Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2021

Ευγένιος Β’ - Ένας ακόμη «πατριώτης» πατριάρχης, που καλούσε τους Έλληνες να δηλώσουν υποταγή στον Σουλτάνο

Η «παράδοση» που ήθελε τους ηγέτες του Πατριαρχείου, να αφορίζουν ή να «εγκαλούν στην τάξη» τους επαναστατημένους Έλληνες, δεν σταμάτησε με τον απαγχονισμό του «εθνομάρτυρα» πατριάρχη Γρηγορίου Ε’ που είχε επίσημα αφορίσει την Ελληνική Επανάσταση του 1821, αλλά συνεχίστηκε κι απ’ τον διάδοχό του, τον Ευγένιο Β’.

Ο Ευγένιος ήταν βουλγαρικής καταγωγής κι όπως σημειώνουν οι ιστορικοί: «σχεδὸν ἀγράμματος, ἀλλὰ τολμηρὸς καὶ θρασὺς εἰς τὸ λέγειν». Ο Ευγένιος ανακηρύχθηκε ως νέος Πατριάρχης καθ’ υπόδειξιν του Σουλτάνου. Είχε βέβαια, προηγουμένως δώσει τα «διαπιστευτήριά» του, καθώς κατέδιδε τους επαναστάτες στους Τούρκους.

Όταν ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ καθαιρέθηκε, ο Σουλτάνος ζήτησε επιτακτικά την άμεση εκλογή διαδόχου του, προκειμένου ο καθαιρεθείς να εκτελεστεί ως απλός κληρικός, και όχι ως πατριάρχης, πράγμα που θα είχε διπλωματικές παρενέργειες. Κανένας από τους Μητροπολίτες της Συνόδου δεν τολμούσε να δεχθεί να θέσει υποψηφιότητα υπ’ αυτές τις συνθήκες, εκτός από τον Ευγένιο. Η εκλογή του έγινε δεκτή με δέος.

Όπως μας πληροφορεί ο ιστορικός Ιωάννης Κορδάτος, η ενέργεια του απαγχονισμού του Γρηγορίου Ε’ και η ταυτόχρονη ανάδειξη του Ευγένιου Β’, ήταν ενταγμένη στο πλαίσιο των υπόγειων μαχών που δίνονταν μεταξύ Δεσποτάδων και Μητροπολιτών, που επωφθαλμιούσαν τον πατριαρχικό θρόνο. Γράφει ο Κορδάτος: «Αν και ο πατριάρχης Γρηγόριος αφόρισε τον Υψηλάντη και τους επαναστάτες και έστειλε εξάρχους στις επαρχίες με τους αφορισμούς και πανταχούσες σ’ όλους τους Μητροπολίτες, προστάζοντας να διαβαστούν οι αφορισμοί, έπαψε να έχει την εμπιστοσύνη της τουρκικής κυβέρνησης γιατί βρέθηκαν Δεσποτάδες να τον συκοφαντήσουν ότι ήταν αρχηγός της Φιλικής Εταιρίας, άρα αρχισυνωμότης. Εκείνος που κατηγόρησε και συκοφάντησε τον Γρηγόριο ήταν ο Μητροπολίτης Πισίδας Ευγένιος».

Ο Ευγένιος, ως πατριάρχης πλέον, με πολλές εγκυκλίους του στην εποχή από Αύγουστο 1821 έως και Ιανουάριο 1822, καλούσε τους επαναστατημένους Έλληνες να μετανοήσουν και να δηλώσουν υποταγή και ευπείθεια στον Σουλτάνο: 

«Μεγάλαι ήσαν αι εύνοιαι και το έθνος υμών αντικείμενον της πατρικής μερίμνης του Σουλτάνου, όφειλε να ευλογή τον μονάρχην, όστις κυβερνά τον λαόν αυτού καθ’ υπόδειγμα της θείας ευσπλαχνίας. Αλλά φευ αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί μέγα μέρος των Ελλήνων, παριδόντες το καθήκον της ευγνωμοσύνης, ετόλμησαν να φέρωσιν όπλα εναντίον του γαληνοτάτου και κραταιοτάτου ημών ηγεμόνος».

Για όσους δε δεν «μετανοήσουν» εκτοξεύει ο συγκεκριμένος πατριάρχης απειλές κατά της ζωής, της περιουσίας, της οικογένειας και της πατρίδας τους και, πέρα από αυτά, κυρώσεις χωρίς έλεος, που θα τους επιβάλει ο Οθωμανός κυρίαρχος, ενώ «θα τους τιμωρήσει αμείλικτα και ο Θεός» (Δημ. Σοφιανού «Εγκύκλιοι του Οικουμενικού Πατριάρχη»).

Η πρώτη εγκύκλιος του Ευγένιου του Β’ εξεδόθη την 15η Αυγούστου του 1821 και είχε ως παραλήπτη τον μητροπολίτη Παροναξίας και έξαρχο παντός Αιγαίου Πελάγους Ιερόθεο, ο οποίος και επιφορτίσθηκε με το καθήκον να πείσει τους επαναστατημένους νησιώτες «να βαδίζωσι την οδόν της ευπειθείας και υποταγής απαρατρέπτως προς τον σουλτάνον»:

«Ιερώτατε μητροπολίτα Παροναξίας, υπέρτιμε και έξαρχε παντός Αιγαίου Πελάγους εντελλόμεθά σοι διά της παρούσης όπως χωρίς αναβολής ενεργήσης επί κοινή απαξαπάντων των επαρχιωτών σου ακροάσει και εμπνεύσης εις τας καρδίας των τας εν αυτώ περιεχομένας εννοίας με όλη την απαιτουμένην καθαρότητα και ακρίβειαν, διά να αναπέμψωσι προηγουμένως τας υπέρ του βασιλείου κράτους ικετηρίους αυτών φωνάς προς Θεόν, και επομένως κατανοήσαντες το γινόμενον και προς αυτούς μέγα βασιλικόν έλεος να βαδίζωσι την οδόν της ευπειθείας και υποταγής απαρατρέπτως, εν βεβαιότητι ότι, καθώς η κραταιά βασιλεία εξευμενίζεται προς τους μετανοούντας και χαρίζεται αυτοίς φιλανθρώπως την αμνηστίαν, ούτω κατά των σκληροτραχήλων και αμεταμελήτων μένει αδυσώπητος. Ενί λόγω, κατά το άφευκτον χρέος της προθυμίας σου, να στηρίξης πάντας αυτούς επί του κέντρου του ραγιαλικίου, υπαγορεύων συμφώνως τα σωτήρια και γινόμενος καλόν παράδειγμα προς αυτούς…

Περιμένομεν εν τάχει των γραφομένων απάντων την αισίαν αποπεράτωσιν. Η δε του Θεού χάρις είη μετά της ιερότητός σου
».

+Ο Κωνσταντινουπόλεως και εν Χριστώ αδελφός.

Η δεύτερη εγκύκλιος του Ευγένιου του Β’ (Αύγουστος 1821) απευθυνόταν σε όλους τους Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και με αυτήν καλούνταν οι εξεγερθέντες να καταθέσουν τα όπλα:

«Φεύ! Πολλοί εκ του έθνους των Ρωμαίων παραμελήσαντες της χρεωστουμένης ευγνωμοσύνης, αγνωμονήσαντες των τοιούτων ευεργεσιών και εν ταυτώ αθετήσαντες και καταπατήσαντες τα θρησκευτικά διδάγματα, τα υπαγορεύοντα την εντελή ευπείθειαν και υποταγήν εις το θεοσυντήρητον αυτό βασίλειον κράτος, εις τοιαύτην εξετραχηλίσθησαν ματαιότητα και απόνοιαν, ώστε ετόλμησαν να αναλάβωσιν το σχήμα της ανταρσίας εναντίον της κοινής αυτής ευεργέτιδος Ημών τροφού αηττήτου βασιλείας.

Διασαλπίζομεν εις όλους σας τας εννοίας του υψηλού βασιλικού προσκυνητού ορισμού και παραινούμεν εν αγίω πνεύματι και παραγγέλομεν απαξάπαντας, μικρούς και μεγάλους, εκάστης τάξεως και βαθμού, όσοι αυθαδώς ετολμήσατε να εξοπλισθήτε κατά της κοινής ημών τροφού και ευεργέτιδος κραταιάς βασιλείας, να καταθέσητε αμέσως τα όπλα και να αναλάβητε το αρχαίον σχήμα της εντελούς και ειλικρινούς υποταγής και ευπειθείας σας προς αυτήν, και να αποπτύσητε το σατανικόν και μάταιον της ανταρσίας φρόνημα, οι δε λοιποί πάντες να μένητε εδραίοι και αμετακίνητοι εις το πιστόν του ραγιαλικίου υπό την αμφιλαφή σκιάν τον βασιλείου κράτους.

Όλοι χωρίς τινός εξαιρέσεως να επιστρέψητε εις την σωτηριώδη οδόν της υποταγής, όντες βέβαιοι και πεπληροφορημένοι, ότι η κραταιά βασιλεία, κατιδούσα την πνευματικήν επιστροφήν και μεταμέλειαν, το άδολον και αληθές της ευπειθείας σας φρόνημα και την ακριβή διατήρησιν των του πιστού ραγιακιλίου καθηκόντων, αύθις ως μήτηρ φιλόστοργος θέλει σας εναγκαλισθή και θέλει σας περιθάλπη επιδαψιλεύουσα τα της ακενώτου πηγής της ευσπλαγχνίας της πλούσια τα έλέη εφ’ υμάς, και παραπέμπουσα εις βυθόν λήθης τα εξ επηρείας του μισοκάλλου δαίμονος απονενοημένα εκείνα κινήματα των τολμησάντων.

Κατά τον αυτόν δε τρόπον και η κοινή των ευσεβών μήτηρ αγία του Χριστού Εκκλησία θέλει εξευμενισθή και θέλει αξιώσει συγχωρήσεως και αφέσεως τους ημαρτηκότας και τα βάρη των φρικωδεστάτων αυτής αρών επισπασαμένους, βλέπουσα ενεργουμένην την μεταμέλειαν υμών.
»

Η τρίτη εγκύκλιος του Ευγένιου του Β’ (Ιανουάριος 1822) καλούσε τους «προδότες» και «αποστάτες» κατοίκους της Κρήτης, της Πελοποννήσου και των νησιών του Αιγαίου «να κλίνουν τον αυχένα» στον «θεόθεν τεταγμένο Βασιλεύ»:

«Οι ανά πάσαν την νήσον Κρήτην και τας υποκειμένας αυτή Επισκοπάς οικούντες Ρωμαίοι η πάντα προς το συμφέρον του ανθρώπινου γένους οικονομούσα πρόνοια του υψίστου θεού, άνωθεν και εξ αυτής τής του κόσμου κτίσεως ετάξατο τας επιγείους βασιλείας ως τινάς βάσεις και θεμέλια αρραγή, επί των οποίων είναι εποικοδομημένη η καλή διοίκησις των λαών και η ευδαιμονία των υπηκόων εις αυτάς εχάρισε σοφίαν και γνώσιν του ειδέναι και ενεργείν συμφέροντα εις όλην την ανθρωπότητα και ό,τι αν πράττη ο θεόθεν τεταγμένος Βασιλεύς, τούτο είναι υπό της θείας προνοίας εξηρτημένον.

Αλλά καθώς ύστερον από μίαν λυσσώδη τρικυμίαν επέρχεται μία γαλήνη, πνέουσιν οι ζέφυροι και οι πρότερον απηλπισμένοι διά τον επαπειλούμενον καταποντισμόν διασώζονται εις ασφαλεϊς λιμένας, τοιοντοτρόπως η θεία πρόνοια με την αποκατάστασιν της κραταιάς Οθωμανικής Βασιλείας επί του έθνους ημών διασκέδασεν όλας εκείνας της ορθοδόξου ημών πίστεως τας ταραχάς και των πολιτικών ναυαγίων τας τρικυμίας, και τώρα τόσους αιώνας ευρισκόμενοι εις έναν λιμένα απολαμβάνομεν την μακαριστήν ευδαιμονίαν, πεπλουτισμένοι με εκκλησίας ιεράς και με όλην την άνεσιν των θρησκευτικών μας εθίμων.

Όσοι αδιαφορούντες εις τας εκκλησιαστικάς ημών παραινέσεις και πατρικάς συμβουλάς και επιμένοντες εις τα θεοστυγή αυτού του χριστιανικού χαρακτήρος αλλότρια εκείνα κινήματα, η ανομία αυτών επί τον τράχηλον αυτών και κρίμα λήψονται εαυτοίς και κατάκριμα, καθότι άφευκτος η κατ’ αυτών δικαίως επαπειλουμένη πανωλεθρία και ουκ έσται αυτοίς ιλασμός ή σωτηρία μήτε σωματική μήτε ψυχική, αλλά κακοί κακώς οιμώξουσι και καταστραφήσονται εκ μιας.

Σεις, φεύ, καταπατήσαντες και θεία και ανθρώπινα δικαιώματα, αθετήσαντες και ευαγγελικούς νόμους και κανόνας αποστολικούς, νοσήσαντες μίαν απαραδειγμάτιστον αχαριστίαν, ομοίαν με εκείνην του προδότου Ιούδα, ετολμήσατε να λάβητε όπλα εις χείρας και να υψώσητε αποστασίας σημαίαν, τ’αυτόν ειπείν αντιστρατευσάμενοι εναντίον του επουρανίου βασιλέως και Θεού ημών υπό στρατηγώ τω αρχεκάκω σατάν και παμπονήρω διαβόλω, του οποίου εφεύρημα και γέννημα είναι το είδος αυτό της αποστασίας, και αυτό εκ πρώτης αρχής ενέπνευσεν εις το πνευμα των πρωτοπλάστων μέσα εις τον παράδεισον. Ενί λόγω με το βδελυρόν αυτό κίνημα και με τους σατανικούς αυτούς τρόπους, εις μεν την εκκλησίαν του Θεού και εις όλον το ήσυχον γένος επροξενήσατε μελαγχολίαν και λύπην ανείκαστον.

Όθεν, χριστιανοί αδελφοί, τέκνα της ανατολικής ημών Εκκλησίας, όσοι κάτοικοι της Πελοποννήσου και όσοι του Αιγαίου πελάγους, όσοι πλέετε την θάλασσαν και όσοι ευρίσκεσθε εις την ξηράν, όσοι ενί λόγω είτε παραλογιζόμενοι οίκοθεν είτε απατώμενοι άλλοθεν εφθάσατε να νοσήσετε την κατηραμένην αυτήν νόσον και να λάβητε όπλα εις χείρας με αποστατικά φρονήματα ακούσατε της πατρικής μας φωνής, ήτις πηγάζει από πόνον εγκάρδιον, έλθετε εις εαυτούς, αποπτύσατε το σατανικόν αυτό φρόνημα της ανοήτου αποστασίας, ρίψατε τα όπλα, τα αίτια της κοινής σας καταστροφής, αναλάβετε τον προγονικόν ρεαγιαλικόν χαρακτήρα, φιλιωθήτε με τον Θεόν, διά να έχητε και την εύνοιαν της υπό Θεού τεταγμένης κραταιάς και αηττήτου βασιλείας.

Ημείς, επιστηριζόμενοι εις την ευσπλαχνίαν του κραταιοτάτου ημών βασιλέως και εις την ευμένειαν των πολυχρονίων και ευμενεστάτων ημών αυθεντών, την οποίαν αναλόγους φωνάς δεν έχομεν να ευχαριστήσωμεν, και διά την οποίαν είμεθα υπόχρεοι να παρακαλούμε νυχθήμερον τον κύριον ημών και θεόν υπέρ του βασιλείου κράτους, όπως είη αήττητον και θριαμβεύον εις αιώνα αιώνων και υποτάττον πάντα εχθρόν και πολέμιον, και υπόχρεοι προσέτι να θυσιάσωμεν εαυτούς κατά λόγον χριστιανικής ευγνωμοσύνης

Εν μέσω αυτών των συνθηκών, ο Πατριάρχης Ευγένιος Β΄ πέθανε στη Κωνσταντινούπολη από δυσεντερία την 27 Ιουλίου 1822. 

Μετά το θάνατό του, εκδόθηκε από τον σουλτάνο "ορισμός" (διαταγή) με ημερομηνία 27 Ιουλίου 1822, για την εκλογή νέου πατριάρχου. Η διαταγή όριζε να εκλεγεί πατριάρχης: 

"όστις να δύναται μετά έρευναν και εξέλεγξιν πάντοτε της καλής και κακής καταστάσεως του έθνους του να παρέχει συμβουλάς εις τους έχοντας ανάγκην και να γνωστοποιεί εις το υψηλόν δεβλέτι τους αρνουμένους να δεχθώσιν ταύτας να υπηρετή το υψηλόν δεβλέτι και νυν και εν τω μέλλοντι μετά πίστεως και ευθύτητος απέχων από πάσης ατιμίας και προδοσίας ρίπτων και εξεγείρων δι' υποκινήσεως το έθνος τους εις μεγάλους κινδύνους και να σωφρονίζη τους εν τω έθνει του κακοβούλους σπεύδων άνευ αναβολής όπως γνωστοποιή εις το υψηλόν δεβλέτι πάντας τους μή δεχομένους να σωφρονισθώσι. Μετά την εκλογήν ενός τοιούτου πατριάρχου δηλώσατε από κοινού το γεγονός ίνα διορισθή τούτος από μέρους του υψηλού δεβλετίου πατριάρχης. 21 Ζιλχιδζέ 1237 "

Η κατάρρευση της εποχής προκαλείται από την προσωπική συμβολή του καθενός μας

Η κατάρρευση της εποχής προκαλείται από την προσωπική συμβολή του καθενός μας, οι μεν συμβάλλουν με την προδοσία, οι δε με την αδικία, την πίεση της θρησκευτικής πίστης, την τυραννία, την απληστία, την ωμότητα, ανάλογα με το πόσο ισχυροί είναι· οι πιο αδύναμοι συμβάλλουν με την ηλιθιότητα, τη ματαιοδοξία, την οκνηρία, και σε αυτούς ανήκω και 'γω.

Φαίνεται πως η εποχή των μάταιων πραγμάτων είναι τότε που οι δυστυχίες μάς βαραίνουν. Σε μια εποχή όπου το να κάνεις κακό είναι τόσο κοινό, είναι σχεδόν αξιέπαινο να κάνεις κάτι άχρηστο. Παρηγορούμαι με τη σκέψη ότι θα είμαι από τους τελευταίους που θα πρέπει να τιμωρηθούν.

Όσο θα φροντίζουν για τα πιο επείγοντα, θα έχω το χρόνο να διορθωθώ.

Γιατί μου φαίνεται ότι θα ήταν αντίθετο στη λογική να καταδιώκουν τα μικρά αδικήματα όταν μας μαστίζουν τα μεγάλα.

Εντούτοις, σχετικά με αυτό, είδα πριν κάποια χρόνια ότι ένα σημαντικό πρόσωπο, του οποίου τη μνήμη έχω σε ιδιαίτερη εκτίμηση, κατά τη διάρκεια των μεγάλων μας δεινών, ενώ δεν υπήρχαν ούτε νόμοι, ούτε δικαιοσύνη, ούτε δικαστής που να κάνει το καθήκον του, δημοσίευσε δεν ξέρω και 'γω τι ασήμαντες αλλαγές πάνω στην ενδυμασία, την κουζίνα και τη στρεψοδικία.

Πρόκειται για θέματα με τα οποία τρέφουν έναν κακοποιημένο λαό, ώστε να ισχυρίζονται ότι δεν τον έχουν εντελώς ξεχάσει.

Και τούτοι εδώ οι άλλοι κάνουν το ίδιο, που περιορίζονται στο να απαγορεύουν επίμονα κάποιες εκφράσεις, χορούς και παιχνίδια, σε ένα λαό κατεστραμμένο από κάθε είδους απαίσιες φαυλότητες.

Δεν είναι ώρα να πλενόμαστε και να καθαριζόμαστε όταν έχουμε υψηλό πυρετό.

Μόνο στους Σπαρτιάτες ταίριαζε να χτενίζονται και να στρώνουν προσεχτικά τα μαλλιά τους τη στιγμή που θα ρίχνονταν σε κάποια φοβερή μάχη διακινδυνεύοντας τη ζωή τους.

Όσο για μένα, έχω κι αυτή την πολύ άσχημη συνήθεια, αν φορέσω κάτι στραβά, να αφήσω στραβά και τα υπόλοιπα, απεχθάνομαι τις μεσοβέζικες λύσεις. Όταν είμαι σε άσχημη κατάσταση, πέφτω με μανία στα δυσάρεστα· εγκαταλείπομαι από απελπισία και αφήνομαι να οδηγηθώ στην πτώση και, όπως λέμε, καταθέτω τα όπλα.

Επιμένω στην επιδείνωση και δεν θεωρώ πλέον τον εαυτό μου άξιο της φροντίδας μου, ή εντελώς καλά ή εντελώς άσχημα.

Θεωρώ χάρη το γεγονός ότι η παρακμή αυτού του κράτους συμπίπτει με την παρακμή της ηλικίας μου, ανέχομαι πιο εύκολα να μεγαλώνουν τώρα οι δυστυχίες μου παρά να είχε παλιότερα διαταραχθεί η καλή μου κατάσταση.

Τα λόγια που εκφράζω όταν είμαι δυστυχισμένος είναι λόγια οργής. Το θάρρος μου αναπτερώνεται αντί να κάμπτεται. Και, αντίθετα με τους άλλους, εμφανίζομαι πιο ευλαβής απέναντι στην καλή τύχη παρά στην κακοτυχία, ακολουθώντας τη συμβουλή του Ξενοφώντα[1], αν όχι την εξήγηση που δίνει γι’ αυτήν[2] και γλυκοκοιτάζω ευκολότερα τον ουρανό για να τον ευχαριστήσω παρά για να τον ικετέψω.

Φροντίζω περισσότερο να βελτιώσω την υγεία μου όταν μου χαμογελάει παρά να την ξαναβρώ όταν την έχω χάσει. Η ευημερία είναι άσκηση και μάθημα για μένα, όπως είναι για τους άλλους οι αντιξοότητες και οι τιμωρίες.

Λες και είναι ασυμβίβαστη η καλή τύχη με την καθαρή συνείδηση και οι άνθρωποι γίνονται καλοί μόνο στις κακοτυχίες.

Η καλή τύχη είναι για μένα κίνητρο για μετριοπάθεια και μετριοφροσύνη.
Η παράκληση με κερδίζει, η απειλή με απωθεί·
η χάρη με κάμπτει, ο φόβος με κάνει σκληρό.
--------------------
[1] Να τιμούμε τους θεούς όταν ευημερούμε.
[2] Για να έχουμε τους θεούς με το μέρος μας όταν τους χρειαζόμαστε.

Άγιοι καταστροφείς: Ο Ὸσιος Μάρων

Άγιοι της χριστιανοσύνης που φέρονται ως καταστροφείς του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού ή των αντιπάλων τους ή και δολοφόνοι!

Ένας από τους γνωστούς ισχυρισμούς των χριστιανών απολογητών είναι ότι: "Οι χριστιανοί δεν έκαναν καταστροφές, ο Ελληνικός πολιτισμός κατέπεσε από μόνος του και αν έγιναν κάποιες ελάχιστες καταστροφές από κάποιους φανατικούς· αυτό έγινε λόγω των διωγμών που υπέστησαν από τους εθνικούς". Θα δούμε αν ευσταθεί αυτός ο πολύ συχνός ισχυρισμός τους, με βάση τα δικά τους κείμενα που είναι τα συναξάρια των αγίων, από τα οποία θα δούμε αποσπάσματα καταστροφών, όπως και από την ιστορία, τι αναφέρει για όσους από αυτούς τους αγίους, έχουμε ιστορικά στοιχεία.

Τα Συναξάρια είναι οι βιογραφίες των αγίων του Χριστιανισμού, άσχετα αν περιλαμβάνουν πλήθος μυθικών και υπερφυσικών στοιχείων, ή πολλές από αυτές είναι δημιουργήματα μεταγενέστερης ανάγκης για ύπαρξη πληθώρας μαρτύρων

Τα σχετικά με καταστροφές αποσπάσματα που ακολουθούν, είναι κυρίως από την συλλογή του Άγιου Νικόδημου του Αγιορείτη. Ακολουθεί ο "σύνδεσμος 1" στο πρωτότυπο. Ο δεύτερος "σύνδεσμος 2", είναι ένα διαδομένο συναξάρι στο Διαδίκτυο, που έχει μεταφρασμένα τα κείμενα, και ίσως πληροφορίες και από άλλα συναξάρια, αλλά όπως θα διαπιστώσετε και αρκετά αλλοιωμένα. Όταν ο δεύτερος σύνδεσμος είναι σε παρένθεση, υπάρχει αλλοίωση που συνήθως σημειώνεται δίπλα του σε παρένθεση. Για τα ιστορικά πρόσωπα χρησιμοποιήθηκαν άλλες πηγές.

Ο Ὸσιος Μάρων (εορτάζει για την Εκκλησία στις 14 Φεβρουαρίου).

"διά τούτο επήγεν επάνω εις μίαν κορυφήν ενός βουνού της εν Aντιοχεία Kύρου, η οποία ετιμάτο από τους παλαιούς Έλληνας. Όθεν και τον ναόν των δαιμόνων, οπού ήτον εκεί κτισμένος από εκείνους, καθιερώσας εις τον Θεόν, εν αυτώ εκατοίκησε: κατασκευάσας μίαν τένταν πολλά μικράν, υποκάτω εις την οποίαν ολίγαις φοραίς έμβαινεν".
σύνδεσμος 1
(σύνδεσμος 2 -Δεν αναφέρεται η καταπάτηση του ναού)

Η αλήθεια είναι ότι τα συναξάρια είναι σε απίστευτο βαθμό μυθολογήματα και εφόσον δεν μπορούμε να δεχτούμε ως αληθή τα εξόφθαλμα θαύματα που περιέχουν, άλλο τόσο και τις ιστορίες τους. Αυτά όμως μαζί και με τις πράξεις των ιστορικών αγίων, αλλά και ότι έχουμε δει ήδη για το πως επικράτησε ο Χριστιανισμός, δείχνουν την ιδεολογία των χριστιανών διαχρονικά στο πως έβλεπαν τις άλλες θρησκείες και το μίσος τους για τις θεωρήσεις των άλλων που δεν άντεχαν, κυρίως των αρχαίων Ελλήνων που τους θεωρούσαν "μιαρούς", και "διεφθαρμένους". Αντικατοπτρίζουν τελικά το ποιοι κατέστρεφαν τα αρχαία ιερά, επίσης αντικατοπτρίζει τον πραγματικό λόγο που έγιναν οι σχετικά λίγοι διωγμοί των χριστιανών: Έγιναν εξαιτίας της επιθετικής τους δράσης κατά της αρχαίας θρησκείας, αφού εκείνη την εποχή και μέχρι να επικρατήσουν, υπήρχε πραγματική ανεξιθρησκεία.

Βλέπετε, για τους χριστιανούς τότε δεν εθεωρείτο κακό να καταστρέψεις τον ναό μιας άλλης θρησκείας ή τα αγάλματα της, υπήρχαν άλλωστε και οι κανόνες του Δευτερονομίου που δεν φαίνεται κανείς στον Χριστιανισμό να τους θεωρεί ως άκυρους, το αντίθετο. Υπάρχουν επίσης και οι εντολές του ίδιου του Ιησού, που είπε: ότι όποιος δεν είναι μαζί του είναι εναντίον του, ότι θα φέρει διχόνοια και ότι όποιος είναι έξω από την διδασκαλία του, πρέπει να αποβληθεί και να ριφθεί στην φωτιά. Έτσι δεν μας κάνουν εντύπωση τα κατορθώματα και οι καταστροφές αγίων χριστιανών, αφού συμφωνούν και με την θεωρία του. Μια θεωρία που η σύγχρονη Εκκλησία θέλει να ξεχάσει ή να συμβολοποιήσει.

Η μελέτη αυτή μπήκε για να ξεκαθαρίσουμε άλλη μια φορά, ότι ο Χριστιανισμός στην ουσία του και συχνά με την πράξη του, δεν έχει καμιά σχέση με την αγάπη και την ειρήνη που δήθεν θέλει να μας πει, ειδικά στον τρόπο που εξαπλώθηκε. Ήταν φονταμενταλιστικός, δηλαδή επικροτούσε και εφάρμοσε την βία στους άλλους όπως κάνουν τώρα οι μουσουλμάνοι, το προβάλει αυτό σαν επίτευγμα στα κείμενα αλλά και σε εικόνες του. Έτσι εξαπλώθηκε και δυστυχώς δεν υπάρχει καμιά διασφάλιση ότι δεν μπορεί να ξαναγίνει κάποια στιγμή το ίδιο.

ΔΕΣ: Άγιοι καταστροφείς

Άγιοι καταστροφείς: Ο Άγιος Θεόδωρος μεγαλομάρτυς ο στρατηλάτης

Άγιοι της χριστιανοσύνης που φέρονται ως καταστροφείς του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού ή των αντιπάλων τους ή και δολοφόνοι!

Ένας από τους γνωστούς ισχυρισμούς των χριστιανών απολογητών είναι ότι: "Οι χριστιανοί δεν έκαναν καταστροφές, ο Ελληνικός πολιτισμός κατέπεσε από μόνος του και αν έγιναν κάποιες ελάχιστες καταστροφές από κάποιους φανατικούς· αυτό έγινε λόγω των διωγμών που υπέστησαν από τους εθνικούς". Θα δούμε αν ευσταθεί αυτός ο πολύ συχνός ισχυρισμός τους, με βάση τα δικά τους κείμενα που είναι τα συναξάρια των αγίων, από τα οποία θα δούμε αποσπάσματα καταστροφών, όπως και από την ιστορία, τι αναφέρει για όσους από αυτούς τους αγίους, έχουμε ιστορικά στοιχεία.

Τα Συναξάρια είναι οι βιογραφίες των αγίων του Χριστιανισμού, άσχετα αν περιλαμβάνουν πλήθος μυθικών και υπερφυσικών στοιχείων, ή πολλές από αυτές είναι δημιουργήματα μεταγενέστερης ανάγκης για ύπαρξη πληθώρας μαρτύρων

Τα σχετικά με καταστροφές αποσπάσματα που ακολουθούν, είναι κυρίως από την συλλογή του Άγιου Νικόδημου του Αγιορείτη. Ακολουθεί ο "σύνδεσμος 1" στο πρωτότυπο. Ο δεύτερος "σύνδεσμος 2", είναι ένα διαδομένο συναξάρι στο Διαδίκτυο, που έχει μεταφρασμένα τα κείμενα, και ίσως πληροφορίες και από άλλα συναξάρια, αλλά όπως θα διαπιστώσετε και αρκετά αλλοιωμένα. Όταν ο δεύτερος σύνδεσμος είναι σε παρένθεση, υπάρχει αλλοίωση που συνήθως σημειώνεται δίπλα του σε παρένθεση. Για τα ιστορικά πρόσωπα χρησιμοποιήθηκαν άλλες πηγές.

Ο Άγιος Θεόδωρος μεγαλομάρτυς ο στρατηλάτης (εορτάζει για την Εκκλησία στις 14 Φεβρουαρίου).

"Πέρνωντας δε ο Άγιος τους θεούς (εννοεί τα αγάλματα και τα ειδώλια), κατά το μέσον της νυκτός ετζάκισεν αυτούς, και τους εμοίρασεν εις τους πτωχούς. Όταν δε εξημέρωσεν, είπε Mαξέντιος ο κομενταρήσιος προς τον βασιλέα, ότι είδε το κεφάλι της μεγάλης θεάς Aρτέμιδος, οπού το εβάστα ένας πτωχός και το περιέφερεν εις τους δρόμους".
σύνδεσμος 1
σύνδεσμος 2

Η αλήθεια είναι ότι τα συναξάρια είναι σε απίστευτο βαθμό μυθολογήματα και εφόσον δεν μπορούμε να δεχτούμε ως αληθή τα εξόφθαλμα θαύματα που περιέχουν, άλλο τόσο και τις ιστορίες τους. Αυτά όμως μαζί και με τις πράξεις των ιστορικών αγίων, αλλά και ότι έχουμε δει ήδη για το πως επικράτησε ο Χριστιανισμός, δείχνουν την ιδεολογία των χριστιανών διαχρονικά στο πως έβλεπαν τις άλλες θρησκείες και το μίσος τους για τις θεωρήσεις των άλλων που δεν άντεχαν, κυρίως των αρχαίων Ελλήνων που τους θεωρούσαν "μιαρούς", και "διεφθαρμένους". Αντικατοπτρίζουν τελικά το ποιοι κατέστρεφαν τα αρχαία ιερά, επίσης αντικατοπτρίζει τον πραγματικό λόγο που έγιναν οι σχετικά λίγοι διωγμοί των χριστιανών: Έγιναν εξαιτίας της επιθετικής τους δράσης κατά της αρχαίας θρησκείας, αφού εκείνη την εποχή και μέχρι να επικρατήσουν, υπήρχε πραγματική ανεξιθρησκεία.

Βλέπετε, για τους χριστιανούς τότε δεν εθεωρείτο κακό να καταστρέψεις τον ναό μιας άλλης θρησκείας ή τα αγάλματα της, υπήρχαν άλλωστε και οι κανόνες του Δευτερονομίου που δεν φαίνεται κανείς στον Χριστιανισμό να τους θεωρεί ως άκυρους, το αντίθετο. Υπάρχουν επίσης και οι εντολές του ίδιου του Ιησού, που είπε: ότι όποιος δεν είναι μαζί του είναι εναντίον του, ότι θα φέρει διχόνοια και ότι όποιος είναι έξω από την διδασκαλία του, πρέπει να αποβληθεί και να ριφθεί στην φωτιά. Έτσι δεν μας κάνουν εντύπωση τα κατορθώματα και οι καταστροφές αγίων χριστιανών, αφού συμφωνούν και με την θεωρία του. Μια θεωρία που η σύγχρονη Εκκλησία θέλει να ξεχάσει ή να συμβολοποιήσει.

Η μελέτη αυτή μπήκε για να ξεκαθαρίσουμε άλλη μια φορά, ότι ο Χριστιανισμός στην ουσία του και συχνά με την πράξη του, δεν έχει καμιά σχέση με την αγάπη και την ειρήνη που δήθεν θέλει να μας πει, ειδικά στον τρόπο που εξαπλώθηκε. Ήταν φονταμενταλιστικός, δηλαδή επικροτούσε και εφάρμοσε την βία στους άλλους όπως κάνουν τώρα οι μουσουλμάνοι, το προβάλει αυτό σαν επίτευγμα στα κείμενα αλλά και σε εικόνες του. Έτσι εξαπλώθηκε και δυστυχώς δεν υπάρχει καμιά διασφάλιση ότι δεν μπορεί να ξαναγίνει κάποια στιγμή το ίδιο.

ΔΕΣ: Άγιοι καταστροφείς

Σοφία, η ξεχασμένη θεά των χριστιανών

«Γνώρισα όλα όσα είναι κρυφά και φανερά· η Σοφία µού τα δίδαξε, αυτή άλλωστε που δηµιούργησε τα πάντα. Mόνη της μπορεί να κάνει τα πάντα· τα κάνει όλα καινούργια και η ίδια µένει αµετάβλητη. Aυτή είναι πιο λαμπρή από τον ήλιο και βρίσκεται πιο ψηλά από τ’ αστέρια, και σε σύγκριση µε το φως της ημέρας έχει υπάρξει πριν απ’ αυτό. Aπλώνεται απ’ άκρη σ’ άκρη µε δύναμη κι όλα τα κυβερνάει µε καλοσύνη».

Τα λόγια αυτά προέρχονται από τη Σοφία Σολοµώντος (7: 21, 27, 29 και 8: 1), ένα κείμενο που γράφτηκε στα ελληνικά από κάποιον άγνωστο Ιουδαίο της Αλεξάνδρειας κατά την ελληνιστική εποχή. Περιλαμβάνεται στην Παλαιά ∆ιαθήκη της Ορθόδοξης Εκκλησίας, όχι όµως στην αντίστοιχη εβραϊκή Βίβλο, ίσως γιατί «ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του έργου είναι η επίδραση της ελληνιστικής σκέψης, κυρίως της πλατωνικής φιλοσοφίας, σε ορισμένες ιδέες του συγγραφέα», όπως επισημαίνει η Ελληνική Βιβλική Εταιρεία.

Ποια είναι τελικά η Σοφία; Αυτή η μυστηριώδης θηλυκή μορφή µε τις θεϊκές ιδιότητες που ονονάζεται Χοχµά στα εβραϊκά; Mέσα από κείµενα της Παλαιάς ∆ιαθήκης, όπως οι Παροιµίαι, η Σοφία Σολοµώντος, η Σοφία Σειράχ, το βιβλίο του Iώβ και οι Ψαλµοί, τη βλέπουµε να ξεπροβάλλει ξανά και ξανά. Εµφανίζεται ως πρόσωπο που φτιάχνεται από τον Γιαχβέ πριν απ’ τον κόσµο, παίρνει µέρος στο δηµιουργικό του έργο και στέλνεται απ’ αυτόν στη Γη για να φανερώσει στους ανθρώπους τα µυστικά της θείας βούλησης. (Παροιµίαι 1: 20-33, 8: 1-9: 18, 8: 22-36, Σοφία Σειράχ 1: 4, 24: 1-22, 24: 9, Σοφία Σολοµώντος 9: 9-12).

Θα µπορούσε βέβαια να ισχυριστεί κανείς πως όσα λέγονται γι’ αυτήν είναι ποιητικές µεταφορές και τίποτα άλλο. Ωστόσο, µέσα στη Σοφία Σολοµώντος ο συγγραφέας διαγράφει ανάγλυφα τη θηλυκή υπόσταση αυτής της µυστηριώδους µορφής: «Tη Σοφία την αγάπησα και την αναζήτησα από τα νιάτα µου. Eρωτεύτηκα την οµορφιά της και ζήτησα να την πάρω γυναίκα µου». (8: 2) Επιπλέον, την παρουσιάζει ως συντρόφισσα του Γιαχβέ που κατέχει τη δύναµη της δηµιουργίας: «Aυτή ισχυρίζεται πως έχει υψηλή καταγωγή, γιατί ζει µαζί µε τον Θεό, γιατί ο Kυρίαρχος των πάντων την αγάπησε. Γνωρίζει τα µυστήρια που οδηγούν στη γνώση του Θεού και αποφασίζει τι θα δηµιουργήσει αυτός. Aν ο πλούτος είναι επιθυµητό απόκτηµα στη ζωή του ανθρώπου, τι είναι πολυτιµότερο από τη Σοφία, που όλα τα δηµιουργεί; Aν το ανθρώπινο µυαλό δηµιουργεί, πολύ περισσότερο η Σοφία του Θεού είναι δηµιουργός όλων αυτών που βρίσκονται στην ύπαρξη». (8: 3-6)

Η «πνευµατική σύζυγος» του Χριστού

O Σίµων ο Mάγος (1ος µεταχριστιανικός αιώνας), που θεωρείται ιδρυτής του γνωστικού Χριστιανισµού, κήρυσσε ότι η αρχική σκέψη την οποία συνέλαβε ο Θεός πριν από τη δηµιουργία ήταν η «Πρώτη Εννοια» – η Σοφία. Eκείνη κατέβηκε στην κατώτερη σφαίρα και γέννησε τους αγγέλους και τις υπόλοιπες δυνάµεις που έπλασαν τον κόσµο. Επειδή όµως δελεάστηκαν από τα κάλλη της, την εµπόδισαν να επιστρέψει στον ουρανό, εγκλωβίζοντάς την σε ανθρώπινο σώµα. Eνσάρκωσή της θεωρούσε ο Σίµων µια Eλληνίδα: την Ωραία Eλένη!

Συνήθιζε άλλωστε να περιοδεύει µαζί µε µια γυναίκα που την έλεγαν Eλένη. H συντρόφισσα του Σίµωνα θεωρείτο ότι έφερε το πνεύµα της Ωραίας Eλένης, αλλά και της Iνάνας, της Aθηνάς και άλλων θεαινών. Mάλιστα, οι οπαδοί του Σίµωνα τη λάτρευαν ως Σοφία, ενώ ο ίδιος παρουσιαζόταν σαν θεάνθρωπος και ισχυριζόταν ότι µαζί της είχε δηµιουργήσει τον κόσµο. H σχέση τους θεωρείτο αντίστοιχη µε αυτή που υπήρχε ανάµεσα στο γνωστικό Xριστό και τη Mαρία Mαγδαληνή, για την οποία πίστευαν ότι ενσάρκωνε τη Σοφία, σύζυγό του στον ουρανό.

Οι οπαδοί του Βαλεντίνου, ενός από τους σηµαντικότερους ηγέτες του Γνωστικισµού, δίδασκαν ότι ο Λυτρωτής είναι ο Νυµφίος, ο οποίος γιορτάζει την ένωσή του µε τη Νύµφη του, τη Σοφία. Κατά παρόµοιο τρόπο πίστευαν ότι ο µύστης, ο πνευµατικός άνδρας, θα γίνει η «νύφη» του αγγέλου του. Όταν ο κόσµος θα φτάσει στο τέλος του και η ανώτατη Σοφία θα σµίξει για πάντα µε τον Σωτήρα, οι µύστες και οι άγγελοί τους θα µπουν για πάντα στο «πλήρωµα», δηλαδή στην ουράνια αφθονία.

Oρισμένα από τα κείμενα που σώθηκαν αποκαλύπτουν το βαρυσήμαντο ρόλο της τελευταίας: Το Trattato Gnostico αναφέρει πως η Σοφία ήταν η μάνα του Θεού, «η μεγάλη τιμημένη Παρθένος στην οποία ο Πατήρ κρυβόταν από την αρχή, προτού δημιουργήσει οτιδήποτε». Oι Kλημεντινές Oμιλίες, κείμενα ενός ανώνυμου χριστιανού απολογητή του 4ου αι., την αποκαλούν Mητέρα των Πάντων και Bασίλισσα. Eξάλλου, σύμφωνα με τις αντιλήψεις ορισμένων γνωστικών, ο Xριστός είχε συγχωνευτεί μαζί της: O Yιός του Aνθρώπου συμφώνησε με τη Σοφία, τη συντρόφισσά του, και αποκάλυψε τον εαυτό του μέσα σ’ ένα μεγάλο φως ως ερμαφρόδιτο. H αρσενική του φύση ονομάζεται «Σωτήρας», γεννήτορας όλων των πραγμάτων, ενώ η θηλυκή του «Σοφία, Mητέρα των Πάντων».

Yπάρχει μάλιστα ένας συναρπαστικός μύθος: Η Σοφία απόκτησε δύο τέκνα, τον Xριστό και την Aχαμώθ. Έδωσε ζωή στα στοιχεία και στον επίγειο κόσμο, αλλά και σ’ ένα νέο θεό: τον Iαλδαβαώθ, τον Yιό του Σκότους, που δεν είναι άλλος από τον Γιαχβέ. Γέννησε ακόμη πέντε πλανητικά πνεύματα, τα οποία δημιούργησαν τους αρχάγγελους, τους αγγέλους και τους ανθρώπους. O Iαλδαβαώθ-Γιαχβέ απαγόρευσε στους ανθρώπους να φάνε τον καρπό τής γνώσης, όμως η μητέρα του έστειλε στη γη το δικό της πνεύμα με τη μορφή του 'Οφεως για να τους διδάξει να αψηφούν το ζηλιάρη θεό. Κατά παράξενο τρόπο, το ερπετό αυτό δεν ήταν άλλο από τον Xριστό!

Aργότερα, τον ξαναέστειλε στον κόσμο των θνητών με τη μορφή του ιερού της περιστεριού, το συμβολισμό του οποίου θα δούμε πιο κάτω. Όταν ο Iησούς βαφτιζόταν στον Iορδάνη, το πνεύμα του Xριστού μπήκε μέσα του, ενώ μόλις εκείνος πέθανε, άφησε το κορμί του κι επέστρεψε στον ουρανό. Η Σοφία χάρισε στον Ιησού ένα αιθέριο σώμα και του έδωσε μια θέση στα ουράνια. Λεγόταν ακόμη πως έγινε σύζυγός της – η δόξα του βασιζόταν σε αυτόν ακριβώς τον Ιερό Γάμο. Όμως, κατά μία άποψη, εκείνη θεωρείτο επίσης μητέρα του: Ήταν η Παρθένος του Φωτός, το πνεύμα της οποίας μπήκε στο σώμα της Mαρίας με σκοπό τη σύλληψή του.

Η Σοφία ξαναγεννιέται

Ίσως σήμερα η αινιγματική μορφή της Σοφίας να μοιάζει ολότελα ξεχασμένη. Κι όμως, τα ίχνη της δεν εξαφανίστηκαν μες στους αιώνες. Για παράδειγμα, ο Ρώσος Πάβελ Φλορένσκι (Pavel Florensky, 1882-1943), θεολόγος και ιερέας, καθώς και φιλόσοφος και μαθηματικός, επιχείρησε τη δικαίωση της Σοφίας και την αποδοχή της μέσα στο σχήμα της Aγίας Tριάδας.

Την περιγράφει ως εξής: «Aυτό το Mέγα Oν, συνάμα βασιλικό και θηλυκό: ποια είναι, αν όχι η πιο αληθινή ανθρωπότητα, το αγνότερο και πιο ολοκληρωμένο από τα όντα, το µακροκοσµικό όλον, η ζωντανή ψυχή της Φύσης και του Σύμπαντος που αέναα ενώνεται κι ενώνει μέσα στην πορεία του χρόνου µε το Θείον κι ενώνει μαζί Tης καθετί που υπάρχει».

Επίσης, ο περίφημος ψυχολόγος Καρλ Γιουνγκ δεν παραλείπει ν’ αναφερθεί σ’ αυτήν στο κείµενό του «Ο συμβολισμός της μεταμόρφωσης στη Θεία Λειτουργία» («Transformation Symbolism in the Mass»): «είναι η Σοφία, η Sapientia [Σοφία στα λατινικά], η Scientia [Γνώση, Επιστήµη] ή η Φιλοσοφία των αλχηµιστών, “από την πηγή της οποίας τα ύδατα αναβλύζουν”. Η Σοφία είναι ο νους που βρίσκεται κρυµµένος και δεσµευµένος στην ύλη, ο “serpens mercurialis” [ερµαίος όφις] ή ο “humidum radicale” [θεµελιώδης υγρός τόπος] που εκδηλώνεται στο “ποτάµι του ζωντανού νερού απ’ την κορυφή του βουνού”. Αυτό είναι το ύδωρ της χάριτος, το “σταθερό” και “θείο” ύδωρ που “τώρα λούζει τον κόσµο ολόκληρο”».

Σήµερα η ξεχασµένη χριστιανική θεά έρχεται ξανά στο προσκήνιο, καθώς πολλοί άνθρωποι αναζητούν µε αγωνία τη χαµένη τους κληρονοµιά. Για παράδειγµα, η διδάκτωρ της Θεολογίας Ελινορ Ρέι (Eleanor Rae) υποστηρίζει ότι το 'Αγιο Πνεύµα είναι γένους θηλυκού και εκπροσωπεί, όπως και η Σοφία, τη γυναικεία πλευρά του Θείου. Για την Kέιτλιν Mάθιους (Caitlin Matthews), η Σοφία είναι η αρχέγονη Mαύρη Θεά που κρατάει το µεγαλείο της καλυµµένο µε πέπλο όπως η 'Ισιδα. Όπως η Kάλι, µπορεί να σοκάρει και να τροµοκρατεί, ωστόσο είναι θεµατοφύλακας της επίγειας και της ουράνιας σοφίας.

Αλλά και αρκετοί καλλιτέχνες εµπνέονται από τη γυναικεία πλευρά του Θείου, όπως ο ζωγράφος Pόµπερτ Λεντζ. Eντύπωση προκαλεί ένας από τους πίνακές του, ένα εικόνισµα µε τίτλο XριστόςΣοφία: µια µαύρη γυναικεία µορφή µε φωτοστέφανο, ντυμένη με πέπλο, στέλνει με το δεξί της χέρι ευλογίες, κρατώντας ένα αγαλματίδιο – την πληθωρική, γυμνή παλαιολιθική Θεά του Bίλεντορφ. Mαρτυρεί έτσι τη σύνδεσή της με τις λατρείες αρχέγονων εποχών.

'Οσο κι αν φαίνεται παράξενο, σήμερα, στον 21o αιώνα, κάποιοι άνθρωποι ακολουθούν τα βήματα των γνωστικών χριστιανών. Έτσι, στη σύγχρονη αμερικανική Eκκλησία της Γνώσεως (Church of Gnosis), που έχει επικεφαλής της μια γυναίκα, «το μυστήριο της Θείας Eυχαριστίας γιορτάζεται ως ένας ιερός γάμος ανάμεσα στη Σοφία, την αστραφτερή Mητέρα του Kόσμου, και το σύντροφό της, τον Xριστό».

Μάλλον ακούγονται αλλόκοτα όλα αυτά, καθώς οι συμβολισμοί του παρελθόντος σμίγουν με τις αναζητήσεις του παρόντος σ’ έναν παράξενο χορό. Τι νόημα μπορεί να έχουν άραγε μέσα σ’ έναν κόσμο που μαστίζεται από πολλαπλές κρίσεις; Ίσως το μεγάλο στοίχημα είναι να μην αφήσουμε την οικονομική ανέχεια να μετατραπεί σε φτώχεια του πνεύματος και της ψυχής. Στον Ησαΐα (45: 34) ακούμε τη Σοφία να προφητεύει: «Θα σου δώσω τους θησαυρούς του σκοταδιού και τα κρυµµένα πλούτη µυστικών τόπων». Μήπως αυτοί οι θησαυροί βρίσκονται µέσα µας περιµένοντας υποµονετικά να έρθουν στο φως; Αν καταφέρουµε να ξεφύγουµε από τις συνήθεις αγκυλώσεις και τα ταµπού που µας έχουν επιβάλει, ίσως και να ανακαλύψουµε τον απέραντο πλούτο της δικής µας κρυµένης σοφίας…

Η ψυχή του κόσµου

Σύµφωνα µε τις αντιλήψεις ορισµένων γνωστικών, η Σοφία θεωρείτο ως η ίδια η Ψυχή του Kόσµου, µερικές φορές σε ένωση µε τον Θεό. Tην άποψη αυτή είχε ο εκκλησιαστικός πατέρας Ωριγένης, που άσκησε µεγάλη επιρροή στην εποχή του (3ος αι.), όµως αφορίστηκε… τρεις αιώνες αργότερα, λόγω των «αιρετικών» του πεποιθήσεων – και της συµπάθειάς του προς την ελληνική σκέψη. Η έννοια της Παγκόσµιας Ψυχής προέρχεται από τον «Τίµαιο» του Πλάτωνα, τους νεοπλατωνικούς και τους νεοπυθαγόρειους. Πιστευόταν ότι διαπερνάει τα πάντα και ότι απ’ αυτήν ξεπροβάλλουν οι ψυχές των θεοτήτων, των ανθρώπων, καθώς και όλων των άλλων πλασµάτων. Συχνά εµφανίζεται µε τα χαρακτηριστικά µιας θεάς, όπως η Αφροδίτη ή Εκάτη. Έτσι, η Σοφία, ως Ψυχή του Κόσµου, ντύνεται το µανδύα του αρχετυπικού Θηλυκού µε τις ποικίλες εκδοχές και το πλήθος των συµβολισµών του…

Ο συμπλεγματικός πατριαρχικός μισογυνισμός του χριστιανισμού απέβαλε κάθε αξία και υπόληψη και καταδίκασε, σχεδόν καταράστηκε, οτιδήποτε έχει σχέση με την γυναίκα, την φύση της και τον ερωτισμό της.

ΔΕΣ

Το 2024 ανοίγει το πρώτο ξενοδοχείο στο διάστημα

Αν κάποιος μας έλεγε πριν από δέκα χρόνια πως θα φτάσει η στιγμή που θα κάναμε ταξίδια στο διάστημα, θα τον κοιτούσαμε και απλά θα γελούσαμε, ωστόσο αυτό πλέον είναι απ’ ό,τι φαίνεται εφικτό. Και μάλιστα όχι μόνο το ταξίδι σε αυτό, αλλά και η διαμονή.

​Στα σκαριά φαίνεται να είναι, λοιπόν, η δημιουργία του πρώτου ξενοδοχείου στο διάστημα, το οποίο θα φέρει το όνομα Luxury Space Hotel και την υπογραφή του πρώην διευθυντή της NASA, Μάικλ Σουφρεντίνι, ο οποίος σήμερα είναι ο διευθύνων σύμβουλος της Axiom Space.

Η πρωτοποριακή εταιρεία που εδρεύει στο Τέξας, λοιπόν, ανακοίνωσε τα σχέδια της να ξεκινήσει το πρώτο τμήμα ενός νέου εμπορικού διαστημικού σταθμού έως το 2024.

​Το έργο των 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων, γνωστό ως «AxStation» θα περιλαμβάνει και ένα πολυτελές ξενοδοχείο για τολμηρούς jet-setters και λάτρεις του διαστήματος που θέλουν να συμπεριλάβουν στα «κατορθώματά» τους και αυτήν την μοναδική στο είδος της εμπειρία.

Σε τροχιά περίπου 400 χλμ. από τη Γη και με ταχύτητα που ξεπερνάει τα 27.000 χιλιόμετρα την ώρα, οι χώροι του σταθμού θα περιλαμβάνουν πολυτελείς επενδυμένους τοίχους, φωτισμό LED με δυνατότητα αλλαγής χρώματος, παράθυρα 60 εκατοστών με πανοραμική θέα στον… κόσμο (!) και διακόσμηση που φέρει την υπογραφή του διάσημου Γάλλου σχεδιαστή εσωτερικών χώρων Φίλιπ Σταρκ.

Στο σαλόνι του Παρατηρητηρίου της Γης θα σερβίρονται γεύματα με θαλασσινά, ενώ όση ώρα κανείς απολαμβάνει το άπειρο του διαστήματος θα πίνει ταυτόχρονα ποτά και κοκτέιλ σε ποτήρια ειδικά σχεδιασμένα για να λειτουργούν στη μικροβαρύτητα.

Οι ταξιδιώτες που θα θελήσουν ζήσουν τις απαράμιλλες απολαύσεις του διαστημικού τουρισμού πρέπει να είναι προετοιμασμένοι να πληρώσουν ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό, με τις φήμες να λένε ότι ξεπερνά τα 50 εκατομμύρια δολάρια.

​Επιπλέον, θα πρέπει να υποβληθούν σε 15 εβδομάδες αυστηρής προπόνησης και 10 ημέρες διαβίωσης σε συνθήκες διαστήματος. Κάτι που δεν έχει αποτρέψει τον Τομ Κρουζ, ο οποίος, σύμφωνα με το tatler.com, έχει ήδη κερδίσει μια διαμονή στο πολυτελές ξενοδοχείο, ενώ βρίσκεται επί του παρόντος σε συνομιλίες με τον σκηνοθέτη Doug Liman για να γυρίσει την πρώτη ταινία στο διάστημα.

Η φιλοσοφία μιλάει την Ελληνική γλώσσα

Η φιλοσοφία μιλάει την Ελληνική γλώσσα. Είχαν δίκιο που το επανέλαβαν μετά τον Heidegger. Αλλά απομένει ακόμα να μάθουμε ποιαν ελληνική γλώσσα. Παραέχουμε τη συνήθεια να συλλογιζόμαστε σε συνάρτηση με συντακτικούς και σημαντικούς κανόνες που έχουν καθοριστεί αυθαίρετα σε μιαν εποχή σχετικά πρόσφατη. Είναι προφανές ότι η γλώσσα του Ηράκλειτου δεν είναι η ίδια με τη γλώσσα των στοχαστών της αλεξανδρινής εποχής· ότι η κικερώνεια μεταγραφή των όρων και των σχημάτων που χρησιμοποιούσαν η Ακαδημία και η Στοά δεν είναι ορθή· ότι η λατινική των Ρωμαίων δεν είναι η ίδια με εκείνη των Χριστιανών, ότι ο γλωσσικός κώδικας αυτών των τελευταίων, από τη λατινική πατερική γραμματεία ως τη διδακτορική διατριβή του Kant, δεκαεφτά αιώνες αργότερα, δεν διατήρησε την ίδια σημασιακή τάξη. Θα χρειαζόταν μια εξαιρετική τύφλωση για να σκεφτεί κανείς ότι υπάρχει ένα απόλυτο σημείο αναφοράς, με βάση το όποιο θα μπορούσαμε να μεταφράσουμε, να αντιπαραθέσουμε, να οργανώσουμε, συσχετίζοντας φανερά ή κρυφά, τα κείμενα εκείνων που έχουν ονομαστεί «μεγάλοι φιλόσοφοι». Από αυτή την άποψη, οι ασκήσεις των λογίων ειδημόνων -που ακατάπαυστα ανακαλύπτουν νέες συγγένειες- πρέπει να τεθούν στο ίδιο επίπεδο με τις ακροβασίες των υπέρμαχων της κρυφής ιστορίας, φιλολόγων και ερμηνευτών, δηλαδή στο επίπεδο των μυθολόγων που οικοδομούν ένα παρελθόν στο όποιο καθένας σήμερα θα βρει ό,τι τον ενδιαφέρει και τον δικαιώνει.

Ταιριάζει ν’ αρχίσουμε μ’ ένα παράδειγμα, που είναι κάτι σαν διδακτικός μύθος. Η σύγχρονη ιστορία της φιλοσοφίας της Αρχαιότητας καθιδρύει μία τάξη νοητικά ικανοποιητική για κείνους που την επεξεργάζονται. Στην αρχή έχουμε τη θρησκεία, τον μύθο, την ποίηση: από τον Όμηρο ως τον Πίνδαρο (και, κατά παρέκκλιση, ως τους κλασικούς δημιουργούς της τραγωδίας)· ύστερα έχουμε μια μετάβαση: τους «προσωκρατικούς»· μέσα σε αυτό τον μεγάλο «θύλακα» τοποθετούμε τους «φυσικούς», τον Θαλή για παράδειγμα, τους ατομικούς, τους ιατρούς, τους ιστορικούς, τον Ηράκλειτο, τον Παρμενίδη, τον Αναξαγόρα, τον Εμπεδοκλή, τους σοφιστές· εμφανίζεται ο Σωκράτης: όλα αλλάζουν, αλλά με έναν τρόπο που ακόμα δεν είναι ριζικός. Με τον Πλάτωνα, με την ίδρυση της Ακαδημίας το 387, εγκαθιδρύεται επιτέλους η τάξη της ορθολογικότητας· είναι ακόμα πρόσκαιρη κι αδέξια, και θα υποστεί πολλαπλές τροποποιήσεις, όμως έχει κιόλας καθορίσει τις αρχές της. Η σκέψη που υπάκουε στη μυθοποιητική απαίτηση υποκαθίσταται από μια νέα λογική, η οποία, χάρη σε μια αυστηρή πειθαρχία του λόγου, δίνει όλα τα δικαιώματα στην αληθινή λαλιά, δηλαδή στην αποτελεσματική.

Μια παρόμοια ερμηνεία δεν είναι κακή. Αναμφίβολα η ελληνική αντίληψη περί ανθρώπου και κόσμου προοδευτικά «εκκοσμικεύθηκε» ή «λαϊκοποιήθηκε» και το σύμπαν των θεών εξαφανίστηκε σιγά-σιγά μπροστά στις πράξεις των ανθρώπων. Ενώ στους χρόνους που συμβατικά ονομάζουμε ομηρικούς η αφήγηση οργανώνεται γύρω από θεϊκά πρόσωπα, καθώς τα ίδια τα ανθρώπινα πρόσωπα έχουν καταντήσει ουσίες σε καθεστώς ημιεξάρτησης, στην κλασική εποχή -τον πέμπτο αιώνα-, ο άνθρωπος, ως πολίτης-πολεμιστής, που μιλάει και μάχεται, εμφανίζεται ως παράγοντας που επωμίζεται τη μοίρα του. Αυτή την εποχή τα πολιτισμικά είδη αλλάζουν νόημα και ύφος: η τραγωδία, από θεμελιακά θρησκευτική, γίνεται πολιτική τελετουργία· η κωμωδία περνάει από το μπουφόνικο παιχνίδι στην πολιτική κριτική· άλλα είδη ενισχύονται, όπως η ιστορική γεωγραφία: τις θρυλικές περιγραφές και τις μυθικές γενεαλογίες διαδέχονται τοπία και ήθη που περιγράφονται και αναλύονται επακριβώς, τα γεγονότα καταγράφονται λεπτομερειακά· άλλα είδη γεννιούνται, όπως η ιατρική, που στο έξης επικαλείται περισσότερο την έρευνα των αιτιών της ασθένειας παρά τις αμφίβολες πηγές της μαντικής· ή όπως η «φυσική» που λίγο-λίγο μετατοπίζεται από τις μαγικές θεωρίες στη μελέτη των φαινόμενων σχέσεων ή όπως η τέχνη του λόγου, που δεν είναι στο έξης κλήρος των ευγενών οικογενειών, αλλά γίνεται το μέσο που κάθε πολίτης διαθέτει, τυπικά τουλάχιστον, για να διακηρύξει τις γνώμες και τα ενδιαφέροντα του· ή όπως η «φιλοσοφία», που παύει να είναι μια επηρμένη και μυστηριώδης διακήρυξη για να διεκδικήσει, μέσα στο συντονισμένο παιχνίδι των ερωτήσεων και των απαντήσεων, το δικαίωμα της να καθορίσει, σε όλα τα πεδία, την υπέρτατη δικαιοδοσία.

Με ένα λόγο, για να μιλήσουμε σαν τον Condorcet, η πρόοδος βαδίζει σταθερά. Σιγά-σιγά ο «διαφωτισμός» επιβάλλεται. Ο τόπος όπου επιτελείται αυτή η μετατροπή είναι η Πόλις. Αυτή διαμορφώνεται στις αποικιακές πολιτείες, κυρίως στη Μικρά Ασία· κατόπιν φτάνει στη μητρόπολη, και η Αθήνα θα γίνει τόπος μιας εξέλιξης που στη συνέχεια θα θεωρηθεί παραδειγματική. Έκτοτε το σχήμα της εξέλιξης είναι ικανοποιητικό. Ένα πρώτο στάδιο συνιστά η πολιτική κατάκτηση των αστικών δικαιωμάτων και της ιδιότητας του πολίτη. Στην τάξη που συναποτελούν οι ελεύθεροι πολίτες η μοίρα του καθενός καθορίζεται όχι από την εγγύτητα του προς τους θεούς ούτε από την οικογενειακή του προέλευση ή την προσκόλληση του σε κάποιον ηγεμόνα, αλλά από τη σχέση του με αυτή την αφηρημένη αρχή που είναι ο νόμος. Η δεύτερη φάση είναι η εγκαθίδρυση της δημοκρατίας που, για εντοπίσιμους ιστορικούς λόγους, πραγματώνεται στην Αθήνα. Μια δημοκρατία δεν είναι μόνο, όπως δείχνει η ετυμολογία της, η εξουσία του «αφανούς λαού», παρά είναι το πολίτευμα, στο όποιο η κυβέρνηση είναι εκτεθειμένη σε «μέση αγορά» και κάθε πολίτης, τυπικά και ουσιαστικά, έχει τη δυνατότητα να συμμετάσχει σ’ αυτή. Στην αταξία των μακρινών βαρβάρων και στην παράλογη τάξη των πολύ κοντινών βαρβάρων -περσική αυτοκρατορία-, αντιπαρατάσσεται μια έλλογη οργάνωση, που αντιστοιχεί στη θέση που κατέχει ο άνθρωπος μέσα στην κοσμική τάξη. Μέσα σε αυτή την οργάνωση πρυτανεύει μια νέα σκέψη που απωθεί σε μιάν απόμακρη αρχαϊκή εποχή το υπερβολικό ενδιαφέρον για τους θεούς και, έτσι, ενισχύει το αποκλειστικό ενδιαφέρον για τους ανθρώπους.

Μέσα σε αυτή την οπτική, η αποδοχή της αλληλουχίας αποτελεί κιόλας ένδειξη ρήξης. Αλλά πού και πώς επιτελείται αυτή η διάσταση; Με το ερώτημα αυτό αρχίζει η διαμάχη για την καταγωγή του φιλοσοφικού λόγου. Πού κείται η τομή ανάμεσα στο μύθο και στην έλλογη σκέψη; Άραγε υπάρχει στους φυσικούς στοχαστές που, όπως ό Θαλής, θεωρούν ως αντικείμενο της αποφασιστικής προβληματικής τα φυσικά φαινόμενα; Μήπως θα πρέπει μάλλον να περιμένουμε τον Ηράκλειτο και τον Παρμενίδη, που πρώτοι αυτοί θέτουν το ερώτημα του Όντος και εγκαινιάζουν έτσι το μεταφυσικό πρόβλημα; Ή μήπως είναι πιο σοβαρό να τοποθετήσουμε την απαρχή της φιλοσοφίας στα πλατωνικά γραφτά, που τα περισσότερα τους διασώθηκαν κι όπου τίθεται για πρώτη φορά με ρητό τρόπο το πρόβλημα του Λόγου (raison), δηλαδή το πρόβλημα ενός φιλοσοφικού λόγου (discours) ολοκληρωτικά νομιμοποιημένου; Και από πού προέρχονται οι ατομικοί φιλόσοφοι;

Μ’ ένα λόγο, η ιδέα μιας γαλήνιας γένεσης, που θα οδηγούσε από το φανταστικό στο πραγματικό, από τη μαγεία στην πρακτική, από την (κοινωνική) μερικότητα στην (ανθρώπινη) καθολικότητα, από την επιθυμία στο λόγο, βρίσκεται σε κίνδυνο από τη στιγμή που θα τεθεί το πρόβλημα της συγκεκριμένης διατύπωσης της. Σύμφωνα με την ανάλυση του J. Bernhardt, η τρέχουσα ονομασία «προσωκρατικοί», που έχει αποδοθεί στους συγγραφείς που κατακυριαρχούνται από τον πόθο της θεωρίας και χρονολογικά είναι προγενέστεροι ή σύγχρονοι του Σωκράτη, προδίδει μιαν αντίληψη αφελώς προοδευτική και απλοποιητική ως προς το γίγνεσθαι της σκέψης. Εν πάση περιπτώσει το ζήτημα είναι πιο περίπλοκο· και είναι βέβαιο ότι δεν το λύνουμε παίρνοντας ως σημείο αναφοράς μιαν γραμμική πρόοδο που θα οδηγούσε από τον προ-Λόγο στον πραγματωμένο Λόγο, από την δυνάμει φιλοσοφία στην ενεργεία. Ας τοποθετηθούμε στο κέντρο ακριβώς αυτής της τάχα «πραγματωμένης» φιλοσοφίας: στην φιλοσοφία του Πλάτωνα. Ένα νέο ύφος φιλοσοφικού λόγου επιβάλλεται με αυτή τη φιλοσοφία· καθορίζεται μια τάξη ιδεών που λίγο κατόπιν θα χαρακτηριστεί λογική και σχεδιάζεται μια πρωτότυπη πολιτική. Η καινοτομία είναι προφανής: δεν δεσπόζει πια η φαινομενική δύναμη των συνηθειών ή η ψευδοπραγματική ισχύς των «ροπαλοφόρων», αλλά η τάξη του ελεγχόμενου λόγου. Εντούτοις, μέσα στην περιοχή αύτης της καινοτομίας κι επειδή αυτή η καινοτομία έχει πιαστεί μέσα στο ιστορικό δίκτυο της συγκρότησης της Πόλης, ο φιλόσοφος παραμένει ένας σοφός, το ισοδύναμο του σαμάνου -του μάγου- που είναι συνένοχος μυστηριωδών δυνάμεων…

Όλα συμβαίνουν σάμπως η φιλοσοφία, καθώς πετυχαίνει ολοένα και περισσότερο να οριοθετεί την πρωτοτυπία του έλλογου (discursif) πεδίου της, να επαναλαμβάνει, ενσωματώνοντας τες, αρχέγονες στάσεις ζωής. Πρέπει λοιπόν όχι μόνο ν’ αρνηθούμε την εικόνα μίας γραμμικής εξέλιξης, αλλά και να πλουτίσουμε με αποχρώσεις αυτά τα σχήματα αλληλουχίας ή ασυνέχειας. Χωρίς αμφιβολία η ανάλυση των κειμένων επιτρέπει να αποκαλύψουμε «αφετηρίες» ή «ρήξεις». Αλλά αυτό που ξεκινάει εν μέρει κρατάει μέσα του εκείνο ενάντια στο οποίο ξεκινάει· και αυτό που διαρρηγνύει τους δεσμούς του ενσωματώνει επίσης στοιχεία εκείνου, από το οποίο θέλει να διαχωριστεί. Από αυτή την πλευρά, η περίπτωση του πλατωνισμού παραμένει ακόμα παραδειγματική: η πλατωνική φιλοσοφία αρνείται την παραδοσιακή εκπαίδευση, που ουσιαστικά βασιζόταν στη διδασκαλία των ποιητών και στη συγκεχυμένη θρησκευτικότητα που μετέφερε αυτή η διδασκαλία· επειδή ακριβώς αυτή η φιλοσοφία απαιτεί μια επιστημονική προάσκηση και κάνει έκκληση στους μαθηματικούς και στη λογική, επειδή αποσκοπεί να οργανωθεί όχι γύρω από αμφίβολες παραστάσεις, αλλά καθορισμένες έννοιες, σημειώνει μια ρήξη και διανοίγει μια «σύγχρονη» προοπτική. Ταυτόχρονα όμως αντιτίθεται σε μιαν άλλη εκδοχή του «σύγχρονου», εκείνη των σοφιστών, που κι αυτοί επίσης απέρριπταν την παράδοση — στο όνομα άλλων άρχων, ίσως πιο ριζικών… Ο Πλάτων δε δέχεται τη χρησιμοθηρία, τον συμβατικισμό (con-ventionalisme), τον βαθύτατο σχετικισμό των σοφιστών. Αυτό που τον ενδιαφέρει δεν είναι ο κοινωνικός άνθρωπος, αλλά το θεϊκό στοιχείο μέσα στον άνθρωπο. Κατά την κρίση του, η δημοκρατία, στις διάφορες μορφές της, είναι παρακμιακή. Στο έξης λοιπόν μιλάει σαν «αντιδραστικός». Άμεσα, όταν απορρίπτει τη «φιλελεύθερη» λογική των σοφιστών, την οποία χρησιμοποιεί π.χ. ο ιστορικός λόγος του Θουκυδίδη· και έμμεσα, όταν, μέσα στην ίδια του την αποδεικτική, θέλει να καταξιώσει πανάρχαιες μεθόδους, δηλαδή την αλληγορία και το μύθο, και όταν περιβάλλει τον φιλόσοφο με εξουσίες που ξεπερνούν τον κοινό θνητό.

Με ένα λόγο η φιλοσοφία είναι ελληνική· είναι θυγατέρα της Πόλης· της δημοκρατικής Πόλης. Αν το δεχτούμε αυτό, μένει ακόμα να πούμε ότι η ελληνική γλώσσα δεν είναι μια αμετακίνητη ουσία και ότι, αν δούμε την φτιαξιά της, οι μεταβολές βαραίνουν γι’ αυτή όσο και οι μονιμότητες. Έτσι η Πόλις, που διαδέχεται επαναστατικά έναν «φεουδαρχικό μεσαίωνα», έχει τις ρίζες της σ’ ένα προηγούμενο παρελθόν, το οποίο σφραγίζουν οι προομηρικές βασιλείες και του οποίου τα ίχνη εμφανίζονται, μεταξύ άλλων, και στα πλατωνικά κείμενα. Γι’ αυτό η αθηναϊκή δημοκρατία -σημείο αναφοράς του Πλάτωνα και των αντιπάλων του Σοφιστών- είναι ένα πρόβλημα, όχι μια ουσία.

Τούτο σημαίνει ότι δεν ξεμπερδεύουμε εύκολα με την ιστορία της φιλοσοφίας. Αναμφισβήτητα, τουλάχιστον από τον Πλάτωνα ως τον Hegel, υπάρχει ένα ειδικό πεδίο -που νόμιμα μπορούμε να το αποκαλέσουμε φιλοσοφικό- πεδίο που έχει τη δική του περιοχή, τη δύναμη του να ενσωματώνει, την ιδιάζουσα τάξη του. Αλλά αυτό το ύφος, που φιλοδοξεί να έχει την υπέρτατη δικαιοδοσία, οφείλει μόνιμα και εξαρχής να ομολογεί τον συμμιγή χαρακτήρα του. Ο ορίζοντας, από τον οποίο αξιώνει να αποσπαστεί και τον οποίο σκοπεύει να υπερβεί και να κρίνει, το καθορίζει πέρα για πέρα. Έτσι η σκέψη, γύρω στον πέμπτο αιώνα π.Χ., περνάει από την επικράτεια του μύθου στη δύναμη της φιλοσοφικής λογικής: αλλά αυτό το πέρασμα οπωσδήποτε σημαίνει από τη μιά μεριά ότι υπήρχε ήδη μιά λογική του μύθου και από την άλλη ότι μέσα στην φιλοσοφική πραγματικότητα ενυπάρχει ακόμα η δύναμη του «πατροπαράδοτου».

Από τον μύθο στην έλλογη σκέψη; Βέβαια. Ωστόσο ο μύθος δεν είναι μια άτακτη φαντασία και η έλλογη σκέψη τείνει να επιβληθεί σαν ένας νέος μύθος.

Οι θαλάσσιοι οργανισμοί χρησιμοποιούν νεο-ανακαλυφθέντες υποδοχείς για να ανιχνεύουν την απόκριση στο φως

Ακριβώς όπως τα φυτά και τα ζώα στην ξηρά είναι έντονα εναρμονισμένα με τις ώρες του ηλιακού φωτός της μέρας, η ζωή στους ωκεανούς ακολουθεί τους ρυθμούς της μέρας, τις εποχές, καθώς ακόμη και το φεγγάρι. Έρευνα του Πανεπιστημίου της Washington (UW) βρίσκει του βιολογικούς διακόπτες του φωτός που το καθιστά δυνατό. Μονοκύτταροι οργανισμοί στον ανοικτό ωκεανό χρησιμοποιούν μια πολυποίκιλη σειρά γενετικών εργαλείων για να ανιχνεύσουν το φως, ακόμη και σε πάρα πολύ μικρές ποσότητες και να αποκρίνονται, σύμφωνα με τη μελέτη που δημοσιεύθηκε, αρχές Φεβρουαρίου, στα Proceedings of the National Academy of Sciences.

«Αν κοιτάξεις στο ωκεάνιο περιβάλλον όλοι αυτοί οι διαφορετικοί οργανισμοί έχουν αυτόν τον κύκλο ημέρας-νύχτας. Είναι πολύ συντονισμένοι μεταξύ τους, ακόμη και αν είναι σε κίνηση. Πώς το γνωρίζουν όταν είναι ημέρα; Πώς το γνωρίζουν όταν είναι νύχτα;», αναρωτιέται η επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Sacha Coesel, ερευνητική επιστήμων στην ωκεανογραφία, στο UW.

Αν και αόρατα στο ανθρώπινο μάτι, οι ωκεάνιοι μικροοργανισμοί υποστηρίζουν όλη τη θαλάσσια ζωή, από τις σαρδέλες μέχρι στις φάλαινες. Η γνώση των εσωτερικών λειτουργιών αυτών των κοινοτήτων θα μπορούσε να αποκαλύψει πώς θα τα πάνε κάτω από αλλαγές στις ωκεάνιες συνθήκες. «Ακριβώς όπως τα τροπικά δάση παράγουν οξυγόνο και συλλαμβάνουν του διοξείδιο του άνθρακα, έτσι και οι ωκεάνιοι οργανισμοί κάνουν το ίδιο πράγμα στους ωκεανούς του πλανήτη. Ο κόσμος πιθανώς δεν το συνειδητοποιεί, αλλά αυτοί οι μονοκύτταροι οργανισμοί είναι περίπου τόσο σημαντικοί όπως τα δάση για τη λειτουργία του πλανήτη μας», θα πει η Coesel.

Αναλύοντας το RNA που φιλτράρεται από τα δείγματα του θαλάσσιου νερού που συλλέγονται τη μέρα και τη νύχτα, η μελέτη προσδιορίζει τέσσερις ομάδες φωτοϋποδοχέων, πολλούς από αυτούς νέους. Αυτή η γενετική δραστηριότητα χρησιμοποιεί το φως για να πυροδοτήσει αλλαγές στο μεταβολισμό, την ανάπτυξη , τη διαίρεση του κυττάρου, τις κινήσεις και το θάνατο των θαλάσσιων οργανισμών.

Η ανακάλυψη αυτών των νέων γενετικών «διακοπτών φωτός» θα μπορούσε επίσης να βοηθήσει στο πεδίο της οπτογενετικής, στην οποία η λειτουργία ενός κυττάρου μπορεί να ρυθμίζεται με έκθεση στο φως. Τα οπτογενετικά εργαλεία, σήμερα, δημιουργούνται από τους ανθρώπους, όμως οι φυσικές εκδοχές μπορεί να είναι περισσότερο ευαίσθητες ή να ανιχνεύουν καλύτερα το φως ιδιαίτερων μηκών κύματος, αναφέρουν οι ερευνητές.

Εικόνα κειμένου: Η μικροσκοπική θαλάσσια ζωή περιλαμβάνει γενετικά ποικίλες μορφές ζωής. Στην εικόνα φαίνονται διευθετημένα διάτομα, ένας τύπος μικροάλγης, που συλλέχθηκε στα νερά της Ρωσίας. Η κλίμακα της μπάρας που φαίνεται είναι ένα-δέκατο του χιλιοστομέτρου.

The Queen’s Gambit

'Εχει γίνει μεγάλος θόρυβος (και δικαίως) γύρω από την σειρά του Netflix με τίτλο «Το γκαμπί της βασίλισσας», τίτλος παρμένος από την σκακιστική ορολογία. Όμως η πραγματική βασίλισσα της σειράς δεν είναι η ομώνυμη κίνηση, ούτε το πιόνι της η Βασίλισσας αλλά η φοβερή και τρομερή Anya Taylor-Joy, που πρωταγωνιστεί στον ρόλο της σκακίστριας Beth Harmon. Λοιπόν, πολύ καιρό είχα να δω ένα πρόσωπο, έναν χαρακτήρα που νιώθεις ότι κυριαρχεί σε όλη την οθόνη σε ολόκληρη την σειρά, κάπως όπως ο Raymond “Red” Reddington στο The Blacklist, με υψηλότατο βαθμό αντίληψης, δύναμης, ψυχραιμίας κι αντιμετώπισης.

Είναι όμορφη με έναν τελείως φυσικό και μεταφυσικό τρόπο που σε κερδίζει αλλά ακόμη περισσότερο είναι αυτή η ένταση στο βλέμμα της και σε κάθε της έκφραση που σε κάνει να μην θέλεις να πάρεις τα μάτια σου από πάνω της. Αυτή η ένταση δεν προκύπτει από υπερπροσπάθεια παιξίματος αλλά σε μια φίνα ερμηνεία που σέβεται το πόσο δυναμικός είναι ο χαρακτήρας που υποδύεται, συνεπώς και τον αφήνει να κεντήσει ο ίδιος.

Είναι βασισμένο στο ομότιτλο βιβλίο του WalterTevis (the Hustler, The man who fell to earth, The color of money) που κυκλοφόρησε το 1983 και ολοκληρώνεται σε επτά ωριαία επεισόδια.

To σενάριο και η σκηνοθεσία, ανήκουν στον Scott Frank, που πραγματικά δεν άφησε τίποτα στην τύχη του και φαίνεται. Ο Frank πρωτοδιάβασε το βιβλίο δέκα χρόνια πριν και επικοινώνησε άμεσα με τον συγγραφέα του, από τότε σχεδίαζε πως θα υλοποιήσει αυτό που είχε στο μυαλό του. Ενα από τα πολύ δύσκολα που είχε να αντιμετωπίσει, ήταν πως να κάνει τόσα διαφορετικά ζευγάρια παικτών που απλά κάθονται σιωπηλά και κινούν πιόνια, να μην είναι βαρετά και τα κατάφερε αριστουργηματικά, με τα κοντινά, τις παύσεις, τον συγχρονισμό των συνεργατών του που αιχμαλώτισαν την λεπτομέρεια της κίνησης.

Οι παρτίδες που βλέπουμε να παίζει η πρωταγωνίστρια δεν είναι τυχαία κίνηση πιονιών αλλά προσεκτικά σχεδιασμένες ειδικά για την σειρά, από μια ομάδα μεγάλων σκακιστών που περιλαμβάνει τους Bruce Pandolfini και Garry Kasparov. Ακόμη κι όταν έχει προχωρήσει το παιχνίδι και ο θεατής δεν βλέπει όλες τις κινήσεις που μεσολάβησαν, είχαν γίνει μία μία στην σκακιέρα, μέχρι να φτάσει η παρτίδα στο σημείο που βλέπουμε και οι πρωταγωνιστές ήξεραν ακριβώς τι πιόνι μετακινούν και γιατί.

Το σάουντρακ της σειράς και την γενική μουσική επιμέλεια, υπογράφει ο συνθέτης Carlos Rafael Rivera, από τον οποίο αρχικά ζήτησε ο σκηνοθέτης να χρησιμοποιήσει ένα μόνο μουσικό όργανο για να ντύσει την σειρά, το πιάνο. Κατά την διάρκεια των συζητήσεων όμως θεώρησαν καλύτερο η μουσική να ακολουθεί το «άνοιγμα» του κόσμου της Μπεθ, προσθέτοντας κι άλλα μουσικά όργανα.

Τις σιωπές από μουσική ή διαλόγους, ντύνει ο ήχος του ρολογιού του σκάκι και ήταν πραγματικά στοίχημα για τον ίδιο τον συνθέτη όπως έχει δηλώσει, να συγχρονίσει τους ρυθμούς της μουσικής και των χρονομέτρων, που καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος της σειράς, ώστε να μην είναι ενοχλητικό ούτε βαρετό για το αυτί του θεατή. Τα κοστούμια είναι επιλογές της σχεδιάστριας Gabriele Binder (Οι ζωές των άλλων, Μην χαμηλώνεις το βλέμμα) και είναι ένα ακόμη από τα δυνατά σημεία της σειράς.

Ένα παιδί-θαύμα και κατόπιν ένα κορίτσι διάνοια στις σκακιστικές κινήσεις, που θριαμβεύει στα 60ς σε έναν καθαρά ανδροκρατούμενο χώρο: στους αγώνες σκακιού. Παρακολουθούμε λοιπόν την μοναχική πορεία της, ένα άβολο κορίτσι που μεγαλώνει και κερδίζει τους άνδρες, με το μυαλό της. Και δεν τους κερδίζει μόνο αλλά τους κατακτά. Στην πορεία αρκετοί από τους άνδρες αντιπάλους της αναγνωρίζοντας την ανωτερότητά της κάνουν τα πάντα για να την βοηθήσουν, δίνοντας στο σκάκι μια διάσταση ομαδικού σπορ.

Κι εδώ ερχόμαστε σε μια άλλη πτυχή της σειράς. Αμερικάνοι εναντίον Σοβιετικών ή αλλιώς το «Ρόκι 4» του σκακιού.

Το μεγαλύτερο αντίπαλο δέος της Beth και ο μεγαλύτερος φόβος της (που την καθηλώνει) είναι ο Σοβιετικός Βασίλι Μποργκόφ. Οι Αμερικάνοι ακόμη δεν μπορούν να ξεπεράσουν την εποχή του ψυχρού πολέμου και το ότι πάσχιζαν να αποδείξουν ότι μπορούσαν (ή όχι) να ξεπεράσουν τους Σοβιετικούς σε κάποιους τομείς. Το καλό είναι ότι έχουμε 2020 και οι Σοβιετικοί ναι μεν παρουσιάζονται αυστηροί και πειθαρχημένοι αλλά ταυτοχρόνως καλλιεργημένοι, με σεβασμό στην άμιλλα, με ομαδικό πνεύμα και με μια αγάπη προς το σκάκι που δεν τους επιβάλλεται αλλά πηγάζει από την ίδια την καθημερινή τους κουλτούρα. Παίζουν σκάκι στις πλατείες.

Ο τρόπος που καταφέρνει να μας πείσει η Anya ότι είναι πραγματικά η ιδιόρρυθμη, εθισμένη αλλά και χαρισματική Beth, είναι αριστοτεχνικός. 'Οσο για τα σημεία που παίζει με τους αντιπάλους της και έχει ως μόνα εκφραστικά μέσα το πρόσωπο και τα χέρια της, όπως έχει δηλώσει εκεί την βοήθησε να φτάσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα η σκέψη του συναισθήματος ενός καρχαρία που έχει περικυκλώσει μια φώκια και μπορούμε να πούμε ότι το εγχείρημα πέτυχε.

Για χάρη της σειράς, η Anya έμαθε να παίζει πραγματικά σκάκι.

Και τι είναι τελικά αυτό Το Γκαμπί της Βασίλισσας;

Tον όρο Gambit στο σκάκι χρησιμοποιούμε όταν ο λευκός στο άνοιγμα προσφέρει πιόνι.1.δ4 . Ο λευκός ανοίγει με το πιόνι μπροστά από την Βασίλισσα. Ο μαύρος απαντά συμμετρικά 1.δ5. Η δεύτερη κίνηση του λευκού 2.γ4 είναι το Γκαμπί της Βασίλισσας που μετά ανάλογα με την απάντηση του μαύρου χωρίζεται σε αποδεκτό και μη αποδεκτό. Αν κάτι κατάφερε η σειρά, είναι σίγουρα να κάνει πολλούς ανθρώπους να θέλουν να μάθουν σκάκι. Οχι γιατί έγινε ξαφνικά λιγότερο πολύπλοκο, αλλά γιατί έγινε περισσότερο γοητευτικό ώστε να αξίζει τον κόπο.

Παρακολουθούμε την Beth Harmon από την εφηβεία της, όταν μένει ορφανή και μεταφέρεται σε ορφανοτροφείο. Εκεί ανακαλύπτει το σκάκι και γεννιέται το σπάνιο ταλέντο της που την οδηγεί στα μεγαλύτερα πρωταθλήματα του κόσμου, με την ίδια να παλεύει με τους εθισμούς, τις φοβίες και τις εμμονές της. Η ιστορία εξελίσσεται στα τέλη των 60’s και το στυλ της πρωταγωνίστριας Anya-Taylor Joy (αλλά και του περιβάλλοντος) βρίσκεται στο επίκεντρο. Η Beth Harmon είναι ένα κορίτσι που καταφέρνει να επικρατήσει σε ένα καθαρό ανδροκρατούμενο χώρο και το στυλ της είναι εξίσου δυναμικό όπως και η ίδια. Σε κάθε επεισόδιο και καθώς η Beth μεγαλώνει, παρακολουθούμε και την στυλιστική εξέλιξή της, την αγάπη της για την μόδα και τα ωραία φορέματα.

Στην πρώτη της εμφάνιση αφήνει πίσω την ποδιά του ορφανοτροφείου και γεννιέται η αγάπη της για τα φορέματα, όπως αυτό με τα τετράγωνα μοτίβα, που παραπέμπει σε σκακιέρα. Μια λεπτομέρεια για παρατηρητικούς θεατές και ένδειξη του ότι τίποτα σ’ αυτήν την σειρά δεν είναι τυχαίο, είναι οι χρωματικές επιλογές των ρούχων την πρωταγωνίστριας, όπου σχεδόν όλες στα χρώματα του σκακιού, άσπρο, μπεζ και μαύρο. Αριστουργηματικές επιλογές δε, αποτελούν τα σύνολα που βλέπουμε να φοράει στο τελευταίο επεισόδιο.

Για την πρώτη της επίσκεψη στο Παρίσι όπου διαγωνίζεται με κορυφαίους σκακιστές, εμφανίζεται με ένα υπέρκομψο φόρεμα που παραπέμπει στις γραμμές του Pierre Cardin, ενώ για ακόμα μια φορά τα τετράγωνα της σκακιέρας μπαίνουν και σε αυτή την εμφάνιση.

Άλλη μια εμφάνιση της στο Παρίσι εμπνευσμένη από τις συλλογές του Pierre Cardin.

Ενώ και η εμφάνισή της στην Μόσχα συνδέεται άμεσα με το σκάκι επιλέγοντας ένα καρό πανωφόρι.

Με το λευκό παλτό της και το λευκό μπερέ, στο τέλος επιβεβαιώνει πως είναι η βασίλισσα της σκακιέρας.

Καθαρά πολεμική σειρά που οπωσδήποτε πρέπει να την μελετήσεις κι άρα να την δεις τουλάχιστον δύο φορές.

Η τελευταία της ατάκα: ΑΣ ΠΑΙΞΟΥΜΕ!!!

Λουκιανός: Περί πένθους

Ο Λουκιανός γεννήθηκε στα Σαμόσατα, της Συρίας το 120 μ.Χ. και έζησε μέχρι το 192 μ.Χ. Από μικρός που ήταν, έδειξε μεγάλο ζήλο για την μελέτη των ελληνικών, με αποτέλεσμα αργότερα να ξεκινήσει να μάθει τη ρητορική τέχνη στις σχολές της Ιωνίας, όπου εκεί σπούδασε τη σοφιστική -το έκανε αρχικά αυτό, κυρίως ως μέσον βιοπορισμού. Ύστερα άρχισε να ταξιδεύει, επιδεικνύοντας την ρητορική του δεινότητα, σε πόλεις της Ασίας, Ελλάδας, και της Ιταλίας.

Ήταν εξαιρετικά ανήσυχο πνεύμα, εντρύφησε σε πολλές φιλοσοφικές σχολές, ώσπου τελικά τον προσέλκυσαν τα φιλοσοφικά ρεύματα των Επικούρειων και των Κυνικών και σε αυτά έδειξε την μεγάλη συμπάθειά του.

Υπήρξε δεινός σατυρικός συγγραφέας, με κριτικό ύφος, και οξύτατο βλέμμα, που με αυτό διέβλεψε τα πλημμελήματα πολλών εκ των διανοουμένων ή φιλοσόφων της εποχής του.

Μέσα από αυτό το ύφος καυτηρίασε, κάθε δεισιδαιμονία, τον παρασιτισμό, την υποκρισία των φιλοσόφων, την απειροκαλία των γραμματικών, πράγματα που τα στιγμάτισε με γελαστούς χαριεντισμούς και δηκτικά σκώμματα. Φωτογράφος των ανθρωπίνων αδυναμιών, σκώπτει και χλευάζει, όχι μόνο για να προκαλέσει γέλιο, αλλά για να διδάξει, επιδεικνύοντας τη φωτεινή διαύγεια της ελληνικής διάνοιας, μπροστά στην μωρία των άλλων συγκαιρινών ή συγχρόνων του.

Έγραψε πάνω από ογδόντα βιβλία, εκ των οποίων μερικά από αυτά θεωρούνται πλαστά. Ένα από τα βιβλία του είναι και το «Περί πένθους». Μέσα από αυτό, διακωμωδεί τους πενθούντες πάνω από τον νεκρό, περιφρονεί τις υπερβολικές τους συνήθειες, και τους κρίνει ως απαίδευτους. Λοιδορεί τους μύθους του κάτω κόσμου που τους θεωρούν ως αληθινούς, μαζί και όλες τις παράλογες δεισιδαιμονίες των ανθρώπων. Τέλος, απορρίπτει την μεταθανάτια ζωή, την πρόνοια και τον φόβο του θανάτου.

ΠΕΡΙ ΠΕΝΘΟΥΣ

1. Πραγματικά αξίζει τον κόπο να παρατηρεί κανείς όσα κάνουνε και λένε οι περισσότεροι άνθρωποι σε καταστάσεις πένθους, καθώς και όσα επαναλαμβάνουν κάθε τόσο όσοι προσπαθούνε τάχα να πούνε λόγια παρηγοριάς: Ότι θεωρούν αβάσταχτα όσα συμβαίνουν και στους ίδιους τους πενθούντες και σ’ εκείνους για τους οποίους πενθούν, ενώ, μα τον Πλούτωνα και την Περσεφόνη, Δεν έχουν καμιά απολύτως σαφή γνώση ούτε αν αυτά είναι δυσάρεστα και αξιοθρήνητα ούτε, αντίθετα, αν είναι ευχάριστα και προτιμότερα για τους εκλιπόντες• παραδίδονται όμως στη λύπη σύμφωνα με το έθιμο και τη συνήθεια. Όταν λοιπόν κάποιος πεθάνει, κάνουν τα εξής —αλλά θα προτιμούσα να πω προηγουμένως ποιες αντιλήψεις έχουν για τον ίδιο τον θάνατο’ έτσι θα γίνει φανερό για ποιο λόγο ακολουθούν όλες εκείνες τις περιττές συνήθειες.

2. Ο πολύς κόσμος λοιπόν, εκείνοι δηλαδή που οι σοφοί τους ονομάζουν απαίδευτους, βασισμένοι για τα ζητήματα αυτά και στον Όμηρο και στον Ησίοδο και στους άλλους μυθοποιούς, και δίνοντας κύρος νόμου στην ποίηση τους, έχουν την πεποίθηση ότι υπάρχει κάτω από τη γη ένας βαθύς τόπος, ο Άδης, που είναι μεγάλος και ευρύχωρος και κατασκότεινος και ανήλιος, και δεν ξέρω πώς νομίζουν ότι φωτίζεται, ώστε να μπορεί ο καθένας να βλέπει τους άλλους παρευρισκόμενους. Σ’ αυτό το χάσμα βασιλεύει ένας αδελφός του Δία, που ονομάζεται Πλούτωνας, και που τιμήθηκε με αυτή την προσφώνηση, όπως μου έλεγε κάποιος από τους ειδικούς σε τέτοιου είδους θέματα, εξαιτίας του πλούτου του σε νεκρούς. Αυτός λοιπόν ο Πλούτωνας, λένε, καθόρισε τη διακυβέρνηση και τη ζωή στον κάτω κόσμο με τον ακόλουθο τρόπο: Ο ίδιος έχει κληρωθεί να είναι άρχοντας των πεθαμένων, και όταν τους υποδεχτεί και τους παραλάβει, τους κρατά με δεσμά από τα οποία δεν μπορεί κανείς να ξεφύγει, και δεν επιτρέπει σε κανέναν απολύτως να πάρει τον δρόμο για τον επάνω κόσμο, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις μέσα σε όλους τους αιώνες, και για εξαιρετικά σημαντικούς λόγους.

3. Γύρω από τη χώρα του κυλούν ποτάμια μεγάλα και τρομακτικά, και μόνο από τα ονόματα τους: Ονομάζονται Κωκυτοί και Πυριφλεγέθοντες και τα παρόμοια. Και το σημαντικότερο, η Αχερουσία λίμνη βρίσκεται στην αρχή και υποδέχεται πρώτη τους νεοφερμένους, και δεν μπορεί κανείς να τη διασχίσει ή να την παρακάμψει χωρίς τη βοήθεια του περαματάρη• γιατί είναι και πολύ βαθιά για να την περάσει κανείς περπατώντας, και πολύ μεγάλη για να τη διασχίσει κανείς κολυμπώντας, και γενικά δεν είναι δυνατό να την περάσουν πετώντας ούτε καν τα πεθαμένα πουλιά.

4. Κοντά στην κατωφέρεια και στην πύλη, που είναι από ατσάλι, έχει εγκατασταθεί ο ανεψιός του βασιλιά, ο Αιακός, στον οποίο έχει ανατεθεί η φρουρά, και δίπλα του ένα σκυλί τρικέφαλο με πολύ κοφτερά δόντια, που κοιτάζει φιλικά και ειρηνικά όσους καταφθάνουν, εκείνους όμως που προσπαθούν να δραπετεύσουν τους γαβγίζει και τους τρομάζει με ορθάνοιχτο το στόμα του.

5. Όταν λοιπόν περάσουν τη λίμνη, τους καλωσορίζει παραμέσα ένα μεγάλο λιβάδι, γεμάτο ασφοδέλους, και ένα ποτό που καταπολεμά τη μνήμη• γι’ αυτό άλλωστε ονομάζεται «της Λησμονιάς». Όλα αυτά ασφαλώς τα διηγήθηκαν στους παλαιούς, όταν επέστρεψαν από κει, η Άλκηστη και ο Πρωτεσίλαος, οι Θεσσαλοί, και ο Θησέας, ο γιος του Αιγέα, και ο ομηρικός Οδυσσέας, πολύ σοβαροί και αξιόπιστοι μάρτυρες, που, κατά τη γνώμη μου, δεν θα ήπιαν από την πηγή, γιατί αλλιώς δεν θα τα θυμούνταν.

6. Ο Πλούτωνας λοιπόν και η Περσεφόνη, όπως είπαν εκείνοι, διαφεντεύουν και έχουν την εξουσία πάνω στα πάντα, τους υπηρετούν όμως και συνεργάζονται στη διακυβέρνηση πολύς κόσμος, Ερινύες, Ποινές, Φόβοι, και ο Ερμής, αλλά αυτός δεν είναι πάντοτε μαζί τους.

7. Υπαρχηγοί πάντως και σατράπες και δικαστές είναι διορισμένοι δύο, ο Μίνωας και ο Ραδάμανθης από την Κρήτη, που είναι γιοι του Δία. Αυτοί τους καλούς και δίκαιους ανθρώπους και όσους έζησαν ενάρετα, όταν συγκεντρωθούν πολλοί, τους στέλνουνε, σαν σε αποικία, στα Ηλύσια Πεδία, για να συμμετάσχουν στην πιο υπέροχη ζωή.

8. Αν όμως εντοπίσουν κάποιους κακόψυχους, τους παραδίνουν στις Ερινύες και τους στέλνουν στον χώρο των ασεβών, για να τιμωρηθούν ανάλογα με τις αδικίες τους. Εκεί λοιπόν και τι δεν παθαίνουνε, καθώς τους συστρέφουνε τα μέλη τους και τους καίνε και τους τρώνε οι γύπες και περιστρέφονται δεμένοι σε τροχό και κυλάνε πέτρες σε ανηφόρα. Όσο για τον Τάνταλο, στέκεται αφυδατωμένος ακριβώς στην άκρη της λίμνης, κινδυνεύοντας ο κακόμοιρος να πεθάνει από τη δίψα.

9. Όσοι πάλι έζησαν μέτρια, κι αυτοί είναι πολλοί, τριγυρνούν μέσα στο λιβάδι χωρίς τα σώματα τους, έχοντας γίνει σκιές, και εξαφανίζονται σαν καπνός, μόλις κάποιος τους αγγίξει. Τρέφονται βέβαια με τις προσφορές υγρών και τα αφιερώματα τροφίμων που κάνουμε εμείς πάνω στους τάφους τους. Αν λοιπόν κάποιου δεν του έμεινε πάνω στη γη κάποιος φίλος ή συγγενής, αυτός τριγυρνάει ανάμεσα στους άλλους νηστικός και πεινασμένος νεκρός.

10. Όλα αυτά οι περισσότεροι τα έχουν ενστερνιστεί με τέτοια βεβαιότητα, ώστε όταν πεθάνει κάποιος από τους δικούς τους, πρώτα απ’ όλα φέρνουν έναν οβολό και τον τοποθετούν στο στόμα του, για να αποτελέσει την αμοιβή του περαματάρη για το ταξίδι, χωρίς να εξετάσουν προηγουμένως ποιο νόμισμα ισχύει και κυκλοφορεί στους κάτω, κι αν περνάει σ’ εκείνους ο αττικός ή ο μακεδονικός ή ο αιγινήτικος οβολός, ούτε ότι θα ήταν πολύ καλύτερο να μην έχουν να πληρώσουν τα ναύλα γιατί έτσι, αν δεν τους παραλάμβανε ο περαματάρης, θα στέλνονταν πάλι πίσω και θα ξαναγύριζαν στη ζωή.

11. Έπειτα τους λούζουν, σαν να μη φτάνει η λίμνη του κάτω κόσμου για το λουτρό των κατοίκων του, και αλείφουν με το καλύτερο άρωμα το σώμα τους, που ήδη αρχίζει να αποσυντίθεται με δυσοσμία, τους στεφανώνουν με όμορφα λουλούδια και τους εκθέτουν αφού πρώτα τους ντύσουν με ρούχα εντυπωσιακά, προφανώς για να μην κρυώνουν στον δρόμο και για να μην τους βλέπει γυμνούς ο Κέρβερος.

12. Ακολουθούν θρηνωδίες και στριγγλίσματα από τις γυναίκες και δάκρυα από όλους, και στήθη που χτυπιούνται, και μαλλιά που ξεριζώνονται, και μάγουλα που γδέρνονται και ματώνουν• σε κάποιες περιπτώσεις και ρούχα ξεσχίζονται και το κεφάλι πασπαλίζεται με σκόνη, και οι ζωντανοί είναι πιο αξιολύπητοι από τον νεκρό: Κυλιούνται κάτω ξανά και ξανά, και χτυπούνε το κεφάλι τους στο έδαφος, ενώ εκείνος, ευπαρουσίαστος και όμορφος και στεφανωμένος με το παραπάνω, είναι εκτεθειμένος σε υπερυψωμένο σημείο και επιβλητικός, σαν να έχει στολιστεί για παρέλαση.

13. Έπειτα η μητέρα ή και, μα τον Δία, ο πατέρας προβάλλει ανάμεσα από τους συγγενείς, τον αγκαλιάζει —ας πούμε ότι είναι εκτεθειμένος κάποιος νέος και ωραίος, για να είναι εντονότερο το σχετικό δράμα— και αρχίζει να βγάζει παράξενες και ανώφελες κραυγές, στις οποίες ο ίδιος ο νεκρός θα μπορούσε να απαντήσει, αν αποκτούσε φωνή. Θα έλεγε δηλαδή ο πατέρας, μιλώντας με αναφιλητά και με μακρόσυρτη την κάθε του έξη: «Πολυαγαπημένο μου παιδί, μου έφυγες και πέθανες και σ’ άρπαξε πρόωρα ο Χάρος, κι εμένα τον δύστυχο με άφησες μονάχο, χωρίς να παντρευτείς, χωρίς να κάνεις παιδιά, χωρίς να πας στρατιώτης, χωρίς να καλλιεργήσεις τη γη, χωρίς να φτάσεις στα γεράματα. Δεν θα γλεντοκοπήσεις άλλο, ούτε θα ερωτευτείς, παιδί μου, ούτε θα ξαναμεθύσεις στα συμπόσια με τους συνομηλίκους σου».

14. Αυτά θα έλεγε και άλλα παρόμοια, νομίζοντας ότι ο γιος του τα χρειάζεται ακόμη όλα αυτά και τα λαχταράει μετά τον θάνατο του, αλλά δεν μπορεί να τα χαρεί. Αλλά τι λέω; Πόσοι και πόσοι δεν έσφαξαν πάνω στους νεκρούς άλογα και παλλακίδες, μερικοί ακόμη και οινοχόους, και έκαψαν μαζί τους τα ρούχα και τα άλλα στολίδια τους ή τα έθαψαν μαζί με τους νεκρούς, σαν να μπορούσαν εκείνοι να τα χρησιμοποιήσουν και να τα ευχαριστηθούν εκεί κάτω;

15. Ο γέροντας λοιπόν, που θρηνεί με αυτόν τον τρόπο, δεν φαίνεται να διεκτραγωδεί όλα όσα είπα προηγουμένως, και ακόμη περισσότερα, ούτε για χάρη του παιδιού του —γιατί ξέρει ότι δεν πρόκειται να τον ακούσει ούτε κι αν φωνάξει δυνατότερα κι από τον Στέντορα— ούτε βέβαια για τον εαυτό του αυτή τη σκέψη και τη γνώμη θα μπορούσε να την έχει και χωρίς τις κραυγές, μια και κανείς φυσικά δεν χρειάζεται να κραυγάζει στον εαυτό του. Το μόνο που μένει, λοιπόν, είναι ότι λέει αυτές τις ανοησίες για χάρη των παρευρισκομένων, χωρίς να γνωρίζει ούτε τι έχει πάθει το παιδί του ούτε πού έχει πάει, κι ακόμη περισσότερο, χωρίς να εξετάσει καθόλου τι είναι η ίδια η ζωή• αλλιώς δεν θα δυσφορούσε για την απομάκρυνση απ’ αυτήν, σαν να πρόκειται για κάτι το φοβερό.

16. Θα του έλεγε λοιπόν το παιδί του, έχοντας πρώτα ζητήσει από τον Αιακό και τον Αϊδωνέα την άδεια να προβάλει για λίγο το κεφάλι του από την είσοδο του Άδη και να κάνει τον πατέρα του να πάψει να λέει ανοησίες: «Κακόμοιρε άνθρωπε, για τι φωνάζεις; Γιατί μου δημιουργείς προβλήματα; Σταμάτα να ξεριζώνεις τα μαλλιά σου και να κάνεις γρατσουνιές στο δέρμα του προσώπου σου. Γιατί με κακολογείς και με αποκαλείς καημένο και κακότυχο, ενώ είμαι πολύ καλύτερα από σένα και σε πολύ μεγαλύτερη ευδαιμονία; Τι φοβερό έχεις την εντύπωση ότι περνάω; Ή μήπως επειδή δεν έγινα τέτοιος δα γέρος σαν κι εσένα, με φαλακρό το κεφάλι, με ρυτίδες στο πρόσωπο, καμπούρης και αδύναμος στα γόνατα, και γενικά φθαρμένος από τον χρόνο, έχοντας συμπληρώσει πολλά τριαντάμερα μηνών και ολυμπιακές τετραετίες, και μάλιστα στα τελευταία με σαλεμένο το μυαλό μπροστά σε τόσο κόσμο; Ανόητε, τι αξιόλογο νομίζεις πως υπάρχει στη ζωή, που δεν θα το απολαμβάνω άλλο πια; Ή μήπως θα μου πεις, όπως φαίνεται, για τα συμπόσια και τα δείπνα και τα ρούχα και τις ερωτικές απολαύσεις, και φοβάσαι μη μου λείψουν αυτά και αφανιστώ; Δεν καταλαβαίνεις ότι το να μη διψάς είναι καλύτερο από το να πίνεις, και το να μην πεινάς από το να τρως, και το να μην κρυώνεις από το να διαθέτεις πλήθος ρούχα;».

17. Έλα λοιπόν, μια και φαίνεται να βρίσκεσαι σε άγνοια, θα σε διδάξω να θρηνείς πιο αληθινά. Ξεκίνα λοιπόν πάλι από την αρχή και φώναζε: «Καημένο μου παιδί, δεν θα διψάσεις άλλο πια, δεν θα πεινάσεις άλλο πια, δεν θα κρυώσεις. Μου έφυγες ο κακότυχος και γλίτωσες τις αρρώστιες, δεν φοβάσαι πια τον πυρετό, ούτε εχθρό ούτε τύραννο• δεν θα σε λυπήσει έρωτας, δεν θα σε παραπλανήσει συντροφιά, δεν θα ξοδευτείς γι’ αυτό δυο και τρεις φορές τη μέρα, τι συμφορά! Δεν θα σε περιφρονήσουν στα γηρατειά σου ούτε θα σε θεωρήσουν ενοχλητικό οι νέοι βλέποντάς σε».

18. Αν τα πεις αυτά, πατέρα, δεν νομίζεις ότι τα λόγια σου θα είναι πολύ πιο αληθινά και πιο αξιοπρεπή από τα προηγούμενα; Δες όμως μήπως σε στενοχωρεί το εξής, και συλλογίζεσαι το βαθύ και πυκνό σκοτάδι που έχουμε εδώ, κι έπειτα φοβάσαι μήπως πάθω ασφυξία κλεισμένος μέσα στο μνήμα. Για το ζήτημα αυτό θα πρέπει να σκεφτείς ότι, όταν τα μάτια μου σαπίσουν ή, μα τον Δία, καούν, αν έχετε αποφασίσει να με κάψετε, δεν θα χρειαστεί να βλέπουμε ούτε φως ούτε σκοτάδι.

19. Και αυτά βέβαια ίσως να μην είναι υπερβολικά. Αλλά σε τι με ωφελούνε τα στριγγλίσματά σας και τα χτυπήματα στο στήθος με συνοδεία αυλού, και η υπερβολή των γυναικών στο θρηνολόγημα; Σε τι με ωφελεί να είναι στεφανωμένη η πέτρα πάνω από τον τάφο μου; Ή τι νόημα έχει για σας να χύνετε από πάνω ανέρωτο κρασί; Ή μήπως πιστεύετε ότι θα φτάσουν οι σταγόνες του ως εμάς και θα διεισδύσουν ως τον Άδη; Όσο για τα αφιερώματα τροφίμων το βλέπετε κι εσείς οι ίδιοι, φαντάζομαι, ότι το πιο νόστιμο απ’ όσα ετοιμάστηκαν το παίρνει ο καπνός και φεύγει ανεβαίνοντας στον ουρανό, χωρίς να ωφελήσει καθόλου εμάς εδώ κάτω, ενώ το υπόλοιπο που μένει, η τέφρα, είναι άχρηστο, εκτός αν πιστεύετε ότι εμείς εδώ τρώμε στάχτη. Δεν είναι όμως τόσο άγονο και άκαρπο το βασίλειο του Πλούτωνα, ούτε μας τέλειωσε ο ασφόδελος ώστε να ζητήσουμε από σας να μας στέλνετε τρόφιμα. Ώστε εδώ και ώρα, μα την Τισιφόνη, μου ερχόταν να ξεκαρδιστώ στα γέλια με όσα κάνατε και λέγατε, αλλά με εμπόδισε το ύφασμα και το μαλλί με το οποίο μου δέσατε σφιχτά τα σαγόνια.

Έτσι είχε, και τον σκέπασε το τέλος του θανάτου.

20. Για όνομα του Δία, αν ο νεκρός γυρνούσε προς το μέρος μας, ανασηκωνόταν στηριγμένος στον αγκώνα του και μας τα έλεγε αυτά, δεν θα θεωρούσαμε ότι τα λέει πάρα πολύ σωστά; Κι όμως οι ανόητοι όχι μόνο κραυγάζουν, αλλά και στέλνουνε και καλούνε κάποιον ειδικό στα θρηνολογήματα, που έχει συγκεντρώσει στο μυαλό του πολλές παλιές συμφορές, και τον χρησιμοποιούν ως σύμμαχο και καθοδηγητή της ανοησίας τους, μοιρολογώντας ανάλογα με το πώς εκείνος διευθύνει το θρηνητικό τραγούδι.

21. Και όσο ο λόγος είναι για τους θρήνους, ισχύει για όλους ο ίδιος κανόνας της ανοησίας. Από κει και πέρα, έχοντας μοιράσει ανάλογα με την εθνικότητα τον τρόπο ταφής, ο Έλληνας καίει τον νεκρό του, ο Πέρσης τον θάβει, ο Ινδός τον περιβάλλει με γυαλί, ο Σκύθης τον καταβροχθίζει, ενώ ο Αιγύπτιος τον ταριχεύει. Αυτός μάλιστα ο τελευταίος —και το λέω επειδή το είδα— αποξηραίνει τον νεκρό και τον στήνει στο τραπέζι για να τρώνε και να πίνουνε μαζί. Πολλές φορές μάλιστα κάποιον Αιγύπτιο, που είχε απόλυτη ανάγκη από χρήματα, τον έβγαλε από το αδιέξοδο ή ο αδελφός ή ο πατέρας του, που δόθηκε ενέχυρο την κατάλληλη στιγμή.

22. Όσο για τους χωμάτινους τύμβους και τις πυραμίδες και τις επιτύμβιες στήλες και τα επιγράμματα, που δεν έχουν και μεγάλη αντοχή, πώς να μην πει κανείς ότι είναι περιττά και ότι μοιάζουν με παιχνίδια;

23. Παρόλα αυτά, και αγώνες οργανώνουν κάποιοι, και επιτάφιους λόγους απαγγέλλουν πάνω στα μνήματα, σαν να είναι συνήγοροι ή μάρτυρες υπεράσπισης του νεκρού μπροστά στους δικαστές του κάτω κόσμου.

24. Στο τέλος όλων αυτών έρχεται το νεκρόδειπνο, όπου είναι παρόντες οι συγγενείς και προσπαθούν να παρηγορήσουν τους γονείς του νεκρού και να τους πείσουν να φάνε κάτι, πράγμα που εκείνοι το κάνουν ευχαρίστως, μα τον Δία, και όχι αναγκαστικά, μια και ήδη έχουν εξαντληθεί από την πείνα τριών συνεχόμενων ημερών. Και μέχρι πότε, φίλε μου, θα θρηνούμε; Άσε να αναπαυτεί η ψυχή του μακαρίτη. Ακόμη κι αν αποφάσισες να κλαις παντοτινά, ακριβώς γι’ αυτό και μόνο πρέπει να μη μένεις χωρίς τρόφιμα, για να αντέξεις στο μέγεθος του πένθους.

Τότε ακριβώς είναι που όλοι απαγγέλλουν δύο ομηρικούς στίχους:

«κι η Νιόβη η ομορφόμαλλη θυμήθηκε να φάει• και οι Αχαιοί με την κοιλιά νεκρό δεν τον πενθάνε.
Κι αυτοί αρχίζουνε να τρώνε, στην αρχή με ντροπή και με φόβο, μήπως φανεί πως μετά τον θάνατο των πολυαγαπημένων τους εξακολουθούν να παρασύρονται από τις ανθρώπινες αδυναμίες.
Αυτά, και άλλα πολύ γελοιότερα απ’ αυτά, θα μπορούσε να διαπιστώσει κανείς εξετάζοντας όσα γίνονται σε καταστάσεις πένθους, επειδή οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν την εντύπωση ότι ο θάνατος αποτελεί τη μεγαλύτερη συμφορά τους
».

Ο Ιμμάνουελ Καντ: η φύση του ανθρώπου και η αγωγή

O Ιμμάνουελ Καντ (Immanuel Kant), γεννήθηκε στις 22 Απριλίου του 1724 στο Καίνιξμπεργκ της Πρωσίας (σήμερα ονομάζεται Καλίνινγκραντ και ανήκει στη Ρωσία) και πέθανε στην ίδια πόλη στις 12 Φεβρουαρίου του 1804. Ήταν το τέταρτο παιδί ενός σαμαρά («σαγματοποιού»), ο οποίος είχε καταγωγή από την Σκωτία· ο Καντ έμεινε ορφανός από πατέρα σε ηλικία εννέα ετών και ανατράφηκε από τη μητέρα του, με αυστηρές προτεσταντικές αρχές. Αρχικά σπούδασε Θεολογία και στη συνέχεια Μαθηματικά και Φιλοσοφία. Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το έργο του Νεύτωνα, του Jean-Jacques Rousseau και τον σκεπτικισμό του David Hume. Μετά το πέρας των σπουδών του, για βιοποριστικούς λόγους, εργάστηκε ως παιδαγωγός σε πολλές οικογένειες, ενώ από το 1775 δούλεψε ως δημόσιος εκπαιδευτικός λειτουργός· το 1770, σε ηλικία 46 ετών, διορίστηκε καθηγητής Λογικής και Μεταφυσικής στο Πανεπιστήμιο, και κράτησε την πανεπιστημιακή έδρα μέχρι το 1797.

Το βιβλίο του «Περί Παιδαγωγικής» συγκροτήθηκε από χειρόγραφες σημειώσεις που βρέθηκαν μετά τον θάνατό του. Ο άνθρωπος, γράφει ο Καντ, είναι το μόνο πλάσμα που έχει ανάγκη «ανατροφής»· με τη λέξη ανατροφή εννοείται κυρίως η «περίθαλψη», δηλαδή η συντήρηση και η περιποίηση, η «πειθαρχία» και η διαπαιδαγώγηση μέσω της μόρφωσης. Όπως θα δούμε και στη συνέχεια, ο Καντ, παροιμιώδες υπόδειγμα οργανωτικού τακτικού νου ο ίδιος, ορίζει επακριβώς και με σαφήνεια το περιεχόμενο των εννοιών που χρησιμοποιεί, κατορθώνοντας ωστόσο να είναι κατανοητός και σ’ ένα ευρύτερο κοινό. Σύμφωνα με τον Γερμανό φιλόσοφο, τα ζώα μεταχειρίζονται τις δυνάμεις τους αμέσως μόλις τις αποκτήσουν, με τρόπο που να μην γίνουν επιζήμιες για τα ίδια· λόγου χάρη, είναι αξιοθαύμαστο, πώς τα νεαρά χελιδόνια, νεογέννητα και σχεδόν τυφλά, γνωρίζουν να τοποθετούν το σώμα τους κατάλληλα, ώστε τα απορρίμματά τους να πέφτουν έξω απ’ τη φωλιά. Επομένως, τα ζώα δεν έχουν ανάγκη περίθαλψης, χρειάζονται όμως κι αυτά τροφή, θέρμανση και καθοδήγηση ή προστασία από κάποιον· ας πούμε, αν ένα ζώο, μετά τη γέννησή του, έκλαιγε ή φώναζε όπως τα νεογέννητα βρέφη, θα γινόταν βορά των λύκων ή άλλων άγριων θηρίων· το ζώο χρειάζεται λοιπόν τροφή, αλλά όχι «περίθαλψη», αφού γνωρίζει ενστικτωδώς και με τη γέννησή του βασικές δεξιότητες της επιβίωσης.

Η πειθαρχία λοιπόν και η ανατροφή μεταφέρουν τον άνθρωπο από την κατάσταση του «ζώου» σ’ εκείνη του «ανθρώπου»· το ζώο, δια του ενστίκτου, είναι ήδη ό,τι μπορεί να είναι, αφού «ξένος νους» φρόντισε για κάθε του ανάγκη. Ο άνθρωπος όμως χρειάζεται το ίδιο το μυαλό του («του ιδίου αυτού νου»)· δεν διαθέτει αντίστοιχα ένστικτα και οφείλει μόνος του «να χαράξει το σχέδιο της συμπεριφοράς του»· έρχεται όμως στον κόσμο «βάρβαρος», επομένως άλλοι οφείλουν να το πράξουν αντί γι’ αυτόν.

Το «ανθρώπινο γένος» συνολικά, με τις δικές του δυνάμεις, οφείλει λίγο λίγο ν’ ανασύρει, να φέρει στην επιφάνεια τις «φυσικές ιδιότητές» του ανθρώπου· έτσι, η μια γενιά διαπαιδαγωγεί την άλλη, και την «πρώτη αρχή» θα πρέπει να την αναζητήσουμε σε μια κατάσταση «βαρβαρότητας» ή και «τέλειου πολιτισμού· αν παραδεχθούμε ότι συνέβη το δεύτερο, τότε ο άνθρωπος ξανάπεσε έκτοτε στην αγριότητα και την κατάσταση του «βαρβάρου.»

«Επίσης, σε τίποτα δεν ωφελεί τον νέο η έλλειψη αυστηρότητας, επειδή η μητέρα του ήταν υπερβολικά τρυφερή· διότι αργότερα, και ακριβώς εξαιτίας αυτής της τρυφερότητας, θα συναντήσει παντού περισσότερα εμπόδια και θ’ αντιμετωπίσει πολλά χτυπήματα, αμέσως μόλις ριχτεί στην θορυβώδη περιπέτεια («τύρβη») του βίου.»

Η πειθαρχία εμποδίζει τον άνθρωπο ν’ αποκλίνει από τον «ανθρώπινο» προορισμό του, παρασυρόμενος από τις «ζωώδεις ορμές» του· για παράδειγμα, με την πειθαρχία, ο άνθρωπος δεν περιφέρεται σαν «άγριος» και δεν εκτίθεται σε παράλογους κινδύνους· σ’ αυτή την περίπτωση η πειθαρχία είναι «αρνητική» περιορίζεται δηλαδή στο ν’ αφαιρέσει από τον άνθρωπο την «αγριότητά» του ή τουλάχιστον ένα μέρος της· απεναντίας, η «διαπαιδαγώγηση» είναι το θετικό μέρος της αγωγής.

Κατά τον Καντ, «απειθαρχία είναι η μη υπαγωγή στους νόμους»· η πειθαρχία υποτάσσει τον άνθρωπο στους «νόμους του ανθρωπισμού» και τον κάνει ν’ αρχίζει να αισθάνεται την δύναμη, «το κράτος», του νόμου. Αυτό πρέπει όμως να γίνει αρκετά νωρίς· π.χ. τα παιδιά στέλνονται αρχικά στο σχολείο όχι για να μάθουν οπωσδήποτε κάτι, αλλά με σκοπό να συνηθίσουν να «κάθονται ήσυχα» και να τηρούν κάποιους κανόνες, ώστε στο μέλλον να μην κάνουν άμεσα οτιδήποτε τους έρθει στο μυαλό. (παρ. 4)

Ο άνθρωπος έχει «εκ φύσεως» τόσο μεγάλη «κλίση» προς την ελευθερία, ώστε, αν από την αρχή και για κάποιο χρονικό διάστημα συνηθίσει σ’ αυτήν, θυσιάζει «το παν» για να την αποκτήσει ξανά. Εξαιτίας αυτής της φυσικής τάσης πρέπει να προσφύγουμε πολύ νωρίς στο μέσο της πειθαρχίας· αν αυτό δε συμβεί, θα είναι δύσκολο κατόπιν ν’ αλλάξουμε τον άνθρωπο· μαθημένος στην ελευθερία και χωρίς πειθαρχία, θ’ ακολουθήσει «πάσαν φαντασιοπληξίαν του.» Αυτό παρατηρούμε άλλωστε και στα «άγρια έθνη», τα οποία, κι όταν ακόμη μένουν για πολύ καιρό στην υπηρεσία των Ευρωπαίων, «ουδέποτε συνηθίζουν» τον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής· αυτό, λέει ο Καντ, δεν είναι «ευγενής κλίση προς την ελευθερία», όπως πίστευε ο Rousseau και άλλοι, αλλά «είδος τι βαρβαρότητας»· κατά κάποιον τρόπο, «ο άνθρωπος δεν αναπτύχθηκε ακόμα μέσα στο ζώο.» Ως εκ τούτου, ο άνθρωπος οφείλει να συνηθίσει νωρίς την υποταγή «στα παραγγέλματα του λογικού»: «Αν κατά την νεότητά του αφήσουμε τον άνθρωπο ελεύθερο ν’ ακολουθήσει τις επιθυμίες του, χωρίς να του προβάλλουμε ουδεμία αντίσταση, θα διατηρήσει κάποιου είδους αγριότητα σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Επίσης, σε τίποτα δεν ωφελεί τον νέο η έλλειψη αυστηρότητας, επειδή η μητέρα του ήταν υπερβολικά τρυφερή· διότι αργότερα, και ακριβώς εξαιτίας αυτής της τρυφερότητας, θα συναντήσει παντού περισσότερα εμπόδια και θ’ αντιμετωπίσει πολλά χτυπήματα, αμέσως μόλις ριχτεί στην θορυβώδη περιπέτεια («τύρβη») του βίου.» Το σφάλμα αυτό είναι σύνηθες σε παιδιά ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων («των μεγάλων»), επειδή είναι προορισμένα ν΄ ασκήσουν εξουσία, κι επομένως ουδείς πραγματικά στέκεται αντίθετος κατά τη νεότητά τους.» Είναι απαραίτητη λοιπόν στους ανθρώπους «η λείανση της βαρβαρότητας», ενώ στα ζώα κάτι τέτοιο καθίσταται περιττό, λόγω των ενστίκτων τους. (παρ. 5)

Ο άνθρωπος χρειάζεται περίθαλψη (προστασία, φροντίδα) και μόρφωση. Η μόρφωση (Βildung) περιλαμβάνει την πειθαρχία και την εκπαίδευση. Κανένα ζώο, λέει ο Καντ, δεν έχει ανάγκη μόρφωσης· διότι κανένα δεν μαθαίνει από τα μεγαλύτερα σε ηλικία ζώα, εκτός ίσως από τα πτηνά, τα οποία διδάσκονται το κελάϊδισμά τους. Ας πούμε, αν αντικαταστήσουμε τ’ αυγά ενός καναρινιού με αυγά σπουργίτη, οι νεοσσοί θα μάθουν το τραγούδι των καναρινιών, κι έτσι θα έχουμε σπουργίτια να κελαηδούν σαν καναρίνια. Δεν έχει φυσικά σημασία ν΄ αναφέρουμε κι άλλα είδη του ζωικού βασιλείου που ακολουθούν ανάλογες πρακτικές από ένστικτο· το σημαντικό είναι ότι ο Καντ εξαρτά την ίδια την ανθρώπινη ιδιότητα από τη μόρφωση και την αγωγή. Το καναρίνι δεν έχει καμιά δυνατότητα εξέλιξης: ακόμα κι αν μάθει κι άλλους πολλούς περίτεχνους σκοπούς, ή εξέλιξη του είναι προγραμματισμένη από τη «Φύση» ή την «Πρόνοια»· ο άνθρωπος, όπως θα δούμε και παρακάτω, έχει έναν άλλο, ανώτερο, οικουμενικό προορισμό. (παρ. 6)

Ο άνθρωπος μόνον «δια της αγωγής» μπορεί να γίνει «άνθρωπος»· και γίνεται τέτοιος ή διαφορετικός, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της αγωγής του. Το σοβαρό έργο της διαπαιδαγώγησης μόνον άλλοι άνθρωποι μπορούν να το αναλάβουν· η έλλειψη πειθαρχίας και παιδείας διαμορφώνει «κακούς» γονείς και «παιδαγωγούς». Εάν, σημειώνει ο Καντ, «κάποιο άτομο υψηλότερης φύσης αναλάμβανε ποτέ την ανατροφή μας, θα βλέπαμε τότε τι δύναται ο άνθρωπος να γίνει. Επειδή όμως η ανατροφή εν μέρει μεν διδάσκει κάτι στον άνθρωπο, εν μέρει δε απλώς κάτι εξελίσσει σ’ αυτόν, δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουμε μέχρι ποιο σημείο μπορούν ν’ αναπτυχθούν οι φυσικές του ιδιότητες. Επιπλέον, αν μπορούσε να γίνει ένα πείραμα, με τη βοήθεια των «μεγάλων» κι εφόσον ενώσουν τις δυνάμεις τους πολλά άτομα, θα είχαμε ήδη αντιληφθεί μέχρι ποιο σημείο μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος.» Ωστόσο, είναι καθαρή για «τον διανοούμενο» και θλιβερή για τον «φίλο του ανθρώπου» η παρατήρηση ότι «κατά το πλείστον οι μεγάλοι φροντίζουν μόνον για τον εαυτό τους και ουδέποτε συμμετέχουν στα σοβαρά πειράματα επί της αγωγής, ώστε να κάνει η φύση άλλο ένα βήμα προς την τελειότητα.» (παρ. 7)

Στην ηλικία πλέον της ωριμότητας, οι περισσότεροι αντιλαμβάνονται την ενδεχόμενη παραμέληση της αγωγής τους, είτε ως προς την πειθαρχία, είτε ως προς τη «μόρφωση» ή αλλιώς την «εκπαίδευση.» Οποιοσδήποτε αμόρφωτος είναι «βάρβαρος», και κάθε απειθάρχητος είναι «άγριος»· η έλλειψη πειθαρχίας είναι κακό μεγαλύτερο από την παράλειψη της μόρφωσης, εφόσον η τελευταία μπορεί ν’ αποκτηθεί και βραδύτερα· η αγριότητα όμως «ουδόλως αποβάλλεται» και κάθε παραμέληση της πειθαρχίας δεν μπορεί αργότερα να επανορθωθεί. Το «μέγα μυστικό» για την τελειοποίηση της ανθρώπινης φύσης βρίσκεται στην ανατροφή: όσο αυτή γίνεται όλο και καλύτερη, καθώς συσσωρεύεται πολύτιμη πείρα, κάθε φορά η επερχόμενη γενιά θα πλησιάζει ένα βήμα προς την «τελειότητα της ανθρωπότητας.» Αυτά μπορούν πραγματικά να τα πετύχουν οι άνθρωποι, πίστευε ο Καντ, αφού «τώρα μόλις αρχίζουμε να κρίνουμε επακριβώς και ν’ αντιλαμβανόμαστε με σαφήνεια σε τι ακριβώς συνίσταται η καλή αγωγή. Είναι πολύ ευχάριστο να συλλογίζεται κάποιος ότι η ανθρώπινη φύση μπορεί πάντοτε να εξελιχθεί προς το καλύτερο δια της αγωγής, και ότι μπορούμε να δώσουμε σ’ αυτήν μορφή ανάλογη με τον ανθρωπισμό. Αυτό ανοίγει τους ορίζοντές μας προς ένα μέλλον ευτυχέστερο για το ανθρώπινο είδος.» (παρ. 7)

Το σχέδιο για μια «Θεωρία της Αγωγής», αν και η ανθρωπότητα δεν είναι σε θέση να το πραγματοποιήσει αμέσως, είναι «ιδανικό ευγενές.» Θα ήταν λάθος, συνεχίζει ο Καντ, να θεωρήσουμε χιμαιρικό το σχέδιο για μια Θεωρία της αγωγής και να το παρουσιάσουμε ως «ωραίο όνειρο», μόνο και μόνο επειδή πολλά και διάφορα εμπόδια θα βρεθούν στο δρόμο για την πραγματοποίησή της. Άλλωστε, τι πράγμα είναι η ιδέα; Τίποτα άλλο, λέει ο Καντ, παρά «η αντίληψη της τελειότητας», όπως δεν την έχουμε γνωρίσει εμπειρικά μέχρι τώρα· λόγου χάρη, η ιδέα μιας «τέλειας πολιτείας», η οποία θα κυβερνάται κατά τους νόμους του δικαίου, μπορεί να θεωρηθεί «αδύνατη»; Κατά πρώτον, γράφει ο Γερμανός παιδαγωγός, «η ιδέα μας πρέπει να είναι ακριβής»· όποια εμπόδια κι αν σταθούν στο δρόμο της δεν μπορεί να θεωρηθεί «αδύνατη»: αν όλοι έλεγαν ψέματα θα ήταν η αλήθεια μια απλή «παραδοξολογία»; Επομένως, καταλήγει ο Καντ, η ιδέα μιας αγωγής που αναπτύσσει όλες τις φυσικές ιδιότητες του ανθρώπου είναι «εξ άπαντος αληθής.» (παρ. 9)

Με την σημερινή αγωγή, ο Καντ αναφέρεται στον 18ο αιώνα, «ο άνθρωπος δεν επιτυγχάνει εξ ολοκλήρου τον σκοπό της ύπαρξής του»· οι άνθρωποι ζουν πολύ διαφορετικά ο καθένας και η ομοιομορφία μπορεί να υπάρξει μόνον όταν ενεργούν σύμφωνα με τις ίδιες αρχές, οι οποίες καθίστανται τελικά «δεύτερη φύση.» Μπορούμε λοιπόν να επεξεργαστούμε ένα «σχέδιο αγωγής» ανάλογο με τον σκοπό της και ν’ αφήσουμε κάποιες σχετικές οδηγίες στους επερχόμενους, ώστε σιγά σιγά να το πραγματοποιήσουν. Αν ένα νυχτολούλουδο πολλαπλασιαστεί από τις ρίζες του, βγάζει άνθη με το ίδιο χρώμα, εφόσον όμως πολλαπλασιαστεί με σπορά, βλέπουμε άνθη με άλλα και διαφορετικά χρώματα· κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τον άνθρωπο.

Εναπόκειται σ’ εμάς ν’ αναπτύξουμε τα «πολλά σπέρματα που υπάρχουν στην ανθρωπότητα» και να εξελίξουμε αναλόγως αυτές τις φυσικές ιδιότητες, ώστε να κάνουμε τον άνθρωπο ικανό να εκπληρώσει τον «ανώτερο προορισμό του.» Τα ζώα εκπληρώνουν «αφ’ εαυτών» τον προορισμό τους, κάτι τέτοιο όμως είναι αδύνατο για τον άνθρωπο, εάν πρωτύτερα δεν έχει κάποια ιδέα γι’ αυτόν τον προορισμό. Οι γονείς δίνουν το παράδειγμα στα παιδιά τους, τα παιδιά το μιμούνται, κι έτσι εξελίσσονται κάποιες φυσικές ιδιότητες· ωστόσο, δεν είναι δυνατόν ν’ αναπτυχθούν όλες με τον τρόπο της μίμησης, αφού τα «παραδείγματα» ή τα πρότυπα προσφέρονται στα παιδιά περιστασιακά και σχεδόν τυχαία. Άλλοτε, γράφει παρακάτω ο Καντ, «ουδεμίαν ιδέα είχαν οι άνθρωποι σχετικά με την τελειότητα που επιδέχεται η ανθρώπινη φύση. Ακόμη δε κι εμείς δεν έχουμε καθαρή την ιδέα αυτή.» (παρ. 10). Για ένα πράγμα όμως μπορούμε να είμαστε βέβαιοι: «Οι ατομικές προσπάθειες για την μόρφωση των παιδιών δεν μπορούν να τα καταστήσουν ικανά, ώστε να εκπληρώσουν μόνα τους («αφ’ εαυτών») τον προορισμό του ανθρώπου. Όχι τα άτομα αλλά το ανθρώπινο γένος δύναται να το πετύχει αυτό.»

Nietzsche: από τον σκλάβο στον υπεράνθρωπο

Φρίντριχ Νίτσε: 1844-1900

Ο υπεράνθρωπος: μέτρο όλων των πραγμάτων

§1

Σκλάβος και υπεράνθρωπος νοούνται ως δυο άκρως αντίθετοι τύποι του ανθρώπου, έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί και συνεχίζουν να διαμορφώνονται ιστορικά και κοινωνικά-πολιτικά-πολιτισμικά. Πρόκειται για μια αντίθεση, μπροστά στην οποία η αντίθεση των κοινωνικών τάξεων μοιάζει σαν όαση. Σύμφωνα με τον Νίτσε, σκλάβος ορίζεται εκείνος ο τύπος ανθρώπου, που ενεργεί και σκέφτεται ως μέλος ή μέρος μια ομάδας, μιας αγέλης, όπως λέει ο φιλόσοφος· ως τέτοιο μέρος παραδίδει την ατομικότητά του, το αυτεξούσιό του σε μια ξένη, εξωτερική αρχή ή πηγή, η οποία άγει και φέρει μια τέτοια ατομικότητα με βάση τις δικές της εντολές, ήτοι τη δική της αρχή. Έτσι ο σκλάβος δεν είναι απλώς ο καταπιεσμένος οικονομικά κ.λπ., δηλαδή ο προλετάριος, αλλά και εκείνος ο ανίκανος ‒και γι’ αυτό αδύναμος‒ άνθρωπος που δομείται σε εξουσία και εξουσιάζει φαινομενικά τον οικονομικά, ας πούμε, αδύναμο, αλλά στην πράξη επιχειρεί, δια της εξουσίας, να αποδυναμώσει τον δυνατό/δυνατούς άνθρωπο/ανθρώπους, τον ανώτερο άνθρωπο. Από εδώ λοιπόν προκύπτει η αναγκαιότητα του υπεράνθρωπου.

§2

Ο υπεράνθρωπος δεν νοείται ως κάποιο υπερκόσμιο ον, ως ένας άλλος θεός έξωθεν ερχόμενος ή επιβαλλόμενος, αλλά ως μια συνεχής αυτο-υπέρβαση του ίδιου του ανθρώπου: το ιδανικό της ανθρώπινης ανάπτυξης, που έχει ρεαλιστική βάση στη ζωή, νοούμενη ως το ένστικτο του ανθρώπου για ανάπτυξη σε επίπεδο φυσιολογίας, πολιτισμού, πνεύματος· με δυο λόγια, για ανάπτυξη σώματος και ψυχής-πνεύματος συγχρόνως. Ως λέξη και εν μέρει ως νοητικό γύμνασμα, ο υπεράνθρωπος ηχεί σαν κάτι το γνωστό, το οικείο, και συγχρόνως ως κάτι το εξωτικό. Στην πραγματικότητα μια ολική ή μερική άγνοια, μια διαδεδομένη σύγχυση γύρω από τον νιτσεϊκό υπεράνθρωπο πλανιέται πάνω από τα κεφάλια μας. Όσο μέσα στην ιστορία των ιδεών διατηρείται αυτή η σύγχυση, ιδέες, όπως η ιδέα του υπεράνθρωπου, εύκολα παραποιούνται ή χρησιμοποιούνται παραποιημένα. Αξίζει εδώ να θυμηθούμε ότι οι θεωρητικοί του ναζισμού χρησιμοποίησαν αυτή την ιδέα του Νίτσε για δικούς τους φυλετικούς σκοπούς. Όταν μια φιλοσοφική ιδέα ή σύλληψη κλείνει μέσα της πλούτο, συνήθως γίνεται εύκολο θήραμα στις ορέξεις επίδοξων επιγόνων: στο όνομα της «αυθεντίας» που διεκδικεί η περίπτωση κάθε ανίκανου, κάθε αδύναμου τύπου, συμβαίνουν ομοβροντίες στρεβλώσεων και διαστρεβλώσεων σημαντικών φιλοσόφων.

§3

Αυτή είναι η μοίρα του Μεγάλου και του Σπουδαίου. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με την πολιτική φιλοσοφία του Χέγκελ, όπως και με την πολιτική φιλοσοφία του Πλάτωνα, του Χάιντεγκερ κ.α. Τι επιδιώκει με τη θεωρία του υπεράνθρωπου ο Νίτσε; Επιδιώκει να απελευθερώσει τον άνθρωπο από τα δεσμά του υπερβατικού κόσμου. Μετά τον θάνατο του θεού, ο υπεράνθρωπος ευαγγελίζεται έναν άνθρωπο επί της γης που να έχει τη δύναμη να επιβάλει τη βούλησή του σε όλα τα πράγματα του κόσμου και να παραγάγει νέα νοήματα, να καθιδρύσει την κατάφαση της ζωής. Με τα ίδια τα λόγια του υπεράνθρωπου, δηλαδή του Νίτσε, «ο άνθρωπος πρέπει να ξεπεραστεί». Αλλά ποιος άνθρωπος; Γενικώς, ο σκλάβος. Πιο συγκεκριμένα, εκείνος που έχει χάσει τον ορίζοντά του, που δεν έχει επίγνωση ότι είναι ο δολοφόνος του θεού, και μάλιστα του δικού του θεού που φέρει ή οφείλει να φέρει μέσα του· δηλαδή του θεϊκής δυναμικής εαυτού. Αυτός ο άνθρωπος έχει εγκαταλείψει κάθε σκέψη, κάθε ερώτημα για την ύπαρξη και ως εκ τούτου συμφιλιώνεται με την καταπίεση της ζωής, με τη σύνθλιψή του: επενδύει τη «δημιουργική του ικανότητα» στο να χαλκεύει τα πιο ύπουλα δεσμά για τον εαυτό του και τους άλλους. Ποια είναι αυτά τα δεσμά; Η ηθική που δημιουργούν όλοι οι κουρασμένοι του κόσμου τούτου, οι εξαθλιωμένοι, οι υποταγμένοι, οι σύγχρονοι σκλάβοι.

§4

Αυτοί εδώ έχουν χάσει την ατομικότητά τους, δεν την αναγνωρίζουν ως την πηγή όλων των αξιών και έτσι αρκούνται στο να υποτάσσονται με ευαρέσκεια στη δύναμη αυτού που περνάει για ισχυρός, αλλά οντολογικά είναι αδύναμος/ανίκανος, και να είναι ευχαριστημένοι με οτιδήποτε τους συμβαίνει στη γη. Τι τους συμβαίνει; Να έχουν χάσει την αίσθηση του ευγενούς ανθρώπου και ως αντιστάθμισμα να αναζητούν ζωώδεις βεβαιότητες στην καθημερινή τους ζωή, αλλά και στην ύπαρξή τους ολόκληρη. Στο πλαίσιο αυτών των βεβαιοτήτων αποφεύγουν το κακό, όχι επειδή είναι κακό, αλλά επειδή φοβούνται να αποκηρύξουν την ηθική του σκλάβου και να ριψοκινδυνεύσουν την αποτίναξη αυτού που παράγει το κακό. Ποιος παράγει το κακό; «Το πνεύμα του βάρους», το πνεύμα όλων των θεωρημάτων και ιδεολογικών κατασκευών, που είχαν και έχουν ως έργο τους από τη μια πλευρά να παραπλανούν, να καταπιέζουν, να συνθλίβουν την ανθρώπινη ύπαρξη και από την άλλη να την παρηγορούν, προσφέροντας αφειδώς οίκτο και συμπόνια, εργατικότητα και πειθαρχία, συναίνεση και υποταγή. Με το να εισάγονται στη ζωή όλα τούτα τα χαρακτηριστικά, ρίχνουν τον άνθρωπο στα κάτεργα μιας βαθιάς άγνοιας και παράλληλα στον ωκεανό μιας αχαλίνωτης υπεροψίας. Το αποτέλεσμα είναι, ο ίδιος ο άνθρωπος να επιζητεί την εξουσία του δυνάστη του και δουλικά να μετατρέπει τον εαυτό του σε όχλο που αναπαράγει αυτή την εξουσία για λογαριασμό του δυνάστη του.



§5



Η ζωή του σκλάβου, όπως εκτέθηκε σε αδρές γραμμές πιο πάνω, είναι η καταστροφή της γης. Αντίθετα, η παρουσία του υπεράνθρωπου κυοφορεί το νόημα της γης. Τούτο σημαίνει πως ο υπεράνθρωπος δέχεται τον θάνατο του θεού και μαζί όλων εκείνων των ιερόσυλων πλασμάτων, που ομιλούν για επουράνιες προσδοκίες –μεταφορικά και κυριολεκτικά–, και στην πράξη περιφρονούν τη ζωή και όλους εκείνους τους εξαθλιωμένους, στο όνομα των οποίων διακηρύσσουν όλες αυτές τις «αξίες». Ο Υπεράνθρωπος αναδύεται από την ανάγκη να διερευνήσει το γίγνεσθαι του κόσμου και να μάθει τους ανθρώπους να γίνονται υπερ-άνθρωποι, να περιφρονούν την ευτυχία, με την τρέχουσα γλώσσα της καταναλωτικής ή μαζικής «ευτυχίας», η οποία δεν είναι τίποτε άλλο από «δυστυχισμένη καλοπέραση». Εάν λοιπόν η κατάσταση του ανθρώπου είναι μια άβυσσος, συγχρόνως αποτελεί, για τον υπεράνθρωπο, και ένα πέρασμα. Προς ποια κατεύθυνση; Προς τον ισχυρό ανεμοστρόβιλο του ανθρώπου , που διαρκώς βρίσκει την αλήθεια του στο να προχωρεί πέρα και πάνω από τον αυτο-εξουθενωμένο του εαυτό.

ΠΛΑΤΩΝ: Συμπόσιον (178a-179b)

Πρῶτον μὲν γάρ, ὥσπερ λέγω, ἔφη Φαῖδρον ἀρξάμενον ἐνθένδε ποθὲν λέγειν, ὅτι μέγας θεὸς εἴη ὁ Ἔρως καὶ θαυμαστὸς ἐν ἀνθρώποις τε καὶ θεοῖς, πολλαχῇ μὲν καὶ ἄλλῃ, οὐχ ἥκιστα δὲ κατὰ τὴν γένεσιν. τὸ γὰρ ἐν τοῖς [178b] πρεσβύτατον εἶναι τὸν θεὸν τίμιον, ἦ δ᾽ ὅς, τεκμήριον δὲ τούτου· γονῆς γὰρ Ἔρωτος οὔτ᾽ εἰσὶν οὔτε λέγονται ὑπ᾽ οὐδενὸς οὔτε ἰδιώτου οὔτε ποιητοῦ, ἀλλ᾽ Ἡσίοδος πρῶτον μὲν Χάος φησὶ γενέσθαι—
αὐτὰρ ἔπειτα
Γαῖ᾽ εὐρύστερνος, πάντων ἕδος ἀσφαλὲς αἰεί,
ἠδ᾽ Ἔρος
Ἡσιόδῳ δὲ καὶ Ἀκουσίλεως σύμφησιν μετὰ τὸ Χάος δύο τούτω γενέσθαι, Γῆν τε καὶ Ἔρωτα. Παρμενίδης δὲ τὴν γένεσιν λέγει—
πρώτιστον μὲν Ἔρωτα θεῶν μητίσατο πάντων.
[178c] οὕτω πολλαχόθεν ὁμολογεῖται ὁ Ἔρως ἐν τοῖς πρεσβύτατος εἶναι. πρεσβύτατος δὲ ὢν μεγίστων ἀγαθῶν ἡμῖν αἴτιός ἐστιν. οὐ γὰρ ἔγωγ᾽ ἔχω εἰπεῖν ὅτι μεῖζόν ἐστιν ἀγαθὸν εὐθὺς νέῳ ὄντι ἢ ἐραστὴς χρηστὸς καὶ ἐραστῇ παιδικά. ὃ γὰρ χρὴ ἀνθρώποις ἡγεῖσθαι παντὸς τοῦ βίου τοῖς μέλλουσι καλῶς βιώσεσθαι, τοῦτο οὔτε συγγένεια οἵα τε ἐμποιεῖν οὕτω καλῶς οὔτε τιμαὶ οὔτε πλοῦτος οὔτ᾽ ἄλλο [178d] οὐδὲν ὡς ἔρως. λέγω δὲ δὴ τί τοῦτο; τὴν ἐπὶ μὲν τοῖς αἰσχροῖς αἰσχύνην, ἐπὶ δὲ τοῖς καλοῖς φιλοτιμίαν· οὐ γὰρ ἔστιν ἄνευ τούτων οὔτε πόλιν οὔτε ἰδιώτην μεγάλα καὶ καλὰ ἔργα ἐξεργάζεσθαι. φημὶ τοίνυν ἐγὼ ἄνδρα ὅστις ἐρᾷ, εἴ τι αἰσχρὸν ποιῶν κατάδηλος γίγνοιτο ἢ πάσχων ὑπό του δι᾽ ἀνανδρίαν μὴ ἀμυνόμενος, οὔτ᾽ ἂν ὑπὸ πατρὸς ὀφθέντα οὕτως ἀλγῆσαι οὔτε ὑπὸ ἑταίρων οὔτε ὑπ᾽ ἄλλου [178e] οὐδενὸς ὡς ὑπὸ παιδικῶν. ταὐτὸν δὲ τοῦτο καὶ τὸν ἐρώμενον ὁρῶμεν, ὅτι διαφερόντως τοὺς ἐραστὰς αἰσχύνεται, ὅταν ὀφθῇ ἐν αἰσχρῷ τινι ὤν. εἰ οὖν μηχανή τις γένοιτο ὥστε πόλιν γενέσθαι ἢ στρατόπεδον ἐραστῶν τε καὶ παιδικῶν, οὐκ ἔστιν ὅπως ἂν ἄμεινον οἰκήσειαν τὴν ἑαυτῶν ἢ ἀπεχόμενοι πάντων τῶν αἰσχρῶν καὶ φιλοτιμούμενοι πρὸς [179a] ἀλλήλους, καὶ μαχόμενοί γ᾽ ἂν μετ᾽ ἀλλήλων οἱ τοιοῦτοι νικῷεν ἂν ὀλίγοι ὄντες ὡς ἔπος εἰπεῖν πάντας ἀνθρώπους. ἐρῶν γὰρ ἀνὴρ ὑπὸ παιδικῶν ὀφθῆναι ἢ λιπὼν τάξιν ἢ ὅπλα ἀποβαλὼν ἧττον ἂν δήπου δέξαιτο ἢ ὑπὸ πάντων τῶν ἄλλων, καὶ πρὸ τούτου τεθνάναι ἂν πολλάκις ἕλοιτο. καὶ μὴν ἐγκαταλιπεῖν γε τὰ παιδικὰ ἢ μὴ βοηθῆσαι κινδυνεύοντι — οὐδεὶς οὕτω κακὸς ὅντινα οὐκ ἂν αὐτὸς ὁ Ἔρως ἔνθεον ποιήσειε πρὸς ἀρετήν, ὥστε ὅμοιον εἶναι τῷ ἀρίστῳ φύσει· [179b] καὶ ἀτεχνῶς, ὃ ἔφη Ὅμηρος, μένος ἐμπνεῦσαι ἐνίοις τῶν ἡρώων τὸν θεόν, τοῦτο ὁ Ἔρως τοῖς ἐρῶσι παρέχει γιγνόμενον παρ᾽ αὑτοῦ.

***
ΙΙ. ΤΟ ΚΥΡΙΟ ΜΕΡΟΣ
ΠΡΩΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ 

Λόγος του Φαίδρου
1. ΕΡΩΤΟΣ ΕΠΑΙΝΟΣ ΤΟΥ ΦΑΙΔΡΟΥ
ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΣ. Πρώτος λοιπόν, όπως είπα παραπάνω, σύμφωνα με τη διήγηση του Αριστοδήμου, μίλησε ο Φαίδρος· άρχισε κάπου απ᾽ αυτό το σημείο, ότι ο Έρωτας είναι θεός μεγάλος και προκαλεί τον θαυμασμό ανθρώπων και θεών, και για πολλούς άλλους λόγους, εξαιρέτως όμως για ό,τι αφορά στη γέννησή του. Γιατί είναι σπουδαίο [178b] το που είναι ανάμεσα στους αρχαίους θεούς ο αρχαιότερος, είπε, και νά η απόδειξη: δηλαδή, γονείς του Έρωτα ούτε υπάρχουν ούτε αναφέρονται από κανένα, θες πεζογράφο, θες ποιητή· αλλά ο Ησίοδος λέει ότι πρωτόπλαστο δημιουργήθηκε το Χάος, και κατόπι,
η ευρύστερνη Γαία, το βάθρο το ασάλευτο, το αιώνιο
όλων των πάντων, κι ο Έρωτας·
με τον Ησίοδο συμφωνεί κι ο Ακουσίλαος, ότι μετά το Χάος ήρθαν στον κόσμο τούτα τα δύο, η Γη κι ο Έρωτας. Ο Παρμενίδης πάλι λέει ότι η Γένεσις
ολόπρωτα απ᾽ τους θεούς, απ᾽ όλους,
τον Έρωτα μελέτησε.
[178c] Έτσι πολύπλευρα δίνεται η μαρτυρία πως ο Έρωτας είναι των αρχαίων ο αρχαιότερος. Όντας λοιπόν ο αρχαιότατος, μας προξενεί τις πιο μεγάλες ευεργεσίες. Γιατί, κατά την ταπεινή μου γνώμη, δε βρίσκεται μεγαλύτερο αγαθό, κιόλας απ᾽ την πρώτη νιότη μας, από έναν άξιο εραστή κι επίσης, για τον εραστή, απ᾽ τ᾽ αγαπημένο του αγόρι. Γιατί εκείνο που πρέπει να έχει οδηγό του σ᾽ όλη του τη ζωή ο άνθρωπος που σκοπεύει να ζήσει μια ανώτερη ζωή ούτε η συγγένεια μπορεί να του το εξασφαλίσει τόσο αποτελεσματικά ούτε οι τιμές ούτε τα πλούτη ούτε τίποτ᾽ άλλο, [178d] όσο ο έρωτας. Για ποιό πράμα μιλώ; για το αίσθημα ντροπής για καθετί το πρόστυχο και για τον ζήλο για τα ωραία· γιατί είναι αδύνατο χωρίς αυτά να μεγαλουργήσει με ωραία έργα είτε πόλη είτε άτομο. Ισχυρίζομαι λοιπόν ότι ένας ερωτευμένος άντρας, έτσι και γίνει πανηγυρικά αντιληπτός ότι κάνει κάτι πρόστυχο ή ότι δεν αντιπαλεύει, από ανανδρία, όταν κάποιος τον εξευτελίζει, δε θα ᾽νιωθε τόσο πόνο στην ψυχή του, αν τον έβλεπε ο πατέρας του είτε οι φίλοι του είτε οποιοσδήποτε [178e] άλλος, όσο αν τον έβλεπε το αγαπημένο του αγόρι. Ακριβώς το ίδιο διαπιστώνουμε και για τον ερωμένο, ότι νιώθει εξαιρετικά μεγάλη ντροπή μπροστά στους εραστές του, όταν τον δουν να εμπλέκεται σε κάποια πρόστυχη υπόθεση. Λοιπόν, αν επινοηθεί κάποιο τέχνασμα, ώστε να συγκροτηθεί πόλη ή τάγμα από εραστές κι απ᾽ τα αγαπημένα τους αγόρια, η αποτελεσματικότερη προϋπόθεση για να διοικηθούν σωστά θα ήταν να μένουν μακριά από κάθε πρόστυχη πράξη και να έχουν ευγενική άμιλλα [179a] μεταξύ τους· και τέτοιοι μαχητές, πολεμώντας ο ένας στο πλευρό του άλλου, έστω και μια φούχτα άνθρωποι, θα μπορούσαν να νικήσουν, που λέει ο λόγος, όλο τον κόσμο· γιατί ο εραστής θ᾽ ανεχόταν πολύ πιο ανώδυνα να τον δουν όλοι οι άλλοι να λιποταχτεί ή να πετά τα όπλα του, απ᾽ ό,τι αν τον έβλεπε το αγαπημένο του αγόρι, και χίλιες φορές θα προτιμούσε το θάνατο παρά αυτό. Κι όσο για εγκατάλειψη του αγαπημένου αγοριού ή άρνηση βοήθειας, όταν αυτό βρίσκεται σε κίνδυνο — κανένας τους δεν είναι τόσο δειλός, που να μην τον φέρει σε θεϊκή έξαρση αντρειοσύνης ο Έρως, έτσι που να τον εξομοιώσει με αυτόν που έχει φυσική καταβολή την αντρεία στον υπέρτατο βαθμό· [179b] με δυο λόγια, αυτό που είπε ο Όμηρος: «ο θεός σε ορισμένους ήρωες εμπνέει πολεμική ορμή», τούτο ο Έρως το προξενεί στους εραστές — δικό του δημιούργημα.