Η Ανάλυση του Χαρακτήρα.
Η λειτουργία της διαμόρφωσης του χαρακτήρα.
Το ζήτημα αφορά τους παράγοντες, που οδηγούν τον χαρακτήρα στην απόκτηση της καθορισμένης μορφής με την οποία είναι λειτουργικός. Σ’ αυτό το πλαίσιο, είναι αναγκαίο να θυμηθούμε μερικά χαρακτηριστικά κάθε χαρακτηρολογικής αντίδρασης. Ο χαρακτήρας συνίσταται σε μια χρόνια μεταβολή του εγώ, που θα μπορούσε να περιγράφει σαν σκλήρυνση. Αυτή η σκλήρυνση είναι η πραγματική βάση, που μετατρέπει σε χρόνιο τον χαρακτηριστικό τρόπο αντίδρασης — κι ο σκοπός της είναι η προστασία του εγώ από τους εξωτερικούς και εσωτερικούς κινδύνους.
Σαν προστατευτικός σχηματισμός, που έχει γίνει χρόνιος, θα μπορούσε ν’ αποκληθεί «θωράκιση», μια και ολοφάνερα συνιστά έναν περιορισμό της ψυχικής κινητικότητας της προσωπικότητας στο σύνολό της. Αυτός ο περιορισμός μετριάζεται από τις μη χαρακτηρολογικές, δηλαδή άτυπες σχέσεις με τον εξωτερικό κόσμο, που φαίνεται ότι αποτελούν ανοιχτές οδούς επικοινωνίας σ’ ένα κατά τα αλλά κλειστό σύστημα. Αποτελούν «ρωγμές» στην «θωράκιση» μέσα από τις οποίες, ανάλογα με την κατάσταση, λιμπιντικά και αλλά ενδιαφέροντα διοχετεύονται έξω και ξανατραβιούνται μέσα σαν ψευδοπόδια.
Κι η ίδια η θωράκιση, όμως, πρέπει να νοηθεί σαν εύκαμπτη. Ο τρόπος αντίδρασής της κινείται πάντοτε σύμφωνα με την αρχή της ηδονής-δυσαρέσκειας. Σε δυσάρεστες καταστάσεις η θωράκιση συστέλλεται — σε ευχάριστες καταστάσεις διαστέλλεται. Ο βαθμός χαρακτηρολογικής ευλυγισίας, η ικανότητα ν’ ανοίγεται κανείς στον εξωτερικό κόσμο ή να κλείνεται απέναντί του, ανάλογα με την κατάσταση, αποτελεί την διαφορά ανάμεσα σε μια προσανατολισμένη-στην-πραγματικότητα και σε μια νευρωσική χαρακτηροδομή. Ακραία πρότυπα παθολογικά άκαμπτης θωράκισης είναι οι συναισθηματικά μπλοκαρισμένοι ψυχαναγκαστικοί χαρακτήρες κι ο σχιζοφρενικός αυτισμός, που τείνουν κι οι δυο στην κατατονική ακαμψία.
Η χαρακτηροθωράκιση διαμορφώνεται σαν χρόνιο αποτέλεσμα της σύγκρουσης ανάμεσα στις ενστικτικές απαιτήσεις και σ’ ένα εξωτερικό κόσμο που τις ματαιώνει. Η ισχύς της κι ο μόνιμος λόγος ύπαρξής της πηγάζουν απ’ τις τρέχουσες συγκρούσεις ανάμεσα στο ένστικτο και τον εξωτερικό κόσμο. Η έκφραση και το σύνολο αυτών των χτυπημάτων του εξωτερικού κόσμου πάνω στην ενστικτική ζωή, με την συσσώρευση και την ποιοτική της ομοιογενοποίηση, αποτελούν ένα ιστορικό όλο. Αυτό γίνεται αμέσως ξεκάθαρο, αρκεί να σκεφτούμε γνωστούς χαρακτηρολογικούς τύπους, όπως «ο αστός», «ο υπάλληλος», «ο προλετάριος», «ο χασάπης», κλπ. Αυτή η θωράκιση διαμορφώνεται γύρω από το εγώ, γύρω απ’ αυτό ακριβώς το τμήμα της προσωπικότητας που βρίσκεται στα σύνορα ανάμεσα στη βιοφυσιολογική ενστικτική ζωή και τον εξωτερικό κόσμο. Γι’ αυτό την επονομάζουμε χαρακτήρα του εγώ.
Στον πυρήνα της οριστικής διαμόρφωσης της θωράκισης βρίσκουμε κατά κανόνα, στην διάρκεια της ανάλυσης, την σύγκρουση ανάμεσα στις γενετήσιες αιμομικτικές επιθυμίες και την πραγματική ματαίωση της ικανοποίησης τους. Η διαμόρφωση του χαρακτήρα αρχίζει σαν καθορισμένη μορφή ξεπεράσματος του οιδιπόδειου συμπλέγματος. Οι συνθήκες που οδηγούν σ’ αυτό ακριβώς το είδος επίλυσης είναι ειδικές, δηλαδή σχετίζονται ειδοποιά με τον χαρακτήρα. (Αυτές οι συνθήκες αντιστοιχούν στις κυρίαρχες κοινωνικές συνθήκες, στις οποίες υπόκειται η παιδική σεξουαλικότητα. Αν αυτές οι συνθήκες αλλάξουν, τότε τόσο οι συνθήκες διαμόρφωσης του χαρακτήρα, όσο και οι δομές του χαρακτήρα θ’ αλλάξουν.)
Γιατί υπάρχουν κι άλλοι τρόποι επίλυσης της σύγκρουσης, φυσικά όχι τόσο σημαντικοί ή τόσο καθοριστικοί σε σχέση με την μελλοντική ανάπτυξη της όλης προσωπικότητας, π.χ. η απλή απώθηση ή η διαμόρφωση μιας παιδικής νεύρωσης. Αν κοιτάξουμε να δούμε τι το κοινό υπάρχει σ’ αυτές τις συνθήκες, βρίσκουμε από την μια εξαιρετικά έντονες γενετήσιες επιθυμίες και, από την άλλη, ένα σχετικά αδύναμο εγώ, το οποίο από τον φόβο μήπως τιμωρηθεί καταφεύγει για την προστασία του σε απωθήσεις.
Η απώθηση οδηγεί σε κατάπνιξη των παρορμήσεων, που με την σειρά της απειλεί την απλή αυτή απώθηση με κάποιο ξέσπασμα των απωθημένων παρορμήσεων. Το αποτέλεσμα είναι ένας μετασχηματισμός του εγώ π.χ., η ανάπτυξη στάσεων με προορισμό την αναχαίτιση του φόβου, στάσεις που συνοψίζονται στον όρο «δειλία». Αν κι αυτό αποτελεί την πρώτη μόνο καταβολή ενός χαρακτήρα, οι συνέπειες για την διαμόρφωσή του είναι αποφασιστικές. Η δειλία ή κάποια σχετική στάση του εγώ συνιστά έναν περιορισμό του εγώ. Όμως, αναχαιτίζοντας επικίνδυνες καταστάσεις, που θα μπορούσαν ν’ αποτελέσουν πρόκληση σ’ ό,τι είναι απωθημένο, μια τέτοια στάση αποτελεί και ενίσχυση του εγώ.
Τελικά, όμως, αυτός ο πρώτος μετασχηματισμός του εγώ, δηλαδή η δειλία, δεν επαρκεί για την κυριάρχηση του ενστίκτου. Αντίθετα, οδηγεί εύκολα στην ανάπτυξη άγχους και γίνεται πάντοτε η συμπεριφορική βάση της παιδικής φοβίας. Για να διατηρηθεί η απώθηση, γίνεται αναγκαίος ένας πρόσθετος μετασχηματισμός του εγώ: οι απωθήσεις πρέπει να τσιμενταριστούν μεταξύ τους, το εγώ πρέπει να σκληρυνθεί, η άμυνα πρέπει ν’ αποκτήσει ένα χρόνια λειτουργικό, αυτοματικό χαρακτήρα.
Η Θωράκιση του εγώ
Κι εφόσον το ταυτόχρονα αναπτυσσόμενο παιδικό άγχος αποτελεί συνεχή απειλή για τις απωθήσεις· εφόσον το απωθημένο υλικό εκφράζεται στο άγχος· εφόσον, επιπρόσθετα, το ίδιο το άγχος απειλεί με αποδυνάμωση το εγώ, χρειάζεται να δημιουργηθεί κι ένας προστατευτικός σχηματισμός ενάντια στο άγχος. Η κινητήρια δύναμη πίσω απ’ όλα αυτά τα μέτρα που παίρνει το εγώ είναι, σε τελευταία ανάλυση, ο συνειδητός ή ασυνείδητος φόβος της τιμωρίας, που τροφοδοτείται από την προεξάρχουσα συμπεριφορά των γονέων και των δασκάλων. Έτσι, βρισκόμαστε μπρος στο φαινομενικό παράδοξο, ότι δηλαδή ο φόβος οδηγεί το παιδί στο να θέλει να ξεπεράσει τον φόβο του.
Ουσιαστικά, η λιμπιντοοικονομικά αναγκαία σκλήρυνση του εγώ πραγματοποιείται στην βάση τριών διαδικασιών:
*Ταυτίζεται με την ματαιώνουσα πραγματικότητα, όπως προσωποποιείται στην μορφή του κύριου καταπιεστικού προσώπου.
*Στρέφει ενάντια στον εαυτό την επιθετικότητα, που κινητοποιείται ενάντια στο καταπιεστικό πρόσωπο και που παρήγαγε το άγχος.
*Αναπτύσσει αντιδραστικές στάσεις απέναντι στις σεξουαλικές ενορμήσεις, δηλαδή χρησιμοποιεί την ενέργεια αυτών των ενορμήσεων για να εξυπηρετήσει τους δικούς της σκοπούς και συγκεκριμένα, για να τις αναχαιτίζει.
>Η πρώτη διαδικασία δίνει στην θωράκιση τα σημαντικά της περιεχόμενα. Το συναισθηματικό μπλοκάρισμα ενός ψυχαναγκαστικού ασθενή έχει την σημασία: «Πρέπει να ελέγχω τον εαυτό μου, όπως μου ’λεγε πάντοτε ο πατέρας μου ότι πρέπει να κάνω» έχει όμως και την σημασία: «Πρέπει να διασώσω την ευχαρίστησή μου και να γίνω αδιάφορος απέναντι στις απαγορεύσεις του πατέρα μου».
>Η δεύτερη διαδικασία δεσμεύει το ουσιαστικότερο στοιχείο της επιθετικής ενέργειας, αποκλείει ένα μέρος του τρόπου κίνησης κι έτσι δημιουργεί έναν ανασταλτικό παράγοντα του χαρακτήρα.
>Η τρίτη διαδικασία αποσύρει μια ορισμένη ποσότητα λίμπιντο από τις απωθημένες λιμπιντικές ενορμήσεις, έτσι που η πίεσή τους μειώνεται. Αργότερα αυτός ο μετασχηματισμός όχι μόνο εξαλείφεται, αλλά και γίνεται περιττός εξαιτίας της ενίσχυσης της παραμένουσας ενεργειακής κάθεξης, που είναι αποτέλεσμα του περιορισμού του τρόπου κίνησης, ικανοποίησης και γενικής παραγωγικότητας.
Έτσι, η θωράκιση του εγώ πραγματοποιείται σαν αποτέλεσμα του φόβου της τιμωρίας, σε βάρος της ενέργειας του id και περιέχει τις απαγορεύσεις και τις προδιαγραφές των γονέων και των δασκάλων. Μόνο μ’ αυτό τον τρόπο μπορεί η χαρακτηρολογική διαμόρφωση να εκπληρώσει την οικονομική της λειτουργία, που είναι η χαλάρωση της πίεσης της απώθησης και, πάνω απ’ όλα, η ενίσχυση του εγώ. Το πράγμα, όμως, δεν σταματά εδώ. Αν, από την μια, αυτή η θωράκιση είναι έστω και παροδικά ικανή ν’ αναχαιτίσει τις παρορμήσεις από τα μέσα, συνιστά, από την άλλη, ένα μακροπρόθεσμο μπλοκάρισμα όχι μόνο ενάντια στα ερεθίσματα από τα έξω, αλλά κι ενάντια σε κάθε παραπέρα παιδαγωγική επιρροή.
Εκτός απ’ τις περιπτώσεις όπου υπάρχει ανάπτυξη ισχυρού πείσματος, αυτό το μπλοκάρισμα δεν είναι υποχρεωτικό ν’ αποκλείει μια εξωτερική ευπείθεια. Πρέπει ακόμη να ’χουμε στο νου μας ότι η εξωτερική ευπείθεια, όπως π.χ. στους παθητικούς θηλυκούς χαρακτήρες, μπορεί να συνδυάζεται με την πιο μανιασμένη εσωτερική αντίσταση. Στο σημείο αυτό πρέπει ακόμη να τονίσουμε ότι στο ένα άτομο η θωράκιση πραγματοποιείται στην επιφάνεια της προσωπικότητας, ενώ σ’ ένα άλλο άτομο στα βάθη της προσωπικότητας. Στην δεύτερη περίπτωση, η εξωτερική και έκδηλη εμφάνιση της προσωπικότητας δεν είναι η πραγματική, αλλά η φαινομενική της έκφραση. Ο συναισθηματικά μπλοκαρισμένος ψυχαναγκαστικός χαρακτήρας κι ο παρανοϊκός-επιθετικός χαρακτήρας είναι παραδείγματα θωράκισης στην επιφάνεια, ο υστερικός χαρακτήρας είναι παράδειγμα θωράκισης στα βάθη της προσωπικότητας. Το βάθος της θωράκισης εξαρτάται από τις συνθήκες παλινδρόμησης και καθήλωσης και αποτελεί ελάσσονα πλευρά του προβλήματος της χαρακτηρολογικής διαφοροποίησης.
Αν, από μια άποψη, η χαρακτηροθωράκιση είναι το αποτέλεσμα της σεξουαλικής σύγκρουσης της παιδικής ηλικίας και ο καθοριστικός τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκε αυτή η σύγκρουση, γίνεται, στις συνθήκες στις οποίες υπόκειται η διαμόρφωση του χαρακτήρα στους δικούς μας πολιτιστικούς κύκλους, η βάση των κατοπινών νευρωσικών συγκρούσεων και των συμπτωματικών νευρώσεων στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, γίνεται η αντιδραστική βάση του νευρωτικού χαρακτήρα.
Στο σημείο αυτό περιορίζομαι σε μια σύντομη σύνοψη.
Μια προσωπικότητα, που η χαρακτηροδομή της αποκλείει την εγκαθίδρυση μιας σεξοικονομικής ρύθμισης της ενέργειας, είναι η προϋπόθεση κάθε κατοπινής νευρωσικής ασθένειας. Έτσι, οι βασικές συνθήκες της ασθένειας δεν είναι η παιδική σεξουαλική σύγκρουση και το οιδιπόδειο σύμπλεγμα σαν τέτοια, αλλά ο τρόπος χειρισμού τους. Εφόσον, όμως, ο τρόπος χειρισμού αυτών των συγκρούσεων καθορίστηκε κατά μεγάλο μέρος από την φύση της ίδιας της οικογενειακής σύγκρουσης (ένταση του φόβου της τιμωρίας, μέγεθος της ενστικτικής ικανοποίησης, χαρακτήρας των γονέων, κλπ.) η εξέλιξη του εγώ του μικρού παιδιού μέχρι και την οιδιπόδεια φάση καθορίζει, τελικά, το αν ένα άτομο θα γίνει νευρωσικό ή αν θα πετύχει μια ρυθμισμένη σεξουαλική οικονομία σαν βάση της κοινωνικής και σεξουαλικής του ικανότητας.
Η αντιδραστική βάση του νευρωσικού χαρακτήρα σημαίνει ότι τράβηξε πολύ μακριά και επέτρεψε στο εγώ να γίνει άκαμπτο, με τρόπο που απέκλεισε την επίτευξη ρυθμισμένης σεξουαλικής ζωής και σεξουαλικής εμπειρίας. Οι ασυνείδητες ενστικτικές δυνάμεις αποστερούνται έτσι από κάθε ενεργειακή διέξοδο και η σεξουαλική λίμναση όχι μόνο γίνεται μόνιμη, αλλά και συνεχώς αυξάνει. Στην συνέχεια, διαπιστώνουμε μια σταθερή ανάπτυξη των χαρακτηρολογικών από αντίδραση σχηματισμών (π.χ. ασκητική ιδεολογία, κλπ.) ενάντια στις σεξουαλικές απαιτήσεις, που προχωρά παράλληλα και σε σχέση με συγκαιρινές συγκρούσεις σε σημαντικές καταστάσεις της ζωής κι έτσι διαμορφώνεται ένας φαύλος κύκλος. Η λίμναση αυξάνεται και οδηγεί σε νέους από αντίδραση σχηματισμούς, με τον ίδιο τρόπο όπως και οι φοβικοί προκάτοχοί τους. Όμως, η λίμναση αυξάνει πάντοτε πιο γρήγορα από την θωράκιση, μέχρι πού, τελικά, ο από αντίδραση σχηματισμός δεν επαρκεί πιά για την αναχαίτιση της ψυχικής έντασης. Σ’ αυτό το σημείο είναι που οι απωθημένες σεξουαλικές επιθυμίες αναδύονται και αναχαιτίζονται αμέσως με τον σχηματισμό συμπτωμάτων όπως, διαμόρφωση μιας φοβίας η κάποιου ισοδυνάμου της.
Σ’ αυτή την νευρωσική διαδικασία, οι διάφορες αμυντικές θέσεις του εγώ αλληλεπικαλύπτονται και συγχωνεύονται. Έτσι, σε μια κάτοψη της προσωπικότητας, βρίσκουμε πλάι-πλάι χαρακτηρολογικές αντιδράσεις οι οποίες, από την άποψη της ανάπτυξης και του χρόνου, ανήκουν σε διαφορετικές περιόδους. Στην φάση της τελικής κατάρρευσης του εγώ, η κάτοψη της προσωπικότητας μοιάζει με τόπο ύστερα από έκρηξη ηφαιστείου, που εκσφενδονίζει ανάμικτα σωρούς πετρωμάτων που ανήκουν σε διάφορα γεωλογικά στρώματα. Όμως, δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο να ξεδιακρίνουμε μέσα σ’ αυτό τον κυκεώνα την κύρια σημασία και τον κύριο μηχανισμό όλων των χαρακτηρολογικών αντιδράσεων, με το ξεχώρισμα και την κατανόησή τους οδηγούμαστε κατευθείαν την κεντρική παιδική σύγκρουση.
Συνθήκες διαφοροποίησης του χαρακτήρα.
Ποιες συνθήκες, άμεσα αναγνωρίσιμες, μας δίνουν τη δυνατότητα να καταλαβαίνουμε τι συνιστά την διαφορά ανάμεσα σε μια υγιή και σε μια παθολογική θωράκιση; Η διερεύνηση της διαμόρφωσης του χαρακτήρα παραμένει στείρα θεωρητικολογία όσο δεν απαντούμε σ’ αυτή την ερώτηση με αρκετά συγκεκριμένο τρόπο, προσφέροντας έτσι κατευθυντήριες γραμμές στο πεδίο της διαπαιδαγώγησης. Στα πλαίσια, όμως, της κυρίαρχης σεξουαλικής ηθικής, τα συμπεράσματα που προκύπτουν από την ερευνά μας θα φέρουν τον παιδαγωγό, που θέλει ν’ αναθρέψει υγιείς άντρες και γυναίκες, σε πολύ δύσκολη θέση.
Και πρώτα-πρώτα, πρέπει να τονιστεί και πάλι ότι η διαμόρφωση του χαρακτήρα εξαρτάται όχι μόνο από το γεγονός ότι το ένστικτο και η ματαίωση συγκρούονται μεταξύ τους, αλλά κι από τον τρόπο με τον οποίο γίνεται αυτό, από την φάση ανάπτυξης κατά την οποία επισυμβαίνουν αυτές οι διαμορφωτικές του χαρακτήρα συγκρούσεις κι από το ποια ένστικτα συμμετέχουν σ’ αυτές. Για μια καλύτερη κατανόηση της κατάστασης, ας διαμορφώσουμε ένα μοντέλο απ’ την αφθονία των συνθηκών που επιδρούν στην διαμόρφωση του χαρακτήρα. Ένα τέτοιο μοντέλο αποκαλύπτει τις ακόλουθες θεμελιακές δυνατότητες.
Το αποτέλεσμα της διαμόρφωσης του χαρακτήρα εξαρτάται από:
*Την φάση κατά την οποία ματαιώνεται η παρόρμηση.
*Την συχνότητα κι ένταση των ματαιώσεων-απογοητεύσεων.
*Τις παρορμήσεις ενάντια στις οποίες κατευθύνεται κύρια η ματαίωση.
*Την σχέση ανάμεσα στην απόλαυση και τη ματαίωση.
*Το φύλο του προσώπου που είναι κύρια υπεύθυνο για τις ματαιώσεις-απογοητεύσεις.
*Τις αντιφάσεις ανάμεσα στις ίδιες τις ματαιώσεις.
Όλες αυτές οι συνθήκες καθορίζονται από την κυρίαρχη κοινωνική τάξη σε σχέση με την εκπαίδευση, την ηθική και την ικανοποίηση των αναγκών -σε τελευταία ανάλυση, από την κυρίαρχη οικονομική δομή της κοινωνίας.
Ο σκοπός μιας μελλοντικής πρόληψης των νευρώσεων είναι η διαμόρφωση χαρακτήρων, που όχι μόνο να παρέχουν στο εγώ επαρκή υποστήριξη ενάντια στον εσωτερικό κι εξωτερικό κόσμο, αλλά και να επιτρέπουν την σεξουαλική και κοινωνική ελευθερία κίνησης, που είναι αναγκαία στην ψυχική οικονομία. Έτσι, πρέπει ν’ αρχίσουμε από την κατανόηση των βασικών συνεπειών κάθε ματαίωσης της ικανοποίησης των ενστίκτων του παιδιού.
Κάθε τέτοια ματαίωση, που προκύπτει από τις σημερινές μεθόδους διαπαιδαγώγησης, προκαλεί απόσυρση της λίμπιντο μέσα στο εγώ και, κατά συνέπεια, ενίσχυση του δευτερογενούς ναρκισσισμού. Αυτό αποτελεί ήδη έναν μετασχηματισμό του[1] εγώ, στο μέτρο που παρουσιάζεται αύξηση της ευαισθησίας του εγώ, που εκφράζεται σαν δειλία και σαν ανεπτυγμένο αίσθημα άγχους. Αν, όπως συμβαίνει συνήθως, το πρόσωπο, που είναι υπεύθυνο για την ματαίωση, είναι αγαπημένο, τότε αναπτύσσεται μια αμφιθυμική στάση κι αργότερα ταύτιση μ’ αυτό το πρόσωπο. Πέρα από την καταστολή, το παιδί εσωτερικεύει ορισμένα γνωρίσματα του χαρακτήρα αυτού του προσώπου και φυσικά, αυτά ακριβώς τα γνωρίσματα, που στρέφονται ενάντια στο ένστικτό του. Αυτό που συμβαίνει τότε είναι ουσιαστικά η απώθηση του ενστίκτου ή η αντιμετώπισή του με κάποιον άλλο τρόπο.
Όμως, το αποτέλεσμα της ματαίωσης πάνω στον χαρακτήρα εξαρτάται σε μεγάλο μέρος από το πότε ματαιώνεται η παρόρμηση. Αν ματαιωθεί στα αρχικά στάδια της ανάπτυξής της, η απώθηση πετυχαίνει υπερβολικά καλά αν και η νίκη είναι πλήρης, η παρόρμηση δεν μπορεί μήτε να μετουσιωθεί-εξιδανικευθεί, μήτε να ικανοποιηθεί συνειδητά. Π.χ. η πρώτη απώθηση του πρωκτικού ερωτισμού εμποδίζει την ανάπτυξη των πρωκτικών εξιδανικεύσεων και προετοιμάζει το έδαφος για βαριούς πρωκτικούς από αντίδραση σχηματισμούς και το σημαντικότερο, από την άποψη του χαρακτήρα, είναι ότι αυτός ο αποκλεισμός των παρορμήσεων από την δομή της προσωπικότητας διαταράσσει την δραστηριότητά της σαν σύνολο. Αυτό φαίνεται, π. χ. σε παιδιά που η επιθετικότητά τους και η κινητική τους ευχαρίστηση έχουν πρόωρα ανασταλεί, η κατοπινή τους ικανότητα για εργασία θα είναι κατά συνέπεια μειωμένη.
Στο αποκορύφωμα της ανάπτυξής της, μια παρόρμηση δεν μπορεί ν’ απωθηθεί ολοκληρωτικά, μια ματαίωση σ’ αυτό το σημείο είναι πολύ πιθανότερο να δημιουργήσει μιαν άλυτη σύγκρουση ανάμεσα στην απαγόρευση και την παρόρμηση. Αν η πλήρως ανεπτυγμένη παρόρμηση συναντήσει κάποια αιφνίδια, απρόβλεπτη ματαίωση, τότε διαμορφώνεται το έδαφος για την ανάπτυξη μιας παρορμητικής προσωπικότητας.[2] Στην περίπτωση αυτή, το παιδί δεν αποδέχεται πλήρως την απαγόρευση. Παρόλα αυτά, αναπτύσσει αισθήματα ενοχής, που με την σειρά τους εντείνουν τις παρορμητικές ενέργειες, μέχρι που τελικά γίνονται ψυχαναγκαστικές παρορμήσεις. Έτσι, βρίσκουμε στους παρορμητικούς ψυχοπαθείς μια αδιαμόρφωτη χαρακτηροδομή, που είναι το αντίθετο της χρείας για επαρκή θωράκιση ενάντια στον εξωτερικό και τον εσωτερικό κόσμο.
Είναι χαρακτηριστικό στον παρορμητικό τύπο ότι ο από αντίδραση σχηματισμός δεν χρησιμοποιείται ενάντια στις παρορμήσεις, αλλά οι ίδιες οι παρορμήσεις (κύρια σαδιστικές) χρησιμοποιούνται σαν άμυνα ενάντια σε φαντασιακές καταστάσεις κινδύνου, όπως κι ενάντια στον κίνδυνο που πηγάζει από τις παρορμήσεις. Έτσι, σαν αποτέλεσμα της άτακτης γενετήσιας δομής, η λιμπιντική οικονομία βρίσκεται σε κακή κατάσταση, η σεξουαλική λίμναση μερικές φορές αυξάνει το άγχος και, μαζί μ’ αυτό, τις χαρακτηρολογικές αντιδράσεις, οδηγώντας συχνά σε κάθε είδους υπερβασίες.
Το αντίθετο του παρορμητικού είναι ο ενστικτικά ανεσταλμένος χαρακτήρας. Ενώ ο παρορμητικός τύπος χαρακτηρίζεται από την σύγκρουση ανάμεσα στο πλήρως ανεπτυγμένο ένστικτο και την αιφνίδια ματαίωση, ο ενστικτικά ανεσταλμένος τύπος χαρακτηρίζεται από την συσσώρευση ματαιώσεων-απογοητεύσεων και άλλων ανασταλτικών του ενστίκτου παιδαγωγικών μέτρων, από την αρχή μέχρι το τέλος της ενστικτικής του ανάπτυξης. Η χαρακτηροθωράκιση, που αντιστοιχεί σ’ αυτόν, τείνει να είναι άκαμπτη, συμπιέζοντας σημαντικά την ψυχική ευλυγισία του ατόμου, και διαμορφώνει την αντιδραστική βάση για καταθλιπτικές καταστάσεις και ψυχαναγκαστικά συμπτώματα (ανεσταλμένη επιθετικότητα). Όμως, μετατρέπει επίσης τ’ ανθρώπινα όντα σε πειθήνιους, υποτακτικούς πολίτες. Σ’ αυτό έγκειται η κοινωνιολογική της σημασία.
Ο κύρια υπεύθυνος για την σεξουαλική διαπαιδαγώγηση.
Το φύλο κι ο χαρακτήρας του προσώπου που είναι το κύρια υπεύθυνο για την ανατροφή ενός ατόμου, έχουν μέγιστη σημασία για την φύση της κατοπινής σεξουαλικής ζωής αυτού του ατόμου.
Θα αναγάγουμε την πολύ περίπλοκη επιρροή, που εξασκεί πάνω στο παιδί μια αυταρχική κοινωνία, στο γεγονός ότι, σ’ ένα σύστημα διαπαιδαγώγησης στηριγμένο στις οικογενειακές μονάδες, οι γονείς λειτουργούν σαν οι κύριοι εκτελεστές της κοινωνικής επιρροής. Εξαιτίας της συνήθως ασυνείδητης σεξουαλικής στάσης των γονέων απέναντι στα παιδιά τους, ο πατέρας έχει μεγαλύτερη προτίμηση και μικρότερη ροπή για περιορισμό και διαπαιδαγώγηση της κόρης, ενώ η μητέρα έχει ισχυρότερη προτίμηση και λιγότερη ροπή για περιορισμό και διαπαιδαγώγηση του γιού.
Έτσι, η σεξουαλική σχέση καθορίζει στις περισσότερες περιπτώσεις το ότι ο γονιός του ίδιου φύλου γίνεται ο πιο υπεύθυνος για την ανατροφή του παιδιού, με την επιφύλαξη ότι, στον πρώτο χρόνο της ζωής του παιδιού και στην μεγάλη πλειοψηφία του εργαζόμενου πληθυσμού, η μητέρα αναλαμβάνει την ανατροφή των παιδιών, μπορεί να ειπωθεί ότι η ταύτιση με τον γονιό του ίδιου φύλου κυριαρχεί, δηλαδή η κόρη αναπτύσσει ένα μητρικό κι ο γιός ένα πατρικό εγώ και υπερεγώ. Ομως, εξαιτίας της ειδικής διάρθρωσης μερικών οικογενειών ή του χαρακτήρα μερικών γονιών, υπάρχουν συχνές παρεκκλίσεις, θα αναφέρουμε μερικά απ’ τα τυπικά υποστρώματα αυτών των άτυπων ταυτίσεων.
Ας αρχίσουμε μελετώντας τις σχέσεις στην περίπτωση των αγοριών. Σε συνηθισμένες συνθήκες, όταν δηλαδή το αγόρι έχει αναπτύξει το απλό οιδιπόδειο σύμπλεγμα, όταν η μητέρα έχει μεγαλύτερη προτίμηση σ’ αυτό και το απογοητεύσει λιγότερο απ’ όσο ο πατέρας, θα ταυτιστεί με τον πατέρα κι αν ο πατέρας έχει ενεργητική κι ανδροπρεπή φύση, θα συνεχίσει ν’ αναπτύσσεται με ανδρικό τρόπο. Αν, από την άλλη, η μητέρα έχει αυστηρή, «ανδρική» προσωπικότητα, αν οι ουσιαστικές απογοητεύσεις πηγάζουν απ’ αυτήν, το αγόρι θα ταυτιστεί κύρια μ’ αυτήν και, σε συνάρτηση με το ερωτογενές στάδιο, κατά το οποίο του επιβάλλονται οι κύριοι μητρικοί περιορισμοί, θ’ αναπτύξει μια μητρική ταύτιση σε φαλλική η πρωκτική βάση.
Πάνω στο έδαφος μιας φαλλικής μητρικής ταύτισης αναπτύσσεται συνήθως ένας φαλλικός-ναρκισσιστικός χαρακτήρας, του οποίου ο ναρκισσισμός κι ο σαδισμός στρέφονται κύρια ενάντια στις γυναίκες (Εκδίκηση ενάντια στην αυστηρή μητέρα). Αυτή η στάση είναι η χαρακτηρολογική άμυνα ενάντια στην βαθιά απωθημένη αρχική αγάπη για την μητέρα -αγάπη που δεν μπόρεσε να συνεχίσει να υπάρχει δίπλα στην ματαιωτική της επιρροή και στην ταύτιση μ’ αυτήν, αλλά κατέληξε σ’ απογοήτευση. Ειδικότερα: αυτή η αγάπη μετατράπηκε στην ίδια την χαρακτηρολογική στάση από την οποία μπορεί ν’ απελευθερωθεί με την ανάλυση.
Στην μητρική ταύτιση σε πρωκτική βάση, ο χαρακτήρας έχει γίνει παθητικός και θηλυκός -απέναντι στις γυναίκες, αλλά όχι απέναντι στους άντρες. Τέτοιες ταυτίσεις αποτελούν συχνά την βάση μιας μαζοχιστικής διαστροφής με την φαντασίωση μιας αυστηρής γυναίκας. Αυτή η χαρακτηρολογική διαμόρφωση χρησιμεύει συνήθως σαν άμυνα ενάντια στις φαλλικές επιθυμίες οι οποίες, για ένα μικρό διάστημα, στρέφονταν έντονα προς την μητέρα κατά την παιδική ηλικία. Ο φόβος του ευνουχισμού από την μητέρα προσφέρει στήριγμα στην πρωκτική ταύτιση μ’ αυτήν. Η πρωκτικότητα είναι η ειδοποιός ερωτογενής βάση αυτής της χαρακτηρολογικής διαμόρφωσης. Ο παθητικός-θηλυκός χαρακτήρας σ’ έναν άντρα βασίζεται πάντα σε μια ταύτιση με την μητέρα. Μια και στην περίπτωση αυτή ο γονιός που ματαιώνει είναι η μητέρα, αυτή είναι και το αντικείμενο του φόβου, που γεννά αυτή την στάση.
Υπάρχει όμως κι ένας άλλος τύπος παθητικού-θηλυκού χαρακτήρα, που προκύπτει από την υπερβολική αυστηρότητα από την μεριά του πατέρα. Αυτό γίνεται με τον εξής τρόπο: φοβούμενο την πραγμάτωση των γενετήσιων επιθυμιών του, το αγόρι οπισθοδρομεί από την αρσενική-φαλλική θέση στην θηλυκή-πρωκτική θέση, ταυτίζεται εκεί με την μητέρα και υιοθετεί μια παθητική- θηλυκή στάση απέναντι στον πατέρα του και αργότερα απέναντι σ’ όλα τα πρόσωπα με κύρος κι εξουσία. Η υπερβολική ευγένεια και υποχωρητικότητα, η μαλθακότητα και μια τάση για ύπουλη συμπεριφορά είναι χαρακτηριστικές σ’ αυτό τον τύπο. Χρησιμοποιεί την στάση του για ν’ αποκρούει τις ενεργητικές αρσενικές παρορμήσεις και πάνω απ’ όλα το απωθημένο μίσος του για τον πατέρα.
Πλάι-πλάι με την de facto παθητική-θηλυκή του φύση (μητρική ταύτιση στο επίπεδο του εγώ), έχει ταυτιστεί με τον πατέρα του στο ιδανικό του εγώ του (πατρική ταύτιση στο επίπεδο του υπερεγώ και του ιδανικού του εγώ). Όμως, δεν είναι ικανό να πραγματώσει αυτή την ταύτιση, γιατί του λείπει μια φαλλική θέση. Θα είναι πάντοτε θηλυκό και θα θέλει να ’ναι αρσενικό. ένα έντονο σύμπλεγμα κατωτερότητας, αποτέλεσμα της έντασης ανάμεσα στο θηλυκό εγώ και στο αρσενικό ιδανικό του εγώ, θα βάζει πάντα την σφραγίδα της καταπίεσης (μερικές φορές της ταπεινότητας) στην προσωπικότητά του. Αυτή η βαριά διαταραχή της ικανότητας, που πάντοτε υπάρχει σε τέτοιες περιπτώσεις, δίνει στην όλη κατάσταση μια λογική δικαιολογία.
Αν συγκρίνουμε τον τύπο αυτό μ’ εκείνον που ταυτίζεται με την μητέρα σε φαλλική βάση, βλέπουμε ότι ο φαλλικός ναρκισσιστικός χαρακτήρας κατορθώνει ν’ αποκρούει ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας, που προδίδεται μόνο στο μάτι του ειδικού. Το σύμπλεγμα κατωτερότητας του παθητικού-θηλυκού χαρακτήρα, από την άλλη, είναι διάφανο. Η διαφορά έγκειται στην βασική ερωτογενή δομή. Η φαλλική λίμπιντο επιτρέπει μια πλήρη αναπλήρωση όλων των στάσεων που δεν συμφωνούν με το αρσενικό ιδανικό του εγώ, ενώ η πρωκτική λίμπιντο, όταν κατέχει την κεντρική θέση στην σεξουαλική δομή του άντρα, αποκλείει μια τέτοια αναπλήρωση.
Το αντίστροφο ισχύει στο κορίτσι: ένας υποχωρητικός, ενδοτικός πατέρας είναι πιο πιθανό να συμβάλλει στην εγκαθίδρυση ενός θηλυκού χαρακτήρα, παρά ένας πατέρας αυστηρός η βίαιος. Πολυάριθμες κλινικές συγκρίσεις δείχνουν ότι ένα κορίτσι συνήθως αντιδρά σ’ ένα βίαιο πατέρα με τον σχηματισμό ενός έντονα αρσενικού χαρακτήρα. Ο πανταχού παρών φθόνος του πέους ενεργοποιείται και μορφοποιείται σ’ ένα σύμπλεγμα αρρενωπότητας μέσα από χαρακτηρολογικές μεταβολές του εγώ. Στην περίπτωση αυτή η αρσενική-επιθετική φύση χρησιμεύει σαν θωράκιση ενάντια στην παιδική θηλυκή στάση απέναντι στον πατέρα, που χρειάστηκε ν’ απωθηθεί εξαιτίας της ψυχρότητας και της τραχύτητάς του.
Αν, απ’ την άλλη, ο πατέρας δείχνει ευγένεια και αγάπη, το κοριτσάκι μπορεί να διατηρήσει και, μ’ εξαίρεση τις αισθησιακές συνιστώσες, ακόμη και ν’ αναπτύξει την αντικειμενοτρόπο αγάπη του σε μεγάλο βαθμό, δεν είναι απαραίτητο να ταυτιστεί με τον πατέρα. Βέβαια, κι αυτή θ’ αναπτύξει συνήθως φθόνο του πέους, όμως, μια και οι ματαιώσεις-απογοητεύσεις στην ετεροφυλοφιλική σφαίρα είναι σχετικά αδύναμες, ο φθόνος του πέους δεν έχει σημαντικές επιπτώσεις στην διαμόρφωση του χαρακτήρα. Έτσι, βλέπουμε ότι το αν η τάδε ή η δείνα γυναίκα έχει φθόνο του πέους δεν παίζει σημαντικό ρόλο. Το σημαντικό είναι το πώς αυτό επιδρά στον χαρακτήρα και το αν παράγει συμπτώματα, το αποφασιστικό στοιχείο σ’ αυτόν τον τύπο είναι η παρουσία μιας μητρικής ταύτισης -πράγμα που εκφράζεται σε γνωρίσματα του χαρακτήρα που τ’ αποκαλούμε «θηλυκά».
Η διατήρηση αυτής της χαρακτηροδομής εξαρτάται απ’ την προϋπόθεση ότι ο κολπικός ερωτισμός γίνεται μόνιμο τμήμα της θηλυκότητας στην εφηβεία. Στην ηλικία αυτή, σοβαρές απογοητεύσεις από τον πατέρα ή πατρικά πρότυπα μπορούν να προκαλέσουν την πατρική ταύτιση, που δεν πραγματοποιήθηκε κατά την παιδική ηλικία, να ενεργοποιήσουν τον λανθάνοντα φθόνο του πέους και, σ’ αυτό το ύστερο στάδιο, να οδηγήσουν σ’ έναν μετασχηματισμό του χαρακτήρα σε αρσενική κατεύθυνση. Πολύ συχνά παρατηρούμε κάτι τέτοιο σε κορίτσια, που απωθούν τις ετεροφυλοφιλικές τους επιθυμίες για ηθικούς λόγους (ταύτιση με την αυταρχική, ηθικολόγο μητέρα) κι έτσι επιφέρουν την απογοήτευσή τους από τούς άντρες.
Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων αυτών, αυτές οι κατά τα αλλά θηλυκές γυναίκες τείνουν ν’ αναπτύξουν μια υστερική φύση. Υπάρχει μια συνεχής γενετήσια παρόρμηση προς το αντικείμενο (φιλαρέσκεια) και μια οπισθοχώρηση, που συνοδεύεται από την ανάπτυξη γενετήσιου άγχους, όταν η κατάσταση απειλεί να γίνει σοβαρή (υστερικό γενετήσιο άγχος). Ο υστερικός χαρακτήρας στην γυναίκα λειτουργεί σαν προστασία ενάντια στις ίδιες της τις γενετήσιες επιθυμίες κι ενάντια στην αρσενική επιθετικότητα προς το αντικείμενο.
Μερικές φορές στην πρακτική μας, συναντάμε μια ειδική περίπτωση, δηλαδή μια αυστηρή και τραχιά μητέρα, που ανατρέφει μια κόρη, της οποίας ο χαρακτήρας δεν είναι μήτε αρσενικός μήτε θηλυκός, αλλά παραμένει παιδικός ή υποστρέφει αργότερα στην παιδικότητα. Μια τέτοια μητέρα δεν πρόσφερε στο παιδί της αγάπη. Η αμφιθυμική σύγκρουση σε σχέση με την μητέρα είναι σημαντικά ισχυρότερη στην πλευρά του μίσους από τον φόβο του οποίου το παιδί αποσύρεται στην στοματική φάση της σεξουαλικής ανάπτυξης. το κορίτσι θα μισήσει την μητέρα στο γενετήσιο επίπεδο, θ’ απωθήσει το μίσος του, και, αφού υιοθετήσει μια στοματική στάση, θα το μετατρέψει σε αντιδραστική αγάπη και σε παραλυτική εξάρτηση από την μητέρα.
Τέτοιες γυναίκες αναπτύσσουν μια ιδιαίτερα προσκολλητική στάση απέναντι στις πιο ηλικιωμένες ή παντρεμένες γυναίκες, προσκολλώνται σ’ αυτές με μαζοχιστικό τρόπο, έχουν την τάση να γίνουν παθητικές ομοφυλόφιλες (αιδοιολειξία στην περίπτωση σχηματισμού διαστροφών) επιζητούν την φροντίδα από πιο ηλικιωμένες γυναίκες, αναπτύσσουν πολύ μικρό ενδιαφέρον για τους άντρες και σ’ όλες τους τις ενέργειες εμφανίζουν «παιδιάστικη συμπεριφορά». Αυτή η στάση, όπως και κάθε άλλη χαρακτηρολογική στάση, είναι μια θωράκιση ενάντια στις απωθημένες επιθυμίες και μια άμυνα ενάντια στα ερεθίσματα του εξωτερικού κόσμου. Εδώ ο χαρακτήρας χρησιμεύει σαν στοματική άμυνα ενάντια στις έντονες τάσεις μίσους που στρέφονται ενάντια στην μητέρα, πίσω από τις οποίες μόλις και μετά βίας διακρίνεται η εξίσου αναχαιτιζόμενη ομαλή θηλυκή στάση απέναντι στο αρσενικό.
Μέχρι τα τώρα εστιάσαμε την προσοχή μας μόνο στο γεγονός ότι το φύλο του προσώπου, που είναι κύρια υπεύθυνο για τις ματαιώσεις των σεξουαλικών επιθυμιών του παιδιού, παίζει ουσιαστικό ρόλο στην διάπλαση του χαρακτήρα. Σ’ αυτό το πλαίσιο, θίξαμε τον χαρακτήρα του ενηλίκου μόνο στο μέτρο που μιλούσαμε για «αυστηρή» ή «ήπια» επιρροή. Όμως, η διαμόρφωση του χαρακτήρα του παιδιού, από μια άλλη αποφασιστική άποψη, εξαρτάται από την φύση των γονιών, που με την σειρά της καθορίστηκε από γενικές και ειδικές κοινωνικές επιδράσεις. Μεγάλο μέρος απ’ αυτό που η επίσημη ψυχιατρική θεωρεί σαν κληρονομούμενο (και το οποίο δεν μπορεί να εξηγήσει) αποδείχνεται μετά από αρκετά βαθιά ανάλυση ότι είναι αποτέλεσμα πρώιμων συγκρουόμενων ταυτίσεων.
Δεν αρνούμαστε τον ρόλο που παίζει η κληρονομικότητα στον καθορισμό των τρόπων αντίδρασης. Το νεογέννητο παιδί έχει τον «χαρακτήρα» του, αυτό είναι ξεκάθαρο. Λέμε, όμως, ότι το περιβάλλον είναι αυτό που ασκεί την αποφασιστική επίδραση και καθορίζει αν μια υπάρχουσα κλίση θ’ αναπτυχθεί και θα ενισχυθεί η δεν θα της επιτραπεί να εκδηλωθεί καθόλου. Το ισχυρότερο επιχείρημα ενάντια στην άποψη ότι ο χαρακτήρας είναι έμφυτος το παρέχουν οι ασθενείς, των οποίων η ανάλυση αποδείχνει ότι μέχρι μια ορισμένη ηλικία υπήρχε ένας ορισμένος τρόπος αντίδρασης και στην συνέχεια αναπτύχθηκε ένας ολότελα διαφορετικός χαρακτήρας. Π.χ. στην αρχή μπορεί να ήταν κάποιος ευερέθιστος κι ενθουσιώδης κι αργότερα να έγινε καταθλιπτικός, ή πεισματικά δραστήριος και στην συνέχεια ήσυχος κι ανεσταλμένος. Αν και φαίνεται πολύ πιθανό ότι μια ορισμένη βασική προσωπικότητα είναι έμφυτη και δύσκολα μεταβάλλεται, ο υπερτονισμός του κληρονομικού παράγοντα πηγάζει αναμφίβολα από τον ασυνείδητο φόβο των συνεπειών μιας ορθής εκτίμησης της επίδρασης που ασκεί η διαπαιδαγώγηση.
Αυτή η αντιδικία δεν πρόκειται να βρει λύση προτού κάποιο σημαντικό ινστιτούτο αποφασίσει να διεξαγάγει ευρύτατα πειράματα π.χ. ν’ απομονώσει καμιά εκατοστή παιδιά ψυχοπαθών γονέων αμέσως μετά την γέννησή τους, να τα τοποθετήσει σ’ ομοιόμορφο παιδαγωγικό περιβάλλον και να συγκρίνει αργότερα τ’ αποτελέσματα με τ’ αντίστοιχα μιας άλλης εκατοντάδας παιδιών, που να έχουν ανατραφεί σε ψυχοπαθές περιβάλλον.
Αν ανασκοπήσουμε και πάλι σύντομα τις βασικές χαρακτηροδομές που σκιαγραφήθηκαν παραπάνω, βλέπουμε ότι όλες έχουν ένα κοινό στοιχείο: όλες υποκινούνται από την σύγκρουση που προκύπτει από την σχέση γονιού-παιδιού. Αποτελούν μια προσπάθεια επίλυσης αυτής της σύγκρουσης με ειδικό τρόπο και διαιώνισης αυτής της λύσης. Κάποτε ο Φρόυντ είπε ότι το οιδιπόδειο σύμπλεγμα καταβυθίζεται από το άγχος του ευνουχισμού. Μπορούμε τώρα να προσθέσουμε ότι πράγματι καταβυθίζεται, αλλά αναδύεται ξανά με διαφορετική μορφή. το οιδιπόδειο σύμπλεγμα μετασχηματίζεται σε χαρακτηρολογικές αντιφάσεις οι οποίες, από τη μια, προεκτείνουν τα κύρια χαρακτηριστικά του με διαστρεβλωμένο τρόπο και, από την άλλη, συνιστούν από αντίδραση σχηματισμούς ενάντια στα βασικά του στοιχεία.
Συνοψίζοντας, μπορούμε επίσης να πούμε ότι ο νευρωσικός χαρακτήρας, τόσο στα περιεχόμενα όσο και στην μορφή του, διαμορφώνεται απ’ άκρη σ’ άκρη με συμβιβασμούς, όπως ακριβώς και το σύμπτωμα. Περιέχει την παιδική ενστικτική απαίτηση και την άμυνα, η οποία ανήκει στο ίδιο ή σε διαφορετικό στάδιο ανάπτυξης. Η βασική παιδική σύγκρουση εξακολουθεί να υπάρχει, μετασχηματισμένη σε στάσεις που εμφανίζονται με οριστική μορφή, σαν αυτοματικοί τρόποι αντίδρασης, που έχουν γίνει χρόνιοι και από τούς οποίους αργότερα θα πρέπει να λαγαριστεί με την ανάλυση.
Με βάση αυτή την γνώση μιας φάσης της ανθρώπινης ανάπτυξης, είμαστε σε θέση ν’ απαντήσουμε σ’ ένα ερώτημα που έθεσε ο Φρόυντ: υπάρχουν απωθημένα στοιχεία που διατηρούνται σαν διπλότυπα, σαν μνημονικά ίχνη, η κάπως αλλιώς; Μπορούμε τώρα να καταλήξουμε προσεχτικά στο συμπέρασμα ότι αυτά τα στοιχεία της παιδικής εμπειρίας, τα οποία δεν ενσωματώνονται στο χαρακτήρα, διατηρούνται σαν συγκινησιακά φορτισμένα μνημονικά ίχνη -ενώ τα στοιχεία εκείνα, που απορροφώνται κι αποτελούν τμήμα του χαρακτήρα, διατηρούνται σαν τωρινός τρόπος αντίδρασης. όσο σκοτεινή κι αν είναι αυτή η διαδικασία, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία για το «λειτουργικό συνεχές» γιατί στην αναλυτική θεραπεία κατορθώνουμε να αναγάγουμε αυτές τις χαρακτηρολογικές διαμορφώσεις στα πρωταρχικά τους συστατικά.
Το ζήτημα δεν είναι τόσο να ξαναφέρουμε στην επιφάνεια αυτό που έχει βυθιστεί, όπως π.χ. στην περίπτωση της υστερικής αμνησίας. Η διαδικασία μοιάζει περισσότερο με την απομόνωση ενός στοιχείου από μια χημική ένωση. Τώρα είμαστε επίσης σε θέση να κατανοήσουμε καλύτερα γιατί, σ’ ορισμένες οξυμένες περιπτώσεις χαρακτηρονευρώσεων, δεν μπορούμε να εξαλείψουμε την οιδιπόδεια σύγκρουση όταν αναλύουμε μόνο το περιεχόμενο. Ο λόγος είναι ότι η οιδιπόδεια σύγκρουση δεν υπάρχει πιά στο παρόν, αλλά σ’ αυτήν μπορούμε να φτάσουμε μόνο μέσα από την αναλυτική κατάλυση των μορφικών τρόπων αντίδρασης.
Η ακόλουθη κατάταξη των κύριων τύπων, βασισμένη στην απομόνωση των ειδοποιά παθογόνων από τα ειδοποιά προσανατολισμένα στην πραγματικότητα ψυχικά δυναμικά, κάθε άλλο παρά είναι θεωρητικό χασομέρι. Χρησιμοποιώντας αυτές τις διαφοροποιήσεις σαν αφετηρία μας, θα προσπαθήσουμε να φτάσουμε σε μια θεωρία της ψυχικής οικονομίας, που θα μπορούσε να έχει πρακτική χρησιμότητα στον τομέα της διαπαιδαγώγησης. Φυσικά, η κοινωνία πρέπει να κάνει εφικτή και να ενθαρρύνει (ή ν’ απορρίψει) την πρακτική εφαρμογή μιας τέτοιας θεωρίας.
Η σημερινή κοινωνία, με την αρνητική απέναντι στο σεξ ηθική της και την ανικανότητά της να εξασφαλίσει στις μάζες των μελών της μια έστω και περιορισμένη οικονομική κατάσταση ύπαρξης, είναι ανίσχυρη τόσο ν’ αναγνωρίσει αυτές τις δυνατότητες, όσο και να τις εφαρμόσει στην πράξη. Αυτό γίνεται αμέσως ολοφάνερο όταν, κάπως πρωτύτερα, λέμε ότι ο γονικός δεσμός, η καταστολή του αυνανισμού στην πρώιμη παιδική ηλικία, η απαίτηση για εγκράτεια στην εφηβεία και ο εξαναγκαστικός εγκλεισμός των σεξουαλικών ενδιαφερόντων στον (σήμερα κοινωνιολογικά δικαιολογημένο) θεσμό του γάμου αντιπροσωπεύουν το άκρο αντίθετο των συνθηκών, που είναι απαραίτητες για την εγκαθίδρυση και την ολοκλήρωση της σεξοικονομικής ψυχικής οικονομίας. Η κυρίαρχη σεξουαλική ηθική δεν μπορεί παρά να διαμορφώνει το έδαφος για τις νευρώσεις στον χαρακτήρα. Η σεξουαλική και ψυχική οικονομία είναι αδύνατη με την ηθική που τόσο μανιασμένα υποστηρίζεται σήμερα. Αυτή είναι μια από τις αδυσώπητες κοινωνικές συνέπειες της ψυχαναλυτικής διερεύνησης των νευρώσεων.
Wilhelm Reich, Ανάλυση του χαρακτήρα
----------------------------
[1] Σημείωση του 1945. Στην γλώσσα της οργονικής βιοφυσικής: η συνεχής ματαίωση των πρωταρχικών φυσικών αναγκών οδηγεί στην χρόνια σύσπαση του βιοσυστήματος (μυϊκή θωράκιση, συμπαθητικοτονία κλπ.). Η σύγκρουση ανάμεσα στις ανεσταλμένες πρωταρχικές ενορμήσεις και την θωράκιση οδηγεί στην ανάπτυξη δευτερογενών, αντικοινωνικών ενορμήσεων (σαδισμός, μαζοχισμός, ασκητισμός κ.λπ.). Στην διαδικασία ανάδυσης μέσα από την θωράκιση, οι πρωταρχικές βιολογικές παρορμήσεις μετατρέπονται σε καταστροφικές σαδιστικές παρορμήσεις.
[2] Βλέπε: Ράιχ, Die Triebhafte Charakter, Διεθνείς Ψυχαναλυτικές εκδόσεις, 1925.
Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2021
Αριστοτέλης: Πώς να αναγνωρίσετε και να ξεσκεπάσετε έναν δημαγωγό
Ο έπαινος, οι φιλοφρονήσεις, οι υποσχέσεις, τα δώρα, είναι τα όπλα με τα οποία μπορεί ένας πονηρός άνθρωπος να σας εξαπατήσει και να σας οδηγήσει εκεί που δεν θέλετε πραγματικά να πάτε. Όλοι έχουμε συναντήσει τέτοιους ανθρώπους, ειδικά πολιτικούς, που αγωνίζονται να μας πείσουν πως είναι φίλοι μας και θα εργαστούν για το καλό μας, αρκεί να τους εμπιστευτούμε. Στην πραγματικότητα, πολλοί από αυτούς, θέλουν απλώς να αρπάξουν την εξουσία για δικό τους όφελος. Σήμερα τους λέμε λαϊκιστές, στην αρχαία Ελλάδα τους έλεγαν κόλακες και δημαγωγούς.
Οι συμβουλές του Αριστοτέλη
Η τέχνη της πειθούς είναι αρχαιότατη και οι πολιτικοί την γνωρίζουν πολύ καλά, σε αντίθεση με τους περισσότερους απλούς πολίτες. Οι οποίοι είτε δεν γνωρίζουν αυτές τις τεχνικές είτε δεν είναι σε θέση να αντισταθούν στη γοητεία τους. Αν δώσουμε όμως προσοχή στις βασικές αρχές αυτής της τέχνης, που παραμένει ίδια εδώ και χιλιετίες, τότε θα ισχυροποιήσουμε τη θέση μας και δεν θα πέφτουμε τόσο εύκολα στην παγίδα τους.
Στο έργο του «Ρητορική», ο Αριστοτέλης δίνει συμβουλές στους ρήτορες, σε εκείνους που προσπαθούν να πείσουν το κοινό τους να πράξει ή να μην πράξει κάτι. Αν και προειδοποιεί με σαφήνεια πως το κίνητρο του ρήτορα θα πρέπει να είναι η καθοδήγηση του ακροατηρίου σε αποφάσεις που θα το ωφελήσουν, οι συμβουλές αυτές χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα ως τεχνικές εξαπάτησης. Εμείς μπορούμε να τις δούμε από τη δική μας θέση, να τις διασκευάσουμε, εργαλεία για τη δική μας προστασία.
Αντιμετωπίστε τις τεχνικές εξαπάτησης
Για να μπορέσετε να το κάνετε αυτό, θα πρέπει να γνωρίζετε καλά αυτές τις τεχνικές. Κι επειδή η αρχή είναι το ήμισυ του παντός, μην επιτρέπετε σε κανέναν να διαμορφώνει την προδιάθεσή σας όπως τον βολεύει. Ο Αριστοτέλης αναφέρει πέντε τεχνικές που χρησιμοποιούν οι ρήτορες για να μας προδιαθέσουν θετικά πριν μπουν στο κυρίως θέμα, κι εμείς θα αναπτύξουμε πέντε αντίστοιχες αμυντικές αντιδράσεις:
1. Ο ρήτορας αποφεύγει την παράθεση επιστημονικών επιχειρημάτων και περιορίζεται σε γενικούς προβληματισμούς που συνδυάζουν την λογική με την ψυχολογία.
Γενικός προβληματισμός είναι, ας πούμε, η δήλωση «θα ενισχύσουμε τη δημοκρατία». Ωραίο ακούγεται (ποιος δεν αγαπά τη δημοκρατία!), αλλά πριν χειροκροτήσετε τον αγαπημένο σας πολιτικό σκεφτείτε: Τι στην ευχή σημαίνει αυτό; Ενίσχυση της δημοκρατίας είχε υποσχεθεί και ο Τζον Κένεντι, ο οποίος αγωνίστηκε για την διεύρυνση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις ΗΠΑ και δολοφονήθηκε γι’ αυτό, αλλά και ο Μάο Τσε Τουνγκ, που οδήγησε με την πολιτική του δεκάδες εκατομμύρια Κινέζους στον θάνατο. Ρωτήστε πώς ακριβώς, με ποια συγκεκριμένα μέτρα, σκοπεύει να ενισχύσει τη δημοκρατία. Αν αρνηθεί να απαντήσει, το πιθανότερο είναι πως έχει στον νου του μία «δημοκρατία» που δεν θα σας αρέσει καθόλου.
2. Ο ρήτορας κερδίζει τη συμπάθεια των ακροατών του προβάλλοντας μία εντυπωσιακή προσωπικότητα και αξιολογώντας ηθικά τις ανθρώπινες καταστάσεις, για να δείξει πως γνωρίζει καλά τι σας απασχολεί και τι σας βασανίζει.
Οι γοητευτικές προσωπικότητες μας κάνουν να νιώθουμε ασφαλείς, αλλά μπορεί να αποδειχθούν πολύ επικίνδυνες. Όσο ο πολιτικός που υποστηρίζετε διαφημίζει τα ταλέντα του, και αγανακτεί με τις «άθλιες πρακτικές» εκείνων που έπληξαν τα συμφέροντά σας, εσείς ρίξτε μια ματιά στη ζωή του. Τι έχει κάνει ως τώρα; Ποιες κοινωνικές ομάδες υποστήριζε και πώς; Σεβόταν τον νόμο και τους συνανθρώπους του; Αν οι απαντήσεις που θα λάβετε δεν σας αρέσουν, να είστε σίγουροι πως δεν του ήρθε η επιφοίτηση του αγίου πνεύματος τώρα που επιδιώκει να τον ψηφίσετε. Οι δικές του πρακτικές θα είναι αθλιότερες από εκείνες των προκατόχων του, που σας ενοχλούσαν ως τώρα.
3. Ο ρήτορας δεν αναζητά την αλήθεια, αλλά βρίσκει επιχειρήματα για το αληθοφανές που θα εντυπωσιάσει το κοινό του.
Εδώ χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή. Όλοι οι άνθρωποι έχουμε την τάση να μένουμε προσκολλημένοι στις απόψεις που έχουμε ήδη σχηματίσει. Έτσι, είναι πολύ εύκολο να συμπαθήσουμε εκείνον που διατυπώνει τις ίδιες απόψεις και να αντιπαθήσουμε εκείνον που έχει την αντίθετη άποψη. Έχετε όμως βεβαιωθεί πως η άποψη που έχετε για ένα θέμα είναι όντως ορθή, ή μήπως την έχετε υιοθετήσει επιπόλαια, επειδή την εξέφρασε κάποιος που θαυμάζετε ή επειδή αυτή ήταν η άποψη των γονιών σας; Πριν αποφασίσετε αν αυτό που σας παρουσιάζει ο επίδοξος κυβερνήτης σας είναι αλήθεια ή ένα ψέμα που μοιάζει με αλήθεια, πρώτα πρέπει να μάθετε να αναγνωρίζετε την αλήθεια και να προσαρμόζετε τη σκέψη σας όταν τα δεδομένα διαψεύδουν εκείνο που πιστεύατε.
4. Ο ρήτορας γνωρίζει πολύ καλά τι θεωρεί το ακροατήριό του ευτυχία και προσπαθεί να πείσει πως αυτός θα τους εξασφαλίσει αυτή την ευτυχία.
Η ευτυχία είναι το ζητούμενο στη ζωή του καθενός μας, αλλά δεν έχουμε όλοι την ίδια γνώμη για το τι είναι ευτυχία. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως όλες οι κοινωνίες συμπεριλαμβάνουν στις προϋποθέσεις της ευτυχίας την οικονομική ευημερία, αλλά για το πώς αυτή επιτυγχάνεται δεν έχουν όλες οι κοινωνίες την ίδια άποψη. Πάντως, ο καλός ρήτορας θα γνωρίζει πολύ καλά τι πιστεύει η κοινωνία στην οποία απευθύνεται και δική σας ευθύνη είναι να εξετάσετε αν έχει αυτός ο άνθρωπος τα προσόντα να υποστηρίξει το μοντέλο της δικής σας ευτυχίας. Αν έχετε ανταποκριθεί με επιτυχία στα τρία προηγούμενα σημεία, δεν θα δυσκολευτείτε να καταλήξετε σε ένα ασφαλές συμπέρασμα.
5. Ο ρήτορας πρέπει να γνωρίζει ποιες αρετές εκτιμά το κοινό του, ώστε να το επαινέσει κατάλληλα.
Ο Σωκράτης έλεγε πως «Οι κυνηγοί θηρεύουν τους λαγούς με σκυλιά και οι κόλακες τους ανόητους με επαίνους». Σε μία χώρα με έντονο το θρησκευτικό συναίσθημα, ο επίδοξος ηγέτης θα επαινέσει τους κατοίκους για την ευσέβειά τους και την εκκλησία τους για το έργο που προσφέρει. Συμμερίζεται όμως ο ίδιος τις αξίες που επαινεί; Αν ανήκετε σε έναν λαό που φημίζεται για την φιλοπατρία του κι εκείνος σας επαινεί γι’ αυτό, πριν φουσκώσετε από υπερηφάνεια, ερευνήστε αν ο πολιτικός αυτός έχει επιδείξει ανάλογη συμπεριφορά και αν το πρόγραμμά που σκοπεύει να εφαρμόσει περιλαμβάνει μέτρα που προστατεύουν πράγματι την πατρίδα σας ή ενώ μοιάζουν πατριωτικά στην πραγματικότητα την καταστρέφουν.
Αν καταφέρετε να διαχειριστείτε με ψυχραιμία τα πέντε αυτά σημεία, τότε θα έχετε χτίσει ένα ισχυρό τείχος προστασίας απέναντι σε έναν επίδοξο απατεώνα.
Οι συμβουλές του Αριστοτέλη
Η τέχνη της πειθούς είναι αρχαιότατη και οι πολιτικοί την γνωρίζουν πολύ καλά, σε αντίθεση με τους περισσότερους απλούς πολίτες. Οι οποίοι είτε δεν γνωρίζουν αυτές τις τεχνικές είτε δεν είναι σε θέση να αντισταθούν στη γοητεία τους. Αν δώσουμε όμως προσοχή στις βασικές αρχές αυτής της τέχνης, που παραμένει ίδια εδώ και χιλιετίες, τότε θα ισχυροποιήσουμε τη θέση μας και δεν θα πέφτουμε τόσο εύκολα στην παγίδα τους.
Στο έργο του «Ρητορική», ο Αριστοτέλης δίνει συμβουλές στους ρήτορες, σε εκείνους που προσπαθούν να πείσουν το κοινό τους να πράξει ή να μην πράξει κάτι. Αν και προειδοποιεί με σαφήνεια πως το κίνητρο του ρήτορα θα πρέπει να είναι η καθοδήγηση του ακροατηρίου σε αποφάσεις που θα το ωφελήσουν, οι συμβουλές αυτές χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα ως τεχνικές εξαπάτησης. Εμείς μπορούμε να τις δούμε από τη δική μας θέση, να τις διασκευάσουμε, εργαλεία για τη δική μας προστασία.
Αντιμετωπίστε τις τεχνικές εξαπάτησης
Για να μπορέσετε να το κάνετε αυτό, θα πρέπει να γνωρίζετε καλά αυτές τις τεχνικές. Κι επειδή η αρχή είναι το ήμισυ του παντός, μην επιτρέπετε σε κανέναν να διαμορφώνει την προδιάθεσή σας όπως τον βολεύει. Ο Αριστοτέλης αναφέρει πέντε τεχνικές που χρησιμοποιούν οι ρήτορες για να μας προδιαθέσουν θετικά πριν μπουν στο κυρίως θέμα, κι εμείς θα αναπτύξουμε πέντε αντίστοιχες αμυντικές αντιδράσεις:
1. Ο ρήτορας αποφεύγει την παράθεση επιστημονικών επιχειρημάτων και περιορίζεται σε γενικούς προβληματισμούς που συνδυάζουν την λογική με την ψυχολογία.
Γενικός προβληματισμός είναι, ας πούμε, η δήλωση «θα ενισχύσουμε τη δημοκρατία». Ωραίο ακούγεται (ποιος δεν αγαπά τη δημοκρατία!), αλλά πριν χειροκροτήσετε τον αγαπημένο σας πολιτικό σκεφτείτε: Τι στην ευχή σημαίνει αυτό; Ενίσχυση της δημοκρατίας είχε υποσχεθεί και ο Τζον Κένεντι, ο οποίος αγωνίστηκε για την διεύρυνση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις ΗΠΑ και δολοφονήθηκε γι’ αυτό, αλλά και ο Μάο Τσε Τουνγκ, που οδήγησε με την πολιτική του δεκάδες εκατομμύρια Κινέζους στον θάνατο. Ρωτήστε πώς ακριβώς, με ποια συγκεκριμένα μέτρα, σκοπεύει να ενισχύσει τη δημοκρατία. Αν αρνηθεί να απαντήσει, το πιθανότερο είναι πως έχει στον νου του μία «δημοκρατία» που δεν θα σας αρέσει καθόλου.
2. Ο ρήτορας κερδίζει τη συμπάθεια των ακροατών του προβάλλοντας μία εντυπωσιακή προσωπικότητα και αξιολογώντας ηθικά τις ανθρώπινες καταστάσεις, για να δείξει πως γνωρίζει καλά τι σας απασχολεί και τι σας βασανίζει.
Οι γοητευτικές προσωπικότητες μας κάνουν να νιώθουμε ασφαλείς, αλλά μπορεί να αποδειχθούν πολύ επικίνδυνες. Όσο ο πολιτικός που υποστηρίζετε διαφημίζει τα ταλέντα του, και αγανακτεί με τις «άθλιες πρακτικές» εκείνων που έπληξαν τα συμφέροντά σας, εσείς ρίξτε μια ματιά στη ζωή του. Τι έχει κάνει ως τώρα; Ποιες κοινωνικές ομάδες υποστήριζε και πώς; Σεβόταν τον νόμο και τους συνανθρώπους του; Αν οι απαντήσεις που θα λάβετε δεν σας αρέσουν, να είστε σίγουροι πως δεν του ήρθε η επιφοίτηση του αγίου πνεύματος τώρα που επιδιώκει να τον ψηφίσετε. Οι δικές του πρακτικές θα είναι αθλιότερες από εκείνες των προκατόχων του, που σας ενοχλούσαν ως τώρα.
3. Ο ρήτορας δεν αναζητά την αλήθεια, αλλά βρίσκει επιχειρήματα για το αληθοφανές που θα εντυπωσιάσει το κοινό του.
Εδώ χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή. Όλοι οι άνθρωποι έχουμε την τάση να μένουμε προσκολλημένοι στις απόψεις που έχουμε ήδη σχηματίσει. Έτσι, είναι πολύ εύκολο να συμπαθήσουμε εκείνον που διατυπώνει τις ίδιες απόψεις και να αντιπαθήσουμε εκείνον που έχει την αντίθετη άποψη. Έχετε όμως βεβαιωθεί πως η άποψη που έχετε για ένα θέμα είναι όντως ορθή, ή μήπως την έχετε υιοθετήσει επιπόλαια, επειδή την εξέφρασε κάποιος που θαυμάζετε ή επειδή αυτή ήταν η άποψη των γονιών σας; Πριν αποφασίσετε αν αυτό που σας παρουσιάζει ο επίδοξος κυβερνήτης σας είναι αλήθεια ή ένα ψέμα που μοιάζει με αλήθεια, πρώτα πρέπει να μάθετε να αναγνωρίζετε την αλήθεια και να προσαρμόζετε τη σκέψη σας όταν τα δεδομένα διαψεύδουν εκείνο που πιστεύατε.
4. Ο ρήτορας γνωρίζει πολύ καλά τι θεωρεί το ακροατήριό του ευτυχία και προσπαθεί να πείσει πως αυτός θα τους εξασφαλίσει αυτή την ευτυχία.
Η ευτυχία είναι το ζητούμενο στη ζωή του καθενός μας, αλλά δεν έχουμε όλοι την ίδια γνώμη για το τι είναι ευτυχία. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως όλες οι κοινωνίες συμπεριλαμβάνουν στις προϋποθέσεις της ευτυχίας την οικονομική ευημερία, αλλά για το πώς αυτή επιτυγχάνεται δεν έχουν όλες οι κοινωνίες την ίδια άποψη. Πάντως, ο καλός ρήτορας θα γνωρίζει πολύ καλά τι πιστεύει η κοινωνία στην οποία απευθύνεται και δική σας ευθύνη είναι να εξετάσετε αν έχει αυτός ο άνθρωπος τα προσόντα να υποστηρίξει το μοντέλο της δικής σας ευτυχίας. Αν έχετε ανταποκριθεί με επιτυχία στα τρία προηγούμενα σημεία, δεν θα δυσκολευτείτε να καταλήξετε σε ένα ασφαλές συμπέρασμα.
5. Ο ρήτορας πρέπει να γνωρίζει ποιες αρετές εκτιμά το κοινό του, ώστε να το επαινέσει κατάλληλα.
Ο Σωκράτης έλεγε πως «Οι κυνηγοί θηρεύουν τους λαγούς με σκυλιά και οι κόλακες τους ανόητους με επαίνους». Σε μία χώρα με έντονο το θρησκευτικό συναίσθημα, ο επίδοξος ηγέτης θα επαινέσει τους κατοίκους για την ευσέβειά τους και την εκκλησία τους για το έργο που προσφέρει. Συμμερίζεται όμως ο ίδιος τις αξίες που επαινεί; Αν ανήκετε σε έναν λαό που φημίζεται για την φιλοπατρία του κι εκείνος σας επαινεί γι’ αυτό, πριν φουσκώσετε από υπερηφάνεια, ερευνήστε αν ο πολιτικός αυτός έχει επιδείξει ανάλογη συμπεριφορά και αν το πρόγραμμά που σκοπεύει να εφαρμόσει περιλαμβάνει μέτρα που προστατεύουν πράγματι την πατρίδα σας ή ενώ μοιάζουν πατριωτικά στην πραγματικότητα την καταστρέφουν.
Αν καταφέρετε να διαχειριστείτε με ψυχραιμία τα πέντε αυτά σημεία, τότε θα έχετε χτίσει ένα ισχυρό τείχος προστασίας απέναντι σε έναν επίδοξο απατεώνα.
Η δημοκρατική πολιτική θεωρία
Σε αντίθεση προς τον φιλελευθερισμό, η δημοκρατία, με την αρχική της έννοια, αφορά πολύ λιγότερο την υπεράσπιση των ατομικών δικαιωμάτων από όσο την επιβολή της λαϊκής κυριαρχίας. Υπέρτατος νόμος του κράτους πρέπει να είναι η θέληση της πλειοψηφίας του λαού, γιατί η «φωνή του λαού είναι οργή του Θεού».
Ο επιφανέστερος θεωρητικός της δημοκρατίας στην Ευρώπη του 18ου αιώνα ήταν ο Ρουσσώ. Τα σημαντικότερα έργα του είναι το Κοινωνικό συμβόλαιο και η Διατριβή για την προέλευση της ανισότητας. Και στα δύο αυτά έργα, ο Ρουσσώ υποστήριζε τη θέση ότι αρχικά οι άνθρωποι ζούσαν σε μια φυσική κατάσταση. Αλλά σε αντίθεση με τον Λοκ, θεωρούσε τη φυσική εκείνη κατάσταση αληθινό παράδεισο. Οι άνθρωποι δεν ταλαιπωρούνταν όταν όρθωναν το δικό τους συμφέρον εναντίον των συνανθρώπων τους. Αντίθετα, υπήρχαν πολύ λίγες πιθανότητες σύγκρουσης κάθε μορφής· κι αυτό γιατί η ατομική ιδιοκτησία δεν υπήρχε για μεγάλο διάστημα και κάθε άνθρωπος ήταν ίσος με οποιονδήποτε άλλον. Τελικά, ωστόσο, το κακό έγινε, κυρίως εξαιτίας του γεγονότος ότι μερικοί έφραξαν κομμάτια γης και είπαν: «Αυτό είναι δικό μου». Με αυτό τον τρόπο αναπτύχθηκαν διάφορες βαθμίδες ανισότητας. Κατά συνέπεια, η «απάτη», η «αλαζονεία», η «ακόρεστη φιλοδοξία» έφτασαν να κυριαρχούν στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, έγραψε ο Ρουσσώ στη Διατριβή του. Η μόνη ελπίδα ασφαλείας ήταν πια η εγκαθίδρυση μιας πολιτισμένης κοινωνίας και η μεταβίβαση όλων των δικαιωμάτων στην κοινότητα. Αυτό επιτεύχθηκε μέσω ενός κοινωνικού συμβολαίου, με το οποίο κάθε άτομο συμφώνησε να υποταχθεί στη θέληση της πλειοψηφίας. Έτσι δημιουργήθηκε το κράτος.
Ο Ρουσσώ ανέπτυξε μια εντελώς διαφορετική αντίληψη κυριαρχίας από εκείνη των Φιλελευθέρων. Ενώ ο Λοκ και οι οπαδοί του είχαν υποστηρίξει ότι μόνο ένα μέρος της κυρίαρχης εξουσίας των πολιτών είχε μεταβιβαστεί στο κράτος και το υπόλοιπο είχε διατηρηθεί από τους ίδιους, ο Ρουσσώ υποστήριζε ότι η εξουσία είναι αδιαίρετη και ότι το σύνολό της επενδύθηκε στην κοινότητα, όταν δημιουργήθηκε η οργανωμένη κοινωνία. Υποστήριζε επιπλέον ότι κάθε άτομο, προκειμένου να συμμετάσχει στο κοινωνικό συμβόλαιο, παραχώρησε όλα του τα δικαιώματα στο σύνολο του λαού και δέχτηκε να υποταχθεί απόλυτα στη γενική βούληση. Κατά συνέπεια, η κυρίαρχη εξουσία του κράτους δεν υπόκειται σε κανένα απολύτως περιορισμό. Όταν ο Ρουσσώ αναφερόταν στο κράτος, δεν εννοούσε την κυβέρνηση· η δικαιοδοσία του κράτους δεν μπορεί να εκπροσωπηθεί, μπορεί όμως να εκφραστεί άμεσα μέσω της επιβολής θεμελιακών νόμων από μέρους του ίδιου του λαού. Η κυβέρνηση, από το άλλο μέρος, είναι το εκτελεστικό όργανο του κράτους. Ο ρόλος της δεν είναι να διαμορφώνει τη γενική βούληση, αλλά απλώς να τον εφαρμόζει. Επιπλέον, η κοινότητα μπορεί να ανεβάσει ή να ανατρέψει μια κυβέρνηση «όποτε θέλει», έγραψε στο Συμβόλαιο.
Η απήχηση των ιδεών του Ρουσσώ ήταν μικρότερη στο πρώτο στάδιο της Γαλλικής Επανάστασης, στο οποίο κυριαρχούσαν εκπρόσωποι της αστικής τάξης. Κανένα επιχείρημα δεν θα τους έπειθε, όντας πεπεισμένοι ατομικιστές, να υποταγούν σε κάποια «γενική βούληση». Η επίδραση του Ρουσσώ ήταν μεγαλύτερη στο δεύτερο στάδιο της επανάστασης, όταν μια δημοκρατικότερη ομάδα ανήλθε στην εξουσία και επηρέασε την κατάσταση πρώτα προς την κατεύθυνση της δημοκρατίας και κατόπιν προς έναν απολυταρχισμό που, εν πάση περιπτώσει, ήταν εναρμονισμένος με τις αντιλήψεις του Ρουσσώ για το κυρίαρχο κράτος.
ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (6.8.4-6.9.4)
[6.8.4] Αὐτὸς δὲ ἦγεν ἐπὶ τὴν μεγίστην τῶν Μαλλῶν πόλιν, ἵνα καὶ ἐκ τῶν ἄλλων πόλεων πολλοὺς ξυμπεφευγέναι αὐτῷ ἐξηγγέλλετο. ἀλλὰ καὶ ταύτην ἐξέλιπον οἱ Ἰνδοὶ ὡς προσάγοντα Ἀλέξανδρον ἔμαθον. διαβάντες δὲ τὸν Ὑδραώτην ποταμὸν ἐπὶ ταῖς ὄχθαις αὐτοῦ, ὅτι ὑψηλαὶ αἱ ὄχθαι ἦσαν, παρατεταγμένοι ἔμενον, ὡς εἴρξοντες τοῦ πόρου Ἀλέξανδρον. [6.8.5] καὶ ταῦτα ὡς ἤκουσεν, ἀναλαβὼν τὴν ἵππον τὴν ἅμα αὐτῷ πᾶσαν ᾔει ὡς ἐπὶ τὸν Ὑδραώτην, ἵναπερ παρατετάχθαι τοὺς Μαλλοὺς ἐξηγγέλλετο. οἱ δὲ πεζοὶ ἕπεσθαι αὐτῷ ἐτάχθησαν. ὡς δὲ ἀφίκετό τε ἐπ᾽ αὐτὸν καὶ ἐν τῷ πέραν τοὺς πολεμίους τεταγμένους κατεῖδεν, ὡς εἶχεν ἐκ τῆς ὁδοῦ ἐμβάλλει ἐς τὸν πόρον ξὺν τῇ ἵππῳ μόνῃ. [6.8.6] οἱ δὲ ἰδόντες ἐν μέσῳ τοῦ ποταμοῦ ὄντα ἤδη Ἀλέξανδρον κατὰ σπουδὴν μέν, ξυντεταγμένοι δὲ ὅμως ἀπεχώρουν ἀπὸ τῆς ὄχθης· καὶ Ἀλέξανδρος ξὺν μόνῃ τῇ ἵππῳ εἵπετο. ὡς δὲ κατεῖδον ἱππέας μόνους, ἐπιστρέψαντες οἱ Ἰνδοὶ καρτερῶς ἐμάχοντο πλῆθος ὄντες ἐς πέντε μυριάδας. καὶ Ἀλέξανδρος ὡς τήν τε φάλαγγα αὐτῶν πυκνὴν κατεῖδε καὶ αὐτῷ οἱ πεζοὶ ἀπῆσαν, προσβολὰς μὲν ἐποιεῖτο ἐς κύκλους παριππεύων, ἐς χεῖρας δὲ οὐκ ᾔει τοῖς Ἰνδοῖς. [6.8.7] καὶ ἐν τούτῳ παραγίγνονται αὐτῷ οἵ τε Ἀγριᾶνες καὶ ἄλλαι τάξεις τῶν ψιλῶν, ἃς δὴ ἐπιλέκτους ἅμα οἷ ἦγε, καὶ οἱ τοξόται· οὐ πόρρω δὲ οὐδὲ ἡ φάλαγξ ἐφαίνετο τῶν πεζῶν. καὶ οἱ Ἰνδοὶ ὁμοῦ σφισι πάντων τῶν δεινῶν προσκειμένων ἀποστρέψαντες ἤδη προτροπάδην ἔφευγον ἐς πόλιν ὀχυρωτάτην τῶν πλησίον. [6.8.8] καὶ Ἀλέξανδρος ἑπόμενός τε αὐτοῖς πολλοὺς ἔκτεινε καὶ ὡς ἐς τὴν πόλιν οἱ διαφυγόντες κατειλήθησαν, πρῶτα μὲν τοῖς ἱππεῦσιν ἐξ ἐφόδου ἐκυκλώσατο τὴν πόλιν· ὡς δὲ οἱ πεζοὶ αὐτῷ παρῆσαν, ταύτῃ μὲν τῇ ἡμέρᾳ περιστρατοπεδεύει ἐν κύκλῳ τοῦ τείχους, ὅτι οὐ πολύ τε τῆς ἡμέρας ὑπελείπετο ἐς τὴν προσβολὴν καὶ ἡ στρατιὰ αὐτῷ ὑπότε πορείας μακρᾶς οἱ πεζοὶ καὶ ὑπὸ διώξεως συνεχοῦς οἱ ἵπποι καὶ οὐχ ἥκιστα κατὰ τὸν πόρον τοῦ ποταμοῦ τεταλαιπωρήκεσαν.
[6.8.5] Όταν άκουσε αυτά ο Αλέξανδρος, πήρε όλο το ιππικό που είχε μαζί του και προχώρησε προς τον Υδραώτη, εκεί όπου του ανέφεραν ότι είχαν παραταχθεί οι Μαλλοί. Διατάχθηκαν και οι πεζοί να τον ακολουθούν. Όταν έφθασε στον Υδραώτη και είδε τους εχθρούς παραταγμένους στην απέναντι όχθη, όρμησε στο πέρασμα του ποταμού όπως ήταν από την πορεία, με το ιππικό του μονάχα. [6.8.6] Όταν είδαν οι Μαλλοί ότι ο Αλέξανδρος ήταν πλέον στο μέσο του ποταμού, άρχισαν να αποχωρούν από την όχθη βιαστικά, αλλά με τάξη. Και ο Αλέξανδρος ακολουθούσε μόνο με το ιππικό. Όταν είδαν οι Ινδοί ότι ήταν μόνο οι ιππείς, έκαμαν στροφή και πολεμούσαν γενναία, πενήντα περίπου χιλιάδες τον αριθμό. Επειδή παρατήρησε ο Αλέξανδρος ότι και η φάλαγγα των Ινδών είχε πυκνό σχηματισμό και ότι απουσίαζε το πεζικό του, άρχισε να κάνει κυκλικές επιθέσεις ιππεύοντας κοντά τους, απέφευγε όμως να συμπλακεί μαζί τους. [6.8.7] Στο μεταξύ κατέφθασαν οι Αγριάνες και τα άλλα τάγματα των ελαφρά οπλισμένων —επίλεκτες μονάδες που είχε μαζί του— καθώς και οι τοξότες. Ούτε και η φάλαγγα του πεζικού φαινόταν να είναι μακριά. Επειδή οι Ινδοί πιέζονταν από όλα τα δεινά συγχρόνως, έκαναν στροφή και κατέφυγαν εσπευσμένα σε μια από τις γειτονικές πόλεις που ήταν καλά οχυρωμένη. [6.8.8] Ο Αλέξανδρος τους ακολουθούσε από κοντά και σκότωνε πολλούς. Όταν κλείστηκαν στην πόλη όσοι διέφυγαν, ο Αλέξανδρος επιτέθηκε και κύκλωσε την πόλη πρώτα με το ιππικό. Όταν όμως ήρθε και το πεζικό του, εκείνη τη μέρα στρατοπέδευσε γύρω από τα τείχη, επειδή και μικρό διάστημα της μέρας υπολειπόταν για να επιτεθεί και ο στρατός του είχε ταλαιπωρηθεί, το πεζικό από τη μακρινή πορεία και τα άλογα από τη συνεχή καταδίωξη και προπάντων από τη διάβαση του ποταμού.
[6.9.1] Την επόμενη μέρα ο Αλέξανδρος, αφού διαίρεσε σε δύο μέρη τον στρατό του και ανέλαβε την αρχηγία του ενός, επιτέθηκε στα τείχη, ενώ το άλλο τμήμα οδηγούσε στην επίθεση ο Περδίκκας. Στο μεταξύ επειδή οι Ινδοί δεν άντεχαν στην ορμητική επίθεση των Μακεδόνων, εγκατέλειψαν τα τείχη της πόλης και όλοι μαζί κατέφυγαν στην ακρόπολη. Ο Αλέξανδρος, λοιπόν, και οι άνδρες που ήταν μαζί του κατέστρεψαν κάποια μικρή πύλη και μπήκαν στην πόλη πολύ πριν από τους άλλους. [6.9.2] Οι άνδρες όμως του Περδίκκα καθυστέρησαν, επειδή ανέβαιναν με δυσκολία τα τείχη, χωρίς μάλιστα οι περισσότεροι ούτε τις σκάλες να μεταφέρουν, επειδή παρατήρησαν ότι οι υπερασπιστές εγκατέλειπαν τα τείχη και νόμισαν ότι είχε κυριευθεί η πόλη. Όταν έγινε φανερό ότι βρισκόταν στα χέρια των εχθρών η ακρόπολη και ότι πολλοί είχαν παραταχθεί μπροστά από αυτήν για να την υπερασπισθούν, τότε άλλοι Μακεδόνες σκάβοντας τα θεμέλια των τειχών και άλλοι τοποθετώντας, όπου ήταν δυνατόν, σκάλες προσπαθούσαν με τη βία να εισέλθουν στην ακρόπολη. [6.9.3] Επειδή νόμισε ο Αλέξανδρος ότι καθυστερούσαν οι Μακεδόνες που μετέφεραν τις σκάλες, άρπαξε μια σκάλα ενός από αυτούς που τις μετέφεραν, την τοποθέτησε στο τείχος ο ίδιος, μαζεύθηκε κάτω από την ασπίδα του και άρχισε να ανεβαίνει. Τον ακολούθησε ο Πευκέστας με την ιερή ασπίδα, την οποία είχε πάρει ο Αλέξανδρος από τον ναό της Αθηνάς στο Ίλιο και την κρατούσαν μπροστά του στις μάχες. Μετά τον Πευκέστα ανέβαινε από την ίδια σκάλα ο σωματοφύλακας Λεοννάτος, ενώ από άλλη ο διμοιρίτης Αβρέας. [6.9.4] Ήταν πλέον ο βασιλιάς επάνω στην έπαλξη του τείχους και στηρίζοντας την ασπίδα του επάνω στην έπαλξη άλλους Ινδούς απωθούσε μέσα στο τείχος και άλλους σκότωνε εκεί με το ξίφος του, με αποτέλεσμα να απογυμνώσει το μέρος εκείνο του τείχους από τους υπερασπιστές του. Επειδή οι υπασπιστές φοβήθηκαν πολύ για τη ζωή του βασιλιά τους, σπρώχνονταν βιαστικά επάνω στην ίδια σκάλα και την συνέτριψαν. Έτσι, όσοι από αυτούς ήταν ήδη ανεβασμένοι, έπεσαν κάτω και συγχρόνως έκαμαν αδύνατη την ανάβαση στους άλλους.
[6.9.1] Τῇ δὲ ὑστεραίᾳ διχῇ διελὼν τὸν στρατὸν τοῦ μὲν ἑτέρου αὐτὸς ἡγούμενος προσέβαλλε τῷ τείχει, τὸ δὲ ἕτερον Περδίκκας προσῆγε. καὶ ἐν τούτῳ οὐ δεξάμενοι οἱ Ἰνδοὶ τῶν Μακεδόνων τὴν ὁρμὴν τὰ μὲν τείχη τῆς πόλεως λείπουσιν, αὐτοὶ δὲ ἐς τὴν ἄκραν ξυνέφευγον. Ἀλέξανδρος μὲν οὖν καὶ οἱ ἀμφ᾽ αὐτὸν πυλίδα τινὰ κατασχίσαντες παρῆλθον ἐς τὴν πόλιν πολὺ πρὸ τῶν ἄλλων· [6.9.2] οἱ δὲ ὁμοῦ Περδίκκᾳ τεταγμένοι ὑστέρησαν ὑπερβαίνοντες κατὰ τὰ τείχη οὐκ εὐπετῶς, οὐδὲ τὰς κλίμακας οἱ πολλοὶ αὐτῶν φέροντες, ὅτι ἑαλωκέναι αὐτοῖς ἐδόκει ἡ πόλις, ἐρημούμενα τῶν προμαχομένων τὰ τείχη ὡς κατεῖδον. ὡς δὲ ἡ ἄκρα ἐχομένη πρὸς τῶν πολεμίων καὶ πρὸ ταύτης τεταγμένοι εἰς τὸ ἀπομάχεσθαι πολλοὶ ἐφάνησαν, ἐνταῦθα δὴ οἱ μὲν ὑπορύσσοντες τὸ τεῖχος, οἱ δὲ προσθέσει ὅπῃ παρείκοι τῶν κλιμάκων βιάσασθαι ἐπειρῶντο ἐς τὴν ἄκραν. [6.9.3] Ἀλέξανδρος δέ, ὡς βλακεύειν αὐτῷ ἐδόκουν τῶν Μακεδόνων οἱ φέροντες τὰς κλίμακας, ἁρπάσας κλίμακα ἑνὸς τῶν φερόντων προσέθηκε τῷ τείχει αὐτὸς καὶ εἰληθεὶς ὑπὸ τῇ ἀσπίδι ἀνέβαινεν· ἐπὶ δὲ αὐτῷ Πευκέστας ὁ τὴν ἱερὰν ἀσπίδα φέρων, ἣν ἐκ τοῦ νεὼ τῆς Ἀθηνᾶς τῆς Ἰλιάδος λαβὼν ἅμα οἷ εἶχεν Ἀλέξανδρος καὶ πρὸ αὐτοῦ ἐφέρετο ἐν ταῖς μάχαις· ἐπὶ δὲ τούτῳ Λεοννάτος ἀνῄει κατὰ τὴν αὐτὴν κλίμακα ὁ σωματοφύλαξ· κατὰ δὲ ἄλλην κλίμακα Ἀβρέας τῶν διμοιριτῶν τις στρατευομένων. [6.9.4] ἤδη τε πρὸς τῇ ἐπάλξει τοῦ τείχους ὁ βασιλεὺς ἦν καὶ ἐρείσας ἐπ᾽ αὐτῇ τὴν ἀσπίδα τοὺς μὲν ὤθει εἴσω τοῦ τείχους τῶν Ἰνδῶν, τοὺς δὲ καὶ αὐτοῦ τῷ ξίφει ἀποκτείνας γεγυμνώκει τὸ ταύτῃ τεῖχος· καὶ οἱ ὑπασπισταὶ ὑπέρφοβοι γενόμενοι ὑπὲρ τοῦ βασιλέως σπουδῇ ὠθούμενοι κατὰ τὴν αὐτὴν κλίμακα συντρίβουσιν αὐτήν, ὥστε οἱ μὲν ἤδη ἀνιόντες αὐτῶν κάτω ἔπεσον, τοῖς δὲ ἄλλοις ἄπορον ἐποίησαν τὴν ἄνοδον.
***
[6.8.4] Ο ίδιος ο Αλέξανδρος βάδισε εναντίον της μεγαλύτερης πόλης των Μαλλών, στην οποία τον ειδοποίησαν ότι είχαν καταφύγει πολλοί και από τις άλλες πόλεις. Αλλά και αυτήν την εγκατέλειψαν οι Ινδοί, όταν πληροφορήθηκαν ότι πλησίαζε ο Αλέξανδρος. Και αφού πέρασαν τον Υδραώτη ποταμό, παρέμεναν στις όχθες του παραταγμένοι επειδή ήταν ψηλές, με σκοπό να εμποδίσουν την διάβαση στον Αλέξανδρο.[6.8.5] Όταν άκουσε αυτά ο Αλέξανδρος, πήρε όλο το ιππικό που είχε μαζί του και προχώρησε προς τον Υδραώτη, εκεί όπου του ανέφεραν ότι είχαν παραταχθεί οι Μαλλοί. Διατάχθηκαν και οι πεζοί να τον ακολουθούν. Όταν έφθασε στον Υδραώτη και είδε τους εχθρούς παραταγμένους στην απέναντι όχθη, όρμησε στο πέρασμα του ποταμού όπως ήταν από την πορεία, με το ιππικό του μονάχα. [6.8.6] Όταν είδαν οι Μαλλοί ότι ο Αλέξανδρος ήταν πλέον στο μέσο του ποταμού, άρχισαν να αποχωρούν από την όχθη βιαστικά, αλλά με τάξη. Και ο Αλέξανδρος ακολουθούσε μόνο με το ιππικό. Όταν είδαν οι Ινδοί ότι ήταν μόνο οι ιππείς, έκαμαν στροφή και πολεμούσαν γενναία, πενήντα περίπου χιλιάδες τον αριθμό. Επειδή παρατήρησε ο Αλέξανδρος ότι και η φάλαγγα των Ινδών είχε πυκνό σχηματισμό και ότι απουσίαζε το πεζικό του, άρχισε να κάνει κυκλικές επιθέσεις ιππεύοντας κοντά τους, απέφευγε όμως να συμπλακεί μαζί τους. [6.8.7] Στο μεταξύ κατέφθασαν οι Αγριάνες και τα άλλα τάγματα των ελαφρά οπλισμένων —επίλεκτες μονάδες που είχε μαζί του— καθώς και οι τοξότες. Ούτε και η φάλαγγα του πεζικού φαινόταν να είναι μακριά. Επειδή οι Ινδοί πιέζονταν από όλα τα δεινά συγχρόνως, έκαναν στροφή και κατέφυγαν εσπευσμένα σε μια από τις γειτονικές πόλεις που ήταν καλά οχυρωμένη. [6.8.8] Ο Αλέξανδρος τους ακολουθούσε από κοντά και σκότωνε πολλούς. Όταν κλείστηκαν στην πόλη όσοι διέφυγαν, ο Αλέξανδρος επιτέθηκε και κύκλωσε την πόλη πρώτα με το ιππικό. Όταν όμως ήρθε και το πεζικό του, εκείνη τη μέρα στρατοπέδευσε γύρω από τα τείχη, επειδή και μικρό διάστημα της μέρας υπολειπόταν για να επιτεθεί και ο στρατός του είχε ταλαιπωρηθεί, το πεζικό από τη μακρινή πορεία και τα άλογα από τη συνεχή καταδίωξη και προπάντων από τη διάβαση του ποταμού.
[6.9.1] Την επόμενη μέρα ο Αλέξανδρος, αφού διαίρεσε σε δύο μέρη τον στρατό του και ανέλαβε την αρχηγία του ενός, επιτέθηκε στα τείχη, ενώ το άλλο τμήμα οδηγούσε στην επίθεση ο Περδίκκας. Στο μεταξύ επειδή οι Ινδοί δεν άντεχαν στην ορμητική επίθεση των Μακεδόνων, εγκατέλειψαν τα τείχη της πόλης και όλοι μαζί κατέφυγαν στην ακρόπολη. Ο Αλέξανδρος, λοιπόν, και οι άνδρες που ήταν μαζί του κατέστρεψαν κάποια μικρή πύλη και μπήκαν στην πόλη πολύ πριν από τους άλλους. [6.9.2] Οι άνδρες όμως του Περδίκκα καθυστέρησαν, επειδή ανέβαιναν με δυσκολία τα τείχη, χωρίς μάλιστα οι περισσότεροι ούτε τις σκάλες να μεταφέρουν, επειδή παρατήρησαν ότι οι υπερασπιστές εγκατέλειπαν τα τείχη και νόμισαν ότι είχε κυριευθεί η πόλη. Όταν έγινε φανερό ότι βρισκόταν στα χέρια των εχθρών η ακρόπολη και ότι πολλοί είχαν παραταχθεί μπροστά από αυτήν για να την υπερασπισθούν, τότε άλλοι Μακεδόνες σκάβοντας τα θεμέλια των τειχών και άλλοι τοποθετώντας, όπου ήταν δυνατόν, σκάλες προσπαθούσαν με τη βία να εισέλθουν στην ακρόπολη. [6.9.3] Επειδή νόμισε ο Αλέξανδρος ότι καθυστερούσαν οι Μακεδόνες που μετέφεραν τις σκάλες, άρπαξε μια σκάλα ενός από αυτούς που τις μετέφεραν, την τοποθέτησε στο τείχος ο ίδιος, μαζεύθηκε κάτω από την ασπίδα του και άρχισε να ανεβαίνει. Τον ακολούθησε ο Πευκέστας με την ιερή ασπίδα, την οποία είχε πάρει ο Αλέξανδρος από τον ναό της Αθηνάς στο Ίλιο και την κρατούσαν μπροστά του στις μάχες. Μετά τον Πευκέστα ανέβαινε από την ίδια σκάλα ο σωματοφύλακας Λεοννάτος, ενώ από άλλη ο διμοιρίτης Αβρέας. [6.9.4] Ήταν πλέον ο βασιλιάς επάνω στην έπαλξη του τείχους και στηρίζοντας την ασπίδα του επάνω στην έπαλξη άλλους Ινδούς απωθούσε μέσα στο τείχος και άλλους σκότωνε εκεί με το ξίφος του, με αποτέλεσμα να απογυμνώσει το μέρος εκείνο του τείχους από τους υπερασπιστές του. Επειδή οι υπασπιστές φοβήθηκαν πολύ για τη ζωή του βασιλιά τους, σπρώχνονταν βιαστικά επάνω στην ίδια σκάλα και την συνέτριψαν. Έτσι, όσοι από αυτούς ήταν ήδη ανεβασμένοι, έπεσαν κάτω και συγχρόνως έκαμαν αδύνατη την ανάβαση στους άλλους.
Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2021
ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Οἰδίπους Τύραννος (444-462)
ΤΕ. ἄπειμι τοίνυν· καὶ σύ, παῖ, κόμιζέ με.
οδήγα με κι ακολουθώ.
ΟΙΔ. Κουβάλα τον. Η παρουσία σου
με παγιδεύει και μ᾽ ενοχλεί·
όταν ξεκουμπιστείς, θα ξαλαφρώσω.
ΤΕΙ. Ήρθα, μίλησα, φεύγω.
Το πρόσωπό σου δε φοβήθηκα.
Τη δύναμη δεν έχεις να με βλάψεις.
Σου λέω λοιπόν: αυτόν τον άνθρωπο
450 που ψάχνεις, αυτόν που με κατάρες
επικήρυξες για του Λαΐου το φόνο,
αυτός στην πόλη βρίσκεται·
ως μέτοικος φιλοξενείται·
θ᾽ αποδειχθεί Θηβαίος γνήσιος.
Η τύχη του θα ᾽χει πικρή τη γεύση.
Ανοιχτομάτης πριν, τώρα τυφλός·
ζάμπλουτος πριν, τώρα φτωχός,
με το ραβδί του συντροφιά
σε τόπο ξένο θα πορεύεται
αλήτης, πλάνης και φυγάς.
Θ᾽ αποδειχθεί των τέκνων του πατέρας κι αδελφός
και της γυναίκας που τον γέννησε
ο γιος και σύζυγός της
460 και του πατέρα του φονιάς κι ομόκλινος.
Μπες στο παλάτι μέσα και στοχάσου
κι αν μ᾽ εύρεις να σου λέγω ψέματα
μπορείς να λες ελεύθερα
πως δεν κατέχω πια την τέχνη της μαντείας.
445 ΟΙ. κομιζέτω δῆθ᾽· ὡς παρὼν σύ γ᾽ ἐμποδὼν
ὀχλεῖς, συθείς τ᾽ ἂν οὐκ ἂν ἀλγύναις πλέον.
ΤΕ. εἰπὼν ἄπειμ᾽ ὧν οὕνεκ᾽ ἦλθον, οὐ τὸ σὸν
δείσας πρόσωπον· οὐ γὰρ ἔσθ᾽ ὅπου μ᾽ ὀλεῖς.
λέγω δέ σοι· τὸν ἄνδρα τοῦτον, ὃν πάλαι
450 ζητεῖς ἀπειλῶν κἀνακηρύσσων φόνον
τὸν Λαΐειον, οὗτός ἐστιν ἐνθάδε.
ξένος λόγῳ μέτοικος, εἶτα δ᾽ ἐγγενὴς
φανήσεται Θηβαῖος, οὐδ᾽ ἡσθήσεται
τῇ ξυμφορᾷ· τυφλὸς γὰρ ἐκ δεδορκότος
455 καὶ πτωχὸς ἀντὶ πλουσίου ξένην ἔπι
σκήπτρῳ προδεικνὺς γαῖαν ἐμπορεύσεται.
φανήσεται δὲ παισὶ τοῖς αὑτοῦ ξυνὼν
ἀδελφὸς αὑτὸς καὶ πατήρ, κἀξ ἧς ἔφυ
γυναικὸς υἱὸς καὶ πόσις, καὶ τοῦ πατρὸς
460 ὁμόσπορός τε καὶ φονεύς. καὶ ταῦτ᾽ ἰὼν
εἴσω λογίζου· κἂν λάβῃς ἐψευσμένον,
φάσκειν ἔμ᾽ ἤδη μαντικῇ μηδὲν φρονεῖν.
ὀχλεῖς, συθείς τ᾽ ἂν οὐκ ἂν ἀλγύναις πλέον.
ΤΕ. εἰπὼν ἄπειμ᾽ ὧν οὕνεκ᾽ ἦλθον, οὐ τὸ σὸν
δείσας πρόσωπον· οὐ γὰρ ἔσθ᾽ ὅπου μ᾽ ὀλεῖς.
λέγω δέ σοι· τὸν ἄνδρα τοῦτον, ὃν πάλαι
450 ζητεῖς ἀπειλῶν κἀνακηρύσσων φόνον
τὸν Λαΐειον, οὗτός ἐστιν ἐνθάδε.
ξένος λόγῳ μέτοικος, εἶτα δ᾽ ἐγγενὴς
φανήσεται Θηβαῖος, οὐδ᾽ ἡσθήσεται
τῇ ξυμφορᾷ· τυφλὸς γὰρ ἐκ δεδορκότος
455 καὶ πτωχὸς ἀντὶ πλουσίου ξένην ἔπι
σκήπτρῳ προδεικνὺς γαῖαν ἐμπορεύσεται.
φανήσεται δὲ παισὶ τοῖς αὑτοῦ ξυνὼν
ἀδελφὸς αὑτὸς καὶ πατήρ, κἀξ ἧς ἔφυ
γυναικὸς υἱὸς καὶ πόσις, καὶ τοῦ πατρὸς
460 ὁμόσπορός τε καὶ φονεύς. καὶ ταῦτ᾽ ἰὼν
εἴσω λογίζου· κἂν λάβῃς ἐψευσμένον,
φάσκειν ἔμ᾽ ἤδη μαντικῇ μηδὲν φρονεῖν.
***
ΤΕΙ. Κινάω να φύγω· εσύ, παιδί μου,οδήγα με κι ακολουθώ.
ΟΙΔ. Κουβάλα τον. Η παρουσία σου
με παγιδεύει και μ᾽ ενοχλεί·
όταν ξεκουμπιστείς, θα ξαλαφρώσω.
ΤΕΙ. Ήρθα, μίλησα, φεύγω.
Το πρόσωπό σου δε φοβήθηκα.
Τη δύναμη δεν έχεις να με βλάψεις.
Σου λέω λοιπόν: αυτόν τον άνθρωπο
450 που ψάχνεις, αυτόν που με κατάρες
επικήρυξες για του Λαΐου το φόνο,
αυτός στην πόλη βρίσκεται·
ως μέτοικος φιλοξενείται·
θ᾽ αποδειχθεί Θηβαίος γνήσιος.
Η τύχη του θα ᾽χει πικρή τη γεύση.
Ανοιχτομάτης πριν, τώρα τυφλός·
ζάμπλουτος πριν, τώρα φτωχός,
με το ραβδί του συντροφιά
σε τόπο ξένο θα πορεύεται
αλήτης, πλάνης και φυγάς.
Θ᾽ αποδειχθεί των τέκνων του πατέρας κι αδελφός
και της γυναίκας που τον γέννησε
ο γιος και σύζυγός της
460 και του πατέρα του φονιάς κι ομόκλινος.
Μπες στο παλάτι μέσα και στοχάσου
κι αν μ᾽ εύρεις να σου λέγω ψέματα
μπορείς να λες ελεύθερα
πως δεν κατέχω πια την τέχνη της μαντείας.
Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια, 11. Έννοιες και αρχές
11.13. Η ἄτη
Πώς ερμηνεύουν οι θνητοί πράξεις τους που εξ υστέρου αναγνωρίζονται ως ατιμωτικές για τους άλλους, τους δικούς τους ή τους συντρόφους τους; Η ιδεώδης πάντως ηθική στάση, σύμφωνα με τις εντολές της οποίας οι θνητοί παίρνουν πάνω τους όλη την ευθύνη στην τέλεση μιας ανορθόδοξης πράξης τους, είναι η εξαίρεση παρά ο κανόνας στα ομηρικά έπη. Στις περιπτώσεις, ειδικότερα, όπου ένας ήρωας ή μια ηρωίδα, δρώντας με τη θέλησή τους και όχι υπό καθεστώς εξαναγκασμού, εξηγούν το κίνητρο της πράξης τους, η κατηγορία συχνά μετατοπίζεται έξω από τον εαυτό τους: στους άλλους θνητούς, αλλά και κυρίως στους θεούς, σε κάποιο δαίμονα ή ακόμη και σε ανεξήγητες, υπερφυσικές δυνάμεις. Παράδειγμα τέτοιας δύναμης είναι η ἄτη, η οποία συχνά εμφανίζεται και προσωποποιημένη ως Ἄτη.
Η ἄτη καταρχήν είναι ψυχολογική κατάσταση, που αναφέρεται στο ξαφνικό θόλωμα του νου, σ᾽ ένα είδος πνευματικής τύφλωσης ή σύγχυσης, που σπρώχνει τους θνητούς σε λανθασμένες κρίσεις και πράξεις με καταστροφικές συνέπειες. Γι᾽ αυτό και η σχετική λέξη σημαίνει γενικότερα την αφροσύνη, την πλάνη και τη συμφορά. Ως προσωποποιημένη δύναμη η Ἄτη θεωρείται μεγαλύτερη κόρη του Δία που, σταλμένη από τον πανίσχυρο θεό στους θνητούς, τους βλάπτει με την ακαταμάχητη δύναμη και την ταχύτητά της. Και στις δύο όψεις της παράλογης αυτής δύναμης αναφέρεται ο Αγαμέμνονας στη διάσημη απολογία του προς τον Αχιλλέα.
Μετά τον θάνατο του Πατρόκλου, ο Αχιλλέας εγκαταλείπει τον θυμό του προς τον βασιλιά των Αχαιών, για να στρέψει την εκδικητική του οργή εναντίον του Έκτορα. Από τη δική του μεριά, ο βασιλιάς Αγαμέμνονας, προσφέροντας ξανά αμέτρητη αποζημίωση στον Αχιλλέα, απολογείται δημόσια για την πράξη της αρπαγής της Βρισηίδας από τον αχαιό ήρωα (Τ 86-96):
όμως δεν είμαι εγώ ο αίτιος· είναι ο Δίας και η Μοίρα και η Ερινύα που τριγυρνά μέσα στα σκοτάδια, αυτοί που στη συνέλευση έριξαν το νου μου σε άγρια σκότιση [ἄτην], την ημέρα εκείνη που μοναχός μου πήρα το τιμητικό δώρο του Αχιλλέα. Όμως τι μπορούσα να κάμω; Θεός είναι αυτός που τα τελειώνει όλα, η Άτη, η σεβάσμια κόρη του Δία, που όλους τους τυφλώνει, η καταραμένη. Τα πόδια της είναι απαλά, γιατί δεν πατάει στο χώμα, μόνο περπατά πάνω στα κεφάλια των ανθρώπων, βλάφτοντάς τους, και μπλέκει μέσα στους δυο τον έναν. Κάποτε τυφλώθηκε [ἄσατο] και ο Δίας, αυτός που λένε πως είναι ο πιο δυνατός και από τους ανθρώπους και από τους θεούς.
Όταν ο Αγαμέμνονας λέει ότι δεν είναι ο ίδιος αίτιος, δεν αρνείται την προσωπική του ευθύνη, όταν άρπαξε το τιμητικό δώρο από τον Αχιλλέα· εννοεί ότι δεν πρέπει να κατηγορηθεί ο ίδιος για ό,τι έπραξε, αλλά ο Δίας, η Μοίρα και η Ερινύα. Οι μυστηριώδεις αυτές δυνάμεις τού θόλωσαν τον νου στέλνοντας την ἄτην, αναίτια, με αποτέλεσμα ο ίδιος να αφαιρέσει το τιμητικό δώρο από τον Αχιλλέα. Αν μάλιστα ο ίδιος ο παντοδύναμος θεός νικήθηκε κάποτε από την ακαταμάχητη δύναμη της κόρης του, της Ἄτης, πώς θα μπορούσε να αντιδράσει ένας κατώτερος θνητός;
Με τη στάση του αυτή ο βασιλιάς των Αχαιών ζητάει κατά κάποιον τρόπο μετανιωμένος συγγνώμη, καθώς αναγνωρίζει ότι η πράξη του ήταν ολέθρια. Εξάλλου, προσφέρει αποζημίωση στον Αχιλλέα για τη βλάβη που του προξένησε. Όμως, με το να αποδίδει την ενέργειά του αυτή σε εξωτερικές υπερφυσικές δυνάμεις, ο βασιλιάς των Αχαιών εμφανίζει την πράξη του ως ανεξήγητη, ενώ ο ίδιος παρουσιάζεται ως θύμα των περιστάσεων. Ό,τι έγινε ήταν μοιραίο και αναπόφευκτο να συμβεί, γι᾽ αυτό ο βασιλιάς αξίζει τη συμπάθεια του Αχιλλέα, ο οποίος καλείται να δεχτεί τη συγγνώμη του.
Σε μιαν ανάλογη περίπου μετανιωμένη θέση με του Αγαμέμνονα βρέθηκε κάποτε η Ελένη στην Τροία. Στην Οδύσσεια διηγείται στον Τηλέμαχο, που μαζί με τον φίλο του Πεισίστρατο επισκέπτεται τον Μενέλαο στη Σπάρτη για να μάθει νέα σχετικά με τον πατέρα του, τη διείσδυση του μεταμφιεσμένου Οδυσσέα μέσα στην Τροία. Αφού ο πολύτροπος ήρωας έσφαξε πολλούς εχθρούς, γύρισε στο στρατόπεδο των Αχαιών, γνωρίζοντας πλέον καλά τον τόπο των Τρώων. Αν και η Ελένη ήταν η μόνη που αναγνώρισε τον μεταμφιεσμένο Οδυσσέα, κράτησε το στόμα της κλειστό. Σε αντίθεση μάλιστα προς τις άλλες Τρωαδίτισσες που, βλέποντας την ανελέητη σφαγή των Τρώων, ξέσπασαν σε ολολυγμούς, η ίδια χαιρόταν μέσα της, γιατί είχε, λέει, πλέον αλλάξει γνώμη (δ 259-263):
Τσίριξαν τότε οι άλλες Τρωαδίτισσες· όμως εμένα γέμισε χαρά
η καρδιά μου· γιατί είχα αλλάξει μέσα μου, ήθελα πια
σπίτι μου να γυρίσω μετανιωμένη για την τύφλα μου [ἄτην], που μου τη φόρτωσε
η Αφροδίτη· όταν με πήρε να με φέρει εδώ, μακριά
απ᾽ τη γλυκιά πατρίδα μου και χωρισμένη από τη θυγατέρα μου,
από την κάμαρή μου, τον νόμιμο άντρα μου.
Όπως ο Αγαμέμνονας, έτσι και η Ελένη, δίχως να αρνείται ρητά την προσωπική της ευθύνη, ομολογεί ότι εγκατέλειψε την πατρίδα και τους δικούς της υπό την επίδραση της ἄτης, που της τη φόρτωσε αυτή τη φορά η θεά Αφροδίτη. Όπως και στην περίπτωση του Αγαμέμνονα, μια σκανδαλώδης ενέργεια, που θα μπορούσε να υποκινήσει την αποδοκιμασία των άλλων, υποβαθμίζεται και, καθώς παρουσιάζεται επιβεβλημένη αναίτια και από ανώτερες υπερφυσικές δυνάμεις στις οποίες δεν μπορεί κανείς να αντισταθεί, απαιτεί την κατανόηση και τη συμπάθεια.
Η απολογητική στάση του Αγαμέμνονα και της Ελένης θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και υποκριτική, με την έννοια ότι ο βασιλιάς και η ηρωίδα αναζητούν άλλοθι για ό,τι έπραξαν, και ότι τα όσα υποστηρίζουν αποτελούν προφάσεις «εν αμαρτίαις». Όμως, το γεγονός ότι και τα δύο πρόσωπα αναγνωρίζουν τις καταστροφικές συνέπειες των πράξεών τους και απολογούνται γι᾽ αυτές, δείχνει ότι έχουν συναίσθηση της προσωπικής τους ευθύνης, επειδή μόνον όσοι είναι υπεύθυνοι για τις πράξεις τους μπορούν να αναγνωρίσουν σε ποιες, εξαιρετικές πάντοτε, περιπτώσεις δεν μπόρεσαν να κρατηθούν ελέγχοντας τις δυνάμεις τους.
Εξάλλου, τη συνεργασία των θεών και της ἄτης την επικαλούνται όχι μόνο στους λόγους τους οι θνητοί, αλλά την αναφέρει και ο ποιητής στην Ιλιάδα. Τη στιγμή που ο Απόλλωνας αφοπλίζει χτυπώντας πισώπλατα τον Πάτροκλο, το μυαλό του ήρωα θόλωσε, κυριεύτηκε ξαφνικά από την ἄτην και του παρέλυσαν τα μέλη (Π 805). Εύκολα έτσι ο ήρωας βάλλεται πρώτα από τον Εύφορβο και εξοντώνεται ύστερα από τον Έκτορα. Το ότι αυτή την εξήγηση δίνει για τον θάνατο του Πατρόκλου ο ποιητής σημαίνει ότι θέλει έτσι, και όχι διαφορετικά, να προσληφθεί η έκβαση του δραματικού αυτού επεισοδίου.
Το πώς χρησιμοποιείται βέβαια από τα πρόσωπα των επών η θεόσταλτη ή μη ἄτη είναι υποκειμενικό ζήτημα, το οποίο εκμεταλλεύεται ο ποιητής δημιουργώντας ειρωνικούς υπαινιγμούς και αντιθετικούς παραλληλισμούς. Έτσι, αν η θεόσταλτη από τον Δία ἄτη υποστηρίζει σταθερά την απολογία του Αγαμέμνονα, από τον Αχιλλέα χρησιμοποιείται ως κατηγορία εναντίον του βασιλιά των Αχαιών. Στην πρώτη ιλιαδική ραψωδία, χολωμένος ο ήρωας από την άπληστη συμπεριφορά του βασιλιά των Αχαιών, ζητάει μέσω της μητέρας του Θέτιδας την παρέμβαση του Δία προς βλάβη των Αχαιών, προκειμένου να συνειδητοποιήσει ο Αγαμέμνονας την τύφλωσή του, την ἄτην του, που ατίμασε τον άριστο των Αχαιών (Α 412). Όταν όμως ο Αχιλλέας ακούει τη συγγνώμη του Αγαμέμνονα, καθώς έχει εφαρμοστεί πλέον η ολέθρια βουλή του Δία, συμφωνεί με την απολογητική στάση του και ρίχνει και αυτός το φταίξιμο της εμφυλιακής έριδας στον Δία (Τ 270-273):
Δία πατέρα, αλήθεια μεγάλες συμφορές [ἄτας] δίνεις στους ανθρώπους· αλλιώς ποτέ δε θα άναβε ο γιος του Ατρέα το θυμό βαθιά στα στήθη μου, ούτε και θα έπαιρνε την κόρη με τόσο πείσμα χωρίς να το θέλω εγώ.
Όσο για την ἄτην της Ελένης, φαίνεται ότι η φήμη της έχει φτάσει μέχρι την Ιθάκη. Την επικαλείται ακόμη και η Πηνελόπη, απολογούμενη κατά κάποιον τρόπο στον Οδυσσέα για την ψυχρή υποδοχή που του επεφύλαξε, καθώς, μετά τη μνηστηροφονία, θέλησε να τον δοκιμάσει πρώτα για να τον αποδεχθεί ως σύζυγό της (ψ 222-223):
Ένας θεός την έσπρωξε [την Ελένη] στην άσεμνή της πράξη·
η άτη που τυφλώνει δεν ήταν στην ψυχή της εξαρχής.
Αν η θεόσταλτη ἄτη της Ελένης την οδήγησε στην προδοσία του συζύγου της Μενελάου, τότε για την Πηνελόπη η κόρη του Δία δεν είναι η ίδια μόνο ένοχη που ξελογιάστηκε και έσμιξε με τον αλλοδαπό Πάρη. Στην ίδια παγίδα θα μπορούσε πάντως να πέσει και η βασίλισσα της Ιθάκης· γι᾽ αυτό και πήρε τα μέτρα της, ζητώντας τα απαραγνώριστα σημάδια από τον Οδυσσέα. Έτσι η ἄτη της Ελένης για ό,τι έπραξε επιστρατεύεται από την Πηνελόπη, για να εξηγήσει στον άντρα της τι θα μπορούσε η ίδια να πράξει, αν δεν ήταν επιφυλακτική και καχύποπτη απέναντι στους ξένους της.
Πώς ερμηνεύουν οι θνητοί πράξεις τους που εξ υστέρου αναγνωρίζονται ως ατιμωτικές για τους άλλους, τους δικούς τους ή τους συντρόφους τους; Η ιδεώδης πάντως ηθική στάση, σύμφωνα με τις εντολές της οποίας οι θνητοί παίρνουν πάνω τους όλη την ευθύνη στην τέλεση μιας ανορθόδοξης πράξης τους, είναι η εξαίρεση παρά ο κανόνας στα ομηρικά έπη. Στις περιπτώσεις, ειδικότερα, όπου ένας ήρωας ή μια ηρωίδα, δρώντας με τη θέλησή τους και όχι υπό καθεστώς εξαναγκασμού, εξηγούν το κίνητρο της πράξης τους, η κατηγορία συχνά μετατοπίζεται έξω από τον εαυτό τους: στους άλλους θνητούς, αλλά και κυρίως στους θεούς, σε κάποιο δαίμονα ή ακόμη και σε ανεξήγητες, υπερφυσικές δυνάμεις. Παράδειγμα τέτοιας δύναμης είναι η ἄτη, η οποία συχνά εμφανίζεται και προσωποποιημένη ως Ἄτη.
Η ἄτη καταρχήν είναι ψυχολογική κατάσταση, που αναφέρεται στο ξαφνικό θόλωμα του νου, σ᾽ ένα είδος πνευματικής τύφλωσης ή σύγχυσης, που σπρώχνει τους θνητούς σε λανθασμένες κρίσεις και πράξεις με καταστροφικές συνέπειες. Γι᾽ αυτό και η σχετική λέξη σημαίνει γενικότερα την αφροσύνη, την πλάνη και τη συμφορά. Ως προσωποποιημένη δύναμη η Ἄτη θεωρείται μεγαλύτερη κόρη του Δία που, σταλμένη από τον πανίσχυρο θεό στους θνητούς, τους βλάπτει με την ακαταμάχητη δύναμη και την ταχύτητά της. Και στις δύο όψεις της παράλογης αυτής δύναμης αναφέρεται ο Αγαμέμνονας στη διάσημη απολογία του προς τον Αχιλλέα.
Μετά τον θάνατο του Πατρόκλου, ο Αχιλλέας εγκαταλείπει τον θυμό του προς τον βασιλιά των Αχαιών, για να στρέψει την εκδικητική του οργή εναντίον του Έκτορα. Από τη δική του μεριά, ο βασιλιάς Αγαμέμνονας, προσφέροντας ξανά αμέτρητη αποζημίωση στον Αχιλλέα, απολογείται δημόσια για την πράξη της αρπαγής της Βρισηίδας από τον αχαιό ήρωα (Τ 86-96):
όμως δεν είμαι εγώ ο αίτιος· είναι ο Δίας και η Μοίρα και η Ερινύα που τριγυρνά μέσα στα σκοτάδια, αυτοί που στη συνέλευση έριξαν το νου μου σε άγρια σκότιση [ἄτην], την ημέρα εκείνη που μοναχός μου πήρα το τιμητικό δώρο του Αχιλλέα. Όμως τι μπορούσα να κάμω; Θεός είναι αυτός που τα τελειώνει όλα, η Άτη, η σεβάσμια κόρη του Δία, που όλους τους τυφλώνει, η καταραμένη. Τα πόδια της είναι απαλά, γιατί δεν πατάει στο χώμα, μόνο περπατά πάνω στα κεφάλια των ανθρώπων, βλάφτοντάς τους, και μπλέκει μέσα στους δυο τον έναν. Κάποτε τυφλώθηκε [ἄσατο] και ο Δίας, αυτός που λένε πως είναι ο πιο δυνατός και από τους ανθρώπους και από τους θεούς.
Όταν ο Αγαμέμνονας λέει ότι δεν είναι ο ίδιος αίτιος, δεν αρνείται την προσωπική του ευθύνη, όταν άρπαξε το τιμητικό δώρο από τον Αχιλλέα· εννοεί ότι δεν πρέπει να κατηγορηθεί ο ίδιος για ό,τι έπραξε, αλλά ο Δίας, η Μοίρα και η Ερινύα. Οι μυστηριώδεις αυτές δυνάμεις τού θόλωσαν τον νου στέλνοντας την ἄτην, αναίτια, με αποτέλεσμα ο ίδιος να αφαιρέσει το τιμητικό δώρο από τον Αχιλλέα. Αν μάλιστα ο ίδιος ο παντοδύναμος θεός νικήθηκε κάποτε από την ακαταμάχητη δύναμη της κόρης του, της Ἄτης, πώς θα μπορούσε να αντιδράσει ένας κατώτερος θνητός;
Με τη στάση του αυτή ο βασιλιάς των Αχαιών ζητάει κατά κάποιον τρόπο μετανιωμένος συγγνώμη, καθώς αναγνωρίζει ότι η πράξη του ήταν ολέθρια. Εξάλλου, προσφέρει αποζημίωση στον Αχιλλέα για τη βλάβη που του προξένησε. Όμως, με το να αποδίδει την ενέργειά του αυτή σε εξωτερικές υπερφυσικές δυνάμεις, ο βασιλιάς των Αχαιών εμφανίζει την πράξη του ως ανεξήγητη, ενώ ο ίδιος παρουσιάζεται ως θύμα των περιστάσεων. Ό,τι έγινε ήταν μοιραίο και αναπόφευκτο να συμβεί, γι᾽ αυτό ο βασιλιάς αξίζει τη συμπάθεια του Αχιλλέα, ο οποίος καλείται να δεχτεί τη συγγνώμη του.
Σε μιαν ανάλογη περίπου μετανιωμένη θέση με του Αγαμέμνονα βρέθηκε κάποτε η Ελένη στην Τροία. Στην Οδύσσεια διηγείται στον Τηλέμαχο, που μαζί με τον φίλο του Πεισίστρατο επισκέπτεται τον Μενέλαο στη Σπάρτη για να μάθει νέα σχετικά με τον πατέρα του, τη διείσδυση του μεταμφιεσμένου Οδυσσέα μέσα στην Τροία. Αφού ο πολύτροπος ήρωας έσφαξε πολλούς εχθρούς, γύρισε στο στρατόπεδο των Αχαιών, γνωρίζοντας πλέον καλά τον τόπο των Τρώων. Αν και η Ελένη ήταν η μόνη που αναγνώρισε τον μεταμφιεσμένο Οδυσσέα, κράτησε το στόμα της κλειστό. Σε αντίθεση μάλιστα προς τις άλλες Τρωαδίτισσες που, βλέποντας την ανελέητη σφαγή των Τρώων, ξέσπασαν σε ολολυγμούς, η ίδια χαιρόταν μέσα της, γιατί είχε, λέει, πλέον αλλάξει γνώμη (δ 259-263):
Τσίριξαν τότε οι άλλες Τρωαδίτισσες· όμως εμένα γέμισε χαρά
η καρδιά μου· γιατί είχα αλλάξει μέσα μου, ήθελα πια
σπίτι μου να γυρίσω μετανιωμένη για την τύφλα μου [ἄτην], που μου τη φόρτωσε
η Αφροδίτη· όταν με πήρε να με φέρει εδώ, μακριά
απ᾽ τη γλυκιά πατρίδα μου και χωρισμένη από τη θυγατέρα μου,
από την κάμαρή μου, τον νόμιμο άντρα μου.
Όπως ο Αγαμέμνονας, έτσι και η Ελένη, δίχως να αρνείται ρητά την προσωπική της ευθύνη, ομολογεί ότι εγκατέλειψε την πατρίδα και τους δικούς της υπό την επίδραση της ἄτης, που της τη φόρτωσε αυτή τη φορά η θεά Αφροδίτη. Όπως και στην περίπτωση του Αγαμέμνονα, μια σκανδαλώδης ενέργεια, που θα μπορούσε να υποκινήσει την αποδοκιμασία των άλλων, υποβαθμίζεται και, καθώς παρουσιάζεται επιβεβλημένη αναίτια και από ανώτερες υπερφυσικές δυνάμεις στις οποίες δεν μπορεί κανείς να αντισταθεί, απαιτεί την κατανόηση και τη συμπάθεια.
Η απολογητική στάση του Αγαμέμνονα και της Ελένης θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και υποκριτική, με την έννοια ότι ο βασιλιάς και η ηρωίδα αναζητούν άλλοθι για ό,τι έπραξαν, και ότι τα όσα υποστηρίζουν αποτελούν προφάσεις «εν αμαρτίαις». Όμως, το γεγονός ότι και τα δύο πρόσωπα αναγνωρίζουν τις καταστροφικές συνέπειες των πράξεών τους και απολογούνται γι᾽ αυτές, δείχνει ότι έχουν συναίσθηση της προσωπικής τους ευθύνης, επειδή μόνον όσοι είναι υπεύθυνοι για τις πράξεις τους μπορούν να αναγνωρίσουν σε ποιες, εξαιρετικές πάντοτε, περιπτώσεις δεν μπόρεσαν να κρατηθούν ελέγχοντας τις δυνάμεις τους.
Εξάλλου, τη συνεργασία των θεών και της ἄτης την επικαλούνται όχι μόνο στους λόγους τους οι θνητοί, αλλά την αναφέρει και ο ποιητής στην Ιλιάδα. Τη στιγμή που ο Απόλλωνας αφοπλίζει χτυπώντας πισώπλατα τον Πάτροκλο, το μυαλό του ήρωα θόλωσε, κυριεύτηκε ξαφνικά από την ἄτην και του παρέλυσαν τα μέλη (Π 805). Εύκολα έτσι ο ήρωας βάλλεται πρώτα από τον Εύφορβο και εξοντώνεται ύστερα από τον Έκτορα. Το ότι αυτή την εξήγηση δίνει για τον θάνατο του Πατρόκλου ο ποιητής σημαίνει ότι θέλει έτσι, και όχι διαφορετικά, να προσληφθεί η έκβαση του δραματικού αυτού επεισοδίου.
Το πώς χρησιμοποιείται βέβαια από τα πρόσωπα των επών η θεόσταλτη ή μη ἄτη είναι υποκειμενικό ζήτημα, το οποίο εκμεταλλεύεται ο ποιητής δημιουργώντας ειρωνικούς υπαινιγμούς και αντιθετικούς παραλληλισμούς. Έτσι, αν η θεόσταλτη από τον Δία ἄτη υποστηρίζει σταθερά την απολογία του Αγαμέμνονα, από τον Αχιλλέα χρησιμοποιείται ως κατηγορία εναντίον του βασιλιά των Αχαιών. Στην πρώτη ιλιαδική ραψωδία, χολωμένος ο ήρωας από την άπληστη συμπεριφορά του βασιλιά των Αχαιών, ζητάει μέσω της μητέρας του Θέτιδας την παρέμβαση του Δία προς βλάβη των Αχαιών, προκειμένου να συνειδητοποιήσει ο Αγαμέμνονας την τύφλωσή του, την ἄτην του, που ατίμασε τον άριστο των Αχαιών (Α 412). Όταν όμως ο Αχιλλέας ακούει τη συγγνώμη του Αγαμέμνονα, καθώς έχει εφαρμοστεί πλέον η ολέθρια βουλή του Δία, συμφωνεί με την απολογητική στάση του και ρίχνει και αυτός το φταίξιμο της εμφυλιακής έριδας στον Δία (Τ 270-273):
Δία πατέρα, αλήθεια μεγάλες συμφορές [ἄτας] δίνεις στους ανθρώπους· αλλιώς ποτέ δε θα άναβε ο γιος του Ατρέα το θυμό βαθιά στα στήθη μου, ούτε και θα έπαιρνε την κόρη με τόσο πείσμα χωρίς να το θέλω εγώ.
Όσο για την ἄτην της Ελένης, φαίνεται ότι η φήμη της έχει φτάσει μέχρι την Ιθάκη. Την επικαλείται ακόμη και η Πηνελόπη, απολογούμενη κατά κάποιον τρόπο στον Οδυσσέα για την ψυχρή υποδοχή που του επεφύλαξε, καθώς, μετά τη μνηστηροφονία, θέλησε να τον δοκιμάσει πρώτα για να τον αποδεχθεί ως σύζυγό της (ψ 222-223):
Ένας θεός την έσπρωξε [την Ελένη] στην άσεμνή της πράξη·
η άτη που τυφλώνει δεν ήταν στην ψυχή της εξαρχής.
Αν η θεόσταλτη ἄτη της Ελένης την οδήγησε στην προδοσία του συζύγου της Μενελάου, τότε για την Πηνελόπη η κόρη του Δία δεν είναι η ίδια μόνο ένοχη που ξελογιάστηκε και έσμιξε με τον αλλοδαπό Πάρη. Στην ίδια παγίδα θα μπορούσε πάντως να πέσει και η βασίλισσα της Ιθάκης· γι᾽ αυτό και πήρε τα μέτρα της, ζητώντας τα απαραγνώριστα σημάδια από τον Οδυσσέα. Έτσι η ἄτη της Ελένης για ό,τι έπραξε επιστρατεύεται από την Πηνελόπη, για να εξηγήσει στον άντρα της τι θα μπορούσε η ίδια να πράξει, αν δεν ήταν επιφυλακτική και καχύποπτη απέναντι στους ξένους της.
Πάντα υπάρχει ελπίδα όταν δεν χάνουμε τον εαυτό μας
“Αν κοιτάξεις τι έχεις στη ζωή, θα έχεις πάντοτε περισσότερα. Αν επικεντρώνεσαι στο τι ΔΕΝ έχεις, ποτέ δεν θα έχεις αρκετά.”
Δύσκολες στιγμές για να πιστεύουμε σε λόγια που ακούγονται από άτομα που βρίσκονται πολύ μακριά από την δική μας πραγματικότητα. Παρόλα αυτά, η έμπνευση, το φωτεινό παράδειγμα και η εσωτερική δύναμη είναι περισσότερο χρήσιμες όταν η ζωή σε γονατίζει. Τότε είναι που πρέπει να βρεις τα ψυχικά αποθέματα και τη δύναμη να ξανασηκωθείς στα πόδια σου. Να δεις την ελπίδα μέσα στη ζοφερή κατάσταση και στα “αδιέξοδα” που δυστυχώς περιήλθαμε.
Πάντα υπάρχει ελπίδα όταν δεν χάνουμε τον εαυτό μας και όταν χρησιμοποιούμε και παλεύουμε έστω και με τα ολίγα που διαθέτουμε. Το να παγώσουμε και να μείνουμε παράλυτοι δεν θα μας ωφελήσει. Πρέπει να προσαρμοστούμε, να ανασυνταχτούμε και να βρούμε τρόπους να ξαναμπούμε σε θετική τροχιά. Το πώς… μπορεί να είναι διαφορετικό για τον καθένα μας. Και σίγουρα το περιβάλλον επηρεάζει τα πάντα.
Όμως και ο πολεμιστής έχει δύναμη και πρέπει να την δείξει στα δύσκολα. Αποδεικνύεται ότι τίποτα δεν είναι σίγουρο και ότι τίποτα δεν διαρκεί για πάντα. Η ζωή είναι γεμάτη αναποδιές. Το θέμα είναι εμείς πως τις αντιμετωπίζουμε και τι κάνουμε όταν ορθώνονται μπροστά μας. Μπορεί να νοιώθουμε αδύναμοι αρκετές φορές από τα γεγονότα που μας ξεπερνούν. Παρόλα αυτά εμείς θα πρέπει να αναλαμβάνουμε το μερίδιο ευθύνης που μας αντιστοιχεί και να κάνουμε το δικό μας κουμάντο. Μην παραχωρούμε τη δύναμή μας ασυλλόγιστα. Και ας μην περιμένουμε πολλά από τους άλλους τους μεν και τους δε.
Δύσκολες στιγμές για να πιστεύουμε σε λόγια που ακούγονται από άτομα που βρίσκονται πολύ μακριά από την δική μας πραγματικότητα. Παρόλα αυτά, η έμπνευση, το φωτεινό παράδειγμα και η εσωτερική δύναμη είναι περισσότερο χρήσιμες όταν η ζωή σε γονατίζει. Τότε είναι που πρέπει να βρεις τα ψυχικά αποθέματα και τη δύναμη να ξανασηκωθείς στα πόδια σου. Να δεις την ελπίδα μέσα στη ζοφερή κατάσταση και στα “αδιέξοδα” που δυστυχώς περιήλθαμε.
Πάντα υπάρχει ελπίδα όταν δεν χάνουμε τον εαυτό μας και όταν χρησιμοποιούμε και παλεύουμε έστω και με τα ολίγα που διαθέτουμε. Το να παγώσουμε και να μείνουμε παράλυτοι δεν θα μας ωφελήσει. Πρέπει να προσαρμοστούμε, να ανασυνταχτούμε και να βρούμε τρόπους να ξαναμπούμε σε θετική τροχιά. Το πώς… μπορεί να είναι διαφορετικό για τον καθένα μας. Και σίγουρα το περιβάλλον επηρεάζει τα πάντα.
Όμως και ο πολεμιστής έχει δύναμη και πρέπει να την δείξει στα δύσκολα. Αποδεικνύεται ότι τίποτα δεν είναι σίγουρο και ότι τίποτα δεν διαρκεί για πάντα. Η ζωή είναι γεμάτη αναποδιές. Το θέμα είναι εμείς πως τις αντιμετωπίζουμε και τι κάνουμε όταν ορθώνονται μπροστά μας. Μπορεί να νοιώθουμε αδύναμοι αρκετές φορές από τα γεγονότα που μας ξεπερνούν. Παρόλα αυτά εμείς θα πρέπει να αναλαμβάνουμε το μερίδιο ευθύνης που μας αντιστοιχεί και να κάνουμε το δικό μας κουμάντο. Μην παραχωρούμε τη δύναμή μας ασυλλόγιστα. Και ας μην περιμένουμε πολλά από τους άλλους τους μεν και τους δε.
Νίτσε: Η ευτυχία είναι εύθραυστη και φευγαλέα
Η μοίρα των ανθρώπων είναι φτιαγμένη από ευτυχισμένες στιγμές, όλων η ζωή τις έχει, αλλά όχι από ευτυχισμένες εποχές
Η ευτυχία είναι εύθραυστη και φευγαλέα, επειδή μπορεί να τη ζήσει κανείς μόνο σε ορισμένες στιγμές.
Αν μπορούσαμε να την απολαμβάνουμε αδιάκοπα, θα έχανε όλη την αξία της, αφού μπορούμε να την αντιληφθούμε μονάχα ως αντίθεση.
Έπειτα από μια εβδομάδα με συννεφιά, η ηλιόλουστη μέρα μας φαίνεται σαν θαύμα της Δημιουργίας.
Κατά τον ίδιο τρόπο, αισθανόμαστε τη χαρά πιο λαμπερή όταν βγαίνουμε από το πηγάδι της θλίψης.
Tα δυο συναισθήματα αλληλοσυμπληρώνονται και χρειάζονται το ένα το άλλο, γιατί ούτε η μελαγχολία είναι αιώνια ούτε θα μπορούσαμε να υποφέρουμε εκατό χρόνια ευτυχία.
Ένας από τους παράγοντες του στρες της σύγχρονης κοινωνίας είναι ακριβώς αυτό: το να πιστεύουμε ότι έχουμε την υποχρέωση να είμαστε ευτυχισμένοι πάντα και παντού.
Η άρνηση της θλίψης προκαλεί τη διάδοση της κατανάλωσης αντικαταθλιπτικών και των θεραπειών, όπως και τη σπατάλη σε πράγματα που δε χρειαζόμαστε. μοιάζει σαν να πρέπει να νιώθουμε ντροπή αν δεν έχουμε ένα μόνιμο χαμόγελο χαραγμένο στο πρόσωπό μας.
Aντίθετα προς αυτή την ψευδή και παιδαριώδη οπτική γωνία, ο Νίτσε μας υπενθυμίζει πως η ευτυχία δίνεται μόνο σε αναλαμπές, κι όταν εμείς προσπαθούμε να τη διαιωνίσουμε καταστρέφουμε ακόμα και τις στιγμές αυτές, που μας βοηθούν να προχωράμε στον μακρύ και βασανιστικό δρόμο της ζωής.
Το γεγονός ότι νιώθουμε τόσο ευχάριστα στη φύση οφείλεται στο ότι αυτή δεν έχει γνώμη για μας
Οι άνθρωποι του 21ου αιώνα είμαστε ξεκομμένοι από τη φύση κι αυτό συχνά μας κάνει να αισθανόμαστε σαν εξωγήινοι στον ίδιο μας τον πλανήτη.
Aκόμα κι αν πιστεύουμε ότι η παιδεία και ο πολιτισμός έχουν αναπληρώσει το πιο ζωώδες και ενστικτώδες μέρος του εαυτού μας, εξακολουθούμε να χρειαζόμαστε την επαφή με το φυσικό μας περιβάλλον.
Για να σβήσουμε εικόνες άγχους που οφείλονται στην υπερβολική εργασία και σε αρκετά παρατεταμένη παραμονή στη ζούγκλα της πόλης, μια απόδραση δύο τριών ημερών κοντά στη φύση μπορεί να είναι περισσότερο αποτελεσματική από το να στουμπωθούμε με φάρμακα.
Με την ευωδιά της εξοχής, τον καθαρό αέρα, την ησυχία τη διακοπτόμενη μόνο από μικρά πλασματάκια που βουίζουν και τιτιβίζουν τριγύρω μας, ξαναβρίσκουμε τη δική μας φύση, την εγκαταλειμμένη πολύ μακριά.
Κι όπως τονίζει ο Νίτσε, στην πόλη οφείλουμε να υποδυόμαστε κάποιο ρόλο, επειδή μας ενδιαφέρει πολύ το τι σκέφτονται οι άλλοι για μας. αντίθετα, όταν επιστρέφουμε στη φύση, μπορούμε να επιτρέπουμε στον εαυτό μας την πολυτέλεια να είμαστε εμείς οι ίδιοι.
Δε χρειάζεται να ντυνόμαστε, να μιλάμε ή να ενεργούμε με έναν ιδιαίτερο τρόπο. αρκεί το να αφηνόμαστε να μας οδηγεί εκείνη στον πυρήνα του εαυτού μας, όπου μας περιμένει μια πηγή ηρεμίας.
Οφείλει κανείς να πληρώσει για την αθανασία, κι οφείλει να πεθάνει πολλές φορές ενώ συνεχίζει να ζει.
Ο Νίτσε μας υπενθυμίζει ότι δεν υπάρχει ένας μόνο θάνατος κατά τη διάρκεια της ύπαρξης ενός ανθρώπου.
Κατά τη διάρκεια της ζωής, ολοκληρώνουμε φάσεις και είναι χρήσιμο να πεθαίνουμε –συμβολικά– για να μπορούμε να γεννιόμαστε στο επόμενο στάδιο.
Αυτά τα άλματα από τη μια ζωή στην επόμενη, οι φυλές που είναι πιο προσκολλημένες στη γη τα αποκαλούν «διαβατήριες τελετές», μια στιγμή μετάβασης που ο πολιτισμός μας σήμερα πάει να τη χάσει.
O ανθρωπολόγος Ζουζέπ Mαρία Φερίκγκλα σχολιάζει επ’ αυτού:
«Η πρώτη κοινωνία, πέρα από θρησκευτικό ζήτημα, ήταν παραδοσιακά μια μυητική τελετουργία: μια συμβολική πύλη που οδηγούσε από την παιδική ηλικία στην εφηβεία. με την πρώτη κοινωνία των αγοριών, τους αγόραζαν τα πρώτα τους μακριά παντελόνια, κι αυτό τα μεταμόρφωνε πλέον σε μικρούς άντρες. συνέπιπτε δε με τις πρώτες άδειες να βγαίνουν έξω μόνα τους, παρόλο που ήταν μονάχα για να αγοράσουν ψωμί. για τον ίδιο λόγο, ο νονός συνήθιζε να τους ανοίγει έναν τραπεζικό λογαριασμό.
Επίσης, κατά την πρώτη κοινωνία, χάριζαν στα παιδιά το πρώτο τους ρολόι, πράγμα που σήμαινε ενήλικο έλεγχο του χρόνου».
Μια καλή άσκηση για να συνειδητοποιήσουμε τις ζωές που υπάρχουν μέσα σε αυτήν τη ζωή είναι να καταγράψουμε σε ένα χαρτί τις διάφορες φάσεις που ολοκληρώσαμε και αν υπήρξε κάποια διαβατήρια τελετή από τη μια φάση στην άλλη.
Κι έπειτα μπορούμε να κάνουμε στον εαυτό μας τη μεγάλη ερώτηση: Ποια είναι η επόμενη ζωή στην οποία θέλω να γεννηθώ;
Συνδέουμε τη δυστυχία με τόση ευγένεια (σαν να ήταν το να νιώθουμε ευτυχισμένοι σημάδι χυδαιότητας, έλλειψης φιλοδοξίας) που, αν πούμε σε κάποιον «Μα τι ευτυχισμένος που είστε!», κατά γενικό κανόνα θα διαμαρτυρηθεί
Δεν είναι κοινοτοπία αν πούμε ότι οι φαινομενικά πιο πρωτόγονοι λαοί εμφανίζουν έναν ζωτικό ρυθμό πιο υψηλό απ’ ό,τι η δυτική κοινωνία του σήμερα.
Πολλοί αναρωτιούνται γιατί αυτοί που δεν έχουν τίποτα, ή σχεδόν τίποτα, μπορούν να είναι σε καλύτερη ψυχική διάθεση από εκείνους που συγκεντρώνουν κοπιαστικά περιουσίες κάθε είδους.
Μήπως η διαμαρτυρία, όπως επισημαίνει ο Νίτσε, είναι διακριτικό του πολιτισμού μας;
Στις τυπικές συζητήσεις σε εργασιακά κέντρα, στα καφενεία και στις τραπεζαρίες, τα παράπονα δεν τελειώνουν: Βλέπουμε τη δυστυχία στην άνοδο των επιτοκίων, στο κόστος της ζωής, στον θόρυβο και στη ρύπανση που μαστίζει τις πόλεις. μπορεί να μην κάνουμε τίποτα για να τα διορθώσουμε όλα αυτά, αλλά μας αρέσει να ασκούμαστε στο άθλημα του παραπόνου.
Κι αυτό καταλήγει να μεταφράζεται σε άγχος και στρες.
Μια ενδιαφέρουσα επισήμανση: το στρες δεν το δημιουργούν οι εξωτερικές περιστάσεις που βιώνουμε αλλά η ερμηνεία που δίνουμε στις περιστάσεις αυτές.
Ίσως το μυστικό της ευτυχίας να είναι αυτό: Να πάψουμε να ανησυχούμε από παράγοντες και στατιστικές που δεν εξαρτώνται από μας και να το ρίχνουμε πιο πολύ στην πλάκα.
Η ευτυχία είναι εύθραυστη και φευγαλέα, επειδή μπορεί να τη ζήσει κανείς μόνο σε ορισμένες στιγμές.
Αν μπορούσαμε να την απολαμβάνουμε αδιάκοπα, θα έχανε όλη την αξία της, αφού μπορούμε να την αντιληφθούμε μονάχα ως αντίθεση.
Έπειτα από μια εβδομάδα με συννεφιά, η ηλιόλουστη μέρα μας φαίνεται σαν θαύμα της Δημιουργίας.
Κατά τον ίδιο τρόπο, αισθανόμαστε τη χαρά πιο λαμπερή όταν βγαίνουμε από το πηγάδι της θλίψης.
Tα δυο συναισθήματα αλληλοσυμπληρώνονται και χρειάζονται το ένα το άλλο, γιατί ούτε η μελαγχολία είναι αιώνια ούτε θα μπορούσαμε να υποφέρουμε εκατό χρόνια ευτυχία.
Ένας από τους παράγοντες του στρες της σύγχρονης κοινωνίας είναι ακριβώς αυτό: το να πιστεύουμε ότι έχουμε την υποχρέωση να είμαστε ευτυχισμένοι πάντα και παντού.
Η άρνηση της θλίψης προκαλεί τη διάδοση της κατανάλωσης αντικαταθλιπτικών και των θεραπειών, όπως και τη σπατάλη σε πράγματα που δε χρειαζόμαστε. μοιάζει σαν να πρέπει να νιώθουμε ντροπή αν δεν έχουμε ένα μόνιμο χαμόγελο χαραγμένο στο πρόσωπό μας.
Aντίθετα προς αυτή την ψευδή και παιδαριώδη οπτική γωνία, ο Νίτσε μας υπενθυμίζει πως η ευτυχία δίνεται μόνο σε αναλαμπές, κι όταν εμείς προσπαθούμε να τη διαιωνίσουμε καταστρέφουμε ακόμα και τις στιγμές αυτές, που μας βοηθούν να προχωράμε στον μακρύ και βασανιστικό δρόμο της ζωής.
Το γεγονός ότι νιώθουμε τόσο ευχάριστα στη φύση οφείλεται στο ότι αυτή δεν έχει γνώμη για μας
Οι άνθρωποι του 21ου αιώνα είμαστε ξεκομμένοι από τη φύση κι αυτό συχνά μας κάνει να αισθανόμαστε σαν εξωγήινοι στον ίδιο μας τον πλανήτη.
Aκόμα κι αν πιστεύουμε ότι η παιδεία και ο πολιτισμός έχουν αναπληρώσει το πιο ζωώδες και ενστικτώδες μέρος του εαυτού μας, εξακολουθούμε να χρειαζόμαστε την επαφή με το φυσικό μας περιβάλλον.
Για να σβήσουμε εικόνες άγχους που οφείλονται στην υπερβολική εργασία και σε αρκετά παρατεταμένη παραμονή στη ζούγκλα της πόλης, μια απόδραση δύο τριών ημερών κοντά στη φύση μπορεί να είναι περισσότερο αποτελεσματική από το να στουμπωθούμε με φάρμακα.
Με την ευωδιά της εξοχής, τον καθαρό αέρα, την ησυχία τη διακοπτόμενη μόνο από μικρά πλασματάκια που βουίζουν και τιτιβίζουν τριγύρω μας, ξαναβρίσκουμε τη δική μας φύση, την εγκαταλειμμένη πολύ μακριά.
Κι όπως τονίζει ο Νίτσε, στην πόλη οφείλουμε να υποδυόμαστε κάποιο ρόλο, επειδή μας ενδιαφέρει πολύ το τι σκέφτονται οι άλλοι για μας. αντίθετα, όταν επιστρέφουμε στη φύση, μπορούμε να επιτρέπουμε στον εαυτό μας την πολυτέλεια να είμαστε εμείς οι ίδιοι.
Δε χρειάζεται να ντυνόμαστε, να μιλάμε ή να ενεργούμε με έναν ιδιαίτερο τρόπο. αρκεί το να αφηνόμαστε να μας οδηγεί εκείνη στον πυρήνα του εαυτού μας, όπου μας περιμένει μια πηγή ηρεμίας.
Οφείλει κανείς να πληρώσει για την αθανασία, κι οφείλει να πεθάνει πολλές φορές ενώ συνεχίζει να ζει.
Ο Νίτσε μας υπενθυμίζει ότι δεν υπάρχει ένας μόνο θάνατος κατά τη διάρκεια της ύπαρξης ενός ανθρώπου.
Κατά τη διάρκεια της ζωής, ολοκληρώνουμε φάσεις και είναι χρήσιμο να πεθαίνουμε –συμβολικά– για να μπορούμε να γεννιόμαστε στο επόμενο στάδιο.
Αυτά τα άλματα από τη μια ζωή στην επόμενη, οι φυλές που είναι πιο προσκολλημένες στη γη τα αποκαλούν «διαβατήριες τελετές», μια στιγμή μετάβασης που ο πολιτισμός μας σήμερα πάει να τη χάσει.
O ανθρωπολόγος Ζουζέπ Mαρία Φερίκγκλα σχολιάζει επ’ αυτού:
«Η πρώτη κοινωνία, πέρα από θρησκευτικό ζήτημα, ήταν παραδοσιακά μια μυητική τελετουργία: μια συμβολική πύλη που οδηγούσε από την παιδική ηλικία στην εφηβεία. με την πρώτη κοινωνία των αγοριών, τους αγόραζαν τα πρώτα τους μακριά παντελόνια, κι αυτό τα μεταμόρφωνε πλέον σε μικρούς άντρες. συνέπιπτε δε με τις πρώτες άδειες να βγαίνουν έξω μόνα τους, παρόλο που ήταν μονάχα για να αγοράσουν ψωμί. για τον ίδιο λόγο, ο νονός συνήθιζε να τους ανοίγει έναν τραπεζικό λογαριασμό.
Επίσης, κατά την πρώτη κοινωνία, χάριζαν στα παιδιά το πρώτο τους ρολόι, πράγμα που σήμαινε ενήλικο έλεγχο του χρόνου».
Μια καλή άσκηση για να συνειδητοποιήσουμε τις ζωές που υπάρχουν μέσα σε αυτήν τη ζωή είναι να καταγράψουμε σε ένα χαρτί τις διάφορες φάσεις που ολοκληρώσαμε και αν υπήρξε κάποια διαβατήρια τελετή από τη μια φάση στην άλλη.
Κι έπειτα μπορούμε να κάνουμε στον εαυτό μας τη μεγάλη ερώτηση: Ποια είναι η επόμενη ζωή στην οποία θέλω να γεννηθώ;
Συνδέουμε τη δυστυχία με τόση ευγένεια (σαν να ήταν το να νιώθουμε ευτυχισμένοι σημάδι χυδαιότητας, έλλειψης φιλοδοξίας) που, αν πούμε σε κάποιον «Μα τι ευτυχισμένος που είστε!», κατά γενικό κανόνα θα διαμαρτυρηθεί
Δεν είναι κοινοτοπία αν πούμε ότι οι φαινομενικά πιο πρωτόγονοι λαοί εμφανίζουν έναν ζωτικό ρυθμό πιο υψηλό απ’ ό,τι η δυτική κοινωνία του σήμερα.
Πολλοί αναρωτιούνται γιατί αυτοί που δεν έχουν τίποτα, ή σχεδόν τίποτα, μπορούν να είναι σε καλύτερη ψυχική διάθεση από εκείνους που συγκεντρώνουν κοπιαστικά περιουσίες κάθε είδους.
Μήπως η διαμαρτυρία, όπως επισημαίνει ο Νίτσε, είναι διακριτικό του πολιτισμού μας;
Στις τυπικές συζητήσεις σε εργασιακά κέντρα, στα καφενεία και στις τραπεζαρίες, τα παράπονα δεν τελειώνουν: Βλέπουμε τη δυστυχία στην άνοδο των επιτοκίων, στο κόστος της ζωής, στον θόρυβο και στη ρύπανση που μαστίζει τις πόλεις. μπορεί να μην κάνουμε τίποτα για να τα διορθώσουμε όλα αυτά, αλλά μας αρέσει να ασκούμαστε στο άθλημα του παραπόνου.
Κι αυτό καταλήγει να μεταφράζεται σε άγχος και στρες.
Μια ενδιαφέρουσα επισήμανση: το στρες δεν το δημιουργούν οι εξωτερικές περιστάσεις που βιώνουμε αλλά η ερμηνεία που δίνουμε στις περιστάσεις αυτές.
Ίσως το μυστικό της ευτυχίας να είναι αυτό: Να πάψουμε να ανησυχούμε από παράγοντες και στατιστικές που δεν εξαρτώνται από μας και να το ρίχνουμε πιο πολύ στην πλάκα.
Η ανάγκη του να έχει κανείς πάντα δίκιο: Το λεπτό όριο μεταξύ υπερηφάνειας και αυταπάτης
Μερικοί άνθρωποι πρέπει να έχουν πάντα δίκιο. Δεν αντέχουν να χάσουν σε μια διαφωνία. Δεν παραδέχονται την ήττα τους μπροστά σε αδιάσειστα στοιχεία εναντίον της θέσης τους. Ακόμα και το να έχουν τον τελευταίο λόγο μπορεί να μην είναι αρκετό γι’ αυτούς, αν πιστεύουν ότι η άλλη πλευρά έχει κουραστεί από τη συζήτηση και έχει σταματήσει να επιχειρηματολογεί χωρίς να παραδεχτεί τη θέση της. Σε αυτή την περίπτωση, μπορεί να επιμείνουν να ξαναπιάσουν το θέμα αργότερα.
Όπως και με τα περισσότερα χαρακτηριστικά, η «ανάγκη να έχει κανείς δίκιο» εμπίπτει σε ένα φάσμα. Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε μια δόση από αυτή και μάλλον λίγοι την εμφανίζουν είτε πάντα είτε ποτέ. Το πλαίσιο παίζει και εδώ ρόλο. Ένα άτομο μπορεί να παραδεχτεί το λάθος του όταν μιλά με τον προϊστάμενό του, αλλά όχι με το άτομο με το οποίο βγαίνει.
Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι το ποιος πυροδοτεί και ποιος όχι την ανάγκη μας να έχουμε δίκιο μπορεί να μη σχετίζεται με την κοινωνική ιεραρχία ή με εκτιμήσεις, όπως η επιθυμία να είμαστε υπό την εύνοια ενός προϊσταμένου. Μπορεί, για παράδειγμα, να γίνεστε ανταγωνιστικοί με τον μεγαλύτερο αδελφό σας, αλλά να είστε πρόθυμοι να υποχωρήσετε μπροστά στον μικρότερο αδελφό σας ή το αντίστροφο. (Το γιατί ακριβώς συμβαίνει αυτό, τι είναι αυτό σε ένα άτομο που πυροδοτεί την ανάγκη κάποιου να έχει δίκιο είναι ένα ενδιαφέρον ερώτημα).
Τι λέμε στον εαυτό μας
Ίσως, η πιο συνηθισμένη εξήγηση που δίνουμε στον εαυτό μας για το γιατί συμπεριφερόμαστε με τον τρόπο που αναφέραμε είναι η εξής: έχουμε δίκιο. Αν πιστεύουμε ότι έχουμε δίκιο, τι να πούμε; Ότι κάνουμε λάθος; Γιατί να το κάνουμε αυτό;
Υπάρχει, χωρίς αμφιβολία, κάτι σε αυτό το σημείο. Δεν πρέπει να συμφωνούμε με τα ψέματα. Αλλά πρώτα, ακόμη και αυτός ο ισχυρισμός θα πρέπει να εξειδικευτεί. Μερικές φορές, μπορεί να είναι απολύτως σκόπιμο να εγκαταλείψουμε ένα θέμα παρά το γεγονός ότι έχουμε σοβαρούς λόγους να πιστεύουμε ότι έχουμε δίκιο. Ας πούμε ότι η μητέρα σας κάνει ένα αυθόρμητο σχόλιο που είναι αντίθετο με αυτό που είχατε πει. Αν ξέρετε ότι είχε ήδη μια κουραστική μέρα και δεν είναι σε θέση να τσακωθεί μαζί σας, το να επιμείνετε να υπερασπιστεί την άποψή της ή αλλιώς να παραδεχτεί ότι έχετε δίκιο μπορεί να είναι κακοί τρόποι αγενές και λάθος.
Το πιο σημαντικό είναι ότι, αν και σε κάποιες περιστάσεις μπορούμε εύλογα να πούμε στον εαυτό μας ότι επιμένουμε να έχουμε δίκιο επειδή έχουμε, αν παρουσιάζουμε ένα τακτικό μοτίβο, μάλλον κάτι άλλο συμβαίνει. Εξάλλου, είναι απίθανο να μην κάνουμε κάποιες φορές λάθος. Τι άλλο φταίει λοιπόν;
Ισχυρό προσωπικό συμφέρον
Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι άνθρωποι έχουν ισχυρό κίνητρο να δηλώνουν ότι έχουν δίκιο παρά τα αντίθετα στοιχεία. Αυτή είναι η πιθανή εξήγηση του γιατί οι γιατροί ορισμένες φορές δεν αναγνωρίζουν τα λάθη τους. Παρόλο που διδάσκονται να αντιμετωπίζουν τα λάθη τους, σχεδόν ποτέ δεν το κάνουν.
Το κίνητρο δεν είναι δύσκολο να γίνει φανερό: Η ηθική λέει ναι, το ένστικτο λέει όχι. Για πολλούς επαγγελματίες, η παραδοχή λάθους είναι ενοχλητική και μπορεί να οδηγήσει σε κακή αξιολόγηση, μομφή ή ακόμη και απόλυση.
Τι δεν λέμε στον εαυτό μας
Υπάρχει και η ισχυρή υπόθεση ότι αυτό που τροφοδοτεί την ανάγκη μας να έχουμε πάντα δίκιο είναι συνήθως μια λανθασμένη μορφή υπερηφάνειας. Κάποιος που θαυμάζει αυθόρμητα τον εαυτό του και συμπεραίνει ότι έχει δίκιο με βάση πενιχρά στοιχεία, κινδυνεύει ιδιαίτερα να γίνει κάποιος που πρέπει να έχει πάντα δίκιο.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η επιθυμία να σκέφτεται κανείς θετικά για τον εαυτό του και να το κάνουν και οι άλλοι είναι υγιής. Κάποια επιθυμία για ανωτερότητα είναι ίσως αναπόφευκτη και μπορεί να είναι επίσης υγιής όταν οδηγεί σε μια προσπάθεια για αριστεία. Το πρόβλημα με το να θέλουμε να έχουμε πάντα δίκιο είναι ότι η επιθυμία αυτή αποσυνδέεται από την πραγματική γνώση και τα επιτεύγματα.
Αναφέρθηκε προηγουμένως ότι υπάρχει κάτι που δεν είναι απόλυτα λογικό στο να αρνείσαι πάντα να παραδεχτείς ότι έκανες λάθος. Το πρόβλημα δεν έγκειται στο ότι το άτομο που έχει ανάγκη να έχει πάντα δίκιο αντιλαμβάνεται τα λάθη και την απώλεια ενός επιχειρήματος ως προσβολή του εαυτού του, ως υπονόμευση της θέσης του σε μια φανταστική ιεραρχία.
Και αυτό μπορεί να είναι λανθασμένο, ιδίως όταν το αντικείμενο της διαφωνίας δεν έχει καμία σημασία, αλλά υπάρχει κάτι πιο σημαντικό: δεν μπορούμε, στην πραγματικότητα, να αποκρούσουμε ένα πλήγμα στην υπερηφάνειά μας απλώς αρνούμενοι να παραδεχτούμε ότι αυτό συνέβη. Δεν μπορούμε να κάνουμε τους άλλους να μας βλέπουν ως σωστούς επιμένοντας σε αυτό. Γιατί στο τέλος αυτό που θα δουν είναι έναν άνθρωπο που δεν παραδέχεται ποτέ ότι έχασε σε μια διαφωνία.
Σίγουρα το λάθος μας δεν αποτελεί ένα επίτευγμα για το οποίο πρέπει να είμαστε υπερήφανοι. Μπορούμε, ίσως, να προσπαθήσουμε να διατηρήσουμε την ιδέα της δικής μας ανωτερότητας αγνοώντας την επίδραση που έχουμε στους άλλους, αλλά μόνο με το τίμημα του διαχωρισμού της αυτοεκτίμησης από την άποψη που έχουν οι άλλοι για εμάς.
Γι’ αυτό, λοιπόν, δεν είναι απόλυτα λογικό να αρνούμαστε να παραδεχτούμε τα λάθη: Μπορεί να καταλήξουμε να υπονομεύουμε τον ίδιο μας τον στόχο στο να μας βλέπουν θετικά. Και συνεπώς γινόμαστε δυσάρεστοι και αντιπαθείς στους άλλους, κάτι που προσπαθούμε να αποφύγουμε εξαρχής.
Το ζητούμενο είναι να μην διαχωρίζουμε εντελώς την άποψή μας για τον εαυτό μας από το τι πιστεύουν όλοι οι άλλοι για εμάς. Υπάρχει μια βαθιά ευαισθησία πίσω από ένα άτομο που πρέπει πάντα να έχει δίκιο. Ο δρόμος αυτός είναι ένας δρόμος που οδηγεί τελικά στην απομόνωση, σε ένα μέρος όπου κανείς δεν μας βλέπει όπως βλέπουμε εμείς τους εαυτούς μας. Σε ακραίες περιπτώσεις – όπως αυτή του ναρκισσισμού – το αποτέλεσμα δεν είναι τίποτα λιγότερο από μια αυταπάτη.
Όπως και με τα περισσότερα χαρακτηριστικά, η «ανάγκη να έχει κανείς δίκιο» εμπίπτει σε ένα φάσμα. Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε μια δόση από αυτή και μάλλον λίγοι την εμφανίζουν είτε πάντα είτε ποτέ. Το πλαίσιο παίζει και εδώ ρόλο. Ένα άτομο μπορεί να παραδεχτεί το λάθος του όταν μιλά με τον προϊστάμενό του, αλλά όχι με το άτομο με το οποίο βγαίνει.
Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι το ποιος πυροδοτεί και ποιος όχι την ανάγκη μας να έχουμε δίκιο μπορεί να μη σχετίζεται με την κοινωνική ιεραρχία ή με εκτιμήσεις, όπως η επιθυμία να είμαστε υπό την εύνοια ενός προϊσταμένου. Μπορεί, για παράδειγμα, να γίνεστε ανταγωνιστικοί με τον μεγαλύτερο αδελφό σας, αλλά να είστε πρόθυμοι να υποχωρήσετε μπροστά στον μικρότερο αδελφό σας ή το αντίστροφο. (Το γιατί ακριβώς συμβαίνει αυτό, τι είναι αυτό σε ένα άτομο που πυροδοτεί την ανάγκη κάποιου να έχει δίκιο είναι ένα ενδιαφέρον ερώτημα).
Τι λέμε στον εαυτό μας
Ίσως, η πιο συνηθισμένη εξήγηση που δίνουμε στον εαυτό μας για το γιατί συμπεριφερόμαστε με τον τρόπο που αναφέραμε είναι η εξής: έχουμε δίκιο. Αν πιστεύουμε ότι έχουμε δίκιο, τι να πούμε; Ότι κάνουμε λάθος; Γιατί να το κάνουμε αυτό;
Υπάρχει, χωρίς αμφιβολία, κάτι σε αυτό το σημείο. Δεν πρέπει να συμφωνούμε με τα ψέματα. Αλλά πρώτα, ακόμη και αυτός ο ισχυρισμός θα πρέπει να εξειδικευτεί. Μερικές φορές, μπορεί να είναι απολύτως σκόπιμο να εγκαταλείψουμε ένα θέμα παρά το γεγονός ότι έχουμε σοβαρούς λόγους να πιστεύουμε ότι έχουμε δίκιο. Ας πούμε ότι η μητέρα σας κάνει ένα αυθόρμητο σχόλιο που είναι αντίθετο με αυτό που είχατε πει. Αν ξέρετε ότι είχε ήδη μια κουραστική μέρα και δεν είναι σε θέση να τσακωθεί μαζί σας, το να επιμείνετε να υπερασπιστεί την άποψή της ή αλλιώς να παραδεχτεί ότι έχετε δίκιο μπορεί να είναι κακοί τρόποι αγενές και λάθος.
Το πιο σημαντικό είναι ότι, αν και σε κάποιες περιστάσεις μπορούμε εύλογα να πούμε στον εαυτό μας ότι επιμένουμε να έχουμε δίκιο επειδή έχουμε, αν παρουσιάζουμε ένα τακτικό μοτίβο, μάλλον κάτι άλλο συμβαίνει. Εξάλλου, είναι απίθανο να μην κάνουμε κάποιες φορές λάθος. Τι άλλο φταίει λοιπόν;
Ισχυρό προσωπικό συμφέρον
Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι άνθρωποι έχουν ισχυρό κίνητρο να δηλώνουν ότι έχουν δίκιο παρά τα αντίθετα στοιχεία. Αυτή είναι η πιθανή εξήγηση του γιατί οι γιατροί ορισμένες φορές δεν αναγνωρίζουν τα λάθη τους. Παρόλο που διδάσκονται να αντιμετωπίζουν τα λάθη τους, σχεδόν ποτέ δεν το κάνουν.
Το κίνητρο δεν είναι δύσκολο να γίνει φανερό: Η ηθική λέει ναι, το ένστικτο λέει όχι. Για πολλούς επαγγελματίες, η παραδοχή λάθους είναι ενοχλητική και μπορεί να οδηγήσει σε κακή αξιολόγηση, μομφή ή ακόμη και απόλυση.
Τι δεν λέμε στον εαυτό μας
Υπάρχει και η ισχυρή υπόθεση ότι αυτό που τροφοδοτεί την ανάγκη μας να έχουμε πάντα δίκιο είναι συνήθως μια λανθασμένη μορφή υπερηφάνειας. Κάποιος που θαυμάζει αυθόρμητα τον εαυτό του και συμπεραίνει ότι έχει δίκιο με βάση πενιχρά στοιχεία, κινδυνεύει ιδιαίτερα να γίνει κάποιος που πρέπει να έχει πάντα δίκιο.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η επιθυμία να σκέφτεται κανείς θετικά για τον εαυτό του και να το κάνουν και οι άλλοι είναι υγιής. Κάποια επιθυμία για ανωτερότητα είναι ίσως αναπόφευκτη και μπορεί να είναι επίσης υγιής όταν οδηγεί σε μια προσπάθεια για αριστεία. Το πρόβλημα με το να θέλουμε να έχουμε πάντα δίκιο είναι ότι η επιθυμία αυτή αποσυνδέεται από την πραγματική γνώση και τα επιτεύγματα.
Αναφέρθηκε προηγουμένως ότι υπάρχει κάτι που δεν είναι απόλυτα λογικό στο να αρνείσαι πάντα να παραδεχτείς ότι έκανες λάθος. Το πρόβλημα δεν έγκειται στο ότι το άτομο που έχει ανάγκη να έχει πάντα δίκιο αντιλαμβάνεται τα λάθη και την απώλεια ενός επιχειρήματος ως προσβολή του εαυτού του, ως υπονόμευση της θέσης του σε μια φανταστική ιεραρχία.
Και αυτό μπορεί να είναι λανθασμένο, ιδίως όταν το αντικείμενο της διαφωνίας δεν έχει καμία σημασία, αλλά υπάρχει κάτι πιο σημαντικό: δεν μπορούμε, στην πραγματικότητα, να αποκρούσουμε ένα πλήγμα στην υπερηφάνειά μας απλώς αρνούμενοι να παραδεχτούμε ότι αυτό συνέβη. Δεν μπορούμε να κάνουμε τους άλλους να μας βλέπουν ως σωστούς επιμένοντας σε αυτό. Γιατί στο τέλος αυτό που θα δουν είναι έναν άνθρωπο που δεν παραδέχεται ποτέ ότι έχασε σε μια διαφωνία.
Σίγουρα το λάθος μας δεν αποτελεί ένα επίτευγμα για το οποίο πρέπει να είμαστε υπερήφανοι. Μπορούμε, ίσως, να προσπαθήσουμε να διατηρήσουμε την ιδέα της δικής μας ανωτερότητας αγνοώντας την επίδραση που έχουμε στους άλλους, αλλά μόνο με το τίμημα του διαχωρισμού της αυτοεκτίμησης από την άποψη που έχουν οι άλλοι για εμάς.
Γι’ αυτό, λοιπόν, δεν είναι απόλυτα λογικό να αρνούμαστε να παραδεχτούμε τα λάθη: Μπορεί να καταλήξουμε να υπονομεύουμε τον ίδιο μας τον στόχο στο να μας βλέπουν θετικά. Και συνεπώς γινόμαστε δυσάρεστοι και αντιπαθείς στους άλλους, κάτι που προσπαθούμε να αποφύγουμε εξαρχής.
Το ζητούμενο είναι να μην διαχωρίζουμε εντελώς την άποψή μας για τον εαυτό μας από το τι πιστεύουν όλοι οι άλλοι για εμάς. Υπάρχει μια βαθιά ευαισθησία πίσω από ένα άτομο που πρέπει πάντα να έχει δίκιο. Ο δρόμος αυτός είναι ένας δρόμος που οδηγεί τελικά στην απομόνωση, σε ένα μέρος όπου κανείς δεν μας βλέπει όπως βλέπουμε εμείς τους εαυτούς μας. Σε ακραίες περιπτώσεις – όπως αυτή του ναρκισσισμού – το αποτέλεσμα δεν είναι τίποτα λιγότερο από μια αυταπάτη.
Όσοι περιπλανιούνται, δεν σημαίνει ότι έχουν χαθεί
Είστε αυτοί που είστε – η προσωπικότητά σας, οι συνήθειες, η γλώσσα που χρησιμοποιείτε, ο τρόπος που συστήνεστε – είναι αποτέλεσμα της προσωπικής σας ανάπτυξης και εξέλιξης, αλλά και του τρόπου που έχετε αντιμετωπίσει τη ζωή σε κάθε της έμφαση.
Ίσως αναπτύξατε μια αίσθηση μαύρου χιούμορ ως μηχανισμό άμυνας για να αντιμετωπίσετε ένα τραύμα. Ίσως το μόνο που θέλατε ήταν η αποδοχή, οπότε αρχίσατε να αναπτύσσετε έναν σύστημα χειραγώγησης ώστε να παίρνετε την επιβεβαίωση που θέλετε.
Υπάρχει ένα μόνο μικρό μέρος της προσωπικότητάς μας που εκφράζουμε στους άλλους, μια μικρή ρωγμή που επιτρέπει στους άλλους να δουν αρκετά από εμάς ώστε να διαμορφώσουν τη δική τους άποψη για το ποιοι είμαστε, αλλά υπάρχει κι ένα μεγαλύτερο μέρος μας που κρύβουμε.
Καθώς προχωράμε προς νέα κεφάλαια της ζωής μας, υπάρχει μια περίοδος περιπλάνησης. Αρχίζουμε να αντιλαμβανόμαστε ότι είμαστε κάτι πολύ περισσότερο από τον πόνο μας. Και ότι μπορούμε να κάνουμε κάτι πολύ παραπάνω από το να ικανοποιούμε συνεχώς εμάς ή τον εγωισμό μας.
Έρχεται η στιγμή που μια αλλαγή συντελείται μέσα μας και ανακαλύπτουμε μια νέα πραγματικότητα, την οποία λαχταράμε να εξερευνήσουμε. Αυτή η αλλαγή μπορεί να προκληθεί από ένα αρνητικό ερέθισμα, όπως το να χάσουμε μια δουλειά ή έναν αγαπημένο μας άνθρωπο. Το ερέθισμα όμως μπορεί να είναι και θετικό, όπως το να αδράξουμε μια ευκαιρία που θα μας ανοίξει μια πόρτα που ποτέ πριν δεν είχαμε αντιληφθεί ότι υπάρχει. Είτε αρνητική, είτε θετική, η αλλαγή είναι αναπόφευκτη και στην αρχή μας κάνει να νιώθουμε ότι είμαστε χαμένοι.
Όταν εξελίσσεστε, το περιβάλλον μπορεί να σας φαίνεται ανοίκειο και ορισμένοι άνθρωποι μπορεί να χάνονται από το προσκήνιο. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι έχετε χαθεί χωρίς λόγο. Έχετε χάσει τον εαυτό σας, έχετε χάσει το δρόμο σας για να τα ξαναβρείτε. Να τα επανεφεύρετε.
Ίσως αναπτύξατε μια αίσθηση μαύρου χιούμορ ως μηχανισμό άμυνας για να αντιμετωπίσετε ένα τραύμα. Ίσως το μόνο που θέλατε ήταν η αποδοχή, οπότε αρχίσατε να αναπτύσσετε έναν σύστημα χειραγώγησης ώστε να παίρνετε την επιβεβαίωση που θέλετε.
Υπάρχει ένα μόνο μικρό μέρος της προσωπικότητάς μας που εκφράζουμε στους άλλους, μια μικρή ρωγμή που επιτρέπει στους άλλους να δουν αρκετά από εμάς ώστε να διαμορφώσουν τη δική τους άποψη για το ποιοι είμαστε, αλλά υπάρχει κι ένα μεγαλύτερο μέρος μας που κρύβουμε.
Καθώς προχωράμε προς νέα κεφάλαια της ζωής μας, υπάρχει μια περίοδος περιπλάνησης. Αρχίζουμε να αντιλαμβανόμαστε ότι είμαστε κάτι πολύ περισσότερο από τον πόνο μας. Και ότι μπορούμε να κάνουμε κάτι πολύ παραπάνω από το να ικανοποιούμε συνεχώς εμάς ή τον εγωισμό μας.
Έρχεται η στιγμή που μια αλλαγή συντελείται μέσα μας και ανακαλύπτουμε μια νέα πραγματικότητα, την οποία λαχταράμε να εξερευνήσουμε. Αυτή η αλλαγή μπορεί να προκληθεί από ένα αρνητικό ερέθισμα, όπως το να χάσουμε μια δουλειά ή έναν αγαπημένο μας άνθρωπο. Το ερέθισμα όμως μπορεί να είναι και θετικό, όπως το να αδράξουμε μια ευκαιρία που θα μας ανοίξει μια πόρτα που ποτέ πριν δεν είχαμε αντιληφθεί ότι υπάρχει. Είτε αρνητική, είτε θετική, η αλλαγή είναι αναπόφευκτη και στην αρχή μας κάνει να νιώθουμε ότι είμαστε χαμένοι.
Όταν εξελίσσεστε, το περιβάλλον μπορεί να σας φαίνεται ανοίκειο και ορισμένοι άνθρωποι μπορεί να χάνονται από το προσκήνιο. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι έχετε χαθεί χωρίς λόγο. Έχετε χάσει τον εαυτό σας, έχετε χάσει το δρόμο σας για να τα ξαναβρείτε. Να τα επανεφεύρετε.
Αυτό που είσαι πραγματικά δεν μπορεί και δεν πρόκειται ποτέ να το συλλάβει ο νους σου, όση φαντασία και αν έχεις
Σταμάτα να βλέπεις τον εαυτό σου σαν ένα πακέτο σκέψεων, πεποιθήσεων, αναμνήσεων, εικόνων, συναισθημάτων ή παραπόνων. Αυτό που είσαι πραγματικά δεν μπορεί και δεν πρόκειται ποτέ να το συλλάβει ο νους σου, όση φαντασία και αν έχεις.
Όταν περπατάς παρατήρησε ότι περπατάς. Όταν κάθεσαι παρατήρησε ότι κάθεσαι. Όταν κλαις παρατήρησε ότι κλαις. Όταν χαίρεσαι παρατήρησε ότι χαίρεσαι. Όταν φωνάζεις παρατήρησε ότι φωνάζεις. Όταν φοβάσαι παρατήρησε ότι φοβάσαι. Όταν σκέφτεσαι παρατήρησε ότι σκέφτεσαι.
Ό,τι κάνεις, απλά παρατήρησέ το. Μην κρατάς τίποτα και μην κάνεις τίποτα δικό σου. Τώρα που διαβάζεις παρατήρησε ότι διαβάζεις. Τώρα που βλέπεις παρατήρησε ότι βλέπεις. Τώρα που αναπνέεις παρατήρησε ότι αναπνέεις
Αφαίρεσε την προσοχή σου απ' το περιεχόμενο της αντίληψης και στρεψ' τη προς τη γνώση της εμπειρίας. Όταν γνωρίζεις ότι βιώνεις κάτι, κοιτάς τον εαυτό σου κατάματα. Συνδέεσαι με το Είναι, την επίγνωση που γνωρίζει τον εαυτό της μέσα από τις εμπειρίες. Αυτό που είσαι
Η επίγνωση δεν περπατάει. Το σώμα περπατάει. Η επίγνωση δεν κάθεται. Το σώμα κάθεται. Η επίγνωση δεν κλαίει. Το σώμα κλαίει. Η επίγνωση δεν χαίρεται. Το σώμα χαίρεται. Η επίγνωση δεν φωνάζει. Το σώμα φωνάζει. Η επίγνωση δεν φοβάται. Το σώμα φοβάται. Η επίγνωση δεν σκέφτεται. Ο νους σκέφτεται
Η επίγνωση είναι ο κοινός παρονομαστής σε όλα σου τα «κάνω», τα «αισθάνομαι», τα «σκέφτομαι», τα «νιώθω». Είναι πάντα παρούσα. Είναι η γνώση της ζωής
Το μόνο για το οποίο μπορούμε να είμαστε σίγουροι σε όλη μας τη ζωή είναι η γνώση των εμπειριών μας. Για το περιεχόμενό τους ποτέ κανένας δεν είναι σίγουρος. Αυτό που σκέφτεσαι είναι σωστό ή λάθος; Αυτό που βλέπεις είναι αυτό που νομίζεις ή είναι κάτι άλλο; Η συμπεριφορά ενός ανθρώπου εξηγείται μ” αυτόν τον τρόπο ή με άλλον; Ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος
Είσαι όμως σίγουρος ότι σκέφτεσαι. Είσαι σίγουρος ότι βλέπεις. Και είσαι σίγουρος ότι παρατηρείς τη συμπεριφορά ενός ανθρώπου. Το μόνο με το οποίο έρχεσαι σε επαφή είναι η γνώση των εμπειριών. Όλα τα άλλα αποτελούν παροδικά φαινόμενα. Μορφές, αντικείμενα, άνθρωποι, αισθήσεις, σκέψεις και συναισθήματα… Όλα έρχονται και φεύγουν.
Το μεγαλύτερο κακό που μπορεί να κάνει κανείς στον εαυτό του είναι να πιστέψει ότι είναι ένα πακέτο σκέψεων και συναισθημάτων. Αλλά ακόμα και αυτή η φράση δεν εκφράζει την αλήθεια. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει «κακό», δεν υπάρχει «εαυτός» και δεν υπάρχει «πίστη». Απλά, όταν απουσιάζει η επίγνωση για την ύπαρξη των σκέψεων και των συναισθημάτων, συμβαίνει αυτό το «κακό», που κάνει κάποιος «εαυτός», επειδή «πιστεύει» ότι είναι ένα πακέτο σκέψεων και συναισθημάτων. Όλα αυτά συμβαίνουν εν απουσία της επίγνωσης, δηλαδή ανεπίγνωστα, δηλαδή ασυνείδητα. Δεν τα κάνει κανείς και γι' αυτό δεν φταίει κανείς.
Όλα μας τα πιστεύω και οι πεποιθήσεις είναι σκέψεις. Και οι σκέψεις είναι λέξεις. Οι λέξεις γράμματα. Τα γράμματα σύμβολα. Είμαστε ένα πακέτο από σύμβολα; Μήπως ο κόσμος όλος είναι ένα πακέτο από σύμβολα; Τα σύμφωνα και τα φωνήεντα… Αυτά θα μας πουν ποιοι ή τι είμαστε; Αυτά θα μας πουν πώς είναι ο κόσμος και τι είναι η ζωή;
Ανεπίγνωστα θυσιάσαμε το βίωμα για τις λέξεις και την ελευθερία για μια ταυτότητα.
Δεν είμαστε τίποτα. Γνωρίζουμε.
Όταν περπατάς παρατήρησε ότι περπατάς. Όταν κάθεσαι παρατήρησε ότι κάθεσαι. Όταν κλαις παρατήρησε ότι κλαις. Όταν χαίρεσαι παρατήρησε ότι χαίρεσαι. Όταν φωνάζεις παρατήρησε ότι φωνάζεις. Όταν φοβάσαι παρατήρησε ότι φοβάσαι. Όταν σκέφτεσαι παρατήρησε ότι σκέφτεσαι.
Ό,τι κάνεις, απλά παρατήρησέ το. Μην κρατάς τίποτα και μην κάνεις τίποτα δικό σου. Τώρα που διαβάζεις παρατήρησε ότι διαβάζεις. Τώρα που βλέπεις παρατήρησε ότι βλέπεις. Τώρα που αναπνέεις παρατήρησε ότι αναπνέεις
Αφαίρεσε την προσοχή σου απ' το περιεχόμενο της αντίληψης και στρεψ' τη προς τη γνώση της εμπειρίας. Όταν γνωρίζεις ότι βιώνεις κάτι, κοιτάς τον εαυτό σου κατάματα. Συνδέεσαι με το Είναι, την επίγνωση που γνωρίζει τον εαυτό της μέσα από τις εμπειρίες. Αυτό που είσαι
Η επίγνωση δεν περπατάει. Το σώμα περπατάει. Η επίγνωση δεν κάθεται. Το σώμα κάθεται. Η επίγνωση δεν κλαίει. Το σώμα κλαίει. Η επίγνωση δεν χαίρεται. Το σώμα χαίρεται. Η επίγνωση δεν φωνάζει. Το σώμα φωνάζει. Η επίγνωση δεν φοβάται. Το σώμα φοβάται. Η επίγνωση δεν σκέφτεται. Ο νους σκέφτεται
Η επίγνωση είναι ο κοινός παρονομαστής σε όλα σου τα «κάνω», τα «αισθάνομαι», τα «σκέφτομαι», τα «νιώθω». Είναι πάντα παρούσα. Είναι η γνώση της ζωής
Το μόνο για το οποίο μπορούμε να είμαστε σίγουροι σε όλη μας τη ζωή είναι η γνώση των εμπειριών μας. Για το περιεχόμενό τους ποτέ κανένας δεν είναι σίγουρος. Αυτό που σκέφτεσαι είναι σωστό ή λάθος; Αυτό που βλέπεις είναι αυτό που νομίζεις ή είναι κάτι άλλο; Η συμπεριφορά ενός ανθρώπου εξηγείται μ” αυτόν τον τρόπο ή με άλλον; Ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος
Είσαι όμως σίγουρος ότι σκέφτεσαι. Είσαι σίγουρος ότι βλέπεις. Και είσαι σίγουρος ότι παρατηρείς τη συμπεριφορά ενός ανθρώπου. Το μόνο με το οποίο έρχεσαι σε επαφή είναι η γνώση των εμπειριών. Όλα τα άλλα αποτελούν παροδικά φαινόμενα. Μορφές, αντικείμενα, άνθρωποι, αισθήσεις, σκέψεις και συναισθήματα… Όλα έρχονται και φεύγουν.
Το μεγαλύτερο κακό που μπορεί να κάνει κανείς στον εαυτό του είναι να πιστέψει ότι είναι ένα πακέτο σκέψεων και συναισθημάτων. Αλλά ακόμα και αυτή η φράση δεν εκφράζει την αλήθεια. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει «κακό», δεν υπάρχει «εαυτός» και δεν υπάρχει «πίστη». Απλά, όταν απουσιάζει η επίγνωση για την ύπαρξη των σκέψεων και των συναισθημάτων, συμβαίνει αυτό το «κακό», που κάνει κάποιος «εαυτός», επειδή «πιστεύει» ότι είναι ένα πακέτο σκέψεων και συναισθημάτων. Όλα αυτά συμβαίνουν εν απουσία της επίγνωσης, δηλαδή ανεπίγνωστα, δηλαδή ασυνείδητα. Δεν τα κάνει κανείς και γι' αυτό δεν φταίει κανείς.
Όλα μας τα πιστεύω και οι πεποιθήσεις είναι σκέψεις. Και οι σκέψεις είναι λέξεις. Οι λέξεις γράμματα. Τα γράμματα σύμβολα. Είμαστε ένα πακέτο από σύμβολα; Μήπως ο κόσμος όλος είναι ένα πακέτο από σύμβολα; Τα σύμφωνα και τα φωνήεντα… Αυτά θα μας πουν ποιοι ή τι είμαστε; Αυτά θα μας πουν πώς είναι ο κόσμος και τι είναι η ζωή;
Ανεπίγνωστα θυσιάσαμε το βίωμα για τις λέξεις και την ελευθερία για μια ταυτότητα.
Δεν είμαστε τίποτα. Γνωρίζουμε.
Το μέτρο της δυνατής ευτυχίας του καθενός είναι καθορισμένο εκ των προτέρων
Επάνω στη σκηνή κάποιος παίζει τον πρίγκιπα, ένας άλλος τον συμβουλάτορα, ένας τρίτος τον υπηρέτη ή τον στρατιώτη ή τον στρατηγό κ.λπ. Αλλά αυτές οι διαφορές υπάρχουν μόνο εξωτερικά, από μέσα, σαν πυρήνας μιας τέτοιας εμφάνισης, βρίσκεται σε όλους το ίδιο: ένας φτωχός θεατρίνος με τα βάσανά του και τις ανάγκες του. Στη ζωή είναι επίσης έτσι· οι διαφορές της κοινωνικής θέσης και του πλούτου δίνουν σε καθέναν τον ρόλο που θα παίξει, αλλά αυτός δεν αντιστοιχεί διόλου σε μια εσωτερική διαφορά της ευτυχίας και του ευάρεστου συναισθήματος, παρά και εδώ μέσα σε καθέναν βρίσκεται ο ίδιος φτωχός φουκαρατζίκος με τα βάσανά του και τις ανάγκες του, οι οποίες βέβαια στη σύνθεσή τους μπορεί να είναι διαφορετικές στον καθέναν, αλλά στη μορφή τους, στη βασική τους ουσία, είναι σε όλους αρκετά ίδιες, αν και με διαφορές στον βαθμό, οι οποίες όμως δεν εξαρτώνται καθόλου από την κοινωνική θέση και τα πλούτη, δηλαδή από τον ρόλο. Γιατί όλα όσα για τον άνθρωπο υπάρχουν και συμβαίνουν στο παρόν, υπάρχουν και συμβαίνουν άμεσα πάντα μόνο στη συνείδησή του.
Έτσι, η υφή της ίδιας της συνείδησης είναι προφανώς το καταρχήν ουσιαστικό, και στις περισσότερες περιπτώσεις η υφή αυτή μετράει πιο πολύ απ’ ό,τι οι μορφές που παριστάνονται εκεί. Όλες οι λαμπρότητες και οι απολαύσεις αντικατοπτρισμένες στην αμβλυμένη συνείδηση ενός ανόητου, είναι πολύ φτωχές απέναντι στη συνείδηση του Θερβάντες, όταν σε μιαν άβολη φυλακή έγραφε τον Δον Κιχώτη του. – Το αντικειμενικό μισό του παρόντος και της πραγματικότητας βρίσκεται στα χέρια της μοίρας και επομένως μπορεί να είναι μεταβλητό’ το υποκειμενικό είμαστε εμείς οι ίδιοι, γι’ αυτό στην ουσία του είναι αμετάβλητο. Έτσι η ζωή κάθε ανθρώπου, παρ’ όλες τις έξωθεν εναλλαγές, διατηρεί συνέχεια τον ίδιο χαρακτήρα και μπορεί να παρομοιαστεί με μια σειρά παραλλαγές επάνω σε ένα μουσικό θέμα. Έξω από την ατομικότητά του δεν μπορεί να βγει κανένας. Και όπως το ζώο σε όποιο περιβάλλον κι αν το βάλεις μένει πάντα μέσα στον στενό κύκλο που αμετάκλητα έχει χαράξει η φύση για το είδος του – κάτι που εξηγεί, για παράδειγμα, το ότι οι προσπάθειές μας να χαροποιήσουμε ένα αγαπημένο ζώο, εξαιτίας εκείνων των ορίων της συνείδησής του, παραμένουν πάντοτε περιορισμένες σε στενά πλαίσια – , έτσι συμβαίνει και με τον άνθρωπο: μέσα από την ατομικότητά του, το μέτρο της δυνατής ευτυχίας του είναι καθορισμένο εκ των προτέρων. Ιδιαίτερα τα όρια των πνευματικών του δυνάμεων έχουν μια για πάντα καθορίσει την ικανότητά του για υψηλού επιπέδου απόλαυση.
Εάν είναι στενά, όλες οι προσπάθειες απ’ έξω, όλα όσα κι αν κάνουν οι άνθρωποι και η μοίρα γι’ αυτόν, δεν θα μπορέσουν να τον οδηγήσουν πιο πέρα από το μέτρο μιας συνηθισμένης μισο-ζωώδους ανθρώπινης ευτυχίας και ευαρέσκειας: απόλαυση των αισθήσεων, σπιτική ατμόσφαιρα και χαρές της οικογενειακής ζωής, κατώτερη συντροφικότητα και ανούσιες ασχολίες για να περνάει την ώρα του. Ακόμα και η μόρφωση, αν και μπορεί να προσφέρει κάτι για τη διεύρυνση εκείνων των ορίων, πολλά δεν μπορεί. Γιατί οι πιο μεγάλες και πολυποίκιλες και διαρκέστερες απολαύσεις είναι οι πνευματικές, όσο κι αν ξεγελιόμαστε σχετικά στη νεότητά μας. Αυτές όμως εξαρτώνται από την έμφυτη δύναμη του πνεύματος. Έτσι λοιπόν γίνεται φανερό το πόσο πολύ η ευτυχία μας εξαρτάται από το τι είμαστε, από την ατομικότητά μας, ενώ συνήθως σημασία δίνεται μόνο σε όσα σχετίζονται με τη μοίρα μας, στο τι έχουμε και στο πώς φαντάζουμε στους άλλους. Η μοίρα μας όμως μπορεί να καλυτερέψει, και επιπλέον, όταν υπάρχει εσωτερικός πλούτος, δεν ζητάει κανένας πολλά από αυτή. Αντίθετα, ένας ανόητος θα μείνει ανόητος, ένας αναίσθητος χοντράνθρωπος αναίσθητος χοντράνθρωπος μέχρι το τέλος του, κι ας ήταν να ‘ναι στον παράδεισο και περιτριγυρισμένος από ωραίες κόρες.
Έτσι, η υφή της ίδιας της συνείδησης είναι προφανώς το καταρχήν ουσιαστικό, και στις περισσότερες περιπτώσεις η υφή αυτή μετράει πιο πολύ απ’ ό,τι οι μορφές που παριστάνονται εκεί. Όλες οι λαμπρότητες και οι απολαύσεις αντικατοπτρισμένες στην αμβλυμένη συνείδηση ενός ανόητου, είναι πολύ φτωχές απέναντι στη συνείδηση του Θερβάντες, όταν σε μιαν άβολη φυλακή έγραφε τον Δον Κιχώτη του. – Το αντικειμενικό μισό του παρόντος και της πραγματικότητας βρίσκεται στα χέρια της μοίρας και επομένως μπορεί να είναι μεταβλητό’ το υποκειμενικό είμαστε εμείς οι ίδιοι, γι’ αυτό στην ουσία του είναι αμετάβλητο. Έτσι η ζωή κάθε ανθρώπου, παρ’ όλες τις έξωθεν εναλλαγές, διατηρεί συνέχεια τον ίδιο χαρακτήρα και μπορεί να παρομοιαστεί με μια σειρά παραλλαγές επάνω σε ένα μουσικό θέμα. Έξω από την ατομικότητά του δεν μπορεί να βγει κανένας. Και όπως το ζώο σε όποιο περιβάλλον κι αν το βάλεις μένει πάντα μέσα στον στενό κύκλο που αμετάκλητα έχει χαράξει η φύση για το είδος του – κάτι που εξηγεί, για παράδειγμα, το ότι οι προσπάθειές μας να χαροποιήσουμε ένα αγαπημένο ζώο, εξαιτίας εκείνων των ορίων της συνείδησής του, παραμένουν πάντοτε περιορισμένες σε στενά πλαίσια – , έτσι συμβαίνει και με τον άνθρωπο: μέσα από την ατομικότητά του, το μέτρο της δυνατής ευτυχίας του είναι καθορισμένο εκ των προτέρων. Ιδιαίτερα τα όρια των πνευματικών του δυνάμεων έχουν μια για πάντα καθορίσει την ικανότητά του για υψηλού επιπέδου απόλαυση.
Εάν είναι στενά, όλες οι προσπάθειες απ’ έξω, όλα όσα κι αν κάνουν οι άνθρωποι και η μοίρα γι’ αυτόν, δεν θα μπορέσουν να τον οδηγήσουν πιο πέρα από το μέτρο μιας συνηθισμένης μισο-ζωώδους ανθρώπινης ευτυχίας και ευαρέσκειας: απόλαυση των αισθήσεων, σπιτική ατμόσφαιρα και χαρές της οικογενειακής ζωής, κατώτερη συντροφικότητα και ανούσιες ασχολίες για να περνάει την ώρα του. Ακόμα και η μόρφωση, αν και μπορεί να προσφέρει κάτι για τη διεύρυνση εκείνων των ορίων, πολλά δεν μπορεί. Γιατί οι πιο μεγάλες και πολυποίκιλες και διαρκέστερες απολαύσεις είναι οι πνευματικές, όσο κι αν ξεγελιόμαστε σχετικά στη νεότητά μας. Αυτές όμως εξαρτώνται από την έμφυτη δύναμη του πνεύματος. Έτσι λοιπόν γίνεται φανερό το πόσο πολύ η ευτυχία μας εξαρτάται από το τι είμαστε, από την ατομικότητά μας, ενώ συνήθως σημασία δίνεται μόνο σε όσα σχετίζονται με τη μοίρα μας, στο τι έχουμε και στο πώς φαντάζουμε στους άλλους. Η μοίρα μας όμως μπορεί να καλυτερέψει, και επιπλέον, όταν υπάρχει εσωτερικός πλούτος, δεν ζητάει κανένας πολλά από αυτή. Αντίθετα, ένας ανόητος θα μείνει ανόητος, ένας αναίσθητος χοντράνθρωπος αναίσθητος χοντράνθρωπος μέχρι το τέλος του, κι ας ήταν να ‘ναι στον παράδεισο και περιτριγυρισμένος από ωραίες κόρες.
SENECA: Απλώς υπήρξαν για πολύ δεν έζησαν επί πολύ
Ανάμεσα σε άλλα, ο Σενέκας αναφέρει ότι πολλοί θεωρούν πως η ζωή είναι σύντομη, στην πραγματικότητα όμως, όπως τονίζει , εμείς είμαστε εκείνοι που συντομεύουμε το χρόνο της ζωής μας. Αν, αντίθετα, τον χρησιμοποιήσουμε με περίσκεψη και φειδώ, η ζωή μας θα είναι αρκετά μεγάλη. Η γενική τύφλωση που επικρατεί στους ανθρώπους στο θέμα της αξίας του χρόνου είναι εκπληκτική: Αντιστέκονται σθεναρά εναντίον οποιουδήποτε τολμήσει να τους στερήσει τη γη ή τα χρήματά τους, επιτρέπουν όμως στους άλλους να παραβιάζουν ελεύθερα το χρόνο τους ,που στην ουσία δεν είναι παρά η ίδια η ζωή τους. Γίνονται έτσι σπάταλοι με το μόνο πράγμα όπου θα ήταν απολύτως έντιμη η τσιγκουνιά.
Ο άνθρωπος, λέει ο φιλόσοφος, ζει σαν να επρόκειτο να ζήσει αιώνια` και αναβάλλει διαρκώς την ανάπαυση και την ενασχόληση με τη φιλοσοφία για μετά τα πενήντα ή τα εξήντα χρόνια του ,σαν να είχε εξασφαλισμένο το πόσα ακριβώς χρόνια πρόκειται να ζήσει. Ο σοφός όμως άντρας ποτέ δεν πρόκειται να αφήσει να λαφυραγωγούν τις ώρες του οι άλλοι` και η ζωή του θα είναι μεγάλη, γιατί θα αφιερωθεί στη βελτίωση και στην προαγωγή του ατόμου του. Πολλοί άνθρωποι, που τώρα πια έχουν γεράσει, απλώς υπήρξαν για πολύ` δεν έζησαν επί πολύ. Και όμως, παρά την αλόγιστη σπατάλη του πολυτιμότερου πράγματος που έχει ό άνθρωπος, δηλαδή του χρόνου του, μόλις εμφανιστεί έστω και ο παραμικρός κίνδυνος θανάτου, αμέσως αρχίζει να ικετεύει να του δοθεί λίγος ακόμα χρόνος ζωής.
Το να μάθει όμως κανείς πώς να ζει και, κυρίως, πώς να πεθαίνει απαιτεί μια ολόκληρη ζωή. Συνήθως η γεροντική ηλικία έρχεται σαν έκπληξη στους ανθρώπους και ο θάνατος τρομοκρατεί όλους όσοι πέρασαν τη ζωή τους υπεραπασχολημένοι με πράγματα που δεν βελτίωναν την ποιότητά τους, ή σπαταλούσαν τη ζωή τους στην τροφή και στις ηδονές. Ο άνθρωπος λοιπόν θα πρέπει να έχει μπροστά του ένα ικανοποιητικό χρονικό περιθώριο, ώστε να ασχοληθεί με τη φιλοσοφία, η οποία και μόνη είναι ικανή να τον συνδέσει με το παρελθόν και με όλους τους σοφούς, οι οποίοι, χωρίς να του γυρεύουν τίποτα ως αντάλλαγμα, θα φροντίσουν για την καλλιέργεια του εσωτερικού του κόσμου και τον εμπλουτισμό του πνευματικού του ορίζοντα. Ό, τι προσφέρει η φιλοσοφία είναι πέρα από τη φθορά και τη βλάβη που προκαλεί ο χρόνος. Η σοφία των αιώνων θα ανοίξει στον άνθρωπο τους δρόμους της αθανασίας και θα δώσει νόημα στο πέρασμά του από τη γη.
ΣΕΝΕΚΑ, Περί της συντομίας της ζωής
ΣΕΝΕΚΑ, Περί της συντομίας της ζωής
Τις λέξεις δεν τις φέρνει ο άνεμος… Οι λέξεις δημιουργούν πραγματικότητες
Ας θυμόμαστε ότι οι λέξεις έχουν τεράστια δύναμη όταν καταλήγουν να επηρεάζουν το είδος της εμπειρίας που βιώνουμε.
Ήταν κάποτε ένας σαμουράι, δεινός ξιφομάχος μα χαρακτήρας εγωκεντρικός και αλαζόνας. Νόμιζε πως ήταν κάποιος όταν σκότωνε κι έτσι έψαχνε διαρκώς ευκαιρίες να προκαλέσει, ακόμη και για ασήμαντη αφορμή. Με τον τρόπο αυτό ο σαμουράι συντηρούσε την ιδέα που είχε για τον εαυτό του και τον άτεγκτο χαρακτήρα του.
Κάποτε πήγε σ’ ένα χωριό και είδε κόσμο να συρρέει σε ένα μέρος. Ο σαμουράι έκοψε το δρόμο ενός από αυτούς τους ανθρώπους και τον ρώτησε κοφτά:
“Που πηγαίνετε όλοι τόσο βιαστικά;”
“Ευγενικέ πολεμιστή”, αποκρίθηκε ο άνδρας που μάλλον είχε ήδη αρχίσει να τρέμει για τη ζωή του, “πηγαίνουμε να ακούσουμε τον δάσκαλο Ουέι”.
“Ποιος είναι αυτός ο Ουέι;”.
“Μα πως είναι δυνατόν να μην γνωρίζεις τον δάσκαλο Ουέι, που είναι γνωστός σε όλη την περιοχή;”
Ο σαμουράι ένιωσε άσχημα και πρόσεξε το σεβασμό με τον οποίο μιλούσε ο χωρικός για τον εν λόγω δάσκαλο και όχι για ένα σαμουράι σαν αυτόν. Αποφάσισε λοιπόν πως η δική του φήμη θα ξεπερνούσε εκείνη του Ουέι κι έτσι ακολούθησε το πλήθος στην αχανή αίθουσα που δίδασκε ο δάσκαλος Ουέι.
Ο Ουέι ήταν ηλικιωμένος και κοντός κι αυτό προκάλεσε την περιφρόνηση και τη συγκρατημένη οργή του σαμουράι.
Ο Ουέι άρχισε να μιλά.
“Στη ζωή ο άνθρωπος μπορεί να επιλέξει ανάμεσα σε μια πληθώρα πανίσχυρων όπλων, αλλά για μένα το πιο ισχυρό απ’ όλα είναι η λέξη”.
Μόλις το άκουσε ο σαμουράι, δεν κρατήθηκε και φώναξε:
“Μόνο ένας γέρος σαν εσένα θα μπορούσε να κάνει ένα τέτοιο σχόλιο”, είπε και τράνηξε το σπαθί του, την κατάνα, από το ζωνάρι του. Ύστερα, κραδαίνοντας την, συνέχισε:
“Αυτό είναι ένα πανίσχυρο όπλο και όχι τα λόγια σου”.
Τότε ο Ουέι, κοιτάζοντάς τον κατάματα, απάντησε:
“Είναι φυσικό κάποιος σαν εσένα να μιλά έτσι’ είναι προφανές πως δεν είσαι παρά ένας μπάσταρδος, ένας ακαλλιέργητος αγροίκος, ένας αμόρφωτος και σκέτος παλιάνθρωπος”.
Στο άκουσμα των λόγων αυτών, ο σαμουράι κοκκίνισε ολόκληρος και με σώμα άκαμπτο και μυαλό θολωμένο κινήθηκε καταπάνω του.
“Γέροντα, αποχαιρέτα τη ζωή, διότι ήρθε το τέλος σου”.
Τότε εντελώς απρόσμενα ο Ουέι άρχισε να ζητά συγνώμη.
“Συγχώρα με, άρχοντά μου, δεν είμαι παρά ένας κουρασμένος ηλικιωμένος άνθρωπος και η γλώσσα μου καμιά φορά δεν ξέρει τι λέει. Μπορεί η ευγενική καρδιά του πολεμιστή που κουβαλάς στο στήθος σου να συγχωρήσει τούτο τον ανόητο, που πάνω στην τρέλα του σε σύγχυσε;”
Ο σαμουράι κοκάλωσε και ύστερα από λίγο απάντησε ως εξής:
“Μα φυσικά, ευγενικέ δάσκαλε Ουέι, δέχομαι τη συγνώμη σου”.
τότε ο Ουέι τον κοίταξε στα μάτια και του είπε:
“Φίλε μου, πες μου τώρα: είναι ή δεν είναι πανίσχυρα τα λόγια ενός ανθρώπου;”
Τις λέξεις δεν τις φέρνει ο άνεμος… Οι λέξεις δημιουργούν πραγματικότητες. Γι’ αυτό να αναζητάτε λέξεις που βοηθούν και δεν ακυρώνουν.
Ίσως να εκπλαγείτε με ό,τι αρχίσει να συμβαίνει στη ζωή σας.
Υπάρχει μια σχετική ιστορία από την Ιαπωνία που μας θυμίζει την απίστευτη ισχύ των λέξεων και την ικανότητά τους να μεταβάλλουν τα συναισθήματά μας:
Ήταν κάποτε ένας σαμουράι, δεινός ξιφομάχος μα χαρακτήρας εγωκεντρικός και αλαζόνας. Νόμιζε πως ήταν κάποιος όταν σκότωνε κι έτσι έψαχνε διαρκώς ευκαιρίες να προκαλέσει, ακόμη και για ασήμαντη αφορμή. Με τον τρόπο αυτό ο σαμουράι συντηρούσε την ιδέα που είχε για τον εαυτό του και τον άτεγκτο χαρακτήρα του.
Κάποτε πήγε σ’ ένα χωριό και είδε κόσμο να συρρέει σε ένα μέρος. Ο σαμουράι έκοψε το δρόμο ενός από αυτούς τους ανθρώπους και τον ρώτησε κοφτά:
“Που πηγαίνετε όλοι τόσο βιαστικά;”
“Ευγενικέ πολεμιστή”, αποκρίθηκε ο άνδρας που μάλλον είχε ήδη αρχίσει να τρέμει για τη ζωή του, “πηγαίνουμε να ακούσουμε τον δάσκαλο Ουέι”.
“Ποιος είναι αυτός ο Ουέι;”.
“Μα πως είναι δυνατόν να μην γνωρίζεις τον δάσκαλο Ουέι, που είναι γνωστός σε όλη την περιοχή;”
Ο σαμουράι ένιωσε άσχημα και πρόσεξε το σεβασμό με τον οποίο μιλούσε ο χωρικός για τον εν λόγω δάσκαλο και όχι για ένα σαμουράι σαν αυτόν. Αποφάσισε λοιπόν πως η δική του φήμη θα ξεπερνούσε εκείνη του Ουέι κι έτσι ακολούθησε το πλήθος στην αχανή αίθουσα που δίδασκε ο δάσκαλος Ουέι.
Ο Ουέι ήταν ηλικιωμένος και κοντός κι αυτό προκάλεσε την περιφρόνηση και τη συγκρατημένη οργή του σαμουράι.
Ο Ουέι άρχισε να μιλά.
“Στη ζωή ο άνθρωπος μπορεί να επιλέξει ανάμεσα σε μια πληθώρα πανίσχυρων όπλων, αλλά για μένα το πιο ισχυρό απ’ όλα είναι η λέξη”.
Μόλις το άκουσε ο σαμουράι, δεν κρατήθηκε και φώναξε:
“Μόνο ένας γέρος σαν εσένα θα μπορούσε να κάνει ένα τέτοιο σχόλιο”, είπε και τράνηξε το σπαθί του, την κατάνα, από το ζωνάρι του. Ύστερα, κραδαίνοντας την, συνέχισε:
“Αυτό είναι ένα πανίσχυρο όπλο και όχι τα λόγια σου”.
Τότε ο Ουέι, κοιτάζοντάς τον κατάματα, απάντησε:
“Είναι φυσικό κάποιος σαν εσένα να μιλά έτσι’ είναι προφανές πως δεν είσαι παρά ένας μπάσταρδος, ένας ακαλλιέργητος αγροίκος, ένας αμόρφωτος και σκέτος παλιάνθρωπος”.
Στο άκουσμα των λόγων αυτών, ο σαμουράι κοκκίνισε ολόκληρος και με σώμα άκαμπτο και μυαλό θολωμένο κινήθηκε καταπάνω του.
“Γέροντα, αποχαιρέτα τη ζωή, διότι ήρθε το τέλος σου”.
Τότε εντελώς απρόσμενα ο Ουέι άρχισε να ζητά συγνώμη.
“Συγχώρα με, άρχοντά μου, δεν είμαι παρά ένας κουρασμένος ηλικιωμένος άνθρωπος και η γλώσσα μου καμιά φορά δεν ξέρει τι λέει. Μπορεί η ευγενική καρδιά του πολεμιστή που κουβαλάς στο στήθος σου να συγχωρήσει τούτο τον ανόητο, που πάνω στην τρέλα του σε σύγχυσε;”
Ο σαμουράι κοκάλωσε και ύστερα από λίγο απάντησε ως εξής:
“Μα φυσικά, ευγενικέ δάσκαλε Ουέι, δέχομαι τη συγνώμη σου”.
τότε ο Ουέι τον κοίταξε στα μάτια και του είπε:
“Φίλε μου, πες μου τώρα: είναι ή δεν είναι πανίσχυρα τα λόγια ενός ανθρώπου;”
Τις λέξεις δεν τις φέρνει ο άνεμος… Οι λέξεις δημιουργούν πραγματικότητες. Γι’ αυτό να αναζητάτε λέξεις που βοηθούν και δεν ακυρώνουν.
Ίσως να εκπλαγείτε με ό,τι αρχίσει να συμβαίνει στη ζωή σας.
NASA: Διάλεξε το μέρος στη Σελήνη όπου θα στείλει το πρώτο ρομποτικό ρόβερ της για να αναζητήσει νερό
Η Αμερικανική Διαστημική Υπηρεσία (NASA) ανακοίνωσε ότι επέλεξε την περιοχή της Σελήνης, όπου το 2023 θα στείλει το πρώτο ρομποτικό σεληνιακό ρόβερ της VIPER σε αναζήτηση νερού σε μορφή πάγου.
Πρόκειται για ένα σημείο κοντά στην άκρη του μεγάλου κρατήρα Νόμπιλε έκτασης 93 τετραγωνικών χιλιομέτρων στο νότιο πόλο του δορυφόρου της Γης, ένα μεγάλο μέρος του οποίου παραμένει σχεδόν σε μόνιμη σκιά από τον Ήλιο, κάτι που αυξάνει την πιθανότητα ανακάλυψης παγωμένου νερού.
Το νερό θεωρείται ζωτικό για τις μελλοντικές αποστολές του αμερικανικού διαστημικού προγράμματος «Αρτεμις» - διαδόχου του ιστορικού προγράμματος «Απόλλων» - τόσο για την τροφοδότηση μιας μελλοντικής βάσης αστροναυτών με πόσιμο νερό, όσο και ως πρώτη ύλη για την παροχή οξυγόνου για πυραυλικά καύσιμα. Η ASA έχει αναθέσει ένα συμβόλαιο ύψους σχεδόν 200 εκατ. δολαρίων στην αμερικανική εταιρεία Astrobotic με έδρα στο Πίτσμπουργκ για να κατασκευάσει το ρόβερ VIPER (Volatiles Investigating Polar Exploration Rover), το οποίο - αν όλα πάνε σύμφωνα με το πρόγραμμα - αναμένεται να φθάσει στο φεγγάρι προς το τέλος του 2023 με την άκατο Griffin, πάνω σε ένα πύραυλο Falcon Heavy της εταιρείας Space X.
Θα είναι η πρώτη αποστολή μη επανδρωμένου αμερικανικού ρομποτικού ρόβερ στη Σελήνη (αντίθετα με τον 'Αρη όπου η NASA έχει στείλει αρκετά) και αναμένεται να διαρκέσει για τουλάχιστον 100 γήινες μέρες. Το κινούμενο με ηλιακή ενέργεια και βάρους 450 κιλών ρόβερ, με μέγεθος αμαξιδίου του γκολφ, θα χρησιμοποιήσει τρυπάνια, τρία φασματόμετρα και άλλο εξοπλισμό ανίχνευσης χημικών ουσιών για να εντοπίσει αποθέματα νερού σε μορφή πάγου σε βάθος έως ένα μέτρο κάτω από τη σεληνιακή επιφάνεια.
Η NASA σχεδιάζει να επιστρέψει στη Σελήνη μέσα σε αυτή τη δεκαετία (η τελευταία προσελήνωση της ήταν το 1972), αυτή τη φορά ανοίγοντας το δρόμο για μια μακρόχρονη παρουσία εκεί. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των επιστημόνων, στο φεγγάρι υπάρχουν δισεκατομμύρια τόνοι σεληνιακού πάγου σε πολικούς κρατήρες που δεν βλέπουν ποτέ το ηλιακό φως και έχουν θερμοκρασίες έως μείον 223 βαθμούς Κελσίου. Το VIPER θα δώσει από πρώτο χέρι μια εκτίμηση για το πόσο βαθιά βρίσκεται αυτό το «κλειδωμένο» νερό, πόσο πολύ είναι και πόσο εύκολο να αξιοποιηθεί μελλοντικά.
Όπως δήλωσε ο 'Αντονι Κολαπρέτε, επικεφαλής επιστήμονας της αποστολής του Viper στο ερευνητικό κέντρο Ames της NASA, «δεν έχουμε ποτέ δει κάτι παρόμοιο με αυτό που πρόκειται να δούμε όταν θα φθάσουμε στο Νότιο Πόλο της Σελήνης. Οι σεληνιακοί πόλοι είναι δραματικοί, ιδίως ο Νότιος, όπου αρχαίοι κρατήρες πρόσκρουσης έχουν ανυψώσει ολόκληρα βουνά μεγαλύτερα από το όρος Έβερεστ. Πρόκειται να είναι κάτι πραγματικά διαφορετικό από τον δικό μας κόσμο».
Ανάμεσα στις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει το ρόβερ, θα είναι το απόλυτο σκοτάδι, γι' αυτό θα είναι το πρώτο ρόβερ της NASA εφοδιασμένο με ισχυρούς μπροστινούς προβολείς, ώστε να βλέπει τη διαδρομή.
Πρόκειται για ένα σημείο κοντά στην άκρη του μεγάλου κρατήρα Νόμπιλε έκτασης 93 τετραγωνικών χιλιομέτρων στο νότιο πόλο του δορυφόρου της Γης, ένα μεγάλο μέρος του οποίου παραμένει σχεδόν σε μόνιμη σκιά από τον Ήλιο, κάτι που αυξάνει την πιθανότητα ανακάλυψης παγωμένου νερού.
Το νερό θεωρείται ζωτικό για τις μελλοντικές αποστολές του αμερικανικού διαστημικού προγράμματος «Αρτεμις» - διαδόχου του ιστορικού προγράμματος «Απόλλων» - τόσο για την τροφοδότηση μιας μελλοντικής βάσης αστροναυτών με πόσιμο νερό, όσο και ως πρώτη ύλη για την παροχή οξυγόνου για πυραυλικά καύσιμα. Η ASA έχει αναθέσει ένα συμβόλαιο ύψους σχεδόν 200 εκατ. δολαρίων στην αμερικανική εταιρεία Astrobotic με έδρα στο Πίτσμπουργκ για να κατασκευάσει το ρόβερ VIPER (Volatiles Investigating Polar Exploration Rover), το οποίο - αν όλα πάνε σύμφωνα με το πρόγραμμα - αναμένεται να φθάσει στο φεγγάρι προς το τέλος του 2023 με την άκατο Griffin, πάνω σε ένα πύραυλο Falcon Heavy της εταιρείας Space X.
Θα είναι η πρώτη αποστολή μη επανδρωμένου αμερικανικού ρομποτικού ρόβερ στη Σελήνη (αντίθετα με τον 'Αρη όπου η NASA έχει στείλει αρκετά) και αναμένεται να διαρκέσει για τουλάχιστον 100 γήινες μέρες. Το κινούμενο με ηλιακή ενέργεια και βάρους 450 κιλών ρόβερ, με μέγεθος αμαξιδίου του γκολφ, θα χρησιμοποιήσει τρυπάνια, τρία φασματόμετρα και άλλο εξοπλισμό ανίχνευσης χημικών ουσιών για να εντοπίσει αποθέματα νερού σε μορφή πάγου σε βάθος έως ένα μέτρο κάτω από τη σεληνιακή επιφάνεια.
Η NASA σχεδιάζει να επιστρέψει στη Σελήνη μέσα σε αυτή τη δεκαετία (η τελευταία προσελήνωση της ήταν το 1972), αυτή τη φορά ανοίγοντας το δρόμο για μια μακρόχρονη παρουσία εκεί. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των επιστημόνων, στο φεγγάρι υπάρχουν δισεκατομμύρια τόνοι σεληνιακού πάγου σε πολικούς κρατήρες που δεν βλέπουν ποτέ το ηλιακό φως και έχουν θερμοκρασίες έως μείον 223 βαθμούς Κελσίου. Το VIPER θα δώσει από πρώτο χέρι μια εκτίμηση για το πόσο βαθιά βρίσκεται αυτό το «κλειδωμένο» νερό, πόσο πολύ είναι και πόσο εύκολο να αξιοποιηθεί μελλοντικά.
Όπως δήλωσε ο 'Αντονι Κολαπρέτε, επικεφαλής επιστήμονας της αποστολής του Viper στο ερευνητικό κέντρο Ames της NASA, «δεν έχουμε ποτέ δει κάτι παρόμοιο με αυτό που πρόκειται να δούμε όταν θα φθάσουμε στο Νότιο Πόλο της Σελήνης. Οι σεληνιακοί πόλοι είναι δραματικοί, ιδίως ο Νότιος, όπου αρχαίοι κρατήρες πρόσκρουσης έχουν ανυψώσει ολόκληρα βουνά μεγαλύτερα από το όρος Έβερεστ. Πρόκειται να είναι κάτι πραγματικά διαφορετικό από τον δικό μας κόσμο».
Ανάμεσα στις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει το ρόβερ, θα είναι το απόλυτο σκοτάδι, γι' αυτό θα είναι το πρώτο ρόβερ της NASA εφοδιασμένο με ισχυρούς μπροστινούς προβολείς, ώστε να βλέπει τη διαδρομή.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)












