Δευτέρα 25 Μαΐου 2020

ΠΛΑΤΩΝ: Ἀπολογία Σωκράτους (22c-24b)

Τελευτῶν οὖν ἐπὶ τοὺς χειροτέχνας ᾖα· ἐμαυτῷ γὰρ
[22d] συνῄδη οὐδὲν ἐπισταμένῳ ὡς ἔπος εἰπεῖν, τούτους δέ γ᾽ ᾔδη ὅτι εὑρήσοιμι πολλὰ καὶ καλὰ ἐπισταμένους. καὶ τούτου μὲν οὐκ ἐψεύσθην, ἀλλ᾽ ἠπίσταντο ἃ ἐγὼ οὐκ ἠπιστάμην καί μου ταύτῃ σοφώτεροι ἦσαν. ἀλλ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ταὐτόν μοι ἔδοξαν ἔχειν ἁμάρτημα ὅπερ καὶ οἱ ποιηταὶ καὶ οἱ ἀγαθοὶ δημιουργοί —διὰ τὸ τὴν τέχνην καλῶς ἐξεργάζεσθαι ἕκαστος ἠξίου καὶ τἆλλα τὰ μέγιστα σοφώτατος εἶναι— καὶ αὐτῶν αὕτη ἡ πλημμέλεια ἐκείνην τὴν σοφίαν
[22e] ἀποκρύπτειν· ὥστε με ἐμαυτὸν ἀνερωτᾶν ὑπὲρ τοῦ χρησμοῦ πότερα δεξαίμην ἂν οὕτως ὥσπερ ἔχω ἔχειν, μήτε τι σοφὸς ὢν τὴν ἐκείνων σοφίαν μήτε ἀμαθὴς τὴν ἀμαθίαν, ἢ ἀμφότερα ἃ ἐκεῖνοι ἔχουσιν ἔχειν. ἀπεκρινάμην οὖν ἐμαυτῷ καὶ τῷ χρησμῷ ὅτι μοι λυσιτελοῖ ὥσπερ ἔχω ἔχειν.
Ἐκ ταυτησὶ δὴ τῆς ἐξετάσεως, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, 
[23a] πολλαὶ μὲν ἀπέχθειαί μοι γεγόνασι καὶ οἷαι χαλεπώταται καὶ βαρύταται, ὥστε πολλὰς διαβολὰς ἀπ᾽ αὐτῶν γεγονέναι, ὄνομα δὲ τοῦτο λέγεσθαι, σοφὸς εἶναι· οἴονται γάρ με ἑκάστοτε οἱ παρόντες ταῦτα αὐτὸν εἶναι σοφὸν ἃ ἂν ἄλλον ἐξελέγξω. τὸ δὲ κινδυνεύει, ὦ ἄνδρες, τῷ ὄντι ὁ θεὸς σοφὸς εἶναι, καὶ ἐν τῷ χρησμῷ τούτῳ τοῦτο λέγειν, ὅτι ἡ ἀνθρωπίνη σοφία ὀλίγου τινὸς ἀξία ἐστὶν καὶ οὐδενός. καὶ φαίνεται †τοῦτον λέγειν τὸν Σωκράτη, προσκεχρῆσθαι δὲ
[23b] τῷ ἐμῷ ὀνόματι, ἐμὲ παράδειγμα ποιούμενος, ὥσπερ ἂν ‹εἰ› εἴποι ὅτι «Οὗτος ὑμῶν, ὦ ἄνθρωποι, σοφώτατός ἐστιν, ὅστις ὥσπερ Σωκράτης ἔγνωκεν ὅτι οὐδενὸς ἄξιός ἐστι τῇ ἀληθείᾳ πρὸς σοφίαν.» ταῦτ᾽ οὖν ἐγὼ μὲν ἔτι καὶ νῦν περιιὼν ζητῶ καὶ ἐρευνῶ κατὰ τὸν θεὸν καὶ τῶν ἀστῶν καὶ ξένων ἄν τινα οἴωμαι σοφὸν εἶναι· καὶ ἐπειδάν μοι μὴ δοκῇ, τῷ θεῷ βοηθῶν ἐνδείκνυμαι ὅτι οὐκ ἔστι σοφός. καὶ ὑπὸ ταύτης τῆς ἀσχολίας οὔτε τι τῶν τῆς πόλεως πρᾶξαί μοι σχολὴ γέγονεν ἄξιον λόγου οὔτε τῶν οἰκείων, ἀλλ᾽ ἐν
[23c] πενίᾳ μυρίᾳ εἰμὶ διὰ τὴν τοῦ θεοῦ λατρείαν.
Πρὸς δὲ τούτοις οἱ νέοι μοι ἐπακολουθοῦντες —οἷς μάλιστα σχολή ἐστιν, οἱ τῶν πλουσιωτάτων— αὐτόματοι, χαίρουσιν ἀκούοντες ἐξεταζομένων τῶν ἀνθρώπων, καὶ αὐτοὶ πολλάκις ἐμὲ μιμοῦνται, εἶτα ἐπιχειροῦσιν ἄλλους ἐξετάζειν· κἄπειτα οἶμαι εὑρίσκουσι πολλὴν ἀφθονίαν οἰομένων μὲν εἰδέναι τι ἀνθρώπων, εἰδότων δὲ ὀλίγα ἢ οὐδέν. ἐντεῦθεν οὖν οἱ ὑπ᾽ αὐτῶν ἐξεταζόμενοι ἐμοὶ ὀργίζονται, οὐχ αὑτοῖς, 
[23d] καὶ λέγουσιν ὡς Σωκράτης τίς ἐστι μιαρώτατος καὶ διαφθείρει τοὺς νέους· καὶ ἐπειδάν τις αὐτοὺς ἐρωτᾷ ὅτι ποιῶν καὶ ὅτι διδάσκων, ἔχουσι μὲν οὐδὲν εἰπεῖν ἀλλ᾽ ἀγνοοῦσιν, ἵνα δὲ μὴ δοκῶσιν ἀπορεῖν, τὰ κατὰ πάντων τῶν φιλοσοφούντων πρόχειρα ταῦτα λέγουσιν, ὅτι «τὰ μετέωρα καὶ τὰ ὑπὸ γῆς» καὶ «θεοὺς μὴ νομίζειν» καὶ «τὸν ἥττω λόγον κρείττω ποιεῖν.» τὰ γὰρ ἀληθῆ οἴομαι οὐκ ἂν ἐθέλοιεν λέγειν, ὅτι κατάδηλοι γίγνονται προσποιούμενοι μὲν εἰδέναι, εἰδότες δὲ οὐδέν. ἅτε οὖν οἶμαι φιλότιμοι
[23e] ὄντες καὶ σφοδροὶ καὶ πολλοί, καὶ συντεταμένως καὶ πιθανῶς λέγοντες περὶ ἐμοῦ, ἐμπεπλήκασιν ὑμῶν τὰ ὦτα καὶ πάλαι καὶ σφοδρῶς διαβάλλοντες. ἐκ τούτων καὶ Μέλητός μοι ἐπέθετο καὶ Ἄνυτος καὶ Λύκων, Μέλητος μὲν ὑπὲρ τῶν ποιητῶν ἀχθόμενος, Ἄνυτος δὲ ὑπὲρ τῶν δημιουργῶν καὶ
[24a] τῶν πολιτικῶν, Λύκων δὲ ὑπὲρ τῶν ῥητόρων· ὥστε, ὅπερ ἀρχόμενος ἐγὼ ἔλεγον, θαυμάζοιμ᾽ ἂν εἰ οἷός τ᾽ εἴην ἐγὼ ὑμῶν ταύτην τὴν διαβολὴν ἐξελέσθαι ἐν οὕτως ὀλίγῳ χρόνῳ οὕτω πολλὴν γεγονυῖαν. ταῦτ᾽ ἔστιν ὑμῖν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τἀληθῆ, καὶ ὑμᾶς οὔτε μέγα οὔτε μικρὸν ἀποκρυψάμενος ἐγὼ λέγω οὐδ᾽ ὑποστειλάμενος. καίτοι οἶδα σχεδὸν ὅτι αὐτοῖς τούτοις ἀπεχθάνομαι, ὃ καὶ τεκμήριον ὅτι ἀληθῆ λέγω καὶ ὅτι αὕτη ἐστὶν ἡ διαβολὴ ἡ ἐμὴ καὶ τὰ αἴτια
[24b] ταῦτά ἐστιν. καὶ ἐάντε νῦν ἐάντε αὖθις ζητήσητε ταῦτα, οὕτως εὑρήσετε.

***
Στο τέλος πήγα στους τεχνίτες· καταλάβαινα
[22d] και μόνος μου πως από τέτοια δουλειά δεν εγνώριζα τίποτε και ήξερα πως αυτούς θα τους βρω να γνωρίζουν πολλά και ωραία πράγματα. Και όσο για αυτό δε γελάσθηκα, αλλά κι αυτοί γνωρίζανε εκείνα που δεν εγνώριζα εγώ και σ᾽ αυτά ήσαν σοφότεροι από μένα. Μου φάνηκε όμως, ω άνδρες Αθηναίοι, πως κι αυτοί, οι καλοί τεχνίτες, είχανε το ίδιο ελάττωμα με τους ποιητές· δηλαδή με το να δουλεύουν καλά στην τέχνη τους, καθένας απ᾽ αυτούς είχε την αξίωση πως ξέρει κι όλα τ᾽ άλλα, και τα πιο μεγάλα ακόμα, και το ελάττωμά τους αυτό τους χαλούσε
[22e] κι εκείνα που ήξεραν ακόμα. Ώστε με κάνανε να συλλογίζομαι τον χρησμό και να λέω με τον εαυτό μου τί τάχα να προτιμήσω: να μείνω όπως είμαι, χωρίς να ξέρω όσα ξέρουν εκείνοι, ούτε πάλι να μην ξέρω όσα εκείνοι δεν ξέρουν, ή να τα ᾽χω και τα δυο σαν κι εκείνους. Είπα λοιπόν στον εαυτό μου, λογαριάζοντας και τον χρησμό, πως καλύτερα είναι να μείνω όπως είμαι.
Απ᾽ αυτήν εδώ λοιπόν την εξέταση που έκαμα, ω άνδρες Αθηναίοι,
[23a] μου έχουν γεννηθεί εναντίον μου πολλές έχθρες, τόσο δυσάρεστες και βαριές, που μου γέννησαν ένα σωρό διαβολές και μου βγάλανε και τ᾽ όνομα πως είμαι σοφός. Γιατί οι περισσότεροι που βρέθηκαν μπροστά μου κάθε φορά νομίζουν πως είμαι σοφός σ᾽ εκείνα που βγάζω ανήξερους τους άλλους· κι η αλήθεια όμως είναι πως, όπως φαίνεται, ο θεός μονάχα είναι σοφός, κι αυτό είπε και στον χρησμό, πως η ανθρώπινη σοφία πολύ λίγο αξίζει και ίσως ίσως και τίποτε. Και φαίνεται πως αυτό δεν το είπε για τον Σωκράτη εμένα, αλλά πήρε
[23b] τ᾽ όνομά μου στο στόμα του, σαν να ᾽θελε να πει πως: «Εκείνος, ω άνθρωποι, είναι ο σοφότερος από όλους σας, όποιος, σαν τον Σωκράτη, έχει καταλάβει πως αληθινά η σοφία του δεν αξίζει τίποτε». Αυτά λοιπόν κι εγώ ακόμη και τώρα τριγυρνώ και ζητώ κι εξετάζω, σύμφωνα με το θέλημα του θεού, σε δικούς μας και ξένους, όποιους νομίζω απ᾽ αυτούς πως είναι σοφοί· κι όταν καταλάβω πως δεν είναι, κάνοντας το θέλημα του θεού, του αποδείχνω καθενός πως σοφός δεν είναι. Και μ᾽ αυτές τις φροντίδες, ούτε για τον τόπο μου ᾽μεινε καιρός να κάμω τίποτε σημαντικό ούτε για την οικογένειά μου, μόνο
[23c] βρίσκομαι πάντα σε μεγάλη φτώχεια, για την αγάπη του θεού.
Εκτός όμως απ᾽ αυτά, οι νέοι που μονάχοι τους μ᾽ ακολουθούνε, όσοι έχουν όλον τον καιρό, τα παιδιά των πιο πλουσίων δηλαδή, ευχαριστούνται ν᾽ ακούνε την εξέταση αυτή που κάνω στους ανθρώπους και πολλές φορές με μιμούνται κι αυτοί και ύστερα καταπιάνονται κι αυτοί να εξετάζουν τους άλλους· και μ᾽ αυτόν τον τρόπο, νομίζω πως βρίσκουν πολλούς απ᾽ αυτούς που φαντάζονται πως ξέρουν κάτι, δεν ξέρουν όμως τίποτε ή πολύ λίγα. Αυτοί λοιπόν που εξετάζονται από τους μαθητές μου τα βάζουν μ᾽ εμένα, όχι μ᾽ αυτούς,
[23d] και λένε πως είναι κάποιος Σωκράτης, βρωμερός άνθρωπος, και διαφθείρει τους νέους. Και όταν τους ρωτήσει κανένας τί κάνει και τί διδάσκει που τους διαφθείρει, δεν έχουν τίποτε να πουν, γιατί τίποτε δεν ξέρουν· και για να μη φαίνονται πως δεν έχουν τί να πουν, ξαναλένε εκείνα που έχουν πρόχειρα για όλους τους φιλοσόφους, ότι τάχα εξετάζει τα επουράνια και τ᾽ απόκρυφα της γης και δεν πιστεύει τους θεούς και κάνει τον άδικον λόγον δίκαιον. Γιατί, όπως νομίζω, δεν θέλουν να πούνε την αλήθεια, για να μη φανερωθούν πως χωρίς να ξέρουν τίποτε προσποιούνται πως ξέρουν κάτι. Έτσι λοιπόν νομίζω πως οι άνθρωποι αυτοί, καθώς είναι φιλόδοξοι
[23e] και ορμητικοί και πολλοί και μιλούν όλοι μαζί για μένα με τον πιο πειστικό τρόπο, σας γέμισαν τ᾽ αυτιά από καιρό με τις πιο άγριες διαβολές. Απ᾽ αυτούς είναι και ο Μέλητος και ο Άνυτος και ο Λύκων που μου επιτέθηκαν. Ο Μέλητος θυμωμένος για το μέρος των ποιητών, ο Άνυτος για το μέρος των τεχνιτών και
[24a] των πολιτειολόγων και ο Λύκων για το μέρος των ρητόρων. Ώστε, όπως σας έλεγα στην αρχή, θα το θαύμαζα κι εγώ ο ίδιος, αν μπορούσα να πετάξω από πάνω μου αυτή τη διαβολή, σε τόσο λίγην ώρα, τώρα που γέμισε τον κόσμο. Αυτή είναι η αλήθεια, ω άνδρες Αθηναίοι, και ούτε σας κρύβω το παραμικρό σ᾽ αυτά που λέω ούτε σας αλλάζω τίποτε, μολονότι ξέρω πως γι᾽ αυτά ίσα ίσα τα πράγματα έγινα μισητός. Κι αυτό είναι απόδειξη πως λέω την αλήθεια και πως η διαβολή που μου κάνουν και η αιτία της
[24b] είναι όπως σας τα είπα. Και είτε τώρα είτε άλλοτε τα καλοεξετάσετε, έτσι θα τα βρείτε.

Κυριακή 24 Μαΐου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἡλέκτρα (774-858)

ΑΓ. ἐπεὶ μελάθρων τῶνδ᾽ ἀπήραμεν πόδα,
775 ἐσβάντες ἦιμεν δίκροτον εἰς ἁμαξιτὸν
ἔνθ᾽ ἦν ὁ καινὸς τῶν Μυκηναίων· ἄναξ.
κυρεῖ δὲ κήποις ἐν καταρρύτοις βεβώς,
δρέπων τερείνης μυρσίνης κάραι πλόκους·
ἰδὼν δ᾽ ἀυτεῖ· Χαίρετ᾽, ὦ ξένοι· τίνες
780 πόθεν πορεύεσθ᾽ ἔστε τ᾽ ἐκ ποίας χθονός;
ὁ δ᾽ εἶπ᾽ Ὀρέστης· Θεσσαλοί· πρὸς δ᾽ Ἀλφεὸν
θύσοντες ἐρχόμεσθ᾽ Ὀλυμπίωι Διί.
κλύων δὲ ταῦτ᾽ Αἴγισθος ἐννέπει τάδε·
Νῦν μὲν παρ᾽ ἡμῖν χρὴ συνεστίους ὁμοῦ
785 θοίνης γενέσθαι· τυγχάνω δὲ βουθυτῶν
Νύμφαις· ἑῶιοι δ᾽ ἐξαναστάντες λέχους
ἐς ταὐτὸν ἥξετ᾽. ἀλλ᾽ ἴωμεν ἐς δόμους—
καὶ ταῦθ᾽ ἅμ᾽ ἠγόρευε καὶ χερὸς λαβὼν
παρῆγεν ἡμᾶς—οὐδ᾽ ἀπαρνεῖσθαι χρεών.
790 ἐπεὶ δ᾽ ἐν οἴκοις ἦμεν, ἐννέπει τάδε·
λούτρ᾽ ὡς τάχιστα τοῖς ξένοις τις αἰρέτω,
ὡς ἀμφὶ βωμὸν στῶσι χερνίβων πέλας.
ἀλλ᾽ εἶπ᾽ Ὀρέστης· Ἀρτίως ἡγνίσμεθα
λουτροῖσι καθαροῖς ποταμίων ῥείθρων ἄπο.
795 εἰ δὲ ξένους ἀστοῖσι συνθύειν χρεών,
Αἴγισθ᾽, ἕτοιμοι κοὐκ ἀπαρνούμεσθ᾽, ἄναξ.
τοῦτον μὲν οὖν μεθεῖσαν ἐκ μέσου λόγον·
λόγχας δὲ θέντες δεσπότου φρουρήματα
δμῶες πρὸς ἔργον πάντες ἵεσαν χέρας·
800 οἱ μὲν σφαγεῖον ἔφερον, οἱ δ᾽ ἦιρον κανᾶ,
ἄλλοι δὲ πῦρ ἀνῆπτον ἀμφί τ᾽ ἐσχάραις
λέβητας ὤρθουν· πᾶσα δ᾽ ἐκτύπει στέγη.
λαβὼν δὲ προχύτας μητρὸς εὐνέτης σέθεν
ἔβαλλε βωμούς, τοιάδ᾽ ἐννέπων ἔπη·
805 Νύμφαι πετραῖαι, πολλάκις με βουθυτεῖν
καὶ τὴν κατ᾽ οἴκους Τυνδαρίδα δάμαρτ᾽ ἐμὴν
πράσσοντας ὡς νῦν, τοὺς δ᾽ ἐμοὺς ἐχθροὺς κακῶς—
λέγων Ὀρέστην καὶ σέ. δεσπότης δ᾽ ἐμὸς
τἀναντί᾽ ηὔχετ᾽, οὐ γεγωνίσκων λόγους,
810 λαβεῖν πατρῶια δώματ᾽. ἐκ κανοῦ δ᾽ ἑλὼν
Αἴγισθος ὀρθὴν σφαγίδα, μοσχείαν τρίχα
τεμὼν ἐφ᾽ ἁγνὸν πῦρ ἔθηκε δεξιᾶι,
κἄσφαξ᾽ ἐπ᾽ ὤμων μόσχον ὡς ἦραν χεροῖν
δμῶες, λέγει δὲ σῶι κασιγνήτωι τάδε·
815 Ἓν τῶν καλῶν κομποῦσι τοῖσι Θεσσαλοῖς
εἶναι τόδ᾽, ὅστις ταῦρον ἀρταμεῖ καλῶς
ἵππους τ᾽ ὀχμάζει· λαβὲ σίδηρον, ὦ ξένε,
δεῖξόν τε φήμην ἔτυμον ἀμφὶ Θεσσαλῶν.
ὁ δ᾽ εὐκρότητον Δωρίδ᾽ ἁρπάσας χεροῖν,
820 ῥίψας ἀπ᾽ ὤμων εὐπρεπῆ πορπάματα,
Πυλάδην μὲν εἵλετ᾽ ἐν πόνοις ὑπηρέτην,
δμῶας δ᾽ ἀπωθεῖ· καὶ λαβὼν μόσχου πόδα
λευκὰς ἐγύμνου σάρκας ἐκτείνων χέρα·
θᾶσσον δὲ βύρσαν ἐξέδειρεν ἢ δρομεὺς
825 δισσοὺς διαύλους ἱππίους διήνυσεν,
κἀνεῖτο λαγόνας. ἱερὰ δ᾽ ἐς χεῖρας λαβὼν
Αἴγισθος ἤθρει. καὶ λοβὸς μὲν οὐ προσῆν
σπλάγχνοις, πύλαι δὲ καὶ δοχαὶ χολῆς πέλας
κακὰς ἔφαινον τῶι σκοποῦντι προσβολάς.
830 χὠ μὲν σκυθράζει, δεσπότης δ᾽ ἀνιστορεῖ·
Τί χρῆμ᾽ ἀθυμεῖς; Ὦ ξέν᾽, ὀρρωδῶ τινα
δόλον θυραῖον. ἔστι δ᾽ ἔχθιστος βροτῶν
Ἀγαμέμνονος παῖς πολέμιός τ᾽ ἐμοῖς δόμοις.
ὁ δ᾽ εἶπε· Φυγάδος δῆτα δειμαίνεις δόλον,
835 πόλεως ἀνάσσων; οὐχ, ὅπως παστήρια
θοινασόμεσθα, Φθιάδ᾽ ἀντὶ Δωρικῆς
οἴσει τις ἡμῖν κοπίδ᾽ ἀναρρῆξαι χέλυν;
λαβὼν δὲ κόπτει. σπλάγχνα δ᾽ Αἴγισθος λαβὼν
ἤθρει διαιρῶν. τοῦ δὲ νεύοντος κάτω
840 ὄνυχας ἔπ᾽ ἄκρους στὰς κασίγνητος σέθεν
ἐς σφονδύλους ἔπαισε, νωτιαῖα δὲ
ἔρρηξεν ἄρθρα· πᾶν δὲ σῶμ᾽ ἄνω κάτω
ἤσπαιρεν ἠλέλιζε δυσθνήισκων φόνωι.
δμῶες δ᾽ ἰδόντες εὐθὺς ἦιξαν ἐς δόρυ,
845 πολλοὶ μάχεσθαι πρὸς δύ᾽· ἀνδρείας δ᾽ ὕπο
ἔστησαν ἀντίπρωιρα σείοντες βέλη
Πυλάδης Ὀρέστης τ᾽. εἶπε δ᾽· Οὐχὶ δυσμενὴς
ἥκω πόλει τῆιδ᾽ οὐδ᾽ ἐμοῖς ὀπάοσιν,
φονέα δὲ πατρὸς ἀντετιμωρησάμην
850 τλήμων Ὀρέστης· ἀλλὰ μή με καίνετε,
πατρὸς παλαιοὶ δμῶες. οἱ δ᾽, ἐπεὶ λόγων
ἤκουσαν, ἔσχον κάμακας· ἐγνώσθη δ᾽ ὑπὸ
γέροντος ἐν δόμοισιν ἀρχαίου τινός.
στέφουσι δ᾽ εὐθὺς σοῦ κασιγνήτου κάρα
855 χαίροντες ἀλαλάζοντες. ἔρχεται δὲ σοὶ
κάρα ᾽πιδείξων, οὐχὶ Γοργόνος φέρων
ἀλλ᾽ ὃν στυγεῖς Αἴγισθον. αἷμα δ᾽ αἵματος
πικρὸς δανεισμὸς ἦλθε τῶι θανόντι νῦν.

***
ΑΓΓ. Όταν εξεκινήσαμε απ᾽ το σπίτι,
επήραμε τον δρόμο που χωράει
δυο αμάξια να περάσουν· προχωρώντας
εφτάσαμε στο μέρος που βρισκόταν
των Μυκηναίων ο ξακουσμένος ρήγας.
Σε κήπο νεροδρόσιστο καθόταν
κι έκοβε τρυφερής μυρτιάς κλωνάρια
να στεφανώσει το κεφάλι του. Ως μας είδε,
μας φώναξεν αμέσως. «Γεια σας, ξένοι,
780 ποιοί είστε; Πούθε ερχόσαστε; Ποιός είναι
ο τόπος σας;» Ο Ορέστης τού απαντάει.
«Είμαστε Θεσσαλοί, πάμε στη χώρα
του Αλφειού, να κάνουμε θυσίες
στον Δία τον Ολύμπιο». Ακούγοντας
ο Αίγισθος αυτά, μας λέει. «Τώρα
θα μείνετε κοντά μου και θα φάτε
μαζί μου στο τραπέζι. Θυσιάζω
ταύρο στις Νύμφες· άμα σηκωθείτε
με την αυγή, όση χάσατε ώρα πάλι
θα την κερδίσετε· στο σπίτι ας πάμε,
δεν κάνει ν᾽ αρνηθείτε». Έτσι μιλώντας
790 και πιάνοντάς μας απ᾽ το χέρι, μέσα
μας οδηγούσε. Ως μπήκαμε, φωνάζει.
«Γοργά να φέρει κάποιος για τους ξένους
νερό για να λουστούν, γιατί μαζί μας
θα σταθούν στον βωμό και στ᾽ αγιονέρι».
Ο Ορέστης όμως του αποκρίνεται. «Πριν λίγο
καθαριστήκαμε σε ποταμίσια
νερά καθάρια. Αν πρέπει στις θυσίες
να στέκουνε μαζί ξένοι με ντόπιους,
Αίγισθε βασιλιά, δεν θ᾽ αρνηθούμε
κι είμαστε πρόθυμοι». Έτσι αυτόν τον λόγο
τον άφησαν στη μέση. Οι δούλοι τότε,
σε μια μεριά τις λόγχες παρατώντας,
που ᾽χαν για να φυλάγουν τον αφέντη,
ρίχτηκαν όλοι στη δουλειά. Δοχείο
έφερναν για το αίμα απ᾽ τα σφαχτάρια,
800 άλλοι κουβάλαγαν πανέρια, κι άλλοι
άναβαν τους βωμούς και τα λεβέτια
έστηναν, κι αντηχούσε όλο το σπίτι.
Ο άντρας της μητέρας σου αφού πήρε
κριθάλευρο, το σκόρπιζεν απάνω
στους βωμούς, έτσι μιλώντας. «Νύμφες
των βράχων, αξιώστε μας, εμένα
και τη γυναίκα μου που ᾽ναι στο σπίτι,
την Τυνδαρίδα, πλήθος τις θυσίες
να κάνουμε για σας, ευτυχισμένοι
πάντοτες όπως τώρα, κι οι εχθροί μας
να δυστυχούν». Για σε και τον Ορέστη
έλεγε αυτά τα λόγια. Μα ο δικός μου
αφέντης με τον νου του προσευχόταν
τ᾽ αντίθετα: να ξαναπάρει πίσω
810 το πατρικό παλάτι. Ίσιο μαχαίρι
απ᾽ το πανέρι ο Αίγισθος επήρε
κι έκοψε τρίχες μοσχαρίσιες· πάνω
στην ιερή τις έριξε τη φλόγα
με το δεξί του κι έσφαξε ως σηκώσαν
στους ώμους του οι δούλοι το δαμάλι.
Ύστερα λέει στον αδερφό σου ετούτα.
«Καυχιούνται οι Θεσσαλοί πως έχουν
κι αυτό μες στα καλά τους· άλλος ταύρο
με τέχνη τον λιανίζει, άλλος δαμάζει
τ᾽ άλογα. Εμπρός, μαχαίρι πάρε, ξένε,
και δείξε αληθινή τη φήμη τούτη
των Θεσσαλών». Γερό λεπίδι εκείνος
διαλέγει δωρικό κι από τους ώμους
820 πετώντας τον ωραίο χιτώνα, πήρε
στο έργο βοηθό του τον Πυλάδη κι όλους
διώχνει τους δούλους. Απ᾽ το πόδι το μοσχάρι
πιάνοντας και τεντώνοντας το χέρι,
τις άσπρες σάρκες γύμνωσε απ᾽ το δέρμα.
Πιο γρήγορα είχε γδάρει το δαμάλι,
απ᾽ όσην ώρα κάνει καβαλάρης
να τρέξει μες στο στάδιο δυο γύρους·
ύστερα του ανοίγει τα λαγόνια.
Παίρνει στα χέρια ο Αίγισθος τα σπλάχνα
και τα κοιτάει. Στο σκώτι δεν υπήρχε
λοβός καθόλου, στόμα και σακούλα
στη χολή έδειχναν πως σύντομα θα βρίσκαν
αυτόν που τα κοιτούσε δυστυχίες
φριχτές. Το πρόσωπό του σκοτεινιάζει
830 κι ο αφέντης μου ρωτάει. «Γιατί τάχα
στεναχωριέσαι; «Ξένε, κάποιο δόλο
φοβάμαι από τα ξένα. Είναι τ᾽ αγόρι
του Αγαμέμνονα τρανός εχθρός μου,
που πιο πολύ μισώ μες στους ανθρώπους».
Εκείνος του αποκρίθηκε. «Εσύ μιας χώρας
ο βασιλιάς και σκιάζεσαι τον δόλο
ενός εξορισμένου; Δεν θα φέρει,
αντί γι᾽ αυτό το δωρικό λεπίδι,
κάποιος μαχαίρι φθιωτικό, να φάμε
τα εντόσθια και το στήθος του ν᾽ ανοίξω;»
Παίρνει και κόβει. Ο Αίγισθος τα σπλάχνα
τα εξέταζε ένα ένα. Κι όπως ήταν
έτσι σκυμμένος, τότε ο αδερφός σου
840 σηκώθηκε στα νύχια και του δίνει
στον σβέρκο μια χτυπιά και του συντρίβει
τη ραχοκοκαλιά του· ευθύς εκείνος
σύγκορμος τιναζόταν πάνω κάτω,
πεθαίνοντας φριχτά μ᾽ άγριους βόγκους.
Οι δούλοι μόλις είδαν τί ᾽χε γίνει,
τρέξαν γοργά και πήραν τα κοντάρια,
πλήθος αυτοί να χτυπηθούν με δύο.
Μα στάθηκαν ατρόμαχτοι αντικρύ τους
Ορέστης και Πυλάδης, τις δικές τους
λόγχες αντίμαχες γερά κουνώντας.
Τους μίλησ᾽ ο αδερφός σου. «Εχθρός δεν ήρθα
στη χώρα εδώ και στους δικούς μου ανθρώπους·
μονάχα τον φονιά έχω τιμωρήσει
850 του γονιού μου, ο δύστυχος Ορέστης·
γι᾽ αυτό παλιοί υπηρέτες του πατέρα,
μη με σκοτώσετε». Κι εκείνοι σαν ακούσαν
τα λόγια του, κρατήσαν τα κοντάρια·
κάποιος του παλατιού γέροντας δούλος
τον γνώρισε κι ευθύς τον αδερφό σου
μ᾽ αλαλαγμούς χαράς τον στεφανώσαν.
Έρχεται να σου δείξει το κεφάλι
όχι της Μέδουσας, μα αυτόν που τόσο
πολύ μισείς, τον Αίγισθο. Σφαγμένος,
πικρά ξεπλήρωσε με το αίμα του το αίμα.

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της: Πρόλογος

Είναι γενικά αποδεκτό ότι οι αρχαίοι Έλληνες δημιούργησαν με την τέχνη τους αισθητικές αρχές και πρότυπα που κέρδισαν ευρεία αποδοχή και απέκτησαν παγκόσμια ακτινοβολία. Είναι επίσης γεγονός ότι η αρχαία ελληνική τέχνη λειτούργησε διαχρονικά ως πρότυπο και καθορίζει ως σήμερα, άμεσα ή έμμεσα, τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε και αποτιμούμε την καλλιτεχνική δημιουργία. Οφείλουμε όμως να επισημάνουμε ότι, όσο οικεία και αν μας φαίνεται σήμερα η τέχνη αυτή, η κατανόησή της δεν είναι εύκολη, επειδή προϋποθέτει μια συνολική αντίληψη του πολιτισμού που τη δημιούργησε και επίσης τη γνώση της μακρόχρονης ιστορικής του εξέλιξης. Εξίσου χρήσιμη και αναγκαία με τη συστηματική μελέτη της τέχνης των αρχαίων Ελλήνων είναι η διερεύνηση της επίδρασης που άσκησε στους καλλιτέχνες και τους πνευματικούς ανθρώπους της νεότερης Ευρώπης, ιδιαίτερα από την Αναγέννηση και έπειτα, η γνωριμία με τα ίδια τα έργα, που για αιώνες θεωρήθηκαν αξεπέραστα πρότυπα και παραμένουν σταθερές αξίες στον σημερινό, παγκόσμιο πλέον, πολιτισμό, του οποίου η αισθητική είναι ανοιχτή σε πολλές και διαφορετικές τάσεις και επιδράσεις. Ειδικά οι δημιουργίες της λεγόμενης κλασικής περιόδου (από τους Περσικούς Πολέμους ως τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου: 480-323 π.Χ.) θεωρήθηκαν ήδη στην Αρχαιότητα υποδείγματα αισθητικής τελειότητας και έγιναν αντικείμενο θαυμασμού και μίμησης. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι την επίδραση της ελληνικής τέχνης την ανιχνεύουμε όχι μόνο στον άμεσο γεωγραφικό περίγυρο της Ελλάδας και στην περιοχή της Μεσογείου, όπου οι Έλληνες είχαν από νωρίς ιδρύσει αποικίες, αλλά σε έναν ευρύτατο γεωγραφικό χώρο που εκτείνεται από την κεντρική Ασία ως τη βόρεια Ευρώπη και την Αφρική.
Το αυξημένο ενδιαφέρον για την τέχνη της Αρχαιότητας και η έναρξη των πρώτων ανασκαφών στην Ιταλία, στις πόλεις που κατέστρεψε η έκρηξη του Βεζουβίου το 79 μ.Χ., οδήγησαν πριν από δυόμισι περίπου αιώνες στη δημιουργία της αρχαιολογίας ως ξεχωριστού κλάδου της αρχαιογνωστικής έρευνας, με σκοπό τη συστηματική μελέτη της τέχνης της λεγόμενης κλασικής Αρχαιότητας (της εποχής από τις αρχές της 1ης χιλιετίας π.Χ. ως την επικράτηση του χριστιανισμού στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κατά τον 4ο και τον 5ο αιώνα μ.Χ.). Από το τέλος του 19ου αιώνα, ιδιαίτερα όμως στα πρόσφατα χρόνια, το γνωστικό αντικείμενο της αρχαιολογίας διευρύνθηκε πολύ και περιλαμβάνει πλέον το σύνολο των καταλοίπων όλων των αρχαίων πολιτισμών. Τα μνημεία και τα άλλα υλικά λείψανα του αρχαίου ελληνικού και του ρωμαϊκού πολιτισμού (οι οποίοι από το τέλος της ελληνιστικής εποχής συμπλέκονται σε μιαν αδιάσπαστη ενότητα) αποτελούν το ερευνητικό πεδίο της κλασικής αρχαιολογίας. Η έρευνα της κλασικής αρχαιολογίας δεν περιορίζεται, ωστόσο, στην εξέταση των έργων τέχνης και των άλλων αντικειμένων, αλλά ενσωματώνει και αξιοποιεί σε μεγάλο βαθμό τα πορίσματα της κλασικής φιλολογίας και της αρχαίας ιστορίας.
 
Μια πολύ ενδιαφέρουσα διαπίστωση που ανέδειξε η αρχαιολογική έρευνα των τελευταίων εκατό περίπου χρόνων μέσα από τις ανασκαφές και τη συστηματική μελέτη των ευρημάτων είναι ότι η ελληνική τέχνη —όπως άλλωστε και η λογοτεχνία και ο πολιτισμός των αρχαίων Ελλήνων γενικότερα— δέχτηκε στις πρώιμες φάσεις της έντονες επιδράσεις από τους πολιτισμούς της Ανατολής, ιδιαίτερα της Συρίας, της Μεσοποταμίας και της Αιγύπτου. Φαίνεται ότι συνέβη μια αληθινή πολιτιστική όσμωση, αποτέλεσμα των στενών εμπορικών σχέσεων που ανέπτυξαν οι Έλληνες με τις παράκτιες περιοχές της ανατολικής Μεσογείου (κυρίως με τη Συρία και τη Φοινίκη) και με την ενδοχώρα τους. Από την άλλη μεριά σημαντική ήταν και η εξάπλωση των Ελλήνων στην Ιταλία και τη δυτική Μεσόγειο, που άρχισε τον 8ο αιώνα π.Χ. και εξελίχθηκε σχεδόν παράλληλα με εκείνη των Φοινίκων στις νότιες ακτές της. Οι ανατολικές επιδράσεις αφομοιώθηκαν γρήγορα και οδήγησαν σε μια εξαιρετική άνθηση των τεχνών στην Ελλάδα, που άρχισε να ακτινοβολεί σε όλο τον περίγυρο της. Έτσι ήδη από τον 6ο αιώνα π.Χ., και ακόμη περισσότερο τον 5ο και τον 4ο αιώνα, βλέπουμε να αναπτύσσεται μια αντίστροφη ροή επίδρασης: η ελληνική τέχνη γίνεται ευρύτερα αποδεκτή και αρχίζει να εξάγεται στην Ανατολή και τη Δύση.
 
Με την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου η ελληνική τέχνη κέρδισε ακόμη περισσότερο έδαφος και έφτασε μέσα σε σύντομο χρόνο ως την Ινδία. Σημαντικότερη όμως από αυτή τη γρήγορη εξάπλωση υπήρξε η εδραίωση, στους αιώνες που ακολούθησαν, των αισθητικών προτύπων της ελληνικής τέχνης στον τεράστιο γεωγραφικό χώρο που κάλυπταν τα βασίλεια των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αλλά και πέρα από αυτά. Τα ίδια αυτά πρότυπα επέδρασαν καθοριστικά στην τέχνη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και καθόρισαν την εξέλιξή της ως το τέλος της Αρχαιότητας. Μπορούμε επομένως να πούμε ότι η αρχαία ελληνική τέχνη απέκτησε από νωρίς οικουμενική διάσταση.
 
Ακόμη και μετά το τέλος της Αρχαιότητας και την επικράτηση του χριστιανισμού, που εισήγαγε ένα νέο σύστημα αξιών, η ελληνική τέχνη δεν έσβησε, αλλά παρέμεινε, αν και σε μικρότερο βαθμό, πηγή έμπνευσης για τους καλλιτέχνες. Στο ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (το λεγόμενο Βυζάντιο) τα αισθητικά πρότυπα της αρχαίας τέχνης δεν εγκαταλείφθηκαν ποτέ εντελώς και βλέπουμε μάλιστα να επανεμφανίζονται κατά περιόδους με μεγαλύτερη ή μικρότερη συχνότητα. Στο δυτικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αντίθετα, η παράδοση της Αρχαιότητας εγκαταλείπεται μετά τις βαρβαρικές επιδρομές του 5ου και του 6ου αιώνα. Το ενδιαφέρον άρχισε να ξυπνά και πάλι τον 9ο αιώνα (την εποχή του Καρλομάγνου), παρέμεινε όμως περιορισμένο. Από την εποχή όμως της Αναγέννησης και έπειτα η τέχνη της ελληνικής Αρχαιότητας —αρχικά μέσα από κλασικιστικές δημιουργίες των ρωμαϊκών χρόνων και αργότερα με τη γνωριμία έργων των παλαιότερων περιόδων— επανήλθε θριαμβευτικά στο προσκήνιο και έγινε πρότυπο και σημείο αναφοράς, αρχικά στην Ιταλία και αργότερα σε ολόκληρη την Ευρώπη, όχι μόνο ως προς την αισθητική, αλλά και ως προς τη θεματολογία. Κορύφωση της συνεχούς επαφής της νεότερης ευρωπαϊκής τέχνης με εκείνη της Αρχαιότητας είναι ο κλασικισμός του τέλους του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα. Στη νεότερη Ελλάδα, που απέκτησε κρατική υπόσταση την εποχή που ο κλασικισμός ήταν η κυρίαρχη τεχνοτροπία στην Ευρώπη, η πρόσληψη της αρχαίας τέχνης, είτε άμεσα είτε διαθλαστικά μέσα από την ευρωπαϊκή τέχνη, συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση μιας νέας πολιτιστικής ταυτότητας.
 
Στη σειρά αυτή των άρθρων θα προσπαθήσουμε να ξεδιπλώσουμε τα διαδοχικά στάδια της εξαιρετικά ενδιαφέρουσας διαδρομής της αρχαίας ελληνικής τέχνης και της ακτινοβολίας της, η οποία φτάνει ως τις μέρες μας, προβάλλοντας ταυτόχρονα, στο μέτρο του δυνατού, τους στενούς δεσμούς της με την ιστορία και τον πολιτισμό γενικότερα. Για να το επιτύχουμε καλύτερα αυτό θεωρήσαμε σκόπιμο να δώσουμε αρκετά παραθέματα από αρχαίους συγγραφείς σε μετάφραση. Όπου το όνομα του μεταφραστή δεν σημειώνεται η μετάφραση είναι δική μου. Γνωρίζουμε ότι η εικόνα που προσφέρουμε στον αναγνώστη είναι συνοπτική και ενδεχομένως ατελής σε ορισμένα σημεία· ελπίζουμε όμως παρά ταύτα ότι η επισκόπηση ενός τόσο γοητευτικού υλικού είναι από μόνη της ικανή να του κεντρίσει το ενδιαφέρον και να του προσφέρει αισθητική ικανοποίηση και αφορμή για σκέψη.
 
Η σύλληψη και οι κατευθυντήριες γραμμές στη σειρά αυτή των άρθρων καθώς και η προτροπή για τη συγγραφή τους προήλθαν από φίλους, που παρακολουθούν με αδιάλειπτο ενδιαφέρον τον Ερεβοκτόνο και με συνεχείς παραινέσεις και παρεμβάσεις τα διάφορα στάδια της συγγραφής τους· τους οφείλω περισσότερες ευχαριστίες από όσες μπορούμε να εκφράσω στο σύντομο αυτό προλογικό σημείωμα.

Για μια Θεολογία της Θεοπτίας του Παντός

(ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ)

Πάνω, πέρα, μακριά, από την κίνηση του νου, στην Απόλυτη Ησυχία, στην σιγή της δραστηριότητας, στην σιωπή της επίγνωσης... Ανατέλλει το Άπειρο... το Αληθινό... το Αιώνιο...

1. Οποιαδήποτε κίνηση κι αν κάνει ο νους (οποιαδήποτε προσπάθεια, οποιαδήποτε σκέψη...) Το ΠΑΝ Προηγείται σαν Αυτό που μας Περιβάλλει, σαν Αυτό στο Οποίο καταλήγει κάθε εξέλιξη και προορισμός, σαν Αυτό που Είναι Παρόν Εδώ... Έτσι δεν χρειάζεται να αναζητήσουμε Το ΠΑΝ, να σκεφτούμε ή να μιλήσουμε για Το ΠΑΝ... Απλά, Είναι, Εδώ...

2. Όσο ο νους κινείται, επεκτείνεται, ερευνά, βλέπει... «βλέπει» αυτό που είναι «μπροστά», στον χώρο του, στην φύση του... Δεν μπορεί να «δει» αυτό που είναι «πίσω», πριν την κίνηση του νου, πέρα από την κίνηση, πάνω από την κίνηση, μετά την κίνηση... Πάνω, πέρα, μακριά, από την κίνηση του νου, στην Απόλυτη Ησυχία, στην σιγή της δραστηριότητας, στην σιωπή της επίγνωσης... Ανατέλλει το Άπειρο... το Αληθινό... το Αιώνιο...

3. Στην Απόλυτη Σιωπή του νου, το κενό Γεμίζει με Παρουσία, Μία Παρουσία Χωρίς Όρια, Που Απλώνεται Παντού, Μία Παρουσία Πιο Πραγματική από τα σχήματα του κόσμου, Μία Παρουσία που Εκδηλώνεται χωρίς να «κινείται» και να «μεταβάλλεται»...

4. Η Σιωπή είναι η Αληθινή Προσευχή, η Καρδιά της Προσευχής... όσο δεν αγγίζουμε την Σιωπή, και βρισκόμαστε μέσα στην κίνηση του νου, στην δραστηριότητα... ό,τι κι αν κάνουμε, δεν προσευχόμαστε...

5. Η Σιωπή δεν είναι μόνο η Ουσία της Προσευχής, ο Υπέρτατος Στόχος, κι η Υπέρτατη Πραγματοποίηση... Είναι κι η Υπόσταση της Αγάπης, η Υπέρτατη Αγάπη, Είναι το Ίδιο Το ΠΑΝ... Το ΠΑΝ Είναι Σιωπή... Αποκαλύπτεται μες στην Σιωπή, Συλλαμβάνεται σαν Σιωπή, Κατανοείται σαν Σιωπή... ποιος είναι άξιος να μιλήσει γι’ Αυτό;...

6. Αλλά... αν από την άποψη του ανθρώπου, που ανυψώνεται πάνω από τον θόρυβο του κόσμου, την δραστηριότητα της σκέψης... Το ΠΑΝ Αποκαλύπτεται σαν Σιωπή... όμως Αυτή Καθ’ Εαυτή η Σιωπή, δεν είναι κενό κι απουσία... Είναι Μία Σιωπή Παρούσα... Ηχηρή... Είναι ο Λόγος που Διαπερνά τα Πάντα, Είναι ο Ήχος της Σιωπής που Προηγείται... του Απόλυτου, Ακατάληπτου...

7. Όποιον δρόμο κι αν πάρεις... είτε τον Δρόμο της Σιωπής, είτε τον δρόμο του νου, είτε τον δρόμο του κόσμου... οι μόνες στιγμές που θα Αγγίξεις το Μυστήριο της Ύπαρξής σου, η μόνη, βαθιά, απέραντη, κι απόλυτη ευτυχία που μπορείς να νοιώσεις.. είναι οι στιγμές της Σιωπής... όταν όλος ο θόρυβος του κόσμου, της σκέψης, σβήνει... πέρα, μακριά... Τότε, νοιώθεις πως βρίσκεις τον Εαυτό σου, την Κατοικία σου, τον Προορισμό σου... Κι αυτό δεν είναι κάτι που επιδιώκεις, που πετυχαίνεις, που επαναλαμβάνεις... έρχεται φυσικά, χωρίς να το καταλάβεις... όταν τα εγκαταλείπεις όλα, για να βρεις το Αληθινό Μαργαριτάρι, τον Αληθινό Θησαυρό, την ίδια την Καρδιά σου... Αν επιχειρήσεις να καλλιεργήσεις την Σιωπή, να πετύχεις την Σιωπή, μόνο θόρυβο θα πετύχεις, μία ψεύτικη σιωπή... Η Σιωπή έρχεται με την εγκατάλειψη ... στην Αγκαλιά... Ησυχία... κάνε Ησυχία... και μέσα στην Σιωπή, θα Ακούσεις την Φωνή Σου... κι η Σιωπή θα γίνει Παρουσία...

Tο τσακάλι και το λαγουδάκι

Ένα λευκό τσακάλι κυνηγά ένα λευκό λαγουδάκι. Στις απέραντες χιονισμένες στέπες του Καναδά. Το σαρκοβόρο είναι πεινασμένο και άγριο ως την άκρη των νυχιών κι ως την άκρη της τρίχας του. Το λαγουδάκι το αλαλιάζει τρελός ο φόβος του θανάτου. Τρέχει σα σφαίρα.

Το ένστικτο του ολέθρου, που πλακώνει, πολλαπλασιά­ζει τις δυνάμεις φυγής στο αθώο ζώο. Η οργή της πείνας, που δεν αντέχεται, πολλαπλασιάζει τις δυνάμεις καταδίω­ξης του αγριμιού. Πόλεμος φρικαλέος χωρίς όρια και χω­ρίς όρους ξετυλίγεται στο πεδίο της φύσης.

Παρακολουθούμε τη σκηνή στην οθόνη. Ένα μόλις πή­δημα χωρίζει το χορτοφάγο από το σαρκοβόρο. Τα δόντια του κακού ζουλαπιού λάμπουνε λευκοπυρωμένα καρφιά στην παγωνιά. Το δέρμα του τρυφερού λαγού το ταράζουν ριπές από έξαλλες φρικιάσεις. Νιώθει κιόλας στη ράχη του το αγκομαχητό του αγριμιού.

- Μη! φωνάζουμε έντρομοι. Όχι! Να σωθεί το αθώο άκακο ζώο. Να μην ιδούμε να το σπαράζουν τα ιδρωμένα δόντια. Να μην ιδούμε τη σάρκα του πώς ξεσκίζεται. Τα ποδαράκια του να τρέμουν τρομαλέα, και να τινάζουνται στον αέρα σφαδάζοντας. Το αχνιστό αίμα πώς θα βάφει το αλέκιαστο χιόνι.

Ορμόφυχα και αυθόρμητα, σα να μας κυνηγά τους ίδι­ους η τρομάρα, ψηφίζουμε σωτηρία για το λαγό και αστο­χιά για το τσακάλι. Φωνάζουμε, βόηθα, θεέ! Πάψε το κα­κό και το άδικο που συντελιέται τώρα στη φύση! Πάψε την οργή σου!

Ξαφνικά και ενώ το αγρίμι αγγίζει με το μουσούδι του την ουρά του λαγού, γίνεται το απρόσμενο. Η δύναμη όρασης του τσακαλιού μπερδεύεται με το χιόνι. Σε μια στροφή του λαγού το τσακάλι τραβάει ευθεία. Χάνει από­τομα το ρυθμό του. Αποσυντονίζεται το τέμπο της κίνη­σης. Η κάθετη ευθυβολία στο στόχο, που η φύση χωρίς οίκτο και χωρίς λύπηση αξιώνει για τη στιγμή, ταράζε­ται.

Αυτό ήταν. Ο λαγός κερδίζει απόσταση. Ξεμακραίνει. Όλο και ξεμακραίνει. Ένα, δύο, πέντε, δέκα μέτρα. Σε λί­γο έχει χαθεί από το οπτικό πεδίο βολής του τσακαλιού.

Το σαρκοβόρο σταματά. Κοιτάζει ατενώς. Τίποτα. Ο λευκός ορίζοντας μπροστά του έχει γίνει ένα αδιάφορο χάος. Άβυσσος ερημιάς και ολέθρου. Το απλανές βλέμμα του τσακαλιού, ξέτυχο ανάμεσα στην ηλιθιότητα και στην ανεξήγητη απορία, είναι ό,τι απόμεινε από τη σκηνή.

- Μπράβο! φωνάζουμε, και φτεροκοπάμε τα χέρια και τα πόδια μας. Λύνεται ο κακός μας βραχνάς. Η ανάσα μας ξαναγυρίζει. Ένα αίσθημα λύτρωσης χτυπά σαν το γέλιο τη διάθεσή μας. Δόξα στον κόσμο και στο θεό. Το λαγουδάκι εγλύτωσε.

Λάθος, τίμιε αναγνώστη. Το λαγουδάκι εγλύτωσε, αλλά το τσακάλι θα πεθάνει από την πείνα.

Αυτό δεν τό 'χαμέ σκεφθεί.

Η ιστορία μας χαρίζει δύο συμπεράσματα. Το ένα είναι συμπέρασμα περί της μεθόδου. Ότι η σκέψη μας είναι μο­νόδρομος. Όλοι πονάμε το λαγουδάκι. Γιατί είναι το υπο­ψήφιο αναίτιο θύμα. Το αδύναμο πλάσμα της φύσης. Κα­νείς δεν συμπονά το τσακάλι. Το αιμοδιψές και το αιμοβόρο. Γιατί κανείς δε σκέφτεται ότι και κείνο είναι το υποψήφιο αναίτιο θύμα, στην περίπτωση που θα του ξεφύγει ο λαγός. Όπως και έγινε, δηλαδή.

Εμάθαμε να σκεφτόμαστε με οδηγό το ακρατές μας συ­ναίσθημα. Ανάλατα και πλαδαρά. Ευνουχισμένα, γελοία, και μονόφθαλμα. Και παροπλίσαμε τη λογική και τη γνώση.

Το άλλο είναι συμπέρασμα περί της ουσίας.

Μπροστά στα μάτια μας ξετυλίχτηκε ένα επεισόδιο της φύσης με δύο όρους ισοσθενείς και αντίρροπους. Και ως προς την αγριότητα ακραίους.

Εδώ είναι για να ζήσει το ένα από τα δύο. Ή το τσακάλι ή ο λαγός. Ή ο λαγός ή το τσακάλι. Ούτε και τα δύο γίνε­ται να ζήσουν, ούτε και τα δύο γίνεται να πεθάνουν. Αλλά ή το ένα ή το άλλο. Τρίτον δε δίδεται. Tertiumnondatur.

Ωστόσο, αν φύγουμε από τη λογική του είτε... είτε, και πάμε στη λογική του τόσο... όσο, ο συλλογισμός μας θα ξετυλιχθεί εντελώς διαφορετικά. Από αντιθετικός γίνεται συμπληρωματικός.

Θέλω να ειπώ: για να ζήσει το τσακάλι, πρέπει να πεθάνει ο λαγός· και αντίστροφα, για να ζήσει ο λαγός πρέ­πει να πεθάνει το τσακάλι.

Με άλλα λόγια, η ζωή στο προκείμενο είναι συνάρτηση του θανάτου, και ο θάνατος είναι συνάρτηση της ζωής. Ζει το τσακάλι; αυτό σημαίνει ότι χρεωστά τη ζωή του στο θάνατο του λαγού. Ζει ο λαγός; αυτό σημαίνει ότι χρεωστά τη ζωή του στο θάνατο του τσακαλιού. Το ένα ζει χάρη στο θάνατο. Το άλλο πεθαίνει χάρη στη ζωή.

Το εξαγόμενο είναι πως η βάση σε κάθε μορφή ζωής είναι ο θάνατος. Ο θάνατος είναι το θεμέλιο και η αιτία και η σωτηρία της ζωής. Χωρίς θάνατο δεν υπάρχει ζωή. Ζωή και θάνατος είναι τα δύο μισά που δίνουν εκείνο το απλό και απόλυτο φαινόμενο, που το ονομάζουμε φύση, φύεσθαι, γέννηση, natura.

Ο βαθύτερος, δηλαδή, νόμος της φύσης δεν είναι ή το ένα ή το άλλο ανεξάρτητα από το ένα ή το άλλο. Αλλά εί­ναι ή το ένα ή το άλλο μέσα από το ένα ή το άλλο. Είναι η ζωή του λαγού μέσα από το θάνατο του τσακαλιού, ή η ζωή του τσακαλιού μέσα από το θάνατο του λαγού. Δε δί­νεται, δηλαδή, ούτε το πρώτο ούτε το δεύτερο, αλλά μόνο το τρίτο δίνεται, που προκύπτει σαν απροσδιοριστία του πρώτου και του δεύτερου. Μόνον tertiumdatur.

Αυτή η κυρίαρχη τάξη μέσα στη φύση καταργεί τον ένα από τους τέσσερες νόμους της κλασικής λογικής. Κα­ταργεί το νόμο του τρίτου ή μέσου αποκλείσεως. Prin- cipium exclusi tertii sive medii.

Και νά 'τανε μόνο αυτό! Γιατί όχι μόνο καταργεί το νόμο του τρίτου ή μέσου αποκλείσεως, αλλά αντίστροφα ιδρύει και επιβάλλει τον αντίθετό του σαν τον κυρίαρχο νόμο της λογικής απάνου στον οποίο στηρίζεται και ο πρώτος νόμος της ταυτότητας (Α είναι Α), και ο δεύτερος νόμος της αντίφασης (Α δεν είναι όχι Α).

Ο νέος νόμος της μή αποκλείσεως του μέσου ή του τρί­του, Principium non exclusi tertii sive medii, μετά το 1927 που ο Χάιζενμπεργκ διατύπωσε την αρχή της Απροσδιορι­στίας (Unscharferelation) γίνεται ο υπερνόμος και της λογι­κής του ανθρώπου και της φύσης του κόσμου.

Ποια είναι η «φυσιολογική» σεξουαλική ζωή

Τι περιλαμβάνει η «φυσιολογική» σεξουαλική ζωή; Είναι πολύ σύνηθες να αναρωτιέται κανείς αν η συχνότητα και το είδος της σεξουαλικής του συμπεριφοράς μοιάζει ή διαφέρει από αυτό που κάνουν άλλοι άνθρωποι και να κοιτάζει τις στατιστικές για τους μέσους όρους. Ωστόσο, το πιο σημαντικό δεν είναι το αν η συχνότητα και ο τρόπος που κάνουμε σεξ συμφωνεί με κάποιον μέσο όρο, αλλά το κατά πόσο κάθε άτομο νιώθει άνετα και ικανοποιημένο μέσα στη σεξουαλική του σχέση.

Είναι πολύ δύσκολο να καταλήξουμε σε κάποιον ορισμό σχετικά με το τι είναι φυσιολογικό και τι όχι, διότι αυτό εξαρτάται από την κουλτούρα, τις πολιτισμικές και θρησκευτικές πεποιθήσεις, ακόμα και από τις απόψεις του κόσμου.

Μέσα σε αυτό το πολιτισμικό και κοινωνικό πλαίσιο, όμως, οι πεποιθήσεις του ζευγαριού είναι ιδιαίτερα σημαντικές για το τι είναι φυσιολογικό και τι όχι.

Οι άνθρωποι μπορούν να ανταποκρίνονται σε μια μεγάλη ποικιλία ερωτικών ερεθισμάτων. Εφόσον μια σεξουαλική συμπεριφορά ή φαντασίωση δεν οδηγεί σε συναισθηματική ή σωματική δυσφορία, σε ένταση στη σχέση ή σε προβλήματα σε άλλους τομείς της ζωής, δεν θα πρέπει να μας ανησυχεί.

Πώς μπορεί να καταλάβει κάποιος αν καλύπτονται οι σεξουαλικές ανάγκες του/της συντρόφου του;

Ο καλύτερος τρόπος είναι να παρατηρούμε τον/τη σύντροφο και να συζητάμε ανοιχτά μεταξύ μας για το πώς νιώθουμε. Για παράδειγμα: η αναμονή ή η προσδοκία της σεξουαλικής επαφής δημιουργεί χαρά, ενθουσιασμό και διέγερση; Ή μήπως δημιουργεί την αίσθηση της πίεσης, ενοχές ή την αίσθηση της υποχρέωσης; 

Επίσης, το κάθε άτομο μπορεί να σκεφτεί πώς νιώθει μετά τη σεξουαλική επαφή. Αισθάνεται ικανοποίηση, χαλάρωση και ευχαρίστηση; Ή αισθάνεται ενοχή, θυμό ή απογοήτευση;

Αν η αναμονή και η ολοκλήρωση της σεξουαλικής επαφής δημιουργούν ευχάριστα συναισθήματα και για τους δύο συντρόφους, τότε η σεξουαλική τους σχέση λειτουργεί θετικά για το ζευγάρι. Αν ένας από τους δύο ή και οι δύο νιώθουν αρνητικά συναισθήματα, τότε υπάρχει πρόβλημα.

Ιδέες μεγαλείου: Μια μορφή εξαπάτησης του εαυτού

Στο παρελθόν διερωτώμουν αν θα μπορούσαμε ποτέ να συλλάβουμε το μέγεθος της μοναξιάς και της απομόνωσης που ζήσαμε όλοι μας ως παιδιά. Τώρα πια ξέρω ότι αυτό είναι εφικτό. Εδώ, κατά κύριο λόγο, δεν αναφέρομαι στα παιδιά που εμφανώς δεν τα φρόντιζαν ή τα είχαν πλήρως εγκαταλείψει και τα οποία πάντα το συνειδητοποιούσαν τουλάχιστον ενηλικιώθηκαν αναγνωρίζοντας πως κάπως έτσι ήταν τα πράγματα.

Πέρα από αυτές τις ακραίες περιπτώσεις υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι που ξεκινούν με την πεποίθηση (με την οποία άλλωστε μεγάλωσαν ότι στην παιδική τους ηλικία ήταν ευτυχισμένοι και προστατευμένοι. Αυτοί είχαν πολλές δυνατότητες και ταλέντα για τα οποία τους επαινούσαν και τους θαύμαζαν είχαν μάθει χρησιμοποιούν την τουαλέτα από το πρώτο έτος της ζωής τους και «μπορεί ακόμα, όταν ήταν μετά ενάμισι και πέντε ετών, να φρόντιζαν τα μικρότερα αδέλφια τους.

Οι περισσότεροι γύρω μας πιστεύουν άτι αυτοί οι άνθρωποι, τα παιδιά δηλαδή που έκαναν περήφανους τους γονείς τους θα πρέπει να έχουν μια ισχυρή και σταθερή αυτοπεποίθηση.

Συμβαίνει όμως ακριβώς το αντίθετο. Τα πάνε συχνά πολύ, καλά, σε οτιδήποτε κάνουν, οι άλλοι τους θαυμάζουν και τους ζηλεύουν και είναι επιτυχημένοι..

Θέλουν να είναι, αλλά πίσω απ' όλα αυτά παραμονεύει η κατάθλιψη, ένα αίσθημα κενού και αποξένωσης από τον ίδιο τους τον εαυτό και μια αίσθηση ότι η ζωή τους δεν έχει κανένα νόημα.

Αυτά τα σκοτεινά συναισθήματα έρχονται στο προσκήνιο κάθε φορά που το ναρκωτικό των ιδεών μεγαλείου τους προδίδει, κάθε φορά που δεν βρίσκονται «στην κορυφή», που δεν είναι οι αναμφισβήτητοι «πρωταγωνιστές» ή που νιώθουν ξαφνικά ότι δεν κατόρθωσαν ν' ανταποκριθούν ικανοποιητικά σε κάποια ιδεατή εικόνα ή σε κάποια πρότυπα. Τότε βασανίζονται από άγχος ή από βαθιά αισθήματα ενοχής και ντροπής.

Γιατί αναστατώνονται όμως τόσο πολύ αυτοί οι ικανοί και προικισμένοι άνθρωποι;

Στην πρώτη συνέντευξη θα πουν στο θεραπευτή τους ότι είχαν γονείς γεμάτους κατανόηση ή ότι έτσι τουλάχιστον ήταν ο ένας από τους δύο. Αν έχουν επίγνωση του ότι οι άλλοι δεν τους καταλάβαιναν όταν ήταν παιδιά, νιώθουν πως το σφάλμα ήταν δικό τους και πως οφειλόταν στη δική τους ανικανότητα να εκφράζουν με τον κατάλληλο τρόπο τις επιθυμίες και τα συναισθήματά τους.

Οι άνθρωποι αυτοί αφηγούνται τις πρώτες τους αναμνήσεις χωρίς να εκδηλώνουν την παραμικρή συμπάθεια για το παιδί που υπήρξαν κάποτε. Αυτό δε που είναι αληθινά εκπληκτικό είναι το ότι αυτοί όχι μόνο έχουν μια πολύ μεγάλη ικανότητα ενδοσκόπησης, αλλά φαίνεται, ως ένα βαθμό, ότι μπορούν να κατανοούν συναισθηματικά αυτά που συμβαίνουν στους γύρω τους. Η πρόσβασή τους όμως στο συναισθηματικό κόσμο της δικής τους παιδικής ηλικίας έχει μπλοκαριστεί, και αυτά που τη χαρακτηρίζουν είναι η έλλειψη σεβασμού, ο καταναγκασμός.

Συχνά φαίνεται να περιφρονούν, να περιγελούν και ν' αντιμετωπίζουν ότι υπήρξαν κάποτε. Σε γενικές γραμμές δηλαδή, η πραγματική συναισθηματική κατανόηση των μεταστροφών της παιδικής τους ηλικίας δεν υφίσταται και τελικά δεν αντιλαμβάνονται ούτε στο ελάχιστο τις δικές τους ανάγκες πέρα από την επιθυμία τους για ασφάλεια. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν αρνηθεί την πραγματική τους ιστορία σε τέτοιο βαθμό που μπορούν εύκολα να προβάλλουν την ψευδαίσθηση ότι η παιδική τους ηλικία ήταν χαλαρή.

Έτσι το άτομο αναπτύσσει ιδέες μεγαλείου, προκαλεί το θαυμασμό των άλλων και χρειάζεται αυτόν το θαυμασμό, η αλήθεια είναι ότι δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτόν. Έχει ανάγκη να διαπρέπει σε ό,τι κάνει, σε ό,τι δηλαδή είναι σίγουρος ότι μπορεί να κάνει (αλλιώς δεν θα το προσπαθούσε καν).

Θαυμάζει και ο ίδιος τον εαυτό του για τα χαρίσματά του, την ομορφιά, την εξυπνάδα, τα ταλέντα του καθώς και για την επιτυχία και τα επιτεύγματά του. Προσοχή όμως μήπως κάποιο απ' όλα αυτά τον απογοητεύσει, διότι τότε διατρέχει άμεσο κίνδυνο να οδηγηθεί στην καταστροφή από μια βαριά κατάθλιψη.

Μας φαίνεται συνήθως φυσιολογικό όταν άρρωστοι ή ηλικιωμένοι άνθρωποι, που τους βασανίζει η απώλεια μεγάλου μέρους της υγείας και της ζωτικότητάς τους, γυναίκες που βρίσκονται στην εμμηνόπαυση εμφανίζουν συμπτώματα κατάθλιψης.

Υπάρχουν όμως πολλοί άνθρωποι που μπορούν ν' αντέξουν την απώλεια της ομορφιάς, της υγείας, των νιάτων ή των αγαπημένων τους και, παρά τη θλίψη τους, τα βγάζουν πέρα χωρίς να πάθουν κατάθλιψη.

Από την άλλη, υπάρχουν εκείνοι που έχουν μεγάλα χαρίσματα, συχνά οι πιο χαρισματικοί, που υποφέρουν από βαριά κατάθλιψη. Αυτό συμβαίνει γιατί κάποιος απελευθερώνεται από την κατάθλιψη μόνο όταν η αυτοεκτίμησή του στηρίζεται στην αυθεντικότητα των δικών του συναισθημάτων και όχι στο αν έχει ή δεν έχει συγκεκριμένα χαρίσματα.

Η κατάρρευση της αυτοεκτίμησης ενός ατόμου με ιδέες μεγαλείου δείχνει ξεκάθαρα πόσο επικίνδυνα κρεμόταν από μια κλωστή η αυτοεκτίμησή του «κρεμόταν από ένα μπαλόνι», όπως ονειρεύτηκε κάποτε κάποιος.

"Το μπαλόνι πέταξε πολύ ψηλά με τη βοήθεια του ευνοϊκού ανέμου, αλλά ξαφνικά τρύπησε και προσγειώθηκε απότομα στο έδαφος σαν ένα μικρό χαλάκι, επειδή ο ίδιος δεν είχε αναπτύξει ποτέ κάτι αυθεντικό που θα μπορούσε να του δώσει εσωτερική δύναμη και στήριξη." -A. Miller, Οι φυλακές της παιδικής μας ηλικίας

Κρίσεις ζωής

Σε όρους ψυχολογίας, ως «κρίση» νοείται η αντίδραση που θα παρουσιάσει ένας άνθρωπος απέναντι σε ένα οποιοδήποτε γεγονός ή κατάσταση. Υπό αυτή την έννοια, γίνεται αυτομάτως αντιληπτό ότι ένα γεγονός, που μπορεί να καταρρακώσει ψυχικά και συναισθηματικά έναν άνθρωπο, κάποιον άλλον μπορεί να τον αφήσει έως και ανεπηρέαστο.

Ο άνθρωπος που βιώνει μία κρίση, βρίσκεται ξαφνικά αντιμέτωπος με κάποιο εμπόδιο που δεν του επιτρέπει να προχωρήσει στους βασικούς στόχους της ζωής του και το οποίο δεν μπορεί να υπερπηδήσει – για κάποιο χρονικό διάστημα – με τα συνήθη μέσα επίλυσης προβλημάτων που διαθέτει. Έτσι, γίνεται φανερό ότι μία κρίση, όπως αυτή βιώνεται από τον κάθε άνθρωπο, ανατρέπει μία δεδομένη και εδραιωμένη ισορροπία και, ως εκ τούτου, ενδέχεται να προκαλέσει αποπροσανατολισμό, αίσθηση αβοηθησίας, θλίψη, σύγχυση και πανικό.

Αξίζει να σημειωθεί πως δεν υπάρχει ένα είδος κρίσης. Ανάλογα με τα επίπεδα στα οποία μας επηρεάζουν (σωματικό ή κοινωνικό) και ανάλογα με την ευθύνη ή όχι που φέρουμε για αυτές, μπορούμε να διακρίνουμε τέσσερις διαφορετικούς τύπους κρίσης:

Υπάρχουν, α) οι σωματικές, που απειλούν την ίδια μας την ακεραιότητα και την αίσθηση της ασφάλειας που έχουμε, β) οι κοινωνικές, όπως ένας πόλεμος ή μία επανάσταση, που αλλάζουν την θέση μας στον κόσμο σε σχέση με τους υπόλοιπους ανθρώπους, γ) οι προσωπικές, που αφορούν τις εντελώς δικές μας, προσωπικές αποτυχίες, και βεβαίως δ) οι πνευματικές κρίσεις, που έρχονται να ανατρέψουν εν μία νυκτί τα όσα θεωρούσαμε ως τώρα δεδομένα και μας κάνουν να αμφισβητούμε για το νόημα της ζωής μας.

Πολλοί είναι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι η έννοια της κρίσης κρύβει μέσα της το στοιχείο του κινδύνου και της ευκαιρίας.

Στην πραγματικότητα, η Κινεζική λέξη για την κρίση ενσωματώνει τις έννοιες κίνδυνος και κρίσιμο σημείο. Το κρίσιμο σημείο, θα μετατραπεί σε ευκαιρία μόνο όταν η κατάσταση που βιώνει το άτομο βελτιωθεί.

Βεβαίως, η αλήθεια είναι πως τη στιγμή που βιώνουμε μία κρίσιμη κατάσταση, το μόνο που αντιλαμβανόμαστε είναι το πρώτο στοιχείο, τον κίνδυνο, αδυνατώντας να φανταστούμε ότι μπορεί να υπάρχει κάποια θετική πλευρά στο μέλλον. Είναι η στιγμή που διαπιστώνουμε πως η γη χάνεται κάτω από τα πόδια μας, το μέλλον φαντάζει ζοφερό, τα στηρίγματα που μέχρι πρότινος είχαμε καταρρέουν και εμείς καλούμαστε να αποφασίσουμε μεταξύ δύο εναλλακτικών που μοιάζουν εξίσου αρνητικές: η επιλογή μίας νέας κατάστασης συνοδεύεται από τον φόβο για το άγνωστο και το ενδεχόμενο μίας αποτυχίας, ενώ η επιλογή της παλαιάς κατάστασης μπορεί να συνεπάγεται τον συμβιβασμό μας με μία στασιμότητα που θα διαιωνίσει ή και θα εντείνει πρότερες δυσκολίες. Και, ίσως τελικά να είναι αυτή η κατάσταση, η σύγκρουση ανάμεσα σε δύο δύσκολες καταστάσεις που να μας βυθίζει σε αυτό το αίσθημα της καταστροφής και του πανικού.

Το ερώτημα λοιπόν είναι τι κάνουμε. Πώς αντιμετωπίζουμε μία τόσο δύσκολη και τρομακτική μετάβαση στη ζωή μας;

Ακόμα δε περισσότερο, πώς διαχειριζόμαστε μία κατάσταση για την οποία εν πολλοίς δεν νιώθουμε καν υπεύθυνοι, αφού ούτε την έχουμε προκαλέσει, ούτε μπορούμε προσωπικά και από μόνοι μας να την αποφύγουμε ή να την ρυθμίσουμε;

Η απάντηση δεν είναι εύκολη, ούτε μπορεί να γενικευτεί σε όλους τους ανθρώπους και σε κάθε περίσταση. Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, κάθε άνθρωπος αντιλαμβάνεται με διαφορετικό τρόπο τα γεγονότα που του συμβαίνουν και, επιπλέον, οι συνθήκες ζωής, το πλαίσιο στο οποίο ζει κανείς είναι διαφορετικά για τον καθένα από εμάς.

Στόχος του παρόντος άρθρου δεν είναι να δώσει έτοιμες και γενικευτικές συνταγές ή οδηγίες διαχείρισης μίας κρίσης· άλλωστε δεν υπάρχουν. Στόχος είναι η σκιαγράφηση ενός γενικού πλαισίου μέσα στο οποίο, ο κάθε άνθρωπος, ανάλογα με την κατάσταση που βιώνει, θα μπορέσει να εντοπίσει σημεία και σκέψεις που ίσως τον βοηθήσουν να δει καλύτερα τη θέση του, τα πατήματά του μέσα στη δυσκολία που αντιμετωπίζει.

Την στιγμή που αντιλαμβανόμαστε έναν κίνδυνο, μία απειλή ενάντια στην ύπαρξη και τα σταθερά μας σημεία, η πρώτη, φυσιολογική και αυτόματη αντίδραση είναι ο φόβος. Ο φόβος, αρχικά είτε μας ωθεί σε παρορμητικές συμπεριφορές πανικού, είτε μας ακινητοποιεί – παγώνει το μυαλό και το σώμα μας.

Σε αυτό το πρώτο στάδιο, χέρι βοήθειας μπορεί να αποδειχθεί η οικογένειά μας, οι φίλοι μας και οι γνωστοί μας, οι άνθρωποι που εμπιστευόμαστε και με τους οποίους θα μιλήσουμε και θα μοιραστούμε τους φόβους μας. Μπορεί επίσης να μας βοηθήσουν πρότερες εμπειρίες μας από άλλες κρίσεις, τις οποίες καταφέραμε να διαχειριστούμε. Πώς τις αντιμετωπίσαμε; Τι κάναμε, και τι δεν κάναμε; Τι και ποιος μας βοήθησε και με ποιον τρόπο;

Σε κάθε περίπτωση, στόχος εδώ δεν είναι κάποιος επίπλαστος εφησυχασμός, αλλά περισσότερο η υπενθύμιση ότι στο παρελθόν τα έχουμε καταφέρει, και ότι υπάρχουν άνθρωποι γύρω μας που μπορούν να μας στηρίξουν – ίσως όχι τόσο υλικά ή πρακτικά, αλλά απλώς με το να είναι εκεί. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, θα ξεκινήσει σταδιακά μία προσωπική, εσωτερική κινητοποίηση για μία πιο ψύχραιμη εκτίμηση της όλης κατάστασης: Τι συμβαίνει, γιατί, πού ήμουν και πού βρέθηκα, πού οδηγεί, πώς νιώθω για αυτό, τι μπορώ και τι δεν μπορώ να κάνω για αυτό, ποιες είναι οι προτεραιότητές μου, ποια είναι τα περιθώριά μου; Αυτό βεβαίως δεν θα γίνει από τη μία στιγμή στην άλλη.

Καθώς θα διερευνούμε τη δική μας θέση μέσα σε αυτό που βιώνουμε, θα δώσουμε χρόνο στον εαυτό μας να εμπεριέξει και να επεξεργαστεί τις πληροφορίες και τα γεγονότα, έτσι ώστε να σχηματίσουμε μία όσο το δυνατόν πληρέστερη εικόνα της κατάστασης. Μόνο όταν κρίνουμε ότι την έχουμε εκτιμήσει επαρκώς, μπορούμε να προχωρήσουμε στο επόμενο βήμα που είναι η λήψη μίας απόφασης.

Εδώ ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί κάτι σημαντικό: η απόφαση διαφέρει από την λύση. Πολλές φορές, η κατάσταση που βιώνουμε δεν έχει κάποια – κρυφή ή λιγότερο κρυφή – λύση. Μπορεί να είναι μία – προς το παρόν τουλάχιστον – αδιέξοδη κατάσταση. Ή μπορεί οι όποιες λύσεις να φαντάζουν εξίσου ζοφερές. Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα βήματά μας στο μέλλον θα εξαρτηθούν από την στάση που θα επιλέξουμε να τηρήσουμε απέναντι στην κατάσταση. Το πώς θα σταθούμε απέναντι στην κρίση.

Μία απόφαση είναι να καταλήξω ότι δεν μπορώ ή δεν θέλω να προσαρμοστώ στα νέα δεδομένα. Ίσως και να κλείσω τα μάτια. Να συνεχίσω να δυσφορώ παθητικά, διαιωνίζοντας ή και εντείνοντας την προηγούμενη αρνητική κατάσταση.
 
Μία άλλη απόφαση είναι να δεχθώ ότι αυτό που βιώνω, αυτή τη στιγμή, δεν μπορώ να το αλλάξω- μπορώ μόνο να αλλάξω εγώ ως προς αυτό. Να προσαρμοστώ. Να αλλάξω τον τρόπο ζωής μου, παίρνοντας την ευθύνη για αυτή και λειτουργώντας ως ενεργός πρωταγωνιστής σε μία κατάσταση που, τουλάχιστον μέσα από τα δικά μου χέρια, δεν αλλάζει.
 
Βεβαίως, μπορεί να πληρώσουμε ένα τίμημα. Μπορεί και να αποτύχουμε. Είναι όμως κομμάτι της ζωής ο πόνος και η αποτυχία. Τουλάχιστον, ας μην μας βρουν παθητικούς δέκτες. Όταν θα υπερβούμε την κρίση, όταν θα έχουμε περάσει από το κρίσιμο σημείο, τότε θα γίνει ο απολογισμός. Άλλωστε, η επίγνωση πάντα εκ των υστέρων αποκτάται. Προηγείται πάντα η απόφαση και η δράση.
 
Ο Viktor Frankl ήταν ένας σημαντικός ψυχολόγος, που στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου κατάφερε να επιβιώσει στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, έχοντας χάσει ολόκληρη την οικογένειά του: μητέρα, σύζυγο, συγγενείς, φίλους, συναδέλφους. Δίπλα του, καθημερινά έβλεπε χιλιάδες ανθρώπους να πεθαίνουν χωρίς νόημα, χωρίς λόγο, άδικα και βάναυσα, παραιτημένοι και παραδομένοι στη συμφορά που τους είχε πλήξει.
 
Αργότερα, στο βιβλίο που έγραψε για την εμπειρία του αυτή, σημείωσε πως, εκείνο που τελικά τον κράτησε στη ζωή μέσα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, ήταν μία σημαντική συνειδητοποίηση:
 
Πως το μοναδικό πράγμα που δεν μπορείς να στερήσεις από έναν άνθρωπο, είναι η ελευθερία να επιλέγει ο ίδιος το πώς θα αντιδράσει σε αυτό που του κάνεις.
 
Η ύστατη ελευθερία του ανθρώπου είναι η δυνατότητα να επιλέξει τη στάση που θα κρατήσει απέναντι σε οποιαδήποτε περίσταση, όσο δύσκολη κι αν είναι αυτή.

Μικρές καθημερινές δικτατορίες

Στην καθημερινότητα των οικογενειών είναι συχνές οι καταστάσεις όπου κάποιο μέλος αγανακτεί για την συμπεριφορά των άλλων και δεν συνειδητοποιεί ότι είναι αυτός που τους αδικεί με τη συμπεριφορά του ή με τις απόψεις του.

Η ύπαρξη ψυχοπαθολογίας είναι συστατικό στοιχείο της ανθρώπινης φύσης και κανείς δεν δικαιούται να φαντάζεται ότι κινείται στην απόλυτη λειτουργικότητα. Η ιδεολογικοποιημένη ψυχοπαθολογία όμως, είναι πολύ ύπουλη καθώς δεν αναγνωρίζεται ως δυσλειτουργία, αλλά αντίθετα διακηρύττει την υπεροχή της και ως θιγμένη κατηγορεί όποιον την αμφισβητεί.

Η δικτατορία του σωστού, η δικτατορία της λογικής, η δικτατορία της καθαριότητας, η δικτατορία της ευαισθησίας, η δικτατορία της αισθητικής, η δικτατορία της θυσίας διαβρώνουν και καταστρέφουν τις ζωές των θνητών που προσπαθούν να κρυφτούν από την θνητότητά τους. Όποιος πιστεύει σ’ αυτές τις απατηλές θρησκείες διαπράττει ανθρωποθυσίες, ενώ ο στόχος του είναι να διαφυλαχτεί από την απειλή του κακού.

Η καθαριότητα που μολύνει

Η μητέρα που ασχολείται ψυχαναγκαστικά με την καθαριότητα, δεν συνειδητοποιεί το πλήθος των ψυχικών μικροβίων που καλλιεργεί στην καθημερινή ζωή της οικογένειας. Τη στιγμή που διαμαρτύρεται για το ρόλο της ως υπηρέτριας, που πιστοποιείται από τη συνεχή ενασχόλησή της με τον καθαρισμό του σπιτιού, δεν συνειδητοποιεί ότι έχει γίνει ένας δικτάτορας που ενοχοποιεί τη ζωή.

Θεωρεί ότι ταλαιπωρείται εξαιτίας των παιδιών της και δεν συνειδητοποιεί ότι αυτή ταλαιπωρεί αφόρητα, με το να τους στερεί το δικαίωμα να είναι φυσιολογικά παιδιά και όχι προγραμματισμένα ρομπότ. Αναπτύσσει μια αυτιστική στάση, κατά την οποία τα άψυχα αντικείμενα του σπιτιού έχουν την προτεραιότητα έναντι των έμψυχων όντων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο παραιτείται από το δικαίωμά της να είναι η οικοδέσποινα που δημιουργεί το θερμό κλίμα του σπιτικού και περιορίζεται στο να είναι ο φύλακας του άψυχου σπιτιού.

Εκείνος που εκνευρίζεται με τους άλλους που δεν τηρούν τους κανόνες της καθαριότητας, τους οποίους έχει ο ίδιος θέσει, δεν συνειδητοποιεί ότι στην πραγματικότητα και αυτός θα επιθυμούσε να δραπετεύσει από την πεντακάθαρη φυλακή του. Γι’ αυτό και οργίζεται με εκείνους που το τολμούν. Εξάλλου, αυτό που στην πραγματικότητα επιθυμεί να τακτοποιήσει δεν είναι οι ακάθαρτες επιφάνειες των επίπλων, αλλά οι ‘’ακάθαρτες’’ σκέψεις, που ως λογισμοί της λένε ότι με κάτι άλλο θα ήθελε να ασχοληθεί.

Οι μητέρες αυτές θυμίζουν εκείνα τα παιδιά που ασταμάτητα διαβάζουν προκειμένου να είναι συνεπείς μαθητές στις σχολικές υποχρεώσεις τους. Φθονούν τους συμμαθητές τους που παίζουν ξέγνοιαστοι και εύχονται να τους προκύψει μια αιφνιδιαστική εξέταση για να τιμωρηθούν. Είναι όπως εκείνοι που στο φαγητό τους αφήνουν για το τέλος αυτό που τους αρέσει περισσότερο, αλλά με ζήλεια και αγωνία παρατηρούν ότι οι άλλοι ήδη ευχαριστιούνται το δικό τους.

Μία γυναίκα που ασχολείται διαρκώς με τις οικιακές εργασίες, κατά τρόπο εξουθενωτικό για την ίδια και βασανιστικό για τους οικείους της, είναι καλό να αναρωτηθεί: τι θα έκανε αν ήταν ελεύθερη να ασχοληθεί όχι με ό,τι πρέπει αλλά με ό,τι θα ήθελε; Τότε πιθανόν να αναστατωνόταν συνειδητοποιώντας ότι έχει ξεχάσει να επιθυμεί.

Η τυραννία του σωστού

Ο γονιός που ζητά τη συμμόρφωση του παιδιού του με τη σωστή συμπεριφορά δίχως να μπορεί να εξηγήσει το γιατί, αποτυγχάνει στο στόχο του. Το παιδί είτε δεν θα αποδεχθεί και θα αντιδράσει, είτε μηχανιστικά θα υπακούσει, αλλά ουσιαστικά δίχως να το αποδεχθεί. Τελικά είναι ο γονιός που κάποια στιγμή θα παραμεριστεί ως μουσειακό είδος.

Αυτός που υπερασπίζεται το σωστό ως δεδομένη αυταπόδεικτη οντότητα, είναι αυτός που ουσιαστικά το αρνείται. Δεν κατανοεί ότι το σωστό είναι μια συνθήκη που δοκιμάστηκε και βρέθηκε ότι ισχύει σε κάποιες συνθήκες. Δεν έχει συνειδητοποιήσει ότι το σωστό κλειδί είναι αυτό που ταιριάζει στη συγκεκριμένη κλειδαριά. Επομένως, δεν γνωρίζει ότι η λειτουργικότητα είναι αυτή που κάθε φορά αναδεικνύει την ορθότητα ή μη μιας επιλογής.

Όποιος ζητάει να είναι εντάξει ως προς το σωστό, χάνει τη δυνατότητα να είναι δημιουργικός, να παράγει το νέο. Κανείς σημαντικός δημιουργός δεν κινήθηκε μόνο στο χώρο του σωστού. Δεν περιφρονεί την καταγεγραμμένη γνώση, αλλά τη δοκιμάζει σε νέες συνθήκες.

Κάποιοι αναφέρονται διαρκώς στις αξίες και τις υπερασπίζονται λεκτικά, αλλά στην πραγματικότητα δεν τις εμπιστεύονται, αφού τις ταυτίζουν με το ‘’σωστό’’, στο οποίο άκριτα πρέπει να υπακούει κανείς. Αγανακτούν μ’ όποιον τολμήσει να τις αμφισβητήσει και δεν συνειδητοποιούν ότι η δική τους υπεράσπιση τις κάνει απωθητικές.

Η εποχή της παγκοσμιοποίησης σχετικοποιεί κάποιες αλήθειες που αδιαπραγμάτευτα ίσχυαν. Μοιάζει σαν να αμφισβητείται και να καταστρέφεται κάθε παραδοσιακή αξία. Καλοπροαίρετοι άνθρωποι αγωνιούν ότι έρχεται η καταστροφή των πάντων. όμως τα πράγματα δεν καταγράφονται έτσι από τους σοβαρούς μελετητές. Υφίσταται μια αποδιοργάνωση, όπως αντιστοιχεί σε κάθε νέα πολιτιστική φάση, αλλά ταυτόχρονα οι νέοι άνθρωποι αναζητούν αυθεντικές αλήθειες και γνήσιες αξίες στις οποίες να μπορούν να στηρίξουν τις ζωές του και τις σχέσεις τους.

Οι γονείς που στην αγωνία τους για την πορεία των παιδιών τους αντιδρούν με απολυτότητα, με υποτίμηση του νέου στοιχείου και βερμπαλιστικές διακηρύξεις, δεν μπορούν να προσφέρουν αξιόπιστα ερείσματα στη ζωή των παιδιών τους και τελικά αποσύρονται παραιτημένοι.

Αντίθετα, οι γονείς που ενώ δυσκολεύονται από τα νέα δεδομένα, τα θεωρούν ως προκλήσεις, διαμορφώνουν τη ζωή τους σε εργαστήριο δημιουργίας, γνησιότητας και χαράς και τότε γίνονται οδηγοί και δάσκαλοι ζωής. Είναι εκείνοι που θα μεταδώσουν τις αξίες στην επόμενη γενιά που νιώθει υπερκορεσμένη και υποψιασμένη πλέον για την φτήνια, την κενότητα των μοντέλων life style που προσφέρει η συντονισμένη προπαγάνδα του θεάματος.

Οι αξίες που δικαιούνται να αναγνωρίζονται ως τέτοιες είναι αυτές που διαχρονικότητά τους και η παγκοσμιότητά τους έγκειται στο ότι αποτελούν χρηστικά εργαλεία ζωής και όχι παραδοχές. Επομένως, όποιος με τόλμη αμφισβητεί, κτίζει με πιο στέρεα στοιχεία το οικοδόμημα της πίστης και της εμπιστοσύνης.

Η πολυπλοκότητα της γνώσης του εαυτού

Ένα πολύπλοκο σχήμα

Η αντίληψη του εαυτού σημαίνει ότι υπάρχει κάποιος συνειδητός ‘εσωτερικός παράγοντας ‘ που κατευθύνει τη συμπεριφορά, αλλά επίσης σημαίνει επίγνωση των συναισθημάτων, των χαρακτηριστικών, των σκέψεων και των συμπεριφορών στο παρόν και στο παρελθόν. Για να έχει εαυτό, ένας οργανισμός πρέπει να διαθέτει συνείδηση και αυτο-στοχασμό.

Η πολυπλοκότητα της γνώσης του εαυτού

Το σχήμα που διαθέτουμε για τον εαυτό μας είναι πολύπλοκο, εν μέρει απλώς γιατί διαθέτουμε περισσότερες πληροφορίες για τον εαυτό μας παρά για οτιδήποτε άλλο. Εκτός ίσως από την ανάπαυλα του ύπνου-αν και ακόμη και τα όνειρα προσφέρουν κάποιου είδους πληροφορίες για τον εαυτό- είμαστε συνεχώς πλημμυρισμένοι από τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά μας.

Επίσης αντίθετα μ άλλα είδη γνώσης η γνώση του εαυτού χαρακτηρίζεται από μια αφηγηματική συνέχεια, ένα συνεχές νήμα παρατήρησης μέσα στο χρόνο. Ο καθένας μας προσπαθεί να καταλάβει το δικό του ιστορικό και συνεπώς ερμηνεύουμε και ξαναερμηνεύουμε τον εαυτό μας. Αυτό που καθιστά τα πράγματα ακόμα πιο πολύπλοκα είναι ότι δεν κατέχουμε πληροφορίες μόνο για το παρελθόν μας και τον τρέχοντα εαυτό μας, αλλά έχουμε ακόμη πρότυπα για το μελλοντικό εαυτό μας και μπορούμε να φανταστούμε τον εαυτό μας να ενεργεί με διαφορετικούς τρόπους και να συναλλάσσεται με διαφορετικούς ανθρώπους. Χωρίς αμφιβολία ο εαυτός είναι ένα πολύπλοκο σύνολο από αναμνήσεις, φαντασίες και φιλοδοξίες.

Αντίσταση του εαυτού στην αλλαγή

Εκτός από το ότι βοηθά τη μνήμη όσον αφορά σε γεγονότα σχετικά με τον εαυτό, η πολυπλοκότητα της εικόνας του εαυτού ίσως κάνει τον εαυτό να αντιστέκεται στην αλλαγή. Το τεράστιο σχήμα για τον εαυτό μας χαρακτηρίζεται από αδράνεια. Όπως έγραψε ο Thoreau στην εφημερίδα του (1840), «Αν χρειάζεσαι μια αδιαπέραστη ασπίδα, στάσου μέσα στον εαυτό σου»

Η ιδιότητα της αυτοσυντήρησης του εαυτού αποδίδεται αναμφίβολα σε κάτι παραπάνω από το μεγάλο όγκο πληροφοριών στην εικόνα του εαυτού. Συχνά, διατηρούμε την ακεραιότητα του εαυτού μας με ενεργητική προσπάθεια και μερικές φορές με αμυντικότητα. Πράγματι ο εαυτός μας μπορεί να συγκριθεί με έναν ολοκληρωτικό δικτάτορα που ελέγχει τις πληροφορίες και αναθεωρεί την ιστορία για δικό του όφελος. Σύμφωνα με αυτήν την άποψη ο εαυτός –μια ενότητα γνώσης και πεποιθήσεων- είναι συντηρητικός και δεν αλλάζει εύκολα. Στην πραγματικότητα κατά καιρούς διαστρεβλώνει ή ξεχνά γεγονότα για την αυτοσυντήρησή του. Αυτή η αναγκαστική σταθερότητα ίσως να είναι χρήσιμη, γιατί εάν ο εαυτός άλλαζε εύκολα με κάθε νέο κομμάτι πληροφορίας, η ζωή θα γινόταν χαώδης, και η αίσθηση της ενότητας της προσωπικότητας και της συμπεριφοράς μας γρήγορα θα κλονιζόταν.

Μπορούμε να εξακριβώσουμε την έννοια του εαυτού μας με τρεις συγκεκριμένους τρόπους κατά Swan και Read:
  • αναζητώντας επιλεκτικά ανατροφοδότηση από άλλους πράγμα που επιβεβαιώνει την αντίληψη που έχουμε για τον εαυτό μας
  • με την επιλεκτική ανάκληση ανατροφοδότησης που επιβεβαιώνει την έννοια του εαυτού μας,
  • με την ενεργητική προσπάθεια να αποδείξουμε στους άλλους την αλήθεια της έννοιας του εαυτού μας.
 

Η Ελληνική Αρχαιότητα: Ι. ΑΡΧΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ - 1. Πόλεις και αποικίες

1.3. Όταν οι Πλειάδες ανατέλλουν, αρχίζει ο θερισμός

Ο Ησίοδος δεν ήταν ευτυχισμένος με το χωριό όπου ζούσε, τη βοιωτική Άσκρα στην πλαγιά του Ελικώνα. Το θεωρούσε κακό τον χειμώνα και μίζερο το καλοκαίρι· ποτέ δεν το έβρισκε ευχάριστο. Η οικογένεια του καταγόταν από την αιολική Κύμη, στα παράλια της Μικράς Ασίας, αλλά εκεί τα πράγματα δεν πήγαν καλά. Καθώς ο πατέρας του ήταν άτυχος, αναγκάστηκε να παρατήσει τις θαλάσσιες εμπορικές επιχειρήσεις και να εγκατασταθεί στη Βοιωτία. Ο Ησίοδος εργάστηκε ως κτηνοτρόφος και αγρότης.

Μια μέρα, καθώς έβοσκε πρόβατα, δέχτηκε το κάλεσμα των Μουσών και αποφάσισε να αφοσιωθεί στην ποίηση και την αλήθεια. Προφανώς διέθετε καλή παιδεία και είχε μεγάλη εξοικείωση με την Ιλιάδα - ίσως και με την Οδύσσεια. Σε αντίθεση με τον λίγο παλαιότερό του Όμηρο, που δεν δηλώνει ποτέ το όνομά του, αυτός συστήνεται με υπερηφάνεια και, ως έναν βαθμό, αυτοβιογραφείται.
 
Το θέμα που επέλεξε στο ποίημα του Έργα και ημέρες είναι παράδοξο με βάση τα ομηρικά κριτήρια. Απευθυνόμενος ευθέως στον αδελφό του Πέρση, τον κατηγορεί ότι, παρόλο που είχε ιδιοποιηθεί με άδικο τρόπο μεγαλύτερο μέρος από όσο του αναλογούσε στην πατρική κληρονομιά, με την αστόχαστη συμπεριφορά του βρέθηκε πάλι σε ανάγκη. Του δίνει λοιπόν πρακτικές οδηγίες για τις καθημερινές ασχολίες ενός αγρότη. Συμβουλεύοντας τον αδελφό του, βρίσκει την ευκαιρία να απευθυνθεί σε ένα πολύ ευρύτερο ακροατήριο. Όσα διδάσκει είχαν, κατά τη γνώμη του, γενική ισχύ.
 
Τόσο γενική ισχύ είχαν οι συμβουλές του Ησιόδου, ώστε μοιάζουν αυτονόητες. Δεν χρειαζόταν να καταφύγει στο διδακτικό του έπος ένας αγρότης για να πληροφορηθεί πότε αρχίζει το όργωμα και πότε ο θερισμός. Ακόμη και ο Πέρσης θα πρέπει να ήξερε καλά τους ρυθμούς της αγροτικής ζωής. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν ίσως οι ηθικές παραινέσεις. Ο πλουτισμός που γίνεται αυτοσκοπός θεωρείται καταδικαστέος, ενώ επαινείται η σύνεση και το μέτρο, το δίκαιο και προπαντός η ευσέβεια. Τα πάντα έπρεπε, σύμφωνα με τον ποιητή, να αρχίζουν και να τελειώνουν με μια προσευχή. Αλλά και οι ηθικές αυτές παραινέσεις ηχούν αρκετά κοινότοπες. Η εναλλαγή των εποχών και οι απρόοπτες μεταβολές της φύσης έφερναν πάντα τον άνθρωπο πλησιέστερα στον θεό. Ο θεός έστελνε τη βροχή, αλλά ευθυνόταν και για την ανομβρία. Ο θεός έστελνε τον κεραυνό και έκανε τη γη να σείεται. Την εύνοια των θεών όφειλαν να την εξασφαλίζουν οι αγρότες με τη χρηστή τους διαγωγή. Μολονότι ο Ησίοδος έζησε γύρω στο 700, η καλλιέργεια της γης, όπως την περιγράφει, γινόταν με τον ίδιο τρόπο σε όλη σχεδόν την αρχαιότητα.
 
Η πραγματική αξία του ποιήματος ενδέχεται να βρισκόταν στην ίδια την επιλογή του θέματος. Σε μια εποχή που τα ομηρικά έπη υμνούσαν λαμπρά πολεμικά κατορθώματα, ο Ησίοδος στράφηκε στην αγροτική παραγωγή. Γι᾽ αυτόν ήρωας δεν ήταν ο ευγενής πολεμιστής που θυσίαζε τη ζωή του για την τιμή του, αλλά ο αγρότης που αφιέρωνε τη ζωή του στην παραγωγή και την οργάνωση του νοικοκυριού. Στον κόσμο του Ησιόδου ο πόλεμος ήταν μαζί με τη σιτοδεία (λιμόν) και τις επιδημίες (λοιμόν) οι μεγαλύτερες συμφορές. Και η γυναίκα, από γοητευτικό αντικείμενο επιθυμίας για το οποίο άξιζε να πεθάνει ή να οργώνει τις θάλασσες ένας ήρωας, έγινε στην καλύτερη περίπτωση ένας βοηθός στην εργασία· στη χειρότερη, ένας άχρηστος καταναλωτής ή μια επικίνδυνη ξελογιάστρα. Η εξύμνηση του αγρότη ενδέχεται να ήταν επιλογή επαναστατική. Μια μεγάλη και σημαντική κοινωνική τάξη διεκδικούσε με τον Ησίοδο θέση στην ποίηση και τον υψηλό πολιτισμό.
 
Βάση για να ξεκινήσουν όλα, σύμφωνα με τον Ησίοδο, ήταν τρία πράγματα: ένας οἶκος, μια γυναίκα και ένα βόδι. Ο οίκος, δηλαδή το νοικοκυριό, περιλάμβανε τα κτήματα και το σπίτι (οἰκίαν), τόπο διαμονής και ασφαλούς αποθήκευσης. Η γυναίκα ήταν απαραίτητη βοηθός σε όλες τις δουλειές, ακόμη και τις εξωτερικές ή τις καθαρά αγροτικές. Στην αρχή ο αγρότης έπρεπε να αρκεστεί σε μια αγορασμένη γυναίκα, δηλαδή μια δούλη - η ώρα για την κανονική σύζυγο θα έπρεπε να έρθει όταν όλα ήταν τακτοποιημένα και η ηλικία κατάλληλη. Το βόδι χρειαζόταν για το όργωμα, τις μεταφορές αλλά και για πλήθος άλλες εργασίες. Μαζί με το βόδι ή στη θέση του ήταν χρήσιμο και το μουλάρι.
 
Από τα συμφραζόμενα μπορούμε να φανταστούμε τρεις μεγάλες κατηγορίες αγροτών. Ένα νοικοκυριό με πολύ μικρή έκταση γης δεν μπορούσε να θρέψει όλη την οικογένεια και ανάγκαζε τον νοικοκύρη να αναζητήσει συμπληρωματικό εισόδημα. Συνηθέστερη λύση ήταν η προσφορά μισθωτής εργασίας. Ένα μεσαίο νοικοκυριό τα έφερνε ίσως βόλτα, αν ήταν καλά οργανωμένο και κατανάλωνε με οικονομία. Η οικογένεια εκτελούσε όλες σχεδόν τις αναγκαίες εργασίες με μικρή μόνο εποχική βοήθεια. Τρίτο ήταν το εύπορο νοικοκυριό, που παρήγε πλεόνασμα. Ένα μέρος του πλεονάσματος αποθηκευόταν για ασφάλεια και ένα άλλο κυκλοφορούσε ως εμπόρευμα. Για τη φροντίδα του εύπορου νοικοκυριού χρειάζονταν αρκετά πρόσθετα χέρια. Πλάι στο μόνιμο προσωπικό καλούνταν, σε εποχές αιχμής, να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους και μισθωτοί.
 
Ο Ησίοδος ασχολείται με αυτό το τρίτο, το εύπορο νοικοκυριό. Ο αγρότης τον οποίο αποφάσισε να υμνήσει ήταν ιδιοκτήτης μιας αρκετά μεγάλης έκτασης γης, με επιλογές στον τρόπο διαχείρισης της περιουσίας του. Εκτός από καλλιεργήσιμη γη, κατείχε αμπέλια, πρόβατα, κατσίκια, μελίσσια και ό,τι άλλο μπορούσε να εξασφαλίσει ευμάρεια - ασφαλώς και ελαιόδενδρα, μολονότι ο Ησίοδος δεν τα μνημονεύει. Αυτός ο συγκεκριμένος τύπος αγρότη διεκδικούσε τη θέση του στη δημόσια σφαίρα - και στο δημοφιλές έπος.
 
Ο Ησίοδος δεν αγαπούσε τα θαλασσινά ταξίδια. Αντιλαμβανόταν ωστόσο ότι ήταν μια προσοδοφόρος λύση για τη διοχέτευση του αγροτικού πλεονάσματος. Αφήνει να εννοηθεί ότι ο εύπορος αγρότης κατείχε συχνά το δικό του μικρό ή μεγάλο πλοίο, με το οποίο μπορούσε να διακινήσει τα αγαθά του. Αν όλα πήγαιναν καλά, το κέρδος ήταν γρήγορο και αξιόλογο. Ο προορισμός του κέρδους ήταν πάντως να επενδυθεί και πάλι σε γη. Μόνο αυτή πρόσφερε ασφάλεια και κύρος.
 
Εκτός από τις τρεις μεγάλες κατηγορίες αγροτών, στον κόσμο του Ησιόδου υπήρχαν και άλλες κοινωνικές ομάδες. Στο ένα άκρο ήταν οι επαίτες, οι εργάτες (θῆτες), οι δούλοι (δμῶες) και οι τεχνίτες, στους οποίους περιλαμβάνονταν επίσης οι αοιδοί - κάποιος έπρεπε να τραγουδά τα ηρωικά αλλά και τα διδακτικά έπη. Στο ίδιο άκρο βρίσκονταν ακόμη οι κλέφτες, όπως επίσης οι περαστικοί ξένοι. Στο άλλο άκρο οι άρχοντες, με αριστοκρατική καταγωγή, μεγάλη έκταση γης και εξουσία, πολιτική και δικαστική. Ο Ησίοδος τους αποκαλεί βασιλῆας και τους φαντάζεται να ασκούν μια εξουσία συλλογική. Στο άλλο του ποίημα, τη Θεογονία, επαινεί όσους από αυτούς ήταν ἐχέφρονες και δίκαιοι στις κρίσεις τους, αλλά στα Έργα και ημέρες τους χαρακτηρίζει συλλήβδην δωροφάγους. Είχε πικρή πείρα από τον τρόπο με τον οποίο ο αδελφός του τους εξαγόρασε με δώρα για να τον αδικήσει στην κληρονομιά. Τα κρίματά τους τα πλήρωνε συχνά ολόκληρος ο δήμος. Οι αριστοκράτες ασφαλώς παινεύονταν για την πολεμική τους ανδρεία, αλλά ο Ησίοδος προτίμησε να αποσιωπήσει τελείως το θέμα αυτό. Έτσι κι αλλιώς ο αγροτικός του κόσμος δεν επικοινωνούσε με αυτόν της αριστοκρατίας, που έχει τους δικούς του ρυθμούς και τους δικούς του κανόνες.
 
Ο κόσμος του Ησιόδου ήταν οργανωμένος σε πόλεις. Οι περισσότεροι άνθρωποι κατοικούσαν μέσα στα τείχη για προστασία, αλλά είχαν τα κτήματα τους στους γειτονικούς κάμπους και τους πρόποδες των βουνών. Ο Ησίοδος αποκαλεί την Άσκρα, όπου κατοικούσε, κώμην, χωριό, επειδή ήταν μικρή αλλά και επειδή ήθελε να τη μειώσει. Ήταν όμως και αυτή μια ολοκληρωμένη πολιτεία με την αγορά της. Ο Ησίοδος τη μνημονεύει περιστασιακά, γιατί ήθελε να απομακρυνθεί γρήγορα από το κέντρο για να περιγράψει το αγροτικό νοικοκυριό. Ωστόσο, από τους υπαινιγμούς του γίνεται σαφές ότι στην αγορά συνέβαιναν σημαντικά πράγματα. Εκεί συγκεντρώνονταν καθημερινά πολλοί άνθρωποι, προφανώς για εργασία και εμπορικές ανταλλαγές. Εκεί διεξάγονταν οι δίκες - και… οι κακοδικίες.
 
Στα ομηρικά έπη οι ήρωες απέδιδαν μεγάλη σημασία στους συντρόφους τους, τους ἑταίρους. Πήγαιναν στον πόλεμο μαζί, αγωνίζονταν πλάι πλάι και, όταν έφτανε η ώρα, προσπαθούσαν να επιστρέψουν πάλι μαζί. Στον αγροτικό κόσμο του Ησιόδου σημασία είχαν οι γείτονες. Ο καλός γείτονας ήταν μεγάλος θησαυρός. Αποτελούσε το καθημερινό στήριγμα, τον συνεργάτη και τον βοηθό. Δάνειζε και δανειζόταν. Σε ώρα ανάγκης οι γείτονες έτρεχαν να βοηθήσουν ο ένας τον άλλο χωρίς χρονοτριβή. Στο εσωτερικό του νοικοκυριού, πάντως, ο εύπορος αγρότης του Ησιόδου βασιζόταν κυρίως στους δούλους του.
 
Οι δμῶες ήταν μια αυτοαναπαραγόμενη κοινωνική ομάδα: τα παιδιά τους γίνονταν και αυτά δμῶες. Για την προέλευσή τους ο Ησίοδος δεν ανέφερε τίποτε. Πιθανότατα ούτε και γνώριζε. Στην εποχή του ο θεσμός που τους κρατούσε υπόδουλους ήταν καλά εδραιωμένος. Δεν πληροφορούμαστε επίσης αν κάποιος δμώς μπορούσε ποτέ να κερδίσει την ελευθερία του ή αν κάποιος ελεύθερος άνθρωπος μπορούσε να υποδουλωθεί. Στην κοινωνία του Ησιόδου υπήρχαν πιθανότατα και δούλοι αγορασμένοι από ξένο τόπο, θύματα πειρατείας ή πολέμου (όπως εξηγούν τα ομηρικά έπη). Αλλά αυτοί δεν μπορεί να ήταν πολλοί. Γίνεται λόγος για μία μόνο αγορασμένη γυναίκα σε κάθε εύπορο νοικοκυριό. Το καλοκαίρι οι δμῶες κοιμούνταν στο ύπαιθρο και για τον χειμώνα έχτιζαν οι ίδιοι ξύλινα καλύβια. Μια φορά τον μήνα γινόταν επιθεώρηση εργασίας και έπαιρναν την αμοιβή που τους αναλογούσε για να συντηρηθούν.
 
Για τον θεσμό της οικογένειας ο Ησίοδος είχε να πει αρκετά. Τον απασχολούσε η σωστή επιλογή της συζύγου, που θα έπρεπε να είναι παρθένος και, όσο γινόταν, από το κοντινό περιβάλλον - κανείς δεν μπορούσε να γνωρίζει τι λογής ήταν μια εντελώς ξένη γυναίκα, όπως λέει. Για να τα οργανώσει όλα σωστά, ο σύζυγος χρειαζόταν να φτάσει τα τριάντα χρόνια και, για να παραμένει επαρκώς ενάρετη, η σύζυγος θα έπρεπε να είναι κάτω από τα δεκαεπτά. Η απιστία ήταν μια μόνιμη έγνοια. Οι κίνδυνοι ελλόχευαν τόσο μέσα στο σπίτι όσο και έξω. Το ζήτημα είχε μια ηθική, μια ψυχολογική αλλά και μια πρακτική πλευρά. Υπέρτατη αξία, αυτή που εξασφάλιζε στον άνθρωπο ένα είδος αθανασίας, ήταν τα γνήσια τέκνα - και τα γνήσια τέκνα των τέκνων. Η μοιχεία διέκοπτε αυτή την πολύτιμη αλυσίδα.
 
Η γη και η ακίνητη περιουσία μοιράζονταν ισότιμα σε όλα τα αρσενικά παιδιά. Τα κορίτσια έπαιρναν μάλλον κινητά αγαθά. Όσο ευπορότερος ήταν ο αγρότης τόσο λιγότερα αγόρια επιθυμούσε να αποκτήσει. Προφανώς η διανομή της περιουσίας και ο κατακερματισμός της γης δεν επέτρεπαν στα πολλά παιδιά να διατηρήσουν την οικονομική και κοινωνική θέση του πατέρα τους. Διαφορετικά, η πολύτεκνη οικογένεια μπορούσε να αξιοποιήσει τα πολλά χέρια για να αυξήσει την περιουσία της. Ο Ησίοδος θεωρούσε δεδομένο ότι υπήρχε πάντα διαθέσιμη γη για αγορά. Όταν ο ένας αγρότης ευημερούσε, ο άλλος αστοχούσε.

Συλλογικό Ασυνείδητο: Ο Κόσμος των Φωτεινών Ιδεών

Μπορεί το Συλλογικό Ασυνείδητο ολόκληρου του κόσμου ή μίας μικρής κοινωνίας να χειραγωγείται μέσα από την διασπορά ιδεών που εντυπώνονται στον Νου του ανθρώπου και εδραιώνεται αποκτώντας χαρακτηριστικά πεποίθησης και φόβων;
 
Φαίνεται πως εκείνοι που κατέχουν τα μυστικά της προσέγγισης αυτών των κρυφών διαστάσεων Συνειδητότητας μπορούν μέσω της Δημιουργίας μίας Εικονικής πραγματικότητας (Δημιουργία ισχυρής εικόνας που διαμοιράζεται στο Συλλογικό Ασυνείδητο ως Πραγματικότητα) να χειραγωγήσουν την Συλλογική πραγματικότητα δημιουργώντας σκοτεινές προεκτάσεις στην καθημερινή ζωή των ανυποψίαστων ανθρώπων..
 
Αν όμως κάτι τέτοιο είναι πιθανό, πως μπορεί ένας άνθρωπος να μεταλλάξει αυτή την εντύπωση ιδεών; Πως μπορεί να προσεγγίσει ο ίδιος αυτή την Φαντασιακή Διάσταση, διαμορφώνοντας την Υποκειμενική πραγματικότητά του, κατορθώνοντας να απεμπλακεί από αυτή τη ζοφερή πραγματικότητα που δημιουργήθηκε από άλλους για εκείνον; Ας δούμε μερικά μυστικά της Διάστασης αυτής αλλά και της Ανθρώπινης συνειδητότητας μέσα από τα μονοπάτια του Σαμανισμού:
 
Ένα κοινό ζήτημα φαίνεται πως ενώνει όλους τους ερευνητές του Σαμανισμού στον πλανήτη και αυτό είναι η ομοιότητα με την οποία περιγράφεται από αταίριαστες παραδόσεις το μυστήριο και η δύναμη που ενυπάρχει στην πηγή του ανθρώπου, την Ψυχή που εξελίσσεται αρχετυπικά στον Σαμανισμό. Από την Παλαιολιθική εποχή ως σήμερα τα αρχέτυπα που ενεργοποιούνται στις Σαμανικές τεχνικές είναι εξαιρετικά παρόμοια.
 
Γνωρίζουμε πολύ λίγα για την ανθρώπινη ψυχή, και κατανοώντας κάτι τέτοιο διαπιστώνουμε πως γνωρίζουμε πολύ λίγα για τον εαυτό μας, πόσο μάλλον για το Υπερδιάστημα. Οι Εσώτερες διαστάσεις παραμένουν άγνωστοι τόποι, η Terra incognita της εσωτερικής μας αναζήτησης, παρά τις άπειρες περιγραφές τους από παρατηρητές διαφόρων παραδόσεων κατά την διάρκεια της ιστορίας. Για να κατανοήσουμε τους Κόσμους (Ανώτερους & Κατώτερους) του Σαμανισμού μπορούμε να ανατρέξουμε στις παρακάτω περιγραφές άλλων παραδόσεων που είναι στην ουσία το ίδιο πράγμα: Πρόκειται για το «Πλήρωμα» των Γνωστικών, Η Σφαίρα ύπαρξης Bardo του Θιβετιανού Βουδισμού, το αιώνιο όνειρο των Αβορίγινων της Αυστραλίας, η Ασυνείδητη Ψυχή της Μοντέρνας Ψυχολογίας, ο Παράδεισος και η κόλαση των διαφόρων θρησκειών και αιρέσεων ανά τον κόσμο. Η λίστα αυτή μπορεί να συνεχιστεί με συγκρίσεις που έχουν ήδη γίνει σε όλες τις παραδόσεις. Δίχως να μακρηγορούμε όμως καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως όλα τα παραπάνω αναφέρονται σε περιγραφές του Υπερδιαστήματος (Hyperspace), και των εσώτερων διαστάσεων που προσεγγίζονται από την Συνειδητότητα.
 
Είμαστε άνθρωποι με Φυσικά σώματα και εξελιχθήκαμε μέσα από ένα σύστημα πεποίθησης που ονομάζεται «Επικρατούσα Πραγματικότητα» (Consensus Reality) που ενσωματώνει τις ανθρώπινες εμπειρίες της ζωής μας. Έχουμε δημιουργήσει πιο εκλεπτυσμένες διαφορές έξω από αυτό το σύστημα όπως η «υποκειμενικότητα» και η «Αντικειμενικότητα», έννοιες που βοηθούν να εδραιώσουμε τις πεποιθήσεις μας για τον κόσμο. Επειδή είμαστε φυσικά περιορισμένοι σε τρισδιάστατο χώρο οι γενικές γραμμές της επικρατούσας πραγματικότητας φαίνονται αυταπόδεικτες. Οι ιδιότητες της ύλης, του αέρα, της φωτιάς και του νερού είναι πραγματικά για όλους τους παρατηρητές. Μερικές πτυχές αυτής της πραγματικότητας όμως εδραιώθηκαν στις συνειδήσεις μας για να εξυπηρετήσουν συμφέροντα από λομπίστες που μας έπεισαν για αυτές τις πεποιθήσεις.
 
Για να ξεκινήσουμε αυτή την περιπλάνηση θα πρέπει να αποδεχθούμε  το προφανές, πως η υποκειμενική συνειδητότητα είναι μία απαραίτητη προϋπόθεση για την αντίληψη οποιασδήποτε εξωγενούς διάστασης. Η Επιστημονική υπόθεση του Χρόνου ως «Διάσταση της Διάρκειας» εξαρτάται από την μνήμη του ατόμου αλλά και την φαντασία. Ο χρόνος δεν μπορεί να αποκοπεί από την συνειδητότητα δίχως να παραβιαστεί η Υποκειμενική πραγματικότητα. Η ύπαρξη του Χωροχρόνου είναι μέρος της σύγχρονης Επικρατούσας πραγματικότητας αλλά αυτή ίσως είναι μία απόπειρα για οριοθέτηση της μνήμης και της φαντασίας ως διαστάσεις του χρόνου ενώ στην ουσία είναι λειτουργίες της συνειδητότητας. Συνεπώς αντί για «Χωροχρόνο» φαίνεται πως θα ήταν καλό να θεωρούμε το «Διάστημα-Νου» ως μία έννοια που συνδέει τον Φυσικό χώρο με το Νου που τον αντιλαμβάνεται. Αυτό περιγράφει την εμπειρία της υποκειμενικής συνειδητότητας που λειτουργεί σε έναν τρισδιάστατο Κόσμο. Όμως κάτι τέτοιο απέχει πολύ από την μοναδική Υποκειμενική πραγματικότητα.
 
Το Διαστατικό σημείο Μηδέν της Συνειδητότητάς μας, όταν επικεντρώνεται εσωτερικά, αντιλαμβάνεται μία άλλη «περιοχή», που περιγράφεται με τον όρο «Νους-Διάστημα»,  μία διαστρεβλωμένη κατοπτρική εικόνα του «Διαστήματος-Νου».
 
Εδώ το άγνωστο εκπίπτει σε δύο ομάδες αντικειμένων: Εκείνα που βρίσκονται στον εξωτερικό κόσμο και μπορούν να γίνουν κατανοητά από τις φυσικές αισθήσεις μας, και εκείνα που βρίσκονται εντός και βιώνονται άμεσα. Η Πρώτη ομάδα αποτελεί το άγνωστο στον εξωτερικό κόσμο, ενώ η δεύτερη το άγνωστο στον εσωτερικό κόσμο, άρα αποκαλούμε την δεύτερη ομάδα «Ασυνείδητο». Λειτουργούμε με το «Διάστημα-Νου» όταν αλληλοεπιδρούμε με την τρισδιάστατη πραγματικότητα, και με το «Νου-Διάστημα» όταν αλληλοεπιδρούμε με τους εσωτερικούς κόσμους της Ψυχής. Η Υποκειμενική πραγματικότητα μας βεβαιώνει πως υπάρχουν φυσικοί νόμοι που προκαθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο ο Φυσικός χώρος εμφανίζεται στην συνειδητότητά μας. Τα στερεά σώματα παραμένουν ως έχουν, η Βαρύτητα είναι ο νόμος της κίνησης, οι ιδιότητες του φωτός επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τα αντικείμενα στον χώρο και ούτω καθ’ εξής.
 
Όμως επειδή δεν υπάρχουν αποδείξεις ή φυσικοί νόμοι για τις διαστάσεις του Νου – Διαστήματος, αυτές οι διαστάσεις τείνουν να θεωρούνται ως Σφαίρες της Φαντασίας, σαν τα αποκυήματα της υποκειμενικής φαντασίας. Αυτή είναι η ψευδαίσθηση της υποκειμενικότητας που παρεμβαίνει στον υπαρξιακό πυρήνα της Ψυχής, η φανταστική άρνηση της αντιληπτικής ιδιότητας σε σχέση με τις αποδείξεις της ύπαρξής της. Ένα τέτοιο σύστημα πεποίθησης εγγυάται πως θα είναι αδύνατο να εξερευνήσουμε αυτές τις διαστάσεις με συστηματικό τρόπο. Οι Σαμανικές παραδόσεις δεν είναι τόσο περιορισμένες και για αυτό έχουμε μία περισσότερο εμπειρική διαδικασία κατανόησης αυτής της διάστασης από την Δυτική Ψυχολογία. Για χιλιάδες χρόνια οι θεραπευτές επηρεάζουν θεραπείες χειραγωγώντας τις παθογένειες της ασθένειας μέσω του Υπερδιαστατικού χώρου. Η Δυτική ιατρική λέει πως κάτι τέτοιο είναι απίθανο, έστω και αν υπάρχουν αποδείξεις για το αντίθετο.
 
Οι εμπειρικές απεικονίσεις της Διάστασης του Νου- Διαστήματος περιγράφουν την εμπειρία ως ένα τόπο από εικόνες, υποδεικνύοντας έναν ενναλακτικό τίτλο: «Φαντασιακή Διάσταση». Η ακόλουθη ερμηνεία είναι μία διευκρίνηση την έννοιας που θεωρεί πως οι εικόνες αυτές είναι πραγματικές οντότητες που είναι τόσο «στέρεοι» όσο είμαστε εμείς στον δικό μας κόσμο. Αντιμετωπίζοντας ιδέες από την Φαντασιακή διάσταση δεν μιλάμε για φανταστικά πράγματα, αλλά ούτε για την φαντασία με την έννοια που είναι ευρέως διαδεδομένη στην σύγχρονη εποχή. Δεν καταπιανόμαστε με κατασκευασμένα ζητήματα που δημιουργήθηκαν μέσω της δημιουργικής διαδικασίας του Νου. Η Φαντασιακή Διάσταση δεν είναι μόνο οντολογικά πραγματική. Είναι επίσης ένας κόσμος που έχει σχήμα, χώρο και ακόμη σημαντικότερα, έχει όντα που την κατοικούν. Η Φαντασιακή διάσταση είναι ένας αυτόνομος κόσμος και είναι προσβάσιμος μέσα από τις εναλλακτικές καταστάσεις της συνειδητότας. Αλληλοεπιδρά με τον καθημερινό πραγματικό κόσμο μερικές φορές με τρόπους που η κοινή λογική αψηφά και αδυνατεί να κατανοήσει.
 
Βέβαια επειδή τα φαινόμενα της Διάστασης αυτής μπορούν να γίνουν κατανοητά από την υποκειμενική Συνειδητότητα είναι αδύνατο να τα μετρήσουμε επιστημονικά και άρα να αποκτήσουμε αποδείξεις της ύπαρξής τους. Πέρα από αυτή την δυσκολία όμως δεν είναι και τόσο αδιανόητο να αντιληφθούμε την κατάσταση των εσωτερικών διαστάσεων. Ακόμη και η μελέτη της Μυθολογίας του κόσμου, της Λαογραφίας, της Ψυχολογίας βάθους και του Μυστικισμού θα εξαπλώσουν τα όρια των διαστάσεων αυτών που ενυπάρχουν μέσα από την Συνειδητότητα.
 
Οι Αλχημιστές γνώριζαν σίγουρα πως ως μέρος του συνόλου θα έπρεπε να κατέχει την εικόνα του Συνόλου μέσα στον εαυτό του. Αυτός ο εσωτερικό Μικρόκοσμος ήταν το αντικείμενο της Αλχημικής αναζήτησης. Σήμερα το αποκαλούμε Συλλογικό Ασυνείδητο και το περιγράφουμε ως Αντικειμενικό γιατί είναι πανομοιότυπο σε όλους τους ανθρώπους. Πέρα από αυτό το Συμπαντικό Όλον υπάρχει και παράγεται σε κάθε άτομο μία υποκειμενική Συνειδητότητα, π.χ το «Εγώ». Ο Σαμάνος είναι μία τέτοια υποκειμενική Συνειδητότητα που διδάχθηκε πως να επανενωθεί με την πηγή του Συλλογικού Ασυνειδήτου. Μία άλλη μορφή εισόδου σε αυτές τις διαστάσεις έχει καταγραφεί εκτενώς τα τελευταία τριάντα χρόνια μέσα από τα ευρήματα στον τομέα των επιθανάτιων εμπειριών που συνεχώς ενδυναμώνουν τις Σαμανικές περιγραφές για αυτές τις Διαστάσεις ύπαρξης.
 
Η βεβαιότητα που υπάρχει πως η ύπαρξή μας δεν είναι μονάχα αυτό που ερευνάται και αποδεικνύεται επιστημονικά έχει εξήγηση. Η Ανθρώπινη Φαντασία είναι η κινητήρια δύναμη της δημιουργικότητας, και η σύναψη μίας ιδέας είναι η κατασκευή εικόνων σε αυτές τις διαστάσεις. Η Πεποίθηση (Κάθε σύμπλεγμα φαντασιακής έννοιας) είναι μία δυναμική μορφή σύναψης γιατί όταν δημιουργηθεί αυτο-ολοκληρώνεται. Η Ένταση κάθε πεποίθησης προσδιορίζει την δύναμη της εικόνας αυτής και τα αποτελέσματα που θα επιφέρει στον Φυσικό κόσμο. Μία ισχυρή πεποίθηση αποκτά έτσι την δική της ζωή. Μπορεί να εξαπλωθεί από μυαλό σε μυαλό σαν ζωντανός ιός και είναι πλήρως ικανή να αμυνθεί, μέσα από τους ξενιστές της, όταν απειλείται η ύπαρξή της. Αυτό συμβαίνει διότι η Φαντασιακή Διάσταση είναι προσβάσιμη μέσα από την υποκειμενική πραγματικότητα, και ο κάθε παρατηρητής θα λάβει μία πραγματικότητα που αποκαλύπτεται μέσα από τις βαθύτερες πεποιθήσεις του…

Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΣΤΩΪΚΙΣΜΟΥ

Εδώ και δεκαετίες ο Στωϊκισμός ασκεί για μία ακόμα φορά στους διανοούμενους του Δυτικού Κόσμου μία έντονη γοητεία, για τον ίδιο λόγο που αυτός απέκτησε τεράστια ισχύ κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους, δηλαδή για την εμφανή ευρυχωρία της αντίληψής του, η οποία «λιγότερο άκαμπτη και πιο ευπροσάρμοστη σε σχέση με τον Επικουρισμό» μπορεί να αναδεικνύει ανθρώπους «με προσωπικότητα και πρωτοτυπία» (1).

Βασική αρχή του Στωϊκισμού είναι το να ζει ο άνθρωπος σύμφωνα με την Φύση (το «ομολογουμένως τήι Φύσει ζην»), στην οποία Φύση έδωσε μία διαφορετική και νέα ερμηνεία, που απείχε πολύ από τις έως τότε διατυπωμένες αντιδιαμετρικές αντιλήψεις των Κυνικών (αντινομιακές και «φιλοζωώδεις») και του Αριστοτέλους (στενά «πολιτικές»). Οι Στωϊκοί μεταμόρφωσαν την Φύση από έναν «αμφίβολο οδηγό» σε απτό και σαφέστατο κανόνα της συμπεριφοράς, ταυτίζοντας την «συμφωνία με την Φύση» με την ενάρετη ζωή. Γι’ αυτούς, η ανθρώπινη φύση δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα οργανικό τμήμα της παγκόσμιας φύσης, η οποία κυβερνάται και καθοδηγείται από τον συμπαντικό νόμο που ονομάζεται Λόγος και στα ανθρώπινα μέτρα εκδηλώνεται μέσω της λογικότητας.

Η βασική φιλοσοφική πρόταση που καταθέτουν οι Στωϊκοί είναι ότι αποτελεί «καθήκον» του ανθρώπου, δηλαδή «αρμόζουσα πράξη» (2), το να θέσει τον πρόσκαιρο εαυτό του σε αρμονία με το Σύμπαν. Για να το επιτύχει αυτό, ο άνθρωπος οφείλει να «μιμηθεί» το Σύμπαν και να αποκτήσει τις προσιτές (3) ιδιότητές του, με πρώτες και κύριες την αγαθότητα και την λογικότητα. Σε αυτό το σημείο, οι Στωϊκοί διαφοροποιούνται απόλυτα από τους σχεδόν σύγχρονούς τους Επικούρειους, οι οποίοι δεν έκαναν διάκριση ανάμεσα στον άνθρωπο και στα άλλα ζώα, αναφερόμενοι στο «κάθε ζωντανό ον» όταν επιχειρηματολογούσαν για την αναζήτηση της ηδονής και την αποφυγή του πόνου. Οι Στωϊκοί διακρίνουν τον άνθρωπο από τα υπόλοιπα ζώα, ορίζοντάς τον ως οντότητα η οποία πέραν του ζωώδους τμήματός της (που αφορά τα ένστικτα) διαθέτει και ένα ανώτερο, το οποίο περιέχει την ηθική αίσθηση και την έλλογη χρήση των εντυπώσεων και σκέψεών του. Κατέχοντας την λογικότητα, ο άνθρωπος συγγενεύει λοιπόν περισσότερο με τους Θεούς παρά με τα ζώα και αυτό το μήνυμα των Στωϊκών, που φυσικά δεν δέχονται ύπαρξη αθάνατης ψυχικής ατομικότητας, είναι το πιο απελευθερωτικό και «λυτρωτικό» που έχει εκφράσει η φιλοσοφική, αλλά και η ευρύτερα θεολογική, σκέψη.

Οι Στωϊκοί τιμούν στο έπακρο την ανθρώπινη φύση, με το να την αντιλαμβάνονται ως έναν «προθάλαμο» σχεδόν της φύσης του Σύμπαντος και των Θεών. Η ολοκλήρωση του ανθρώπου έρχεται με το να «συζεί» σε κάθε στιγμή της εφήμερης ζωής του με τους Θεούς, πράγμα που επιτυγχάνεται με το να ακολουθεί το υψηλότερο τμήμα του εαυτού του, δηλαδή εκείνο που ηγεμονεύεται από την Λογική και την εξ αυτής ηθική αίσθηση. Το μόνο πράγμα που έχει σημασία για τους Στωϊκούς είναι η Αρετή. Από αυτήν και μόνο εξαρτιέται η ευδαιμονία, η ευημερία, η ολοκλήρωση.

Η Αρετή είναι το μόνο που έχει αξία. Όλα τα άλλα, τα οποία οι άσοφοι θεωρούν «αγαθά», όπως λ.χ. η ομορφιά, ο πλούτος, η ισχύς, η υγεία, η διασημότητα κ.ά., δεν είναι παρά πράγματα «αδιάφορα», στον ίδιο βαθμό που είναι «αδιάφορα» (με την έννοια των μη ικανών να βλάψουν πραγματικά τον σοφό) τα υποτιθέμενα «κακά», όπως λ.χ. η ασχήμια, η φτώχεια, η αδυναμία, η αρρώστια, η ανωνυμία κ.ά. Για την κατάκτηση της Αρετής, ο Στωϊκός οφείλει να αναπτύξει την ηθική αίσθηση και να ισχυροποιήσει την λογική πλευρά του εαυτού του, αφήνοντας την ίδια στιγμή την συναισθηματική, δηλαδή ζωώδη, πλευρά του να «υποσιτίζεται» (4).

Κατά κανόνα αποτελεί έκπληξη για τους αμύητους και τους μη γνωρίζοντες η είδηση ότι οι Στωϊκοί δεν κηρύσσουν απόσυρση από τα κοσμικά πράγματα, πόσο μάλλον άρνησή τους. Οι Στωϊκοί καλούν τον άνθρωπο να ζήσει ενεργά μέσα στον κόσμο, συμφιλιωμένος με τις ατέλειες και τις αθλιότητες ακόμη του βίου των θνητών αν και στο μέτρο του λογικώς εφικτού είναι υποχρεωμένος να αγωνιστεί για να τις εξαλείψει. Ο Στωϊκός καλείται να παίξει ενεργό ρόλο στην οικογενειακή και δημόσια ζωή, να παντρεύεται και να τιμά τον θεσμό του γάμου και να συμμετέχει στην πολιτική, δίχως να δεσμεύεται σε δόγματα (5), και να τιμά τους θεσμούς.

Η πολιτική δράση στην οποία καλείται να συμμετάσχει ο Στωϊκός, είναι εκείνη που ανέδειξε από τις τάξεις των οπαδών της συγκεκριμένης σχολής εξαιρετικές προσωπικότητες δραστήριων ανδρών, όπως ο Σφαίρος Βορυσθαινίτης, θεωρητικός της σπαρτιατικής κοινωνικός επαναστάτης του Κλεομένους του Γ, ο κοινωνικός επαναστάτης Βλόσσιος ο Κυμαίος, ο τυραννομάχος Κάτων ο Υτικαίος και ο τυραννοκτόνος Βρούτος, οι αντιστασιακοί Ελβίδιος Πρίσκος, Θρασέας Παετός και Μουσώνιος Ρούφος, αλλά και ο εστεμμένος φιλόσοφος Μάρκος Αυρήλιος, διαχρονικό υπόδειγμα πολιτικής και προσωπικής Αρετής.

Αυτή η ίδια πολιτική δράση είναι που τους έκανε πρότυπο στα μάτια των επαναστατών – δημοκρατών του 18ου αιώνα και κυρίαρχη τάση στην μεγάλη Γαλλική Επανάσταση, η οποία όχι άδικα εόρταζε τον Στωϊκισμό σε ξεχωριστή αργία του Επαναστατικού Ημερολογίου που εκείνη είχε καθιερώσει (6). Αυτή η ίδια πολιτική δράση είναι και που τους κάνει να ασκούν ισχυρή γοητεία στα πιο «προχωρημένα» πνεύματα του σύγχρονου στοχασμού. Αντίθετα, τα «μη προχωρημένα» πνεύματα εξακολουθούν να εκφράζουν απέχθεια προς τον Στωϊκισμό, μιμούμενοι τους υπόλοιπους αντιδραστικούς που αισθάνονται ότι απειλούνται από αυτόν, κυρίως από την εμμονή του στην επικράτηση της Αρετής. Στο «μη προχωρημένο» πνεύμα θα πρέπει να καταταχθεί και η στρεβλή «μαρξιστική» ανάγνωση του Στωϊκισμού, δείγμα της οποίας αποτελεί η ρηχότητα του Γιάννη Κορδάτου, ο οποίος καταλαβαίνει ως και αποκαλεί «απολογία του απολυταρχισμού και κατήχηση ραγιαδισμού» (…) τις «Περί Καθήκοντος» θέσεις του Παναίτιου του Ρόδιου («Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας», εκδόσεις «Μπουκουμάνη», Αθήνα, 1972, σελ. 461).

Ο Παναίτιος (185 – 110), εισηγητής του άγνωστου ελληνικού όρου τον οποίο ο Κικέρων απέδωσε ως «humanitas» (ανθρωπιστική καλλιέργεια και φιλανθρωπία) και ο πρώτος που κατέγραψε ως απόδειξη των δυνάμεων του ανθρώπου τις τέχνες του πολιτισμένου βίου, είχε επίσης εισάγει στον αρχικό Στωϊκισμό (μέσα από την διατριβή του «Περί Καθήκοντος», την οποία μετέφερε αργότερα ο Κικέρων στο «De Officiis») την έννοια του «αρμόζοντος» ή «πρέποντος» («decorum» στον Κικέρωνα), ως καθοριστικού παράγοντα στην συμπεριφορά του σωστού ανθρώπου. Υπάρχουν για όλους τους ανθρώπους κάποια «πρέποντα» που ορίζονται ως «καθολικά» και για τον κάθε έναν άνθρωπο ξεχωριστά κάποια «ειδικά» «πρέποντα», και αυτό επειδή ο κάθε άνθρωπος αποτελεί έναν ξεχωριστό μικρό «κόσμο». Αντίθετα από τους Κυνικούς, οι οποίοι λόγω της εμμονής τους να απορρίπτουν τις κοινωνικές συμβάσεις κατέληξαν πολύ γρήγορα στο περιθώριο, οι Στωϊκοί από τον 2ο αιώνα π.α.χ.χ. (πριν την απαρχή της χριστιανικής χρονολόγησης) και μετά απεδείχθησαν πέρα για πέρα ικανοί να παρακολουθήσουν τα μέτρα της καθημερινής ζωής, γι’ αυτό και θα επικρατήσουν απόλυτα μέχρι και την εποχή των Αντωνίνων, για ένα χρονικό διάστημα δηλαδή που φθάνει τους τέσσερις αιώνες και που επίσης δίνει προτεραιότητα στην έμπρακτη εφαρμογή των θεωριών αντί στον απλό σχηματισμό τους (7).

Συγκρίνοντας σε κάποιο σημείο του έργου του τους Στωϊκούς με τους Επικούρειους, ο Clarke έχει παραδεχθεί πως «ανεξάρτητα από το εάν μεν ή οι δεν είχαν τα καλύτερα επιχειρήματα, δεν υπάρχει αμφιβολία για το ποια από τις δύο σχολές έδωσε την πιο ενθαρρυντική εικόνα για την ζωή. Ο Λουκρήτιος παρατηρεί το γυμνό και αβοήθητο βρέφος σαν έναν ναυαγό που γεμίζει τον τόπο με το κλάμα του, και αναρωτιέται πόσα δεινά πρέπει ακόμα να περάσει στην ζωή του. Η στωϊκή άποψη από την άλλη, η οποία κατέστησε τον άνθρωπο κέντρο του Σύμπαντος και κύριο της δημιουργίας, είναι γεμάτη αισιοδοξία και αυτοπεποίθηση… ήταν μία φιλοσοφία που κολάκευε την αυτοεικόνα του ανθρώπου, χωρίς να προσβάλλει την λογική του, μία φιλοσοφία στην οποία έβρισκαν αναγνώριση οι διάφορες κλίσεις του ανθρώπου, κοινωνικές, καλλιτεχνικές, πνευματικές και θρησκευτικές…» (8).

Η πιο σημαντική εποχή του Στωϊκισμού ήταν εκείνη κατά την οποία κυβέρνησε την αχανή Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του 2ου αιώνα μ.α.χ.χ. (μετά την απαρχή της χριστιανικής χρονολόγησης) ο παιδιόθεν Στωϊκός Μάρκος Αυρήλιος, ο οποίος κατέθεσε στην παγκόσμια Ιστορία το ανεπανάληπτο πρότυπο του κατ’ αρετήν κυβερνήτη. Έναν αιώνα πριν, οι Στωϊκοί είχαν εγείρει ανάστημα κατά του δεσποτισμού, πληρώνοντάς το με φυλακές, θανατώσεις και εξορίες των επιφανέστερων στελεχών τους. Το δεύτερο μισό του 2ου αιώνα όμως, έρχεται ένας Στωϊκός να λειτουργήσει ως ο πολιτικός και ηθικός ρυθμιστής του τότε γνωστού κόσμου, με καθημερινή επίδειξη της αυτοπειθαρχίας, της απλότητας, της λογικότητας και της ειλικρίνειας, τις οποίες δίδασκαν οι προηγούμενοι φιλόσοφοι. Κυρίως της ειλικρίνειας, ιδίως της ειλικρίνειας προς τον ίδιο μας τον εαυτό, δηλαδή με το Ηγεμονικό της ψυχής, το Θείο που ενυπάρχει σε όλους μας.

Ο Στωϊκισμός δεν γαργαλούσε τον συναισθηματικό κόσμο, όπως θα κάνουν σε λίγο, αρκετά ύπουλα, οι χριστιανοί. Το μόνο που αρκέστηκε να υποστηρίξει, με την πεποίθηση ότι δεν απευθύνεται σε νήπια ή σε ανόητους, αλλά σε ενήλικους και συγκροτημένους ανθρώπους, είναι ότι το έλλογο ον που λέγεται άνθρωπος, στην ουσία κακομεταχειρίζεται την ίδια την ψυχή του και προσβάλλει την εσωτερική του θεότητα κάθε φορά που απομακρύνεται από την λογική ανθρώπινη φύση ή στρέφεται ενάντια στους συνανθρώπους του.
------------------------------------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

(1) M. L. Clarke, «Το Ρωμαϊκό Πνεύμα», εκδόσεις «University Studio Press», Θεσσαλονίκη, 2004, σελ. 71

(2) «Θύραθεν Φιλοσοφικό Λεξικό» Βλάση Γ. Ρασσιά, εκδόσεις «Ανοιχτή Πόλη», Αθήνα, 2006

(3) Διότι υπάρχουν και απρόσιτες συμπαντικές ιδιότητες για έναν θνητό, όπως λ.χ. η αιωνιότητα.

(4) M. L. Clarke, σελ. 75

(5) Φυσικά οι Στωϊκοί δεν δεσμεύονται σε συγκεκριμένα πολιτικά δόγματα, καθώς θεωρούν ότι σημαντικό στα πάντα είναι το περιεχόμενο και όχι η εξωτερική μορφή.

(6) Από το βιβλίο «Λαιμητόμος Αρετή» του Βλάση Γ. Ρασσιά: «Στο άρθρο 1 του νόμου για την καθιέρωση της Λατρείας του Υπερτάτου Όντος δηλώνεται η πίστη του Γαλλικού έθνους σε αυτό (‘Ο Γαλλικός λαός αναγνωρίζει την ύπαρξη του Υπερτάτου Όντος και την αθανασία της ψυχής’), ενώ στο άρθρο 7 ορίζονται λεπτομερώς οι ‘δέκατες ημέρες’ (‘decadis’) του επαναστατικού ημερολογίου, κατά τις οποίες θα λατρεύονται από το Γαλλικό έθνος υψηλές πολιτικές αξίες και αρετές, καθώς και η φιλοσοφία του ελληνικού και ρωμαϊκού Στωϊκισμού, η οποία κυριαρχούσε στους πιο αδιάλλακτους Ορεινούς: ‘Η Δημοκρατία θα εορτάζει σε διαδοχικές δέκατες ημέρες τις ακόλουθες εορτές: προς τιμή του Υπερτάτου Όντος και της Φύσης, προς τιμήν της ανθρωπότητας, προς τιμήν του Γαλλικού λαού, προς τιμήν των ευεργετών των ανθρώπων, προς τιμήν των μαρτύρων της Ελευθερίας, προς τιμήν της Ελευθερίας και της Ισότητας, προς τιμήν της Δημοκρατίας, προς τιμήν της παγκόσμιας απελευθέρωσης, προς τιμήν του πατριωτισμού, προς τιμήν της απέχθειας προς τους τυράννους και τους προδότες, προς τιμήν της Αλήθειας, προς τιμήν της Δικαιοσύνης, προς τιμήν της Σεμνότητας, προς τιμήν της Δόξας και της Αθανασίας, προς τιμήν της Φιλίας, προς τιμήν της Ανεκτικότητας, προς τιμήν του Θάρρους, προς τιμήν της Καλής Πίστης, προς τιμήν του Ηρωϊσμού, προς τιμήν της συλλογικότητας, προς τιμήν του Στωϊκισμού, προς τιμήν του Έρωτα, προς τιμήν της συζυγικής πίστης, προς τιμήν της πατρικής στοργής, προς τιμήν της μητρικής αγάπης, προς τιμήν της αδελφικής σχέσης, προς τιμήν των παιδιών, προς τιμήν της νεολαίας, προς τιμήν της ώριμης ηλικίας, προς τιμήν των ηλικιωμένων, προς τιμήν των αναξιοπαθούντων, προς τιμήν της γεωργίας, προς τιμήν της βιοτεχνίας, προς τιμήν των προγόνων, προς τιμήν των μελλουσών γενεών και προς τιμήν της Ευτυχίας’...»

(7) «Quantum enim Graeci praeceptis valent, tantum Romani, quod est maius, exemplis» τονίζει ο Κοϊντιλιανός.

(8) M. L. Clarke, σελ. 81 - 83