Μαθαίνεις να ζεις σημαίνει ωριμάζεις, επίσης εκπαιδεύεις: μαθαίνεις στον άλλο και προπάντων στον ίδιο τον εαυτό σου. Το να απευθύνεσαι σε κάποιον για να του πεις "θα σου μάθω να ζεις", σημαίνει, ενίοτε σε απειλητικό τόνο, θα σε διαπλάσω και δη θα σε στρώσω.
Εν συνεχεία, και η αμφιλογία αυτού του παιγνιδιού έχει μεγαλύτερη σημασία για μένα, αυτός ο αναστεναγμός ανοίγεται επίσης σε μια δυσκολότερη ερωτητική: το ζην, αυτό το πράγμα μπορείς να το μάθεις στον εαυτό σου, μπορείς να το διδάξεις στον εαυτό σου;
Μπορεί κανείς να μάθει, με την πειθαρχία ή με την μαθητεία, με την εμπειρία ή τον πειραματισμό, να αποδεχθεί, ή, καλύτερα, να επιβεβαιώσει τη ζωή;
Εν προκειμένω, λοιπόν, για να απαντήσω, εγώ, χωρίς πρόσθετες περιστροφές στο ερώτημά σας: όχι, ποτέ δεν έμαθα-να-ζω. Καθόλου, εν τοιαύτη περιπτώσει!
Μαθαίνεις να ζεις, αυτό θα έπρεπε να σημαίνει ότι μαθαίνεις να πεθάνεις, να λαμβάνεις υπ΄ όψιν, για να την αποδεχθείς, την απόλυτη θνητότητα (χωρίς σωτηρία, ούτε ανάσταση, ούτε λύτρωση - ούτε για τον εαυτό σου ούτε για τον άλλον).
Από τον Πλάτωνα και εφεξής πρόκειται για το παλαιό φιλοσοφικό ερώτημα: φιλοσοφείς σημαίνει μαθαίνεις να πεθάνεις.
Δεν έχω μάθει να τον αποδέχομαι, τον θάνατο. Είμαστε όλοι επιζώντες με αναστολή.
Ωστόσο, παραμένω ανεπίδεκτος διαπαιδαγωγήσεως όσον αφορά τη σοφία του να ξέρεις-να-πεθάνεις ή, αν προτιμάτε, να ξέρεις-να-ζεις. Ως τώρα, τίποτε δεν έχω μάθει ή επιτύχει σχετικά με αυτό το θέμα.
Ο χρόνος της αναστολής συρρικνώνεται με επιταχυνόμενο ρυθμό. όχι μόνο γιατί είμαι, μαζί με άλλους, κληρονόμος τόσων πραγμάτων, καλών ή τρομερών: καθώς οι περισσότεροι από τους στοχαστές με τους οποίους συνδεόμουν είναι νεκροί, όλο και πιο συχνά με αποκαλούν επιζώντα: ο τελευταίος, ο έσχατος εκπρόσωπος μιας "γενιάς", χονδρικά της δεκαετίας του 1960· αυτό το γεγονός, χωρίς να είναι επακριβώς αληθινό, δεν μου εμπνέει μόνο ενστάσεις αλλά και αισθήματα μιας κάπως μελαγχολικής εξέγερσης.
Καθώς, επιπρόσθετα, ορισμένα προβλήματα υγείας --το είπαμε-- έχουν γίνει πιεστικά, το ερώτημα της επιβίωσης ή της αναστολής, που πάντοτε με κατέτρυχε, κυριολεκτικά, σε κάθε στιγμή της ζωής μου, συγκεκριμένα και ακατάπαυστα, σήμερα αποκτά διαφορετική χροιά.
Πάντοτε ενδιαφερόμουν για τη θεματική της επιβίωσης, το νόημα της οποίας δεν προστίθεται στο ζην και στο θνήσκειν.
Η επιβίωση είναι αρχέγονη: η ζωή είναι επιβίωση.
Επιβιώνεις με την τρέχουσα σημασία θέλει να πει ότι συνεχίζεις να ζεις, αλλά επίσης ότι ζεις μετά τον θάνατο.
Αφήνω εδώ ένα κομματάκι χαρτί, φεύγω, πεθαίνω: αδύνατον να εξέλθω από τούτη τη δομή, αυτή είναι η σταθερή μορφή της ζωής μου.
Κάθε φορά που αφήνω να φύγει κάτι, κάθε φορά που το τάδε ίχνος φεύγει από εμένα, "εκπορεύεται" από εμένα, με τρόπο μη επανιδιοποιήσιμο, ζω τον θάνατό μου μέσα στη γραφή.
Jacques Derrida, Μαθαίνοντας να ζεις εν τέλει
Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2021
Αλλάζοντας τον τρόπο που αντιδρούμε στο άγνωστο, μπορούμε να εξελιχθούμε μέσα από αυτό
Το συναίσθημα είναι γνωστό στους περισσότερους από εμάς: ένα μικρό σφίξιμο στο στομάχι και μια ξαφνική δυσάρεστη αίσθηση ανησυχίας. Κάτι έχει αλλάξει, κάτι συμβαίνει που μας ωθεί σε μια ξαφνική αλλαγή στη ζωή μας.
Αισθανόμαστε τα αυτιά μας να “καίνε” και τα δάκρυά μας να είναι έτοιμα να κυλήσουν. Αντικείμενα και άνθρωποι οι οποίοι ως τώρα μας έκαναν να αισθανόμαστε άνετα, ασφαλείς και χαρούμενοι μαζί τους, ξαφνικά μας φαίνονται “ξένοι” και διαφορετικοί σαν να τους βλέπουμε για πρώτη φορά.
Αυτή η αίσθηση μας συμβαίνει κατά καιρούς στη ζωή μας. Ο πανικός μας κυριεύει μεμιάς λες και τα σώματά μας απορρίπτουν την ιδέα πριν καν προλάβει να γίνει συνείδηση. Το στομάχι μας φουσκώνει και ο λαιμός μας “κλείνει”. Ακόμη και αν το συμβάν που έχει προκαλέσει την αλλαγή, δεν μας αφορά άμεσα κάποιες φορές, η αντίδρασή μας είναι η ίδια – το καινούριο μας προκαλεί φόβο.
Όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια κατάσταση κατά την οποία πρέπει να προβούμε σε μια αλλαγή, το στομάχι μας σφίγγεται και το σώμα μας βρίσκεται υπ᾽ ατμόν. Ενστικτωδώς και από συνήθεια, αγκιστρωνόμαστε από αυτά τα συναισθήματα τα οποία μας είναι οικεία και αντιστεκόμαστε στη αλλαγή, λες και τα συναισθήματα αυτά είναι τα μοναδικά τα οποία έχουμε δικαίωμα να βιώσουμε.
Γιατί όμως δεν βλέπουμε την κατάσταση αντίστροφα; Και αν τα δάκρυα μας που είναι έτοιμα να μας κατακλύσουν και το στομάχι μας που έχει γίνει κόμπος, δεν προμηνύουν απαραίτητα κάτι κακό αλλά κάτι εξαιρετικό; Και αν στην απότομη αλλαγή στη ζωή μας, αντί να αντιστεκόμαστε, της δώσουμε ακόμη περισσότερη ώθηση και την εξερευνήσουμε με ανυπομονησία;
Παραμένοντας προσκολλημένοι στα βιώματα της άρνησης και του φόβου τα οποία μας είναι συνήθως οικεία, χάνουμε πολλές φορές σπουδαίες εμπειρίες. Επομένως, αντί να αντιστεκόμαστε και να αρνούμαστε τα συναισθήματα που μας προκύπτουν, θα μας βοηθήσει πολύ περισσότερο αν τα αναγνωρίσουμε, αποδεχτούμε ότι υπάρχουν και τα απελευθερώσουμε ώστε να ζήσουμε με χαρά, όλες τις νέες εμπειρίες που μας περιμένουν.
Αισθανόμαστε τα αυτιά μας να “καίνε” και τα δάκρυά μας να είναι έτοιμα να κυλήσουν. Αντικείμενα και άνθρωποι οι οποίοι ως τώρα μας έκαναν να αισθανόμαστε άνετα, ασφαλείς και χαρούμενοι μαζί τους, ξαφνικά μας φαίνονται “ξένοι” και διαφορετικοί σαν να τους βλέπουμε για πρώτη φορά.
Αυτή η αίσθηση μας συμβαίνει κατά καιρούς στη ζωή μας. Ο πανικός μας κυριεύει μεμιάς λες και τα σώματά μας απορρίπτουν την ιδέα πριν καν προλάβει να γίνει συνείδηση. Το στομάχι μας φουσκώνει και ο λαιμός μας “κλείνει”. Ακόμη και αν το συμβάν που έχει προκαλέσει την αλλαγή, δεν μας αφορά άμεσα κάποιες φορές, η αντίδρασή μας είναι η ίδια – το καινούριο μας προκαλεί φόβο.
Όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια κατάσταση κατά την οποία πρέπει να προβούμε σε μια αλλαγή, το στομάχι μας σφίγγεται και το σώμα μας βρίσκεται υπ᾽ ατμόν. Ενστικτωδώς και από συνήθεια, αγκιστρωνόμαστε από αυτά τα συναισθήματα τα οποία μας είναι οικεία και αντιστεκόμαστε στη αλλαγή, λες και τα συναισθήματα αυτά είναι τα μοναδικά τα οποία έχουμε δικαίωμα να βιώσουμε.
Γιατί όμως δεν βλέπουμε την κατάσταση αντίστροφα; Και αν τα δάκρυα μας που είναι έτοιμα να μας κατακλύσουν και το στομάχι μας που έχει γίνει κόμπος, δεν προμηνύουν απαραίτητα κάτι κακό αλλά κάτι εξαιρετικό; Και αν στην απότομη αλλαγή στη ζωή μας, αντί να αντιστεκόμαστε, της δώσουμε ακόμη περισσότερη ώθηση και την εξερευνήσουμε με ανυπομονησία;
Παραμένοντας προσκολλημένοι στα βιώματα της άρνησης και του φόβου τα οποία μας είναι συνήθως οικεία, χάνουμε πολλές φορές σπουδαίες εμπειρίες. Επομένως, αντί να αντιστεκόμαστε και να αρνούμαστε τα συναισθήματα που μας προκύπτουν, θα μας βοηθήσει πολύ περισσότερο αν τα αναγνωρίσουμε, αποδεχτούμε ότι υπάρχουν και τα απελευθερώσουμε ώστε να ζήσουμε με χαρά, όλες τις νέες εμπειρίες που μας περιμένουν.
Ρήξη με το παρελθόν: Έχοντας πλέον αποκοπεί από τις παλιές μορφές σκέψης, συναισθημάτων και προσαρμογής, οδηγούμαστε σε μια εντελώς νέα κοινωνία
Μια από τις πιο εντυπωσιακές αναλύσεις αυτού του θέματος, προέρχεται από τον Κένεθ Μπάουλντιγκ, έναν διαπρεπή οικονομολόγο και εμπνευσμένο κοινωνικό στοχαστή. Εξηγώντας την άποψή του ότι η σημερινή στιγμή αποτελεί μια κρίσιμη καμπή στην ιστορία του ανθρώπου, παρατηρεί ότι “όσον αφορά τις στατιστικές μελέτες σχετικά με τις δραστηριότητες της ανθρωπότητας, η χρονολογία που διαιρεί την ιστορία σε δύο ίσα μέρη βρίσκεται ζωντανή στη μνήμη”. Ουσιαστικά ο αιώνας μας αντιπροσωπεύει τη Μεγάλη Ενδιάμεση Λωρίδα που συνθλίβει το κέντρο της ιστορίας του ανθρώπου. Έτσι, υποστηρίζει, “ο σημερινός κόσμος… είναι τόσο διαφορετικός απ’ τον κόσμο μέσα στον οποίο γεννήθηκα, όσο και εκείνος διέφερε απ’ τον κόσμο του Ιουλίου Καίσαρα. Για να χρονολογήσω κατά προσέγγιση, γεννήθηκα στα μέσα της ιστορίας του ανθρώπου. Έχουν συμβεί τόσο πολλά από τότε, όσα είχαν συμβεί περίπου και πριν τη γέννησή μου”.
Αυτή η εκπληκτική αναφορά μπορεί να επεξηγηθεί με διάφορους τρόπους. Έχει αναφερθεί, για παράδειγμα, ότι αν τα τελευταία 50.000 χρόνια της ανθρώπινης ύπαρξης διαιρούνταν σε περιόδους ζωής των 62 ετών η κάθε μία, θα υπήρχαν περίπου 800 τέτοιες χρονικές περίοδοι, εκ των οποίων οι 650 θα ήταν περίοδοι των σπηλαίων.
Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 70 περιόδων, κατέστη δυνατή η ουσιαστική ιστορική συνέχεια από τη μία περίοδο στην άλλη- με την ανακάλυψη της γραφής. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων μόλις έξι περιόδων, εκατομμύρια άνθρωποι μπόρεσαν για πρώτη φορά να αντικρύσουν μία τυπωμένη λέξη. Μόνο κατά τις τελευταίες 4 κατέστη δυνατή η μέτρηση του χρόνου με κάθε ακρίβεια. Στις τελευταίες 2 περιόδους χρησιμοποιήθηκε ο πρώτος ηλεκτρικός κινητήρας. Και τα περισσότερα υλικά αγαθά που χρησιμοποιούμε σήμερα στην καθημερινή μας ζωή, εμφανίστηκαν κατά τη σημερινή, την 800ή περίοδο ζωής.
Αυτή η 800ή περίοδος σηματοδοτεί την απότομη, έντονη ρήξη με όλη την προηγούμενη ανθρώπινη εμπειρία, διότι κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ζωής, η σχέση του ανθρώπου με τις πλουτοπαραγωγικές πηγές έχει μεταβληθεί. Αυτό γίνεται πιο φανερό στο πεδίο της οικονομικής ανάπτυξης. Μέσα σε μία μόνο περίοδο ζωής, η γεωργία, η αρχική βάση του πολιτισμού, άρχισε από έθνος σε έθνος να χάνει την κυρίαρχη θέση της. Σήμερα σε μια ντουζίνα μείζονες χώρες, ο αγροτικός τομέας απασχολεί πάνω από το 15% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού. Στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου τα αγροκτήματα συντηρούν 200.000.000 Αμερικανούς, προστιθεμένων άλλων 160.000.000 σ’ όλο τον κόσμο, αυτός ο αριθμός έχει ήδη μειωθεί κάτω από το 6% και συνεχίζει να συρρικνώνεται με γοργό ρυθμό.
Επιπλέον, αν η γεωργία είναι το πρώτο στάδιο της οικονομικής ανάπτυξης και η εκβιομηχάνιση το δεύτερο, είμαστε τώρα σε θέση να αντιληφθούμε ότι ξαφνικά παρουσιάστηκε ακόμη ένα στάδιο, το τρίτο. Γύρω στο 1965 οι Ηνωμένες Πολιτείες εξελίχτηκαν στην πρώτη μείζονα δύναμη, στην οποία περισσότερο από το 50% του μη αγροτικού εργατικού δυναμικού έπαψε να φορά το μπλε κολάρο του εργοστασίου ή της χειρωνακτικής εργασίας. Οι χειρώνακτες ξεπεράστηκαν αριθμητικά από τους εργαζόμενους στα ονομαζόμενα επαγγέλματα του λευκού κολάρου – στο λιανικό εμπόριο, στη διοίκηση, στις επικοινωνίες, στην έρευνα, στην εκπαίδευση και σε άλλους επαγγελματικούς τομείς. Μέσα στην ίδια περίοδο ζωής, για πρώτη φορά στην ιστορία του ανθρώπου μια κοινωνία όχι μόνο αποτίναξε το ζυγό της αγροτικής δουλειάς, αλλά κατάφερε επίσης, μέσα σε λίγες δεκαετίες, να αποτινάξει και τον ζυγό της χειρωνακτικής εργασίας. Είχε γεννηθεί η πρώτη οικονομία υπηρεσιών στον κόσμο.
Από τότε, οι τεχνολογικά ανεπτυγμένες χώρες, η μία μετά την άλλη, κινήθηκαν στην ίδια κατεύθυνση. Σήμερα, στη Σουηδία, Βρετανία, Βέλγιο, Καναδά και Κάτω Χώρες, στα κράτη δηλαδή όπου η γεωργία βρίσκεται σε ένα επίπεδο κάτω του 15% ή και χαμηλότερα, οι υπάλληλοι γραφείου ήδη υπερτερούν αριθμητικά από τους χειρώνακτες. Δέκα χιλιάδες χρόνια για τη γεωργία. Ένας ή δύο αιώνες για εκβιομηχάνιση. Και τώρα βλέπουμε να ξεδιπλώνεται μπροστά μας η προοπτική του υπερ-βιομηχανισμού.
Ο Jean Fourastie, ο Γάλλος σχεδιαστής και κοινωνικός φιλόσοφος, δήλωσε, “Τίποτα δε θα είναι λιγότερο βιομηχανικό απ’ τον πολιτισμό που γεννήθηκε απ’ τη βιομηχανική επανάσταση”. Η σημασία αυτής της συγκλονιστικής πραγματικότητας, μένει ακόμη να αφομοιωθεί. Ίσως ο Θαντ, Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών, προσέγγισε πιο πιστά την έννοια της μετατόπισης στην αντίληψη του υπερ-βιομηχανισμού, όταν δήλωσε ότι, “Η εκπληκτική αλήθεια για τις ανεπτυγμένες οικονομίες σήμερα είναι ότι αυτές μπορούν να έχουν πολύ σύντομα το είδος και την αναλογία πλουτοπαραγωγικών πηγών που επιθυμούν… Δεν είναι πια οι πλουτοπαραγωγικές πηγές αυτές που οριοθετούν τις αποφάσεις. Η απόφαση είναι αυτή που δημιουργεί τις πηγές. Αυτή είναι η θεμελιώδης επαναστατική αλλαγή- ίσως η πιο επαναστατική που έχει γνωρίσει ποτέ ο άνθρωπος”. Αυτή η μνημειώδης μεταστροφή, συνέβη κατά την 800ή χρονική περίοδο ζωής.
Επίσης, αυτή η περίοδος διαφέρει από όλες τις άλλες εξαιτίας της εκπληκτικής διεύρυνσης της κλίμακας της αλλαγής. Βεβαίως υπήρξαν και άλλες περίοδοι, κατά τις οποίες προκλήθηκαν κοσμοϊστορικές αναταραχές. Πόλεμοι, επιδημίες, σεισμοί και λιμοί ανέτρεψαν σε μεγάλο βαθμό την κοινωνική τάξη πραγμάτων. Αλλά αυτοί οι συγκλονισμοί και οι αναταραχές συνεχίστηκαν μέσα στα πλαίσια μιας σειράς διαδοχικών κοινωνιών. Χρειάστηκαν γενιές ή και αιώνες για να εξαπλωθεί ο αντίκτυπός τους πέρα απ’ αυτά τα σύνορα.
Στην περίοδο ζωής που διανύουμε τα σύνορα έχουν σπάσει. Σήμερα, το δίκτυο της κοινωνικής αλληλεπίδρασης είναι τόσο άρρηκτα πλεγμένο, ώστε ο αντίκτυπος των σύγχρονων γεγονότων απλώνεται αστραπιαία σ’ όλο τον κόσμο. Ένας πόλεμος στο Βιετνάμ ανατρέπει βασικές πολιτικές συμμαχίες στο Πεκίνο, τη Μόσχα και την Ουάσιγκτον, προκαλεί αναταραχές στη Στοκχόλμη, επηρεάζει τις οικονομικές συναλλαγές στη Ζυρίχη, επιβάλλει μυστικές διπλωματικές ενέργειες στην Αλγερία.
Πράγματι, δεν είναι μόνο τα σύγχρονα γεγονότα που διαδίδονται αστραπιαία- τώρα πια μπορούμε να πούμε ότι αισθανόμαστε τον ισχυρό αντίκτυπο όλων των προηγούμενων γεγονότων με ένα διαφορετικό τρόπο. Διότι το παρελθόν επιστρέφει ακολουθώντας τα ίδια του τα ίχνη. Βρισκόμαστε σε μια κατάσταση που θα ονομάζαμε “χρονικό άλμα”.
Ένα περιστατικό που, όταν συνέβη, επηρέασε ελάχιστους ανθρώπους, σήμερα μπορεί να έχει συνέπειες ευρείας κλίμακας. Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος, για παράδειγμα, ήταν, με σύγχρονους όρους, μια αψιμαχία. Ενώ η Αθήνα, η Σπάρτη και μερικές γειτονικές πόλεις-κράτη πολεμούσαν, ο πληθυσμός της υπόλοιπης υφηλίου παρέμενε σε μεγάλο βαθμό ανυποψίαστος και ανενόχλητος από τον πόλεμο. Οι Ινδιάνοι Ζαποτέκ, που εκείνη την εποχή ζούσαν στον Μεξικό, δεν επηρεάστηκαν καθόλου. Στους αρχαίους Ιάπωνες επίσης δεν είχε κανέναν αντίκτυπο.
Κι όμως, ο Πελοποννησιακός πόλεμος μετέτρεψε αποφασιστικά τη μελλοντική τροχιά της Ελληνικής ιστορίας. Μεταβάλλοντας τις δραστηριότητες των ανθρώπων, τη γεωγραφική κατανομή γονιδίων, αξιών και ιδεών, επέδρασε στις μεταγενέστερες συνθήκες στη Ρώμη και, μέσω αυτής, σ’ ολόκληρη την Ευρώπη. Οι σημερινοί Ευρωπαίοι είναι διαφορετικοί, σε κάποιο βαθμό, εξαιτίας εκείνης της σύγκρουσης.
Στον έντονα αλληλοεπηρεαζόμενο σημερινό κόσμο, αυτοί οι Ευρωπαίοι, με τη σειρά τους, επιδρούν το ίδιο στους Μεξικανούς όπως και στους Ιάπωνες. Όποιο ίχνος επιρροής κι αν άφησε ο Πελοποννησιακός πόλεμος στη γενετική δομή, στις ιδέες και αξίες των σημερινών Ευρωπαίων, εξάγεται τώρα απ’ αυτούς σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Έτσι, οι σύγχρονοι Μεξικανοί και Ιάπωνες αισθάνονται τον μακρινό αντίκτυπο εκείνου του πολέμου, αν και οι πρόγονοί τους, που έζησαν κατά τη διάρκεια του, δεν τον αισθάνθηκαν. Μ’ αυτόν τον τρόπο, τα γεγονότα του παρελθόντος, περνώντας βιαστικά μέσα από γενιές και αιώνες, αναβιώνουν σήμερα εισβάλλοντας στη ζωή μας.
Όταν σκεφτόμαστε όχι μόνο τον Πελοποννησιακό πόλεμο, αλλά και το Μεγάλο Τείχος της Κίνας, τη Μαύρη Πανούκλα, τη μάχη των Bantu ενάντια στους Hamites- ουσιαστικά όλα τα ιστορικά γεγονότα- οι αθροιστικές επιπτώσεις του “χρονικού άλματος” προσλαμβάνουν ιδιαίτερη βαρύτητα. Οτιδήποτε συνέβη σε κάποιους ανθρώπους στο παρελθόν, επηρεάζει ουσιαστικά όλο τον κόσμο σήμερα. Αυτό δε συνέβαινε πάντα. Με λίγα λόγια, όλα τα ιστορικά γεγονότα μάς προλαβαίνουν, κι αυτή ακριβώς η διαφορά, παραδόξως, υπογραμμίζει τη ρήξη μας με το παρελθόν. Έτσι η εμβέλεια της αλλαγής διαφοροποιείται ριζικά. Στον χώρο και το χρόνο η αλλαγή συνιστά μια, χωρίς προηγούμενο, δύναμη και ικανότητα πρόσβασης σ’ αυτό που ονομάζουμε 800ή περίοδο ζωής.
Αλλά η τελική, ποιοτική διαφορά ανάμεσα στη σημερινή περίοδο και σε όλες τις προηγούμενες, συμβαίνει να παραβλέπεται πιο εύκολα. Διότι δεν έχουμε απλώς διευρύνει την κλίμακα της αλλαγής, αλλά έχουμε αλλάξει ριζικά και τον ρυθμό της. Στην εποχή μας, έχουμε απελευθερώσει μία εντελώς καινούρια κοινωνική δύναμη- έναν χείμαρρο αλλαγής τόσο ορμητικό, ώστε επηρεάζει την αντίληψή μας για το χρόνο, μεταβάλλει επαναστατικά τον ρυθμό της καθημερινής ζωής, και επιδρά ακόμη και στον τρόπο που “αισθανόμαστε” τον κόσμο γύρω μας. Δεν “αισθανόμαστε” πια τη ζωή όπως οι άνθρωποι του παρελθόντος. Κι αυτή είναι η θεμελιώδης διαφορά, η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον αληθινά σύγχρονο άνθρωπο και σ’ όλους τους άλλους. Διότι αυτή η επιτάχυνση είναι η αιτία της παροδικότητας- της μεταβατικότητας- που διαπερνά και ζωντανεύει τη συνείδησή μας, επιδρώντας καταλυτικά στον τρόπο που συνδεόμαστε με τους ανθρώπους, με τα πράγματα, με ολόκληρο τον κόσμο των ιδεών, της τέχνης και των αξιών.
Για να κατανοήσουμε τι μας συμβαίνει καθώς κινούμαστε προς την εποχή του υπερ-βιομηχανισμού, πρέπει να αναλύσουμε τη διαδικασία της επιτάχυνσης και να συλλάβουμε την έννοια της μεταβατικότητας. Αν η επιτάχυνση αποτελεί μια νέα κοινωνική δύναμη, η μεταβατικότητα είναι το ψυχολογικό της αντίστοιχο και χωρίς να αντιληφθούμε το ρόλο που διαδραματίζει στη σύγχρονη ανθρώπινη συμπεριφορά, όλες οι θεωρίες μας για την προσωπικότητα, όλη η ψυχολογία μας, παραμένουν παρωχημένες. Η ψυχολογία, χωρίς την αντίληψη της μεταβατικότητας, αδυνατεί να ερμηνεύσει με ακρίβεια τα ιδιόμορφα σύγχρονα φαινόμενα.
Αλλάζοντας τη σχέση μας με τις πηγές ενέργειας, επεκτείνοντας βίαια το εύρος της αλλαγής και, κάτι ακόμα πιο κρίσιμο, επιταχύνοντας απότομα το ρυθμό της, έχουμε εγκαταλείψει το παρελθόν αμετάκλητα. Έχουμε αποκοπεί από τις παλιές μορφές σκέψης, συναισθημάτων και προσαρμογής. Βάλαμε τις βάσεις μιας εντελώς νέας κοινωνίας και, τώρα, έχουμε αποδυθεί σ’ έναν αγώνα δρόμου για να την προλάβουμε. Αυτή είναι η ουσία της 800ής χρονικής περιόδου. Κι αυτή ακριβώς είναι που θέτει σε αμφισβήτηση την προσαρμοστικότητα του ανθρώπου. Πώς θα κατορθώσει να ευημερήσει σ’ αυτή τη νέα κοινωνική πραγματικότητα; Μπορεί να ανταποκριθεί στις επιταγές της; Κι αν όχι, μπορεί ν’ αλλάξει αυτές τις επιταγές;
Αυτή η εκπληκτική αναφορά μπορεί να επεξηγηθεί με διάφορους τρόπους. Έχει αναφερθεί, για παράδειγμα, ότι αν τα τελευταία 50.000 χρόνια της ανθρώπινης ύπαρξης διαιρούνταν σε περιόδους ζωής των 62 ετών η κάθε μία, θα υπήρχαν περίπου 800 τέτοιες χρονικές περίοδοι, εκ των οποίων οι 650 θα ήταν περίοδοι των σπηλαίων.
Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 70 περιόδων, κατέστη δυνατή η ουσιαστική ιστορική συνέχεια από τη μία περίοδο στην άλλη- με την ανακάλυψη της γραφής. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων μόλις έξι περιόδων, εκατομμύρια άνθρωποι μπόρεσαν για πρώτη φορά να αντικρύσουν μία τυπωμένη λέξη. Μόνο κατά τις τελευταίες 4 κατέστη δυνατή η μέτρηση του χρόνου με κάθε ακρίβεια. Στις τελευταίες 2 περιόδους χρησιμοποιήθηκε ο πρώτος ηλεκτρικός κινητήρας. Και τα περισσότερα υλικά αγαθά που χρησιμοποιούμε σήμερα στην καθημερινή μας ζωή, εμφανίστηκαν κατά τη σημερινή, την 800ή περίοδο ζωής.
Αυτή η 800ή περίοδος σηματοδοτεί την απότομη, έντονη ρήξη με όλη την προηγούμενη ανθρώπινη εμπειρία, διότι κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ζωής, η σχέση του ανθρώπου με τις πλουτοπαραγωγικές πηγές έχει μεταβληθεί. Αυτό γίνεται πιο φανερό στο πεδίο της οικονομικής ανάπτυξης. Μέσα σε μία μόνο περίοδο ζωής, η γεωργία, η αρχική βάση του πολιτισμού, άρχισε από έθνος σε έθνος να χάνει την κυρίαρχη θέση της. Σήμερα σε μια ντουζίνα μείζονες χώρες, ο αγροτικός τομέας απασχολεί πάνω από το 15% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού. Στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου τα αγροκτήματα συντηρούν 200.000.000 Αμερικανούς, προστιθεμένων άλλων 160.000.000 σ’ όλο τον κόσμο, αυτός ο αριθμός έχει ήδη μειωθεί κάτω από το 6% και συνεχίζει να συρρικνώνεται με γοργό ρυθμό.
Επιπλέον, αν η γεωργία είναι το πρώτο στάδιο της οικονομικής ανάπτυξης και η εκβιομηχάνιση το δεύτερο, είμαστε τώρα σε θέση να αντιληφθούμε ότι ξαφνικά παρουσιάστηκε ακόμη ένα στάδιο, το τρίτο. Γύρω στο 1965 οι Ηνωμένες Πολιτείες εξελίχτηκαν στην πρώτη μείζονα δύναμη, στην οποία περισσότερο από το 50% του μη αγροτικού εργατικού δυναμικού έπαψε να φορά το μπλε κολάρο του εργοστασίου ή της χειρωνακτικής εργασίας. Οι χειρώνακτες ξεπεράστηκαν αριθμητικά από τους εργαζόμενους στα ονομαζόμενα επαγγέλματα του λευκού κολάρου – στο λιανικό εμπόριο, στη διοίκηση, στις επικοινωνίες, στην έρευνα, στην εκπαίδευση και σε άλλους επαγγελματικούς τομείς. Μέσα στην ίδια περίοδο ζωής, για πρώτη φορά στην ιστορία του ανθρώπου μια κοινωνία όχι μόνο αποτίναξε το ζυγό της αγροτικής δουλειάς, αλλά κατάφερε επίσης, μέσα σε λίγες δεκαετίες, να αποτινάξει και τον ζυγό της χειρωνακτικής εργασίας. Είχε γεννηθεί η πρώτη οικονομία υπηρεσιών στον κόσμο.
Από τότε, οι τεχνολογικά ανεπτυγμένες χώρες, η μία μετά την άλλη, κινήθηκαν στην ίδια κατεύθυνση. Σήμερα, στη Σουηδία, Βρετανία, Βέλγιο, Καναδά και Κάτω Χώρες, στα κράτη δηλαδή όπου η γεωργία βρίσκεται σε ένα επίπεδο κάτω του 15% ή και χαμηλότερα, οι υπάλληλοι γραφείου ήδη υπερτερούν αριθμητικά από τους χειρώνακτες. Δέκα χιλιάδες χρόνια για τη γεωργία. Ένας ή δύο αιώνες για εκβιομηχάνιση. Και τώρα βλέπουμε να ξεδιπλώνεται μπροστά μας η προοπτική του υπερ-βιομηχανισμού.
Ο Jean Fourastie, ο Γάλλος σχεδιαστής και κοινωνικός φιλόσοφος, δήλωσε, “Τίποτα δε θα είναι λιγότερο βιομηχανικό απ’ τον πολιτισμό που γεννήθηκε απ’ τη βιομηχανική επανάσταση”. Η σημασία αυτής της συγκλονιστικής πραγματικότητας, μένει ακόμη να αφομοιωθεί. Ίσως ο Θαντ, Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών, προσέγγισε πιο πιστά την έννοια της μετατόπισης στην αντίληψη του υπερ-βιομηχανισμού, όταν δήλωσε ότι, “Η εκπληκτική αλήθεια για τις ανεπτυγμένες οικονομίες σήμερα είναι ότι αυτές μπορούν να έχουν πολύ σύντομα το είδος και την αναλογία πλουτοπαραγωγικών πηγών που επιθυμούν… Δεν είναι πια οι πλουτοπαραγωγικές πηγές αυτές που οριοθετούν τις αποφάσεις. Η απόφαση είναι αυτή που δημιουργεί τις πηγές. Αυτή είναι η θεμελιώδης επαναστατική αλλαγή- ίσως η πιο επαναστατική που έχει γνωρίσει ποτέ ο άνθρωπος”. Αυτή η μνημειώδης μεταστροφή, συνέβη κατά την 800ή χρονική περίοδο ζωής.
Επίσης, αυτή η περίοδος διαφέρει από όλες τις άλλες εξαιτίας της εκπληκτικής διεύρυνσης της κλίμακας της αλλαγής. Βεβαίως υπήρξαν και άλλες περίοδοι, κατά τις οποίες προκλήθηκαν κοσμοϊστορικές αναταραχές. Πόλεμοι, επιδημίες, σεισμοί και λιμοί ανέτρεψαν σε μεγάλο βαθμό την κοινωνική τάξη πραγμάτων. Αλλά αυτοί οι συγκλονισμοί και οι αναταραχές συνεχίστηκαν μέσα στα πλαίσια μιας σειράς διαδοχικών κοινωνιών. Χρειάστηκαν γενιές ή και αιώνες για να εξαπλωθεί ο αντίκτυπός τους πέρα απ’ αυτά τα σύνορα.
Στην περίοδο ζωής που διανύουμε τα σύνορα έχουν σπάσει. Σήμερα, το δίκτυο της κοινωνικής αλληλεπίδρασης είναι τόσο άρρηκτα πλεγμένο, ώστε ο αντίκτυπος των σύγχρονων γεγονότων απλώνεται αστραπιαία σ’ όλο τον κόσμο. Ένας πόλεμος στο Βιετνάμ ανατρέπει βασικές πολιτικές συμμαχίες στο Πεκίνο, τη Μόσχα και την Ουάσιγκτον, προκαλεί αναταραχές στη Στοκχόλμη, επηρεάζει τις οικονομικές συναλλαγές στη Ζυρίχη, επιβάλλει μυστικές διπλωματικές ενέργειες στην Αλγερία.
Πράγματι, δεν είναι μόνο τα σύγχρονα γεγονότα που διαδίδονται αστραπιαία- τώρα πια μπορούμε να πούμε ότι αισθανόμαστε τον ισχυρό αντίκτυπο όλων των προηγούμενων γεγονότων με ένα διαφορετικό τρόπο. Διότι το παρελθόν επιστρέφει ακολουθώντας τα ίδια του τα ίχνη. Βρισκόμαστε σε μια κατάσταση που θα ονομάζαμε “χρονικό άλμα”.
Ένα περιστατικό που, όταν συνέβη, επηρέασε ελάχιστους ανθρώπους, σήμερα μπορεί να έχει συνέπειες ευρείας κλίμακας. Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος, για παράδειγμα, ήταν, με σύγχρονους όρους, μια αψιμαχία. Ενώ η Αθήνα, η Σπάρτη και μερικές γειτονικές πόλεις-κράτη πολεμούσαν, ο πληθυσμός της υπόλοιπης υφηλίου παρέμενε σε μεγάλο βαθμό ανυποψίαστος και ανενόχλητος από τον πόλεμο. Οι Ινδιάνοι Ζαποτέκ, που εκείνη την εποχή ζούσαν στον Μεξικό, δεν επηρεάστηκαν καθόλου. Στους αρχαίους Ιάπωνες επίσης δεν είχε κανέναν αντίκτυπο.
Κι όμως, ο Πελοποννησιακός πόλεμος μετέτρεψε αποφασιστικά τη μελλοντική τροχιά της Ελληνικής ιστορίας. Μεταβάλλοντας τις δραστηριότητες των ανθρώπων, τη γεωγραφική κατανομή γονιδίων, αξιών και ιδεών, επέδρασε στις μεταγενέστερες συνθήκες στη Ρώμη και, μέσω αυτής, σ’ ολόκληρη την Ευρώπη. Οι σημερινοί Ευρωπαίοι είναι διαφορετικοί, σε κάποιο βαθμό, εξαιτίας εκείνης της σύγκρουσης.
Στον έντονα αλληλοεπηρεαζόμενο σημερινό κόσμο, αυτοί οι Ευρωπαίοι, με τη σειρά τους, επιδρούν το ίδιο στους Μεξικανούς όπως και στους Ιάπωνες. Όποιο ίχνος επιρροής κι αν άφησε ο Πελοποννησιακός πόλεμος στη γενετική δομή, στις ιδέες και αξίες των σημερινών Ευρωπαίων, εξάγεται τώρα απ’ αυτούς σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Έτσι, οι σύγχρονοι Μεξικανοί και Ιάπωνες αισθάνονται τον μακρινό αντίκτυπο εκείνου του πολέμου, αν και οι πρόγονοί τους, που έζησαν κατά τη διάρκεια του, δεν τον αισθάνθηκαν. Μ’ αυτόν τον τρόπο, τα γεγονότα του παρελθόντος, περνώντας βιαστικά μέσα από γενιές και αιώνες, αναβιώνουν σήμερα εισβάλλοντας στη ζωή μας.
Όταν σκεφτόμαστε όχι μόνο τον Πελοποννησιακό πόλεμο, αλλά και το Μεγάλο Τείχος της Κίνας, τη Μαύρη Πανούκλα, τη μάχη των Bantu ενάντια στους Hamites- ουσιαστικά όλα τα ιστορικά γεγονότα- οι αθροιστικές επιπτώσεις του “χρονικού άλματος” προσλαμβάνουν ιδιαίτερη βαρύτητα. Οτιδήποτε συνέβη σε κάποιους ανθρώπους στο παρελθόν, επηρεάζει ουσιαστικά όλο τον κόσμο σήμερα. Αυτό δε συνέβαινε πάντα. Με λίγα λόγια, όλα τα ιστορικά γεγονότα μάς προλαβαίνουν, κι αυτή ακριβώς η διαφορά, παραδόξως, υπογραμμίζει τη ρήξη μας με το παρελθόν. Έτσι η εμβέλεια της αλλαγής διαφοροποιείται ριζικά. Στον χώρο και το χρόνο η αλλαγή συνιστά μια, χωρίς προηγούμενο, δύναμη και ικανότητα πρόσβασης σ’ αυτό που ονομάζουμε 800ή περίοδο ζωής.
Αλλά η τελική, ποιοτική διαφορά ανάμεσα στη σημερινή περίοδο και σε όλες τις προηγούμενες, συμβαίνει να παραβλέπεται πιο εύκολα. Διότι δεν έχουμε απλώς διευρύνει την κλίμακα της αλλαγής, αλλά έχουμε αλλάξει ριζικά και τον ρυθμό της. Στην εποχή μας, έχουμε απελευθερώσει μία εντελώς καινούρια κοινωνική δύναμη- έναν χείμαρρο αλλαγής τόσο ορμητικό, ώστε επηρεάζει την αντίληψή μας για το χρόνο, μεταβάλλει επαναστατικά τον ρυθμό της καθημερινής ζωής, και επιδρά ακόμη και στον τρόπο που “αισθανόμαστε” τον κόσμο γύρω μας. Δεν “αισθανόμαστε” πια τη ζωή όπως οι άνθρωποι του παρελθόντος. Κι αυτή είναι η θεμελιώδης διαφορά, η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον αληθινά σύγχρονο άνθρωπο και σ’ όλους τους άλλους. Διότι αυτή η επιτάχυνση είναι η αιτία της παροδικότητας- της μεταβατικότητας- που διαπερνά και ζωντανεύει τη συνείδησή μας, επιδρώντας καταλυτικά στον τρόπο που συνδεόμαστε με τους ανθρώπους, με τα πράγματα, με ολόκληρο τον κόσμο των ιδεών, της τέχνης και των αξιών.
Για να κατανοήσουμε τι μας συμβαίνει καθώς κινούμαστε προς την εποχή του υπερ-βιομηχανισμού, πρέπει να αναλύσουμε τη διαδικασία της επιτάχυνσης και να συλλάβουμε την έννοια της μεταβατικότητας. Αν η επιτάχυνση αποτελεί μια νέα κοινωνική δύναμη, η μεταβατικότητα είναι το ψυχολογικό της αντίστοιχο και χωρίς να αντιληφθούμε το ρόλο που διαδραματίζει στη σύγχρονη ανθρώπινη συμπεριφορά, όλες οι θεωρίες μας για την προσωπικότητα, όλη η ψυχολογία μας, παραμένουν παρωχημένες. Η ψυχολογία, χωρίς την αντίληψη της μεταβατικότητας, αδυνατεί να ερμηνεύσει με ακρίβεια τα ιδιόμορφα σύγχρονα φαινόμενα.
Αλλάζοντας τη σχέση μας με τις πηγές ενέργειας, επεκτείνοντας βίαια το εύρος της αλλαγής και, κάτι ακόμα πιο κρίσιμο, επιταχύνοντας απότομα το ρυθμό της, έχουμε εγκαταλείψει το παρελθόν αμετάκλητα. Έχουμε αποκοπεί από τις παλιές μορφές σκέψης, συναισθημάτων και προσαρμογής. Βάλαμε τις βάσεις μιας εντελώς νέας κοινωνίας και, τώρα, έχουμε αποδυθεί σ’ έναν αγώνα δρόμου για να την προλάβουμε. Αυτή είναι η ουσία της 800ής χρονικής περιόδου. Κι αυτή ακριβώς είναι που θέτει σε αμφισβήτηση την προσαρμοστικότητα του ανθρώπου. Πώς θα κατορθώσει να ευημερήσει σ’ αυτή τη νέα κοινωνική πραγματικότητα; Μπορεί να ανταποκριθεί στις επιταγές της; Κι αν όχι, μπορεί ν’ αλλάξει αυτές τις επιταγές;
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ: Του συνέστησε να φυλάγεται και να φοβάται την “αλαζονεία, που είναι συγκάτοικος της μοναξιάς”
Σε ποιες περιπτώσεις, λοιπόν, πρέπει να είναι σφοδρός ο φίλος και πότε πρέπει να παίρνει τον τόνο της παρρησίας;
Όταν, μπροστά στις επιθέσεις της λαγνείας, της οργής ή της αλαζονείας, οι περιστάσεις απαιτούν ή να κόψει κανείς τα φτερά της φιλαργυρίας ή να αναχαιτίσει τον παραλογισμό και την αναισθησία.
Αυτή την παρρησία υιοθετούσε ο Σόλων απέναντι στον Κροίσο, που είχε διαβρωθεί από την εφήμερη ευτυχία και ζούσε τρυφηλά, όταν τον προέτρεψε να κοιτάζει το τέλος.
Έτσι ο Σωκράτης συγκρατούσε τον Αλκιβιάδη, τον έκανε να χύνει αληθινά δάκρυα, καθώς άκουγε την κριτική του, και να μεταστραφεί.
Παρόμοια ήταν τα λόγια του Κύρου προς τον Κυαξάρη και του Πλάτωνα προς τον Δίωνα· όταν εκείνος ήταν στις δόξες του και έκανε τους ανθρώπους όλους να στρέφουν το βλέμμα πάνω του με τις ωραίες και σπουδαίες πράξεις του, του συνέστησε να φυλάγεται και να φοβάται την “αλαζονεία, που είναι συγκάτοικος της μοναξιάς”.
Αλλά και ο Σπεύσιππος του έγραφε να μην παίρνουν τα μυαλά του αέρα, αν γίνεται πολύς λόγος για το άτομό του ανάμεσα στα παιδάκια και τις γυναικούλες, αλλά να κοιτάζει πώς να στολίσει τη Σικελία με ευλάβεια, δικαιοσύνη και νόμους άριστους ώστε να τιμήσει την Ακαδημία.
Ο Εύκτος και ο Εύλαιος, οι φίλοι του Περσέα, όσο ήταν ευνοούμενος της τύχης τον ακολουθούσαν, λέγοντάς του συνεχώς λόγια ευχάριστα και συμφωνώντας με τις απόψεις του όπως και οι υπόλοιποι. Όταν όμως συγκρούστηκε με τους Ρωμαίους κοντά στην Πύδνα, υπέπεσε σε σφάλματα και τράπηκε σε φυγή, του επιτέθηκαν, τον επιτιμούσαν με τα χειρότερα λόγια και του θύμιζαν τα λάθη και τις παραλείψεις του, κατηγορώντας τον για το καθετί, μέχρι που ο άνθρωπος, βαθιά πληγωμένος, από τη θλίψη και την οργή του χτύπησε και τους δύο με το ξίφος και τους σκότωσε.
Όπως λένε ότι έγινε με τον Δημάρατο, που πήγε από την Κόρινθο στη Μακεδονία, όταν ο Φίλιππος είχε διαφορές με τη γυναίκα και το γιο του· αφού τον υποδέχτηκε ο Φίλιππος και τον ρώτησε πώς τα πάνε στο θέμα της ομόνοιας μεταξύ τους οι Έλληνες, απάντησε ο Δημάρατος, που ήταν καλοπροαίρετος φίλος του: “Στ’ αλήθεια, ωραίο είναι, Φίλιππε, να ζητάς πληροφορίες για την ομοφροσύνη μεταξύ Αθηναίων και Πελοποννησίων και να μην κοιτάς το σπίτι σου που είναι όλο αντίδραση και διχόνοια”.
Καλά μίλησε και ο Διογένης, ο οποίος, όταν πήγε στο στρατόπεδο του Φιλίππου, τότε που εκείνος βάδιζε για να πολεμήσει τους Έλληνες, οδηγήθηκε μπροστά του και, καθώς, ο Φίλιππος δεν τον ήξερε και τον ρώτησε αν είναι κατάσκοπος, του απάντησε: “Κατάσκοπος, πράγματι, Φίλιππε, της απερισκεψίας και της αμυαλιάς σου, που σε κάνουν, χωρίς να σε εξαναγκάζει τίποτε, να έρθεις για να παίξεις σε μιαν ώρα στα ζάρια το βασίλειο και τη ζωή σου”.
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΗΘΙΚΑ ΤΟΜΟΣ 2
Όταν, μπροστά στις επιθέσεις της λαγνείας, της οργής ή της αλαζονείας, οι περιστάσεις απαιτούν ή να κόψει κανείς τα φτερά της φιλαργυρίας ή να αναχαιτίσει τον παραλογισμό και την αναισθησία.
Αυτή την παρρησία υιοθετούσε ο Σόλων απέναντι στον Κροίσο, που είχε διαβρωθεί από την εφήμερη ευτυχία και ζούσε τρυφηλά, όταν τον προέτρεψε να κοιτάζει το τέλος.
Έτσι ο Σωκράτης συγκρατούσε τον Αλκιβιάδη, τον έκανε να χύνει αληθινά δάκρυα, καθώς άκουγε την κριτική του, και να μεταστραφεί.
Παρόμοια ήταν τα λόγια του Κύρου προς τον Κυαξάρη και του Πλάτωνα προς τον Δίωνα· όταν εκείνος ήταν στις δόξες του και έκανε τους ανθρώπους όλους να στρέφουν το βλέμμα πάνω του με τις ωραίες και σπουδαίες πράξεις του, του συνέστησε να φυλάγεται και να φοβάται την “αλαζονεία, που είναι συγκάτοικος της μοναξιάς”.
Αλλά και ο Σπεύσιππος του έγραφε να μην παίρνουν τα μυαλά του αέρα, αν γίνεται πολύς λόγος για το άτομό του ανάμεσα στα παιδάκια και τις γυναικούλες, αλλά να κοιτάζει πώς να στολίσει τη Σικελία με ευλάβεια, δικαιοσύνη και νόμους άριστους ώστε να τιμήσει την Ακαδημία.
Ο Εύκτος και ο Εύλαιος, οι φίλοι του Περσέα, όσο ήταν ευνοούμενος της τύχης τον ακολουθούσαν, λέγοντάς του συνεχώς λόγια ευχάριστα και συμφωνώντας με τις απόψεις του όπως και οι υπόλοιποι. Όταν όμως συγκρούστηκε με τους Ρωμαίους κοντά στην Πύδνα, υπέπεσε σε σφάλματα και τράπηκε σε φυγή, του επιτέθηκαν, τον επιτιμούσαν με τα χειρότερα λόγια και του θύμιζαν τα λάθη και τις παραλείψεις του, κατηγορώντας τον για το καθετί, μέχρι που ο άνθρωπος, βαθιά πληγωμένος, από τη θλίψη και την οργή του χτύπησε και τους δύο με το ξίφος και τους σκότωσε.
Έτσι, λοιπόν, προσδιορίζεται εκ των προτέρων για τις γενικές περιπτώσεις η κατάλληλη στιγμή. Όσο για τις ευκαιρίες που προσφέρονται από μόνες τους, πολλές φορές ο φίλος που νοιάζεται δεν πρέπει να τις παραβλέπει αλλά να τις εκμεταλλεύεται. Κάποια ερώτηση μερικές φορές, κάποια διήγηση και κατηγορία για τις ίδιες πράξεις προκειμένου για διαφορετικά πρόσωπα, ή κάποιος έπαινος είναι έναυσμα για να μιλήσει κανείς με παρρησία.
Όπως λένε ότι έγινε με τον Δημάρατο, που πήγε από την Κόρινθο στη Μακεδονία, όταν ο Φίλιππος είχε διαφορές με τη γυναίκα και το γιο του· αφού τον υποδέχτηκε ο Φίλιππος και τον ρώτησε πώς τα πάνε στο θέμα της ομόνοιας μεταξύ τους οι Έλληνες, απάντησε ο Δημάρατος, που ήταν καλοπροαίρετος φίλος του: “Στ’ αλήθεια, ωραίο είναι, Φίλιππε, να ζητάς πληροφορίες για την ομοφροσύνη μεταξύ Αθηναίων και Πελοποννησίων και να μην κοιτάς το σπίτι σου που είναι όλο αντίδραση και διχόνοια”.
Καλά μίλησε και ο Διογένης, ο οποίος, όταν πήγε στο στρατόπεδο του Φιλίππου, τότε που εκείνος βάδιζε για να πολεμήσει τους Έλληνες, οδηγήθηκε μπροστά του και, καθώς, ο Φίλιππος δεν τον ήξερε και τον ρώτησε αν είναι κατάσκοπος, του απάντησε: “Κατάσκοπος, πράγματι, Φίλιππε, της απερισκεψίας και της αμυαλιάς σου, που σε κάνουν, χωρίς να σε εξαναγκάζει τίποτε, να έρθεις για να παίξεις σε μιαν ώρα στα ζάρια το βασίλειο και τη ζωή σου”.
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΗΘΙΚΑ ΤΟΜΟΣ 2
Ένα μικρό τρέμουλο να πιάσει όλους τους αδικημένους, θα γεμίσει μονομιάς με ερείπια η Οικουμένη
Η τάξη που διέπει την κοινωνική ζωή δεν είναι παρά η επιφάνεια. Στην πραγματικότητα στα βάθη της μαίνεται πόλεμος, ένας πόλεμος που τα κίνητρά του δεν διαφέρουν σε τίποτα από εκείνα που οπλίζουν τα χέρια των λαών. Ο κάθε άνθρωπος έρχεται στη ζωή για να εξυπηρετήσει αποκλειστικά και μόνο τα δικά του συμφέροντα και τα δικά του πάθη, στο όνομα της φύσης του, η έκφραση της οποίας αποκαλείται Δικαίωμα της Προσωπικότητας. Το δικαίωμα αυτό, έτσι όπως εκφράζεται σε κάθε εποχή, καθορίζει τόσο τους κανόνες της μάχης όσο και τα όπλα που επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν.
Προκύπτει ένας ολόκληρος κόσμος από στρατηγικές, ίντριγκες και τεχνάσματα, μια ολόκληρη τέχνη επίθεσης και άμυνας, μια ολόκληρη στρατηγική, πού, με παραλλαγές, ισχύει σε κάθε εποχή και σε κάθε τόπο. Η μάχη δίνεται άνθρωπο με άνθρωπο, κοινωνική τάξη σε κοινωνική τάξη. Και πάνω από τη μάχη αυτή υπερίπταται ως όραμα η ανεξάντλητη έννοια της Φιλοδοξίας, κύρια σημεία της οποίας είναι η Εξουσία, η Ισχύς, η Κοινωνική θέση, το Χρήμα και η Δόξα.
Αυτό δεν αποτελεί φαινόμενο της εποχής μας. Έτσι γινόταν πάντα. Η διαφορά είναι πως οι σύγχρονες κοινωνίες διεξάγουν τη μάχη κάτω από συνθήκες ιδιαίτερα ασαφείς. Δεν υπάρχει κάποια αυστηρή ταξική διάκριση που να περιορίζει τις δραστηριότητες του καθενός σε μια συγκεκριμένη σφαίρα. Ολόκληρη η κοινωνική μάζα καλείται να μπει στην αρένα με αιχμή του δόρατος την προσωπική πρωτοβουλία. Τίποτα δεν μπορεί πλέον να σταθεί εμπόδιο στο μέλλον ακόμα και του πιο ταπεινού ανθρώπου, αν αυτός έχει γεννηθεί με το μικρόβιο της Φιλοδοξίας.
• Πώς είναι λοιπόν δυνατόν να διατηρηθεί η ισορροπία κάτω από αυτές τις συνθήκες;
Ποιος μπορεί να κάνει τις μάζες να ανεχθούν το ζυγό της δουλείας και της φτώχειας; Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις; Η φιλοσοφία; Η αγάπη για τον ηγέτη ή η αγάπη για την πατρίδα; Οι ερωτήσεις αυτές μένουν αναπάντητες. ‘Η τάχα ο φόβος των νόμων;
Πόσοι είναι οι άνθρωποι που η κοινωνία ευνοεί σε σχέση με τα εκατομμύρια αυτών που στην ουσία περιφρονεί; Μα απλώς ένα μικρό τρέμουλο να πιάσει όλους τους αδικημένους, θα γεμίσει μονομιάς με ερείπια η Οικουμένη.
Αυτό δεν αποτελεί φαινόμενο της εποχής μας. Έτσι γινόταν πάντα. Η διαφορά είναι πως οι σύγχρονες κοινωνίες διεξάγουν τη μάχη κάτω από συνθήκες ιδιαίτερα ασαφείς. Δεν υπάρχει κάποια αυστηρή ταξική διάκριση που να περιορίζει τις δραστηριότητες του καθενός σε μια συγκεκριμένη σφαίρα. Ολόκληρη η κοινωνική μάζα καλείται να μπει στην αρένα με αιχμή του δόρατος την προσωπική πρωτοβουλία. Τίποτα δεν μπορεί πλέον να σταθεί εμπόδιο στο μέλλον ακόμα και του πιο ταπεινού ανθρώπου, αν αυτός έχει γεννηθεί με το μικρόβιο της Φιλοδοξίας.
• Πώς είναι λοιπόν δυνατόν να διατηρηθεί η ισορροπία κάτω από αυτές τις συνθήκες;
Ποιος μπορεί να κάνει τις μάζες να ανεχθούν το ζυγό της δουλείας και της φτώχειας; Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις; Η φιλοσοφία; Η αγάπη για τον ηγέτη ή η αγάπη για την πατρίδα; Οι ερωτήσεις αυτές μένουν αναπάντητες. ‘Η τάχα ο φόβος των νόμων;
Πόσοι είναι οι άνθρωποι που η κοινωνία ευνοεί σε σχέση με τα εκατομμύρια αυτών που στην ουσία περιφρονεί; Μα απλώς ένα μικρό τρέμουλο να πιάσει όλους τους αδικημένους, θα γεμίσει μονομιάς με ερείπια η Οικουμένη.
ΠΛΩΤΙΝΟΣ: Μία ψυχή δεν μπορεί να δει το Ωραίο, αν δεν έχει πρώτα γίνει ωραία η ίδια
«Ας φύγουμε για την αγαπημένη μας πατρίδα!», να η πιο σωστή συμβουλή.-Ποιος είναι λοιπόν ο δρόμος της φυγής και πώς θα τον ακολουθήσουμε;
-Θα ξανοιχτούμε, όπως -καθώς, αλληγορικά μου φαίνεται, λέει ο ποιητής- ο Οδυσσέας από τη μάγισσα Κίρκη ή την Καλυψώ, ο οποίος δεν αρκέστηκε να παραμείνει εκεί, παρ᾽ όλο που είχε ηδονές των ματιών και βρισκόταν ανάμεσα σε πολλή αισθητή ομορφιά. Η πατρίδα μας, απ᾽ όπου ήρθαμε, κι ο πατέρας μας είναι εκεί.
– Ποια είναι λοιπόν η ρότα μας κι ο τρόπος για να φύγουμε;
– Δεν χρειάζεται να περπατήσουμε· γιατί τα πόδια μάς πάνε μόνο στα διάφορα μέρη της γης, από χώρα σε χώρα.
Ούτε χρειάζεται να φτιάξεις κανένα αμάξι με άλογα ή κάποιο θαλάσσιο μέσο, αλλά πρέπει να τα εγκαταλείψεις όλα αυτά και να μην τα βλέπεις· και «κλείνοντας τα μάτια» άλλαξε την όρασή σου και ξύπνα μιαν άλλη, που ενώ την έχουν όλοι, λίγοι τη χρησιμοποιούν.
Τι λοιπόν βλέπει η εσωτερική εκείνη όραση;
-Μόλις ξυπνήσει, δεν μπορεί καθόλου ν᾽ αντικρίσει τα λαμπρά όντα. Πρέπει λοιπόν πρώτα η ψυχή αυτή να συνηθίσει να διακρίνει τους ωραίους τρόπους ζωής· κατόπιν τα ωραία έργα, όχι εκείνα που κατασκευάζουν οι τέχνες, αλλά αυτά που κάνουν οι λεγόμενοι αγαθοί άνδρες· κοίταξε μετά την ψυχή αυτών που κάνουν τα ωραία έργα.
-Πώς θα δεις τώρα τι ομορφιά έχει μια καλή ψυχή;
– Αποσύρσου στον εαυτό σου και κοίτα· και αν δεις τον εαυτό σου να μην είναι ακόμη ωραίος, όπως ο δημιουργός του αγάλματος που πρέπει να γίνει ωραίο αφαιρεί, λαξεύει, λειαίνει και καθαρίζει μέχρις ότου φανεί πάνω στο άγαλμα ένα ωραίο πρόσωπο, έτσι και συ αφαίρεσε τα περιττά και ίσιωσε τα στραβά, και όσα είναι σκοτεινά κάνε τα να γίνουν λαμπρά καθαρίζοντάς τα, και μην πάψεις να σμιλεύεις το άγαλμά σου, έως ότου λάμψει πάνω του η θεόμορφη λαμπρότητα της αρετής, ώσπου να δεις «τη σωφροσύνη σε ιερό βάθρο ανεβασμένη». Αν έχει γίνει αυτό και το είδες, και ενώθηκες καθαρός με τον εαυτό σου, χωρίς ούτε τίποτα να σε εμποδίζει να γίνεις έτσι ενιαίος, ούτε να έχεις μαζί σου τίποτε άλλο αναμεμιγμένο μέσα σου, αλλά έχεις γίνει ο ίδιος ολόκληρος μόνο φως αληθινό, που ούτε σε μέγεθος μετριέται, ούτε σε κανένα σχήμα περικλείεται ώστε να ελαττωθεί, ούτε πάλι αυξάνει σε όγκο από έλλειψη ορίων, αλλά επεκτείνεται παντού απροσμέτρητο, ως κάτι μεγαλύτερο από κάθε μέτρο και ανώτερο από κάθε ποσό· αν δεις τον εαυτό σου να έχει γίνει αυτό, αφού θα έχεις γίνει πια όραση ο ίδιος, έχοντας εμπιστοσύνη στον εαυτό σου, χωρίς να χρειάζεται να σου δείξει κανείς, εφόσον θα έχεις ήδη ανέβει, προσήλωσε το βλέμμα σου και κοίταξε. Διότι μόνον αυτό το μάτι βλέπει τη μεγάλη Ομορφιά. Ενώ αν κανείς προσπαθήσει να φτάσει στη θέαση αυτή με μάτια θολωμένα από τις κακίες και χωρίς να έχει καθαρθεί, ή όντας αδύναμος, μη μπορώντας από δειλία του να δει αυτά που είναι πολύ λαμπρά, δεν βλέπει τίποτα, έστω και αν κάποιος άλλος του δείξει πως αυτό που θα μπορούσε να δει βρίσκεται πλάι του. Γιατί αυτό που βλέπει είναι συγγενικό με αυτό που βλέπεται, και πρέπει να στραφεί στη θέασή του αφού πρώτα έχει γίνει όμοιο μ᾽ εκείνο. Αφού ποτέ κανένα μάτι δεν θα μπορούσε να δει τον ήλιο αν δεν ήταν ηλιόμορφο, ούτε η ψυχή μπορεί να δει το Ωραίο, αν δεν έχει πρώτα γίνει ωραία η ίδια.
ΠΛΩΤΙΝΟΣ, Περὶ τοῦ καλοῦ 1, 6, 8-9
Το Δίκαιο στην αρχαϊκή Ελλάδα
Η συνείδηση από όλους τους Έλληνες της κοινής καταγωγής, εθίμων και γλώσσας ενισχύθηκε στην Αρχαϊκή περίοδο. Παράλληλα, ωστόσο, καλλιεργήθηκε και ένα αίσθημα ιδιαίτερης “τοπικής” υπερηφάνειας, που σχετιζόταν με την ανάπτυξη των πόλεων-κρατών.
Στην Αθήνα οι κοινωνικές δομές προσδιορίζονται σαφέστερα μεταξύ του 8ου και του 6ου αιώνα π.X. Ο δήμος, μια μορφή κοινωνικής συγκρότησης γνωστή από παλαιότερες εποχές, είναι ο τελευταίος που αποκτά θεσμοθετημένη υπόσταση στα τέλη του 6ου αιώνα π.X. Στη διάρκεια του ίδιου αιώνα γίνεται σαφής διαχωρισμός των τάξεων, ενώ παράλληλα αυξάνει -σε σχέση με το παρελθόν -η κοινωνική κινητικότητα.
Η κωδικοποίηση του δικαίου κατά την Αρχαϊκή περίοδο οφείλεται από τη μια στη χρήση της γραφής και από την άλλη στο όλο και πιεστικότερο αίτημα για ισονομία. Οι παραδόσεις για τους πρώτους νομοθέτες χάνονται στα όρια του θρύλου. Η αθηναϊκή νομοθεσία, ακόμη και μετά την Αρχαϊκή περίοδο, φέρει τη σφραγίδα του Δράκοντα και του Σόλωνα. Στον τελευταίο οφείλεται η συγκρότηση ενός νέου δικαστικού σώματος και ο καταμερισμός αρμοδιοτήτων ανάμεσα στα διάφορα δικαστήρια. Πολλές από τις ρυθμίσεις του, που αφορούσαν τόσο το δημόσιο όσο και το ιδιωτικό δίκαιο, συνέχισαν να ισχύουν και κατά την Κλασική περίοδο.
Παραδόσεις και Νομοθέτες
Σήμερα είναι γενικά αποδεκτό ότι στο α’ μισό του 7ου αιώνα π.X. διατυπώθηκε στις ελληνικές πόλεις η ανάγκη για γραπτούς νόμους. Το έργο αυτό πραγματοποιούσε συνήθως κάποιος άρχοντας της πόλης περιβεβλημένος με ιδιαίτερες εξουσίες. Στην Αθήνα της πρώιμης Αρχαϊκής περιόδου, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, το δίκαιο απένειμαν οι άρχοντες κατά τη βούλησή τους. Ο παλαιότερος θεσμός του βασιλιά είχε πια μετατραπεί σε άρχοντα βασιλέα. Ο τελευταίος από τις αρχικές νομοθετικές και δικαστικές του εξουσίες πλέον ασκούσε μόνον όσες σχετίζονταν με την προάσπιση και την εφαρμογή του ιερού δικαίου. Εξαιτίας αυτού μεριμνούσε και για τα εγκλήματα ασέβειας ή ανθρωποκτονίας, δεδομένου ότι ο φόνος θεωρούνταν πάντα ανοσιούργημα, επέσυρε την οργή των θεών και έφερε άγος στην πόλη.
Ένας από τους αρχαιότερους νομοθέτες, για τον οποίο όμως δεν είμαστε βέβαιοι αν υπήρξε πραγματικά ή πρόκειται για μυθικό πρόσωπο, ήταν ο Λυκούργος της Σπάρτης. Η ιδιαιτερότητα της μορφής του συνδέεται με το γεγονός ότι ο ίδιος απαγόρευσε να καταγραφούν οι νόμοι που θέσπισε, αλλά ταυτόχρονα πρόβλεψε και αυστηρή τιμωρία σε όποιον επιχειρούσε να τους αλλάξει. Πράγματι η Σπάρτη δε διέθετε γραπτό δίκαιο, τουλάχιστον ως την Κλασική περίοδο. άλλωστε και η λέξη ρήτρα, όπως αποκαλούνταν ο νόμος στη Σπάρτη, υποδηλώνει τον προφορικό του χαρακτήρα.
Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι οι παλαιότεροι γραπτοί νόμοι ήταν του Ζάλευκου για τους Επιζεφύριους Λοκρούς και τους χρονολογούσαν συμβατικά γύρω στο 662 π.X. O ίδιος ο Ζάλευκος μάλιστα ισχυριζόταν ότι τους είχε παραλάβει από την Αθηνά. H απόδοση των νόμων σε θεία έμπνευση αποτελούσε κοινό φαινόμενο στους πρώιμους νομοθέτες, δίχως άλλο για να περιβάλουν το έργο τους με τον αναγκαίο σεβασμό και να εξασφαλίσουν την πιστή τήρησή του. Ο Λυκούργος, επίσης, ισχυριζόταν ότι οι νόμοι του προέρχονταν από το μαντείο των Δελφών. Μία ανάλογη παράδοση ήταν διαδεδομένη και στην Κρήτη, όπου η νομοθεσία και η απονομή της δικαιοσύνης σχετίζονταν με τις μυθικές μορφές του Μίνωα και του Ραδάμανθη.
Oι νόμοι του Ζάλευκου, όπως και εκείνοι του Δράκοντα στην Αθήνα, θεωρούνταν πολύ σκληροί. Ορισμένοι μάλιστα όπως ο λεγόμενος lex talionis, αναλογούσαν στο γνωστό “οφθαλμόν αντί οφθαλμού”. Ωστόσο, οι πηγές διίστανται ως προς την απόδοσή του στο Ζάλευκο.
Σύμφωνα με τον Διόδωρο, ο παραπάνω νόμος οφείλεται σε έναν άλλο νομοθέτη του 7ου αιώνα π.X., που επίσης καταγόταν από ελληνική αποικία της Δύσης. Πρόκειται για το Χαρώνδα, νομοθέτη της Κατάνης. Σε αυτόν αποδίδονται νόμοι σχετικά με τις εμπορικές συναλλαγές, την υποχρεωτική συμμετοχή των πολιτών στα δικαστικά όργανα, καθώς και για πρώτη φορά η πρόβλεψη ποινικής δίωξης σε περίπτωση ψευδομαρτυρίας. Η διαδικασία αυτή ονομαζόταν επίσκεψις.
Oι περιπτώσεις του Ζάλευκου και του Χαρώνδα αφορούν νομοθεσίες που σχετίζονται με την ίδρυση μίας νέας πόλης. Αλλες παλαιότερες πόλεις ζητούσαν τη βοήθεια ενός νομοθέτη κυρίως όταν αντιμετώπιζαν κοινωνικές εντάσεις. Έτσι ο Πιττακός, γνωστότερος από κατοπινές πηγές ως ένας από τους επτά σοφούς, ορίστηκε αισυμνήτης στη Μυτιλήνη, αξίωμα για το οποίο δεν ξέρουμε πολλά. Στην προκειμένη περίπτωση όμως φαίνεται πως αντιστοιχούσε σε εξουσία τυράννου με διάρκεια δέκα χρόνων. Συχνά ο νομοθέτης έπρεπε να παίξει το ρόλο του μεσολαβητή ανάμεσα σε συγκρουόμενες κοινωνικές τάξεις και αποκαλούνταν καταρτιστήρ ή διαλλάκτης, όπως για παράδειγμα ο Δημώναξ στην Κυρήνη, ο Αρίσταρχος στην Έφεσο και ο Σόλων στην Αθήνα (Ηρόδοτος, Ιστορίαι 4. 161).
Δεν ήταν ωστόσο σπάνιο το φαινόμενο να προτιμάται για νομοθέτης κάποιος ξένος προς την πόλη, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αμεροληψία. Ο Δημώναξ, για παράδειγμα, καταγόταν από τη Μαντίνεια και ο Αρίσταρχος από την Αθήνα. Αντίστοιχα, κάποιος Ανδρομάδας από το Ρήγιο έγραψε νόμους για μία άγνωστη πόλη της Χαλκιδικής και ο Φιλόλαος από την Κόρινθο νομοθέτησε στη Θήβα. Για το έργο άλλων νομοθετών είναι γνωστά μόνον αποσπασματικά στοιχεία: ο Αριστείδης από την Κέα νομοθέτησε σχετικά με την ευκοσμία των γυναικών, ενώ ο Φείδων από την Κόρινθο και ο Φαλέας από τη Χαλκηδόνα σχετικά με τον αριθμό και την έκταση των κτημάτων.
Δημόσιο Δίκαιο
Στο δημόσιο δίκαιο υπάγονται κυρίως όλες οι ρυθμίσεις σχετικά με τους πολιτειακούς θεσμούς, την κατανομή και την άσκηση της εξουσίας. Οι αρμοδιότητες της Εκκλησίας, η λειτουργία της Βουλής, οι εξουσίες των πρυτάνεων, ο έλεγχος των αρχόντων και των στρατηγών, η σύσταση και η λειτουργία των δικαστηρίων είναι οι σπουδαιότερες από αυτές τις ρυθμίσεις.
Ιδιαίτερη σημασία είχαν οι θεσμοί που έλεγχαν τη νομοθετική δραστηριότητα, τα μέτρα προστασίας του νομοθετικού συστήματος και γενικότερα οι δικονομικές ρυθμίσεις. Στην ίδια κατηγορία ανήκαν και θεσμοί όπως ο οστρακισμός και η δοκιμασία.
Οι κατηγορίες που με σύγχρονους όρους θα ονομάζαμε εμπράγματο και ενοχικό δίκαιο εξετάζονται σε συνάφεια με το δημόσιο δίκαιο, από το οποίο εν μέρει εξαρτιόνταν. άλλωστε οι παρεμβάσεις της πόλης ήταν συχνές και δυναμικές. Το ενοχικό δίκαιο περιλαμβάνει εκούσιες και ακούσιες σχέσεις. Τέλος, το λεγόμενο σήμερα ποινικό δίκαιο πέρασε στη διάρκεια της Αρχαϊκής περιόδου από την έννοια της προσωπικής ή οικογενειακής αντεκδίκησης στον έλεγχο της πόλης, η οποία καθόρισε κυρώσεις και ποινές καθώς και τον τρόπο επιβολής του.
Ιδιωτικό Δίκαιο
Το αττικό ιδιωτικό δίκαιο στηριζόταν εξ ολοκλήρου στην έννοια του οίκου, ο οποίος αναφέρεται σε έναν απλό και συνάμα εύστοχο ορισμό του ως “ένα σύνολο προσώπων, πραγμάτων και θρησκευτικών συνηθειών”. Ο οίκος υπόκειται σε ένα δίκαιο εντελώς ξεχωριστό από εκείνο της πόλης. Ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των δύο ήταν ο πολίτης, ο οποίος εκτός από ενεργό μέλος των θεσμών της πόλης ήταν και η κεφαλή του οίκου στον οποίο ανήκε.
Η πόλη, ωστόσο, δεν ήταν αδιάφορη για όσα συνέβαιναν στον οίκο. Αντιμετώπιζε τον επικεφαλής της οικογένειας ως κύριο και διαχειριστή της περιουσίας της, η οποία όμως αποτελούσε ταυτόχρονα και το αντικείμενο συγκυριότητας με τα υπόλοιπα μέλη. Γι’ αυτό άλλωστε η πόλη διατηρούσε το δικαίωμα να επεμβαίνει σε περιπτώσεις που το ιδιοκτησιακό καθεστώς διαταρασσόταν, να καθορίζει τις κληρονομικές ρυθμίσεις και να διατηρεί κάποιον έλεγχο στο γάμο και στο διαζύγιο. Στενότερος ήταν ο έλεγχος για την είσοδο με υιοθεσία κάποιου νέου μέλους στον οίκο, αλλά και για τη μεταβίβαση της περιουσίας μέσω διαθήκης ή εξ αδιαθέτου. Ειδικές διατάξεις προέβλεπαν την περίπτωση που ο πολίτης δεν εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις του προς τα μέλη του οίκου του.
Το μέσο με το οποίο εξασφαλιζόταν η δυνατότητα παρέμβασης ήταν η γραφή κακώσεως, μία μήνυση δηλαδή που μπορούσε να καταθέσει οποιοσδήποτε τρίτος εναντίον του οικογενειάρχη για παραβίαση των δικαιωμάτων των οικείων του. Επιπλέον, η γραφή ασεβείας επέτρεπε να μηνυθεί όποιος δε μεριμνούσε για την τιμωρία φόνου που είχε συμβεί στην οικογένειά του.
Καθοριστικής σημασίας για την κατανόηση των ρυθμίσεων του οικογενειακού δικαίου ήταν ο όρος αγχιστεία. Η αγχιστεία περιελάμβανε όλες τις σχέσεις που δημιουργούνταν στα όρια της νόμιμης οικογένειας και προσδιόριζε τη συγγένεια και τους βαθμούς της, πράγμα εξαιρετικά σημαντικό σε πολλές περιπτώσεις όπως είναι η κληρονομιά, η διεκδίκηση επικλήρου και η δίκη φόνου. Περιελάμβανε μέχρι και τα παιδιά των πρώτων εξαδέλφων, δηλαδή και τους συγγενείς πέμπτου βαθμού.
Στην Αθήνα οι κοινωνικές δομές προσδιορίζονται σαφέστερα μεταξύ του 8ου και του 6ου αιώνα π.X. Ο δήμος, μια μορφή κοινωνικής συγκρότησης γνωστή από παλαιότερες εποχές, είναι ο τελευταίος που αποκτά θεσμοθετημένη υπόσταση στα τέλη του 6ου αιώνα π.X. Στη διάρκεια του ίδιου αιώνα γίνεται σαφής διαχωρισμός των τάξεων, ενώ παράλληλα αυξάνει -σε σχέση με το παρελθόν -η κοινωνική κινητικότητα.
Η κωδικοποίηση του δικαίου κατά την Αρχαϊκή περίοδο οφείλεται από τη μια στη χρήση της γραφής και από την άλλη στο όλο και πιεστικότερο αίτημα για ισονομία. Οι παραδόσεις για τους πρώτους νομοθέτες χάνονται στα όρια του θρύλου. Η αθηναϊκή νομοθεσία, ακόμη και μετά την Αρχαϊκή περίοδο, φέρει τη σφραγίδα του Δράκοντα και του Σόλωνα. Στον τελευταίο οφείλεται η συγκρότηση ενός νέου δικαστικού σώματος και ο καταμερισμός αρμοδιοτήτων ανάμεσα στα διάφορα δικαστήρια. Πολλές από τις ρυθμίσεις του, που αφορούσαν τόσο το δημόσιο όσο και το ιδιωτικό δίκαιο, συνέχισαν να ισχύουν και κατά την Κλασική περίοδο.
Παραδόσεις και Νομοθέτες
Σήμερα είναι γενικά αποδεκτό ότι στο α’ μισό του 7ου αιώνα π.X. διατυπώθηκε στις ελληνικές πόλεις η ανάγκη για γραπτούς νόμους. Το έργο αυτό πραγματοποιούσε συνήθως κάποιος άρχοντας της πόλης περιβεβλημένος με ιδιαίτερες εξουσίες. Στην Αθήνα της πρώιμης Αρχαϊκής περιόδου, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, το δίκαιο απένειμαν οι άρχοντες κατά τη βούλησή τους. Ο παλαιότερος θεσμός του βασιλιά είχε πια μετατραπεί σε άρχοντα βασιλέα. Ο τελευταίος από τις αρχικές νομοθετικές και δικαστικές του εξουσίες πλέον ασκούσε μόνον όσες σχετίζονταν με την προάσπιση και την εφαρμογή του ιερού δικαίου. Εξαιτίας αυτού μεριμνούσε και για τα εγκλήματα ασέβειας ή ανθρωποκτονίας, δεδομένου ότι ο φόνος θεωρούνταν πάντα ανοσιούργημα, επέσυρε την οργή των θεών και έφερε άγος στην πόλη.
Ένας από τους αρχαιότερους νομοθέτες, για τον οποίο όμως δεν είμαστε βέβαιοι αν υπήρξε πραγματικά ή πρόκειται για μυθικό πρόσωπο, ήταν ο Λυκούργος της Σπάρτης. Η ιδιαιτερότητα της μορφής του συνδέεται με το γεγονός ότι ο ίδιος απαγόρευσε να καταγραφούν οι νόμοι που θέσπισε, αλλά ταυτόχρονα πρόβλεψε και αυστηρή τιμωρία σε όποιον επιχειρούσε να τους αλλάξει. Πράγματι η Σπάρτη δε διέθετε γραπτό δίκαιο, τουλάχιστον ως την Κλασική περίοδο. άλλωστε και η λέξη ρήτρα, όπως αποκαλούνταν ο νόμος στη Σπάρτη, υποδηλώνει τον προφορικό του χαρακτήρα.
Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι οι παλαιότεροι γραπτοί νόμοι ήταν του Ζάλευκου για τους Επιζεφύριους Λοκρούς και τους χρονολογούσαν συμβατικά γύρω στο 662 π.X. O ίδιος ο Ζάλευκος μάλιστα ισχυριζόταν ότι τους είχε παραλάβει από την Αθηνά. H απόδοση των νόμων σε θεία έμπνευση αποτελούσε κοινό φαινόμενο στους πρώιμους νομοθέτες, δίχως άλλο για να περιβάλουν το έργο τους με τον αναγκαίο σεβασμό και να εξασφαλίσουν την πιστή τήρησή του. Ο Λυκούργος, επίσης, ισχυριζόταν ότι οι νόμοι του προέρχονταν από το μαντείο των Δελφών. Μία ανάλογη παράδοση ήταν διαδεδομένη και στην Κρήτη, όπου η νομοθεσία και η απονομή της δικαιοσύνης σχετίζονταν με τις μυθικές μορφές του Μίνωα και του Ραδάμανθη.
Oι νόμοι του Ζάλευκου, όπως και εκείνοι του Δράκοντα στην Αθήνα, θεωρούνταν πολύ σκληροί. Ορισμένοι μάλιστα όπως ο λεγόμενος lex talionis, αναλογούσαν στο γνωστό “οφθαλμόν αντί οφθαλμού”. Ωστόσο, οι πηγές διίστανται ως προς την απόδοσή του στο Ζάλευκο.
Σύμφωνα με τον Διόδωρο, ο παραπάνω νόμος οφείλεται σε έναν άλλο νομοθέτη του 7ου αιώνα π.X., που επίσης καταγόταν από ελληνική αποικία της Δύσης. Πρόκειται για το Χαρώνδα, νομοθέτη της Κατάνης. Σε αυτόν αποδίδονται νόμοι σχετικά με τις εμπορικές συναλλαγές, την υποχρεωτική συμμετοχή των πολιτών στα δικαστικά όργανα, καθώς και για πρώτη φορά η πρόβλεψη ποινικής δίωξης σε περίπτωση ψευδομαρτυρίας. Η διαδικασία αυτή ονομαζόταν επίσκεψις.
Oι περιπτώσεις του Ζάλευκου και του Χαρώνδα αφορούν νομοθεσίες που σχετίζονται με την ίδρυση μίας νέας πόλης. Αλλες παλαιότερες πόλεις ζητούσαν τη βοήθεια ενός νομοθέτη κυρίως όταν αντιμετώπιζαν κοινωνικές εντάσεις. Έτσι ο Πιττακός, γνωστότερος από κατοπινές πηγές ως ένας από τους επτά σοφούς, ορίστηκε αισυμνήτης στη Μυτιλήνη, αξίωμα για το οποίο δεν ξέρουμε πολλά. Στην προκειμένη περίπτωση όμως φαίνεται πως αντιστοιχούσε σε εξουσία τυράννου με διάρκεια δέκα χρόνων. Συχνά ο νομοθέτης έπρεπε να παίξει το ρόλο του μεσολαβητή ανάμεσα σε συγκρουόμενες κοινωνικές τάξεις και αποκαλούνταν καταρτιστήρ ή διαλλάκτης, όπως για παράδειγμα ο Δημώναξ στην Κυρήνη, ο Αρίσταρχος στην Έφεσο και ο Σόλων στην Αθήνα (Ηρόδοτος, Ιστορίαι 4. 161).
Δεν ήταν ωστόσο σπάνιο το φαινόμενο να προτιμάται για νομοθέτης κάποιος ξένος προς την πόλη, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αμεροληψία. Ο Δημώναξ, για παράδειγμα, καταγόταν από τη Μαντίνεια και ο Αρίσταρχος από την Αθήνα. Αντίστοιχα, κάποιος Ανδρομάδας από το Ρήγιο έγραψε νόμους για μία άγνωστη πόλη της Χαλκιδικής και ο Φιλόλαος από την Κόρινθο νομοθέτησε στη Θήβα. Για το έργο άλλων νομοθετών είναι γνωστά μόνον αποσπασματικά στοιχεία: ο Αριστείδης από την Κέα νομοθέτησε σχετικά με την ευκοσμία των γυναικών, ενώ ο Φείδων από την Κόρινθο και ο Φαλέας από τη Χαλκηδόνα σχετικά με τον αριθμό και την έκταση των κτημάτων.
Δημόσιο Δίκαιο
Στο δημόσιο δίκαιο υπάγονται κυρίως όλες οι ρυθμίσεις σχετικά με τους πολιτειακούς θεσμούς, την κατανομή και την άσκηση της εξουσίας. Οι αρμοδιότητες της Εκκλησίας, η λειτουργία της Βουλής, οι εξουσίες των πρυτάνεων, ο έλεγχος των αρχόντων και των στρατηγών, η σύσταση και η λειτουργία των δικαστηρίων είναι οι σπουδαιότερες από αυτές τις ρυθμίσεις.
Ιδιαίτερη σημασία είχαν οι θεσμοί που έλεγχαν τη νομοθετική δραστηριότητα, τα μέτρα προστασίας του νομοθετικού συστήματος και γενικότερα οι δικονομικές ρυθμίσεις. Στην ίδια κατηγορία ανήκαν και θεσμοί όπως ο οστρακισμός και η δοκιμασία.
Οι κατηγορίες που με σύγχρονους όρους θα ονομάζαμε εμπράγματο και ενοχικό δίκαιο εξετάζονται σε συνάφεια με το δημόσιο δίκαιο, από το οποίο εν μέρει εξαρτιόνταν. άλλωστε οι παρεμβάσεις της πόλης ήταν συχνές και δυναμικές. Το ενοχικό δίκαιο περιλαμβάνει εκούσιες και ακούσιες σχέσεις. Τέλος, το λεγόμενο σήμερα ποινικό δίκαιο πέρασε στη διάρκεια της Αρχαϊκής περιόδου από την έννοια της προσωπικής ή οικογενειακής αντεκδίκησης στον έλεγχο της πόλης, η οποία καθόρισε κυρώσεις και ποινές καθώς και τον τρόπο επιβολής του.
Ιδιωτικό Δίκαιο
Το αττικό ιδιωτικό δίκαιο στηριζόταν εξ ολοκλήρου στην έννοια του οίκου, ο οποίος αναφέρεται σε έναν απλό και συνάμα εύστοχο ορισμό του ως “ένα σύνολο προσώπων, πραγμάτων και θρησκευτικών συνηθειών”. Ο οίκος υπόκειται σε ένα δίκαιο εντελώς ξεχωριστό από εκείνο της πόλης. Ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των δύο ήταν ο πολίτης, ο οποίος εκτός από ενεργό μέλος των θεσμών της πόλης ήταν και η κεφαλή του οίκου στον οποίο ανήκε.
Η πόλη, ωστόσο, δεν ήταν αδιάφορη για όσα συνέβαιναν στον οίκο. Αντιμετώπιζε τον επικεφαλής της οικογένειας ως κύριο και διαχειριστή της περιουσίας της, η οποία όμως αποτελούσε ταυτόχρονα και το αντικείμενο συγκυριότητας με τα υπόλοιπα μέλη. Γι’ αυτό άλλωστε η πόλη διατηρούσε το δικαίωμα να επεμβαίνει σε περιπτώσεις που το ιδιοκτησιακό καθεστώς διαταρασσόταν, να καθορίζει τις κληρονομικές ρυθμίσεις και να διατηρεί κάποιον έλεγχο στο γάμο και στο διαζύγιο. Στενότερος ήταν ο έλεγχος για την είσοδο με υιοθεσία κάποιου νέου μέλους στον οίκο, αλλά και για τη μεταβίβαση της περιουσίας μέσω διαθήκης ή εξ αδιαθέτου. Ειδικές διατάξεις προέβλεπαν την περίπτωση που ο πολίτης δεν εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις του προς τα μέλη του οίκου του.
Το μέσο με το οποίο εξασφαλιζόταν η δυνατότητα παρέμβασης ήταν η γραφή κακώσεως, μία μήνυση δηλαδή που μπορούσε να καταθέσει οποιοσδήποτε τρίτος εναντίον του οικογενειάρχη για παραβίαση των δικαιωμάτων των οικείων του. Επιπλέον, η γραφή ασεβείας επέτρεπε να μηνυθεί όποιος δε μεριμνούσε για την τιμωρία φόνου που είχε συμβεί στην οικογένειά του.
Καθοριστικής σημασίας για την κατανόηση των ρυθμίσεων του οικογενειακού δικαίου ήταν ο όρος αγχιστεία. Η αγχιστεία περιελάμβανε όλες τις σχέσεις που δημιουργούνταν στα όρια της νόμιμης οικογένειας και προσδιόριζε τη συγγένεια και τους βαθμούς της, πράγμα εξαιρετικά σημαντικό σε πολλές περιπτώσεις όπως είναι η κληρονομιά, η διεκδίκηση επικλήρου και η δίκη φόνου. Περιελάμβανε μέχρι και τα παιδιά των πρώτων εξαδέλφων, δηλαδή και τους συγγενείς πέμπτου βαθμού.
Το μυστήριο σωματίδιο αξιόνιο μπορεί να εξηγήσει ακτίνες Χ που έρχονται από μία ομάδα 7 άστρων νετρονίων
Πάνω από 400 έτη φωτός από τη Γη, υπάρχει ένα σύμπλεγμα νεαρών άστρων νετρονίων που είναι πολύ ζεστά για την ηλικία τους. Αυτά τα αστέρια, γνωστά ως “Magnificent Seven”, εκπέμπουν ένα ρεύμα ακτίνων Χ εξαιρετικά υψηλής ενέργειας που οι επιστήμονες δεν μπόρεσαν να εξηγήσουν.
Τώρα, οι επιστήμονες έχουν προτείνει έναν πιθανό ένοχο: το αξιόνιο, θεωρητικά σωματίδια που μετατρέπονται σε ελαφριά σωματίδια όταν βρίσκονται κοντά σε ένα μαγνητικό πεδίο.
Σε μια νέα μελέτη ο φυσικός Benjamin Safdi του Lawrence Berkeley καιοι συνεργάτες του χρησιμοποίησαν υπερυπολογιστές για να μοντελοποιήσουν την ιδέα ότι τα αξιόνια που παράγονται μέσα στα αστέρια μπορούν να μετατραπούν σε ακτίνες Χ στα μαγνητικά πεδία έξω από τα αστέρια .
Τα αξιόνια δεν έχουν παρατηρηθεί ποτέ άμεσα, αλλά υποπτεύθηκαν οι φυσικοί για πρώτη φορά την ύπαρξη τους κατά τη δεκαετία του 1970. Είναι πολύ νωρίς για να πούμε με βεβαιότητα αν υπάρχουν αξιόνια ή αν είναι ο πραγματικός ένοχος για τις περίεργες ακτίνες Χ, είπε ο Safdi, αλλά οι ερευνητές ελπίζουν ότι η νέα μοντελοποίηση με υπολογιστές μπορεί να δείχνει ότι υπάρχει κάτι έξω από το Πρότυπο Μοντέλο της σωματιδιακής φυσικής, το οποίο περιγράφει γνωστά υποατομικά σωματίδια.
“Είμαστε πολύ σίγουροι ότι αυτή η υπερβολική εκπομπή ακτίνων Χ υπάρχει και πολύ σίγουροι ότι υπάρχει κάτι καινούργιο μεταξύ αυτής της περίσσειας”, δήλωσε ο Safdi. “Εάν ήμασταν 100% σίγουροι ότι αυτό που βλέπουμε είναι ένα νέο σωματίδιο, αυτό θα ήταν κάτι το μεγαλιώδες. Αυτό θα ήταν επαναστατικό στη φυσική.”
Μυστηριώδεις ακτίνες Χ
Δεδομένης της ηλικίας και του τύπου τους, τα επτά άστρα νετρονίων, το Magnificent Seven, πρέπει να εκπέμπουν μόνο ακτίνες Χ χαμηλής ενέργειας και υπεριώδες φως . Αλλά οι αστρονόμοι έχουν παρατηρήσει κάτι που δεν μπορούν να εξηγήσουν: ακτίνες υψηλής ενέργειας που βγαίνουν από τα αστέρια. Τα αστέρια νετρονίων είναι τα υπολείμματα από γιγαντιαία αστέρια που έχουν εξαντλήσει τα καύσιμα τους και έχουν καταρρεύσει. ένας τύπος αστεριού νετρονίων, που ονομάζεται πάλσαρ , εκπέμπει σε όλο το ηλεκτρομαγνητικό φάσμα, συμπεριλαμβανομένων των ακτίνων Χ υψηλής ενέργειας. Αλλά η ομάδα των 7 Magnificent Seven δεν είναι πάλσαρ.
Οι επιστήμονες έψαξαν επίσης πίσω από το σύμπλεγμα των 7 αστεριών νετρονίων για άλλα αντικείμενα που θα μπορούσαν να εκπέμπουν τις μυστηριώδεις ακτίνες Χ, αλλά ούτε το τηλεσκόπιο XMM-Newton της Ευρωπαϊκής Διαστημικής Υπηρεσίας ούτε το τηλεσκόπιο ακτίνων Χ Chandra της NASA έχουν βρει κάτι που θα μπορούσε να είναι ο ένοχος.
Τα αξιόνια έχουν επίσης προταθεί ως λύση στο μυστήριο. Αλλά θα μπορούσαν πραγματικά να παραχθούν αξιόνια μέσα σε ένα αστέρι νετρονίων; Έτσι, για να το μάθουν, ο Safdi και οι συνεργάτες του στράφηκαν σε υπερυπολογιστές στο Πανεπιστήμιο του Michigan και στο Εθνικό Εργαστήριο Lawrence Berkeley.
“Υπάρχει πολλή επεξεργασία δεδομένων και ανάλυση δεδομένων σε αυτό το πρόβλημα,” είπε ο Safdi. “Πρέπει να μοντελοποιήσεις το εσωτερικό ενός άστρου νετρονίων για να προβλέψουμε πόσα αξιόνια πρέπει να παράγονται μέσα σε αυτό το αστέρι.”
Ένα αξιόνιο, εάν υπάρχει, είναι ένα στοιχειώδες σωματίδιο με πολύ χαμηλή μάζα. Μάλιστα μπορεί να είναι και συστατικό της σκοτεινής ύλης, το μη παρατηρημένο υλικό που φαίνεται να αποτελεί πάνω από το ένα τέταρτο της μάζας του σύμπαντος, με βάση τα βαρυτικά του αποτελέσματα.
Ο Safdi και η ομάδα του διαπίστωσαν ότι τα αξιόνια μπορεί να λειτουργούν παρόμοια με τα νετρίνα , ένα άλλο εξαιρετικά ελαφρύ υποατομικό σωματίδιο που έχει αποδειχθεί ότι υπάρχει. Τα νετρίνα παράγονται μέσα σε αστέρια νετρονίων όταν τα νετρόνια συγκρούονται μεταξύ τους. Τα αξιόνια θα μπορούσαν να παραχθούν με τον ίδιο τρόπο.
Δεδομένης της χαμηλής μάζας και των ασθενών αλληλεπιδράσεών τους με άλλη ύλη, τα αξιόνια θα μπορούσαν εύκολα να ξεφύγουν από τους πυρήνες των αστεριών νετρονίων και να μεταφερθούν στο διάστημα Ξέρουμε ότι εξαιρετικά ισχυρά μαγνητικά πεδία περιβάλλουν τα αστέρια νετρονίων. Παρουσία αυτών των πεδίων, τα αξιόνια θα μετατρέπονταν σε φωτόνια ή ελαφριά σωματίδια. Ταξιδεύοντας σε μήκη κύματος μικρότερα από το ορατό φως, αυτά τα σωματίδια φωτός καταγράφονται ως ακτίνες Χ υψηλής ενέργειας σε αστρονομικά όργανα.
“Δεν ισχυριζόμαστε ότι έχουμε κάνει την ανακάλυψη του αξιόνιου ακόμα, αλλά λέμε ότι τα επιπλέον φωτόνια ακτίνων Χ μπορούν να εξηγηθούν από τα αξιόνια”, δήλωσαν οι ερευνητές. “Είναι μια συναρπαστική ανακάλυψη αυτής της υπερβολικής εκπομπής των φωτονίων ακτίνων Χ και είναι μια συναρπαστική πιθανότητα να οφείλονται στα αξιόνια.”
Τώρα, οι επιστήμονες έχουν προτείνει έναν πιθανό ένοχο: το αξιόνιο, θεωρητικά σωματίδια που μετατρέπονται σε ελαφριά σωματίδια όταν βρίσκονται κοντά σε ένα μαγνητικό πεδίο.
Σε μια νέα μελέτη ο φυσικός Benjamin Safdi του Lawrence Berkeley καιοι συνεργάτες του χρησιμοποίησαν υπερυπολογιστές για να μοντελοποιήσουν την ιδέα ότι τα αξιόνια που παράγονται μέσα στα αστέρια μπορούν να μετατραπούν σε ακτίνες Χ στα μαγνητικά πεδία έξω από τα αστέρια .
Τα αξιόνια δεν έχουν παρατηρηθεί ποτέ άμεσα, αλλά υποπτεύθηκαν οι φυσικοί για πρώτη φορά την ύπαρξη τους κατά τη δεκαετία του 1970. Είναι πολύ νωρίς για να πούμε με βεβαιότητα αν υπάρχουν αξιόνια ή αν είναι ο πραγματικός ένοχος για τις περίεργες ακτίνες Χ, είπε ο Safdi, αλλά οι ερευνητές ελπίζουν ότι η νέα μοντελοποίηση με υπολογιστές μπορεί να δείχνει ότι υπάρχει κάτι έξω από το Πρότυπο Μοντέλο της σωματιδιακής φυσικής, το οποίο περιγράφει γνωστά υποατομικά σωματίδια.
“Είμαστε πολύ σίγουροι ότι αυτή η υπερβολική εκπομπή ακτίνων Χ υπάρχει και πολύ σίγουροι ότι υπάρχει κάτι καινούργιο μεταξύ αυτής της περίσσειας”, δήλωσε ο Safdi. “Εάν ήμασταν 100% σίγουροι ότι αυτό που βλέπουμε είναι ένα νέο σωματίδιο, αυτό θα ήταν κάτι το μεγαλιώδες. Αυτό θα ήταν επαναστατικό στη φυσική.”
Μυστηριώδεις ακτίνες Χ
Δεδομένης της ηλικίας και του τύπου τους, τα επτά άστρα νετρονίων, το Magnificent Seven, πρέπει να εκπέμπουν μόνο ακτίνες Χ χαμηλής ενέργειας και υπεριώδες φως . Αλλά οι αστρονόμοι έχουν παρατηρήσει κάτι που δεν μπορούν να εξηγήσουν: ακτίνες υψηλής ενέργειας που βγαίνουν από τα αστέρια. Τα αστέρια νετρονίων είναι τα υπολείμματα από γιγαντιαία αστέρια που έχουν εξαντλήσει τα καύσιμα τους και έχουν καταρρεύσει. ένας τύπος αστεριού νετρονίων, που ονομάζεται πάλσαρ , εκπέμπει σε όλο το ηλεκτρομαγνητικό φάσμα, συμπεριλαμβανομένων των ακτίνων Χ υψηλής ενέργειας. Αλλά η ομάδα των 7 Magnificent Seven δεν είναι πάλσαρ.
Οι επιστήμονες έψαξαν επίσης πίσω από το σύμπλεγμα των 7 αστεριών νετρονίων για άλλα αντικείμενα που θα μπορούσαν να εκπέμπουν τις μυστηριώδεις ακτίνες Χ, αλλά ούτε το τηλεσκόπιο XMM-Newton της Ευρωπαϊκής Διαστημικής Υπηρεσίας ούτε το τηλεσκόπιο ακτίνων Χ Chandra της NASA έχουν βρει κάτι που θα μπορούσε να είναι ο ένοχος.
Τα αξιόνια έχουν επίσης προταθεί ως λύση στο μυστήριο. Αλλά θα μπορούσαν πραγματικά να παραχθούν αξιόνια μέσα σε ένα αστέρι νετρονίων; Έτσι, για να το μάθουν, ο Safdi και οι συνεργάτες του στράφηκαν σε υπερυπολογιστές στο Πανεπιστήμιο του Michigan και στο Εθνικό Εργαστήριο Lawrence Berkeley.
“Υπάρχει πολλή επεξεργασία δεδομένων και ανάλυση δεδομένων σε αυτό το πρόβλημα,” είπε ο Safdi. “Πρέπει να μοντελοποιήσεις το εσωτερικό ενός άστρου νετρονίων για να προβλέψουμε πόσα αξιόνια πρέπει να παράγονται μέσα σε αυτό το αστέρι.”
Ένα αξιόνιο, εάν υπάρχει, είναι ένα στοιχειώδες σωματίδιο με πολύ χαμηλή μάζα. Μάλιστα μπορεί να είναι και συστατικό της σκοτεινής ύλης, το μη παρατηρημένο υλικό που φαίνεται να αποτελεί πάνω από το ένα τέταρτο της μάζας του σύμπαντος, με βάση τα βαρυτικά του αποτελέσματα.
Ο Safdi και η ομάδα του διαπίστωσαν ότι τα αξιόνια μπορεί να λειτουργούν παρόμοια με τα νετρίνα , ένα άλλο εξαιρετικά ελαφρύ υποατομικό σωματίδιο που έχει αποδειχθεί ότι υπάρχει. Τα νετρίνα παράγονται μέσα σε αστέρια νετρονίων όταν τα νετρόνια συγκρούονται μεταξύ τους. Τα αξιόνια θα μπορούσαν να παραχθούν με τον ίδιο τρόπο.
Δεδομένης της χαμηλής μάζας και των ασθενών αλληλεπιδράσεών τους με άλλη ύλη, τα αξιόνια θα μπορούσαν εύκολα να ξεφύγουν από τους πυρήνες των αστεριών νετρονίων και να μεταφερθούν στο διάστημα Ξέρουμε ότι εξαιρετικά ισχυρά μαγνητικά πεδία περιβάλλουν τα αστέρια νετρονίων. Παρουσία αυτών των πεδίων, τα αξιόνια θα μετατρέπονταν σε φωτόνια ή ελαφριά σωματίδια. Ταξιδεύοντας σε μήκη κύματος μικρότερα από το ορατό φως, αυτά τα σωματίδια φωτός καταγράφονται ως ακτίνες Χ υψηλής ενέργειας σε αστρονομικά όργανα.
“Δεν ισχυριζόμαστε ότι έχουμε κάνει την ανακάλυψη του αξιόνιου ακόμα, αλλά λέμε ότι τα επιπλέον φωτόνια ακτίνων Χ μπορούν να εξηγηθούν από τα αξιόνια”, δήλωσαν οι ερευνητές. “Είναι μια συναρπαστική ανακάλυψη αυτής της υπερβολικής εκπομπής των φωτονίων ακτίνων Χ και είναι μια συναρπαστική πιθανότητα να οφείλονται στα αξιόνια.”
Hegel: φιλοσοφία του πνεύματος και ιστορία
Γκέοργκ Χέγκελ: 1770–1831
Διαλεκτική και πνεύμα του κόσμου
(Dialektik und Weltgeist)
§1
Τι περιμένει ο Χέγκελ από τη φιλοσοφία; Περιμένει τη γνώση της αλήθειας και μάλιστα της απόλυτης αλήθειας σε συνδυασμό με την ιστορικότητά της. Πώς μπορεί να αναζητείται μια βέβαιη για τον εαυτό της αλήθεια, όταν κάθε νέα φιλοσοφία ή φιλοσοφική θεώρηση αξιώνει τη δική της αλήθεια μέσα από την αναίρεση μιας προηγούμενης φιλοσοφικής θεώρησης; Μέσα στην ιστορία της φιλοσοφίας παρατηρείται μια πολλότητα φιλοσοφιών, που με μια πρώτη ματιά φαίνεται να καθιστά μάταιη οποιαδήποτε απόπειρα για ουσιαστική γνώση της αλήθειας. Όλες ή σχεδόν όλες οι φιλοσοφίες ασχολούνται με τον άνθρωπο, τον κόσμο ή το θεό· αλλά ποια απ’ αυτές λέει την αλήθεια; Κι ακόμη: η αλήθεια είναι μία ή πολλές; Σύμφωνα με τον Χέγκελ, η αλήθεια δεν ανευρίσκεται στη μια ή την άλλη δοξασία περί θεού και ανθρώπου ή περί κόσμου και πνεύματος, αλλά στη διαλεκτικο-ιστορική κίνηση του ανθρώπινου πνεύματος. Μέσα σε τούτη την κίνηση εκτυλίσσονται και εκτίθενται όλες οι φιλοσοφίες, γονιμοποιούνται στη διαφορετικότητά τους και ανα-συλ-λέγονται ως σχετική αλήθεια, ακόμη κι όταν θεωρούν τον εαυτό τους ως απόλυτη αλήθεια. Τι συμβαίνει εδώ; Συμβαίνει η διαλεκτική σχετικής και απόλυτης αλήθειας. Σχετική είναι η αξίωση μιας φιλοσοφικής θεωρίας να εκλαμβάνεται ως απόλυτη και απόλυτη η ιστορική ύπαρξή της κατά λογική αναγκαιότητα. Έτσι, η εν λόγω διαλεκτική αναπτύσσεται ως αναίρεση της πιο πάνω αξίωσης μέσα από τη στοχαστική πρόσληψη της ιστορικής ύπαρξης της κάθε φιλοσοφίας.
§2
Ποια είναι η βάση, το έδαφος αυτής της διαλεκτικής; Είναι το πνεύμα του κόσμου, που δεν κάνει έφοδο από τον ουρανό μέσα στην εμπράγματη συνθήκη του ανθρώπου, αλλά ενυπάρχει μέσα στην ιστορία και την κοινωνία του τελευταίου ως η Λογικά και ιστορικά δρώσα δύναμή του. Εάν το Απόλυτο κατανοείται ως η ενεργός ενδημία του πνεύματος μέσα στον κόσμο, τότε αυτό το πνεύμα του κόσμου ανελίσσεται ιστορικά και όχι εξω-ιστορικά: δεν μπορεί να υπάρχει ως ένα επέκεινα ή ως κάτι το στατικό παρά μόνο ως μια διαλεκτική πορεία των πολλαπλών δραστηριοτήτων του ανθρώπου. Στη Φιλοσοφία του πνεύματος, το συγκεκριμένο πνεύμα συνυφαίνεται με τη διαλεκτική ολότητα του εγελιανού φιλοσοφικού συστήματος. Ετούτο το σύστημα έχει τον χαρακτήρα κύκλων από κύκλους, όπου το πνεύμα του κόσμου μελετάται στο πλαίσιο της κίνησης του αντικειμενικού πνεύματος. Το τελευταίο τούτο, από υποκειμενικό, από σκεπτόμενη υποκειμενικότητα καθεαυτήν [=δυνάμει], γίνεται δρώσα υποκειμενικότητα της ανθρώπινης ιστορίας. Έτσι, το αντικειμενικό πνεύμα είναι η πράξη, το έργο που επιτελεί ο εαυτός του για λογαριασμό του εαυτού του: καθιστά τον εαυτό του αντικείμενο του εαυτού του, αντικειμενική ύπαρξη, ρεαλιστικά υπαρκτό κό σμο μέσα στους κοινωνικούς και πολιτικούς θεσμούς, μέσα στη θρησκεία, στο πολίτευμα, στο κράτος. Δυνάμει αυτού του έργου του είναι το πνεύμα του κόσμου και όχι λιγότερο παγκόσμιο πνεύμα, που συνιστά την υπόσταση της ιστορίας.
§3
Το πρώτο μέλημά του, στην αντικειμενική του εκτύλιξη, ως πνεύματος του κόσμου, είναι να γνωρίσει τον εαυτό του, να τον συλλάβει κατανοητικά· γι’ αυτό το λόγο, μέσα στην ιστορία, σαν μέσα στο χρόνο, τον γνωρίζει πιο ειδικά ως το πνεύμα του λαού ή ως το εθνικό πνεύμα (Volksgeist). Κάθε τέτοιο πνεύμα αποτελεί ένα στάδιο στην καθολική ζωή του παγκόσμιου πνεύματος ή του πνεύματος του κόσμου. Πρακτικά λοιπόν το τελευταίο αναδύεται ως αποτέλεσμα της αλληλενέργειας και της αλληλεπίδρασης των εθνικών πνευμάτων. Το ένα ή το άλλο πνεύμα ενός λαού είναι μια προσδιορισμένη ατομικότητα και όχι γενικά όλη η ανθρωπότητα. Κάθε λαός, ο ελληνικός, ο γερμανικός, ο γαλλικός, ο αγγλικός κ.λπ., μάχεται για την ενικότητά του, την ατομική του ενότητα, με βάση την ενιαία κοινωνική και πολιτική τάξη, τα κοινά ήθη και έθιμα, την κοινή γλώσσα, θρησκεία και ιστορία. Έτσι η έννοια του πνεύματος του κόσμου είναι τόσο στενά συνυφασμένη με την ενεργό πραγματικότητα του λαού, ώστε η ιστορία ως τέτοια να αποκτά νόημα αντίστοιχο προς τον κοσμοϊστορικό ρόλο του λαού. Το πνεύμα του κόσμου ορισμένως λοιπόν είναι ο Λόγος που έχει βούληση και δρα. Και ένας λαός είναι ισχυρός, ενάρετος, δίκαιος, ηθικός, πρωταγωνιστής της ιστορίας, όταν ακολουθεί αυτό τον Λόγο και δρα αυτόνομα. Αλήθεια, πόσα εθνικά πνεύματα στην εποχή μας, πόσοι λαοί, ανάμεσά τους και ο ελληνικός, δρουν αυτόνομα; Λόγω ακριβώς απουσίας αυτής της πνευματικής-πρακτικής αυτονομίας βαθαίνει η αντίθεση ανάμεσα σε αυτό που είναι ο λαός σύμφωνα με την εσωτερική του αλήθεια, ουσία και προορισμό, και στην εξωτερική του ύπαρξη. Συγχρόνως βαθαίνει και η αντιπαλότητα ανάμεσα στους λαούς ερήμην αυτών των ίδιων. Εδώ έγκειται και ο ιστορικός ρόλος του πνεύματος του κόσμου ως παγκόσμιου πνεύματος (Weltgeist): να σφυρηλατεί και να εκφράζει τη συνοχή της ιστορικής αλληλουχίας των κυρίαρχων εθνικών πνευμάτων, αυτών τούτων των διαφορετικών λαών και των αντίστοιχων πνευματικών πολιτισμών.
Διαλεκτική και πνεύμα του κόσμου
(Dialektik und Weltgeist)
§1
Τι περιμένει ο Χέγκελ από τη φιλοσοφία; Περιμένει τη γνώση της αλήθειας και μάλιστα της απόλυτης αλήθειας σε συνδυασμό με την ιστορικότητά της. Πώς μπορεί να αναζητείται μια βέβαιη για τον εαυτό της αλήθεια, όταν κάθε νέα φιλοσοφία ή φιλοσοφική θεώρηση αξιώνει τη δική της αλήθεια μέσα από την αναίρεση μιας προηγούμενης φιλοσοφικής θεώρησης; Μέσα στην ιστορία της φιλοσοφίας παρατηρείται μια πολλότητα φιλοσοφιών, που με μια πρώτη ματιά φαίνεται να καθιστά μάταιη οποιαδήποτε απόπειρα για ουσιαστική γνώση της αλήθειας. Όλες ή σχεδόν όλες οι φιλοσοφίες ασχολούνται με τον άνθρωπο, τον κόσμο ή το θεό· αλλά ποια απ’ αυτές λέει την αλήθεια; Κι ακόμη: η αλήθεια είναι μία ή πολλές; Σύμφωνα με τον Χέγκελ, η αλήθεια δεν ανευρίσκεται στη μια ή την άλλη δοξασία περί θεού και ανθρώπου ή περί κόσμου και πνεύματος, αλλά στη διαλεκτικο-ιστορική κίνηση του ανθρώπινου πνεύματος. Μέσα σε τούτη την κίνηση εκτυλίσσονται και εκτίθενται όλες οι φιλοσοφίες, γονιμοποιούνται στη διαφορετικότητά τους και ανα-συλ-λέγονται ως σχετική αλήθεια, ακόμη κι όταν θεωρούν τον εαυτό τους ως απόλυτη αλήθεια. Τι συμβαίνει εδώ; Συμβαίνει η διαλεκτική σχετικής και απόλυτης αλήθειας. Σχετική είναι η αξίωση μιας φιλοσοφικής θεωρίας να εκλαμβάνεται ως απόλυτη και απόλυτη η ιστορική ύπαρξή της κατά λογική αναγκαιότητα. Έτσι, η εν λόγω διαλεκτική αναπτύσσεται ως αναίρεση της πιο πάνω αξίωσης μέσα από τη στοχαστική πρόσληψη της ιστορικής ύπαρξης της κάθε φιλοσοφίας.
§2
Ποια είναι η βάση, το έδαφος αυτής της διαλεκτικής; Είναι το πνεύμα του κόσμου, που δεν κάνει έφοδο από τον ουρανό μέσα στην εμπράγματη συνθήκη του ανθρώπου, αλλά ενυπάρχει μέσα στην ιστορία και την κοινωνία του τελευταίου ως η Λογικά και ιστορικά δρώσα δύναμή του. Εάν το Απόλυτο κατανοείται ως η ενεργός ενδημία του πνεύματος μέσα στον κόσμο, τότε αυτό το πνεύμα του κόσμου ανελίσσεται ιστορικά και όχι εξω-ιστορικά: δεν μπορεί να υπάρχει ως ένα επέκεινα ή ως κάτι το στατικό παρά μόνο ως μια διαλεκτική πορεία των πολλαπλών δραστηριοτήτων του ανθρώπου. Στη Φιλοσοφία του πνεύματος, το συγκεκριμένο πνεύμα συνυφαίνεται με τη διαλεκτική ολότητα του εγελιανού φιλοσοφικού συστήματος. Ετούτο το σύστημα έχει τον χαρακτήρα κύκλων από κύκλους, όπου το πνεύμα του κόσμου μελετάται στο πλαίσιο της κίνησης του αντικειμενικού πνεύματος. Το τελευταίο τούτο, από υποκειμενικό, από σκεπτόμενη υποκειμενικότητα καθεαυτήν [=δυνάμει], γίνεται δρώσα υποκειμενικότητα της ανθρώπινης ιστορίας. Έτσι, το αντικειμενικό πνεύμα είναι η πράξη, το έργο που επιτελεί ο εαυτός του για λογαριασμό του εαυτού του: καθιστά τον εαυτό του αντικείμενο του εαυτού του, αντικειμενική ύπαρξη, ρεαλιστικά υπαρκτό κό σμο μέσα στους κοινωνικούς και πολιτικούς θεσμούς, μέσα στη θρησκεία, στο πολίτευμα, στο κράτος. Δυνάμει αυτού του έργου του είναι το πνεύμα του κόσμου και όχι λιγότερο παγκόσμιο πνεύμα, που συνιστά την υπόσταση της ιστορίας.
§3
Το πρώτο μέλημά του, στην αντικειμενική του εκτύλιξη, ως πνεύματος του κόσμου, είναι να γνωρίσει τον εαυτό του, να τον συλλάβει κατανοητικά· γι’ αυτό το λόγο, μέσα στην ιστορία, σαν μέσα στο χρόνο, τον γνωρίζει πιο ειδικά ως το πνεύμα του λαού ή ως το εθνικό πνεύμα (Volksgeist). Κάθε τέτοιο πνεύμα αποτελεί ένα στάδιο στην καθολική ζωή του παγκόσμιου πνεύματος ή του πνεύματος του κόσμου. Πρακτικά λοιπόν το τελευταίο αναδύεται ως αποτέλεσμα της αλληλενέργειας και της αλληλεπίδρασης των εθνικών πνευμάτων. Το ένα ή το άλλο πνεύμα ενός λαού είναι μια προσδιορισμένη ατομικότητα και όχι γενικά όλη η ανθρωπότητα. Κάθε λαός, ο ελληνικός, ο γερμανικός, ο γαλλικός, ο αγγλικός κ.λπ., μάχεται για την ενικότητά του, την ατομική του ενότητα, με βάση την ενιαία κοινωνική και πολιτική τάξη, τα κοινά ήθη και έθιμα, την κοινή γλώσσα, θρησκεία και ιστορία. Έτσι η έννοια του πνεύματος του κόσμου είναι τόσο στενά συνυφασμένη με την ενεργό πραγματικότητα του λαού, ώστε η ιστορία ως τέτοια να αποκτά νόημα αντίστοιχο προς τον κοσμοϊστορικό ρόλο του λαού. Το πνεύμα του κόσμου ορισμένως λοιπόν είναι ο Λόγος που έχει βούληση και δρα. Και ένας λαός είναι ισχυρός, ενάρετος, δίκαιος, ηθικός, πρωταγωνιστής της ιστορίας, όταν ακολουθεί αυτό τον Λόγο και δρα αυτόνομα. Αλήθεια, πόσα εθνικά πνεύματα στην εποχή μας, πόσοι λαοί, ανάμεσά τους και ο ελληνικός, δρουν αυτόνομα; Λόγω ακριβώς απουσίας αυτής της πνευματικής-πρακτικής αυτονομίας βαθαίνει η αντίθεση ανάμεσα σε αυτό που είναι ο λαός σύμφωνα με την εσωτερική του αλήθεια, ουσία και προορισμό, και στην εξωτερική του ύπαρξη. Συγχρόνως βαθαίνει και η αντιπαλότητα ανάμεσα στους λαούς ερήμην αυτών των ίδιων. Εδώ έγκειται και ο ιστορικός ρόλος του πνεύματος του κόσμου ως παγκόσμιου πνεύματος (Weltgeist): να σφυρηλατεί και να εκφράζει τη συνοχή της ιστορικής αλληλουχίας των κυρίαρχων εθνικών πνευμάτων, αυτών τούτων των διαφορετικών λαών και των αντίστοιχων πνευματικών πολιτισμών.
ΠΛΑΤΩΝ: Πρωταγόρας (335c-336e)
Καὶ ἅμα ταῦτ᾽ εἰπὼν ἀνιστάμην ὡς ἀπιών· καί μου ἀνισταμένου ἐπιλαμβάνεται ὁ Καλλίας τῆς χειρὸς τῇ δεξιᾷ, [335d] τῇ δ᾽ ἀριστερᾷ ἀντελάβετο τοῦ τρίβωνος τουτουΐ, καὶ εἶπεν· Οὐκ ἀφήσομέν σε, ὦ Σώκρατες· ἐὰν γὰρ σὺ ἐξέλθῃς, οὐχ ὁμοίως ἡμῖν ἔσονται οἱ διάλογοι. δέομαι οὖν σου παραμεῖναι ἡμῖν· ὡς ἐγὼ οὐδ᾽ ἂν ἑνὸς ἥδιον ἀκούσαιμι ἢ σοῦ τε καὶ Πρωταγόρου διαλεγομένων. ἀλλὰ χάρισαι ἡμῖν πᾶσιν.
Καὶ ἐγὼ εἶπον —ἤδη δὲ ἀνειστήκη ὡς ἐξιών— Ὦ παῖ Ἱππονίκου, ἀεὶ μὲν ἔγωγέ σου τὴν φιλοσοφίαν ἄγαμαι, ἀτὰρ [335e] καὶ νῦν ἐπαινῶ καὶ φιλῶ, ὥστε βουλοίμην ἂν χαρίζεσθαί σοι, εἴ μου δυνατὰ δέοιο· νῦν δ᾽ ἐστὶν ὥσπερ ἂν εἰ δέοιό μου Κρίσωνι τῷ Ἱμεραίῳ δρομεῖ ἀκμάζοντι ἕπεσθαι, ἢ τῶν δολιχοδρόμων τῳ ἢ τῶν ἡμεροδρόμων διαθεῖν τε καὶ ἕπεσθαι, [336a] εἴποιμι ἄν σοι ὅτι πολὺ σοῦ μᾶλλον ἐγὼ ἐμαυτοῦ δέομαι θέουσιν τούτοις ἀκολουθεῖν, ἀλλ᾽ οὐ γὰρ δύναμαι, ἀλλ᾽ εἴ τι δέῃ θεάσασθαι ἐν τῷ αὐτῷ ἐμέ τε καὶ Κρίσωνα θέοντας, τούτου δέου συγκαθεῖναι· ἐγὼ μὲν γὰρ οὐ δύναμαι ταχὺ θεῖν, οὗτος δὲ δύναται βραδέως. εἰ οὖν ἐπιθυμεῖς ἐμοῦ καὶ Πρωταγόρου ἀκούειν, τούτου δέου, ὥσπερ τὸ πρῶτόν μοι ἀπεκρίνατο διὰ βραχέων τε καὶ αὐτὰ τὰ ἐρωτώμενα, οὕτω καὶ νῦν ἀποκρίνεσθαι· [336b] εἰ δὲ μή, τίς ὁ τρόπος ἔσται τῶν διαλόγων; χωρὶς γὰρ ἔγωγ᾽ ᾤμην εἶναι τὸ συνεῖναί τε ἀλλήλοις διαλεγομένους καὶ τὸ δημηγορεῖν.
Ἀλλ᾽ —ὁρᾷς;— ἔφη, ὦ Σώκρατες, δίκαια δοκεῖ λέγειν Πρωταγόρας ἀξιῶν αὑτῷ τε ἐξεῖναι διαλέγεσθαι ὅπως βούλεται, καὶ σὺ ὅπως ἂν αὖ σὺ βούλῃ.
Ὑπολαβὼν οὖν ὁ Ἀλκιβιάδης, Οὐ καλῶς λέγεις, ἔφη, ὦ Καλλία· Σωκράτης μὲν γὰρ ὅδε ὁμολογεῖ μὴ μετεῖναί οἱ μακρολογίας καὶ παραχωρεῖ Πρωταγόρᾳ, τοῦ δὲ διαλέγεσθαι [336c] οἷός τ᾽ εἶναι καὶ ἐπίστασθαι λόγον τε δοῦναι καὶ δέξασθαι θαυμάζοιμ᾽ ἂν εἴ τῳ ἀνθρώπων παραχωρεῖ. εἰ μὲν οὖν καὶ Πρωταγόρας ὁμολογεῖ φαυλότερος εἶναι Σωκράτους διαλεχθῆναι, ἐξαρκεῖ Σωκράτει· εἰ δὲ ἀντιποιεῖται, διαλεγέσθω ἐρωτῶν τε καὶ ἀποκρινόμενος, μὴ ἐφ᾽ ἑκάστῃ ἐρωτήσει μακρὸν λόγον ἀποτείνων, ἐκκρούων τοὺς λόγους καὶ οὐκ ἐθέλων [336d] διδόναι λόγον, ἀλλ᾽ ἀπομηκύνων ἕως ἂν ἐπιλάθωνται περὶ ὅτου τὸ ἐρώτημα ἦν οἱ πολλοὶ τῶν ἀκουόντων· ἐπεὶ Σωκράτη γε ἐγὼ ἐγγυῶμαι μὴ ἐπιλήσεσθαι, οὐχ ὅτι παίζει καί φησιν ἐπιλήσμων εἶναι. ἐμοὶ μὲν οὖν δοκεῖ ἐπιεικέστερα Σωκράτης λέγειν· χρὴ γὰρ ἕκαστον τὴν ἑαυτοῦ γνώμην ἀποφαίνεσθαι.
Μετὰ δὲ τὸν Ἀλκιβιάδην, ὡς ἐγᾦμαι, Κριτίας ἦν ὁ εἰπών· Ὦ Πρόδικε καὶ Ἱππία, Καλλίας μὲν δοκεῖ μοι μάλα πρὸς [336e] Πρωταγόρου εἶναι, Ἀλκιβιάδης δὲ ἀεὶ φιλόνικός ἐστι πρὸς ὃ ἂν ὁρμήσῃ· ἡμᾶς δὲ οὐδὲν δεῖ συμφιλονικεῖν οὔτε Σωκράτει οὔτε Πρωταγόρᾳ, ἀλλὰ κοινῇ ἀμφοτέρων δεῖσθαι μὴ μεταξὺ διαλῦσαι τὴν συνουσίαν.
Ἀλλ᾽ —ὁρᾷς;— ἔφη, ὦ Σώκρατες, δίκαια δοκεῖ λέγειν Πρωταγόρας ἀξιῶν αὑτῷ τε ἐξεῖναι διαλέγεσθαι ὅπως βούλεται, καὶ σὺ ὅπως ἂν αὖ σὺ βούλῃ.
Ὑπολαβὼν οὖν ὁ Ἀλκιβιάδης, Οὐ καλῶς λέγεις, ἔφη, ὦ Καλλία· Σωκράτης μὲν γὰρ ὅδε ὁμολογεῖ μὴ μετεῖναί οἱ μακρολογίας καὶ παραχωρεῖ Πρωταγόρᾳ, τοῦ δὲ διαλέγεσθαι [336c] οἷός τ᾽ εἶναι καὶ ἐπίστασθαι λόγον τε δοῦναι καὶ δέξασθαι θαυμάζοιμ᾽ ἂν εἴ τῳ ἀνθρώπων παραχωρεῖ. εἰ μὲν οὖν καὶ Πρωταγόρας ὁμολογεῖ φαυλότερος εἶναι Σωκράτους διαλεχθῆναι, ἐξαρκεῖ Σωκράτει· εἰ δὲ ἀντιποιεῖται, διαλεγέσθω ἐρωτῶν τε καὶ ἀποκρινόμενος, μὴ ἐφ᾽ ἑκάστῃ ἐρωτήσει μακρὸν λόγον ἀποτείνων, ἐκκρούων τοὺς λόγους καὶ οὐκ ἐθέλων [336d] διδόναι λόγον, ἀλλ᾽ ἀπομηκύνων ἕως ἂν ἐπιλάθωνται περὶ ὅτου τὸ ἐρώτημα ἦν οἱ πολλοὶ τῶν ἀκουόντων· ἐπεὶ Σωκράτη γε ἐγὼ ἐγγυῶμαι μὴ ἐπιλήσεσθαι, οὐχ ὅτι παίζει καί φησιν ἐπιλήσμων εἶναι. ἐμοὶ μὲν οὖν δοκεῖ ἐπιεικέστερα Σωκράτης λέγειν· χρὴ γὰρ ἕκαστον τὴν ἑαυτοῦ γνώμην ἀποφαίνεσθαι.
Μετὰ δὲ τὸν Ἀλκιβιάδην, ὡς ἐγᾦμαι, Κριτίας ἦν ὁ εἰπών· Ὦ Πρόδικε καὶ Ἱππία, Καλλίας μὲν δοκεῖ μοι μάλα πρὸς [336e] Πρωταγόρου εἶναι, Ἀλκιβιάδης δὲ ἀεὶ φιλόνικός ἐστι πρὸς ὃ ἂν ὁρμήσῃ· ἡμᾶς δὲ οὐδὲν δεῖ συμφιλονικεῖν οὔτε Σωκράτει οὔτε Πρωταγόρᾳ, ἀλλὰ κοινῇ ἀμφοτέρων δεῖσθαι μὴ μεταξὺ διαλῦσαι τὴν συνουσίαν.
***
Προσπάθειες να μη διακοπεί η συζήτηση: α) Παρέμβαση του Καλλία, του Αλκιβιάδη και του Κριτία.Λέγοντας αυτά σηκώθηκα να φύγω· αλλά καθώς σηκωνόμουνα χουφτώνει το χέρι μου ο Καλλίας με το δεξί του χέρι [335d] και με τ᾽ αριστερό του άδραξε το πανωφόρι που φορώ και είπε: Δε θα σ᾽ αφήσουμε να φύγεις, Σωκράτη· γιατί, αν εσύ βγεις από το σπιτικό μου, δε θα έχει πια το ίδιο ενδιαφέρον η συζήτηση. Σε παρακαλώ λοιπόν να μείνεις μαζί μας· γιατί ποιός συζητητής μπορεί να μου δώσει τη χαρά που νιώθω ακούοντας να συζητάτε εσύ κι ο Πρωταγόρας; Κάνε σ᾽ όλους μας αυτή τη χάρη.
Κι εγώ του απάντησα (είχα κιόλας σηκωθεί από τη θέση μου για να πηγαίνω): Γιε του Ιππονίκου, θαυμάζω πάντοτε την αγάπη σου για τη μόρφωση, [335e] και τώρα ακόμη σε συγχαίρω και σε συμπαθώ· θα ᾽θελα λοιπόν να σου κάνω την καρδιά, αν ήταν στο χέρι μου αυτό που μου ζητάς· τώρα όμως κάνεις σαν να με παρακαλούσες να συναγωνιστώ τον Κρίσωνα τον Ιμεραίο, το δρομέα, όταν βρισκόταν στην ακμή του ή να τρέχω στήθος με στήθος και να προσπαθώ να ξεπεράσω ένα μαραθωνοδρόμο ή ταχυδρόμο. [336a] Θα σου έλεγα τότε ότι περισσότερο κι από σένα θα φιλοτιμούσα τον εαυτό μου να τους έχω από κοντά στο τρέξιμό τους, αλλά δεν το μπορώ. Αν όμως στ᾽ αλήθεια θέλεις να δεις εμένα και τον Κρίσωνα να τρέχουμε πλάι πλάι, αυτόν παρακάλεσε να χαλαρώσει το ρυθμό του· γιατί εγώ δεν μπορώ να τρέχω γρήγορα, αυτός όμως μπορεί αργά. Αν λοιπόν επιθυμείς ν᾽ ακούσεις εμένα και τον Πρωταγόρα, παρακάλεσε αυτόν, όπως στην αρχή μου έδινε κοφτές απαντήσεις κι ακριβώς πάνω σ᾽ ό,τι τον ρωτούσα, έτσι να μου απαντά και τώρα· [336b] αλλιώς, τί διάλογος μπορεί να γίνει; Γιατί νομίζω ότι είναι δυο διαφορετικά πράγματα η αναμεταξύ μας διαλογική συζήτηση και ο ρητορικός λόγος.
Κοίταξε όμως, είπε, Σωκράτη· μπορούμε να πούμε πως ο Πρωταγόρας δεν έχει δίκιο, επειδή απαιτεί να έχει το ελεύτερο να συζητά όπως θέλει — κι εσύ απ᾽ τη μεριά σου πάλι όπως θέλεις;
Τότε μπήκε στη μέση ο Αλκιβιάδης και είπε: Σα να μη μας τα λες καλά, Καλλία· γιατί ο Σωκράτης αποδώ παραδέχεται ότι δεν τα καταφέρνει στις μακρόλογες συζητήσεις και αφήνει τα πρωτεία στον Πρωταγόρα· [336c] είναι όμως τόσο ικανός να συζητά ρωτώντας και δίνοντας απαντήσεις και τόσο καλά ξέρει να φέρνει και να δέχεται επιχειρήματα, ώστε θα ᾽ταν έκπληξη για μένα να βρεθεί άνθρωπος στον οποίο θα παραχωρούσε τα πρωτεία. Αν τώρα ο Πρωταγόρας απ᾽ τη μεριά του παραδέχεται ότι είναι κατώτερος στη διαλογική συζήτηση, ο Σωκράτης δε θέλει τίποτα περισσότερο. Αν όμως θέλει τα πρωτεία, ας συνεχίσει τη συζήτηση με ερωτήσεις και απαντήσεις· ας πάψει ν᾽ αραδιάζει κι από μια μακρόλογη ομιλία που τραβά σε μάκρος ύστερ᾽ από κάθε ερώτηση, ξεστρατίζοντας έτσι από το θέμα [336d] και αποφεύγοντας να στηρίξει τα λεγόμενά του με επιχειρήματα, αλλά δίνοντας μάκρος στα λόγια του, έτσι που οι περισσότεροι ακροατές να ξεχνούν πάνω σε ποιά ερώτηση απαντά. Γιατί, όσο για τον Σωκράτη, σας βεβαιώνω εγώ ότι δεν είναι αυτός που θα τον εγκαταλείψει το μνημονικό του — μην κοιτάτε που δε σοβαρολογεί και λέει ότι είναι ξεχασιάρης. Αν θέλετε λοιπόν τη γνώμη μου, νομίζω ότι πιο λογική είναι η πρόταση του Σωκράτη· γιατί πρέπει ο καθένας σας να εκφράσει τη γνώμη του.
Αν δε κάνω λάθος, ο Κριτίας ήταν που πήρε το λόγο μετά τον Αλκιβιάδη και είπε: Πρόδικε και Ιππία, βλέπω ότι ο Καλλίας βέβαια με το παραπάνω [336e] παίρνει το μέρος του Πρωταγόρα, αλλά ξέρω πως και ο Αλκιβιάδης ποτέ δεν το βάζει κάτω, αν είναι να επιτύχει το στόχο του. Από τη μεριά μας όμως δε μας εξυπηρετεί να μπούμε στον καβγά παίρνοντας το μέρος του Σωκράτη ή του Πρωταγόρα· μας συμφέρει να παρακαλέσουμε με τον ίδιο τρόπο και τον ένα και τον άλλο να μη διαλύσουν τη συγκέντρωσή μας αφήνοντας στη μέση τη συζήτηση.
Κι εγώ του απάντησα (είχα κιόλας σηκωθεί από τη θέση μου για να πηγαίνω): Γιε του Ιππονίκου, θαυμάζω πάντοτε την αγάπη σου για τη μόρφωση, [335e] και τώρα ακόμη σε συγχαίρω και σε συμπαθώ· θα ᾽θελα λοιπόν να σου κάνω την καρδιά, αν ήταν στο χέρι μου αυτό που μου ζητάς· τώρα όμως κάνεις σαν να με παρακαλούσες να συναγωνιστώ τον Κρίσωνα τον Ιμεραίο, το δρομέα, όταν βρισκόταν στην ακμή του ή να τρέχω στήθος με στήθος και να προσπαθώ να ξεπεράσω ένα μαραθωνοδρόμο ή ταχυδρόμο. [336a] Θα σου έλεγα τότε ότι περισσότερο κι από σένα θα φιλοτιμούσα τον εαυτό μου να τους έχω από κοντά στο τρέξιμό τους, αλλά δεν το μπορώ. Αν όμως στ᾽ αλήθεια θέλεις να δεις εμένα και τον Κρίσωνα να τρέχουμε πλάι πλάι, αυτόν παρακάλεσε να χαλαρώσει το ρυθμό του· γιατί εγώ δεν μπορώ να τρέχω γρήγορα, αυτός όμως μπορεί αργά. Αν λοιπόν επιθυμείς ν᾽ ακούσεις εμένα και τον Πρωταγόρα, παρακάλεσε αυτόν, όπως στην αρχή μου έδινε κοφτές απαντήσεις κι ακριβώς πάνω σ᾽ ό,τι τον ρωτούσα, έτσι να μου απαντά και τώρα· [336b] αλλιώς, τί διάλογος μπορεί να γίνει; Γιατί νομίζω ότι είναι δυο διαφορετικά πράγματα η αναμεταξύ μας διαλογική συζήτηση και ο ρητορικός λόγος.
Κοίταξε όμως, είπε, Σωκράτη· μπορούμε να πούμε πως ο Πρωταγόρας δεν έχει δίκιο, επειδή απαιτεί να έχει το ελεύτερο να συζητά όπως θέλει — κι εσύ απ᾽ τη μεριά σου πάλι όπως θέλεις;
Τότε μπήκε στη μέση ο Αλκιβιάδης και είπε: Σα να μη μας τα λες καλά, Καλλία· γιατί ο Σωκράτης αποδώ παραδέχεται ότι δεν τα καταφέρνει στις μακρόλογες συζητήσεις και αφήνει τα πρωτεία στον Πρωταγόρα· [336c] είναι όμως τόσο ικανός να συζητά ρωτώντας και δίνοντας απαντήσεις και τόσο καλά ξέρει να φέρνει και να δέχεται επιχειρήματα, ώστε θα ᾽ταν έκπληξη για μένα να βρεθεί άνθρωπος στον οποίο θα παραχωρούσε τα πρωτεία. Αν τώρα ο Πρωταγόρας απ᾽ τη μεριά του παραδέχεται ότι είναι κατώτερος στη διαλογική συζήτηση, ο Σωκράτης δε θέλει τίποτα περισσότερο. Αν όμως θέλει τα πρωτεία, ας συνεχίσει τη συζήτηση με ερωτήσεις και απαντήσεις· ας πάψει ν᾽ αραδιάζει κι από μια μακρόλογη ομιλία που τραβά σε μάκρος ύστερ᾽ από κάθε ερώτηση, ξεστρατίζοντας έτσι από το θέμα [336d] και αποφεύγοντας να στηρίξει τα λεγόμενά του με επιχειρήματα, αλλά δίνοντας μάκρος στα λόγια του, έτσι που οι περισσότεροι ακροατές να ξεχνούν πάνω σε ποιά ερώτηση απαντά. Γιατί, όσο για τον Σωκράτη, σας βεβαιώνω εγώ ότι δεν είναι αυτός που θα τον εγκαταλείψει το μνημονικό του — μην κοιτάτε που δε σοβαρολογεί και λέει ότι είναι ξεχασιάρης. Αν θέλετε λοιπόν τη γνώμη μου, νομίζω ότι πιο λογική είναι η πρόταση του Σωκράτη· γιατί πρέπει ο καθένας σας να εκφράσει τη γνώμη του.
Αν δε κάνω λάθος, ο Κριτίας ήταν που πήρε το λόγο μετά τον Αλκιβιάδη και είπε: Πρόδικε και Ιππία, βλέπω ότι ο Καλλίας βέβαια με το παραπάνω [336e] παίρνει το μέρος του Πρωταγόρα, αλλά ξέρω πως και ο Αλκιβιάδης ποτέ δεν το βάζει κάτω, αν είναι να επιτύχει το στόχο του. Από τη μεριά μας όμως δε μας εξυπηρετεί να μπούμε στον καβγά παίρνοντας το μέρος του Σωκράτη ή του Πρωταγόρα· μας συμφέρει να παρακαλέσουμε με τον ίδιο τρόπο και τον ένα και τον άλλο να μη διαλύσουν τη συγκέντρωσή μας αφήνοντας στη μέση τη συζήτηση.
Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2021
ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Μήδεια (1323-1360)
ΙΑ. ὦ μῖσος, ὦ μέγιστον ἐχθίστη γύναι
θεοῖς τε κἀμοὶ παντί τ᾽ ἀνθρώπων γένει,
1325 ἥτις τέκνοισι σοῖσιν ἐμβαλεῖν ξίφος
ἔτλης τεκοῦσα κἄμ᾽ ἄπαιδ᾽ ἀπώλεσας.
καὶ ταῦτα δράσασ᾽ ἥλιόν τε προσβλέπεις
καὶ γαῖαν, ἔργον τλᾶσα δυσσεβέστατον;
ὄλοι᾽. ἐγὼ δὲ νῦν φρονῶ, τότ᾽ οὐ φρονῶν,
1330 ὅτ᾽ ἐκ δόμων σε βαρβάρου τ᾽ ἀπὸ χθονὸς
Ἕλλην᾽ ἐς οἶκον ἠγόμην, κακὸν μέγα,
πατρός τε καὶ γῆς προδότιν ἥ σ᾽ ἐθρέψατο.
τὸν σὸν δ᾽ ἀλάστορ᾽ εἰς ἔμ᾽ ἔσκηψαν θεοί·
κτανοῦσα γὰρ δὴ σὸν κάσιν παρέστιον
1335 τὸ καλλίπρῳρον εἰσέβης Ἀργοῦς σκάφος.
ἤρξω μὲν ἐκ τοιῶνδε· νυμφευθεῖσα δὲ
παρ᾽ ἀνδρὶ τῷδε καὶ τεκοῦσά μοι τέκνα,
εὐνῆς ἕκατι καὶ λέχους σφ᾽ ἀπώλεσας.
οὐκ ἔστιν ἥτις τοῦτ᾽ ἂν Ἑλληνὶς γυνὴ
1340 ἔτλη ποθ᾽, ὧν γε πρόσθεν ἠξίουν ἐγὼ
γῆμαι σέ, κῆδος ἐχθρὸν ὀλέθριόν τ᾽ ἐμοί,
λέαιναν, οὐ γυναῖκα, τῆς Τυρσηνίδος
Σκύλλης ἔχουσαν ἀγριωτέραν φύσιν.
ἀλλ᾽ οὐ γὰρ ἄν σε μυρίοις ὀνείδεσιν
1345 δάκοιμι· τοιόνδ᾽ ἐμπέφυκέ σοι θράσος·
ἔρρ᾽, αἰσχροποιὲ καὶ τέκνων μιαιφόνε.
ἐμοὶ δὲ τὸν ἐμὸν δαίμον᾽ αἰάζειν πάρα,
ὃς οὔτε λέκτρων νεογάμων ὀνήσομαι,
οὐ παῖδας οὓς ἔφυσα κἀξεθρεψάμην
1350 ἕξω προσειπεῖν ζῶντας ἀλλ᾽ ἀπώλεσα.
ΜΗ. μακρὰν ἂν ἐξέτεινα τοῖσδ᾽ ἐναντίον
λόγοισιν, εἰ μὴ Ζεὺς πατὴρ ἠπίστατο
οἷ᾽ ἐξ ἐμοῦ πέπονθας οἷά τ᾽ εἰργάσω.
σὺ δ᾽ οὐκ ἔμελλες τἄμ᾽ ἀτιμάσας λέχη
1355 τερπνὸν διάξειν βίοτον ἐγγελῶν ἐμοὶ
οὐδ᾽ ἡ τύραννος, οὐδ᾽ ὅ σοι προσθεὶς γάμους
Κρέων ἀνατεὶ τῆσδέ μ᾽ ἐκβαλεῖν χθονός.
πρὸς ταῦτα καὶ λέαιναν, εἰ βούλῃ, κάλει
καὶ Σκύλλαν ἣ Τυρσηνὸν ᾤκησεν πέδον·
1360 τῆς σῆς γὰρ ὡς χρῆν καρδίας ἀνθηψάμην.
θεοῖς τε κἀμοὶ παντί τ᾽ ἀνθρώπων γένει,
1325 ἥτις τέκνοισι σοῖσιν ἐμβαλεῖν ξίφος
ἔτλης τεκοῦσα κἄμ᾽ ἄπαιδ᾽ ἀπώλεσας.
καὶ ταῦτα δράσασ᾽ ἥλιόν τε προσβλέπεις
καὶ γαῖαν, ἔργον τλᾶσα δυσσεβέστατον;
ὄλοι᾽. ἐγὼ δὲ νῦν φρονῶ, τότ᾽ οὐ φρονῶν,
1330 ὅτ᾽ ἐκ δόμων σε βαρβάρου τ᾽ ἀπὸ χθονὸς
Ἕλλην᾽ ἐς οἶκον ἠγόμην, κακὸν μέγα,
πατρός τε καὶ γῆς προδότιν ἥ σ᾽ ἐθρέψατο.
τὸν σὸν δ᾽ ἀλάστορ᾽ εἰς ἔμ᾽ ἔσκηψαν θεοί·
κτανοῦσα γὰρ δὴ σὸν κάσιν παρέστιον
1335 τὸ καλλίπρῳρον εἰσέβης Ἀργοῦς σκάφος.
ἤρξω μὲν ἐκ τοιῶνδε· νυμφευθεῖσα δὲ
παρ᾽ ἀνδρὶ τῷδε καὶ τεκοῦσά μοι τέκνα,
εὐνῆς ἕκατι καὶ λέχους σφ᾽ ἀπώλεσας.
οὐκ ἔστιν ἥτις τοῦτ᾽ ἂν Ἑλληνὶς γυνὴ
1340 ἔτλη ποθ᾽, ὧν γε πρόσθεν ἠξίουν ἐγὼ
γῆμαι σέ, κῆδος ἐχθρὸν ὀλέθριόν τ᾽ ἐμοί,
λέαιναν, οὐ γυναῖκα, τῆς Τυρσηνίδος
Σκύλλης ἔχουσαν ἀγριωτέραν φύσιν.
ἀλλ᾽ οὐ γὰρ ἄν σε μυρίοις ὀνείδεσιν
1345 δάκοιμι· τοιόνδ᾽ ἐμπέφυκέ σοι θράσος·
ἔρρ᾽, αἰσχροποιὲ καὶ τέκνων μιαιφόνε.
ἐμοὶ δὲ τὸν ἐμὸν δαίμον᾽ αἰάζειν πάρα,
ὃς οὔτε λέκτρων νεογάμων ὀνήσομαι,
οὐ παῖδας οὓς ἔφυσα κἀξεθρεψάμην
1350 ἕξω προσειπεῖν ζῶντας ἀλλ᾽ ἀπώλεσα.
ΜΗ. μακρὰν ἂν ἐξέτεινα τοῖσδ᾽ ἐναντίον
λόγοισιν, εἰ μὴ Ζεὺς πατὴρ ἠπίστατο
οἷ᾽ ἐξ ἐμοῦ πέπονθας οἷά τ᾽ εἰργάσω.
σὺ δ᾽ οὐκ ἔμελλες τἄμ᾽ ἀτιμάσας λέχη
1355 τερπνὸν διάξειν βίοτον ἐγγελῶν ἐμοὶ
οὐδ᾽ ἡ τύραννος, οὐδ᾽ ὅ σοι προσθεὶς γάμους
Κρέων ἀνατεὶ τῆσδέ μ᾽ ἐκβαλεῖν χθονός.
πρὸς ταῦτα καὶ λέαιναν, εἰ βούλῃ, κάλει
καὶ Σκύλλαν ἣ Τυρσηνὸν ᾤκησεν πέδον·
1360 τῆς σῆς γὰρ ὡς χρῆν καρδίας ἀνθηψάμην.
***
ΙΑ. Βδέλυγμα, γυναίκα που μισήθηκες όσο κανείς, από τους θεούς,
από εμένα, απ᾽ όλο το γένος των ανθρώπων.
1325 Πώς μπόρεσες να βυθίσεις το μαχαίρι
στα παιδιά που γέννησες και να με ξεκληρίσεις;
Και αφού το έκανες αυτό, έχεις μάτια ν᾽ αντικρίζεις τον ήλιο
και τη γη, ενώ αποτόλμησες έργο ανοσιότατο;
Στον όλεθρο! Εγώ τώρα έχω τα λογικά μου, δεν τα είχα
1330 όταν σ᾽ έπαιρνα από το σπίτι και τη βάρβαρή σου χώρα
και σ᾽ έφερνα —μέγα κακό— σε σπίτι ελληνικό,
εσένα που πρόδωσες και τον πατέρα σου
και τη γη που σε ανάθρεψε.
Τoν δικό σου τιμωρό δαίμονα τον έστρεψαν απάνω μου οι θεοί.
1335 Γιατί μπήκες στο καλλίπρωρο καράβι της Αργώς,
έχοντας σκοτώσει πλάι στην εστία του σπιτιού τον αδερφό σου.
Έτσι άρχισες. Και αφού παντρεύτηκες
αυτόν που σου μιλάει και γέννησες μαζί μου παιδιά,
τα θανάτωσες για το κρεβάτι και το πλάγιασμα.
Καμιά Ελληνίδα δεν θ᾽ αποτολμούσε ποτέ τέτοια πράξη
1340 — και εγώ τις αγνόησα και θέλησα να παντρευτώ εσένα,
σ᾽ αυτόν τον γάμο της φρίκης και του ολέθρου.
Όχι γυναίκα, λέαινα παντρεύτηκα εγώ,
που έχει ψυχή πιο άγρια και από τη Σκύλλα την Τυρρηνική.
Όμως, και μύρια όσα να σου καταμαρτυρήσω,
1345 δεν συγκινείσαι· τέτοιο το θράσος που έχεις μέσα σου.
Εξαφανίσου, όργανο των αισχρών έργων,
μιαρή φόνισσα των παιδιών.
Εγώ δεν έχω πια παρά να οδύρομαι για τη μοίρα μου.
Δεν θα χαρώ τον νέο γάμο, στα παιδιά που έσπειρα και ανάθρεψα
1350 δεν θα μπορέσω να μιλήσω ξανά και να μ᾽ ακούσουν
— τα έχασα, πάνε.
ΜΗ. Θα απλωνόταν μακρύς ο λόγος μου
για ν᾽ αντικρούσω αυτά που είπες,
αν ο πατέρας Δίας δεν γνώριζε
τί σου πρόσφερα εγώ και τί έπραξες εσύ.
Δεν επρόκειτο ποτέ να έχεις ατιμάσει το κρεβάτι μου
1355 και να περάσεις βίο τερπνό γελώντας μαζί μου,
ούτε εσύ ούτε ο βασιλικός βλαστός.
Ούτε ήτανε ποτέ δυνατό ο νυμφοκόμος Κρέων
να με πετάξει ατιμώρητος έξω από τούτη τη χώρα.
Λέγε με λοιπόν και λέαινα, εάν αγαπάς,
και Σκύλλα που έζησε στα χώματα της Τυρρηνίας
1360 — αρκεί που πλήγωσα την καρδιά σου όπως έπρεπε.
ΙΑ. Βδέλυγμα, γυναίκα που μισήθηκες όσο κανείς, από τους θεούς,
από εμένα, απ᾽ όλο το γένος των ανθρώπων.
1325 Πώς μπόρεσες να βυθίσεις το μαχαίρι
στα παιδιά που γέννησες και να με ξεκληρίσεις;
Και αφού το έκανες αυτό, έχεις μάτια ν᾽ αντικρίζεις τον ήλιο
και τη γη, ενώ αποτόλμησες έργο ανοσιότατο;
Στον όλεθρο! Εγώ τώρα έχω τα λογικά μου, δεν τα είχα
1330 όταν σ᾽ έπαιρνα από το σπίτι και τη βάρβαρή σου χώρα
και σ᾽ έφερνα —μέγα κακό— σε σπίτι ελληνικό,
εσένα που πρόδωσες και τον πατέρα σου
και τη γη που σε ανάθρεψε.
Τoν δικό σου τιμωρό δαίμονα τον έστρεψαν απάνω μου οι θεοί.
1335 Γιατί μπήκες στο καλλίπρωρο καράβι της Αργώς,
έχοντας σκοτώσει πλάι στην εστία του σπιτιού τον αδερφό σου.
Έτσι άρχισες. Και αφού παντρεύτηκες
αυτόν που σου μιλάει και γέννησες μαζί μου παιδιά,
τα θανάτωσες για το κρεβάτι και το πλάγιασμα.
Καμιά Ελληνίδα δεν θ᾽ αποτολμούσε ποτέ τέτοια πράξη
1340 — και εγώ τις αγνόησα και θέλησα να παντρευτώ εσένα,
σ᾽ αυτόν τον γάμο της φρίκης και του ολέθρου.
Όχι γυναίκα, λέαινα παντρεύτηκα εγώ,
που έχει ψυχή πιο άγρια και από τη Σκύλλα την Τυρρηνική.
Όμως, και μύρια όσα να σου καταμαρτυρήσω,
1345 δεν συγκινείσαι· τέτοιο το θράσος που έχεις μέσα σου.
Εξαφανίσου, όργανο των αισχρών έργων,
μιαρή φόνισσα των παιδιών.
Εγώ δεν έχω πια παρά να οδύρομαι για τη μοίρα μου.
Δεν θα χαρώ τον νέο γάμο, στα παιδιά που έσπειρα και ανάθρεψα
1350 δεν θα μπορέσω να μιλήσω ξανά και να μ᾽ ακούσουν
— τα έχασα, πάνε.
ΜΗ. Θα απλωνόταν μακρύς ο λόγος μου
για ν᾽ αντικρούσω αυτά που είπες,
αν ο πατέρας Δίας δεν γνώριζε
τί σου πρόσφερα εγώ και τί έπραξες εσύ.
Δεν επρόκειτο ποτέ να έχεις ατιμάσει το κρεβάτι μου
1355 και να περάσεις βίο τερπνό γελώντας μαζί μου,
ούτε εσύ ούτε ο βασιλικός βλαστός.
Ούτε ήτανε ποτέ δυνατό ο νυμφοκόμος Κρέων
να με πετάξει ατιμώρητος έξω από τούτη τη χώρα.
Λέγε με λοιπόν και λέαινα, εάν αγαπάς,
και Σκύλλα που έζησε στα χώματα της Τυρρηνίας
1360 — αρκεί που πλήγωσα την καρδιά σου όπως έπρεπε.
Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας: Η αρχιτεκτονική της γλώσσας και η αρχαία Ελληνική γλώσσα
7.7 Το ρήμα και ο χρόνος
Ας ξαναθυμηθούμε αυτό που λέγαμε λίγο πριν: ότι η πρόταση εκφράζει μια ολοκληρωμένη σκέψη, και γι' αυτό είναι το βασικό «εργαλείο» της επικοινωνίας και η βασική δομή της αρχιτεκτονικής της γλώσσας. Αυτό που κάνει την πρόταση (σε αντίθεση με τη φράση ή τη μοναχική λέξη) ολοκληρωμένη σκέψη δεν είναι μόνο ότι συνδυάζει ένα όνομα (ή υποκείμενο) με ένα κατηγόρημα, έναν ειδικό όρο με έναν γενικό όρο - αν και αυτό είναι το κύριο. Στην πρόταση γίνεται και κάτι ακόμα: αυτό στο οποίο αναφέρεται εντοπίζεται χρονικά, και αυτό δίνει στη σκέψη, στην ιδέα, που εκφράζει η πρόταση «σάρκα και οστά». Χωρίς τον χρονικό εντοπισμό η σκέψη, η ιδέα, που εκφράζει η πρόταση είναι «στον αέρα».
Ας ξαναθυμηθούμε αυτό που λέγαμε λίγο πριν: ότι η πρόταση εκφράζει μια ολοκληρωμένη σκέψη, και γι' αυτό είναι το βασικό «εργαλείο» της επικοινωνίας και η βασική δομή της αρχιτεκτονικής της γλώσσας. Αυτό που κάνει την πρόταση (σε αντίθεση με τη φράση ή τη μοναχική λέξη) ολοκληρωμένη σκέψη δεν είναι μόνο ότι συνδυάζει ένα όνομα (ή υποκείμενο) με ένα κατηγόρημα, έναν ειδικό όρο με έναν γενικό όρο - αν και αυτό είναι το κύριο. Στην πρόταση γίνεται και κάτι ακόμα: αυτό στο οποίο αναφέρεται εντοπίζεται χρονικά, και αυτό δίνει στη σκέψη, στην ιδέα, που εκφράζει η πρόταση «σάρκα και οστά». Χωρίς τον χρονικό εντοπισμό η σκέψη, η ιδέα, που εκφράζει η πρόταση είναι «στον αέρα».
Όταν λέω Το παιδί έφυγε, αυτό που εκφράζει η πρόταση εντοπίζεται χρονικά ως προς τη στιγμή που εκφωνώ την πρόταση. Αυτό στο οποίο αναφέρεται η πρόταση (η φυγή του παιδιού) ανήκει στο παρελθόν σε σχέση με τη στιγμή της εκφώνησης. Ο χρονικός εντοπισμός, αν και ανήκει σε ολόκληρη την πρόταση, εκφράζεται, στα νέα ελληνικά, μέσω του ρήματος, γιατί το ρήμα είναι το μέρος του λόγου που εκφράζει διαδικασίες, γεγονότα, καταστάσεις - όψεις δηλαδή της εμπειρίας που «παίζουν» με τον χρόνο.
Οι εκδοχές του χρονικού εντοπισμού της πρότασης δηλώνονται στα νέα ελληνικά είτε με αλλαγές στη μορφή (στην κλίση) του ρήματος είτε περιφραστικά. Ο αόριστος (έφυγε), ο παρατατικός (έφευγε), ο παρακείμενος (έχει φύγει), ο υπερσυντέλικος (είχε φύγει): και στις τέσσερις αυτές περιπτώσεις αυτό στο οποίο αναφέρεται η πρόταση εντοπίζεται στο παρελθόν σε σχέση με τη χρονική στιγμή της εκφώνησης. Ο αόριστος και ο παρατατικός «κατασκευάζονται» συνήθως με την προσθήκη του ε (ονομάζεται αύξηση), ο παρακείμενος και ο υπερσυντέλικος εκφράζονται περιφραστικά, με το ρήμα έχω.
Ο μέλλοντας χρησιμοποιεί τη «μικρή» λέξη θα (θα φύγω). Η λέξη αυτή είναι μία συντομευμένη μορφή του ρήματος θέλω ακολουθούμενου από το να. Αυτό δεν είναι παράξενο. Το μέλλον, σε αντίθεση με το παρελθόν, είναι άγνωστο. Όταν μιλάμε για το μέλλον, το μόνο βέβαιο είναι οι επιθυμίες μας και οι προθέσεις μας. Γι' αυτό στα νεοελληνικά ο μέλλοντας κατασκευάζεται με βάση το ρήμα θέλω (και όχι μόνο· στα αγγλικά χρησιμοποιείται η λέξη will, π.χ. I will go, που σημαίνει επίσης 'θέλω').
Το ρήμα και η όψη
Η διαφορά αορίστου και παρατατικού βρίσκεται στο ότι ο παρατατικός, αλλά όχι ο αόριστος, περιγράφει αυτό που έγινε στο παρελθόν (π.χ. έφευγε) ως κάτι που είχε διάρκεια. Αυτό ονομάζεται όψη. Ο αόριστος και ο παρατατικός τοποθετούν αυτό στο οποίο αναφέρεται η πρόταση στο παρελθόν, αλλά ο αόριστος το περιγράφει ως ολοκληρωμένο χρονικά, ενώ ο παρατατικός το περιγράφει ως διαρκές. Διαφέρουν, λοιπόν, ως προς την όψη, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο «βλέπουν» αυτό που έγινε στο παρελθόν. Την ίδια διαφορά, ως προς την όψη, μπορεί να παρατηρήσει κανείς ανάμεσα στο θα φύγω και στο θα φεύγω.
Παρακείμενος, υπερσυντέλικος
Ο παρακείμενος εντοπίζει, και αυτός, κάτι ως παρελθοντικό σε σχέση με τη στιγμή που εκφωνείται η πρόταση. Η διαφορά του με τον αόριστο φαίνεται σε παραδείγματα όπως τα παρακάτω:
(1) Ο Γιάννης έφυγε χτες και γύρισε σήμερα το πρωί.
(2) Ο Γιάννης έχει φύγει από χτες και γύρισε σήμερα το πρωί.
Η δεύτερη πρόταση ακούγεται κάπως περίεργα και αυτό γιατί ο παρακείμενος περιγράφει κάτι που έγινε στο παρελθόν (όπως ο αόριστος), με τη διαφορά ότι στην περίπτωση του παρακειμένου το αποτέλεσμα αυτού που έγινε στο παρελθόν συνεχίζεται ως τη στιγμή που εκφωνείται η πρόταση. Γι' αυτό η δεύτερη πρόταση δεν «ακούγεται» καλά. Το δεύτερο κομμάτι της (και γύρισε σήμερα το πρωί) «συγκρούεται» με αυτό που δηλώνει το πρώτο κομμάτι (με τον παρακείμενο έχει φύγει), ότι δηλαδή η φυγή του Γιάννη εξακολουθεί να ισχύει τη στιγμή που εκφωνείται η πρόταση.
Ο υπερσυντέλικος χρησιμοποιείται για να συνδέσει μεταξύ τους πράξεις, γεγονότα που τοποθετούνται στο παρελθόν σε σχέση με τη χρονική στιγμή της εκφώνησης της πρότασης:
Ο Γιάννης είχε φύγει όταν χτύπησε η πόρτα και μπήκε ο Κώστας.
Το ρήμα και η όψη
Η διαφορά αορίστου και παρατατικού βρίσκεται στο ότι ο παρατατικός, αλλά όχι ο αόριστος, περιγράφει αυτό που έγινε στο παρελθόν (π.χ. έφευγε) ως κάτι που είχε διάρκεια. Αυτό ονομάζεται όψη. Ο αόριστος και ο παρατατικός τοποθετούν αυτό στο οποίο αναφέρεται η πρόταση στο παρελθόν, αλλά ο αόριστος το περιγράφει ως ολοκληρωμένο χρονικά, ενώ ο παρατατικός το περιγράφει ως διαρκές. Διαφέρουν, λοιπόν, ως προς την όψη, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο «βλέπουν» αυτό που έγινε στο παρελθόν. Την ίδια διαφορά, ως προς την όψη, μπορεί να παρατηρήσει κανείς ανάμεσα στο θα φύγω και στο θα φεύγω.
Παρακείμενος, υπερσυντέλικος
Ο παρακείμενος εντοπίζει, και αυτός, κάτι ως παρελθοντικό σε σχέση με τη στιγμή που εκφωνείται η πρόταση. Η διαφορά του με τον αόριστο φαίνεται σε παραδείγματα όπως τα παρακάτω:
(1) Ο Γιάννης έφυγε χτες και γύρισε σήμερα το πρωί.
(2) Ο Γιάννης έχει φύγει από χτες και γύρισε σήμερα το πρωί.
Η δεύτερη πρόταση ακούγεται κάπως περίεργα και αυτό γιατί ο παρακείμενος περιγράφει κάτι που έγινε στο παρελθόν (όπως ο αόριστος), με τη διαφορά ότι στην περίπτωση του παρακειμένου το αποτέλεσμα αυτού που έγινε στο παρελθόν συνεχίζεται ως τη στιγμή που εκφωνείται η πρόταση. Γι' αυτό η δεύτερη πρόταση δεν «ακούγεται» καλά. Το δεύτερο κομμάτι της (και γύρισε σήμερα το πρωί) «συγκρούεται» με αυτό που δηλώνει το πρώτο κομμάτι (με τον παρακείμενο έχει φύγει), ότι δηλαδή η φυγή του Γιάννη εξακολουθεί να ισχύει τη στιγμή που εκφωνείται η πρόταση.
Ο υπερσυντέλικος χρησιμοποιείται για να συνδέσει μεταξύ τους πράξεις, γεγονότα που τοποθετούνται στο παρελθόν σε σχέση με τη χρονική στιγμή της εκφώνησης της πρότασης:
Ο Γιάννης είχε φύγει όταν χτύπησε η πόρτα και μπήκε ο Κώστας.
Η πολυπλοκότητα της ψυχικής ασθένειας
Η ψυχική ασθένεια αναφέρεται σε παθήσεις του εγκεφάλου που εμφανίζονται μέσα από αλλαγές στην αντίληψη, το συναίσθημα και την συμπεριφορά. Η παρατήρηση αυτών έχει τις ρίζες της σε αρχαίους πολιτισμούς. Εκεί, η αιτιότητά της αποδιδόταν τακτικά σε μεταφυσικές δυνάμεις (είτε ως τιμωρία από τα Θεία, είτε ως χάρισμα και τρόπος επικοινωνίας με τον πνευματικό κόσμο), όμως η καταγραφή της υποδηλώνει την αναγνώρισή της. Στο σήμερα, η ψυχική ασθένεια μοιάζει όρος ιατρικός, όμως έχει πολλές πλευρές, κάθε μία εκ των οποίων με την δική της σημασία.
Αδιαμφισβήτητα, η ιατρική πτυχή της έννοιας είναι κεντρική. Η ιατρική κοινότητα έχει αποδείξει με πληθώρα πειραματικών μεθόδων την βιολογική πτυχή της ψυχικής πάθησης, κάτι που την κατατάσσει στην ‘δικαιοδοσία’ του ιατρικού κλάδου, ο οποίος είναι και υπεύθυνος για την θεραπεία της, μέσα από φαρμακευτική αγωγή.
Βέβαια, η περιβαλλοντική επιρροή στην ανάπτυξη ψυχικής πάθησης έχει επίσης αναγνωριστεί ευρέως, κάτι που οδήγησε στο Βιοψυχοκοινωνικό μοντέλο κατανόησης, και την μεικτή θεραπεία – τόσο φαρμακευτική όσο και ψυχοκοινωνική (με τις λεπτομέρειες να μεταβάλλονται ανάλογα την υποκατηγορία της πάθησης).
Αυτό υπονοεί πως η έννοια έχει μία κοινωνική πτυχή, τόσο ως αίτιο όσο και ως ‘αποτέλεσμα’. Πιο συγκεκριμένα, η κοινωνική πραγματικότητα στην οποία υπάρχει το άτομο μπορεί να αυξήσει ή μειώσει τις πιθανότητες εμφάνισης μιας ψυχικής πάθησης. Ταυτόχρονα, το βίωμα μιας πάθησης είναι πολύ διαφορετικό ανάλογα το κοινωνικό πλαίσιο του ατόμου (για παράδειγμα η ύπαρξη θεραπευτικών μέσων και δομών και η πρόσβαση σε αυτά). Αξίζει να σημειωθεί πως ο όρος συνοδεύεται από έντονο στίγμα και στερεότυπα, που μπορεί να οδηγήσουν στην περιθωριοποίηση του ατόμου από το σύνολο (κάτι που με την σειρά του θα επιβαρύνει περαιτέρω την πάθηση). Παρότι στο παρόν γίνονται έντονες προσπάθειες καταπολέμησης του στίγματος, αυτό ακόμα κυριαρχεί σε αρκετές κοινωνίες της Δύσης και της Ανατολής και εμφανίζεται άμεσα και έμμεσα.
Έτσι λοιπόν, η ψυχική πάθηση ως όρος, αποκτά έντονες οικονομικές, πολιτικές και νομικές πτυχές, όλες εκ των οποίων αλληλοεπιδρούν. Η ύπαρξη μίας πάθησης γεννά πολλές οικονομικές ανάγκες για το άτομο και την οικογένειά του, των οποίων οι δυνατότητες κάλυψης διαφέρουν μεταξύ των κρατών, και επηρεάζουν στο micro και macro επίπεδο την κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα. Παρόμοια, το νομοθετικό πλαίσιο γύρω από την ψυχική πάθηση επηρεάζει το βίωμα αυτής από το άτομο και τον περίγυρό του: το άτομο ‘χάνει’ κάποια από τα πολιτικονομικά δικαιώματά του, ενώ συχνά οικεία πρόσωπα μετατρέπονται σε κηδεμόνες εφόρου ζωής. Αξίζει να σημειωθεί πως η ψυχική πάθηση σε δικαστικά πλαίσια έχει αποτελέσει ξεχωριστό κλάδο μελέτης που στοχεύει τόσο στην αναγνώριση αυτής ως ελαφρυντικό όσο και ως ‘δικαιολογία’.
Οι διαφορετικές πτυχές της ψυχικής νόσου όμως δεν είναι μόνο οι ‘επίσημες’. Στην εποχή της κυριαρχίας των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, η ψυχική νόσος έχει αποκτήσει έναν ‘cool’ χαρακτήρα, κυρίως μέσα από την κοινότητα εφήβων που εξυμνούν την αυτοκαταστροφικότητα, μασκαρεύοντάς την ως ψυχική πάθηση (χωρίς απαραίτητα αυτό να γίνεται συνειδητά).
Η ΨΥΧΙΚΗ ΠΑΘΗΣΗ ΕΧΕΙ ΑΠΟΚΤΗΣΕΙ ΤΑ ΔΙΚΑ ΤΗΣ HASHTAGS, ΚΑΙ ΓΕΝΝΑ ΔΥΝΑΜΙΚΑ DEBATES, ΓΕΓΟΝΟΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΟΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ.
Στο παρόν, λοιπόν, η ψυχική πάθηση βρίσκεται σε ένα μεταίχμιο. Από την μία υπάρχει έντονη πρόοδος στην επιστημονική κατανόηση και αντιμετώπισή της, και στην κοινωνική (άρα και οικονομική, νομική, πολιτική, κλπ) αποδοχή, από την άλλη όμως υπάρχει και έντονη παραπληροφόρηση που εμφανίζεται τόσο στον επιστημονικό κόσμο (όπως με την δημιουργία ‘εναλλακτικών’ θεραπειών), όσο και στο κοινωνικό σύνολο (είτε με την μορφή οπισθοδρομικών στερεοτυπικών απόψεων, είτε με έντονα ρομαντική και εξιδανικευμένη χροιά). Σε αυτό το σταυροδρόμι, οι επαγγελματίες υγείας, μα και η κοινωνία ως σύνολο θα μπορούσε να αντιμετωπίσει την ψυχική ασθένεια ρεαλιστικά – ως μία πάθηση, που χρήζει αντιμετώπισης και επηρεάζει το άτομο, μα δεν το χαρακτηρίζει αποκλειστικά.
Αδιαμφισβήτητα, η ιατρική πτυχή της έννοιας είναι κεντρική. Η ιατρική κοινότητα έχει αποδείξει με πληθώρα πειραματικών μεθόδων την βιολογική πτυχή της ψυχικής πάθησης, κάτι που την κατατάσσει στην ‘δικαιοδοσία’ του ιατρικού κλάδου, ο οποίος είναι και υπεύθυνος για την θεραπεία της, μέσα από φαρμακευτική αγωγή.
Βέβαια, η περιβαλλοντική επιρροή στην ανάπτυξη ψυχικής πάθησης έχει επίσης αναγνωριστεί ευρέως, κάτι που οδήγησε στο Βιοψυχοκοινωνικό μοντέλο κατανόησης, και την μεικτή θεραπεία – τόσο φαρμακευτική όσο και ψυχοκοινωνική (με τις λεπτομέρειες να μεταβάλλονται ανάλογα την υποκατηγορία της πάθησης).
Αυτό υπονοεί πως η έννοια έχει μία κοινωνική πτυχή, τόσο ως αίτιο όσο και ως ‘αποτέλεσμα’. Πιο συγκεκριμένα, η κοινωνική πραγματικότητα στην οποία υπάρχει το άτομο μπορεί να αυξήσει ή μειώσει τις πιθανότητες εμφάνισης μιας ψυχικής πάθησης. Ταυτόχρονα, το βίωμα μιας πάθησης είναι πολύ διαφορετικό ανάλογα το κοινωνικό πλαίσιο του ατόμου (για παράδειγμα η ύπαρξη θεραπευτικών μέσων και δομών και η πρόσβαση σε αυτά). Αξίζει να σημειωθεί πως ο όρος συνοδεύεται από έντονο στίγμα και στερεότυπα, που μπορεί να οδηγήσουν στην περιθωριοποίηση του ατόμου από το σύνολο (κάτι που με την σειρά του θα επιβαρύνει περαιτέρω την πάθηση). Παρότι στο παρόν γίνονται έντονες προσπάθειες καταπολέμησης του στίγματος, αυτό ακόμα κυριαρχεί σε αρκετές κοινωνίες της Δύσης και της Ανατολής και εμφανίζεται άμεσα και έμμεσα.
Έτσι λοιπόν, η ψυχική πάθηση ως όρος, αποκτά έντονες οικονομικές, πολιτικές και νομικές πτυχές, όλες εκ των οποίων αλληλοεπιδρούν. Η ύπαρξη μίας πάθησης γεννά πολλές οικονομικές ανάγκες για το άτομο και την οικογένειά του, των οποίων οι δυνατότητες κάλυψης διαφέρουν μεταξύ των κρατών, και επηρεάζουν στο micro και macro επίπεδο την κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα. Παρόμοια, το νομοθετικό πλαίσιο γύρω από την ψυχική πάθηση επηρεάζει το βίωμα αυτής από το άτομο και τον περίγυρό του: το άτομο ‘χάνει’ κάποια από τα πολιτικονομικά δικαιώματά του, ενώ συχνά οικεία πρόσωπα μετατρέπονται σε κηδεμόνες εφόρου ζωής. Αξίζει να σημειωθεί πως η ψυχική πάθηση σε δικαστικά πλαίσια έχει αποτελέσει ξεχωριστό κλάδο μελέτης που στοχεύει τόσο στην αναγνώριση αυτής ως ελαφρυντικό όσο και ως ‘δικαιολογία’.
Οι διαφορετικές πτυχές της ψυχικής νόσου όμως δεν είναι μόνο οι ‘επίσημες’. Στην εποχή της κυριαρχίας των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, η ψυχική νόσος έχει αποκτήσει έναν ‘cool’ χαρακτήρα, κυρίως μέσα από την κοινότητα εφήβων που εξυμνούν την αυτοκαταστροφικότητα, μασκαρεύοντάς την ως ψυχική πάθηση (χωρίς απαραίτητα αυτό να γίνεται συνειδητά).
Η ΨΥΧΙΚΗ ΠΑΘΗΣΗ ΕΧΕΙ ΑΠΟΚΤΗΣΕΙ ΤΑ ΔΙΚΑ ΤΗΣ HASHTAGS, ΚΑΙ ΓΕΝΝΑ ΔΥΝΑΜΙΚΑ DEBATES, ΓΕΓΟΝΟΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΟΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ.
Στο παρόν, λοιπόν, η ψυχική πάθηση βρίσκεται σε ένα μεταίχμιο. Από την μία υπάρχει έντονη πρόοδος στην επιστημονική κατανόηση και αντιμετώπισή της, και στην κοινωνική (άρα και οικονομική, νομική, πολιτική, κλπ) αποδοχή, από την άλλη όμως υπάρχει και έντονη παραπληροφόρηση που εμφανίζεται τόσο στον επιστημονικό κόσμο (όπως με την δημιουργία ‘εναλλακτικών’ θεραπειών), όσο και στο κοινωνικό σύνολο (είτε με την μορφή οπισθοδρομικών στερεοτυπικών απόψεων, είτε με έντονα ρομαντική και εξιδανικευμένη χροιά). Σε αυτό το σταυροδρόμι, οι επαγγελματίες υγείας, μα και η κοινωνία ως σύνολο θα μπορούσε να αντιμετωπίσει την ψυχική ασθένεια ρεαλιστικά – ως μία πάθηση, που χρήζει αντιμετώπισης και επηρεάζει το άτομο, μα δεν το χαρακτηρίζει αποκλειστικά.
H δραματική προσωπικότητα: Άτομα που θέλουν να τραβάνε την προσοχή όλων
Τη δραματικότητα δεν τη συναντάμε μόνο στο χώρο του θεάτρου αλλά και στην επιστήμη της ψυχιατρικής.
Όπως ο ηθοποιός σε ένα θεατρικό δράμα λειτουργεί μέσα από μια καταλυτική συναισθηματική έκφραση, έτσι και στην πραγματική ζωή συναντάμε ανθρώπους με δραματική προσωπικότητα, ανθρώπους που νοσηρά επιζητούν την προσοχή των άλλων μέσα από μια υπερβολική έκφραση συναισθημάτων, που και αυτή θυμίζει θεατρική παράσταση.
Η δραματική διαταραχή προσωπικότητας, παλαιότερα γνωστή και ως «ιστριονική προσωπικότητα», περιγράφει τα άτομα που λειτουργούν με άκαμπτα σχήματα συμπεριφοράς και εκφράζονται μέσα από την ανάγκη για έντονο ιμπρεσιονισμό και υπερεμπλοκή στις σχέσεις τους με τους άλλους.
Οι σχέσεις τους είναι συνήθως ρηχές, ασταθείς, επιπόλαιες και υπερβολικές.
Λέξεις-κλειδιά στην κλινική εικόνα των ασθενών, είναι ο εγωκεντρισμός, η ανωριμότητα και η επιζήτηση προσοχής, που διαχέεται μέσα από μια έντονα εκφρασμένη σεξουαλικότητα και σαγήνη.
Οι δραματικοί ασθενείς είναι συνήθως αντιδραστικοί, έχουν έντονη συναισθηματική συμμετοχή στις διαπροσωπικές τους σχέσεις στις οποίες συχνά φαντασιώνονται ότι είναι ηθοποιοί κλασσικών ρόλων, όπως είναι ο ρόλος μιας πριγκίπισσας ή ενός θύματος, ρόλοι μέσα από τους οποίους εκφράζονται απόλυτα.
Η ιδέα και μόνο να σταματήσουν να είναι το κέντρο της προσοχής των άλλων, είναι ένας έντονος φόβων των ατόμων με δραματική προσωπικότητα και κάτι που προσπαθούν διαρκώς να αποφύγουν με το να δίνουν υπερβολική σημασία στην εξωτερική τους εμφάνιση και να μιλούν αποκαλυπτικά και εντυπωσιακά στους άλλους.
Συχνά παρουσιάζονται στον κοινωνικό τους περίγυρο σαν να έχουν περισσότερες γνώσεις από ότι έχουν στην πραγματικότητα ενώ χρησιμοποιούν παραπλανητικές συμπεριφορές, φλερτάρουν και αποπλανούν.
Έχουν χαρακτηριστικά έντονη τάση να επιζητούν άμεση ικανοποίηση και διψούν διαρκώς για νέα ερεθίσματα και ενθουσιασμό.
Η ανοχή τους στην καθυστέρηση της όποιας ικανοποίησης είναι χαμηλή ενώ βυθίζονται σε αισθήματα πλήξης και νωχελικότητας, τα οποία αδυνατούν να χειριστούν, ξεσπώντας εύκολα σε εκρήξεις θυμού.
Αντικείμενο του πόθου τους μπορεί να είναι ένας σύντροφος τον οποίο ερωτεύονται σφοδρά και ποθούν να τον κατακτήσουν.
Αποφεύγουν τις μακροχρόνιες σχέσεις προκειμένου να νιώθουν καλά κάθε φορά με τον ερωτικό ενθουσιασμό με τον εκάστοτε ερωτικό σύντροφο στη ζωή τους.
Ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου με δραματική προσωπικότητα είναι ευμετάβλητος, ρηχός και παραπαίει από την ευφορία στη μελαγχολία ή στο θυμό.
Κοινά ερεθίσματα που προκαλούν τις συναισθηματικές αυτές μεταβολές, είναι τα αρνητικά σχόλια για την εμφάνισή τους, η απόρριψη από κάποιον που προσπαθεί να σαγηνεύσει ή η αποτυχία να είναι το επίκεντρο της προσοχής σε μια παρέα.
Στην πραγματικότητα, πρόκειται για εύθραυστα και αδύναμα άτομα που τους λείπει μια δομημένη ταυτότητα με αποτέλεσμα να επηρεάζονται και να πλάθονται μέσα από άλλους ανθρώπους.
Συχνά μάλιστα επιλέγουν άτομα-σωτήρες, με υψηλό στάτους, δύναμη και εξουσία, από τα οποία προσδοκούν μια μαγική διέξοδο από τις δυσκολίες τους.
Η δραματική διαταραχή προσωπικότητας είναι συχνότερη στις γυναίκες.
Όπως ο ηθοποιός σε ένα θεατρικό δράμα λειτουργεί μέσα από μια καταλυτική συναισθηματική έκφραση, έτσι και στην πραγματική ζωή συναντάμε ανθρώπους με δραματική προσωπικότητα, ανθρώπους που νοσηρά επιζητούν την προσοχή των άλλων μέσα από μια υπερβολική έκφραση συναισθημάτων, που και αυτή θυμίζει θεατρική παράσταση.
Η δραματική διαταραχή προσωπικότητας, παλαιότερα γνωστή και ως «ιστριονική προσωπικότητα», περιγράφει τα άτομα που λειτουργούν με άκαμπτα σχήματα συμπεριφοράς και εκφράζονται μέσα από την ανάγκη για έντονο ιμπρεσιονισμό και υπερεμπλοκή στις σχέσεις τους με τους άλλους.
Οι σχέσεις τους είναι συνήθως ρηχές, ασταθείς, επιπόλαιες και υπερβολικές.
Λέξεις-κλειδιά στην κλινική εικόνα των ασθενών, είναι ο εγωκεντρισμός, η ανωριμότητα και η επιζήτηση προσοχής, που διαχέεται μέσα από μια έντονα εκφρασμένη σεξουαλικότητα και σαγήνη.
Οι δραματικοί ασθενείς είναι συνήθως αντιδραστικοί, έχουν έντονη συναισθηματική συμμετοχή στις διαπροσωπικές τους σχέσεις στις οποίες συχνά φαντασιώνονται ότι είναι ηθοποιοί κλασσικών ρόλων, όπως είναι ο ρόλος μιας πριγκίπισσας ή ενός θύματος, ρόλοι μέσα από τους οποίους εκφράζονται απόλυτα.
Η ιδέα και μόνο να σταματήσουν να είναι το κέντρο της προσοχής των άλλων, είναι ένας έντονος φόβων των ατόμων με δραματική προσωπικότητα και κάτι που προσπαθούν διαρκώς να αποφύγουν με το να δίνουν υπερβολική σημασία στην εξωτερική τους εμφάνιση και να μιλούν αποκαλυπτικά και εντυπωσιακά στους άλλους.
Συχνά παρουσιάζονται στον κοινωνικό τους περίγυρο σαν να έχουν περισσότερες γνώσεις από ότι έχουν στην πραγματικότητα ενώ χρησιμοποιούν παραπλανητικές συμπεριφορές, φλερτάρουν και αποπλανούν.
Έχουν χαρακτηριστικά έντονη τάση να επιζητούν άμεση ικανοποίηση και διψούν διαρκώς για νέα ερεθίσματα και ενθουσιασμό.
Η ανοχή τους στην καθυστέρηση της όποιας ικανοποίησης είναι χαμηλή ενώ βυθίζονται σε αισθήματα πλήξης και νωχελικότητας, τα οποία αδυνατούν να χειριστούν, ξεσπώντας εύκολα σε εκρήξεις θυμού.
Αντικείμενο του πόθου τους μπορεί να είναι ένας σύντροφος τον οποίο ερωτεύονται σφοδρά και ποθούν να τον κατακτήσουν.
Αποφεύγουν τις μακροχρόνιες σχέσεις προκειμένου να νιώθουν καλά κάθε φορά με τον ερωτικό ενθουσιασμό με τον εκάστοτε ερωτικό σύντροφο στη ζωή τους.
Ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου με δραματική προσωπικότητα είναι ευμετάβλητος, ρηχός και παραπαίει από την ευφορία στη μελαγχολία ή στο θυμό.
Κοινά ερεθίσματα που προκαλούν τις συναισθηματικές αυτές μεταβολές, είναι τα αρνητικά σχόλια για την εμφάνισή τους, η απόρριψη από κάποιον που προσπαθεί να σαγηνεύσει ή η αποτυχία να είναι το επίκεντρο της προσοχής σε μια παρέα.
Στην πραγματικότητα, πρόκειται για εύθραυστα και αδύναμα άτομα που τους λείπει μια δομημένη ταυτότητα με αποτέλεσμα να επηρεάζονται και να πλάθονται μέσα από άλλους ανθρώπους.
Συχνά μάλιστα επιλέγουν άτομα-σωτήρες, με υψηλό στάτους, δύναμη και εξουσία, από τα οποία προσδοκούν μια μαγική διέξοδο από τις δυσκολίες τους.
Η δραματική διαταραχή προσωπικότητας είναι συχνότερη στις γυναίκες.
Andrei Tarkovsky: Τυλίγουμε τα αισθήματά μας σε λέξεις
Πόσες λέξεις ξέρει ένας άνθρωπος; ρωτά ρητορικά η νεαρή κοπέλα τη μητέρα της.
Πόσες χρησιμοποιεί στο καθημερινό του λεξιλόγιο;
Εκατό, διακόσιες, τριακόσιες;
Τυλίγουμε τα αισθήματά μας σε λέξεις, προσπαθούμε να εκφράσουμε με λέξεις τη χαρά, τη λύπη και κάθε μας συγκίνηση, δηλαδή όλα όσα στην πραγματικότητα μένουν ανέκφραστα.
Ο Ρωμαίος είπε όμορφα λόγια στην Ιουλιέτα, λέξεις ζωντανές, εκφραστικές, που σίγουρα όμως δεν έλεγαν ούτε τα μισά από όσα έκαναν την καρδιά του να χτυπά δυνατά, του έκοβαν την ανάσα κι έκαναν την Ιουλιέτα να ξεχνά τα πάντα, πέρα από την αγάπη της.
Υπάρχει κι άλλο είδος γλώσσας, κι άλλη μορφή επικοινωνίας με τα αισθήματα και τις εικόνες.
Μ' αυτή την επικοινωνία οι άνθρωποι παύουν να είναι χωρισμένοι ο ένας από τον άλλον, οι φραγμοί καταργούνται.
Θέληση, συναίσθημα και συγκίνηση μετακινούν τα εμπόδια ανάμεσα στους ανθρώπους, που στέκονται από τις δύο όψεις ενός καθρέφτη, από τις δύο πλευρές μιας πόρτας.
Αντρέι Ταρκόφσκι, Σμιλεύοντας το χρόνο
Πόσες χρησιμοποιεί στο καθημερινό του λεξιλόγιο;
Εκατό, διακόσιες, τριακόσιες;
Τυλίγουμε τα αισθήματά μας σε λέξεις, προσπαθούμε να εκφράσουμε με λέξεις τη χαρά, τη λύπη και κάθε μας συγκίνηση, δηλαδή όλα όσα στην πραγματικότητα μένουν ανέκφραστα.
Ο Ρωμαίος είπε όμορφα λόγια στην Ιουλιέτα, λέξεις ζωντανές, εκφραστικές, που σίγουρα όμως δεν έλεγαν ούτε τα μισά από όσα έκαναν την καρδιά του να χτυπά δυνατά, του έκοβαν την ανάσα κι έκαναν την Ιουλιέτα να ξεχνά τα πάντα, πέρα από την αγάπη της.
Υπάρχει κι άλλο είδος γλώσσας, κι άλλη μορφή επικοινωνίας με τα αισθήματα και τις εικόνες.
Μ' αυτή την επικοινωνία οι άνθρωποι παύουν να είναι χωρισμένοι ο ένας από τον άλλον, οι φραγμοί καταργούνται.
Θέληση, συναίσθημα και συγκίνηση μετακινούν τα εμπόδια ανάμεσα στους ανθρώπους, που στέκονται από τις δύο όψεις ενός καθρέφτη, από τις δύο πλευρές μιας πόρτας.
Αντρέι Ταρκόφσκι, Σμιλεύοντας το χρόνο
Το χάος της εποχής μας είναι –όπως σε κάθε εποχή- αντανάκλαση του μέσα χάους μας
Σήμερα που όλα ωθούν τους νέους να αγαπηθούν ελεύθερα, εκείνοι λες και αρνούνται.
Οι γονείς τούς προτρέπουν να ζευγαρώσουν, τους επιτρέπουν να ζουν ένα ειδύλλιο ελεύθερα, στα σχολεία γίνεται σεξουαλική ενημέρωση, η τηλεόραση τους τα φανερώνει από το πρωί μέχρι το βράδυ όλα και τα πιο σκανδαλιστικά, οι αφίσες στους δρόμους κρέμονται ερεθιστικές κι όμως…
Λες και τούτη η ελευθερία, που φτάνει στην ασυδοσία, να παγώνει τη διάθεση.
Λες και η ελευθερία που βαθιά αναζητούν οι έρωτες να είναι μια άλλου κόσμου κατάσταση της ύπαρξης που τούτη η γενικευμένη ελευθεριότητα όχι μόνο βοηθάει αλλά υποσκάπτει.
Καμιά σχέση δεν έχουν οι δυο τους.
Δε λειτουργούν όπως το λάδι στη φωτιά, αλλά όπως το νερό στη φωτιά.
Το χάος της εποχής μας είναι –όπως σε κάθε εποχή- αντανάκλαση του μέσα χάους μας.
Ο μανιακός καταναλωτισμός είναι αντανάκλαση του συναισθηματικού ανικανοποίητου.
Η μανιακή διασκέδαση, αντανάκλαση του μέσα φοβικού κενού.
Τα γεμάτα κόσμο, θορυβώδη, ανυπόφορα νυχτερινά μαγαζιά υποβοηθούν στο να κρύβεται πίσω απ’ τους ηλεκτρικούς ήχους η ανικανότητα για συνομιλία.
Ευτυχώς που ανακαλύφθηκαν τα γραπτά μηνύματα στα κινητά.
Έδωσαν μια διέξοδο σ’ αυτή τη δυσχέρεια συνομιλίας, και με πιο ασφαλή τρόπο οι νέοι άνθρωποι επικοινωνούν μεταξύ τους με την κάποια σιγουριά που δίνει η απόσταση και ο παρατεταμένος χρόνος που σου χαρίζεται για να δουλέψεις αυτό που θα εκφράσεις.
Άρχισε ξανά να καλλιεργείται ο γραπτός λόγος και η ορθογραφία.
Η προσπάθεια για πυκνότητα και για πρωτοτυπία.
Δεν είναι τυχαίο που αγαπήθηκε τόσο τούτη η νέα μέθοδος ανθρώπινης επαφής.
Θα πνιγόμασταν μες στα ανεκδήλωτά μας αλλιώς.
Οι γονείς τούς προτρέπουν να ζευγαρώσουν, τους επιτρέπουν να ζουν ένα ειδύλλιο ελεύθερα, στα σχολεία γίνεται σεξουαλική ενημέρωση, η τηλεόραση τους τα φανερώνει από το πρωί μέχρι το βράδυ όλα και τα πιο σκανδαλιστικά, οι αφίσες στους δρόμους κρέμονται ερεθιστικές κι όμως…
Λες και τούτη η ελευθερία, που φτάνει στην ασυδοσία, να παγώνει τη διάθεση.
Λες και η ελευθερία που βαθιά αναζητούν οι έρωτες να είναι μια άλλου κόσμου κατάσταση της ύπαρξης που τούτη η γενικευμένη ελευθεριότητα όχι μόνο βοηθάει αλλά υποσκάπτει.
Καμιά σχέση δεν έχουν οι δυο τους.
Δε λειτουργούν όπως το λάδι στη φωτιά, αλλά όπως το νερό στη φωτιά.
Το χάος της εποχής μας είναι –όπως σε κάθε εποχή- αντανάκλαση του μέσα χάους μας.
Ο μανιακός καταναλωτισμός είναι αντανάκλαση του συναισθηματικού ανικανοποίητου.
Η μανιακή διασκέδαση, αντανάκλαση του μέσα φοβικού κενού.
Τα γεμάτα κόσμο, θορυβώδη, ανυπόφορα νυχτερινά μαγαζιά υποβοηθούν στο να κρύβεται πίσω απ’ τους ηλεκτρικούς ήχους η ανικανότητα για συνομιλία.
Ευτυχώς που ανακαλύφθηκαν τα γραπτά μηνύματα στα κινητά.
Έδωσαν μια διέξοδο σ’ αυτή τη δυσχέρεια συνομιλίας, και με πιο ασφαλή τρόπο οι νέοι άνθρωποι επικοινωνούν μεταξύ τους με την κάποια σιγουριά που δίνει η απόσταση και ο παρατεταμένος χρόνος που σου χαρίζεται για να δουλέψεις αυτό που θα εκφράσεις.
Άρχισε ξανά να καλλιεργείται ο γραπτός λόγος και η ορθογραφία.
Η προσπάθεια για πυκνότητα και για πρωτοτυπία.
Δεν είναι τυχαίο που αγαπήθηκε τόσο τούτη η νέα μέθοδος ανθρώπινης επαφής.
Θα πνιγόμασταν μες στα ανεκδήλωτά μας αλλιώς.
Γιατί νιώθουμε ενσυναίσθηση;
Οι άνθρωποι έχουν την τάση να προσαρμόζονται και να μιμούνται τις δραστηριότητες και τις συμπεριφορές των άλλων στην κοινωνική τους ομάδα, αλλά γιατί συμβαίνει αυτό; Έχετε αναρωτηθεί; Τα αποτελέσματα μιας ενδιαφέρουσας έρευνας μπορεί να αλλάξουν τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την ενσυναίσθηση και τα φαινόμενα συναισθηματικής και συμπεριφορικής μετάδοσης.
Η ενσυναίσθηση αποτελεί ένα σύνθετο φαινόμενο που οι ερευνητές συνήθως ορίζουν ως «την αίσθηση ενδιαφέροντος για τους άλλους και το να μοιραζόμαστε και να κατανοούμε τα συναισθήματα, δημιουργώντας τα κίνητρα που μας ωθούν στο να τους βοηθήσουμε».
Αν και η ενσυναίσθηση δεν γεννιέται πάντα φυσικά, συνδέεται με άλλα φαινόμενα που συμβαίνουν μηχανικά και περιλαμβάνουν και τη μίμηση της συμπεριφορά και των συναισθημάτων των άλλων.
![]()
![]()
Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι το χασμουρητό, που είναι γνωστό πως εύκολα μεταδίδεται σε μια παρέα ή η ηχολαλιά. Οι υπάρχουσες έρευνες έχουν εστιάσει κυρίως στις διάφορες μιμητικές συμπεριφορές ως ένα κοινωνικό εργαλείο μάθησης, εξετάζοντας καταστάσεις στις οποίες οι άνθρωποι υιοθετούν τη μίμηση σε ένα κοινωνικό πλαίσιο ως μια στρατηγική συνεργασίας. Τέτοιες μελέτες δείχνουν πώς οι μιμητικές συμπεριφορές είναι χρήσιμες σε πλαίσια στα οποία ζητείται η συνεργασία.
Σε μια πρόσφατη όμως έρευνα που βρίσκεται δημοσιευμένη στο επιστημονικό περιοδικό Scientific Reports,, δύο ερευνητές, ο Fabrizio Mafessoni και Michael Lachmann, προτείνουν μια νέα προσέγγιση στη μελέτη μιμητικών στρατηγικών που επιτρέπου μια διαφορετική εξήγηση ως προς το γιατί αυτές οι στρατηγικές έχουν εξελιχθεί στο ανθρώπινο είδος.
Η ενσυναίσθηση δεν έχει απλά στόχο τη συνεργασία
Στη μελέτη τους, οι ερευνητές αποφάσισαν να δουν αν η ενσυναίσθηση και άλλοι παρόμοιοι μηχανισμοί θα μπορούσαν να αναπτυχθούν απουσία ενός κοινωνικού πλαισίου που απαιτεί συνεργασία.
Οι Mafessoni και Lachmann ονομάζουν τέτοιους μηχανισμούς «στρατηγικές ανάγνωσης του νου» και εξηγούν το στόχο της τρέχουσας έρευνας: τη σύγκριση διάφορων στρατηγικών «ανάγνωσης του νου» και την απόδειξη ότι σε σύνθετα κοινωνικά πλαίσια, όπου μπορεί να υπάρχουν ανεπαρκείς κοινωνικές πληροφορίες που να μας βοηθούν να συμπεράνουμε τη συμπεριφορά των άλλων, θα αναπτυχθούν μιμητικές στρατηγικές για να μπορέσουμε να συμπεράνουμε (προβλέψουμε τις πράξεις των άλλων».
Οι δύο ερευνητές υποστηρίζουν ότι οι άνθρωποι, όπως και άλλα κοινωνικά ζώα, εμπλέκονται σε στρατηγικές «ανάγνωσης του νου» σε αυθόρμητη βάση, μπαίνοντας συνέχεια στη διαδικασία να υποθέσουμε τι σκέφτονται οι άλλοι, ώστε να μπορέσουμε να ενισχύσουμε τη συνεργασία.
Για να στηρίξουν αυτό τον ισχυρισμό, αναφέρουν την ύπαρξη των «κατοπτρικών νευρώνων» ως μια σειρά εγκεφαλικών κυττάρων που ενεργοποιούνται σε δύο πλαίσια: όταν ένα άτομο, για παράδειγμα, σηκώνει το χέρι του και όταν παρατηρεί κάποιον άλλο να σηκώνει το χέρι του.
Κατά την εφαρμογή ενός ειδικού ανεπτυγμένου μοντέλου, οι ερευνητές παρατήρησαν ότι ένα άτομο μπορεί να συγχρονιστεί (μιμηθεί) κάποιον άλλο, ακόμα κι όταν δεν έχει κάποιο όφελος από αυτό.
Εν συντομία, οι ερευνητές πιστεύουν ότι η ενσυναίσθηση και παρόμοιοι μηχανισμοί έχουν εξελιχθεί απλά ως ένα εργαλείο πρόβλεψης του τι σκέφτονται και νιώθουν οι άλλοι. Ο Manfessoni, συγκεκριμένα πιστεύει ότι οι απαρχές της ενσυναίσθησης μπορεί να βρίσκονται στην ανάγκη απλά να καταλάβουμε τους άλλους ανθρώπους. Ο Lachmann πιστεύει ότι το μοντέλο τους αλλάζει εντελώς το πώς εξηγούμε τη συναισθηματική αυτή συμπεριφορά.
Η ενσυναίσθηση αποτελεί ένα σύνθετο φαινόμενο που οι ερευνητές συνήθως ορίζουν ως «την αίσθηση ενδιαφέροντος για τους άλλους και το να μοιραζόμαστε και να κατανοούμε τα συναισθήματα, δημιουργώντας τα κίνητρα που μας ωθούν στο να τους βοηθήσουμε».
Αν και η ενσυναίσθηση δεν γεννιέται πάντα φυσικά, συνδέεται με άλλα φαινόμενα που συμβαίνουν μηχανικά και περιλαμβάνουν και τη μίμηση της συμπεριφορά και των συναισθημάτων των άλλων.
Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι το χασμουρητό, που είναι γνωστό πως εύκολα μεταδίδεται σε μια παρέα ή η ηχολαλιά. Οι υπάρχουσες έρευνες έχουν εστιάσει κυρίως στις διάφορες μιμητικές συμπεριφορές ως ένα κοινωνικό εργαλείο μάθησης, εξετάζοντας καταστάσεις στις οποίες οι άνθρωποι υιοθετούν τη μίμηση σε ένα κοινωνικό πλαίσιο ως μια στρατηγική συνεργασίας. Τέτοιες μελέτες δείχνουν πώς οι μιμητικές συμπεριφορές είναι χρήσιμες σε πλαίσια στα οποία ζητείται η συνεργασία.
Σε μια πρόσφατη όμως έρευνα που βρίσκεται δημοσιευμένη στο επιστημονικό περιοδικό Scientific Reports,, δύο ερευνητές, ο Fabrizio Mafessoni και Michael Lachmann, προτείνουν μια νέα προσέγγιση στη μελέτη μιμητικών στρατηγικών που επιτρέπου μια διαφορετική εξήγηση ως προς το γιατί αυτές οι στρατηγικές έχουν εξελιχθεί στο ανθρώπινο είδος.
Η ενσυναίσθηση δεν έχει απλά στόχο τη συνεργασία
Στη μελέτη τους, οι ερευνητές αποφάσισαν να δουν αν η ενσυναίσθηση και άλλοι παρόμοιοι μηχανισμοί θα μπορούσαν να αναπτυχθούν απουσία ενός κοινωνικού πλαισίου που απαιτεί συνεργασία.
Οι Mafessoni και Lachmann ονομάζουν τέτοιους μηχανισμούς «στρατηγικές ανάγνωσης του νου» και εξηγούν το στόχο της τρέχουσας έρευνας: τη σύγκριση διάφορων στρατηγικών «ανάγνωσης του νου» και την απόδειξη ότι σε σύνθετα κοινωνικά πλαίσια, όπου μπορεί να υπάρχουν ανεπαρκείς κοινωνικές πληροφορίες που να μας βοηθούν να συμπεράνουμε τη συμπεριφορά των άλλων, θα αναπτυχθούν μιμητικές στρατηγικές για να μπορέσουμε να συμπεράνουμε (προβλέψουμε τις πράξεις των άλλων».
Οι δύο ερευνητές υποστηρίζουν ότι οι άνθρωποι, όπως και άλλα κοινωνικά ζώα, εμπλέκονται σε στρατηγικές «ανάγνωσης του νου» σε αυθόρμητη βάση, μπαίνοντας συνέχεια στη διαδικασία να υποθέσουμε τι σκέφτονται οι άλλοι, ώστε να μπορέσουμε να ενισχύσουμε τη συνεργασία.
Για να στηρίξουν αυτό τον ισχυρισμό, αναφέρουν την ύπαρξη των «κατοπτρικών νευρώνων» ως μια σειρά εγκεφαλικών κυττάρων που ενεργοποιούνται σε δύο πλαίσια: όταν ένα άτομο, για παράδειγμα, σηκώνει το χέρι του και όταν παρατηρεί κάποιον άλλο να σηκώνει το χέρι του.
Κατά την εφαρμογή ενός ειδικού ανεπτυγμένου μοντέλου, οι ερευνητές παρατήρησαν ότι ένα άτομο μπορεί να συγχρονιστεί (μιμηθεί) κάποιον άλλο, ακόμα κι όταν δεν έχει κάποιο όφελος από αυτό.
Εν συντομία, οι ερευνητές πιστεύουν ότι η ενσυναίσθηση και παρόμοιοι μηχανισμοί έχουν εξελιχθεί απλά ως ένα εργαλείο πρόβλεψης του τι σκέφτονται και νιώθουν οι άλλοι. Ο Manfessoni, συγκεκριμένα πιστεύει ότι οι απαρχές της ενσυναίσθησης μπορεί να βρίσκονται στην ανάγκη απλά να καταλάβουμε τους άλλους ανθρώπους. Ο Lachmann πιστεύει ότι το μοντέλο τους αλλάζει εντελώς το πώς εξηγούμε τη συναισθηματική αυτή συμπεριφορά.
Η ουσία είναι ν’ αγαπάς, αμέσως θα μάθεις πώς χτίζεται ο Παράδεισος
Ο Ντοστογιέφσκι θέλοντας να μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε σε ποια κατάσταση βρίσκεται αυτή τη στιγμή η ανθρωπότητα και πώς μπορούμε να τη σώσουμε αν θέλουμε, χρησιμοποιεί έναν ήρωα, τον οποίο οι άλλοι αποκαλούν γελοίο και τρελό, που όμως όλως παραδόξως το παραδέχεται και ο ίδιος, αφού μάλιστα λέει πως είναι γελοίος από γεννησιμιού του. Όταν ενηλικιώθηκε και τελείωσε και το Πανεπιστήμιο έψαχνε να βρει λύσεις για το πρόβλημά του, το γιατί να είναι γελοίος, αλλά μη βρίσκοντας τίποτα αποφασίζει ν’ αυτοκτονήσει, ώσπου ένα βροχερό βράδυ στις 3 Νοεμβρίου, γυρνώντας στο σπίτι του μετά από συνάντηση που είχε με φίλους, έμαθε την αλήθεια.
Ο ήρωάς μας πάλευε με τον εαυτό του εδώ και δυο μήνες ν’ αυτοκτονήσει, γι’ αυτό και είχε αγοράσει ένα περίστροφο. Τα βράδια δεν έκλινε μάτι γιατί προσπαθούσε να βρει την κατάλληλη στιγμή για την αυτοκτονία. Εκείνο το βράδυ που γύρισε στο σπίτι αισθάνθηκε πως ήρθε η κατάλληλη στιγμή και γι’ αυτό έβαλε το περίστροφο πάνω στο τραπέζι κι έκατσε στην καρέκλα κοντά του. Όμως όλως παραδόξως εκείνο το βράδυ αποκοιμήθηκε και είδε ένα όνειρο, ότι πράγματι αυτοκτόνησε και κάποιος τον μετέφερε σ’ ένα μέρος που έμοιαζε πολύ με τη γη μας. Ξανάβλεπε τον ήλιο και το μέρος του φαινόταν σαν ένα από τα Ελληνικά νησάκια του αρχιπελάγους. Έβλεπε μια σμαραγδένια θάλασσα, δέντρα με υπέροχους βλαστούς και το λιβάδι έλαμπε ανθόσπαρτο. Τα πουλιά έσχιζαν τον αέρα κοπαδιαστά κι έρχονταν χωρίς φόβο να κάτσουν στους ώμους του. Οι κάτοικοι τον περιτριγύρισαν και τον αγκάλιασαν. Ήταν άνθρωποι όμορφοι, που ακτινοβολούσαν σοφία και γαλήνη, με πρόσωπα χαρωπά και ήρεμα και αμέσως σκέφτηκε πως έτσι θα ήταν η γη πριν από το προπατορικό αμάρτημα. Οι άνθρωποι αυτοί δεν του έκαναν ερωτήσεις και το μόνο τους μέλημα ήταν να διώξουν τον πόνο που ήταν χαραγμένος στο πρόσωπό του. Δεν είχαν φιλοδοξίες, γιατί είχαν φτάσει στην τελειότητα. Η γνώση τους ήταν πιο βαθιά και πιο υψηλή από τη δική του. Κοιτούσαν τα δέντρα τους με πολλή αγάπη και τους μιλούσαν σαν να ήταν όμοιοί τους. Με τα ζώα ζούσαν ειρηνικά χωρίς να τα πειράζουν, απλά τα εξημέρωναν με την αγάπη τους και μ’ αυτό τον τρόπο έδειχναν την εκτίμησή τους στη φύση. Μέχρι και με τ’ αστέρια τ’ ουρανού επικοινωνούσαν. Αναρωτιόταν δε με έκπληξη πως γινόταν και δεν είχαν προσβάλλει τόσο καιρό ένα πλάσμα σαν αυτόν και επίσης δεν του είχαν ξυπνήσει μέσα του αισθήματα ζήλειας και φθόνου. Μοιράζονταν την αγάπη και αποκτούσαν παιδιά, αλλά ποτέ δεν είδε σ’ αυτούς την έξαψη της σκληρής ηδονής, που έβλεπε στη δική του γη και που είναι η πηγή για σχεδόν όλα τα αμαρτήματα της ανθρωπότητας. Δεν υπήρχαν καυγάδες, ούτε ζήλιες μεταξύ τους, αλλά ούτε θλίψη και δάκρυα ακόμα και στο θάνατο. Δεν είχαν καθόλου ναούς, ούτε θρησκεία, αλλά ζούσαν σ’ ένα είδος αδιάκοπης επικοινωνίας με το σύμπαν. Το απόβραδο έψελναν χορικά, για ν’ αποχαιρετήσουν με ευχές την ημέρα που έφευγε. Υμνούσαν τη φύση, τη γη, τη θάλασσα, τα δάση, μέχρι που υμνούσαν ο ένας τον άλλον με απλά λόγια που έβγαιναν από την καρδιά και άγγιζαν την καρδιά. Κι αυτός με τη σειρά του τους είπε πως υπήρξαν στιγμές, όταν ζούσε στη γη του, που είχε αισθανθεί αυτούς και τη δόξα τους και ότι του είχαν τύχει στιγμές που δάκρυσε αντικρύζοντας ένα ηλιοβασίλεμα και ότι πόναγε πάντα όταν ένιωθε το μίσος των ανθρώπων ενώ αυτός δεν μπόρεσε να τους μισήσει και πάντα τους συγχωρούσε.
Κάποια στιγμή μέσα στο όνειρό του φτάνει στη δική του γη και προσπαθεί να βρει τρόπους, ώστε να περιγράψει στους ανθρώπους αυτά που είδε και έζησε όμως του ήταν αδύνατο να ενσωματώσει όλα αυτά στα αδύνατα λόγια. Έλεγε πως μπορεί και να μην τον πιστέψουν αν τους τα έλεγε όλα αυτά ή ακόμα και να τον κοροϊδέψουν γιατί αυτό ήταν ένα απλό όνειρο. Γι’ αυτόν όμως μπορεί και να μην ήταν όνειρο, γιατί έζησε όλα αυτά τόσο φανερά που του φανερώθηκε η αλήθεια που έψαχνε. Προσπάθησε να τους πει ότι η αιτία που δημιούργησε το κακό είναι το ψέμα που εμφανίστηκε μετά το προπατορικό αμάρτημα. Οι άνθρωποι έμαθαν να ψεύδονται και το σπέρμα του ψέματος τρύπωσε μέσα στην καρδιά τους και τους φάνηκε αρεστό. Λίγο αργότερα γεννήθηκε η ηδονή, που γέννησε τη ζήλεια και η ζήλεια τη σκληρότητα, που αυτή γέννησε την εκδίκηση με αίμα και αυτή η αιτία άρχισε να τους χωρίζει. Σχηματίστηκαν συμμαχίες που όμως η μια στράφηκε εναντίον της άλλης. Κατόπιν έμαθαν να ντρέπονται και την ντροπή την έκαναν αρετή. Σιγά σιγά γεννήθηκε το αίσθημα της τιμής και κάθε συμμαχία ύψωσε το φλάμπουρό της. Άρχισαν να κακομεταχειρίζονται τα ζώα και τα ζώα κρύφτηκαν στα δάση κι έγιναν επιθετικά. Άρχισε τότε ο τοπικισμός, ο ατομικισμός και η διάκριση μεταξύ δικού μου, δικού σου. Έμαθαν τη θλίψη και την αγάπησαν, αναζήτησαν τον πόνο και είπαν πως η αλήθεια κατακτιέται μέσα από τον πόνο. Αφού έγιναν κακοί, άρχισαν να μιλούν για ανθρωπισμό και αδελφότητα. Αφού έγιναν εγκληματίες, επινόησαν τη δικαιοσύνη και έβαλαν νόμους και για να υποχρεώσουν τους ανθρώπους να τους τηρούν θέσπισαν τη λαιμητόμο. Δεν τους έμενε πια παρά να σκέφτονται την ευτυχία της παλιάς εποχής, που την ονόμαζαν όνειρο. Τόση μεγάλη ήταν η επιθυμία τους να ξαναγίνουν αθώοι που έχτισαν ναούς, δημιούργησαν θρησκείες, αλλά αν τους ρωτήσεις αν θέλουν να ξαναγυρίσουν εκεί θα σου πουν όχι. Σαν αντιστάθμισμα σου λένε πως έχουνε την επιστήμη και χάρη σ’ αυτή θα ξαναβρούν την αλήθεια, που αυτή τη φορά θα την αποδεχτούν συνειδητά. Έτσι ο καθένας κατάντησε να προσκολληθεί στον εαυτό του τόσο ζηλότυπα που πάσχισε να ταπεινώσει και να μειώσει με κάθε μέσο τους άλλους. Εμφανίστηκε η δουλεία, οι αδύνατοι υποτάχτηκαν με τη θέλησή τους στους πιο δυνατούς, ώστε να τους βοηθήσουν να συντρίψουν τους ακόμα πιο αδύνατους. Όταν εμφανίστηκαν άνθρωποι δίκαιοι που τους μιλούσαν για την αλαζονεία τους , τους κορόιδεψαν και τους λιθοβόλησαν και αίμα Αγίων έβαψε τους ναούς τους. Πολύ γρήγορα όμως εμφανίστηκαν και μακροχρόνιοι πόλεμοι για να επιβάλλουν οι πιο δυνατοί τις δικές τους αρχές και αξίες που ζητούσαν όλα ή τίποτα. Στο τέλος οι άνθρωποι εξαντλούνταν από τον αδιάκοπο μόχθο και τα πρόσωπά τους έφερναν τα στίγματα του πόνου και διακήρυτταν οι άνθρωποι αυτοί, ότι ο πόνος είναι ομορφιά, αφού η σκέψη δεν υπάρχει παρά χάρη στον πόνο. Κι έτσι δημιούργησαν τραγούδια που εξυμνούν τον πόνο. Στο τέλος τους ικέτευε να τον σταυρώσουν για να πάρει επάνω του όλη τη δυστυχία του κόσμου, εκείνοι όμως εξακολουθούσαν να τον χλευάζουν και να τον λένε τρελό. Τότε μια θλίψη πλημμύρισε την ψυχή του, σφίχτηκε η καρδιά του και ένιωσε να πεθαίνει, όμως εκείνη την ώρα ξύπνησε.
Τώρα που ξύπνησε επιθυμεί να ζήσει. Να ζήσει για να κηρύξει και να διακηρύξει την Αλήθεια. Γιατί είδε την Αλήθεια και τώρα ξέρει πως οι άνθρωποι μπορούν να είναι ωραίοι και ευτυχισμένοι χωρίς να χάσουν την επίγεια ζωή, γιατί είναι τόσο απλό ώστε μπορεί μέσα σε μια μόνο ώρα να έχουν όλα επανορθωθεί.
«Η ουσία είναι να αγαπάς τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου, αυτό είναι όλο και δε χρειάζεται άλλο. Αμέσως θα μάθεις πως χτίζεται ο Παράδεισος».
Η ζωντανή εικόνα αυτού που είδε, θα είναι πάντοτε παρούσα μέσα του, θα μπορεί πάντα να τον ξεσηκώνει και να τον καθοδηγεί.
Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι, Το όνειρο ενός γελοίου
Ο ήρωάς μας πάλευε με τον εαυτό του εδώ και δυο μήνες ν’ αυτοκτονήσει, γι’ αυτό και είχε αγοράσει ένα περίστροφο. Τα βράδια δεν έκλινε μάτι γιατί προσπαθούσε να βρει την κατάλληλη στιγμή για την αυτοκτονία. Εκείνο το βράδυ που γύρισε στο σπίτι αισθάνθηκε πως ήρθε η κατάλληλη στιγμή και γι’ αυτό έβαλε το περίστροφο πάνω στο τραπέζι κι έκατσε στην καρέκλα κοντά του. Όμως όλως παραδόξως εκείνο το βράδυ αποκοιμήθηκε και είδε ένα όνειρο, ότι πράγματι αυτοκτόνησε και κάποιος τον μετέφερε σ’ ένα μέρος που έμοιαζε πολύ με τη γη μας. Ξανάβλεπε τον ήλιο και το μέρος του φαινόταν σαν ένα από τα Ελληνικά νησάκια του αρχιπελάγους. Έβλεπε μια σμαραγδένια θάλασσα, δέντρα με υπέροχους βλαστούς και το λιβάδι έλαμπε ανθόσπαρτο. Τα πουλιά έσχιζαν τον αέρα κοπαδιαστά κι έρχονταν χωρίς φόβο να κάτσουν στους ώμους του. Οι κάτοικοι τον περιτριγύρισαν και τον αγκάλιασαν. Ήταν άνθρωποι όμορφοι, που ακτινοβολούσαν σοφία και γαλήνη, με πρόσωπα χαρωπά και ήρεμα και αμέσως σκέφτηκε πως έτσι θα ήταν η γη πριν από το προπατορικό αμάρτημα. Οι άνθρωποι αυτοί δεν του έκαναν ερωτήσεις και το μόνο τους μέλημα ήταν να διώξουν τον πόνο που ήταν χαραγμένος στο πρόσωπό του. Δεν είχαν φιλοδοξίες, γιατί είχαν φτάσει στην τελειότητα. Η γνώση τους ήταν πιο βαθιά και πιο υψηλή από τη δική του. Κοιτούσαν τα δέντρα τους με πολλή αγάπη και τους μιλούσαν σαν να ήταν όμοιοί τους. Με τα ζώα ζούσαν ειρηνικά χωρίς να τα πειράζουν, απλά τα εξημέρωναν με την αγάπη τους και μ’ αυτό τον τρόπο έδειχναν την εκτίμησή τους στη φύση. Μέχρι και με τ’ αστέρια τ’ ουρανού επικοινωνούσαν. Αναρωτιόταν δε με έκπληξη πως γινόταν και δεν είχαν προσβάλλει τόσο καιρό ένα πλάσμα σαν αυτόν και επίσης δεν του είχαν ξυπνήσει μέσα του αισθήματα ζήλειας και φθόνου. Μοιράζονταν την αγάπη και αποκτούσαν παιδιά, αλλά ποτέ δεν είδε σ’ αυτούς την έξαψη της σκληρής ηδονής, που έβλεπε στη δική του γη και που είναι η πηγή για σχεδόν όλα τα αμαρτήματα της ανθρωπότητας. Δεν υπήρχαν καυγάδες, ούτε ζήλιες μεταξύ τους, αλλά ούτε θλίψη και δάκρυα ακόμα και στο θάνατο. Δεν είχαν καθόλου ναούς, ούτε θρησκεία, αλλά ζούσαν σ’ ένα είδος αδιάκοπης επικοινωνίας με το σύμπαν. Το απόβραδο έψελναν χορικά, για ν’ αποχαιρετήσουν με ευχές την ημέρα που έφευγε. Υμνούσαν τη φύση, τη γη, τη θάλασσα, τα δάση, μέχρι που υμνούσαν ο ένας τον άλλον με απλά λόγια που έβγαιναν από την καρδιά και άγγιζαν την καρδιά. Κι αυτός με τη σειρά του τους είπε πως υπήρξαν στιγμές, όταν ζούσε στη γη του, που είχε αισθανθεί αυτούς και τη δόξα τους και ότι του είχαν τύχει στιγμές που δάκρυσε αντικρύζοντας ένα ηλιοβασίλεμα και ότι πόναγε πάντα όταν ένιωθε το μίσος των ανθρώπων ενώ αυτός δεν μπόρεσε να τους μισήσει και πάντα τους συγχωρούσε.
Κάποια στιγμή μέσα στο όνειρό του φτάνει στη δική του γη και προσπαθεί να βρει τρόπους, ώστε να περιγράψει στους ανθρώπους αυτά που είδε και έζησε όμως του ήταν αδύνατο να ενσωματώσει όλα αυτά στα αδύνατα λόγια. Έλεγε πως μπορεί και να μην τον πιστέψουν αν τους τα έλεγε όλα αυτά ή ακόμα και να τον κοροϊδέψουν γιατί αυτό ήταν ένα απλό όνειρο. Γι’ αυτόν όμως μπορεί και να μην ήταν όνειρο, γιατί έζησε όλα αυτά τόσο φανερά που του φανερώθηκε η αλήθεια που έψαχνε. Προσπάθησε να τους πει ότι η αιτία που δημιούργησε το κακό είναι το ψέμα που εμφανίστηκε μετά το προπατορικό αμάρτημα. Οι άνθρωποι έμαθαν να ψεύδονται και το σπέρμα του ψέματος τρύπωσε μέσα στην καρδιά τους και τους φάνηκε αρεστό. Λίγο αργότερα γεννήθηκε η ηδονή, που γέννησε τη ζήλεια και η ζήλεια τη σκληρότητα, που αυτή γέννησε την εκδίκηση με αίμα και αυτή η αιτία άρχισε να τους χωρίζει. Σχηματίστηκαν συμμαχίες που όμως η μια στράφηκε εναντίον της άλλης. Κατόπιν έμαθαν να ντρέπονται και την ντροπή την έκαναν αρετή. Σιγά σιγά γεννήθηκε το αίσθημα της τιμής και κάθε συμμαχία ύψωσε το φλάμπουρό της. Άρχισαν να κακομεταχειρίζονται τα ζώα και τα ζώα κρύφτηκαν στα δάση κι έγιναν επιθετικά. Άρχισε τότε ο τοπικισμός, ο ατομικισμός και η διάκριση μεταξύ δικού μου, δικού σου. Έμαθαν τη θλίψη και την αγάπησαν, αναζήτησαν τον πόνο και είπαν πως η αλήθεια κατακτιέται μέσα από τον πόνο. Αφού έγιναν κακοί, άρχισαν να μιλούν για ανθρωπισμό και αδελφότητα. Αφού έγιναν εγκληματίες, επινόησαν τη δικαιοσύνη και έβαλαν νόμους και για να υποχρεώσουν τους ανθρώπους να τους τηρούν θέσπισαν τη λαιμητόμο. Δεν τους έμενε πια παρά να σκέφτονται την ευτυχία της παλιάς εποχής, που την ονόμαζαν όνειρο. Τόση μεγάλη ήταν η επιθυμία τους να ξαναγίνουν αθώοι που έχτισαν ναούς, δημιούργησαν θρησκείες, αλλά αν τους ρωτήσεις αν θέλουν να ξαναγυρίσουν εκεί θα σου πουν όχι. Σαν αντιστάθμισμα σου λένε πως έχουνε την επιστήμη και χάρη σ’ αυτή θα ξαναβρούν την αλήθεια, που αυτή τη φορά θα την αποδεχτούν συνειδητά. Έτσι ο καθένας κατάντησε να προσκολληθεί στον εαυτό του τόσο ζηλότυπα που πάσχισε να ταπεινώσει και να μειώσει με κάθε μέσο τους άλλους. Εμφανίστηκε η δουλεία, οι αδύνατοι υποτάχτηκαν με τη θέλησή τους στους πιο δυνατούς, ώστε να τους βοηθήσουν να συντρίψουν τους ακόμα πιο αδύνατους. Όταν εμφανίστηκαν άνθρωποι δίκαιοι που τους μιλούσαν για την αλαζονεία τους , τους κορόιδεψαν και τους λιθοβόλησαν και αίμα Αγίων έβαψε τους ναούς τους. Πολύ γρήγορα όμως εμφανίστηκαν και μακροχρόνιοι πόλεμοι για να επιβάλλουν οι πιο δυνατοί τις δικές τους αρχές και αξίες που ζητούσαν όλα ή τίποτα. Στο τέλος οι άνθρωποι εξαντλούνταν από τον αδιάκοπο μόχθο και τα πρόσωπά τους έφερναν τα στίγματα του πόνου και διακήρυτταν οι άνθρωποι αυτοί, ότι ο πόνος είναι ομορφιά, αφού η σκέψη δεν υπάρχει παρά χάρη στον πόνο. Κι έτσι δημιούργησαν τραγούδια που εξυμνούν τον πόνο. Στο τέλος τους ικέτευε να τον σταυρώσουν για να πάρει επάνω του όλη τη δυστυχία του κόσμου, εκείνοι όμως εξακολουθούσαν να τον χλευάζουν και να τον λένε τρελό. Τότε μια θλίψη πλημμύρισε την ψυχή του, σφίχτηκε η καρδιά του και ένιωσε να πεθαίνει, όμως εκείνη την ώρα ξύπνησε.
Τώρα που ξύπνησε επιθυμεί να ζήσει. Να ζήσει για να κηρύξει και να διακηρύξει την Αλήθεια. Γιατί είδε την Αλήθεια και τώρα ξέρει πως οι άνθρωποι μπορούν να είναι ωραίοι και ευτυχισμένοι χωρίς να χάσουν την επίγεια ζωή, γιατί είναι τόσο απλό ώστε μπορεί μέσα σε μια μόνο ώρα να έχουν όλα επανορθωθεί.
«Η ουσία είναι να αγαπάς τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου, αυτό είναι όλο και δε χρειάζεται άλλο. Αμέσως θα μάθεις πως χτίζεται ο Παράδεισος».
Η ζωντανή εικόνα αυτού που είδε, θα είναι πάντοτε παρούσα μέσα του, θα μπορεί πάντα να τον ξεσηκώνει και να τον καθοδηγεί.
Τολμάς να… θυμάσαι;
Αν είχες την ευκαιρία, δεν θα δίσταζες.
Ή ίσως είναι η έλλειψη της ευκαιρίας που δημιουργεί την ψευδαίσθηση της βεβαιότητας πως αν ήταν δική σου, δική σας, δική μας, θα την άρπαζες απ’ τα μαλλιά.
Μαίνεσαι πως φταίνε οι συνθήκες, η εποχή, οι καταστάσεις αλλά μέσα σου ξέρεις.
Είναι το άπιαστο και το αδύνατο που κάνουν την αίσθηση της τόσο ισχυρή.
Θέλεις να πιστεύεις σε δράκους και δαίμονες.
Δεν υπάρχει παραμύθι χωρίς κακούς, επιθυμίες χωρίς δυσκολίες, ευκαιρίες χωρίς εμπόδια.
Η αναβλητικότητα σου στηρίζεται σ αυτή την εξήγηση. Ή μήπως σ’ αυτή τη δικαιολογία;
Η ύπαρξη όλων των παραπάνω στοιχειοθετούν τη χαμένη υπόθεση.
Την ανάγκη που δεν κυνήγησες, το όνειρο που δεν πραγματοποίησες, την ευκαιρία που δεν εκμεταλλεύτηκες. Το μυστήριο λύθηκε.
Αν είχες την ευκαιρία… αλλά δεν την έχεις.
Δε φταις εσύ. Είσαι πεπεισμένος ή τουλάχιστον αυτό ισχυρίζεσαι.
Μέχρι που έρχονται εκείνα τα βράδια της ανείπωτης ειλικρίνειας.
Εισβάλει η αλήθεια απρόσκλητη και σε κοιτά κατάματα, ψιθυρίζει στ’ αυτί σου, χορεύει τις σκέψεις σου, ξυπνά τους φόβους σου, μεγεθύνει τις αμφιβολίες σου.
Σου υπενθυμίζει με τον σκληρότερο τρόπο πως το μόνο που χρειάζεται είναι να ρισκάρεις να κάνεις ένα βήμα.
Ένα βήμα μακρύτερα από τη σιγουριά σου και πιο κοντά στην επιθυμία σου.
Ένα βήμα έξω από τον προστατευμένη περιοχή σου και μέσα στην απαγορευμένη ζώνη.
Ένα βήμα εκεί όπου συνυπάρχει ο κίνδυνος με την έξαψη, το άγνωστο με την συγκίνηση, ο φόβος με την ένταση.
Ένα βήμα.
‘Όμως εσύ δεν έχεις μάθει να ισορροπείς σε τεντωμένο σκοινί, να περνάς μέσα από συμπληγάδες, ν’ αντικρίζεις χίμαιρες, ν’ αντιμετωπίζεις Σκύλες και Χάρυβδες.
Εσύ βουτάς στο κενό με δίχτυ ασφαλείας.
Περιμένεις στα μετόπισθεν και αφήνεις τους άλλους να αγωνίζονται στην αρένα.
Πηδάς από ύψος ενός μέτρου και μετράς τα υπόλοιπα νοερά.
Κολυμπάς σε ρηχά νερά και δεν ξανοίγεσαι στα βαθιά.
Είσαι αυτός που σ’ έναν αγώνα ταχύτητας αντί να τρέχει περπατά.
Αυτός που μετρά τις απώλειες πριν καν αποφασίσει να ριχτεί στη μάχη.
Αυτός που ζητά μια ευκαιρία σ’ έναν επίγειο παράδεισο που δεν έψαξε στιγμή.
Όμως, οι χαμένες ευκαιρίες δεν πηγαίνουν στον παράδεισο.
Δεν παίρνουν σάρκα και οστά. Δεν υπήρξαν ποτέ αλλά μένουν πάντα εδώ, στο πουθενά.
Τιμωρημένες να περιφέρονται αιώνια στη ζώνη του λυκόφωτος.
Δε θάβονται με το χρόνο, δε χάνονται στη λήθη, δεν παρασύρονται από ορμητικά ποτάμια.
Ξυπνούν τις ερινύες, σκαλίζουν τις ενοχές, κάμπτουν τις αντιστάσεις και δεν ηρεμούν αν δεν πέσει το απόλυτο σκοτάδι.
Οι ευκαιρίες που χάθηκαν, οι πράξεις που δεν έγιναν, τα λόγια που δεν ειπώθηκαν.
Χαμένοι παράδεισοι. Χαμένες ελπίδες. Χαμένα όνειρα. Χαμένες πατρίδες.
Κι εσύ που και που στα χαμένα. Να αναμετριέσαι με τα ερωτήματα και τις υποθέσεις σου.
Να κοστολογείς απώλειες σε στιγμές, σε πνοές, σε συναισθήματα.
Να θρηνείς για όσα δεν τόλμησες για σένα, για εσάς, για εμάς.
Και καμιά φορά εύχεσαι να είχες βρει το δρόμο σου νωρίτερα.
Και άλλες φορές εύχεσαι να γινόταν να σταματήσεις να θυμάσαι.
Όμως, θυμάσαι.
Ή ίσως είναι η έλλειψη της ευκαιρίας που δημιουργεί την ψευδαίσθηση της βεβαιότητας πως αν ήταν δική σου, δική σας, δική μας, θα την άρπαζες απ’ τα μαλλιά.
Μαίνεσαι πως φταίνε οι συνθήκες, η εποχή, οι καταστάσεις αλλά μέσα σου ξέρεις.
Είναι το άπιαστο και το αδύνατο που κάνουν την αίσθηση της τόσο ισχυρή.
Θέλεις να πιστεύεις σε δράκους και δαίμονες.
Δεν υπάρχει παραμύθι χωρίς κακούς, επιθυμίες χωρίς δυσκολίες, ευκαιρίες χωρίς εμπόδια.
Η αναβλητικότητα σου στηρίζεται σ αυτή την εξήγηση. Ή μήπως σ’ αυτή τη δικαιολογία;
Η ύπαρξη όλων των παραπάνω στοιχειοθετούν τη χαμένη υπόθεση.
Την ανάγκη που δεν κυνήγησες, το όνειρο που δεν πραγματοποίησες, την ευκαιρία που δεν εκμεταλλεύτηκες. Το μυστήριο λύθηκε.
Αν είχες την ευκαιρία… αλλά δεν την έχεις.
Δε φταις εσύ. Είσαι πεπεισμένος ή τουλάχιστον αυτό ισχυρίζεσαι.
Μέχρι που έρχονται εκείνα τα βράδια της ανείπωτης ειλικρίνειας.
Εισβάλει η αλήθεια απρόσκλητη και σε κοιτά κατάματα, ψιθυρίζει στ’ αυτί σου, χορεύει τις σκέψεις σου, ξυπνά τους φόβους σου, μεγεθύνει τις αμφιβολίες σου.
Σου υπενθυμίζει με τον σκληρότερο τρόπο πως το μόνο που χρειάζεται είναι να ρισκάρεις να κάνεις ένα βήμα.
Ένα βήμα μακρύτερα από τη σιγουριά σου και πιο κοντά στην επιθυμία σου.
Ένα βήμα έξω από τον προστατευμένη περιοχή σου και μέσα στην απαγορευμένη ζώνη.
Ένα βήμα εκεί όπου συνυπάρχει ο κίνδυνος με την έξαψη, το άγνωστο με την συγκίνηση, ο φόβος με την ένταση.
Ένα βήμα.
‘Όμως εσύ δεν έχεις μάθει να ισορροπείς σε τεντωμένο σκοινί, να περνάς μέσα από συμπληγάδες, ν’ αντικρίζεις χίμαιρες, ν’ αντιμετωπίζεις Σκύλες και Χάρυβδες.
Εσύ βουτάς στο κενό με δίχτυ ασφαλείας.
Περιμένεις στα μετόπισθεν και αφήνεις τους άλλους να αγωνίζονται στην αρένα.
Πηδάς από ύψος ενός μέτρου και μετράς τα υπόλοιπα νοερά.
Κολυμπάς σε ρηχά νερά και δεν ξανοίγεσαι στα βαθιά.
Είσαι αυτός που σ’ έναν αγώνα ταχύτητας αντί να τρέχει περπατά.
Αυτός που μετρά τις απώλειες πριν καν αποφασίσει να ριχτεί στη μάχη.
Αυτός που ζητά μια ευκαιρία σ’ έναν επίγειο παράδεισο που δεν έψαξε στιγμή.
Όμως, οι χαμένες ευκαιρίες δεν πηγαίνουν στον παράδεισο.
Δεν παίρνουν σάρκα και οστά. Δεν υπήρξαν ποτέ αλλά μένουν πάντα εδώ, στο πουθενά.
Τιμωρημένες να περιφέρονται αιώνια στη ζώνη του λυκόφωτος.
Δε θάβονται με το χρόνο, δε χάνονται στη λήθη, δεν παρασύρονται από ορμητικά ποτάμια.
Ξυπνούν τις ερινύες, σκαλίζουν τις ενοχές, κάμπτουν τις αντιστάσεις και δεν ηρεμούν αν δεν πέσει το απόλυτο σκοτάδι.
Οι ευκαιρίες που χάθηκαν, οι πράξεις που δεν έγιναν, τα λόγια που δεν ειπώθηκαν.
Χαμένοι παράδεισοι. Χαμένες ελπίδες. Χαμένα όνειρα. Χαμένες πατρίδες.
Κι εσύ που και που στα χαμένα. Να αναμετριέσαι με τα ερωτήματα και τις υποθέσεις σου.
Να κοστολογείς απώλειες σε στιγμές, σε πνοές, σε συναισθήματα.
Να θρηνείς για όσα δεν τόλμησες για σένα, για εσάς, για εμάς.
Και καμιά φορά εύχεσαι να είχες βρει το δρόμο σου νωρίτερα.
Και άλλες φορές εύχεσαι να γινόταν να σταματήσεις να θυμάσαι.
Όμως, θυμάσαι.
Κινήσου μέσα στο πλήθος, αλλά να μην είσαι ποτέ μέρος του
Αν η ζωή σου εξαρτάται από την έγκριση των άλλων, τότε ζεις μια ζωή που δεν είναι αυθεντική. Ποτέ δεν ζεις τη δική σου ζωή. Ζεις απλώς μια ζωή την οποία εγκρίνουν οι άλλοι. Τότε η ζωή γίνεται ψεύτικη, κάλπικη κι εσύ γίνεσαι δυστυχισμένος, μίζερος, ψεύτικος. Νιώθεις απογοήτευση, ότι η ζωή δεν έχει κανένα νόημα.Η ζωή μπορεί να έχει νόημα μόνο όταν είναι πραγματική. Και πραγματική ζωή σημαίνει ότι δεν σκοτίζεσαι για το τι λένε οι άλλοι.
Εσύ απλώς ασχολείσαι με αυτό που μπορείς να είσαι, όχι με αυτό που προσδοκούν η εγκρίνουν οι άλλοι.
Απλώς ξέχνα τους άλλους, σαν να είσαι μόνος σου.
Κινήσου μέσα στο πλήθος, αλλά να μην είσαι ποτέ μέρος του.
Γιατί οι άλλοι θα έπρεπε να ασχολούνται μαζί σου; Εκείνοι είναι νευρωτικοί και το να ασχολείσαι μαζί τους είναι και πάλι μια νεύρωση, μια καθρεφτισμένη νεύρωση.
Ο άνθρωπος που είναι υγιής δεν σκοτίζεται για τους άλλους, δεν έχει καμία κρίση για τους άλλους. Αν θέλουν να είναι δημιουργικοί, ωραία. Αν θέλουν να είναι τρελοί, πάλι ωραία. Είναι η δική τους ζωή και τελικά εκείνοι είναι υπεύθυνοι γι’ αυτήν. Έτσι, ο άνθρωπος που είναι υγιής δεν κρίνει ποτέ κανέναν και ποτέ δεν ζητάει τη γνώμη κανενός.
Το ίδιο το γεγονός ότι ζητάς τη γνώμη τους, δείχνει ότι μέσα σου ταλαντεύεσαι, ότι δεν στηρίζεσαι στον εαυτό σου και χρειάζεσαι στήριγμα από τους άλλους.
Μόλις σήμερα διάβασα ένα ανέκδοτο:
Ένας άντρας μπαίνει σε ένα τρένο που έγραφε ότι πηγαίνει στο Λονδίνο, ρωτάει όμως έναν άνθρωπο που καθόταν μέσα στο βαγόνι:
“Αυτό το τρένο πηγαίνει στο Λονδίνο;” Ο άνθρωπος λέει “ναι”, αλλά επειδή διαβάζει την εφημερίδα του, η απάντησή του ακούστηκε κάπως αβέβαιη, οπότε ο άντρας δεν πείθεται. Ξαναρωτάει τον ίδιο άνθρωπο: “Κύριε, όντως πηγαίνει στο Λονδίνο;” Ο άλλος απαντάει: “Ναι, όντως πηγαίνει στο Λονδίνο” Τώρα όμως είναι θυμωμένος, επειδή έχει διακόψει το διάβασμα της εφημερίδας.
Ένας άλλος επιβάτης ρωτάει τον αβέβαιο άντρα: “Δεν ξέρεις να διαβάζεις; Παντού γράφει ότι το τρένο πηγαίνει στο Λονδίνο!” Τελικά ο άντρας πείθεται κι ετοιμάζεται να καθίσει, ενώ το τρένο είναι έτοιμο να φύγει. Εκείνη τη στιγμή, ένας αργοπορημένος επιβάτης μπαίνει τρέχοντας στο βαγόνι, χωρίς να διαβάσει που πηγαίνει και ρωτάει τον άντρα της ιστορίας: “Αυτό το τρένο πηγαίνει στο Λονδίνο;” Κι ο άντρας απαντάει: “Ωχ, με κάνατε πάλι να μην είμαι σίγουρος!”
Αυτό κάνεις κι εσύ με τον εαυτό σου. Μμ; Οποιοσδήποτε μπορεί να σε κάνει να μην είσαι σίγουρος για το αν είσαι καλός ή για το αν είσαι όμορφος. Αυτό δεν είναι αληθινό είναι, είναι ψεύτικο. Είναι αυτό που έχεις μαζέψει από τις γνώμες των άλλων.
Ποιο είναι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί;
Όταν καταφέρνουμε να έχουμε τη δουλειά των ονείρων μας, έπειτα από κάποιο καιρό θέλουμε να την αλλάξουμε με μια καλύτερη. Αν μας τύχει το λαχείο κι αγοράσουμε ένα καλό αυτοκίνητο, έπειτα από λίγο καιρό μπορεί να θελήσουμε κι ένα ιστιοπλοϊκό. Όταν επιτέλους καταφέρουμε να κατακτήσουμε τον άντρα ή τη γυναίκα που ποθούσαμε, ξαφνικά νιώθουμε περιέργεια για άλλο πρόσωπο. Οι άνθρωποι μπορούμε να είμαστε ακόρεστοι.Για τους στωικούς, αυτός ο τύπος επιθυμιών και φιλοδοξιών δεν αξίζουν να τις επιδιώκει κανείς. Ο στόχος του ενάρετου ανθρώπου είναι να επιτύχει ηρεμία (αταραξία): μια κατάσταση απουσίας αρνητικών συναισθημάτων όπως το άγχος, ο φόβος, η λύπη, η ματαιοδοξία, ο θυμός, και παρουσίας θετικών συναισθημάτων όπως, για παράδειγμα, η χαρά, η αγάπη, η γαλήνη και η ευγνωμοσύνη.
Για να διατηρήσουν ενάρετο το μυαλό, οι στωικοί επιδίδονταν σε κάτι σαν “αρνητική προβολή”: φαντάζονταν “το χειρότερο που μπορεί να σου συμβεί”, έτσι ώστε να είμαστε προετοιμασμένοι σε περίπτωση που ορισμένα προνόμια και ηδονές εξαφανιστούν από τη ζωή μας.
Για να “επιδοθούμε στην αρνητική προβολή”, χρειάζεται να παρατηρήσουμε αρνητικά γεγονότα, αλλά χωρίς να μας ανησυχήσουν.
Ο Σενέκας, ένας από τους πλουσιότερους άνδρες της αρχαίας Ρώμης, είχε μια ζωή με όλων των ειδών τις πολυτέλειες, αλλά στην πράξη ήταν ένας στωικός. Συμβούλευε να σκέφτεται κανείς και να επιδίδεται στην αρνητική προβολή στο κρεβάτι κάθε βράδυ, πριν κοιμηθεί. Κι όχι μόνο προέβαλλε αρνητικές καταστάσεις, αλλά και τις εφάρμοζε, ζώντας για παράδειγμα μια βδομάδα χωρίς υπηρέτες και χωρίς να πίνει και να τρώει σαν πλούσιος. Έτσι κατάφερνε να απαντήσει στην ερώτηση: Ποιο είναι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί;
Δεν χρησιμεύει σε τίποτα να ανησυχούμε για πράγματα που είναι απολύτως έξω από τον έλεγχό μας. Πρέπει να έχουμε ξεκαθαρίσει τι μπορούμε και τι δεν μπορούμε να ελέγξουμε, ώστε με τον τρόπο αυτό να μάθουμε να μην παρασυρόμαστε από τα αρνητικά συναισθήματα.
“Ο άνθρωπος επηρεάζεται όχι από τα συμβάντα, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο τα υπολογίζει” έλεγε ο Επίκτητος.
Ένα άλλο κλειδί για την καλλιέργεια της ανθεκτικότητας είναι να ξέρεις σε τι χρόνο να ζήσεις. Τόσο ο βουδισμός όσο κι ο στωικισμός μάς υπενθυμίζουν ότι το μόνο που υπάρχει και είναι υπό τον έλεγχό μας είναι το παρόν.
Δεν πρέπει να ανησυχούμε για το παρελθόν ή το μέλλον, αλλά να εκτιμούμε τα πράγματα όπως είναι αυτή τη στιγμή, στο τώρα.
Εκτός από το “τώρα”, οι στωικοί συνιστούν να παρατηρούμε την παροδικότητα των πραγμάτων γύρω μας.
Ο αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος έλεγε ότι “τα πράγματα που αγαπάμε είναι σαν τα φύλλα των δέντρων, μπορούν να πέσουν οποιαδήποτε στιγμή σηκωθεί αέρας”. Επίσης είπε ότι “η αλλαγή σε αυτό που μας περιβάλλει δεν είναι κάτι τυχαίο, αλλά αποτελεί μέρος της ουσίας του Σύμπαντος”, μια σκέψη πραγματικά πολύ βουδιστική.
Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι όλα όσα έχουμε κι όλα τα πρόσωπα που αγαπάμε θα εξαφανιστούν κάποια στιγμή. Κι αυτό είναι κάτι που πρέπει να το έχουμε στο νου, αλλά χωρίς να γινόμαστε απαισιόδοξοι.
Η επίγνωση της παροδικότητας των πραγμάτων δεν πρέπει να μας λυπεί, αλλά να μας χρησιμεύει για να αγαπάμε το παρόν και τους γύρω μας.
“Όλα τα ανθρώπινα πράγματα έχουν ζωή σύντομη και πεπερασμένη” έλεγε ο Σενέκας.
Ο λόγος δυνάστης μέγας εστίν
Ευκοσμία είναι για την πόλη οι γεροί άντρες, για το σώμα η ομορφιά, για την ψυχή η σοφία, για την πράξη η αρετή, για το λόγο η αλήθεια· τα αντίθετά τους ακοσμία. Τον άντρα και τη γυναίκα, τον λόγο και την πράξη, την πόλη και τα πράγματα που αξίζουν τον έπαινο πρέπει με επαίνους να τα τιμάμε, ενώ τα ανάξια να τα κατακρίνουμε.
[Η Ελένη] έκανε όσα έκανε είτε από θέλημα της Τύχης και απόφαση των θεών και της Ανάγκης προσταγή, είτε επειδή αρπάχτηκε με τη βία, είτε επειδή πείσθηκε με λόγια, είτε επειδή από τη θωριά ερωτεύτηκε.
Αν ήταν ο λόγος που την έπεισε και εξαπάτησε την ψυχή της, ούτε σ’ αυτή την περίπτωση είναι δύσκολη η υπεράσπιση και η ανασκευή της κατηγορίας. Ο λόγος είναι ένας μεγάλος δυνάστης, που ενώ έχει το πιο μικρό και αφανές σώμα, επιτελεί τα έργα τα πιο θεϊκά· γιατί μπορεί και το φόβο να σταματήσει και τη λύπη να διώξει και χαρά να προκαλέσει και τον οίκτο να αυξήσει. Πόσοι δεν έχουν πείσει ή δεν πείθουν τόσους και τόσους για τόσα πράγματα, πλάθοντας έναν ψευδή λόγο! Ποιά αιτία λοιπόν μας εμποδίζει να θεωρήσουμε ότι η Ελένη ήρθε στην Τροία χωρίς τη θέλησή της, το ίδιο όπως αν αρπάχτηκε από απαγωγέων τη βία; Αφού η επίδραση της πειθούς, αν και δεν έχει του εξαναγκασμού τη μορφή, έχει την ίδια μ’ αυτόν δύναμη.
Γοργίας, Ελένης Εγκώμιον, 1, 6-8 και 11-12
ΓΟΡΓΙΑΣ Ο ΛΕΟΝΤΊΝΟΣ (483/80-376/5 π.Χ.)
Κορυφαίος σοφιστής και ρήτορας, δίδαξε στη Σικελία, την Αττική και τη Θεσσαλία. Μελέτησε πρώτος το λόγο και την επίδραση του στον ψυχισμό του ανθρώπου και είδε τη ρητορική ως “πειθούς δημιουργό”, δηλαδή ως μέθοδο για να διατυπώνει ο άνθρωπος τη γνώμη του με τρόπο πειστικό
[Η Ελένη] έκανε όσα έκανε είτε από θέλημα της Τύχης και απόφαση των θεών και της Ανάγκης προσταγή, είτε επειδή αρπάχτηκε με τη βία, είτε επειδή πείσθηκε με λόγια, είτε επειδή από τη θωριά ερωτεύτηκε.
Αν ήταν ο λόγος που την έπεισε και εξαπάτησε την ψυχή της, ούτε σ’ αυτή την περίπτωση είναι δύσκολη η υπεράσπιση και η ανασκευή της κατηγορίας. Ο λόγος είναι ένας μεγάλος δυνάστης, που ενώ έχει το πιο μικρό και αφανές σώμα, επιτελεί τα έργα τα πιο θεϊκά· γιατί μπορεί και το φόβο να σταματήσει και τη λύπη να διώξει και χαρά να προκαλέσει και τον οίκτο να αυξήσει. Πόσοι δεν έχουν πείσει ή δεν πείθουν τόσους και τόσους για τόσα πράγματα, πλάθοντας έναν ψευδή λόγο! Ποιά αιτία λοιπόν μας εμποδίζει να θεωρήσουμε ότι η Ελένη ήρθε στην Τροία χωρίς τη θέλησή της, το ίδιο όπως αν αρπάχτηκε από απαγωγέων τη βία; Αφού η επίδραση της πειθούς, αν και δεν έχει του εξαναγκασμού τη μορφή, έχει την ίδια μ’ αυτόν δύναμη.
Γοργίας, Ελένης Εγκώμιον, 1, 6-8 και 11-12
ΓΟΡΓΙΑΣ Ο ΛΕΟΝΤΊΝΟΣ (483/80-376/5 π.Χ.)
Κορυφαίος σοφιστής και ρήτορας, δίδαξε στη Σικελία, την Αττική και τη Θεσσαλία. Μελέτησε πρώτος το λόγο και την επίδραση του στον ψυχισμό του ανθρώπου και είδε τη ρητορική ως “πειθούς δημιουργό”, δηλαδή ως μέθοδο για να διατυπώνει ο άνθρωπος τη γνώμη του με τρόπο πειστικό
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)






:origin()/pre02/4799/th/pre/i/2012/319/4/f/cracking_up_falling_apart__full_shot__by_snikstencilstuff-d5l21k2.jpg)





