Διόδοτος ασχολείται με το ποιες δράσεις είναι πιθανότε­ρο να αποθαρρύνουν περαιτέρω εξεγέρσεις. Αν είχε ως κίνητρο τη συ­μπόνια, ήταν αρκετά έξυπνος ώστε να μην το αφήσει να φανεί. Η επι­χειρηματολογία του είναι πιο εκλεπτυσμένη από εκείνη του Κλέωνος. Το ζήτημα, ισχυρίζεται, δεν είναι ποιο είναι το έγκλημα των Μυτιληναίων, αλλά ποια είναι η συμφερότερη για εμάς απόφαση - όχι το δί­καιο έναντι του άδικου, αλλά η σκοπιμότητα. Κανείς δεν εκτέθηκε στον κίνδυνο εγκληματικής επιχείρησης, λέει ο Διόδοτος, ενώ πίστευε ότι θα αποτύχει. Οι άνθρωποι παρασύρονται στο έγκλημα, άλλοι από τόλμη, την οποία εμπνέει στον φτωχό η ανάγκη, άλλοι από πλεονεξία, στην οποία ωθούν τον πλούσιο η αλαζονεία και η αυτοπεποίθηση· όταν δια- πράττει το έγκλημα μία ολόκληρη πόλη, κάθε άνθρωπος, συμπράττο­ντας με τους συμπολίτες του, υπερτιμά αλόγιστα τις ατομικές του δυ­νάμεις: «Με λίγα λόγια, όποτε η ανθρώπινη φύση ωθείται να πράξει κάτι το οποίο επιθυμεί ζωηρά, ούτε η αυστηρότητα των νόμων ούτε κα­νένας άλλος φόβος μπορεί να την αποτρέψει, και είναι πολύ ανόητος εκείνος που πιστεύει το αντίθετο».13

Σκεφτείτε, λέει, ότι με βάση τη μέχρι σήμερα πολιτική σας, αν κάποια πόλη, και αφού ακόμη αποστατήσει, αναγνωρίσει ότι δεν μπο­ρεί να πετύχει, έχει τη δυνατότητα να συνθηκολογήσει - να επιστρέψει δηλαδή στην επιρροή της Αθήνας με επιεικείς όρους και να αρχί­σει να καταβάλει και πάλι φόρο υποτέλειας. Αν όμως υιοθετήσουμε την πρόταση του Κλέωνος, οι πόλεις θα προτιμήσουν να υποστούν μέχρις εσχάτων τις ταλαιπωρίες της πολιορκίας, επιβαρύνοντας μας με τις δαπάνες μακράς πολιορκίας. Σκεφτείτε επίσης και αυτό: μέχρι σή­μερα, η δημοκρατική μερίδα όλων των πόλεων είναι ευνοϊκά διακείμενη προς εμάς (ένα αμφίβολο επιχείρημα, αλλά χρήσιμο στον Διόδοτο). Αν ακολουθήσετε τη γνώμη του Κλέωνος, θα κάνετε εχθρούς το μόνο μέρος του πληθυσμού το οποίο είναι ακόμη φιλικό απέναντι μας, και θεωρώ πως αυτή η απώλεια θα είναι μεγάλη βλάβη για εμάς.14

Έτσι μίλησε ο Διόδοτος. Η ψηφοφορία με ανάταση των χεριών υπήρξε περίπου ισόπαλη, αλλά η άποψη του Διόδοτου υπερίσχυσε και αμέσως οι Αθηναίοι έστειλαν άλλη μία τριήρη, ελπίζοντας να μπορέ­σει να προλάβει το πρώτο πλοίο, το οποίο άλλωστε είχε αποπλεύσει σχεδόν μιάμιση μέρα νωρίτερα. Οι πρεσβευτές από τη Μυτιλήνη παρέσχαν προμήθειες και το πλήρωμα έτρωγε και έπινε ενώ κωπηλατού­σε δίχως στάση και κοιμόταν με βάρδιες. Οι άνεμοι ήταν ευνοϊκοί και το πρώτο πλοίο δε βιαζόταν ιδιαίτερα να φέρει την αποτρόπαιη είδη­σή του. Όταν όμως οι Αθηναίοι πλησίασαν στη Μυτιλήνη, τους περίμενε ένα φοβερό θέαμα στο λιμάνι. Διότι εκεί βρισκόταν η πρώτη τριήρης, αγκυροβολημένη με ασφάλεια. Στην πραγματικότητα ο Πάχης εί­χε λάβει τις διαταγές του και είχε ανακοινώσει στους Μυτιληναίους ποια θα είναι η μοίρα τους.

Οι Αθηναίοι βγήκαν τρέχοντας από το πλοίο τους, φωνάζοντάς του να σταματήσει και ανακοινώνοντας πως επρόκειτο για λάθος. Μπο­ρούμε όμως να φανταστούμε τον τρόμο που έζησαν στο μεταξύ οι Μυτιληναίοι. «Τόσο λίγο έλειψε να καταστραφεί η Μυτιλήνη», γράφει ο Θουκυδίδης.15 Παρ’ όλα αυτά, ο ιστορικός αναφέρει ότι οι χίλιοι «πρωταίτιοι» που ο Πάχης είχε στείλει στην Αθήνα θανατώθηκαν, πι­θανώς το ένα δέκατο του άρρενος πληθυσμού της Μυτιλήνης και των γειτονικών πόλεων που είχε εμπλακεί στην εξέγερση.16 Η ενέργεια των Αθηναίων εδώ θα αποδεικνυόταν προάγγελος πολύ πιο αιμοσταγούς συμπεριφοράς στο μέλλον: καθώς ο πόλεμος συνεχιζόταν, η ιδεολο­γία του Κλέωνος και όχι του Διόδοτου ήταν αυτή που θα υπερίσχυε.
---------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

5. Θουκυδίδης 3.25.1.

6. Θουκυδίδης 3.27.1-28.2.

7. Πιθανοί λόγοι για τη βραδυπορία του Αλκίδα διερευνώνται στο άρθρο του J. Roisman, «Alkidas in Thucydides», Historia 36 (1987), σ. 385-421.

8. Παράφραση του Θουκυδίδη 3.30.

9. Θουκυδίδης 3.30.1-33.3.

10. Θουκυδίδης 3.36.6.

11. Θουκυδίδης 3.37.2-4.

12. Ο Περικλής που συγκρίνει την Αθηναϊκή Αυτοκρατορία με μια τυραννία: Θουκυδίδης 2.63.2.

13. Θουκυδίδης 3.45.7.

14. Θουκυδίδης 3.46.2-47.5.

15. Θουκυδίδης 3.49.1-4.

16. Ο Hornblower στον τόμο 1 του βιβλίου του A Commentary on Thucydides (Οξφόρδη: Clarendon, 1991), σ. 440, αποδέχεται τον αριθ­μό· ο Gomme στο βιβλίο του A Historical Commentary on Thucydides. τ. 2 (Οξφόρδη: Oxford University Press, 1956), σ. 325-6, τείνει να τον αποδεχτεί, αλλά είναι ανοιχτός και σε άλλες πιθανότητες. Σε ό,τι αφο­ρά τον Πάχη, ο Πλούταρχος ισχυρίστηκε ότι αυτοκτόνησε δημοσίως όταν κλήθηκε να δώσει λόγο για αδικήματα που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια της στρατηγίας του, αλλά οι λεπτομέρειες είναι θολές και συ­γκεχυμένες: ο Διόδωρος Σικελιώτης ανέφερε ότι ο Πάχης ήταν ευτυχής για την αλλαγή στάσης των Αθηναίων σχετικά με τους Μυτιληναίους, κάτι που θα πρέπει να προκάλεσε τον Κλέωνα- ίσως κατηγορήθηκε ότι δεν κατεδίωξε τον Αλκίδα για αρκετό χρόνο καθώς έφευγε από τη Μικρά Ασία- και ίσως η αυτοκτονία να μη συνέβη ποτέ: Πλούταρχος Νικίας 6.1-2 και Αριστείδης 26.3' Διόδωρος Σικελιώτης 12.55.10. Ο D. Kagan, The Archidamian War (Ίθακα, Νέα Υόρκη: Cornell University Press, 1974), σ. 167-70, πιστεύει ότι ο Πάχης δικάστηκε και το συνδέει με τη διαμάχη φατριών στην Αθήνα- ο Tritle πιστεύει επίσης την ιστο­ρία (L.A. Tritle, A New History of the Peloponnesian War [Γουάλντεν, Μασαχουσέτη: Wiley-Blackwell, 2010], σ. 70). Οι Hornblower και Tritle εφιστοΰν την προσοχή στην εναλλακτική ερμηνεία που υπάρχει στο άρ­θρο του C. Tuplin, «Fathers and Sons: Ecclesiazusae 644-45», Greek, Roman and Byzantine Studies 23 (1982), σ. 325-30, ιδίως σ. 329. Τείνω προς τον σκεπτικισμό του H.D. Westlake, όπως διατυπώνεται στο άρ­θρο του «Paches», Phoenix 29 (1975), σ. 107-16. Η αυτοκτονία δεν ταί­ριαζε στον αθηναϊκό χαρακτήρα και ο Θουκυδίδης, ο οποίος ήταν πά­ντα πρόθυμος να επισημάνει περιστατικά αγνωμοσύνης των Αθηναίων προς τους ηγέτες τους, δεν αναφέρει αυτό το επεισόδιο.

Ἰουδαϊκό ἤ ἑλληνικό τό ἀλφάβητον;

ΓΙΝΑΜΕ ΙΟΥΔΑΙΟΙ Ή ΠΑΡΑΜΕΝΟΥΜΕ ΕΛΛΗΝΕΣ;



Ἰουδαϊκό ἤ ἑλληνικό τό ἀλφάβητον;

Ἰουδαιόφρονες Ἕλληνες καὶ Ἑλληνίζοντες Ίουδαῖοι:

Πρὸς τὰ Βόδια ποὺ θέλουν τὸ Α νὰ προέρχεται ἐκ τῆς Βοϊδοκεφαλῆς:

«Ἀλφεσίβοιος» ἐλέγετο ὁ πλούσιος γαμβρός, γιατὶ εἶχε πολλὰ βόδια (ἀλφεῖν + βοῦς).

Ὅταν ἀντέγραψαν ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς οἱ Σημίτες, ἐμπέρδευσαν τὶς ἔννοιες…

Ὅπως ἀκριβῶς ἔκαναν οἱ Ἄγγλοι μὲ τὴν λέξη «Ἡλικία» (age), ὅταν ἄκουγαν τοὺς Ἕλληνες τῶν Κασσιτερίδων νήσων νὰ ρωτοῦν: «τί ἡλικίαν ἄγεις;»…

Ὁ προπάτωρ Ἀβραάμ, λοιπόν, ἤθελε νὰ γίνει ἀλφεσίβοιος!

Μόνον ποὺ καὶ τὰ βόδια τοῦ τὰ ἔδωσαν οἱ Ἕλληνες:

«Καὶ ἔλαβεν ὁ Ἀβιμέλεχ πρόβατα, καὶ βόας, καὶ δούλους, καὶ δούλας, καὶ ἔδωκεν εἰς τὸν Ἀβραάμ, καὶ ἀπέδωκε Σάῤῥαν τὴν γυναῖκαν αὐτοῦ»
(Γένεσις, κ΄14).

Ἡ προῖκα τους εἶναι Ἑλληνική, ἀπὸ τὸν βασιλέα Ἄβι τῶν Φιλισταίων (Αἰγαιο-Κρητῶν)!!!
Γειά σου Σάῤῥα μὲ τὰ ὡραῖα σου!!!

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

ΕΛΛΗΝΙΚΟ (ΟΜΗΡΙΚΟ) ΡΗΜΑ ΑΛΦΑΝΩ

ἀλφάνω

1. έχω όφελος, αποφέρω κέρδος, κερδίζω
2. αποκομίζω, παίρνω, βρίσκω
3. φρ. «ἀλφάνω φθόνον», προκαλώ τον φθόνο.

ΕΤΥΜΟΛ. Ρηματικός τ. τής Αρχαίας γνωστός ήδη από τον Όμηρο, όπου απαντά μόνο σε χρόνο αόρ. β΄ (ἦλφον). Σπανιότερα το ρ. απαντά και ως ἀλφαίνω. Η κυριολεκτική σημασία τού ρήματος είναι «προμηθεύω, παρέχω, κερδίζω».

Στον Αέτιο το ρ. ἀλφαίνω απαντά με τη σημασία «αμείβω». Τύποι συγγενείς ετυμολογικά με το ρ. ἀλφάνω απαντούν και σε άλλες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες.

Συγκεκριμένα ο τ. αορ. β΄ ἀλφεῖν συνδέεται με το σανσκριτικό arhati «κερδίζω» και το μεταρηματικό ουσ. ἀλφή «παραγωγή, κτήση, κέρδος» συνδέεται με το λιθ. alga «μισθός, αμοιβή».
Με βάση τις παρατηρήσεις αυτές το ρ. ἀλφάνω ανάγεται συνήθως σε ΙΕ ρίζα (*lbh-) με ασθενή βαθμίδα θέματος
(αντί τής ισχυρής el-ol- που απαντά στη Σανσκριτική και Λιθουανική).
ΠΑΡ. αρχ. ἀλφή. ἄλφησις.

ΑΛΦΕΙΟΣ ΠΟΤΑΜΟΣ, ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΡΗΜΑ ΑΛΦΑΝΩ.

Το όνομα του ποταμού ετυμολογείται από το αρχαίο ρήμα αλφάνω που σημαίνει πλουτοδοτώ, προσφέρω πλούτο εξ ου και η λέξη «τιμαλφή».

Κατά την ελληνική μυθολογία ο Αλφειός ήταν ένας από τους θεοποιημένους ποταμούς των αρχαίων Ελλήνων, που λατρευόταν κυρίως στην Ηλεία, την Μεσσηνία και την Αρκαδία, ακριβώς από τις περιοχές που διαρρέει και σήμερα. Φερόταν ως γιος του Ωκεανού και της Τηθύος απόγονος του Ήλιου. Κάποτε σκότωσε τον αδελφό του Κέρκαφου και τον καταδίωξαν οι Ερινύες. Φτάνοντας στον ποταμό Νύκτιμο έπεσε μέσα και πνίγηκε και από τότε ο ποταμός πήρε το όνομα του. Ο Όμηρος τον αποκαλεί "ΙΕΡΟΝ ΡΟΟΝ ΑΛΦΕΙΟΙΟ".

Σύμφωνα με τον Παυσανία, ο Αλφειός ήταν κυνηγός που αγάπησε την Αρεθούσα αλλά εκείνη δεν τον ήθελε και για να τον αποφύγει πήγε στην Ορτυγία, νησί κοντά στις Συρακούσες. Ο Αλφειός από τον μεγάλο έρωτά του μεταμορφώθηκε σε ποταμό και μέσω των νερών της θάλασσας έφτασε στην Ορτυγία, κοντά στην αγαπημένη του.

Στον πέμπτο του άθλο, ο Ηρακλής εκτρέπει τα νερά του Αλφείου και του Πηνείου για να καθαρίσει την κόπρο η οποία είχε συσσωρευθεί στους στάβλους του βασιλεία της Ηλείας Αυγεία από 3.000 βόδια.

1. οὗτοι μὲν ἐξ Ἀρκαδίας κατίασιν ἐς τὸν Ἀλφειόν, Κλάδεος δὲ ἐρχόμενος ἐκ τῆς Ἠλείας συμμίσγει οἱ τὸ ῥεῦμα: αὐτῷ δὲ ἐν τῇ Ἀρκάδων τῷ Ἀλφειῷ καὶ οὐχὶ ἐκ τῆς Ἠλείας εἰσὶν αἱ πηγαί. λέγεται δὲ καὶ ἄλλα τοιάδε ἐς τὸν Ἀλφειόν, ὡς ἀνὴρ εἴη θηρευτής, ἐρασθῆναι δὲ αὐτὸν Ἀρεθούσης, κυνηγετεῖν δὲ καὶ ταύτην. καὶ Ἀρέθουσαν μὲν οὐκ ἀρεσκομένην γήμασθαι περαιωθῆναί φασιν ἐς νῆσον τὴν κατὰ Συρακούσας, καλουμένην δὲ Ὀρτυγίαν, καὶ ἐνταῦθα ἐξ ἀνθρώπου γενέσθαι πηγήν: συμβῆναι δὲ ὑπὸ τοῦ ἔρωτος καὶ Ἀλφειῷ τὴν ἀλλαγὴν ἐς τὸν ποταμόν. ταῦτα μὲν λόγου τοῦ ἐς Ἀλφειὸν ἐς τὴν Ὀρτυγίαν. τὸ δὲ διὰ τῆς θαλάσσης ἰόντα ἐνταῦθα ἀνακοινοῦσθαι τὸ ὕδωρ πρὸς τὴν πηγὴν οὐκ ἔστιν ὅπως ἀπιστήσω, τὸν θεὸν ἐπιστάμενος τὸν ἐν Δελφοῖς ὁμολογοῦντά σφισιν, ὃς Ἀρχίαν τὸν Κορίνθιον ἐς τὸν Συρακουσῶν ἀποστέλλων οἰκισμὸν καὶ τάδε εἶπε τὰ ἔπη: Ὀρτυγίη τις κεῖται ἐν ἠεροειδέι πόντῳ, Θρινακίης καθύπερθεν, ἵν' Ἀλφειοῦ στόμα βλύζει. μισγόμενον πηγαῖσιν ἐυρρείτης Ἀρεθούσης. κατὰ τοῦτο οὖν, ὅτι τῇ Ἀρεθούσῃ τοῦ Ἀλφειοῦ τὸ ὕδωρ μίσγεται, καὶ τοῦ ἔρωτος τὴν φήμην τῷ ποταμῷ πείθομαι γενέσθαι.
Παυσανίου Ηλειακά Α΄

2. ὸ δὲ συνοικούμενον τὸ πρὸς τῇ νήσῳ τῇ Ὀρτυγίᾳ μέρος ᾠήθη δεῖν οἰκίσαι βέλτιον, ἀξιολόγου πόλεως ἔχον περίμετρον.
Στράβωνος Γεωγραφία ΣΤ΄

ΤΙΜΑΛΦΗ

Τα πολύτιμα κοσμήματα, τα χρυσαφικά είναι τα τιμαλφή. Είναι σύνθετη λέξη με δύο συνθετικά το τιμή + ἀλφής. Το ἀλφής με την σειρά του παράγεται από το απαρέμφατο ἀλφεῖν, αορίστου β' του ἀλφάνω, που σημαίνει αποκτώ. Άρα τα τιμαλφή είναι αυτά που αποκτώνται και έχουν αξία.

Ὁ, ἡ τιμαλφής, τὸ τιμαλφές, ο αρχικός τύπος ήταν επίθετο και δήλωνε τον πολύτιμο, τον βαρύ. Το ρήμα τιμαλφέω – τιμαλφῶ είχε την έννοια του τιμώ, αποδίδω σεβασμό. Η έκφραση μολόντα τιμαλφεῖν (κατά λέξη: αφού έλθει κάποιος, να τον τιμήσουμε) δηλώνει τις εορταστικές εκδηλώσεις που γίνονταν κατά την έλευση ενός προσώπου, τους πανηγυρισμούς για χάρη του.

Το επίθετο τιμαλφής στα αρχαία μας χρόνια δεν αναφερόταν μόνο στα προσφιλή χρυσαφικά των γυναικών, αλλά και σε κάθε πράγμα πολυτελές. Στον πλατωνικό διάλογο «Τίμαιος», ο οποίος είναι μια απόπειρα για ερμηνεία της φύσης με βάση την αριθμητική και τη γεωμετρία, γίνεται λόγος για «τιμαλφέστατο κτῆμα», δηλαδή για πολυτελέστατο απόκτημα. Όπως βλέπουμε εδώ, το επίθετο έχει και παραθετικά και το συναντάμε στον υπερθετικό βαθμό.

Αξίζει να δώσουμε ορισμένες πληροφορίες για την οικογένεια λέξεων από το ρήμα ἀλφάνω από όπου προέρχεται το β' συνθετικό της λέξης μας. «Ἀλφεσίβοιαι παρθένοι» χαρακτηρίζονταν οι υποψήφιες νύφες, όταν έφερναν στους γονείς τους βόδια ως γαμήλια δώρα από τους μνηστήρες τους.
Ἀλφηστές ονομάζονταν οι εργαζόμενοι άνδρες που κόμιζαν τα αγαθά στο σπίτι καθώς και οι έμποροι και ναυτικοί που εξασφάλιζαν με σκληρή εργασία όλα τα απαραίτητα. Το προσωνύμιο δινόταν αποκλειστικά στους άντρες, γιατί οι γυναίκες δεν λογίζονταν ως όντα προσφοράς στους αρχαίους χρόνους.

Σήμερα τα τιμαλφή μπορεί να είναι πηγή χαράς, αλλά και αφορμή για στενοχώρια, όταν τα χάσει κανείς μετά από διάρρηξη. Πληροφορηθήκαμε πρόσφατα για ληστεία που έγινε σε τράπεζα, η οποία οδήγησε -ενδεχομένως- και σε κλοπή τιμαλφών από τις θυρίδες.

ΕΤΣΙ Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΤΕΛΥΣΕΝ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟ

«Ο μεν γαρ Ελληνισμός πανταχού της γης εκταθείς και τας απάντων ανθρώπων ψυχάς κατασχών ούτως ύστερον μετά την τοσαύτην ισχύν και την επίδοσιν υπό της του Χριστού κατελύθη δυνάμεως». Ιωάννης Χρυσόστομος , (Λόγος εις τον μακάριον Βαβύλαν και κατά Ελλήνων, 15).

Ο Ι. Χρυσόστομος από τις 1200 περίπου φορές που αναφέρει το όνομα «Έλλην», δεν θα βρείτε ούτε μια φορά που να μην χλευάζει ή να μην αντιπαλεύει κάθε τι Ελληνικό! Αν απ’ την άλλη δείτε τα χρυσόλογα που λέει στις άλλες 1200 φορές που αναφέρει μελιστάλακτα το όνομα του «Αβραάμ» θα καταλάβετε και την σκοπιμότητα και την διαφορά εκτίμησης.

Στο εκτενέστατο συγγραφικό του έργο, (1447 λόγοι, 240 επιστολές!) ούτε μια φορά δεν αναφέρετε για παράδειγμα ο Δευκαλίων, ο αγαπημένος ήρωας κατακλυσμού των Ελλήνων, σε αντίθεση με τον Νώε που αναφέρεται 330 φορές! Ο παγκοσμίως γνωστός ήρωας Ηρακλής, δεν αναφέρεται ούτε καν χλευαστικά, ενώ ο αλεπουδοκυνηγός Σαμψών, εκθειάζεται τουλάχιστον 25 φορές. Ο Ιακώβ, 760. Ο Ισαάκ, 440. Η Σάρρα, 290. Ο Αδάμ, 830.

Απ’ την πλευρά των αναθεματισμένων Ελλήνων; Ο Ιάσονας ούτε μια φορά. Ο Οδυσσέας καμία! Ο Αχιλλέας, μια μοναδική φορά κι αυτή υποτιμητικά! Οι συγγραφείς: Όμηρος, καμία. Ησίοδος μια μοναδική φορά. Ο Αισχύλος καμία. Απ’ την άλλη μεριά της χρυσοστομικής εβραιολατρίας, ο Ιεζεκιήλ, 95. Ο Ησαΐας, 310. Ο Ιερεμίας, 310 κλπ. κλπ. κλπ.

Όταν βέβαια στα κείμενα του πέφτει το όνομα του Αβραάμ, τότε ο Ι. Χρυσόστομος εκστασιάζεται: «Αβραάμ... ολόκληρον ημίν πέλαγος ιστορίας το όνομα ήνοιξε τούτο» εις την γένεσιν λόγος θ΄ (54.625.19)

Για τους Έλληνες ενδεικτικές είναι οι χρυσοστομικές εκφράσεις όπως: «του μιαρού όντος Έλληνος»... «λύμη (φθίση, φθορά, αίσχος, όνειδος) τους Έλληνας κατέχει»...! «Δόγματα διεφθαρμένα οι Έλληνες γέννησαν»... «Πολλοί δε (Έλληνες) και υιούς και θυγατέρες εις σφαγή απέδωκαν δαίμονας τιμώντας»...! «Μιαρού Έλληνος φιλόσοφου το βιβλίο...» Και άλλα τέτοια κολακευτικά! Αν δε νομίζετε ότι εδώ τελειώνει ο πατερικός ανθελληνισμός... ε, πλανάσθε πλάνην οικτράν!

Ο πρώτος ηλίθιος

Ο ηλίθιος δεν μιλούσε πολύ. Μόνο οι άλλοι το έκαναν γι’ αυτόν. Ο ηλίθιος άκουγε.

Άκουγε όλους τους άλλους. Ο καθένας είχε να του πει την ιστορία του, τον πόνο του και το βάσανό του. Ήταν χαρούμενοι μόνο όταν ήταν μαζί τους, όχι όταν ήταν με τους άλλους. Όταν έπαιζε με τα παιδιά τους, έλεγαν γι’ αυτόν ότι δεν είχε να κάνει τίποτα άλλο. Ο ηλίθιος άκουγε όλες αυτές τις ερμηνείες και τις απόψεις του κόσμου. Δεν άλλαζε όμως.

Ήταν πάντα με εκείνους που τον είχαν ανάγκη, ακόμα και αν δεν είχαν ανάγκες. Ήταν η άμμος της παιδικής χαράς. Όλα τα παιδιά έπαιζαν μαζί του κι ύστερα τον άφηναν μόνο για να μπορέσουν να τον βρουν και πάλι την επόμενη ημέρα να τα περιμένει. Ο ηλίθιος τα αγαπούσε όλα και γι’ αυτό το λόγο δεν τον αγαπούσε κανένα ιδιαίτερα. Ήταν απλώς ο ηλίθιος τους. Μαζί του ένιωθαν πάντα ασφάλεια διότι ήταν ο μεγάλος. Όμως όπως ήταν ο μεγάλος τούς άρεσε να κοροϊδεύουν τα γεράματά του. Δεν έφταιγαν τα παιδιά αν είχε γεννηθεί γέρος για να τα προστατέψει. Εκείνος έφταιγε για όλα, τα παιδιά ήταν αθώα και το ίδιο οι γονείς τους.

Δεν ήταν αγαθός αλλιώς πώς θα έφταιγε για όλους και όλα. Ήταν υπεύθυνος για όλα μπροστά σε όλους και για όλους μπροστά σε όλα. Όπως δεν ανήκε σε καμιά παρέα, ήταν ο παράξενος της παρέας. Και κάθε παρέα ήθελε τον παράξενο της. Ο ηλίθιος αναλάμβανε αυτό το ρόλο με πάθος και περίμενε τα καρφιά της αθωότητας που δεν έλειπαν ποτέ να τον πληγώσουν.

Για τα παιδιά ήταν ο γαλάζιος γίγαντας, εκείνος που δεν πέθαινε ποτέ για να τον βασανίζουν όλα τα παιδιά δίχως εξαίρεση. Βέβαια οι γονείς ήξεραν ότι ήταν παράξενος. Και τον πρόσεχαν όπως προσέχουν τους δασκάλους. Κάθε του λέξη την ερμήνευαν. Δεν έπρεπε να θίξει την κοινωνία. Ο ηλίθιος ήταν ο δάσκαλος των παιδιών διότι ήταν παιδιά. Έτσι τουλάχιστον πίστευαν. Η ανθρωπιά του δεν ήταν ένα καλό παράδειγμα για τα κοινωνικά παιδιά και πρόσεχαν να μην εκτραπούν. Ενώ τα παιδιά τον αγαπούσαν διότι μπορούσαν να τον πληγώσουν δίχως να πει τίποτα. Ενώ τους γιάτρευε κάθε φορά που πονούσαν ακόμα και αν το χτύπημα ήταν δικό τους. Ήταν ο δικός τους ηλίθιος. Έτσι τον έβλεπαν και οι γονείς. Αρκεί να μην έβλαπτε την κοινωνία.

Μιλούσε βέβαια για την ανθρωπότητα αλλά του το συγχωρούσαν διότι ήξεραν ότι ήταν ηλίθιος και παράξενος. Έλεγαν μέσα τους ότι ο καθένας έχει τα κουσούρια του. Η ανθρωπότητα ήταν η αδυναμία του αλλά ποιος μπορούσε να κατανοήσει τι έλεγε πραγματικά και ουσιαστικά.

Όμως μερικά παιδιά που ήταν και αυτά παράξενα τον άκουσαν. Δεν μιλούσαν πολύ και οι γονείς δεν αντιλήφθηκαν αμέσως το κακό που γινόταν. Άκουγαν τον ηλίθιο και καταλάβαιναν για πρώτη φορά τι σημαίνει ζωή. Θέλησαν να μιλήσουν για πρώτη φορά για την ανθρώπινη ζωή στην κοινωνία και τότε εκείνη αποφάσισε να λυτρώσει τον ηλίθιο από τα βάσανα.

Τον δηλητηρίασε.

Ήταν ο πρώτος ηλίθιος και λεγόταν Σωκράτης.

Ο Αριστοτέλης και ο διαχωρισμός ηθικής αρετής και επιστήμης

Ολοκληρώνοντας το ζήτημα της φιλίας στο έβδομο βιβλίο από το έργο του «Ηθικά Ευδήμια» ο Αριστοτέλης αναφέρεται στον προβληματισμό σχετικά με τη δυνατότητα να έχει κανείς πολλούς ή λίγους φίλους: «Επίσης, καθόλου δεν αντιφάσκουμε και άνετα ισχύουν τα εξής δύο: από τη μία να ζητάμε και να ευχόμαστε τους πολλούς φίλους· από την άλλη, το “όπου πολλοί φίλοι, εκεί κανείς φίλος”» (1245b 24-26).

Το ενδεχόμενο της πολυφιλίας ακούγεται δελεαστικό: «Εφόσον γίνεται να μοιράζεται κανείς τη ζωή με πολλούς και να τους νιώθει κοντά του, τότε τι καλύτερο;» (1245b 26-28).

Το ζήτημα, όμως, έχει να κάνει με το κατά πόσο είναι εφικτό κάτι τέτοιο: «Επειδή όμως αυτό δεν είναι καθόλου μα καθόλου εύκολο, τότε εξ ανάγκης η ενέργεια που απαιτεί το να τους έχεις κοντά σου περιορίζεται σε λιγότερους» (1245b 28-29).

Για τον Αριστοτέλη η σύναψη φιλίας είναι διαδικασία δύσκολη και χρονοβόρα. Μια απλή γνωριμία ή συναναστροφή δεν ερμηνεύεται ως φιλία: «δεν είναι δύσκολο μόνο να αποκτήσεις πολλούς φίλους (πράγμα που απαιτεί να τους έχεις δοκιμάσει όλους), αλλά και όταν τους έχεις να τους χαίρεσαι» (1245b 30-31).

Με άλλα λόγια, η φιλία δεν αφορά μόνο τις προϋποθέσεις για την οικοδόμησή της (που έτσι κι αλλιώς δεν είναι εύκολες), αλλά και τις συνθήκες που θα ευνοήσουν τη διατήρησή της. Η πεποίθηση ότι έχει κανείς πολλούς φίλους σηματοδοτεί και την ανάγκη της συχνής συναναστροφής μαζί τους, δηλαδή την επιδίωξη της αμοιβαίας χαράς που γεννιέται από τη σχέση.

Ο περιορισμός του χρόνου, που οπωσδήποτε λειτουργεί ανασταλτικά, και το δεδομένο ότι ο άνθρωπος χρειάζεται και στιγμές μοναξιάς, σε συνδυασμό με τις απαιτήσεις-υποχρεώσεις της καθημερινότητας καθιστούν την πολυφιλία (με την πρωταρχική σημασία της φιλίας) σχεδόν αδύνατη. Εκ των πραγμάτων κάποιες συναναστροφές θα περιοριστούν. Θα μείνουν μόνο οι περισσότερο επιθυμητές, που θα είναι λίγες και που θα εκπληρώνουν τους όρους της αληθινής-ολοκληρωμένης φιλίας.

Ο Αριστοτέλης επισημαίνει: «Άλλοτε για το αγαπημένο μας πρόσωπο επιθυμούμε να ζει ευτυχισμένο, έστω και μακριά μας, και άλλοτε να είναι κοντά μας, να μοιράζεται τη ζωή μας και να θέλει μαζί μας τη φιλία. Αν γίνεται να συμπίπτουν το “κοντά μας” και το “ευτυχισμένο”, αυτό θα το προτιμούσαν οι πάντες» (1245b 31-35).

Μια τέτοια συνθήκη, όμως, δεν κρίνεται δεδομένη. Οι απαιτήσεις της ζωής, οι ατομικές φιλοδοξίες, οι εργασιακές προοπτικές, ακόμη και ο έρωτας, ενδέχεται να υποχρεώσουν το φίλο να μετοικήσει μακριά θεωρώντας ότι εκεί θα ζήσει ευτυχέστερα.

Η απομάκρυνση που θα μειώσει τις συναναστροφές δε σηματοδοτεί την ακύρωση της φιλίας. Είναι η περίπτωση που οι φίλοι επιθυμούν την ευτυχία των φίλων τους, έστω κι αν δεν τους βλέπουν. Τα αμοιβαία συναισθήματα καταδεικνύουν το αμείωτο ενδιαφέρον, ακόμη κι αν μεσολαβεί η απόσταση.

Ο φίλος αναγνωρίζοντας την προτεραιότητα της ευτυχίας του φίλου θα δεχτεί την απομάκρυνσή του, ασχέτως αν λυπάται που θα τον αποχωριστεί. Κι αυτή ακριβώς είναι η κατάδειξη του ενδιαφέροντος, που θέλει πάντα το καλύτερο για τον φίλο.

Αναμφισβήτητα, όμως, η ιδανικότερη εκδοχή είναι ο φίλος να παραμείνει κοντά διατηρώντας τη συναναστροφή της καθημερινότητας. Η κοινή ζωή που θα προκύψει θα ανεβάσει τη φιλία στα υψηλότερα δυνατά της επίπεδα προσφέροντας την πιο ανόθευτη ευτυχία.

Το ενδεχόμενο να δημιουργηθούν προστριβές,, που εν τέλει διαλύσουν τη σχέση, δεν αναιρεί την πεποίθηση ότι η φιλία οικοδομείται από τη διαρκή συναναστροφή, αλλά θα καταδείξει ότι οι συγκεκριμένοι φίλοι δεν είχαν τόσο ισχυρούς δεσμούς, όσο θεώρησαν αρχικά. Από αυτή την άποψη, η καθημερινή συναναστροφή γίνεται ακόμη πιο αναγκαία για τη φιλία, αφού όχι μόνο ενδυναμώνει αλλά και δοκιμάζει τις σχέσεις διαχωρίζοντας τις αξιόπιστες από τις εφήμερες.

Όμως, γνώρισμα του φίλου δεν είναι μόνο η επιδίωξη της ευτυχίας για το φίλο του, αλλά και η προστασία από κάθε κακό. Ακόμη κι αν ο ίδιος βρίσκεται σε συμφορές, θα ήθελε να μη μεταδώσει στο φίλο τη δυστυχία του: «Γνώρισμα του φίλου που αγαπά είναι να αποτρέπει τη μετοχή του φίλου του στα δεινά που ο ίδιος βιώνει. Ο αγαπημένος φίλος, όμως, χαρακτηρίζεται από τη θέληση να μετάσχει κι αυτός σ’ αυτά. Και οι δύο στάσεις είναι δικαιολογημένες» (1245b 41-44).

Η προσπάθεια του φίλου να μην αναμείξει στη δυστυχία του τον άλλο σηματοδοτεί την πιο κατάφωρη ανιδιοτέλεια καθιστώντας την ευτυχία του φίλου σημαντικότερη από τη δική του. Από αυτή την άποψη, η φιλία κρύβει κάτι το ηρωικό μέσα της. Κρύβει την άρνηση του εαυτού για χάρη του άλλου: «… πιστεύουμε ότι ο φίλος θέλει το καλό του φίλου του και όχι το δικό του. Γι’ αυτό και αποτρέπει τη συμμετοχή του φίλου. Του φτάνει που υποφέρει ο ίδιος, και δε θέλει να φαίνεται ότι προκρίνει το δικό του συμφέρον και τη δική του χαρά, ενώ ο φίλος του υποφέρει» (1245b 45-48 και 1246a 1-2).

Όμως, η φιλία, ως έσχατη συναισθηματική μοιρασιά, δε θα μπορούσε να αποκλείσει τη λύπη. Ο φίλος έχοντας πάντα την πρόθεση να προσφέρει χαρά επιθυμεί να συμμετέχει και στις λύπες προκειμένου να τις απαλύνει. Εξάλλου, οι συμφορές του φίλου στεναχωρούν και τον ίδιο. Η χαρά που αισθάνεται ανακουφίζοντας το φίλο από τις λύπες είναι η αμοιβαία ευεργεσία της συντροφικότητας: «Με τη συμμετοχή του φίλου στα δεινά σαν να ελαφραίνουν αυτά και για τους δύο» (1246a 2-3).

Και βέβαια, τα συναισθηματικά ύψη μιας τέτοιας σχέσης είναι αδύνατο να συγκριθούν με οποιοδήποτε υλικό αγαθό: «Με δεδομένο ότι το καλύτερο είναι να συνυπάρχουν η ευτυχία του φίλου και η συμβίωση με αυτόν, είναι προφανές ότι η συμβίωση και με κάπως λιγότερα αγαθά είναι προτιμότερη από το χωρισμό και με κάπως περισσότερα» (1246a 2-6).

Το ζήτημα όμως της απόλυτης μοιρασιάς, τόσο στον υλικό όσο και στο συναισθηματικό τομέα δεν τους βρίσκει όλους σύμφωνους: «Άλλοι νομίζουν ότι το μεγαλύτερο γνώρισμα της φιλίας είναι το να μοιράζεσαι τη ζωή με το φίλο σου, και έτσι λένε ότι, όταν οι φίλοι έχουν τα ίδια αγαθά, τους είναι πιο ευχάριστο να δειπνήσουν μαζί. Άλλοι αντίθετα, δε θέλουν να μοιράζονται τα πάντα με το φίλο τους. Το επιχείρημά τους είναι ότι αν οδηγιόταν το πράγμα στις έσχατες συνέπειές του, θα έλεγαν όλοι: καλύτερα μια δυστυχία με τον φίλο, παρά μια ευτυχία χωρίς αυτόν» (1246a 8-13).

Το ότι η ζωή με το φίλο κρίνεται ευτυχέστερη είναι αναμφισβήτητο. Στο δίλημμα όμως αν πρέπει κανείς να ακολουθήσει το φίλο του στην προοπτική της βέβαιης δυστυχίας υπάρχουν άνθρωποι που απαντούν αρνητικά. Η αποδοχή αυτής της άποψης, έστω κι ως ακραίας υποθετικής συνθήκης, καταρρίπτει την εκδοχή της αδιαπραγμάτευτης μοιρασιάς, αφού θέτει σαφώς όρια. Ο φίλος που από θέση αρχής θα οδηγήσει στη δυστυχία πρέπει να απομακρυνθεί, αφού επί της ουσίας ακυρώνεται.

Η αποφυγή του Αριστοτέλη να πάρει θέση μπροστά στο δίλημμα που προκύπτει καταδεικνύει ότι είναι κάτι που μπορεί να συζητηθεί και που ο καθένας μπορεί να εκθέσει την επιχειρηματολογία του. Θα έλεγε κανείς ότι ο Αριστοτέλης αφήνει το ζήτημα ανοιχτό υπογραμμίζοντας ότι όλες οι απόψεις διεκδικούν το δικό τους δίκιο.

Στην ουσία είναι σαν να συγκρίνεται η ευτυχία με τη φιλία. Αποδεχόμενοι αυτό και με δεδομένο ότι η φιλία είναι το κλειδί της υπέρτατης ευτυχίας, δηλαδή του τελικού σκοπού για την ανθρώπινη ύπαρξη, γίνεται αντιληπτό ότι η φιλία που υπονομεύει την ευτυχία ακυρώνεται εννοιολογικά.

Από αυτή την άποψη, έχουν δίκιο αυτοί που αρνούνται το φίλο για χάρη της ευτυχίας. Το δίλημμα αυτό, όμως, αφορά την ακραία εκδοχή της περίπτωσης που τίθεται με τρόπο ολοκληρωτικό κι όχι το πρόσκαιρο συμφέρον ή την αποφυγή βοήθειας σε μια δύσκολη στιγμή που δεν έχει καμία σχέση με τη δυστυχία. Ο φίλος που επικαλείται τη δυστυχία για να μη βοηθήσει ή να μη συμπαρασταθεί στο φίλο του δεν είναι φίλος για τον απλούστατο λόγο ότι δε νιώθει χαρά προσφέροντας σε αυτόν που (δήθεν) ονομάζει φίλο. Άλλο, όμως, η χαρά της προσφοράς κι άλλο η βεβαιότητα της ισόβιας δυστυχίας.

Με τον ίδιο τρόπο ο Αριστοτέλης δείχνει κατανόηση σε εκείνους που αποφεύγουν τα μοιραστούν τις λύπες με τους φίλους τους προκειμένου να μην τους στεναχωρήσουν. Αν και προφανώς τάσσεται με την άποψη ότι οι φίλοι πρέπει να μοιράζονται και τις λύπες (έχει διατυπώσει ήδη ότι «στη δυστυχία είναι που γίνονται “κοινά των φίλων”» και «η δυστυχία φανερώνει τους ψεύτικους φίλους» 1238a 20 και 24-25), δε στέκεται επικριτικά σε αυτούς που αποφεύγουν να τις φανερώσουν στους φίλους τους.

Αντίθετα, βρίσκει και τις δύο συμπεριφορές (και την έκφραση της δυστυχίας και την αποσιώπησή της) κατανοητές, αφού αρμόζουν τόσο στη φύση του ανθρώπου όσο και στην έννοια της φιλίας: «Άλλοτε θέλουμε να είναι μακριά οι φίλοι μας και να μη γίνουμε αιτία να στεναχωρηθούν, ειδικά όταν δεν μπορούν πια να βοηθήσουν· άλλοτε, όμως, το πιο ευχάριστο είναι να τους έχουμε κοντά μας. Αλλά και αυτή η αντίφαση πολύ εύκολα βρίσκει τη λογική εξήγησή της. Το έχουμε ήδη πει: από τη μία αποφεύγουμε γενικώς να βλέπουμε το φίλο μας λυπημένο ή σε άσχημη κατάσταση, όπως ακριβώς κάνουμε και για τον εαυτό μας· από την άλλη, είναι πολύ ευχάριστο να τον έχουμε κοντά μας, πιο ευχάριστο μάλιστα από οτιδήποτε άλλο –το έχουμε ήδη εξηγήσει– είτε υποφέρουμε είτε όχι· αρκεί να είναι αυτός» (1246a 15-23).

Η διαπίστωση ότι υπάρχουν διαφορετικοί τρόποι συμπεριφοράς που είναι αποδεκτοί στο ζήτημα της φιλίας και το δεδομένο ότι η φιλία είναι το κατεξοχήν πεδίο για την άσκηση της αρετής καθιστά σαφές ότι στο ζήτημα της αρετής υπάρχουν περιπτώσεις όπου δεν μπορεί κανείς να εκφράζεται απόλυτα. Ο ενάρετος φίλος μπορεί να συμπεριφερθεί και με τον ένα και με τον άλλο τρόπο, ανάλογα με τις περιστάσεις και την ιδιοσυγκρασία του, χωρίς να υπονομεύεται στο ελάχιστο η ηθική του ακεραιότητα. Κι ακριβώς από αυτή την υποκειμενικότητα ελλοχεύουν όλοι οι κίνδυνοι και οι διαστρεβλώσεις των ανθρώπων που θέλουν να παραστήσουν τους ενάρετους ξεχειλώνοντας όλα τα όρια.

Η υποκειμενικότητα στην άσκηση της αρετής δεν αφορά ούτε την παραποίηση ούτε (πολύ περισσότερο) την ακύρωση των επιταγών της. Ο φίλος που εκμεταλλεύεται το φίλο δεν είναι φίλος και δε συμπεριφέρεται σύμφωνα με τους κανόνες της αρετής, όσο κι αν προσπαθεί να αντιστρέψει την πραγματικότητα προτάσσοντας (δήθεν) το δικαίωμά του στην ευτυχία ή ότι η χαρά του θα πρέπει να είναι και χαρά των φίλων του (ενώ τους εκμεταλλεύεται). Απόψεις που θέλουν το φίλο να είναι πάντα υποστηρικτικός ακόμη και σε περιπτώσεις που κάποιος έχει κατάφωρο άδικο (γιατί έτσι είναι η φίλοι) κρίνονται εκτός αριστοτελικής πραγματικότητας.

Η υποκειμενικότητα που τίθεται από τον Αριστοτέλη δεν έχει καμία σχέση με αυτού του είδους τις διαστρεβλώσεις. Γιατί η αρετή όσο κι αν αφήνει περιθώρια υποκειμενικότητας στην άσκησή της εν τέλει καθορίζει με σαφήνεια τους κανόνες της. Το άδικο δεν μπορεί να γίνει δίκιο, όσο κι αν το διαστρεβλώσει κανείς ή το επιβάλλει με τη δύναμη της ισχύος του. Ακόμη και οι πιο δυσδιάκριτες υποθέσεις δικαίου είναι δυνατό να αποσαφηνιστούν, αρκεί να υπάρχει η βούληση για κάτι τέτοιο.

Κι αυτός ακριβώς είναι ο διαχωρισμός που κάνει ο Αριστοτέλης ανάμεσα στην αρετή και τις επιστήμες. Ξεκινώντας το όγδοο βιβλίο από τα «Ηθικά Ευδήμια» θέτει το ερώτημα: «Γίνεται να χρησιμοποιηθεί το καθετί και με τον τρόπο που επιβάλλει η φύση του αλλά και με άλλο τρόπο;» (1246a 33-34).

Για να γίνει σαφέστερος: «Παράδειγμα: Το μάτι γίνεται να χρησιμοποιηθεί και ως μάτι που βλέπει, αλλά και ως κάτι που άλλαξε λειτουργία και βλέπει και δεν βλέπει, έτσι που τα δύο να φαίνονται ένα. Υπάρχει, όμως και η περίπτωση να χρησιμοποιηθεί με μια τελείως συμπτωματική χρήση: τελείως υποθετικά, να το πουλούσε κανείς ή να το έτρωγε» (1246a 36-40).

Το ότι κάθε πράγμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί (πέρα από τη σωστή του χρήση) με τρόπο που δεν έχει καμία σχέση ούτε με τη φύση του ούτε με την τελεολογική του αποστολή καθιστά σαφές ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να υποστεί διαστρέβλωση. Το μάτι θα μπορούσε κανείς ακόμη και να το εμπορευτεί ή να το φάει. Το ευάλωτο που δείχνουν όλα τα πράγματα στην παρά φύσει χρήση τους καταδεικνύει την ευκολία της διαστρέβλωσής τους, ανάλογα με τις ανάγκες (ή διαστροφές) που καλούνται να υπηρετήσουν.

Με τον ίδιο τρόπο, κατά τον Αριστοτέλη, μπορεί να εφαρμοστεί πολλαπλώς και η επιστήμη: «Τα ίδια ισχύουν και με την επιστήμη. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αληθινή γνώση, μπορεί και ως εσφαλμένη, όταν, π.χ., κάποιος εσκεμμένα γράψει κάτι λάθος, σαν να λειτουργούσε στην περίπτωση αυτή από άγνοια, ή σαν να του έστρεψε κανείς αλλού το χέρι. Αλλά και οι χορεύτριες άλλοτε χρησιμοποιούν το πόδι τους ως χέρι και άλλοτε το χέρι ως πόδι» (1246a 40-44).

Η διαστρέβλωση αυτή όμως δεν είναι δυνατή στις αρετές, πράγμα που αποδεικνύει ότι δεν είναι επιστήμες: «Εάν, λοιπόν, όλες οι αρετές ήταν μορφές επιστήμης, θα μπορούσε κανείς να χρησιμοποιήσει και τη δικαιοσύνη ως αδικία· και έτσι να αδικήσει τον άλλο πράττοντας με τη δικαιοσύνη του το άδικο, όπως πριν έκανε το υποτιθέμενο λάθος λειτουργώντας με την επιστήμη του. Επειδή, όμως, κάτι τέτοιο αποκλείεται, προκύπτει άμεσα το συμπέρασμα ότι οι αρετές δεν είναι επιστήμες» (1246a 45-48 και 1246b 1).

Το ότι είναι αδύνατο να χρησιμοποιηθεί η δικαιοσύνη ως αδικία δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να συμβεί το αντίθετο, αφού η αδικία είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί ως δικαιοσύνη με τον ίδιο τρόπο που το εσκεμμένο επιστημονικό λάθος μπορεί να αντικαταστήσει την αλήθεια. Η ιστορία βρίθει από παραδείγματα εσφαλμένων δικαστικών αποφάσεων που οφείλονται είτε στην πλάνη είτε στην επικράτηση του ισχυρού.

Όμως εδώ δε διερευνάται αυτό το ενδεχόμενο. Το πρόταγμα του Αριστοτέλη είναι η ακαμψία με τον τρόπο που τίθεται το δίκαιο που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αλλοιωθεί υπηρετώντας το άδικο. Μια δίκαιη απόφαση είναι πάντα δίκαιη και το περιεχόμενό της είναι πάντα θετικό, αφού ποτέ δε θα μπορέσει κανείς να υποστηρίξει ότι η δίκαιη κρίση υπηρέτησε την αδικία ζημιώνοντας το κοινωνικό σύνολο. Εκτός, αν στηρίζεται σε μια εξαρχής άδικη νομοθεσία, οπότε και πάλι δεν πρόκειται για αληθινή απονομή δικαιοσύνης.

Στην περίπτωση της επιστήμης, όμως, δεν ισχύει κατ’ ανάγκη αυτό. Μια επιστημονική αλήθεια, ένα σοβαρό επιστημονικό επίτευγμα μπορεί να εφαρμοστεί και με τρόπο που να διαστρεβλώνει την πρωταρχική του σημασία.

Η επιστημονική αλήθεια για τη δράση και την αντιμετώπιση μιας αρρώστιας μπορεί να οδηγήσει στην παρασκευή ενός αποτελεσματικού φαρμάκου (αληθινή γνώση) μπορεί, όμως, να εξελιχθεί και σε όπλο μαζικής καταστροφής (εσφαλμένη γνώση). Οι δυνατότητες της επιστήμης εναποθέτονται πλήρως στους ανθρώπους που θα την εφαρμόσουν, σε αντίθεση με τη δικαιοσύνη που τίθεται άκαμπτα στην υπηρεσία του συνόλου.

Αυτό που μένει να διευκρινιστεί είναι η λειτουργία της φρόνησης, που ξεκάθαρα ανήκει στις επιστήμες: «Ειδικά για τη φρόνηση επειδή αυτή αποτελεί επιστήμη και κάτι το αληθινό, μπορεί να ισχύει ό,τι και με την επιστήμη. Θα μπορούσε, δηλαδή, να λειτουργήσει κανείς με τη φρόνησή του αφρόνως, και να διαπράξει τα σφάλματα ενός άφρονα (άμυαλου)» (1246b 5-8).

Ακόμη και η φρόνηση μπορεί να υπηρετήσει τη διαστρέβλωση αν δε συμπορεύεται με την αρετή. Η φρόνηση του πολιτικού που ενδιαφέρεται μονάχα για τη διατήρηση της εξουσίας (κι όχι για το καλό του τόπου που υπηρετεί) ενδέχεται να τον οδηγήσει στις πιο άφρονες αποφάσεις (σε σχέση με το συμφέρον της πόλης), αρκεί να τον καθιστούν δημοφιλή. Η έννοια του λαϊκισμού καταδεικνύει ακριβώς αυτές τις περιπτώσεις. Ο λαϊκιστής δεν είναι άφρων. Προτιμά, όμως, να διαθέτει τη φρόνησή του αντίθετα με τους κανόνες της αρετής υπηρετώντας τα προσωπικά του συμφέροντα, με τον ίδιο τρόπο που ο άδικος παριστάνει ότι ενεργεί δίκαια.

Κανείς λαϊκιστής πολιτικός δε διατίθεται να παραδεχτεί τη δράση του, όπως κανείς άδικος δεν ομολογεί τις αδικίες του. Κι εδώ, βέβαια, δε γίνεται λόγος για τις λεπτές αποχρώσεις της δικαιοσύνης, όπου πράγματι ενδέχεται να αισθάνονται ότι έχουν δίκιο και οι δύο αντίδικοι, αλλά για τη γενική αίσθηση του δικαίου που βασίζεται στη λογική. Ο άδικος κατ’ ανάγκη στερείται εντιμότητας, ενώ ο άφρων όχι. Κι αυτή είναι άλλη μια απόδειξη ότι η φρόνηση δεν ανήκει στις ηθικές αρετές.

Αριστοτέλης, Ηθικά Ευδήμια

Αναξίμανδρος ο Μιλήσιος και το "Άπειρον''

Η ζωή του

Ο Αναξίμανδρος γεννήθηκε στη Μίλητο το 610 π. Χ. περίπου και πέθανε λίγο μετά το 546 π. Χ. Σύμφωνα με τον Διογένη Λαέρτιο, ήταν μαθητής του Θαλή και άμεσος συνεχιστής του έργου του. Για την ζωή του ξέρουμε πολύ λίγα. Σύμφωνα με τον Αιλιανό ηγήθηκε της αποστολής της Μίλητου στην ίδρυση αποικίας στην Απολλωνία, ενώ σύμφωνα με τον Κικέρωνα προειδοποίησε τους Σπαρτιάτες να εγκαταλείψουν προσωρινά την Σπάρτη προβλέποντας τον σεισμό που έγινε λίγο μετά καταστρέφοντας οικίες και ιερά. Γενικώς όλες οι πληροφορίες που αφορούν τον Αναξίμανδρο είναι δευτερογενείς, συνήθως από μεταγενέστερους σχολιαστές οι οποίοι όμως είχαν ανά χείρας το βιβλίο του, άρα οι πληροφορίες τους είναι κατά πάσα πιθανότητα έγκυρες, ειδικά αν αναλογιστούμε το γεγονός ότι ταυτίζονται μεταξύ τους στο περιεχόμενο.

Το έργο του

Το έργο του Αναξίμανδρου ήταν πολύπλευρο και σε πολλούς τομείς της επιστήμης, πολλών εκ των οποίων θεωρείται και ιδρυτής. Συγκεκριμένα είναι ο ιδρυτής της επιστήμης της γεωγραφίας, αφού ήταν αυτός ο οποίος δημιούργησε τον πρώτο χάρτη του Ελληνικού κόσμου. Θεωρείται από τους ιδρυτές της αστρονομίας καθώς δημιούργησε τον πρώτο χάρτη με τους αστερισμούς του ουράνιου στερεώματος, προσπάθησε να καταγράψει τις διαδοχικές θέσεις του ήλιου, ενώ εφηύρε το ηλιακό ρολόι το οποίο με μια κάθετη βελόνα κατέγραφε τον χρόνο σε συνάρτηση με την πορεία του ήλιου. Σύμφωνα με το κοσμολογικό σύστημα το οποίο κατασκεύασε ο Αναξίμανδρος και το οποίο κατέγραψε στο βιβλίο του "Περί φύσεως" (το οποίο φυσικά δεν έχει διασωθεί), στο κέντρο του σύμπαντος βρισκόταν η γη και αυτό γιατί ισαπέχει από όλα τα σημεία της ουράνιας περιφέρειας. Σύμφωνα με το μοντέλο αυτό η γη είχε σχήμα δίσκου, γύρω από τον οποίο κινούνταν τα άστρα και η σελήνη σε προδιαγεγραμμένες τροχιές. Αλλά και ως βιολόγος διετύπωσε την τολμηρή και καινοφανή θεωρία ότι ο άνθρωπος προήλθε από μια αργή εξελικτική διαδικασία, ενώ ο πρόγονος του ήταν το ψάρι.

Η προέλευση της φύσης και των όντων

Αναμφίβολα η φήμη του Αναξίμανδρου οφείλεται στο γεγονός ότι, ως τις μέρες μας έχει φτάσει αυτούσιέο να μικρό απόσπασμα του βιβλίου του, το οποίο περιγράφει με έναν ποιητικό -και εν πολλοίς ανεπανάληπτο - τρόπο, το πως δημιουργήθηκε ο κόσμος. Το απόσπασμα που σώζει ο δοξογράφος Σιμπλίκιος είναι το ακόλουθο:

...λέγει δ' αὐτὴν μήτε ὕδωρ μήτε ἄλλο τι τῶν καλουμένων εἶναι στοιχείων, ἀλλ' ἑτέραν τινὰ φύσιν ἄπειρον,ἐξ ἧς ἅπαντας γίνεσθαι τοὺς οὐρανοὺς καὶ τοὺς ἐν αὐτοῖς κόσμους· ἐξ ὧν δὲ ἡ γένεσίς ἐστι τοῖς οὖσι, καὶ τὴν φθορὰν εἰς ταῦτα γίνεσθαι κατὰ τὸ χρεών· διδόναι γὰρ αὐτὰ δίκην καὶ τίσιν ἀλλήλοις τῆς ἀδικίας κατὰ τὴν τοῦ χρόνου τάξιν...

Μετάφραση

(Ο Αναξίμανδρος) υποστήριξε ότι ούτε το νερό ούτε κάποιο άλλο στοιχείο είναι η αρχή των όντων, αλλά το άπειρο από το οποίο προήλθαν όλοι οι ουρανοί και οι κόσμοι. Από εκεί που γεννιούνται όλα τα όντα, εκεί επιστρέφουν μοιραία όταν ολοκληρωθεί η φθορά τους. Έτσι τιμωρούνται και επανορθώνουν αμοιβαία την αδικία τους σύμφωνα με την τάξη του χρόνου....

Πριν προχωρήσουμε διαβάστε εκ νέου δύο τουλάχιστον φορές το απόσπασμα και αισθανθείτε την μέθεξη της φυσικής φιλοσοφίας με την ατόφια ανθρώπινη έμπνευση....

α) Το Αναξιμάνδρειο "Άπειρον"

Σύμφωνα με την ορθολογική και φιλολογικά ορθότερη ερμηνεία, το "Άπειρον" του Αναξίμανδρου σήμαινε αυτό που δεν έχει όριο από την άποψη του χώρου. Δεν είναι ξεκάθαρο όμως αν το Άπειρον είναι κάποιας μορφής ύλη, η οποία φυσικά δεν έμοιαζε με καμία μορφή από όσες είναι ήδη γνωστές, η αντιθέτως μια θεϊκή ουσία που περικλύει την κίνηση, ενυπάρχει παντού λειτουργώντας με βούληση.

Ο Αριστοτέλης σε ένα εδάφιο του στα "Φυσικά" (Φυσ. Γ΄ 4, 203b 7) ερμηνεύοντας τον Αναξίμανδρο απέδιδε θεϊκές ιδιότητες στο "Άπειρο" ως περιέχον τα πάντα, αθάνατο και θείο. Είναι φανερό πως η επιλογή της ερμηνείας του "Απείρου" έχει και μια ιδεολογική χροιά. Πολλοί σχολιαστές έβλεπαν στο Άπειρο μια κατάσταση χάους από όπου αναδύθηκε ο κόσμος όπως τον ξέρουμε. Ο Γαίγκερ ανακαλύπτει πίσω από το "Άπειρο" μια θρησκευτική έννοια που ενσαρκώνει παραστατικά την θεία βούληση σε μια αρχέγονη λειτουργία. Ο Νίτσε ερμηνεύει το άπειρο ως απροσδιόριστο, επειδή ακριβώς δεν έχει κανένα γνωστό χαρακτηριστικό η ιδιότητα, αφού αν είχε σημαίνει ότι θα ήταν φθαρτό.

Σύμφωνα με το Μαρξιστή Γιάννη Κορδάτο, το Άπειρον είναι η αρχική ύλη, η οποία είναι άφθαρτη και χωρίς τέλος. Ο μαθηματικός Ευάγγελος Σταμάτης χαρακτήρισε το Άπειρον ως ενέργεια. Ο κ. Δημήτριος Μακρυγιάννης στο βιβλίο του "η έννοια του θεού στην προσωκρατική φιλοσοφία" υποστηρίζει ότι η υλική υφή του αναξιμάνδρειου απείρου οφείλει να αποκλειστεί, αφού σύμφωνα με τα αποσπάσματα το Άπειρο δεν ταυτιζόταν σύμφωνα με τα αποσπάσματα με ένα από τα τέσσερα βασικά υλικά στοιχεία (πυρ, ύδωρ, αήρ, γη) των Αρχαίων Ελλήνων άρα το θεωρεί ως μια θεϊκή ουσία, αλλά προχωρεί ακόμη περισσότερο χαρακτηρίζοντας την κινούν αίτιο, ίδιο με το αριστοτέλειο πρώτο κινούν όν. Ο υλοζωιστής Πάνος Παναγιώτου κινείται σε μια μέση λύση. Θεωρεί το "Απειρον" ως μια αρχετυπική μορφή ύλης, απροσδιόριστη μάζα που περιέχει το παν, του αναγνωρίζει όμως τα Αριστοτελικά γνωρίσματα του "άφθαρτου", του "αθάνατου", του "αγέννητου" και αυτού που κυβερνάει τα πάντα, γνωρίσματα όμως που δεν ταιριάζουν στην ύλη σε οποιαδήποτε μορφή.

β) Η συνολική ερμηνεία του αποσπάσματος

Το ομολογουμένως αινιγματικό αυτό απόσπασμα υπήρξε αφορμή για πολυάριθμες ενδιαφέρουσες ερμηνείες από φιλολόγους και φιλοσόφους σε όλες τις εποχές της ανθρώπινης Ιστορίας, ένα αληθινό γοητευτικό πνευματικό παιχνίδι για την παγκόσμια διανόηση που εξελίχθηκε τα τελευταία 150 χρόνια. Κατ΄αρχάς ας δώσουμε μια επίπεδη διάσταση στην ερμηνεία του:

Όλα τα φυσικά όντα προέρχονται από το Άπειρον στο οποίο επιστρέφουν λόγω της συνεχούς φθοράς τους. Ουσιαστικά υπάρχει μια κυκλικότητα της ύλης, η οποία μετά την φθορά της επιστρέφει από εκεί που εκπορεύτηκε, αναγεννάται και πιθανά αναδημιουργείται. Ουσιαστικά έχουμε την περιγραφή ενός μηχανιστικού ντετερμινιστικού μοντέλου δημιουργίας της φύσης. Σύμφωνα με αυτή την πλέον διαδεδομένη και "επιστημονικά ορθή" ερμηνεία του αποσπάσματος (από τους φιλολόγους Kirk - Raven - Schofield), από το άπειρον προέρχονται τα "αντίθετα" (π.χ. ψυχρό - ζεστό, σκληρό-μαλακό, βλέπε τα σχετικά αποσπάσματα). Στα αντίθετα αυτά το ένα από τα δύο υπερέχει του άλλου και έτσι δημιουργεί. Η υπεροχή αυτή είναι μια μορφή "αδικίας" η οποία επανορθώνεται με την αποκατάσταση της ισότητας έναντι του "αδικούμενου" αντίθετου σε ένα συμμετρικό χρονικό διάστημα που συνέβη η "αδικία" αυτή.

Από εκεί και πέρα έχουμε μια σειρά από άλλες ερμηνείες. Σύμφωνα με τον Νίτσε, ο Αναξίμανδρος ήταν ο πρώτος που κατάλαβε την ύπαρξη ως πράξη χειραφέτησης από το ανώτερο ον που αποτελεί όμως μια αδικία εις βάρος του και η οποία ξεπληρώνεται μόνο με τον θάνατο. Από την εργασία του Νίτσε φαίνεται η επιρροή του φιλοσόφου Schopenauer ο οποίος σε ένα απαισιόδοξο χωρίο του χαρακτήριζε την ανθρώπινη ύπαρξη ως καταδικασμένη από την γέννηση της να καταστραφεί. Στο ίδιο μήκος κύματος ο Λέον Τσέστοβ ερμηνεύει την ειδικότητα της ύπαρξης ως μια ανευλαβή πράξη εις βάρος της ολότητας η οποία επανορθώνεται μόνο με τον θάνατο. Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή, η ύπαρξη είναι μια τραγική τροχιά προς την μοιραία επανένταξη στην ολότητα, στο αναξιμάνδρειο "Άπειρον".

Για τον μεγάλο Γερμανό φιλόλογο Γαίγκερ, αποκλείεται στην Αρχαία Ελληνική φιλοσοφία να ταυτίζεται η ύπαρξη με την αμαρτία. Σύμφωνα με τον Γαίγκερ η διατύπωση του Αναξίμανδρου παραπέμπει σε μια διαδικασία ανταγωνισμού μεταξύ των δυνάμεων της φύσης, η οποία ομοιάζει με τον κοινωνικό ανταγωνισμό. Η διαδικασία επανόρθωσης της φύσης μοιάζει με αυτή της κοινωνίας που μετά από ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, με τον ένα η τον άλλο τρόπο, εξισορροπεί τις αντίρροπες κοινωνικές δυνάμεις. Άρα η Αναξιμάνδρεια διατύπωση έχει ηθικό περιεχόμενο παρά φυσικό.

Ο νομπελίστας φιλόσοφος Ράσελ διαβάζει το απόσπασμα ως μι ακόμη επιβεβαίωση για την σημασία της δικαιοσύνης στην Αρχαία Ελληνική κοινωνία. Σύμφωνα με τον φιλόσοφο, ο Αναξίμανδρος εφαρμόζει την λειτουργία της δικαιοσύνης, της ισομέρειας, της συμμετρίας στην διαδικασία επαναφοράς της ισορροπίας μεταξύ των όντων που ανταγωνίζονται αέναα. Ο Paul Selingman υποστηρίζει ότι με το απόσπασμα αυτό σκιαγραφείται ο αφανισμός του όντος ως μια επανένωση με την θεία ουσία από την οποία εκπορεύτηκε. Άρα ενώ η πεπερασμένη ύπαρξη φοβάται το τέλος της, με την αναξιμάνδρεια θεωρεία το τέλος μοιάζει με μια απολύτρωση, με μια απελευθέρωση που κάθε άνθρωπος, εγκλωβισμένος στο εδώ και τώρα, οφείλει να αναζητά.

Σύμφωνα με τον υλιστή Γιάννη Κορδάτο το απόσπασμα περιγράφει μια μηχανιστική διαδικασία όπου από την αρχική άφθαρτη ύλη του απείρου χάρις την πάλη των αντιθετικών στοιχείων προκύπτουν τα όντα, τα οποία όμως επειδή ταξινομούν την αρχική άφθαρτη ύλη ποιοτικά την αδικούν, αδικία που επανορθώνουν με την φθορά και τον θάνατο τους και την συνεπακόλουθη επιστροφή στην αρχετυπική ύλη.

Σύμφωνα με τον Πάνο Παναγιώτου, το νόημα του αποσπάσματος είναι ότι υπάρχει μια μάχη μεταξύ αντίπαλων πραγμάτων όντων, η οποία μοιραία καταλήγει σε νίκη ενός από αυτά. Αυτή η νίκη όμως του ενός όντος επί του άλλου είναι μια αδικία που η φύση ως δικαστής επανορθώνει ώστε να επέλθει εκ νέου η ποθητή ισορροπία.

Σύμφωνα πάλι με τον κ. Δημήτριο Μακρυγιάννη, το χωρίο υπαινίσσεται μια θεωρία μετεμψύχωσης, κατά την οποία όταν το ον ζήσει και πεθάνει χωρίς να δώσει αποζημίωση ("δίκη"), χωρίς να ξεπληρώσει δηλαδή την οφειλή του, τότε οφείλει να επανέλθει στον υλικό κόσμο κατά την τάξη του χρόνου για να υποστεί τις συνέπειες της αδικίας του.

Επίλογος

Χάρις τις τέσσερις αυτές γραμμές, ο Αναξίμανδρος καταχωρείται στην παγκόσμια φιλοσοφία ως ο πρώτος άνθρωπος που κατάφερε να καταγράψει και να εξηγήσει σε ένα ενιαίο σύστημα όλες τις εμπειρίες της ανθρώπινης νόησης. Είναι φανερό πως μια απόλυτη ερμηνεία της θεωρίας του Αναξίμανδρου είναι αδύνατη, λόγω έλλειψης στοιχείων, αλλά και αποσπασμάτων από το υπόλοιπο βιβλίο του. Ακόμη και η χρησιμοποίηση στοιχείων από τον Αριστοτέλη και τους δοξογράφους ίσως δίνουν ένα προσανατολισμό και να αποτελούν ελκυστικές εκκινήσεις, αλλά αποτελούν πάντοτε μια ερμηνεία τρίτων που υπόκειται σε σοβαρούς περιορισμούς, πόσο μάλλον όταν και αυτοί είχαν φιλοσοφικές απόψεις που επηρέαζε την κρίση τους και τις απόψεις τους.

Αν και όταν ξεκίνησα να γράφω το άρθρο είχα άλλη πρόθεση, τελικά πιστεύω ότι δεν έχει αξία να φανερώσω την προσωπική μου άποψη, ειδικά από την στιγμή που ταυτίζεται με κάποια από αυτές που προσπάθησα να περιγράψω (άλλωστε, πιστεύω ότι φαντάζεστε προς τα που προσανατολίζομαι). Πιστεύω πως γίνεται κατανοητό πως το προσωπικό ιδεολογικό φορτίο κάθε ερμηνευτή διαμορφώνει τελικά τις απόψεις και τις θέσεις του, οπότε στην αλυσίδα αυτή ερμηνειών δεν χρειάζεται να προσθέσουμε τον δικό μας κρίκο. Να ολοκληρώσω παρατηρώντας πόσο σημαντική τελικά είναι η επιβίωση ενός και μόνο αποσπάσματος από έναν αρχαίο Έλληνα φιλόσοφο για την παγκόσμια διανόηση, αλλά και πόσο διαφορετική ίσως ήταν η παγκόσμια Ιστορία της φιλοσοφίας αν είχαμε πληρέστερη εικόνα της Αρχαίας Ελληνικής διανόησης.

Τα Αποσπάσματα

Η ζωή του και τα επιτεύγματα του

1.Agathemeros I 1, p. 471 Müller (DK 12 A 6)
Ἀναξίμανδρος ὁ Μιλήσιος ἀκουστὴς Θαλέω πρῶτος ἐτόλμησε τὴν οἰκουμένην ἐν πίνακι γράψαι· μεθ' ὃν Ἑκαταῖος ὁ Μιλήσιος ἀνὴρ πολυπλανὴς διηκρίβωσεν, ὥστε θαυμασθῆναι τὸ πρᾶγμα.

2.Diogenes Laertios II 1 (DK 12 A 1)
[Ἀναξίμανδρος] εὗρεν δὲ καὶ γνώμονα πρῶτος. ... καὶ γῆς καὶ θαλάσσης περίμετρον πρῶτος ἔγραψεν, ἀλλὰ καὶ σφαῖραν κατεσκεύασε.β ί ο ς

3.Themistios, Or. 36, 317 C (DK 12 A 7)
[Ἀναξίμανδρος] ἐθάρρησε πρῶτος ὧν ἴσμεν Ἑλλήνων λόγον ἐξενεγκεῖν περὶ φύσεως συγγεγραμμένον.

4.Diogenes Laertios II 2; Apollodor FGrH 244 F 29 (DK 12 A 1)
τῶν δὲ ἀρεοκόντων αὐτῶι πεποίηται κεφαλαιώδη τὴν ἔκθεσιν, ἧιπερ περιέτυχε καὶ Ἀπολλόδωρος ό Ἀθηναιος. ὃς καί φησιν αὐτὸν ἐν τοῖς Χρονικοῖς τῶι δευτέρωι ἔτει τῆς πεντεκοστῆς ὀγδόης ὀλυμπιάδος ἐτῶν εἶναι ἑξήκοντα τεσσάρων, καὶ μετ' ὀλίγον τελευτῆσαι. ρ

5.Agathemeros I 1, p. 471 Müller (DK 12 A 6)
Ἀναξίμανδρος ὁ Μιλήσιος ἀκουστὴς Θαλέω πρῶτος ἐτόλμησε τὴν οἰκουμένην ἐν πίνακι γράψαι· μεθ' ὃν Ἑκαταῖος ὁ Μιλήσιος ἀνὴρ πολυπλανὴς διηκρίβωσεν, ὥστε θαυμασθῆναι τὸ πρᾶγμα.

6.Diogenes Laertios II 1 (DK 12 A 1)
[Ἀναξίμανδρος] εὗρεν δὲ καὶ γνώμονα πρῶτος. ... καὶ γῆς καὶ θαλάσσης περίμετρον πρῶτος ἔγραψεν, ἀλλὰ καὶ σφαῖραν κατεσκεύασε.

7.Aetios II 20,1 (DK 12 A 21)
Ἀναξίμανδρός [sc. τὸν ἥλιον] κύκλον εἶναι ὀκτωκαιεικοσαπλασίονα τῆς γῆς, ἁρματείωι τροχῶι παραπλήσιον, τὴν ἁψῖδα ἔχοντα κοίλην,πλήρη πυρός, κατά τι μέρος ἐκφαίνουσαν διὰ στομίου τὸ πῦρ ὥσπερ διά πρηστῆρος αὐλοῦ. καὶ τοῦτ' εἶναι τὸν ἥλιον.

Η προέλευσις των όντων

8.Diogenes Laertios II 1 (DK 12 A 1)
Ἀναξίμανδρος Πραξιάδου Μιλήσιος. οὗτος ἔφασκεν ἀρχὴν καὶ στοιχεῖον το ἄπειρον, οὐ διορίζων ἀέρα ἢ ὕδωρ ἢ ἄλλο τι. καὶ τὰ μὲν μέρη μεταβάλλειν, τὸ δὲ πᾶν ἀμετάβλητον εἶναι.

9. Simplikios in Phys., p. 24, 13sq.; Theophrastos, Phys. op. fr. 2 Diels (DK 12 A 9, B 1)
Ἀναξίμανδρος μἐν Πραξιάδου Μιλήσιος Θαλοῦ γενόμενος διάδοχος καὶ μαθητὴς ἀρχήν τε καὶ στοιχεῖον εἴρηκε τῶν ὄντων τὸ ἄπειρον, πρῶτος τοῦτο τοὔνομα κομίσας τῆς ἀρχῆς. λέγει δ' αὐτὴν μήτε ὕδωρ μήτε ἄλλο τι τῶν καλουμένων εἶναι στοιχείων, ἀλλ' ἑτέραν τινὰ φύσιν ἄπειρον,ἐξ ἧς ἅπαντας γίνεσθαι τοὺς οὐρανοὺς καὶ τοὺς ἐν αὐτοῖς κόσμους· ἐξ ὧν δὲ ἡ γένεσίς ἐστι τοῖς οὖσι, καὶ τὴν φθορὰν εἰς ταῦτα γίνεσθαι κατὰ τὸ χρεών· διδόναι γὰρ αὐτὰ δίκην καὶ τίσιν ἀλλήλοις τῆς ἀδικίας κατὰ τὴν τοῦ χρόνου τάξιν, ποιητικωτέροις οὕτως ὀνόμασιν αὐτὰ λέγων.δῆλον δὲ ὅτι τὴν εἰς ἄλληλα μεταβολὴν τῶν τεττάρων στοιχείων οὗτος θεασάμενος οὐκ ἠξίωσεν ἕν τι τούτων ὑποκείμενον ποιῆσαι, ἀλλά τι ἄλλο παρὰ ταῦτα· οὗτος δὲ οὐκ ἀλλοιουμένου τοῦ στοιχείου τὴν γένεσιν ποιεῖ, ἀλλ' ἀποκρινομένων τῶν ἐναντίων διὰ τῆς αἰδίου κινήσεως.

Αἱ ἐναντιότητες

10. Aristoteles, Phys. A 4, 187a l2 sq. (DK 12 A 16)
οἱ μὲν γὰρ ἓν ποιήσαντες τὸ σῶμα τὸ ὑποκείμενον ἢ τῶν τριῶν τι ἢ ἄλλο ὅ ἐστι πυρὸς μὲν πυκνότερον ἀέρος δὲ λεπτότερον, τἆλλα γεννῶσι πυκνότητι καὶ μανότητιπολλὰ ποιοῦντες. [...] οἱ δὲ ἐκ τοῦ ἑνὸς ἐνούοας τὰς ἐναντιότητας ἐκκρίνεσθαι, ὥσπερ Ἀναξίμανδρός φησιν.

11.Simplikios in Phys., p. 150, 24 sq. (DK 12 A 9)
ἐναντιότητες δέ εἰσι θερμόν, ψυχρόν, ξηρόν, ὑγρὸν καὶ τὰ ἄλλα.

12.Aristoteles, Phys. Γ 5, 204b 23sq. (DK 12 A 16)
εἰσὶν γάρ τινες οἳ τοῦτο ποιοῦσι τὸ ἄπειρον, ἀλλ' οὐκ ἀέρα ἢ ὕδωρ, ὅπως μὴ τἆλλα φθείρηται ὑπὸ τοῦ ἀπείρου αὐτῶν· ἔχουσι γὰρ πρὸς ἄλληλα ἐναντίωσιν, οἷον ὁ μὲν ἀὴρ ψυχρός, τὸ δ' ὕδωρ ὑγρόν, τὸ δὲ πῦρ θερμόν.· ὧν εἰ ἦν ἓν ἄπειρον, ἔφθαρτο ἂν ἤδη τἆλλα· νῦν δ' ἕτερον εἶναί φασιν ἐξ οὗ ταῦτα.

13.Aristoteles Phys. Γ 6, 207a 19 sq.
τὴν σεμνότητα καὶ τοῦ ἀπείρου, τὸ πάντα περιέχειν καὶ τὸ πᾶν ἐν ἑαυτῶι ἔχειν

14.Hippolytos, Haer. I 6,1 sq. (DK 12 A11, B 2)
Ἀναξίμανδρος Πραξιάδου Μιλήσιος. οὗτος ἀρχὴν ἔφη τῶν ὄντων φύσιν τινὰ τοῦ ἀπείρου, ἐξ ἧς γίνεσθαι τοὺς οὐρανοὺς καὶ τὸν ἐν αὐτοῖς κόσμον. ταύτην δ' ἀίδιον εἶναι καὶ ἀγήρω, ἣν καὶ πάντας περιέχειν τοὺς κόσμους. λέγει δὲ χρόνον ὡς ὡρισμένης τῆς γενέσεως καὶ τῆς οὐσίας καὶ τῆς φθορᾶς. (2) οὗτος μὲν ἀρχὴν καὶ στοιχεῖον εἴρηκε τῶν ὄντων τὸ ἄπειρον, πρῶτος τοὔνομα καλέσας τῆς ἀρχῆς. πρὸς δὲ τούτωι κίνησιν ἀίδιον εἶναι, ἐν ἧι συμβαίνει γίνεσθαι τοὺς οὐρανούς.

15.Aetios I 3,3 (Ps.-Plutarchos; DK 12 A 14)
Ἀναξίμανδρος δ' ὁ Μιλήσιός φησι τῶν ὄντων τὴν ἀρχὴν εἶναι τὸ ἄπειρον· ἐκ γὰρ τούτου πάντα γίνεσθαι καὶ εἰς τοῦτο πάντα φθείρεσθαι διὸ καὶ γεννᾶσθαι ἀπείρους κόσμους καὶ πάλιν φθείρεσθαι εἰς τὸ ἐξ οὗ γίνονται. λέγει γοῦν διὰ τί ἄπειρόν ἐστιν· ἵνα μηδὲν ἐλλείπηι ἡ γένεσις ἡ ὑφισταμένη.

16.Aristoteles, Phys. Γ4, 203b 18sq. (DK 12 A 15)
τῶι οὕτως ἂν μόνως μὴ ὑπολείπειν γένεσιν καὶ φθοράν, εἰ ἄπειρον εἴη ὅθεν ἀφαιρεῖται τὸ γιγνόμενον.

17.Aristoteles, Phys. A4, 187a 20 sq. (DK 12 A 16)
οἱ δ' ἐκ τοῦ ἑνὸς ἐνούσας τὰς ἐναντιότητας ἐκκρίνεσθαι, ὥσπερ Ἀναξίμανδρός φησι.

18.Ps.-Plutarchos, Strom. 2, fr. 179 Sandbach (DK 12 A 10)
φησὶ δέ τι ἐκ τοῦ ἀιδίου γόνιμον θερμοῦ τε καὶ ψυχροῦ κατὰ τὴν γένεσιν τοῦδε τοῦ κόσμου ἀποκριθῆναι καί τινα ἐκ τούτου φλογός σφαῖραν περιφυῆναι τῶι περὶ τὴν γῆν ἀέρι ὡς τῶι δένδρωι φλοιόν· ἧς ἀπορραγείσης καὶ εἴς τινας ἀποκλεισθείσης κύκλους ὑποστῆναι τὸν ἥλιον καὶ τὴν σελήνην καὶ τοὺς ἀστέρας.

Κοσμολογία

19.Hippolytos, Haer. I 6, 3-5 (DK 12 A 11)
(3) τὴν δὲ γῆν εἶναι μετέωρον ὑπὸ μηδενὸς κρατουμένην, μένουσαν δὲ διὰ τὴν ὁμοίαν πάντων ἀπόστασιν. τὸ δὲ σχῆμα αὐτῆς γυρόν, στρογγύλον, κίονι λίθωι παραπλήσιον. τῶν δὲ ἐπιπέδων ὧι μὲν ἐπιβεβήκαμεν, ὃ δὲ ἀντίθετον ὑπάρχει.(4) τὰ δὲ ἄστρα γίνεσθαι κύκλον πυρός, ἀποκριθέντα τοῦ κατὰ τὸν κόσμον πυρός, περιληφθέντα δ' ὑπὸ ἀέρος. ἐκπνοὰς δ' ὑπάρξαι πόρους τινὰς αὐλώδεις, καθ' οὓς φαίνεται τὰ ἄστρα, διὸ καὶ ἐπιφρασσομένων τῶν ἐκπνοῶν τὰς ἐκλείψεις γίνεσθαι.(5) τὴν δὲ σελήνην ποτὲ μὲν πληρουμένην φαίνεσθαι, ποτὲ δὲ μειουμένην παρὰ τὴν τῶν πόρων ἐπίφραξιν ἢ ἄνοιξιν. εἶναι δὲ τὸν κύκλον τοῦ ἡλίου ἑπτακαιεικοσαπλασίονα <τῆς γῆς, ἐννεακαιδεκαπλασίονα δὲ τὸν> τῆς σελήνης, καὶ ἀνωτάτω μὲν εἶναι τὸν ἥλιον, κατωτάτω δὲ τοὺς τῶν ἀπλανῶν ἀστέρων κύκλους.

20.Ps.-Plutarch, Strom. 2, fr. 179 Sandbach (DK 12 A 10)
ὑπάρχειν δέ φησι τῶι μὲν σχήματι τὴν γῆν κυλινδροειδῆ, ἔχειν δὲ τοσοῦτον βάθος ὅσον ἂν εἴη τρίτον πρὸς τὸ πλάτος.

21.Aetios II 15,6 (DK 12 A 18)
Ἀναξίμανδρός καὶ Μητρόδωρος ὁ Χῖος καὶ Κράτης ἀνωτάτω μὲν πάντων τὸν ἥλιον τετάχθαι, μετ' αὐτὸν δὲ τὴν σελήνην, ὑπὸ δὲ αὐτοὺς τὰ ἀπλανῆ τῶν ἄστρων καὶ τοὺς πλάνητας.

22.Alexandros in Meteor., p. 67,3 sq.; Theophrast, Phys. op. fr. 23 Diels (DK 12 A 27)
οἱ μὲν γὰρ αὐτῶν ὑπόλειμμα λέγουσιν εἶναι τὴν θάλασσαν τῆς πρώτης ὑγρότητος ὑγροῦ γὰρ ὄντος τοῦ περὶ τὴν γῆν τόπου κἄπειτα τὸ μέν τι τῆς ὑγρότητος ὑπὸ τοῦ ἡλίου ἐξατμίζεσβαι· καὶ γίνεσθαι πνεύματά τε ἐξ αυτοῦ καὶ τροπὰς ἡλίου τε καὶ σελήνης, ὡς διὰ τὰς ἀτμίδας ταύτας καὶ τὰς ἀναθυμιάσεις κἀκείνων τὰς τροπὰς ποιουμένων, ἔνθα ἡ ταύτης αὐτοίς χορηγία γίνεται, περὶ ταῦτα τρεπομένων· τὸ δέ τι αὐτῆς ὑπολειφθὲν ἐν τοῖς κοίλοις τῆς γῆς τόποις θάλασσαν εἶναι· διὸ καὶ ἐλάττω γίνεσθαι ξηραινομένην ἑκάστοτε ὑπὸ τοῦ ἡλίου καὶ τέλος ἔσεσθαί ποτε ξηράν· ταύτης τῆς δόξης ἐγένετο, ὡς ἱστορεῖ Θεόφραστος, Ἀναξίμανδρός τε καὶ Διογένης.

23.Hippolytos, Haer. I 6, 7 (DK 12 A 11)
ἀνέμους δὲ γίνεσθαι τῶν λεπτότατων ἀτμῶν τοῦ ἀέρος ἀποκρινομένων καὶ ὅταν ἀθροισθῶσι κινουμένων, ὑετοὺς δὲ ἐκ τῆς ἀτμίδος τῆς ἐκ γῆς ὑφ' ἥλιον ἀναδιδομένης· ἀστραπὰς δέ, ὅταν ἄνεμος ἐμπίπτων διιστᾶι τὰς νεφέλας.

Βιολογία

24.Aetios V 19,4 (DK 12 A 30)
Ἀναξίμανδρός ἐν ὑγρῶι γεννηθῆναι τἀ πρῶτα ζῶια φλοιοῖς περιεχόμενα ἀκανθώδεσι, προβαινούσης δὲ τῆς ἡλικίας ἀποβαίνειν ἐπὶ τὸ ξηρότερον καὶ περιρρηγνυμένου τοῦ φλοιοῦ ἐπ' ὀλίγον χρόνον μεταβιῶναι.

25.Hippolytos, Haer. I 6, 6 (DK 12 A 11)
τὰ δὲ ζῶια γίνεσθαι ἐξατμιζομένα ὑπὸ τοῦ ἡλίου.

26.Hippolytos, Haer. I 6, 6 (DK 12 A 11)
τὸν δὲ ἄνθρωπον ἑτέρωι ζώιωι γεγονέναι, τουτέστι ἰχθύι, παραπλήσιον κατ' ἀρχάς.

27.Plutarchos, Symp. 730 E (DK 12 A 30)
ἐν ἰχθύσιν ἐγγενέσθαι τὸ πρῶτον ἀνθρώπους ἀποφαίνεται καὶ τραφέντας, ὥσπερ οἱ γαλεοί, καὶ γενομένους ἱκανοὺς ἑαυτοῖς βοηθεῖν ἐκβῆναι τηνικαῦτα καὶ γῆς λαβέσθαι.