Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2021

Θουκυδίδης: Η Ιστορία ως θέαμα και ως όργανο πολιτικού προσανατολισμού

Και ως προς τους λόγους που εκφωνήθηκαν από διάφορους ομιλητές, από αυτούς που επρόκειτο να πολεμήσουν ή που πολε­μούσαν ήδη, ήταν πολύ δύσκολο να τους ανασυγκροτήσω με ακρί­βεια. Κι αυτό ισχύει τόσο για τους λόγους που άκουσα ο ίδιος όσο και για εκείνους που είχαν ακούσει και που μου ανέφεραν άλλοι. Γι’ αυτό και τους συνέταξα συνυπολογίζοντας κι αυτά που κατά την γνώμη μου θα έπρεπε να είχαν πει οι ομιλητές (προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις κρίσιμες καταστάσεις που τους έκαναν να ανέβουν στο βήμα και να πάρουν τον λόγο). Και ήμουν πεπεισμένος ότι η εντελέστερη γνώμη (που με τον τρόπο αυτόν θα αποσταζόταν από την έρευνα) θα πλησίαζε όσο το δυνατό πιο κοντά σ’ αυτά που είχαν ειπωθεί πραγματικά. Ως προς τις πολεμικές επιχειρήσεις τώρα, δεν επέτρεψα στον εαυτό μου να τις καταγράφει ούτε παίρνοντας πληροφορίες από τον πρώτο τυχόντα ούτε όπως νόμιζα εγώ ο ίδιος, παρά διασταύρωσα με την μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια και συνεκτίμησα όλες τις σχετικές μαρτυρίες, τις δικές μου και των άλλων. Και η εξακρίβωση ετούτη ήταν εξαιρετικά δύ­σκολη, γιατί οι αυτόπτες μάρτυρες δεν έλεγαν τα ίδια για τα ίδια πράγματα, εκθέτοντας τα γεγονότα ανάλογα με την συμπάθεια που έτρεφαν προς την μια ή άλλη παράταξη και ανάλογα με τα όσα θυμόταν ο καθένας. Όσο για την ακρόαση, η έλλειψη του μυθώδους από την ιστορία μου, ίσως την κάνει λιγότερο ευχάριστη. Αλλά θα είμαι ικανοποιημένος αν κρίνουν το έργο μου ωφέλιμο, αυτοί που θα θελήσουν να σχηματίσουν σαφή εικόνα των γεγονότων, πολύ περισσότερο που ακόμα κι αυτά που θα συμβούν στο μέλλον, θα είναι, σύμφωνα με την ανθρώπινη φύση, όμοια ή παραπλήσια μ’ αυτά που έχουν συμβεί στο παρελθόν. Βλέπω την ιστορία μάλλον ως ένα διαρκές αγαθό (χρήσιμο σε κάθε περίσταση και σ’ όλες τις περιστάσεις) παρά ως ένα συναρπαστικό ακρόαμα, από εκείνα που βραβεύονται στους σχετικούς διαγωνισμούς και που προσφέρουν στιγμιαία ευχαρίστηση κατά τη διάρκεια της ακρόασης τους και μόνο.[1]

α) Κτήμα τε ες αιεί μάλλον ή αγώνισμα ες το παραχρήμα ακούειν ξύγκειται.

 

Η εξιστόρηση των γεγονότων είναι το μέγιστο αγώνισμα, αμέσως μετά τα ίδια τα γεγονότα φυσικά. Στο αγώνισμα αυτό πρωταγωνιστούσε ο Ηρόδοτος διαβάζοντας αποσπάσματα από το έργο του σε δημόσιες συναθροίσεις. Μάλιστα για τη σχετική διάλεξη που έδωσε στην Αθήνα φημολογείται ότι έλαβε μια εξωφρενική αμοιβή (δέκα τάλαντα), προφανώς γιατί η ανάγνωσή του αυτή συνάρπασε και ευχαρίστησε το ακροατήριο. Το ζήτημα είναι αν η ωφέλεια τέτοιων ακροαμάτων εξαντλείται, μόλις τελειώνει η ακρόασή τους. Πρώτα-πρώτα η μυθώδης αφήγηση του Ηρόδοτου έτερπε και εξακολουθεί να τέρπει τους ακροατές και τους αναγνώστες, όντας από την άποψη αυτή ένα κτήμα τόσο παντοτινό όσο και η ιστορία του Θουκυδίδη. Θα ήταν άδικο επίσης να πει κανείς ότι απέβλεπε μονάχα στη στιγμιαία απόλαυση των ακροατών ή των αναγνωστών, όπως θα ήταν λάθος και να ισχυριστεί ότι το μυθώδες στοιχείο αποβλέπει μονάχα στην τέρψη.


Από τη φύση της η εξιστόρηση των γεγονότων προσφέρει ένα πλαίσιο κι έναν οδηγό στην ανθρώπινη πράξη, όντας έτσι επωφελής και μάλιστα τόσο περισσότερο όσο πιο καλός παραμυθάς είναι ο αφηγητής. Έπειτα, παρότι στιγμιαίες, η αισθητική απόλαυση, η συγκίνηση, η συμπάθεια και η συμμετοχή μόνο σε ευτελείς περιπτώσεις είναι τόσο σύντομες, ώστε να μην προλάβουν να δώσουν χώρο στην εποπτεία, την επίγνωση και την παραμυθία που προσφέρουν σ’ ένα σώμα ο μύθος, η αφήγηση ή το έργο τέχνης. Αν και το πιο σπουδαίο από όλα είναι ότι ο θαυμασμός, που βρίσκεται στο επίκεντρο όλων αυτών, ενεργοποιεί την απορία, από την οποία ξεκινούν όλα τα ερωτήματα, επομένως και όλες οι απαντήσεις που δίνονται στα ερωτήματα αυτά. Υποθέτω ότι γι’ αυτό ο Θουκυδίδης μέμφθηκε τον Ηρόδοτο- όχι ακριβώς επειδή η μυθώδης ιστορία του ήταν ανώφελη, αλλά επειδή ήταν απογοητευτικά ανεπαρκής για όλους εκείνους που ήθελαν να σχηματίσουν σαφή εικόνα των γεγονότων. Αλλά τότε ποιοι είναι οι απαιτητικοί ακροατές «όσοι δε βουλήσονται των τε γενομένων το σαφές σκοπείν», που απαρτίζουν το ιδανικό ακροατήριο στο οποίο απευθύνεται ο Θουκυδίδης;


Ο ίδιος αδιαφορώντας για την τέρψη περιγράφει τα ιστορικά γεγονότα εστιάζοντας στην ακρίβεια και τη σαφήνεια, γιατί μόνο αυτές μπορούν να προσφέρουν τη μέγιστη δυνατή ωφέλεια. Μία ωφέλεια που πρέπει να υπερβαίνει κατά πολύ όχι μόνο τη στιγμιαία απόλαυση που προσφέρουν τα μυθώδη ακροάματα αλλά και τις όποιες επενέργειες μπορούν να προσφέρουν τα ακροάματα αυτά. Μόνο που ό,τι υπερβαίνει τόσο πολύ τον χρόνο της ακρόασης ή της ανάγνωσης εισέρχεται μοιραία στον χρόνο του σχεδιασμού και της πράξης· της πολιτικής πράξης κυρίως. Γιατί αν και όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες χρειάζονται τη μέγιστη δυνατή ακρίβεια και σαφήνεια, η πολιτική είναι αυτή που τις χρειάζεται περισσότερο από όλες. Μιας και σ’ αυτήν συνοψίζονται και από αυτήν εξαρτώνται όλες οι δραστηριότητες. Ο Θουκυδίδης φιλοδοξεί να προσφέρει στην πολιτική συμπεριφορά ένα «κτήμα ες αιεί», στο οποίο και προέχει πλέον να ρίξουμε μία ματιά.


«Κτήμα ες αιεί» λοιπόν ή απόχτημα παντοτινό, όπως συνηθίζουν να αποδίδουν την έκφραση αυτή οι μεταφραστές. Εν τούτοις, αν και το αιεί σημαίνει πάντοτε, αιωνίως, δια παντός, το κτήμα ετούτο δεν θα έπρεπε να συνδέεται μονάχα με την αοριστία του παντοτινού, ωσάν ο Θουκυδίδης να απευθυνόταν στην ανθρωπότητα ή σε κάποιο ανώτατο δικαστήριο του πνεύματος. Και δεν θα έπρεπε να γίνεται κάτι τέτοιο, γιατί στο εσωτερικό της επίμαχης πρότασης «Κτήμα τε ες αιεί μάλλον ή αγώνισμα ες το παραχρήμα ακούειν ξύγκειται», το «ες αιεί» αντιτίθεται στο «παραχρήμα», που σημαίνει ευθύς, παρευθύς, προς στιγ­μήν, αμέσως. Πιο πολύ όμως αντιτίθενται σ’ αυτό οι λέξεις: συνέχεια, ανά πάσα στιγμή, διαρκώς, οι σημασίες των οποίων προστίθενται αυτομάτως στο «ες αιεί» (του κτήματος), εφόσον η ακριβέστερη σημασία μιας λέξης προσδιορίζεται προπαντός από τα συμφραζόμενα.


Επομένως, ως «κτήμα ες αιεί» η Ιστορία πρέπει να αποδίδει τη μέγιστη δυνατή ωφέλεια όχι μόνο παντοτινά, αλλά και στο κάθε τώρα - για να θυμηθούμε και το νυν και αεί. Χρειάζεται μάλιστα να την αποδίδει όχι τόσο όταν την διαβάζει ή την ακούει κανείς, όσο όταν ενεργεί ή πράττει. Η Ιστορία είναι ένα διαρκές αγαθό, ωφέλιμο πάντοτε και κάθε στιγμή. Παντοτινά αλλά και καθημερινώς: κάθε μέρα και σ’ όλες τις μέρες. Πρόκειται λοιπόν για ένα όργανο ή ένα εργαλείο χρήσιμο τόσο στη θεωρία όσο και την πράξη. Ακόμα πιο πολύ η ιστορική έρευνα είναι το πλέον προηγμένο όργανο της πολιτικής πράξης και του πολιτικού προσανατολισμού και μάλιστα τόσο πιο πολύ όσο πιο ακριβής και σαφής είναι.


Με άλλα λόγια ο Θουκυδίδης απευθύνεται πρωτίστως στους πολιτικούς. Δεν πρόκειται δηλαδή για την ανθρωπότητα ακριβώς ούτε και για τους ακροατές ή τους αναγνώστες γενικώς και αορίστως. Ούτε βέβαια για τους ιστορικούς, όχι μόνο γιατί δεν υπήρχε ακόμα κάστα ιστοριοδιφών ή πανεπιστημιακές σχολές ιστορίας, αλλά και γιατί, εάν επρόκειτο γι’ αυτούς, θα είχαμε και πάλι την επιστημονική τέρψη κάποιων ιδιότροπων και σχολαστικών αναγνωστών. Απευθύνεται λοιπόν στους πολιτικούς και για την ακρίβεια στους συγκροτημένους σε σώμα πολίτες, στους οποίους και ανήκε η ενασχόληση με την πολιτική. Αυτοί είναι που αποτελούν το ιδανικό ακροατήριο στο οποίο ο Θουκυδίδης επιθυμεί να προσφέρει το έργο του. Μάλιστα η προσφορά του αυτή είναι τόσο έκδηλη, ώστε ακόμα και οι περιστασιακοί αναγνώστες ή ακροατές του έργου του να αισθάνονται ότι εγκαλούνται στην τάξη του πολίτη.


Για όλους αυτούς τους λόγους θα πρέπει να δούμε την ιστορία του ως ένα υπόμνημα προς την Εκκλησία του Δήμου. Ως υπόμνημα αλλά και ως αναφορά ενός επιτελικού αξιωματικού, γιατί η Εκκλησία του Δήμου ήταν ταυτόχρονα και γενικό στρατηγείο.

 

β) Πολίτης και οπλίτης

 

Πολύ περισσότερο από ιστορικός (κάτι σαν ένας χωρίς πανεπιστήμιο καθηγητής της ιστορίας) ή ακόμα και από πολιτικός φιλόσοφος, ο Θουκυδίδης υπήρξε πολίτης και οπλίτης στην άμεση δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας. Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι οι λέξεις πολίτης και οπλίτης προκύπτουν μ’ έναν απλό αναγραμματισμό των δύο πρώτων γραμμάτων τους· οι ιδιότητες αυτές είναι άρρηκτα δεμένες μεταξύ τους, ώστε να μην μπορεί να εννοηθεί η μία δίχως την άλλη.


Ως πολίτης και οπλίτης ο Θουκυδίδης είχε εκτός από το να νομοθετεί και να δικάζει, διαρκές και πλήρες δικαίωμα, διαρκή και πλήρη ευθύνη να διοικεί και να υπερασπίζεται την πόλη του αυτός ο ίδιος προσωπικά κι όχι φυσικά δι’ αντιπροσώπων, αφού στο πολίτευμα αυτό οι πολίτες μοιράζονταν ακριβοδίκαια όλα τα δικαιώματα, όλες τις εξουσίες και όλες τις υποχρεώσεις. Ο ίδιος βέβαια πίστευε ότι το πολίτευμα είχε ξεπέσει επί των ημερών του σε «ενός ανδρός αρχή» (Περικλής) όντας κατ’ όνομα δημοκρατία- ήταν επίσης και ολιγαρχικός. Θεωρούσε ότι οι φτωχότεροι πολίτες συγκροτούσαν στις συνελεύσεις ένα ευμετάβλητο πλήθος που έπεφτε θύμα των δημαγωγών. Έτσι είχε ταχθεί υπέρ της Εκκλησίας των Πεντακισχιλίων (των πολιτών που μπορούσαν να προσφέρουν τον οπλισμό τους) η οποία συγκροτήθηκε το 411π.Χ. αλλά που όμως υπήρξε θνησιγενής. Επιπλέον δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι έμεινε πιστός στην πόλη του και στο πολίτευμά της ακόμα κι όταν αυτή τον αδίκησε, πράγμα που δεν συνέβη σε μία χορεία προσωπικοτήτων πρώτης γραμμής του αρχαίου ελληνικού κόσμου, οι οποίοι, όταν αδικούνταν από τις πόλεις τους ή όταν οι πόλεις τους αρνούνταν να ικανοποιήσουν τις υπέρμετρες φιλοδοξίες τους, λακώνιζαν, αττίκιζαν ή εμήδιζαν, κάνοντας ό,τι μπορούσαν για να τις βλάψουν. Ακόμα και στα κλασικά χρόνια η προδοσία ήταν δημοφιλέστατο αγώνισμα με αδιαμφισβήτητο πρωταθλητή τον χαρισματικό Αλκιβιάδη, που κατόρθωσε να τους προδώσει, τον καθέναν με τη σειρά του, όλους τους εμπλεκομένους στη σύρραξη.


Από την άποψη αυτή ο Θουκυδίδης στάθηκε στο ύψος του Σωκράτη. Απλώς και μόνο το κώνειο της εξορίας, με το οποίο τον πότισε η Εκκλησία του Δήμου, ήταν light. Το 424 π.Χ. (έβδομος χρόνος του πολέμου), και σε μία ηλικία που δεν πρέπει να ξεπερνούσε κατά πολύ τα τριάντα χρόνια, εξελέγη στρατηγός και ανέλαβε να ενισχύσει την άμυνα της Αμφίπολης που την πολιορκούσε ένα εκστρατευτικό σώμα της Σπάρτης υπό την ηγεσία του Βρασίδα. Ο Θουκυδίδης έσπευσε με επτά πλοία, πλην όμως έφτασε αργά. Οι Αθηναίοι του καταλόγισαν εσκεμμένη ολιγωρία και τον εξόρισαν. Θεωρώ προφανές ότι εάν επρόκειτο για κάτι τέτοιο, θα είχε καταφύγει στη Σπάρτη για την οποία οι ολιγαρχικοί έτρεφαν ιδιαίτερη αδυναμία και στην οποία εξάλλου προσέτρεχαν κάθε τόσο προκειμένου να συντονίσουν τις δολοπλοκίες τους εναντίον του Δήμου. Αντίθετα ο Θουκυδίδης αρνούμενος να ακολουθήσει την πεπατημένη, κατέφυγε στο κτήμα του στη Σκαπτή Ύλη, που βρισκόταν απέναντι από τη Θάσο. Πρόκειται λοιπόν για μια διπλή εξορία: αυτή που του επέβαλε η Αθήνα και αυτή που επέλεξε ο ίδιος για τον εαυτό του. Η αυτοεξορία αυτή, στην οποία χρωστάμε βέβαια και το έργο του, κράτησε είκοσι χρόνια, αφού δεν επέστρεψε στην Αθήνα παρά μόνο το 404 π.Χ. μετά τη συντριβή της αθηναϊκής δημοκρατίας. Όλα αυτά τα χρόνια έζησε στο κτήμα του με εξαίρεση ορισμένα ταξίδια, που έκανε στη διάρκεια αυτών των χρόνων. Αν υποθέσουμε ότι το κομβικό σημείο της ζωής του, η εκστρατεία στην Αμφίπολη, δεν έπαψε ποτέ να τον απασχολεί, θα πρέπει να δούμε την ιστορία που έγραψε όχι μόνο ως υπόμνημα και αναφορά αλλά και ως απολογία κατά κάποιο τρόπο προς την Εκκλησία του Δήμου.


Έχουμε έτσι έναν από τους πρωταγωνιστές που βρίσκεται ξαφνικά στο περιθώριο λόγω της «τουναντίον τροπής των πραττομένων». Μια τραγική μοίρα που πρέπει να αποτέλεσε το έδαφος πάνω στο οποίο συγκροτήθηκε ο Θουκυδίδης ως ιστορικός. Σε τέτοιες καταστάσεις είναι ζωτικό να καταλάβει κανείς τι, πώς και γιατί συνέβη ό,τι συνέβη. Για να το επιτύχει αυτό πρέπει, αφού καταφέρει βέβαια να αναδιπλωθεί σε μία ύστατη γραμμή προσωπικής άμυνας, να περιγράφει πρώτα με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια τα γεγονότα και να διακρίνει αμέσως μετά τις κρυφές αιτίες και τους αόρατους μηχανισμούς της διαδοχής τους. «Το σαφές σκοπείν» ξεκινά ως αδήριτη υπαρξιακή ανάγκη, που στη συνέχεια όμως γίνεται μέθοδος και αίτημα επιστημολογικό, όπως θα λέγαμε σήμερα.


Εδώ πρέπει να θυμηθούμε ότι ο Θουκυδίδης αν και ολιγαρχικός, υπήρξε θαυμαστής του δημοκρατικού Περικλή και επικροτούσε το πολιτικό και το πολεμικό πρόγραμμα του τελευταίου, που απέβλεπε στο να καταστήσει την Αθήνα ηγέτιδα πόλη όλων των ελληνικών πόλεων με όργανο επιβολής την κυριαρχία του στόλου στη θάλασσα. Πίστευε μάλιστα ότι υπεύθυνοι για τις κατοπινές αποτυχίες ήταν οι ηγετίσκοι που τον διαδέχτηκαν και που στάθηκαν ανίκανοι να διαχειριστούν την κληρονομιά που άφησε ο μεγάλος ηγέ­της. Η μεγάλη Αθήνα, έτσι όπως την οραματιζόταν ο Περικλής, ήταν περίπου η ιδεολογία της νεότητας του Θουκυδίδη. Μια ιδεολογία της οποίας την άνοδο και τη συντριβή παρακολουθεί, περιγράφει και υφίσταται εκ του μακρόθεν, αφού ο Πελοποννησιακός πόλεμος ήταν στην ουσία η ιστορία της αθηναϊκής ηγεμονίας, η οποία μόλις έφτασε σε απόσταση αναπνοής από την παγκόσμια κυριαρχία, άρχισε ξαφνικά να καταρρέει. Ενώ το κρίσιμο γεγονός που πυροδότησε εν προκειμένω την «τουναντίον τροπή των πραττομένων», ήταν βέβαια η μεγάλη καταστροφή στη Σικελία κατά το 19ο έτος (413 π.Χ.) του πολέμου.

 

Ο Θουκυδίδης, με άλλα λόγια, συλλαμβάνει την τύχη της Αθήνας κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν της δικής του μοίρας και βλέπει την Ιστορία ως έναν ανεξέλεγκτο μηχανισμό παραγωγής γεγονότων και εκβάσεων, που πετάει ανθρώπους και πόλεις στα βάθρα της νίκης ή στο περιθώριο. Κι εδώ είναι που η ανάγκη του να καταλάβει τι συνέβη σ’ αυτόν τον ίδιο, δένεται άρρηκτα με την ανάγκη του να καταλάβει τι συμβαίνει γενικώς· άρρηκτο δέσιμο, που καθιστά το «σαφές σκοπείν» ανάγκη τόσο προσωπική όσο και επιστημολογική. Την ίδια στιγμή η προϊούσα όσο και αλληλένδετη κατάρρευση της πόλεώς του, της ιδεολογίας του και της μέχρι τότε ζωής του ελευθερώνει και το αίτημα της σαφήνειας από τις προδιαμορφωμένες γνώμες, τις προκαταλήψεις, τις δεσμεύσεις και τις συμπάθειες απαλλάσσοντάς τον και από την υποχρέωση να υπερασπιστεί, να εξυμνήσει, να θρηνήσει ή έστω να δικαιολογήσει οτιδήποτε από αυτά.


Είναι το σημείο που η συντετριμμένη ιδεολογία της Μεγάλης Αθήνας μεταστρέφεται σε ιδεολογία της ακριβούς και σαφούς εξιστόρησης των γεγονότων, στην οποία δεσμεύεται πλέον ο Θουκυδίδης ως ιστορικός. Εδώ πρέπει να συνυπολογίσουμε και το ψυχικό υπόβαθρο, που πασχίζει να αντέξει όλα αυτά τα ασήκωτα φορτία. Την ελπίδα του στην αρχή για το μεγαλείο της πόλεώς του, την διαδέχεται η ανησυχία για το μέλλον της κι ύστερα από λίγο η θλίψη για την οικτρά της τύχη. Κι ακόμα εκτός από την απόγνωση για τη συντριβή του οράματος της νεότητας, πιθανολογώ και τη διάθεση αυτοτιμωρίας που καταλαμβάνει κάποιον, όταν νιώθει ότι υπήρξε τόσο αφελής ώστε να πιστέψει και να γίνει έτσι τρωτός. Αν και πάνω απ’ όλα βρίσκεται η οργή κι εντέλει η απορία για την ιστορία, που παράγει συνέχεια ανεξέλεγκτες ανθρωπομηνίες και ανυπολόγιστες καταστροφές - η απορία του για το πώς και γιατί συμβαίνουν αυτά που συμβαίνουν. Είναι αλήθεια συγκλονιστικό ότι τα αιτήματα της ακρίβειας και της σαφήνειας που οδηγούν την ιστοριογραφία του Θουκυδίδη, τροφοδοτούνται με ενέργεια και αποστάζονται από τα παραπάνω ανάμικτα συναισθήματα καταπνίγοντάς τα. Είναι ίσως ο τρόπος με τον οποίο η επίγνωση εκδικείται τις αιτίες που την προκάλεσαν: την απόγνωση, τη θλίψη, την απορία.


Σαφής και ακριβής εξιστόρηση των γεγονότων λοιπόν. Μόνο που για να φέρει σε πέρας κανείς ένα τέτοιο έργο, χρειάζεται να επιστρατεύσει όλα τα μέσα και όλες τις δυνατότητες που του προσφέρει η παιδεία του. Κύριοι άξονες της παιδείας του Θουκυδίδη, ήταν η πολιτική και η στρατιωτική αγωγή. Μάλιστα όχι μόνο η παιδεία και η αγωγή, γενικά και αόριστα, αλλά εκείνα ακριβώς τα στοιχεία τους που εντυπώνονται και που δένονται τόσο πολύ με την προσωπικότητα, ώστε να λειτουργούν σε επίπεδο αντανακλαστικών αντιδράσεων. Λόγου χάρη, όταν μιλάμε, απευθύνουμε πάντα τον λόγο σε κάποιους. Γι’ αυτό το τι θα πούμε, το γιατί θα το πούμε και το πώς θα το πούμε εξαρτώνται απόλυτα από το ποιοι είμαστε εμείς και ποιοι είναι αυτοί στους οποίους απευθυνόμαστε. Πρόκειται για τα πλέον ουσιώδη στοιχεία της κοινωνικής και της προσωπικής μας ταυτότητας, που χαράσσονται στο πετσί του ψυχισμού μας εξ απαλών ονύχων.


Ο Θουκυδίδης είχε μάθει να απευθύνει τον λόγο σε ισότιμους συνομιλητές, όντας ένας απ’ αυτούς. Δεν είναι μόνο η ελευθερία του λόγου που εξασφαλίζει μια τέτοια ισοτιμία. Δεν έχουμε μόνο την ανοιχτή συζήτηση της αγοράς, όπου ο φτερωτός λόγος βρίσκεται στο στοιχείο του και όπου ο καθένας λέει την άποψή του και μέσα από την αντιπαράθεση τόσων και τόσων γνωμών ακυρώνονται στην ουσία όλες οι γνώμες, αφού η κάθε προσωπική γνώμη ακυρώνει την άλλη. Έχουμε και την οργανωμένη αγορά: την Εκκλησία του Δήμου. Εκεί όπου η ελεύθερη αντιπαράθεση των γνωμών γενικά αλλά και η κάθε προσωπική γνώμη ειδικά οδηγούν κατευθείαν στη λήψη πολιτικών αποφάσεων, που είναι δεσμευτικές ακόμα και για εκείνους που διαφωνούν σφόδρα. Διαφορετικά δίχως αυτή την ελευθερία αλλά και αυτήν τη δέσμευση, η προσωπική γνώμη είναι μια άνευ πολιτικής σημασίας ατομική ιδιοτροπία ή παραξενιά, που δεν ενδιαφέρει στην ουσία κανέναν, οπότε και μπορεί, τότε και μόνο, να κατοχυρωθεί ως αυτονόητο και αναφαίρετο δικαίωμα. Γι’ αυτό όμως και η ιστορία του Θουκυδίδη δεν είναι το κείμενο μιας διατριβής, αλλά ένας γραμμένος λόγος που εκφωνείται δυνάμει και για τα περαιτέρω όχι στο δικαστήριο της Ιστορίας ούτε σε κάποια ομήγυρη ή σε κάποιο σύλλογο ιστορικών ούτε βέβαια σε κάποιο άλλο ακροατήριο ή στο αναγνωστικό κοινό, αλλά στην Εκκλησία του Δήμου που είναι ο μοναδικός αποδέκτης, ακροατής και χρήστης ενός τέτοιου κατεξοχήν πολιτικού λόγου, όπως είναι ο λόγος περί της Ιστορίας.


Την ίδια στιγμή εκτός από την έλλογη σύρραξη που μαινόταν τόσο στην αγορά όσο και στην Εκκλησία του Δήμου - τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα- το άλλο επιτήδευμα, που οι αρχαίες ελληνικές πόλεις ασκούσαν κατά πρώτο ή κατά δεύτερο κύριο επάγγελμα, ήταν ο πόλεμος. Οι πολίτες μαθήτευαν στα του πολέμου παιδιόθεν. Η στρατιωτική αγωγή κωδικοποιούσε προπαντός τον τρόπο με τον οποίο πολεμούσε η φάλαγγα των οπλιτών. Ήταν ο σκληρός πυρήνας της σχετικής σχολικής ύλης, που αποστηθιζόταν σε επίπεδο αντανακλαστικών επίσης από το νευρικό σύστημα των μαθητών και που πρέπει να σφράγιζε όχι μόνο την αμυντικοεπιθετική συμπεριφορά τους ως οπλιτών στον πόλεμο, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονταν, αναλάμβαναν και εκτελούσαν κάθε επιχείρηση ως πολίτες. Γι’ αυτό η συγγραφή της ιστορίας η ίδια αναπτύσσεται ως μία μακρόχρονη, μακρόπνοη, επίπονη, δυσχερής και απρόβλεπτη εκστρατεία η οποία όμως πρέπει, αντίθετα από την αποτυχημένη επιχείρηση της Αμφίπολης, να στεφτεί οπωσδήποτε με επιτυχία. Έχουμε επομένως και έναν δεύτερο Πελοποννησιακό πόλεμο, αν και εικοσαετή εν προκειμένω, που αναπτύσσεται παράλληλα με τον πρώτο. Κατά τη διάρκεια του προσωπικού αυτού πολέμου του Θουκυδίδη η συμπαγής φάλαγγα της έρευνας επιτίθεται μετωπικά στη φάλαγγα των ιστορικών γεγονότων, επιδιώκοντας να τα συμπαρασύρει με τον «ωθισμό» (σπρώξιμο) έτσι ώστε την κατάλληλη στιγμή να προχωρήσει στην «παράρρηξιν» (διάσπαση) του μετώπου της αδιαφάνειάς τους, αφού η «κύκλωσις» εδώ είναι ανέφικτη. Η εξιστόρηση των γεγονότων δεν μπορεί να κυκλώσει τα γεγονότα.

 

γ) Των τε γενομένων το σαφές σκοπείν

 

Οι δημηγορίες «Και όσα μεν λόγω είπον... » και oι εχθρο­πραξίες

«Τα δε έργα τα πραχθέντα εν τω πολέμω... ».

 

Ένας τόσο παρατεταμένος πόλεμος, που διεξάγεται σε κάθε γωνιά της στεριάς και της θάλασσας και στον οποίο εμπλέκονται η μία μετά την άλλη όλες οι ελληνικές πόλεις, παράγει συνέχεια ένα πλήθος από γεγονότα, ενέργειες, εκβάσεις και συνέπειες που πρέπει να καταγραφούν.


Ο Θουκυδίδης ταξιδεύει σε διάφορες πόλεις, για να πληροφορηθεί τα καθέκαστα από πρώτο χέρι. Τα ταξίδια του αυτά, που μοιάζουν με μυστικές αποστολές στο εχθρικό έδαφος της ιστορίας, δεν έχουν καμία σχέση με τις περιηγήσεις του μεγαλύτερου τουρίστα του αρχαίου κόσμου, του Ηρόδοτου. Το μέτωπο των γεγονότων διανθίζεται από ένα σωρό προλήψεις, από μυθικές και θρησκευτικές προκαταλήψεις, που πρέπει βέβαια να απομυθοποιούνται και ταυτόχρονα να συνυπολογίζονται, στο βαθμό ιδίως που επηρεάζουν τις συνειδήσεις, άρα και τις ενέργειες των υποκειμένων, επομένως και τη ροή των γεγονότων και των εκβάσεων. Φυσικά κεντρική θέση κατέχουν οι μεγάλες αναμετρήσεις που μετατρέπουν τη γενικευμένη σύρραξη σε πλάστιγγα, κάνοντάς την να γέρνει προς τη μία ή την άλλη πλευρά. Τεράστια είναι επίσης και η σημασία των δημηγοριών, που κάθε άλλο παρά βοηθητικό ή συμπληρωματικό χαρακτήρα έχουν.


Ο Θουκυδίδης παραθέτει σαράντα περίπου αγορεύσεις, τις οποίες και ανασυγκροτεί επιδεικνύοντας την ίδια χειρουργική ακρίβεια που επιδεικνύει και στην έκθεση των γεγονότων, δίνοντας τόση σημασία σ’ αυτές όσο και σε εκείνα. Γιατί οι δημηγορίες, που ανάμεσα σε κάθε λέξη και σε κάθε πρότασή τους αστράφτει το πνεύμα που τροφοδοτεί με ενέργεια την ανθρωπομηνία του αίματος, αποτελούν ατόφιες πολεμικές πράξεις που διεξάγονται στο έλλογο πεδίο της μάχης, το οποίο αναπτύσσεται επάλληλα με εκείνο της αγχέμαχης.


Αν και ο στόχος της έρευνας είναι κατεξοχήν η ανθρώπινη φύση και ιδίως το ότι η παθολογία είναι ο δεύτερος εαυτός της κοινωνικής φυσιολογίας· το ότι οι ενέργειες των αντιπάλων συμποσούνται σε δέσμες ενεργειών που συγκλίνουν εντέλει στο πεδίο της μάχης, όπου και συγκρούονται όμως ως φυσικές δυνάμεις, χάνοντας έτσι τον όποιο έλλογο χαρακτήρα διατηρούσαν κατά την εκδήλωσή τους. Αυτό που στην αρχή της έρευνας είναι δυσοίωνη αίσθηση, γίνεται στο τέλος το θλιβερό απόσταγμά της: ο πόλεμος ακυρώνει τον λόγο. Εν ολίγοις αυτά αποτελούν το υλικό που συσσωρεύει ο ερευνητής. Μολαταύτα ποια είναι η φύση του υλικού ετούτου; Μαρτυρίες, σκέψεις, λογικές υποθέσεις, εικασίες. Δηλαδή λόγια. Λόγια, λόγια και μόνον λόγια. Τίποτα άλλο. Μάλιστα λόγια αναξιόπιστα, γιατί οι αυτόπτες και οι αυτήκοοι μάρτυρες δεν έλεγαν τα ίδια για τα ίδια πράγματα «ου ταυτά περί των αυτών έλεγον» εκθέτοντας αυτά που άκουσαν ή που είδαν ανάλογα με την συμπάθεια που έτρεφαν προς τη μία ή την άλλη παράταξη και ανάλογα με τα όσα καθένας θυμόταν. Να σημειώσουμε εδώ οτι εξίσου αναξιόπιστο ως μάρτυρα θεωρεί ο Θουκυδίδης και τον εαυτό του. IV αυτό και η γενική εικόνα που προσφέρουν σ’ έναν ερευνητή τα διακεκαυμένα πεδία των πάσης φύσεως συρράξεων είναι ασαφής. Εξού και το αίτημα της σαφήνειας.


Σαφήνεια είναι η ευκρίνεια, η καθαρότητα και η διαύγεια. Σαφές είναι το φανερό, το καθαρό, το διακεκριμένο, το πρόδηλο επί πραγμάτων ακουομένων, νοουμένων ή γιγνωσκομένων. Το πρώτο που πρέπει να κάνει αυτός που θέλει να συγκροτήσει καθαρή εικόνα, είναι να απεμπλακεί. Πρέπει να πάρει απόσταση από τα γεγονότα, γιατί όσο παραμένει στο πεδίο εμπλέκεται εκών-άκων στη σύρραξη τροφοδοτώντας έτσι τη γενική αδιαφάνεια. Την απόσταση εν προκειμένω την πρόσφερε στον Θουκυδίδη όχι ο χρόνος - εύκολο δώρο για τους ιστορικούς που ερευνούν γεγονότα του παρελθόντος - αλλά ο χώρος, δηλαδή η εξορία. Ο τόπος που συνέχισε τη ζωή του βρισκόταν μεν μακριά από τον πόλεμο, όχι όμως τόσο ώστε να μην φτάνει ως εκεί ο ορυμαγδός ή έστω ο απόηχός του. Από κει και πέρα το ευρύτερο οπτικό πεδίο που προσφέρει ένα τέτοιο παρατηρητήριο, επιτρέπει στον ερευνητή να συγκροτήσει πληρέστερη εικόνα, προκειμένου για τα γεγονότα που αγκαλιάζει η ματιά του. Αν και το πρόβλημα παραμένει ως προς την οπτική των εμπλεκομένων, τα κίνητρα, τους σκοπούς και τις εκλογικεύσεις τους· ως προς το ότι οι άνθρωποι παγιδεύονται τόσο πολύ στην εσωτερική -και ακαταμάχητα απλή- λογική των μηχανορραφιών, που ωστόσο οι ίδιοι έχουν στήσει, ώσπου στο τέλος αναγκάζονται να συμπεράνουν -κι έτσι να διαπράξουν- πράγματα που δεν θα τα είχαν θελήσει και που σε κάθε άλλη περίπτωση θα αποδοκίμαζαν. Είναι οι παράγοντες που συμβάλλουν στη δυναμική των ενεργειών κι έτσι και στις εκβάσεις των συγκρούσεων κι ακόμα πιο πολύ στις απρόβλεπτες κι επομένως ανεξέλεγκτες και ολέθριες συνέπειες των εκβάσεων αυτών. Οι παράγοντες που ακυρώνουν εντέλει τον λόγο και συγκροτούν τη ζοφερή εικόνα που αντικρίζει ο ερευνητής.


Για να προχωρήσει όμως η έρευνα ακόμα και σ’ αυτές τις περιοχές, η φυσική - στον χώρο ή στον χρόνο - απόσταση δεν είναι αρκετή. Χρειάζεται και μία πνευματική απόσταση. Ο ερευνητής πρέπει να απεμπλακεί από τις συμπάθειες, τις αντιπάθειες, τις προσωπικές γνώμες και τις προκαταλήψεις του. Η εκδήλωση της συμπάθειας και η έκφραση της προσωπικής γνώμης ακυρώνουν την όποια απόσταση έχει τηρηθεί, γιατί ισοδυναμούν με την επιστροφή του ερευνητή στο πεδίο και με την εμπλοκή του στη μάχη, που ανέλαβε ωστόσο να ερευνήσει. Εκτός βέβαια κι αν η γνώμη και η συμπάθεια υποφώσκουν απλώς από το παρασκήνιο δίχως να επηρεάζουν κατά τα λοιπά την έρευνα, μιας και ο ολοσχερής αποκλεισμός τους θα ήταν πράξη υπεράνθρωπη αν όχι απάνθρωπη. Ο Θουκυδίδης τήρησε αυτήν την πνευματική απόσταση, τιθασεύοντας τις συμπάθειες και τις αντιπάθειές του. Αμέσως μετά προχώρησε στην έρευνα, χρησιμοποιώντας ως εργαλεία την εξακρίβωση και την εικασία.


Όσο αντιφατικές κι αν είναι οι μαρτυρίες, περιέχουν ωστόσο κοινά σημεία ικανά να συγκροτήσουν τον σκελετό του γεγονότος. Στη μάχη που έγινε σε εκείνη την τοποθεσία και που είχε αυτή την έκβαση, ενεπλάκησαν οι εξής αντίπαλοι εκτελώντας τα επιχειρησιακά σχέδια που ανέπτυξαν οι τάδε στρατηγοί. Φυσικά οι αντικρουόμενες μαρτυρίες, τα κενά και κυρίως τα σκοτεινά σημεία είναι πάμπολλα. Ωστόσο η επίμοχθη εξακρίβωση ξεκαθαρίζοντας το τοπίο, μπορεί όχι μόνο να συνθέσει με ασφάλεια τη γενική εικόνα του γεγονότος αλλά και να εστιάσει στις λεπτομέρειές του «τη ακρίβεια περί εκάστου επιπόνως δε ηυρίσκετο». Κάτι τέτοιο όμως είναι πολύ πιο δύσκολο προκειμένου για τις δημηγορίες των ρητόρων για τις οποίες ισχύει το «χαλεπόν την ακρίβειαν αυτήν των λεχθεντων διαμνημονευσαι». Κι εδώ οι σχετικές μαρτυρίες προσφέρουν έναν σκελετό για την κάθε δημηγορία. Όμως ο σκελετός αυτός παρουσιάζει πολύ σοβαρές ελλείψεις. Τα σκοτεινά του σημεία δεν μπορούν να φωτιστούν. Οι αντιφάσεις δεν μπορούν να λυθούν ούτε και τα κενά του να γεμίσουν. Δεν μπορεί να γίνει τίποτα από αυτά, εκτός κι αν ο ερευνητής αναλάβει το ρίσκο να εικάσει και να συνυπολογίσει κι αυτά που κατά τη γνώμη του θα έπρεπε να είχαν πει οι ομιλητές, για να αντιμετωπίσουν τις κρίσιμες καταστάσεις που τους έκαναν να ανέβουν στο βήμα και να πάρουν τον λόγο «...ως δ’ άν εδόκουν εμοί έκαστοι περί των αιεί παρόντων τα δέοντα μάλιστ’ επείν».


Επί του ζητήματος αυτού ο Albin Lesky παρατηρεί[2]: «Με επιστημονική στάση ο Θουκυδίδης προσπαθεί να δώσει στις διηγήσεις του πλήρη βεβαιότητα -το σαφές. Αυτή εξασφαλίζεται ικανοποιητικά με αυτοψία των σύγχρονων γεγονότων ή με την μαρτυρία εκείνων που είχαν πάρει μέ­ρος οι ίδιοι σ’ αυτά. Αυτό είναι πιο δύσκολο στην έκθεση του παρελθόντος κι εδώ όμως στόχος του μένει η πειστική απόδειξη-τεκμήριον. Αποδείξεις όμως σαν κι αυτές που προσφέρουν τα έγγραφα υπάρχουν μόνο σε ευνοϊκές περιπτώσεις. Αλλιώς πρέπει ο στόχος να αναζητηθεί πιο βαθιά και να αποβλέπουμε προς το εύλογο αντί προς το βέβαιο. Το εύλογο - εικός - όμως πετυχαίνεται με μία μέθοδο – εικάζειν-, που η σοφιστική διδασκαλία σε στενό σύνδεσμο με τη δικαστηριακή πράξη την είχε ανεβάσει σε σημαντική ακμή. Δεν είναι δυνατόν να φανταστούμε τον Θουκυδίδη χωρίς το πνευματικό κλίμα της σοφιστικής κι αυτό θα γίνει ακόμα με πολλούς τρόπους φανερό στην πορεία της έκθεσής μας. Μολαταύτα πρέπει αμέσως να διατυπώσουμε μια σημαντική επιφύλαξη: ο σοφιστικός ρήτο­ρας ζητά να ξυπνήσει εκείνην την εντύπωση της πιθανοφάνειας, που είναι επιθυμητή για τους σκοπούς του. Ο Θουκυδίδης απεναντίας ζητά με τη μέθοδο του εικάζειν να φτάσει τόσο κοντά στην αλήθεια, όσο του είναι δυνατό. Υποδειγματική γι’ αυτό είναι η πραγμάτευση του Τρωικού πολέμου. Χωρίς να παίρνει συνολικά τον Όμηρο σαν ιστορική πηγή, προσπαθεί αποκλείοντας όλα τα καθαρά μυθικά στοιχεία των διηγήσεων να κερδίσει το μεγαλύτερο ποσοστό ιστορικών γνώσεων. Στο σημείο αυτό κι εκείνος φτάνει σε μιαν αβέβαιη περιοχή, όπως κι εμείς οι σημερινοί· κι ο προβληματισμός του είναι και δικός μας».


Ώστε ο Θουκυδίδης φρονεί και προτείνει ότι η έρευνα πρέπει να συνεκτικά όλα τα δεδομένα - όλες τις αναμνήσεις, όλες τις μαρτυρίες και όλες τις γνώμες - καθώς και να αναγνωρίζει όλα τα αντικρουόμενα συμφέροντα δίχως να δίνει βαρύνουσα σημασία ή να υποκύπτει σε κάποιες από αυτές ή σε κάποια από αυτά. Και όχι ότι ο ίδιος είναι υπεράνω των συμφερόντων. Απεναντίας είναι τόσο συμφεροντολόγος όσο και οι σοφιστές. Απλά και μόνο όντας ερευνητής υποστηρίζει τα συμφέροντα της έρευνας, στην παράταξη της οποίας ανήκει προπάντων. Επίσης ο ερευνητής αυτός, επειδή ούτε και τα παραπάνω είναι αρκετά, θα πρέπει να εικάζει και να συνυπολογίζει και αυτά που θα έπρεπε να είχαν ειπωθεί και ίσως και αυτά που θα έπρεπε να είχαν γίνει, ώστε να σημειωθούν και να πυροδοτηθούν στη συνέχεια αυτά τα γεγονότα, αυτές οι εκβάσεις και αυτές οι εξελίξεις.


Αλλά για να μπορέσει ένας ερευνητής να προβεί σε τέτοιου είδους εικασίες θα πρέπει πρώτα να μετακινηθεί νο­ερά στην πόλη όπου εκφωνήθηκαν οι ομιλίες, να ζήσει τις κρίσιμες καταστάσεις και τα διλήμματα που αντιμετώπιζαν οι πολίτες της και την κατάλληλη στιγμή να ανέβει στο βήμα και να μιλήσει πρώτα ωσάν να ήταν αυτός ο ίδιος ο ένας από τους αντίπαλους ρήτορες κι αμέσως μετά ωσάν να ήταν ο άλλος. Να τα κάνει όλα αυτά μιλώντας, και στις δύο περιπτώσεις, από την δική τους οπτική γωνία και μαχόμενος υπέρ των δικών τους επιδιώξεων, όποια κι αν είναι η άποψή του για το ποιος από τους δύο έχει άδικο και ποιος δίκαιο. Και δεν πρόκειται ακριβώς για κάποιον σοφιστή ρήτορα (έναν δικηγόρο, όπως θα λέγαμε σήμερα) που αναλαμβάνει την υπεράσπιση όλων των αντιδίκων, γιατί το ζητούμενο εδώ είναι όχι η υπεράσπιση αλλά η ανάλυση, η εύρεση και η σύνθεση. Ούτε και πρόκειται, αν και έχει κάποια κοινά σημεία μαζί τους, για τη συμμετοχή και τη συμπάθεια στις οποίες μας έχει εκπαιδεύσει το κλασικό μυθιστόρημα. Πρόκειται για τον ερευνητικό διχασμό ενός εαυτού που ενεργεί αυτοπροσώπως, υποδυόμενος πότε τον ένα πρωταγωνιστικό ρόλο και πότε τον άλλο, ωσάν να πρόκειται για το ανέβασμα κάποιου θεατρικού έργου που αυτός συγγράφει, σκηνοθετεί αλλά και ως θεατής παρακολουθεί και κρίνει.


Είναι σαν να ξεκινάει ένας σκακιστής μια παρτίδα με αντίπαλο τον εαυτό του. Βέβαια οι παρτίδες αυτές εγκαταλείπονται κατά κανόνα πολύ γρήγορα, λόγω της αφόρητης πλήξης που προξενούν τόσο στους δύο αντιπάλους όσο και στον αυτουργό εαυτό. Η διαφορά εδώ είναι ότι το επιδιωκόμενο roi-mat σχετίζεται με την ανασυγκρότηση των δημηγοριών. Είναι προφανές νομίζω σε μια τέτοια ανασυγκρότηση, ότι ακόμα και η παραμικρή εκδήλωση της συμπάθειας, της αντιπάθειας ή της προσωπικής γνώμης θα εξωράιζε τη μία ομιλία και θα διαστρέβλωνε την άλλη, καθιστώντας έτσι ανακριβείς, δηλαδή ασαφείς, αμφότερες. Το επιστημολογικό ενδιαφέρον που παρουσιάζει η μέθοδος του Θουκυδίδη, είναι ότι σε μια τέτοια παρτίδα, αν βέβαια παιχτεί σωστά, είναι πολύ πιο δύσκολο να εκδηλωθούν μεροληψίες και να σημειωθούν ιδεολογικού τύπου ζαβολιές, λόγω της ισοδυναμίας των αντιπάλων. Γιατί και οι δύο σκακιστές γνωρίζουν επακριβώς όχι μόνο τις επόμενες κινήσεις αλλά και την τακτική καθώς και την στρατηγική του αντιπάλου τους.[3] Είναι ένα εξαιρετικά κρίσιμο σημείο, αφού το αντεπιχείρημα που έρχεται στο νου του αναγνώστη είναι σοβαρότατο. Όταν ο ίδιος ο Θουκυδίδης θεωρεί όλες τις γνώμες αναξιόπιστες χωρίς να εξαιρεί ούτε καν τη δική του, πόσο αξιόπιστη μπορεί να είναι μία γνώμη, η δική του γνώμη, που στηρίζεται μάλιστα και στο: όπως θεωρώ ή όπως νομίζω εγώ «ως δ’ αν εδόκουν εμοί»[4]. Στο ερώτημα αυτό μία και μόνο απάντηση μπορεί να δοθεί: αν και όλες οι γνώμες είναι αναξιόπιστες, η γνώ­μη που στηρίζεται σε μια τόσο μεγάλη, τόσο εντατική, τόσο κριτική όσο και συστηματική δοκιμασία όπως αυτή που προαναφέραμε, είναι η λιγότερο αναξιόπιστη από όλες.


Εν πάση περιπτώσει ο Θουκυδίδης προτείνει ότι αυτός είναι ο τρόπος ώστε η εξιστόρηση των παραχθέντων και των λεχθέντων να βρίσκεται όσο το δυνατόν πιο κοντά σ’ αυτά που έγιναν και που ειπώθηκαν πραγματικά. Γιατί, από την άλλη, την αλήθεια στα ζητήματα αυτά μπορούμε να την προσεγγίζουμε όχι όμως και να την αγγίζουμε. Ακόμα και η ευρύτερη οπτική γωνία παραμένει μία οπτική γωνία. Όσο κι αν διευρυνθεί το πεδίο της ορατότητας, παραμένει πεπερασμένο. Περιοχές που αγνοούμε πόσες και πόσο σπουδαίες είναι, παραμένουν εκτός κάδρου και δεν διερευνώνται καθόλου είτε γιατί γίνονται δεκτές ως κάτι το αυτονόητο είτε γιατί δεν γίνονται καν αντιληπτές. Λόγου χάρη ποια είναι η φύσις της ανθρώπινης φύσεως', Κι έπειτα εάν η ασάφεια της εικόνας οφείλεται στην ασάφεια του λόγου και εάν το λέγειν είναι εγγενώς ασαφές - οι άνθρωποι «ου ταυτά περί των αυτών λέγουσι» - τότε πώς θα ήταν δυνατό το «σαφές σκοπείν»;


Όλα αυτά όμως είναι μοιραία, δηλαδή ανθρώπινα. Πλήρη και ταυτόχρονα σαφή εικόνα μόνο κάποιος θεός θα μπορούσε να συγκροτήσει. Από την άποψη αυτή το «σαφές σκοπείν» αποτελεί όχι μόνο την πρώιμη εκδήλωση, αλλά και την πρότυπη άρα και πληρέστερη μορφή των κατοπινών εργασιακών αξιών της αντικειμενικότητας και της αμεροληψίας. Γι’ αυτό εξάλλου και ως προς τις αξίες αυτές το έργο του Θουκυδίδη θεωρείται ανυπέρβλητο, παρά τις όποιες μεροληψίες τού έχουν καταλογίσει διάφοροι ερευνητές.[5]


Αμερόληπτος ήταν και ο Ηρόδοτος. Αν και η αμεροληψία εδώ είναι μια πολυτέλεια, που τροφοδοτήθηκε από τα θαυμαστά κατορθώματα των ελληνικών πόλεων στους Μηδικούς πολέμους. Προϋποθέτει επίσης την αυτοπεποίθηση που μόνο οι θρίαμβοι κι όχι απλά οι νίκες μπορούν να προσφέρουν. Πρόκειται μάλλον για μια ειδική μορφή γενναιοδωρίας -ή μήπως ελεημοσύνης;- που μπορεί να επιδείξει ένας ιστορικός προκειμένου όχι μόνο να αρθεί στο ύψος του θριάμβου που ιστορεί, αλλά και ιστορώντας τον να τον μιμηθεί. Θέτοντας σε ίση μοίρα νικητές και νικημένους θριαμβεύει με τον τρόπο του κι αυτός εκ του ασφαλούς . Καθώς φαίνεται η αμεροληψία είναι ο τρόπος με τον οποίο θριαμβεύουν ή εκδικούνται οι ιστορικοί.

  

δ) Η ανέμη των παραμυθιών

 

Οι συνέπειες όλων αυτών στις έννοιες της χώρας, της γεωγραφίας και του χρόνου είναι δραματικές. Ο Θουκυδίδης αποψιλώνει τη γη από την οργιαστική πλην όμως μυθώδη πανίδα, που γεννιόταν από τα σπλάχνα της, οπότε δεν απομένει παρά μόνο ένα γυμνό έδαφος ή, ακόμα χειρότερα, μια νεκρή ζώνη που χωρίζει αλλά και που ενώνει τους αντιπάλους. Ο χώρος είναι πεδίο μάχης, όντας εξάλλου και το έπαθλο της κάθε μάχης. Πεδίο και έπαθλο των μαχών που έγιναν, που γίνονται και που θα γίνουν στο μέλλον. Έτσι όμως η ιστορία περπατάει πάνω σε αδρανή γη, με αποτέλεσμα να παίρνει αποστάσεις από τη φύση. Κατά κάποιο τρόπο οι ανθρώπινες κοινωνίες αποτελούν μιαν άλλη χώρα μέσα στη χώρα. Το ίδιο ισχύει και για την Ιστορία, που είναι ένας ιδιαίτερος χρόνος μέσα στο χρόνο. Και στον Θουκυδίδη επίσης οι ιστορίες των ανθρώπων, των πόλεων και των λαών υπόκεινται σε κύκλους. Εδώ όμως πρόκειται για ένα γίγνεσθαι, που συγκροτείται από τη δράση όλων αυτών των ιστορικών υποκειμένων εκ των ενόντων. Με άλλα λόγια αντίθετα από τους κύκλους του Ηρόδοτου που υπακούουν όλοι σ' έναν γενικό καθορισμό, όντας έτσι μερίδια κάποιας αναπόδραστης μοίρας, οι καθέκαστα κύκλοι στον Θουκυδίδη είναι κάτι σαν ωρολογιακοί μηχανισμοί, που λειτουργούν δαπανώντας την ενέργεια των ελατηρίων τους. Ελατήριο εν προκειμένω είναι η ανθρώπινη φύση, που προσφέρει την απαραίτητη κινητήριο δύναμη. Αυτό σημαίνει ότι στο ελατήριο ενός συλλογικού υποκειμένου, ενός κράτους λόγου χάρη, συμποσούται η ενέργεια όλων των υπηκόων του.


Κινούμενα λοιπόν από τα ελατήριά τους τα ιστορικά υποκείμενα συγκλίνουν στο πεδίο της μάχης, η έκβαση της οποίας κρίνει αμετάκλητα όλα τα αδιαπραγμάτευτα υπαρξιακά ζητήματα, που συνεχώς οξύνονται κατά τη διάρκεια των ειρηνικών μεσοπολεμικών περιόδων, ώσπου φτάνουν σε τέτοιο απροχώρητο σημείο, ώστε να μην μπορούν να λυθούν παρά μόνο διά των όπλων. Από κει και πέρα η έκβαση της μάχης αφαιρεί όλη την ενέργεια από το ελατήριο του νικημένου· ο ιστορικός κύκλος του κλείνει και η ενέργειά του προστίθεται στο ελατήριο του νικητή. Έτσι ξεκινάει γι’ αυτόν μία καινούρια ανακύκληση. Η μάχη επομένως βρίσκεται έξω από την Ιστορία, όντας το σημείο μηδέν από το οποίο ξεκινούν και στο οποίο σταματούν όλες οι ιστορίες.


Είναι όπως οι ανέμες που για να αρχινήσουν τα παραμύθια τους, χρειάζονται κλότσο. Μόνο που επειδή εδώ δεν υπάρχει κανένα ποδάρι που να μοιράζει κλοτσιές, οι αυτοκινούμενες ανέμες κλοτσιούνται αναμεταξύ τους, οπότε και όλα εξαρτώνται από την έκβαση της εκάστοτε κλοτσοπατινάδας. Για παράδειγμα η έκβαση των Μηδικών πολέμων έδωσε έντεχνο λάκτισμα στην ανέμη των ελληνικών πόλεων, όχι όμως και στην ανέμη των Περσών. Αντίθετα η έκβαση του Πελοποννησιακού πολέμου μοίρασε τόσο άτσαλους κλότσους στην Αθήνα και τη Σπάρτη, ώστε ύστερα από λίγο η ανέμη της κλασικής Ελλάδας σταμάτησε να λέει παραμύθια. Μάλιστα η σπατάλη του δυναμικού που συνεχίστηκε και στον τέταρτο αιώνα με την εμφάνιση στο πεδίο και τρίτου διεκδικητή, της Θήβας, έδωσε στην ουσία κινητήριο στραβοκλοτσιά στην ανέμη των Μακεδόνων, που περίμεναν τη σειρά τους στο βορρά.


Η ιστορία αυτή, που ξεκίνησε άγνωστο πότε από τα βάθη της προϊστορίας, συνεχίζεται μέχρι σήμερα και θα συνεχιστεί με όμοιο ή με παραπλήσιο τρόπο και αύριο και μεθαύριο και «...έως αν η αυτή φυσις ανθρώπων ή». Εκτός αν προκύψει κάποιος νικητής, που την εξουσία του δε θα μπορεί να την αμφισβητήσει κανένας. Ή εκτός αν η οικονομική κλοτσοπατινάδα της ελεύθερης αγοράς και του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, που μαίνεται επί των ημερών μας, δώσει έναν άτσαλο κλότσο στο γήινο οικοσύστημα- τότε θα ξεχαρβαλωθούν όλες οι ανέμες και θα σταματήσουν να ακούγονται επί της γης αν­θρώπινα, τουλάχιστον, παραμύθια.

  

Γ. Παθολογία

 

Ο εμφύλιος πόλεμος στην Κέρκυρα εκδηλώθηκε κατά τον πέμπτο χρόνο του Πελοποννησιακού πολέμου.


«­Οἱ δη­μο­κρα­τι­κοί ἄρ­χι­σαν νά σφά­ζουν ὅ­σους βρῆ­καν ἀ­πό τους ἀν­τι­πά­λους τους. Ἔ­σφα­ξαν καί ὅ­σους εἶ­χαν μπή στά κα­ρά­βια, ἀ­φοῦ τούς ἔ­πει­σαν ν’ ἀ­πο­βι­βα­στοῦν. Πῆ­γαν καί στόν να­ό τῆς Ἥ­ρας κι ἔ­πει­σαν πε­νήν­τα ὀ­λι­γαρ­χι­κούς νά βγοῦν γιά νά δι­κα­στοῦν κα­νο­νι­κά καί τούς κα­τα­δί­κα­σαν ὅ­λους σέ θά­να­το. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι, ὅ­μως, ἀ­πό τους ἱ­κέ­τες, βλέ­πον­τας τά ὅ­σα γί­νον­ταν, ἄρ­χι­σαν νά σκο­τώ­νουν ὁ ἕ­νας τόν ἄλ­λον μέ­σα στόν ἱ­ε­ρό πε­ρί­βο­λο. Με­ρι­κοί κρε­μά­στη­καν ἀ­πό τά δέν­τρα καί ἄλ­λοι αὐ­το­κτό­νη­σαν μέ ἄλ­λους τρό­πους. Ἑ­πτά ὁ­λό­κλη­ρες μέ­ρες, ὅ­σες ἔ­μει­νε ὁ Εὐ­ρυ­μέ­δων μέ τά κα­ρά­βια του, οἱ Κερ­κυ­ραῖ­οι ἐ­ξα­κο­λού­θη­σαν νά σκο­τώ­νουν ὅ­σους συμ­πο­λί­τες τους θε­ω­ροῦ­σαν ἐ­χθρούς. Τούς κα­τη­γο­ροῦ­σαν ὅ­τι θέ­λη­σαν νά κα­τα­λύ­σουν τήν δη­μο­κρα­τί­α, ἀλ­λά πολ­λοί σκο­τώ­θη­καν ἀ­πό προ­σω­πι­κά μί­ση καί ἄλ­λοι, πού εἶ­χαν δα­νεί­σει χρή­μα­τα, σκο­τώ­θη­καν ἀ­πό τους ὀ­φει­λέ­τες τους. ὁ θά­να­τος πῆ­ρε χί­λι­ες μορ­φές καί, ὅ,τι φρι­κα­λέ­ο γί­νε­ται σ’ αὐ­τές τίς πε­ρι­στά­σεις, ἔ­γι­νε στήν Κέρ­κυ­ρα, κι ἀ­κό­μα χει­ρό­τε­ρα. Πα­τέ­ρας σκό­τω­νε τό παι­δί του, ἅρ­πα­ζαν ἱ­κέ­τες ἀ­π’ τούς να­ούς καί τούς σκό­τω­ναν ἐ­κεῖ μπρο­στά, καί ἄλ­λους τούς ἔ­χτι­σαν μέ­σα στό ἱ­ε­ρό του Δι­ο­νύ­σου καί τούς ἄ­φη­σαν νά πε­θά­νουν ἐ­κεῖ.


Σ’ αὐ­τές τίς ἀ­κρό­τη­τες ἔ­φτα­σε ὅ ἐμ­φύ­λιος πό­λε­μος καί προ­κά­λε­σε με­γά­λη ἐν­τύ­πω­ση, για­τί ἦ­ταν ὁ πρῶ­τος πού ἔ­γι­νε. Ἀρ­γό­τε­ρα μπο­ρεῖ κα­νείς νά πῆ ὅ­τι ὁ­λό­κλη­ρος ὁ ἑλ­λη­νι­σμός συν­τα­ρά­χτη­κε, για­τί παν­τοῦ ση­μει­ώ­θη­καν ἐμ­φύ­λιοι σπα­ραγ­μοί. Οἱ δη­μο­κρα­τι­κοί κα­λοῦ­σαν τούς Ἀ­θη­ναί­ους νά τούς βο­η­θή­σουν καί οἱ ὀ­λι­γαρ­χι­κοἰ τούς Λα­κε­δαι­μο­νί­ους. Ὅ­σο δι­αρ­κοῦ­σε ἡ εἰ­ρή­νη δέν εἶ­χαν οὔ­τε πρό­φα­ση, ἀλ­λά οὔ­τε τήν δι­ά­θε­ση νά τούς κα­λέ­σουν γιά βο­ή­θεια. Μέ τόν πό­λε­μο, ὅ­μως, κα­θε­μιά ἀ­πό τίς ἀν­τί­πα­λες πο­λι­τι­κές πα­ρα­τά­ξεις μπο­ροῦ­σε εὔ­κο­λα νά βρῆ εὐ­και­ρί­α νά προ­κα­λέ­ση ἐ­ξω­τε­ρι­κή ἐ­πέμ­βα­ση γιά νά κα­τα­στρέ­φη τούς ἀν­τι­πά­λους της καί νά ἐ­νι­σχυ­θῆ ἡ ἴ­δια γιά ν’ ἀ­να­τρέ­ψη τό πο­λί­τευ­μα. Οἱ ἐμ­φύ­λι­ες συγ­κρού­σεις ἔ­φε­ραν με­γά­λες καί ἀ­μέ­τρη­τες συμ­φο­ρές στίς πο­λι­τεῖ­ες, συμ­φο­ρές πού γί­νον­ται καί θά γί­νων­ται πάν­τα ὅ­σο δέν ἀλ­λά­ζει ἡ φύ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, συμ­φο­ρές πού μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι βα­ρύ­τε­ρες ἡ ἐ­λα­φρό­τε­ρες κι ’ ἔ­χουν δι­α­φο­ρε­τι­κή μορ­φή ἀ­νά­λο­γα μέ τίς πε­ρι­στά­σεις. Σέ και­ρό εἰ­ρή­νης καί ὅ­ταν εὐ­η­με­ρῆ ὁ κό­σμος καί οἱ πο­λι­τεῖ­ες, οἱ ἄν­θρω­ποι εἶ­ναι ἡ­ρε­μοι για­τί δέν τούς πι­έ­ζουν ἀ­νάγ­κες φο­βε­ρές. Ἀλ­λ’ ὅ­ταν ἔρ­θη ὁ πό­λε­μος πού φέρ­νει στούς ἄν­θρω­πους τήν κα­θη­με­ρι­νή στέ­ρη­ση, γί­νε­ται δά­σκα­λος τῆς βί­ας κ’­ἐ­ρε­θί­ζει τά πνεύ­μα­τα τοῦ πλή­θους σύμ­φω­να μέ τίς κα­τα­στά­σεις πού δη­μι­ουρ­γεῖ Ὁ ἐμ­φύ­λιος πό­λε­μος, λοι­πόν, με­τα­δό­θη­κε ἀ­πό πο­λι­τεί­α σέ πο­λι­τεί­α. Κι ὅ­σες πο­λι­τεῖ­ες ἔ­μει­ναν τε­λευ­ταῖ­ες, ἔ­χον­τας μά­θει τί εἶ­χε γί­νει ἀλ­λοῦ, προ­σπα­θοῦ­σαν νά ὑ­περ­βά­λουν σ’ ἐ­πι­νο­η­τι­κό­τη­τα, σέ ὕ­που­λα μέ­σα καί σέ ἀ­νή­κου­στες ἐκ­δι­κή­σεις. Γιά νά δι­και­ο­λο­γοῦν τίς πρά­ξεις τους ἄλ­λα­ζαν ἀ­κό­μα καί τήν ση­μα­σί­α τῶν λέ­ξε­ων. Ἡ πα­ρά­λο­γη τόλ­μη θε­ω­ρή­θη­κε ἀν­δρεί­α καί ἀ­φο­σί­ω­ση στό κόμ­μα, ἡ προ­σω­πι­κή δι­στα­κτι­κό­τη­τα θε­ω­ρή­θη­κε δει­λί­α πού κρύ­βε­ται πί­σω ἀ­πό εὔ­λο­γες προ­φά­σεις καί ἡ σω­φρο­σύ­νη προ­σω­πί­δα τῆς ἀ­ναν­δρεί­ας. Ἡ πα­ρα­φο­ρά θε­ω­ρή­θη­κε ἀν­δρι­κή ἀ­ρε­τή, ἐ­νῶ ἡ τά­ση νά ἐ­ξε­τά­ζων­ται προ­σε­κτι­κά ὅ­λες οἱ ὄ­ψεις ἑ­νός ζη­τή­μα­τος θε­ω­ρή­θη­κε πρό­φα­ση γιά ὑ­πεκ­φυ­γή. Ὅ­ποι­ος ἦ­ταν ἔ­ξαλ­λος γι­νό­ταν ἀ­κου­στός, ἐ­νῶ ὅ­ποι­ος ἔ­φερ­νε ἀν­τιρ­ρή­σεις γι­νό­ταν ὕ­πο­πτος. Ὅ­ποι­ον ἐ­πι­νο­οῦ­σε κά­ποι­ο τέ­χνα­σμα καί πε­τύ­χαι­νε, τόν θε­ω­ροῦ­σαν σπου­δαῖ­ο, κι ὅ­ποι­ον ὑ­πο­φι­α­ζό­ταν σύγ­και­ρα καί φα­νέ­ρω­νε τά σχέ­δια τοῦ ἀν­τι­πά­λου, τόν θε­ω­ροῦ­σαν ἀ­κό­μα πιό σπου­δαῖ­ο. Ἐ­νῶ ὅ­ποι­ος ἦ­ταν ἀρ­κε­τά προ­νο­η­τι­κός, ὥ­στε νά μήν χρεια­στοῦν τέ­τοι­α μέ­σα, θε­ω­ροῦ­σαν ὅ­τι δι­α­λύ­ει τό κόμ­μα καί ὅ­τι εἶ­ναι τρο­μο­κρα­τη­μέ­νος ἀ­πό τήν ἀν­τί­πα­λη πα­ρά­τα­ξη. Μέ μιά λέ­ξη, ὅ­ποι­ος πρό­φται­νε νά κά­νη κα­κό πρίν ἀ­πό ἄλ­λον, ἦ­ταν ἄ­ξιος ἐ­παί­νου, κα­θώς κ’ ἐ­κεῖ­νος πού πα­ρα­κι­νοῦ­σε στό κα­κό ὅ­ποι­ον δέν εἶ­χε σκε­φτῆ νά τό κά­νη. Ἀλ­λά ἡ συγ­γέ­νεια θε­ω­ρή­θη­κε χα­λα­ρό­τε­ρος δε­σμός ἀ­πό τήν κομ­μα­τι­κή ἀλ­λη­λεγ­γύ­η, για­τί οἱ ὁ­μο­ϊ­δε­ά­τες ἦ­ταν ἕ­τοι­μοι νά ἐ­πι­χει­ρή­σουν ὁ,τι­δή­πο­τε, χω­ρίς δι­σταγ­μό, καί τοῦ­το ἐ­πει­δή τά κόμ­μα­τα δέν σχη­μα­τί­στη­καν γιά νά ἐ­πι­δι­ώ­ξουν κοι­νή ὠ­φέ­λεια μέ νό­μι­μα μέ­σα, ἀλ­λά, ἀν­τί­θε­τα, γιά νά ἱ­κα­νο­ποι­ή­σουν τήν πλε­ο­νε­ξί­α τους πα­ρα­νο­μών­τας. Καί ἡ με­τα­ξύ τους ἀλ­λη­λεγ­γύ­η βα­σι­ζό­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο στήν συ­νε­νο­χή τους πα­ρά στούς ὅρ­κους τους στούς θε­ούς. Τίς εὔ­λο­γες προ­τά­σεις τῶν ἀν­τι­πά­λων τίς δέ­χον­ταν μέ ὑ­στε­ρο­βου­λί­α καί ὄ­χι μέ εἰ­λι­κρί­νεια γιά νά φυ­λα­χτοῦν ἀ­πό ἕ­να κα­κό ἄν οἱ ἄλ­λοι ἡ­σαν πιό δυ­να­τοί. Καί προ­τι­μοῦ­σαν νά ἐκ­δι­κη­θοῦν γιά κά­ποι­ο κα­κό ἀν­τί νά προ­σπα­θή­σουν νά μήν τό πά­θουν. Ὅ­ταν ἔ­κα­ναν ὅρ­κους γιά κά­ποι­α συμ­φι­λί­ω­ση, τούς κρα­τοῦ­σαν τό­σο μό­νο ὅ­σο δέν εἶ­χαν τήν δύ­να­μη νά τούς κα­τα­πα­τή­σουν, μή ἔ­χον­τας νά πε­ρι­μέ­νουν βο­ή­θεια ἀ­πό ἄλ­λου. Ἀλ­λά μό­λις πα­ρου­σι­α­ζό­ταν εὐ­και­ρί­α, ἐ­κεῖ­νοι πού πρῶ­τοι εἶ­χαν ξα­να­βρεῖ τό θάρ­ρος τους, ἄν ἔ­βλε­παν ὅ­τι οἱ ἀν­τί­πα­λοί τους ἡ­σαν ἀ­φύ­λα­χτοι, τούς χτυ­πού­σαν κ’ ἔ­νοι­ω­θαν με­γα­λύ­τε­ρη χα­ρά νά τούς βλά­ψουν ἐ­ξα­πα­τών­τας τους, πα­ρά χτυ­πών­τας τους ἀ­νοι­χτά, θε­ω­ροῦ­σαν ὅ­τι ὁ τρό­πος αὐ­τός ὄ­χι μό­νο εἶ­ναι πιό ἀ­σφα­λής, ἀλ­λά καί βρα­βεῖ­ο σέ ἀ­γώ­να δό­λου. Γε­νι­κά εἶ­ναι εὐ­κο­λώ­τε­ρο νά φαί­νων­ται ἐ­πι­δέ­ξιοι οἱ κα­κοῦρ­γοι, πα­ρά νά θε­ω­ροῦν­ται τί­μιοι ὅ­σοι δέν εἶ­ναι δό­λιοι. 


Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἄν­θρω­ποι προ­τι­μοῦν νά κά­νουν τό κα­κό καί νά θε­ω­ροῦν­ται ἔ­ξυ­πνοι, πα­ρά νά εἶ­ναι κα­λοί καί νά τούς λέ­νε κου­τούς. Αἰ­τί­α ὅ­λων αὐ­τῶν εἶ­ναι ἡ φι­λαρ­χί­α πού ἔ­χει ρί­ζα τήν πλε­ο­νε­ξί­α καί τήν φι­λο­δο­ξί­α πού ἔ­σπρω­χναν τίς φα­τρί­ες ν’ ἀ­γω­νί­ζων­ται μέ λύσ­σα. Οἱ ἀρ­χη­γοί τῶν κομ­μά­των, στίς δι­ά­φο­ρες πο­λι­τεῖ­ες, πρό­βαλ­λαν ὡ­ραῖ­α συν­θή­μα­τα. Ἰ­σό­τη­τα τῶν πο­λι­τῶν ἀ­πό τήν μιά με­ριά, σω­φρο­σύ­νη τῆς α­ρι­στο­κρα­τι­κός δι­οί­κη­σης ἀ­πό τήν άλ­λη. Προ­σποι­οῦν­ταν ἔ­τσι ὅ­τι ὑ­πη­ρε­τοῦν τήν πο­λι­τεί­α, ἐ­νῶ πραγ­μα­τι­κά ἤ­θε­λαν νά ι­κα­νο­ποι­ή­σουν προ­σω­πι­κά συμ­φέ­ρον­τα καί ἀ­γω­νί­ζον­ταν μέ κά­θε τρό­πο νά νι­κή­σουν τούς ἀν­τι­πά­λους τους. Τοῦ­το τούς ὁ­δη­γοῦ­σε νά κά­νουν τά φο­βε­ρώ­τε­ρα πρά­μα­τα ε­πι­δι­ώ­κον­τας νά εκ­δι­κη­θούν τούς ἀν­τί­πα­λούς τους, ὄ­χι ὡς τό ση­μεῖ­ο πού ἐ­πι­τρέ­πει ἡ δι­και­ο­σύ­νη ἤ τό συμ­φέ­ρον τῆς πο­λι­τεί­ας, ἀλ­λά κά­νον­τας τίς ἀ­γρι­ό­τε­ρες πρά­ξεις, μέ μο­να­δι­κό κρι­τή­ριο τήν ἱ­κα­νο­πο­ί­η­ση τοῦ κόμ­μα­τός τους. Κα­τα­δί­κα­ζαν ἄ­νο­μα το­ύς ἀν­τι­πά­λους τους ἤ ἅρ­πα­ζαν βί­αι­α την ἐ­ξου­σί­α, ἕ­τοι­μοι νά κο­ρέ­σουν τό μί­σος τους. Κα­μιά ἀ­πό τίς δύ­ο πα­ρα­τά­ξεις δέν εἶ­χε κα­νέ­ναν ἠ­θι­κό φραγμό κ κ ’ έ­κτι­μοῦ­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο ὅ­σους κα­τόρ­θω­ναν νά κρύ­βουν κά­τω ἀ­πό ὡ­ραῖ­α λό­για φο­βε­ρές πρά­ξεις. "Ὅ­σοι πο­λί­τες ἦ­σαν με­τρι­ο­πα­θεῖς θα­να­τώ­νον­ταν ά­πό την μιά ἤ την ἄλ­λη πα­ρά­τα­ξη, εἴ­τε ἐ­πει­δή εἶ­χαν ἀρ­νη­θῆ νά πά­ρουν μέ­ρος στόν ἀ­γώ­να εἴ­τε ἐ­πει­δή ἤ ἰ­δέ­α καί μό­νο ὅ­τι θά μπο­ροῦ­σαν νά έ­πι­ζή­σουν προ­κα­λοῦ­σε ἐ­ναν­τί­ον τους τόν φθό­νο.


Ἔ­τσι οἱ ἐμ­φύ­λιοι σπα­ραγ­μοί ἔ­γι­ναν αἰ­τί­α ν' ἁ­πλω­θῆ σ' ὅ­λο τόν ἑλ­λη­νι­κό κό­σμο κά­θε μορφή κα­κί­ας καί τό ἦ­θος, πού εἶ­ναι τό κύ­ριο γνώ­ρι­σμα τῆς εὐ­γε­νι­κῆς φυ­χῆς, κα­τάν­τη­σε νά εἶ­ναι κα­τα­γέ­λα­στο κ' ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε. Ὁ ἀν­τα­γω­νι­σμός δη­μι­ο­ύρ­γη­σε ἀ­πό­λυ­τη δυ­σπι­στί­α καί δέν ὑ­πῆρ­χε τρό­πος πού νά μπο­ρῆ νά την δι­α­λύ­ση, οὔ­τε έγ­γυ­ή­σει­ς οὔ­τε ὅρ­κοι φο­βε­ροί. Ὅ­λοι, ὅ­ταν έ­πι­κρα­τοῦ­σαν, ξέ­ρον­τας ὅ­τι δέν ὑ­πῆρ­χε ἐλ­πί­δα νά κρα­τη­θοῦν μό­νι­μα στήν ἐ­ξου­σί­α, προ­τι­μού­σαν, ἀντί  νά δώ­σουν πί­στη στο­ύς ἀν­τι­πά­λους τους, νά πά­ρουν τά μέ­τρα τους γιά νά μήν πά­θουν οί ἴ­διοι. Τίς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές ἐ­πι­κρα­το­ϋ­σαν οἱ δι­α­νο­η­τι­κά κα­τώ­τε­ροι. Φο­βόν­ταν τήν δι­κή τους ἀ­νε­πάρ­κεια καί τήν ἱ­κα­νό­τη­τα των ἀν­τι­πά­λων τους κ' ἔ­τσι, γιά νά μήν νι­κη­θοῦν στήν συ­ζή­τη­ση καί γιά νά μήν πέ­σουν θύ­μα­τα των ὅ­σων οί ἄλ­λοι θά ἐ­πι­νο­οῦ­σαν, δέν εἶ­χαν κα­νέ­να δι­σταγμό νά προ­χω­ρή­σουν σέ βί­αι­ες πρά­ξεις. Ὅ­σοι, πά­λι, πε­ρι­φρο­νοῦ­σαν το­ύς ἀν­τι­πά­λους τους, νό­μι­ζαν ὅ­τι μπο­ροῦ­σαν σύγ­και­ρα νά κα­τα­λά­βουν τά σχέ­δια τους. Θε­ω­ροῦ­σαν ὅ­τι δέν ἦ­ταν ἀ­νάγ­κη νά με­τα­χει­ρι­στοῦν βί­α γι­ά­τά ὅ­σα μπο­ροῦ­σαν, κα­θώς νό­μι­ζαν, νά πε­τύ­γουν μέ τίς ρα­δι­ουρ­γί­ες τους. Ἔ­τσι, τίς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, δέν φυ­λά­γον­ταν καί οἱ άν­τί­πα­λοί τους τούς ἀφάνιζαν».[6]

 

Φυσικά είναι κοινοτοπία να επαναλαμβάνει κανείς ότι ο εμφύλιος πόλεμος είναι ο χειρότερος πόλεμος. Ωστόσο ούτε και οι αμιγείς πόλεμοι υστερούν σε κακουργήματα. Ένα από αυτά υπήρξε η γενοκτονία στη Μήλο, που διέπραξαν οι Αθηναίοι και που είναι πασίγνωστη χάρη στο διάλογο των Αθηναίων με τους Μηλίους, που προηγήθηκε. Διάλογο διαβόητο ένεκα της ακαταμάχητα απλής λογικής που πρυτανεύει σ’ αυτόν και που διατάζει τον όλεθρο. Αν και η παθολογία της πολιτικής συμπεριφοράς, που καθιστά τη γενοκτονία τυφλοσούρτη της ιστορίας και εντέλει η νοσηρότητα του πνεύματος, φαίνεται καθαρότερα όχι τόσο στην εκτέλεση τέτοιων προειλημμένων αποφάσεων όσο στις σχετικές συζητήσεις, που προηγούνται και που οδηγούν στη λήψη τους. Μία τέτοια συζήτηση, από τις πολλές που ιστορεί ο Θουκυδίδης, είναι και η παρακάτω:


Κατά τον πέμπτο χρόνο του πολέμου (427-426 π.Χ.) οι Αθηναίοι νίκησαν τους Μυτιληναίους, που ήταν σύμμαχοί τους αλλά είχαν αποστατήσει και αποφάσισαν να σκοτώσουν όλους τους ενήλικες και να πουλήσουν τα γυναικόπαιδα δούλους· ποινή που επρόκειτο να επιβάλουν, ύστερα από έντεκα χρόνια, στους Μηλίους. Αμέσως μόλις τέλειωσε η συνέλευση, απέπλευσε το ένα από τα δύο ιερά πλοία, η Πάραλος, μεταφέροντας στη Μυτιλήνη την φοβερή εντολή. Την επομένη μέρα, ωστόσο, οι πολίτες συνήλθαν εκ νέου σε συνέλευση, μετανιωμένοι για την απόφασή τους να καταστρέψουν ολόκληρη πολιτεία, αντί να τιμωρήσουν μονάχα τους ενόχους. Πήραν τον λόγο πολλοί ρήτορες, αν και η καθαυτό μονομαχία -ρητορική είναι η τεχνολογία του πολέμου στο έλλογο πεδίο της μάχης- έγινε μεταξύ του Κλέωνα, ο οποίος μόλις την προηγουμένη είχε επιτύχει την απόφαση της γενοκτονίας και του Διόδοτου. Από αυτήν την έλλογη σύρραξη παραθέτω τα παρακάτω αποσπάσματα:[7]


«Πολλές φορές στο παρελθόν μου δόθηκε η ευκαιρία να σκεφτώ ότι μία δημοκρατία είναι ανίκανη να εξουσιάζει άλλους λαούς, αλλά το σκέπτομαι περισσότερο σήμερα, βλέποντάς σας να μετανοείτε για την απόφαση που πήρατε για τους Μυτιληναίους. Δεν καταλαβαίνετε ότι δείχνετε αδυναμία που είναι επικίνδυνη για σας χωρίς να προκαλεῖ την ευγνωμοσύνη των συμμάχων σας; Δεν συλλογίζεστε ότι η εξουσία που ασκείτε είναι τυραννίδα που την επιβάλλετε σε ανθρώπους οι οποίοι σας επιβουλεύονται και δεν την θέλουν, σε ανθρώπους που σας υπακούνε, όχι επειδή τους κάνετε χάρες βλάπτοντας τα συμφέροντα σας, αλλά επειδή η δύναμή σας και όχι η φιλία και η πίστη τους σας εξασφαλίζουν την εξουσία; Θα έλεγε κανείς ότι είστε σε αναζήτηση ενός άλλου κόσμου από εκείνον στον οποίο ζούμε και ότι δεν μπορείτε να κρίνετε σύμφωνα με την πραγματικότητα. Σας παρασύρει η ευχαρίστηση που προκαλούν τα ωραία λόγια και μοιάζετε περισσότερο με ανθρώπους που παρακολουθούν μία συζήτηση σοφιστών, παρά με πολίτες που συσκέπτονται για τα ζητήματα της πολιτείας. Νομίζετε ότι θα βρεθεί ποτέ κανείς σύμμα­χός μας ο οποίος με την παραμικρή πρόφαση δεν θα επαναστατήσει, αφού μάλιστα θα ξέρει ότι αν επιτύχει, θα αποκτήσει την ελευθερία του και εάν αποτύχει, δεν θα πάθει τίποτα το ανεπανόρθωτο; Εγώ εξακολουθώ τον αγώνα που άρχισα στην πρώτη συζήτηση και αγωνίζομαι τώρα για να μην ανακαλέσετε την απόφασή σας, αν δε θέλετε να ενδώσετε στους τρεις κυριότερους εχθρούς κάθε εξουσίας: τον οίκτο, τη γοητεία των ωραίων λόγων και την επιείκεια. Πρέπει για το συμφέρον σας να τους τιμωρήσετε, ακόμα κι αν τούτο είναι άδικο. Αλλιώς παραιτηθείτε από την ηγεμονία σας και φροντίστε το καλό σας όνομα χωρίς να διατρέχετε κινδύνους. Μη γίνετε, λοιπόν, προδότες του εαυτού σας. Πρέπει όχι μόνο να τους τιμωρήσετε σκληρά αλλά και να γίνουν παράδειγμα για τους άλλους συμμάχους, ώστε να ξέρουν ότι ποινή της αποστασίας θα είναι ο θάνατος. Αν αυτό το νιώσουν καλά, τότε θα βρίσκεστε σπανιότερα στην ανάγκη να παραμελείτε τον πόλεμο εναντίον των εχθρών σας για να αγωνίζεστε εναντίον των συμμάχων σας».


Ο Διόδοτος που διαδέχτηκε τον Κλέωνα στο βήμα, είπε μεταξύ των άλλων και τα παρακάτω:


«Δεν είμαστε δικαστές για να εξετάσουμε την άποψη του δικαίου. Συσκεπτόμαστε για να πάρουμε για τους Μυτιληναίους μία απόφαση που να εξυπηρετεί το συμφέρον μας. Μη νομίζετε, λοιπόν, ότι η ποινή του θανάτου είναι εγγύηση και μην πάρετε μια κακή απόφαση που θα αφαιρέσει από όσους επαναστατούν κάθε ελπίδα ότι μπορούν, μετανοώντας, να εξαλείφουν το λάθος τους. Σκεφτείτε και κάτι άλλο. Πως αν καμιά πολιτεία επαναστατήσει και καταλάβει ότι δεν μπορεί να πετύχει τον σκοπό της, θα επιδιώξει να συνθηκολογήσει έχοντας ακόμα τη δυνατότητα να πληρώσει πολεμική αποζημίωση και να εξακολουθήσει να πληρώνει τον φόρο υποτελείας. Αλλά αν αλλάξετε πολιτική, νομίζετε ότι θα βρεθεί άλλη πολιτεία που να μην ετοιμαστεί καλύτερα για να επαναστατήσει και να μην προτιμήσει να υποστεί ως τα έσχατα μία πολιορκία, όταν ξέρει ότι αργά η γρήγορα θα υποστεί την ίδια τύχη; Αλλά και για μ ας μήπως δεν θα είναι ζημιά; Θα κάνουμε έξοδα για μια μακροχρόνια πολιορκία, αφού θα αποκλείεται η συνθηκολόγηση, θα κυριεύουμε μια πόλη καταστραμμένη και δεν θα έχουμε έσοδα απ’ αυτήν. Η υπεροχή μας επάνω στους εχθρούς μας είναι ακριβώς τα έσοδα αυτά. Δεν πρέπει, λοιπόν, να βλάψουμε τα συμφέροντά μας κρίνοντας τους ενόχους σαν αυστηροί δικαστές, αλλά να σκεφτούμε πώς στο μέλλον θα είμαστε επιεικείς στις τιμωρίες που θα επιβάλλουμε, για να συγκρατούμε τις πολιτείες με άθικτα τα οικονομικά τους μέσα και πώς θα φροντίζουμε την ασφάλεια μας με επιτήδεια πολιτική και όχι με τη σκληρότητα των μέτρων που θα παίρνουμε. Σήμερα, σ’ όλες τις πολιτείες, οι δημοκρατικοί είναι με το μέρος μας και ή δεν συμμετέχουν στις επαναστάσεις των ολιγαρχικών ή αν αναγκαστούν, είναι απ’ την αρχή εχθρικοί προς τους υποκινητές. Έτσι, όταν ξεκινήσετε εναντίον κάποιας επαναστατημένης πολιτείας, θα έχετε κιόλας σύμμαχο το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της. Αν λοιπόν εξολοθρέψετε τους δημοκρατικούς της Μυτιλήνης, που όχι μόνο δεν πήραν μέρος στην επανάσταση, αλλά και, όταν οπλίστηκαν, σας παραδώσαν εκούσια την πόλη τους, πρώτα απ’ όλα θα κάνετε έγκλημα εναντίον εκείνων που σας ευεργέτησαν και ύστερα θα χαρίσετε στους ολιγαρχικούς εκείνο που επιδιώκουν πάνω απ’ όλα. Γιατί παρακινώντας τις πολιτείες σ’ επανάσταση, θα έχουν αμέσως συμμάχους τους δημοκρατικούς, αφού σεις θα έχετε φανερώσει σ ’ όλους ότι η ίδια τιμωρία περιμένει και τους ενόχους και τους αθώους. Πρέπει, λοιπόν, και αν ακόμα είναι ένοχοι, να προσποιηθείτε ότι δεν το ξέρετε, ώστε να μην γί­νει εχθρικό το μόνο μέρος του πληθυσμού που είναι φιλικό. Και νομίζω ότι είναι πολύ πιο συμφέρον για τη διατήρηση της ηγεμονίας σας να ανέχεστε μερικές αδικίες, παρά να επιβάλλετε μια δίκαιη ποινή σκοτώνοντας εκείνους που δεν έχετε συμφέρον να εξολοθρέψετε.»


Στη σχετική ψηφοφορία η πρόταση του Διόδοτου υπερίσχυσε - σχεδόν ισοψήφησε - μόλις και μετά βίας. Στη συνέχεια μάλιστα εκτυλίχθηκε ένα από τα πιο συγκλονιστικά γεγονότα του πολέμου, που απέτρεψε παρά τρίχα τη γενοκτονία στη Μυτιλήνη, αν και οι χίλιοι ολιγαρχικοί που είχαν υποκινήσει την αποστασία, σφαγιάστηκαν άπαντες. Οι κωπηλάτες του δεύτερου ιερού πλοίου που απέπλευσε εσπευσμένα με την καινούρια εντολή, υπερέβαλαν εαυτούς. Ακόμα κι όταν έτρωγαν, δεν σταματούσαν να τραβάν κουπί. Αυτό γιατί οι πρέσβεις των Μυτιληναίων τους είχαν δώσει κρασί και αλεύρι και τους είχαν τάξει τα πλεί- στα όσα, αν προλάβαιναν. Το αποτέλεσμα ήταν να καταφέρουν να καλύψουν τη διαφορά του ενός εικοσιτετραώρου, που τους χώριζε από το πρώτο πλοίο, οι κωπηλάτες του οποίου υπό το βάρος της φοβερής εντολής που μετέφεραν, καθυστερούσαν εσκεμμένα.


Να σφάζουμε λοιπόν ακόμα και τους αθώους, ώστε να παραδειγματίζονται όλοι οι υποψήφιοι αποστάτες ή να τους χαρίζουμε τη ζωή, για να συνεχίσουμε να τους εκμεταλλευόμαστε αλλά και για να διασπάμε τις γραμμές των αντιπάλων μας, προσεταιριζόμενοι αυτούς που θα μπορούν να υποκριθούν ότι είναι αθώοι; Δεν υπάρχει καμία διαφορά. Το ίδιο δόλιο πνεύμα εμψυχώνει και τις δύο απόψεις. Απλά και μόνο στο εσωτερικό του πνεύματος αυτού οι γνώμες διίστανται. Υπέρτατος νόμος είναι η σωτηρία και το συμφέρον της πόλεως και εντέλει η ηγεμονία. Αλλά και πάλι δεν είναι διόλου τυχαίο ότι οι Αθηναίοι ήταν επιεικείς κατά τον πέμπτο χρόνο του πολέμου στη Μυτιλήνη, ενώ τον δέκατο έκτο χρόνο στη Μήλο, υπήρξαν ανελέητοι. Όσο πιο πολύ αγριεύουν τα πράγματα τόσο πιο απλές είναι οι αποφάσεις που παίρνονται. Στις μεσοπολεμικές ειρηνικές περιόδους σπαταλάμε πολύτιμο χρόνο στους δισταγμούς, τις διαφωνίες και τις πολυλογίες. Αλλά πόσο ειρηνικές είναι τάχα οι περίοδοι αυτές και τι νόημα έχει να τις διακρίνουμε από τον πόλεμο; Τελικά όλες οι στιγμές είναι κρίσιμες. Και στις κρίσιμες στιγμές πρέπει να ενεργούμε όσο πιο γρήγορα, πιο αποτελεσματικά και πιο απλά γίνεται. Αν δεν το κάνουμε εμείς, θα προλάβει και θα το κάνει ο αντίπαλος. Ούτε και χρειάζεται να σπουδάσουμε καθόλου ή να διαβάσουμε κάποιο «κτήμα ες αιεί», για να κάνουμε αυτό που πρέπει. Δεν έχουμε παρά να αντιγράψουμε αυτό που μας υπαγορεύουν τα σοφά αμυντικοεπιθετικά μας αντανακλαστικά και αυτό που μας ψιθυρίζει η μεγάλη αυθεντία: η φύση μας.

  

Δ. Φυσιολογία

 

Το κύριο επιχείρημα του Κλέωνα ήταν η αποτρεπτική δύναμη της έσχατης ποινής. Ο Διόδοτος προσέβαλε το επιχείρημα αυτό υποστηρίζοντας, σε κάποιο άλλο σημείο της δημηγορίας του, τα εξής:


«Όλοι οι άνθρωποι και όλες οι πολιτείες έχουν έμφυτη την τάση προς την αδικία και δεν υπάρχει νόμος που να μπορεί να τους συγκρατήσει, αφού οι άνθρωποι δοκίμασαν όλων των ειδών τις ποινές με την ελπίδα ότι, επιτείνοντάς τες, θα προστατευτούν καλύτερα από τα εγκλήματα των κακούργων. Ίσως, μάλιστα, τον παλιό καιρό οι ποινές για τα βαρύτερα εγκλήματα να ήταν πιο ελαφρές, αλλά επειδή εξακολουθούσαν οι παρανομίες, με τον καιρό όλες οι ποινές καταλήξαν να είναι ο θάνατος. Και παρ’ όλα αυτά τα εγκλήματα εξακολουθούν. Πρέπει, λοιπόν, ή να βρούμε μια ποινή τρομερότερη από τον θάνατο ή να παραδεχτούμε ότι τίποτα δεν προλαμβάνει το έγκλημα, γιατί πότε η τόλμη της απελπισίας του φτωχού, πότε η υπεροψία και η πλεονεξία του εξουσιαστή, πότε οι άλλες δυστυχίες της ζωής που ανάβουν πάθη τα οποία κυριαρχούν τους ανθρώπους, τους οδηγούν στην παρανομία. Πάντοτε, άλλωστε, ο πόθος και η ελπίδα (ο πρώτος προηγείται, η δεύτερη ακολουθεί, ο πρώτος προσχεδιάζει την κακή πράξη, η δεύτερη υποβάλλει τη σκέψη ότι θα βοηθήσει η τύχη) προκαλούν το μεγαλύτερο κακό· και επειδή είναι αόρατα στοιχεία, είναι πιο ισχυρά από τον φανερό κίνδυνο. Αλλά και η τύχη μπορεί και αυτή να παρασύρει σε αλόγιστες πράξεις, γιατί καμιά φορά ευνοεί απροσδόκητα και κάνει τους ανθρώπους να επιχειρούν κάτι ανώτερο από τα μέσα που διαθέτουν. Τούτο συμβαίνει ακόμα πιο πολύ με τις πολιτείες, γιατί εκεί πρόκειται για τα σπουδαιότερα αγαθά ή την ελευθερία ή την κατάκτηση εξουσίας επάνω στους άλλους και, τότε, ο κάθε πολίτης ενεργώντας ομαδικά με τους συμπολίτες του, υπερτιμάει τις δυνάμεις του. Με λίγα λόγια είναι πολύ ανόητος εκείνος που νομίζει ότι είναι δυνατόν, όταν η φύση του ανθρώπου τον σπρώχνει με πάθος σε μια πράξη, να τον συγκρατήσει είτε ο νόμος είτε άλλος κανείς φόβος».


Ούτε λίγο ούτε πολύ τα λιοντάρια μεταμφιέζονται σε πρόβατα φορώντας πάνω από τη λεοντή προβιές. Κι αμέσως μετά αυτοπαρουσιάζονται ως μέλη της κοινωνίας των πολιτών ή της κοινωνίας των εθνών, δηλώνοντας την ειλικρινή και αταλάντευτη πρόθεσή τους να λύνουν στο εξής τις αγεφύρωτες διαφορές τους ειρηνικά, δηλαδή αναίμακτα, σύμφωνα με κανόνες που τα ίδια έχουν θεσπίσει. Αλλά δυστυχώς οι προβιές τσιτώνουν, σκίζονται και ξηλώνονται συνέχεια, γιατί είναι πολύ στενοί και λεπτοί κορσέδες ανίκανοι να φορμάρουν τόσο πληθωρικά σώματα. Οπότε μέσα από τα σχισίματα και τα ξηλώματα προβάλλει και εκδηλώνεται η προβατική προδιάθεση και η άγρια φύση τους. Ήδη συμβαίνει εξαρχής κάτι που είναι τόσο απογοητευτικό και δυσοίωνο όσο και αστείο. Καθένας από τους μασκαράδες αυτούς προσέρχεται στις διαπραγματεύσεις, κρατώντας υπό μάλης το προνόμιο της υπαναχώρησης, το οποίο και προτίθεται να ενεργοποιήσει οποτεδήποτε και κατά την κρίση του, εφόσον θεωρήσει ότι τα ζωτικά του συμφέροντα απειλούνται ή έστω δεν εξυπηρετούνται, όπως ήλπιζε, εκ της ειρηνικής συνυπάρξεως και της συνεργασίας. Μόνο που για να διατηρήσει κανείς ένα τέτοιο προνόμιο, πρέπει να το στερήσει από τους άλλους ώστε να μην μπορούν να το επικαλεστούν πρώτοι αυτοί. Για την ακρίβεια πρέπει να προνοήσει ή έστω να φροντίσει εκ των ενόντων, ώστε οι συνέπειες της υπαναχώρησης να είναι σχεδόν ανώδυνες -δυνητικά ίσως και επωφελείς-γι’ αυτόν και τρομακτικά επώδυνες για όλους τους άλλους.


Εξάλλου η υπαναχώρηση αποτελεί προνόμιο ακόμα κι όταν προβλέπεται και ρυθμίζεται ως δικαίωμα αμφοτέρων των συμβαλλομένων, γιατί η επίκλησή της επαναφέρει τα πράγματα εις την προτέραν κατάστασιν. Και σε τελευταία ανάλυση προτέρα είναι η τεταμένη αν όχι και ανώμαλη κατάσταση πριν από την έννομη σχέση, όπου όμως οι κυριότεροι ή ακόμα και οι μοναδικοί ρυθμιστικοί παράγοντες είναι η ισχύς και η ανάγκη, η βία, ο φόβος, η πείνα, η επιβίωση. Όποιος κι αν τις ενεργοποιεί, οι υπαναχωρήσεις αποβαίνουν προς όφελος των ισχυροτέρων κατά κανόνα. Γι’ αυτό εξάλλου και εκτός από την καθολική εξέγερση, που αποτελεί όπως και ο πόλεμος απόλυτη υπαναχώρηση, οι αδύνατοι επιμένουν στα συμπεφωνημένα, συμμορφώνονται με τους όρους τους και τα επικαλούνται σε κάθε περίσταση. Τα συμπεφωνημένα όμως οι ισχυροί τα σέβονται μόνο στο βαθμό που τους συμφέρει ή έστω δεν τους ζημιώνει καθόλου. Γι’ αυτό οι πιο λειτουργικές συμφωνίες είναι αυτές που συνάπτουν ισοδύναμοι συμβαλλόμενοι, εφόσον βέβαια διατηρείται η ισοπαλία. Γιατί κατά τα άλλα αμφότεροι εργάζονται πυρετωδώς, για να στρέψουν υπέρ τους τον συσχετισμό των δυνάμεων. Και φυσικά η υπαναχώρηση παραμένει προνόμιο ακόμα κι όταν οι συμβαλλόμενοι την αποκλείουν ρητά και κατηγορηματικά' κι αυτό γιατί η απαγόρευση ετούτη δεν είναι τίποτα παραπάνω από μία υποχρέωση, που ισχύει μονάχα στο εσωτερικό της έννομης σχέσης και πουθενά αλλού. Γι’ αυτό εξαρτάται απόλυτα από την ισχύ, τη βούληση και το συμφέρον του υπόχρεου, αν θα παραμείνει ή όχι στη σχέση.


Τα παραπάνω ζητήματα έχουν τεράστια σημασία στις συνθήκες ειρήνης, στις συντακτικές συνελεύσεις, στις ιδρυτικές πράξεις και γενικά στα κοινωνικά συμβόλαια, πάνω στα οποία θεμελιώνονται όλα τα έννομα καθεστώτα. Ως εκ τούτου διαμορφώνουν και προσδιορίζουν τις συνθήκες της νομιμότητας, η οποία και αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για την ειρήνη και για μια φυσιολογική κοινωνική αλλά και διακρατική ζωή. Υπό τις παραπάνω απόψεις η νομιμότητα εξαρτάται από δύο όρους, πάνω στους οποίους εδράζεται και οι οποίοι κυμαίνονται όπως οι δείκτες των χρηματιστηρίων ή οι ανεμοδείκτες στις στέγες των κτιρίων είναι η ανοχή που επιτρέπει τη συνύπαρξη των προνομιούχων και η ενοχή, που εξασφαλίζει την υπακοή των υποπρονομιούχων.


Παρότι το αίτημα της κυριαρχίας είναι απόλυτο, οι προνομιούχοι πρέπει να βάζουν λίγο νερό στο κρασί τους και να ανέχονται την ύπαρξη και προπαντός τις ανταγωνιστικές δραστηριότητες των άλλων προνομιούχων, αλλιώς οι συγκρούσεις μεταξύ τους θα γίνουν ανεξέλεγκτες, και τότε δεν θα χάσουν μόνο τα προνόμια αλλά θα αρχίσουν κιόλας να σκοτώνουν ο ένας τον άλλον. IV αυτό και κάποια λίγα πράγματα μεταξύ τους τουλάχιστον - μεταξύ κατεργαραίων ειλικρίνεια - πρέπει οπωσδήποτε να τηρούνται. Είναι τέτοιες λυκοφιλίες και λυκοσυμφωνίες - για τους νόμους του μεταξύ τους ανταγωνισμού λόγου χάρη- που επιτρέπουν στους πάσης φύσεως εξουσιαστές, κεφαλαιούχους και επενδυτές, είτε για φυσικά πρόσωπα πρόκειται είτε για συλλογικά υποκείμενα, πόσο μάλλον για τα κυρίαρχα κράτη, να μοιράζονται κι ευθύς αμέσως να λυμαίνονται τις γειτονιές των πόλεων, τις πιάτσες της πορνείας και των ναρκωτικών, τις διεθνείς και τις εσωτερικές αγορές, το εμπόριο, τις παραγωγικές επενδύσεις, τον αέρα ή μάλλον το οξυγόνο από τις φούσκες του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, τις σφαίρες επιρροής και γενικά τους πλουτοπαραγωγικούς πόρους της γης. Οι εξουσιαστές σέβονται τις λυκοσυμφωνίες που συνάπτουν, τουλάχιστον ως τον βαθμό που επιτρέπει η πλεονεξία τους σε συνδυασμό με τον φόβο των αντιποίνων και κυρίως αυτόν των συνεπειών μιας ανοιχτής και ανεξέλεγκτης σύρραξης. Αυτό σημαίνει ότι η ψυχροπολεμική ισορροπία του τρόμου είναι μία πολύ παλιά ιστορία. Όσο σέβονται τις συμφωνίες τους, διασφαλίζουν και την τήρησή τους. Αυτό τους επιτρέπει να πουλούν προστασία και έτσι να διασφαλίζουν τη νομιμότητα στις περιοχές, στους τομείς και στις δραστηριότητες που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία τους. Είναι όπως στις γειτονιές που κατοικούν οι οικογένειες των μαφιόζων, όπου καθώς λέγεται επικρατεί υποδειγματική τάξη από την οποία επωφελούνται και οι νομοταγείς πολίτες που τυχαίνει να διαμένουν σ’ αυτές.


Από την άλλη πλευρά οι υποπρονομιούχοι, οι υποτελείς και οι υπήκοοι οι οποίοι εντωμεταξύ ταλαντεύονται επικίνδυνα ανάμεσα στα μεσαία και στα κατώτατα επίπεδα της βιοπάλης, ενέχονται για το ότι γνωρίζουν ή έστω διαισθάνονται ότι το μοναδικό πράγμα που επιτρέπει στους προνομιούχους και τους εξουσιαστές να διαπράττουν τα νόμιμα και τα παράνομα κακουργήματά τους και φυσικά να ιδιοποιούνται την υπεραξία μιας ολόκληρης ανθρωπότητας αλλά και του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά, είναι η δική τους ανοχή και προπαντός η υπακοή που όπως είναι επόμενο τους καθιστά συμμέτοχους, συνενόχους άρα και άξιους της μοίρας τους.


Πράγματι η γενική ανυπακοή και η καθολική εξέγερση μπορούν να σαρώσουν ακόμα και τους πιο ισχυρούς κατασταλτικούς μηχανισμούς. Προϋποθέτουν όμως την αυτοθυσία. Πρέπει να είναι έτοιμος κανείς να θυσιάσει όχι μόνο τα όποια υπάρχοντα διαθέτει αλλά και τη ζωή του την ίδια. Γι' αυτό και την αρχική ένταση αυτών των αποφάσεων την υποσκάπτει σιγά σιγά ο φόβος. Ο φόβος που εκβιάζει την υπηκοότητα για τον οποίο ενέχονται έναντι του εαυτού τους και ο οποίος αντίθετα από το ρητό τού Ρήγα υπαγορεύει: Καλύτερα σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή, παρά μίας και μόνο ώρας ελεύθερη ζωή.


Ίσως γιατί το δέρμα της ανθρώπινης ψυχής είναι διπλής όψεως. Η μία όψη λεοντή ή άλλη προβιά. Οπότε ποια όψη βγαίνει κάθε φορά στην επιφάνεια εξαρτάται από τις περιστάσεις. Στο τέλος και ως επί το πλείστον οι διαμαρτυρίες κοπάζουν, οι εξεγέρσεις καταστέλλονται και οι αγωνιστές, που εξάλλου αραιώνουν ολοένα, σκύβουν το κεφάλι. Πολύ περισσότερο που τα μοναδικά μέσα νόμιμης άμυνας που διαθέτουν, αν τα διαθέτουν κι αυτά: η απεργία και το δικαίωμα της ψήφου, έχουν καταντήσει κάτι σαν τη σφεντόνα με την οποία ο Δαυίδ αντιμετώπισε τον Γολιάθ. Η διαφορά εδώ είναι ότι ο θεός ευλογεί μόνο τα hitech όπλα του τελευταίου.


Εξάλλου η ως άνω συνενοχή δουλεύει σε πολλά επίπεδα. Δεν βρίσκονται όλοι οι υποπρονομιούχοι στην ίδια κατάσταση. Στη μια άκρη είναι οι λιγοστοί ευλογημένος που βρίσκονται στην κορυφή της αλυσίδας και στην άλλη η πληθώρα των κολασμένων που συνωστίζονται στον πάτο της. Υπάρχουν όμως και οι ενδιάμεσες βαθμίδες που στελεχώνονται από ανθρώπους για τους οποίους ισχύουν τα εξής: καθένας από αυτούς είναι υποπρονομιούχος ως προς αυτούς που βρίσκονται από πάνω του αλλά και προνομιούχος ως προς αυτούς που βρίσκονται από κάτω του. Η σύγχυση αυτή δημιουργεί τραγελαφικές καταστάσεις, εφόσον όλοι ετούτοι μιλώντας περί δικαιοσύνης εννοούν την απόκτηση εκείνων που τους στερούν οι ανώτεροι, όχι όμως κι εκείνα που οι ίδιοι στερούν από τους κατώτερους. Γι’ αυτό άλλωστε και αποκρούουν μετά βδελυγμίας τη δίκαιη μοιρασιά όλων των αγαθών σε όλους, καταγγέλλοντάς την ως κοινωνικοποίηση της αθλιότητας. Της αθλιότητας που βαρύνει τους πάντες -αυτούς όμως λιγότερο από όσο κάποιους άλλους- και για την οποία αθλιότητα εν τούτοις ενδέχεται να διαμαρτύρονται ίσως και εντονότερα από όλους. Κι έπειτα ακόμα και οι έσχατοι του πάτου διατηρούν μια ουτιδανή σφαίρα επιρροής, έστω κι αν αυτή περιορίζεται στις γυναίκες τους και τα παιδιά τους, όπου και ενεργούν ως επί το πλείστον ως κυρίαρχοι.


Σε τελευταία ανάλυση οι διχασμένοι αυτοί άνθρωποι διαισθάνονται έως και γνωρίζουν άριστα ότι, στο κάτω της γραφής οι κανονικοί προνομιούχοι δεν κάνουν δα τίποτα παραπάνω από αυτά που θα έκαναν και οι ίδιοι, αν βρίσκονταν στη θέση τους. Το θλιβερό εδώ μάλιστα είναι ότι όσοι από αυτούς τυχαίνει να αποκτήσουν προνόμια, κάνουν όχι μόνο τα ίδια αλλά και πολύ περισσότερα. Γίνονται οι χειρότεροι προνομιούχοι, όπως και οι νεόπλουτοι γίνονται οι χειρότεροι πλούσιοι. Το ίδιο ισχύει και για τις ιδεολογίες εκείνες που ευαγγελίστηκαν την απελευθέρωση του ανθρώπου, αλλά όταν ανέλαβαν την εξουσία κατέστρεψαν τις ελπίδες της ανθρωπότητας για όλα εκείνα που μέχρι πρότινος διατυμπάνιζαν: την ελευθερία, τη δικαιοσύνη, την ισότητα, την αδελφοσύνη.


Η ανοχή, λοιπόν, των προνομιούχων και η ενοχή των υποπρονομιούχων είναι οι δύο όροι της κοινωνικής κατάστασης. Είναι προφανές νομίζω ότι όσο πιο μεγάλες τιμές έχουν οι δύο αυτοί όροι τόσο πιο ειρηνική έως και ειδυλλιακή είναι η κοινωνική κατάσταση. Εντούτοις λόγω του ανηλεούς ανταγωνισμού η ανοχή των προνομιούχων δεν μπορεί να ισορροπεί παρά μόνο στα κατώτερα επίπεδα της κλίμακας, λίγο πριν την ανοιχτή σύρραξη. Αντίθετα η ενοχή των υποπρονομιούχων πρέπει βέβαια να έχει όσο το δυνατό υψηλότερες τιμές. Μάλιστα η μέγιστη ενοχή που ονειρεύονται όλοι οι κυρίαρχοι είναι να δεχτούν οι υποτελείς ότι τα πράγματα είχαν, έχουν και θα έχουν έτσι κι όχι αλλιώς. Είναι η μοίρα. Και η αποδοχή μιας τέτοιας μοίρας μετατρέπει αυτομάτως την υπηκοότητα, που πρέπει να εκβιάζεται αδιάλειπτα, σε εκούσια υποταγή.


Ωστόσο το κρίσιμο με την ενοχή είναι ότι ακόμα και η παραμικρή αποενοχοποίηση συνοδεύεται από διεκδικήσεις και από κρούσματα ανυπακοής, που μπορεί να φτάσουν ακόμα και μέχρι την καθολική εξέγερση. Όπως και να ’χει αυτό που διασφαλίζει προσωρινά την πάντα εύθραυστη νομιμότητα, είναι ο κατά τον Αισχύλο «επιστάτης των φρένων», ο φόβος. Ο φόβος της τυραννίας, του χάους, του εμφυλίου πολέμου, της λιμοκτονίας. Και πράγματι όσο οι κανόνες τηρούνται, τα πράγματα πηγαίνουν καλύτερα ή έστω καλά ή, τουλάχιστον, όχι και πάρα πολύ χειρότερα. Επιπλέον ενόσω τα πράγματα τελούν υπό την εποπτεία τού ως άνω επιστάτη, το πλαίσιο εκείνο των συλλογικών δραστηριοτήτων που ονομάζουμε καθημερινότητα αποκτά σταθερές τιμές και μπαίνει σε ρουτίνα, πράγμα που μας επιτρέπει, όντας προβλέψιμοι και οι ίδιοι, να πιθανολογούμε με αξιοσημείωτη ακρίβεια τη συμπεριφορά των άλλων κι έτσι να ρυθμίζουμε τις ενέργειες και τα σχέδιά μας, σταθμίζοντας τις ευχάριστες ή δυσάρεστες επιπτώσεις που θα μπορούσε αυτή να έχει επάνω μας.


Είναι οι ευλογημένες εποχές της κοινωνικής και της διακρατικής ειρήνης, όπου βρίσκουμε επιτέλους την ευκαιρία να ζήσουμε τις ζωές μας, ίσως και να τις οδηγήσουμε προς επιθυμητούς προορισμούς, ίσως ακόμα και να απολαύσουμε την πλήξη μας ή και να δυστυχήσουμε εξαιτίας της, διυλίζοντας τα ψυχολογικά μας προβλήματα, εμβαθύνοντας στα αναπάντητα υπαρξιακά ερωτήματα και καλλιεργώντας τα αγαπημένα μας hobbies. Καμιά φορά μάλιστα οι εποχές αυτές είναι τόσο παρατεταμένες και τόσο ανέφελες, ώστε παραβλέποντας τους αιματηρούς πολέμους που διεξάγονται κάπου αλλού αλλά και τους ειρηνικούς πολέμους που διεξάγονται παντού, φτάνουμε στο σημείο να πιστέψουμε ότι η χλιδή -ή μήπως η εμπλοκή;- της ιστορίας ετούτη: η ειρήνη, αποτελεί τη φυσική μας κατάσταση και ότι η κατάσταση αυτή δεν πρόκειται να απειληθεί ποτέ από τίποτα· οι ειρηνικές εποχές όπου ξαποσταίνουν και αναλαμβάνουν δυνάμεις τα εγκληματικά στοι­χεία της φύσης μας, ώσπου ξυπνώντας να περιέλθουν και πάλι σε πλήρη εγρήγορση και να τραβήξουν ξανά προς τη δόξα.

  

 Ε. Η ανθρώπινη φύση

 

Το να μιλάμε για την ανθρώπινη φύση γενικά και αόριστα δεν λέει τίποτα. Επείγει γι’ αυτό μια σύντομη ματιά στην προφανέστερη ίσως εκδήλωση της φύσεως αυτής, στο ομηρικό «αμύνεσθαι περί πάτρης», που ήδη από την αυγή της έντεχνης εκφοράς του λόγου αποτελούσε «.αριστο οιωνό». Πραγματικά όπως ο κάθε άνθρωπος έτσι και όλα τα συλλογικά υποκείμενα -φυλές, λαοί, πόλεις, κράτη, αυτοκρατορίες- επιδιώκουν τη συνοχή, την ασφάλεια και την ευημερία τους στο χώρο και το χρόνο. Μόνο που οι πανανθρώπινες αυτές επιδιώξεις αποκτούν ευθύς αμέσως συγκεκαλυμμένο έως και απροκάλυπτο αμυντικοεπιθετικό χαρακτήρα, για το λόγο ότι συνυπάρχοντας συγκροτούν μοιραία το ανταγωνιστικό περιβάλλον στο οποίο εκδηλώνονται και σε βάρος του οποίου και μόνο μπορούν να ικανοποιηθούν.


Περιούσιος λαός χωρίς γη της επαγγελίας ή έστω κάποιον ζωτικό χώρο είναι μια αστεία ιστορία. Το ίδιο και περιούσιος άνθρωπος χωρίς περιουσία ή έστω σεβαστές τραπεζικές καταθέσεις. Μόνο που όλες οι γαίες κατοικούνται ήδη, όντας ζωτικές για άλλους περιούσιους λαούς, όπως και τα χρήματα που χρειαζόμαστε βρίσκονται ήδη μέσα στις τσέπες ή μέσα στις προσδοκίες των άλλων. Γι’ αυτό και ο ανταγωνισμός είναι καθολικός. Και σε έναν τέτοιο ανταγωνισμό απειλούνται τα πάντα. Το βιοτικό μας επίπεδο, η καλύτερη ζωή που προσδοκούμε, η ασφάλεια, η αξιοπρέπεια, το μέλλον των οικογενειών μας, η ανεξαρτησία της πολιτείας, ακόμα και η ελευθερία ή και η ζωή μας η ίδια.


Γιατί είναι μεν γεγονός ότι ο καταμερισμός της εργασίας και η αδιάκοπη εξειδίκευση καθιστούν όλο και πιο επιτακτική τη συνεργασία, από την οποία και εξαρτώνται σε ανυπολόγιστο βαθμό -όπως γινόταν πάντα- όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες. Αλλά είναι γεγονός επίσης ότι η συνεργασία καταρρέει σε δύο εξαιρετικά κρίσιμες - καυτές στην κυριολεξία - περιπτώσεις: στο ποιοι από τους συνεργάτες θα επιφορτιστούν και μάλιστα εφ’ όρου ζωής, με ποιες εργασίες και στο πώς με πόσα και με ποια αγαθά θα αμειφθούν στο τέλος της κάθε περιόδου. Γιατί οι συνεργάτες ετούτοι ενεργώντας τόσο ομαδικά -όλοι εναντίον όλων των άλλων- όσο και ατομικά - ο καθένας εναντίον όλων ακόμα και εναντίον των ομοίων του - διεκδικούν με ακατάβλητη επιμονή, κάποια στιγμή μάλιστα ορισμένοι από αυτούς αποκτούν κιόλας, όλο και πιο καλές δουλειές και όλο και πιο μεγάλα μερίδια, υποστηρίζοντας ότι η συμβολή τους στην παραγωγή ήταν πιο μεγάλη, πιο ποιοτική, πιο αποφασιστική ή πιο δημιουργική. Ώσπου στο τέλος αν δούμε, ως είθισται, όλα τα παραπάνω σαν μία πίτα, κάποιοι από τους συνεργάτες παίρνουν μεγαλύτερα και καλύτερα κομμάτια από την πίτα αυτή και κάποιοι άλλοι, οι περισσότεροι, χειρότερα και μικρότερα. Οπότε και συγκροτούνται οι σχετικές τροφικές αλυσίδες, στις οποίες οφείλονται όλα σχεδόν τα ανθρωπογενή δεινά που μαστίζουν τις κοινωνίες και όπου όσο τις ανεβαίνεις, τόσο και πιο λίγοι άνθρωποι παίρνουν όλο και πιο πολλά και όσο τις κατεβαίνεις, όλο και πιο πολλοί παίρνουν όλο και πιο λίγα έως ελάχιστα ή ακόμα απολύτως τίποτα.


Δεν έχει καμία σημασία εν προκειμένω, αν η κατάληξη αυτή είναι δίκαιη ή άδικη ούτε αν είναι νόμιμη ή παράνομη. Το αδιαφιλονίκητο είναι ότι στο βαθμό που κερδίζει κανείς από τη συνεργασία κάτι παραπάνω σε σχέση με τους άλλους συνεργάτες, στον ίδιο βαθμό ακριβώς στερεί ετούτο το κάτι από αυτούς. Όπως δεν έχει σημασία και η γνώμη που έχουν οι συνεργάτες για το ποια δουλειά αρμόζει στον καθένα και για το τι αποτελεί κέρδος και τι ζημία. Γιατί είναι γεγονός επίσης ότι οι συνεργάτες προσφέρουν διαφορετικές υπηρεσίες και ανταλλάσσουν ανόμοια πράγματα, για να καλύψουν όχι μόνο βασικές αλλά και ιδιαίτερες ανάγκες καθώς και ποικίλες προσδοκίες. Το κρίσιμο εδώ είναι ότι το κέρδος προκύπτει εκ των πραγμάτων. Σε κάθε περίπτωση κερδισμένος από τις προηγούμενες συνεργασίες είναι αυτός που μπορεί να υπαγορεύσει κατά το δοκούν τους όρους της επόμενης συνεργασίας προπαντός κι αμέσως μετά και των μεθεπόμενων, έτσι ώστε κερδίζοντας αυτά που επιθυμεί να κερδίζει από κάθε συνεργασία, να ενισχύει αδιάκοπα έως και να διαιωνίζει την πλεονεκτική του θέση. Το πλεονέκτημα ή το προνόμιο αυτό έχει αμιγή πολιτικό χαρακτήρα. Για την ακρίβεια, πρόκειται για την ουσία του πολιτικού. Είναι η πολιτική υπεραξία που συσσωρεύεται, κεφαλαιοποιείται και επανεπενδύεται αδιάκοπα ως κυριαρχία και εξουσία. Γι’ αυτό όλα τα ζητήματα που σχετίζονται με τους όρους, τους τρόπους της συνεργασίας και προπαντός με την κατανομή των αρμοδιοτήτων και τη διανομή των αγαθών τόσο στο εσωτερικό των κρατών όσο και σε διακρατικό επίπεδο, ανήκουν στη σφαίρα της πολιτικής και μόνο. Γι’ αυτό το να υπαγορεύει κανείς κατά το δοκούν τα της συνεργασίας και τα της διανομής είναι μια πολιτική απόφαση και ενέργεια, όποιοι κι αν είναι οι λόγοι που επικαλείται για να νομιμοποιήσει το προνόμιό του αυτό και όποια κι αν είναι τα μέσα και τα όπλα που του επιτρέπουν να κάνει κάτι τέτοιο και που αναγκάζουν τους άλλους συνεργάτες να το δεχτούν.


Από την άποψη αυτή οι άλλες μορφές του κεφαλαίου, δηλαδή το υπό τη στενή έννοια κεφάλαιο της οικονομίας, η ένοπλη ισχύς των μονάδων του τακτικού στρατού ή των ατάκτων, οι αλήθειες των θρησκειών και των ιδεολογιών, τα προγράμματα των πολιτικών κομμάτων και γενικά κάθε μορφή ισχύος που κεφαλαιοποιείται και που επανεπενδύεται αποκτούν την όποια σπουδαιότητά τους στον βαθμό που μετέχουν στη σύνθεση τού ως άνω πολι­τικού κεφαλαίου. Γιατί το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας είναι πραγματικό και γι’ αυτό ανεξάρτητο από τις έννομες ρυθμίσεις και τις διατάξεις των καταστατικών χαρτών και των συνταγμάτων. Την πολιτική εξουσία την ασκούν πράγματι μόνο όσοι έχουν τη δύναμη να λαμβάνουν και κυρίως να επιβάλλουν αποφάσεις δεσμευτικές για όλους.


«Αμύνεσθαι περί πάτρης», λοιπόν. Κι όχι μόνο περί πάτρης αλλά και -ανάλογα με τον πολιτισμό, την ιστορία, την κοινωνία και τις περιστάσεις-περί αυτοκρατορίας, περί έθνους, περί λαού, περί φυλής, περί θρησκείας, περί ιδεολογίας, περί κόμματος, περί φατρίας, περί οικογενείας ή ακόμα και περί ατομικής επιχειρήσεως ή ανωνύμου εταιρείας.


Φυσικά επιδιδόμαστε σε διάφορες δραστηριότητες και σε ιδιαίτερες ασχολίες, έχοντας ως εκ τούτου και ποικίλα συμφέροντα. Ωστόσο όλα τα ατομικά συμφέροντα συγκλίνουν, συμποσούνται και πρέπει να υποτάσσονται στο συμφέρον της συλλογικότητας εκείνης, στην οποία μετέχουμε και στην οποία έχουμε διαμορφωθεί, έτσι ώστε να είμαστε αυτό που συμβαίνει να είμαστε. Είναι το ύψιστο συμφέρον. Χωρίς την πατρίδα, χωρίς την πόλη, χωρίς το έθνος ή χωρίς το κράτος όλες οι αξίες, όλα τα κεκτημένα, όλα τα δικαιώματα και όλα τα συμφέροντα ακυρώνονται. Σε τούτο συμφωνούν ασυζητητί τόσο ο Όμηρος, ο Ηρόδοτος και ο Θουκυδίδης όσο και ο Περικλής, ο Κλέων και ο Διόδοτος. Και πρόκειται για τη σωτηρία ή για την απώλεια.


Πουθενά αλλού δεν φαίνεται πιο καθαρά από όσο στην αρχαία ελληνική ιστορία, ότι το αμύνεσθαι (καθώς και το επιτίθεσθαι) των πόλεων ήταν ζήτημα ελευθερίας ή δουλείας ή ακόμα και ζωής ή θανάτου. Έτσι εξηγείται το ότι τις αποφάσεις για την κήρυξη των αμέτρητων πολέμων, που διεξήγαγαν όλες μαζί οι αρχαίες ελληνικές πόλεις, τις είχαν πάρει ως επί το πλείστον οι ίδιοι ακριβώς άνθρωποι, που την επόμενη μέρα το πρωί θα είχαν ή να βγουν για βόλτα στην αγορά και τα γυμναστήρια ή να φορέσουν τις πανοπλίες τους και να ξεκινήσουν για το μέτωπο. Έτσι όμως το αμύνεσθαι κατατείνει προς τη διεκδίκηση της ηγεμονίας, έστω και μόνο για τον απλό λόγο ότι από όλες τις μορφές σωτηρίας η ηγεμονία είναι η πλέον συμφέρουσα, δηλαδή η αποδοτικότερη, η ασφαλέστερη και η διαρκέστερη.


Αν και, όπως είδαμε, ο Ηρόδοτος αποστάζοντας την πολιτική σοφία του αρχαϊκού ελληνικού κόσμου, προειδοποιεί ότι καθετί που υπερβαίνει το μέτρο - και η διεκδίκηση της ηγεμονίας το κάνει με το παραπάνω - προκαλεί τη «νέμεσιν» των θεών κι έτσι τη βέβαιη καταστροφή του. Τη νέμεση των θεών ή, όπως θα λέγαμε σήμερα, την αμυντικοεπιθετική συσπείρωση των άλλων διεκδικητών, οι οποίοι και ομονοούν προσωρινά, μέχρι να εξουδετερώσουν τον κοινό εχθρό που τους απειλεί όλους. Ούτως εχόντων των πραγμάτων οι ελληνικές πόλεις εγκυμονούσαν από την ίδρυσή τους ακόμα τον Πελοποννησιακό πόλεμο και την παθολογία του.


Μπροστά στη σωτηρία της πόλεως, ιδίως στις εξαιρετικά κρίσιμες στιγμές, όταν όλα εξαρτώνται από τη μία ή την άλλη απόφαση, δεν μπορεί να αντιπαρατεθεί καμία άλλη αξία και δεν συγχωρείται κανένας ενδοιασμός. Ο καθένας οφείλει να κάνει όχι μόνο αυτό που πρέπει ούτε μόνο τα πάντα αλλά και κάτι παραπάνω. Και είναι οι αλλεπάλληλες και αναπόφευκτες αυτές υπερβολές, που εκδηλώνονται τελικά ως παθολογία και που καταδεικνύουν την εγγενή εγκληματικότητα του πανανθρώπινου και ευγενικού εκ πρώτης όψεως -και καθαγιασμένου εξάλλου- «αμύνεσθαι περί πάτρης».


Ώστε ως μέγας υποκινητής η ανθρώπινη φύση προδιαγράφει όχι μόνο το φάσμα της ανθρώπινης συμπεριφοράς, αλλά και τους κύριους άξονές της, οι οποίοι και οργανώνονται γύρω από την υπεράσπιση του ατομικού και του συλλογικού ζωτικού συμφέροντος και εντέλει από την διεκδίκηση της κυριαρχίας. Εδώ βέβαια εστιάζουμε στην πολιτική συμπεριφορά και μάλιστα σε εκείνες τις ενέργειες, τις πράξεις και τις παραλείψεις που επηρεάζουν τη ροή των γεγονότων ή και που προκαλούν γεγονότα. Εκείνα τα γεγονότα προπαντός με τα οποία καταπιάνεται κατά κανόνα η ιστορική έρευνα.


Ως προς την ίδια τη ροή των γεγονότων, την ιστορία καθεαυτήν, τις ακολουθίες των συμβάντων, τη συνεχή (ανα)διαμόρφωση των πολυεπίπεδων σχέσεων και τη δυναμική των διαπλεκόμενων καταστάσεων, η γενική εικόνα που προκύπτει από την ανάγνωση του Θουκυδίδη είναι, καθώς νομίζω, η εξής: Η Ιστορία είναι ένα θέατρο, στις δήθεν πρεμιέρες του οποίου ανεβαίνει πάντοτε το ίδιο έργο «τοιούτο και παραπλήσιο έσεσθαι». Ένα και μοναδικό έργο που όμως δίνει την εντύπωση εναλλασσόμενου ρεπερτορίου, χάρη στην ελευθεριότητα με την οποία παρεμβαίνουν οι σκηνοθέτες, χάρη στην αυτοσχεδιαζόμενη φλυαρία των πρωταγωνιστών και των κομπάρσων και κυρίως χάρη στην ανεξάντλητη ποικιλία των σκηνικών, των κουστουμιών, των τεχνασμάτων, των τεχνικών, των μεθόδων, των εργαλείων, των συσκευών, των υλικών και γενικά των μέσων, ήτοι των από μηχανής θεών. Γιατί οι από μηχανής θεοί που επιστρατεύονται κάθε φορά, είναι καθώς φαίνεται τα μόνα πράγματα που εξελίσσονται σε τούτη την ιστορία, ίσως γιατί εξαντλείται σ’ αυτούς η δημιουργικότητα και η ανθρώπινη ελευθερία. Και ακόμα, το έργο αυτό είναι δίπρακτο. Η μία πράξη του είναι ο πόλεμος και η άλλη η ειρήνη. Στον πόλεμο εκδηλώνεται η παθολογία της ανθρώπινης φύσεως και στην ειρήνη η φυσιολογία της. Αν και οι λέξεις πόλεμος, ειρήνη, παθολογία και φυσιολογία δεν δηλώνουν τίποτα παραπάνω από τα άκρα μεταξύ των οποίων ταλαντώνεται, ωσάν εκκρεμές, η ανθρώπινη φύση.


Το κύριο εδώ είναι ότι τα ανυποχώρητα αιτήματα της σωτηρίας, του συμφέροντος και εντέλει της κυριαρχίας όντας απόλυτα, επομένως και ακόρεστα, δεν μπορούν να χωρέσουν σε κανένα έννομο πλαίσιο. Για την ακρίβεια χωρούν σε κάθε έννομο πλαίσιο, μονάχα όμως μέχρι τον βαθμό που ικανοποιούνται. Γι’ αυτό ακόμα και στις ειρηνικές περιόδους ο πόλεμος εξακολουθεί να μαίνεται, αναίμακτος μεν πλην όμως εξίσου ανελέητος, σε όλα τα άλλα μέτωπα και προπαντός στην πολιτική, την οικονομία, τη Θρησκεία και τον πολιτισμό, που είναι τα κύρια μέτωπα της ισχύος, επομένως και της εξουσίας.


Άρα η υπεράσπιση του ζωτικού συμφέροντος, όπως κι αν το εννοεί κανείς, ο σχετικός ανταγωνισμός και εντέλει η διεκδίκηση της κυριαρχίας είναι σε κάθε περίπτωση ατόφιες πολεμικές ενέργειες, σε όποιο πεδίο κι αν διεξάγονται, όποια κι αν είναι τα όπλα που χρησιμοποιούνται - όπλα αγχέμαχα ή τηλεβόλα, χρήμα, έλλογα επιχειρήματα, ιδέες - όποιο κι αν είναι το είδος της κυριαρχίας που επιδιώκεται - στρατιωτική, οικονομική, επιστημονική, θρησκευτική, ιδεολογική, πολιτιστική- και όποιο κι αν είναι το κεφάλαιο, που θέλουν να συσσωρεύσουν και να επανεπενδύσουν οι εν ενεργεία και οι επίδοξοι κεφαλαιούχοι. Με αυτόν τον τρόπο οι σχετικά ηπιότεροι έννομοι ανταγωνισμοί θερμαίνονται σιγά σιγά καθώς οι μετέχοντες οφείλουν να υπερβάλλουν συνέχεια. Να κάνουν δηλαδή κάτι παραπάνω από τους άλλους, για να κερδίσουν ή έστω για να παρατείνουν ζωντανοί στο παιχνίδι. Ώσπου αναπτύσσεται μια τόσο μεγάλη θερμοκρασία που δεν μπορεί να καταψυχθεί, παρά μόνο ύστερα από μία ανοιχτή σύρραξη. Οπότε ο νικητής που προκύπτει, υπαγορεύει τους όρους της καινούριας ειρήνης που επιβάλλει υπό τη σκέπη των όπλων του. Έτσι όμως η κάθε ειρηνική περίοδος κυοφορεί τον επόμενο μεσοειρηνικό πόλεμο και ο κάθε πόλεμος γεννά την επόμενη μεσοπολεμική ειρηνική περίοδο. Πόσο μάλλον όταν οι πάντες ή έστω οι περισσότεροι θεωρούν αυτονόητο, ότι ο καλύτερος τρόπος για να διαφυλάττεις την ειρήνη είναι να προετοιμάζεσαι για τον πόλεμο.


Γεγονός είναι βέβαια πως αντίθετα από αυτό που συμβαίνει στις ειρηνικές περιόδους, στις ένοπλες συρράξεις χύνεται αίμα και χάνονται ζωές και δη στα πλαίσια μιας γενικευμένης και συστηματικής ανθρωποσφαγής. Πότε σκοτώνεται όμως ένας άνθρωπος; Μόνο όταν χύνεται το αίμα από το σώμα του ή κι όταν χύνεται το α/μα της ψυχής και του πνεύματός του; Και ποια είναι η απόχρωση του αίματος στις αιμορραγίες του φόβου, της απόγνωσης, της απελπισίας, του εξευτελισμού, της λιμοκτονίας; Οι έννομοι πόλεμοι που διεξάγονται στις ειρηνικές περιόδους και που προκαλούν τέτοιου είδους αιμορραγίες δεν είναι γενικευμένοι και δεν έχουν συστηματικό χαρακτήρα; Κι έπειτα τι σημασία έχει αν ένας πόλεμος είναι αμιγής ή εμφύλιος; Στην ουσία όλες οι συρράξεις του πολέμου και της ειρήνης είναι εμφύλιες, γιατί σ’ όλες σκοτώνονται άνθρωποι, όποια κι αν είναι τα όπλα που χρησιμοποιούνται και όποιο κι αν είναι το χρώμα του αίματος που χύνεται.


Καίριο επίσης, είναι και το ζήτημα της έλλογης σκέψης, που διακρίνει τους ανθρώπους επομένως και την ανθρώπινη φύση. Γιατί οι αναλυτικές και οι συνθετικές ικανότητες της σκέψης δίνουν τεράστιες έως και απροσμέτρητες διαστάσεις στην ενστικτώδη μέριμνα. Ώσπου φτάνουμε ακόμα και στο σημείο να ενεργούμε υπό το πρίσμα της πλησμονής και της αιωνιότητας. Κάτω από ένα τέτοιο πρίσμα όμως καμία κατάσταση δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκής ή έστω ασφαλής. Ό,τι κι αν έχουμε κάνει για να διασφαλίσουμε το παρόν και το μέλλον και όσα κι αν είναι τα υπάρχοντα που έχουμε αποκτήσει, αυτά που παραλείψαμε να κάνουμε και αυτά που στερούμαστε είναι πάντοτε περισσότερα και σπουδαιότερα. Ώστε η φτώχεια, όντας συνθήκη καθεστωτική, αποκλείει τη χλιδή, που όμως δεν είναι και απαγορευμένη. Αρκεί να θεωρήσει κανείς ότι τα ελάχιστα που τυχαίνει να απολαμβάνει, έστω και μόνο ότι συνεχίζει να αναπνέει, είναι υπεραρκετά· πράγμα όμως για το οποίο χρειάζεται μια ολόκληρη προσωπική επανάσταση. Ζώντας λοιπόν σταθερά στη στέρηση και την ανασφάλεια, πρέπει να υπερβάλλουμε συνέχεια. Και είναι η υπερβολή και κατά την επιδίωξη της καλύτερης ζωής που ονειρευόμαστε, και κατά την υπεράσπιση των ζωτικών μας συμφερόντων και κατά τη διεκδίκηση της κυριαρχίας, που εκδηλώνεται τόσο στην ειρήνη όσο και στον πόλεμο ως εγκληματικότητα. Μια εγκληματικότητα μάλιστα που προσιδιάζει στην ανθρώπινη φύση, αφού θα ήταν ανοησία να μιλήσουμε για εγκληματικότητα προκειμένου για τα λιοντάρια ή για οποιοδήποτε άλλο άγριο ζώο.


Οι άνθρωποι είναι τα μόνα ζώα που ευθύνονται για τις πράξεις τους. Γιατί αν η έλλογη σκέψη είναι υπεύθυνη για το καθετί υπέρμετρο, για το ότι το φαντάζεται, το ονομάζει το σκέπτεται, το σχεδιάζει, το οργανώνει και το εκτελεί, είναι αρμόδια και για να το χαρακτηρίσει: να το επιδοκιμάσει ή να το αποδοκιμάσει. Αυτός είναι ο λόγος που μπορούμε τη μια στιγμή να γινόμαστε πολύ πιο άγριοι ακόμα και από τα άγρια ζώα και την άλλη να νιώθουμε για τις πράξεις μας οργή, θλίψη και αηδία.


Τέλος προκύπτει το ερώτημα: μήπως ο όρος ανθρώπινη φύση δηλώνει κάποια μυστηριώδη ερμηνευτική έννοια-κλισέ, ένα είδος από μηχανής θεού, στον οποίο καταφεύγουμε από αμηχανία, μην μπορώντας να παρακάμψουμε διαφορετικά την πολυπλοκότητα και εντέλει την αδιαφάνεια των δεδομένων μας; Γιατί και η έρευνα είναι ένα θέατρο: το θέατρο του λόγου και της σκέψης, στο οποίο ουσιαστικά το μόνο έργο που παιζόταν ανέκαθεν ήταν η αναζήτηση κάποιας γενεσιουργού όσο και κινητηρίου αιτίας. Μάλιστα οι αναζητήσεις αυτές δεν αργούν καθόλου να βρουν την αιτία που ψάχνουν, ξεχνώντας όμως ότι ήταν οι ίδιες που την είχαν φυτέψει εδώ ή εκεί. Ήδη είναι καταφανής η παρουσία ενός «ακινήτου πρώτου κινούντος», εφόσον η ανθρώπινη φύση, ούσα η ίδια αμετακίνητη, υποκινεί πάντα τα ανθρώπινα. Ωστόσο πριν χρονοτριβήσει κανείς με το ενδιαφέρον αυτό ερώτημα, θα ήταν πολιτικά ορθότερο να αναλογιστεί πόσα και ποια, πράγματα έχουν αλλάξει από την εποχή του Θουκυδίδη -και από τις παλιότερες εποχές- μέχρι σήμερα και πόσα και ποια δεν έχουν αλλάξει διόλου.

  

Στ. «Αθηναίοι»

 

Νύχτα έφερε η «Πάραλος» την είδηση της συμφοράς στην Αθήνα, και θρήνος σύρθηκε από τον Πειραιά στα Μακρά Τείχη και στην πόλη καθώς το μήνυμα περνούσε από στόμα σε στόμα, έτσι που κανένας δεν κοιμήθηκε εκείνη τη νύχτα - δεν έκλαιγαν μονάχα τους νεκρούς τους αλλά πιο πολύ τη δική τους μοίρα, πιστεύοντας ότι θα πάθαιναν τα ίδια που είχαν κάνει κι αυτοί στους Μηλίους (τους αποίκους των Λακεδαιμονίων που είχαν νικήσει κι υποτάξει), στους Ιστιαιείς, στους Σκιωναίους, στους Τορωναίους, στους Αιγινήτες και σε πολλούς άλλους Έλληνες.[8]

 

 Έρχονται καμιά φορά έτσι τα πράγματα, ώστε το πέρασμα από τη μια κοσμοκράτειρα δύναμη στην άλλη γίνεται διαμιάς και χωρίς κανέναν άλλο λόγο εκτός από την καθαρή τύχη ή από τη φαεινή ιδέα για κάποιον καθοριστικό ελιγμό, που θα κατεβεί ή που δεν θα κατεβεί στο κεφάλι του ενός ή του άλλου ηγέτη. Λόγου χάρη, στη νικηφόρο ναυμαχία των Αργινουσών (406 π.Χ.) οι Αθηναίοι κόντεψαν να καταστρέψουν ολόκληρη τη ναυτική δύναμη των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων τους. Παρά τρίχα -και εννοώ τη μεγάλη τρικυμία που τους καθυστέρησε και που επέτρεψε στους νικημένους να διαφύγουν- θα κέρδιζαν αυτοί τον πόλεμο. Αντίθετα έναν χρόνο μετά στη ναυμαχία στους Αιγός ποταμούς (405 π.Χ.) και ένεκα της πανουργίας του Λύσανδρου, ολόκληρος ο αθηναϊκός στόλος κατελήφθη από τον στόλο των Σπαρτιατών. Αυτή ήταν η είδηση που έφερε η Πάραλος στην Αθήνα. Η πόλη που εγκωμίασε ο Περικλής στον Επιτάφιο ήταν πλέον άοπλη και ανυπεράσπιστη. Οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί τους την πολιορκούσαν ήδη από την ξηρά, ενώ ο νικητής Λύσανδρος έσπευδε με τον στόλο για να την αποκλείσει και από τη θάλασσα. Γεγονός που δεν αναιρεί τον εμπειρικό εκείνο κανόνα που λέει ότι η υπεροχή μιας εκ των εμπολέμων χωρών στη θάλασσα καθορίζει και την έκβαση του πολέμου, εφόσον η Σπάρτη, αν και στεριανή δύναμη, νίκησε την Αθήνα όχι στην ξηρά αλλά στη θάλασσα. Η κυριαρχία της αθηναϊκής δημοκρατίας είχε λήξει μόλις εβδομήντα πέντε χρόνια μετά τη θεμελίωσή της στη ναυμαχία της Σαλαμίνος (480π.Χ.) όπου, με τη συντριβή της «μεγάλης αρμάδας» των Περσών, είχε σημειωθεί άλλο ένα τέτοιο κοσμοϊστορικό πέρασμα. Στη συνέχεια μάλιστα οι Αθηναίοι σώθηκαν χάρη στη γενναιοδωρία των Λακεδαιμονίων, οι οποίοι τη στιγμή που οι περισσότεροι από τους συμμάχους τους ζητούσαν την εσχάτη των ποινών, αρνήθηκαν να «εξανδραποδίσουν πόλη ελληνική που είχε τόσες υπηρεσίες προσφέρει τον καιρό του μεγαλύτερου κινδύνου που είχε απειλήσει ποτέ την Ελλάδα».[9] Μια γενναιοδωρία που ούτε οι ίδιοι οι Αθηναίοι την περίμεναν και που άλλωστε δεν την άξιζαν ύστερα από αυτά που είχαν κάνει σε τόσες ελληνικές πόλεις «τον καιρό που μέσα στην άμετρη υπεροψία τους τους αδικούσαν δίχως αφορμή και για τον μόνο λόγο ότι ήταν σύμμαχοι των αντιπάλων τους».[10]


Βέβαια ύστερα από λίγο η δημοκρατία αποκαταστάθηκε και η Αθήνα ανέκαμψε. Μάλιστα κατά τον τέταρτο αιώνα θα είχε και κάποιες αναλαμπές. Επρόκειτο όμως για κεκτημένη ταχύτητα που μειωνόταν ολοένα, γιατί οφειλόταν στην απίστευτη επιτάχυνση του προηγούμενου αιώνα. Αλλά αν ο πέμπτος αιώνας ήταν χρυσός, ο τέταρτος ήταν επίχρυσος. Πάνω απ’ όλα η Αθήνα δεν ήταν πλέον σε θέση να γεννήσει τον δραματουργό, που εστιάζοντας στο δράμα της νικημένης δημοκρατίας θα έγραφε την τραγωδία «Αθηναίοι». Μια τραγωδία ήρωες της οποί ας θα ήταν, λόγου χάρη, ο Θηραμένης, ο Κριτίας και ο Θουκυδίδης, ίσως και ο Ξενοφών, ο Πλάτων κι ο Σωκράτης. Γιατί δεν είναι μόνο ότι οι τραγωδίες των δραματουργών ωχριούν μπροστά στις τραγωδίες της ιστορίας, αλλά και ότι την τραγικότητα των τελευταίων την υπογραμμίζει το γεγονός ότι οι περισσότερες από αυτές μένουν βουβές ή υπόκωφες ένεκα της σιωπής της τέχνης.


Το δυστύχημα εδώ, που απορρέει κι αυτό από την ανθρώπινη φύση, είναι ότι οι θρίαμβοι στα πεδία των μαχών και στα μέτωπα του πνεύματος βαδίζουν, αν και χωρίς να συγχρονίζονται ολότελα, χέρι χέρι, εφόσον οι νικημένοι καταθέτουν κατά κανόνα όχι μόνο τα όπλα του πολέμου αλλά και τα όπλα της μεγάλης τέχνης. Φαίνεται ότι μόνο οι θρίαμβοι -αυτοί που τελούνται ήδη αλλά και οι αναμενόμενοι- τροφοδοτούν τον συλλογικό οίστρο -οι θρίαμβοι καθώς και η γενικευμένη διέγερση που προηγείται των μεγάλων ανατροπών και που τις προετοίμαζε- τον οίστρο που φουντώνει ολοένα και που περιβάλλει ως ατμόσφαιρα τους πάντες, επομένως και τους δραματουργούς στους οποίους και προσφέρει, αυτός και μόνον αυτός, τις κρίσιμες εκείνες ανάσες που κάνουν τη διαφορά. Στις συλλογικές ήττες αντίθετα oι ποιητές όπως και τα πληγωμένα ζώα κρύβονται στα λημέρια του λόγου και της τέχνης όπου μοιρολογούν, γλείφοντας στα μουλωχτά τις πληγές τους μήπως και γειάνουν.


Όπως ο Αθηναίος Αισχύλος έγραψε τους «Πέρσες», έτσι και την τραγωδία «Αθηναίοι» μονάχα κάποιος Σπαρτιάτης τραγικός ποιητής θα μπορούσε να την είχε γράψει. Τούτο δεν συνέβη βέβαια, γιατί οι Σπαρτιάτες είχαν εστιάσει εξολοκλήρου στη στρατιωτική αγωγή, που όμως δεν τους εμπόδισε, αντίθετα τους επέτρεψε, όταν επρόκειτο να αποφασίσουν για τη μοίρα των νικημένων, να ενεργήσουν με γενναιοδωρία. Μια χειρονομία που από αισθητική άποψη ήταν ισάξια της τραγωδίας. Γιατί αν κέρδιζε τον πόλεμο η Αθήνα, πόσο οικτρά θα ήταν η τύχη της Σπάρτης; Αρκεί να φανταστεί κανείς τους δημαγωγούς να οργιάζουν, χειραγωγώντας τους μεθυσμένους από τη νίκη πολίτες -το κλασικό μέτρο είχε χαθεί προ πολλού- για να καταλάβει ποια θα ήταν κατά πάσα πιθανότητα η απόφαση που θα ελάμβανε η Εκκλησία του Δήμου.

  

Ζ. Θουκυδίδης, συνέχεια

 

α) Παλιννόστηση

 

Ο Θουκυδίδης έφυγε το 424 π.Χ. από μία αγέρωχη δημοκρατία. Όταν επέστρεψε όμως το 404 π.Χ., βρέθηκε σε μια ανοχύρωτη πόλη ή μάλλον σ’ έναν οικισμό απελπισμένων ανθρώπων. Φτάνοντας μάλιστα θα πρέπει να αισθάνθηκε ξένος σε ξένη πόλη. Δεν είναι τόσο τα είκοσι χρόνια της απουσίας, που είναι αρκετά για να κάνουν τον καθένα να νιώσει ξένος στον τόπο του, όσο το ότι στις αναρίθμητες μικρές και μεγάλες μάχες και ναυμαχίες όλων αυτών των χρόνων, θα πρέπει να είχαν σκοτωθεί οι περισσότεροι από τους Αθηναίους που γνώριζε. Μονάχα στα λατομεία της Σικελίας άφησε την τελευταία του πνοή ίσως και το ένα τέταρτο των πολιτών. Χώρια οι θάνατοι από φυσικά αίτια, δεδομένου ότι βάδιζε ήδη κι αυτός προς τα εξήντα του χρόνια. Και σαν να μην έφταναν αυτά, βρέθηκε στη δίνη ενός εμφυλίου πολέμου «όμοιου ή παραπλήσιου» με τον εμφύλιο πόλεμο της Κέρκυρας, την παθολογία του οποίου είχε ιστορήσει.


Οι Αθηναίοι σώθηκαν μεν χάρη στη γενναιοδωρία των Σπαρτιατών, οι οποίοι όμως, όπως ήταν επόμενο, επέβαλαν τους όρους της ειρήνης. Ένας απ’ αυτούς ήταν η επιστροφή στην Αθήνα όλων των ολιγαρχικών πολιτών που είχαν εξοριστεί. Ως εκ τούτου η πιο φυσιολογική εξέλιξη θα ήταν η ανασύσταση της ολιγαρχικής βουλής των πεντακισχιλίων. Αντ’ αυτής εξελέγησαν οι τριάκοντα τύραννοι, οι οποίοι υπό την ηγεσία ενός άθλιου υποκειμένου περιωπής, του Κριτία, όχι μόνο δεν έφεραν σε πέρας την εντολή που τους είχε δοθεί και που αφορούσε στη σύνταξη των καινούριων νόμων της πολιτείας, παρά άρχισαν να κυνηγούν και να σκοτώνουν συστηματικά τους δημοκρατικούς πολίτες. Ύστερα από λίγο μάλιστα το μένος τους στράφηκε και εναντίον των μετριοπαθών ολιγαρχικών, εκείνων που διαφωνούσαν με τις εγκληματικές τους μεθόδους. Ένας από αυτούς ήταν και ο μέχρι τότε φίλος του Κριτία και συναρχηγός των τριάκοντα τυράννων Θηραμένης, ο οποίος δέσποζε εκείνα τα χρόνια στην πολιτική και στρατιωτική ζωή της Αθήνας. Η ανατριχιαστική δίκη, η καταδίκη και η φρικώδης εκτέλεση του Θηραμένη (Ξενοφώντος Ελληνικά, Β' III, 16-56) έχουν υποδειγματικό ίσως και αρχετυπικό χαρακτήρα, εφόσον όλες οι πολιτικές δίκες που διεξήχθησαν έκτοτε -λόγου χάρη οι δίκες που οδήγησαν στη λαιμητόμο τους ηγέτες της γαλλικής επανάστασης και οι δίκες της Μόσχας- μοιάζουν να έχουν βγει από καρμπόν. Βέβαια αν και κανείς δεν γνωρίζει πώς αντιμετώπισε τις ζοφερές αυτές εξελίξεις ο Θουκυδίδης, κανένας δεν έχει αμφισβητήσει την μετριοπάθειά του, που εξάλλου είναι και ευδιάκριτη στο έργο του. Πόσο μάλλον όταν τα ολιγαρχικά του φρονήματα δεν τον εμπόδιζαν όχι μόνο να θαυμάζει τον ηγέτη των δημοκρατικών αντιπάλων του, τον Περικλή, αλλά και να επικροτεί το πολιτικό του πρόγραμμα. Ωστόσο το ζήτημα που θα μας απασχολήσει στη συνέχεια είναι το ασήκωτο φορτίο, που φτάνοντας στην Αθήνα μεταφέρει στις αποσκευές του: τα χειρόγραφα μιας ιστορίας, που κατά γενική παραδοχή έμεινε ημιτελής.


Πραγματικά η εξιστόρηση σταματά απότομα στο εικοστό πρώτο έτος του πολέμου (411 π.Χ.) δηλαδή δύο χρόνια μετά την καταστροφή στη Σικελία και ενώ υπολείπονται, μέχρι το 404π.Χ., άλλα επτά χρόνια πολεμικών δραστηριοτήτων που μένουν ανιστόρητα. Εν τούτοις ο Θουκυδίδης φτάνει στην Αθήνα το 404 π.Χ., παραμένει εκεί άγνωστο για πόσο χρονικό διάστημα και στη συνέχεια επιστρέφει στον τόπο της αυτοεξορίας του στα κτήματά του στη Σκαπτή 'Υλη, όπου και πεθαίνει γύρω στο 399 π.Χ. Επομένως μέχρι το θάνατό του και εκτός από τα επτά χρόνια του διαστήματος 411-404 π.Χ., μεσολαβούν κι άλλα πέντε ολόκληρα χρόνια. Στο διάστημα αυτό θα μπορούσε να έχει διεκπεραιώσει το πρόγραμμά του, εφόσον μάλιστα διένυε και την παραγωγικότατη για έναν ιστορικό πέμπτη δεκαετία της ζωής του. Το τέλος του πολέμου εξάλλου συνόψισε εκ των πραγμάτων τα γεγονότα που ανέλαβε να ιστορήσει. Ενώ ο τερματισμός των εχθροπραξιών που καθιστούσε πιο ασφαλή τα ταξίδια, θα έπρεπε να τον είχε διευκολύνει κατά πολύ στο δημοσιογραφικό σκέλος της έρευνάς του[11], τις μετακινήσεις, τις αυτοψίες και τις συνεντεύξεις που έπαιρνε από τους πρωταγωνιστές ή τους αυτόπτες μάρτυρες. Το υλικό που είχε απομείνει ήταν ευσύνοπτο. Ο Ξενοφών το διεκπεραιώνει στα «Ελληνικά» του μέσα σε σαράντα δύο σελίδες. Πάνω απ’ όλα ο Θουκυδίδης θα έπρεπε να είχε τελειώσει την ιστορία του, γιατί αυτός ο ίδιος την παρουσιάζει στο λεγόμενο δεύτερο προοίμιο του, ως ήδη τε- λειωμένη:


«Ο Θουκυδίδης ο Αθηναίος έγραφε και την ιστορία των γεγονότων αυτών (εννοεί το γεγονότα μετά την Νικίειο ειρήνη 421-415 π.Χ.) όπως συνέβησαν διαδοχικά, κατά χειμώνα και καλοκαίρι, μέχρι την στιγμή που οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί τους νίκησαν τους Αθηναίους και κατέλαβαν τα Μακρά Τείχη και τον Πειραιά. Η συνολική διάρκεια του πολέμου ήταν είκοσι επτά χρόνια».[12]


Το παράδοξο αυτό δεύτερο προοίμιο είναι γραμμένο υπό το πρίσμα ενός τελειωμένου έργου, που ωστόσο διασώθηκε ημιτελές. Βέβαια μπορεί να πρόκειται για μία υπόσχεση, που έδωσε ο συγγραφέας έχοντας σχηματίσει πλήρη εικόνα ή ακόμα πιο πολύ έχοντας ολοκληρώσει το πρώτο χέρι, στο οποίο όμως δεν πρόλαβε να δώσει τελική μορφή γράφοντας και τη λέξη: ΤΕΛΟΣ από κάτω. Επίσης το «ελλείπον» τμήμα θα μπορούσε να έχει χαθεί, όπως τόσα και τόσα χειρόγραφα των αρχαίων συγγραφέων. Για να μην αναφέρω και την υπόνοια ότι στην απώλεια αυτή έβαλε το χέρι του και ο ίδιος ο Ξενοφών, ώστε να αρχίσει τη δική του εξιστόρηση από το σημείο που την άφησε δήθεν ο Θουκυδίδης κι έτσι να συνδεθούν άρρηκτα όχι μόνο οι δύο εξιστορήσεις αλλά και τα δύο ονόματα.


Αν έχουν έτσι τα πράγματα, αφού πρόκειται μάλιστα και για το μοναδικό έργο -έργο ζωής στην κυριολεξία ενός ανθρώπου, που αφιέρωσε σ’ αυτό αποκλειστική εργασία τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων χρόνων, θα πρέπει να θεωρήσουμε δεδομένο ότι ο Θουκυδίδης είχε τελειώσει το έργο του. Επιπλέον θα πρέπει να είχε προβεί και σε κάποιου είδους ανακοίνωση ή δημοσίευση, όσο περιορισμένος κι αν ήταν ο κύκλος των επιλεγμένων προσώπων. Αν και, τολμώ να πιστεύω, πως είχε εδραιωθεί στη σκέψη του η πεποίθηση ότι το «κτήμα ες αιεί» που φιλοδόξησε να προσφέρει δεν επρόκειτο να δώσει καρπούς- η πεποίθηση ότι ως προηγμένο όργανο πολιτικού προσανατολισμού και ως προς τα ζητήματα που θεωρούσε ουσιαστικά η ιστορία του ήταν άχρηστη. Ότι προκειμένου για την πολιτική το «σα­φές σκοπείν» για το οποίο εργάστηκε, δεν είχε καμία άλλη χρησιμότητα εκτός από το να προσφέρει πρόσκαιρη ευχαρίστηση στους ιδιότροπους εκείνους ακροατές ή αναγνώστες που θα τύχαινε να εστιάσουν σ’ αυτό. Ώστε, αν παρουσίασε το έργο του σε κάποιους ανθρώπους, ίσως να το έκανε πιο πολύ για να το ξεφορτωθεί. Ενώ, αν όντως δεν πρόλαβε να το τελειώσει, αυτό συνέβη όχι για κανέναν άλλο λόγο αλλά γιατί δεν έβρισκε αποχρώντα λόγο για να κάνει κάτι τέτοιο.


Η κατάσταση εξάλλου ήταν απελπιστική. Ο φυσικός αποδέκτης, ακροατής και χρήστης του έργου του, η Εκκλησία του Δήμου -η Εκκλησία των Πεντακισχιλίων έστω- είχε διαλυθεί. Οι δημοκρατικοί πολίτες κρύβονταν ή είχαν διαφύγει σε άλλες πόλεις. Οι ολιγαρχικοί ήταν διχασμένοι. Πλέον η Αθήνα ήταν η τελευταία πόλη που θα διάλεγε για να ζήσει ο πολίτης εκείνος που κρατούσε γερά στον νου και την καρδιά του το «κλεινόν άστυ» της νεότη­τάς του. Στα είκοσι χρόνια της εξορίας του η άμεση δημοκρατία είχε καταντήσει (και παραμένει έκτοτε) ουτοπία. Ο Πελοποννησιακός πόλεμος κατέστησε τον πολίτη Θουκυδίδη αναχρονιστικό. Και όχι μόνο αυτόν. Αναχρονισμός ήταν πλέον η κλασική Ελλάδα συλλήβδην. Ούτε και είχε καμία σημασία το ότι επρόκειτο για συγκυρία.


Ύστερα από λίγο και ενόσω ίσχυε η ειρήνη που είχαν επιβάλει οι Σπαρτιάτες, η Εκκλησία του Δήμου συνεκλήθη και πάλι. Μολαταύτα τόσο η Αθήνα όσο και οι άλλες ελληνικές πόλεις συνέχισαν απτόητες και κατά τον επίχρυσο τέταρτο αιώνα το αυτοκαταστροφικό τους έργο, ωσάν να μην είχε μεσολαβήσει διόλου ο Πελοποννησιακός πόλεμος. Ώσπου στη μάχη της Χαιρώνειας (338 π.Χ.) ο Φίλιππος υπέγραψε δια των όπλων του τη ληξιαρχική πράξη θανάτου της κλασικής Ελλάδας. Αν και τη χαριστική βολή την έδωσε τρία χρόνια αργότερα ο Μέγας Αλέξανδρος διατάζοντας, όπως και οι Αθηναίοι στη Μήλο, τον εξανδραποδισμό της εξεγερθείσας Θήβας. Οπότε και έληξε η καβουρντισμένη αυτοκτονία των ελληνικών πόλεων, που είχε προγραμματιστή, όπως είπαμε, από την ίδρυσή τους ακόμα.


Πώς θα ήταν δυνατό λοιπόν ένας ιστορικός του επιπέδου του Θουκυδίδη να μην είχε προβλέψει τη θλιβερή αυτή εξέλιξη; Το μόνο που θα είχε να κάνει ήταν να εφαρμόσει το «τοιούτων ή παραπλήσιων έσεσθαι». Εξάλλου τι θα συνέβαινε αν υπέβαλε, δίκην αναφοράς, την ιστορία του σε κάποια ειδική συνεδρίαση της Εκκλησίας του Δήμου; Τι θα συνέβαινε αν τα συλλογικά πολιτικά όργανα και των άλλων ελληνικών πόλεων είχαν στα χέρια τους το έργο-εργαλείο αυτό; Θα μπορούσαν να αποτρέψουν την αυτοκτονία της κλασικής Ελλάδας; Ακόμα πιο γενικά οι πολιτικοί (και ως πολιτικούς εννοώ τα μέλη των συλλογικών πολιτικών οργάνων, που κατέχουν ή που διεκδικούν την εξουσία να λαμβάνουν αποφάσεις δεσμευτικές για όλους) που ως επί το πλείστον έχουν σπουδάσει τη θεμελιωμένη στην «ξυγγραφή» του Θουκυδίδη ιστορία, που τους προσέφερε η εγκύκλιος παιδεία τους, θα μπορούσαν χρησιμοποιώντας ως εργαλείο την ιστορική γνώση, να επέμβουν λυσιτελώς στην ανακύκληση των φυσιολογικών και παθολογικών συμβάντων που εκβιάζει εξακολουθητικά η αν­θρώπινη φύση;


Συναφές με τα παραπάνω ερωτήματα είναι και το ότι πάντοτε, σε κάθε εποχή, σε κάθε παράταξη και σε κάθε περίσταση, οι φωνές της λογικής και της σύνεσης διασταυρώνονται με τις κραυγές της τόλμης και της αφροσύνης. Μια σύγκρουση που παραμένει αμφίρροπη, γιατί αυτό που αποδυναμώνει τη σύνεση είναι η υπόνοια ότι πρόκειται για εκδήλωση της δειλίας, ενώ αυτό που αποδυναμώνει την τόλμη είναι ότι η τύχη έχει ευνοήσει μεν αρκετές φορές και μάλιστα σκανδαλωδώς τους τολμηρούς, άλλες τόσες φορές όμως τους έχει χαντακώσει κιόλας. Σε γενικές γραμμές βέβαια το αν θα κυριαρχήσουν και προπαντός το αν θα ευοδωθούν στη συνέχεια οι έλλογες φωνές ή οι άφρονες ιαχές, είναι ένα ζήτημα που εξαρτάται από τόσο πολλούς και τόσο αστάθμητους παράγοντες, ο χειρισμός των οποίων υπερβαίνει τις ικανότητες των ηγετών που πρωταγωνιστούν στην πολιτική σκηνή, ώστε το τελικό αποτέλεσμα να εξαρτάται προπαντός από τις περιστάσεις ή μάλλον από τους συσχετισμούς του πλήθους των δυνάμεων που διαμορφώνουν το εσωτερικό και το διεθνές περιβάλλον.


Είναι γεγονός πάντως ότι η πολιτική σύνεση και η σοφία πετυχαίνουν συχνά πυκνά να κρατήσουν τη ροή των γεγονότων στην κοίτη της φυσιολογίας, αναβάλλοντας κι όχι ματαιώνοντας τις παθολογικές πλημμύρες και τις εκτροπές. Αλλά ήδη η αναβολή (και όχι η ματαίωση) που είναι επίτευγμα τόσο σπουδαίο όσο και εύθραυστο, εξαντλεί τις δυνατότητες τις πολιτικής. Εξάλλου από μόνο του το γεγονός ότι ένα συνετό πολιτικό πρόγραμμα κατεβαίνει στον στίβο με πιθανότητες επιτυχίας, προϋποθέτει μία φυσιολογική πολιτική ζωή. Μπορούμε μάλιστα να πούμε ότι οι φωνές της σύνεσης εισακούονται τόσο πιο πολύ όσο πιο αχρείαστες είναι· δηλαδή όσο πιο ομαλή είναι η κατάσταση των πολιτικών πραγμάτων. Αντίθετα, όπως παρατηρεί και ο Θουκυδίδης, όταν αγριεύει το πολιτικό περιβάλλον, δεν χάνουν μόνο κάθε αξία αλλά αντιμετωπίζονται και ως εσχάτη προδοσία. Η σύνεση που είναι τόσο πιο χρήσιμη όσο λιγότερο την χρειάζεται κανείς, αχρηστεύεται ολότελα τη στιγμή ακριβώς που αποκτά ανυπολόγιστη αξία.


Αλλά εκεί που η ωφελιμότητα των «ες αιεί κτημάτων» μηδενίζεται, είναι όταν εκδηλώνονται πολιτικά προγράμματα, που όντας θεμελιωμένα επάνω σε «τέτοια, όμοια παραπλήσια κτήματα», φιλοδοξούν να επέμβουν λυσιτελώς στη ροή των γεγονότων, ώστε στο τέλος να προκύψει κάτι καλύτερο από αυτό που επαναλαμβάνεται σχοινί- κορδόνι μέχρι σήμερα. Το καταπληκτικό εδώ είναι ότι οι πάσης φύσεως και προελεύσεως διαφωτιστές γνωρίζουν άριστα την ανθρώπινη φύση, καθώς και τις παθολογικές εκδηλώσεις της και τα συμπτώματα τους, που επιδιώκουν να θεραπεύσουν. Πιστεύουν όμως ότι αν από αυτό το τόσο στραβό ξύλο που είναι ο άνθρωπος, δεν έχει βγει μέχρι σήμερα τίποτα ίσιο, αυτό συνέβη γιατί δεν είχαν ωριμάσει ακόμα οι συνθήκες για κάτι τέτοιο και γιατί δεν είχε βρεθεί το κατάλληλο «κτήμα ες αιεί», που διαθέτουν ήδη αυτοί· ένα εργαλείο που θα τους επιτρέψει επιτέλους να ξεκλειδώσουν την ανθρώπινη φύση και να την ανασυναρμολογήσουν επί τα βελτίω. Αλλά δυστυχώς (ή ευτυχώς) ευθύς μόλις εκδηλώνεται ένα τέτοιο πρόγραμμα προκαλεί και τη σχετική συντηρητική αντίδραση, οπότε, καθώς τα πράγματα εκτραχύνονται ολοένα, η ροή των γεγονότων εκτρέπεται προς εμφυλιολεμικές κατευθύνσεις, όπου και παίρνει στο τέλος το λόγο η κραταιά ανθρώπινη φύση. Η λύση του προβλήματος γίνεται μέρος του προβλήματος. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα τα φάρμακα του διαφωτισμού έχουν προκαλέσει στους ασθενείς μεγαλύτερο κακό από αυτό που υποσχέθηκαν ότι θα θεραπεύσουν.


Ώσπου μένει το στίγμα που βαραίνει όλες τις προοδευτικές ιδεολογίες. Οι διακηρύξεις τους, όσο ανιδιοτελείς κι αν ήταν οι εισηγητές τους, λειτούργησαν εντέλει ως άλ­λοθι, ως σημαίες και ως όπλα για την ανακατανομή της εξουσίας (και των σχετικών προνομίων και ωφελημάτων φυσικά) υπέρ των ηγεσιών τους και υπέρ της κάστας των διανοουμένων εκείνων ιδίως, που ειδικεύονταν στην διάδοση, την υπεράσπιση και την εφαρμογή τους. Ώστε ακόμα και στις καλύτερες των περιπτώσεων η μοναδική πρόοδος που επιτυγχάνουν είναι να διασπούν μεν την αναπαραγωγή του όμοιου, παράγοντας όμως κάτι που είναι παραπλήσιο.


Φυσικά - θα ήταν βέβαια κουραστικό να παραθέσω ένα κατεβατό από ερωτηματικές προτάσεις - τα παραπάνω ζητήματα όπως και όλα σχεδόν τα θέματα που συζητούνται εδώ, αποτελούν στην ουσία ερωτήματα που μένουν ανοικτά. Ίσως μάλιστα η Ιστορία καθεαυτήν, επομένως και η ιστορική γνώση, να μην είναι τίποτα παραπάνω από την αναδιατύπωση των ερωτημάτων αυτών ξανά και ξανά και από τη σχετική αμφιθυμία της πολιτικής πράξης και της θεωρίας, που διαιωνίζονται. Πόσο μάλλον όταν οι καθέκαστα απαντήσεις δίνονται πρωτίστως υπό το πρίσμα της αισιοδοξίας ή της απαισιοδοξίας της κάθε εποχής, της κάθε κοινωνίας αλλά και του καθενός εξ ημών.


Επομένως σε γενικές γραμμές θα μπορούσαμε να δούμε την Ιστορία ως διαμάχη μεταξύ της αισιοδοξίας και της απαισιοδοξίας. Μια διαμάχη που με παραπλήσιους ή και όμοιους τρόπους ανοίγει και κλείνει (ή κλείνει και ανοίγει) σε κάθε κοινωνία και σε κάθε εποχή. Μια διακύμανση εντέλει που ανεβοκατεβαίνει συνέχεια την κλίμακα: αισιοδοξία-απαισιοδοξία. Κι αυτό ισχύει όχι μόνο για την Ιστορία γενικά, αλλά και για τις προσωπικές ιστορίες των ανθρώπων. Αν και εδώ το ανεβοκατέβασμα δεν αποτελεί κανόνα, εφόσον η διαδρομή από το ένα άκρο της κλίμακας μέχρι το άλλο συμπίπτει συνήθως με τα όρια της ανθρώπινης ζωής. Ενώ το άλλο αξιοσημείωτο είναι ότι οι προσωπικές διακυμάνσεις δεν συγχρονίζονται πάντα με τη γενική διακύμανση, εφόσον βρίσκει κανείς ακόμα και σε μαύρες και άραχλες εποχές υπεραισιόδοξους ανθρώπους, όπως και η απαισιοδοξία κάποιων άλλων δεν παύει να ρίχνει τη σκιά της ακόμα και στις εποχές των φώτων. Φυσικά πιο σύνθετες είναι οι περιπτώσεις όπου η κάθε επιλογή δεν αποκλείει διόλου την αντίθετή της, ώστε συνυπάρχοντας η αισιοδοξία και η απαισιοδοξία (η μία από αυτές στο προσκήνιο, η άλλη στο παρασκήνιο) να υποσκάπτουν η μία την άλλη, οπότε και ο διχασμός ή μάλλον η όλη αμφιταλάντευση και η αμφιθυμία που διανοίγει το σχετικό φάσμα, να γίνεται η πνευματική ρουτίνα κάποιων ανθρώπων ρουτίνα βασανιστική, παραλυτική, κάποιες λίγες φορές γοητευτική, ίσως και δημιουργική. Αυτό πιστεύω πως συνέβαινε με τον Θουκυδίδη, που άρχισε μεν την ιστορία του ως διαφωτιστής, την τέλειωσε όμως ως συντηρητικός. Αν και η αμφιταλάντευσή του παρέμενε ενεργός σε όποιον από τους δύο πόλους κι αν βρισκόταν πράγμα που σημαίνει ότι η διαφωτιστική αρχή της έρευνάς του και το συντηρητικό τέλος της υπήρξαν οι δύο όψεις ενός και του αυτού νομίσματος.


Εικάζοντας λοιπόν το πέρασμα του Θουκυδίδη από την αισιοδοξία, που είναι εγγενής σε κάθε πρόγραμμα διαφωτισμού, στην πολιτική μελαγχολία αν όχι και στη συντή­ρηση, θα προσπαθήσω να εντοπίσω τις ρίζες αυτής της αμφιταλάντευσης στο προγραμματικό κείμενό του που παρέθεσα στις σελ. 27-28 και το οποίο αντιπαρέβαλα με την εναρκτήρια πρόταση του Ηρόδοτου (σελ.15).

 

β) Η αισιοδοξία. και τη απαισιοδοξία

 

Κατά κανόνα ο πρόλογος ενός έργου γράφεται υπό το πρίσμα του επίλογου, όταν ο συγγραφέας είναι σε θέση να σταθμίσει όχι μόνο τι φιλοδόξησε αλλά και τι κατάφερε να φέρει σε πέρας. Τούτο ισχύει πολύ περισσότερο για τον Θουκυδίδη, εφόσον στον εκτεταμένο πρόλογό του εμπεριέχεται όχι μόνο το πρόγραμμα που διέπει την όλη εργασία, αλλά και το τελικό συμπέρασμα, άλλως το απόσταγμα ή το επιστέγασμά της. Ως πρόγραμμα που λειτουργεί εν προκειμένω και ως μεθοδική αρχή, εννοώ τη δεδηλωμένη πρόθεσή του να προσφέρει σ’ αυτούς που θέλουν να σχηματίσουν σαφή εικόνα των γεγονότων, «όσοι δε βουλήσονται των τε γενομένων το σαφές σκοπείν», ένα εργαλείο που η ωφελιμότητά του να είναι διαρκής: «κτήμα ες αιεί». Ως τελικό συμπέρασμα θεωρώ την επίσης δεδηλωμένη πε­ποίθησή του ότι αυτά που θα συμβούν στο μέλλον, θα είναι όμοια ή παραπλήσια με αυτά που έχουν συμβεί στο πα­ρελθόν, όπως η ανθρώπινη φύση επιβάλλει: «και των μελλόντων ποτέ αύθις κατά το ανθρώπινον τοιούτων και παραπλήσιων έσεσθαι».


Είναι φανερό νομίζω ότι το όμοια ή παραπλήσια δηλώνει την ανακύκληση των γεγονότων. Άλλοτε ως τραγωδία, άλλοτε ως φάρσα και άλλοτε ως ιλαροτραγωδία η Ιστορία επαναλαμβάνεται. Βέβαια η ανακύκληση εδώ δεν εκβιάζεται από τη βούληση των θεών ούτε και υπάγεται στις νόρμες της φύσεως. Μολαταύτα προκύπτει και πάλι δίκην κλοτσοπατινάδας, ως μία ακαταλόγιστη (ίσως και ακαταμάχητη) διαδικασία αυτορρύθμισης, που συντελείται αέναα και εκ των ενόντων. Από κει και πέρα θεώρησα προφανές ότι ο Θουκυδίδης απευθύνεται ίσως και αποκλειστικά ή έστω πρωτίστως στους οργανωμένους ως Εκκλησία του Δήμου πολίτες, όντας και ο ίδιος ένας από αυτούς. Αυτοί είναι οι ακροατές ή οι αναγνώστες, που ευελπιστεί ότι θα κρίνουν ωφέλιμο το έργο του. Μάλιστα από το γεγονός ότι διαχωρίζει προγραμματικά και κατηγορηματικά την ωφελιμότητα της εργασίας του από τη στιγμιαία απόλαυση που προσφέρουν τα μυθώδη αναγνώσματα ή ακροάματα, συμπεραίνω ότι συναρτά την ωφελιμότητα αυτή με τη διαρκή χρησιμότητα που προσφέρει ένα «κτήμα ες αιεί», άλλως ένα εργαλείο - πολιτικό εργαλείο εν προκει- μένω -. Γιατί αλλιώς το «σαφές σκοπείν» θα εγκλωβιζόταν στον εαυτό του, όπου και θα αχρηστευόταν ως ανώφελη ιστορική γνώση.


Ώστε η ωφελιμότητα της Ιστορίας εξαρτάται απόλυτα από το αν θα αποτελεί ή όχι ένα από τα κυριότερα εργαλεία της πολιτικής γενικώς. Ειδικώς δε από το αν θα έχει καθοριστικό ρόλο στην έκδοση των πολιτικών αποφάσεων. Στην έκδοση των αποφάσεων μακράς πνοής προπαντός, γιατί οι ενέργειες και οι επενέργειες των αποφάσεων αυτών υπερβαίνοντας κατά πολύ τα όρια της ανθρώπινης ζωής, εκδιπλώνονται σε βάθος χρόνου και εντέλει στην αδιαφάνεια ενός μέλλοντος, που καμία ανθρώπινη πρόβλεψη δεν μπορεί να διαπεράσει και στο οποίο το μόνο πράγμα που θα μπορούσε ίσως να ρίξει κάποιο φως είναι η Ιστορία. Διαφορετικά, μια Ιστορία που εστιάζει μεν στο «σαφές σχοπείν» δίχως να αποτελεί όμως το κατεξοχήν εργαλείο της πολιτικής, δεν διαφέρει και τόσο πολύ (όσο φαίνεται δηλαδή εκ πρώτης όψεως) από τη μυθώδη ιστορία του Ηρόδοτου. Σε μια τέτοια περίπτωση το «σαφές σκοπείν», που ο Θουκυδίδης αντιπαρατάσσει στη στιγμιαία ευχαρίστηση που προσφέρουν τα μυθώδη ακροάματα ή αναγνώσματα, θα ξέπεφτε κι αυτό στην τάξη ενός αγωνίσματος. Τότε η ωφελιμότητα της ιστορικής έρευνας θα ήταν κι αυτή στιγμιαία, εφόσον θα διαρκούσε μόνο για όσο διάστημα θα ασχολιόταν κανείς μ’ αυτήν. Οπότε και η παραμυθία που θα προσέφερε, δεν θα ήταν η παραμυθία της τέχνης. Θα ήταν η θλιμμένη παραμυθία μιας ανώφελης γνώσης, για την οποία πάντως είχε θρηνήσει και ο Ηρόδοτος βάζοντας στο στόμα ενός Πέρση τα εξής λόγια: «Η χειρότερη πίκρα που μπορεί άνθρωπος να νιώσει, είναι να ξέρει πολλά χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτα»[13] Ο Πέρσης ετούτος αν και ήταν βέβαιος, όπως και πολλοί άλλοι από την ακολουθία του Μαρδόνιου, ότι στην επικείμενη μάχη των Πλαταιών οι Πέρσες θα υφίσταντο συντριπτική ήττα, θεωρούσε μάταιο να προειδοποιήσει σχετικά τον Μαρδόνιο, γιατί πίστευε πως ό,τι έχει οριστεί από τον θεό είναι αδύνατο να το εμποδίσει άνθρωπος.


Εδώ όμως προκύπτει αυτόματα ένα κρίσιμο ερώτημα: ο άνθρωπος είναι αδύνατο να εμποδίσει μόνο αυτά που ορίζουν οι θεοί ή μήπως κι εκείνα που προδιαγράφει η ανθρώπινη φύση; Γιατί αν δεχτούμε ότι όλα όσα ονειρεύονται, όσα σχεδιάζουν και όσα κάνουν οι άνθρωποι και κυρίως όλα όσα υφίστανται από τις ανυπολόγιστες παρενέργειες και επενέργειες των ενεργειών τους έχουν ως σταθερό παρονομαστή: τη φύση τους, τότε πρέπει να δεχτούμε και ότι όλο το παρελθόν και όλο το μέλλον συνυπήρχαν, συνυπάρχουν και θα συνεχίσουν να συνυπάρχουν σε κάθε παρόν και σε κάθε κατάσταση. Θα πρέπει επίσης να δεχτούμε ότι η Ιστορία είναι ένας απλός κατάλογος και τίποτα παραπάνω. Ένας κατάλογος (ο πληρέστερος δυνατός πάντως) των πραγμάτων που με όμοιο ή παραπλήσιο τρόπο επαναλήφθηκαν, που επαναλαμβάνονται ήδη και που κατά συνέπεια πρόκειται να επαναληφθούν και στο μέλλον.


Πριν τα δεχτούμε όμως όλα αυτά θα πρέπει να απαντήσουμε στο ως άνω κρίσιμο ερώτημα. Και πρόκειται για ένα ερώτημα, που με παραπλήσιους ή και όμοιους τρόπους τίθεται εξακολουθητικά σε κάθε εποχή και που θα μπορούσε να εξειδικευτεί ως εξής: ποια είναι τα όρια, ποιες οι δυνατότητες και μέχρι πού μπορεί να επεκταθεί η εμβέλεια της πολιτικής συμπεριφοράς και δη εκείνης της συμπεριφοράς, που είναι εξοπλισμένη με τα κατάλληλα εργαλεία- λόγου χάρη με μια ιστορική έρευνα που εστιάζει στο «σα­φές σκοπείν». Να αναρωτηθούμε αν θα μπορούσαμε στηριγμένοι στα διαρκή εργαλεία του πολιτισμού (την παιδεία, την ιστορία, τις επιστήμες, την τεχνολογία), να συνθέσουμε με τέτοιο τρόπο και τις διαρκείς αξίες του την ελευθερία, την ισότητα και τη δικαιοσύνη ώστε καμία από αυτές να μην υπερέχει ούτε όμως και να ακυρώνεται από τις άλλες.


Εδώ και τόσες χιλιάδες χρόνια δεν έχουμε πετύχει κάτι τέτοιο λόγω της έντασης ή και της απροκάλυπτης εχθρότητας, που επικρατεί μεταξύ των αξιών αυτών. Παρόλ’ αυτά η σύνθεσή τους είναι το μόνο πράγμα που θα μας επέτρεπε ίσως να επέμβουμε με τέτοιο τρόπο στη συμπεριφορά μας (ως πολιτών και ως ιδιωτών), επομένως και στη ροή των γεγονότων, ώστε να περιορίσουμε και εντέλει να εξαφανίσουμε από προσώπου γης και ιστορίας όχι μόνο τις ανθρωπομηνίες των πολέμων αλλά και τις απάνθρωπες καταστάσεις της ειρήνης, που εμείς προκαλούμε και στις οποίες μας οδηγούν, εκόντας-άκοντας και κατ’ εξακολούθηση, οι περιοχές εκείνες της φύσεώς μας που δεν έχουν εκπολιτιστεί ακόμα. Γι’ αυτό και όλα τα σχετικά προγράμματα αφήνουν να αιωρείται ο υπαινιγμός ή ακόμα και υπόσχονται ότι η φαύλη ανακύκληση των ιστορικών γεγονότων, δεν αποτελεί μοίρα και ότι κάποτε θα ανατραπεί. Μια ανατροπή που δεν θα αποτελούσε διόλου υπέρβαση της ανθρώπινης φύσεως αλλά έκφρασή της, εφόσον το ιδιάζον στη φύση αυτή είναι ακριβώς το να αυτοπροσδιορίζεται.


Είναι γεγονός ότι ο Θουκυδίδης δεν μιλάει πουθενά για επέμβαση στην ανθρώπινη φύση. Σκέπτομαι όμως ότι η προσήλωσή του στην έννοια της ωφελιμότητας σε συνδυασμό με το «σαφές σκοπείν» στο οποίο εστιάζει η ιστορική του έρευνα καταδεικνύει ότι βλέπει την Ιστορία ως πολύτιμο εργαλείο το οποίο και φιλοδοξεί να προσφέρει στην πολιτική συμπεριφορά. Αν δεχτούμε κάτι τέτοιο, το πρώτο πράγμα που θα ρωτούσαμε έχει ως εξής: για τον σχεδίασμα ποιων στόχων και για την πραγμάτωση ποιων σκοπών θα ήταν χρήσιμο ένα τέτοιο εργαλείο; Αλλά σε τέτοια ερωτήματα μόνο η πολιτική συμπεριφορά θα μπορούσε να απαντήσει. Αυτή είναι που χρωστά να φανταστεί, να σκεφτεί, να επιλέξει, να αποφασίσει και να σχεδιάσει τους σκοπούς και τους στόχους κι αμέσως μετά να τους πραγματώσει κιόλας. Πόσο μάλλον όταν η ωφελιμότητα της Ιστορίας ως εργαλείου θα μπορούσε να βαθμονομηθεί μόνο εκ των σχετικών αποτελεσμάτων. IV αυτό πιστεύω, παρότι δεν μιλάει ρητά για κάτι τέτοιο, πως ο Θουκυδίδης είχε κατά νου ή έστω άφηνε ανοιχτή τη δυνατότητα μιας λυσιτελούς επεμβάσεως στην ανθρώπινη φύση, και δη σε εκείνες της περιοχές της φύσεως αυτής που θέτουν τη ροή των ιστορικών γεγονότων υπό τον ζυγό του όμοια ή παραπλήσια.


Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο το όραμα της αθηναϊκής ηγεμονίας υπερέβαινε την τάξη του κόσμου και γι’ αυτό, όντας άμετρο, επρόκειτο να υποστεί τη νέμεση των θεών. Για τον Θουκυδίδη όμως το όραμα αυτό εκτός από αναγκαίο, ήταν και ρεαλιστικό. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να έχει ο Περικλής άξιους διαδόχους. Βέβαια η Αθήνα κι αμέσως μετά και η Σπάρτη δεν τα κατάφεραν. Το πέτυχαν όμως οι Μακεδόνες. Μετά η Ρώμη. Ύστερα το Βυζάντιο. Και στη συνέχεια ένας ένας με τη σειρά οι Άραβες, η Βενετία, η Ισπανία, η Μεγάλη Βρετανία και επί του παρόντος οι ΗΠΑ. Κι αμέσως μετά ποιος; Η Κίνα; Και λοιπόν; Αυτό είναι όλο κι όλο; Η ηγεμονία; Χώρια τα όμοια ή παραπλήσια χρονικά όχι μόνο των ανατολικών λαών αλλά και των πρόσφατων διεκδικητών, των κολοσσιαίων πολυεθνικών εταιρειών και προπαντός του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ειδικά το τελευταίο μάλιστα, χάρη στις άτυπες αλλ’ όμως και ακαταμάχητες πολιτικές υπερεξουσίες που διαθέτει, έχει καταστεί πλέον η μεταμοντέρνα εκδοχή του Λεβιάθαν: μια οιονεί αμοιβάδα, που με ακαταλόγιστο και ανεξέλεγκτο τρόπο κατατρώει την ανθρωπότητα, όπως κατατρώγουν τον ξενιστή τους και τα παράσιτα. Και μετά την Κίνα, ποιος; Ως πότε θα συνεχίζεται αυτή η αθλιότητα; Μόνο σ’ αυτό μπορεί να είναι ωφέλιμη η Ιστορία; Να υπηρετεί το αίτημα της ανθρώπινης φύσης για ηγεμονία; Δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι καλύτερο; Μια οραματική και ταυτόχρονα συνετή πολιτική συμπεριφορά; Μια συμπεριφορά, που θα ήταν εξοπλισμένη με όλα τα εργαλεία του πολιτισμού και στην οποία μάλιστα θα συσκέφτονταν, θα συναποφάσιζαν και θα συνέπρατταν αυτοπροσώπως όλοι ανεξαιρέτως οι πολίτες;


Αλλά ερωτήματα τέτοιου είδους που ανοίγονται δυνάμει προς τις ποικίλες κατευθύνσεις του διαφωτισμού, τίθενται, θαρρείς από μόνα τους, μόνο ενόσω εστιάζει κανείς στην έννοια της ωφελιμότητας. Γι’ αυτό και πέφτει επάνω τους πάγος, ευθύς μόλις αρχίσει η σκέψη να γέρνει προς την δυσοίωνη πεποίθηση ότι θα συνεχίσουν να συμβαίνουν και στο μέλλον πράγματα όμοια ή παραπλήσια μ’ αυτά που συνέβαιναν στο παρελθόν. Είτε ένεκα των αποφάσεων των θεών είτε λόγω της ανθρώπινης φύσης- της φύσεως, της ζωής γενικά, γιατί η έλλογη συνείδηση των ανθρώπων δεν τους εξαιρεί διόλου (ούτε καν τους διαχωρίζει) από το ζωικό βασίλειο. Η Ιστορία είναι ένας κλειστός ορίζοντας πράξεων, παραλείψεων, δυνατοτήτων, ευκαιριών και συνεπειών που αναπαράγονται συνέχεια και που κανένα πολιτικό πρόγραμμα δεν μπορεί να υπερβεί. Μια τέτοια πεποίθηση περιορίζει δραστικά την εμβέλεια της ιστορικής έρευνας, που γίνεται πλέον ωφέλιμη πολιτικά μόνο ως εργαλείο ή καλύτερα ως όπλο πολιτικής επιβίωσης και κατίσχυσης, πράγμα εξάλλου που μαρτυρεί και η έκφραση: η Ιστορία γράφεται από τους νικητές. Ακόμα και από νικημένους, όπως ο Θουκυδίδης, ιστορικούς, οι ιστορίες των οποίων όμως διασώζονται, εφόσον υιοθετούνται από τους μετέπειτα νικητές.


Επομένως η συζήτηση για την ωφελιμότητα της Ιστορίας είναι άνευ αντικειμένου, εκτός κι αν πρόκειται για όπλο. Το αν θα μας κυβερνούν άξιοι ή ανάξιοι ηγέτες, το αν τα πολιτεύματα θα είναι δημοκρατικά ή ολιγαρχικά και το αν οι κοινωνίες και οι οικονομίες θα είναι καπιταλιστικές ή σοσιαλιστικές, είναι ζητήματα που απασχολούν σφόδρα μόνο αυτούς που πλήττονται ή που επωφελούνται εκ των μεν ή εκ των δε. Η Ιστορία ενδιαφέρεται μόνο γι’ αυτούς που κατείχαν τη θλιβερή σκυτάλη της εξουσίας, για όσους την κατέχουν ήδη και για εκείνους που ετοιμάζονται να την αρπάξουν. Αλλά τότε τι νόημα έχει να καταπιάνεσαι ποσώς με την Ιστορία, αν είναι να καταγράφεις, έστω και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια και αντικειμενικότητα, την εναλλαγή όμοιων ή παραπλήσιων γεγονότων; Αμέσως μετά μάλιστα ίσως και να αναρωτηθείς, μήπως είναι προτιμότερα του Ηρόδοτου τα παραμύθια.


Επιστρέφοντας λοιπόν για τελευταία φορά στο επίμαχο απόσπασμα, θεωρώ συγκλονιστικό ότι συνυπάρχουν σ’ αυτό πράγματα, που στο τέλος τέλος αποκλείουν το ένα το άλλο: τόσο το «ες αιεί ωφέλιμο κτήμα» που πρέπει να αποτελεί η Ιστορία όσο και το «κατά το ανθρώπινον». Τόσο η διαφωτιστική αρχή όσο και το συντηρητικό τέλος της ιστορικής έρευνας. Όπως και να το δει κανείς, ανάμεσα στην έννοια της ωφελιμότητας και στην έννοια της ανθρώπινης φύσεως σοβεί μια ένταση, εφόσον καθεμία από αυτές περιορίζει την ισχύ και το εύρος της άλλης. Μια ένταση κι αμέσως μετά μια εχθρότητα, που ολισθαίνει προς τη σύγκρουση. Το εμπειρικό αλλ’ όμως και ακαταμάχητο μέχρι στιγμής συμπέρασμα είναι, ότι από τις συγκρούσεις αυτές προκύπτει πάντα ο ίδιος νικητής. Κάποια στιγμή ο Θουκυδίδης πρέπει να παρέλυσε, διαπιστώνοντας ότι το χάσμα που χωρίζει το πρόγραμμα της έρευνάς του από το τελικό της συμπέρασμα είναι αγεφύρωτο. Η Ιστορία είναι άχρηστη ως όργανο πολιτικού προσανατολισμού, εφόσον η ανθρώπινη φύση εκβιάζει στο διηνεκές την αναπαραγωγή όμοιων η παραπλήσιων γεγονότων. Η Ιστορία, άλλως η Μέδουσα, που κανένας ιστορικός - πόσο μάλλον πολιτικός - δεν μπορεί να κοιτάξει κατάματα, δίχως να μαρμαρώσει επιτόπου. Δίχως να αρχίσει να λέει άλλ’ αντ’ άλλων ή και να χάσει τα λόγια του, όπως εικάζω ότι συνέβη εν προκειμένω. Κανένας ούτε καν όπως ο Περσέας δι’ εσόπτρου, αφού η Μέδουσα αυτή σπάζει όλους τους καθρέφτες του πολιτισμού και του λόγου. Κι όλα αυτά μέσα σε μερικές αράδες, που μοιάζουν με απασφαλισμένη χειροβομβίδα, που η ματιά ανεβοκατεβαίνει σε μερικά δευτερόλεπτα, αλλά που ο Θουκυδίδης ανεβοκατέβαινε τα αντικρουόμενα νοήματά τους σε όλη του την ζωή.


Είναι αξιοσημείωτο εδώ ότι, όταν καταπιάνεται συστηματικά με την έρευνά του (424 π.Χ.), γνωρίζει ήδη τον εμφύλιο πόλεμο στην Κέρκυρα (427 π.Χ.) και την παθολογία του. Σίγουρα είναι άλλο πράγμα να λες, γενικά και αόριστα, ότι τα χείριστα θα επαναληφθούν και στο μέλλον και άλλο να τα βλέπεις να επαναλαμβάνονται (404 π.Χ.) μπροστά στα μάτια σου και δη στην ίδια την πατρίδα σου. Άρα το «κατά το ανθρώπινον» του προοιμίου θα πρέπει να διαβαστεί σε συνδυασμό με το «έως άν η αυτή φύσις ανθρώπων η»[14], που αποστάζεται από τα Κερκυραϊκά. Επομένως στο «τοιούτων ή παραπλήσιων έσεσθαι» του προοιμίου συμπεριλαμβάνονται και οι συμφορές του εμφυλίου πολέμου. Συνεπώς οι ασύμμετρες ανθρωπομηνίες δεν είναι κάποιες έκτακτες εκδηλώσεις της ανθρώπινης φύσεως, που ενδεχομένως θα μπορούσαν να αποφευχθούν. Απεναντίας βρίσκονται εντός του προγράμματος. Απλώς και μόνο η ανακύκλησή τους είναι απεριοδική. Από ουσιαστική άποψη ο Πελοποννησιακός πόλεμος τελειώνει με τα γεγονότα της Κέρκυρας, μόλις πέντε χρόνια μετά την έναρξή του, εφόσον όλα όσα συνέβησαν, φυσιολογικά και παθολογικά, στα υπόλοιπα είκοσι δύο χρόνια, υπήρξαν όμοια ή παραπλήσια με αυτά που συνέβησαν στα πρώτα πέντε. Αλλά ο Θουκυδίδης αφοσιώθηκε στην έρευνά του το 424 π.Χ., όντας ακόμα νέος. Ο πόλεμος, που όπως προέβλεψε και ο ίδιος επρόκειτο να είναι μακροχρόνιος, βρισκόταν στην αρχή του. Πάνω απ’ όλα η αθηναϊκή δημοκρατία αν και είχε στερηθεί τον μεγάλο της ηγέτη, τον Περικλή, ήταν ακμαία όσο ποτέ άλλοτε. Το ίδιο και η ιδεολογία: το όραμα της ηγέτιδος πόλεως. Παρότι είχε υπόψη του όλα τα δεδομένα, ήταν πολύ νωρίς για να υποκύψει στην απαισιοδοξία. Όλα τα δεδομένα εκτός από την αναπάντεχη πανωλεθρία στη Σικελία (413 π.Χ.). Τότε πρέπει να έγινε η μεταστροφή. Μέχρι τότε η έρευνά του γινόταν υπό το αισιόδοξο πρίσμα του «ες αιεί ωφέλιμου κτήματος». Από τότε και μετά υπό το απαισιόδοξο πρίσμα της ανθρώπινης φύσεως.


Από κει και πέρα αν η αισιοδοξία σε κάνει να εργάζεσαι με ζέση, η απαισιοδοξία είναι παραλυτική. Ακόμα κι όταν δουλεύεις, το κάνεις με μισή καρδιά, λόγω κεκτημένης ταχύτητας, που όμως φθίνει ολοένα. Αν και ο Θουκυδίδης συνέχισε να δουλεύει μέχρι τον θάνατό του, άφησε τα τελευταία επτά χρόνια του πολέμου ανιστόρητα, εφόσον η οργανωμένη ως αναγνώσιμο κείμενο καταγραφή των γεγονότων σταματά δύο χρόνια μετά την πανωλεθρία στη Σικελία.


Τέτοιου είδους πνευματικές καταστάσεις θα εξηγούσαν και την αδιαφορία τού οποιουδήποτε συγγραφέα όχι μόνο να δώσει τελική μορφή στα χειρόγραφά του, αλλά ακόμα και να δημοσιεύσει το τελειωμένο έργο που έχει στα συρτάρια του. Αλλιώς δεν μπορώ να εξηγήσω πώς ο άνθρωπος που ιστόρησε με τέτοια ένταση, ακρίβεια και επάρκεια τα Κερκυραϊκά, απέφυγε να ιστορήσει όχι μόνο τα Αθηναϊκά (τον εμφύλιο πόλεμο στην Αθήνα και την τρομοκρατία που εξαπέλυσαν ο Κριτίας και οι οπαδοί του) αλλά ακόμα και αυτήν την πτώση της Αθήνας· γεγονότα που θα πρέπει να ήταν γι’ αυτόν τα πιο συνταρακτικά. Τα πιστεύω αυτά παρότι το μοναδικό επιχείρημα που έχω για να τα υποστηρίξω, είναι η προφανής (και πανθομολογούμενη εξάλλου) διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στη γνώση της νεότητας και την επίγνωση της ωριμότητας. Πώς θα ήταν δυνατό, δηλαδή, έτσι όπως άρχισε την εργασία του έτσι να την τέλειωσε κιόλας ύστερα από είκοσι χρόνια, δίχως η παρατεταμένη αυτοκτονία των Ελληνικών πόλεων και της κλασικής Ελλάδας, που ιστορούσε, να επηρεάσουν διόλου το πνεύμα του; Το παραπάνω επιχείρημα ενισχύεται από την πεποίθησή μου ότι δεν είναι δυνατόν ένας ερευνητής του επιπέδου του Θουκυδίδη να μην προβληματιζόταν διαρκώς για τις κεντρικές όσο και οργανωτικές έννοιες και τις αυτονόητες παραδοχές, που μοιάζουν να αποτελούν τα τυφλά σημεία της ερευνάς του. Είναι αδύνατον να μην προβληματιζόταν για τα όρια και τις δυνατότητες της πολιτικής συμπεριφοράς, επομένως και για την ωφελιμότητα των σχετικών εργαλείων, που η πολιτική θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει· για το πόσο «σαφές» θα μπορούσε να γίνει το «σκοπείν», δεδομένης μάλιστα και της ασάφειας των λεγομένων και προπαντός για τη φύση της ανθρώπινης «φύσεως», που γίνεται για την ιστοριογραφία κάτι πιο τρομακτικό ακόμα και από τη Μέδουσα της μυθολογίας.


Αλλά ο Θουκυδίδης, που από ένα σημείο και μετά δεν έβρισκε αποχρώντα λόγο για να τελειώσει το έργο του, δεν θα ήταν δυνατό βέβαια να καταπιαστεί με τη θεματοποίηση των ζητημάτων αυτών, όσο κι αν δέσποζαν στις σκέψεις του. Κι ακόμα ένας ερευνητής του επιπέδου του Θουκυδίδη δε θα ήταν δυνατόν να μη δίσταζε ανάμεσα σε επιλογές που απέκλειαν η μία την άλλη, να μην αμφέβαλλε για την αξία του έργου του ή μάλλον για το είδος και για την ένταση της επίδρασης που θα ασκούσε αυτό στους ακροατές ή τους αναγνώστες και να μην αντιμετώπιζε ερωτήματα παραπλήσια ή και όμοια με τα ερωτήματα που αναπτύχθηκαν στις προηγούμενες παραγράφους ή ακόμα και στο προηγούμενο κεφάλαιο. Βέβαια αν παρατηρούσε κανείς ότι με όλως αστήρικτο και αυθαίρετο τρόπο προβάλλω πάνω στον Θουκυδίδη μεταγενέστερους προβληματισμούς ή ακόμα χειρότερα τις προσωπικές μου απόψεις, δε θα μπορούσα να πω τίποτα. Το μόνο που θα μπορούσα είναι να προτείνω ότι στο βαθμό που το όμοια ή παραπλήσια ισχύει για τα γεγονότα, στον ίδιο βαθμό παραπλήσιες ή και όμοιες θα πρέπει να είναι και οι σκέψεις που κάνουν, τα ερωτήματα που θέτουν και οι απαντήσεις που δίνουν αυτοί που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τα γεγονότα αυτά. Στο κάτω της γραφής προσπάθησα εφαρμόζοντας το «ως δ’ αν εδόκουν εμοί» του Θουκυδίδη, να εικάσω ποια άλλα ερωτήματα και ποιες άλλες παράλληλες σκέψεις θα πρέπει να έθετε και να έκαμνε ο ερευνητής εκείνος, που σ’ εκείνη την εποχή, σ’ εκείνον τον πόλεμο και σ’ εκείνες τις περιστάσεις έφερε σε πέρας, έστω και ημιτελή, μια τέτοια «ξυγγραφή».


Αν λοιπόν ο Θουκυδίδης υπήρξε (για όσο διάστημα υπήρξε και υπό τις παραπάνω θεωρήσεις) προοδευτικός, θα έχουμε τότε ένα θνησιγενές πρόγραμμα διαφωτισμού. Ένα πρόγραμμα που έζησε τόσο μόνο, όσο χρειάστηκε για να φτάσει από την αισιοδοξία του «ες αιεί ωφέλιμου κτή­ματος» μέχρι την απαισιοδοξία του «έως αν η αυτή φύσις ανθρώπων η». Θα ήταν αυτή μία διαδρομή, που θα προδιέγραφε και την όμοια ή παραπλήσια τύχη που επρόκειτο να έχουν οι διαφωτισμοί του μέλλοντος. 'Έτσι η ιστορική έρευνα του Θουκυδίδη θα ήταν η μικρογραφία του διαφωτισμού γενικώς. Εξάλλου η αρχαία Ελλάδα θεωρείται κλασική, γιατί το καθετί σ’ αυτήν αποτέλεσε μικρογραφία, πρόλογο και επίλογο μαζί, των όσων επρόκειτο να ακολουθήσουν.



[1] Θουκυδίδη, Ιστορία, Α' 22, 1-4. Καί ὅσα μέν λόγῳ εἶπον ἕκαστοι ἤ μέλλοντες πολεμήσειν ἤ ἐν αὐτᾦ ἤδη ὄντες, χαλεπόν τήν ἀκρίβειαν αὐτήν τῶν λεχθέντων διαμνημονεῦσαι ἦν ἐμοί τε ὧν αὐτός ἤκουσα καί τοῖς ἄλλοθεν πόθεν ἐμοί ἀπαγγέλλουσιν ὡς δ’ ἄν ἐδόκουν ἐμοί ἕκαστοι περί τῶν αἰεί παρόντων τά δέοντα μάλιστ’ εἰπεῖν, ἐχομένῳ ὅτι ἐγγύτατα τῆς ξυμπάσης γνώμης τῶν ἀληθῶς λεχθέντων, οὕτως εἴρηται. τά δ’ ἔργα τῶν πραχθέντων ἐν τῷ πολέμω οὐκ ἐκ τοῦ παρατυχόντος πυνθανόμενος ἠξίωσα γράφειν, οὔδ’ ὡς ἐμοί ἐδόκει, ἀλλ’ οἶς τέ αὐτός παρῆν καί παρά τῶν ἄλλων ὅσον δυνατόν ἀκριβείᾳ περί ἑκάστου ἐπεξελθών, ἐπιπόνως δέ ηὑρίσκετο, διότι οἱ παρόντες τοῖς ἔργοις ἑκάστοις οὐ ταυτά περί τῶν αὐτῶν ἔλεγον, ἀλλ’ ὡς ἑκατέρων τις εὐνοίας ἤ μνήμης ἔχοι. καί ἐς μέν ἀκρόασιν ἴσως τό μή μυθῶδες αὐτῶν ἀτερπέστερον φανεῖται· ὅσοι δέ βουλήσονται τῶν τέ γενομένων τό σαφές σκοπεῖν καί τῶν μελλόντων ποτέ αὖθις κατά τό ἀνθρώπινον τοιούτων καί παραπλησίων ἔσεσθαι, ὠφέλιμα κρίνειν αὐτά ἀρκούντως ἕξει. Κτῆμά τε ἐς αἰεί μᾶλλον ἤ ἀγώνισμα ἐς τό παραχρῆμα ἀκούειν ξύγκειται. Το κείμενο από το Θουκυδίδη Ιστορία. Εισαγωγή, Μετάφραση, Σχόλια Ν. Μ. Σκουτερόπουλος, σελ. 57-58, Πόλις, Αθήνα 2011. Η μετάφραση είναι δική μου. 

[2] Albin Leskyε.α. σελ. 643-644. 

[3] Έστω ότι παίζω μια παρτίδα σκάκι με τον εαυτό μου. Θα έρθει στιγμή λοιπόν που κάποιος από τους δύο σκακιστές θα κερδίσει. Αν και η νίκη εδώ θα οφείλεται προφανώς όχι στην ικανότητα ή στην αδυναμία του ενός ή του άλλου εκ των συμπαικτών. αλλά στις αναπόφευκτες λανθασμένες κινήσεις αμφοτέρων που συσσωρεύονταν αδιάκοπα και που στο τέλος έστρεψαν τη διελκυστίνδα προς κάποια πλευρά. Κανένας σκακιστής δεν είναι τέλειος ούτε και το σκάκι είναι το τέ7^ειο παιχνίδι. Τα λάθη που μόνο εκ των υστέρων μπορούν να γίνουν αντιληπτά όντας απρόβλεπτα άρα και αθέλητα, είναι αδύνατο να μοιραστούν ακριβοδίκαια όσο αμερόληπτος κι αν είναι ο εαυτός μου. Διαφορετικά αν ήμουν ο τέλειος σκακιστής, θα κέρδιζε τότε πάντοτε το ήμισυ του εαυτού μου που θα έκανε την πρώτη κίνηση. Ενώ αν επρόκειτο και για το τέλειο παιχνίδι, τότε η παρτίδα αυτή δεν θα τέλειωνε ποτέ.

[4] Το ρήμα δοκέω-δοκώ το συναντούμε στο επίμαχο χωρίο δύο φορές. Μία φορά με θετική σημασία και μία με αρνητική. Με θετική σημασία χρησιμοποιείται στην ανασυγκρότηση των δημηγοριών, όπου λαμβάνονται υπόψη κι αυτά που κατά τη γνώμη του Θουκυδίδη θα έπρεπε να είχαν πει οι ομιλητές «ως δ’ άν εδόκουν εμοί έκαστοι περί των αιεί παρόντων τα δέοντα μάλιστ’ επείν». Και με αρνητική σημασία στη συνεκτίμηση των μαρτυριών των σχετικών με τις πολεμικές επιχειρήσεις «Τα δε έργα των πραχθέντων εν τω πο­λέμα» ουκ εκ του παρατυχόντος πυνθανόμενος ηξίωσα γράφειν, ουδ’ ως εμοί εδόκει». Η διαφορά ανάμεσα στις δύο γνώμες είναι ουσιώδης. Η πρώτη έπεται της ανασυγκρότησης των δημηγοριών. Η δεύτερη προηγείται της ανασυγκρότησης των πολεμικών επιχειρήσεων έχοντας σχηματιστεί, κατά κανόνα, δίχως να έχει υποστεί τη βάσανο μιας συστηματικής και αμερόληπτης αυτοκριτικής δοκιμασίας.

[5] Επί του ζητήματος αυτού, πρώτη ματιά στο: Α. Σ. Βλάχου, Μεροληψίες του Θουκυδίδη, Εστία, Αθήνα, 1974.

[6] Θουκυδίδου Ιστορία, Γ' 81-83, μετ. Αγγέλου Βλάχου, ε.α. τόμος Β', σελ. 64-68. 

[7] Θουκυδίδης Γ' 37-49, μετ. Αγγέλου Βλάχου, ε.α. τομ. Β' σελ. 29-42. 

[8] Ξενοφώντος, Ελληνικά, Β II, 3-4. Μετάφραση Ρόδη Ρούφου, τόμ. 1ος, σελ lb-16 Γαλαξίας, Αθήνα 1971. 

[9] Ξενοφώντος Ελληνικά, Β II, 19-20 μετ. Ρόδη Ρούφου, ε.α. σελ. 78.

[10] Ξενοφώντος Ελληνικά, Β΄ II, 10-11 μετ. Ρόδη Ρούφου ε.α. σελ. 77. 

[11] Εν παρόδω, ο Έζρα Πάουντ είχε αποφανθεί ότι: ο Ηρόδοτος συνέγραφε ιστορία που είναι λογοτεχνία, ο Θουκυδίδης ήταν δημοσιογράφος. Ezra PoundLiterary EsaissHow to readp. 30, Faber, 1960.

[12] Θουκυδίδου Ιστορία, Ε΄ 26, μ.ετ. Αγγέλου Βλάχου, ε.α. σελ. 27. 

[13] Ηροδότου Ιστορίαι, Θ'(Καλλιόπη) 16. Μετ. 'Αγγέλου Βλάχου, τόμ 3, σελ. 248, Γαλαξίας, Αθήνα 1971. 

[14] Θουκυδίδης, Γ 82,2. ε.α.

Οι θυμωμένοι άνθρωποι προέρχονται από θυμωμένες οικογένειες

Η πιο κοινή αιτία του θυμού είναι το θυμωμένο οικογενειακό περιβάλλον. Τα παιδιά μαθαίνουν να εκνευρίζονται από τους γονείς τους. Μαθαίνουν πότε να εκνευρίζονται, πώς και πόσο. Αυτό λέγεται μίμηση προτύπων.

Οι οικογένειες που τα μέλη τους είναι θυμώδη, ενεργούν συνήθως με πολύ διαφορετικό τρόπο από τις κανονικές οικογένειες. Έχουν τρεις καταστροφικές συνήθειες:
  • Θεωρούν ότι ο θυμός είναι μία φυσιολογική και αναμενόμενη κατάσταση.
  • Νομίζουν πως κανείς δεν τους ακούει, παρά μόνο όταν έχουν νεύρα.
  • Προσπαθούν να λύσουν τα προβλήματά τους με νεύρα.
Ο θυμός αποτελεί ένδειξη ότι κάτι δεν πάει καλά. Αλλά σε ορισμένες οικογένειες ο θυμός λειτουργεί σαν χαλασμένο φανάρι σε αφύλαχτη σιδηροδρομική διάβαση. Αναβοσβήνει και σφυρίζει συνεχώς, ακόμα κι όταν δεν περνάει τρένο. Τα άτομα που ανήκουν στις οικογένειες αυτές εκνευρίζονται όλη την ώρα. Μπορεί να έχουν έναν πολύ καλό λόγο που εκνευρίστηκαν. Κι αν δεν έχουν, φροντίζουν κάθε φορά να τον επινοούν.

Σ΄ αυτές τις οικογένειες είναι αναμενόμενο κάθε μέλος της να είναι θυμώδες. Όλοι είναι εκνευρισμένοι με όλους και γίνεται τουλάχιστον ένας καβγάς τη μέρα.

Το χειρότερο όμως είναι ότι όλος αυτός ο καβγάς τους φαίνεται απολύτως φυσιολογικός. Καθημερινός τρόπος ζωής. Σκέψου αυτά τα παιδιά. Πού θα τα οδηγήσει όλος αυτός ο θυμός; Τι θα μάθουν; Μα φυσικά να είναι θυμωμένα όλη την ώρα, όταν θα μεγαλώσουν.

Κάποιοι ενήλικες με ρώτησαν γιατί οι άλλοι τους θεωρούν ευέξαπτους. Ιδού η απάντηση… Επειδή φωνάζουν πολύ. Νομίζουν ότι ο μόνος τρόπος να μιλάς είναι να φωνάζεις. Είναι υπερβολικά επιθετικοί. Το θλιβερό της υπόθεσης είναι ότι πολύ απλά συμπεριφέρονται έτσι όπως έμαθαν στα σπίτια τους.

Ο θυμός χρησιμοποιείται με λάθος τρόπο από τις οικογένειες αυτές. Τα μέλη τους προσπαθούν να λύσουν τα προβλήματά τους με νεύρα. Αυτό όμως δεν έχει κανένα αποτέλεσμα. Είναι σαν να προσπαθείς να βιδώσεις μία βίδα χρησιμοποιώντας ένα σφυρί. Ο θυμός είναι απλά μία ένδειξη, δεν είναι λύση. Ο θυμός σου απλά σε προειδοποιεί ότι υπάρχει πρόβλημα. Το πρόβλημα μπορεί να είναι ενδογενές (ξύπνησες με πονοκέφαλο), αλλά μπορεί να είναι και εξωγενές (τα παιδιά έσπασαν ένα τζάμι την ώρα που έπαιζαν μπάλα). Αν εκνευριστείς όμως, δε θα λυθεί ούτε το ένα ούτε το άλλο πρόβλημα.

Ας τα ξαναπούμε λοιπόν: Οι θυμώδεις άνθρωποι προέρχονται από θυμώδεις οικογένειες.

Μήπως μεγάλωσες μέσα σε μία θυμωμένη οικογένεια; Πόσο συχνά έβλεπες τους γονείς σου να εκνευρίζονται; Πώς διαχειρίζονταν το θυμό τους; Μήπως σου έμαθαν να θυμώνεις πολύ γρήγορα, πολύ έντονα και για πολύ καιρό; Μήπως έχεις δημιουργήσει μία εξίσου θυμώδη οικογένεια; Μήπως περνάς τη συνήθεια της οργής σε μία επόμενη γενιά ανθρώπων;

ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ: Ο Άνθρωπος

(Στο Βήμα της Αρετής)

Οι Ανθρώπινες Κοινωνίες ήταν πάντα «άδικες»… όσο βαθιά κι αν πηγαίνουμε στην Ιστορία, χιλιάδες χρόνια… Και πάντα αυτές οι «κοινωνίες» ανέτρεφαν «άδικους» ανθρώπους… Ακόμα και σήμερα. Το βλέπουμε παντού. Όπου κι αν κοιτάξουμε, στους λαούς του πλανήτη και στις διαμάχες τους, στις τοπικές κοινωνίες, στις πόλεις, στα χωριά, στις οικογένειες… Παντού, το «άδικο» μάχεται με το «άδικο». Που να δώσεις Δίκαιο; Μπορεί το «άδικο» να δημιουργήσει Δίκαιο; Όχι!

Ποδοπατιέται το (δήθεν) «διεθνές δίκαιο», παραβιάζονται τα (κουρελόχαρτα) «συντάγματα», παραβιάζονται «νόμοι», ψηφίζονται «άδικοι νόμοι» και παράλληλα «νόμοι που αθωώνουν εγκλήματα»… Σου φέρνει ίλιγγο αυτός ο «ξεπεσμός» του ανθρώπου, των κοινωνιών, των αξιών, της αρετής, της νομιμότητας. Κυβερνήσεις παρανομούν, δημόσιοι λειτουργοί παρανομούν… πολιτικά, οικονομικά, θρησκευτικά, εμπορικά, κατεστημένα, σε ένα ξέφρενο χορό παρανομίας… Χορός Τραγωδίας; Μη βλασφημούμε! Η Τραγωδία δημιουργήθηκε σε μια κοινωνία που είχε αξίες (κι ας μην έλειπαν κι εκεί οι αστοχίες) και αναπαρίστανε ένα «κόσμο αξιών». Χορός Κωμωδίας; Μα και στην Κωμωδία υπάρχει «ηθική»… Παραφροσύνη, απανθρωπιά, παλιανθρωπιά… όλοι μαζί, σέρνουμε το χορό… πάνω από το χάος.

Για ποιο κόσμο μιλάμε; Ποιοι παράφρονες κινούν τα νήματα στο πλανήτη; Ποια άνομα συμφέροντα αιματοκυλούν λαούς, ή καταδικάζουν τεράστιους πληθυσμούς σε μαρασμό; Ο πόλεμος δεν γίνεται πιά με όπλα (αν και γίνεται και με αυτά, μερικές φορές) αλλά μέσω διακρατικών συμφωνιών, τραπεζικών συναλλαγών και «νομοσχεδίων εκτρωμάτων» που αντιστρέφουν κάθε έννοια δικαίου, κάνοντας το δίκαιο παράνομο και νομιμοποιώντας την παρανομία. Πόση αηδία για τις ανθρώπινες κοινωνίες να αντέξουμε πιά;

Κι η Ελλάδα! Η Ελλάδα! Η Ελλάδα της Δημοκρατίας!... «Αιδώς Αργείοι»!... Η Ελλάδα της Ανομίας. Υπάρχουν πολλοί που συντάσσονται με αυτή την κατάσταση. Έχουν συμφέροντα. Πολλοί που την εκθειάζουν ή την ανέχονται αυτή την κατάσταση. Όλοι έχουν συμφέροντα. Υπάρχουν κι άλλοι που απορούν, που εξεγείρονται, αλλά δεν είναι στην «εξουσία». Κι αν κάποτε πάρουν την εξουσία, θα κάνουν τα ίδια… Υπάρχει κι ένας ηλίθιος λαός που αιώνες σκλαβιάς (από τους Επίγονους του Αλέξανδρου, τους Ρωμαίους, τους Ανθέλληνες Βυζαντινούς, τους Οθωμανούς και το σύγχρονο Ευρωπαϊκό Σκυλολόι) τον έχουν αποβλακώσει. Παρακολουθεί άβουλα, σε κατάσταση αναισθησίας, το θέατρο με τις μαριονέτες στις «ειδήσεις» κι ενημερώνεται για την πολιτική επικαιρότητα. Κι όλα φαίνονται φυσιολογικά! Όλα φυσιολογικά!

Στην Αρχαία Ελλάδα, τότε που σε τούτη τη γη περπατούσαν αληθινοί άνθρωποι κι όχι ζόμπι, (άβουλα πλάσματα, καταβεβλημένα ψυχολογικά και σωματικά), ήταν αλλιώς τα πράγματα. Υπήρχαν Άνθρωποι Σοφοί. Κι υπήρχαν άνθρωποι που αναζητούσαν τη Σοφία…

Τι έλεγαν λοιπόν εκείνοι οι παλιοί άνθρωποι (με τους οποίους οι σύγχρονοι Έλληνες μοιράζονται ελάχιστα έως τίποτα);

Η Αιώνια Φύση Είναι Αυτή που Γεννά τα Πάντα. Αποτελεί την Βάση της Ύπαρξης, την Ουσία κάθε ύπαρξης. Είναι Αυτό που τα Αγκαλιάζει όλα και τα Ενώνει στην Ουσία της. Μόνο εξωτερικά, στις δραστηριότητές τους διαφοροποιούνται τα όντα. Προερχόμαστε όλοι από Αυτή τη Μια Κοινή Ουσία. Αυτή είναι η Ουσία μας, σε Αυτήν Βασιζόμαστε και σε Αυτήν Επιστρέφουμε…

Αυτή η Αιώνια Ουσία είναι ο Άνθρωπος, όποια μορφή κι αν πάρει εξωτερικά, όποια ζωή κι αν ζήσει. Η Αιώνια Φύση Υφίσταται Πάντα. Αργά ή γρήγορα Εκδηλώνεται, Κυριαρχεί. Το να Γνωρίζουμε την Αληθινή Αιώνια Φύση μας είναι Αληθινή Γνώση, Σοφία. Κι όποιος Γνωρίζει την Αιώνια Φύση του Συμπεριφέρεται Σύμφωνα με Αυτή την Αιώνια Φύση και Πραγματώνει την Αρετή…

Αλήθεια τι είναι Αρετή; Τι δίδασκαν εκείνα τα παλιά χρόνια οι Σοφοί στα ελληνόπουλα; Ότι η Αρετή δεν είναι μια «γενική έννοια». Έτσι την συλλαμβάνει ο επιπόλαιος νους των αμόρφωτων. Η Αρετή είναι η Δράση της Σοφίας. Άρα η Αρετή είναι όλες οι αρετές μαζί, η πεμπτουσία. Η Αρετή είναι μία, δεν έχει πληθυντικό. Από το Φως αυτής της Πηγαίας Αυθόρμητης Γνήσιας Αρετής Φωτίζονται και παίρνουν ουσία όλες οι άλλες Αρετές, το πλήθος των αρετών. Αυτή η έννοια της αρετής έχει πληθυντικό. Η Δικαιοσύνη, η Υπέρτατη Αρετή, η Ισότητα, η ισονομία, η ισοδικία, η ισοπολιτεία, η ίση συμμετοχή στα αγαθά, κλπ. Προσέξτε! Όλες οι Αρετές πηγάζουν από την βαθιά μεταφυσική έννοια της ισότητας όλων των πλασμάτων. Προερχόμαστε από Μια Ουσία, άρα είμαστε όλοι ίσοι. Σε αυτό τον απλό συλλογισμό στήριξαν οι Αρχαίοι Έλληνες την Θεωρία της Αρετής.

Ήδη, αγαπητοί φίλοι, φτάσαμε πολύ μακριά! Οι Έλληνες μιλούσαν για την Μια Αιώνια Φύση που Γεννά τα πάντα, από την Οποία Προερχόμαστε και με την Οποία, όλοι μας, μα όλοι μας, Μοιραζόμαστε την Ίδια Ουσία. Μιλούσαν για την Γνώση Αυτής της Αιώνιας Φύσης. Μιλούσαν για την Δράση που πηγάζει από αυτή την Γνώση, την Αληθινή Αρετή (που γεννά και ουσιώνει όλες τις Αρετές)… Δηλαδή, δηλαδή, δηλαδή… Προσέξτε το αυτό. Η Ύπαρξη, η Γνώση, η Αρετή, δεν σχετίζονται απλά: Ταυτίζονται μεταξύ τους στην Βίωση, στην Εμπειρία της Ζωής. Η Ύπαρξη, η Γνώση, η Αρετή, είναι Τρεις «υπερνοητικές συλλήψεις» (κι όχι απλές νοητικές έννοιες) που σχετίζονται με το Βίωμα της Ύπαρξης με την Ζωή. Εκφράζουν την Ίδια την Ζωή, την Αληθινή Ζωή. Δεν είναι τρεις Ταυτόσημες έννοιες, αφού ασφαλώς διαφοροποιούνται στην λειτουργία τους, αλλά τρεις Ισοδύναμοι Όροι που Εκφράζουν τη Ζωή. Η Μια Επικαλείται τις άλλες Δύο έννοιες… Έτσι οι προπάπποι των προπάππων των προπάππων… μας δεν ταύτιζαν απλά, αλλά Βίωναν την Βαθιά Μεταφυσική Ενότητα της Οντολογίας, της Γνωσιολογίας και της Ενάρετης Δράσης (της Αρετής, του Αγαθού). Είτε μιλούσες για την Αληθινή Ύπαρξη, είτε μιλούσες για την Αληθινή Γνώση, είτε μιλούσες για την Ζωντανή Αρετή (το Αγαθόν), μιλούσες για την Ίδια Πραγματικότητα…

Τώρα μην πείτε ότι είμαι κακοήθης, αλλά θαρρώ (με το φτωχό μου το μυαλό) ότι από εδώ εμπνεύστηκαν οι ελληνικής παιδείας πατέρες του χριστιανισμού το «τριαδικό δόγμα» τους. Και μην πείτε ότι βλαστημώ! Φέρτε μου έναν χριστιανό, από τον πάπα της Ρώμης μέχρι τον πιο αμόρφωτο ευλαβή, που να Σέβεται (Αληθινά) και να Τιμά (Αληθινά) τον Ιησού που πιστεύει, και την θρησκεία τους. Ψευτοχριστιανοί όλοι τους. Χριστιανοί του συμφέροντος και του αρρωστημένου εγωισμού τους.

Ωραία Εποχή! Τότε! Με όλους αυτούς τους Σοφούς, από τον Μύστη Ορφέα (ναι, ναι, αν δεν σας το είπαν στα χριστιανικά σχολεία, ήταν υπαρκτό πρόσωπο), τον Θείο Πυθαγόρα, τους Τρεις Μεγάλους Σοφούς, τον Παρμενίδη, τον Ηράκλειτο και τον Πλάτωνα, και τόσους άλλους που δεν αναφέρω όχι γιατί δεν ήταν το Ίδιο Μεγάλοι, αλλά κάτι θα έχετε ακούσει, κι ας τους έχουν αιώνες θαμμένους με την ψεύτικη γνώση τους, την ψεύτικη ιστορία τους, τα ψεύτικα λόγια τους… Τι να πεις για τους Σοφιστές, τους Κυνικούς, τους Στωικούς, τους Επικούρειους, τους Σκεπτικιστές, τους Νεοπλατωνικούς!…

Οι σύγχρονοι Έλληνες (οι πιο πολλοί, μην είμαστε κι άδικοι) τους αγνοούν όλους αυτούς τος Σοφούς… Άλλωστε τι γνώριζαν όλοι αυτοί οι ηλίθιοι σοφοί; Ο σύγχρονος Έλληνας κάθεται μπροστά στην τηλεόραση και τα μαθαίνει όλα! Του λένε την αλήθεια, η κυβέρνηση, οι δημόσιοι λειτουργοί, οι τραπεζίτες, οι επιχειρηματίες που κάνουν τις χοντρές δουλειές με το «κοινό» δημόσιο… Κι αν δεν του την πουν αυτοί, γιατί υπάρχουν και κακοί δημοσιογράφοι (βεβαίως υπάρχουν και οι άλλοι οι σοβαροί υπερασπιστές της αλήθειας), μπορούν να την βρουν. Στο «ανεξάρτητο» διαδίκτυο ας πούμε. Εκεί η αλήθεια ρέει ελεύθερη. Προπάντων στις καταγγελτικές ιστοσελίδες… Στην πραγματικότητα οι άνθρωποι όλοι είναι στο μαύρο σκοτάδι! Ακόμα και οι «εχθροί» του συστήματος για το σύστημα δουλεύουν, είναι μέρος του συστήματος, σαν δικλείδα ασφαλείας (ας εκτονωθούν οι ηλίθιοι, το σύστημα κάνει τη δουλειά του).

Τελικά είμαστε όλοι συνένοχοι. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Όλοι εμείς οι καλοί άνθρωποι φτιάξαμε αυτή την ωραία κοινωνία…

Κι εγώ ο ηλίθιος κάθομαι να γράψω, μεταξύ σοβαρού και αστείου, για την Αρετή! Λες κι ενδιαφέρεται κανένας!

Βέβαια, κοιτάξτε, αγαπητοί φίλοι, πόσο ευρηματικό είναι το ανθρώπινο μυαλό. Μπορώ να βρω χιλιάδες δικαιολογίες. Έχω ηθικό καθήκον, (τι βλακεία). Υπηρετώ την αλήθεια, (ποια αλήθεια; υπάρχει αλήθεια στο χάος;). Για προσωπικούς λόγους, να «κάνω» τον συγγραφέα, (λες και δεν φτάνουν εκατομμύρια βιβλία και λόγια, λόγια, λόγια, που δεν λένε τίποτα). Να μεταχειριστώ τις γνώσεις μου (ποιες γνώσεις;) για να αποκομίσω κάποιο όφελος…

Στην πραγματικότητα δεν συμβαίνει τίποτα από όλα αυτά… Τίποτα που να έχει σχέση με τον κόσμο, τους ανθρώπους, τη ζωή στη γη… Τελικά δεν έχει σημασία. Απλά Μιλάμε για την Αρετή. Δεν χρειάζεται να έχουμε λόγο να το κάνουμε. Η Ύπαρξη Απλά Υπάρχει! Η Ζωή Απλά Εκδηλώνεται! Εμείς Απλά Ζούμε! Απλά Κάνουμε Ό,τι Κάνουμε… Ευτυχώς που η βουδιστική παιδεία μας (μιλάω για μένα) μας έδωσε το προνόμιο να «είμαστε ηλίθιοι χωρίς τύψεις»…

Η ευαισθησία είναι Δύναμη

Θα σε πολεμήσουν.
Θα σε φθονούν.
Θα σου βάλουν εμπόδια.
Θα σπείρουν ζιζάνια.
Θα σου βάλουν τρικλοποδιές.

Για να σε κάνουν σαν κι εκείνους...
σκληρό!
Εσύ όμως ξέρεις πως η αληθινή δύναμη βρίσκεται στην ευαισθησία.

Ευαισθησία δεν σημαίνει να κλαψουρίζεις.
Ευαισθησία δεν είναι να δειλιάζεις, να τα παρατάς.

Ευαισθησία είναι η ευγένεια της ψυχής, να εκφράζει όσα νιώθει με αγάπη και σεβασμό.
Να συμπονεί.
Να συμπαραστέκεται.
Να κατανοεί.
Να αγαπά.

Η ευαισθησία είναι Δύναμη.
Μην αφήσεις κανέναν να σου την αφαιρέσει.

Αφιερωμένο στους ευαίσθητους του κόσμου που μάχονται ακόμα...

Ο «ΠΡΟΦΗΤΗΣ» ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ

Ζαχ. 9,9 Χαῖρε σφόδρα, θύγατερ Σιών· κήρυσσε, θύγατερ Ἱερουσαλήμ· ἰδοὺ ὁ βασιλεὺς σου ἔρχεταί σοι, δίκαιος καὶ σῴζων αὐτός, πραΰς καὶ ἐπιβεβηκὼς ἐπὶ ὑποζύγιον καὶ πῶλον νέον.

Ζαχ. 9,9 Χαίρε λοιπόν παρά πολύ, κόρη μου Σιών, διαλάλησε Ιερουσαλήμ ιδού ο βασιλεύς σου έρχεται εις σε δίκαιος, λυτρωτής και σωτήρ, πράος, καθήμενος επάνω εις ένα υποζύγιον, εις ένα νεαρόν πωλάριον.

Ζαχ. 9,10 καὶ ἐξολοθρεύσει ἅρματα ἐξ Ἐφραὶμ καὶ ἵππον ἐξ Ἱερουσαλήμ, καὶ ἐξολοθρεύσεται τόξον πολεμικόν, καὶ πλῆθος καὶ εἰρήνη ἐξ ἐθνῶν· καὶ κατάρξει ὑδάτων ἕως θαλάσσης καὶ ἀπὸ ποταμῶν ἕως διεκβολῶν γῆς.

Ζαχ. 9,10 Αυτός θα δέση εις αχρηστίαν τα πολεμικά άρματα της φυλής του Εφραίμ, που εκπροσωπεί το βασίλειον του Ισραήλ, και το ιππικόν της Ιερουσαλήμ. Θα εξολοθρεύση τα πολεμικά τόξα και θα επικρατήση μεγάλη ειρήνη εκ μέρους των ειδωλολατρικών λαών. Θα κυριαρχήση ως υπέρτατος άρχων από των ανατολικών ποταμών μέχρι της Μεσογείου Θαλάσσης, από τους ποταμούς Τιγρητα και Ευφράτην μέχρι των περάτων της γης.

Ζαχ. 9,11 καὶ σὺ ἐν αἵματι διαθήκης σου ἐξαπέστειλας δεσμίους σου ἐκ λάκκου οὐκ ἔχοντος ὕδωρ.

Ζαχ. 9,11 Συ, Κυριε, απαντά ο προφήτης, χάρις εις την Διαθήκην, που συνήψες δι' αιματηρών θυσιών με τους Ισραηλίτας, ανέσυρες τους δεσμίους και αιχμαλώτους Ιουδαίους, από τον λάκκον της αιχμαλωσίας των, όπου ούτε ύδωρ δεν υπήρχε.

Ζαχ. 9,12 καθήσεσθε ἐν ὀχυρώματι δέσμιοι τῆς συναγωγῆς, καὶ ἀντὶ μιᾶς ἡμέρας παροικεσίας σου διπλᾶ ἀνταποδώσω σοι·

Ζαχ. 9,12 Σεις δέ, οι αιχμάλωτοι και δέσμιοι της Ιουδαϊκής συναγωγής, θα εγκατασταθήτε ασφαλείς και ειρηνικοί εις την ωχυρωμένην πόλιν σας. Και έτσι αντί της ολιγοχρονίου εξορίας σου, λαέ της φυλής Ιούδα, θα σου ανταποδώσω εγώ πολλαπλασίαν την αμοιβήν σου.

Ζαχ. 9,13 διότι ἐνέτεινά σε, Ἰούδα, ἐμαυτῷ εἰς τόξον, ἔπλησα τὸν Ἐφραὶμ καὶ ἐξεγερῶ τὰ τέκνα σου, Σιών, ἐπὶ τὰ τέκνα τῶν Ἑλλήνων καὶ ψηλαφήσω σε ὡς ῥομφαίαν μαχητοῦ·

Ζαχ. 9,13 Διότι σας, της φυλής Ιούδα, σας εχρησιμοποίησα και σας ετέντωσα ως τόξον, ως άλλην δε φαρέτραν εγέμισα με βέλη τους άλλους Ισραηλίτας. Θα εξεγείρω τα τέκνα σου, ω Σιών, εναντίον των τέκνων των Ελλήνων και θα σε χειρισθώ ως ρομφαίαν πολεμιστού.

Ζαχ. 9,14 καὶ Κύριος ἔσται ἐπ᾿ αὐτοὺς καὶ ἐξελεύσεται ὡς ἀστραπὴ βολίς, καὶ Κύριος παντοκράτωρ ἐν σάλπιγγι σαλπιεῖ καὶ πορεύσεται ἐν σάλῳ ἀπειλῆς αὐτοῦ.

Ζαχ. 9,14 Ο Κυριος θα επέλθη εναντίον αυτών των εχθρών και τα βέλη του θα εξακοντισθούν ως αστραπαί. Ο Κυριος ο παντοκράτωρ θα σαλπίση με σάλπιγγα και θα βαδίση εναντίον αυτών προκαλών αναταραχήν με την δικαίαν αυτού απειλήν.

Ζαχ. 9,15 Κύριος παντοκράτωρ ὑπερασπιεῖ αὐτούς, καὶ καταναλώσουσιν αὐτούς, καί καταχώσουσιν αὐτοὺς ἐν λίθοις σφενδόνης καὶ ἐκπίονται αὐτοὺς ὡς οἶνον καὶ πλήσουσιν ὡς φιάλας θυσιαστήριον.

Ζαχ. 9,15 Αλλά ο Κύριος ο παντοκράτωρ, θα βοηθήση τους Ιουδαίους και θα εξοντώσουν τους εχθρούς. Θα τους καταχώσουν με τους λίθους της σφενδόνης των, θα τους καταπιούν, όπως πίνουν τον οίνον, θα γεμίσουν δοχεία από αίμα όπως γεμάται από το αίμα των θυσιαζομένων ζώων είναι αι φιάλαι και το θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων.

Ζαχ. 9,16 καὶ σώσει αὐτοὺς Κύριος ὁ Θεὸς αὐτῶν ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, ὡς πρόβατα λαὸν αὐτοῦ, διότι λίθοι ἅγιοι κυλίονται ἐπὶ γῆς αὐτοῦ.

Ζαχ. 9,16 Ο Κύριος ο Θεός των θα σώση τους Ιουδαίους κατά την ημέραν εκείνην. Ως πρόβατα θα προστατεύση τον λαόν του· ωσάν ακτινοβολούντας πολυτίμους λίθους διαδήματος, οι οποίοι κυλίονται εις την γη του.

Ζαχ. 9,17 ὅτι εἴ τι ἀγαθὸν αὐτοῦ καὶ εἴ τι καλὸν παρ᾿ αὐτοῦ, σῖτος νεανίσκοις καὶ οἶνος εὐωδιάζων εἰς παρθένους.

Ζαχ. 9,17 'Οποιο δε αγαθόν υπάρχει ανήκει στον λαόν του και κάθε τι καλόν που υφίσταται, θα πηγαίν·η εις αυτόν, τροφή δια τους νέους και οίνος χαροποιός δι' τας παρθένους.


Επεξήγηση του επίσκοπου Κύριλλου Αλεξάνδρειας, του φονιά της Υπατίας (!):

«Ποια τα τέκνα της Σιών, τα κατά των τέκνων των Ελλήνων εξεγειρόμενα, ειμή οι θεσπέσιοι μαθηταί και οι των εκκλησιών κατά καιρούς ηγούμενοι»;

ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΟΥΝ ΤΗΝ ΠΑΡΑΠΑΝΩ «ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ» ΤΟΥ ΖΑΧΑΡΙΑ ΓΡΑΦΟΝΤΑΣ:

1. Έλλην εκείνο τον καιρό σήμαινε ειδωλολάτρης.

Δηλαδή ο Ζαχαρίας γράφοντας ότι "πρέπει να θάψουμε τους Έλληνες κάτω από πέτρες" εννοεί να θάψουμε τους ειδωλολάτρες...

Το 520 π.Χ. που γράφτηκε από τον Ζαχαρία αυτή η "προφητεία" δεν είχε έρθει ο «Μεσσίας τους» για να είναι κάτι άλλο από ειδωλολάτρες οι Έλληνες. Άλλωστε όλοι οι λαοί τότε για τους ιουδαίους «ειδωλολάτρες» ήταν. Γιατί να τους ονομάζουν όλους Έλληνες;

2. Το χωρίο αυτό προστέθηκε αργότερα. Δεν ανήκει στην «προφητεία» του Ζαχαρία, που εγράφη στον ΣΤ΄ αιώνα προ Χριστού, αλλά προστέθηκε στην εποχή των αγώνων των Εβραίων (Μακκαβαίων) εναντίον των διαδόχων του Μ. Αλεξάνδρου (4ος αιώνας π.Χ. και εξής).

Λένε ότι ανθρώπινο χέρι «διόρθωσε» τα «θεόπνευστα» εβραϊκά κείμενα. Τότε δεν έχουν παρά να το αφαιρέσουν σήμερα. Τι το κρατούν...

3. Δεν εννοεί τους σημερινούς κάτοικους Ελλάδος αλλά τους τότε Μακεδόνες κατακτητές του Ισραήλ.

Το 520. π.Χ. οι Έλληνες δεν ήταν στο Ισραήλ κατακτητές. Μήπως ήταν οι Φιλισταίοι που ήταν Κρητικά φύλα (σημερινοί Παλαιστίνιοι) και οι οποίοι προϋπήρχαν των Εβραίων προ της Εξόδου από την Αίγυπτο; Ο "προφήτης" Ιεζεκιήλ ετοιμάζει άλλη εξολόθρευση για τους Κρητικούς:

«Ιδού εγώ εκτείνω την χείρα μου επί τους αλλοφύλους και ΕΞΟΛΟΘΡΕΥΣΩ Κρήτας και απολώ τους καταλοίπους τους κατοικούντας την παραλίαν και ποιήσω εν αυτοίς εκδικήσεις μεγάλας και επιγνώσονται διότι εγώ Κύριος,εν τω δούναι την εκδίκησιν μου επ΄αυτούς» (Ιεζ.ΚΕ΄16-17).

Ήταν κατακτητές της Παλαιστίνης και οι Κρητικοί;

ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΚΑΘΑΡΑ ΓΡΑΜΜΕΝΑ ΣΤΗΝ «ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ».

Απλά όλοι εμείς τα μονίμως απονήρευτα κουτάβια, πίνοντας απ’ τον θεολογικό μανδραγόρα αυτής της θρησκείας, υπήρξαμε σε τέτοιο αξιοθρήνητο βαθμό "υπνωτισμένοι" (κατ’ ουσία μαγεμένοι), που ανεχθήκαμε αδιαμαρτύρητα, κυριολεκτικώς τα πάντα...

Κανείς δεν θα περίμενε να υπάρχουν στα ιερά τους βιβλία σημειωμένες πεντακάθαρα όλες αυτές οι αποκαλυπτικές λεπτομέρειες. Κι όμως είναι εκεί και μας χλευάζουν. Πού σκόνταψε τέλος πάντων η κρίση τόσων εκατομμυρίων αξιοπρεπώς θρησκευόμενων ανθρώπων που κατ’ επανάληψη διάβασαν τις περιπέτειες του Ιησού; Γιατί δεν είδαν αυτά που με μια μόνο ματιά ξεχωρίζει η σύγχρονη ψύχραιμη αμφισβήτηση; Προφανώς κάτι άλλο φταίει. Περισσότερο απ’ όλα, πρέπει να ευθύνεται το γεγονός, ότι οι άνθρωποι δεν θέλουν να κρίνουν τους θεούς. Ο μέσος άνθρωπος δυσκολεύεται να σηκώσει εξεταστικά τα μάτια του στους θεούς του. Να γιατί κάποιοι δεν επιδίωξαν την απλή ηρωοποίηση, αλλά το απόλυτο απυρόβλητο της θεοποίησης.

Ακούγεται τραγικό, για πολλούς πρέπει να είναι και εξαιρετικά οδυνηρό, αλλά ήρθε ο καιρός να το παραδεχθούμε, βασικά παραμένουμε μυθομανείς.

Μια τεράστια πνευματική αυτοκρατορία δόλου, μας μεταμορφώνει ακόμα μαζικά σαν εκείνους τους αποχαυνωμένους αρχαίους Ασσύριους, που ευχαρίστως σχημάτιζαν πολυάνθρωπες πομπές, στον κεντρικό δρόμο της Βαβυλώνας, για να τιμήσουν τα πάθη και την ανάσταση του θεού Μαρδούκ. Σαν τους αφανισμένους, κακόμοιρους Αιγυπτίους, που κάθε χρόνο με θρησκευτική ευλάβεια ζούσαν σαν αληθινά, τα πάθη, τον θάνατο και την ανάσταση του Όσιρη. Σαν τους ομοιοπαθείς εκείνους Μικρασιάτες, που έκλαιγαν γοερά για τον θάνατο του Άδωνη και γιόρταζαν ξέφρενα την ανάστασή του. Σαν όλους εκείνους τους αφιονισμένους ανθρώπους του μυθολογικού μας παρελθόντος, πέσαμε κι εμείς με την σειρά μας στην παγίδα των πολυθέλγητρων μυθοπλαστικών ιερατείων και δυστυχώς δεν θέλουμε να ξυπνήσουμε απ’ τον μυθολογικό μας λήθαργο.

Ναι, πρέπει να καταλάβουμε, ότι εκτός απ’ την τεχνολογία που μας περιβάλλει και μας δίνει μια ψευδαίσθηση νοημοσύνης, σε θεολογικό και φιλοσοφικό επίπεδο δεν άλλαξαν και πολλά πράγματα γύρω μας, αφού οι "θεοί" μας εξαπατούν με την ίδια ευκολία ακόμα.

Τόσους αιώνες παραμείναμε αξιοθρήνητα θύματα θεολογικής απάτης και δυστυχώς το πληρώσαμε και θα το πληρώσουμε ακόμα, ακριβότερα απ’ ό,τι μπορούμε να φανταστούμε.

Η ΓΑΛΙΛΑΙΑ ΚΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ

Οι πόλεις της Γαλιλαίας ήταν οργανωμένες με τα ελληνικά δεδομένα και είχαν ναούς, θέατρα, γυμναστήρια, «αγορά» κτλ. Οι Ιουδαίοι αντιμετώπιζαν με εχθρότητα τους Γαλιλαίους, όπως συνέβαινε παλαιότερα με τους Φιλισταίους, αφού τους έβλεπαν ανταγωνιστικά και φυλετικά διαφορετικούς.
Τα ελληνικά ονόματα πού είχαν οι περισσότερες πόλεις της Γαλιλαίας (Επτάπηγον, Καισάρεια, Τιβεριάς, Σκυθόπολις) αλλά και οι γειτονικές (Γέρασα, Πέλλα, Φιλαδέλφεια, Καλλιρόη, Ελευθερούπολις κ.α.) μαρτυρούν την έντονη ελληνική παρουσία στην περιοχή.

Η Γαλιλαία είναι η βορειότερη περιοχή της σημερινής Παλαιστίνης.

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΓΑΛΙΛΑΙΑ

Υπάρχουν δύο ετυμολογίες για την λέξη Γαλιλαία.

Η μία παράγει το όνομα από τον εξελληνισμένο τύπο του εβραϊκού ονόματος Γαλείλ (=κύκλος, περιοχή].

Η άλλη ετυμολογία της «Γαλιλαίας των εθνών», όπως ονομαζόταν, λέγεται ότι προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις γα (γη) και λιλαίομαι (επιθυμώ). Άρα Γαλιλαία = επιθυμητή γη.

Το έτυμο της ονομασίας Γαλιλαία προέρχεται, κατά μία εκδοχή, από την αρχαία φωκική πόλη Λιλαία, η οποία στα νεότερα χρόνια μετονομάστηκε σε Κάτω Αγόριανη Παρνασσού. Επομένως η Γαλιλαία είναι η γα (δηλαδή η γή στα δωρικά) της Λιλαίας. Αγνοούμε αν η Λιλαία, που αναφέρεται στο «Νεών Κατάλογο» της β’ ραψωδίας της Ιλιάδας, όπου καταγράφονται τα πλοία των Αχαιών, τα οποία εκστράτευσαν κατά της Τροίας, είχε ιδρύσει αποικία στη Γαλιλαία.

ΤΑ ΕΔΑΦΙΚΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΓΑΛΙΛΑΙΑΣ

Η έκταση της Γαλιλαίας είναι περίπου 5000 τχ. Περίπου σαν τον νομό Λάρισας.

Τα εδαφικά όρια της Γαλιλαίας δεν παρέμεναν σταθερά στο διάβα των ετών. Η μέγιστη έκτασή της φαίνεται να ήταν περίπου 100 επί 50 χλμ. και περιλάμβανε την αρχαία εδαφική περιοχή των φυλών Ασήρ, Ισσάχαρ, Νεφθαλί και Ζαβουλών. Ωστόσο, στη διάρκεια της επίγειας διακονίας του Ιησού Χριστού, η Γαλιλαία, ενόσω υπαγόταν στη δικαιοδοσία του Ηρώδη Αντίπα (Λου 3:1), είχε έκταση μόλις 40 χλμ. περίπου από την Α προς τη Δ και περίπου 60 χλμ. από το Β προς το Ν.

Προς το Νότο βρισκόταν η Σαμάρεια, και το νότιο όριο της Γαλιλαίας εκτεινόταν από τους πρόποδες του Όρους Κάρμηλος, κατά μήκος της Κοιλάδας της Ιεζραέλ (Εσδρηλών), προς τη Σκυθόπολη (Βαιθ-σεάν) και από εκεί έφτανε στον Ιορδάνη. Σύμφωνα με τον Ιώσηπο, ο Ιορδάνης Ποταμός, με τη Θάλασσα της Γαλιλαίας και τη λίμνη Χούλα (το μεγαλύτερο μέρος της οποίας έχει αποξηρανθεί), αποτελούσε το ανατολικό όριο, αλλά ίσως υπήρχαν περιοχές όπου το όριο αυτό δεν ήταν τόσο σαφώς καθορισμένο. Η περιοχή της Τύρου, η οποία έφτανε κάτω από την αρχαία πόλη Κέδες (Κάδασα, Κυδασοί), συνόρευε με τη Γαλιλαία στο Β. (Ο Ιουδαϊκός Πόλεμος, Γ΄, 35-40 [iii, 1]· Β΄, 459 [xviii, 1]· Δ΄, 104, 105 [ii, 3]) Προς τα Δ εκτεινόταν η περιοχή της Πτολεμαΐδας (Ακό) και το Όρος Κάρμηλος.

Η βόρεια αυτή ρωμαϊκή επαρχία της Παλαιστίνης, η οποία βρισκόταν στα Δ του Ιορδάνη, χωριζόταν επιπλέον σε Άνω και Κάτω Γαλιλαία. Το όριο ανάμεσα στις δύο Γαλιλαίες εκτεινόταν από την Τιβεριάδα στη δυτική όχθη της Θάλασσας της Γαλιλαίας ως ένα σημείο κάπου κοντά στην Πτολεμαΐδα.—Ο Ιουδαϊκός Πόλεμος, Γ΄, 35 (iii, 1).

ΟΙ ΠΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΓΑΛΙΛΑΙΑΣ

Οι πόλεις της Γαλιλαίας ήταν οργανωμένες με τα ελληνικά δεδομένα και είχαν ναούς, θέατρα, γυμναστήρια, «αγορά» κτλ. Οι Ιουδαίοι αντιμετώπιζαν με εχθρότητα τους Γαλιλαίους, όπως συνέβαινε παλαιότερα με τους Φιλισταίους, αφού τους έβλεπαν ανταγωνιστικά και φυλετικά διαφορετικούς.

Τα ελληνικά ονόματα πού είχαν οι περισσότερες πόλεις της Γαλιλαίας (Επτάπηγον, Καισάρεια, Τιβεριάς, Σκυθόπολις) αλλά και οι γειτονικές (Γέρασα, Πέλλα, Φιλαδέλφεια, Καλλιρόη, Ελευθερούπολις κ.α.) μαρτυρούν την έντονη ελληνική παρουσία στην περιοχή. Οι κάτοικοι ήταν Έλληνες, εξελληνισμένοι και ελληνίζοντες. Καθομιλουμένη γλώσσα των εθνοτήτων ήταν η ελληνική. Αυτές οι ρωμαϊκές ή εβραϊκές, (κατά τους διεθνείς ιουδαίους), πόλεις, για 1.000 ολόκληρα χρόνια (από το 300 π.Χ. μέχρι και το 700 μ.Χ. πού καταστράφηκαν από τους άραβες), ενώ ανέπτυξαν σπουδαίο ελληνικό πολιτισμό και έβγαλαν περίφημους επιστήμονες και συγγραφείς, σήμερα αγνοούνται από τους ίδιους τους νεοέλληνες.

Ο πληθυσμός της στα χρόνια του Χριστού ήταν περίπου 150.000 κάτοικοι και ο εβραίος ιστορικός Ιώσηπος αναφέρει ότι είχε 15 πόλεις και 204 χωριά.

Ο Άγιος Κύριλλος καταγράφει ότι κατά την εποχή του Χριστού στις πόλεις της Γαλιλαίας κατοικούσαν Έλληνες.

Επειδή ευρίσκεται κοντά η χώρα των Ιουδαίων προς την χώρα των Γαλιλαίων και επειδή έχουν πόλεις και κωμοπόλεις γειτονικές μεταξύ τους οι Έλληνες και εκείνοι (οι Ιουδαίοι) έκαναν συχνές τις αναμίξεις, σύχναζαν δε οι μεν προς τους δε (Κύριλλος Ερμηνεία εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον τόμος 2 σελίδα 308).

Πολλές Ελληνικές πόλεις είχαν ιδρυθεί στα παράλια από την Πτολεμαϊδα την παλιά Άκκα ως την Γάζα.

Η Καισάρεια που ο Ηρώδης ο Μέγας μετέτρεψε σε πρώτο λιμάνι της Παλαιστίνης ήταν κατά τα τρία τέταρτα Ελληνική.

Η Σεπφωρίς, η πρωτεύουσα της Γαλιλαίας, ήταν στην ουσία και αυτή Ελληνική πόλη

Δανιήλ Ροπς (Η καθημερινή ζωή στην Παλαιστίνη σελίδα 52-53)

Οι εξελληνισμένες πόλεις της Γαλιλαίας και ευρύτερα της Παλαιστίνης παρέμεναν ακμάζουσες και κατά την εποχή του Χριστού. Η εβραϊκή γλώσσα είχε εξαφανισθεί και μιλούσαν μόνο ελληνικά και αραμαϊκά (συριακά).

Ο ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ ΤΗΣ ΓΑΛΙΛΑΙΑΣ

‘Ολος ο πληθυσμός στην Δεκάπολη και στη Γαλιλαία είχε ελληνική καταγωγή από το 300 π.Χ. τουλάχιστον και πριν απ’ αυτό, γιατί οι λίγοι εβραίοι πού υπήρχαν στην Γαλιλαία ως το 600 π.Χ. περίπου είχαν μεταφερθεί στην Βαβυλώνα από τον Ναβουχωδονόσορα και ελάχιστοι επέστρεψαν πίσω και αυτοί κυρίως γύρισαν στην Ιουδαία.

Αν και οι πόλεις ευρίσκοντο υπό Ρωμαϊκή διοίκηση το Ελληνικό στοιχείο εξακολουθούσε να είναι κυρίαρχο και ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού ήταν Ελληνικής καταγωγής.

Το αυτό συνέβαινε και με τους μαθητές του Χριστού οι οποίοι ήταν όλοι Γαλιλαίοι πλην ενός του Ιούδα ο οποίος ήταν Ιουδαίος.

Τρεις Γαλιλαίοι μαθητές του Ιησού Χριστού είχαν καθαρά ελληνικά ονόματα ΠΕΤΡΟΣ, ΑΝΔΡΕΑΣ, ΦΙΛΙΠΠΟΣ.

Οι Γαλιλαίοι μαθητές του Χριστού είχαν ρίζες Ελληνικές και αυτό φανερώνεται όχι μόνον από την εξελληνισμένη περιοχή στην οποία κατοικούσαν, αλλά και από τα Αρχαία Ελληνικά ονόματά τους,

-Φίλιππος, Πέτρος, Ανδρέας, Σίμων, Ιωάννης (εκ του Ίωνας)

Θωμάς (εκ του θώμα=θαύμα)

Όσον αφορά στους πατέρες των μαθητών του Χριστού στην καταγραφή του Δωροθέου περιλαμβάνονται μερικά ακόμη Αρχαία Ελληνικά ονόματα όπως Διοφάνης, Σωσθένης, Άνδρων, Ζήνων, Αλφαίος, Ιωνάς, (εκ του Ίωνας) και Ζεβεδαίος (εκ του Ζευς+Ιδαίος).

Η καταγραφή του Επισκόπου Δωροθέου ο οποίος έζησε μεταξύ 2ου και 3ου μ Χ αιώνα περιλαμβάνεται στην Χρονογραφία με τίτλο Chronicon Paschale (εκδόσεις Βόννης και Βενετίας) και αποκαλύπτει ότι όλες οι μητέρες των μαθητών του Χριστού είχαν Αρχαία Ελληνικά ονόματα:

Ιεροκλεία, η μητέρα του Ιωάννη και του Ιακώβου

Σοφία, η μητέρα του Φιλίππου

Ρέα, η μητέρα του Θωμά

Ουρανία, η μητέρα του Βαρθολομαίου

Ευτυχία, η μητέρα του Ιακώβου του Αλφαίου

Χειροθεία, η μητέρα του Ματθαίου

Αμμία (=μητέρα), η μητέρα του Σίμωνος του Κανανίτη

Σελήνη η μητέρα του Θαδδαίου

Ιωάννα (εκ του Ίωνα), η μητέρα του Πέτρου και του Ιακώβου

ΓΙΑΤΙ ΝΑΖΩΡΑΙΟΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΝΑΖΑΡΕΤΙΝΟΣ; […και ήλθεν εις Νάζαρα ου ην τεθραμμένος και εισήλθεν κατά το ειωθός αυτώ εν τη ημέρα των σαββάτων… (Λουκ. 4, 16)].

Τόσο στην Παλαιά όσο και στην Καινή Διαθήκη η Γαλιλαία δεν θεωρείται εβραϊκή περιοχή, αλλά ξένη χώρα, στην οποία δεν κατοικούσαν Ιουδαίοι αλλά αλλοεθνείς. ΄Ηταν λοιπόν επόμενο που ο Ιησούς απέφευγε να διδάσκει στην Ιουδαία, «δια τον φόβον των Ιουδαίων», όπως αναφέρεται συχνά στα Ευαγγέλια. 'Αλλωστε οι ίδιοι οι Ιουδαίοι τον αποκαλούσαν ειρωνικά Ναζωραίο, υποδεικνύοντας έτσι ότι τον θεωρούσαν ξένο. Λίγο περίεργο φαίνεται ωστόσο το ότι, ενώ ο Ιησούς καταγόταν από τη Ναζαρέτ, δεν τον αποκαλούσαν, όπως θα ήταν φυσικό, Ναζαρετινό. Το επίθετο Ναζωραίος ήταν όμως το ορθό, δεδομένου ότι η πόλη λεγόταν στα ελληνικά Νάζαρα, όπως αυτή αναφέρεται και στα Ευαγγέλια […και ήλθεν εις Νάζαρα ου ην τεθραμμένος και εισήλθεν κατά το ειωθός αυτώ εν τη ημέρα των σαββάτων… (Λουκ. 4, 16)], και τα χρόνια εκείνα τα 2/3 των κατοίκων της ήταν ΄Ελληνες. Η σημερινή αραβική ονομασία της σημαίνει «Η ένδοξη».

Γεγονός πάντως είναι ότι οι Γαλιλαίοι ήταν Φιλισταίοι, δηλαδή κρητικής καταγωγής, που απόγονοί τους είναι οι σημερινοί Παλαιστίνιοι, οι οποίοι έχουν κρατήσει μέχρι σήμερα τόσο στα αραβικά όσο και σε όλες τις γλώσσες την ελληνική τους ονομασία, που προέρχεται από την εβραϊκή Πελεσέτ (= χώρα των Φιλισταίων).

Όπως βλέπετε, από αρχαιοτάτων χρόνων κρατάει η εχθρότητα των Εβραίων απέναντι στους Φιλισταίους (βλ. την ιστορία του Δαβίδ και του Γολιάθ). Σύμφωνα πάλι με την ελληνική μυθολογία, με το όνομα Παλαιστίνος ήταν γνωστός ένας βασιλιάς της Μακεδονίας, γιος του θεού Ποσειδώνα. Όταν ο Παλαιστίνος πληροφορήθηκε το θάνατο του γιού του Αλιάκμονα, αυτοκτόνησε πέφτοντας στον ποταμό Κόνοζο, που απ’ αυτό το τραγικό συμβάν μετονομάστηκε σε Παλαιστίνο και αργότερα (μέχρι και σήμερα) σε Στρυμόνα.

Από το 200 π.Χ. μέχρι το 100 π.Χ. περίπου έγινε η περιβόητη επανάσταση των δολοφόνων Μακαβαίων εναντίον των Ελλήνων της Γαλιλαίας. Οι Μακαβαίοι ήταν οι τζιχαντιστές της εποχής (στα εβραϊκά ΜΑΚΑΒ = μαχαίρι - σφυρί).

Το 103 π.Χ. οι Ιουδαίοι φανατικοί ΜΑΚΑΒΑΙΟΙ ΤΖΙΧΑΝΤΙΣΤΕΣ κατέλαβαν οριστικά την Γαλιλαία, πολλές Ελληνικές πόλεις κάηκαν και οι κάτοικοί τους εξαναγκάστηκαν να ασπαστούν με το ζόρι τον Ιουδαϊσμό. Τι εννοούμε με το ζόρι. Οι Έλληνες άνδρες σφάχθηκαν ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΆ με μαχαίρι (εν στόματι μαχαίρας υπερηφανεύεται η Παλαιά Διαθήκη), και τα μικρά αρσενικά υποβλήθηκαν σε υποχρεωτική περιτομή, (σήμερα γίνεται υποχρεωτική περιτομή στους αμερικανούς στις ΗΠΑ και στους Ελληνοαμερικανούς, για... ιατρικούς λόγους ! ).

Παρ’ όλα αυτά το ελληνικό αίμα των Γαλιλαίων δεν άλλαξε και παρά τον σκληρό και απάνθρωπο μωυσαϊκό νόμο πού είχε επιβληθεί με την βία μέχρι της γεννήσεως του Χριστού πολλοί Γαλιλαίοι γύρισαν στις παλιές τους λατρείες, ενώ παράλληλα εγκαταστάθηκαν κι άλλοι Έλληνες στη Γαλιλαία μαζί με Λατίνους, Σύριους κλπ.

Τι αναφέρει ο Παν. Χρήστου εις το βιβλίο του: «Ελληνική Παρουσία στην Παλαιστίνη»:

«…Πολλές από τις ελληνικές και εξελληνισμένες πόλεις ήσαν τοποθετημένες γύρω από την περίφημη λίμνη Γεννησαρέτ».

ΣΕΠΦΩΡΙΣ - ΔΙΟΚΑΙΣΑΡΕΙΑ

Η σπουδαιότερη και μεγαλύτερη πόλις της Γαλιλαίας από τα μέσα του 1ου αιώνος π.Χ. ήτο η Σέπφωρις στο μέσον περίπου του δρόμου από την λίμνη της Γαλιλαίας προς τη θάλασσα. Σε μεταγενέστερα νομίσματα χαρακτηρίζεται ως «Διοκαισάρεια ιερά άσυλος και αυτόνομος» και επειδή σε μερικά νομίσματα επιγράφεται η φράσις «Τραϊανός αυτοκράτωρ έδωκεν» (εξέδωκε) μπορεί να συναχθή ότι αυτός ήταν ο αυτοκράτωρ που παρεχώρησε την αυτονομία. Κατά τους χρόνους του πρώτου ιουδαϊκού πολέμου υπέστη και αυτή μερική καταστροφή αλλά συνήλθε γρήγορα και για ένα διάστημα εφιλοξένησε το ιουδαϊκό Συνέδριο. Η παράδοσις την θεωρεί γενέτειρα της Θεοτόκου Μαρίας και είναι γνωστό ότι κατά την χριστιανική αρχαιότητα ήταν έδρα επισκόπου. Οι ανασκαφές έχουν αποκαλύψει τα λείψανα του αμφιθεάτρου της.

ΤΙΒΕΡΙΑΣ

Στο κέντρο περίπου της δυτικής ακτής της λίμνης εκτίσθηκε γύρω στα 20 μ.Χ. από τον Ηρώδη Αντύπα μια πόλις που ονομάσθηκε προς τιμήν του τότε αυτοκράτορος Τιβεριάς και με το ίδιο όνομα φέρεται σήμερα στα στόματα των Παλαιστινίων (Τιβερίγια). Ενώ στην αρχή προωριζόταν να αποτελέση ελληνιστικό κέντρο και απαγορεύθηκε από τους νομοδιδασκάλους ή διαμονή Ιουδαίων στον χώρο της, ο οποίος είχε χαρακτηρισθή ακάθαρτος, επειδή προηγουμένως ένα μέρος του αποτελούσε νεκροταφείο, επρόκειτο πολύ σύντομα να γίνη το κέντρο του παλαιστινιακού ιουδαϊσμού. Κατά τα ολίγα πρώτα χρόνια της ήταν πρωτεύουσα της Γαλιλαίας και είχε ελληνική εσωτερική διάρθρωση με βουλή από 600 μέλη και δύο εκτελεστικούς άρχοντες, τον στρατηγό για τις εσωτερικές υποθέσεις και τον αγορανόμο για τις οικονομικές. Ανάκτορο, στάδιο, αγορά, ναός συνεπλήρωναν τους ελληνικούς θεσμούς της, εως ότου άλλαξε μορφή και έγινε βασικώς ιουδαϊκή.

Το περιπλανώμενο ιουδαϊκό Συνέδριο μετά την καταστροφή της Ιερουσαλήμ εγκαταστάθηκε τελικώς σε αυτήν, αφού κατά την ιουδαϊκή επανάστασι Ιουδαίοι, που επέδραμαν εναντίον της από άλλες πόλεις της Γαλιλαίας, κατέσφαξαν όλους «τους ενοικούντας Έλληνας» όπως βεβαιώνει ο Ιώσηπος, που παρευρίσκονταν στην περιοχή αυτήν την εποχή.

Ο Ιώσηπος βέβαια δεν ήταν απλά ένας εβραίος ιστορικός του καιρού εκείνου. Πριν τον ιουδαϊκό πόλεμο του 63 μ.Χ. διορίσθηκε από τον Ιουδαίο αρχιερέα Ανανία, διοικητής της Γαλιλαίας, με αποστολή να καταδιώξει τα ριζοσπαστικά ιουδαϊκά κινήματα της περιοχής. Μια από τις αντάρτικες ομάδες με τις οποίες ασχολήθηκε μέσα και γύρω από την λίμνη Τιβεριάδα διοικείτο από αρχισυμμορίτη ονομαζόμενο …Ιησού.

"Προφθάνει, όμως, ο Ιησούς του Σαπφία, που ήταν αρχηγός των επαναστατών όπως ήδη αναφέραμε, στην παράταξη των ναυτών και των απόρων, παίρνοντας μαζί του μερικούς από τους κατοίκους της Γαλιλαίας, έβαλε φωτιά σ’ όλα τα οικήματα των ανακτόρων…Τότε επίσης ο Ιησούς και οι οπαδοί του έσφαξαν όλους τους Έλληνες κατοίκους της Τιβεριάδας, όσους πριν τον πόλεμο ήταν εχθροί τους".
– Ιωσήπου, Βίος 12.

ΦΙΛΩΤΕΡΕΙΑ

Στο νότιο μέρος της λίμνης Γεννησαρέτ, εγκαταστάθηκε ένας ελληνικός οικισμός από τα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου ο οποίος από τον Πτολεμαίο Β΄ Φιλάδελφο προβιβάσθηκε σε πόλη με το όνομα Φιλωτέρεια προς τιμήν της αδελφής του Φιλωτέρας. Ήταν τόση η ορμητικότης των στρατιωτών του Ιουδαίου ηγεμόνος Αεξάνδρου Ιανναίου, κατά τις αρχές του 1ου αιώνος π.Χ. ώστε δεν έμεινε σ’ αυτήν λίθος επί λίθου και είναι δύσκολο σήμερα να καθορισθή με ακρίβεια ακόμη και η τοποθεσία της πόλεως. Από μια πλευρά η Τιβεριάς αποτελεί ανοικοδόμησι της Φιλωτερίας, και μάλιστα με υλικά από τα ερείπιά της, αν και απείχε αρκετά από αυτήν.

ΕΠΤΑΠΗΓΟΝ

Στην βόρεια ακτή της λίμνης ευρισκόταν το Επτάπηγον, το οποίο διατηρεί ως σήμερα το όνομά του (Εττάβγα). Στον τόπο αυτόν, εκτός από ερείπια βυζαντινού ναού με θαυμασίας τέχνης ψηφιδωτά, έχει ευρεθή ένας κυκλικός πύργος με κλίμακα μετρήσεως του ύψους των υδάτων της λίμνης.
Από το σημείο αυτό δεν απέχει παρά δύο μόνο χιλιόμετρα μια τοποθεσία η οποία σήμερα ονομάζεται Τελ Χουμ και χωρίς αμφιβολία είναι ο χώρος στον οποίο βρισκόταν παλαιά η Καπερναούμ, η τόσο γνωστή από το έργο του Ιησού Χριστού πόλις.

Η μικρή απόστασις φανερώνει ότι οι δύο πόλεις, Επτάπηγον και Καπερναούμ, αποτελούσαν μάλλον μια με χωριστές συνοικίες για τους Έλληνες και τους Ιουδαίους. Η σωζόμενη συναγωγή της πόλεως, κτισμένη γύρω στα 200 μ.Χ. αποτελείται από μια ορθογώνια αίθουσα, η οποία στηρίζεται με κίονες κορινθιακού ρυθμού και περιλαμβάνει νάρθηκα και τρία κλίτη.

ΣΚΥΘΟΠΟΛΙΣ - ΝΥΣΑ

Η Σκυθόπολις, τοποθετημένη μερικά χιλιόμετρα νοτίως της λίμνης Γεννησαρέτ και δυτικώς του Ιορδάνη, στη λωρίδα που κατείχαν παλαιότερα οι Φιλισταίοι, ευρίσκεται στα όρια Γαλιλαίας και Σαμαρείας. Οι Φιλισταίοι είχαν εδώ μεγαλοπρεπή ναό της θεότητος των όφεων, από τον οποίο η πόλις επήρε το σημιτικό όνομα Βεθ Σεάν (Οίκος των Όφεων). Οι Ισραηλίτες, οι οποίοι έχασαν τον πρώτο βασιλέα των Σαούλ πολεμώντας προ αυτής κατόρθωσαν να την καταλάβουν. Ο Ηρόδοτος περιγράφει μια εισβολή των Σκυθών στην Παλαιστίνη και την Αίγυπτο ολίγον πριν από τα 600 και φαίνεται ότι από τότε της έμεινε το άλλως ανεξήγητο νέο της όνομα Σκυθόπολις , με το οποίο αναφαίνεται τον 3ο αιώνα π.Χ.

Επειδή μόνο οι Έλληνες ονόμαζαν αυτόν τον λαό Σκύθες, πρέπει να υποθέσωμεν ότι το όνομα αυτό δόθηκε στην πόλη από τους Φιλισταιοέλληνες. Κατά τα ελληνιστικά χρόνια η κυρία λατρεία της πόλεως ήταν του Διονύσου, από τον οποίο απέκτησε και το όνομα Νύσα, όπως ονομαζόταν η τροφός του Διονύσου, εμφανιζόμενη στα νομίσματά της. Ελατρεύονταν επίσης σ’ αυτήν ο Ζευς και ο Ήλιος. Αν και ο Αντίοχος Θ’ Φιλοπάτωρ την παρεχώρησε στους Ασμοναίους με χρηματικά ανταλλάγματα, η Σκυθόπολις έμεινε πάντοτε ελληνική, τόσο πολύ μάλιστα, ώστε και οι ολίγοι Ιουδαίοι οι οποίοι εγκαταστάθηκαν σ’ αυτήν αργότερα να συντάσσονται με το μέρος των Ελλήνων κατά τις ιουδαϊκές επαναστάσεις. Σύμφωνα με την εξογκωμένη ίσως είδησι του Ιωσήπου οι Σκυθοπολίτες σε μία περίπτωσι εφόνευσαν άνω των 10.000 Ιουδαίων.

Από την εποχή του Πομπήϊου απετέλεσε αυτόνομη πόλη και τμήμα της Δεκαπόλεως, ως η μόνη πόλις της ομοσπονδίας δυτικώς του Ιορδάνη και η μεγαλύτερή της μετά την Δαμασκό. Ήταν ονομαστή για την βιομηχανία των λινών υφασμάτων.

Σπουδαία ήταν η θέση της κατά την βυζαντινή εποχή οπότε ανέδειξε αξιόλογες προσωπικότητες, ως έδρα μιας από τις κυριότερες μητροπόλεις της Παλαιστίνης. Ο πρώτος γνωστός επίσκοπός της είναι ο Πατρόφιλος, που υπεστήριζε τον αρειανισμό. Σε μεγάλη ακμή ευρισκόταν ιδίως τον 6ο αιώνα μ.Χ. εποχή κατά την οποία έζησαν οι σπουδαίοι συγγραφείς Ιωάννης ο Σχολαστικός και Κύριλλος ο Σκυθοπολίτης.

Γύρω από το σημερινό χωριό Βεθ Σεάν, που έχει διευρευνθή με νέες συνοικίες κατά το 1949 ,και σε μεγάλη έκταση, σώζονται ερείπια που δείχνουν ότι κατά τα ελληνιστικά και τα πρώτα βυζαντινά χρόνια ήταν μεγαλόπολις: τείχη, αμφιθέατρο, θέατρο. Ένα από τα κυριότερα ευρήματα είναι τα ερείπια ενός ελληνικού μοναστηριού της Θεοτόκου Μαρίας, κτισμένου τον 6ο αιώνα, του οποίου τα θαυμάσια μωσαϊκά σώζονται σε καλή κατάσταση.

Ο Λεωνίδας Ι. Φιλιππίδης, μέσα στο μνημειώδες έργο του «Ιστορία της εποχής της Καινής Διαθήκης εξ απόψεως παγκοσμίου και πανθρησκειακής» (2), αναφερόμενος στους Έλληνες που ζούσαν στην Παλαιστίνη, αλλά και τις λατρείες, που έκαναν στις ελληνικές πόλεις της περιοχής αυτής, μεταξύ άλλων γράφει και τα εξής:

«Καθ’ όλην την χώραν μνημονεύονται «πόλεις Ελληνίδες».

Η Γάζα ήδη κατά την προελληνιστικήν εποχήν, ετέλει εις ζωηράν εμπορικήν επικοινωνίαν μετά της Ελλάδος από δε της κατακτήσεώς της δια του Μ. Αλεξάνδρου κατέστη μακεδονικόν οπλοστάσιον. Πόλις «Ελληνίς» χαρακτηρίζεται αυτή παρ’ Ιωσήπω.

–Η Ανθηδών ήτο Ελληνική, ως εκφαίνει το όνομά της.

Εν Ασκάλωνι εκόπησαν νομίσματα του Μ. Αλεξάνδρου .

– Η Ιόπη, παλαιά πόλις του μύθου του Περσέως και της Ανδρομέδας, ήτο επί των διαδόχων μακεδονικόν οπλοστάσιον.

– Η Απολλωνία (σημιτιστί: Αρσούφ) εθεμελιώθη πιθανώς εις Ελληνικήν εποχήν, διότι ο Απόλλων εθεωρείτο φυλετικός θεός των Σελευκιδών.

– Ο Πύργος Στράτωνος φέρει ελληνικό όνομα, καίπερ ιδρυθείς υπό των Σιδωνίων.

– Η Δώρα ήδη από του 5ου αι. π.Χ. ήτο φόρου υποτελής εις τους Αθηναίους.

– Εν Άκη (Πτολεμαϊδι) ήδη επί των ρητόρων Ισαίου και Δημοσθένους, υπήρχεν ελληνική εμπορική παροικία, πολυάριθμα νομίσματα εκόπησαν εκεί, επί δε των διαδόχων ήτο σπουδαίον οπλοστάσιον˙ ο κυρίως εξελληνισμός της και η εκ νέου ίδρυσίς της συνετελέσθη επί Πτολεμαίου Β΄ Φιλαδέλφου, ότε και εκλήθη Πτολεμαϊς.

– Η Σαμάρεια ήδη διά του Μ. Αλεξάνδρου, επωκίσθη υπό Ελλήνων.

– Η Σκυθόπολις εμφανίζεται ελληνώνυμος ήδη κατά τον γ’ αιώνα.

- Παρά τη λίμνην Γεννησαρέτ ανθεί υπό Αντιόχου του Μεγάλου (218 π.Χ.) η Φιλωτερία ή Φιλωτέρα, ομώνυμος πόλις εν Άνω Αιγύπτω, ούτω καλουμένη από τίνος αδελφής Πτολεμαίου Β’ Φιλαδέλφου.

– Εκείθεν του Ιορδάνου αναφέρονται ως «Ελληνίδες» πόλεις αι: Ίππος και Γάδαρα. Η Πέλλα και το Δίον, ομώνυμοι Μακεδονικών πόλεων, ιδρύθησαν πιθανώς υπό του Μ. Αλεξάνδρου το βραδύτερον επί των διαδόχων.

- Η Φιλαδέλφεια, παλαιά πρωτεύουσα των Αμμωνιτών, εξελληνίσθη υπό Πτολεμαίου Β΄ του Φιλάδελφου».

Ας παραθέσουμε εδώ και την ιστορική φράση του Παλαιστίνιου ηγέτη, Γιασέρ Αραφάτ, στην Αθήνα την 15η Δεκεμβρίου 1981:

«Εμείς οι Παλαιστίνιοι καταγόμαστε από την Κρήτη. ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΛΛΗΝΕΣ. Φύγαμε από την Κρήτη και πήγαμε στην Παλαιστίνη. Ξαναγυρίσαμε στην Κρήτη και ξαναφύγαμε από την Κρήτη και ξαναπήγαμε και εγκατασταθήκαμε μονίμως στην Παλαιστίνη…».-

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΝΑΖΙΡΑΙΟΣ;

Μια ενδιαφέρουσα ερμηνεία μας δίνει ο ίδιος ο χριστιανός επίσκοπος Ευσέβιος Καισαρείας, ο οποίος αναφέρεται ότι ήταν εβραϊκής καταγωγής και γνώριζε άριστα την εβραϊκή γλώσσα.

Ο Ευσέβιος (256-340 μ.Χ) γράφει ότι:

«το ναζέρ, έλαιον αλείματος είναι, το ναζέρ κατά τους Εβδομήκοντα «άγιον» σημαίνει, το Ναζιραίων δε όνομα τον άγιο σημαίνει. Οι παλαιοί ιερείς (προφανώς Εβραίοι) δι’ ελαίου, ναζέρ καλουμένου χριώμενοι, εκ του ναζέρ παραγόμενο, εκαλούντο Ναζιραίοι». (Άγιος Επιφάνιος, επίσκοπος Κύπρου και Σαλαμίνος (310 – 404 μ.Χ.), Πατρολογία, Πανάριον).

«Ο Ιάκωβος, ο αδελφός του Κυρίου, επειδή ήταν Ναζιραίος και ανακατεμένος με την ιεροσύνη (μεμίχθαι τη Ιερωσύνη), μπορούσε να εισέλθει μία φορά τον έτος στα Άγια των Αγίων, στον ναό του Σολομώντος. Ολόκληρος ο οίκος του Ιωσήφ και της Μαρίας από κάθε άποψη ήταν αξιολογότατος και τα παιδιά του Ιωσήφ (δηλαδή και ο Ιησούς) γνώριζαν την τάξη της παρθενίας και το έργο των Ναζιραίων».

ΤΑ ΣΤΡΑΤΕΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΒΡΑΙΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΙΩΣΗΠΟΥ ΤΟ 67 Μ.Χ. ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΕΥΣΑΝ ΑΚΡΙΒΩΣ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ. ΠΟΥΘΕΝΑ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ ΝΑΖΑΡΕΤ.

Στα ιστορικά έργα του εβραίου Ιώσηπου Φλάβιου, ο οποίος ήταν αρχιστράτηγος των γαλιλαιϊκών στρατευμάτων στην εξέγερση κατά της Ρώμης και ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, συνελήφθη και κρατήθηκε αιχμάλωτος από το έτος 67 μ.Χ., δεν αναφέρεται πουθενά αυτή η πόλη, αν και τα στρατεύματά του στρατοπέδευαν πάνω ακριβώς από την περιοχή της σημερινής Ναζαρέτ, και μόλις 34 χρόνια μετά τον αναφερόμενο θάνατο του Ιησού του Ναζαρηνού. Κατά τις συγκρούσεις για την κατάληψη της γειτονικής πόλης Sepphoris, η οποία απείχε μερικά χιλιόμετρα από τον οικισμό που ονομαζόταν αργότερα Ναζαρέτ, έπρεπε να αποτελεί αυτή η Ναζαρέτ από στρατηγικής σκοπιάς σημείο οπισθοχώρησης ή στρατοπέδευσης των στρατευμάτων του. Μία πόλη Garis, 5 χλμ. νοτιοανατολικά της Sepphoris, που δεν υπάρχει πια και αναφέρεται πράγματι από τον Ιώσηπο (Βιβλίο 3, Κεφάλαιο 6,3) ως τοποθεσία του στρατοπέδου του, βρίσκεται ακριβώς στη θέση που υπάρχει η μεταγενέστερα αναφερόμενη Ναζαρέτ. Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι μέχρι το 70 μ.Χ. δεν φαίνεται να υπήρχε κατ' όνομα μια πόλη Ναζαρέτ.

Η "ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ" ΑΝΑΦΕΡΕΙ ΛΕΠΤΟΜΕΡΩΣ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΙΟΥΔΑΪΚΕΣ ΠΟΛΕΙΣ ΚΑΙ ΧΩΡΙΑ, ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΤΑ ΜΙΚΡΟΤΕΡΑ. ΣΕ ΚΑΝΕΝΑ ΣΗΜΕΙΟ ΔΕΝ ΑΝΑΦΕΡΕΙ ΤΗΝ ΝΑΖΑΡΕΤ, ΟΥΤΕ ΚΑΝ ΩΣ ΟΝΟΜΑ.

Αλλά και στους προηγούμενους αιώνες, στην π.Χ. εποχή, πουθενά δεν υπάρχει αναφορά στην πόλη Ναζαρέτ. Στην Παλαιά Διαθήκη, η οποία αποτελεί την πολιτική και θρησκευτική ιστορία του ιουδαϊκού λαού, γίνεται αναφορά σε εκατοντάδες πόλεις, χωριά και οικισμούς, πολλά ονόματα που έπαψαν να αναφέρονται κατά τη μεταγενέστερη εποχή. Όμως, σε κανένα σημείο της Π.Δ. δεν αναφέρεται κάποιος οικισμός που θα μπορούσε να ταυτιστεί κατ' όνομα ή λόγω ιστορικών γεγονότων με την πόλη που ονομάστηκε Ναζαρέτ.

Άρα τυχόν εικασίες ότι μπορεί να υπήρχε παλαιότερα το όνομα Ναζαρέτ, να περιέπεσε για δεκαετίες ή και αιώνες στη λήθη και να επανήλθε αργότερα, δεν ευσταθούν.

ΤΟ ΤΑΛΜΟΥΔ, ΑΝΑΦΕΡΕΙ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΕΒΡΑΪΚΟΥΣ ΟΙΚΙΣΜΟΥΣ. ΟΥΤΕ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΟΙΚΙΣΜΟ ΝΑΖΑΡΕΤ.

Το Ταλμούδ, μια συλλογή ιουδαϊκών νόμων που γράφτηκε μετά τα χριστιανικά ευαγγέλια (3ος αι.), αναφέρει πολλούς μικρούς και μεγάλους γαλιλαιϊκούς οικισμούς, αλλά ούτε μία φορά τη Ναζαρέτ. Γενικότερα, ουδείς ιστορικός ή άλλος συγγραφέας, πριν ή λίγο μετά τον Ιησού, αναφέρει ποτέ το όνομα αυτής της πόλης.

ΑΝΤΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΕΦΤΙΚΗ ΕΒΡΑΪΚΗ ΝΑΖΑΡΕΤ, ΣΚΑΒΟΝΤΑΣ ΒΡΗΚΑΝ ΜΙΑ ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΗ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ (!)

Και τι είδους πόλης ήταν η Σέφορης;

Η Σέφορης ιδρύθηκε ως η πρωτεύουσα της Γαλιλαίας. Και έτσι, ήταν πραγματικά ντυμένη, πολύ ομοίως με την Καισαρεία Maritima, με όλα τα στολίδια της Ελληνικής και Ρωμαϊκής αστικής ζωής ως ένα κύριο κέντρο πολιτικής δραστηριότητας για εκείνη την περιοχή της χώρας. Ως αποτέλεσμα, στις ανασκαφές της Σέφορης ανακαλυφθήκαν εκτεταμένα οικοδομήματα, θέατρα, αμφιθέατρα, και όλα αυτά, σαν την Καισάρεια. Αυτό που μας λέει για την ιστορία του Ιησού, όμως, είναι ότι ο Ιησούς δεν ήταν τελείως απόμακρος από την σφύζουσα τομή της ελληνικής κουλτούρας, από το ένα χέρι, και την παραδοσιακή κουλτούρα της πατρίδας του από το άλλο.

Πόσο κοσμοπολίτικη ήταν η Σέφορης; Ήταν πολύγλωσση;

Η Σέφορης φαίνεται να ήταν μια πολύ κοσμοπολίτικη πόλη. Γνωρίζουμε ότι ήταν τουλάχιστον τρίγλωσση και ίσως πολύγλωσση. Αυτό είναι σαν να λέμε ότι μιλούσαν Αραμαϊκά, η τοπική γλώσσα τον περισσότερων ανθρώπων της Ιουδαίας, αλλά η Ελληνική ήταν εξίσου χαρακτηριστική. Ο ΔΙΟΝΥΣΟΣ ΣΤΗΝ ΓΗ ΤΩΝ ΦΙΛΙΣΤΑΙΩΝ

Ανάμεσα στα περισσότερο εντυπωσιακά ευρήματα ήταν μια μεγάλη ρωμαϊκή βίλα με ένα εντυπωσιακό κυρίως δωμάτιο που πιθανόν χρησιμοποιούνταν για δείπνα και διασκέδαση. Το πάτωμα είναι καλυμμένο με ένα περίτεχνο μωσαϊκό, ή «έγχρωμο χαλί», που παριστάνει σκηνές από την ζωή του Διονύσου, του Έλληνα θεού του κρασιού και του θεάτρου. Αλλά η πιο εντυπωσιακή παράσταση είναι αυτή μιας νεαρής γυναίκας γνωστή ως η «Μόνα Λίζα» εξαιτίας της ασύλληπτης ομορφιάς και του αινιγματικού της χαμόγελου.

Η πόλη που σήμερα καταδεικνύεται ως Ναζαρέτ είναι ένα ακόμα πλαστό χριστιανικό κατασκεύασμα από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Πορφύριο το 485μ.χ. επειδή ακριβώς, ΔΕΝ ΥΠΗΡΞΕ ΠΟΤΕ!

ΤΩΡΑ ΛΕΝΕ ΟΤΙ Ο ΙΗΣΟΥΣ ΜΙΛΟΥΣΕ ΤΡΕΙΣ ΓΛΩΣΣΕΣ

Τι επιρροή είχε η εγγύτητα της Σέφορης στην ζωή του Ιησού; Οι μελετητές διαφωνούν. Η παράδοση περιγράφει αυτόν ως ένα ξυλουργό ή οικοδόμο. Αν έτσι, τότε ο Ιησούς μπορεί να απασχολήθηκε με το νέο κτίσιμο της πόλης. Ο Meyers υποθέτει ότι μια τέτοια απασχόληση θα είχε ως ανάγκη τον Ιησού να μιλά Ελληνικά, εκτός των Εβραϊκών και των Αραμαϊκών. «Ο Ιησούς μιλούσε τρεις γλώσσες» λέει. «Δεν θα μπορούσες να κλείσεις συμφωνίες και να τριγυρνάς, είτε στον χώρο εργασίας ή στην αγορά χωρίς να γνωρίζεις αρκετά καλά Ελληνικά. Και μπορώ δύσκολα να φανταστώ κάποιον που θα άξιζε τον μισθό του χωρίς να ξέρει μερικά Ελληνικά»

ΟΡΙΣΤΙΚΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Η σύντομη αυτή μελέτη απέδειξε, χωρίς πλέον αμφιβολίες, ότι οικισμός στην Παλαιστίνη, με το όνομα Ναζαρέτ, δεν υπήρξε ποτέ. Έγινε ηθελημένη σύγχυση του εβραϊκού - αραμαϊκού ονόματος Ναζίρ, που θα πει αφιερωμένος, σε μια αγωνιώδη προσπάθεια των χριστιανών απολογητών να κρύψουν την ιδιότητα του ιδρυτή της θρησκείας τους. Εφεύραν μία πόλη
με την ίδια ρίζα, (Ναζίρ), η οποία δεν υπήρξε ποτέ. Ο ιδρυτής της θρησκείας τους, ο Ναζιραίος Ιησούς, όχι μόνο δεν υπήρξε ο αντίπαλος του ιουδαϊκού ιερατείου, αλλά ήταν ο σπουδαιότερος και επιμελέστερος πράκτορας του ιερατείου. Μόλις βαφτίστηκε από τον ξάδελφό του Ιωάννη Πρόδρομο (μυήθηκε;) και απελευθερώθηκε έτσι από την ισχύ του Ναζιραϊκού αφιερώματος, οργανώθηκε στην εφαρμογή όλων των οδηγιών που είχε μάθει, ενόσω ήταν αφιερωμένος, κάτω από την διακριτική παρακολούθηση του επιστημονικού διευθυντή του ιουδαϊκού ιερατείου, του νομοδιδάσκαλου Γαμαλιήλ. Η μυστική πτέρυγα του ιερατείου καθοδηγούσε τα βήματα του Κυρίου. Ο δρόμος είχε χαραχτεί.-

Μπορεί να γνωρίζουμε και οι επιθυμίες να εξακολουθούν να συγκρούονται

Μελετώντας τον άνθρωπο στην τωρινή του κατάσταση ύπνου, απουσίας, ενότητας, μηχανικότητας και έλλειψης ελέγχου, βρίσκουμε και διάφορες άλλες κακές λειτουργίες που είναι το αποτέλεσμα της κατάστασής του· ιδιαίτερα το γεγονός ότι λέει συνέχεια ψέματα στον εαυτό του και στους άλλους. Την ψυχολογία του συνηθισμένου ανθρώπου θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε και μελέτη του ψέματος, διότι ο άνθρωπος λέει ψέματα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο· και στην πραγματικότητα, δεν μπορεί να πει την αλήθεια. Δεν είναι τόσο απλό να λέμε την αλήθεια· πρέπει να μάθουμε πως να το κάνουμε και καμιά φορά χρειάζεται πάρα πολύς καιρός. Ψέμα είναι να σκεφτόμαστε ή να μιλάμε για πράγματα που δεν γνωρίζουμε· αυτή είναι η αρχή του ψέματος. Δεν σημαίνει το ψέμα που λέγεται σκόπιμα – να λέμε παραμύθια, όπως για παράδειγμα, ότι υπάρχει μια αρκούδα στο άλλο δωμάτιο. Μπορούμε να πάμε στο άλλο δωμάτιο και να δούμε πως δεν υπάρχει αρκούδα. Αλλά αν συγκεντρώσουμε όλες τις θεωρίες που διατυπώνουν οι άνθρωποι για οποιοδήποτε θέμα, χωρίς να γνωρίζουν τίποτε σχετικά, θα δούμε που αρχίζει το ψέμα. Ο άνθρωπος δεν γνωρίζει τον εαυτό του, δεν γνωρίζει τίποτε και όμως έχει θεωρίες για τα πάντα. Οι περισσότερες από τις θεωρίες είναι ψέμα.

Η γνώση από μόνη της δεν είναι αρκετή. Μπορεί να γνωρίζουμε και οι επιθυμίες να εξακολουθούν να συγκρούονται, διότι κάθε επιθυμία αντιπροσωπεύει διαφορετική θέληση. Αυτό που ονομάζουμε θέλησή μας με τη συνηθισμένη έννοια δεν είναι παρά η συνισταμένη επιθυμιών. Η συνισταμένη πολλές φορές φτάνει σε μια συγκεκριμένη γραμμή δράσης και άλλες φορές δεν μπορεί να φτάσει σε καμία γραμμή, διότι μια επιθυμία ακολουθεί μία κατεύθυνση και κάποια άλλη, άλλη κατεύθυνση και δεν μπορούμε να αποφασίσουμε τι να κάνουμε. Αυτή είναι η συνηθισμένη μας κατάσταση. Βέβαια ο μελλοντικός μας στόχος θα πρέπει να είναι να αποτελέσουμε ενότητα αντί να είμαστε πολλοί, διότι για να κάνουμε οτιδήποτε σωστά, για να γνωρίζουμε οτιδήποτε σωστά, για να φτάσουμε οπουδήποτε, πρέπει να γίνουμε ένας. Είναι ένας απώτατος σκοπός και δεν μπορούμε να αρχίσουμε να τον προσεγγίζουμε πριν γνωρίσουμε τον εαυτό μας, διότι, στην κατάσταση που είμαστε τώρα, η άγνοιά μας για τον εαυτό μας είναι τέτοια, που όταν την δούμε αρχίζει να μας πιάνει πανικός μήπως δεν βρούμε το δρόμο μας πουθενά.

Το ανθρώπινο ον είναι μια πολύ περίπλοκη μηχανή και πρέπει να μελετηθεί σαν μηχανή. Αντιλαμβανόμαστε ότι για να ελέγξουμε οποιοδήποτε είδος μηχανής, όπως ένα αυτοκίνητο ή μια μηχανή τρένου, θα πρέπει πρώτα να μάθουμε. Δεν μπορούμε να ελέγχουμε τις μηχανές αυτές ενστικτωδώς, αλλά για κάποιο λόγο νομίζουμε ότι το συνηθισμένο ένστικτο είναι αρκετό για να ελέγχει την ανθρώπινη μηχανή, αν και είναι πολύ πιο περίπλοκη. Αυτή είναι μία από τις πρώτες εσφαλμένες υποθέσεις: δεν αντιλαμβανόμαστε ότι είμαστε υποχρεωμένοι να μάθουμε, ότι ο έλεγχος είναι ζήτημα γνώσης και επιδεξιότητας.

Τίποτα μεγάλο στον κόσμο δεν έγινε δίχως πάθος

Δοκιμάσατε μια φορά κι εσείς ένα παράφορο πάθος, ερωτευτήκατε ποτέ τρελά; Αυτό είναι ίσως η μεγαλύτερη διέγερση που μπορεί να νιώσει στη ζωή του ο άνθρωπος. Τότε χάνει τη ψυχραιμία του, αφήνεται να παρασυρθεί, είναι εντελώς «εκτός εαυτού». Ας πάρουμε για παράδειγμα τον ήρωα του Σαίξπηρ, Οθέλλο. Δε θα υπήρχε καμιά τραγωδία αν δεν είχε δείξει τέτοιον απόλυτο έρωτα για τη Δυσδαιμόνα κι αν δεν είχε ανταποκριθεί κι εκείνη.

Η ιστορία μάς ενδιαφέρει τη στιγμή που αυτός ο λογικός άντρας και νικηφόρος στρατηγός ξεχνά όλες του τις ικανότητες και χάνει εντελώς το μυαλό του, ενώ ο παράφορος έρωτάς του για τη Δυσδαιμόνα τον κάνει να χάσει κάθε ισορροπία και προκαλεί σύγχυση στα αισθήματά του. Η αληθινά τερατώδης εξέλιξή του, η οποία τον μετατρέπει από φυσιολογικό άνθρωπο σε ψυχωτικό, τον ρίχνει στην παραφροσύνη. Κάποιες ασήμαντες ενδείξεις -εκείνη η μυστηριώδης ιστορία για ένα μαντίλι, την οποία του ψιθυρίζει στ’ αυτί ένας φαύλος άνθρωπος, ο Ιάγος – του προκαλούν μια λύσσα που τον γεμίζει με φοβερό πόνο. Ένα πάθος, που στην εξέλιξή του τον κάνει να στραγγαλίσει με τα ίδια του τα χέρια την εύθραυστη και άτυχη Δυσδαιμόνα. Τότε ο Οθέλλος πέφτει σε πλήρη απελπισία, γιατί μόλις πριν μια στιγμή είχε σκοτώσει το πλάσμα που αγαπούσε περισσότερο από καθετί άλλο στον κόσμο. Εδώ μπορούμε πράγματι, να βεβαιώσουμε ότι δεν ήταν κύριος του πάθους του (ο Μονταίνι είπε κάποτε:” Η ομορφιά δε σε μαγεύει, σε τρελαίνει”), ότι βούλιαξε στη φουσκονεριά των αισθημάτων του. Μπορούμε τώρα να ρωτήσουμε αν αυτός ο παράφορος έρωτας δικαιολογεί πλήρως την πράξη του που προκάλεσε το θάνατο της αγαπημένης του. «Ήταν κάτι δυνατότερο από μένα!» «Δε γινόταν αλλιώς!» «Δεν το ‘κανα επίτηδες!» Ο παράφορα ερωτευμένος ξαναγίνεται εδώ μικρό κακομαθημένο παιδί που ενεργεί κατά το κέφι του, κι αφού κάνει μια μεγάλη βλακεία, λέει: «Δε φταίω εγώ!» Εδώ η ζήλια είναι το κατεξοχήν κατώτερο αίσθημα, που κάνει τον παθιασμένα ερωτευμένο εγκληματία, τον ήρωα δολοφόνο.

Τα πάθη δεν είναι από μόνα τους καλά ή κακά. Επομένως, εμείς τα κάνουμε καλά ή κακά όταν τα στρέφουμε σε ορισμένες κατευθύνσεις (όπως τον έρωτα για την επιστήμη, για την αλήθεια ή για την ανθρωπότητα) ή όταν αφηνόμαστε απερίσκεπτα να παρασυρθούμε από τον εγωισμό μας και παίρνουμε πολύ στα σοβαρά τον εαυτό μας. «Ο άνθρωπος είναι ένα ανώφελο πάθος» ισχυρίζεται ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ.

Ο παθιασμένος άνθρωπος αναπτύσσει μια εντελώς προσωπική λογική, με την οποία συνδέει τη μεγαλομανία με τη μανία καταδιώξεως. Είναι ένας αρρωστημένα μεγαλομανής. Γι’ αυτόν τίποτα δε μετράει περισσότερο απ’ το πάθος του. Ο Σταντάλ είπε κάποτε: «Ο άνθρωπος αυτός κρυσταλλώνει όλες τις λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής γύρω από το πάθος του, ώσπου βυθίζεται σ’ έναν κόσμο πέρα από κάθε τάξη, όπου τίποτε πια δεν έχει νόημα». Ο ερωτευμένος κάνει τη μύγα βόδι, επειδή καταχωρεί όλα όσα δικαιολογεί η ζήλια του, αφήνοντας όλα τα άλλα έξω, και στηρίζει εικασίες πάνω σε μια εύθραυστη βάση, που η προφανώς γελοία δομή της συγκαλύπτει την αδυναμία.

Τότε το λογικό δεν μπορεί να κάνει τίποτε απέναντι στο πάθο: ο λογικός άνθρωπος που κυριεύεται από πάθος, πέφτει ξαφνικά σε παραλήρημα κι είναι ανίκανος να εκφέρει οποιαδήποτε λογική κρίση. Κολυμπάει μέσα στον ανορθολογισμό. Ο ψυχαναλυτής Ντανιέλ Λαγκάς είπε: «Εκεί όπου γίνεται λογική υπάρχει έρωτας», Πράγματι, ο γάμος που γίνεται με βάση τη λογική, δεν είναι γάμος από πάθος εξ ορισμού. Γι’ αυτό υπάρχει και η ιδέα ότι δεν μπορούμε να δραπετεύσουμε από τα πάθη μας, ότι μπορούν να μας κυριεύσουν, ότι δεν μπορούμε να τα συγκρατήσουμε, ότι είμαστε θύματα ή δούλοι τους.

Πρέπει να κάνουμε μια χαρακτηρολογική διάκριση ανάμεσα στους παθιασμένους ανθρώπους και στους λογικούς, φλεγματικούς, αδρανείς ή και ψυχρούς, αδιάφορους και αναίσθητους ανθρώπους, που κρατούν τις αποστάσεις τους απέναντι σε συμβάντα, αισθηματικές καταστάσεις ή πάθη. Γι’ αυτούς δεν υπάρχει πρόβλημα. Μπορούν να φρενάρουν την κατάλληλη στιγμή. ‘Έχουν έλεγχο τον εαυτού τους, αντιστέκονται, δεν «αφήνονται» ποτέ. Στο ερώτημα αν ο έρωτας δικαιολογεί τα πάντα, απαντούν μ’ ένα κατηγορηματικό «όχι», και διαβεβαιώνουν ότι μπορούμε και οφείλουμε να είμαστε κύριοι των παθών μας. Μια προσπάθεια της θέλησης το πετυχαίνει αυτό. Με θάρρος και δυνατό χαρακτήρα μπορεί να αναχαιτιστεί κάθε παρόρμηση. Ο Καρτέσιος, για τον οποίο η θέληση είναι απεριόριστη, λέει πως αρκεί να αποφασίσουμε να φρενάρουμε τα πάθη μας, όποτε και όπως θέλουμε. Το πάθος όμως που αναχαιτίζεται από μια πράξη θέλησης δεν παύει να ‘ναι τέτοιο; Οι αληθινά παθιασμένοι άνθρωποι δεν είναι ποτέ λογικοί, αποσταστοποιημένοι ή ψυχροί· είναι εξημμένοι, ζωηροί, βρίσκονται σε αναβρασμό. Ποτέ δεν μπορούν να πνίξουν μια μεγάλη κρίση του πάθους τους, κάνοντας απλώς μια προσπάθεια με τη θέληση και το νου τους. Ο Πασκάλ επισημαίνει τις «φοβερές συνέπειες του πάθους», οι οποίες «προβληματίζουν όλη τη γη, βασιλιάδες και στρατούς, κι όλο τον κόσμο».

Όλη η προσπάθεια τριών χιλιάδων χρόνων φιλοσοφικού στοχασμού, από τον Σωκράτη και τους Στωικούς ως τον Σαρτρ και τον Καμύ, σχετίζεται με τη θέληση να υπερνικηθούν τα πάθη γενικά και το ερωτικό πάθος ειδικότερα, έτσι ώστε να μετασχηματιστούν τα «ανώφελα πάθη» μας σε αποφάσεις δράσης.

Απ’ αυτή την άποψη, τίποτα δεν είναι λιγότερο φιλοσοφικό από το ερωτικό πάθος, με το οποίο χάνει κανείς τον εαυτό του. Αν μπορέσει κανείς να διοχετεύσει την ορμή του πάθους του, για να τη χρησιμοποιήσει με επωφελή τρόπο στην καθημερινή ζωή, στο επάγγελμα, στην καλλιτεχνική ή λογοτεχνική δημιουργία, στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, των εθνών και των λαών, αν μπορέσει να μετατρέψει τον έρωτα για ένα άτομο σε μεγάλο έρωτα για την ανθρωπότητα, για την αλήθεια, αν μπορέσει να μετατρέψει τη μικρή, εφήμερη κλίση σε μεγάλο καθολικό πάθος, τότε και μόνο θα γίνει κύριος των παθών του και θα πετύχει έναν από τούς σημαντικότερους στόχους της φιλοσοφία. Έτσι επιβεβαιώνεται η φράση του μεγάλου φιλοσόφου Χέγκελ ότι “τίποτα μεγάλο στον κόσμο δεν έγινε δίχως πάθος”

Αν αυτό θεωρείς εσύ σύντροφο, τότε θέλω να σου πω ότι μόνος μου ήμουν καλύτερα

Αλλά η κόλαση δημιουργείται επειδή περιμένετε τον παράδεισο.

Σας λέω να δεχτείτε ότι η κατάσταση είναι η εξής: το άτομο θα είναι διαφορετικό. Δεν είστε εσείς ο αφέντης, ούτε το άλλο άτομο είναι ο αφέντης και οι δύο είναι απλά σύντροφοι που έχουν αποφασίσει, παρά τις διαφορές, να είναι μαζί. Και μάλιστα, οι διαφορές νοστιμεύουν την αγάπη σας. Αν μπορέσετε να βρείτε ένα άτομο που είναι σαν εσάς, δεν θα βρείτε μεγάλη έλξη. Το άλλο άτομο πρέπει να είναι διαφορετικό, απόμακρο, ένα μυστήριο που σας προκαλεί να το εξερευνήσετε.

Με δύο μυστήρια να συναντιούνται, όταν εγκαταλείψουν την ιδέα ότι πρέπει να συμφωνούν σε όλα, δεν υπάρχει θέμα καβγά. Ο καβγάς δημιουργείται επειδή θέλετε συμφωνία,

Αν ζείτε σαν δύο φίλοι, εκείνη έχει τις δικές της ιδέες, εσείς έχετε τις δικές σας ιδέες, εκείνη σέβεται τις ιδέες σας, εσείς σέβεστε τις ιδέες της εκείνη κάνει αυτό που θέλει, εσείς κάνετε αυτό που θέλετε, και κανείς δεν προσπαθεί να επιβληθεί στον άλλο και να του κάνει πλύση εγκεφάλου. Τότε δεν τίθεται θέμα καβγά. Και δεν τίθεται θέμα ότι τα πράγματα δεν ταιριάζουν. Γιατί να ταιριάζουν:

Γιατί να υπάρχει η αίσθηση ότι λείπει κάτι; Δεν λείπει τίποτε απλά η ιδέα που έχετε για την αρμονία δεν υπάρχει. Η αρμονία δεν είναι τίποτε σπουδαίο, είναι βαρετή. Πού και πού, ακόμη κι αν τσακώνεστε, πού και πού ακόμη κι αν θυμώνετε πολύ, αυτό δεν σημαίνει ότι η αγάπη εξαφανίζεται σημαίνει απλά ότι η αγάπη είναι ικανή να απορροφήσει ακόμη και τις διαφωνίες, τους τσακωμούς, να ξεπεράσει όλα τα εμπόδια. Αλλά η παλιά ιδεολογία σας εμποδίζει να καταλάβετε.

Αυτό μου θυμίζει μια παλιά βιβλική ιστορία. Στην αρχή, ο Θεός έπλασε έναν άνδρα και μια γυναίκα. Έφτιαξε τον άνδρα και τη γυναίκα, δύο άτομα, και τους έδωσε ένα μικρό κρεβάτι, όχι ένα διπλό κρεβάτι.

Την πρώτη νύχτα, στις απαρχές του χρόνου, έγινε ένας τρομερός καβγάς επειδή η γυναίκα ήθελε να κοιμηθεί στο κρεβάτι. Ο άνδρας πίστευε ότι έπρεπε να κοιμηθεί εκείνος στο κρεβάτι και εκείνη στο πάτωμα. Συνέχισαν να καβγαδίζουν όλη τη νύχτα, χτυπώντας ο ένας τον άλλο, πετώντας ο ένας στον άλλο πράγματα, και το πρωί ο άνδρας είπε στον Θεό, «Σου ζήτησα να μου δώσεις σύντροφο αλλά δεν σου ζήτησα να μου δώσεις εχθρό. Αν αυτό θεωρείς εσύ σύντροφο, τότε θέλω να σου πω ότι μόνος μου ήμουν καλύτερα. Δεν τη θέλω αυτή τη γυναίκα δεν θα υπάρξει Ποτέ ειρήνη ανάμεσά μας». 

Το πιο απλό πράγμα θα ήταν να ζητήσει ένα διπλό κρεβάτι. Δεν καταλαβαίνω τι Θεός ήταν αυτός, και τι ζητούσαν αυτοί οι βλάκες. Η απλή λύση ήταν ένα διπλό κρεβάτι, ή δύο μονά κρεβάτια, αν τα πράγματα γίνονταν τόσο άσχημα. Αντί γι’ αυτό όμως ο Αδάμ είπε, «Δεν τη θέλω αυτή τη γυναίκα προσπαθεί να γίνει ίση με εμένα». Εκείνη τη νύχτα γεννήθηκε ο ανδρικός σωβινισμός.

Έτσι ο Θεός διέλυσε τη γυναίκα – (φυσικά, επειδή και ο Θεός είναι ένας σωβινιστής άνδρας. Το όνομά της ήταν Λίλιθ. Τη διέλυσε όπως ακριβώς διαλύετε ένα μηχάνημα. Κατέστρεψε τη γυναίκα και είπε, «Τώρα θα φτιάξω μια άλλη γυναίκα που θα είναι κατώτερη από σένα και δεν θα ζητήσει ποτέ ισότητα». Μετά έφτιαξε τη δεύτερη γυναίκα, που ήταν η Εύα, παίρνοντας ένα από τα πλευρά του Αδάμ. Έφτιαξε τη γυναίκα από το πλευρό του Αδάμ, έτσι ώστε να μην ζητήσει ποτέ ισότητα άλλωστε δεν ήταν παρά ένα πλευρό.

Λέγεται ότι κάθε βράδυ όταν ο Αδάμ επέστρεφε σπίτι και έπεφτε για ύπνο, η Εύα μετρούσε τα πλευρά του επειδή φοβόταν πάντα ότι αν είχε χάσει κι άλλο πλευρό, αυτό θα σήμαινε ότι κάπου τριγύρω υπήρχε κι άλλη γυναίκα.

Δεν υπάρχει λόγος για κάτι παραπάνω από φιλία. Ο έρωτας πρέπει να είναι μια σχέση φιλίας στην οποία κανείς δεν είναι ανώτερος, στην οποία κανείς δεν πρόκειται να αποφασίζει, στην οποία και οι δύο γνωρίζουν καλά ότι είναι διαφορετικοί, ότι η προσέγγισή τους προς τη ζωή είναι διαφορετική, ότι σκέφτονται διαφορετικά, κι όμως, με όλες αυτές τις διαφορές, αγαπιούνται.

Τα ηλιακά κύτταρα επόμενης γενιάς

Οι επιστήμονες εργάζονται πάνω σε ένα εκπληκτικό νέο υλικό που ονομάζεται περοβσκίτης- ένα ηλιακά ευαίσθητο κρύσταλλο που μπορεί να φέρει επανάσταση στην ηλιακή ενέργεια.

Μέσα σε λίγα μόνο χρόνια, η μετατροπή ισχύος είναι σχεδόν η ίδια σε απόδοση με το παραδοσιακό πυρίτιο σε ποσοστό περίπου 22%, ενώ είναι σχεδόν 1.000 φορές λεπτότερο.

Όλα αυτά μπορεί δυνητικά να σημαίνουν ότι η τιμή που θα πληρώνουμε για την ηλιακή ενέργεια στο μέλλον θα μπορούσε να μειωθεί σημαντικά.

Αυτά τα ηλιακά κύτταρα τρίτης γενιάς κατασκευάζονται στρώμα στρώμα, σαν ένα σάντουιτς, με τον περοβσκίτη ως το ενεργό στρώμα συγκομιδής φωτός.

Ημιδιαφανής και ευέλικτος, ο περοβσκίτης θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μια μέρα αντί για τα γυάλινα παράθυρα στα κτίρια.

Πειράματα πάνω στα ηλιακά κύτταρα διεξάγονται στην Ομοσπονδιακή Πολυτεχνική Σχολή της Λωζάνης, στο πλαίσιο του σχεδίου «GOTSolar» της ΕΕ.

_«Αυτό που είναι εκπληκτικό για τους περοβσκίτες είναι ότι μπορούμε να τους σχηματίσουμε με απλές διαδικασίες και με υλικά που είναι διαθέσιμα και μπορούμε να φτάσουμε σε υψηλότερες αποδόσεις που σήμερα υπερβαίνουν την απόδοση των πολυκρυστάλλων πυριτίου», τονίζει ο Καθηγητής Χημείας της Ομοσπονδιακής Πολυτεχνικής Σχολής της Λωζάνης, Μίκαελ Γκράτζελ, και προσθέτει:

«Υπάρχει μια σημαντική προειδοποίηση, πρέπει να είμαστε προσεκτικοί για να διαχειριστούμε καλά αυτή την αδυναμία, αλλά πέρα απ‘αυτό, είναι ένα πραγματικά εξαιρετικό υλικό που έχει προοπτική»_.

Αρχικά οι επιστήμονες καλύπτουν τα ηλιακά κύτταρα με προστατευτικό γυαλί.

Το τελικό στρώμα του ηλιακού κυττάρου είναι χρυσός, ο οποίος ενεργεί ως ένα από τα δύο ηλεκτρόδια.

Ένα στοιχείο που διερευνά το σχέδιο «GOTSolar» είναι η λεγόμενη «τεχνολογία tandem» – που χρησιμοποιεί το πυρίτιο ΚΑΙ τον περοβσκίτη.

«Το πιο ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι μπορούμε να συνδυάσουμε αυτή την τεχνολογία με εκείνη που χρησιμοποιεί το πυρίτιο για την απόκτηση κυττάρων, η αποτελεσματικότητα των οποίων μπορεί να φτάσει το 30%», υπογραμμίζει ο Καθηγητής Χημικής Μηχανικής Αντέλιο Μέντες, συντονιστής του σχεδίου «GOTSolar».

Είναι στο Αϊντχόβεν όπου οι ερευνητές εργάζονται για την επέκταση των ηλιακών κυττάρων περοβσκίτη.

Η πρόκληση είναι να αναπαραχθούν τα αποτελέσματα του εργαστηρίου σε μεγαλύτερη κλίμακα, ένα σημαντικό βήμα προς την εμπορευματοποίηση των ηλιακών κυττάρων περοβσκίτη.

«Αυτή η συσκευή μπορεί να παράγει έως και 18 βολτ και 2 βατ. Ήμασταν σε θέση να επιτύχουμε τους στόχους αυτού του σχεδίου, αλλά θα θέλαμε να πάμε παραπέρα. Ωστόσο, ορισμένες πτυχές αυτής της τεχνολογίας είναι ακόμα σε εξέλιξη, μερικές από τις οποίες είναι θεμελιώδεις γι’ αυτό, όπως η σταθερότητα», προσθέτει ο συνονιστής του σχεδίου, Αντέλιο Μέντες.

Ο Δρ Oλιβιέ Μπελόν, του συνεργαζόμενου σχεδίου «Great Cell Solar», κάνει δοκιμές ακραίων καταστάσεων πάνω στους ηλιακούς συλλέκτες στο ερευνητικό κέντρο Solliance, και παρατηρεί πώς επιβιώνουν σε ακραίες θερμοκρασίες και υπό παρατεταμένο φως, σε αληθινές δηλαδή καιρικές συνθήκες».

Κορονοϊός: Ο χαμένος διάλογος του Πλάτωνα

Ας τα πάρουμε από την αρχή: Όχι, ο Πλάτωνας δεν έγραψε ποτέ κάποιο διάλογο που να λέγεται “Κορονοϊός.” Όμως σας έχουμε κάτι ακόμα καλύτερο. Τι κι αν, αντί να εφεύρουμε ένα νέο, μπορούσαμε να συνοψίσουμε όλους τους Πρώιμους Διαλόγους του Πλάτωνα σε ένα μόνο άρθρο;

Αδύνατο; Λοιπόν, εάν παρακολουθείτε αυτό το blog, μάλλον θα σκέφτεστε ότι θα χρησιμοποιήσουμε πάλι αρκετά “κόλπα” για την επίτευξη αυτού του δύσκολου έργου. Μόνο που... θα κάνετε λάθος! Γιατί το μόνο που χρειαζόμαστε είναι ένα και μόνο κόλπο! Οπότε, ιδού η υπόσχεσή μας: Θα συνοψίσουμε όλα τα έργα του Πλάτωνα που είναι ακόμη επίκαιρα σήμερα. Και με το “σήμερα” εννοούμε την Ελληνική κυβέρνηση που διέταξε “Εθνικό Lockdown,” Έπειτα από παρόμοιες ενέργειες παγκοσμίως, κι εξαιτίας της λοιμώδους νόσου γνωστή ως Covid-19.

Αλλά όσο προσεκτικά και να είμαστε, η κατάσταση μπορεί να είναι χειρότερη, απ’ αυτή που τα οποιαδήποτε μέτρα μπορούν να διασφαλίσουν, καθώς ο ιός μπορεί τελικά να αποδειχθεί πιο θανατηφόρος από ό,τι φανταζόμασταν! Όχι όμως για το ανθρώπινο σώμα, αλλά το “πολιτικό σώμα.” Και ότι, μέσα στα έργα του, ένα “χρυσό νήμα” διακρίνεται που δείχνει καθαρά ότι ο Πλάτωνας... κάπως το ήξερε!

Ο Πλάτωνας γεννήθηκε το 428 π.Χ. στην αρχαία Αθήνα, και κατά το τέλος του “Χρυσού Αιώνα.” Στα χρόνια που θ’ ακολουθήσουν, κι ενώ ο πολιτισμός της Ελλάδας θα συνεχίσει να ευδοκιμεί καθώς εξαπλωμένος πια σε όλο τον κόσμο ύστερα από τις κατακτήσεις του Μέγα Αλεξάνδρου, η πανίσχυρη και μυστηριώδης σπίθα που πυροδότησε αυτό το μοναδικό πολιτισμό θα έχει μυστηριωδώς... χαθεί.

Οι ακριβείς λόγοι για τους οποίους συνέβη παραμένουν άγνωστοι, όμως η γέννηση του Πλάτωνα συνέβη στο μέσο ενός καταστροφικού πολέμου. Ενός πολέμου μεταξύ της πόλης του, της Αθήνας, λίκνο της αρχαίας δημοκρατίας, και την “πολεμικής μηχανή” της Σπάρτης. Δύο αντίπαλες πόλεις, ίσες στη δύναμη αλλά τόσο διαφορετικές στο χαρακτήρα που συγκρίνονται συχνά με την Αμερική και τη Σοβιετική Ένωση κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.

Και προτού ο Πλάτωνας γίνει 25 χρονών η Αθήνα θα υποστεί μια τρομερή ήττα μετά από έναν πόλεμο που της στέρησε το μεγαλύτερο μέρος της δύναμής και σημαντικό μέρος του πληθυσμού της. Ξεκινώντας μάλιστα με μια πανδημία. Μια λοίμωξη που σκότωσε πολλούς από τους ηγέτες της ακριβώς την στιγμή που ξέσπασε ο πόλεμος το 431 π.Χ.

Όσο τραγικά όμως κι αν ήτανε τα γεγονότα αυτά για τον νεαρό Πλάτωνα, την πιο σημαντική στιγμή της ζωής του σημάδεψε όχι ο πόλεμος... αλλά ο έρωτας! Για έναν άνθρωπο που, χάρη στον ίδιο παρέμεινε στην ιστορία με χρυσά γράμματα: τον Σωκράτη, που μύησε τον Πλάτωνα σ' έναν νέο καινούργιο τρόπο γνώσης, έναν τρόπος που έκτοτε ονομάστηκε Φιλοσοφία!

Ο ίδιος ο Σωκράτης παραμένει ένα αίνιγμα. Κατά τη διάρκεια της ζωής του δεν έγραψε τίποτα, ενώ τα περισσότερα απ’ αυτά που γνωρίζουμε προέρχονται απ' τον Πλάτωνα, τον καλύτερο μαθητής του, που έγραψε έναν πλήθος διαλόγων με πρωταγωνιστή τον Σωκράτη. Οι διάσημοι “Διάλογοι του Πλάτωνα” δεν είναι παρά επεισόδια στη ζωή του Σωκράτη, στα οποία συζητά με διάσημους Αθηναίους της εποχής, εξοργίζοντας, μάλιστα, πολλούς από αυτούς με το να τους δείχνει ότι δε γνώριζαν σχεδόν τίποτα πάνω για τα θέματα πάνω στα οποία μιλάγανε.

Πόσα από αυτά που διαβάζουμε στους Διαλόγους είναι του Σωκράτη, και πόσα του Πλάτωνα παραμένει ακόμη ένα θέμα μεταξύ των ακαδημαϊκών που τους μελετάνε. Όσο για μας όμως, αφού δεν σκοπεύουμε να λύσουμε δύο προβλήματα ταυτόχρονα θα υποθέσουμε ότι στα πιο ώριμα μεταξύ των έργων του, ο Πλάτωνα παρουσιάζει ένα Σωκράτης που αποτελεί ουσιαστικά λογοτεχνικό χαρακτήρα, τον οποίο ο ίδιος χρησιμοποιεί για να εκφράσει τις δικές του ιδέες.

Έτσι λοιπόν, πιστοί στην υπόσχεσή μας, θα προσπαθήσουμε και θα ανασκευάσουμε έναν διάλογο που θα περιέχει όλα όσα πρέπει να γνωρίζετε για τον Πλάτωνα μετά από τον Covid-19.

Ο Σωκράτης μπαίνει σε μια “Παλαίστρα,” μια σχολή πολεμικών τεχνών όπου νέοι Αθηναίοι από διακεκριμένες οικογένειες στέλνονταν για εκπαίδευση. Και, είτε το πιστεύετε είτε όχι, πρέπει κιόλας να σταματήσουμε την αφήγηση για να εξετάσουμε τι συμβαίνει. Διότι πολλοί από τους Σωκρατικούς Διαλόγους ξεκινούν σε παλαίστρα και η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία.

Βλέπετε, ο Πλάτων δεν ήταν “διανοούμενος” με τη σύγχρονη έννοια. Τα βιβλία του δεν είναι γεμάτα με ακατανόητα θέματα γραμμένα σε “ξύλινη γλώσσα.” Όχι, ο Πλάτων ήταν ποιητής πρώτα και κύρια, που ξεκίνησε μάλιστα τη φιλοσοφία σχεδόν σαν “αλλαγή καριέρας” και να είναι καλά οι θεοί γι' αυτό! Έτσι, η επιλογή του χώρου δεν είναι τυχαία, καθώς ο Σωκράτης ετοιμάζεται να εμπλακεί σε έναν πνευματικό αγώνα πάλης! Ο αγώνας αυτός μάλιστα δεν θα γινόταν σε ιδιωτικά, σε κάποια ίσως θεολογική σχολή αλλά δημόσια κάτω από το απέραντο ελληνικό φως με πολλούς ακόμη Αθηναίους να παρευρίσκονται.

Εκεί, ο Σωκράτης συναντά έναν παλιό γνωστό που είναι μάλιστα και αυτός φιλόσοφος ενώ κάθεται δίπλα σ’ έναν από τους νεαρούς μαθητές του. Το αγόρι είναι περίπου δεκαέξι, όμορφο, και αμέσως τραβά την προσοχή του Σωκράτη. Πολλά από αυτά που θα ακολουθήσουν, μια “μάχη” ανάμεσα στα δύο μυαλά, μπορεί να θεωρηθεί σχεδόν ως την απόπειρα του Σωκράτη να σαγηνεύσει το αγόρι μακριά από τον δάσκαλο του. Τι ντροπή!

Μάλιστα, και για να κάνουμε τα πράγματα χειρότερα σ’ έναν από τους Διαλόγους, ο Σωκράτης βλέπει κατά τύχη το πέος του αγοριού και αμέσως “εφλεγώμην,” είπε, άρπαξα δηλαδή φωτιά (Χαρμίδης 155b) και θυμήθηκε έναν ποιητή που περιέγραψε μια τέτοια στιγμή ως ένα «ελαφάκι που περπατά στο στόμα του λιονταριού.» Αλλά πόσο κυριολεκτικά πρέπει να τα πάρουμε όλα αυτά; Σίγουρα, ένας πολιτισμός που τόνιζε τόσο την ομοφυλοφιλία δεν θα μπορούσε καν να αναπαραχθεί! Και πρέπει να θυμόμαστε ότι οι μελετητές αυτών των κειμένων είναι ακόμη διχασμένοι ως προς τη σωματική φύση αυτού του «ελληνικού έρωτα». Το σημαντικότερο όμως για εμάς είναι να αναλογιστούμε, με τι ακριβώς το συγκρίνουμε; καθώς νέοι του σήμερα είναι πολύ περισσότερο εκτεθειμένοι στο σεξ, και μέσω της πορνογραφίας, απ' ότι εκείνοι οι “ιδανικοί έφηβοι” των Σωκρατικών Διαλόγων θα μπορούσαν ποτέ να είναι!

Μάλιστα, δεν θα μας εξέπληττε, εάν πίσω από την ντροπή που κάποιοι αισθάνονται όταν διαβάζουν τα έργα αυτά, υπάρχει μια κρυμμένη ενοχή, για πώς μεγαλώνουμε εμείς τα δικά μας παιδιά. Γιατί σε όλα τα έργα του Πλάτωνα, ο Σωκράτης πάντα συγκρατείται, και το ρίχνει ξανά στη δουλειά, τη δική του δουλειά: τη φιλοσοφία!

Κάθε ένα από τα πρώιμα έργα του Πλάτωνα, με εξαίρεση την “Απολογία,” που καταγράφει την στάση του Σωκράτη απέναντι στο Λαϊκό Δικαστήριο των Αθηνών, περιστρέφονται γύρω από τον ορισμό μιας και μόνο λέξης. Μιας αρετής, που ο Σωκράτης προσπαθεί να ορίσει μαζί με τους συνομιλητές του, πολλοί από τα οποίους μάλιστα, και παρά το γεγονός ότι τους θυμόμαστε πλέον σαν «σοφιστές,» ήταν στην πραγματικότητα πρώτης τάξεως φιλόσοφοι. Το περίφημο “Συμπόσιο” περιστρέφεται γύρω από τον Έρωτα. Η Πολιτεία, που ορισμένοι θεωρούν σαν “οδηγίες τυραννίας” αρχίζει στην πραγματικότητα με το ερώτημα “Δικαιοσύνη” ενώ ο Χαρμίδης, που μοιάζει με τον μας φανταστικό διάλογο αφορά το “Σωφροσύνη.”

Αυτές οι αρετές ωστόσο δεν ήταν χριστιανικές αρετές. Και ακόμη κι αν λέξεις όπως «δικαιοσύνη» και «σωφροσύνη» μας ακούγονται γνωστές, τα προβλήματα που είχε να λύσει ο Πλάτωνας, ήταν πολύ διαφορετικό από εκείνα που είχανε να λύσουν οι Ρωμαίοι εκείνοι συγγραφείς που διαμόρφωσαν τον Χριστιανισμό. Γιατί στην Ελλάδα κάτι μοναδικό είχε τεθεί σε κίνηση περίπου μισό αιώνα πριν γεννηθεί ο Πλάτωνας: η πρώτη, και μερικοί θα λέγαν και η τελευταία Άμεση Λαϊκή Δημοκρατία. Το πρόβλημα λοιπόν που προσπαθούσε να λύσει ο Πλάτωνας ήταν: το “πώς μπορούν οι πολίτες να αυτό-κυβερνηθούν,” ενώ ο λόγος που κάποιοι τον αποκαλούν “αυταρχικό” είναι επειδή πάντα θα υπάρχει η πιθανότητα, η απάντηση στο πρόβλημα αυτό… να είναι αρνητική!. Διότι σε αντίθεση με τη δική μας αντίληψη για την “ελευθερία,” που πήραμε κυρίως από στοχαστές όπως ο John Locke και ο Ρουσσώ, για τους Έλληνες, όπως και για τον αρχαίο κόσμου γενικότερα, ο άνθρωπος δεν ήταν “Γεννημένος Ελεύθερος” (Ρουσσώ, Κοινωνικό Συμβόλαιο), όπως καθένας που έχει κρατήσει ένα νεογέννητο μπορεί να μαρτυρήσει. Όχι, ο άνθρωπος έχει “ικανότητα ελευθερίας,” όπως έχει και την ικανότητα να παίξει πιάνο, και άρα πρέπει να εκπαιδευτεί για την πραγμάτωση της ικανότητας αυτής.

Και ότι ήταν η μουσική για τους μουσικούς, έτσι και η Αρετή, η ελληνική Αρετή, ήταν για τη δημοκρατία: ήταν η “τέχνη της ελευθερίας.” Και ακριβώς στο σημείο αυτό, μετά το στήσιμο της σκηνής, όπως θα το έκανε ο Πλάτωνας, “gay-friendly” και τα ρέστα, είμαστε έτοιμοι να εκπληρώσουμε την υπόσχεσή μας: να συλλάβουμε την ουσία, όλων των πρώιμων Πλατωνικών Διαλόγων. Γιατί, όποια και αν είναι η ακριβής αρετή που ο διάλογος μας προσπαθεί να ορίσει σχεδόν πάντα έρχεται ένα σημείο στους διαλόγους αυτούς όπου, τόσο ο Σωκράτης, όσο και οι συνομιλητές του, και μαζί του και 'μεις φυσικά είναι απλά μπερδεμένοι! Και είναι ακριβώς σε αυτό το σημείο που, δια στόματος Σωκράτη, ο Πλάτωνας κάνει τις ακόλουθες ερωτήσεις:

- Πες μου, ο Σωκράτης λέει στον συνομιλητή του, ποια είναι αυτή η “γνώση” που έχουν οι γιατροί ώστε να λέγονται γιατροί;

- Μα, η γνώση της υγείας, Σωκράτη!

- Και όποτε κάποιος έχει αυτή την “γνώση της υγείας,” μπορούμε να τον αποκαλούμε γιατρό;

- Μα, ναι, φυσικά!

- Και αν αρρωστήσεις, πηγαίνεις στους “πολλούς;”

- Στον λαό; που είναι ανειδίκευτος σε θέματα υγείας; Ζητώντας τους, ας πούμε, να “ψηφίσουν,” ώστε να βρεις τα αίτια της αρρώστιας σου; ή δέχεσαι τη γνώμη του “ενός;” του ειδικού;

- Τη γνώμη του “ενός,” Σωκράτη.

- Τότε λοιπόν... αν ο γιατρός αυτός που έχει γνώση της υγείας... πως αποκαλούμε αυτόν που έχει την αρετή που προσπαθούμε να ορίσουμε;

Ακριβώς ποια θα ήταν η απάντηση του Πλάτωνα μας είναι αδύνατο να πούμε στο απόλυτο, αλλά δια μέσω του διαλόγου, ο αναγνώστης πείθεται πως η απάντηση είναι ο κυβερνήτης! Αυτός που έχει αρετή, είναι αυτός που πρέπει να κυβερνά. Γι 'αυτό και ο Πλάτωνας αποκαλεί την Αρετή τη “Βασιλική Τέχνη.” Που σημαίνει ότι, για να κυβερνήσουν οι ίδιοι τον εαυτό τους αντί ενός βασιλιά, οι πολίτες πρέπει επίσης να αποκτήσουν την αρετή αυτή. Την αρετή που ονομάζεται Δικαιοσύνη, Σοφία ή Σωφροσύνη ανάλογα με τον διάλογο που διαβάζουμε. Μια αρετή που ο Πλάτων αποκαλεί “επιστήμη,” αλλά που σε αντίθεση με τις άλλες επιστήμες, όπως η ιατρική για παράδειγμα δεν έχει ένα περιορισμένο πεδίο γνώσης, αλλά μπορεί να “επισταθεί” πάνω από όλες τις επιστήμες και να αποφασίσει ποια να χρησιμοποιήσετε και πότε.

Αλλά προσέξτε σε τι μας “επιστεί” την προσοχή μας ο Πλάτων. Όταν είμαστε άρρωστος, λέει δια μέσω του Σωκράτη, χρησιμοποιούμε μόνο μία συγκεκριμένη επιστήμη, την επιστήμη της υγείας, που ονομάζουμε ιατρική ακόμα και σήμερα. Σε θέματα υγείας λοιπόν δεν υπάρχει ζήτημα δημοκρατίας μιας και δεν ρωτάμε ποτέ μια ομάδα τυχαίων ανθρώπων να μας πει τι συμβαίνει με το σώμα μας.

Πώς μπορούμε λοιπόν να αφήσουμε αποφάσεις που είναι ακόμη πιο σημαντικές: όπως το να κάνουμε πόλεμο ή να συμπράξουμε την ειρήνη, το να διδάξουμε τους νέους τη θρησκεία αντί της επιστήμης, ή έναν συνδυασμό και των δύο. Πώς μπορούν αυτές οι αποφάσεις να αφεθούν στους “πολλούς;” Γιατί αλήθεια ζητάμε ακόμα από τους πολίτες να ψηφίζουν αντί να αφήσουμε τις σημαντικές αποφάσεις στους ειδικούς του κάθε τομέα; Τους “τεχνοκράτες;”

Ορίστε! τα καταφέραμε!

Πραγματοποιήσαμε την υπόσχεσή μας. Και παρεμπιπτόντως. Πρέπει να σας θυμίσω ότι αυτό που είπαμε στην αρχή ήταν: ότι θα συνεχίσουμε μόνο ότι είναι σχετικό σήμερα. Επειδή, παρόλη την κριτική που υπέστη ο Πλάτωνας δια τους αιώνες ως “εχθρός της δημοκρατίας,” η ερώτησή του, του πώς μπορούμε να εμπιστευτούμε τους πολλούς δεν ήταν ρητορική.

Είναι μια ερώτηση που αντί να θεωρείται “τοξική” πρέπει να ερωτηθεί και να απαντηθεί αν θέλουμε ποτέ να έχουμε δημοκρατία. Το βαθύ και πολύπλοκο έργο του Πλάτωνα ξεδιπλώνεται μέσα απ' αυτή την ερώτηση σαν την ουρά ενός παγωνιού, εξετάζοντας όλες τις πιθανές απαντήσεις. Όμως τίποτα από αυτά δεν έχουν σημασία πια. Γιατί αν καταφέρουμε να χαρτογραφήσουμε όλες τις πολιτικές αποφάσεις, όπως τα ανοιχτά σύνορα και την ελευθερία της κίνησης, τη λογοκρισία στο διαδίκτυο ή τη χρήση των μετρητών… σε θέματα υγείας, τότε δεν χρειάζεται να σκεφτούμε καθόλου τη δημοκρατία, αφού μπορούμε όλοι να συμφωνήσουμε ότι όταν σε ώρες ανάγκης και όταν η υγεία μας κινδυνεύει καλούμε πάντα τον γιατρό: τον “Τύραννος του Σώματος.” Ο λόγος για τον οποίο μπορούμε να συνοψίσουμε όλο έργο του Πλάτωνα με τη μια είναι ότι το ερώτημα είναι σχετικά απλό, είναι η απάντηση που χρειάζεται ένα φιλόσοφο της τάξης του Πλάτωνα. Αλλά αν μπορούσαμε να σταματήστε στην ερώτηση, αν οι παγκόσμιοι ηγέτες μας έβρισκαν τον τρόπο να ανάγουν όλα τα προβλήματα σε προβλήματα υγείας, τότε μπορούμε να πετάξουμε το υπόλοιποι των Διαλόγων στα σκουπίδια με τη σιγουριά ότι δεν χρειάζεται πια να βρούμε την απάντηση στο ζήτημα της δημοκρατίας!

Αλλά είμαστε σε έκτακτη ανάγκη! Ακούω να λέτε. Ο Πλάτωνας όμως γεννήθηκε σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης! Μέσα σε ένα καταστροφικό πόλεμο που ορισμένοι ιστορικοί ονόμασαν το μεγαλύτερο σφάλμα στην ανθρώπινη ιστορία. Ένα πόλεμο που ξεκίνησε με μια πανούκλα, κατά την οποία όμως γράφτηκαν κάποια από τα μεγαλύτερα έργα φιλοσοφίας και λογοτεχνίας: οι Τραγωδίες του Ευριπίδη, ενώ παραδόξως, ακόμα και κωμωδίες! Τα ξεκαρδιστικά έργα του Αριστοφάνη ο οποίος με κάποιο τρόπο βρήκε το ηθικό θάρρος να γελοιοποιήσει έναν πόλεμο στον οποίο συμμετείχε ο ίδιος μέρος. Ο Πλάτων έγραψε τα μεγαλύτερα έργα του όχι παρά αυτήν την έκτακτη ανάγκη αλλά εξαιτίας της, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι οι καταστάσεις αυτές είναι τα εκκολαπτήρια της τυραννίας! Ακόμα κι αν αυτή η τυραννία, είναι τυραννία… των γιατρών!

Το πείραμα CLOUD στο CERN αποκαλύπτει το ρόλο των ιωδικών οξέων στο σχηματισμό ατμοσφαιρικών αιωρούμενων σωματιδίων

Σε μελέτη που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο περιοδικό Science, η συνεργασία CLOUD στο CERN δείχνει ότι τα αιωρούμενα σωματίδια του αερολύματος που γίνονται από ιωδικό οξύ μπορούν να σχηματιστούν εξαιρετικά γρήγορα στο στρώμα του θαλάσσιου συνόρου – το μέρος της ατμόσφαιρας που είναι σε άμεση επαφή με τον ωκεανό. Τα σωμάτια του αερολύματος στην ατμόσφαιρα επιδρούν στο κλίμα, τόσο άμεσα όσο και έμμεσα, όμως πώς τα καινούργια αιωρούμενα σωμάτια του αερολύματος σχηματίζονται και επηρεάζουν νέφη και κλίμα παραμένει σχετικά λίγο κατανοητό. Αυτό είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον για τα σωμάτια που σχηματίζονται επάνω από τον απέραντο ωκεανό.

«Τα σωματίδια ιωδικού οξέος παρατηρήθηκαν προηγουμένως σε ορισμένες παράκτιες περιοχές, όμως δεν γνωρίζαμε μέχρι τώρα πόσο σημαντικά μπορούν να είναι σε παγκόσμιο επίπεδο», αναφέρει ο εκπρόσωπος του CLOUD, Jasper Kirkby. «Αν και τα περισσότερα ατμοσφαιρικά σωματίδια σχηματίζονται από θειικό οξύ, η μελέτη μας δείχνει ότι το ιωδικό οξύ μπορεί να είναι ο κύριος υπεύθυνος στις ανέγγιχτες, παρθένες, θαλάσσιες περιοχές».

Το CLOUD είναι ένα μοναδικό πείραμα. Είναι το πρώτο εργαστηριακό πείραμα στον κόσμο για να επιτευχθεί η τεχνική επίδοση που απαιτείται για να μετρηθεί ο σχηματισμός και η ανάπτυξη των σωματιδίων του αερολύματος από ένα μείγμα ατμών κάτω από ελεγχόμενες, με ακρίβεια, συνθήκες. Επιπροσθέτως, το πείραμα μπορεί να μελετήσει πώς ιόντα που παράγονται από σωματίδια υψηλής ενέργειας, που αποκαλούνται κοσμικές ακτίνες, επηρεάζουν το σχηματισμό των σωματιδίων του αερολύματος, χρησιμοποιώντας είτε τη σταθερή ροή των φυσικών κοσμικών ακτίνων που καταιονίζουν τον θάλαμο του CLOUD, ή – για να προσομοιώσουν μεγαλύτερα υψόμετρα – μια δέσμη σωματιδίων από το Σύχνοτρον Πρωτονίων του CERN.

Στη νέα μελέτη, η ομάδα του CLOUD ερεύνησε πώς τα σωματίδια του αερολύματος σχηματίζονται από ατμούς που παράγονται από μοριακό ιώδιο υπό τις συνθήκες του στρώματος του θαλάσσιου συνόρου. Βρήκαν ότι ο σχηματισμός σωματιδίων και η ανάπτυξη οδηγείται από το ιωδικό οξύ (HIO3) και ότι το ιώδες οξύ (HIO2) παίζει ένα ρόλο κλειδί στα αρχικά βήματα του σχηματισμού των ουδέτερων σωματιδίων – αυτών χωρίς ηλεκτρικό φορτίο. Επιπροσθέτως, οι ερευνητές βρήκαν ότι τα σωματίδια ιωδικού οξέος διαμορφώνονται εξαιρετικά γρήγορα – ακόμη πιο γρήγορα από ότι τα σωματίδια θειικού οξέος-αμμωνίας σε όμοιες συγκεντρώσεις οξέος. Βρήκαν επίσης ότι ιόντα από κοσμικές ακτίνες που προέρχονται από τον Γαλαξία μας επιταχύνουν το ρυθμό σχηματισμού σωματιδίων στο μέγιστο δυνατό, που περιορίζεται μόνο από το πόσο συχνά συγκρούονται τα σωματίδια.

«Ο σχηματισμός σωματιδίων ιωδικού οξέος είναι πιθανό να είναι ιδιαίτερα σημαντικός σε παρθένες θαλάσσιες περιοχές όπου οι συγκεντρώσεις θειικού οξέος και αμμωνίας είναι εξαιρετικά χαμηλές», αναφέρει ο Kirkby. «Πράγματι, έχει πρόσφατα αναφερθεί συχνά σχηματισμός νέων σωματιδίων πάνω από κομμάτια πάγου στην Αρκτική, με κύριο υπεύθυνο το ιωδικό οξύ, αλλά με μικρή συνεισφορά από το θειικό οξύ».

Τα αποτελέσματα έχουν σημαντικές επιπτώσεις. Η επιφάνεια του ωκεανού, ο θαλάσσιος πάγος και τα εκτεθειμένα φύκια είναι οι κύριες πηγές του ατμοσφαιρικού ιωδίου. Οι παγκόσμιες εκπομπές ιωδίου σε μεγάλα υψόμετρα έχουν αυξηθεί τρεις φορές κατά τη διάρκεια των επτά περασμένων δεκαετιών και είναι πιθανόν να συνεχίσουν να αυξάνονται στο μέλλον καθώς ο θαλάσσιος πάγος γίνεται λεπτότερος. «Στις πολικές περιοχές, αερολύματα και νέφη έχουν αυξητική επίδραση για τη θερμοκρασία επειδή απορροφούν υπέρυθρη ακτινοβολία που αλλιώς θα χανόταν στο διάστημα και στη συνέχεια την ακτινοβολούν πίσω προς την επιφάνεια. Τα αυξανόμενα αερολύματα ιωδικού οξέως και ο σχηματισμός νεφών-σπόρων θα μπορούσαν, έτσι, να παρέχουν μια προηγουμένως μη-υπολογίσιμη θετική ανάδραση, η οποία επιταχύνει την απώλεια του θαλασσίου πάγου στην Αρκτική», εξηγεί ο Kirkby.