Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2021

Όταν τα γεγονότα συγκρούονται με τα πιστεύω μας

Η ''θεωρία της γνωστικής ασυμφωνίας'' δημοσιεύτηκε το 1957 από τον καθηγητή της ψυχολογίας στο ΜΙΤ Λίον Φέστινγκερ, ο οποίος έδειξε ότι οι άνθρωποι, κάτω από ορισμένες συνθήκες, αντί να προσαρμόζουν την συμπεριφορά τους έτσι ώστε να ταιριάζει στις πεποιθήσεις τους, αυτοί προσαρμόζουν τις πεποιθήσεις τους έτσι ώστε να ταιριάζουν στη συμπεριφορά τους και αυτό ενάντια στην λογική σειρά των πραγμάτων.

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Στο Λέικ Σίτι της Μινεάπολις ζούσαν η Μάριον Κιτς με τον σύζυγο της Δρ. Άρμστρονγκ, ευυπόληπτο και με κύρος, γιατρό σε κοντινό πανεπιστήμιο. Η Μάριον έλαβε ένα μήνυμα, μετά από μια παράξενη δόνηση, από ένα ον με το όνομα Σανάντα.

''Θα σηκωθεί ο πυθμένας του Ατλαντικού και θα βυθίσει τα παράλια του. Η Γαλλία θα βουλιάξει, η Ρωσία θα γίνει μια μεγάλη θάλασσα...Ένα μεγάλο κύμα θα κατακλύσει τα Βραχώδη Όρη...για να εξαφανιστεί η Γη από τα πλάσματα της και να δημιουργηθεί η νέα τάξη.'' Και όλα αυτά θα συνέβαιναν τα μεσάνυχτα της 21ης Δεκεμβρίου.

Η ιστορία της καταστροφής συμπληρώνονταν με το σύμφωνο σωτηρίας: θα σώζονταν οι πιστοί στη θεότητα Σανάντα.

Ο Λίον Φέστινγκερ, 31 χρονών, ήταν τότε νεαρός ψυχολόγος στο πανεπιστήμιο της Μινεσότα. Αναρωτήθηκε τι θα συνέβαινε όταν την 21η Δεκεμβρίου, τίποτα από την προφητεία δεν θα συνέβαινε και οι πιστοί δεν θα χρειάζονταν να σωθούν με το αναμενόμενο διαστημόπλοιο.

Έτσι, οργάνωσε μια ομάδα συνεργατών και διείσδυσε στην ομάδα των πιστών του Σανάντα για να παρακολουθήσει, πως οι άνθρωποι θα αντιδράσουν, όταν βρεθούν αντιμέτωποι με τη διάψευση της προφητείας και των προσδοκιών τους.

Αφήνω τις λεπτομέρειες και τα τραγελαφικά της βραδιάς, που αναμένετο, η άφιξη του διαστημόπλοιου για να σώσει τους πιστούς και η συνακόλουθη καταστροφή του κόσμου.

Όταν οι χτύποι του ρολογιού σήμαναν 12 μεσάνυχτα και οι μόνοι θόρυβοι που έσπαζαν τη σιωπή της νύκτας ήταν οι θόρυβοι από τα τηλεοπτικά συνεργεία και τα μόνα φώτα που διέκοπταν το σκοτάδι της νύχτας ήταν οι προβολείς των συνεργείων που έκαναν τη νύχτα μέρα και κανένα σημάδι δεν προέρχονταν από τα διαστημόπλοια που αναμένονταν για να παραλάβουν τους πιστούς, για λίγο μόνο απλώθηκε παγωμάρα.

Οι πιστοί μετά το πρώτο μούδιασμα, με άμετρο ενθουσιασμό, άνοιξαν πόρτες και παράθυρα, κάλεσαν τα συνεργεία να περάσουν μέσα, ετοίμασαν τσάι να κεράσουν και άρχισαν τις δηλώσεις.

Η σιωπή των προηγούμενων ημερών και η άρνηση δηλώσεων στα ΜΜΕ τώρα, μετά τη διάψευση της προφητείας αντικαταστάθηκε από μια μανία υποστήριξης των πιστεύω που μόλις... διαψεύστηκαν. ''Ο κόσμος σώθηκε γιατί εμείς προσευχηθήκαμε...''. Η προφητεία ουδόλως προέβλεπε κάτι τέτοιο.

Αυτό όμως δεν έχει σημασία. Η διάψευση, προκαλεί ένα τέτοιας ισχύος αμυντικό μηχανισμό που τα άτομα, αντί να σταθούν στη λογική της διάψευσης και να αλλάξουν τη συμπεριφορά τους, κάνουν ακριβώς το αντίθετο.

Αλλάζουν τη λογική των πραγμάτων και αρχίζουν με μεγαλύτερο ζήλο τον προσηλυτισμό στα πιστεύω που διαψεύστηκαν. Η θεωρία της γνωστικής ασυμφωνίας δείχνει ότι οι αντιδράσεις στην καταφανή αποτυχία επαλήθευσης της πίστης στο προσδοκόμενο, προκαλεί μεγαλύτερη ακόμα ενίσχυση αυτής της πίστης, παρά το ότι συγκρούεται με κάθε έννοια λογικής.

Όταν τα πιστεύω ενός ατόμου συγκρούονται λοιπόν με τις απτές αποδείξεις της πραγματικότητας, η δυσφορία που προκαλείται είναι τόσο μεγάλη, που σαν αποτέλεσμα έχει την ενεργοποίηση τέτοιων μηχανισμών άμυνας που αντί να οδηγούν στην αλλαγή συμπεριφοράς την ενισχύουν.

Μετά από σειρά πειραμάτων ο Λίον Φέστινγκερ μας παρέδωσε μαζί με τη θεωρία του περί της ''γνωστικής ασυμφωνίας'' και τον αφορισμό: ''Τα ανθρώπινα όντα ΣΚΕΦΤΟΝΤΑΙ.

Επιδίδονται στην πλέον θαυμαστή πνευματική άσκηση, κι όλα αυτά μόνο και μόνο για να δικαιολογήσουν την υποκρισία τους.'' (L. Slater, Το κουτί της ψυχής 2009).

Παραπληροφόρηση: Πώς καθορίζεται η πραγματικότητά μας από τον τρόπο που «φιλτράρουμε» τα γεγονότα

Η παραπληροφόρηση συνήθως αποτελείται από ψευδείς πεποιθήσεις. Οι κοινωνικοί ψυχολόγοι όμως ισχυρίζονται ότι και τα συναισθήματα μπορούν επίσης να αποτελούν πληροφορίες και όχι μόνο οι πεποιθήσεις.

Το ερώτημα που εγείρεται λοιπόν είναι αν τα συναισθήματα προκαλούν ορισμένες φορές παραπληροφόρηση και αν ναι, πότε. Οι επιστήμονες αναφέρουν ότι το άγχος, η αγάπη και η θλίψη μπορούν να λειτουργούν παραπλανητικά.

Ο Norbert Schwarz (2012) ανέπτυξε τη σπουδαία θεωρία ότι οι πληροφορίες δεν αποτελούνται μόνο από πεποιθήσεις, αλλά επίσης από διαθέσεις, συναισθήματα, σωματικές αισθήσεις και εμπειρίες σχετικά με τη γνώση. Αυτά τα συναισθήματα συνεισφέρουν σημαντικά στις κρίσεις, στις αποφάσεις και στην αξιολόγηση των καταστάσεων. Όμως, ο Schwarz τόνισε επίσης ότι τα συναισθήματα μπορούν επίσης να μας μπερδέψουν, όπως στα παρακάτω σενάρια:

– Η αγάπη μπορεί να υποδεικνύει έναν πολύτιμο δεσμό με έναν καλό άνθρωπο, αλλά ο έρωτας που βασίζεται στον ενθουσιασμό μπορεί να κάνει τους ανθρώπους να παραβλέψουν τοξικά μειονεκτήματα σε μια σχέση.

– Το άγχος και ο φόβος είναι χρήσιμα όταν ενεργοποιούν τους ανθρώπους σε επικίνδυνες καταστάσεις όπως στην πανδημία, αλλά μπορεί να αποδειχθούν προβληματικά όταν οι ψευδείς πεποιθήσεις και οι υπερβολικές αντιδράσεις παράγουν φοβίες που θέτουν σε κίνδυνο ζωές.

– Ο θυμός ορισμένες φορές λειτουργεί ως ένα σημάδι ότι κάποιος εμποδίζει τους σημαντικούς μας στόχους, αλλά μπορεί επίσης να μας αποτρέπει από το να επιλύουμε κρίσιμα προβλήματα.

– Η θλίψη συχνά υποδεικνύει μια πραγματική απώλεια, αλλά μπορεί να εξελιχθεί σε σοβαρή κατάθλιψη που αποτυγχάνει να αναγνωρίσει ότι η ζωή έχει ακόμη αξία και ελπίδα.

– Η χαρά μπορεί να σηματοδοτεί ότι οι βασικές μας ανάγκες ικανοποιούνται, αλλά μπορεί να είναι ριψοκίνδυνη και πλασματική όταν προέρχεται από κατάχρηση αλκοόλ και χρήση ναρκωτικών ουσιών.

– Η αποστροφή προστατεύει φυσικά τους ανθρώπους από τις ακατάλληλες τροφές, αλλά μπορεί να αποδειχθεί κοινωνικά καταστροφική όταν κατευθύνεται για πολιτισμικούς λόγους σε κοινωνικές ομάδες και μη συνηθισμένες συμπεριφορές.

Για να κατανοήσουμε πώς τα συναισθήματα μπορούν να μας παραπληροφορήσουν, χρειάζεται να συνδέσουμε μια θεωρία συναισθημάτων με μια θεωρία πληροφόρησης. Οι ψυχολογικές θεωρίες δεν είναι απλώς στατιστικές συσχετίσεις ανάμεσα σε μεταβλητές, αλλά μπορούν να μας αποκαλύψουν συγκεκριμένους νοητικούς και νευρωνικούς μηχανισμούς.

Μια νέα θεωρία συναισθημάτων τους εξηγεί μέσω νευρωνικών μηχανισμών που συνδυάζουν τις αναπαραστάσεις των καταστάσεων, τις αξιολογήσεις εκείνων των καταστάσεων που αφορούν στη σχέση με προσωπικούς στόχους και τις φυσιολογικές αλλαγές, όπως τον καρδιακό παλμό και τον ρυθμό της αναπνοής. Τα συναισθήματα είναι κατατοπιστικά όταν οι αξιολογήσεις εκτιμούν με ακρίβεια την επίδραση των καταστάσεων στους προσωπικούς στόχους. Για παράδειγμα, αν μια κατάσταση που παράγει άγχος είναι πραγματικά επικίνδυνη.

Επιπροσθέτως, οι φυσιολογικές αλλαγές πρέπει επίσης να είναι ανάλογες της κατάστασης παρά το αποτέλεσμα ελλειμματικών γενετικών παραγόντων ή ναρκωτικών ουσιών. Η παραπληροφόρηση των συναισθημάτων συμβαίνει λόγω ελλειμματικών αξιολογήσεων, διαστρεβλωμένης φυσιολογίας ή λόγω και των δύο.

Αυτή η ανάλυση ταιριάζει με μια νέα θεωρία πληροφόρησης που το εξηγεί ως αποτέλεσμα 8 νευρωνικών μηχανισμών: της αναπαράστασης, συλλογής, αποθήκευσης, ανάσυρσης, αξιολόγησης, μεταμόρφωσης, αποστολής και παραλαβής. Η παραπληροφόρηση εμφανίζεται όταν αυτοί οι μηχανισμοί καταρρεύσουν, όπως όταν μια ασθένεια εκδηλώνεται όταν οι βιολογικοί μηχανισμοί που μας στηρίζουν επίσης καταρρέουν.

Τα συναισθήματα ως πληροφορίες αποτυγχάνουν κυρίως μέσω της κατάρρευσης των μηχανισμών αξιολόγησης. Για παράδειγμα, το πένθος που προκαλείται από την απώλεια μιας σημαντικής σχέσης συνιστά ένα σύστημα πληροφόρησης επειδή βασίζεται σε φυτικές φυσιολογικές αλλαγές και στη ρεαλιστική εκτίμηση της απώλειας. Όμως η κλινική κατάθλιψη είναι συνήθως παραπλανητική επειδή προκαλείται από ψευδείς εκτιμήσεις απόγνωσης και από ψευδείς φυσιολογικά στοιχεία όπως νευροδιαβιβαστικά προβλήματα.

Ο καλύτερος τρόπος να μετατρέψουμε την παραπληροφόρηση των συναισθημάτων σε αξιόπιστη πληροφόρηση είναι να στοχαζόμαστε συνειδητά πάνω στις υποβόσκουσες πηγές. Οι πληροφορίες που έχουμε συλλέχθηκαν από αξιόπιστες διεργασίες ή από διαστρεβλωμένες αντιλήψεις; Αξιολογήθηκαν προσεκτικά οι πληροφορίες ή απλώς έγιναν υποθέσεις;

Υπήρξαν λάθη στη φυσιολογία; Μήπως η πληροφορία αποκτήθηκε μέσω παραπλανητικών κοινωνικών διαδικασιών όπως προπαγάνδα; Δεδομένου του τρόπου που λειτουργεί ο εγκέφαλος, τα συναισθήματα πάντα θα είναι πηγές πληροφόρησης, έτσι χρειάζεται να προσέχουμε για λάθη στους μηχανισμούς που μπορεί να καταλήξουν σε παραπληροφόρηση.

Omer B. Washington: Έμαθα ότι...

Χρειάζεται πολύς χρόνος για να γίνεις αυτός που θέλεις να είσαι…

Έμαθα ότι παίρνει χρόνια να οικοδομήσεις εμπιστοσύνη, και αρκούν μερικά δευτερόλεπτα για να την καταστρέψεις.

Έμαθα ότι δεν μπορείς να κάνεις κάποιον να σε αγαπήσει. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να είσαι άξιος να αγαπηθείς. Τα υπόλοιπα επαφύονται σ’ αυτόν.

Έμαθα ότι ανεξαρτήτως πόσο καλός φίλος είναι κάποιος, κάποιες φορές θα σε πληγώσει, και εσύ θα πρέπει να τον συγχωρήσεις.

Έμαθα ότι δεν έχει σημασία τι έχεις στη ζωή σου, αυτό που μετράει είναι ποιους έχεις στη ζωή σου.

Έμαθα ότι δεν πρέπει ποτέ να καταστρέφεις μια συγγνώμη με μία δικαιολογία.

Έμαθα ότι δεν πρέπει να συγκρίνεις τον εαυτό σου, με ότι καλύτερο μπορούν οι άλλοι να κάνουν.

Έμαθα ότι αρκεί μια στιγμή για να κάνεις κάτι που θα σε στενοχωρεί όλη σου τη ζωή.

Έμαθα ότι χρειάζεται πολύς χρόνος για να γίνεις αυτός που θέλεις να είσαι.

Έμαθα ότι θα πρέπει πάντα να αποχωρίζεσαι τα αγαπημένα πρόσωπα με λόγια αγάπης. Μπορεί να είναι η τελευταία φορά που τα βλέπεις.

Έμαθα ότι είμαστε υπεύθυνοι για αυτό που κάνουμε, δεν έχει σημασία το πώς αισθανόμαστε για αυτό που κάνουμε.

Έμαθα ότι είτε μπορείς να ελέγχεις τη συμπεριφορά σου είτε θα σ’ ελέγχει αυτή.

Έμαθα ότι ανεξάρτητα από το πόσο θερμή είναι μια σχέση στην αρχή, το πάθος εξασθενίζει και πρέπει να υπάρχει κάτι άλλο να πάρει τη θέση του.

Έμαθα ότι ήρωες είναι αυτοί που κάνουν αυτό που πρέπει να γίνει, όταν χρειάζεται να γίνει, ανεξάρτητα από τις συνέπειες.

Έμαθα ότι τα χρήματα είναι ένας άθλιος τρόπος να αξιολογείς την ζωή σου.

Έμαθα ότι μερικές φορές οι άνθρωποι που περιμένεις να σε κλωτσήσουν όταν είσαι στα κάτω σου, είναι αυτοί που θα σε βοηθήσουν να πάρεις τα πάνω σου.

Έμαθα ότι όταν είμαι θυμωμένος έχω το δικαίωμα να το δείχνω, αλλά αυτό δεν μου δίνει το δικαίωμα να γίνομαι σκληρός με τους άλλους.

Έμαθα ότι η αληθινή φιλία διατηρείται ακόμα και όταν υπάρχει μεγάλη απόσταση. Το ίδιο ισχύει και για την αληθινή αγάπη.

Έμαθα ότι μόνο και μόνο επειδή κάποιος δεν σε αγαπάει με τον τρόπο που θέλεις, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν σε αγαπάει όσο περισσότερο μπορεί.

Έμαθα ότι η ωριμότητα σχετίζεται περισσότερο με τις εμπειρίες που είχες καθώς και από τι έχεις μάθει από αυτές, και λιγότερο από το πόσα γενέθλια γιόρτασες.

Έμαθα ότι δεν πρέπει ποτέ να λες σ’ ένα παιδί ότι τα όνειρά του είναι εξωπραγματικά. Τι τραγωδία θα ήταν αν σε πίστευε.

Έμαθα ότι δεν είναι πάντα αρκετό να σε συγχωρέσουν οι άλλοι. Αρκετές φορές πρέπει να μπορούμε να συγχωρούμε οι ίδιοι τον εαυτό μας.

Έμαθα ότι δεν έχει σημασία πόσο άσχημα ράγισε η καρδιά σου, η ζωή δεν σταματά για να ξεπεράσεις τη θλίψη σου.

Έμαθα ότι οι περιστάσεις και οι συνθήκες μπορεί να έχουν επηρεάσει το ποιοι είμαστε, όμως είμαστε υπεύθυνοι για αυτό που έχουμε γίνει.

Έμαθα ότι πλούσιος δεν είναι αυτός που έχει τα περισσότερα, αλλά αυτός που χρειάζεται τα λιγότερα.

Έμαθα ότι μόνο και μόνο επειδή δύο άτομα μαλώνουν, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αγαπούν ο ένας τον άλλο. Ισχύει και το αντίθετο, επειδή δεν μαλώνουν δεν σημαίνει ότι αγαπούν ο ένας τον άλλο.

Έμαθα ότι δεν πρέπει να είμαστε τόσο πρόθυμοι να μάθουμε ένα μυστικό. Θα μπορούσε να αλλάξει τη ζωή μας για πάντα.

Έμαθα ότι δύο άνθρωποι μπορούν να κοιτούν ακριβώς το ίδιο πράγμα και να βλέπουν κάτι εντελώς διαφορετικό.

Έμαθα ότι τα διαπιστευτήρια στον τοίχο, δεν σε κάνουν αξιοπρεπή άνθρωπο.

Έμαθα ότι οι άλλοι θα ξεχάσουν τι τους είπες, θα ξεχάσουν τι τους έκανες, αλλά δεν θα ξεχάσουν ποτέ πώς τους έκανες να αισθάνονται.

Omer B. Washington

Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο

Σε έναν ιδανικό κόσμο, ο διάλογος και η αντιπαράθεση θα είχαν ως σκοπό την αποκάλυψη της αλήθειας ή τουλάχιστον τη σύγκλιση των απόψεων. Σʼ έναν τέτοιο κόσμο, η επιθυμία κάθε καλοπροαίρετου ανθρώπου θα ήταν να θέτει άξιους στόχους και να υιοθετεί τα καλύτερα μέσα για να τους πετύχει, ενώ θα προσπαθούσε να δώσει λύση στα προβλήματα με τη συνεργασία, ξεπερνώντας τις διαφωνίες και τις διαμάχες.

Όμως ο πραγματικός κόσμος κάθε άλλο παρά ιδανικός είναι και οι άνθρωποι δεν επιδιώκουν να φτάσουν στην αλήθεια, αλλά να επικρατήσουν στις διάφορες αντιπαραθέσεις. Ούτε επιζητούν το καλύτερο για τους πολλούς, αλλά το καλύτερο για τους εαυτούς τους. Για τη μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου, η ιδιοτέλεια είναι ισχυρότερο κίνητρο από τον αλτρουισμό, κι ως εκ τούτου ο καθένας κάνει ό,τι μπορεί για να υπερισχύσει στον ανταγωνισμό της καθημερινής ζωής.

Τόσο επιτακτική είναι η ανάγκη του ανθρώπου για επικράτηση, που σχεδόν αμέσως μόλις οι Έλληνες φιλόσοφοι της κλασικής αρχαιότητας άρχισαν να διερευνούν σε βάθος τη φύση των πραγμάτων, ξεκίνησε και η τέχνη της ρητορικής, η τεχνική δηλαδή που χρησιμοποιεί κάποιος προκειμένου να επιβληθεί σε μια αντιπαράθεση ανεξάρτητα από την αλήθεια ή την ουσία του εκάστοτε ζητήματος.

Τίποτε δεν έχει αλλάξει από τότε. Τόσο στο Κοινοβούλιο όσο και στον Τύπο, το καθεστώς της αντιπαράθεσης, του τρόπου δηλαδή με τον οποίο κάποιος προκαλεί, κατηγορεί, υπεραμύνεται της θέσης του και αντεπιτίθεται, απαιτεί από όλους τους εμπλεκόμενους στο δημόσιο βίο να κατέχουν πλήρως την τέχνη της ρητορικής. Είναι αδιανόητο να αποδεχτεί κανείς μια κατηγορία πολιτικής φύσης ή να παραδεχτεί τη λασπολογία του σκανδαλοθηρικού Τύπου. Επομένως, όλα τα διαθέσιμα τεχνάσματα στρεψοδικίας πρέπει να επιστρατευτούν προκειμένου να υπερασπιστεί κάποιος τον εαυτό του, ξεγλιστρώντας από τη δύσκολη θέση, αποφεύγοντας τις ερωτήσεις, απαντώντας με ευλογοφανείς αοριστίες, εκτρέποντας και διαστρεβλώνοντας το θέμα ελισσόμενος, προσπαθώντας πάντα να φαίνεται ειλικρινής ενώ είναι το αντίθετο. Αυτή είναι η φύση των αντιπαραθέσεων στο μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής και δημόσιας ζωής, η οποία ως εκ τούτου δεν αποτελεί κονίστρα διαλόγου αλλά εξευτελισμού.

Εκείνοι που επινόησαν την αμφιλεγόμενη τέχνη της επικράτησης σε μια αντιπαράθεση, ακόμη κι αν αυτό ήταν μια προσπάθεια να κάνουν τη χειρότερη περίπτωση να φαίνεται ως η καλύτερη, ήταν οι σοφιστές της αρχαίας Αθήνας, τους οποίους ο Σωκράτης και ο εξίσου διάσημος μαθητής του, Πλάτωνας, απεχθάνονταν διότι δεν έδειχναν κανένα ενδιαφέρον για την αλήθεια και (ακόμη χειρότερα κατά τον Σωκράτη) αμείβονταν για να διδάξουν τα τεχνάσματά τους.

Οι σοφιστές είχαν πάρα πολλούς πελάτες διότι η επιτυχία στις πολιτείες του αρχαίου κόσμου εξαρτιόταν από τη ρητορική δεινότητα. Κάθε ανήλικος άνδρας ήταν μέλος του κυβερνητικού σώματος και έπρεπε να αναλαμβάνει τις δικές του νομικές υποθέσεις όταν υπήρχε ανάγκη. Μια τάξη γραφιάδων δημιουργήθηκε, που παρείχε επʼ αμοιβή ομιλίες για κάθε περίσταση. Αυτό όμως δεν υποβάθμισε την αξία της ρητορικής, που γρήγορα συστηματοποιήθηκε ως επιστήμη από τους πρώτους δασκάλους της.

Ο Άρτουρ Σοπενχάουερ, ένας απʼ τους μεγαλύτερους φιλοσόφους του 19ου αιώνα, αναγνώρισε όλα τα τεχνάσματα και τους ανειλικρινείς τρόπους της ρητορικής που χρησιμοποιούνται στις μέρες μας, διότι είχε βαθιά γνώση της κλασικής ρητορικής παράδοσης. Εξάλλου, τα είχε συναντήσει όλα αυτά στους δικολαβισμούς των πολιτικών και των διάφορων άλλων υποκριτών, και σαν απάντηση έγραψε το οξύ έργο του «Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο».

Αυτή η ανατρεπτική μικρή πραγματεία παρουσιάζεται ως εγχειρίδιο επικράτησης έναντι οποιουδήποτε αντιπάλου σε μια αντιπαράθεση. «Εριστική διαλεκτική» έγραψε ο ίδιος ο Σοπενχάουερ, συγκαλύπτοντας έτσι κάθε ειρωνικό τόνο, «είναι η τέχνη του να λογομαχεί κανείς με τέτοιο τρόπο ώστε να υπερασπίζεται επαρκώς τις θέσεις του, είτε έχει δίκιο είτε άδικο». Και σαν να ήθελε να διαβεβαιώσει τους αναγνώστες του ότι το εννοούσε ειλικρινά αυτό, πρόσθεσε: «Σε μια αντιπαράθεση, πρέπει να αγνοήσουμε την αντικειμενική αλήθεια, ή μάλλον να την εκλάβουμε ως μια τυχαία συγκυρία, και να επικεντρωθούμε μόνο στην υπεράσπιση της θέσης μας και στην αντίκρουση της θέσης του αντιπάλου». Διότι κάποιος μπορεί να έχει αντικειμενικά δίκιο και εν τούτοις οι ακροατές ή και ο ίδιος ακόμη, να σχηματίσουν την εντύπωση ότι υστερεί.

Για παράδειγμα, καθώς προχωρώ στην απόδειξη ενός ισχυρισμού, μπορεί ο αντίπαλός μου να διαψεύσει την απόδειξη και να φανεί έτσι ότι διαψεύδει και τον ίδιο τον ισχυρισμό μου. Ενδέχεται ωστόσο να υπάρχουν κι άλλες αποδείξεις. Στην περίπτωση αυτή, ο αντίπαλός μου κι εγώ αλλάζουμε θέσεις: εκείνος φαίνεται σαν να έχει δίκιο, παρόλο που αντικειμενικά έχει άδικο.

Ασφαλώς, η αληθινή πρόσθεση του Σοπενχάουερ ήταν να επιστήσει την προσοχή των αναγνωστών του στα τεχνάσματα που χρησιμοποιούν κατά κόρον οι υπόλοιποι, είτε πρόκειται για πολιτικούς είτε για δημοσιογράφους, διαφημιστές ή εμπόρους. Προφασιζόμενος ότι διδάσκει τη «στρεψοδικία» (όπως χαρακτήρισε αργότερα ο ίδιος τη ρητορική), στην πραγματικότητα δίδαξε πώς να την αναγνωρίζει κανείς και, κατʼ επέκταση, πώς να την αντιμετωπίζει. Αυτό το δηκτικό μικρό έργο παραμένει ακόμα και σήμερα ένα πολύτιμο εργαλείο για το σκοπό αυτό.

Τα τεχνάσματα που περιγράφει ο Σοπενχάουερ είναι ποικίλα. Εκνεύρισε τον αντίπαλό σου, κάνε προσωπική επίθεση στον ίδιο αντί στα επιχειρήματά του, κάνε του τόσο πολλές ερωτήσεις ώστε να τον μπερδέψεις, εάν αρνείται μια θέση, διατύπωσε την αλλιώς ώστε να φαίνεται πως την δέχεται, χρησιμοποίησε λεπτούς διαχωρισμούς και εξειδικευμένους ορισμούς προκειμένου να συσκοτίσεις το ζήτημα, κάνε τον αντίπαλό σου να συμφωνήσει με αρκετές αληθείς θέσεις κι ύστερα παρέμβαλε μεταξύ αυτών και τη θέση που θέλεις να παραδεχτεί, απόσπασε γρήγορα την προσοχή του αντιπάλου σου από οποιοδήποτε επιχείρημα με το οποίο θα μπορούσε να σε νικήσει, εισηγούμενος εναλλακτικούς τρόπους προσέγγισης –κ.ο.κ., με δεκάδες υπόλοιπα κόλπα για να επικρατήσει σε μια αντιπαράθεση πάση θυσία.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Ο Σοπενχάουερ πιστεύει ότι οφείλεται στην εγγενή ποταπότητα της ανθρώπινης φύσης. Αν η ανθρώπινη φύση δεν ήταν ποταπή, αλλά απόλυτα έντιμη, θα έπρεπε σε κάθε αντιπαράθεση να αποβλέπουμε μόνο στην αποκάλυψη της αλήθειας. Δεν θα έπρεπε να μας απασχολεί ούτε στο ελάχιστο αν η αλήθεια θα αποδειχτεί υπέρ της άποψης που εκφράσαμε αρχικά ή υπέρ της άποψης του αντιπάλου μας. Αυτό δεν θα έπρεπε να θεωρείται σημαντικό ζήτημα ή, εν πάση περιπτώσει, θα έπρεπε να θεωρείται δευτερεύουσας σημασίας.

Όμως, όπως έχουν τα πράγματα, αποτελεί πρωταρχικό μέλημα. Η έμφυτη ματαιοδοξία μας, που είναι ιδιαίτερα εύθικτη όταν πρόκειται για τη νοητική μας ικανότητα, δεν επιτρέπεται να δεχτούμε πως η αρχική μας τοποθέτηση ήταν εσφαλμένη και ότι η θέση του αντιπάλου μας ήταν η σωστή.

Η λύση σʼ αυτή τη δύσκολη κατάσταση θα ήταν να μπαίνουμε πάντα στον κόπο να σχηματίζουμε σωστές απόψεις.

Γιʼ αυτό και θα έπρεπε κανείς να σκέφτεται προτού μιλήσει. Όμως, στους περισσότερους ανθρώπους η έμφυτη ματαιοδοξία συνοδεύεται από φλυαρία και εγγενή ανειλικρίνεια. Οι περισσότεροι άνθρωποι μιλούν προτού σκεφτούν, και μάλιστα, αν αργότερα αντιληφθούν πως έχουν άδικο, επιθυμούν να αποδειχτεί το αντίθετο. Το ενδιαφέρον για την αλήθεια, που υποτίθεται ότι ήταν το μοναδικό τους κίνητρο όταν άρχισαν να αναπτύσσουν την άποψη που θεωρούσαν ορθή, παραχωρεί πλέον τη θέση του στη ματαιοδοξία.

Ο πειρασμός της ματαιοδοξίας είναι μεγάλος. Η αδυναμία της σκέψης συμπληρώνει τη διαστροφή της βούλησης. Γιʼ αυτό, κατά κανόνα, κάθε συζητητής δεν αγωνίζεται για την αλήθεια, αλλά για την άποψή του σαν να ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου. Αγωνίζεται ανεξάρτητα από το δίκιο ή το άδικο. Από την καθημερινή εμπειρία αποδεικνύεται ότι, σε πολύ μεγάλο βαθμό, κάθε άνθρωπος επιμένει στον αρχικό του ισχυρισμό, ακόμη κι αν προς στιγμήν τον θεωρήσει λανθασμένο ή αβέβαιο. Κι αυτό δεν φέρνει τίποτα άλλο στο νου από τις συμβουλές του Μακιαβέλι στον Πρίγκιπά του.

Η διαφορά της ελευθερίας με την αυθαιρεσία

Από την ώρα που οι αρχές και οι κανόνες, τα παραγγέλματα και οι εντολές μας έρχονται απ’ έξω και οι κυρώσεις, θετικές ή αρνητικές, έπαινος ή ψόγος, αμοιβή ή ποινή επιβάλλονται πάλι απ’ έξω, από την ώρα που δεν κρίναμε εμείς και δεν αναδεχτήκαμε εμείς ολόκληρο το βάρος της εκλογής και της πράξης μας, δεν επήραμε μόνοι και ακέραια την απόφασή μας, η ευθύνη μας είναι περιορισμένη. Άλλο αν είναι και για το θετό Δίκαιο η ευθύνη μας στην περίπτωση αυτή πλήρης ή όχι. Εγώ μιλώ για την ηθική ευθύνη. Πλήρης είναι η ευθύνη μόνο στις πράξεις της αυτόνομης βούλησης. Πλήρως υπεύθυνος είμαι κατά το μέτρο που η πράξη είναι δ ι κ ή μου, κατά το μέτρο που η πράξη απέρρευσε από μένα τον ίδιο. Όσο δεν είναι δική μου με το νόημα αυτό, άλλο τόσο δεν υπέχω κι εγώ την πλήρη ευθύνη για τη σύλληψη και την εκτέλεσή της.

Ελευθερία όμως ηθική δεν θα πει αυθαιρεσία. Να μια παρεξήγηση που πρέπει να την αποφύγουμε. Άλλο ελευθερία και άλλο αναρχία. Επομένως και η ηθική αυτονομία αντιδιαστέλλεται ριζικά και σαφώς προς την αυθαιρεσία. Αυθαίρετη είναι η αναρχούμενη, όχι η ελεύθερη βούληση. Αυτονομούμενη είναι η βούληση που προστάζεται από το δικό της νόμο, όχι εκείνη που δεν αναγνωρίζει κανένα νόμο. Τέτοια είναι η αυθαίρετη, η αναρχούμενη βούληση. Η αυτονομούμενη βούληση ενεργεί σύμφωνα με τη δική της αξιοθεσία, με τη δική της ιεράρχηση των αξιών, πέρα από κάθε δέσμευση. Ενεργεί πέρα από κάθε δέσμευση, εκτός από μία. Όλες τις άλλες δεσμεύσεις μπορεί να τις αγνοήσει. Να τις καταλύσει. Μιαν όμως δέσμευση δεν μπορεί η αυτονομούμενη βούληση να την αρνηθεί ή να την αναιρέσει: τον αυτοσεβασμό. Να η διαφορά μεταξύ της αυθαίρετης και της ελεύθερης βούλησης. 

Η αυθαίρετη βούληση δεν πειθαρχεί πουθενά, δεν σέβεται κανένα νόμο, και κατά τούτο ακριβώς είναι αυθαίρετη ότι δεν πειθαρχεί στον εαυτό της. Δεν έχει καμιά δυσκολία να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Ή να μη σας δώσει κανένα λόγο. «Έκανα άλλοτε έτσι, αυτό τώρα το κάνω αλλιώς». Γιατί; «Γιατί έτσι θέλω». Ούτε αυτοσεβασμός, ούτε αυτοπειθαρχία. Ελευθερία όμως δεν θα πει να ενεργείς από καπρίτσιο ή ελεύθερα. Ελευθερία θα πει να ενεργείς από σεβασμό προς ένα νόμο που έχεις δώσει ο ίδιος στον εαυτό σου και να αισθάνεσαι την υποχρέωση πρώτος εσύ να τον τηρήσεις. Όχι κατά σύμπτωση. Όχι κατ’ εξαίρεση. Αλλά ως σταθερό και αμετακίνητο κανόνα βίου. Γι’ αυτό λέμε : ελεύθερη βούληση είναι εκείνη που δεν δεσμεύεται από τίποτα εκτός από τον ίδιο τον εαυτό της. Να σέβεται τον εαυτό της και να πειθαρχεί σ’ αυτόν είναι η αρχή της.

MARCUS AURELIUS: Όλ’ αυτά όμως είναι καλά για τους απαίδευτους

Μοναξιές γυρεύουν οι άνθρωποι, εξοχές και παραθαλάσσια και βουνά και συ πολλάκις τυχαίνει να τα λαχταράς. Όλ’ αυτά όμως είναι καλά για τους απαίδευτους αφού μπορείς, όποια στιγμή θελήσεις ν’ αποτραβηχθείς στον εαυτό σου. Γιατί πουθενά ησυχότερα κι αμεριμνότερα δεν αποτραβιέται ο άνθρωπος παρά μέσα στην ψυχή του.

Και μάλιστα εκείνος που έχει τακτοποιημένα τα εσωτερικά του έτσι που, όταν τα βλέπει, καταλαμβάνεται από τέλεια καλή διάθεση. Και καλή διάθεση εννοώ την αρμονική διάθεση. Συχνά λοιπόν δίνε του εαυτού σου του είδους τούτου απομόνωση και ανανέωνέ τον.

Σύντομες να είναι και βασικές oι αρχές εκείνες που, άμα τις συλλογισθείς, αρκούν για να σου πλύνουν την ψυχή και να σε στείλουν πίσω τέτοιον που να μην αγανακτείς μ’ εκείνα στα οποία επιστρέφεις.

Ας δούμε όμως με τι αγανακτείς. Με την κακία των ανθρώπων; Ξανασκέψου την αρχή ότι τα λογικά ζώα έγιναν το ένα χάριν του άλλου και ότι η ανεκτικότης είναι μέρος της δικαιοσύνης και ότι άθελα αμαρτάνουν οι άνθρωποι και ότι τόσους που εχθρεύθηκαν, υποπτεύθηκαν, μίσησαν, τους πήρε ο χάρος κι έγιναν στάχτη και τότε παύσε v’ αγανακτείς.

Μάρκος Αυρήλιος, Τα εις εαυτόν

ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ: Δεν αρκεί να σας χτυπήσουν, να σας προσβάλουν ή να σας κάνουν κακό, πρέπει να πιστέψετε ότι σας κάνουν κακό

Ο Αρριανός αναφέρει μια συνάντηση ανάμεσα στον Επίκτητο και σε έναν άντρα που επισκεπτόταν τn σχολή του στη Νικόπολη, που δείχνει ακόμα περισσότερο την ενασχόλησή του με το θέμα του ελέγχου. Ο άντρας ρωτά τον Επίκτητο τι μπορεί να κάνει με τον αδελφό του, που είχε θυμώσει μαζί του. Τι μπορεί να κάνει ο άντρας για τον θυμό του αδελφού του; Η συνήθως εύστοχη απάντηση του Επίκτητου είναι: «Τίποτα. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα». Δεν μπορούμε να ελέγξουμε τα συναισθήματα των άλλων ανθρώπων, γιατί συγκαταλέγονται στην κατηγορία των πραγμάτων που δεν εξαρτώνται από μας. Ο μόνος άνθρωπος που μπορεί να κάνει κάτι για τον θυμό του αδελφού του είναι ο ίδιος ο αδελφός του. 

Ο Επίκτητος, όμως, δεν σταματάει εκεί. Στρέφει την προσοχή τον άντρα σε αυτό που μπορεί να ελέγξει, δηλαδή στη δική του αντίδραση απέναντι στον θυμό του αδελφού του. Ο άντρας είναι αναστατωμένος από τον θυμό του αδελφού του και ο Επίκτητος υπονοεί ότι αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα, αλλά ότι είναι και κάτι που μπορεί ο άντρας να λύσει μόνος του. Ο άντρας προχώρησε σε μια κρίση για τον θυμό του αδελφού του, και αυτή η κρίση του προκάλεσε ένα συναίσθημα που τον αναστάτωσε. Το άμεσο πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ο αδελφός, αλλά ο άνθρωπος που ήρθε να παραπονεθεί.

Αυτή η μικρή ιστορία αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο τα συναισθήματα —τόσο των άλλων όσο και τα δικά μας— μπορούν να διαμορφώσουν και να επηρεάσουν την αλληλεπίδρασή μας με τους ανθρώπους γύρω μας. Στα σύγχρονα αγγλικά, η λέξη «stoic» σημαίνει απαθής και αναίσθητος, και αυτό συνήθως θεωρείται κάτι αρνητικό. Τα συναισθήματα σήμερα συνήθως εκλαμβάνονται ως κάτι θετικό: η αγάπη, η συμπόνια, η ενσυναίσθηση είναι σίγουρα πράγματα που ο κόσμος έχει ανάγκη. Αυτή η ιστορία, ωστόσο, τονίζει άλλα συναισθήματα —θυμό, πικρία, ανυπομονησία—, που δεν είναι τόσο γοητευτικά. Όταν οι αρχαίοι Στωικοί έλεγαν ότι ο κόσμος πρέπει να αποφεύγει τα συναισθήματα, είχαν στο μυαλό τους κυρίως τα αρνητικά συναισθήματα.

Η αναφορά των Στωικών στα συναισθήματα είναι, από τη μία, πολύ εύκολο να γίνει κατανοητή, αλλά υπάρχει κι ένας αριθμός σημαντικών ιδιοτήτων πού πρέπει να προσθέσουμε για να την αντιληφθούμε πλήρως. Η βασική άποψη είναι απλώς το εξής: τα συναισθήματά μας είναι το προϊόν των κρίσεών μας. Κατά συνέπεια, ελέγχουμε απόλυτα τα συναισθήματά μας και είμαστε υπεύθυνοι γι αυτά. Ο άντρας είναι αναστατωμένος για τον θυμό του αδελφού του λόγω της στάσης του απέναντι στο γεγονός. Αν το έβλεπε διαφορετικά, δεν θα ήταν αναστατωμένος. Οι Στωικοί υποστηρίζουν —και αυτό είναι σημαντικό— ότι δεν πρέπει να αρνούμαστε ή να καταπιέζουμε τα συναισθήματά μας. Απλώς πρέπει να προσπαθούμε να μην έχουν την πρωτοκαθεδρία. Ένα δεύτερο σημαντικό σημείο είναι ότι οι Στωικοί δεν πιστεύουν πως κάποιος μπορεί απλώς να χτυπήσει τα δάχτυλά του και να κάνει τα συναισθήματα να εξαφανιστούν. Δεν μπορείτε να πείτε «Θα το σκεφτώ διαφορετικά» και να δείτε τον θυμό ή τον πόνο να εξαφανίζονται μαγικά.

Ο Χρύσιππος συνέκρινε τα συναισθήματα με το να τρέχει κάποιος πολύ γρήγορα. Μόλις αποκτήσεις αρκετή φόρα, δεν μπορείς να σταματήσεις. Η κίνησή σου είναι ανεξέλεγκτη, κάτι που συμβαίνει και όταν σε πλημμυρίζει κάποιο συναίσθημα Έτσι, δεν μπορείς να διώξεις ένα ανεπιθύμητο συναίσθημα όποτε θέλεις, αλλά μπορείς να προσπαθήσεις να αποφύγεις να ξεφύγει από τον έλεγχό σου η επόμενη επίθεσή του.

Αυτό είναι ξεκάθαρο στην περίπτωση του θυμού. Όταν καποιος είναι θυμωμένος,πολύ θυμωμένος,το συναίσθημα τον κυριεύει και δεν μπορείς πια να μιλήσεις λογικά μαζί του. Ένας άνθρωπος που το ήξερε αυτό πολύ καλά ήταν ο Λεύκιος Ανναίος Σενέκας, με καταγωγή από την Ισπανία. Η καριέρα του ως συμβούλου στους εσωτερικούς κύκλους της ρωμαϊκής αυτοκρατορικής αυλής περιλάμβανε συχνές αντιπαραθέσεις με ανθρώπους παρασυρμένους από καταστροφικά συναισθήματα, που προέκυπταν από το γεγονός ότι κάποιοι από αυτούς -όπως οι αυτοκράτορες Καλιγούλας, Κλαύδιος και Νέρων- κυριολεκτικά είχαν τη δύναμη να ορίζουν τη ζωή και τον θάνατο αμέτρητων ατόμων,
αλλά και του ίδιου του Σενέκα. Ο Καλιγούλας ζήλευε τόσο τα πολλά ταλέντα του Σενέκα, που διέταξε να τον σκοτώσουν κάποια στιγμή, αν και τελικά τον απέτρεψαν οι στενοί του συνεργάτες λόγω της κακής υγεία του Σενέκα.

Στο δοκίμιό του Περί Οργής, ο Σενέκας περιγράφει συναισθήματα όπως ο θυμός και η ζήλια ως προσωρινή τρέλα. Υιοθετώντας την εικόνα του Χρύσιππου για το γρήγορο τρέξιμο, ο Σενέκας συγκρίνει τον θυμό με το να πέφτεις εντελώς ανεξέλεγκτα από τηv κορυφή ενός κτιρίου. Μόλις επικρατήσει ο θυμός, επηρεάζει ολόκληρο το μυαλό. Οι Στωικοί προειδοποιούν για αυτήν ακριβώς τηv κατάσταση στην οποία παίρνει τον έλεγχο ο θυμός. Το να ενοχλείται κάποιος κατά καιρούς αποτελεί απλώς κομμάτι της ζωής και δεν κάνει κακό. Ο τόσο μεγάλος θυμός, που σε κάνει να νιώθεις την ανάγκη να χτυπήσεις κάποιον, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό, και αυτόν θέλουν να αποφύγουν οι Στωικοί.

Ο Σενέκας επιμένει ότι δεν χρειαζόμαστε τον θυμό για να απαντήσουμε σε πράξεις που γίνονται εναντίον μας ή εναντίον των αγαπημένων μας. Πάντα είναι καλύτερο να λειτουργείς ήρεμα, παρακινημένος από το αίσθημα της αφοσίωσης, του καθήκοντος ή της δικαιοσύνης, παρά από τον θυμό σου και τn δίψα για εκδίκηση. Αν, κατά καιρούς, ο θυμός μπορεί να μας παρακινεί να πολεμήσουμε εναντίον κάποιας μεγάλης αδικίας, ας πούμε, ο Σενέκας λέει ότι θα ήταν καλύτερο να κάνουμε το ίδιο πράγμα καθοδηγούμενοι από τις αρετές του θάρρους και της δικαιοσύνης.

Ο Θυμός, όπως όλα τα συναισθήματα, είναι προϊόν μιας κρίσης που έχει γίνει στο μυαλό. Αυτό σημαίνει πως είναι κάτι που μπορούμε να ελέγξουμε, ή έστω είναι κάτι που μπορούμε να αποφύγουμε στο μέλλον. Μόλις, όμως, συμβεί μια κρίση, ο θυμός σύντομα γίνεται κάτι απτό και σωματικό. Ο Σενέκας περιγράφει τον θυμό ως μια ασθένεια του σώματος, που χαρακτηρίζεται από το οίδημα. Όποιο κι αν είναι το συναίσθημα, μπορούμε πιθανότατα να σκεφτούμε δεκάδες σωματικά συμπτώματα: ταχυκαρδία, αύξηση της θερμοκρασίας, τρέμουλο, εφίδρωση και ούτω καθεξής. Μόλις προστεθούν στην εξίσωση, δεν μπορούμε να τα διώξουμε, μπορούμε μόνο να περιμένουμε.

Σε αντίθεση με τη διαδεδομένη εικόνα τούς, οι Στωικοί δεν υπονοούν ότι οι άνθρωποι μπορούν ή Θα έπρεπε να γίνουν αναίσθητα κομμάτια πέτρας. Όλοι οι άνθρωποι Θα βιώσουν αυτό πού ο Σενέκας αποκαλεί «πρώτες κινήσεις». Αυτές προκύπτουν όταν μας συγκινεί κάποια εμπειρία, και μπορεί να νιώσουμε εκνευρισμένοι, σοκαρισμένοι, τρομαγμένοι, ή μπορεί ακόμα και να κλάψουμε. Όλες αυτές είναι απολύτως φυσιολογικές αντιδράσεις. Είναι αντιδράσεις που σχετίζονται με τη φυσιολογία του ανθρώπινου σώματος, αλλά δεν είναι συναισθήματα, με την έννοια που αποδίδουν στη λέξη οι Στωικοί. Κάποιος που είναι εκνευρισμένος και προσωρινά σκέφτεται να πάρει εκδίκηση, αλλά δεν κάνει τίποτα γι’ αυτό, δεν είναι θυμωμένος κατά τον Σενέκα, γιατί διατηρεί τον έλεγχο. Το να φοβάσαι προσωρινά κάτι, αλλά μετά να μένεις αμετακίνητος, δεν είναι φόβος. Για να γίνουν συναισθήματα αυτές οι «πρώτες κινήσεις», πρέπει το μυαλό να κρίνει ότι έχει συμβεί κάτι φρικτό και έπειτα να δράσει. Σύμφωνα με τον Σενέκα, «ο φόβος οδηγεί στη φυγή, ο θυμός στην επίθεση».

Υπάρχουν, λοιπόν, τρία στάδια στη διαδικασία, σύμφωνα με τον Σενέκα: Πρώτον, μια ακούσια πρώτη κίνηση, που είναι μια φυσική αντίδραση της οποίας δεν έχουμε τον έλεγχο. Δεύτερον, μια κρίση ως απάντηση στην εμπειρία, την οποία μπορούμε να ελέγξουμε. Τρίτον, ένα συναίσθημα που, αφού δημιουργηθεί, είναι έξω από τον έλεγχό μας. Μόλις προκύψει το συναίσθημα, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορούμε να κάνουμε πέρα από το να περιμένουμε να υποχωρήσει.

Γιατί προχωράμε στις κρίσεις που προκαλούν αυτά τα επιβλαβή συναισθήματα; Αν νομίζετε ότι έχετε πληγωθεί με κάποιον τρόπο από έναν άλλον άνθρωπο, μπορεί να φαίνεται απόλυτα φυσικό να θυμώσετε μαζί του. Ο Σενέκας λέει πως ο θυμός είναι συνήθως το προϊόν ενός αισθήματος αδικίας. Αυτό που πρέπει να αμφισβητήσουμε είναι η εντύπωση ότι έχει προκύψει κάποιο τραύμα, που ήδη εμπεριέχει μέσα της μια κρίση.

Ο Επίκτητος το θέτει ως εξής:

Μην ξεχνάτε, δεν αρκεί να σας χτυπήσουν, να σας προσβάλουν ή να σας κάνουν κακό, πρέπει να πιστέψετε ότι σας κάνουν κακό. Αν κάποιος καταφέρει να σας προκαλέσει, συνειδητοποιήστε πως το μυαλό σας είναι συνένοχο στην πρόκληση.

Η αποστολή του BepiColombo φτάνει στον Ερμή

Για πρώτη φορά Ιαπωνία και Ευρώπη προχωρούν σε κοινή αποστολή με προορισμό τον Ερμή, με την BepiColombo να φθάνει απόψε (στις 02:34 του Σαββάτου ώρα Ελλάδας) στον κοντινότερο στον Ήλιο πλανήτη.

Όμως, επειδή κινείται πολύ γρήγορα θα προσπεράσει τον Ερμή, ο οποίος θα επιβραδύνει κάπως την ταχύτητα του σκάφους. Θα χρειαστούν και άλλες κοντινές διελεύσεις του BepiColombo πριν καταφέρει να τεθεί σε σταθερή και ελεγχόμενη τροχιά γύρω από τον πλανήτη προς το τέλος του 2025.

Κατά την αποψινή πρώτη προσέγγιση το σκάφος θα περάσει σε απόσταση περίπου 200 χιλιομέτρων από τον Ερμή, τον οποίο θα φωτογραφήσει, αν και όχι με τις κάμερες υψηλής ανάλυσης που διαθέτει, κάτι που θα συμβεί τα επόμενα χρόνια. Ένα μέρος του σκάφους έχει κατασκευαστεί από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Διαστήματος (ESA) και ένα άλλο από την Ιαπωνική Διαστημική Υπηρεσία (JAXA). Αυτά τα δύο ξεχωριστά τμήματα έχουν «παντρευτεί» για να δημιουργήσουν μία ενιαία διαστημοσυσκευή, αλλά θα διαχωριστούν όταν αυτή τεθεί στην τελική τροχιά της το 2025. Τότε θα τεθούν το καθένα σε ξεχωριστή τροχιά και θα ακολουθήσουν διαφορετικούς επιστημονικούς ρόλους.

Το ευρωπαϊκό Mercury Planetary Orbiter (MPO) θα έχει ως προτεραιότητα να χαρτογραφήσει τη γεμάτη κρατήρες επιφάνεια του πλανήτη (που θυμίζει τη Σελήνη) και να συλλέξει στοιχεία για τη δομή και σύνθεση της επιφάνειάς του, καθώς και του υπεδάφους του. Το ιαπωνικό Mercury Magnetospheric Orbiter (MM) θα μελετήσει το μαγνητικό πεδίο του Ερμή και την αλληλεπίδρασή του με τον ηλιακό «άνεμο», τη μάζα φορτισμένων σωματιδίων που ο Ήλιος εκτοξεύει στο διάστημα.

Η επόμενη κοντινή βαρυτική διέλευση θα γίνει τον Ιούνιο του 2022, επιβραδύνοντας περαιτέρω το σκάφος. Θα ακολουθήσουν νέες διελεύσεις τον Ιούνιο του 2023, τον Σεπτέμβριο του 2024, τον Δεκέμβριο του 2024 και τον Ιανουάριο του 2025. Το σκάφος αναμένεται να αρχίσει την πλήρη λειτουργία των επιστημονικών οργάνων του το 2026.

Η νέα αποστολή ελπίζεται ότι θα φωτίσει περισσότερο τα μυστήρια του Ερμή, όπως τον υπερμεγέθη σιδερένιο πυρήνα του, που εκτιμάται ότι αποτελεί περίπου το 60% της μάζας του πλανήτη. Το σκάφος φέρει το όνομα του Ιταλού επιστήμονα και μηχανικού Τζιουζέπε «Μπέπι» Κολόμπο (1920-1984), ο οποίος υπήρξε πρωτοπόρος στη μελέτη του Ερμή και οι υπολογισμοί του επέτρεψαν στο σκάφος Mariner 10 της Αμερικανικής Διαστημικής Υπηρεσίας (NASA) να φθάσει στον πλανήτη το 1974-75. Ακολούθησε η αποστολή του Messenger της NASA που τέθηκε σε τροχιά γύρω από τον Ερμή το 2011-15.

Έλλειψη και Ανάγκη της Πολιτικής

Ο ΠΡΩΤΑΓΟΡΕΙΟΣ ΜΥΘΟΣ

Ήταν κάποτε χρόνος, όταν θεοί μεν υπήρχαν, γένη δε θνητών δεν υπήρχαν. Και αφού ήρθε ο πεπρωμένος χρόνος για τη γένεση και αυτών, οι θεοί τα διαπλάσσουν εντός της γης με την ανάμιξη χώματος και φωτιάς και όσων προσφέρονται να συγκεραστούν με τη φωτιά και το χώμα. Όταν έμελλαν να τα φέρουν προς το φως, έδωσαν προσταγή στον Προμηθέα και στον Επιμηθέα να τα εφοδιάσουν άρτια και να διανείμουν στο καθένα τις πρέπουσες ιδιότητες. Ζητάει δε από τον Προμηθέα ο Επιμηθεύς να επιτελέσει τη διανομή αυτός· και αφού διανείμω εγώ, του είπε, να επιθεωρήσεις. Και, αφού τον έπεισε με αυτά, επιτελεί τη διανομή.

Καθώς λοιπόν δεν ήταν και πολύ σοφός ο Επιμηθεύς, του διέλαθε και ανάλωσε τις δυνάμεις όλες στα ζώα. Του απόμενε αδιευθέτητο ακόμη το γένος των ανθρώπων, και απορούσε τι να χρησιμοποιήσει προς διευθέτησή του.

Ενώ δε απορούσε, έρχεται ο Προμηθεύς για να επιθεωρήσει τη διανομή, και βλέπει τα μεν άλλα ζώα να είναι πρόσφορα στα πάντα εφοδιασμένα, τον δε άνθρωπο να είναι γυμνός και ανυπόδητος, δίχως στρωμνή και δίχως όπλα· και ήταν ήδη η ορισμένη από την Μοίρα ημέρα να εξέλθει και ο άνθρωπος από τη γη στο φως. Κατεχόμενος, λοιπόν, από την απορία ο Προμηθεύς ποια σωτηρία να εύρει για τον άνθρωπο, προβαίνει στην κλοπή της τεχνολογικής σοφίας του Ηφαίστου και της Αθηνάς, μαζί και της φωτιάς –γιατί δεν υπήρχε τρόπος δίχως τη φωτιά να γίνει αυτή αποκτήσιμη από κάποιον, ή χρήσιμη-, και ούτω παρέχει δώρο στον άνθρωπο.

Με τον τρόπο λοιπόν αυτόν απόκτησε ο άνθρωπος τη βιοποριστική σοφία, δεν είχε όμως την πολιτική· Γιατί αυτή κατεχόταν από τον Δία· και στον Προμηθέα δεν ήταν δυνατόν πια να εισέλθει στην ακρόπολη κατοικία του Διός· επιπλέον και η φρουρά του Διός ήταν φοβερή. Αλλά εισέρχεται κρυφά στο κοινό οίκημα της Αθηνάς και του Ηφαίστου, όπου οι δυό τους εφιλοτεχνούσαν, και, αφού έκλεψε τη σύμφυτη με τη φωτιά ιδιαίτερη τέχνη του Ηφαίστου, και την άλλη, την ιδιαίτερη της Αθηνάς, τις δίνει στον άνθρωπο. Και από το γεγονός αυτό απόκτησε μεν ο άνθρωπος ευχέρεια βιοπορισμού, ο Προμηθέας δε, καθώς λέγεται εξαιτίας του Επιμηθέως, δικάστηκε ύστερα για κλοπή.

Αφού ο άνθρωπος μετέσχε στη θεϊκή μοίρα, πρώτον, επίστευσε αυτός μόνος από τα ζώα σε θεούς, και πρόβαινε στην ίδρυση βωμών και αγαλμάτων θεών· έπειτα, πολύ ενωρίς διάρθρωσε με την τέχνη γλώσσα και λέξεις και εφεύρε χώρους για οίκηση και φορέματα και υποδήματα και στρωμνές και από τη γη τροφές. Με τέτοιο εφοδιασμό, οι αρχέγονοι άνθρωποι κατοικούσαν διασπαρμένοι, και δεν υπήρχαν πόλεις· εξοντώνονταν, λοιπόν, από τα θηρία, καθώς ήταν πανταχώς πιο αδύνατοι από αυτά, και η παραγωγική τέχνη επαρκούσε μεν ως αρωγός τους για την τροφή, αλλά δεν παρείχε καμία βοήθεια στον πόλεμο προς τα θηρία· γιατί δεν είχαν πολιτική τέχνη, που μέρος της είναι η πολεμική. Επιδίωκαν λοιπόν να συναθροίζονται και να σώζονται με δημιουργία πόλεων· όποτε όμως συναθροίζονταν, αδικοπραγούσαν προς αλλήλους, γιατί δεν είχαν την πολιτική τέχνη, με συνέπεια να διασκορπίζονται πάλιν και να εξοντώνονται. Φοβήθηκε λοιπόν για το γένος μας ο Ζευς μη αφανισθεί ολόκληρο, και στέλνει τον Ερμή να φέρει στους ανθρώπους την αιδημοσύνη και τη δικαιοσύνη, για να είναι συντελέστριες αρμονίας και συνοχής των πόλεων, ώστε και να συνεπιφέρουν φιλία. Και ο Ερμής ερωτά τον Δία με ποιον τρόπο να δώσει τη δικαιοσύνη και την αιδημοσύνη στους ανθρώπους. «Να διανείμω και αυτές όπως οι τέχνες είναι διανεμημένες; Είναι δε ως εξής διανεμημένες: ένας που έχει την ιατρική επαρκεί για πολλούς ιδιώτες, καθώς και οι άλλοι τεχνίτες· με τον τρόπο αυτόν λοιπόν να διαθέσω επίσης τη δικαιοσύνη και την αιδημοσύνη μεταξύ των ανθρώπων, ή να τις διανείμω σε όλους;». «Σε όλους» είπε ο Ζευς, «και όλοι να μετέχουν· γιατί· αν ολίγοι μετέχουν σ’ αυτές, όπως στις άλλες τέχνες, είναι αδύνατον να υπάρξουν πόλεις».

Έτσι, λοιπόν, Σωκράτη, και δια ταύτα οι Αθηναίοι, καθώς και οι άλλοι, όταν μεν ο λόγος είναι για την ικανότητα οικοδόμου, ή κάποιου άλλου τεχνίτη, πιστεύουν ότι ολίγοι έχουν το δικαίωμα να εκφέρουν γνώμη, και, αν κάποιος εκτός από τους ολίγους αυτούς εκφέρει γνώμη, δεν τον ανέχονται, όπως λέγεις εσύ· όταν δε προβαίνουν σε διαβούλευση για ζήτημα πολιτικής αξιοσύνης, διεξακτέα με γνώμονα ως προς όλα τη δικαιοσύνη και τη σωφροσύνη, εύλογα τότε ανέχονται κάθε άνδρα, γιατί σε κάθε άνδρα, πιστεύουν, εμπρέπει να μετέχει της αρετής αυτής, ειδάλλως δεν υπάρχουν πόλεις.
(ΠΛΑΤΩΝΟΣ Πρωταγόρας, 320c – 323a)

ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (6.20.2-6.21.5)

[6.20.2] Αὐτὸς δὲ κατὰ τὸ ἕτερον στόμα τοῦ Ἰνδοῦ κατέπλει αὖθις ἐς τὴν μεγάλην θάλασσαν, ὡς καταμαθεῖν, ὅπῃ εὐπορωτέρα ἡ ἐκβολὴ τοῦ Ἰνδοῦ ἐς τὸν πόντον γίγνεται· ἀπέχει δὲ ἀλλήλων τὰ στόματα τοῦ ποταμοῦ τοῦ Ἰνδοῦ ἐς σταδίους μάλιστα ὀκτακοσίους καὶ χιλίους. [6.20.3] ἐν δὲ τῷ κατάπλῳ ἀφίκετο τῆς ἐκβολῆς τοῦ ποταμοῦ ἐς λίμνην μεγάλην, ἥντινα ἀναχεόμενος ὁ ποταμός, τυχὸν δὲ καὶ ἐκ τῶν πέριξ ὑδάτων ἐμβαλλόντων ἐς αὐτήν, μεγάλην τε ποιεῖ καὶ κόλπῳ θαλάσσης μάλιστα ἐοικυῖαν· καὶ γὰρ ἰχθύες ἤδη ἐν αὐτῇ τῶν ἀπὸ θαλάσσης ἐφαίνοντο, μείζονες τῶν ἐν τῇδε τῇ ἡμετέρᾳ θαλάσσῃ. προσορμισθεὶς οὖν κατὰ τὴν λίμνην ἵναπερ οἱ καθηγεμόνες ἐξηγοῦντο, τῶν μὲν στρατιωτῶν τοὺς πολλοὺς καταλείπει σὺν Λεοννάτῳ αὐτοῦ καὶ τοὺς κερκούρους ξύμπαντας, [6.20.4] αὐτὸς δὲ ταῖς τριακοντόροις τε καὶ ἡμιολίαις ὑπερβαλὼν τὴν ἐκβολὴν τοῦ Ἰνδοῦ καὶ προελθὼν καὶ ταύτῃ ἐς τὴν θάλασσαν εὐπορωτέραν τε κατέμαθεν τὴν ἐπὶ τάδε τοῦ Ἰνδοῦ ἐκβολὴν καὶ αὐτὸς προσορμισθεὶς τῷ αἰγιαλῷ καὶ τῶν ἱππέων τινὰς ἅμα οἷ ἔχων παρὰ θάλασσαν ᾔει σταθμοὺς τρεῖς, τήν τε χώραν ὁποία τίς ἐστιν ἡ ἐν τῷ παράπλῳ ἐπισκεπτόμενος καὶ φρέατα ὀρύσσεσθαι κελεύων, ὅπως ἔχοιεν ὑδρεύεσθαι οἱ πλέοντες. [6.20.5] αὐτὸς μὲν δὴ ἐπανελθὼν ἐπὶ τὰς ναῦς ἀνέπλει ἐς τὰ Πάταλα μέρος δέ τι τῆς στρατιᾶς τὰ αὐτὰ ταῦτα ἐργασομένους κατὰ τὴν παραλίαν ἔπεμψεν, ἐπανιέναι καὶ τούτοις προστάξας ἐς τὰ Πάταλα. αὖθις δὲ ὡς ἐπὶ τὴν λίμνην καταπλεύσας ἄλλον ναύσταθμον καὶ ἄλλους νεωσοίκους ἐνταῦθα κατεσκεύασε, καὶ φυλακὴν καταλιπὼν τῷ χωρίῳ σῖτόν τε ὅσον καὶ ἐς τέτταρας μῆνας ἐξαρκέσαι τῇ στρατιᾷ ἐσηγάγετο καὶ τἆλλ᾽ ὅσα [ἐν] τῷ παράπλῳ παρεσκεύαζεν.
[6.21.1] Ἦν δὲ ἐν μὲν τῷ τότε ἄπορος ἡ ὥρα ἐς τὸν πλοῦν· οἱ γὰρ ἐτησίαι ἄνεμοι κατεῖχον, οἳ δὴ τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ οὐ καθάπερ παρ᾽ ἡμῖν ἀπ᾽ ἄρκτου, ἀλλ᾽ ἀπὸ τῆς μεγάλης θαλάσσης κατὰ νότον μάλιστα ἄνεμον ἵστανται. [6.21.2] ἀπὸ δὲ τοῦ χειμῶνος τῆς ἀρχῆς τὸ ἀπὸ Πλειάδων δύσεως ἔστε ἐπὶ τροπάς, ἃς ἐν χειμῶνι ὁ ἥλιος ἐπιστρέφει, πλόϊμα εἶναι ταύτῃ ἐξηγγέλλετο. τότε γὰρ κατὰ γῆν μᾶλλον οἷα δὴ πολλῷ ὕδατι ἐξ οὐρανοῦ βεβρεγμένην αὔρας ἵστασθαι μαλθακὰς καὶ ἐς τὸν παράπλουν ταῖς τε κώπαις καὶ τοῖς ἱστίοις ξυμμέτρους.
[6.21.3] Νέαρχος μὲν δὴ ἐπιταχθεὶς τῷ ναυτικῷ προσέμενε τὴν ὥραν τοῦ παράπλου, αὐτὸς δὲ ἄρας ἐκ Πατάλων ἔστε μὲν ἐπὶ τὸν ποταμὸν τὸν Ἀράβιον ξὺν τῇ στρατιᾷ πάσῃ προὐχώρει. ἐκεῖθεν δὲ ἀναλαβὼν τῶν ὑπασπιστῶν τε καὶ τῶν τοξοτῶν τοὺς ἡμίσεας καὶ τῶν πεζεταίρων καλουμένων τὰς τάξεις καὶ τῆς ἵππου τῆς ἑταιρικῆς τό τε ἄγημα καὶ ἴλην ἀφ᾽ ἑκάστης ἱππαρχίας καὶ τοὺς ἱπποτοξότας ξύμπαντας ὡς ἐπὶ τὴν θάλασσαν ἐς ἀριστερὰ ἐτράπετο, ὕδατά τε ὀρύσσειν, ὡς κατὰ τὸν παράπλουν ἄφθονα εἴη τῇ στρατιᾷ τῇ παραπλεούσῃ, καὶ ἅμα ὡς τοῖς Ὠρείταις τοῖς ταύτῃ Ἰνδοῖς αὐτονόμοις ἐκ πολλοῦ οὖσιν ἄφνω ἐπιπεσεῖν, ὅτι μηδὲν φίλιον αὐτοῖς ἐς αὐτόν τε καὶ τὴν στρατιὰν ἐπέπρακτο. τῆς δὲ ὑπολειφθείσης δυνάμεως Ἡφαιστίων αὐτῷ ἀφηγεῖτο. [6.21.4] Ἀραβῖται μὲν δή, ἔθνος καὶ τοῦτο αὐτόνομον τῶν περὶ τὸν Ἀράβιον ποταμὸν νεμομένων, οὔτε ἀξιόμαχοι δόξαντες εἶναι Ἀλεξάνδρῳ οὔτε ὑποδῦναι ἐθελήσαντες, ὡς προσάγοντα ἐπύθοντο Ἀλέξανδρον, φεύγουσιν ἐς τὴν ἔρημον. Ἀλέξανδρος δὲ διαβὰς τὸν Ἀράβιον ποταμὸν στενόν τε καὶ ὀλίγου ὕδατος καὶ διελθὼν ἐν νυκτὶ τῆς ἐρήμου τὴν πολλὴν ὑπὸ τὴν ἕω πρὸς τῇ οἰκουμένῃ ἦν· καὶ τοὺς μὲν πεζοὺς ἐν τάξει ἐκέλευσεν ἕπεσθαι, τοὺς δὲ ἱππέας ἀναλαβὼν αὐτὸς καὶ ἐς ἴλας κατανείμας, ὅπως ἐπὶ πλεῖστον τοῦ πεδίου ἐπέχοιεν, ἐπῄει τὴν χώραν τῶν Ὠρειτῶν. [6.21.5] ὅσοι μὲν δὴ ἐς ἀλκὴν αὐτῶν ἐτράποντο κατεκόπησαν πρὸς τῶν ἱππέων, πολλοὶ δὲ καὶ ζῶντες ἑάλωσαν. ὁ δὲ τότε μὲν κατεστρατοπέδευσε πρὸς ὕδατι οὐ πολλῷ, ὡς δὲ καὶ οἱ περὶ Ἡφαιστίωνα αὐτῷ ὁμοῦ ἤδη ἦσαν, προὐχώρει ἐς τὸ πρόσω. ἀφικόμενος δὲ εἰς κώμην, ἥπερ ἦν μεγίστη τοῦ ἔθνους τοῦ Ὠρειτῶν, Ῥαμβακία ἐκαλεῖτο ἡ κώμη, τόν τε χῶρον ἐπῄνεσε καὶ ἐδόκει ἂν αὐτῷ πόλις ξυνοικισθεῖσα μεγάλη καὶ εὐδαίμων γενέσθαι. Ἡφαιστίωνα μὲν δὴ ἐπὶ τούτοις ὑπελείπετο.

***
[6.20.2] Ο ίδιος ο Αλέξανδρος άρχισε να πλέει πάλι προς τη μεγάλη θάλασσα από τον άλλο βραχίονα του Ινδού, για να εξακριβώσει από ποιό μέρος ήταν η ευκολότερη έξοδος από τον Ινδό στη θάλασσα. Τα δύο στόμια του Ινδού ποταμού απέχουν μεταξύ τους το πολύ χίλιους οκτακόσιους περίπου σταδίους. [6.20.3] Κατά την κάθοδο έφθασε σε μια μεγάλη λίμνη των εκβολών του ποταμού, στην οποία χύνεται ο ποταμός και ίσως συρρέουν νερά από τις γύρω περιοχές· γίνεται έτσι μεγάλη και όμοια με θαλάσσιο κόλπο, αφού φαίνονταν μέσα στη λίμνη ακόμη και ψάρια της θάλασσας που ήταν μεγαλύτερα από εκείνα που υπάρχουν σε αυτήν εδώ, τη δική μας θάλασσα. Αφού, λοιπόν, αγκυροβόλησε στη λίμνη, στο μέρος ακριβώς όπου τον οδήγησαν οι πλοηγοί, άφησε εκεί τους περισσότερους στρατιώτες με τον Λεοννάτο, όπως και όλους τους κερκούρους. [6.20.4] Ο ίδιος με τις τριακοντόρους και τις ημιολίες πέρασε την εκβολή του Ινδού, προχώρησε από αυτήν στη θάλασσα και ανακάλυψε ότι η εκβολή του Ινδού που ήταν στην από δω μεριά ήταν πιο κατάλληλη για πλεύση. Αφού αγκυροβόλησε στην ακτή και πήρε μαζί του μερικούς ιππείς, πορευόταν επί τρεις ημέρες κατά μήκος της παραλίας εξετάζοντας ποιά είναι η φύση της περιοχής κατά μήκος της ακτής και διατάζοντας να ανοίξουν πηγάδια, ώστε να μπορούν να υδρεύονται όσοι έπλεαν. [6.20.5] Μετά επέστρεψε ο ίδιος στα πλοία του και άρχισε να πλέει αντίθετα με το ρεύμα προς τα Πάταλα, ενώ ένα μέρος των ανδρών του έστειλε στην παραλία και τους διέταξε να εκτελέσουν την ίδια εργασία και να επιστρέψουν και αυτοί στα Πάταλα. Κατέπλευσε ξανά στη λίμνη και κατασκεύασε εκεί άλλο ναύσταθμο και άλλα υπόστεγα. Άφησε φρουρά στον τόπο εκείνο, αποθήκευσε σιτάρι αρκετό για να επαρκέσει στον στρατό μέχρι και τέσσερις μήνες και έκαμε όλες τις άλλες προετοιμασίες, όσες ήταν απαραίτητες για το ταξίδι.
[6.21.1] Τότε όμως η εποχή του έτους δεν ήταν κατάλληλη για ταξίδι, γιατί επικρατούσαν τα μελτέμια, τα οποία κατά την εποχή αυτή δεν πνέουν από τον βορρά, όπως σε μας, αλλά από τη μεγάλη θάλασσα και κυρίως από τον νότο. [6.21.2] Ο Αλέξανδρος πληροφορήθηκε ότι η ναυσιπλοΐα στα μέρη εκείνα ήταν δυνατή από την αρχή του χειμώνα, δηλαδή από τη δύση των Πλειάδων μέχρι τις χειμερινές τροπές του ηλίου. Τότε, επειδή η γη έχει διαποτισθεί με άφθονο νερό που πέφτει από τον ουρανό, πνέουν μάλλον από την ξηρά ελαφρές αύρες κατάλληλες για παράκτια πλεύση και με κουπιά και με πανιά.
[6.21.3] Ο Νέαρχος, λοιπόν, που διορίσθηκε αρχηγός του ναυτικού, περίμενε την κατάλληλη εποχή για να ταξιδεύσει, ενώ ο Αλέξανδρος ξεκινώντας από τα Πάταλα προχωρούσε με όλο τον στρατό του μέχρι τον Αράβιο ποταμό. Από εκεί πήρε μαζί του τους μισούς από τους υπασπιστές και τους τοξότες, τα τάγματα των λεγομένων πεζεταίρων, από το ιππικό των εταίρων το άγημα και μία ίλη από κάθε ιππαρχία, καθώς και όλους τους ιπποτοξότες και στράφηκε στα αριστερά προς τη θάλασσα και για να ανοίξει πηγάδια, ώστε να υπάρχει άφθονο νερό στον στρατό του όσο θα έπλεε κοντά στην παραλία και συγχρόνως να μπορεί να επιτεθεί ξαφνικά κατά των Ωρειτών, που ήταν Ινδοί της περιοχής εκείνης από πολύ χρόνο ανεξάρτητοι, επειδή αυτοί δεν είχαν εκδηλώσει καμία φιλική διάθεση προς τον Αλέξανδρο και τον στρατό του. Στον στρατό που έμεινε πίσω όρισε αρχηγό τον Ηφαιστίωνα. [6.21.4] Οι Αραβίτες, λοιπόν, που ήταν και αυτοί ένας λαός ανεξάρτητος, από εκείνους που κατοικούσαν γύρω από τον Αράβιο ποταμό, επειδή νόμισαν ότι ούτε ήταν ικανοί να πολεμήσουν εναντίον του Αλεξάνδρου ούτε θέλησαν να υποταγούν σε αυτόν έφυγαν στην έρημο, μόλις πληροφορήθηκαν ότι πλησίαζε ο Αλέξανδρος. Ο Αλέξανδρος, αφού πέρασε τον ποταμό Αράβιο, που ήταν στενός και με λίγο νερό, και διέτρεξε κατά τη νύχτα το μεγαλύτερο μέρος της ερήμου, βρέθηκε με τα χαράματα κοντά στην κατοικημένη περιοχή. Διέταξε τους πεζούς του στρατιώτες να ακολουθούν με κανονικό βηματισμό, ενώ ο ίδιος πήρε μαζί του το ιππικό και το διαμοίρασε σε ίλες, ώστε να καταλάβουν το μεγαλύτερο μέρος της πεδιάδας, και άρχισε να διατρέχει λεηλατώντας τη χώρα των Ωρειτών. [6.21.5] Όσους πρόβαλαν αντίσταση τους κατέκοψαν οι ιππείς και συνέλαβαν πολλούς αιχμαλώτους. Ο Αλέξανδρος τότε στρατοπέδευσε κοντά σε έναν τόπο που δεν είχε πολύ νερό, όταν όμως ενώθηκαν μαζί του και οι άνδρες του Ηφαιστίωνα, άρχισε να προχωρεί. Όταν έφθασε σε ένα χωριό, που ήταν το μεγαλύτερο του λαού των Ωρειτών —το χωριό ονομαζόταν Ραμβακία— επαίνεσε τη θέση του και νόμισε ότι αν εκεί ιδρυόταν πόλη, θα γινόταν μεγάλη και πλούσια· άφησε λοιπόν, εκεί τον Ηφαιστίωνα για τον σκοπό αυτό.

Πέμπτη 30 Σεπτεμβρίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Οἰδίπους Τύραννος (834-862)

ΧΟ. ἡμῖν μέν, ὦναξ, ταῦτ᾽ ὀκνήρ᾽· ἕως δ᾽ ἂν οὖν
835 πρὸς τοῦ παρόντος ἐκμάθῃς, ἔχ᾽ ἐλπίδα.
ΟΙ. καὶ μὴν τοσοῦτόν γ᾽ ἐστί μοι τῆς ἐλπίδος,
τὸν ἄνδρα τὸν βοτῆρα προσμεῖναι μόνον.
ΙΟ. πεφασμένου δὲ τίς ποθ᾽ ἡ προθυμία;
ΟΙ. ἐγὼ διδάξω σ᾽· ἢν γὰρ εὑρεθῇ λέγων
840 σοὶ ταὔτ᾽, ἔγωγ᾽ ἂν ἐκπεφευγοίην πάθος.
ΙΟ. ποῖον δέ μου περισσὸν ἤκουσας λόγον;
ΟΙ. λῃστὰς ἔφασκες αὐτὸν ἄνδρας ἐννέπειν
ὥς νιν κατακτείνειαν. εἰ μὲν οὖν ἔτι
λέξει τὸν αὐτὸν ἀριθμόν, οὐκ ἐγὼ ᾽κτανον·
845 οὐ γὰρ γένοιτ᾽ ἂν εἷς γε τοῖς πολλοῖς ἴσος·
εἰ δ᾽ ἄνδρ᾽ ἕν᾽ οἰόζωνον αὐδήσει, σαφῶς
τοῦτ᾽ ἐστὶν ἤδη τοὔργον εἰς ἐμὲ ῥέπον.
ΙΟ. ἀλλ᾽ ὡς φανέν γε τοὔπος ὧδ᾽ ἐπίστασο,
κοὐκ ἔστιν αὐτῷ τοῦτό γ᾽ ἐκβαλεῖν πάλιν·
850 πόλις γὰρ ἤκουσ᾽, οὐκ ἐγὼ μόνη, τάδε.
εἰ δ᾽ οὖν τι κἀκτρέποιτο τοῦ πρόσθεν λόγου,
οὔτοι ποτ᾽, ὦναξ, τόν γε Λαΐου φόνον
φανεῖ δικαίως ὀρθόν, ὅν γε Λοξίας
διεῖπε χρῆναι παιδὸς ἐξ ἐμοῦ θανεῖν.
855 καίτοι νιν οὐ κεῖνός γ᾽ ὁ δύστηνός ποτε
κατέκταν᾽, ἀλλ᾽ αὐτὸς πάροιθεν ὤλετο.
ὥστ᾽ οὐχὶ μαντείας γ᾽ ἂν οὔτε τῇδ᾽ ἐγὼ
βλέψαιμ᾽ ἂν οὕνεκ᾽ οὔτε τῇδ᾽ ἂν ὕστερον.
ΟΙ. καλῶς νομίζεις. ἀλλ᾽ ὅμως τὸν ἐργάτην
860 πέμψον τινὰ στελοῦντα μηδὲ τοῦτ᾽ ἀφῇς.
ΙΟ. πέμψω ταχύνασ᾽· ἀλλ᾽ ἴωμεν ἐς δόμους.
οὐδὲν γὰρ ἂν πράξαιμ᾽ ἂν ὧν οὔ σοι φίλον.

***
ΧΟΡ. Με πλημμύρισες, βασιλιά μου, με τρόμο·
ώσπου να πληροφορηθείς
απ᾽ τον αυτόπτη μάρτυρα,
κράτησε την ελπίδα.
ΟΙΔ. Ελπίδα που κρεμάστηκε σ᾽ ένα βοσκό.
ΙΟΚ. Κι όταν φανεί, τί σκέφτεσαι να κάνεις;
ΟΙΔ. Θα σου πω.
Αν πει κι αυτός αυτά που λες κι εσύ
840 γλιτώνω μια για πάντα.
ΙΟΚ. Και ποιό σπουδαίο σου ᾽δωσα τεκμήριο;
ΟΙΔ. Κατέθετε, βεβαίωνες,
πως σκότωσαν τον Λάιο ληστές.
Αν επιμένει στον αριθμό,
εγώ δεν σκότωσα τον άνθρωπο.
Ο ένας κι οι πολλοί δεν είναι ίσα κι όμοια.
Αν έναν οδοιπόρο μαρτυρήσει,
τότε το φονικό ξεκάθαρα
βαραίνει την ψυχή μου.
ΙΟΚ. Πίστεψέ με, λοιπόν· αβίαστα μιλούσε
και δεν μπορεί το λόγο του ν᾽ αλλάξει.
Δεν τ᾽ άκουσα μονάχα εγώ,
850 στην αγορά της πόλης
τ᾽ αφηγήθηκε.
Μα κι αν τα στρίψει,
δεν θ᾽ αποδείξει, βασιλιά,
πως σκότωσες εσύ το Λάιο.
Ο Πυθικός Λοξίας μήνυσε
πως θα τον σκότωνε παιδί
που θα ᾽κανε μαζί μου.
Ούτε και το μωρό το δύσμοιρο
τον σκότωσε.
Χάθηκε πρώτο.
Γι᾽ αυτό δεν έχω πίστη στους χρησμούς,
παλιούς και νέους.
ΟΙΔ. Έχεις δίκιο.
Όμως μην αμελήσεις
860 να στείλεις να φωνάξουνε το δούλο.
ΙΟΚ. Στέλνω γοργά.
Ας πάμε τώρα στο παλάτι.
Ό,τι ποθείς, θα κάνω πάντα πρόθυμα.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια, 12. Το κλέος

12.3. Το κλέος στην Οδύσσεια

12.3.1. Ευκλεής και ακλεής θάνατος


Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια στηρίζονται σε μια κοινή παράδοση όσον αφορά το κλέος. Αυτή όμως η παράδοση τροποποιείται στην Οδύσσεια, προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι διαφορετικές προτεραιότητες του μεταγενέστερου έπους. Η Ιλιάδα είναι πολεμικό ποίημα, που υμνεί τη θνητότητα των ηρώων και τον αγώνα που δίνουν προκειμένου να κατακτήσουν την αθάνατη δόξα. Ο γυρισμός στην πατρίδα επαινείται μόνο στην περίπτωση που είναι νεκρώσιμος (παραδείγματα Σαρπηδόνα, Έκτορα). Η Οδύσσεια είναι μεταπολεμικό ποίημα, που δοξάζει την επιβίωση, τον αγώνα που δίνει ο ήρωας, για να απεγκλωβιστεί από τον κλοιό του θανάτου που του επιφυλάσσει ο πόλεμος και να επιστρέψει ζωντανός στους δικούς του και στην πατρίδα του.

Η εξέλιξη του βασικού θέματος της Οδύσσειας, ο νόστος (εξωτερικός και εσωτερικός), ευνοεί την εμφάνιση και απόλεμων μορφών κλέους που δεν απαντούν στην Ιλιάδα. Στο πλαίσιο, για παράδειγμα, της φιλοξενίας τόσο ο οικοδεσπότης όσο και ο φιλοξενούμενος μπορεί να αποκτούν κλέος, κυρίως στη μορφή της φήμης και του καλού ονόματος. Έτσι ο νεαρός Τηλέμαχος κατά τη φιλόξενη παραμονή του στον Νέστορα και στον Μενέλαο κερδίζει το κλέος του, την ηρωική του ταυτότητα, ενώ ο πατέρας του, ανώνυμος ξένος των Φαιάκων, εύχεται στον Δία να εξασφαλίσει στον Αλκίνοο ἄσβεστον κλέος (η 333), στην περίπτωση που ο ξενιστής του βασιλιάς τηρήσει τη γενναιόδωρη υπόσχεσή του και τον στείλει στην πατρίδα του. Γενικότερα, το βλέμμα του ποιητή στην Οδύσσεια εποπτεύει ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών σχέσεων και θεσμών, που εμπλέκονται στην επιβίωση, καθώς και στο κλέος και στον νόστο που συνεπάγεται η επιβίωση.

Παρά τις επιμέρους, εξωτερικές αντιθέσεις της προς την Ιλιάδα, η Οδύσσεια δεν αρνείται το ιλιαδικό κλέος του θανάτου, όπως το εκφράζει τουλάχιστον ο πρωταγωνιστής της Αχιλλέας. Αντίθετα, το υποδέχεται, αναγνωρίζει καταρχήν τη σημασία του και το επαινεί. Στον επίλογο της Οδύσσειας συναντώνται στον Άδη οι ψυχές των δύο εσωτερικών εχθρών της Ιλιάδας, του Αχιλλέα και του Αγαμέμνονα, και συνομιλούν δείχνοντας ασυνήθιστη αμοιβαία συμπάθεια για το διαφορετικό τους τέλος. Πρώτα η σκιά του Αχιλλέα με μιαν ανεκπλήρωτη ευχή συμπάσχει για τον φριχτό θάνατο που βρήκε ο Αγαμέμνονας φτάνοντας στην πατρίδα του (ω.30-34):

Μακάρι τότε, τιμημένον με βασιλική τιμή, στην Τροία εκεί
να σε είχε βρει ο θάνατος, το τέλος της ζωής.
Οπότε κι οι Παναχαιοί τύμβο θα ύψωναν να σε τιμήσουν,
κι ακόμη θ᾽ άφηνες μεγάλο κλέος [μέγα κλέος] κληρονομιά στον γιο σου.
Μα τώρα ήταν πεπρωμένο σου λάφυρο να σε πάρει
ένας τρισάθλιος θάνατος.


Εμπόλεμος θάνατος στην Τροία, που σφραγίζεται με ταφή και τιμητικό τύμβο από τους συμπολεμιστές, συνθέτουν το μέγα κλέος που ο βασιλιάς των Αχαιών τελικά δεν άφησε πίσω του με τον άδοξο νόστο του. Στερήθηκε δηλαδή ό,τι κέρδισε πεθαίνοντας νέος στον πόλεμο της Τροίας ο Αχιλλέας. Αυτό εξάλλου ομολογεί, με την επόμενη απάντησή του, η σκιά του Αγαμέμνονα μακαρίζοντας τον νεκρό Αχιλλέα (ω 36-94): θάνατος στην Τροία, μάχη των Αχαιών γύρω από το σώμα του, θρήνος και τύμβος με παρεπόμενες τιμές αναδεικνύουν τον ωκύμορο ήρωα της Ιλιάδας ὄλβιον (ω 36), που άφησε πίσω του κλέος ἐσθλόν (ω 93-94):

Εσύ, Αχιλλέα, και νεκρός έσωσες έτσι τ᾽ όνομά σου,
αφού για πάντα, σ᾽ όλους τους ανθρώπους, λαμπρό το κλέος σου θα μείνει [κλέος ἔσσεται ἐσθλόν].


Αντιδιαστέλλοντας τον δικό του άγριο χαλασμό, που τον βρήκε από τον Αίγισθο και την άπιστη σύζυγό του, ο νεκρός Αγαμέμνονας (ω 96-97) εγκωμιάζει έμμεσα την απόφαση του Αχιλλέα στην Ιλιάδα να πεθάνει στην Τροία στερούμενος τον νόστο του. Στη «Μεγάλη Νέκυια» πάντως, όταν η σκιά του Αχιλλέα θρηνώντας συναντά τον ζωντανό Οδυσσέα (λ 467 κ.ε.), νοσταλγεί τη ζωή.

Ο Οδυσσέας, που εξηγεί στον νεκρό συμπολεμιστή του ότι κατέβηκε στον Άδη προκειμένου να μάθει τον δρόμο του μετέωρου ακόμη νόστου του, μακαρίζει, όπως η ψυχή του Αγαμέμνονα, τον νεκρό Αχιλλέα, χαρακτηρίζοντάς τον μάλιστα ευτυχέστερο (μακάρτατον, λ 483) των θνητών στο παρόν και στο μέλλον: όσο ζούσε ο Αχιλλέας, οι Αργείοι τον τιμούσαν σαν θεό· αλλά και στον Άδη, αν και νεκρός, ο ήρωας διατηρεί στο ακέραιο την πολεμική του δύναμη - γι᾽ αυτό, δεν θα πρέπει να θλίβεται για τον θάνατό του. Ο Αχιλλέας ωστόσο απωθεί πρώτα την παρηγοριά του Οδυσσέα να μη θλίβεται και ύστερα τον έπαινό του, απαντώντας ότι θα προτιμούσε να ζούσε ως υπηρέτης φτωχού αφέντη στη γη παρά να είναι βασιλιάς των νεκρών (λ 488-491). Όπως προκύπτει και από τη συνέχεια του διαλόγου (λ 492-540), μέσα από την αντιπαραβολή της μεταπολεμικής επιβίωσης προς τον θάνατο, τονίζεται η διαφορετική μοίρα των δύο ηρώων.

Η ανεκπλήρωτη επιθυμία του νεκρού Αχιλλέα να υπερασπιστεί τον απροστάτευτο από τις απειλές των εχθρών του γέροντα Πηλέα στη Φθία (λ 494-503, πρβ. Ω 538-542) πραγματώνεται από τον Οδυσσέα, καθώς ο ήρωας, με τον νόστο του, θα εκδικηθεί τους μνηστήρες που απειλούσαν τη ζωή του γέροντα πατέρα του Λαέρτη. Σε αντίθεση επίσης προς τον Οδυσσέα, που θα συναντηθεί με τον γιο του Τηλέμαχο και θα εκτελέσουν μαζί το σχέδιο της μνηστηροφονίας, ο νεκρός Αχιλλέας δεν θα μπορέσει να σμίξει με τον γιο του Νεοπτόλεμο, για να συμμετάσχει ζωντανός στην αριστεία του κατά την άλωση της Τροίας (λ 492-493, 505-537). Σε σχέση με τα επόμενα δρώμενα της Οδύσσειας, ο Οδυσσέας, γυρίζοντας στο σπίτι του, κατορθώνει ό,τι δεν κατόρθωσε με τον πρώιμο θάνατό του στον πόλεμο ο Αχιλλέας.

Από την άλλη μεριά, ο γιος του Αχιλλέα Νεοπτόλεμος συστήνεται από τον Οδυσσέα ως άξιος αντικαταστάτης, πρόμαχος του πατέρα του στον πόλεμο της Τροίας, βγαίνοντας σώος από τα δεινά του (λ 534-535). Κατορθώνει έτσι ό,τι δεν μπόρεσε να πετύχει με το ἄφθιτον κλέος του ο πατέρας του, ο οποίος, μετά το τέλος του διαλόγου του με τον Οδυσσέα, επιστρέφει, με καμάρι για τον γιο του, στο ασφοδελό λιβάδι του Άδη (λ 538-540). Η αριστεία βέβαια του Νεοπτόλεμου στην άλωση της Τροίας κατορθώνεται με τη διαρκή καθοδήγηση και προστασία που του παρέχει ο Οδυσσέας, αντικαθιστώντας κατά κάποιον τρόπο στον ρόλο του πατέρα τον Αχιλλέα. Εγκωμιάζοντας έτσι ο Οδυσσέας στον νεκρό Αχιλλέα τον γιο του Νεοπτόλεμο, επαινεί έμμεσα το δικό του στρατήγημα της άλωσης της Τροίας: την ενέδρα (λόχον, λ 525) με τον δούρειο ίππο, χάρη στο οποίο κατέκτησε το αοίδιμο κλέος του στην Οδύσσεια (θ 487-531, πρβ. λ 505-537).

Μέσα λοιπόν από τη διήγηση του Οδυσσέα, το κλέος του Αχιλλέα που του υποσχέθηκε η Ιλιάδα με τον πρώιμο θάνατό του στην Τροία, υποχωρεί στο κλέος που κερδίζει ο πρωταγωνιστής της Οδύσσειας με την άλωση της Τροίας αλλά και έμμεσα με τον νόστο του. Ο Οδυσσέας έτσι βγαίνει διπλά κερδισμένος: κατακτά πολεμικό κλέος εκπορθώντας την Τροία και επιπρόσθετα κατορθώνει να γυρίσει στο σπίτι του. Ο τρόπος εντούτοις με τον οποίο ένας ήρωας πεθαίνει, καθορίζει το κλέος του. Έτσι, στην Ιλιάδα το τέλος του Αχιλλέα προεξαγγέλλεται ως πρώιμος και ένδοξος θάνατος στο πεδίο της μάχης. Στην Οδύσσεια αντίθετα το τέλος του πορθητή της Τροίας προφητεύεται από τον μάντη Τειρεσία (λ 134-137 = ψ 281-284) ως ήσυχος και γλυκός θάνατος στη στεριά, που θα βρει τον ηγεμόνα ήρωα σε βαθιά γεράματα και ανάμεσα σε υπηκόους που ζουν ὄλβιοι (ευτυχισμένοι και ευλογημένοι με όλα τα εγκόσμια αγαθά).

Με τον νόστο του ο Οδυσσέας ξεχωρίζει τόσο από τον Αχιλλέα όσο και από τον Αγαμέμνονα, καθώς δεν μπόρεσε πεθαίνοντας στην Τροία να κερδίσει το κλέος που πέτυχε ο Αχιλλέας. Εντούτοις, στην Οδύσσεια ο άδοξος θάνατος και η παρεπόμενη στέρηση του κλέους του Αγαμέμνονα εμφανίζονται ως απειλητικό ενδεχόμενο και για τον Οδυσσέα. Στην πρώτη ραψωδία ο Τηλέμαχος, εκμυστηρευόμενος τον κρυφό καημό του για τον χαμένο πατέρα του στην Αθηνά-Μέντη, μιμείται παραλλάσσοντας την ανεκπλήρωτη ευχή του Αχιλλέα προς τον Αγαμέμνονα (α 237-243, 237-240 ≈ ω 30-33):

Αν έβρισκε τον θάνατο, δεν θα ᾽ταν ο καημός μου τόσος,
αν είχε σκοτωθεί στην Τροία εκεί, με τους συντρόφους του στο πλάι,
ή, με το τέλος του πολέμου, ξεψυχούσε στων δικών του τα χέρια·
τότε οι Παναχαιοί θα τον τιμούσαν τύμβο υψώνοντας,
και για κληρονομιά στον γιο του θ᾽ άφηνε μεγάλη δόξα [μέγα κλέος].
Μα να που τώρα ανήκουστον [ἀκλειῶς] τον έχουν αναρπάξει οι Άρπυιες,
κι εξαφανίστηκε, χωρίς κανείς να μάθει πού και πώς,
αφήνοντας σ᾽ εμένα οδυρμούς κι οδύνες
.

Όπως ο Αχιλλέας εύχεται στον Αγαμέμνονα στο τέλος της Οδύσσειας, έτσι και ο Τηλέμαχος στην αρχή του έπους λέει ότι θα ήταν καλύτερα να πέθαινε ο πατέρας του στον πόλεμο της Τροίας· θα είχε έτσι τουλάχιστον έναν τιμημένο τύμβο, ενώ ο γιος του, όπως ο Ορέστης, θα είχε κληρονομήσει μέγα κλέος (α 240, πρβ. ω 34). Ανάμεσα ωστόσο στις δύο ανεκπλήρωτες ευχές υπάρχει μια χαρακτηριστική διαφορά. Ενώ ο βασιλιάς των Αχαιών βρήκε τρισάθλιο θάνατο επιστρέφοντας στην πατρίδα του, ο πρωταγωνιστής της Οδύσσειας, κατά τον Τηλέμαχο, δεν πέθανε στα χέρια των δικών του, αλλά χάθηκε ἀκλειῶς: τον άρπαξαν στις εσχατιές του κόσμου οι Άρπυιες (προσωποποιημένες δυνάμεις των θυελλωδών ανέμων)· χωρίς να αφήσει πίσω του κανένα ίχνος (ἄϊστος) και χωρίς να μπορεί κάποιος να τον μνημονεύσει, να πει κάτι μέσα στο έπος γι᾽ αυτόν (ἄπυστος).

Το απελπισμένο αδιέξοδο του νεαρού ήρωα μπορεί να είναι υπερβολικό, όχι όμως και παντελώς άστοχο. Ο πατέρας του τη στιγμή αυτή είναι εγκλωβισμένος στο απόκοσμο νησί της Ωγυγίας, όπου η Καλυψώ τον θέλγει, όπως οι Σειρήνες, να ξεχάσει την Ιθάκη (α 56-57, ε 61), με αντάλλαγμα την αθανασία και την αγηρασία (ε 136 = ψ 336). Η επικείμενη απελευθέρωση του Οδυσσέα από τα καλυπτήρια θέλγητρα της νύμφης σηματοδοτεί την άρνησή του να διαγραφεί ἄϊστος και ἄπυστος από τη σκέψη των ανθρώπων και από την παρεπόμενη μεταθανάτια φήμη που του εξασφαλίζει το έπος της Οδύσσειας.

Ο έντονα διαφοροποιημένος από του Αγαμέμνονα χαμός του Οδυσσέα από προσώπου γης, όπως τον φαντασιώνεται ο Τηλέμαχος, έχει τη σημασία του: θέτει σε εκκρεμότητα τον νόστο του πρωταγωνιστή της Οδύσσειας, υποκινώντας το ερώτημα αν ζει τελικά ή πέθανε. Ταυτόχρονα ευνοεί την ανάπτυξη του, συμπληρωματικού προς τον νόστο, θέματος της αναζήτησης του πατέρα από τον γιο του. Αργότερα βέβαια, όταν ο νεαρός ήρωας ψάχνει κρυφά από τη μητέρα του το κλέος του αγνοούμενου πατέρα του στην Πελοπόννησο, η Πηνελόπη φοβάται μήπως προσθέσει στον θρήνο της για την άδοξη εξαφάνιση του ένδοξου άντρα της και τον «ανήκουστο» (ἀκλέα) χαμό του γιου της (δ 727-728).

Ο ένδοξος θάνατος στην Τροία ως προτιμητέα ηρωική συνθήκη από την άδοξη εξαφάνιση, την οποία νομίζει συντελεσμένη για τον πατέρα του ο Τηλέμαχος (αργότερα για τον Οδυσσέα και ο πιστός του δούλος ο Εύμαιος, ξ 368-371), εκφράζεται και από τον ίδιο τον πρωταγωνιστή της Οδύσσειας στο ναυάγιό του της πέμπτης ραψωδίας (ε 306-312):

Καμιά πια σωτηρία, σκέτος όλεθρος. Ευτυχισμένοι
τρεις και τέσσερις φορές οι Δαναοί που είχαν την τύχη
στην ευρύχωρη Τροία να χαθούν για τους Ατρείδες.
Κι εγώ μακάρι εκεί να ᾽χα τελειώσει,
εκεί να μ᾽ έβρισκε η μοίρα του θανάτου, τη μέρα εκείνη που Τρώες
αμέτρητοι με σημαδεύαν με τα χάλκινά τους δόρατα,
καθώς για τον νεκρό Αχιλλέα πολεμούσα.
Τότε θα με τιμούσαν και με του τάφου τα κτερίσματα,
το όνομά μου οι Αχαιοί θα το είχαν δοξασμένο [κλέος ἦγον Ἀχαιοί]. Μα τώρα το γραφτό μου
ήταν να γίνω λεία ανήκουστου θανάτου.

Το ενδεχόμενο ο Οδυσσέας να βρει «ανήκουστο» (λευγαλέον) θάνατο στο πέλαγος ανακαλεί τον φόβο του ιλιαδικού Αχιλλέα μήπως τον πνίξει ο Σκάμανδρος (ε 312, Φ 281). Οι δύο ήρωες, αν ήταν να εξαφανιστούν χωρίς να τους πάρει είδηση κανείς, εύχονται να τους έβρισκε ένας συγκεκριμένος, ηρωικός θάνατος στη σύγκρουση με τους αντιπάλους τους στο πεδίο της μάχης. Η ιδέα και στα δύο ομηρικά έπη είναι κοινή: ο πρώιμος θάνατος του πολεμιστή στο πεδίο της μάχης εξασφαλίζει το κλέος του, που διαιωνίζεται μέσω του τιμητικού τύμβου. Εξάλλου, όπως ο Πάτροκλος καλεί τον Αχιλλέα στην Ιλιάδα να τον θάψει (Ψ 71-76), έτσι και ο Ελπήνορας ικετεύει τον Οδυσσέα στην Οδύσσεια (λ 66-78, πρβ. ω 186-190) να μην τον ξεχάσει άκλαυτο και άταφο, αλλά να του αποδώσει το γέρας θανόντων, ώστε βλέποντας το σήμα του να τον μνημονεύουν οι μέλλουσες γενιές. Αντίθετα, ο «ανήκουστος» χαμός των ηρώων από τις δυνάμεις της φύσης εξαφανίζει το κλέος, πολεμικό και μεταπολεμικό.

Από την άλλη μεριά, ο μακαρισμός των νεκρών Αχαιών στην Τροία, σε σχέση με την απειλητική εμπειρία του άδοξου χαμού που δοκιμάζει ο Οδυσσέας στο πέλαγος, παραπέμπουν στο άθλιο τέλος του Αγαμέμνονα. Αν οι δύο ήρωες πέθαιναν στην Τροία, θα είχαν τιμητικό τύμβο και θα κέρδιζαν κλέος, που τελικά εξασφάλισε μόνο ο Αχιλλέας, το σώμα του οποίου οι δύο ήρωες, μαζί με τους άλλους Αχαιούς, υπερασπίστηκαν γενναία στην Τροία (ε 309-310, πρβ. ω 36-42).

Εκπληκτικά πράγματα συμβαίνουν όταν αρχίζουμε να αγαπάμε τον εαυτό μας

1. Αποκτάμε μεγαλύτερο έλεγχο της ζωής μας

Συνειδητοποίησα ότι πάντα είχα επιλογή.

Έκανα κακές επιλογές λόγω φόβου, ενοχών και ντροπής και σωστές επιλογές όταν αφουγκραζόμουν τον εαυτό μου και δεν φοβόμουν να είμαι αυθεντική. Σταμάτησα να προσπαθώ συνεχώς να ικανοποιώ τον κόσμο γύρω μου. Όταν αρχίσετε να αγαπάτε τον εαυτό σας περισσότερο, σύντομα θα συνειδητοποιήσετε τις επιθυμίες και τις ανάγκες σας και θα τις τιμάτε.

2. Θέτουμε αυστηρότερα όρια σε σχέση με τον έρωτα και την αγάπη

Τιμώντας τις ανάγκες μου, άρχισα να νιώθω μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και αποφασιστικότητα. Έτσι, σταμάτησα να σπαταλώ χρόνο σε ανθρώπους με τους οποίους δεν ταίριαζα και έκανα πιο «σίγουρες» επιλογές. Όταν ενδυναμώσεις τα όριά σου, έχοντας «κλειδώσει» την αγάπη προς τον εαυτό σου, οι επιλογές σου στην αγάπη και στον έρωτα θα διέπονται από περισσότερη σοφία.

3. Σταματάμε να αναζητάμε αποδοχή

Αυτό ήταν το πιο απελευθερωτικό. Βασιζόμουν πια στη δική μου επιβεβαίωση και όχι στην αποδοχή από τους άλλους. Κι έτσι οι πράξεις μου δεν καθοδηγούνταν από την συνεχή ανάγκη να με προσέξουν. Αυτό απελευθέρωσε χώρο στη ζωή μου για να γίνω πιο αυθεντική, λιγότερο αμυντική. Όταν η επιβεβαίωση πηγάζει από μέσα σου, αρχίζεις να ενδιαφέρεσαι λιγότερο για τις απόψεις των άλλων και μένεις εναρμονισμένος με τις προσωπικές σου αξίες.

4. Παίρνουμε πιο γενναίες και συνειδητές αποφάσεις

Άφησα την εργασία που έκανα επειδή ήθελα να σεβαστώ τον εαυτό μου. Μετακόμισα για να έχω έναν πιο ήρεμο τρόπο ζωής. Ερωτεύθηκα ξανά. Έφερα ένα παιδί στη ζωή. Και προσπαθώ συνεχώς να είμαι σωστή μητέρα γι’ αυτό. Όλες αυτές οι αποφάσεις ήρθαν γαλήνια και ήρεμα, πάρθηκαν με αποφασιστικότητα και θάρρος. Η αγάπη προς τον εαυτό μας δίνει τη δύναμη να ξεφορτωθούμε όλα εκείνα που δεν μας εξυπηρετούν πια.

5. Απολαμβάνουμε την συντροφιά του εαυτού μας

Σταμάτησα να γεμίζω τις μέρες μου με συναντήσεις κάθε είδους, κάτι που έκανα στο παρελθόν για να μη νιώθω μόνη. Δεν έτρεχα πια μακριά από τον εαυτό μου στις αγκαλιές ανθρώπων που τελικά δεν το άξιζαν. Αντιθέτως, άρχισα να κάνω περισσότερα πράγματα μόνη μου: κολύμπι, γιόγκα, γραφή, κινηματογράφο, διαλογισμό. Αρχίζοντας να αγαπάμε τον εαυτό μας, τον βρίσκουμε πλέον πιο συμπαθητικό, συνειδητοποιούμε ότι μας αρέσει να κάνουμε περισσότερη παρέα μαζί του.

6. Χτίζουμε ισχυρότερη σχέση με τον εαυτό μας

Και καθώς περνούσα περισσότερο χρόνο με τον εαυτό μου, εμβάθυνα τη σύνδεση μαζί του. Δεν ήμουν πια απεγνωσμένη για μια σχέση επειδή άρχισα να διασκεδάζω μόνη μου. Έγινα η καλύτερη μου φίλη. Αυτή η βαθύτερη σύνδεση με τον εαυτό σου θα βελτιώσει και τη σύνδεση με τους άλλους.

7. Σταματάμε να αναζητάμε απεγνωσμένα την ευτυχία στις σχέσεις

Αγαπώντας τον εαυτό μου, αντιλήφθηκα ότι δεν χρειάζομαι οπωσδήποτε μια σχέση για να νιώσω ευτυχισμένη. Όλη η αγάπη που χρειαζόμουν βρισκόταν ήδη μέσα μου. Ανέλαβα τον έλεγχο της ευτυχίας μου. Ξέρω ότι μπορώ να είμαι ευτυχισμένη με τον εαυτό μου και ο σωστός άνθρωπος θα εμφανιστεί τη σωστή στιγμή.

Η Κοινωνία των ηλεκτρονίων ενός ατόμου

Όταν η κοινωνία των ηλεκτρονίων ενός ατόμου μας διδάσκει …

Όπως μας διδάσκουν στο σχολείο, μέσα στο χώρο ενός ατόμου τα ηλεκτρόνια μένουν φυλακισμένα, και αναγκάζονται να περιστρέφονται δαιμονισμένα γύρω από ένα κέντρο εξουσίας, που το κατέχει ένας πανίσχυρος ατομικός πυρήνας που ασκεί πάνω τους μια καταπιεστική αλλά και δυναμική σαγήνη.

Ο περιστροφικός δρόμος κάθε ηλεκτρονίου καθορίζεται μονοσήμαντα από τις ελκτικές δυνάμεις του πυρήνα που αόρατα το καθοδηγούν.

Παρόλα αυτά τα ηλεκτρόνια, αγνοώντας την ύπαρξη αυτών των δυνάμεων και χαμένα μέσα στην άγνοιά τους, χαίρονται την φαινομενική και ψεύτικη ελευθερία της αόρατης φυλακής τους, εφόσον πιστεύουν ότι η ελεύθερη βούλησή τους τα έκανε να κινούνται στις τροχιές τους.

Εμείς όμως ως εξωτερικοί παρατηρητές γνωρίζουμε ότι την τροχιά δεν καθορίζει το κάθε ηλεκτρόνιο αλλά ο αφέντης πυρήνας. Ακόμα γνωρίζουμε ότι κάθε ηλεκτρονίου απέχει από τον ισχυρότατο πυρήνα μια διαφορετική απόσταση. Τα πιο κοντινά στον πυρήνα ηλεκτρόνια, πιθανότατα, νιώθουν να κατέχουν μέσα στο άτομο μια κυρίαρχη θέση σε σχέση με τα άλλα που βρίσκονται μακρύτερα. Με τον τρόπο αυτό μέσα στην κοινωνία των ηλεκτρονίων ενός ατόμου δημιουργείται μια «ιδιόμορφη κοινωνική στρωμάτωση» με μοναδικό κριτήριο-προσόν κάθε ηλεκτρονίου το ποσό της δύναμης που ασκεί πάνω του κυριαρχικά ο πυρήνας αφέντης, και ως εκ τούτου το πόσο πιο κοντά του βρίσκονται.

Τα δυστυχή ηλεκτρόνια δεν μπορούν να γνωρίζουν ότι όσο πιο κοντά βρίσκονται στο κέντρο της ελκτικής δύναμής του, τόσο περισσότερο χειραγωγούμενα και δέσμια είναι από αυτόν.

Και ακόμα δεν γνωρίζουν ότι ο αφέντης πυρήνας τα κρατάει κοντά του επειδή οι ενεργειακές δυνατότητες του είναι πολύ μεγαλύτερες από τις «φτωχές» εσωτερικές ενεργειακές δυνατότητες τους.
Δεν γνωρίζουν ότι όσο πιο μακριά βρίσκεται ένα ηλεκτρόνιο από τον πυρήνα του, τόσο μικρότερη είναι η δύναμη που αυτός ασκεί πάνω του αλλά και πολύ «μεγαλύτερη» η εσωτερική ενεργειακή του κατάσταση.

Αυτό δίνει στα εξωτερικά ηλεκτρόνια μια αξιοθαύμαστη δυνατότητα, να είναι πολύ πιο εύκολο για αυτά, προσλαμβάνοντας και ενσωματώνοντας στην ύπαρξη τους μικρά ποσά ενέργειας από το συμπαντικό περιβάλλον τους, να ξεφεύγουν εντελώς από τις δυνάμεις που τα φυλακίζουν, και να γίνονται «Ελεύθερα Ηλεκτρόνια».

Τελικά λοιπόν, ένα ηλεκτρόνιο γίνεται «Ελεύθερο» μόνο αν αποκτήσει εσωτερική ενέργεια τόσο μεγάλη όση χρειάζεται για να υπερνικήσει τη δύναμη που ασκεί πάνω του ο πυρήνας της δύναμης.
Όλα τα προηγούμενα μας διδάσκουν πολλά.

Όσο πιο κοντά βρισκόμαστε στη γειτονιά ενός εξουσιαστικού κέντρου πιστεύουμε λανθασμένα ότι είμαστε πιο προνομιούχοι και δυνατοί.

Αγνοούμε όμως τη βασική αλήθεια της φύσης. Η γειτνίαση με την πηγή μιας δύναμης δηλώνει το πόσο αδύναμοι ενεργειακά είμαστε μέσα μας, πόσο πολύ χειραγωγούμενοι και υποτελείς και πόσο μακριά από την έννοια της «Ελευθερίας».

Και κάτι σημαντικό που ξεχάσαμε να πούμε:

«Το ηλεκτρόνιο είναι «στοιχειώδες σωμάτιο», δηλαδή ένα «ρεύμα ενέργειας», ενώ ο «πυρήνας» ως προϊόν της ένωσης πρωτονίων και νετρονίων είναι «Ύλη».

Και το ρεύμα ενέργειας, το «Ηλεκτρόνιο» έχει ως «αποστολή» του, μαζεύοντας ενέργεια από το συμπαντικό περιβάλλον του, να υπερνικά την «Ύλη» και να γίνεται «Ελεύθερο».

Το δίλημμα στο οποίο πρέπει να απαντήσουμε το έθεσε και ο Πλάτωνας. Αλυσοδεμένοι σκλάβοι μέσα στο «σπήλαιο» ή «ελεύθεροι», έξω από αυτό;

Όμως μην ξεχνάμε…

Θέλει αρετή, πίστη, ελπίδα επιμονή, επιμονή και Τόλμη η εκτός σπηλαίου Ελευθερία.

H Λεωφόρος Των Χαμένων Ονείρων

Βαδίζω σ’ ένα δρόμο μοναχός
ο μόνος που γνώρισα στη ζήση

Μήτε και ξέρω που θα βγω
μα είναι σαν εμένα και μόνος τον περνώ

Σεργιανώ σ’ αυτή την άδεια στράτα
στη Λεωφόρο Των Χαμένων Ονείρων
όπου η πόλη ήσυχη κοιμάται.

Κι είμαι μόνον εγώ και περπατώ μονάχος
περπατώ μονάχος, περπατώ μονάχος

Μ’ ακολουθεί μονάχα η σκιά μου
κι ακούγεται μονάχα η καρδιά μου.
κάποτε λέω κάποιος να με βρει
μα ως τότε μόνος θα βαδίζω

Βαδίζω πάνω στη γραμμή, στη κόψη,
του μυαλού μου που ‘χει διχαστεί
και στου γκρεμού το χείλος,
κι ακόμα μόνος μου βαδίζω

Διαβάζω πίσω απ’ τις γραμμές
τί πήγε τόσο χάλια, κι όλα είναι καλά
και το σφυγμό μετρώ να δω αν ζω
κι ακόμα μόνος μου βαδίζω

Μ’ ακολουθεί μονάχα η σκιά μου
κι ακούγεται μονάχα η καρδιά μου.
κάποτε λέω κάποιος να με βρει
μα ως τότε μόνος θα βαδίζω

Σεργιανώ σ’ αυτή την άδεια στράτα
στη Λεωφόρο Των Χαμένων Ονείρων
όπου η πόλη ήσυχη κοιμάται.

Κι είμαι μόνον εγώ και περπατώ μονάχος

Μ’ ακολουθεί μονάχα η σκιά μου
κι ακούγεται μονάχα η καρδιά μου.
κάποτε λέω κάποιος να με βρει
μα ως τότε μόνος θα βαδίζω

Boulevard Of Broken Dreams

Michael Pritchard, Frank E., Iii Wright, Billie Joe Armstrong

Η κόλαση θα γέμιζε αμέσως από κόσμο – και είναι γεμάτη, ακριβώς εδώ, στη γη

Η ΠΥΛΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ

Φανταστείτε έναν φυλακισμένο σε ένα κελί με βαριά κάγκελα, σε μια φυλακή με ψηλά τείχη, με οπλισμένους φρουρούς παντού.

Αλλά αυτή είναι η πιο ασυνήθιστη φυλακή.

Η πόρτα του κελιού είναι πάντα ξεκλείδωτη, όπως και η πύλη της φυλακής, και οι φρουροί είναι για να κρατούν τον κόσμο έξω, όχι μέσα.

Ο φυλακισμένος, όμως, πιστεύει ότι είναι το συνηθισμένο είδος φυλακής, και έτσι παραμένει στο κελί, το οποίο είναι στην πραγματικότητα άνετο.

Έχει αξιοπρεπή επίπλωση και αρκετές διασκεδάσεις για να περνάει η ώρα. Υπάρχουν βιβλία και cd, καλωδιακή τηλεόραση και ένας προσωπικός υπολογιστής. Υπάρχει ένα πλήρως εξοπλισμένο μπαρ, αξιοπρεπές φαγητό, τακτικές συζυγικές επισκέψεις.

Ο φυλακισμένος πρέπει να κάνει μια συγκεκριμένη ποσότητα βαρετής εργασίας, αλλά μπορεί επίσης να ικανοποιεί τα ενδιαφέροντα και τα χόμπι του.

Αρκετά καλή, για φυλακή.

Αλλά αυτός ο φυλακισμένος είναι στην πραγματικότητα δυστυχισμένος, απλά λόγω του ότι γνωρίζει ότι είναι φυλακισμένος. Θα ήθελε να αποδράσει και πιστεύει ότι αν το έκανε θα ήταν ευτυχισμένος. Αλλά επίσης πιστεύει ότι το να αποδράσει θα ήταν επικίνδυνο και πιθανώς απίθανο, έτσι μένει εκεί που είναι. Ο φυλακισμένος καταφεύγει σε ποικίλες άλλες “αποδράσεις” μέσα στο κελί – φαγητό, ποτό, ναρκωτικά, σεξ, βιβλία, τηλεόραση.

Όλες αυτές λειτουργούν, αλλά μόνο προσωρινά.

Η επιστροφή στην πραγματικότητα είναι πιο επώδυνη κάθε φορά, καθιστώντας αναγκαία μια μεγαλύτερης έντασης απασχόληση του νου για να πετύχει την επόμενη προσωρινή απόδραση. Αυτές οι απασχολήσεις επίσης οδηγούν σε φαντασιώσεις του πόσο υπέροχη μπορεί να είναι η ζωή πέρα από τους τοίχους της φυλακής και έτσι σε θλίψη για τα πόσα πολλά χάνει με το να είναι φυλακισμένος.

Εκατομμύρια άνθρωποι ζουν σε μια φυλακή όπως αυτή. Είναι η φυλακή του να υποφέρεις. Υποφέρετε όταν σας κατηγορούν, όταν αντιμετωπίζετε το κακό, όταν σας φέρονται άδικα. Επίσης υποφέρετε όταν εσείς κατηγορείτε άλλους, όταν εσείς κάνετε κακό και όταν διαπράττετε αδικία. Έτσι εσείς, όπως και ο φυλακισμένος, προσπαθείτε να απαλύνετε τη δυσφορία με συνεχείς απασχολήσεις του νου, σκεπτόμενοι όλο τον καιρό που πρέπει να περάσετε στο κελί.

Αλλά αυτή είναι μια ψευδαίσθηση.

Στην πραγματικότητα, είστε ελεύθεροι να φύγετε όποια στιγμή θέλετε – αν μπορείτε να ξεκολλήσετε από τις γνωστές ενασχολήσεις και να συνειδητοποιήσετε ότι ο δρόμος είναι ανοιχτός μπροστά σας.

Κάθε ανθρώπινο πλάσμα υποφέρει, αργά ή γρήγορα, έτσι η λειτουργική ερώτηση είναι όχι το αν θα υποφέρεις, αλλά από τι θα υποφέρεις. Με διαφορά, πολύ σημαντικότερη ερώτηση είναι το πώς θα προσπαθήσετε να ελαφρύνετε τα βάσανά σας. Η απάντηση στην οποία θα φτάσετε θα καθορίσει το αν θα αυξήσετε τα δικά σας βάσανα (και αυτών γύρω σας) ή αν θα τα μειώσετε.

Δυστυχώς, υπάρχουν πολλοί τρόποι να αυξήσετε τα βάσανα. Ευτυχώς, υπάρχουν συγκριτικά λίγοι τρόποι για να τα ελαφρύνετε.

Γιατί “ευτυχώς”;

Επειδή οι περιορισμένες επιλογές κάνουν το τοπίο πιο καθαρό.

Υποθέστε ότι είσαστε σε ένα δωμάτιο με χίλιες πόρτες και έπρεπε να διαλέξετε μία, και μόνο μία, για να περάσετε. Αν οι εννιακόσιες ενενήντα εννιά πόρτες οδηγούσαν στην κόλαση και μόνο μία οδηγούσε στον παράδεισο, αυτό θα ήταν καλό ή κακό;

Αυτό εξαρτάται από το αν ήταν σημαδεμένες ή όχι. Επειδή αν όλες οι πόρτες έμοιαζαν μεταξύ τους και έπρεπε να διαλέξετε την πόρτα σας στην τύχη, θα είχατε πολύ λίγες πιθανότητες να επιλέξετε τον παράδεισο: μία στις χίλιες.

Η κόλαση θα γέμιζε αμέσως από κόσμο – και είναι γεμάτη, ακριβώς εδώ, στη γη.

Αλλά αν οι πόρτες ήταν καθαρά σημαδεμένες “Παράδεισος” ή “Κόλαση”, θα ήσαστε σίγουροι ότι θα βρίσκατε τον παράδεισο αργά ή γρήγορα. Υπό τον όρο ότι θα μπορούσατε να διαβάσετε τα σημάδια.

Δεν έχει σημασία σε ποιο δωμάτιο ποιου κτιρίου βρίσκεστε, πάντα μπορείτε να βρείτε μυριάδες πόρτες για την κόλαση – και πάντα μπορείτε να βρείτε τουλάχιστον μία πόρτα για τον παράδεισο. Αν και όλοι λένε ότι θέλουν να διαβούν την πόρτα για τον παράδεισο, ένα μεγάλο ποσοστό διαβαίνει κάθε είδους πόρτα για την κόλαση. Ίσως πρέπει να μάθουμε να αναγνωρίζουμε τα σημάδια πάνω στις πόρτες και να δούμε ότι τα κελιά μας είναι ανοιχτά, έτσι ώστε να αφήσουμε τα βάσανα πίσω μας.

Στον Σωκράτη δεν άρεσε η ψιλή κουβεντούλα

Ο Σωκράτης έκανε στροφή προς μία νέα και αναπάντεχη κατεύθυνση και γι’ αυτό ήταν υπεύθυνος ένας φίλος του, ένας νεαρός άντρας ονόματι Χαιρεφώντας,

Μια μέρα ο Χαιρεφώντας επισκέφθηκε το Μαντείο των Δελφών και ρώτησε τη μάντισσα το εξής: Υπάρχει άνθρωπος στην Αθήνα πιο σοφός από τον Σωκράτη; «Όχι», ήταν η απάντηση. «Δεν υπάρχει άλλος».

Όταν ο Χαιρεφώντας μετέφερε στον Σωκράτη τα λόγια του μαντείου, εκείνος σάστισε. Δεν υπήρχε άλλος πιο σοφός από τον ίδιο; Πώς ήταν αυτό δυνατόν; Εκείνος δεν ήταν παρά ο γιος ενός λιθοξόου και δε γνώριζε τίποτε. Ωστόσο, οι χρησμοί δεν έκαναν ποτέ λάθος, έτσι ο Σωκράτης αποφάσισε να διερευνήσει το θέμα. Έπιασε κουβέντα με σεβαστούς Αθηναίους, μίλησε με τους πάντες, από ποιητές μέχρι στρατηγούς. Ο Σωκράτης σύντομα ανακάλυψε ότι αυτοί οι άντρες δεν ήταν τόσο σοφοί όσο θεωρούνταν. Ο στρατηγός δεν μπορούσε να του πει τι σημαίνει θάρρος και ο ποιητής δεν μπορούσε να δώσει έναν ορισμό της ποίησης. Όπου κι αν στρεφόταν, συναντούσε ανθρώπους που «δε γνωρίζουν τα πράγματα που δε γνωρίζουν».

Ίσως ο χρησμός ήταν σωστός, κατέληξε ο Σωκράτης. Ίσως διέθετε κάποιο είδος σοφίας, τη σοφία να γνωρίζει όσα δε γνώριζε. Για τον Σωκράτη το χειρότερο είδος άγνοιας είναι εκείνο που παρουσιάζεται ως γνώση. Καλύτερα η πλατιά και ειλικρινής άγνοια παρά η περιορισμένη και ύποπτη γνώση.

Η εισαγωγή αυτής της αθώας άγνοιας, αυτής της «υπέροχης νέας αφέλειας», όπως το θέτει ο φιλόσοφος Καρλ Γιάσπερς, είναι η σημαντικότερη συνεισφορά του Σωκράτη στην ανθρώπινη έρευνα, η οποία εξακολουθεί να κινεί τη φιλοσοφική σκέψη ακόμα και σήμερα.

Ο Σωκράτης δεν ήταν ο πρώτος φιλόσοφος. Πολλοί άλλοι είχαν προηγηθεί: ο Πυθαγόρας, ο Παρμενίδης, ο Δημόκριτος και ο Θαλής είναι μόνο κάποιοι από αυτούς. Οι άντρες αυτοί είχαν στρέψει τη ματιά τους προς τον ουρανό. Πάσχιζαν να εξηγήσουν το σύμπαν, να διεισδύσουν στα μυστήρια του φυσικού κόσμου. Τα αποτελέσματα ήταν ανάμεικτα. Ο Θαλής, ένα λαμπρό μυαλό από πολλές απόψεις, ήταν πεπεισμένος ότι όλη η ύλη στο σύμπαν αποτελούνταν από νερό. Όπως και ο Σωκράτης, οι φιλόσοφοι αυτοί έθεταν ερωτήματα, αλλά αυτά ξεκινούσαν κυρίως με τις λέξεις «τι» και «γιατί». Από τι αποτελούνται τα πάντα; Γιατί τα αστέρια χάνονται κατά τη διάρκεια της μέρας; Αυτού του είδους τα ερωτήματα δεν ενδιέφεραν τον Σωκράτη. Εκείνος πίστευε ότι δεν μπορούσαν να απαντηθούν και, σε τελική ανάλυση, δεν ήταν σημαντικά. Το σύμπαν ίσως είναι γοητευτικό, αλλά δεν μπορεί να συνομιλήσει κανείς μαζί του, και εκείνο που κυρίως αναζητούσε ο Σωκράτης ήταν η συζήτηση.

«Κάθε ερώτημα είναι μια κραυγή κατανόησης του κόσμου», είπε ο κοσμολόγος Καρλ Σαγκάν. Ο Σωκράτης θα συμφωνούσε μέχρι ένα σημείο. Κάθε ερώτημα είναι μια κραυγή κατανόησης του εαυτού μας. Ο Σωκράτης ενδιαφερόταν για τα ερωτήματα που ξεκινούσαν με το «πώς». Πώς μπορώ να ζήσω μια πιο ευτυχισμένη, γεμάτη νόημα ζωή; Πώς μπορώ να είμαι δίκαιος; Πώς μπορώ να γνωρίσω τον εαυτό μου;

Ο Σωκράτης δεν κατανοούσε γιατί οι Αθηναίοι συμπολίτες του δεν ενδιαφέρονταν περισσότερο γι’ αυτά τα ερωτήματα, δεδομένου του πάθους τους για βελτίωση, είτε αυτή αφορούσε την κατασκευή αγαλμάτων είτε την άσκηση της δημοκρατίας. Κατά την άποψη του Σωκράτη, οι Αθηναίοι εργάζονταν αγόγγυστα για να βελτιώσουν τα πάντα – εκτός από τους εαυτούς τους. Αυτό έπρεπε να αλλάξει, σκεφτόταν, και το έκανε σκοπό της ζωής του.

Αυτό σηματοδότησε μία σημαντική αλλαγή στη φιλοσοφία. Δεν πρόκειται πλέον για συγκεχυμένες εικασίες σχετικά με τον κόσμο. Πρόκειται για τη ζωή, τη δική σου ζωή, και το πώς να τη ζήσεις με τον καλύτερο τρόπο. Είναι κάτι πρακτικό. Κάτι απαραίτητο. Όπως είπε ο Ρωμαίος πολιτικός και φιλόσοφος Κικέρωνας, «ο Σωκράτης ήταν ο πρώτος που κατέβασε τη φιλοσοφία από τον ουρανό, την έφερε στις πόλεις και την εισήγαγε στα σπίτια των ανθρώπων».

Ο Σωκράτης δεν συμπεριφερόταν όπως πιστεύουμε πως πρέπει να συμπεριφέρονται οι φιλόσοφοι. Δεν τον ενδιέφερε καθόλου να αποκτήσει ακολούθους. (Όταν οι μαθητές ρωτούσαν για άλλους φιλοσόφους, ο Σωκράτης με χαρά τούς κατηύθυνε σε αυτούς). Δεν κληροδότησε κάποιο σύνολο γνώσεων, θεωρίες ἡ δόγματα. Δεν δημοσίευσε πυκνογραμμένους τόμους. Για την ακρίβεια, δεν έγραψε ποτέ του τίποτε. Σήμερα γνωρίζουμε τον Σωκράτη χάρη σε λιγοστές αρχαίες πηγές και κυρίως χάρη στον μαθητή του, τον Πλάτωνα.

Δεν υπάρχει όρος «σωκρατική σκέψη», μόνο σωκρατική συλλογιστική. Ο Σωκράτης ενδιαφερόταν μόνο για τα μέσα, όχι για τον σκοπό. Σήμερα θυμόμαστε την αλογόμυγα της Αθήνας όχι για όσα γνώριζε, αλλά για τον τρόπο που έφτασε να τα γνωρίζει. Τον ένοιαζε περισσότερο η μέθοδος παρά η γνώση. Η γνώση δεν ωριμάζει καλά – σε αντίθεση με τις μεθόδους.

Οι ακαδημαϊκοί αναπτύσσουν πολλούς σύνθετους όρους για να περιγράψουν τη μέθοδο του Σωκράτη: τη διαλεκτική, τον έλεγχο, τον επαγωγικό συλλογισμό. Εγώ προτιμώ έναν πιο απλό όρο: τη συζήτηση. Αντιλαμβάνομαι ότι αυτό δεν ακούγεται τόσο εκλεπτυσμένο και πως πιθανότατα δε θα μου φέρει το βραβείο Νόμπελ, αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Ο Σωκράτης συζητούσε με τους ανθρώπους. Ο σύγχρονος φιλόσοφος Ρ. Σ. το ονομάζει «φωτισμένη παροχή συμβουλών». Πολύ μου αρέσει αυτό. Είναι μια φράση που προσγειώνει τη φιλοσοφία ανυψώνοντάς την ταυτόχρονα.

Η εξέταση της ζωής απαιτεί απόσταση. Πρέπει να απομακρυνθούμε από τον εαυτό μας για να τον δούμε πιο καθαρά. Ο καλύτερος τρόπος για να το επιτύχουμε αυτό είναι μέσω της συζήτησης. Για τον Σωκράτη, η φιλοσοφία και η συζήτηση ήταν έννοιες πρακτικά συνώνυμες.

Ο Σωκράτης συνομιλούσε με κάθε είδος ανθρώπου: πολιτικούς, στρατηγούς, τεχνίτες, καθώς και γυναίκες, σκλάβους και παιδιά. Συζητούσε για όλα τα θέματα επίσης, ωστόσο μόνο για τα σημαντικά εξ αυτών. Στον Σωκράτη δεν άρεσε η ψιλή κουβεντούλα. Ήξερε ότι η ζωή είναι μικρή και δεν ήθελε να ξοδεύει ούτε ένα δευτερόλεπτο από τον διαθέσιμο χρόνο του σε ανούσιες κουβέντες. «Εξετάζουμε τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να ζήσουμε την καλύτερη δυνατή ζωή», είπε αγανακτισμένος στον σοφιστή Γοργία. «Ποιο ερώτημα μπορεί να είναι πιο σοβαρό από αυτό για οποιοδήποτε άτομο διαθέτει κάποια λογική;»

Όσο κι αν αγαπούσε τη συζήτηση, πιστεύω πως ο Σωκράτης την έβλεπε απλώς σαν ένα ακόμα εργαλείο στην εργαλειοθήκη του. Όλη αυτή η φωτισμένη παροχή συμβουλών είχε έναν σκοπό: να γνωρίσει τον εαυτό του. Συζητώντας με τους άλλους έμαθε πώς να συνομιλεί με τον εαυτό του.

Το ιδεολογικό θεμέλιο της δημοκρατίας

Στον «Πρωταγόρα» (321e-324a) εκθέτει ο Πλάτων, οιωνοί μυθικά μια φιλοσοφία της ιστορίας, διαποτισμένη από ριζική δυσπιστία προς την πολιτική ορθοφροσύνη της ανθρωπότητας. Και είναι παράδοξο πως ο φιλόσοφος ενός λαού και μιας εποχής με ανεπτυγμένη την πολιτική ευθυκρισία και υποανάπτυκτη μάλλον την τεχνική, συγκριτικά προπάντων προς τις αντίστοιχες επιδόσεις της σύγχρονης μας ανθρωπότητας, διακηρύττει, έστω διαμέσου του Πρωταγόρα, πως ήδη από την πρωτοϊστορία το ανθρώπινο γένος είχε αποκτήσει τεχνική, πρόσφορη για το βιοπορισμό του, όχι όμως πολιτική.  Αντίθετα, η πολιτική έμεινε απρόσιτη σχεδόν στο ανθρώπινο πνεύμα, καθώς ήταν φυλαγμένη αυστηρά σε υψηλή, απρόσβατη θέση (321d6-8). Η στέρηση της πολιτικής, απαραίτητη για την ορθοπόδηση της κοινωνίας, εμφανίζεται να έχει μοιραία συνέπεια την έμμονη κακοδαιμονία της ανθρωπότητας. 

Ύστερα λοιπόν από μιαν άθλια περίοδο ακοινωνησίας των ανθρώπων και αγριότητος και αδυναμίας για ζωή κοινωνική – αφού δεν είχαν την πολιτική -, άρα και υποβολής στον κίνδυνο, τον έσχατο, να εξοντωθούν από τα θηρία, δόθηκαν θεόθεν στο ανθρώπινο γένος, βλάστησαν δηλαδή στις ανθρώπινες ψυχές, δύο ριζικά ηθικά συναισθήματα: η «αιδώς» και η «δίκη» (322c). Τα δύο αυτά ηθικά συναισθήματα εμφανίζονται σαν υποκατάστατα έτσι κάπως της πολιτικής, όπως ήταν πρόσφορα να δημιουργήσουν βαθμιαία τον ηθικό πολιτισμό, ανύπαρκτο ακόμη στην πρωτοϊστορία, και με αυτόν να δυνατοποιήσουν τη σύμπηξη και την συντήρηση των ανθρώπινων κοινωνιών.

Σύμφωνα με το μύθο, ενώ οι άνθρωποι από στέρηση της πολιτικής εκινδύνευαν να εξοντωθούν, ο Ζευς, αν και ο ίδιος ήταν κάτοχος της πολιτικής, δεν εδώρησε στους ανθρώπους αυτήν, αλλά την «αιδώ» και την «δίκην», ώστε να εξοικονομηθούν με αυτές. Εξάλλου ο Πρωταγόρας, στο λόγο του που ακολουθεί το μύθο, μετονομάζοντας ήδη σιωπηρά την αιδώ σωφροσύνη και την δίκη δικαιοσύνη, τις αναφέρει σαν υπηρετικές της πολιτικής αρετής (323a-b).

Τη βάση άρα, σύμφωνα με τον φιλοσοφικό αυτό μύθο, της δυνατότητας για ζωή κοινωνική αποτέλεσαν η «αιδώς» και η «δίκη», που έγκαιρα παρουσιάστηκαν στην ιστορία, και σύμφυτες σχεδόν με την ύπαρξη του κάπως διαπλασμένου ανθρώπου. Πραγματικά, ιδίωμα τους, κρίσιμο για την έξοχη αυτή λειτουργία τους, εμφανίζεται η αδιαφόριστη διανομή τους σε όλους τους ανθρώπους - αντίθετα με ότι συμβαίνει στις τέχνες – ή τουλάχιστον η ευχέρεια και η εντολή για όλους τους ανθρώπους να μετέχουν σ’ αυτές (322c-d). 

Έξοχα είναι διατυπωμένη, στο μύθο (322c), η κοινωνιοπλαστική αποστολή που έχουν να επιτελέσουν η αιδώς και η δίκη. Η αιδώς πρέπει να αποτελεί ότι ονομάζεται «πόλεων κόσμοι» δηλαδή με την εμπνοή της να αυτό-υποβάλλονται οι πολίτες (αυτονομία) σε κόσμια συμπεριφορά, ώστε και να υπάρχει αυτόδοτη αρμονία της πολιτείας· η δίκη πρέπει ν’ αποτελεί ότι χαρακτηρίζεται «πόλεων… δεσμοί», δηλαδή με τις υπαγορεύσεις τους να υποβάλλονται οι πολίτες σε δεσμεύσεις της συμπεριφοράς τους (ετερονομία), ώστε και να υπάρχει επιβλητή συνοχή της πολιτείας· η σύνδρομη αυτή λειτουργία τους θα συνεπάγεται «φιλίαν», δηλαδή ενότητα ηθική της πολιτείας, άρα σύμπνοια και ομόνοια των πολιτών, ώστε να ζουν στο χώρο της, χωρίς έχθρα τουλάχιστον μεταξύ τους.

Κήρυγμα ανθρωπισμού, το θεώρημα για συμμετοχή όλων των ανθρώπων στα ριζικά ηθικά συναισθήματα, όπως και το θεώρημα για την κοινωνιοπλαστική αποστολή των ηθικών αυτών συναισθημάτων, είναι κατεξοχήν πρόσφορα για ν’ αποτελέσουν ιδεολογικό θεμέλιο της δημοκρατίας. Και αναμφίβολα ήταν αρμόδιος ο Πρωταγόρας να τα εξαγγείλει. Αξίζει όμως να τονισθεί πως τα δύο αυτά θεωρήματα, συμπληρωμένα είτε διορθωμένα, δεν είναι ξένα προς την πολιτειολογία του Πλάτωνος, ακριβέστερα πως η αιδώς και η δίκη αποτελούν καίρια στοιχεία της, με τις μετατροπίες τους προπάντων: σωφροσύνη και δικαιοσύνη.

ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (6.19.1-6.20.1)

[6.19.1] Ἐνταῦθα ὁρμισάντων τὸ πάθημα ἐπιγίγνεται τῆς μεγάλης θαλάσσης ἡ ἄμπωτις, ὥστε ἐπὶ ξηροῦ ἀπελήφθησαν αὐτοῖς αἱ νῆες. καὶ τοῦτο οὔπω πρότερον ἐγνωκόσι τοῖς ἀμφ᾽ Ἀλέξανδρον ἔκπληξιν μὲν καὶ αὐτὸ οὐ σμικρὰν παρέσχε, πολὺ δὲ δὴ ἔτι μείζονα, ὁπότε διελθούσης τῆς ὥρας προσῄει τε τὸ ὕδωρ καὶ τὰ σκάφη ‹ἐ›μετεωρίζοντο. [6.19.2] ὅσας μὲν δὴ τῶν νεῶν ἐν τῷ πηλῷ ἑδραίας κατέλαβεν, αὗται δὲ ἀβλαβῶς τε ἐμετεωρίσθησαν καὶ οὐδὲν χαλεπὸν παθοῦσαι ἔπλεον αὖθις· ὅσαι δὲ ἐν ξηροτέρᾳ τε τῇ γῇ καὶ οὐ βεβαίως τὴν στάσιν ἔχουσαι ὑπελείφθησαν, αὗται δὲ ἀθρόου ἐπελθόντος τοῦ κύματος αἱ μὲν αὐτῶν ἐμπεσοῦσαι ἐς ἀλλήλας, αἱ δὲ πρὸς τῇ γῇ ἀρ[ρ]αχθεῖσαι συνετρίβησαν. [6.19.3] ταύτας τε οὖν ἐπεσκεύασεν Ἀλέξανδρος ἐκ τῶν παρόντων καὶ ἐν κερκούροιν δυοῖν προπέμπει κατὰ τὸν ποταμὸν τοὺς κατασκεψομένους τὴν νῆσον, ἐς ἥντινα οἱ ἐπιχώριοι ἔφασκον ὁρμιστέα εἶναι αὐτῷ κατὰ τὸν πλοῦν τὸν ἐς τὴν θάλασσαν· Κίλλουτα δὲ τῇ νήσῳ τὸ ὄνομα ἔλεγον. ὡς δὲ ἐξηγγέλθη ὅτι ὅρμοι τε ἐν τῇ νήσῳ εἰσὶ καὶ αὐτὴ μεγάλη καὶ ὕδωρ ἔχουσα, ὁ μὲν ἄλλος αὐτῷ στόλος ἐς τὴν νῆσον κατέσχεν, αὐτὸς δὲ ταῖς ἄριστα πλεούσαις τῶν νεῶν ἐπέκεινα προὐχώρει, ὡς ἀπιδεῖν τοῦ ποταμοῦ τὴν ἐκβολὴν τὴν ἐς τὴν θάλασσαν, εἰ παρέχει τὸν ἔκπλουν εὔπορον. [6.19.4] προελθόντες δὲ ἀπὸ τῆς νήσου σταδίους ὅσον διακοσίους ἀφορῶσιν ἄλλην νῆσον, ταύτην ἤδη ἐν τῇ θαλάσσῃ. τότε μὲν δὴ ἐπανῆλθον ἐς τὴν ἐν τῷ ποταμῷ νῆσον, καὶ πρὸς τοῖς ἄκροις αὐτῆς καθορμισθεὶς θύει τοῖς θεοῖς Ἀλέξανδρος ὅσοις ἔφασκεν ὅτι παρὰ τοῦ Ἄμμωνος ἐπηγγελμένον ἦν θῦσαι αὐτῷ. ἐς δὲ τὴν ὑστεραίαν κατέπλει ὡς ἐπὶ τὴν ἄλλην τὴν ἐν τῷ πόντῳ νῆσον, καὶ προσχὼν καὶ ταύτῃ ἔθυε καὶ ἐνταῦθα ἄλλας αὖ θυσίας ἄλλοις τε θεοῖς καὶ ἄλλῳ τρόπῳ· καὶ ταύτας δὲ κατ᾽ ἐπιθεσπισμὸν θύειν ‹ἔφασκε› τοῦ Ἄμμωνος. [6.19.5] αὐτὸς δὲ ὑπερβαλὼν τοῦ Ἰνδοῦ ποταμοῦ τὰς ἐκβολὰς ἐς τὸ πέλαγος ἀνέπλει, ὡς μὲν ἔλεγεν, ἀπιδεῖν εἴ πού τις χώρα πλησίον ἀνίσχει ἐν τῷ πόντῳ, ἐμοὶ δὲ δοκεῖ, οὐχ ἥκιστα ὡς πεπλευκέναι τὴν μεγάλην τὴν ἔξω Ἰνδῶν θάλασσαν. ἐνταῦθα ταύρους τε σφάξας τῷ Ποσειδῶνι ἀφῆκεν ἐς τὴν θάλασσαν καὶ σπείσας ἐπὶ τῇ θυσίᾳ τήν τε φιάλην χρυσῆν οὖσαν καὶ κρατῆρας χρυσοῦς ἐνέβαλεν ἐς τὸν πόντον χαριστήρια, εὐχόμενος σῶόν οἱ παραπέμψαι τὸν στρατὸν τὸν ναυτικόν, ὅντινα ξὺν Νεάρχῳ ἐπενόει στέλλειν ὡς ἐπὶ τὸν κόλπον τὸν Περσικὸν καὶ τὰς ἐκβολὰς τοῦ τε Εὐφράτου καὶ τοῦ Τίγρητος.
[6.20.1] Ἐπανελθὼν δὲ ὀπίσω ἐς τὰ Πάταλα τήν τε ἄκραν τετειχισμένην καταλαμβάνει καὶ Πείθωνα ξὺν τῇ στρατιᾷ ἀφιγμένον καὶ τούτῳ ξύμπαντα καταπεπραγμένα ἐφ᾽ οἷσπερ ἐστάλη. Ἡφαιστίων μὲν δὴ ἐτάχθη παρασκευάζειν τὰ πρὸς τὸν ἐκτειχισμόν τε τοῦ ναυστάθμου καὶ τῶν νεωσοίκων τὴν κατασκευήν· καὶ γὰρ καὶ ἐνταῦθα ἐπενόει στόλον ὑπολείπεσθαι νεῶν οὐκ ὀλίγων πρὸς τῇ πόλει τοῖς Πατάλοις, ἵναπερ ἐσχίζετο ὁ ποταμὸς ὁ Ἰνδός.

***
[6.19.1] Αφού αγκυροβόλησαν, άρχισε το φαινόμενο της μεγάλης θάλασσας, η άμπωτις, με αποτέλεσμα τα πλοία του να μείνουν στην ξηρά. Επειδή οι άνδρες του Αλεξάνδρου δεν είχαν γνωρίσει ποτέ πριν το φαινόμενο τούτο, τους προξένησε μεγάλη κατάπληξη, που έγινε μάλιστα ακόμη μεγαλύτερη, όταν με την πάροδο της ώρας το νερό ξαναγύρισε και τα πλοία σηκώθηκαν ψηλά. [6.19.2] Όσα, λοιπόν, πλοία βρήκε η άμπωτις ακίνητα στη λάσπη ανυψώθηκαν χωρίς βλάβη και έπλεαν πάλι, επειδή δεν έπαθαν κανένα κακό. Όσα όμως κάθισαν σε πιο στεγνή κοίτη και δεν είχαν ασφαλή στάση, όταν έπεσε επάνω τους το ορμητικό κύμα, τσακίσθηκαν, επειδή άλλα συγκρούσθηκαν μεταξύ τους και άλλα χτύπησαν στην κοίτη. [6.19.3] Τα πλοία, λοιπόν, αυτά επισκεύασε ο Αλέξανδρος, όπως του επέτρεπαν οι παρούσες συνθήκες, και έστειλε μπροστά δύο κερκούρους με ανθρώπους προς την κατεύθυνση του ποταμού για να εξερευνήσουν το νησί, στο οποίο του έλεγαν οι ντόπιοι ότι πρέπει να αγκυροβολήσει κατά το ταξίδι του προς τη θάλασσα. Έλεγαν επίσης ότι το νησί ονομαζόταν Κίλλουτα.
Όταν του ανήγγειλαν ότι το νησί είχε όρμους, ήταν μεγάλο και διέθετε νερό, ο υπόλοιπος στόλος του κατέπλευσε στο νησί, ενώ ο ίδιος ο Αλέξανδρος με τα πιο καλοτάξιδα πλοία προχώρησε παραπέρα, ώστε να παρατηρήσει αν η εκβολή του ποταμού στη θάλασσα παρέχει ασφαλή έξοδο στα πλοία. [6.19.4] Και αφού προχώρησαν διακόσιους περίπου σταδίους από το νησί, παρατήρησαν ένα άλλο νησί, που ήταν πλέον μέσα στη θάλασσα. Τότε, λοιπόν, επέστρεψαν στο νησί που ήταν μέσα στον ποταμό. Ο Αλέξανδρος αγκυροβόλησε κοντά σε ένα ακρωτήριο του νησιού και θυσίασε σε όσους θεούς έλεγε ότι του είχε παραγγείλει ο Άμμων να θυσιάσει. Την επόμενη μέρα κατέπλευσε στο άλλο νησί που ήταν στη θάλασσα και αφού προσορμίστηκε, θυσίαζε πάλι και εδώ άλλες θυσίες σε άλλους θεούς και με διαφορετικό τρόπο λέγοντας ότι και αυτές τις έκανε κατά παραγγελία του Άμμωνα. [6.19.5] Έπειτα προσπέρασε τις εκβολές του Ινδού ποταμού και άρχισε να πλέει ο ίδιος στο ανοιχτό πέλαγος για να παρατηρήσει, όπως έλεγε, αν υψώνεται κάπου κοντά καμιά στεριά μέσα στη θάλασσα, εγώ όμως νομίζω ότι το έκανε κυρίως για να έχει πλεύσει και στη μεγάλη θάλασσα που είναι έξω από την Ινδία. Εκεί θυσίασε ταύρους προς τιμήν του Ποσειδώνα και τους έριξε στη θάλασσα· μετά τη θυσία έκαμε σπονδή και έριξε στον πόντο το κύπελλο που ήταν χρυσό και τους χρυσούς κρατήρες ως ευχαριστήρια προσφορά ευχόμενος στον θεό να συνοδεύσει με ασφάλεια τη ναυτική του δύναμη, την οποία σκεφτόταν να στείλει με τον Νέαρχο στον Περσικό κόλπο και στις εκβολές του Ευφράτη και του Τίγρητα.
[6.20.1] Όταν επέστρεψε πίσω στα Πάταλα, βρήκε την ακρόπολη να έχει οχυρωθεί με τείχος και τον Πείθωνα να έχει φθάσει με τον στρατό του και να έχει εκτελέσει όλα εκείνα για τα οποία είχε σταλεί. Ο Ηφαιστίων, λοιπόν, διατάχθηκε να ετοιμάσει τα απαραίτητα για την οχύρωση του ναυστάθμου με τείχος και για την κατασκευή των υποστέγων. Γιατί σκεφτόταν να αφήσει στόλο πολλών πλοίων και εκεί, κοντά στην πόλη των Πατάλων, όπου ακριβώς χωριζόταν σε δύο ο Ινδός ποταμός.