Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2020

Η Αγάπη απαιτεί να είμαστε δυνατοί

Αγάπη και ουσιαστική πραγματικότητα του κόσμου μας αποτελούν καθώς φαίνεται δυο μεγάλους αντιθετικούς παράγοντες και δυνάμεις. Από τη μια μεριά, ο άνθρωπος μπορεί να ξέρει ότι μόνον όταν είναι ευπρόσιτος μπορεί αληθινά να προσφέρει και ν’ αποδεχτεί αγάπη. Ταυτόχρονα όμως ξέρει ότι αν αποκαλύψει το πόσο ευπρόσιτος είναι στην καθημερινή ζωή συχνά κινδυνεύει να τον εκμεταλλευτούν, να επωφεληθούν απ’ αυτόν. Νιώθει πως αν κρατήσει σε εφεδρεία ένα τμήμα του εαυτού του για να προστατέψει το ευπρόσιτο του, θα δέχεται πάντα από τους άλλους μόνο το μέρος της αγάπης που προσφέρει. Έτσι, η μοναδική πιθανότητα που έχει για μια βαθιά αγάπη είναι να προσφέρει όλα όσα διαθέτει. Όμως, ανακαλύπτει πως αν δίνει όλα όσα έχει συχνά μένει μ’ ελάχιστα ή τίποτα από μέρους των άλλων.

Ξέρει ότι πρέπει να εμπιστεύεται και να πιστεύει στην αγάπη. Ωστόσο, αν εκφράσει την εμπιστοσύνη και την πίστη του, η κοινωνία δε διστάζει να τον εκμεταλλευτεί και να τον θεωρήσει τρελό. Αν έχει ελπίδα στην αγάπη και ξέρει ότι μόνο με την ελπίδα, που μπορεί να κάνει το όνειρο, μιας όλο αγάπη ανθρωπότητας, πραγματικότητα η κοινωνία θα τον γελοιοποιήσει σαν έναν ιδεαλιστή ονειροπόλο. Αν δεν αποζητά την αγάπη σαν μανιακός, θα τον υποπτευτούν ότι είναι ανίκανος, ή ότι έχει «παράξενα γούστα». Ωστόσο, ξέρει ότι την αγάπη δεν την επιδιώκεις, υπάρχει παντού, και το να την αναζητάς είναι αυταπάτη, κοροϊδία. Η αγάπη κι η καθημερινή πρακτική του σημερινού κόσμου μοιάζουν απομακρυσμένες καταστάσεις, μίλια μακριά. Δεν είναι ν’ απορούμε λοιπόν που τόσο πολλοί άνθρωποι δεν έχουν το κουράγιο να προσπαθήσουν να γεφυρώσουν αυτό το χάσμα, γιατί από πρακτικής πλευράς το χάσμα μοιάζει αγεφύρωτο. Ο άνθρωπος έχει την κατανόηση και την παρόρμηση για ωρίμανση μέσα στην αγάπη, αλλά η κοινωνία καθιστά αυτή την παρόρμηση δύσκολη στην πράξη. Η πραγματικότητα της κοινωνίας διαφέρει από την πραγματικότητα της αγάπης. Η δύναμη να πιστεύεις στην αγάπη, χωρίς να κινείσαι σ’ έναν ασφαλή περίγυρο, είναι κάτι περισσότερο απ’ αυτό που μπορούν να δεχτούν οι περισσότεροι άνθρωποι. Έτσι, βρίσκουν ότι είναι πιο εύκολο ν’ αφήσουν την αγάπη κατά μέρος, να τη φυλάξουν μόνο για ειδικούς ανθρώπους, ή για μοναδικές ευκαιρίες και να συμμαχήσουν με την κοινωνία.

Για να μένεις ανοικτός στην αγάπη, να εμπιστεύεσαι και να πιστεύεις στην αγάπη, να έχεις ελπίδες στην αγάπη και να ζεις με την αγάπη, χρειάζεσαι την πιο μεγάλη δύναμη. Αυτός ο όρος τόσο σπάνια βιώνεται μέσα στην πραγματική ζωή, ώστε οι άνθρωποι δεν ξέρουν πώς να συμπεριφερθούν μαζί του, ακόμη κι όταν ανακαλύπτουν ότι τον διαθέτουν. Σταύρωσαν έναν Ιησού, δολοφόνησαν έναν Γκάντι, και δηλητήριασαν ένα Σωκράτη. Η κοινωνία έχει λίγο χώρο για την τιμιότητα, την τρυφερότητα, την καλοσύνη ή το ενδιαφέρον. Όλ’ αυτά θεωρούνται σαν εμπόδια στην «πορεία του κόσμου». Αυτό το φαινόμενο υπήρξε η βάση για σπουδαία φιλολογικά έργα αρχίζοντας από την Πολιτεία του Πλάτωνα και τον Ηλίθιο του Ντοστογιέφκι, ως τον Αλέξη Ζορμπά του Νίκου Καζαντζάκη και τον Ναζαρηνό του Λιουίς Μπουνιουέλ. Μοιάζει σχεδόν σαν ένα παιχνίδι. Οι άνθρωποι αποζητούν μια φυσιογνωμία για να την εξάρουν. Επιλέγουν προσεχτικά το άτομο αυτό, περνούν λίγο καιρό πεσμένοι στα πόδια του με λατρεία, κι ύστερα βρίσκουν μεγάλη ικανοποίηση σφαγιάζοντάς το. Μοιάζει σα να μη μπορούν ν’ ανεχτούν την τελειότητα σαν να τους αναγκάζει να δουν τον εαυτό τους, σαν να τους παρακινεί ν’ αλλάξουν, – κι όλες αυτές οι σκέψεις είναι τόσο δυσάρεστες κι επίπονες! Είναι πιο εύκολο να μη βλέπουν ούτε να ενδιαφέρονται για τον εαυτό τους, να μην ασχολούνται με την τελειότητα. Έτσι μπορούν να είναι ευχαριστημένοι με τις ατέλειές τους.

Είναι γεγονός ότι ο άνθρωπος δε ζει μέσα σ’ έναν κόσμο όπου όλοι αγαπιούνται. Αν σχετιστεί με τον κόσμο των ανθρώπων είναι το πιο πιθανό ότι θα συναντήσει εγωισμό, σκληρότητα απάτη, εκμετάλλευση και διάθεση για παρασιτικές πράξεις. Αν εξαρτηθεί από τον πραγματικό κόσμο, έξω από τον εαυτό του, για ενίσχυση, θ’ απογοητευτεί και γρήγορα θ’ ανακαλύψει ότι η κοινωνία κι οι άνθρωποι δεν είναι καθόλου τέλειοι. Γιατί η κοινωνία του δημιουργήθηκε από καθόλου τέλειους ανθρώπους. Για να τα βγάλει πέρα μ’ αυτά που ανακαλύπτει και να εξακολουθήσει να ζει μέσα στην αγάπη χρειάζεται μεγάλη δύναμη. Θα επιβιώσει μόνο αν αυτή η δύναμη βρίσκεται μέσα του. Δεν πρέπει να προσφέρει την αγάπη του στον κόσμο, κι αν απορριφθεί να κατηγορεί τον κόσμο για την αναισθησία του. Αν δε βρει καθόλου αγάπη, μπορεί να κατηγορήσει μόνο τον εαυτό του που δεν είχε αγάπη. Πρέπει να έχει την αγάπη εξασφαλισμένη μέσα του. Πρέπει ν’ αφιερώσει τον εαυτό του στην αγάπη, να είναι αποφασιστικός κι ακλόνητος με την αγάπη του.

Δεν πρέπει να είναι σαν τον ανόητο Αφελή του Βολταίρου και ν’ αναγνωρίζει μόνο καλοσύνη ακόμη κι εκεί που υπάρχει το κακό. Πρέπει να γνωρίζει και το κακό, το μίσος και την απάτη σαν πραγματικά φαινόμενα, αλλά πρέπει να βλέπει την αγάπη σαν μεγαλύτερη δύναμη. Δεν πρέπει ν’ αμφιβάλλει γι’ αυτό, έστω και για μια στιγμή, γιατί τότε χάθηκε. Η μοναδική του σωτηρία είναι ν’ αφιερώσει τον εαυτό του στην αγάπη, με τον ίδιο τρόπο όπως έκανε ο Γκάντι κηρύσσοντας τη μη-βία, όπως ο Σωκράτης με την αλήθεια, όπως ο Ιησούς με την αγάπη. Μόνο τότε θα βρούμε τη δύναμη να καταπολεμήσουμε τις δυνάμεις της αμφιβολίας, της σύγχυσης και της αντίθεσης- Ο άνθρωπος δεν πρέπει να εξαρτιέται από κανέναν κι από τίποτα για ενίσχυση κι εξασφάλιση εκτός από τον εαυτό του. Αυτός ο δρόμος μπορεί να είναι μοναχικός, αλλά θα είναι λιγότερο μοναχικός αν ο άνθρωπος κατανοήσει τα παρακάτω:

Το βασικό του λειτούργημα είναι να βοηθήσει στην αναδίπλωση του αληθινού Εαυτού του.

Ισότιμο μ’ αυτό το λειτούργημα είναι να βοήθα τους άλλους να γίνουν δυνατοί και να τελειοποιηθούν σαν μοναδικά άτομα.

Θα το κάνει αυτό καλύτερα δίνοντας σ’ όλους την ευκαιρία να δείξουν τα αισθήματα τους, να εκφράσουν τις βλέψεις τους και να μοιραστούν τα όνειρά τους.

Πρέπει να βλέπει τις δυνάμεις που χαρακτηρίζονται «κακές» σαν να προέρχονται από άτομα που υποφέρουν και που, όπως ο ίδιος, είναι «ανθρώπινα», ζώντας μέσα στη διαδικασία της προσπάθειας να τελειοποιηθούν σαν «πλάσματα».

Πρέπει να καταπολεμά αυτές τις δυνάμεις του κακού, μέσα από μια δραστήρια αγάπη που βαθιά ασχολείται κι ενδιαφέρεται για την ελεύθερη αναζήτηση της αυτοανακάλυψης του κάθε ατόμου.

Πρέπει να πιστεύει ότι δεν είναι ο κόσμος άσχημος, πικρόχολος και καταστρεπτικός, αλλά είναι έτσι όπως ο άνθρωπος έχει κάνει τον κόσμο να φαίνεται.

Πρέπει να είναι ένα πρότυπο. Όχι πρότυπο τελειότητας – μια κατάσταση που δεν τη φτάνει συχνά ο άνθρωπος – αλλά ένα πρότυπο ανθρώπινου πλάσματος. Γιατί το να είναι ένα καλό ανθρώπινο πλάσμα είναι το σπουδαιότερο που μπορεί να είναι.

Πρέπει να μπορεί να συγχωρεί τον εαυτό του επειδή είναι λιγότερο τέλειος.

Πρέπει να καταλάβει ότι η αλλαγή είναι αναπόφευκτη και πως το να πορεύεται μέσα στην αγάπη και στην αυτο-υλοποίηση, είναι πάντα καλό.

Πρέπει να πειστεί ότι τη συμπεριφορά για να τη μάθει, πρέπει να τη δοκιμάζει. «Ζω σημαίνει κάνω».

Πρέπει να μάθει ότι δεν μπορεί ν’ αγαπηθεί απ’ όλους τους ανθρώπους. Ότι αυτό είναι το ιδανικό. Μέσα στον κόσμο των ανθρώπων, αυτό το ιδανικό δε βρίσκεται συχνά.

Πρέπει να γίνει ο πιο όμορφος καρπός που υπάρχει στον κόσμο, ώριμος, ζουμερός, γλυκός, και να προσφερθεί σε όλους. Αλλά πρέπει και να θυμάται ότι θα υπάρξουν άνθρωποι που δεν τους αρέσουν αυτοί οι καρποί.

Πρέπει να καταλάβει πως αν γίνει ο πιο όμορφος καρπός του κόσμου και σε κάποιον τον οποίο αγαπά δεν αρέσουν αυτοί οι καρποί, έχει την επιλογή ν’ αλλάξει και να γίνει ένας άλλος καρπός. Αλλά πρέπει και να τον προειδοποιήσουμε πως αν γίνει ένας άλλος καρπός θα είναι πάντα δεύτερης ποιότητας. Μόνο ο καρπός που πραγματικά είναι, θα ‘ναι πάντα ο καλύτερος.

Πρέπει να συνειδητοποιήσει πως αν επιλέξει να είναι ένας δεύτερης ποιότητας καρπός, διατρέχει τον κίνδυνο αυτός που αγαπά ν’ ανακαλύψει το δεύτερο της ποιότητας, κι επειδή θέλει μόνο το καλύτερο, να τον απορρίψει. Μπορεί τότε να σπαταλήσει την υπόλοιπη ζωή του προσπαθώντας να γίνει ο καλύτερος άλλος καρπός – πράγμα αδύνατο αφού είναι άλλος – ή μπορεί πάλι να ξαναγίνει αυτό που ήταν.

Πρέπει να προσπαθήσει ν’ αγαπά όλους τους ανθρώπους, έστω κι αν όλοι δεν τον αγαπούν. Δεν αγαπάς για να σ’ αγαπήσουν αγαπάς για χάρη της αγάπης.

Δεν πρέπει ν’ απορρίπτει κανέναν άνθρωπο, γιατί έχει συνειδητοποιήσει ότι είναι τμήμα του κάθε ανθρώπου κι αν απορρίπτει έστω κι έναν άνθρωπο είναι σαν ν’ απορρίπτει τον εαυτό του.

Πρέπει να ξέρει πως αν αγαπά όλους τους ανθρώπους κι απορριφθεί από έναν, δεν πρέπει ν’ αποτραβηχτεί με φόβο, πόνο, απογοήτευση ή θυμό. Δεν είναι λάθος του άλλου. Απλά δεν ήταν έτοιμος γι’ αυτά που του προσφέρονταν. Η αγάπη δεν του προσφέρθηκε με όρους. Έδωσε αγάπη επειδή στάθηκε αρκετά τυχερός ώστε να έχει για να δώσει, επειδή ένιωθε χαρά δίνοντας, και δεν έδωσε μόνο και μόνο επειδή θα ’παίρνε κάτι σαν αντάλλαγμα.

Πρέπει να καταλάβει πως αν κάποιος απόρριψε την αγάπη του, υπάρχουν εκατοντάδες άλλοι που την περιμένουν. Η ιδέα ότι δεν υπάρχει παρά μόνο μια σωστή αγάπη είναι αυταπάτη. Υπάρχουν πολλές σωστές αγάπες.

Αυτές οι σκέψεις θα σας βοηθήσουν ν’ αποκτήσετε δύναμη σαν άτομο που αγαπά, γιατί το ν’ αγαπάς θ’ απαιτήσει να έχεις συνέχεια τη λεπτότητα του πολύ σοφού, την ευελιξία του παιδιού, την ευαισθησία του καλλιτέχνη, την κατανόηση του φιλόσοφου, την ανεκτικότητα του άγιου, την ανεξιθρησκεία του αφοσιωμένου, τη γνώση του λόγιου, και τη γενναιότητα του σίγουρου. Πολλά προτερήματα! Μα όλ’ αυτά θα ωριμάσουν μέσα σ’ αυτόν που επιλέγει ν’ αγαπά, γιατί είναι κιόλας τμήμα του δυναμικού του και θα υλοποιηθούν μέσα από την αγάπη. Το ζήτημα είναι λοιπόν ν’ αγαπάς τον τρόπο με τον οποίο αγαπάς.

Νιάτα και γηρατειά

Η ελαφράδα και η ανεμελιά της νιότης μας βασίζεται, ως ένα βαθμό, στο ότι καθώς ανεβαίνουμε το βουνό, δε βλέπουμε το θάνατο, γιατί βρίσκεται στους πρόποδες της άλλης πλευράς. Μόλις όμως περάσουμε την κορυφή, αποκτούμε οπτική επαφή με το θάνατο, τον οποίο μέχρι τότε είχαμε μόνο ακουστά, ενώ ταυτόχρονα οι ζωτικές μας δυνάμεις αρχίζουν να υποχωρούν, το ίδιο και η όρεξή μας για ζωή. Μια βλοσυρή σοβαρότητα παίρνει τη θέση της νεανικής ελαφράδας και ζωγραφίζεται ακόμα και στο πρόσωπό μας.

H βασική διαφορά ανάμεσα στα νιάτα και στα γηρατειά παραμένει το ότι τα πρώτα έχουν για προοπτική τους τη ζωή, ενώ τα δεύτερα τo θάνατο˙ το ότι τα πρώτα έχουν μικρό παρελθόν και μεγάλο μέλλον, ενώ τα δεύτερα το αντίθετο. H ζωή στα γηρατειά είναι όμοια με την πέμπτη πράξη μιας τραγωδίας: ξέρουμε ότι έρχεται ένα τραγικό τέλος˙ όμως δεν ξέρουμε ακόμα ποιο θα είναι. Το σίγουρο όμως είναι ότι, όταν o άνθρωπος φτάσει σε μεγάλη ηλικία, το μόνο που έχει μπροστά του είναι ο θάνατος όταν όμως είναι νέος, έχει μπροστά του τη ζωή˙ και τίθεται τώρα το ερώτημα, ποιο από τα δύο είναι χειρότερα και μήπως η ζωή είναι κάτι που καλύτερα είναι να το έχει κανείς πίσω του παρά μπροστά του; H μέρα του θανάτου είναι καλύτερη απ’ τη μέρα της γέννησης.

O εκφυλισμός όλων των δυνάμεων προοδευτικά με την ηλικία είναι, όπως και να το κάνουμε, πολύ θλιβερό πράγμα˙ είναι όμως απαραίτητο, ίσως μάλιστα και ευεργετικό, γιατί αλλιώς ο θάνατος, για τον οποίο τα γηρατειά αποτελούν προετοιμασία, θα ήταν υπερβολικά σκληρός. Γι’ αυτό και το μεγαλύτερο κέρδος που φέρνει η πραγματικά μεγάλη ηλικία είναι η ευθανασία, δηλαδή ο ελαφρύς θάνατος, χωρίς κάποια βασανιστική αρρώστια, χωρίς σωματική ταλαιπωρία, ένας εντελώς ανώδυνος θάνατος.

Αυτός που φοβάται λιγότερο απ’ όλους την προοπτική της εξαφάνισης με το θάνατο είναι αυτός που έχει ήδη παραδεχτεί ότι και τώρα δεν είναι τίποτα και που δε νοιάζεται καθόλου για το ατομικό του φαίνεσθαι, αφού μέσα του η γνώση έχει -τρόπος του λέγειν- κάψει και καταναλώσει τη βούληση, οπότε δεν του έχει μείνει πια ούτε βούληση, ούτε έντονη επιθυμία για την ατομική ύπαρξη.

O θάνατος εξαλείφει τον φθόνο ολοκληρωτικά˙ τα γηρατειά μόνο κατά το ήμισυ.

Η παρανόηση σχετικά με την πολυδιαφημισμένη αυθεντικότητα

Σας αρέσουν οι αυθεντικοί άνθρωποι; Σίγουρα. Με αυθεντικούς ανθρώπους ξέρεις πάντα πού βρίσκεσαι- ξέρεις τι σκέφτονται και τι νιώθουν, τι κάνουν και τι κάνετε μαζί τους. Τέτοιοι ανεπιτήδευτοι άνθρωποι δεν κρατούν μυστικό τον εσωτερικό τους εαυτό- έτσι η προσωπική επαφή είναι στενή, ευχάριστη και αποτελεσματική.

Αλλά για πόση αυθεντικότητα μιλάμε; Ας κάνουμε ένα πείραμα σκέψης. Ας υποθέσουμε ότι συναντιέστε με την υπεραυθεντική Λίζα για γεύμα. Μετά από 20 λεπτά καθυστέρηση, εμφανίζεται αναμαλλιασμένη λες και έχει αρπαχτεί με γάτα. Μουρμουρίζει μια συγγνώμη και στη συνέχεια διαλαλεί και την ακούει όλο το εστιατόριο ότι «δεν είχε διάθεση για φαγητό», «και μάλιστα σε αυτό το εστιατόριο που ήταν κάποτε της μόδας αλλά δεν είναι πια». Οι άνθρωποι στα γύρω τραπέζια αφήνουν κάτω το πιρούνι τους. Μετά από μια στιγμή σιωπής η Λίζα αρχίζει να εγκωμιάζει μεγαλοφώνως την εμφάνισή σας, αλλά δεν παραλείπει να πει ότι το ρολόι σας «δεν ταιριάζει» με το υπόλοιπο σύνολο. Στη συνέχεια, σκύβει πάνω από το τραπέζι, αρπάζει το ποτήρι με το κρασί που είχατε παραγγείλει και το πίνει μονορούφι: «Συγνώμη, διψούσα τρομερά!». Μετά το ορεκτικό ακουμπάει το κεφάλι της στο τραπέζι και πέφτει για ύπνο, ενώ εσείς βρίσκεστε στο έλεος των βλεμμάτων των άλλων. Πέντε λεπτά αργότερα φτάνουν τα μακαρόνια και η Λίζα ξυπνάει, τεντώνεται με ένα ζωώδες χασμουρητό και λέει χαμογελώντας: «Χωρίς έναν υπνάκο στα γρήγορα δεν είμαι ο εαυτός μου». Και αρπάζει με τα δάχτυλα το ένα μακαρόνι μετά το άλλο, βουτηγμένα στη σάλτσα, και τα ρουφάει επειδή είναι «πολύ πιο διασκεδαστικό» από το να τα φάει κανονικά. Στη συνέχεια, σας περιγράφει με λεπτομέρειες, λέγοντας ότι θέλει να «τα πετάξει από πάνω της», τα όνειρα που είδε την προηγούμενη νύχτα – δεν βγάζετε άκρη και ζητάτε τον λογαριασμό. Αγαπητέ αναγνώστη, να τι μπορεί να είναι η αυθεντικότητα.

Μια σύσταση: μην πέφτετε θύμα της διαφήμισης περί αυθεντικότητας. Για διάφορους λόγους. Πρώτον, το απλό γεγονός ότι δεν γνωρίζουμε πραγματικά ποιοι είμαστε. Όπως είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, ο πυρήνας μας δεν είναι αξιόπιστη πυξίδα, αλλά μάλλον ένα συνονθύλευμα συγκρουόμενων συναισθημάτων. Δεν κατανοούμε τον εαυτό μας. Τι ακριβώς πρέπει να αποκαλύψει η αυθεντικότητα; Η αυθεντικότητα δικαιούται να έχει τη θέση της στην ερωτική ζωή ή σε πολύ στενές φιλίες, αλλά όχι έναντι περιστασιακών γνωριμιών και σίγουρα όχι στον δημόσιο χώρο.

Δεύτερον, μη συμπεριφέρεστε έτσι ώστε να γελοιοποιείστε. Αν ψάξετε να βρείτε μια προσωπικότητα -έναν πολιτικό, έναν στρατηγό, έναν φιλόσοφο, έναν οικονομολόγο, έναν επιστήμονα- που εκτιμάτε και σέβεστε στον μέγιστο βαθμό και η οποία ανοίγει δημοσίως την καρδιά της, δεν θα βρείτε καμία. Οι άνθρωποι γίνονται σεβαστοί επειδή κρατούν τις υποσχέσεις τους, όχι γιατί μας επιτρέπουν να μοιραστούμε τους εσωτερικούς τους μονολόγους.

Τρίτον, τα κύτταρα είναι τα δομικά στοιχεία της ζωής. Κάθε κύτταρο περιβάλλεται από κυτταρική μεμβράνη. Η λειτουργία της είναι να προστατεύει το κύτταρο από τους επιβλαβείς εισβολείς και να ρυθμίζει με ακρίβεια ποια μόρια θα περάσουν και ποια όχι. Στο επίπεδο του οργανισμού παρατηρείται η ίδια διαδικασία- για τους ίδιους λόγους . Τα ζώα έχουν δέρμα, τα φυτά φλοιό. Ένας οργανισμός χωρίς εξωτερικά σύνορα θα πεθάνει αμέσως. Η αυθεντικότητα δεν είναι παρά η εγκατάλειψη αυτών των φραγμών σε ψυχολογικό επίπεδο. Με συνέπεια οι άλλοι να μπορούν να σας εκμεταλλευτούν για να επιτύχουν τους δικούς τους σκοπούς. Δεν είναι μόνο ότι γίνεστε γελοίοι, γίνεστε και ευάλωτοι.

Φαινόμενα που μπορούν να μας δείξουν την κβαντική βαρύτητα

Η κβαντική βαρύτητα είναι πεδίο της θεωρητικής φυσικής που επιδιώκει να περιγράψει τη βαρύτητα σύμφωνα με τις αρχές της κβαντικής μηχανικής, και όπου τα κβαντικά φαινόμενα δεν μπορούν να αγνοηθούν, όπως συμπαγή αστροφυσικά αντικείμενα (μαύρες τρύπες), όπου τα αποτελέσματα της βαρύτητας είναι ισχυρά.

Προς το παρόν, δεν υπάρχει τέτοια θεωρία που να είναι παγκοσμίως αποδεκτή και να επιβεβαιώνεται από την εμπειρία. Επομένως, ο όρος «Κβαντική Βαρύτητα» υποδεικνύει περισσότερο ένα ανοιχτό πρόβλημα από μια συγκεκριμένη θεωρία. Αρκετές ερευνητικές γραμμές, σε διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης, προσφέρουν προσωρινές λύσεις στο πρόβλημα. Η αναζήτηση μιας σωστής κβαντικής θεωρίας της βαρύτητας μερικές φορές παρουσιάζεται ως το πιο σημαντικό ανοιχτό πρόβλημα στη θεμελιώδη φυσική: το «Άγιο Δισκοπότηρο» της σύγχρονης θεωρητικής φυσικής.

Η κβαντική βαρύτητα αναμένεται να μας αναγκάσει σε περαιτέρω τροποποιήσεις των εννοιών του χώρου και του χρόνου , προς την κατεύθυνση που άνοιξε η γενική σχετικότητα του Αϊνστάιν, προκειμένου να τις καταστήσει πλήρως συμβατές με την κβαντική θεωρία. Στη γενική σχετικότητα, ο χώρος και ο χρόνος χάνουν τις ιδιότητές τους να είναι ένα σταθερό πλαίσιο στο οποίο βυθίζεται ο δυναμικός κόσμος. Ταυτίζονται με το βαρυτικό πεδίο και αποκτούν δυναμικές ιδιότητες: ο χωροχρόνος μπορεί να “διπλώσει” και “να στρέψει” σαν λαστιχένιο φύλλο. Όταν λαμβάνουμε υπόψη την κβαντική μηχανική, συνειδητοποιούμε ότι αυτό το “λαστιχένιο φύλλο” είναι στην πραγματικότητα ένα κβαντικό πεδίο, και ως εκ τούτου, όπως όλα τα κβαντικά πεδία οφείλει να έχει μια μικροσκοπική κοκκώδη δομή (όπως τα φωτόνια που σχηματίζουν το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο) και μια πιθανοκρατική δυναμική. Ούτω η κβαντική βαρύτητα πιθανό να είναι η θεωρία του κοκκώδους και πιθανολογικού «κβαντικού χώρου» και του «κβαντικού χρόνου». Η οικοδόμηση της μαθηματικής γλώσσας και η εννοιολογική δομή για την κατανόηση τέτοιων εννοιών του κβαντικού χώρου και του κβαντικού χρόνου είναι η πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι φυσικοί για μια κβαντική θεωρία της βαρύτητας.

Η κλίμακα Planck

Απλά διαστατικά επιχειρήματα δείχνουν ότι τα φυσικά φαινόμενα όπου παίζουν ρόλο τα κβαντικά βαρυτικά φαινόμενα γίνονται στην κλίμακα μήκους Planck=ℏG/c3 ∼10−33 cm . Εδώ ℏ είναι η σταθερά Planck που διέπει την κλίμακα των κβαντικών φαινομένων, G είναι η σταθερά Newton που κυβερνά τη δύναμη της βαρυτικής δύναμης, και c είναι η ταχύτητα του φωτός, που διέπει την κλίμακα των σχετικιστικών αποτελεσμάτων. Το μήκος Planck είναι εξαιρετικά μικρό. Για να έχουμε μια ιδέα, το μήκος του Planck είναι τόσες φορές μικρότερο από ένα άτομο, όσο ένα άτομο είναι μικρότερο από το ηλιακό σύστημα. Η τρέχουσα τεχνολογία δεν είναι ακόμη ικανή να παρατηρήσει φυσικά αποτελέσματα σε κλίμακες που είναι τόσο μικρές (αν και έχουν εμφανιστεί αρκετές πρόσφατες προτάσεις για το πώς θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο.) Εξαιτίας αυτού, δεν έχουμε άμεση πειραματική καθοδήγηση για την οικοδόμηση μιας κβαντικής θεωρίας βαρύτητας. Αυτό δεν αποτελεί από μόνο του πλήρες εμπόδιο, διότι η γενική σχετικότητα και η κβαντική μηχανική είναι και οι δύο ισχυρές για την κατασκευή μιας ενοποιημένης θεωρίας: Άλλωστε έχουν επιτευχθεί αρκετές σημαντικές εξελίξεις στην ιστορία της φυσικής με απουσία νέων πειραμάτων, από την προσπάθεια συγχώνευσης των δύο εμπειρικά υποστηριζόμενων, αλλά προφανώς αντιφατικών θεωριών. (Τέτοια παραδείγματα έχουμε τη συγχώνευση του Νεύτωνα με τις θεωρίες του Κέπλερ και του Γαλιλαίου, τη συγχώνευση της θεωρίας του Μαξγουέλ με την ηλεκτρική και μαγνητική θεωρία ή την ειδική σχετικότητα του Αϊνστάιν με την φαινομενικά αντίφαση μεταξύ του ηλεκτρομαγνητισμού και της μηχανικής.) Ωστόσο, έως ότου παρατηρηθούν άμεσα ή έμμεσα γνήσια κβαντικά βαρυτικά φαινόμενα, δεν μπορούμε να επιβεβαιώσουμε ή να παραποιήσουμε καμία από τις τρέχουσες προσωρινές θεωρίες.

Φυσικές εφαρμογές

Μερικά φαινόμενα όπου η κβαντική βαρύτητα αναμένεται να παίζει σημαντικό ρόλο είναι τα ακόλουθα:

Η μικροσκοπική δομή του χωροχρόνου.

Αν μπορούσαμε να μετρήσουμε τη γεωμετρία του χώρου και του χρόνου στην κλίμακα Planck, θα πρέπει να είμαστε σε θέση να δούμε κβαντικά βαρυτικά αποτελέσματα. Πολλά επιχειρήματα δείχνουν ότι το μήκος του Planck μπορεί να εμφανίζεται ως ένα όριο στην απεριόριστη διαχωριστικότητα του χώρου, δηλαδή ως ελάχιστο μήκος. Διαισθητικά, κάθε προσπάθεια μέτρησης μικρότερων αποστάσεων θα είχε ως αποτέλεσμα τη συγκέντρωση υπερβολικής ενέργειας σε πολύ μικρό χώρο, με αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας μικροσκοπικής μαύρης τρύπας, που δεν θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε την περιοχή. Ένα τέτοιο ελάχιστο μήκος σαν το Planck θα συμπληρώσει το τριο των θεμελιωδών κλιμάκων στη Φύση, μαζί με την ταχύτητα του φωτός, που είναι η μέγιστη ταχύτητα, και τη σταθερά Planck, που είναι το ελάχιστο ποσό δράσης που ανταλλάσσεται μεταξύ δύο συστημάτων.

Πρώιμη κοσμολογία.

Σύμφωνα με το σημερινό πρότυπο κοσμολογικό μοντέλο, το Σύμπαν ήταν πολύ πυκνό και ζεστό στο παρελθόν. Επεκτείνοντας το μοντέλο στο παρελθόν, συναντάμε ένα μοναδικό σημείο άπειρης πυκνότητας, θερμοκρασίας και καμπυλότητας, που συμβολικά λέγεται Big Bang. Ωστόσο, αυτή η τελική προέκταση στο παρελθόν είναι σίγουρα λανθασμένη επειδή τα κβαντικά βαρυτικά φαινόμενα κυριαρχούν όταν το σύμπαν είναι πολύ πυκνό και ζεστό και αυτά τα φαινόμενα δεν περιλαμβάνονται στο συνηθισμένο μοντέλο. Χρειάζεται λοιπόν μια κβαντική θεωρία της βαρύτητας για να ληφθούν υπόψη αυτά τα αποτελέσματα και να μελετηθούν οι πρώτες στιγμές της ζωής του σύμπαντός μας.

Ορισμένες τρέχουσες θεωρίες βαρύτητας (συγκεκριμένα η κβαντική βαρύτητα βρόχου), δείχνουν ότι το μοναδικό σημείο (ιδιομορφία) Big-Bang δεν είχε επιτευχθεί ποτέ και η τρέχουσα επέκταση του σύμπαντος μπορεί να είχε προηγηθεί από μία φάση κατάρρευσης και μία “Μεγάλη Σύνθλιψη” ή Big Bounce. Μία από τις κύριες ελπίδες για την παρακολούθηση των ιχνών των κβαντικών βαρυτικών φαινομένων είναι σε αυτό το κοσμολογικό πλαίσιο, ως ίχνη πρώιμων φαινομένων του σύμπαντος, που απέμειναν στην παρούσα κοσμική ακτινοβολία υποβάθρου, κάτω υπό έντονη παρατήρηση, ή στην ακτινοβολία υποβάθρου κυμάτων βαρύτητας, που αναμένεται να παρατηρηθεί αυτή την δεκαετία.

Μαύρες τρύπες

Η κβαντική βαρύτητα πρέπει να παίζει ρόλο σε διάφορες πτυχές της φυσικής των μαύρων οπών. Πρώτον, πρέπει να δώσει μια πλήρη κατανόηση της θερμικής ακτινοβολίας που αναμένεται να παράγουν οι μαύρες τρύπες, που υπολογίστηκαν πρώτα από τον Stephen Hawking. Δεύτερον, η ανάλυση του Hawking δείχνει ότι οι μαύρες τρύπες μεταφέρουν τεράστια εντροπία περίπου 10 στην 77 για μια μαύρη τρύπα με μία ηλιακή μάζα. Ποιά όμως είναι η στατιστική μηχανική προέλευση αυτού του αριθμού που είναι τεράστια ακόμη και από τα πρότυπα θερμοδυναμικής; Τρίτον, η κβαντική βαρύτητα αναμένεται να αντικαταστήσει την άπειρη μοναδικότητα ή ιδιομορφία που προβλέπει η γενική σχετικότητα στο κέντρο των μαύρων οπών με μια πιο φυσική λογική εικόνα. Τέλος, η θεωρία πρέπει να εξηγήσει τι συμβαίνει στο τέλος της εξάτμισης κατά Hawking μιας μαύρης τρύπας.

Αστροφυσικά φαινόμενα

Έχουν προταθεί αρκετά αστροφυσικά κβαντικά-βαρυτικά φαινόμενα. Κανένα δεν έχει παρατηρηθεί μέχρι στιγμής, αλλά διάφοροι υπολογισμοί υποδηλώνουν ότι ενδέχεται να παρατηρηθούν στο εγγύς μέλλον. Ένα παράδειγμα είναι μια μικρή εξάρτηση της ταχύτητας του φωτός από το χρώμα του φωτός, που προκαλείται από την κοκκοποίηση του χώρου στην κλίμακα Planck. Το αποτέλεσμα είναι πολύ μικρό λόγω της μικρότητας της κλίμακας Planck, αλλά θα μπορούσε να γίνει ανιχνεύσιμο εάν συσσωρευτεί σε μια πολύ μεγάλη διαγαλαξιακή διαδρομή που διανύθηκε από το φως. Οι παρατηρήσεις για τη δοκιμή αυτής της πρόβλεψης συνεχίζονται.

Ένα παράθυρο προς την κβαντική βαρύτητα

Εάν διαθέτουμε εξισώσεις που περιγράφουν τη μετάβαση του σύμπαντος από την κβαντική φάση, μπορούμε να υπολογίσουμε τις επιδράσεις των κβαντικών φαινομένων στο σύμπαν που σήμερα παρατηρούμε. Το σύμπαν πληρούται από μια κοσμική ακτινοβολία, μια θάλασσα φωτονίων η οποία απέμεινε στον κόσμο από την αρχική υπέρθερμη φάση, το εναπομείναν απαύγασμα της αρχικής υψηλής θερμοκρασίας.

Το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο στον απέραντο χώρο ανάμεσα στους γαλαξίες ταλαντεύεται όπως η επιφάνεια της θάλασσας μετά από μια μεγάλη θύελλα. Αυτό το σείσιμο, το διασπαρμένο σε όλο το σύμπαν, ονομάζεται κοσμική ακτινοβολία υποβάθρου. Έχει μελετηθεί τα τελευταία χρόνια από δορυφόρους όπως ο COBE, ο WMAP και, πιο πρόσφατα, ο Planck. Οι λεπτομέρειες από τη δομή της ακτινοβολίας μάς αποκαλύπτουν την ιστορία του σύμπαντος και, κρυμμένα στις πτυχές αυτών των λεπτομερειών, θα μπορούσαν να υπάρχουν ίχνη της κβαντικής απαρχής του σύμπαντος μας.

Ένας από τους πιο ενεργούς τομείς έρευνας στην κβαντική βαρύτητα βρόχων είναι η μελέτη του πώς η κβαντική δυναμική του αρχέγονου σύμπαντος αντικατοπτρίζεται σε αυτά τα δεδομένα. Τα αποτελέσματα είναι πρώιμα, ωστόσο ενθαρρυντικά. Με περισσότερους υπολογισμούς και μετρήσεις μεγαλύτερης ακρίβειας, θα πρέπει να καταλήξουμε σε έναν έλεγχο της θεωρίας.

Τα ίχνη της μεγάλης αρχέγονης θερμότητας πρέπει επίσης να βρίσκονται στο ίδιο το βαρυτικό πεδίο. Το βαρυτικό πεδίο δε, δηλαδή ο ίδιος ο χώρος, πρέπει να λικνίζεται όπως η επιφάνεια της θάλασσας. Συνεπώς, θα πρέπει να υπάρχει και μια κοσμική βαρυτική ακτινοβολία υποβάθρου — παλαιότερη και από την ηλεκτρομαγνητική, επειδή τα βαρυτικά κύματα διαταράσσονται λιγότερο από την ύλη σε σχέση με τα ηλεκτρομαγνητικά, και μπορούν να διαδοθούν αδιατάρακτα ακόμα και όταν το σύμπαν είναι υπερβολικά πυκνό για να επιτρέψει τη διάδοση ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων.

Έχουμε πλέον παρατηρήσει άμεσα τα βαρυτικά κύματα, με τον ανιχνευτή LIGO, ο οποίος αποτελείται από δύο βραχίονες κάθετους μεταξύ τους, μήκους τεσσάρων χιλιομέτρων ο καθένας, εντός των οποίων δέσμες λέιζερ μετρούν την απόσταση μεταξύ σταθερών σημείων. Οταν περνά ένα βαρυτικό κύμα, ο χώρος μακραίνει και μικραίνει ανεπαίσθητα, και τα λέιζερ αποκαλύπτουν αυτές τις μικροσκοπικές διακυμάνσεις.

Στις λεπτοφυείς ανωμαλίες του χώρου, θα πρέπει να μπορέσουμε να ανιχνεύσουμε ίχνη γεγονότων που έλαβαν χώρα πριν από 14 δισεκατομμύρια χρόνια, στην αρχή του σύμπαντος μας, και να επιβεβαιώσουμε τα συμπεράσματά μας για τη φύση του χώρου και του χρόνου.

Αρχαία τραγωδία: ο τραγικός ήρωας και η ζωή

Αρχαία Ελληνική Τραγωδία: Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά

§1

I. Οι ήρωες της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας είναι τα κατ’ εξοχήν τραγικά πρόσωπα, γύρω από τα οποία και εντός των οποίων εκτυλίσσεται όλος ο μύθος της τραγωδίας. Αλλά τι σημαίνει γι’ αυτούς ότι είναι πρόσωπα; Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη (των περί τα ζώα ιστοριών 491bˑ περί ζώων μορίων 662a), το πρόσωπο παίρνει, πρώτα-πρώτα, το όνομά του από τη λειτουργία του ως τμήμα του ανθρώπινου σώματος: ο άνθρωπος, σε αντίθεση με τα άλλα ζώα, είναι το μόνο ζώο που στέκεται όρθιο, κοιτάζει μπροστά και μιλάει εντελώς κατά πρόσωπο. Με μια φράση: συνδυάζει το βλέμμα και το ενώπιονˑ και τούτο όχι έξω και από την ετυμολογική του ερμηνεία: προς-ωπο (ὤψ) σημαίνει εκείνο που βλέπει προς τα μπρος. Γενικώς ειπείν, το πρόσωπο είναι αυτό που εκτίθεται σε θέα και συγχρόνως εκθέτει σε θέα.

II.Αυτούς τους ήρωες που συναντάμε στην αρχαία ελληνική τραγωδία είναι λοιπόν τέτοια πρόσωπα, καθώς δεν στέκονται κάπου μακριά από τον κόσμο της κοινωνίας, παραδεδομένοι στα χάδια μιας αύρας ή στην επίπλαστη αυτο-ανύψωση μιας οινοποσίας, αλλά βρίσκονται στο κέντρο της ζωής: συνήθως έρχονται ενώπιόν μας, εμπίπτουν στο βλέμμα μας, ως γνωστοί ήρωες από τον κεντρικό ρόλο που έπαιζαν στα ομηρικά έπη καθώς και στις άλλες ποιητικές συνθέσεις του επικού κύκλου. Μέσα από τη μυθική τους πρόσληψη ή επένδυση παρουσιάζονται οντολογικά να κινούνται ανάμεσα στους θεούς και τους θνητούς. Ετούτο είναι το πρώτο σημαντικό στοιχείο για την κατανόηση και νομιμοποίηση του ηρωικού Είναι του ανθρώπου, του ηρωικού ανθρώπου ως τέτοιου.

§2

Ι. Η γλώσσα των ηρώων προηγείται κάθε είδους λόγου και αφήνει ελεύθερο τον χώρο σε μια ζωντανή, κατά πρόσωπο επικοινωνίαˑ στην τραγωδία βασικά μια τέτοια επικοινωνία καθίσταται πρωτίστως εφικτή με την οπτική αντιπαράθεση: το ένα πρόσωπο καλείται να κοιτάξει το άλλο πρόσωπο κατενώπιον. Βλέπουμε ή ακούμε, για παράδειγμα, στον Ιππόλυτο του Ευριπίδη τον Θησέα να ζητεί από τον Ιππόλυτο να κοιτάξει κατά πρόσωπο τον πατέρα του (στ. 946-947). Ο ήρωας, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να είναι ένας καθημερινός θνητός που αρκείται να διαβάζει την εφημερίδα του και να ησυχάζει διασπείροντας πληροφορίες, έστω και τραγικές. Απεναντίας είναι το αλεξικέραυνο που προορίζεται να εξουδετερώνει την απειλητική για μια κοινωνία κεραυνοπληξία. Ακόμη κι όταν η μια ή η άλλη κεραυνοβόλα κατάσταση αποτρέπει την κατά πρόσωπο επικοινωνία –π.χ. ο Ορέστης ζητεί να προχωρεί στα σκοτεινά, για να ξεφύγει από τα μάτια του γέροντα Τυνδάρεω, μετά το φόνο της μάνας του (Ορέστης, στ. 467-469)– το ηρωικό πρόσωπο είναι πάντοτε παρόν, για να ενσαρκώσει την κοινότητα της ζωής.

ΙΙ. Το ερώτημα που γεννιέται, για κάθε κοινωνία σε κάθε εποχή, είναι τούτο: έχουν ανάγκη οι λαοί από ήρωες; Προκαταβολικά θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει πως οι λαοί που στερούνται τους ήρωές τους, είτε ως μυθικά πρόσωπα είτε ως ανυπότακτα πρόσωπα ανδρείας και υπέρβασης του φόβου του θανάτου, καταρρέουν. Αυτό μαρτυρά η ιστορία. Η αντι-ηρωική εποχή, ας πούμε, της σημερινής εποχής έχει ως μοναδικούς «ήρωες» του ανθρώπινου βίου καθημερινούς θνητούς, που φαντάζονται τους εαυτούς τους «γίγαντες» της τέχνης ή της πολιτικής, ενώ στην πράξη είναι οι πιο δειλοί και οι πιο ακάθαρτοι από την άποψη των παθών άνθρωποι, που με φόβο αλλά και με περισσό θράσος ξεθεμελιώνουν και τα τελευταία οχυρά μιας ιστορικής πολιτείας, ειδικά όταν αυτά τα ξεθωριασμένα όντα μιλάνε για «δημοκρατίες» και «σοσιαλισμούς» του λαού. Ίδιοι και όμοιοι με τους αλυσοδεμένους της σπηλιάς του Πλάτωνα, αποδεικνύονται οντολογικά ανίκανοι να «ανοίξουν δρόμο στα σπαθιά κι ελεύθεροι να μείνουν» (Σολωμός). Το έργο της τραγωδίας που παίζουν στο θέατρο της δημόσιας και της ιδιωτικής ζωής, αλλά και αντίστοιχοι ηθοποιοί επί θεατρικής σκηνής, είναι, όπως λέει ο Πλάτων στο 10ο βιβλίο της Πολιτείας, να παίρνουν την ψυχή του άξεστου ανθρώπου, που διψάει για δάκρυα και πεινάει για θρήνο, και να την «ταΐζουν» με εκφυλιστικά τραγικά θεάματα και με κατώτερες ηδονές απόλυτα φθοροποιές. Έτσι τυφλοί που είναι φλυαρούν μεταξύ τους και τούτο το παρουσιάζουν ως μια κατά πρόσωπο αντιπαράθεση «ηρώων» με τους εχθρούς του φωτός.

§3

Ι. Οι ήρωες της αρχαίας τραγωδίας χαρακτηρίζονταν κυρίως από τις σημαντικές τους υπηρεσίες στο κοινωνικό σύνολο, γι’ αυτό και όχι σπάνια λατρεύονταν μετά θάνατον ως ημίθεοι. Συνέβαινε πράγματι να παρουσιάζονται από τους τραγικούς ποιητές πάνω στη σκηνή ως πρότυπα ευγένειας, ήθους, ικανότητας και γενναιότητας, με βάση μια ανώτερη ποιητική αισθητική. Αυτό βοηθούσε τους θεατές ή τους αναγνώστες να κινούνται μέσα σε ένα κόσμο δυνατών εκδηλώσεων θαυμασμού και δι’ αυτού του θαυμασμού να άγουν αυθόρμητα την ψυχή τους σε μίμηση ή ταύτιση με τους ήρωές τους. Μια τέτοια μίμηση ή ταύτιση τους ωθούσε, βαθμιαία και ασυνείδητα, να δημιουργούν μια άλλη σχέση με τη ζωή, πιο τολμηρή και πιο τραγική. Ταυτόχρονα, ο ίδιος ο θεατής ή ο αναγνώστης αισθανόταν πως μπορεί να γίνει πιο δεινός, με το αρχαίο ελληνικό νόημα της λέξης: φοβερός, επικίνδυνος, ριψοκίνδυνος και εν τέλει ικανός.

ΙΙ. Σε κάθε περίπτωση, οι υπό συζήτηση τραγικοί ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά: υποφέρουν τα πάνδεινα, σταυρώνονται ασταμάτητα όσο βρίσκονται στη ζωή. Ο βίος τους πλήττεται από συμφορές, από ατιμασμούς, από απουσία κάθε σεβασμού απέναντί τους. Η Αντιγόνη, για παράδειγμα, αντιπαρατίθεται με την εχθρότητα της ανελέητης εξουσίας του Κρέοντα και τελικά οδηγείται στο θάνατο. Κάτι παρόμοιο μπορεί να διακρίνει κανείς και στη σημερινή τραγωδία του θεάτρου αλλά της της πολιτικής: ορισμένοι «ειδικοί» στην αμορφωσιά, στην απουσία κάθε είδους ταλέντου –με «αριστερή» κουλτούρα σκυλάδικου και «σοσιαλιστική», «κομμουνιστική» συμπεριφορά συντεχνίας γιδοβοσκών (βλ. τι λέει ο Πλάτων σχετικά στο Θεαίτητο), χωρίς την παραμικρή ευαισθησία– καταδικάζουν στον αργό θάνατο το κύριο σώμα της κοινωνίας, τους ζωντανούς της ήρωες, τη μοναδικότητα της ατομικότητας. Όμως ο ήρωας, της αρχαίας τραγωδίας, παραμένει αλύγιστος: ξεκινά μόνος, αλλά όχι σπάνια έχει και διαδόχους που συνεχίζουν απτόητοι την ηρωική δράση, αγνοώντας τη μοίρα που τους περιμένει. Εδώ έγκειται το μεγαλείο της τραγικότητάς του. Όσο κι αν εξουσιαστικές και άλλες δυνάμεις, ή ακόμη και πάθη-ενστικτώδεις ορμές του ίδιου του ήρωα, τείνουν να τον εκμηδενίζουν, να τον ευτελίζουν, να τον ταπεινώνουν, η βαρύτητα, η δυναμική των πράξεών του είναι αυτή που επισκιάζει την επιδιωκόμενη ή επιζητούμενη ατίμωσή του. Ακόμη και ο πιο ντροπιασμένος ήρωας επανεμφανίζεται κάποια στιγμή ως αληθινός αρωγός της ανθρώπινης κοινότητας.

ΠΛΑΤΩΝ: Πολιτεία (478e-480a)

[478e] Ἐκεῖνο δὴ λείποιτ᾽ ἂν ἡμῖν εὑρεῖν, ὡς ἔοικε, τὸ ἀμφοτέρων μετέχον, τοῦ εἶναί τε καὶ μὴ εἶναι, καὶ οὐδέτερον εἰλικρινὲς ὀρθῶς ἂν προσαγορευόμενον, ἵνα, ἐὰν φανῇ, δοξαστὸν αὐτὸ εἶναι ἐν δίκῃ προσαγορεύωμεν, τοῖς μὲν ἄκροις τὰ ἄκρα, τοῖς δὲ μεταξὺ τὰ μεταξὺ ἀποδιδόντες. ἢ οὐχ οὕτως;Οὕτω.
Τούτων δὴ ὑποκειμένων λεγέτω μοι, φήσω, καὶ [479a] ἀποκρινέσθω ὁ χρηστὸς ὃς αὐτὸ μὲν καλὸν καὶ ἰδέαν τινὰ αὐτοῦ κάλλους μηδεμίαν ἡγεῖται ἀεὶ μὲν κατὰ ταὐτὰ ὡσαύτως ἔχουσαν, πολλὰ δὲ τὰ καλὰ νομίζει, ἐκεῖνος ὁ φιλοθεάμων καὶ οὐδαμῇ ἀνεχόμενος ἄν τις ἓν τὸ καλὸν φῇ εἶναι καὶ δίκαιον καὶ τἆλλα οὕτω. «Τούτων γὰρ δή, ὦ ἄριστε, φήσομεν, τῶν πολλῶν καλῶν μῶν τι ἔστιν ὃ οὐκ αἰσχρὸν φανήσεται; καὶ τῶν δικαίων, ὃ οὐκ ἄδικον; καὶ τῶν ὁσίων, ὃ οὐκ ἀνόσιον;»
[479b] Οὔκ, ἀλλ᾽ ἀνάγκη, ἔφη, καὶ καλά πως αὐτὰ καὶ αἰσχρὰ φανῆναι, καὶ ὅσα ἄλλα ἐρωτᾷς.
Τί δὲ τὰ πολλὰ διπλάσια; ἧττόν τι ἡμίσεα ἢ διπλάσια φαίνεται;
Οὐδέν.
Καὶ μεγάλα δὴ καὶ σμικρὰ καὶ κοῦφα καὶ βαρέα μή τι μᾶλλον ἃ ἂν φήσωμεν, ταῦτα προσρηθήσεται ἢ τἀναντία;
Οὔκ, ἀλλ᾽ ἀεί, ἔφη, ἕκαστον ἀμφοτέρων ἕξεται.
Πότερον οὖν ἔστι μᾶλλον ἢ οὐκ ἔστιν ἕκαστον τῶν πολλῶν τοῦτο ὃ ἄν τις φῇ αὐτὸ εἶναι;
Τοῖς ἐν ταῖς ἑστιάσεσιν, ἔφη, ἐπαμφοτερίζουσιν ἔοικεν, [479c] καὶ τῷ τῶν παίδων αἰνίγματι τῷ περὶ τοῦ εὐνούχου, τῆς βολῆς πέρι τῆς νυκτερίδος, ᾧ καὶ ἐφ᾽ οὗ αὐτὸν αὐτὴν αἰνίττονται βαλεῖν· καὶ γὰρ ταῦτα ἐπαμφοτερίζειν, καὶ οὔτ᾽ εἶναι οὔτε μὴ εἶναι οὐδὲν αὐτῶν δυνατὸν παγίως νοῆσαι, οὔτε ἀμφότερα οὔτε οὐδέτερον.
Ἔχεις οὖν αὐτοῖς, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὅτι χρήσῃ, ἢ ὅποι θήσεις καλλίω θέσιν τῆς μεταξὺ οὐσίας τε καὶ τοῦ μὴ εἶναι; οὔτε γάρ που σκοτωδέστερα μὴ ὄντος πρὸς τὸ μᾶλλον μὴ εἶναι [479d] φανήσεται, οὔτε φανότερα ὄντος πρὸς τὸ μᾶλλον εἶναι.
Ἀληθέστατα, ἔφη.
Ηὑρήκαμεν ἄρα, ὡς ἔοικεν, ὅτι τὰ τῶν πολλῶν πολλὰ νόμιμα καλοῦ τε πέρι καὶ τῶν ἄλλων μεταξύ που κυλινδεῖται τοῦ τε μὴ ὄντος καὶ τοῦ ὄντος εἰλικρινῶς.
Ηὑρήκαμεν.
Προωμολογήσαμεν δέ γε, εἴ τι τοιοῦτον φανείη, δοξαστὸν αὐτὸ ἀλλ᾽ οὐ γνωστὸν δεῖν λέγεσθαι, τῇ μεταξὺ δυνάμει τὸ μεταξὺ πλανητὸν ἁλισκόμενον.
Ὡμολογήκαμεν.
[479e] Τοὺς ἄρα πολλὰ καλὰ θεωμένους, αὐτὸ δὲ τὸ καλὸν μὴ ὁρῶντας μηδ᾽ ἄλλῳ ἐπ᾽ αὐτὸ ἄγοντι δυναμένους ἕπεσθαι, καὶ πολλὰ δίκαια, αὐτὸ δὲ τὸ δίκαιον μή, καὶ πάντα οὕτω, δοξάζειν φήσομεν ἅπαντα, γιγνώσκειν δὲ ὧν δοξάζουσιν οὐδέν.
Ἀνάγκη, ἔφη.
Τί δὲ αὖ τοὺς αὐτὰ ἕκαστα θεωμένους καὶ ἀεὶ κατὰ ταὐτὰ ὡσαύτως ὄντα; ἆρ᾽ οὐ γιγνώσκειν ἀλλ᾽ οὐ δοξάζειν;
Ἀνάγκη καὶ ταῦτα.
Οὐκοῦν καὶ ἀσπάζεσθαί τε καὶ φιλεῖν τούτους μὲν ταῦτα [480a] φήσομεν ἐφ᾽ οἷς γνῶσίς ἐστιν, ἐκείνους δὲ ἐφ᾽ οἷς δόξα; ἢ οὐ μνημονεύομεν ὅτι φωνάς τε καὶ χρόας καλὰς καὶ τὰ τοιαῦτ᾽ ἔφαμεν τούτους φιλεῖν τε καὶ θεᾶσθαι, αὐτὸ δὲ τὸ καλὸν οὐδ᾽ ἀνέχεσθαι ὥς τι ὄν;
Μεμνήμεθα.
Μὴ οὖν τι πλημμελήσομεν φιλοδόξους καλοῦντες αὐτοὺς μᾶλλον ἢ φιλοσόφους; καὶ ἆρα ἡμῖν σφόδρα χαλεπανοῦσιν ἂν οὕτω λέγωμεν;
Οὔκ, ἄν γέ μοι πείθωνται, ἔφη· τῷ γὰρ ἀληθεῖ χαλεπαίνειν οὐ θέμις.
Τοὺς αὐτὸ ἄρα ἕκαστον τὸ ὂν ἀσπαζομένους φιλοσόφους ἀλλ᾽ οὐ φιλοδόξους κλητέον;
Παντάπασι μὲν οὖν.

***
[478e] Θα μας έμενε λοιπόν τώρα να βρούμε, καθώς φαίνεται, εκείνο που μετέχει κι από τα δυο, και από το ον και από το μη ον, χωρίς όμως να είναι σωστό να το ονομάσομε πραγματικό και καθαυτό ον ή μην ον· κι έτσι, αν το βρούμε, αυτό με το δίκιο μας θα το τιτλοφορούμε αντικείμενο της δοξασίας, και θ᾽ αποδώσομε τότε στα άκρα τα άκρα και στα μεταξύ τα μεταξύ. Ή δεν είναι έτσι;
Έτσι.
Και μια που μένομε σύμφωνοι σ᾽ αυτά, θα ρωτήσω κατόπι [479a] να μου αποκριθεί εκείνος ο καλός μας, που δεν παραδέχεται πως υπάρχει το καθαυτό ωραίο, ούτε η ιδέα της ίδιας της ομορφιάς, παντοτινά και στα πάντα της αμετάβλητη, αλλά μόνο τα πολλά ωραία αναγνωρίζει, εκείνος δα που τρελαίνεται για τα θεάματα και δεν ανέχεται να του κάμει κανείς λόγο για το ένα και απόλυτο ωραίο, για το ένα και απόλυτο δίκαιο, κι έτσι και για τ᾽ άλλα. Απ᾽ αυτά τα πολλά τα ωραία, καλέ μας, θα του πούμε, να υπάρχει μήπως κανένα που να μη μπορεί να φανεί ποτέ και άσχημο, και από τα δίκαια που να μη φανεί άδικο, και από τα όσια ανόσιο;
[479b] Όχι, μα μπορεί πολύ καλά τα ίδια πράματα να φανούν κατά κάποιο τρόπο και ωραία και άσχημα, καθώς και όλα τ᾽ άλλα που ρωτάς.
Κι ακόμα τί; τα πολλά διπλάσια δεν μπορεί πολύ ωραία να φανούν και μισά κι άλλο τόσο διπλάσια;
Πώς όχι;
Και τα μεγάλα επίσης και τα μικρά και τα ελαφριά και τα βαριά λιγότερο μπορεί να είναι και τέτοια που θα τα πούμε, αλλά και τ᾽ αντίθετα;
Όχι, αλλά πάντα το καθέν᾽ απ᾽ αυτά μπορεί να είναι και το ένα και το άλλο.
Ώστε το καθέν᾽ απ᾽ αυτά τα πολλά είναι πιο πολύ ή δεν είναι εκείνο που το πει κανείς πως είναι;
Αυτό μοιάζει με κείνα που λένε πάνω στα τραπέζια, τα ήξεις αφήξεις, [479c] ή με το αίνιγμα των παιδιών για τον ευνούχο που πετροβόλησε τη νυχτερίδα και με τί και πού απάνω την πετροβόλησε· γιατί κι αυτά τα πολλά που λες, μπορεί να τα πάρει κανείς κι έτσι και αλλιώς, και για κανένα τους δε γίνεται να πεις με απόλυτη ασφάλεια αν είναι ή δεν είναι είτε και τα δυο, είτε ούτε το ένα ούτε το άλλο.
Έχεις λοιπόν να κάμεις τίποτα καλύτερο μ᾽ αυτά, ή να τους ορίσεις άλλη καλύτερη θέση, παρά ανάμεσα στο ον και στο μηδέν; Γιατί βέβαια ούτε πιο σκοτεινά από το μη ον θα φανούν, ώστε να τα θεωρήσομε για κάτι περισσότερο [479d] από αυτό, ούτε φωτεινότερα από το ον, ώστε να έχουν περισσότερη απ᾽ αυτό ύπαρξη.
Σωστότατα.
Βρήκαμε λοιπόν, καθώς φαίνεται, πως αυτές οι διάφορες ιδέες των πολλών για το ωραίο και για τ᾽ άλλα, παρακυλούν κάπου ανάμεσα στο μη ον και στο πραγματικό ον.
Το βρήκαμε.
Μα είχαμε ακόμη μείνει και σύμφωνοι πως αν ήθελε φανεί κάτι τέτοιο, πρέπει να ονομάζεται αυτό αντικείμενο όχι της επιστήμης αλλά της δοξασίας, της διάμεσης εκείνης δύναμης που μ᾽ αυτή πιάνεται ό,τι πλανιέται στο μεταξύ.
Πραγματικώς.
[479e] Εκείνοι λοιπόν που παρατηρούν τα πολλά ωραία πράματα, δε βλέπουν όμως το καθαυτό ωραίο, ούτε μπορούν να παρακολουθήσουν εκείνον που είναι σε θέση να τους το δείξει, καθώς και τα πολλά δίκαια, όχι όμως και το καθαυτό δίκαιο, κι έτσι κι όλα τ᾽ άλλα, αυτοί θα πούμε πως έχουν απλώς δοξασίες, όχι όμως και καμιά πραγματική γνώση γι᾽ αυτά τα πράματα.
Αναγκαστικά.
Απεναντίας, εκείνοι που παρατηρούν αυτά καθαυτά τα πράματα και την παντοτινά αναλλοίωτη ουσία τους, δε θα πούμε πως αυτοί πραγματικά γνωρίζουν, και όχι πως έχουν απλώς δοξασίες;
Αναγκαστικά κι αυτό.
Λοιπόν δεν θα λέμε πως αυτοί λαχταρούν κι αγαπούν [480a] τα πράματα που είναι αντικείμενο της επιστήμης, κι εκείνοι οι άλλοι τα πράματα που είναι αντικείμενο της δοξασίας; Ή δε θυμόμαστε ότι λέγαμε για τους τελευταίους αυτούς πως φωνές και χρώματα ωραία και τα τέτοια τ᾽ αγαπούν και αισθάνονται ευχαρίστηση να τα βλέπουν, το ίδιο όμως το ωραίο ούτε και πως υπάρχει ανέχονται ν᾽ ακούσουν;
Το θυμόμαστε.
Μήπως λοιπόν θα ᾽ταν καμιά παραφωνία εκ μέρους μας, αν τους ονομάζαμε καλύτερα φιλοδόξους παρά φιλοσόφους, και θα μας θύμωναν άραγε πάρα πολύ, αν τους δίναμε αυτό τ᾽ όνομα;
Όχι, αν θέλουν να με πιστέψουν εμένα· γιατί δεν είναι συχωρεμένο πράγμα να θυμώνει κανείς με την αλήθεια.
Εκείνους λοιπόν που αφοσιώνονται στο κάθε καθαυτό ον δεν πρέπει να τους ονομάζομε φιλοσόφους και όχι φιλοδόξους;
Χωρίς καμιά αμφιβολία.

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἰφιγένεια ἡ ἐν Ταύροις (236-259)

ΧΟ. καὶ μὴν ὅδ᾽ ἀκτὰς ἐκλιπὼν θαλασσίους
βουφορβὸς ἥκει, σημανῶν τί σοι νέον.
ΒΟΥΚΟΛΟΣ
Ἀγαμέμνονός τε καὶ Κλυταιμήστρας τέκνον,
ἄκουε καινῶν ἐξ ἐμοῦ κηρυγμάτων.
240 ΙΦ. τί δ᾽ ἔστι τοῦ παρόντος ἐκπλῆσσον λόγου;
ΒΟΥ. ἥκουσιν ἐς γῆν, κυανέαν Συμπληγάδα
πλάτῃ φυγόντες, δίπτυχοι νεανίαι,
θεᾷ φίλον πρόσφαγμα καὶ θυτήριον
Ἀρτέμιδι. χέρνιβας δὲ καὶ κατάργματα
245 οὐκ ἂν φθάνοις ἂν εὐτρεπῆ ποιουμένη.
ΙΦ. ποδαποί; τίνος γῆς σχῆμ᾽ ἔχουσιν οἱ ξένοι;
ΒΟΥ. Ἕλληνες· ἓν τοῦτ᾽ οἶδα κοὐ περαιτέρω.
ΙΦ. οὐδ᾽ ὄνομ᾽ ἀκούσας οἶσθα τῶν ξένων φράσαι;
ΒΟΥ. Πυλάδης ἐκλῄζεθ᾽ ἅτερος πρὸς θατέρου.
250 ΙΦ. τοῦ ξυζύγου δὲ τοῦ ξένου τί τοὔνομ᾽ ἦν;
ΒΟΥ. οὐδεὶς τόδ᾽ οἶδεν· οὐ γὰρ εἰσηκούσαμεν.
ΙΦ. πῶς δ᾽ εἴδετ᾽ αὐτοὺς κἀντυχόντες εἵλετε;
ΒΟΥ. ἄκραις ἐπὶ ῥηγμῖσιν ἀξένου πόρου…
ΙΦ. καὶ τίς θαλάσσης βουκόλοις κοινωνία;
255 ΒΟΥ. βοῦς ἤλθομεν νίψοντες ἐναλίᾳ δρόσῳ.
ΙΦ. ἐκεῖσε δὴ ᾽πάνελθε, πῶς νιν εἵλετε
τρόπῳ θ᾽ ὁποίῳ· τοῦτο γὰρ μαθεῖν θέλω.
χρόνιοι γὰρ ἥκουσ᾽· οὐδέ πω βωμὸς θεᾶς
Ἑλληνικαῖσιν ἐξεφοινίχθη ῥοαῖς.

***
Η ΚΟΡΥΦΑΙΑ ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ
Μα κοίτα· απ᾽ το γιαλό ένας γελαδάρης
έρχεται, κάποιο νέο για να σου φέρει.
Ο ΓΕΛΑΔΑΡΗΣ
Άκου από μένα ένα μαντάτο, κόρη
της Κλυταιμήστρας και του γιου του Ατρέα.
240 ΙΦΙ. Τί τρέχει; Αυτό μας κόβει από το θρήνο.
ΓΕΛ. Ξεφύγανε τις μαύρες Συμπληγάδες
με πλοίο, κι εδώ μας ήρθανε δυο νέοι,
γλυκά σφαχτάρια, προσφορά στη θεά μας
την Άρτεμη. Έλα βιάσου να ετοιμάσεις
τον αγιασμό και τ᾽ άλλα για θυσία.
ΙΦΙ. Πούθε είναι; η όψη που έχουν πώς τους δείχνει;
ΓΕΛ. Έλληνες· άλλο τίποτα δεν ξέρω.
ΙΦΙ. Πώς τους λένε; Δεν άκουσες; Δεν ξέρεις;
ΓΕΛ. Πυλάδη ο ένας έκραζε τον άλλον.
250 ΙΦΙ. Κι αυτός, ο σύντροφός του, τί όνομα έχει;
ΓΕΛ. Δεν τ᾽ άκουσε κανείς μας· άγνωστο είναι.
ΙΦΙ. Πώς τους είδατε; πες μου· πώς πιαστήκαν;
ΓΕΛ. Άκρη άκρη στ᾽ αφιλόξενο ακρογιάλι.
ΙΦΙ. Και τί δουλειά οι βοσκοί στη θάλασσα έχουν;
ΓΕΛ. Πήγαμ᾽ εκεί να πλύνουμε τα βόδια.
ΙΦΙ. Απάντησέ μου· πώς τους πιάσατε, είπα,
και με ποιόν τρόπο; αυτό ζητώ να μάθω.
Πριν από τούτους, το βωμό της θεάς μας
καιρό είχε να τον βάψει Ελλήνων αίμα.

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της, Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΣΤΑ ΝΕΟΤΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ: Κλασικισμός (18ος-19ος αιώνας)

12.8. Ρομαντισμός και αρχαία τέχνη


Αντίποδας του Ενγκρ θεωρούνταν ο Ντελακρουά (1798-1863). Επαναστάτης, ορμητικός, ίσως ο πιο τυπικά ρομαντικός καλλιτέχνης, γοητεύτηκε όχι από τους αρχαίους Έλληνες ή τους Ρωμαίους, αλλά από τους Νεοέλληνες και την Επανάσταση του 1821. Στην εποχή του η Ακρόπολη, και οι προγονικοί τάφοι αντικαθίστανται από το Μεσολόγγι. Ο Μάρκος Μπότσαρης είναι ο σύγχρονος Λεωνίδας. Τον συγκλονίζει η καταστροφή της Χίου το 1822, η καταστροφή του Μεσολογγίου το 1826. Στο Σαλόν του 1827 στο Παρίσι εκτίθενται 17 έργα με ελληνικά θέματα, ανάμεσα σε αυτά και Η καταστροφή της Χίου του Ντελακρουά. Ωστόσο, και ο Ντελακρουά δεν απέφυγε τα αρχαιοελληνικά θέματα· η Μήδειά του μάλιστα, ελαιογραφία του 1838 στη Lille (και παραλλαγή της το 1862), ήταν σημείο αναφοράς για την ευρωπαϊκή ζωγραφική του 19ου αιώνα.

Ο Ισπανός Γκόγια (1746-1828), δεξιοτέχνης και νεωτεριστής, εσωτερικός και ανελέητος, αν και μοιάζει να βρίσκεται μακριά από τον ιδεαλισμό του κλασικισμού, μέσα στην ισπανική παράδοση των Γκρέκο και Βελάσκεθ, αφήνει να διαφανεί στον Κολοσσό (περ. 1809) μια κλασική επίδραση, μια δική του ξεχωριστή ερμηνεία του κορμού Belvedere.

Στον Μπλέικ (1757-1827) η Αρχαιότητα υπάρχει μέσω του απέραντου θαυμασμού του στον Μιχαήλ Άγγελο, ενώ ο Ελβετός Φούσλι, που θαύμαζε απεριόριστα τους Έλληνες, εντάσσει πολύ συχνά στα έργα του μυθολογικά όντα και μορφές που δανείζεται από την εικονογραφία των αρχαίων αγγείων, αλλάζοντάς τους το περιεχόμενο.

Στην Αγγλία ο Γουίλιαμ Τέρνερ (1775-1851), ρομαντικός τοπιογράφος, φιλοδοξούσε να φθάσει, αν όχι να ξεπεράσει, τα τοπία του Λορέν. Όταν μάλιστα κληροδότησε στο κράτος όλα του τα έργα, έβαλε απαράβατο όρο ένα δικό του έργο να είναι πάντα εκτεθειμένο δίπλα σε ένα έργο του Λορέν. Σίγουρα είχε άδικο να επιζητεί αυτή τη σύγκριση. Ο κόσμος του Τέρνερ δεν είναι όμορφος και γαλήνιος, αλλά ένας κόσμος σε κίνηση. Ο Τέρνερ στα έργα του αποτυπώνει ομίχλες, καταιγίδες, τα φαινόμενα της φύσης στη δραματική τους ένταση στα οποία εντάσσει συχνά κλασικά θέματα, όπως ο Αννίβας και ο στρατός του διασχίζουν τις Άλπεις (1812), ο Οδυσσέας κοροϊδεύει τον Πολύφημο (1829) κ.ά.

Η πιο απαιτητική συνοδοιπόρος, λέγεται «αλήθεια»

«Αλήθεια», μια λέξη με τεράστια βαρύτητα. Έχουμε σκεφτεί ποτέ πόσο σπουδαία λέξη είναι και τι ευθύνη κουβαλάει; Είναι τυχεροί αυτοί που μπορούν να συμβαδίζουν μαζί της.

Η αλήθεια απαιτεί γενναίους ακόλουθους, πιστούς σε αυτή. Να σιχαίνονται την απιστία με το ψέμα, να έχουν καθαρή συνείδηση. Γιατί όμως οι ακόλουθοι της είναι ελάχιστη;

Δυστυχώς εμείς οι άνθρωποι δεν έχουμε τη δύναμη να συνυπάρχουμε με την αλήθεια, δεν είμαστε αντάξιοι να είμαστε δίπλα της. Προτιμάμε τους εύκολους ακόλουθους, τη δικαιολογία, το ψέμα.

Υπηρετούμε καλύτερα αυτά. Επιλέγουμε το ανώδυνο και όχι το επίπονο. Mαθαίνουμε το εύκολο γιατί στα δύσκολα τα βρίσκουμε σκούρα και η αλήθεια είναι από μόνη της δύσκολη. Επιβάλλεται να είμαστε γενναίοι για να την αντιμετωπίσουμε.

Η αλήθεια δεν διαχειρίζεται πάντα ευχάριστα ούτε τη δεχόμαστε πάντα με εύκολο τρόπο. Και όταν ξεστομίζεις την αλήθεια έχεις δουλέψει πολύ μέσα σου ώστε να τη πεις. Όταν την αντικρίζεις τα πρώτα λεπτά είναι πολύ δύσκολα αλλά όταν την αποδεχτείς όλα φαίνονται πιο εύκολα.

Η αλήθεια έχει πάντα πόδια να σταθεί και έχει απόλυτο δίκιο. Η αλήθεια πάντοτε θα είναι όρθια, και σε περίπτωση που λυγίσει θα ξαναβρεί τη δύναμη να ξανασηκωθεί.

Το ψέμα όσο καλά δουλεμένο και αν είναι δεν θα σταθεί και ακόμα και αν τα καταφέρει θα είναι για λίγο. Άλλωστε η αλήθεια κατέχει σημαντικό ρόλο στις ανθρώπινες σχέσεις. Τα άτομα μεταξύ τους δεν πρέπει να παραμυθιάζονται διότι μια τέτοια σχέση μόνο ανώφελη θα είναι.

Είναι καθήκον μας η αλήθεια να κυριαρχεί στη ζωή μας, να την ακολουθούμε χωρίς δισταγμούς. Να είμαστε σύντροφοι πιστή και υπάκουη διότι αυτή κάτι θα ξέρει παραπάνω από εμάς.

Ας υιοθετήσουμε αυτή τη τακτική στη ζωή μας, έτσι θα κάνουμε ένα βήμα προς το καλύτερο.

Η ομορφιά της εσωστρέφειας

Η εσωστρέφεια στα αυτιά των περισσοτέρων ενέχει μία αρνητική χροιά. Αυτομάτως το μυαλό συνδυάζει την εσωστρέφεια με άτομα ‘’κλειστά’’, απομονωμένα, κυνικά, αντικοινωνικά που χαρακτηρίζονται από έλλειψη επικοινωνιακών δεξιοτήτων.

Έχεις, όμως αναλογιστεί ποτέ πόσο όμορφος γίνεται ο κόσμος με την πινελιά αυτών των ντροπαλών, μυστήριων όπως θα λέγαμε όντων;

Πρόσφατες έρευνες αποδεικνύουν πως οι ντροπαλοί χαρακτήρες είναι περισσότερο αλτρουιστές, γενναιόδωροι και συνεργάσιμοι από τον μέσο όρο. Τα μέτρια επίπεδα συστολής είναι αρετή στις μέρες μας. Τα συνεσταλμένα άτομα έχουν πολλά προτερήματα που παραβλέπουμε.

Πιστεύουμε ότι χάνουν ευκαιρίες και δεν ζουν τη ζωή τους. Η αλήθεια, όμως είναι πως ζουν την ζωή τους με ένα τρόπο διαφορετικό, με αυτόν τον τρόπο που έχουν επιλέξει και τους εκφράζει.

Τα εσωστρεφή άτομα είναι ο καλύτερος ακροατής που θα μπορούσες να είχες. Είναι πάντα εκεί για να σε ακούσουν και δεν σε διακόπτουν ποτέ. Είναι αυτά τα άτομα που όταν βγουν έξω θα περάσουν απαρατήρητα, δεν θα τραβήξουν τα βλέμματα, και όμως θα σου περιγράψουν πόσο όμορφη ήταν η βραδιά τους και πόσο πολύ απόλαυσαν το ποτό τους.

Δεν τους αρέσει να μιλάνε σε πολύ κόσμο όχι επειδή είναι αντικοινωνικά, αλλά επειδή γνωρίζουν καλά πως λίγοι είναι αυτοί που πραγματικά θα σε ακούσουν, και ακόμα πιο λίγοι αυτοί με τους οποίους θα μπορέσεις να δεθείς συναισθηματικά. Οι εσωστρεφείς δεν θα γελάσουν με το κάθε αστείο σου, σίγουρα όμως θα κλάψουν αυθεντικά και ειλικρινά μαζί σου σε κάθε σου λύπη.

Είναι παρεξηγημένοι αυτοί που διαλέγουν την εσωστρέφεια. Μας είναι δύσκολο να κατανοήσουμε πως απλώς είναι διαφορετικοί. Είναι αυτό το διαφορετικό που θα έπρεπε πολλές στιγμές στη ζωή μας να επαινούμε και να θαυμάζουμε. Κυρίως, όμως να εμπιστευόμαστε. Είναι πραγματικά εχέμυθα άτομα που το κάθε μυστικό το κρατούν σαν θησαυρό.

Έχουν συμφιλιωθεί με το αίσθημα της μοναξιάς, κάτι που για τους περισσότερους είναι ο μεγαλύτερος φόβος ζωής.

Η μοναχικότητα είναι γι’ αυτούς μία συνειδητή επιλογή που την χρησιμοποιούν στη ζωή τους για να εξελίσσονται δημιουργικά.

Βρίσκουν τον δικό τους μοναδικό τρόπο να λειτουργούν ανεξάρτητα, χωρίς να ενοχλούν και να ενοχλούνται. Είναι αυτοί που όταν θέλουν να ζητήσουν κάτι δεν χρειάζεται να φωνάξουν. Είναι αυτοί που έχουν μάθει να περιμένουν, να επιμένουν, να υπομένουν και κυρίως να ονειρεύονται.

Τελικά είναι αυτοί που κάνουν το παζλ της ανθρωπότητας ακόμη πιο όμορφο!

Είναι σημαντικό να αγαπάμε τις ομοιότητες, αλλά να αποδεχόμαστε τις διαφορές στους ανθρώπους. Ο καθένας είναι ένα ‘’κομμάτι που κυλάει μόνο του’’ σ’ αυτή την ζωή. Μη περιμένεις μέσω της εξωστρέφειας να σε σκουντήσουν οι άλλοι για να κυλήσεις.

Είναι ωραία τα ταξίδια των εσωστρεφών ατόμων. Είναι γλυκιά η ηρεμία τους. Είναι όμορφη τελικά η διαφορετικότητα!

Το κενό ύπαρξης δεν αντέχει τον εαυτό του μέσα σε ησυχία

-Από κανέναν ο αγαπώμενος δε γίνεται να αναπληρωθεί. Γι´ αυτό πονάει τόσο βαριά η απώλεια. Γι´ αυτό χρειάζεται μεγάλο σεβασμό το πένθος.

-Για την ποιητική ματιά στο τετριμμένο φωλιάζει η έκπληξη.

–Η αλήθεια είναι σεμνή, είναι διακριτική, είναι κυρίως αυτάρκης.

-Όσοι δεν είναι σε θέση να δεχθούν την απόρριψη με ανδρεία ούτε αποδοχή δε θα χαρούν ποτέ.

-Ο Ντοστογιέφσκι στον έφηβο ισχυρίζεται πως μια ιδέα όταν σου ριζώσει στο νου, δημιουργεί μετά συναισθήματα.

-Μου φάνηκε, κι ας μην ήξερα να το προσδιορίσω ακριβέστερα, ότι κάποιο χαώδες κενό παλεύουν τούτοι οι άνθρωποι για να είναι τόσο παθιασμένοι και προσηλωμένοι σε μονάχα ένα δεκαπενθήμερο από όλο το έτος.

-Ο Μιγκέλ ντε Ουναμούνο στην Καταχνιά γράφει πως η μανία για ταξίδια προέρχεται από τοποφοβία και όχι από φιλοτοπία. Όποιος ταξιδεύει πολύ, λέει, το κάνει για να αποφεύγει το μέρος που αφήνει.

-…του Πασκάλ: Όταν το φυσικό δεν υποτάσσεται στο υπερφυσικό καταντά αφύσικο.

-Η χαώδης επιφάνεια των φαινομένων με τη γραφή έχει ελπίδες να μπει σε μια αρμονία αποκαλυπτική, σε μια τάξη έστω.

–Ανώριμοι επαναστάτες αδυνατούν να πετύχουν μια ώριμη επανάσταση. Αλαζόνες κυβερνήτες αδυνατούν να κυβερνήσουν με δίκαιη φιλαλληλία. Νάρκισσοι εραστές αδυνατούν να πετύχουν την αγάπη. Το ίδιο ακριβώς όπως δε γίνεται να φτιάξεις ένα νόστιμο, χορταστικό, αχνιστό πιάτο φακές με όσπρια σκουληκιασμένα.

-Συνήθως οι άνθρωποι φοβούνται το ίδιο τους το πρόσωπο και για το ίδιο τους το πρόσωπο. Δεν τους αρέσει ο εαυτός τους, δεν τον εμπιστεύονται, δεν τον συμπαθούν, δεν τον ξέρουν. Και ο ξένος υπήρξε από τα αρχαία χρόνια και εχθρός, πρέπει να τον καλύψουν ώστε να μη νιώσει και ο άλλος την ίδια απέχθεια που οι ίδιοι βιώνουν ως αυταπέχθεια και ντροπή. Μόνο αν προσποιηθούν έχουν ελπίδα να είναι αποδεκτοί.

-Χόρχε Μπουκάι: Απ' τη στιγμή που αρχίζεις να γίνεσαι κάτι που δεν είσαι, αρχίζει μια νεύρωση.

-Γιατί η μάχη του ανθρώπου με το φαγητό είναι ένας πόλεμος τρομερός, αποκαλύπτει παραστατικότατα τη γενικότερη μάχη με τον εαυτό του.

-Κι όμως, έχω προσέξει πως όταν διαβάζω ένα βιβλίο που με απορροφά, δεν έχω τόση διάθεση για φαγητό. Όπως τρώω λιγότερο όσο καιρό το διαβάζω. Λες και η ζωή μου αποκτά ένα νόημα…

–Τον απλώς «κακό«, είπαν, μπορείς ίσως να τον γλυκάνεις και να τον κερδίσεις με γενναιόδωρες συμπεριφορές, το ζηλιάρη όμως όχι. Γιατί εκείνος που φθονεί δεν ανέχεται να σε βλέπει αγνό και καλόψυχο, ούτε ανώτερο ούτε ταπεινό. Κάθε προσόν σου, ακόμη και αν ωφελείται απ' αυτό το προσόν, το μισεί.

-…για εκείνον που δεν μπορεί να αγαπήσει, η αγάπη του άλλου είναι κόλαση…

–Για να γιατρέψεις μια ζήλια σου δεν έχεις παρά να αναγνωρίσεις τα προσόντα σου.

–Στους νευρωσικούς φόβους κυνηγάμε διαρκώς με προτεταμένο όπλο την τίγρη γύρω μας, όταν η τίγρης κάθεται κουλουριασμένη εντός.

-Πρώτα πρώτα και να την αγαπήσω πια δεν μπορούσα, γιατί, το ξαναλέω, αγάπη για μένα θα σήμαινε τυραννία ή ηθική επικράτηση.

-…δεν φαντάστηκα ποτέ τον έρωτα αλλιώτικον, παρά σε μια πάλη, τον αρχινούσα πάντα με μίσος και τον τέλειωνα με την ηθική υποταγή, και στο τέλος δεν μπόρεσα ποτέ να ξεκαθαρίσω τι θ´ απόκανα το υποταγμένο αντικείμενο του έρωτά μου.

-Τίποτα δεν μπορεί να είναι αυθεντικό και να συμβαίνει κατά σύστημα και προαποφασισμένα. Ο σεβασμός και οι αγάπες έχουν διακριτικότητα, λειτουργούν αυθόρμητα.

-Ο δαίμονας μπορεί να εμφανίζεται αρχαγγελικός, το κακό να θυμίζει καλό, ο εχθρός του ανθρώπου πειστικά να παρουσιάζεται ως ανθρωπιστής. Καμιά δύναμη δεν είναι πιο αποτελεσματική όσο η κλαψιάρα αδυναμία. Κι ο παγερός Ιεροεξεταστής μπορεί να δείχνεται σαν τυραννισμένος στοχαστής μιας ανθρωπιστικής κοινωνιολογίας. Η θεωρία της ψυχανάλυσης ξέρει για ποιο λόγο επιμένει ότι οι πιο «καλά», προστατευτικοί γονείς είναι αυτοί που τροφοδοτούν τη γη με οργισμένους ή μαραμένους δούλους.

–Το κενό ύπαρξης δεν αντέχει τον εαυτό του μέσα σε ησυχία, τρελαμένο γυρεύει συνεχείς αντιπερισπασμούς, φασαρία.

-Επειδή σε αγαπά απέραντα, επιθυμεί να είσαι ελεύθερος• είναι ο μονόδρομος της αγάπης αυτό.

-Του προσφέρει αυτό που η θλιβερή ανωριμότητα επιζητά: τον απαλλάσσει απ´ την ευθύνη! Ξέρει πως ο άνθρωπος λαχταρά να εξουσιάζεται, να προσκυνά αρχηγούς που αποφασίζουν για λογαριασμό του.

-Δούλοι σε όλα, από ανασφάλεια λοιπόν• στην εργασία, στην εκπαίδευση, στον έρωτα.

-Τείνουμε να θεωρούμε προμήνυμα εκείνο που επιθυμούμε να συμβεί ή ακόμη κι εκείνο που τρέμουμε μήπως συμβεί.

-Κινούμαστε, χειρονομούμε, ενεργούμε, επηρεασμένοι από συνειρμούς, αναδρομές, ζωές άλλων και δυναμικά απωθημένα. Οι συνεχείς πληροφορίες μας βαφτίζουν σε νέες οπτικές, σε άλλες προοπτικές, ακόμη και τη μνήμη επηρεάζουν. Οι εξηγήσεις του τι είμαι, του τί είναι, μας λούζουν ποταμός, ποταμός που ρέει και δεν μπορούμε να μπούμε δυο φορές στο ίδιο ποτάμι, κι άλλωστε στην αλλαγή βρίσκουν τα πράγματα ανάπαυση όπως πιστεύει ο σκοτεινός Ηράκλειτός.

–Νέος είναι όποιος παραμένει ανοιχτός στην έκπληξη, οι γέροι νομίζουν πως όλα τα ξέρουν, γι´ αυτό και δεν περιμένουν πια τίποτα. Γεράματα όμως είναι μόνο τρόπος ζωής. Βαθμός εγωισμού.

-Λέγεται πως μυστικισμός είναι η ανακάλυψη της σημασίας μέσα στο μηδαμινό, να βρίσκεις νόημα και ενδιαφέρον στο ελάχιστο. Για την ποιητική ματιά στο τετριμμένο φωλιάζει η έκπληξη.

Κουβαλάμε τους πόνους που δεν μπορέσαμε να εκφράσουμε στην παιδική μας ηλικία

Αν εξοργίζομαι επειδή αργείς, μπορεί, το να έρχεσαι στην ώρα σου να μην αρκεί για την επίλυση του προβλήματός μου.

Θα έπρεπε να δω τι είναι αυτό που με πειράζει τόσο, ποια ερμηνεία δίνω στην αργοπορία σου, τι είναι αυτό που χρειάζομαι από σένα, τι σου ζητάω απαιτώντας ακρίβεια...

Να μου αποδείξεις ότι νοιάζεσαι για μένα; Να με εκτιμάς; Να με λάβεις υπόψη σου; Τι θέλω να πω όταν αντιδρώ έτσι;

Όταν επικεντρωνόμαστε υπερβολικά στον εαυτό μας, δεν μπορούμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει στον άλλον και γινόμαστε εγωκεντρικοί.

Γι’ αυτόν που βλέπει απ' έξω, η συμπεριφορά μας μοιάζει τουλάχιστον υπερβολική – αν όχι εντελώς παράλογη.

Και πιθανότατα είναι, γιατί αυτές οι τόσο πρωτόγονες αντιδράσεις προέρχονται στην πραγματικότητα από τα πρώτα χρόνια της ζωής μας, από τους τρόπους συμπεριφοράς που μάθαμε για να προστατευόμαστε από τα τραύματα της παιδικής ηλικίας...

Αυτή η ανάμνηση του πρωτογενούς τραύματος μπορεί να ονομαστεί «το πληγωμένο παιδί». Αυτό το πληγωμένο παιδί που φέρουμε μέσα μας είναι που μας κάνει να αντιδρούμε έτσι.

Κουβαλάμε τους πόνους που δεν μπορέσαμε να εκφράσουμε στην παιδική μας ηλικία και τους εξωτερικεύουμε μέσω των αντιδράσεών μας, χωρίς να το συνειδητοποιούμε.

Αυτό σημαίνει πως τοποθετούμαστε πριν καλά καλά μπορέσουμε να σκεφτούμε. Αυτού του είδους οι αντιδράσεις είναι που δημιουργούν τα περισσότερα προβλήματα στις διαπροσωπικές σχέσεις.

Γενικά, αυτοί οι παλιοί πόνοι δεν εμφανίζονται μέχρι να βρεθούμε σε μία ερωτική σχέση.

Η σχέση και ο γάμος ξύνουν αυτές τις παλιές πληγές και υποθέτουμε πως είναι ο σύντροφός μας που τις προκαλεί.

Συνήθως αυτό δε συμβαίνει από την αρχή, αλλά σιγά σιγά, όσο αισθανόμαστε πραγματικά δεμένοι με τον άλλον.

Αυτό το πληγωμένο παιδί που κουβαλάμε μέσα μας είναι σαν μία μαύρη τρύπα που ρουφάει τα πάντα, σαν ένας πονόδοντος.

Όταν παρουσιάζεται στη ζωή μας δεν μπορούμε να σκεφτούμε τίποτε άλλο, ο πόνος κυριαρχεί στη ζωή μας.

Σε πολλές περιπτώσεις χωρισμού, το πρόβλημα δεν βρίσκεται στη σχέση μεταξύ των δύο, αλλά σε άλυτα θέματα του παρελθόντος ενός από τους δύο (ή και των δύο).

Η αντίδρασή μου προκαλεί τη δική σου, κι έτσι ο ένας επηρεάζει αρνητικά τον άλλον.

Όταν κουβαλάμε μέσα μας το πληγωμένο παιδί, έχουμε την αίσθηση πως ποτέ δεν βρισκόμαστε στο παρόν.

Πάντα αντιδρούμε για πράγματα που μας συνέβησαν πριν πολλά χρόνια.

Αυτό καθιστά τη σχέση με τον άλλον αδύνατη.

Όσο δεν ασχολούμαι με το πληγωμένο παιδί, αυτό θα συνεχίσει να αντιδρά και να επιδεινώνει τις προσωπικές μου σχέσεις, καθώς ο μόνος που μπορεί να το ακούσει είμαι εγώ ο ίδιος όταν σκύβω πάνω στη θλίψη και την οργή του.

Τότε μόνο το παιδί παύει να αντιδρά, γιατί τότε μόνο το στηρίζω.

Το πληγωμένο παιδί ζητάει την επικύρωση του πόνου του. Μόνο όταν ένας άνθρωπος αισθάνεται επιβεβαίωση μέσα στον πόνο του, μπορεί να τον εκφράσει και να τον ξεπεράσει.

Για να αγγίξω το σημείο που με πονάει είναι απολύτως απαραίτητο να σταματήσω να κατηγορώ τον άλλον και να παρατηρήσω μέσα από τις αντιδράσεις μου τι είναι αυτό που μου συμβαίνει.

Στις χειρότερες περιπτώσεις, όταν ένα ζευγάρι νιώθει αυτό το κενό που δεν μπορεί να γεμίσει με τους δυο, αποφασίζει να κάνει ένα παιδί... καθώς κι αυτοί που δείχνουν ενήλικοι, δεν είναι παρά δύο απελπισμένα παιδιά που ψάχνουν σωτηρία στο κοινό παιδί τους.

Υπάρχουν άνθρωποι που μπορεί να είναι λαμπροί ως ενήλικες, αλλά όταν αποτραβιούνται στην οικειότητα των πιο στενών τους σχέσεων δεν είναι παρά παιδιά, που χρειάζονται διαρκώς βοήθεια και αντιδρούν στην έλλειψη στοργής, προσοχής ή αναγνώρισης.

Να μάθουμε να εκμεταλλευόμαστε κάθε δυσκολία που συναντάμε στο δρόμο μας, για να εμβαθύνουμε περισσότερο και να έρθουμε σε ουσιαστικότερη επαφή, όχι μόνο με τον σύντροφό μας, αλλά και με την δική μας προσωπική κατάσταση, ως ζωντανά πλάσματα.

Εκείνος που ψάχνει διαρκώς για ελαττώματα, τα βρίσκει, ακόμα και στον παράδεισο

Όσο δύσκολη κι αν είναι η ζωή σας, αντιμετωπίστε την και ζήστε τη.

Μην την αποφεύγετε, μην τη βρίζετε.

Είναι λιγότερο άθλια απ’ όσο είστε εσείς οι ίδιοι.

Όσο πιο πλούσιοι γίνεστε, τόσο πιο φτωχή μοιάζει.

Εκείνος που ψάχνει διαρκώς για ελαττώματα, τα βρίσκει, ακόμα και στον παράδεισο.

Αγαπάτε τη ζωή σας, κι ας είναι φτωχική.

Μπορείτε να περάσετε κάποιες ευχάριστες, συνταρακτικές, ένδοξες ώρες ακόμη και στον οίκο των απόρων.

Το ηλιοβασίλεμα καθρεφτίζεται στα τζάμια του οίκου των απόρων με το ίδιο θάμπος με το οποίο καθρεφτίζεται και στα παράθυρα της έπαυλης.

Το χιόνι λιώνει μπροστά σε κάθε πόρτα την ίδια μέρα της άνοιξης.

Ένας ήρεμος νους μπορεί να ζήσει το ίδιο ικανοποιημένος και με το ίδιο ευχάριστες σκέψεις στο φτωχοκομείο και στο παλάτι.

Μην μπαίνετε και πολύ στον κόπο να αποκτάτε καινούργια πράγματα, είτε για ρούχα πρόκειται είτε για φίλους.

Επισκευάστε τα παλιά· επιστρέψτε σ’ αυτά.

Δεν αλλάζουν τα πράγματα, εμείς αλλάζουμε.

Πουλήστε τα ρούχα σας και κρατήστε τις σκέψεις σας.

Μην αναζητάτε με τόσο άγχος να αναπτυχθείτε, να δεχτείτε όσο το δυνατόν περισσότερες επιδράσεις, να γίνετε ένα όργανο που πάνω του θα παίζουν οι άλλοι.

Όλα αυτά δεν είναι παρά κατασπατάληση της ενέργειάς σας και περισπασμοί.

Η ταπεινοφροσύνη, όπως η σκοτεινιά, αποκαλύπτει τα ουράνια φώτα.

Ο περιττός πλούτος μονάχα περιττά πράγματα μπορεί να αγοράσει.

Δε χρειάζονται χρήματα για να αγοράσει κανείς τα απαραίτητα της ψυχής.

Από την αγάπη, από το χρήμα και τη δόξα προτιμώ την αλήθεια.

Κάθισα κάποτε σ’ ένα τραπέζι στο οποίο τα φαγητά και τα κρασιά έρεαν σε αφθονία και όπου όλοι οι συνδαιτυμόνες συμπεριφέρονταν με δουλοπρέπεια, ενώ απουσίαζαν παντελώς η ειλικρίνεια και η αλήθεια.

Έφυγα πεινασμένος από το αφιλόξενο εκείνο δείπνο.

Η συντροφιά ήταν τόσο ψυχρή όσο τα παγωτά που πρόσφεραν για επιδόρπιο.

Δε χρειαζόταν πάγος για να τα παγώσουν.

Μου μιλούσαν για την ηλικία των κρασιών και για τη φήμη της κάθε σοδειάς, όμως εγώ είχα στο μυαλό μου ένα πιο παλιό, ή πιο νέο, και πιο καθαρό κρασί, μιας σοδειάς πολύ πιο ένδοξης, που οι οικοδεσπότες μου δεν το είχαν κι ούτε μπορούσαν να το αγοράσουν.

Το ύφος, η οικία, η έκταση του οικοπέδου και η «διασκέδαση» δε μου λένε τίποτα.

Πέρασα να επισκεφτώ το βασιλιά, αλλά με έβαλε και περίμενα στον προθάλαμό του και συμπεριφέρθηκε σαν να μην ήταν ικανός να προσφέρει φιλοξενία.

Υπήρχε ένας άνθρωπος στη γειτονιά μου που ζούσε μέσα στην κουφάλα ενός δέντρου.

Οι τρόποι του ήταν στ’ αλήθεια αντάξιοι ενός βασιλιά.

Καλύτερα να είχα πάει να επισκεφτώ εκείνον.

Henry D. Thoreau, Walden ή Η ζωή στο δάσος (αποσπάσματα)

Πώς μπορούμε να ξεχωρίσουμε τις ψευδείς ειδήσεις

Βρισκόμαστε ξεκάθαρα στην εποχή των ψευδών ειδήσεων. Και κολυμπάμε με δυσκολία σε έναν βαθύ, σκοτεινό ωκεανό και η αλήθεια είναι πως πολλοί από εμάς δεν ξέρουμε καν πώς να κολυμπήσουμε. Θυμάστε όταν λέγαμε ότι το διαδίκτυο έρχεται να μας μορφώσει και να εξελίξει την νοημοσύνη μας ως είδος;

Όλα αυτά όντως συνέβησαν, αλλά σήμερα οι ψηφιακές ψευδείς ειδήσεις εξαπατούν πολλούς από εμάς καθημερινά. Χιλιάδες ιστοσελίδες έχουν σχεδιαστεί για να επιτεθούν στα γνωστικά μας ευαίσθητα σημεία. Χιλιάδες επίσης email πλημμυρίζουν τους λογαριασμούς μας με κενά links και ψεύτικα στοιχεία.

Και όλα αυτά βρίσκουν το έδαφος να επηρεάσουν τον κόσμο επειδή δεν έχουμε μπει στον κόμπο να μάθουμε τα βασικά στοιχεία της ανθρώπινης σκέψης – συντομεύσεις, προκαταλήψεις και αντιληπτικά σφάλματα- που εκείνοι εκμεταλλεύονται για να μας εξαπατήσουν.

Και αν και κυβερνήσεις και οργανώσεις προσπαθούν να «μαζέψουν» το χάος του διαδικτύου, χρειάζεται εμείς να μάθουμε να ξεχωρίζουμε τι είναι ψευδές και τι όχι, να αποκτήσουμε κριτική σκέψη.

Να είμαστε επιφυλακτικοί με όσα ακούμε

Η αμφιβολία είναι καλό στοιχείο σε αυτή την περίπτωση. Ο σκεπτικισμός δεν σημαίνει κυνισμός. Η κριτική σκέψη δεν σημαίνει ότι είμαστε αρνητικοί. Απλά προσπαθούμε να μείνουμε ασφαλείς χρησιμοποιώντας τη σοφία μας. Χρειάζεται να προσεγγίζουμε όλες τις ειδήσεις που ακούμε με αυτό τον τρόπο, ασχέτως πηγής. Ακόμα και τα μεγαλύτερα ειδησεογραφικά πρακτορεία κάνουν λάθη.

Εξετάζουμε την πηγή

Αν και δεν μπορούμε να εμπιστευθούμε πλήρως καμία πηγή, το κύρος μιας πηγής είναι βασικό κλειδί για την εκτίμηση ενός κειμένου ή είδησης. Πριν χάσετε το χρόνο σας και διαβάζετε ψευδή στοιχεία, ψάξτε πρώτα την πηγή. Ποιος το υπογράφει; Από πού είναι οι φωτογραφίες; Σε ποιον ανήκει η ιστοσελίδα;

Οι μηχανές αναζήτησης δεν είναι πάντα αξιόπιστες

Σκεφτόμαστε πώς μπορούσαμε και ζούσαμε χωρίς τις διασημότερες μηχανές αναζήτησης; Ναι, είναι χρήσιμες, αλλά τρέφονται με αποτελέσματα που βασίζονται στις αναζητήσεις που έχουμε ήδη κάνει και όχι σε μια αντικειμενική βάση δεδομένων. Δεν φέρουν την απόλυτη αλήθεια και δεν μπορούν να ελέγξουν την αξιοπιστία όλων των ιστοσελίδων που διαθέτουν.

Δοκιμάζουμε κι άλλες πηγές

Διαβάζουμε μια είδηση και αμέσως την πιστεύουμε και τη μεταφέρουμε. Μήπως όμως χρειάζεται να ελέγξουμε αν αναφέρεται το ίδιο κι αλλού; Πόσο έγκυρη είναι η ιστοσελίδα και από πού έχει λάβει τις πληροφορίες; Πόσες ώρες πριν δημιουργήθηκε το κείμενο; Αναζητήστε παρόμοιες αναφορές από άλλα μέσα.

Ξεχωρίζουμε ανάμεσα στην άποψη και στην είδηση

Πολλοί άνθρωποι δεν αναγνωρίζουν τη θεμελιώδη αυτή διαφορά. Και τα δύο είναι σημαντικά αλλά διαβάζοντας προσεκτικά το περιεχόμενο, μπορούμε να καταλάβουμε αν κάτι είναι αντικειμενική παράθεση στοιχείων ή υποκειμενική παρουσίαση και επιχειρηματολογία.

Γιατί ο θυμός είναι αναπόσπαστο κομμάτι του πένθους

Η δυτική κοινωνία και ο πολιτισμός μας υποδεικνύουν ακόμα και το πώς να πενθούμε. Υπάρχει μια συμπαγής διαδικασία πένθους και φυσικά προσδοκίες από όλους τους γύρω μας. Πρέπει να περιμένουμε ότι οι άνθρωποι θα μας λυπούνται και θα ανακουφίζονται μέσα από την παρηγοριά.

Οι άνθρωποι συνήθως νοιάζονται μέχρι την ημέρα της κηδείας ή στα μνημόσυνα και ύστερα συνεχίζουν να ζουν τη ζωή τους. Χρειάζεται να συνηθίσουμε τα κλισέ λόγια παρηγοριάς, τις κενές φράσεις και τις κάρτες σε πολλές περιπτώσεις.

Δεν υπάρχει χώρος για τίποτε άλλο εκτός από τη θλίψη. Ειδικά όχι θυμός. Όμως όσοι θρηνούν, διακατέχονται και από θυμό. Απλά ο κόσμος δεν αναμένει συνήθως αυτή την αντίδραση• εσφαλμένα.

Οι ειδικοί όμως συμφωνούν ότι ο θυμός παίζει βασικό ρόλο στη διαδικασία του πένθους και της απώλειας. «Χρωματίζει» τη διαδικασία πένθους, απομακρύνοντάς μας για λίγο από τους άλλους, βρίσκοντας δικαιολογίες για συμπεριφορές και αποφεύγοντας τη βίωση του πόνου.

Ο θυμός επίσης είναι η φυσική αντίδραση του σώματός μας στην απειλή. Η απειλή μπορεί να είναι πραγματική ή αντιλαμβανόμενη από το άτομο. Όταν κάποιος δικός μας άνθρωπος πεθαίνει, δεν υπάρχει κάτι πιο απειλητικό εκείνες τις στιγμές για εμάς.

Τι χρειάζεται να θυμόμαστε καθώς βιώνουμε τον θυμό της απώλειας

Ο θυμός είναι αποδεκτός

Χρειάζεται να αποδεχτούμε τη νέα «κανονικότητα». Να θυμάστε: Όταν οι φυσιολογικοί άνθρωποι βιώνουν μη κανονικά γεγονότα, τείνουν να φέρονται και αναλόγως. Οι κρίσεις θυμού λοιπόν είναι απολύτως αποδεκτές σε αυτές τις καταστάσεις. Μην ντρέπεστε γι’ αυτό.

Εκφράστε τον

Ο θυμός, λοιπόν, είναι φυσιολογικός, αλλά έχει σημασία το τι κάνουμε με αυτόν. Μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμος για να προχωρήσουμε, αλλά μπορεί και να γίνει καταστροφικός. Δώστε στον εαυτό σας λίγο χρόνο πριν εκφραστείτε και κάνετε κακό σε εσάς ή στους γύρω σας.

Αναγνωρίστε την πολύτιμη αξία της ζωής σας

Αυτό είναι και το δυσκολότερο κομμάτι της διαδικασίας και ίσως αυτό που μπορεί να μας κάνει να θυμώσουμε ακόμα περισσότερο. Όταν ο νους μας καθαρίσει από τον θυμό, μπορούμε να στρέψουμε έστω και για λίγο τα μάτια μας έξω από το παράθυρο και να αντικρίσουμε τον πολύτιμο ήλιο. Τότε ξέρουμε ότι θα έρθει η μέρα που θα το ξεπεράσουμε.

Χαλίλ Γκιμπράν: Η ψυχή μου με ορμήνεψε να αγαπώ όσα οι άλλοι μισούν

Η ψυχή μου μου μίλησε και μου -δίδαξε -ν’ αγαπώ εκείνους πού οι άνθρωποι μισούν και να είμαι φίλος μ’ εκείνους πού οι άνθρωποι περιφρονούν.

Η ψυχή μου μου φανέρωσε ότι ή αγάπη εκδηλώνεται όχι μονάχα στο πρόσωπο πού αγαπά, άλλα και στο πρόσωπο πού αγαπιέται.

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, ή αγάπη ήταν στην καρδιά μου σα μια λεπτή κλωστή πιασμένη από δυο πασσάλους.

Άλλα τώρα ή αγάπη έγινε ένας φωτεινός κύκλος πού αρχή του είναι το τέλος του, και το τέλος του ή αρχή του. Περιβάλλει καθετί πού υπάρχει κι απλώνεται σιγά σιγά για ν’ αγκαλιάσει όλα όσα θα υπάρξουν.

Η ψυχή μου με συμβούλεψε και μ’ έμαθε να διακρίνω την κρυμμένη ομορφιά του δέρματος, τού παραστήματος, και, του χρώματος. Με δίδαξε να στοχάζομαι εκείνο πού οι άνθρωποι ονομάζουν άσχημο μέχρι ν’ ανακαλύψω την αληθινή του γοητεία κι ομορφιά.

Πριν ή ψυχή μου με διδάξει, έβλεπα την ομορφιά σαν ένα τρεμάμενο πυρσό ανάμεσα σε στήλες καπνού. Τώρα πού ό καπνός έχει διαλυθεί, δε βλέπω τίποτε’ άλλο από τη φλόγα.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μου δίδαξε ν’ ακούω τις φωνές πού ή γλώσσα, ό λάρυγγας και τα χείλη δεν μπορούν να προφέρουν.

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, δεν άκουγα παρά θόρυβο και θρήνους. ’Αλλά τώρα πρόθυμα παραστέκομαι στη Σιωπή κι αφουγκράζομαι τις χορωδίες της πού τραγουδούν τους ύμνους των εποχών και τα τραγούδια του σύμπαντος που αναγγέλλουν τα μυστικά του ’Αόρατου.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μ’ έμαθε να πίνω το κρασί που δεν μπορεί να βγει από το πατήρι και δεν μπορεί να χυθεί από κούπες πού τα χέρια μπορούν να σηκώσουν ή τα χείλη ν’ αγγίξουν.

Πριν η ψυχή μου μου μιλήσει, ή δίψα μου ήταν σα μια σβησμένη σπίθα κρυμμένη κάτω από τη στάχτη πού μπορεί να σβήσει με μια γουλιά νερό.

Αλλά τώρα η λαχτάρα μου έγινε ή κούπα μου, το αίσθημα της αγάπης το κρασί μου, κι η μοναξιά μου ή μέθη μου κι ωστόσο σ αυτή την άσβεστη δίψα υπάρχει αιώνια χαρά.

Η ψυχή μου μου μίλησε και με δίδαξε ν’ αγγίζω εκείνο πού δεν έχει ακόμα ενσαρκωθεί’ ή ψυχή μου μου αποκάλυψε πώς ότι αγγίζουμε, είναι μέρος της επιθυμίας μας.

’Αλλά τώρα τα δάχτυλά μου απλώθηκαν μέσα στην καταχνιά πού διαπέρνα αυτό πού είναι ορατό μέσα στο σύμπαν κι ανακατεύεται με το ’Αόρατο.

Η ψυχή μου μ’ έμαθε να εισπνέω το άρωμα πού δε βγαίνει από τη μυρτιά ή το θυμίαμα. Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, λαχταρούσα την ευωδιά τού αρώματος στους κήπους, στα δοχεία ή στα θυμιατήρια.

Τώρα όμως μπορώ να οσφρανθώ το θυμίαμα πού δε βγαίνει για προσφορά ή για Θυσία. Και γεμίζω την καρδιά μου με την ευωδιά εκείνη πού δεν πέτα με τα φτερά της παιχνιδιάρας αύρας μέσα στο διάστημα.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μ’ έμαθε να λέω, «είμαι έτοιμος» όταν με πλησιάζουν το ’Άγνωστο κι ό Κίνδυνος.

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, δεν απαντούσα σ’ άλλη φωνή έκτος από τη φωνή τη γνωστή πού με καλούσε, και δεν περπατούσα παρά το εύκολο και ίσιο ‘μονοπάτι.

Τώρα το ’Άγνωστο έγινε άλογο που μπορώ ν’ ανεβώ για να φτάσω στο ’Άγνωστο’ κι ό καμπίσιος δρόμος έγινε σκάλα πού την ανεβαίνω για να φτάσω στην κορυφή.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μου είπε, «Μη μετράς το Χρόνο λέγοντας, Υπήρξε το χθες και θα υπάρξει το αύριο !»

Μα πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, φανταζόμουν το Παρελθόν σα μια εποχή πού ποτέ δεν ξαναγύριζε και το Μέλλον σα μια εποχή πού ποτέ δεν μπορούσα να τη φτάσω.

Τώρα καταλαβαίνω ότι ή τωρινή στιγμή περιέχει όλο το χρόνο, και μέσα σ’ αυτήν υπάρχουν όλα όσα μπορεί να ελπίζει κανένας, να κάνει και ν’ αντιληφθεί.

Η ψυχή μου μου μίλησε και με πρότρεψε να μην περιορίζω το διάστημα λέγοντας, «’Εδώ, εκεί και πέρα».

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, ένιωθα ότι όπου κι αν βρισκόμουν’ ήμουν μακριά από κάθε άλλο μέρος.

Τώρα καταλαβαίνω ότι όπου κι αν βρίσκομαι, το μέρος αυτό περιέχει όλα τα μέρη’ κι ή απόσταση πού περπατώ αγκαλιάζει όλες τις αποστάσεις.

Η ψυχή μου με δίδαξε και με συμβούλεψε να μένω ξύπνιος όταν οι άλλοι κοιμούνται. Και να παραδίνομαι στον ύπνο όταν οι άλλοι βρίσκονται σε δράση.

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, δεν έβλεπα τα όνειρα τους στον ύπνο μου, ούτε κείνοι παρατηρούσαν τ’ όραμα μου.

Τώρα ποτέ δεν ταξιδεύω μέσα στο καράβι των ονείρων μου έκτος αν με παρατηρούν, κι εκείνοι ποτέ δεν πετούν στον ουρανό του δράματός τους έκτος αν εγώ χαίρομαι την Ελευθερία τους.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μου είπε, «Να μη χαίρεσαι. με τον έπαινο και να μη θλίβεσαι με την κατηγορία».

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, αμφέβαλα για την αξία του έργου μου.

Τώρα καταλαβαίνω ότι τα δέντρα ανθίζουν την άνοιξη και καρπίζουν το καλοκαίρι χωρίς ν’ αναζητούν τον έπαινο’ και ρίχνουν τα φύλλα τους το φθινόπωρο και γυμνώνονται το χειμώνα χωρίς να φοβούνται την κατηγορία.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μου έδειξε ότι δεν είμαι μεγαλύτερος από έναν πυγμαίο, ούτε μικρότερος από ένα γίγαντα.

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, έβλεπα τους ανθρώπους σε δυο κατηγορίες’ τον αδύνατο, πού τον λυπόμουν και τον δυνατό, πού τον ακολουθούσα ή πού του αντιστεκόμουνα παλικαρίσια.

’Αλλά τώρα έμαθα ότι είμαι όπως είναι κι οι δύο αυτοί, κι αποτελούμαι από τα ίδια στοιχεία. Ή προέλευσή μου είναι ή δική τους προέλευση, ή συνείδησή μου είναι ή δική τους συνείδηση, ή ευχαρίστησή μου είναι ή δική τους ευχαρίστηση, και το προσκύνημά μου, το δικό τους προσκύνημα.

“Αν αυτοί αμαρτάνουν, είμαι κι εγώ αμαρτωλός. “Αν πράττουν καλά, καμαρώνω για την καλή τους πράξη. “Αν ανυψώνονται, ανυψώνομαι κι εγώ μαζί, αν μένουν αδρανείς, συμμετέχω κι εγώ στην αδράνεια τους.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μου είπε, «Το φανάρι πού κουβαλάς δεν είναι δικό σου, και το τραγούδι πού τραγουδάς δε γεννήθηκε μέσα στην καρδιά σου, γιατί κι αν κουβαλάς το φως, δεν είσαι εσύ το φως, κι αν είσαι το λαγούτο με τις τεντωμένες χορδές, δεν είσαι εσύ ό παίχτης του οργάνου.

Η ψυχή μου μου μίλησε, σαν αδερφός μου, και μου Έμαθε πολλά. Κι ή ψυχή σου μίλησε σε σένα και σ’ έμαθε το ίδιο πολλά. Γιατί εσύ κι εγώ είμαστε ένα, και δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα μας, εκτός ότι. εγώ βιάζομαι να φανερώσω αυτά που είναι μέσα στον εσωτερικό μου κόσμο, ενώ εσύ φυλάς σα μυστικό αυτό που βρίσκεται εντός σου. ’Αλλά στη μυστικότητά σου αυτή υπάρχει αρετή.

Χαλίλ Γκιμπράν, Σκέψεις και διαλογισμοί

Η αληθινή αιτία του πόνου σύμφωνα με τον Βουδισμό

Στον κόσμο του Βουδισμού, υπάρχει ένα πράγμα που προκαλεί πόνο και ταλαιπωρία στην ζωή μας. Παρόλο που ίσως νομίζετε ότι υπάρχουν πολλά πράγματα που σας κάνουν να υποφέρετε, ρεαλιστικά όλα αυτά είναι αποτελέσματα αυτού του ενός.

Μία από τις τέσσερις ευγενείς αλήθειες (η δεύτερη αλήθεια) λέει ότι ο πόνος προκαλείται από εγωιστικές λαχτάρες και προσωπικές επιθυμίες, που κατά μία έννοια είναι το ίδιο. Όσο πιο προσκολλημένοι είμαστε στις επιθυμίες μας τόσο περισσότερο θα υποφέρουμε. Η αιτία του πόνου ονομάζεται samudaya ή tanha. Βασικά είναι η επιθυμία μας να ελέγχουμε τα πράγματα και να αποκτήσουμε όσα επιθυμούμε.

Η ταλαιπωρία έρχεται επειδή δεν θέτουμε ρεαλιστικές προσδοκίες για τον εαυτό μας και για τους ανθρώπους γύρω μας. Προσκολλούμαστε τόσο πολύ σε ιδέες και ελπίζουμε σε τόσα πολλά ώστε δεν μπορούμε να δούμε το που βρισκόμαστε τώρα στην ζωή μας. Καταλήγουμε να απογοητεύουμε τον εαυτό μας και να του προκαλούμε πόνο.

Όταν θέλουμε να σταματήσουμε να υποφέρουμε, πρέπει να αφήσουμε αυτή την προσκόλληση. Έτσι, θα έχουμε μια πιο ευτυχισμένη ζωή και θα είμαστε πολύ πιο χαρούμενοι. Το να μην προσκολληθούμε γι αυτούς που δεν γνωρίζουν δεν είναι το ίδιο με την «απόσπαση». Όταν δεν προσκολλάστε σε αυτές τις ιδέες τις γνωρίζετε, αλλά εσείς αποφασίζετε για την ζωή σας και βασίζεστε στην επίγνωση σας.

Το Ζen Ηabits εξηγεί τα παρακάτω σχετικά με το να αφήσετε τις προσκολλήσεις σας και να μειώσετε την ταλαιπωρία στην ζωή σας:

Ο τρόπος αντιμετώπισης των προσκολλήσεων δεν είναι απλός και απαιτεί πρακτική.

Να διαλογίζεστε καθημερινά. Εστιάστε στην αναπνοή σας για μερικά λεπτά κάθε πρωί. Δείτε τον πόνο, την ταλαιπωρία και τις προσκολλήσεις σας καθώς διαλογίζεστε.

Μετά από μερικές βδομάδες, προσθέστε στον διαλογισμό την συμπόνια. Ευχηθείτε να τελειώσουν οι ταλαιπωρίες σας, έπειτα επεκταθείτε και σε άλλους ανθρώπους της ζωής σας και στο τέλος σε όλα τα ζωντανά όντα.

Μάθετε να βλέπετε την αλληλεξάρτηση σας με τους άλλους και αποδεχθείτε το παρόν έτσι όπως είναι. Κάντε μικρά βήματα. Διευρύνετε σταδιακά το μυαλό σας για να συμπεριλάβετε και άλλα πράγματα στην παρούσα στιγμή.

Τότε, όταν μια δύσκολη προσκόλληση εμφανιστεί στην ζωή σας δείτε τον πόνο, δείτε αυτή την ίδια και επεκτείνετε το μυαλό σας πέρα από αυτή. Δώστε του συμπόνια και δείτε πως είστε μεγαλύτεροι από αυτή την προσκόλληση. Αφήστε την να υπάρχει εκεί σαν ένα μικρό σύννεφο που αιωρείται αντί να βυθίζεστε σε αυτή.

Με την πρακτική, αυτή η μέθοδος μπορεί να οδηγήσει στο να είστε ικανοποιημένοι με το παρόν, να κάνετε φοβερές σχέσεις και να μειώσει την αναβλητικότητα και τους περισπασμούς.

Αν θέλετε να σταματήσετε να είστε παγιδευμένοι στην ζωή σας πρέπει να είστε πρόθυμοι να αφήσετε τις επιθυμίες σας σε κάποια επίπεδα και να κινηθείτε προς ένα νέο φως. Ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές σας πεποιθήσεις, αυτή η Βουδιστική έννοια μπορεί να κάνει θαύματα. Το να βρίσκεστε στο παρόν και το να αφήσετε τον εγωισμό, ο οποίος κάνει τόσους πολλούς να είναι κολλημένοι, θα σας κάνει πολύ πιο χαρούμενους μακροπρόθεσμα.

Ανεξάρτητα από την κατάσταση στην οποία έχετε κολλήσει, μπορείτε να ξεφύγετε. Βοηθήστε τους άλλους και βοηθήστε τον εαυτό σας, η ζωή είναι πολύ μικρή για να είστε μίζεροι.

Είναι πολύ λίγοι εκείνοι που ξέρουν να σκέφτονται πραγματικά

Είναι πολύ ενδιαφέρον, ξέρετε, ν’ ανακαλύψει κανείς τι είναι μάθηση. Μαθαίνουμε από κάποιο βιβλίο ή από κάποιο δάσκαλο μαθηματικά, γεωγραφία, ιστορία- μαθαίνουμε πού βρίσκονται το Λονδίνο, η Μόσχα ή η Νέα Υόρκη- μαθαίνουμε πώς λειτουργεί κάποιο μηχάνημα, πώς χτίζουν τις φωλιές τους τα πουλιά και πώς φροντίζουν τα μικρά τους. Μαθαίνουμε μελετώντας και παρατηρώντας. Αυτός είναι ο ένας τρόπος μάθησης.

Υπάρχει, όμως, κι ένας άλλος τρόπος μάθησης: Η μάθηση που έρχεται μέσα από την εμπειρία. Όταν βλέπουμε ένα καΐκι στο ποτάμι, με τα πανιά του να καθρεφτίζονται στα ήσυχα νερά, αυτό δεν είναι μια εκπληκτική εμπειρία; Και τι συμβαίνει μετά; Το μυαλό μας αποθηκεύει αυτή την εμπειρία ακριβώς όπως αποθηκεύει τη γνώση, και το επόμενο απόγευμα πηγαίνουμε πάλι στο ίδιο μέρος για να δούμε το καΐκι, ελπίζοντας ότι θα νιώθουμε το ίδιο πράγμα – χαρά και γαλήνη, που έρχονται τόσο σπάνια στη ζωή μας. Έτσι, το μυαλό μας αποθηκεύει επιμελώς εμπειρίες, και αυτή η αποθήκευση εμπειριών με τη μορφή μνήμης είναι που δημιουργεί τη σκέψη, έτσι δεν είναι; Αυτό που ονομάζουμε σκέψη είναι αντίδραση της μνήμης.

Βλέπετε, είναι πολύ λίγοι εκείνοι που ξέρουν να σκέφτονται πραγματικά. Οι περισσότεροι από εμάς απλώς επαναλαμβάνουμε ό,τι έχουμε διαβάσει σε κάποιο βιβλίο ή ό,τι μας έχει πει κάποιος άλλος, ή η σκέψη μας είναι αποτέλεσμα της δικής μας πολύ περιορισμένης εμπειρίας. Ακόμη κι αν ταξιδέψουμε σε ολόκληρο τον κόσμο και αποκτήσουμε αμέτρητες εμπειρίες, ακόμη κι αν συναντήσουμε πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους και ακούσουμε τι έχουν να μας πουν, ακόμη κι αν μελετήσουμε τα έθιμά τους, τη θρησκεία τους, τις συνήθειές τους, εκείνο που θα συγκρατήσουμε θα είναι η ανάμνηση όλων αυτών, στην οποία βασίζεται αυτό που ονομάζουμε σκέψη. Συγκρίνουμε, κατακρίνουμε, επιλέγουμε, και από αυτή τη διαδικασία ελπίζουμε να βρούμε κάποια λογική στάση ζωής. Αλλά αυτού του είδους οι σκέψεις είναι πολύ περιορισμένες, είναι κλεισμένες μέσα σε μια πολύ μικρή περιοχή. Έχουμε κάποια εμπειρία, όπως όταν βλέπουμε μια βάρκα στο ποτάμι ή κάποιο σώμα που το μεταφέρουν για να το κάψουν ή μια χωριάτισσα που κουβαλάει ένα βαρύ φορτίο, όλες αυτές οι εμπειρίες είναι εκεί, μπροστά στα μάτια μας, αλλά είμαστε τόσο αναίσθητοι που δεν μπαίνουν βαθιά μέσα μας για να ωριμάσουν. Αλλά μόνο μέσα από την ευαισθησία για τα πάντα γύρω μας μπορεί ν’ αρχίσει να υπάρχει ένας διαφορετικός τρόπος σκέψης που δεν θα είναι περιορισμένος από τη διαμόρφωσή μας.

Αν προσκολληθείτε σε κάποια θρησκεία ή σε μια ιδεολογία, θα βλέπετε τα πάντα μέσα από το πρίσμα των αντίστοιχων πιστεύω ή παραδόσεων και δεν θα έχετε καμία επαφή με την πραγματικότητα. Έχετε προσέξει ποτέ τις γυναίκες του γειτονικού χωρίου την ώρα που κουβαλάνε κάποιο βαρύ φορτίο στο κεφάλι τους για να το πάνε στην πόλη; Όταν το κάνετε, τι συμβαίνει μέσα σας, τι νιώθετε; Ή εκείνο που συμβαίνει είναι ότι έχετε δει αυτές τις γυναίκες τόσο πολλές φορές που δεν νιώθετε τίποτα πια, επειδή απλώς έχετε συνηθίσει το θέαμα; Αλλά ακόμη κι όταν παρατηρείτε κάτι για πρώτη φορά, τι συμβαίνει; Αυτομάτως ερμηνεύετε αυτό που βλέπετε σύμφωνα με τα πιστεύω σας, έτσι δεν είναι; Βιώνετε αυτό που βλέπετε σύμφωνα με τις ιδέες στις οποίες πιστεύετε, είστε κομμουνιστής, σοσιαλιστής, καπιταλιστής ή οτιδήποτε άλλο σε “-ιστής”. Αντιθέτως, αν δεν είστε τίποτε από όλα αυτά κι έτσι δεν αντιλαμβάνεστε την πραγματικότητα μέσα από κάποιο φίλτρο ιδεών ή πιστεύω, αλλά έχετε πραγματικά άμεση επαφή με αυτή, τότε θα δείτε τι εξαιρετική σχέση υπάρχει ανάμεσα σε εσάς και σε ό,τι παρατηρείτε. Αν δεν είσαι προκατειλημμένος και είσαι ανοιχτός σε όλα, τότε τα πάντα γύρω σου αποκτούν εξαιρετικό ενδιαφέρον, είναι απίστευτα ζωντανά.

Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό, όσο είναι νέος κανείς, να παρατηρεί τα πάντα: τη βάρκα που κυλάει στο ποτάμι, το τρένο που περνάει, τη γυναίκα που κουβαλάει κάποιο βαρύ φορτίο, την αναίδεια του πλούσιου, την υπεροψία των υπουργών, των «μεγάλων», εκείνων που νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα. Πρέπει απλώς να παρατηρείς χωρίς να κάνεις κριτική, επειδή από τη στιγμή που κάνεις κριτική παύεις να έχεις επαφή με τους άλλους, έχεις ήδη σηκώσει έναν τοίχο ανάμεσα σε σένα και σ’ εκείνους. Αν όμως παρατηρείς απλώς, τότε έχεις άμεση επαφή με τους ανθρώπους και με τα πράγματα. Αν μπορείς να παρατηρείς διαρκώς, με οξυδέρκεια, αλλά χωρίς να κρίνεις, χωρίς να βγάζεις συμπεράσματα, θα ανακαλύψεις ότι η σκέψη σου θα γίνει εντυπωσιακά ακριβής. Τότε δεν σταματάς να μαθαίνεις.

Παντού γύρω σας υπάρχουν η γέννηση και ο θάνατος, το κυνήγι του χρήματος, κάποιας θέσης, της εξουσίας, όλα αυτά τα πράγματα που εμείς ονομάζουμε ζωή. Αναρωτιέστε καμιά φορά, ακόμη κι εσείς που είστε πολύ νέοι, για ποιο λόγο γίνονται όλα αυτά; Οι περισσότεροι από εμάς, βλέπετε, ζητάμε κάποια απάντηση, θέλουμε να μας πει κάποιος για ποιο λόγο γίνονται όλα αυτά, κι έτσι διαβάζουμε βιβλία -πολιτικά ή θρησκευτικά- ή περιμένουμε από κάποιον «φωτισμένο» να μας απαντήσει. Κανείς, όμως, δεν μπορεί να το κάνει αυτό, επειδή η ζωή δεν είναι κάτι που μπορεί να κατανοηθεί μέσα από κάποιο βιβλίο, ούτε μπορείς να βρεις το νόημά της ακολουθώντας κάποιον ή κάνοντας προσευχές. Εσείς κι εγώ πρέπει να την κατανοήσουμε από μόνοι μας, πράγμα που μπορούμε να κάνουμε μόνο αν είμαστε γεμάτοι ζωντάνια, πολύ σβέλτοι, προσεκτικοί, παρατηρητικοί, δείχνοντας ενδιαφέρον για τα πάντα γύρω μας, και τότε θα ανακαλύψουμε τι σημαίνει να είσαι πραγματικά ευτυχισμένος.

Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι δυστυχισμένοι, και είναι δυστυχισμένοι επειδή δεν υπάρχει αγάπη στην καρδιά τους. Η αγάπη γεννιέται μέσα στην καρδιά σου όταν δεν υπάρχει τοίχος ανάμεσα σε σένα και τον άλλο- όταν τους ανθρώπους που συναντάς τους παρατηρείς χωρίς να τους κρίνεις· όταν κοιτάς μια βάρκα μ’ ανοιχτά πανιά να κυλάει στο ποτάμι και απλώς θαυμάζεις την ομορφιά της. Μην αφήνετε τις προκαταλήψεις σας να σας εμποδίζουν να παρατηρείτε τους ανθρώπους και όσα συμβαίνουν. Απλώς να παρατηρείτε, και θα ανακαλύψετε ότι με αυτού του είδους την απλή παρατήρηση, των δέντρων, των πουλιών, των ανθρώπων- που περπατάνε, που δουλεύουν, που χαμογελάνε, κάτι γίνεται μέσα σας. Χωρίς να γίνεται αυτό το εξαιρετικό πράγμα μέσα σας, χωρίς την εμφάνιση δηλαδή της αγάπης στην καρδιά σας, η ζωή έχει πολύ λίγη σημασία.

Σε όσους τη νύχτα ονειρεύονται

Άνθρωποι που στον ύπνο τους τη νύχτα ονειρεύονται γνωρίζουν ένα ξεχωριστό είδος ευτυχίας που δεν περικλείεται στον κόσμο της ημέρας, μια γαλήνια έκσταση και άνεση στην καρδιά που είναι σαν μέλι στη γλώσσα. Γνωρίζουν επίσης ότι η πραγματική δόξα των ονείρων ενυπάρχει στην ατμόσφαιρα της απεριόριστης ελευθερίας τους. Δεν είναι η ελευθερία του δικτάτορα που επιβάλλει τη βούλησή του στον κόσμο, αλλά η ελευθερία του καλλιτέχνη που δεν έχει βούληση, που είναι ελεύθερος από βούληση. 

Η απόλαυση του αληθινού ονειροπόλου δεν έγκειται στην ουσία του ονείρου, αλλά στο ότι εκεί συμβαίνουν πράγματα στα οποία ο ίδιος δεν έχει την παραμικρή ανάμειξη, και βρίσκονται εντελώς έξω από τον δικό του έλεγχο. Μεγάλα τοπία αυτοδημιουργούνται, μεγάλες εξαίσιες εικόνες, πλούσια και φίνα χρώματα, δρόμοι, σπίτια που ποτέ δεν έχει δει, ούτε ακούσει για αυτά. Ξένοι εμφανίζονται και είναι φίλοι ή εχθροί, παρότι το πρόσωπο που ονειρεύεται δεν έχει ποτέ κάνει τίποτα για αυτά. 

Οι ιδέες φυγής και αναζήτησης επανέρχονται στα όνειρα εξίσου γοητευτικές. Κι όλοι λένε υπέροχα πνευματώδη σχόλια. Είναι αλήθεια ότι, αν τα φέρει στον νου του την ημέρα, ξεθωριάζουν και χάνουν το νόημά τους γιατί ανήκουν σ’ ένα άλλο πεδίο, αλλά, μόλις αυτός που ονειρεύεται ξαπλώνει τη νύχτα, η ροή κλείνει και πάλι, κι εκείνος θυμάται πόσο υπέροχα ήταν. Περιβάλλεται διαρκώς από ένα αίσθημα απέραντης ελευθερίας που τον διατρέχει σαν αέρας, σαν φως – μια υπερκόσμια ευδαιμονία. Είναι ένα άτομο προνομιούχο όποιος δεν έχει τίποτα να κάνει, αλλά για την ανάπτυξη και την ευχαρίστησή του συμπράττουν όλα. 

Οι βασιλιάδες της Ταρσίδος θα του προσφέρουν δώρα. Λαμβάνει μέρος σε μια μεγάλη μάχη ή γιορτή και αναρωτιέται αν πρέπει, εν μέσω αυτών των γεγονότων, να είναι τόσο προνομιούχος, ώστε να μένει ξαπλωμένος. Όταν αρχίζεις να χάνεις τη συνείδηση της ελευθερίας και όταν η ιδέα της αναγκαιότητας εισβάλλει στον κόσμο, όταν υπάρχει κάτι βιαστικό και επείγον, όταν έχεις να γράψεις ένα γράμμα, να προφτάσεις το τρένο, όταν πρέπει να δουλέψεις για να μπορούν τα άλογα του ονείρου να καλπάσουν και τα τουφέκια να ρίξουν, τότε είναι που το όνειρο εξασθενεί και μετατρέπεται σε εφιάλτη – το χειρότερο και κατώτερο είδος ονείρου.

Σωκράτης: Όσο γι’ αυτήν καθαυτήν την προοπτική του θανάτου

Μια ιστορία λέει ότι , καθώς ο Σωκράτης αποχωρούσε από το δικαστήριο, ένας αφοσιωμένος αλλά κάπως αγαθός θαυμαστής του που ονομαζόταν Απολλόδωρος είπε θρηνώντας πως το σκληρότερο πράγμα που έπρεπε να αντέξει ήταν ότι ο Σωκράτης θανατωνόταν άδικα. «Τι;» είπε ο Σωκράτης, προσπαθώντας να τον παρηγορήσει. «Θα προτιμούσες να θανατωνόμουν δίκαια;»

Όσο γι’ αυτήν καθαυτήν την προοπτική του θανάτου, ο Σωκράτης ήταν ήδη πολύ ηλικιωμένος και, ούτως ή άλλως κοντά στον θάνατο, όπως τουλάχιστον λέει, και είχε ζήσει μια ωραία και χρήσιμη ζωή.

Επιπλέον ισχυρίζεται ότι το να φοβάται κανείς τον θάνατο δεν είναι παρά μία ακόμα μορφή του να θεωρεί κάποιος πως είναι σοφός, ενώ δεν είναι… Κανείς δεν ξέρει σχετικά με τον θάνατο, αν στην πραγματικότητα είναι η μεγαλύτερη ευλογία που μπορεί να συμβεί σ’ έναν άνθρωπο, όμως οι άνθρωποι τον τρέμουν σαν να είναι βέβαιοι πως είναι το μεγαλύτερο κακό, και αυτή η άγνοια, το να θεωρεί κάποιος πως γνωρίζει αυτό που δεν γνωρίζει, είναι βεβαιότατα άγνοια ολωσδιόλου αξιοκατάκριτη… και αν θα ισχυριζόμουν πως είμαι σοφότερος από τον διπλανό μου σε κάποιο σημείο, θα ήταν σε αυτό… ότι, ενώ δεν κατέχω καμία ουσιαστική γνώση γι’ αυτά που συμβαίνουν μετά θάνατον, έχω και την επίγνωση ότι δεν την κατέχω.

Εάν υπήρχε μεταθανάτια ζωή, προσέθεσε, θα είχε την ευκαιρία να γνωρίσει «ήρωες της παλιάς εποχής που βρήκαν τον θάνατο ύστερα από μια άδικη δίκη, και να συγκρίνω την τύχη μου με τη δική τους – αυτό θα ήταν μάλλον διασκεδαστικό».

Τι είναι η αρχαία τραγωδία

Αρχαία Ελληνική Τραγωδία: Θεωρία και πράξη

§1. Η αρχαία τραγωδία αποτελεί κορυφαίο είδος της δραματικής ποίησης. Η τελευταία αναπτύχθηκε κυρίως κατά την κλασική εποχή και συμπίπτει με την ακμή της Αθηναϊκής δημοκρατίας. Είναι, εν πολλοίς, φυσική συνέχεια της επικής και της λυρικής ποίησης, θεμελιωδώς της χορικής ποίησης. Ονομάστηκε δραματική από το δράμα. Το τελευταίο είναι ένα θεατρικό-ποιητικό έργο που δεν απαγγέλλεται αλλά παρουσιάζεται στη σκηνή ως θέαμα μπροστά σε κοινό. Η πολιτική δημοκρατία της Αθήνας και η παράσταση του θεατρικού έργου, γενικότερα το θέατρο, έχουν κοινό στοιχείο τον διάλογο. Στο θέατρο, ο διάλογος γίνεται ανάμεσα στους υποκριτές. Επίσης ανάμεσα στον Χορό και τους υποκριτές. Κατ’ αυτόν το διάλογο δημιουργούνται προϋποθέσεις ή παρέχονται δυνατότητες για να ακούγονται διαφορετικές γνώμες και να αναπτύσσεται ένας πλουραλιστικός, κατά το δυνατό, προβληματισμός.

§2. Σήμερα γνωρίζουμε την αρχαία τραγωδία, έτσι όπως την εκφράζουν οι τρεις μεγάλοι τραγικοί: Αισχύλος (525 - 456 π.Χ. περίπου). Σοφοκλής (497 - 406 π.Χ). Ευριπίδης (484 - 406 π.Χ). Ως λογοτεχνικό είδος είναι δημιούργημα της Αθήνας και με βασικό χαρακτηριστικό τον υψηλό στοχασμό. Η γένεσή της ωστόσο χρονολογείται γύρω στο 536/535. Τότε χρονολογείται ο πρώτος τραγικός αγώνας. Από τα αποσπάσματα που έχουν συλλεχθεί ως τώρα φαίνεται πως πέρα από τους τρεις προαναφερθέντες ποιητές υπήρξαν γύρω στους 216 τραγικούς ποιητές. Πρώτος που αναφέρεται ως ο εφευρέτης του εν λόγω είδους είναι ο Θέσπις. Πέραν του ονόματος τίποτε άλλο δεν είναι γνωστό, εκτός από υποθέσεις και εικασίες. Επιβεβαιωμένα πρώτος ιστορικός δημιουργός της τραγωδίας θεωρείται ο Φρύνιχος. Έργα του: Μιλήτου άλωσις, Φοίνισσαι. Από άποψη γενικής θεώρησης, η καταγωγή της τραγωδίας αναζητείται: α) στη θρησκεία: ίσως να προέρχεται από τα άσματα προς τιμήν του Διονύσου κα τους χορούς των σατύρων ή από τι επιτάφιες λατρείες. β) Στη λογοτεχνία [=από το έπος και τους αγώνες των ραψωδών] ή στην πολιτική [=θέσπιση πρώτων τραγικών αγώνων επί Πεισιστράτου].

§3. Υπό μια γενική έποψη, η τραγωδία συνδέεται πολλαπλώς με την πολιτεία. Η τελευταία οργάνωνε τις εκδηλώσεις, όπου αναπαρίστατο το έργο. Όριζε τους ηθοποιούς [=τον πρωταγωνιστή και τους ακολούθους του] στους ποιητές που διαγωνίζονταν. Οι ηθοποιοί μπορούσαν να είναι Αθηναίοι αλλά και ξένοι. Ακόμη προέκρινε τη συγκρότηση του θεωρικού, δηλαδή του ταμείου θεαμάτων, που χορηγούσε κάποια αποζημίωση στους πιο φτωχούς πολίτες για να παρακολουθούν θεατρικές παραστάσεις. Εξάλλου, το θέατρο στην Πόλιν ήταν ανοικτό. Οι παραστάσεις γίνονταν στο θέατρο του Διονύσου ή πριν υπάρξει αυτό στην αγορά. Σημειωτέο πως η αγορά αποτελούσε το κέντρο της πολιτικής ζωής και δεν ήταν κάποιος ιδιωτικός χώρος. Ακόμη, η Πόλις ήταν όχι λιγότερο παρούσα στην ίδια τη διεξαγωγή των αγώνων. Επιτροπή κριτών, επιλεγμένων δια κλήρωσης, επιφορτιζόταν με το καθήκον να ανακηρύσσει τους νικητές, ενώ αμέσως μετά τον διαγωνισμό λάμβανε χώρα συνέλευση, όπου αποτιμούσαν τον όλο τρόπο διεξαγωγής των αγώνων και υπέβαλλαν σε λογοδοσία τους υπεύθυνους εκείνους επισήμους, που έφεραν την ευθύνη των αγώνων.

§4. Σε κάθε περίπτωση, το θέατρο της Αθήνας δεν ήταν αποκομμένο από την πολιτική. Υπήρχε προγραμματισμένη αναλογία ανάμεσα στις παραστάσεις του θεάτρου και τις δραστηριότητες της πολιτικής. Έτσι, όταν διεξάγονταν τα Μεγάλα Διονύσια, δεν λειτουργούσε ούτε η εκκλησία του δήμου ούτε τα δικαστήρια. Ενδεικτικό επίσης στοιχείο, για τον δημόσιο χαρακτήρα των τραγικών αγώνων αλλά και ο τόπος του θεάτρου, ήταν και η καλλιέργεια ενός υγιούς συναγωνιστικού πνεύματος, σε ένα πλαίσιο πάντοτε που τον τελικό λόγο είχε η Πόλις. Οι ποιητές διαγωνίζονταν για το πρώτο βραβείο και έβλεπαν τη νίκη τους ως στοιχείο δημόσιας αναγνώρισης.

§5. Το γεγονός ωστόσο ότι οι τραγικοί αγώνες και οι θεατρικές παραστάσεις είναι δημόσιες τελετές δεν σημαίνει πως η τραγωδία λειτουργούσε ως προπαγανδιστικός μηχανισμός για τα συμφέροντα του ενός ή του άλλου πολιτικού ανδρός. Τόσο από άποψη περιεχομένου όσο και από εκείνη της θεατρικής της προβολής, η τραγωδία δεν συμπορεύεται με την καθημερινή πολιτική ούτε υπηρετεί τρέχοντα μηνύματα πολιτικής προπαγάνδας. Ο κριτικός χαρακτήρας του τραγικού λόγου, απεναντίας, αποτελεί μια καλή, δυνατή προϋπόθεση για την ίδια την πολιτική δημοκρατία: να προβαίνει σε αυτοκάθαρση και σε αναβάθμιση του πολιτικού της λόγου. Δεν αποκλείονται, ωστόσο, και περιπτώσεις, όπου ο υψηλός τραγικός λόγος δεν είναι τόσο εύπεπτος για τις χαμηλής στάθμης πολιτικές. Σε καμιά περίπτωση πάντως ο λόγος της τραγωδίας δεν παύει να είναι πολιτικός, με το ευρύτερο νόημα ότι ενδιαφέρεται για τον άνθρωπο ως ενεργό πολίτη της Πόλεως και δεν περιορίζεται σε ιδιωτικής φύσης θέματα.

ΠΛΑΤΩΝ: Πολιτεία (477c-478d)

[477c] Φήσομεν δυνάμεις εἶναι γένος τι τῶν ὄντων, αἷς δὴ καὶ ἡμεῖς δυνάμεθα ἃ δυνάμεθα καὶ ἄλλο πᾶν ὅτι περ ἂν δύνηται, οἷον λέγω ὄψιν καὶ ἀκοὴν τῶν δυνάμεων εἶναι, εἰ ἄρα μανθάνεις ὃ βούλομαι λέγειν τὸ εἶδος.Ἀλλὰ μανθάνω, ἔφη.
Ἄκουσον δὴ ὅ μοι φαίνεται περὶ αὐτῶν. δυνάμεως γὰρ ἐγὼ οὔτε τινὰ χρόαν ὁρῶ οὔτε σχῆμα οὔτε τι τῶν τοιούτων οἷον καὶ ἄλλων πολλῶν, πρὸς ἃ ἀποβλέπων ἔνια διορίζομαι παρ᾽ ἐμαυτῷ τὰ μὲν ἄλλα εἶναι, τὰ δὲ ἄλλα· δυνάμεως [477d] δ᾽ εἰς ἐκεῖνο μόνον βλέπω ἐφ᾽ ᾧ τε ἔστι καὶ ὃ ἀπεργάζεται, καὶ ταύτῃ ἑκάστην αὐτῶν δύναμιν ἐκάλεσα, καὶ τὴν μὲν ἐπὶ τῷ αὐτῷ τεταγμένην καὶ τὸ αὐτὸ ἀπεργαζομένην τὴν αὐτὴν καλῶ, τὴν δὲ ἐπὶ ἑτέρῳ καὶ ἕτερον ἀπεργαζομένην ἄλλην. τί δὲ σύ; πῶς ποιεῖς;
Οὕτως, ἔφη.
Δεῦρο δὴ πάλιν, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὦ ἄριστε. ἐπιστήμην πότερον δύναμίν τινα φῂς εἶναι αὐτήν, ἢ εἰς τί γένος τιθεῖς;
Εἰς τοῦτο, ἔφη, πασῶν γε δυνάμεων ἐρρωμενεστάτην.
[477e] Τί δέ, δόξαν εἰς δύναμιν ἢ εἰς ἄλλο εἶδος οἴσομεν;
Οὐδαμῶς, ἔφη· ᾧ γὰρ δοξάζειν δυνάμεθα, οὐκ ἄλλο τι ἢ δόξα ἐστίν.
Ἀλλὰ μὲν δὴ ὀλίγον γε πρότερον ὡμολόγεις μὴ τὸ αὐτὸ εἶναι ἐπιστήμην τε καὶ δόξαν.
Πῶς γὰρ ἄν, ἔφη, τό γε ἀναμάρτητον τῷ μὴ ἀναμαρτήτῳ ταὐτόν τις νοῦν ἔχων τιθείη;
Καλῶς, ἦν δ᾽ ἐγώ, καὶ δῆλον ὅτι ἕτερον ἐπιστήμης δόξα [478a] ὁμολογεῖται ἡμῖν.
Ἕτερον.
Ἐφ᾽ ἑτέρῳ ἄρα ἕτερόν τι δυναμένη ἑκατέρα αὐτῶν πέφυκεν;
Ἀνάγκη.
Ἐπιστήμη μέν γέ που ἐπὶ τῷ ὄντι, τὸ ὂν γνῶναι ὡς ἔχει;
Ναί.
Δόξα δέ, φαμέν, δοξάζειν;
Ναί.
Ἦ ταὐτὸν ὅπερ ἐπιστήμη γιγνώσκει; καὶ ἔσται γνωστόν τε καὶ δοξαστὸν τὸ αὐτό; ἢ ἀδύνατον;
Ἀδύνατον, ἔφη, ἐκ τῶν ὡμολογημένων· εἴπερ ἐπ᾽ ἄλλῳ ἄλλη δύναμις πέφυκεν, δυνάμεις δὲ ἀμφότεραί ἐστον, δόξα τε [478b] καὶ ἐπιστήμη, ἄλλη δὲ ἑκατέρα, ὥς φαμεν, ἐκ τούτων δὴ οὐκ ἐγχωρεῖ γνωστὸν καὶ δοξαστὸν ταὐτὸν εἶναι.
Οὐκοῦν εἰ τὸ ὂν γνωστόν, ἄλλο τι ἂν δοξαστὸν ἢ τὸ ὂν εἴη;
Ἄλλο.
Ἆρ᾽ οὖν τὸ μὴ ὂν δοξάζει; ἢ ἀδύνατον καὶ δοξάσαι τό γε μὴ ὄν; ἐννόει δέ. οὐχ ὁ δοξάζων ἐπὶ τὶ φέρει τὴν δόξαν; ἢ οἷόν τε αὖ δοξάζειν μέν, δοξάζειν δὲ μηδέν;
Ἀδύνατον.
Ἀλλ᾽ ἕν γέ τι δοξάζει ὁ δοξάζων;
Ναί.
Ἀλλὰ μὴν μὴ ὄν γε οὐχ ἕν τι ἀλλὰ μηδὲν ὀρθότατ᾽ ἂν [478c] προσαγορεύοιτο;
Πάνυ γε.
Μὴ ὄντι μὴν ἄγνοιαν ἐξ ἀνάγκης ἀπέδομεν, ὄντι δὲ γνῶσιν;
Ὀρθῶς, ἔφη.
Οὐκ ἄρα ὂν οὐδὲ μὴ ὂν δοξάζει;
Οὐ γάρ.
Οὔτε ἄρα ἄγνοια οὔτε γνῶσις δόξα ἂν εἴη;
Οὐκ ἔοικεν.
Ἄρ᾽ οὖν ἐκτὸς τούτων ἐστίν, ὑπερβαίνουσα ἢ γνῶσιν σαφηνείᾳ ἢ ἄγνοιαν ἀσαφείᾳ;
Οὐδέτερα.
Ἀλλ᾽ ἆρα, ἦν δ᾽ ἐγώ, γνώσεως μέν σοι φαίνεται δόξα σκοτωδέστερον, ἀγνοίας δὲ φανότερον;
Καὶ πολύ γε, ἔφη.
[478d] Ἐντὸς δ᾽ ἀμφοῖν κεῖται;
Ναί.
Μεταξὺ ἄρα ἂν εἴη τούτοιν δόξα.
Κομιδῇ μὲν οὖν.
Οὐκοῦν ἔφαμεν ἐν τοῖς πρόσθεν, εἴ τι φανείη οἷον ἅμα ὄν τε καὶ μὴ ὄν, τὸ τοιοῦτον μεταξὺ κεῖσθαι τοῦ εἰλικρινῶς ὄντος τε καὶ τοῦ πάντως μὴ ὄντος, καὶ οὔτε ἐπιστήμην οὔτε ἄγνοιαν ἐπ᾽ αὐτῷ ἔσεσθαι, ἀλλὰ τὸ μεταξὺ αὖ φανὲν ἀγνοίας καὶ ἐπιστήμης;
Ὀρθῶς.
Νῦν δέ γε πέφανται μεταξὺ τούτοιν ὃ δὴ καλοῦμεν δόξαν;
Πέφανται.

***
[477c] Όταν λέμε δυνάμεις, εννοούμε ένα κάποιο είδος υπάρξεως, που χάρη σ᾽ αυτές και μεις μπορούμε να κάνομε εκείνα που μπορούμε και ό,τι άλλο μπορεί να κάνει κάτι· δυνάμεις λόγου χάρη λέγω την όραση και την ακοή και πιστεύω να καταλαβαίνεις τί θέλω να εννοήσω μ᾽ αυτό το γενικό όνομα.
Ναι, καταλαβαίνω.
Άκουσε λοιπόν ποιά είναι η ιδέα μου απάνω σ᾽ αυτό. Δε βλέπω να έχει η δύναμη ούτε χρώμα ούτε σχήμα, ούτε τίποτα από τα τέτοια που βρίσκονται σε πολλά άλλα πράματα και που σ᾽ αυτά αποβλέποντας ξεχωρίζω μόνος μου τα διάφορα αντικείμενα μεταξύ τους· όταν όμως πρόκειται για δύναμη, [477d] σ᾽ αυτό μονάχα αποβλέπω, ποιός είναι ο προορισμός της και ποιό το αποτέλεσμά της, κι απάνω σ᾽ αυτά στηρίζομαι για να χαρακτηρίσω δύναμη την καθεμιά τους, και θεωρώ όμοιες τις δυνάμεις που έχουν τον ίδιο προορισμό και αποτέλεσμα και διαφορετικές πάλι όσες έχουν διαφορετικό. Εσύ πώς κάνεις;
Το ίδιο κι εγώ.
Ας γυρίσομε λοιπόν, φίλτατέ μου, στο θέμα μας. Την επιστήμη την παραδέχεσαι για δύναμη, ή την βάζεις σε κανένα άλλο είδος και σε ποιό;
Για δύναμη βέβαια και μάλιστα την πιο δυνατή απ᾽ όλες τις δυνάμεις.
[477e] Και η δοξασία; δύναμη είναι κι αυτή ή σε άλλο είδος θα την κατατάξομε;
Καθόλου· γιατί κι η δοξασία είναι μια δύναμη, που μ᾽ αυτή μπορούμε να φανταζόμαστε κατιτί.
Αλλά λίγο πριν παραδέχτηκες πως άλλο είναι η επιστήμη κι άλλο η δοξασία.
Και βέβαια· γιατί πώς μπορεί άνθρωπος με νου να θεωρήσει το ίδιο ένα πράγμα άσφαλτο κι ένα όχι άσφαλτο;
Πάει καλά, και το παίρνομε πια για ολοφάνερο πως άλλο [478a] είναι η επιστήμη κι άλλο η δοξασία.
Μάλιστα.
Ώστε η καθεμιά τους, αφού έχει διαφορετική από την άλλη δύναμη, είναι προορισμένη από τη φύση για κάτι διαφορετικό.
Ανάγκη πάσα.
Και δεν είναι προορισμός της επιστήμης εκείνο που πραγματικά υπάρχει να το γνωρίζει με ποιόν ακριβώς τρόπο υπάρχει;
Ναι.
Και της δοξασίας πάλι, να φαντάζεται κάτι με την ιδέα της;
Ναι.
Ή να φαντάζεται το ίδιο που η επιστήμη γνωρίζει κι έτσι να είναι το ίδιο πράγμα εκείνο που πραγματικά γνωρίζεται μ᾽ εκείνο που με την ιδέα του το φαντάζεται κανείς; ή αυτό είναι αδύνατο;
Αδύνατο βέβαια, αφού, σύμφωνα μ᾽ όσα παραδεχτήκαμε, διαφορετική δύναμη είναι προορισμένη για διαφορετικό αντικείμενο, και είναι μεν η επιστήμη [478b] και η δοξασία δυνάμεις και οι δυο τους, διαφορετική όμως η μια από την άλλη, καθώς είπαμε· ώστε σύμφωνα μ᾽ αυτά με κανένα τρόπο δε μπορεί κάτι που γνωρίζεται πραγματικά, να είναι το ίδιο με κάτι που φαντάζεται κανείς.
Αν λοιπόν το ον είναι το γνωστό, τίποτα άλλο θα είναι το αντικείμενο της δοξασίας ή το ίδιο το ον;
Άλλο.
Να είναι λοιπόν τάχα το μη ον ή είναι αδύνατο και το μη ον να γίνεται αντικείμενο της δοξασίας; Και πρόσεξε να εννοήσεις: εκείνος που έχει μια δοξασία δεν την έχει για ένα κάτι; ή μπορεί να την έχει, χωρίς όμως αυτή να αναφέρεται σε τίποτα;
Αδύνατο.
Μα κάποιο λοιπόν πράγμα θα είναι πάντα το αντικείμενο της δοξασίας.
Μάλιστα.
Το μη ον όμως δεν είναι βέβαια κάποιο πράγμα, αλλά πολύ σωστά θα μπορούσαμε [478c] να το ονομάσομε μηδέν.
Και πολύ σωστά.
Αναγκαστήκαμε όμως ν᾽ αποδώσομε στο μη ον την άγνοια, και στο ον τη γνώση.
Μάλιστα.
Ώστε της δοξασίας δεν της μένει να έχει αντικείμενό της ούτε το ον ούτε το μη ον.
Έτσι είναι.
Δεν θα είναι λοιπόν η δοξασία ούτε άγνοια ούτε γνώση;
Έτσι φαίνεται.
Μην είναι λοιπόν άραγε έξω κι από τα δυο τους, σε τρόπο που να ξεπερνά ή τη γνώση ως προς τη σαφήνεια ή την άγνοια ως προς την ασάφεια;
Ούτε το ένα ούτε το άλλο.
Αλλά τότε μήπως παραδέχεσαι πως είναι η δοξασία κατιτί σκοτεινότερο από τη γνώση, φωτεινότερο όμως από την άγνοια;
Και πολύ βέβαια.
[478d] Ανάμεσα λοιπόν στα δυο θα είναι η θέση της;
Χωρίς αμφιβολία.
Δεν είπαμε όμως πριν πως, αν ήθελε βρεθεί κάτι έτσι που μαζί να είναι και να μην είναι ον, η θέση του θα ᾽τανε ανάμεσα στο πραγματικό ον και στο ολότελα μη ον και δεν θα ᾽χε να κάμει μ᾽ αυτό ούτε η επιστήμη ούτε η άγνοια, αλλά μια δύναμη που ήθελε φανεί πάλι μεταξύ της επιστήμης και της άγνοιας;
Σωστά.
Και τώρα πια βέβαια έχει βρεθεί πως το μεταξύ των δυο τους είναι αυτό ίσα ίσα που ονομάζομε δοξασία.
Έχει μάλιστα βρεθεί.