Δείτε τι απάντησε ο νομπελίστας φιλόσοφος/μαθηματικός Μπέρτραντ Ράσελ στο γράμμα ενός μαθητή, που τον προκάλεσε να διατυπώσει την αποψή του για το σκοπό της παιδείας.
Το γράμμα
«Είμαι ένας ’Αμερικανός μαθητής 18 χρόνων, και πάω στην ένατη τάξη… Σ’ αυτόν τον ανάστατο και ταραγμένο κόσμο, με τα σπέρματα της ανησυχίας παντού γύρω μας, εμείς, ή σημερινή νεολαία, Απευθυνόμαστε σε ανθρώπους σαν κι εσάς για να ζητήσουμε καθοδήγηση και πίστη στα ιδανικά. Το πιο φριχτό όπλο πού πάει να φανεί στον ορίζοντα. της Ανθρωπότητας είναι ή ατομική βόμβα. Αυτό δεν είναι αναπόφευκτο, γιατί είναι στο χέρι μας να χαλιναγωγήσουμε την ατομική ενέργεια για ειρηνικούς σκοπούς κι’ όχι για τον πόλεμο. Γι’ αυτό και πιστεύουμε πώς θα έπρεπε να χαλιναγωγήσουμε τις δημιουργικές μας ικανότητες, με τη βοήθεια μιας μόρφωσης πού να κατευθύνει σε μια ειρηνική και καρποφόρα ζωή… Επειδή εσείς, σαν δάσκαλος, φιλόσοφος, μαθηματικός και κοινωνιολόγος έχετε τόσες εμπειρίες από τον μεταβαλλόμενο κόσμο των τελευταίων πενήντα ετών, κι’ επειδή σταθήκατε ένας άνθρωπος τόσο θαρραλέος και δημιουργικός, ίσως μπορείτε, με μια σύντομη δήλωσή σας, να διατυπώσετε τις απόψεις σας για τον σκοπό της παιδείας».
Η απάντηση
26 Μαρτίου 1962
Αγαπητέ Μάρκ Ορφινγκερ,
Σ’ ευχαριστώ για τα θαυμάσιο γράμμα σου, πού το διάβασα με πολύ ενδιαφέρον. Λυπάμαι πού δεν μπόρεσα να σου απαντήσω νωρίτερα.
Πιστεύω ότι o κύριος στόχος της παιδείας πρέπει να είναι να σπρώχνει τούς νέους να ερευνούν και να αμφιβάλλουν για όλα τα πράγματα πού θεωρούνται γενικώς αποδεκτά. Εκείνο που έχει σημασία είναι η ανεξαρτησία της σκέψης. Το χειρότερο στην εκπαίδευση είναι η απροθυμία να επιτρέπει στους νέους να θέτουν εν αμφιβάλω τις παραδεδεγμένες απόψεις και τούς ανθρώπους πού κατέχουν την εξουσία. Για να αναφανούν νέες ιδέες, είναι απαραίτητο να ενθαρρύνονται με κάθε τρόπο οι νέοι στο να διαφωνούν ριζικά με τις ηλιθιότητες της εποχής τους. Πολλοί Από τούς ανθρώπους πού θεωρούνται αξιοσέβαστοι, και πολλές από τις ιδέες πού θεωρούνται θεμελιώδεις αποτελούν φραγμούς στις ανθρώπινες επιτεύξεις.
Νομίζω ότι το σημαντικότερο δεν είναι να μαθαίνουμε πολλά πράγματα, όσο το να πιστεύουμε με πάθος ότι έχουμε το δικαίωμα να διαφωνούμε και την υποχρέωση να διατυπώνουμε καινούργιες ιδέες. Όπως λες, ο κόσμος είναι ταραγμένος κι ανάστατος. ‘Ολόκληρος ό ανθρώπινος πολιτισμός κινδυνεύει άμεσα. Αν πρόκειται να υπάρξει κάποια ελπίδα για τις Ανθρώπινες ζωές, πρέπει όλοι μας να δουλέψουμε για την απαγόρευση αυτών των τρομακτικών όπλων και να σκεφτούμε με ανεξαρτησία για την πολιτική όλων των κυβερνήσεων μας. Αυτές οι κυβερνήσεις προετοιμάζουν μια σφαγή σε ευρύτατη κλίμακα, κι είναι απαραίτητο όλοι μας, νέοι και γέροι, να εμποδίσουμε να πραγματοποιηθεί αυτό το έγκλημα.
Σου στέλνω μερικές δηλώσεις, και θα χαρώ πολύ αν θα έχουν κάποιο ενδιαφέρον για σένα.
Με πολλές ευχές,
Ειλικρινά δικός σου Μπέρτραντ Ράσελ
Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2021
Καλύτερα να είσαι βασιλιάς της σιωπής σου παρά σκλάβος των λόγων σου
Κατά την διάρκεια του φλερτ χρησιμοποιούμε χιλιάδες λέξεις για να γνωριστούμε με τον άλλον, για να τον καταλάβουμε, για να του εκφράσουμε τα αισθήματά μας, για να τον προκαλέσουμε, για να τον κάνουμε να χαμογελάσει, για να τον κολακέψουμε…
Ίσως ναι, όταν γυρίζουμε κατάκοποι από την δουλειά, με ελάχιστο χρόνο και πολύ νύστα, όμως τι συμβαίνει τα Σαββατοκύριακα ή στις διακοπές;
Δεν συμβαίνει τίποτα.
Πράγματι, δεν χρειαζόμαστε ούτε καν μια τηλεόραση να γεμίζει με ηχητική επένδυση θορύβου το σαλόνι μας για να αισθανόμαστε άνετα. Υπάρχει κάτι άλλο, πολύ πολυτιμότερο, να μοιραζόμαστε ως ζευγάρι όταν δεν έχουμε κάτι καινούργιο να πούμε: η σιωπή.
Ένα σύμπτωμα καλής υγείας στα ζευγάρια είναι το να μπορούν και τα δύο μέλη να μοιράζονται την απουσία ήχων, είτε διαβάζοντας βιβλία είτε χαζεύοντας το ηλιοβασίλεμα από το παράθυρο.
Το ότι η σιωπή μπορεί να είναι όμορφη και επιπλέον να μοιράζεται το απέδειξε ο Τζον Κέιτζ με το έργο του 4΄33”, ένα μουσικό κομμάτι τεσσάρων λεπτών και τριαντα τριών δευτερολέπτων καθαρής σιωπής.
Στην πρεμιέρα, το κοινό έμεινε κατάπληκτο με το κομμάτι αυτό, όπου οι μεν μουσικοί δεν κινούνταν, ο δε μαέστρος παρέμενε ακίνητος να κρατάει την μπαγκέτα, προσέχοντας μόνο το ρολόι, ώσπου, μόλις πέρασαν τα 4’33”, σήκωσε την μπαγκέτα και κατέβασε το κεφάλι για να δεχτεί τα χειροκροτήματα.
Οι θεατές φάνηκαν συγκινημένοι, ίσως γιατί δεν είμαστε συνηθισμένοι ν’ αγκαλιάζουμε την σιωπή, μια ρομαντική ηχητική μπάντα, ιδανική για να μοιραζόμαστε την οικειότητα ως ζευγάρι.
Το ζήτημα είναι τι κάνουμε αν η σχέση ευδοκιμήσει, όταν έχουμε δείξει τα καλύτερα χαρτιά μας και μας μένει απλώς να διηγούμαστε καθημερινές ασήμαντες ανεκδοτολογίες. Αρκεί αυτό για να γεμίσει τον χρόνο που μοιραζόμαστε με το αγαπημένο πρόσωπο;
Ίσως ναι, όταν γυρίζουμε κατάκοποι από την δουλειά, με ελάχιστο χρόνο και πολύ νύστα, όμως τι συμβαίνει τα Σαββατοκύριακα ή στις διακοπές;
Δεν συμβαίνει τίποτα.
Πράγματι, δεν χρειαζόμαστε ούτε καν μια τηλεόραση να γεμίζει με ηχητική επένδυση θορύβου το σαλόνι μας για να αισθανόμαστε άνετα. Υπάρχει κάτι άλλο, πολύ πολυτιμότερο, να μοιραζόμαστε ως ζευγάρι όταν δεν έχουμε κάτι καινούργιο να πούμε: η σιωπή.
Ένα σύμπτωμα καλής υγείας στα ζευγάρια είναι το να μπορούν και τα δύο μέλη να μοιράζονται την απουσία ήχων, είτε διαβάζοντας βιβλία είτε χαζεύοντας το ηλιοβασίλεμα από το παράθυρο.
Το ότι η σιωπή μπορεί να είναι όμορφη και επιπλέον να μοιράζεται το απέδειξε ο Τζον Κέιτζ με το έργο του 4΄33”, ένα μουσικό κομμάτι τεσσάρων λεπτών και τριαντα τριών δευτερολέπτων καθαρής σιωπής.
Στην πρεμιέρα, το κοινό έμεινε κατάπληκτο με το κομμάτι αυτό, όπου οι μεν μουσικοί δεν κινούνταν, ο δε μαέστρος παρέμενε ακίνητος να κρατάει την μπαγκέτα, προσέχοντας μόνο το ρολόι, ώσπου, μόλις πέρασαν τα 4’33”, σήκωσε την μπαγκέτα και κατέβασε το κεφάλι για να δεχτεί τα χειροκροτήματα.
Οι θεατές φάνηκαν συγκινημένοι, ίσως γιατί δεν είμαστε συνηθισμένοι ν’ αγκαλιάζουμε την σιωπή, μια ρομαντική ηχητική μπάντα, ιδανική για να μοιραζόμαστε την οικειότητα ως ζευγάρι.
Νίτσε: Παρά τους κομπασμούς τους για τα πολλά που τάχα γνώριζαν
Ίσως ένας ανάλγητος δαίμονας δεν θα’ χε τίποτα περισσότερο να πει για τη λεγόμενη «παγκόσμια Ιστορία», την «αλήθεια», τη «δόξα», κι όλες τις μεγαλειώδεις μας αλληγορίες, πέρ’ από τούτα τα λόγια:
«Σε κάποιαν απόμερη γωνιά του Σύμπαντος που ξεχύθηκε αστραποβολώντας σε αναρίθμητα ηλιακά συστήματα, ήταν μια φορά κ’ έναν καιρό έν’ άστρο. Στο άστρο αυτό ζούσαν κάτι έξυπνα ζώα που μηχανεύτηκαν το γιγνώσκειν. Η πιο αλαζονική και πλανερή στιγμή της παγκόσμιας Ιστορίας – όμως μονάχα μια στιγμή! Μετά από λίγες εισπνοές-εκπνοές της Φύσης, το άστρο πάγωσε και τα έξυπνα ζώα έπρεπε να πεθάνουν. H ώρα είχε σίγουρα φτάσει: παρά τους κομπασμούς τους για τα πολλά που τάχα γνώριζαν, προς μεγάλη τους δυσαρέσκεια ανακάλυψαν πως όλα ήταν λάθος. Πέθαναν και χάθηκαν μαζί με την Αλήθεια. Αυτή ήταν η τύχη, λοιπόν, των απεγνωσμένων εκείνων ζώων, που είχαν επινοήσει το γιγνώσκειν».
Τούτος κι ο κλήρος του ανθρώπου -αν ήταν πράγματι κάτι περισσότερο από ένα ζώο με κάποιαν έφεση για γνώση… H Αλήθεια θα τον έσπρωχνε στην απόγνωση, στο μηδέν – θα του ‘δείχνε πώς είν’ αιώνια καταδικασμένος στη Μη Αλήθεια, η Αλήθεια… Όμως ο άνθρωπος θέλει να πιστεύει σε μια προσιτή Αλήθεια, σε μια κοντινή του Ψευδαίσθηση που του εμπνέει απόλυτη εμπιστοσύνη. Μήπως δε ζει τάχα χάρη σε μια διαρκή αυταπάτη; Μήπως δεν του αποκρύπτει τάχα η Φύση τα περισσότερα – ίσα-ίσα τα πιο κοντινά του, λόγου χάρη, το ίδιο του το σώμα, που διαθέτει μόνο μια γητεύτρα «συνείδηση»; Σ’ αυτή τη συνείδηση κλείστηκε, κ’ η Φύση πέταξε μακριά το κλειδί. Ω, την ολέθρια περιέργεια του φιλοσόφου, να θέλει, σώνει και καλά, να βρει μια σχισμή στο κελί της συνείδησής του, να δει έστω μια φορά τι υπάρχει παραέξω! Ίσως να διαισθάνθηκε μετά, ότι ο άνθρωπος, ζώντας μες στην αδιαφορία της άγνοιάς του, δε στηρίζεται παρά πάνω σε αδηφάγες, άπληστες, βδελυρές, άσπλαχνες, δολοφονικές ροπές, κι ονειροπολεί, ούτως ειπείν, πάνω στη ράχη ενός τίγρη.
Έχει μεγάλη σημασία να μάθουμε ότι ζήσαν, κάποτε τέτοιοι άνθρωποι. Η ροπή για γνώση μοιάζει απ’ τη φύση της ανικανοποίητη αλλ’ ούτε και ικανοποιεί· ποιος, λοιπόν, θα πίστευε -παρεκτός κι αν τον έχει ειδοποιήσει σχετικώς η Ιστορία – πως υπήρξε άνθρωπος σαν τον σοφό Ηράκλειτο, τόσο αυτοκρατορικά μεγαλοπρεπής και μεγαλόφρων, με την απόλυτη βεβαιότητα ότι αυτός είναι ο εκλεκτός μνηστήρας της Αλήθειας! Τέτοιοι άνθρωποι ζουν στο δικό τούς ηλιακό σύστημα, και μόνον εκεί πρέπει κανείς να τους γυρέψει. Ένας Πυθαγόρας ή ένας Εμπεδοκλής έδειχναν υπέρ-ανθρώπινο σεβασμό προς τον εαυτό τους, ένα δέος σχεδόν θρησκευτικό· όμως, εξαιτίας της πίστης τους στη μετεμψύχωση και την ενότητα όλων των εμβίων, τους κατέκλυζε συμπόνια – τους τραβούσε, σα χαλκάς, ξανά πίσω, στους άλλους ανθρώπους, για τη σωτηρία τους. Όσο για τη μοναξιά του Εφέσιου αναχωρητή του ναού της Αρτέμιδος, μονάχα στα όρη της πιο άγριας ερημιάς,παραλυμένος άπ’ την παγωνιά, μπορεί κανείς κάπως να τη νοιώσει. Αυτός δεν εκπέμπει τη θέρμη καμμιάς συμπόνιας, καμμιάς λαχτάρας να «βοηθήσει» και να «σώσει»: μοιάζει μ’ άστρο χωρίς ατμόσφαιρα. Το μάτι του γυρνάει, φλεγόμενο, προς τα μέσα, θωρώντας σβησμένο και παγερό, σαν ψεύτικο, τον έξω κόσμο. Ολόγυρά του, στο φρούριο της περηφάνιας του, σκάνε τα κύματα της πλάνης και της παραζάλης· αηδιασμένος αποστρέφει το πρόσωπο… Βέβαια, ένα τέτοιο τραγικό προσωπείο το αποφεύγουν οι «ευαίσθητες» ψυχές· τούτη η μορφή θα ταίριαζε μάλλον ανάμεσα σ’ αγάλματα θεών, σε κάποιο απόμακρο Ιερό ψυχρής, μεγαλόπρεπης αρχιτεκτονικής.
Ανάμεσα σ’ ανθρώπους, τώρα, ως άνθρωπος, ο Ηράκλειτος: απίστευτος! Σαν τον είδαν, λέει, να μελετά το θορυβώδες παιγνίδι των παιδιών, στοχάζονταν ό,τι ποτέ δε στοχάστηκε θνητός εξ αφορμής τέτοιου θεάματος: το παιγνίδι τού Μεγάλου Παιδιού-Κόσμου, του Δία, που γελώντας αιώνια χτίζει και γκρεμίζει κόσμους. Δε χρειαζόταν τους ανθρώπους – ούτε κ’ η γνώση του εξαρτιόταν από δαύτους· όσα θα μάθαινε τάχα από άλλους η όσα ερευνούσαν παλιότεροι σοφοί, που ‘ξεραν να ρωτούν και να μαθαίνουν, τον άφηναν αδιάφορο. «Tοv εαυτό μου γύρεψα κ’ ερεύνησα», είπε χρησιμοποιώντας μια λέξη – κλειδί για τη νοηματική διερεύνηση ενός χρησμού: σα να ‘ταν αυτός ο απόλυτος τηρητής κ’ εκτελεστής της περίφημης δελφικής ρήσης «γνώθι σαυτόν» – και κανείς άλλος!
Οι φιλόσοφοι χρειάζονται πάνω απ’ όλα: ελευθερία από καταναγκασμούς, οχλήσεις, θορύβους, από κάθε λογής πάρε–δώσε, καθήκοντα, έγνιες: χρειάζονται διαύγεια· σκέψεις που να χορεύουν, να πηδάν, να πετάνε· αέρα καθαρό, ελαφρύ, ελεύθερο, ξηρό, όπως είν’ ο αέρας στα ψηλά, εκεί που κάθε ζωντανό πλάσμα γίνεται πνενματικότερο κι αποκτάει φτερά· ηρεμία σ’ όλα τα υπόγεια· όλα τα σκυλιά όμορφα–όμορφα με τις αλυσίδες τους· κανένα εχθρικό γάβγισμα, καμμιά «σκυλίσια» μνησικακία κανένα σκουλήκι πληγωμένης φιλοδοξίας να κατατρώει τα σωθικά· διακριτικά και υπάκουα σπλάχνα, εργατικά σα μυλόπετρες, αλλά σ’ απόσταση· η καρδιά να ‘ναι ξένη, στην αντί πέρα κιόλας όχθη, στο μέλλον, στο μετά θάνατον… το ασκητικό ιδεώδες στην πιο χαρούμενη μορφή του!..
Την έρημο όπου αποτραβιούνται και αυτοσυγκεντρώνονται τα ρωμαλέα, τ’ ανεξάρτητα πνεύματα.. – α, πόσο διαφορετική τη φαντάζονται οι μορφωμένοι κ’ οι τσαρλατάνοι τού πνεύματος! Πάει καιρός που δε μπορούν ούτε δευτερόλεπτο να ζήσουν εκεί! δεν τούς είναι πια αρκετά ρομαντική, συριακή, θεατρινίστικη, μόλο που έχει και παραέχει καμήλες! – μα ως εδώ η ομοιότητα… «Έρημος» εν προκειμένω είν’ ίσως μια θεληματική σκοτεινιά· ένας παραμερισμός μπροστά στον εαυτό· συστολή μπροστά σε θορύβους, εκδηλώσεις λατρείας, εφημερίδες, επιρροές ένα μικροεπάγγελμα, μια καθημερινή ρουτίνα, κάτι που περισσότερα κρύβει παρά φανερώνει· συναναστροφή με άκακα χαρούμενα ζώα και πουλιά, που η όψη τους αναζωογονεί· ένα βουνό για συντροφιά, διόλου νεκρή συντροφιά, με μάτια (παναπεί: λίμνες)· ως κ’ ένα δωμάτιο σε πολυσύχναστο πανδοχείο, όπου μπορεί κανείς να περνά απαρατήρητος και να κουβεντιάζει ατιμώρητα με τον καθένα,.. αυτά είν’ «έρημος»: ώ, κ είν’ αρκετά έρημη, πιστέψτε με! Βέβαια, να κ’ η περίπτωση του Ηρακλείτου, που αποτραβήχτηχε στις ελεύθερες εκτάσεις και στα περιστύλια του τεράστιου ναού της ‘Αρτέμιδας: τούτη η «έρημος» ήταν, οπωσδήποτε, πιο άξια — τ’ ομολογώ! Γιατί να μην υπάρχουν και για μας τέτοιοι ναοί; (Χμ, ίσως και να υπάρχουν. Να μου έρχεται τώρα δα στο νου το ωραιότερο δωμάτιο εργασίας που είχα ποτέ, στην Piazza di san Marco, άνοιξη, δέκα με δώδεκα το πρωί) Ωστόσο, κι o Ηράκλειτος απέφευγε αυτό που εμείς αποφεύγουμε σήμερα: το θόρυβο και τη φλυαρία των Εφεσίων, όλη τη βρομερή πραμάτεια τού «σήμερα»,.. γιατί εμείς οι φιλόσοφοι χρειαζόμαστε πάνω απ όλα μια συγκεκριμένη ησυχία: χρειαζόμαστε ανάπαυση απ’ το «σήμερα».
Φρ. Νίτσε, ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ
«Σε κάποιαν απόμερη γωνιά του Σύμπαντος που ξεχύθηκε αστραποβολώντας σε αναρίθμητα ηλιακά συστήματα, ήταν μια φορά κ’ έναν καιρό έν’ άστρο. Στο άστρο αυτό ζούσαν κάτι έξυπνα ζώα που μηχανεύτηκαν το γιγνώσκειν. Η πιο αλαζονική και πλανερή στιγμή της παγκόσμιας Ιστορίας – όμως μονάχα μια στιγμή! Μετά από λίγες εισπνοές-εκπνοές της Φύσης, το άστρο πάγωσε και τα έξυπνα ζώα έπρεπε να πεθάνουν. H ώρα είχε σίγουρα φτάσει: παρά τους κομπασμούς τους για τα πολλά που τάχα γνώριζαν, προς μεγάλη τους δυσαρέσκεια ανακάλυψαν πως όλα ήταν λάθος. Πέθαναν και χάθηκαν μαζί με την Αλήθεια. Αυτή ήταν η τύχη, λοιπόν, των απεγνωσμένων εκείνων ζώων, που είχαν επινοήσει το γιγνώσκειν».
Τούτος κι ο κλήρος του ανθρώπου -αν ήταν πράγματι κάτι περισσότερο από ένα ζώο με κάποιαν έφεση για γνώση… H Αλήθεια θα τον έσπρωχνε στην απόγνωση, στο μηδέν – θα του ‘δείχνε πώς είν’ αιώνια καταδικασμένος στη Μη Αλήθεια, η Αλήθεια… Όμως ο άνθρωπος θέλει να πιστεύει σε μια προσιτή Αλήθεια, σε μια κοντινή του Ψευδαίσθηση που του εμπνέει απόλυτη εμπιστοσύνη. Μήπως δε ζει τάχα χάρη σε μια διαρκή αυταπάτη; Μήπως δεν του αποκρύπτει τάχα η Φύση τα περισσότερα – ίσα-ίσα τα πιο κοντινά του, λόγου χάρη, το ίδιο του το σώμα, που διαθέτει μόνο μια γητεύτρα «συνείδηση»; Σ’ αυτή τη συνείδηση κλείστηκε, κ’ η Φύση πέταξε μακριά το κλειδί. Ω, την ολέθρια περιέργεια του φιλοσόφου, να θέλει, σώνει και καλά, να βρει μια σχισμή στο κελί της συνείδησής του, να δει έστω μια φορά τι υπάρχει παραέξω! Ίσως να διαισθάνθηκε μετά, ότι ο άνθρωπος, ζώντας μες στην αδιαφορία της άγνοιάς του, δε στηρίζεται παρά πάνω σε αδηφάγες, άπληστες, βδελυρές, άσπλαχνες, δολοφονικές ροπές, κι ονειροπολεί, ούτως ειπείν, πάνω στη ράχη ενός τίγρη.
Έχει μεγάλη σημασία να μάθουμε ότι ζήσαν, κάποτε τέτοιοι άνθρωποι. Η ροπή για γνώση μοιάζει απ’ τη φύση της ανικανοποίητη αλλ’ ούτε και ικανοποιεί· ποιος, λοιπόν, θα πίστευε -παρεκτός κι αν τον έχει ειδοποιήσει σχετικώς η Ιστορία – πως υπήρξε άνθρωπος σαν τον σοφό Ηράκλειτο, τόσο αυτοκρατορικά μεγαλοπρεπής και μεγαλόφρων, με την απόλυτη βεβαιότητα ότι αυτός είναι ο εκλεκτός μνηστήρας της Αλήθειας! Τέτοιοι άνθρωποι ζουν στο δικό τούς ηλιακό σύστημα, και μόνον εκεί πρέπει κανείς να τους γυρέψει. Ένας Πυθαγόρας ή ένας Εμπεδοκλής έδειχναν υπέρ-ανθρώπινο σεβασμό προς τον εαυτό τους, ένα δέος σχεδόν θρησκευτικό· όμως, εξαιτίας της πίστης τους στη μετεμψύχωση και την ενότητα όλων των εμβίων, τους κατέκλυζε συμπόνια – τους τραβούσε, σα χαλκάς, ξανά πίσω, στους άλλους ανθρώπους, για τη σωτηρία τους. Όσο για τη μοναξιά του Εφέσιου αναχωρητή του ναού της Αρτέμιδος, μονάχα στα όρη της πιο άγριας ερημιάς,παραλυμένος άπ’ την παγωνιά, μπορεί κανείς κάπως να τη νοιώσει. Αυτός δεν εκπέμπει τη θέρμη καμμιάς συμπόνιας, καμμιάς λαχτάρας να «βοηθήσει» και να «σώσει»: μοιάζει μ’ άστρο χωρίς ατμόσφαιρα. Το μάτι του γυρνάει, φλεγόμενο, προς τα μέσα, θωρώντας σβησμένο και παγερό, σαν ψεύτικο, τον έξω κόσμο. Ολόγυρά του, στο φρούριο της περηφάνιας του, σκάνε τα κύματα της πλάνης και της παραζάλης· αηδιασμένος αποστρέφει το πρόσωπο… Βέβαια, ένα τέτοιο τραγικό προσωπείο το αποφεύγουν οι «ευαίσθητες» ψυχές· τούτη η μορφή θα ταίριαζε μάλλον ανάμεσα σ’ αγάλματα θεών, σε κάποιο απόμακρο Ιερό ψυχρής, μεγαλόπρεπης αρχιτεκτονικής.
Ανάμεσα σ’ ανθρώπους, τώρα, ως άνθρωπος, ο Ηράκλειτος: απίστευτος! Σαν τον είδαν, λέει, να μελετά το θορυβώδες παιγνίδι των παιδιών, στοχάζονταν ό,τι ποτέ δε στοχάστηκε θνητός εξ αφορμής τέτοιου θεάματος: το παιγνίδι τού Μεγάλου Παιδιού-Κόσμου, του Δία, που γελώντας αιώνια χτίζει και γκρεμίζει κόσμους. Δε χρειαζόταν τους ανθρώπους – ούτε κ’ η γνώση του εξαρτιόταν από δαύτους· όσα θα μάθαινε τάχα από άλλους η όσα ερευνούσαν παλιότεροι σοφοί, που ‘ξεραν να ρωτούν και να μαθαίνουν, τον άφηναν αδιάφορο. «Tοv εαυτό μου γύρεψα κ’ ερεύνησα», είπε χρησιμοποιώντας μια λέξη – κλειδί για τη νοηματική διερεύνηση ενός χρησμού: σα να ‘ταν αυτός ο απόλυτος τηρητής κ’ εκτελεστής της περίφημης δελφικής ρήσης «γνώθι σαυτόν» – και κανείς άλλος!
Οι φιλόσοφοι χρειάζονται πάνω απ’ όλα: ελευθερία από καταναγκασμούς, οχλήσεις, θορύβους, από κάθε λογής πάρε–δώσε, καθήκοντα, έγνιες: χρειάζονται διαύγεια· σκέψεις που να χορεύουν, να πηδάν, να πετάνε· αέρα καθαρό, ελαφρύ, ελεύθερο, ξηρό, όπως είν’ ο αέρας στα ψηλά, εκεί που κάθε ζωντανό πλάσμα γίνεται πνενματικότερο κι αποκτάει φτερά· ηρεμία σ’ όλα τα υπόγεια· όλα τα σκυλιά όμορφα–όμορφα με τις αλυσίδες τους· κανένα εχθρικό γάβγισμα, καμμιά «σκυλίσια» μνησικακία κανένα σκουλήκι πληγωμένης φιλοδοξίας να κατατρώει τα σωθικά· διακριτικά και υπάκουα σπλάχνα, εργατικά σα μυλόπετρες, αλλά σ’ απόσταση· η καρδιά να ‘ναι ξένη, στην αντί πέρα κιόλας όχθη, στο μέλλον, στο μετά θάνατον… το ασκητικό ιδεώδες στην πιο χαρούμενη μορφή του!..
Την έρημο όπου αποτραβιούνται και αυτοσυγκεντρώνονται τα ρωμαλέα, τ’ ανεξάρτητα πνεύματα.. – α, πόσο διαφορετική τη φαντάζονται οι μορφωμένοι κ’ οι τσαρλατάνοι τού πνεύματος! Πάει καιρός που δε μπορούν ούτε δευτερόλεπτο να ζήσουν εκεί! δεν τούς είναι πια αρκετά ρομαντική, συριακή, θεατρινίστικη, μόλο που έχει και παραέχει καμήλες! – μα ως εδώ η ομοιότητα… «Έρημος» εν προκειμένω είν’ ίσως μια θεληματική σκοτεινιά· ένας παραμερισμός μπροστά στον εαυτό· συστολή μπροστά σε θορύβους, εκδηλώσεις λατρείας, εφημερίδες, επιρροές ένα μικροεπάγγελμα, μια καθημερινή ρουτίνα, κάτι που περισσότερα κρύβει παρά φανερώνει· συναναστροφή με άκακα χαρούμενα ζώα και πουλιά, που η όψη τους αναζωογονεί· ένα βουνό για συντροφιά, διόλου νεκρή συντροφιά, με μάτια (παναπεί: λίμνες)· ως κ’ ένα δωμάτιο σε πολυσύχναστο πανδοχείο, όπου μπορεί κανείς να περνά απαρατήρητος και να κουβεντιάζει ατιμώρητα με τον καθένα,.. αυτά είν’ «έρημος»: ώ, κ είν’ αρκετά έρημη, πιστέψτε με! Βέβαια, να κ’ η περίπτωση του Ηρακλείτου, που αποτραβήχτηχε στις ελεύθερες εκτάσεις και στα περιστύλια του τεράστιου ναού της ‘Αρτέμιδας: τούτη η «έρημος» ήταν, οπωσδήποτε, πιο άξια — τ’ ομολογώ! Γιατί να μην υπάρχουν και για μας τέτοιοι ναοί; (Χμ, ίσως και να υπάρχουν. Να μου έρχεται τώρα δα στο νου το ωραιότερο δωμάτιο εργασίας που είχα ποτέ, στην Piazza di san Marco, άνοιξη, δέκα με δώδεκα το πρωί) Ωστόσο, κι o Ηράκλειτος απέφευγε αυτό που εμείς αποφεύγουμε σήμερα: το θόρυβο και τη φλυαρία των Εφεσίων, όλη τη βρομερή πραμάτεια τού «σήμερα»,.. γιατί εμείς οι φιλόσοφοι χρειαζόμαστε πάνω απ όλα μια συγκεκριμένη ησυχία: χρειαζόμαστε ανάπαυση απ’ το «σήμερα».
Φρ. Νίτσε, ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ
Σόλων, ο σοφός που πολέμησε την υπερβολή
Η αρπαγή της γης ήταν συνηθισμένο φαινόμενο στην Αθήνα του έβδομου π.Χ. αιώνα. Στα δικαστήρια, κέρδιζε όποιος είχε χρήματα να δωροδοκήσει τους δικαστές. Η προμήθεια έδινε κι έπαιρνε κι είχε ημιεπίσημα οριστεί στο 10%. Γι’ αυτό και τους δικαστές που δε δέχονταν να δωροδοκηθούν, τους έλεγαν αδέκαστους: Χωρίς το ένα δέκατο, χωρίς το 10%. Η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο, οι ξεσηκωμοί των αδικημένων διαδέχονταν ο ένας τον άλλο και ουσιαστικά βασίλευε η αναρχία και τι δίκιο του πιο δυνατού.
Ο επώνυμος άρχοντας Μεγακλής, της οικογένειας των Αλκμεωνιδών, θεωρήθηκε υπεύθυνος της σφαγής κι εξορίστηκε με όλη την οικογένειά του, ενώ ο σοφός Επιμενίδης ο Κρης κλήθηκε να εξαγνίσει την πόλη. Ο Επιμενίδης έκανε τον καθαρμό αλλά και πρότεινε στους Αθηναίους να αναθέσουν στον φίλο του, σοφό έμπορο Σόλωνα, να φτιάξει νέους νόμους. Ήταν το 594 π.Χ.
Όταν ο Σόλων προτάθηκε να γίνει νομοθέτης με δικτατορικές εξουσίες, ανήκε ήδη στη γενιά των σαραντάρηδων που πολλά υπόσχονταν στον πολιτικό στίβο της εποχής. Γεννήθηκε το 639 π.Χ. από πατέρα κατευθείαν απόγονο του θρυλικού τελευταίου βασιλιά Κόδρου (και μακρινού απόγονου του θεού Ποσειδώνα). Γεννήθηκε αριστοκράτης, γλέντησε στα νιάτα του για τα καλά, έγραψε ποιήματα, που υμνούσαν τη φιλία, κι ένα εμβατήριο, που ξεσήκωσε τους Αθηναίους να πάρουν τη Σαλαμίνα. Νωρίς, μπήκε δυναμικά στο εμπόριο και κατάφερε ν’ αποκτήσει τεράστια περιουσία, που του επέτρεπε να διαθέτει χρόνο για να φιλοσοφεί τη ματαιότητα της ζωής. Πριν να τον κατατάξουν στους Επτά Σοφούς της Αρχαιότητας, είχε κιόλας αναγνωριστεί, ως σοφός και μετρημένος άνθρωπος.
Όταν τον ερώτησαν, αν έχει τη γνώμη πως έδωσε στους Αθηναίους τους καλύτερους νόμους που μπορούσαν να θεσπιστούν, απάντησε θαρραλέα:
«Όχι! Τους έδωσα, όμως, τους καλύτερους, που μπορούσαν να δεχτούν»!
Με τους νόμους του, ο Σόλων επέβαλε τη λαϊκή συμμετοχή, άφησε μεγάλες αρμοδιότητες στους αριστοκράτες αλλά πέρασε την ως τότε ανεξέλεγκτη δράση τους μέσα από τους μηχανισμούς της έγκρισης από την πλειοψηφία. Καθιέρωσε, δηλαδή, την ισορροπία του ελέγχου, κάνοντας πράξη την περί ευνομούμενης πολιτείας φιλοσοφία του. Όταν τον ερώτησαν πώς αντιλαμβάνεται μια τέτοια πολιτεία, απάντησε:
«Είναι αυτή, της οποίας οι πολίτες υπακούουν στους κυβερνήτες τους και οι κυβερνήτες υπακούουν στους νόμους».
Του ζήτησαν να προχωρήσει στην ανακατανομή της γης, που οι αριστοκράτες είχαν ουσιαστικά αρπάξει. Αρνήθηκε τονίζοντας πως κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με αιτία εμφύλιου πολέμου. Θέσπισε, όμως, τη σεισάχθεια (την άρση βαρών, όπως θα τη λέγαμε σήμερα) και με μια μονοκονδυλιά έσβησε όλα τα χρέη, εκτός από τα εμπορικά, κι απαγόρευσε στο εξής, τον δανεισμό με ενέχυρο το σώμα του δανειζόμενου. Μια και κανένας δε χρωστούσε πια τίποτα σε κανέναν, όλοι όσοι είχαν γίνει δούλοι για χρέη ελευθερώθηκαν. Με χρήματα του κράτους ελευθερώθηκαν και όσοι είχαν πουληθεί έξω από την Αττική. Οι πλούσιοι τον κατηγόρησα ότι η νομοθεσία του ισοδυναμούσε με κατάσχεση αλλά δεν μπόρεσαν να τον διαβάλουν, επειδή γρήγορα γνωστοποιήθηκε ότι ο ίδιος ήταν μεγάλος πιστωτής και άρα μεγάλος χαμένος από τον ίδιο του τον νόμο. Δέκα χρόνια αργότερα, όλοι αναγνώριζαν ότι το μέτρο αυτό έσωσε την Αθήνα από την περιπέτεια μιας επανάστασης.
Η μεγάλη επιτυχία των νόμων του Σόλωνα εντοπίζεται στην επέκτασή τους σε πλούσιους και φτωχούς και στην καθιέρωση της συμμετοχής στα κοινά βάρη ανάλογα με τη δυνατότητα του καθένα. Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε τη διαφθορά, δείχνει πως είχε μυαλό «περπατημένου» και οξυδερκούς ανθρώπου, ο οποίος κατανοεί ότι «το χρήμα δεν είναι το παν, πετυχαίνει όμως το παν». Με ένα πολυσυζητημένο νόμο, μείωσε το ύψος της προίκας, ώστε, στους γάμους, να πρυτανεύει η αγάπη και η θέληση για τη δημιουργία οικογένειας κι όχι το συμφέρον. Όταν, όμως, του ζήτησαν να νομοθετήσει εναντίον των αγάμων, αρνήθηκε:
«Μια γυναίκα είναι βαρύ φορτίο», είπε.
Το μεγάλο επίτευγμά του, πάντως, ονομάζεται Ηλιαία. Ήταν ένα δικαστήριο ενόρκων, το οποίο δίκαζε τα πάντα εκτός από τους φόνους και τις ιεροσυλίες, που παρέμειναν στη δικαιοδοσία του Αρείου Πάγου. Την αποτελούσαν 6.000 δικαστές, που κληρώνονταν μεταξύ όλων των ελεύθερων πολιτών. Σε κάθε δίκη, δίκαζαν πεντακόσιοι που ορίζονταν με κλήρο το πρωί κι ήταν υποχρεωμένοι να εκδώσουν απόφαση ως τη δύση του ηλίου.
«Διότι», όπως γράφει σκωπτικά ο Διογένης ο Λαέρτιος, «ακόμα και για έναν Αθηναίο ήταν πολύ δύσκολο, σε μια μόνο μέρα, να δωροδοκήσει 500 δικαστές».
Κάποια άλλα από τα μέτρα που πήρε στον κοινωνικό τομέα, φανερώνουν σε ποιο σημείο κατάπτωσης είχε φτάσει η πόλη, που έμελλε, έναν αιώνα αργότερα, να σώσει την Ελλάδα από την περσική απειλή και να δημιουργήσει τον χρυσό αιώνα του πνεύματος και της τέχνης:
Οι γυναίκες απαγορευόταν να έχουν πάνω από τρεις φορεσιές, οι πομπώδεις τελετές τιμωρούνταν με βαριά πρόστιμα, οι πολυδάπανες θυσίες καταργήθηκαν, ενώ έτρωγε βαρύ πρόστιμο, όποιος το παράκανε με τα μοιρολόγια στις κηδείες. Έτσι, η επίδειξη χτυπήθηκε καίρια κι οι Αθηναίοι, θέλοντας και μη, οδηγήθηκαν στη σοφία του γνωμικού «παν μέτρον άριστον» (όλα με μέτρο).
Στα 572 π.Χ. σε ηλικία 67 χρόνων ο Σόλων αποσύρθηκε. Του πρότειναν να γίνει ισόβιος δικτάτορας. Αρνήθηκε:
«Η δικτατορία είναι ωραία τοποθεσία για να μένει κάποιος αλλά δεν προσφέρει τρόπο επιστροφής», είπε.
Ζήτησε από τους Αθηναίους να του ορκιστούν ότι θα εφαρμόζουν τους νόμους για τα δέκα επόμενα χρόνια κι έφυγε να γνωρίσει τον κόσμο.
Πήγε στην Αίγυπτο, πέρασε από την Κύπρο, όπου τον παρακάλεσαν να τους φτιάξει νόμους, κι από εκεί πήγε στις Σάρδεις, στην αυλή του βασιλιά της Λυδίας Κροίσου, που θέλησε να του κάνει επίδειξη. Ο Λυδός τον περιέφερε στο παλάτι δείχνοντάς του τα συσσωρευμένα πλούτη κι έπειτα τον ρώτησε, ποιον θεωρούσε πιο ευτυχισμένο άνθρωπο στον κόσμο. Ο σοφός του απαρίθμησε περιπτώσεις ανθρώπων, που όλοι τους ήταν πια νεκροί. Ο Κροίσος διαμαρτυρήθηκε κι ο Αθηναίος του είπε το περίφημο:
Επέστρεψε στην πατρίδα του πολύ γέρος και πανέτοιμος να δεχτεί τον θάνατο. Πικράθηκε, όταν είδε τον μακρινό του ξάδερφο, Πεισίστρατο, να εξαπατά συμμάχους και αντιπάλους και να γίνεται τύραννος. Τότε, σε ένδειξη διαμαρτυρίας, έβγαλε έξω από την πόρτα τα όπλα του και την ασπίδα, σημάδι ότι εγκαταλείπει την πολιτική, κι αναστέναξε:
«Κάθε Αθηναίος μόνος του έχει το βήμα της αλεπούς. Όλοι μαζί, όμως, περπατούν σα χήνες».
Πέθανε το 559 π.Χ. σε ηλικία 80 χρόνων.
Η αυστηρή νομοθεσία του Δράκοντα (621 π.Χ.) δεν καλυτέρευσε τα πράγματα, καθώς η αριστοκρατία την χρησιμοποίησε για το δικό της συμφέρον. Μια ακόμα εξέγερση (616 ή 612 π.Χ.) ενός Κύλωνα πνίγηκε στο αίμα. Οι οπαδοί του σφάχτηκαν, αν και είχαν καταφύγει ικέτες σε ναό. Ένας λοιμός, που έπεσε στην πόλη, ερμηνεύτηκε ως θεία δίκη για το «Κυλώνειον άγος», όπως ονομάστηκε.
Ο επώνυμος άρχοντας Μεγακλής, της οικογένειας των Αλκμεωνιδών, θεωρήθηκε υπεύθυνος της σφαγής κι εξορίστηκε με όλη την οικογένειά του, ενώ ο σοφός Επιμενίδης ο Κρης κλήθηκε να εξαγνίσει την πόλη. Ο Επιμενίδης έκανε τον καθαρμό αλλά και πρότεινε στους Αθηναίους να αναθέσουν στον φίλο του, σοφό έμπορο Σόλωνα, να φτιάξει νέους νόμους. Ήταν το 594 π.Χ.
Όταν ο Σόλων προτάθηκε να γίνει νομοθέτης με δικτατορικές εξουσίες, ανήκε ήδη στη γενιά των σαραντάρηδων που πολλά υπόσχονταν στον πολιτικό στίβο της εποχής. Γεννήθηκε το 639 π.Χ. από πατέρα κατευθείαν απόγονο του θρυλικού τελευταίου βασιλιά Κόδρου (και μακρινού απόγονου του θεού Ποσειδώνα). Γεννήθηκε αριστοκράτης, γλέντησε στα νιάτα του για τα καλά, έγραψε ποιήματα, που υμνούσαν τη φιλία, κι ένα εμβατήριο, που ξεσήκωσε τους Αθηναίους να πάρουν τη Σαλαμίνα. Νωρίς, μπήκε δυναμικά στο εμπόριο και κατάφερε ν’ αποκτήσει τεράστια περιουσία, που του επέτρεπε να διαθέτει χρόνο για να φιλοσοφεί τη ματαιότητα της ζωής. Πριν να τον κατατάξουν στους Επτά Σοφούς της Αρχαιότητας, είχε κιόλας αναγνωριστεί, ως σοφός και μετρημένος άνθρωπος.
Έμβλημά του είχε το γνωμικό «μηδέν άγαν» (τίποτα υπερβολικό), που ο ίδιος πρωτοείπε και που τήρησε με ευλάβεια σε όλη του τη ζωή αλλά και στους νόμους του. Αυτή του, άλλωστε, η προσήλωση στη μετριοπάθεια αποτέλεσε και την κρυφή ελπίδα εκείνων που εισηγήθηκαν να του ανατεθούν οι τύχες της πόλης. Τους δικαίωσε πετυχαίνοντας το ακατόρθωτο: Να συμβιβάσει πλούσιους και φτωχούς για πρώτη και τελευταία φορά στην Παγκόσμια Ιστορία!
Όταν τον ερώτησαν, αν έχει τη γνώμη πως έδωσε στους Αθηναίους τους καλύτερους νόμους που μπορούσαν να θεσπιστούν, απάντησε θαρραλέα:
«Όχι! Τους έδωσα, όμως, τους καλύτερους, που μπορούσαν να δεχτούν»!
Με τους νόμους του, ο Σόλων επέβαλε τη λαϊκή συμμετοχή, άφησε μεγάλες αρμοδιότητες στους αριστοκράτες αλλά πέρασε την ως τότε ανεξέλεγκτη δράση τους μέσα από τους μηχανισμούς της έγκρισης από την πλειοψηφία. Καθιέρωσε, δηλαδή, την ισορροπία του ελέγχου, κάνοντας πράξη την περί ευνομούμενης πολιτείας φιλοσοφία του. Όταν τον ερώτησαν πώς αντιλαμβάνεται μια τέτοια πολιτεία, απάντησε:
«Είναι αυτή, της οποίας οι πολίτες υπακούουν στους κυβερνήτες τους και οι κυβερνήτες υπακούουν στους νόμους».
Του ζήτησαν να προχωρήσει στην ανακατανομή της γης, που οι αριστοκράτες είχαν ουσιαστικά αρπάξει. Αρνήθηκε τονίζοντας πως κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με αιτία εμφύλιου πολέμου. Θέσπισε, όμως, τη σεισάχθεια (την άρση βαρών, όπως θα τη λέγαμε σήμερα) και με μια μονοκονδυλιά έσβησε όλα τα χρέη, εκτός από τα εμπορικά, κι απαγόρευσε στο εξής, τον δανεισμό με ενέχυρο το σώμα του δανειζόμενου. Μια και κανένας δε χρωστούσε πια τίποτα σε κανέναν, όλοι όσοι είχαν γίνει δούλοι για χρέη ελευθερώθηκαν. Με χρήματα του κράτους ελευθερώθηκαν και όσοι είχαν πουληθεί έξω από την Αττική. Οι πλούσιοι τον κατηγόρησα ότι η νομοθεσία του ισοδυναμούσε με κατάσχεση αλλά δεν μπόρεσαν να τον διαβάλουν, επειδή γρήγορα γνωστοποιήθηκε ότι ο ίδιος ήταν μεγάλος πιστωτής και άρα μεγάλος χαμένος από τον ίδιο του τον νόμο. Δέκα χρόνια αργότερα, όλοι αναγνώριζαν ότι το μέτρο αυτό έσωσε την Αθήνα από την περιπέτεια μιας επανάστασης.
Η μεγάλη επιτυχία των νόμων του Σόλωνα εντοπίζεται στην επέκτασή τους σε πλούσιους και φτωχούς και στην καθιέρωση της συμμετοχής στα κοινά βάρη ανάλογα με τη δυνατότητα του καθένα. Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε τη διαφθορά, δείχνει πως είχε μυαλό «περπατημένου» και οξυδερκούς ανθρώπου, ο οποίος κατανοεί ότι «το χρήμα δεν είναι το παν, πετυχαίνει όμως το παν». Με ένα πολυσυζητημένο νόμο, μείωσε το ύψος της προίκας, ώστε, στους γάμους, να πρυτανεύει η αγάπη και η θέληση για τη δημιουργία οικογένειας κι όχι το συμφέρον. Όταν, όμως, του ζήτησαν να νομοθετήσει εναντίον των αγάμων, αρνήθηκε:
«Μια γυναίκα είναι βαρύ φορτίο», είπε.
Το μεγάλο επίτευγμά του, πάντως, ονομάζεται Ηλιαία. Ήταν ένα δικαστήριο ενόρκων, το οποίο δίκαζε τα πάντα εκτός από τους φόνους και τις ιεροσυλίες, που παρέμειναν στη δικαιοδοσία του Αρείου Πάγου. Την αποτελούσαν 6.000 δικαστές, που κληρώνονταν μεταξύ όλων των ελεύθερων πολιτών. Σε κάθε δίκη, δίκαζαν πεντακόσιοι που ορίζονταν με κλήρο το πρωί κι ήταν υποχρεωμένοι να εκδώσουν απόφαση ως τη δύση του ηλίου.
«Διότι», όπως γράφει σκωπτικά ο Διογένης ο Λαέρτιος, «ακόμα και για έναν Αθηναίο ήταν πολύ δύσκολο, σε μια μόνο μέρα, να δωροδοκήσει 500 δικαστές».
Κάποια άλλα από τα μέτρα που πήρε στον κοινωνικό τομέα, φανερώνουν σε ποιο σημείο κατάπτωσης είχε φτάσει η πόλη, που έμελλε, έναν αιώνα αργότερα, να σώσει την Ελλάδα από την περσική απειλή και να δημιουργήσει τον χρυσό αιώνα του πνεύματος και της τέχνης:
Οι γυναίκες απαγορευόταν να έχουν πάνω από τρεις φορεσιές, οι πομπώδεις τελετές τιμωρούνταν με βαριά πρόστιμα, οι πολυδάπανες θυσίες καταργήθηκαν, ενώ έτρωγε βαρύ πρόστιμο, όποιος το παράκανε με τα μοιρολόγια στις κηδείες. Έτσι, η επίδειξη χτυπήθηκε καίρια κι οι Αθηναίοι, θέλοντας και μη, οδηγήθηκαν στη σοφία του γνωμικού «παν μέτρον άριστον» (όλα με μέτρο).
Στα 572 π.Χ. σε ηλικία 67 χρόνων ο Σόλων αποσύρθηκε. Του πρότειναν να γίνει ισόβιος δικτάτορας. Αρνήθηκε:
«Η δικτατορία είναι ωραία τοποθεσία για να μένει κάποιος αλλά δεν προσφέρει τρόπο επιστροφής», είπε.
Ζήτησε από τους Αθηναίους να του ορκιστούν ότι θα εφαρμόζουν τους νόμους για τα δέκα επόμενα χρόνια κι έφυγε να γνωρίσει τον κόσμο.
Πήγε στην Αίγυπτο, πέρασε από την Κύπρο, όπου τον παρακάλεσαν να τους φτιάξει νόμους, κι από εκεί πήγε στις Σάρδεις, στην αυλή του βασιλιά της Λυδίας Κροίσου, που θέλησε να του κάνει επίδειξη. Ο Λυδός τον περιέφερε στο παλάτι δείχνοντάς του τα συσσωρευμένα πλούτη κι έπειτα τον ρώτησε, ποιον θεωρούσε πιο ευτυχισμένο άνθρωπο στον κόσμο. Ο σοφός του απαρίθμησε περιπτώσεις ανθρώπων, που όλοι τους ήταν πια νεκροί. Ο Κροίσος διαμαρτυρήθηκε κι ο Αθηναίος του είπε το περίφημο:
«Μηδένα προ του τέλους μακάριζε» (μην καλοτυχίζεις κανέναν, πριν να δεις πώς πέθανε).
Επέστρεψε στην πατρίδα του πολύ γέρος και πανέτοιμος να δεχτεί τον θάνατο. Πικράθηκε, όταν είδε τον μακρινό του ξάδερφο, Πεισίστρατο, να εξαπατά συμμάχους και αντιπάλους και να γίνεται τύραννος. Τότε, σε ένδειξη διαμαρτυρίας, έβγαλε έξω από την πόρτα τα όπλα του και την ασπίδα, σημάδι ότι εγκαταλείπει την πολιτική, κι αναστέναξε:
«Κάθε Αθηναίος μόνος του έχει το βήμα της αλεπούς. Όλοι μαζί, όμως, περπατούν σα χήνες».
Πέθανε το 559 π.Χ. σε ηλικία 80 χρόνων.
Μια συνήθεια συχνά μπορεί να αποδειχθεί είτε ευλογία είτε κατάρα
Όταν οι ερευνητές του ΜΙΤ άρχισαν να μελετούν τις συνήθειες στη δεκαετία του 1990, ήθελαν να μάθουν περισσότερα πράγματα για ένα μικρό τμήμα νευρολογικού ιστού, τα λεγόμενα βασικά γάγγλια. Αν φανταστούμε τον ανθρώπινο εγκέφαλο σαν ένα κρεμμύδι που αποτελείται από απανωτά στρώματα κυττάρων, τότε τα εξωτερικά στρώματα – αυτά που είναι πιο κοντά στο κρανίο σε γενικές γραμμές έχουν προστεθεί πιο πρόσφατα στον εγκέφαλο μέσα από τη διαδικασία της εξέλιξης. Όταν κάνουμε μια νέα εφεύρεση ή όταν γελάμε με το αστείο ενός φίλου, τότε λειτουργούν αυτά τα εξωτερικά μέρη του εγκεφάλου μας. Εκεί είναι η έδρα της πιο πολύπλοκης σκέψης. Πιο βαθιά μέσα στον εγκέφαλο και πιο κοντά στο εγκεφαλικό στέλεχος –εκεί όπου ο εγκέφαλος συναντά τoν νωτιαίο μυελό- υπάρχουν παλαιότερες και πιο πρωτόγονες δομές. Αυτές ελέγχουν τις αυτόματες συμπεριφορές μας, όπως η αναπνοή και η κατάποση, ή την αντίδραση αιφνιδιασμού που προκαλείται όταν κάποιος μάς τρομάζει. Προς το κέντρο του εγκεφάλου υπάρχει μια μάζα ιστών με μέγεθος μπάλας του γκολφ, παρόμοια με μιαν αντίστοιχη μάζα που βρίσκουμε στον εγκέφαλο ενός ψαριού, ενός ερπετού ή ενός θηλαστικού. Πρόκειται για τα βασικά γάγγλια, μια ελλειψοειδή δομή κυττάρων που επί χρόνια οι επιστήμονες δεν την είχαν κατανοήσει πολύ καλά, πέρα από το να υποψιάζονται ότι έπαιζε ένα ρόλο σε παθήσεις όπως η νόσος του Πάρκινσον.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, οι ερευνητές του ΜΙΤ άρχισαν να αναρωτιούνται μήπως τα βασικά γάγγλια συμμετείχαν και στη λειτουργία των συνηθειών. Πρόσεξαν ότι ζώα με στα βασικά γάγγλια ξαφνικά εμφάνιζαν προβλήματα σε δραστηριότητες όπως το να μάθουν να τρέχουν μέσα σε λαβυρίνθους ή να θυμούνται πώς να ανοίγουν δοχεία με φαγητό. Αποφάσισαν να πειραματιστούν χρησιμοποιώντας νέες μικροτεχνολογίες που τους επέτρεπαν να παρατηρούν με κάθε λεπτομέρεια τι συνέβαινε μέσα στο μυαλό των ποντικών καθώς εκτελούσαν δεκάδες διαφορετικές δραστηριότητες ρουτίνας. Τοποθέτησαν λοιπόν χειρουργικά στον εγκέφαλο κάθε ποντικού δεκάδες μικροσκοπικά σύρματα. Στη συνέχεια, έβαλαν το ζώο σε έναν λαβύρινθο σχήματος Τ, στη μία άκρη του οποίου υπήρχε σοκολάτα.
Ο ποντικός βρισκόταν πίσω από ένα χώρισμα που άνοιγε όταν ακουγόταν ένα δυνατό «κλικ». Αρχικά, όταν ένας ποντικός άκουγε το κλικ και έβλεπε το διαχωριστικό να εξαφανίζεται, συνήθως άρχιζε να περιπλανιέται πάνω κάτω στον κεντρικό διάδρομο, μυρίζοντας στις γωνίες και γρατζουνώντας τους τοίχους. Έδειχνε να μυρίζει την σοκολάτα, αλλά δεν ήξερε πώς να τη βρει. Όταν έφτανε στην κορυφή του T, συχνά έστριβε δεξιά, μακριά από τη σοκολάτα, και μετά πήγαινε αριστερά, σταματώντας μερικές φορές χωρίς κανένα φανερό λόγο. Τελικά τα περισσότερα ζώα ανακάλυπταν τη σοκολάτα. Όμως δεν υπήρχε κανένα διακριτό πρότυπο στις περιπλανήσεις τους μέχρι να την ανακαλύψουν. Ήταν λες και κάθε ποντικός έκανε έναν νωχελικό περίπατο χωρίς σκέψεις.
Όμως, τα ηλεκτρόδια στον εγκέφαλο του ποντικού έδιναν μια διαφορετική εικόνα. Όσο κάθε ζώο περιπλανιόταν μέσα στο λαβύρινθο, ο εγκέφαλός του -και ιδιαίτερα τα βασικά γάγγλια- λειτουργούσε εντατικά. Κάθε φορά που ο ποντικός οσφραινόταν τον αέρα ή έξυνε τον τοίχο, μέσα στον εγκέφαλό του συνέβαινε μια έκρηξη δραστηριότητας, σαν να ανέλυε κάθε νέα οσμή, εικόνα και ήχο. Όσο περιπλανιόταν ο ποντικός, επεξεργαζόταν πληροφορίες.
Οι επιστήμονες επανέλαβαν το πείραμα ξανά και ξανά, παρακoλουθώντας πώς άλλαζε η δραστηριότητα στον εγκέφαλο του ποντικού καθώς ακολουθούσε την ίδια διαδρομή εκατοντάδες φορές. Βαθμιαία είδαν μια σειρά από αλλαγές. Οι ποντικοί έπαψαν να μυρίζουν γωνίες και να κάνουν λάθος στροφές και άρχισαν να διασχίζουν το λαβύρινθο όλο και πιο γρήγορα. Και μέσα στον εγκέφαλό τους συνέβαινε κάτι απρόσμενο: καθώς ο ποντικός μάθαινε να κινείται μέσα στο λαβύρινθο, η νοητική του δραστηριότητα μειωνόταν. Καθώς η διαδρομή γινόταν όλο και πιο αυτόματη, ο ποντικός άρχιζε να σκέφτεται όλο και λιγότερο. Ήταν λες και τις πρώτες φορές που ο ποντικός εξερευνούσε το λαβύρινθο ο εγκέφαλός του λειτουργούσε σε πλήρη ισχύ για να βγάλει νόημα από όλες τις νέες πληροφορίες. Όμως, αφού επί μερικές ημέρες διένυε ξανά και ξανά την ίδια διαδρομή, δε χρειαζόταν πια να γρατζουνίσει τους τοίχους ή να οσφρανθεί τον αέρα· έτσι, η εγκεφαλική δραστηριότητα που συνδεόταν με το γρατζούνισμα και την όσφρηση έπαψε. Δε χρειαζόταν να επιλέξει προς τα πού να στρίψει, οπότε η δραστηριότητα στα κέντρα λήψης αποφάσεων έπαψε επίσης. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να θυμηθεί τον πιο γρήγορο δρόμο προς τη σοκολάτα. Μέσα σε μια εβδομάδα, ακόμη και οι εγκεφαλικές δομές που συνδέονται με τη μνήμη δεν εμφάνιζαν πλέον δραστηριότητα. Ο ποντικός είχε εσωτερικεύσει τόσο πολύ το πώς έπρεπε να κινηθεί στο λαβύρινθο, ώστε δε χρειαζόταν να σκεφτεί σχεδόν καθόλου. Όμως αυτή η εσωτερίκευση –τρέχα ίσια, στρίψε αριστερά, φάε τη σοκολάτα- στηριζόταν στα βασικά γάγγλια, όπως έδειξαν τα ηλεκτρόδια. Αυτή η μικροσκοπική αρχαία νευρολογική δομή έδειχνε να αναλαμβάνει τον έλεγχο καθώς ο ποντικός έτρεχε όλο και πιο γρήγορα και ο εγκέφαλός του λειτουργούσε όλο και λιγότερο. Τα βασικά γάγγλια έπαιζαν κεντρικό ρόλο στην ανάμνηση προτύπων συμπεριφοράς και στην εφαρμογή τους. Με άλλα λόγια, τα βασικά γάγγλια αποθήκευαν συνήθειες μη και όταν ο υπόλοιπος εγκέφαλος αδρανούσε.
Αυτή η διαδικασία –στην οποία ο εγκέφαλος μετατρέπει μια σειρά από πράξεις σε αυτόματη ρουτίνα- ονομάζεται «σύμπτυξη» ή «ομαδοποίηση» (chunking) και αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο του σχηματισμού συνηθειών. Υπάρχουν δεκάδες -αν όχι εκατοντάδες «συμπτύγματα» συμπεριφορών στα οποία βασιζόμαστε καθημερινά. Μερικά είναι απλά: βάζουμε αυτόματα οδοντόκρεμα στην οδοντόβουρτσά μας πριν τη βάλουμε στο στόμα μας. Μερικά, όπως το να ντυθούμε ή να μαγειρέψουμε, είναι λίγο πιο περίπλοκα.
Υπάρχουν και πάρα πολλά άλλα πολύπλοκα συμπτύγματα, ώστε είναι απορίας άξιο πώς καταφέρνει μια μικρή μάζα ιστών που δια μορφώθηκε από την εξέλιξη πριν από εκατομμύρια χρόνια να τα μετατρέπει σε συνήθειες. Ας πάρουμε μια δραστηριότητα όπως το να βγούμε με το αυτοκίνητο από το γκαράζ με την όπισθεν. Όταν μάθαμε για πρώτη φορά να οδηγούμε, η πράξη αυτή απαιτούσε μεγάλη αυτοσυγκέντρωση, και δικαιολογημένα: έπρεπε να ανοίξουμε το γκαράζ, να ξεκλειδώσουμε την πόρτα του αυτοκινήτου, να ρυθμίσουμε το κάθισμα, να βάλουμε το κλειδί στη μίζα, να το γυρίσουμε δεξιόστροφα, να ρυθμίσουμε τον εσωτερικό καθρέφτη, να ρυθμίσουμε και τους πλαϊνούς, να κοιτάξουμε μήπως υπάρχουν εμπόδια, να πατήσουμε ντεμπραγιάζ, να βάλουμε όπισθεν, να τραβήξουμε το χειρόφρενο, να σηκώσουμε βαθμιαία το πόδι από το ντεμπραγιάζ πατώντας ταυτόχρονα όσο χρειάζεται το γκάζι, να υπολογίσουμε νοερά την απόσταση ανάμεσα στο γκαράζ και το δρόμο ενώ ταυτόχρονα ελέγχουμε το τιμόνι και κοιτάζουμε μήπως έρχονται άλλα αυτοκίνητα, να μετατρέψουμε νοερά τις εικόνες στους καθρέφτες σε πραγματικές αποστάσεις ανάμεσα στον προφυλακτήρα, τους σκουπιδοτενεκέδες και τους φράχτες, και ταυτόχρονα, κατά πάσα πιθανότητα, να λέμε στον συνεπιβάτη μας να πάψει να παίζει με το ραδιόφωνο. Τώρα όμως τα κάνουμε όλα αυτά κάθε φορά που βγαίνουμε από το γκαράζ στο δρόμο χωρίς σχεδόν να το σκεφτόμαστε. Είναι μια ρουτίνα που έχει γίνει συνήθεια.
Εκατομμύρια άνθρωποι εκτελούν αυτό το πολύπλοκο μπαλέτο κάθε πρωί χωρίς να σκέφτονται, γιατί τη στιγμή που θα βγάλουμε τα κλειδιά του αυτοκινήτου από την τσέπη μας ενεργοποιούνται τα βασικά γάγγλια και αναγνωρίζουν τη συνήθεια που έχουμε αποθηκευμένη στον εγκέφαλό μας για την έξοδο του αυτοκινήτου από το γκαράζ στο δρόμο. Όταν αρχίσει να εκτελείται η ρουτίνα, η φαιά ουσία του εγκεφάλου είναι ελεύθερη είτε να παραμείνει ανενεργή είτε να κυνηγά άλλες σκέψεις. Γι’ αυτό, ενώ εκτελούμε αυτή τη ρουτίνα έχουμε ακόμη στη διάθεσή μας αρκετή νοητική «χωρητικότητα» για να συνειδητοποιήσουμε ότι ο γιος μας άφησε το καλάθι με το κολατσιό του στο σπίτι.
Οι συνήθειες, λένε οι επιστήμονες, εμφανίζονται επειδή ο εγκέφαλος αναζητεί συνεχώς τρόπους για να εξοικονομήσει προσπάθεια.
Oι συνήθειες, λένε οι επιστήμονες, εμφανίζονται επειδή ο εγκέφαλος αναζητεί συνεχώς τρόπους για να εξοικονομήσει προσπάθεια. Αν τον αφήσουμε ανενόχλητο, θα προσπαθήσει να μετατρέψει σχεδόν κάθε ρουτίνα σε συνήθεια, επειδή οι συνήθειες επιτρέπουν στο νου μας να ξεκουράζεται πιο συχνά. Αυτό το ένστικτο εξοικονόμησης προσπάθειας αποτελεί τεράστιο πλεονέκτημα. Ένας αποδοτικός εγκέφαλος απαιτεί μικρότερο χώρο, επομένως το κρανίο μπορεί να είναι μικρότερο, πράγμα που κάνει τον τοκετό πιο εύκολο, και επομένως προκαλεί λιγότερους θανάτους βρεφών και μητέρων. Ένας αποδοτικός εγκέφαλος επίσης μάς επιτρέπει να μη σκεφτόμαστε συνεχώς βασικές μας συμπεριφορές, όπως είναι το περπάτημα ή το να επιλέξουμε τι θα φάμε, ώστε να μπορούμε να αφιερώσουμε τη νοητική μας ενέργεια σε άλλες δραστηριότητες, όπως το να επινοήσουμε λόγχες, αρδευτικά συστήματα και, τελικά, αεροπλάνα και βιντεοπαιχνίδια. Όμως η εξοικονόμηση νοητικής προσπάθειας προσοχή: αν ο εγκέφαλός μας πάψει να παρακολουθεί σε λάθος στιγμή, μπορεί να μην προσέξουμε κάτι σημαντικό, όπως ένα αρπακτικό που κρύβεται θάμνους ή ένα αυτοκίνητο που έρχεται με μεγάλη ταχύτητα καθώς ετοιμαζόμαστε να βγούμε στο δρόμο. Έτσι, τα βασικά γάγγλια έχουν επινοήσει ένα έξυπνο σύστημα για να αποφασίζουν πότε πρέπει να αφήνουν τις συνήθειες να αναλάβουν τον έλεγχο. Είναι κάτι που συμβαίνει όποτε αρχίζει ή τελειώνει ένα σύμπτυγμα συμπεριφοράς. Για να καταλάβετε πώς λειτουργεί, ξανακοιτάξτε προσεκτικά το διάγραμμα των νευρολογικών συνηθειών του ποντικού. Προσέξτε ότι η εγκεφαλική δραστηριότητα φτάνει σε υψηλή τιμή στην αρχή του λαβυρίνθου, όταν ο ποντικός ακούει το κλικ, πριν αρχίσει να κινείται το παραπέτασμα, και ξανά στο τέλος, όταν βρίσκει τη σοκολάτα.
Αυτές οι εξάρσεις δραστηριότητας είναι τα σημεία όπου ο εγκέφαλος αποφασίζει πότε να παραχωρήσει τον έλεγχο σε μια συνήθεια, και ποια συνήθεια να χρησιμοποιήσει. Για παράδειγμα, πίσω από το παραπέτασμα είναι δύσκολο να ξέρει ο ποντικός αν βρίσκεται μέσα σε έναν γνωστό λαβύρινθο ή σε ένα άγνωστο ντουλάπι με μια γάτα να καραδοκεί απ’ έξω. Για να αντιμετωπίσει αυτή την αβεβαιότητα, ο εγκέφαλος αναλώνει μεγάλη προσπάθεια στην αρχή ενός συμπτύγματος συμπεριφοράς, αναζητώντας κάτι –ένα στοιχείο- που να του δείχνει ποια συνήθεια να χρησιμοποιήσει. Όσο ο ποντικός βρίσκεται πίσω από το παραπέτασμα, αν ακούσει ένα κλικ, ξέρει ότι πρέπει να χρησιμοποιήσει τη συνήθεια του λαβυρίνθου. Αν ακούσει ένα νιαούρισμα, επιλέγει διαφορετικό πρότυπο. Στο τέλος της δραστηριότητας, όταν εμφανίζεται η ανταμοιβή, ο εγκέφαλος ξυπνά και πάλι και βεβαιώνεται ότι όλα εκτυλίχθηκαν όπως τα περίμενε. Αυτή η διεργασία μέσα στον εγκέφαλό μας εκτελείται με έναν κύκλο τριών βημάτων. Πρώτα, εμφανίζεται ένα σήμα, ένα ερέθισμα που λέει στον εγκέφαλό μας να μπει σε αυτόματη λειτουργία, καθώς και ποια συνήθεια πρέπει να χρησιμοποιήσει. Μετά υπάρχει η ρουτίνα, που μπορεί να είναι σωματική, νοητική ή συναισθηματική. Τέλος, υπάρχει μια ανταμοιβή, που βοηθά τον εγκέφαλό μας να αποφασίσει αν αξίζει να θυμάται αυτό τον συγκεκριμένο κύκλο στο μέλλον.
Με το πέρασμα του χρόνου, αυτός ο κύκλος –σήμα, ρουτίνα, ανταμοιβή· σήμα, ρουτίνα, ανταμοιβή– γίνεται όλο και πιο αυτόματα. Το σήμα και η ανταμοιβή συνδέονται μεταξύ τους μέχρι που εμφανίζεται μια ισχυρή αίσθηση προσδοκίας και λαχτάρας. Τελικά, είτε σε ένα κρύο εργαστήριο του ΜΙΤ είτε στο γκαράζ μας, μια συνήθεια γεννιέται.
Οι συνήθειες δεν είναι πάγιες και αμετάβλητες. Μπορούμε να τις αγνοήσουμε, να τις τροποποιήσουμε ή να τις αντικαταστήσουμε. Όμως η ανακάλυψη του κύκλου της συνήθειας είναι τόσο σημαντική επειδή αποκαλύπτει μια βασική αλήθεια: όταν εμφανίζεται μια συνήθεια, ο εγκέφαλος παύει να συμμετέχει πλήρως στη λήψη αποφάσεων παύει να λειτουργεί τόσο εντατικά, ή εκτρέπει την εστίασή του σε άλλες δραστηριότητες. Αν δεν αντισταθούμε συνειδητά σε μια συνήθεια αν δε βρούμε νέες ρουτίνες, το πρότυπο συμπεριφοράς θα εκτελεστεί αυτόματα. Όμως, αν κατανοήσουμε πώς λειτουργούν οι συνήθειες -αν μάθουμε τη δομή του κύκλου της συνήθειας-, είναι πιο εύκολο να τις ελέγχουμε. Αφού αναλύσουμε μια συνήθεια στα συστατικά της μέρη, μπορούμε να κάνουμε παρεμβάσεις στη λειτουργία της.
«Έχουμε κάνει πειράματα στα οποία εκπαιδεύσαμε ποντικούς να τρέχουν σε ένα λαβύρινθο μέχρι που τους έγινε συνήθεια, και μετά σβήσαμε τη συνήθεια αλλάζοντας τη θέση της ανταμοιβής», μου είπε η Ανν Γκρέιμπιλ, μια επιστήμονας που επέβλεψε πολλά από τα πειράματα που αφορούσαν τα βασικά γάγγλια. «Μια μέρα, βάζου με την ανταμοιβή στην παλιά της θέση, και βάζουμε και τον ποντικό στο λαβύρινθο, και η παλιά συνήθεια επανεμφανίζεται αμέσως. Οι συνήθειες δεν εξαφανίζονται ποτέ τελείως. Είναι κωδικοποιημένες στις δομές του εγκεφάλου μας, και αυτό είναι ένα τεράστιο πλεονέκτημα για μας, γιατί θα ήταν τρομερό αν έπρεπε να ξαναμάθουμε να οδηγούμε κάθε φορά που γυρίζαμε από διακοπές. Το πρόβλημα είναι ότι ο εγκέφαλος δεν μπορεί να καταλάβει τη διαφορά ανάμεσα στις κακές και τις καλές συνήθειες, κι έτσι, αν έχεις μια κακή συνήθεια, εξακολουθεί να καραδοκεί μέσα του περιμένοντας τα κατάλληλα σήματα και ανταμοιβές».
Έτσι εξηγείται γιατί είναι τόσο δύσκολο να αποκτήσουμε τη συνήθεια να γυμναζόμαστε, για παράδειγμα, ή να αλλάξουμε τη δια τροφή μας. Όταν αναπτύξουμε τη ρουτίνα να καθόμαστε στον καναπέ αντί να κάνουμε τζόκινγκ, ή να τσιμπολογάμε κάτι κάθε φορά που μπαίνουμε στην κουζίνα, αυτά τα πρότυπα παραμένουν για πάν ντα στον εγκέφαλό μας. Με τον ίδιο κανόνα, όμως, αν μάθουμε να δημιουργούμε νέες νευρολογικές ρουτίνες, ρουτίνες που υπερνικούν αυτές τις συμπεριφορές -να πάρουμε τον έλεγχο του κύκλου της συνήθειας-, μπορούμε να απωθήσουμε αυτές τις κακές τάσεις στο παρασκήνιο. Άλλωστε, όταν κάποιος δημιουργεί ένα νέο πρότυπο, οι μελέτες έχουν δείξει ότι το να πάει για τζόγκινγκ ή να αγνοήσει τα μπισκότα γίνεται εξίσου αυτόματο με οποιαδήποτε άλλη συνήθεια.
Χωρίς τους κύκλους συνήθειας, ο εγκέφαλός μας θα κατέρρεε, θα πέθαινε υπερφόρτωση από τις μικρολεπτομέρειες της καθημερινής ζωής. Τα άτομα που έχουν υποστεί βλάβες στα βασικά γάγγλια, είτε από κακώσεις είτε από κάποια πάθηση, συχνά παραλύουν νοητικά. Δυσκολεύονται να εκτελέσουν βασικές δραστηριότητες, όπως να ανοίξουν μια πόρτα ή να αποφασίσουν τι να φάνε. Χάνουν την ικανότητα να αγνοούν ασήμαντες λεπτομέρειες. Για παράδειγμα, μια μελέτη έδειξε ότι οι ασθενείς με κακώσεις στα βασικά γάγγλια δεν μπορούσαν να αναγνωρίσουν τις εκφράσεις του προσώπου –ανάμεσά τους και τις εκφράσεις φόβου ή αηδίας– επειδή δεν ήξεραν σε ποιο μέρος του προσώπου να εστιάσουν. Χωρίς τα βασικά γάγγλια, χάνουμε την πρόσβαση σε εκατοντάδες συνήθειες στις οποίες στηριζόμαστε κάθε μέρα. Σταματήσατε σήμερα το πρωί για να αποφασίσετε αν θα δέσετε πρώτα το αριστερό ή το δεξί παπούτσι; Δυσκολευτήκατε να αποφασίσετε αν θα βουρτσίσετε τα δόντια σας πριν ή μετά το ντους: Φυσικά όχι. Αυτές οι αποφάσεις είναι αποτέλεσμα συνήθειας και γίνονται χωρίς προσπάθεια. Εφόσον τα βασικά γάγγλια είναι άθικτα και τα σήματα παραμένουν σταθερά, οι συμπεριφορές εκτελούνται χωρίς να το σκεφτούμε. (Αν και, όταν πάμε διακοπές, μπορεί να ντυθούμε με διαφορετικό τρόπο ή να βουρτσίσουμε τα δόντια μας σε ένα διαφορετικό σημείο της πρωινής μας ρουτίνας χωρίς να το προσέξουμε). Ταυτόχρονα, όμως, η εξάρτηση του εγκεφάλου από τις αυτόματες ρουτίνες μπορεί να είναι επικίνδυνη. Μια συνήθεια συχνά μπορεί να αποδειχθεί είτε ευλογία είτε κατάρα.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, οι ερευνητές του ΜΙΤ άρχισαν να αναρωτιούνται μήπως τα βασικά γάγγλια συμμετείχαν και στη λειτουργία των συνηθειών. Πρόσεξαν ότι ζώα με στα βασικά γάγγλια ξαφνικά εμφάνιζαν προβλήματα σε δραστηριότητες όπως το να μάθουν να τρέχουν μέσα σε λαβυρίνθους ή να θυμούνται πώς να ανοίγουν δοχεία με φαγητό. Αποφάσισαν να πειραματιστούν χρησιμοποιώντας νέες μικροτεχνολογίες που τους επέτρεπαν να παρατηρούν με κάθε λεπτομέρεια τι συνέβαινε μέσα στο μυαλό των ποντικών καθώς εκτελούσαν δεκάδες διαφορετικές δραστηριότητες ρουτίνας. Τοποθέτησαν λοιπόν χειρουργικά στον εγκέφαλο κάθε ποντικού δεκάδες μικροσκοπικά σύρματα. Στη συνέχεια, έβαλαν το ζώο σε έναν λαβύρινθο σχήματος Τ, στη μία άκρη του οποίου υπήρχε σοκολάτα.
Ο ποντικός βρισκόταν πίσω από ένα χώρισμα που άνοιγε όταν ακουγόταν ένα δυνατό «κλικ». Αρχικά, όταν ένας ποντικός άκουγε το κλικ και έβλεπε το διαχωριστικό να εξαφανίζεται, συνήθως άρχιζε να περιπλανιέται πάνω κάτω στον κεντρικό διάδρομο, μυρίζοντας στις γωνίες και γρατζουνώντας τους τοίχους. Έδειχνε να μυρίζει την σοκολάτα, αλλά δεν ήξερε πώς να τη βρει. Όταν έφτανε στην κορυφή του T, συχνά έστριβε δεξιά, μακριά από τη σοκολάτα, και μετά πήγαινε αριστερά, σταματώντας μερικές φορές χωρίς κανένα φανερό λόγο. Τελικά τα περισσότερα ζώα ανακάλυπταν τη σοκολάτα. Όμως δεν υπήρχε κανένα διακριτό πρότυπο στις περιπλανήσεις τους μέχρι να την ανακαλύψουν. Ήταν λες και κάθε ποντικός έκανε έναν νωχελικό περίπατο χωρίς σκέψεις.
Όμως, τα ηλεκτρόδια στον εγκέφαλο του ποντικού έδιναν μια διαφορετική εικόνα. Όσο κάθε ζώο περιπλανιόταν μέσα στο λαβύρινθο, ο εγκέφαλός του -και ιδιαίτερα τα βασικά γάγγλια- λειτουργούσε εντατικά. Κάθε φορά που ο ποντικός οσφραινόταν τον αέρα ή έξυνε τον τοίχο, μέσα στον εγκέφαλό του συνέβαινε μια έκρηξη δραστηριότητας, σαν να ανέλυε κάθε νέα οσμή, εικόνα και ήχο. Όσο περιπλανιόταν ο ποντικός, επεξεργαζόταν πληροφορίες.
Οι επιστήμονες επανέλαβαν το πείραμα ξανά και ξανά, παρακoλουθώντας πώς άλλαζε η δραστηριότητα στον εγκέφαλο του ποντικού καθώς ακολουθούσε την ίδια διαδρομή εκατοντάδες φορές. Βαθμιαία είδαν μια σειρά από αλλαγές. Οι ποντικοί έπαψαν να μυρίζουν γωνίες και να κάνουν λάθος στροφές και άρχισαν να διασχίζουν το λαβύρινθο όλο και πιο γρήγορα. Και μέσα στον εγκέφαλό τους συνέβαινε κάτι απρόσμενο: καθώς ο ποντικός μάθαινε να κινείται μέσα στο λαβύρινθο, η νοητική του δραστηριότητα μειωνόταν. Καθώς η διαδρομή γινόταν όλο και πιο αυτόματη, ο ποντικός άρχιζε να σκέφτεται όλο και λιγότερο. Ήταν λες και τις πρώτες φορές που ο ποντικός εξερευνούσε το λαβύρινθο ο εγκέφαλός του λειτουργούσε σε πλήρη ισχύ για να βγάλει νόημα από όλες τις νέες πληροφορίες. Όμως, αφού επί μερικές ημέρες διένυε ξανά και ξανά την ίδια διαδρομή, δε χρειαζόταν πια να γρατζουνίσει τους τοίχους ή να οσφρανθεί τον αέρα· έτσι, η εγκεφαλική δραστηριότητα που συνδεόταν με το γρατζούνισμα και την όσφρηση έπαψε. Δε χρειαζόταν να επιλέξει προς τα πού να στρίψει, οπότε η δραστηριότητα στα κέντρα λήψης αποφάσεων έπαψε επίσης. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να θυμηθεί τον πιο γρήγορο δρόμο προς τη σοκολάτα. Μέσα σε μια εβδομάδα, ακόμη και οι εγκεφαλικές δομές που συνδέονται με τη μνήμη δεν εμφάνιζαν πλέον δραστηριότητα. Ο ποντικός είχε εσωτερικεύσει τόσο πολύ το πώς έπρεπε να κινηθεί στο λαβύρινθο, ώστε δε χρειαζόταν να σκεφτεί σχεδόν καθόλου. Όμως αυτή η εσωτερίκευση –τρέχα ίσια, στρίψε αριστερά, φάε τη σοκολάτα- στηριζόταν στα βασικά γάγγλια, όπως έδειξαν τα ηλεκτρόδια. Αυτή η μικροσκοπική αρχαία νευρολογική δομή έδειχνε να αναλαμβάνει τον έλεγχο καθώς ο ποντικός έτρεχε όλο και πιο γρήγορα και ο εγκέφαλός του λειτουργούσε όλο και λιγότερο. Τα βασικά γάγγλια έπαιζαν κεντρικό ρόλο στην ανάμνηση προτύπων συμπεριφοράς και στην εφαρμογή τους. Με άλλα λόγια, τα βασικά γάγγλια αποθήκευαν συνήθειες μη και όταν ο υπόλοιπος εγκέφαλος αδρανούσε.
Αυτή η διαδικασία –στην οποία ο εγκέφαλος μετατρέπει μια σειρά από πράξεις σε αυτόματη ρουτίνα- ονομάζεται «σύμπτυξη» ή «ομαδοποίηση» (chunking) και αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο του σχηματισμού συνηθειών. Υπάρχουν δεκάδες -αν όχι εκατοντάδες «συμπτύγματα» συμπεριφορών στα οποία βασιζόμαστε καθημερινά. Μερικά είναι απλά: βάζουμε αυτόματα οδοντόκρεμα στην οδοντόβουρτσά μας πριν τη βάλουμε στο στόμα μας. Μερικά, όπως το να ντυθούμε ή να μαγειρέψουμε, είναι λίγο πιο περίπλοκα.
Υπάρχουν και πάρα πολλά άλλα πολύπλοκα συμπτύγματα, ώστε είναι απορίας άξιο πώς καταφέρνει μια μικρή μάζα ιστών που δια μορφώθηκε από την εξέλιξη πριν από εκατομμύρια χρόνια να τα μετατρέπει σε συνήθειες. Ας πάρουμε μια δραστηριότητα όπως το να βγούμε με το αυτοκίνητο από το γκαράζ με την όπισθεν. Όταν μάθαμε για πρώτη φορά να οδηγούμε, η πράξη αυτή απαιτούσε μεγάλη αυτοσυγκέντρωση, και δικαιολογημένα: έπρεπε να ανοίξουμε το γκαράζ, να ξεκλειδώσουμε την πόρτα του αυτοκινήτου, να ρυθμίσουμε το κάθισμα, να βάλουμε το κλειδί στη μίζα, να το γυρίσουμε δεξιόστροφα, να ρυθμίσουμε τον εσωτερικό καθρέφτη, να ρυθμίσουμε και τους πλαϊνούς, να κοιτάξουμε μήπως υπάρχουν εμπόδια, να πατήσουμε ντεμπραγιάζ, να βάλουμε όπισθεν, να τραβήξουμε το χειρόφρενο, να σηκώσουμε βαθμιαία το πόδι από το ντεμπραγιάζ πατώντας ταυτόχρονα όσο χρειάζεται το γκάζι, να υπολογίσουμε νοερά την απόσταση ανάμεσα στο γκαράζ και το δρόμο ενώ ταυτόχρονα ελέγχουμε το τιμόνι και κοιτάζουμε μήπως έρχονται άλλα αυτοκίνητα, να μετατρέψουμε νοερά τις εικόνες στους καθρέφτες σε πραγματικές αποστάσεις ανάμεσα στον προφυλακτήρα, τους σκουπιδοτενεκέδες και τους φράχτες, και ταυτόχρονα, κατά πάσα πιθανότητα, να λέμε στον συνεπιβάτη μας να πάψει να παίζει με το ραδιόφωνο. Τώρα όμως τα κάνουμε όλα αυτά κάθε φορά που βγαίνουμε από το γκαράζ στο δρόμο χωρίς σχεδόν να το σκεφτόμαστε. Είναι μια ρουτίνα που έχει γίνει συνήθεια.
Εκατομμύρια άνθρωποι εκτελούν αυτό το πολύπλοκο μπαλέτο κάθε πρωί χωρίς να σκέφτονται, γιατί τη στιγμή που θα βγάλουμε τα κλειδιά του αυτοκινήτου από την τσέπη μας ενεργοποιούνται τα βασικά γάγγλια και αναγνωρίζουν τη συνήθεια που έχουμε αποθηκευμένη στον εγκέφαλό μας για την έξοδο του αυτοκινήτου από το γκαράζ στο δρόμο. Όταν αρχίσει να εκτελείται η ρουτίνα, η φαιά ουσία του εγκεφάλου είναι ελεύθερη είτε να παραμείνει ανενεργή είτε να κυνηγά άλλες σκέψεις. Γι’ αυτό, ενώ εκτελούμε αυτή τη ρουτίνα έχουμε ακόμη στη διάθεσή μας αρκετή νοητική «χωρητικότητα» για να συνειδητοποιήσουμε ότι ο γιος μας άφησε το καλάθι με το κολατσιό του στο σπίτι.
Οι συνήθειες, λένε οι επιστήμονες, εμφανίζονται επειδή ο εγκέφαλος αναζητεί συνεχώς τρόπους για να εξοικονομήσει προσπάθεια.
Oι συνήθειες, λένε οι επιστήμονες, εμφανίζονται επειδή ο εγκέφαλος αναζητεί συνεχώς τρόπους για να εξοικονομήσει προσπάθεια. Αν τον αφήσουμε ανενόχλητο, θα προσπαθήσει να μετατρέψει σχεδόν κάθε ρουτίνα σε συνήθεια, επειδή οι συνήθειες επιτρέπουν στο νου μας να ξεκουράζεται πιο συχνά. Αυτό το ένστικτο εξοικονόμησης προσπάθειας αποτελεί τεράστιο πλεονέκτημα. Ένας αποδοτικός εγκέφαλος απαιτεί μικρότερο χώρο, επομένως το κρανίο μπορεί να είναι μικρότερο, πράγμα που κάνει τον τοκετό πιο εύκολο, και επομένως προκαλεί λιγότερους θανάτους βρεφών και μητέρων. Ένας αποδοτικός εγκέφαλος επίσης μάς επιτρέπει να μη σκεφτόμαστε συνεχώς βασικές μας συμπεριφορές, όπως είναι το περπάτημα ή το να επιλέξουμε τι θα φάμε, ώστε να μπορούμε να αφιερώσουμε τη νοητική μας ενέργεια σε άλλες δραστηριότητες, όπως το να επινοήσουμε λόγχες, αρδευτικά συστήματα και, τελικά, αεροπλάνα και βιντεοπαιχνίδια. Όμως η εξοικονόμηση νοητικής προσπάθειας προσοχή: αν ο εγκέφαλός μας πάψει να παρακολουθεί σε λάθος στιγμή, μπορεί να μην προσέξουμε κάτι σημαντικό, όπως ένα αρπακτικό που κρύβεται θάμνους ή ένα αυτοκίνητο που έρχεται με μεγάλη ταχύτητα καθώς ετοιμαζόμαστε να βγούμε στο δρόμο. Έτσι, τα βασικά γάγγλια έχουν επινοήσει ένα έξυπνο σύστημα για να αποφασίζουν πότε πρέπει να αφήνουν τις συνήθειες να αναλάβουν τον έλεγχο. Είναι κάτι που συμβαίνει όποτε αρχίζει ή τελειώνει ένα σύμπτυγμα συμπεριφοράς. Για να καταλάβετε πώς λειτουργεί, ξανακοιτάξτε προσεκτικά το διάγραμμα των νευρολογικών συνηθειών του ποντικού. Προσέξτε ότι η εγκεφαλική δραστηριότητα φτάνει σε υψηλή τιμή στην αρχή του λαβυρίνθου, όταν ο ποντικός ακούει το κλικ, πριν αρχίσει να κινείται το παραπέτασμα, και ξανά στο τέλος, όταν βρίσκει τη σοκολάτα.
Αυτές οι εξάρσεις δραστηριότητας είναι τα σημεία όπου ο εγκέφαλος αποφασίζει πότε να παραχωρήσει τον έλεγχο σε μια συνήθεια, και ποια συνήθεια να χρησιμοποιήσει. Για παράδειγμα, πίσω από το παραπέτασμα είναι δύσκολο να ξέρει ο ποντικός αν βρίσκεται μέσα σε έναν γνωστό λαβύρινθο ή σε ένα άγνωστο ντουλάπι με μια γάτα να καραδοκεί απ’ έξω. Για να αντιμετωπίσει αυτή την αβεβαιότητα, ο εγκέφαλος αναλώνει μεγάλη προσπάθεια στην αρχή ενός συμπτύγματος συμπεριφοράς, αναζητώντας κάτι –ένα στοιχείο- που να του δείχνει ποια συνήθεια να χρησιμοποιήσει. Όσο ο ποντικός βρίσκεται πίσω από το παραπέτασμα, αν ακούσει ένα κλικ, ξέρει ότι πρέπει να χρησιμοποιήσει τη συνήθεια του λαβυρίνθου. Αν ακούσει ένα νιαούρισμα, επιλέγει διαφορετικό πρότυπο. Στο τέλος της δραστηριότητας, όταν εμφανίζεται η ανταμοιβή, ο εγκέφαλος ξυπνά και πάλι και βεβαιώνεται ότι όλα εκτυλίχθηκαν όπως τα περίμενε. Αυτή η διεργασία μέσα στον εγκέφαλό μας εκτελείται με έναν κύκλο τριών βημάτων. Πρώτα, εμφανίζεται ένα σήμα, ένα ερέθισμα που λέει στον εγκέφαλό μας να μπει σε αυτόματη λειτουργία, καθώς και ποια συνήθεια πρέπει να χρησιμοποιήσει. Μετά υπάρχει η ρουτίνα, που μπορεί να είναι σωματική, νοητική ή συναισθηματική. Τέλος, υπάρχει μια ανταμοιβή, που βοηθά τον εγκέφαλό μας να αποφασίσει αν αξίζει να θυμάται αυτό τον συγκεκριμένο κύκλο στο μέλλον.
Με το πέρασμα του χρόνου, αυτός ο κύκλος –σήμα, ρουτίνα, ανταμοιβή· σήμα, ρουτίνα, ανταμοιβή– γίνεται όλο και πιο αυτόματα. Το σήμα και η ανταμοιβή συνδέονται μεταξύ τους μέχρι που εμφανίζεται μια ισχυρή αίσθηση προσδοκίας και λαχτάρας. Τελικά, είτε σε ένα κρύο εργαστήριο του ΜΙΤ είτε στο γκαράζ μας, μια συνήθεια γεννιέται.
Οι συνήθειες δεν είναι πάγιες και αμετάβλητες. Μπορούμε να τις αγνοήσουμε, να τις τροποποιήσουμε ή να τις αντικαταστήσουμε. Όμως η ανακάλυψη του κύκλου της συνήθειας είναι τόσο σημαντική επειδή αποκαλύπτει μια βασική αλήθεια: όταν εμφανίζεται μια συνήθεια, ο εγκέφαλος παύει να συμμετέχει πλήρως στη λήψη αποφάσεων παύει να λειτουργεί τόσο εντατικά, ή εκτρέπει την εστίασή του σε άλλες δραστηριότητες. Αν δεν αντισταθούμε συνειδητά σε μια συνήθεια αν δε βρούμε νέες ρουτίνες, το πρότυπο συμπεριφοράς θα εκτελεστεί αυτόματα. Όμως, αν κατανοήσουμε πώς λειτουργούν οι συνήθειες -αν μάθουμε τη δομή του κύκλου της συνήθειας-, είναι πιο εύκολο να τις ελέγχουμε. Αφού αναλύσουμε μια συνήθεια στα συστατικά της μέρη, μπορούμε να κάνουμε παρεμβάσεις στη λειτουργία της.
«Έχουμε κάνει πειράματα στα οποία εκπαιδεύσαμε ποντικούς να τρέχουν σε ένα λαβύρινθο μέχρι που τους έγινε συνήθεια, και μετά σβήσαμε τη συνήθεια αλλάζοντας τη θέση της ανταμοιβής», μου είπε η Ανν Γκρέιμπιλ, μια επιστήμονας που επέβλεψε πολλά από τα πειράματα που αφορούσαν τα βασικά γάγγλια. «Μια μέρα, βάζου με την ανταμοιβή στην παλιά της θέση, και βάζουμε και τον ποντικό στο λαβύρινθο, και η παλιά συνήθεια επανεμφανίζεται αμέσως. Οι συνήθειες δεν εξαφανίζονται ποτέ τελείως. Είναι κωδικοποιημένες στις δομές του εγκεφάλου μας, και αυτό είναι ένα τεράστιο πλεονέκτημα για μας, γιατί θα ήταν τρομερό αν έπρεπε να ξαναμάθουμε να οδηγούμε κάθε φορά που γυρίζαμε από διακοπές. Το πρόβλημα είναι ότι ο εγκέφαλος δεν μπορεί να καταλάβει τη διαφορά ανάμεσα στις κακές και τις καλές συνήθειες, κι έτσι, αν έχεις μια κακή συνήθεια, εξακολουθεί να καραδοκεί μέσα του περιμένοντας τα κατάλληλα σήματα και ανταμοιβές».
Έτσι εξηγείται γιατί είναι τόσο δύσκολο να αποκτήσουμε τη συνήθεια να γυμναζόμαστε, για παράδειγμα, ή να αλλάξουμε τη δια τροφή μας. Όταν αναπτύξουμε τη ρουτίνα να καθόμαστε στον καναπέ αντί να κάνουμε τζόκινγκ, ή να τσιμπολογάμε κάτι κάθε φορά που μπαίνουμε στην κουζίνα, αυτά τα πρότυπα παραμένουν για πάν ντα στον εγκέφαλό μας. Με τον ίδιο κανόνα, όμως, αν μάθουμε να δημιουργούμε νέες νευρολογικές ρουτίνες, ρουτίνες που υπερνικούν αυτές τις συμπεριφορές -να πάρουμε τον έλεγχο του κύκλου της συνήθειας-, μπορούμε να απωθήσουμε αυτές τις κακές τάσεις στο παρασκήνιο. Άλλωστε, όταν κάποιος δημιουργεί ένα νέο πρότυπο, οι μελέτες έχουν δείξει ότι το να πάει για τζόγκινγκ ή να αγνοήσει τα μπισκότα γίνεται εξίσου αυτόματο με οποιαδήποτε άλλη συνήθεια.
Χωρίς τους κύκλους συνήθειας, ο εγκέφαλός μας θα κατέρρεε, θα πέθαινε υπερφόρτωση από τις μικρολεπτομέρειες της καθημερινής ζωής. Τα άτομα που έχουν υποστεί βλάβες στα βασικά γάγγλια, είτε από κακώσεις είτε από κάποια πάθηση, συχνά παραλύουν νοητικά. Δυσκολεύονται να εκτελέσουν βασικές δραστηριότητες, όπως να ανοίξουν μια πόρτα ή να αποφασίσουν τι να φάνε. Χάνουν την ικανότητα να αγνοούν ασήμαντες λεπτομέρειες. Για παράδειγμα, μια μελέτη έδειξε ότι οι ασθενείς με κακώσεις στα βασικά γάγγλια δεν μπορούσαν να αναγνωρίσουν τις εκφράσεις του προσώπου –ανάμεσά τους και τις εκφράσεις φόβου ή αηδίας– επειδή δεν ήξεραν σε ποιο μέρος του προσώπου να εστιάσουν. Χωρίς τα βασικά γάγγλια, χάνουμε την πρόσβαση σε εκατοντάδες συνήθειες στις οποίες στηριζόμαστε κάθε μέρα. Σταματήσατε σήμερα το πρωί για να αποφασίσετε αν θα δέσετε πρώτα το αριστερό ή το δεξί παπούτσι; Δυσκολευτήκατε να αποφασίσετε αν θα βουρτσίσετε τα δόντια σας πριν ή μετά το ντους: Φυσικά όχι. Αυτές οι αποφάσεις είναι αποτέλεσμα συνήθειας και γίνονται χωρίς προσπάθεια. Εφόσον τα βασικά γάγγλια είναι άθικτα και τα σήματα παραμένουν σταθερά, οι συμπεριφορές εκτελούνται χωρίς να το σκεφτούμε. (Αν και, όταν πάμε διακοπές, μπορεί να ντυθούμε με διαφορετικό τρόπο ή να βουρτσίσουμε τα δόντια μας σε ένα διαφορετικό σημείο της πρωινής μας ρουτίνας χωρίς να το προσέξουμε). Ταυτόχρονα, όμως, η εξάρτηση του εγκεφάλου από τις αυτόματες ρουτίνες μπορεί να είναι επικίνδυνη. Μια συνήθεια συχνά μπορεί να αποδειχθεί είτε ευλογία είτε κατάρα.
Επιστήμονες μετρούν με ακρίβεια το χρόνο ζωής ενός νετρονίου
Πλέον ξέρουμε με ακρίβεια 99.9% τη διάρκεια ζωής ενός νετρονίου έξω από τον ατομικό πυρήνα, πριν μετατραπεί σε πρωτόνιο.
Πρόκειται για την πιο ακριβή μέτρηση που έχουμε έως σήμερα και αποτελεί βελτίωση κατά δύο φορές σε σχέση με προηγούμενες τεχνικές. Αυτό με τη σειρά του θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε πώς δημιουργήθηκε η πρώτη ύλη στο σύμπαν από μία καυτή σούπα πρωτονίων και νετρονίων στα πρώτα λεπτά του Big Bang.
Η διαδικασία όπου ένα νετρόνιο μετατρέπεται σε πρωτόνιο – με την εκπομπή ενός ηλεκτρονίου και ενός νετρίνου σχεδόν χωρίς μάζα – είναι μία από τις πιο εντυπωσιακές διεργασίες για τους φυσικούς. Η προσπάθεια να το μετρήσουμε αυτό με μεγάλη ακρίβεια είναι σημαντική, επειδή το να καταλάβουμε την ακριβή διάρκεια ζωής ενός νετρονίου μπορεί να μας διαφωτίσει στον τρόπο με τον οποίο αναπτύχθηκε το σύμπαν – ενώ θα επιτρέψει και στους φυσικούς να ανακαλύψουν τα ψεγάδια του μοντέλου μας για το υποατομικό σύμπαν που ξέρουμε ότι υπάρχει αλλά κανείς δεν μπόρεσε ακόμα να βρει. – Daniel Salvat, πυρηνικός φυσικός στο Indiana University Bloomington
Με επανειλημμένα πειράματα μεταξύ του 2017 και 2019, οι επιστήμονες μέτρησαν πάνω από 40 εκατομμύρια νετρόνια, συγκεντρώνοντας αρκετά στατιστικά δεδομένα για να διαπιστώσουν το χρόνο ζωής του νετρονίου.
Η διάρκεια ζωής του λοιπόν είναι 14 λεπτά και 38 δευτερόλεπτα.
Όταν τα νετρόνια βρίσκονται στους πυρήνες των ατόμων, μπορεί να παραμείνουν εκεί ακόμα και για δισεκατομμύρια χρόνια. Αλλά όταν τα νετρόνια είναι ελεύθερα εκτός ατόμου μετατρέπονται σε πρωτόνια και άλλα σωματίδια. Τις στιγμές μετά το Big Bang, η καυτή πυκνή ύλη που κατέκλυσε το σύμπαν ψύχθηκε σε quarks και ηλεκτρόνια. Εκατομμυριοστά του δευτερολέπτου αργότερα, τα quarks δημιούργησαν τα πρωτόνια και τα νετρόνια. Το να γνωρίζουμε τη διάρκεια ζωής του νετρονίου θα βοηθήσει τους φυσικούς να καταλάβουν αν παίζουν κάποιο ρόλο τα νετρόνια στη δημιουργία της μυστηριώδους μάζας του σύμπαντος που ονομάζουμε σκοτεινή ύλη.
Πρόκειται για την πιο ακριβή μέτρηση που έχουμε έως σήμερα και αποτελεί βελτίωση κατά δύο φορές σε σχέση με προηγούμενες τεχνικές. Αυτό με τη σειρά του θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε πώς δημιουργήθηκε η πρώτη ύλη στο σύμπαν από μία καυτή σούπα πρωτονίων και νετρονίων στα πρώτα λεπτά του Big Bang.
Η διαδικασία όπου ένα νετρόνιο μετατρέπεται σε πρωτόνιο – με την εκπομπή ενός ηλεκτρονίου και ενός νετρίνου σχεδόν χωρίς μάζα – είναι μία από τις πιο εντυπωσιακές διεργασίες για τους φυσικούς. Η προσπάθεια να το μετρήσουμε αυτό με μεγάλη ακρίβεια είναι σημαντική, επειδή το να καταλάβουμε την ακριβή διάρκεια ζωής ενός νετρονίου μπορεί να μας διαφωτίσει στον τρόπο με τον οποίο αναπτύχθηκε το σύμπαν – ενώ θα επιτρέψει και στους φυσικούς να ανακαλύψουν τα ψεγάδια του μοντέλου μας για το υποατομικό σύμπαν που ξέρουμε ότι υπάρχει αλλά κανείς δεν μπόρεσε ακόμα να βρει. – Daniel Salvat, πυρηνικός φυσικός στο Indiana University Bloomington
Με επανειλημμένα πειράματα μεταξύ του 2017 και 2019, οι επιστήμονες μέτρησαν πάνω από 40 εκατομμύρια νετρόνια, συγκεντρώνοντας αρκετά στατιστικά δεδομένα για να διαπιστώσουν το χρόνο ζωής του νετρονίου.
Η διάρκεια ζωής του λοιπόν είναι 14 λεπτά και 38 δευτερόλεπτα.
Όταν τα νετρόνια βρίσκονται στους πυρήνες των ατόμων, μπορεί να παραμείνουν εκεί ακόμα και για δισεκατομμύρια χρόνια. Αλλά όταν τα νετρόνια είναι ελεύθερα εκτός ατόμου μετατρέπονται σε πρωτόνια και άλλα σωματίδια. Τις στιγμές μετά το Big Bang, η καυτή πυκνή ύλη που κατέκλυσε το σύμπαν ψύχθηκε σε quarks και ηλεκτρόνια. Εκατομμυριοστά του δευτερολέπτου αργότερα, τα quarks δημιούργησαν τα πρωτόνια και τα νετρόνια. Το να γνωρίζουμε τη διάρκεια ζωής του νετρονίου θα βοηθήσει τους φυσικούς να καταλάβουν αν παίζουν κάποιο ρόλο τα νετρόνια στη δημιουργία της μυστηριώδους μάζας του σύμπαντος που ονομάζουμε σκοτεινή ύλη.
ΑΙΩΝΙΑ ΣΠΑΡΤΗ: Ζεύς πάντοτε κυβερνά...
Ο ΔΙΑΣ ΚΥΒΕΡΝΑ
Κυβερνά ο Δίας. Παγκόσμια η δύναμή του. Κάτω από τον Νόμο του Θεοί και άνθρωποι υποτάσσονται. Καλύτεροι είναι αυτοί που ακολουθούν τον Νόμο εθελοντικά. Αυτοί συνεργούν με τον Δία.
Η αλήθεια είναι ότι ο Δίας κινδύνευσε να χάσει την Βασιλεία του. Άργησε να γνωρίσει τον αντίπαλό του και την δύναμή του.
Ούτε ο Προμηθέας τον συμβούλεψε για τον μονόχνωτο Θεό της Ερήμου που παραμόνευε. Το ήξερε άραγε ο Προμηθέας; Παράξενο να μην ήξερε τα μελούμενα ο Τιτάνας. Όμως ο Κόσμος του Ιαχωβά ήταν τόσο πολύ διαφορετικός από τον Ολύμπιο Κόσμο, που μάλλον ο Προμηθέας δεν κατάλαβε τι γινότανε.
Βέβαια ο Δίας είχε φύγει από τον Όλυμπο και την Ελλάδα και είχε τον θρόνο του, κοντά στην κόρη του, την Ρώμη. Κυβέρνησε καλά, για αρκετά χρόνια, ο Δίας τον Κόσμο από την Ρώμη. Με την δύναμη και με βάση την πολλαπλότητα - ετερότητα που ένωνε τους πάντες κάτω από τον Νόμο η Ρώμη κυβερνούσε και τα Ολύμπια Ιδεώδη αν και χωρίς την αρχική τους λάμψη, καθοδηγούσαν τον κόσμο.
Η ευκαρία για τον Ιαχωβά παρουσιάστηκε όταν η Ρώμη αδυνάτισε και αναζήτησε με απόγνωση κάποια σωτήρια διέξοδο. Η σωστή λύση έπρεπε να είναι Ολύμπια. Έπρεπε να αναγνωρίζει την πολλότητα - πολλαπλότητα και να οροχωρήσει σε μία παγκόσμια Ομοσπονδιακή Ένωση που με βάση τα Ολύμπια Ιδανικά της ανεξαρτησίας, ελευθερίας και ατομικής ευθύνης να έφερνε ένωση και όχι ομοιομορφία, συνεργασία και όχι υποταγή.
Όμως ο μονόχνωτος Ιαχωβάς έχοντας προετοιμάσει το έδαφος έφερε την δουλοπρεπή ομοιόμορφη υποταγή των πάντων στην δύναμή του.
Προσπάθησε να αντιδράσει ο Δίας. Ήταν όμως αργά. Η μάχη είχε χαθεί και ο Δίας έχασε τον Θρόνο του.
Το μένος του Ιαχωβά εκδηλώθηκε βίαια. Ότι θύμιζε τον Δία κατεστράφη, διαπομπεύθηκε και διαστρεβλώθηκε. Στάχτη έγιναν τα σχολεία, τα Μουσεία και τα Ιερά του Ελληνισμού.
Τα Ολύμπια Ιερά, τα Ολύμπια φωτοβόλα κέντρα έπαψαν να υπάρχουν. Η μνήμη τους έγινε μισητή και κατάπτυστη. Έτσι το ήθελε ο Ιαχωβάς, έτσι έγινε.
Νικημένος ο Δίας απεσύρθη στην Γή. Έτσι έγινε και έτσι πίστευε ο Ιαχωβάς. Όμως ο Δίας άφησε πίσω του την Θεά Αθηνά να συνεχίσει τον πόλεμο.
Πράγματι η γλαυκομάτα Αθήνη ήξερε να πολεμά. Με βοηθούς την Αλήθεια και την Επιστήμη πολέμησαν τον Ιαχωβά και τους αγγέλους του. Ακόμη πολεμούν. Όμως έφεραν την Νίκη στον Δία και σήμερα ο Δίας είναι πίσω στον Θρόνο του.
Πού είναι ο Θρόνος του δεν είναι γνωστό. Μυστικά γίνεται η φανέρωση του Δία που ρίχνει καθημερινά τους κεραυνούς του κτυπώντας τον μονόχνωτο Θεό της Ερήμου.
Φυσικά ο Δίας έχει καλυφθεί με μυστήριο φως. Δεν θέλει να κάνει την Παρουσία του γνωστή. Όμως φίλοι Ολύμπιοι, αγαλιάστε. Ο Πατέρας Δίας κυβερνά πάλι. Χαρά απερίγραπτη έχω που γνώρισα το μυστήριο της Θείας Κυβέρνησης.
Ο λαός που ζή στην Ελλάδα θα αργήσει να γνωρίσει το Θείο γεγονός. Είχαν ξεχάσει τον Πατέρα Δία και ο Δίας δεν θέλει να φανερωθεί σ’ αυτούς. Θα έλθει η Ιερή στιγμή βέβαια, όταν οι Ρωμιοί γίνουν Έλληνες και η ανθελληνική ψυχή τους γίνει Ελληνική.
Έως τότε μυστικά ο Δίας κυβερνά τον Κόσμο.
Κυβερνά ο Δίας. Παγκόσμια η δύναμή του. Κάτω από τον Νόμο του Θεοί και άνθρωποι υποτάσσονται. Καλύτεροι είναι αυτοί που ακολουθούν τον Νόμο εθελοντικά. Αυτοί συνεργούν με τον Δία.
Η αλήθεια είναι ότι ο Δίας κινδύνευσε να χάσει την Βασιλεία του. Άργησε να γνωρίσει τον αντίπαλό του και την δύναμή του.
Ούτε ο Προμηθέας τον συμβούλεψε για τον μονόχνωτο Θεό της Ερήμου που παραμόνευε. Το ήξερε άραγε ο Προμηθέας; Παράξενο να μην ήξερε τα μελούμενα ο Τιτάνας. Όμως ο Κόσμος του Ιαχωβά ήταν τόσο πολύ διαφορετικός από τον Ολύμπιο Κόσμο, που μάλλον ο Προμηθέας δεν κατάλαβε τι γινότανε.
Βέβαια ο Δίας είχε φύγει από τον Όλυμπο και την Ελλάδα και είχε τον θρόνο του, κοντά στην κόρη του, την Ρώμη. Κυβέρνησε καλά, για αρκετά χρόνια, ο Δίας τον Κόσμο από την Ρώμη. Με την δύναμη και με βάση την πολλαπλότητα - ετερότητα που ένωνε τους πάντες κάτω από τον Νόμο η Ρώμη κυβερνούσε και τα Ολύμπια Ιδεώδη αν και χωρίς την αρχική τους λάμψη, καθοδηγούσαν τον κόσμο.
Η ευκαρία για τον Ιαχωβά παρουσιάστηκε όταν η Ρώμη αδυνάτισε και αναζήτησε με απόγνωση κάποια σωτήρια διέξοδο. Η σωστή λύση έπρεπε να είναι Ολύμπια. Έπρεπε να αναγνωρίζει την πολλότητα - πολλαπλότητα και να οροχωρήσει σε μία παγκόσμια Ομοσπονδιακή Ένωση που με βάση τα Ολύμπια Ιδανικά της ανεξαρτησίας, ελευθερίας και ατομικής ευθύνης να έφερνε ένωση και όχι ομοιομορφία, συνεργασία και όχι υποταγή.
Όμως ο μονόχνωτος Ιαχωβάς έχοντας προετοιμάσει το έδαφος έφερε την δουλοπρεπή ομοιόμορφη υποταγή των πάντων στην δύναμή του.
Προσπάθησε να αντιδράσει ο Δίας. Ήταν όμως αργά. Η μάχη είχε χαθεί και ο Δίας έχασε τον Θρόνο του.
Το μένος του Ιαχωβά εκδηλώθηκε βίαια. Ότι θύμιζε τον Δία κατεστράφη, διαπομπεύθηκε και διαστρεβλώθηκε. Στάχτη έγιναν τα σχολεία, τα Μουσεία και τα Ιερά του Ελληνισμού.
Τα Ολύμπια Ιερά, τα Ολύμπια φωτοβόλα κέντρα έπαψαν να υπάρχουν. Η μνήμη τους έγινε μισητή και κατάπτυστη. Έτσι το ήθελε ο Ιαχωβάς, έτσι έγινε.
Νικημένος ο Δίας απεσύρθη στην Γή. Έτσι έγινε και έτσι πίστευε ο Ιαχωβάς. Όμως ο Δίας άφησε πίσω του την Θεά Αθηνά να συνεχίσει τον πόλεμο.
Πράγματι η γλαυκομάτα Αθήνη ήξερε να πολεμά. Με βοηθούς την Αλήθεια και την Επιστήμη πολέμησαν τον Ιαχωβά και τους αγγέλους του. Ακόμη πολεμούν. Όμως έφεραν την Νίκη στον Δία και σήμερα ο Δίας είναι πίσω στον Θρόνο του.
Πού είναι ο Θρόνος του δεν είναι γνωστό. Μυστικά γίνεται η φανέρωση του Δία που ρίχνει καθημερινά τους κεραυνούς του κτυπώντας τον μονόχνωτο Θεό της Ερήμου.
Φυσικά ο Δίας έχει καλυφθεί με μυστήριο φως. Δεν θέλει να κάνει την Παρουσία του γνωστή. Όμως φίλοι Ολύμπιοι, αγαλιάστε. Ο Πατέρας Δίας κυβερνά πάλι. Χαρά απερίγραπτη έχω που γνώρισα το μυστήριο της Θείας Κυβέρνησης.
Ο λαός που ζή στην Ελλάδα θα αργήσει να γνωρίσει το Θείο γεγονός. Είχαν ξεχάσει τον Πατέρα Δία και ο Δίας δεν θέλει να φανερωθεί σ’ αυτούς. Θα έλθει η Ιερή στιγμή βέβαια, όταν οι Ρωμιοί γίνουν Έλληνες και η ανθελληνική ψυχή τους γίνει Ελληνική.
Έως τότε μυστικά ο Δίας κυβερνά τον Κόσμο.
ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (7.20.3-7.20.10)
[7.20.3] Δύο δὲ νῆσοι κατὰ τὸ στόμα τοῦ Εὐφράτου πελάγιαι ἐξηγγέλλοντο αὐτῷ, ἡ μὲν πρώτη οὐ πρόσω τῶν ἐκβολῶν τοῦ Εὐφράτου, ἐς ἑκατὸν καὶ εἴκοσι σταδίους ἀπέχουσα ἀπὸ τοῦ αἰγιαλοῦ τε καὶ τοῦ στόματος τοῦ ποταμοῦ, μικροτέρα αὕτη καὶ δασεῖα ὕλῃ παντοίᾳ· εἶναι δὲ ἐν αὐτῇ καὶ ἱερὸν Ἀρτέμιδος καὶ τοὺς οἰκήτορας αὐτῆς ἀμφὶ τὸ ἱερὸν τὴν δίαιταν ποιεῖσθαι· [7.20.4] νέμεσθαί τε αὐτὴν αἰξί τε ἀγρίαις καὶ ἐλάφοις, καὶ ταύτας ἀνεῖσθαι ἀφέτους τῇ Ἀρτέμιδι, οὐδὲ εἶναι θέμις θήραν ποιεῖσθαι ἀπ᾽ αὐτῶν, ὅτι μὴ θῦσαί τινα τῇ θεῷ ἐθέλοντα ἐπὶ τῷδε θηρᾶν μόνον· ἐπὶ τῷδε γὰρ οὐκ εἶναι ἀθέμιτον. [7.20.5] καὶ ταύτην τὴν νῆσον λέγει Ἀριστόβουλος ὅτι Ἴκαρον ἐκέλευσε καλεῖσθαι Ἀλέξανδρος ἐπὶ τῆς νήσου τῆς Ἰκάρου τῆς ἐν τῷ Αἰγαίῳ πόντῳ, ἐς ἥντινα Ἴκαρον τὸν Δαιδάλου τακέντος τοῦ κηροῦ ὅτῳ προσήρτητο τὰ πτερὰ πεσεῖν λόγος κατέχει, ὅτι οὐ κατὰ τὰς ἐντολὰς τοῦ πατρὸς πρὸς τῇ γῇ ἐφέρετο, ἀλλὰ μετέωρος γὰρ ὑπὸ ἀνοίας πετόμενος παρέσχε τῷ ἡλίῳ θάλψαι τε καὶ ἀνεῖναι τὸν κηρόν, καὶ ἀπὸ ἑαυτοῦ τὸν Ἴκαρον τῇ τε νήσῳ καὶ τῷ πελάγει τὴν ἐπωνυμίαν ἐγκαταλιπεῖν τὴν μὲν Ἴκαρον καλεῖσθαι, τὸ δὲ Ἰκάριον. [7.20.6] ἡ δὲ ἑτέρα νῆσος ἀπέχειν μὲν ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ Εὐφράτου ἐλέγετο ὅσον πλοῦν ἡμέρας καὶ νυκτὸς κατ᾽ οὖρον θεούσῃ νηΐ· Τύλος δὲ αὐτῇ εἶναι ὄνομα· μεγάλη δὲ εἶναι καὶ οὔτε τραχεῖα ἡ πολλὴ οὔτε ὑλώδης, ἀλλ᾽ οἵα καρπούς τε ἡμέρους ἐκφέρειν καὶ πάντα ὡραῖα.
[7.20.7] Ταυτὶ ἀπηγγέλθη Ἀλεξάνδρῳ τὰ μὲν πρὸς Ἀρχίου, ὃς ξὺν τριακοντόρῳ ἐκπεμφθεὶς ἐπὶ κατασκοπὴν τοῦ παράπλου τοῦ ὡς ἐπὶ τοὺς Ἄραβας μέχρι μὲν τῆς νήσου τῆς Τύλου ἦλθε, τὸ πρόσω δὲ οὐκέτι περαιωθῆναι ἐτόλμησεν· Ἀνδροσθένης δὲ ξὺν ἄλλῃ τριακοντόρῳ σταλεὶς καὶ τῆς χερρονήσου τι τῶν Ἀράβων παρέπλευσε· μακροτάτω δὲ τῶν ἐκπεμφθέντων προὐχώρησεν Ἱέρων ὁ Σολεὺς ὁ κυβερνήτης, λαβὼν καὶ οὗτος παρ᾽ Ἀλεξάνδρου τριακόντορον. [7.20.8] ἦν μὲν γὰρ αὐτῷ προστεταγμένον περιπλεῦσαι τὴν χερρόνησον τὴν Ἀράβων πᾶσαν ἔστε ἐπὶ τὸν κόλπον τὸν πρὸς Αἰγύπτῳ τὸν Ἀράβιον τὸν καθ᾽ Ἡρώων πόλιν· οὐ μὴν ἐτόλμησέ γε τὸ πρόσω ἐλθεῖν, καίτοι ἐπὶ τὸ πολὺ παραπλεύσας τὴν Ἀράβων γῆν· ἀλλ᾽ ἀναστρέψας γὰρ παρ᾽ Ἀλέξανδρον ἐξήγγειλεν τὸ μέγεθός τε τῆς χερρονήσου θαυμαστόν τι εἶναι καὶ ὅσον οὐ πολὺ ἀποδέον τῆς Ἰνδῶν γῆς, ἄκραν τε ἀνέχειν ἐπὶ πολὺ τῆς μεγάλης θαλάσσης· [7.20.9] ἣν δὴ καὶ τοὺς σὺν Νεάρχῳ ἀπὸ τῆς Ἰνδικῆς πλέοντας, πρὶν ἐπικάμψαι ἐς τὸν κόλπον τὸν Περσικόν, οὐ πόρρω ἀνατείνουσαν ἰδεῖν τε καὶ παρ᾽ ὀλίγον ἐλθεῖν διαβαλεῖν ἐς αὐτήν, καὶ Ὀνησικρίτῳ τῷ κυβερνήτῃ ταύτῃ δοκοῦν· ἀλλὰ Νέαρχος λέγει ὅτι αὐτὸς διεκώλυσεν, ὡς ἐκπεριπλεύσας τὸν κόλπον τὸν Περσικὸν ἔχοι ἀπαγγεῖλαι Ἀλεξάνδρῳ ἐφ᾽ οἷστισι πρὸς αὐτοῦ ἐστάλη· [7.20.10] οὐ γὰρ ἐπὶ τῷ πλεῦσαι τὴν μεγάλην θάλασσαν ἐστάλθαι, ἀλλ᾽ ἐπὶ τῷ καταμαθεῖν τὴν χώραν τὴν προσεχῆ τῇ θαλάσσῃ καὶ τοὺς κατοικοῦντας αὐτὴν ἀνθρώπους, ὅρμους τε ἐν αὐτῇ καὶ ὕδατα καὶ τὰ νόμαια τῶν ἀνδρῶν καὶ εἴ τις ἀγαθὴ καρποὺς ἐκφέρειν ἢ εἴ τις κακή· καὶ οὖν καὶ τοῦτο αἴτιον γενέσθαι ἀποσωθῆναι Ἀλεξάνδρῳ τὸν στρατόν· οὐ γὰρ ἂν σωθῆναι πλεύσαντας ὑπὲρ τῆς Ἀραβίας τὰ ἔρημα, ἐφ᾽ ὅτῳ καὶ ὁ Ἱέρων ἐπιστρέψαι ὀπίσω λέγεται.
[7.20.7] Αυτά πληροφορήθηκε ο Αλέξανδρος εν μέρει από τον Αρχία, ο οποίος διατάχθηκε να αποπλεύσει με μια τριακόντορο για να εξερευνήσει τη θαλάσσια οδό προς την Αραβία και έφθασε μέχρι τη νήσο Τύλο, χωρίς όμως να τολμήσει να προχωρήσει πιο πέρα. Με μια άλλη τριακόντρο στάλθηκε ο Ανδροσθένης και έπλευσε κατά μήκος ενός μέρους της Αραβικής χερσονήσου. Από αυτούς που έστειλε προχώρησε πιο μακριά ο κυβερνήτης Ιέρων από τους Σόλους, ο οποίος επίσης έλαβε τριακόντορο από τον Αλέξανδρο, [7.20.8] γιατί είχε διαταχθεί να πλεύσει γύρω από ολόκληρη την Αραβική χερσόνησο μέχρι τον Αραβικό κόλπο προς το μέρος της Αιγύπτου και την Ηρώων πόλη. Δεν τόλμησε όμως να πάει πιο πέρα, αν και έπλευσε κατά μήκος του μεγαλύτερου μέρους της Αραβίας, αλλά, αφού επέστρεψε πίσω στον Αλέξανδρο, του ανέφερε ότι το μέγεθος της χερσονήσου είναι εντυπωσιακό και όχι πολύ μικρότερο από την Ινδία και ότι ένα ακρωτήριό της εκτείνεται πολύ προς τη μεγάλη θάλασσα. [7.20.9] Το ακρωτήριο μάλιστα τούτο και αυτοί που έπλεαν μαζί με τον Νέαρχο από την Ινδία και πριν κάνουν στροφή προς τον Περσικό κόλπο το είδαν να εκτείνεται όχι μακριά τους και παραλίγο να προσορμισθούν σε αυτό, όπως πρότεινε και ο Ονησίκριτος ο κυβερνήτης. Αλλά ο Νέαρχος αναφέρει ότι ο ίδιος το απαγόρευσε, έτσι ώστε, αφού περιπλεύσει τον Περσικό κόλπο, να μπορεί να πληροφορήσει τον Αλέξανδρο για εκείνα για τα οποία αυτός τον έστειλε. [7.20.10] Γιατί, έλεγε, δεν είχε σταλεί για να πλεύσει στη μεγάλη θάλασσα, αλλά για να εξερευνήσει την περιοχή που γειτόνευε με τη θάλασσα καθώς και τους ανθρώπους που κατοικούσαν σε αυτή· και τα αγκυροβόλια που υπήρχαν εκεί και τα νερά και τα έθιμα των ανθρώπων και να δει επίσης αν μερικά μέρη της περιοχής ήταν εύφορα και αν άλλα ήταν άγονα. Αυτό, λοιπόν, έγινε αιτία να διασωθεί ο στρατός του Αλεξάνδρου, γιατί αν έπλεαν πέρα από τα έρημα μέρη της Αραβίας, δεν θα ήταν δυνατό να σωθούν· για αυτόν τον λόγο λένε ότι επέστρεψε πίσω και ο Ιέρων.
[7.20.7] Ταυτὶ ἀπηγγέλθη Ἀλεξάνδρῳ τὰ μὲν πρὸς Ἀρχίου, ὃς ξὺν τριακοντόρῳ ἐκπεμφθεὶς ἐπὶ κατασκοπὴν τοῦ παράπλου τοῦ ὡς ἐπὶ τοὺς Ἄραβας μέχρι μὲν τῆς νήσου τῆς Τύλου ἦλθε, τὸ πρόσω δὲ οὐκέτι περαιωθῆναι ἐτόλμησεν· Ἀνδροσθένης δὲ ξὺν ἄλλῃ τριακοντόρῳ σταλεὶς καὶ τῆς χερρονήσου τι τῶν Ἀράβων παρέπλευσε· μακροτάτω δὲ τῶν ἐκπεμφθέντων προὐχώρησεν Ἱέρων ὁ Σολεὺς ὁ κυβερνήτης, λαβὼν καὶ οὗτος παρ᾽ Ἀλεξάνδρου τριακόντορον. [7.20.8] ἦν μὲν γὰρ αὐτῷ προστεταγμένον περιπλεῦσαι τὴν χερρόνησον τὴν Ἀράβων πᾶσαν ἔστε ἐπὶ τὸν κόλπον τὸν πρὸς Αἰγύπτῳ τὸν Ἀράβιον τὸν καθ᾽ Ἡρώων πόλιν· οὐ μὴν ἐτόλμησέ γε τὸ πρόσω ἐλθεῖν, καίτοι ἐπὶ τὸ πολὺ παραπλεύσας τὴν Ἀράβων γῆν· ἀλλ᾽ ἀναστρέψας γὰρ παρ᾽ Ἀλέξανδρον ἐξήγγειλεν τὸ μέγεθός τε τῆς χερρονήσου θαυμαστόν τι εἶναι καὶ ὅσον οὐ πολὺ ἀποδέον τῆς Ἰνδῶν γῆς, ἄκραν τε ἀνέχειν ἐπὶ πολὺ τῆς μεγάλης θαλάσσης· [7.20.9] ἣν δὴ καὶ τοὺς σὺν Νεάρχῳ ἀπὸ τῆς Ἰνδικῆς πλέοντας, πρὶν ἐπικάμψαι ἐς τὸν κόλπον τὸν Περσικόν, οὐ πόρρω ἀνατείνουσαν ἰδεῖν τε καὶ παρ᾽ ὀλίγον ἐλθεῖν διαβαλεῖν ἐς αὐτήν, καὶ Ὀνησικρίτῳ τῷ κυβερνήτῃ ταύτῃ δοκοῦν· ἀλλὰ Νέαρχος λέγει ὅτι αὐτὸς διεκώλυσεν, ὡς ἐκπεριπλεύσας τὸν κόλπον τὸν Περσικὸν ἔχοι ἀπαγγεῖλαι Ἀλεξάνδρῳ ἐφ᾽ οἷστισι πρὸς αὐτοῦ ἐστάλη· [7.20.10] οὐ γὰρ ἐπὶ τῷ πλεῦσαι τὴν μεγάλην θάλασσαν ἐστάλθαι, ἀλλ᾽ ἐπὶ τῷ καταμαθεῖν τὴν χώραν τὴν προσεχῆ τῇ θαλάσσῃ καὶ τοὺς κατοικοῦντας αὐτὴν ἀνθρώπους, ὅρμους τε ἐν αὐτῇ καὶ ὕδατα καὶ τὰ νόμαια τῶν ἀνδρῶν καὶ εἴ τις ἀγαθὴ καρποὺς ἐκφέρειν ἢ εἴ τις κακή· καὶ οὖν καὶ τοῦτο αἴτιον γενέσθαι ἀποσωθῆναι Ἀλεξάνδρῳ τὸν στρατόν· οὐ γὰρ ἂν σωθῆναι πλεύσαντας ὑπὲρ τῆς Ἀραβίας τὰ ἔρημα, ἐφ᾽ ὅτῳ καὶ ὁ Ἱέρων ἐπιστρέψαι ὀπίσω λέγεται.
***
[7.20.3] Τον πληροφόρησαν για δύο νησιά που ήταν στο πέλαγος κοντά στο στόμιο του Ευφράτη· το πρώτο βρισκόταν κοντά στις εκβολές του Ευφράτη και απείχε εκατόν είκοσι περίπου σταδίους από την παραλία και το στόμιο του ποταμού. Ήταν το μικρότερο και σκεπασμένο με κάθε είδους δένδρα και υπήρχε σε αυτό και ιερό της Άρτεμης· οι κάτοικοί του κατοικούσαν γύρω από το ιερό. [7.20.4] Έβοσκαν εκεί άγρια κατσίκια και ελάφια αφιερωμένα στην Άρτεμη και δεν επιτρεπόταν να τα κυνηγούν παρά μόνο αν κάποιος ήθελε να προσφέρει θυσία στη θεά, γιατί μόνο για τον σκοπό αυτόν επιτρεπόταν το κυνήγι. [7.20.5] Ο Αριστόβουλος αναφέρει ότι ο Αλέξανδρος διέταξε να ονομασθεί το νησί αυτό Ίκαρος από το νησί Ίκαρο που είναι στο Αιγαίο πέλαγος· σύμφωνα με την παράδοση στο νησί αυτό έπεσε ο Ίκαρος, ο γιος του Δαίδαλου, όταν έλιωσε το κερί το οποίο συγκρατούσε τα φτερά του, επειδή δεν πετούσε κοντά στη γη, όπως του παράγγειλε ο πατέρας του, αλλά πετώντας από απερισκεψία ψηλά έδωσε τη δυνατότητα στον ήλιο να ζεστάνει και να λιώσει το κερί· και έτσι ο Ίκαρος έδωσε το όνομά του και στο νησί και στο πέλαγος, ώστε το ένα να ονομάζεται Ίκαρος και το άλλο Ικάριο. [7.20.6] Έλεγαν ακόμη ότι το άλλο νησί απείχε από το στόμιο του Ευφράτη ταξίδι μιας περίπου μέρας και μιας νύχτας για ένα πλοίο που θα έτρεχε με ούριο άνεμο. Το νησί αυτό ονομαζόταν Τύλος, ήταν μεγάλο και το έδαφός του ως επί το πλείστον ούτε ανώμαλο ούτε δασωμένο, αλλά τέτοιο που να παράγει ήμερους καρπούς καθώς και όλα τα προϊόντα της εποχής τους.[7.20.7] Αυτά πληροφορήθηκε ο Αλέξανδρος εν μέρει από τον Αρχία, ο οποίος διατάχθηκε να αποπλεύσει με μια τριακόντορο για να εξερευνήσει τη θαλάσσια οδό προς την Αραβία και έφθασε μέχρι τη νήσο Τύλο, χωρίς όμως να τολμήσει να προχωρήσει πιο πέρα. Με μια άλλη τριακόντρο στάλθηκε ο Ανδροσθένης και έπλευσε κατά μήκος ενός μέρους της Αραβικής χερσονήσου. Από αυτούς που έστειλε προχώρησε πιο μακριά ο κυβερνήτης Ιέρων από τους Σόλους, ο οποίος επίσης έλαβε τριακόντορο από τον Αλέξανδρο, [7.20.8] γιατί είχε διαταχθεί να πλεύσει γύρω από ολόκληρη την Αραβική χερσόνησο μέχρι τον Αραβικό κόλπο προς το μέρος της Αιγύπτου και την Ηρώων πόλη. Δεν τόλμησε όμως να πάει πιο πέρα, αν και έπλευσε κατά μήκος του μεγαλύτερου μέρους της Αραβίας, αλλά, αφού επέστρεψε πίσω στον Αλέξανδρο, του ανέφερε ότι το μέγεθος της χερσονήσου είναι εντυπωσιακό και όχι πολύ μικρότερο από την Ινδία και ότι ένα ακρωτήριό της εκτείνεται πολύ προς τη μεγάλη θάλασσα. [7.20.9] Το ακρωτήριο μάλιστα τούτο και αυτοί που έπλεαν μαζί με τον Νέαρχο από την Ινδία και πριν κάνουν στροφή προς τον Περσικό κόλπο το είδαν να εκτείνεται όχι μακριά τους και παραλίγο να προσορμισθούν σε αυτό, όπως πρότεινε και ο Ονησίκριτος ο κυβερνήτης. Αλλά ο Νέαρχος αναφέρει ότι ο ίδιος το απαγόρευσε, έτσι ώστε, αφού περιπλεύσει τον Περσικό κόλπο, να μπορεί να πληροφορήσει τον Αλέξανδρο για εκείνα για τα οποία αυτός τον έστειλε. [7.20.10] Γιατί, έλεγε, δεν είχε σταλεί για να πλεύσει στη μεγάλη θάλασσα, αλλά για να εξερευνήσει την περιοχή που γειτόνευε με τη θάλασσα καθώς και τους ανθρώπους που κατοικούσαν σε αυτή· και τα αγκυροβόλια που υπήρχαν εκεί και τα νερά και τα έθιμα των ανθρώπων και να δει επίσης αν μερικά μέρη της περιοχής ήταν εύφορα και αν άλλα ήταν άγονα. Αυτό, λοιπόν, έγινε αιτία να διασωθεί ο στρατός του Αλεξάνδρου, γιατί αν έπλεαν πέρα από τα έρημα μέρη της Αραβίας, δεν θα ήταν δυνατό να σωθούν· για αυτόν τον λόγο λένε ότι επέστρεψε πίσω και ο Ιέρων.
Παρασκευή 22 Οκτωβρίου 2021
ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Τραχίνιαι (141-179)
ΔΗ. πεπυσμένη μέν, ὡς ἀπεικάσαι, πάρει
τα τί υποφέρω κι ήρθες· μα εύχομαι
ποτέ μην πάθεις κι η ίδια, για να νιώσεις
τί ᾽ν᾽ αυτά που μου λιώνουν την ψυχή μου
κι ιδέα δεν έχεις τώρα· γιατ᾽ η νιότη
στα δικά της που βόσκει τα λημέρια,
δεν την ταράζουν μήτε του ήλιου κάμα,
μήτε οι βροχές, μήτε του ανέμου οι μπόρες,
μα μέσα στις χαρές κυλά η ζωή της
αξέγνοιαστη, ώσπου η νέα, αντίς παρθένα
θα ονομαστεί γυναίκα και θα πάρει
μέρος κι αυτή, τις νύχτες της, στις έγνοιες
150 τρέμοντας για τον άντρα ή τα παιδιά της.
Τότε κανείς, σαν κρίνει απ᾽ τα δικά του,
θα νιώσει τα κακά που με βαραίνουν.
Βέβαια παθήματα πολλά κι ως τώρα
έκλαψα εγώ· μα σαν κι αυτό που αμέσως
θενα σου πω, κανένα απ᾽ όλα εκείνα.
Σαν ξεκινούσε για την τελευταία
την εκστρατεία του ο άντρας μου ο Ηρακλής
μου άφησε τότε κάτι πινακίδες
στο σπίτι εδώ μ᾽ απάνω χαραγμένες
παλιές γραφές, μα που ποτέ του πρώτα,
σαν έφευγε για τους πολλούς του αγώνες,
δεν το ᾽κρινε κι ανάγκη να εξηγήσει
γιατί τραβούσε βέβαιος για τη νίκη
160 κι ουδ᾽ έβαζε το θάνατο στο νου του.
Μα τούτη τη φορά, σα να μην ήταν
πια για ζωή, μου ᾽πε τί πέφτει εμένα
να παίρνω, σα γυναίκα του, απ᾽ το βιο του,
μου ᾽πε και για καθέν᾽ απ᾽ τα παιδιά του
τί μέρος απ᾽ τα υπάρχοντά του αφήνει·
και προθεσμία μού όριζε, πως αν
περάσουνε τρεις μήνες κι ένας χρόνος
απ᾽ τον καιρό που θα ᾽λειπε απ᾽ τη χώρα,
ή θα ᾽πρεπε ως τα τότε να πεθάνει,
ή πως, αν προσπερνούσε αυτό το τέρμα,
θα ζούσε τις επίλοιπές του ημέρες
χωρίς βάσανα πια· γιατ᾽ ήταν, μου ᾽πε,
γραμμένο απ᾽ τους θεούς, τέτοιο να πάρουν
170 οι άθλοι του τέλος, όπως μια φορά
του το ᾽πε στη Δωδώνη η αρχαία η δρύα
με τη φωνή των δυο περιστεριώ της.
Και συμφωνά τώρα ο καιρός που πρέπει
όλων αυτών να πάρει η αλήθεια τέλος·
έτσι που ενώ γλυκοκοιμούμαι, φίλες,
να ξεπετιούμαι απάνω αλαλιασμένη
απ᾽ την τρομάρα, αν είναι και τον χάσω
τον πρώτο μέσα σ᾽ όλους τους ανθρώπους.
ΧΟΡ. Πάψε να κακομελετάς πια τώρα,
γιατί βλέπω να ᾽ρχεται εδώ ένας άντρας
στεφανωμένος, για χαράς μαντάτα.
πάθημα τοὐμόν· ὡς δ᾽ ἐγὼ θυμοφθορῶ
μήτ᾽ ἐκμάθοις παθοῦσα, νῦν δ᾽ ἄπειρος εἶ.
τὸ γὰρ νεάζον ἐν τοιοῖσδε βόσκεται
145 χώροισιν αὑτοῦ, καί νιν οὐ θάλπος θεοῦ,
οὐδ᾽ ὄμβρος, οὐδὲ πνευμάτων οὐδὲν κλονεῖ,
ἀλλ᾽ ἡδοναῖς ἄμοχθον ἐξαίρει βίον
ἐς τοῦθ᾽, ἕως τις ἀντὶ παρθένου γυνὴ
κληθῇ, λάβῃ τ᾽ ἐν νυκτὶ φροντίδων μέρος,
150 ἤτοι πρὸς ἀνδρὸς ἢ τέκνων φοβουμένη.
τότ᾽ ἄν τις εἰσίδοιτο, τὴν αὑτοῦ σκοπῶν
πρᾶξιν, κακοῖσιν οἷς ἐγὼ βαρύνομαι.
πάθη μὲν οὖν δὴ πόλλ᾽ ἔγωγ᾽ ἐκλαυσάμην·
ἓν δ᾽, οἷον οὔπω πρόσθεν, αὐτίκ᾽ ἐξερῶ.
155 ὁδὸν γὰρ ἦμος τὴν τελευταίαν ἄναξ
ὡρμᾶτ᾽ ἀπ᾽ οἴκων Ἡρακλῆς, τότ᾽ ἐν δόμοις
λείπει παλαιὰν δέλτον ἐγγεγραμμένην
ξυνθήμαθ᾽, ἁμοὶ πρόσθεν οὐκ ἔτλη ποτέ,
πολλοὺς ἀγῶνας ἐξιών, οὕτω φράσαι,
160 ἀλλ᾽ ὥς τι δράσων εἷρπε κοὐ θανούμενος.
νῦν δ᾽ ὡς ἔτ᾽ οὐκ ὤν εἶπε μὲν λέχους ὅ τι
χρείη μ᾽ ἑλέσθαι κτῆσιν, εἶπε δ᾽ ἣν τέκνοις
μοῖραν πατρῴας γῆς διαιρετὸν νέμοι,
χρόνον προτάξας ὡς τρίμηνος ἡνίκα
165 χώρας ἀπείη κἀνιαύσιος βεβώς,
τότ᾽ ἢ θανεῖν χρείη σφε τῷδε τῷ χρόνῳ,
ἢ τοῦθ᾽ ὑπεκδραμόντα τοῦ χρόνου τέλος
τὸ λοιπὸν ἤδη ζῆν ἀλυπήτῳ βίῳ.
τοιαῦτ᾽ ἔφραζε πρὸς θεῶν εἱμαρμένα
170 τῶν Ἡρακλείων ἐκτελευτᾶσθαι πόνων,
ὡς τὴν παλαιὰν φηγὸν αὐδῆσαί ποτε
Δωδῶνι δισσῶν ἐκ πελειάδων ἔφη.
καὶ τῶνδε ναμέρτεια συμβαίνει χρόνου
τοῦ νῦν παρόντος ὡς τελεσθῆναι χρεών·
175 ὥσθ᾽ ἡδέως εὕδουσαν ἐκπηδᾶν ἐμὲ
φόβῳ, φίλαι, ταρβοῦσαν, εἴ με χρὴ μένειν
πάντων ἀρίστου φωτὸς ἐστερημένην.
ΧΟ. εὐφημίαν νῦν ἴσχ᾽· ἐπεὶ καταστεφῆ
στείχονθ᾽ ὁρῶ τιν᾽ ἄνδρα πρὸς χάριν λόγων.
μήτ᾽ ἐκμάθοις παθοῦσα, νῦν δ᾽ ἄπειρος εἶ.
τὸ γὰρ νεάζον ἐν τοιοῖσδε βόσκεται
145 χώροισιν αὑτοῦ, καί νιν οὐ θάλπος θεοῦ,
οὐδ᾽ ὄμβρος, οὐδὲ πνευμάτων οὐδὲν κλονεῖ,
ἀλλ᾽ ἡδοναῖς ἄμοχθον ἐξαίρει βίον
ἐς τοῦθ᾽, ἕως τις ἀντὶ παρθένου γυνὴ
κληθῇ, λάβῃ τ᾽ ἐν νυκτὶ φροντίδων μέρος,
150 ἤτοι πρὸς ἀνδρὸς ἢ τέκνων φοβουμένη.
τότ᾽ ἄν τις εἰσίδοιτο, τὴν αὑτοῦ σκοπῶν
πρᾶξιν, κακοῖσιν οἷς ἐγὼ βαρύνομαι.
πάθη μὲν οὖν δὴ πόλλ᾽ ἔγωγ᾽ ἐκλαυσάμην·
ἓν δ᾽, οἷον οὔπω πρόσθεν, αὐτίκ᾽ ἐξερῶ.
155 ὁδὸν γὰρ ἦμος τὴν τελευταίαν ἄναξ
ὡρμᾶτ᾽ ἀπ᾽ οἴκων Ἡρακλῆς, τότ᾽ ἐν δόμοις
λείπει παλαιὰν δέλτον ἐγγεγραμμένην
ξυνθήμαθ᾽, ἁμοὶ πρόσθεν οὐκ ἔτλη ποτέ,
πολλοὺς ἀγῶνας ἐξιών, οὕτω φράσαι,
160 ἀλλ᾽ ὥς τι δράσων εἷρπε κοὐ θανούμενος.
νῦν δ᾽ ὡς ἔτ᾽ οὐκ ὤν εἶπε μὲν λέχους ὅ τι
χρείη μ᾽ ἑλέσθαι κτῆσιν, εἶπε δ᾽ ἣν τέκνοις
μοῖραν πατρῴας γῆς διαιρετὸν νέμοι,
χρόνον προτάξας ὡς τρίμηνος ἡνίκα
165 χώρας ἀπείη κἀνιαύσιος βεβώς,
τότ᾽ ἢ θανεῖν χρείη σφε τῷδε τῷ χρόνῳ,
ἢ τοῦθ᾽ ὑπεκδραμόντα τοῦ χρόνου τέλος
τὸ λοιπὸν ἤδη ζῆν ἀλυπήτῳ βίῳ.
τοιαῦτ᾽ ἔφραζε πρὸς θεῶν εἱμαρμένα
170 τῶν Ἡρακλείων ἐκτελευτᾶσθαι πόνων,
ὡς τὴν παλαιὰν φηγὸν αὐδῆσαί ποτε
Δωδῶνι δισσῶν ἐκ πελειάδων ἔφη.
καὶ τῶνδε ναμέρτεια συμβαίνει χρόνου
τοῦ νῦν παρόντος ὡς τελεσθῆναι χρεών·
175 ὥσθ᾽ ἡδέως εὕδουσαν ἐκπηδᾶν ἐμὲ
φόβῳ, φίλαι, ταρβοῦσαν, εἴ με χρὴ μένειν
πάντων ἀρίστου φωτὸς ἐστερημένην.
ΧΟ. εὐφημίαν νῦν ἴσχ᾽· ἐπεὶ καταστεφῆ
στείχονθ᾽ ὁρῶ τιν᾽ ἄνδρα πρὸς χάριν λόγων.
***
ΔΗΙ. Θα ᾽χεις, καθώς στοχάζομαι, ακουσμένατα τί υποφέρω κι ήρθες· μα εύχομαι
ποτέ μην πάθεις κι η ίδια, για να νιώσεις
τί ᾽ν᾽ αυτά που μου λιώνουν την ψυχή μου
κι ιδέα δεν έχεις τώρα· γιατ᾽ η νιότη
στα δικά της που βόσκει τα λημέρια,
δεν την ταράζουν μήτε του ήλιου κάμα,
μήτε οι βροχές, μήτε του ανέμου οι μπόρες,
μα μέσα στις χαρές κυλά η ζωή της
αξέγνοιαστη, ώσπου η νέα, αντίς παρθένα
θα ονομαστεί γυναίκα και θα πάρει
μέρος κι αυτή, τις νύχτες της, στις έγνοιες
150 τρέμοντας για τον άντρα ή τα παιδιά της.
Τότε κανείς, σαν κρίνει απ᾽ τα δικά του,
θα νιώσει τα κακά που με βαραίνουν.
Βέβαια παθήματα πολλά κι ως τώρα
έκλαψα εγώ· μα σαν κι αυτό που αμέσως
θενα σου πω, κανένα απ᾽ όλα εκείνα.
Σαν ξεκινούσε για την τελευταία
την εκστρατεία του ο άντρας μου ο Ηρακλής
μου άφησε τότε κάτι πινακίδες
στο σπίτι εδώ μ᾽ απάνω χαραγμένες
παλιές γραφές, μα που ποτέ του πρώτα,
σαν έφευγε για τους πολλούς του αγώνες,
δεν το ᾽κρινε κι ανάγκη να εξηγήσει
γιατί τραβούσε βέβαιος για τη νίκη
160 κι ουδ᾽ έβαζε το θάνατο στο νου του.
Μα τούτη τη φορά, σα να μην ήταν
πια για ζωή, μου ᾽πε τί πέφτει εμένα
να παίρνω, σα γυναίκα του, απ᾽ το βιο του,
μου ᾽πε και για καθέν᾽ απ᾽ τα παιδιά του
τί μέρος απ᾽ τα υπάρχοντά του αφήνει·
και προθεσμία μού όριζε, πως αν
περάσουνε τρεις μήνες κι ένας χρόνος
απ᾽ τον καιρό που θα ᾽λειπε απ᾽ τη χώρα,
ή θα ᾽πρεπε ως τα τότε να πεθάνει,
ή πως, αν προσπερνούσε αυτό το τέρμα,
θα ζούσε τις επίλοιπές του ημέρες
χωρίς βάσανα πια· γιατ᾽ ήταν, μου ᾽πε,
γραμμένο απ᾽ τους θεούς, τέτοιο να πάρουν
170 οι άθλοι του τέλος, όπως μια φορά
του το ᾽πε στη Δωδώνη η αρχαία η δρύα
με τη φωνή των δυο περιστεριώ της.
Και συμφωνά τώρα ο καιρός που πρέπει
όλων αυτών να πάρει η αλήθεια τέλος·
έτσι που ενώ γλυκοκοιμούμαι, φίλες,
να ξεπετιούμαι απάνω αλαλιασμένη
απ᾽ την τρομάρα, αν είναι και τον χάσω
τον πρώτο μέσα σ᾽ όλους τους ανθρώπους.
ΧΟΡ. Πάψε να κακομελετάς πια τώρα,
γιατί βλέπω να ᾽ρχεται εδώ ένας άντρας
στεφανωμένος, για χαράς μαντάτα.
ΟΜΗΡΟΣ: Ἰλιάς (2.527-2.590)
Λοκρῶν δ᾽ ἡγεμόνευεν Ὀϊλῆος ταχὺς Αἴας,
πολύ πολύ μικρότερος του Τελαμωνιάδη
στο σώμα, και μικρόσωμος λινοθωρακωμένος
530 των Πανελλήνων και Αχαιών εις το κοντάρι πρώτος·
ήλθαν απ᾽ την Καλλίαρον, την Κύνον, τον Οπούντα,
απ᾽ τες ωραίες Αυγειές, την Βήσσαν και την Σκάρφην,
την Τάρφην και το Θρόνιον, του Βοαγρίου πόρον·
και αυτόν σαράντα ολόμαυρα καράβι᾽ ακολουθούσαν
535 των Λοκρών πού ᾽ναι αντίπερα της ιεράς Ευβοίας.
Και τους ανδρείους Άβαντας κατοίκους της Ευβοίας
από Χαλκίδ᾽ Ερέτριαν και απ᾽ την σταφυλοφόραν
Ιστίαιαν και Κήρινθον ακρόγιαλην και ακόμη
από το Δίον το υψηλό, την Κάρυστον και Στύρα,
540 τους διοικούσε ο φοβερός στην μάχην Ελεφήνωρ
Χαλκοδοντιάδης αρχηγός των ψυχερών Αβάντων.
Γοργόποδοι με τα μαλλιά στες πλάτες απλωμένα,
λογχιστές ήσαν πρόθυμοι με τα μακριά κοντάρια
στα στήθη επάνω των εχθρών τους θώρακες να σπάσουν·
545 και αυτόν σαράντα ολόμαυρα καράβια ακολουθούσαν.
Άνδρες οι Αθήνες έστειλαν, καλοκτισμένη πόλις·
κι ήταν η χώρα του υψηλού στο φρόνημα Ερεχθέως·
τον γέννησεν η δότρα Γη και του Διός η κόρη
η Αθηνά τον έθρεψε, και στον λαμπρόν ναόν της
550 τον έθεσε, και με κριούς και ταύρους, κάθε χρόνο
τ᾽ αγόρια των Αθηνών ευφραίνουν την ψυχή του·
ο Μενεσθεύς του Πετεώ τους διοικούσε, ο μόνος
ίππους να τάξ᾽ εις πόλεμον και ασπιδοφόρους άνδρες,
και σ᾽ όλους μέσα τους θνητούς αντίπαλον δεν είχεν
555 άλλον παρά τον Νέστορα, τον γεροντότερόν του·
και αυτόν πενήντα ολόμαυρα καράβια ακολουθούσαν.
Ο Αίας πρύμνες δώδεκα της Σαλαμίνος είχε,
κι εστάθηκε στες φάλαγγες σιμά των Αθηναίων.
Άνδρες το Άργος έστειλε κι η πυργωμένη Τίρυνς
560 απ᾽ το βαθύ λιμάνι τους η Ασίνη κι η Ερμιόνη,
η αμπελωμένη Επίδαυρος, τα μέρη της Τροιζήνος,
των Ηιονών, του Μάσητος, ακόμη της Αιγίνης·
τους διοικούσαν ο καλός στην μάχην Διομήδης
και ο Σθένελος· του δοξαστού υιός του Καπανέως,
565 και τρίτος ο Ευρύαλος, ο θείος, που εγεννήθη
απ᾽ τον υιόν του Ταλαού τον άρχον Μηκιστέα·
αλλ᾽ ήταν όλων αρχηγός ο ανδρείος Διομήδης·
κι είχαν ογδόντα ολόμαυρα κατόπιν τους καράβια.
Και οι Μυκήνες οι λαμπρές, η Κόρινθος πλουσία,
570 οι Κλεωνές καλόκτιστες, των Ορνειών τα μέρη,
η Αραιθυρέα πάντερπνη, η πόλις Σικυώνος,
εκεί που πρώτ᾽ ο Άδραστος εγίνη βασιλέας,
η Υπερησία, και η ψηλή Γονούσσα και η Πελλήνη,
ο Αιγιαλός, το Αίγιον κι η απλωμένη Ελίκη
575 έστειλαν άνδρες σ᾽ εκατό καράβια ανεβασμένους
και αρχηγός ήτ᾽ ο κραταιός Ατρείδης Αγαμέμνων.
Εκείνος είχε τα πολλά και ανδρειωμένα πλήθη,
κι άστραφτεν όλος στ᾽ άρματα κι επαίρετο η ψυχή του
ως ήταν εις την δύναμιν ο πρώτος των ηρώων,
580 ότ᾽ είχε αυτός πλιότερον λαόν ολόγυρά του.
Έστειλεν άνδρες η κλειστή στα όρη Λακεδαίμων,
η Μέσσ᾽ η πολυτρύγονη, η Σπάρτη και η Φάρις,
οι Βρυσειές, οι Αυγειές οι πάντερπνες, οι Αμύκλες,
το Έλος, χώρ᾽ ακρόγιαλη, το Οίτυλος και ο Λάας
585 και τούτους ο Μενέλαος ο ανδρείος αδελφός του
εδιοικούσε κι έφερνε μαζί του εξήντα πλοία·
και ανάμερ᾽ αρματώνονταν και αυτός με προθυμίαν
στην μέση τους επρόβαινε και τους παρακινούσε
στον πόλεμον και τού καιε τα σπλάχνα μέσα ο πόθος
590 να εκδικηθεί τους στεναγμούς, τα δάκρυα της Ελένης.
μείων, οὔ τι τόσος γε ὅσος Τελαμώνιος Αἴας,
ἀλλὰ πολὺ μείων· ὀλίγος μὲν ἔην, λινοθώρηξ,
530 ἐγχείῃ δ᾽ ἐκέκαστο Πανέλληνας καὶ Ἀχαιούς·
οἳ Κῦνόν τ᾽ ἐνέμοντ᾽ Ὀπόεντά τε Καλλίαρόν τε
Βῆσσάν τε Σκάρφην τε καὶ Αὐγειὰς ἐρατεινὰς
Τάρφην τε Θρόνιόν τε Βοαγρίου ἀμφὶ ῥέεθρα·
τῷ δ᾽ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο
535 Λοκρῶν, οἳ ναίουσι πέρην ἱερῆς Εὐβοίης.
Οἳ δ᾽ Εὔβοιαν ἔχον μένεα πνείοντες Ἄβαντες,
Χαλκίδα τ᾽ Εἰρέτριάν τε πολυστάφυλόν θ᾽ Ἱστίαιαν
Κήρινθόν τ᾽ ἔφαλον Δίου τ᾽ αἰπὺ πτολίεθρον,
οἵ τε Κάρυστον ἔχον ἠδ᾽ οἳ Στύρα ναιετάασκον,
540 τῶν αὖθ᾽ ἡγεμόνευ᾽ Ἐλεφήνωρ, ὄζος Ἄρηος,
Χαλκωδοντιάδης, μεγαθύμων ἀρχὸς Ἀβάντων.
τῷ δ᾽ ἅμ᾽ Ἄβαντες ἕποντο θοοί, ὄπιθεν κομόωντες,
αἰχμηταὶ μεμαῶτες ὀρεκτῇσιν μελίῃσι
θώρηκας ῥήξειν δηΐων ἀμφὶ στήθεσσι·
545 τῷ δ᾽ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο.
Οἳ δ᾽ ἄρ᾽ Ἀθήνας εἶχον, ἐϋκτίμενον πτολίεθρον,
δῆμον Ἐρεχθῆος μεγαλήτορος, ὅν ποτ᾽ Ἀθήνη
θρέψε Διὸς θυγάτηρ, τέκε δὲ ζείδωρος ἄρουρα,
κὰδ δ᾽ ἐν Ἀθήνῃς εἷσεν, ἑῷ ἐν πίονι νηῷ·
550 ἔνθα δέ μιν ταύροισι καὶ ἀρνειοῖς ἱλάονται
κοῦροι Ἀθηναίων περιτελλομένων ἐνιαυτῶν·
τῶν αὖθ᾽ ἡγεμόνευ᾽ υἱὸς Πετεῶο Μενεσθεύς.
τῷ δ᾽ οὔ πώ τις ὁμοῖος ἐπιχθόνιος γένετ᾽ ἀνὴρ
κοσμῆσαι ἵππους τε καὶ ἀνέρας ἀσπιδιώτας·
555 Νέστωρ οἶος ἔριζεν· ὁ γὰρ προγενέστερος ἦεν·
τῷ δ᾽ ἅμα πεντήκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο.
Αἴας δ᾽ ἐκ Σαλαμῖνος ἄγεν δυοκαίδεκα νῆας,
στῆσε δ᾽ ἄγων ἵν᾽ Ἀθηναίων ἵσταντο φάλαγγες.
Οἳ δ᾽ Ἄργος τ᾽ εἶχον Τίρυνθά τε τειχιόεσσαν,
560 Ἑρμιόνην Ἀσίνην τε, βαθὺν κατὰ κόλπον ἐχούσας,
Τροιζῆν᾽ Ἠϊόνας τε καὶ ἀμπελόεντ᾽ Ἐπίδαυρον,
οἵ τ᾽ ἔχον Αἴγιναν Μάσητά τε κοῦροι Ἀχαιῶν,
τῶν αὖθ᾽ ἡγεμόνευε βοὴν ἀγαθὸς Διομήδης
καὶ Σθένελος, Καπανῆος ἀγακλειτοῦ φίλος υἱός·
565 τοῖσι δ᾽ ἅμ᾽ Εὐρύαλος τρίτατος κίεν, ἰσόθεος φώς,
Μηκιστέος υἱὸς Ταλαϊονίδαο ἄνακτος·
συμπάντων δ᾽ ἡγεῖτο βοὴν ἀγαθὸς Διομήδης·
τοῖσι δ᾽ ἅμ᾽ ὀγδώκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο.
Οἳ δὲ Μυκήνας εἶχον, ἐϋκτίμενον πτολίεθρον,
570 ἀφνειόν τε Κόρινθον ἐϋκτιμένας τε Κλεωνάς,
Ὀρνειάς τ᾽ ἐνέμοντο Ἀραιθυρέην τ᾽ ἐρατεινὴν
καὶ Σικυῶν᾽, ὅθ᾽ ἄρ᾽ Ἄδρηστος πρῶτ᾽ ἐμβασίλευεν,
οἵ θ᾽ Ὑπερησίην τε καὶ αἰπεινὴν Γονόεσσαν
Πελλήνην τ᾽ εἶχον ἠδ᾽ Αἴγιον ἀμφινέμοντο
575 Αἰγιαλόν τ᾽ ἀνὰ πάντα καὶ ἀμφ᾽ Ἑλίκην εὐρεῖαν,
τῶν ἑκατὸν νηῶν ἦρχε κρείων Ἀγαμέμνων
Ἀτρεΐδης· ἅμα τῷ γε πολὺ πλεῖστοι καὶ ἄριστοι
λαοὶ ἕποντ᾽· ἐν δ᾽ αὐτὸς ἐδύσετο νώροπα χαλκὸν
κυδιόων, πᾶσιν δὲ μετέπρεπεν ἡρώεσσιν,
580 οὕνεκ᾽ ἄριστος ἔην, πολὺ δὲ πλείστους ἄγε λαούς.
Οἳ δ᾽ εἶχον κοίλην Λακεδαίμονα κητώεσσαν,
Φᾶρίν τε Σπάρτην τε πολυτρήρωνά τε Μέσσην,
Βρυσειάς τ᾽ ἐνέμοντο καὶ Αὐγειὰς ἐρατεινάς,
οἵ τ᾽ ἄρ᾽ Ἀμύκλας εἶχον Ἕλος τ᾽, ἔφαλον πτολίεθρον,
585 οἵ τε Λάαν εἶχον ἠδ᾽ Οἴτυλον ἀμφενέμοντο,
τῶν οἱ ἀδελφεὸς ἦρχε, βοὴν ἀγαθὸς Μενέλαος,
ἑξήκοντα νεῶν· ἀπάτερθε δὲ θωρήσσοντο·
ἐν δ᾽ αὐτὸς κίεν ᾗσι προθυμίῃσι πεποιθώς,
ὀτρύνων πόλεμόνδε· μάλιστα δὲ ἵετο θυμῷ
590 τείσασθαι Ἑλένης ὁρμήματά τε στοναχάς τε.
ἀλλὰ πολὺ μείων· ὀλίγος μὲν ἔην, λινοθώρηξ,
530 ἐγχείῃ δ᾽ ἐκέκαστο Πανέλληνας καὶ Ἀχαιούς·
οἳ Κῦνόν τ᾽ ἐνέμοντ᾽ Ὀπόεντά τε Καλλίαρόν τε
Βῆσσάν τε Σκάρφην τε καὶ Αὐγειὰς ἐρατεινὰς
Τάρφην τε Θρόνιόν τε Βοαγρίου ἀμφὶ ῥέεθρα·
τῷ δ᾽ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο
535 Λοκρῶν, οἳ ναίουσι πέρην ἱερῆς Εὐβοίης.
Οἳ δ᾽ Εὔβοιαν ἔχον μένεα πνείοντες Ἄβαντες,
Χαλκίδα τ᾽ Εἰρέτριάν τε πολυστάφυλόν θ᾽ Ἱστίαιαν
Κήρινθόν τ᾽ ἔφαλον Δίου τ᾽ αἰπὺ πτολίεθρον,
οἵ τε Κάρυστον ἔχον ἠδ᾽ οἳ Στύρα ναιετάασκον,
540 τῶν αὖθ᾽ ἡγεμόνευ᾽ Ἐλεφήνωρ, ὄζος Ἄρηος,
Χαλκωδοντιάδης, μεγαθύμων ἀρχὸς Ἀβάντων.
τῷ δ᾽ ἅμ᾽ Ἄβαντες ἕποντο θοοί, ὄπιθεν κομόωντες,
αἰχμηταὶ μεμαῶτες ὀρεκτῇσιν μελίῃσι
θώρηκας ῥήξειν δηΐων ἀμφὶ στήθεσσι·
545 τῷ δ᾽ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο.
Οἳ δ᾽ ἄρ᾽ Ἀθήνας εἶχον, ἐϋκτίμενον πτολίεθρον,
δῆμον Ἐρεχθῆος μεγαλήτορος, ὅν ποτ᾽ Ἀθήνη
θρέψε Διὸς θυγάτηρ, τέκε δὲ ζείδωρος ἄρουρα,
κὰδ δ᾽ ἐν Ἀθήνῃς εἷσεν, ἑῷ ἐν πίονι νηῷ·
550 ἔνθα δέ μιν ταύροισι καὶ ἀρνειοῖς ἱλάονται
κοῦροι Ἀθηναίων περιτελλομένων ἐνιαυτῶν·
τῶν αὖθ᾽ ἡγεμόνευ᾽ υἱὸς Πετεῶο Μενεσθεύς.
τῷ δ᾽ οὔ πώ τις ὁμοῖος ἐπιχθόνιος γένετ᾽ ἀνὴρ
κοσμῆσαι ἵππους τε καὶ ἀνέρας ἀσπιδιώτας·
555 Νέστωρ οἶος ἔριζεν· ὁ γὰρ προγενέστερος ἦεν·
τῷ δ᾽ ἅμα πεντήκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο.
Αἴας δ᾽ ἐκ Σαλαμῖνος ἄγεν δυοκαίδεκα νῆας,
στῆσε δ᾽ ἄγων ἵν᾽ Ἀθηναίων ἵσταντο φάλαγγες.
Οἳ δ᾽ Ἄργος τ᾽ εἶχον Τίρυνθά τε τειχιόεσσαν,
560 Ἑρμιόνην Ἀσίνην τε, βαθὺν κατὰ κόλπον ἐχούσας,
Τροιζῆν᾽ Ἠϊόνας τε καὶ ἀμπελόεντ᾽ Ἐπίδαυρον,
οἵ τ᾽ ἔχον Αἴγιναν Μάσητά τε κοῦροι Ἀχαιῶν,
τῶν αὖθ᾽ ἡγεμόνευε βοὴν ἀγαθὸς Διομήδης
καὶ Σθένελος, Καπανῆος ἀγακλειτοῦ φίλος υἱός·
565 τοῖσι δ᾽ ἅμ᾽ Εὐρύαλος τρίτατος κίεν, ἰσόθεος φώς,
Μηκιστέος υἱὸς Ταλαϊονίδαο ἄνακτος·
συμπάντων δ᾽ ἡγεῖτο βοὴν ἀγαθὸς Διομήδης·
τοῖσι δ᾽ ἅμ᾽ ὀγδώκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο.
Οἳ δὲ Μυκήνας εἶχον, ἐϋκτίμενον πτολίεθρον,
570 ἀφνειόν τε Κόρινθον ἐϋκτιμένας τε Κλεωνάς,
Ὀρνειάς τ᾽ ἐνέμοντο Ἀραιθυρέην τ᾽ ἐρατεινὴν
καὶ Σικυῶν᾽, ὅθ᾽ ἄρ᾽ Ἄδρηστος πρῶτ᾽ ἐμβασίλευεν,
οἵ θ᾽ Ὑπερησίην τε καὶ αἰπεινὴν Γονόεσσαν
Πελλήνην τ᾽ εἶχον ἠδ᾽ Αἴγιον ἀμφινέμοντο
575 Αἰγιαλόν τ᾽ ἀνὰ πάντα καὶ ἀμφ᾽ Ἑλίκην εὐρεῖαν,
τῶν ἑκατὸν νηῶν ἦρχε κρείων Ἀγαμέμνων
Ἀτρεΐδης· ἅμα τῷ γε πολὺ πλεῖστοι καὶ ἄριστοι
λαοὶ ἕποντ᾽· ἐν δ᾽ αὐτὸς ἐδύσετο νώροπα χαλκὸν
κυδιόων, πᾶσιν δὲ μετέπρεπεν ἡρώεσσιν,
580 οὕνεκ᾽ ἄριστος ἔην, πολὺ δὲ πλείστους ἄγε λαούς.
Οἳ δ᾽ εἶχον κοίλην Λακεδαίμονα κητώεσσαν,
Φᾶρίν τε Σπάρτην τε πολυτρήρωνά τε Μέσσην,
Βρυσειάς τ᾽ ἐνέμοντο καὶ Αὐγειὰς ἐρατεινάς,
οἵ τ᾽ ἄρ᾽ Ἀμύκλας εἶχον Ἕλος τ᾽, ἔφαλον πτολίεθρον,
585 οἵ τε Λάαν εἶχον ἠδ᾽ Οἴτυλον ἀμφενέμοντο,
τῶν οἱ ἀδελφεὸς ἦρχε, βοὴν ἀγαθὸς Μενέλαος,
ἑξήκοντα νεῶν· ἀπάτερθε δὲ θωρήσσοντο·
ἐν δ᾽ αὐτὸς κίεν ᾗσι προθυμίῃσι πεποιθώς,
ὀτρύνων πόλεμόνδε· μάλιστα δὲ ἵετο θυμῷ
590 τείσασθαι Ἑλένης ὁρμήματά τε στοναχάς τε.
***
Των Λοκρών ήταν αρχηγός ο Οιλείδης ταχύς Αίαςπολύ πολύ μικρότερος του Τελαμωνιάδη
στο σώμα, και μικρόσωμος λινοθωρακωμένος
530 των Πανελλήνων και Αχαιών εις το κοντάρι πρώτος·
ήλθαν απ᾽ την Καλλίαρον, την Κύνον, τον Οπούντα,
απ᾽ τες ωραίες Αυγειές, την Βήσσαν και την Σκάρφην,
την Τάρφην και το Θρόνιον, του Βοαγρίου πόρον·
και αυτόν σαράντα ολόμαυρα καράβι᾽ ακολουθούσαν
535 των Λοκρών πού ᾽ναι αντίπερα της ιεράς Ευβοίας.
Και τους ανδρείους Άβαντας κατοίκους της Ευβοίας
από Χαλκίδ᾽ Ερέτριαν και απ᾽ την σταφυλοφόραν
Ιστίαιαν και Κήρινθον ακρόγιαλην και ακόμη
από το Δίον το υψηλό, την Κάρυστον και Στύρα,
540 τους διοικούσε ο φοβερός στην μάχην Ελεφήνωρ
Χαλκοδοντιάδης αρχηγός των ψυχερών Αβάντων.
Γοργόποδοι με τα μαλλιά στες πλάτες απλωμένα,
λογχιστές ήσαν πρόθυμοι με τα μακριά κοντάρια
στα στήθη επάνω των εχθρών τους θώρακες να σπάσουν·
545 και αυτόν σαράντα ολόμαυρα καράβια ακολουθούσαν.
Άνδρες οι Αθήνες έστειλαν, καλοκτισμένη πόλις·
κι ήταν η χώρα του υψηλού στο φρόνημα Ερεχθέως·
τον γέννησεν η δότρα Γη και του Διός η κόρη
η Αθηνά τον έθρεψε, και στον λαμπρόν ναόν της
550 τον έθεσε, και με κριούς και ταύρους, κάθε χρόνο
τ᾽ αγόρια των Αθηνών ευφραίνουν την ψυχή του·
ο Μενεσθεύς του Πετεώ τους διοικούσε, ο μόνος
ίππους να τάξ᾽ εις πόλεμον και ασπιδοφόρους άνδρες,
και σ᾽ όλους μέσα τους θνητούς αντίπαλον δεν είχεν
555 άλλον παρά τον Νέστορα, τον γεροντότερόν του·
και αυτόν πενήντα ολόμαυρα καράβια ακολουθούσαν.
Ο Αίας πρύμνες δώδεκα της Σαλαμίνος είχε,
κι εστάθηκε στες φάλαγγες σιμά των Αθηναίων.
Άνδρες το Άργος έστειλε κι η πυργωμένη Τίρυνς
560 απ᾽ το βαθύ λιμάνι τους η Ασίνη κι η Ερμιόνη,
η αμπελωμένη Επίδαυρος, τα μέρη της Τροιζήνος,
των Ηιονών, του Μάσητος, ακόμη της Αιγίνης·
τους διοικούσαν ο καλός στην μάχην Διομήδης
και ο Σθένελος· του δοξαστού υιός του Καπανέως,
565 και τρίτος ο Ευρύαλος, ο θείος, που εγεννήθη
απ᾽ τον υιόν του Ταλαού τον άρχον Μηκιστέα·
αλλ᾽ ήταν όλων αρχηγός ο ανδρείος Διομήδης·
κι είχαν ογδόντα ολόμαυρα κατόπιν τους καράβια.
Και οι Μυκήνες οι λαμπρές, η Κόρινθος πλουσία,
570 οι Κλεωνές καλόκτιστες, των Ορνειών τα μέρη,
η Αραιθυρέα πάντερπνη, η πόλις Σικυώνος,
εκεί που πρώτ᾽ ο Άδραστος εγίνη βασιλέας,
η Υπερησία, και η ψηλή Γονούσσα και η Πελλήνη,
ο Αιγιαλός, το Αίγιον κι η απλωμένη Ελίκη
575 έστειλαν άνδρες σ᾽ εκατό καράβια ανεβασμένους
και αρχηγός ήτ᾽ ο κραταιός Ατρείδης Αγαμέμνων.
Εκείνος είχε τα πολλά και ανδρειωμένα πλήθη,
κι άστραφτεν όλος στ᾽ άρματα κι επαίρετο η ψυχή του
ως ήταν εις την δύναμιν ο πρώτος των ηρώων,
580 ότ᾽ είχε αυτός πλιότερον λαόν ολόγυρά του.
Έστειλεν άνδρες η κλειστή στα όρη Λακεδαίμων,
η Μέσσ᾽ η πολυτρύγονη, η Σπάρτη και η Φάρις,
οι Βρυσειές, οι Αυγειές οι πάντερπνες, οι Αμύκλες,
το Έλος, χώρ᾽ ακρόγιαλη, το Οίτυλος και ο Λάας
585 και τούτους ο Μενέλαος ο ανδρείος αδελφός του
εδιοικούσε κι έφερνε μαζί του εξήντα πλοία·
και ανάμερ᾽ αρματώνονταν και αυτός με προθυμίαν
στην μέση τους επρόβαινε και τους παρακινούσε
στον πόλεμον και τού καιε τα σπλάχνα μέσα ο πόθος
590 να εκδικηθεί τους στεναγμούς, τα δάκρυα της Ελένης.
Schadenfreude: γιατί κάποιοι αρέσκονται στο να βλέπουν τους άλλους να αποτυγχάνουν
Η Schadenfreude, η εμπειρία της ευχαρίστησης για τη δυστυχία των άλλων, είναι ένα πολύ κοινό συναίσθημα. Μπορεί να φαίνεται κακόβουλο, εκδικητικό ακόμη, αλλά αν έχετε νιώσει ποτέ ενοχές για την ικανοποίηση που πήρατε όταν κάποιος άλλος τα έκανε θάλασσα, μην είστε πολύ σκληροί με τον εαυτό σας. Η Schadenfreude είναι το αποτέλεσμα διαφόρων βαθιά ριζωμένων διεργασιών που ο ανθρώπινος εγκέφαλος πέρασε εκατομμύρια χρόνια εξελίσσοντας.
Πρώτα απ’ όλα, οι άνθρωποι είμαστε απίστευτα κοινωνικά ζώα. Ορισμένοι επιστήμονες μας χαρακτηρίζουν ακόμη και «υπερκοινωνικούς». Έχουμε συνεχώς επίγνωση των άλλων ανθρώπων, των σχέσεών μας μαζί τους και, το σημαντικότερο σε αυτό το πλαίσιο, της κοινωνικής μας θέσης.
Αυτό το τελευταίο είναι το κλειδί εδώ – εμείς οι άνθρωποι έχουμε επίσης ενστικτωδώς επίγνωση της γενικής ιεραρχίας, της ιεραρχίας και της θέσης μας στην κοινωνία. Θέλουμε να μας συμπαθούν, να μας σέβονται, να μας θαυμάζουν, σε υποσυνείδητο επίπεδο. Είναι ένα μεγάλο μέρος του τρόπου με τον οποίο κατανοούμε τη θέση μας στον κόσμο και υπογραμμίζει πολλά από τη συμπεριφορά και τα κίνητρά μας.
Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να βελτιώσουμε την κοινωνική μας θέση. Μπορούμε να πετύχουμε υψηλές αθλητικές επιδόσεις, να φέρουμε επιτυχίες στην εργασία, να αποκτήσουμε το μεγαλύτερο και καλύτερο σπίτι, να αγοράσουμε το πιο πρόσφατο gadget, το υψηλότερο σκορ στο Fortnite κ.ο.κ. Όπως και να το κάνετε, η αύξηση του κοινωνικού μας στάτους προκαλεί μια ωραία αίσθηση, επειδή όταν το κάνουμε, ενεργοποιεί τα μονοπάτια ανταμοιβής που δημιουργούν ευχαρίστηση στον εγκέφαλό μας. Ισχύει και το αντίστροφο – μελέτες έχουν δείξει ότι το πολύ χαμηλό κοινωνικό status είναι πολύ αγχωτικό και κακό για την ευεξία μας.
Επειδή όμως όλα αυτά είναι υποκειμενικά και σχετικά, ένας τρόπος για να βελτιωθεί η κοινωνική μας θέση είναι να μειώσει κάποιος άλλος τη δική του. Και έτσι, όταν βλέπουμε κάποιον να τα κάνει θάλασσα με τρόπους που τον κάνουν να «χαλά» την εικόνα του και έτσι να χάνει το κοινωνικό του κύρος, μπορούμε να νιώσουμε μια έκρηξη ικανοποίησης καθώς το δικό μας κύρος αυξάνεται, χωρίς κόστος για εμάς. Και έτσι, η ευθυμία.
Δεν συμβαίνει όμως κάθε φορά που κάποιος τα κάνει θάλασσα. Συνήθως, πρέπει να είναι ανάλογο (το να καταλήξει κάποιος που έχει έναν καλύτερο κήπο από εσάς σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα σπάνια είναι «ικανοποίηση»), και συχνά το θύμα είναι κάποιος που «το αξίζει», με κάποιο τρόπο. Οι καλοί, συμπαθείς άνθρωποι που βιώνουν την ατυχία σπάνια δημιουργούν τέτοιο συναίσθημα, ακόμα κι αν είναι ανώτερου επιπέδου στην ιεραρχία.
Όλα αυτά πηγάζουν από μια άλλη βαθιά ριζωμένη τάση του ανθρώπινου εγκεφάλου: την προκατάληψη του «δίκαιου κόσμου». Ο εγκέφαλός μας έχει εξελιχθεί έτσι ώστε να υποθέτει ότι ο κόσμος είναι ένα δίκαιο μέρος, ακόμη και αν τα πραγματικά στοιχεία για αυτό δεν επιβεβαιώνονται. Ο εγκέφαλός μας ανταποκρίνεται στην αντιληπτή δικαιοσύνη και την ακεραιότητα όπως και στην αυξημένη κοινωνική θέση: του αρέσει πολύ.
Πρώτα απ’ όλα, οι άνθρωποι είμαστε απίστευτα κοινωνικά ζώα. Ορισμένοι επιστήμονες μας χαρακτηρίζουν ακόμη και «υπερκοινωνικούς». Έχουμε συνεχώς επίγνωση των άλλων ανθρώπων, των σχέσεών μας μαζί τους και, το σημαντικότερο σε αυτό το πλαίσιο, της κοινωνικής μας θέσης.
Αυτό το τελευταίο είναι το κλειδί εδώ – εμείς οι άνθρωποι έχουμε επίσης ενστικτωδώς επίγνωση της γενικής ιεραρχίας, της ιεραρχίας και της θέσης μας στην κοινωνία. Θέλουμε να μας συμπαθούν, να μας σέβονται, να μας θαυμάζουν, σε υποσυνείδητο επίπεδο. Είναι ένα μεγάλο μέρος του τρόπου με τον οποίο κατανοούμε τη θέση μας στον κόσμο και υπογραμμίζει πολλά από τη συμπεριφορά και τα κίνητρά μας.
Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να βελτιώσουμε την κοινωνική μας θέση. Μπορούμε να πετύχουμε υψηλές αθλητικές επιδόσεις, να φέρουμε επιτυχίες στην εργασία, να αποκτήσουμε το μεγαλύτερο και καλύτερο σπίτι, να αγοράσουμε το πιο πρόσφατο gadget, το υψηλότερο σκορ στο Fortnite κ.ο.κ. Όπως και να το κάνετε, η αύξηση του κοινωνικού μας στάτους προκαλεί μια ωραία αίσθηση, επειδή όταν το κάνουμε, ενεργοποιεί τα μονοπάτια ανταμοιβής που δημιουργούν ευχαρίστηση στον εγκέφαλό μας. Ισχύει και το αντίστροφο – μελέτες έχουν δείξει ότι το πολύ χαμηλό κοινωνικό status είναι πολύ αγχωτικό και κακό για την ευεξία μας.
Επειδή όμως όλα αυτά είναι υποκειμενικά και σχετικά, ένας τρόπος για να βελτιωθεί η κοινωνική μας θέση είναι να μειώσει κάποιος άλλος τη δική του. Και έτσι, όταν βλέπουμε κάποιον να τα κάνει θάλασσα με τρόπους που τον κάνουν να «χαλά» την εικόνα του και έτσι να χάνει το κοινωνικό του κύρος, μπορούμε να νιώσουμε μια έκρηξη ικανοποίησης καθώς το δικό μας κύρος αυξάνεται, χωρίς κόστος για εμάς. Και έτσι, η ευθυμία.
Δεν συμβαίνει όμως κάθε φορά που κάποιος τα κάνει θάλασσα. Συνήθως, πρέπει να είναι ανάλογο (το να καταλήξει κάποιος που έχει έναν καλύτερο κήπο από εσάς σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα σπάνια είναι «ικανοποίηση»), και συχνά το θύμα είναι κάποιος που «το αξίζει», με κάποιο τρόπο. Οι καλοί, συμπαθείς άνθρωποι που βιώνουν την ατυχία σπάνια δημιουργούν τέτοιο συναίσθημα, ακόμα κι αν είναι ανώτερου επιπέδου στην ιεραρχία.
Όλα αυτά πηγάζουν από μια άλλη βαθιά ριζωμένη τάση του ανθρώπινου εγκεφάλου: την προκατάληψη του «δίκαιου κόσμου». Ο εγκέφαλός μας έχει εξελιχθεί έτσι ώστε να υποθέτει ότι ο κόσμος είναι ένα δίκαιο μέρος, ακόμη και αν τα πραγματικά στοιχεία για αυτό δεν επιβεβαιώνονται. Ο εγκέφαλός μας ανταποκρίνεται στην αντιληπτή δικαιοσύνη και την ακεραιότητα όπως και στην αυξημένη κοινωνική θέση: του αρέσει πολύ.
Αφηγηματική μεταφορά: Πώς οι ιστορίες επηρεάζουν τις στάσεις και τη συμπεριφορά του κοινού
Έχετε ποτέ δει μια ταινία ή διαβάσει ένα μυθιστόρημα και να νιώσετε σα να παρασύρεστε σε έναν άλλο κόσμο; Έχετε ποτέ αντιληφθεί ότι είστε τόσο συνδεδεμένοι με έναν χαρακτήρα σε μια ιστορία που μοιράζεστε τον πόνο και τη χαρά του;
Αν η απάντηση στα παραπάνω είναι ναι, δεν είστε οι μόνοι: βιώνετε αφηγηματική μεταφορά, ένα φαινόμενο στο οποίο το κοινό νιώθει τόσο εμπλεκόμενο σε μια ιστορία που μπορεί να επηρεάσει τις στάσεις και τη συμπεριφορά του στην πραγματικότητα, ακόμα κι αφού τελειώσει η ταινία ή το βιβλίο. Η αφηγηματική μεταφορά συμβαίνει όταν μια πλοκή μας παρασέρνει τόσο που μπορούμε να φανταστούμε τη σκηνή στο νου μας ή τον τρόπο που ένας χαρακτήρας νιώθει και συμπεριφέρεται, ακόμη κι έξω από την ιστορία.
Εμφανίζουμε επίσης ενσυναίσθηση προς ένα χαρακτήρα – σα να μπορούμε να «μπούμε στα παπούτσια» του. Αν και η επίδραση των φανταστικών αφηγήσεων στη στάση του κοινού έχει εδώ και χρόνια αναγνωριστεί, η έννοια της αφηγηματικής μεταφοράς ως μια έμμεση μορφή επιρροής αναγνωρίστηκε αρχικά από τους Melanie Green και Timothy Brock το 2000.
Η αφηγηματική μεταφορά μας επιτρέπει να βυθιζόμαστε σε φανταστικούς κόσμους και μας προσφέρει μια διέξοδο από τη μονοτονία της καθημερινότητας. Έχει βρεθεί συσχέτιση ανάμεσα στο βαθμό που ένας θεατής ταινίας βιώνει το φαινόμενο όσο παρακολουθεί και στην ικανοποίηση από την πλοκή.
Επιπροσθέτως, οι πρωταγωνιστές των φανταστικών ιστοριών και ταινιών έχουν τη δύναμη να εμπνέουν το κοινό και να δρουν ακόμη και ως πρότυπα. Η επιρροή της αφηγηματικής μεταφοράς όμως έχει και μια σκοτεινότερη πλευρά με αναφορές για εγκλήματα, τα οποία εμπνέονται άτομα με προδιάθεση από αντίστοιχες πράξεις χαρακτήρων σε εκπομπές για εγκλήματα, ταινίες, ακόμη και βιβλία.
Ορισμένοι επιστήμονες ωστόσο φέρνουν αντίρρηση στο κατά πόσο μια ιστορία μπορεί να οδηγήσει ένα άτομο στο να δράσει με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Τα ευρήματα πολλαπλών ερευνών όμως δείχνουν ότι η αφηγηματική μεταφορά είναι ένα ισχυρό φαινόμενο.
Μια τέτοια έρευνα είναι αυτή του Appel που δημοσιεύτηκε το 2019. Οι ερευνητές ζήτησαν από τους συμμετέχοντες να διαβάσουν ένα κείμενο που περιέγραφε έναν χούλιγκαν, ενώ στην ομάδα ελέγχου δόθηκε ένα άσχετο κείμενο. Στη συνέχεια, ο Appel έλεγξε τη γνώση που είχαν και οι δύο ομάδες χορηγώντας τους τεστ και βρήκε πως όσοι είχαν διαβάσει το κείμενο για τον χούλιγκαν είχαν υιοθετήσει το επίπεδο νοημοσύνης του πρωταγωνιστή και τα πήγαν χειρότερα στο τεστ συγκριτικά με τα άτομα της ομάδας ελέγχου.
Τα ευρήματα της έρευνας υποδεικνύουν ότι επιζητάμε να μιμούμαστε τα χαρακτηριστικά προσωπικότητας που θαυμάζουμε, υιοθετώντας τις στάσεις τους, είτε ανήκουν σε ένα πραγματικό πρότυπο είτε σε έναν φανταστικό χαρακτήρα.
Όταν μία αφήγηση περιγράφει μια σειρά χαρακτήρων που ανήκουν σε μια διακριτή ομάδα, δημιουργείται ταύτιση με την ομάδα, κάνοντας τον αναγνώστη (ή θεατή) να νιώθει σαν να είναι μέρος αυτής, ακόμη κι αν υπό άλλες συνθήκες δεν θα το έκανε. Για παράδειγμα, μια Αμερικάνικη μελέτη βρήκε ότι οι αναγνώστες των μυθιστορημάτων που περιέχουν μάγους και βαμπίρ πρόβαλλαν στον εαυτό τους τα σουρεαλιστικά τους χαρακτηριστικά και έβρισαν κοινά στοιχεία με τις κοινωνικές ομάδες στις οποίες ανήκαν αντίστοιχα οι χαρακτήρες στον φανταστικό κόσμο.
Ατομικές διαφορές στο φαινόμενο της αφηγηματικής μεταφοράς
Φυσικά, η εμπειρία μιας ιστορίας είναι διαφορετική για τον καθένα. Το ίδιο ισχύει και για το βαθμό στον οποίο η αφηγηματική μεταφορά επηρεάζει την άποψη κάποιου. Ο τρόπος που θα μας επηρεάσει μια ιστορία επηρεάζεται από παρελθοντικές, πραγματικές εμπειρίες που μπορεί να σχετίζονται κάπως με μια πλοκή, αλλά από τη στάση μας προς συγκεκριμένες θεματικές. Για παράδειγμα, η ενσυναίσθηση ενός θεατή προς έναν χαρακτήρα μιας σαπουνόπερας που θέλει να εκδικηθεί επειδή τον απάτησαν, μπορεί να επηρεάζει από το αν έχει ο ίδιος βιώσει την απιστία ή όχι.
Παρομοίως, ένα άτομο με ισχυρούς ηθικούς κανόνες μπορεί να λάβει περισσότερη απόλαυση παρακολουθώντας έναν χαρακτήρα να βρίσκει τελικά δικαιοσύνη και κάθαρση μέσα από την πλοκή που ξετυλίγεται.
Δεδομένου του γεγονός ότι οι ιστορίες θεωρούνται μια έμμεση μορφή επιρροής, το κοινό συνήθως δεν έχει επίγνωση αυτής. Ως εκ τούτου, το φαινόμενο της αφηγηματικής μεταφοράς χρησιμοποιείται ευρέως στα τηλεοπτικά σποτ/ διαφημίσεις, όπου ο επιθυμητός τρόπος ζωής συνδέεται με την απόκτηση ενός ακριβού νέου αυτοκίνητου ή τα οφέλη που προσφέρει ένα προϊόν στην υγεία συνδέονται με την ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή.
Οι θεατές παρασέρνονται σε έναν φανταστικό κόσμο, τον οποίο μπορούν και εκείνη να αποκτήσουν, αν αγοράσουν μια συγκεκριμένη υπηρεσία ή ένα προϊόν. Γι’ αυτό και είναι σημαντικό να μπορούμε να διακρίνουμε με τι θέλουμε να ταυτιστούμε και τι μπορεί να ελλοχεύει κινδύνους παραπλάνησης. Είναι διαφορετικό να ταυτιζόμαστε με έναν χαρακτήρα που φτάνει στην κάθαρση μετά από δύσκολες περιπέτειες και διαφορετικό να θεωρούμε ότι αποκτώντας εκείνο το νέο αυτοκίνητο θα είμαστε κι εμείς ένα ευτυχισμένο ζευγάρι, όπως εκείνο στη διαφήμιση. Τέλος, έχει αξία να εξετάζουμε πού αρχίζει και πού τελειώνει η ταύτιση με έναν χαρακτήρα και πού βρίσκεται το πραγματικό, αυθεντικό κομμάτι της προσωπικότητάς μας.
Αν η απάντηση στα παραπάνω είναι ναι, δεν είστε οι μόνοι: βιώνετε αφηγηματική μεταφορά, ένα φαινόμενο στο οποίο το κοινό νιώθει τόσο εμπλεκόμενο σε μια ιστορία που μπορεί να επηρεάσει τις στάσεις και τη συμπεριφορά του στην πραγματικότητα, ακόμα κι αφού τελειώσει η ταινία ή το βιβλίο. Η αφηγηματική μεταφορά συμβαίνει όταν μια πλοκή μας παρασέρνει τόσο που μπορούμε να φανταστούμε τη σκηνή στο νου μας ή τον τρόπο που ένας χαρακτήρας νιώθει και συμπεριφέρεται, ακόμη κι έξω από την ιστορία.
Εμφανίζουμε επίσης ενσυναίσθηση προς ένα χαρακτήρα – σα να μπορούμε να «μπούμε στα παπούτσια» του. Αν και η επίδραση των φανταστικών αφηγήσεων στη στάση του κοινού έχει εδώ και χρόνια αναγνωριστεί, η έννοια της αφηγηματικής μεταφοράς ως μια έμμεση μορφή επιρροής αναγνωρίστηκε αρχικά από τους Melanie Green και Timothy Brock το 2000.
Η αφηγηματική μεταφορά μας επιτρέπει να βυθιζόμαστε σε φανταστικούς κόσμους και μας προσφέρει μια διέξοδο από τη μονοτονία της καθημερινότητας. Έχει βρεθεί συσχέτιση ανάμεσα στο βαθμό που ένας θεατής ταινίας βιώνει το φαινόμενο όσο παρακολουθεί και στην ικανοποίηση από την πλοκή.
Επιπροσθέτως, οι πρωταγωνιστές των φανταστικών ιστοριών και ταινιών έχουν τη δύναμη να εμπνέουν το κοινό και να δρουν ακόμη και ως πρότυπα. Η επιρροή της αφηγηματικής μεταφοράς όμως έχει και μια σκοτεινότερη πλευρά με αναφορές για εγκλήματα, τα οποία εμπνέονται άτομα με προδιάθεση από αντίστοιχες πράξεις χαρακτήρων σε εκπομπές για εγκλήματα, ταινίες, ακόμη και βιβλία.
Ορισμένοι επιστήμονες ωστόσο φέρνουν αντίρρηση στο κατά πόσο μια ιστορία μπορεί να οδηγήσει ένα άτομο στο να δράσει με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Τα ευρήματα πολλαπλών ερευνών όμως δείχνουν ότι η αφηγηματική μεταφορά είναι ένα ισχυρό φαινόμενο.
Μια τέτοια έρευνα είναι αυτή του Appel που δημοσιεύτηκε το 2019. Οι ερευνητές ζήτησαν από τους συμμετέχοντες να διαβάσουν ένα κείμενο που περιέγραφε έναν χούλιγκαν, ενώ στην ομάδα ελέγχου δόθηκε ένα άσχετο κείμενο. Στη συνέχεια, ο Appel έλεγξε τη γνώση που είχαν και οι δύο ομάδες χορηγώντας τους τεστ και βρήκε πως όσοι είχαν διαβάσει το κείμενο για τον χούλιγκαν είχαν υιοθετήσει το επίπεδο νοημοσύνης του πρωταγωνιστή και τα πήγαν χειρότερα στο τεστ συγκριτικά με τα άτομα της ομάδας ελέγχου.
Τα ευρήματα της έρευνας υποδεικνύουν ότι επιζητάμε να μιμούμαστε τα χαρακτηριστικά προσωπικότητας που θαυμάζουμε, υιοθετώντας τις στάσεις τους, είτε ανήκουν σε ένα πραγματικό πρότυπο είτε σε έναν φανταστικό χαρακτήρα.
Όταν μία αφήγηση περιγράφει μια σειρά χαρακτήρων που ανήκουν σε μια διακριτή ομάδα, δημιουργείται ταύτιση με την ομάδα, κάνοντας τον αναγνώστη (ή θεατή) να νιώθει σαν να είναι μέρος αυτής, ακόμη κι αν υπό άλλες συνθήκες δεν θα το έκανε. Για παράδειγμα, μια Αμερικάνικη μελέτη βρήκε ότι οι αναγνώστες των μυθιστορημάτων που περιέχουν μάγους και βαμπίρ πρόβαλλαν στον εαυτό τους τα σουρεαλιστικά τους χαρακτηριστικά και έβρισαν κοινά στοιχεία με τις κοινωνικές ομάδες στις οποίες ανήκαν αντίστοιχα οι χαρακτήρες στον φανταστικό κόσμο.
Ατομικές διαφορές στο φαινόμενο της αφηγηματικής μεταφοράς
Φυσικά, η εμπειρία μιας ιστορίας είναι διαφορετική για τον καθένα. Το ίδιο ισχύει και για το βαθμό στον οποίο η αφηγηματική μεταφορά επηρεάζει την άποψη κάποιου. Ο τρόπος που θα μας επηρεάσει μια ιστορία επηρεάζεται από παρελθοντικές, πραγματικές εμπειρίες που μπορεί να σχετίζονται κάπως με μια πλοκή, αλλά από τη στάση μας προς συγκεκριμένες θεματικές. Για παράδειγμα, η ενσυναίσθηση ενός θεατή προς έναν χαρακτήρα μιας σαπουνόπερας που θέλει να εκδικηθεί επειδή τον απάτησαν, μπορεί να επηρεάζει από το αν έχει ο ίδιος βιώσει την απιστία ή όχι.
Παρομοίως, ένα άτομο με ισχυρούς ηθικούς κανόνες μπορεί να λάβει περισσότερη απόλαυση παρακολουθώντας έναν χαρακτήρα να βρίσκει τελικά δικαιοσύνη και κάθαρση μέσα από την πλοκή που ξετυλίγεται.
Δεδομένου του γεγονός ότι οι ιστορίες θεωρούνται μια έμμεση μορφή επιρροής, το κοινό συνήθως δεν έχει επίγνωση αυτής. Ως εκ τούτου, το φαινόμενο της αφηγηματικής μεταφοράς χρησιμοποιείται ευρέως στα τηλεοπτικά σποτ/ διαφημίσεις, όπου ο επιθυμητός τρόπος ζωής συνδέεται με την απόκτηση ενός ακριβού νέου αυτοκίνητου ή τα οφέλη που προσφέρει ένα προϊόν στην υγεία συνδέονται με την ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή.
Οι θεατές παρασέρνονται σε έναν φανταστικό κόσμο, τον οποίο μπορούν και εκείνη να αποκτήσουν, αν αγοράσουν μια συγκεκριμένη υπηρεσία ή ένα προϊόν. Γι’ αυτό και είναι σημαντικό να μπορούμε να διακρίνουμε με τι θέλουμε να ταυτιστούμε και τι μπορεί να ελλοχεύει κινδύνους παραπλάνησης. Είναι διαφορετικό να ταυτιζόμαστε με έναν χαρακτήρα που φτάνει στην κάθαρση μετά από δύσκολες περιπέτειες και διαφορετικό να θεωρούμε ότι αποκτώντας εκείνο το νέο αυτοκίνητο θα είμαστε κι εμείς ένα ευτυχισμένο ζευγάρι, όπως εκείνο στη διαφήμιση. Τέλος, έχει αξία να εξετάζουμε πού αρχίζει και πού τελειώνει η ταύτιση με έναν χαρακτήρα και πού βρίσκεται το πραγματικό, αυθεντικό κομμάτι της προσωπικότητάς μας.
Να προσέχεις τις ιστορίες που πλάθει ο νους σου
Ας υποθέσουμε ότι κάποιος λέει: “είμαι θύμα, με πρόδωσε ο φίλος μου”. Η έκφραση: “με πρόδωσε” είναι ήδη πολύ βαριά φορτισμένη. Θα μπορούσε κάποιος να πει “ο φίλος μου, που είναι άνθρωπος, συμπεριφέρθηκε με έναν τρόπο που αναλογούσε στο επίπεδο της συνειδητότητάς του τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, όταν έκανε αυτό που έκανε”. Ξαφνικά το βάρος της προδοσίας εξαφανίζεται.
Αντί να προβάλλει κανείς σε ένα γεγονός ένα σωρό ερμηνείες και χαρακτηρισμούς, ο πιο αντικειμενικός τρόπος αντίληψης διευκολύνει πολύ τα πράγματα και μας βοηθάει να τα αντιμετωπίζουμε πιο ψύχραιμα. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιος δεν υπέφερε από τη συμπεριφορά ενός άλλου ανθρώπου. Όλοι μπορεί να υποφέρουμε από τις συμπεριφορές άλλων, γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι γενικά ζουν ασυνείδητα.
Είναι ενδιαφέρον όμως το γεγονός ότι οι άνθρωποι μπορούν κατά τη διάρκεια της ζωής τους να συμπεριφέρονται άλλες φορές πολύ ασυνείδητα και άλλες συνειδητά, ανάλογα με την κατάσταση που έχουν να αντιμετωπίσουν. Μερικοί κουβαλάνε μέσα τους το δυναμικό να διαπράξουν ένα έγκλημα, αλλά δεν τυχαίνει ποτέ στη ζωή τους να βρεθούν στις κατάλληλες συνθήκες που θα εκφραζόταν αυτή η συμπεριφορά. Κάποιοι όμως θα βρεθούν σε πολύ δύσκολες συνθήκες, που θα τους αναγκάσουν να βγάλουν στην επιφάνεια όλα όσα συσσώρευαν μέσα τους τα προηγούμενα χρόνια και θα συμπεριφερθούν ξαφνικά σαν “τέρατα”.
Στην περίπτωση της προδοσίας, όταν κάποιος μαθαίνει να κατανοεί και να συγχωρεί τον άλλον, στην πραγματικότητα απελευθερώνει τον εαυτό του από το βάρος της “ιστορίας” που κουβαλάει στο μυαλό του. Το βάρος της ταυτότητας που λέει “είμαι θύμα προδοσίας” είναι πολύ μεγάλο για οποιονδήποτε για να το κουβαλάει μέσα του. Δημιουργεί δυστυχία και γίνεται στοιχείο της αίσθησης του εαυτού του, που επηρεάζει και τις μελλοντικές του σχέσεις με άλλους ανθρώπους.
Πρέπει να είσαι πολύ προσεκτικός με τις λέξεις που επιλέγεις για να περιγράψεις κάτι που βιώνεις. Το “με πρόδωσε” μπορεί να περιγράφει κάτι που συνέβη, αλλά δεν είναι η αντικειμενική πραγματικότητα. Και η συγχώρεση δεν σημαίνει ότι είσαι έτοιμος να επαναλάβεις τα ίδια λάθη. Γενικά, να προσέχεις τις ιστορίες που πλάθει ο νους σου.
Αντί να προβάλλει κανείς σε ένα γεγονός ένα σωρό ερμηνείες και χαρακτηρισμούς, ο πιο αντικειμενικός τρόπος αντίληψης διευκολύνει πολύ τα πράγματα και μας βοηθάει να τα αντιμετωπίζουμε πιο ψύχραιμα. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιος δεν υπέφερε από τη συμπεριφορά ενός άλλου ανθρώπου. Όλοι μπορεί να υποφέρουμε από τις συμπεριφορές άλλων, γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι γενικά ζουν ασυνείδητα.
Είναι ενδιαφέρον όμως το γεγονός ότι οι άνθρωποι μπορούν κατά τη διάρκεια της ζωής τους να συμπεριφέρονται άλλες φορές πολύ ασυνείδητα και άλλες συνειδητά, ανάλογα με την κατάσταση που έχουν να αντιμετωπίσουν. Μερικοί κουβαλάνε μέσα τους το δυναμικό να διαπράξουν ένα έγκλημα, αλλά δεν τυχαίνει ποτέ στη ζωή τους να βρεθούν στις κατάλληλες συνθήκες που θα εκφραζόταν αυτή η συμπεριφορά. Κάποιοι όμως θα βρεθούν σε πολύ δύσκολες συνθήκες, που θα τους αναγκάσουν να βγάλουν στην επιφάνεια όλα όσα συσσώρευαν μέσα τους τα προηγούμενα χρόνια και θα συμπεριφερθούν ξαφνικά σαν “τέρατα”.
Στην περίπτωση της προδοσίας, όταν κάποιος μαθαίνει να κατανοεί και να συγχωρεί τον άλλον, στην πραγματικότητα απελευθερώνει τον εαυτό του από το βάρος της “ιστορίας” που κουβαλάει στο μυαλό του. Το βάρος της ταυτότητας που λέει “είμαι θύμα προδοσίας” είναι πολύ μεγάλο για οποιονδήποτε για να το κουβαλάει μέσα του. Δημιουργεί δυστυχία και γίνεται στοιχείο της αίσθησης του εαυτού του, που επηρεάζει και τις μελλοντικές του σχέσεις με άλλους ανθρώπους.
Πρέπει να είσαι πολύ προσεκτικός με τις λέξεις που επιλέγεις για να περιγράψεις κάτι που βιώνεις. Το “με πρόδωσε” μπορεί να περιγράφει κάτι που συνέβη, αλλά δεν είναι η αντικειμενική πραγματικότητα. Και η συγχώρεση δεν σημαίνει ότι είσαι έτοιμος να επαναλάβεις τα ίδια λάθη. Γενικά, να προσέχεις τις ιστορίες που πλάθει ο νους σου.
Όσο πιστεύεις ότι η ζωή δεν πρέπει να είναι δύσκολη, θα υποφέρεις
Υπάρχει ένα ρητό που λέει: “όταν ξέρεις ότι η ζωή είναι δύσκολη, τότε η ζωή παύει να είναι δύσκολη”. Τι σημαίνει αυτό;
Ότι η ζωή είναι δύσκολη όσο πιστεύεις ότι δεν πρέπει να είναι δύσκολη.
Όταν πιστεύεις ότι η ζωή δεν πρέπει να είναι δύσκολη, είσαι σε μια συνεχή αντίσταση απέναντι στις καταστάσεις, τους ανθρώπους και τα γεγονότα.
Όταν αποδεχτείς ότι η ζωή περιλαμβάνει και δυσκολίες, όταν εμφανιστεί η επόμενη δυσκολία θα πεις “να η ζωή πάλι με τις δυσκολίες της”.
Με άλλα λόγια, όταν έχεις αυτή τη στάση δημιουργείται μια αποδοχή απέναντι σ’ αυτό που “είναι”.
Αν κουβαλάς στο μυαλό σου την πεποίθηση ότι η ζωή δεν πρέπει να είναι δύσκολη, ότι δεν πρέπει να υπάρχουν δύσκολοι άνθρωποι, εμπόδια και προβλήματα, ότι τα σχέδια δεν πρέπει να χαλάνε, οι άνθρωποι να πεθαίνουν και να αρρωσταίνουν, τότε θα υποφέρεις.
Γενικά όλοι έχουμε λίγο πολύ αυτή την πεποίθηση που λέει ότι τα πράγματα θα έπρεπε να εξελίσσονται ομαλά και άνετα.
Και όντως, κάποιες φορές τα πράγματα εξελίσσονται ομαλά και άνετα.
Αλλά το παράδοξο είναι ότι όταν αναγνωρίσεις ότι η ζωή είναι δύσκολη και ο σκοπός της δεν είναι το να σε κάνει ευτυχισμένο -ούτε δυστυχισμένο- σταματάς να υποφέρεις.
Μπορεί βέβαια να σε κάνει δυστυχισμένο όταν έχεις τη λάθος στάση απέναντί της.
Η ευτυχία έρχεται με το να αποδεχτούμε ότι οι προκλήσεις είναι ένα φυσικό φαινόμενο της εξέλιξης της ζωής και αυτό αφορά όλους τους ζωντανούς οργανισμούς.
Μπορούμε να ονομάζουμε όμως τις δυσκολίες προκλήσεις, αντί να τις ονομάζουμε προβλήματα ή κακά πράγματα.
Η λέξη πρόκληση εμπεριέχει και κάτι το θετικό.
Οι προκλήσεις είναι εδώ για να μας αφυπνίσουν.
Ακόμα και αν έχεις ήδη αφυπνιστεί, η ζωή μπορεί να συνεχίσει να σου δίνει προκλήσεις ώστε να επιταχυνθεί ακόμα περισσότερο η αφύπνισή σου και να γίνει πιο βαθιά.
Αν το αναγνωρίσεις αυτό δεν χρειάζεται πια να έχεις μια στάση αντίστασης και σύγκρουσης απέναντι στη ζωή. Και επίσης δεν θα θυμώνεις συνέχεια με αυτά που σου συμβαίνουν, με τα γεγονότα ή με τους ανθρώπους που συναντάς.
Ότι η ζωή είναι δύσκολη όσο πιστεύεις ότι δεν πρέπει να είναι δύσκολη.
Όταν πιστεύεις ότι η ζωή δεν πρέπει να είναι δύσκολη, είσαι σε μια συνεχή αντίσταση απέναντι στις καταστάσεις, τους ανθρώπους και τα γεγονότα.
Όταν αποδεχτείς ότι η ζωή περιλαμβάνει και δυσκολίες, όταν εμφανιστεί η επόμενη δυσκολία θα πεις “να η ζωή πάλι με τις δυσκολίες της”.
Με άλλα λόγια, όταν έχεις αυτή τη στάση δημιουργείται μια αποδοχή απέναντι σ’ αυτό που “είναι”.
Αν κουβαλάς στο μυαλό σου την πεποίθηση ότι η ζωή δεν πρέπει να είναι δύσκολη, ότι δεν πρέπει να υπάρχουν δύσκολοι άνθρωποι, εμπόδια και προβλήματα, ότι τα σχέδια δεν πρέπει να χαλάνε, οι άνθρωποι να πεθαίνουν και να αρρωσταίνουν, τότε θα υποφέρεις.
Γενικά όλοι έχουμε λίγο πολύ αυτή την πεποίθηση που λέει ότι τα πράγματα θα έπρεπε να εξελίσσονται ομαλά και άνετα.
Και όντως, κάποιες φορές τα πράγματα εξελίσσονται ομαλά και άνετα.
Αλλά το παράδοξο είναι ότι όταν αναγνωρίσεις ότι η ζωή είναι δύσκολη και ο σκοπός της δεν είναι το να σε κάνει ευτυχισμένο -ούτε δυστυχισμένο- σταματάς να υποφέρεις.
Μπορεί βέβαια να σε κάνει δυστυχισμένο όταν έχεις τη λάθος στάση απέναντί της.
Η ευτυχία έρχεται με το να αποδεχτούμε ότι οι προκλήσεις είναι ένα φυσικό φαινόμενο της εξέλιξης της ζωής και αυτό αφορά όλους τους ζωντανούς οργανισμούς.
Μπορούμε να ονομάζουμε όμως τις δυσκολίες προκλήσεις, αντί να τις ονομάζουμε προβλήματα ή κακά πράγματα.
Η λέξη πρόκληση εμπεριέχει και κάτι το θετικό.
Οι προκλήσεις είναι εδώ για να μας αφυπνίσουν.
Ακόμα και αν έχεις ήδη αφυπνιστεί, η ζωή μπορεί να συνεχίσει να σου δίνει προκλήσεις ώστε να επιταχυνθεί ακόμα περισσότερο η αφύπνισή σου και να γίνει πιο βαθιά.
Αν το αναγνωρίσεις αυτό δεν χρειάζεται πια να έχεις μια στάση αντίστασης και σύγκρουσης απέναντι στη ζωή. Και επίσης δεν θα θυμώνεις συνέχεια με αυτά που σου συμβαίνουν, με τα γεγονότα ή με τους ανθρώπους που συναντάς.
Ο πολεμιστής του φωτός και η μάχη της ζωής
Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο. Καταλήγουμε σε μια εξίσου σκοτεινή άβυσσο. Το ενδιάμεσο φωτεινό διάστημα, μάθαμε να το ονομάζουμε ζωή. Όσο λοιπόν υπάρχουμε πάνω σε αυτό το σύμπαν, οφείλουμε να είμαστε οι πολεμιστές του φωτός.
Διεκδικητές μιας όμορφης ζωής, με όνειρα και θέλω εκπληρωμένα.
Κι αν βουτηγμένοι στη μαυρίλα μιας υποθηκευμένης καθημερινότητας ξεχνάμε τον προορισμό μας.
Ο πολεμιστής του (ερεβοκτόνου) φωτός έχει πάντα μια χαρακτηριστική λάμψη στα μάτια του.
Όλοι οι δρόμοι του κόσμου οδηγούν στην καρδιά του πολεμιστή.
Αυτός βυθίζεται χωρίς δισταγμό στο ποτάμι των παθών που κυλάει διασχίζοντας τη ζωή.
Ο πολεμιστής γνωρίζει πως είναι ελεύθερος να επιλέξει ό,τι επιθυμεί.
Οι αποφάσεις του λαμβάνονται με θάρρος, νηφαλιότητα και καμιά φορά με δόση τρέλας. Δέχεται τα πάθη του και τα ζει έντονα. Ξέρει πως δεν είναι απαραίτητο να παραιτηθεί από τον ενθουσιασμό της κατάκτησης κι αυτή αποτελεί μέρος της ζωής και τη χαίρεται μαζί με όλους όσους συμμετέχουν σ’ αυτή. Δε χάνει όμως ποτέ από το βλέμμα του, τα πράγματα που έχουν διάρκεια και τους στέρεους δεσμούς που δημιουργήθηκαν μέσα στο χρόνο.
Ένας πολεμιστής ξέρει να ξεχωρίζει το παροδικό από το μόνιμο. Ο πολεμιστής του φωτός κάνει πάντα κάτι έξω από τα συνηθισμένα. Μπορεί να χορέψει καταμεσής του δρόμου, να κοιτάξει κατάματα έναν άγνωστο και να μιλήσει γι’ αγάπη στην πρώτη συνάντηση.
Να υπερασπιστεί μια ιδέα που μπορεί να φαίνεται γελοία.
Οι πολεμιστές του φωτός έχουν τη δυνατότητα να επιτρέψουν στον εαυτό τους παρόμοια πράγματα.
Δε φοβάται να κλάψει για παλιούς πόνους ούτε να χαρεί για καινούργιες ανακαλύψεις. Όταν νιώσει πως έφτασε η στιγμή, αφήνει τα πάντα κατά μέρος για την περιπέτεια που ονειρεύτηκε τόσο. Όταν καταλαβαίνει ότι βρίσκεται στα όρια της αντοχής του, εγκαταλείπει τη μάχη, χωρίς να ενοχοποιεί τον εαυτό του που έκανε μερικές απρόσμενες τρέλες.
Ένας πολεμιστής του φωτός δεν περνά τις μέρες του προσπαθώντας να παίξει το ρόλο που επέλεξαν οι άλλοι γι’ αυτόν…
Είμαστε οι πολεμιστές του φωτός. Μπορεί να νιώθουμε το σπαθί μας στομωμένο και την ασπίδα μας ριγμένη από καιρό.
Μπορεί να είμαστε απροστάτευτοι απέναντι σε πίκρες, αποτυχίες και προδοσίες.
Αλλά ακόμη και με γυμνά χέρια πρέπει να παλεύουμε. Να ριχνόμαστε με τα μούτρα στη μάχη για όσα επιθυμούμε. Με επιμονή, υπομονή, πείσμα και θέληση. Γιατί η ζωή είναι μάχη. Κι όποιος στη μάχη πάει για να πεθάνει, δεν έχει πιθανότητα να κερδίσει τον πόλεμο. Κι εμείς, όσο κι αν το ξεχνάμε, γεννηθήκαμε για να είμαστε νικητές.
Οι διεκδικητές του φωτός, οι εχθροί των σκοταδιών, οι νικητές της ζωής. Κυνηγάμε όνειρα. Όνειρα δικά μας κι όχι των άλλων για μας. Και πιστεύουμε σε μια καλύτερη ζωή. Κι αν δεν υπάρχει, με την πίστη μας τη δημιουργούμε. Άλλωστε ακατόρθωτο λέμε μόνο ό,τι δεν επιθυμήσαμε αρκετά.
Διεκδικητές μιας όμορφης ζωής, με όνειρα και θέλω εκπληρωμένα.
Κι αν βουτηγμένοι στη μαυρίλα μιας υποθηκευμένης καθημερινότητας ξεχνάμε τον προορισμό μας.
Ο πολεμιστής του (ερεβοκτόνου) φωτός έχει πάντα μια χαρακτηριστική λάμψη στα μάτια του.
Όλοι οι δρόμοι του κόσμου οδηγούν στην καρδιά του πολεμιστή.
Αυτός βυθίζεται χωρίς δισταγμό στο ποτάμι των παθών που κυλάει διασχίζοντας τη ζωή.
Ο πολεμιστής γνωρίζει πως είναι ελεύθερος να επιλέξει ό,τι επιθυμεί.
Οι αποφάσεις του λαμβάνονται με θάρρος, νηφαλιότητα και καμιά φορά με δόση τρέλας. Δέχεται τα πάθη του και τα ζει έντονα. Ξέρει πως δεν είναι απαραίτητο να παραιτηθεί από τον ενθουσιασμό της κατάκτησης κι αυτή αποτελεί μέρος της ζωής και τη χαίρεται μαζί με όλους όσους συμμετέχουν σ’ αυτή. Δε χάνει όμως ποτέ από το βλέμμα του, τα πράγματα που έχουν διάρκεια και τους στέρεους δεσμούς που δημιουργήθηκαν μέσα στο χρόνο.
Ένας πολεμιστής ξέρει να ξεχωρίζει το παροδικό από το μόνιμο. Ο πολεμιστής του φωτός κάνει πάντα κάτι έξω από τα συνηθισμένα. Μπορεί να χορέψει καταμεσής του δρόμου, να κοιτάξει κατάματα έναν άγνωστο και να μιλήσει γι’ αγάπη στην πρώτη συνάντηση.
Να υπερασπιστεί μια ιδέα που μπορεί να φαίνεται γελοία.
Οι πολεμιστές του φωτός έχουν τη δυνατότητα να επιτρέψουν στον εαυτό τους παρόμοια πράγματα.
Δε φοβάται να κλάψει για παλιούς πόνους ούτε να χαρεί για καινούργιες ανακαλύψεις. Όταν νιώσει πως έφτασε η στιγμή, αφήνει τα πάντα κατά μέρος για την περιπέτεια που ονειρεύτηκε τόσο. Όταν καταλαβαίνει ότι βρίσκεται στα όρια της αντοχής του, εγκαταλείπει τη μάχη, χωρίς να ενοχοποιεί τον εαυτό του που έκανε μερικές απρόσμενες τρέλες.
Ένας πολεμιστής του φωτός δεν περνά τις μέρες του προσπαθώντας να παίξει το ρόλο που επέλεξαν οι άλλοι γι’ αυτόν…
Είμαστε οι πολεμιστές του φωτός. Μπορεί να νιώθουμε το σπαθί μας στομωμένο και την ασπίδα μας ριγμένη από καιρό.
Μπορεί να είμαστε απροστάτευτοι απέναντι σε πίκρες, αποτυχίες και προδοσίες.
Αλλά ακόμη και με γυμνά χέρια πρέπει να παλεύουμε. Να ριχνόμαστε με τα μούτρα στη μάχη για όσα επιθυμούμε. Με επιμονή, υπομονή, πείσμα και θέληση. Γιατί η ζωή είναι μάχη. Κι όποιος στη μάχη πάει για να πεθάνει, δεν έχει πιθανότητα να κερδίσει τον πόλεμο. Κι εμείς, όσο κι αν το ξεχνάμε, γεννηθήκαμε για να είμαστε νικητές.
Οι διεκδικητές του φωτός, οι εχθροί των σκοταδιών, οι νικητές της ζωής. Κυνηγάμε όνειρα. Όνειρα δικά μας κι όχι των άλλων για μας. Και πιστεύουμε σε μια καλύτερη ζωή. Κι αν δεν υπάρχει, με την πίστη μας τη δημιουργούμε. Άλλωστε ακατόρθωτο λέμε μόνο ό,τι δεν επιθυμήσαμε αρκετά.
Η απαισιοδοξία του Χομπς επαληθεύεται;
Ο Thomas Hobbes (1588-1679) πέρασε μέσα απ’ το καμίνι του εμφύλιου σπαραγμού στην Αγγλία και των θρησκευτικών πολέμων στη Γαλλία. Επιβεβαίωσε από πρώτο χέρι ότι homo homini lupus. Και οι απόψεις του διαπνέονται από βαθιά απαισιοδοξία για την ανθρώπινη φύση, που ωθεί τους ανθρώπους στην αλληλοεξόντωση. Αυτόπτης μάρτυρας μιας από τις πιο ταραχώδεις, και αιματηρές, περιόδους της ευρωπαϊκής ιστορίας, πιστεύει όπως και ο Θουκυδίδης (τον οποίο είχε μεταφράσει) ότι «είναι έτσι φτιαγμένος ο άνθρωπος, που τα ίδια λίγο πολύ θα γίνουν και στο μέλλον».
Οι άνθρωποι διαφέρουν μόνο ως προς τα πάθη τους. Αλλά είναι όμοιοι ως προς τα ένστικτά τους: ωφελιμιστές, ευδαιμονιστές, ανταγωνίζονται για να αυτοσυντηρηθούν και να κυριαρχήσουν επί των άλλων. Αν αφήνονταν ανεξέλεγκτοι, θα ήσαν καταδικασμένοι σε αμοιβαίο μακελειό ες αεί. Από φιλοδοξία, από φόβο, από συμφέρον – κατά Θουκυδίδη. Από θέληση κυριαρχίας, αμοιβαία δυσπιστία κι επιδίωξη της δόξας – κατά Χομπς. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: μια ανθρωπότητα πεδίο άλληλοκαταστροφής.
Ο αιώνας των Φώτων έδωσε τις δικές του απαντήσεις για την έξοδο από αυτόν το φαύλο κύκλο – ορθός λόγος, επιστήμη, δημοκρατία σε συσκευασία έθνους. Η κεντρική πρόταση του Χομπς είναι ο Λεβιάθαν, ο «θνητός θεός» -ένα απολυταρχικό Κράτος, με τη μορφή είτε της απόλυτης μοναρχίας είτε της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, που θα έχει το μονοπώλιο της βίας και της εξουσίας, με αντάλλαγμα τη διαφύλαξη του δικαίου και της κοινωνικής ειρήνης. Ναι, ο Χομπς είναι απολυταρχικός. Γιατί δεν πιστεύει ότι ο άνθρωπος είναι φύσει αγαθός. Τουτέστιν:
– Η φυσική ελευθερία ισοδυναμεί με κατάσταση πολέμου.
– Καλό για κάθε άνθρωπο είναι αυτό που του αρέσει, κακό αυτό που τον δυσαρεστεί.
– Αν ο καθένας αφεθεί να ορίζει από μόνος του το δίκιο του, τότε καταργείται το δίκαιο.
– Η ασίγαστη επιθυμία για ισχύ επί των άλλων παύει μόνο με το θάνατο.
Αλλά οι άνθρωποι διακατέχονται και από πάθη που ενώνουν: ο φόβος του θανάτου, η επιθυμία των πραγμάτων που απαιτούνται για μιαν άνετη διαβίωση, η ελπίδα ότι αυτά μπορούν ν’ αποκτηθούν με τη φιλοπονία. Αυτά τα πάθη ωθούν τους ανθρώπους προς την επί γης ειρήνη. Κι εδώ επεμβαίνει η λογική. Η λογική υπαγορεύει την ειρήνη για το καλό του καθενός μας, και για το γενικό καλό.
Ο αιώνας των Φώτων έδωσε τις δικές του απαντήσεις για την έξοδο από αυτόν το φαύλο κύκλο – ορθός λόγος, επιστήμη, δημοκρατία σε συσκευασία έθνους. Η κεντρική πρόταση του Χομπς είναι ο Λεβιάθαν, ο «θνητός θεός» -ένα απολυταρχικό Κράτος, με τη μορφή είτε της απόλυτης μοναρχίας είτε της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, που θα έχει το μονοπώλιο της βίας και της εξουσίας, με αντάλλαγμα τη διαφύλαξη του δικαίου και της κοινωνικής ειρήνης. Ναι, ο Χομπς είναι απολυταρχικός. Γιατί δεν πιστεύει ότι ο άνθρωπος είναι φύσει αγαθός. Τουτέστιν:
– Η φυσική ελευθερία ισοδυναμεί με κατάσταση πολέμου.
– Καλό για κάθε άνθρωπο είναι αυτό που του αρέσει, κακό αυτό που τον δυσαρεστεί.
– Αν ο καθένας αφεθεί να ορίζει από μόνος του το δίκιο του, τότε καταργείται το δίκαιο.
– Η ασίγαστη επιθυμία για ισχύ επί των άλλων παύει μόνο με το θάνατο.
Αλλά οι άνθρωποι διακατέχονται και από πάθη που ενώνουν: ο φόβος του θανάτου, η επιθυμία των πραγμάτων που απαιτούνται για μιαν άνετη διαβίωση, η ελπίδα ότι αυτά μπορούν ν’ αποκτηθούν με τη φιλοπονία. Αυτά τα πάθη ωθούν τους ανθρώπους προς την επί γης ειρήνη. Κι εδώ επεμβαίνει η λογική. Η λογική υπαγορεύει την ειρήνη για το καλό του καθενός μας, και για το γενικό καλό.
Ο ορθός λόγος δεν επιτρέπει πράξεις που θα είναι καταστροφικές για τη ζωή, και διαμορφώνει τους κατάλληλους όρους ώστε να μπορούν οι άνθρωποι να συμβιώνουν. Αυτοί οι όροι διαμορφώνουν το κατά Χομπς Φυσικό Δίκαιο. Και η επιστήμη των νόμων της φύσης είναι η μοναδική γνήσια ηθική φιλοσοφία. Το Κράτος είναι λοιπόν έκφραση του ορθού λόγου. Στο πλαίσιο αυτό αναλαμβάνει την προστασία των πολιτών από εξωτερικές και εσωτερικές απειλές. Οφείλει επίσης να τους προστατεύει και από τον ίδιο τον Λεβιάθαν – το Σύνταγμα αποτελεί αυτοπεριορισμό της εξουσίας του. Όταν όμως ο ίδιος ο Λεβιάθαν παύει να πληροί τους όρους του κοινωνικού συμβολαίου που του έχει ανατεθεί, τότε το Κράτος μπορεί να διαλυθεί και οι άνθρωποι ξαναγυρίζουν στη φυσική, αχαλίνωτη κατάστασή τους μέχρι να συνάψουν ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο.
Φυσικός νόμος, εξάλλου, είναι και η ισότητα. Ουδείς ανώτερος εξ αίματος από άλλους. Η φύση έχει κάνει τους ανθρώπους ίσους ως προς τις σωματικές και νοητικές ικανότητες – με την έννοια ότι και ο πιο αδύναμος έχει τη δύναμη να βλάψει τον πιο δυνατό, είτε με δόλο είτε συνασπιζόμενος με άλλους. Αυτή η ισότητα ικανοτήτων ισοδυναμεί με ισότητα ελπίδων, και συνιστά μια δίκοπη αρχή: απ’ τη στιγμή που δύο άνθρωποι επιθυμούν το ίδιο πράγμα και δεν μπορούν να το αποκτήσουν από κοινού, προσπαθούν να καταστρέψουν ή να υποτάξουν ο ένας τον άλλο. Εξ ου και η ανάγκη μιας ύπατης ρυθμιστικής αρχής. Αν η ισότητα είναι νόμος της φύσης, το ποιος είναι καλύτερος άνθρωπος μπορεί να προσδιοριστεί μόνο στο πλαίσιο του θεσμού της διακυβέρνησης και της πολιτικής – του Κράτους. Αντίστοιχα, το τι είναι δίκαιο και τι άδικο οριοθετείται από τις συμβάσεις στις οποίες βασίζεται η κοινωνική συνύπαρξη, και των οποίων την τήρηση μπορεί να εξασφαλίσει μόνο η εξαναγκαστική εξουσία του Λεβιάθαν.
Ο Χομπς αναζητεί μιαν ιδεατή ισορροπία ανάμεσα στον χρησιμοθηρικό εγωισμό των ανθρώπων και το καλώς εννοούμενο ένστικτο αυτοσυντήρησής τους, ανάμεσα στα πάθη και τη λογική, τον ωφελιμισμό και την αμοιβαιότητα, το ένστικτο της αλληλοκαταστροφής και την ανάγκη αλληλεγγύης, το άτομο και το σύνολο. Υπήρξε ο «προνεωτερικός» Θεμελιωτής της πολιτικής φιλοσοφίας στην προσπάθειά του αυτή να τετραγωνίσει τον κύκλο. Τρεισήμισι αιώνες μετά, η απαισιοδοξία του επαληθεύεται στη μετανεωτερική εποχή μας, που είδε τις μεγάλες ιδεολογίες να αυτοδιαψευδονται, την αντιπροσωπευτική δημοκρατία να εκφυλίζεται, την κρουστά του Διαφωτισμού να σπάζει από τους επαναφορτιζόμενους εθνοθρησκευτικούς φανατισμούς – και τους ανθρώπους να εξακολουθούν ν’ ανταγωνίζονται και ν’ αλληλοεξοντώνονται. Υπό αυτό το πρίσμα αξίζει να ξαναδιαβάσει κανείς τον Χομπς, κατά τον ίδιο τρόπο που επανερχόμαστε στον Θουκυδίδη. Και οι δυο προσπαθούν να μας πουν τι είναι ο άνθρωπος, ως μέτρο των πάντων. Και πώς μπορεί να φυλαχτεί από τον ίδιο τον εαυτό του.
THOMAS HOBBES, ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
Φυσικός νόμος, εξάλλου, είναι και η ισότητα. Ουδείς ανώτερος εξ αίματος από άλλους. Η φύση έχει κάνει τους ανθρώπους ίσους ως προς τις σωματικές και νοητικές ικανότητες – με την έννοια ότι και ο πιο αδύναμος έχει τη δύναμη να βλάψει τον πιο δυνατό, είτε με δόλο είτε συνασπιζόμενος με άλλους. Αυτή η ισότητα ικανοτήτων ισοδυναμεί με ισότητα ελπίδων, και συνιστά μια δίκοπη αρχή: απ’ τη στιγμή που δύο άνθρωποι επιθυμούν το ίδιο πράγμα και δεν μπορούν να το αποκτήσουν από κοινού, προσπαθούν να καταστρέψουν ή να υποτάξουν ο ένας τον άλλο. Εξ ου και η ανάγκη μιας ύπατης ρυθμιστικής αρχής. Αν η ισότητα είναι νόμος της φύσης, το ποιος είναι καλύτερος άνθρωπος μπορεί να προσδιοριστεί μόνο στο πλαίσιο του θεσμού της διακυβέρνησης και της πολιτικής – του Κράτους. Αντίστοιχα, το τι είναι δίκαιο και τι άδικο οριοθετείται από τις συμβάσεις στις οποίες βασίζεται η κοινωνική συνύπαρξη, και των οποίων την τήρηση μπορεί να εξασφαλίσει μόνο η εξαναγκαστική εξουσία του Λεβιάθαν.
Ο Χομπς αναζητεί μιαν ιδεατή ισορροπία ανάμεσα στον χρησιμοθηρικό εγωισμό των ανθρώπων και το καλώς εννοούμενο ένστικτο αυτοσυντήρησής τους, ανάμεσα στα πάθη και τη λογική, τον ωφελιμισμό και την αμοιβαιότητα, το ένστικτο της αλληλοκαταστροφής και την ανάγκη αλληλεγγύης, το άτομο και το σύνολο. Υπήρξε ο «προνεωτερικός» Θεμελιωτής της πολιτικής φιλοσοφίας στην προσπάθειά του αυτή να τετραγωνίσει τον κύκλο. Τρεισήμισι αιώνες μετά, η απαισιοδοξία του επαληθεύεται στη μετανεωτερική εποχή μας, που είδε τις μεγάλες ιδεολογίες να αυτοδιαψευδονται, την αντιπροσωπευτική δημοκρατία να εκφυλίζεται, την κρουστά του Διαφωτισμού να σπάζει από τους επαναφορτιζόμενους εθνοθρησκευτικούς φανατισμούς – και τους ανθρώπους να εξακολουθούν ν’ ανταγωνίζονται και ν’ αλληλοεξοντώνονται. Υπό αυτό το πρίσμα αξίζει να ξαναδιαβάσει κανείς τον Χομπς, κατά τον ίδιο τρόπο που επανερχόμαστε στον Θουκυδίδη. Και οι δυο προσπαθούν να μας πουν τι είναι ο άνθρωπος, ως μέτρο των πάντων. Και πώς μπορεί να φυλαχτεί από τον ίδιο τον εαυτό του.
THOMAS HOBBES, ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
Μαθαίνεις
Μετά από λίγο μαθαίνεις την ανεπαίσθητη διαφορά ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι και να αλυσοδένεις μια ψυχή… Και μαθαίνεις πως αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια
Και αρχίζεις να μαθαίνεις πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις
Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα
Με τη χάρη μιας γυναίκας και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού
Και μαθαίνεις να φτιάχνεις όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα, γιατί το έδαφος του Αύριο είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.
Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις.
Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου μπορεί να σου κάνει κακό.
Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ αντί να περιμένεις κάποιον να σου φέρει λουλούδια
Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις
Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη
Και ότι, αλήθεια, αξίζεις
Και μαθαίνεις… μαθαίνεις
με κάθε αντίο μαθαίνεις...
Και αρχίζεις να μαθαίνεις πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις
Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα
Με τη χάρη μιας γυναίκας και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού
Και μαθαίνεις να φτιάχνεις όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα, γιατί το έδαφος του Αύριο είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.
Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις.
Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου μπορεί να σου κάνει κακό.
Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ αντί να περιμένεις κάποιον να σου φέρει λουλούδια
Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις
Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη
Και ότι, αλήθεια, αξίζεις
Και μαθαίνεις… μαθαίνεις
με κάθε αντίο μαθαίνεις...
SCHOPENHAUER: Ένας άνθρωπος δείχνει το χαρακτήρα του μέσα από τον τρόπο που χειρίζεται τα ασήμαντα θέματα
Και μια και είμαι στο θέμα, υπάρχει και κάτι άλλο το οποίο αξίζει να αναφέρω και είναι το εξής:
Ένας άνθρωπος δείχνει το χαρακτήρα του μέσα από τον τρόπο που χειρίζεται τα ασήμαντα θέματα – διότι τότε είναι χαλαρός. Τότε μπορεί κανείς να παρατηρήσει τον αχαλίνωτο εγωισμό της φύσης ενός ανθρώπου και την παντελή του έλλειψη ενδιαφέροντος για τους άλλους.
Και αν αυτά τα ελαττώματα φαίνονται στα μικρά πράγματα ή στη γενική συμπεριφορά του, τότε θα δεις ότι αποτελούν τη βάση κάθε σημαντικής του ενέργειας, παρόλο που μπορεί να προσπαθεί να τα κρύψει.
Εδώ σου παρουσιάζεται μια ευκαιρία που δεν πρέπει να τη χάσεις. Αν στα μικρά, καθημερινά πράγματα – στις ασημαντότητες της ζωής… – ένας άνθρωπος είναι απερίσκεπτος και αποζητά μόνο ό,τι τον συμφέρει ή τον βολεύει και αν σφετερίζεται ό,τι ανήκει στους άλλους, να είσαι σίγουρος ότι δεν υπάρχει ίχνος δικαιοσύνης μέσα του και ότι είναι μέγας απατεώνας και μόνο ο νόμος και κάποιος καταναγκασμός μπορούν να δέσουν τα χέρια του.
ΑΡΘΟΥΡ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ, 1788-1860
ΑΡΘΟΥΡ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ, 1788-1860
ΑΙΩΝΙΑ ΣΠΑΡΤΗ: Οι "Τριακόσιοι" ή "Ιππείς"
Οι λεγόμενοι «ΤΡΙΑΚΟΣΙΟΙ»
Οι οπλίτες που αποτελούσαν την σωματοφυλακή / φρουρά των Σπαρτιατών βασιλέων και στη μάχη πολεμούσαν δίπλα του, λέγονταν «ιππείς». Επρόκειτο για τιμητικό τίτλο σε ανάμνηση των αρχαϊκών χρόνων (8ος έως 6ος αιών) που αποτελούσαν ένα ιππικό σώμα το οποίο εν συνεχεία εξελίχθη στο να μάχεται πεζή μετά την οπλιτική επανάσταση και την καθιέρωση της φάλαγγος.
Επικεφαλής των «Τριακοσίων» ήσαν οι τρεις «Ιππαγρέτες» τους οποίους επέλεγαν οι Έφοροι από τους γενναιότερους των ανδρών ηλικίας 30 περίπου ανδρών. Είς έκαστος των «Ιππαγρετών» επέλεγε εν συνεχεία 100 άνδρες που έθετε υπό την ηγεσία του. Οι «Ιππαγρέτες» ήσαν και οι κατ’ έθιμον κριτές όσων Σπαρτιατών διαγωνίζονταν στα διάφορα τοπικά αθλητικά και πολεμικά αγωνίσματα. Η μη επιλογή στους «Ιππείς» ή «Τριακοσίους» δεν σήμαινε ωστόσο ότι σε κάποια επόμενη κρίση δεν θα γινόταν ο ενδιαφερόμενος για αυτή την τιμητική θέση Σπαρτιάτης δεκτός από τους «Ιππαγρέτες».
Από τα ανωτέρω γίνεται σαφές ότι οι «Ιππείς» ή «Τριακόσιοι» αποτελούσαν το επίλεκτο σώμα του Σπαρτιατικού στρατού και η συμμετοχή στις τάξεις τους αποτελούσε την ανώτατη στρατιωτική τιμή για τον κάθε ενήλικα Σπαρτιάτη πολίτη.
Οι οπλίτες που αποτελούσαν την σωματοφυλακή / φρουρά των Σπαρτιατών βασιλέων και στη μάχη πολεμούσαν δίπλα του, λέγονταν «ιππείς». Επρόκειτο για τιμητικό τίτλο σε ανάμνηση των αρχαϊκών χρόνων (8ος έως 6ος αιών) που αποτελούσαν ένα ιππικό σώμα το οποίο εν συνεχεία εξελίχθη στο να μάχεται πεζή μετά την οπλιτική επανάσταση και την καθιέρωση της φάλαγγος.
Επικεφαλής των «Τριακοσίων» ήσαν οι τρεις «Ιππαγρέτες» τους οποίους επέλεγαν οι Έφοροι από τους γενναιότερους των ανδρών ηλικίας 30 περίπου ανδρών. Είς έκαστος των «Ιππαγρετών» επέλεγε εν συνεχεία 100 άνδρες που έθετε υπό την ηγεσία του. Οι «Ιππαγρέτες» ήσαν και οι κατ’ έθιμον κριτές όσων Σπαρτιατών διαγωνίζονταν στα διάφορα τοπικά αθλητικά και πολεμικά αγωνίσματα. Η μη επιλογή στους «Ιππείς» ή «Τριακοσίους» δεν σήμαινε ωστόσο ότι σε κάποια επόμενη κρίση δεν θα γινόταν ο ενδιαφερόμενος για αυτή την τιμητική θέση Σπαρτιάτης δεκτός από τους «Ιππαγρέτες».
Από τα ανωτέρω γίνεται σαφές ότι οι «Ιππείς» ή «Τριακόσιοι» αποτελούσαν το επίλεκτο σώμα του Σπαρτιατικού στρατού και η συμμετοχή στις τάξεις τους αποτελούσε την ανώτατη στρατιωτική τιμή για τον κάθε ενήλικα Σπαρτιάτη πολίτη.
ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (7.19.1-7.20.2)
[7.19.1] Παρελθόντι δ᾽ αὐτῷ ἐς Βαβυλῶνα πρεσβεῖαι παρὰ τῶν Ἑλλήνων ἐνέτυχον, ὑπὲρ ὅτων μὲν ἕκαστοι πρεσβευόμενοι οὐκ ἀναγέγραπται, δοκεῖν δ᾽ ἔμοιγε αἱ πολλαὶ στεφανούντων τε αὐτὸν ἦσαν καὶ ἐπαινούντων ἐπὶ ταῖς νίκαις ταῖς τε ἄλλαις καὶ μάλιστα ταῖς Ἰνδικαῖς, καὶ ὅτι σῶος ἐξ Ἰνδῶν ἐπανήκει χαίρειν φασκόντων. καὶ τούτους δεξιωσάμενός τε καὶ τὰ εἰκότα τιμήσας ἀποπέμψαι ὀπίσω λέγεται. [7.19.2] ὅσους δὲ ἀνδριάντας ἢ ὅσα ἀγάλματα ἢ εἰ δή τι ἄλλο ἀνάθημα ἐκ τῆς Ἑλλάδος Ξέρξης ἀνεκόμισεν ἐς Βαβυλῶνα ἢ ἐς Πασαργάδας ἢ ἐς Σοῦσα ἢ ὅπῃ ἄλλῃ τῆς Ἀσίας, ταῦτα δοῦναι ἄγειν τοῖς πρέσβεσι· καὶ τὰς Ἁρμοδίου καὶ Ἀριστογείτονος εἰκόνας τὰς χαλκᾶς οὕτω λέγεται ἀπενεχθῆναι ὀπίσω ἐς Ἀθήνας καὶ τῆς Ἀρτέμιδος τῆς Κελκέας τὸ ἕδος.
[7.19.3] Κατέλαβε δὲ ἐν Βαβυλῶνι, ὡς λέγει Ἀριστόβουλος, καὶ τὸ ναυτικόν, τὸ μὲν κατὰ τὸν Εὐφράτην ποταμὸν ἀναπεπλευκὸς ἀπὸ θαλάσσης τῆς Περσικῆς, ὅ τι περ σὺν Νεάρχῳ ἦν, τὸ δὲ ἐκ Φοινίκης ἀνακεκομισμένον, πεντήρεις μὲν δύο τῶν ἐκ Φοινίκων, τετρήρεις δὲ τρεῖς, τριήρεις δὲ δώδεκα, τριακοντόρους δὲ ἐς τριάκοντα· ταύτας ξυντμηθείσας κομισθῆναι ἐπὶ τὸν Εὐφράτην ποταμὸν ἐκ Φοινίκης ἐς Θάψακον πόλιν, ἐκεῖ δὲ ξυμπηχθείσας αὖθις καταπλεῦσαι ἐς Βαβυλῶνα. [7.19.4] λέγει δὲ ὅτι καὶ ἄλλος αὐτῷ ἐναυπηγεῖτο στόλος τέμνοντι τὰς κυπαρίσσους τὰς ἐν τῇ Βαβυλωνίᾳ· τούτων γὰρ μόνων τῶν δένδρων εὐπορίαν εἶναι ἐν τῇ χώρᾳ τῶν Ἀσσυρίων, τῶν δὲ ἄλλων ὅσα ἐς ναυπηγίαν ἀπόρως ἔχειν τὴν γῆν ταύτην· πληρώματα δὲ ἐς τὰς ναῦς καὶ τὰς ἄλλας ὑπηρεσίας πορφυρέων τε πλῆθος καὶ τῶν ἄλλων ὅσοι ἐργάται τῆς θαλάσσης ἀφῖχθαι αὐτῷ ἐκ Φοινίκης τε καὶ τῆς ἄλλης παραλίας· λιμένα τε ὅτι πρὸς Βαβυλῶνι ἐποίει ὀρυκτὸν ὅσον χιλίαις ναυσὶ μακραῖς ὅρμον εἶναι καὶ νεωσοίκους ἐπὶ τοῦ λιμένος. [7.19.5] καὶ Μίκκαλος ὁ Κλαζομένιος μετὰ πεντακοσίων ταλάντων ἐπὶ Φοινίκης τε καὶ Συρίας ἐστέλλετο, τοὺς μὲν μισθῷ πείσων, τοὺς δὲ καὶ ὠνησόμενος ὅσοι θαλάττιοι ἄνθρωποι. τήν τε γὰρ παραλίαν τὴν πρὸς τῷ κόλπῳ τῷ Περσικῷ κατοικίζειν ἐπενόει καὶ τὰς νήσους τὰς ταύτῃ. ἐδόκει γὰρ αὐτῷ οὐ μεῖον ‹ἂν› Φοινίκης εὐδαίμων ἡ χώρα αὕτη γενέσθαι. [7.19.6] ἦν δὲ αὐτῷ τοῦ ναυτικοῦ ἡ παρασκευὴ ὡς ἐπὶ Ἄραβας τοὺς πολλούς, πρόφασιν μέν, ὅτι μόνοι τῶν ταύτῃ βαρβάρων οὔτε πρεσβείαν ἀπέστειλαν οὔτε τι ἄλλο ἐπιεικὲς ἢ ἐπὶ τιμῇ ἐπέπρακτο Ἄραψιν ἐς αὐτόν· τὸ δὲ ἀληθές, ὥς γέ μοι δοκεῖ, ἄπληστος ἦν τοῦ κτᾶσθαί τι ἀεὶ Ἀλέξανδρος.
[7.20.1] Λόγος δὲ κατέχει ὅτι ἤκουεν Ἄραβας δύο μόνον τιμᾶν θεούς, τὸν Οὐρανόν τε καὶ τὸν Διόνυσον, τὸν μὲν Οὐρανὸν αὐτόν τε ὁρώμενον καὶ τὰ ἄστρα ἐν οἷ ἔχοντα τά τε ἄλλα καὶ τὸν ἥλιον, ἀφ᾽ ὅτου μεγίστη καὶ φανοτάτη ὠφέλεια ἐς πάντα ἥκει τὰ ἀνθρώπεια, Διόνυσον δὲ κατὰ δόξαν τῆς ἐς Ἰνδοὺς στρατιᾶς. οὔκουν ἀπαξιοῦν καὶ αὐτὸν τρίτον ἂν νομισθῆναι πρὸς Ἀράβων θεόν, οὐ φαυλότερα ἔργα Διονύσου ἀποδειξάμενον, εἴπερ οὖν καὶ Ἀράβων κρατήσας ἐπιτρέψειεν αὐτοῖς, καθάπερ Ἰνδοῖς, πολιτεύειν κατὰ τὰ σφῶν νόμιμα. [7.20.2]τῆς τε χώρας ἡ εὐδαιμονία ὑπεκίνει αὐτόν, ὅτι ἤκουεν ἐκ μὲν τῶν λιμνῶν τὴν κασίαν γίγνεσθαι αὐτοῖς, ἀπὸ δὲ τῶν δένδρων τὴν σμύρναν τε καὶ τὸν λιβανωτόν, ἐκ δὲ τῶν θάμνων τὸ κιννάμωμον τέμνεσθαι, οἱ λειμῶνες δὲ ὅτι νάρδον αὐτόματοι ἐκφέρουσι· τό ‹τε› μέγεθος τῆς χώρας, ὅτι οὐκ ἐλάττων ἡ παράλιος τῆς Ἀραβίας ἤπερ ἡ τῆς Ἰνδικῆς αὐτῷ ἐξηγγέλλετο, καὶ νῆσοι αὐτῇ προσκεῖσθαι πολλαί, καὶ λιμένες πανταχοῦ τῆς χώρας ἐνεῖναι, οἷοι παρασχεῖν μὲν ὅρμους τῷ ναυτικῷ, παρασχεῖν δὲ καὶ πόλεις ἐνοικισθῆναι καὶ ταύτας γενέσθαι εὐδαίμονας.
[7.19.3] Κατέλαβε δὲ ἐν Βαβυλῶνι, ὡς λέγει Ἀριστόβουλος, καὶ τὸ ναυτικόν, τὸ μὲν κατὰ τὸν Εὐφράτην ποταμὸν ἀναπεπλευκὸς ἀπὸ θαλάσσης τῆς Περσικῆς, ὅ τι περ σὺν Νεάρχῳ ἦν, τὸ δὲ ἐκ Φοινίκης ἀνακεκομισμένον, πεντήρεις μὲν δύο τῶν ἐκ Φοινίκων, τετρήρεις δὲ τρεῖς, τριήρεις δὲ δώδεκα, τριακοντόρους δὲ ἐς τριάκοντα· ταύτας ξυντμηθείσας κομισθῆναι ἐπὶ τὸν Εὐφράτην ποταμὸν ἐκ Φοινίκης ἐς Θάψακον πόλιν, ἐκεῖ δὲ ξυμπηχθείσας αὖθις καταπλεῦσαι ἐς Βαβυλῶνα. [7.19.4] λέγει δὲ ὅτι καὶ ἄλλος αὐτῷ ἐναυπηγεῖτο στόλος τέμνοντι τὰς κυπαρίσσους τὰς ἐν τῇ Βαβυλωνίᾳ· τούτων γὰρ μόνων τῶν δένδρων εὐπορίαν εἶναι ἐν τῇ χώρᾳ τῶν Ἀσσυρίων, τῶν δὲ ἄλλων ὅσα ἐς ναυπηγίαν ἀπόρως ἔχειν τὴν γῆν ταύτην· πληρώματα δὲ ἐς τὰς ναῦς καὶ τὰς ἄλλας ὑπηρεσίας πορφυρέων τε πλῆθος καὶ τῶν ἄλλων ὅσοι ἐργάται τῆς θαλάσσης ἀφῖχθαι αὐτῷ ἐκ Φοινίκης τε καὶ τῆς ἄλλης παραλίας· λιμένα τε ὅτι πρὸς Βαβυλῶνι ἐποίει ὀρυκτὸν ὅσον χιλίαις ναυσὶ μακραῖς ὅρμον εἶναι καὶ νεωσοίκους ἐπὶ τοῦ λιμένος. [7.19.5] καὶ Μίκκαλος ὁ Κλαζομένιος μετὰ πεντακοσίων ταλάντων ἐπὶ Φοινίκης τε καὶ Συρίας ἐστέλλετο, τοὺς μὲν μισθῷ πείσων, τοὺς δὲ καὶ ὠνησόμενος ὅσοι θαλάττιοι ἄνθρωποι. τήν τε γὰρ παραλίαν τὴν πρὸς τῷ κόλπῳ τῷ Περσικῷ κατοικίζειν ἐπενόει καὶ τὰς νήσους τὰς ταύτῃ. ἐδόκει γὰρ αὐτῷ οὐ μεῖον ‹ἂν› Φοινίκης εὐδαίμων ἡ χώρα αὕτη γενέσθαι. [7.19.6] ἦν δὲ αὐτῷ τοῦ ναυτικοῦ ἡ παρασκευὴ ὡς ἐπὶ Ἄραβας τοὺς πολλούς, πρόφασιν μέν, ὅτι μόνοι τῶν ταύτῃ βαρβάρων οὔτε πρεσβείαν ἀπέστειλαν οὔτε τι ἄλλο ἐπιεικὲς ἢ ἐπὶ τιμῇ ἐπέπρακτο Ἄραψιν ἐς αὐτόν· τὸ δὲ ἀληθές, ὥς γέ μοι δοκεῖ, ἄπληστος ἦν τοῦ κτᾶσθαί τι ἀεὶ Ἀλέξανδρος.
[7.20.1] Λόγος δὲ κατέχει ὅτι ἤκουεν Ἄραβας δύο μόνον τιμᾶν θεούς, τὸν Οὐρανόν τε καὶ τὸν Διόνυσον, τὸν μὲν Οὐρανὸν αὐτόν τε ὁρώμενον καὶ τὰ ἄστρα ἐν οἷ ἔχοντα τά τε ἄλλα καὶ τὸν ἥλιον, ἀφ᾽ ὅτου μεγίστη καὶ φανοτάτη ὠφέλεια ἐς πάντα ἥκει τὰ ἀνθρώπεια, Διόνυσον δὲ κατὰ δόξαν τῆς ἐς Ἰνδοὺς στρατιᾶς. οὔκουν ἀπαξιοῦν καὶ αὐτὸν τρίτον ἂν νομισθῆναι πρὸς Ἀράβων θεόν, οὐ φαυλότερα ἔργα Διονύσου ἀποδειξάμενον, εἴπερ οὖν καὶ Ἀράβων κρατήσας ἐπιτρέψειεν αὐτοῖς, καθάπερ Ἰνδοῖς, πολιτεύειν κατὰ τὰ σφῶν νόμιμα. [7.20.2]τῆς τε χώρας ἡ εὐδαιμονία ὑπεκίνει αὐτόν, ὅτι ἤκουεν ἐκ μὲν τῶν λιμνῶν τὴν κασίαν γίγνεσθαι αὐτοῖς, ἀπὸ δὲ τῶν δένδρων τὴν σμύρναν τε καὶ τὸν λιβανωτόν, ἐκ δὲ τῶν θάμνων τὸ κιννάμωμον τέμνεσθαι, οἱ λειμῶνες δὲ ὅτι νάρδον αὐτόματοι ἐκφέρουσι· τό ‹τε› μέγεθος τῆς χώρας, ὅτι οὐκ ἐλάττων ἡ παράλιος τῆς Ἀραβίας ἤπερ ἡ τῆς Ἰνδικῆς αὐτῷ ἐξηγγέλλετο, καὶ νῆσοι αὐτῇ προσκεῖσθαι πολλαί, καὶ λιμένες πανταχοῦ τῆς χώρας ἐνεῖναι, οἷοι παρασχεῖν μὲν ὅρμους τῷ ναυτικῷ, παρασχεῖν δὲ καὶ πόλεις ἐνοικισθῆναι καὶ ταύτας γενέσθαι εὐδαίμονας.
***
[7.19.1] Αφού μπήκε στη Βαβυλώνα ο Αλέξανδρος, τον συνάντησαν πρεσβείες σταλμένες από τους Έλληνες· δεν έχει γραφεί για ποιούς λόγους ήρθε η καθεμιά πρεσβεία, νομίζω όμως ότι οι περισσότερες ήταν για να του προσφέρουν στεφάνια και να τον συγχαρούν και για τις άλλες νίκες του, προπάντων όμως για εκείνες που πέτυχε στην Ινδία, και για να του εκφράσουν τη χαρά τους που είχε επιστρέψει σώος από την Ινδία. Λένε ότι τους έστειλε πίσω, αφού τους υποδέχθηκε φιλικά και τους τίμησε, όπως έπρεπε. [7.19.2] Λένε ακόμη ότι τους έδωσε να μεταφέρουν και όσους ανδριάντες ή όσα αγάλματα ή οποιοδήποτε άλλο αφιέρωμα είχε φέρει ο Ξέρξης από την Ελλάδα στη Βαβυλώνα ή στις Πασαργάδες ή στα Σούσα ή σε όποιο άλλο μέρος της Ασίας. Με τον τρόπο αυτό λένε ότι μεταφέρθηκαν πίσω στην Αθήνα οι χάλκινοι ανδριάντες του Αρμόδιου και Αριστογείτονα, καθώς και το άγαλμα της Κελκέας Άρτεμης.
[7.19.3] Όπως αναφέρει ο Αριστόβουλος, ο Αλέξανδρος βρήκε στη Βαβυλώνα και το ναυτικό του, δηλαδή και εκείνο που είχε πλεύσει από την Περσική θάλασσα προς τα άνω τον Ευφράτη ποταμό, εκείνο ακριβώς που ήταν με τον Νέαρχο, και το άλλο που είχε μεταφερθεί από τη Φοινίκη, δηλαδή δύο φοινικικές πεντήρεις, τρεις τετρήρεις, δώδεκα τριήρεις και τριάντα περίπου τριακόντοροι. Τα πλοία αυτά, αφού είχαν διαλυθεί σε κομμάτια, μεταφέρθηκαν από τη Φοινίκη στον ποταμό Ευφράτη, στην πόλη Θάψακο, όπου συναρμολογήθηκαν ξανά και κατέπλευσαν στη Βαβυλώνα. [7.19.4] Αναφέρει ακόμη ο Αριστόβουλος ότι του ναυπηγούσαν και άλλο στόλο κόβοντας τα κυπαρίσσια που ήταν στη Βαβυλωνία, γιατί μόνο αυτά τα δένδρα υπάρχουν άφθονα στη χώρα των Ασσυρίων, ενώ υπάρχει έλλειψη στον τόπο αυτόν από τα άλλα ξύλα, που είναι κατάλληλα για την κατασκευή πλοίων· ότι του είχαν έρθει από τη Φοινίκη και τις άλλες παραθαλάσσιες περιοχές ως πληρώματα για τα πλοία και για τις άλλες ναυτικές εργασίες πλήθος αλιέων πορφύρας καθώς και διάφοροι άλλοι εργάτες της θάλασσας· ότι είχε αρχίσει να κατασκευάζει λιμάνι με εκσκαφές κοντά στη Βαβυλώνα τόσο μεγάλο, ώστε να αγκυροβολούν χίλια πολεμικά πλοία, καθώς και στέγαστρα των πλοίων στο λιμάνι· [7.19.5] και ότι ο Αλέξανδρος έστειλε στη Φοινίκη και στη Συρία τον Μίκκαλο τον Κλαζομένιο με πεντακόσια τάλαντα, για να μισθώσει ή και να αγοράσει όσους θαλασσινούς μπορέσει. Γιατί σχεδίαζε να εγκαταστήσει ανθρώπους στην παραλία που είναι κοντά στον Περσικό κόλπο και στα νησιά που βρίσκονται εκεί, επειδή νόμιζε ότι η περιοχή αυτή μπορούσε να ευημερήσει όσο και η Φοινίκη. [7.19.6] Ο Αλέξανδρος προετοίμαζε το ναυτικό του εναντίον των περισσοτέρων Αράβων προφασιζόμενος ότι μόνο αυτοί από τους βαρβάρους της περιοχής εκείνης δεν απέστειλαν ούτε πρέσβεις προς αυτόν ούτε είχαν προβεί σε καμία άλλη φιλική ή τιμητική ενέργεια προς αυτόν. Η αλήθεια όμως ήταν, όπως εγώ τουλάχιστον νομίζω, η απληστία του Αλεξάνδρου να κατακτά συνεχώς κάτι.
[7.20.1] Η παράδοση αναφέρει ότι ο Αλέξανδρος άκουε πως οι Άραβες τιμούσαν δύο μόνο θεούς, τον Ουρανό και τον Διόνυσο· τον Ουρανό, επειδή και ο ίδιος είναι ορατός και επειδή περιλαμβάνει και τα άλλα άστρα και προπάντων τον ήλιο, από τον οποίο προέρχεται η μεγαλύτερη και πιο φανερή ωφέλεια σε όλα τα ανθρώπινα πράγματα, ενώ τον Διόνυσο εξαιτίας της φημολογούμενης εκστρατείας του στην Ινδία. Έκρινε, λοιπόν, τον εαυτό του άξιο να θεωρηθεί τρίτος θεός από τους Άραβες, εφόσον παρουσίαζε κατορθώματα όχι κατώτερα από εκείνα του Διονύσου, αν βέβαια, αφού υπέτασσε και τους Άραβες, θα επέτρεπε σε αυτούς να κυβερνώνται σύμφωνα με τα δικά τους έθιμα όπως ακριβώς και στους Ινδούς. [7.20.2] Τον παρακινούσε επίσης ο πλούτος της χώρας, επειδή άκουε ότι στις λίμνες της φύεται η κασία και από τα δένδρα παράγεται η σμύρνα και το λιβάνι και από τους θάμνους κόβουν την κανέλα, ενώ στα λιβάδια τους βγαίνει αυτοφυής νάρδος. Τον παρακινούσε ακόμη το μέγεθος της χώρας, επειδή τον πληροφόρησαν ότι η παραλία της Αραβίας δεν ήταν μικρότερη από εκείνη της Ινδίας και ότι κοντά σε αυτήν ήταν πολλά νησιά και ότι σε όλα τα μέρη της χώρας υπήρχαν λιμάνια κατάλληλα για να παρέχουν αγκυροβόλια στο ναυτικό του και να επιτρέπουν να ιδρυθούν σε αυτά πόλεις και μάλιστα αυτές να γίνουν πλούσιες.
[7.19.3] Όπως αναφέρει ο Αριστόβουλος, ο Αλέξανδρος βρήκε στη Βαβυλώνα και το ναυτικό του, δηλαδή και εκείνο που είχε πλεύσει από την Περσική θάλασσα προς τα άνω τον Ευφράτη ποταμό, εκείνο ακριβώς που ήταν με τον Νέαρχο, και το άλλο που είχε μεταφερθεί από τη Φοινίκη, δηλαδή δύο φοινικικές πεντήρεις, τρεις τετρήρεις, δώδεκα τριήρεις και τριάντα περίπου τριακόντοροι. Τα πλοία αυτά, αφού είχαν διαλυθεί σε κομμάτια, μεταφέρθηκαν από τη Φοινίκη στον ποταμό Ευφράτη, στην πόλη Θάψακο, όπου συναρμολογήθηκαν ξανά και κατέπλευσαν στη Βαβυλώνα. [7.19.4] Αναφέρει ακόμη ο Αριστόβουλος ότι του ναυπηγούσαν και άλλο στόλο κόβοντας τα κυπαρίσσια που ήταν στη Βαβυλωνία, γιατί μόνο αυτά τα δένδρα υπάρχουν άφθονα στη χώρα των Ασσυρίων, ενώ υπάρχει έλλειψη στον τόπο αυτόν από τα άλλα ξύλα, που είναι κατάλληλα για την κατασκευή πλοίων· ότι του είχαν έρθει από τη Φοινίκη και τις άλλες παραθαλάσσιες περιοχές ως πληρώματα για τα πλοία και για τις άλλες ναυτικές εργασίες πλήθος αλιέων πορφύρας καθώς και διάφοροι άλλοι εργάτες της θάλασσας· ότι είχε αρχίσει να κατασκευάζει λιμάνι με εκσκαφές κοντά στη Βαβυλώνα τόσο μεγάλο, ώστε να αγκυροβολούν χίλια πολεμικά πλοία, καθώς και στέγαστρα των πλοίων στο λιμάνι· [7.19.5] και ότι ο Αλέξανδρος έστειλε στη Φοινίκη και στη Συρία τον Μίκκαλο τον Κλαζομένιο με πεντακόσια τάλαντα, για να μισθώσει ή και να αγοράσει όσους θαλασσινούς μπορέσει. Γιατί σχεδίαζε να εγκαταστήσει ανθρώπους στην παραλία που είναι κοντά στον Περσικό κόλπο και στα νησιά που βρίσκονται εκεί, επειδή νόμιζε ότι η περιοχή αυτή μπορούσε να ευημερήσει όσο και η Φοινίκη. [7.19.6] Ο Αλέξανδρος προετοίμαζε το ναυτικό του εναντίον των περισσοτέρων Αράβων προφασιζόμενος ότι μόνο αυτοί από τους βαρβάρους της περιοχής εκείνης δεν απέστειλαν ούτε πρέσβεις προς αυτόν ούτε είχαν προβεί σε καμία άλλη φιλική ή τιμητική ενέργεια προς αυτόν. Η αλήθεια όμως ήταν, όπως εγώ τουλάχιστον νομίζω, η απληστία του Αλεξάνδρου να κατακτά συνεχώς κάτι.
[7.20.1] Η παράδοση αναφέρει ότι ο Αλέξανδρος άκουε πως οι Άραβες τιμούσαν δύο μόνο θεούς, τον Ουρανό και τον Διόνυσο· τον Ουρανό, επειδή και ο ίδιος είναι ορατός και επειδή περιλαμβάνει και τα άλλα άστρα και προπάντων τον ήλιο, από τον οποίο προέρχεται η μεγαλύτερη και πιο φανερή ωφέλεια σε όλα τα ανθρώπινα πράγματα, ενώ τον Διόνυσο εξαιτίας της φημολογούμενης εκστρατείας του στην Ινδία. Έκρινε, λοιπόν, τον εαυτό του άξιο να θεωρηθεί τρίτος θεός από τους Άραβες, εφόσον παρουσίαζε κατορθώματα όχι κατώτερα από εκείνα του Διονύσου, αν βέβαια, αφού υπέτασσε και τους Άραβες, θα επέτρεπε σε αυτούς να κυβερνώνται σύμφωνα με τα δικά τους έθιμα όπως ακριβώς και στους Ινδούς. [7.20.2] Τον παρακινούσε επίσης ο πλούτος της χώρας, επειδή άκουε ότι στις λίμνες της φύεται η κασία και από τα δένδρα παράγεται η σμύρνα και το λιβάνι και από τους θάμνους κόβουν την κανέλα, ενώ στα λιβάδια τους βγαίνει αυτοφυής νάρδος. Τον παρακινούσε ακόμη το μέγεθος της χώρας, επειδή τον πληροφόρησαν ότι η παραλία της Αραβίας δεν ήταν μικρότερη από εκείνη της Ινδίας και ότι κοντά σε αυτήν ήταν πολλά νησιά και ότι σε όλα τα μέρη της χώρας υπήρχαν λιμάνια κατάλληλα για να παρέχουν αγκυροβόλια στο ναυτικό του και να επιτρέπουν να ιδρυθούν σε αυτά πόλεις και μάλιστα αυτές να γίνουν πλούσιες.
Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2021
ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Τραχίνιαι (94-140)
ΧΟΡΟΣ
ὃν αἰόλα νὺξ ἐναριζομένα [στρ. α]
95 τίκτει κατευνάζει τε φλογιζόμενον,
Ἅλιον, Ἅλιον αἰτῶ
τοῦτο καρῦξαι τὸν Ἀλκμή-
νας, πόθι μοι πόθι μοι παῖς
ναίει ποτ᾽, ὦ λαμπρᾷ στεροπᾷ φλεγέθων,
100 ἢ ποντίας αὐλῶνας, ἢ
δισσαῖσιν ἀπείροις κλιθείς,
εἴπ᾽, ὦ κρατιστεύων κατ᾽ ὄμμα.
ποθουμένᾳ γὰρ φρενὶ πυνθάνομαι [ἀντ. α]
τὰν ἀμφινεικῆ Δηιάνειραν ἀεί,
105 οἷά τιν᾽ ἄθλιον ὄρνιν,
οὔποτ᾽ εὐνάζειν ἀδακρύ-
των βλεφάρων πόθον, ἀλλὰ
εὔμναστον ἀνδρὸς δεῖμα τρέφουσαν ὁδοῦ
ἐνθυμίοις εὐναῖς ἀναν-
110 δρώτοισι τρύχεσθαι, κακὰν
δύστανον ἐλπίζουσαν αἶσαν.
πολλὰ γὰρ ὥστ᾽ ἀκάμαντος [στρ. β]
ἢ νότου ἢ βορέα τις
κύματ᾽ ἂν εὐρέι πόντῳ
115 βάντ᾽ ἐπιόντα τ᾽ ἴδοι,
οὕτω δὲ τὸν Καδμογενῆ
στρέφει, τὸ δ᾽ αὔξει βιότου
πολύπονον, ὥσπερ πέλαγος
Κρήσιον. ἀλλά τις θεῶν
120 αἰὲν ἀναμπλάκητον Ἅι-
δα σφε δόμων ἐρύκει.
ὧν ἐπιμεμφομένα σ᾽ αἰ- [ἀντ. β]
δοῖα μέν, ἀντία δ᾽ οἴσω.
φαμὶ γὰρ οὐκ ἀποτρύειν
125 ἐλπίδα τὰν ἀγαθὰν
χρῆναί σ᾽· ἀνάλγητα γὰρ οὐδ᾽
ὁ πάντα κραίνων βασιλεὺς
ἐπέβαλε θνατοῖς Κρονίδας·
ἀλλ᾽ ἐπὶ πῆμα καὶ χαρὰ
130πᾶσι κυκλοῦσιν, οἷον ἄρ-
κτου στροφάδες κέλευθοι.
μένει γὰρ οὔτ᾽ αἰόλα [ἐπῳδ.]
νὺξ βροτοῖσιν οὔτε κῆ-
ρες οὔτε πλοῦτος, ἀλλ᾽ ἄφαρ
135 βέβακε, τῷ δ᾽ ἐπέρχεται
χαίρειν τε καὶ στέρεσθαι.
ἃ καὶ σὲ τὰν ἄνασσαν ἐλπίσιν λέγω
τάδ᾽ αἰὲν ἴσχειν· ἐπεὶ τίς ὧδε
140 τέκνοισι Ζῆν᾽ ἄβουλον εἶδεν;
Σένα, που η αστρόφεγγη Νύχτα γεννά, σαν πεθαίνει,
και φλογισμένο τα βράδια πάλι κοιμίζει,
Ήλιε μου, ω Ήλιε, ζητώ σου
να μου μηνύσεις, ο γιος της Αλκμήνης
πού να μου βρίσκεται, πού,
ω μ᾽ αστραπόβολη λάμψη ζωσμένε;
100 τάχα σε θάλασσες κάπου στενά,
ή στις διπλές τις στεριές να κονεύει;
πε μου, εσύ π᾽ όλους νικάς στη ματιά.
Γιατί μαθαίνω πως πάντα ποθοπλανταγμένη
η πολυγύρευτη κόρη του Οινέα
όμοια σαν ένα πουλί θλιβερό,
δεν την κοιμίζει σ᾽ αδάκρυτα μάτια
ποτέ τη λαχτάρα της,
μα με του αντρός της που λείπει τη θύμηση
θρέφει όλο φόβους στα στήθια της
110 κι η συλλογή στ᾽ ορφανό της κρεβάτι τη λιώνει,
να περιμένει, η ταλαίπωρη, κάποιο κακό.
Γιατ᾽ όπως τ᾽ αμέτρητα κύματα
του ασύχαστου νότου ή βοριά
στον πλατύ πόντο θα δεις
να πηγαίνουν και να ᾽ρχουνται,
έτσι και τον Καδμογέννητο
μια τον ποδίζει και μια τον φέρνει εμπρός
η πολυαντάριαστη, σαν το κανάλι
της Κρήτης, ζωή του·
120 μα ένας θεός πάντ᾽ ανέβλαβο
τον κρατάει μακριά ᾽πό τα δώματα του Άδη.
Γι᾽ αυτά όλα σού ρίχνω κι εγώ άδικο
και μ᾽ όλο το σέβας μου, μα
θ᾽ αντιγνωμήσω μαζί σου·
γιατί, λέω, δε θα ᾽πρεπε
κάθ᾽ ελπίδα καλή να ξοφλάς.
Βέβαια, ζωή δίχως πόνο ουδ᾽ αυτός
ο παντοδύναμος Δίας σε κανένα θνητό
δε χάρισε, μα όλους
130 τριγυρνούνε και λύπες και χαρές
σαν του Χορού του εφταπάρθενου οι γύρες.
Πάντα η αστροπλούμιστη νύχτα δε μένει,
ούτε κι οι αντίμαχες μοίρες του ανθρώπου,
ούτε τα πλούτη, μα πέταξαν
μεμιάς και πάνε,
και πίσω το ᾽να ᾽πό τ᾽ άλλο ακλουθούν
τα χαροκόπια κι οι στέρησες.
Σ᾽ αυτά λέω και συ να στηρίζεις, βασίλισσα,
τις ελπίδες σου πάντα·
γιατί ποιός είδε το Δία ποτέ
140 έτσι ανέγνοιαστο για τα παιδιά του;
ὃν αἰόλα νὺξ ἐναριζομένα [στρ. α]
95 τίκτει κατευνάζει τε φλογιζόμενον,
Ἅλιον, Ἅλιον αἰτῶ
τοῦτο καρῦξαι τὸν Ἀλκμή-
νας, πόθι μοι πόθι μοι παῖς
ναίει ποτ᾽, ὦ λαμπρᾷ στεροπᾷ φλεγέθων,
100 ἢ ποντίας αὐλῶνας, ἢ
δισσαῖσιν ἀπείροις κλιθείς,
εἴπ᾽, ὦ κρατιστεύων κατ᾽ ὄμμα.
ποθουμένᾳ γὰρ φρενὶ πυνθάνομαι [ἀντ. α]
τὰν ἀμφινεικῆ Δηιάνειραν ἀεί,
105 οἷά τιν᾽ ἄθλιον ὄρνιν,
οὔποτ᾽ εὐνάζειν ἀδακρύ-
των βλεφάρων πόθον, ἀλλὰ
εὔμναστον ἀνδρὸς δεῖμα τρέφουσαν ὁδοῦ
ἐνθυμίοις εὐναῖς ἀναν-
110 δρώτοισι τρύχεσθαι, κακὰν
δύστανον ἐλπίζουσαν αἶσαν.
πολλὰ γὰρ ὥστ᾽ ἀκάμαντος [στρ. β]
ἢ νότου ἢ βορέα τις
κύματ᾽ ἂν εὐρέι πόντῳ
115 βάντ᾽ ἐπιόντα τ᾽ ἴδοι,
οὕτω δὲ τὸν Καδμογενῆ
στρέφει, τὸ δ᾽ αὔξει βιότου
πολύπονον, ὥσπερ πέλαγος
Κρήσιον. ἀλλά τις θεῶν
120 αἰὲν ἀναμπλάκητον Ἅι-
δα σφε δόμων ἐρύκει.
ὧν ἐπιμεμφομένα σ᾽ αἰ- [ἀντ. β]
δοῖα μέν, ἀντία δ᾽ οἴσω.
φαμὶ γὰρ οὐκ ἀποτρύειν
125 ἐλπίδα τὰν ἀγαθὰν
χρῆναί σ᾽· ἀνάλγητα γὰρ οὐδ᾽
ὁ πάντα κραίνων βασιλεὺς
ἐπέβαλε θνατοῖς Κρονίδας·
ἀλλ᾽ ἐπὶ πῆμα καὶ χαρὰ
130πᾶσι κυκλοῦσιν, οἷον ἄρ-
κτου στροφάδες κέλευθοι.
μένει γὰρ οὔτ᾽ αἰόλα [ἐπῳδ.]
νὺξ βροτοῖσιν οὔτε κῆ-
ρες οὔτε πλοῦτος, ἀλλ᾽ ἄφαρ
135 βέβακε, τῷ δ᾽ ἐπέρχεται
χαίρειν τε καὶ στέρεσθαι.
ἃ καὶ σὲ τὰν ἄνασσαν ἐλπίσιν λέγω
τάδ᾽ αἰὲν ἴσχειν· ἐπεὶ τίς ὧδε
140 τέκνοισι Ζῆν᾽ ἄβουλον εἶδεν;
***
ΧΟΡΟΣΣένα, που η αστρόφεγγη Νύχτα γεννά, σαν πεθαίνει,
και φλογισμένο τα βράδια πάλι κοιμίζει,
Ήλιε μου, ω Ήλιε, ζητώ σου
να μου μηνύσεις, ο γιος της Αλκμήνης
πού να μου βρίσκεται, πού,
ω μ᾽ αστραπόβολη λάμψη ζωσμένε;
100 τάχα σε θάλασσες κάπου στενά,
ή στις διπλές τις στεριές να κονεύει;
πε μου, εσύ π᾽ όλους νικάς στη ματιά.
Γιατί μαθαίνω πως πάντα ποθοπλανταγμένη
η πολυγύρευτη κόρη του Οινέα
όμοια σαν ένα πουλί θλιβερό,
δεν την κοιμίζει σ᾽ αδάκρυτα μάτια
ποτέ τη λαχτάρα της,
μα με του αντρός της που λείπει τη θύμηση
θρέφει όλο φόβους στα στήθια της
110 κι η συλλογή στ᾽ ορφανό της κρεβάτι τη λιώνει,
να περιμένει, η ταλαίπωρη, κάποιο κακό.
Γιατ᾽ όπως τ᾽ αμέτρητα κύματα
του ασύχαστου νότου ή βοριά
στον πλατύ πόντο θα δεις
να πηγαίνουν και να ᾽ρχουνται,
έτσι και τον Καδμογέννητο
μια τον ποδίζει και μια τον φέρνει εμπρός
η πολυαντάριαστη, σαν το κανάλι
της Κρήτης, ζωή του·
120 μα ένας θεός πάντ᾽ ανέβλαβο
τον κρατάει μακριά ᾽πό τα δώματα του Άδη.
Γι᾽ αυτά όλα σού ρίχνω κι εγώ άδικο
και μ᾽ όλο το σέβας μου, μα
θ᾽ αντιγνωμήσω μαζί σου·
γιατί, λέω, δε θα ᾽πρεπε
κάθ᾽ ελπίδα καλή να ξοφλάς.
Βέβαια, ζωή δίχως πόνο ουδ᾽ αυτός
ο παντοδύναμος Δίας σε κανένα θνητό
δε χάρισε, μα όλους
130 τριγυρνούνε και λύπες και χαρές
σαν του Χορού του εφταπάρθενου οι γύρες.
Πάντα η αστροπλούμιστη νύχτα δε μένει,
ούτε κι οι αντίμαχες μοίρες του ανθρώπου,
ούτε τα πλούτη, μα πέταξαν
μεμιάς και πάνε,
και πίσω το ᾽να ᾽πό τ᾽ άλλο ακλουθούν
τα χαροκόπια κι οι στέρησες.
Σ᾽ αυτά λέω και συ να στηρίζεις, βασίλισσα,
τις ελπίδες σου πάντα·
γιατί ποιός είδε το Δία ποτέ
140 έτσι ανέγνοιαστο για τα παιδιά του;
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)

















