Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2020

Κβαντική συνειδητότητα

Εμείς οι άνθρωποι είμαστε κάποιες παράξενες κι αλλόκοτες μηχανές, που τις τροφοδοτείς με ψωμί, κρασί, ψάρι, χόρτα και σου παράγουν έναν κόσμο γεμάτο αναστεναγμούς, γέλιο και όνειρα.
Νίκος Καζαντζάκης

Ο άνθρωπος από την εποχή που άρχισε να έχει κάποια στοιχειώδη αντίληψη για τον εαυτό του και την θέση του μέσα στο σύμπαν, έψαχνε να βρει την σχέση που διέπει την συμβίωση με τους ομοίους του και με το περιβάλλον του. Η ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας στις μέρες μας δίνει την δυνατότητα μιας χειροπιαστής απόδειξης πλέον ότι ο άνθρωπος επηρεάζει το περιβάλλον του μα και επηρεάζεται από αυτό. Και η σύγχρονη εποχή αποτελεί ιστορική καμπή στην δομή και την λειτουργία της ανθρώπινης σκέψης και συμπεριφοράς.

Η επιστήμη, με την εξελικτική της πορεία, έφτασε στο σημείο της απόδειξης του αλληλοσυσχετισμού και της αλληλεπίδρασης των πάντων μέσα στο σύμπαν. Αυτό αποτέλεσε ένα μεγάλο βήμα των ερευνητών, γιατί προς αυτή την κατεύθυνση εξηγούνται πολλά φαινόμενα και δίνονται απαντήσεις σε πολλά ερωτήματα, τα οποία μέχρι στιγμής θεωρούνταν θέματα της φιλοσοφίας ή της λεγόμενης «μεταφυσικής». Και αυτό το βήμα είναι πολύ παρήγορο για την πνευματική πορεία της ανθρωπότητας.

Η περίοδος πριν τον Αϊνστάιν χαρακτηρίστηκε από μια μονοδιάστατα «μηχανιστική» αντιμετώπιση κάθε μορφής ύλης. Και η κλασική μηχανική του Νεύτωνα προσέφερε άφθονη υποστήριξη στην ντετερμινιστική άποψη για τον κόσμο, μέσα από την οποία περιγραφόταν μια εικόνα που άφηνε ελάχιστα περιθώρια ελευθερίας ανθρώπινη συνείδηση. Από τις αρχές όμως του περασμένου αιώνα παρατηρήθηκε μια μεγάλη αλλαγή στο χώρο της φυσικής, μια αλλαγή που εξακολουθεί να αναπτύσσεται στις σύγχρονες θεωρίες περί ύλης και ενέργειας. Και στη νέα χιλιετία, οι άνθρωποι απελευθερωμένοι από τις παλιές προκαταλήψεις αυτού του μοντέλου που ευτέλιζε συναισθήματα, διαίσθηση και φαντασία, αναζητούν, πλέον, άλλα επίπεδα γνώσης.

Η Θεωρία της Σχετικότητας του Αϊνστάιν αλλάζει όλη την εικόνα του κόσμου. Ενώνει τον χώρο με τον χρόνο σε κάτι ενιαίο, τον 4-διάστατο χωροχρόνο και κατόπιν εισάγει το Ενοποιημένο πεδίο που ενοποιεί τον χώρο, τον χρόνο, την ύλη και την ενέργεια. Η ύλη επίσης, είτε σαν σωματίδια είτε σαν πεδία(ενέργεια), γίνεται ιδιότητα του καμπύλου χωροχρόνου και έτσι, ο κόσμος αποκτά μια ενότητα. Ο δε χωροχρόνος και η ύλη-ενέργεια, έγινε γνωστό πως, άρχισαν να υπάρχουν με το big-bang-την μεγάλη έκρηξη, πριν από 15 περίπου δισεκατομμύρια χρόνια, και από τότε ο χώρος διαρκώς διαστέλλεται.

Κάνοντας ένα παραλληλισμό, θα μπορούσαμε να πούμε το ίδιο και για τη γνώση μας, της οποίας τα όρια -τα τελευταία χρόνια- άρχισαν ¨διαστέλλονται¨ και αυτά, για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε καλύτερα την εικόνα του κόσμου στον οποίο υπάρχουμε. Ζούμε σε ένα διαρκώς συντελούμενο θαύμα, που η Φυσική απλώς περιγράφει αλλά αδυνατεί να εξηγήσει πλήρως. Η επιστημονική γνώση γίνεται πλέον ένα είδος θαυμαστής προφητείας. Μα το βάθος του ωκεανού παραμένει ακόμη απρόσιτο, γιατί η φύση έχει “μεγάλο βάθος” κι είναι αρκετά πολύπλοκη μέσα στην απλότητά της!

Το κάλεσμα της αφύπνισης

Παρ’ όλο που το θαύμα της ζωής συντελείται συνεχώς μπροστά μας, αρκετοί άνθρωποι δρουν ακόμη σα μηχανές, χωρίς να καταλαβαίνουν τι κάνουν. Και στις μηχανές δεν υπάρχει χώρος για συνειδητή εμπειρία. Άνθρωπος δε χωρίς αφυπνισμένο πνεύμα γίνεται ένα ον επικίνδυνο για τον εαυτό του αλλά και για τους άλλους. Και αυτό το βλέπουμε σήμερα, μιας και πάνω στη γη τα δύο τρίτα περίπου του κόσμου ζουν σε συνθήκες υπανθρώπινες, πείνας, δίψας, πολέμου, φτώχειας, χωρίς αυτό να απασχολεί τους υπόλοιπους.

Ακόμη και στις προοδευμένες χώρες πολλά εκατομμύρια ανθρώπων ζουν μέσα σε χαρτοκούτια ή κάτω από γέφυρες ή μέσα στον υπόγειο σιδηρόδρομο. Αυτό είναι ένα σημάδι για το πόσο λίγο έχουμε προοδεύσει ως ανθρώπινη κοινωνία και ως αφυπνισμένα όντα. Εάν όμως αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε ότι πράγματι υπάρχει κάποιο κενό στη σχέση μας με τον κόσμο, τότε έχουμε κάνει βήματα στο να αποκτήσουμε μια γνώση που δεν διατυπώνεται με λόγια. Έχουμε αλλάξει σ’ ένα βαθύτερο επίπεδο!

«Αυτός ο άλλος τρόπος σκέψης που θα μας βοηθήσει να αλλάξουμε και καταδεικνύεται μέσα από την κβαντομηχανική, λέει πως ο κόσμος δεν είναι μια καλοκουρδισμένη μηχανή, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός που εκτείνεται μέσα στο χώρο και τον χρόνο. «Έτσι, από μια πολύ βασική άποψη που έχει να κάνει με κανόνες και ηθική, ό,τι σκέφτομαι, επηρεάζει τον κόσμο. Και αυτό αποτελεί πραγματικά το κλειδί του, γιατί η αλλαγή της κοσμοθεώρησης είναι σημαντική», γράφει ο Dean Radin(Ph.D), επιστήμονας στο Ίδρυμα Νοητικών Επιστημών στο βιβλίο Τι στο μπιιιπ ξέρουμε και προσθέτει πως: «Το θέμα είναι ότι βρισκόμαστε εδώ για να κάνουμε κάτι με τους εαυτούς μας. Είμαστε εδώ για να εξερευνήσουμε τα πλήρη όρια του σύμπαντος˙ είμαστε εδώ για να καταστήσουμε το άγνωστο γνωστό»!

Από την ύπαρξη, λοιπόν, ενός Κρίσιμου Πλήθους ανθρώπων που βιώνουν τη ζωή τους ως ένα περιπετειώδες ταξίδι -στο οποίο οδηγούμαστε όλοι μας προς τα εμπρός μέσα από νέες και μυστηριώδεις ανακαλύψεις- ξεκίνησε ένα είδος αφύπνισης. Αυτή η αφύπνιση αντιπροσωπεύει τη δημιουργία μιας νέας πληρέστερης κοσμοθεωρίας, η οποία αντικαθιστά την μέχρι πρότινος ενασχόλησή μας με την εξασφάλιση ανέσεων. Έτσι, οι νέες αντιλήψεις της φυσικής άρχισαν να προκαλούν μια εκ θεμελίων μεταβολή στην άποψή μας για τον κόσμο, μιας και η μηχανιστική ερμηνεία του κόσμου εγκαταλείφθηκε, για να υιοθετηθεί η ολιστική και οικολογική άποψη. Άποψη, που έχει διατυπωθεί ήδη από τους μυστικιστές όλων των εποχών και όλων των παραδόσεων! Και όπως γράφει γνωστός φυσικός ο Τζ. Ρ. Οπενχάιμερ στην Επιστήμη και Κοινή Κατανόηση «οι γενικές ιδέες για την ανθρώπινη κατανόηση, που απεικονίζονται στις ανακαλύψεις της ατομικής φυσικής, δεν είναι από φύση τους άγνωστες, ανήκουστες ή νέες. Ακόμη και στο δικό μας πολιτισμό έχουν μια ιστορία, ενώ στη βουδιστική και ινδουιστική σκέψη κατέχουν αξιοσημείωτη και κεντρική θέση. Σε τέτοιες ιδέες θα βρούμε εξηγήσεις, ενθάρρυνση και διύλιση της παλιάς σοφίας».

Η μεταβολή αυτή προς έναν άλλο τρόπο σκέψης δεν έγινε καθόλου εύκολα στην επιστημονική κοινότητα, εξαιτίας του ότι αρκετοί επιστήμονες δεν αποδέχονταν αυτή την νέα άποψη του φυσικού κόσμου. Η διερεύνηση, όμως, του ατομικού και υποατομικού κόσμου τους έφερε σε επαφή με μια παράξενη και απρόσμενη πραγματικότητα, κάτω από την πίεση της οποίας υποχρεώθηκαν επίπονα να συνειδητοποιήσουν, ότι οι βασικές αρχές τους και ο τρόπος της σκέψης τους, δεν διέθεταν την ικανότητα να περιγράψουν τον κόσμο μέσα στον οποίο ζούμε, και για αρκετά χρόνια υπήρξε μεγάλη κρίση στους πανεπιστημιακούς κύκλους. Μάλλον, είχε έρθει ο καιρός να αμφισβητήσουν το παλιό μοντέλο μέσα από το οποίο εξηγούσαν την ύπαρξη της ζωής.

Οι καρποί της αμφισβήτησης

Από τελευταίες δεκαετίες, όμως, του περασμένου αιώνα οι προσπάθειες των ερευνητών -απ’ όλες πανεπιστημιακές κατευθύνσεις- ανταμείφθηκαν με μια βαθύτερη γνώση της φύσης της ύλης, της σχέσης της με τον ανθρώπινο νου και το σύμπαν. Και η αναθεώρηση έδωσε τους καρπούς της! Σήμερα, όλα δείχνουν ότι το μέλλον ανήκει σε μια νέα εικόνα του τρόπου που εκφράζεται η ζωή. Και όπως λέει ο μυθολόγος οραματιστής Τζόζεφ Κάμπελ: «Το να αφήνεις τον οριοθετημένο κόσμο μέσα στον οποίο μεγάλωσες… να προχωρείς πέρα από όσα γνωρίζουν οι άνθρωποι…σε τομείς υπέρβασης… μετά να βρίσκεις αυτό που λείπει και επιστρέφεις με αυτό το δώρο, αυτό είναι το πνεύμα της μεγάλης ανθρώπινης περιπέτειας που λέγεται Ζωή.»!

Η «επιστροφή με το δώρο», ως μια άλλη έκφραση της εξέλιξης της ζωής, μας δίνεται από τον κόσμο της σύγχρονης φυσικής, όχι μόνο για χρήση στα μεταπτυχιακά και στις έδρες των πανεπιστημίων, αλλά και για την αλλαγή της ανθρώπινης συμπεριφοράς μέσα στην καθημερινότητα. Γιατί, δεν αρκεί μόνο ο εντοπισμός του νοήματος επάνω στο “τι είναι σύγχρονη φυσική και τι κάνουν τα κβάντα” στα πειράματα και τις αίθουσες διδασκαλίας. Επιβάλλεται η μετουσίωση του νοήματος αυτού στην καθημερινή πραγματικότητα. Καλούμαστε όλοι μας να αναπτύξουμε τα δώρα της πνευματικότητάς μας και να μάθουμε πως γινόμαστε αποτελεσματικοί δημιουργοί. «Αν δε αλλάξουμε κατεύθυνση, θα καταλήξουμε ακριβώς εκεί όπου κατευθυνόμαστε» λέει μια κινέζικη παροιμία, και δίνει το πρόσταγμα για σύμπλευση με τα σημάδια των καιρών.

Η ευρύτερη συνειδητοποίηση της ζωής και η με κάθε μέσο ενίσχυση της νέας διανοητικής στροφής συνθέτουν σήμερα το καθήκον κάθε σκεπτόμενου ανθρώπου, γιατί, το σύνολο της κοινωνίας μας υφίσταται κι αυτό μια ανάλογη κρίση με αυτή των επιστημόνων. Μπορούμε να παρατηρήσουμε καθημερινά τις εκδηλώσεις αυτής της κρίσης στα δελτία ειδήσεων της τηλεόρασης και στις εφημερίδες: Μεγάλη οικονομική κρίση, ανεργία, φτώχεια, ενεργειακή κρίση, έλλειψη κοινωνικής πρόνοιας, μόλυνση και άλλες περιβαλλοντολογικές καταστροφές, επικίνδυνη ανάπτυξη της βίας και της εγκληματικότητας και μέγα πλήθος ασθενειών.

Οι άνθρωποι της Δύσης άρχισαν να έρχονται, πλέον, σε επαφή με τις πραγματικές τους ανάγκες και την επιβίωσή τους, καθώς έρχονται πρόσωπο με πρόσωπο με το θηρίο του υπερκαταναλωτισμού και ωθούνται να βρουν νέους τρόπους για να δώσουν λύσεις στα προβλήματά τους, ώστε να αντιμετωπίσουν την παγκόσμια κατάρρευση παλιών αξιών. Βιώνουν τη ρευστότητα των γεγονότων γύρω τους παρ’ όλο που ορισμένα από αυτά είναι πλασματικά (όπως πχ. η τωρινή οικονομική κρίση), δεν αντέχουν όλο αυτό το βάρος, διαλύονται και αρρωσταίνουν. Ο πανικός και η ανασφάλεια ωθούν όλο και περισσότερους ανθρώπους να ορισθούνε σε νέες θέσεις και να αφυπνίσουν δυνάμεις που ήταν ναρκωμένες.

Αυτά τα φαινόμενα αντιπροσωπεύουν τα πολλαπλά πρόσωπα μιας μεγάλης κρίσης που φαίνεται πως είναι τελικά μια κρίση αντιλήψεων. Όπως κι η κρίση στον χώρο της φυσικής τον περασμένο αιώνα, έτσι και τώρα προσπαθούμε ακόμη να εφαρμόσουμε τις αρχές μιας ξεπερασμένης άποψης του κόσμου σε μια πραγματικότητα που είναι αδύνατον πλέον να γίνει κατανοητή στα πλαίσια αυτών των αρχών. Ίσως έφτασε ο καιρός πια, όπου και η επιστήμη καλείται να κάνει το άλμα της πλέον για τον άνθρωπο ολοκληρωτικά, και όχι για την επιστήμη την ίδια ή την κυριαρχία του πλανήτη!

Αλλαγή πλεύσης σημαίνει ¨νέος σκοπός¨

«Υπάρχει, ακόμη, μια ολοκληρωτική ασυνέπεια ανάμεσα στην άποψη του κόσμου της σύγχρονης φυσικής και στην εικόνα που προσφέρει η σύγχρονη κοινωνία. Οι δομές της σημερινής κοινωνίας είναι πλέον ξεπερασμένες και δεν αντανακλούν την αρμονική αλληλουχία που παρατηρούμε στη φύση. Πρέπει λοιπόν να αγωνιστούμε για την αποκατάσταση της δυναμικής αλληλουχίας και για να το πετύχουμε αυτό, χρειαζόμαστε μιαν εντελώς διαφορετική κοινωνική και οικονομική δομή και πρωτίστως, μια διαφορετική αντίληψη του εαυτού μας και του κόσμου γύρω μας» γράφει ο θεωρητικός φυσικός Fritjof Capra στην Κρίσιμη Καμπή και συνεχίζει λέγοντας «Αλλά, για να φτάσουμε εκεί είμαστε υποχρεωμένοι να περάσουμε από μια πολιτιστική επανάσταση, με το βαθύτερο νόημα της έννοιας. Η έκβαση αυτής της πολιτιστικής επανάστασης θα κρίνει και το αν θα καταφέρουμε να επιβιώσουμε σαν πολιτισμός.»

Μέχρι πρότινος είχαμε βολευτεί σ’ ένα χωριστικό μοντέλο του κόσμου, που φτιάξαμε για να εξυπηρετεί την ανθρώπινη ματαιοδοξία μας. Σήμερα, καλούμαστε να κατανοήσουμε ότι ζούμε σε έναν σφαιρικά διασυνδεδεμένο κόσμο, όπου όλα τα βιολογικά, ψυχολογικά, κοινωνικά και περιβαλλοντολογικά φαινόμενα αλληλοεξαρτώνται. Εμείς είμαστε εδώ για να κάνουμε κάτι γι’ αυτή την ζωή. Γιατί, σκοπός της ανθρώπινης ύπαρξης είναι να φθάσουμε στον παράδεισο πάνω στη γη, μιας και η αιωνιότητα δεν βρίσκεται στο επέκεινα, αλλά στο τώρα. Αν δεν τη βρούμε εδώ, δεν θα τη βρούμε πουθενά. Γι’ αυτό γινόμαστε καθημερινά, σε όλο και μεγαλύτερο εύρος, αποδέκτες και κομιστές γνώσης.

Με κέντρο την αντίληψη αυτή, έχουν αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια μία σειρά από επιστημονικούς τομείς, που ασχολούνται κυρίως με τον εγκέφαλο, προσεγγίζοντάς τον είτε σαν μοντέλο, είτε σαν πεδίο μελέτης. Οι εξελίξεις στη Πληροφορική, στη Βιολογία, στη Γενετική, στην Ιατρική και στη Ψυχολογία εισάγουν συνεχώς νέα δεδομένα στην ερευνητική προσπάθεια των επιστημόνων παγκοσμίως, αφού ο μοναδικός τρόπος για τη μετατροπή αυτών των δεδομένων σε γνώση γίνεται πλέον διαμέσου της αυξανόμενης χρήσης συστημάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών και ειδικότερα των εφαρμογών πληροφορικής στις βιολογικές επιστήμες.

Αν και αυτή η απορρόφηση από την τεχνολογία ήταν ένα σημαντικό βήμα, η αναγνώριση και συνειδητοποίηση των καταστάσεων που συμβαίνουν στη ζωή μας, μας κάνει να ανοιχτούμε στο νέο σκοπό της ανθρώπινης ζωής πάνω σε αυτόν τον πλανήτη και την πραγματική φύση του σύμπαντος μέσα στο οποίο υπάρχουμε και εξελισσόμαστε. Ήδη, η αναδυόμενη μορφή της ανθρωπότητας άρχισε να αποκτά βαθύτερη αυτοκατανόηση και συνείδηση γνωρίζοντας περισσότερα πράγματα για τον εαυτό της και τον κόσμο που την περιβάλλει. Η λογική είναι πλέον πολυεπίπεδη, πιο ολοκληρωμένα ταυτόχρονη, και όχι γραμμική-σειριακή-διαζευκτική. Η δε αίσθηση της ταυτότητας γίνεται πιο περιεκτική-συλλογική και όχι απομωνομένη-ατομική. Βρισκόμαστε εδώ για να γίνουμε δημιουργοί και να διαποτίσουμε τον χώρο με σκέψεις, νέες ιδέες και συναισθήματα. Και η κβαντική θεωρία έχει θέσει πολλά αναπάντητα ερωτήματα στην επιστήμη, η οποία προσπαθεί να ξεπεράσει τον εαυτό της με «κβαντικά άλματα», σε νέα πεδία ¨δύναμης¨ προσιτά στον άνθρωπο.

Το σύμπαν είναι σκέψη

Κάποτε, οι εφημερίδες και επιστημονικά περιοδικά έγραφαν ότι μόνο δώδεκα άνθρωποι σε ολόκληρο τον κόσμο έχουν κατανοήσει τη θεωρία της Σχετικότητας. Ο θεωρητικός κβαντικός φυσικός Ρ. Φέϊνμαν υποστήριξε ότι εκείνοι που έχουν καταλάβει την παραπάνω θεωρία είναι πολύ περισσότεροι. Ωστόσο, ο ίδιος πρόσθεσε ότι «κανείς δεν είναι σε θέση να κατανοήσει πλήρως την κβαντομηχανική επειδή αυτή εκτείνεται πέρα από τα όρια της ανθρώπινης λογικής». Και εδώ αρχίζουν να περιπλέκονται τα πράγματα με τρόπο συναρπαστικό φτάνοντας στην περίφημη διατύπωση του αστρονόμου Τζέημς Τζηνς ο οποίος είπε πως: «Το σύμπαν πλέον αρχίζει να μοιάζει περισσότερο σαν μια τεράστια σκέψη παρά σαν μια μεγάλη μηχανή». Και αυτή η σκέψη δείχνει πως το κβαντικό άλμα μπορεί να συμβεί κάθε στιγμή και όχι μόνο στον κόσμο των ηλεκτρονίων, αλλά και στον ενεργειακό κβαντικό κόσμο της ανθρώπινου μυαλού!

Γνωρίζουμε πλέον, ότι ο κόσμος μας δεν είναι μόνο μια επαναλαμβανόμενη ρουτίνα, γιατί με την παρατήρησή μας αλλάζουμε τον εαυτό μας μα και κάθε τι γύρω μας. Μάθαμε πως η καθημερινότητά μας δεν είναι πια ευτελής, μα είναι μια δυνητικά δυναμική πραγματικότητα. Και αντιλαμβανόμαστε πλέον το γεγονός ότι, τίποτε δεν είναι πραγματικό και ότι δεν ζούμε μέσα σ’ ένα υλικό σύμπαν, αλλά σε ένα σύμπαν δυναμικής ενέργειας!

Η θεωρία της Πολυπλοκότητας, που ακόμη διαμορφώνεται, μας δείχνει ότι ένα φυσικό σύστημα είναι ένα όλον το οποίο δεν εξηγείται από τα μέρη του και επίσης, ότι το σύμπαν και ο κόσμος δημιουργούνται συνεχώς, όχι με τυχαίο τρόπο, αλλά με μια μαθηματική και μη αναγωγική νομοτέλεια. Τα δε σωματίδια είναι νέφη πιθανότητας που διαρκώς δημιουργούνται από το κβαντικό κενό, όπως αυτό περιγράφεται με την εξίσωση του Έρβιν Σρέντινγκερ και την Κβαντική Θεωρία Πεδίου. Και η ύλη δεν είναι και τόσο υλική όσο επίσης πιστεύαμε. Τα γεγονότα στον κόσμο της ύλης δεν είναι υλιστικά˙ είναι τελετουργικές πράξεις μέσα στο ναό της ζωής και μόνο ο τρόπος, που σκεπτόμαστε γι’ αυτά, έχει δημιουργήσει τον υλισμό. Τα δε όντα είναι μορφές μέσα σε μορφές, λόγοι μέσα σε λόγους και το σύμπαν γίνεται τελικά ένα ποίημα που διαρκώς “γράφεται”, οι δε λέξεις του είναι οι κοσμικές μορφές από το μικροσκοπικό μέχρι το μακροσκοπικό επίπεδο! Τίποτα δεν είναι τυχαίο και συγχρόνως τίποτα δεν είναι προκαθορισμένο. Το μέλλον δημιουργείται και είναι διαρκώς νέο ενώ εμπλουτίζει τον κόσμο με οντολογική καινοφάνεια, έτσι ώστε το μέλλον να μην ταυτίζεται με το παρελθόν και να μην μπορεί να αντιστραφεί ο χρόνος. Αυτό είναι, επίσης, και το βαθύτερο νόημα της Αρχής της Εντροπίας στην Θερμοδυναμική. Εντέλει, η κάθε χρονική στιγμή είναι κάτι το μοναδικό και ανεπανάληπτο, όπως και κάθε φυσική ύπαρξη, με κορύφωση τον άνθρωπο. Όλα αυτά δείχνουν την ενότητα του κόσμου, μολονότι αυτός αποτελείται από πολλά επιμέρους υλικά σωματίδια. «Εν τω παν», λοιπόν, και «εν τω παντί το Εν»!

Κβαντική συνειδητότητα

Οι ολοφάνερες, λοιπόν, ομοιότητες ανάμεσα στη δομή της ύλης και στη δομή του νου δεν θα πρέπει να μας εκπλήττουν, εφόσον η ανθρώπινη συνείδηση παίζει κρίσιμο ρόλο στη διαδικασία της παρατήρησης. Και στα πλαίσια της ατομικής φυσικής η συνείδηση καθορίζει ως έναν μεγάλο βαθμό τις ιδιότητες των παρατηρούμενων φαινομένων. Κανένα φαινόμενο, είτε συμβαίνει τώρα, είτε συνέβη στις πρώτες στιγμές της δημιουργίας του Σύμπαντος, δεν συνιστά φαινόμενο ώσπου να παρατηρηθεί. Γιατί, τα σωματίδια του μικρόκοσμου δεν υπάρχουν αλλά γίνονται! Δηλαδή, σύμφωνα με την Κβαντική Θεωρία τα πράγματα στο μικροσκοπικό επίπεδο δεν υπάρχουν με αντικειμενικό τρόπο αλλά διαρκώς δημιουργούνται και περνούν από την δυνατότητα στην πραγματικότητα. Αυτό είναι μια από τις πολλές παραδοξότητες της θεωρίας αυτής, όπως επίσης και το φαινόμενο στο οποίο δύο σωματίδια όσο μακριά και αν βρεθούν διατηρούν μια εκπληκτική ενότητα μέσω ατοπικών (δηλαδή μη χωρικών–τοπικών) αλληλεπιδράσεων.

Το δε κρίσιμο χαρακτηριστικό αυτής της θεωρίας δεν είναι μόνο η απαίτηση της παρουσίας του παρατηρητή προκειμένου να εντοπιστούν οι ιδιότητες ενός ατομικού φαινομένου, αλλά κι επίσης προκειμένου να εκδηλωθούν αυτές οι ιδιότητες. Σε υποατομικό επίπεδο υπάρχει μόνο πιθανότητα αλλά όχι προβλεψιμότητα και το αποτέλεσμα αλλάζει αναλόγως τον παρατηρητή και το παρατηρούμενο. Με άλλα λόγια, η συνειδητή μου απόφαση να παρατηρήσω, για παράδειγμα, ένα ηλεκτρόνιο, θα προσδιορίσει ως ένα σημείο και τις ιδιότητες του ηλεκτρονίου αλλά και την δική μου κατάσταση. Αν του υποβάλλω πχ. μια σωματιδιακή ερώτηση, θα μου δώσει μια σωματιδιακή απάντηση. Αν του υποβάλλω μια κυματική ερώτηση, θα μου δώσει και κυματική απάντηση. Κανείς και τίποτα δεν διαθέτει αντικειμενικές ιδιότητες ανεξάρτητες από τον νου μου. Για να περιγράψει κανείς τι συνέβη στο παράδειγμα, θα πρέπει να απορρίψει την παλιά λέξη “παρατηρητής” και να βάλει στη θέση της τη νέα λέξη “συμμέτοχος”. Ο μέχρι πρότινος, λοιπόν, καρτεσιανός διαχωρισμός ανάμεσα στον νου και την ύλη, ανάμεσα σε παρατηρητή και παρατηρούμενο παύει να ισχύει και ο κόσμος μας δεν θα είναι ποτέ πλέον ο ίδιος!

Είναι αδύνατο πια να μιλάμε για τη φύση, αν ταυτόχρονα δεν αναφερόμαστε και στον εαυτό μας. Η κβαντική θεωρία αναγνωρίζει ότι η πράξη της παρατήρησης αλλάζει την κατάσταση του παρατηρούμενου συστήματος. Ωστόσο, δεν καταπιάνεται με ερωτήματα που έχουν να κάνουν με την φύση του παρατηρητή: Ποιοι είμαστε εμείς οι παρατηρητές; Από πού προερχόμαστε; Γιατί είμαστε εδώ; Πώς σχετιζόμαστε με τον Φυσικό Κόσμο; Κάποιοι φυσικοί πάντως ισχυρίζονται πως το γεγονός ότι ατενίζουμε τον έναστρο ουρανό ίσως να είναι τόσο σημαντικό, που η ίδια η προέλευση του κόσμου να εξαρτάται από αυτό. Και εδώ, έρχεται η θεωρία της Ανθρωπικής Αρχής να μας οδηγήσει στην απλή διαπίστωση, ότι δεν θα κατανοήσουμε ποτέ το φυσικό σύμπαν αν δεν συνδέσουμε τις θεωρίες μας με την ύπαρξη συνειδητών όντων και της ίδιας της συνειδητότητας.

Θεωρούμε, συνήθως, ότι το εξελισσόμενο ή αναπτυσσόμενο σύμπαν συμβαίνει αντικειμενικά, ανεξάρτητα από την ανθρώπινη εξέλιξη, μα στο σύμπαν υπάρχουν χωροχρονικές μη-τοπικότητες οι οποίες συνδέουν τα πάντα μεταξύ τους. Με την έννοια αυτή γίνεται περισσότερο κατανοητό γιατί η αιώνια φιλοσοφία επιμένει, ξανά και ξανά, στο ίδιο σημείο: Παρελθόν και μέλλον είναι ψευδαισθήσεις˙. μόνο το Αιώνιο Παρόν υπάρχει και σ’ Αυτό εμπεριέχονται τα πάντα! Οι καθολικές συσχετίσεις των σωματιδίων, που αποδείχτηκαν και στο εργαστήριο, οδηγούν στη Συμπαντική Ενότητα και άρα στη Συμπαντική Ολότητα. Τα είδη όντως εξελίσσονται, παράλληλα, όμως εξελίσσεται και το Οικοσύστημα της Γης ως μονάδα. Πως, λοιπόν, να διαχωρίσουμε τον άνθρωπο από τον Κόσμο του;

Το σαρδόνιο χαμόγελο του εγκεφάλου

Όλες οι παραπάνω ιδέες που παρουσιάζονται στη νέα φυσική και άλλες τόσες, ίσως να φαίνονται στην αρχή παράξενες για το δυτικό νου και ο άνθρωπος αισθάνεται μεγάλη δυσκολία με τις περίεργες αυτές τις απόψεις. Μάλλον ο νους μας δειλιάζει, ακόμη, στην προσδοκία των καμπυλωμένων διαστημάτων ή των περιοχών που βρίσκονται πέρα από το χωροχρόνο, και να σκέπτεται σε παραπάνω από τις τέσσερεις διαστάσεις. Την ίδια ίσως δειλία νιώθει να αντιμετωπίσει τις 26 διαστάσεις της θεωρίας των Υπερχορδών, ή που καλείται επίσης να κατανοήσει έννοιες όπως την “επαλληλία”, που σημαίνει ότι ένα σωματίδιο αν δεν παρατηρηθεί μπορεί να βρίσκεται σε δύο ή περισσότερα μέρη ταυτόχρονα καταστάσεων. Πολλές φορές όμως η φύση των πραγμάτων το απαιτεί! Αυτό ισχύει όταν μελετάμε ατομικά ή υποατομικά φαινόμενα και από ό, τι φαίνεται πλέον και φαινόμενα του εγκεφάλου! Γιατί, και ο εγκέφαλος είναι ένα φυσικό σύστημα κι όλοι οι βασικοί νόμοι της φύσης και των βασικών συστημάτων που την διέπουν είναι συμπαντικής εμβέλειας.

Η κβαντική θεωρία του εγκεφάλου δεν έρχεται σε αντίθεση με τις ανακαλύψεις της νευροβιολογίας. Απλά δίνει στους νευρώνες τη δυνατότητα μίας ταχύτατης επικοινωνίας, ώστε να λειτουργούν ταυτόχρονα διαφορετικά μέρη του εγκεφάλου, Και οι θεωρητικοί φυσικοί έχουν υποστηρίξει ότι η λειτουργία μακρο-μοριακών συστημάτων, όπως οι πρωτεΐνες, σχετίζονται άμεσα με τις κβαντικές διαδικασίες. Σωματίδια, επίσης, που χωρίζονται από αχανείς χωροχρονικές αποστάσεις γνωρίζουν το ένα τι κάνει το άλλο. Όταν δηλαδή ένα ηλεκτρόνιο πηδάει σε μια νέα τροχιά στο εξωτερικό ενός ατόμου, το αντι-ηλεκτρίνιο (ή ποζιτρόνιο) που είναι ¨ζευγάρι¨ μαζί του πρέπει να αντιδράσει, όπου κι αν ζει μέσα στο σύμπαν. Ουσιαστικά, αυτό το μνημονικό δίκτυο απλώνεται σε όλο το σύμπαν, συνδέει τα πάντα και τα επεκτείνει.

Η πιθανότητα λοιπόν ότι κάθε άνθρωπος είναι ένα άπειρο ον γίνεται όλο και πιο πραγματική τώρα. Προικισμένοι με πλήρη προσαρμοστικότητα στο νευρικό μας σύστημα, έχουμε όλοι την επιλογή να υψώσουμε τα όρια ή να τα γκρεμίσουμε. Κάθε άνθρωπος συνεχώς κατασκευάζει μια εντυπωσιακή παράθεση σκέψεων, αναμνήσεων, επιθυμιών και αντικειμένων. Αυτά τα ερεθίσματα, που κυματίζουν μέσα στον ωκεανό της συνείδησης, γίνονται και η πραγματικότητά μας. Αν ξέραμε πώς να ελέγχουμε τη δημιουργία των ερεθισμάτων της διάνοιας θα ήμασταν ικανοί όχι μόνο να δημιουργήσουμε νέους νευρώνες αλλά και οτιδήποτε άλλο! «Ό,τι βλέπουμε, γινόμαστε και ότι σκεφτούμε μπορεί να γίνει»: είναι μια αλήθεια που διαμορφώνει ολόκληρη τη φυσιολογία, περιλαμβανομένου και του εγκεφάλου.

Ο αιώνας που πέρασε μπορεί να έδωσε μια μεγάλη αύξηση του ανθρώπινου πληθυσμού πάνω στον πλανήτη, ταυτόχρονα όμως μας σημάδεψε και με πολλούς θανάτους. Έτσι, η ανθρωπότητα μπήκε στον πειρασμό να κατανοήσει πιο έντονα την θνητή της φύση και αυτό εξανάγκασε τον ανθρώπινο εγκέφαλο να προβάλει την ύπαρξή του στο μέλλον, ούτως ώστε να μπορέσει να συναντήσει τον εαυτό του αύριο.

Ο ανθρώπινος εγκέφαλος εκτός από την ικανότητά του να δημιουργεί μια εικόνα του μέλλοντος, μέσω μιας διεύρυνσης της νοητικής λειτουργίας, είχε ανάγκη να δημιουργήσει μια εικόνα του μέλλοντος που ανοιγόταν μπροστά του, εν είδη υπόσχεσης πως η τελευτή δεν θα τον άγγιζε. Γιατί, μια βασική και βαθιά επέκταση της συνειδητότητας επιτρέπει στον άνθρωπο να αποκτήσει καθαρότερη εικόνα του μέλλοντος και επομένως να καλλιεργήσει την προσωπικότητά του ως προς αυτό. Ως έκφραση, λοιπόν, τόσο της αναπτυσσόμενης συνειδητότητάς του ο άνθρωπος, όσο και της «κρίσης» θανάτου ή άρνησης της τελευτής του, πρόβαλλε το κβάντο ως αντικείμενο «καλλιέργειας» για να μπορέσει να τραφεί η ανθρώπινή του ύπαρξη μέσα από το Συλλογικό ασυνείδητο. Και απ’ ότι βλέπουμε, η ανθρωπότητα αρχίζει σιγά-σιγά να παραδίδει εθελούσια τις ατομικές υλιστικές ικανοποιήσεις του παρόντος, προκειμένου να καλλιεργήσει μια πνευματική πίστη στο αύριο, και επομένως να «εξαγοράσει χρόνο», για να αποφύγει την τελευτή της νέας και ανώτερης αίσθησης του συλλογικού εαυτού.

Και ο Dr. Ervin Laszlo, ο διακεκριμένος επιστήμονας, φιλόσοφος και πρόεδρος της Λέσχης της Βουδαπέστης (η οποία είναι μια ένωση ηθικών και υπεύθυνων ηγετικών προσωπικοτήτων από διάφορα μέρη του κόσμου που πιστεύουν ότι υπάρχει άμεση ανάγκη να αλλάξουμε τον κόσμο, αλλάζοντας πρωτίστως τον εαυτό μας) στο βιβλίο του Η Μεγάλη Κβαντική Αλλαγή, μας λέει: «Ο παγκόσμιος εγκέφαλος είναι το ημι-νευρωνικό δίκτυο επεξεργασίας ενέργειας και πληροφοριών που δημιουργείται από εξίμισι δισεκατομμύρια ανθρώπους πάνω στον πλανήτη, οι οποίοι αλληλεπιδρούν με πολλούς τρόπους ιδιωτικούς και δημόσιους, και σε πολλά επίπεδα, τοπικά και παγκόσμια. Μια κβαντική μεταστροφή στον παγκόσμιο εγκέφαλο είναι ένας ξαφνικός και θεμελιακός μετασχηματισμός στις σχέσεις ενός σημαντικού μέρους των εξίμισι δισεκατομμυρίων ανθρώπων τόσο μεταξύ τους όσο και με τη φύση –μια μακρομεταστροφή στην κοινωνία- και ένας επίσης ξαφνικός και θεμελιακός μετασχηματισμός στις πιο προηγμένες αντιλήψεις για τη φύση της πραγματικότητας –μια μεταστροφή παραδείγματος στην επιστήμη. Οι δυο μεταστροφές μαζί αποτελούν μια πραγματική “επανάσταση της πραγματικότητας” τόσο στην επιστήμη όσο και στην κοινωνία.» Έτσι, μέσα από την «κρίσιμη μάζα» ο εγκέφαλος μας χαμογελάει κλείνοντάς μας πονηρά το μάτι, και το μικροσκοπικό κβάντο γίνεται η ελπιδοφόρα οδός για μια ειρηνική και βιώσιμη ανθρώπινη πορεία μέσα στο σύμπαν!

ΜΙΣΟ-ΜΙΣΟ

Τις μισές φορές είμαι υπερσκεπτικιστής. Τις άλλες μισές έχω βεβαιότητες και μπορεί να γίνομαι ανυποχώρητος στην υπεράσπιση τους, με ιδιαίτερα πεισματική στάση. Και βέβαια, υπερσκεπτικιστής είμαι εκεί όπου οι άλλοι- και ιδίως εκείνοι που αποκαλώ ψευδοκαλλιεργημένους- δείχνονται εύπιστοι, ενώ εύπιστος είμαι εκεί όπου οι άλλοι δείχνονται υπερσκεπτικιστές. Είμαι σκεπτικιστής όταν πρόκειται για επιβεβαίωση- αν και μόνον όταν τα σφάλματα έχουν κόστος- ενώ όχι όταν πρόκειται για διάψευση. Επειδή διαθέτουμε πλήθος στοιχείων δεν σημαίνει ότι έχουμε και επιβεβαίωση, ενώ ένα και μόνο γεγονός έχει τη δυνατότητα να διαψεύσει. Είμαι σκεπτικιστής όταν υποψιάζομαι ότι υπάρχει περίπτωση ακραίου τυχαίου, είμαι εύπιστος όταν πιστεύω ότι το τυχαίο είναι ήπιο.

Τις μισές φορές είμαι υπερσυντηρητικός στη διαχείριση των δικών μου υποθέσεων, τις άλλες μισές είμαι υπερεπιθετικός. Αυτό μπορεί να μην ακούγεται εξαιρετικό, αλλά ο συντηρητισμός μου αφορά σ’ αυτό που οι άλλοι ονομάζουν ανάληψη κινδύνου, ενώ η επιθετικότητά μου στους τομείς όπου οι άλλοι συμβουλεύουν προσοχή.

Νοιάζομαι λιγότερο για τα μικρά σφάλματα και περισσότερο για τα μεγάλα- για τα δυνητικά εξοντωτικά σφάλματα. Ανησυχώ πολύ περισσότερο για το “πολλά υποσχόμενο” Χρηματιστήριο, ιδίως δε τις “ασφαλείς” μετοχές της μεγάλης κεφαλαιοποίησης, παρ’ ότι για τις κερδοσκοπικές επιχειρήσεις- πράγματι οι πρώτες κρύβουν αόρατους κινδύνους, ενώ οι δεύτερες δεν απειλούν με αιφνιδιασμούς, καθώς γνωρίζετε πόσο ευμετάβλητες είναι και συνεπώς μπορείτε να περιορίσετε τους κινδύνους ζημιάς επενδύοντας σ’ αυτές μικρότερα ποσά.

Ανησυχώ λιγότερο για τους πολυσυζητημένους και εντυπωσιακούς κινδύνους, ενώ περισσότερο για τους επικίνδυνους κρυφούς κινδύνους.

Εντέλει πρόκειται για έναν απλό κανόνα λήψεως αποφάσεων: είμαι εξαιρετικά επιθετικός όταν υπάρχει το ενδεχόμενο έκθεσης εκεί όπου τυχόν αποτυχία δεν θα κόστιζε τόσο- ενώ πολύ συντηρητικός όταν κινδυνεύω. Είμαι πολύ επιθετικός όταν ένα σφάλμα σε μοντέλο μπορεί να με ωφελήσει, παρανοϊκός όταν το σφάλμα μπορεί να με βλάψει. Αυτό μπορεί να μη φαίνεται και τόσο ενδιαφέρον, είναι όμως ακριβώς εκείνο που δεν κάνουν οι άλλοι. Έτσι, στον χώρο των χρηματοπιστωτικών, οι άνθρωποι χρησιμοποιούν ρηχές θεωρίες για να διαχειριστούν τους κινδύνους τους ενώ θέτουν τρελές ιδέες υπό “ορθολογική” κρίση.

Τις μισές φορές είμαι διανοούμενος, τις άλλες μισές είμαι αυστηρά άνθρωπος της πράξης. Είμαι αυστηρά πρακτικός σε ακαδημαϊκά θέματα, είμαι διανοούμενος όταν περνούμε στην πράξη.

Τις μισές φορές είμαι ρηχός, τις άλλες μισές θέλω να αποφεύγω τη ρηχότητα. Ρηχός είμαι όταν το θέμα έχει αισθητικό περιεχόμενο, αποφεύγω τη ρηχότητα όταν έχω να χειρισθώ ρίσκα και αποδόσεις. Ο αισθητισμός μου με κάνει να προτιμώ την ποίηση από την πρόζα, τους Έλληνες από τους Ρωμαίους, την καλλιέργεια από την ευρυμάθεια, την ευρυμάθεια από την γνώση, τη γνώση από την ευφυΐα και την ευφυΐα από την αλήθεια. Η τάση μας είναι να δειχνόμαστε πολύ ορθολογικοί.

Κάποτε μου έδωσαν μια ακόμη συμβουλή από εκείνες που σου αλλάζουν τη ζωή: αυτήν τη θεωρώ εφαρμόσιμη, σοφή και εμπειρικά ισχυρή. Ένας συμφοιτητής μου στο Παρίσι, ο μέλλων μυθιστοριογράφος Jean-Olivier Tedesco, μου είπε μια φράση που με εμπόδισε να τρέξω να προλάβω το μετρό: “Δεν τρέχω για το τρένο”.

Πρέπει να σνομπάρουμε τη μοίρα μας. Έχω διδάξει τον εαυτό μου να ανθίσταται, να μη βιάζεται προκειμένου να προλάβει το πρόγραμμά του. Μπορεί να φαίνεται πολύ μικρής σημασίας συμβουλή, όμως την κατέγραψα. Όταν πλέον αρνήθηκα να τρέχω για να προλάβω το τρένο, τότε αισθάνθηκα την πραγματική αξία της κομψότητας και της αισθητικής στη συμπεριφορά, την αίσθηση ότι έχω τον έλεγχο του χρόνου μου, του προγράμματός μου, της ζωής μου. Το να χάνεις το τρένο κοστίζει μόνον άμα τρέξεις να το προλάβεις! Αντίστοιχα, το να μην ανταποκριθείς στην έννοια της επιτυχίας που προσδοκούν οι άλλοι για σένα, σε πληγώνει μόνο άμα αυτό είναι που επιζητάς.

Μπορείς να βρεθείς πάνω από τη μάχη για επικράτηση, όχι έξω από αυτήν, εάν αυτή είναι συνειδητή σου επιλογή.

Η εγκατάλειψη μιας υψηλόμισθης θέσης αποτελεί καλύτερη ανταμοιβή από τη χρησιμότητα που παρέχουν τα λεφτά περί των οποίων πρόκειται, αν αυτό είναι δική σου απόφαση (μπορεί να ακούγεται παλαβό, όμως το έχω δοκιμάσει και έτσι είναι). Πρόκειται για το πρώτο βήμα του στωικού, όταν αποφασίσει να φτύσει τη μοίρα. Αποκτάς μεγαλύτερο έλεγχο στην ίδια σου τη ζωή άμα θέτεις μόνος σου τα κριτήριά σου.

Η Μητέρα Φύση μάς έχει δώσει μερικούς αμυντικούς μηχανισμούς: όπως και στον μύθο του Αισώπου, ένας απ’ αυτούς είναι να θεωρούμε πως τα σταφύλια που δεν μπορούμε να φτάσουμε (ή, πάντως, που δεν φτάσαμε) είναι ξινά. Όμως μια εκ των προτέρων περιφρόνηση και απόρριψη των σταφυλιών δίνει ακόμη μεγαλύτερη ανταμοιβή. Αξίζει να είσαι επιθετικός: παραιτήσου μόνος, άμα έχεις τα κότσια.

Είναι πολύ πιο δύσκολο να βγεις χαμένος από ένα παιχνίδι που οργανώνεις εσύ ο ίδιος.

Αυτό σημαίνει ότι στο απίθανο είσαι εκτεθειμένος μόνο άμα του επιτρέψεις να σε ελέγχει. Πάντα ελέγχεις εκείνο που εσύ κάνεις: συνεπώς, αυτό πρέπει να θέτεις ως σκοπό σου.

ΤΕΛΟΣ

Όμως όλες αυτές οι ιδέες, όλη αυτή η φιλοσοφία της επαγωγής, όλα αυτά τα προβλήματα της γνώσης, όλες αυτές οι ακραίες ευκαιρίες και οι φοβιστικές ενδεχόμενες ζημίες- όλα αυτά σβήνουν μπροστά στην ακόλουθη μεταφυσική διάσταση.

Ορισμένες φορές ξαφνιάζομαι με το πόσο κινδυνεύουν οι άνθρωποι να περάσουν κακιά ημέρα ή πάλι να θυμώσουν επειδή αισθάνονται ριγμένοι, γιατί είχαν ένα κακό γεύμα ή κρύο καφέ ή κοινωνική απόρριψη ή αγενή υποδοχή κάπου. Η ανάλυση της δυσχέρειας που υπάρχει να δούμε τις αληθινές πιθανότητες των γεγονότων εκείνων που ρυθμίζουν την ίδια μας τη ζωή. Πολύ γρήγορα ξεχνούμε ότι το γεγονός και μόνο πως είμαστε ζωντανοί, αποτελεί εκπληκτικά καλή τύχη- είναι ένα σπάνιο γεγονός, είναι μια τυχαία σύμπτωση τερατωδών διαστάσεων.

Φαντασθείτε έναν κόκκο σκόνης δίπλα απ’ έναν πλανήτη ένα δισεκατομμύριο φορές μεγαλύτερο από τη Γη. Αυτός ο κόκκος σκόνης αντιστοιχεί στις πιθανότητες που υπήρχαν να γεννηθείτε, ενώ ο πελώριος πλανήτης αντιπροσωπεύει τις πιθανότητες να μην υπήρχατε. Μην ταλαιπωρείστε, λοιπόν, με τα μικροπράγματα. Μην είστε σαν τον αγνώμονα εκείνο που του χάρισαν ένα κάστρο κι εκείνος ανησυχούσε για την υγρασία που υπήρχε στο μπάνιο. Σταματήστε να κοιτάζετε το άλογο που σας χάρισαν στα δόντια- θυμηθείτε τι είστε.

ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ: Όρισε τώρα τον χαρακτήρα και τη συμπεριφορά για τον εαυτό σου

Όρισε τώρα τον χαρακτήρα και τη συμπεριφορά για τον εαυτό σου, που θα διατηρήσεις όταν είσαι μόνος αλλά και μαζί με άλλους ανθρώπους.

Και ως επί το πλείστον να τηρείς σιωπή ή να λες τα απολύτως αναγκαία και με λίγα λόγια. Σπανίως, μάλιστα, όταν απαιτείται να μιλήσεις, μίλα, αλλά όχι για κάτι τυχαίο, όχι για μονομαχίες ή ιπποδρομίες ή αθλητές ή φαγητά ή ποτά, θέματα που συζητούνται παντού, και κυρίως όχι για ανθρώπους ψέγοντας, επαινώντας ή συγκρίνοντας. Αν το μπορείς, οδήγησε με τα λόγια σου τα λόγια των συντρόφων σου ώστε να είναι πιο αρμόζοντα, αλλά, αν τύχει να βρεθείς μόνος ανάμεσα σε ξένους, να σωπάσεις.

Να μη γελάς πολύ ούτε για πολλά θέματα ούτε ασυγκράτητα.

Να μην ορκίζεσαι, καθόλου αν είναι δυνατόν, διαφορετικά όσο μπορείς.

Απόφευγε τα συμπόσια με ανθρώπους αδαείς. Κι αν κάποτε έρθει ο καιρός που θα χρειαστεί να το κάνεις, να εντείνεις την προσοχή σου μην τυχόν γίνεις κι εσύ αδαής. Γιατί να γνωρίζεις ότι, αν ο φίλος σου είναι βρομερός, κατ’ ανάγκη θα μολύνει και αυτόν τον οποίο συναναστρέφεται, ακόμα κι αν τύχει να είναι καθαρός.

Όσα αφορούν το σώμα να τα λαμβάνεις όσο χρειάζεται, όπως τροφές, ποτά, ενδύματα, σπίτι, υπηρέτες. Ό,τι αφορά τη δόξα ή την πολυτέλεια, να το ξεχάσεις τελείως…

Αν σου πουν ότι κάποιος σε κακολογεί, μην απολογηθείς για όσα λέει αλλά απάντησε ότι «αγνοούσε και τα άλλα μου ελαττώματα, γιατί αλλιώς δεν θα έλεγε μόνο αυτά».

Δεν είναι αναγκαίο να πολυπηγαίνεις στα θέατρα. Και, αν κάποτε είναι καιρός να το κάνεις, να δείξεις ότι υποστηρίζεις μόνο τον εαυτό σου και κανέναν άλλο, δηλαδή ότι θέλεις το αποτέλεσμα να είναι αυτό που πραγματικά είναι και να νικά μόνο ο νικητής. Κι έτσι δεν θα απογοητευτείς. Να απέχεις τελείως από το να φωνάζεις και να γελάς δυνατά εναντίον κάποιου ή να συγκινείσαι υπερβολικά. Και όταν φύγεις, να μη μιλάς πολύ για όσα έγιναν, παρά μόνο για όσα συμβάλλουν στη βελτίωσή σου- γιατί διαφορετικά ο κόσμος θα σκεφτεί ότι εντυπωσιάστηκες από το θέαμα.

Στις διαλέξεις που κάποιοι δίνουν να μην πηγαίνεις τυχαία και εύκολα και, όταν το κάνεις, να τηρείς σεμνότητα και ηρεμία και να μην ενοχλείς.

Όταν πρόκειται να συναντήσεις κάποιον, ειδικά κάποιον που θεωρείται σπουδαίος, αναρωτήσου τι θα έκανε ο Σωκράτης ή ο ‘Ζήνων στη συγκεκριμένη περίπτωση κι έτσι δεν θα δυσκολευτείς να διαχειριστείς την κατάσταση κατά τον αρμόζοντα τρόπο. Όταν επισκέπτεσαι κάποιον πολύ ισχυρό, να φαντάζεσαι ότι δεν θα τον βρεις μέσα στο σπίτι, ότι θα σε κλείσουν απ’ έξω, ότι θα σε αγνοήσει. Και αν παρ’ όλα αυτά πρέπει να πας, όταν βρεθείς εκεί, να αποδεχτείς όσα συμβαίνουν, να μην πεις ποτέ στον εαυτό σου ότι «δεν άξιζε τον κόπο». Γιατί αυτό δείχνει άνθρωπο ανόητο και με στρεβλή αντίληψη για τα εξωτερικά πράγματα.

Στις συνομιλίες απόφευγε να αναφέρεις υπερβολικά δικά σου κατορθώματα ή περιπέτειες. Μπορεί να σου είναι ευχάριστο να θυμάσαι τις περιπέτειες σου, αλλά για τους άλλους δεν είναι τόσο ευχάριστο να ακούν τι σου συνέβη.

Απόφευγε να προξενείς γέλιο, γιατί αυτή η συνήθεια είναι επικίνδυνη και εύκολα μπορείς να ολισθήσεις στη χυδαιότητα και να μειωθεί ο σεβασμός που έχουν οι άλλοι για το πρόσωπό σου. Επίσης, είναι επισφαλής και η αισχρολογία. Όταν λοιπόν συμβεί κάτι τέτοιο, αν έχεις την ευκαιρία, να επιπλήξεις εκείνον που επιδόθηκε σε αισχρολογία, διαφορετικά να δείξεις σιωπώντας και κοκκινίζοντας και με έκφραση σκυθρωπή ότι σε δυσαρέστησε ο λόγος του.

ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ, Ο ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

ΠΡΟΟΙΜΙΟ ΣΕ ΕΝΑ ΚΑΙΝΟΥΡΙΟ ΟΝΕΙΡΟ

Υπάρχουν χιλιάδες συμφωνίες που έχετε συνάψει με τον εαυτό σας, με άλλα άτομα, με το όνειρο της ζωής σας, με την κοινωνία, με τους γονείς, τον/τη σύζυγο, τα παιδιά σας. Οι πιο σημαντικές, όμως, συμφωνίες είναι εκείνες που έχετε συνάψει με τον εαυτό σας. Αυτές αναφέρονται στο ποιος είστε, τι αισθάνεστε, σε τι πιστεύετε και στο πως πρέπει να συμπεριφέρεστε. Το αποτέλεσμά τους είναι η προσωπικότητά σας. Σε αυτές τις συμβάσεις δηλώνετε: “Να τι είμαι. Να σε τι πιστεύω. Υπάρχουν κάποια πράγματα που μπορώ να κάνω και κάποια άλλα που δεν μπορώ να κάνω. Αυτό είναι πραγματικότητα, εκείνο είναι φαντασία. Αυτό είναι δυνατό, εκείνο είναι αδύνατο”.

Μία μόνο συμφωνία δεν θα δημιουργούσε πρόβλημα, οι συμφωνίες, όμως, που μας κάνουν να υποφέρουμε και να αποτυγχάνουμε στη ζωή είναι πολλές. Αν θέλετε να ζήσετε μια ζωή γεμάτη ευτυχία και πληρότητα, θα πρέπει να ανασύρετε από μέσα σας το κουράγιο να διακόψετε αυτές τις συμφωνίες, που έχουν τη ρίζα τους στο φόβο και κλέβουν την προσωπική σας δύναμη. Οι συμφωνίες που προέρχονται από φόβο μας αναγκάζουν να ξοδεύουμε πολλή ενέργεια, ενώ οι συμφωνίες που προέρχονται από την αγάπη μας βοηθούν όχι μόνο να εξοικονομούμε αλλά και να αντλούμε ενέργεια.

Ο καθένας μας έχει γεννηθεί μ’ ένα συγκεκριμένο ποσοστό προσωπικής δύναμης, το οποίο επανακτά κάθε μέρα μετά την ανάπαυση. Δυστυχώς, σπαταλάμε όλη μας την προσωπική δύναμη για να δημιουργήσουμε, κατ’ αρχήν, όλες αυτές τις συμφωνίες και, κατά δεύτερον, για να μείνουμε πιστοί σε αυτές. Η προσωπική μας δύναμη διασκορπίζεται από τις τόσες συμφωνίες που έχουμε συνάψει και το αποτέλεσμα είναι να νιώθουμε τελικά ανήμποροι. Μόλις που μας απομένει λίγη δύναμη για να επιβιώσουμε κάθε μέρα, επειδή την περισσότερη την ξοδεύουμε για να μην προδώσουμε τις συμφωνίες που μας κρατούν εγκλωβισμένους στο όνειρο του πλανήτη. Πώς μπορούμε να αλλάξουμε ολόκληρο το όνειρο της ζωής μας, όταν δεν έχουμε τη δύναμη να αλλάξουμε ούτε καν την παραμικρή συμφωνία;

Αν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι οι συμφωνίες μας είναι εκείνες που κυβερνούν τη ζωή μας κι αν δεν μας αρέσει το όνειρο αυτής της ζωής, τότε πρέπει να αλλάξουμε τις συμφωνίες.

Μόνο ο άνθρωπος που δεν είναι χαρούμενος έχει ανάγκη τη διασκέδαση

Αυτό που συνήθως θεωρούμε χαρά, δεν είναι χαρά. Το πολύ-πολύ να είναι διασκέδαση. Είναι απλώς ένας τρόπος για να αποφεύγει κανείς τον εαυτό του. Είναι ένας τρόπος για να μεθάς, είναι ένας τρόπος για να πνίγεσαι μέσα σε κάτι, ώστε να μπορέσεις να ξεχάσεις τη δυσαρέσκειά σου, την ανησυχία σου, τις έγνοιες σου, την αγωνία σου.

Έτσι, κάθε είδους διασκέδαση θεωρείται ότι είναι χαρά. Δεν είναι! Οτιδήποτε έρχεται απ’ έξω, δεν είναι χαρά – και δεν μπορεί να είναι χαρά. Οτιδήποτε εξαρτάται από κάτι, δεν είναι χαρά – και δεν μπορεί να είναι χαρά.

Η χαρά βγαίνει από τον ίδιο σου τον πυρήνα. Είναι απόλυτα ανεξάρτητη από οποιαδήποτε εξωτερική περίσταση. Και δεν είναι διαφυγή από τον εαυτό. Είναι μια πραγματική αντιμετώπιση του εαυτού. Η χαρά εμφανίζεται μόνο όταν έχεις έρθει στο σπίτι.

Έτσι, οτιδήποτε είναι γνωστό ως χαρά, είναι ακριβώς το αντίθετο, το διαμετρικά αντίθετο – δεν είναι χαρά. Για την ακρίβεια, επειδή δεν είσαι χαρούμενος, αναζητάς τη διασκέδαση.

Μόνο ο άνθρωπος που δεν είναι χαρούμενος έχει ανάγκη τη διασκέδαση. Όσο μεγαλύτερη έλλειψη χαράς έχει ο κόσμος, τόσο περισσότερο χρειαζόμαστε την τηλεόραση, τον κινηματογράφο, το λούνα παρκ και χίλια δυο άλλα πράγματα.

Χρειαζόμαστε όλο και περισσότερο αλκοόλ, χρειαζόμαστε όλο και περισσότερο από κάθε είδους ναρκωτικά. μόνο και μόνο για να αποφύγουμε τη δυστυχία που είμαστε, για να μην αντικρίζουμε την αγωνία που είμαστε, ώστε να την ξεχνάμε με κάποιο τρόπο. Με το να την ξεχνάμε όμως, δεν επιτυγχάνεται τίποτα.

Έτσι, χαρά είναι το να μπεις μέσα στον ίδιο σου τον εαυτό. Στην αρχή αυτό είναι δύσκολο, επίπονο. Στην αρχή θα πρέπει να αντικρίσεις τη δυστυχία. Το μονοπάτι είναι πολύ ανηφορικό. Όσο περισσότερο όμως μπαίνεις μέσα σου, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανταμοιβή.

Από τη στιγμή που έχεις μάθει πώς να αντικρίζεις τη δυστυχία σου, αρχίζεις να γίνεσαι χαρούμενος, επειδή καθώς την αντικρίζεις, η δυστυχία εξαφανίζεται κι αρχίζεις να γίνεσαι όλο και πιο ολοκληρωμένος. Μια μέρα, η δυστυχία βρίσκεται εκεί και την αντικρίζεις και ξαφνικά κάτι σπάει. Μπορείς να δεις τη δυστυχία διαχωρισμένη από σένα και τον εαυτό σου διαχωρισμένο από τη δυστυχία. Ήταν απλώς μια αυταπάτη, μια ταύτιση μέσα στην οποία είχες μπλεχτεί. Τώρα γνωρίζεις ότι εσύ δεν είσαι αυτό και τότε υπάρχει ένα ξέσπασμα χαράς, μια έκρηξη χαράς.

Δημιουργήθηκε «ζωντανό» μπετόν που… γεννάει νέα τούβλα

Ένα μητρικό τούβλο μπορεί να παράγει έως οκτώ τούβλα μετά από τρεις γενεές

Το τσιμέντο και το σκυρόδεμα (μπετόν) δεν έχουν αλλάξει πολύ τα τελευταία 100 χρόνια, αλλά τώρα ερευνητές στις ΗΠΑ ανέπτυξαν ένα επαναστατικό υλικό, που στην κυριολεξία ζωντανεύει το μπετόν.

Η νέα μέθοδος συνδυάζει άμμο και φωτοσυνθετικά βακτήρια για να φτιάξει ένα ζωντανό υλικό που παίρνει διάφορα σχήματα, ενώ έχει τόσο δομική αντοχή όσο και βιολογική λειτουργία. Επίσης είναι πιο φιλικό στο περιβάλλον και μελλοντικά θα μπορούσε να μειώσει το σημερινό μεγάλο περιβαλλοντικό «αποτύπωμα» της ενεργοβόρας κατασκευαστικής βιομηχανίας.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον Γουίλ Σρούμπαρ, επικεφαλής του Εργαστηρίου Ζωντανών Υλικών του Πανεπιστημίου του Κολοράντο, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Matter» (Ύλη), δημιούργησαν μια «σκαλωσιά» από άμμο και υδρογέλη, μέσα στην οποία οι μικροοργανισμοί (Synechococcus) μπορούν να αναπτυχθούν.

Η υδρογέλη συγκρατεί την υγρασία και τις θρεπτικές ουσίες, που επιτρέπουν στα βακτήρια να πολλαπλασιαστούν και -αφού απορροφήσουν αέριο διοξείδιο του άνθρακα- να ορυκτοποιηθούν, μια διαδικασία παρόμοια με αυτή που οδηγεί στο σχηματισμό των οστράκων στη θάλασσα. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένα ζωντανό υλικό που φιλοδοξεί να ανταγωνιστεί τα οικοδομικά υλικά με βάση το τσιμέντο. Αν και οι ερευνητές ονόμασαν το υλικό τους «ζωντανό μπετόν», στην πραγματικότητα μοιάζει περισσότερο από άποψη αντοχής με «ζωντανός σοβάς», ενώ και τα τούβλα από το νέο υλικό δεν είναι ακόμη τόσο γερά όσο τα συμβατικά τούβλα.

«Χρησιμοποιήσαμε φωτοσυνθετικά κυανοβακτήρια για να βιο-ορυκτοποιήσουμε το ικρίωμα, ώστε αυτό είναι πράσινο. Το υλικό μένει ζωντανό και έχει κάτι από Φρανκενστάιν. Ήδη χρησιμοποιούμε βιολογικά υλικά στα κτίρια μας, όπως το ξύλο, μόνο που αυτά τα υλικά δεν είναι πια ζωντανά. Γιατί να μη τα κρατούμε στη ζωή;», δήλωσε ο Σρούμπαρ

Περίπου το 9% έως 14% των βακτηριακών αποικιών μέσα στο νέο υλικό παραμένουν ζωντανές μετά από 30 μέρες. Μάλιστα το νέο υλικό όχι μόνο είναι ζωντανό, αλλά επίσης αναπαράγεται, άρα θα μπορούσε να αποκαταστήσει μόνο του τις ρωγμές. Ακόμη κι αν κόψει κανείς ένα τούβλο του νέου υλικού στη μέση, τα βακτήρια μπορούν να δημιουργήσουν δύο νέα ολόκληρα τούβλα με τη βοήθεια λίγης έξτρα άμμου, υδρογέλης και θρεπτικής ουσίας. Ένα μητρικό τούβλο μπορεί να παράγει έως οκτώ τούβλα μετά από τρεις γενεές.

Το μπετόν είναι το δεύτερο σε κατανάλωση υλικό στη Γη μετά το νερό. Η παραγωγή τσιμέντου (πρώτης ύλης για το μπετόν) ευθύνεται για το 6% των συνολικών ετήσιων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, ενώ και το ίδιο το μπετόν απελευθερώνει διοξείδιο. Η νέα μέθοδος, που έχει μικρότερο «αποτύπωμα άνθρακα», αποτελεί μια φιλική στο περιβάλλον εναλλακτική επιλογή σε σχέση με τα σημερινά οικοδομικά υλικά.

Το επόμενο βήμα για τους ερευνητές είναι να εξερευνήσουν τις πολυάριθμες εφαρμογές που μπορεί να έχει το νέο υλικό. Μια δυνατότητα που θα διερευνηθεί, είναι η εισαγωγή βακτηρίων με διαφορετικές ιδιότητες στο μίγμα, ώστε να προκύψουν αντίστοιχα νέα υλικά με διαφορετικές βιολογικές λειτουργίες, όπως ικανότητες να «αισθάνονται» και να ανταποκρίνονται στις τοξίνες του αέρα. Ακόμη τέτοια υλικά μπορεί να είναι χρήσιμα για τη δημιουργία κατασκευών σε ερήμους ή σε άλλους πλανήτες όπως ο 'Αρης, όπου υπάρχουν περιορισμένες πρώτες ύλες για οικοδομές.

«Σε τέτοια περιβάλλοντα τα νέα υλικά θα είχαν ιδιαίτερα καλή απόδοση, επειδή χρησιμοποιούν φως του Ήλιου για να αναπτυχθούν και αυξάνονται, έχοντας ελάχιστες ανάγκες για άλλο εξωγενές υλικό. Κάτι τέτοιο θα συμβεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, καθώς δεν πρόκειται να κουβαλήσουμε σακιά τσιμέντου στον ‘Αρη», δήλωσε ο Σρούμπαρ.

Η τεχνική χρειάζεται πάντως βελτίωση, καθώς τα κυανοβακτήρια χρειάζονται συνθήκες υγρασίας για να επιβιώσουν μέσα στο νέο υλικό, κάτι που δεν είναι δυνατό σε ξηρές και άνυδρες περιοχές. Γι’ αυτό οι ερευνητές προσπαθούν ήδη να δημιουργήσουν γενετικά τροποποιημένα βακτήρια, που θα είναι πολύ πιο ανθεκτικά στην έλλειψη υγρασίας, ώστε να παραμένουν ζωντανά.

Η έρευνα χρηματοδοτείται από την Υπηρεσία Προηγμένων Ερευνητικών Προγραμμάτων (DARPA) του Υπουργείου ‘Αμυνας των ΗΠΑ, η οποία προφανώς διαβλέπει και στρατιωτικές εφαρμογές στο νέο υλικό. Γενικότερα, τα «ζωντανά υλικά» (Engineered Living Materials-ELM) αποτελούν ένα νέο πολλά υποσχόμενο επιστημονικό πεδίο, καθώς «ζωντανεύουν» τα άψυχα υλικά -χάρη στην ενσωμάτωση μικροοργανισμών- έτσι ώστε η ύλη να αποκτά ικανότητες αίσθησης, επικοινωνίας και ανταπόκρισης στα εξωτερικά ερεθίσματα (πίεσης, φωτός κ.α.).

Πρωταγόρας: Άνθρωπος - Λόγος και αντί-Λογος

Πρωταγόρας: περ. 490‒ 420 π.Χ.

Άνθρωπος: «πάντων χρημάτων μέτρον»

§1

     Ο Πρωταγόρας ανήκει στο ριζοσπαστικό κίνημα των Ελλήνων Σοφιστών , που εμφανίστηκε στην Ελλάδα του 5ου αι. π.Χ. και έκτοτε βρίσκεται στο κέντρο των συζητήσεων και των αντιπαραθέσεων στους κόλπους της φιλοσοφικής και πολιτικής ιστορίας των ιδεών, καίτοι τα γραπτά τους κείμενα έχουν χαθεί πλην ορισμένων αποσπασμάτων. Κάτι που ίδια και όμοια ισχύει και στην περίπτωση των Προσωκρατικών στοχαστών. Το σοφιστικό ρεύμα σκέψης είναι εν πολλοίς ένα ελευθεριακό κίνημα σκέψης ‒χωρίς να αποτελεί κάποια φιλοσοφική σχολή ή ένα ομοιογενές κίνημα ιδεών‒ με δεσπόζουσα την πολιτική απόχρωση και με αποκλίνουσες επί αρκετών θεμάτων ιδέες. Εγκαινίασε καθοριστικά τη στροφή προς τον άνθρωπο συγκριτικά με την προηγηθείσα σκέψη των Προσωκρατικών, που είχε ασχοληθεί κι αυτή βέβαια με τον άνθρωπο αλλά σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κοσμολογικών-οντολογικών προβληματισμών: οι διανοητές της προ-σοφιστικής, ήτοι της προσωκρατικής περιόδου, διαστοχάστηκαν κυρίως πάνω στη φύση, τον κόσμο (βασικά με το νόημα του σύμπαντος) και το ον εν γένει. Η έννοια του ανθρώπου τους απασχόλησε ως τμήμα αυτού του κόσμου. Για τη σοφιστική σκέψη, απεναντίας, ο άνθρωπος δεν εξακοντίζεται πλέον σε συλλήψεις ενός οντο-κοσμο-λογικού Είναι, αλλά συλλαμβάνεται βασικά ως ένα πλέγμα σχέσεων: σχέσεις προς τη φύση, την κοινωνία, το κράτος, τους θεούς· προς άλλους ανθρώπους ή άλλους λαούς κ.λπ. Στο πνεύμα αυτών των σχέσεων κατανοείται, λιγότερο ή περισσότερο, και η σχέση των ίδιων των Σοφιστών με τον κοινωνικό τους περίγυρο. Μάλιστα, μέσα στην ιστορία της φιλοσοφίας, η σχέση τους αυτή για άλλους αποτιμάται ως μια στεγνή επαγγελματική σχέση, όπου εξαργυρωνόταν η γνώση με χρήμα, μετατράπηκε σε εμπόρευμα, με συνέπεια να αμαυρώνεται η εικόνα του σοφιστικού κινήματος, για άλλους ως μια στοχαστική σχέση του ανθρώπινου ατόμου εντός της κοινωνίας και σε σχέση με τούτη. Πάντως, η επίδρασή του μέχρι και τη σύγχρονη σκέψη είναι αδιαμφισβήτητη. Όπως λέει ο Νίτσε σε ένα μεταθανάτιο απόσπασμά του, οι Σοφιστές είναι οι πρώτοι που τους απασχολεί η κριτική της ηθικής, που ρίχνουν την πρώτη διεισδυτική ματιά στην ηθική.

§2

     Οποιαδήποτε οπτική αποτίμησης του κινήματος αυτού κι αν ακολουθεί κανείς, γεγονός είναι ότι οι εν λόγω διανοητές περιφέρονταν συνήθως από πόλη σε πόλη και δίδασκαν με οξυμένη την αίσθηση της σχετικότητας· κατ’ επέκταση, πρώτοι δημιουργούσαν τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης και της σκεπτόμενης ατομικότητας. Η δυσφήμησή τους ως αμοραλιστών, όπως σωστά παρατηρεί ο Χέγκελ (Werke 18, 407), προέρχεται κατά κύριο λόγο από τον κοινό νου. Συχνά συμβαίνει ο τελευταίος να χάνεται μέσα στη φαινομενικότητα και να μην μπορεί να διακρίνει ότι στο σοφιστικό κίνημα, ας πούμε, οφείλεται η καθίδρυση, για πρώτη φορά στη φιλοσοφία του ανθρώπινου πολιτισμού, της σκεπτόμενης υποκειμενικότητας. Ένας τέτοιος χαλασμένος κοινός νους χαρακτηρίζει και τις μαριονέτες του σάπιου πολιτικού συστήματος της σύγχρονης Ελλάδας. Όσο χαλασμένος είναι αυτός ο νους, τόσο οι διάφοροι αγύρτες του εν λόγω συστήματος επιδεικνύουν την αμορφωσιά τους και διαπράττουν ὕβριν. Ὕβρις αδιανόητης αμπελοφιλοσοφικής αμορφωσιάς π.χ. είναι η παρερμηνεία, από υψηλά ιστάμενο του καθεστώτος –και μάλιστα καλοπληρωμένο προφεσόρο– της πρωταγόρειας ρήσης: πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος, κατανοώντας στρεψόδικα το χρημάτων ως χρήμα με τη σημερινή έννοια και όχι ως χρήσιμο πράγμα, που είναι το σωστό. Ο Πρωταγόρας γεννήθηκε στα Άβδηρα και ήταν ένας από τους πιο ταλαντούχους και διάσημους Σοφιστές. Κανείς δεν σκέφτηκε να αμφισβητήσει το ταλέντο του και τη βαθιά γνώση που απέκτησε. Ο ίδιος ο Πλάτων ακόμη τον αντιμετωπίζει με τον αντίστοιχο προς το ταλέντο του σεβασμό. Στον Θεαίτητο, ας πούμε, τον παρουσιάζει ως τον πιο σημαντικό και ως τον πιο αξιόλογο διανοητή, στο πλαίσιο του κύκλου των Σοφιστών, με τον οποίο η φιλοσοφία πρέπει να βρίσκεται σε διαρκή αναμέτρηση. Πρόκειται για τον Σοφιστή με την μεγαλύτερη επιρροή. Στο έργο του Πρωταγόρας, ο Πλάτων μας λέει πώς τον υποδέχτηκε η Αθήνα. Είναι αλήθεια πως στην κοινωνία των Αθηνών απολάμβανε ανεπιφύλακτο θαυμασμό, μέχρι τη στιγμή που κατηγορήθηκε για ασέβεια και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πόλη. Έγραψε βαθυστόχαστα έργα για το ον, τους θεούς και την αλήθεια, από τα οποία έφτασαν ως εμάς μόνο κάποια αποσπάσματα. Οι ιδέες του γύρω από την σχετικότητα των πραγμάτων του κόσμου δεν ήταν άσχετες με την εμπειρία, που αποκόμισε από τις αντιξοότητες του βίου του.

§3

     Ο ίδιος έδωσε στον εαυτό του το όνομα Σοφιστής και, όπως λέει ο Χέγκελ, «παρουσιάστηκε ως δάσκαλος της δημόσιας σφαίρας» (ό.π.). Τούτο σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι κατανοούσε τον ενάρετο πολίτη ως καλό πολίτη και ως καλό πολιτικό. Γενικώς ειπείν, η σκέψη του Πρωταγόρα είναι πρωτίστως πολιτική, δηλαδή σκέψη της Πόλεως και για την Πόλιν. Η πρώτη θετική φάση της φιλοσοφίας του είναι αυτή που αντιπροσωπεύει το έργο του: Αλήθεια ή Καταβάλλοντες. Από τούτο, όπως και από άλλα έργα του, έχουν σωθεί μόνο αποσπάσματα. Στην αρχή αυτού του έργου έγραφε:

«πάντων χρημάτων μέτρον εστίν άνθρωπος, των μεν όντων
ως έστιν, των δε ουκ όντων ως ουκ έστιν
».

«Για όλα τα πράγματα μέτρο είναι ο άνθρωπος, για όσα
είναι ότι είναι και για όσα δεν είναι ότι δεν είναι».

Στην ιστορία γενικότερα των φιλοσοφικών ιδεών είναι περισσότερο γνωστός για την ως άνω περιώνυμη θέση του. Αυτή εδώ φαίνεται να προσδιορίζει τον άνθρωπο ως το μοναδικό, ως το ισχύον μέτρο για την ύπαρξη ή μη ύπαρξη, για το Είναι ή μη-Είναι όλων των πραγμάτων. Εκ πρώτης όψεως δείχνει να εκφράζει κάτι το άμεσο και σαφές. Παρά τη συντομία της ωστόσο παραμένει αινιγματώδης. Πώς εννοείται το «μέτρο» και ακόμη πώς το «χρήμα»; Υπό ένα γενικό πνεύμα, που έχει δημιουργήσει παράδοση, το μέτρο υποδηλώνει ότι η αλήθεια είναι κάτι σχετικό και υπάρχει πάντοτε σε σχέση με τη γνώμη ή τη γνώση που διαθέτει ο άνθρωπος. Επίσης το χρήμα σημαίνει ένα χρήσιμο πράγμα, κάτι το ωφέλιμο και όχι γενικά το πράγμα, γιατί τότε ο Πρωταγόρας θα χρησιμοποιούσε τη λέξη πράγμα –σημαίνουσα λέξη τόσο της αρχαίας όσο και της νέας ελληνικής– και όχι χρήμα. Εάν εισχωρήσει κανείς στα ενδότερα της σκέψης του Πρωταγόρα, διαπιστώνει, και με τη βοήθεια νεώτερων ερευνών, ότι ο όρος μέτρο δεν επιδέχεται μόνο την παραπάνω εξήγηση ή τη σημασία του κριτηρίου, που του απέδωσε ο Σέξτος Εμπειρικός, αλλά εκφράζει –κατά κύριο λόγο– μια (γνωσιακή-κανονιστική) ισχύ του ανθρώπου επί των πραγμάτων που τον αφορούν και τον καθορίζουν. Άρα, με βάση την ερμηνεία αυτή, ο άνθρωπος είναι το μέτρον με το εξής νόημα: η γνωρίζουσα ισχύς, η κανονιστική δύναμη που άρχει, αλλά δεν εξουσιάζει, δηλαδή δεν παγιδεύεται και δεν ηδονίζεται μέσα στην ὕβριν , όπως συμβαίνει με την βίαι όψη της ζωής και δη της πολιτικής τοιαύτης, αλλά χαράσσει μια συνειδητή πορεία συλλογής και ανα-συλλογής της εκδηλωνόμενης μέσα στα πράγματα εμπειρικής της κατάφασης. Το γεγονός ενός άρχειν χωρίς βία και στρεψοδικία, χωρίς τον εξανδραποδισμό του άλλου αλλά σε γόνιμη αντιπαράθεση μαζί του, οδηγεί τον Πρωταγόρα σε μια πρώτη, ουσιώδη και ιστορικά ανεπανάληπτη σύλληψη της ανθρώπινης υποκειμενικότητας ως μιας αυθυπόστατης ορθο-Λογικότητας του υποκειμένου.

§4

     Η αυθυπόστατη υποκειμενικότητα αντλεί την αυτονομία της, το σχετικό της αυτεξούσιο, όχι από έναν αυξημένο μέσα στο ίδιο το άτομο ατομισμό ή ατομικισμό, από έναν υπερφίαλο ή αρρωστημένο εσωτερικισμό που κατά κανόνα επιζητεί την «ισορροπία» του στην καταδυνάστευση του άλλου, αλλά από την έξοδο της σκέψης της από τον εν λόγω καχεκτικό ατομικισμό. Πώς δύναται αυτή η υποκειμενικότητα να πραγματοποιεί τούτη την έξοδο; Με το να επιδιώκει τη συνάντηση της γνώμης ή της γνώσης της με τη γνώμη και τη γνώση των άλλων. Η συνάντηση τούτη δεν είναι υποταγή ή κυριαρχία αλλά η καθολικότητα της αλήθειας ως διαλεκτική ατομικού και καθολικού. Τα πολιτικά ανδρείκελα, σε κάθε εποχή, είναι ανδρείκελα, γιατί φοβούνται αυτή τη συνάντηση που περιέχει πότε ήττες και πότε νίκες του υποκειμένου. Την ως άνω συνάντηση ο Πρωταγόρας την πραγματεύεται στο έτερο έργο του, που δεν διαφέρει και πολύ από το πρώτο, με τον τίτλο: Αντιλογίες. Από τούτο το έργο –μάλλον το πιο εκτενές του Πρωταγόρα– έχουν σωθεί δυστυχώς μόνο πληροφορίες και ενδείξεις από άλλους συγγραφείς. Η πεμπτουσία του, εν τοιαύτη περιπτώσει, φαίνεται να αφορά τη σύλληψη της αντίφασης και την εισαγωγή της μέσα στα πράγματα, έτσι ώστε να μην κρίνονται και γίνονται αποδεκτά στη σκέψη μας ως κάτι το ακίνητο, το αναλλοίωτο, το αιώνιο. Τα τελευταία τούτα γνωρίσματα έχουν κακοπάθει στα χέρια και τα «μυαλά» «αχαλίνωτων θηρίων» (Νίτσε) της δημόσιας σφαίρας, που την ανικανότητά τους μαζί και την εσωτερική τους κενότητα θέλουν να τις παγιώνουν, να τις διαιωνίζουν ως αναντικατάστατες πολιτικές αρετές. Ο Πρωταγόρας βέβαια συλλαμβάνει την ως άνω αντίφαση στην αρχαϊκή της μορφή, αλλά παρά ταύτα εν σπέρματι διαλεκτικά. Σύμφωνα λοιπόν με αυτόν τον μεγάλο διανοητή «για κάθε πράγμα υπάρχουν δύο λόγοι που αντιφάσκουν ο ένας προς τον άλλο». Η πολιτική διαμάχη ως τέτοια επαληθεύει από μόνη της τούτη την αρχή. Η τελευταία ανάγει τον πολεμικό της χαρακτήρα στην Ηρακλείτεια αντίληψη περί αντιφατικής πραγματικότητας, όπου κυριαρχεί ο πόλεμος, η στοχαστική αντιπαράθεση και όχι οι ανέξοδες και άκρως υποτιμητικές για τους ίδιους κοκορομαχίες των καθεστωτικών πάσης φύσεως.

§5

     Κατ’ αυτό το πνεύμα, ο χαρακτήρας της σκέψης του Πρωταγόρα είναι σχετικιστικός και πργματιστικός. Σχετικιστικός: αν ένας άνθρωπος, υπό μια κατάσταση, θεωρεί το χ πράγμα κατά τον τάδε τρόπο και το ίδιο πράγμα ένας άλλος άνθρωπος, υπό μια άλλη κατάσταση, κατά τον δείνα τρόπο, τότε και οι δυο απόψεις γίνονται δεκτές ως σχετικά αληθείς. Πραγματιστικός: οι εν λόγω απόψεις έχουν πραγματική βάση όχι με την έννοια ότι η μια είναι αληθής και η άλλη ψευδής αλλά ότι η μια είναι πιο καλή, πιο ενδεδειγμένη, πιο κατάλληλη ή πιο πρόσφορη από την άλλη ανάλογα με την κατάσταση που βρίσκεται κανείς. Π.χ. εάν κάποιος έχει επισφαλή υγεία, υπό την κατάσταση θεραπεύσιμης ασθένειας, τότε μια τέτοιου είδους πραγματικά επισφαλής υγεία είναι καλύτερη από μια επισφαλή υγεία υπό κατάσταση μη θεραπεύσιμης ασθένειας· και τούτο, γιατί η πρώτη κατάσταση είναι καλύτερη από τη δεύτερη. Το έργο επομένως του φιλοσόφου-του σοφιστή, κατά τον Πρωταγόρα, είναι να συμβάλει με τον λόγο του στην ανασκευή των μη-καλύτερων απόψεων ή πεποιθήσεων ‒συγκριτικά με τις καλύτερες‒ του συνομιλητή του, είτε αυτός είναι μια ενική ατομικότητα είτε μια συλλογική τοιαύτη ή ακόμη και σε επίπεδο πόλεως (Βλ. Πλάτων Πρωταγόρας, 318e-319a)· όχι στην ανασκευή των ψευδών απόψεων ή πεποιθήσεων. Ο πραγματικός κόσμος, ως εκ τούτου, για τον Πρωταγόρα, το πραγματικό γενικότερα υπάγεται στη δικαιοδοσία του λόγου, έχει ως θεμέλιό του τους λόγους, που εκτυλίσσονται αντιφατικά ή αντιθετικά μεταξύ τους. Η αναζήτηση της αλήθειας δεν ανάγεται στη διαμόρφωση μιας γενικής ή καθολικής άποψης, αντικειμενικά αποδεκτής, για το πράγμα παρά συνάπτεται με την πληθώρα των διαφορετικών απόψεων και σε συνάρτηση πάντα με τον λόγο, ήτοι τους λόγους που εκφέρονται και μετασχηματίζουν το ανθρώπινο υποκείμενο, υπαγορεύουν τη μια ή την άλλη στάση του απέναντι στο πραγματικό και προάγουν την καλύτερη κατανόησή του για το ίδιο. Η πρωταγόρεια επομένως σύλληψη της αντίφασης, της ύπαρξης δύο αντιφατικών λόγων έχει ιδιαίτερη αξία, γιατί ο λόγος, η γλώσσα ως ομιλία διχοτομείται σε λόγους που στρέφονται ο ένας ενάντια στον άλλο και δημιουργούν έτσι τη δυνατότητα να αποφεύγονται οι αναπόδεικτες γενικεύσεις, το κάθε υποκείμενο δε να εισδύει στο συγκεκριμένο και να οικοδομεί το (σχετικό) αυτεξούσιό του στη δεινότητα της αντι-λογικής-αντιφατικής θεώρησης των πραγμάτων. Τότε φέρελπις ανήρ της πολιτικής κοινότητας δεν γίνεται ο κάθε δοτός, που λόγω απουσίας αντίστοιχης σκέψης εκφράζει τον ήσσονα λόγο, τον ασθενή λόγο, αλλά η αυτενεργός και αυτοσυνείδητη υποκειμενικότητα που έχει επίγνωση των ορίων της. Ο λόγος της τελευταίας είναι εκείνος που συμμερίζονται και άλλοι και γι' αυτό καθίσταται λόγος της αλήθειας. 

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ρητορική (1357a-1357b)

Ἔστιν δὲ τὸ ἔργον αὐτῆς περί τε τοιούτων περὶ ὧν βουλευόμεθα καὶ τέχνας μὴ ἔχομεν, καὶ ἐν τοῖς τοιούτοις ἀκροαταῖς οἳ οὐ δύνανται διὰ πολλῶν συνορᾶν οὐδὲ λογίζεσθαι πόρρωθεν. βουλευόμεθα δὲ περὶ τῶν φαινομένων ἐνδέχεσθαι ἀμφοτέρως ἔχειν· περὶ γὰρ τῶν ἀδυνάτων ἄλλως ἢ γενέσθαι ἢ ἔσεσθαι ἢ ἔχειν οὐδεὶς βουλεύεται οὕτως ὑπολαμβάνων· οὐδὲν γὰρ πλέον.

Ἐνδέχεται δὲ συλλογίζεσθαι καὶ συνάγειν τὰ μὲν ἐκ συλλελογισμένων πρότερον, τὰ δ᾽ ἐξ ἀσυλλογίστων μέν, δεομένων δὲ συλλογισμοῦ διὰ τὸ μὴ εἶναι ἔνδοξα, ἀνάγκη δὲ τούτων τὸ μὲν μὴ εἶναι εὐεπακολούθητον διὰ τὸ μῆκος (ὁ γὰρ κριτὴς ὑπόκειται εἶναι ἁπλοῦς), τὰ δὲ μὴ πιθανὰ διὰ τὸ μὴ ἐξ ὁμολογουμένων εἶναι μηδ᾽ ἐνδόξων, ὥστ᾽ ἀναγκαῖον τό τε ἐνθύμημα εἶναι καὶ τὸ παράδειγμα περί τε τῶν ἐνδεχομένων ὡς τὰ πολλὰ ἔχειν ἄλλως, τὸ μὲν παράδειγμα ἐπαγωγὴν τὸ δ᾽ ἐνθύμημα συλλογισμόν, καὶ ἐξ ὀλίγων τε καὶ πολλάκις ἐλαττόνων ἢ ἐξ ὧν ὁ πρῶτος συλλογισμός· ἐὰν γὰρ ᾖ τι τούτων γνώριμον, οὐδὲ δεῖ λέγειν· αὐτὸς γὰρ τοῦτο προστίθησιν ὁ ἀκροατής, οἷον ὅτι Δωριεὺς στεφανίτην ἀγῶνα νενίκηκεν· ἱκανὸν γὰρ εἰπεῖν ὅτι Ὀλύμπια νενίκηκεν, τὸ δ᾽ ὅτι στεφανίτης τὰ Ὀλύμπια οὐδὲ δεῖ προσθεῖναι· γιγνώσκουσι γὰρ πάντες.

Ἐπεὶ δ᾽ ἐστὶν ὀλίγα μὲν τῶν ἀναγκαίων ἐξ ὧν οἱ ῥητορικοὶ συλλογισμοί εἰσι (τὰ γὰρ πολλὰ περὶ ὧν αἱ κρίσεις καὶ αἱ σκέψεις ἐνδέχεται καὶ ἄλλως ἔχειν· περὶ ὧν μὲν γὰρ πράττουσι βουλεύονται καὶ σκοποῦσι, τὰ δὲ πραττόμενα πάντα τοιούτου γένους ἐστί, καὶ οὐδὲν ὡς ἔπος εἰπεῖν ἐξ ἀνάγκης τούτων), τὰ δ᾽ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ συμβαίνοντα καὶ ἐνδεχόμενα ἐκ τοιούτων ἀνάγκη ἑτέρων συλλογίζεσθαι, τὰ δ᾽ ἀναγκαῖα ἐξ ἀναγκαίων (δῆλον δ᾽ ἡμῖν καὶ τοῦτο ἐκ τῶν Ἀναλυτικῶν), φανερὸν ὅτι ἐξ ὧν τὰ ἐνθυμήματα λέγεται, τὰ μὲν ἀναγκαῖα ἔσται, τὰ δὲ πλεῖστα ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, τὰ δ᾽ ἐνθυμήματα ἐξ εἰκότων καὶ ἐκ σημείων, ὥστε ἀνάγκη τούτων ἑκάτερον ἑκατέρῳ ταὐτὸ εἶναι. τὸ μὲν γὰρ εἰκός ἐστι τὸ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ γινόμενον, οὐχ ἁπλῶς δὲ καθάπερ ὁρίζονταί τινες, ἀλλὰ τὸ περὶ τὰ ἐνδεχόμενα ἄλλως ἔχειν, οὕτως ἔχον πρὸς ἐκεῖνο πρὸς ὃ εἰκὸς

[1357b] ὡς τὸ καθόλου πρὸς τὸ κατὰ μέρος· τῶν δὲ σημείων τὸ μὲν οὕτως ἔχει ὡς τῶν καθ᾽ ἕκαστόν τι πρὸς τὸ καθόλου, τὸ δὲ ὡς τῶν καθόλου τι πρὸς τὸ κατὰ μέρος. τούτων δὲ τὸ μὲν ἀναγκαῖον τεκμήριον, τὸ δὲ μὴ ἀναγκαῖον ἀνώνυμόν ἐστι κατὰ τὴν διαφοράν. ἀναγκαῖα μὲν οὖν λέγω ἐξ ὧν γίνεται συλλογισμός· διὸ καὶ τεκμήριον τὸ τοιοῦτον τῶν σημείων ἐστίν· ὅταν γὰρ μὴ ἐνδέχεσθαι οἴωνται λῦσαι τὸ λεχθέν, τότε φέρειν οἴονται τεκμήριον ὡς δεδειγμένον καὶ πεπερασμένον· τὸ γὰρ τέκμαρ καὶ πέρας ταὐτόν ἐστι κατὰ τὴν ἀρχαίαν γλῶτταν.

***
Το έργο, λοιπόν, της ρητορικής α) αφορά σε θέματα σαν αυτά που αποτελούν αντικείμενο των συζητήσεών μας και για τα οποία δεν διαθέτουμε άλλες τέχνες, β) επιτελείται μπροστά σε ακροατές που δεν έχουν την ικανότητα να παρακολουθούν πολλές μαζί συλλογιστικές φάσεις και να μετέχουν σε έναν συλλογισμό που το ξεκίνημά του βρίσκεται πολύ μακριά. Σε συζήτηση μπαίνουν μόνο τα θέματα που φαίνεται ότι μπορούν να έχουν δύο διαφορετικές μεταξύ τους όψεις: για πράγματα που δεν υπάρχει περίπτωση να είχαν στο παρελθόν, να μπορούν να αποκτήσουν στο μέλλον ή να έχουν στο παρόν άλλη, διαφορετική όψη δεν συζητάει κανείς όσο τα θεωρεί τέτοια, αφού αυτό δεν θα ωφελούσε σε τίποτε.

Συλλογισμούς μπορούμε να κάνουμε και συμπεράσματα μπορούμε να συνάγουμε είτε από προτάσεις που έχουν ήδη αποδειχθεί με συλλογισμούς είτε από προτάσεις που δεν έχουν αποδειχθεί με συλλογισμούς, έχουν όμως ανάγκη από μια τέτοια απόδειξη, επειδή το περιεχόμενό τους δεν είναι κοινής αποδοχής. Η παρακολούθηση του πρώτου είναι, κατανάγκην, δύσκολο πράγμα λόγω του μήκους (ξεκινούμε από την παραδοχή ότι ο ακροατής είναι άτομο με περιορισμένη καλλιέργεια)· στη δεύτερη, πάλι, περίπτωση οι προτάσεις δεν είναι πειστικές, γιατί δεν προκαλούν τη συμφωνία όλων ή γιατί το περιεχόμενό τους δεν είναι κοινής αποδοχής. Το υποχρεωτικό συμπέρασμα είναι ότι και το ενθύμημα και το παράδειγμα (το παράδειγμα ως επαγωγή και το ενθύμημα ως συλλογισμός) αφορούν σε πράγματα που, πολύ συχνά, μπορούν να είναι διαφορετικά από αυτό που είναι· επίσης ότι αντλούν τα συμπεράσματά τους από λίγες προκείμενες — συχνά λιγότερες από ό,τι στην κανονική, τη βασική μορφή του συλλογισμού· γιατί αν μια από τις προτάσεις αυτές είναι γνωστή, δεν χρειάζεται και να την πούμε: την προσθέτει ο ίδιος ο ακροατής. Παράδειγμα: Αν θέλουμε να πούμε ότι ο Δωριέας νίκησε σε αγώνα όπου το έπαθλο είναι ένα στεφάνι, είναι αρκετό να πούμε «νίκησε στους Ολυμπιακούς αγώνες»· δεν υπάρχει καμιά ανάγκη να προσθέσουμε ότι το έπαθλο στους Ολυμπιακούς αγώνες είναι ένα στεφάνι· αυτό το ξέρουν όλοι.

Δεδομένου ότι λίγες μόνο από τις προκείμενες των ρητορικών συλλογισμών είναι απολύτως αληθινές (γιατί τα πιο πολλά από αυτά που κρίνουμε και εξετάζουμε μπορούν να έχουν και μιαν άλλη, διαφορετική όψη: αυτά που κρίνουμε και εξετάζουμε είναι οι ανθρώπινες πράξεις, και οι ανθρώπινες πράξεις ανήκουν, όλες τους, σ᾽ αυτήν την κατηγορία και καμιά τους, για να το πούμε έτσι, δεν έχει υποχρεωτικά μόνο μία όψη)· δεδομένου επίσης ότι τα συνήθη και πιθανά πράγματα πρέπει να αποδεικνύονται μόνο από άλλα του ίδιου είδους πράγματα και τα απολύτως αληθινά από άλλα απολύτως, επίσης, αληθινά πράγματα, (ότι είναι έτσι το ξέρουμε επίσης από τα Αναλυτικά), είναι φανερό ότι οι προτάσεις που αποτελούν τις προκείμενες των ενθυμημάτων είναι κάποιες φορές απολύτως αληθινές, τις περισσότερες όμως φορές δηλώνουν κάτι που είναι έτσι συνήθως: τα ενθυμήματα βασίζονται σε πιθανότητες και σε ενδείξεις· δεν μπορεί λοιπόν παρά τα δύο αυτά να αντιστοιχούν σ᾽ αυτά τα δύο είδη προτάσεων, το ένα στο ένα και το άλλο στο άλλο. Πιθανό είναι αυτό που συμβαίνει συνήθως, όχι όμως γενικά και απόλυτα, όπως το ορίζουν μερικοί, αλλά αυτό που, στον χώρο των πραγμάτων που μπορούν να έχουν και μιαν άλλη, διαφορετική όψη, σχετίζεται με αυτό ενσχέσει με το οποίο είναι πιθανό

[1357b] με τον ίδιο τρόπο που το γενικό σχετίζεται με το μερικό. Όσο για τις ενδείξεις, άλλες παρουσιάζουν τη σχέση του μερικού προς το γενικό και άλλες τη σχέση του γενικού προς το μερικό. Η ένδειξη που το περιεχόμενό της το αποδεχόμαστε υποχρεωτικά, είναι αυτό που λέμε τεκμήριο· γι᾽ αυτήν που το περιεχόμενό της δεν το αποδεχόμαστε υποχρεωτικά, δεν διαθέτουμε λέξη που να δείχνει αυτή τη διαφορά. Ενδείξεις που το περιεχόμενό τους το αποδεχόμαστε υποχρεωτικά ονομάζω αυτές που μπορούν να γίνουν προκείμενες ενός συλλογισμού· γι᾽ αυτό και αυτού του είδους η ένδειξη είναι τεκμήριο· πραγματικά, όταν οι άνθρωποι πιστεύουν ότι η πρότασή τους δεν είναι δυνατό να αντικρουσθεί, θεωρούν ότι προσφέρουν ένα τεκμήριο, κάτι δηλαδή αποδεδειγμένο και τελειωμένο — οι λέξεις τέκμαρ και πέρας δεν είχαν στην παλιά μας γλώσσα την ίδια σημασία;

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἀνδρομάχη (1166-1230)

ΧΟ. καὶ μὴν ὅδ᾽ ἄναξ ἤδη φοράδην
Δελφίδος ἐκ γῆς δῶμα πελάζει.
τλήμων ὁ παθών, τλήμων δέ, γέρον,
καὶ σύ· δέχῃ γὰρ τὸν Ἀχίλλειον
1170 σκύμνον ἐς οἴκους οὐχ ὡς σὺ θέλεις·
αὐτὸς δὲ κακοῖς πήμασι κύρσας
εἰς ἓν μοίρας συνέκυρσας.

ΠΗ. ὤμοι ἐγώ, κακὸν οἷον ὁρῶ τόδε [στρ. α]
καὶ δέχομαι χερὶ δώμασί θ᾽ ἁμοῖς.
1175 ἰώ μοί μοι, αἰαῖ, ὦ πόλι
Θεσσαλία, διολώλαμεν, οἰχόμεθ᾽·
οὐκέτι μοι γένος, οὐκέτι μοι τέκνα
λείπεται οἴκοις.
ὦ σχέτλιος παθέων ἐγώ· ἐς τίνα
1180 δὴ φίλον αὐγὰς βαλὼν τέρψομαι;
ὦ φίλιον στόμα καὶ γένυ καὶ χέρες,
εἴθε σ᾽ ὑπ᾽ Ἰλίῳ ἤναρε δαίμων
Σιμοεντίδα παρ᾽ ἀκτάν.

ΧΟ. οὗτός τ᾽ ἂν ὡς ἐκ τῶνδ᾽ ἐτιμᾶτ᾽ ἄν, γέρον,
1185 θανών, τὸ σὸν δ᾽ ἦν ὧδ᾽ ἂν εὐτυχέστερον.

ΠΗ. ὦ γάμος, ὦ γάμος, ὃς τάδε δώματα [ἀντ. α]
καὶ πόλιν ὤλεσας ‹ὤλεσας› ἁμάν·
αἰαῖ αἰαῖ ἒ ἔ· ὦ παῖ,
μήποτε σῶν λεχέων τὸ δυσώνυμον
1190 ὤφελ᾽ ἐμὸν γένος ἐς τέκνα καὶ δόμον
ἀμφιβαλέσθαι
Ἑρμιόνας Ἀίδαν ἐπὶ σοί, τέκνον,
ἀλλὰ κεραυνῷ πρόσθεν ὀλέσθαι·
μηδ᾽ ἐπὶ τοξοσύνᾳ φονίῳ πατρὸς
1195 αἷμα τὸ διογενές ποτε Φοῖβον
βροτὸς ἐς θεὸν ἀνάψαι.

ΧΟ. ὀττοτοτοτοῖ, θανόντα δεσπόταν γόοις [στρ. β]
νόμῳ τῷ νερτέρων κατάρξω.
1200 ΠΗ. ὀττοτοτοτοῖ, διάδοχα δ᾽ ὁ τάλας ἐγὼ
γέρων καὶ δυστυχὴς δακρύω.
ΧΟ. θεοῦ γὰρ αἶσα, θεὸς ἔκρανε συμφοράν.
1205 ΠΗ. ὦ φίλος, δόμον ἔλιπες ἔρημον,
[ὤμοι μοι, ταλαίπωρον ἐμὲ]
γέροντ᾽ ἄπαιδα νοσφίσας.
ΧΟ. θανεῖν θανεῖν σε, πρέσβυ, χρῆν πάρος τέκνων.
ΠΗ. οὐ σπαράξομαι κόμαν,
1210 οὐκ ἐμῷ ᾽πιθήσομαι
κάρᾳ κτύπημα χειρὸς ὀλοόν; ὦ πόλις,
διπλῶν τέκνων μ᾽ ἐστέρησε Φοῖβος.

ΧΟ. ὦ κακὰ παθὼν ἰδών τε δυστυχὴς γέρον, [αντ. β]
1215 τίν᾽ αἰῶν᾽ ἐς τὸ λοιπὸν ἕξεις;
ΠΗ. ἄτεκνος ἔρημος, οὐκ ἔχων πέρας κακῶν
διαντλήσω πόνους ἐς Ἅιδαν.
ΧΟ. μάτην δέ σ᾽ ἐν γάμοισιν ὤλβισαν θεοί.
ΠΗ. ἀμπτάμενα φροῦδα πάντα κεῖται
1220 κόμπων μεταρσίων πρόσω.
ΧΟ. μόνος μόνοισιν ἐν δόμοις ἀναστρέφῃ.
ΠΗ. οὔτε μοι πόλις πόλις,
σκῆπτρά τ᾽ ἐρρέτω τάδε [ἐπὶ γαῖαν,]
σύ τ᾽, ὦ κατ᾽ ἄντρα νύχια Νηρέως κόρα,
1225 πανώλεθρόν μ᾽ ὄψεαι πίτνοντα [πρὸς γᾶν].

ΧΟ. ἰὼ ἰώ·
τί κεκίνηται; τίνος αἰσθάνομαι
θείου; κοῦραι, λεύσσετ᾽ ἀθρήσατε·
δαίμων ὅδε τις λευκὴν αἰθέρα
πορθμευόμενος τῶν ἱπποβότων
1230 Φθίας πεδίων ἐπιβαίνει.

***
ΧΟΡΟΣ
Μα νά που φέρνουν σηκωτό τον βασιλιά μας
από τη Δελφική τη χώρα στο παλάτι του.
Δυστυχισμένο το θύμα, δύστυχος κι εσύ,
γέροντά μου, που δέχτηκες στο σπίτι σου
1170 όχι όπως ήθελες το τέκνο του Αχιλλέα.
Η μοίρα σάς εχτύπησε κι αυτόνε
και σένα μαζί.

ΠΗΛΕΑΣ
Αλίμονό μου. Τί κακό θωρούν τα μάτια μου
και δέχομαι στα χέρια και στο σπίτι μου.
Αλίμονο, πολίτες Θεσσαλοί,
είμαι χαμένος, πεθαίνω.
Έσβησε πια η γενιά μου, αφού δεν έχω
στο σπίτι μου παιδιά.
Ω, άμοιρος εγώ, με τα πάθη μου.
Σε ποιόν δικό μου ρίχνοντας τα μάτια
1180 θα νιώσω τη χαρά;
Ω αγαπημένο στόμα
και πρόσωπο και χέρια.
Καλύτερα θα ᾽τανε
να σε σκότωνε η μοίρα
κάτω απ᾽ το Ίλιο
στην ακροποταμιά του Σιμόη.
ΧΟΡΟΣ
Τότε, κι ο θάνατός του θα ᾽τανε πιο δοξασμένος
μα κι η δική σου τύχη, γέροντα, καλύτερη.
ΠΗΛΕΑΣ
Ω, αυτός ο γάμος, που τούτο το σπίτι
και τη χώρα μου ρήμαξε.
Αλίμονο, αλίμονο, γιε μου.
Κάλλιο η γενιά μου να μην έπαιρνε ποτέ,
1190 για ν᾽ αποχτήσει σπιτικό και τέκνα,
την ξορκισμένη Ερμιόνη,
αυτήν που γίνηκε για σένα Χάροντας.
Αστροπελέκι να τη σκότωνε πρωτύτερα.
Μήτε κι εσύ, θνητός,
να ᾽ριχνες κατηγόρια στον Απόλλωνα,
από αφορμή τη φονική σαϊτιά,
που σκότωσε
τον θεογέννητο πατέρα σου.
ΧΟΡΟΣ
Αλίμονο, τον πεθαμένο βασιλιά μου θα μοιρολογήσω,
όπως η τάξη ορίζει των νεκρών.
ΠΗΛΕΑΣ
1200 Αλίμονο, με τη σειρά μου θα τον κλαίω κι εγώ,
δύστυχος γέροντας που τέτοια μού έλαχε μοίρα.
ΧΟΡΟΣ
Από θεού ήταν η μοίρα σου και η συμφορά σου.
ΠΗΛΕΑΣ
Έρημο αφήνεις το σπίτι σου, ακριβέ μου,
κι ορφανεμένα από παιδιά τα γερατειά μου.
ΧΟΡΟΣ
Κάλλιο να πέθαινες, ω γέροντα, πριν απ᾽ τα τέκνα σου.
ΠΗΛΕΑΣ
1210 Να ξεριζώσω τα μαλλιά μου, να χτυπήσω
με τα δυο χέρια το κεφάλι μου ως τον θάνατο;
Καλοί μου πατριώτες,
μου εστέρησε ο Απόλλων και τα δυο παιδιά.
ΧΟΡΟΣ
Δύστυχε γέρο, που είδες κι έπαθες τόσα κακά,
ποιά είν᾽ η ζωή που σου μέλλεται από δω και πέρα;
ΠΗΛΕΑΣ
Άτεκνος, έρημος, με τις πίκρες ατέλειωτες,
θα πίνω τα φαρμάκια μου ώσπου να πάω στον Άδη.
ΧΟΡΟΣ
Του κάκου σ᾽ ευλογήσανε οι θεοί στους γάμους σου.
ΠΗΛΕΑΣ
Όλα πετάξανε, όλα πήγαν χαμένα
1220 όσα με κάνανε περήφανο.
ΧΟΡΟΣ
Έρημος, σ᾽ έρημα παλάτια τριγυρίζεις.
ΠΗΛΕΑΣ
Πατρίδα δεν υπάρχει πια για μένα
και το σκήπτρο ας μου λείπει.
(Πετάει το σκήπτρο.)
Σ᾽ εσένανε μιλάω, κόρη του Νηρέα,
που κατοικείς σε σπήλαια σκοτεινά,
κοίτα με που κυλιέμαι, ο δύστυχος, στο χώμα.
ΧΟΡΟΣ
Ω, ω! Κάτι σα να σαλεύει.
Κάποιος θεός θα φανεί;
Κοιτάξτε, κοπέλες μου. Ναι,
κάποιος θεός διαβαίνει τον λευκόν αιθέρα
κατεβαίνοντας
1230 στης Φθίας τ᾽ αλογοτρόφα λιβάδια.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΣΚΥΛΛΑ (πουλί)

ΣΚΥΛΛΑ, πουλί
(πουλί)
 
Η Σκύλλα ήταν κόρη του βασιλιά των Μεγάρων Νίσου.
 
Ο έρωτάς της για τον Μίνωα της Κρήτης προκάλεσε τον θάνατο του πατέρα της. Πιο συγκεκριμένα:
 
Όταν ο Μίνωας έφτασε στα Μέγαρα και επιχείρησε να καταλάβει την πόλη εκδικούμενος τον θάνατο του γιου του Ανδρόγεου στην Αθήνα, η Σκύλλα τον ερωτεύτηκε ή δελεάστηκε από τον πονηρό ξένο που της πρόσφερε χρυσά κοσμήματα. Και όπως άλλες ερωτευμένες, βοήθησε τον Μίνωα αποσπώντας από το κεφάλι του πατέρα της Νίσου, γιου του Πανδίονα και αδελφού του Αιγέα της Αθήνας, την πορφυρή (ή χρυσή) τρίχα, χάρισμα των θεών, που τον καθιστούσε ανίκητο και αθάνατο.
 
Σε αντάλλαγμα, ο Μίνωας υποσχέθηκε ότι θα την παντρευόταν. Νιώθοντας όμως, αποτροπιασμό για την πράξη προδοσίας της Σκύλλας απέναντι στον πατέρα της και την πατρίδα της, μετά την επίτευξη του σκοπού του, την έδεσε στην πλώρη του καραβιού του σαν ακρόπρωρο και αυτή πνίγηκε ή την έδεσε από τα πόδια πίσω από την πρύμνη του πλοίου (Απολλόδ. 3.210-211*).
 
Οι θεοί τη λυπήθηκαν και τη μεταμόρφωσαν σε πουλί. Πίσω της έτρεχε ο Νίσος που και αυτός είχε μεταμορφωθεί σε θαλάσσιο αετό που κυνηγάει παντού το πουλί.
-----------------------
*Πανδίων, Νίσος, Σκύλλα
 
Βασιλιάς έγινε ο μεγαλύτερος γιος του Ερεχθέα, ο Κέκροπας, ο οποίος παντρεύτηκε τη Μητιάδουσα, κόρη του Ευπάλαμου, και απέκτησε ένα γιο, τον Πανδίονα. Αυτός βασίλεψε μετά τον Κέκροπα αλλά διώχθηκε από τους γιους του Μητίονα που στασίασαν και κατέφυγε στα Μέγαρα, στον Πύλα, και παντρεύτηκε την κόρη του Πυλία. Από αυτήν έγινε σύντομα και βασιλιάς της πόλης· γιατί ο Πύλας σκότωσε τον αδελφό του πατέρα του, τον Βίαντα, παρέδωσε τη βασιλεία στον Πανδίονα, ενώ ο ίδιος με λαό πήγε στην Πελοπόννησο και ίδρυσε την Πύλο.
Όταν ο Πανδίονας ήταν στα Μέγαρα, απέκτησε γιους, τον Αιγέα, τον Πάλλαντα, τον Νίσο και τον Λύκο. Ορισμένοι λένε ότι ο Αιγέας ήταν γιος του Σκύριου, αλλά ότι το ανέλαβε σαν δικό του ο Πανδίονας. Μετά τον θάνατο του Πανδίονα, τα παιδιά του εξεστράτευσαν εναντίον της Αθήνας, έδιωξαν τους γιους του Μητίονα και χώρισαν την επικράτεια στα τέσσερα· το γενικό πρόσταγμα όμως το είχε ο Αιγέας.
[Ο Μίνωας] πολέμησε με στόλο εναντίον της Αθήνας και κυρίευσε τα Μέγαρα, που είχαν τότε βασιλιά τον Νίσο, και σκότωσε τον Μεγαρέα, γιο του Ιππομένη από την Ογχηστό, που είχε έρθει σύμμαχος του Νίσου. Πέθανε και ο Νίσος με προδοσία της κόρης του. Αυτός δηλαδή είχε στην κορυφή του κεφαλιού μια πορφυρή τρίχα που αν του την ξερίζωναν υπήρχε χρησμός ότι θα πεθάνει· αλλά η κόρη του, η Σκύλλα, επειδή ερωτεύτηκε τον Μίνωα, του έβγαλε την τρίχα. Όταν ο Μίνωας κυρίευσε τα Μέγαρα, έδεσε την κόρη από τα πόδια στην πρύμνη και την έπνιξε στη θάλασσα. (Απολλόδωρος 3.210-211)

Ο Αριστοτέλης και η ακράτεια σε σχέση με τα πάθη και την οργή

Ο Αριστοτέλης συνοψίζοντας τα ψυχικά φαινόμενα που οδηγούν τον άνθρωπο στην κακία καταλήγει σε τρία: «Τρία, λοιπόν, είναι τα ψυχικά φαινόμενα για τα οποία μας αποκαλούν κακούς: η κακία, η ακράτεια και η θηριωδία» (1200b 4.3).
 
Το δεδομένο ότι η κακία (σε όλες τις μορφές της) αποτελεί ψυχικό φαινόμενο καταδεικνύει ότι το ζήτημα της κατάκτησης της αρετής (και κατ’ επέκταση της ευτυχίας) έχει να κάνει με την ψυχική ισορροπία που θα επιφέρει το μέτρο σε όλες τις ανθρώπινες πράξεις. Οτιδήποτε διαταράσσει την ισορροπία αυτή έχει ως αποτέλεσμα τις στρεβλώσεις (που έχουν πάντα ψυχική αφετηρία), δηλαδή την ακύρωση της ευτυχίας ζημιώνοντας πρώτα το άτομο (που είναι αδύνατο να βιώσει την αληθινή χαρά της ουσιαστικής συναναστροφής) και στη συνέχει τον περίγυρο (που θα εισπράξει την αρνητικότητα της συμπεριφοράς του).
 
Η ύψιστη κακία δεν μπορεί παρά να ταυτίζεται με το ζωώδες: «Η θηριωδία είναι μια μορφή υπερβολικής κακίας. Όταν δηλαδή δούμε έναν άνθρωπο απόλυτα κακό, δε λέμε πια ότι είναι άνθρωπος αλλά άγριο θηρίο, με το σκεπτικό ότι υπάρχει μια μορφή κακίας ονόματι θηριωδία» (1200b 5.1).

Το θηριώδες, ως καταστάλαγμα του απόλυτου κακού, θα έλεγε κανείς ότι αφορά την κακία που ξεπερνά τα ανθρώπινα μέτρα. Αυτός είναι και ο λόγος που η αναζήτηση του αντίθετού του (δηλαδή το καταστάλαγμα του απόλυτου καλού) δεν μπορεί παρά να παραπέμπει σε κάτι θεϊκό, ως καλοσύνη που ξεπερνά (αντιστοίχως) τα ανθρώπινα μέτρα: «Για την αρετή που βρίσκεται στον αντίποδα της θηριωδίας δεν υπάρχει όνομα, αλλά μια ανάλογη αρετή θα ήταν πέρα από τα ανθρώπινα όρια, μια μορφή αρετής για ήρωες και θεούς» (1200b 5.2).
 
Μια τέτοια αρετή ενδεχομένως θα μπορούσαμε να την αποδώσουμε ως αγιοσύνη, λέξη που παραπέμπει επίσης στη σχέση με το θείο. Το σίγουρο είναι ότι ο Αριστοτέλης δε θα επιχειρήσει να την ονοματίσει: «Η αρετή τούτη παραμένει ανώνυμη, για το λόγο ότι επί του θεού δεν υφίσταται αρετή· ο θεός είναι ανώτερος από την αρετή, και δεν είναι σπουδαίος για το λόγο ότι έχει αρετή· αν ήταν έτσι, η αρετή θα ήταν ανώτερη από το θεό. Αυτός είναι ο λόγος που παραμένει ανώνυμη η αρετή που βρίσκεται στον αντίποδα της θηριωδίας» (1200b 5.2-3).
 
Σε σχέση με το ζήτημα της ακράτειας ο Αριστοτέλης πρώτα από όλα θα εκφράσει τη διαφωνία του με τον τρόπο που επιχείρησε να την ερμηνεύσει (ουσιαστικά εκμηδενίσει) ο Σωκράτης: «Ο Σωκράτης ο πρεσβύτερος, λοιπόν, απέρριπτε ολωσδιόλου την ακράτεια και έλεγε πως αυτή δεν υπάρχει· και τούτο, με το επιχείρημα ότι κανείς δε θα επέλεγε το κακό εν γνώσει του ότι είναι κακό· ενώ ο ακρατής φαίνεται πως γνωρίζει το κακό, πλην όμως το επιλέγει παρασυρμένος από το πάθος. Έτσι ο Σωκράτης θεωρούσε πως δεν υπάρχει ακράτεια· έσφαλε όμως. Διότι είναι άτοπο να πεισθούμε από αυτό το επιχείρημα και να απορρίψουμε κάτι που μας πείθει άμεσα: υπάρχουν όντως άνθρωποι ακρατείς, και αυτοί πράττουν το κακό μολονότι γνωρίζουν ότι είναι κακό» (1200b 6.2 και 6.3).
 
Το υπεραπλουστευτικό συμπέρασμα του Σωκράτη είναι αδύνατο να πείσει τον Αριστοτέλη, αφού η ίδια η ζωή το διαψεύδει. Η γνώση του κακού μπορεί να λειτουργεί ανασταλτικά για μια πράξη, αλλά δεν αποτελεί απαραβίαστη εγγύηση αποφυγής. Οι άνθρωποι που ενδίδουν σε απολαύσεις έχοντας πλήρη επίγνωση ότι δε θα έπρεπε αποτελούν πραγματικότητα που είναι αδύνατο να αρνηθεί κανείς.
Πολλοί από αυτούς ενδέχεται να νιώθουν τύψεις ακόμη και τη στιγμή που ενδίδουν, ακριβώς επειδή δεν έχουν την ψυχική δύναμη να αντισταθούν. Ο παχύσαρκος που κατανοεί ότι πρέπει να χάσει βάρος και για λόγους αισθητικής και για λόγους υγείας και παρόλα αυτά υποκύπτει σε βουλιμικά ξεσπάσματα δεν είναι περήφανος για τον εαυτό του. Έχοντας πλήρη γνώση ότι βλάπτει τον εαυτό του αναπαράγει την κακή πράξη διαψεύδοντας τα συμπεράσματα του Σωκράτη.
 
Αν κάποιος κάνει το κακό χωρίς να έχει επίγνωση αυτού, επειδή καθοδηγείται από κάποια υποκειμενική εσφαλμένη αντίληψη, τότε δεν είναι ακρατής αλλά παραπλανημένος. Ο Σωκράτης συγχέοντας τον άνθρωπο που βρίσκεται σε πλάνη με τον ακρατή ουσιαστικά ακύρωσε την ακράτεια ως έννοια κενή περιεχομένου.
 
Ο Αριστοτέλης είναι σαφής: «αν ο ακρατής έχει μια υποκειμενική αντίληψη των πραγμάτων, δεν μπορεί για τούτο να κατηγορηθεί. Διότι αν πράττει κάτι το κακό για το λόγο ότι δεν έχει μια ακριβή γνώση αλλά μια δικιά του αντίληψη, θα τον καταλάβαινε κανείς και θα τον συγχωρούσε που αποδέχτηκε την ηδονή και έπραξε το κακό χωρίς να γνωρίζει τα πράγματα με σιγουριά αλλά με μια υποκειμενική αντίληψη· και όσους τους καταλαβαίνουμε και τους συγχωρούμε, αυτούς δεν τους κατηγορούμε· ώστε και τον ακρατή, αν βασίζεται σε μια υποκειμενική αντίληψη των πραγμάτων, δε θα τον κατηγορήσει κανείς· πλην όμως τον κατηγορεί» (1201a 6.5).
 
Το μη αποδεκτό της συμπεριφοράς έχει να κάνει περισσότερο με τη συνείδηση μιας πράξης παρά με την πράξη καθεαυτή. Βεβαίως, υπάρχουν όρια. Μια εγκληματική πράξη δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την άγνοια. Η συμβίωση επιβάλλει κανόνες και οι πολίτες, ως φορείς της συμβίωσης, οφείλουν να τους ξέρουν.
 
Τα περιθώρια της συγχωρητέας πράξης αφορούν πρωτίστως τον τρόπο της συμπεριφοράς σε καθημερινό επίπεδο. Ένας γονιός που μπορεί να φέρεται σκληρά στο παιδί του τρέφοντας την αντίληψη ότι αυτού του είδους η ανατροφή θα το κάνει καλύτερο άνθρωπο αξίζει να συγχωρεθεί, ακόμη κι αν σφάλλει φτάνοντας σε σημεία υπερβολής. Ο γονιός όμως που φέρεται απάνθρωπα κακοποιώντας το παιδί του δεν είναι άξιος συγχώρεσης.
 
Με τον ίδιο τρόπο μπορεί κανείς να προσεγγίσει και το ζήτημα της ακράτειας. Εκείνος που παρουσιάζει ακρατή συμπεριφορά στο φαγητό, επειδή θεωρεί ότι η πολυφαγία θα τον ωφελήσει, είναι πλανημένος από τη δική του υποκειμενική άποψη και γι’ αυτό αξίζει να συγχωρεθεί. Αν καταλάβει την πλάνη του, θα αλλάξει και συμπεριφορά. Από αυτή την άποψη, ένας τέτοιος άνθρωπος μοιάζει περισσότερο με τον μη γνωρίζοντα, όπως τον περιέγραψε ο Σωκράτης.
 
Εκείνος, όμως, που, ενώ έχει πλήρη επίγνωση του λάθους, υποκύπτει διαρκώς σε αυτό αδυνατώντας να ελέγξει το πάθος που τον κατευθύνει είναι μια πολύ διαφορετική περίπτωση, αφού σηματοδοτεί τον κατεξοχήν ακρατή και επιφέρει κατηγορίες από τον περίγυρο. Μια τέτοια συμπεριφορά παραπέμπει σαφώς σε ανισορροπία της ψυχής. Κι όσο πιο υπερβολική είναι η ακράτεια που παρουσιάζεται, τόσο πιο μεγάλη και η ψυχική δυσαρμονία που την προξενεί. Μιλώντας με σύγχρονους όρους ένας τέτοιος άνθρωπος πρέπει να αποταθεί στη βοήθεια ειδικού.
 
Για τον Αριστοτέλη, ο ακρατής όχι μόνο μπορεί να κατέχει τη γνώση της σωστής συμπεριφοράς (και παρόλα αυτά να μην την εφαρμόζει), αλλά μπορεί να είναι κάτοχος της επιστήμης (με την έννοια της απόλυτης γνώσης) του καλού και να ενεργεί με αντίθετο τρόπο, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται: «Καταρχήν αυτό που λέχθηκε για την επιστήμη· θεωρείται αδύνατο να κατέχει κανείς την επιστήμη και μετά να τη χάσει και να πέσει στην αντίθετη κατάσταση. Το ίδιο συμβαίνει και με την υποκειμενική αντίληψη των πραγμάτων· γιατί στην περίπτωσή μας δεν έχει διαφορά αν πρόκειται περί επιστήμης ή υποκειμενικής αντίληψης» (1201b 6.11-12).
 
Και θα εξηγήσει αμέσως: «Δεν αποτελεί καθόλου παράδοξο να πράττει ένας άνθρωπος ακρατής κάτι το κακό, είτε αυτός κατέχει την επιστήμη είτε έχει μια ισχυρή υποκειμενική αντίληψη. Διότι το “είμαι επιστήμων” είναι δίσημο: πρώτη σημασία είναι “να κατέχει κανείς την επιστήμη” (διότι πράγματι λέμε “είναι επιστήμων” για όποιον τυχόν έχει την επιστήμη)· δεύτερη σημασία είναι “να λειτουργεί κανείς με βάση την επιστήμη”. Ακρατής, λοιπόν, είναι αυτός που κατέχει μεν την επιστημονική γνώση του καλού, πλην όμως δε λειτουργεί βάσει αυτής. Κατά προέκταση, όταν δε λειτουργεί βάσει αυτής, δεν είναι καθόλου παράδοξο να πράττει αυτός το κακό μολονότι κατέχει την επιστήμη» (1201b 6.13-14).
 
Με άλλα λόγια, στην ακράτεια του φαγητού είναι δυνατό να υποκύψει όχι μόνο αυτός που γνωρίζει από μια υποκειμενική άποψη ότι η πολυφαγία είναι κάτι αρνητικό, αλλά και ο ίδιος ο γιατρός (επιστήμων), που κατέχει την απόλυτη επιστημονική γνώση των βλαβερών συνεπειών της παχυσαρκίας. Η αναγνώριση ότι η ακράτεια αφορά ακόμη και τους ανθρώπους που κατέχουν την επιστημονική γνώση είναι η ολοκληρωτική απόρριψη της σωκρατικής ιδέας «ουδείς έκων κακός».

Ο Αριστοτέλης θα επιχειρήσει και την ερμηνεία αυτής της παραδοξότητας: «Είναι ακριβώς αυτό που συμβαίνει σε όσους κοιμούνται. Αυτοί, μολονότι κατέχουν την επιστήμη, κάνουν και παθαίνουν στον ύπνο τους πολλά φοβερά και τρομερά. Η αιτία είναι ότι στην περίπτωσή τους δε λειτουργεί η επιστήμη. Τούτο ακριβώς συμβαίνει και με τον ακρατή: αυτός είναι σαν να κοιμάται, και δε λειτουργεί βάσει της επιστήμης. Αυτός, λοιπόν, είναι ο τρόπος με τον οποίο λύνεται το πρόβλημα» (1201b 16.14).
 
Η ακράτεια παρουσιάζεται σαν μια κατάσταση ύπνωσης, σαν ανθρώπινη αδυναμία που εκμηδενίζοντας τη λογική αφήνει ελεύθερα τα άλογα πάθη της ψυχής να καθορίσουν τις πράξεις. Όπως ελευθερώνονται στον ύπνο επιφέροντας όνειρα «φοβερά και τρομερά», έτσι μπορούν να κυριαρχήσουν και στην πραγματική ζωή μετατρέποντας τον άνθρωπο σε έρμαιά τους.
 
Ένα δεύτερο παράδειγμα θα διαφωτίσει ακόμη περισσότερο τα πράγματα: «δεν αποτελεί καθόλου παράδοξο αυτό που συμβαίνει με τον ακρατή που, μολονότι έχει την επιστήμη, πράττει κάτι το κακό. Ισχύει αυτό που συμβαίνει και με τους μεθυσμένους. Οι μεθυσμένοι, δηλαδή, μόλις ξεμεθύσουν, είναι και πάλι οι ίδιοι ακριβώς άνθρωποι· δεν έχασαν ούτε το λογικό τους ούτε την επιστήμη τους, αλλά αυτή ανασχέθηκε από τη μέθη· μόλις η μέθη περάσει, πάλι οι ίδιοι άνθρωποι είναι. Το ίδιο και ο ακρατής. Το πάθος του, με την επικράτησή του, έκανε το λογικό του να αδρανοποιηθεί· μόλις όμως περάσει το πάθος του ακρατούς, όπως ακριβώς και η μέθη, πάλι ο ίδιος άνθρωπος είναι» (1202a 6.17).
 
Η ακράτεια έχει να κάνει πρωτίστως με τις σωματικές ηδονές: «Από τα αγαθά άλλα είναι εξωτερικά, για παράδειγμα ο πλούτος, η εξουσία, οι τιμές, οι φίλοι, η δόξα, άλλα είναι αναγκαία και έχουν να κάνουν με το σώμα, για παράδειγμα η αφή και η γεύση. Αυτός που είναι ακρατής ως προς αυτά, αυτός θεωρείται και εν γένει ακρατής. Υπάρχουν και ηδονές σωματικές· και η μορφή ακράτειας που αναζητούσαμε φαίνεται πως με αυτές έχει να κάνει» (1202a 6.21).
 
Γι’ αυτό κι όταν γίνεται λόγος για κάποιον ακρατή δε χρειάζονται διευκρινίσεις για να εξακριβωθεί επακριβώς το πεδίο της ακράτειάς του. Εννοείται από θέση αρχής ότι πρόκειται για το αχαλίνωτο των σωματικών ηδονών: «όταν μιλάμε για τον ακρατή στην καθαρή του μορφή δε χρειάζεται να διευκρινίσουμε ως προς τι είναι ακρατής, διότι αυτό, το ως προς τι δηλαδή είναι ακρατής ο ακρατής, είναι κάτι άμεσα συνδεδεμένο μαζί του και χωρίς διευκρινίσεις αυτονόητο· ο ακρατής, στην καθαρή του μορφή, είναι ακρατής ως προς τις ηδονές και λύπες τις σωματικές» (1202a 6.22).
 
Κατ’ επέκταση, η ακράτεια δεν πρέπει να συνδέεται τόσο με τα εξωτερικά αγαθά (πλούτος, τιμές) όσο με τα αναγκαία και κυρίως με αυτά που σχετίζονται με τις σωματικές απολαύσεις: «Αφού ο ακρατής είναι άξιος ψόγου, πρέπει να είναι άξια ψόγου και αυτά ως προς τα οποία είναι ακρατής· μα βέβαια οι τιμές και η δόξα και η εξουσία και τα χρήματα και όλα τα υπόλοιπα προς τα οποία λέγονται οι άνθρωποι ακρατείς, δεν είναι πράγματα άξια ψόγου, ενώ οι σωματικές ηδονές είναι· αυτή είναι και η αιτία που εύλογα αποκαλείται ακρατής, και μάλιστα στην καθαρή του μορφή, αυτός που υπερβάλλει στις σωματικές ηδονές και ξεπερνάει το πρέπον» (1202b 6.23).
 
Το ότι οι σωματικές ηδονές αποτελούν το κυρίαρχο πεδίο της ακράτειας δεν πρέπει να ερμηνευτεί ως απαξίωσή τους ή (πολύ περισσότερο) ως προσπάθεια ενοχοποίησής τους. Το κακό δεν αφορά τις απολαύσεις του σώματος (ο υγιής άνθρωπος πρέπει να τις χαίρεται), αλλά τη διατάραξη του μέτρου που τις καθιστά αχαλίνωτες κι ως εκ τούτου επιβλαβείς. Η αναγνώριση ότι οι σωματικές ηδονές είναι άξιες ψόγου δεν αφορά την από θέση αρχής αναντίρρητη καταδίκη τους (ο Αριστοτέλης δεν αρνείται το σώμα), αλλά την υπερβολή που εκμηδενίζει όλες τις άλλες δραστηριότητες.
 
Από την άλλη, το ότι η ακράτεια δε σχετίζεται με τη δόξα, τις τιμές, το χρήμα και την εξουσία δεν πρέπει να ερμηνευτεί ως δικαιολόγηση όλων των μέσων για την απόκτηση αυτών των αγαθών με την ισοπεδωτική σκέψη, ότι αφού αυτά είναι καλά, όπως και να τα επιδιώξει κανείς είναι σωστό. Ασφαλώς και ο Αριστοτέλης δε δικαιολογεί (πολύ περισσότερο επαινεί) ούτε τον άπληστο (ακρατή ως προς το χρήμα) ούτε το ματαιόδοξο  (ακρατή ως προς τις τιμές) ούτε τον τύραννο (ακρατή ως προς την εξουσία).
 
Το ζήτημα τίθεται αυστηρά εννοιολογικά. Η αναζήτηση της τιμής με τον υγιή τρόπο της αξίας, που θα καθοδηγήσει κάποιον να γίνει ακόμη καλύτερος προκειμένου να κερδίσει την αναγνώριση είναι κάτι θετικό, όπως και η εξουσία ή το χρήμα. Ο επιστήμονας που επιδιώκοντας να ξεχωρίσει (είτε για να δοξαστεί είτε για να αποκτήσει χρήματα) εργάζεται σκληρά στην επιστήμη του ανακαλύπτοντας πράγματα και προσφέροντας πολύτιμες υπηρεσίες στους συνανθρώπους του ασφαλώς και δεν είναι καταδικαστέος. Το ίδιο και ο πολιτικός που πολιτεύεται με σοβαρό και υπεύθυνο τρόπο.
 
Το πρόβλημα έγκειται όταν επιδιώκει κανείς όλα αυτά με ανέντιμους τρόπους, όταν δηλαδή δεν τα ταυτίζει με την αξία αλλά με την εξαπάτηση ή την κυνικότητα της ισχύος. Όμως, ένας τέτοιος άνθρωπος δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ακρατής. Αυτός είναι ο άδικος και είναι ζήτημα της πολιτείας να ματαιωθούν οι επιδιώξεις του.
 
Από κει και πέρα, υπάρχουν περιπτώσεις ακρατούς συμπεριφοράς που ο Αριστοτέλης χαρακτηρίζει νοσήματα: «Κάποιες μορφές ακράτειας αποτελούν νοσήματα. Νοσήματα αποτελούν, για παράδειγμα, περιπτώσεις σαν την ακόλουθη: υπάρχουν κάποιοι που μαδούνε τις τρίχες τους και τρώνε τα νύχια τους. Αν, λοιπόν, ένας από αυτούς καταφέρει να ελέγξει αυτή την ηδονή, δε σημαίνει ότι γίνεται άξιος επαίνου, ούτε βέβαια και άξιος ψόγου σε περίπτωση που δεν καταφέρει να την ελέγξει, είτε σε απόλυτο είτε σε σχετικό βαθμό» (1202a 16.20).
 
Για τον Αριστοτέλη η ακράτεια ως προς τις σωματικές ηδονές είναι περισσότερο επιτιμητέα από την ακράτεια σε σχέση με την οργή: «Η ακράτεια ως προς την οργή θυμίζει τους υπηρέτες που δείχνουν μεγάλη προθυμία να εξυπηρετήσουν κάποιον. Διότι αυτοί, μόλις τους πει ο αφέντης τους “δώσε μου”, πετάγονται με προθυμία και, πριν ακούσουν τι πρέπει να του δώσουν, του δίνουν κάτι αλλά όχι αυτό που έπρεπε· π.χ., πολλές φορές που έπρεπε να του δώσουν ένα βιβλίο, του έδωσαν ένα εργαλείο γραφής. Κάτι σαν κι αυτό έχει πάθει και ο ως προς την οργή ακρατής. Μόλις ακούσει την πρώτη κουβέντα, ότι ο χ διέπραξε κάποια αδικία, ορμά αμέσως ο θυμός του προς την εκδίκηση, χωρίς καθόλου να περιμένει να ακούσει μήπως έπρεπε να το κάνει αυτό ο χ ή δεν έπρεπε, ή μήπως δεν έπρεπε να το κάνει στον ακραίο βαθμό ακριβώς που το έκανε. Αυτού του είδους η ορμή προς την οργή, η οποία και μοιάζει με ακράτεια οργής, δεν είναι τόσο επιτιμητέα, ενώ η ορμή προς την ηδονή είναι οπωσδήποτε άξια ψόγου» (1202b 6.24-25-26).
 
Και θα το δικαιολογήσει: «η ακράτεια ως προς την οργή είναι μια μορφή λύπης (δεν υπάρχει οργιζόμενος που να μην λυπάται), ενώ η ακράτεια ως προς τις επιθυμίες συνοδεύεται πάντα από ηδονή. Γι’ αυτό και αξίζει ψόγο μεγαλύτερο· γιατί η ακράτεια ως προς την ηδονή θεωρείται πως εμπεριέχει ένα στοιχείο ύβρεως» (1202b 6.26).
 
Αριστοτέλης, Ηθικά Μεγάλα

Δεν αγαπιόμαστε γιατί δεν γνωρίζουμε πως να αγαπήσουμε

Τι είναι η αγάπη; Η λέξη είναι τόσο πολύ φορτωμένη και διεφθαρμένη που αποφεύγω να την χρησιμοποιώ. Όλοι μιλάνε για αγάπη-κάθε περιοδικό και εφημερίδα και κάθε ιεραπόστολος μιλούν συνεχώς για αγάπη.

Είναι η αγάπη μια ιδέα; Αν όντως είναι, τότε μπορεί να καλλιεργηθεί, θραφεί, να περιβληθεί με στοργή, να επιβληθεί, να αλλάξει κατά το δοκούν.

Επειδή δεν μπορούμε να λύσουμε αυτό το ανθρώπινο ζήτημα καταφεύγουμε σε αφαιρέσεις. Η αγάπη μπορεί να είναι η ύστατη λύση σε όλες τις δυσκολίες του ανθρώπου, τα προβλήματα και τις επώδυνες προσπάθειες, οπότε πως θα βρούμε τι είναι η αγάπη; Απλώς ορίζοντας την; Η εκκλησία την όρισε με τον ένα τρόπο, η κοινωνία με άλλο τρόπο και υπάρχουν ένα σορό αποκλίσεις και διαστρεβλώσεις. Λατρεύουμε κάποιον, κοιμόμαστε με κάποιον, η ανταλλαγή συναισθημάτων, η συντροφικότητα- είναι αυτό που λέμε αγάπη;

Μπορεί η αγάπη να χωρισθεί στην ιερή και την ανίερη, την ανθρώπινη και την θεϊκή, η απλά υπάρχει μόνο μια αγάπη; Είναι η αγάπη ένα πράγμα και όχι πολλά πράγματα; Αν πούμε “σε αγαπώ” αυτό αποκλείει την αγάπη για κάποιον άλλον; Είναι η αγάπη προσωπική η μη προσωπική; Ηθική η ανήθικη; Οικογενειακή η μη οικογενειακή; Αν αγαπάς την ανθρωπότητα αγαπάς και τον καθένα ξεχωριστά; Είναι η αγάπη συναίσθημα; Είναι η αγάπη αίσθημα; Είναι η αγάπη απόλαυση και επιθυμία; Όλες αυτές οι ερωτήσεις δείχνουν, έτσι δεν είναι, ότι έχουμε ιδέες για την αγάπη, ιδέες για το τι πρέπει να είναι και τι δεν πρέπει να είναι η αγάπη, έναν κανόνα ή κώδικα που έχει δημιουργήσει η κοινωνία στην οποία ζούμε.

Τώρα πως θα βρω τι είναι αυτή η φλόγα που λέμε αγάπη; Όχι πως να βρούμε έναν τρόπο να την εκφράσουμε διαφορετικά άλλα να βρούμε την σημασία της. Πρώτα θα απορρίψω ό,τι έχουν πει η εκκλησία, η κοινωνία, οι φίλοι και οι γονείς μου, κάθε βιβλίο και άνθρωπος διότι θέλω να βρω μόνος μου τι είναι η αγάπη. Εδώ είναι ένα τεράστιο πρόβλημα που εμπεριέχει όλη την ανθρωπότητα, υπάρχουν χιλιάδες τρόποι να την ορίσεις και εγώ έχω φυλακιστεί σε κάποιον τρόπο να την ορίζω. Για αυτό τον λόγο δεν πρέπει να διώξω όλες τις τάσεις και τις προκαταλήψεις μου; Είμαι μπερδεμένος, διαλυμένος από τις δικές μου επιθυμίες οπότε λέω στον εαυτό μου “πρώτα καθάρισε το δικό σου μπέρδεμα. Ίσως να μπορέσουμε να δούμε τι είναι αγάπη καταλαβαίνοντας τι δεν είναι.

Το να ανήκεις σε κάποιον, το να σε φροντίζει κάποιος και να εξαρτάσαι από αυτόν-σε όλο αυτό πρέπει να υπάρχει πάντα άγχος, φόβος, ζήλεια, ενοχή, και όσο υπάρχει φόβος δεν μπορεί να υπάρξει αγάπη. Ένα μυαλό γεμάτο πίκρες δεν μπορεί να καταλάβει τι είναι αγάπη, αισθηματικότητα και συναισθηματικότητα δεν έχουν καμία σχέση με την αγάπη. Έτσι, η αγάπη δεν έχει σχέση με την επιθυμία και την απόλαυση.

Η αγάπη δεν είναι προϊόν της σκέψης, η οποία με την σειρά της είναι προϊόν του παρελθόντος. Η σκέψη δεν μπορεί να καλλιεργήσει την αγάπη. Η αγάπη δεν περιορίζεται και δεσμεύεται από την ζήλεια, γιατί η ζήλεια είναι το παρελθόν. Η αγάπη είναι το τώρα, το παρόν. Δεν είναι το “θα αγαπήσω” ούτε το “αγάπησα”. Όταν αγαπάς δεν πρόκειται να ακολουθήσεις κανέναν. Η αγάπη δεν υπακούει. Όταν αγαπάς δεν υπάρχει ούτε σεβασμός ούτε ασέβεια. Δεν γνωρίζετε τι θα πει να αγαπάς αληθινά κάποιον; Να αγαπάς χωρίς μίσος, χωρίς ζήλεια, χωρίς θυμό, χωρίς να θέλετε να επηρεάσετε το τι σκέφτεται ή τι κάνει ο άλλος, χωρίς να καταδικάζετε, χωρίς να συγκρίνετε; Όταν υπάρχει αγάπη υπάρχει σύγκριση; Όταν αγαπάτε κάποιον με όλη σας την καρδιά, με όλο σας τον νου, με όλο σας το σώμα, με όλη σας την ύπαρξη, υπάρχει σύγκριση; Όταν αφήνεσαι ολοκληρωτικά στην αγάπη δεν υπάρχει ο άλλος.

Αλλά αν θέλετε ακόμα να βρείτε (τι είναι η αγάπη), θα δείτε ότι δεν είναι φόβος, εξάρτηση, ζήλεια, κτητικότητα, υπεθυνότητα και χρέος, αυτολύπηση, αγωνία του να μην αγαπηθείς. Λοιπόν, αφού τα διώξετε όλα αυτά, όχι με την βία, αλλά ξεπλένοντας τα όπως η βροχή ξεπλένει την σκόνη πολλών ημερών από ένα φύλλο, τότε ίσως βρείτε αυτό το περίεργο λουλούδι που ο άνθρωπος αναζητά τόσο πολύ. Θα σας υπαγορέψει κάποια εξουσία, κάποια μέθοδος, κάποιο σύστημα πως να αγαπάτε; Αν κάποιος σας πει πως να αγαπάτε τότε αυτό δεν είναι αγάπη. Γίνεται να πείτε “θα εξασκήσω την αγάπη. Θα κάτσω κάτω και θα το σκεφτώ μέρα με την ημέρα. Θα εξασκήσω τον εαυτό μου να είναι καλός και ευγενικός και θα τον πιέσω να δίνει προσοχή στους άλλους;

Η αγάπη είναι κάτι νέο, φρέσκο, ζωντανό. Δεν έχει χτες ούτε και αύριο. Είναι πέρα από το μαρτύριο της σκέψης. Μόνο το αθώο μυαλό μπορεί να καταλάβει τι είναι η αγάπη, και το αθώο μυαλό μπορεί να ζήσει σε έναν κόσμο που δεν είναι αθώος. Το να βρεις αυτό το καταπληκτικό πράγμα που ο άνθρωπος αναζητά αιώνια μέσα από την θυσία, μέσω της λατρείας, μέσω των σχέσεων, μέσω του σεξ, μέσω κάθε μορφής απόλαυσης και πόνου, είναι δυνατό μόνο όταν η σκέψη κατανοήσει τον εαυτό της και να φτάσει στο τέλος της. Τότε η αγάπη δεν έχει αντίθετο, τότε η αγάπη δεν έχει σύγκρουση.

Τι πράγμα είναι οι σχέσεις και πόσο εύκολα πέφτουμε στη συνήθεια κάποιας συγκεκριμένης σχέσης, θεωρούμε τα πράγματα δεδομένα, αποδεχόμαστε τις καταστάσεις και δεν είναι ανεκτή καμιά αλλαγή δε δεχόμαστε καμία κίνηση προς την αβεβαιότητα, ούτε για ένα λεπτό. Όλα είναι τόσο καλά ρυθμισμένα, τόσο στέρεα φτιαγμένα, τόσο δεσμευμένα, που δεν υπάρχει καμία ελπίδα για λίγη φρεσκάδα, για μια καθαρή αναζωογονητική ανοιξιάτικη ανάσα. Αυτά κι άλλα πολλά τα ονομάζουμε σχέσεις.

Αν παρατηρήσουμε από κοντά, οι σχέσεις είναι κάτι πολύ πιο λεπτό, κάτι πιο γοργό κι από την αστραπή, πιο αχανές κι από τη γη, γιατί οι σχέσεις είναι η ζωή. Η ζωή μας είναι σύγκρουση. Θέλουμε να κάνουμε τις σχέσεις χοντροκομμένες, ωμές, εύκολες. Έτσι χάνουν την ευωδιά τους, την ομορφιά τους. Όλα τούτα συμβαίνουν γιατί δεν αγαπάμε, κι η αγάπη, φυσικά, είναι το σπουδαιότερο απ’ όλα, γιατί μέσα σ’ αυτή πρέπει να εγκαταλείψει κανείς ολοκληρωτικά τον εαυτό του. (το εγώ του)

Αυτή ακριβώς η ιδιότητα της φρεσκάδας, του καινούριου, είναι ουσιαστική, αλλιώς η ζωή γίνεται ρουτίνα, συνήθεια και η αγάπη δεν είναι συνήθεια, δεν είναι κάτι βαρετό. Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν χάσει το αίσθημα της έκπληξης. Θεωρούν τα πάντα δεδομένα κι αυτή η αίσθηση της ασφάλειας καταστρέφει την ελευθερία και τις εκπλήξεις της αβεβαιότητας.

Ο άλλος ως καθρέφτης του εαυτού μας

Οι ανθρώπινες σχέσεις, και κυρίως οι πιο κοντινές και βαθιές σχέσεις είναι –λένε- ο καθρέφτης μας, ο καθρέφτης της ψυχής μας. Ενδεχομένως, κάποια στιγμή στη ζωή σας, θα έχετε βρεθεί μέσα σε μία πολύ κοντινή σχέση με κάποιον κι ίσως θα έχετε νιώσει ότι χάνετε κάπου τον εαυτό σας, σαν να μην μπορείτε να τον ελέγξετε, ή να τον ικανοποιήσετε.

Ίσως έχτε νιώσει ότι όλα είναι μάταια ή αντίθετα ότι όλα έχουν τεράστιο νόημα, και οι εναλλαγές ανάμεσα σε αυτά τα δύο να είναι ακαριαίες και απροειδοποίητες.

Ακραία συναισθήματα και ανάγκες εμφανίζονται, οι οποίες ναι! είναι οικείες, αλλά μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν συναντιόσασταν μαζί τους πολύ συχνά σε συνειδητό επίπεδο, ίσως και να μην είχατε συναντηθεί ποτέ ξανά.

Εύλογα λοιπόν έρχεται αυτή η απορία: Οι σχέσεις είναι πράγματι ο καθρέφτης μας;

Κι αν είναι τι καθρεφτίζουν; Ποιόν εαυτό; Ποια κομμάτια μας;

Οι βαθιές σχέσεις μας φέρνουν σε επαφή με κάτι πολύ αρχαϊκό και εσωτερικό, κάτι που για τους περισσότερους ανθρώπους, πολύ καιρό ήταν κρυμμένο και άφαντο, κάτι για το οποίο ήμασταν σίγουροι ότι αφέθηκε πίσω μας με τα χρόνια.

Τι ακριβώς ανακινείται σε μια σχέση;

Τι είναι αυτό που μας φοβίζει;

Τι είναι όλα αυτά που αναδύονται με τόση ορμή από μέσα μας και που κρύβονταν όλον αυτόν τον καιρό;

Έχω την αίσθηση ότι αυτό το αρχαϊκό σχετίζεται με τις πρώτες ανάγκες μας ως βρέφη αλλά και με τις μετέπειτα ανάγκες και εμπειρίες μας ως νήπια, με όλα αυτά τα συναισθήματα, αισθήματα και αισθήσεις, που νιώθουμε, αναπτύσσουμε και βιώνουμε μέχρι θεωρητικά τουλάχιστον να μπορούμε να «επιβιώσουμε» μόνοι μας, δηλαδή μέχρι τα 5 περίπου χρόνια μας.

Ο άνθρωπος είναι το μόνο έμβιο ον το οποίο όταν γεννιέται δεν έχει καμία απολύτως πιθανότητα επιβίωσης χωρίς τη μητέρα του.

Όλα τα υπόλοιπα έμψυχα όντα έχουν τουλάχιστον μία έως πολλές πιθανότητες να επιβιώσουν μόνα τους, όλα τα έμψυχα όντα εκτός από τον άνθρωπο. Τι να σημαίνει άραγε, για τον ίδιο τον άνθρωπο και για τον ψυχισμό του, αυτή η διαφοροποίηση του από την υπόλοιπη φύση;

Το πρώτο πράγμα που δοκιμάζει το βρέφος στη ζωή του είναι η εξάρτηση.

Για να επιβιώσει, να μεγαλώσει και να αναπτυχθεί, να εξελιχθεί σε άτομο χρειάζεται μία μάνα, η οποία πέρα από την παροχή τροφής, είναι αναγκαίο να του παρέχει και αγάπη.

Χωρίς αγάπη, φροντίδα και άγγιγμα, το βρέφος ίσως να έχει πιθανότητες να επιβιώσει, όμως οι πιθανότητες να εξελιχθεί σε έναν λειτουργικό και ευτυχισμένο ενήλικα είναι πολύ πολύ μικρές, για να μην πούμε μηδαμινές.

Έτσι το βρέφος γίνεται νήπιο μέσα σε μία εξαρτητική σχέση με τη μητέρα (ή με τον φροντιστή του).

Την χρειάζεται για να φάει, να πιει, να κοιμηθεί, την χρειάζεται όμως και για να έχει μία αίσθηση του εαυτού του, για να υπάρχει, να αγαπά.

Σε εκείνα τα χρόνια το ον μαθαίνει να αποδέχεται τον εαυτό του όπως είναι.

Τότε, το παιδί, όποτε έχει μία ανάγκη, την επικοινωνεί αυθόρμητα ή καλύτερα παρορμητικά μέσα από το κλάμα του, δείχνοντας ξεκάθαρα τα συναισθήματα που νιώθει τα οποία κυμαίνονται από την καθαρή ανάγκη του ενστίκτου (π.χ. πεινάω) μέχρι και πολύ βαθιές ανάγκες όπως «σε χρειάζομαι, δεν μπορώ μόνο μου, θέλω να με αγαπάς, κ.α.».

Επίσης, νιώθει φόβο, άγχος, αγωνία, απελπισία (κυρίως όταν η μαμά αργεί), κ.α.

Εκείνη την περίοδο, όσο πιο πολύ η μητέρα το αποδέχεται και ανταποκρίνεται στις ανάγκες του, τόσο πιο επιτυχημένη θα είναι και η αυτό-αποδοχή του αργότερα...

Με τα χρόνια κι με τις ικανότητες που αποκτά ο άνθρωπος σιγά-σιγά αφήνει αυτό το εξαρτητικό μοντέλο επαφής και αρχίζει να δοκιμάζει και να πειραματίζεται με άλλους τρόπους, όπως δημιουργώντας σχέσεις με αντίσταση (άρνηση-αποδοχή), μίμηση και στην ενήλικη ζωή σχέσεις ισότητας ενήλικα προς ενήλικα.

Μέσα στις σχέσεις που θα δημιουργήσει το άτομο ως ενήλικας πια, κάποιες θα φτάσουν βαθιά.

Αυτή η βαθιά σχέση θυμίζει – ευτυχώς όχι όλη την ώρα- τη πρωταρχική σχέση μητέρας- βρέφους, κι ίσως ο έρωτας μπορεί να εξηγηθεί κι έτσι.

Στην αρχική φάση του έρωτα, τα δύο άτομα απολαμβάνουν τις ομοιότητες τους, απολαμβάνουν τη συνύπαρξη τους, την ολότητα τους και προσπαθούν συνεχώς για την απόλυτη ένωση.

Με τον καιρό αυτό μας φέρνει σε επαφή με την τότε συνύπαρξη- ως βρέφη με τη μητέρα-, όπου για να ζήσουμε χρειαζόμασταν τον σημαντικό άλλο. Έτσι ο άλλος γίνεται και πάλι σημαντικός και με κάποιο τρόπο συνδεόμαστε με την αρχαϊκή αυτή ανάγκη μας.

Όσο ο καιρός προχωράει, ο έρωτας αλλάζει μορφές, αρχίζουμε πολύ αργά να αντιδράμε σε αυτήν την εξαρτητική συνύπαρξη, διεκδικώντας τον προσωπικό μας χώρο, και την ανεξαρτησία μας, όμως ξεχνάμε το γεγονός ότι είμαστε ήδη εξαρτημένοι!

Οι πρώτες εσωτερικές συγκρούσεις έρχονται, όπου ένα κομμάτι μέσα μας – το ενήλικο- θέλει να ζει ανεξάρτητο κι ελεύθερο και ένα άλλο κομμάτι – το παιδί- έχει ανάγκη τον άλλο και την εξάρτηση.

Έπειτα, οι συγκρούσεις αυτές γίνονται κι εξωτερικές, και μέσα σε αυτές κατηγορούμε τον άλλον για τη δική μας εξάρτηση.

Αυτό νομίζω ότι είναι το σημείο όπου ο άλλος μας καθρεφτίζει, και μας καθρεφτίζει τις πιο βαθιές υπαρξιακές- χαοτικές συγκρούσεις μας, τον πιο κρυφό μας εαυτό, τον εαυτό αυτό που ούτε οι ίδιοι δεν τολμάμε να παραδεχτούμε.

Όσοι «επιβιώσουν» από αυτό, και καταφέρουν να το αντέξουν, τότε δημιουργούν αυθεντικές και ουσιαστικές σχέσεις, μπορεί και απόλυτης ισότητας μεταξύ των δύο ανθρώπων.

Η σχέση καθρεφτίζει τις πιο λεπτές ισορροπίες τις προσωπικότητας μας, αυτές που δημιουργήθηκαν όταν ήμασταν βρέφη, πλάσματα μετέωρα ανάμεσα στην ύπαρξη και την ανυπαρξία.

Πόση δύναμη χρειάζεται για να καταφέρουμε να συνεχίσουμε μέσα σε αυτό το χάος και τον πόνο;

Πολύ! Κι έτσι η ζωή μας δοκιμάζει, φέρνοντας τα ίδια πράγματα που ζήσαμε ξανά και ξανά μπροστά μας, έως ότου συμφιλιωθούμε με αυτά, και μέσα από την αποδοχή του εαυτού και την αγάπη, ηρεμήσουμε.

Διανοητικά, ηθικά, πνευματικά, είμαστε αλυσοδεμένοι.

«Η αληθινή προδοσία είναι να ζεις σ’ έναν τέτοιο κόσμο και να χρησιμοποιήσεις το πνεύμα σου για να τον δικαιολογήσεις.» - Jean Guehenno, Caliban Parle

Παρ’ όλες τις οπισθοδρομήσεις που καταγράφει η ιστορία, παρά την άνοδο και την πτώση των πολιτισμών, παρά τον αφανισμό φυλών και ηπείρων, υπάρχει κάποιο αήττητο και κραταιό οικοδόμημα που είναι το αληθινό ενδιαίτημα του ανθρώπου.

Όταν το συνειδητοποιήσουμε, θα πάμε να το κατακτήσουμε. Δεν θα είναι ανάγκη να σωριάσουμε τον κόσμο σε ερείπια προηγουμένως.

Όπως ακριβώς οι ποταμοί χύνονται και γίνονται ένα με τον ωκεανό, έτσι όλοι οι ελάσσονες τρόποι πρέπει εντέλει να ενδώσουν στον μείζονα τρόπο, βαφτίστε τον όπως θέλετε.

Ήθη, έθιμα, νόμοι, συνήθειες, πεποιθήσεις, δόγματα – όλα αυτά είναι ήσσονος σημασίας.

Το μόνο που ενδιαφέρει είναι να γίνει κανόνας το θαυμαστό. Ακόμα και σήμερα, όσο ματαιωμένοι και απογοητευμένοι κι αν είμαστε, το θαυμαστό δεν είναι ολότελα απόν.

Αλλά πόσο γκροτέσκες, πόσο σπασμωδικές και αδέξιες είναι οι προσπάθειές μας να το αναδείξουμε.

Όλη η ευφυία, όλος ο σπαραξικάρδιος μόχθος που ξοδεύεται στις επινοήσεις, τις οποίες εκλαμβάνουμε ως εξαίσια θαύματα, δεν πρέπει να αντιμετωπιστούν ως νέτες σκέτες σπατάλες αλλά και ως ασυναίσθητες προσπάθειες εκ μέρους του ανθρώπου ώστε να προβλέψει και να αποφύγει το θαυμαστό.

Γεμίζουμε ακατάσχετα τον κόσμο με τις επινοήσεις μας, δίχως ποτέ να διανοούμαστε μήπως είναι αχρείαστες – ή και επιζήμιες.

Μηχανευόμαστε εκπληκτικά μέσα επικοινωνίας, αλλά επικοινωνούμε, άραγε, ο ένας με τον άλλο;

Μετακινούμε εδώ κι εκεί τα κορμιά μας με απίστευτες ταχύτητες, αλλά αφήνουμε ποτέ όντως το σημείο από όπου ξεκινήσαμε;

Διανοητικά, ηθικά, πνευματικά, είμαστε αλυσοδεμένοι.

Τι έχουμε πετύχει με το να εξαφανίσουμε ολόκληρες οροσειρές, με το να τιθασεύσουμε την ενέργεια πανίσχυρων ποταμών, ή με το να μετακινήσουμε ολόκληρους πληθυσμούς εδώ κι εκεί σαν πιόνια στη σκακιέρα, αν εμείς οι ίδιοι παραμένουμε τα ίδια νευρικά, ελεεινά, απογοητευμένα πλάσματα που ήμασταν και πριν;

Το να αποκαλείς πρόοδο μια τέτοια δραστηριότητα είναι η απόλυτη αυταπάτη.

Μπορεί να πετυχαίνουμε στο να αλλοιώνουμε το πρόσωπο της γης ώσπου να γίνει αγνώριστο ακόμα και στον ίδιο τον Δημιουργό, αλλά αν αυτό δεν έχει επίδραση και σ’ εμάς, τότε ποιο το νόημα;

Οι έλλογες, εννοηματωμένες πράξεις δεν χρειάζονται σάλο. Όταν τα πράγματα είναι έτοιμα να σωριαστούν σε ερείπια και να καταστραφούν, ίσως η πιο μεστή νοήματος στάση είναι να μείνεις ασάλευτος.

Ο άνθρωπος που επιτυγχάνει να συνειδητοποιήσει και να εκφράσει την αλήθεια που βρίσκεται εντός του μπορούμε να πούμε ότι προβαίνει σε μια δραστηριότητα πολύ πιο ισχυρή απ’ ό,τι το ρήμαγμα μιας αυτοκρατορίας.

Δεν είναι, επιπλέον, πάντοτε απαραίτητο να εκφέρεις την αλήθεια.

Όσο κι αν καταρρέει και αποσυντίθεται ο κόσμος, πάντα η αλήθεια εμμένει.

Εν αρχή ην ο Λόγος.

Ο άνθρωπος τον κάνει πράξη ασυναίσθητα.

Αυτός είναι η πράξη, και όχι ο πράττων.

Οι κανόνες του έρωτα

Πολλοί λένε ότι ο έρωτας είναι τυφλός. Ερωτευόμαστε εντελώς ασυναίσθητα και χωρίς να μπορούμε να εξηγήσουμε το γιατί.
 
Η αλήθεια όμως είναι ότι τελικά ακόμα και ο έρωτας φαίνεται να έχει κάποιους κανόνες, τουλάχιστον ως προς το ποιους ερωτευόμαστε. Ή τουλάχιστον έτσι υποστηρίζουν αυτοί που ασχολούνται με τον κλάδο της κοινωνικής ψυχολογίας.
 
Ας προσπαθήσουμε να δούμε ποιοι είναι αυτοί:
 
1. Χωροταξική εγγύτητα.
Οι περισσότεροι από εμάς ερωτευόμαστε ανθρώπους που είτε ζουν στην ίδια περιοχή με εμάς, είτε δουλεύουν στον ίδιο χώρο. Ο πρώτος μας έρωτας είναι συνήθως κάποιος συμμαθητής μας, συνεχίζουμε με κάποιον που θα συναντήσουμε στα φοιτητικά μας έδρανα για να περάσουμε στους τόσο γνωστούς σε όλους μας έρωτες στους εργασιακούς μας χώρους. Όπως και να έχει, το πιο πιθανό είναι ότι συνήθως θα είμαστε σε τέτοιο βαθμό «τυχεροί» που ο τόσο «μοναδικός» αυτός άνθρωπος που θα ερωτευτούμε θα ζει ή θα κινείται στον ίδιο χώρο με εμάς!
 
2. Συχνή αλληλεπίδραση.
Όσο πιο συχνά συναντάμε ή αλληλεπιδρούμε με κάποιον, τόσο πιο πολλές είναι οι πιθανότητες να τον/την ερωτευτούμε. Όπως συμβαίνει και με τα τραγούδια που βάζουν οι σταθμοί στο ραδιόφωνο, τα οποία μετά από 5-6 ακούσματα αρχίζουν να μας αρέσουν ακόμα και αν στην αρχή μας είχαν φανεί αδιάφορα, έτσι και με τους ανθρώπους. Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος που πολλοί βρισκόμαστε ερωτευμένοι με ανθρώπους που «δεν πρέπει». Πχ με τους φίλους του συντρόφου μας ή με τους συντρόφους των φίλων μας!
 
3. Τα ομώνυμα έλκονται.
Σε αντίθεση με τους νόμους της φυσικής, ο νόμος του έρωτα μας προστάζει να επιλέγουμε άτομα που έχουν την ίδια με εμάς εθνότητα, κοινωνικό, θρησκευτικό και οικονομικό υπόβαθρο. Οι πιθανότητες να ερωτευτούμε κάποιον κοντά στην ηλικία μας, με παρόμοια μόρφωση, παρόμοιο δείκτη νοημοσύνης και εξίσου ελκυστικό με εμάς είναι πολύ περισσότερες από τις πιθανότητες να ερωτευτούμε κάποιον τελείως διαφορετικό από εμάς. Η διαφορετικότητα δεν βοηθάει την ανάπτυξη του έρωτα. Ακόμα όμως και στις περιπτώσεις που ο έρωτας τύχει και τυφλώσει εμάς τους ίδιους, ο οικογενειακός και κοινωνικός περίγυρος θα φροντίσει να βάλει εμπόδια στον έρωτά μας. Οι μεγάλες διαφορές ηλικίας, το διαφορετικό κοινωνικό ή οικονομικό επίπεδο, ακόμα και οι διαφορές στην εξωτερική εμφάνιση δεν γίνονται εύκολα αποδεκτές από τους γύρω μας.
 
4. Αντισταθμιστικοί παράγοντες.
Ναι, υπάρχουν συχνά περιπτώσεις που ο παραπάνω κανόνας της διαφορετικότητας παύει να ισχύει. Αρκεί να υπάρχουν κάποιοι αντισταθμιστικοί παράγοντες. Οι αντισταθμιστικοί αυτοί παράγοντες αποτελούν το λόγο που συχνά βλέπουμε ωραίες και νέες γυναίκες να λιώνουν και να σβήνουν για άσχημους ηλικιωμένους που όμως έχουν ανώτερη κοινωνική θέση ή πολύ μεγαλύτερη οικονομική επιφάνεια από τις ίδιες. Όταν βλέπετε ζευγάρια που φαίνονται σε οποιοδήποτε επίπεδο αταίριαστα, ψάξτε για τον παράγοντα που αντισταθμίζει τον έρωτα τους!
 
Μας αρέσουν αυτοί που τους αρέσουμε. Αυτό εξηγείται εύκολα από την αρχή της ανταμοιβής. Χρειάζεται λιγότερο χρόνο και προσπάθεια για να απολαύσουμε τα οφέλη ενός έρωτα με κάποιον που είναι ήδη διαθέσιμος.
 
6. Συναισθηματική ένταση.
Ο έρωτας χτυπά πολύ πιο εύκολα την πόρτα στους ανθρώπους που βρίσκονται σε συναισθηματική ένταση. Η λύπη, το άγχος, η χαρά και κυρίως ο φόβος κάνει τους ανθρώπους πολύ πιο ευάλωτους στον έρωτα και στο πάθος. Μερικοί μεγάλοι έρωτες γεννιούνται κατά τη διάρκεια επικείμενων καταστροφών ή επικίνδυνων καταστάσεων πχ μετά από ένα σεισμό, κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων κλπ.
 
Είναι απόλυτοι οι κανόνες αυτοί; Φυσικά και όχι.
Είπαμε, ο έρωτας είναι ασύμβατος με τη λογική. Δεν μπαίνει σε κουτάκια.
Όσο και να προσπαθούμε να τον εντάξουμε κάπου, πάντα θα εμφανίζονται μπροστά μας ερωτευμένα ζευγάρια που αποφάσισαν να μην ακολουθήσουν τις συμβάσεις μας. Ζευγάρια που στα μάτια μας μπορεί να μοιάζουν αταίριαστα και αντισυμβατικά, ζευγάρια που ζουν ο καθένας στην άλλη άκρη της γης, ζευγάρια που ερωτεύτηκαν χωρίς καν να έχουν συναντηθεί, ζευγάρια με μεγάλη διαφορά ηλικίας, ζευγάρια αλλόθρησκα, ζευγάρια αλλοπρόσαλλα, ζευγάρια που το μόνο που τους ενώνει είναι ο έρωτας! Αυτό το μυστήριο!